1918.03.09
421 στίχοι · 2.947 λέξεις · 29 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9Η
τῆς 9 Μαρτίου 1918
ΠΡΟΕΔΡΙΑ κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 4. 45′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ βουλευταὶ Κορυτσᾶς, παραπονοῦνται διὰ τὴν μὴ ἀποδοχὴν αὐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ. — Ἡ Ἄννα, χήρα Δημητρίου Λύτρα, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ ἀπονεμηθῇ μικρὸν μηνιαῖον βοήθημα. — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Σ. Σπυρίδης μοῦ διαβιβάζει πρὸς ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα· τὸ «περὶ ἀπαγορεύσεως χρησιμοποιήσεως τῶν ἀκατεργάστων ἐλαιοπυρήνων ὡς καυσίμου ὕλης» καὶ τὸ «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 815 νόμου περὶ κανονισμοῦ τιμῆς πωλήσεως ἐφημερίδων κλπ.». — Ὁ βουλευτὴς ἐκ Σάμου κ. Κ. Παππαϊωάννου αἰτεῖται τριακονθήμερον ἄδειαν ἀπουσίας. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται).
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Α. Θανόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν.
§3Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, πρόκειται δὲ περὶ παραπόνου ὅτι ἐν ᾧ ὅταν ὑπηρετοῦσι τέσσαρες ἀδελφοὶ εἰς τὸν στρατόν, ὁ εἷς μεταφέρεται εἰς τὴν Δʹ σειρὰν ἐφεδρείας, ἀποκλείεται τοῦ εὐεργετήματος τούτου ἐὰν εἷς ἐκ τῶν τεσσάρων ὑπηρετούντων ἀδελφῶν εἶναι ἔφεδρος ἀξιωματικός. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ σχετικὴ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὰ περαιτέρω.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Ι. Σκορδίλη καὶ Π. Κονδύλη ὁ κ. Α. Χριστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§5Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ἐπανάληψις ἄλλης ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Αʹ Σῶμα Στρατοῦ καὶ ἡ ὁποία χωρὶς ὑπερβολὴν εἶναι ἡ ἑκατοστὴ ἐξ ὅσων ὑπεβλήθησαν. Αὕτη ἔρχεται εἰς ἐπίρρωσιν τῶν ὅσων εἶπον πρὸ ἡμερῶν καὶ εἰς διάψευσιν τρόπον τινὰ τῶν δόντων τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐγὼ ὑπερέβαλον τὰ πράγματα εἰπὼν ὅσα εἶπον. Ἐπειδὴ τὸ Αʹ Σῶμα Στρατοῦ ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἔχει ρητὰς διαταγὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε νὰ ἐπιστραφοῦν ὅσα κακῶς ἐπετάχθησαν διότι ἀντιλαμβάνεται καὶ πάλιν ὅτι οἱ παραπονούμενοι ἔχουσι δίκαιον διότι πρόκειται ἰδίως περὶ ἐπιταχθέντων ἀροτριώντων κτηνῶν, ἐκείνων δηλ. τὰ ὁποῖα κατὰ νόμον ἐξαιροῦνται τῆς ἐπιτάξεως. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν ὅπως παρεμβῆτε προσωπικῶς καὶ ζητήσητε τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς ἐκ μέρους τῆς ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας διότι ἄνευ τούτου οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ μένουν χωρὶς τὰ ζῷα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἐξαιρεῖ.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν αἱ πληροφορίαι εἶναι ὅτι ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν σας πράγματι ἐγένετο ἡ ἐπίταξις καλῶς καὶ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἔφερον προθύμως τὰ ζῷά των καὶ ὅτι ἡ Ἀρχὴ ὑπερέβαλεν ἐπιτάξασα πλείονα τῶν ζώων, σᾶς ὑπόσχομαι νὰ διατάξω τὴν ἐπιστροφὴν, ἄλλως ὄχι.
§7Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν πιστεύω νὰ ἔχετε παράπονον.
§8Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαστρατῆς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ ψηφίσματα τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων τῶν ἄνω Δήμων Καρυστίας περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐξαγωγῆς ἐπὶ τοῦ διὰ τοῦ λιμένος Κύμης ἐξαγομένου λιγνίτου καὶ διὰ τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ὑπέβαλε σχετικὴν πρότασιν νόμου.
§10Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν ὑπάρχει εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τοιαύτη πρότασις. Θὰ τὸ μελετήσω ὅμως τὸ ζήτημα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λυκουρέζος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα παρερμηνεύοντα τὸν νόμον 1049, δὲν δέχονται αἰτήσεις περὶ μεταφορᾶς εἰς τὴν βʹ σειρὰν τῆς ἐφεδρείας 1) ὅταν οἱ αἰτοῦντες εἶναι ἔφεδροι ἀξιωματικοί, καὶ 2) ὅταν αἰτεῖται ἡ μεταφορὰ ὑπὸ νεωτέρου ἀδελφοῦ κατὰ παραχώρησιν τοῦ δικαιώματος ὑπὸ πρεσβυτέρου, μὴ ὄντος τούτου στρατευσίμου ἢ ἀνήκοντος, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας του, εἰς τὴν βʹ σειρὰν τῆς ἐφεδρείας καὶ ἐὰν ἐξέδωκε τὰς δεούσας διαταγὰς πρὸς ἀκριβῆ τοῦ νόμου ἐφαρμογήν.
§12Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἀπάντησις ἐδόθη εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐγγράφως· κ. Πρόεδρε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γκρίζας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον βελτιώσεως καὶ ἀναμορφώσεως τοῦ διδασκαλικοῦ κλάδου, καθ’ ὅσον ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ δὲν ἐκανονίσθη τι πλὴν τοῦ ἐν τῷ 1836 Β. Διατάγματος πρὸ 80ετίας, μολονότι αἱ κοινωνικαὶ ἀπαιτήσεις καὶ συνθῆκαι τοῦ βίου μετεβλήθησαν ἐσχάτως.
§14Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Μετὰ τὰ ὑπ’ ἐμοῦ χθὲς ὑποβληθέντα ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια πᾶσα ἀπαίτησις παρέλκει.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δ. Τερζάκης, Ε. Θεοδωρίδης, Γ. Παπαβασιλείου, Ι. Γκρίζας, Α. Κριάρης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 1054 «περὶ ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας νέων ἐκτάκτων ἐκπαιδευτικῶν οὐλαμῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «Περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου 752 περὶ κυρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8ης Ἰουλίου 1917 «περὶ τῆς περιθάλψεως τῶν προσφύγων» καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου 757 περὶ κυρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8ης Ἰουλίου 1917 «περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως καὶ περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «Περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἐδαφ. 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 919» καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ΓΩΚΓʹ «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου» καὶ ΓΩΚΕʹ «περὶ Καποδιστριακοῦ Πανεπιστημίου». Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§16Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δύναμαι, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι σπανίως νομοσχέδιον, οὗτινος ἄλλως τε ἡ ἀνάγκη πρὸ καιροῦ ἔχει ἀναγνωρισθῆ, παρουσιάζεται τόσον ἐπικαίρως, ὡς τὸ περὶ Χρηματιστηρίων, τὸ ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω σήμερον ὑπὸ τὴν ψῆφον σας τὸ «περὶ ἐμπορικῶν χρηματιστηρίων». Ὅτε μετὰ τὸν Τουρκοβουλγαρικὸν πόλεμον ἡ εὔρυνσις τῶν συνόρων μας διήνοιγεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νέους οἰκονομικοὺς ὁρίζοντας, κοινὴ γνώμη ἦτο ὅτι ὑγιεῖς βάσεις τῶν Χρηματιστηριακῶν μας συναλλαγῶν ἔδει ταχέως νὰ εὕρωσι θέσιν ἐν τῇ νέᾳ, μεγάλου πλέον Κράτους, νομοθεσίᾳ μας. Ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, διὰ τοῦ τότε ἐν τῇ Ἐθνικῇ Οἰκονομίᾳ προκατόχου μου κ. Μιχαλακοπούλου τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1914 ὑπέβαλε τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἔργον βαθείας μελέτης, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ. Τὰ γεγονότα ἔκτοτε ἐβάδισαν, πλοῦτος ρευστὸς καὶ ἀμύθητος, χάρις εἰς τὰ περίεργα ἑνὸς μεγάλου πολέμου, εἰσέρρευσεν εἰς τὴν χώραν μας, τὸ ἐπιχειρηματικὸν πνεῦμα, ἀφυπνιζόμενον, ζητεῖ τὴν ἐπικερδῆ τοποθέτησιν τόσων κεφαλαίων, ἡ δὲ ἀγορὰ τῶν κινητῶν ἀξιῶν, τὸ Χρηματιστήριον, συγκεντρώνει σήμερον πολυειδῶς τὴν προσοχὴν πολλῶν καὶ σπουδαίων κύκλων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ὁποίου ἀπὸ τῆς πρώτης εἰσόδου μου εἰς τὴν Ἐθνικὴν Οἰκονομίαν, καὶ τὸ ὁποῖον καθ’ ὃ μεταγενέστερον, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀτομικῶν μου ἐπὶ τούτου ἀντιλήψεων, εἶναι ἐν πολλοῖς διάφορον τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου, ἔρχεται σήμερον νὰ πληρώσῃ πολλὰ κενά, θὰ θεραπεύσῃ πλεῖστα ἄτοπα, καὶ θὰ παραδώσῃ τὸ σπουδαῖον τοῦτο κέντρον τῶν συναλλαγῶν εἰς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ μέλλοντος ζωὴν ὑγιὲς, καθαρὸν καὶ οἱονεὶ ὑπὸ ὑάλινον κώδωνα. Ἡ παιγνιομανία ἥτις ἐν εἴδει ἐπιδημίας εἶχε καταλάβει κατ’ αὐτὰς τὸ κοινὸν καὶ ἥτις προὐκάλεσε τὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προσωρινὴν ἀπαγόρευσιν τῶν συναλλαγῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ, ἐσύγχισε τελευταίως παρὰ πολλοῖς τὰς περὶ Χρηματιστηρίου ἀντιλήψεις. Δὲν γνωρίζω ἂν δὲν ὑπῆρξαν τινὲς, παρ’ οἷς πρὸς στιγμὴν νὰ μὴ ἐγεννήθη τὸ ἐρώτημα κατὰ πόσον ἵδρυμα ἐν ᾧ δυνατὸν νὰ ἐμφωλεύῃ συχνὰ ἡ κυβεία καὶ τὸ παίγνιον, εἶναι ἄξιον τῆς ἐπισήμου ἀναγνωρίσεως καὶ προστασίας. Δὲν θὰ ἐπιμείνω βεβαίως οὔτε πρὸς στιγμὴν ἐπὶ τοιούτου ἐρωτήματος. Κράτος ἐγκλεῖον ὡς ἡ Ἑλλὰς τοιοῦτον μέγαν, δύναμαι νὰ εἴπω πρωτογενῆ, οἰκονομικὸν ὀργασμὸν ἔχει ἐπείγουσαν ἀνάγκην ἑνὸς ὑγειῶς λειτουργοῦντος χρηματιστηρίου. Κράτος συσσωρεῦσαν, χάρις εἰς τὴν ἐπιμονὴν καὶ τὴν τόλμην τῶν ἀπαραμίλλων του ἀργοναυτῶν, ἰσχυρὰ κεφάλαια καὶ ἀποβλέπον εἰς τὴν χρησιμοποίησιν αὐτῶν διὰ τὴν περαιτέρω ἐκμετάλλευσιν ὅλων τῶν πόρων μιᾶς παρθένου ἀκόμη χώρας, Κράτος ἐν ἑνὶ λόγῳ τοῦ μέλλοντος, πρέπει ἐγκαίρως νὰ στερεώσῃ καὶ ἐξυγιάνῃ τὸ οἰκονομικὸν αὐτὸ ἐντευκτήριον, ὅπου τὸ συνεταιριστικὸν τοῦ Ἕλληνος πνεῦμα θὰ δύναται νὰ εὕρῃ ὑποβοήθησιν καὶ στάδιον ἀναπτύξεως. Ἰδοῦ διατὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι πλέον ἢ ἐπίκαιρον καὶ διατὶ κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ἐμφανίζεται, λόγῳ τοῦ σκοποῦ του, ὡς ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων θεμάτων τῶν σημερινῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Αἱ βάσεις ἐφ’ ὧν τὸ νομοσχέδιον ἱδρύθη εἶναι ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς αἱ ἀκόλουθοι: Καθιεροῦται πρῶτον ἡ ἄσκησις τῆς πολιτειακῆς ἐποπτείας ἐπὶ τοῦ χρηματιστηρίου. Ὡς γνωστὸν δύο συστήματα λειτουργίας χρηματιστηρίων συναντῶμεν: Τὸ τῆς ἐλευθέρας τοιαύτης, ἄνευ τῆς παρεμβολῆς τοῦ Κράτους, καὶ τὸ τῆς μετ’ ἄδειαν αὐτοῦ. Κατὰ τὸ πρῶτον σύστημα τὰ χρηματιστήρια εἶναι ἰδιωτικαὶ ἑνώσεις (corporations) δι’ ἰδίων κανονισμῶν, λειτουργοῦσαι καὶ ἐλευθέρως ἱδρυόμεναι ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναμίξεως τοῦ Κράτους (Βέλγιον, Ἀγγλία). Κατὰ τὸ δεύτερον τὰ χρηματιστήρια εἶναι νομικὰ πρόσωπα, ἱδρυόμενα μόνον μετ’ ἄδειαν τοῦ Κράτους καὶ λειτουργοῦντα ἐπὶ τῇ βάσει διατάξεων δημοσίου δικαίου ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν αὐτοῦ (Γαλλία, Ἰταλία, Γερμανία, Αὐστρουγγαρία). Ὅτι τὸ δεύτερον τοῦτο σύστημα εἶναι τὸ μόνον ἐνδεικνυόμενον δι’ ἡμᾶς οὐδεμία ἑτέρα γνώμη, ἐλπίζω, ὑπάρχει. Τὸ μέχρις ὥρας ἰσχῦον δίκαιον ἐξαρτᾷ μὲν τὴν ἵδρυσιν τῶν χρηματιστηρίων ἐκ τῆς ἀδείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ οὐδένα λεπτομερειακὸν ἔλεγχον δι’ ἐπὶ τούτῳ τεταγμένων ὀργάνων καθιεροῖ. Ὁ σημερινὸς ἐπόπτης, κυρίως εἰπεῖν ὑπάλληλος τοῦ σώματος τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ ὑπ’ αὐτοῦ μισθοδοτούμενος, πᾶν ἄλλο ἢ πραγματικὴν ἐποπτείαν, ἐλλείψει εἰδικῶν διατάξεων, δύναται ν’ ἀσκῇ. Τὸ νομοσχέδιον, ἀναθέτον τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Χρηματιστηρίου εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καθιστᾷ πρὸς ἄμεσον μὲν ἔλεγχον «Γραφεῖον Κυβερνητικῆς Ἐποπτείας» πρὸς μετριασμὸν δὲ πάσης τυχὸν κυβερνητικῆς αὐθαιρεσίας τὸ Χρηματιστηριακὸν Συμβούλιον ἀποτελεσθησόμενον οὐ μόνον ἐξ ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀντιπροσώπων τοῦ τε τραπεζιτικοῦ καὶ χρηματιστηριακοῦ κόσμου. Δευτέρα βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἐπίσημος ἀναγνώρισις δύο κατηγοριῶν συναλλαγῶν ὀργάνων τῆς τῶν χρηματιστῶν καὶ τῆς τῶν μεσιτῶν. Κατὰ τὸ ἰσχῦον δίκαιον, ἔχομεν τοὺς λεγομένους κολλυβιστάς, δέκα τὸν ἀριθμὸν, διορισμένους ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀσχολουμένους κυρίως μὲ τὴν ἀναγκαστικὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν χρεογράφων καὶ τοὺς μεσίτας ἐκλεγομένους ὑπὸ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως τῶν μελῶν τοῦ Χρηματιστηρίου καὶ οἵτινες καταγίνονται εἰς τὰς καθ’ αὑτὸ χρηματιστηριακὰς συναλλαγάς. Οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἐν τῇ πράξει ἀπετέλεσαν δύο ἑτέρας κατηγορίας μεσιτῶν, τοὺς συμβαλλομένους ἰδίῳ ὀνόματι, τοὺς ἐκφωνοῦντας δηλαδὴ εἰς τὸ κιγκλίδωμα καὶ δεχομένους ἀντεκφώνησιν, καὶ τοὺς ἐνδιαμέσους οὕτως εἰπεῖν μεσίτας, οἵτινες ἀρκοῦνται νὰ προσκομίζωσιν ἐπὶ μεσιτικοῖς δικαιώμασι συναλλακτικὰς ἐντολὰς εἰς τοὺς πρώτους, καίτοι de jure ἔχουσι τὰ ἴδια μὲ αὐτοὺς δικαιώματα. Τὸ ἐκ τῆς πράξεως ταύτης δημιουργηθὲν καθεστὼς ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλε νὰ σεβασθῶμεν, ἐπισημοποιοῦντες τοῦτο διὰ τῆς δημιουργίας, μὲ τὰς ἀναγκαίας ἐγγυήσεις, δύο κατηγοριῶν, τῶν Χρηματιστῶν οἱονεὶ agents de change καὶ τῶν ἁπλῶν Μεσιτῶν, ἀναλογοῦντας μὲ τοὺς remisiers κατὰ τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα. Ἡ ἐπίσημος διατήρησις τῶν τελευταίων τούτων δὲν ἦτο μόνον ἀναπόφευκτος, ἀλλ’ ἀναγκαία. Τῷ ὄντι ἡ ζωὴ καὶ κίνησις παντὸς Χρηματιστηρίου ἐξαρτᾶται κατὰ πολὺ ἐκ τῶν ἐνδιαμέσων τούτων μεσιτῶν, οἱ ὁποῖοι δημιουργοῦσι τὰς συναλλαγάς, τρέχουσι πρὸς ἀνεύρεσίν των καὶ προσκομίζουσιν ὡς φιλόπονος μέλισσα τὸ μέλι εἰς τὴν κυψέλην. Ἡ χρηματικὴ ἐγγύησις ἥτις κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀπαιτεῖται ἐκ τῶν μεσιτῶν εἶνε βεβαίως μικροτέρα τῆς ὑπὸ τῶν χρηματιστῶν καταβαλλομένης. Τρίτη βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶνε ἡ ἀναγνώρισις τῶν ἀγοραπωλησιῶν ἐπὶ προθεσμίᾳ ἃς κηρύσσει ἰσχυράς, μὴ δυναμένας πλέον νὰ προσβληθῶσιν, ὡς εἶνε δυνατὸν ἀκόμη σήμερον, διὰ τῆς ἐνστάσεως τῆς κυβείας. Ἐὰν εἶνε ἀληθὲς ὅτι πολλαὶ τῶν συναλλαγῶν ὑποκρύπτουσι κυβείαν δὲν εἶνε ὀλιγώτερον βέβαιον ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς οἰκονομίας θὰ ἦτο τὸ ἀστοχώτερον τῶν πραγμάτων νὰ θυσιάσωμεν χάριν προστασίας τῶν ἀνοήτως εἰσερχομένων εἰς τὸ Χρηματιστήριον ἐπὶ σκοπῷ καθαροῦ παιγνίου, τοὺς συναλλασσομένους ἐπὶ τῇ βάσει λελογισμένης κερδοσκοπίας, στηριζομένης εἰς ἀσφαλεῖς κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ὑπολογισμοὺς καὶ προβλέψεις ἐμπορικὰς πᾶν ἄλλο ἢ ἀθεμίτους. Ἡ χρησιμότης τῶν συναλλαγῶν τούτων εἶνε πολὺ βαθυτέρα καθόσον χάρις εἰς αὐτὰς ἐπιτυγχάνομεν τὴν ἀποσόβησιν τῶν ἀχαλινώτων διακυμάνσεων. Διότι ὅταν ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς κερδοσκόπους ἀποβλέποντας εἰς ὕψωσιν (haussiers) καὶ ἀφ’ ἑτέρου κερδοσκόπους ἀποβλέποντας εἰς ἐκπεσμὸν (baissiers) μοιραίως θ’ ἀπολήξωμεν διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ καὶ μόνον εἰς τὴν παγίωσιν μέσης τιμῆς, ὡς οἷόν τε ἀνταποκρινομένης εἰς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ χρεωγράφου. Αὐτὸς δὲ κυρίως εἶνε καὶ ὁ σκοπὸς καὶ προορισμὸς τῶν Χρηματιστηρίων. Τὰς ἀντιλήψεις ταύτας υἱοθέτησεν ἀπολύτως ἐν Γαλλίᾳ ὁ νόμος τῆς 28 Μαρτίου 1885. Ἐν Ἰταλίᾳ αἱ συναλλαγαὶ αὗται ἔτυχον ἀναλόγου προστασίας διὰ τοῦ νεαροῦ νόμου περὶ Χρηματιστηρίων τῆς 20 Μαρτίου 1913. Ἐν Γερμανίᾳ ἔταμον μέσην ὁδόν. Καὶ διὰ μὲν τοῦ νόμου τῆς 22 Ἰουνίου 1896 ἐκήρυξαν ἀκύρους τὰς συναλλαγὰς ἐπὶ προθεσμίᾳ, τὰς γενομένας ὑπὸ προσώπων μὴ ἀναγραφομένων ἐν εἰδικῷ πίνακι τῶν χρηματιζομένων προσώπων, διὰ δὲ τοῦ νόμου τῆς 8 Μαΐου 1907 ηὔρυναν τὸν κύκλον, ἐπιτρέψαντες ταύτας εἰς πάντα ἔμπορον. Συγχρόνως ὅμως ἐπέτρεψαν τὴν ἐκ τοῦ καλύμματος ἱκανοποίησιν τοῦ μεσίτου τοῦ μεσολαβήσαντος εἰς σύμβασιν προκληθεῖσαν παρὰ μὴ ἱκανοῦ πρὸς τοῦτο προσώπου. Τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον ἀποκλίνει ὑπὲρ τῆς πρώτης λύσεως, κηρῦττον ἔγκυρον τὴν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ ἐπὶ προθεσμίᾳ ἀγορὰν πλὴν τῆς συναπτομένης ὑπὸ στρατιωτικῶν, ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους καὶ γυναικῶν. Τετάρτη βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶνε ὁ σαφὴς καθορισμὸς τοῦ Χρηματιστηριακοῦ Μονοπωλίου. Ἐν ἄλλοις λόγοις μόνον εἰς τοὺς χρηματιστὰς θὰ ἐπιτρέπηται νὰ καταρτίζωσιν ἐν τῷ Χρηματιστηρίῳ τὰς χρηματιστηριακὰς συναλλαγὰς ἐπὶ τῶν χρηματιστηριακῶν πραγμάτων, χωρὶς ταὐτοχρόνως αἱ συναλλαγαὶ αὗται νὰ τρέχωσι τὸν κίνδυνον ν’ ἀκυρωθῶσιν, ἡ μὲν σύμβασις τῆς ἐπὶ προθεσμίᾳ ἀγοραπωλησίας διὰ τῆς ἐνστάσεως τῆς κυβείας, ἡ δὲ μεταφορὰ (report) διότι δὲν περιεβλήθη τὰς διατυπώσεις τοῦ ἐνεχύρου κινητῶν πραγμάτων. Τὸ μονοπώλιον τοῦτο, προβλέπεται μὲν κατ’ ἀρχὴν ὑπὸ τοῦ 75ου ἄρθρου τοῦ Ἐμπορικοῦ μας Κώδικος, ἔργῳ δὲ ὑφίσταται ἐλλείψει ποινικῆς κυρώσεως κατὰ τοῦ προσβάλλοντος τὸ προνόμιον, ὡς καὶ ἀστικῆς τοιαύτης συνισταμένης εἰς τὴν ἀκυρότητα τῶν πράξεων τῶν καταρτιζομένων ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ κολλυβιστοῦ. Τὸ νομοσχέδιον ὅμως κηρύσσει ἐγκύρους τὰς ἐπὶ μετρητοῖς συναλλαγὰς τὰς ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων συναπτομένας. Ἑτέρα διάταξις τοῦ νομοσχεδίου ἣν ὀφείλω νὰ μνημονεύσω εἶνε ἡ πρόνοια ἥτις διὰ πρώτην φορὰν λαμβάνεται σχετικῶς μὲ τοὺς ἀπολεσθέντας τίτλους. Μέχρις ὥρας ὁ ἐνδιαφερόμενος ν’ ἀποκτήσῃ νέον τίτλον εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀπολεσθέντος, καταστραφέντος ἢ κλαπέντος ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ προσφύγῃ εἰς μακροχρόνιον τακτικὴν δίκην. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προβλέπεται σύντομος καὶ ἁπλῆ διαδικασία διὰ τοῦ Χρηματιστηρίου κυρίως γενομένη, χωρὶς ν’ ἀπολείπωνται καὶ αἱ ἀνάλογοι δικαστικαὶ ἐπὶ τούτῳ ἐγγυήσεις. Ἑτέρα πρόνοια τοῦ νομοσχεδίου εἶνε ὁ διακανονισμὸς, πρὸς ὄφελος τοῦ ἀθώου κοινοῦ, τῆς διὰ τμηματικῶν καταβολῶν ἐνεργουμένης πωλήσεως χρεωγράφων ἥτις πρὸ καιροῦ, εἶνε μία σκανδαλώδης πηγὴ τοκογλυφικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ ἥτις ἐν Γαλλίᾳ προὐκάλεσε τὴν ψήφισιν εἰδικοῦ νόμου. Ἰδοῦ κύριοι ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, τὸ ὑπὸ τὴν κρίσιν σας νομοσχέδιον. Ἐκπονηθὲν μετὰ πάσης δυνατῆς συνέσεως καὶ ἐπιμελείας, δὲν ἀξιοῖ βεβαίως, καθ’ ὃ ἀνθρώπινον ἔργον, τὸ ἀλάνθαστον καὶ τέλειον, ὑποβάλλεται ὅμως μὲ τὴν βαθεῖαν πεποίθησιν ὅτι ἔρχεται ἐγκαίρως νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐπαρκῶς ὕψιστα οἰκονομικὰ συμφέροντα. Νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἀδυνάτους, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς ἰσχυρούς. Νὰ ἐκδιώξῃ τὸ σκότος καὶ νὰ ἐπιχύσῃ τὸ φῶς. Νὰ καλέσῃ πανταχόθεν τὸν ἀνὰ τὴν Ὑφήλιον μοχθοῦντα Ἑλληνισμὸν εἰς καθαρῶς ἑλληνικὰς ἐπιχειρήσεις. Καὶ σὺν τῷ χρόνῳ χάρις εἰς τὸ δαιμόνιον τῆς Φυλῆς μας, νὰ μεταβάλῃ τὸ μικρὸν χρηματιστηριακόν μας ἵδρυμα εἰς τὸ πρῶτον τῆς Ἀνατολῆς Χρηματιστήριον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἁρμοδία τῆς Βουλῆς, εἰς τὴν ὁποίαν παραπέμπεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο διὰ τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Ι. Μάνου, Ι. Μανέτα, Κ. Γόντικα, Μ. Βολουδάκη, Κ. Λιδωρίκη, Ν. Ζαρλῆ, Ι. Βαλαλᾶ καὶ Δ. Χατζηγιάννη.
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ μηνιαίας ἐπιχορηγήσεως εἰς τὴν Πατριωτικὴν Ἕνωσιν». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Παπαναστασίου (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ θεωρήσεως ὡς ἐπαρκῶν δικαιολογητικῶν τῶν συνοπτικῶν μόνον καταστάσεων τῶν ἀπολεσθέντων δικαιολογητικῶν τῶν ἐπὶ ἀποδόσει λογ)σμοῦ ὑπ’ ἀριθ. 6694 (δραχ. 7000), 7368 (δρ. 6000), 8490 (δρ. 15000), ἐπ’ ὀνόματι Κ. Κοσμετάτου μηχανικοῦ 6722 (δρ. 10000), ἐπ’ ὀνόματι Μ. Φιλίπποβιτς μηχανικοῦ καὶ 9679 (δρ. 10000), ἐπ’ ὀνόματι Π. Καμπᾶ μηχανικοῦ, ἐνταλμάτων τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας τῆς χρήσεως ἁπάντων τοῦ ἔτους» 1915». Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως τῆς κατασκευῆς τῆς ὁδοῦ Δελβενακίου καὶ τῶν σχετικῶν πρὸς τοῦτο ἐνεργειῶν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ». Παρακαλῶ τοῦτο νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται κατεπεῖγον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 459 περὶ μερικῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου 279 τοῦ 1917» καὶ παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται κατεπεῖγον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως, ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἀναθέσεως ἐν τῷ Νομῷ Ἀττικοβοιωτίας τῆς ὑπηρεσίας τῆς παροχῆς περιθάλψεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπηρετούντων ἀνδρῶν ἀπευθείας εἰς τὴν ἁρμοδίαν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου Περιθάλψεως» καὶ παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται κατεπεῖγον. Ὁ Βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Κ. Ἀλαβάνος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 31 τοῦ ΣΙΒʹ νόμου τοῦ 1852 περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ περὶ μέτρων προνοίας ὑπὲρ τῶν λόγῳ νόσου καθισταμένων ἀνικάνων ὑπαλλήλων κλπ.»
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινοῦ Κανονισμοῦ τῆς βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως καὶ πληρωμῆς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ εἰδικῶν ταμείων καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς χρήσεως 1918 καὶ περὶ χορηγίας ἓξ δωδεκατημορίων πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν ἓξ πρώτων μηνῶν τῆς χρήσεως ταύτης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Νοεμβρίου 1917 Β. Διατάγματος καὶ παρατάσεως τῆς πρὸς ἀναθεώρησιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων καὶ βιβλιαρίων προθεσμίας εἰς τὰς Νέας Χώρας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ περὶ παροχῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἀνδρῶν Β. Δ. ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐφέδρων ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 808 «περὶ συστάσεως τοῦ Πατριωτικοῦ ἱδρύματος Περιθάλψεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως τῶν στρατευομένων ἐν καιρῷ Πολέμου καταδίκων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς τέως Ἀνωτάτης Διευθύνσεως Ἐργασίας παρὰ τῇ προσωρινῇ Κυβερνήσει Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιδόσεως ἐμπροθέσμων δηλώσεων οἰκοδομῶν διὰ τὴν πενταετίαν 1917 –1921, συντάξεως τῶν φορολογικῶν καταλόγων οἰκοδομῶν 1914–1921 καὶ κατάλογον ἐπιτηδευμάτων διὰ τὸ ἔτος 1918». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ εἰσοδήματος περιόδων 1914 –1917 ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΓΤϞΓʹ (3393), ΓΥϞΓʹ (3493) καὶ ΓΧΞΖʹ (3667) περὶ φορολογίας τῶν ἀνωνύμων καὶ ἀσφαλιστικῶν ἑταιριῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις κ. Πρόεδρε.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 4ην μ. μ. αὔριον. (Ὥρᾳ 5.30′ μ. μ.)