1917.10.13
1.672 στίχοι · 13.049 λέξεις · 230 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 49Η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 10.40′ π.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὁ κ. Τ. Μπότσαρης ἔχει τὸν λόγον.
§2Τ. ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶμαι ρήτωρ, ἀλλὰ στρατιώτης ὑπηρετήσας τὴν Πατρίδα μου πιστῶς καὶ ἐντίμως. Κατὰ τὸ 1912, μεταβὰς ὡς ἰδιώτης εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα Σοῦλι, συνήντησα τὸν Ἀρχιστράτηγον κ. Κ. Σαπουντζάκην καὶ τὸν Ἐπιτελάρχην κ. Δ. Ἰωάννου, νῦν Μέραρχον, παρὰ τῶν ὁποίων ἔμαθον ὅτι ἐσχηματίσθη μικτὸν στράτευμα Ἠπείρου ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ υἱοῦ μου Δ. Μπότσαρη, ὑπολοχαγοῦ τότε ὄντος. Τὸ σῶμα ἀπετελεῖτο ἐκ 5,000 περίπου ἐθελοντῶν καὶ 200 εὐζώνων. Κατόπιν διαφόρων μαχῶν καὶ δράσεως γνωστῆς εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς κύκλους, ἀπηλευθερώθη ὁλόκληρος ἡ περιοχὴ τοῦ Σουλίου, ἀπαρτιζομένη ἐξ 129 χωρίων, ἐξ ὧν τὰ μὲν 65 ὑπάγονται εἰς τὸν Νομὸν Πρεβέζης, τὰ δὲ ἄλλα 64 εἰς τὸν Νομὸν Ἰωαννίνων. Οὕτω ὁ υἱός μου εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ εἰσέλθῃ πρῶτος αὐτὸς εἰς τὴν ἰδιαιτέραν του πατρίδα ὡς ἐλευθερωτὴς τοῦ τόπου, ὅπου ἔζησαν οἱ πρόγονοί του. Ἐπὶ ἕξ μῆνας παρεμείναμεν εἰς τὸ Ἠπειρωτικὸν ἔδαφος καὶ εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, ἐγὼ μετὰ τῆς οἰκογενείας μου προσπαθοῦντες ὅπως φανῶμεν ὅπως δήποτε χρήσιμοι. Μετὰ τὴν παράδοσιν τῶν Ἰωαννίνων, ἐπιστρέψας τὸν Μάρτιον τοῦ 1913 καὶ πάλιν εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, συγκεντρώσας τοὺς χωρικοὺς τῶν χωρίων Παλαιοχῶρι Μπότσαρη, Ἀλποχῶρι Μπότσαρη καὶ Ρομανὸ Μπότσαρη, ἐζήτησα παρ’ αὐτῶν ὅπως μοὶ καταστήσωσι γνωστὸν τὸν πληθυσμόν των καὶ τὰ ὅρια ἑκάστου χωρίου, καθὼς καὶ τί ἐπλήρωναν εἰς τὸν Ἀγᾶν διὰ χωραφιάτικα καὶ λειβαδιάτικα. Μετὰ τὰς σχετικὰς δὲ ἀπαντήσεις, τὰς ὁποίας μοῦ ἔδωκαν, ὑπεσχέθην εἰς αὐτοὺς οὕτως εἰπεῖν, ὅτι ἀποκαθισταμένης τῆς ἐλευθερίας τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος, ἤθελον παραχωρήσει πρὸς αὐτοὺς τόσα στρέμματα, ὅσα ἤθελον ἀρκέσει εἰς τὸ νὰ ζήσωσιν ἀνέτως. Θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ προσθέσω ἐπίσης, ὅτι ὁ χῶρος ὁ περιλαμβανόμενος ἀπὸ τὸ Κακοσοῦλι μέχρι τῶν ὁρίων τῶν ἄνω ρηθέντων τριῶν χωρίων, νῦν ἐθνικός, ἀνήκει καὶ οὗτος εἰς τὴν οἰκογένειάν μου, ἐπίσης καὶ μέγα μέρος πρὸς Μεσημβρίαν τῆς πεδιάδος Φαναρίου καὶ πέριξ τοῦ χωρίου Σπλάντζας, μέχρι τῆς συναντήσεως τῶν δύο ποταμῶν τοῦ Φαναρίου Κωκυτοῦ καὶ Ἀχέρονος, μέχρι τοῦ ὄρους Σινᾶ καὶ ὁλόκληρος ἡ βαλτώδης περιοχὴ εἶναι περιουσία οἰκογενειακή μου, καθὼς καὶ ὁλόκληρος ἡ περιφέρεια ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ χωρίου Ζερμὶ ἀνήκει καὶ αὐτὴ εἰς τὴν οἰκογένειάν μου. Ἐπιφυλάττομαι νὰ συμμορφωθῶ, ὅπως δοθῶσι καὶ εἰς τοὺς κατέχοντας ἔλαττον τῶν 40–60 στρεμμάτων, νὰ συμπληρώσω ταῦτα συμφώνως μὲ τὸν ψηφισθέντα ἀγροτικὸν νόμον, ἐπὶ πληρωμῇ κατὰ ἐτησίας δόσεις, ἐὰν δὲ ἔχουν περισσότερα δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ δώσω εἰς αὐτούς. Μὲ τὴν σχετικὴν ἀπάντησίν των, ὅτι δὲν εἶναι ὅλοι Σουλιῶται, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ὁ Ἀγᾶς εἶχεν ἀποστείλει, τοὺς εἶπον ὅτι ἤθελον συντρόφους καὶ οὐχὶ δουλοπαροίκους καὶ ὑπεσχέθην εἰς αὐτοὺς ὅτι οἱ ξένοι ἤθελον λάβει ὀλιγώτερα. Ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἤδη ἀπὸ τοῦ 1822, συνεπείᾳ τῆς κεφαλικῆς ἐπικηρύξεως τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας μου ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἠναγκάσθημεν νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὴν πατρίδα μας κατεπειγόντως, ἀφήσαντες τὰ πάντα καὶ ἀδυνατοῦντες νὰ ἐπανέλθωμεν πλέον ἐκεῖ. Ἔκτοτε κατὰ τὸ μακροχρόνιον τοῦτο διάστημα οἱ τύραννοι ἐφρόντισαν, ὥστε νὰ ἐξαφανίσωσι κάθε τεκμήριον, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ μαρτυρήσῃ περὶ τῆς κτηματικῆς περιουσίας μου. Ἤδη, ὀλίγον πρὸ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31 Μαΐου τοῦ 1915, μεταβὰς εἰς Ἰωάννινα, συνήντησα τὸν Τζαμαλῆ Μπέη (Χατζῆ Φουάτ), εἰς τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον προτάσεις ἀγορᾶς τῶν ἐν λόγῳ κτημάτων. Ὁ ῥηθεὶς Μπέης μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἔπρεπε δι’ αὐτὸ νὰ συνεννοηθῇ προηγουμένως καὶ μὲ τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει διαμένοντα τότε ἀδελφόν του Λιάκον Μεχμὲτ Ἀλῆ Τζαμαλῆ. Τὰ κατόπιν ἐπελθόντα ἀλλεπάλληλα ἀνώμαλα γεγονότα ἀνέβαλον τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Δράττομαι ὅθεν τῆς εὐκαιρίας, κατόπιν τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος ἀγροτικοῦ νόμου, ὅπως παρακαλέσω τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν ὁλοκλήρου τῆς περιοχῆς τῶν ἄνω χωρίων καὶ τῶν ἄλλων μερῶν τῶν ἀνωτέρω περιγραφομένων ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν μου. Παρακαλῶ ὅπως καὶ εἰς τὴν συσταθησομένην Οἰκονομικὴν Ἐφορευτικὴν Ἐπιτροπὴν συμπεριληφθῶ καὶ ἐγώ, ἵνα παραδώσω τὰ ἀναγκαιοῦντα πρὸς τοὺς χωρικοὺς 40–60 στρέμματα εἰς ἕκαστον, ἐπὶ πληρωμῇ παρ’ αὐτῶν κατ’ ἐτησίας δόσεις πρὸς τὸ Δημόσιον ἢ τὴν Τράπεζαν, μέχρις ἐξοφλήσεως καὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἐν λόγῳ κτημάτων. Ἐπίσης δὲ καὶ ἡ ἀπομένουσα περιοχή, συμφώνως μὲ τὴν ὁροθεσίαν ἑκάστου χωρίου καὶ λοιπῶν ἄλλων ἐκτάσεων, παραδοθῇ εἰς ἐμέ, πληρώνων κατὰ ἐτησίας δόσεις τὸ ὑπόλοιπον τῆς ἐξαγορᾶς τῶν χωρίων ἢ τῶν ἄλλων ἐκτάσεων, μέχρις ἐξοφλήσεως καὶ ἀπαλλοτριώσεως, μὲ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ συμφωνίας, θέλω συντελέσει πρὸς συμπλήρωσιν καὶ εἰς τὴν περιοχὴν τῆς πεδιάδος Φαναρίου, καθὼς καὶ εἰς τὴν περιφέρειαν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ χωρίου Ζερμί. Παρακαλῶ ἐπίσης τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν, καθὼς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Γεωργίας, ὅπως μεριμνήσωσι καὶ διὰ τὰ ἄλλα χωρία τοῦ Σουλίου, τὰ κατεχόμενα παρὰ τῶν Ὀθωμανῶν ἢ Ἀλβανῶν, καὶ τὰ ἐθνικὰ (μούλκια), ἵνα καὶ οὗτοι λάβωσι τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου καὶ ζήσωσιν οἱ δυστυχεῖς Σουλιῶται εἰς τὸ μέλλον ἐν ἀνέσει.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Μελᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§4Κ. ΜΕΛΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Γεωργίας θὰ ἤκουσε μὲ πολὺ μεγάλην προσοχὴν τὰ ὀλίγα ἀλλ’ ὡραῖα λόγια, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ σεβαστὸς συνάδελφός μου κ. Μπότσαρης καὶ ὅτι θὰ τοῦ ἔκαμον πολὺ μεγαλειτέραν ἐντύπωσιν ἀπὸ ἄλλας ὡραίας μακρὰς ἀγορεύσεις ἄλλων κ.κ. συναδέλφων.
§5ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι.
§6Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ διατάξητε νὰ μοὶ σταλῇ ἐστενογραφημένη ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Μπότσαρη, ὅπως τὴν μελετήσω.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σταμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§8Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶδον εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ὡς μέλος τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς διορίζεται ὁ τέως Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τέως Ὑπουργὸς κ. Χατζᾶκος, τὸν ὁποῖον παρέπεμψεν ἡ Βουλὴ νὰ δικασθῇ ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἤθελον νὰ ἐγνώριζον ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ ἂν ἐδημοσιεύθη τοιοῦτον Β. Διάταγμα — διότι ἡ Βουλή, παραπέμπουσα αὐτόν, τὸν παρέπεμψεν ὡς ἔνοχον — ἢ εἶναι δημοσίευμα ἁπλῶς τῶν ἐφημερίδων, διότι μοὶ ἐπροξένησε κατάπληξιν.
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ὅλους μας.
§10Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λυποῦμαι ὅτι ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργός, ἵνα δώσῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν κ. συνάδελφον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ διορισμοῦ τοῦ τέως Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου ὡς μέλους Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὡς γνωρίζει ὁ κ. συνάδελφος, αἱ Ἐπιτροπαὶ ἦσαν κατηρτισμέναι, διωρίσθησαν δὲ μόνον μέλη τῶν Ἐπιτροπῶν εἰς τὰς θέσεις τὰς κενάς. Ὥστε τὸ ἐρώτημα τοῦ κ. συναδέλφου ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ οὕτω: «Θὰ παραμείνῃ ὡς μέλος Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπῆς ὁ τέως Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἢ θ’ ἀπολυθῇ;
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ φύγῃ, νὰ φύγῃ.
§12Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ν’ ἀποφανθῶ, μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ἐπέδειξαν οἱ κ.κ. βουλευταὶ διὰ τῆς φράσεως «νὰ φύγῃ, νὰ φύγῃ», ἐφόσον εἶναι αἴσθημα προερχόμενον ἐκ τῆς συνειδήσεως ὅλου τοῦ Κόμματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ξένον πρὸς τὰ αἰσθήματα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα).
§13Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, ὀλίγας λέξεις. Ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ περατώσῃ τὰς ἐργασίας της, οἱ δὲ συνάδελφοι, ἀπερχόμενοι εἰς τὰς ἐπαρχίας των, εἶναι ὑποχρεωμένοι λόγῳ τῶν περιστάσεων νὰ κινῶνται ἐντὸς τῶν περιφερειῶν των τακτικῶς. Αἱ διατυπώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεπορεύθησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐπισιτισμοῦ διὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν πολιτῶν, εἶναι τόσον αὐστηραὶ καὶ πολυδαίδαλοι, ὥστε κατέστησαν πολὺ δύσκολον τὴν κίνησιν τῶν πολιτῶν· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Φρονῶ ὅτι χάριν καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος, πρέπει ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, νὰ φροντίσητε ν’ ἀπαλλάξητε τοὺς βουλευτὰς ἀπὸ τὴν ἐνόχλησιν καὶ τὰς βραδύτητας νὰ τρέχωσιν ἀπὸ Τμήματος εἰς Τμῆμα ἀστυνομικόν, διὰ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ὅλας τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλουσιν αἱ διαταγαὶ τοῦ Ὑπουργείου καὶ αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς θὰ καταστήσωσι τὸ ἔργον τῶν βουλευτῶν ἀδύνατον. Ὑποτεθείσθω ὅτι εἷς βουλευτὴς θέλει νὰ ταξειδεύσῃ ἐντὸς τοῦ Νομοῦ του καὶ θέλει νὰ παραμείνῃ μίαν ἡμέραν εἰς ἑκάστην πόλιν. Εἶναι ὑποχρεωμένος ὁλόκληρον τὴν ἡμέραν νὰ τὴν καταναλώσῃ ἐπισκεπτόμενος τὰ ἀστυνομικὰ Τμήματα, ἵνα τακτοποιήσῃ τὰ ἔγγραφα τῆς ἀναχωρήσεώς του, παραλαμβάνων καὶ παραδίδων δελτία. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν βουλευτῶν, δύναται νὰ γίνῃ μία ἐξαίρεσις, χωρὶς νὰ διατρέχῃ τὸν κίνδυνον τὸ Κράτος νὰ ἴδῃ δημιουργουμένας καταχρήσεις.
§14Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νομίζω ὅτι, ἀντὶ νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις διὰ τοὺς κ.κ. βουλευτάς, θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ διηυκολύνετο καὶ εἰς αὐτοὺς καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς πολίτας ἡ ἐντὸς τῆς Χώρας κίνησις διὰ τῆς καταθέσεως τῶν δελτίων εἰς τοὺς σταθμοὺς τῶν Σιδηροδρόμων, διότι ὁμολογουμένως αἱ ἀπαιτούμεναι σήμερον διατυπώσεις ἀποτελοῦσι μεγάλας δυσχερείας δι’ ὅλους τοὺς πολίτας. Ἐπειδὴ δὲν εἶναι τῆς ἁρμοδιότητός μου τὸ ζήτημα αὐτό, θὰ συστήσω εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ ταξειδεύοντες τῆς ὑποχρεώσεως νὰ καταθέτωσι τὰ δελτία των εἰς τὰ ἀστυνομικὰ Τμήματα, νὰ κατατίθενται δὲ ταῦτα εἰς τὸν σταθμὸν τῆς ἀναχωρήσεώς των (διαμαρτυρίαι).
§15ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§16Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ τὸ πρᾶγμα. Φυσικά, ἐφόσον ἐγένετο ὑπόδειξις παρὰ τῶν κ.κ. βουλευτῶν, ἡ Κυβέρνησις θὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ θὰ συζητήσῃ τὸ πρᾶγμα.
§17Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, κύριε Ὑπουργέ, καὶ ὄχι μόνον διὰ τοὺς ταξειδεύοντας διὰ τοῦ σιδηροδρόμου, ἀλλ’ ἰδίᾳ καὶ πρὸ πάντων διὰ τοὺς ταξειδεύοντας ἀτμοπλοϊκῶς, διότι οἱ σιδηρόδρομοι ἔχουσιν ἐπὶ τέλους ὡρισμένας ὥρας ἀναχωρήσεως καὶ καθ’ ἑκάστην, ἐνῷ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ταξειδεύσῃ ἀτμοπλοϊκῶς κινδυνεύει, καταθέτων εἰς τὸ ἀστυνομικὸν Τμῆμα Ἀθηνῶν λ.χ. τὸ δελτίον του, νὰ κατέλθῃ εἰς τὸν Πειραιᾶ πρὸς ἀναχώρησιν καὶ ἐκεῖ, ἀναβαλλομένου ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τοῦ ἀπόπλου τοῦ ἀτμοπλοίου, νὰ παραμείνῃ ἐπὶ 2 καὶ 3 ἡμέρας ἄνευ ἄρτου. Φρονῶ λοιπὸν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ὅτι καὶ ἀπὸ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐπιτραπῇ καὶ εἰς τὰ Πρακτορεῖα τῶν Ἀτμοπλοϊκῶν Ἑταιρειῶν νὰ παραλαμβάνουν τὰ δελτία τῶν πολιτῶν.
§18Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως τῆς διευκολύνσεως τῆς ἐναλλαγῆς τῶν δελτίων. Τὸ Κράτος ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ὅπως οἱ βουλευταὶ ταξειδεύωσιν ἀκωλύτως ὄχι μόνον ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας των ἢ τῆς μονίμου κατοικίας των, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Χώρας. Διὰ τοῦτο δὲ ἐχορήγησεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὰ δελτία ἐλευθέρας κυκλοφορίας. Ἐφόσον λοιπὸν οἱ κ.κ. βουλευταὶ κατέχουσι τὰ δελτία ταῦτα, τὰ ὁποῖα πιστοποιοῦσι καὶ τὴν ταυτότητά των, εἶναι εὔκολον νὰ λυθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα διὰ τοὺς κ.κ. βουλευτάς, ἐὰν καθορισθῇ, ὅτι οὗτοι ἔχουσιν ἐλευθέραν κυκλοφορίαν ἐπιδεικνύοντες τὸ δελτίον των. Δὲν δύναται βεβαίως οὐδεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος λόγῳ τῆς διευκολύνσεως ταύτης τῶν κ.κ. βουλευτῶν, νὰ ἐπέλθωσι καταχρήσεις. Διότι ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι βουλευταὶ τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνδιαφέρωνται, ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὑπὲρ τῆς ἐκτελέσεως παντὸς λαμβανομένου ὑπ’ αὐτῆς μέτρου, ὡς εἶναι καὶ τὸ μέτρον τῶν δελτίων, ἂν, λέγω, ὑποτεθῇ ὅτι οὗτοι ἤθελον δώσει ἀφορμὴν εἰς κατάχρησιν, τότε δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδὲν μέτρον εἰς τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ. Μὲ τὴν πεποίθησιν λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ κατάχρησις, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ, ὅπως οἱ κ.κ. βουλευταὶ ταξειδεύωσιν ἐλευθέρως, ἄνευ τῶν τεθειμένων διατυπώσεων. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐφήρμοσεν ἡ Γαλλικὴ Ἀρχή, ὅταν εἰσῆλθεν εἰς τὴν Θεσσαλίαν. Μᾶς ἔδωκεν ἓν δελτίον ἀδείας ἐλευθέρας κυκλοφορίας πανταχοῦ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω ὅτι οὐδεμία κατάχρησις ἐσημειώθη. Ἤδη κατέχοντες τὰ βουλευτικά μας δελτία, νομίζω ὅτι πρέπει τῇ ἐπιδείξει αὐτῶν νὰ ἔχωμεν τὴν ἄδειαν καὶ πᾶσαν ἐλευθερίαν νὰ ἀπέλθωμεν καὶ νὰ κυκλοφορήσωμεν.
§19Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸ παντὸς ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δίδῃ τὸ παράδειγμα τῆς συμμορφώσεως καὶ πρὸς τὰς πιεστικωτέρας ἀξιώσεις τοῦ Κράτους. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο, ὅτι ἐφόσον ἠκούσθησαν αἱ διαμαρτυρίαι τῶν κ.κ. βουλευτῶν, ἡ Κυβέρνησις θὰ μελετήσῃ τὸ πρᾶγμα. Δὲν εἶναι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἐνταῦθα, ὅπως δώσῃ τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§21Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν καταγγελίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Πρὸ 2–3 ἡμερῶν ὁ κ. Παπαγεωργίου, μεταβὰς εἰς τὸ 5ον ἀστυνομικὸν Τμῆμα περὶ ὥραν 10ην πρωϊνήν δὲν εὗρεν ἐκεῖ τὸν δικαστικὸν ἐπόπτην. Οἱ ὑπάλληλοι οἱ δικαστικοὶ δὲν εἶναι εἰς τὰς θέσεις των. Φαντασθῆτε λοιπόν, ὅτι ἀφοῦ γίνονται αὐτὰ εἰς τοὺς βουλευτάς, τί θὰ γίνεται εἰς τοὺς πολίτας.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατί δὲν τὸν κατήγγειλε.
§23Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Τὸν καταγγέλλω ἐγὼ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν Νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ τὸν θόρυβον αὐτὸν δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν. (Κρούεται ἰσχυρῶς ὁ κώδων). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ μίαν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς κατηγορίας τοῦ Ὑπουργείου Γούναρη νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δύο μῆνες, ἢ ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§27Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶναι πολὺ ἀκαθόριστον. Ἡ ἐπανάληψις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θὰ γίνῃ μετὰ 4 μῆνας, ἀλλ’ εἶναι δυνατόν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε κρίνει τοῦτο ἀναγκαῖον, νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἐνωρίτερον. Δι’ αὐτό, καλὸν εἶναι νὰ ὁρισθῇ προθεσμία δύο μηνῶν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίζεται δύο μηνῶν προθεσμία διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως διὰ τὴν παραπομπὴν τῆς Κυβερνήσεως Δ. Γούναρη εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρ-
χεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
— Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2466, 2467, 2468, 2469 καὶ 2470 Διαταγμάτων τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος». Ὁ κ. Γρίβας ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§29Α. ΓΡΙΒΑΣ. Νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ λέξις «ἀποζημίωσις». Ὑποθέσατε ὅτι εἷς ἀποζημιωθεὶς πρόκειται νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν· θὰ ἰσχύουν αἱ ὁμολογίαι εἰς τὸ Ἐξωτερικόν;
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀντὶ νὰ κάμωμεν ἓν συμβόλαιον, δίδομεν τὰς ὁμολογίας δι’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, αἱ ὁμολογίαι θὰ δίδωσι τὰ τοκομερίδιά των.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δέχεται ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§32ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς διὰ τῆς προσθήκης παραγράφου». Ὁ κ. Μ. Μανασάκης ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§34Μ. ΜΑΝΑΣΑΚΗΣ. Διὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως νόμου προτείνεται ἡ προαγωγὴ ἑνὸς ὑπαλλήλου...
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν προτείνεται ἡ προαγωγὴ οὐδενὸς ὡρισμένου ὑπαλλήλου.
§36Μ. ΜΑΝΑΣΑΚΗΣ. Θὰ δύναται ὁ λογιστὴς νὰ γίνεται τμηματάρχης, λογιζομένης τῆς ὑπηρεσίας εἰς 7ετῆ. Προκειμένου περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου ἐπιμελοῦς, νὰ προαχθῇ, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ὅπως εἰσάγητε νομοσχέδιον γενικωτέρας φύσεως, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ δύνανται νὰ ἀμειφθῶσι πρόσωπα περισσότερον προσαρμοζόμενα πρὸς τὴν κατάστασιν. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι κατὰ τὴν περίοδον τῆς Βουλῆς τοῦ 1915 ἐξεδιώχθησαν πρόσωπα φιλικώτατα προσκείμενα πρὸς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἀπελύθησαν πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον προσκληθῆ εἰς τὸν Στρατόν. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τὰ πρόσωπα. Ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἱκανοποιηθοῦν πρῶτον πρόσωπα φιλικά, τὰ ὁποῖα ἐξεδιώχθησαν τότε. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι τὸ μέτρον γενικόν, ὥστε νὰ ἱκανοποιηθοῦν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ καθῆκον των πρὸς τὴν Πατρίδα, δὲν ἔχομεν ἀντίρρησιν. Ἐφόσον ὅμως τὸ μέτρον δὲν εἶναι γενικὸν καὶ δημιουργεῖ πλεῖστα παράπονα, κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι θὰ τὸ πολεμήσω ὅσον ἠμπορῶ.
§37Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, εἶναι γενικόν;
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§39Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἐὰν γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§40Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐμένα δὲν μὲ ἐνδιαφέρει νὰ ἱκανοποιηθοῦν ἄνθρωποι ἀπελαθέντες ἢ ὄχι, ἀλλὰ μὲ ἐνδιαφέρει ἡ ἠθικὴ βάσις νὰ διακρίνω ποῖος εἶναι ὁ ἠθικὸς κανών, ὁ ὁποῖος ὑπόκειται εἰς τὸ σχέδιον τοῦτο τῆς προτάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος ἠνέχθη νὰ ὑπηρετήσῃ εἰς τὸ Κοινοβούλιον καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ Κοινοβούλιον εἶχε μεταβληθῆ εἰς αἴθουσαν ὀργίων, συμβαλλόμενος δὲ μὲ τοὺς ὀργιαστάς, θὰ λάβῃ ὡς ἀμοιβὴν ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν προαγωγήν του ἐντὸς 17 ἡμερῶν εἰς δύο βαθμούς· τοῦτο μὲ ἐνδιαφέρει. Ἐὰν ἐπρόκειτο αἱ συστάσεις αἱ χθεσιναὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ περὶ συνδιαλλακτικότητος νὰ ἑρμηνευθῶσι κατὰ τρόπον ὥστε νὰ χαριζώμεθα πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἔδειξαν ὅτι δὲν ἔχουν δεσμὸν ψυχικὸν πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν, ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἔχω θέσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδένα προσωπικὸν σκοπὸν καὶ χαρακτῆρα ἔχει τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐνομίσθη ὅτι ἔπρεπεν, ὅπως πολλοὶ ἄλλοι, καὶ ὁ λογιστὴς νὰ δύναται νὰ προβιβάζεται εἰς τὸν βαθμὸν τμηματάρχου μετὰ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα. Ἀλλ’ ἂν ὑπάρχῃ πρόσωπον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἀνάξιον νὰ προαχθῇ, βεβαίως δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀμείψω τὸν ὑπάλληλον αὐτόν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει προσωπικὸν χαρακτῆρα, ἐπαναλαμβάνω, ἡ πρότασις.
§42Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι προσωπική, ἀλλὰ τὸ πρᾶγμα εἶναι προσωπικώτατον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, μοὶ ἀποδίδετε μομφήν, ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον νομοσχέδιον προσωπικόν.
§44ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, νὰ ψηφισθῇ.
§45Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Δὲν ἀποδίδομεν καμμίαν μομφήν, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης τὸ λέγει καθαρά, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ λογιστοῦ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις εἶναι ἰδική μου;
§47Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς κατηρτίσθη ἡ πρότασις αὐτή.
§48Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Γεννᾶτε ζητήματα ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν. Ἐὰν ἡ Ἐπιτροπή, ἐρευνῶσα τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐθεώρησεν ὅτι αὕτη ἀποβλέπει εἰδικῶς εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου, περὶ οὗ ὁ λόγος, δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εὐθύνει τὸν εἰσηγητὴν τῆς προτάσεως. Ἐφόσον ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι ἡ πρότασις ἀφορᾷ διακανονισμὸν θέσεων ἀνεξαρτήτως προσώπων καὶ ἐφόσον, ἂν τὸ πρόσωπον περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, φέρει εἰς τὴν ράχιν του ὅλας τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν πρὸ μικροῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμείψῃ τοιοῦτον πρόσωπον ὁ κ. Πρόεδρος, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ὑφίσταται ζήτημα. Τὸ ζήτημα ὑφίσταται εἰς τοῦτο: Γενικῶς καὶ ἀνεξαρτήτως προσώπων, ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι σκόπιμος ἡ μεταρρύθμισις τοῦ Κανονισμοῦ, τὴν ὁποίαν εἰσάγει ἡ πρότασις. Ἀλλ’ ἐφόσον ὅλη ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀντίρρησιν εἰς τὴν μεταρρύθμισιν, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀμείψῃ τοιοῦτον πρόσωπον καὶ νομίζω ὅτι ἡ δήλωσίς μου αὕτη εἶναι ἀρκετὴ διὰ τὴν Βουλήν.
§50Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐθεώρησα ὅτι κατόπιν τῶν τροποποιήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπηνέχθησαν εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ δυνάμει τῶν ὁποίων ἐξασφαλίζεται ἡ προαγωγὴ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῆς, ἐθεώρησα ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον νὰ μεροληπτήσωμεν δι’ ὡρισμένον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος ὑπηρετεῖ ἀπὸ ἐτῶν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ὑπέγραψα τὴν ἔκθεσιν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐτέλουν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ τῶν προλεχθέντων περὶ τῆς δράσεως τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ καὶ θεωρῶ καθῆκον μου νὰ δηλώσω, ὅτι ἂν ἀποδειχθῇ, ὅτι ὄντως ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀντέδρασε κατὰ τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἐκπροσωπεῖ τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, πρῶτος ἐγὼ διαμαρτύρομαι διότι ἔθεσα τὴν ὑπογραφήν μου ὑπὸ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς αὐτῆς.
§51Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἔλαβε διαστάσεις μεγάλας. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς προτείνει ὅπως, ὅταν ὁ λογιστὴς συμπέσῃ νὰ ἔχῃ ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας, νὰ δικαιοῦται προβιβασμοῦ. Ἡ πρότασις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι δικαιολογημένη. Ἐξ ἄλλου, διὰ τῆς προτάσεως παρέχεται εἰς τὸν Πρόεδρον τὸ δικαίωμα νὰ προαγάγῃ δυνητικῶς τοὺς ὑπαλλήλους. Συναφὴς πρὸς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν εἶναι καὶ ἄλλη τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁμὰς βουλευτῶν, διὰ τῆς ὁποίας δικαιοῦνται, ὁσάκις καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι εὑρίσκωνται ὑπὸ τὰς αὐτὰς συνθήκας, νὰ τύχωσι τοῦ αὐτοῦ εὐεργετήματος. Ἐφόσον ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν ὅτι ἔκαμε δεκτὴν τὴν πρότασιν μὲ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, νομίζω ὅτι ματαιοπονοῦμεν συζητοῦντες ἐπὶ ἀνυπάρκτου ζητήματος.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶχα ἄλλον σκοπόν, παρὰ μόνον ἕνα δικαιότερον διακανονισμὸν τῶν ἐσωτερικῶν ὑπηρεσιῶν τῆς Βουλῆς. Οὔτε πρόσωπα εἶχα ὑπ’ ὄψει μου, οὔτε ἐγνώριζον ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτον πρόσωπον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὡς τὸ παρέστησεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀργολιδοκορινθίας. Βεβαίως δὲ δὲν θὰ εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εὐεργετήσω τοιοῦτον ὑπάλληλον. Ἐγὼ ἀποκρούω τὴν τροπολογίαν.
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, ἐψηφίσθη ἤδη.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τῆς προτάσεως νόμου μετὰ τῆς ὑποβληθείσης τροπολογίας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλήρωσις τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ νόμου ΦΠϚʹ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» καὶ τοῦ ἄρθρου 80 τοῦ Συντάγματος, διὰ τοὺς παραπεμφθέντας εἰς δίκην Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως Στ. Σκουλούδη. Συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ ἄρθρου 23 τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», θὰ ἐνεργηθῇ ἡ κλήρωσις τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου διὰ τὴν δίκην τῶν Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη, ἐκ τοῦ καταλόγου, ὃν ἔστειλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§56Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§58Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κατὰ τὰ διάφορα στάδια, κύριοι βουλευταί, τῆς συζητήσεως τῶν κατηγοριῶν κατὰ τῶν Ὑπουργῶν τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω τὰς ἀντιλήψεις μου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφρόνουν ὅτι ἔδει νὰ ἐπιδιωχθῇ ἡ ἀκριβεστέρα ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Θεωρῶ δὲ καθῆκον καὶ νῦν, ἐν τῇ τελευταίᾳ αὐτῇ πράξει, ἡ ὁποία τερματίζει τὴν προδικασίαν ἐνώπιον τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, προαγόμενος ἐκ τῆς αὐτῆς ἰδέας, τῆς πιστῆς καὶ ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἐὰν ὑπῆρξε ζήτημα, κ.κ. συνάδελφοι, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε ζωηρότατα τόσον τοὺς δημοσιογράφους, ὅσον καὶ τὰς νομοθεσίας τῶν συνταγματικῶς κυβερνωμένων Κρατῶν, τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεφέρετο εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ τὸν καθορισμὸν τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο προωρισμένον νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν κατηγορουμένων Ὑπουργῶν. Ὁ θέλων νὰ ἐγκύψῃ εἰς τὴν μελέτην τοῦ θέματος, θὰ εὑρεθῇ πρὸ μακροτάτων καὶ ἐπιμονωτάτων καὶ σπουδαιοτάτων συζητήσεων διασήμων δημοσιολόγων, ὑποστηριζόντων ποικίλας ἀντιλήψεις, ποικίλα συστήματα· ἐπίσης δὲ καὶ πρὸ πληθύος νομοθεσιῶν, ἀποδεχομένων διάφορα συστήματα πρὸς καταρτισμὸν τοῦ Εἰδικοῦ τούτου Δικαστηρίου, διὰ τὸ ὁποῖον καλούμεθα καὶ ἡμεῖς σήμερον νὰ ἀσχοληθῶμεν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕν πικρὸν ποτήριον μᾶς ἐπιφυλάσσετε τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἀλλὰ θὰ τὸ πίωμεν.
§60Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριε Πρόεδρε, ἂν τὸ ποτήριον εἶναι πικρὸν ἢ γλυκύ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐκφέρων τὰς γνώμας μου ἐπὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου, δύναμαι νὰ ἀξιώσω, ὅπως τὰς ἀκούσωσιν οἱ κύριοι βουλευταί. Ἐὰν δὲ θεωρήσωσι πικρὸν τὸ ποτήριον, θὰ αἰσθανθῶσι τὴν πικρίαν οὐχὶ ἐξ αἰτίας ἐμοῦ...
§61Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ποῖον ποτήριον, κύριε Πρόεδρε, θεωρεῖτε πικρόν;
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν ὁμιλιῶν τῶν ἀπεραντολόγων καὶ ἀσκόπων, ἐὰν θέλητε ἐξηγήσεις, κύριε βουλευτά.
§63Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι, διότι δὲν σᾶς ἔδωκα καμμίαν ἀφορμήν.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπον διὰ σᾶς. Λέγω γενικῶς.
§65Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς. Ἐάν, κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχῃ ἀντίθετος ἀντίληψις, θὰ παύσω νὰ ὁμιλῶ. Ἀφοῦ μᾶς ἐκαλέσατε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὀφείλετε νὰ ἀκούσητε τὰς γνώμας ἡμῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀκούομεν, κύριε βουλευτά. Εἶπον περὶ τῆς πολυλογίας τῶν κωλυσιεργούντων.
§67Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ Πρόεδρος ὀφείλει νὰ προστατεύῃ τὸν ῥήτορα ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ἀντίληψιν πρέπει νὰ ἵσταται τὸ καθῆκον τοῦ Προέδρου.
§68Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος, δὲν ὑφίσταται ζήτημα.
§69Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος γνωρίζει τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Σᾶς ἔδωκεν ἐξηγήσεις.
§70Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἔχω πλήρη τὴν συναίσθησιν, ὅτι ὁσάκις ἔλαβον τὸν λόγον, δὲν ἔδωκα οὐδ’ ἐλαχίστην ἀφορμὴν νὰ μὲ μεμφθῇ τις καὶ ἐπὶ τῇ ἐλαχίστῃ ἀνευλαβείᾳ ἢ περιττολόγῳ ἀπασχολήσει τῆς Βουλῆς...
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐμέμφθη κανείς...
§72Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Μὲ ἐμέμφθητε ἐπὶ πολυλογίᾳ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι τὴν ἰδικήν σας, ἀλλὰ τῶν κωλυσιεργῶν. Ἐξακολουθήσατε, κύριε βουλευτά.
§74Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι εἷς τρόπος τῆς συντομεύσεως τῆς ἀγορεύσεως καὶ θὰ τὴν συντομεύσω ὑπείκων εἰς τὴν ἀνάγκην. Εἶπον ὅτι τὸ σπουδαιότερον τῶν σημείων ἐν τῷ θέματι «περὶ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν», τόσον ἐν ταῖς μελέταις τῶν δημοσιολόγων, ὅσον καὶ ἐν ταῖς νομοθεσίαις τῶν συνταγματικῶς κυβερνωμένων Κρατῶν, ὑπῆρξεν ὁ καθορισμὸς τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ὅπερ προώρισται νὰ δικάσῃ ἐπὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης. Αἱ κατηγορίαι κατὰ τῶν Ὑπουργῶν πάντοτε ἔλαβον τὴν μορφὴν τῆς σοβαρότητος καὶ σπουδαιότητος, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς αὐτάς, καθόσον ἀμέσως συνδέονται πρὸς τὰ ὕψιστα Ἐθνικὰ συμφέροντα. Καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, ὡς προεῖπον, τόσον ἡ δημοσιολογία, ὅσον καὶ ὅλα τὰ Νομοθετικὰ Σώματα, σπουδαιότατα ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ εἰς τὰς ἡμέρας ἀκόμη, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ λαοὶ ἐπαναστατημένοι ἐφέροντο ἀλογίστως πρὸς τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν βίαν, καὶ τότε ἀκόμη τὰ Κοινοβούλια μὲ τὴν προσήκουσαν εἰς τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος ψυχραιμίαν ἐσκέπτοντο πῶς εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ἐκλογῇ καὶ τῷ καταρτισμῷ τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου νὰ ἐξασφαλισθῶσιν ὅλοι οἱ ὅροι καὶ ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι λόγῳ τῆς σοβαρότητος τοῦ ἀντικειμένου ἐπιβάλλονται πρὸς προστασίαν τόσον τοῦ συμφέροντος τῆς κοινωνίας, ὅσον καὶ τοῦ συμφέροντος τοῦ κατηγορουμένου Ὑπουργοῦ. Εἰς αὐτὴν τὴν Γαλλικὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1789, καὶ ἐν τῇ ὁρμητικωτέρᾳ ἐκδηλώσει της, διὰ συνταγματικῶν διατάξεων κατὰ τὸ 1791 καὶ 1795 καθωρίσθη Δικαστήριον διὰ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκ δικαστῶν ἀνωτάτων, τακτικῶν καὶ ἐνόρκων, ὑπὸ τοιαύτας διατυπώσεις ἐκλεγόμενον, ὥστε νὰ ἐξασφαλίζεται πλήρης ἡ ἀνεξαρτησία του καὶ ἀμεροληψία του, καὶ βραδύτερον ἡ ἰσόβιος Γερουσία ἐκρίθη ὡς παρέχουσα τὰς ἀπαιτουμένας πρὸς τοῦτο ἐγγυήσεις. Ἀλλαχοῦ ἐδέχθησαν Δικαστήρια ἀποτελούμενα ἐκ μελῶν τῆς Γερουσίας καὶ τακτικῶν δικαστῶν. Ἀλλαχοῦ ἐκ τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου ἐν ὁλομελείᾳ καὶ πάντων τῶν προέδρων τῶν πολυμελῶν δικαστηρίων. Καὶ εἰς ἄλλα δικαστήρια συμπεριέλαβον, πλὴν τῶν ἀνωτάτων τακτικῶν δικαστῶν, καὶ ἀνωτάτους δικαστικοὺς καὶ δημοσίους ὑπαλλήλους συνταξιούχους καὶ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν στρατιωτικῶν Σωμάτων καὶ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων καὶ τοὺς ἐπιφανεστέρους πολίτας κατ’ ἐκλογήν, πανταχοῦ ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀπολύτου κατὰ τὸ δυνατὸν εὐθύτητος, ἀνεξαρτησίας καὶ ἀμεροληψίας.
§75Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν ρητὴν διάταξιν.
§76Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἓν εἶναι τὸ λάθος, κύριε συνάδελφε, ὅτι ἔπρεπε νὰ δικασθῶσιν εἰς τὴν Πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος ἐντὸς 24 ὡρῶν.
§77Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐγὼ πρῶτος θὰ ἐπεκρότουν τὴν δίκην ὑπὸ τὸ ἄπλετον φῶς τῆς Πλατείας τοῦ Συντάγματος. Τὸ συμπέρασμα τῶν λεχθέντων, κύριοι βουλευταί, εἶναι ὅτι εἰς τὸν ἐντελέστερον καταρτισμὸν τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου ἀπέβλεψαν πάντοτε πάντες πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ βεβαίωσιν τῆς ἀληθείας καὶ πρὸς ἀπροκατάληπτον καὶ εὔορκον κρίσιν ἐπὶ τῶν ἀποδιδομένων εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς κατηγοριῶν. Ἀλλὰ καὶ ἀσχέτως πρὸς τὰ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ κρατήσαντα, καὶ παρ’ ἡμῖν ἡ αὐτὴ ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἀντίληψις, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δι’ ὀλίγων νὰ ἐξετάσω τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τοῦ θέματος, καθόσον ἐξ αὐτῆς ἀποδεικνύεται ὅτι καὶ τὸ μικρὸν ἡμῶν Κράτος ὑπὸ τὰς αὐτὰς ἀρχὰς καὶ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἐμερίμνησεν ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ἀντικειμένου. Ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου αἱ πρῶται Συνελεύσεις ἐν Ἐπιδαύρῳ καὶ ἐν Ἄστρει δὲν διέκριναν ἐπακριβῶς τὴν ποινικὴν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος. Σήμερον πρόκειται περὶ κληρώσεως τῶν μελῶν τοῦ Δικαστηρίου. Ἔχετε ἀντίρρησίν τινα περὶ τῶν προσώπων; Ὅσα λέγετε εἶναι Ἱστορία.
§79Κ. ΜΕΛΑΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε. Αὐτὰ εἶναι κωλυσιεργία.
§80Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶναι ἡ γνώμη σας· θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δέ, πιστεύω, νὰ ἔχω ἀντίθετον. Ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου καὶ βεβαίως πλανᾶται ὁ κ. βουλευτὴς φρονῶν ὅτι κωλυσιεργῶ. Οὔτε λόγος ὑπάρχει πρὸς τοῦτο, κύριε συνάδελφε, οὔτε ἐγὼ εἶμαι ἱκανὸς δι’ ἀσκόπους κωλυσιεργίας.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ νόμος ὁρίζει, ὅτι μετὰ πάροδον τριῶν ἡμερῶν μετὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως καὶ τῆς δημοσίας συζητήσεως, ὁ Πρόεδρος προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Δικαστηρίου διὰ κληρώσεως. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ὁμιλήσητε. Ἔχετε ἀντίρρησιν;
§82Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Νομίζετε, ὅτι εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος; Δὲν τὸ πιστεύω. Ὁμιλῶ ἀκριβῶς περὶ τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ὁρίσητε διὰ κλήρου.
§83Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει στάδιον συζητήσεως.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόνον διὰ τὸ τυπικόν, περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς κληρώσεως.
§85Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τέλος πάντων σᾶς ἠκροάσθημεν μετὰ προσοχῆς εἰς ὅλα τὰ ζητήματα. Δὲν ἐννοεῖτε καὶ ὑμεῖς νὰ μᾶς ἀκούσητε;
§86Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἡμεῖς σᾶς ἠκούσαμεν εὐλαβέστατα ἐπὶ 15 ἡμέρας.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§88Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶπον, κύριοι, ὅτι τὰ προσωρινὰ πολιτεύματα τῆς Ἐπιδαύρου καὶ τοῦ Ἄστρους ἐξήτασαν ἀτελῶς τὸ ζήτημα, καθορίσαντα τὴν Βουλὴν ὡς Δικαστήριον μετὰ τοῦ δικαιώματος νὰ κηρύσσῃ ἔκπτωτον τὸν Ὑπουργὸν τοῦ ἀξιώματος, ἵνα μετὰ τοῦτο ἐπιλαμβάνωνται τὰ τακτικὰ Δικαστήρια τῶν κατηγοριῶν κατ’ αὐτοῦ, μεταπίπτοντος εἰς τὴν τάξιν τῶν ἁπλῶν πολιτῶν. Καὶ τὸ πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Τροιζῆνος ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ἀτελῶς ἐμερίμνησε διὰ τὰς κατὰ τῶν Ὑπουργῶν κατηγορίας· ἀλλ’ εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ ὅρκος, ὃν ὤφειλαν νὰ ὀμνύουν οἱ βουλευταὶ δικάζοντες ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Προέδρου τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου. Ὁ ὅρκος οὗτος διετυπώθη ἐν ἄρθρῳ 132 ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὁρκίζεσθε ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων νὰ προσέξητε εἰς τὴν κατηγορίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀναγνωσθῇ ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ μὴ προδώσητε τὰ δίκαια οὔτε τοῦ κατηγορουμένου, οὔτε τῆς Κοινωνίας, νὰ μὴ ἐπηρεασθῆτε ἀπὸ προσωπικὸν μῖσος, μήτε ἀπὸ φόβον ἢ συμπάθειαν καὶ νὰ ἀποφασίσητε, βάζοντες βάσιν εἰς τὴν κατηγορίαν καὶ ἀπολογίαν, μὲ τὴν ἀφιλοπροσωπίαν ἐκείνην, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν δίκαιον καὶ ἐλεύθερον ἄνθρωπον. Τὸ πολιτικὸν Σύνταγμα τοῦ 1832 ἀνέθηκε τὴν κρίσιν εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀποτελουμένην ἐξ ἰσοβίων γερουσιαστῶν, τὸ δὲ Σύνταγμα τοῦ 1844, πληρέστερον καθορίσαν τὴν ποινικὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, ἀπέβλεψεν ὡσαύτως εἰς τὴν ἰσόβιον Γερουσίαν. Πρέπει δὲ νὰ ὑπομνήσω ἐνταῦθα, ὅτι εἰς τὸ ψηφισθὲν ἄρθρον 83 τοῦ Συντάγματος, δι’ οὗ καθωρίζετο ἡ Γερουσία ὡς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, ὁ Βασιλεὺς Ὄθων διὰ τοῦ διαγγέλματός του ὑπέδειξε νὰ προστεθῇ, ὅτι οἱ γερουσιασταὶ δέον νὰ ὦσι διωρισμένοι πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς κατηγορίας. Καὶ ἡ Συνέλευσις, ἐν τῇ εὐρύτητι τῆς ἀντιλήψεώς της καὶ ἵνα παρασχεθῶσι πλείονες ἐγγυήσεις τῆς ἀμεροληψίας καὶ ἀνεξαρτησίας τοῦ Δικαστηρίου, συνεπλήρωσε τὸ ἄρθρον κατὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ διαγγέλματος. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, ἀποδεχθὲν τὴν ἰσοβιότητα τῶν δικαστῶν, ὥρισε Δικαστήριον διὰ τὰς κατὰ τῶν Ὑπουργῶν δίκας, συγκροτούμενον διὰ κληρώσεως ἐκ πάντων τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ Ἐφετῶν. Ἰδιαιτέρας δὲ προσοχῆς εἶναι ἄξιαι αἱ μακραὶ συζητήσεις ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ πληθὺς τῶν προτάσεων καὶ τῶν τροπολογιῶν, αἵτινες ὑπεβλήθησαν ὑπὸ ἐπιφανεστάτων πληρεξουσίων, καταδηλοῦσαι πᾶσαι τὸ ἄκρον τῆς Συνελεύσεως ἐνδιαφέρον πρὸς συγκρότησιν Δικαστηρίου, παρέχοντος ὅλας τὰς ἐγγυήσεις ἀπροκαταλήπτου καὶ ἀνεξαρτήτου κρίσεως. Δὲν παρελείφθη δὲ καὶ διὰ τοὺς τακτικοὺς δικαστὰς ἡ διάταξις, ἥτις ὑπεδείχθη, ὡς προεῖπον, διὰ τοὺς γερουσιαστὰς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1911 περιέλαβε τὴν αὐτὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἀλλὰ πλὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν τακτικῶν δικαστῶν, παρεδέχθη καὶ ἐπιπροσθέτους ἐγγυήσεις τῆς ἀνεξαρτησίας τῶν Δικαστηρίων, διὰ τοῦ ἄρθρου 90, ὅσον ἀφορᾷ τὴν μετάθεσιν καὶ τὴν προαγωγὴν αὐτῶν. Δὲν παρέλειψε δὲ καὶ τοῦτο τὴν ἐπιπρόσθετον ἐγγύησιν, ὅτι οἱ κληρούμενοι δικασταί, Ἀρεοπαγῖται καὶ Ἐφέται, οἱ ὁποῖοι θὰ δικάσωσι τοὺς Ὑπουργούς, πρέπει νὰ εἶναι διωρισμένοι πρὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰσαγωγῆς τῆς δίκης.
§89Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Οὕτω καὶ τώρα.
§90Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Μάλιστα. Μεθ’ ὅσα ὅμως ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω καὶ ἅτινα ἀποδεικνύουσιν, ὅτι πανταχοῦ ἐπεκράτησεν ἀκλόνητος ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν ἐγγυήσεων τῆς ἀνεξαρτησίας του καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐν ταῖς νομοθεσίαις πάντων τῶν συνταγματικῶν Κρατῶν, ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Εἰς ἡμέραν, καθ’ ἣν ἡ ὑπάρχουσα παρ’ ἡμῖν συνταγματικὴ ἐγγύησις τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικαστικοῦ κόσμου διὰ τῆς ἰσοβιότητος καὶ ἡ ἐπιπρόσθετος ἐπίσης συνταγματικὴ ἐγγύησις διὰ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς μεταθέσεως καὶ προαγωγῆς δὲν ὑφίστανται, ἀρθεῖσαι ἔστω καὶ ἀντισυνταγματικῶς, δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς κλήρωσιν Δικαστηρίου; Ἔχομεν δικαστάς; Τοὺς φυσικοὺς δικαστὰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὥρισε τὸ Σύνταγμα ὡς τοὺς ἱκανοὺς ἵνα δικάζωσι τὰς κατὰ τῶν Ὑπουργῶν κατηγορίας...
§91Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ὁμιλία τοῦ κ. βουλευτοῦ εἶναι καθυστερῆσαν συμπλήρωμα τῆς προηγουμένης ἀγορεύσεώς του.
§92Γ. ΠΩΠ. Τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ράλλη.
§93Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημά σας;
§94Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θέτομεν αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶναι τὸ ἑξῆς, καὶ ἀπορῶ μάλιστα πῶς σεῖς δὲν τὸ διείδετε, σεῖς ὁ ὁποῖος διακρίνεσθε διὰ τὴν ἔκτακτον ὀξυδέρκειάν σας. Τὸ Σύνταγμα ἐν ἄρθρῳ 80 λέγει, ὅτι τὸ Δικαστήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ κατηγορεῖ τοὺς Ὑπουργούς, δέον νὰ ἀποτελεσθῇ ἐκ δικαστῶν ἰσοβίων καὶ οὐ μόνον ἰσοβίων, ἀλλὰ καὶ ἐκ δικαστῶν, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ παύσῃ, μεταθέσῃ ἢ νὰ προβιβάσῃ εἰς ἀνωτέρους βαθμοὺς ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία ἄνευ τῆς διαδικασίας, τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 88 ὁριζομένης.
§95Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κατὰ τὸν τύπον τοῦ Βασιλέως. Αὐτὴν τὴν ἰσοβιότητα θέλετε;
§96Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θέλω οἱανδήποτε ἰσοβιότητα, πλὴν τῆς ἰσοβιότητος τοῦ τύπου τοῦ ἰδικοῦ σας.
§97Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅλη ἡ Δικαιοσύνη εἶχεν ὀργιάσει· ἔσυρεν εἰς τὰς φυλακὰς βουλευτὰς καὶ πολίτας. Αὐτὴν τὴν ἰσοβιότητα θέλετε;
§98Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, ἐγὼ δὲν θὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι ὠργίασαν. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ θέμα. Οὔτε εἶμαι διατεθειμένος ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐξετάσω τὰ μεγάλα ἠθικὰ κεφάλαια τοῦ πρώην Ἀρεοπαγίτου Μητσοπούλου, οὔτε τοὺς εὐρεῖς διανοητικοὺς ὁρίζοντας τοῦ κ. Καψάλη, τοῦ πρώην Προέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν ἔχομεν σήμερον τοιοῦτον θέμα συζητήσεως. Θὰ ἔλθῃ ἡμέρα καθ’ ἣν θὰ ἀκούσητε μετὰ τοῦ αὐτοῦ θάρρους διατυπουμένην τὴν γνώμην μου περὶ αὐτῶν καὶ περὶ πάντων τῶν ἄλλων, ὅσοι ἐλησμόνησαν ἑαυτοὺς καὶ τὸ καθῆκον, οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι.
§99Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἔχει πικρὰν πεῖραν ὁ κ. συνάδελφος.
§100Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Δι’ αὐτὸ τοὺς ἐκαθαρίσαμεν.
§101Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν διά τινας τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ τεθοῦν εἰς τὴν κληρωτίδα, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνθρωπίνη δύναμις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι δυνατὴ νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν κρίσιν των.
§102Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ τοὺς δικαστάς, οἱ ὁποῖοι λέγετε ὅτι τελοῦν ὑπὸ τὸν πέλεκυν τῆς ἀβεβαιότητος τῆς θέσεώς των, δὲν ἔχετε δίκαιον, διότι ἡ ἰσοβιότης θὰ εἶναι καθωρισμένη διὰ τῶν νόμων, ὅταν θὰ δικάσουν. Μετὰ τὰς δηλώσεις δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, δὲν ὑπάρχει ζήτημα πλέον.
§103Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔχω οὐδένα λόγον νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἐντιμότητα τῶν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ δικάσουν, κληρούμενοι. Γνωρίζω τοὺς πλείστους καὶ προσωπικῶς τοὺς τιμῶ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι συνταγματικόν, ἐὰν δύνανται οἱ ἐν ἐνεργείᾳ δικασταὶ νὰ συγκροτήσωσιν Εἰδικὸν Δικαστήριον. Τὸ ζήτημα εἶναι ἐάν, τῆς ἐν τῷ Νομοθετικῷ Σώματι διαδικασίας οὕτως ἀντισυνταγματικῶς γενομένης, δύναται ἡ ἐπακολουθοῦσα δίκη κατὰ τῶν διαχειρισαμένων τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν νὰ ἔχῃ τὸ προσῆκον κῦρος καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν πίστιν εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν, ὅτι ἀπονέμεται ἀμερόληπτος δικαιοσύνη. Ὅταν ἔχωμεν κενὰς δύο θέσεις ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Δικαστηρίῳ, τὴν τοῦ Προέδρου καὶ τὴν τοῦ Εἰσαγγελέως, ὅταν ἔχωμεν τὸ δικαστικὸν Σῶμα ἄνευ ἰσοβιότητος, ὅταν ἔχωμεν κατηργημένας πάσας τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, αἵτινες ἀνεγράφησαν ὡς ἐγγυήσεις τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικαστοῦ καὶ ὑφ’ ἃς ἐνόησε τὸ Σύνταγμα τὸν δικαστὴν τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, δύνασθε, νομίζετε, νὰ συγκροτήσητε Δικαστήριον συμφώνως πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις καὶ νὰ πείσητε τὸν κόσμον, ὅτι τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ οὕτω συγκροτούμενον, θὰ δικάσῃ ἀμερολήπτως καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς ἐπιρροῆς τῆς ἰσχυούσης πολιτικῆς;
§104Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ συμπέρασμα ποῖον θέλετε νὰ εἶναι;
§105Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι πρόδηλον. Ἐφόσον δὲν ἀποκαθίσταται νομίμῳ τρόπῳ ἰσοβιότης καὶ ἀνεξαρτησία συνταγματική, δὲν ἔχετε καὶ δὲν δύνασθε νὰ ἐκλέξητε δικαστὰς πρὸς συγκρότησιν Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἐφόσον δὲν εἶναι συμπεπληρωμέναι αἱ ὀργανικαὶ θέσεις ἐν τοῖς Δικαστηρίοις, ἵνα κληρώσητε ἐκ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τοῦ ἡμίσεος, ὡς γίνεται σήμερον.
§106Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅλα αὐτὰ τὰ ἐγνώριζεν ἡ Βουλή, ὅταν ἀπεφάσισε τὴν παραπομπήν. Σήμερον ἔχομεν μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς «περὶ παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν». Ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπ’ ὄψει της τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης περὶ τῶν συνθηκῶν, εἰς ἃς θὰ εὑρεθῶσιν οἱ δικασταί, οἱ μέλλοντες νὰ δικάσουν, συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν οὐδένα κίνδυνον ἐπιδράσεως. Ὅλα ταῦτα τὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή. Σήμερον τίνα λόγον ἔχουσι ταῦτα;
§107Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἔχει ὡρισμένα στάδια καὶ ἤδη τὸ πρῶτον εἰσέρχεται εἰς τὸ τρίτον στάδιον...
§108Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ ἡ Βουλὴ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν»;
§109Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὄχι.
§110Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶσθε πολὺ ἀπατημένος. Καὶ προχθὲς δὲν τὸν μετέβαλε;
§111Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ μεταβάλῃ τοὺς νόμους διὰ μιᾶς συζητήσεως, πλανᾶσθε. Ἡ Βουλὴ λειτουργεῖ δυνάμει νόμων καὶ οἱ νόμοι ψηφίζονται δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Γνωρίζετε δὲ πολὺ καλῶς, κύριε συνάδελφε, ὅτι ὁ κανονίζων τὴν διαδικασίαν ἐπὶ τῆς ποινικῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμος, εἶναι νόμος, ὅστις δὲν δύναται νὰ μεταβληθῇ, παρὰ δι’ ἑτέρου νόμου. Ἀπορῶ δὲ πῶς σεῖς, ἔγκριτος νομομαθής, λέγετε ταῦτα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ὑπενθυμίζω τὸ θέμα τῆς συζητήσεως.
§113Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ἀντίρρησιν κατὰ τῆς κληρώσεως;
§114Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Πρέπει δ’ ἐνταῦθα νὰ σᾶς ὑπομνήσω, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ 80 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ἐπειδὴ ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν ἔδει νὰ ἄρξηται μετὰ τετραετίαν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος, ἐγένετο πρότασις εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ δίκη κατὰ Ὑπουργῶν, καθ’ ὃν χρόνον δὲν θὰ ἴσχυεν ἡ ἰσοβιότης τῶν δικαστῶν. Καὶ νῦν ζητεῖτε νὰ συγκροτήσητε δικαστήριον, ἀφοῦ ἤρατε πάσας τὰς προστατευτικὰς διὰ τὸν δικαστὴν συνταγματικὰς διατάξεις. Εἶσθε κύριοι τῶν πραγμάτων καὶ δύνασθε νὰ ἀποφασίσητε ὅ,τι νομίζετε ὀρθὸν καὶ πρέπον. Τὸ καθῆκον μου ἐξεπλήρωσα, καὶ ἐὰν τὸ καθῆκον μου τοῦτο δὲν ἔχῃ ἄλλο ἐπακολούθημα, θὰ ἔχῃ τουλάχιστον τοῦτο, ὅτι θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑλικὸν εἰς τὸν μέλλοντα νὰ ἱστορήσῃ τὰ συμβαίνοντα κατὰ τὰς σημερινὰς περιστάσεις (Θόρυβος).
§115Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἔχῃ ἡ Ἱστορία καιρὸν νὰ ἀσχοληθῇ μὲ ἄλλα, ὅταν θὰ ἔχῃ ἐνώπιόν της τὴν εἰκόνα τὴν ἰδικήν σας; Δὲν ἔμεινε βόρβορος, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ ἀντιπροσωπεύσητε. (Χειροκροτήματα).
§116Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἰς ἐμὲ ἀπευθύνεσθε; Εἴμεθα εἰς τόσην ἀπόστασιν, ὥστε νὰ μὴ μᾶς φθάνουν αἱ ὕβρεις σας (Θόρυβος).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας ἔχει τὸν λόγον.
§118Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁ ἀγορεύσας κύριος συνάδελφος νομίζω ὅτι εἶπε περίπου τὰ ἑξῆς: «Ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἶναι σήμερον ἡ κλήρωσις, προτοῦ δὲ προβῶμεν εἰς τὴν κλήρωσιν, ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ γίνῃ ἡ κλήρωσις». Διατί δὲν πρέπει νὰ γίνῃ; Ἐκ τῆς ὅλης ἀγορεύσεως συνάγονται, ὡς ἀντελήφθην, δύο τινες λόγοι. Ὁ πρῶτος εἶναι ἡ κρίσις τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἡ κρίσις τῆς Ἱστορίας περὶ τῶν ὅσων πράττομεν, μᾶς τὴν προλέγει δυσμενῆ. Ὁ δεύτερος εἶναι ἡ νομικὴ ἐκτίμησις τοῦ κύρους τῶν ὅσων πράττομεν. Ἔθιξε καὶ τὰς δύο ἀπόψεις. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν κρίσιν τῆς Κοινῆς Γνώμης καὶ τῆς Ἱστορίας, ἐὰν δηλαδὴ ἡ πρᾶξις, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνει ἡ Βουλή, μὴ ἐξεταζομένη ποσῶς, ἢ καὶ ἐξεταζομένη μὲν ἀλλ’ ἐπιδοκιμαζομένη ἀπὸ τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ, θὰ ἀφήσῃ κακὴν ἐντύπωσιν διὰ τὴν νῦν καὶ τὴν μέλλουσαν δημοσίαν κρίσιν, διὰ τὴν Ἱστορίαν καὶ τὴν Κοινὴν Γνώμην. Τοῦτο, κύριοι, εἶναι ζήτημα ἠθικῆς εὐθύνης τῆς Βουλῆς, εἶναι ἠθικῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως, ἠθικῆς εὐθύνης τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἠθικῆς εὐθύνης ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ μίαν ἡμέραν νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ κρίνῃ, ἐὰν τὸ Δικαστήριον, ὅπως θὰ εἶναι συντεθειμένον, θὰ παρέχῃ τὰς ποθητὰς ἐγγυήσεις τῆς ἠθικότητος καὶ εὐθύτητος, τῆς δικαιοσύνης, περισσότερον τώρα, παρὰ ὅσον παρεῖχον τὰ Δικαστήρια τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετῶν πρὸ τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, ὅτε ὠργίαζον ἀσυστόλως καὶ παρέδιδον τὴν Δικαιοσύνην εἰς τὰς ὀρέξεις καὶ εἰς τὰ κελεύσματα τῶν ἐπιστρατικῶν συλλόγων. Ταῦτα μὲν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ παρόντος, τοῦ μέλλοντος, τῆς Ἱστορίας καὶ τῆς ἠθικῆς. Ἀπὸ δὲ τῆς ἀπόψεως τῆς νομικῆς, ἣν ἔθιξεν ἐπίσης ὁ κ. συνάδελφος, δύο τινὰ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν. Πρῶτον: Ὅ,τι ἔκαμεν ἡ Βουλὴ ἐνταῦθα, δικαιοῦται νὰ τὸ ἐξετάσῃ τὸ Δικαστήριον; Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ἔχῃ τὴν γνώμην ὅτι δικαιοῦται νὰ τὸ ἐξετάσῃ, ἂς μείνῃ ἥσυχος, διότι τὸ Δικαστήριον, ἐξετάζον τὸ κῦρος τῶν γενομένων ἐδῶ, θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν συνέλευσιν ὅλων ἡμῶν ἐνταῦθα, θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν ἂν καλῶς ἐπαναστατικῷ δικαίῳ συνεκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν ταύτην ἢ ὄχι, καὶ ἔπειτα θὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν περὶ ἀκυρότητος ἐνστάσεών του. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι τὸ δεύτερον ἐρώτημα. Βεβαίως ἡμεῖς φρονοῦμεν ὅτι τὸ Δικαστήριον ὀφείλει τὴν ὑπάρχουσαν σήμερον πραγματικὴν κατάστασιν, τὴν ἐπακόλουθον μιᾶς ἐπαναστάσεως, δυνάμει τῆς ὁποίας περιῆλθε πάλιν ἡ ἐθνικὴ κυριαρχικὴ ἐξουσία εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὸ σύνολον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, εἰς τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἀπόπειρα ὑπὸ τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος νὰ ἀφαρπασθῇ ἡ κυριαρχικὴ ἐξουσία, ἀπόπειρα, ἥτις ἐματαιώθη διὰ τῆς ἐπαναστάσεως, ὀφείλει, λέγομεν, τὸ Δικαστήριον νὰ παραδεχθῇ ὡς ἰσχυρὰν καὶ νόμιμον τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος φρονῇ τὸ αὐτό, δὲν δύναται νὰ φέρῃ πλέον ἀντιρρήσεις κατὰ τῶν πραττομένων. Τὸ Σύνταγμα δὲν λέγει ὅτι δικάζουν ἰσόβιοι δικασταί. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δικάζονται ἀπὸ δικαστάς, οἱ ὁποῖοι ἐκλέγονται ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκ τῶν Ἀρεοπαγιτῶν καὶ τῶν Ἐφετῶν. Ἡ ἄλλη διάταξις τῆς ἰσοβιότητος, πρὸς τὸ παρόν, δὲν ἰσχύει. Ἐρωτῶ: Ἐὰν εἰς μίαν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν εἴχομεν καταργήσει τὴν διάταξιν «περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν» καὶ εἴχομεν ἀφήσει τὴν διάταξιν, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ δικάζονται παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου, τί θὰ ἐγίνετο; Θὰ ἐδίκαζεν ὁ Ἄρειος Πάγος οὕτω πως συγκεκροτημένος. Ἀλλὰ τί ἔκαμε τὸ ἐπαναστατικὸν Διάταγμα, τὸ ἀναστεῖλαν τὴν ἰσοβιότητα; Ἁπλούστατα· ἡ Κυβέρνησις τὸ εἶπε καθαρὰ εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, τὴν προηγηθεῖσαν τοῦ Διατάγματος. Ἐσφετερίσθη δικαιώματα Συντακτικῆς Ἐξουσίας. Ἐφόσον δὲ ὁ σφετερισμὸς οὗτος ἐπεκράτησεν, ἐπεβλήθη, ἀποτελεῖ πλέον τὸ νόμιμον, τὸ ἰσχῦον καθεστώς. Διότι οὕτως ἰσχύουν καὶ ἐπιβάλλονται ὅλα τὰ ἐπαναστατικὰ δικαιώματα. Ὅταν ἀποκτῶσι τὴν ὑλικὴν ἰσχὺν τῆς ἐπιβολῆς, παγιοῦνται καὶ γίνονται διαρκῆ, διότι ἔχουν μαζύ των καὶ τὴν ἠθικὴν ἰσχύν. Τὴν ἠθικὴν ἰσχὺν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς πάντες. Διὰ τοῦτο ἐπεβλήθημεν καὶ διὰ τοῦτο θέλει καὶ ἐπιδοκιμάζει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ παρὸν καθεστώς (χειροκροτήματα). Λοιπόν, τὸ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς ἐπιβληθὲν Συντακτικὸν Ἐπαναστατικὸν Διάταγμα, ἀπαρτίζει σήμερον δίκαιον, ὀφείλει δὲ νὰ τὸ σεβασθῇ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία, διότι ἔχει τὴν ἰσχὺν τοῦ Συντακτικοῦ Διατάγματος, συνοδευομένην καὶ ὑπὸ τοῦ κύρους τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἠθικῆς. Διὰ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὑπάρχει βεβαίως εὐθύνη τῶν ἐκδοσάντων, τὴν εὐθύνην δὲ ταύτην ἐδήλωσεν ἤδη μετὰ θάρρους ὅτι ἀναλαμβάνει ἡ Κυβέρνησις, ὅτε εἰσηγήθη τὸ Διάταγμα τοῦτο εἰς τὸν Βασιλέα, ἡ εὐθύνη ὅτι θὰ κυρωθῇ ἐνώπιον τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως, ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐξακολουθήσῃ, ὅπως εἴμεθα βέβαιοι ὅτι θὰ ἐξακολουθήσῃ, τὴν ἰδίαν πορείαν ἐν τῇ ὁδῷ τῆς εὐθύτητος καὶ τῆς ἠθικῆς ἀναγεννήσεως. Θὰ ἔλθῃ τότε ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις καὶ θὰ κυρώσῃ τὸ Διάταγμα. Ἐὰν ἐλπίζῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι ἡ μέλλουσα Συνέλευσις θὰ ἀκυρώσῃ τὸ Διάταγμα, βεβαίως θὰ δοθῶσι τότε ἐκ μέρους ὅλων μας, ὄχι μόνον αἱ νομικαὶ εὐθῦναι, — αὐταὶ δὲν εἶναι δι’ ἡμᾶς αἱ σπουδαιότεραι, — ἀλλὰ καὶ αἱ ἠθικαὶ καὶ αἱ ἱστορικαὶ εὐθῦναι. Θὰ δώσαμεν ὅλας ταύτας τὰς εὐθύνας, προθύμως ἅπαντες. Πρὸς τὸ παρὸν χωροῦμεν ἐπὶ τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ σταματήσωμεν σήμερον (χειροκροτήματα).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσω τὸν κατάλογον τῶν ὀνομάτων τῶν δικαστῶν, οἵτινες θέλουσι κληρωθῆ διὰ νὰ δικάσωσι τὰς δύο παραπεμφθείσας εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον Κυβερνήσεις Στεφάνου Σκουλούδη καὶ Σπύρου Λάμπρου. Ὁ κατάλογος οὗτος, σταλεὶς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, περιλαμβάνει τοὺς διωρισμένους ἤδη Ἀρεοπαγίτας, Προέδρους Ἐφετῶν καὶ Ἐφέτας, ἐξ ὧν, τιθεμένων τῶν ὀνομάτων τῶν ἐν τῇ κληρωτίδι, θέλουσιν ἐξαχθῆ δώδεκα κλῆροι, οἵτινες θὰ περιλαμβάνωσι τὰ ὀνόματα τῶν τακτικῶν μελῶν ἐκ τῶν δικαστῶν, καὶ ἕξ, οἵτινες θὰ περιλαμβάνωσι τὰ ὀνόματα τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν.
§120Ε. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐξηκριβωμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν κλήρων, τῶν τεθέντων ἐν τῇ κληρωτίδι;
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μήπως θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην; Τὴν κλήρωσιν κατὰ τὸν νόμον τὴν ἐνεργεῖ ὁ Πρόεδρος· μήπως θέλετε νὰ τὴν κάμετε σεῖς;
§122Ε. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὄχι. Ἁπλῶς ἠρώτησα.
§123Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Εἶναι μομφὴ κατὰ τοῦ Προεδρείου.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύνασθε νὰ κάμητε τὸν ἔλεγχον, ἐὰν δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην· ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸν ἔκαμα ἐγώ.
§125Ε. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ αὐτὸ ἐρωτῶ, ἐὰν ἔγινεν ὁ ἔλεγχος ὑφ’ ὑμῶν.
§126Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀρθὸν εἶναι, προκειμένου περὶ τοιαύτης σοβαρᾶς πράξεως, ἐφόσον γίνεται οἱονδήποτε ἐρώτημα ἢ ὑπάρχει οἱαδήποτε ὑποψία, ὀρθὸν εἶναι, λέγω, τὸ Προεδρεῖον νὰ καλέσῃ τοὺς κυρίους βουλευτάς, ἵνα ἐξετάσωσι τοὺς κλήρους.
§127Γ. ΠΩΠ. Πολὺ ὀρθόν, καὶ δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε εἰς κλήρωσιν, ἐὰν δὲν ἐξακριβωθῶσιν οἱ κλῆροι.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καμμίαν δυσκολίαν δὲν θὰ εἶχον καὶ θὰ παρεκάλουν μόνος μου τοὺς κ.κ. βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ παρακολουθήσωσι τὴν κλήρωσιν, ἀλλὰ κατ’ οὐδένα λόγον ἐπιτρέπω νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ καλὴ πίστις τοῦ Προεδρείου.
§129Κ. ΜΕΛΑΣ. Δὲν τὸ δεχόμεθα ἡμεῖς. (Θόρυβος).
§130Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, κύριοι, ὅτι ὁ θόρυβος εἶναι μάταιος, ἴσως δὲ καὶ ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος. Ἐννοῶ τὸ εὔλογον τοῦ εὐθίκτου τῆς φιλοτιμίας τῆς Βουλῆς, θεωρησάσης ὅτι οἱαδήποτε δυσπιστία πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς θίγει αὐτήν. Ὀρθότατα δὲ ὁ κ. Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι δὲν νομίζει ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένη οἱαδήποτε ἔκφρασις δυσπιστίας πρὸς τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἄλλωστε οὔτε ὁ νόμος ὑπώπτευσε καὶ διὰ τοῦτο ὥρισε τρόπον κληρώσεως ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος. Ἐν τούτοις, δεδομένης τῆς μεγάλης σημασίας τοῦ πράγματος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, νομίζω ὅτι, ἐφόσον ὁ ἴδιος ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκάλεσε τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ ἀνέλθωσιν ἐπὶ τοῦ Προεδρείου διὰ νὰ λύσωσι πᾶσαν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν — διότι εἰς ἀπορίαν περιωρίσθησαν τοὐλάχιστον εἰς τὴν διατύπωσίν των οἱ κ.κ. βουλευταὶ — νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἀνησυχῇ ἡ Βουλή. Δὲν ὑπάρχει κανὲν ζήτημα μεταξὺ Προέδρου καὶ Βουλῆς, ὥστε νὰ θορυβῶμεν ἐδῶ καὶ νὰ κηρυχθῶμεν οἱ μὲν ὑπὲρ τούτου, οἱ δὲ ὑπὲρ τοῦ ἄλλου. Ὁ κ. Πρόεδρος ὀρθότατα ἔθεσε τὸ ζήτημα. Ὁ δὲ νόμος δὲν προβλέπει ἄλλον τρόπον, παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. Πρόεδρος. Ἐφόσον ὅμως ἐξεδηλώθη ἀπορία καὶ δισταγμός, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκάλεσε τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ Προεδρεῖον. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι τοῦτο ὤφειλε νὰ πράξῃ καὶ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ.
§131Κ. ΜΕΛΑΣ. Ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν τὸ ὁρίζει, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν ἡμεῖς τοὺς νάνους αὐτοὺς νὰ ἐξελέγξωσι τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§132Ε. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ ἀπορία καὶ ὁ δισταγμὸς εἶναι εὔλογος, ὅταν πρόκειται ζήτημα σπουδαιότατον, ὡς τὸ σημερινόν, δηλαδὴ ἡ κλήρωσις τῶν μελῶν τῶν μελλόντων ν’ ἀποτελέσωσι τὸ Δικαστήριον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ δικάσῃ τοὺς ἐγκαλουμένους Ὑπουργούς. Νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου. Εἶναι γνωστὸν ὅτι τοὺς κλήρους δὲν τοὺς ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος, οὔτε τοὺς ἔθεσεν εἰς τὴν κληρωτίδα· τοὺς ἔκαμεν ἡ ὑπηρεσία. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσω καὶ ἐρωτῶ ἤδη αὐτὸ καὶ μόνον: Κύριε Πρόεδρε, ἐγένετο ἔλεγχος μεταξὺ τοῦ καταλόγου τῶν 47 δικαστῶν καὶ τῶν κλήρων, ναὶ ἢ ὄχι; Πιθανὸν ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἔκαμε τοὺς κλήρους, νὰ ἔθεσεν ἕνα κατὰ τύχην ὀλιγώτερον τῶν ὅσων εἶναι ἐν τῷ καταλόγῳ. Ὁ κ. Πρόεδρος δὲν μοὶ ἀπήντησε τότε ὅτι ἔκαμε τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ἀποδώσῃ καμμίαν κακὴν πρόθεσιν εἰς τὸ ἐρώτημά μου, μοὶ ἀπήντησεν ὡς μοὶ ἀπήντησεν. Ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ κ. Προέδρου παρενέβησαν ἄλλοι κ. συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι, οἱ μὲν διὰ λέξεων αἵτινες δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκούωνται ἐν τῇ Βουλῇ, οἱ δὲ διὰ σχημάτων καὶ χειρονομιῶν, ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσιν ὅτι ἦτο προσβολὴ κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς ἡ ἐρώτησίς μου καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀνακληθῶ εἰς τὴν τάξιν. Ἡμεῖς δὲν σκοποῦμεν νὰ ἐπιτηρήσωμεν τὴν κλήρωσιν, διότι βεβαίως ὁ κ. Πρόεδρος εἶναι ἄξιος, ὥστε αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ τῷ ἐμπιστευθῶμεν τὴν κλήρωσιν. Ἀλλ’ ἐὰν οἱ κ.κ. συνάδελφοι ἠθέλησαν νὰ ἀποδώσωσιν εἰς τοὺς λόγους μου πρόθεσιν ἢ δισταγμὸν προσβάλλοντα τὴν Βουλήν, εἶναι ὑπερβολή, τὴν ὁποίαν αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἠθέλησαν νὰ μεταχειρισθοῦν οἱ ζητοῦντες ἐκδουλεύσεις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§133Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι μετὰ τοὺς λόγους τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅστις μάλιστα εἶναι ἄξιος συγχαρητηρίων, τὸ ζήτημα ἐτελείωσε.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιβάλλεται ὅμως εἰς ἐμὲ νὰ ἐπιμείνω διὰ τὴν ἐπιτήρησιν.
§135Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπιτρέπετε δύο λέξεις; Ὅτι εἰς τὴν διάνοιαν οὐδενὸς δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διέλθῃ ὑπόνοια δυσπιστίας κατὰ τοῦ Προεδρείου, εἶναι πλέον ἢ βέβαιον, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δηλιγιάννη. Ἀλλ’ ἔχομεν προηγούμενα, τὰ ὁποῖα νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ὅταν παρεπέμφθησαν οἱ Ὑπουργοὶ Βασιλόπουλος καὶ Νικολόπουλος, ἐγένοντο δύο πρωτόκολλα, διότι ὁ Πρόεδρος ἐκάλεσεν ἐξ ὅλων τῶν μερίδων ἀντιπροσώπους, ἵνα παρασταθῶσι κατὰ τὴν κλήρωσιν, λόγῳ τῆς σπουδαιότητος τοῦ ζητήματος, δὲν ἐθεωρήθη δὲ οὔτε τότε ὅτι προσεβάλλετο ὁ Πρόεδρος, οὔτε τώρα εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ προσβληθείς. Λόγῳ τῆς σπουδαιότητος ὅμως τοῦ θέματος, ἠδύνασθε νὰ καλέσητε δύο βουλευτάς...
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τώρα ἀκόμη, ἵνα ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία, καλεῖσθε νὰ ἔλθητε ἐπὶ τοῦ Προεδρείου, ἵνα ἐπιτηρήσητε. Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν οἱ κ.κ. Ε. Δηλιγιάννης, Κ. Λυκουρέζος, Γ. Μπούσιος, Δ. Λόντος καὶ Κ. Φεσσᾶς. (Ἀρνοῦνται νὰ προσέλθωσιν οἱ καλούμενοι).
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς προσέλθωσιν οἱ κ.κ. Α. Μπασιᾶς καὶ Ι. Ξηρός.
§138Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Μάλιστα.
§139Δ. ΖΑΜΑΝΟΣ. Ἂς κάμουν αὐτοὶ τὴν κλήρωσιν.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος κάμνει τὴν κλήρωσιν. (Ἄρχεται ἡ ἐξαγωγὴ ἐκ τῆς κληρωτίδος τῶν κλήρων, τοῦ κ. Προέδρου ἐκφωνοῦντος εὐκρινῶς καὶ μεγαλοφώνως τὸ ὄνομα ἑνὸς ἑκάστου κληρουμένου δικαστοῦ, παρισταμένων ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κ.κ. Α. Μπασιᾶ καὶ Ι. Ξηροῦ).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν Κυβέρνησιν Στ. Σκουλούδη ἐξήχθησαν ἐκ τῆς κληρωτίδος τὰ ὀνόματα τῶν ἑξῆς δικαστῶν (ἀναγινώσκει): Τακτικοί: Οἱ κ.κ. Ε. Πανηγυράκης, Α. Λυμπερόπουλος, Γ. Δαρδούγιας, Π. Φούμης, Α. Σάββας, Ι. Βαλασάκης, Μ. Μίσιος, Γ. Ἀντωνακάκης, Ι. Καψάλης, Φ. Βασιλείου, Ι. Περακάκης καὶ Γ. Σκουλλᾶς. Ἀναπληρωματικοί: Οἱ κ.κ. Ν. Φλασκάκης, Ε. Ζαχαράκης, Κ. Γεωργιάδης, Θ. Σκούμπης, Ι. Χατζησαράντος καὶ Γ. Σταυρόπουλος. Διὰ τὴν Κυβέρνησιν Σπυρίδωνος Λάμπρου: Τακτικοί: Οἱ κ.κ. Κ. Δ. Παπαδόπουλος, Γ. Σκουλᾶς, Π. Βλάχος, Γ. Σταυρόπουλος, Σ. Σακελλαριάδης, Ι. Χατζησαράντος, Γ. Παρασκευόπουλος, Δ. Δαμίρης, Κ. Γεωργιάδης, Κ. Κυριλλόπουλος, Ν. Φλασκάκης καὶ Β. Βασιλειάδης. Ἀναπληρωματικοί: Οἱ κ.κ. Α. Λυμπερόπουλος, Ι. Δεσποτόπουλος, Κ. Δημητρακόπουλος, Ι. Καψάλης, Β. Ταμπακόπουλος καὶ Ε. Ζαχαράκης. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος Ἐφέτου Μάρκου Δημητρακάκη». Θὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ψηφίζουσιν εἰς τὸ λευκόν, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ μέλαν. Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Θ. Γοῦσκος καὶ Ι. Ξηρός. (Διενεργεῖται ἡ μυστικὴ διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Γούσκου καὶ Ι. Ξηροῦ).
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή (ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 155· ἐξ αὐτῶν ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου 147 καὶ κατ’ αὐτῆς 8. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καπνοῦ».
§144Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔχω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι προσωρινὸς καὶ ἐφόσον διαρκεῖ ὁ πόλεμος. Τοῦτο ἄλλωστε καταφαίνεται καὶ ἐξ ὅλης τῆς φύσεως τοῦ νόμου τούτου. Ἐφόσον θὰ βλέπωμεν κατερχομένην τὴν τιμὴν τοῦ καπνοῦ, ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ἐλαττοῦται ὁ φόρος αὐτὸς μέχρι καταργήσεως. Δεύτερον ἐκ τοῦ ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ ἀφίνονται εἰς Β. Διάταγμα. Δυστυχῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι εἶναι δύσκολον. Ὡς πρὸς τὸν χωρισμὸν τῶν ποιοτήτων εἰς τὰ Τελωνεῖα, σκοπεύω νὰ μεταχειρισθῶ τὸ ἑξῆς μέτρον: Νὰ ἐπιτρέπωμεν τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ καπνοῦ, μόλις παρουσιασθῇ, ἐξ αὐτοῦ δὲ νὰ κρατῶνται 2–3 δέματα ἐπὶ 100 δεμάτων. Αὐτὸ θὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει γνωμοδοτήσεως μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ὁρισθῇ διὰ Β. Διατάγματος. Ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοῦ ζητοῦν, διὰ τὰ καπνὰ τὰ ἤδη ἠγορασμένα, τὰ ὁποῖα ἔχουν πωληθῆ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ τὰ ὁποῖα ἀφίνομεν μέχρι τέλους Νοεμβρίου εἰς τὸν νόμον, νὰ θεωρηθοῦν δηλαδὴ ὡς ἐξηγμένα εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, ἐὰν τεθοῦν εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς διαμετακομίσεως, ἐπὶ τούτου δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἀντίρρησιν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§146Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς ἐτροποποιήθη, θέτει ὡς βάσιν τῶν ποιοτήτων τὰ καπνὰ τοῦ Νομοῦ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας. Βεβαιωθῆτε ὅτι τοιαύτη διάταξις εἶναι ἀνεφάρμοστος, διότι ποιότητα καπνοῦ, παρομοίαν τοῦ Νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας, δὲν ἔχει ἄλον τὸ ἄλλο Κράτος. Ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία συνεζήτησε τὸ νομοσχέδιον καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δυστυχῶς δὲν ὑπῆρχε κανεὶς βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης...
§147Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὑπῆρχεν ὁ κ. Διαμαντόπουλος, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν τροποποίησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§148Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα ὅτι ἓν τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Τερμεντζῆς, διαμαρτύρεται, διότι δὲν ἐτηρήθησαν τὰ συμφωνηθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§149ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὸν Ὑπουργόν.
§150Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν ἡ παραπομπὴ τοῦ νομοσχεδίου εἰς Ἐπιτροπήν. Βεβαίως δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαί, ἀλλ’ ὁ κ. Τερμεντζῆς διαμαρτύρεται ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται ἐλήφθησαν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς εἰσάγεται, εἰσάγεται βεβιασμένως εἰς τὸ μέσον τῆς παραγωγῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν τὰ ἡμίση τῶν καπνῶν ἔχουν πωληθῆ.
§151Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὰ καπνὰ τὰ κρατοῦν οἱ παραγωγοί, διότι αἱ τιμαί των αὐξάνουν. Εἶμαι παραγωγὸς εἰς τὴν ἰδιαιτέραν σας πατρίδα. Ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς δηλοῖ ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς ὑφίσταται ἐνόσῳ διαρκεῖ ὁ πόλεμος, νομίζω ὅτι εἶναι δικαιότατος καὶ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ. Ἐὰν παραταθῇ καὶ πέραν τοῦ πολέμου, τότε θὰ ἀποβῇ ἄδικος.
§152Ν. ΤΕΡΜΕΝΤΖΗΣ. Οὐδεὶς εἶναι κατὰ τῆς φορολογίας, καὶ μάλιστα ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ φορολογία τῶν δύο δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν εἶναι μικρά, διότι οἱ καπνοπῶλαι κερδίζουσιν οὐκ ὀλίγα. Ἀλλ’ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον διατυποῦται τὸ νομοσχέδιον καὶ σήμερον ὑποβάλλεται εἰς ψήφισιν, εἶναι βεβιασμένος. Ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς οὔτε κἂν ὑπεβλήθη, διότι εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν ὑπάρχει καιρὸς ἵνα ὑποβληθῇ καὶ συζητηθῇ καὶ λάβωσι γνῶσιν αὐτῆς οἱ κ.κ. συνάδελφοι. Χθὲς διεφώνησαν οἱ κ.κ. συνάδελφοι καὶ δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν ἀπογευματινὴν ἢ αὐριανήν, πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σοβαρὸν καὶ ἐνδιαφέρει πολλοὺς τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ τῶν ἐμπόρων.
§153Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ὅλους ἐνδιαφέρει.
§154Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφόσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀνένδοτος καὶ ἐπιμένει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν ὥραν ταύτην, δὲν δυνάμεθα βεβαίως διὰ μακρῶν νὰ ἀναπτύξωμεν κατὰ ποῖον τρόπον σκληρότατον θὰ πλήξῃ τὸ Κράτος τὴν παραγωγήν, τὴν ὁποίαν θὰ καταστρέψῃ διὰ τὸ μέλλον, ἐκ τῶν σημερινῶν δὲ παραγωγῶν ἄλλους μὲν θὰ πλήξῃ καὶ ἄλλους δὲν θὰ πλήξῃ. Πάντως δὲ δὲν πρόκειται περὶ κέρδους πολλοῦ, διότι τοῦτο ἀπομένει ὡς τὸ μόνον προϊὸν ἐξαγωγῆς, τὸ ὁποῖον θὰ τεθῇ ὑπὸ μίαν διατίμησιν. Διότι, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν πάντα τὰ ἄλλα, ταῦτα ἀφέθησαν ἐλεύθερα. Ἀλλ’ ἐφόσον ἄρχεται τὸ νομοσχέδιον καὶ τοῦτο τὸ προϊὸν νὰ πλήξῃ, ἐφόσον καὶ ἡ στιγμὴ αὐτὴ δὲν εἶναι κατάλληλος ἵνα ὁμιλήσῃ τις διὰ μακρῶν καὶ νὰ ἀναπτύξῃ τὰ ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐμφανῆ, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν, ὡς βουλευτὴς ἐπαρχίας καπνοπαραγωγοῦ, νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, μὲ μόνην τὴν δήλωσιν ὅτι κηρύσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βασιλακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§156Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐὰν ὑπάρχει φόρος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς εὔστοχος, δίκαιος καὶ ἐπίκουρος ἀκόμη, ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ὁ ἐπιβαλλόμενος ἐπὶ τῆς καπνοπαραγωγῆς (διαμαρτυρίαι).
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διότι δὲν παράγει ἡ Μυτιλήνη καπνόν.
§158Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Παράγει καὶ πολύν· ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχουν λόγοι νὰ συγχαρῶμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν δι’ ὅλα τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσηγήθη, ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι μεγαλείτερος διὰ τὸν φόρον αὐτόν. Οἱ καπνοπαραγωγοὶ καὶ οἱ καπνέμποροι ἐκέρδισαν ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν καπνόν· ὑπολογίζεται ὅτι ἄνω τῶν διακοσίων ἑκατομμυρίων εἰσεκομίσθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο. Αἱ τιμαὶ τοῦ καπνοῦ ἐδεκαπλασιάσθησαν. Τὰ καπνά, τὰ ὁποῖα ἐτιμῶντο ὀγδοήκοντα λεπτά, τιμῶνται σήμερον δέκα δραχμάς. Ἀκόμη καὶ τὰ καπνὰ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας τιμῶνται δέκα δραχμάς. Ἵνα φθάσωσι σήμερον τὰ καπνὰ εἰς τοιαύτην ὑψηλὴν τιμήν, σημαίνει ὅτι ὑπάρχει μεγάλη ζήτησις καὶ ἡ ζήτησις προέρχεται ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὥστε ὁ φόρος θὰ πέσῃ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ὄχι ἐπὶ τῶν καπνοπαραγωγῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν καπνοπαραγωγῶν ἐὰν πέσῃ, δίκαιον εἶναι νὰ φορολογηθῶσι, καὶ νομίζω ὅτι ὅλοι οἱ παραγωγοὶ τῶν καπνῶν θὰ πληρώσουν εὐχαρίστως τὸν φόρον αὐτόν. Ἕν πρᾶγμα ὅμως παρακαλῶ νὰ μάθω. Τὸ νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ προπωλήσεως. Ἡ λέξις «προπώλησις» εἰς τὰ καπνὰ προκαλεῖ τὸν γέλωτα. Προπώλησις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὥστε αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐτέθη, ἐτέθη ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπέδρασαν ἐπὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μὴ γνωρίζοντος ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Εἰς αὐτὸ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Προκειμένου περὶ καπνῶν τῆς παλαιᾶς ἐσοδείας, τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν ἐξήχθησαν, εἶναι λόγος μεγαλείτερος νὰ φορολογηθῶσιν οἱ καπνοπαραγωγοὶ δι’ αὐτά, διότι οὗτοι κερδίζουσιν ἀκόμη περισσότερα. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν δι’ οἱουδήποτε πραγματογνώμονος νὰ ἐξελέγξητε τὴν ποιότητα τῶν καπνῶν. Μόνον ἡ ποιότης τῶν καπνῶν τῆς Ἀργολιδοκορινθίας δύναται νὰ ἐξελεγχθῇ.
§159Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ τῆς Θεσσαλίας.
§160Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι τῆς Θεσσαλίας.
§161Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τοὺς κ.κ. βουλευτάς, τοὺς διαμαρτυρομένους κατὰ τῆς διακρίσεως τῶν καπνῶν, τί θὰ γίνῃ;
§162Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Νὰ μείνῃ μία δραχμὴ δι’ ὅλους.
§163Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἀδικώτατον κατὰ βάσιν. Τὰ καπνὰ τοιαύτης ποιότητος, ὡς λ.χ. τὰ παραγόμενα εἰς τὴν δεῖνα ἐπαρχίαν, θὰ πληρώνωσι τόσα. Μήπως ὅλα τὰ ἄλλα καπνὰ πληρώνουσι δύο δραχμάς; Τὰ καπνὰ καλῆς ποιότητος θὰ πληρώωσι τὸν φόρον αὐτόν, ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: Πληρώνουσι τὸν φόρον τὸν ἀναλογοῦντα πρὸς τὴν ποιότητα καὶ τὴν τιμὴν αὐτῶν; Ἐγὼ θὰ σᾶς ἔλεγον: Μὴ θίγετε τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ τόσον δύσκολον. Μὴ λησμονεῖται ὅτι σήμερον μίαν Ἐπιτροπὴν ἀμφισβητήσεων ἔχομεν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν αὐτὴν περιέρχεται τὸ ζήτημα περὶ τῆς κλάσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται τὸ προϊόν αὐτό, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲ αὐτὴ κατορθώνει νὰ κανονίζῃ τὴν κλάσιν τῶν ἐμπορευμάτων δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς Ὑπουργός, φρονῶ, ὅτι ἡ μία αὐτὴ Ἐπιτροπὴ δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ κανονίζῃ τὴν κλάσιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται ἑκάστη ποιότης. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ, ὅτι ἡ πληρωμὴ τοῦ φόρου θὰ γίνεται κατὰ ποιότητας, πῶς δὲ θὰ ἐξευρίσκεται ἡ ποιότης θὰ καθορισθῇ διὰ Β. Διατάγματος. Ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θέτει αὐτό, δὲν τὸ θέτει εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε.
§164Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ φόρος εἶναι μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγινεν ἡ δήλωσις καὶ ἐγράφη καὶ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι θὰ εἶναι μόνον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ὁ φόρος.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Τερζάκης ἔχει τὸν λόγον.
§167Δ. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ σπουδή, μεθ’ ἧς ὑπεβλήθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δικαιολογεῖ βεβαίως τὰς ἀτελείας αὐτοῦ· ἀλλ’ αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις, αἵτινες ἐπέβαλον τὴν λῆψιν τοιούτου μέτρου, δικαιολογοῦσι πληρέστατα τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποφύγῃ τὰς λεπτομερεῖς συζητήσεις καὶ τοὺς συνήθεις ὑπολογισμούς. Αἱ ἔκτακτοι περιστάσεις ἐπιβάλλουσιν ἔκτακτα μέτρα.
§168Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι δὲν θὰ ἀδικηθῇ ὁ νομός σας.
§169Δ. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Διότι τὰ ἔκτακτα μέτρα, ὅσον καὶ ἂν ἔχουν τὴν ὄψιν τῆς αὐστηρότητος, βεβαίως δικαιολογοῦνται ἀπὸ τὴν ἀνάγκην, ἡ ὁποία παρουσιάζεται εἰς τὸ Κράτος. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀνέλθωσί ποτε τὸ βῆμα διὰ νὰ δημοκοπήσωσι.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κανεὶς δὲν ἀνέρχεται τὸ βῆμα διὰ νὰ δημοκοπήσῃ.
§171Δ. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, ἠγέρθην καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργόν, ὄχι νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν δικαίαν, κατανέμουσαν δικαίως τὰ βάρη κατὰ ποιότητας. Εἶναι τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὅτι τὸ τροποποιηθὲν νομοσχέδιον καθορίζει. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλίας εἶπεν, ὅτι λόγῳ τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχω, εὑρίσκω ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ εἶναι δίκαιον. Ὄχι. Εἰς τοὺς γνωρίζοντας τὰς ποιότητας τῶν καπνῶν τῶν παραγομένων ἐν Ἑλπνοπαραγωγοὺς τοῦ Νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας καὶ ὑπαγαγὼν τὴν ἐσχάτην τῶν ποιοτήτων, ὄχι τῶν ἐν Ἑλλάδι παραγομένων, ἀλλὰ τῶν ποιοτήτων τῶν καθ’ ὅλον τὸν κόσμον παραγομένων καπνῶν, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τροποποιῶν τὸ νομοσχέδιον διὰ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς τοῦ Νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας καὶ ὑπαγαγὼν τὰ καπνὰ καὶ ἄλλων περιφερειῶν εἰς τὴν τάξιν τῶν καπνῶν τοῦ Νομοῦ Ἀργολιδοκορινθίας, ἔπραξεν ἔργον δικαιοσύνης καὶ διὰ τὰ καπνὰ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ καπνὰ ἄλλων περιφερειῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνωτέρας κατηγορίας. Δὲν εἶμαι λοιπὸν ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ μένουν εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον, ὄχι· δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι εἶμαι ἐν ἐπιγνώσει, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ καπνοῦ, ἡ ἐπιβαλλομένη σήμερον, εἶναι τοιαύτη, ὥστε πολλαὶ θῦραι θὰ κλείσουν εἰς τοὺς καπνοπαραγωγοὺς Ἀργολιδοκορινθίας. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ κανονίσωσι τὴν πορείαν των ἀπὸ δημοκοπίαν, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ διὰ τοῦτο συνιστῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προχωρήσῃ ἐπὶ τῆς βάσεως αὐτῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι εἶναι βάσις δικαία, βάσις λογική.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Χατζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§173Ε. ΧΑΤΖΗΣ. Δὲν εἶμαι, κύριοι, κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ ψηφιζαμένου νομοσχεδίου. Ἐξ ἐναντίας, ἔχω τὴν γνώμην καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος, ὅτι κατόπιν τῶν κολοσσιαίων κερδῶν, τὰ ὁποῖα συγκομίζει ἡ καπνοπαραγωγὴ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων καὶ κατόπιν μάλιστα τῶν προβλέψεων ὅτι μεγαλείτερα κέρδη θὰ συγκομίσῃ εἰς τὸ μέλλον, εἶναι δίκαιον τὸ Κράτος νὰ λάβῃ ἓν ποσοστὸν ἐξ αὐτῶν χάριν τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι βαρύνουν τὸ Κράτος σήμερον. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ παρατηρήσω, εἶναι τοῦτο, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνεπείᾳ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας βουλευτοῦ, ἀγορεύσαντος προχθές, ἐδέχθη μίαν τροποποίησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ καπνὰ τοῦ Νομοῦ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας καὶ τὰ καπνὰ ὁμοίας ποιότητος τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ὑποβάλλονται εἰς τέλος μιᾶς δραχμῆς κατ’ ὀκᾶν· ἀλλ’ ἐνῷ ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν ταύτην, δὲν ἔχομεν καμμίαν διάταξιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, καθορίζουσαν ποία εἶναι ἡ ποιότης τῶν καπνῶν. Ἡ ποιότης, ἡ ὁποία θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις φορολογίας, δὲν εἶναι γνωστή, οὐδὲ εἰς τὴν Βουλήν, οὐδὲ εἰς τὴν τελωνειακὴν ὑπηρεσίαν, οὐδ’ ἔχομεν κανὲν δεῖγμα ἐπισημοποιημένον, πρὸς τὸ ὁποῖον παραβαλλόμενα τὰ ἄλλα καπνὰ εἰς τὰ τελωνεῖα, θὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν τῆς μιᾶς δραχμῆς. Τί θὰ συμβῇ λοιπὸν ὡς ἐκ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, τὴν ὁποίαν εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐνῷ δημιουργεῖται ἓν προνόμιον ἐξαιρετικὸν ὑπὲρ τῶν καπνῶν τῆς ἐπαρχίας Ἀργολιδοκορινθίας, τὰ καπνὰ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἐρχόμενα εἰς τὰ Τελωνεῖα πρὸς ἐξαγωγήν, θὰ εὑρίσκωνται πρὸ τῆς δυσχερείας τοῦ καθορισμοῦ τῆς ποιότητος. Ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ; Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ καταρτισθῇ μία Ἐπιτροπή, ὅτι θὰ ἀφίνωνται δύο ἢ τρία δέματα ἐξ ἑκάστου ποσοῦ ἐξερχομένου, ἵνα καθορισθῇ ἡ ποιότης τοῦ καπνοῦ καὶ ἀναλόγως θὰ ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία. Ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὰ πράγματα αὐτὰ εἶναι δυσεφάρμοστα καὶ θὰ φέρουν δυσκολίας εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῶν καπνῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐξαγωγεῖς τῶν καπνῶν, μὴ θέλοντες νὰ ὑποβληθοῦν εἰς αὐτὰς τὰς διατυπώσεις, θὰ προτιμοῦν νὰ ἐξαγάγωσι τὰ καπνὰ αὐτῶν πληρώνοντες ἔστω καὶ περισσότερον φόρον, διότι τὰ καπνὰ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας δὲν θὰ ὑποβάλλωνται εἰς αὐτὰς τὰς διατυπώσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλλωνται τὰ καπνὰ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Δημιουργεῖται λοιπὸν ἓν προνόμιον ἐξαιρετικόν, ἄνευ οὐδενὸς λόγου καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς βάσεως. Τὰ καπνὰ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας, χωρὶς νὰ ἔχουν καμμίαν ἀνάγκην νὰ ὑποβληθοῦν εἰς ἔλεγχον καὶ Ἐπιτροπὰς καὶ παρακράτησιν δεμάτων, θὰ ἐξάγωνται πληρώνοντα μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν. Πρὸ ὀλίγου ἠγέρθη μομφὴ κατὰ τῆς Βουλῆς καὶ ἐπανειλημμένως ἠκούσθη ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅτι ἡ Βουλὴ ψηφίζει προσωπικὰ νομοσχέδια. Εἶναι ἄδικον νὰ ἐπιρριφθῇ ἡ μομφὴ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ψηφίζει καὶ ἐπαρχιακὰ νομοσχέδια. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κολώνιας ἔχει τὸν λόγον.
§175Μ. ΚΟΛΩΝΙΑΣ. Θὰ ἠδύνατο, κύριοι βουλευταί, καὶ κατὰ βάσιν ν’ ἀμφισβητηθῇ ἡ πρόσθετος αὕτη φορολογία, ἡ ἐπιβαλλομένη διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, προκειμένου περὶ προϊόντος τῆς Ἑλλάδος πλουτοπαραγωγικοῦ, τόσον ἐν τῇ μεγάλῃ γεωργικῇ τάξει, ὅσον καὶ γενικῶς ἐν τῇ ἰδέᾳ τῆς ἐνισχύσεως τῶν πόρων τῆς Χώρας. Κατὰ πόσον δηλονότι ἤθελεν εἶσθε σκόπιμος ἡ φορολογία αὕτη, ἐξεταζομένη κυρίως ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως. Διότι ἐπεκράτησε, κύριοι, νὰ λέγηται ὅτι πολλὰ κέρδη προσεπορίσαντο οἱ καπνοπαραγωγοί...
§176Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἑκατομμύρια πολλά.
§177Μ. ΚΟΛΩΝΙΑΣ. Ἀλλὰ τὰ ἑκατομμύρια αὐτά, κύριε συνάδελφε, δὲν νομίζετε ὅτι ἔχουσι καὶ τὰ ἀντίστοιχα βάρη; Καὶ αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ διακοπὴ τοῦ κ. συναδέλφου μοὶ παρέχει τὸ ἐνδόσιμον νὰ φοβοῦμαι, νὰ πιστεύω μᾶλλον, μὴ τυχὸν τὴν πρόσθετον ταύτην φορολογίαν τὴν ἐπροκάλεσεν ἡ ἀντίληψις, ὅτι οἱ καπνοπαραγωγοὶ ἐπλούτισαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὄντως οὗτοι ἐπλούτισαν, ὅπως σήμερον τίθεται ἡ φορολογία αὕτη, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ χωρὶς νὰ προκαλέσῃ εὐλόγους διαμαρτυρίας· διότι πρωτίστως, ἐκτὸς καὶ ἄλλων πολλῶν λόγων, προβάλλει καὶ κεκτημένα δικαιώματα, τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἔτος 1917, ἀφοῦ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο μέγα μέρος τῶν καπνῶν ἐπωλήθη καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου θὰ ὑποστῶσι κρίσιν ἀσφαλῶς τόσον οἱ παραγωγοί, ὅσον καὶ ἡ μεγάλη τάξις τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἡ τάξις τῶν καπνεμπόρων. Ἀλλά, ἐκεῖνο ὅπερ κυρίως μὲ ἐνδιαφέρει καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοῦτο. Φρονῶ ὅτι διὰ τῆς φορολογίας ταύτης θὰ ὑποστῇ σημαντικὸν κλονισμὸν ἡ καπνοπαραγωγὴ καὶ συνεπῶς θὰ λείψῃ τὸ μέγα τοῦτο ἔσοδον τῆς Ἑλλάδος· διότι ἀδιαφορῶ τελείως, ἂν κερδίζῃ πολλὰ ὁ καπνέμπορος ἢ ὁ παραγωγός· τὸ ἐνδιαφέρον ζήτημα εἶναι, ὅτι διὰ τοῦ καπνοῦ εἰσρέει ἄφθονον χρῆμα εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἔχω συνεπῶς φόβους μὴ τυχὸν ἡ φορολογία αὕτη ἀποβῇ αἰτία ἐκτοπισμοῦ τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, εἰς τὰ ὁποῖα γίνεται ἡ μεγάλη κατανάλωσις αὐτῶν καὶ εἰδικῶς ἐκ τῆς Ἀλεξανδρείας, διότι ἔχω πληροφορίας, καὶ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, πιθανότατα θὰ ἔχητε περισσοτέρας ἐμοῦ, ὅτι ἀπὸ πολλοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ εἰσάγονται καπνὰ ἄλλα, καὶ εἰδικῶς ἐκ Μαντζουρίας, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνώτερα τῶν ἰδικῶν μας καὶ κατὰ ποιότητα καὶ κατὰ τιμὰς καὶ συνεπῶς ἐκλόνισαν τὴν κυκλοφορίαν τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν. Ἐξ αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ λόγου λέγω ὅτι κατὰ βάσιν ἡ φορολογία αὕτη εἶναι ἀπαράδεκτος καὶ δὲν πρέπει δὲ νὰ τεθῇ ἀπολύτως, εἰδικῶς δὲ διὰ τὸ ἔτος 1917. Ἂς μελετηθῇ καλλίτερον τὸ ζήτημα καὶ ἴσως ἐξευρεθῇ τρόπος, διὰ συνεργασίας εἰδικῶν, ὥστε νὰ λάβῃ καὶ τὸ Δημόσιον τὸ ἀναλογοῦν αὐτῷ, ἀλλὰ ποτὲ μὴ ἐπιμείνητε νὰ ψηφισθῇ διὰ τὸ ἔτος 1917.
§178Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Αὐτὰ τὰ λέγουν αἱ Ἑταιρεῖαι τῶν καπνῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ καταβιβάσουν τὰς τιμάς.
§179Μ. ΚΟΛΩΝΙΑΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε συνάδελφε, τί λέγουσιν αἱ Ἑταιρεῖαι — πρὸς ἃς ὑπῆρξα πάντοτε παντάξενος. Ἐγὼ ὑποστηρίζω πεποιθότως, ὅτι ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστῶσι κλονισμὸν λόγῳ τῶν ζημιῶν, εἰσὶν οἱ παραγωγοὶ καὶ ὄχι οἱ καπνέμποροι, ὡς λέγετε, καὶ αἱ Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἀγορὰν θὰ ἀφαιρέσωσι τὸν φόρον καὶ περισσότερον μάλιστα αὐτοῦ ἐκ τῆς τιμῆς, ἣν θὰ προσφέρωσιν, διότι ἄλλως θὰ ἐπέλθῃ στάσις τῆς ἀγορᾶς καὶ θὰ ἀναγκασθῶσιν οἱ καπνοπαραγωγοὶ νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τῶν ἐμπόρων, διότι θὰ ἔχωσιν ἀνάγκην ν’ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὴν ἐκ τῶν ἄλλων εἰδῶν ἐπελθοῦσαν καὶ γιγαντιαίοις βήμασι προελαύνουσαν ὑπερτίμησιν. Ἄλλως τε, κύριοι, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ διάκρισις τῶν καπνῶν ἐν τῷ Νομῷ Ἀργολιδοκορινθίας, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ γίνῃ γενικωτέρα ἡ διάκρισις αὕτη, διότι ὁσονδήποτε δικαία καὶ ἂν εἶναι, πάντως ἀφίνει τὸ παράπονον ὅτι εἶναι ἐξαίρεσις. Εὑρίσκω ὅθεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς τίθεται ἤδη, εἶναι βεβιασμένον καὶ προσκρούει εἰς τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τοῦ Κράτους καὶ τῶν παραγωγῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν καπνεμπόρων, ἰδίᾳ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀγοράς, αἵτινες ἤδη ἔχουσι συντελεσθῆ μὲ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐλευθέρας ἐμπορείας καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντονώτατα κατὰ τῆς τοιαύτης φορολογίας καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξοικονομήσωσι τὸ ζήτημα δι’ ἄλλων μέτρων, οὐδέποτε ὅμως διὰ τῆς ἐπαυξήσεως τῆς φορολογίας ἐπὶ τοῦ καπνοῦ.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γκρίζας ἔχει τὸν λόγον.
§181Ι. ΓΚΡΙΖΑΣ. Δὲν θὰ εἴπω πολλὰ διὰ νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Ὡς γνωστὸν τὰ καπνὰ εἶναι πολλῶν ποιοτήτων καὶ δέον νὰ ληφθῇ τοῦτο ὑπ’ ὄψει διὰ τὴν φορολογίαν.
§182Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι τριῶν ποιοτήτων.
§183Ι. ΓΚΡΙΖΑΣ. Τὰ καπνὰ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας διαφέρουσι τῶν ἄλλων διαμερισμάτων. Ὁ φόρος 1 ἢ 2 δραχμῶν δὲν εἶναι σπουδαῖος ἔναντι τόσων ἑκατομμυρίων. Σήμερον οἱ καπνέμποροι προέβησαν εἰς ἀγορὰς μὲ τὴν προϋπόθεσιν τῆς ἐλευθέρας ἐμπορίας, συνεπῶς πρέπει νὰ λάβητε βάσιν ὁριστικὴν καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου καὶ πρὸς τὸ συμφέρον ἐν γένει τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν καλλιεργητῶν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ θέσητε φάρον, ἀλλ’ ὄχι φάρον 2 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, νὰ θέτητε φόρον 1 δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσακανίκας ἔχει τὸν λόγον.
§185Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ ἀρχὴ ἐκ τῆς ὁποίας ὡρμήθη ὁ νομοθέτης διὰ τὴν φορολογίαν τῆς ἐξαγωγῆς καπνῶν εἶναι δικαιολογημένη. Θὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου σχετικῶς μὲ τὰς φορολογητέας ποιότητας. Ἡ γνώμη μου εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δηλαδὴ πρέπει πρὸ παντός, συζητοῦντες περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου ἐπιβάλλοντος ἐξαγωγικὸν τέλος, νὰ γνωρίζαμεν τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, δηλ. ὑπὸ ποίας συνθήκας ἐνεργεῖται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ εἴδους, τὸ ὁποῖον φορολογεῖται, ποίας ποιότητας ἔχει τὸ εἶδος αὐτὸ καὶ ποῖαι αἱ τιμαί των. Οἱ ζητήσαντες νὰ μάθωσι περὶ τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ, δὲν ἐπληροφορήθησαν τὰ ἑξῆς: Ὅτι εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν δύο εἰδῶν καπνὰ ἐξάγονται, τὰ καπνὰ τὰ μυρωδάτα, τὰ ὁποῖα εἶναι περίπου τῆς αὐτῆς ποιότητος, καὶ τὰ καπνὰ τὰ μὴ μυρωδάτα, τὰ ὁποῖα εἶναι κατωτέρας ποιότητος. Καπνὰ καλῆς ποιότητος οὐδέποτε ἐξήχθησαν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Ἐλάβομεν ὡς βάσιν τὴν κατὰ γένη ἐξαγωγήν, ὁπόθεν εὐκόλως ἤχθημεν εἰς τὸν διακανονισμὸν τοῦ ἐξαγωγικοῦ φόρου. Κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν αἴρονται καὶ αἱ δυσχέρειαι εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ποιοτήτων, αἴρονται καὶ αἱ παρεξηγήσεις, αἵτινες ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῆς ὀνοματικῆς διατυπώσεως.
§186Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ὑπάρχει ζήτημα.
§187Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ὀνοματικῆς διατυπώσεως.
§188Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Τὰ «σαριὰ» (εἶδος καπνοῦ) πωλοῦνται εὐθηνότερα ἀπὸ τὰ ἰδικά μας.
§189Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ διακρίσεων.
§190Ι. ΓΚΡΙΖΑΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἐξαγωγή...
§191Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Τόσον κατωτέρας ποιότητος εἶναι τὰ «σαριά», ὥστε δὲν φουμάρονται.
§192Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Αὐταὶ εἶναι εἰδικαὶ περιπτώσεις τῆς Θεσσαλίας. Τὸ ἐμπόριον, τὸ ὁποῖον διεξάγεται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, κύριοι βουλευταί, παρουσιάζει καπνὰ μυρωδάτα καὶ μὴ μυρωδάτα. Τὰ καπνὰ τὰ μυρωδάτα εἶναι ποικίλα εἰς ποιότητας, ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ τὰ ὑπαγάγωμεν εἰς τὴν αὐτὴν ποιότητα· ἐπ’ αὐτοῦ δὲν ἐγείρεται συζήτησις. Ἐκτὸς τούτων ἐξάγονται καὶ καπνὰ μὴ μυρωδάτα ἐκ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας, Θεσσαλίας καὶ τῶν Νήσων. Θὰ δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὸ ἐξαγωγικὸν τέλος εἰς δύο κατηγορίας, κατὰ γένη. Νὰ διακρίνωμεν φορολογικὸν τέλος ἐπὶ τῶν μυρωδάτων καὶ μὴ μυρωδάτων. Ὅταν κάμωμεν τὴν διάκρισιν αὐτήν, περιττεύουν τὰ λοιπά, διότι ὁ Νομὸς Ἀργολιδοκορινθίας ἐξάγει καπνὰ μὴ μυρωδάτα, τὰ ὁποῖα ἰσοφαρίζουν πρὸς τὴν ποιότητα πρὸς τὰ ἐκ τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν ἐξαγόμενα «τσεμπέρια», τὰ ὁποῖα εἶναι κατωτάτης ποιότητος.
§193Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ οἱαδήποτε μεταβολὴ καὶ τῆς φρασεολογίας ἀκόμη τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ τοῦτο, διότι πρόκειται νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν· ἐπομένως, μὴ ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, ματαιοῦται ἐντελῶς ὁ φόρος αὐτός, ὁ ὁποῖος κατὰ κοινὴν γνώμην εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβληθῇ.
§194Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ ἐκφέρω τὰς γνώμας μου.
§195Γ. ΠΩΠ. Ὄχι, ἀλλὰ θὰ ἦτο σκόπιμον, διὰ νὰ ἱκανοποιηθοῦν ὅλοι, νὰ προβῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς μίαν δήλωσιν, ἡ ὁποία νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικά, καὶ ἡ ὁποία νὰ λέγῃ, ὅτι κατώτατον ὅριον φορολογίας λαμβάνεται 1 δραχμὴ διὰ τὰ καπνὰ Ἀργολιδοκορινθίας. Τὸ ἀνώτατον ὅριον ὁρίζεται εἰς δραχμὰς 2, διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος δέ, ἐπὶ τῇ βάσει γνωματεύσεως Ἐπιτροπῆς, ὁ καπνὸς ὁ ἄλλος φορολογεῖται κατὰ τμήματα, ἀναλόγως τῆς ποιότητος αὐτῶν. Καθὼς εἶναι συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οὐδὲν ἀντίκρυσμα ποιότητος καπνῶν Θεσσαλικῶν πρὸς τὰ καπνὰ Ἀργολιδοκορινθίας.
§196Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἡ ἀξία.
§197Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἂν θέλετε, κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι ὅταν λέγω ποιότητας, ἐννοῶ ἀξίας.
§198Ν. ΤΕΡΜΕΝΤΖΗΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δημιουργεῖται τὸ ἀδίκημα εἰς τὰ καπνὰ τῆς Μακεδονίας, ὅτι ἐνῷ πληρώνουν τὴν δεκάτην, θὰ πληρώνουν καὶ τὸ ἀνώτατον ὅριον, διότι θὰ καταταχθοῦν εἰς τὴν αʹ ποιότητα.
§199Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Μίαν διασάφισιν ἀκόμη. Λέγετε διὰ τὸν καπνόν, ὅστις ἀποδεικνύεται δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων. Τί ἐννοεῖτε ἐπίσημον ἔγγραφον;
§200Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι γνωστὸν αὐτό...
§201Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῆς Πολ. Δικονομίας, ἐπίσημον ἔγγραφον εἶναι τὸ παρὰ δημοσίας Ἀρχῆς ἐκδιδόμενον ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς ἁρμοδιότητός της.
§202Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ἐμπορικά, τὰ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους συντεταγμένα.
§203Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἡ λέξις «ἐπίσημον» ἔχει ὡρισμένην ἐπιστημονικὴν ἔννοιαν. Τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν πιστεύω νὰ ἐννοῆτε διὰ τῆς λέξεως αὐτῆς.
§204Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπίσημον ἔγγραφον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον μιᾶς Ἀρχῆς· συμβολαιογραφικὸν ἔγγραφον.
§205Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Οὐδεμία ἀγοραπωλησία καπνοῦ, καὶ δὴ ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ, ἔχει γίνει διὰ συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου.
§206Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀναγνωρίζονται καὶ αἱ ἐπιστολαί, ἐφόσον εἶναι συντεταγμέναι κατὰ τοὺς ἐμπορικοὺς νόμους. Ἐφόσον εἶναι δεόντως χαρτοσημασμέναι.
§207Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τοιαῦται ἐπιστολαὶ οὐδέποτε ἀποστέλλονται. Ἐπίσης ἡ προθεσμία, ἡ ὁποία χορηγεῖται ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ χορηγῆται ποσῶς, ἢ ἔπρεπε νὰ εἶναι μακροτέρα, ὑπὸ τὰς γνωστὰς μάλιστα συνθήκας τῆς θαλασσίας συγκοινωνίας.
§208Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ δὲν σημαίνει, διότι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ μεταβάλῃ διὰ Β. Διατάγματος.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκέκας ἔχει τὸν λόγον.
§210Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐγὼ ἤθελα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ἑξῆς: Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου, ὁ καπνὸς θὰ φορολογηθῇ μόνον μὲ 50 λεπτά, διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Φορολογεῖται ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς καὶ λέγει ὅτι φορολογοῦνται καὶ ὅσα ἔχουν προπωληθῆ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν δι’ ἀποδείξεων. Οὐδεὶς ἄλλος τρόπος θὰ παρουσιασθῇ κατὰ τὴν γνώμην μου εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου πρὸς φορολογίαν, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι ὅλα τὰ καταστήματα τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἔχουν ἀντιπροσώπους ἐν Ἑλλάδι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται καὶ προαγοράζουν ἀπὸ τὸν χωρικόν, ὅταν τὸν εὑρίσκουν εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ τοῦ δανείζουν καὶ ἐξασφαλίζουν οὕτω ὅτι θὰ τοὺς δώσῃ τὸν καπνὸν πρὸς 3 καὶ 4 δραχμὰς τὴν ὀκᾶν, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν τὸν ἔχει φυτεύσει ἀκόμη. Αὐτοὶ λοιπὸν εἶναι οἱ ἔμποροι οἱ κερδίζοντες, ἀλλὰ δὲν προπωλοῦν διὰ νὰ παραδώσουν μίαν ὡρισμένην τιμὴν εἰς ἄλλους, αὐτοὶ παίρνουν τὸν καπνὸν καὶ τὸν ἐκμεταλλεύονται καὶ πλουτίζουν εἰς βαθμὸν μάλιστα ὑπερβαίνοντα καὶ τὰ πλούτη τῶν ἐφοπλιστῶν, διότι γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, ὅτι καθήμενος ἄνθρωπός τις εἰς καφενεῖον ἀπεφάσισε νὰ ἀγοράσῃ 30.000 ὀκάδες καπνοῦ καὶ ἐκ τῆς ἀγορᾶς αὐτοῦ ἐκέρδισε 320.000 δραχμάς. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον λοιπὸν ἐμπορεύεται ὁ καπνός. Τώρα θὰ παρουσιασθῇ ὁ καπνὸς ἀπὸ τοὺς ἐξαγωγεῖς, ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους, οἱ ὁποῖοι θὰ δείξωσι τὴν ἐπιστολὴν τοῦ καταστήματος ποῦ τὸν ἠγόρασεν εἰς τὴν σημερινὴν τιμήν. Ἡ ἔλλειψις καπνοῦ εἶναι τοιαύτη, ὥστε τὸ ἐμπόριον ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ φέρῃ ἀπὸ τὴν Μαντζουρίαν καπνά. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ προσοχὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἐπὶ τοῦ πῶς πρέπει νὰ φορολογηθοῦν τὰ καπνά, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιασθῶσι πρὸς φορολογίαν. Μὴ ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ὁ γεωργός. Ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἐξάγεται ὡς ποιότης καπνοῦ ἡ τελευταία καὶ τὸ «σαρῆ», τὸ παραγόμενον ἀνὰ τὴν Στερεὰν Ἑλλάδα καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὅπου ὑπολογίζεται ἡ παραγωγὴ εἰς 15 ἑκατομμύρια ὀκάδας. Τὸ «σαρῆ» εἶναι κατωτέρας ποιότητος, ἐπωλεῖτο δὲ δύο δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, ἤδη δὲ ἡ κατωτέρα ποιότης πωλεῖται πλέον τῶν 10 δραχμῶν. Ὁ ἔμπορος θὰ μείνῃ ἀφορολόγητος, διότι τὸ εἶχεν ἀποθηκεύσει, ὁ παραγωγὸς θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν τοῦ χρειάζεται. Τὴν ἡμέραν ὅπου τὸ εἶχε πάρει ὁ ἔμπορος, δὲν εἶχεν οὐδεμίαν ἀξίαν, τὸ εἶχεν εἰς τὰς ἀποθήκας του· θὰ τὸν ἀφήσητε λοιπὸν ἀφορολόγητον; Δὲν θὰ εἰσπράξῃ, παρὰ τὸ πολὺ–πολὺ 50 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Μυρωδᾶτον καπνὸν δὲν παράγει ἡ Ἑλλὰς ἐκτὸς τῆς Μακεδονίας, δὲν θὰ παρουσιασθῇ δὲ εἰς τὸ τελωνεῖον τοιοῦτος καπνὸς διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀνωτέρα ποιότης. Σκεφθῆτε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μεταρρυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ Β. Διατάγματος, διότι ἀνοίγετε μεγάλην θύραν δι’ αὐτοῦ εἰς τὸν καπνόν. Διότι λέγει τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει). Λοιπόν, ἐὰν ὁ φόρος χαρακτηρισθῇ ὡς ἐλάχιστος ὅρος 50 λεπτὰ καὶ παρουσιασθῶσι τὰ καπνά, νομίζω ὅτι δύναται νὰ λάβῃ τὸ ζήτημα, διότι ὅλοι οἱ ἔμποροι ἔχουσιν ἀγοράσει πρὸς 10 δραχμὰς καὶ πρόκειται νὰ πωλήσουν πρὸς 40 δραχμάς. Ἐρωτήσατε ἀπὸ τὰ προξενεῖά σας καὶ λάβετε τὴν πληροφορίαν, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι ὁ ἀγοράζων πρὸς 11½ δραχμὰς τὴν ὀκᾶν, πωλεῖ πρὸς 40. Αὐτὸ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ προσέξητε, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ εἰσόδημα καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ εἰσπράξεις.
§211Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἔχετε γενικῶς δίκαιον καὶ αὐτὸ σκέπτομαι καὶ ἐγώ, διὰ νὰ θέσω διάταξιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ὑπολογίσωμεν, διότι εἰς τὸ ἐμπόριον ὑπάρχουν ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται μὲ μικρὸ κέρδος καὶ δὲν τοὺς ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται γενικῶς νὰ ἀδικήσωμεν ἔστω καὶ μερικούς. Εἶναι δὲ καὶ ἄλλαι μεγάλαι Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀναλάβει ὑποχρεώσεις· αὐτὰς δὲν ἔπρεπε νὰ τὰς θίξω, ἦλθον δὲ ἔμποροι καὶ μοὶ εἶπον ὅτι ἔχουσιν ἀγοράσει πρὸ μηνός.
§212Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἤθελον νὰ τὸ εἴπω, διὰ νὰ τὸ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας.
§213Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Τράκας ἔχει τὸν λόγον.
§215Σ. ΤΡΑΚΑΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως, εἰ δυνατόν, διευκρινισθῇ ἡ ποιότης τοῦ καπνοῦ, καθοριζομένου ὅτι τὸ γένος «σαρῆ» ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ καπνοῦ τῆς κατωτέρας ποιότητος καὶ συνεπῶς τὰ καπνὰ Φθιωτιδοφωκίδος θὰ φορολογηθῶσιν, ὡς καὶ τὰ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καραϊσκάκης ἔχει τὸν λόγον.
§217Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁμολογῶ ὅτι προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ὁμολογῶ ὅτι, ἐὰν δὲν ἀντέκειτο εἰς τὰς ἀρχάς μου ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἐὰν δὲν ἐκωλυόμην ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, θὰ ὑπέβαλλον ἔνστασιν ἀπαρτίας τὴν στιγμὴν ταύτην, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ τελευταῖον μέτρον τῆς ἀμύνης κατὰ τῆς βίας ἢ καὶ κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας. Τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι τὸ ἔσχατον μέτρον, τὸ ὁποῖον αὐτὸ τοῦτο τὸ πολίτευμα ἀπεδέχθη ὡς ἐσχάτην ἄμυναν κατὰ τῆς καλουμένης βίας. Ἀλλὰ προσέτι διὰ νὰ τὸ θεσπίσῃ τοῦτο τὸ πολίτευμα, εἶχε κάποιον λόγον καὶ πάντως εἶναι σεβαστόν, διότι τὴν στιγμὴν πάλιν ταύτην βλέπομεν ἐπαναλαμβανόμενον ὅ,τι ἐγένετο κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ἀγροτικοῦ νομοσχεδίου. Τότε ὅσοι ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων ἦσαν ἀνυπόμονοι, εὑρίσκοντο κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς ἀγκάλας τοῦ Μορφέως. Ἤδη εὑρισκόμεθα ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν μιᾶς φυσικῆς ἐπιδράσεως τῆς πείνης. Ἀλλὰ ταῦτα μὲν εἶπον διὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφορᾷ μεγάλην τάξιν παραγωγῶν, ὁ τρόπος δὲ μὲ τὸν ὁποῖον πάλιν ἐπιδιώκεται νὰ ψηφισθῇ, ἀντίκειται ὀλίγον εἰς τὰ μέχρι τοῦδε κοινοβουλευτικὰ θέσμια, διότι πρέπει νὰ εἶναι καθιερωμένον διὰ τὰς ἐργασίας ἑνὸς κοινοβουλευτικοῦ Σώματος, ὅτι μία Κυβέρνησις, ὅταν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς εἶναι πρὸς τὴν λῆξιν καὶ δὲν ἀπομένει καιρὸς πρὸς συζήτησιν ἑνὸς νομοσχεδίου, ὄχι εὐρεῖαν, ἀλλὰ καὶ ἐλαχίστην, νομοσχεδίου δὲ τοσοῦτον σοβαροῦ, πᾶσα Κυβέρνησις, κατὰ τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ὀφείλει, ὡς ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, νὰ ἀποσύρῃ τοῦτο καὶ νὰ μὴ τὸ φέρῃ εἰς συζήτησιν, ἀλλ’ ἐπαναλαμβανομένων τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς μετὰ 2 ἢ 4 μῆνας κατ’ ἀνώτατον ὅριον, ὡς ἐδηλώθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δύναται νὰ ὑποβάλῃ εἰς ψήφισιν ἄλλο σοβαρὸν νομοσχέδιον, δεχομένης τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τὰς ἐγκρίνῃ, πάσας τὰς δικαίας παρατηρήσεις ἐπ’ αὐτοῦ. Παρατηρῶ καὶ τώρα μίαν ἐπιμονήν. Διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ πέσωμεν ὑπὸ μίαν ἀπολυταρχίαν, ἡ ὁποία μακαρίᾳ τῇ λήξει καὶ δυνάμει τοῦ εὐεργέτου Θεοῦ τῆς Ἑλλάδος κατελύθη, νὰ πέσωμεν, λέγω, εἰς νέαν ἀπολυταρχίαν διὰ τῆς ἐπιβολῆς μέτρων ἴσως σωτηρίων διὰ τὸ Κράτος — δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο — ἀλλὰ προσβαλλόντων συμφέροντα μέγιστα, μεγάλας τάξεις παραγωγῶν, ἐκ τῶν ὁποίων παραγωγῶν πολλοὶ δυνατὸν νὰ εἶναι πλούσιοι καὶ ἑκατομμυριοῦχοι, ἄλλοι ὅμως βιοπαλαίουν, διὰ νὰ κερδίσωσι τὸν ἄρτον των διὰ τοῦ ἐμπορίου τούτου τοῦ καπνοῦ. Ἐκφράζω λοιπὸν τὴν ταπεινήν μου γνώμην, ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον, μὴ ἀποβαίνοντος ἀπολύτως δυνατοῦ νὰ δεχθῇ καμμίαν τροπολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποσυρθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτοῦ μετὰ τρεῖς μῆνας ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐὰν δὲ τοὐλάχιστον δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, θὰ ἠδύνατο νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, οὕτως ὥστε ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου νὰ ἀφορᾷ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1918, οὐχὶ δὲ τὴν παροῦσαν, διότι ἤδη οἱ παραγωγοὶ εὑρίσκονται πρὸ κεκτημένων δικαιωμάτων ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καθόσον ἤδη προέβησαν εἰς προπωλήσεις καὶ ἀγορὰς μὲ τιμὰς ὑπερόγκους, τοῦτο δὲ δὲν τὸ λέγω διότι θέλω νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην. Δύναμαι νὰ ἐπιδείξω σωρείαν τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἀπὸ τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, διὰ τῶν ὁποίων συνιστῶσιν εἰς ἡμᾶς ὅπως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑποστηρίξωμεν, ἐὰν δὲν ἀποβῇ δυνατὴ ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, νὰ κατορθωθῇ ἡ τροποποίησίς του, διὰ τῆς ὁποίας νὰ δύναται ὁ νόμος αὐτὸς νὰ φορολογῇ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1918. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ θεωρῶ δίκαιον, διαμαρτύρομαι δὲ οὐ μόνον κατὰ τοῦ παραδόξου τρόπου τῆς ψηφίσεως τόσον σοβαροῦ νομοσχεδίου, ἐν στιγμαῖς, κατὰ τὰς ὁποίας πάντες θέλομεν τὴν ἐλευθέραν καὶ τὴν γνησίαν λειτουργίαν τῶν φιλελευθέρων κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν. Διαμαρτύρομαι ἀφ’ ἑνὸς διὰ τὸν τρόπον τοῦτον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ κατὰ τῆς οὐσίας τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία πραγματικῶς εἶναι ἄδικος. Πρόκειται περὶ ἀδικίας, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς μεγάλην τάξιν παραγωγῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι πλὴν τῆς διακρίσεως ἡ ὁποία ἐτέθη διὰ τὸν Νομὸν Ἀργολιδοκορινθίας, ἡ ὁποία δικαιολογεῖται διὰ τοῦ μέτρου ἐπὶ τῆς ποιότητος τῶν καπνῶν τῶν ἐξαχθησομένων, ἐρωτῶ κατὰ πόσον τὸ μέτρον αὐτὸ θὰ δυνηθῇ νὰ ἐφαρμοσθῇ; Πιστεύετε σοβαρῶς, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι θὰ γίνῃ ἐν τῷ μέλλοντι ὅ,τι πρέπει; Καὶ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκτίμησις;
§218Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅταν λέγωμεν ποιότητες, ἐννοοῦμεν ἴσης ἀξίας. Ἡ δήλωσις αὐτὴ ἀρκεῖ. Τὸ ἐδήλωσα καὶ παρεκάλεσα νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἑρμηνεία.
§219Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Σημειώσατε ὅτι ἡ ἀξία παντὸς πράγματος δὲν εἶναι σταθερά.
§220Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὔτε τοῦ ἑνός, οὔτε τοῦ ἄλου.
§221Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτο μοὶ δίδει τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάμω καὶ μίαν δήλωσιν, ὅτι ἐὰν ζητῶμεν διὰ Διατάγματος τὴν ἄδειαν νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν φόρον, τὸ πράττομεν διότι ὁ καπνὸς εἶναι ἓν προϊόν, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν ποία θὰ εἶναι ἡ τιμή του σταθερῶς καὶ ἐὰν ἐλαττωθῇ ἡ τιμή, θὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὸν φόρον.
§222Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἕν εἶναι βέβαιον, ὅτι οὕτω πως ψηφιζόμενον τὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μορφωθῇ ἀσφαλὴς γνώμη. Διαμαρτύρομαι λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς κατὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς βίας τῆς ἐν μέρει ἀδικαιολογήτου, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὑποβάλλω καὶ πάλιν τὴν γνώμην, ὅπως, ἐὰν δὲν ἀναβληθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοὐλάχιστον γίνῃ δεκτὴ ἡ μᾶλλον δικαία μεταβολὴ τοῦ νὰ γίνῃ ἡ ἐφαρμογή του διὰ τὴν ἐσοδείαν τοῦ 1918.
§223ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§224Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀργολιδοκορινθία εἶναι ἡ παράγουσα τὴν χειροτέραν ποιότητα καπνοῦ, εἰς τρόπον ὥστε δικαίως θὰ ἠδυνάμην νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ ἐπιβαλλομένη φορολογία διὰ τὰ καπνὰ αὐτῆς εἶναι ὑπερβολική, ὅταν μάλιστα ἐγνώσθη εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ καπνὰ τῆς Ἀργολιδοκορινθίας δὲν χρησιμεύουν διὰ κάπνισμα, ἀλλὰ μεταφέρονται εἰς Γερμανίαν καὶ μεταβάλλονται εἰς χρῶμα. Ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ εἶχον ἀνωτέραν ποιότητα καὶ ἂς ἐπλήρωνε περισσότερον φόρον. Δὲν εἶναι δὲ ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Βασιλακάκη, ὅτι τὰ καπνὰ τῆς Ἀργολίδος τιμῶνται 10 δραχμάς. Ἡ ἀνωτέρα τιμή των εἶναι 4–5 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν. Ἀλλ’ ἐγὼ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀποβλέπων εἰς τὰς περιστάσεις ὑφ’ ἃς ζητεῖται ἡ φορολογία αὐτή, τὴν εὑρίσκω ἀναγκαίαν καὶ δικαίαν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει μάλιστα τῆς σχετικῶς μεγάλης ὑπερτιμήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουν σήμερον τὰ καπνά. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη ὅτι δίδεται εἰς τὴν Ἀργολίδα, λέγω ὅτι οὐδὲν δίδεται προνόμιον, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς κακῆς ποιότητος τοῦ καπνοῦ, καὶ διὰ τὴν ἀποφυγὴν τῶν διατυπώσεων, ἀφοῦ θὰ χρησιμεύσῃ ἡ Ἀργολὶς ὡς βάσις τοῦ διακανονισμοῦ τῶν ποιοτήτων τῶν ἄλλων μερῶν, ἑπομένως θὰ εἶναι ὁ τόπος τῆς ἐξαγωγῆς.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν δέχεται ὅπως ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς καὶ σημερινῆς συνεδριάσεως ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Προεδρείου.
§227ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς καὶ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως αἱ ἐργασίαι αὐτῆς διακοπῶσιν ἐπ’ ἀόριστον;
§229ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 1 μ.μ.).