1918.12.08
3.490 στίχοι · 27.460 λέξεις · 218 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47Η
τῆς 8 Δεκεμβρίου 1918
ΠΡΟΕΔΡΙΑ κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 4. μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ ὀδοντιατροὶ τῶν Νέων Χωρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀναγνωρισθῶσιν αἱ ἄδειαι ὡς ἔχουσι περὶ ἐξασκήσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των. Ὁ Γεωργικὸς Ἑνωτικὸς Συνεταιρισμὸς Νέας Κορίνθου παρακαλεῖ ὅπως δοθῇ εἰς ἐφέδρους γεωργοὺς ἄδεια, ἵνα δυνηθῶσι καὶ καλλιεργήσωσι τοὺς ἀγρούς των. —Οἱ καπνέμποροι Καλαμῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως καταργηθῇ ἡ διατίμησις τοῦ καπνοῦ. —Ὁ ἐκ Χανίων βουλευτὴς κ. Ε. Θεοδωρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1149 περὶ Γενικῶν Διοικήσεων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Παπαδάκης καὶ Μ. Καταπότης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 1074 νόμου τοῦ 1917 περὶ ἐκτελέσεως ἔργων ὁδοποιΐας». —Τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου Ε. Ρέπουλης, Μ. Νεγροπόντης, Κ. Σπυρίδης, Π. Βουρλούμης, Ι. Τσιριμῶκος, Α. Παπαναστασίου, Δ. Δίγκας, Α. Γρίβας, Ι. Ἀθανασάκης ὑποβάλλουσι σχέδιον νόμου «περὶ τῆς ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδόσεως Β. Διαταγμάτων». (Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Ὁ κ. Α. Γρίβας Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκρίσεως γάμου στρατιωτῶν». (Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Ἡ ἐπὶ τῶν Δημοσίων Ἔργων, Σιδηροδρόμων κλπ. Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 410 «περὶ κατασκευῆς τῶν ὁδῶν Φαλήρου–Βουλιαγμένης, καὶ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Μενιδίου–Πάρνηθος». — Ἡ ἐπὶ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 816 τοῦ 1917 «περὶ διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Ἀναγνωστάκης, Γ. Μαρῆς, Μ. Βολουδάκης, Δ. Πετραχᾶκος, Ν. Συριόπουλος καὶ λοιποὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου 1520 «περὶ τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατεύματος».
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΝ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Λεκανίδης ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§2Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἑξῆς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν καταθέτω. Οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν Τροχιοδρόμων, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποβάλλουσι τὴν παράκλησιν, ἐπειδὴ εἶναι ἡμερομίσθιοι ἐργάται καὶ αὐτοὶ, νὰ τοὺς λάβητε ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸν νόμον περὶ ἐπιτηδευματιῶν, διότι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὁδηγοὶ καὶ εἰσπράκτορες, εἶναι καὶ ἐκεῖνοι ἡμερομίσθιοι καὶ δὲν πληρώνουν. Λοιπὸν θέλουν ἐξίσωσιν.
§3Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐψηφίσθη τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναφορὰν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ ἐργοστασιαρχῶν ἐπιπλοποιῶν.
§5Π. ΦΛΩΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Οἱ καταστηματάρχαι ξυλουργοί, λεπτουργοί, τορνευταὶ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς κατεθορυβήθησαν ἐκ τῆς εἰδήσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρόκειται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀτελῆ εἰσαγωγὴν ἐπίπλων ἐξ Εὐρώπης ἄνω μὲν 600.000 δραχμῶν διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ Πειραιᾶ καὶ ὑπὲρ τὰς 700.000 δραχμὰς διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας. Τὸ τοιοῦτον κατεθορύβησε τοὺς ἐπιπλοποιούς, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ ἐπιπλοποιΐα ἐν Ἀθήναις ἁμιλλᾶται, ἂν δὲν εἶναι ἀνωτέρα, πρὸς τὴν τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ καὶ διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι εἰσαχθοῦν ἔπιπλα τόσων ἑκατομμυρίων ἐξ Εὐρώπης, ὡρισμένως θὰ κοπῇ τὸ ψωμὶ καὶ ἡ ἐργασία χιλιάδων ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον εἶναι εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ οἵτινες ἐπανερχόμενοι δικαίως ἀξιοῦσι παρὰ τῆς Πολιτείας μέριμναν, ὅπως φροντίσῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτοὺς τὸν ἡμερήσιον ἄρτον των. Παρακαλοῦσι λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν εὐχὴν καὶ τὴν σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ προβῇ εἰς τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, καθότι χιλιάδες ἐργατῶν θὰ μείνουν ἄνευ ἐργασίας, ἡ δὲ ἀργία εἶναι μήτηρ πάσης κακίας.
§6Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θὰ μείνουν καθόλου ἄνευ ἐργασίας, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας θὰ συναγωνισθοῦν τὰ ξένα ἔπιπλα.
§7Π. ΦΛΩΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§8Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον δὲν ὑπεβλήθη, μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν σύνοδον δὲν θὰ ψηφισθῇ τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ὅταν θὰ ὑποβληθῇ θὰ ἴδητε τὶ θὰ περιέχῃ. Λοιπὸν τὶ συζητεῖτε τώρα διὰ τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῆς χήρας Γεωργίου Ράπτη.
§10Π. ΦΛΩΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Περιθάλψεως, μὲ τὴν σύστασιν ὅπως δώσῃ εἰς τὴν χήραν ἐπίδομά τι, καθόσον ὁ σύζυγός της εἶχε κρεμασθῇ εἰς τὰ Ἰωάννινα ὑπὸ τῶν Τούρκων τὰ 1912.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Κ. Μητσοτάκης, Ι. Λεκανίδης. καὶ Γ. Μυλωνογιάννης, ὅπως καταθέσουν καὶ ἀναπτύξουν ἀναφορὰν τῆς χήρας Πενθερουδάκη.
§12Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Κύριοι συνάδελφοι, καταθέτω μίαν αἴτησιν τῆς Μαρίας Ψαρουδάκη, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ ὅπως ἡ προσωπικὴ σύνταξις, ἡ ἐξ 150 δραχμῶν μηνιαίως, ἡ ὁποία ἐδίδετο εἰς τὸν σύζυγόν της Στέφανον Ψαρουδάκην, δοθῇ καὶ εἰς αὐτὴν, διότι στερεῖται τῶν πάντων. Ὁ Στέφανος Ψαρουδάκης ἦτο ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῆς Κρήτης, οἱ ὁποῖοι ἀπ’ ἀρχῆς, μόλις ἤρχισαν οἱ ἀγῶνες τῆς μεγαλονήσου, ἔλαβον ἐνεργότατον μέρος, ἐχρημάτισε δὲ καὶ βουλευτὴς ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ἀποθανὼν δὲ ἀφῆκεν χῆραν, ἡ ὁποία ἀληθῶς πένεται. Ὅλοι οἱ βουλευταὶ Κρήτης συνιστοῦν τὴν αἴτησιν ταύτην, καὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν ὅπως θελήσῃ καὶ τὴν σύνταξιν, ἡ ὁποία εἶχε δοθῇ εἰς τὸν Στέφανον Ψαρουδάκην, ὅταν δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἐργασθῇ λόγῳ τῆς ἡλικίας του, νὰ δοθῇ καὶ εἰς τὴν σύζυγόν του ἤδη.
§13Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Πρόκειται περὶ συντάξεως, ἡ ὁποία διὰ νόμου εἶχε χορηγηθῇ, καὶ πρόκειται περὶ τῆς γυναικὸς ἑνὸς ὁ ὁποῖος ὅλον του τὸν βίον τὸν κατηνάλωσεν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας καὶ τοὺς ἐθνικούς. Ἀπὸ τοῦ 1898 ἦτο μέλος τῆς Ἐπαναστατικῆς Συνελεύσεως, ἀπὸ καμμίαν δὲ ἔκτοτε ἐπαναστατικὴν ἢ εἰρηνικὴν Συνέλευσιν ἢ Βουλὴν τῶν Κρητῶν ἔλλειψεν. Διὰ τοῦτο εὐχαρίστως ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Κρήτης τοῦ εἶχε παραχωρήσῃ αὐτὴν τὴν σύνταξιν, κατὰ λάθος δὲ ἐχαρακτηρίσθη ὡς προσωπικὴ ἀπὸ ἡμᾶς τοὺς ἰδίους καὶ δὲν μετεβιβάσθη εἰς τὴν οἰκογένειάν του.
§14Γ. ΜΥΛΩΝΟΓΙΑΝΝΗΣ. Πρόκειται περὶ δικαιώματος κεκτημένου. Θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταφέρῃ τὴν σύνταξιν εἰς τὴν σύζυγον τοῦ ἀποθανόντος.
§15Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Χαραλ. Καραγεωργοπούλου.
§17Ν. ΞΗΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Κ. Καλομενόπουλος καὶ Ι. Βαλαλᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς Ἑταιρείας «Κόσμος».
§19Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐμπορικὴ ἑταιρεία αὐτὴ ὑπὸ τὸν τίτλον «Κόσμος» ἀπευθύνει μίαν ἀναφορὰν, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρει περισσότερον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ γίνῃ δὲ λόγος καὶ ὅταν συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν ἐκτάκτων κερδῶν. Κατὰ τὸν νόμον, κύριε Ὑπουργέ, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ μέσος ὅρος τῆς παρελθούσης τριετίας δι’ αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐπάγγελμα καὶ συνεπλήρωσαν τριετίαν, ἀλλ’ δι’ αὐτοὺς δὲν εἶχον τὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει. Ἐὰν ὑποθέσωμεν, εἷς εἶχε κεφάλαιον 100 χιλιάδων δραχμῶν, ὁ δὲ ἄλλος δὲν εἶχε τὸ αὐτὸ κεφάλαιον τότε ὁ πρῶτος θὰ ἔχῃ ἔκτακτον κέρδος 50 χιλιάδων δραχ. καὶ ὁ ἄλλος 200 χιλιάδων δραχμῶν. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς λάβῃ ὑπ’ ὄψει αὐτὰ τότε θὰ σπεύσῃ νὰ περιλάβῃ μίαν διάταξιν, ἄλλως θὰ ἔχωμεν δύο ἀνίσους φορολογίας καὶ ἡ ἀνισότης ἐν τῇ φορολογίᾳ πρέπει νὰ καταργηθῇ ὡς εἶπεν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§20Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ συζητήσωμεν.
§21Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὶ θὰ προτείνητε διὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς κέρδος;
§22Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐκτιμήσῃ κατὰ τὸν δικαιότερον τρόπον ὅτι τὰ κέρδη θὰ πραγματοποιηθῶσιν ἐὰν εἶχε τὸ κατάστημα πρὸ τριετίας. Ὁμολογουμένως ὑπάρχει κάποια ἀδικία.
§23Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς συζήτησιν.
§24Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς εἶσθε ὁ ἁρμοδιώτερος ὅλων διὰ νὰ εὕρητε τὸν τρόπον τῆς ἄρσεως τῆς ἀδικίας. Ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ εὕρῃ ἓν μέσον ὅρον εἰκαζομένου κέρδους.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαστρατῆς. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν.
§26Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Ὄχι. Θὰ ἔλθῃ. Εἶναι πολλῶν ἡμερῶν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν εἶναι πολλῶν ἡμερῶν μὴ λησμονεῖτε ὅτι δὲν πταίει οὐδεὶς ἄλλος παρὰ σεῖς. Εἶναι ἐγγεγραμμένη πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἐρωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα τέλος ἔλαβον κατὰ τῶν διαφόρων ἀσεβούντων πρὸς τὰς διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεως νομαρχῶν, ὅσοι σατραπικῶς ἐμποδίζουν τὴν εἰς Ἀθήνας μεταφορὰν καὶ διέλευσιν σφαγίων καὶ τροφίμων.
§28Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, πρόκειται περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἥτις δὲν ἔχει βεβαίως τὴν γενικότητα τῶν χθεσινῶν συζητήσεων, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ἐστερημένη ἐνδιαφέροντος διὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ἀφοῦ πρόκειται περὶ τῶν τροφίμων πρᾶγμα δηλ. ἐνδιαφέρον ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἦτο πρώτη ἡ ἐπερώτησις κατόπιν ἐγένετο ἐρώτησις, μετὰ 15 ἡμέρας διεγράφη διὰ νὰ ἐγγραφῇ ἐκ νέου οὐδέποτε δὲ συνεζητήθη. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ὀφείλω νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξήγησιν—διότι ὁμιλῶ συχνὰ—ὅτι τῶν βουλευτῶν Λακώνων ἀπόντων ἢ δικασθέντων εἶμαι σχεδὸν μόνος. Μετὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτὴν ἔρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν ἵνα ἐφοδιάζῃ τὴν πρωτεύουσαν μὲ τρόφιμα καὶ σφάγια ὅσα δύναται, ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ δὲν ἐξήχθη ὡς ὤφειλε νὰ ἐξαχθῇ μέχρις τοῦ σημείου τοῦ non plus ultra. Δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν οἱ ἐχθροί σας ὅταν θὰ γράψωσι τὴν σύγχρονον ἱστορίαν ὅτι δὲν ἠδυνήθη ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πυγμήν, ἀλλὰ δὲν ἀπέδειξεν ὅτι ἔχει πυγμὴν διὰ νὰ ἔρχωνται τρόφιμα εἰς Ἀθήνας. Ἀπεστάλησαν σωρεῖαι τηλεγραφικῶν διαταγῶν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ἐκ Λονδίνου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὡς καὶ τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς Τρίπολιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Νομάρχης Ἀρκαδίας κωφεύει. Δὲν δύναται νὰ ἔλθωσιν τρόφιμα ἀπὸ τὴν Τρίπολιν ἄνευ τῆς διαταγῆς αὐτοῦ, ἔρχονται τὰ ἐμπορεύματα ἐκ Λακωνίας εἰς τὴν Τρίπολιν, ἀκυροῦται ἐκεῖ ἡ ἄδεια μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι ἐφωδιασμένα. Ὅταν συνεζήτησα τὸ ζήτημα πρὸ μηνῶν παρουσίᾳ καὶ τοῦ κ. Ρακτιβάν, διαπρεποῦς νομικοῦ πλὴν ἐπηρεαζομένου πολὺ ὑπὸ τὴν δικαστικὴν ἀντίληψιν, ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡρισμένας περιπτώσεις νὰ τῷ καταγγελθῶσιν. Ἄν καὶ ἡ communis fama ὤφειλε νὰ εἶναι ἀρκετή, ἠναγκάσθην νὰ συλλέξω κατὰ μέρος περιπτώσεις ἃς καὶ παρουσιάζω σήμερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὅλοι οἱ ἔμποροι εἶχον ἀδείας ἐπισιτισμοῦ, ἀλλ’ ὅμως ὁ κ. Νομάρχης ἀκυρώσας ταύτας ἐξέδωκεν ἰδίας, ἐντύπους ὡς βλέπετε διὰ τὴν πληθώραν αὐτῶν. Καὶ ἀλλοῦ μὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐξαγωγὴν 10 ὠῶν καὶ 5 ὀκάδων πατάτας· ἀλλοῦ διαγράφει τὰ δύο ὀρνίθια, τὰ ὁποῖα ὁ πτωχὸς Μανιάτης μεταφέρει ἐκ Μάνης διὰ τὴν ἀσθενοῦσαν οἰκογένειάν του καὶ ἅτινα κατ’ ἀνάγκην τρώγονται εἰς ὑγείαν τοῦ κουτοῦ ἀπὸ τοὺς ἐν Τριπόλει ἀστυνομικούς! Καὶ ταῦτα καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις διασαλπίζει ὅτι ἡ κίνησις πάντων τῶν τροφίμων εἶναι ἐλευθέρα. Εἰκονικαὶ λοιπὸν εἶναι αἱ διαταγαί σας; Ἤκουσα παρ’ Ἀρκάδος πολιτευτοῦ ὅτι ὁ κ. Νομάρχης Ἀρκαδίας ψιθυρίζει εἰς τὸ οὖς τῶν ἐν Τριπόλει ὅτι μὲ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τῶν τροφίμων ἣν ἀκολουθεῖ κατώρθωσε νὰ κάμῃ τὴν Ἀρκαδίαν Βενιζελικήν! Ἐὰν καὶ κατὰ πόσον εἶναι Βενιζελικὴ ἡ Ἀρκαδία, ἁρμοδιώτατος εἶναι νὰ πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι.
§30Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὅταν τὸ εἴπῃ ὁ Ἀρκαδικὸς λαὸς θὰ τὸ πιστεύσω Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἀποστέλλει διαταγὰς διὰ νὰ μὴ ἀκούεται; Καὶ τότε τὶ πράττει; θὰ μεταθέσῃ θὰ παύσῃ τὸν ἀπειθῆ αὐτὸν ὑπάλληλόν της; Ποῦ θὰ πάῃ αὐτὴ ἡ δουλειά; Ἐγὼ θὰ σᾶς ὁμολογήσω, ἐὰν ἤμην Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ θὰ ἔρριπτον 100 φορὲς τὸ χαρτοφυλάκιον, πρέπει νὰ ἔχῃ μεγάλο σκότι ὁ κ. Βουρλούμης διὰ νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν του. Ὅλος ὁ κόσμος ἐν Τριπόλει κλέπτεται κυριολεκτικῶς εἰς τὸν σταθμὸν καὶ τὰ τρώγουν οἱ χωροφύλακες. Λοιπόν, κ. Ἀντιπρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ἀναπληρεῖτε καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὶ θὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ; Θὰ τὸν παύσητε, θὰ τὸν μεταθέσητε;
§31Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔχει δώσει διαταγὴν εἰς τοὺς νομάρχας νὰ ἐπιτρέπουν τὴν ἐξαγωγὴν ἐφόσον ὑπάρχει ἐπάρκεια τοῦ τόπου.
§32Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὄχι. Δὲν πρόκειται περὶ τροφίμων ἐξ Ἀρκαδίας, ἀλλὰ δι’ Ἀρκαδίας διερχομένων.
§33Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὁ κ. Μπεγάκης νομάρχης ἐν Τριπόλει εἶναι σεμνότατος διοικητικὸς ὑπάλληλος.
§34Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὁ ἀσεμνότερος ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ ὑβρίζει τὰς διαταγάς της. Πρόκειται περὶ τούτου. Πρόκειται περὶ ἀνεπαρκείας ὄχι τῆς Ἀρκαδίας. Πρόκειται ἐπαναλαμβάνω περὶ τῶν τροφίμων καὶ ἐμπορευμάτων, τῶν ἐν Λακωνίᾳ παραγομένων καὶ ἐκ Λακωνίας διὰ Τριπόλεως εἰς Ἀθήνας μεταβιβαζομένων. Ἀλλ’ εἰς τὴν Τρίπολιν ἑδρεύει ὁ νέος Προκρούστης, ὡς εἶπεν ἄλλοτε ὁ κ. ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κατὰ τὴν αὐτὴν συζήτησιν.
§35Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐκ τῶν πινάκων φαίνεται ἀθρόα ἡ ἐξαγωγὴ τοῦτο ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔχει ἀπαγορευθῆ ἡ ἐξαγωγὴ ἀπολύτως, τοῦτο γενικῶς λέγω δὲν γνωρίζω δὲ εἰδικῶς ποῖα παράπονα ἔχει ὁ κ. βουλευτής.
§36Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὁ τόπος.
§37Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἡ πολιτεία ὅμως τοῦ κ. Νομάρχου Ἀρκαδίας κάθε ἄλλο εἶναι, ἢ ἀξία ἐπικρίσεως, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἐξάρῃ τὴν ἀληθῆ 25;
§38Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Δι’ ἐμπόρους τῶν Ἀθηνῶν γνωστοὺς φιλελευθέρους ἐκ τῶν φανατικωτέρων ἐφορτώθη βούτυρον μὲ ἄδειαν τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐπισιτισμοῦ. Τὸ βούτυρον κατεσχέθη ἐν Ἀρκαδίᾳ καὶ ὁ φορτωτὴς παρεπέμφθη εἰς τὸ Στρατοδικεῖον καὶ δικασθεὶς δὲ ἠθωώθη! Βεβαίως ἀφοῦ παρουσίασε τὴν ἄδειαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πλέον αὐτὸ ἀναρχία; Ὁ κ. Νομάρχης Ἀρκαδίας ἔδειξε τόσα δείγματα ἀνευλαβείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀκόμη καὶ πρὸς αὐτὸν τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις διέταξεν ἐκ Λονδίνου ὅπως τὰ τρόφιμα ἀφεθῶσιν ἐλεύθερα. Ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς Τριπόλεως ἐξέδωκεν διαταγὰς ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, ἀλλὰ δι’ ἐγκυκλίου του ὁ κ. Νομάρχης πρὸς τοὺς ἀστυν. σταθμάρχας, ὥρισεν ὅπως τὰ τρόφιμα εἶναι ἐλεύθερα πλὴν ὀσπρίων, τυροῦ, ᾠῶν καὶ κρέατος, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ Ἀρκαδία! Αὐτὸς εἶναι ὁ Νομάρχης σας!
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς, παρακαλεῖ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1998 τοῦ 1918 αἰτήσεως τοῦ Παξινοῦ περὶ ἐπιστροφῆς εἰς αὐτὸν δραχμῶν 661, καταβληθεισῶν πρὸς ἀγορὰν ἐν δημοπρασίᾳ λέμβου ἐκ ναυαγίου, ἣν συμμαχικὸν πλοῖον ἀφήρεσεν ἐκ τῆς κυριότητός του.
§40Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου ἡ προκειμένη ὑπόθεσις.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον καθυστερεῖται εἰσέτι ἡ ἔκδοσις ἐνταλμάτων δι’ ἐπιταχθέντας γαιάνθρακας τοῦ ἰδιοκτήτου Σπυρίδωνος Σταυροπούλου ἀπὸ τὸν Δεκέμβριον 1912 καὶ Ἰανουάριον 1913, ἀξίας δραχμῶν 12,255, ἀφ’ οὗ τὰ σχετικὰ πρὸ τοῦ σχετικοῦ ἐντάλματος ἐστάλησαν παρὰ τοῦ ἐλεγκτηρίου τῆς ΙΙΙ Μεραρχίας διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 778 τῆς 23ης Ἰουνίου 1914 ἐγγράφου καὶ ἔκτοτε οὐδὲν ἐγένετο.
§42Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ποσὸν τοῦ 2850 εἶχεν ἀναγραφῆ εἰς κεκλεισμένας χρήσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915, εἶχεν ἐκδοθῆ δὲ τὸ σχετικὸν ἔνταλμα, ὅπερ ἠκυρώθη καθόσον δὲν προσῆλθεν ὁ δικαιοῦχος πρὸς ἐξόφλησιν ἐντὸς τῆς κεκανονισμένης προθεσμίας. Ἀπαιτεῖται ὅπως ὁ δικαιοῦχος γνωρίσῃ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ἐκδοθέντος ἐντάλματος τῶν δραχμῶν 2850, ἵνα ἀνευρεθῶσι καὶ τὰ δικαιολογητικὰ τῶν 12,255,60.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σιφναῖος, παρακαλεῖ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, κληθεὶς νὰ παράσχῃ τὰς πανεπιστημιακάς του ὑπηρεσίας εἰς τὸν στρατὸν ἠρνήθη, ἰσχυρισθείς, ὅτι εἶναι ξένος ὑπήκοος.
§44Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οὐδεὶς καθηγητὴς ἠρνήθη νὰ παράσχῃ τὰς ἐπιστημονικάς του ὑπηρεσίας. Ζήτημα ξένης ὑπηκοότητος ἐγεννήθη, ἀλλὰ πάντες ἔσπευσαν προθυμώτατα ὅπου ἐκλήθησαν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης, παρακαλεῖ τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς ἐπανάληψιν τῆς τηλεγραφικῆς καὶ ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας Παξῶν.
§46Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μόλις πρὸ ὀλίγου καιροῦ παρεδόθη τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει τὸ καλώδιον Παξῶν–Κερκύρας καὶ μόλις ἐπισκευασθῇ θέλει τεθῆ εἰς χρῆσιν τοῦ κοινοῦ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης, παρακαλεῖ τὸν κύριον ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν, ἵνα, εὐαρεστούμενος, πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν· α) εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ἡ μελέτη περὶ ἀποστραγγίσεως τῆς λίμνης Τριχωνίας, ἀφ’ οὗ πρὸ τετραετίας συνεργεῖον ἐκ πολλῶν μηχανικῶν εἰργάσθη ἐπὶ ἑξάμηνον, καὶ β) ἐὰν πρόκειται νὰ καταρτισθῇ ἕτερον συνεργεῖον, ἵνα συνεχίσῃ τὴν μελέτην καὶ πότε.
§48Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶχεν ἀρχίσει ἡ μελέτη, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως διεκόπη. Θὰ στείλωμε νέους τὸ καλοκαῖρι πρὸς συνέχισιν, διότι τώρα δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἐργασία.
§49Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Παραπέμπεται εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας;
§50Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὄχι. Θὰ σταλῇ τὸ καλοκαῖρι συνεργεῖον.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κοκκινάκης, παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποῦ κατέληξαν αἱ ἀνακρίσεις, αἱ διεξαχθεῖσαι ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ Σύρου κατὰ τοῦ πλοιάρχου τοῦ ἀτμοπλοίου «Πελοπόννησος», κατηγορηθέντος, ὅτι κατὰ τὸν βομβαρδισμὸν τοῦ ἀτμοπλοίου τούτου, γενόμενον ὑπὸ ἐχθρικοῦ ὑποβρυχίου, κατὰ τὸν 8)βριον τοῦ 1917, ὄχι μόνον δὲν διέταξε νὰ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς σωτηρίαν τῶν ἐπιβατῶν καὶ τοῦ πληρώματος, ἀλλὰ ἐγκατέλειψεν ἐκ τῶν πρώτων τὸ πλοῖον, τὸ ὁποῖον, ἐκυβέρνα ριφθεὶς εἰς τὴν θάλασσαν καὶ ἐνέβαλεν οὕτω τὸν πανικὸν εἴς τε τοὺς ἐπιβάτας καὶ τὸ πλήρωμα, συνεπείᾳ τοῦ ὁποίου ἐθρηνήσαμεν τόσα πολλὰ θύματα, συγχρόνως δὲ νὰ γνωρίσῃ τὸ ὄνομα τοῦ εἰρημένου πλοιάρχου καὶ ἂν οὗτος ἐξασκεῖ ἔτι τὸ ἐπάγγελμά του.
§52Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τηλεγράφημα τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐπερατώθησαν αἱ ἀνακρίσεις, ὁ δὲ ἐν λόγῳ πλοίαρχος κατεδικάσθη εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐγένετο ἔφεσις, εἰσήχθη εἰς τὸ Ἐφετεῖον καὶ διετάχθησαν κρείσσονες ἀποδείξεις.
§53Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Ἐὰν ἐξεδικάζετο ἐνωρίτερον ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἥτις θὰ κατέληγεν ἀσφαλῶς εἰς καταδίκην τοῦ πλοιάρχου ἐκείνου, θὰ ἐχρησίμευεν ὡς παράδειγμα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ταχυτέραν περάτωσιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Πολυχρονιάδης, Β. Ἀντωνόπουλος καὶ Ι. Ξηρὸς, παρακαλοῦσι τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν κατὰ τὴν διανομὴν τοῦ πετρελαίου θὰ δώσῃ τὰς δεούσας ὁδηγίας, ἵνα προτιμηθῶσιν ἰδίᾳ αἱ πόλεις, αἱ στερούμεναι ἄλλου εἴδους φωτισμοῦ.
§55Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ δώσω τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς δικαίαν καὶ ἴσην κατανομὴν εἰς ὅλας τὰς πόλεις.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπρισιμιτζάκης, ἐρωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, τίνα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ κατὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, ἥτις ἀείποτε δεικνύει περιφρόνησιν πρός τε τὰς διαταγὰς τῶν ἀρχῶν καὶ τὸ κοινὸν καὶ ἰδίᾳ σχετικῶς μὲ τὴν ἐγκληματικὴν ἀμέλειάν της εἰς τὸ νὰ ἐπιδιορθώσῃ τὰ τμήματα τῶν ὁδῶν, ἐφ’ ὧν ἔχει στρώσει τὰς σιδηρᾶς ράβδους, αἱ προεξοχαὶ τῶν ὁποίων οὐ μόνον παρακωλύουσι τὴν ἐν γένει κυκλοφορίαν παντὸς εἴδους ὀχήματος, ἀλλ’ ἀποτελοῦσι καὶ προφανῆ κίνδυνον σοβαρῶν δυστυχημάτων.
§57Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ καθυστέρησις προῆλθε λόγῳ τῆς ἐλλείψεως προσώπων. Ἐλήφθησαν δὲ ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα πρὸς βελτίωσιν τῶν ὁδῶν, ἀλλὰ οὐδεμία βελτίωσις δύναται νὰ γίνῃ ἂν μὴ ὁ δῆμος ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τῆς Ἑταιρείας δὲν προβῶσιν εἰς καταρτισμὸν συνεργείων. Ἐξ ἄλλου, παρεκάλεσα τὸν κύριον Ὑπουργὸν, νὰ δώσῃ, ἐπαναλαμβάνω, αἰχμαλώτους νὰ βοηθήσουν καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῆς γραμμῆς.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης, ἐρωτᾷ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, διὰ τίνα λόγον δὲν γίνεται ἡ Ἕνωσις τοῦ ἐξωκκλησίου «Ζωοδόχος Πηγὴ» πρὸς τὸν ἐνοριακὸν ναὸν Αἰγίου «Κοίμησις Θεοτόκου», ἐνῷ πρὸ καιροῦ ἔχουσιν ἐκτελεσθῆ πᾶσαι αἱ νόμιμαι διατυπώσεις.
§59Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὑπάρχει πρότασις τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καθὼς καὶ τοῦ Ἐπισκόπου περὶ ἑνώσεως τοῦ ἐξωκκλησίου πρὸς τὸν ἐνοριακὸν ναὸν Αἰγίου, ἀλλ’ ὁ Νομάρχης Ἀχαϊοήλιδος ὑπέβαλεν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας εἶπεν, ὅτι δὲν ἐγκρίνει τὴν ἕνωσιν, διότι ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ ἐξωκκλήσιον εἶναι αὐτάρκες, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διότι ὑπάρχει συνοικισμὸς καθ’ ὅλον τὸ μῆκος τῆς γραμμῆς, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην ἐκκλησίας καὶ αὐτὸ χρησιμεύει ὡς ἐνοριακὸς ναός. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βασισθῇ οὔτε εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ Νομάρχου, ἔστειλα ὀπίσω τὸν φάκελλον, ὅπως ὑποβάλλουν αὐτὸν εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον καὶ τὸν Ἐπίσκοπον, οἱ ὁποῖοι νὰ γνωμοδοτήσουν καὶ πάλιν.
§60Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ὁ νόμος ἀπαιτεῖ δύο στοιχεῖα, τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐπισκόπου καὶ τοῦ κεντρικοῦ συμβουλίου. Ἀμφότερα τὰ στοιχεῖα ὑπάρχουν. Ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομάρχου δὲν ἀπαιτεῖται, οὔτε εἶναι στοιχεῖον προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἑπομένως ἡ παραπομπὴ εἰς τὸν Νομάρχην δὲν ἔχει λόγον ἢ τὴν παρέλκυσιν τοῦ ζητήματος.
§61Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος, ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ γνώμη τοῦ Νομάρχου, διότι ἐφ’ ὅσον μοῦ εἶπεν ὅτι ὑπάρχει ὁλόκληρος συνοικισμὸς καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην ἐκκλησίας, ἔπρεπε τὸ ζήτημα νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τοῦ ἁρμοδίου κεντρικοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Ἐπισκόπου καὶ μετὰ τὴν γνωμοδότησίν των νὰ λυθῇ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Σφακιανάκης, παρακαλεῖ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτεται νὰ ἐπισκευάσῃ τὴν ἐν Κρήτῃ ἁλυκὴν τῆς Ἐλούντας, κειμένην ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Μεραμβέλλου τοῦ νομοῦ Λασηθίου. Ἡ ἁλυκὴ αὕτη πηχθεῖσα κατὰ τὸ παρελθὸν θέρος παρήγαγεν ἅλας περὶ τοὺς χιλίους τόννους, ἐὰν δὲ ἐπισκευασθῶσι καὶ τὰ λόγῳ ἀχρηστίας καταστραφέντα μέρη τῆς ἁλυκῆς, ἔνθα ἐπὶ τῆς τουρκικῆς διοικήσεως ἐπήγνυτο ἅλας, τότε ἡ ἁλυκὴ αὕτη θὰ παράγῃ ἐτησίως περὶ τοὺς 1500 τόννους ἅλατος, ὅσον, δηλαδή, ἐπαρκεῖ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Κρήτης. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πῆξις τοῦ ἅλατος τούτου στοιχίζει ὀλιγώτερον τοῦ ἑνὸς λεπτοῦ κατ’ ὀκᾶν, συνιστᾷ εἰς τὸν κύριον Ὑπουργὸν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν διὰ μικρᾶς δαπάνης ἐπισκευὴν τῶν κατεστραμμένων μερῶν τῆς ἐν λόγῳ ἁλυκῆς, ὁπότε καὶ τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ αὐξηθῶσιν ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἅλατος καὶ ἔλλειψις αὐτοῦ δὲν θὰ παρατηρῆται ὅπως σήμερον.
§63Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ ζήτημα ἀνεκινήθη καὶ ἄλλοτε καὶ ἔδωσα τὴν ἀπάντησιν, προκειμένου περὶ τῆς ἁλυκῆς, τὴν ὁποίαν ὑπαινίττεσθε. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι ὑπάρχει σύμβασις μεταξὺ τῆς Κρητικῆς Πολιτείας εἶναι, μιᾶς ἄλλης ἑταιρείας περὶ μονοπωλείου τοῦ ἅλατος.
§64Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ἡ Ἑταιρεία συγκατατίθεται νὰ καλλιεργήσῃ τὴν ἁλυκήν. Ἔχει ὑποβάλλει καὶ ὑπόμνημα.
§65Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν ἔχει σχέσιν τὸ ὑπόμνημα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ε. Θεοδωρίδης, Θ. Παπαστρατῆς καὶ Γ. Μυλωνογιάννης, παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑφυπουργὸν τῆς Ὑγειονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πόσος εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκ φθίσεως προσβληθέντων στρατιωτῶν ἀπὸ τοῦ 1917 μέχρι σήμερον καὶ τίνα μέτρα ἀπεφάσισε νὰ λάβῃ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως ταύτης, ἥτις εἶναι λίαν ἐπείγουσα.
§67Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Οἱ ἀποβιώσαντες ἐκ φθίσεως ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1917 μέχρι τέλους Νοεμβρίου 1918 εἶναι 157, ἀπηλλάγησαν δὲ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ 341. Ἐπειδὴ αἰσθάνομαι πόσον σοβαρὸν καὶ ἐπεῖγον εἶναι τὸ ζήτημα διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ἐπὶ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ κατασκευῆς φθισιατρείου, λαβὼν τὸν λόγον ἵνα συντελέσω ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον νὰ γίνῃ κἄτι τι. Σήμερον ἐκ τῶν ἐνόντων διαθέτομεν τὸ περίπτερον τῆς «Σωτηρίας», τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει 50 ἕως 60 κλίνας. Πλὴν τούτου οὐδὲν ἄλλο. Συνεννοοῦμαι μετὰ τοῦ Σανατορίου τοῦ Πηλίου καὶ ἐξησφάλισα 10 θέσεις δι’ ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους δυνάμεθα νὰ στείλωμεν εἰς τὸ Πήλιον. Ἀφ’ ἑτέρου ἐγκατέστησα ἓν ξύλινον περίπτερον διὰ 10, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι κατάλληλον, διότι ἐξυπηρετεῖται ἀπὸ τὸ ὑπάρχον σανατόριον. Πρόκειται ἐντὸς ὀλίγου νὰ λειτουργήσῃ τοῦτο. Ἐκτὸς τοῦ φθισιατρείου Φοὺγκ, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ εἰς τὴν Πάρνηθα, ὄχι μὲ ἔξοδα τῆς Κυβερνήσεως, σκεπτόμεθα νὰ ἱδρύσωμεν καὶ τὸ τῆς Βυτίνης, τὸ ὁποῖον ἔχει πολλὰ προτερήματα. Ἔχει ἁμαξιτὸν δρόμον. Εὑρίσκεται ἐπὶ μιᾶς ὡραίας τοποθεσίας, ἡ ὁποία θὰ μᾶς δώσῃ πολὺ ὑλικόν. Ἑπομένως διέταξα τὸν μηχανικὸν νὰ μᾶς κάμῃ τὸν χάρτην καὶ τὸ σχέδιον. Εἰς τὸ Πήλιον τὸ μέρος εἶναι καταλληλότερον, διότι ἐκτὸς ὅλων αὐτῶν τῶν φυσικῶν προσόντων ἔχομεν ἰατρόν, ὁ ὁποῖος διατηρεῖ σανατόριον ἐπὶ δεκαετίαν, ὁ ὁποῖος μᾶς ἔδωκεν ὅλας τὰς παρατηρήσεις, καὶ τὸν ὁποῖον θὰ χρησιμοποιήσωμεν, παρουσιάζει δὲ ὅλας τὰς εὐνοϊκὰς περιστάσεις διότι τὸ μέρος αὐτὸ εὑρίσκεται ἐν ἐπικοινωνίᾳ μὲ τρία χωρία καὶ τρόφιμα καὶ γάλακτα ὑπάρχουν ἄφθονα. Ἐλπίζω, ὅτι εἰς τὴν προσεχῆ σύνοδον θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ φέρω τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα, εἰς τὴν ψήφισιν τῶν ὁποίων ἐλπίζω, ὅτι θὰ μὲ συντρέξῃ καὶ ἡ Βουλή.
§68Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν δὲν θὰ ἐξασφαλίσωμεν παρὰ μόνον ὡρισμένον ἀριθμὸν κλινῶν, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ποία εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς νόσου αὐτῆς, ἡ ὁποία κινδυνεύει νὰ γίνῃ πανδημικὴ καὶ εἰς τὸ Ναυτικόν, καὶ εἰς τὸν Στρατὸν τῆς ξηρᾶς, καὶ εἰς τὸν ὑπαλληλικὸν κόσμον, τὰ μέσα δὲ τὰ ὁποῖα θὰ διατεθῶσιν εἶναι πολὺ γλίσχρα. Ὑπάρχουν ὅμως μέρη διὰ τὰ ὁποῖα ἔχουν ἔμπρακτον ἀπόδειξιν περὶ τῆς καταλληλότητος αὐτῶν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει τὸ ἐμπόδιον, ὅτι δὲν ἔχουν μελετηθῆ οἱ κλιματολογικοὶ ὅροι αὐτῶν.
§69Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Διὰ ποῖον μέρος ὁμιλεῖτε;
§70Θ. ΠΑΠΑΣΤΡΑΤΗΣ. Γενικῶς περὶ ὅλων τῶν μοναστηρίων, εἰς τὰ ὁποῖα παχύνονται οἱ καλόγηροί μας καὶ ἀποδεικνύουν διὰ τοῦ πάχους των πόσον τὸ κλῖμα καὶ ἡ φύσις τοῦ ἐδάφους εἶναι κατάλληλα πρὸς διαμονὴν ἀσθενῶν. Θὰ ἤθελα νὰ προτείνω ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν μὲ ἓν νομοθέτημα νὰ ἐλαμβάνετο πρόνοια ὥστε τὰ μοναστήρια νὰ μετεσχηματίζοντο εἴτε εἰς σανατόρια, εἴτε εἰς ἄσυλα νὰ περισυλλέξωσιν, ἂν μὴ νὰ θεραπεύσωσι τοὺς πάσχοντας, καὶ προφυλάξωσι τοὐλάχιστον τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὸν κίνδυνον. Νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἓν μέτρον ἐπιβαλλόμενον, διότι τὰ μοναστήρια δὲν κάμνουσι τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ παχύνωσιν ὀλίγους κηφῆνας. Ὑποθέτω δὲ ὅτι, ἀφοῦ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, θὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὰ ὅσα λέγω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ὑγειονομίας. Ἄλλως τε τὰ μοναστήρια εἶναι τόσον πολλά, ὥστε νὰ περισυλλέξῃ εἰς αὐτὰ καὶ ὅλους τοὺς καλογήρους ὥστε νὰ περνοῦν καὶ αὐτοὶ καλά. Ἐπὶ πλέον νομίζω, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη εἰς ἕκαστον νομὸν νὰ γίνῃ ἓν σανατόριον. Εἰς τὴν Εὔβοιαν εἶναι πολλὰ μέρη, εἰς τὰς ὑπωρείας τῆς Δύβρης, ὅπου εἶναι τοποθεσίαι καλλίτεραι ἀπὸ τὰς τῆς Ἑλβετίας, καὶ εἰς τὰς ὁποίας διαμένουν παχεῖς καὶ μεγάλοι καλόγηροι, οἱ ὁποῖοι μᾶς βεβαιοῦν περὶ τῆς κλιματολογικῆς καταστάσεως τοῦ ἐδάφους. Νομίζω, ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ συνεζητεῖτο εὐρύτερον τὸ θέμα, ὁπότε καὶ ἄλλοι συνάδελφοι θὰ ἠδύναντο νὰ σᾶς δώσωσι πολλὰς πληροφορίας, συμβαλλούσας εἰς τὸ νὰ λάβητε μίαν ἀπόφασιν.
§71Π. ΦΛΩΡΟΣ. Εἶναι σύμφωνος ὅλη ἡ Βουλή, τὰ κελία νὰ γίνουν καταφύγια τῶν πασχόντων, νὰ ἀποκλεισθοῦν ὅμως αἱ γυναῖκες αἱ πάσχουσαι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Μπασιᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνας λόγους κατηργήθησαν τὰ ἐπὶ πληρωμῇ διαρκῆ εἰσιτήρια τοῦ τροχιοδρόμου τοῦ σταθμοῦ Γαργαρέττας, ἐνῷ διετηρήθησαν τὰ τῆς Καλλιθέας, καὶ ἀφοῦ ἀπὸ τὸν αὐτὸν χρόνον ἤρχισαν χορηγούμενα τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ, ἀποδέχονται δὲ οἱ κάτοικοι Γαργαρέττας τὴν αὔξησιν τῶν εἰσιτηρίων.
§73Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐκ τῆς συμβάσεως οὐδεμίαν ὑπέχει ὑποχρέωσιν ἡ Ἑταιρεία πρὸς παροχὴν εἰσιτηρίων. Μόνον διὰ τὴν Καλλιθέαν ἔχει ὑποχρέωσιν τὰ ὁποῖα καὶ χορηγεῖ ηὐξημένα λόγῳ τῶν φορολογικῶν μέτρων ἅτινα ἐπεβλήθησαν αὐτῇ.
§74Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἀφοῦ ἡ γραμμὴ εἶναι κοινὴ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τὴν Γαργαρέτταν.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, πότε ἐπὶ τέλους θὰ συμπληρωθῇ τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ σχολείου Βαμβακοῦς, μιᾶς ἐκ τῶν μᾶλλον πολιτισμένων καὶ ὑπεραμερικανικῶν αὐτόχρημα Κοινοτήτων τῆς Λακεδαίμονος, ὡς καὶ ἄλλων Ἑλληνικῶν σχολείων ἐν Λακωνίᾳ.
§76Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον Βαμβακοῦς εἶναι διορισμένος ὁ σχολάρχης Δ. Βουραζέλης καὶ ὁ Μανοῦσος καθηγητὴς τῆς φιλολογίας. Τὸ σχολεῖον Βαμβακοῦς κατὰ τὸ ἔτος 1917–1918, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, εἶχε 40 μαθητάς, καὶ συμφώνως μὲ τὸν νόμον δὲν ἠδύνατο παρὰ νὰ ἔχῃ δύο διδασκάλους.
§77Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἕνας εἶναι.
§78Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Δύο σᾶς εἶπα καὶ πῶς λέγονται.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζερλῆς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ ποῖον λόγον τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον καὶ ἡ Διεύθυνσις τῶν Σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε καὶ ὑπέδειξε τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων ἐν γένει, οἱ σιδηροδρομικοὶ Θεσσαλίας δὲν ἐννοῶσι νὰ προβῶσιν εἰς τὴν τοιαύτην δικαίαν αὔξησιν τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων των, παρ’ ὅλας τὰς πρὸς τοῦτο ὑποβληθείσας σχετικὰς αἰτήσεις ἐκ μέρους αὐτῶν, ἀλλ’ ἀφίνουν αὐτοὺς ἕνεκα τούτου νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἀπογνώσει.
§80Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός μου, ἔχω ὅμως τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐδόθησαν αὐξήσεις καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Σιδηροδρόμου Θεσσαλίας, διότι ἡ Ἀνωτάτη Διεύθυνσις Μεταφορῶν ἐνέκρινεν αὔξησιν δι’ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους.
§81Ν. ΖΑΡΛΗΣ. Ἂν δὲν ἦσαν ἐπιστρατευμένοι οἱ ὑπάλληλοι καὶ δὲν ἐδεσμεύοντο ἐξ αὐτοῦ θὰ ἔφευγον.
§82Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἂς σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ὑπόμνημα καὶ θὰ ἐξετασθῇ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζερλῆς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν θὰ διατάξῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν ἐργασιῶν τῆς περαιτέρω οἰκοδομήσεως τῶν δικαστηρίων Βόλου, ὧν ἀπὸ δεκαετίας γενομένη κατασκευὴ τῶν τοίχων αὐτῶν, ἄνευ τῆς στεγάσεως τοῦ οἰκοδομήματός των, κινδυνεύει νὰ ὑποστῇ τὴν βλάβην, ἐνῷ τὸ Κράτος ἐκ τῆς κατασκευῆς αὐτῶν θέλει ἔχει μεγάλην ὠφέλειαν, ἀφοῦ θὰ πληρώνῃ τοκοχρεωλύσιον τοῦ πρὸς περαιτέρω οἰκοδόμησιν τῶν Δικαστηρίων τούτων ἀπαιτηθησομένου δανείου, πολὺ ὀλιγώτερα, ὅσων πληρώνει σήμερον δι’ ἐνοίκιον τῶν διὰ τὰ διάφορα Δικαστήρια τῆς πόλεως ταύτης χρησιμευόντων ἀκαταλλήλων οἰκημάτων.
§84Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καὶ ἄλλοτε ἀπήντησα, ὅτι ἡ συμπλήρωσις τοῦ ἔργου βραδύνει, λόγου τῆς ἐλλείψεως ὑλικῶν. Ὁπωσδήποτε τὸ Ὑπουργεῖον μεριμνᾷ διὰ τὴν ταχεῖαν περάτωσιν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν περὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων, τῆς κατωτέρας ἰδίως ἐκπαιδεύσεως, διότι φθάνουσιν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν καθημερινῶς, διαμαρτυρίαι περὶ ὁλοσχεροῦς ἐλλείψεως τοιούτων.
§86Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Καὶ ἄλλοτε ἠρωτήθην καὶ ἀπήντησα, ὅτι ὅλαι αἱ αἰτήσεις αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, ἔτυχον τῆς προσηκούσης διαδικασίας, ἐνεκρίθησαν, τὰ δὲ βιβλία θὰ ἀποσταλοῦν εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους.
§87Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Δὲν ὑπάρχουν βιβλία εἰς τὰ βιβλιοπωλεῖα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Τερζάκης παρακαλεῖ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐλήφθησαν μέτρα διὰ τοὺς παλιννοστήσαντας ὑπαλλήλους τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας.
§89Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἦτο νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς τοὺς μισθούς των, καὶ ἐπομένως ἀφοῦ ἐπληρώθησαν οἱ μισθοί των δὲν θεωρεῖται ἡ ὑπηρεσία των διαγεγραμμένη.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κωτούλας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐπιτάξεως αἰγοπροβάτων ἐνεργηθείσης ἐν Βλάτσῃ τὸ βʹ δεκαήμερον τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου ὑπ’ ἀνδρῶν τῆς Μεραρχίας Ἰωαννίνων, παραμενούσης ἐν Φλωρίνῃ, ὡς καὶ τίνα μέτρα ἔλαβεν.
§91Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐζητήθησαν τηλεγραφικῶς πληροφορίαι μετὰ τὴν λῆψιν τῶν ὁποίων θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κολώγιας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ βραδύνει νὰ χορηγηθῇ ἡ παράτασις τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐγγραφῆς τῶν στρατευθέντων φοιτητῶν διὰ τὸ Ἀκαδημαϊκὸν ἔτος 1917–1918, καὶ περ πλήρως δεδικαιολογημένη, καὶ νομίζω μάλιστα, ὅτι διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὸν στρατὸν φοιτητὰς ἐπιβάλλεται καὶ ἡ δωρεὰν ἐγγραφὴ αὐτῶν.
§93Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διὰ τὰ ἔτη 1916, 1917 ἐψηφίσθη χθὲς νομοσχέδιον. Ἐὰν ἀφορᾷ τὸ 1918 δι’ αὐτὸ παρεπέμφθη εἰς τὴν Σύγκλητον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως θὰ δοθῇ διαταγή.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιαγίτης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον δὲν ὠνομάσθη ἀνθυπολοχαγὸς ὁ Πέτρος Γούσιος, φοιτήσας εἰς τὸν οὐλαμὸν καὶ δώσας ἐξετάσεις.
§95Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὑπάρχει λάθος εἰς τὸ ὄνομα, καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἐνεργήθη τὶ μέχρι σήμερον. Θὰ διορθωθῇ τὸ ὄνομα καὶ θὰ ἐνεργηθῇ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιαγίτης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν προήχθη εἰς ἀνθυπασπιστὴν ὁ λοχίας Καββαδίας Δημοσθένης, ἐνῷ καὶ προτάσεις προαγωγῆς ὑπεβλήθησαν ὑπὲρ αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου του, μετέσχε τῶν δύο πολέμων καὶ ἀνεκατετάγη πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου 353.
§97Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν προήχθη καθότι εἰς τὸ μητρῷον τῶν ἐκθέσεων φαίνεται μὴ μετασχὼν οὐδενὸς πολέμου.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κολώγιας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἕνεκα τίνος λόγου, τὸ μέτρον τῆς χορηγήσεως τῶν ἀδειῶν, καὶ μάλιστα εἰς τὰς μεγάλας ἡλικίας, δὲν ἐπεξετάθη καὶ ἐπὶ τῶν νοσοκόμων ἐφέδρων, οἱ πλεῖστοι τῶν ὁποίων ἐκλήθησαν πολὺ πρὸ τῶν συνηλικιωτῶν τῶν ἄλλων σωμάτων, καὶ συνεπῶς ἔχουσι περισσότερον χρόνον ἀπομακρυνθῆ τῶν ἐργασιῶν των καὶ τῶν οἰκογενειῶν των, καὶ παρακαλεῖ νὰ διορθωθῇ ἡ ἀνισότης αὕτη, ἥτις γεννᾷ εὔλογα παράπονα.
§99Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅλαι αἱ κλάσεις 1900, 1901, 1902, ἔλαβον ἀδείας, δὲν ἐγένετο δὲ οὐδεμία διάκρισις.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ ἐγκύκλιος περὶ προβιβασμοῦ εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, τῶν μὴ ἀποδεχθέντων τὴν μονιμοποίησιν, ἐκοινοποιήθη καὶ πρὸς τὰς Γαλλικὰς Διοικήσεις, ὑφ’ ἃς ὑπηρετοῦν Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ καὶ δὴ εἰς τὴν ἀεροπορικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἐκοινοποιήθη, δὲν νομίζει δίκαιον νὰ προβῇ εἰς τὸν προβιβασμὸν καὶ τούτων ἄνευ προτάσεως, ἀφοῦ ἐκ τῶν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἀπονεμηθέντων Γαλλικῶν παρασήμων, βεβαιοῦται ἡ ἐπιτυχὴς δρᾶσις ἐν τῷ πολέμῳ.
§101Α. ΓΡΙΒΑΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐζητήθησαν προτάσεις ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν καὶ θέλει ἐνεργηθῇ ὅ,τι εἶναι νομίμως δυνατόν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κρεστενίτης παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι ἀληθές, ὅτι εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Νοσοκομεῖον Πατρῶν, ἀπεβίωσαν ἐκ γρίππης περὶ τοὺς χιλίους ἐφέδρους, ἂν εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἄνδρες ἦσαν ἐνδεδυμένοι μὲ θερινὰς στολὰς κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῆς ἐπιδημίας, δὲν ἐλήφθη δὲ οὐδεμία πρόνοια περὶ ἀλλαγῆς ταύτης, ὅτι δὲν ἐδίδετο ἄδεια διανυκτερεύσεως παρὰ τοῦ διοικοῦντος τὸ ἔμπεδον Πατρῶν, ἀλλ’ ἐπέτασσεν οὗτος εἰς τοὺς ἄνδρας νὰ κοιμῶνται εἰς τοὺς στρατῶνας, ἔχοντας δάπεδον ἐκ τσιμέντου, καὶ ὡς ἐκ τούτου προσεβλήθησαν πάντες σχεδὸν οἱ ἄνδρες ἐκ γρίππης. Ἐὰν ὁ Διοικητὴς τοῦ Ἐμπέδου Πατρῶν διέταξεν ἀποστολὴν εἰς Θεσσαλονίκην ἀνδρῶν προσβεβλημένων ἐκ γρίππης ἀποσοβηθεῖσαν παρ’ ἀνωτέρας ἀρχῆς. Ἐὰν δὲ ταῦτα εἶναι ἀληθῆ, τὶ κατὰ τοῦ ἀνωτέρου τούτου ἀξιωματικοῦ ἐνεργήθη;
§103Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ (Ὑφυπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ στρατηγὸς Ντέκος, τὸν ὁποῖον ἀπέστειλα ἐπίτηδες καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἄλλης ἀνακρίσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν, ἡ νόσος ἐξερράγη τὴν 5ην Νοεμβρίου, ἐνῷ τὰ ἀτμόπλοια ἀνεχώρησαν διὰ Θεσσαλονίκην τὴν 4ην Νοεμβρίου μὲ ὀλίγους πάσχοντας, ἑπομένως δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποδώσωμεν ἀμέλειαν στὴν ἀρχήν. Ἐγὼ ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ συνοδεύσῃ εἷς ἰατρὸς, ἀλλὰ ὁ Διοικητὴς τοῦ Συντάγματος ἐδικαιολογήθη εἰς τοῦτο, ὅτι ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἦτο ἀδύνατον, καθ’ ὅσον τὴν ἐπαύριον ἐπρόκειτο ν’ ἀναχωρήσῃ μεγαλείτερος ἀριθμός. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως. Ἐκ τῶν προσβληθέντων ἐν ὅλῳ 1522 κατὰ Ὀκτώβριον ἀπέθανον 510, τὸν δὲ Νοέμβριον 25 ἐκ τῶν 367 προβληθέντων.
§104Δ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀπέστειλον ἀσθενεῖς γριππιῶντας.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§106Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ὁμιλῶν, κύριοι, χθὲς περὶ τῶν εὑρισκομένων ἐν ἐκτοπισμῷ εἶπον, ὅτι δὲν εἶχον κατορθώσει μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης νὰ ἔχω σημείωμα περὶ τοῦ συνόλου τῶν εὑρισκομένων ἐν ἐκτοπισμῷ. Τὸ σημείωμα αὐτὸ ἔχω σήμερον καὶ τὸ καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν. Κατὰ τοῦτο, ἀφ’ ἧς ἐτέθη ὁ νόμος εἰς ἐφαρμογὴν, ἐξετοπίσθησαν καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, τῇ προτάσει ὅλων τῶν Ἀστυνομιῶν, ἐν συνόλῳ 796, ἐκ τῶν ὁποίων διὰ 52 ἀνεστάλη ἡ ἐκτόπισις, διὰ 406 ἤρθη ἐξ ὁλοκλήρου ἡ ἐκτόπισις καὶ 210 ἐξ αὐτῶν διατελοῦσιν ἐν ἀδείᾳ. Προεφυλακίσθησαν μόνον 8. Οὕτω ἐκ τοῦ συνόλου τῶν ἐκτοπισθέντων 796, εὑρίσκονται σήμερον ἐν ἐκτοπισμῷ 145. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἡμεδαποὺς, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἀλλοδαποί. Ἐξετοπίσθησαν ἀλλοδαποὶ 179, ἐκ τῶν ὁποίων διατελοῦσιν ἐν ἐκτοπισμῷ 151. Πλὴν τούτων ὑπάρχει καὶ ἀριθμός τις κρατουμένων ἐν Μυτιλήνῃ ὑπὸ τῶν Συμμαχικῶν Ἀρχῶν, οἵτινες παρεδόθησαν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς Ἀρχάς. Ἐκ τούτων διατελοῦσιν σήμερον ἐν ἐκτοπισμῷ 72, ὥστε ὡς βλέπετε διατελοῦσιν ἐν ἐκτοπισμῷ ἐν συνόλῳ περίπου 200, ἐκ τῶν ὁποίων μόνον 145 εἶναι ἐν ἐκτοπισμῷ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Στρατιωτικοὶ ἐξετοπίσθησαν 363 μόνιμοι ἀξιωματικοὶ καὶ 320 ἔφεδροι, ἐκ τῶν ὁποίων περὶ τοὺς 100 διατελοῦσιν ἐν ἀδείᾳ. Τὸν πίνακα τοῦτο καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Σεπτεμβρίου 1918 Ν. Δ. «περὶ προσωρινῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου ἐκτάκτων κερδῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιδιδομένων δηλώσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου ΑΚΑ τοῦ 1882 «περὶ Νομικῶν Συμβούλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τελωνοφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1273 τῆς 10 Ἀπριλίου 1918 περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῆς δικαστικῆς στατιστικῆς καὶ τῆς τοῦ Ποινικοῦ Μητρώου ἐν τοῖς δικαστηρίοις καὶ τροποποιήσεως ἄλλων τινῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἄρθρων 173 καὶ 223 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας καὶ τοῦ νόμου 237 «περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ πταισμάτων καὶ τῶν δι’ ἐκθέσεως τῆς Δημοσίας Ἀρχῆς βεβαιουμένου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1450 τῆς 7 Ἰουνίου 1918 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ κανονισμοῦ τοῦ βαθμοῦ καὶ τῶν ἀποδοχῶν τοῦ εἰς τὸ Σύνταγμα τῶν τηλεγραφητῶν ἀποσπωμένου ἀνωτέρου καὶ κατωτέρου προσωπικοῦ τῆς τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 3ης Νοεμβρίου 1918».
§108Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐν τῇ μερίμνῃ νὰ ἴδῃ λειτουργοῦντα τὰ ἐμπορικὰ ἐπιμελητήρια, συνέταμεν τὰς προθεσμίας, ἀλλ’ ἐκ τῶν πληροφοριῶν ὑποβληθεισῶν ὑπὸ τῶν ἐφορειῶν ἐλλείπουσι τὰ ¾ τῶν ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων, τὰ ὁποῖα κινδυνεύουσι νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι εἰς τοὺς καταλόγους τῶν ἐπιμελητηρίων.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν δέχεται ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἀεροπορικῆς Ταχ. Ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἰουνίου 1918 Ν. Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου ΧΜΖʹ περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἄλλων τινῶν σχετικῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 7)βρίου 1918 Β.Δ. περὶ προσθήκης 2ας παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 27 τοῦ νόμου 602 «περὶ συνεταιρισμῶν καὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ αὐτοῦ νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Νομοθ. Διατάγματος τῆς 16 Νοεμβρίου 1918 περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Ἀνατολικῆς Μακεδονίας πρὸς ἔκδοσιν ἀδειῶν ὑλοτομίας τῶν περιφερειῶν Σερρῶν, πλὴν Θάσσου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουνίου 1916 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τοῦ ἐξ εἰσιτηρίων εἰσπράξεως φόρου τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Ἀθηνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουνίου 1916 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ μετακλήσεως Ὀργανωτικῆς τῆς Ἀστυνομίας Ἀποστολῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 7)βρίου 1918 Β.Ν.Δ. περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Κοζάνης–Φλωρίνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον) Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1078 Ν. Δ. τῆς 2ας Δεκεμβρίου 1917 «περὶ ἐπιτάξεως οἰκημάτων διὰ πρόσφυγας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1918 Ν. Δ. «περὶ παροχῆς συνδρομῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου ἐξ 25.000 δραχμῶν εἰς τὸ θεραπευτήριον ἡ «Σωτηρία». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομ. Διατάγματος τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1918 «περὶ καλλιεργείας καπνοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ Ν. Δ. τῆς 14 Νοεμβρίου 1918». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Νομ. Διατάγματος τῆς 8ης Ν)βρίου 1917 «περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀγροτικῶν ἀκινήτων, καλλιεργουμένων ἐπὶ μορτῇ ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φορολογίας τῶν καθαρῶν προσόδων». Ὁ κ. Ι. Βαλαλᾶς, ὡς εἰσηγητὴς τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἔχει τὸν λόγον.
§112Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Καυχώμεθα, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἀνήκομεν εἰς τὴν χορείαν τῶν δημοκρατουμένων κρατῶν καὶ σήμερον πράγματι δικαιούμεθα νὰ καυχώμεθα περισσότερον ἀπὸ πρίν, διότι ὄχι μόνον προσφάτως ἠδυνήθημεν νὰ ἀποτινάξωμεν σοβαρὸν ἐσωτερικὸν κίνδυνον ἐπικρατήσεως ἐν τῷ κράτει τῶν ἀπολυταρχικῶν στοιχείων, ἀλλὰ καὶ κατωρθώσαμεν νὰ συνεισφέρωμεν εἰς τὸν μέγαν, τὸν παγκόσμιον ἀγῶνα κατὰ τῶν ἀπολυταρχικῶν ἀντιλήψεων. Δὲν παραλείπομεν οὐδεμίαν εὐκαιρίαν, ὅπως διακηρύξωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ὡς κυριάρχου ἐν τῷ κράτει ἡμῶν, ἐν τούτοις ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ὁ κυρίαρχος αὐτὸς λαὸς δὲν κατόρθωσε μέχρι σήμερον νὰ ἐπιτύχῃ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ φορολογικὰ βάρη οὔτε ἰσότητα οὔτε δικαιοσύνην. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην μετὰ παρρησίας ἥτις τὸς τιμᾷ διεκήρυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τόσον κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὅσον καὶ πρό τινων ἡμερῶν, ὅταν συνεζητεῖτο ἐνταῦθα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Πραγματικῶς δὲν δύναταί τις νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἡ ὀργάνωσις μιᾶς δημοκρατίας ἀποτελεῖται ἀπὸ πολλὰ κεφάλαια καὶ ὅτι ἓν τῶν κεφαλαίων τούτων εἶναι ἀναμφισβητήτως καὶ τὸ φέρον τὸν τίτλον «κατανομὴ τῶν φορολογικῶν βαρῶν». Παρ’ ἡμῖν ἡ κατανομὴ αὕτη τῶν βαρῶν ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ εἶναι δημοκρατική. Θὰ ἔλεγον πολὺ γνωστὰ πράγματα, ἐὰν ἀνέφερον ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ ἀναλογία τῶν ἐμμέσων φόρων, τῶν φόρων καταναλώσεως καὶ τῶν μονοπωλείων, ἀπέναντι τῶν ἀμέσων φόρων, ὑπερέβη κατὰ πολὺ τὸ προσῆκον μέτρον. Ἐνῷ ἐν Γαλλίᾳ, ἐπὶ παραδείγματι, οἱ ἔμμεσοι φόροι ἀποτελοῦσιν ὡς ἔγγιστα τὰ 40 τοῖς ἑκατὸν τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, παρ’ ἡμῖν φθάνουσιν εἰς τὰ 70 τοῖς ἑκατόν. Οὐδεὶς δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀδικίαν τῶν φόρων τούτων, οἱ ὁποῖοι πλήττουν ὁμοιομόρφως τούς τε πλουσίους καὶ τοὺς πτωχούς, ἰδίως ὅταν, ὡς συμβαίνει παρ’ ἡμῖν, αἱ μεγαλείτεραι εἰσπράξεις πραγματοποιοῦνται ἐξ εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Παρὰ τὸ μειονέκτημα αὐτῶν τοῦτο οἱ ἔμμεσοι φόροι, ἔχουν τὸ μέγα προσὸν τῆς καταλληλότητος, εἰσπραττόμενοι χωρὶς νὰ γίνωνται αἰσθητοί. Ἐπὶ πλέον δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς προστασίαν τῆς ἐντοπίου παραγωγῆς. Οἱ ἔμμεσοι φόροι ὑπάρχουσι καὶ θὰ ὑπάρχωσι καὶ δι’ ἕνα ἀκόμη ἄλλον λόγον: διότι σήμερον τὰ βάρη τοῦ Κράτους ἔφθασαν εἰς μεγάλα ποσά, εἰς τρόπον, ὥστε μόνον τὸ πολλαπλοῦν τῶν φόρων εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας εἰσπράξεις. Ἑνιαῖος φόρος ἀποκλείεται τελείως, διότι θὰ ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσι τόσον ὑψηλοὶ φορολογικοὶ συντελεσταί, ὥστε νὰ ἐπέρχωνται ἀληθῶς καταστροφαὶ ἐπὶ πάντων τῶν κλάδων τῆς παραγωγῆς, οὓς θὰ ἔθιγε τοιοῦτος φόρος. Γνωστὸν δὲ εἶναι, ὅτι φόρος ὑπερβολικὸς δὲν δύναται συνήθως νὰ εἶναι καὶ παραγωγικός. Ἐν γένει ἡ φορολογία ἡ ἰσχύουσα εἶναι ἄδικος, μὴ κατανεμομένη ἀναλόγως τῶν δυνάμεων ἑκάστου. Ἐπῆλθον δὲ καὶ οἱ πόλεμοι διὰ νὰ ἐντείνωσιν ἔτι περισσότερον τὴν ἀδικίαν ταύτην. Δὲν διεξήχθησαν οἱ πόλεμοι δι’ ἐκτάκτων φορολογιῶν πιπτουσῶν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶς ῥωμαλεωτέρων. Διεξήχθησαν διὰ δανείων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία γίνεται διὰ τῆς γενικῆς φορολογίας μας. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ παραβάλωμεν τὴν σημερινὴν Ἑλληνικὴν δημοκρατίαν πρὸς ἐκείνην τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν, βεβαίως θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ ἐρυθριάσωμεν. Οἱ πόλεμοι τῶν ἀρχαίων Ἀθηνῶν διεξήγοντο διὰ τῶν εἰσφορῶν τῶν πλουσίων. Καὶ αὐταὶ δὲ αἱ οἰκογένειαι τῶν στρατιωτῶν ἐβοηθοῦντο καταβαλλομένης μιᾶς δραχμῆς καὶ δύο ἡμερησίως εἰς τοὺς στρατιώτας. Παρ’ ἡμῖν μόνον ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1918 χάριν εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐψηφίσθη ἡ περίθαλψις τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀπόρων στρατιωτῶν, διὰ τὴν ὁποίαν σήμερον ἔχομεν καὶ εἰδικὸν Ὑπουργεῖον. Δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι αἱ σημεριναὶ περιστάσεις ἐπιτρέπουσιν ὅμοιον τρόπον ἐνεργείας. Δύναμαι ὅμως νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι παρ’ ἡμῶν ἔπρεπε νὰ συμβῇ ὅ,τι καὶ παρὰ τοῖς συμμάχοις ἡμῶν. Εἰς τὰς μεγάλας αὐτῶν χώρας, ὄχι μόνον ἡ ἔκτασις τῆς φορολογίας ἐκάλυψεν ἓν μέγα μέρος τῶν ἐξόδων τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ μὲ πατριωτικὴν προθυμίαν ἕκαστος εὔπορος πολίτης συνεισέφερε χάριν τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, δανείζων εἰς τὸ Κράτος. Παρ’ ἡμῖν οὔτε τὸ ἓν συνέβη οὔτε τὸ ἄλλο. Ἡ ἔντασις τῆς φορολογίας βεβαίως ἐξηρτᾶτο ἐκ τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ πῶς θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἔντασις αὕτη μὲ τὸ κρατοῦν σύστημα; τὸ στερούμενον πάσης ἐλαστικότητος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1918 ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν τραγικὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη. Ἀντὶ νὰ αὐξάνουν οἱ πόροι τοῦ Κράτους, σὺν τῇ αὐξήσει τοῦ ἰδιωτικοῦ πλούτου, ὅλως τοὐναντίον εἶδε στειρευούσας καὶ αὐτὰς τὰς ἀσθενεῖς πηγὰς, αἱ ὁποῖαι ἐν καιρῷ εἰρήνης ἐτροφοδότουν τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ὑπῆρχε βεβαίως τὸ μέσον τῆς φορολογίας τῶν ἐκτάκτων κερδῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ πολιτικαὶ περιπέτειαι ἀφῆκαν νὰ περάσουν αἱ κατάλληλοι περιστάσεις. Αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ τὰς γνωστὰς περιστάσεις κατεῖχον τὴν ἀρχήν, δὲν ἠδυνήθησαν νὰ νομοθετήσωσιν ἐγκαίρως. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων εὐθύς, ὡς ἐπῆλθεν ἡ ἐθνικὴ ἑνότης παρεσκεύασε καὶ κατέστησε νόμον τοῦ Κράτους, τὴν σήμερον ἐφαρμοζομένην φορολογίαν τῶν ἐκτάκτων κερδῶν. Ὁ νόμος ὅμως αὐτὸς ἦλθε πολὺ βραδέως. Ἡ ἀναδρομικὴ αὐτοῦ ἰσχὺς ἀφῄρεσε πολὺ ἀπὸ τὴν δραστικότητα, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ψηφιζόμενος ἐν καιρῷ. Ἐὰν ἐκ τοῦ νόμου τούτου ὑπάρχῃ τι σπουδαῖον ὄφελος, τὸ ὄφελος τοῦτο εἶναι, ὅτι ἐγένετο πρόδρομος τοῦ σήμερον συζητουμένου νομοσχεδίου. Εἰσηγήθη εἰς τὰς συνηθείας ἡμῶν τὸ ἀνακριτικὸν σύστημα, δι’ οὗ ἀναζητεῖται καὶ φορολογεῖται τὸ ἀληθὲς ποσὸν τοῦ κέρδους, εἰς τρόπον, ὥστε σήμερον οὐδεμία νὰ ἐγείρεται ἀντίρρησις περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐφαρμογῆς παρ’ ἡμῖν ἑνὸς τοιούτου συστήματος. Ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Αὐγούστου ἐξεδηλώθη παρ’ ἡμῖν ἡ ἀνάγκη, ὅπως φορολογηθῶσι τὰ ἐκ κινητῶν ἀξιῶν εἰσοδήματα, καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1909. Ἀλλὰ ὁ νόμος ἐκεῖνος ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον κεφάλαιν αὑτοῦ, τὸ ὁποῖον καθιέρου τὴν φορολογίαν τοῦ γενικοῦ εἰσοδήματος, ὑπῆρξε θνησιγενὴς καὶ δι’ ἄλλους μὲν λόγους, ἀλλ’ ἰδίως, διότι ἡ βεβαίωσις τοῦ φόρου ἐβασίζετο ἐπὶ δηλώσεως τοῦ φορολογουμένου, δὲν ἐδίδοντο δὲ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, ἡ δύναμις καὶ τὰ μέσα, ὅπως ἐλέγχωσι τὴν ἀκρίβειαν τῶν δηλώσεων. Τὸ μόνον ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἐδίδετο εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον ἦτο ἡ ἐπαγωγὴ ὅρκου. Μόνον ἐπὶ ἀνωνύμων καὶ ἑτερορρύθμων Ἑταιρειῶν ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων καὶ ἄλλων ἐγγράφων πρὸς ἔλεγχον τῆς δηλώσεως. Παρ’ ὅλα τὰ μειονεκτικὰ ταῦτα ἠγέρθη ἀντίδρασις κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου, συνέπεια, τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν ἡ κατάργησις τοῦ πρώτου κεφαλαίου αὐτοῦ καὶ ἡ ἀντικατάστασίς του διὰ τοῦ μέχρι σήμερον ἰσχύοντος συμπληρωματικοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡς βάσιν τὸ τεκμήριον τοῦ ἐνοικίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξευρίσκεται τὸ εἰσόδημα τοῦ φορολογουμένου. Ὁ νόμος οὗτος ἀπέτυχεν. Ἐφαρμοζόμενος μόνον ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἀποδίδει μόλις 400 χιλ. δραχμῶν ἐτησίως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου, ἀπεφάσισε νὰ ἐξυγιάνῃ ὁριστικῶς τὴν κατάστασιν. Ἀφίνει κατὰ μέρος πᾶν εἶδος τεκμηρίου πρὸς εὕρεσιν τῶν καθαρῶν προσόδων ἑκάστου φορολογουμένου καὶ ἀναζητεῖ διὰ τοῦ ἀνακριτικοῦ συστήματος τὴν ἀληθῆ πρόσοδον ἑκάστου. Ἐπιζητεῖ νὰ ἄρῃ τὴν ἀνομοιομορφίαν, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων ἡμῶν φόρων, ἀποκαθιστῶν εἰς ὅλον τὸ Κράτος ἓν ὁμοιόμορφον σύστημα, κεκτημένον τὸ μέγα προσὸν τῆς ἐλαστικότητος. Λαμβάνει, ὡς βάσιν τὴν μόνην ὀρθὴν δημοσιονομικὴν ἀρχήν, ὅτι ἕκαστος ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας ἓν μέρος τῶν προσόδων αὑτοῦ. Ἐπιχειρεῖ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ φορολογικοῦ προγράμματος τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ βάρη πρέπει νὰ πίπτωσιν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶς ρωμαλεωτέρων, ὡς κατωτέρω θέλω ἀναπτύξῃ. Πραγματικῶς αἱ σκέψεις αὗται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ τύχωσι τῆς ὁμοθύμου ἐγκρίσεως τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς. Αἱ ἀπορώτεραι τάξεις παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀρκετὰ βεβαρυμέναι. Ἐφ’ ὅσον αἱ νέαι ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον αὐτὴ ἡ ἐν τῷ μέλλοντι πίστις τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν μελλόντων νὰ ἐνισχύσωσιν ἡμᾶς οἰκονομικῶς συμμάχων, θὰ ἀπαιτήσωσιν αὔξησιν τῶν φορολογικῶν βαρῶν, τί λογικώτερον ἀπὸ τοῦ νὰ καθιερωθῇ σύστημα ἱκανὸν νὰ ἀντλήσῃ τοὺς νέους πόρους παρὰ πάντων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς παρὰ τῶν πραγματοποιούντων μεγάλας προσόδους; Κύριοι βουλευταί, εἶπον πρὸ ὀλίγου ὅτι τὸ καλλίτερον σύστημα ἀμέσου φορολογίας εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ νὰ λάβῃ παρὰ τῶν φορολογουμένων ἓν μικρὸν ποσοστὸν ἐκ τῶν καθαρῶν αὑτοῦ προσόδων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖ νὰ ἐρευνήσῃ καὶ ἀνεύρῃ τὴν καθαρὰν πρόσοδον ὄχι διὰ τεκμηρίων καὶ ἐνδείξεων, ἀλλὰ διὰ δηλώσεων τῶν φορολογουμένων ἐλεγχομένων παρὰ τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ὡπλισμένων μὲ ὅλα τὰ ὑπάρχοντα μέσα ἀποδείξεως, τὰ ὁποῖα ἢ διαθέτει τὸ Κράτος ἢ εὑρίσκονται εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ φορολογουμένου. Τὸ σύστημα τοῦτο εὐδοκιμοῦν ἤδη εἰς μεγάλα κράτη, κατέστη θεωρητικῶς ἀπρόσβλητον. Δὲν θὰ εὕρητε κανένα ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἓν τοιοῦτον σύστημα φορολογικὸν δὲν εἶναι ὀρθόν. Ὁ πόλεμος ὅμως, μὴ γενόμενος οὕτω κατὰ μέτωπον, γίνεται δι’ ἄλλης μεθόδου διὰ τῆς ἀρνητικῆς κληθείσης πολιτικῆς. Οἱ ἀσκοῦντες τὴν πολιτικὴν ταύτην θὰ σᾶς εἴπουν: Καλαὶ εἶναι αἱ ἀρχαὶ αὗται, δὲν τὰς ἀμφισβητοῦμεν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ ἐφαρμογὴ εἶναι ἀδύνατος, εἶναι δὲ καὶ ἀνυπόφορος διὰ τὸν φορολογούμενον. Πῶς θέλετε νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸ Κράτος νὰ ἔλθῃ νὰ καταστήσῃ γνωστὰ τὰ μυστικὰ τῶν βιβλίων καὶ τῆς ἀλληλογραφίας ἑκάστου φορολογουμένου; Ἐπὶ πλέον δὲν ὑπάρχουν παρ’ ἡμῖν καὶ αἱ συνθῆκαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἐπιτυχίαν ἑνὸς τοιούτου φορολογικοῦ συστήματος. Οἱ πολῖται δὲν ἔχουσι τὴν προσήκουσαν μόρφωσιν, δὲν δύνανται οὔτε νὰ ἐννοήσωσιν ἕνα τοιοῦτον φόρον οὔτε νὰ συντάξωσι τὰς δηλώσεις αὑτῶν, οὔτε νὰ κρατῶσι τακτικοὺς λογαριασμούς. Τὸ οἰκονομικόν μας προσωπικὸν εἶναι τελείως ἀνεπαρκὲς διὰ νὰ ἐπιχειρήσῃ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς τόσου περιπλόκου φορολογικοῦ συστήματος. Καὶ αἱ κοινότητες, αἱ ὁποῖαι εὐρέως χρησιμοποιοῦνται εἰς τὰ ἄλλα Κράτη διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου; Καὶ αὐταὶ εἶναι ὅλως ἀνεπαρκεῖς. Πρέπει νὰ προσθέσωμεν εἰς ταῦτα καὶ τὰς ἀναριθμήτους ἀποκρύψεις προσόδων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναπόσπαστοι μὲ τοιούτους νόμους. Καὶ τὸ συμπέρασμα ὅλων αὐτῶν τῶν ἀντιρρήσεων εἶναι πάντοτε ἕν: ἂς ἀναβάλωμεν τὴν μεταρρύθμισιν μέχρις οὗ ἀποκτηθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα μᾶς λείπουν σήμερον. Πανταχοῦ ἠγέρθησαν αἱ ἀντιρρήσεις αὗται. Ἠγέρθησαν καὶ εἰς τὰ κράτη ἐκεῖνα εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζωνται σήμερον καὶ εὐδοκιμεῖ ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος. Δὲν παρελείφθη κανὲν ἐπιχείρημα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν ἀντιρρήσεων τούτων. Ἀνέγνων κἄπου καὶ ἓν ἐπιχείρημα πραγματικῶς συγκινητικόν. Ἐρευνομένων κἄποτε τῶν βιβλίων ἑνὸς ἐμπόρου, εὑρέθη ὅτι τοὺς λογαριασμοὺς μιᾶς κυρίας ἐπλήρωνε κἄποιος τρίτος καὶ ὄχι ὁ σύζυγος. Οὕτω ἐγνώσθη ὅτι ὁ σύζυγος αὐτὸς ἦτο ἀτυχής. Δὲν εἶναι ἄτοπον τοῦτο; Πραγματικῶς εἶναι λυπηρὸν νὰ μανθάνουν οἱ ἀτυχεῖς σύζυγοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ἀτυχίαν των. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι πολὺ νὰ ζητῆται ἡ ἀποτροπὴ τῶν στενοχωριῶν τοιούτων συζύγων διὰ τῆς ἀποκρούσεως ὀρθῶν φορολογικῶν συστημάτων; Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀρνηθῶμεν ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ εἴχωμεν περισσότερον μορφωμένους πολίτας, καλλιτέρους οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, τελειοτέρας κοινότητας. Ἀλλὰ ὅτι δὲν ἔχομεν διὰ προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας, δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποκτήσωμεν ἀσφαλέστερον δι’ ἐργασίας συνδυασμένης πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ψηφιζομένου νόμου. Θὰ ἦτο ἄδικον νὰ μὴ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἤρξατο ἤδη ἀπὸ μηνῶν τὴν προπαρασκευήν του. Ἐν Θεσσαλονίκῃ εὑρισκόμενος τελευταῖον, εἶδον ἐγκυκλίους πρὸς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, διὰ τῶν ὁποίων συνιστᾶτο αὐστηρῶς συμπεριφορὰ λεπτὴ καὶ μειλίχιος ἀπέναντι τῶν φορολογουμένων. Ὅταν φορολογούμενός τις εἶναι καλῆς πίστεως καὶ καλὸς πολίτης θὰ εἶναι σπάνιον νὰ θεωρήσῃ ἀποκρουστικὴν τὴν ἐπέμβασιν ἑνὸς καλῶς συμπεριφερομένου οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ, ἰδίως τώρα ὁπότε ὠργανώθη τελείως ἡ οἰκονομικὴ ἐπιθεώρησις, ἡ ὁποία δύναται νὰ παρακολουθῇ ἐκ τοῦ πλησίον τὰς λειτουργίας τῶν κατωτέρων οἰκονομικῶν ἀρχῶν. Ἐξ ἄλλου τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον διὰ εἰδικοῦ ἄρθρου προστατεύει τὸ μυστικὸν τῶν φορολογουμένων, ἐπιβάλον αὐστηρὰς ποινὰς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν μαθόντες τι καθιστοῦν αὐτὸ γνωστὸν εἰς ἄλλους. Προσθέτω ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦτο ἔχει καὶ χαρακτῆρα τυπικόν, δηλαδὴ δὲν ἀπαιτεῖται κἂν νὰ ἐπέλθῃ βλαβερὸν ἀποτέλεσμα εἰς βάρος τοῦ φορολογουμένου ἐκ τῆς ἀποκαλύψεως μυστικοῦ, διὰ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ποινή. Καὶ ὡς πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τῶν κοινοτήτων μας δὲν πρέπει νὰ εἶναί τις ἀπαισιόδοξος. Βεβαίως δὲν εὑρίσκονται αὗται εἰς τὴν πεσιωπήν των. Ἀλλὰ ἂς μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ὁμολογεῖται ἡ ἀλήθεια αὕτη χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐπιτευχθῆ ἱκανοποιητικὴ ἀνύψωσις αὐτῶν ἐπὶ ὑψηλοτέρου ἐπιπέδου. Ἤδη κατὰ τὸ 1834 εἰς τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὥριζε τὴν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐφαρμογὴν τῆς ἀποδεκατώσεως τῶν προϊόντων τῆς γῆς, ὑπῆρχεν ἡ δικαιολογία ὅτι δὲν μετεβάλλετο τότε ἡ φορολογία αὕτη, ἵνα ἐπιδιωχθῇ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ὀργάνωσις τῶν κοινοτήτων καὶ ἄλλα τεχνικά τινα ἔργα, δηλ. τὸ κτηματολόγιον. Εὑρισκόμεθα σήμερον ἐν σωτηρίῳ ἔτει 1918 καὶ ἀκούομεν τὰ αὐτά. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἀπαισιόδοξος. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι καλὴ χειραγώγησις τῶν κοινοτήτων δύναται νὰ φέρῃ τὰ καλλίτερα τῶν ἀποτελεσμάτων. Ἄλλως τε κατὰ τὸ νομοσχέδιον παρὰ τῶν κοινοτήτων οἱ οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι πληροφορίας μόνον θὰ ζητήσωσι. Ἡ ἐνεργοτέρα ἐπέμβασις αὐτῶν καθιεροῦται μόνον κατὰ τὴν βεβαίωσιν τῶν γεωργικῶν κερδῶν. Δὲν παραλείπω νὰ προσθέσω ὅτι ἓν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καθιστᾷ ὑποχρεωτικὰς τὰς ὑπηρεσίας ὄχι μόνον τῶν κοινοτήτων, ἀλλὰ καὶ παντὸς πολίτου, ὁσάκις ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος κρίνει ἀναγκαίας ταύτας. Ὡρίσθησαν αἱ ποιναὶ ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται νὰ παράσχωσι πληροφορίας, ἀλλὰ ὑπὸ ὅρους ἐξασφαλίζοντας τὴν ἀποτροπὴν πάσης ὑπερβασίας. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος δὲν θὰ δύναται νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν εἰς τὸν Εἰσαγγελέα ἄνευ τῆς γνώμης τῆς ἐκδικαστικῆς ἐπιτροπῆς. Διὰ νὰ ἐξαντλήσω τὸ θέμα τοῦτο δὲν κρίνω ἄσκοπον ν’ ἀναφέρω ὅτι παρέχονται διὰ τοῦ ναμοσχεδίου εὐκολίαι εἰς τοὺς πολίτας τοὺς μὴ δυναμένους νὰ ἐμφανίσωσι δηλώσεις περὶ καθαρῶν προσόδων. Διὰ τὰς περιπτώσεις ταύτας τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ, ἐπιτρέπον εἰς τοὺς φορολογουμένους νὰ δηλώνουν τὰς ἀκαθαρίστους εἰσπράξεις των. Οἱ γεωργοὶ θὰ δηλοῦσιν ἁπλῶς εἰς τὰς κοινοτικὰς ἀρχὰς τὸ ποσὸν τῆς συνολικῆς παραγωγῆς των. Εἰς τὴν οἰκονομικὴν ἀρχὴν θὰ ἀπόκειται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων συντελεστῶν τιθεμένων παρὰ ἁρμοδίων ἐπιτροπῶν νὰ κανονίζῃ τὴν φορολογητέαν καθαρὰν πρόσοδον. Θεωρῶ ὅτι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι αἱ τοιαῦται διατάξεις τοῦ νόμου θὰ ἐπιφέρωσιν μεγάλην κοινωνικὴν ὀργάνωσιν. Ὅπως συνέβη εἰς τὰ μεγάλα κράτη τὰ ὁποῖα ἐφήρμοσαν ὅμοιον νόμον, ἐντὸς ὀλίγων ἐτῶν καὶ παρ’ ἡμῖν δὲν θὰ ὑπάρχῃ μικρέμπορος ἢ παραγωγὸς μὴ ἔχων τακτικὰ βιβλία τῆς διαχειρίσεώς του. Τὴν σημασίαν μιᾶς τοιαύτης κοινωνικῆς προόδου φρονῶ ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐξάρω. Ἁπλῶς μόνον τονίζω ὅτι θὰ ὀφείληται αὕτη εἰς τὴν συζητουμένην μεγάλην φορολογικὴν μεταρρύθμισιν. Μὲ τοιαύτας ἀντιλήψεις προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν μεγάλην φορολογικὴν μεταρρύθμισιν, ὀφείλω δὲ νὰ ἐξάρω ἓν γεγονός: Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε τὸ νομοσχέδιον του πρὸ πολλῶν μηνῶν καὶ παρεπέμφθη τοῦτο εἰς εἰκοσαμελῆ εἰδικὴν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Παρεκάλεσε τότε νὰ μελετηθῇ ἐν πάσῃ ἀνέσῃ παρὰ πάντων τῶν κυρίων συναδέλφων ἵνα ἕκαστος συντελέσῃ εἰς τὴν τελειοτέραν διαμόρφωσιν αὐτοῦ. Ἔλαβε καὶ κάτι πλέον ὁ κ. Ὑπουργός: διαρκῶς παρηκολούθει τὰς ἐργασίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ συνεζήτει μετὰ τῶν μελῶν αὐτῆς μὲ πνεῦμα ἀληθῶς ἐπιστημονικόν, ἕτοιμος νὰ δεχθῇ πᾶσαν ὀρθὴν παρατήρησιν. Ὡς εἷς τῶν εἰσηγητῶν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, καθιστῶ γνωστὸν πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἅπαντα τὰ μέλη αὐτῆς εὑρέθησαν σύμφωνα καὶ ἐπὶ τῶν γενικῶν γραμμῶν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτὸν δὲ τὸν λόγον καὶ δὲν προὐτάθησαν παρὰ ἐλάχισται τροπολογίαι. Ἐξαίρεσιν ἀπετέλεσαν οἱ ἐκ τῆς ἑπτανήσου συνάδελφοι, οἵτινες καὶ διετύπωσαν ἐπιφυλάξεις τινὰς ὑποστηρίξαντες τὴν μὴ μεταβολὴν τοῦ σήμερον ἰσχύοντος εἰς τὸ τμῆμα τοῦτο συστήματος φορολογίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐγένετο ἤδη λόγος συζητουμένης τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ καλὴ πίστις τῶν συναδέλφων δὲν ἐπιδέχεται καμμίαν ἀμφισβήτησιν, διότι οὔτε ἐπὶ στιγμὴν ἔπαυσαν δηλοῦντες ὅτι δὲν ἐννοοῦν ποσῶς νὰ μὴ μετάσχωσι εἰς τὰ κοινὰ βάρη τοῦ Κράτους. Θέλουσιν ἁπλῶς νὰ μείνῃ τὸ ἰσχύον σύστημα τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων ἐν τοῖς τελωνείοις κατὰ τὴν ἐκ τῶν νήσων ἐξαγωγήν. Περὶ τούτου ὅμως δὲν πρόκειται—πρὸς τὸ παρὸν τουλάχιστον—διότι τόσον ὁ φόρος ἐπὶ τῆς σταφίδος ὅσον καὶ ὁ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ εἰσπράττωνται ἐν τοῖς τελωνείοις. Τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς νέας φορολογίας εἰς ὅλα τὰ τμήματα τοῦ Κράτους, μηδὲ τῆς Ἑπτανήσου ἐξαιρουμένης, εἶναι πλέον ὥριμον παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἐφεξῆς αἱ ἀστικαὶ τάξεις τῶν νήσων τούτων νὰ ἀπαλλάσσωνται τῶν ἀμέσων φόρων (οἰκοδομῶν, ἐπιτηδεύματος) ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι καταβάλλουσι φόρους οἱ ἀγρόται τῶν νήσων τούτων. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξηθῇ ἡ ἤδη αὐτόθι ὑφισταμένη φορολογία χωρὶς νὰ ἐπιταθῇ εἰς βάρος τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν ἡ σήμερον ὑφισταμένη ἀδικία; Λέγουσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι σήμερον δὲν καταβάλλουσι κατὰ κεφαλὴν κατοίκου ὀλιγώτερον τῶν κατοίκων τῶν ἄλλων τμημάτων τοῦ Κράτους. Ἡ ἐπὶ τοιαύτης βάσεως συζήτησις δὲν εἶναι ὀρθή. Ἐὰν τμῆμα τι ἔχει προϊόντα τινὰ ἐκ τῶν πλουσιωτέρων καὶ εἰσφέρουσι ἀρκετὰ τὰ προϊόντα ταῦτα, δὲν ἕπεται ὅτι τὰ λοιπὰ προϊόντα, τὰ λοιπὰ εἰσοδήματα τοῦ τμήματος αὐτοῦ τῆς χώρας πρέπει νὰ μείνουν ἀφορολόγητα. Ἄλλως τε δὲν εἶναι σήμερον ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπέρχεται μεταβολὴ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν Ἑπτανήσων. Πρὸ ὀλίγων ἀκόμη ἐτῶν τὸ ἔλαιον ἐφορολογεῖτο ἐκεῖ μὲ ποσοστὸν 20,70% ἐπὶ τῆς ἀξίας κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Μετεβλήθη τὸ σύστημα ἐκεῖνο ὁρισθέντος τῷ 1909 ὅτι ἐπὶ ἑκάστης βαρέλας 52 ὀκάδων θὰ εἰσπράττηται ποσὸν 9 δραχμῶν. Καὶ ὁ νόμος περὶ εἰσοδήματος τοῦ 1909 ῥητῶς ὑπήγαγε τὰ ἑπτανησιακὰ εἰσοδήματα εἰς τὴν κοινὴν φορολογίαν. Τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ μὲ τὸν ἤδη ἰσχύοντα συμπληρωματικὸν νόμον περὶ τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ. Ὁ φόρος αὐτὸς ἀποδειχθεὶς μὴ παραγωγικὸς καταργεῖται σήμερον. Τὶ λογικώτερον καὶ ἁπλούστερον ἀπὸ τὸ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἀντικαθιστῶν αὐτὸν νόμος τῆς καθαρᾶς προσόδου; Ἐὰν ἐγένοντο δεκταὶ αἱ ἀξιώσεις τῶν Ἑπτανησίων συναδέλφων, ἔπρεπε τὸ ἴδιον νὰ συμβῇ καὶ δι’ ἄλλα τμήματα. Εἰς τὰς ἐπαρχίας Γυθείου καὶ Οἰτύλου κρατεῖ ἀνάλογον σύστημα. Ποῖος λόγος θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτρέψῃ ὅπως μὴ συμβῇ καὶ ἐκεῖ τὸ ἴδιον; Ἡ ἐπιτροπὴ διαπνεομένη βαθέως ὑπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι εἶναι πλέον καιρὸς νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ ὁμοιομορφία εἰς τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων ἡμῶν φόρων ἐτάχθη μὲ τὴν λύσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐλπίζω δὲ ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ σύμπασα θὰ συμμερίζηται τὰς ἀντιλήψεις ταύτας. Ὑπῆρξε μόνον ἡ ἀντίληψις τῆς ἐπιτροπῆς ριζικωτέρα κατὰ τοῦτο, ὅτι ἔδει διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ αὐξηθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν καταργουμένων νόμων. Ἴσως τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ συμβῇ καὶ παρ’ ἡμῖν ὅ,τι συνέβη ἐν Γαλλίᾳ, δηλαδὴ νὰ καταργηθῶσιν ἅπαντες οἱ ὑφιστάμενοι ἄμεσοι φόροι, ἀντικαθιστάμενοι οὐχὶ βαθμηδὸν ἀλλ’ ἀμέσως διὰ τοῦ νέου φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ μὴ δικαιώσῃ τις τὸν κ. Ὑπουργὸν εἰς τὸ ὅτι οἱ παραγωγικοὶ φόροι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεισφέρουσιν εἰς τὸ ταμεῖον ἄξια λόγου ποσὰ δὲν ἦτο φρόνιμον νὰ καταργηθῶσιν ἀμέσως. Δεδομένου ὅτι ἡ νέα φορολογία πρὸς ἐφαρμογὴν θὰ ἀπαιτήσῃ χρόνον τινα, διότι τοιαῦται μεταρρυθμίσεις δὲν ἐπιτυγχάνουσι ἀπὸ τῆς μιᾶς ἡμέρας εἰς τὴν ἄλλην, θὰ ἦτο ἐξαιρέτως ἐπικίνδυνον διὰ τὰ οἰκονομικὰ ὅπως τὰ ἰδικά μας, νὰ μὴ βαδίσωμεν μετὰ συντηρητικότητος. Οἱ νόμοι περὶ φορολογίας τοῦ καπνοῦ, ὁμοιόμορφοι ἤδη διὰ τὸ Κράτος ὁλόκληρον, ὁ φόρος τοῦ ἐλαίου ἐπίσης ὁμοιόμορφος κατὰ τὸ εἰσπραττόμενον ποσοστόν, ὁ φόρος τῆς σταφίδος, εὐδοκιμοῦντες ὡς ἔχουσι δὲν ἦτο ποσῶς ὀρθὸν νὰ καταργηθῶσιν ἀμέσως. Δυνάμεθα νὰ ἀναμείνωμεν, ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἀναμείνωμεν καὶ πολὺ διὰ τὴν κατάργησιν αὐτῶν καὶ οὐχὶ ἐπὶ τρία μόνον ἔτη, ὡς ὑπόσχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου του. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὸ ἴδιον διὰ τὴν δεκάτην ἂν ὑπῆρχεν ὁμοιομορφία καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος, ὁπότε θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ μόνον ἡ ἀναγκαία ἐλάφρυνσις πρὸς ἀνακούφισιν τῶν γεωργῶν. Ὡς γνωστὸν ὅμως καθ’ ἅπαν τὸ Παλαιὸν Βασίλειον ἰσχύει ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων, κατηργημένος πλέον εἰς τὴν συνείδησιν τῶν γεωργῶν καὶ παράλυτος ὡς μὴ ἀποδίδων ἴσως οὔτε τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεώς του. Ἡ δεκάτη ἰσχύουσα ἐν τοῖς Νέαις Χώραις καὶ τῇ Κρήτῃ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀπέδωκεν 27 ἑκατομμύρια, ἐνῷ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων δὲν ἔφθασεν οὔτε τὸ ἓν ἑκατομμύριον. Τίς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ φόρος οὗτος τῶν ἀροτριώντων μὲ τὰ ἐλαττώματά του πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ ἰσχύων; Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἐπιτροπῇ ἐκράτησεν ἀπολύτως ἡ γνώμη ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῶσι πάντες οἱ μὴ παραγωγικοὶ φόροι, ἀντικαθιστώμενοι διὰ τῆς νέας φορολογίας. Κύριοι, προκειμένου νὰ νομοθετηθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν οἱ τελειότεροι τύποι τῆς τοιαύτης φορολογίας, τύποι δοκιμασθέντες καὶ πολλαπλῶς συζητηθέντες. Οὐδεὶς ἀγνοεῖ ὅτι οἱ κλασικοὶ τύποι τῆς φορολογίας ταύτης εἶναι ὁ ἀναλυτικὸς κατὰ κατηγορίας τύπος, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐξ ἧς ἐδανείσθη αὐτὸν ἡ Ἰταλία καὶ ὁ συνθετικός, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται ἐν Πρωσσίᾳ. Εἰς τοὺς δύο αὐτοὺς τύπους προσετέθη τελευταῖον καὶ τρίτος, δηλαδὴ ὁ μικτὸς ὁ ἀπὸ τοῦ 1914 ἰσχύων ἐν Γαλλίᾳ. Ὁ τύπος οὗτος ἀναμφισβητήτως εἶνε καὶ ὁ ἐπιστημονικώτερος. Τοῦτον ἠκολούθησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ αὐτοῦ καὶ δὲν δύναταί τις νὰ μὴ ἐπικροτήσῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἐν ταῖς χώραις ἐν ταῖς ὁποίαις ἴσχυσεν ὁ ἀναλυτικὸς τύπος ἤτοι ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ, τείνει νὰ καταστῇ ἡ φορολογία αὕτη μικτὴ διὰ τῆς προσθήκης ὁμοίου συνθετικοῦ ἢ συμπληρωματικοῦ τμήματος. Ἴσως εἶνε περιττὸν νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ζητήματα ταῦτα, εἶνε ὅμως ἀνάγκη χάριν τῆς ἐν τοῖς καθέκαστα συζητήσεως νὰ εἴπω ὅτι ἐν τῷ ἀναλυτικῷ τύπῳ αἱ διάφοροι πρόσοδοι διαιροῦνται κατὰ κατηγορίας, ἀναλόγως τῆς προελεύσεως αὐτῶν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, οἱ κατηγορίαι ὁρίζονται εἰς ἑπτά: Αʹ εἰσοδήματα ἐξ οἰκοδομῶν, Βʹ εἰσοδήματα ἐκ γαιῶν Γʹ εἰσοδήματα ἐκ κινητῶν ἀξιῶν, Δʹ κέρδη ἐξ ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνονται καὶ αἱ κτηνοτροφικαὶ τοιαῦται. Εʹ κέρδη ἐκ γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων, ΣΤʹ ἀμοιβαὶ ἐκ μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν, Ζʹ ἀμοιβαὶ ἐξ ὑπηρεσιῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων. Ὡς βλέπετε εἰς τὴν διαίρεσιν ταύτην περιλαμβάνονται πᾶσαι αἱ γνωσταὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν πρόσοδοι. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἐπιχείρησίς τις μὴ δυναμένη νὰ ὑπαχθῇ εἴς τινα τῶν ἑπτὰ τούτων κατηγοριῶν κατὰ διάταξιν εἰδικὴν θεωρεῖται ὑπαγομένη εἰς τὴν 7ην κατηγορίαν. Ἐν τῷ συνθετικῷ τύπῳ ἀθροίζονται πᾶσαι αἱ διαφόρων κατηγοριῶν πρόσοδοι καὶ τὸ ἄθροισμα ἀποτελεῖ τὴν φορολογητέαν πρόσοδον. Ὁ πρῶτος τύπος λέγεται ἀναλυτικός, διότι ἀναλύει τὰς προσόδους κατὰ κατηγορίας, ὁ δεύτερος τύπος λέγεται συνθετικὸς διότι συνθέτει τὰς προσόδους. Ὁ τρίτος τύπος λέγεται μικτὸς διότι περιλαμβάνει δύο τμήματα: πρῶτον τὸ ἀναλυτικὸν καὶ δεύτερον τὸ συνθετικόν. Εἰς τὸ μικτὸν τοῦτο σύστημα τὸ συνθετικὸν τμῆμα τῆς φορολογίας λέγεται καὶ συμπληρωματικὸν ἢ συνολικὸν διότι ὁ δι’ αὐτοῦ ἐπιβαλλόμενος φόρος ἔρχεται ὅπως συμπληρώσῃ τὴν κατὰ κατηγορίας φορολογίαν λαμβανομένου ποσοστοῦ τινὸς ἐκ τοῦ καθολικοῦ εἰσοδήματος. Δηλαδὴ ἀφοῦ εἰσπραχθῇ ὁ φόρος ἐπὶ ἑκάστης κατηγορίας, ἐπιβάλλεται, κατὰ δεύτερον βαθμὸν ὁ συνθετικὸς συμπληρωματικὸς ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν προσόδων. Καὶ σήμερον ἀκόμη ἐν τῇ ἰσχυούσῃ νομοθεσίᾳ παρ’ ὅλον τὸ ἀσυνάρτητον αὐτῆς καὶ τὰς ἐσφαλμένας φορολογικὰς αὐτῆς βάσεις ἔχομεν 1) τοὺς διαφόρους ἀμέσους φόρους καὶ 2) τὸν συμπληρωματικὸν τοῦ εἰσοδήματος, ὁ ὁποῖος ἰσχύει μόνον ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Ἠδύνατο κάλλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς παρουσιάσῃ χάριν τῆς μεταρρυθμίσεώς του 8 νομοσχέδια, δηλαδὴ ἓν χωριστὸν δι’ ἑκάστην τῶν ἑπτὰ κατηγοριῶν τοῦ ἀναλυτικοῦ τμήματος (φορολογία οἰκοδομῶν, κινητῶν ἀξιῶν κλπ.) καὶ ἓν περίπου συμπληρωματικοῦ φόρου. Ἐν Γαλλίᾳ ὅπου ἐγένετο ὁμοία φορολογικὴ μεταρρύθμισις δὲν ἐπραγματοποιήθη αὕτη δι’ ἑνὸς νόμου. Ἀντὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνεφάνισεν ἓν μόνον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφιζόμενον θὰ ἀποτελέσῃ τὸν ἑνιαῖον καταστατικὸν χάρτην τῆς ἀμέσου φορολογίας τοῦ Κράτους. Νομίζω ὅτι ἔπραξεν ἄριστα, ἡ δὲ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν εἶχε παρὰ νὰ ἐπικροτήσῃ καὶ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐν γένει διότι ἐγένετο ἐκλογὴ τοῦ μικτοῦ συστήματος. Πραγματικῶς τὸ σύστημα τοῦτο παρουσιάζει πολλὰ προσόντα. Ἐπιτρέπει ἐν πρώτοις διὰ τοῦ ἀναλυτικοῦ τμήματος τὸν διαφορισμὸν τῆς φορολογίας ἀναλόγως τῆς προελεύσεως τῆς φορολογητέας προσόδου. Σήμερον εἶνε πλέον κοινῶς παραδεδεγμένον ὅτι αἱ πρόσοδοι αἱ προερχόμεναι ἐκ κεφαλαίου μόνον, (οἰκοδομῶν, γαιῶν, κινητῶν ἀξιῶν), πρέπει νὰ φορολογῶνται βαρύτερον, ἐνῷ αἱ πρόσοδοι αἱ παραγόμεναι ἐκ κεφαλαίου ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἐργασίαν (ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, γεωργίας καὶ κτηνοτροφίας) πρέπει νὰ φορολογῶνται ἐλαφρότερον. Ἔτι ἐλαφρότερον πρέπει νὰ φορολογῶνται τὰ ἐξ ἐργασίας μόνον προκύπτοντα κέρδη (μισθωταὶ ὑπηρεσίαι καὶ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα). Τὴν ἀρχὴν ταύτην εὑρίσκομεν ἐφαρμοζομένην διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δι’ ἑκάστην κατηγορίαν προσόδων ὥρισεν ἄλλους φορολογικοὺς συντελεστάς. Ἀφ’ ἑνὸς διὰ τὰς οἰκοδομὰς 12%, διὰ τὰς ἐνοικιαζομένας γαίας 10%, διὰ τὰς κινητὰς ἀξίας 8%. Ἀφ’ ἑτέρου διὰ τὰς ἐμπορικὰς καὶ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις 6%, διὰ τὰς γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις 6%. Μικρότερον συντελεστὴν ὁρίζει διὰ τὰ ἐλευθέρια ἐπαγγέλματα ἤτοι 4% καὶ ἐλάχιστον, ἤτοι 1% διὰ τὰς μισθωτὰς ὑπηρεσίας. Ἕτερον μεγίστης σημασίας προσὸν τοῦ ἀναλυτικοῦ τμήματος εἶνε ὅτι διευκολύνει τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου διὰ τῆς συλλήψεως εἰς τὴν πηγήν του, προκειμένου περὶ τῶν εἰσοδημάτων ἐκ κινητῶν ἀξιῶν καὶ τῶν μισθωτῶν ὑπηρεσιῶν. Εἶνε γνωστὸν ὅτι τοῦτο εἶνε μέγιστον προσόν, διότι ἂν ὑπάρχῃ τι τὸ ὁποῖον καθιστᾷ τοὺς ἀμέσους φόρους πιεστικοὺς εἶνε τὸ ὅτι ὁ φορολογούμενος εἶνε ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ ἐκ τῶν εἰς τὴν κατοχήν του χρημάτων ἓν ποσὸν εἰς τὸν ταμίαν τοῦ Κράτους. Ὅταν καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τῆς εἰσπράξεως παρ’ αὐτοῦ τῆς προσόδου κρατεῖται τὸ νόμιμον ποσοστὸν τοῦ φόρου, ἡ κράτησις εἶνε ὀλιγώτερον αἰσθητὴ εἰς τὸν φορολογούμενον. Ὑπάρχει ὅμως καὶ τρίτον προσὸν τοῦ συστήματος τούτου. Ἡ βεβαίωσις γίνεται μεθοδικώτερον. Ὁ οἰκονομικὸς ὑπάλληλος εἶνε ὑποχρεωμένος νὰ παρακολουθῇ τὰς προσόδους ἑκάστου φορολογουμένου κατὰ κατηγορίας, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δυσχερέστερον θὰ ἔκαμνεν ἐὰν ὑπῆρχε μόνον τὸ συνθετικὸν σύστημα. Ἐπὶ πλέον παρὰ τὸν γενναῖον προσωπικὸν χαρακτῆρα τῆς φορολογίας, τὸ ἀναλυτικὸν τμῆμα ἔχει κάπως πραγματικὸν χαρακτῆρα. Θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἀρνηθῇ τις τοῦτο, ἀφοῦ κατὰ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου μιᾶς κατηγορίας δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει ἡ τυχὸν ὑπάρχουσα ζημία εἰς μίαν ἄλλην κατηγορίαν. Ὅταν π. χ. φορολογούμενος τις ἔχει οἰκοδομὰς ἀλλὰ ἀσκεῖ καὶ ἐμπόριον, εἶνε ἐνδεχόμενον νὰ εἰσπράξῃ ἐκ τῶν οἰκοδομῶν τὴν πρόσοδόν του καὶ ἐξ ἄλλου νὰ ζημιωθῇ ἐκ τοῦ ἐμπορίου. Εἰς τὸ ἀναλυτικὸν τμῆμα τῆς φορολογίας ἡ ζημία ἐκ τοῦ ἐμπορίου οὐδόλως ἐπηρεάζει τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς προσόδου ἐκ τῶν οἰκοδομῶν. Τὸ ἀντίθετον συμβαίνει εἰς τὸ συνθετικὸν τμῆμα, ὅπου ἡ ζημία ἔν τινι κατηγορίᾳ ἐκπίπτεται ἐκ τῶν προσόδων τῶν ἄλλων κατηγοριῶν. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων τὸ ἀναλυτικὸν τμῆμα τοῦ φόρου καθιστᾷ αὐτὸν παραγωγικώτερον. Ἡ παραγωγικότης εἶνε ἓν ἐκ τῶν κυριωτέρων προσόντων παντὸς φόρου. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὁ in come tax ἴσχυσεν ἐν ἀρχῇ ὡς συνθετικὸς χωρὶς νὰ ἔχῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Αἱ εἰσπράξεις ηὔξησαν καταπληκτικῶς ὅταν ἐδόθη εἰς αὐτὸν ὁ ἀναλυτικὸς τύπος. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, κύριοι, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ καὶ ὁ ὁρισμὸς τῆς καθαρᾶς προσόδου, τοιοῦτος ὅμως ὁρισμὸς δὲν ἐτέθη καὶ πολὺ ὀρθῶς. Ἁπλῶς ὡρίσθησαν εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια τῶν κατηγοριῶν τῆς φορολογίας ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ ἐκπίπτωνται ἐκ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου διὰ νὰ εὑρεθῇ ἡ καθαρὰ πρόσοδος. Ὑπάρχει μεγάλη ἀναλογία τῶν καρπῶν τοῦ ἀστικοῦ δικαίου πρὸς τὴν πρόσοδον καὶ βεβαίως οἱ σχετικοὶ περὶ καρπῶν κανόνες θὰ ἐφαρμοσθῶσι καθ’ ἣν περίπτωσιν γεννηθῶσι λεπτὰ ζητήματα ἑρμηνείας. Ἡμεῖς ἁπλῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι πρόσοδος εἶνε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πᾶς πολίτης θεωρεῖ ὡς τοιαύτην, τὸ ποσὸν δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἀπομείνῃ ἐκ τῶν πραγματικῶν εἰσπράξεων τοῦ φορολογουμένου, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ἐκείνων τῶν ἐπαγγελματικῶν ἐξόδων τὰ ὁποῖα εἶνε ἀπαραίτητος προϋπόθεσις διὰ τὴν παραγωγὴν τῆς προσόδου ταύτης καὶ τοῦτο χωρὶς νὰ θίγεται τὸ τυχὸν χρησιμοποιηθὲν κεφάλαιον. Ἡ αὔξησις ἢ ἐλάττωσις τῆς ἀξίας τοῦ κεφαλαίου δὲν ἀποτελεῖ πρόσοδον ἢ καὶ ζημίαν, ὡς ἐπίσης δὲν ὑπάρχει παρηγμένη πρόσοδος ἐν περιπτώσει μεταβιβάσεως ἁπλῶς τοῦ κεφαλαίου ἀπὸ ἑνὸς προσώπου εἰς ἄλλο. Τὰ ψηφισθέντα νομοσχέδια περὶ φορολογίας τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας καὶ περὶ τῆς φορολογίας τῶν κληρονομιῶν, δωρεῶν, προικῶν καὶ κερδῶν λαχείων, ἀποτελοῦντα τμήματα τῆς φορολογικῆς ἡμῶν νομοθεσίας καταδεικνύουν κατὰ τρόπον καθαρὸν καὶ ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ ἐκ τοιούτων αἰτιῶν αὔξησις τῆς περιουσίας δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πρόσοδος. Ἡ αὔξησις τῆς περιουσίας τινὸς ἕνεκα ὑπερτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν ἀκινήτων αὐτοῦ, ἀποτελεῖ αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου, ἡ δὲ δωρεὰ ἢ κτῆσις ἐκ κληρονομίας, προικὸς καὶ λαχείου δὲν εἶνε παρὰ προσθήκη εἰς τὸ κεφάλαιον τοῦ ἀποκτῶντος. Εὑρίσκεται δὲ καὶ εἰδικὸν ἄρθρον ἐν τῷ κεφαλαίῳ τοῦ νομοσχεδίου τὸ πραγματευόμενον περὶ ἀμοιβῶν ἐξ ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων ἐν τῷ ὁποίῳ ῥητῶς ὁρίζεται ὅτι δὲν θεωρεῖται ὡς πρόσοδος ἡ ὑπερτίμησις κεφαλαίου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι, ἐάν τις ἔχει ὡς σύνηθες ἐπάγγελμα τὴν ἀγορὰν καὶ πώλησιν εἴτε ἀκινήτων εἴτε καὶ κινητῶν ἀξιῶν, δύναται νὰ χαρακτηρίζῃ τὰ κέρδη αὐτοῦ ὡς ἀποτελούμενα ἐξ αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῶν ἀγοραζομένων ἀντικειμένων καὶ νὰ ἀποφεύγῃ οὕτω τὴν φορολογίαν. Τοῦτο ῥητῶς λέγεται ἐν τῷ εἰδικῷ τούτῳ ἄρθρῳ εἰς τρόπον ὥστε οὐδεμία νὰ δύναται νὰ χωρήσῃ συζήτησις. Αἱ αὐταὶ ἀρχαὶ νομίζομεν ὅτι εἶναι ἐφαρμοστέαι καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑποτίμησιν τοῦ κεφαλαίου, ὅταν πρόκειται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει αἱ ζημίαι τοῦ φορολογουμένου διὰ τὸν καθορισμὸν τῆς φορολογητέας προσόδου ἐν ᾧ τμήματι τοῦ συνολικοῦ ἢ συνθετικοῦ φόρου. Δὲν πρέπει νὰ εἰσέλθω εἰς ἄλλο θέμα χωρὶς νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι τὰ ἐπαγγελματικὰ ἔξοδα παρὰ τῶν ὁποίων ἀνωτέρω ἔκαμα λόγον δὲν ἠδύναντο νὰ ἀφεθῶσιν ἀκαθόριστα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Χωρὶς καμμίαν ὑπερβολὴν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἂν δὲν καθωρίζοντο ταῦτα εἰδικῶς δι’ ἕκαστον εἶδος προσόδου, θὰ ἠδύνατο ὄχι μόνον νὰ κινδυνεύσῃ αὐτὴ ἡ ἐπιτυχία τῆς φορολογικῆς μεταρρυθμίσεως, ἀλλὰ θὰ ἐγεννῶντο κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ἄπειροι ἀμφισβητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς θὰ ἔφερον εἰς σοβαρὰν διαταραχὴν τὴν λειτουργίαν τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν. Κρίνω ὅλως περιττὸν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁποῖα τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἐν ἑκάστῃ κατηγορίᾳ θεωροῦνται ὡς ἐκπεστέα ἐκ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων ἵνα εὑρεθῇ ἡ καθαρὰ πρόσοδος, διότι ταῦτα κατὰ τρόπον διαυγῆ ἀναφέρονται ἐν τῷ συζητουμένῳ νομοσχεδίῳ. Θεωρῶ μόνον ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καμμία συζήτησις περὶ τοῦ ὅτι ὁ σκοπὸς τῆς ἀπαριθμήσεως αὐτῶν εἶνε περιοριστικός. Τὸ νομοσχέδιον προτίθεται νὰ ἀποκλείσῃ πᾶν ἄλλο ἔξοδον ἢ δαπάνην μὴ ἀναφερομένην ῥητῶς ἐν αὐτῷ, ἡ ἀπαρίθμησις δηλαδὴ δὲν εἶνε ἐνδεικτικὴ ἀλλὰ περιοριστική. Κύριοι. Διὰ νὰ σχηματίσῃ τις γνώμην περὶ τῆς μεταρρυθμίσεως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναφερθῇ ὅτι αὕτη αἴρει πᾶσαν προνομιοῦχον διάκρισιν. Βεβαίως παρ’ ἡμῖν κατὰ κυριολεξίαν τάξεις προνομιοῦχοι δὲν ὑφίστανται· ὑπάρχουσιν ὅμως ἐν τῷ κρατοῦντι συστήματι πλεῖσται ἀπαλλαγαὶ ἀδικαιολόγητοι. Τίς λόγος ὑπάρχει ὅπως οἱ κύριοι ἀγροτικῶν κτημάτων ἀπαλλάσσωνται τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἐνοικιαζομένων αὐτῶν γαιῶν ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι καθ’ ὃν χρόνον οἱ αὐτοὶ πληρώνουσιν ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι τὸν κτηματικὸν φόρον; Τοιοῦτοι ὑπάρχουσι πλεῖστοι σήμερον ἐν τῷ ὑφισταμένῳ συστήματι ὁποῖοι εἶναι οἱ ποριζόμενοι κέρδη ἐκ κινητῶν κεφαλαίων διὰ κοινῶν δανείων, ἐκ χρεωγράφων, οἱ ναυτιλόμενοι, οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ἐργάται, οἱ ἱερεῖς καὶ πλεῖστοι ἄλλοι. Ἤδη ἅπαντες οὗτοι ἐφ’ ὅσον ἔχουσιν προσόδους ὑπερβαινούσας τὸ κατώτατον ὅριον συντηρήσεως ὑπόκεινται εἰς φόρον. Τὸ κατώτατον ὅριον συντηρήσεως ὁρίζεται διαυγέστατα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Οἱ ὑπάλληλοι ἐφ’ ὅσον ὁ μισθὸς αὐτῶν δὲν ὑπερβαίνει τὰς 150 δραχμὰς μηνιαίως· οἱ ἐργάται ὅταν ἔχωσιν ἡμερομίσθιον μὴ ὑπερβαῖνον τὰς 6 δραχμάς, οἱ ἔμποροι, κτηνοτρόφοι, βιομήχανοι, γεωργοὶ ὅταν δὲν ἔχωσιν προσόδους ὑπερβαινούσας τὰς 1200 δραχμάς. Ἅπαντες οὗτοι ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου, τῶν σχετικῶν κατηγοριῶν. Ἐπίσης ὅσοι ἀποκομίζουσι προσόδους ἐκ τῶν τριῶν πρώτων κατηγοριῶν ἤτοι ἐκ κεφαλαίου ἄνευ ἐργασίας, ἐὰν αἱ πρόσοδοι αὗται δὲν ὑπερβαίνουσι τὰς 2000 δραχμὰς ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἱκανοὶ οὗτοι ἕνεκα φυσικῆς ἢ ἠθικῆς ἀδυναμίας νὰ καρπωθῶσιν ἄλλας προσόδους, ὅλοι οὗτοι δικαιοῦνται εἰς ἔκπτωσιν 1200 δραχμῶν. Τὰ ποσὰ ταῦτα αὐξάνονται, ὅταν ὁ φορολογούμενος ἔχει οἰκογενειακὰ βάρη. 80 λεπτὰ ἡμερησίως διὰ τοὺς ἐργάτας, 240 δραχ: ἐτησίως κατ’ ἄτομον διὰ τοὺς λοιπούς. Ἐκ τοῦ συνθετικοῦ τμήματος τοῦ φόρου ἐφ’ ὅσον τὸ καθολικὸν εἰσόδημα δὲν ὑπερβαίνει τὰς 12000 δραχμὰς ἐκπίπτονται 3000 δραχμαί. Κύριοι, αἱ ἀπαλλαγαὶ αὗται, ἢ τακτικαὶ ἐκπτώσεις ὅταν τὸ εἰσόδημα ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια ταῦτα, ἀποτελοῦσιν ἓν τῶν κυριωτέρων χαρακτηριστικῶν τῆς δημοκρατικότητος τῆς νέας φορολογίας μας. Τὰ ὅρια ταῦτα ἔκρινεν ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι εἶναι σύμφωνα πρὸς τὴν σημερινὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας ἡμῶν. Ὅταν ὁ κινητὸς πλοῦτος αὐξηθῇ περισσότερον παρ’ ἡμῖν καὶ σὺν αὐτῷ αὐξηθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους οὐδὲν θὰ ἐμποδίσῃ ὅπως ὑψωθῶσι ταῦτα ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐφ’ ὅσον θὰ αὐξάνῃ ὁ μέγας πλοῦτος, ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ὑψοῦται τὸ ὅριον τῶν ἀπαλλαγῶν καὶ τακτικῶν ἐκπτώσεων. Στερούμεθα δυστυχῶς στατιστικῶν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν πόσα θὰ εἶναι τὰ ἄτομα τὰ ὁποῖα θὰ θίξῃ ὁ νέος φόρος. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπολογίζεται ὅτι ὁ συνθετικὸς συμπληρωτικὸς φόρος βαρύνει 480 χιλιάδας ἐκ τῶν πολιτῶν. Πάντως παρ’ ἡμῖν εἶνε βέβαιον ὅτι ὀλιγάριθμα εἶνε τὰ μεγάλα εἰσοδήματα. Ἠδυνάμεθα νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀπογοητεύσεων ἂν δὲν ἐδεχόμεθα τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα θέτει τὸ νομοσχέδιον. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἡ Ἐπιτροπὴ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ προτείνῃ οὐδεμίαν αὔξησιν τῶν ὁρίων τούτων τῆς ἐλαχίστης συντηρήσεως. Δὲ πρέπει νὰ μὴ κάμω εἰδικὴν μνείαν περὶ τοῦ ὅτι ἂν τὰ ἐλάχιστα ταῦτα εἰσοδήματα ἀπολαμβάνουσι πλήρους ἀπαλλαγῆς, τὰ ἀνώτερα μὲν αὐτῶν, ἀλλὰ πάντως μικρὰ εἰσοδήματα ἐλαφρύνονται διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἐκπτώσεων, ἐφαρμοζομένου ἐπί τε τῶν κατηγοριῶν τοῦ ἀναλυτικοῦ τμήματος καὶ ἐπὶ τοῦ συνθετικοῦ τοιούτου. Ἐπὶ παραδείγματι, πρόσοδος ἐκ βιομηχανικῆς ἢ ἐμπορικῆς ἐπιχειρήσεως ἀπὸ 1–5000 δραχμῶν, ἀνήκουσα εἰς πρόσωπον ἄνευ οἰκογενείας, ὑφίσταται δύο ἐκπτώσεις αʹ) τὴν τοῦ ἐλαχίστου ὁρίου συντηρήσεως, ἤτοι δρχ. 1200, βʹ) τὴν τακτικὴν ἔκπτωσιν 50% ἤτοι ἐκ προσόδου 5000 δραχμῶν θὰ φορολογηθῶσι μόνον αἱ 1700 διὰ τοῦ συντελεστοῦ τῆς κατηγορίας Δʹ ἤτοι μὲ 6%. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐπιτυγχάνεται ἡ προοδευτικότης ἐν τῷ φόρῳ, ἐλαφρύνουσα τὰ μικρὰ εἰσοδήματα. Συνεπῶς ὅταν βλέπωμεν τοὺς φορολογικοὺς συντελεστὰς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς αὐτοὺς ὡς πρὸς τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου. Ἡ φορολογία περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται ἕνεκα τῆς καθολικότητος θίγει πᾶν ἄτομον κατοικοῦν ἢ διαμένον ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ ἓξ τοὐλάχιστον μῆνας ἐτησίως καὶ αὐτοὺς ἀκόμη τοὺς ἀλλοδαποὺς, διότι κατὰ τὴν σήμερον κρατοῦσαν θεωρίαν περὶ φόρου, οὗτος ὀφείλεται παρὰ παντὸς προσώπου ἀποτελοῦντος μέρος τῆς πολιτικῆς κοινωνίας. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως ἔκρινε καλὸν νὰ προτείνῃ ὅπως τὸ ἑξάμηνον τῆς διαμονῆς τοῦ ἀλλοδαποῦ ἐν Ἑλλάδι ἀναβιβασθῇ εἰς ἓν ἔτος, ἵνα ὁ ἀλλοδαπὸς ὑποχρεωθῇ εἰς καταβολὴν φόρων. Γεννᾶται ὅμως καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα. Τί θὰ συμβῇ μὲ τὰς χιλιάδας τῶν μεταναστῶν Ἑλλήνων; Αὐτοὶ ἐγκαθιστάμενοι εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πληρώνουσιν ἐκεῖ, εἰς τὰς προξενικὰς ἀρχάς, τὰ τέλη τοῦ διαμονητηρίου. Εἶνε γνωστὸν ὅτι δυσχερέστατα εἰσπράττεται τὸ μικρὸν τοῦτο βάρος. Ἂν θελήσωμεν νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτοὺς ὡς κατοίκους τοῦ Βασιλείου, ἀφοῦ οἱ πλεῖστοι ἔχουν τὰς οἰκογενείας ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, θὰ γεννηθῇ κίνδυνος μὴ μέγας ἀριθμὸς αὐτῶν λύσωσι πάντα δεσμὸν πρὸς τὸ Κράτος.
§113Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οἱ τοιοῦτοι μετανάσται οἱ ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ἐκεῖ διαμένοντες δὲν θὰ ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον διότι ἡ κατοικία των ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ εἶνε πραγματικὴ τὸ δὲ νομοσχέδιον ἐννοεῖ τὴν πραγματικὴν ἰδίαν αὐτῶν κατοικίαν.
§114Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος νὰ προσκόψωμεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἑρμηνευτικῶς θὰ εἶναι ὠφέλιμος, διότι ἄλλως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ κατὰ τοὺς γενικοὺς κανόνας, ὅτι μετανάστης ἔχων τὴν οἰκογένειάν του ἐν Ἑλλάδι θεωρεῖται κάτοικος τῆς Ἑλλάδος. Κύριοι, δὲν θὰ εἶναι ἄσκοπον νὰ ἀναφέρω καὶ λέξεις τινας διὰ τὰς καθέκαστον θυρίδας ἢ κατηγορίας τοῦ ἀναλυτικοῦ φόρου. Ἐν πρώτοις περὶ τῶν οἰκοδομῶν. Τὸ σήμερον ἰσχύον σύστημα εἶνε ποικίλον. Ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι εἰσπράττεται ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου εἰσοδήματος μὲ προοδευτικότητα ἀρχομένην ἀπὸ 6,30% καὶ φθάνουσαν μέχρι 10,80%. Ἐν Κρήτῃ ἐπίσης εἰσπράττεται ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου 6% διὰ τὰς τρεῖς μεγάλας πόλεις καὶ 3½% διὰ ἄλλα τινα δευτερεύοντα κέντρα. Ἐν ταῖς Νέαις Χώραις εἰσπράττεται ποσοστὸν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, δηλαδὴ ἐπὶ τῆς ἀξίας τῶν οἰκοδομῶν. Ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ὑφίσταται τὸ σύστημα τοῦτο προσωρινῶς. Διὸ καὶ δὲν ἐγένοντο νέαι ἐκτιμήσεις τῆς ἀξίας τῶν οἰκοδομῶν. Οὔτε ἐφηρμόσθη ὁ τελευταῖος Τουρκικὸς νόμος, ἕνεκα τῶν εὐτυχῶν γεγονότων τῆς ἀνακτήσεως τῶν Χωρῶν τούτων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἔπρεπε νὰ εἰσπράττωνται 9% διὰ μύλους καὶ ἐργοστάσια, 12% δὲ ἐπὶ οἰκιῶν. Ἐννοεῖται ταῦτα ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου. Ἤδη τὸ νομοσχέδιον ἐγκαθιστᾷ τὴν φορολογίαν τῆς ἀληθοῦς καθαρᾶς προσόδου, διότι ὄχι μόνον ἐκπίπτονται ἐκ τοῦ ἀκαθαρίστου ἐνοικίου τὰ ἀσφάλιστρα καὶ οἱ τόκοι ἐνυποθήκων δανείων, ἀλλὰ καὶ 7% ἐκ τοῦ ἐνοικίου τούτου πρὸς κάλυψιν τῶν ἐξόδων ἐπισκευῆς καὶ πρὸς ἀπόσβεσιν βαθμιαίαν τῆς ἀξίας τῆς οἰκοδομῆς, ὡς ὑποκειμένης εἰς φθοράν. Ὁ φορολογικὸς συντελεστὴς ἐν τῇ θυρίδι ταύτῃ ὡρίσθη εἰς 12%. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἀντιπροσωπεύει τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς φορολογίας, δηλαδὴ ὅτι δι’ αὐτοῦ θὰ φορολογηθῶσι τὰ μεγάλο εἰσοδήματα. Ἐπὶ τῆς φορολογίας ταύτης ἐπέρχεται πλήρης ἀφομοίωσις διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καταργουμένων ἁπάντων τῶν ὑφισταμένων σχετικῶν νόμων. Ἡ δευτέρα κατηγορία πραγματεύεται περὶ εἰσοδημάτων ἐκ γαιῶν, ἐφόσον αὗται ἐνοικιάζονται καὶ δὲν αὐτοκαλλιεργοῦνται. Τοιαύτη φορολογία δὲν ὑφίστατο μέχρι σήμερον ἐκτὸς τῶν Νέων Χωρῶν, ἔνθα ἰσχύει ὁ κτηματικὸς Τουρκικὸς φόρος, ἀντιστοιχῶν πρὸς 8% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, καὶ ἐπιβαλόμενος ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς γῆς, ἤτοι 4 ἐπὶ τοῖς χιλίοις. Ἀνεξάρτητος ἐπὶ τῆς φορολογίας ταύτης εἶνε ἡ ἐπὶ τῆς γεωργικῆς ἐπιχειρήσεως, ὁπότε φορολογεῖται ἡ ἐπιχείρησις αὐτή.
§115Ν. ΞΗΡΟΣ. Νὰ σᾶς ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Ἐπὶ τῶν ὑπομισθώσεων, δηλαδὴ τῶν ἐνοικίων ἐξ ὑπεμισθώσεων τῶν γαιῶν αὐτῶν θὰ φορολογῆται ἐκ δευτέρου ὁ ἀπολαμβάνων τὸ μίσθωμα;
§116Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Βεβαίως φορολογεῖται ὁ ὑπεκμισθωτὴς ἐὰν ἐπραγματοποίησε κέρδος ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς ὑπομισθώσεως. Φορολογεῖται ὅμως κατὰ τὴν δʹ κατηγορίαν.
§117Ν. ΞΗΡΟΣ. Παρακαλῶ. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ ἄλφα ἔχει ἐκμισθώσει γαίας. Οὗτος ὡς ἰδιοκτήτης θὰ φορολογῆται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐνοικίου τὸ ὁποῖον εἰσπράττει. Ὁ μισθωτὴς τὸ ὑπενοικιάζει κατὰ ἕνα τρόπον οἱονδήποτε. Ὑποθέσατε ἓν τσιφλίκιον τὸ ὁποῖον ἔχει γαίας καλλιεργησίμους καὶ λειβάδια. Ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ τσιφλικίου θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐνοικίου τὸ ὁποῖον λαμβάνει. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ τσιφλικίου ὁ ὁποῖος θὰ ὑπενοικιάσῃ μόνον τὸ λειβάδι καὶ θὰ εἰσπράξῃ ἐνοίκιον, θὰ πληρώσῃ φόρον, καὶ ποῖον;
§118Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Θὰ πληρώσῃ διὰ τὴν ὑπεκμίσθωσιν τοῦ λειβαδίου κατὰ τὴν δʹ κατηγορίαν. Διὰ τὰς λοιπὰς γαίας δὲν θὰ πληρώσῃ, διότι δι’ αὐτὰς κάμνει γεωργικὴν ἐπιχείρησιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς μόνον θὰ φορολογηθῇ.
§119Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ ἐκπέσῃ τὸ ἐνοίκιον τὸ ὁποῖον καταβάλει εἰς τὸν κύριον;
§120Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ λέγει ρητῶς τὸ νομοσχέδιον. Ἡ φορολογία τῶν κινητῶν ἀξιῶν διαρρυθμίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπὶ τὸ ἐπιστημονικώτερον καὶ πληρέστερον, ἑνοποιουμένων τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἰσχύουν σήμερον. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου ὅμως τούτου καὶ τοῦ περὶ συμπληρωματικοῦ συνθετικοῦ φόρου δὲν εἰσέρχομαι εἰς λεπτομερείας. Περὶ αὐτῶν θὰ ἀναπτύξῃ τὰς σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας κ. Ἀναστασιάδης. Ἐπὶ τῆς κατηγορίας τῶν ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, εἰς τὰς ὁποίας περιλαμβάνονται καὶ αἱ κτηνοτροφικαί, δὲν ἔχω πολλὰ νὰ εἴπω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη μερικὰς ἐλαφρὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας προέτεινεν ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς ἐκθέσεώς της. Ἔχω ὅμως νὰ προσθέσω ὅτι, θὰ ἦτο καλὸν νὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν θυρίδα ταύτην καὶ αἱ ἀστικαὶ ἐπιχειρήσεις. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν περίπτωσιν, ἡ ὁποία μοὶ ἐπεβλήθη. Ἐμίσθωσέ τις ἓν οἰκόπεδον διὰ 15 ἔτη, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως οἰκοδομήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Κατὰ τὴν λῆξιν τῆς μισθώσεως θὰ παραλάβῃ τὰ ὑλικὰ τῆς οἰκοδομῆς καὶ θὰ παραδώσῃ οἰκόπεδον εἰς τὸν ἐκμισθωτὴν κύριον. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν, ὁ ἐπιχειρηματίας αὐτὸς δὲν εἶνε οὔτε κύριος οὔτε ἐπικαρπωτὴς οὔτε ἐπιφανειοῦχος διὰ νὰ φορολογηθῇ κατὰ τὴν πρώτην κατηγορίαν. Ἐξ ἄλλου κατὰ τὴν σύμβασίν του πρέπει νὰ ἀποσβέσῃ τὰ ἔξοδά του ἐντὸς 15 ἐτῶν. Τοιαῦται συμβάσεις ὑπάρχουσι πλεῖσται. Πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεως ἀναφερομένης εἰς ἀκίνητον καὶ συνεπῶς μὴ ἐμπορικῆς. Καλὸν θὰ ἦτο καὶ αἱ τοιαῦται ἐπιχειρήσεις νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν τετάρτην κατηγορίαν. Ἄλλως φρονῶ, ὅτι θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν Ζʹ, ὅπου ὑπάρχει μία γενικὴ διάταξις περὶ ἐπιχειρήσεων μὴ ὑποκειμένων εἰς εἰδικήν τινα ἐκ τῶν ἑπτὰ κατηγοριῶν, ἡ λεγομένη....... Προκειμένου περὶ τῶν ἐμπορικῶν καὶ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων, εἶναι γνωστὸν ὅτι σήμερον φορολογοῦνται αὗται διὰ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἐπίσης εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ αἱ κτηνοτροφικαὶ ἐπιχειρήσεις ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ὑπόκεινται εἰς τὴν φορολογίαν τῶν αἰγοπροβάτων καὶ χοίρων. Αἱ φορολογίαι αὗται ὡς βλέπετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν καταργοῦνται. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Θὰ ἔχωμεν διπλῆν φορολογίαν ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν; Τὸ ἀρχικὸν κείμενον τοῦ νομοσχεδίου ὥριζεν, ὅτι τὰ ποσὰ θὰ εἰσπράττωνται ὡς ἐπιτήδευμα, θὰ ἐκπίπτωνται ἐκ τοῦ φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου φόρου, δηλαδὴ, ἐὰν ὁ νέος φόρος εἶνε ὑψηλότερος τοῦ ἐπιτηδεύματος θὰ ἐκπίπτηται ἐξ αὐτοῦ καὶ θὰ καταβάλλεται ὑπὸ τοῦ φορολογουμένου τὸ ὑπόλοιπον. Ἐὰν ἐξ ἄλλου τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος εἶνε ἴσον ἢ ἀνώτερον τοῦ φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου, ὁ φορολογούμενος δὲν θὰ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ τίποτε. Ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ συμβῇ καὶ διὰ τὸν φόρον τῶν αἰγοπροβάτων, ὁ ὁποῖος εἶνε βαρύτατος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν ταύτην ὡς βλέπετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθὼς ἐτροπολογήθη τοῦτο μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησίν του. Περὶ τῆς 6ης καὶ 7ης θυρίδος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς εἴπω τι εἰδικῶς.
§121Ν. ΞΗΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲν ἀπαντᾷ ἡ λέξις θυρίς, ἀπαντᾷ ἡ λέξις κατηγορία.
§122Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Αἱ λέξεις δημιουργοῦνται. Μήπως δὲν ἐδημιουργήθη ἡ ἀντίστοιχος γαλλικὴ λέξις καὶ δὲν λέγεται σήμερον παρὰ πάντων ὁ κατὰ κατηγορίας φόρος;
§123Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Προσέξατε ὅμως, κ. συνάδελφε, διότι ὅταν ὁ φορολογούμενος ἀκούσῃ τὴν λέξιν θυρὶς, θὰ νομίσῃ ὅτι πρόκειται περὶ θηρίου καὶ δὲν θὰ ὑπάγῃ νὰ πληρώσῃ. (Ἱλαρότης).
§124Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἤδη ὑπολείπεται νὰ εἴπω τινὰ περὶ τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι Βουλευταί, ἀπησχόλησε πολὺ τὴν ἐπιτροπήν. Πρόκειται περὶ τῆς φορολογίας τῆς ἀφορώσης τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς Χώρας, εἶνε δὲ γνωστὸν ὁποίαν ἰδιάζουσαν μέριμναν ἐπέδειξε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ τὴν τάξιν ταύτην, τάξιν πολυπληθῆ, ἀποτελοῦσαν τὸν κορμὸν οὕτως εἰπεῖν τοῦ Ἔθνους, τὸ ἀποθεματικὸν κεφάλαιον τὸ ὁποῖον διαρκῶς τροφοδοτεῖ τὰ ἀστικὰ κέντρα. Ἀπὸ τὴν τάξιν αὐτὴν προσδοκῶμεν τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν, τὰ ὁποῖα μικραὶ Ἐθνικαὶ περιπέτειαι ἐδημιούργησαν εἰς τὸν Ἐθνικὸν ὀργανισμόν. Πρὶν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀναλάβῃ τὴν ἐξουσίαν, ἡ γεωργικὴ ἀντίληψις τοῦ Κράτους ἦτο ἀνύπαρκτος. Ὑφίστατο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἓν τμῆμα τῆς Γεωργίας, ἄσημον καὶ ἀτροφικόν. Ἐδημιουργήθη ὑπὸ τῶν Φιλελευθέρων κατ’ ἀρχὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, μὲ εἰδικὴν διεύθυνσιν τῆς Γεωργίας. Ἐν Θεσσαλονίκῃ ὑπὸ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως ἐτέθησαν αἱ βάσεις τοῦ σημερινοῦ εἰδικοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἀνέλαβε τὸ νὰ δαπανᾷ ἐτησίως τὸ Κράτος ὑπὲρ τῆς ἐξυψώσεως τῆς γεωργίας—θὰ ἴδητε ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τούτου ὡς ἔξοδα ἐτησίως τὸ ποσὸν τῶν 5.282.000 δραχμῶν διὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς καθαυτὸ γεωργίας, — ἐπὶ πλέον δὲ τοὺς νόμους περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων καὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν, τὰ μελετώμενα ὑδραυλικὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ δώσωσιν εἰς τοὺς γεωργοὺς ὄχι μόνον πλουσίας γαίας, ἀλλὰ καὶ ὑγείαν καὶ σφρίγος καὶ δραστηριότητα, δὲν δύναται νὰ μὴ ὁμολογήσῃ, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ἀντιληφθῆ ποία εἶναι ἡ ἀληθὴς προστασία, τὴν ὁποίαν ὀφείλει εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Πραγματικῶς δὲν εἶναι ποσῶς ὑπερβολικὸν ἐὰν εἴπῃ τις ὅτι τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δύναται νὰ καυχᾶται ὅτι ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν ἔργον τελειώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπιτελέσῃ ὁ Σόλων διὰ τὴν Ἀττικήν, ὁ Λυκοῦργος διὰ τὴν Λακεδαίμονα καὶ ὁ Νουμᾶς διὰ τὴν Ρώμην. Εἰς τὴν τοιαύτην προστασίαν δυνάμεθα νὰ προσθέσωμε τοὺς βαρεῖς δασμοὺς ἐπὶ τῶν ἔξωθεν εἰσαγομένων εἰς τὸ Κράτος δημητριακῶν καρπῶν. Εἰς 9 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἀνέρχεται ὁ δασμὸς ἐπὶ τοῦ σίτου, αὐξάνων κατ’ ἴσον ποσὸν τὴν ἀξίαν τῆς ἐντοπίου παραγωγῆς. Προκειμένου περὶ τῆς διὰ τῆς φορολογίας προστασίας, δύο τινὰ ὀφείλονται εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, πρῶτον ἡ φορολογία νὰ μὴ πιέζῃ τὴν παραγωγήν, δεύτερον νὰ εὑρεθῇ σύστημα ἁπλοῦν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ προξενῇ εἰς αὐτοὺς ἠθικὰς ἢ ὑλικὰς στενοχωρίας. Ἂν ρίψωμεν ἓν βλέμμα εἰς τὴν σήμερον κειμένην φορολογίαν θὰ ἴδωμεν ὅτι τὴν διακρίνει πολυμορφία καὶ ἀνισότης μεγάλη ὅσον ἀφορᾷ τὰς αὐτὰς τάξεις τὰς κατοικούσας τὰ διάφορα τμήματα τοῦ Κράτους, ἰδίως εἰς τὰ δημητριακά. Ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἡ Ἐπιτροπὴ εὗρεν, ὅτι νόμοι τινὲς καταστάντες σχεδὸν ὁμοιόμορφοι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος, εἶναι οἱ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ, οἱ περὶ ἐλαίου καὶ οἱ περὶ σταφίδος, δύνανται νὰ μὴ μεταβληθῶσι, εὐθὺς ἀμέσως. Δυνάμεθα νὰ ἀναμένωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νέου φόρου, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον οἱ φόροι οὗτοι ἐρρίζωσαν εἰς τὰς συνηθείας τῶν παραγωγῶν καὶ προσέτι ἔχουν τὸ προσὸν τῆς παραγωγικότητος. Ὅλοι οἱ λοιποὶ φόροι δύνανται νὰ ἀντικατασταθῶσιν ἀπὸ τοῦδε. Εἰδικῶς ὅσον ἀφορᾷ τὰ δημητριακά, εἶνε ἀμέσως καταδικαστέος ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων. Ὁ φόρος οὗτος ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1880 πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς τότε ἰσχυούσης δεκάτης μὲ ποσοστὸν 7% εἶνε διανεμητικός. Ἑκάστη Κοινότης διανέμει εἰς τὰ ἀροτριῶντα αὐτῆς, τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐπλήρωνε διὰ τῆς δεκάτης κατὰ τὰ 5 τελευταῖα ἔτη πρὸ τοῦ 1880. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης συνέβη πολλαὶ Κοινότητες νὰ ἔχουν ἐκπέσῃ ἐν τῇ παραγωγῇ, ἐνῷ ἄλλαι ἀνῆλθον. Ἐκ τούτου προέκυψαν ἀνισότητες μεταξὺ τῶν διαφόρων Κοινοτήτων. Δὲν εἶνε δὲ μόνον τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τὸ χαρακτηρίζον τὸν φόρον αὐτόν. Τίθεται περιορισμὸς εἰς τὰ γεωργικὰ ὄργανα, διὸ καὶ βλέπομεν τοὺς πτωχοτέρους γεωργούς, τοὺς διαθέτοντας ἐλεεινὰ ἀροτριῶντα καὶ ὀλίγας γαίας, πληρώνοντας ἴσα ποσὰ πρὸς τοὺς εὐπόρους τοὺς ἔχοντα ρωμαλέα ἀροτριῶντα καὶ καλλιεργοῦντας μεγάλας ἐκτάσεις. Βλέπομεν δὲ καὶ κἄτι ἄλλο: γεωργοὺς χρησιμοποιοῦντας ἀκόμη τὴν δικέλην πρὸς καλλιέργειαν. Ἀφίνω τὰς περιπετείας τοῦ γεωργοῦ τὰς προερχομένας ἐκ τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου αὐτοῦ, τὴν ἐπέμβασιν τοῦ χωροφύλακος, τοῦ εἰσπράκτορος, τοῦ δικηγόρου· τὴν σημασίαν τῶν ἐπεμβάσεων τούτων ἕκαστος ἐννοεῖ. Ἀναφέρω προσθέτως ὅτι ὁ φόρος οὗτος ἀποδίδει ἐλάχιστα ποσά, ἴσως μὴ καλύπτοντα κἂν τὰ ἔξοδα τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεώς του. Ἀπέδωκε ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν κατ’ ἀνώτατον ὅρον 900 χιλ. δραχμῶν. Ἡ κατάπτωσις αὕτη ἴσως ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ὁ φόρος οὗτος θεωρεῖται κατηργημένος, προσωρινῶς ἰσχύων ἕνεκα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ σπειρομένων γαιῶν. Ἡ παραγωγὴ τῆς Παλιᾶς Ἑλλάδος εἰς δημητριακὰ εἶνε ἀρκετὰ σοβαρά. Ἐξήτασα τὰς στατιστικὰς τριῶν ἐτῶν καὶ εὗρον ὅτι παρήχθησαν σιτηρὰ κατὰ τὸ 1911 ἀξίας δρ. 138.156.226 καὶ ὁ καπνὸς ἀξίας 13.962.000 δραχ., ἤτοι ἐν ὅλῳ ἀνῆλθεν ἡ παραγωγὴ εἰς 162.118.226 δραχμάς. Κατὰ τὸ 1915 ἡ αὐτὴ παραγωγὴ ἀνῆλθεν εἰς 147.374.370. Κατὰ τὸ 1916 εἰς 190.664.961 δραχ. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει ταῦτα χωρὶς νὰ ὑπολογίσῃ τὴν ὑπερέντασιν τῆς καλλιεργείας κατὰ τὸ 1918 ἐκ μόνου τοῦ γεγονότος ὅτι ἐτριπλασιάσθησαν αἱ τιμαὶ τῶν προϊόντων, δύναται νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ ὅτι ὡς ἔγγιστα ἡ παραγωγὴ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἔφθασε τὰ 500 ἑκατομμύρια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων δὲν ἔδωκεν οὔτε ἓν ἑκατομμύριον.
§125Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποῖα δεδομένα στηρίζετε τὸν ὑπολογισμὸν αὐτόν;
§126Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὰς στατιστικὰς τῶν τριῶν ἐτῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι ἡ ἀξία τῶν προϊόντων ἐτριπλασιάσθη. Ὁ σῖτος ἐπωλεῖτο 35 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν τότε, τώρα εἶνε διατετιμημένος εἰς 1.10. Ἀφίνω τὰς λοιπὰς λεπτομερείας τῆς φορολογίας τῶν γεωργικῶν προϊόντων: ὀπωρικῶν, σύκων, ἑσπεριδοειδῶν λαχανικῶν κλπ. Ἐξετέθησαν ἀρκετὰ αἱ λεπτομέρειαι αὗται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς. Κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν ἀνεπαρκῆ αὐτὴν φορολογίαν ἔχομεν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ ἐν Κρήτῃ τὸ σύστημα τῆς δεκάτης μὲ ποσοστὰ 8% διὰ τὴν Κρήτην, καὶ 9% διὰ τὰς ἄλλας Νέας Χώρας, ἀποδώσασαν κατὰ τὸ τρέχον ἔτος 1918 περὶ τὰ 27 ἑκατομμύρια. Ἀνεξαρτήτως τῆς μεγάλης αὐτῆς παραγωγικότητος τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἶνε ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὑφιστάμενον, ὡς πιέζον πολὺ τὸν γεωργόν. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἠκούσθησαν λόγοι εὔγλωττοι κατὰ τῆς δεκάτης μέχρι τοῦ 1880, χρονολογίαν τῆς καταργήσεως καὶ ἀντικαταστήσεως αὐτῆς διὰ τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων. Εἶνε κοινῶς γνωστὰ τὰ ἐλαττώματα τῆς φορολογίας ταύτης. Ἐφόσον κατὰ τὸ ἀρχαϊκὸν τοῦτο σύστημα εἰσπράττεται ποσοστὸν οὐχὶ μόνον ἐπὶ τῆς ἀληθοῦς προσόδου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον διατίθεται ὑπὸ τοῦ γεωργοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τοῦ σπόρου αὐτοῦ, εἶνε ἀδύνατον ἡ εἰς αὐτὸ ὑπαγομένη Χώρα νὰ ὀρθοποδήσῃ γεωργικῶς καὶ νὰ εὐδοκιμήσουν γεωργικαὶ ἐπιχειρήσεις βασιζόμεναι ἐπὶ ἐντατικῆς καλλιεργείας. Ἀλλ’ ἂν ἦτο τοὐλάχιστον σύστημα δίκαιον ἡ δεκάτη, σύστημα φορολογοῦν τὸν γεωργὸν ἀναλόγως τῆς γονιμότητος τῆς γῆς καὶ οὐχὶ ὁμοιομόρφως διά τε τὰς γονίμους καὶ πτωχὰς γαίας. Ἐπὶ πλέον τὸ σύστημα τῶν ἐνοικιαστῶν, τὸ ὁποῖον εἶνε ἀπαραίτητον διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτῆς, τὴν καθιστᾷ ἀνυπόφορον πληγὴν διὰ τοὺς γεωργούς μας. Οἱ σημερινοὶ ἐνοικιασταί, μὲ τὴν ἔντιμον ἐξαίρεσιν τῶν ἐνοικιαστῶν τῆς Κρήτης, εἶναι αὐτοὶ οὗτοι οἱ τρομοκρατήσαντες ἐπὶ πεντηκονταετίαν τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ἀποκληθέντες διὰ τοῦτο σπαχῆδες, αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι, διὰ τῆς ἐπεμβάσεώς των κάμνουν τοὺς γεωργοὺς νὰ πληρώνουν ὄχι μόνον τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα πράγματι εἰσπράττει τὸ δημόσιον, ἀλλὰ καὶ πρόσθετον σοβαρὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ κέρδος των. Δὲν διστάζομεν νὰ ἐλπίσωμεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος πλήρως ἀναγνωρίζει τὰς ἀτελείας τῆς φορολογίας ταύτης, θὰ θελήσῃ νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν φορολογικὴν μεταρρύθμισίν του ἢ καταργῶν ἢ—ἐὰν ἐμμείνῃ εἰς τὴν βαθμιαίαν κατάργησιν αὐτῆς ἐντὸς διετίας κατὰ τὴν διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου δοθεῖσαν ὑπόσχεσιν νὰ μετριάσῃ αὐτὴν ὑποβιβάζων τὸ εἰσπραττόμενον ποσοστὸν καὶ ἀπαλλάσσων τῆς φορολογίας τὸν σπόρον. Καὶ τώρα, κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ σᾶς ἀναπτύξω ἐν ὀλίγοις τὰς σκέψεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νέου συστήματος τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐπιτροπὴ διῃρέθη καὶ ὑπεστηρίχθησαν δύο γνῶμαι. Κατὰ τὴν μείζονα γνώμην συνιστᾶται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἔχει, δηλαδὴ θὰ ἐξελέγχηται ἡ καθαρὰ πρόσοδος τοῦ γεωργοῦ ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιδίδῃ ἐτησίως δήλωσιν εἰς τὰς κοινοτικὰς ἀρχάς, ἢ, ἂν δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο, θὰ δηλώνῃ ἁπλῶς τὸ σύνολον τῆς παραγωγῆς του. Αἱ κοινοτικαὶ ἀρχαί, κατὰ τὰ λεπτομερῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκτιθέμενα θὰ διαβιβάζωσι τὰς δηλώσεις εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων συντελεστῶν θὰ εὑρίσκῃ τὴν καθαρὰν πρόσοδον ἑκάστου καὶ θὰ ὁρίζῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου. Κατὰ τὴν ἥσσονα γνώμην προτιμητέον εἶνε τὸ σύστημα καθ’ ὃ φορολογεῖται χωριστὰ ἡ πρόσοδος τῆς γῆς καὶ χωριστὰ ἡ παραγωγή. Ἐπρότεινε δηλαδὴ ἡ μειοψηφία τὴν παραδοχὴν τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν Ἀγγλίᾳ, Γαλλίᾳ καὶ εἰς ἄλλας πολλὰς χώρας. Κατ’ αὐτὸ συντάσσονται πίνακες κατὰ κοινότητα ἐμφαίνοντες πόσας γαίας ἔχει ἕκαστος ἰδιοκτήτης, ὡς καὶ ποία εἶνε ἡ μισθωτικὴ ἀξία αὐτῶν. Ἐπὶ τῆς μισθωτικῆς αὐτῆς ἀξίας λαμβάνεται ἓν ποσοστὸν λόγῳ φόρου. Ἀκριβῶς ὅπως θὰ εἰσπράττεται ὁ φόρος τῶν ἐνοικιαζομένων γαιῶν.
§127Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Πῶς θὰ ἐξευρίσκωμεν τὴν πρόσοδον καὶ τὴν ἔκτασιν;
§128Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει δηλώσεων τῶν φορολογουμένων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐκτάσεις δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν σύστημα ἀνάλογον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προὐτείνετο ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου περὶ στρεμματικῆς φορολογίας Σωτηροπούλου, ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὸ 1885. Δηλ. διὰ δηλώσεων τῶν φορολογουμένων ἐξελεγχομένων διὰ τῶν βιβλίων τῶν μεταγραφῶν καὶ ἄλλων πληροφοριῶν. Σήμερον κατέπεσε πλέον ἡ πρόληψις ὅτι ἓν τοιοῦτο σύστημα δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἄνευ κτηματολογίου. Τὸ κτηματολόγιον ἔχει ὠφελιμότητα μόνον δικαστικῆς σημασίας πρὸς κατοχύρωσιν τῆς ἰδιοκτησίας. Φορολογικὴν ἀξίαν δὲν ἔχει. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξεύρεσιν τῆς μισθωτικῆς ἀξίας τῶν γαιῶν αὕτη θὰ ἐξευρεθῇ δι’ ἐκτιμήσεως. Μήπως δὲν θὰ συμβαίνει τὸ αὐτὸ διὰ τὰς αὐτοκατοικουμένας οἰκοδομάς; Διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ θὰ ἐξασφαλισθῶσι σοβαρὰ ἔσοδα, θὰ ἠδυνάμεθα δὲ νὰ προβῶμεν ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης. Ἔχομεν στατιστικὰς περὶ τῶν χρησιμοποιουμένων ἐκτάσεων τῆς Π. Ἑλλάδος, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 19 ἑκατομμύρια στρέμματα. Ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ὑπάρχουσι πλήρης λεπτομέρειαι. Δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν ἓν ποσοστόν, τὸ ὁποῖον κατὰ μέσον ὅρον νὰ μᾶς ἐπιφέρῃ 50 λεπτὰ κατὰ στρέμμα. Ὑπάρχουσι γαῖαι ὅπως οἱ λαχανόκηποι, οἱ ὁποῖοι ἐνοικιάζονται πρὸς 70–80 δραχμὰς κατὰ στρέμμα. Αἱ ἄμπελοι, οἱ συκεῶνες κλπ. ἐπίσης ἔχουσι ἱκανοποιητικὴν ἐνοικιαστικὴν ἀξίαν. Ὁ μέσος ὅρος 50 λεπτὰ εἶναι τὸ δυνάμενον νὰ ἐπιδιωχθῇ. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν προτείνω στρεμματικὴν φορολογίαν, ἁπλῶς θέλω νὰ κάμω ὑπολογισμὸν περὶ τοῦ τί δύναται νὰ ἀποδώσῃ μία φορολογία ἐπὶ τῆς ἐνοικιαστικῆς ἀξίας τῶν γαιῶν. Μολονότι δυστυχῶς δὲν διαθέτω στατιστικὴν καὶ διὰ τὰς νέας χώρας, δύναμαι μολαταῦτα νὰ ἰσχυρισθῶ, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουσι τουλάχιστον 30 ἑκατομμύρια χρησιμοποιουμένων γαιῶν, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀποδώσουν 15 ἑκατομμύρια ἐτησίως εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο τμῆμα τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς γεωργικῆς ἐπιχειρήσεως, δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν ἐπίσης τὸ ἐν Γαλλίᾳ ἰσχῦον σύστημα, καθὸ γεωργικὸν κέρδος μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίον εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς ἐνοικιαστικῆς ἀξίας. Ἡμεῖς θὰ ἠδυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν μέσον σύστημα. Διὰ καλλιεργείας μέχρι 200 στρεμμάτων νὰ δεχθῶμεν τὸ τεκμαρτὸν αὐτὸ γεωργικὸν κέρδος, διὰ τὰς ἀνωτέρας δὲ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ γενικὸν σύστημα τῆς δηλώσεως τῆς ἀληθοῦς προσόδου. Προσθέτω ὅτι τὸ αὐτὸ σύστημα ἰσχύει καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ ὅπου τὸ γεωργικὸν κέρδος τεκμαίρεται ὡς ἴσον πρὸς τὸ ⅓ τῆς ἐνοικιαστικῆς ἀξίας, συνεισπράττεται δὲ καὶ τὸ Land tax ἤτοι ὁ φόρος τῆς γῆς.
§129Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ φωτισθῶ ἐπὶ τοῦ λεγομένου μέρους τοῦ ἀναλυτικοῦ, διότι οὔτε ἐκ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς κατώρθωσα νὰ φωτισθῶ, οὔτε ἐκ τῆς προφορικῆς ἀναπτύξεώς μας. Ἤθελον νὰ μάθω ποία εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑφισταμένην ἤδη φορολογίαν ἔν τε τῇ Παλαιᾷ καὶ τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὅταν τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη, διετηρεῖτο ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὅπως διετηρεῖτο καὶ ὁ φόρος τῆς δεκάτης ἐν ταῖς Νέαις Χώραις διὰ τροπολογίας, ἡ ὁποία εἰσήχθη εἰς τὸ νομοσχέδιον ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὁ ὁποῖος ἀπέφερεν ὀλιγώτερα τοῦ ἑκατομμυρίου καταργεῖται· ὁ φόρος τῆς δεκάτης, ὁ ὁποῖος ἐβεβαιώθη κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος ἀνερχόμενος εἰς 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια ὁ φόρος διατηρεῖται; Αὐτὴ ἡ φορολογία καταργεῖται τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διατηρεῖται μία φορολογία 25.000.000 καὶ ἐπὶ τῶν αὐτῶν ἐπιχειρήσεων ἐφαρμόζεται ἡ νέα φορολογία καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ εἰς τὴν Νέαν. Ἤθελον λοιπὸν, νὰ φωτισθῶ κατὰ τοῦτο, τὶ φρονεῖτε, ὅτι δύναται νὰ συντρέχῃ ἡ φορολογία τῆς δεκάτης μετὰ τῆς νέας φορολογίας τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων, δοθέντος ὅτι κατὰ τὴν πρώτην ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ὁ νόμος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καταργεῖται, διατηρεῖται δὲ ἡ δεκάτη;
§130Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κύριε βουλευτά, ἀντὶ νὰ ἐρωτᾶτε περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε τὸ εἰς χεῖρας σας νομοσχέδιον. Ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀναπτύξω ὅλας τὰς λεπτομερείας ἔπρεπε νὰ καταπονήσω πολὺ τὴν Βουλήν.
§131Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους αὐτοῦ σημείου ἔχομεν τὴν νέαν φορολογίαν καὶ τὴν ἄλλην φορολογίαν;
§132Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Εἶπον πρὸ μικροῦ. Ἡ πρόθεσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ καταργήσῃ τὴν δεκάτην, ἀφομοιοῦσα τὴν φορολογίαν καθ’ ὅλον τὸ κράτος. Ἀλλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ προβῇ εἰς τοῦτο ἀφοῦ ἀποκατασταθῇ ὁ νέος μηχανισμός. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ὁ νέος φόρος θὰ βεβαιοῦται εἰς τὰς νέας χώρας. Ἐπειδὴ ὅμως ἐξ ἄλλου θὰ εἰσπράττηται καὶ ἡ δεκάτη, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς διπλῆς φορολογίας τὸ ποσὸν τὸ πληρονόμενον διὰ τῆς δεκάτης θὰ ἐκπίπτηται ἐκ τοῦ νέου φόρου. Ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται ἡ δεκάτη ὁ καταβάλλων αὐτὴν θὰ λαμβάνῃ ἀπόδειξιν τοῦ ἐνοικιαστοῦ, τὴν ἀπόδειξιν δὲ αὐτὴν θὰ δίδῃ εἰς τὸ ταμεῖον πρὸς πληρωμὴν μέχρι συμψηφισμοῦ τοῦ ποσοῦ τοῦ νέου φόρου.
§133Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὡς γνωρίζει ὁ κ. βουλευτὴς, εἶχε δοθῇ ἀφορμὴ νὰ συζητήσω μετ’ ἀξιοτίμων συναδέλφων τῶν νέων χωρῶν, ἐν τῇ δεδομένῃ δὲ στιγμῇ θὰ προβῇ εἰς δηλώσεις σχετικὰς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§134Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Μάλιστα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδὲν πλέον ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ καταπονήσω ὑμᾶς περισσότερον. Θὰ ἀρκεσθῶ νὰ προσθέσω δύο μόνον λέξεις ἐπὶ τῆς βεβαιώσεως τοῦ νέου φόρου. Εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ἕκαστος φορολογούμενος ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλῃ ἐμπρόθεσμον δήλωσιν ὑποκείμενος ἄλλως εἰς πρόστιμα ἢ προσαυξήσεις τοῦ φόρου. Ἡ δήλωσις αὕτη θὰ ἐλέγχεται ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἐπὶ τῇ βάσει παντὸς ὠφελίμου στοιχείου τὸ ὁποῖον αὐτὸς διαθέτει ἢ τὸ ὁποῖον ὁ φορολογούμενος θὰ ὑποχρεοῦται νὰ προσαγάγῃ. Ἀρνούμενος ὁ φορολογούμενος οὗτος νὰ δώσῃ τὰ στοιχεῖα ταῦτα ἢ ἀποκρύπτων τὸ ὅλον ἢ μέρος μέχρι 20% τῆς προσόδου του ὑπόκειται εἰς ποινικὴν δίωξιν μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τῆς ἐκδικαστικῆς ἐπιτροπῆς. Κατόπιν τῆς διαδικασίας ταύτης ὁ φορολογούμενος θὰ ἐγγράφηται εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, ἀποσπάσματα τῶν ὁποίων κοινοποιεῖται εἰς αὐτόν. Προσφυγὴ ἐν ᾗ περιπτώσει διαφωνεῖ πρὸς τὸ βεβαιωθὲν οὕτω ποσὸν τῆς προσόδου, ἔχει ὁ φορολογούμενος ἐνώπιον τῆς ἐκδικαστικῆς ἐπιτροπῆς ἑδρευούσης εἰς τὴν ἕδραν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν, ἢ ἄλλου δικαστικοῦ ἀναπληρωτοῦ ὡς προέδρου, ἑνὸς οἰκονομικοῦ ὑπαλλήλου καὶ ἑνὸς μέλους λαμβανομένου ἐκ τῶν ἐπαγγελματικῶν τάξεων. Τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης δύναται νὰ ἐγκαλέσῃ ὁ φορολογούμενος ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεώς της ἐνώπιον τῆς ἐπὶ τῶν ἐφέσεων ἐπιτροπῆς, ἑδρευούσης ἐν Ἀθήναις καὶ ἀποτελουμένης ἐκ πέντε μελῶν: τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου, τῶν διευθυντῶν τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δύο μελῶν λαμβανομένων ἐκ τῶν τραπεζιτῶν, ἐμπόρων καὶ βιομηχάνων. Αὐτὴ εἶναι κύριοι βουλευταί, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ ἐπιδιωκομένη φορολογικὴ μεταρρύθμισις. Ἄλλοι λαοὶ ἠγωνίσθησαν ἐπὶ ἔτη μακρὰ διὰ νὰ ἀποκτήσουν ὁμοίαν δημοκρατικὴν μεταρρύθμισιν. Παρ’ ἡμῖν τίθεται εἰς ἐνέργειαν, ὡς ἀποτελοῦσα κεφάλαιον ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων τοῦ κόμματος τῶν φιλελευθέρων. Ἀκούονται καὶ παρ’ ἡμῖν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἐπιτυχίας αὐτῆς ἐν τῇ ἐκτελέσει, δι’ οὓς λόγους εἶπον ἐν ἀρχῇ, ἀλλὰ ποῦ δὲν ἠκούσθησαν ὅμοιοι δισταγμοί; Καὶ ἐν τούτοις ἐπέτυχεν ἡ φορολογία αὕτη εἰς ἄλλα Κράτη, κατανικηθεισῶν ὅλων τῶν δυσκολιῶν. Ἡμεῖς ἔχομεν προσθέτους λόγους νὰ πιστεύσωμεν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν, ἔχομεν τὴν πεῖραν τὴν κεκτημένην ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἄλλων, τὰς παρατηρήσεις τῶν προηγηθέντων ἐν τῇ μεταρρυθμίσει, τὰς γνώμας τῶν ἐπιστημόνων αἵτινες ἤδη ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦτο ἀπετέλεσαν ὀγκώδη βιβλιοθήκην, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπεδεδειγμένην ἰσχυρὰν θέλησιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Κύριοι, θὰ δυνάμεθα νὰ καυχώμεθα ἐὰν ριζώσῃ καὶ εὐδοκιμήσῃ παρ’ ἡμῖν τὸ ψηφιζόμενον σύστημα· ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ τοῦτο πρέπει ἄγρυπνος καὶ εὔνους νὰ παρακολουθῇ ἡ κοινὴ γνώμη. Οἱ τίμιοι ἄνθρωποι ἔχουν ὄχι μόνον καθῆκον, ἀλλὰ καὶ συμφέρον νὰ ἔρχωνται ἀρωγοὶ εἰς τὸ ἔργον τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν. Πάντες ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δημιουργήσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην. (Χειροκροτήματα).
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§136Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, κύριοι συνάδελφοι νὰ ἐξετάσω τὸ νομοσχέδιον ἐν συνδοιασμῷ καὶ πρὸς τὸ μετὰ τοῦτο ἐρχόμενον πρὸς συζήτησιν νομοσχέδιον τῆς αὐτομάτου ὑπερτιμήσεως τῶν οἰκοδομῶν καὶ γενικώτερον ὀλίγον πρὸς τὴν ἐν γένει οἰκονομικὴν κατάστασιν, οἰκονομικὴν πολιτικήν. Τὸ νομοσχέδιον συνεπῶς προτίθεται νὰ θεραπεύσῃ δύο ἀνάγκας κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸν κυρίως ταμιευτικὸν σκοπὸν τῆς φορολογίας τῶν διαφυγόντων προσόδων καὶ ἀτόμων καὶ δεύτερον τὸν δημοσιονομικὸν σκοπὸν τῆς καταργήσεως τῆς κειμένης φορολογίας καὶ τῆς ἀφομοιώσεως ταύτης κατά τε φόρους καὶ κατὰ τόκους. Ἐν πρώτοις θὰ ἐξετάσωμεν τὰ τῆς ταμιευτικῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι, διερχόμεθα ἐποχὴν μεταβατικήν, ἐποχὴν δὲ τελείως ἐξαιρετικήν, ἕνεκα τῶν γεγονότων ὑπὸ τῶν ὁποίων διέπεται ὁ κόσμος ἀπὸ τεσσάρων ἐτῶν, ἡ μεταβατικὴ αὕτη ἐποχὴ καὶ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις γεννῶσι δύο φύσεις ἀναγκῶν οἰκονομικὰς ἢ μᾶλλον ἀνάγκας τοῦ Δημοσίου ταμείου, τὰς ἀνάγκας τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν μεγάλων δαπανῶν ὑπὸ τῶν ὁποίων βαρύνεται τὸ Κράτος, ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν γεγονότων καὶ τῆς ἐξωτερικῆς αὐτοῦ πολιτικῆς καὶ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀναγκῶν κατὰ τὴν μακρὰν εἰρηνικὴν περίοδον, ἥτις θὰ ἐπακολουθήσῃ κατ’ ἀνάγκην, ἀλλὰ καὶ ἐκ τοῦ ὄγκου τῶν οἰκονομικῶν ἐξόδων, τὸν ὁποῖον προεκάλεσαν αἱ ἐξωτερικαὶ περιστάσεις. Προκειμένου περὶ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν καθαρῶς πολεμικῶν ἀναγκῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος ἐν Ἑλλάδι, ὡς δὲν ἔγινεν οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου λόγος, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἅπασαι αὐταὶ αἱ ἀνάγκαι νὰ ἀντιμετωπισθῶσι διὰ φορολογιῶν κανονικῶν, φορολογιῶν παγίων· ἁπανταχοῦ προσέφυγαν εἰς τρία συστήματα ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀναγκῶν τούτων. Πρῶτον εἰς τὸ σύστημα τῆς φορολογίας ἐκείνων τῶν προσόδων, αἵτινες ἀπέρρευσαν ἐκ τῆς περιστάσεως τῆς προκυψάσης ἐκ τῶν γεγονότων τούτων τῶν ἐξαιρετικῶν, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο λέγεται φορολογία τῶν ἐκτάκτων κερδῶν τοῦ πολέμου, διότι ἐκρίθη δίκαιον ὅτι οἱ ἐκ τῶν δυστυχιῶν τῶν ἄλλων κερδίσαντες καὶ γενικῶς ἐκ τῶν περιπετειῶν τῶν Κρατῶν κερδίσαντες ὀφείλουσι νὰ παράσχωσι τὴν εἰσφοράν των, γενναίαν εἰσφοράν, ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Δεύτερον μέσον ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀναγκῶν τούτων, ὑπῆρξεν ἡ προσωρινὴ αὔξησις τῶν δημοσίων προσόδων τῶν κειμένων. Τρίτον μέσον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ μάλιστα καὶ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ μέλλοντος, εἶναι ἡ πρυσφυγὴ εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν· ὅλοι δὲ οἱ ἀποβλέψαντες εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν προσέφυγον εἰς ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν δανειακὴν πολιτικὴν ἀπὸ ἀπόψεως δανεισμοῦ χρυσοῦ ἢ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιβολῆς ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας. Προκειμένου καὶ ἡμεῖς νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς ἀνάγκας τὰς πολεμικὰς προσεφύγομεν εἰς τὴν δημοσίαν πίστιν καὶ προσεφύγομεν ἐν τῇ ὀρθῇ ἐκτιμήσει τοῦ χρησίμου μέσου, προσεφύγομεν διὰ τοῦ ψηφισθέντος νομοσχεδίου καὶ δι’ ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν εἰς ἄλλην Σύνοδον εἰς προσωρινὰς αὐξήσεις τῶν κειμένων φορολογικῶν νόμων. Σήμερον προσφεύγομεν εἰς τὸ μέσον τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου. Τὸ μέσον τοῦτο δύναται μᾶλλον νὰ ἀναχθῇ εἰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσι διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν μελλουσῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους ἢ μᾶλλον τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν βαρῶν τῶν Προϋπολογισμῶν τῶν μεταπολεμικῶν. Ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι αἱ μεταπολεμικαί, κύριοι; Προϋπολογισμόν, ὑπολογισμὸν πραγματικὸν καὶ τελείως ἀκριβῆ οὐδεὶς δύναται ἐν τῷ παρόντι νὰ κάμῃ, ὑποθέτω δὲ οὔτε καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μεθ’ ὅλας δὲ τὰς μελέτας, εἰς τὰς ὁποίας ἐξ ὑποχρεώσεως τῆς θέσεως αὐτοῦ προέβη, δὲν θὰ εἶνε εἰς θέσιν ἀπὸ τοῦδε, ἵνα ἀνακοινώσῃ τὸν ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ πρώτου μεταπολεμικοῦ ἔτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτοῦ ἐπὶ τῶν συμπληρωματικῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀνέφερε προσδοκώμενον ἔλλειμμα 100.000.000 διὰ δύο ἔτη.
§137Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Περίπου.
§138Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ τόκος τῶν νέων βαρῶν, τὰ ὁποῖα προσετέθησαν, ὁ ὁποῖος ἀνέρχεται εἰς 90.000.000 κατ’ ἔτος, θὰ πληρωθῇ, ὑποθέτω, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς εἶναι μᾶλλον ἐπιεικής, διότι προχείρως εὑρίσκω ὅτι τὰ σημερινὰ ἔξοδα τοῦ δημοσίου χρέους ἀνέρχονται εἰς 67.500.000 διὰ τόκον καὶ χρεωλύσιον· ἂν προστεθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ νέου χρέους ἐξ 90.000.0000 φθάνομεν εἰς 157.000.000 καὶ 14.500.000 ποὺ εἶναι αἱ συντάξεις, φθάνομεν ἐξ αὐτῶν τῶν κονδυλίων εἰς 172.000.000 καθαρῶν δαπανῶν, αἱ συντάξεις δὲ θὰ αὐξηθοῦν, διότι δὲν εἶναι ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπ)σμοῦ αἱ ὁποῖαι βαίνουσι πρὸς ἐλάττωσιν, ἀλλ’ ἐκ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι βαίνουσι πρὸς αὔξησιν, εἶπον δέ, ὅτι λόγῳ τῶν εἰδικῶν περιστάσεων ὅταν θὰ γίνῃ ἡ ἐκκαθάρισις τῶν παθόντων στρατιωτικῶν ἡ αὔξησις θὰ εἶναι ἁλματική, χωρὶς νὰ δύναταί τις νὰ παραπονεθῇ διότι ἡ αὔξησις αὐτὴ εἶναι ὑποχρέωσις τῆς πολιτείας πρὸς τοὺς παθόντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ αὐτῆς, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ δαπάνη φθάνει εἰς 172.000.000. Ἀφ’ ἑτέρου τὰ ὑπολογιζόμενα τοῦ ἐφετεινοῦ Προϋπολογισμοῦ μὲ τὰς προσθήκας τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέρχονται εἰς 318.000.000 τὰ πραγματικὰ τακτικὰ ἔξοδα, τὰ πραγματικὰ ἔκτακτα ἔξοδα μετὰ τῶν προσθηκῶν των εἰς 205.000.000, ἐκ τῆς κινήσεως τῶν κεφαλαίων τὰ τακτικὰ εἰς 200.000.000 ἐν συνόλῳ, δηλαδή, εἰς 405.000.000. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς μεταπολεμικῆς ἐποχῆς ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου θὰ ἀφαιρεθῶσι βεβαίως τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦν τὴν φορολογίαν τῶν ἐκτάκτων κερδῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν ἐποχὴν νὰ ἀποδίδουν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἀπέδωκαν κατὰ τοὺς πολεμικοὺς χρόνους· εἶναι δὲ τὰ ποσὰ αὐτὰ περὶ τὰ 67.000.000 συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς εἰσπράξεως ἐκ τῆς καθ’ ὑπερτίμησιν ἐκποιήσεως τῶν ἀτμοπλοίων, ἀφ’ ἑτέρου θὰ ὑπάρξῃ μείωσις ἀποδόσεων ἐσόδων τινῶν, ὡς εἶναι τὸ ἔσοδον τῆς σμύριδος, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει 4.000.000 λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ προϊόντος· ἐπίσης καὶ ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου τῆς δεκάτης τῶν Νέων Χωρῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι 25.000.000 εἰς ἐποχάς, καθ’ ἃς αἱ τιμαὶ ὅλων τῶν εἰδῶν θὰ ἐπαναχθῶσιν, ἂν ὄχι εἰς κανονικὴν καὶ φυσιολογικὴν κατάστασιν, ἀλλὰ περίπου εἰς αὐτὴν, διότι βεβαίως ἡ κανονικὴ κατάστασις δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἀποτόμως. Ὑπολογίζω, λοιπόν, ὅτι βεβαίως ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἄνευ τῆς προσθήκης νέων βαρῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐψηφισμένων φόρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται αἱ προβλέψεις, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς αὐξομειώσεων τῶν φόρων, ὁ προϋπολογισμὸς θὰ φθάσῃ εἰς ὁλικὸν ἄθροισμα....
§139Ν. ΞΗΡΟΣ. Αὐτοὶ οἱ ὑπολογισμοὶ γίνονται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος Κράτους;
§140Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ φθάσω εἰς αὐτό. Βεβαίως περὶ αὐτοῦ πρόκειται· δὲν πιστεύω νὰ θέλετε νὰ κάμω προϋπολογισμοὺς ἐπὶ τοῦ Κράτους τοῦ μέλλοντος.
§141Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἀσφαλεῖς αὐτοὶ οἱ προϋπολογισμοί, διότι, ἐλπίζω, ὅτι τὸ Κράτος δὲν θὰ μείνῃ τὸ σημερινόν.
§142Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅταν ὁμιλῶ, λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὰς περιστάσεις ὅλας. Σήμερον στηρίζομαι εἰς ὑπολογισμοὺς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κράτους τοῦ ὑπάρχοντος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σήμερον κειμένων φόρων, χωρὶς νὰ ὑπολογισθῇ ὁ φόρος τοῦ νομοσχεδίου τοῦ σημερινοῦ, ὁ ὁποῖος ὅμως κατὰ τοὺς γενομένους ὑπολογισμοὺς ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου—διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀκριβὴς ὑπολογισμὸς ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως στατιστικῶν πινάκων—προσδοκᾶται ὅτι θὰ δώσῃ αὔξησιν 6–7 000.000, καὶ ἄλλα 3.000.000 ἐκ τοῦ φόρου οἰκοδομῶν, ἐν ὅλῳ 10.000.000. Λοιπὸν λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει μιᾶς ἐξαιρετικῆς ἀποδόσεως ἐσόδων 360.000.000 καὶ τῶν ἀπαραιτήτων δαπανῶν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους καὶ τῶν συντάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 152.000.000, κατὰ μέσον ὅρον μᾶς μένει ὑπόλοιπον διὰ τὴν διοίκησιν ὅλων τῶν Ὑπουργείων τὸ ποσὸν τῶν 190.000.000 μέχρι 200.000.000. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 200.000.000 εἶναι τελείως ἀνεπαρκὲς, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν Ὑπουργείων, μολονότι βεβαίως κατὰ τὴν μεταπολεμικὴν ἐποχὴν δὲν εἶναι εἰς ἐγγραφάς, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐγγραφαὶ ἄδηλοι. Εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ λειτουργῇ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Περιθάλψεως λόγῳ τῶν δαπανῶν τοῦ κέντρου καὶ τῆς ὑπηρεσίας, ὄχι ἐκ τῶν κονδυλίων τῆς περιθάλψεως, ἀλλ’ ὡς Ὑπουργεῖον, ὡς ἐπίσης μετὰ χρονικόν τι διάστημα θὰ παύσῃ λειτουργοῦν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ὅταν ἐκλείψῃ ἡ ἀνάγκη ἡ ἐπισιτιστική. Λοιπὸν μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν δαπανῶν τῶν δύο Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα, ὡς πάντοτε ἐκρίθησαν τοιαῦτα, εἶναι προσωρινῆς μορφῆς, τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα μὲ τὸν ὄγκον τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ ἀνάγκη τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, ἐκ τῆς ἐκτελέσεως παραγωγικῶν ἔργων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσι διὰ τοῦ περισσεύματος τῶν ἐσόδων τῶν 200.000.000. Τούτου ἕνεκα, κύριοι, εἶναι ἠναγκασμένον τὸ Κράτος νὰ ἀντιμετωπίσῃ πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς αὐξήσεως τῶν πόρων αὐτοῦ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προβλέπει, ὅτι ἐπὶ μίαν διετίαν δὲν θὰ ὑπάρξῃ κίνδυνος τῆς ἰσοζυγίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθόσον, ὡς ἐλπίζει....
§143Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πιθανῶς.
§144Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὡς ἐλπίζει, λέγω,—αἱ προβλέψεις πάντοτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι βεβαιώσεις,—προβλέπει, λέγω, ὡς ἐλπίζει, τὴν ἐξακολούθησιν ἐπὶ διετίαν τοῦ μηχανισμοῦ τοῦ δημοσίου χρέους τοῦ καθορισθέντος διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τῶν 750.000.000. Κατὰ τὸν μηχανισμὸν τοῦτον τὸ δημόσιον χρέος δὲν προκαλεῖ βάρος ὑπηρεσίας τόκου καὶ χρεωλυσίου εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Κατὰ συνέπειαν θὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τὸ ποσὸν τῶν 90.000.000, ὅταν δὲ τοῦτο λείψῃ, βεβαίως ἡ ἰσοζύγισις ἐπέρχεται, τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι ἐγένοντο αἱ ἀναγκαῖαι προβλέψεις τῶν μετὰ διετίαν συμβησομένων. Ἀλλ’ ἐπίσης τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ ἀποφυγὴ τῆς δαπάνης τῶν 90.000.000, ἐὰν συνετελεσθῇ, δὲν θέλει ἀντιμετωπισθῆ δι’ ἄλλων ζημιῶν εἰς τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν τοῦ Κράτους, διότι, χωρὶς νὰ ἐπαναλάβω ὅσα συνεζητήθησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς συμβάσεως τῶν 750.000.000, ὅλος ὁ μηχανισμὸς τοῦ δανείου, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι ἦτο ὑποχρεωτικός, ὅλος ὁ μηχανισμὸς οὗτος ἔφερεν, ὡς συμπέρασμα ὅτι τὸ χαρτονόμισμα ἐν Ἑλλάδι ἔλαβε τὴν μορφὴν ἀναγκαστικῆς κυκλοφορίας καὶ ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα ὅλας τὰς συνεπείας τὰς ἐλαττωματικάς, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ ἀναγκαστικὴ κυκλοφορία τοῦ χαρτονομίσματος. Συνέπεια τούτου εἶναι, ὅτι τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα διὰ τὸν δημόσιον προϋπολογισμὸν θέλει παράσχῃ ἡ ἀποφυγὴ τῆς ἐτησίας ὑπηρεσίας τοῦ δανείου τῶν 750.000.000 ἀνερχομένης εἰς 90.000.000, θὰ ἰσοφαρίσουν αἱ ζημίαι αἱ κοινωνικαί, τὰς ὁποίας θὰ προκαλέσῃ ἡ παράτασις πληθωρικοῦ χαρτονομίσματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐκ τοῦ νόμου τὴν ἄμεσον εὐκολίαν τῆς ἀνταλλαγῆς εἰς αὐτούσιον χρυσόν. Ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα ἐπίσης τῆς ἐλπίδος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπὶ διετίαν ἴσως θέλει κατορθωθῇ νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὕτη ἀπὸ δημοσίας διαχειρίσεως, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ ἐνθαρρύνω καὶ ἐγὼ τὴν ἐλπίδα τὴν Ὑπουργικήν. Διότι τὸ συνάλλαγμα τὸ ἐξωτερικόν, τὸ ὁποῖον ἀντικρύζει σήμερον τὸ κυκλοφοροῦν πληθωρικὸν χαρτονόμισμα, ἀπετέλεσε κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀντικατέστησε κατὰ τὸ πλεῖστον τὸ κινούμενον ἐμπόριον τὸ παραγωγικόν. Γινώσκομεν, ὅτι τὸ συνάλλαγμα τὸ ἐξωτερικὸν εἶναι τὸ ἀποταμίευμα ἐξ ἐκποιήσεως περιουσιῶν, εἶναι τὸ κεφάλαιον τῶν ἐφοπλιστῶν, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ πλοῖα καὶ εἶναι ἀνάγκη χάριν τῆς ἐθνικῆς κινήσεως καὶ τῶν συγκοινωνιῶν καὶ τοῦ ἐπισιτισμοῦ καὶ τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας, εἶναι ἀνάγκη, ἵνα τὸ κεφάλαιον τοῦτο ὅσον τὸ δυνατὸν ἀποσυρθῇ, ἵνα πραγματοποιηθῇ εἰς νέα πλοῖα. Ἀκριβῶς δὲ ἡ Κυβέρνησις προκειμένου περὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου θὰ εὑρεθῇ εἰς δυσχερῆ θέσιν παρὰ τὴν ἐλπίδα, τὴν ὁποίαν ἐκφράζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν θὰ πάθῃ τὴν ἀβαρίαν, τὴν ὁποίαν ἐβεβαίωσεν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ ἔχῃ νὰ ἐκτελέσῃ πᾶσαν ἐργασίαν ἔντονον, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν ταχυτέραν διάθεσιν τοῦ κεφαλαίου τούτου πρὸς ἀπόκτησιν ἐκείνων τῶν ὀργάνων τῆς ἐθνικῆς κινήσεως, τὰ ὁποῖα ἐξέλιπον, εἴτε ἐκ τῶν τορπιλλισμῶν, εἴτε ἐκ ναυαγίων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν ἐφοπλιστικῶν κεφαλαίων, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως πλείστων ἄλλων πραγμάτων τῆς κινήσεως τῆς ἐμπορικῆς. Ὅλοι γινώσκομεν, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἔτι μηνῶν ἡ ἐμπορικὴ κίνησις ἐσταμάτησεν ὅλα τὰ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐξαχθέντα χρήματα, εἴτε ἐξ ἐκποιήσεως περιουσιῶν, εἴτε πρὸς ἀγορὰν ἐμπορευμάτων μὴ ἐλθόντων εἰσέτι ἐδῶ, ἔχουν συγκεντρωθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ἐν τῷ συνόλῳ λοιπὸν τὸ κεφάλαιον τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ κέρδος καθαρόν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ τὴν ἀνταλλαγὴν κερδῶν ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ παραστῇ ἀνάγκη ν’ ἀντικατασταθῶσι διὰ τοῦ χρήματος τούτου. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ αἰσιοδοξήσῃ τις, ὅτι κατὰ τὴν διετίαν αὐτὴν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς δαπάνας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου δανείου, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐθνικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουσιν, ἵνα γίνωσιν ἐκεῖνα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα θὰ γεννήσωσι τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἐξόδων τούτων. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα πῶς θὰ ἀντιμετωπισθῶσι τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προβλέπει ἐλπιδοφόρως, ὅτι δὲν θὰ ἐπιβαρύνωσιν ἡμᾶς κατὰ τὴν διετίαν αὐτήν, ἐγὼ δὲ ἐκφράζω τὸν ἐνδοιασμόν, ὅτι μετ’ ἓν ἔτος θὰ ἀρχίσουν νὰ μᾶς ἐπιβαρύνουν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκφράσω διαφόρους σκέψεις. Καὶ ἐν πρώτοις ἔρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Ξηρός, τίς ὑπέστη σήμερον τὰ βάρη; Ὑπέστη τὰ βάρη ἢ μᾶλλον ἐσώρευσε τὰ βάρη ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἀφ’ οὗ ἠγωνίσθη ὑπὲρ τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος πρὸς ἀπολύτρωσιν ἀδελφῶν, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος! Συνεκόμισε τὰ βάρη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀγωνιζόμενος ὑπὲρ ἐκείνου τοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον διεγράφη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως αὐτῆς. Γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Τὰς συνεπείας τῶν βαρῶν τούτων εἶναι ὀρθὸν, ἵνα τὰς φέρῃ εἰς τοὺς ὤμους αὑτοῦ αὐτὸς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ὑπέστη καὶ ὅλας τὰς θυσίας; Καὶ διατὶ δὲν εἶναι ὀρθόν, ἵνα ἀναμείνωμεν καὶ ἴδωμεν τὴν ἀπόφασιν τοῦ διεθνοῦς συνεδρίου, ὅπως τότε μέρος τῶν βαρῶν τούτων ρίψωμεν καὶ ἐπὶ τῶν ὤμων ἐκείνων τῶν ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ τύχωσι τῆς ἐλευθερίας; Τοῦτο συνέβη καὶ ὅταν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος μετὰ τοὺς εὐτυχεῖς Βαλκανικοὺς πολέμους ἡ Κρήτη, ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος, αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου. Ὅλαι ἐκεῖναι αἱ χῶραι, αἱ ὁποῖαι προσετέθησαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, συνεισέφερον καὶ πλέον ἔτι, διετήρησαν καὶ τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον διεῖπεν αὐτὰς καὶ ἀπεδέχθησαν ἀγογγύστως τὴν ἀντιμετώπισιν ἐν ἀναλογίᾳ ὅλων ἐκείνων τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα ἡ ἀπελευθερωτικὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους ἐσώρευσεν ἐπὶ τῆς ράχεως αὐτῶν. Λοιπὸν φρονῶ, ὅτι πολιτικὴ ἀντιμετωπίσεως τῶν μεταπολεμικῶν βαρῶν .......
§145ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψει ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας τῆς Ἑλλάδος νὰ τὰς ὑποστοῦν καὶ οἱ ἡττημένοι;
§146Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ συμβῇ αὐτό, ἀλλ’ αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν μέχρι τοῦδε εἶναι ἀρχαὶ οὐχὶ ζητήσεως πολεμικῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὰς ζημίας τῶν κρατῶν τὰς πολεμικάς, ἀλλ’ ἀρχαὶ τῶν πολεμικῶν ἀποζημιώσεων διὰ τὰ δυστυχήματα τῶν ἀτόμων. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Ἀμερικανικῆς Κυβερνήσεως καὶ αἵτινες ἐμφανῶς ἐγένοντο δεκταὶ ὑφ’ ὅλων τῶν ἐμπολέμων. Ἐὰν θέλῃ πρυτανεύσῃ ἡ ἀρχὴ ὅτι οἱ ἡττημένοι θέλουν πληρώσῃ ἀποζημιώσεις, ἀναμφισβητήτως προστίθεται ἕνα ἐπιχείρημα εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀνέπτυξα ὅτι ἡ ἀντιμετώπισις τῶν μεταπολεμικῶν δαπανῶν εἶναι ὀρθότερον νὰ μελετηθῇ διὰ μακρόν τι χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ εὑρισκόμεθα ἐν πλήρει γνώσει τῆς τε αὐξήσεως τοῦ Κράτους κατὰ πληθυσμὸν καὶ κατὰ πλουτολογικὴν δύναμιν καὶ συγχρόνως τοῦ τρόπου τοῦ καταλογισμοῦ τῶν ἀποζημιώσεων τῶν διεθνῶν.
§147Ν. ΞΗΡΟΣ. Τῶν φρονίμων τὰ παιδιὰ πρὶν πεινάσουν μαγειρεύουν.
§148Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἄ, σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ξηρέ, ἐλπίζω ὅτι τὴν φρόνησιν τοὐλάχιστον ἔχομεν ἴσην.
§149Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν τὸ ξεύρω αὐτό, ὅταν κηρύττεσθε ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου.
§150Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν τὸ ξέρετε αὐτό, ἀφῆστε νὰ τελειώσω.
§151Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σᾶς ὅτι εἶναι πιθανὸν μία μεγέθυνσις νὰ μᾶς ἐπιφέρει καὶ νέα βάρη. Μὴ λησμονεῖτε τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ 1912–1913.
§152Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν λησμονῶ τὰς διαπραγματεύσεις αὐτάς. Δὲν λησμονῶ ὅτι ἐπρόκειτο τότε περὶ διακανονισμοῦ τοῦ δημοσίου Ὀθωμανικοῦ χρέους κατ’ ἀναλογίαν τῶν προσκυρώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καθ’ ἕκαστον Βαλκανικὸν κράτος. Ὑποθέτω ὅτι σήμερον διὰ δευτέραν φορὰν ἀκόμη μετασχόντες τοῦ πολέμου, δὲν θὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ ὑποστῶμεν μερισμὸν βαρῶν διὰ τοὺς πολέμους ἐκείνους. Τουλάχιστον τοῦτο θέλει ἀναγνωρισθῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὡς εἶδος πολεμικῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ δὲν ἀποκρύπτω καὶ τὸν φόβον ὅτι ἐκεῖνα τὰ βάρη τὰ οἰκονομικὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἦσαν βάρη ὑπ’ ἐγγύησιν καὶ ἐξησφαλισμένα διὰ διεθνοῦς ἐλέγχου, δὲν ἀποκρύπτω ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν θέλει λυθῆ διὰ τῆς γενικῆς ἀρχῆς ὅτι πρέπει οἱ ἡττημένοι νὰ πληρώσουν ἀποζημίωσιν, ἔστω καὶ διὰ παρελθόντα πόλεμον, ἀλλὰ πάντως ὅτι θὰ ζητηθῇ ἡ ἐξασφάλισις τῶν ξένων δανειστῶν καὶ θὰ εἶναι δύσκολον ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὰς Συμμάχους Δυνάμεις τὴν ἀνάληψιν ὑποχρεώσεων πρὸς πληρωμὴν ἐκείνων τῶν δανειστῶν, οἵτινες τυγχάνουσιν νὰ εἶναι ὑπήκοοί των. Ἀλλ’ ἐννοεῖται ἂν ὑπάρχει αὐτὸς ὁ φόβος ὑπάρχει καὶ ἡ ἐλπὶς ἡ ἐκ τῆς αὐξήσεως καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι προκειμένου γενικῶς περὶ καθορισμοῦ ἐκείνων τῶν προσόδων αἵτινες καλοῦνται νὰ ἀντικρίσουν τὰ βάρη τῆς μεταπολεμικῆς τοῦ Κράτους ἐποχῆς, θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν τελευταίαν μορφὴν τοῦ Κράτους. Ἕτερον ζήτημα οὐσιωδέστερον ἐπίσης εἶναι τὸ ποῖος εἶναι ὁ μεγαλείτερος ὄγκος τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν ἐπικίνδυνον. Ὁ μεγαλείτερος ὄγκος τῶν βαρῶν εἶναι ὁ ὄγκος τοῦ δημοσίου χρέους· διότι ἀκριβῶς, ὡς ἀνέφερα, τὸ δημόσιον χρέος ἀπαιτεῖ ὑπηρεσίαν διὰ τόκους καὶ χρεωλύσιον 160 ἑκατομμυρίων ἐτησίως. Τὸ ζήτημα τοῦ δημοσίου χρέους ὄχι μόνον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δι’ ὅλα τὰ κράτη τὰ ἐμπόλεμα, εἶχε λάβη μορφὴν ἡ ὁποία δὲν γνωρίζω ἂν μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου καὶ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρηνικῆς περιόδου θέλει ἐξακολουθήσει νὰ παραμένῃ ἀναλλοίωτος. Ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι Κράτη μεγάλα, τὰ ὁποῖα τοιαύτην εἶχον δημοσίαν πίστιν, ὥστε ἡ αὔξησις τοῦ τόκου κατὰ ¼% ἦτο ζήτημα δυσχερέστατον, τὰ Κράτη ταῦτα ἠναγκάσθησαν λόγῳ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ χρήματος νὰ δανεισθῶσι πρὸς 5 καὶ 6%, ἠναγκάσθησαν δὲ νὰ ἐπιβάλωσι καὶ ἀναγκαστικὴν κυκλοφορίαν. Μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι ἂν ἡμᾶς βαρύνῃ σήμερον μία προσθήκη χρέους ἑνὸς καὶ ἥμισυ δισεκατομμυρίου τὴν Γαλλίαν καὶ τὴν Ἀγγλίαν βαρύνουν ἑκατὸν καὶ πλέον δισεκατομμύρια, διότι εἰς λογαριασμοὺς τοὺς ὁποίους εἶδα, τὸ δημόσιον Γαλλικὸν χρέος ἀνέρχεται εἰς 180 δισεκατομμύρια καὶ εἰς 200 δισεκατομμύρια τὸ Ἀγγλικόν. Τὰ Κράτη ταῦτα ἔχουσι καὶ ταῦτα ὑποχρέωσιν πρὸς ἑαυτὰ καὶ τοὺς λαούς των νὰ ρυθμίσουν τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν κατάστασιν. Ποῖον σύστημα θὰ ἀκολουθήσωσι ταῦτα; Τὸ σύστημα τῶν φορολογικῶν αὐξήσεων ἵνα ἀντιμετωπισθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους ἢ τὸ σύστημα τῶν δανειακῶν μεταρρυθμίσεων αἵτινες θὰ ἐπιτρέψωσιν εἰς αὐτὰ ἂν ὄχι ἀποτόμως, ἀλλὰ βαθμιαίως τὴν ἔκδοσιν νέων δανείων ἄλλου τύπου μὲ ἄλλην ὑπηρεσίαν κατωτέραν; Τοῦτο εἶναι σπουδαιότατον, διότι ἐκ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς καὶ τῆς δανειακῆς τοιαύτης, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθῶσιν αἱ μεγάλαι δυνάμεις, θέλουσι παρασυρθῆ καὶ τὰ μικρότερα Κράτη. Ἐὰν δὲ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τὰ μεγάλα κράτη τῆς Εὐρώπης, τὰ κρατοῦντα σήμερον πολιτικῶς, στρατιωτικῶς καὶ οἰκονομικῶς ἐν τῷ κόσμῳ, θέλουσιν φθάσῃ εἰς οἰκονομικοὺς συνδυασμούς, ἐπιφέροντας τὴν ἐλάττωσιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου δανείου, βεβαίως καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔχῃ συμφέρον νὰ ἐπιλέξῃ τὸ σύστημα τοῦτο, συμπράττουσα καὶ συμπεριλαμβανομένη ἐν τῷ γενικῷ οἰκονομικῷ συνδυασμῷ. Οὐδεὶς δὲ θὰ εἶναι δυνατὸν, ἐν τῇ λήψει τοιούτου μέτρου νὰ κατηγορήσῃ τὴν Ἑλλάδα ὅτι δανεισθεῖσα ἐν ὥρᾳ πολέμου μὲ 6% ἐπεζήτησε καὶ μετέτρεψε τὰ δάνεια αὐτῆς καὶ μετέβαλε τὸν τύπον αὐτῶν πρὸς ἐξοικονόμισιν τῆς ἐτησίας ὑπηρεσίας τῶν δανείων. Ἀναφέρω δὲ τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν, κύριοι, διότι ἐγένετο συζήτησις περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐν τῷ εὐρωπαϊκῷ κόσμῳ, ὄχι σήμερον, ἀλλὰ ἀπὸ ἔτους, τὸ ζήτημα δὲ ἤχθη ὑπὸ τῶν ἐργατικῶν συλλόγων τῆς Ἀγγλίας ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Μπόναρ Λῶ καὶ ἠρωτήθη, τεθείσης τῆς βάσεως ὅτι ὁ ἐργατικὸς πληθυσμὸς, καὶ δικαίως, δὲν δύναται νὰ βαρυνθῇ διὰ τῶν περαιτέρω δανείων. Τὶ σύστημα θὰ ἐπικρατήσῃ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ὀγκωδῶν δαπανῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ προϋπολογισμοῦ; Ἀπήντησε δὲ ὁ Ἄγγλος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε ὅτι δὲν ἔχωμεν φθάσῃ ἀκόμη εἰς ὁριστικὸν συμπέρασμα, μελετῶμεν τὸ ζήτημα, πάντως ὁ ἐργατικὸς πληθυσμὸς δὲν εἶναι δυνατόν, οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον νὰ βαστάσῃ νέα βάρη. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν δύο συστημάτων, τοῦ συστήματος τῆς ἐξαντλητικῆς φορολογίας τοῦ κεφαλαίου ἢ τοῦ συστήματος τῆς ἀμέσου δανειακῆς μεταρρυθμίσεως πρὸς ὑποβίβασιν τοῦ ἐτησίου τόκου, τὸ πρῶτον σύστημα εἶναι σύστημα ἐξαντλοῦν βαθμιαίως τὸ κεφάλαιον, τὸ δεύτερον, τῆς ἀμέσου μειώσεως τοῦ τόκου, εἶναι σύστημα ἀποτόμου ἐλαττώσεως τῶν κοινωνικῶν κεφαλαίων.
§153Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Γνωρίζετε καὶ τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔδωκαν εἰς αὐτὴν τὴν λύσιν;
§154Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν γνωρίζω, ἀλλὰ σᾶς λέγω τοῦτο, διότι δὲν ἐσκέφθην ποτὲ ὅτι τὸ θέμα, ὡς ἐξετέθη εἰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς ἐφημερίδας, ἦτο νὰ ἀποφασισθῇ ἄμεσος ἐλάττωσις τοῦ τόκου, ἀλλ’ ὅτι ἐννοοῦσαν τὴν βαθμιαίαν τροπὴν τῶν δανείων πρὸς ἀναζήτησιν τύπου εὐωνοτέρου.
§155Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔδοσαν καὶ τὴν λύσιν ὅτι μποροῦσαν νὰ θίξουν τὸ ἰδιωτικὸν κεφάλαιον, διὰ νὰ μὴ θιχθῇ ἡ δημοσία πίστις.
§156Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ σημαίνει τροπὴ τῶν δανείων.
§157Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι ἀναγκαστικόν.
§158Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τροπὴ τῶν δανείων δὲν εἶναι ἀναγκαστική, τοὐναντίον εἶναι προαιρετική, εἶναι ἀναγκαστικὴ ἐξόφλησις, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἔχει ὁ ἰδιώτης δάνειον πρὸς 6% δανείζων ἄλλον πρὸς 4% δὲν εἶναι ἀναγκαστικὴ μείωσις τοῦ κεφαλαίου. Ἀκριβῶς ἠναγκάσθη νὰ τὸ εἴπῃ τοῦτο ὁ Μπόναρ Λῶ, διότι παρεξηγήθη ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς ἐνδεχομένην μείωσιν τοῦ τόκου. Πάντα ταῦτα κυρίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς παρεμβάσεώς του τὰ ἐπισημοποιεῖ. Διὰ τοῦτο, λέγω, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς οἰκονομικὰ συμπεράσματα θετικὰ ἐφόσον δὲν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν θετικὴν τὴν μορφὴν εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξαν οἱ μεγάλοι. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὰ φορολογικὰ μέτρα θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐξετασθῶσι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὁριστικὴ μορφὴ ἤθελε δοθῇ εἰς τὰ μεγάλα Κράτη καὶ νὰ ληφθῶσι τὰ παραδείγματα πρὸς καθορισμὸν τῆς ἡμετέρας πολιτικῆς μορφῆς τῆς οἰκονομικῆς. Ἕτερον ζήτημα, τὸ ὁποῖον γεννᾶται εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις, κύριοι, καὶ τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἐν Ἑλλάδι ἀμέσως μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, εἶναι τὸ ζήτημα συμφώνως πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον μέχρι τοῦδε πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν βαρῶν ἐξ ἑνὸς πολέμου, θέλει ἀκολουθηθεῖ τὸ ζήτημα τῆς ἀμέσου ἐντάσεως τῆς φορολογικῆς, ἢ τῆς φυσιολογικῆς ἐξελίξεως τῶν πόρων. Ἐγένετο συζήτησις εὐρυτάτη τοῦ θέματος κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914 καὶ τότε ἀκριβῶς ἐγὼ ἐξετάζων τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ προϋπολογισμοῦ, εὕρισκον ὅτι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ὑπεδηλοῦτο διὰ τὸ 1914 καὶ διὰ τὰ μετέπειτα ἔτη ἄνευ τῆς προσθήκης νέων βαρῶν θὰ ἐκυμαίνετο μεταξὺ 50–60 ἑκατομμυρίων. Συγχρόνως ἐκάλουν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ προσωρινὴν πρόνοιαν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν βαρῶν τούτων. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τότε ἀπήντησεν εἰς ἐμέ, ὑπεστήριξε τὴν ἀρχὴν τῆς φυσιολογικῆς ἐξελίξεως. Μοὶ εἶπε μετὰ ἕνα πόλεμον εὐτυχῆ, ὁ ὁποῖος τάσσει ὑπὸ τὰς σημαίας τοῦ κράτους πληθυσμὸν 2,500,000, ὅστις θὰ λάβῃ νέαν ἀκόμη ἐν τῇ χώρᾳ καὶ ἀπηλλαγμένος τῆς νέας διοικήσεως καὶ ἔχων πάγιον πρὸ αὐτοῦ τὸ μέλλον καὶ τὴν ἀποκατάστασιν, ὀφείλομεν νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὴν φυσιολογικὴν ἐξέλιξιν καὶ τῶν πόρων καὶ μάλιστα τῶν πόρων τῶν ἑλληνικῶν, διότι μέχρι τῆς ὥρας ἐκείνης δὲν εἶχεν ἐνταθῆ οὔτε ἡ παραγωγικότης τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἡ ὅλη κατάστασις τοῦ Κράτους. Ἀνέπτυξε τὴν θεωρίαν ταύτην ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, καὶ δι’ αὐτὸ τότε ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, συνεπέρανεν ὅτι, ἐν διαστήματι δύο ἢ τριῶν ἐτῶν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγκομισθῶσιν ἐκ τῆς Μακεδονίας καὶ Κρήτης, ὑπὲρ τοῦ προϋπολογισμοῦ 25.000.000. Κύριοι, ἀνέφερον τοῦτο ἱστορικῶς, ἀνέφερον τοῦτο διὰ νὰ δείξω, ὅτι ἡ θεωρία τῆς φυσιολογικῆς ἐξελίξεως εἶναι θεωρία, τὴν ὁποίαν ἀσπάζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡ κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ψήφισιν, δὲν θὰ ἀρνηθῇ ὅμως περὶ τῶν βαρῶν τῶν σημερινῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῶσι μόνον διὰ τῆς ἐλλείψεως τῆς φυσιολογικῆς ἐξελίξεως. Ἐλπίζω δὲ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν μέσον ὅρον, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν συμβάδισιν τῆς φυσιολογικῆς ἐξελίξεως. Τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἐκεῖνα τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἐν μέτρῳ τὰς ἀνάγκας τῶν δαπανῶν, ἀφίνοντας εἰς τὴν ἔντασιν τῶν παραγωγῶν τῆς χώρας, ἵνα διὰ τῶν μαζῶν καλύψωσι τὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ τοιαύτη πολιτικὴ ἔχει ἀκόμη ἑνὸς συνδυασμοῦ πολιτικοῦ, ἔχει ἀνάγκην ἑνὸς δανειστοῦ, ὅστις νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ κράτος ἵνα ἐπὶ μίαν 5ετίαν παρακολουθῇ καὶ ἐφαρμόζῃ τὴν πολιτικὴν ταύτην τῆς φυσιολογικῆς ἐξελίξεως. Δὲν δύναμαι νὰ γνωμοδοτήσω, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς αὐτὸς θὰ ἠδύνατο, ἄνευ καὶ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ Κράτους εἰς ὅρους γνωμοδοτικοὺς, μολονότι τὸ τοιοῦτο θὰ ἦτο σύστημα καὶ ἀνετώτερον διὰ τὸν Ἑλληνικὸν Λαόν καὶ συντελέστερον εἰς τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας καὶ θὰ κατέληγεν εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους. Θὰ εἶχε δὲ τὸ ἀγαθὸν τοῦτο ὅτι δὲν θὰ ἐκαλοῦντο αἱ σημεριναὶ φορολογικαὶ τάξεις, αἵτινες ἔχουσιν ἐπιβαρυνθῆ καὶ διὰ θυσίας εἰς αἷμα καὶ διὰ τῆς ὅλης καχεξίας, ἥτις παρέχεται εἰς τὰς τάξεις, ὅταν παύσῃ ἡ ἐργασία διὰ νέων βαρῶν. Μία ἀνακούφισις ἐπὶ 5ετίαν διὰ τοιούτου τρόπου ἤθελεν αὐξήσῃ 5–6 φορολογικὰς τάξεις, τὰς τάξεις τῶν νέων εἰσαγομένων πολιτῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑπάρχει καὶ ἄλλο τὶ ἀκόμη πρὶν ἐπιβληθῶσιν αἱ φορολογίαι εἶναι ὀρθὸν νὰ συστήσω καὶ δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ κυβέρνησις, διότι ὁ κ. ἀντιπρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, εἴς τινα ἀγόρευσίν του ὡμίλησε περὶ τῆς ἀναγκαίας περισυλλογῆς. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τονίσω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ αὐστηροτέρα τῶν οἰκονομιῶν εἰς ὅλας τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι παραγωγικαὶ. Δὲν λέγω τοῦτο πρὸς συκοφαντισμὸν καὶ ἔλεγχον. Ὑπάρχει μέθη Ἑλληνική, μέθη παγκόσμιος. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἐκρότησε τὸ πρῶτον πυροβόλον ὑπῆρξεν ἡ μέθη εἰς ὅλας τὰς ὑπηρεσίας περὶ τῶν δαπανῶν. Ἕκαστος ἁρπάζει ἕν αὐτοκίνητον καὶ τὸ μεταχειρίζεται ὡς δικτάτωρ τῆς δαπάνης, προσπαθοῦν νὰ ἐγκατασταθῶσι νέα γραφεῖα. Ἠναγκάσθησαν ἐν Γαλλίᾳ, δι’ αὐστηροτάτων ἐγκυκλίων νὰ περιορίσωσιν τὴν ἐγκατάστασιν νέων γραφείων, διὰ νὰ περιμαζεύσωσι τὰς ὑπηρεσίας, ἀπὸ τὴν δι’ αὐτοκινήτων κίνησιν καὶ ἀπὸ τὴν πολυτελῆ ἐγκατάστασιν. Δι’ αὐτὸ προεῖπον ὅτι δὲν τὸ λέγω, πρὸς κακοφανισμὸν, διότι δὲν ὀφείλονται ὅλα εἰς τὰς ἐμπνεύσεις τὰς ἑλληνικάς, διότι εἶναι μέθη φυσιολογικὴ, διότι κράτη, τὰ ὁποῖα εἶχον προϋπολογισμὸν 3.000.000 εὑρέθησαν διὰ μιᾶς εἰς αὐτόματον μεγέθυνσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀνερχόμενον εἰς 20.000.000, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐτιμᾶτο ἀντὶ μιᾶς δραχμῆς τιμᾶται ἤδη δραχμάς. Ἡ νευρικότης τῆς κινήσεως τῆς πολεμικῆς ἔκαμεν ὅλους νὰ σπεύδουν καὶ νὰ τρέχουν ταχύτητα 100 χιλιόμετρα. Καὶ τῆς νευρικότητος ἐπωφελοῦνται καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν νευρικότητα ἐπεκτείνουν καὶ μέχρι μιᾶς ἐκδρομῆς πρὸς ἀερισμόν. Ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἡ παρουσία ξένων στρατευμάτων εἰς τὴν χώραν τὴν ἐμπόλεμον ἐγέννησε τὴν ἀνάγκην τῶν ὑπηρεσιῶν νὰ παρίστανται ἐξωτερικῶς πολυτελέστερον καὶ ἐνταῦθα καθ’ ἣν ὥραν αἱ πρῶται ὗλαι τιμῶνται ἀκριβώτερον. Τὸ παράδειγμα δὲ τῶν μεγάλων Κρατῶν τὸ παρηκολούθησαν καὶ τὰ μικρὰ Κράτη καὶ ἐγένοντο ἐγκαταστάσεις πολυτελέστεραι. Ἐκτὸς δὲ τούτου προσθέτω ὅτι καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν ὑπηρεσιῶν προεκάλεσε τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ πανταχοῦ. Ὄταν δὲ ἀρχίσῃ ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ ὑπὲρ τὸν ὀργανικὸν ἀριθμὸν εἴτε διὰ προσωρινῶν ὑπαλλήλων εἴτε διὰ προσλήψεως ἐκτάκτων ὑπαλλήλων δὲν εἶναι κύριος οὔτε ὁ Ὑπουργὸς οὔτε ὁ ἀρχηγὸς τῆς ὑπηρεσίας νὰ ὁρίσῃ τὸ ὅριον, διότι εἶναι ἕρμαιον τοῦ πρώτου τμηματάρχου, ὁ ὁποῖος θὰ λέγῃ ὅτι ἔχει ἀνάγκην μείζονος ἀριθμοῦ ὑπαλλήλων ὅπως κάμῃ τὴν δουλειά του. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατάστασις τὴν ὁποίαν ἀποκαλῶ μέθην τοῦ χρήματος καὶ ἡ ὁποία ἦτο παγκόσμιος, ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, μὴ πρὸς κακοφανισμόν σας, νὰ σημειώσω ἕνα ἀριθμὸν σχετιζόμενον πρὸς αὐτά. Κάποιος μὲ ἐπληροφόρησεν ἡμέραν τινὰ ὅτι ἡ δαπάνη ἡ μηνιαία διὰ τὰ αὐτοκίνητα, διὰ τὴν κίνησιν τῶν αὐτοκινήτων τῶν ἐν Ἀθήναις ὑπηρεσιῶν ἀνέρχεται εἰς 850.000 δραχμάς.
§159ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ! Ἆ!
§160Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον κἄποιος, ἀφήσατέ με νὰ συνεχίσω, διότι τὴν εὐθύνην τοῦ τέλους θὰ ἀναλάβω, ὄχι τῆς ἀρχῆς. Ἐξετάσας τὸν προϋπολογισμὸν εἶδον ὅτι ἔχομεν διὰ μόνα τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα καὶ συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δεδηλωμένας δαπάνας κινήσεως καὶ μισθώσεως αὐτοκινήτων 1.200.000 δραχ. τὸ ἔτος. Κίνησις καὶ ἐνοίκια αὐτοκινήτων διὰ τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κατὰ τὰς δεδηλωμένας, ὡς εἶπον ἐγγραφάς, διότι ὑπάρχουσι καὶ ἐγγραφαὶ ἄδηλοι, ὑπάρχουσιν ἐγγραφαὶ ὑποδηλουμέναι τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἐξελέγξῃ ὁ μὴ χειριζόμενος τὰ ἐντάλματα. Ὑπάρχουσιν εἰς κεφάλαια τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔξοδα κινήσεως δι’ αὐτοκινήτων, διὰ σκαφῶν καὶ λοιπὰ 5.000.000. Ἐπίσης ὑπάρχει ἄλλο κονδύλιον ἐπισκευῶν ἀεροπλάνων, ἄλλο ποσὸν αὐτό. Αὐτὰ τὰ ὀνομάζω ἀδήλους δαπάνας διὰ τὸν μὴ δυνάμενον νὰ γνωρίσῃ τὰ ἐντάλματα. Ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶναι δῆλα εἶναι αἱ ἐγγραφαὶ τῶν ἐπισκευῶν 1.198.800 δραχμαὶ διὰ τὴν ἀκρίβειαν. Προσθέσατε δὲ εἰς ταῦτα καὶ 650.000 δραχμὰς δι’ ἀγορὰν αὐτοκινήτων. Καὶ ἐρωτῶ ὁ διευθυντὴς τῶν δημοσίων ἔργων μεταβαίνων εἰς τὸ γραφεῖον του τὴν πρωίαν καὶ ἐπιστρέφων ἵνα προγευματίσῃ τὴν μεσημβρίαν καὶ ἐπανερχόμενος τὸ ἀπόγευμα δὲν δύναται νὰ μεταβῇ πεζῇ;
§161Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν ἔχει αὐτοκίνητον.
§162Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη πίστωσις.
§163Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων τὴν παροῦσαν περίστασιν εἶναι ἀπαραίτητος ἡ χρῆσις ἑνὸς αὐτοκινήτου διὰ τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἐκτελουμένων δημοσίων ἔργων, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει ἓν αὐτοκίνητον διὰ τὸν νομομηχανικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον.
§164Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ νομομηχανικοῦ.
§165Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑπάρχει καὶ δεύτερον αὐτοκίνητον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐν χρήσει, δηλαδὴ δι’ ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου. Τὰ ἐν χρήσει αὐτοκίνητα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας εἶναι τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοῦ νομομηχανικοῦ. Οὐδὲν ἄλλο· σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἑνὸς ἄλλου αὐτοκινήτου διὰ τὰ δημόσια ἔργα διότι ἐκτελοῦνται ἔργα εἰς τὸν Ναύσταθμον καὶ τὸ Φάληρον.
§166Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ προσωπικοῦ αὐτοκινήτων τοῦ διευθυντοῦ τῶν δημοσίων ἔργων.
§167Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἶναι ἀδιάθετοι αἱ πιστώσεις αὐταί.
§168Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ συντελέσω νὰ μείνωσι καὶ ἄλλαι. Δεύτερον, ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ διευθυντὴς τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἔχει ἀνάγκην αὐτοκινήτου; Τρέχει πουθενὰ εἰς ἐπιθεωρήσεις ἐπισκευῆς ὁδῶν; Βλέπω πίστωσιν ἀγορᾶς αὐτοκινήτου διὰ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον. Νομίζω, ὅτι ὅλοι οἱ διευθυνταὶ τοῦ Λογιστηρίου μεταβαίνουν πεζῆ.
§169Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔγιναν τὰ εἰδικὰ λογιστήρια, ἡ διεύθυνσις τῶν μεταφορῶν κτλ.
§170Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ θέλετε νὰ τοὺς δικαιολογήσητε, κύριε Ὑπουργέ. Εἶσθε εὐθὺς ἄνθρωπος. Πρόκειται περὶ ἐξόδων παραστάσεως. Δυστυχῶς ὅλοι οἱ διευθυνταὶ τῶν ὑπηρεσιῶν ἀπέκτησαν τὴν κακὴν συνήθειαν νὰ θέλωσι νὰ ἔχωσιν ἔξοδα παραστάσεως. Ἄλλοτε προκειμένου νὰ μεταβληθῇ ἡ ἅμαξα τοῦ Ὑπουργοῦ δι’ αὐτοκινήτου, ἐγένετο δημόσιον σκάνδαλον. Σήμερον, ἀφ’ οὗ ἔφθασαν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἔχωσι τὴν παράστασιν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ τὸ λειτούργημα ἀκριβῶς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔσπευσαν αἱ ὑπηρεσίαι νὰ θέλωσιν ὅλαι νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν παράστασιν μὲ τοὺς Ὑπουργούς.
§171Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Αὐτὸ ἐπροκάλεσε τὴν μέριμναν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ καταρτίζεται καὶ νομοσχέδιον δυνάμει τοῦ ὁποίου εἰς τὸ μέλλον τὰ αὐτοκίνητα θὰ παραχωρῶνται κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ὁμολογουμένως κατὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον ἡ δαπάνη χρησιμοποιήσεως αὐτοκινήτων εἶναι κολοσσιαία. Δυστυχῶς τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ ὑπέβαλον, διότι ἀκριβῶς ἡ κατάστασις εἶναι πολὺ ἀνώμαλος.
§172Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κάμετέ το νομοθετικὸν διάταγμα. Κόψατέ τους δι’ αὐτοκινήτου διατάγματος. (Γέλωτες).
§173Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι μία ἄλλη δαπάνη, τὴν ὁποίαν σᾶς λέγω ἐγώ, αἱ ἐπισκευαὶ τῶν αὐτοκινήτων. Περικλείουν μίαν σπατάλην πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ὁποίας ἐκάμαμεν ἰδιαίτερον carage ἵνα σταθμεύουν ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐπισκευάζωνται ἀφ’ ἑτέρου τὰ αὐτοκίνητα. Περιμένομεν νὰ συμπληρωθῇ τὸ carage, ἵνα περισυλλέξωμεν ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν μετὰ τὴν πολεμικὴν περίοδον. Τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον θὰ τὸ ὑποβάλω αὔριον.
§174Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅ,τι νομοσχέδιον περιστολῆς δαπάνης φέρετε θὰ μᾶς εὕρετε προθύμους νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἔκαμα μνείαν εὐρυτέραν τῶν αὐτοκινήτων τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, ἵνα καταλήξω εἰς τὰ στρατιωτικά. Οὐδαμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει προϋπολογισμὸς δυνάμενος νὰ ἐλεγχθῇ διὰ τὴν κίνησιν τῶν αὐτοκινήτων τοῦ στρατοῦ, λόγῳ τοῦ πολέμου, λόγῳ τῆς στρατιωτικῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία εἶναι αὐθαίρετος. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μετεσχηματίσθη εἰς ὁλοκληρωτικόν. Δὲν ἔχομεν τακτικὰς καὶ ἐκτάκτους, ἔχομεν δαπάνας πολέμου. Δὲν περιωρίσθησαν δὲ εἰς τὴν μεταβολὴν ταύτην. Δὲν ἐγένετο μήτε ὁ προϋπολογισμὸς ὁ λεπτομερέστερος, ἐκ τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ ἐξονυχισθῇ καὶ τὸ μικρότερον κονδύλιον. Σήμερον συνεκεντρώθη εἰς πέντε κεφαλαιώδεις μερίδας. Μισθοδοσίαι, ἔξοδα κινήσεως κλπ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ κεφαλαίου τοῦ μισθοῦ εἰς ὅλα τὰ ἄλλα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦνται δι’ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων ὑποθρώσκουν οἱ καπνοὶ τῆς βενζίνης. Εἰς ἓν κεφάλαιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τέλει, ἀφ’ οὗ ἀναγράφονται διάφοροι τίτλοι, ὑπότιτλοι λέγει ἔξοδα παραστάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ὅλον τὸ κεφάλαιον ἀνέρχεται 4.500.000. Μέσα εἰς αὐτὸ εἶναι κίνησις καὶ βενζίνη. Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν καὶ τῶν κυρίων Ὑπουργῶν καὶ τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ παντὸς πολίτου Ἀθηναίου νὰ μοῦ εἴπῃ, ἐὰν κάμῃ μίαν ἀναλογίαν ἐπὶ τῶν ἐν κινήσει εὑρισκομένων αὐτοκινήτων, θὰ ἴδῃ, ὅτι ἐπὶ πέντε αὐτοκινήτων τρεχόντων εἰς τὰς ὁδούς, τὰ τέσσαρα εἶναι στρατιωτικὰ καὶ τὸ ἓν πολιτικόν.
§175Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἐὰν εὑρίσκεσθε, θὰ ἐβλέπατε πῶς κινοῦνται τὰ στρατιωτικὰ αὐτοκίνητα.
§176Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκεῖ πολεμοῦν. Δι’ ὅ,τι γίνεται εἰς τὴν Θεσσαλονίκην οὐδεὶς διαμαρτύρεται. Οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι μετ’ ἀφαίρεσιν τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν στρατιωτικῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ κάμνωσι πᾶσαν χρῆσιν τοῦ χρόνου καὶ πᾶσαν φειδὼ τοῦ χρόνου, ἐκτὸς, λέγω, μετ’ ἀφαίρεσιν τῶν διευθυνόντων στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, ὅτι εἶναι δικαίωμα παντὸς ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ παντὸς λοχίου νὰ περιφέρεται δι’ αὐτοκινήτου τὴν μὲν ἡμέραν δι’ ὑπηρεσίαν, τὴν δὲ νύκτα δι’ ἀερισμόν. Ταῦτα, κύριοι, εἶναι εἰς ὄψιν παντὸς, προεκάλεσα δὲ ἀκριβῶς τὴν ἀναλογίαν, ἐζήτησα ἀκριβῶς τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀναλογίας ταύτης, ἵνα καταλήξω εἰς συμπεράσματα. Θὰ ἐπείθετο δὲ ἡ Βουλή, ὅταν ἐμελέτα τοὺς προϋπολογισμοὺς, ὅτι αἱ ἐγγραφαὶ τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων παρουσιάζουν δαπάνην 1.200.000, αἱ δὲ ἀνάμικτοι ἐγγραφαὶ τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργείων εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιάζουν τὸ τετραπλάσιον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰκόνος, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει ἡ κίνησις. Καὶ ἰδοὺ ὅτι φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἂν ὁ δοὺς μοι τὴν πληροφορίαν τῶν 750.000 δραχμῶν ὑπῆρξεν ὑπερβολικὸς ὁ ὑπολογισμὸς θὰ φθάνῃ τοὐλάχιστον τὰς 500.000 δραχμῶν μηνιαίως.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὸν λόγον.
§178Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Πληροφορίαν σχετικὴν πρὸς τοὺς παρεχομένους ὑπὸ τοῦ κυρίου βουλευτοῦ ἀριθμοὺς δὲν ἔχω νὰ δώσω. Ὅ,τι εἶπεν ὁ κύριος συνάδελφος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας εἶναι ἀληθές, ὅτι καὶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ληφθῇ ἀπόφασις περιοριστικὴ τῆς χρήσεως αὐτοκινήτων, ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει, ὅτι ἡ δαπάνη τῶν αὐτοκινήτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκλείψωσιν ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον καθορίζει ὁ ἰδικός σας ὑπολογισμός. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω μέχρι τίνος ποσοῦ ἀνέρχεται ἡ δαπάνη τῶν πολιτικῶν Ὑπουργείων, γνωρίζω, ὅτι ὅλα τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα ἔχουν ἀπὸ ἓν αὐτοκίνητον, ἐκτὸς ἐὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχει καὶ ἕτερον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον καὶ ἕτερον τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἰταλικῆς Ἀποστολῆς, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης ἀπαραίτητον. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν στρατιωτικῶν αὐτοκινήτων οἱοσδήποτε ὑπολογισμὸς θὰ εἶναι αὐθαίρετος, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ πόσα αὐτοκίνητα ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἐν χρήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖα. Διότι δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι φαντάζομαι τὴν δαπάνην τῶν στρατιωτικῶν αὐτοκινήτων εἰς 4.000.000 καὶ ὅτι τὰ 4.000.000 αὐτὰ ἀποτελοῦσι σπατάλην. Ἄλλως τε πρόκειται πάντως περὶ σπατάλης ἡ ὁποία καὶ ἂν εἶναι εἰς οἱανδήποτε ἔκτασιν ἀδικαιολόγητος, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἐκλείψῃ μετὰ τὴν πάροδον τῆς καταστάσεως καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν κατορθώνει νὰ ἀνακαλύψῃ ποῖα πρέπει νὰ λήψουν, αὐτὰ τὰ μὴ ἀπαραίτητα θὰ λείψουν.
§179Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅταν εἴχατε, κ. συνάδελφε, τὴν τιμὴν νὰ διευθύνετε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, πόσα αὐτοκίνητα εἴχατε;
§180Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἕν.
§181Ν. ΞΗΡΟΣ. Λησμονεῖτε, ὅτι εἴχατε ἓξ καὶ ἔγινε διὰ τοῦτο μέγα σκάνδαλον ἐν τῇ Βουλῇ εἰς βάρος σας.
§182Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ σούσουρο δὲν ἔγινε εἰς βάρος μου ἀλλ’ εἰς βάρος τοῦ διαδόχου μου, τοῦ κ. Δεμερτζῆ. Ἐγὼ εἶχον ἓν μόνον αὐτοκίνητον. Ἀντὶ τῆς ἁμάξης ἠγόρασα τότε ἓν αὐτοκίνητον, διότι διευθύνων ἐν καιρῷ πολέμου τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα εἶχον ἀνάγκην νὰ τρέχω ὡς σβοῦρα, σημειώσατε δὲ ὅτι τότε ἡ βενζίνη ἦτο εὐθηνή. Ὁ ἔλεγχος λοιπὸν διὰ τὰ αὐτοκίνητα δὲν ἐγένετο εἰς βάρος μου. Ἐκ τῆς διακοπῆς τὴν ὁποίαν ἔκανεν εἰς τοὺς λόγους μου ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος, σημειῶ τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη θὰ ἐκλείπῃ καὶ θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ἐὰν ἰδῶ, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη θὰ ἐκλείψῃ τὸ ταχύτερον, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις· ἀλλὰ ἔκαμα τὴν ὑπόμνησιν ταύτην σχετικῶς καὶ μὲ γενικωτέραν κατάστασιν τῶν δαπανῶν εἰς ὅλα τὰ Κράτη, διὰ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ὄχι μόνον τοῦτο τὸ κονδύλιον, τὸ ὁποῖον προεκάλεσεν αὔξησιν δαπάνης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχει ἀλλὰ καὶ ἄλλαι δαπάναι ηὐξημέναι λόγῳ τῆς συνολικῆς πολεμικῆς κινήσεως, τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλέγξωμεν. Καὶ ὑπάρχει ἀνάγκη περικοπῆς ὅλων αὐτῶν τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι λέγονται δαπάναι κινήσεως καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ χειρουργικὴ καὶ ἀπόπειρα περικοπῆς πρὶν φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς αὐξήσεως τῆς κινήσεως τοῦ Κράτους, διὰ φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ. Φρονῶ δὲ, ὅτι ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκλείψωσιν αἱ δαπάναι αὗται, τόσον περισσότερον εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διατεθειμένος ν’ ἀντιμετωπίσῃ πᾶσαν αὔξησιν δαπάνης, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ κατεύθυνσιν ἀκριβοῦς ἐνισχύσεως τῆς παραγωγῆς καὶ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ποιοῦμαι ἑτέραν παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπεβλήθη μία τροπολογία ἡ ὁποία διὰ τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὸ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἶναι καινοφανής. Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη εἶναι φορολογία τελείως ἐπὶ ἐπιστημονικῆς, ἐπὶ δημοσιονομικῆς βάσεως ἐρειδομένη, οὐδὲ ἤθελον ἀντιλέγει ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐπιστημονικῆς φορολογίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς ὀρθὴν τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν ἤκουσα ἀναπτυσσομένην ἀπὸ τοῦ βήματος πρὸ ὀλίγου ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ φορολογία νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου καὶ τοῦ κεφαλαίου, διότι εἶναι σύστημα παραδεδεγμένον ἀλλαχοῦ. Ὀφείλομεν νὰ εἴμεθα ὀλίγον πενιχροὶ εἰς τὰς τοιαύτας διαβεβαιώσεις, διότι τὸ σύστημα αὐτὸ δύναται νὰ προσκόψῃ παρ’ ἡμῖν ὄχι μόνον ταμειακῶς, ἀλλὰ καὶ πλουτολογικῶς, διότι δὲν εἶναι ἑτοίμη ἡ ἐθνικὴ παραγωγὴ νὰ ἀποδεχθῇ τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ἓν σύστημα δύναται εἰς μίαν χώραν νὰ λειτουργήσῃ καλῶς καὶ εἰς ἄλλην χώραν νὰ μὴ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπροσκόπτως ἐν τῇ πρακτικῇ διότι δὲν ἔχει παρασκευασθῆ ἡ χώρα πρὸς τοῦτο. Ἀπέχει δὲ ἡ ἐφαρμογὴ ἐν τῇ μιᾷ χώρᾳ ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς ἐν ἄλλῃ ὅσον εἶναι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς εἰς τὴν θεωρίαν. Καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ κάνω μία στοιχειώδη ὑπόμνησιν, ὅλοι οἱ δημοσιονόμοι καὶ οἰκονομολόγοι ἐκηρύχθησαν πάντοτε κατὰ τῶν ἐμμέσων φόρων, ἀλλὰ μόλα ταῦτα εἰς ὅλα τὰ κράτη ἂν προσέξῃ τις εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν ἐσόδων θὰ ἴδῃ ὅτι οἱ καταδικαζόμενοι ἔμμεσοι φόροι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὰς κυριωτέρας φορολογικὰς προσόδους. Δὲν ἠδυνήθησαν λοιπὸν νὰ φθάσωσι πρακτικῶς εἰς τοιαύτην ἐξέλιξιν τῶν ἐμμέσων φόρων εἰς ὅλα τὰ κράτη τὰ μεγάλα τὰ οἰκονομικῶς συντεταγμένα, ὥστε ν’ ἀπαλλάξωσι τοὺς λαούς των ἀπὸ τῆς ἐπιβολῆς ἐκείνων τῶν φόρων τῶν ἐμμέσων τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιστήμη καταδικάζει εἰς φόρους οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἐξάντλησιν τῶν οἰκονομικῶν πόρων τοῦ λαοῦ. Ὅλη ἡ θεωρία τῆς κοινωνικῆς ἰσότητος τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσουσιν οἱ θεωρητικοὶ δασμολόγοι, ὅλη ἡ θεωρία αὐτὴ προκειμένου περὶ τῶν τακτικῶν ἐφαρμογῶν ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ἀπέχει ὅσον αἱ σημεριναὶ πολιτεῖαι ἀπέχουν ἀπὸ τὴν πολιτείαν τοῦ Ἀριστοτέλους καὶ τοῦ Πλάτωνος. Ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ ἀποβλέπωμεν προκειμένου περὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν εἰς τὰς πρακτικὰς ἀληθείας καὶ σήμερον καλούμενοι νὰ φορολογήσωμεν τὴν καθαρὰν πρόσοδον μὲ τάσιν ἵνα ἀφομοιώσωμεν ὅλας τὰς λοιπὰς ἀμέσους φορολογίας, διότι σήμερον δὲν καταδηλοῦται τάσις ἀντικαταστάσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας, ἐρωτᾶται τὶ εἶναι τὸ φαινόμενον ἐκεῖνο ὁ ὁποῖον τὴν καθαρὰν πρόσοδον κατέστησε τόσον ἐμφανῆ πλέον πρὸς ἡμᾶς ὥστε μετὰ παντὸς τοῦ θάρρους νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν τοιαύτην ἄμεσον φορολογίαν. Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ μὴ λησμονῶμεν ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον τῆς καθαρᾶς προσόδου οὐδεὶς εἶχεν ἀποτολμήσει μέχρι τῶν προπολεμικῶν γεγονότων νὰ κατίδῃ μετὰ θάρρους διότι ἀκριβῶς οὐδεμία κίνησις παραγωγικὴ τοιαύτη ὑπῆρχεν, ἡ ὁποία νὰ ἐνισχύσῃ κἂν καὶ ταμιευτικῶς καὶ πλουτολογικῶς ἐκεῖνον ὅστις ἤθελε νὰ φορολογήσῃ ἀμέσως τὴν καθαρὰν πρόσοδον, μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἡ συζήτησις περὶ ἐπιβολῆς τῆς φορολογίας τῆς καθαρᾶς προσόδου ὑπῆρξε συζήτησις ἐπὶ μακρὰ ἔτη γενομένη καὶ ἂν ἤχθησαν εἰς συμπέρασμα εἰς τὴν ἀποδοχὴν τοῦ συστήματος ἤχθησαν μετὰ συζητήσεις μακρὰς καὶ τῆς δημοσίας γνώμης καὶ τῆς Βουλῆς. Ἔφθασαν ὅμως. Ἡμεῖς σήμερον ποίαν ἔχομεν πρὸ ἡμῶν κατάστασιν οἰκονομικήν; Ἔχομεν κατάστασίν τινα παγίαν ἐκ τῆς ὁποίας νὰ δυνάμεθα νὰ προσδοκῶμεν ὅτι θέλομεν ἀποταμιεύσει πολλὰ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους χωρὶς νὰ μειώσωμεν τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν τοῦ πολίτου; Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ζήτημα οὐσιωδέστατον· ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκτάκτων κερδῶν ἀφήνω κατὰ μέρος τὰ ἐφοπλιστικὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ὀρθῶς καὶ δικαίως φορολογοῦνται διότι εἶναι πραγματικῶς ἔκτακτα κέρδη—ὁμιλοῦμεν περὶ ἐκτάκτων κερδῶν, ἀλλὰ τὶς εἶναι βέβαιος ὅτι ὅλα τὰ ἔκτακτα κέρδη τὰ ἀποκομιζόμενα ἐκ τῶν μικρῶν λειτουργιῶν εἶναι κέρδη πραγματικὰ ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν ὅτι ἀντιμετωπίζονται διὰ δαπάνης πολλαπλασίας διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ ἀτόμου. Ἀλλ’ ἀφήνω τὴν γενικὴν παρατήρησιν, ἐκτὸς αὐτοῦ τὰ μεγάλα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἔχει συγκομίσει ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιάζονται εἴτε ὑπὸ τύπον ἀποθέματος ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος εἴτε ὑπὸ τύπον πολυτελῶν ἐγκαταστάσεων εἶναι κεφάλαια πραγματικὰ ὅλα ταῦτα. Μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων τούτων σήμερον γεννᾷ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι εἶναι πραγματικὰ, ἀλλ’ ἡ ἐντύπωσις αὕτη εἶναι ψευδὴς καὶ ἀκριβῶς, Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέξωμεν εἰς δύο ζητήματα. Εἶναι πραγματικὸς πλοῦτος τῆς χώρας αὐτὸς ἢ εἶναι μετατόπισις πλούτου ὄχι ἐξ ὅλῳ ἀλλ’ ἐν μέρει; Φρονῶ ὅτι ὑπάρχει μία πλάνη ὅταν νομίζομεν ὅτι ὅλα τὰ φαινόμενα ὀγκώδη κεφάλαια εἶναι πράγματι συγκομισθεὶς πλοῦτος τῆς χώρας. Ἐν μέσῳ τῶν κεφαλαίων αὐτῶν ὑπάρχει μεγάλη μερὶς ἥτις ἀποτελεῖται ἐκ τῶν ἀποταμιευμάτων τῶν ἀνθρώπων τῶν ἐλευθερίων ἐπαγγελμάτων τῶν μὴ δυναμένων νὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τῆς καταστάσεως καὶ τῶν ὁποίων τὰ ἀποταμιεύματα διωχετεύθησαν ὅλα εἰς τὰ θυλάκια τῶν διαφόρων παραγωγῶν.
§183Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κατὰ μείζονα λόγον ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία.
§184Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀκριβῶς ὑπάρχει μετατόπισις πλούτου δέον νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ ἕτερον γεγονός, αὔξησις πλούτου ὑπάρχει εἰς τὸν ἐφοπλιστικὸν κλάδον, εἰς τὸν ἐμπορικὸν κλάδον, εἰς τὸν βιομηχανικὸν κλάδον, τὶ θὰ γίνῃ μὲ τὸ κεφάλαιον τὸ ἐφοπλιστικόν; Μήπως τὰ κεφάλαια τὰ ὁποῖα συνεκόμισαν θέλουσι διατεθῆ πρὸς ἀγορὰν νέων πλοίων καὶ ἀντικατάστασιν τῶν ἀπολεσθέντων καθ’ ὃ τίμημα εἶχον ὅτε κατεσκευάσθησαν κατὰ πρῶτον; Σήμερον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἐφθηνοτέρα κατασκευὴ ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι 28 κατὰ τόννον, πλοῖον λοιπὸν τὸ ὁποῖον πρὶν διετιμᾶτο ἀντὶ 6 κατὰ τόννον σήμερον ἔχει ἀνάγκην νὰ διατιμηθῇ πρὸς 28 αὕτη εἶναι ὄχι μόνον ἀπώλεια τοῦ κεφαλαίου, ἀλλ’ εἶναι καὶ μετάθεσις τοῦ κεφαλαίου ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς ἀγορᾶς εἰς τὴν ξένην ἀγοράν, ἀκριβῶς δὲ αὐτὸς ὁ πλοῦτος ὁ ὁποῖος συνεκομίσθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν χώραν, ὁ ὁποῖος σήμερον παρουσιάζεται κινούμενος ἐπὶ αὐτοκινήτων καὶ βενζινομηχανῶν; ὁ πλοῦτος θὰ μετασχηματισθῇ εἰς χρυσὸν ὁ ὁποῖος θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἢ ἐν Ἀμερικῇ ναυπηγεῖα καὶ θὰ προκαλέσῃ τὴν κατανάλωσιν τῆς βενζίνης τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν ναυπηγείων τούτων. Ἀλλὰ τὸ αὐτὸ συμβαίνει προκειμένου περὶ τῶν βιομηχανικῶν καὶ τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων, ὅλαι ἔχουσιν ἀνάγκην ἀγορᾶς ἐργαλείων, ἐγκαταστάσεων, προμηθείας πρώτων ὑλῶν, ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα σήμερον διατιμῶνται εἰς πολλαπλασίαν τιμήν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ χώρα θὰ ἀνακτήσῃ τὴν κίνησιν τὴν παραγωγικὴν καὶ θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνανέωσιν ἢ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἐγκαταστάσεων, εἰς τὴν συγκόμισιν τῶν πρώτων ὑλῶν θὰ προκαλέσῃ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὰς ἐξωτερικὰς ἀγορὰς μεγάλου μέρους τοῦ πλούτου τοῦ συγκομισθέντος, ὅστις θὰ παύσῃ πλέον νὰ ἀποτελῇ κτῆμα τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ θὰ γίνῃ κτῆμα τῆς ξένης. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἀποβλέπῃ ψηφίζουσα εἰς τὸν φαινόμενον πλοῦτον, ὁ ὁποῖος εἶναι συγκεκομισμένος ἐξ αὐτῶν τῶν ἐκποιήσεων καὶ ἀντικαταστάσεων πραγμάτων φθαρτῶν πλανᾶται διότι εἰς μίαν ὥραν καθ’ ἣν θὰ ἀνανεωθῇ ἡ παραγωγικὴ ἐργασία μέγα μέρος τοῦ πλούτου θὰ ἐξατμισθῇ. Εἰς αὐτό, κύριοι, στηρίζω δι’ ἕνα ἀκόμη λόγον τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι ὀρθὸν τὰ μέτρα τὰ φορολογικὰ τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ μεγάλης πλουτολογικῆς ἐπιδράσεως ἐπὶ τῆς χώρας νὰ ἀναβληθῶσι δι’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν εἰς τὸ κεφάλαιον θὰ εἶναι κατατοπισμένον, κεκανονισμένον καὶ ἡ δημοσιονομία τῶν μεγάλων Κρατῶν θὰ ἔχῃ καθορίσῃ τὰς ῥοπὰς αὐτῆς καὶ τότε θὰ εἶναι δυνατὸν ἐν ἀπολύτῳ ἀσφαλείᾳ νὰ φορολογήσωμεν χωρὶς νὰ πλήξωμεν. Κύριοι, οἱ φόροι οἱ ἐπιβαλλόμενοι, θὰ προσπαθήσω νὰ μὴ σᾶς καταπονήσω, ἂν δ’ εἶναι καταπεπονημένη ἡ Βουλὴ εἶμαι πρόθυμος νὰ καταλίπω τὸ βῆμα ἀλλὰ τὸ θέμα τὸ θεωρῶ πολὺ σπουδαῖον...
§185ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξακολουθήσατε ἐξακολουθήσατε.
§186Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οἱ φόροι οἱ ἐπιβαλλόμενοι ἀναμφισβητήτως τότε εἶναι δημοσιονομικῶς ὀρθοὶ ὅταν ἔχωσι καὶ τὴν πλουτολογικὴν αὐτῶν κατεύθυνσιν, ἰδιαιτέρως δὲ προκειμένου περὶ χώρας ἡ ὁποία εἶναι νεοπαγὴς οἰκονομικῶς καὶ ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐν τῷ σταδίῳ νέας διανοίξεως ἐργασιῶν εἶναι ἀναγκαῖον κατ’ ἐξοχὴν ἵνα οἱ ἐπιβαλλόμενοι φόροι ἔχωσι πλουτολογικὴν κατεύθυνσιν καὶ εἰ δυνατὸν νὰ συνδυάζωνται μὲ τὴν παράλληλον δρᾶσιν ὡς πᾶσα προσπάθεια τῆς προνοίας τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας. Σήμερον διὰ τοῦ φόρου τῆς καθαρᾶς προσόδου ποῖαι εἶναι κατ’ ἐξοχὴν αἱ τάξεις αἱ ὁποῖαι πλήττονται; Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιωτιδοφωκίδος βουλευτὴς πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀγορεύων πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι κατ’ ἐξοχὴν πλήττεται ἡ τάξις ἡ παραγωγική, ἡ γεωργική. Ἐκτὸς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἡ ὁποία ἀπαλλάσσεται τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μέλλουσα νὰ βαστάζῃ τὸν φόρον τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἡ Μακεδονία θὰ ἔχῃ εἰς βάρος αὐτῆς καὶ τὸν φόρον τῆς δεκάτης, ἐπαχθέστερον κατ’ ἀπόδοσιν, ἐπαχθέστερον κατὰ σύστημα, θὰ προστεθῇ δὲ ἐπ’ αὐτῶν καὶ ὁ φόρος τῆς καθαρᾶς προσόδου κατά τε τὴν ἀναλυτικὴν αὐτοῦ θυρίδα καὶ τὴν συμπληρωματικὴν αὐτοῦ προσθήκην, εἰς τοῦτο δὲν προχωρῶ διότι προηγγέλθη δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν θέλω νὰ εἶμαι προδικάζων ἄδικος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὅλαι αἱ γεωργικαὶ παραγωγαί, ὡς εἶναι τοῦ ἐλαίου τῆς σταφίδος, θὰ ὑποστῶσιν αὔξησιν φορολογίας, ὁ καπνὸς δὲ φορολογούμενος ὀρθῶς ὡς ἐφορολογεῖτο πάντοτε κατὰ κατανάλωσιν καὶ ἐξαγωγικῶς σήμερον θὰ φορολογῆται καὶ παραγωγικῶς. Καίτοι καταγόμενος ἐκ νομοῦ καπνοπαραγωγικοῦ δὲν διαμαρτύρομαι διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, διότι ὁ καπνὸς εἶναι ἓν ἐλάττωμα καὶ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν ἐκ τοῦ ἐλαττώματος νὰ εἰσπράξῃ ἡ χώρα φορολογικῶς θὰ ἦτο εὐτύχημα νὰ τὸ εἰσπράξῃ. Ὅτι ὅλοι οἱ ἄλλοι μεγάλοι παραγωγοὶ τῆς χώρας θέλουσι πληγῆ διὰ τῆς πρασθήκης τοῦ ἀναλόγου φόρου καὶ τῆς προσθήκης τοῦ ἐξαγωγικοῦ. Ἐπίσης πλήττεται ἡ μέση τάξις ἢ ἀστικὴ τάξις τῶν ἰδιοκτητῶν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι οὔτε νὰ ἀναλάβωσι τὴν ὑπεράσπισιν κατ’ ἀποκοπὴν μιᾶς τάξεως, οὔτε νὰ καταδικάζωσι μίαν τάξιν μόνον διότι ἔχουν τὴν εὐτυχίαν νὰ εἶναι πλουσία. Νομίζω ὅτι ἡ φορολογικὴ ἰσότης ἡ ὁποία ἔγκειται ἐν τῇ ἀναλογίᾳ τοῦ φόρου αὕτη εἶναι ἀπόλυτος δικαιοσύνη. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς τάξεως τῶν ἰδιοκτητῶν, ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ψηφισθῇ καὶ εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, περὶ φορολογίας τῆς αὐτομάτου ἀνατιμήσεως, εἰσάγει θεωρίαν ἐπικίνδυνον τὴν θεωρίαν περὶ αὐτοματισμοῦ. Ἀναγνωρίζω ὅτι μεγάλοι οἰκονομολόγοι ὑπεστήριξαν τὴν θεωρίαν τοῦ αὐτοματισμοῦ ἀλλὰ ἀναγνωρίζω συγχρόνως ὅτι ἡ θεωρία τοῦ αὐτοματισμοῦ εἰς κοινωνίας οἵα ἡ Ἑλληνικὴ, ἐξερχομένη ἐκ περισσοῦ ἥκιστα ὁμαλῶς ἀπὸ τοῦ 1909 καὶ ἐντεῦθεν, ἡ θεωρία τοῦ αὐτοματισμοῦ εἶναι ἐπικίνδυνος. Θὰ προετίμων ἄλλην τινὰ θεωρίαν, μίαν προσωρινὴν φορολογίαν, εἴτε δι’ αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ τοῦ φόρου προκειμένου περὶ τῆς ἐτησίας προσόδου, εἴτε δι’ αὐξήσεως τῆς προοδευτικῆς κλίμακος ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν. Ἐπίσης θὰ προετίμων ἕνα ἄλλο, προκειμένου περὶ τῆς ὑπερτιμήσεως τῆς ἀξίας τῶν οἰκοδομῶν, μίαν ἄλλην φορολογίαν, τὴν φορολογίαν τὴν ἐκ τοῦ ἐκτάκτου κέρδους, καὶ τοιαύτην φορολογίαν θὰ τὴν ἐδεχόμην ἀσμένως, ὅπως ἐγένετο δεκτὴ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν πλοίων. Ἀλλ’ ἡ θεωρία τοῦ αὐτοματισμοῦ γενικῶς καὶ παγίως εἰσαγομένη γεννᾷ τὸν κίνδυνον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον κανεὶς νὰ εἶναι βέβαιος περὶ τῶν μελλουσῶν οἰκονομικῶν προσόδων, ἀλλὰ καὶ κανεὶς δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι βέβαιος περὶ τοῦ ὁριστικοῦ πορίσματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἄγει αὐτὴ ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία. Κύριοι, τὰ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας γνωρίζομεν ὅλοι καλῶς, τὰ γνωρίζει δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν μεγάλων εἰσφορέων τοῦ φόρου αὐτοῦ καὶ πλήττεται περισσότερον παντὸς ἄλλου. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ θεωρία τοῦ αὐτοματισμοῦ εἰς μίαν οἰκοδομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν συμβιβάζονται ἐξ ἴσου αἱ ἀποδόσεις τῶν ἐπιχειρήσεων μὲ ἔξοδα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὁ ἀσχολούμενος εἰς ἐμπορικὰς ἢ βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις. Ὁ ἰδιοκτήτης μεγάλων οἰκοδομῶν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι εὐτυχὴς νὰ ἀπολαμβάνῃ τόκον 3%, εἶναι δὲ αἱ οἰκοδομαί, αἱ ὁποῖαι κατήρτισαν τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν εἰς πόλιν καλλωπισμένην ὁ ἰδιοκτήτης οὗτος τί εἰσέπραττε λαμβάνων 3%, καθ’ ὃν χρόνον ἄλλοι εἰσέπραττον 20 καὶ 30%; Ὁ ἰδιοκτήτης οὗτος ἀνέμενε νὰ ὠφεληθῇ ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ κτήματός του, ἡ ὁποία εἶναι ἓν εἶδος κεφαλαιοποιήσεως τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ὁποίου ἐστερεῖτο ἐπὶ τόσον χρόνον. Σήμερον ἐρχόμεθα καὶ φορολογοῦμεν τὴν αὔξησιν τοῦ εἰσοδήματος, φορολογοῦμεν δὲ καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ κεφαλαίου. Πῶς δὲ θὰ τὸ φορολογήσωμεν; Σχετίζοντες τοῦτο οὐχὶ πρὸς ὡρισμένην τινὰ ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ κεφάλαιον εἶχε ὡρισμένην θετικὴν ἀξίαν, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς κτήσεως τοῦ κεφαλαίου. Κύριοι, εἶναι ἀνάγκη νὰ προβλέψωμεν εἰς τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας διήνυσεν ἡ χώρα, δὲν λέγω δὲ τὰς σημερινάς, ἐννοῶ ὅλας τὰς διακυμάνσεις τὰς κοινωνικὰς καὶ οἰκονομικὰς τὰς ὁποίας ἡ χώρα ἔχει διανύσει ἀπὸ δεκαετίας. Μέχρι τοῦ 1909 ἡ χώρα εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν δημοσίων οἰκονομικῶν οἰκτρὰν ἀλλὰ καὶ κοινωνικῶν οἰκονομικῶν οἰκτροτέραν. Ποία ἦτο ἡ μορφὴ τῆς χώρας ἡ δημοσιονομική; Ὁ κ. Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τότε ὡς βουλευτὴς ἠγωνίζετο καὶ αὐτὸς μετ’ ἐμοῦ καὶ ἄλλων τὸν καλὸν ἀγῶνα, ἤλεγξε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ὡς ἀποφέροντα ἔλλειμμα 2–2½ ἑκατομμυρίων καὶ ὁ μέγας ἀγὼν τῶν κομμάτων ἦτο ἂν θὰ καλυφθῇ τὸ περίφημον αὐτὸ ἔλλειμμα καὶ ἡ θεωρία τοῦ ἰσοζυγίου ἦτο πῶς θὰ καλυφθῇ ἔλλειμμα 4.000.000 καὶ ἠσχολούμεθα ὅλοι εἰς τὴν ἐξεύρεσιν λογιστικῶν μεθόδων πρὸς κάλυψιν αὐτοῦ καὶ ὅλη ἡ δημοσιολογία τῆς Βουλῆς εἶχε καταντήσει εἰς χειροτέχνημα λογιστικόν. Ποία δὲ ἦτο ἡ κατάστασις τῆς κοινωνικῆς οἰκονομικῆς; Ὅτι ἡ χώρα αὐτή ἡ ὁποία διὰ τοῦ συνόλου τῶν παραγόντων της δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ καλύψῃ ἕνα ἔλλειμμα 2½ ἑκατομ. δραχμ., δὲν εἶχε τὸ θάρρος νὰ ἐμπεδώσῃ μίαν διοίκησιν καὶ νὰ ἐμφυσήσῃ εἰς τὸν λαὸν τὸ ζώπυρον τῆς προόδου, ἡ χώρα αὐτὴ εἶχε καταδικασθῆ νὰ βλέπῃ τὰ ἀποταμιεύματα ὅλα κατατιθέμενα εἰς τὰς Τραπέζας, ἵνα εἶναι ἠσφαλισμένα κατὰ τῆς κακοδιοικήσεως· χώρα ἡ ὁποία δὲν εἶχε μέριμνα περὶ τῆς προληπτικῆς δικαιοσύνης, ἡ χώρα αὐτὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ βλέπῃ ἀνθοῦσαν τὴν κοινωνικὴν αὐτῆς εὐημέριαν. Ἀποτέλεσμα δὲ τῆς τοιαύτης καχεκτικῆς καταστάσεως ἦσαν καὶ αἱ μικραὶ εἰσπράξεις τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων. Τὴν στιγμὴν λοιπὸν κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς ἰδιοκτήτης, προκειμένου νὰ οἰκοδομήσῃ οἰκίαν, ἐκυμαίνετο μεταξὺ τῆς ἀνάγκης νὰ διατεθῇ τὸ χρῆμα του καὶ νὰ κινδυνεύῃ νὰ κάμῃ ἐξώσεις καὶ νὰ εὑρίσκεται πρὸ Προέδρων μετατιθεμένων, ἢ νὰ μεταθέσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὰ χρήματά του, προετίμα τὸ δεύτερον, ὅταν τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσητε ὡς βάσιν συγκρίσεως τῶν γενομένων ὑπερτιμήσεων ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἀκριβῶς τὴν ὁποίαν θέτει τὸ νομοσχέδιον. Ἀπὸ τοῦ 1909 ὅμως, κύριοι, τὰ πράγματα μετεβλήθησαν ὡς διὰ μαγικῆς ράβδου.
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Χάρις εἰς τὸν Βενιζέλον.
§188Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ βεβαιῶ τὰ γεγονότα. Ἀρκεσθῆτε εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν γεγονότων, ἄλλως τε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῶ τὰ γεγονότα τοῦ 1912 καὶ 1913 τῶν ὁποίων ὑπῆρξα καὶ ἐγὼ συνεργάτης. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ στρατὸς ἐξεκίνησε διὰ τὸ Γουδὶ καὶ προεκάλεσεν ἕνα συγκλονισμὸν εἰς τὴν ὅλην κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐτοποθέτησεν ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἐθεώρησε ἱκανὸν νὰ θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Κράτους, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ ἡ πρωτοβουλία τοῦ ἐπὶ κεφαλῆς, ἡ ὁποία ὑπῆρξε μεγαλουργὸς ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολον τῶν περιστάσεων παρουσίασεν νέαν Ἑλλάδα καὶ παρουσίασεν νέαν Ἑλλάδα ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως διεκδικήσεως τῶν ἐθνικῶν δικαίων, ἀλλὰ ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς κινήσεως. Ἀλλὰ ἀκριβῶς ἀφοῦ ἀποτόμως ἀπὸ τοῦ 1909 μετεβλήθη ἡ ὄψις τῆς Ἑλλάδος ἡ οἰκονομικὴ καὶ ἐτράπη τὸ κεφάλαιον πρὸς ἐργασίαν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θέσητε θέμα αὐτομάτου ὑπερτιμήματος διὰ μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία ἦτο ὁλόκληρος εἰς βάρος τῆς Πολιτείας. Δὲν δύναται λοιπὸν ἡ Πολιτεία νὰ φορολογήσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἰδικῶν της πταισμάτων. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τὸ 1914 ἐπῆλθον νέα γεγονότα, προκαλέσαντα νέας μεταβολάς, διότι ἐπῆλθεν ἡ μεγέθυνσις τοῦ Κράτους. Νέα ζώπυρα, νέα κίνησις. Καὶ διὰ νὰ κάμετε σύγκρισιν μεταξὺ τῶν ὑπερτιμήσεων πρέπει νὰ ἔχετε ποίαν τινα ὁμοιομορφίαν. Ἀλλ’ ἐφόσον ἔχετε αἰτίας ἐξαιρετικάς, αἱ ὁποῖαι ἐδημιούργησαν συγκλονισμούς, δὲν δύνασθε νὰ λάβετε τὸ τελευταῖον ἔτος τῆς δεκαετίας, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει αὐξήσεις τῶν φορολογουμένων καὶ νὰ συγκρίνετε πρὸς τὸ ἔτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχε τὰς πραγματικὰς ἀποδόσεις ἕνεκα μιᾶς καχεξίας τῆς ὁποίας τὴν εὐθύνην φέρει ἡ Πολιτεία καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν δύναται νὰ φορολογήσῃ τὰς συνεπείας τῶν ἰδίων της πταισμάτων.
§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φορολογεῖ ὅμως τὸν λαόν.
§190Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι δὲν δύναται ἡ Πολιτεία νὰ φορολογήσῃ τὰς συνεπείας τῶν ἰδίων πταισμάτων. Ἀλλ’ ἀντιτάσσεται διὰ τῆς εἰσηγητικῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσεως, ὅτι οἱ οἰκοδεσπόται δὲν συνεισφέρουσι τίποτε εἰς τὴν ὁμάδα καὶ ὅτι ἐπωφελήθησαν τῆς γενικῆς προόδου τῆς ὁμάδος καὶ κατὰ συνέπειαν ἔχει δικαίωμα νὰ φορολογήσῃ, τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον. Προκειμένου περὶ τῶν μεγάλων πόλεων ἐρωτῶ τί θὰ συνεισφέρῃ ἡ ὁμὰς ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν, θὰ συνεισφέρωσιν οἱ πολῖται.....
§191Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μεγέθυνσιν τοῦ κράτους εἴπατε;
§192Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ φθάσωμεν. Τὴν μεγέθυνσιν τοῦ κράτους δὲν τὴν ἔφερε τὸ κράτος μόνον, διότι τὴν ἔφερεν ἡ ὁμὰς τοῦ κράτους δι’ ὅλων τῶν πολιτῶν. Δὲν δύνασθε νὰ λέγητε, ὅτι πρὸς ἀντιμετώπισιν μιᾶς φορολογίας ὁ ἰδιώτης δὲν συνεισφέρει τίποτε, ἀλλὰ τὸ κράτος εἶναι τὸ αἴτιον. Ἀλλὰ συγχρόνως σήμερον ἔχομεν καὶ λόγους τινὰς περαστικοὺς τῶν ἀνατιμήσεων, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται εἰς τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς καταστάσεως ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἐξαιρετικὸν τῆς συγκεντρώσεως ξένων στοιχείων. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οἰκοδομικῆς δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀναπολήσῃ τὶ τὸ Κράτος ἔχει εἰσφέρη εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν; Γινώσκομεν ὅλοι ὅτι εἰς τὰς διαφόρους πόλεις τὰ δημόσια κτίρια στολίζουσιν αὐτάς, ἀλλὰ ἐπίσης καὶ ἡ ὕπαρξις ὡρισμένων σχεδίων καὶ τὰ τοιαῦτα δίδουσιν ἀξίαν εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς πόλεως, καὶ συνεπῶς καὶ εἰς τὰς οἰκοδομάς, καὶ ὅλα ταῦτα δίδουσι τὴν κατεύθυνσιν τῆς οἰκοδομικῆς πολιτικῆς εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδιώτας. Ἐνταῦθα τί ἔχει πράξει τὸ Κράτος ἐν τῇ πόλει τῶν Ἀθηνῶν, ἢ μᾶλλον ὁ δῆμος Ἀθηναίων τῇ ὑποστηρίξει τοῦ Κράτους; Οὐδέν. Πάγιον σχέδιον οἰκοδομικῆς ὑφίσταται· μία τροπὴ ἑνὸς σχεδίου οἰκοδομῆς πρὸς ἓν μέρος ὅπερ γεννᾷ διαφόρους ἀνατιμήσεις καὶ ὑποτιμήσεις.
§193Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πρέπει νὰ τερματισθῇ ἡ κατάστασις αὐτή.
§194Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σήμερον ὑφίσταται ἡ κατάστασις αὕτη καὶ οἱ ἰδιοκτῆται ὑφίστανται τὰ ἐκ τῆς καταστάσεως βάρη. Τί ἔπραξε τὸ Κράτος ἀπὸ ἀπόψεως οἰκοδομικῆς; Μήπως ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ κατασκευὴν δημοσίων κτιρίων; Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω μὲ τοῦτο, διότι δὲν εἶχον τὴν ἀξίωσιν οἱαδήποτε Κυβέρνησις νὰ παραμελήσῃ τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς διεκδικήσεως τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ζητημάτων. Γνωρίζετε προκειμένου νὰ ἐγερθῇ ἓν μέγαρον δικαστικὸν πόσαι συζητήσεις ἔγιναν καὶ πόσα ζητήματα ἠγέρθησαν καὶ κατήντησεν ἕως σήμερον ἡ Δικαιοσύνη νὰ εἶναι ἐστεγασμένη εἰς ἕνα ἀχυρῶνα, τὸ ὁποῖον λέγεται σήμερον Πρωτοδικεῖον!
§195Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ.
§196Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν τὰ λέγω διὰ νὰ ἐλέγξω. Ἐπίσης εἰς τὸ κεντρικώτερον μέρος τῆς πρωτευούσης εὑρίσκεται τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ὁ δυστυχὴς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσπαθεῖ κατ’ ἔτος νὰ τὸ στηρίξῃ εἰς τὰ πόδια του! Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη ἐμφάνισις τοῦ δημοσίου καλλωπισμοῦ. Λοιπόν, ἐνῷ τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸ καὶ μόνον προεκάλεσε τὴν ἀνατίμησιν χωρὶς τὴν εἰσφορὰν τῶν πολιτῶν, τῶν ἀποτελούντων τὴν ὁμάδα πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν ἐσόδων των, ἀφ’ ἑτέρου τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ ἰσοφαρίσῃ κατὰ τὴν οἰκοδομικὴν αὐτοῦ παραδειγματικὴν πρὸς ὅ,τι ἔπραξαν οἱ ἰδιῶται. Ἐὰν σήμερον ὑπάρχῃ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις εἶναι τὸ ἐγκαλλώπισμα τῆς Ἀνατολῆς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν πλοῦτον καὶ εἰς τοὺς γενναίους ἐκείνους Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν δωρεῶν αὐτῶν κατεσκεύασαν ὅσα δημόσια κτίρια ἀποτελοῦν σήμερον πραγματικὰ κειμήλια ἐν τῇ πόλει.
§197Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχετε ἀπόλυτον δίκαιον, μὲ μίαν παράλειψιν, ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τῶν ἀξιῶν τῶν οἰκοπέδων δὲν ὀφείλεται εἰς τοὺς κατόχους αὐτῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐργασίαν ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος ἡ ὁποία προκαλεῖ μεγάλην συγκέντρωσιν εἰς τὰς μεγάλας πόλεις, ἡ ὁποία μεγάλη συγκέντρωσις προκαλεῖ ζήτησιν οἰκοπέδων καὶ ἑπομένως ὑπερτίμησιν. Μία φορὰ λοιπὸν ποῦ αὕτη ἡ αὔξησις τῆς ἀξίας τῶν οἰκοπέδων προκαλεῖται ὑφ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ ἀποταμιευθῇ ὁλόκληρος ἡ ὑπερτίμησις αὕτη εἰς τὰ θυλάκια τῶν ἐχόντων τὰ οἰκόπεδα, μολονότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἰσέφερον διὰ τὴν ἀξίαν των ταύτην. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἡ ὑπερτίμησις αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν συγκέντρωσιν μεγάλου πληθυσμοῦ.
§198Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σήμερον ὅμως, ὄχι παγίου. Διότι εἰς τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας, ὅτι σήμερον δὲν εἴμεθα βέβαιοι ὅτι εἶναι πάγιον, διότι καθ’ ἣν ὥραν ἐξερχόμεθα ἔξω δὲν γνωρίζομεν σήμερον ποία γλῶσσα κατὰ προτίμησιν λαλεῖται, διότι εἶναι χιλιάδες ξένων.
§199Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑπάρχει ριζικὴ παρατήρησις, ὅτι ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν εἶναι σταθερά.
§200Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ναί, ἀλλὰ δύναμαι νὰ προσθέσω εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὑπάρχει καὶ ὑπερτίμησις ὑπενοικιάσεων ἐπιπλωμένων οἰκιῶν, πολλοὶ δὲ μετέρχονται καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς ὑπενοικιάσεως τῶν οἰκιῶν μετὰ τῶν ἐπίπλων καὶ κατοικοῦσιν εἰς τὰς ἐξοχάς. Λοιπὸν ὅλη αὕτη ἡ ὑπερτίμησις δὲν εἶναι μόνον ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι ὑπάρχει ἡ παγία αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλεως, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ, Εὐρωπαϊκοῦ πληθυσμοῦ ἐκ τῶν ἄλλων μερῶν τῆς Ἑλλάδος, Σμύρνης, Θεσσαλονίκης, προσφυγικοῦ πληθυσμοῦ. Ὑπάρχει ὁπωσδήποτε μία μεγάλη συγκέντρωσις κόσμου τοιούτου, τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ὡς κάτοικον πάγιον Ἀθηνῶν, καὶ ὁ ὁποῖος ὅμως ἔχει προκαλέσει ὑπερτίμησιν. Καταλήγω λοιπὸν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ ἐπιβληθῇ φόρος προσωρινὸς ὑπὸ τὸν τύπον τοῦ ἐπιβληθέντος εἰς τοὺς ἐφοπλιστὰς λόγῳ τῶν περιστάσεων καὶ νὰ μὴ λάβῃ χαρακτῆρα πάγιον. Προκειμένου δὲ περὶ τῶν συγκρίσεων θὰ συνίστων νὰ ἐτίθετο μία βάσις συγκριτική, ὄχι ἡ ἀξία τοῦ κτήματος, διότι θὰ εἶναι ἄδικον νὰ φορολογῆταί τις ἐπὶ μίαν πεντηκονταετίαν δι’ ἓν κτῆμα μὲ τὴν σημερινὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος, ἐὰν τυχὸν ἤθελεν ἔχῃ τὴν παραδοξολογίαν νὰ κρατήσῃ τοῦτο ἐπὶ τόσον χρονικὸν διάστημα.
§201Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ τῶν οἰκοπέδων.
§202Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Νὰ τεθῇ μία βάσις κεφαλαιοποιήσεως τοῦ εἰσοδήματος ἐπὶ μιᾶς δεκαετίας καὶ ἡ ὑπερτίμησις νὰ φορολογηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς διακρίσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει, διότι ἄλλως θὰ εἶναι ἄδικον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀνατιμήσεως, κύριοι, ἡ ὁποία θέλει φορολογηθῆ εἰς βάρος τῶν ἀστικῶν κτημάτων, νομίζω ὅτι ἡ ἀνατίμησις αὕτη περιλαμβάνει καὶ τὰς ἀγροτικὰς οἰκίας.
§203Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὰς ἐνοικιαζομένας.
§204Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν καθορίζεται τοῦτο σαφῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§205Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ τροποποιηθὲν τὸ καθορίζει.
§206Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ἀφοῦ τὸ λέγετε, οὕτως ἔχει. Ὑπάρχει φόβος τῆς ἀνατιμήσεως τῶν ἀγροτικῶν οἰκιῶν τῶν ἐνοικιαζομένων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ θὰ ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ εἴμεθα, εἰ δυνατόν, ἑνιαῖοι ἐν τῇ κατευθύνσει, τῇ οἰκονομικῇ καὶ τῇ πλουτολογικῇ, βλέπω δὲ ἀκριβῶς δύο διαφορὰς τὰς ὁποίας θεωρῶ ὀρθὸν νὰ καθορίσω. Ἡ Πολιτεία ἐφήρμοσε τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῆς λόγῳ ἐκτάκτου κέρδους ἀνατιμήσεως, καὶ ὀρθῶς ὑπὲρ τῶν ἐφοπλιστῶν καθώρισεν, ὅτι τὸ κεφάλαιον καθ’ ὃ ποσὸν θέλει γίνῃ παραγωγικόν, τοῦτο ἀποδίδεται ὅταν θὰ γίνῃ παραγωγικόν. Δὲν ἠθέλησεν ἡ Πολιτεία νὰ θίξῃ ἐκεῖνο τὸ ποσὸν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ αὔξησιν τῆς Ἐθνικῆς περιουσίας, δὲν φρονῶ δὲ ὅτι τὸ μέτρον ἐκεῖνο ἡ Πολιτεία ἔλαβε μόνον διὰ νὰ ὠθήσῃ τοὺς ἐφοπλιστὰς εἰς τὴν κατασκευὴν νέων πλοίων, διότι ἐκτὸς τῆς ὠθήσεως ταύτης ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη τοῦ ἐπαγγέλματος τοὺς ἦγεν εἰς τὰ συμπεράσματα ταῦτα. Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία ἤχθη εἰς τοῦτο καὶ ἐκ τοῦ γενικωτέρου μέτρου, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ ὅλον ἐθνικὸν κεφάλαιον δὲν εἶχε ἐπαρκέσει εἰς ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν παραγωγικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν, δὲν ἦτο ὀρθὸν τὰ κατ’ αὔξησιν εἰσαγόμενα κεφάλαια νὰ τὰ ἁρπάσῃ τὸ Κράτος καὶ νὰ τὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Διὰ τοῦτο ἐδέχθη ἡ Πολιτεία κατὰ τὸ μέτρον τοῦτο νὰ κατατάξῃ τὴν φορολογίαν ταύτην τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἐφοπλιστικοῦ ὡς παρακαταθήκην καὶ ἀποδιδομένην ἅμα ὡς ἐμφανισθῇ νέα παραγωγή.
§207Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ ἢ μᾶλλον τῶν κτηματιῶν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ληφθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον; Δὲν ἀποτελοῦν παραγωγικὴν τάξιν οἱ κτηματίαι; Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως συνθέσεως τούτων εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν γεωργικῶν μεθόδων καὶ τῆς μὴ κατασπαταλίσεως τοῦ ἐθνικοῦ κεφαλαίου, διότι, κυρίως, νὰ μὴ σᾶς ἐνοχλήσῃ ἡ λέξις «κατασπαταλίση», διότι δὲν ἐννοῶ κατασπατάλισιν ἐφ’ ἃ μηδέν. Ὅταν ἓν κράτος φορολογῇ τὰ κεφάλαια οὐχὶ τὴν πρόσοδον τὸ κράτος τοῦτο φρονῶ ὅτι οὐχὶ συνετὴν διεξάγει οἰκονομικὴν πολιτικήν, διότι ὁμοιάζει μὲ τὸν κακὸν ἰδιώτην, ὁ ὁποῖος τραβᾷ γραμμάτια μὴ δυνάμενος νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς δαπάνας τῆς οἰκογενείας του καὶ σύρει συναλλαγματικάς. Τοῦτο εἶναι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζει τὸ Κράτος ἐπὶ τῆς ηὐξημένης παραγωγῆς. Νομίζω ὅτι τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ὀρθῶς καὶ σοφῶς τῶν ἐφοπλιστῶν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ καὶ ὑπὲρ τῆς ἀγροτικῆς τάξεως. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη διαφορὰ ὑπάρχει περὶ τὴν ἑνιαίαν κατεύθυνσιν. Ἐν τῇ πολιτικῇ της ἡ Κυβέρνησις ἐστράφη πρὸς τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἐνίσχυσε διὰ παντὸς μέσου, περὶ τὴν οἰκοδομικὴν αὐτῆς κατεύθυνσιν στρέφεται πλήττουσα τὴν μικρὰν ἰδιοκτησίαν.
§208Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πλήττει τὸν ἐνοικιάζοντα τὸ κτῆμα.
§209Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῆς οἰκοδομικῆς. Μὲ παρεξηγήσατε. Λέγω περὶ τῆς γεωργικῆς ἰδιοκτησίας ἐστράφητε πρὸς τὴν μικρὰν προκειμένου περὶ τῆς οἰκοδομικῆς ἐνισχύσατε τὴν μεγάλην διότι ὅλοι οἱ μικροὶ οἰκοδόμοι αὐτοὶ δυσχεραίνονται εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τοῦ μικροῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸν δεσμὸν τοῦ ἀτόμου πρὸς τὴν τάξιν τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν μικρῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ διαχειρίζωνται 300 δραχμάς. Τὸν ἀστὸν τοῦτον μὴ θέλετε νὰ τὸν τρέψητε εἰς ἐπιχειρήσεις ἁρπακτικάς.
§210Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον ἀπαλλάσσει μέχρι 1200 δραχμῶν.
§211Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐτησίως. Δὲν ὁμιλῶ περὶ 1200 δραχμῶν, ὁμιλῶ περὶ 2500 δραχμῶν ἐτησίως. Εἶναι ἀκριβῶς ἡ μεσαία ἀστικὴ τάξις, ἡ ὁποία εἶναι τάξις ἀντίθετος πρὸς πᾶσαν ἁρπακτικὴν τοιαύτην· αὐτὴν τὴν πλήττετε. Ὅταν αὐτὴν τὴν τάξιν τὴν τρέψητε εἰς ἐπιχειρήσεις ἁρπακτικὰς ἢ οἱανδήποτε ἄλλην, ἢ εἰς οἱανδήποτε ἄλλην, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι προπαρασκευασμένη φοβοῦμαι, ὅτι θὰ τὴν καταστήσητε πτωχοτέραν καὶ δὲν εἶναι τὸ ἔρεισμα τῆς ἐν τῷ κράτει τάξεως. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω προκειμένου περὶ τῆς γενικῆς ἀφομοιώσεως τῶν ἀμέσων φόρων, τὴν ὁποίαν ἐπιζητεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐχρειάζετο ἀναβλητικὴ διάθεσις. Εἶναι ἐπιστημονικῶς ἀναμφισβήτητον ὅτι ἀπαιτεῖται ἀφομοίωσις, ἀλλ’ ἡ ἀφομοίωσις ἐν Ἑλλάδι ἐπιζητεῖται κατὰ τοὺς χρόνους κατὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι εἶναι προπαρασκευασμένα τὰ διαμερίσματα τὰ καλούμενα νὰ ἀφομοιωθῶσιν ὅπως ἀποδεχθῶσι ταῦτα. Ὅταν ἐπῆλθεν ἡ ἕνωσις τοῦ Κράτους, ὅταν ἐπῆλθε διπλασιασμὸς τοῦ Κράτους ἡ ἔντασις τῆς ἀφομοιώσεως δὲν ἐξεδηλώθη τοσοῦτον δραστική, ἐπεβλήθησαν φόροι τινες εἰς τὴν Μακεδονίαν, διετηρήθη εἰς πλήρη ἀνεξαρτησίαν ἡ Κρήτη καὶ ἐξακολουθεῖ διατηρουμένη εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Σήμερον δὲν γινώσκω, ἐὰν θὰ εἶναι τολμηρὸν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Μακεδονίας, καθ’ ἣν ὥραν κατὰ τρία συνεχῆ ἔτη εἶναι αὕτη θέατρον πολέμου καὶ στρατοπεδεύει ἑλληνικὸς καὶ ξένος στρατός, δὲν θὰ ἐξέλθῃ τοῦ πολέμου ἐνισχυομένη γεωργικῶς, ἀλλὰ τοὐναντίον μειονεκτοῦσα, κατὰ συνέπειαν δὲ ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐν Ἑλλάδι συνέβησαν ἀπὸ τριετίας ἐν Μυτιλήνῃ, ἐν Σάμῳ, Κρήτῃ καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ὡς καὶ ἐν ὅλῃ τῇ Χώρᾳ δὲν προπαρεσκεύασαν, οὔτε τὴν ψυχολογικὴν ἠρεμίαν, οὔτε τὴν τακτοποίησιν τῶν συναλλαγῶν, ἡ ὁποία νὰ παρουσιάζῃ διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ἔδαφος ἀσφαλὲς διὰ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας ἀφομοιώσεις. Διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι πολὺ θαρραλέος πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ μέτρου τούτου ἔστω καὶ ἐντὸς τριετίας, ὅταν μάλιστα τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐπιδιώκεται δι’ ἐπιβολῆς τοῦ νέου φόρου καὶ μετὰ τὴν ἀσφάλισιν τῆς ἀποδόσεως αὐτῆς τότε θὰ ἄρξηται ἡ ἀφομοίωσις ἐν τῷ μεταξὺ αἱ χῶραι αὐταὶ θὰ ὑποστῶσι τὰ τοῦ νέου φόρου καὶ θὰ βαστάξωσι καὶ τὸν ἤδη φόρον. Ἀλλὰ κύριοι, καὶ δι’ ἄλλον λόγον νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν ὁλοταχῆ λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀφομοιώσεως. Εἰς ὅλα τὰ κράτη ἐπικρατοῦσιν αἱ γνῶμαι τῶν ἀφοιμοιωτικῶν φόρων δὲν ἐφαρμόζονται ὅμως, διότι ὑπάρχουσιν οἱ γενικοὶ φόροι, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ οἱ φόροι τῆς τοπικῆς καὶ νομαρχιακῆς διοικήσεως, ἐκεῖνοι ἐξυπηρετοῦσιν τὴν τοπικὴν καὶ νομαρχιακὴν διοίκησιν. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἐν τῷ συνόλῳ τῆς ἀποδιδομένης ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ τῶν τμημάτων φορολογίας δὲν ὑπάρχει διοίκησις. Ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν τὴν μορφὴν τὴν διοικητικήν. Δὲν λέγω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ τις, ὥστε νὰ ἐκθέσῃ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν τὴν διοίκησιν, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος εἰς αὐτήν, ὥστε ἡ αὐτοδιοίκησις νὰ λάβῃ χαρακτῆρα τοπικόν, οὕτως εἰπεῖν, νομαρχιακόν. Εἰς ἄλλα κράτη ὑπάρχει, ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἑνιαία, ὥστε τοιούτου εἴδους ἀξιώσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκδοθῶσιν, ἀλλὰ πάντως ἐν Ἑλλάδι θὰ εὑρεθῆτε ἀντιμέτωποι τῶν φορολογικῶν ζητημάτων. Καὶ ἐρωτῶ διατὶ νὰ σπεύσητε ἀπὸ σήμερον εἰς ἀφομοίωσιν τῶν φορολογιῶν γενικῶς, ὅταν θὰ εἶναι ἴσως δυνατὸν μετὰ ἓν ἢ δύο ἔτη περατουμένου τοῦ πολέμου καὶ ἀποκαθισταμένης τῆς ἐν τῇ πολιτείᾳ γενικῆς μορφῆς τῆς τε πολιτικῆς καὶ τῆς διοικητικῆς, φόροι ὡρισμένοι πρὸς τοὺς ὁποίους ἔχουσιν ἐξοικειωθῆ οἱ τόποι νὰ διατηρηθῶσι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν χωρὶς διὰ τῆς ἀλλοιώσεως αὐτῆς, διὰ τῆς μεταβολῆς αὐτῆς νὰ ὑποστῶσιν οἱ τόποι τὴν δυσχέρειαν τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῶσιν διὰ τῆς ἀποτόμου μεταβολῆς. Καὶ κατὰ ποῖον λόγον ἠθέλατε ἀρνηθῆ εἰς τὴν τοπικὴν διοίκησιν τὴν διατήρησιν τοῦ φόρου ἐκείνου πρὸς τὸν ὁποῖον αὕτη εἶναι ἐγγύησις καὶ κατ’ ἔθιμον καὶ κατ’ ἕξιν. Ὅταν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε τοῦτο, τότε διατὶ σπεύδετε εἰς κατάργησιν τοῦ φόρου τῆς τοπικῆς μορφῆς τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς συνεισφέρει εὐχαρίστως. Περιορισθῆτε εἰς τὴν μεταβολὴν τῶν γενικῶν φόρων ἐκείνων οἵτινες κατ’ ἐξοχὴν εἶναι φόροι ἐξυπηρετοῦντες τὰς κρατικὰς ἀξιώσεις. Κύριοι, περατῶν τὸν λόγον, ζητῶ συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς διότι ἀπησχόλησα ταύτην, περατῶν τὸν λόγον ἔχω μίαν παρατήρησιν ὡς εἶπον ἐξ ὑπαρχῆς ὁμιλῶν. Κατὰ θεωρίαν δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ τὴν ὀρθότητα τὴν ἐπιστημονικὴν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ φορολογία τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι ἐὰν τοῦτο ἤθελον ἀρνηθῆ κατὰ θεωρίαν, ἤθελον ἀρνηθῆ αὐτὴν τὴν ἐπιστήμην. Ἤθελον συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀφοῦ εἶναι διατεθειμένη νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου κατὰ τρόπον φορολογικὸν ἀλλὰ νὰ εἰσηγηθῇ τὸ σύστημα κατὰ τρόπον καθαρῶς, καὶ εἰς τινας θυρίδας ἢ κατηγορίας, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑποτυπώδη. Θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ εἰσαχθῇ ὁ φόρος ἀνεπαισθήτως διατηρουμένου τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος, κατὰ τρόπον ἐντελῶς ὑποτυπώδη ἵνα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαγάγῃ συμπεράσματα καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ δημοσία ὑπηρεσία περὶ τὴν πραγματικὴν ἀπόδοσιν τοῦ φόρου, διότι εἶναι φόβος ὅτι σήμερον διατηροῦντες ἔν τισι τοὺς κειμένους φόρους καὶ προσθέτοντες τὸν φόρον ὄχι ὡς ὑποτυπώδη ἀλλὰ πραγματικὸν δὲν θὰ σᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐγκρίνητε οὔτε τὴν ἀλήθειαν τῆς προσόδου, ἀλλ’ οὔτε τὴν ἀλήθειαν τῆς ἀποδόσεως ἐν τῇ ἀποταμιεύσῃ τὴν ὁποίαν ζητεῖτε. Δὲν ἔχομεν παρεσκευασμένα οὔτε τὰ ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας ἵνα ἀντιμετωπίσουν τὰς φορολογικὰς ἀξιώσεις τοιούτου συστήματος. Μὴ νομίζομεν ὅτι ἔχομεν θεωρητικῶς καὶ ἀντιγράφοντες νόμον ὁ ὁποῖος λειτουργεῖ ἐν Γαλλίᾳ ὑπὸ μίαν μορφὴν τὴν πληρεστέραν, ἡ Ἀγγλία ὑπὸ ἄλλην μορφήν, ἡ Γερμανία ὑπὸ ἄλλην, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν τοῦτον ἐν Ἑλλάδι μὲ τὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν τὴν ὁποίαν ἔχομεν. Δὲν ἐννοῶ οὐδὲ τὸ παράπαν νὰ εἴπω ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι δὲν πληροῦνται ὑπὸ τῆς ἐπιθυμίας καὶ τῆς ἀρχῆς νὰ ὑπηρετήσωσι τὸ Κράτος, ἀλλὰ λόγῳ τῆς κακῆς συνθέσεως αὐτῶν καὶ λόγῳ τῆς παλαιᾶς πολιτικῆς καχεξίας καὶ λόγῳ τῶν ἀπὸ τοῦ 1909 ἐξωτερικῶν περιστάσεων τὸ Κράτος δὲν ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπαγγελματικῆς μορφώσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἔχομεν δημοσίους ὑπαλλήλους οἵτινες εἰσάγονται εἰς τοὺς κλάδους τῶν ὑπηρεσιῶν ἐπὶ κατοχῇ τοῦ πρώτου τυχὸν διπλώματος τῆς νομικῆς σχολῆς χωρὶς νὰ εἶναι παρασκευασμένοι οὔτε διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως τῆς διοικητικῆς οὔτε διὰ τῆς διαπαιδαγωγήσεως τῆς κοινωνικῆς, ἵνα ἐκτελέσωσι τὸ καθῆκόν των καθ’ ἃ πρότυπον τρόπον ἐκτελεῖται τὸ καθῆκον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων εἰς τὰ ἄλλα Κράτη ὅπου οὗτοι ἀποτελοῦσιν ἔρεισμα, ἐφ’ ὅσον στερούμεθα τοιούτου κλάδου, τοιούτου καταρτισμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῶμεν οὐχὶ δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξεν ὁ κ. βουλευτὴς Φλωρίνης, ἀλλὰ διὰ τὸ σύνολον τῆς ἐργασίας τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου, νὰ ἐμπιστευθῶμεν τὴν ἐφαρμογὴν νόμου, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπάρχει δι’ οὐδένα κίνδυνος ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ διότι θὰ εἰσέρχεται εἰς τὰ ὕδατα τῶν ἐμπορικῶν βιβλίων ἢ καταστίχων, ἀλλ’ ὅστις εἶναι ζήτημα ἂν θὰ κατορθώσῃ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν ἀπόδοσιν κατὰ δίκαιον μέτρον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον μὲ τὴν προσθήκην ὅτι εἰσερχόμεθα εἰς κοινὰ φορολογικὰ δαιμόνια. Ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς κοινὰ φορολογικὰ δαιμόνια θὰ εἶναι ὀρθὸν πρὶν ψηφισθῶσι νὰ ἐκτεθῶσι κατὰ τρόπον πολιτειακῶς δημόσιον εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ κοινοῦ καὶ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ κοινοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε —καὶ ἐπαινῶ τοῦτο, διότι εἶναι ὁ πρῶτος Ὑπουργὸς ὁ ὁποῖος εἰσάγει τὸ σύστημα τοῦτο— ἀπὸ τοῦ θέρους νὰ διανείμῃ εἰς τοὺς βουλευτὰς καὶ τοὺς δυναμένους ἢ στέργοντας νὰ ἀσχολοῦνται εἰς τὰ οἰκονομικὰ ζητήματα τὰ νομοσχέδια πρὸς μελέτην. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ, κύριοι. Ὁ κυρίαρχος καὶ ὁ οἰκοκύρης εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν παρακάθηται εἰς τὸ Συνέδριον παρὰ μόνον διὰ τῆς ἀντιπροσωπείας ἡμῶν, καὶ ἐρωτῶ· ἐτέθη ζήτημα οἰκονομικοῦ προγράμματος κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαΐου; Ἐτέθη ζήτημα ἐξωτερικοῦ προγράμματος καθ’ ὅλας τὰς γενομένας ἑρμηνείας. Ἐφ’ ὅσον ἐτέθη ζήτημα ἐξωτερικοῦ προγράμματος δέχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ νὰ εἰσαγάγῃ ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ οἰκονομικὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀντιμετωπίσουν τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἐξωτερικοῦ ζητήματος. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται οὐχὶ περὶ τῶν μέτρων τῶν οἰκονομικῶν τῶν ἐξωτερικῶν τῶν προσωρινῶν, τῶν ἐπειγόντων τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰς ἀνάγκας τὰς προκυπτούσας ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐξωτερικῆς τῆς ἐγκριθείσης ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ τούτου ἀλλὰ περὶ μέτρων οἰκονομικῶν μεταβαλλόντων σήμερον τὴν βάσιν τῆς ἀμέσου φορολογίας καὶ τεινόντων νὰ ἀνατρέψωσι ταύτην, ἄρδην εἰς τὸ μέλλον, νομίζω, ὅτι τὸ πρέπον καὶ ἐπιβαλλόμενον ἦτο νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως.
§212Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ ζητήσωμεν τὴν κύρωσιν ἐκ τῶν ὑστέρων.
§213Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὸ πέρας νικηφόρου πολέμου—δὲν ζητῶ τοῦτο καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ—διέλυσε τὴν Βουλὴν καὶ εἰσήγαγεν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων σύστημα τῶν γενικωτέρων καὶ σπουδαιοτέρων μέτρων ἅτινα καλεῖται νὰ λάβῃ τὸ Ἀγγλικὸν Κράτος, πρὸς ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν συνεπειῶν τοῦ μεγάλου πολέμου. Καὶ θέλει προβῆ εἰς τὰ μέτρα ταῦτα μετὰ τὴν ἔγκρισιν τῶν ἐκλογέων. Προκειμένου περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν οἰκονομικὴν συγκρότησιν τοῦ Κράτους καὶ θίγουσι τὴν ὅλην συγκράτησιν τῆς κοινωνίας, ὡς καὶ περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἤθελον θίξει τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν τοῦ τόπου ζητημάτων τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ὑποθέτω ὅτι ἀρνεῖται ὅτι ἀποτελοῦσι κεφαλαιώδη μέρη προγράμματος εἶναι ὀρθὸν καὶ κατὰ πᾶσαν συνήθειαν καὶ ἕξιν νὰ εἰσάγωνται προγραμματικῶς ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τοῦ ψηφίζοντος μόνον δὲ μετ’ ἔγκρισιν τοῦ λαοῦ εἶναι δυνατὸν τὰ μέτρα ταῦτα νὰ ψηφίζωνται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Σήμερον ἐκτὸς τοῦ τμήματος τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ αὐτὸ τὸ βάρος τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τοῦ δυσχεράνοντος τὴν οἰκονομικήν του ὑπόστασιν καὶ τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ἴδῃ μετατρεπόμενον τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν ὑπάρχουν τμήματα τῆς χώρας ἡ Μακεδονία, ἡ Κρήτη, ἡ Ἑπτάνησος τὰ ὁποῖα βλέπουσιν μεταβαλλόμενον ἄρδην ὁλόκληρον τὸν δημοσιονομικὸν ὀργανισμόν των. Καὶ ἐρωτῶ· εἶπε τις εἰς τοὺς Κρῆτας, τοὺς Μακεδόνας, τοὺς Ἑπτανησίους τὴν 31ην Μαΐου ὅτι θέλουσιν ἀντιμετωπίσει οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτῶν ζητήματα οἰκονομικῆς καὶ κοινωνικῆς προνοίας; Ὄχι. Ἐφ’ ὅσον τοιοῦτόν τι δὲν ἐλέχθη, νομίζω, ὅτι ἐπιβάλλεται παρὰ τὰς ἀρχὰς τὰς πολιτειακὰς, ἵνα ἡ φορολογία αὕτη ἀναβληθῇ δι’ ἐκεῖνον τὸν χρόνον καθ’ ὃν θὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις προσερχομένη ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ ἐπιδείξῃ ὅσα ἔφερε συντετελεσμένα ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος. Νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς: κύριοι, ἰδοὺ τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀντιμετωπίσω τὰς συνεπείας τῶν εὐτυχῶν γεγονότων εἰς τὰ ὁποῖα ἤγαγεν ἡ πολιτική μου, ψηφίσατε ταῦτα. Ἐὰν τὰ ἐγκρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τότε δὲν θὰ εὕρῃ ἡμᾶς ἀντιμετώπους τοῦ συστήματος τούτου, ἐφ’ ὅσον ἐκ τῶν προτέρων δηλοῦμεν ὅτι ἐπιστημονικῶς εἴμεθα τελείως σύμφωνοι μὲ αὐτό. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§215Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω εἰς τοὺς εἰσηγητὰς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ δύο τμημάτων τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τὸν συνθετικὸν συμπληρωματικὸν φόρον καὶ διὰ τὸ μικτὸν σύστημα, ἀφοῦ ἄλλως τε ὁ ἐκ Φλωρίνης ἀξιότιμος συνάδελφος τόσον ἀναλυτικῶς καὶ ἐμπερισταμένως ἀνέπτυξε καὶ ἐξήγησε τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ συστήματος τῆς ὑπὸ κατηγορίαν φορολογίας ἐπιτυγχάνεται ἡ μεγάλη διάκρισις τῆς προελεύσεως τῶν εἰσοδημάτων καὶ ἑπομένως φορολογοῦνται βαρύτερον τὰ εἰσοδήματα τὰ πηγάζοντα ἐκ κεφαλαίων μόνον, ἐλαφρότερον τὰ προερχόμενα ἐκ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας καὶ ἔτι ἐλαφρότερον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ μόνης τῆς προσωπικῆς ἐργασίας. Ἐπίσης ἐξακριβοῦται καὶ ὁ ἀναλυτικὸς φόρος καὶ ἐπιτυγχάνεται ἡ εἴσπραξις τοῦ φόρου εἰς τὴν πηγήν, δηλαδὴ ἐπενοήθη τὸ σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν καταβάλει τὸν φόρον ὁ ὑπόχρεως εἰς τοῦτο ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος χορηγεῖ τὴν πρόσοδον. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν διὰ τῆς ἑτέρας ἀρχῆς τῆς προοδευτικότητος τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς ἀντοχῆς τοῦ φορολογουμένου καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην πολὺ ὀρθῶς ἠκολούθησε τὸ νομοσχέδιον. Τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἶναι μόνον θεωρητικῶς ἄριστον ἀλλὰ καὶ πρακτικῶς ἀπεδείχθη τοιοῦτον, ἔχομεν δὲ ὡς παράδειγμα τὴν Ἀγγλίαν, ἔνθα ἀπὸ τοῦ 1903 ὅτε μετεβλήθη τὸ σύστημα τοῦ φόρου ἀπὸ συνθετικοῦ εἰς ἀναλυτικὸν ἐδιπλασιάσθησαν ἀμέσως αἱ εἰσπράξεις του. Ἐρχόμενος εἰς τὰς διαφόρους κατηγορίας τοῦ εἰσοδήματος ἔχω νὰ παρτηρήσω τὰ ἑξῆς: ὅτι ὁ φόρος ἀντὶ τοῦ μέχρι τοῦδε ἰσχύοντος 3% ἐπὶ τῶν μετοχῶν τῶν ἀνωνύμων καὶ 2% τέλους ἐπὶ τῶν διανεμομένων κερδῶν μετατρέπεται εἰς 8%, ἤτοι αὐξάνεται ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου δὲν τίθεται φορολογία ἐπὶ τῶν ἀποθεματικῶν κεφαλαίων. Τὰ κατὰ κατηγορίας εἰσοδήματα διαιροῦνται εἰς 3 κλάσεις, ἔχομεν εἰσοδήματα τῶν ἡμεδαπῶν τίτλων, εἰσοδήματα ἀλλοδαπῆς προελεύσεως καὶ εἰσοδήματα ἐκ τόκων. Προκειμένου περὶ τῆς κατὰ κατηγορίας φορολογίας οὐδεὶς φόβος ὑπάρχει ἀδικίας καὶ ἐξασφαλίζεται πλήρως ἡ φορολογία πλὴν τοῦ εἰσοδήματος μέρους τῆς δευτέρας κατηγορίας δηλαδὴ τῶν ἀλλοδαπῶν τίτλων ἐκείνων τῶν ὁποίων τὰ εἰσοδήματα δὲν εἰσπράττονται διὰ τραπέζης ἢ πιστωτικοῦ ἱδρύματος ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τοῦ φορολογουμένου. Αὐτὸ εἶναι ἓν τῶν ἀσθενεστέρων σημείων τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον θέλω ἀναπτύξει ἐκτενέστερον κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ συμπληρωματικοῦ φόρου. Ὁ συμπληρωματικὸς φόρος εἶχεν ὁρισθῆ εἰς 3%, ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ τὴν πληθώραν τῶν ὑπαρχόντων χρηματικῶν κεφαλαίων ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἀναβιβάσῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου εἰς 10% καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὰ μικρὰ εἰσοδήματα παρεδέχθη μίαν κλίμακα προσεγγίζουσαν πρὸς τὴν κλίμακα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μέχρι τοῦ ποσοῦ 70.000 εἰσοδήματος ἀφῆκε τὸ μικρὸν ποσόν. Τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι καὶ ἁπλούστερον καὶ ταὐτοχρόνως δὲ διὰ τὰ κάτω τῶν 10.000 δραχμῶν εἰσοδήματα ἐπιεικέστερον καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις νὰ τεθῇ ὡς ἔχει τοῦτο. Τὸ ζήτημα τῆς βεβαιώσεως στηρίζεται εἰς τὴν δήλωσιν τῆς πραγματικῆς προσόδου ἐξελεγχομένην ὑπὸ τῆς διοικήσεως, πλὴν δύο προσόδων, τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τῶν γεωργικῶν ὅταν δὲν θέλωσιν οἱ φορολογούμενοι νὰ δηλώσωσι τὰ καθαρὰ κέρδη, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν. Τὸ σύστημα θεωρεῖται ὡς τὸ ἄριστον, ἐξεταστέον ὅμως ἂν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ἀποδίδει τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα. Βεβαίως οὔτε τὸ σύστημα τὸ μικτὸν οὔτε τὸ σύστημα τῶν δηλώσεων μᾶς ἄγει εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῶν πραγματικῶν εἰσοδημάτων, ἰδίως διὰ τὸ ζήτημα τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἀξιῶν, ἔχω ὅμως νὰ παρατηρήσω, ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς δύναται νὰ τεθῇ, διότι ἐὰν τεθῇ περιορισμὸς εἴτε ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων τίτλων εἴτε μετοχῶν ὅπως οἱ ἔχοντες νὰ εἰσπράξωσι τοκομερίδια ἐγγράφωσι τὸ ὀνοματεπώνυμόν των καὶ τὴν κατοικίαν των, ὁ περιορισμὸς οὗτος θέλει περιορίσῃ καὶ τὴν κυκλοφορίαν τῶν τίτλων αὐτῶν καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον εἰς οὐδὲν κράτος ἐφηρμόσθη τοῦτο καὶ εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θέσωσι περιορισμόν τινα. Ἡ ἐπιτροπὴ εὑρισκομένη πρὸ τοῦ διλήμματος αὐτοῦ ἐθεώρησε καλὸν νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ τεκμήριον, ἀλλ’ οὐχὶ ὅπως εἶναι τὸ τεκμήριον εἰς τὸν ἀστοχήσαντα νόμον περὶ φόρου εἰσοδήματος, ἀλλὰ κατ’ ἀντίθετον τρόπον, δηλαδὴ ὁ μὲν φορολογούμενος νὰ ὑποβάλῃ τὴν δήλωσιν εἰς τὸν Ἔφορον ν’ ἀπόκειται δὲ εἰς τὸν Ἔφορον νὰ κάμῃ ἐπιλογὴν μεταξὺ τοῦ δηλουμένου εἰσοδήματος καὶ τοῦ ἐνοικίου. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν πρὸ τοῦ κινδύνου τοῦ νὰ διαφύγωσι τὰ εἰσοδήματα κινητῶν ἀξιῶν θὰ εἶναι δυνατὸν ἔχοντες τὸ τεκμήριον νὰ εἰσπράξωμεν ἕνα οἱονδήποτε φόρον. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ ὅτι περιλαμβάνονται ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις. Τοιοῦτον εἶναι ἐν ὀλίγοις τὸ θέμα τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθην ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς. Γεννᾶται τὸ ζήτημα ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ Νόμου καὶ ποία ἡ ἐπιτυχία αὐτοῦ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Πρὸς ἐξεύρεσιν τούτου πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τοῦ μέχρι τοῦδε νόμου καὶ ποῖα αἴτια ἐπέφερον τὴν ἀστοχίαν αὐτοῦ. Ὁ προηγούμενος νόμος ἀπέτυχε, διότι εἶχε διπλῆν τὴν βάσιν, κατωρθώθη δὲ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ δοθῇ τοιαύτη ἔννοια εἰς αὐτὸν, ὥστε ἕκαστος φορολογούμενος ἀπέφευγε νὰ δηλώνῃ τὸ πραγματικὸν αὐτοῦ εἰσόδημα, ἐστηρίζετο δὲ εἰς τὴν βάσιν τοῦ ἐνοικίου, ἀλλὰ καὶ ἐνοίκιον ἐδήλου ὄχι τὸ πραγματικόν. Καὶ οὐδὲν ἠδύνατο πρὸς θεραπείαν τῶν ἀτόπων νὰ γείνῃ. Τοῦτο κατ’ ἐμὲ ἀποδοτέον εἰς τὴν ἀριθμητικὴν ἀνεπάρκειαν τῶν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν καὶ τὴν ἔλλειψιν συγχρονισμοῦ εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτῶν. Εὐτυχῶς ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους, τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν οἰκονομικῶν ἐφοριῶν καὶ ἐπιθεωρήσεως καὶ τὰ ὁποῖα ἔτι περισσότερον ἐφέτος ἐνετάθησαν διὰ τῶν ψηφισθέντων νομοσχεδίων, ἡ προπόνησις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἡ ὡριμάσασα συνείδησις τῶν φορολογουμένων μᾶς παρέχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ἀναμφισβητήτως θὰ ἐπιτύχῃ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς ἔχω ἀδιάσειστον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ φόρος οὗτος θὰ σημειώσῃ ἀπὸ ταμιευτικῆς ἀπόψεως πρωτοφανῆ ἐπιτυχίαν. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ συνολικὴ καθαρὰ πρόσοδος τῆς χώρας τῆς ἤδη ὑπαρχούσης ὑπερβαίνει τὸ ἑκατομμύριον φαντάζεταί τις ποῖον θὰ εἶναι τὸ μέλλον ἑνὸς τοιούτου φόρου ἐλαστικοῦ δυναμένου νὰ παρακολουθῇ τὴν αὔξησιν τοῦ πλούτου τῆς Χώρας. Ἀλλὰ δὲν ἦσαν κύριοι βουλευταὶ, μόνον οἱ ταμιευτικοὶ λόγοι οἱ ὡδηγήσαντες εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Νομίζετε καθ’ ἣν στιγμὴν ἰσχυριζόμεθα ὅτι εἴμεθα ὁ μᾶλλον προηγμένος λαὸς τῆς Ἀνατολῆς δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ διεπώμεθα ὑπὸ συστήματος φορολογικοῦ ἀπηρχαιωμένου ἄνευ ἑνότητος καὶ συνοχῆς ἀπὸ τὸ ὁποῖον οὐδὲν θετικὸν συμπέρασμα καὶ οὐδὲν θετικὸν δεδομένον δύναταί τις νὰ ἐξαγάγῃ. Εἶναι ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν πρέπει νὰ παρακολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς ἀλλαχοῦ νεωτέρας δημοσιονομικὰς ἀντιλήψεις καὶ νὰ εἰσαχθῇ σύστημα φορολογικὸν στηριζόμενον ἐπὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀληθείας, σύστημα τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον νὰ εἶναι δίκαιον, ἀλλὰ καὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀποτελῇ τὸ κάτοπτρον τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τῆς χώρας, ἄρα καὶ τῆς οἰκονομικῆς πίστεως αὐτῆς. Μὲ τοιοῦτον σύστημα πεπροικισμένοι, νομίζω ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν πέριξ ἡμῶν συντελουμένην φορολογικὴν ζύμωσιν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν εἰς τὸν λαὸν φορολογικὸν σύστημα δίκαιον καὶ θὰ εἶναι δυνατὸν ἀκόμη νὰ παρουσιάσωμεν καὶ τοὺς λογαριασμούς μας καθαροὺς ἂν καὶ ὀψέποτε οἱ κραταιοὶ ἡμῶν σύμμαχοι νομίσωσιν, ὅτι εἶναι πρέπον καὶ δεδομένον διὰ τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν νὰ ἐνισχυθῇ ἵνα ἐκπληρώσῃ τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς. Τοιοῦτον εἶναι, Κύριοι, ἐν ὀλίγοις τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶναι ἔργον μνημειῶδες, τὸ ὁποῖον θὰ ἀφήσῃ ἐποχὴν καὶ θὰ περιποιήσῃ τιμὴν ὄχι μόνον εἰς τὸν εἰσηγηθέντα αὐτὸ ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθη πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι θὰ προικίσῃ αὐτὸν μὲ σύστημα φορολογικὸν δίκαιον, μὲ σύστημα φορολογικὸν διὰ τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δυνατὸν ἡ ἐντὸς ὀλίγου ἄρσις τῶν βαρῶν ἀπὸ τῶν ὤμων τῶν ἀδυνάτων καὶ ἡ ἐπιβολὴ αὐτῶν ἐπὶ τῶν ὤμων τῶν ἰσχυρῶν συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ εἴπω. (Χειροκροτήματα).
§216Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ἀντιπρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως). Θὰ παρακαλέσω ὅπως δεχθῇ ἡ Βουλὴ ἵνα ἀπὸ τῆς προσεχοῦς Δευτέρας νὰ διακόπτωμεν περὶ τὴν 8 ἢ 8½ μ. μ. καὶ νὰ ἐπανερχώμεθα μετὰ τὸ δεῖπνον κατὰ τὰς 9.30′ διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ψηφίσωμεν τὰ ἐκκρεμῆ νομοσχέδια.
§217ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§218ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4 μ.μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.).