1917.10.09
5.717 στίχοι · 45.119 λέξεις · 444 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47Η
ΔΕΥΤΕΡΑ 9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Τὰ πρακτικὰ θὰ ἀναγνωσθῶσιν εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τῆς Κοινότητος Τραγάκης παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα, ἵνα διατεθῶσιν ἀναλογικῶς καὶ πρὸς μέλη τῆς Κοινότητός των πρὸς καλλιέργειαν καὶ σπορὰν γαῖαι ἐκ τῶν γαιῶν τῆς Κωπαΐδος. — Ὁ Σύλλογος Φιλελευθέρων Πεταλιδίου ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπετείου τοῦ Ναυαρίνου εὔχεται ἀνέγερσιν μνημείου τοῦ στρατηγοῦ Μαιζῶνος. — Οἱ ἀπόστρατοι χωροφύλακες καὶ νῦν φύλακες τῶν ἀρχαιοτήτων, παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τροποποιήσεως τοῦ σχετικοῦ νόμου, ἵνα μὴ κρατῆται σύνταξις ἐκ τοῦ μισθοῦ των. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἐπιβολῆς ἐξαγωγικοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ καπνοῦ», τὸ ὁποῖον παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. Δέχεται ἡ Βουλή;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§4Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, λόγῳ ἀδιαθεσίας ἀτυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ παρακολουθήσω τὴν γενομένην συζήτησιν κατὰ τὰς χθεσινὰς πρωϊνὰς ὥρας. Ἔλειψα κατ’ ἀνάγκην καὶ καθ’ ἣν ὥραν ὁ ἐκ Κερκύρας κ. συνάδελφος ἀνέφερεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ ἐπεζήτησαν τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς κατὰ μῆνα Φεβρουάριον καὶ ὅτι ἐσκέφθησαν νὰ ὑποστηρίξουν Κυβέρνησιν εὐνοϊκὴν εἰς τὴν Ἀντὰντ ἢ Κυβέρνησιν ὑπὸ τὸν κ. Βενιζέλον, ὅτι ὑπῆρξε συμφωνία μεταξὺ τῶν βουλευτῶν αὐτῶν καὶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος συνεννοήθη μὲ τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας κ. Ἔλλιοτ, ὁ ὁποῖος ἐτηλεγράφησεν εἰς Θεσσαλονίκην εἰς τὸν κ. Βενιζέλον καὶ ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἀνέμενε τὸν κ. συνάδελφον διὰ τὰ περαιτέρω. Εἶμαι μεταξὺ τῶν πρώτων βουλευτῶν, οἵτινες ἐπεζήτησαν ἀληθῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, διότι εἰλικρινῶς ἐπίστευον καὶ δημοσίᾳ ὑπεστήριζον, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ Κράτος καὶ ἀντισυνταγματικῶς ἐκυβερνᾶτο καὶ κακῶς, ὀφείλω ὅμως νὰ ὁμολογήσω ὅτι κατὰ τὰς συσκέψεις μας, αἵτινες ἀποκλειστικῶς ἀφεώρων τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, οὐδὲ συζήτησις, οὐδὲ ἀπόφασις ἐλήφθη περὶ ὑποστηρίξεως οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, πολὺ δὲ περισσότερον οὐδέποτε ἀνεθέσαμεν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας κ. συνάδελφον νὰ προβῇ εἰς ὅ,τι προέβη, ἀφοῦ μάλιστα οὐδὲ σκέψις, οὐδὲ λόγος ἐγένετό ποτε περὶ τοιούτου διαβήματος, ἐντελῶς ἀγνώστου εἰς ἡμᾶς. Κατ’ ἀκολουθίαν εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. συναδέλφου ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἰδικήν του προσωπικὴν ἀντίληψιν.
§5Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἶναι ἀκριβῶς ἀληθῆ. Οὕτως ἐγένοντο τὰ πράγματα. Ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος εἶναι μάλιστα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν συνέλευσιν τῶν 26 βουλευτῶν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῇ οἰκίᾳ μου, ἔλαβε τὸν λόγον καὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς ὅλους, ὅτι ὅπως βαίνουσι τὰ πράγματα, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποστηρίξωμεν φιλικὴν πρὸς τὴν Ἀντὰντ Κυβέρνησιν καὶ ὡμίλησε καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Ἀκριβῶς αὐτὰ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος καὶ τὰ πράγματα μέχρις αὐτοῦ ἔφθασαν, εἴχομεν δὲ λάβει ἀπόφασιν νὰ προσκαλέσωμεν τοὺς ἄλλους συναδέλφους, ἵνα τοῖς ἀνακοινώσωμεν τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον εἴχομεν νὰ τοὺς ἀνακοινώσωμεν, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν ἐστάθη δυνατόν, διότι ἦλθον οἱ βουλευταὶ οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ Κόμμα τῶν Ἐθνικοφρόνων, οἱ ὁποῖοι διέλυσαν τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην καὶ δὲν ἔμειναν παρὰ ἐλάχιστοι ἐξ αὐτῶν. Παρακαλῶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τοῦτο, διότι δὲν γνωρίζω ἐὰν προχθές, ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου μου ἀνέφερον ὅτι ἦλθε προσωπικῶς ὁ κ. Γούναρης. Δὲν ἦλθεν ὁ κ. Γούναρης, ἀλλ’ ἦλθον οἱ Γουναρικοὶ βουλευταὶ καὶ ἠξίωσαν τοῦτο.
§6ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εὖγε, Εὖγε.
§7Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ πάλιν νὰ ἀναιρέσω μίαν νέαν ἀνακρίβειαν τοῦ κ. συναδέλφου. Ὁ κ. συνάδελφος ἐδέχθη καὶ διεβεβαίωσεν ὅτι ὅπως διετύπωσα τὰ πράγματα, οὕτως εἶχον. Ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ ἐπαναλάβω ὅτι συζήτησις καὶ ἀπόφασις δὲν ἐλήφθη περὶ ὑποστηρίξεως Κυβερνήσεως εὐνοϊκῆς πρὸς τὴν Ἀντάντ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι τοιοῦτον τι οὔτε παρ’ ἐμοῦ ἐλέχθη. Ἐλέχθη καὶ ὑπεστηρίχθη παρ’ ἐμοῦ ὅτι ἀνάγκη ἀπόλυτος ἦτο ἡ Βουλὴ νὰ συνέλθῃ διὰ νὰ συγκρατήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκράτητοι ἐφέροντο εἰς τὸν ἐπικίνδυνον συνταγματικὸν δρόμον, ὅτι δὲ ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, δηλαδὴ ὅτι συνεζητήσαμεν περὶ ὑποστηρίξεως οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ καὶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους παρισταμένους κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην συναδέλφους, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἀτυχῶς ἀπουσιάζουσιν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν αὐτήν. Ὑπάρχει ὅμως σήμερον μία ἔγγραφος δήλωσις ἄλλου τότε βουλευτοῦ, παραστάντος δὲ κατὰ τὰς συσκέψεις ἐκείνας, ὁ ὁποῖος ἐνυπογράφως καὶ κατηγορηματικῶς διαψεύδει ὅτι ἔγινε κἄν λόγος περὶ ὑποστηρίξεως οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, δὲν θὰ δυσκολευθῶ δὲ πολὺ ταχέως νὰ προσκομίσω εἰς ὑμᾶς καὶ ἄλλας βεβαιώσεις ἄλλων παριστάντων συναδέλφων, διὰ νὰ πεισθῇ ὁ κ. συνάδελφος ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ἢ ἴσως ὁ χρόνος τὸν ἔκαμε νὰ μὴ ἐνθυμῆτε. Ὅτι δὲ ἐγὼ εὑρίσκομαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐν τῇ ἀνακριβείᾳ ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι καὶ ἄλλην ἀνακρίβειαν εἶπε χθές, ὅτι ὄχι ὁ Βασιλεύς, ἀλλ’ ὁ κ. Γούναρης δὲν ἤθελε τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Εἶπεν ὅτι ὁ κ. Γούναρης προσωπικῶς ἐνεφανίσθη κατὰ τὴν σύσκεψιν καὶ ἐματαίωσε νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἐκ μέρους τῶν συνελθόντων βουλευτῶν. Ἐνεθυμήθη ὅμως ἤδη, ὅτι δὲν προσῆλθεν ὁ κ. Γούναρης, ἀλλ’ οἱ φίλοι αὐτοῦ, τοῦτο δὲ εἶναι πλέον ἢ γνωστόν. Καθ’ ὃν τρόπον λοιπὸν ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀνακρίβειαν ἐκείνην, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀκουσίως θὰ ὑπέπεσεν εἰς τὴν πλάνην, νὰ νομίζῃ ὅτι ἐλέχθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐλέχθησαν.
§8Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ ἀντίληψίς μου ἡ ὀρθὴ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν ἐξετυπώθησαν σήμερον οὔτε ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἀναφορῶν, οὔτε τῶν ἐπερωτήσεων.
§10Κ. ΜΕΛΑΣ. Θὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι ἐνῷ ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, ἀνεχώρησεν. Ἐπρόκειτο περὶ τῶν Πανεπιστημιακῶν μαθημάτων, τὰ ὁποῖα μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἄρχονται. Εἶναι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου....
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκλήθη ἐπειγόντως κάπου δι’ ὑπηρεσίαν. Σήμερον δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ διεκόψαμεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ αὐτό. — Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ καταρτισμοῦ Προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν παραπομπὴν εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τῆς Κυβερνήσεως Δ. Γούναρη».
§12Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν εἶναι ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ πρὸ ἐμοῦ, ἂς ὁμιλήσῃ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τις τὸν λόγον;
§14ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§16Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐδήλωσα ἀπὸ τῆς προχθεσινῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι δεδομένου ὄντος ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς κατηγορουμένης Κυβερνήσεως κ. Γούναρης εὑρίσκεται ἐν Κορσικῇ διὰ γνωστοὺς λόγους, ὅτι δὲ τὸ πλεῖστον τῶν τότε συναδέλφων μου εἶναι ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ἐθεώρησα καθῆκον συνειδήσεως, ὅπως ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑποβληθὲν κατηγορητήριον, ἵνα οὕτω ἡ Βουλή, ἀκούουσα εὐθὺς ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως ταύτης τὴν ἀνάπτυξιν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προβῶ, ἀποφασίσῃ κατ’ ἀντιμωλίαν καὶ οὐχὶ ἁπλῶς ἐρήμην τῶν κατηγορουμένων περὶ τοῦ ἂν παρίσταται ἀνάγκη παραπομπῆς τοῦ κατηγορητηρίου εἰς Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν. Θέλω ἐντεῦθεν ζητήσει ἀπὸ τοῦδε τὴν συγγνώμην τῆς Βουλῆς, ὅτι θὰ ἀπασχολήσω ταύτην, διότι εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐξετάσω τὰ τοῦ κατηγορητηρίου κατὰ κεφάλαια, ἐξελέγχων τὰς κατηγορουμένας πράξεις καὶ ἐξαντλήσω τὴν ὑπεράσπισιν ἐπὶ τῶν ἀποδιδομένων κατηγοριῶν, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ ἐξαντλήσω τὸ κατηγορητήριον ἀπὸ τοῦ Ἄλφα μέχρι τοῦ Ὠμέγα. Ἡ Βουλὴ παρηκολούθησε τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὅτε τὸ πρῶτον κατηγορητήριον, τὸ προχείρως συνταχθέν, εἶχεν ὑποβληθῆ. Κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην δὲ ἐξηλέγχθη ἐντελῶς τὸ κύριον θέμα, τὸ μόνον θέμα τὸ ὡρισμένον, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ ἐκείνῳ ὑπῆρχε, τὸ θέμα τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἔλεγε τὸ κατηγορητήριον τότε, ὅτι εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, διότι ἐδέχθησαν νὰ σχηματίσωσι Κυβέρνησιν καὶ ἀνέλαβον τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ἥτις διέλυσε τὴν Βουλήν. Καὶ ἀπήντησα τότε: «Κύριοι, τί ζητεῖτε; Ποία εἶναι ἡ συνταγματικὴ ἐφαρμογή, ἡ συνταγματικὴ πεῖρα ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς πᾶν κοινοβουλευτικὸν Κράτος, ἐπερχομένης πτώσεως μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς;» Ἡ συνταγματικὴ ἐφαρμογή, ἡ συνταγματικὴ πεῖρα ἐν Ἑλλάδι καὶ εἰς πᾶν κοινοβουλευτικὸν Κράτος, ἥτις ἐφαρμογὴ ὁμοιόμορφος πάντοτε ὑπῆρξεν, εἶναι ὅτι δύναται νὰ κληθῇ ἡ μειονοψηφία πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐκκλήσεως πρὸς τὸν Λαόν. Ὅταν τοῦτο ἐξεδηλώθη καὶ κατεδηλώθη, ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῆς ἀρχῆς ταύτης καὶ τῆς ὁμοιομόρφου ἐφαρμογῆς της, τότε τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁρίζον ταῦτα ἀποσύρεται ἵνα τροποποιηθῇ κατὰ τὸ πρῶτον κεφάλαιον, εἰσαχθῇ δὲ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ δύναται νὰ στηριχθῇ ποινικὴ εὐθύνη κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ σήμερον ἐπὶ τοῦ πρώτου τούτου θέματος ἀναφέρεται ὅτι (ἀναγινώσκει): «συνώμοσαν μετ’ ἄλλων καὶ δὴ μετὰ τοῦ τότε Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Στρατοῦ, τοῦ Γ. Στράϊτ καὶ ἄλλων καὶ συναποφασίσαντες καὶ συνυποχρεωθέντες μετ’ ἀλλήλων ἐπεδίωξαν, κινούμενοι ἀπὸ κοινοῦ συμφέροντος, καὶ συνομολογήσαντες πρὸς ἀλλήλους ἀμοιβαίαν συνδρομήν, νὰ μεταβάλουν τὸ καθεστὼς πολίτευμα καὶ ἰδίᾳ νὰ καταργήσουν τὰ ἄρθρα 21, 37 καὶ 44 τοῦ Συντάγματος. Τοῦτο δὲ ἀποσκοποῦντες, εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλουν ὡς πρὸς τὸν διεθνῆ προσανατολισμὸν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῶν ἐμπολέμων καὶ ἐν γένει τὴν ἐξωτερικὴν αὐτῆς πολιτικήν, τὴν προσωπικὴν τοῦ Βασιλέως καὶ ἑαυτῶν θέλησιν, ἀδιαφόρως καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν κυρίαν θέλησιν τοῦ Λαοῦ». Ὥστε ἐτέθη τὸ ζήτημα πλέον ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς συνωμοσίας καὶ ἡ πρᾶξις ἡ ἁπλῆ, ἡ καθαρά, ἡ συνταγματική, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, τοῦ καταρτισμοῦ μιᾶς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ὅπως προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἡ πρᾶξις αὕτη σήμερον τείνει νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα τῆς συνωμοσίας πρὸς ἐκτέλεσιν ὡρισμένων παραβάσεων. Καὶ οὕτω ἔρχεται τὸ κατηγορητήριον σήμερον διορθωμένον, βελτιωμένον καὶ προσηυξημένον, καθ’ ὃν τρόπον αἱ σκιαὶ τῶν κωμειδυλλίων ἢ μᾶλλον τῶν ἐπιθεωρήσεων, ὡς συμβαίνει ὅταν εἰσάγωνται αἱ ἐπιθεωρήσεις καὶ ἀποδοκιμάζονται σκιαί τινες, τὴν ἐπαύριον δὲ παρουσιάζονται ἄλλαι σκιαί, ἵνα τὸ κοινὸν χειροκροτήσῃ. Καὶ ἐπειδὴ ἡ γενικὴ κατηγορία ὑποδιαιρεῖται εἰς διάφορα κεφάλαια, εἰς διάφορα θέματα, ἃς ἐξετάσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ θέματα ταῦτα. (Ἀναγινώσκει): «Ἐδέχθησαν, νὰ ἀναλάβωσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἐν γνώσει ὅτι δὲν εἶχον τὴν πρὸς τοῦτο λαϊκὴν ἐντολήν, μετατρέψαντες συγχρόνως διὰ τῆς ἀποφυγῆς ἀμέσου ἐνεργείας ἐκλογῶν τὸν ὑπηρεσιακὸν χαρακτῆρα τῆς Κυβερνήσεως ταύτης εἰς πολιτικόν. Ταυτοχρόνως δὲ προέβησαν εἰς πράξεις ἐσωτερικὰς καὶ διαπραγματεύσεις διεθνεῖς, ἀπαιτούσας τὸ κῦρος Κυβερνήσεως ἀπορρεούσης ἀπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Χώρας, ἣν ἐνεδείκνυε μόνη ἡ ψῆφος τοῦ Λαοῦ». Ὥστε ἔχομεν, κύριοι, καταρτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν συνωμοσίας ἐπὶ τῷ σκοπῷ ὅπως ἐπιχειρήσῃ αὕτη διεθνεῖς πράξεις, αἵτινες ἀπῄτουν Κυβέρνησιν, ἔχουσαν ἐντολὴν λαϊκήν. Ἂς ἐξετάσωμεν τὰ τρία ταῦτα θέματα. Πρῶτον, πῶς κατηρτίσθη ἡ συνωμοσία αὕτη. Δεύτερον, ποῖος ἦτο ὁ χαρακτὴρ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπηρεσιακὸς ἢ πολιτικός, ἵνα ἴδωμεν ἐὰν πράγματι μετετρέψαμεν τὴν Ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν εἰς πολιτικήν, ἢ ἀπ’ ἀρχῆς ὡς πολιτικὴ Κυβέρνησις συνεκροτήθημεν. Καὶ τρίτον, ποῖαι ἦσαν αἱ ἐξωτερικαὶ διαπραγματεύσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβημεν καὶ αἵτινες ἔχρηζον λαϊκῆς ἐντολῆς. Κύριοι, τὰ τῆς συνωμοσίας δὲν καθιστᾷ γνωστὰ εἰς ἡμᾶς τὸ κατηγορητήριον. Ἐζητήθησαν ταῦτα ἐν γενικαῖς γραμμαῖς. Εἶναι εὔκολον νὰ κατηγορῇ τις, ὅτι κατηρτίσθη συνωμοσία πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως. Εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ ἐγὼ ἐκ τῶν ἐνδείξεων αἵτινες κατὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως παρουσιάσθησαν, νὰ ἐξελέγξω ἐὰν ὑπῆρξε συνωμοσία πράγματι, ὡς κατηγοροῦσιν οἱ συντάκται τοῦ κατηγορητηρίου, οὐχὶ οἱ ὑπογράψαντες τὸ κατηγορητήριον, ἢ ἂν ὑπῆρξε κανονικὴ καὶ καθαρὰ συνταγματικὴ πρᾶξις. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κ. Βενιζέλου, παρῃτήθη τὴν 21ην Φεβρουαρίου 1915 κατόπιν διαφωνίας πρὸς τὸ Στέμμα. Τίς ἐκλήθη πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως; Ὁ κ. Ζαΐμης. Διατί δὲν ἐδέχθη; Ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἐδέχθη τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, διότι διατελῶν Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἶχε πρὸ αὐτοῦ σύμβασιν ἐψηφισμένην εἰς δύο ἀναγνώσεις περὶ παροχῆς δανείου εἰς τὸ Κράτος, ἔχων δ’ ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ Κράτος εἶχεν ἀνάγκην χρημάτων καὶ ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ ἡ σύμβασις, ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον, ὡς Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν ταύτην διὰ Διατάγματος αὐτός. Ἐζήτησε δὲ ὅπως συνέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν συνεδρίασιν, ψηφίσῃ τὴν σύμβασιν καὶ οὕτω κανονισθῶσι τὰ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους περιστάσεων. Ἦτο μία ἐπιφύλαξις τοῦ κ. Ζαΐμη, ἀφορῶσα τὴν εὐαισθησίαν αὐτοῦ ὡς Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία δὲν ἐπραγματοποιήθη, διότι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους αὐτὸς γιγνώσκει, ἠρνήθη καὶ τὴν ἐπὶ μίαν ἡμέραν ἔτι παροχὴν ὑποστηρίξεως εἰς τὸν κ. Ζαΐμην. Κατόπιν τούτου κατέθηκε τὴν ἐντολὴν ὁ κ. Ζαΐμης καὶ πρὶν ἢ σχηματισθῇ ἄλλη Κυβέρνησις ἐγένοντο βολιδοσκοπήσεις ἀνεπίσημοι πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην. Ὁ κ. Σκουλούδης ἠρνήθη, εἰπὼν ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται νὰ προΐσταται πολιτικῆς Κυβερνήσεως, μελλούσης νὰ διεξαγάγῃ ἐκλογικὸν ἀγῶνα, δὲν δύναται νὰ ἀναλάβῃ, οὔτε νὰ συνεχίσῃ τοιαύτας εὐθύνας, καὶ διὰ λόγους ὑγείας ἠρνήθη τὴν ἀνάληψιν τῆς Κυβερνήσεως.
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἔκαμε τὸν Σεπτέμβριον.
§18Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Δὲν θὰ μὲ εὕρητε εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπαινιοῦντα. Θὰ παρακαλέσω ἵνα, ἐφόσον ἐξετάζω τὸ ζήτημα τοῦτο, δεχόμενος πᾶσαν διακοπήν, ὅπως πάντοτε, ἄλλως τε, πράττω — ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ κάμῃ οἱανδήποτε διακοπὴν θέλῃ — Θὰ παρακαλέσω, λέγω, τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ μὴ γίνωνται διακοπαὶ διὰ ζητήματα πέραν τοῦ χρονικοῦ ὁρίου, εἰς ὃ ἐξικνεῖται ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν. Ὁ κ. Σκουλούδης δὲν ἐδέχθη. Τώρα διατί ἐγένετο βολιδοσκόπησις πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ μίαν ἱστορικὴν παρέκβασιν. Ἐπεκράτει παρὰ τῷ Βασιλεῖ ἡ ἑξῆς θεωρία, ἡ ἑξῆς γνώμη. Ὑπάρχει μέγα καὶ ἰσχυρὸν Κόμμα, τὸ ὁποῖον εἶχε σχηματισθῆ ἐκ τῆς λαϊκῆς πρωτοβουλίας, τὸ ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ κ. Βενιζέλου. Εἰς τὸ ἀντίπαλον στρατόπεδον ὑπῆρχον τρεῖς μερίδες πολιτικαὶ καὶ ἀνεξάρτητοι πολιτικοὶ ἄνδρες, μὴ ἀνήκοντες εἰς οὐδεμίαν μερίδα. Τὰς τρεῖς πολιτικὰς μερίδας τὰς συντεταγμένας, ἡ ἐκλογικὴ ἀντίληψις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Γουδιοῦ εἶχε καταδικάσει. Οἱ ἀνεξάρτητοι πολιτικοὶ ἄνδρες, οἵτινες ἐτάνυον τὰς πτέρυγας αὐτῶν ἵνα διανύσωσι τὴν ὁδὸν τοῦ μαρτυρίου τῆς φιλοδοξίας, τῆς δόξης ἢ τῆς πτώσεως, οἱ πολιτικοὶ οὗτοι ἄνδρες δὲν ἦσαν συντεταγμένοι εἰς ὁμάδα πολιτικήν, εἴτε ἐκ πταίσματος αὐτῶν τῶν ἰδίων, εἴτε ἐκ τῶν περιστάσεων, ὥστε νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναδείξουν ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν ἤθελε λοιπὸν τὸ Στέμμα νὰ ἀναλάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ὑποδείξεως τοῦ πολιτικοῦ ἀρχηγοῦ ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐμφάνισιν ἐνώπιον τοῦ πολιτικοῦ κόσμου ὑπὸ τὴν βασιλικὴν εὔνοιαν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἡ λαϊκὴ συνείδησις εἶχε θέσει κατὰ μέρος. Καὶ ἐσκέπτετο: Ἐὰν οἱ ἐκλογικοὶ σύλλογοι ἀναδείξωσι πάλιν κατισχύοντες ἐν τῷ ἐκλογικῷ ἀγῶνι τοὺς παλαιοὺς Ἀρχηγούς, θέλω σεβασθῆ τὴν θέλησίν των· ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ καθόλου, ἐφόσον ἔχω μίαν παγίαν κατάστασιν πολιτικήν, ἐφόσον τὸ φρόνημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔθεσε κατὰ μέρος τὰ παλαιὰ πολιτικὰ Κόμματα, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ λάβω τὴν πρωτοβουλίαν ἀναστάσεως τῶν Κομμάτων τούτων. Καὶ τούτου ἕνεκα τὸ Στέμμα ἀπέβλεπεν εὐχαρίστως πρὸς τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἀνεξαρτήτων πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἦσαν καὶ νεώτεροι κατὰ κοινοβουλευτικὴν ἐμφάνισιν πολιτικοὶ ἄνδρες, εἰς τὴν συγκέντρωσιν τούτων εἰς ὁμάδα, ἐν τῇ ὁποίᾳ ὁ ἱκανώτερος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως λαϊκῆς ἀναγνωρίσεως ἐπιβαλλόμενος θὰ ἐλάμβανε τὴν κοινὴν ἀρχηγίαν. Αὕτη ἡ σκέψις ὑπῆρξεν ἡ αἰτία, δι’ ἣν ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, ἄνδρα μὴ ἀναμεμιγμένον εἰς τὴν πολιτικὴν διαπάλην, ὅστις θὰ ἀπετέλει τὸν οὐδέτερον Ἀρχηγὸν μιᾶς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας τὰ μέλη διὰ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἀγώνων καὶ τῆς ἀναδείξεως θὰ ἠδύναντο νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ὑπόδειξιν τοῦ πολιτικοῦ Ἀρχηγοῦ. Ἀλλὰ ὁ κ. Σκουλούδης ἀπέσχε. Καὶ τότε τὸ Στέμμα προέβη εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας κλῆσιν τοῦ κ. Γούναρη εἰς τὴν ἀρχηγίαν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχεν ἐνδείξεις τὸ Στέμμα τὴν στιγμὴν ἐκείνην περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Γούναρη ὡς Ἀρχηγοῦ; Εἶχεν ἐνδείξεις, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ καὶ τοῖς ἐκλογικοῖς συλλόγοις ἀναμφισβήτητος ὁ ἡγούμενος καὶ θεωρούμενος ὅτι εἰς αὐτὸν ἀπόκειται ὁ σχηματισμὸς τῆς ἀντιπάλου πρὸς τοὺς Φιλελευθέρους μερίδος, ὁ ἀνήρ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπέβλεπεν ἡ Κοινὴ Γνώμη μετ’ ἐμπιστοσύνης, ὅτι ἤθελεν ἡγηθῆ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἤθελε σχηματίσει τὸ δεύτερον Κόμμα, ἦτο ὁ Δημήτριος Γούναρης. Καὶ εἰς τὴν ἀνάδειξιν τούτου συνετέλεσεν οὐκ ὀλίγον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἀγορεύων κατὰ τὴν τελευταίαν μεγάλην πολιτικὴν συζήτησιν, εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶχε προσφέρει τόσας θέσεις εἰς τοὺς συνδυασμοὺς τῶν Φιλελευθέρων πρὸς τὸν κ. Γούναρην, ὥστε νὰ δύναται οὗτος νὰ ἔχῃ ὅσους φίλους χρειάζονται πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἀπέκρυψε καὶ ἔκτοτε, ὅτι ὁ μόνος ἐνδεδειγμένος πρὸς σχηματισμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἦτο ὁ κ. Γούναρης. Ἐνθυμοῦμαι δ’ ἐγὼ ὁ ἴδιος ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914, τὸν κ. Γούναρην, κατερχόμενον τοῦ βήματος μετ’ ἐπιτυχεστάτην ἀγόρευσιν, ἔσπευσε νὰ χειροκροτήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἰδιοχείρως, ἐνδεικνύων διὰ τούτου, ὄχι μόνον τὴν εὐαρέσκειαν, τὴν ὁποίαν τῷ ἐνεποίησεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Γούναρη, ἀλλ’ ἐνδεικνύων πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὅτι ἦτο ὁ ἀνήρ, τὸν ὁποῖον ἐτίμα καὶ πρὸς τὸν ὁποῖον ἐστρέφοντο τὰ βλέμματά του, ἵνα βλέπῃ τοῦτον Ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ταῦτα εἶναι ἱστορικὰ γεγονότα. Οὕτω δὲ ὁ σχηματισμὸς τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ἐγένετο κατὰ σταθμοὺς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι πᾶν ἄλλο ἐνδεικνύουσιν ἢ συνωμοσίαν, διότι ἐκλήθη πρῶτος ὁ κ. Ζαΐμης, ἐγένετο κατόπιν ἀπόπειρα παρὰ τῷ κ. Σκουλούδῃ καὶ ἀποτυχουσῶν τῶν δύο ἀποπειρῶν κατέληξαν εἰς τὸν κ. Γούναρην, τῇ κοινῇ ἐνδείξει εὐμενείας καὶ τῶν ἀντιπάλων του, ὅτι ὁ κ. Γούναρης ἦτο ὁ ἐπικρατέστερος πάντων ἵνα ἀνέλθῃ εἰς τὴν Ἀρχήν. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἤρκει τοῦτο μόνον. Ἂς ἴδωμεν τί ἐγένετο καὶ παρὰ τῇ Ἀντιπολιτεύσει. Παρὰ τῇ Ἀντιπολιτεύσει εἶχεν ἀρχίσει ἐπίσης ἐργασία τις ὑπόκωφος πρὸς συνένωσιν. Ἡ ἐργασία αὕτη εἶχε λάβει τὴν μορφὴν ἐπιθυμίας περὶ σχηματισμοῦ Κόμματος ἑνιαίου. Θὰ κατελύοντο αἱ ἀρχηγίαι, θὰ ἀνεγνώριζον οἱ ἴδιοι Ἀρχηγοὶ τὴν αὐτοκατάλυσιν καὶ θὰ διηυθύνετο δι’ Ἐπιτροπῆς ὁ ὅλος ἀντιπολιτευτικὸς ἀγών, Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας θὰ μετεῖχον οἱ Ἀρχηγοὶ τῶν Κομμάτων καὶ ὁ κ. Γούναρης. Τὸ σχέδιον ἀπέτυχεν, ὡς ἦτο εὔλογον καὶ ὡς προεβλέπετο ὅτι θὰ ἀπετύγχανε τοῦτο κατὰ τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγιναν μεταξὺ τῶν ἀντιπολιτευτικῶν κύκλων. Οἱ ἀναλαβόντες τὴν ἐπιδίωξιν τοῦ σχεδίου τούτου ἦσαν ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρρῶν καὶ ὁ κ. Μερκούρης, πρώην Δήμαρχος Ἀθηναίων. Οὗτοι προσῆλθον καὶ ἀνεκοίνωσαν εἰς συζήτησιν φιλικοῦ κύκλου, μὴ συνδεομένου διὰ κομματικοῦ δεσμοῦ, ἀλλὰ διὰ φιλικοῦ, προσωπικοῦ δεσμοῦ, ἀνεκοίνωσαν, λέγω, τὴν ἀποτυχίαν τῶν διαβημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν. Κατόπιν τούτου ὅμως ἀμφότεροι οὗτοι ἔσπευσαν νὰ προτείνουν ὅπως προβῶμεν εἰς ἀνάδειξιν Ἀρχηγοῦ. Καὶ προέβησαν ἀμέσως εἰς ὑπόδειξιν τοῦ κ. Γούναρη ὡς Ἀρχηγοῦ. Τότε δ’ ἐγὼ παραχρῆμα ἀντέστην, εἰπὼν ὅτι εἶναι πρόωρα τὰ πράγματα πρὸς ἀνάδειξιν τοῦ Ἀρχηγοῦ. Ἐκ τῶν παρισταμένων ἐδῶ ἤμεθα τρεῖς βουλευταί. Ὁ κ. Γούναρης, ὁ κ. Τσαλδάρης καὶ ἐγώ. Οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἴχετε συγκεντρωθῆ, δὲν ἦσθε βουλευταί. Ποίαν συνεισφορὰν θὰ δώσητε εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἀγῶνα, ὥστε νὰ θέλητε ὑμεῖς, οἱ μὴ ὄντες βουλευταί, νὰ ἐπιβάλητε τὸν Ἀρχηγὸν εἰς τοὺς βουλευτάς; Ἐκτὸς δὲ τούτου οἱ Ἀρχηγοὶ δὲν χρίονται ἐντὸς δωματίου, ἀλλ’ ὑπὸ τῆς Κοινῆς Γνώμης. Οὐδένα ζηλεύω, κατ’ οὐδενὸς μοχθῶ, ἀλλ’ ἓν μικρὸν πολιτικὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐσχημάτισα διὰ τοῦ ἰδίου μου ἀγῶνος, δὲν μοὶ εἶναι δυνατὸν νὰ παραδώσω εἰς τὰς ὑποδείξεις δύο κυρίων. Ὁ κ. Γούναρης ἀνεγνώρισε τὴν ὀρθότητα τῶν λόγων μου καὶ τὴν αὐτὴν ἑσπέραν μὲ ἐζήτησεν, ἵνα μοὶ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐλυπήθη δι’ ὅσα εἶπον καὶ ἵνα μοὶ δηλώσῃ ὅτι δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ σχηματίσῃ Κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ προσήρχοντο οἱ φίλοι, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ προσέλθωσι καὶ ὄχι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους αὐτὸς θὰ ἐξέλεγεν ὡς καταλληλοτέρους. Ταῦτα ἐγένοντο ἐξ ἀπόψεως ἀντιπολιτευτικῆς, ἐνῷ τὰ προηγούμενα εἶχον γίνει ἐξ ἀπόψεως Βασιλικῆς καὶ Κυβερνητικῆς. Καὶ ἐρωτῶ, κύριοι, ὅτε ἐπῆλθεν ἡ μοιραία στιγμὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, χωρὶς ἡ Ἀντιπολίτευσις μήτε νὰ προσδοκᾷ κἂν τὴν αἰφνιδίαν ταύτην ἐξέλιξιν, κατέλιπε τὴν Ἀρχήν, ἡ λύσις, ἡ διὰ τοῦ κ. Γούναρη, εἰς ποίαν συνωμοσίαν ἐβασίζετο, ὅταν καὶ ἐκ μέρους βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑπεστηρίζετο ἡ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ ἀνάδειξις τοῦ κ. Γούναρη καὶ ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας πρὸς αὐτὸν ἐστρέφοντο τὰ βλέμματα, καὶ ἡ πρόσκλησίς του ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος ἐγένετο μετὰ τὴν διπλῆν ἀποτυχίαν τῆς ὅλης βολιδοσκοπήσεως, ἢ μᾶλλον μιᾶς ἀναθέσεως ἐντολῆς καὶ μιᾶς βολιδοσκοπήσεως; Καὶ ἐφόσον δὲν δύνανται νὰ βεβαιώσουν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν συνωμοσίαν, ἐφόσον τοῦτο δὲν δύνανται νὰ βεβαιώσωσι, δὲν δύνανται νὰ ὁμιλῶσι περὶ συνωμοσίας καὶ συνωμοτούντων, ὅταν τόσον καθαρὰ εἶναι τὰ γεγονότα. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν καὶ κατὰ ποῖον ἄλλον τρόπον ἐγένετο ὁ καταρτισμὸς τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Ὁ κ. Γούναρης, κατελθὼν τῶν Ἀνακτόρων, ἀφοῦ εἶχε λάβει προθεσμίαν τεσσάρων ὡρῶν, ἵνα μελετῶν διάφορα ἔγγραφα, ἀπαντήσῃ ἐὰν ἐδέχετο τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκάλεσε τοὺς οἰκειοτέρους πρὸς αὐτόν, μετὰ τῶν ὁποίων συνεσκέφθη καὶ ἀνεκοίνωσε πρὸς αὐτοὺς ὅτι θὰ προσληφθῶσιν Ὑπουργοί. Πρῶτον ἔσπευσεν εἰς τὸν κ. Ζωγράφον, εἰς τὸν ὁποῖον προσέφερε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ δὲν ἀπεδέχθη οὗτος. Κατόπιν προέβη εἰς καθορισμὸν ζητημάτων τινῶν μετὰ τριῶν ἐκ τῶν φίλων του, τῶν οἰκειοτέρων. Εὗρεν ἐμὲ τὴν 10ην ὥραν τῆς ἑσπέρας καὶ μὲ εὗρεν ἀναζητῶν με ἀπὸ τῆς 5ης ὥρας, διότι ἐγὼ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιμένω εἰς τὴν οἰκίαν μου διὰ νὰ κληθῶ. Μετέβην ἐκείνην τὴν ὥραν, μοῦ ἐζήτησαν συνεργασίαν καὶ τὴν παρέσχον. Πρὸς τὴν πρωΐαν ἐγένετο παραδοχὴ τῆς συνεργασίας καὶ τοῦ κ. Τριανταφυλλάκου καὶ τοῦ κ. Εὐταξία — αὐτὸ λέγεται συνωμοσία — τὴν ἐπαύριον μέχρι τῆς 12ης ἐδήλωσεν ὁ κ. Κροκιδᾶς, ὅτι δὲν ἤθελε λάβει μέρος εἰς τὸν ὑπουργικὸν συνδυασμόν. Καὶ τότε ἐγεννήθη ζήτημα μετατοπίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἄλλος ὑπὸ τοῦ κ. Γούναρη εἶχε προορισθῆ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἄλλος ἐγένετο. Ἡ πρόσληψις δὲ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ κ. Ζωγράφου, ἐγένετο κατόπιν συμβουλῆς ὠφελίμου, συμβουλῆς ἐντόνου, ἡ ὁποία ἐδόθη, ἵνα μὴ διὰ προσλήψεως προσώπου, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο εὐάρεστον εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἡ Κυβέρνησις γεννήσῃ πράγματα εὐθὺς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τοῦ σχηματισμοῦ αὐτῆς. Ἡ συμβουλὴ αὕτη ἠκολουθήθη παραχρῆμα καὶ ἐγένοντο διαβήματα ζωηρὰ πρὸς τὸν κ. Ζωγράφον, ὅστις καὶ ἐδέχθη, ἵνα παράσχῃ τὴν συνεργασίαν του. Τίς ἔδωκε τὴν συμβουλὴν τὸ γιγνώσκετε. Ἡ συμβουλὴ δὲν ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ παρὰ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ δώσῃ τὴν συμβουλὴν καὶ εἶχε τὴν εὐθύνην αὐτῆς καὶ ἔπραξε καλῶς νὰ δώσῃ τὴν συμβουλὴν ἐν ἐπιγνώσει ὅτι θὰ ὠφελήσῃ τὴν Πατρίδα. Καὶ οὕτω μετέσχεν ὁ κ. Ζωγράφος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλ’ ἡ ἀποδοχὴ ἡ πρόθυμος τοιαύτης συμβουλῆς, μὴ προερχομένης ἐκ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀντιπάλων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ εἰς τὸν κ. Ζωγράφον ἀνάθεσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ραγδαία μετάβασις ὅλων ἡμῶν, ὅπως πείσωμεν τὸν κ. Ζωγράφον, ἀρνούμενον νὰ παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν νέαν Κυβέρνησιν, πρὸ παντὸς δὲ εἰς τὴν Πατρίδα του, ἀποδεικνύουσι πάντα ταῦτα ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ συνωμοσίας. Καὶ ἐρωτῶ κύριοι, τίς καταγγέλλει ἡμᾶς διὰ τὴν συνωμοσίαν; Τὴν συνωμοσίαν δὲ αὐτὴν ἔμαθε τώρα, ἢ ἐγίγνωσκεν ἔκτοτε; Καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐγίγνωσκον τὴν συνωμοσίαν καὶ καταγγέλλουσιν ἡμᾶς δι’ αὐτήν, λησμονοῦσιν ὅτι ἀπέστειλαν ἀπεσταλμένους διὰ νὰ ζητήσωσι συμμετοχὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ἐδηλώθη εἰς αὐτοὺς ὅτι εἶναι ἀργά, ἐζήτουν δὲ συμμετοχὴν προβάλλοντες ὅτι ὑπῆρχε δεδομένη προϋπόσχεσις πρὸ μηνῶν παρὰ τοῦ κ. Γούναρη ἐπὶ ἀνταλλάγματι δημοσιογραφικῆς ὑποστηρίξεως, ἥτις εἶχε παρασχεθῆ;
§19Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑπαινίττεσθε ἐμέ. Οὐδεὶς μοὶ ἔδωκεν ἐντολὴν νὰ μεταβῶ εἰς τὸν κ. Γούναρην, μετὰ τοῦ ὁποίου συνεδεόμην καὶ τὸν ὁποῖον ἔβλεπον καθ’ ἑκάστην. Μετέβην λοιπὸν παρ’ αὐτῷ καὶ τῷ εἶπον ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ προσλάβῃ ὡς Ὑπουργὸν ἓν πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῆ ὅτι θὰ τὸ προσελάμβανεν. Ὅταν ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὁ κ. Γούναρης μοὶ εἶπε ποῖα θὰ ἦσαν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ μετεῖχον τῆς Κυβερνήσεως, σᾶς δὲ δὲν σᾶς ἀνέφερε, διότι προσελήφθητε ὀλίγον ἀργότερα, συνεπείᾳ παρακλήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἄνωθεν, ὅπως προσληφθῆτε.
§20Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν λέγετε ἀκρίβειαν, κύριε Βελλιανίτη, διότι ὅταν ἤλθετε καὶ ὡμιλήσατε εἰς τὸν κ. Γούναρην, ἤμην καὶ ἐγὼ παρών. Εὐτυχῶς δὲ εἶχον τὴν εὐφυΐαν νὰ προκαλέσω ἐνώπιον μάρτυρος ἐξομολόγησίν σας, διότι ἐφοβήθην ὅτι θὰ ἐκάμνετε αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤδη κάμνετε.
§21Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν σᾶς εἶπον ὅτι μετέβην ἀφ’ ἑαυτοῦ;
§22Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καθήσατε, κύριε Βελλιανίτη, διότι ἐγὼ στήνω παγίδας, δὲν πέφτω εἰς παγίδας.
§23Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἀπατᾶσθε πολύ.
§24Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦλθεν ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κ. Τσαλδάρη, παρισταμένου τοῦ κ. Γούναρη καὶ ἐμοῦ.
§25Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὄχι, κύριε Στράτε.
§26Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσω.
§27Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν σᾶς ἀφίνω, διότι λέγετε ἀνακριβείας.
§28Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§29Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Σᾶς διακόπτω.
§30Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν σᾶς δίδω τὸ δικαίωμα διακόπτετε παρὰ τὸν Κανονισμόν. Δώσατε οἱανδήποτε ἐξήγησιν θέλετε κατόπιν. Τώρα θὰ ὁμιλήσω ἐγὼ καὶ θὰ εἴπω αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐγὼ θέλω. Δύνασθε κατόπιν νὰ ἀπαντήσητε ὅ,τι θέλετε. Ἦλθεν ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας τὴν 24ην Φεβρουαρίου...
§31Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶπον αὐτὰ ἐνώπιον ὑμῶν;
§32Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§33Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν τὰ εἶπον, ἀπατᾶσθε.
§34Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρισταμένου καὶ τοῦ κ. Γούναρη.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ ἦτο ἄλλη φορά.
§36Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂν ἐπήγατε, κύριε Βελλιανίτη, καὶ δευτέραν φοράν, τόσον τὸ χειρότερον δι’ ὑμᾶς. Παρισταμένου λοιπὸν τοῦ κ. Γούναρη καὶ ἐμοῦ εἴπετε: «Βρὲ ἀδελφέ, ἔχω ἐντολήν...»
§37Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶπον ἐγὼ «ἔχω ἐντολήν»;
§38Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§39Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Πλανᾶσθε, κύριε συνάδελφε.
§40Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. ... «Ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ τὸν κ. Πὼπ νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπὶ τέλους τοῦ ἔχετε δώσει ὑπόσχεσιν καὶ σᾶς ὑποστηρίζει τόσον καιρὸν μὲ τὰς «Ἀθήνας», ὅτι ὅταν ἐσχηματίζετε Ὑπουργεῖον, θὰ προσλάβητε καὶ αὐτόν». Ἀπήντησεν ὁ κ. Γούναρης: «Φίλε μου, λυποῦμαι πολύ, εἶναι ἀργά, διότι ὁ κατάλογος κατηρτίσθη». Ταῦτα γιγνώσκω πολὺ καλά, διότι ἤμην αὐτόπτης, λέγω δὲ ταῦτα, διότι ὁ κ. Πὼπ ἐνασμενίζεται μὲ κατηγορητήρια, ἀλλ’ ὅταν κατηγορῇ κανεὶς τοὺς ἄλλους, πρέπει νὰ ἔχῃ τακτοποιημένους τοὺς λογαριασμούς του.
§41Γ. ΠΩΠ. Διὰ νὰ εἶμαι ἐν τάξει, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν θὰ ἀναιρέσω οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Βελλιανίτης. Ὄχι δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι τοῦτο θὰ ἦτο περιττὸν καὶ ἄσκοπον ἀπὸ κοινοβουλευτικῆς ἐννοίας. Ἐν τούτοις, καὶ ἂν ἦτο ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε καὶ ἂν ἡ μικρὰ καὶ ταπεινή μου φιλοδοξία μὲ ὡδήγει εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ κ. Γούναρη, εὐλογῶ τὸν Θεόν, διότι τὸν ἐφώτισε νὰ μὴ δεχθῇ τὴν προσφοράν μου. (Χειροκροτήματα).
§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶχον καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρρῶν θὰ ἀνεύρισκε μίαν εὐφυολογίαν, διὰ νὰ διαφύγῃ ἀπὸ τὸ ζήτημα. Βεβαίως εὐλογεῖ τὸν κ. Γούναρην διότι δὲν προσέφερεν εἰς αὐτὸν τὸ Ὑπουργεῖον. Δὲν εὐλογοῦμεν ὅμως ἡμεῖς τὸν κ. Γούναρην δι’ αὐτό, διότι βεβαίως, ἂν ἦτο ὁ κ. Πὼπ συνεργάτης μας, δυσκόλως θὰ εὑρίσκετο ἄλλος τις σήμερον διὰ νὰ συγγράψῃ κατηγορητήριον μετὰ τοιαύτης εὐκολίας. Συμπληρώνων δὲ ὅσα εἶπον πρὸς τὸν κ. Βελλιανίτην, προσθέτω ὅτι μίαν τῶν ἡμερῶν τούτων, πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος, ἐν φιλικῇ συνομιλίᾳ, τὴν ὁποίαν εἴχομεν οἱ τρεῖς, ὁ κ. Βελλιανίτης, ὁ κ. Λυκουρέζος καὶ ἐγώ, εἰς τὸ ζαχαροπλαστεῖον Γιαννάκη, ἀφηγούμην τὸ γεγονὸς εἰς τὸν κ. Λυκουρέζον καὶ ὁ κ. Βελλιανίτης ἔσπευσε νὰ μὲ διορθώσῃ καὶ νὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι μετέβη κατ’ ἐντολὴν τοῦ κ. Πὼπ, διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν κ. Γούναρην ὅτι εἶχε δώσει πρὸς αὐτὸν ὑπόσχεσιν καὶ ἔπρεπε νὰ τὴν ἐκπληρωθῇ.
§43Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐτὸ σᾶς εἶπον, δὲν σᾶς εἶπον...
§44Γ. ΠΩΠ. Ἐν ὀνόματι τῆς προσωπικῆς μας φιλίας, κύριε Βελλιανίτη, μὴ συμπράττετε εἰς τοιαύτας τραγικὰς κωμῳδίας.
§45Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θέλω νὰ προσθέσω...
§46Γ. ΠΩΠ. Θὰ μὲ ὑποχρεώσητε νὰ μὴ ἐξακολουθήσητε· ἄλλως θὰ πάρω τὸ καπέλλο μου νὰ φύγω.
§47Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τούτου γενομένου, κατηγορούμεθα τώρα ὅτι, ἐνῷ ἐσχηματίσαμεν Ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν, περιεβλήθημεν ἀμέσως πολιτικὴν ἰδιότητα καὶ προέβημεν εἰς πράξεις κυβερνητικάς. Καὶ τίς εἶπε ποτέ, ὅτι ὁ κ. Γούναρης ἐσχημάτισεν Ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεταβληθῇ αὕτη κατόπιν εἰς πολιτικήν; Ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ἐσχηματίσθη εἰς Ὑπουργεῖον πολιτικὸν εὐθὺς ἀμέσως ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι, ὅταν ἓξ ἢ ἑπτὰ πολιτευόμενοι οἱουδήποτε πολιτικοῦ ἀναστήματος, μετρίου ἢ μικροῦ, μετέχωσι μιᾶς Κυβερνήσεως ὑπὸ πολιτικὸν Ἀρχηγόν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, προκειμένου νὰ προβῇ εἰς ἐκλογάς, μετὰ μίαν διαφωνίαν ἐκδηλωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Στέμματος, νὰ ἔχῃ ὑπηρεσιακὸν χαρακτῆρα. Ἂν ἐπρόκειτο περὶ σχηματισμοῦ Ὑπηρεσιακοῦ Ὑπουργείου, ὑπῆρχον τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐσχημάτιζον τοῦτο ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ὁ σχηματισμὸς πολιτικοῦ Ὑπουργείου, ἐξ αὐτῆς δὲ τῆς συστάσεως αὐτοῦ ἐκ πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι εἶχον πολιτικὴν ἱστορίαν ἐν τῷ Τόπῳ, μετρίαν ἢ μικράν, ἐνεδείχθη ὁ χρωματισμὸς τοῦ Ὑπουργείου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατηγορήσητε ἡμᾶς, ὅτι περιεβλήθημεν τὸν χρωματισμὸν Ὑπηρεσιακοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μεταβληθῶμεν εἰς πολιτικόν; Καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ πρώτη πρᾶξις ἡμῶν; Ἡ ἔκδοσις ἀνακοινωθέντος περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ Ὑπηρεσιακοῦ Ὑπουργείου, ὅταν ἅμα τῇ ὁρκωμοσίᾳ ἡμῶν ἐβεβαιώσαμεν ἀνακοινωθὲν πολιτικῆς φύσεως; Ἀλλὰ ποῖοι μᾶς κατηγοροῦσιν ἐπὶ τέλους, ὅτι ἐσχηματίσαμεν Ὑπουργεῖον Ὑπηρεσιακόν; Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἀρθρογραφίας αὐτῶν ἐχαρακτήριζον τὸ Ὑπουργεῖον ὡς πολιτικόν. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρρῶν ἐν τῇ ἰδιοκτήτῳ ἐφημερίδι του «Ἀθῆναι» (ἀναγινώσκει): «Ἡ συγκρότησις νέας Κυβερνήσεως ἐπετεύχθη κατὰ τὴν εὐχὴν ὅλων. Ἰσχυρὰ εἰς παράστασιν προσώπων, ἔχει καὶ ἀπόλυτον ὁμοιογένειαν. Δὲν εἶναι συνονθύλευμα ἀντιπολιτευτικῶν ὁμάδων, ἀλλὰ συνασπισμὸς προσώπων κοινῶν ἰδεῶν, κοινῆς συνεργασίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπὸ κοινοῦ δρασάντων καθ’ ὅλην τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον ἢ ἀποτελεσάντων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸν πυρῆνα τοῦ Κόμματος, ὅπερ ἤθελεν Ἀρχηγὸν τὸν κ. Δ. Γούναρην ἐν τῇ ἁγνῇ ἐκτιμήσει τῶν μεγάλων προσόντων τοῦ ἀνδρός. Ἡ δὲ πολύτιμος συνδρομή, ἣν παρέχει κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὁ κ. Γ. Ζωγράφος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, συμπληροῖ τὴν ἐν συνόλῳ ἐπιβολὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἀντιμετώπισιν ποικίλων δυσχερειῶν. Ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου προγράμματος, θὰ ἐμφανισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Δὲν εἶναι πλέον Κυβέρνησις διαφανής, μέσῳ τῆς ὁποίας θὰ τολμήσουν ἀνιέρως νὰ παρουσιάσωσι τῆς Ἀνευθύνου Ἀρχῆς τὰς γνώμας, ὡς τιθεμένας ὑπὸ τὴν ψῆφον τοῦ λαοῦ. Τοῦτο θὰ συνέβαινεν ἂν Κυβέρνησις ἄλλη συνεκροτεῖτο πρὸς ἐνέργειαν ἐκλογῶν. Ἀλλ’ ἡ νέα Κυβέρνησις, δημιουργηθεῖσα μετὰ σειρὰν προσπαθειῶν τοῦ Στέμματος, ὅπως ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ὑποβοηθήσῃ τὴν ἀποφυγὴν ἐκλογῶν, εἶναι Κυβέρνησις ἔχουσα ἰδίαν πλέον ὑπόστασιν, ἀντιτάσσουσα ἑαυτὴν καὶ τὰς γνώμας της πρὸς τὸν ἀντίπαλον, ὅστις συνεχίζων τὴν ἀντιπολιτευτικὴν μέθοδον, ἐσκέφθη νὰ σύρῃ εἰς ἐπίπεδον πολιτικοῦ ἀνταγωνισμοῦ αὐτὸ τὸ Στέμμα διὰ τῶν λόγων τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ τῶν ἄρθρων καὶ εἰδήσεων τῶν ἕως χθὲς δημοσιογραφικῶν του ὀργάνων. Νῦν ὅμως ἡ Ἀντιπολίτευσις τῆς χθὲς κατέστη ἑνιαία κυβερνῶσα μερίς, ἐν γνώσει τῶν μεγάλων εὐθυνῶν, ἃς ἀνέλαβεν ἀπέναντι τῆς Πατρίδος. Καὶ ἐνώπιον τοιαύτης δυνάμεως θὰ συντριβῶσιν ἀναμφιβόλως αἱ προσπάθειαι τῆς ἐπανόδου εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐκείνων, οἵτινες, καταλύσαντες πάντα πολιτικὸν καὶ κοινωνικὸν νόμον, ὑπέτασσον τὰ γενικὰ συμφέροντα εἰς προσωπικοὺς ὑπολογισμούς».
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρὰ τίνος ἔχει ὑπογραφῆ τὸ ἄρθρον;
§49Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι γνῶμαι τοῦ ἐκπροσωποῦντος τὰς «Ἀθήνας». Ἡ συνέχεια τοῦ ἄρθρου περιέχει λέξεις, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναφέρω, προκειμένου περὶ τοῦ Κόμματος, τοῦ ἀποτελοῦντος τὴν πλειονοψηφίαν.
§50Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἀπορίαν; Δι’ αὐτοῦ ἀμφισβητεῖτε τὴν ἀξιοπιστίαν τοῦ κ. Πὼπ, ἂν ἔμελλε νὰ ἐξετασθῇ ὡς μάρτυς. Ὁ κ. Πὼπ καταγγέλλει ὑμᾶς. Ἐξεταστέον εἶναι ἂν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγετε εἶναι ἀληθῆ, διότι ἂν δεχθῶμεν τοῦτο, θὰ ἔλεγον ὅτι καὶ ὁ κ. Πὼπ ἔκαμεν ἀρχὴν ἐκτελέσεως.
§51Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸν ζητῶ ὡς ἀναγκαῖον συνεργόν. Ὄχι ὡς κατήγορον.
§52Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τὸν παίρνομεν ἐπιθυμήσαντα νὰ συνεργασθῇ. Ἀλλ’ ὅσα καταγγέλλει εἶναι ἀληθῆ ἢ δὲν εἶναι; Θὰ ἤμην εὐχαριστημένος ἂν ἀπεδεικνύετο ὅτι δὲν ἦσαν ἀληθῆ.
§53Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν. Νομίζω ὅτι δὲν παρηκολουθήσατε τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος, διότι δὲν εἶναι ἐνδιαφέρον ἂν σύρῃ ἡ Βουλὴ ἐνώπιόν της τὸν κ. βουλευτὴν Ψαρρῶν ὡς συνεργόν, οὔτε μ’ ἐνδιαφέρει σπουδαίως ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρρῶν ὑπῆρξε συνεργός. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μ’ ἐνδιαφέρει εἶναι ὅτι ὁ κατήγορος, ὅστις ἀπαγγέλλει σήμερον κατηγορίαν ἐπὶ συνωμοσίᾳ, ἦτο βέβαιος τότε ὅτι δὲν ὑπῆρχε συνωμοσία καὶ ἔσπευδεν ἐπιμόνως νὰ μετάσχῃ τῆς Κυβερνήσεως.
§54Γ. ΠΩΠ. Ὑπῆρξε συνωμοσία. Συμπεριελαμβανόμην καὶ ἐγώ, ἀλλὰ μὲ ἐξήρεσαν.
§55Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν ἔλθητε σύντροφος ἡμῶν κατὰ τὰς ὥρας τῆς φυλακῆς, τοὐλάχιστον θὰ εἴχομεν τὸ πνεῦμά σας νὰ μᾶς διασκεδάζῃ, καὶ τοῦτο θὰ ἦτο μεγάλη ἀνακούφισις. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα. Ταυτοχρόνως «προέβημεν εἰς πράξεις ἐσωτερικὰς καὶ εἰς διαπραγματεύσεις διεθνεῖς, ἀπαιτούσας τὸ κῦρος Κυβερνήσεως ἀπορρεούσης ἀπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Χώρας... κτλ.». Κύριοι, θὰ παρεκάλουν τώρα νὰ ὁρισθῇ, διατί κατηγορούμεθα; Διότι προέβημεν εἰς πράξεις, ἢ διότι δὲν προέβημεν εἰς πράξεις; Τὸ πρῶτον κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον ἀπεσύρθη λόγῳ ἀοριστίας, κατηγόρει ἡμᾶς διὰ τὸ σύνολον τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξάγονται, καὶ τὰ ὁποῖα καθιστῶσιν ἡμᾶς, ἂν ἠλήθευον, ὑπευθύνους διὰ τὴν κακὴν διαχείρησιν τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων. Τί δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπον; Λέγουσιν ἀμφότεροι, ὁ μὲν κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἡμεῖς διὰ τῆς στάσεως ἡμῶν ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ, τῆς ἀρνητικῆς, ἐματαιώσαμεν τὸν αἰφνιδιασμόν, τὸν ὁποῖον διὰ τῆς πολιτικῆς του ἐσκόπευε νὰ ἐπιχειρήσῃ κατὰ τῶν φρουρίων τῶν Δαρδανελλίων τῇ συμπράξει τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ τοῦ Συμμαχικοῦ Στόλου, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κατηγορεῖ εἰδικώτερον ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη — ἔσχε δὲ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξαιρέσῃ ἐμέ, ὀνομάσας με ὀπαδὸν τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας, κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν εἰς τὴν φράσιν ταύτην δίδει — ἐματαίουν ἢ ἀνέβαλλον, μᾶλλον ἀνέβαλλον διὰ τῶν ἀντιδράσεων αὐτῶν τὸ ἔργον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ὥστε ἡ πλειονοψηφία, διὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ αὐτῆς καὶ διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήγγειλε κατηγορίαν καθ’ ἡμῶν, ἢ μᾶλλον ἐζήτει εὐθύνας παρ’ ἡμῶν, διότι διὰ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν ἐματαιώσαμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου. Ὅταν αἱ κατηγορίαι αὗται ἐξητάσθησαν, ἀπήντησα παραχρῆμα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἀφηγήθην λεπτομερῶς πῶς ἐγένοντο ὅλαι αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη. Σήμερον δὲν κατηγορούμεθα δι’ αὐτό, ἀλλὰ διὰ τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας διεξηγάγομεν διαρκούσης τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Δὲν κατηγορούμεθα δι’ ἄρνησιν διαπραγματεύσεων, ἀλλὰ διὰ διαπραγματεύσεις γενομένας. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους εἶναι ὀρθόν, πρέπει νὰ μάθωμεν ποῖον εἶναι τὸ πλῆρες εὐθυνῶν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἐπιρρίπτεται καθ’ ἡμῶν. Διότι δὲν διεπραγματεύθημεν ἢ διότι διεπραγματεύθημεν; Ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εὐηρεστήθη ν’ ἀφηγηθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, τί ἀποδεικνύει; Ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀμέσου συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων, ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Γούναρη, ἔσχε πολιτικὴν ἀντίθετον. Κατὰ τοῦτο δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀπηύθυνε καθ’ ἡμῶν αἰτίασιν, ὅτι ἐματαιώσαμεν τοὺς σκοποὺς τοὺς παρ’ αὐτοῦ μελετωμένους. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα πολιτικῆς ἀντιλήψεως καὶ δὲν ἀποτελεῖ παράβασιν ἀξιόποινον, οὐδὲ ἀπηγγέλθη καθ’ ἡμῶν αἰτίασις ἐπὶ σκοπῷ κατηγορίας ποινικῆς. Τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ζήτημα διαφόρου πολιτικῆς ἀντιλήψεως. Μετὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεκαλέσθη προτάσεις ἀπευθυνθείσας πρὸς τὴν Ἑλλάδα περὶ συμμετοχῆς αὐτῆς εἰς τὸν διεθνῆ πόλεμον καὶ ὅτι ἐπὶ τῶν προτάσεων τούτων ἤρξαντο διαπραγματεύσεις, μὴ καταλήξασαι εἰς ἀποτέλεσμα. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι: Μᾶς κατηγοροῦν ἤδη ὅτι ἐκάμαμεν διαπραγματεύσεις. Δὲν μᾶς κατηγοροῦν ὅτι δὲν ἐκάμαμεν διαπραγματεύσεις. Ἀλλὰ αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ποίας φύσεως ἦσαν; Ἐφ’ ὅσον αἱ διαπραγματεύσεις αὗται ἤθελον καταλήξει εἰς ἀποτέλεσμα ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος, ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ πλειονοψηφία. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Ψαρρῶν, ὁ συντάκτης τοῦ κατηγορητηρίου, λέγει ὅτι ἐκάμαμεν τὰς διαπραγματεύσεις χωρὶς νὰ ἔχωμεν κῦρος πρὸς τοῦτο καὶ χωρὶς νὰ ἔχωμεν λαϊκὴν ἐντολήν. Ποίαν λαϊκὴν ἐντολήν; Ἐὰν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο ἐναντίον τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν πόλεμον ἢ ἦτο ὑπὲρ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν πόλεμον; Ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, ὡς τοῦτο ἡρμηνεύθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἦτο τοῦτο ἐντολή, ἦτο ἀπόφασις ἐπικυροῦσα τὸ πρόγραμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ πρόγραμμα δὲ τῶν Φιλελευθέρων εἶχε τὴν περίπτωσιν τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν πόλεμον πάντοτε, εἰδικῶς δὲ διὰ τὴν ἄμυναν ὑπὲρ τῆς Σερβίας. Ἐκτὸς τούτου ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ καὶ ἡ διαφωνία, ἥτις ἐπῆλθε μεταξὺ τοῦ κόμματος καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων διὰ τὸ ζήτημα τῆς Καλλιπόλεως. Λοιπόν, τὸ ζήτημα τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς καὶ ὡς ἡρμηνεύθη αὕτη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας, ἦτο ἀπόφασις πολεμική. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅτι τινὲς τῶν κ.κ. συναδέλφων, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ κ. Σκουλᾶς καὶ ὁ κ. Καζιτζιᾶνος, ἐδήλωσαν ὅτι ὑμεῖς εἰς τὰς ἐκλογὰς ὑπεστηρίξατε σαφῶς ὅτι ἠθέλατε πόλεμον. Ὁ κ. Σκουλᾶς εἶπεν ὅτι ἐπὶ τῆς κάλπης του εἶχε θέσει τὴν λέξιν «πόλεμος». Ὁ κ. Καφαντάρης ἐβεβαίωσεν ὅτι ἐν Ἀγρινίῳ ὡμίλησε σαφῶς ὑπὲρ τοῦ πολέμου. Λοιπόν, ἐὰν προήλθομεν εἰς διαπραγματεύσεις τεινούσας νὰ ἐξαγάγωσι τὴν Χώραν εἰς πόλεμον, ἡ λαϊκὴ ἐντολή, ἡ τεκμαιρομένη ἐντολή, ἦτο ἐκείνη, ἡ ὁποία προέκυψεν ἐκ τῶν ὑστέρων ἐκ τῶν ἐκλογῶν, ἦτο ὅτι ὁ λαὸς ἤθελε τὸν πόλεμον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αἱ θεωρίαι περὶ μὴ ὑπάρξεως τῆς λαϊκῆς ἐντολῆς, εἶναι ἕωλοι. Ἀλλὰ ἡ βάσις, ἐφ’ ἧς μόνον ἠδύνατό τις νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς, εἶναι ἡ καθ’ ἥν, ἀποφασίζοντες νὰ ἐξαγάγωμεν τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ καταλήγοντες εἰς ὁριστικὴν συμφωνίαν καὶ ἀπόφασιν, προεβαίνομεν ἡμεῖς ἄνευ συνεργασίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς εἰς τὸ νὰ καταστήσωμεν τὴν θέσιν τοῦ Κράτους ἐμπόλεμον, ἐπιτελοῦντες τὰς ἀποφάσεις ἡμῶν. Ἡ προετοιμασία τοῦ θέματος παρὰ πάσης Κυβερνήσεως δύναται νὰ γίνῃ· ἀλλὰ μόνον ἐὰν προεβαίνομεν εἰς τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν ἐντολὴν καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, τότε ἠδυνάμεθα νὰ κατηγορηθῶμεν. Τοιοῦτον τι ὅμως δὲν ἐγένετο, καὶ δὲν ἐγένετο, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, διότι δὲν κατελήξαμεν εἰς πέρας διαπραγματεύσεων. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν, ζητοῦντες πρὸ πάσης ἀποφάσεως πρὸς πόλεμον, ἀσφαλείας περὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας, τοῦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἀξιώσῃ παρὰ τῶν Συμμάχων, ὅταν μάλιστα αἱ Βουλγαρικαὶ ἀξιώσεις ἦσαν καταφανεῖς καὶ ὅταν δυστυχῶς καὶ ἐκ τῶν Κυβερνήσεων τῶν Συμμαχικῶν Δυνάμεων ἐξεδηλοῦντο πανταχόθεν αἱ προθέσεις τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλγαρικῆς συμπράξεως ἐπὶ θυσίᾳ ὑπὲρ τῆς Βουλγαρίας ἐκ μέρους τῶν ἄλλων Βαλκανικῶν Κρατῶν τμημάτων τῶν Χωρῶν αὐτῶν, ἐπ’ ἀνταλλάγματι βεβαίως ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Καὶ ἐφ’ ὅσον τοιαῦται ἐνδείξεις ὑπῆρχον καὶ ἡ ἀξίωσις ἡ ὑφ’ ἡμῶν διατυπωθεῖσα εἰς παροχὴν ἀσφαλείας τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας ἦτο ἀξίωσις, ἡ ὁποία ἐνεσάρκου τὴν γνώμην παντὸς Ἕλληνος, διότι οὐδεὶς πραγματικῶς Ἕλλην θὰ ἤθελε νὰ κολοβωθῇ ἡ Ἑλληνικὴ γῆ καὶ νὰ γίνωσιν ἀντικείμενον ἀνταλλαγμάτων τμήματα αὐτῆς, ἐλευθερωθέντα καὶ ποτισθέντα ὑπὸ τοῦ αἵματος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, δὲν δύνασθε νὰ ζητῆτε παρ’ ἡμῶν εὐθύνας διὰ τὰς διαπραγματεύσεις. Δὲν θέλω νὰ ἀφηγηθῶ τὰς διαπραγματεύσεις, διότι κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν εἰς ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀφηγήθην ταύτας, ἂν καὶ ἡ ἀφήγησις ἐνώπιον τῶν Βουλῶν πολιτικῶν ζητημάτων εἶναι πάντοτε εὐχάριστος, διότι διδάσκει πάντας περὶ τῶν θεμάτων τῆς Ἱστορίας. Ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ταῦτα, ἀκριβῶς διότι κατηγοροῦσιν ἡμᾶς σήμερον ὅτι προέβημεν εἰς διαπραγματεύσεις, αἵτινες ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν τὸ πλειονοψηφοῦν Κόμμα ἐχάραξε. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ κατηγορηθῶμεν μόνον παρὰ τῆς πλειονοψηφίας, ἐὰν ἠθέλομεν διαπράξει πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ καθίστων ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς της, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἔθετον τὴν Ἑλλάδα τότε εἰς θέσιν τοιαύτην ἀπέναντι τῆς Συνεννοήσεως, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατον εἰς τὸ πλειονοψηφοῦν Κόμμα νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν πολιτικήν του. Ἀλλὰ τοιαύτη κατηγορία δὲν προβάλλεται· προβάλλεται μόνον ἡ κατηγορία ὅτι ἐκάμαμεν διαπραγματεύσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς πλειονοψηφίας. Καὶ ἐντεῦθεν γεννᾶται τὸ ἕτερον ζήτημα. Κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ὅτι ἀνεβάλομεν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἀναβολὴ αὕτη τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ διάστημα 20 ἡμερῶν ἀποτελεῖ ἴδιον κεφάλαιον κατηγορίας, κεφάλαιον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐπεζητήθη καθ’ ἡμῶν ποινικὴ εὐθύνη. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι: Εἶναι δυνατὸν νὰ ζητῆται ποινικὴ εὐθύνη παρ’ Ὑπουργῶν, διότι δὲν παρέβημεν μίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος; Διότι τὸ Σύνταγμα παρέχει τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς ἐφ’ ἅπαξ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ἐπράξαμεν. Ἐκηρύξαμεν κατόπιν τὴν λῆξιν τῆς συνόδου καὶ μετὰ 15 ἡμέρας προέβημεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐπράξαμεν ὅ,τι τὸ Σύνταγμα κελεύει, ποιησάμενοι χρῆσιν μόνον τοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς, τοῦ ὁποίου ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου σχηματισθεῖσαι ἐκ τῶν μειονοψηφιῶν ἐποιήσαντο χρῆσιν. Καὶ ἐχρησιμοποιήσαμεν πέραν τῆς διακοπῆς ἔτι 15 ἡμέρας διὰ δύο λόγους. Ὁ πρῶτος λόγος ἦτο λόγος μηχανικός, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ ἐξ ἴσου καλῶς, ὅπως καὶ ἐγώ, ὅτι δηλαδὴ ἐπὶ τῇ μὴ προβλέψει τόσον ταχειῶν ἐκλογῶν, δὲν εἶχε ληφθῆ μέριμνα περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὥστε νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ ἀδυναμίας πρὸς ἐνέργειαν ἐκλογῶν, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐκλογικῶν καταλόγων ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαχθῶσιν ἐκλογαὶ ἄνευ ἐκλογικῶν καταλόγων; Αὕτη ἦτο ἡ πρώτη μηχανικὴ δυσχέρεια. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ δευτέρα δυσχέρεια, πολιτικὴ πλέον αὐτή. Ἀκριβῶς ὁ τόνος τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων — καὶ τοῦτο τὸ ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν — ἡ ζωηρότης αὐτῶν ἐσημειοῦτο κατὰ τὰς ἀρχὰς Ἀπριλίου. Ἐὰν ἀνεβάλομεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐπράττομεν τοῦτο ἵνα μὴ παρουσιάσωμεν τὴν εἰκόνα, ὅτι ἐνῷ διεπραγματευόμεθα τὴν ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἐξ ἄλλου διελύομεν τὴν Βουλήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὅτι αἱ πρὸς πόλεμον διαπραγματεύσεις ἡμῶν δὲν ἐνεῖχον σοβαρὸν χαρακτῆρα. Καὶ ἔπειτα, ἀσχέτως πρὸς τοὺς φόβους τούτους, ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἐνομίζομεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξωμεν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα, διαπραγματευόμενοι τὴν ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἐνῷ συγχρόνως ἐνεργοῦμεν ἐκλογάς. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἀντελαμβανόμεθα ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ποτέ, μὴ ἔχοντες ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίαν καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τεκμαιρομένης ἐντολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς ἡμᾶς νὰ παραλύσωμεν τὴν Νομοθετικὴν καὶ πολιτικὴν Ἐξουσίαν ἐν τῷ Κράτει καὶ νὰ ἐξαγάγωμεν τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῆς οὐδετερότητος, χωρὶς νὰ ἐρεισθῶμεν ἐπὶ μιᾶς λαϊκῆς γνώμης. Ἀκριβῶς λοιπὸν κατὰ τὸ χρονικὸν ἐκεῖνο διάστημα ἐσημειοῦτο ἡ μεγάλη ζωηρότης τῶν διαπραγματεύσεων. Αἱ διαπραγματεύσεις, κύριοι, διεξήχθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ ἐντύπωσις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, ὅτι θὰ ἐγίνοντο δεκτὰ τὰ αἰτήματα τῆς Ἑλλάδος παραχρῆμα. Εἴτε ὑπῆρξεν ὑπεραισιοδοξία τοῦ ἐνταῦθα ἀποσταλέντος πρὸς διεξαγωγὴν διαπραγματεύσεων, εἴτε δὲν ὑπῆρξε πλήρης ὁμοφωνία ἐν ταῖς ἀντιλήψεσι μεταξὺ τῶν Κυβερνήσεων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, εἴτε καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, εἴτε δὲν ὑπῆρξεν ὁμοιογενὴς ἀντίληψις τοῦ Βουλγαρικοῦ ζητήματος, τὸ ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπεστάλη πρίγκηψ τοῦ Β. Οἴκου, λέγων ὅτι θέλει ζητηθῆ ἡ Ἑλλὰς εἰς σύμπραξιν, ὅτι σήμερον διεξάγονται διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῶν τριῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ἵνα γίνῃ δεκτὴ ἡ Ἑλλάς, ὅτι δὲ μόλις ἡ συμφωνία συντελεσθῇ, τότε θέλει εἰδοποιηθῆ ἡ Ἑλλὰς διὰ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ἵνα προβῇ εἰς δήλωσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι εἶναι ἑτοίμη νὰ συνεχίσῃ παλαιὰς ἢ διακοπείσας διαπραγματεύσεις ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Τοῦτο δέ, διότι αἱ Δυνάμεις δὲν ἤθελον νὰ δείξωσι πρωτοβουλίαν, προκαλοῦσαι τὴν Ἑλλάδα, μὴ θέλουσαι νὰ προσκρούσωσιν εἰς νέαν τυχὸν ἄρνησιν. Πρὶν ἢ ἀνακοινωθῇ εἰς ἡμᾶς, ὅτι ἦτο κατηρτισμένη ἡ συμφωνία, προέβημεν ὁλοταχῶς εἰς τὴν μελέτην τῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἤθελον παρουσιασθῆ, θεμάτων στρατιωτικῶν, θεμάτων πολιτικῶν, καὶ ταῦτα ἐν ὄψει τοῦ ἔχοντος τὴν ἐντολὴν ὅπως προειδοποιήσῃ ἡμᾶς. Καὶ εἴπαμεν αὐτῷ τὰ ἑξῆς: «Ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει οἱ Σύμμαχοι τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας, ἔχουσι πρὸ παντὸς ὑπ’ ὄψει τὰς στρατιωτικὰς πρὸς διεξαγωγὴν τῶν ἐπιχειρήσεων; Ἔχουσιν ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ εἴχομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὸν ὄγκον τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ καὶ τὴν μετὰ τὴν ἀνάμιξιν τῆς Ἑλλάδος ἔξοδον τῆς Βουλγαρίας ἐκ τῆς οὐδετερότητος, τῆς ὁποίας ἦσαν γνωσταὶ αἱ πρὸς τὴν Γερμανίαν συνεννοήσεις;» Καὶ ἠρωτῶμεν ἐὰν εἶχον τὴν πρόβλεψιν περὶ τούτου. Καὶ εἶπον πρὸς ἡμᾶς ὅτι ἔχουσιν ὅλας τὰς προβλέψεις καὶ ὅτι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἡτοίμασεν ἡ Κυβέρνησις, κατὰ τὰς ἰδικάς των πληροφορίας, θὰ ἐγίνοντο δεκταί.
§56Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐστείλατε σεῖς προτάσεις διὰ τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου;
§57Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ προτάσεις ὑπεβλήθησαν διὰ τοῦ κ. Ρωμάνου, ὡς πρεσβευτοῦ, καὶ τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου.
§58Λ. ΝΑΚΟΣ. Πῶς ἀνεμίξατε εἰς τοιαύτην ἐνέργειαν πρόσωπον ἀνεύθυνον;
§59Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ πρίγκηψ Γεώργιος δὲν ἦτο ἀνεύθυνος, ἦτο πολίτης Ἕλλην, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ ἐγχειρίσῃ εἰς τὸν πρεσβευτὴν κ. Ρωμάνον ἕνα φάκελλον. Ἀλλὰ διὰ νὰ σᾶς ἐξαγάγω ἐκ τῆς ἀδημονίας, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ὁ πρίγκηψ Γεώργιος ἐγένετο ταχυδρόμος μόνον. Ὁ κ. Ρωμάνος, πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, ἐνετάλη διὰ τηλεγραφικῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα προβῇ εἰς συνεννοήσεις. Ὁ κ. Ρωμάνος ὑπῆρξεν ὁ ἀνακοινώσας πρὸς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν, ὁ κ. Γεννάδιος πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν καὶ ὁ κ. Δραγούμης πρὸς τὴν Ρωσσικὴν Κυβέρνησιν τὰς προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ πρίγκηψ Γεώργιος μόνον μετέφερε τὸν φάκελλον, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ οὗτος ὁ ἐπίσημος ἐντεταλμένος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ταῦτα ἦσαν τὰ γεγονότα. Ἐνῷ ταῦτα ἐγένοντο, ἀνεκοινώθη πρὸς ἡμᾶς ἄλλο τηλεγράφημα, ληφθὲν ὑπὸ τοῦ πρίγκηπος Γεωργίου, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις πρέπει νὰ εἶναι ἑτοίμη, ἵνα ὑποβάλῃ τὰς προτάσεις της, διότι ἐπέστη ὁ καιρός. Τὴν ἐπαύριον συνήλθομεν εἰς Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἵνα ἐγκριθῶσι τελικῶς αἱ προτάσεις αὗται καὶ ἀποσταλῇ ἡ δήλωσις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἑτοίμη νὰ διαπραγματευθῇ. Ἀλλ’ ἐνῷ διὰ τὸ ἀπόγευμα εἶχεν ὁρισθῆ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὴν πρωΐαν παρουσιάσθησαν οἱ τρεῖς πρέσβεις καὶ προέβησαν εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι αἱ Δυνάμεις προσκαλοῦν τὴν Ἑλλάδα νὰ μετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος, παραχωροῦσαι πρὸς αὐτὴν ἀνταλλάγματα ἐπὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Καὶ τοιουτοτρόπως, πρὶν ἢ ἡ Ἑλλὰς προλάβῃ νὰ δηλώσῃ τὴν ἐπιθυμίαν της, ἔσπευσαν αἱ Δυνάμεις καὶ ἐξεδήλωσαν τὴν ἐπιθυμίαν των περὶ συμπράξεως τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο ἀκριβῶς ὑπῆρξεν ἔνδειξις, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἦσαν τόσον πρόθυμοι πρὸς ἀποδοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς συνεργασίαν, ὥστε ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν παραχρῆμα. Καὶ πράγματι, κύριοι, τὴν 1ην Ἀπριλίου ὑπεβλήθη τὸ αἴτημα τῶν Δυνάμεων καὶ τὴν 2 Ἀπριλίου ἀπεστάλη ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς ἐνάρξεως τῶν διαπραγματεύσεων καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν πόλεμον. Ἐφόσον δὲ ἡ Κυβέρνησις μετὰ τόσης σπουδῆς ἐνήργησεν, εἶχε δ’ ἐλπίδας ὅτι ἤθελε πραγματικῶς ἡ συμφωνία συντελεσθῆ μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν Δυνάμεων, ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν ἐξαιρετικῶς ἀνώμαλον κατάστασιν, ἥτις παρήγετο ἐν τῷ Κράτει, κατάστασιν ἡ ὁποία κατέληγεν εἰς τὴν λῆψιν μιᾶς ἀποφάσεως περὶ πολέμου, εὑρέθη πρὸ τῆς ἀνάγκης τῆς ἀκαταμαχήτου νὰ ἀναβάλῃ ἐπί τινας ἡμέρας τὴν ἀπόφασιν περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχε γεγεννημένην τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔφθανε πρὸ συμφωνίας μετὰ τῶν Δυνάμεων.
§60Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ τῆς ἐδίδετο ἡ εὐκαιρία, διότι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο ἀλλοῦ. Ἐνθυμεῖσθε δὲ τί ἔγραφον αἱ ἐφημερίδες διὰ τὸν κ. Ζωγράφον: «Ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα, τὴν ἐξουσίαν νὰ διαχειρίζησθε τὰς ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος;».
§61Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τί ἠθέλατε νὰ κάμωμεν; Εἴχομεν στρατιωτικὸν νόμον διὰ τὰς ἐφημερίδας;
§62Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀνώτερος παράγων εἶχεν ἤδη λάβει ὅλην τὴν Ἐξουσίαν εἰς χεῖρας του.
§63Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τοῦτο διαφωνοῦμεν ριζικῶς.
§64Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε μίαν ἀπορίαν. Ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915 ἦτο διαφωνία ἀφορῶσα τὰς λεπτομερείας τῶν συμφωνιῶν μεταξὺ τῆς Συνεννοήσεως καὶ τῆς Ἑλλάδος; Δηλαδὴ ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐνέκρινε τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἴπατε ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Συνεννοήσεως ἦσαν ἀτελεῖς καὶ ἔπρεπε νὰ συμπληρωθῶσιν, ἢ δι’ ἄλλον λόγον;
§65Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶπον. Ἡ διαφωνία, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, ἦτο διαφωνία, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ λύσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§66Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, διότι δὲν ἐξηγήθην ἴσως καλῶς. Ζητῶ ἀπὸ σᾶς τὴν ἑξῆς λύσιν. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἔλεγεν εἰς τὸν κ. Βενιζέλον: «Κύριε Βενιζέλε, κύριε Πρωθυπουργέ, εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ τὴν πολιτικήν σου καὶ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἀλλὰ συμπλήρωσε τὰς διαπραγματεύσεις σου...»
§67Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ μὲ ἐπροκαλέσατε, θὰ σᾶς προσθέσω ὅτι, ὅταν τὴν τελευταίαν φοράν, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐπετείου τῆς ἁλώσεως τῶν Ἰωαννίνων, ὁ Βασιλεὺς μοὶ εἶπεν ὅτι διαφωνοῦμεν, ἐζήτησα τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ τὸν συγκρατήσω. Τότε τοῦ ἐξέφυγε τὴν τελευταίαν στιγμὴν καὶ μοὶ εἶπε: «Μὰ τί θέλετε; Πῶς θὰ ἴδω τὸν Αὐτοκράτορα;» Ὅταν δὲ διὰ τελευταίαν φορὰν ἀνῆλθον εἰς τὰ Ἀνάκτορα οἱ Ὑπουργοί, θὰ σᾶς εἴπῃ ὁ κ. Ρέπουλης τί ἐλέχθη.
§68Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς ἐμὲ εἶπε τὰ ἑξῆς ὁ Βασιλεύς, ὅταν παρουσιάσθην τὴν τελευταίαν φοράν. Ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν ὑπῆρχε πεποίθησις στερεά, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ μεταβληθῶσιν αἱ γνῶμαι τοῦ τότε Βασιλέως, εἴχαμεν ὅμως τὴν στοιχειώδη ὑποχρέωσιν παραιτηθέντες νὰ ἐγγραφῶμεν εἰς τὸ βιβλίον τῶν Ἀνακτόρων, ἵνα παρουσιασθῶμεν εἰς τὸν Βασιλέα. Ἐνεγράφημεν πάντες καὶ ἐκλήθημεν κατὰ σειράν. Παρουσιάσθη καὶ ὁ ἔχων τὴν στιγμὴν αὐτὴν τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εὗρον αὐτὸν ἐρεθισμένον κατ’ ἐμοῦ, διότι μοὶ ἀπέδιδε τὴν μομφήν, ὅτι ἐξώθησα πολὺ τὰ πράγματα. Μοὶ εἶπε δὲ σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος: «Προτιμῶ νὰ αὐτοκτονήσω, παρὰ νὰ ἐξέλθω ἐγὼ εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντάντ, καὶ ἰδίως τῆς Ρωσσίας». (Χειροκροτήματα). Ἡ δήλωσις αὐτὴ ἔγινε καὶ πρὸς ἕτερον συνάδελφόν μου καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἴπω, πρὸς τὸν κ. Διομήδην. Λέγω δὲ ὅτι ἐλέχθη καὶ πρὸς τὸν κ. Διομήδην, ὄχι διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν ἀνακοίνωσίν μου, τὴν γενομένην πρὸς ὑμᾶς, ἀλλὰ διότι ὁ κ. Διομήδης παρετήρησεν, ὅτι ἂν ἔχωμεν ἐναντίαν τὴν γνώμην τοῦ Ἔθνους, τῆς Βουλῆς, τῆς Ἀντιπροσωπείας τῆς Ἐθνικῆς, ἔχομεν ὅμως Σύνταγμα, καὶ ὁ Βασιλεὺς εἶπε πρὸς αὐτὸν ὅτι τὸ Σύνταγμα τὸ ἐθεώρει μηδέν. (Αἴσθησις καὶ χειροκροτήματα).
§69Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ Κυβέρνησις Γούναρη αὐτὸ τὸ ἐγνώριζεν, ὅτι ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος ὑπὸ οἱονδήποτε ὅρον, θὰ ἐξήρχετο μὲ τὸν Βενιζέλον καὶ δὲν θὰ ἐπερίμενε τὸν Γούναρην.
§70Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτή, κύριε συνάδελφε, εἶναι προσωπικὴ βεβαίωσις ἰδική σας.
§71Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι δά! Εἶναι ἐπιχείρημα ἀκαταμάχητον.
§72Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴπετε ὅτι, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἤθελε νὰ ἐξέλθῃ, θὰ ἐξήρχετο κατὰ προτίμησιν μὲ τὴν Κυβέρνησιν Βενιζέλου καὶ ὄχι μὲ τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη καὶ ὅτι ἡμεῖς ἐγινώσκομεν τοῦτο;
§73Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι σᾶς λέγω: Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς διεφώνει εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν διαπραγματεύσεων, θὰ ἔλεγεν εἰς τὸν κ. Βενιζέλον: «Κύριε Βενιζέλε, συμπληρώσατε τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ὕστερον ἐξερχόμεθα».
§74Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Τὸ ὡμολόγησε.
§75Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδέποτε ὑπεστηρίχθη ὅτι αἱ συζητήσεις μεταξὺ τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τοῦ Βασιλέως δὲν ἤθελον τερματισθῆ ὡς ἠξίου ὁ κ. Βενιζέλος, διότι ἦσαν ἀνεπαρκεῖς κατὰ τὰ ἀνταλλάγματα αἱ προτάσεις τοῦ κ. Βενιζέλου. Τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν ἐτέθη ποτέ. Ὁ ἀξιότιμος δὲ βουλευτής, ἐν τῇ εὐφυΐᾳ του τῇ Εὐρυτανικῇ, ἠθέλησε νὰ εἰσαγάγῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐγεννήθη. Διότι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλει τὴν Κυβέρνησιν Βενιζέλου τότε καὶ τὸν Βασιλέα καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον, ὑπῆρξε ζήτημα στρατιωτικῆς ἀντιλήψεως. Ἀδιαφορῶ, διότι δὲν εὐθύνουν ἐμέ, ἀδιαφορῶ ποῖαι ἦσαν ἐκείνην τὴν στιγμὴν αἱ σκέψεις· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶμαι ἐγὼ καρδιογνώστης καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἀναλάβω τὴν εὐθύνην ἰδιαιτέρων σκέψεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνεκοινώθησαν εἰς ἐμὲ — ἐννοῶ ὅλην τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲ χωρίζω ἐμαυτόν.
§76Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
§77Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, δὲ θὰ γίνω καμβᾶς διὰ νὰ κεντᾶτε διὰ τῶν διακοπῶν σας. Δὲν ἐπιτρέπω τίποτε. Ὁμιλήσατε κατόπιν.
§78Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αὐταὶ αἱ διαπραγματεύσεις σας ἐνισχύοντο διὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἀπορρήτων ὑπομνημάτων τοῦ κ. Βενιζέλου πρὸς τὸν Βασιλέα; Δὲν μᾶς λύετε τὴν ἀπορίαν αὐτήν;
§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν θὰ σᾶς λύσω τὴν ἀπορίαν αὐτήν. Διότι μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον ἐδῶ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ πραγμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ὁμιλήσω. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἐδῶ θέμα κατηγορίας, ὅτι ἐδημοσιεύθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔβλαψαν τὸ Κράτος, τότε βεβαίως ἤθελον ἀπαντήσει. Ἀλλ’ ἐὰν νομίζητε ὅτι τὸ κατηγορητήριον θὰ ἐνισχύσητε διὰ προσωπικῆς ἔριδος μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, εἶσθε ἠπατημένος, διότι τὸν μυελόν, ὅστις ὑπάρχει ἐντὸς τῆς ἰδικῆς σας κεφαλῆς, τὸν διαθέτω καὶ ἐγώ. Ἐννοῶ λοιπὸν νὰ ἐντοπίσω τὴν συζήτησιν ἐπὶ ἐκείνων τῶν θεμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγορούμεθα, δὲν θὰ ἐπιτρέψω δὲ εἰς κανένα νὰ ἐκτρέψῃ τὸν λόγον μου εἰς θέματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν κατηγορούμεθα. Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον πολιτικῆς συζητήσεως τὸ θέμα τοῦτο, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ συζητήσω, ὄχι σήμερον ὅμως, ἀλλ’ αὔριον. Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν ἀνθρώπων ἀπόντων, δὲν ἔχω δὲ τὴν διάθεσιν νὰ ἀνεχθῶ ἐπεισόδια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ βλάψουν τοὺς ἀπόντας. Κάκιστον δ’ ἔργον τὴν στιγμὴν αὐτὴν πράττετε, κύριε συνάδελφε. Διότι σήμερον ἔχει ἀνάγκην ἡ πλειονοψηφία ἠρεμίας καὶ ψυχραιμίας, σήμερον ἡ πλειονοψηφία πρόκειται νὰ δικάσῃ καὶ δικάζουσα ἡ πλειονοψηφία δὲν εἶναι πολιτικὸν Σῶμα, δικάζουσα ἡ πλειονοψηφία, δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τοὺς ἀρχαίους Ἠλιασίας· εἶναι τὸ Σῶμα τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δικάζον πολιτικὰς πράξεις. Δὲν εἶναι δὲ ἐπιτετραμμένον εἰς ὑμᾶς νὰ θέλητε νὰ προκαλέσητε ἐπεισόδια καὶ ἀντεγκλήσεις, προκειμένου περὶ πολιτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σχετικὰ μὲ τὸ κατηγορητήριον, διὰ νὰ ἐρεθίσητε τὴν πλειονοψηφίαν ἐναντίον κατηγορουμένων πολιτικῶν προσώπων. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρόθεσίς σας καὶ τὴν πρόθεσιν αὐτὴν ἐλέγχω. Καὶ προχωρῶ, κύριοι. Λέγω ὅτι μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ποῖαι ἦσαν αἱ ἐνδότεραι σκέψεις, αἱ σχετιζόμεναι μὲ τὴν διαφωνίαν μεταξὺ Στέμματος καὶ τοῦ κ. Βενιζέλου· ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὄχι διότι ἡμεῖς εἴμεθα πειστικώτεροι — ὁ κ. Βενιζέλος τὸ χάρισμα τῆς πειστικότητος ἔχει εἰς μέγαν βαθμὸν ἀνεπτυγμένον — ἀλλὰ διότι αἱ περιστάσεις αἱ μετέπειτα συνετέλεσαν εἰς ἐπηρεασμὸν τῶν σκέψεων τοῦ Στέμματος. Τὸ ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι τῇ συγκαταθέσει τῇ πλήρει τοῦ Στέμματος προέβημεν εἰς τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ εἰς τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἐστάλη εἰς τὸν κ. Ρωμάνου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκοινοῦντο αἱ προτάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ρητῶς ἐμνημονεύετο, ὅτι αἱ προτάσεις αὗται ἦσαν ἐγκεκριμμέναι ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Τοῦτο δὲ ἐτέθη, ὄχι διότι εἶχεν ἀνάγκην ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις τοιαύτης κυρώσεως τῶν σκέψεων καὶ προτάσεων αὐτῆς, ἀλλὰ διότι ἀκριβῶς εὑρισκόμεθα ἀπέναντι ξένων Δυνάμεων, αἵτινες εἶχον ἤδη εὑρεθῆ πρὸ Βασιλικῆς διαφωνίας, καὶ ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ Κράτος ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ ἀντικείμενον διαπραγματεύσεων σοβαρῶν καὶ νὰ ἄρωμεν τὸν φόβον, ὅτι ἦτο δυνατὸν μία Βασιλικὴ διαφωνία νὰ γεννήσῃ νέα πράγματα. Καὶ καταλήγω — διότι τοῦτο εἶναι τὸ θέμα — ὅτι δὲν προέβημεν ἀμέσως εἰς ἐκλογάς, διότι διεξάγοντες διαπραγματεύσεις τοιαύτας, τῶν ὁποίων ἡ σοβαρότης καὶ τὸ ἐπεῖγον ἐλέγχονται παραχρῆμα, μόλις θελήσῃ τις νὰ διεξέλθῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς διάλυσιν τῆς Βουλῆς, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον εἶπον, καὶ ἐπαναλαμβάνω πάλιν, διότι διεκόπην, ὅτι βεβαίως ἦτο ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ διαπραγματεύσεις ἔφερον εἰς ἀποτέλεσμα, νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλήν, νὰ θέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ θὰ ἔλεγε πρὸς ἡμᾶς: «Κύριοι, ἔχει καλῶς, διεξηγάγετε διαπραγματεύσεις πρὸς μίαν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται ἡ πλειονοψηφία· ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἔχει πρόγραμμα, ἀποδειχθὲν ὀρθόν, παραδώσατε λοιπὸν τὴν θέσιν σας εἰς τὸν Ἀρχηγὸν αὐτῆς, διότι εἰς αὐτὸν ἐμπιστευόμεθα καλλίτερον τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος», θὰ τὸ ἐδεχόμεθα ἡμεῖς τοῦτο ἀναντιρρήτως καὶ θὰ ἐσχημάτιζε Κυβέρνησιν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διέθετε τὴν πλειονοψηφίαν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπεβραδύνθη ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐπὶ δεκαοκτὼ ἡμέρας, λόγος οὐσιωδέστατος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκώλυε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἀκόμη ὁ λόγος τῆς ἐλλείψεως ἐκλογικῶν καταλόγων. Τοῦτο, κύριοι, σᾶς εἶπον, χωρὶς νὰ ἔχω καμμίαν ἀνάγκην νὰ σᾶς τὸ ἀνακοινώσω, διότι ἤρκει ἡ βεβαιωμένη κατάστασις, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνουν ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως ἐκλογικῶν καταλόγων, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς κάμω τὰς ἐκμυστηρεύσεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι συντελοῦν μόνον εἰς φωτισμὸν τῆς Ἱστορίας. Καὶ ἔχομεν κατόπιν ἄλλο ἀντικείμενον κατηγορίας, ὅτι ἐπελθουσῶν τῶν ἐκλογῶν, προέβημεν εἰς μίαν ἀναβολὴν τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς μηνιαίας ἀναβολῆς χορηγεῖται ἐκ τοῦ Συντάγματος. Δὲν παρεβιάσαμεν καμμίαν διάταξιν τοῦ Συντάγματος.
§80Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Τὴν θέλησιν τὴν λαϊκὴν ὅμως τὴν παρεβιάσατε.
§81Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν θέλησιν τὴν λαϊκὴν δὲν παρεβιάσαμεν, διότι χορηγηθείσης τῆς ἀναβολῆς, ἡ θέλησις ἡ λαϊκὴ πάντοτε θὰ ἐξεπληροῦτο.
§82Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχετε εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τοῦ Τόπου κανὲν προηγούμενον — εἶσθε ἐμπειρότερος ἀπὸ ἐμὲ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τοῦ Τόπου — ἔχετε κανὲν προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον Κυβέρνησις πολιτικὴ — ὡς σεῖς χαρακτηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη, καὶ συμφωνῶ καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο μαζί σας — ἡ ὁποία, ἡττηθεῖσα εἰς τὰς ἐκλογάς, ὄχι μόνον δὲν σπεύδει νὰ παραιτηθῇ, ὄχι μόνον ἐξαντλεῖ τὸ μέχρι τῆς συγκλήσεως τῆς νέας Βουλῆς διάστημα, ἀλλὰ καὶ παίρνει ἀναβολὴν τῆς ἡμέρας τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς;
§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἀντιδιακοπήν; Τὸ πρῶτον θέμα τοῦ κατηγορητηρίου ἔπεσεν οὕτω;
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Εἶναι ἡ γνώμη ἡ ἀτομική μου. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς σας ἦτο πολιτική. Ἔχετε λοιπὸν κανὲν παράδειγμα, ὅτι Κυβέρνησις πολιτική, κληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ἀποδοκιμασθεῖσα ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ἔμεινεν εἰς τὴν Ἀρχήν, ὄχι μόνον ἐξαντλοῦσα τὸν χρόνον τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἀναβάλλουσα τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς;
§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ἔχομεν παραδείγματα Κυβερνήσεων Ὑπηρεσιακῶν.
§86Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι Κυβερνήσεων Ὑπηρεσιακῶν.
§87Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προχείρως δὲν ἔχω κανέν.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύνασθε νὰ θεωρήσητε, ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὸν αὐτό, ὅπως Κυβέρνησις πολιτική, ἀποδοκιμασθεῖσα ἀπὸ τὸν λαόν, θεωρηθεῖσα ὅτι κακῶς ἐκλήθη εἰς τὴν Ἀρχήν, διότι ἐκλήθη πάντοτε μὲ τὸ τεκμήριον, ὅτι θὰ ἔχῃ τὸν λαὸν μαζύ της, θεωρεῖτε, λέγω, κοινοβουλευτικὴν τὴν ἐξάντλησιν τῶν προθεσμιῶν καὶ τὴν ἀναβολὴν διὰ τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς;
§89Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κανονικόν, κοινοβουλευτικῶς δὲν εἶναι. Δὲν θὰ εἴπω τί ἐγὼ κατὰ τῆς ἀληθείας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, εἶναι ποινικῶς καταδιωκτέον;
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Περὶ τούτου δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ χρειασθῇ ἴσως νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας σας· ἄλλως τοῦτο εἶναι ζήτημα δικαστικόν. Θὰ ἔλεγον ὅμως τοῦτο, ὅτι ἂν ἡ κατηγορία κατὰ τῶν μετασχόντων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἦτο μόνον δι’ αὐτό, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε καὶ συνέχεια τῆς δράσεως αὐτῶν ἢ τινῶν ἐξ αὐτῶν, ἢ τοῦ κυριωτάτου ἐξ αὐτῶν, δὲν ὑποθέτω ὅτι θὰ ἐσκέπτετο κανεὶς νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν δι’ αὐτὴν τὴν παρεκτροπήν. Ἀλλ’ ὅταν ἔγινεν ὅσα ἔγιναν, ὅταν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη ἔχουν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου ἤδη εἶχε σκοπὸν νὰ καταπατήσῃ τὸ πολίτευμα καὶ ὅταν ἡ Κοινὴ Γνώμη καὶ ἡ Βουλὴ βλέπουν ποῖαι ζημίαι ἐπῆλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐκ τῶν Κυβερνήσεων τῶν ἀλλεπαλλήλων, αἱ ὁποῖαι ἐσχηματίσθησαν ὑπὸ τοῦ Στέμματος μὲ τὴν πρόθεσιν τῆς καταλύσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραπέμψῃ εἰς δίκην τὰς διαφόρους Κυβερνήσεις, καὶ ἐκείνας ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι δὲν κατηγοροῦνται δι’ εἰδικὰ ζητήματα, διότι διὰ τῆς δυσχειρίσεως τῆς Ἐξουσίας ἔβλαψαν τὸ Κράτος.
§91Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκ προθέσεως;
§92Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐκ προθέσεως. Ἐὰν θέλητε νὰ δώσητε εἰς τὴν λέξιν «πρόθεσις» τὴν ἔννοιαν τοῦ ὅτι ἐπιδιώκει τις τὴν βλάβην, διὰ νὰ κάμῃ βλάβην, βεβαίως ὄχι. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν ἣν ἐγὼ δίδω εἰς τὴν λέξιν «πρόθεσις», ὅτι δηλ. ἐν γνώσει ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι, καὶ ἐκείνη τῆς ὁποίας μετείχετε σεῖς, ἐν γνώσει τοῦ ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ἠδύναντο νὰ ἐπέλθουν βλάβαι εἰς τὸ Κράτος καὶ ἤρχισαν νὰ ἐπέρχωνται, ὑπάρχουν κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτὴν ὅλα τὰ στοιχεῖα τοῦ ἀδικήματος.
§93Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ πρᾶξις αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, εἶναι πρᾶξις στηριζομένη ἐπὶ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος. Ἐδήλωσα ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο κοινοβουλευτικῶς κανονικόν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιλαμβάνωνται ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς αἱ παραβάσεις, χωρὶς νὰ προσδιορίζεται ῥητῶς, ὅτι αἱ παραβάσεις αὗται ἐγένοντο ἐπὶ σκοπῷ βλάβης.
§94Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ δεύτερον κεφάλαιον τῆς κατηγορίας λέγει «ἐπὶ σκοπῷ βλάβης» καὶ παραπέμπει εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου.
§95Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ δεύτερον κεφάλαιον ἔχει τὸν σκοπὸν τῆς βλάβης ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦ δευτέρου κεφαλαίου.
§96Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον 2 τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου ἀποτελεῖ κυρίως μίαν ἄσκησιν πειθαρχικῆς ἐξουσίας κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν κυρίως εἶναι ἡ ἀπώλεια τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἔξωσις ἐκ τῆς Ἀρχῆς. Ἀλλ’ ὅταν γίνωνται παραβάσεις, ὅπως ἔγιναν ἐν προκειμένῳ, ὅταν ἔρχεται ὁ Βασιλεύς, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει νὰ καταλύσῃ τὸ πολίτευμα καὶ εὑρίσκει ὄργανα αὐτοῦ πολιτικοὺς ἄνδρας, τότε ἡ Βουλή, ἡ Κοινὴ Γνώμη, ὁ λαὸς δὲν ἀρκοῦνται μόνον εἰς τὴν ἀπώλειαν τῆς Ἐξουσίας. Τίνα ἄλλως τε σημασίαν θὰ εἶχε τοῦτο διὰ τὸν κ. Σκουλούδην ἢ τὸν κ. Λάμπρον;
§97Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν Ποινικὴν εἶχε σημασίαν.
§98Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ καλά, ἀλλὰ εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἔρχεται ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία πάλιν δὲν ἀσκεῖται ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ Δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἔρχονται καὶ λέγουν: «Κύριε, καλὰ τὰ ἐκατάφερες, δὲν ἔχω νὰ σοῦ εὕρω ἓν ἀδίκημα ὡρισμένον, ἔβλαψες ὅμως, ἐν γνώσει σου ὅτι ἐβλάπτοντο, τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ διὰ τοῦτο σὲ τιμωρῶ».
§99Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ βλάβης τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ διατυπωθῇ θαρραλέως ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, ὅτι ἐβλάψαμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους κατὰ τὸν τάδε ἢ τάδε τρόπον, καὶ τότε θὰ ἐγίνετο πολιτικὴ συζήτησις περὶ τῶν βλαβῶν.
§100Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατυποῦται τοῦτο εἰς τὸ δεύτερον κεφάλαιον.
§101Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐκεῖ πρόκειται περὶ ἄλλων πραγμάτων.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν ἐπιμείνῃ ὁ Βασιλεὺς νὰ διορίζῃ τοὺς Ὑπουργούς του παρὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, θὰ θεωρήσητε ὅτι δὲν ὑπάρχει παράβασις τοῦ Συντάγματος;
§103Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι βεβαίως.
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύναται ἐπίσης ποτὲ τὸ Σύνταγμα νὰ ἐννοῇ ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν ἀποδοκιμασθεῖσαν Κυβέρνησιν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς.
§105Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῦτο ἐγένετο ἐκ λόγων ἀναποτρέπτων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπέτρεπον τὴν ἄμεσον ἔναρξιν, γνωρίζετε δὲ πολὺ καλὰ τοὺς λόγους.
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀκριβῶς διότι ἠθέλατε νὰ θεραπεύσητε τὴν ἀδυναμίαν τοῦ Στέμματος. Καὶ τότε εὑρέθη ὁ κ. Ράλλης νὰ εἴπῃ: «Τί ἀνόητος ἰδέα ἦτο αὐτή», κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσκέφθησαν οἱ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων νὰ ζητήσουν συγκρότησιν Ἀντιβασιλείας. Καὶ σήμερον, μετὰ τὴν τροπήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὰ πράγματα, δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ὅτι, ἐπειδὴ ἦτο ἄρρωστος ὁ Βασιλεύς, δὲν ἐπετρέπετο νὰ λειτουργήσῃ τὸ πολίτευμα καὶ σεῖς ἀνεγνωρίζετε ὅτι κύριον ζήτημα ἦτο ὁ Βασιλεύς. Σήμερον ὅμως συναισθανόμεθα ἀντιθέτως ὅτι κύριον ζήτημα εἶναι τὸ Ἔθνος καὶ ὅλα τὰ ἄλλα δευτερεύοντα.
§107Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ κύριον ζήτημα ἦτο τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦτο ἐπρυτάνευσε πάντοτε εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν, ὡς ἀξιοῖτε ὑμεῖς ὅτι πρυτανεύει εἰς τὰς ἰδικάς σας. Τὸ συμφέρον δὲ τοῦ Ἔθνους κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν κατ’ οὐδὲν ἐβλάπτετο ἐὰν ἐπήρχετο ἐπιβράδυνσις μικρὰ τῆς ἀναλήψεως τῆς Ἀρχῆς ἐκ μέρους ὑμῶν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην λόγος πλέον περὶ ἐκστρατείας κατὰ τῆς Καλλιπόλεως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἄλλο δὲ ζήτημα ἐξαιρετικόν, ἐπιβάλλον ἄμεσον ἐνέργειαν πρὸς πόλεμον δὲν ὑπῆρχεν.
§108Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θὰ ἔδιδον εἰς τὸν κ. Γούναρην τὴν εὐκαιρίαν νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν θὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Ἔχω τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Βουλγαρία ἐγνώριζεν ὅτι ἡμεῖς θὰ τὴν ἀφίναμεν ἐλευθέραν, ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι εἶχα δηλώσει ἐγώ, οὔτε θὰ μοῦ ζητήσητε, ὑποθέτω, γραπτὰς ἀποδείξεις, ὅτι ὁ κ. Γούναρης, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει μέλος ὄχι μόνον τῆς ἰδικῆς σας Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀληθοῦς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Ἐπιτελείῳ...
§109Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐξάγεται οὕτω ὅτι καθ’ ὑμᾶς, τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους ἠδύναντο νὰ κινδυνεύσουν μόνον ἐξ αὐτῆς τῆς διαβεβαιώσεως, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἔδωκεν ὁ κ. Γούναρης εἰς τὴν Βουλγαρίαν.
§110Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἤμεθα εἰς τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἔτους τοῦ πολέμου. Ἐτίθεντο καθημερινῶς μεγάλα ζητήματα, ἐγνωρίζαμεν ὅτι ἐπέκειτο πολεμικὴ δρᾶσις ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ δὴ πλησίον τῶν συνόρων μας. Εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ σοβαρῶς ὅτι ἠμπορούσατε νὰ κοιμᾶσθε ἥσυχοι, ἔστω καὶ μίαν ἡμέραν; Λησμονεῖτε ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἐδόθη σπουδαιοτάτη ἀπάντησις εἰς κάποιο ἔγγραφον τῶν Δυνάμεων; Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ πιστευθῇ ὅτι ἠμποροῦσε ἡ τότε Κυβέρνησις νὰ εἰπῇ: «Ἄς φθάσωμεν εἰς τὸν Αὔγουστον, δὲν ἔχομεν νὰ διατρέξωμεν κανένα κίνδυνον»;
§111Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δύνασθε νὰ ἀξιώσητε, κύριοι, ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν πάντες ἀπεβλέπομεν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ἔθνους, ἦτο δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ τὸ Κράτος χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ πλήρως ἡ ὑλικὴ καὶ νοητικὴ εὐεξία ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡ Χώρα εἶχε τάξει ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Κράτους; Διότι περὶ τούτου ἐπρόκειτο. Γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐγένοντο συζητήσεις μακραὶ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ περὶ τῆς μὴ ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἡ πρώτη ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἡ τῆς ἀμέσου παραιτήσεως. Ἀλλ’ ἐφόσον δὲν ἦτο δυνατὸν ὄχι νὰ συνεννοηθῶμεν, ἀλλ’ οὔτε νὰ ἐπικοινωνήσωμεν μὲ τὸν Βασιλέα ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς ὑγείας του, δὲν ἦτο δυνατὸν ποτὲ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀπόφασιν περὶ ὑποβολῆς παραιτήσεως. Γνωρίζει πολὺ καλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὴν τελευταίαν στιγμήν, καθ’ ἣν τὸ Διάταγμα τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἦτο ἤδη ὑπογεγραμμένον, τὴν τελευταίαν στιγμὴν ἐγένετο ἄλλη μία συζήτησις, ἵνα καὶ ὑπογεγραμμένον μὴ δημοσιευθῇ τὸ Διάταγμα, γνωρίζετε δὲ πῶς ἦτο ὑπογεγραμμένον μὲ χεῖραν τρέμουσαν. Τί ἠθέλατε λοιπὸν νὰ πράξωμεν; Νὰ φέρωμεν τὴν Ἀντιβασιλείαν; Δύο λύσεις ὑπεβλήθησαν. Ἡ μία λύσις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἦτο ἡ τῆς Ἀντιβασιλείας. Τὴν λύσιν ταύτην δὲν ἠσπαζόμεθα, διότι εὕρομεν ὅτι ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος περίπτωσις ἀσκήσεως Ἀντιβασιλείας δὲν ἐξήγετο, εἰμὴ μόνον ἐὰν ἐκηρύσσετο ὁ Βασιλεὺς ὡς ἐν παρανοίᾳ εὑρισκόμενος. Ταύτην τὴν λύσιν ἀπεκρούσαμεν.
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέσατε ὅτι τὰ χέρια τοῦ Βασιλέως ἦσαν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπογράφουν. Δὲν θὰ ἐπαίρνατε Ἀντιβασιλέα διὰ νὰ ὑπογράφῃ;
§113Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δευτέρα λύσις ἦτο ἡ ἑξῆς. Ἐσκέφθη τις, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπέλθῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἀρχῆς καὶ νὰ σχηματισθῇ ἄλλη Κυβέρνησις ἐκ τῆς μειονοψηφούσης μερίδος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἡ ὁποία νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τῶν δύο Κομμάτων, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς διάμεσος, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν θὰ συνεκαλεῖτο ἡ Βουλή. Εἰς τὴν λύσιν ταύτην, ὑποβληθεῖσαν παρ’ ἑνὸς ἐκ τῶν σημερινῶν κατηγόρων, ἐδόθη ἡ ἀπάντησις: «Ἡμεῖς εἴμεθα μειονοψηφία, ἡμεῖς τὸ μόνον τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, εἶναι νὰ παραδώσωμεν τὴν Ἀρχὴν εἰς τὴν πλειονοψηφοῦσαν μερίδα. Ἐὰν ἡ πλειοψηφοῦσα μερὶς ἔχει λόγους ὥστε νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας καὶ θέλει νὰ δημιουργήσῃ ἑτέραν παρένθετον Κυβέρνησιν, τοῦτο εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὴν πλειονοψηφίαν». Τὴν λύσιν ταύτην ἐθεωρήσαμεν ὡς τὴν μᾶλλον ἀστείαν πάσης ἄλλης, διότι ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλή, θὰ ἤρχετο ἡ πλειονοψηφία νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸν σχηματισμὸν μιᾶς παρενθέτου Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἀφήσῃ νὰ κατηγορηθῇ ἄλλην μίαν φορὰν ἡ μειονοψηφία ὅτι στέργει πρὸς λύσιν ἀντισυνταγματικήν, ἐθεωρήσαμεν ἀστεῖον.
§114Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ πρότασις τῆς λύσεως αὐτῆς εἶναι ἀπόδειξις εἰς ποῖον ἀδιέξοδον εἴχατε φθάσει.
§115Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦτο πρότασις ὑποβληθεῖσα παρ’ ἑνὸς τῶν κ.κ. βουλευτῶν τῶν συνταξάντων τὴν καθ’ ἡμῶν κατηγορίαν, ὁ ὁποῖος ἐγκαλεῖ ἡμᾶς ὅτι ἀντισυνταγματικῶς ἀνεβάλομεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἕνα μῆνα καὶ ὁ ὁποῖος ἦλθε προβάλλων ταύτην τὴν λύσιν, ἐκ τῆς ὁποίας προσεδόκα ὁμαλωτέραν τὴν διεξαγωγὴν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Καὶ παρεπέμψαμεν τοῦτον, ἵνα λύσῃ τοὺς λογαριασμούς του τοὺς συνταγματικοὺς μετὰ τῆς πλειονοψηφίας, ὡς μόνης ἁρμοδίας νὰ κανονίσῃ τὰ ζητήματα τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ὀρθῶς ἀπήντησε πρὸς αὐτόν, ἂν ἔφθασεν ἡ πρότασις μέχρις αὐτῆς, ὅ,τι ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ, δηλαδὴ «κάθησε στὰ αὐγά σου, κύριε». Πᾶσαν ἄλλην λύσιν ὁμοίαν, ἡ ὁποία ἤθελε συντελέσει εἰς τὸ νὰ ἀπομακρύνῃ τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ τῆς ἀναλήψεως τῆς Ἀρχῆς, ἀπεκρούσαμεν, τὴν ἀναβολὴν δὲ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐξητάσαμεν εὑρισκόμενοι πρὸ τῆς ἀκαταμαχήτου ἀνάγκης τῆς προφυλάξεως τῆς ζωῆς ἐκείνου, ὅστις τότε ἦτο Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅστις ἐν ᾗ περιπτώσει ἀπεδέχετο τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος, θὰ ἦτο ὁ μοιραῖος Ἀρχηγὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ. Δὲν ἠδυνάμεθα δὲ νὰ παραδώσωμεν πρὸς ὑμᾶς στρατὸν πρὸς πόλεμον, ἀφοῦ ἐνεκρώναμεν πρότερον τὸν Ἀρχιστράτηγον τῆς ἐθνικῆς ἐμπιστοσύνης.
§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔχει καὶ ἄλλους στρατηγοὺς ἡ Ἑλλάς.
§117Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν μοῦ δεικνύετε ἕνα, συγκεντροῦντα τὴν ἐθνικὴν ἐμπιστοσύνην; Ταῦτα, λοιπόν, κύριοι, ἦσαν τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα ἐκίνησαν ἡμᾶς πρὸς λῆψιν τοιαύτης ἀποφάσεως. Ἤδη, μετὰ πάροδον ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους, μετὰ ἀγῶνας, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον χώραν, μετὰ τὰ πάθη, τὰ ὁποῖα ἐξηγέρθησαν, μετὰ τὴν διάσπασιν, ἡ ὁποία ἐν τῇ Χώρᾳ παρήχθη καὶ κατέστησε τοὺς ἐν αὐτῇ ψυχικῶς καὶ ἠθικῶς ἀδιαλλάκτους, ἔρχεσθε νὰ κρίνητε πράξεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον χρηστὴν πρόθεσιν τότε; Ὑπάρχει ὅμως μεγάλη ἀπόστασις μεταξὺ τῆς ζητήσεως εὐθυνῶν ποινικῶν καὶ τῆς ζητήσεως τοιούτων κοινοβουλευτικῶν. Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα, εἰς τὸ ὅτι ὁ κ. Γούναρης, κατὰ τὸ κατηγορητήριον, ἐβεβαίωσε τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ παραμείνῃ ἀπολύτως οὐδετέρα εἰς περίπτωσιν πολεμικῆς ἐπιθέσεως. Κατὰ τὸ κατηγορητήριον (ἀναγινώσκει) «προέβημεν κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1915 εἰς ἀνακοίνωσιν πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἣν ἀνακοίνωσιν ἡ Ἑλλὰς θὰ παρέμενεν ἀπολύτως οὐδετέρα εἰς περίπτωσιν πολεμικῆς ἐπιθέσεως τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας, διὰ τῆς ἀνακοινώσεως δὲ ταύτης, οὔσης ἀντιθέτου πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συμμαχίας τῆς 19 Μαΐου 1913 καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ κατὰ τὴν λαϊκὴν θέλησιν κληθέντος νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑλλάδα Φιλελευθέρου Κόμματος, προπαρεσκεύασαν καὶ προεκάλεσαν τὴν ἐπακολουθήσασαν ἀντίπραξιν εἰς τὴν Συνθήκην ταύτην, θέσαντες οὕτω εἰς κίνδυνον τὴν ἀσφάλειαν καὶ τὴν αὐτονομίαν τῆς Χώρας καὶ ἐπρόδωσαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, οὖσαν ὑπὸ τὴν δι’ ἣν ἡ ἀνωτέρω ἀνακοίνωσις προϋπόθεσιν ἐχθρικὴν Δύναμιν, τὰ ἀπόρρητα διαπραγματεύσεων, διεξαχθεισῶν μεταξὺ τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ τοῦ Γερμανοῦ Αὐτοκράτορος». Κύριοι, κατηγορούμεθα ὅτι εἰς τὴν Βουλγαρίαν, οὖσαν κατὰ προϋπόθεσιν ἐχθρικὴν Δύναμιν, ἐπροδώσαμεν τὸ ἀπόρρητον τῶν διαπραγματεύσεων, τὰς ὁποίας διεξήγαγεν ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος μετὰ τοῦ Γερμανοῦ Αὐτοκράτορος. Καὶ ἐρωτῶ ἐὰν διαπραγμάτευσις διεξήχθη μετὰ τοῦ Γερμανοῦ Αὐτοκράτορος, ἀφορῶσα ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Σερβίας, τί ἦτο εὐκολώτερον νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὴν ἐνδιαφέρουσαν εἴδησιν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, προδίδουσα τὸ ἀπόρρητον τῶν διαπραγματεύσεων, ἢ ἡ Γερμανία, ἡ ὁποία εἶχε σύμμαχον τὴν Βουλγαρίαν καὶ εἶχε συμφέρον νὰ ἀσφαλίσῃ τὰς Βουλγαρικὰς ἀνησυχίας;
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κατηγοροῦν τὸν κ. Γούναρην, δι’ ἐκεῖνα ἅτινα κατέστησε γνωστὰ εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν — εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ εἶπεν εἰς τὸν Ραδοσλαύωφ. — Ἦτο καταπροδοσία πρὸς τὴν Βουλγαρίαν....
§119Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ κατηγορητηρίου. Ἡ διατύπωσις εἶναι ὅτι ἐπροδώσαμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλγαρίαν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον συνέφερεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ ὅτι εἶχε συνομολογηθῆ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας συμφωνία — ἐὰν εἶχε συνομολογηθῆ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γερμανίας συμφωνία ἔγκυρος — ὅτι δὲν θέλει ἡ Ἑλλὰς ὑπεραμυνθῆ τῆς Σερβίας. Ἐκ τούτου ὅμως συνάγεται ὅτι ἔπαυσεν ἡ Βουλγαρία ἔκτοτε ἀποτελοῦσα ἐχθρικὴν πρὸς τὴν Ἑλλάδα Δύναμιν. Ὅταν ἡ Ἑλλὰς συμφωνῇ πρὸς ἕνα σύμμαχον τῆς Βουλγαρίας, ὅτι δὲν θὰ πολεμήσῃ κατ’ αὐτοῦ, παύει ἡ Βουλγαρία νὰ εἶναι ἐχθρικὴ Δύναμις. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω ὅτι δὲν ὑπάρχει καταπρόδοσις ἀπορρήτων, οὔτε ὑπῆρχε καταπρόδοσις μυστικῶν πρὸς ἐχθρικὴν Δύναμιν.
§120Δ. ΔΑΓΚΛΗΣ. Ἡμεῖς θέλομεν τὴν οὐσίαν.
§121Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐξ ἐγγράφων δὲ καθίστατο γνωστόν, ὅτι ἦτο ἐν γνώσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Βουλγαρία ἦτο συνδεδεμένη μετὰ τῆς Γερμανίας.
§122Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν τότε νὰ ἦτο ἡ Βουλγαρία φίλη τῆς Ἑλλάδος.
§123Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει. Μετὰ λύπης μου βλέπω, ὅτι δὲν παρακολουθεῖτε τὸ πνεῦμα, μετὰ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ὁμιλῶ. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν κτυπῶ τὴν οὐσίαν τοῦ κατηγορητηρίου, ἐγὼ κτυπῶ τὸ κατηγορητήριον, ὅπως εἶναι συντεταγμένον. Ὡς εἶναι συντεταγμένον τὸ κατηγορητήριον, δὲν ὑπάρχει κατηγορία, διότι ὅταν λέγωσιν ὅτι συνεφώνησε μετὰ τῆς Γερμανίας ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ ἔπειτα κατεπρόδωσε τὸ μυστικὸν τοῦτο πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, ἀπαντῶ: Ἐὰν ἡ Ἑλλάς, κακῶς πράττουσα, ἤθελε συμφωνήσει μετὰ τῆς Γερμανίας νὰ μὴ ἐπιτεθῇ ποτὲ κατὰ τῆς Βουλγαρίας, τότε εἶχεν ἀναγνωρίσει δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως τὴν Βουλγαρίαν φιλικὴν δύναμιν κατὰ συνέπειαν τὸ ἀδίκημα τῆς καταπροδόσεως τῶν μυστικῶν πρὸς ἐχθρικὴν Δύναμιν, δὲν ὑπάρχει. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Ἐγένετο τότε συμφωνία, ἐγένετο τότε δήλωσις; Τοῦτο εἶναι τὸ κυριώτατον ζήτημα. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰσάγει τὴν κατηγορίαν καὶ θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κατηγορίαν ταύτην κατ’ ἔνδειξιν μόνον. Διότι τί ἔχομεν, κύριοι; Ποία εἶναι ἡ ἔνδειξις περὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Γούναρη; Ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος κ. Ψύχας τὴν 17 Ἰουλίου ἀπέστειλε τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ὁ Ἄγγλος συνάδελφός του τῷ εἶπεν, ὅτι κατὰ θετικὰς πληροφορίας (ἀναγινώσκει) «ἡ Γερμανία διεβεβαίωσε κατηγορηματικῶς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Σόφιας, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ οὐδετερότης εἶναι ὁριστικῶς ἐξησφαλισμένη, καὶ ἐν περιπτώσει ἀκόμη ἐπιθέσεως τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας». Εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο τοῦ κ. Ψύχα, στηριζόμενον εἰς τὰς πληροφορίας τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ Ἄγγλου πρεσβευτοῦ δίδεται ἀμέσως τῇ 20 Ἰουλίου ἡ ἀπάντησις, λέγουσα τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Σᾶς ἀνακοινῶ κατωτέρω τηλεγράφημα τῆς ἡμετέρας ἐν Βουκουρεστίῳ Πρεσβείας καὶ σᾶς παρακαλῶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐλέγετο ἡμῖν τοιοῦτον τι, ἐπαναλάβητε ὅ,τι πλειστάκις ἐδηλώσαμεν, τουτέστιν ὅτι Βουλγαρικὴ ἐπίθεσις κατὰ τῆς Σερβίας δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἀδιαφόρους, ἡ δὲ Βουλγαροτουρκικὴ συμφωνία ὡς μόνον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ τὴν σύσφιγξιν τῶν μεταξὺ τῶν δύο χωρῶν δεσμῶν». Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο δὲν ἀπεστέλλετο μόνον πρὸς τὸν ἐν Βουκουρεστίῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος, ἵνα μεταδοθῇ ἡ διάψευσις εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ἀλλ’ ἀπεστέλλετο εἰς Βιέννην, εἰς Βερολῖνον, εἰς Σόφιαν, εἰς Ρουμανίαν, εἰς Παρισίους, εἰς Λονδῖνον, εἰς Πετρούπολιν καὶ εἰς Βελιγράδιον, ἤτοι ἐστάλη ἐγκύκλιος πρὸς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τῶν Δυνάμεων, αἵτινες θὰ ἦσαν ἐνδεδειγμέναι σύμμαχοι τῆς Ἑλλάδος ἐν περιπτώσει ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος, καὶ πρὸς τὰς Κεντρικὰς Δυνάμεις καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν σύμμαχον Σερβίαν. Τοῦτο εἶναι ἐπίσημος κυβερνητικὴ δήλωσις, εὐθύνουσα πάντας τοὺς Ὑπουργοὺς τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, εἶναι δήλωσις, πρὸ τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπευθύνεται ἡ κατηγορία καθ’ ἑνὸς ὁλοκλήρου Ὑπουργείου, ὅτι καὶ τὴν δήλωσιν ταύτην ἔκαμε καθ’ ὁλοκληρίαν εἰκονικῶς, διὰ νὰ καλύψῃ πραγματικὴν προδοσίαν καὶ διὰ νὰ καλύψῃ ἀνακοίνωσιν τῶν προθέσεων τῆς Ἑλλάδος τῶν ἐνδιαθέτων, αἵτινες εἶχον ἐκδηλωθῆ κατὰ τρόπον ἐντελῶς μυστικόν.
§124ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρακαλῶ μίαν διακοπήν...
§125Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δηλῶ ὅτι διακοπὰς δὲν θὰ δεχθῶ ἀπὸ τοὺς κ.κ. βουλευτάς, ἐκτὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά, δὲν θὰ τὸ τηρήσητε ὅμως.
§127Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ προσπαθήσω νὰ τὸ τηρήσω. Ἡ τοιαύτη ἔνδειξις, διότι εἶναι ἔνδειξις, ἡ ὁποία ἔχει ἀντιμέτωπον μίαν δήλωσιν κατηγορηματικὴν κυβερνητικήν, ἔχει ἀντιμετώπους καὶ ἄλλας τινὰς πράξεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα ἐξετελοῦντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀδιάφορον ἐὰν ὁ Ἀρχηγὸς αὐτῆς ὑπῆρξε μέλος ἄλλης διαδόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ αἱ πράξεις αὐταὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καθίστων σαφὲς ποῖον ἦτο τὸ πνεῦμα τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Γούναρη διατελούσης. Κύριοι, μὴ λησμονῶμεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ Μαΐου, ἀπὸ τῆς 14ης Μαΐου ἀκόμη, ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐγκυκλίου πρὸς τοὺς πρεσβευτὰς αὐτῆς παρὰ ταῖς Δυνάμεσι τῆς Συνεννοήσεως νὰ καταστήσῃ γνωστὸν ὅτι θὰ ἀποκρούσῃ πᾶσαν ἀξίωσιν περὶ παραχωρήσεων ἐδαφῶν Ἑλληνικῶν, ὑπὸ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων διατυπουμένων. Ἤρχισαν πάλιν οἱ θόρυβοι, θόρυβοι πλέον ἐνισχυόμενοι καὶ ὑπὸ τῆς μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπιδειχθείσης ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων ἀντιστάσεως, εἰς τὸ νὰ ἐγγυηθῶσι σαφῶς τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ συμμαχίας αὐτῶν μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ἤρχισαν οἱ θόρυβοι ὅτι αἱ Δυνάμεις θὰ προέβαινον εἰς τὴν παροχὴν ἀνταλλαγμάτων πρὸς τὴν Βουλγαρίαν εἰς βάρος τῆς Σερβίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, πάντοτε προϋποτιθεμένου, ὅτι εἰς τὴν Σερβίαν μὲν θὰ παρεχωροῦντο ἀνταλλάγματα ἐκ τῆς Βοσνίας καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀνταλλάγματα εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν. Ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὰς πληροφορίας τὰς κομιζομένας διὰ τοῦ τηλεγράφου καὶ ἀποστελλομένας ὑπὸ τῶν πρεσβευτῶν τῆς Ἑλλάδος, ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ τὰς προθέσεις αὐτῆς. Ὁ κ. Ρωμάνος ἐτηλεγράφει ὅτι ἡ Συνεννόησις, ἀποβλέπουσα εἰς καταρτισμὸν τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας ἢ μᾶλλον τῆς Βαλκανικῆς συμμαχίας καὶ εἰς τὴν πρόσληψιν τῆς Βουλγαρίας ὡς συμμάχου, διότι ἠπατῶντο περὶ τούτου διαρκῶς, ἡτοιμάζετο νὰ προσφέρῃ εἰς αὐτὴν τὰς Ἑλληνικὰς ἐπαρχίας πρὸς ἐπίτευξιν συνεννοήσεως. Ἐν τέλει κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1915 αἱ Δυνάμεις προέβησαν εἰς διατύπωσιν ἀξιώσεων πρὸς τὴν Σερβίαν καὶ ἐζήτουν παρ’ αὐτῆς, ἵνα συναινέσῃ εἰς τὴν παραχώρησιν τῶν τμημάτων ἐκείνων τῆς Σερβικῆς Μακεδονίας, τὰ ὁποῖα ἀπετέλουν κατὰ τὴν Σερβοβουλγαρικὴν συνθήκην, τὴν καταλυθεῖσαν διὰ τοῦ δευτέρου Βαλκανικοῦ πολέμου, τμῆμα προσκυρωθὲν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Σερβία προσεκτήσατο διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, ἀντὶ ἄλλων ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξήγαγον τὴν Σερβίαν πρὸς τὴν Ἀδριατικὴν θάλασσαν. Καὶ τότε ἡ Ἑλλὰς, ζητηθείσης τῆς γνώμης της παρὰ τῆς Σερβίας, ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ καὶ πρὸς τὴν Σερβικὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ὅτι τάσσεται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Σερβίας, ἀρνουμένη ἵνα συντελέσῃ εἰς παραχώρησιν Σερβικῶν ἐδαφῶν καὶ ἀρνουμένη ἵνα ἀποδεχθῇ καὶ παραχωρήσεις Ἑλληνικῶν ἐδαφῶν. Ἀπέστειλεν ἡ Κυβέρνησις ἐγκύκλιον, ἐνισχύουσα τὴν ἄρνησιν τῆς Σερβίας, ἀλλ’ ἠρνεῖτο συγχρόνως καὶ διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον ἐπῆλθε νέον γεγονός. Ἐπῆλθεν ἡ ἀνακοίνωσις τὴν μίαν ἡμέραν τῶν δύο πρεσβειῶν, μετὰ δύο ἡμέρας τῶν ἑτέρων δύο πρεσβευτῶν τῆς Συνεννοήσεως, ἀνακοίνωσις ὁμοιόμορφος, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγον πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι διεξαχθεισῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τῆς Συνεννοήσεως καὶ τῆς Βουλγαρίας πρὸς πρόσληψιν ταύτης ὡς συμμάχου, ἀπήντησαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν τάδε. Καὶ ὡς ἀπάντησις καθωρίζετο, εἰς μὲν τὴν διακοίνωσιν, ἥτις ἀπηυθύνετο πρὸς τὴν Σερβίαν, τί ἡ Σερβία ἤθελε δώσει πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, εἰς δὲ τὴν ἀνακοίνωσιν, ἥτις ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀνεκοινοῦτο ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσῃ αὕτη τὴν Καβάλλαν, κανονιζομένου τοῦ χίντερλαντ τῆς Καβάλλας κατὰ τὴν ὥραν τῆς γενικῆς συνθήκης, καὶ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ προσδοκᾷ ἡ Ἑλλὰς ἀνταλλάγματα ἐκ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Συγχρόνως προσετίθετο, ὅτι δὲν ἠξίουν ἀπάντησιν ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἐσπεύσαμεν παραχρῆμα εἰς ἀνταλλαγὴν σκέψεων μετὰ τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως. Ἐξεδηλώσαμεν παραχρῆμα τὴν δυσφορίαν ἡμῶν ὅτι ἐζητεῖτο παρὰ τῆς Ἑλλάδος, Κράτους οὐδετέρου, εἷς ὀδυνηρὸς τεμαχισμὸς χάριν τῆς Βουλγαρίας κατὰ παράβασιν τῶν ὅρων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου καὶ μάλιστα κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ, διότι δὲν ἐζήτουν παρ’ ἡμῶν οὐδὲ ἀπάντησιν. Ἔσπευσαν νὰ ἐξηγήσουν ὅτι ἡ ἔννοια ὅτι δὲν ἐζήτουν ἀπάντησιν, δὲν εἶναι ὡς ταύτην ἀντελήφθημεν ἡμεῖς. Τοῦτο ἀνεκοίνωσαν, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν ἄρνησιν προηγουμένην τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τοῦτο εἶχον ὑπ’ ὄψει τί θὰ ἀπήντα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καὶ ὅτι τὸ ζήτημα θὰ συνεζητεῖτο ὁριστικῶς κατὰ τὴν συνθήκην τῆς εἰρήνης. Ἐσπεύσαμεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς Σερβίας. Ἡ πρώτη πρᾶξις μας ἦτο νὰ ἀποστείλωμεν παραχρῆμα τὸν στρατιωτικὸν ἀκόλουθον παρὰ τῇ Σερβικῇ Κυβερνήσει εἰς Σερβίαν, μετὰ τῆς ἐντολῆς ἵνα προβῇ ταχέως εἰς τὸν κανονισμὸν ὅλων τῶν συμφωνιῶν, αἵτινες ἀπῃτοῦντο ἵνα ἡ Ἑλληνοσερβικὴ συμφωνία λάβῃ ἔμπρακτον μορφήν. Τοῦτο δέ, διότι ἡ στρατιωτικὴ σύμβασις, ἡ ὑπάρχουσα, ἀφεώρα, ὡς καταφαίνεται ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῆς, κυρίως καὶ μόνον τὴν διεξαγωγὴν τοῦ τότε πολέμου μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας κατὰ τῆς Βουλγαρίας, διὰ τοῦτο δ’ ἐτάσσοντο σημεῖα παρατάξεως τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων ἑκατέρωθεν, ἅτινα καθίστα προσφυᾶ ἡ μεταξὺ Ἑλλάδος, Σερβίας καὶ Βουλγαρίας ἔρις περὶ διανομῆς τῶν ἀδιανεμήτων ἀκόμη χωρῶν τῆς Τουρκίας. Ἦτο ἀναγκαῖον, προκειμένου νὰ ἀναλάβωμεν νέον ἀγῶνα, νὰ καταρτισθῇ νέα σύμβασις μεταξὺ τῶν Ἐπιτελείων, ἔγγραφος δέ, καὶ ἀπεστείλαμεν πρὸς τοῦτο στρατιωτικόν τινα ἀκόλουθον εἰς Βελιγράδιον. Καὶ ὁ στρατιωτικὸς ἀκόλουθος, ὁ ἐνταλεὶς ἵνα παραχρῆμα τεθῇ ἐν ἐπαφῇ συνεννοήσεως μετὰ τοῦ Σερβικοῦ Ἐπιτελείου, δὲν ἐτίθετο ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας. Διατί; Διότι ἐκείνην τὴν στιγμὴν ἡ Σερβία ἦτο ψυχικῶς κλονισμένη, ἦτο δὲ ψυχικῶς κλονισμένη, διότι ἡ πίεσις τῶν τεσσάρων Δυνάμεων ἐπὶ τῆς Σερβίας ἦτο ἰσχυρά. Καὶ μάλιστα ἐκ τῶν τότε τηλεγραφημάτων ἐνθυμοῦμαι ἕν, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι εἷς ἀντιπρόσωπος τῶν πιεζουσῶν Δυνάμεων ἔλεγε πρὸς τὸν ἐν Σερβίᾳ ἡμέτερον ἀντιπρόσωπον: «Τί θὰ κάμῃ ἡ Σερβία ἐπὶ τέλους; Εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ὑποχωρήσῃ, πολεμοῦμεν ἐξ αἰτίας της, χύνομεν τὸ αἷμά μας πρὸς χάριν της· εἶναι δυνατόν, ἐφόσον ἐλπίζεται νὰ προσεκτηθῇ μία σύμμαχος, νὰ μὴ θυσιάσῃ μίαν μικρὰν λωρίδα τοῦ ἐδάφους της ἡ Σερβία, διὰ νὰ διασώσῃ τὰ συμφέροντα καὶ αὐτῆς καὶ τῶν συμμάχων αὐτῆς; Εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ὑποχωρήσῃ, διότι χάριν αὐτῆς καὶ ἕνεκεν αὐτῆς ὁ ἀγὼν ὁ Εὐρωπαϊκὸς παρήχθη». Καὶ εἶχον δίκαιον οἱ μεγάλοι οὕτω σκεπτόμενοι. Καὶ εἶναι τοῦτο μία ἔνδειξις τοῦ τί παθαίνουν οἱ μικροί ὅταν ἐμπλέκωνται εἰς ἀγῶνα μετὰ τῶν μεγάλων, καὶ συμπεφωνημένον καὶ ἀσυμφώνητον, διότι ὁ νόμος τῆς κοινῆς σωτηρίας, αὐτὸς εἶναι ὁ ἄρχων. Καὶ βεβαίως εἰς μίαν συνεργασίαν πλειόνων, ἐνώπιον ἑνὸς κινδύνου, θὰ θυσιάσῃ τις τῶν συνεργατῶν μέρος τῶν δικαίων του, ἵνα μὴ θυσιασθῶσι τὰ πάντα. Ὁ θυσιάζων δὲ εἶναι πάντοτε ὁ μικρός. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς τάσεως τῶν Δυνάμεων πρὸς τὴν σύμμαχον Σερβίαν, εἶχεν ἀρχίσει νὰ κλονίζεται ψυχικῶς ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ φοβῆται νὰ ἀρχίσῃ τὰς συνεννοήσεις πρὸς συντέλεσιν τῆς στρατιωτικῆς συμφωνίας μετὰ τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ στρατιωτικὴ συμφωνία θὰ καθίστα τὴν ἀλληλεγγύην ἐν τῇ συνεννοήσει τῶν δύο Κρατῶν ἐπιτακτικήν. Ἀλλὰ τὰ πράγματα μετεβλήθησαν μετά τινας ἡμέρας, δυνηθείσης τῆς Σερβίας νὰ πείσῃ, φαίνεται, τοὺς Μεγάλους Συμμάχους καὶ φίλους αὐτῆς περὶ τῆς Βουλγαρικῆς δολοπλοκίας, περὶ τῆς Βουλγαρικῆς πονηρίας, καὶ ἡ πίεσις ἐξησθένησε. Τότε δέ, τὴν 30 Ἰουλίου, ἔρχεται τηλεγράφημα τοῦ ἐπιτετραμμένου ἡμῶν ἐν Σερβίᾳ, βεβαιοῦντος τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐγένετο ἡ ἐπαφὴ τοῦ στρατιωτικοῦ ἡμῶν ἀκολούθου, διότι ἀνεμένομεν ἐναγωνίως τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἐτέθη εἰς ἐπαφὴν ὁ στρατιωτικὸς ἡμῶν ἀκόλουθος μετὰ τοῦ Σερβικοῦ Ἐπιτελείου, ἀφοῦ ἄλλως ἐκινδυνεύομεν νὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἀπομόνωσιν, ἐὰν ἡ Σερβία ὑπεχώρει — ἓν τηλεγράφημα προηγούμενον ἐγνωστοποίει ἡμῖν, ὅτι ἡ Σερβία, ἀπὸ μηνῶν ζητουμένη ἵνα συνομολογήσῃ τὴν συμφωνίαν τὴν στρατιωτικήν, δίδει πάντοτε ἀπάντησιν ἀναβλητικήν. Καὶ τέλος ἔρχεται τηλεγράφημα ὅτι «χθὲς ἀνεκοίνωσαν ὅτι δέχονται τὸν στρατιωτικὸν ἀκόλουθον πρὸς συνεργασίαν καὶ ἀνεχώρησεν οὗτος διὰ τὸ Κραγιουγεβάτς, ὅπου εὑρίσκετο τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τῆς Σερβίας. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν ἐπρότεινε πρὸς τὴν Σερβίαν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην μετὰ σπουδῆς, ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ δεσμεύσῃ τὴν Ἑλλάδα πολιτικῶς καὶ στρατιωτικῶς πρὸς τὴν Σερβίαν. Κύριοι, ὅ,τι ἐγένετο ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν, δὲν δύνασθε νὰ τὸ καταλογίσητε εἰς τοὺς διευθύναντας τὴν Χώραν μέχρι τῆς 9ης Αὐγούστου. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπὶ ἐνδείξεων ἠθελήσατε νὰ στηριχθῆτε, ἐπὶ ἐνδείξεων ἑνὸς τηλεγραφήματος τοῦ κ. Ψύχα, διὰ μιᾶς ἀνατραπέντος διὰ διαψεύσεως κατηγορηματικῆς. Ἐπὶ ἐνδείξεως τοιαύτης θέλουσι νὰ στηριχθῶσιν, ὅπως διατυπώσωσι καθ’ ἡμῶν τὸ κατηγορητήριον, ὅτι μάλιστα ἠθελήσαμεν καὶ νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Βουλγαρίαν, καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ συνεννοήσεις ἡμῶν μετὰ τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐνέργεια, ὄχι ἐνδεικνύουσα, ἀλλ’ ἀποδεικνύουσα καταφανῶς, ὅτι ἡ μὲν Κυβέρνησις ἔσπευδεν ἵνα συνδέσῃ τὴν Ἑλλάδα μετὰ τῆς Σερβίας, ἡ δὲ Σερβικὴ Κυβέρνησις προσεπάθει ἐπὶ χρόνον ἀρκετὸν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συνεννόησιν, ἕως οὗ τὰ Σερβικὰ συμφέροντα ἐπιτρέψωσιν ἐν προσήκοντι χρόνῳ, ἵνα τεθῶσιν εἰς ἐπαφὴν τὰ δύο στρατιωτικὰ Ἐπιτελεῖα. Καὶ μάλιστα συνέβη καί τι ἕτερον, ὅτι ὁ κ. πρεσθευτὴς τῆς Σερβίας — λέγω τοῦτο ἵνα ἀποκρούσω τὰς ἐνδείξεις — προσῆλθε μίαν τῶν τελευταίων ἡμερῶν τοῦ Ἰουλίου καὶ ἔθηκε ζητήματα, τὰ ὁποῖα κατέστησαν πρὸς στιγμὴν κατάπληκτον τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε, διότι προσῆλθε καὶ ἔθηκε τὸ ἑξῆς ζήτημα: Τῆς Σερβίας μὴ δυναμένης νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐν περιπτώσει προσβολῆς ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας, τὴν συνδρομήν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνοσερβικὴ σύμβασις ἐπέβαλλεν, ἐθεώρει ὁ κ. πρεσθευτής, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη πρὸς παροχὴν τῆς ἀντιστοίχου συνδρομῆς.
§128Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διεψεύσθη αὐτό.
§129Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ τὸ εἴπω. Δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω τὸ πρᾶγμα ἐκκρεμές. Καὶ ἐπῆλθε τὸ πρῶτον ἐρώτημα: Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐπιτεθῇ ἡ Βουλγαρία κατὰ τῆς Σερβίας, καίτοι κατὰ τὴν πρεσβευτικὴν ἐντύπωσιν δὲν εἴχομεν ὑποχρέωσίν τινα, θὰ ἦτο διατεθειμένη ἡ Ἑλλὰς νὰ διαθέσῃ, οὐχὶ τὸ σύνολον τοῦ στρατοῦ της, ἀλλὰ 90,000 ἀνδρῶν; Διότι κατὰ τὴν Ἑλληνοσερβικὴν Συνθήκην ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ πολέμου ἦτο νὰ παρατάξῃ ἄνδρας 90,000, τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ παρατάξῃ τοῦ χρόνου διανυομένου. Καὶ δεύτερον ἐρώτημα: Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν, διαρκουσῶν τῶν συνεννοήσεων μετὰ τῶν Δυνάμεων τῆς Ἀντάντ καὶ καταληγουσῶν τυχὸν εἰς αἴσιον πέρας καὶ ἡ Βουλγαρία ἐπεστρατεύετο ὑπὲρ τῆς Συνεννοήσεως, ἡ Ἑλλὰς ἦτο διατεθειμένη εἰς ἄμεσον ἐπιστράτευσιν; Τὰ ἐρωτήματα ἐτέθησαν ἀμέσως ὑπὸ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ στρατιωτικοῦ Ἐπιτελείου, ὁπότε ἔσχομεν τηλεγράφημα τοῦ πρεσβευτοῦ ἡμῶν ἐν Βελιγραδίῳ, ὅστις ἀνήγγελλεν ὅτι συνωμίλησε μὲ τὸν κ. Πάσιτς διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ὁ κ. Πάσιτς εἶπε πρὸς τὸν πρεσθευτὴν ἡμῶν ὅτι ὁ ἐν Ἀθήναις πρεσθευτὴς τῆς Σερβίας ἐξετάθη εἰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιδοκιμάζονται ὑπ’ αὐτοῦ. Τὸ στρατιωτικὸν Ἐπιτελεῖον ἐν τούτοις ἐγνωμοδότησε καὶ ἡ γνωμοδότησις αὐτοῦ ὑπάρχει ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1915, ὅτι ἐπιστρατευομένης τῆς Βουλγαρίας, ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἐπιστρατευθῇ παραχρῆμα. Λοιπόν, ἡμῶν, κύριοι, κυβερνώντων, αὐτὴ ἡ σπουδὴ κατεδηλώθη περὶ τὴν ἐπιδίωξιν καὶ τὴν συντέλεσιν τῶν σχέσεων τῶν στενῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας, νομίζω δὲ ὅτι, ἐφόσον τοιαύτη σπουδὴ κατεδηλώθη ἐκ μέρους ἡμῶν, καὶ τοιαύτη ἐνέργεια κατεβλήθη ὅπως καταρτίσωμεν μίαν στρατιωτικὴν συμφωνίαν, ἥτις ἐὰν κατηρτίζετο τὴν ἡμέραν ἐκείνην θὰ ἐδέσμευε στενῶς τὴν Ἑλλάδα μετὰ τῆς Σερβίας, ἐφόσον τοιαῦται ἦσαν αἱ προθέσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, δὲν δύνασθε νὰ στηρίζησθε ἐπὶ ἑνὸς τηλεγραφήματος διαψευσθέντος καὶ νὰ λέγητε ὅτι ἀποτελεῖ μὲν ἔνδειξιν ὅτι κατεστήσαμεν τὴν Βουλγαρίαν ἥσυχον καὶ ἤρεμον περὶ τῶν προθέσεων ἡμῶν ἀπέναντι τῆς Σερβίας...
§130Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐπειδὴ φοβοῦμαι μήπως ἡ Βουλὴ ἔχῃ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ σιωπή μου εἶναι πλήρης ἐπιδοκιμασία τῆς ὅλης ἀφηγήσεως, ἔχω καθῆκον νὰ προσθέσω τὸ ἑξῆς: Ὑπάρχει λεπτομέρειά τις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ λεχθῇ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀφηγήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἡ ὁποία κατὰ τὰ ἄλλα εἶναι πληρεστάτη, ὅτι ἡ ἀπάντησις ἡτοιμάσθη ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἐστάλη. Αὐτὸ θὰ τὸ εἴδατε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα εἰς τὸν φάκελλον. Γίνεται μνεία εἰς τὸ περιθώριον «ἡ παροῦσα ἀπάντησις δὲν ἐστάλη».
§131Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποία ἀπάντησις καὶ διὰ ποῖον λόγον;
§132Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ τὸ γνωρίζετε σεῖς καλλίτερον ἐμοῦ.
§133Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν τὸ γνωρίζω, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζωσιν οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ κατὰ ποίαν ὥραν στέλλεται μία ἀπάντησις ἀπὸ τὸ ἄλλο Ὑπουργεῖον.
§134Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ὅ,τι ἔπαθεν ὁ κ. Ράλλης, ἐπάθατε καὶ σεῖς.
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ σταλῇ, ἦτο ἀπάντησις, ἥτις θὰ ἐστηρίζετο εἰς τὸ ἔγγραφον τὸ ἀναμενόμενον τοῦ Ἐπιτελείου, διότι ἦτο ἀπάντησις εἰς τὰ ἐρωτήματα τοῦ Μπαλούχτσιτς καὶ ἀπῃτεῖτο ἡ ὑποβολὴ γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐπιτελείου, ἵνα σταλῇ ἀπάντησις. Τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐπιτελείου τὴν ἐγίνωσκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἐτύγχανε νὰ εἶναι καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν γινώσκῃ. Ἡμεῖς οἱ ἄλλοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν γνωρίζωμεν πρὶν ἢ ὑπεβάλλετο ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ἐγίνωσκε τὴν ἀπάντησιν.
§136Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σεῖς δὲν τὴν ἐγνωρίζατε;
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι.
§138Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχετε περιέργειαν νὰ μάθητε τώρα, ἂν δὲν τὸν ἐμάθατε κατόπιν, τὸν λόγον τῆς μὴ ἀποστολῆς;
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§140Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶχεν ἑτοιμασθῇ ἡ ἀπάντησις ἐν Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, τῆς ὁποίας ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἤρχετο εἰς βοήθειαν τῆς Σερβίας ἐν τῇ περιπτώσει τὴν ὁποίαν προέβλεπεν ἡ ἐρώτησις τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως. Προὐτάθη εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ ἐδόθη ἡ γνωμοδότησις, περὶ τῆς ὁποίας ἀναφέρει ὁ κ. βουλευτής. Ἡτοιμάσθη παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου διαταγὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἡ ἀπάντησις ἐκείνη. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλά, ὅτι προσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δύο ἐκ τῶν ἐπιτελῶν, οἱ πλέον φανατικοὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Αὐλῆς, ὁ κ. Ἐξαδάκτυλος καὶ ὁ κ. Μεταξᾶς. Εἶχον μακρὸν διαβούλιον μετὰ τοῦ κ. Γούναρη. Δὲν γνωρίζω τί ἐλέχθη· ἤκουσα μόνον μίαν φράσιν χαρακτηριστικὴν τοῦ κ. Ἐξαδακτύλου, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ μὴ ἐκτιθέμεθα καὶ νὰ μὴ ἐξετάζωμεν τὰς συνθήκας, ἀλλὰ νὰ βλέπωμεν ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον μας. Διέταξε δὲ ὁ κ. Γούναρης νὰ μὴ σταλῇ ἡ ἀπάντησις καὶ θὰ ἴδωμεν ὕστερα...
§141Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Γινώσκετε ὅτι, ἐὰν τὸ ἔγγραφον δὲν ἀπεστάλη, ἀπεστάλη ὅμως νέα ἐγκύκλιος πρὸς τὰς Δυνάμεις, δι’ ἧς ὑπεστηρίζετο ἡ θέσις ἡ Σερβικὴ καὶ ἡ ἄρνησις ἡ Ἑλληνικὴ διὰ τὰς ἀξιώσεις τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας; Κατὰ συνέπειαν, μὴ ἀποσταλέντος τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἐστάλη ἐγκύκλιος, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεκρούοντο αἱ ἀξιώσεις τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, αἵτινες ἠξίουν παραχωρήσεις εἰς βάρος Ἑλλάδος καὶ Σερβίας. Ἑλλὰς καὶ Σερβία παρουσίασαν τὸ αὐτὸ μέτωπον. Ἔσπευδεν ἡ Ἑλλὰς νὰ παρουσιάσῃ τὸ μέτωπον τὸ ἀρνητικόν, τὸ μέτωπον δηλαδὴ τὸ ὁποῖον θὰ ἔφερεν αὐτὴν εἰς πολλὰς δυσχερείας πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἐὰν ἐκ μέρους τῆς Σερβίας δὲν ὑπῆρχεν ἡ ἔντονος διαβεβαίωσις ὅτι ἀπεκρούομεν ἐπίσης τὰς παραχωρήσεις, διότι γινώσκετε πολὺ καλὰ ὅτι ἡ ἔντονος διαβεβαίωσις ὅτι ἀποκρούονται παραχωρήσεις ἐκ μέρους τῆς Σερβίας, ἐδόθη μόνον καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγένετο δεκτὸς ὁ στρατιωτικὸς ἡμῶν ἀκόλουθος, ἵνα μεταβῇ εἰς τὸ Σερβικὸν Ἐπιτελεῖον. Πρὸ τούτου ἡ Σερβία ἐκάμπτετο. Ἐφόσον δὲ αὕτη ἐκάμπτετο, ἐτηρεῖτο ἐν Ἑλλάδι ἡ στάσις τῆς ἀπέναντι τῆς Σερβίας καταναλώσεως πάσης ἐνεργείας, ἵνα ἐπέλθῃ στρατιωτικὴ συμφωνία. Μὴ ἐπελθούσης λοιπὸν στρατιωτικῆς συμφωνίας καὶ λόγῳ τῆς μεταβάσεως, τὴν ὁποίαν πρώτην φορὰν ἀκούω, τῶν δύο ἐπιτελῶν, ἀνεστάλη ἡ ἀποστολὴ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔδιδε μόνον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο διατεθειμένη νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν τῶν 90,000 ἀνδρῶν, ἀλλὰ εἶχε καὶ κάτι τι ἄλλο, ἦτο ἀπάντησις, καθ’ ἣν ἡ Ἑλλὰς ἐδήλου ὅτι θεωρεῖ τὴν Συνθήκην τῆς Ἑλλάδος καὶ Σερβίας ὑφισταμένην καὶ ὑποχρεοῦσαν ἡμᾶς.
§142Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶναι πλέον ἐνδιαφέρον.
§143Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὑποστηρίζω τὰ πεπραγμένα τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη τὰ κατόπιν· ὑποστηρίζω τὰ πεπραγμένα τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Ἐνῷ εἴχομεν ἐκ μέρους τῆς Σερβίας καμπτομένην θέλησιν, ἐνῷ εἴχομεν τοῦ πρέσβεως τῆς Σερβίας, μὴ διαψευσθεῖσαν ἀκόμη, δήλωσιν, ὅτι ἐθεώρει τὴν Συνθήκην μὴ ὑφισταμένην ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς ἀδυναμίας τῆς Σερβίας, ἐνῷ δὲν εἴχομεν ἔτι λάβει τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Ἀλεξανδροπούλου, τὸ βεβαιοῦν ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Σερβίας δὲν ἐπεδοκίμαζεν ἐν τῷ συνόλῳ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Μπαλούχτσιτς, χωρὶς καὶ νὰ καθορίσῃ καὶ ποίας δηλώσεις δὲν ἐπεδοκίμαζεν, ἐνῷ εἴχομεν ἀφ’ ἑτέρου ἀποστείλει τὴν διακοίνωσιν πρὸς τὰς Δυνάμεις, καθ’ ἣν ὑπερασπιζόμεθα τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Σερβίας καὶ εἴχομεν παρασκευάσει δήλωσιν, καθ’ ἣν ἐπλειοδοτοῦμεν εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Μπαλούχτσιτς, ἐλέγομεν ἐξ ἄλλου διὰ τῆς ἀπαντήσεως, ὅτι ἀναγνωρίζομεν ὡς ὑποχρεοῦσαν ἡμᾶς τὴν Συνθήκην καὶ ὑπάρχουσαν κοινὴν ἀλληλεγγύην. Ταύτης τῆς ἀπαντήσεως ἀνεστάλη ἡ ἀποστολή.
§144Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀπορῶ πῶς, ἀφοῦ ὑπῆρξε πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σας, καθὼς ὁμολογεῖτε ἀπόψε, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίζετο τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συνθήκης, ὁ κ. Γούναρης ἠρνεῖτο ἔπειτα τοῦτο καὶ ὡς Πρωθυπουργὸς καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Οἰκουμενικῆς Κυβερνήσεως. (Γενικὴ αἴσθησις).
§145Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποῖος τὸ ὑπεστήριξε;
§146Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Γούναρης, μολονότι ὑπῆρχε πρακτικὸν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ τοῦ ἐναντίου.
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνετε εἶναι ἁρμοδία νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη.
§148Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀποκλείετε ἐντελῶς τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ὁ ἀποσταλεὶς ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη δὲν εἶχεν ἴσως σκοπὸν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν Σερβίαν νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μὲ τὴν Ἀντὰντ καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς αἰτήσεις της εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἀποστολὴ νὰ εἶχε μόνον σκοπὸν νὰ βοηθήσῃ τὴν Βουλγαρίαν καὶ τὴν Γερμανίαν;
§149Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἀποκλείω.
§150Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ ἔχω μεγάλας ὑπονοίας.
§151Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς ἠμπορεῖτε νὰ σχηματίζητε μὲ τὸ κεφάλι σας φαντάσματα.
§152Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως αὐτό.
§153Λ. ΝΑΚΟΣ. Μεθ’ ὅσα συνέβησαν κατόπιν, δὲν τὸ παραδέχεσθε;
§154Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπαντᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀντ’ ἐμοῦ, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἄξιον συζητήσεως. Ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι. Δὲν ἠξεύρω τί παραδέχεσθε σεῖς. Τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο, ὅτι παρὰ τὰς πονηρίας, τὰς ὁποίας διαβλέπει ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀποστολήν, τὸ ἀναμφισβήτητον εἶναι ὅτι ἐπεδείχθη πεισμονὴ ἐν Βελιγραδίῳ καὶ μεγάλη βραδύτης, ὅπως τεθῇ ἐν ἐπαφῇ ὁ στρατιωτικὸς ἡμῶν ἀκόλουθος πρὸς τὸ Σερβικὸν Ἐπιτελεῖον. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ πρεσβευτὴς ἡμῶν ἐτηλεγράφησε: «Κατωρθώθη τέλος νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφήν». Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τερματίζω τὸ ζήτημα τοῦτο, ἔχομεν μίαν ἀπόδειξιν, διότι τὰ περὶ Ραδοσλαύωφ διηγούμενα συνέβησαν καθ’ ὃν χρόνον ἡ Κυβέρνησις Γούναρη δὲν ἦτο ἐν τῇ Ἀρχῇ, ἦτο ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου, ἢ εἶχε παραιτηθῆ καὶ αὐτή, λοιπὸν ἔχαμεν μίαν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ διάψευσιν τῆς κατηγορίας καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῆς διαψεύσεως στηρίζει ὅλη ἡ ἐνέργεια, ἡ ὁποία ἐξ Ἀθηνῶν ἐγένετο πρὸς Βελιγράδιον πρὸς σύνδεσιν καὶ σύσφιγξιν τῶν δεσμῶν τῆς Σερβίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ προχωρῶ εἰς τὰ περαιτέρω δι’ ὀλιγωτέρων. Λέγει ἐδῶ (ἀναγινώσκει): «Οἱ αὐτοὶ Ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως Δ. Γούναρη ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς ὡς ἄνω συνωμοσίας καὶ συστάσεώς των, ἠθέτουν κατ’ ἐπανάληψιν ἀνειλημμένας ἔναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως ὑποχρεώσεις, ὡς ἐμφαίνεται καὶ ἐκ τῆς ἀπὸ 3 Ἰουλίου 1915 διαμαρτυρίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας Σὲρ Ἔδουαρδ καὶ τοῦ σχετικοῦ πρὸς ταύτην ἐγγράφου τοῦ ἐν Ἀθήναις πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας». Κύριοι, περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος θὰ παρεκάλουν τοὺς ὑπογράψαντας τὸ κατηγορητήριον ἢ τὸν συντάκτην αὐτοῦ νὰ διαφωτίσωσι καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀνακοινώσωσι τί εἶναι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας καὶ τίς εἶναι ἡ διαμαρτυρία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μήπως δύναται νὰ μᾶς παράσχῃ πληροφορίας;
§155Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρρῶν εἶχε καὶ τὴν ἡμερομηνίαν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται.
§156Γ. ΠΩΠ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ζητεῖ ἀπὸ ἐμὲ πληροφορίας...
§157Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ζητῶ πρὸ παντὸς ἐγώ.
§158Γ. ΠΩΠ. Ἀναφέρομαι εἰς τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ, καθ’ ἣν ἡμέραν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ τὴν παραπομπὴν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Ἐν εἰδικῷ φακέλλῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐν συναφείᾳ πρὸς ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὑπάρχει διακοίνωσις τῆς 3 Ἰουλίου 1915 τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, διατυποῦντος τὴν γνώμην τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας Γκρέϋ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν εἶναι διαγωγὴ Κράτους αὐτή, νὰ ἀθετῇ τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ ὅτι θλίβεται ὁ κ. Ἔλλιοτ διότι ἐξηπατήθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, εἰς ἣν θὰ ἔλθωσι ταῦτα πάντα, θὰ ἀναδιφήσῃ τοὺς φακέλλους, νομίζω δὲ ὅτι ἀρκετὸν εἶναι τὸ διατυπούμενον ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ, ὅπως δώσῃ εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἐφόσον αὕτη θὰ συσταθῇ, τὸν δρόμον τῆς ἐνεργείας πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας.
§159Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπετε ἔχουσι καλῶς. Ἀλλὰ περὶ τίνος πρόκειται; Δὲν θὰ ἦτο ὀρθόν, πρὶν ἢ κατηγορήσητε ὀκτὼ ἀνθρώπους συλλογικῶς, διότι ἔτυχεν εἰς ἕνα φάκελλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη διακοίνωσις τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ἡ ὁποία ἐπὶ τέλους ἀφορᾷ ἕνα μόνον Ὑπουργόν, δὲν θὰ ἦτο, λέγω, ὀρθὸν νὰ μᾶς εἴπητε ποία εἶναι αὐτὴ ἡ πρᾶξις;
§160Γ. ΠΩΠ. Τὸ συλλογικῶς καταγγέλλειν διὰ προτάσεως πρὸς σύστασιν Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, εἴθισται οὕτω νὰ γίνεται.
§161Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἴθισται καθόλου.
§162Γ. ΠΩΠ. Ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ ἐρευνήσῃ κατὰ ποῖον τρόπον ἕκαστος τῶν Ὑπουργῶν εὐθύνεται ἢ δὲν εὐθύνεται εἰς τὰ ὡρισμένα κεφάλαια τῆς κατηγορίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς προτάσεως τῆς παραπομπῆς καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ διακεκριμένον ἔργον τῶν προτεινόντων τὴν σύστασιν Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τοῦ ἔργου τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§163Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ σᾶς πληροφορήσω, ὅτι ἔχετε πολὺ ἐσφαλμένην ἀντίληψιν τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» καὶ τῶν ὑπουργικῶν εὐθυνῶν. Ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Καφαντάρης ἔκαμε τὴν ἀνάλυσιν τῆς πολιτικῆς ἀλληλεγγύης καὶ τῆς ποινικῆς τοιαύτης καὶ εἶπεν εὐλόγως ὅτι ἡ μὲν πολιτικὴ ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν εἶναι πλήρης, διότι ἡ πολιτικὴ ἀλληλεγγύη ἀφορᾷ πάντοτε, κατὰ τὴν ἀντίληψιν ὅλων τῶν πολιτευομένων, ὅλου τοῦ κόσμου τὰς πολιτικὰς πράξεις, ὄχι τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἡ δὲ ποινικὴ ἀλληλεγγύη ἀφορᾷ τὰς ποινικὰς παραβάσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν συλλογικῶς νὰ καταγγείλητε 8 ἀνθρώπους ἐπὶ ποινικῇ ἀλληλεγγύῃ μεθ’ ἑνός, διὰ πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν καθορίζεται κἂν παρὰ τίνος διεπράχθη καὶ ἂν ὁ διαπράξας ἦτο ἁρμόδιος νὰ τὴν διαπράξῃ. Διότι εἶναι περίεργον νὰ ἔρχωνται οἱ κατήγοροι διὰ δευτέραν φορὰν κατασκευάζοντες κατηγορητήριον καὶ ὅταν ἐρωτῶνται τί ἐννοοῦσι διὰ τούτου, νὰ σᾶς ἀναφέρωσιν ἓν ἔγγραφον τοῦ πρέσβεως τῆς Ἀγγλίας, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ἐξηπάτησε τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Καὶ ὅταν ἐρωτῶμεν ἐπὶ ποίων θεμάτων τὴν ἐξηπάτησε, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀπαντήσωμεν, μᾶς δίδεται ἡ ἀπάντησις, ὅτι αὐτὸ θὰ τὸ εὕρῃ ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή. Μὴ λησμονῆτε ὅτι τὸ στάδιον τῆς σημερινῆς συζητήσεως εἶναι τὸ στάδιον τῆς προδικασίας καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει νὰ ἀποφασίσῃ ἢ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἀπαλλάττουσα τοὺς Ὑπουργούς, ὁπότε καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ πλέον ἐπὶ τοῦ θέματος ἢ νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, πειθομένη περὶ τοῦ ὑποστατοῦ τῶν κατηγοριῶν. Δὲν δύνασθε ὅμως νὰ προσδοκᾶτε ὅτι ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπὴ θὰ σᾶς φτιάξῃ κατηγορητήριον. Τὸ κατηγορητήριον πρέπει νὰ εἶναι σαφές, ὅπως γνωρίσωμεν καὶ ἡμεῖς διατί κατηγορούμεθα, ἵνα ἀπαντήσωμεν, διότι ἔχομεν ὑπὲρ ἡμῶν τὸ πλεονέκτημα, ὅτι ἡ Βουλή, ἀποδεχομένη τὰς ἐξηγήσεις ἡμῶν, δύναται νὰ προβῇ εἰς ψήφισιν διατάξεως ἀπαλλακτικῆς καὶ τότε ἡμεῖς ἀπαλλασσόμεθα τελικῶς τῆς ἐνοχλήσεως νὰ παρασκευάζωμεν ὑπεράσπισιν ἐνώπιον τῶν Ἀνακριτικῶν Ἐπιτροπῶν, ἐνῷ ἂν ἀντιθέτως ἡ Βουλὴ κρίνῃ ὅτι αἱ ἐξηγήσεις ἡμῶν δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς, θὰ καταρτίσῃ Ἐπιτροπήν, ὅπως ἀκριβῶς ἐξετάσῃ καὶ βεβαιώσῃ τὸ ὑποστατὸν τῶν κατηγοριῶν. Ἐπὶ τοῦ θέματος ὅμως τούτου προσερχόμεθα ἤδη ἡμεῖς ν’ ἀπαντήσωμεν ἐπὶ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἀγνοεῖ ὁ κατήγορος καὶ τὸ ὁποῖον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίσῃ πρὸς ἡμᾶς.
§164Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχω μίαν ἀμυδρὰν ἰδέαν, ὅτι πρόκειται περὶ παραβάσεως τοῦ νόμου περὶ ξένων Ἑταιρειῶν.
§165Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλὰ καὶ σεῖς δὲν δύνασθε νὰ τὸ βεβαιώσητε.
§166Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω ἐγώ;
§167Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δύναται νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ ἡ πληροφορία ἡ παρεχομένη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν καθιστᾷ καλλιτέραν τὴν θέσιν τοῦ κατηγόρου. Δὲν θὰ δώσητε διὰ κοινῆς συνεισφορᾶς πληροφορίας. Ὡς διετυπώθη τὸ κατηγορητήριον, εἶναι «Παναθήναια», δὲν εἶναι κατηγορητήριον.
§168Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐὰν πρόκειται νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή, δύναται καθεὶς νὰ δώσῃ πληροφορίας.
§169Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑμεῖς εἶσθε νομικὸς διαπρεπέστατος, ἴσως διαπρεπέστερος ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος μάλιστα δὲν καταγίνομαι καὶ συστηματικῶς εἰς τὰ ποινικά.
§170Γ. ΠΩΠ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον, ὡς τὸ διετύπωσα.
§171Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον.
§172Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας λέγει «βεβαιότατα» ὅτι ὑπάρχει τὸ ἔγγραφον. Ὑβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης ἡ Ἑλληνικὴ ἀξιοπρέπεια καὶ ἐθέσατε τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν ἰδικήν σας εἰς ἴσην θέσιν μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους (Χειροκροτήματα).
§173Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰς δάφνας τῶν χειροκροτημάτων τὰς ἐδρέψατε. Λοιπόν, κύριοι, ἐπιφυλάσσομαι, ἂν ἡ Βουλή, παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν, εὕρῃ τόσον σαφὲς καὶ ὡρισμένον τὸ θέμα, ὡς ἀξιοῖ ὁ κατήγορος, ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς ἀνακρίσεως, νὰ μάθω τὴν κατηγορίαν καὶ ν’ ἀπαντήσω. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς νὰ καθορισθῶσι καὶ αἱ εὐθῦναι. Νὰ καθορισθῇ ἂν εἶναι ἀξιόποινος ἡ παράβασις. Εἶναι πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν εἰσάγεταί τις εἰς τὸ Δικαστήριον; Εἶναι πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν ἀξιοῦται τις μομφῆς; Διότι, ἐφόσον ὁ κατήγορος δὲν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ ποία εἶναι ἡ πρᾶξις, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορούμεθα, πῶς ἡ Βουλὴ θὰ εὕρῃ στοιχεῖα ἀξιοποίνου πράξεως;
§174Γ. ΠΩΠ. Καταγγέλλεσθε ὅτι ἐξ ὑμῶν προεκλήθησαν ἐντυπώσεις, ἵνα δημιουργήσητε σχέσεις ἐχθρότητος μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἀντὰντ καὶ νὰ ἀσκῆτε τὴν Βουλγαρικὴν προπαγάνδαν ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου.
§175Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Χαίρω διότι ἤκουσα καὶ αὐτὴν τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ἀξιοποίνου. Ἤδη κατηγορούμεθα ὅτι ἐγένετο μία παράβασις τοῦ νόμου «περὶ Ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν», ἐπὶ σκοπῷ νὰ ἐπέλθῃ ῥῆξις μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Συνεννοήσεως, ὥστε κατὰ τὸν κατήγορον ἠδύνατο ἡ Συνεννόησις νὰ προέλθῃ εἰς πόλεμον πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διὰ τὰς Ἀνωνύμους Ἑταιρίας! Καὶ ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ 5ον κεφάλαιον τῆς κατηγορίας, τὸ μέγα κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀνάγεται εἰς τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις, τὰς διαπραχθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Γούδα. Κύριοι, τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἂν διεπράχθησαν αἱ ἐκλογικαὶ παραβάσεις. Τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων εἶναι δικαστικῶς ἐκκρεμές. Ὁ Νομάρχης κ. Γούδας παρεπέμφθη εἰς δίκην διὰ βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἐφετῶν. Ἐφόσον λοιπὸν ὑπάρχει βούλευμα παραπεμπτικὸν καὶ δὲν ἀπεφάνθη τελικῶς ἡ Δικαιοσύνη ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, δὲν δύναμαι βεβαίως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς νὰ ἰσχυρισθῶ οὔτε ὅτι διεπράχθησαν, οὔτε ὅτι δὲν διεπράχθησαν ἐκλογικαὶ παραβάσεις.
§176Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε;
§177Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι, δὲν σᾶς ἐπιτρέπω.
§178Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι προηγάγετε τὸν Τυπάλδον (θόρυβος).
§179Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ πράξεων τοῦ Νομάρχου κ. Γούδα...
§180Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω πληροφορίαν (διαμαρτυρίαι).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω, κύριε Φίλιε.
§182Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἀπαγγείλητε καὶ σεῖς, κύριε Φίλιε, κατηγορίαν; (Θόρυβος).
§183Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ἐφόσον εἶναι βουλευτής... (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ διακόπτητε.
§185Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ συμβάντων, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει καὶ τὸ ὁποῖον προσήκει νὰ ἐξετασθῇ — εἶναι ἐξ ἐνδείξεών τινων, δὲν λέγω ἀποδείξεων — δέον, λέγω, νὰ ἐξετασθῇ ἂν προκύπτῃ ὅτι διεπράχθησαν πράξεις οἷαι καταγγέλλονται, καὶ ὅτι διεπράχθησαν αὗται ὑπὸ τοῦ Νομάρχου κ. Γούδα, ἐντολῇ τῶν Ὑπουργῶν, καὶ μάλιστα ὅλων τῶν Ὑπουργῶν, διότι, ἂν ὁ κ. Νομάρχης προέβη εἰς ἐκτέλεσιν πράξεων ἀξιοποίνων, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐγκληματικὴ σύστασις μετὰ τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ἔδωσαν πρὸς αὐτὸν τὴν ἐντολὴν νὰ διαπράξῃ τὰς πράξεις ταύτας, ἵνα κατηγορηθῶσι καὶ οὗτοι. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδαμοῦ ὑποστηρίζεται. Τοῦτο ὑποστηρίζεται ἤδη μόνον ἐκ τῶν ὑστέρων. Κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν, ὅτε εἶχεν ὑποβληθῆ τὸ παράρτημα τοῦ κατηγορητηρίου, τὸ ἀποσυρθὲν λόγῳ ἀοριστίας καὶ τὸ ὁποῖον ἐπέρριπτεν ὡς αἰτίασιν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας ὁ Νομάρχης ἐν Θεσσαλονίκῃ εἶχεν ἐκτελέσει, εἶπον ἐγώ: «Μήπως ἰσχυρίζεσθε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε διαταγὰς διὰ νὰ προβῇ εἰς τὰς πράξεις ταύτας ὁ Νομάρχης;» Ἀλλ’ οὐδεὶς ἰσχυρίζετο τοῦτο. Σήμερον ὁ κατήγορος, γενόμενος σοφώτερος, προσέθηκε καὶ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦτον. Εἶναι εὔκολον νὰ λέγητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις διέταξε τὸν Νομάρχην νὰ προβῇ εἰς ἀξιοποίνους, εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις καὶ ἑπομένως νὰ εἰσάγεται ἡ Κυβέρνησις εἰς δίκην διὰ τὰς διαταγάς, τὰς ὁποίας ἔδωκεν. Ἀλλ’ ὀφείλετε καὶ νὰ ἀποδεικνύητε τοῦτο. Κύριοι, ἐπῆρε δρόμον πλέον τὸ ὑπουργικὸν ἀξίωμα. Ἐὰν δὲ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐξακολουθήσουν νὰ εἰσάγωνται κατηγορίαι, δὲν ἠξεύρω τίς θὰ τολμήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἀναλάβῃ τὸ βάρος Ὑπουργοῦ. Θὰ τολμοῦν μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἰσάγονται εὐκόλως εἰς τὰ Ὑπουργεῖα. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν καὶ ἓν τμῆμα τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Κατηγοροῦσιν ἡμᾶς ὅτι διὰ τοῦ Νομάρχου κ. Γούδα ὑπεσχέθημεν νὰ ἀποδώσωμεν καὶ ἀπεδώσαμεν ὡς Κυβέρνησις κτήματα πρὸς Ὀθωμανοὺς καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 687. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῶν Ὀθωμανικῶν κτημάτων συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ διὰ μακρῶν καὶ ἐγένοντο περὶ τούτων δύο νόμοι. Συνεζητήθη διὰ μικρῶν καὶ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου 687. Τὸ ζήτημα τῆς ἀποδόσεως τῶν Ὀθωμανικῶν κτημάτων ἐγεννήθη κυρίως ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1914, ὁπότε ἡ ἔρις τῶν δύο Κρατῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν Ἑλλήνων τὸ γένος, τῶν ἐκδιωχθέντων ἀγρίως ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας ἀπὸ τῶν παραλίων τῆς Μ. Ἀσίας, εἶχε γεννήσει προστριβὰς μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, καταλήξασα εἰς μίαν ἔντονον διαμοιβὴν τηλεγραφημάτων, σχετιζομένων μὲ τὴν παῦσιν τῆς περαιτέρω καταλήψεως τῶν κτημάτων καὶ τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει ὁ νόμος τοῦ 1914, ὅστις κηρύσσει ἀδέσποτα ἢ ἐγκαταλελειμμένα — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὴν φράσιν τὰ κτήματα τῶν Ὀθωμανῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπεχώρησαν τῆς Ἑλλάδος ὁριστικῶς καὶ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τοῦ νόμου δὲν ἤθελον παρουσιάσει εἰς τὰς οἰκονομικάς, νομίζω, Ἀρχὰς τοὺς τίτλους αὐτῶν. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη κατ’ Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον τοῦ 1914. Κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1914 ἐπῆλθεν ἡ διένεξις. Εἶχε συμφωνηθῆ μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ὅτι πρὸς τακτοποίησιν τῶν ζητημάτων ἀμοιβαίως ἤθελε καταρτισθῆ μία Ἐπιτροπὴ ἐν Σμύρνῃ μικτή, ἥτις θὰ καθώριζε τὴν ἐκτίμησιν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγκατέλιπον οἱ πρόσφυγες, ἐκδιωχθέντες ἐκεῖθεν, γενομένης συγχρόνως ἐκτιμήσεως ἐν Μακεδονίᾳ, τῶν κτημάτων, τῶν ὑπὸ τῶν Τούρκων ἐγκαταλειφθέντων, ἵνα γίνῃ ἀνταλλαγὴ ἐγκαταστάσεως. Ἐν τῷ μεταξύ, ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τύπον προσωρινόν, νομίζω, εἶχε διαταχθῆ ἐν τῇ κατοχῇ τῶν κτημάτων τῶν Ὀθωμανῶν, ἡ ἐγκατάστασις τῶν προσφύγων, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων εἶχε λάβει ὀξύτητα μεγίστην. Ἀλλὰ κατὰ τὸ στάδιον τοῦτο, κατὰ τὴν 13 Σεπτεμβρίου, ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἠξίωσε παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως νὰ παύσῃ ἡ περαιτέρω κατάληψις καὶ νὰ ἀποδοθῶσι τὰ καταληφθέντα, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ἡ μὲν κατάληψις θὰ παύσῃ, ἐκ δὲ τῶν καταληφθέντων θὰ ἀποδοθῶσιν ὅσα κατὰ λάθος κατελήφθησαν, ὄχι δὲ καὶ τὰ νομίμως καταληφθέντα. Ἀμέσως δὲ ἔσπευσε νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Τουρκικὴν Κυβέρνησιν κατάλογον 15 περίπου κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον κατὰ λάθος καταληφθῆ καὶ ἀπεδόθησαν, κατὰ τὸ Ὑπουργικὸν ἔγγραφον τοῦτο, εἰς τοὺς κυρίους αὐτῶν. Οὕτως εἶχε τὸ ζήτημα, καὶ ἐξηκολούθει ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ὑπὸ τὸν Πρόεδρον κ. Βενιζέλον ἐξελέγχουσα κατόπιν διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὰς γενομένας καταλήψεις καὶ ἀποδίδουσα ἐκεῖνα τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ προφανὲς λάθος εἶχον καταληφθῆ. Ἐν τῷ συνόλῳ δέ, μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀνήλθομεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἀπεδόθησαν εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς 28–30 κτήματα, ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ ὅτι κατὰ λάθος κατελήφθησαν. Τὰς πληροφορίας ταύτας ἀρύομαι ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Δραγούμης ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀνήλθομεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν ἀπεδόθησαν δύο κτήματα κατ’ Ἰούλιον καὶ κατ’ Αὔγουστον, καὶ ταῦτα ἐπίσης ὡς κατὰ λάθος καταληφθέντα. Κατόπιν ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη ἀπέδωκεν ἕτερα, ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν εἶναι τὸ ζήτημα. Σήμερον ὅμως μᾶς κατηγοροῦσι διὰ ποῖον λόγον; Ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου 687, τοῦ ὁρίζοντος ὅτι ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος γίνεται πλέον αὐτὴ ἡ ἀπόδοσις καὶ ὅτι ὁ ὅρος τῆς ἀμοιβαιότητος πρέπει νὰ γίνεται δεκτὸς ἐν ἐπισήμῳ διακηρύξει τοῦ ἀντιπάλου Κράτους, ἐπὶ παραβάσει, λέγω, τοῦ νόμου τούτου, διότι ἄνευ τοῦ ὅρου τῆς ἀμοιβαιότητος προέβημεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων τούτων. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος, ὁ καθορίζων τὴν ἐπ’ ἀμοιβαιότητι ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων, ἐψηφίσθη κατ’ Ὀκτώβριον τοῦ 1915, ἤτοι μετὰ τὴν πτῶσιν ἡμῶν ἀπὸ τῆς Ἐξουσίας.
§186Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δύναται ν’ ἀποδεικνύῃ τὴν ἀμέλειαν μὲ τὴν ὁποίαν συνετάχθη τὸ κατηγορητήριον. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1915, καὶ λέγων Κυβέρνησιν ἐννοῶ τὸν ὑπεύθυνον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν καὶ τὸν Πρωθυπουργόν, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει πρᾶξις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ ὁποία νὰ καθιστᾷ καὶ ὑμᾶς ὑπεύθυνον. Ἡ τότε λοιπὸν Κυβέρνησις διὰ τοῦ Νομάρχου Γούδα ὑπεσχέθη εἰς τοὺς Μουσουλμάνους τῆς Μακεδονίας ν’ ἀποδώσῃ ὅλα τὰ καταληφθέντα κτήματα κατὰ χρῆσιν ἀντιποίνων ἀπὸ τοὺς Ὀθωμανούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ τὴν Μακεδονίαν. Διότι γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὴν μετὰ τῆς Τουρκίας συνθήκην, οἱ ἀποχωρήσαντες διετήρουν τὴν κυριότητα. Ὅταν λοιπὸν ἔγινεν ἡ ἔξωσις τῶν προσφύγων τῶν καταφυγόντων ἐνταῦθα ἐκ Θράκης καὶ Μικρᾶς Ἀσίας, ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ σταματήσῃ καὶ δὲν ἐσταμάτησε καὶ κατόπιν κατεσχέθησαν ὅλα τὰ κτήματα τῶν ἀποδημησάντων. Ὅταν δὲ ἐδέχθημεν ν’ ἀποδώσωμεν ἐκεῖνα τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ λάθος κατελήφθησαν, αὐτὸ ἀφεώρα τὴν τυχαίαν κατάληψιν κτημάτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον ἀποδημήσει καὶ τὰ ὁποῖα ὅμως εἶχον καταληφθῆ, ὡς κατὰ λάθος ἐπίσης κατελήφθησαν καὶ κτήματα ὑπαλλήλων τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, οἵτινες οὐδέποτε εὑρίσκοντο εἰς Μακεδονίαν. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως τοῦ κ. Γούναρη ὑπεσχέθη ν’ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς ὅλα τὰ κατασχεθέντα κτήματα καὶ τῶν ἀποδημησάντων.
§187Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπεσχέθη ἡ Κυβέρνησις Γούναρη τοῦτο δι’ ἐγγράφου;
§188Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔδωκεν ἐντολὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς πρὸς τοῦτο. Καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κληθῶ ὡς μάρτυς, θὰ ἠδυνάμην νὰ βεβαιώσω, ὅτι δὲν εἶχον μὲν ἔγγραφον ἐντολήν, ἀλλὰ θὰ ἔπαιρνα ὅρκον, ὅτι ὁ Γούδας ἐνήργει κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ ὄχι τοῦ κεφαλιοῦ του.
§189Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁμιλοῦν περὶ ζημίας τοῦ Κράτους ἑκατοντάδος ἑκατομμυρίων. Ἐρωτῶ, παρεδόθη κανὲν κτῆμα; Διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν εἰσάγετε νέαν αἰτίασιν.
§190Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἰσάγω καμμίαν αἰτίασιν. Οὔτε ὑπέγραψα ἐγὼ τὸ κατηγορητήριον. Οὔτε ἔχει σημασίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ γνώμη μου.
§191Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχει σημασίαν ἡ γνώμη σας.
§192Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ μέρος τοῦτο τοῦ κατηγορητηρίου δυνατὸν νὰ εἶναι κακῶς διατετυπωμένον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀσύστατον. Εἶναι ὅμως ἀναμφισβήτητον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς παρεβίασαν καὶ ἠθέτησαν ἐπὶ βλάβῃ τῆς Ἐπικρατείας τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον εὗρον ἐν Μακεδονίᾳ.
§193Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Γούναρη σήμερον κατηγορεῖται ὅτι ἀπέδωκε τὰ κτήματα εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς καὶ ἐζημίωσε τὸ Κράτος ἑκατοντάδα ἑκατομμυρίων.
§194Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ κατηγορητήριον λέγει καὶ διὰ τὰς ἐκλογικὰς παραβάσεις.
§195Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Περὶ τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων εἶπον ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω. Εἶπον ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων, δὲν ὑπάρχει τεκμήριον, ὅτι ὑφίσταται ἐνοχὴ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἀποδοθείσας εἰς τὸν κ. Γούδαν πράξεις, διότι ὑπάρχει σωρεία ἐκλογικῶν παραβάσεων ἀποδιδομένων εἰς αὐτόν. Πρέπει ὅμως νὰ ὑπάρχῃ ἁπτὴ ἀπόδειξις ὅτι διετάχθη ὁ κ. Γούδας νὰ ἐκτελέσῃ ὅ,τι ἐξετέλεσεν.
§196Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν ἀπόδειξιν θὰ τὴν φέρῃ ἡ δικαστικὴ ἀνάκρισις. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὅτι ὅσα ἔκαμεν ὁ Γούδας εἰς τὴν Μακεδονίαν τὰ ἐνήργησε κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἔχει πάντα λόγον νὰ τοὺς παραπέμψῃ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἵνα καθαρίσωσι τὴν θέσιν των. Αἱ ἀποδείξεις θὰ προσαχθῶσιν ἐκεῖ. Δι’ ἐμὲ μόνον, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δώσω τὴν ψῆφον μου, καὶ θὰ τὴν δώσω ἐὰν εὑρίσκωμαι ἐδῶ, εἶναι ἀρκετὴ ὄχι ἁπλῶς ἔνδειξις, ἀλλ’ ἠθικὴ ἀπόδειξις, ὅτι ὁ Γούδας δὲν ἐνήργει αὐτὰ ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλὰ κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ.
§197Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δι’ ὑμᾶς τοῦτο εἶναι ἀρκετόν. Ἐγὼ σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι προκειμένου νὰ προβῆτε εἰς κατάρτισιν Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, δὲν ἀρκεῖ ἁπλῆ ἐξωτερικὴ διαίσθησις ἡμῶν, ἀλλ’ ἀπαιτοῦνται καὶ ἐνδείξεις.
§198Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι τοῦτο ἔνδειξις; Ἡ ὑπόσχεσις τῆς ἀποδόσεως τῶν κτημάτων πρὸς τοὺς Ὀθωμανούς, εἶναι ἐκλογικὴ παράβασις. Ἡ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπόσχεσις ἑνὸς ἀγαθοῦ πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς εἶναι μία δωροδοκία, ἡ ὁποία οὐδέποτε ἔγινεν εἰς τὰ ἑλληνικὰ χρονικά.
§199Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ὁποία ὑπόσχεσις οὐδέποτε ἐξετελέσθη.
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ὑπόσχεσις ἦτο, ὅτι ἐὰν δώσητε ψῆφον εἰς τοὺς κυβερνητικοὺς ὑποψηφίους, θὰ ἀναλάβητε τὴν κτηματικὴν περιουσίαν, ἀξίας ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ παραβίασιν ἐκλογικήν, διὰ τὴν ὁποίαν εὐθύνεται ὄχι μόνον ὁ Νομάρχης, ἀλλὰ καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἡ ὁποία φέρει αὐτοὺς ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου; Καὶ ἂν δὲν ἐξετελέσθησαν τὰ ὑπεσχημένα, ἀρκεῖ ὅτι ἔγινεν ἡ ὑπόσχεσις αὕτη καὶ ἡ ὀγκώδης αὕτη δωροδοκία.
§201Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ ὅλων τῶν λοιπῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων τοῦ Νομάρχου κ. Γούδα, ὄχι μόνον οὐδεμία ἔνδειξις προσάγεται κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξ αὐτοῦ τοῦ βουλεύματος, τοῦ ἀφορῶντος τὸν κ. Γούδαν, ἐξάγεται ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, μόλις περιῆλθεν εἰς γνῶσιν αὐτοῦ ἡ μετάθεσις ἡ παράνομος τοῦ ὑποδιοικητοῦ Ἐδέσσης κ. Καλεύρα, ἔσπευσε διὰ τηλεγραφήματος νὰ διατάξῃ τὸν Νομάρχην Θεσσαλονίκης νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν μετάθεσιν ταύτην, ὡς παρανόμως γενομένην. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον ἔσπευσε νὰ διατάξῃ νὰ ἐπανέλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν νόμιμον θέσιν των. Ἡ μόνη ἔνδειξις λοιπὸν τῆς ἀλληλεγγύης μεταξὺ Νομάρχου καὶ Κυβερνήσεως, εἶναι κατὰ τοῦ κατηγορητηρίου, διότι ἐνῷ τὸ βούλευμα οὐδαμοῦ συνήγαγε μίαν ἔνδειξιν ὅτι ὁ Νομάρχης κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς διάπραξιν αὐτῶν, τοὐναντίον βεβαιοῖ μίαν εἰδικὴν πρᾶξιν, καθ’ ἣν ὑπάρχει ἀπόδειξις, ὅτι ἅμα ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, ἔσπευσε τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν πρᾶξιν τοῦ Νομάρχου. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ ζητήματος τῶν Τουρκικῶν κτημάτων, δύνασθε νὰ ἰσχυρίζησθε ὅτι ὁ Νομάρχης προέβη εἰς ὑποσχέσεις σκοπούσας τὴν μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ φρονήματος, ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσητε μέχρι τοῦ συμπεράσματος, ὅτι ἡ ὑπόσχεσις ἐγένετο κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπ’ εὐθύνην αὐτῆς, εἶναι τολμηρόν. Ἔνδειξις ἀντίθετος εἶναι ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ ἐπὶ διάστημα ἐννεάμηνον, οὐδεμία ἐγένετο ἀπόδοσις κτήματος εἰς ὑπήκοον Ὀθωμανόν, μόνον δὲ εἰς δύο ἐγένετο, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατὰ λάθος εἶχον καταληφθῆ.
§202Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ὑπάρχει ὅμως ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἀκυροῦσα τὴν ἐκλογήν.
§203Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι. Διέταξεν ἀποδείξεις. Καὶ ἦλθεν ἀπόφασις δευτέρα τοῦ Ἐκλογοδικείου, ἐπικυροῦσα τὴν ἐκλογήν. Πρὸ μιᾶς σωρείας ἐνστάσεων, τὸ Ἐκλογοδικεῖον διέταξεν ἀποδείξεις καὶ μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀποδείξεων, ἡ ἐκλογὴ ἐπεκυρώθη. Ἀλλὰ δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι καὶ αἱ ἀποδείξεις ἐκεῖναι ἀπέδειξαν ὅτι δὲν ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα ἐκ τῶν πράξεων τῶν ἐπιχειρηθεισῶν πρὸς ἀλλοίωσιν τοῦ φρονήματος, ἀλλὰ δύνασθε ἐπίσης νὰ ἀποδώσητε εἰς τὸν κ. Γούδαν τὴν τάδε καὶ τὴν δεῖνα πρᾶξιν, στηριζόμενοι ἐπὶ τῶν ἐγγράφων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως οὐδὲν ἔγγραφον ἔχετε, ἵνα ἀποδείξητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδωκεν ἐντολήν, εἰσάγεται ψευδῆ αἰτίασιν, ψευδὲς κατηγορητήριον. Ἀλλ’ οἱ δικάζοντες δὲν δικάζουν ἐπὶ τῇ βάσει ἰδιαιτέρων των ὑπονοιῶν, δικάζουν ἐπὶ τῇ βάσει ἀποδείξεων. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον θέμα, τὸ ἀφορῶν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Διατυποῦται ἡ κατηγορία, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν — θίγω δὲ τὸ ζήτημα διότι τοῦτο δὲν ἐλύθη δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου — διατυποῦται, λέγω, ἡ κατηγορία, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν προέβη εἰς τὴν ἀντικατάστασιν τῶν δύο καταδρομικῶν, τοῦ «Ναυάρχου Κουντουριώτη» καὶ «Λ. Κατσώνη», τὰ ὁποῖα ἐναυπηγοῦντο εἰς τὰ Ἀγγλικὰ ἐργοστάσια καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἀντικατάστασιν προσεφέρθη ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐκτελέσῃ, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀντὶ νὰ σπεύσωσι νὰ δεχθῶσι τὴν προσφοράν, ἀνέλαβον τὰς διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν καταδρομικῶν τούτων γενομένας προκαταβολὰς καὶ διέθεσαν τὸ χρῆμα ἐκεῖνο πρὸς πληρωμὴν γαιανθράκων. Ἔχω ἐνταῦθα τὸν φάκελλον τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει τὰ ἀντίθετα. Εἰς τὰ Ἀγγλικὰ ναυπηγεῖα ἐναυπηγοῦντο κατὰ παραγγελίαν τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τοῦ 1913 δύο καταδρομικὰ καὶ τέσσαρα ἀντιτορπιλλικὰ καὶ προσέτι ἓν πλοῖον ἐφοδιασμοῦ. Διὰ τὰ πλοῖα ταῦτα εἶχε δοθῆ προκαταβολὴ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῇ προόδῳ δὲ τῆς ναυπηγήσεως εἶχε συνομολογηθῆ συμφωνία μὲ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις θὰ κατέβαλλε τὰς ἐπὶ πλέον δαπάνας διὰ τὴν ναυπήγησιν, λαμβάνουσα τόκον 4%. Κατὰ τὴν ὑπουργείαν μου ὁ Ναύαρχος κ. Κὰρ μοὶ ἀνεκοίνωσε σημείωμα τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην τοῦ ἑνὸς καταδρομικοῦ καὶ τῶν τεσσάρων ἀντιτορπιλλικῶν, ἐσκόπει δὲ νὰ ἐπιτάξῃ ταῦτα. Ἐζήτησα τὴν γνώμην τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, προέβην εἰς τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος, εἶδον ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ ἐπιτάξεως ἀφεύκτου, διότι ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο μία εὐγενὴς πρᾶξις προειδοποιήσεως. Γενομένης μελέτης, ἐξηκριβώθη ὅτι, ἐὰν ἐπετάσσετο τὸ ἓν καταδρομικὸν καὶ τὰ τέσσαρα ἀντιτορπιλλικά, τότε τὸ ἕτερον καταδρομικόν, τὸ ὁποῖον ὑπελείπετο πρὸς κατασκευήν, εἶχε ταύτην μόνον τὴν χρησιμότητα, ὅτι θὰ ἐδέσμευε τὴν Ἑλλάδα πλέον εἰς παραδοχὴν ὁμοίου τύπου καὶ διὰ τὸ μέλλον, διότι, κύριοι, ὡς γινώσκετε, σήμερον καὶ τὰ καταδρομικά, ὅπως καὶ τὰ θωρηκτὰ καὶ τὰ ἀντιτορπιλλικά, κατασκευάζονται κατὰ μοίρας, διότι κατὰ μοίρας ἐνεργοῦσι. Δὲν ἐπιτρέπεται λοιπόν, εἷς μάλιστα μικρὸς στόλος, ὡς ὁ Ἑλληνικός, νὰ διαθέτῃ καταδρομικά, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν νὰ ἔχῃ ταχύτητα 30 μιλλίων, τὸ ἄλλο 28 καὶ τὸ ἄλλο 24 μιλλίων. Εἴχομεν παραγγείλει καταδρομικὰ ἑνιαίου τύπου, ταχύτητος 26 κόμβων καὶ μεγέθους 5 χιλιάδων τόννων. Δεδομένου λοιπὸν ὅτι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιτάξῃ τὸ ἓν καταδρομικόν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπεφάσισεν, ἀκοῦσαν καὶ τὴν συμβουλὴν τοῦ Ναυάρχου Κάρ, νὰ προσφερθῇ καὶ τὸ δεύτερον, ἐφόσον ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν ἕνα ἀντὶ τῶν δύο καταδρομικῶν, καὶ κατασκευασθῶσι δύο νέα νεωτάτου τύπου. Δεδομένου δὲ ὅτι τοῦ πολέμου τοῦ ναυτικοῦ ἡ πρόοδος εἶχεν ἐνδείξει νέους τύπους, τύπους πολὺ ἀρτιωτέρους ἐκείνου τοῦ τύπου, τὸν ὁποῖον μετεχειρίζετο ἡ Ἑλλάς, καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο τύπος καταδρομικοῦ μᾶλλον μεγάλης θαλάσσης, ἀπεφάνθησαν οἱ ἁρμόδιοι, ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ παρακληθῇ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ πάρῃ καὶ τὸ δεύτερον καταδρομικόν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν ἄμεσον κατασκευὴν ὅλων ὁμοῦ. Πράγματι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διαπραγματευθὲν διὰ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, εἶπε πρὸς αὐτήν: «Θέλετε τὸ πλοῖον· σᾶς δίδω καὶ αὐτὸ καὶ τὸ ἄλλο, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ ἐνεργήσητε ἐπίταξιν, διότι εἶναι ζήτημα διεθνοῦς μορφῆς καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶναι οὐδετέρα. Ὡς ἀντάλλαγμα ὅμως ζητῶ νὰ δεχθῆτε, ὅτι θέλετε προβῆ εἰς τὴν ναυπήγησιν τριῶν καταδρομικῶν νέου τύπου, τεσσάρων ἀντιτορπιλλικῶν καὶ τοῦ πλοίου ἐφοδιασμοῦ εἰς Ἀγγλικὰ ναυπηγεῖα ἐπὶ δανείῳ, τὸ ὁποῖον νὰ χορηγήσῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πρὸς 4% καὶ ὑπὸ τὰς τιμὰς τὰς ναυπηγικάς, αἵτινες εἶχον συμφωνηθῆ διὰ τὰ σήμερον ἐπιτασσόμενα», διότι καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἐπίταξις ἐνηργεῖτο, αἱ ναυπηγικαὶ τιμαὶ εἶχον ὑψωθῆ ὑπερόγκως. Αὕτη λοιπὸν ἦτο ἡ πρότασις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἡ ὁποία ἐστάλη εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς. Πράγματι μᾶς ἦλθεν ἡ ἀπάντησις τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐδέχετο κατ’ ἀρχὴν τὴν ναυπήγησιν, κατόπιν δὲ ἦλθεν ἡ ἀπάντησις, ὅτι δέχεται καὶ τὴν παροχὴν τοῦ δανείου, ὡς καὶ τὴν ναυπήγησιν ὑπὸ τὰς ἀρχικὰς τιμάς. Συγχρόνως μᾶς ἠρώτα, ποῖον ἦτο τὸ ποσὸν τῶν προκαταβολῶν, αἵτινες εἶχον καταβληθῆ εἰς τὰ ναυπηγεῖα, ἵνα ἀποδώσῃ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις παραχρῆμα τὰς προκαταβολάς, αἵτινες εἶχον δοθῆ ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ ναυπηγεῖα. Προσέτι ἐπετύχομεν ἵνα ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις πληρώσῃ εἰς ἡμᾶς καὶ τὴν τιμὴν τῶν τορπιλλῶν, αἱ ὁποῖαι εἶχον παραγγελθῆ εἰς τὴν Γερμανίαν ἐξ ὑπαρχῆς καὶ τῶν ὁποίων τὸ ἀντίτιμον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν, διότι μεταξὺ Γερμανίας καὶ Ἀγγλίας αἱ σχέσεις αἱ ἐμπορικαὶ ἦσαν διακεκομμέναι, αἱ τορπίλλαι δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα πρὸ τῆς λήξεως τοῦ πολέμου. Ἦτο δὲ ζήτημα τοῦτο 200 χιλιάδων δραχμῶν. Ἡ διαπραγμάτευσις ὅμως αὕτη ἔχρῃζε χρονικοῦ τινος διαστήματος κατ’ ἀνάγκην, ὅτε δὲ ἐφθάσαμεν εἰς τὸ τέρμα τῆς διαπραγματεύσεως κατὰ τὸν μῆνα Ἰούνιον, γενομένου δεκτοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, συνεκλήθη τὸ Συμβούλιον τῶν Ναυάρχων καὶ συγχρόνως τὸ Ναυτικὸν Ἐπιτελεῖον καὶ ἐγνωμοδότησαν περὶ τοῦ τύπου τῶν παραγγελτέων πλοίων, ἐγνωμοδότησαν δὲ ὑπὲρ τοῦ τύπου τῶν καταδρομικῶν καὶ τῶν ἀντιτορπιλλικῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου καὶ τὸ ζήτημα εἰσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἀλλὰ καθ’ ὃν χρόνον εἰσήχθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐπειδὴ ἤμεθα πλέον Κυβέρνησις μεταβατικὴ καὶ ἐπρόκειτο νὰ ληφθῇ ἀπόφασις ἀφορῶσα εἰς ὑλικὰ ζητήματα, ἀπόφασις ἀφορῶσα εἰς ἐμπόλεμον παρασκευὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν διὰ τὴν πάροδον ὀλίγων ἡμερῶν νὰ προδεσμεύσωμεν τὴν μέλλουσαν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, παρεκάλεσα τὸν Ναύαρχον κ. Κουντουριώτην ἵνα συναντήσῃ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, τὸν ὁποῖον ἔβλεπε συχνά, καὶ ζητήσῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τοῦ πρακτέου.
§204Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Τὸν κ. Βενιζέλον;
§205Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Εἶπον πρὸς τὸν κ. Κουντουριώτην, ὅτι πρόκειται νὰ παραγγείλωμεν τὰ πλοῖα, διότι ἔχομεν ὅλα τὰ ζητήματα τελειωμένα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡμεῖς εἴμεθα Κυβέρνησις ὑπὸ προθεσμίαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ὑπογραφὴν συμβάσεως 40 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἡ νέα εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχῃ ἄλλο πρόγραμμα, διότι ἐνῷ ἐγὼ ἐσυνέχιζα τὴν μέριμναν, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων πρὸ δύο ἐτῶν, ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβληθῶσιν αἱ γνῶμαι αὐτῆς, μεταβαλλομένων τῶν περιστάσεων. Πράγματι ὁ Ναύαρχος Κουντουριώτης συνήντησε τὸν κ. Βενιζέλον, μοὶ ἀπήντησε δὲ τὴν ἐπαύριον, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι μελετητέον, διότι ὁ κ. Βενιζέλος φρονεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραγγελθῶσιν ὑποβρύχια. Κατόπιν τούτου ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἀπεφάνθη τοῦτο ὅτι, ἐπειδὴ ἤμεθα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν μεταβατικήν, ἔπρεπε νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναμείνῃ χρόνον τινά, καίτοι δὲν τῆς εἴχομεν τάξει προθεσμίαν τινά, ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἡ νέα νὰ ἀναλάβῃ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ ζητήματος. Δὲν σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφον ἵνα μὴ σᾶς κουράσω. Ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου, ἡ ὁποία ἔκρινεν ὀρθὸν νὰ μὴ προβῇ εἰς νέαν παραγγελίαν πλοίων, διότι ὑπέθετε τότε, ὡς εἶχον τοὐλάχιστον ἀκούσει, ὅτι προκειμένου νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς πόλεμον παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων, δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῶν μικρῶν αὐτῶν πλοίων. Τὰ πλοῖα αὐτὰ ἄλλως τε δὲν θὰ παρεσκευάζοντο παραχρῆμα, ἀλλ’ εἶχον ἀνάγκην πρὸς κατασκευὴν ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους, ἂν παρηγγέλλοντο τότε. Αἱ ἀνάγκαι δὲ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐξεπληροῦντο διὰ τοῦ Συμμαχικοῦ Στόλου. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου δὲν προέβη εἰς τὴν παραγγελίαν. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἡμεῖς δὲν ἀπεκρούσαμεν καμμίαν προσφορὰν ἐξεναντίας ἐξεμαιεύσαμεν τοιαύτην καὶ διετηρήσαμεν αὐτὴν ὑπὲρ τῶν διαδόχων μας, ὥστε νὰ ἀσφαλίσωμεν τὸ οἰκονομικὸν συμφέρον, ὡς καὶ τὸ ναυτικὸν συμφέρον τῆς Χώρας, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἡμεῖς. Ἀφήσαμεν τὰ πράγματα ὥριμα, οὐχὶ βεβλαμμένα, εἰς χεῖρας τῶν διαδόχων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν χρῆσιν αὐτῶν ὡς ἔκριναν προσῆκον ἐν τῇ εὐθύνῃ αὑτῶν καὶ ἐν ταῖς βλέψεσιν αὐτῶν ταῖς πολιτικαῖς. Αὕτη εἶναι ἡ κατηγορία καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἀπάντησις ἡμῶν. Ἡ ἀπάντησις αὕτη ἐξάγεται ἐκ σειρᾶς ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς κεκυρωμένα ἀντίγραφα καὶ τὰ ὁποῖα, ἵνα μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, δὲν ἀναγινώσκω εἰς αὐτήν. Ἀλλ’ εἶναι ἀλήθεια ἀποδεικνυομένη ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὥστε καὶ ἡ κατηγορία αὐτὴ νὰ εἶναι κατηγορία διὰ τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων. Τώρα μένει ἡ κατηγορία ἡ ἄλλη, ὅτι ὑπέστη τὸ Δημόσιον ζημίαν ἐκ βλάβης τῶν ἀλεύρων, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς ἐρριμμένα καὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο κακῶς ἡ φύλαξις.
§206Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν κατηγορίαν τῶν πλοίων, κύριε συνάδελφε, τὰς ἐξηγήσεις σας τὰς εὑρίσκω πολλοῦ λόγου ἀξίας, μέχρις ὅτου ἀνασκευασθοῦν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἐγὼ νὰ ἔχω γνώμην, διότι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα.
§207Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε βουλευτά, δύναμαι νὰ σᾶς τὰ δώσω νὰ τὰ ἀναγνώσητε, ὄχι μόνον εἰς ὑμᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς πάντα βουλευτήν. Εἶπον ὅτι δὲν τὰ ἀναγινώσκω, διότι θὰ ἦτο μεγάλη ἡ κούρασις τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δύναμαι νὰ σᾶς τὰ δώσω νὰ τὰ ἀναγινώσητε, διὰ νὰ σχηματίσητε πεποίθησιν καὶ τὴν ἀνακοινώσητε καὶ εἰς ἄλλους βουλευτάς.
§208Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ἡμεῖς δὲν θὰ σᾶς παραπέμψωμεν εἰς τὸ Δικαστήριον, ἡμεῖς θὰ σᾶς παραπέμψωμεν εἰς ἀνακριτικὴν Ἀρχήν.
§209Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἐὰν ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται ψευδὲς τὸ κατηγορητήριον, δὲν θὰ μᾶς παραπέμψητε πουθενά. Προκειμένου περὶ τῶν ἀλεύρων, κύριοι, ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Κατηγορούμεθα ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἀλεύρων τῶν κατατεθειμένων εἰς τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς καὶ κακῶς φυλασσομένων. Βεβαίως, ὡς διατυποῦται τὸ κατηγορητήριον, εἶναι ἀντικείμενον ἀνακρίσεως, ἀφορῶν ἕνα ὡρισμένον Ὑπουργόν, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναλογισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σαφὴς ἡ κατηγορία ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἐκ προθέσεως εἰσήγαγε τὰ ἄλευρα εἰς τὸ Τελωνεῖον πρὸς βλάβην, εἴτε ἐξ ἀμελείας βαρυτάτης. Ἤθελον δὲ ὑπενθυμίσει καὶ τοῦτο πρὸς τὴν Βουλήν. Εἶναι ζήτημα τοῦτο, δι’ ὃ μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν τῶν ἁρμοδίων τῆς νῦν Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ὑπουργῶν τῶν ἁρμοδίων τῆς Κυβερνήσεως τῆς κατηγορουμένης, ἐγεννήθη διχοστασία καὶ συζήτησις μακροτάτη, ἡ ὁποία κατέληξε καὶ εἰς ἀποστολὰς μαρτύρων. Ἡ Βουλὴ ἡ καταλυθεῖσα ἐν τούτοις δὲν προέβη εἰς διατύπωσιν κατηγορητηρίου. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν δὲν εἰσήχθη ὡς κατηγορία διατυπωθεῖσα ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν Γούναρη ἐναντίον τῶν Ὑπουργῶν Βενιζέλου· τὸ ζήτημα εἰσήχθη ἐκ τῶν κατηγοριῶν, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρρῶν ἐναντίον τῶν Ὑπουργῶν Γούναρη διὰ τὴν καταστροφὴν τῶν ἀλεύρων, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη εὑρίσκετο ἐν ἀπολύτῳ ἀγνοίᾳ τοῦ ὅλου πράγματος.
§210Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε; Τὸ ζήτημα, ὅπως ἴσως δὲν ἐνθυμεῖσθε σεῖς, τῆς διαχειρίσεως τῶν περιφήμων ἀλεύρων, ἀπὸ τὸ ὁποῖον εὑρῆκαν νὰ ζυμώσουν μερικοὶ καλοθεληταὶ μίαν συκοφαντίαν, τὸ ζήτημα ἐκεῖνο ἐγεννήθη ὅταν ἤμην ἐγὼ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τότε εὑρέθην ἐνώπιον μιᾶς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ δανείου 1.600.000 δραχ. πρὸς κάλυψιν ζημίας ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν ἀλεύρων. Ἦτο πολὺ φυσικόν, ὅτι οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἠρώτα πῶς συνωμολογήθη αὐτὴ ἡ σύμβασις καὶ ποία ἦτο ἡ ζημία. Ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον καὶ ἐξέφρασα τὴν ἀπορίαν μου, πῶς ὁ προκάτοχός μου ἦτο δυνατὸν νὰ συνομολογήσῃ σύμβασιν πρὶν γνωρίσῃ τὸ ποσὸν τῆς ζημίας καὶ πῶς προῆλθεν ἡ ζημία. Ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ μοί δώσῃ τὸν λογαριασμόν, ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν μοὶ τὸν ἔδιδεν, εἶχον δὲ τὸ δικαίωμα, μετὰ ἡμέρας πολλάς, νὰ εἴπω ὅτι ἠρνήθη νὰ μοὶ τὸν δώσῃ. Ἔστειλα δύο ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἕνα, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα δὲν ἐνθυμοῦμαι, καὶ τὸν κ. Δροσόπουλον, τὸν ὁποῖον μοῦ ἐφόρτωσαν ὡς ἰδιαίτερον γραμματέα καὶ φίλον μου τότε, ἐνῷ τὸν νέον αὐτὸν ἐγνώρισα ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τότε καὶ ἄλλοτε ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτε μοῦ τὸν ἐσύστησαν ὡς νέον φιλότιμον καὶ προοδευτικόν. Εἶπον εἰς αὐτόν: «Πῶς σεῖς δὲν ἐθεωρήσατε ὅτι ἦσθε ὑποχρεωμένος νὰ ἐξελέγξητε αὐτὸν τὸν λογαριασμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης; Πῶς συνέπεσε τόση ἀνακρίβεια λογαριασμοῦ 1,600,000 καὶ ὄχι 1,595,000;» Ἀπέβη ἐπὶ ματαίῳ πᾶσα προσπάθειά μου, ὅτε ἐφθάσαμεν εἰς τὴν συνομολόγησιν δανείου 15.000.000 διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν. Ὁ κ. Μάξιμος ἦλθε τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ τὰ τῆς συνομολογήσεως τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου τούτου, μοὶ εἶπε δὲ τότε ὅτι δὲν πρέπει νὰ λησμονήσω ὅπως, μαζὺ μὲ τὴν σύμβασιν αὐτήν, ὑποβάλω καὶ τὴν σύμβασιν τῶν 1.600.000 δραχμῶν. Τότε τοῦ εἶπα ὅτι λυποῦμαι πολύ, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ στείλητε αὐτὸν τὸν λογαριασμόν, διὰ νὰ ἴδωμεν πόθεν προῆλθεν αὐτὴ ἡ ζημία. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ἔλαβον τὸν λογαριασμόν. Ἔκαμα μίαν ἐξέλεγξιν καὶ ἔμαθον τότε ὅτι εἶχε προέλθει μία μεγάλη διαρπαγὴ εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὅπου ἔμεναν τὰ ἄλευρα. Τότε ἐπέσαμεν ἡμεῖς, ἦλθε δὲ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Δραγούμης, ὁ ὁποῖος καὶ ὑπέβαλε τὴν σύμβασιν πρὸς κύρωσιν. Ἐγὼ δὲ εἶπον πρὸς τὸν κ. Νεγροπόντην: «Δὲν νομίζω ὅτι ἠμπορεῖ νὰ περάσῃ ἡ ὑπόθεσις αὕτη οὕτω, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ζητηθοῦν ἔγγραφα, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ στηρίζεται αὐτὸ τὸ δάνειον». Παρῆλθεν ἡ περίοδος τῆς Βουλῆς, παρῆλθεν ὀλίγος χρόνος ἀκόμη, καὶ τότε ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐζήτησα νὰ ρίψω φῶς, κατώρθωσαν αὐτοὶ νὰ κατασκευάσουν μίαν συκοφαντίαν. Ἐζήτησαν νὰ εὕρουν μήπως κανεὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπήγαιναν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προτείνουν τὴν ἀγορὰν ἀλεύρων, εἶχε σχέσιν μὲ ἐμέ. Κἄποιον λοιπὸν εὑρῆκαν καὶ ἔπλασαν ἐναντίον μου μίαν ἄτιμον συκοφαντίαν. Ἀφίνω τὸν συνάδελφόν μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ἁπλῶς εἶχε τυπικῶς ὑπογράψει τὴν παραγγελίαν. Τότε εἰς τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συνεστήθη, ἐγὼ ἐσκέφθην ἂν ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῶ, καθόσον προήρχετο ἀπὸ Βουλήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνεγνωρίζομεν. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ ζήτημα ἔθιγεν ὑπολήψεις, ἐθεωρήσαμεν ὅτι ὀφείλομεν νὰ προσέλθωμεν. Ὁ κ. Διομήδης, καθὼς μοὶ ἀνεκοίνωσεν ὁ ὑπάλληλος, δὲν εἶχεν ἀκόμη προσέλθει. Ἀλλὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ἐπῆλθεν ἡ νότα τῶν Δυνάμεων καὶ τὸ πρᾶγμα ἔληξε. Τώρα ὁμολογῶ, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο τῆς κατηγορίας δὲν εἶχε σκοπιμότητα τιθέμενον εἰς τὸ κατηγορητήριον, ἀλλ’ ἔμμεσον συνεδέετο μὲ τὴν ὑπόληψιν Ὑπουργῶν, τοὺς ὁποίους ἐζήτησαν νὰ κατασυκοφαντήσουν, ὤφειλεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε στοιχειώδη ὑποχρέωσιν, νὰ προβῇ εἴς τινα δήλωσιν, τοὐλάχιστον καθόσον ἐπέβαλεν, ἂν ὄχι ἡ ἁβρότης, ἀλλ’ ἡ συνείδησις τῆς στοιχειώδους ὑποχρεώσεως. Ὅπως δὲ γνωρίζετε, εὔκολα ριζώνουν τοιούτου εἴδους συκοφαντίαι, σχετιζόμεναι μὲ οἰκονομικοὺς ὑπολογισμούς.
§211Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μοὶ ἐπιτρέπετε καὶ ἐμὲ δύο λέξεις; Ἐγὼ εἶχον πληροφορίας πῶς εἶχε γίνει αὐτὴ ἡ συκοφαντία. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας συνέπιπτε τότε νὰ διαχειρίζεται εἷς συμπολίτης μου. Ὅταν ἔγινεν ἡ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, ἤρχισαν νὰ ζητοῦν διάφορα ἔγγραφα. Ἐκεῖ ὑπῆρχεν ἓν καὶ μόνον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπογραφῆ ἀπὸ ἐμέ, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Διομήδους. Ἐνῷ δὲ ἦτο τὸ θέμα ἀναγεγραμμένον, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων εἶδον, πολὺ μακρὰν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἐσηκώθη ὁ Πρωτοπαπαδάκης καὶ ἐζήτησε νὰ προταχθῇ διὰ νὰ ὁμιλήσῃ. Ἡ Βουλὴ εἶπεν ὅτι τὰ θέματα θὰ συζητηθοῦν μὲ τὴν σειράν των, ἀλλ’ ὁ συμπολίτης μου ὑπεστήριξε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη καὶ ἤρχισε τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον περιέλαβε καὶ ἐμὲ καὶ τὸν κ. Ρέπουλην. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ καὶ δημοσίᾳ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. βουλευτὴν Ψαρρῶν, ὁ ὁποῖος τότε ἔδειξε πόσον ἡ ὑπόληψις τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ὅλους κοινῶς καὶ πῶς δὲν πρέπει νὰ θίγεται ἐπιπολαίως καὶ νὰ συκοφαντῆται. Ἀπηντήσαμεν διὰ τοῦ Τύπου, ἐξεθέσαμεν τὰ γεγονότα, ἠναγκάσθημεν δὲ νὰ προκαλέσωμεν καὶ δημοσιωτέραν συζήτησιν εἰς τὸ δικαστήριον, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἡμεῖς εἴχομεν εὐθύνην διὰ τὴν πώλησιν ἢ ἂν κατόπιν ἐκλάπησαν τὰ ἄλευρα ἀπὸ ἀνθρώπους—οἱ ὁποῖοι ἔλαβον καὶ προαγωγὰς κατόπιν—οἱ ὁποῖοι εἶχον διορισθῆ διὰ τὴν φύλαξιν τῶν ἀλεύρων. Τέλος πάντων ἔγινεν ἡ Ἀνακριτικὴ Ἐπιτροπή, εἰς τὴν ὁποίαν προσῆλθον καὶ εἶπον ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἴπω. Τώρα τί νομίζετε ὅτι ἔγινεν αὐτὴ ἡ Ἐπιτροπή; Ἡμεῖς δὲν εἴχομεν καμμίαν ἀντιπροσωπείαν ἐκεῖ μέσα, μὲ ὅλον δὲ τὸν κόπον, τὸν ὁποῖον κατέβαλον, δὲν κατώρθωσαν νὰ κάμουν μίαν ἔκθεσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶπον: «Πειθόμεθα ὅτι δὲν ἔπταισεν εἰς τίποτε ὁ κ. Διομήδης, ἀλλὰ πειθόμεθα ὅτι διετέλουν ἐν καλῇ πίστει καὶ ἐκεῖνοι, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐμάθομεν τὰ πράγματα αὐτά».
§212Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Χαίρω πολὺ διότι ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ κατηγορητηρίου ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γίνῃ δήλωσις τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Γεωργίας πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν πραγματικήν των θέσιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ εἴπω εἶναι τοῦτο, ὅτι ὅτε ἐρρίφθησαν αἱ αἰτιάσεις αὗται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἔσπευσε νὰ κάμῃ κατηγορητήριον ἐναντίον τῶν τριῶν Ὑπουργῶν, καίτοι θὰ ὡμολογήσητε οἱ δύο κύριοι πρώην συνάδελφοι, ὅτι ὁ θόρυβος ὑπῆρξε τοσοῦτον δαιμονιώδης καὶ εἰς τόσα ἐπεισόδια ἔδωκεν ἀφορμήν, ὥστε ἦτο δυνατὸν καὶ ἡ Βουλὴ εὐκόλως νὰ πεισθῇ καὶ εὐκόλως ἐπίσης νὰ εὑρεθῶσι βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑπογράφουν κατηγορητήριον.
§213Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν ἐτολμήσατε νὰ τὸ κάμητε αὐτό.
§214Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἦτο ἀπὸ ἔλλειψιν τόλμης.
§215Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ ἰδιαιτέρως σᾶς ὑπεδείχθη ὅτι ἠμπορεῖτε νὰ κινήσητε τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν».
§216Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι δὲν ἦσθε πρόθυμοι νὰ ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον τῆς διαδικασίας τοῦ δικαστηρίου. Σᾶς λέγω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔσπευσε νὰ διατυπώσῃ κατηγορίαν πρὶν ἢ πεισθῇ ὅτι ὑπάρχει τι ὑποστατόν. Ἀντιθέτως δὲ πράττετε ὑμεῖς, ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ κανεὶς νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἕνα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν πρόθεσιν τῆς καταστροφῆς μιᾶς ποσότητος ἀλεύρων, διὰ τὴν φύλαξιν τῶν ὁποίων ὡρίσθησαν κατώτερα ὄργανα, καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀξιώσῃ τις παρ’ αὐτοῦ τοιαύτην ἐπιμέλειαν, ὥστε καθ’ ἑκάστην νὰ εὑρίσκεται ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἀλεύρων. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς Ὑπουργὸν νὰ ἐπιρριφθῶσιν εὐθῦναι διὰ μίαν καταστροφὴν περιουσίας τινος τοῦ Κράτους, διὰ τὴν φύλαξιν τῆς ὁποίας εἶναι ὑπεύθυνα τὰ κατώτερα ὄργανα.
§217Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ μὴ ἐπιρριφθῇ ἡ εὐθύνη εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἰδικήν μας.
§218Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς εὑρέθητε πρὸ μιᾶς ζημίας καὶ ἐζητήσατε νὰ καθορίσητε τὸν ὑπεύθυνον ὑπάλληλον. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης δὲν εἶχεν ἀντιληφθῆ τὴν ζημίαν. Δὲν εὑρέθη εἰς προϊστάμενος τῆς ὑπηρεσίας νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ. Ὅταν ἐγνώσθη τοῦτο, τότε πλέον προέβη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ πώλησις τῶν ἀλεύρων ἐπὶ μικροτέρᾳ τιμῇ καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους, ἵνα τὰ ἄλευρα ταῦτα διατεθῶσιν εἰς τὴν ἀγορὰν καὶ προληφθῇ πᾶσα νεωτέρα ζημία. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ περιορισθῇ ἡ κατηγορία, διότι καὶ ἐδῶ ἡ συλλήβδην κατηγορία ὅλων τῶν Ὑπουργῶν διὰ φύλαξιν ἀλεύρων ὑπὸ τῆς τελωνειακῆς ὑπηρεσίας Πειραιῶς εἶναι ὑπέρβασις τῶν ὁρίων πάσης τόλμης περὶ τὴν διατύπωσιν κατηγορητηρίου. Τὸ ὀρθότερον θὰ ἦτο, —ἐφόσον ὑπάρχει καί τις ἀντιδικία, φθάσασα καὶ μέχρις ἀνταλλαγῆς διαξιφισμῶν—ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο φύγῃ ἀπὸ τὸ κατηγορητήριον καὶ ἂν ἤθελεν ἡ Βουλή, ἂς ἐκλέξῃ Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ἄν δὲ ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ εὕρῃ ὅτι ὑπάρχουν στοιχεῖα, τότε νὰ κατηγορηθῇ ὁ Ὑπουργός. Ἀλλὰ τὸ νὰ κατηγορῆται Ὑπουργὸς διότι τὰ κατώτερα ὄργανα δὲν ἐφύλαξαν καλῶς τὰ ἄλευρα, εἶναι ἀστεῖον. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ζητηθῇ τοιαύτη εὐθύνη, διότι τότε οἱ Ὑπουργοὶ θὰ μεταβληθῶσιν εἰς οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητὰς τῆς διαχειρίσεως τῶν κατωτέρων ὑπηρεσιῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, ἐφόσον δὲ καταλογίζεται καὶ εὐθύνη ὅλων τῶν ἄλλων Ὑπουργῶν, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ἐπιτηρῶσι τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰ κατώτερα ὄργανα ἀλλήλων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὰ θέματα τοῦ κατηγορητηρίου. Κύριοι, ἔχω νὰ κάμω μίαν ἐν τέλει παρατήρησιν. Ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων, θετικαὶ παραβάσεις νόμων δὲν κατηγοροῦνται. Ὑπάρχουν βλάβαι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν κατηγόρων, περὶ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, κυρίως βλάβαι περὶ τὰς διεθνεῖς σχέσεις τῆς Χώρας. Ἀλλὰ ἡ θέσις τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Γούναρη Κυβερνήσεως ἦτο θέσις τελείως διάφορος τῶν ἄλλων Κυβερνήσεων, ἃς κατηγορήσατε καὶ ἐκ τῶν ὁποίων τὴν μὲν πρώτην παρεπέμψατε, διὰ δὲ τὴν ἄλλην θὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία τὴν ἑσπέραν ταύτην. Αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι κατηγοροῦνται ὄχι μόνον δι’ ὡρισμένης μορφῆς πράξεις, αἱ ὁποῖαι μᾶλλον ἐν τῇ ἐξωτερικῇ αὐτῶν κατευθύνσει ἐπέφερον βλάβην ἐπὶ τῶν διεθνῶν συμφερόντων τῆς Χώρας, ἀλλὰ κατηγορήθησαν καὶ διὰ παραβάσεις νόμων. Ἐνταῦθα κατηγορούμεθα ὅτι ἐσχηματίσαμεν Κυβέρνησιν συνωμόσαντες διὰ νὰ γίνωμεν Ὑπουργοί, ὅτι ἐσχηματίσαμεν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐπιβάλωμεν ὡρισμένην πολιτικήν, ὅτι διεπραγματεύθημεν διεθνῶς χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν καὶ τὸ κῦρος ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐκπορευόμενον καὶ ἐν τῷ συνόλῳ ἐξετρέψαμεν τὴν πολιτικὴν τῆς Χώρας κατεύθυνσιν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶχε δώσει εἰς τὰ πράγματα τῆς Χώρας ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων. Παρὰ τὸ ἕωλον τῶν κατηγοριῶν τούτων, προεξάρχει τὸ ζήτημα τῆς κατηγορίας ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῶν ἑλληνικῶν, ἥτις προῆλθεν ἐκ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἡττήθη κατὰ τὰς ἐκλογὰς διὰ νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν της εἰς ὑμᾶς. Κύριοι, ἐφ’ ὅσον ἡ κατηγορία αὕτη ἤθελεν εἰσαχθῆ ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογάς, εἴχετε τὸ κῦρος διὰ νὰ κατηγορήσητε, ἀλλὰ συγχρόνως, ὅπως κατηγορήσητε ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἔπρεπε νὰ ἔχητε ἀποδεδειγμένην τὴν βλάβην.
§219Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐπῆλθε παραγραφή;
§220Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ ἀποδίδητε ἀστεῖα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν λέγω.
§221Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Δι’ ἀστεῖα τὰ ἔχομεν τὰ κανόνια...
§222Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸν ἐκλογικὸν τοῦτον ἀγῶνα εὑρέθημεν εἰς ἀντιδικίαν. Σήμερον δὲν ἔχετε πρὸ ἡμῶν τὰ ἀποτελέσματα τῆς πολιτικῆς διεξαγωγῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δύνασθε νὰ καταλογίσητε εἰς ἡμᾶς βλάβην ἐθνικῶν συμφερόντων. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις Γούναρη νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐν ἀλληλουχίᾳ εὑρισκομένη πρὸς τὰς διαδόχους Κυβερνήσεις. Ἐκτὸς τούτου ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ἀποδεικνύεται ὅτι διεξήγαγε τοιαύτας διαπραγματεύσεις, αἵτινες εὐδοκιμοῦσαι θὰ ἦγον εἰς τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα, εἰς ἃ καὶ αἱ ὑμέτεραι ἀποφάσεις. Σήμερον εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς διαμάχης πολιτικῆς, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν τελειώσῃ ὁ Εὐρωπαϊκὸς ἀγών, διὰ νὰ ἔχωμεν τὰ ἐκ τούτου ἀποτελέσματα, δὲν δύνασθε νὰ δικάσητε. Δύνασθε νὰ αἰτιαθῆτε πολιτικῶς, δὲν δύνασθε ὅμως νὰ ἐλέγξητε, οὔτε νὰ δικάσητε Ὑπουργούς, διότι προέβησαν εἰς πολιτικὰς ἐνεργείας ἢ ἐξετέλεσαν τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι εἶχον κατεύθυνσιν εἰς μίαν ὁδὸν ἀντίθετον τῆς ὑμετέρας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀποδεδειγμένον ποία ἦτο ἡ ὀρθὴ ὁδός. Ἡ πολιτικὴ ἡμῶν τότε ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς ἐν οὐδετερότητι ἐπιφυλακῆς. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἀγῶνος τοῦ παγκοσμίου, δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν νὰ ἐλέγξωσιν ἡμᾶς ἐπὶ ἀποτυχίᾳ πολιτικῆς συλλήψεως, ὅταν δὲν ἀποδείξῃ ὁ ἔλεγχος ὅτι ἡμεῖς ἀπετύχομεν καὶ σεῖς ἐπετύχατε. Εὔχομαι νὰ ἐπιτύχητε ἐν τῷ ἀγῶνι. Ἀλλά, κύριοι, ἔχω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἀγῶνες καταλήγουσιν εἰς δίκας μόνον ὅταν περὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων εἶναι ἡ ἀλήθεια ἐνδεδειγμένη, ὅτι ἔσφαλέ τις ἐκ προθέσεως πρὸς ζημίαν τοῦ Κράτους. Ἐάν τις ἔσφαλε διότι τοιαύτη ἦτο ἡ σύλληψις τῆς κεφαλῆς του, δίδει τὴν πολιτικὴν δίκην καὶ ὄχι τὴν ποινικήν. Ἀλλὰ καὶ ὑμεῖς, κύριοι, ὀφείλετε νὰ ἀναλογισθῆτε ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὑπάρχει διότι ἔταξε τὸ πολίτευμα εἰς θέσιν ὑψηλὴν τοὺς Ὑπουργούς, διὰ νὰ μὴ παραδώσῃ αὐτοὺς εἰς τὴν μήνυσιν τοῦ πρώτου πολίτου καὶ εἰς τὰς χεῖρας τοῦ πρώτου Εἰσαγγελέως. Ἀλλὰ καὶ συγχρόνως διότι ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου, ἵνα τάξῃ κριτήριον τὴν Βουλήν, λησμονοῦσαν ὅτι εἶναι σῶμα πολιτικόν, ἐνθυμουμένην μόνον ὅτι εἶναι σῶμα δικαστικόν. Ἠθέλησε τὴν Βουλὴν ψυχρὰν καὶ ἀπαθῆ. Ἀλλὰ συγχρόνως ἔθηκε τὴν βάσιν ὅτι ἐργάζεται καὶ λειτουργεῖ ἡ Βουλὴ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Λαϊκῆς Ἐξουσίας. Ἀκριβῶς ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ καταστήσῃ τοὺς ὑπολόγους ὑπευθύνους ἐνώπιον τοῦ λαϊκοῦ δικαστηρίου, διότι ὁ κριτὴς ὁ μέγας εἶναι ὁ ἑλληνικὸς λαός. Διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἐνασκεῖ λαϊκὴν ἀγωγὴν κατὰ τῶν Ὑπουργῶν ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ. Τὴν 31 Μαΐου, ὅτε ἦσθε νικηταί, εἴχατε ὅλην τὴν δύναμιν ὅπως δικάσητε ἡμᾶς καὶ μᾶς παραπέμψητε ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Σήμερον ὅμως, κύριοι, πολλὰ παρενέπεσαν γεγονότα μεταξὺ τῆς πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, παρενέπεσαν γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦσι τὴν ψυχραιμίαν ὑμῶν, τὴν ἀπάθειαν ὑμῶν ἀφαιροῦσιν. Εἶναι ἀλήθεια αὐτή. Λυποῦμαι διότι εἶναι ἀλήθεια. Καίτοι ὅμως λυποῦμαι, οὐχ ἧττον δὲν δύναμαι νὰ μὴ ἐξαγγείλω ταύτην. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι οἱ πολῖται κατέστησαν ἔχθιστοι πρὸς ἀλλήλους καὶ ὅτι ἐγεννήθη εἰς αὐτοὺς τὸ πάθος καὶ ἡ ὀργή. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ὀργῆς δὲν ἀπονέμεται δίκαιον, ἀλλὰ κινδυνεύει νὰ ἀπονεμηθῇ ἄδικον. Συγχρόνως ὅμως παρῆλθον 2½ καὶ πλέον ἔτη ἀπὸ τῆς 31 Μαΐου. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ λαϊκὴ συνείδησις ἀνεμοχλεύθη· τόσα γεγονότα συνέβησαν εἰς τὴν Χώραν, τὰ ὁποῖα διετάραξαν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Δύνασθε νὰ εἶσθε πεπεισμένοι ὅτι ἐκπροσωπεῖτε σήμερον τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὴν δικαστικήν; Καὶ εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ἀσκήσητε κατὰ τῶν ἀντιπάλων ὑμῶν ποινικὴν δίωξιν, χωρὶς νὰ ἔχητε πεποίθησιν ὅτι διώκοντες τοὺς ἀντιπάλους ὑμῶν ἀνταποκρίνεσθε πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ; Ταῦτα, κύριοι, εἶχον ἀνάγκην νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς οὐχὶ χάριν ἡμῶν, ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω χάριν ὑμῶν καὶ χάριν τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, διότι ἦτο καιρὸς νὰ ἀντιληφθῶσι πάντες ἐνταῦθα, καὶ ἰδίως ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ, τόσον καλά, ὅσον τὸ κέντρον καὶ ἡ δεξιὰ πτέρυξ, ὅτι εἶναι ὀρθὸν πρὸ τοῦ ἐχθροῦ, τὸν ὁποῖον κατεστήσατε ἐχθρὸν συμφώνως πρὸς τὰς διεθνεῖς ὑμῶν βλέψεις, νὰ μὴ παρέχητε τὸ θέαμα αὐτὸ τῆς Ἑλλάδος, συμβαλλούσης εἰς τὸν διεθνῆ ἀγῶνα μὲ ἐσωτερικὰς καταδιώξεις καὶ διχοστασίας, καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἐπιδεικνύεται ἡ προθυμία τῆς παροχῆς θετικῆς στρατιωτικῆς συνδρομῆς διὰ τῆς ἀνασυντάξεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων. Κακίστην προσφέρετε ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν Χώραν ἀναμοχλεύοντες τὰς κατηγορίας, ἵνα ἐπιτευχθῇ δίωξις κατὰ τῶν ἀντιπάλων ὑμῶν. Δὲν εἶσθε δικασταὶ ἡμῶν, εἶσθε ἀντίδικοι ἡμῶν. Σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι καταδεδικασμένος νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκδηλώσῃ γνώμην, διότι αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουσι προσφυγὴν εἰς τὰς κάλπας. Ἐφόσον ὅμως δὲν ἐπιτρέπετε τοιαύτην προσφυγήν, ἵνα ἀποδειχθῇ τίς εἶναι ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὁ κεκτημένος τὴν ἐμπιστοσύνην του, δὲν εἶσθε δικασταί. Τοῦτο τὸ γεγονὸς εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤδη ἔχει εἰκονιζομένην μόνον θέλησιν, ἡ ἐπιδίωξις δὲ διώξεων δικαστικῶν, αἵτινες δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν περὶ τῆς βλάβης τῶν συμφερόντων τῆς Χώρας γνώμην τοῦ λαοῦ, ἡ ἐπιδίωξις τῶν δικαστικῶν τούτων διώξεων γίνεται ἄνευ ἐντολῆς του καὶ αἱ δικαστικαὶ διώξεις ἀποβαίνουσιν εἰς χεῖρας ὑμῶν διωγμὸς πολιτικός. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς).
§223Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ἐκ τῶν ἀνακρίσεων, ἐὰν ἀποδειχθῇ ἡ ἀθῳότης σας, δὲν ἔχετε τίποτε νὰ φοβῆσθε.
§224ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτετε ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10ην μ.μ. (Ὥρᾳ 9 μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.20′ μ.μ.).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Κ. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§227Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Παραιτοῦμαι, κύριε Πρόεδρε.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λαγοπάτης ἔχει τὸν λόγον.
§229Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἤκουσα μετὰ πολλῆς προσοχῆς, κύριοι συνάδελφοι, ὅσα ὁ ὑπὸ κατηγορίαν κ. βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας ἐξέθηκε, διότι δὲν μοὶ λανθάνει ὅτι ἐν τῇ ἐνεργείᾳ της ταύτῃ ἡ Βουλή, καλουμένη δηλαδὴ νὰ κρίνῃ περὶ τῆς παραπομπῆς Ὑπουργῶν εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἐπιτελεῖ καθαρῶς δικαστικὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπετέλει ἀκριβῶς ἐὰν δὲν ἦτο ἀπηλλαγμένη πάσης προκαταλήψεως, ἐὰν ἐπηρεάζετο καὶ κατ’ ἐλάχιστον ἀπὸ τὰς πολιτικὰς ἀρχάς, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἀκολουθεῖ. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὴν προσοχήν μας ἐντονωτέραν, διότι εἶναι ἀκριβὲς ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, ὅτι τὰ πάθη καὶ αἱ πολιτικαὶ ἀντιθέσεις ἔχουσιν ἐξιχθῆ εἰς ὀξύτατον βαθμόν. Ἡ ἀντίθεσις κατὰ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἦτο προσωπικὴ πρὸς ἐπικράτησιν τοῦ ἰδίου αὐτῶν προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον πολιτικὴν τοῦ προγράμματος τῶν ἀντιθέτων. Ἦτο μία ἄμυνα κατὰ τῆς καταπροδοθείσης ἐξωτερικῶς Χώρας, ἦτο μία ἄμυνα ὑπὲρ τῆς Χώρας, ἡ ὁποία κατεπροδίδετο ἐσωτερικῶς, ὅταν ἀνῃροῦντο αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ. Διὰ τοῦτο ὁμολογῶ τὰς ἀντιθέσεις καὶ τὰς ὁμολογῶ ἐκ τούτου ἐξαφθείσας καὶ σήμερον διατελούσας ἐν ἐξάψει. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ταύτης ὁρμώμενος δὲν ἔλειψα νὰ ἐκφράσω ἀμφιβολίας περὶ τῆς βασιμότητος τῆς κατηγορίας, τῆς ἀναφερομένης εἰς τὴν παράλειψιν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη νὰ ἐπωφεληθῇ τῆς προτάσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν καταδρομικῶν «Κουντουριώτη» καὶ «Κατσώνη». Καὶ τὰς ἀμφιβολίας ταύτας ἐσχημάτισα κυρίως, ὅταν ἤκουσα ὅτι ὁ Ναύαρχος Κουντουριώτης, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ ὁποίου συνεστήθη τὸ τεχνικὸν συμβούλιον, ἐνέκρινε τὰς προτάσεις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εὕρισκον ἐπαρκῶς δικαιολογημένον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις Γούναρη, ἡττηθεῖσα εἰς τὰς ἐκλογάς, δὲν ἐνόμιζεν ὅτι ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ προβῇ εἰς ἀποφάσεις ἐπαγομένας ὑλικὰς θυσίας καὶ πρὸς τοῦτο μάλιστα ἐζήτησεν ἀνεπισήμως τὴν γνώμην τοῦ ἡγέτου τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία ἀνεδείχθη καὶ πάλιν διὰ τῶν ἐκλογῶν καὶ συνεμορφώθη κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον πρὸς τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν οὗτος. Ἄν καὶ περὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου τῆς κατηγορίας ποιοῦμαι τὴν ἐπιφύλαξιν ταύτην, εἶμαι λυπημένος διότι ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω ὅτι ὡς πρὸς ὅλα τὰ λοιπὰ κεφάλαια τῆς κατηγορίας δὲν κατωρθώθη νὰ διασεισθῇ ἡ πεποίθησις, — ἣν παρηκολούθουν ἔκτοτε τὰ γεγονότα, ἅτινα ἐκ τῶν ὑστέρων ἐμελέτησα, ἐσχημάτισα,—ὅτι ἐπρόκειτο περὶ πολιτικῆς καταπροδιδούσης τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας. Ἄν ἠθέλομεν σταθμίσει τὰ γεγονότα τὰ πολιτικά, τὰ ἐπακολουθήσαντα τὴν διαφωνίαν τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων πρὸς τὸν Βασιλέα, ἂν ἠθέλομεν κρίνει τὰ γεγονότα καθ’ ἑαυτά, ἀμφιβάλλω ἂν ἠθέλομεν δυνηθῆ νὰ καθορίσωμεν ἕκαστον τούτων ἱκανὸν νὰ ὑπαγάγῃ τὰς ποινικὰς εὐθύνας. Θὰ ἦσαν ὑπερβασίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπήτουν πολιτικὰς εὐθύνας καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ θὰ ἐτερματίζετο πᾶσα περαιτέρω συζήτησις, ἀλλ’ ἂν κρίνωμεν ἐν τῷ συνόλῳ τὴν ἐξέλιξιν τῶν γεγονότων, ἂν ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν γεγονότων λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἐκδηλωθεῖσαν σαφῶς ἀπόφασιν τοῦ Στέμματος νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν ἰδίαν καὶ πολιτικὴν ἀναμφισβητήτως ἀντικειμένην πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἂν δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὸ Στέμμα καταφώρως συλληφθέν, ὅτι ἤθελε νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμα ἀναιροῦν τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν κατηγορίαν διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς Ἀρχῆς ὑπὸ τοῦ κ. Γούναρη. Ὀρθότατα δὲ παρετήρησεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ ἠδυνήθημεν νὰ ἐννοήσωμεν περὶ τίνος πρόκειται. Ἡ κατηγορία εἶναι διατί οἱ κατηγορούμενοι ἐδέχθησαν νὰ σχηματίσουν πολιτικὴν Κυβέρνησιν, τουτέστιν νὰ ἐφαρμόσουν ἰδίαν πολιτικὴν καὶ μάλιστα πολιτικὴν κατ’ ἀρχὰς μὲν διάφορον, ὕστερον δὲ ἀπὸ τοῦ ἐμφανοῦς ἀντίθετον πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἡ πλειονοψηφία τῆς Χώρας ἐνέκρινεν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὰ ἐμφανῆ συμφέροντα τῆς Χώρας ὑπηγόρευον. Ἡ ἀπάντησις τῶν κατηγορουμένων εἶναι: «Ἠκολουθήσαμεν πολιτικήν, διότι ἐσχηματίσαμεν πολιτικὴν Κυβέρνησιν». Ἀλλὰ τοῦτο ἀκριβῶς ἀποτελεῖ τὴν κατηγορίαν, τοῦτο εἶναι τὸ ἐν ἀρχῇ αἰτεῖσθαι. Ἐκ τοῦ ὅτι προσεκλήθη πολιτικὸν πρόσωπον πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως, ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι εἶχον δικαίωμα νὰ σχηματίσουν πολιτικὴν Κυβέρνησιν, ἀκολουθοῦσαν ἰδίαν πολιτικὴν καὶ ἐφαρμόζουσαν αὐτήν. Εἶναι γνωστότατον, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ ἐπαναλάβω καὶ νὰ τὸ αἰτιολογήσω, ὅτι μετὰ διαφωνίαν τοῦ Στέμματος πρὸς μίαν Κυβέρνησιν, διαφωνία ἡ ὁποία πάντως προϋποθέτει ἐνδεδειγμένην τὴν δυσπιστίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης, γίνεται Κυβέρνησις μὲ τὴν ἀποκλειστικὴν ἐντολὴν νὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογάς, ἵνα ὁ λαὸς ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς διαφωνίας καὶ διὰ τῆς ψήφου του βεβαιώσῃ ὅτι ἀληθῶς εἶχεν ἐκφράσει δυσπιστίαν, ἢ νὰ εἴπῃ πρὸς τὸ Στέμμα: «Μεγαλειότατε, ἔσφαλες ὑποθέσας ὅτι ἐγὼ ἀνῄρεσα τὴν ἐμπιστοσύνην μου ἢ ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη μου διεταράχθη». Τόσον δὲ εἶναι περιωρισμένα τὰ δικαιώματα τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας καλουμένης, ὥστε ὁ ἀοίδιμος Τρικούπης, εἰς τὸ περίφημον αὐτοῦ ἄρθρον «Τίς πταίει» ἐθεώρησεν ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ὑπηρεσιακήν, — ὑπηρεσιακὴν δὲ λέγων ἠννόει τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία καλεῖται νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογὰς — δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν ὑπαλλήλων, τοὺς δὲ πρεσβευτὰς τοὺς ὁποίους διώρισεν ἡ ὑπηρεσιακὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησε λῃστεύοντας τὸ Δημόσιον Ταμεῖον διότι ἐλάμβανον τὸν μισθόν των. Ἐθεώρησεν ἐπίσης ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ παράσημα, τὰ ὁποῖα ἀπένειμεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διότι οὐδὲ κἂν δικαίωμα ἀπονομῆς παρασήμων εἶχε καὶ ταῦτα διεκήρυξεν εἰς τὸν Βασιλέα ἅμα ὡς ἐκλήθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1875, ὅτε ἤρξατο παγιούμενον τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα παρ’ ἡμῖν, διότι διὰ νὰ εἶμαι ἐν ἱστορικῇ ἀληθείᾳ πρέπει νὰ ὁμολογήσω ὅτι πρὸ τοῦ 1875 παρετηρήθησαν συστηματικαὶ ἐπιβουλαὶ κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἀναγράφει τὸ πολίτευμα. Ὅταν λοιπὸν τοιοῦτος εἶναι ὁ περιορισμὸς τῆς ὑπηρεσιακῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν τίς ὁ σχηματίζων αὐτήν· ὁ περιορισμὸς προέρχεται ἐκ τῶν πραγμάτων, δὲν προέρχεται ἐκ τῶν προσώπων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἀληθεύουσα ἡ θεωρία τοῦ κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτοῦ, τὴν ὁποίαν ἀφῆκε νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι ἡ πολιτικότης τοῦ προσώπου καθιστᾷ πολιτικὴν ἀναποφεύκτως τὴν Κυβέρνησιν, ὤφειλον νὰ μὴ ἀναλάβωσι τὸν σχηματισμὸν τοιαύτης Κυβερνήσεως, καὶ ἐν τούτῳ κεῖται τὸ ἔγκλημά των. Ἀλλὰ θὰ προσέθετον ὅτι δὲν θὰ εἶχον τὴν σχολαστικότητα νὰ νομίζω ὅτι εἶναι πολιτικῶς διωκτέα ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰς μίαν τοιαύτην κατάστασιν, ὅταν ἐκηρύχθη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ὅταν εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον ἡμεῖς μοιραίως ἐφερόμεθα νὰ ἐμπλακῶμεν λόγῳ τῆς Συνθήκης τὴν ὁποίαν εἴχομεν πρὸς τὴν Σερβίαν καὶ λόγῳ τῶν συμφερόντων τῶν ἐθνικῶν, τὰ ὁποῖα μᾶς ὤθουν πρὸς τὸν πόλεμον, ἂν ἐνέμενεν εἰς τὴν γνώμην αὐτῆς καὶ δὲν θὰ ἐθεώρουν παραπεμπτέους εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον τοὺς πολιτικούς, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν περίστασιν καθ’ ἣν ἤσκουν πολιτικὴν ἄλλην ἐκείνης ἡ ὁποία ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἂν ἤθελον εἶσθαι τοὐλάχιστον εἰλικρινεῖς πρὸς ἑαυτούς, ὅταν ἀναλαμβάνοντες τὴν Κυβέρνησιν ἐδήλουν ὅτι ἡ διαφωνία δὲν εἶναι ριζική, ἀλλ’ ὅτι ἡ διαφωνία ἀναφέρεται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ κατάλληλον ἢ μὴ τῆς ὥρας πρὸς ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Τοῦτο δὲν ἀνεκοίνωσαν ἡμιεπισήμως εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Τύπον μόνον, ἀλλὰ καὶ διὰ διακοινώσεως αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς ὑπὸ τὸν κ. Γούναρην Κυβερνήσεως ἀνεκοίνωσε πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅτι ἡ διαφωνία δὲν εἶναι ριζική, ἀλλ’ ἀναφέρεται εἰς τὸ ἐπίκαιρον τῆς ἐξόδου. Ἂν ἠκολούθουν εἰλικρινῶς μίαν τοιαύτην πολιτικήν, δὲν θὰ ἀνεγνώριζον ἐπιτετραμμένην ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος ἐκ τῶν περιστάσεων, ἀλλὰ θὰ εὕρισκον δικαιολογημένην τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐκ τούτου, ὅτι ἠκολούθει πολιτικήν, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰς γενικὰς αὐτῆς γραμμὰς ἐνέκρινεν ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν πολιτικὴν τῆς εἰλικρινοῦς εὐμενοῦς οὐδετερότητος πρὸς τὴν Σερβίαν καὶ πρὸς τὰς Συμμάχους τῆς Σερβίας. Ἀλλ’ ἔπραξαν τοῦτο; Ποία ἦτο ἡ πρᾶξις αὐτῶν; Ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς ὑπὸ τὸν κ. Γούναρην Κυβερνήσεως ἦτο διὰ τοῦ περιφήμου ἐκείνου ἀνακοινωθέντος νὰ κατασυκοφαντήσῃ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Βενιζέλου, νὰ παραστήσῃ αὐτὴν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι προῆλθεν εἰς συνεννοήσεις νὰ παραδώσῃ τμήματα τῆς Ἑλληνικῆς Χώρας καὶ διὰ τοῦ ἀνακοινωθέντος αὐτοῦ ἐγνώριζον πολὺ καλά, ὅτι θὰ προεκάλουν διάψευσιν, ὅτι ἡ διάψευσις θὰ ἔδιδεν ὀξυτάτην τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἐκείνων καὶ ὅτι αὐτοί, ἐπωφελούμενοι τούτου, θὰ ἔπραττον ὅσα κατόπιν ἔπραξαν, διὰ νὰ κατασυντρίψουν τὴν πολιτικὴν καὶ τὸ κόμμα τοῦ κ. Βενιζέλου. Αὐτοὶ οἱ κύριοι δὲν ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας, ἀλλὰ διὰ νὰ κατασυντρίψουν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Τοῦτο ἀπετέλει τὸ συμφέρον αὐτῶν καὶ τὸ συμφέρον τοῦ ἐκπεπτωκότος, ὅστις ἔβλεπεν, ὅτι ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων δὲν θὰ εὕρισκεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ τοῦ ἐπέτρεπον τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματος, ὅτι θὰ τοὺς εἶχεν ἀντιμετώπους καὶ ἴσως ἀντιμετώπους πρὸς ἐπικράτησιν τοῦ Στέμματος καὶ ἐγνώριζε πρὸς τοῦτο ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων δὲν θὰ ἐπέτρεπε τὴν κατάλυσιν τοῦ Συντάγματος. Εἶχε συμφέρον λοιπὸν τὸ Κόμμα ἐκεῖνο νὰ εἶναι ἐναντίον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ τὰ δύο ταῦτα συμφέροντα συνειργάσθησαν μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τὸν Ὑπουργὸν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸν Βασιλικὸν Ἄρχοντα ἀφ’ ἑτέρου, πρὸς τὸν ἀποκλειστικὸν σκοπὸν τῆς κατασυντριβῆς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ἡ συντριβὴ αὕτη ἦτο μέσον ἀφ’ ἑνὸς ἵνα ἐπικρατήσουν ὅπως πραγματοποιηθῇ ἡ κατάλυσις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἵνα ἀκολουθηθῇ πολιτικὴ ἀντίθετος πρὸς τὴν Συνθήκην, τὴν ὁποίαν εἴχαμεν μὲ τὴν Σερβίαν. Τὴν πολιτικὴν ταύτην ὁ Βασιλεὺς ἀνεκοίνωσε καὶ πρὸς τὸν Πρωθυπουργόν, ὅταν οὗτος ὑπέβαλε τὸ γνωστὸν ὑπόμνημα, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὸν Κάϊζερ, καὶ τὴν ὁποίαν ἐξέφρασε καὶ πρὸς τοὺς ἄλλους Ὑπουργούς, τοὺς ὁποίους ἐν τούτοις ἔσπευσε νὰ καλέσῃ εἰς ἀκρόασιν διὰ νὰ ἐξακολουθήσουν τὴν πολιτικήν του. Καὶ ὅταν ἐξ ὅλης αὐτῆς τῆς ἱστορίας παρέμεινεν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἀμετροεπείας τοῦ Στέμματος πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ προγράμματός του, εἶναι τις ὁ θελήσας νὰ πιστεύσῃ ὅτι δὲν ἤθελον γνωσθῆ, ὅταν πρὸς τὸν κ. Ρέπουλην, πρὸς τὸν κ. Διομήδην καὶ ἄλλους ἔλεγεν ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς Συνθήκης, ὅλα αὐτὰ εἶναι κουρουφέξαλα καὶ ὅτι θ’ αὐτοκτονήσῃ ὅταν τεθῇ ἀντιμέτωπος πρὸς τὸν Κάϊζερ; Τὴν δολίαν προαίρεσιν τὴν ἐξάγομεν ἐκ τῶν ὑστέρων. Ἐὰν κρίνωμεν τὴν εὐθύνην αὐτῶν κατὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀνέλαβον τὴν Κυβέρνησιν, βεβαίως θὰ ἔλεγον ἐγὼ ὅτι δὲν εἶναι ἔνοχοι. «Ὅταν εὑρέθημεν πρὸ μιᾶς διαφωνίας, τί ἠθέλατε νὰ κάμωμεν, κύριοι; Ἔπρεπε νὰ σχηματίσωμεν μίαν Κυβέρνησιν». Θὰ ἔλεγον οὗτοι καὶ θὰ ἐπιστεύομεν ἡμεῖς. Ἀλλ’ ὅταν ἔχομεν ἐκ τῶν ὑστέρων γνωστόν, ὅτι οὗτοι εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἐγνώριζον περὶ τίνος ἐπρόκειτο, ἐγνώριζον ὅτι κατασυντρίβοντες τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θ’ ἀπηλλάσσοντο καὶ τῆς ὑποχρεώσεως ν’ ἀλλάξουν τὴν πολιτικήν των καὶ θὰ παρεσκεύαζον τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας τόσον ἀτέχνως ἠθέλησαν νὰ σκηνοθετήσωσιν, ἵνα ἔχωσι τὴν ἐλευθερίαν νὰ ταχθῶσι πλέον παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ἐχθροῦ τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις ἦτο διὰ τὴν δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος συμπέθερος...
§230Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Καὶ τὰ παιδιά του τὰ εἶπαν αὐτὰ πρὸς τὸν κ. Παπαδάμ.
§231Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Μοῦ ἐπιτρέπετε, κύριε συνάδελφε, μίαν διακοπήν;
§232Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εὐχαρίστως.
§233Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1915 ὁ Διάδοχος ἦλθεν εἰς Σῦρον, διότι ὁ ἐκπεσὼν Βασιλεὺς τὸν εἶχε στείλει ν’ ἀσκηθῇ εἰς τὴν ναυτικὴν πολιτικήν, ὅπως καὶ εἰς τὴν στρατιωτικήν...
§234Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τοὺς ἔστειλεν ὁ κ. Στράτος.
§235Τ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Λοιπόν, εἰς τὰς ἑσπερίδας, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο τότε, ἔτυχε νὰ συνομιλήσω μετὰ τοῦ τότε Διαδόχου. Γενομένης ὁμιλίας περὶ τοῦ ὅτι θὰ ἠρχόμην εἰς τὰς Ἀθήνας, μὲ ἠρώτησε τί θὰ κάμω εἰς τὰς Ἀθήνας. Τότε τοῦ ἀπήντησα: «Διὰ νὰ μεταβῶ εἰς τὸ καθῆκον μου, εἰς τὴν Βουλήν». Εἰς ἀπάντησιν ὁ Διάδοχος μοὶ λέγει: «Τί θέλετε νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ ἀχρεῖον αὐτὸ Σῶμα, μὲ τοὺς ἀχρείους βουλευτὰς τοὺς ὁποίους ἔχομεν;» Τοῦ ἐξέφρασα τότε τὴν ζωηράν μου λύπην καὶ τὴν ἀγανάκτησίν μου δι’ ὅσα ἀσεβῆ ἐξέφρασε κατὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ τῷ ὑπέμνησα τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι ἦτο ἡ αὐτὴ Βουλή, ἥτις ἦτο καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ πολέμου. Μοὶ εἶπεν αὐτὸς ὅτι ἔχει τὴν γνώμην του καὶ ἐγὼ τοῦ εἶπον ὅτι ἔχω τὴν ἰδικήν μου. Τοῦ ἔστρεψα τότε τὰ νῶτα καὶ ἔσπευσα νὰ ἀνακοινώσω ταῦτα εἰς τὸν εὑρισκόμενον ἐκεῖ Ναύαρχον κ. Κουντουριώτην, εἰς τὸν ὁποῖον εἶπα: «Ἠκούσατε τί γνώμην ἔχει περὶ τῆς Βουλῆς ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, ὁ μέλλων Βασιλεύς;» Ἀποδεικνύει νομίζω καὶ τοῦτο τὸ γεγονός, ποίαν γνώμην εἶχον οἱ πρώην Βασιλεῖς μας διὰ τὸ πολίτευμα (αἴσθησις).
§236Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Λοιπόν, κύριοι συνάδελφοι, συνεχίζω τὴν ὁμιλίαν μου. Διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ τὴν γλῶσσαν τοῦ Κακουργιοδικείου, ἡ δολία προαίρεσις εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξαγάγωμεν ἐκ τῶν πράξεων. Τοῦτο ἐφαρμόζεται εἰς πᾶσαν ἐγκληματικὴν πρᾶξιν, εἰς τὴν ζωοκλοπήν, εἰς τὴν ὑπεξαίρεσιν, εἰς τὴν πλαστογραφίαν κλπ. Ἀκολουθοῦντες τὴν σκέψιν ταύτην, παρατηροῦμεν, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἠθέλησαν νὰ ἐκθέσουν τὸν Ἀρχηγὸν τῆς πλειονοψηφίας ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ ἀπηγόρευσαν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν οἰκίαν του τὴν 25 Μαρτίου, τὸν ἔθεσαν ὑπὸ προσωπικὸν διωγμόν, δὲν τοῦ ἐπέτρεψαν νὰ ἔλθῃ ἐκ Σπετσῶν. Ἀλλὰ λέγουν ὅτι ἠκολούθουν εἰλικρινῆ τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος ἐν εὐμενείᾳ, ὅταν διεκήρυσσαν κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν γεννηθεῖσαν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ συκοφαντικοῦ ἐκείνου ἀνακοινωθέντος καὶ τὴν κατ’ ἀνάγκην δημοσίευσιν τῶν ὑπομνημάτων, καὶ κατήγγελλον τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Βενιζέλου ὡς τυχοδιωκτικήν, ὡς ἀποικιακήν, ὡς φαντασιόπληκτον. Καὶ ποία ἦτο ἡ πολιτικὴ ἐκείνη; Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἦτο συνεπὴς πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς Συνθήκης ἀνελάβομεν, ἦτο συνεπὴς πρὸς τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Ἑλλάς, ἐν μόναις ταῖς Δυνάμεσι τῆς Συνεννοήσεως εὑρίσκουσα τὸ συμφέρον αὑτῆς, ἐν δὲ ταῖς ἀντιπάλοις Δυνάμεσι τῆς Κεντρώας Εὐρώπης εὑρίσκουσα τοὺς ἀσπόνδους ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος. Ταύτην τὴν πολιτικὴν ὠνόμαζον φαντασιόπληκτον. Ἀλλὰ δὲν ἔλεγον καὶ κἄτι τι ἄλλο, καὶ εἰς αὐτὸ ἦσαν εἰλικρινεῖς ἀληθῶς, καὶ ὑπῆρχον μάλιστα μέλη τινὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀφῆκε νὰ δηλωθῇ ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, τῶν ὁποίων αἱ γνῶμαι συνέπιπτον ἔν τισι πρὸς τὰς γνώμας ἡμῶν. Δὲν εὕρισκον ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος προσωπικῶς δὲν ἀπετέλει ἁπλῶς ἐθνικὸν κεφάλαιον ὑφ’ ἣν ἔννοιαν δίδομεν εἰς τὸν ὅρον τοῦτον προκειμένου περὶ παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, ἀλλ’ ἀπετέλει αὐτόχρημα τὴν ὅλην Ἑλλάδα, διότι μόνον αὐτὸς ἐνέπνεεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, μόνος αὐτὸς ἐλογαριάζετο καὶ ἀπὸ τὰς ἀντιπάλους Δυνάμεις. Τίνες ἦσαν οἱ ἄλλοι; Ἦσαν πολιτικὰ μηδενικά. Τινὲς μάλιστα ἦσαν Ἀρχηγοὶ ἀποκεκηρυγμένων κομμάτων καὶ ἦσαν μονάδες ἑαυτοὺς ἀντιπροσωπεύουσαι. Δὲν εὕρισκον λοιπὸν ὅτι ἐθνικὸν συμφέρον ἀναπότρεπτον ἐπέβαλλε τὴν ἐπίρρωσιν τοῦ κ. Βενιζέλου, ἔστω καὶ ἐν ἀντιπολιτεύσει εὑρισκομένου, ὅτι θὰ ἦτο ἐθνικὴ συμφορὰ ἐὰν ἐπετύγχανεν ὁ σκοπὸς αὐτῶν νὰ ἐξοντωθῇ ὁ κ. Βενιζέλος; Καὶ τὴν ἐξόντωσιν δὲν τὴν ἐπεδίωξαν δι’ αὐτῶν τῶν μέσων τῶν κακούργων, ἀλλὰ τὴν ἐπεδίωξαν καὶ δολοφονίαν μελετήσαντες. Καὶ αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἐφαρμόσαντες, λέγουν ὅτι ἐξυπηρέτουν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καὶ ἐν τούτῳ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τί ἀπολογοῦνται; Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξακολουθήσω τὴν κακουργιοδικειακὴν μέθοδον, θὰ ἔλεγον. Δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ Βασιλεὺς τοὺς εἶπεν ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλει νὰ ἀντικρύσῃ τὸν ἐχθρόν, τὸν συμπέθερον, διότι περὶ τούτου δὲν ἔχομεν μάρτυρας. Ἀλλὰ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνταλλαγείσας ἐπιστολὰς μεταξὺ Κάϊζερ καὶ Βασιλέως, δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν ἐπιστολὴν τοῦ Κάϊζερ, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκάλει τὸν Βασιλέα νὰ ἐφαρμόσῃ ὑποχρεώσεις, περὶ τῶν ὁποίων εἶχον ὁμιλήσει; Ἢ δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλέως, λέγοντος ὅτι εἶναι γνωστὴ ἡ πολιτική του καὶ τὰ συστήματά του, ἀλλ’ ὅτι τὴν πολιτικὴν ταύτην πρὸς τὸ παρὸν δὲν δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ, ὅτι δὲ ἡ ἀπάντησις αὕτη εἶχεν αὐτὴν τὴν ἔννοιαν πρὸς τὸ παρὸν — δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν Λευκὴν Βίβλον τὴν στιγμὴν ταύτην — ἀποδεικνύει καὶ ἓν ἔγγραφον τοῦ Καγκελαρίου τῆς Γερμανίας εἰς ἀπάντησιν τῶν τοιούτων δηλώσεων τοῦ πρεσβευτοῦ μας, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι λαμβάνει ὑπὸ σημείωσιν τὴν δήλωσιν τοῦ πρεσβευτοῦ μας καὶ εὑρίσκει ὅτι εἶναι δεδικαιολογημέναι αἱ δηλώσεις τοῦ Βασιλέως, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν δὲν δύναται νὰ ταχθῇ εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Γερμανίας. Ταῦτα δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει; Σᾶς ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ὅταν ἀνεγίνωσκον τὴν Λευκὴν Βίβλον, ἠγνόουν ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν Αὐτοκρατορικὴν ἐπιστολὴν ἐδόθη ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐγράφη ὑπὸ τοῦ Στρέϊτ. Οὕτω διατυπωθείσης καὶ καταμαρτυρούσης πλέον ταύτης τὰ ἀντεθνικὰ σχέδια τοῦ Βασιλέως, σᾶς ὁμολογῶ ὅτι εὑρέθην εἰς ζωηροτάτην ἀπορίαν καὶ δὲν ἐγνώριζον πῶς καὶ διατὶ συνεχώρησεν, ἐπέτρεψεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων νὰ διαβιβασθῇ ἓν τοιοῦτον ἔγγραφον. Ὑπέθετον, διότι ἐγνώριζον καλῶς τὴν πολιτικήν του, ὅτι αἱ διεθνεῖς συνθῆκαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἠγνόουν, ἐπέβαλλον καὶ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Ἀλλὰ καλῶς διεσαφήσθησαν τὰ πράγματα, ὅταν ὁ κ. Ρέπουλης, ἀπόντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι ἡ ἀπάντησις αὕτη συνετάχθη ὑπὸ τοῦ Στρέϊτ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐρωτῶ: Ἡ ἀπόκρυψις τοῦ ἐγγράφου τούτου, οὕτω διατυπωθέντος, δὲν ἀποτελεῖ μίαν τρανοτάτην μαρτυρίαν τῶν ἐγκληματικῶν διαθέσεων, ὑπὸ τῶν ὁποίων ἐκαφαρεῖτο καὶ τὸ Στέμμα καὶ οἱ περὶ αὐτό; Ἐκ τῆς ἱστορίας δὲ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Γούναρη, δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ κ. Γούναρης ἦτο ἐνεργὸν μέλος, ἦτο ἡ ψυχή, ἡ ζωὴ τῆς ἀποκρύφου Κυβερνήσεως; Θὰ ἤμην πολὺ εὐχαριστημένος καὶ μετὰ πολλῆς ἀνακουφίσεως θὰ ἔβλεπον τὴν ἀνάκρισιν ἀποδεικνύουσαν ὅτι δὲν εἶναι πάντες οἱ Ὑπουργοὶ τῆς ὑπὸ τὸν κ. Γούναρην Κυβερνήσεως ἐξ ἴσου ἔνοχοι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ δηλώσω ὅτι δὲν ἀναμένω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ πολιτικώτεροι τοὐλάχιστον Ὑπουργοί, ὅτι οἱ περισσότερον δρῶντες, ὅτι οἱ διεκδικοῦντες παρὶ ἑαυτοὺς ὑπουργείαν, ὅτι οἱ ἀποτελοῦντες τοὺς Ὑπουργοὺς ἐν τῇ Κυβερνήσει ἐκείνῃ διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ. Τοῦτο θὰ ἦτο πολὺ παράδοξον. Συνέχειαν τῆς πολιτικῆς ταύτης ἔχομεν τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ἐν ταῖς ἐκλογαῖς. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἰδιαίτερον κεφάλαιον ἐν ταῖς κατηγορίαις, ἀποτελεῖ δηλαδὴ καθ’ ἑαυτὴν ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἀλλὰ πρᾶξιν ἡ ὁποία εἶναι μέσον πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ καθ’ ὅλου κατηγορουμένου ἐγκλήματος, τῆς ἀνατροπῆς δηλαδὴ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ δεσποτισμοῦ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας εἶπε: «Μὰ πῶς ἐπιτρέπετε εἰς ἑαυτοὺς ν’ ἀποδεχθῆτε ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχε δώσει ἐντολὴν εἰς τὸν Γούδαν νὰ προβῇ εἰς τὰς ὑποσχέσεις ἐκείνας καὶ νὰ διαπράξῃ τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ὡς ἀντιβασιλεὺς καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ ὅπου ἦτο;» Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτὸς εἶναι ἰσχυρισμὸς ἀτυχής, εἶναι ἰσχυρισμὸς τῶν κατηγορουμένων, οἱ ὁποῖοι συλλαμβάνονται ἐπ’ αὐτοφώρῳ καὶ οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται, καὶ μοῦ ὑπαμιμνήσκει τὸ ἀνέκδοτον τοῦ Ναστραδὶν Χότζα: «Τί ἤθελες εἰς τὸ περιβόλι;» «Μὲ ἔφερεν ὁ ἄνεμος». «Διατὶ ἔβγαλες τὰ λάχανα;» «Ἐπιάστηκα ἀπ’ αὐτὰ μὴ πέσω». Κἄτι τι ἀνάλογον εἶναι καὶ ἡ ἐπιχειρηματολογία, τὴν ὁποίαν προέβαλε πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ὁ κ. Στράτος. Ἀλλ’ ἀκολουθῶν τὰ ἀξιώματα τὰ ποινικά, κατὰ τὰ ὁποῖα, ὅταν δὲν ἔχωμεν ἐντελῶς ἀποδεδειγμένην τὴν πρᾶξιν καὶ ὅταν ἐπ’ ἐλάχιστον ὑπάρχει ἀμφιβολία, συμφέρει 99 ἐνόχους ἀπολυθῆναι δι’ ἕνα ἀθῷον καταδικασθέντα, αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγομεν ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, ὅταν δὲν ἔχομεν τίποτε ἄλλο νὰ εἴπωμεν. Ἀλλὰ δὲν ἐβλέπετε, κύριοι, τί ἐγίνετο κάτω ἀπὸ τὴν μύτην σας, ὅταν ἐτρομοκρατοῦντο ἐκλογεῖς, ὅταν εἷς ἐγκληματίας Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας ἐτίθετο ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἀποσπασμάτων καὶ ἐτρομοκράτει καὶ κατεπίεζε καὶ συνελάμβανε τοὺς ἐκλογεῖς; Δὲν ἐγνωρίζετε ὅτι συνελήφθησαν τετρακόσιοι τὴν παραμονὴν τῆς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν καὶ ἤχθησαν εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν ἐπὶ τῷ ἀδικήματι ὅτι διετάρασσον τὴν δημοσίαν τάξιν φωνάζοντες «Ζήτω ὁ Βενιζέλος»; Καὶ ὅταν αὐτοὶ ἐπροφυλακίζοντο, διότι ἐγράφετο μὲ κόκκινο μολύβι ἔξω ἀπὸ τὴν δικογραφίαν ἀπὸ ἕνα δικαστικόν, ἀπὸ ἕνα ἐγκληματίαν, τὸν Γερακάρην «ἡμεδαπὸς ἢ πρόσφυξ», τὸ ὁποῖον ἐσήμαινε διὰ τὸν Εἰσαγγελέα ἢ τὸν Γραμματέα «προφυλακισθήτω», ὅταν, λέγω, ταῦτα συνέβαινον, σεῖς τί ἐκάμνατε; Καὶ προπηλακίσθησαν οὕτω τετρακόσιοι. Καὶ θέλετε νὰ τοὺς δεχθῶμεν ἀγνοοῦντας τί ἐγίνετο ἐν Πειραιεῖ μὲ ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, ἀμέσως ἐξαρτωμένους ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, καὶ θέλετε, λέγω, νὰ τοὺς δεχθῶμεν ἀγνοοῦντας τὰ ὄργια, τὰ ἐγκλήματα, τὰς ὑπερβασίας; Ὅταν ἐτόλμων, ὅταν εἶχον τὴν θρασύτητα δύο χθὲς Ὑπουργούς, λαμπροὺς δὲ πολιτικοὺς ἄνδρας, τὸν κ. Ρέπουλην καὶ τὸν κ. Διαμαντίδην, νὰ ἐπιχειροῦν καὶ νὰ τοὺς συλλαμβάνουν, διότι ἐφρόνουν ὅτι ἐξευτελιζομένων τῶν βουλευτῶν μας, ἐξευτελίζετο καὶ τὸ Κόμμα μας; Ἀλλ’ ὅταν ἔφθασαν εἰς τοιούτου εἴδους ἐπιχειρηματολογίαν, θὰ ἔλεγον, κύριοι, «οἰκτείρατε τοὺς ἄνδρας, ἄφετε αὐτοὺς ἀπελθεῖν, οὔτε τιμωρίας εἶναι ἄξιοι». Ἐπίσης εὑρίσκω ὅτι δὲν εἶναι γενναῖον νὰ παρακολουθήσῃ κανεὶς τὴν τόσον ἄτεχνον ἀπολογίαν, ὅταν τὰ πράγματα εἶναι τόσον σαφῆ, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει, δικαιολογοῦντες τὰς γνώμας μας, νὰ προέλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν, περὶ τῆς ὁποίας φοβοῦμαι ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς δισταγμός, ἀλλὰ πρέπει νὰ μάθῃ τὸ Ἑλληνικὸν Κοινὸν τίνας λόγους εἴχομεν ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν, ἵνα προβῶμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις ἐκείνας. Δὲν εἶχε δώσει ἡ Κυβέρνησις ἐντολὴν πρὸς τὸν Γούδαν, εἶναι ἀποδεδειγμένον, δὲν ἔχομεν μάρτυρας ἂν καὶ ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας εἶπεν ὅτι ἡ ἀνάκρισις, ἡ διεξαχθεῖσα ἀπὸ τὸν Ἄρειον Πάγον, ἐξηκρίβωσε τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὸν ἄνθρωπον αὐτόν, τὸν Γούδαν, τοῦ ὁποίου κατηγγέλθησαν τὰ ἐγκλήματα; Τὸν κατήγγειλεν αὐτή; Τὸν ἔπαυσε; Τοὐναντίον ἐπετηδεύοντο πᾶσαν ἐπίδειξιν, δεικνύουσαν ὅτι ἡ ἐκτίμησίς των ἦτο ἀμείωτος. Ἠμφισβήτησαν, κύριοι, καὶ τὴν ἀνακοίνωσιν τὴν ἐκ τῶν προτέρων γενομένην πρὸς τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἠδύνατο νὰ εἶναι ἥσυχος ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ δὲν ἔχομεν μαρτυρικὴν ἀπόδειξιν καὶ ἴσως εὑρεθῶμεν πρὸ τῆς δικονομικῆς ἐνστάσεως, ὅτι προκειμένου περὶ ποσοῦ ὑπερβαίνοντος τὰς 50 δραχμάς, δὲν ἐπιτρέπονται μάρτυρες. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀρχὴν ἐγγράφου ἀποδείξεως, ἔχομεν τὴν δήλωσιν τοῦ Ραδοσλαύωφ, ὁ ὁποῖος εἶπεν «ἡσυχῆτε, δὲν ἔχετε οὐδένα λόγον νὰ φοβῆσθε οὔτε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, οὔτε ἀπὸ τὴν Ρουμανίαν». Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν Ρουμανίαν, αὐτὴ εἶναι ἤδη σύμμαχος ἡμῶν καὶ δὲν ἐξετάζω τὴν τότε δήλωσίν της.
§237Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐκτὸς τῶν ἄλλων, ἐκτὸς τῶν δηλώσεων τοῦ Ραδοσλαύωφ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Ρουμανίας κ. Βρατιᾶνο ἔκαμεν ἐπίσημον δήλωσιν εἰς τοὺς φίλους του, οἱ ὁποῖοι ἐπῆγαν νὰ τὸν πείσουν ὅτι πρέπει νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ρουμανία τῆς οὐδετερότητος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ρουμανία, διότι ἐγνώριζεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ βοηθήσῃ τὴν Σερβίαν καὶ ἐὰν ἀκόμη ἡ Βουλγαρία τῆς ἐπιτεθῇ. Ἡ δήλωσις ἐκείνη ἐτηλεγραφήθη ἀπὸ τὸ Βουκουρέστιον εἰς τὴν Βουδαπέστην, ἐλογοκρίθη ἐκεῖ καὶ ἐκεῖθεν ἐτηλεγραφήθη εἰς τὴν «Ἐφημερίδα τῆς Φραγκφούρτης», ὅπου ὑπέστη νέαν λογοκρισίαν τῆς Φραγκφούρτης καὶ ἀφέθη νὰ δημοσιευθῇ. Ἦλθεν ἐνταῦθα ἡ Γερμανικὴ ἐφημερίς, συνέπεσε νὰ τὴν ἴδω, τὴν ἔδειξα καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐπετράπη νὰ δημοσιευθῇ ὁλόκληρος εἰς τὴν «Πατρίδα». Εἶναι τοῦτο δευτέρα ἀρχὴ ἐγγράφου ἀποδείξεως.
§238Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ὡμολογήθη.
§239Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μάλιστα· ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦτο ὡμολογήθη καὶ ἐγράφη εἰς τὸ «Νέον Ἄστυ». Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο τεκμήριον.
§240Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ πολιτική του ἦτο ἀντίθετος, τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζαΐμης ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὴν δήλωσιν ὅτι δὲν πρέπει νὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν, ἔπρεπε νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§241Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Λοιπόν, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, τότε ὑποθέτω ὅτι τὸ Δικαστήριον θὰ ἔχῃ τὴν ἐπιείκειαν νὰ δεχθῇ μίαν τοιαύτην λύσιν, ἀλλ’ οὔτε τὸν σώζει ἀπὸ τὰς εὐθύνας, εὐθύνας φοβεράς, ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας ἀναφέρει ἡ Ἱστορία καὶ αἱ ὁποῖαι φέρουσιν εἰς τὴν μνήμην τὴν προδοσίαν τοῦ Ἐφιάλτου. Ἀλλὰ καὶ λέγω (ἀναγινώσκει): «Τόσον τὸ πλῆθος καὶ τὸ μέγεθος τοῦ νόμου δεινοτέραν τῶν... κλπ.». Ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σταματήσω πρὶν εἴπω τοῦτο, ὅτι ἐὰν κρίνωμεν μίαν ἑκάστην πρᾶξιν μεμονωμένως, δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς κρίνωμεν πέραν τῆς πολιτικῆς εὐθύνης, οὔτε θὰ δυνάμεθα νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ σύνολον τῆς ἐπιχειρηθείσης προδοτικῆς συνωμοσίας τῆς καταστροφῆς τῶν συμφερόντων, τῆς γεγενημένης ἐκ τῆς καταλύσεως τῆς ἐλευθερίας, ἐὰν δὲν εἴχομεν ὑπ’ ὄψει τὸ μετὰ ταῦτα ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1915 μέχρι τῆς 29 Ἰουλίου 1915 κυβερνητικὸν καθεστώς, ὡς ἀπαρτίζον ἓν σύνολον. Καὶ πάλιν θ’ ἀναμνησθῶ τῶν διατάξεων τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Πρόκειται περὶ συναφῶν πράξεων, ὧν ἑκάστη συντελεῖ εἰς κάλυψιν ἐγκληματικῆς προδοσίας. Τὸ σύνολον τῶν πράξεων μᾶς δίδει σαφῆ τὴν εἰκόνα, περὶ ἧς ἐπρόκειτο. Ἐφόσον δὲ θέλομεν νὰ ἔχωμεν τὰς εὐθύνας ἐκ τῆς κεφαλῆς τῆς ἐγκληματικῆς ταύτης συμμορίας, πρέπει ν’ ἀναμνησθῶμεν καὶ τοῦ γεγονότος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφιγουράρισεν ὡς μέγας στρατηγὸς ἡ πεπτωκυῖα Μεγαλειότης, ὅταν ἀνηγγέλθη ἡ ἔξοδος τῆς Ρουμανίας. Προεῖδε τότε τὴν καταστροφὴν τῆς Ρουμανίας μετὰ τέσσαρας ἑβδομάδας. Καὶ τί ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων; Ὅτι ἐγνώριζεν ὅτι μετὰ τέσσαρας ἑβδομάδας ἀληθῶς θὰ συνετρίβετο ὁ Ρουμανικὸς στρατός, διότι ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ἀνακρίσεων, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ τῶν ξένων Δυνάμεων, ὅτι διετέλει εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Γερμανίας, ὅτι ἐγνώριζε πολὺ καλὰ τὰ σχέδια τῆς Γερμανίας, καὶ τὰ ἐγνώριζε πολὺ καλά, διότι αὐτὸς ἦτο ὁ συμπέθερος. Ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται ἡ προφητικότης τοῦ ἀνδρός, ὅτι ἐγνώριζεν ὅτι θὰ συνετρίβετο ἡ Ρουμανία. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν τῆς προδοσίας, τὴν ὁποίαν ἐξύφανε κατὰ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Ὅταν ὡμίλησεν ὁ συνάδελφος περὶ ὁμονοίας καὶ συγκεντρώσεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων ἵνα ἀντιμετωπίσωσι τὸν ἀγῶνα, θὰ ἠλήθευεν ἐὰν ἀνεφέρετο εἰς τὴν συγκέντρωσιν δυνάμεων, τῶν ὑφ’ οἱανδήποτε μορφὴν ἐμφανιζομένων, κοινωνικῶν, πολιτικῶν, βιομηχανικῶν, αἵτινες δυνατὸν νὰ ἐπλανήθησαν ὡς πρὸς τὴν ἀσκητέαν πολιτικήν, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, ἐν πολέμῳ πλέον, καὶ ὑπάρχει πᾶσα βεβαιότης ὅτι ὅλαι αὐταὶ θὰ συνταχθῶσι πρὸς τὴν ἐπίσημον Ἑλλάδα πλέον, ἡ ὁποία διακυβεύει τὴν τύχην αὐτῆς δι’ ὅλου τοῦ μέλλοντος. Ἀλλ’ ἂς μὴ νομίσῃ ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν αὐτοῦ τοῦ εἴδους αἱ ὑστερικαὶ ἐπικλήσεις νὰ μᾶς κάμουν νὰ ὑποπέσωμεν ἄλλην μίαν φορὰν εἰς τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον σήμερον θ’ ἀπετέλει ἔγκλημα, νὰ θερμάνωμεν ἄλλην μίαν φορὰν ἀκόμη τὴν ἔχιδναν εἰς τοὺς κόλπους μας (χειροκροτήματα).
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§243Γ. ΠΩΠ. Ἐκεῖνος ὅστις, ἀγνοῶν τὰ πράγματα, θὰ παρηκολούθει, κύριοι βουλευταί, τὴν συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ἀφ’ ἧς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Ράλλης ἠθέλησε νὰ ἀπολογηθῇ, θὰ ἠδύνατο εὐλόγως νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὁ κατηγορούμενος ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπεύθυνος δι’ ὅλα τὰ ἔργα τῶν τριῶν κατηγορηθεισῶν Κυβερνήσεων δὲν εἶναι ἄλλος τις πλὴν τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ὑμῶν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην. Ὁ πτωχὸς βουλευτὴς Ψαρρῶν εἶναι ὁ μέγας ὑπεύθυνος. Διότι, ὡς σᾶς ἐδηλώθη ὑπὸ τοῦ κ. Ράλλη, ἐγὼ διέπραξα τὸ ἔγκλημα νὰ ἀκολουθήσω πολιτικὴν διάφορον ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐπίστευον, τοῦτο δὲ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής, ἐγκαταλείψας ὅσα ἐδίδαξε φιλοπόλεμα κατὰ τὴν κρίσιν τῆς 15 Φεβρουαρίου τοῦ 1915, ἔσπευσε νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς τάξεις τῶν ἰδικῶν μου γνωμῶν. Ἔπειτα ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας δριμύτερον ἀκόμη ἐμέμφθη τὴν ἀστάθειάν μου, ἥτις, ἐνῷ τῷ παρεῖχε προτεραιότητα μεταβολῆς γνώμης, εὕρισκεν ἐν ἐμοὶ ἀντὶ ὀπαδοῦ γνωμῶν, ἀντίπαλον μόνον. Ἦτο εὔλογον νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς παντὸς εἴδους ἀμετροέπειαν ἡ θιχθεῖσα δεδοκιμασμένη εὐστάθεια τοῦ πολιτικοῦ του χαρακτῆρος καὶ μάλιστα καθ’ ἣν στιγμήν, ἐξαντλῶν πᾶσαν τὴν πρὸς τοῦτο ἀρχήν του, ἀπεφάσιζε σταθερῶς νὰ τηρήσῃ ἀτέγκτους τὰς βλέψεις του εἰς ἄλλους νέους πολιτικοὺς ὁρίζοντας. Οὕτω κατηγορήθην ὅτι ἀπώλεσα ἕνα ὀπαδόν, τὸν γηραιὸν ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴν καὶ ἐστερήθην τῆς εὐτυχίας νὰ ἔχω ἕνα ἀρχηγόν, οἷον τὸν ἔντιμον ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφον (γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Ἐὰν λυποῦμαι διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ πρώτου, ἀνακουφίζομαι ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ὁ δεύτερος ἐν τῇ μοιραίᾳ ἐξελίξει τῆς πολιτικῆς του εὐσταθείας ἀπομακρύνεται καὶ ἐκ τοῦ ἰδίου κόμματος, ὅπερ ἀπεφάσισε νὰ συμπήξῃ καὶ ἑπομένως δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς ἀρχηγείας του (γέλωτες καὶ χειροκροτήματα). Θὰ παρακαλέσω μάλιστα τὸν ἔντιμον ἐκ Μεσσηνίας φίλον καὶ συνάδελφον, μοναδικὸν ὀπαδὸν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτοῦ, νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ ἐν τῷ ἀπομονωτικῷ τούτῳ συστήματι τοῦ κόμματός του (χειροκροτήματα). Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς ἄραγε, κύριοι βουλευταί, ὅτι συνεφώνησα εἴτε πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἑνός, εἴτε πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ ἑτέρου τῶν ἀξιοτίμων κατηγορουμένων; Ὁποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ ἐμοῦ καὶ ὁποία ἡ πολιτικὴ ἐκείνων; Ὅσοι μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν νὰ παρακολουθήσωσι τὰς ἀσθενεῖς μου προσπαθείας ἐν τῷ πολιτικῷ κόσμῳ τῆς Ἑλλάδος, δύνανται νὰ ὁμολογήσωσιν ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης ὑπῆρξαν αὗται εἰς διαρκῆ καὶ ὀξυτάτην ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πολιτικήν, τῆς ὁποίας ἀμφότεραι ἐγένοντο ἀπολογητέαι καὶ ἀπολογούμεναι. Ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἔχουν σημασίαν τινα ἐπὶ τοῦ κυρίου θέματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν. Ἔχομεν ἓν κύριον θέμα. Εἶναι δὲ τοῦτο τὸ τῆς εὐθύνης τῶν Κυβερνήσεων, ὧν ὑπῆρξαν ἀμφότεροι μέλη, τὸ προβλεπόμενον δὲ ὑπὸ τοῦ εἰδικοῦ νόμου καὶ τοῦ κυρίου νόμου «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν». Ἀνέπτυξα ἐνώπιον ὑμῶν, κύριοι, πάσας τὰς ἐπὶ τούτου γνώμας μου καὶ ἐπιβράβευσις τῶν προσπαθειῶν μου ἐκείνων ὑπῆρξεν ἡ ὁμόθυμος τῆς Βουλῆς γνώμη, ἵνα μετὰ τῶν δύο ἑπομένων Κυβερνήσεων παραπεμφθῇ ἐνώπιον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀπουσιάζοντος ἐξ Ἑλλάδος, δι’ οὓς αὐτὸς γνωρίζει λόγους, κ. βουλευτοῦ Πατρῶν. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν πραγμάτων τὴν διαίσθησίν μου ὅτι ἐκεῖθεν ἤρξατο ἡ συντριβὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος καὶ ἡ συντριβὴ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁλοκλήρου, ἦλθον νὰ κυρώσωσιν ἀνακρίσεις γενόμεναι καὶ ἦλθον νὰ βεβαιώσωσιν ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ τῆς ἀναζητήσεως μιᾶς πηγῆς, ἥτις ἐξέτρεψε τὸν ροῦν αὐτῆς ἐξ ἀνωτέρας τινος βίας πρὸς ἄλλην κατεύθυνσιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς πηγῆς, ἥτις ἤρδευσε πᾶσαν ἰδέαν ἀπολυταρχισμοῦ καὶ ἥτις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μετεβλήθη εἰς ποταμὸν αἱμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχυνον οἱ σφαγιάζοντες ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Μακεδονίᾳ τοὺς ὁμογενεῖς ἡμῶν, ὡς καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνειργάζοντο εἰς τὸ ἀνθρωποκυνήγιον τὸ ἄγριον καὶ ἀπαίσιον τῆς 19ης Νοεμβρίου ἐν τῇ πρωτευούσῃ καὶ ταῖς ἐπαρχίαις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Δύνανται ὅσοι θέλουν νὰ ἐπιδείξωσι καὶ ἐνώπιον ἡμῶν τοῦ Πιλάτου τὴν πολιτικήν, ἀφοῦ ἐβύθισαν μέχρις ἀγκῶνος τὰς χεῖρας αὐτῶν εἰς τὸν βόρβορον πάσης πολιτικῆς ἀκολασίας καὶ ἀφοῦ τὰς εἴδομεν ἐρυθρουμένας εἰς τὸ αἷμα τῶν θυμάτων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ τῶν θυμάτων τῆς 19ης Νοεμβρίου, δύνανται νὰ ἐπιζητῶσι νὰ ἀπονίψωσιν αὐτὰς ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀποπλανήσουν αὐτήν, ἀντικαθιστῶντες τὴν θρασύτητα διὰ τῆς χυδαιοτέρας τῶν εὐτελειῶν. Τὸ ἔργον σήμερον μεταβάλλεται. Δὲν εἶναι ἔργον ἁπλοῦν κατηγόρου διὰ τὰ μονομερῶς διαπραχθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ἐν τῇ ἀσκήσει τῶν ὑπουργικῶν αὐτῆς καθηκόντων. Εἶναι ἔργον καταγγέλλοντος συνέργειαν καὶ συναιτιότητα εἰς ὅλα τὰ διαπραχθέντα ἀπὸ τῆς 15ης Φεβρουαρίου 1915 μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσημειοῦτο καὶ τὸ ὕστατον θῦμα τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Κράτους. Καταγγέλλουσι νῦν οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν συστάσεως Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς συνέργειαν καὶ συναιτιότητα, οὐχὶ ἑπομένως δι’ ὅσα μόνον γενικὰ τὸ προχείρως πρὸ μηνὸς γενόμενον ἐγκλητήριον ἐνεκάλει ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐπιρρίπτον εἰδικὰς εὐθύνας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις συνεκροτήθη κατὰ τὴν 15 Φεβρουαρίου 1915 παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Πατρῶν καὶ τῶν ἔνθεν κἀκεῖθεν περισυλλεγέντων γυρολόγων, ὡς ἔλεγε τότε ὁ ἀπὼν καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής. Οἱ ἀπολογούμενοι ἐζήτησαν νὰ ἐμφανίσωσιν ἐνώπιον ἡμῶν ὅλους τοὺς δικονομικοὺς τύπους, ἵνα φθάσωσιν εἰς τὸ οἰκτρὸν συμπέρασμα παρατυπιῶν τοῦ ἐγκλητηρίου. Καὶ μάλιστα ἀπορῶ πῶς δὲν προέβαλον τὴν ἔνστασιν τῆς ταυτότητος τοῦ ἐγκαλοῦντος, διότι ὑπάρχουν καὶ τυπογραφικὰ λάθη. Οὕτω ὁ ἔντιμος προλαλήσας κ. Πολύβιος Λαγοπάτης γράφεται ἐν τῇ προτάσει τῶν βουλευτῶν Νικόλαος Λαγοπάτης. Πῶς ἐλησμόνησεν ὅτι ἐν τῇ δικονομίᾳ τῆς δικολαβίας τῶν Πταισματοδικείων ἀποτελεῖ καὶ τοῦτο ἔνστασιν ἀρκούντως σοβαράν; Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἐνεκαλέσαμεν διὰ πράξεις, δὲν εἴχομεν κἂν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκαλέσωμεν διὰ πράξεις συναφεῖς πρὸς ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἡμεῖς εἴχομεν νὰ ἐγκαλέσωμεν ἐπικαλούμενοι ὡς μάρτυρας τὰ γεγονότα καὶ ἔχοντες πρὸς τοῦτο στήριγμα αὐτὸν τοῦτον τὸν «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμον. Ἡμεῖς ἀπεφύγομεν νὰ συζητήσωμεν οὕτω ταπεινῶς καὶ οὕτως ἀναξίως διὰ Σῶμα πολιτικὸν ὡς ἡ Βουλή. Ἐστηριξάμεθα ἐπὶ τῆς 2ας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει): «Κατηγορεῖται ὁ Ὑπουργός, ὅστις χωρὶς νὰ παραβιάσῃ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων, ἔβλαψεν ἐκ προθέσεως διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως αὐτοῦ τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας». Ἔβλαψαν δὲ οὗτοι τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἐκ προθέσεως καὶ ἐκ παραβιάσεως. Οὔτε δύνανται νὰ ἀξιώσωσι μνείαν ὑπὸ τοῦ νόμου τῶν πράξεών των. Διότι οἱ νομοθετήσαντες δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῶσιν ὅτι θὰ ἐγέννα ἡ Ἑλλὰς μετὰ πάροδον τόσων χρόνων ἐλευθερίας, κυβερνήτας τῆς Χώρας, οἵτινες θὰ συνειργάζοντο μετὰ τοῦ προαιωνίου ἐχθροῦ ἵνα παραδώσωσιν εἰς ἀτίμωσιν τὴν πατρίδα. Καὶ ταῦτα καὶ δι’ ὅσα ἀκόμη δὲν προβλέπει ὁ Ποινικὸς Νόμος, ἔχομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ἄλλο ἄρθρον τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου παρέχει εἰς ἡμᾶς τὴν εὐρύτητα δικαιώματος τοιούτου. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ εἰδικὸν πρὸς τοῦτο ἄρθρον τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ πάσης παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ, ἕνεκεν τῆς ὁποίας δὲν καταγιγνώσκεται ὑπὸ τοῦ νόμου ῥητὴ ποινή, ὁ Ὑπουργὸς καταδιώκεται κλπ. κλπ.». Ἔχουσιν ἄραγε κατόπιν τῆς ἀναγνώσεως τῶν δύο τούτων ἄρθρων στήριγμα νὰ ἐπιμείνωσιν εἰς ἀναίρεσιν τῶν ἐνστάσεων τῆς ἀκυρότητος, διὰ τῶν ὁποίων ἀπησχόλησαν τὴν Βουλήν ζητοῦντες νὰ ἀποτρέψωσιν αὐτὴν τοῦ κυριωτάτου τῶν προορισμῶν τοὺς ὁποίους ἔχει; Ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ πρὸ μικροῦ πρὸς ἡμᾶς ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν λαϊκὴν ἐντολὴν νὰ καταδιώξωμεν τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη. Ἵνα δὲ πράξητε τὸ ἔργον τοῦτο, εἶπεν, ὀφείλετε νὰ ἀπευθυνθῆτε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Λέγω λοιπὸν πρὸς τοὺς φυγοδικοῦντας τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ εὑρίσκωνται λυπούμενοι διὰ τὴν μεταστροφὴν τοῦ καθεστῶτος αἰσθάνονται μείζονα ὀργὴν καὶ μεγαλείτερον μῖσος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη, παρὰ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους των ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ κυριαρχήσωσι μέσῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ὅταν δὲ ἐβεβαίου ὁ ἀποψινὸς συνήγορος καὶ συνυπεύθυνος τῶν μετασχόντων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὅτι ἐδέρετο ὑπὸ τοῦ λαοῦ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ἐξεδιώκετο ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος, ἤθελον τῷ εἴπει, ἐὰν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ τὸν διακόπτω, ὅτι ὁ λαὸς τῶν ἐπιστράτων τὸν ἔδειρε, διότι τὸν ἐθεώρει ἔνοχον τῆς ἀποπομπῆς τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου διὰ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, τῆς ὁποίας ὑπῆρξεν Ὑπουργός (χειροκροτήματα). Ἀφοῦ εἴδομεν οὕτω ἀπὸ τῆς γενικωτάτης αὐτῆς ἀρχῆς τὴν ἔννοιαν τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου καὶ τῆς εὐρύτητος, ἥτις παρέχεται εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου, εἶναι φυσικὸν νὰ ἔλθωμεν νὰ ἴδωμεν ἂν πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐγκαλῶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη. Ὅταν τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθη ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν 26 Ἰανουαρίου 1916, ὑπῆρξα ἐγὼ μόνος μέσῳ τῆς πληθύος τῶν κεχηραίων ἐκείνων, οἵτινες ἤκουον εἰς τὸ κέλευσμα τῶν βασιλικῶν λόγων, ὅστις ἀντέδρασα καὶ διεμαρτυρήθην, ἀρξάμενος ὄχι ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη καὶ τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς, ἀλλὰ καὶ τῆς εὐθύνης ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐνεφανίζετο ἡ Κυβέρνησις Γούναρη. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν τῆς πρώτης συνεδριάσεως τί μοῦ ἀπαντᾷ ἐκεῖνος (ἀναγινώσκει): «Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Κύριοι, φέρω τὰς εὐθύνας καὶ δὲν θὰ ἠδυνάμην, καὶ ἐὰν ἤθελον, νὰ ἀποσείσω αὐτὰς διὰ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἤσκησεν ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου καὶ ἐντεῦθεν. Τὰς εὐθύνας ταύτας εἶμαι πρόθυμος εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ δώσω. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι διατεθειμένοι τὴν πολιτικὴν ταύτην νὰ ἐπικρίνωσι, νὰ μὴ φέρωσιν ἡμᾶς εἰς τὴν δυσχερῆ — καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρρῶν νὰ προσθέσω — εἰς τὴν ἄδικον θέσιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατηγορεῖται χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐκθέσῃ τὰ γεγονότα ὡς ἔχουσιν, ἵνα ἐκ τῆς μορφῆς αὐτῶν συναγάγῃ τὰ στοιχεῖα τὰ δικαιολογοῦντα αὐτόν». Ἦλθε λοιπὸν ἡ στιγμὴ τῆς ἀποδόσεως τῶν εὐθυνῶν. Παρέχεται εἰς αὐτὸν καὶ τοὺς συναδέλφους του ἡ ἀφορμή, ἵνα ἐμφανιζόμενοι ἐνώπιον τοῦ κριτηρίου τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Δικαστηρίου, ἀποδείξωσιν ὅτι κακῶς ἀπὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς 27 Ἰανουαρίου 1915 ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεώς των. Διατί δὲν κατήγγειλα τότε τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη διὰ τὴν οἰκτρὰν διαχείρισιν τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος; Ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Σκουλούδης, ποιούμενος τὰς πρώτας ἐν τῇ Βουλῇ δηλώσεις του, εἶπε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐκ τῶν ἔξωθεν ὤθησις, ἧς πρὸ μικροῦ ἐμνήσθην, συνεπείᾳ παραγνωρίσεως τῶν εἰλικρινῶν ἡμῶν προθέσεων καὶ τοῦ ἀναμφισβητήτου δικαιώματος νὰ μείνωμεν ἀμέτοχοι ἀγῶνος ἀλλοτρίου πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα καὶ τὰς ἡμετέρας ὑποχρεώσεις, κατέστη ἀπό τινος πιεστική». Ἀπαντῶν εἰς τὰ ψεύδη ἐκεῖνα, ἀνέτρεξα πρὸς οὐσιαστικωτέραν ἀνεύρεσιν τῶν μέχρι τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, τῆς δολίως καὶ πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πολιτευθείσης καὶ εἶπον τὰ ἑξῆς κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικά (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ πολιτικὴ τῆς σήμερον ἡ προκαλέσασα τὰς ὑπονοίας, αἵτινες προεκάλεσαν τὰς πιέσεις, αἵτινες θὰ προκαλέσωσι τὰς νέας ὠθήσεις. Δὲν εἶναι μόνον ἡ πολιτικὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἔρριψε τὸ σπέρμα τῆς τοιαύτης ὑπονοίας. Τὸ σπέρμα ἐρρίφθη ἀφ’ ἧς κατὰ Φεβρουάριον τὴν Κυβέρνησιν Βενιζέλου διεδέχετο ἡ Κυβέρνησις τοῦ ἀξιοτίμου νῦν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ». Προσέθετον δὲ τότε ἐν δευτερολογίᾳ κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν καὶ τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀξιοτίμου κ. Γούναρη καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς σήμερον ὑπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Σκουλούδην διαχείρισις τῆς οὐδετερότητος ἄγει πρὸς πόλεμον. Ἀλλ’ ὁ πόλεμος, καθ’ ὃν τρόπον τὸν δημιουργεῖ ἡ διαχείρισις τῆς οὐδετερότητος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ εἶναι πόλεμος ἐξωτερικῆς βίας καὶ ἐσωτερικῆς ἀνατροπῆς. Αὐτὴ εἶναι κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου ἡ θέσις τῶν πραγμάτων. Ἐπικαλούμενος τὸν πατριωτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ποιοῦμαι ἀκριβῶς ἔκκλησιν πρὸς τὰ αἰσθήματα τῆς φιλοπατρίας αὐτῆς καὶ τῇ λέγω ὅτι κάκιστα διεχειρίσθη μέχρι τοῦδε τὴν ὑπόθεσιν. Ἔχω ὅμως καθῆκον καὶ δικαίωμα ὅπως, ἀπαλλασσόμενος τῆς εὐθύνης ταύτης, διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τοῦ νῦν καὶ εὐχηθῶ, ὅπως ἡ εὐχὴ βαρύνῃ μόνην τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἔρχεται ἐδῶ καὶ ἐπικαλεῖται τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν σιωπήν μας, ὅπως βαρύνῃ, λέγω, μόνον τὴν Κυβέρνησιν, διότι φοβοῦμαι ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν πολιτεύεται ἡ Κυβέρνησις, ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐπικαλεῖται καὶ τῆς ἀνευθύνου Ἀρχῆς τὴν παρέμβασιν, εἶναι τρόπος οὐχὶ ἁπλῶς ἀντικοινοβουλευτικός, ἀλλὰ καὶ τρόπος ἐπικίνδυνος. Ἂς ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐθύνην, ἀλλ’ ἂς μὴ ζητῇ ἐπ’ ὀνόματι τοῦ πατριωτισμοῦ δῆθεν, ὅπως σιγήσῃ ἡ φωνὴ τῆς διαμαρτυρίας ἡμῶν. Δι’ ὅλα ταῦτα θὰ ἀρνηθῶ τὴν ψῆφον μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐξακολουθῶν νὰ βεβαιῶ ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, καθ’ ὃν τρόπον διέγραψα ταύτην καὶ τὴν θεραπείαν αὐτῶν, διὰ τῆς οὐδετερότητος. Ἀλλ’ αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύουσαι ἐμμονὴν εἰς τὴν ὡς μέχρι τοῦδε ὑπ’ αὐτῆς διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, μὲ ἀναγκάζουσιν ὅπως ἐν συνειδήσει, ἐν τῇ κρισίμῳ ταύτῃ στιγμῇ ἀρνηθῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ψῆφον μου, διότι νομίζω ὅτι οὕτω ἐκπληρῶ τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον μου». Δὲν ἐνεκάλεσα ὅμως ἔκτοτε μόνον διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη καὶ Σκουλούδη. Κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τῆς 26 Ἰανουαρίου κατηγορῶ καὶ τὴν πολιτειακὴν αὐτῆς ὑπόστασιν. Ἐπικαλοῦμαι ἔκτοτε τὴν κοινὴν προσοχὴν καὶ διὰ τὴν ἀντισυνταγματικότητα καὶ ἀντικοινοβουλευτικότητα τῆς Κυβερνήσεως Σκουλουδο–Γούναρη. Ἡ ἐπίθεσίς μου ὑπῆρξε σφοδρά, θόρυβος δὲ ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ διότι ἐτόλμησα νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ὑπὸ τὸν Σκουλούδην συγκεκροτημένη ἐκ τόσων κομμάτων, ἦτο Κυβέρνησις ἀντισυνταγματική. Ἰδοὺ τί λέγουν τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ τῆς αὐτῆς πρώτης συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς τῆς 6 Δεκεμβρίου. Μέσῳ τοῦ θορύβου διότι ἐτόλμησα νὰ θίξω τὴν συνταγματικότητα καὶ κοινοβουλευτικότητα τοῦ κυβερνητικοῦ ἐκείνου συγκροτήματος, κραυγάζει εἷς βουλευτής (ἀναγινώσκει): «Εἷς βουλευτής. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι συνταγματική. Γ. ΠΩΠ. Μὴ θορυβῆσθε, κύριοι, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε ὅτι μέχρι τοῦδε τοὺς Ἀρχηγοὺς τῶν Κυβερνήσεων ὑπεδείκνυον αἱ Βουλαὶ καὶ ἐκύρου ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Στέμματος. Εὑρισκόμεθα ὅμως ἐνώπιον καταστάσεως, ἡ ὁποία ἀνέτρεψε τὰ πράγματα. Ἔχομεν Ἀρχηγὸν τῆς Κυβερνήσεως ὑποδειχθέντα ἔξω τῆς Βουλῆς, μὴ προερχόμενον ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἐνεργήσαντα ἐκλογὰς χωρὶς νὰ συμμετάσχῃ αὐτῶν καὶ ἐρχόμενον ἵνα ζητήσῃ τὴν κύρωσιν τῆς θέσεώς του ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐὰν τοῦτο εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς παραδόσεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ἐὰν οὕτω νομίζετε ὅτι ἑδραιοῦται ἡ θέσις τοῦ Κοινοβουλίου ἐν Ἑλλάδι, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ τὸ πιστεύετε. Θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην, καὶ δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος, ὅπως κυρώσητε νέον Ἀρχηγὸν Κυβερνήσεως μὲ νέα μέλη, ἴσως δὲ τὴν φορὰν ταύτην ὅλα ἔξωθεν τῆς Βουλῆς προερχόμενα».
§244Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Πρόβλεψις Κυβερνήσεως Λάμπρου.
§245Γ. ΠΩΠ. Ὄντως δὲ ἐπηλήθευσα καὶ ἐν τούτῳ, διότι ἦλθεν ἡ Κυβέρνησις ἡ τελευταία, ἡ μετὰ τὴν 8ην Ἰουνίου γενομένη, ἥτις παρ’ ὀλίγον νὰ τύχῃ καὶ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἂν ἡ ἄλλη πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ Κερκύρας ἐπετύγχανε, ἵνα συνερχομένη ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος. Ἠδυνάμην δὲ τότε κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ προαγορεύσαντος βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, μετά τινος θάρρους νὰ εἴπω ταῦτα, διότι δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ μὲ κατηγορήσῃ, ὅτι ἐπειδὴ καὶ τότε δὲν μὲ ἐδέχθησαν ὡς Ὑπουργόν, ἐζήτουν εὐθύνας. Εὐτυχῶς κατὰ τὸ 1916 δὲν εἶχον συμπληρώσει ἀκόμη, ἂν δὲν μὲ πλανᾷ ἡ μνήμη, τὸ 70ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας μου. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τότε ἄνευ 7 δεκαετηρίδων πείρας κτηθείσης εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, ἦτο ἀδύνατον νὰ παράσχῃ τις συνδρομὴν σοφὴν καὶ σοβαρὰν πρὸς τὸ Στέμμα (χειροκροτήματα). Οὕτω καὶ ἀπὸ τῆς δικονομικῆς ἀπόψεως νομίζω ὅτι ἔχω ἑδραιώσει τὴν ἀξιοπιστίαν μου ὡς μάρτυρος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἀτυχῶς, κύριοι, οὕτω μὲ ἔθηκαν ἵνα νομιμοποιήσω καὶ τὴν θέσιν ὡς καταγγέλλοντος καὶ ἀποδείξω ὡς ἀπὸ πεποιθήσεως πράττων τὴν ὁμοιομορφίαν τῆς πολιτικῆς γνώμης, ἀσκῶν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν καὶ νῦν ἀφετηρίαν δημιουργίας κατηγορητηρίου κατὰ τῶν διαπραξάντων τὰ ἄνω. Διότι γνωρίζει ὁ πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος ὅτι αἱ προσπάθειαί μου εἶναι ὑπαγορεύσεις συνειδήσεως πάντοτε. Τὸ ἔργον μου καὶ ἡ συνείδησίς μου ἀρκοῦσι δι’ ἐμὲ νὰ ἐπιμαρτυρῶσιν εὐχαρίστως τὴν ἀλήθειαν. Εἶναι κοινὸν μυστικὸν εἰς τὸν πολιτικὸν κόσμον, ὅτι δὶς μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη μοὶ ἐπροτάθη νὰ μετάσχω μετὰ πάσης τιμῆς Κυβερνήσεων καὶ δὶς ἀπέρριψα τὴν πρότασιν ἐκείνην, ὡς ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν συνείδησίν μου. Ὡς ἐπίσης εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Αἰτωλοακαρνανίας, ὅτι μόνον λόγους εὐγνωμοσύνης θὰ εἶχον ὡς ἄνθρωπος πρὸς ἄνθρωπον, τιμήσαντά με διὰ πάσης ἐκτιμήσεως, ὡς μὲ ἐτίμησε συνεχῶς ὁ τέως Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος. Ἀλλ’ οὔτε αἱ προσφοραί, οὔτε αἱ βασιλικαὶ εὐμένειαι ἠδύναντο νὰ μὲ ἀποτρέψουν ἀπὸ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος. Ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημά των ὅτι καὶ οἱ βουλευταὶ ἔχουσιν εὐθύνας, δὲν στρέφεται κατὰ τῶν ἰδίων; Ἴδωμεν λοιπὸν καὶ ἐν τούτῳ τὰς εὐθύνας των. Ὑπάρχουν κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς πλήρεις αἱ δηλώσεις, ὡς ὑπάρχουσι καὶ καθ’ ὅλον τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς τῆς 6 Δεκεμβρίου. Ἔλαβεν ὅμως τὸν λόγον ἀπόψε καὶ ὁ κ. βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, ἵνα δηλώσῃ, ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ἐδηλοῦντο ἐν τῇ Βουλῇ τῆς 6 Δεκεμβρίου, ὅτι ἦτο ἡ Κυβέρνησις Γούναρη πολιτική, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἔπραττεν ἢ νὰ ὑποβοηθήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ὅτι οὐδὲν ἄλλο ἐσκόπει ἢ νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζωγράφος ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἰσηγεῖτο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Γνωρίζετε τί συνέβη ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τότε, κύριοι; Ἐκάλεσα τὸν κ. Γούναρην νὰ εἴπῃ ἐὰν ἀκολουθῶν πολιτικὴν ἀντίθετον πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς προτάσεις ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἀλλὰ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς εἰρήνης. Προσέθετον δέ, ὅτι ἂν ὄντως ἔκαμε προτάσεις ἐξόδου, εἶχεν ἔκτοτε ὑποχρέωσιν στοιχειώδους πολιτικῆς τιμῆς νὰ μεταβῇ εἰς τὸ Στέμμα καὶ νὰ συμβουλεύσῃ αὐτὸ νὰ καλέσῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ὁ κ. Γούναρης, κατὰ τὴν συνήθη ψευδολογίαν τῶν ἀνακοινώσεών του, μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι οὐδέποτε, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει προέβη εἰς προτάσεις ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Εὑρέθην δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην, καίτοι εἶχον πεποίθησιν ἐπὶ τῶν πληροφοριῶν, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἐδίδοντο, νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ δίς, ἡ Κυβέρνησις Γούναρη εἶχε προτείνει συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον. Τὸ ἐπίσημον ἐκεῖνο πρόσωπον μὲ παρεκάλεσε συγχρόνως ἵνα μὴ ποιήσωμαι χρῆσιν τῆς βεβαιώσεως ταύτης, καθόσον λόγοι, παραμείναντες εἰς ἐμὲ ἄγνωστοι, δὲν ἐπέτρεπον νὰ ἀνακοινώσω τὴν προέλευσιν τῶν πληροφοριῶν καὶ οὕτω δὲν ἐχρησιμοποίησα τὴν ἀλήθειαν, ἔμεινα δὲ ὑπὸ τὸ βάρος, ὅτι ψευδῆ κατήγγειλα, ἐνῷ ἡ ἀλήθεια ἦτο ἐκείνη. Ἀπέκρυπτον ὅμως τὴν ἀλήθειαν οἱ συγκροτοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη, διότι πρὸς μὲν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἔλεγον ὅτι ἀσκοῦσι τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, δημοκοποῦντες ἐν ὀνόματι τῆς εἰρήνης, ἥτις εἶναι πάντοτε ἐπιχείρημα δημοκοπικώτερον τῆς προσπαθείας πρὸς θυσίας, ἀλλὰ συγχρόνως προσεπάθουν νὰ ἀντικαταστήσουν ἐν τῇ πολιτικῇ τῇ φιλοπολέμῳ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων. Ἦτο παρὼν ὁ κ. βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὅταν ἐψεύδετο οὕτως ἀσυστόλως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ Ἀρχηγός του. Ἀλλ’ ὁ λαλίστατος ἐσίγα καὶ ἡ φιλαλήθειά του δὲν ὑπεβάλλετο εἰς δοκιμασίαν. Ἀπόψε ὅμως περιδεὴς καὶ εἰς σωτηρίαν δι’ ἑαυτὸν καὶ τοὺς συντρόφους του βεβαιῶν τὰ ἀντίθετα καὶ κηρύσσων, ὅτι πόλεμον ἐπεδίωξαν, ἀδιαφόρως ἂν τοῦτο ἀποδεικνύει αὐτοὺς ψευσθέντας πρὸς τὸν λαόν, ὅταν τὸν ἐβεβαίωνον ὅτι ὁ πόλεμος θὰ ἦτο ἡ καταστροφή. Τότε ἐδημοκόπουν διὰ τοῦ ψεύδους πρὸς τὸν λαόν. Τώρα, μὴ φοβούμενοι ἐκλογὰς λαοῦ, ζητοῦν διὰ τῆς ὁμολογίας πρὸ πάσης ἀνακρίσεως ἐλαφρυντικὰ διὰ τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Ἐὰν δὲ ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας ἔστρεφεν ὀλίγας σελίδας τῆς ἐφημερίδος μου, ἣν ἀνέγνωσε διὰ νὰ μὲ ἀποδείξῃ παλινῳδήσαντα καὶ ἑπομένως μὴ δυνάμενον νὰ κατηγορήσω τοὺς ὑπευθύνους, θὰ ἀνεγίνωσκε τὸν ἑξῆς ἐπιγραμματισμὸν τοῦ Κόμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐθήτευσεν, ἐν ἐπιλόγῳ τῶν κομματικῶν του ταξειδίων. Ἰδοὺ τί ἔγραφον (ἀναγινώσκει): «Ὥστε τὰ Γουναρικὰ φύλλα ὁμολογοῦν, ὅτι μίαν ἔχουν δι’ ὅλα τὰ ζητήματα πολιτικήν. Πῶς νὰ μὴ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἐξουσίαν ὁ κ. Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Πόλεμον θέλετε; Ἐγγυηθῆτε ὅτι θὰ γίνῃ ἄνευ Βενιζέλου καὶ πόλεμος γίνεται. Εἰρήνην θέλετε; Ἄνευ Βενιζέλου, εὐχαρίστως, δύνανται οἱ Βούλγαροι νὰ ἀπομακρύνουν τὸν κ. Βενιζέλον ἀπὸ τὴν Ἐξουσίαν. Νὰ τοὺς ἐγείρουν καὶ ἁψῖδας ὑποδοχῆς εἰς τὴν πρωτεύουσαν». Οὕτω φεῦ! ἐπολιτεύθησαν διαρκῶς μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ δημιουργήσωσι προσωπικὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ Στέμματος καὶ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον εἰς τὴν Ἀρχήν. Δημιουργοῦντες δὲ τὴν ἀντίθεσιν ἐκείνην, διέπραξαν ἔγκλημα προβλεπόμενον ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Ἐὰν τὸ ἔγκλημα τοῦτο προβλέπεται ἀπὸ τὸ 1ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 123 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἢ ἀπὸ τὸ 10ον, ἂς ἀποφανθῇ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας. Εἰς ἐμὲ ἀπόκειται νὰ εἴπω ὅτι, δημιουργοῦντες τὴν ἀντίθεσιν ἐκείνην, προσεπάθουν ἵνα καταδώσωσι μυστικὰ τοῦ Κράτους ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης, ἵνα καταστήσωσι δυσχερῆ τὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῷ κομματικῷ σκοπῷ νὰ καταστήσωσι δυσχερῆ τὴν θέσιν τοῦ διαφωνήσαντος πρὸς τὸ Στέμμα πολιτικοῦ Ἀρχηγοῦ. Διὰ νὰ ἐπιγραμματίσω δὲ τό κεφάλαιον τοῦτο τῆς κατηγορίας, λέγω τοῦτο: Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ἦτο ὑπηρεσιακή, ὤφειλε νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς πολιτικὰς πράξεις. Ἐὰν ἦτο πολιτική, ὡς ὄντως τὴν ἔκρινον, ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ ἐκλογὰς ἀμέσως, καὶ ὤφειλεν ἀμέσως μετὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ παραιτηθῇ ἀποδοκιμασθεῖσα. Ἄλλως ἀνέτρεπε τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας. Ἀλλὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπένιψε ἀπόψε διὰ τοῦ συνηγόρου καὶ συνυπευθύνου τὰς χεῖρας, δὲν εἶχεν εὐθύνας διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ἐπιστρατεύσεως; Εἶπον, κύριοι βουλευταί, καὶ ζητῶ συγγνώμην ἂν ἀναγκασθῶ νὰ ἀναγνώσω ἓν ἢ δύο ἀποσπάσματα ἐκ τῶν ἀγορεύσεων ἐκείνων, εἶπον κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τῆς Βουλῆς τὰ ἑξῆς, προκειμένου περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως (ἀναγινώσκει): «Ἀλλὰ εἶναι τοῦτο μόνον, εἶναι αἱ ἁπλαῖ δηλώσεις αἱ διαφωνοῦσαι πρὸς τὰ ἔργα ταῦτα; Αἱ δηλώσεις αὗται ἀποτελοῦσι διαφωνίαν πρὸς τὸ ὕψιστον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔχει λάβει ἡ Κυβέρνησις, τὸ μέτρον τῆς ἐπιστρατείας τῆς Ἑλλάδος. Περὶ τούτου οὐδὲν μᾶς ἀνέφερεν ἐν ταῖς δηλώσεσιν αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἀπέφυγεν ὡς ἄνθρακας ἀνημμένους, λησμονῶν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ πενταμήνου ὁλοκλήρου εὑρίσκεται εἰς ἄμαχον πόλεμον, ὅτι ἐξήντλησε πᾶσαν τὴν ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν ρώμην καὶ ἀλκήν, τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν ἀκμαίαν κατὰ τὸ τέρμα τῆς περιόδου τῆς οὐδετερότητος τῆς Ἑλλάδος, ὅπως τὴν προτάξωμεν ὑπὲρ τῶν ἑλληνικῶν συμφερόντων». Οὕτω διὰ τῶν ἀνωτέρω δηλώσεών μου ἐξαίρεται ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος, ὡς τὴν ἀντελαμβανόμην ἐγώ. Ἦτο πολιτικὴ διεθνοῦς μορφῆς, πολιτικὴ διϊσταμένη χρονικῶς μόνον πρὸς τὴν φιλοπόλεμον πολιτικήν, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἐν τῷ προσώπῳ τῆς Κυβερνήσεως Ζαΐμη ἐνέκρινε καὶ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς ταύτης, τῆς ὁποίας τὴν πλειοψηφίαν κατεῖχε τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος, καθ’ ὃν τρόπον ἠσκεῖτο ὑπὸ τοῦ Κόμματος τοῦ Γουναρικοῦ καὶ τῶν ἐν συνεχείᾳ Κυβερνήσεων, ἦτο πολιτικὴ ἐσωτερικῆς καταναλώσεως. Ἦτο πολιτικὴ προεκλογικὴ καὶ πολιτικὴ διεθνοῦς ἀπάτης συγχρόνως. Ἦτο πολιτική, ἥτις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μοιραίως θὰ ἐξειλίσσετο εἰς ξενικὴν πολιτικὴν καὶ θὰ παρέδιδε τὴν Ἑλλάδα ψυχικῶς καὶ ὑλικῶς ἐξηντλημένην, ὥστε καὶ μετὰ τετράμηνον ἀκόμη νὰ ἀκούωμεν ἀσθενεστέρας ἴσως ἀλλὰ πάντοτε ὑπαρχούσας τὰς φωνασκίας ἐκείνων, οἵτινες δὲν ἠσθάνοντο καμμίαν συγκίνησιν διότι εὑρίσκοντο Βούλγαροι ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους (χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἆραγε καὶ ἐν τῷ θέματι τούτῳ τῆς ἀντεθνικῆς διατηρήσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐτήρουν κἂν στοιχεῖα εὐθύνης; Ἔθετον τὸν πρώην Βασιλέα Κωνσταντῖνον ἵνα ὁμιλῇ ἐξ ὀνόματος αὐτῶν, ἄλλοτε πρὸς τὰς Δυνάμεις καὶ ἄλλοτε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Εἶπε τότε ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἐν συνεντεύξει πρὸς τὸ «Ντέλυ Κρὰκ» τοῦ Λονδίνου, ὅτι τὴν ἐπιστράτευσιν τὴν συντηροῦμεν διότι εἶναι τοῦτο ἀξίωσις τῆς συνεννοήσεως. Οἱ τέσσαρες ἐν Ἀθήναις πρεσβευταὶ προέβησαν εἰς δημοσίευσιν ἀνακοινωθέντος, διαψεύδοντος τὸν Βασιλέα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τῶν γερόντων καὶ γεγηρακότων τὴν ψυχήν, ἡ Κυβέρνησις Σκουλούδη καὶ Γουναροσκουλούδη δὲν ἠσθάνθη οὐδεμίαν ἐπὶ τούτῳ συγκίνησιν. Μάτην προσεπάθουν νὰ θίξω καὶ μίαν χορδήν, ἔστω, τῆς ἀμβλυνθείσης κοινοβουλευτικῆς των εὐαισθησίας. Ἀπαθεῖς καὶ μακάριοι, δὲν ἠσθάνοντο οὐδεμίαν συγκίνησιν καὶ τύψιν καὶ ἐψεύδοντο πρὸς ἐξαπάτησιν τοῦ λαοῦ οὐχὶ ὡς ἄτομα, ἀλλ’ ὡς ἐκπροσώπησις τοῦ Θράνου, ὡς ἐκπροσώπησις τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, ἐφόσον ἔχομεν ἀκόμη καὶ ὑποδούλους ἀδελφούς. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον; Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος κ. Δημήτριος Ράλλης, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐπαναλαμβάνω τὴν αὐτὴν δήλωσιν, ὅτι αἰσθάνομαι πάντοτε τὸν αὐτὸν σεβασμὸν διὰ τὰς ἀγαθὰς τάσεις του καὶ τὴν αὐτὴν στενοχωρίαν διὰ τὴν δίωξίν του, διότι γνωρίζω καὶ θὰ προσέλθω ὡς μάρτυς ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, ἵνα ἀποδείξω ὅτι ὑπῆρξε θῦμα, θῦμα μιᾶς ψυχῆς, ἥτις εἶχε τόσην τὴν παιδικὴν ἀφέλειαν ἐνώπιον πανούργων συνεργατῶν καὶ τόσην τὴν καλὴν πίστιν καὶ τόσην συγχρόνως τὴν συγκίνησιν διὰ τὴν ὑγείαν τοῦ πρώην Βασιλέως, ὥστε νὰ παρασύρεται ὅπου οὔτε ἡ πολιτική του ἱστορία 45 ἐτῶν, οὔτε ἡ γνῶσις καὶ ἡ πεῖρα τῶν πραγμάτων ἔπρεπε νὰ τὸν ὁδηγήσωσι. Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας πολιτευτής, ἵνα τῷ εἴπω ὅτι ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη καὶ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν ἧς μετεῖχε νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν Βασιλέα νὰ τὴν κηδεμονεύσῃ ἐναντίον τῶν Δυνάμεων καὶ νὰ τοῦ ὑπομνήσω τοῦτο, ὅτι καλέσας ὁ τότε Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος τοὺς ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὰς τῶν Δυνάμεων, εἶπεν εἰς αὐτούς, προκειμένου πάλιν περὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως (ἀναγινώσκει): «Κύριοι, μὴ ξεσυνερίζεσθε τὴν Κυβέρνησίν μου· σᾶς εἶπεν ὁ κ. Σκουλούδης πράγματα, τὰ ὁποῖα πιθανὸν εἶναι νὰ ἐγείρουν τὰς ὑπονοίας σας· ἐγὼ σᾶς δίδω τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι οὐδέποτε ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, ὁ ὑπάρχων ἐν ἐπιστρατεύσει, θὰ ἐπιτεθῇ ἐναντίον τῶν στρατευμάτων τῆς Ἀντάντ». Ταῦτα εἶπεν ἐπὶ λέξει ὁ τότε Βασιλεύς. Λυποῦμαι ἀκόμη διότι δὲν εἶναι παρὼν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, ἵνα τῷ ὑπομνήσω, ὅτι ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς νόσου τοῦ ἀειμνήστου ἐκείνου ἀνδρός, τοῦ πολιτικωτάτου Θεοτόκη, ἐπρόκειτο καὶ αὐτὸς καὶ ὁ Θεοτόκης νὰ παραιτηθῶσι τῆς Κυβερνήσεως διὰ πάσης θυσίας. Νὰ παραιτηθῶσι, διότι ἂν ὄχι ἡ μέριμνα ἐπὶ τέλους ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος, ἀλλ’ ἡ προσωπικὴ αὐτῶν ἀξιοπρέπεια τοῖς ἐπέβαλλε τοῦτο. Νὰ τῷ ὑπομνήσω δηλονότι, ὅτι ἀμφότεροι πρὸς ἐμὲ ἀνεκοίνωσαν τὴν τερατώδη πρᾶξιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ Σκουλούδη, προβάντος εἰς δηλώσεις δεινὰς πρὸς τὰς Δυνάμεις ἄνευ ἐντολῆς των, ὑπὸ προφανῆ ὑπαγόρευσιν καὶ σύμπραξιν τοῦ Ἐπιτελείου μόνου, ἀνακοινώσαντος δὲ ταῦτα πρὸς τὸν Θεοτόκην καὶ Ράλλην ἀφοῦ τὰ γεγονότα εἶχον συντελεσθῆ καὶ ἀφοῦ ἐστράφησαν καὶ πάλιν εἰς τὴν ἐπιδιωκομένην ἐχθρότητα μετὰ τῆς Ἀντάντ, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τῆς τύχης τῆς Ἑλλάδος. Τί ἔλεγον δὲ πάντοτε ἐγὼ καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ γράφων συνεχῶς; Ἔλεγον εἰς αὐτοὺς πάντοτε: «Τί θέλετε, κύριοι, τὴν ἐπιστράτευσιν; Ἐὰν ἔχετε ἐγγυήσεις ὄντως ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, δὲν σᾶς χρειάζεται ἡ ἐπιστράτευσις, ἐὰν δὲν ἔχετε ἐγγυήσεις ἀπὸ τὴν Γερμανίαν, διατί δὲν κτυπᾶτε ἀπὸ τῆς πρώτης ταύτης στιγμῆς;» Ἐν τῷ θέματι δὲ τούτῳ ἐπλειοδότησα παντὸς ἄλλου. Ἡ ἐπιστράτευσις ἔγινε τὴν 10ην Σεπτεμβρίου 1915 εἰς ἀπάντησιν τῆς Βουλγαρικῆς ἐπιστρατεύσεως. Καὶ τὴν 13ην δὲ τοῦ ἰδίου μηνὸς ἔγραφον ἐγὼ ἄρθρον ὑπὸ τὸν τίτλον «Κτυπήσατε τὸν Βουλγαρικὸν ὄφιν» (ἀναγινώσκει): «Κτυπήσατε — ἔγραφον — τὸν Βουλγαρικὸν ὄφιν πρὶν ἢ ἐξελιχθῇ καὶ περισφίγξῃ ὡς ἀγχόνη τὸν λαιμὸν καὶ τὴν ὑπόστασιν τῆς Ἑλλάδος ὁλοκλήρου. Θὰ εἶναι ἔγκλημα νὰ ἀφήσητε νὰ συμπληρωθῇ ἡ Βουλγαρικὴ ἐπιστράτευσις». Ἀλλὰ τὸν Βουλγαρικὸν ὄφιν ἐθέρμανεν ὁ δηλητηριώδης ὄφις, τὸν ὁποῖον ἀπὸ τῆς 13ης Σεπτεμβρίου 1915 ἐγὼ ὁ φιλουδέτερος ἐκάλουν νὰ πατάξωμεν πρὶν ἐξελιχθῇ καὶ ὁ ὁποῖος ἀφέθη νὰ ἀπομυζήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν αἷμα καὶ τὴν Ἑλληνικὴν τιμήν (χειροκροτήματα). Καὶ θέλων ἐντελῶς νὰ ἴδω ποῦ εὑρισκόμεθα, διότι μόνος ἐγὼ ἔχων τὴν ἀντίθεσιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἔχων τὴν ἀντίθεσιν τῆς Αὐλῆς καὶ τοῦ Ἐπιτελείου, πρὸ τῶν ὑποδείξεων τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποχωρήσῃ ἡ ἀντάρτις ὀλίγον ψυχὴ καὶ ἡ διάνοιά μου, ἡ οὕτω εἰς δυσπιστίαν ἐθισθεῖσα, καὶ θέλων νὰ μάθω τὴν ἀλήθειαν, προέβην εἰς δριμυτάτην συνεχῆ δημοσιογραφικὴν ἐπίθεσιν. Κατὰ δὲ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1915 ἀπεκαλύπτετο ἐνώπιόν μου ὁλόκληρος ἡ τραγικὴ ἀλήθεια. Εἶχον γράψει ἄρθρον ἐν τῇ ἐφημερίδι, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν ὁ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος, διὰ τοῦ ὁποίου ἔλεγον (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἀκολουθῆτε τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος μετὰ τὴν ἐμφάνισιν τῶν Βουλγάρων ἐν Μοναστηρίῳ καὶ δὲν ἔχετε ἐγγυήσεις σαφεῖς καὶ ἀσφαλεῖς ἀπὸ μέρους τῆς Γερμανίας, εἶσθε ἄξιοι ἀγχόνης». Ὁ ἀείμνηστος Θεοτόκης κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἠθέλησε νὰ μὲ ἴδῃ, ἔχων προφανῶς γενικωτέραν ἐντολήν, ὅπως μὲ πείσῃ εἰς μετριασμὸν τῆς ἐπιθέσεως. Συνάδελφος, μετὰ πάσης τιμῆς φέρων ἓν τῶν ἐνδοξωτέρων Ἑλληνικῶν ὀνομάτων, συμπαρέστη μετ’ ἐμοῦ εἰς τὴν συγδιάλεξιν ἐκείνην, διαρκέσασαν ἐπὶ 2–2½ ὥρας. Ὁ ἔντιμος συνάδελφος, ὅστις παρέστη καθ’ ὅλην τὴν σειρὰν τῶν διαρρευσασῶν Βουλῶν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν, ἐνθυμεῖται μετὰ πόσης ὀδύνης καὶ πόσης συντριβῆς ἐξήλθομεν ἐκ τῆς συνομιλίας μας. Ὁ Θεοτόκης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ πρὸς ἡμᾶς τὴν ἀλήθειαν. Μᾶς εἶπε: «Δὲν ἔχομεν, κύριοι, ἐγγυήσεις, οὔτε κἂν διὰ τὴν μὴ εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων καὶ πέραν τοῦ Μοναστηρίου. Διὰ τὸ Μοναστήριον δὲ ὀλίγα ἐλπίζομεν». Καὶ ὁ ἀείμνηστος Θεοτόκης, ὁ ἐντεταλμένος νὰ πείσῃ ἐμὲ εἰς πολιτικὴν ἀρθρογραφίαν ἀντίθετον, μοὶ ὑπεδείκνυεν ὅτι ὀρθῶς ἐσκεπτόμην καὶ ἀντὶ νὰ ἀποδιώξῃ τοὺς δισταγμούς μου, προσεπάθει νὰ ἐμβάλῃ εἰς τὴν μικράν μου ἀντίληψιν καὶ ἔμπνευσιν καὶ τοῦ συναδέλφου μου τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν εὐφυΐαν καὶ τὴν πολιτικὴν πεῖραν, τὴν πίστιν ἐπὶ τὴν ὀρθότητα τῶν σκέψεων τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, σκέψεων, αἵτινες θὰ ἦτο δυνατὸν ὄντως νὰ τοὺς ἀποτρέψωσιν ἀπὸ τῆς ἀγχόνης, νὰ τοὺς ἀποτρέψωσι τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου ἐμφανίζονται. Ἀλλ’ ἐν παραβολῇ πρὸς τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο τὴν ἰδίαν ἑσπέραν πρόσωπον ἐπίσημον, ἐν γνώσει πάντοτε τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, τοῦ φέροντος ἐντίμως τὸ ἔνδοξον Ἑλληνικὸν ὄνομα, πρόσωπον τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος ἐδημιούργει τὰς Κυβερνήσεις καὶ ἠδύνατο νὰ ἀνατρέψῃ πολλάκις Κυβερνήσεις, ἦλθε καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι εἶχον ἄδικον δι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔγραφον. Μὲ ἐβεβαίου συγχρόνως, ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα ὑπάρχουσι πᾶσαι αἱ ἐγγυήσεις. Ἠρώτησα τὸ πρόσωπον τοῦτο ἐὰν ὡμίλει ἐξ ἰδίας γνώμης ἢ ἔχῃ ἐγκυροτέραν ἐντολὴν ὅπως μοῦ βεβαιώσῃ ταῦτα. Μοὶ ἀπήντησεν ὅτι καθ’ ὑψηλὴν ἐπιταγὴν ὁμιλεῖ. Συνδυάζων δὲ τότε τὰ ὑπὸ τοῦ Θεοτόκη λεχθέντα, ἀπήντησα: «Τὸ θέμα ἀφορᾷ τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος. Δυσπιστῶ πρὸς ὅλους σας. Θέλω νὰ μοὶ φέρητε ἔγγραφον τὴν πρὸς τοῦτο δήλωσιν, εἴτε ἀπὸ ὑψηλά, εἴτε ἀπὸ οἱονδήποτε ἄλλο ἐπίπεδον προερχομένην, ὅτι ὑπάρχει ἡ ἐγγύησις αὕτη, ὅτι ἐπ’ οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ φοβῆται Βουλγαρικὴν εἰσβολὴν ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους». Ἀλλὰ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, ὡς γνωρίζει ὁ αὐτὸς ἔντιμος συνάδελφος, ὅστις ἦτο καὶ ἐν γνώσει τῶν διαπραγματεύσεων, δὲν ἐνεφανίσθη πλέον καὶ ἐγὼ κατέστην ὁ ἐχθρὸς ὁ ἄσπονδος τῆς πολιτικῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ἐν τῇ ἀφελείᾳ αὐτοῦ καὶ καλῇ πίστει ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς καὶ ἐν τῇ πλανηθείσῃ εὐσταθείᾳ του ὁ ἔντιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος. Τοιαύτη, κύριοι, ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ ἡ ἐμὴ καὶ τοιαύτη ἡ ἰδική των πολιτική, ἀφοῦ θέλουσι νὰ φέρωσιν εἰς ἀντιπαράστασιν τὴν ψυχήν μου πρὸς τὴν ψυχὴν τὴν ἰδικήν των, τὴν πολιτικήν μου πρὸς τὴν πολιτικήν των. Ἀλλ’ ἄραγε ἐν τῷ πολιτεύματι ὑπήρξαμεν οἱ αὐτοί; Ποῖον εἶναι τὸ Σύνταγμα τὸ ἰδικόν των καὶ ποῖον τὸ ἰδικόν μου; Ποῖοι εἶναι οἱ θεσμοὶ τοὺς ὁποίους ἐπικαλοῦνται ἵνα ἐκφύγωσι τῆς εὐθύνης των καὶ ποῖοι εἶναι οἱ θεσμοί, οἵτινες ἐνέπνεον τὸ ἔργον μου; Δι’ αὐτοὺς τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι διάφορον πρὸς τὴν φερώνυμον πλατεῖαν. Τὸ καταπατοῦν μὲ ἴσην ἀφέλειαν ἐξερχόμενοι ἀπὸ τῆς Βουλῆς, ἢ ἐξερχόμενοι ἀπὸ τὸ καφφενεῖον Ζαχαράτου (παρατεταμένα χειροκροτήματα). Καὶ εἴδατε τί σᾶς εἶπον Εἰσαγγελεῖς ὡς ὁ κ. Χατζᾶκος, ἀντεισαγγελεῖς νομομαθεῖς. «Κύριοι, σᾶς λέγουν, τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν καὶ τοῦ συγκροτεῖν τὴν Κυβέρνησιν κατ’ ἀρέσκειαν εἶναι ἀπαραβίαστον». Ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διάφορος ἀπὸ ἓν κατάστημα τοῦ μακαρίτου Μαϊφάρτ. Ἀνὰ πᾶν τρίμηνον δύναται τὸ Στέμμα νὰ μεταβάλλεται εἰς τὸν Γερμανὸν ἐκεῖνον ἔμπορον καὶ νὰ κηρύσσῃ πάντοτε νέαν καὶ ἀρίστην ὁριστικὴν διάλυσιν, ὅπως θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναφέρῃ ὁ κ. Βελλιανίτης εἰς ἓν ἀπὸ τὰ ὡραῖα του χρονογραφήματα. Ἀλλὰ τούτου, κύριοι, τεθέντος, ἂς ἴδωμεν νῦν πόθεν ἐμφανίζεται ἡ συνέργεια τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη εἰς τὴν ὅλην ἐξέλιξιν τῶν πραγμάτων. Νομίζω δέ, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν βουλευτῶν ἄρχεται ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ παρείχετο ψῆφος ἐμπιστοσύνης. Καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς Βουλῆς τῆς 6ης Δεκεμβρίου οἱ ἐρευνῶντες τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ θὰ ἴδητε, ὅτι μία ὑπάρχει ψῆφος ἀρνήσεως ἐμπιστοσύνης, ἡ ψῆφος τοῦ βουλευτοῦ Ψαρρῶν, καὶ θὰ ἴδητε ἀκόμη ὅτι μόλις τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη ὁ κ. Χατζᾶκος ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ καὶ τὸν ἠρώτησα ποῖος τὸν ἔστειλεν ἐνταῦθα καὶ ποίαν θέσιν εἶχε καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ Κυβέρνησις κοινοβουλευτικὴ εὐθὺς μετ’ ἐκλογάς, μὲ Πρωθυπουργὸν μὴ βουλευτὴν καὶ 7 Ὑπουργούς, ὧν τρεῖς μόνον βουλευταί, μόλις, λέγω, τότε προσετέθη εἰς τὰς ἰδέας μου ἐκείνας καὶ εἷς ἄλλος βουλευτὴς καὶ εἶναι ἡ μοναδικὴ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψήφισαν μέσῳ τῶν 260 δύο ἀνθ’ ἑνὸς ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Τάχα οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀπονίπτουσι τὰς χεῖρας, δὲν ἔχουσι τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τοῦ βουλευτοῦ, ὑποστηρίξαντες ἐν γνώσει τῶν τεκταινομένων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην; Καὶ ὑποστηρίζοντες τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν συμπίλημα, τὴν ἄσκοπον ἐπιστράτευσιν, τὸ μυστήριον καὶ τὸ ψεῦδος, ἀφυπνίσθησαν τοὐλάχιστον ἐπὶ τῇ Βουλγαρικῇ εἰσβολῇ; Ὁ πρὸ μικροῦ ἀγορεύσας συνήγορος τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ὑπῆρξε καὶ ὁ διὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Ροῦπελ ὑποστηρικτὴς τῆς Κυβερνήσεως Σκουλουδογούναρη. Ὁμιλῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν ἠρκέσθη νὰ δώσῃ μόνον ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἔδωκε καὶ γνώμην καὶ κατηγόρησε τὴν αὐθάδειαν καὶ τὴν ἀναίδειαν ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἡ ψυχὴ ἐξηγέρθη, διότι εἶδον τὸν προαιώνιον ἐχθρὸν εἰσβάλλοντα ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἰδοὺ τί λέγουσι τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 25 Μαΐου τοῦ παρελθόντος ἔτους (ἀναγινώσκει): «ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐλέχθη ἔξω καὶ ὑπεστηρίχθη καὶ ὑπὸ στρατιωτικῶν ἀκόμη, ὅτι τὸ Ροῦπελ εἶναι φρούριον, ὅτι παρεδώσαμεν τὰ μυστικά του εἰς τοὺς Γερμανοβουλγάρους· ἐνῷ τὸ Ροῦπελ δὲν εἶναι παρὰ ἀνασχετικὴ τάφρος». Καὶ κατωτέρω ὁ ἴδιος βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κραυγάζει (ἀναγινώσκει): «Κατηγοροῦσι τὸ ἔνδοξον Ἐπιτελεῖον μας διὰ μόνον τὸν λόγον ὅτι τοῦτο διετήρησεν ἀμεταβλήτους τὰς γνώμας του διότι αἱ γνῶμαι αἱ ἐπιστημονικαὶ δὲν μεταβάλλονται». Ἡ μετριοφροσύνη ἐπέτρεψεν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Αἰτωλοακαρνανίας νὰ ὁμιλήσῃ καὶ περὶ ἀμεταβλήτου πολιτικῶν γνωμῶν, ἀλλὰ προσέθετε κατωτέρω (ἀναγινώσκει): «Ἡ πρόστυχος ἐνέργεια τοῦ στρατηγοῦ Σαράϊγ, κηρύξαντος τὸν στρατιωτικὸν νόμον ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐξ ἀφορμῆς δῆθεν τῆς καταλήψεως τοῦ Ροῦπελ, ἀπέβλεπε μόνον πρὸς ματαίωσιν τοῦ πανηγυρισμοῦ τῆς ἑορτῆς τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου. Δὲν εἶναι Γάλλος ὁ Σαράϊγ. Εἶναι ἀρχαῖος γαλάτης». Ὁ ἴδιος ἐκεῖνος βουλευτὴς ἔρχεται ἐνταῦθα καὶ ἀνακοινοῖ εἰς τὴν Βουλὴν προχθὲς ἀκόμη, ὅτι ἔλαβεν ἐντολὴν ἐξ Εὐρώπης ἐπανακάμπτων κατ’ Ἀπρίλιον τοῦ ἰδίου ἔτους, νὰ εἰδοποιήσῃ τὸ Στέμμα, ὅπως πάσῃ θυσίᾳ ἀνατρέψῃ τὴν Κυβέρνησιν Σκουλούδη. Ὡμίλησε περὶ τοῦ πῶς ἐπεδίωξε τὸ πατριωτικὸν ἐκεῖνο ἔργον. Ἀλλ’ ἰδοὺ ἕνα μῆνα ἀργότερον, κατὰ τὴν τραγικὴν ἐκείνην συνεδρίασιν, καθ’ ἣν ἀνεκοινοῦτο ἡ Βουλγαρικὴ εἰσβολή, ἔλεγεν ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἵνα περιβάλωσι δι’ ἐμπιστοσύνης τὴν Κυβέρνησιν Σκουλούδη. Ἰδοὺ τί ἔλεγεν (ἀναγινώσκει): «Ἀπαιτεῖται ψυχραιμία πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως καὶ πρὸς ἄρσιν τοῦ σταυροῦ τοῦ μαρτυρίου, ὃν ὑποχρεοῦνται νὰ φέρουν λαός, κυβερνῆται καὶ Βασιλεὺς καὶ παρὰ τῶν ὁποίων ἡ ἱστορία θὰ στήσῃ ἕνα ἄλλον σταυρόν, τὸν σταυρὸν τοῦ ὑπευθύνου». Ὁ σταυρὸς παρεσκευάζετο διὰ τὸν Ἀρχηγόν σας, διότι τὴν εὐθύνην τῆς καταπατήσεως τοῦ Ροῦπελ ἀπέδιδεν ὁ κ. βουλευτὴς εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ὑπάρχει ἄρα εἰς τὰ ἀνωτέρω ἔνδειξις τοὐλάχιστον συνεργείας καὶ συναιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη διὰ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη; Ἂς ἀπαντήσωσιν οἱ δικασταί των. Ὅταν, κύριοι, σᾶς ὡμίλει διὰ τὰ ἄλευρα καὶ ἠπόρει πῶς σεῖς δὲν εἰσήλθατε εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον διὰ τὴν ὑπόθεσιν διὰ τὴν ὁποίαν αὐτοὺς ἐγκαλοῦμεν, ἀπορῶ πῶς δὲν σᾶς εἶπε διατί δὲν εἶσθε ὑπεύθυνοι διὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Ροῦπελ εἰς τοὺς Βουλγάρους, ἀφοῦ σᾶς κατηγόρει καὶ οὕτω κατήγγελλεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἐκείνῃ. Ὑπάρχει ἆραγε εὐθύνη καὶ ἐν τῇ περαιτέρω εἰσβολῇ τῶν Βουλγάρων, ἢ δὲν ὑπάρχει; Ναί. Λέγω δὲ τοῦτο ἀντλῶν τὸ ἐπιχείρημα καὶ ἐξ ἄλλων λόγων, ἀλλὰ καὶ ἀκριβῶς ἐρειδόμενος ἐπὶ τῆς γνώμης τῶν ἰδίων, ὅτι καὶ οἱ βουλευταὶ ὀφείλουσι νὰ ἀποδίδωσιν εὐθύνας. Ἔχουσιν ἑπομένως τὴν εὐθύνην. Πρόκειται ἑπομένως περὶ συναιτιότητος διὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων. Ὅταν δὲ ἀναγινώσκουσι φιλολογίαν καὶ διασκεδάζουσι μὲ θεατρικὰς ἐπιχειρήσεις, ἔστω καὶ ἂν νομίζωσιν ὅτι ἀποτελεῖ μείωσιν πολιτικὴν καὶ μείωσιν κοινωνικὴν τὸ γεγονός, ὅτι δώρημα τοῦ Θεοῦ φιλολογικὸν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ καὶ ὡς ἔντιμος βιοπορισμός, δὲν δύνανται νὰ δηλώνωσιν ἄγνοιαν καὶ τῆς φιλολογικῆς ψυχῆς τοῦ ἐχθρικοῦ λαοῦ. Παρακολουθοῦντες τὴν φιλολογίαν τῶν ξένων, ὤφειλον νὰ γνωρίζωσι ποῖοι ἦσαν οἱ πελάται αὐτῶν οἱ Βούλγαροι ὅταν εἰσήρχοντο εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ ὤφειλον νὰ γνωρίζωσιν ὅτι ἡμέρας τινὰς μετὰ τὴν εἰσβολὴν ἐκείνην ἐδημοσιεύετο ποίημα τοῦ ἐθνικοῦ ποιητοῦ τῆς Βουλγαρίας τῆς σήμερον, ἐκείνου ὅστις ἀποκαλεῖται, κατὰ τρόπον ὑβριστικὸν τοῦ μεγάλου τῆς Ἑλλάδος ποιητοῦ, ὁ νέος Πίνδαρος τῆς Βουλγαρίας, ὤφειλον νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι τὸ ποίημα τοῦ Τυρταίου αὐτοῦ τῶν πελατῶν του εἶναι ἀφιερωμένον εἰς τὰς στρατιάς, τὰς εἰσβαλούσας εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν. Δὲν γνωρίζω ἂν θὰ μοὶ ἐπέτρεπεν ἡ Βουλὴ νὰ μεταφράσω ἐνώπιον αὐτῆς ἐκ τοῦ κειμένου τοῦ ποιήματος ὀλίγας γραμμάς.
§246ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§247Γ. ΠΩΠ. Ἂς ἐμπνεύσωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ μῖσος τὸ ἐθνικὸν ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες εὗρον ἀντιλήπτορας καὶ συνηγόρους τῆς ἐπιδρομῆς των ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, μέσῳ τοῦ Ἑλληνικοῦ κόσμου. Εἶναι ἀνάγκη νὰ κατανοήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἐὰν ἐγένοντο μικραί τινες ἢ μεγάλαι ἐκτροπαὶ μιᾶς ἐπαναστάσεως κυριαρχησάσης, πρέπει νὰ ἀφήσωμεν ταύτας νὰ παρέλθωσι καὶ ὅτι ὀφείλομεν πάντες νὰ ἀτενίσωμεν ὅπως ἀπαλλάξωμεν τοῦ ἀτίμου δυνάστου τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας. Ἀκούσατε τί συμβουλεύει ὁ ποιητής, ὁ Ἰβὰν Ἀρκούδωφ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὄνομά του, ἀνάλογον πρὸς τὴν ψυχήν του καὶ ἀνάλογον πρὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἠθέλησεν ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, ζητῶν ἐπιχειρήματα ἀνατροπῆς τοῦ ἐγκλητηρίου, νὰ παραστήσῃ καὶ ὡς φιλικῶς διακείμενον καὶ σύμμαχον πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἑπομένως ὅτι ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ἀκινδύνως — κατὰ τὸν Ποινικὸν Νόμον — νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς αὐτοὺς ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξήρχετο εἰς πόλεμον, ἀφοῦ περὶ συμμάχων ἐπρόκειτο καὶ ὁ Ποινικὸς Νόμος μόνον περὶ ἐχθρῶν προβλέπει. Λέγει λοιπὸν ὁ ποιητὴς ὁ ἐθνικὸς τῆς Βουλγαρίας πρὸς τὰ στίφη τῶν εἰσερχομένων εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν (ἀναγινώσκει): «Πρὶν τὸ ἄστρον τῆς ἡμέρας ὑψωθῇ 7 πόδας εἰς τὸν ὁρίζοντα, πρέπει ἡ λίμνη τοῦ αἵματος, τὸ ὁποῖον θὰ χύσῃ τὸ ξῖφος, νὰ ὑψωθῇ ὑπὲρ τοὺς 7 πόδας. Βλέπεις τὸν κατεσκληκότα ἐκεῖνον γέροντα, ὅστις σύρει τὸ ἄθλιον γῆρας ζητῶν νὰ ἐξαπατήσῃ τὸν θάνατον καὶ τὴν πολεμικήν σου ὁρμήν. Σύντριψε αὐτὸν ὑπὸ τὸ πέδιλόν σου. Ἐξόρυξον μὲ τὸ πηροῦνι τοὺς τεταραγμένους ὀφθαλμούς του, οἵτινες δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ θαυμάσουν τὸ μεγαλεῖον τῆς Βουλγαρίας καὶ δός τους εἰς αὐτὸν νὰ τοὺς φάγῃ, διότι διῆλθε τρεῖς ἡμέρας πείνης καὶ δίψης. Τί περιμένεις, νεαρὲ Βούλγαρε; Ἐμπρός, πάντοτε ἐμπρός. Ὁ τάπης, τὸν ὁποῖον σχηματίζουσι τὰ βελούδινα σώματα τῶν γυναικῶν καὶ τῶν παιδίων εἶναι ἁπαλώτερος ἀπὸ τὴν χλόην τοῦ Ἀπριλίου. Δοκίμασε πρῶτον τὴν δρόσον των καὶ ἀφοῦ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή σου ἀπὸ τὸν χυμώδη καρπὸν τῆς νεότητός των, ὅταν πλέον θὰ εἶσαι μεθυσμένος ἐξ ἡδονῆς καὶ ἡρωϊσμοῦ, διαμέλισε τοὺς ἀνωφελεῖς κορμούς των καὶ δίελθε ὑπεράνω αὐτῶν, ὡς ἐπὶ τάπητος βασιλικοῦ. Τὸ πέταλον τοῦ ἀλόγου σου εἰς τὸ στέρνον τῶν ὡραίων γυναικῶν ἂς πατήσῃ, διὰ νὰ στειρεύσῃ τὸ γάλα, τὸ ὁποῖον παρέχει τὴν ζωὴν εἰς τοὺς ἐχθρούς μας. Τί περιμένεις, Βουλγαρικὴ νεολαία; Ἐμπρός, πάντοτε ἐμπρός. Τέκνον τοῦ τυφῶνος, μιμήθητι τὸν πατέρα σου, παντοῦ ὅπου διέλθῃς ἂς μὴ μείνῃ λίθος ἐπὶ λίθου καὶ κανὲν παιδίον ἂς μὴ χαρῇ τὸν μητρικὸν μαστὸν καὶ κανεὶς γέρος ἂς μὴ στηριχθῇ ἐπὶ τοῦ ὤμου τοῦ ἐγγονοῦ του. Ρίψε τὰ κρανία των εἰς τοὺς βουλιμιῶντας σκύλους, οἵτινες λείχουσιν ἀγρίως τὰ χείλη των τὴν νύκτα, ὀσφραινόμενοι τὴν προσέγγισίν σου καὶ ρίψε τὰς ψυχάς των εἰς τὸν Τάρταρον, ἐκεῖ ὅπου διανοίγεται ἡ ἄπειρος ἄβυσσος διὰ νὰ καταπίῃ πᾶσαν ψυχὴν ἀναξίαν νὰ ὑψώσῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὸ φῶς τοῦ Βουλγαρικοῦ ἡλίου. Καὶ πρὶν ἡ ἡμέρα τοῦ Θεοῦ ὑψωθῇ, ἂς μὴ ἀπομείνωσιν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων, τὰ ὁποῖα θὰ σπείρῃ ἡ χείρ σου, παρὰ μόνον σκελετοὶ καὶ ράκη ἀνθρώπινα καὶ ἂς ἀνυψοῦται πρὸς τὸν οὐρανὸν ἡ κνίσα τῆς καιομένης ἀνθρωπίνης σαρκός, προσφιλοῦς εἰς τοὺς θεοὺς τοῦ Βουλγαρικοῦ Ὀλύμπου. Ἐμπρός, Βουλγαρικὴ νεολαία, ἐμπρός, πάντοτε ἐμπρός». Αὐτὸς εἶναι ὁ ἐθνικὸς ποιητὴς τῶν Βουλγάρων. Ὑπὸ τοιοῦτον πρόγραμμα εἰσώρμων τὰ στίφη ἐκεῖνα ἐντὸς τῆς ἐλευθέρας Ἑλληνικῆς γῆς. Καὶ πῶς τοὺς ὑπεδέχοντο οἱ τότε ἐπισήμως ἐκπροσωποῦντες τὴν Ἑλλάδα; Σᾶς ἀνέγνωσα τὴν σχετικὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας. Ἀκούσατε καὶ τοῦ ἐπισήμου δημοσιογραφικοῦ ὀργάνου των τὸν πανηγυρικόν. Ἰδοὺ τί ἔγραφεν (ἀναγινώσκει): «Ὅλα τὰ τραγικὰ φαινόμενα ἔχουν καὶ τὴν κωμικήν των ὄψιν. Οὕτω καὶ ἡ Γερμανοβουλγαρικὴ εἰσβολὴ εἰς Μακεδονίαν. Ἐνώπιον εἰσελαυνόντων ξένων φεύγουν πανταχόθεν καὶ ἔκφρονες ἐκ τρόμου πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην ὅλοι οἱ κατάσκοποι, οἱ καταδόται, οἱ χαφιέδες, οἱ αὐτοσχέδιοι ἔμποροι, ὅλα αὐτὰ ἐπὶ τέλους τὰ βενιζελικὰ καθάρματα, τὰ παράσιτα τοῦ Γαλλικοῦ Στρατηγείου, τὰ ὁποῖα σκορπισθέντα ἐκ Θεσσαλονίκης πρὸς ὅλας τὰς διευθύνσεις, ἐπίεζον καὶ ἐτυράννουν τοὺς Μακεδονικοὺς πληθυσμούς. Ἡ φανταστικὴ εἰς τρέξιμον φυγή των φαίνεται ὅτι εἶναι ἐξόχως κωμικὸν θέαμα». Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τῶν φιλολογούντων ἐξ ὀνόματος τῆς πολιτικῆς Γούναρη, Σκουλούδη καὶ Σία. Αὐτὴ εἶναι ἡ φρίκη ἡ προκαλουμένη, ὥστε νὰ διερωτᾷ τις ἂν δὲν ἐγαλούχησεν αὐτοὺς τὸ στέρνον ἐκεῖνο τὸ μητρικόν, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ μέγας Σολωμὸς λέγει ὅτι «γλυκοβύζαστο ἑτοιμάζει γάλα ἀνδρείας καὶ λευθεριᾶς». Ἄραγε δὲν ἠσθάνθησαν ποτὲ τὸ θέλγητρον νὰ στηρίξωσιν εἰς τὸν ὦμον των γεγηρακότας καὶ πάσχοντας γεννήτορας; Ἄραγε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν εἶδον ποτὲ μικρὰ παιδία μὲ τεινομένας πρὸς αὐτοὺς τὰς χεῖρας εἰς θωπείαν ἢ ἐπίκλησιν, ὥστε νὰ συγκινηθῶσι μὲ τὴν φρίκην αὐτὴν καὶ τὴν ἀγριότητα τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ὡδήγησαν ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, ἵνα ἐνσπείρωσι τὰ κελεύσματα τοῦ ἐθνικοῦ των ποιητοῦ, τοῦ ἀτιμάζοντος τὴν ἀνθρωπότητα, τὴν χριστιανωσύνην, αὐτὸ τὸ ἔνστικτον τῶν ἀγρίων θηρίων; (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἔ, κύριοι συνάδελφοι, εἶπον ἐνώπιον ἡμῶν ὅτι δὲν ἔχετε κἂν ἐντολὴν ἀπὸ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ διώξητε αὐτοὺς ἐνώπιον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Ἂν εἶχον τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔχετε ἐντολὴν νὰ πράξητε τοῦτο καὶ ἂν δὲν ἀνεγνώριζον τὴν ἐπανάστασιν, ὤφειλον νὰ ἀντιδράσωσι κατ’ αὐτῆς. Ἦτο ὑποχρέωσις τιμῆς. Ἀλλ’ ἐστηρίχθησαν καὶ πάλιν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Βασιλέως. Εἶχον ἐνώπιον αὐτῶν τὸ γεγονός, ὅτι ὁ ἀπελθὼν Βασιλεὺς ἔφυγεν ἐξ Ἑλλάδος, ἀφήσας τὸν υἱόν του. Θέμα πρὸς ἐκμετάλλευσιν πάλιν διὰ τὴν πολιτικὴν ἀνανδρίαν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτούς: Ἄφησε τὸν υἱόν του ὁ πρώην Βασιλεύς, διατί ἄραγε; Πρέπει νὰ ἔχωμεν δύο ὑποθέσεις. Ἢ τὸν ἀφῆκε μετανοῶν καὶ ἵνα εἰσέλθῃ εἰς πολιτικήν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύνατο ἐκεῖνος, ἀτυχήσας ἐξ ἀναληφθεισῶν ἴσως ὑποχρεώσεων, νὰ δημιουργήσῃ, ἢ ὡδήγει τὸ τέκνον του πρὸς ἀντίθετον πολιτικὴν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπίστευεν ὡς ὁδηγοῦσαν εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς Ἑλλάδος, ἔπραττε δὲ τοῦτο ἐπὶ τῷ ταπεινῷ σκοπῷ νὰ διατηρήσῃ τὴν Δυναστείαν καὶ τὰ ἐξ αὐτῆς ὠφελήματα. Ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο. Ἐκλέξατε σεῖς, οἵτινες ἔχετε, ἀτυχεῖς ἄνθρωποι, τὴν ψυχικὴν καὶ διανοητικὴν κατάστασιν ἐκείνων, οἵτινες ὑπάρχοντες περὶ τὰ τείχη καὶ τὰ ἐρείπια τῆς Ἱερουσαλήμ, θρηνοῦν καὶ ἀναμένουν ἀκόμη τὴν ἐπάνοδον τοῦ Μεσίου. Περὶ τὰ ἐρείπια, τὰ ὁποῖα συνεσωρεύσατε εἰς τὴν Ἑλλάδα θρηνεῖτε ἢ αὐθαδιάζετε ἀγόνως, ἢ ταπεινοῦσθε καὶ γίνεσθε εὐτελεῖς, ἀσκόπως ἀναμένοντες τὴν ἐπάνοδον ἐκείνου, ὅστις, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύναται, οὐδὲ πρέπει νὰ ἐπανέλθῃ ποτὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα (χειροκροτήματα). Ἂν δὲ εἰς τὴν ψυχὴν ἡμῶν ὑπάρχει νοσταλγία ραγιαδισμοῦ, σημαίνει τοῦτο ὅτι ἀτυχῶς ἡ νόσος αὕτη τοῦ ταπεινοῦσθαι εἶναι νόσος ἀθεράπευτος. Διότι ἔπρεπε νὰ ἐννοήσητε τοὐλάχιστον ὅτι, ἂν σήμερον τονοῦται ὁ συμμαχικὸς ἀγὼν μετὰ τριῶν καὶ ἡμίσεως ἐτῶν θυσίας αἵματος, θυσίας πάσης ἀλκῆς καὶ ὀσμῆς τοῦ κόσμου ὁλοκλήρου, τονοῦται διότι λέγεται πρὸς τὴν ἀνθρωπότητα ὁλόκληρον ὅτι τὸ τέρμα τοῦ πολέμου θὰ εἶναι τέρμα αὐτοδιοικήσεως καὶ λαϊκῆς ἐλευθερίας. Καὶ ἐγὼ πιστεύω καὶ πρέπει νὰ πιστεύῃ πᾶς τις διορῶν ὀλίγον εὐρύτερον τοὺς ὁρίζοντας τοὺς διεθνεῖς, ὅτι ἡ ἐλαία τῆς εἰρήνης, ἥτις θὰ ὑψωθῇ ὑπὲρ τὴν γῆν τὴν ἀρδευομένην διὰ τοσούτου ἀνθρωπίνου αἵματος, θὰ φωτισθῇ, θὰ θερμανθῇ καὶ θὰ καρποφορήσῃ μὲ τὸν ἥλιον τῆς παγκοσμίου δημοκρατίας (χειροκροτήματα). Ἀδιαφόρως δὲ τῆς μορφῆς τῆς δημακρατίας, εἴτε αὕτη συντηρηθῇ εἰς τὴν νόθον ὑπόστασιν βασιλευομένης δημοκρατίας, εἴτε καταστῇ γενικωτέρα δημοκρατία — τοῦτο εἶναι ὑπόθεσις τοῦ μέλλοντος — μετὰ τὸ τέρμα τοῦ πολέμου ἡ δημοκρατία αὕτη ἡ παγκόσμιος, ὑπὸ οἱανδήποτε μορφήν, θὰ εἶναι πάντοτε ἡ δημοκρατία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (χειροκροτήματα). Ἐχάσατε τὸ ἐπιχείρημα νὰ προβάλητε ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ὡς θώρακα μιᾶς ἀνιέρου πολιτικῆς σας...
§248Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Οἱ ἄνανδροι καὶ οἱ δειλοί.
§249Γ. ΠΩΠ. Οὕτω τοὺς ἀπεκάλουν πάντοτε, κύριε συνάδελφε. Καὶ ἀπολέσαντες τὸν θώρακα ἐκεῖνον, ἐπιδιώκετε νὰ ὁδηγήσητε τὴν Ἑλλάδα εἰς ἄρνησιν ἐκπληρώσεως τοῦ ὑψίστου αὑτῆς καθήκοντος, ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τοῦ ψιθύρου τοῦ ἀδυνάτου τῆς φήμης, ἣν κρύφα διεσπείρατε, ὅτι θὰ ἐπανέλθῃ ὁ πρώην Βασιλεύς. Ἀλλὰ τὴν ἄνανδρον αὐτὴν μέθοδον τοῦ πολιτεύεσθαι κατηγόρουν καὶ ὅταν διέπραττον τὰς σκηνὰς τῶν ἀνάνδρων ἐπιθέσεων ἐντὸς περικεκλεισμένου χώρου, ὅπου ἐγίνοντο τὰ συλλαλητήρια. Ἐγώ, ὁ ἀντιβενιζελικός, καὶ τότε ὑπῆρξα ὁ διαμαρτυρηθείς, διότι ἐγνώριζον ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ γίνονται αἱ ἀντιδράσεις αὐταὶ μεταξὺ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ἀλλ’ ἐγνώριζον ὅτι μόνον εἰς Κράτη ἐκτρεπόμενα τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων καὶ ὑποδουλούμενα εἰς ἀπολυταρχισμὸν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῶσιν ἀνεκταὶ σκηναὶ περιορισμοῦ τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῶν τῆς Ἐξουσίας, ἐχόντων εἰδικὴν ἐντολὴν καὶ εἰδικὴν ἀποστολὴν πρὸς τοῦτο. Ἦτο ἡ μέθοδος, συνέχεια τῶν ἐκλογικῶν παραβάσεων τῆς 31 Μαΐου. Ὅταν ὡμίλουν περὶ ἐκλογικῶν παραβάσεων καὶ προσεπάθουν νὰ ἀποδείξουν ὅτι οὐδὲν ἔπραττον, θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω τὸν συνήγορον τοῦ Νομάρχου Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, νὰ εἴπῃ τί ἔπραξαν κατὰ τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κατελθόντος εἰς Πειραιᾶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῶν ἐκλογῶν καὶ τί ἔπραξαν ἐναντίον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας; Παρακαλῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφον κ. Διαμαντίδην νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔπραττον ταῦτα, ἐξηρτῶντο ἀπὸ στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ ἀπὸ στρατιωτικὸν Ὑπουργεῖον, ἢ ἂν ἦσαν τυχαῖα καὶ ἁπλὰ ὄργανα μιᾶς ἐλευθέρας πολιτικῆς ἰδέας, παρακαλῶ, λέγω, τὸν κ. Διαμαντίδην νὰ βεβαιώσῃ τί ἔπραξαν.
§250Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἶναι τόσον γνωσταὶ αἱ σκηναί, ὥστε θὰ ἦτο περιττὸν νὰ τὰς ἐπαναλάβω εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ ὅμως μὲ προκαλεῖτε, θὰ σᾶς τὸ εἴπω μὲ δύο λέξεις. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἀπὸ τῶν μέσων τῆς ἑβδομάδος, ἡ ὁποία προηγήθη τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαΐου, ὁ Πειραιεὺς ἐναυτοκρατήθη. Ἀγήματα ὑπὸ γνωστοὺς ἀξιωματικοὺς ἐξεπέμφθησαν ἐκ τοῦ Ναυστάθμου εἰς Πειραιᾶ. Κατῆλθον τὴν Πέμπτην ἢ Παρασκευὴν μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ἵνα ὁμιλήσωμεν ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Πειραιῶς, ἐγὼ δὲ ἰδιαιτέρως πρὸς τοὺς συμπολίτας μου. Πλῆθος λαοῦ προσέτρεξε κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, περιεκυκλώθη ὁ λαὸς ἀπὸ τὰ ἀγήματα, ἀλλ’ ἦτο τόσον συμπαγὲς τὸ πλῆθος, ἦτο τόσος κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην ὁ ἐνθουσιασμός, ὥστε δὲν ἀπετόλμησαν νὰ πράξωσί τι. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον δὲν ἀπετολμήθη κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ἐγένετο τὴν Κυριακήν. Κατῆλθον ἐγὼ εἰς Πειραιᾶ ἵνα περιέλθω τὰ ἐκλογικὰ τμήματα, εἶχε δὲ τὴν καλωσύνην νὰ μὲ συνοδεύσῃ καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ρέπουλης. Περιήλθομεν τὰ ἐκλογικὰ τμήματα καὶ ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν Ὑδραϊκὴν συνοικίαν, βλέπομεν ἐρχόμενα δύο αὐτοκίνητα, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἦσαν γνωστοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ ναυτικοῦ, οἵτινες πάνοπλοι καὶ κραδαίνοντες μαστίγια προέβαινον ἀπειλητικοὶ καθ’ ἡμῶν. Εἰς παρατήρησιν τοῦ κ. Ρέπουλη, ὅτι δὲν εἶχον κανὲν δικαίωμα νὰ μᾶς παρεμποδίσουν ἀπὸ τοῦ νὰ περιέλθωμεν τὰ ἐκλογικὰ τμήματα, αὐτοὶ ἐζήτησαν νὰ μᾶς ὁδηγήσουν εἰς τὰς φυλακὰς διὰ νὰ μᾶς ἐξευτελίσουν ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων. Ὁ κ. Ρέπουλης καὶ ἐγώ, συσκεφθέντες πρὸς στιγμὴν καὶ μὴ θέλοντες νὰ δώσωμεν καμμίαν ἀφορμήν...
§251Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐνθυμεῖσθε καλῶς. Ἀπειλὴ φυλακίσεως δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ, οὔτε τὴν ἤκουσα ἐγὼ τοὐλάχιστον. Τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο, ὅτι ὅταν ἐφθάσαμεν εἰς τὰ πρῶτα ἐκλογικὰ τμήματα, αὐτοὶ δὲν ἐγνώριζον ὅτι εἴχομεν ὑπάγει, διότι κατήλθομεν διὰ τῆς λεωφόρου Φαλήρου ἐπ’ αὐτοκινήτου. Ὅταν λοιπὸν ἀντελήφθησαν ὅτι ἐφθάσαμεν, τότε ἐσηκώθησαν καὶ μᾶς ἠκολούθησαν. Προεπορεύετο ἓν αὐτοκίνητον, ἕπετο μία ἴλη ἱππικοῦ καὶ ἀπηγόρευεν εἰς πάντα πολίτην νὰ μᾶς χαιρετᾷ.
§252Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐνθυμοῦμαι τί εἴπατε εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τὸν ἐπὶ κεφαλῆς: «Δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ ἐμποδίσητε τὴν μετάβασιν τῶν ὑποψηφίων εἰς τὰ τμήματα». Κατήλθομεν κατόπιν μὲ τὴν τιμητικὴν ταύτην συνοδείαν εἰς τὸ ἐκλογικὸν κέντρον, τὸ ὁποῖον ἦτο παρὰ τὸ Δημαρχεῖον Πειραιῶς. Κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ συνεκεντρώθη πλῆθος κόσμου, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνέμενεν ἁπλῶς διὰ νὰ μᾶς χαιρετίσῃ. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀνήλθομεν ἐπὶ τοῦ αὐτοκινήτου διὰ νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς Ἀθήνας, βλέπομεν τοὺς ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀγήματος ἀξιωματικοὺς μὲ προτεταμένα τὰ περίστροφα κατὰ τοῦ σωφὲρ καὶ καθ’ ἡμῶν. «Στῆτε, μᾶς ἐφώναζον, ἄλλως θὰ πέσετε νεκροί». Ἔστημεν ἀναμένοντες νὰ ἴδωμεν τί ἔμελλε νὰ συμβῇ. Ἰδοὺ δὲ τί συνέβη. Ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ ἀγήματος εἶχεν ἀποστείλει ἀπεσταλμένον ἵνα εἰδοποιήσῃ τὴν ἴλην ἱππικοῦ, τὴν ὁποίαν ὡδήγει ἀξιωματικὸς τοῦ ἱππικοῦ καὶ ἔφιπποι ἀξιωματικοὶ τοῦ Ναυτικοῦ. Μόλις οὗτοι ἔφθασαν, ἐδόθη διαταγὴ «ἐπελάσατε, λογχίσατε, σπαθίσατε». Καὶ ἀρχίζει οὕτω τὸ δρᾶμα. Ἀρχίζουν νὰ σπάζουν κεφάλια, νὰ κόβουν μῦτες, νὰ κόβουν αὐτιά, νὰ τσαλαπατοῦν τὸν κόσμον. Τρέχει ποταμηδὸν τὸ αἷμα ἀπὸ τὰ σπασμένα κεφάλια ἡσύχων πολιτῶν. Καὶ ἀφοῦ ἐτελείωσεν ἡ ἀπαισία αὐτὴ σκηνή, στρέφουν πρὸς ἡμᾶς οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ὀργίων τούτων καὶ μᾶς λέγουν: «Βλέπετε τί ἐκάματε; Σεῖς εἶσθε ἡ αἰτία τῶν γενομένων». (Γέλωτες).
§253Γ. ΠΩΠ. Καλὰ σᾶς ἔκαμαν. Διατί νὰ ἔχητε κεφαλὰς καὶ νὰ τὰς ὑποβάλητε εἰς τόσον κόπον; (Γέλωτες).
§254Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐσπεύσαμεν ἀμέσως νὰ διαμαρτυρηθῶμεν εἰς τὸν ἐπόπτην τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ φυσικὰ οὐδὲν ἐγένετο πρὸς τιμωρίαν των. Ἠλπίσαμεν ὅτι θὰ τιμωρηθῶσιν οἱ ἔνοχοι βραδύτερον, ἀλλὰ ἀτυχῶς ἡ ἄνοδος ἡμῶν ἐπὶ τὴν Ἀρχὴν ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν τὸ ἐπράξαμεν. Εἶναι αὐτοὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι προεκάλεσαν τὰς σκηνὰς τοῦ Νοεμβρίου, τὰ ὄργια τὰ ὁποῖα εἴδομεν, μὲ ἐπὶ κεφαλῆς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, εἰς τὴν ταινίαν τοῦ Κινηματογράφου.
§255Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν προέβη εἰς τὴν τιμωρίαν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὁ Τυπάλδος, ὁ Μπούμπουλης καὶ ἄλλοι.
§256Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἰς τὴν Κρητικὴν συνοικίαν, ὅπου ἦσαν οἱ ἰδιαίτεροι συμπολῖται τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἔκλειον καταστήματα, ἐνέσπειρον τρομοκρατίαν.
§257Γ. ΠΩΠ. Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα περὶ ἐκλογικῶν ἐπεμβάσεων, εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀποσύρω τὴν εἰδικὴν ἐπὶ τούτῳ κατηγορίαν; (Γέλωτες). Καὶ ὡμίλουν περὶ κτημάτων Ὀθωμανῶν, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ ἐκ τούτου εἶναι συνεργοί, διότι τῇ ἐντολῇ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ἐδόθησαν κτήματα εἰς Ὀθωμανούς. Τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς ἀναφέρουσιν, ὅτι τὰ κτήματα, ὑπὲρ ὧν ἐδόθη ὑπόσχεσις ἀποδόσεως ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, ἀπεδόθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη, συνηγορούντων καὶ ψηφιζόντων πρὸς τοῦτο ὅλων τῶν συνυπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Καὶ βλέπομεν τὸν Γούναρην, τὸν Στρᾶτον καὶ τοὺς ἄλλους συνηγοροῦντας καὶ ψηφίζοντας ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὲρ ἀποδόσεως τῶν κτημάτων, ἐμοῦ κατηγορηθέντος ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔπραττον τότε τὸ ἔπραττον διότι εἶχον μῖσος ἵνα στραφῶ ἐναντίον τῆς σωτηρίας πολιτικῆς τοῦ Σκουλούδη καὶ τῶν συμπραττόντων αὐτῷ γερόντων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον ἀκόμη ὅτι δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ παραπέμψωμεν τὴν Κυβέρνησιν τῶν λευκῶν καὶ ἀτυχῶν ἐκείνων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι παρεσύρθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν πρῶτοι τὴν πολιτικὴν τῆς βασιλείας, οἵτινες μετέσχον τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη καὶ οἵτινες ἔδιδον τὰς συμβουλάς των πρὸς δημιουργίαν τῶν σκηνῶν τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἐκ τῆς οἰκίας μου, τὴν ὁποίαν ὅμως εὐτυχῶς εἶχον ἐγκαταλείψει, ἐγκατασταθεὶς εἰς φιλικὴν οἰκίαν, ἐρρίφθησαν πυροβολισμοί, ἵνα δειχθῇ ὅτι καὶ ἐκ τοῦ οἴκου τοῦ ἰδικοῦ μου φονεύονται στρατιῶται καὶ φρουροὶ τῆς τάξεως. Ἀλλὰ καὶ ἂν κληθῶ ὡς μάρτυς, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν τιμῆς καὶ συνειδήσεως νὰ δηλώσω τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, ὅτι τὴν 19 Νοεμβρίου, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς 18ης, δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία πρόθεσις ἀνατροπῆς τοῦ καθεστῶτος ὑπὸ τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους συνελάμβανον ἐπὶ μόνῃ τῇ ἰδέᾳ ὅτι ἦσαν Βενιζελικοί. Δύναμαι ἀκόμη ὡς τίμιος μάρτυς, προσερχόμενος ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου, νὰ δηλώσω ὅτι ἔχω γνῶσιν ἀμυδράν, ἀλλὰ κἄποτε ἔγκυρον, νὰ προφυλάξω ἔν τινι μέτρῳ καὶ ἐμὲ καὶ ἰδίως πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα αἰσθάνομαι ὑποχρέωσιν ἵνα σώσω ταῦτα, ὅτι εἶχε προμελετηθῆ ἡ σφαγὴ ἐκείνη ἡ πολιτική, ἥτις τοὺς ἀτυχεῖς πρόσφυγας, τοὺς παραδοθέντας ἔνθεν μὲν εἰς τοὺς Τούρκους, ἔνθεν δὲ εἰς τοὺς Βουλγάρους, τοὺς παραδοθέντας, λέγω, ἀτυχεῖς ἐκείνους μάρτυρας, τῶν ὁποίων οἱ συμπολῖται καὶ οἱ συμπατριῶται ὕψωνον τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ ἠνόρθουν τὴν Ἑλληνικὴν τιμήν, καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔπεσαν θύματα τῆς ἀνανδροτέρας καὶ ἀγριωτέρας σφαγῆς. Εἶναι ἡ ὑποχρέωσις αὐτή, ὑποχρέωσις, ἐπαναλαμβάνω, τιμῆς, διότι εἶναι ἓν μέσον λεπτομερειῶν, τὰς ὁποίας οὐδέποτε θὰ θελήσω νὰ ἀποκρύψω, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα ἵνα ἕκαστος ἐπιμαρτυρήσῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἐκεῖνοι δὲ οἵτινες θὰ ζητήσουν νὰ ἀπαλλάξωσιν ἑαυτοὺς εὐθυνῶν, ἐκεῖνοι οἵτινες ὠνομάζοντο Κυβέρνησις Γούναρη ἢ Κυβέρνησις Σκουλούδη, δὲν ἔδιδον μόνον τὰς συμβουλὰς διὰ τὰ Συμβούλια ἐκεῖνα τοῦ Στέμματος, εἰς τὰ ὁποῖα ἐκαλοῦντο τυχαῖοι πρώην Πρωθυπουργοί, ἐμπαιζόμενοι ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος τοὺς ἐκάλει, καὶ ἐμπαίζοντες ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους καὶ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμόν, δίδοντες τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἰσχὺν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Στέμματος, ἥτις ἦτο Κυβέρνησις ἐπιβουλῆς τοῦ Ἐπιτελείου, ὅπως στρέψῃ τὰ ὅπλα ἐναντίον ἑνὸς λαοῦ ἀξίου σεβασμοῦ διὰ τὴν εὐγένειαν τῆς ψυχῆς καὶ διὰ τὴν εὐφυΐαν καὶ διὰ τὴν φιλανθρωπίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκεῖνοι δὲ οἱ Ὑπουργοὶ Γούναρη, οἱ Ὑπουργοὶ Σκουλούδη, οἱ Ὑπουργοὶ Λάμπρου ἀπὸ κοινοῦ περιήρχοντο ὑπερήφανοι τὰς ὁδοὺς ὡς ἐκπορθηταὶ ἐχθροῦ τινος τῆς Πατρίδος, καὶ γνωρίζει ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας, ὅτι διεμηνύθη ὑπό τινος τότε τῶν ὑποκινητῶν τῶν γεγονότων ἐκείνων, ὅτι ὤφειλε ν’ ἀπόσχῃ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς δίκης Μπενάκη καὶ ὅτι εἶχον σκοπὸν νὰ λυντσαρισθοῦν πάντες οἱ δικηγόροι, οἵτινες θὰ ἀνελάμβανον νὰ ὑπερασπίσωσι Βενιζελικὸν παθόντα.
§258Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἠθέλησα νὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ δὲν θὰ σᾶς ἀπαντήσω ὅσον καὶ ἂν μὲ προκαλῆτε. Ἀλλ’ εἰδικῶς ἐπ’ αὐτοῦ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς ἐμὲ οὐδεὶς παρήγγειλε τίποτε, οὔτε θὰ ἐτόλμα τις νὰ παραγγείλῃ τοιοῦτόν τι. Ἤκουσα ὅτι ἐλέχθη εἰς ἄλλους.
§259Γ. ΠΩΠ. Ἀπὸ ποῖον ἐλέχθη;
§260Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§261Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ἀληθές, κύριοι συνάδελφοι, ὅτι ἡ ἐξέλιξις τῶν τότε γεγονότων ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ τοιαύτην τῆς μνήμης διαταραχήν, ὥστε ἔπρεπέ τις νὰ ἔχῃ τὴν ψυχραιμίαν τῆς πεποιθήσεως εἰς τὰς ἰδέας καὶ τὰς προβλέψεις αὐτοῦ, τὴν πίστιν ἐπὶ τῇ ἀγαθότητι τῶν σκοπῶν τοῦ ἔργου του, ἵνα διατηρήσῃ ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ τὴν ἀκρίβειαν τῶν γεγονότων, καθ’ ὃν τρόπον ἡ διαύγεια τῆς μνήμης μου, ἡ ἐν οὐδενὶ λανθασθεῖσα, ἐμφανίζει ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἆραγε, ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον ἐκ Μεσσηνίας, ὅστις νομίζει ὅτι προκαλῶ αὐτὸν εἰς ἀπάντησιν, οὐχὶ ἐν ὀνόματι τοῦ ἐπαγγελματικοῦ μυστικοῦ ὡς δικηγόρου, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς βουλευτικῆς του θέσεως, τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς πολίτου, εἶναι πεπεισμένος, ναὶ ἢ ὄχι, ὅτι οὐδὲ εἷς πυροβολισμὸς ἐρρίφθη ἐκ τοῦ οἴκου Μπενάκη;
§262Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἀπὸ τὸν οἶκον Μπενάκη δὲν ἐρρίφθη πυροβολισμός. Δύναμαι δ’ ἐπὶ πλέον νὰ βεβαιώσω, ὅτι ὁ ἀγαθὸς καὶ λευκὸς ἐκεῖνος γέρων ἐγένετο ἀντικείμενον βιαιοτήτων, αἱ ὁποῖαι προκαλοῦν τὴν φρίκην καὶ τὴν ἀγανάκτησιν. Ἐὰν θέλετε νὰ προχωρήσω ἀκόμη, δύναμαι νὰ προχωρήσω λέγων ὅτι οὐ μόνον αὐτός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀγαθός, ὁ λευκότατος κ. Δ. Δέλτας ἐπίσης ἐγένετο ἀντικείμενον σκληροτάτων βιαιοτήτων. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς, κύριε βουλευτά, προκαλοῦντες τὰς ἀπαντήσεις μου, τί θέλετε νὰ ἀποδείξητε;
§263Γ. ΠΩΠ. Τὴν ἀξιοπιστίαν σας ὡς μάρτυρος τῶν γεγονότων, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι συναυτουργοὶ προμελετημένων ἐγκλημάτων ἐναντίον τῶν κορυφαίων ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος καὶ ἐναντίον ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων εἶχον προσωπικὴν ἀντίθεσιν, ὅπως ἐγώ, ἐπὶ τῷ προσχήματι ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, ἔχοντες ἐμὲ ἐπὶ παραδείγματι συνεργάτην, κατειργάζοντο κρυφὰ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς 19 Νοεμβρίου ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος! Καὶ θέλω νὰ σᾶς εἴπω ἀκόμη, ὅτι τούτου ἀποδεικνυομένου διὰ μαρτύρων ὡς ὑμεῖς, ἐμβαθύναντος εἰς τὰ γεγονότα, ἀνατρέπεται ἡ καὶ σήμερον ἀκόμη κυκλοφοροῦσα φήμη ὅτι τὸ ἔργον τῆς 19 Νοεμβρίου ἦτο ἔργον ἐθνικῆς σωτηρίας, ἐνῷ ἦτο ἔργον, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν καὶ τὰς ἰδικάς σας βεβαιώσεις, ἔργον δολοφονιῶν καὶ ἔργον διαρπαγῆς!
§264Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Καὶ ἀτιμώσεως!
§265Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε. Δὲν ἔχω τὴν ἕξιν νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, ὅπως ὁμιλεῖτε σεῖς, ἀλλ’ ἐν τῇ ἕξει, τὴν ὁποίαν ἔχω τοῦ ὁμιλεῖν, σᾶς λέγω ὅτι ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα εἴπατε περὶ τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη εἰς τὰς σκηνὰς τοῦ παρελθόντος, ἀποτελοῦν πλάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀδικαιολόγητοι (θόρυβος).
§266Γ. ΠΩΠ. Τί ἦτο λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις Γούναρη; Ἦτο τι ἀπρόσωπον, ἢ ἦτο τι συγκρότημα προσώπων; Καὶ ποῖοι περιήρχοντο κυρίαρχοι τὴν 19ην Νοεμβρίου εἰς τὰς ὁδοὺς τῶν Ἀθηνῶν παρ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἦσαν οἱ στύλοι καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ Γουναρικοῦ Κόμματος; Καὶ ποῖος ἔδιδε τὰς συμβουλὰς εἰς τὸ Στέμμα, ἂν ὄχι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι; Πάντα ταῦτα, κύριοι, εἰς γενικωτάτας γραμμάς, διότι ἀρκετὰ ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι καὶ αὐτὴ πλέον πεπεισμένη, δι’ ὅσα ἄλλοτε εἰσηγούμενος τὴν ἀνάγκην τῆς κατηγορίας ἀνέπτυξα διὰ μακρῶν. Ἀλλὰ δὲν ἤθελον νὰ ἀφήσω οὔτε τὴν παραμικροτέραν ὑπόνοιαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἔξω αὐτῆς, ὅτι πάθος ἢ μῖσος ἢ φθόνος, ὡς ἔλεγεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὡδήγησεν ἐμὲ καὶ τοὺς ὑπογράψαντας τὸ κατηγορητήριον, ὅπως ἐγκαλέσωμεν αὐτοὺς ἐνώπιον Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐκεῖθεν ἐνώπιον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Οὐδὲν πολιτικὸν συμφέρον καὶ οὐδένα πολιτικὸν ἀνταγωνισμὸν ἔχομεν κατ’ αὐτῶν. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀνταγωνίζεται μὲ σκιὰς, σκιὰς ἀφινούσας μόνον μαῦρον στίγμα ὁπόθεν καὶ ἂν διέρχωνται ἐν τῇ πολιτικῇ. Ὁ δὲ πολιτικὸς φθόνος οὐδέποτε παρακολουθεῖ τοὺς ἀτυχήσαντας ἢ τοὺς ἀδικήσαντας τὴν ἰδίαν αὐτῶν Πατρίδα. Δὲν ἔχομεν συνεπῶς νὰ τοὺς φθονήσωμεν εἰς τίποτε. Ἔχομεν ὅμως ὅλον τὸ πάθος τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἔχουσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ δώσωσι τὴν ἑσπέραν ταύτην τὴν ψῆφον αὐτῶν τὴν παραπεμπτικὴν ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, παρέχοντες τὸ δίδαγμα ὅτι οἱ λαοί, οἵτινες εἶναι ἱκανοὶ νὰ συντηρῶσι τὰς ἐλευθερίας αὐτῶν, τὰς κτηθείσας διὰ τοῦ αἵματος τῶν προγόνων των, εἶναι ἱκανοὶ ν’ ἀποδώσωσι τὴν ἐλευθερίαν καὶ εἰς τοὺς ἀδελφοὺς τοὺς δουλεύοντας εἰς ξένους, τοὺς ὁποίους οἱ πολιτικοὶ ἐκεῖνοι ἔφερον ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§268Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν παρὰ μόνον διὰ νὰ προβῶ εἰς μίαν ἀνακοίνωσιν γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐξηκριβώθη ἀπὸ τὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἐνεργήσασαν ἀνακρίσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Λάμπρου. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη καὶ τῆς πολιτικῆς της, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς, ὡς εἰσηγητὴς αὐτῆς. Ἐλέχθη μεταξὺ διαφόρων ἄλλων ψευδολογιῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπὸ τοῦ νομίσαντος ὅτι καλλίτερος τρόπος ὑπερασπίσεως εἶναι τὸ ψεύδεσθαι ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη ἦτο σχεδὸν πολιτικὴ φιλίας πρὸς τὴν Συνεννόησιν. Ἐν τῇ ἐρεύνη τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως Λάμπρου ζητήσαντες πληροφορίας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περὶ ἄλλων τινῶν πραγμάτων, πιστοποιεῖται δι’ ἐπιτοπίου ἀνακρίσεως τοῦ ὑποπλοιάρχου κ. Μπούμπουλη, σταλέντος πρὸς τοῦτο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Μιαούλη, ὅτι εἰς τοὺς Ἁγίους Θεοδώρους τῆς Κορίνθου ἐπὶ Κυβερνήσεως Γούναρη ἦτο ἀποθήκη βενζίνης, στελλομένης διὰ τοῦ Σ.Π.Α.Π. καὶ παραλαμβανομένης ὑπὸ τοῦ τελωνειακοῦ σταθμάρχου, δὶς δὲ ἐτροφοδοτήθησαν ἀπὸ ἐκεῖ Γερμανικὰ ὑποβρύχια. Αὐτὴν τὴν πληροφορίαν τὴν παρέχω πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς γεγονότος ἐξηκριβωμένου. Δι’ ἀνακρίσεως ἔκτοτε γενομένης καὶ εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἐδόθη οὐδεμία περαιτέρω ἐξέλιξις, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι ὁ κ. Γούναρης, ἐν τῇ Κυβερνήσει μὲν τοῦ κ. Σκουλούδη ἦτο Ὑπουργός, ἐν δὲ τῇ Κυβερνήσει τοῦ κ. Λάμπρου ἀντεπροσωπεύετο διὰ τοῦ κ. Τσέλου, δι’ ἀνακρίσεως, λέγω, γενομένης ἐξηκριβώθησαν πάντα ταῦτα.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωθεῖσα. Ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου ἐρωτᾶται ἐὰν θέλῃ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἢ νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν. Ἡ περὶ τούτου ἀπόφασις θὰ γίνῃ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Τὸ ζήτημα τίθεται ὡς ἑξῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Γούναρη εἰς Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπὴν ψηφίζουσι «Ναί». Οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν «Ὄχι».
§270Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι διὰ μιᾶς κάλπης δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῶσι τόσαι κάλπαι, ὅσοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν Ὑπουργοί.
§271Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις, τὰ φυσικὰ πρόσωπα κατηγοροῦνται. Προκειμένου νὰ τεθῇ μία κάλπη, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ φυσικὰ πρόσωπα δὲν εἶναι ἕν, ἀλλὰ ἑπτά. Ἡ ἔκφρασις τοῦ ἄρθρου 15 εἶναι τοιαύτη, διότι ἐκεῖ ὁ νόμος δὲν ὁμιλεῖ περὶ πλείστων προσώπων, ὁμιλεῖ περὶ ἑνός. Ὁ κ. Καραϊσκάκης ὑπέβαλε τὴν ἀντίρρησιν πρὸς μετατροπὴν τῆς ψηφοφορίας, διότι κατὰ τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» δὲν δύναται νὰ γίνῃ ψηφοφορία διὰ μιᾶς κάλπης, ἀλλὰ δι’ ἑπτὰ καλπῶν, ὅσα εἶναι καὶ τὰ κατηγορούμενα πρόσωπα. Ἐγὼ παρεμβὰς εἰς τὴν συζήτησιν, ὑποστηρίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ψηφοφορία διὰ μιᾶς κάλπης, διότι δὲν κατηγορεῖται ἡ Κυβέρνησις ὡς νομικὸν πρόσωπον, ἀλλὰ τὰ πρόσωπα τῶν Ὑπουργῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἑπτά. Πρέπει δὲ νὰ παρασχεθῇ ἡ πληροφορία εἰς τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ψηφίσῃ δι’ ἕνα ἕκαστον τῶν Ὑπουργῶν.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ. Ἐδῶ συζητεῖται ἡ πρότασις περὶ συστάσεως προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἑνιαίας ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ παραπομπὴ εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τῶν Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ τὴν ἀλληλεγγύην.
§273Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» δὲν ὁμιλεῖ περὶ πλειόνων προσώπων, ὁμιλεῖ περὶ ἑνός· δι’ αὐτὸ ἡ ἔκφρασις εἰς τὸ ἄρθρον 15...
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, θὰ σᾶς διακόψω. Ἡ ἰδική μου ἡ ἑρμηνεία, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζω τὸν νόμον, καὶ ἡ ἑρμηνεία τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι ἡ ψηφοφορία γίνεται διὰ μιᾶς κάλπης. Τί θὰ κερδίσωμεν μὲ αὐτὰς τὰς δικονομικάς σας ἐνστάσεις; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς «περὶ παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη» ψηφίζουσι «Ναί», οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν ψηφίζουσιν «Ὄχι». Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Θ. Γοῦσκος. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ διὰ ψηφοδελτίων μυστικὴ ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Λ. Κουτσοπετάλου καὶ Θ. Γούσκου, τοῦ κ. Γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ.κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας).
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογὴ (ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 158. Ἐκ τούτων ἔλαβον ψήφους: Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου Αʹ. Σπ. Λάμπρος «Ναὶ» 152, «Ὄχι» 6, Α. Τσέλος «Ναὶ» 157, Ὄχι 1, Εὐγ. Ζαλοκώστας «Ναὶ» 151, Ὄχι» 7, Ι. Δαμιανὸς «Ναὶ» 151, «Ὄχι» 7, Μ. Σουλτάνης «Ναὶ» 150, «Ὄχι» 8, Σ. Τζανετουλέας «Ναὶ» 147, «Ὄχι 11, Ι. Χατζόπουλος «Ναὶ» 149, «Ὄχι» 9, Ν. Ἀποστολίδης «Ναὶ» 149, «Ὄχι» 9, Ι. Ἀργυρόπουλος «Ναὶ» 144, «Ὄχι» 14, Τ. Ἠλιόπουλος «Ναὶ» 151, «Ὄχι» 7, Ν. Δράκος «Ναὶ» 142, «Ὄχι» 16, Ε. Χαρίλαος «Ναὶ» 141, «Ὄχι» 9. Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου Βʹ. Σπ. Λάμπρος «Ναὶ» 155, «Ὄχι» 3, Α. Τσέλος «Ναὶ» 155, Ὄχι» 3, Ε. Ζαλοκώστας «Ναὶ 152, Ὄχι» 6, Ι. Δαμιανὸς «Ναὶ» 149, «Ὄχι» 9, Μ. Σουλτάνης «Ναὶ» 153, «Ὄχι» 5, Σ. Τζανετουλέας «Ναὶ» 147, «Ὄχι» 11, Ι. Χατζόπουλος «Ναὶ» 149, «Ὄχι» 9, Ν. Ἀποστολίδης «Ναὶ» 146, «Ὄχι» 12, Ι. Ἀργυρόπουλος «Ναὶ» 156, «Ὄχι» 2, Τ. Ἠλιόπουλος «Ναὶ» 153, «Ὄχι» 5, Ν. Δράκος «Ναὶ» 144, «Ὄχι» 14, Ε. Χαρίλαος «Ναὶ» 157, «Ὄχι» 1. Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου Γʹ. Σπ. Λάμπρος «Ναὶ» 154, «Ὄχι» 4, Α. Τσέλος «Ναὶ» 155, «Ὄχι» 3, Ε. Ζαλοκώστας «Ναὶ» 154, «Ὄχι» 4, Ι. Δαμιανὸς «Ναὶ» 157, «Ὄχι» 1, Μ. Σουλτάνης «Ναὶ» 151, «Ὄχι» 7, Σ. Τζανετουλέας «Ναὶ» 146, «Ὄχι» 12, Ι. Χατζόπουλος «Ναὶ» 155, «Ὄχι» 3, Ν. Ἀποστολίδης «Ναὶ» 154, «Ὄχι» 4, Ι. Ἀργυρόπουλος «Ναὶ» 157, «Ὄχι» 1, Τ. Ἠλιόπουλος «Ναὶ» 150, «Ὄχι» 8, Ν. Δράκος «Ναὶ» 156, «Ὄχι» 2, Ε. Χαρίλαος «Ναὶ» 151, «Ὄχι» 7. Ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου Δʹ. Σπ. Λάμπρος «Ναὶ» 154, «Ὄχι» 4, Α. Τσέλος «Ναὶ» 155, «Ὄχι» 3, Ε. Ζαλοκώστας «Ναὶ» 151, «Ὄχι» 7, Ι. Δαμιανὸς «Ναὶ» 152, «Ὄχι» 6, Μ. Σουλτάνης «Ναὶ» 153, «Ὄχι» 5, Σ. Τζανετουλέας «Ναὶ» 147, «Ὄχι» 11, Ι. Χατζόπουλος «Ναὶ» 149, «Ὄχι» 9, Ν. Ἀποστολίδης «Ναὶ» 150, «Ὄχι» 8, Ι. Ἀργυρόπουλος «Ναὶ» 7, «Ὄχι» 151, Τ. Ἠλιόπουλος «Ναὶ» 149, «Ὄχι» 9, Ν. Δράκος «Ναὶ» 144, «Ὄχι» 14, Ε. Χαρίλαος «Ναὶ» 149, «Ὄχι» 9. Ἑπομένως ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο δεκτὴ διὰ πάντας τοὺς ὑπὸ κατηγορίαν καὶ διὰ πάντα τὰ κεφάλαια, πλὴν τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὸ Κεφάλαιον Δʹ ὅσον ἀφορᾷ τὸν κατηγορούμενον Ι. Ἀργυρόπουλον. Ἤδη θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν τακτικῶν μελῶν καὶ ἀναπληρωματικῶν ἀντιπροσώπων τῆς Βουλῆς, οἵτινες θέλουσιν ἀσκήσει ἔργα Εἰσαγγελέως εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Θ. Γοῦσκος καὶ Ν. Ξηρός. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Ν. Ξηροῦ καὶ Θ. Γούσκου, τοῦ κ. Γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ.κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή (ἀναγινώσκει): Ἐξελέγησαν ὡς τοιοῦτοι διὰ τὴν Κυβέρνησιν Σκουλούδη: Τακτικοί: Οἱ κ.κ. Κ. Ρακτιβάν, Γ. Καφαντάρης, Γ. Τσακανίκας, Γ. Μαρῆς καὶ Λ. Νάκος. Ἀναπληρωματικοί: Οἱ κ. κ. Λ. Κουτσοπέταλος, Κ. Χρυσοχοΐδης, Ι. Βαλαλᾶς, Ν. Ξηρὸς καὶ Ν. Παρίτσης. Διὰ τὴν Κυβέρνησιν Σ. Λάμπρου ἐξελέγησαν: Τακτικοί: Οἱ κ.κ. Π. Ἀραβαντινός, Π. Μερλόπουλος, Π. Λαγοπάτης, Κ. Γόντικας, Γ. Ἀργυρόπουλος. Ἀναπληρωματικοί: Οἱ κ.κ. Κ. Καλομενόπουλος, Γ. Σταμάτης, Ι. Γκέκας, Γ. Καλδῆς καὶ Δ. Μπούσδρας. (Διεξαχθείσης μετὰ τοῦτο μυστικῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας πρὸς ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς Προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν παραπομπὴν εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τῆς Κυβερνήσεως Δ. Γούναρη, ἐξελέγησαν ὡς τοιοῦτοι οἱ κ.κ. Γ. Σταμάτης, Λ. Νάκος, Δ. Γκλαβᾶς. Ν. Τερμεντζῆς, Θ. Γοῦσκος, Γ. Μαρῆς, Κ. Μελᾶς, Θ. Βελλιανίτης, Κ. Ἀλαβάνος, Δ. Μπούσδρας, Ν. Γαρδικιώτης καὶ Γ. Καραπαναγιώτης).
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§280Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, πρὸ 15 ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν νόμον ἐνταῦθα, διὰ τοῦ ὁποίου ὁρίζεται ὁ ἐξαγωγικὸς δασμὸς ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου καπνοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν σχεδὸν ἀμέσως ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς καὶ ἐψηφίσθη ἀμέσως. Ὁ καπνὸς τότε ἐστοίχιζεν 7 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν ἀπὸ τότε ἡ τιμὴ τοῦ καπνοῦ ηὐξήθη κατὰ πολύ, φθάσασα εἰς 14, 16 καὶ 18 δραχμάς. Ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ ὅτι μία τοιαύτη αὔξησις θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ φορολογηθῇ κατ’ ἀναλογίαν, ὥστε τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ ἓν ἔσοδον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ φθάσῃ εἰς πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Ὡς ἐκ τούτου ὑποβάλλω σχέδιον νόμου, καθ’ ὃ ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ τὴν ἄδειαν διὰ Διατάγματος νὰ κανονίζῃ τὸν δασμόν, διότι δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ἂν θὰ διατηρηθῇ ὁ καπνὸς εἰς αὐτὴν τὴν τιμήν. Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον, ὥστε νὰ κάμωμεν ἀκόμη μίαν συνεδρίασιν τὴν Τετάρτην, μίαν τὴν Παρασκευὴν καὶ μίαν τὴν Δευτέραν, διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§281Δ. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Ἐπὶ πάσης προελεύσεως καπνῶν ἡ αὐτὴ φορολογία θὰ τεθῇ; Ὑπάρχει καὶ καπνὸς ἤδη τιμώμενος 4 δρ. τὴν ὀκᾶν. Τῆς πατρίδος μου τὰ καπνὰ κυμαίνονται ἀπὸ 4–5 δρ. Εἶναι δίκαιον αὐτό, νὰ φορολογοῦνται δι’ ἰδίου φόρου, καὶ τὰ καπνὰ τῶν 16 δραχμῶν καὶ τὰ τῶν 5 δραχμῶν;
§282Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ συζητοῦμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§283Δ. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Βεβαίως, διότι θὰ ἦτο ἀδικώτατον πρᾶγμα.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν κήρυξιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καπνῶν» ὡς κατεπείγοντος, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§285Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διὰ τὰς ποιότητας τί θὰ γίνῃ;
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθησαν ἐξηγήσεις. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§287Γ. ΠΩΠ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν καὶ τῶν ποινικῶν εὐθυνῶν, διὰ τὰς ὁποίας ἐδόθη λόγος, ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» καὶ εἰδικὴ διάταξις περὶ ἀστικῶν εὐθυνῶν. Ἡ ἀστικὴ εὐθύνη αὕτη ἀφορᾷ τὰς ἀποζημιώσεις τῶν ζημιωθέντων. Τοῦτο δὲν εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀνάμιξις εἰς θέμα τοιοῦτον εἶναι ἔργον καθαρῶς δικαστικόν, ἀσκούμενον δι’ ἀγωγῆς πολιτικῆς ἐνώπιον τῶν ἀστικῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι εἶναι πιθανὸν ἐκ τῆς ποικιλίας τῶν ἐκτυλιχθέντων γεγονότων νὰ ἐζημιώθη καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος καὶ νὰ ἐμφανισθῇ μεταξὺ τῶν ζημιωθέντων. Διὰ τοῦτο συγχρόνως τὸ ἴδιον Κράτος ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀποζημίωσιν ἐκείνων τῶν παθόντων, οἵτινες τυχὸν θὰ ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα τῆς πολιτικῆς ἀγωγῆς πρὸς ἀποζημίωσιν δι’ ὅσα ὑπέστησαν ἐκ τῆς εὐθύνης τῶν παραπεμπομένων Ὑπουργῶν. Διὰ τοῦτο ποιοῦμαι τὴν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἁρμόδιον ἐπὶ τοῦ θέματος, νομίζω δὲ ὅτι τὴν σύστασιν ταύτην ποιούμενος ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ τὴν γνώμην τὴν ἔξω τῆς Βουλῆς, ὅπως προβῇ εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης. Ἡ ἀσφάλεια αὕτη θὰ γίνεται διὰ κατασχέσεως τῶν περιουσιῶν τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οἵτινες παραπεμπόμενοι θὰ καταδικασθῶσι τυχὸν καὶ ἑπομένως θὰ προκαλέσωσι καὶ ἀποζημιώσεις ἰδιωτικάς.
§288Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. βουλευτής, ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι περιπτώσεις, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦσι τὴν κατάσχεσιν τῶν περιουσιῶν, ὑπάρχουσιν αἱ πιστώσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐνεκρίθησαν παρὰ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δαπάναι γενόμεναι καὶ μὴ ἐγκριθεῖσαι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ φέρωσι τὴν εὐθύνην τὴν προσωπικὴν τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες ἐδαπάνησαν ταύτας. Ἐκ τούτου τοῦ λόγου ἔτι συνιστῶ καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ ὁ κ. Πὼπ, νὰ λάβῃ χώραν συντηρητικὴ κατάσχεσις τῶν περιουσιῶν τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες παρεπέμφθησαν εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον.
§289Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Τοῦτο, ὡς γνωρίζετε, εἶναι δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐκπροσωπῶν τὴν γνώμην αὐτοῦ, λέγω ὅτι νομικῶς μὲν ἔχετε ἀναμφισβητήτως δίκαιον, ἀπόκειται δὲ τώρα εἰς τὴν διοίκησιν νὰ ἐγείρῃ τὰς προσηκούσας ἀγωγάς, αἱ ὁποῖαι μάλιστα διὰ τὸ ποσὸν τῶν πιστώσεων, ἃς ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀποδεδειγμέναι τελείως, πρέπει νὰ λάβῃ χώραν τὸ μέτρον τῆς συντηρητικῆς κατασχέσεως.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτάκτων καὶ μονίμων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, τῶν ὑπηρετησάντων παρὰ τῇ Προσωρινῇ Κυβερνήσει Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 204 «περὶ Πρεσβειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1917 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 276 νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς ἔργων ὁδοποιΐας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων «περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ͵ΓΦΜΒʹ, ΓϠΚʹ, ΓϠΟʹ, 276, 310 καὶ 550».
§291Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὡς ἐτροποποιήθη νὰ ψηφισθῇ.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§293ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται τὸ 1ον ἄρθρον, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 2–33).
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 34ον (ἀναγινώσκεται).
§295Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ αὐτοῦ.
§296Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐὰν θέλητε νὰ μοὶ εἴπητε διὰ τοὺς Γραμματεῖς, σᾶς κάμνω τὴν δήλωσιν ὅτι αὐτοὶ λαμβάνουσι τὸν τίτλον τοῦ Γραμματέως καὶ μισθὸν 240 δραχμῶν.
§297Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε παραιτοῦμαι.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 34 ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ.». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§300ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 2–8).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 9ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§302Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 9 ἡ ἑξῆς τροπολογίᾳ (ἀναγινώσκει): «Ὅσοι παρὰ τῇ διευθύνσει Ταχυδρομείων... κλπ.». Ἐκτὸς τοῦ εὐαρέστου φαινομένου, ὅτι οἱ ἔκτακτοι ἐργάται ἔχουσι δίπλωμα Νομικῆς τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου, πρᾶξις ἐνδεικνύουσα τὴν πρόοδον τοῦ Πανεπιστημίου ἐν Ἑλλάδι, ἔχομεν συγχρόνως τὸ ἑξῆς ἄδικον, τὸ ὁποῖον τελεῖται. Διὰ νὰ γίνῃ τις ταχυδρομικὸς ἐπιστάτης δευτέρας τάξεως, δηλαδὴ ἰσόβαθμος πρὸς ὑπουργικὸν γραμματέα δευτέρας τάξεως, ἐν τῷ ταχυδρομικῷ κλάδῳ, ὤφειλε νὰ διέλθῃ ὁλόκληρον σειρὰν ἱεραρχίας, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι 50 ὑπάλληλοι τοῦ Ταχυδρομείου καὶ Τηλεγραφείου, ἔχοντες διπλώματα τῆς Νομικῆς Σχολῆς καὶ τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν τοῦ Πανεπιστημίου, μὴ μεριμνήσαντες ὅμως νὰ συμπληρώσωσι τὰς σπουδὰς των λόγῳ τῆς προσλήψεώς των ὡς ἐργατῶν ἡμερομισθίων, δὲν κατώρθωσαν νὰ φθάσωσιν εἰσέτι εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐπιστάτου βʹ τάξεως. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, τοῦ ὁποίου ἡ μέριμνα ἀληθῶς εἶναι ἀξιόζηλος ὑπὲρ τοῦ ἥκιστα ἀμειφθέντος μέχρι τοῦδε ταχυδρομικοῦ καὶ τηλεγραφικοῦ κλάδου καὶ ὁ ὁποῖος μετὰ πολλοῦ ζήλου ἀσχολεῖται εἰς ρύθμισιν τῶν τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἐπαξίως διευθύνει, ὅπως συμφώνως μὲ τὸ δίκαιον θελήσῃ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, διότι, ἐνῷ διὰ τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου καταβάλλεται προσπάθεια βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων, διὰ τοῦ ἰδίου νομοσχεδίου παρεισάγεται διάταξις ἀνατρέπουσα τὰ καθεστῶτα, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἐργάζονται, παραλείπονται καὶ ἀναφέρονται ὡς ἐργάται μὲ δίπλωμα τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Νομίζω ὅτι ἡ παράκλησίς μου θὰ γίνῃ δεκτή. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἀδικήσω καὶ ἐκείνους, οἵτινες εἰσηγήθησαν τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω ὅμως, ὅπως καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κατέφυγον εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀμειφθῶσι, ἀλλὰ κατ’ ἄλλό τι σύστημα. Ἂς δοθῇ εἰς αὐτοὺς σειρὰ ἱεραρχίας, ἂς εὑρεθῇ οἱοσδήποτε τρόπος, ὥστε νὰ μὴ ἀδικηθῶσι. Δὲν θὰ εἶναι ἄσκοπον νὰ ἀναβάλητε δι’ αὔριον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως μελετηθῇ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἐξευρεθῇ τρόπος ἀμοιβῆς τῶν οὕτω πως ἀδικουμένων ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἄλλων καὶ νὰ ψηφισθῇ τὴν Τετάρτην εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καθ’ ὃν τρόπον θὰ τροπολογηθῇ.
§303Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει λόγος νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἀνωμαλία ὑπάρχει διὰ τοὺς βοηθοὺς αʹ καὶ βʹ τάξεως, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἔχωσι δίπλωμα Νομικῆς Σχολῆς καὶ θὰ εἶναι ἄδικον νὰ παραγκωνισθῶσιν ἀπὸ τοὺς ἐκτάκτους ἐργάτας. Διὰ τοῦτο δύναμαι νὰ κάμω ἀμέσως τὴν δήλωσιν, ὅτι θὰ περιληφθῶσι καὶ αὐτοί. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω, εἶναι ὅτι οἱ ἔκτακτοι ἐργάται ἐχρησιμοποιήθησαν ὡς τηλεγραφηταί, εἶναι δὲ δίκαιον καὶ εὔλογον νὰ προαχθῶσι καὶ γίνωσι γραμματεῖς βʹ τάξεως, κατόπιν τόσων ἐτῶν ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν ἔχουσιν. Οἱ ἄνθρωποι δὲν κατώρθωσαν νὰ εἰσέλθωσι διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ. Εἰργάζοντο ὡς χειρισταὶ καὶ ἤδη χρησιμοποιοῦνται ὡς τηλεγραφηταὶ καὶ διὰ τοῦτο ἡ ὑπηρεσία κρίνει εὔλογον νὰ τοὺς προαγάγῃ. Ἐγὼ δὲν κάμνω τὴν διάκρισιν αὐτήν, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον δὲν νομίζω σοβαρόν, διότι λόγῳ τῶν κενῶν θὰ προαχθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι, ἀλλὰ δέον νὰ γίνῃ καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ ἡ προαγωγὴ τῶν ἐχόντων βαθμὸν βοηθοῦ αʹ καὶ βʹ τάξεως, ὁπότε δὲν δημιουργεῖται οὐδὲν ἄτοπον.
§304Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἴχετε εἰς προηγούμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, μίαν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐλέγετε ὅτι (ἀναγινώσκει): «Οἱ δυνάμει τοῦ ΓΦΜΑʹ νόμου ὑπηρετοῦντες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων Ἔργων ὡς γραμματεῖς, κεκτημένοι... κλπ.». Αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἐπεκτείνητε.
§305Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Περιέλαβον τροπολογίαν, δυνάμει τῆς ὁποίας ὀκτὼ ἐκ τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν μεθ’ ὡρισμένου χρόνου ὑπηρεσίαν, δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς εἰσηγητάς.
§306Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα. Ὑπάρχουσι τακτικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν συνεπλήρωσαν εἰσέτι πενταετίαν ὡς βʹ τάξεως ἐπιστάται. Αὐτοί, ὡς μὴ συμπληρώσαντες πενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἔρχονται εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ὡς ἐργατῶν προσληφθέντων, οἵτινες ἔχουσι πενταετῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον κατέχουσι καὶ ὁ ὁποῖος φυσικώτατα λογίζεται ὡς βαθμὸς ἐπιστάτου βʹ τάξεως. Ἀναγνωρίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀμειφθῶσιν οἱ μέν, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀδικηθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι.
§307Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). — Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ἔννοια.
§308Γ. ΠΩΠ. Νὰ διευκρινισθῇ. Νὰ τεθῇ ὅτι μονιμοποιοῦνται μὲ τὸν αὐτὸν βαθμόν, ὃν κατέχουσιν ἐρχόμενοι τελευταῖοι κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος μὲ τοὺς σήμερον ἔχοντας τὰς αὐτὰς θέσεις.
§309Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ εἴπωμεν ὅτι λαμβάνουν βαθμὸν τάδε, ὁπότε μοιραίως ἔρχονται εἰς τὸ ἀριστερόν.
§310ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ τὸ 9ον ἄρθρον, ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§311ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται τὸ 9ον ἄρθρον, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11).
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12ον (ἀναγινώσκεται).
§313Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν μίαν τροπολογίαν, κύριε Ὑπουργέ;
§314Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μάλιστα. Τὴν ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Τ.Τ.Τ.
§315Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Πολὺ καλά.
§316ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 12, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 13–18).
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Γ. Καραπαναγιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§318Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπεβάλομεν τροπολογίαν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ὅσοι ἐξετέλεσαν χρέη ταχυδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, δύνανται ὡσαύτως δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας νὰ μονιμοποιηθῶσιν, ἂν βεβαιώσῃ ὁ προϊστάμενος αὐτῶν διευθυντής, ὅτι ἐνδεχομένως ἐξετέλεσαν τὴν ὑπηρεσίαν των». Ἡ τροπολογία αὐτὴ ἐγένετο δεκτή. Πρόκειται περὶ ὀκτώ, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὑπαλλήλων ἐκτάκτων, οἱ ὁποῖοι προσελήφθησαν ἐν Λέσβῳ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τὴν ἰδικήν μας, οἱ ὁποῖοι εἶχον προϋπηρετήσει καὶ κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων ἡ τηλεγραφικὴ ὑπηρεσία θὰ παρέλυεν ἐντελῶς.
§319Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὀφείλω νὰ κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον, οἱ μὴ ἔχοντες ἐγκυκλοπαιδικὴν μόρφωσιν νὰ ἐξετέλεσαν καλῶς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν εἰς τὰς κατωτέρας βαθμίδας, ἀλλ’ αὐτοὶ θὰ προαχθῶσι καὶ εἰς ἀνωτέρας θέσεις, δι’ ἃς θὰ εἶναι ἀνεπαρκεῖς καὶ δι’ αὐτὸ ἔχει τεθῇ ὁ κανὼν νὰ μὴ εἰσέρχωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν παρὰ ἀπόφοιτοι Γυμνασίου, δὲν νομίζω δὲ ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὐτῶν κατὰ τὸ βραχύτατον χρονικὸν διάστημα τῶν 8 ἢ 9 μηνῶν παρέχει εἰς αὐτοὺς τοιαῦτα προσόντα, ὥστε νὰ ἀνατρέψωμεν τὸν κανόνα, καθ’ ὃν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν δὲν εἰσάγονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν παρὰ ἀπόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου. Ἐγένετο μίαν φορὰν ἐξαίρεσις, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἀποφοίτων τῆς δʹ τοῦ Γυμνασίου, οἱ ὁποῖοι ἐφοίτησαν ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τηλεγραφικὴν σχολήν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε εἶναι ἀνατροπὴ τοῦ κανόνος.
§320Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ζητοῦμεν ἵνα ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν τὴν ἐπανάστασιν, μὴ μεταχειριζώμεθα δύο μέτρα καὶ δύο σταθμά. Οἱ συνάδελφοί σας Ὑπουργοί, ἰδίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀφομοιοῦν ὑπαλλήλους, διορίζουν οἰκονομικοὺς ἐπιθεωρητάς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν ὑπηρεσίαν ἄλλην, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν εὐσυνειδήτως τὴν ἐπανάστασιν καὶ ἔχουσιν ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα ὑπηρεσιακὰ προσόντα. Σᾶς εἶπον ὅτι, ἄνευ αὐτῶν, θὰ παρέλυε τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως ἐν Λέσβῳ, τὸ ὁποῖον τόσον θαυμάζει ἡ Κυβέρνησις. Ζητῶ ἀπὸ σᾶς, ὡς Ὑπουργὸν τῆς Ἐπαναστάσεως, νὰ λάβητε ἓν μέτρον περὶ ἀνθρώπων ὑπηρετησάντων τὴν ἐπανάστασιν.
§321Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ δεχθῶ μίαν τροπολογίαν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν δι’ ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Τ.Τ.Τ. νὰ γίνεται τοῦτο.
§322Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχουσι καὶ μερικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπόφοιτοι τῆς Δʹ τοῦ Γυμνασίου καὶ ἄλλοι ἀπόφοιτοι ἐμπορικῶν σχολῶν.
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ὅπως ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 19, ὅπως ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ;
§324ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 19, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 20–22).
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23ον (ἀναγινώσκεται).
§326Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 23 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος.
§328Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ αὔξησις κατὰ κανόνα δίδεται εἰς μὲν τοὺς ἀνωτέρους τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους μετὰ διετίαν, εἰς δὲ τοὺς κατωτέρους μετὰ πάροδον τριετίας. Κατ’ ἐξαίρεσιν μοναδικήν, ἡ αὔξησις δίδεται μετὰ πενταετίαν εἰς τοὺς ταξινόμους. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, ἀλλ’ ἡ αὔξησις νὰ δίδεται μετὰ παρέλευσιν τριετίας, ἂν ὄχι μετὰ διετίαν καὶ εἰς αὐτούς.
§329Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μάλιστα. Γίνεται δεκτὴ ἡ τροπολογία.
§330ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 23, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται λόγῳ τῶν τροπολογιῶν. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἐπιβολῆς προσθέτου φορολογίας ἐπὶ τοῦ πρὸς φωτισμὸν τῶν ἰδιωτικῶν κατοικιῶν καὶ καταστημάτων καταναλισκομένου ρεύματος». (Ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου). — Εʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῆς ὑπαξιωματικῶν μετασχόντων τοῦ ἀγῶνος τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τραυματισθέντων».
§332Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, διότι πρόκειται περὶ δύο ἀνθρώπων ἀξίων πάσης προστασίας καὶ ἀγωνιστῶν.
§333Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχω ἀνάγκην νὰ συνεννοηθῶ μὲ τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§334ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διοικήσεως τῶν Σιδηροδρόμων τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως διὰ τὴν συσταθησομένην ἕδραν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τοῦ Λονδίνου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 347 «περὶ μισθώσεως ἰδιωτικῶν οἰκημάτων, ὡς διδακτηρίων τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως πιστοποιήσεως ἀγοραίας τιμῆς ἀγοραζομένων ὑπὸ τοῦ Στρατοῦ εἰδῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ κατωτέρου δασικοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς Οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας καὶ τοῦ Γενικοῦ Λογιστικοῦ τοῦ Στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὑπολόγων τακτοποιήσεως ἐνταλμάτων ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ προμηθείας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς δωρεὰν ἵππων τοῦ Δημοσίου εἰς ἀξιωματικούς, στρατιωτικοὺς κτηνιάτρους καὶ στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους, λόγῳ ἀπωλείας τοῦ ἰδιοκτήτου αὐτῶν ἵππου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὁδοιπορικῶν ἐξόδων παραστάσεως καὶ ἀποζημιώσεως λόγῳ ἐνοικίου ἀξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν ξένων στρατῶν, ὑπηρετούντων εἰς τὸν ἡμέτερον τοιοῦτον. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μὴ ὑπαγωγῆς εἰς τὸν νόμον ͵ΓΨΗΘʹ (ἄρθρον 10ον, § 36η) τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες, διαρκούσης τῆς εἰς τὰ εἰδικὰ θεραπευτήρια νοσηλείας των, ἐκρίθησαν δὶς στάσιμοι».
§336Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἂν ἦτο διατεθειμένος, προκειμένου νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ στασιμότης τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι διατελοῦν ἔξω τοῦ Κράτους, νὰ δεχθῇ ὅπως μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ στασιμότης καὶ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν στάσιμοι. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει σας ὅ,τι ἐλάβατε ὑπ’ ὄψει σας καὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην.
§337Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ τὸ ἐξετάσω χωριστά.
§338ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατατάξεως ἀξιωματικῶν προϋπηρετησάντων εἰς ξένους στρατούς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Στρατιωτικοῦ Συμβουλίου».
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§341ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3).
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος.
§343Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἐπιζητεῖται, τὸ ὑπέδειξα ἐγὼ ὅταν συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον «περὶ διαθεσιμότητος τῶν ἀξιωματικῶν». Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει τὸ Κράτος φαίνεται τώρα ἐπιποθοῦν τὴν ἑνότητα εἰς τὸ στράτευμα καὶ δι’ αὐτό, προβαῖνον εἰς ἕνα εἰλικρινὲς καὶ γενναῖον βῆμα, ἐπιζητεῖ τὴν συνδιαλλαγὴν ἐν τῷ στρατεύματι. Ἀλλὰ διὰ τοῦ ἄρθρου 4, ἀφοῦ τὸ Συμβούλιον ἀποφανθῇ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους νομίζει ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ στράτευμα διότι εἶναι χρήσιμοι ἐν αὐτῷ καὶ διότι δὲν ὑφίστανται λόγοι ἀποκλείοντες αὐτοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὸ στράτευμα, ἀπομένει εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τὸ δικαίωμα νὰ ἀποδεχθῇ ἢ ὄχι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου. Δὲν ἐξετάζω ἂν πρέπῃ νὰ διατηρήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξετάζω, εἶναι ὅτι πρέπει τέλος πάντων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, διότι ἐὰν δὲν ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ἐρωτῶ, εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ ἀφήσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς, θὰ τοὺς ἀφήσῃ νὰ διαιωνίζωνται εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος; Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τί θὰ τοὺς κάμητε, ὅταν δὲν τοὺς χρησιμοποιήσητε τώρα, ὁπότε εἶναι ἀνάγκη; Κατὰ συνέπειαν, ἢ πρέπει ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ τοὺς ἀνακαλέσητε, ἢ πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν», διὰ νὰ μὴ δημιουργήσητε μίαν νέαν κατάστασιν. Ἤδη ἔχομεν δύο καταστάσεις, τὴν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὴν ἐν ἀποστρατείᾳ. Ἂς μὴ δημιουργήσωμεν καὶ τρίτην, τὴν ἐν διαθεσιμότητι. Κατὰ συνέπειαν νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ λάβῃ ὁριστικὴν ἀπόφασιν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ νομίζω — ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν — ὅτι οἱ ἀνακαλούμενοι ἀξιωματικοὶ δὲν πρέπει νὰ χάσωσι καὶ τὴν ἀρχαιότητά των. Διότι δὲν πρέπει νὰ διαφύγῃ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι τῶν εἰς διαθεσιμότητα μεταβαινόντων ἀξιωματικῶν πληροῦνται αἱ θέσεις, δὲν λογίζεται δὲ ὡς ὑπηρεσία ὁ χρόνος, καθ’ ὃν παρέμειναν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος. Αὐτὸς λοιπόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπανέλθῃ, εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ ἐπανέλθῃ; Ἀσφαλῶς οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπανερχόμενοι χάνουσι τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος. Δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, τὸ ὁποῖον σχεδὸν ρυθμίζει ὅλα τὰ ζητήματα. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου προβλέπεται ὅτι κατὰ τὴν γενομένην ἀναθεώρησιν τῶν μεταβαινόντων εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικῶν, δὲν καλοῦνται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν διὰ ποίους λόγους δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθουν εἰς τὸ στράτευμα πλέον. Ἀλλὰ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι οἱ μεταβαίνοντες εἰς ἀποστράτευσιν δὲν δικαιοῦνται τῆς συντάξεως τοῦ τελευταίου νόμου, ἀλλὰ τῆς συντάξεως, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ παλαιὸς νόμος. Ὑποθέτω ὅτι ἐνέχει κἄποιαν σκληρότητα ἡ διάταξις αὕτη, διότι ἀφοῦ, τέλος πάντων, μεταβαίνουν εἰς ἀποστρατείαν, ἴσως θὰ εἶναι ἀρκετὸν τοῦτο, νὰ μὴ τοὺς ἀφαιρεθῇ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολαμβάνωσι καὶ τῆς ψηφισθείσης συντάξεως. Ἐὰν ὑπάρχουσι λοιπὸν ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι περιέπεσαν εἰς παράπτωμα δικαιολογοῦν τὸ σκληρὸν τοῦτο μέτρον, δὲν πρέπει ὅμως νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκρίθησαν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου ὅτι πρέπει νὰ ἐπανέλθουν, ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῷ δικαιώματί του, δὲν ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ.
§344Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος κ. συνάδελφος, ἀπησχόλησαν τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ γʹ παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4 ἦτο ἀνάγκη νὰ τεθῇ. Τὸ Συμβούλιον δὲν θὰ κρίνῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ, ἀλλὰ θὰ δύνανται οὗτοι νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιόν του καὶ νὰ ἐκθέσωσι τὰ δίκαιά των. Ἐνδεχόμενον τὸ Συμβούλιον νὰ ἐπαναφέρῃ ἀξιωματικούς, περὶ τῆς ἱκανότητος καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῶν ὁποίων νὰ εἶναι πεπεισμένον ὅτι εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε δὲν ἐπιβάλλεται ἡ διατήρησίς των ἐν τῇ διαθεσιμότητι. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐποχή, εἰς τὴν ὁποίαν ζῶμεν, εἶναι τοιαύτη, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἰδίᾳ διὰ τοὺς ἀνωτέρους βαθμοφόρους, νὰ ἀφήσωμεν τὴν διάταξιν, διότι θὰ παίξῃ μεγάλον ρόλον ἡ κρίσις τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν πρέπει παρ’ ὅλην τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου, νὰ θέσῃ αὐτὸν ἀμέσως εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διαιωνισθῇ ἐπ’ ἄπειρον ἡ κατάστασις αὕτη, εἶναι ὀρθοτάτη, διότι διὰ νὰ πλάσωμεν μίαν νέαν κατάστασιν, τῆς αἰωνίας διαθεσιμότητος, θὰ ἦτο κἄτι τι τελείως παράλογον. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τοῦδε νὰ λάβωμεν καμμίαν γνώμην, ἀκριβῶς διότι ἐνομίσαμεν ὅτι ἦτο προτιμώτερον νὰ ληφθῇ πρόνοια μετὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τούτου, διὰ νὰ ἴδωμεν περὶ πόσων προσώπων πρόκειται. Ὑπάρχει ἐν τούτοις σταθερὰ ἀπόφασις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀφήσῃ αὐτὴν τὴν κατάστασιν ἐπ’ ἄπειρον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἴδῃ περὶ πόσων προσώπων πρόκειται, τότε ἀσφαλέστερον νὰ προνοήσῃ περὶ τούτου. Ἡ δευτέρα παρατήρησις τοῦ κ. συναδέλφου εἶναι ἡ ἀφορῶσα τὸν νόμον τῆς συντάξεως. Ὅπως εἶπον καὶ προηγουμένως, δοθείσης ἀφορμῆς ἐκ παρατηρήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, τὸν νόμον «περὶ συντάξεων» ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ τὸν ἀναθεωρήσῃ. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἁπλῆ σκέψις, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἀποφάσεως σταθερᾶς. Κατὰ συνέπειαν, εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν γενικόν, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω ὅτι θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὅταν θὰ ἐπαναλάβῃ αὕτη προσεχῶς τὰς ἐργασίας της, θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ ὅλων τῶν περιπτώσεων, διότι θὰ εἶναι μία κωδικοποίησις ὅλων τῶν νόμων «περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων», ὥστε νὰ παύσουν αὐτοὶ οἱ νόμοι οἱ εἰδικοί, διὰ τῶν ὁποίων πλέομεν πάντες εἰς τὸ ἀχανές, ὥστε νὰ θεωρῆται σοφὸς πλέον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατέχει τοὺς νόμους «περὶ συντάξεων». Μέχρις ὅτου ὅμως ψηφισθῇ ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἐφόσον καὶ αὐτὸς ὁ κ. βουλευτὴς περὶ τοῦ ψηφισθέντος ἐσχάτως νόμου δὲν ἔχει καλὴν ἰδέαν, καθόσον ὠνόμασεν αὐτὸν ἁμαρτωλόν, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ διστάσω νὰ εἴπω, ὅτι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου οἱ εἰσηγηταί του οὔτε πολύ, οὔτε ὀλίγον, ἐσκύλλευον τὴν Ἑλλάδα, σπαράσσουσαν ὑπὸ κρίσιν ἐθνικήν, ἐφόσον, λέγω, τοιαύτην ἔχομεν ἀντίληψιν τοῦ νόμου, θὰ εἶναι ἀντίθετον τῆς ὀρθότητος νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπεκτείνομεν τὰς εὐεργετικὰς αὐτοῦ διατάξεις καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τίθενται εἰς ἀποστρατείαν διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἐνέκρινε καὶ ἐπεδοκίμασε τὸ Συμβούλιον. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχαιότητος, καὶ πάλιν ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω ν’ ἀπαντήσω, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι τι ὁριστικὸν καὶ ὅτι δὲν θεωρεῖ ἡ Κυβέρνησις ὀρθὸν νὰ τὸ λύσῃ ἐκ τῶν προτέρων, ἀφοῦ ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῇ πρὸ καταστάσεως, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ προΐδῃ. Εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ μὴ διατελῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν σταθερὰ ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς τύχης τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων, ἀφοῦ ἀποδειχθῇ ὅτι ἐγένετο πλάνη, θὰ πρέπῃ νὰ ἱκανοποιηθοῦν πλήρως. Κατὰ συνέπειαν, ὁ κ. βουλευτὴς πρέπει νὰ μείνῃ εὐχαριστημένος, διότι περὶ ὅλων αὐτῶν θὰ ληφθῇ ἐν τῷ μέλλοντι νομοθετικὴ πρόνοια.
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 4, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§346ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Σώματος Ἑλλήνων προσκόπων».
§347Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8 μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Τὸ ἄρθρον 8 ὁρίζει ὅτι ἕκαστος ἀρχηγὸς τῶν προσκόπων θὰ λαμβάνῃ 40 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι πρόωρον νὰ ὁρισθῇ μισθὸς διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν, προκειμένου νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις ταύτας δημοδιδάσκαλοι καὶ γυμνασταί. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο προτιμώτερον, ἀντὶ 40 δραχμῶν κατὰ μῆνα, νὰ ἐδίδετο ἐκ μέρους τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου δωρεὰν εἰς εἶδος, εἴτε εἰς βιβλία, εἴτε εἰς ἄλλο τι, διότι ἡ 40δραχμος ἀμοιβὴ θὰ γίνῃ ἀφορμὴ νὰ συμβοῦν ἐκμεταλλεύσεις. Νομίζω ἐπίσης, ὅτι προκειμένου περὶ ἀρχηγῶν προσκοπικῶν ὁμάδων, θὰ ἦτο σκοπιμώτερον νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπηρεσία οὐχὶ εἰς ἁπλοὺς ἰδιώτας. Ὁ ἐνθουσιασμός, ὁ ὁποῖος ἐπεδείχθη εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τῆς προσκοπικῆς ἰδέας καὶ οἱ καρποί, οἱ ὁποῖοι προῆλθον ἐκεῖ ἐκ τῆς ἐργασίας ταύτης, μὲ πείθουν ὅτι θὰ ἦτο καλόν, ὅπως οἱ ἀρχηγοὶ ὁμάδων, εἴτε ἰδιῶται εἶναι, εἴτε δημόσιοι ὑπάλληλοι, νὰ προέρχωνται ἐκ τοῦ Σώματος τῶν προσκόπων.
§348Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀμοιβὴν τοῦ ἄρθρου 8, εἶναι τόσον αὕτη εὐτελής, ὥστε δὲν νομίζω ὅτι εἶναι βάσιμος ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ. Εἰς τὸ ἴδιον ἄρθρον ὁρίζεται κατὰ τίνα τρόπον θὰ παρασκευάζωνται καὶ θὰ παραλαμβάνωνται οἱ ἀρχηγοί.
§349Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Ἐγὼ ἐπὶ τούτου ὑπέδειξα ὅτι εἰς μέρη, ὅπου ὑπάρχουν πρόσκοποι ἀπὸ πολλοῦ, καὶ δὴ ἐν Ἀθήναις, ὅπου τὸ Σῶμα ἐπέδειξε τοσαύτας προόδους, εἶναι καλὸν οἱ ἀρχηγοὶ νὰ προέρχωνται ἐκ τῶν ὑπηρετησάντων εἰς τὸ Σῶμα, διότι, ὡς ἔχει τὸ ἄρθρον, διὰ μὲν τοὺς δημοδιδασκάλους καὶ γυμναστὰς προνοεῖ καὶ ἐπιβάλλει τρίμηνον δοκιμαστικὴν θητείαν ἐν τῇ ὁμάδι τῶν ἀρχηγῶν καὶ ἐξάσκησιν ἐν τῷ θερινῷ στρατοπέδῳ, διὰ τοὺς ἰδιώτας ὅμως ἢ ἄλλους δημοσίας ὑπαλλήλους δὲν ὁρίζει οὐδεμίαν ἐξάσκησιν. Φρονῶ ὅτι ἡ δευτέρα αὕτη κατηγορία πρέπει νὰ λαμβάνεται ἐκ τῶν τάξεων τῶν προσκοπικῶν.
§350Κ. ΜΕΛΑΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. συνάδελφος. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ὅτι εἰς τὸ τέλος τῆς αʹ παραγράφου πρέπει νὰ προστεθῇ «καὶ διὰ τοὺς ἀνήκοντας εἰς τὴν δευτέραν ταύτην κατηγορίαν ἐξασκούμενοι ὡσαύτως ἐν τῷ θερινῷ στρατοπέδῳ».
§351Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Πολὺ καλά, δεχόμεθα τὴν τροπολογίαν αὐτήν.
§352ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§353ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νόμου 567 «περὶ διοικήσεως τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 731 νόμου «περὶ προνομιακῆς παραχωρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων ἐπὶ τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων καὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 850 «περὶ συντάξεως δικαστικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐλέγχου μὴ ἠλεγμένων δαπανῶν στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, χρήσεως 1915, 1916 καὶ 1917 παρὰ τοῦ Εἰδικοῦ Ἐλεγκτηρίου Δαπανῶν Πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ νόμου ΒΚΗʹ τοῦ ἔτους 1892 «περὶ δικαστηρίου Κακουργιοδικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτηρις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 4 καὶ 8 τοῦ νόμου 853 «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκμεταλλεύσεως δασῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ἐκτελέσεως ἐκτάκτων ὑλοτομιῶν».
§354Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν δασῶν πρέπει νὰ γίνεται συμφώνως τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου. Δέον ἑπομένως τοῦτο νὰ σημειωθῇ. Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον 4. Προκειμένου δὲ περὶ μιᾶς κατηγορίας δασῶν, τῶν ὁποίων φιλονικεῖται ἡ κατοχή, νὰ ὁρίζεται μία ἐγγύησις, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας νὰ παρέχεται ἡ ἄδεια πρὸς ὑλοτομίαν.
§355ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§356ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ ἔτους 1917 πιστώσεως ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν ὑπὲρ τῶν θυμάτων τῆς πυρκαϊᾶς Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 758 τῆς 23 Αὐγούστου 1917 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἐν τῇ ναυτικῇ ποινικῇ δικαιοδοσίᾳ ἰσχυουσῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθιερώσεως Ἐθνικοῦ Ἀριστείου τῶν Γραμμάτων καὶ τῶν Τεχνῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως διαφόρων ἔργων πρὸς ἐγκατάστασιν προσφύγων καὶ πυροπαθῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεών τινων εἰς τὸν νόμον 753».
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§358ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1, ἀναγινώσκονται δὲ καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ ἄρθρα 2–12).
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 13ον (ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Α. Κριάρης ἔχει τὸν λόγον.
§360Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 13 παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχομεν ἐν Κρήτῃ δύο ἀρχιτέκτονας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πολυετῆ ὑπηρεσίαν, ὁ εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν καταλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας μὲ τὸ ἄρθρον αὐτό. Σᾶς παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε νὰ προστεθῇ ἡ ἐξαιρετικὴ διάταξις δι’ αὐτοὺς «πλὴν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, καταλαμβανόμενοι ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας, ἀποχωροῦσι λαμβάνοντες ὁλόκληρον τὴν σύνταξιν εἰκοσιπενταετοῦς ὑπηρεσίας».
§361Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ.
§362ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ ἵνα ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§363ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§364ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 445 «περὶ τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατεύματος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἀνυποταξίαν καὶ λιποταξίαν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 749 «περὶ πληρωμῆς τῶν καθυστερουμένων ἐπιδομάτων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων τῆς ἐπιστρατεύσεως 1915». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 238 «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας ἐγγραφῆς κατὰ τὸν ὑπ’ ἀριθ. 734 τοῦ 1916 νόμον εἰς τὰ μητρῷα ἢ δημοτολόγια τοῦ Κράτους τῶν ἐν ἀλλοδαπῇ ὁμογενῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου ΓϠΥΔʹ τοῦ 1911». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐνεργείας ἀνακριτικῶν πράξεων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 217 τοῦ Ὀργανισμοῦ τῶν Δικαστηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ βελτιώσεως τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ σειρᾶς ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰσακτέων μαθητῶν εἰς τὸν λόγον ὑποψηφίων τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων, ἐπιτυχόντων κατὰ τὰς εἰσιτηρίους ἐξετάσεις τοῦ ἔτους 1917 –1918». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως εἰδικῶν στρατιωτικῶν ἐπιτροπῶν ἐλέγχου στρατευσίμων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ ἀποβιώσαντος ἐφέτου Μάρκου Δημητρακάκη».
§365ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ν’ αὐξηθῇ ἡ σύνταξις εἰς δραχμὰς 250, κύριε Πρόεδρε, κατὰ μῆνα.
§366ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπ’ αὐτοῦ, κύριε Πρόεδρε.
§367ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροποποιήθη, ψηφίζουσι «Ναί», οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν «Ὄχι». Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Θ. Γοῦσκος. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ διὰ ψηφοδελτίων μυστικὴ ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ.κ. Θ. Γούσκου καὶ Λ. Κουτσοπετάλου, τοῦ κ. Γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ.κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας).
§368ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
§369ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 149. Εἰς τὸ «Ναὶ» 141 καὶ εἰς τὸ «Ὄχι» 8. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο δεκτὸν ὡς ἐτροποποιήθη. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τῶν ὑπ’ ἀριθ. 2466, 2467, 2468, 2469 καὶ 2470 Διαταγμάτων τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος».
§370Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ ἀκούσῃ τὰς γνώμας μας, θὰ πεισθῇ.
§371Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἂς ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
§372Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἤκουσεν ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους τοὺς ἔχοντας ἀντίθετον γνώμην.
§373Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θὰ σᾶς ἀκούσωμεν.
§374Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τοιαύτης σοβαρότητος νομοσχέδια, συζητούμενα τοιαύτην ὥραν, ἐφόσον μάλιστα πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ συνέλθῃ καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, θὰ ἦτο προτιμώτερον νὰ ἀναβληθοῦν διὰ τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν.
§375Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δὲν δέχομαι τὴν ἀναβολήν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων. Παρακαλῶ νὰ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις. Δὲν ἠξεύρομεν ἐὰν θὰ περατωθῇ σήμερον. Πιθανὸν νὰ ὁμιλήσητε καὶ δευτέραν καὶ τρίτην φοράν. Νὰ εἰπῆτε λοιπὸν ὅσα ἔχετε νὰ εἰπῆτε.
§376Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ κωλυσιεργήσωμεν.
§377Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ὁπωσδήποτε ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολήν.
§378ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καραϊσκάκης ἔχει τὸν λόγον.
§379Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔστεργε νὰ δεχθῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τόσον σοβαροῦ νομοσχεδίου, συζητουμένου τοιαύτην ὥραν καὶ ἀπούσης σχεδὸν τῆς Βουλῆς. Ὁ σκοπὸς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἶναι νὰ μορφοῦται μία γνώμη τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων πρὸς ψήφισιν νομοθετημάτων καὶ ἡ γνώμη αὕτη νὰ εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, μὴ ἐπιδεχομένη διόρθωσιν ἢ μὴ ἐμβάλλουσα δυσπιστίαν εἰς τὸν λαὸν περὶ τῶν ψηφιζομένων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομοσχεδίων. Ἀλλ’ ὑπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ἐπιμένει ἡ Κυβέρνησις νὰ ψηφισθῇ εἰς τὴν συνεδρίασιν ταύτην, τοιαύτην ὥραν καὶ ἀπούσης τῆς Βουλῆς τοιοῦτον νομοσχέδιον, δὲν ἐκπληροῦνται οἱ ὅροι οὗτοι. Καὶ ἀπορῶ πῶς, συζητουμένου τοιούτου νομοσχεδίου, ἀφορῶντος τὴν τύχην χιλιάδων πληθυσμῶν καὶ χιλιάδων γεωργικῶν Ἑταιρειῶν, ἀπουσιάζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ἀρχηγὸς τοῦ Κόμματος, τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ τὸ θέτει ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν. Μέχρι τοῦδε δὲ ἐκ τῆς ἀρκούντως πολυχρονίου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παραμονῆς μου οὐδέποτε ἐνθυμοῦμαι εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ χρονικὰ νὰ συζητῶνται θέματα τόσον σοβαρὰ καὶ νὰ λείπῃ ἡ ψυχή, ἡ κεφαλὴ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Πρόκειται δι’ αὐτὸ νὰ ζητήσω λόγον, διατί δὲν εἶναι παρὼν σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὰ λέγω δὲ ταῦτα διότι, ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην τῆς παρουσίας του ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, προκειμένου διὰ τόσον σοβαρὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ 35ετίαν καὶ πλέον ἀπησχόλησε τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον καὶ τὰς ἑκάστοτε Ἑλληνικὰς Κυβερνήσεις, οὐδέποτε δὲ κατωρθώθη, δὲν γνωρίζω διὰ ποῖον κρύφιον, μυστικὸν λόγον, νὰ λυθῇ συμφώνως πρὸς τὰς εὐχὰς τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, πρὸς τοὺς ἀπαραγράπτους νόμους τοῦ ἀνθρωπίνου δικαίου. Καὶ βλέπομεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπαναλαμβανόμενον ὅ,τι δυστυχῶς ἀπὸ 35ετίας, ἀφότου προσηρτήθη ἡ Θεσσαλία εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐλάμβανε χώραν, νὰ κακίζεται δηλαδὴ τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἀποκαλοῦνται οἱ μέχρι τοῦδε κυβερνῆται τῆς Ἑλλάδος ὀπισθοδρομικοί, ἐνῷ ἡμεῖς, οἱ βουλευταὶ τοῦ 1917, οἱ βουλευταὶ τῆς 31ης Μαΐου τοῦ 1915, οἵτινες κατήλθομεν εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν ἐκλογικὸν μὲ φιλελεύθερον πρόγραμμα καὶ ἐξ ὧν πολλοὶ μετέσχομεν τοῦ ἀγροτικοῦ ἀγῶνος μὲ πρόγραμμα τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, βλέπομεν ὅτι ἓν καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων πράττει, ἀντιγράφει δηλαδὴ ὅ,τι αἱ μέχρι τοῦδε Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἐν σχέσει μὲ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ σοβαροῦ ταύτου ζητήματος ἔκαμαν, δηλαδὴ ὁσάκις τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας ἐτέθη ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς...
§380Κ. ΜΕΛΑΣ. Παρακαλῶ, ὁμιλεῖτε εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν;
§381Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἕν μόνον ἄρθρον ὑπάρχει.
§382ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφίζεται κατὰ Διατάγματα.
§383Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Βλέπομεν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μέχρι τοῦδε ἐλάμβανον χώραν λυπηρὰ καὶ ἀνεξήγητα πράγματα, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ὑπεσχέθη πρὸ μηνῶν, πρὸ ὀλίγων μηνῶν, τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος κατ’ ἄλλον τρόπον, συμφώνως πρὸς τὰς εὐχὰς τῶν Θεσσαλικῶν πληθυσμῶν καὶ ἐνῷ εἰς τὰς ἐπιτροπάς, αἱ ὁποῖαι ἐκ περιτροπῆς παρουσιάσθησαν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἐδόθησαν ἄμεσοι ὑποσχέσεις περὶ ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος συμφώνως πρὸς τὰς εὐχὰς τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, εἶναι λυπηρόν, ἐπαναλαμβάνω, πῶς τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅταν τὸ νομοσχέδιον ἐτέθη ὑπὸ συζήτησιν, ἐτροποποιήθη αὐτὴ αὕτη ἡ βάσις του. Καὶ πρῶτον ἂς ἐξετάσωμεν πῶς τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη μέχρι τοῦδε. Ἐν πρώτοις λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς πρώτην συζήτησιν ἐψηφίσθη χωρὶς νὰ ἔχῃ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, παρεπέμφθη δὲ εἰς τὴν Ἐπιτροπήν....
§384Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Δηλῶ ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ καὶ νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§385Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν καὶ ἄλλων βουλευτῶν.
§386Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ἔκαμε 27 ἡμέρας εἰς τὸ τυπογραφεῖον. Δὲν γνωρίζω διατί δὲν ἐτυποῦτο. Μετέβημεν 15 φορὰς εἰς τὸ τυπογραφεῖον.
§387Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Κύριε βουλευτά, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ ταῦτα πάντα τὰ λέγω διὰ νὰ ὑποστηρίξω μᾶλλον τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου σήμερον, διότι δὲν γνωρίζω πῶς θὰ χαρακτηρισθῇ ὅταν ἐπιδιώκετε νὰ ψηφισθῇ ἐξ ὑφαρπαγῆς. Ἐν τοσούτῳ τὰ συμφέροντα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους ἐπιβάλλουν νὰ ψηφισθῇ.
§388Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι δὲν ὑπάρχουν συνάδελφοι ἀντιδρῶντες. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου.
§389Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Μάθετε ὅτι, ἐὰν τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ ὡς ἐτροποποιήθη, θὰ μεταβάλλετε τὴν Θεσσαλίαν εἰς ἀπέραντα ἕλη, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιπολάζῃ πάντοτε τὸ σπέρμα ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἀκόμη δὲν εἰσῆλθον εἰς τὴν οὐσίαν διὰ νὰ σᾶς καταδείξω ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα ἀπὸ ἀπόψεως δημοσίας τάξεως, ἀποδόσεως καὶ πλουτοπαραγωγῆς καὶ βελτιώσεως τῆς καλλιεργείας, ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους καὶ λυθῇ τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα κατ’ αὐτὸν τόν τρόπον. Δυστυχῶς πρέπει νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν· πλὴν ὀλίγων ἐκ τῶν 26 ἀντιπροσώπων τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, οἱ πλεῖστοι εἶναι μὲ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀσπάζονται τὴν νεωτέραν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω αὐτὸ μετὰ θλίψεως βαθυτάτης, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θάπτεται τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα. Διότι ἐνῷ τώρα ὑφίσταται ἓν καθεστὼς ἐπιβληθὲν δυνάμει κατακτητικῆς βίας, εἶναι ἓν καθεστώς, τὸ ὁποῖον εἶναι πάντοτε ὑπὸ αἵρεσιν καὶ διότι ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία ἀπηλευθέρωσε τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, θὰ τὸ ἔλυε θᾶττον ἢ βράδιον κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου. Ἀλλὰ τώρα σᾶς ἐρωτῶ: Ποῖος εἰς τὸ μέλλον θὰ θελήσῃ νὰ μεταβάλῃ ἓν καθεστώς, τὸ ὁποῖον δὲν θεσπίζει ὁ Ἀλῆ πασᾶς, ἀλλὰ μία Κυβέρνησις Φιλελευθέρων, θεσπίζει ἓν Κόμμα, τὸ ὁποῖον διελάλησεν ὅτι ἴσως ἀσπασθῇ καὶ τὰς δημοκρατικὰς ἀρχάς; Ἐὰν ὑπὸ τοιούτων δημοκρατικῶν ἀρχῶν ἐμφορεῖσθε, τότε δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ ἀληθῶς δημοκρατικαὶ ἀρχαί. Δὲν ἀρκεῖ τις νὰ εἶναι φιλελεύθερος κατ’ ὄνομα, πρέπει νὰ εἶναι καὶ εἰς τὴν ψυχὴν τοιοῦτος· δὲν ἀρκεῖ νὰ εἶναι δημοκράτης φωνασκῶν εἰς τὰ θέατρα καὶ τὰς τριόδους, πρέπει νὰ εἶναι δημοκράτης εἰς τὴν καρδιά, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν τὸ βλέπω. Διότι ὅταν Κυβέρνησις καὶ Κόμμα ψηφίζουν τοιοῦτον νομοσχέδιον καὶ ἐπιβάλλουν ὡς κατακτηταὶ τοιοῦτον καθεστώς, μάθετε ὅτι αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι ὀλέθριαι καὶ λυπηραὶ διὰ Κυβέρνησιν καὶ διὰ Κόμμα, διὰ τὸ ὁποῖον πάντες ἐπιστεύσαμεν ὅτι θὰ ἴδωμεν πλῆρες τὸ φῶς τῆς ἀληθείας.
§390Κ. ΜΕΛΑΣ. Ἐὰν ψηφισθῇ, δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον ζήτημα διὰ δημοκοπίαν.
§391Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Διακόπτω τὴν ἀγόρευσίν μου διὰ νὰ ἀπαντήσω. Ἡ ψυχολογία τῆς Βουλῆς εἶναι, καθὼς ἀντιλαμβάνομαι ἐκ τῶν ἐλαχίστων παρόντων, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἴμεθα ἐν ἀπαρτίᾳ καὶ πρόκειται περὶ ὑφαρπαγῆς τοῦ νομοσχεδίου...
§392ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τέλους, εἴπατέ μας τὴν γνώμην σας, διατί εἶναι κακὸν τὸ νομοσχέδιον.
§393Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Σπεύδετε πολύ. Δὲν κατέβηκα ἀκόμη ἀπὸ τὸ βῆμα.
§394Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ νομοσχέδιον πάντως θὰ ψηφισθῇ.
§395Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω αὐτὸ τὸ πεῖσμα. Δύναμαι νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς: Ἡ γνώμη 300,000 πληθυσμοῦ εἶναι ἡ ἐσφαλμένη ἢ ἡ γνώμη 30 ἢ 40 ἀνθρώπων, ἐχόντων συμφέρον νὰ λυθῇ τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα καθ’ ὃν τρόπον ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει; Θυσιάζετε 300,000 πληθυσμοῦ καὶ δὲν τὸ λέγω δημοκοπικῶς. Μὴ νομίζετε ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὁμιλῶ ἐπὶ ἰδίῳ τέλει. Διερμηνεύω γνώμας ἄλλων.
§396Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θέλετε νὰ εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα, διὰ νὰ ἔχητε μίαν σημαίαν εἰς τὰς ἐκλογάς.
§397Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα. Ἴσως διὰ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν τοῦ δίδετε σεῖς, δημιουργεῖτε αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ ἀποδώσητε εἰς ἐμέ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι τοῦτο θὰ μείνῃ αἰωνίως ἐκκρεμὲς καὶ ἄλυτον. Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Ἐπανέρχομαι καὶ πάλιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, ἐνῷ ἔδωκε ἄλλας διαβεβαιώσεις εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ἤδη ἀρνεῖται τὰς ἰδίας του λέξεις, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐντελὴς ἄρνησις ὅσων εἶπεν ἐν τῷ ἰδιαιτέρῳ του γραφείῳ πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Θεσσαλίας.
§398Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Καὶ αὐτὰ ποῦ λέγετε εἶναι ἀνακριβῆ.
§399Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ ἐγώ: Δὲν ἐδώσατε τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι θὰ κάμητε γενικὴν ἀπαλλοτρίωσιν;
§400Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Διὰ νὰ σχηματισθῇ αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, εἰς τὸν νοῦν σας, χρειάζονται τρία πράγματα. Πρῶτον νὰ τὸ ἐσκέφθην, δεύτερον τὰ λόγια καὶ τρίτον νὰ τὸ ἀντελήφθη ὁ νοῦς σας. Κἄπου θἄγινε λάθος.
§401Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἀρνεῖσθε ὅτι ὡμιλήσατε περὶ γενικῆς ἀπαλλοτριώσεως καὶ ταχείας ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου τούτου;
§402Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ρητορικὸν σχῆμα εἶναι αὐτό;
§403Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐρώτημα εἶναι. Διακόπτομαι καὶ ἀρχίζει διαλογικὴ συζήτησις.
§404Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἔχει εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ὡμίλησε δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ.
§405Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν ὡμίλησε πουθενά, ὅτι θὰ παραχωρηθῇ τὸ ⅓. Ἠκούσατε νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς εἰσηγήσεώς του, ὅτι χορηγεῖται τὸ ⅓ εἰς τὸν ἀφέντην καὶ ἐπανιδρύεται ἡ ἰδιοκτησία; Δὲν ὁμιλεῖτε περὶ παροχῆς, ὁμιλεῖτε περὶ παροχῆς τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ Β. Διατάγματος. Ἀρνεῖσθε ὅτι ἐτροποποιήσατε καὶ τὸ Β. Διάταγμα; Σεῖς ἀρνεῖσθε τὰ πάντα· θέλετε νὰ κάμω ἀρνητικὴν ἀγόρευσιν ἐγώ, ἀλλ’ ἐγὼ γνωρίζω νὰ ὁμιλῶ θετικῶς καὶ ὄχι ἀρνητικῶς.
§406Κ. ΜΕΛΑΣ. Νὰ τελειώνωμεν· τὴν ἐργασίαν σας τὴν ἐκάματε, σᾶς ἐχειροκρότησαν τὰ θεωρεῖα, τί ἄλλο θέλετε;
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριε Μελᾶ.
§408Κ. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τελειώσωμεν μίαν ὥραν ἀρχύτερα.
§409Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τί ν’ ἀκούσητε, κύριε συνάδελφε; Ἔχετε ν’ ἀκούσητε καὶ τὸ ἑξῆς καὶ μόνον, ὅτι ἡ λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται, δὲν εἶναι λύσις, εἶναι δῶρον ἄδωρον, καθ’ ὃν τρόπον δίδεται ἡ λύσις εἰς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς, εἶναι ἀνεφάρμοστος, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ τεμάχια πρὸς διανομήν, κάμνω δὲ τὴν παρέκβασιν αὐτὴν ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἴδητε ἀπὸ ποῖον πνεῦμα ὠθοῦμαι ἐγώ, διὰ νὰ περνᾷ ἡ ὥρα.
§410Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἀσφαλῶς.
§411Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Λυποῦμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ εὔχομαι νὰ δεχθῆτε νὰ μὴ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὅπως ἔχει, ἀναλογιζόμενοι ὅτι δὲν λύεται τὸ ζήτημα.
§412ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐρωτήσωμεν ἐὰν δέχετε ἡ Βουλὴ τὴν ἀναβολήν. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι βουλευταί, δέχεσθε τὴν ἀναβολήν, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Καραϊσκάκης, διὰ νὰ τελειώσῃ τὸ ζήτημα;
§413Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Προτείνει ἀναβολὴν ὁ κ. Καραϊσκάκης, διότι ἐπιθυμεῖ νὰ μὴ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον;
§414Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὅπως ἔχει τὸ νομοσχέδιον, ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ψηφισθῇ.
§415Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐξακολουθήσατε.
§416Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ μέχρι τῆς ὥρας ὁμιλῶ ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς. Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ δὲν θέλουν τὴν ἀναβολήν.
§417Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Λόγῳ τῆς ὥρας καὶ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως, δὲν δύνανται νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ θέλοντες νὰ ὁμιλήσωσιν.
§418Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Καραϊσκάκης καὶ κατόπιν θὰ σκεφθῶμεν.
§419ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁμιλήσητε, κύριε βουλευτά, ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§420Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ δὲν ἀποτελεῖ τὴν λύσιν τοῦ γεωργικοῦ ζητήματος. Ἀναφέρω δέ, ὅτι καὶ εἰς ἄλλας Χώρας, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας εἶπεν, ὡς εἰς τὴν Ρουμανίαν, εἰς τὴν Ρωσσίαν, εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλγαρίαν τὸ ζήτημα ἐλύθη πλέον ἀναγκαίως ὑπὲρ τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν· μόνον μέχρι τοῦδε εἰς τὴν ἐλευθέραν Ἑλλάδα τὸ τοιοῦτον προσέκρουσε πρὸ ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἀνατρέξω ἐπ’ ὀλίγον εἰς τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος, ἵνα καταλήξω εἰς τὸ συμπέρασμά μου ὑποστηρίζων τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος οὐχὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐπιδιώκεται αὕτη, ἀλλὰ κατὰ τρόπον φυσικόν. Δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ὅπως δημοκοπήσω, ὅπως ἄλλοι συνάδελφοι ἀντιλαμβάνονται τὰ πράγματα, ἀλλ’ ἀνῆλθον ὅπως ὑποδείξω ποία εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη ὑπὸ τῶν πραγμάτων λύσις τοῦ ζητήματος. Τὰ Θεσσαλικὰ κτήματα προῆλθον δι’ ἁρπαγῆς, ὅσοι δὲ ἐνέκυψαν εἰς ἱστορικὰς μελέτας θὰ τὸ ἐννόησαν. Ἐγὼ δύναμαι νὰ ἀναφέρω, ὅτι τὰ πλεῖστα κτήματα, σχεδὸν ὅλα τὰ τῶν Θεσσαλῶν ἀγροτῶν, κατελήφθησαν ὑπὸ κατακτητῶν, τελευταίου ὄντος τοῦ Ἀλῆ πασᾶ τῆς Ἀλβανίας. Τὰ κτήματα ταῦτα περιῆλθον εἰς τὸν ζυγὸν τῆς δουλείας. Ἐπεζήτησαν τὴν προστασίαν τῆς τότε Βασιλομήτορος Βαλιδὲ τοῦ Σουλτάνου καὶ πολλοὶ ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν προστασίαν αὐτῆς, ἵνα ἀποφύγωσι τὰ δεινὰ τῆς δουλείας καὶ τῆς καταπιέσεως τῶν Ἀλβανικῶν στιφῶν. Συνεπῶς ἔκτοτε τὰ κτήματα ταῦτα ἡρπάγησαν ἀπὸ τοὺς αὐτόχθονας ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀποζημιώσεως καὶ φυσικὰ οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, ἀναζητοῦντες τὴν ἐλευθερίαν, δὲν παρέβησαν συμφωνίαν τινὰ ἢ συμβόλαιον λαβὸν χώραν μετὰ τῶν κατακτητῶν, ἀλλ’ ἀνακτῶντες μόνον τὴν ἐλευθερίαν των, διότι ἡ βία ἐπεβλήθη αὐτοῖς. Τὸ τοιοῦτον ὑποθέτω τὸ ἔχει ἀναγνωρίσει ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ἐξ οὗ καὶ προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου.
§421Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Εἶναι μόνον διὰ τὴν Θεσσαλίαν τὸ νομοσχέδιον; Εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβὲς τὸ ἱστορικόν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε, καὶ λέγετε ὅτι διὰ τὸ γεγονὸς τοῦτο ἐγένετο τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§422Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τότε διατί γίνεται ὁ νόμος αὐτὸς ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ ἐλευθερωθῶσιν οἱ δοῦλοι; Τότε τί δικαίωμα ἔχει τὸ Κράτος νὰ πάρῃ καὶ διαμοιράσῃ τὰ τσιφλίκια, παρὰ διότι τὰ ἔλαβον ἀπὸ κατακτήσεις;
§423Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν εἴδατε ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ ὅλην τὴν Ἑλλάδα; Ἐκτὸς ἐὰν εἴχατε τὸν λόγον σας ἕτοιμον καὶ τὸν ἀπαγγέλλετε.
§424Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δύναται νὰ ἀφορᾷ ὅλην τὴν ὑφήλιον, ἀλλ’ ἀφορᾷ καὶ τὴν Θεσσαλίαν. Οἱ Θεσσαλοὶ διατελοῦν ὑπὸ δουλείαν δυνάμει καθεστῶτος καθιερωθέντος ὑπὸ τῶν κατακτητῶν, τὰ κτήματα δὲ ταῦτα ἐχαρίσθησαν ὑπὸ διαφόρων Τούρκων καὶ Ἑλλήνων μεγαλοϊδιοκτητῶν καὶ ἔκτοτε διατελεῖ τὸ καθεστὼς τοῦτο τὸ δουλικόν, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς σήμερον ὑφίσταται ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις. Μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν κατὰ τὸ 1880 οἱ ἀτυχεῖς γεωργικοὶ πληθυσμοὶ ἤλπισαν ἐπὶ τὴν ἀπελευθέρωσιν αὐτήν, ἠτένισαν δὲ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα ὡς πρὸς ἀπελευθερώτριαν. Δυστυχῶς κατόπιν τῶν σκηνῶν τῶν λαβόντων χώραν κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1892 καὶ τῆς διὰ τῆς λόγχης ὑποχρεώσεως τῶν κατοίκων, ὥστε νὰ σεβασθῶσι τὸ καθεστώς, τοῦ ὁποίου ὁ σεβασμὸς ἄλλοτε ἐπεβάλλετο καὶ διὰ τῆς συνθήκης τῆς ἐκδόσεως τῆς Θεσσαλίας, κατεπνίγη ἡ πρώτη ὁρμὴ τῆς ἐλευθερίας ἐν τῇ ἀτυχῇ ἐκείνῃ χώρᾳ, ἡ δὲ Ἑλλὰς μετεβλήθη εἰς δεσμώτην τοῦ λαοῦ ἐκείνου. Οὐδὲν μέτρον ἐλήφθη ὑπὸ τῶν Κυβερνήσεων τῆς Ἑλλάδος ὑπὲρ τῆς Θεσσαλίας μέχρι τοῦ 1896, ὁπότε ἡ τότε Κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Δεληγιάννη ἐπελήφθη σοβαρῶς τῆς μελέτης τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος καὶ ὑπέβαλε σχετικὸν νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι τὸ «περὶ παραχωρήσεων γαιῶν» εἰς ἀκτήμονας καλλιεργητάς, τὸ «περὶ ἱδρύσεως Ταμείου», τὸ «περὶ διακανονισμοῦ τῶν σχέσεων» καὶ τὸ «περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων δι’ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ἐν Θεσσαλίᾳ» καὶ τὸ «δι’ ἐγκαταστάσεως τοῦ φόρου τῶν βοσκῶν διὰ στρεμματικῆς φορολογίας». Ὑπεβλήθησαν αὐτὰ τὰ πέντε νομοσχέδια, ὅ,τι δὲ δυστυχῶς ἐπαναλαμβάνεται ἐν ἔτει 1917 ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ, τὸ ἴδιον ἔλαβε χώραν καὶ κατὰ τὸ 1896 ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Δεληγιάννη, δηλαδὴ καίτοι ἡ πρόθεσις τοῦ μακαρίτου Δεληγιάννη ἦτο ἀγαθή, νὰ ἐπιλύσῃ δηλαδὴ τὸ ζήτημα, ἐν τούτοις ἐμεσολάβησεν ἡ ἀντίδρασις, ἥτις καὶ ἤδη γεννᾶται καὶ ἤρξαντο αἱ ἀντιδράσεις, ὑπεχώρησε δὲ ὁ Δεληγιάννης καὶ ἠναγκάσθη νὰ παραπέμψῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς Ἐπιτροπὴν πρὸς μελέτην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐσήμαινεν ἐγκατάλειψιν τῆς Θεσσαλικῆς πολιτικῆς. Καὶ τότε συνέβη ὅ,τι δυστυχῶς τὴν στιγμὴν ταύτην ἔλαβε χώραν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἐκ τῶν τότε βουλευτῶν — διότι κυρίως ὑπεύθυνοι διὰ τὰ τελούμενα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴμεθα ἡμεῖς οἱ Θεσσαλοὶ βουλευταὶ καὶ κυρίως οἱ ἀντιδρῶντες εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς εἶχε προηγουμένως καὶ οἱ ἐπιμένοντες εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τροπολογημένου ὡς ἔχει — οἱ τότε βουλευταί, 32 τὸν ἀριθμόν, ἦσαν οἱ πλεῖστοι μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Παραδόξως οἱ πλεῖστοι τῶν Θεσσαλῶν βουλευτῶν πάντοτε ἦσαν μὲ τὸ «Νταβλέτι», ἀλλὰ δὲν βλέπω κατὰ τί εἶναι ὠφέλιμοι εἰς τὴν πατρίδα αὐτῶν, διότι τὸ «Ντοβλέτι» δὲν ἀκούει. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀπορῶ πῶς, ὑποστηρίζοντες ἓν Κόμμα καὶ μίαν ἀρχήν, ἐν τούτοις εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸ Κόμμα, εὑρίσκονται ἐν διαφωνίᾳ. Ἐγκατελείφθη τότε ἡ Θεσσαλικὴ πολιτική, διωρίσθη μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία περιελθοῦσα τὴν Θεσσαλίαν, ἐμελέτησε καὶ τῷ ὄντι ὑπέβαλε μελέτην σοβαρωτάτην, ἀλλ’ ὡς προεῖπον, ἡ ἀπόφασις τῆς ἐγκαταλείψεως τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος εἶχε ληφθῇ. Ἔκτοτε διέρρευσαν δέκα ἔτη ὁλόκληρα, χωρὶς οὐδὲν νὰ ἐπιτελεσθῇ περὶ τῆς Θεσσαλίας. Ἀπὸ τοῦ 1906 καὶ κυρίως ἀπὸ τοῦ 1908 ἤρξατο ἀφυπνιζομένη ἡ ψυχὴ τοῦ Θεσσαλοῦ ἀγρότου, ἤρξατο συναισθανόμενος ὁ ἀγρότης ὅτι δὲν εἶναι δοῦλος, ὅτι ὁ προορισμός του δὲν εἶναι νὰ εἶναι δοῦλος, ἀλλ’ ὁ προορισμός του εἶναι νὰ χαίρῃ ἴσων δικαιωμάτων μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους πολίτας καὶ ἔκτοτε ἤρξατο ἡ συστηματικὴ ὀργάνωσις τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων πληθυσμῶν διὰ τῆς ἱδρύσεως γεωργικῶν συνδέσμων καὶ διὰ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς ἀγροτικῆς γεωργικῆς πολιτικῆς ἐν τῇ Χώρᾳ. Πολλὰ ἐγένοντο ἀπὸ τότε, ἀλλ’ ἡ ὁριστικὴ λύσις, ἡ ὁποία ἤδη τίθεται ἐπὶ τάπητος, πάντοτε προσέκρουσε πρὸ ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν, ὅπως προσκρούει καὶ ἤδη. Κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909, ὁπότε οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ ἤλπισαν ὅτι δύνανται νὰ διεκδικήσωσι τὰ δίκαιά των, ἀπετάθησαν καὶ τότε, ὡς σήμερον συμβαίνει, εἰς τὴν τότε ἐν τοῖς πράγματι Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸν ἰσχύοντα τότε Στρατιωτικὸν Σύνδεσμον, ἀλλ’ ἀτυχῶς αἱ σκέψεις τῆς τότε Κυβερνήσεως τοῦ μακαρίτου Μαυρομιχάλη καὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ Συνδέσμου, ὁ ὁποῖος ἀπετέλει στάσιν στρατιωτικήν, οὐχὶ δὲ ἐπανάστασιν καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὸ πνεῦμα τοιούτων σοβαρῶν ζητημάτων, αἱ σκέψεις, λέγω, τῆς Κυβερνήρεως ἐκείνης ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἡ ἀπάντησις εἰς ἐκείνους τοὺς ἀτυχεῖς πληθυσμοὺς ἦτο ἄρνησις εἰς οἱανδήποτε ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Εἰς τὴν ἄρνησιν ἐκείνην ὁ λαὸς τῆς Θεσσαλίας διὰ συλλαλητηρίου ἐπεδίωξε νὰ ἐκδηλώσῃ ἐκ νέου τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀπελευθερώσεώς του. Ἐπὶ Κυβερνήσεως Δεληγιάννη ἡ ἀπάντησις εἰς τὴν δικαίαν διαμαρτυρίαν τοῦ Θεσσαλικοῦ πληθυσμοῦ ἐδόθη οἵα ἐδόθη καὶ κατὰ τὸ 1882 διὰ τῶν λογχῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ δυστυχῶς κατὰ τὸ 1910 ἔρρευσε τὸ περισσότερον Θεσσαλικὸν αἷμα πλησίον τῆς Λαρίσσης καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Θεσσαλίᾳ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διὰ τῆς μεταβολῆς τῶν παρ’ ἡμῖν πολιτικῶν πραγμάτων ἐγεννήθησαν αἱ ἐλπίδες τῆς ἐπιλύσεως τοῦ ζητήματος, ἀφ’ ἧς δὲ στιγμῆς...
§425Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα...
§426Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Τὸ γνωρίζω ὅτι ἐνδιαφέρεσθε διὰ τὰ τσιφλίκια.
§427Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα ἐγώ, ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου πρὸς τὸν κ. Φίλιον καὶ σεῖς ἐνομίσατε ὅτι σᾶς διέκοψα. Δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω μὲ σᾶς ποτέ, διὰ νὰ σᾶς ἀνακοινώσω τὰς σκέψεις μου, οὔτε τὰς ἔγραψα ποτέ, ὥστε δὲν δύνασθε νὰ προεξοφλῆτε τὴν γνώμην μου, ἐκτὸς ἐὰν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλῆτε περὶ ὅλων τῶν πραγμάτων, πλὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Ὁμιλεῖτε περὶ ἀνέμων, περὶ ὑδάτων, περὶ κεράμων καὶ μόνον περὶ τοῦ ναμοσχεδίου δὲν ὁμιλεῖτε.
§428Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Σέβομαι τὴν ψυχολογίαν σας. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι τὸ πνεῦμα...
§429Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Πολλὰ γνωρίζετε καὶ δὲν γνωρίζετε τίποτε.
§430Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅτε διὰ πρώτην φορὰν ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ὁ ἀξιότιμος νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, οἱ Θεσσαλικοὶ πληθυσμοὶ ἤρχισαν νὰ ἐλπίζουν ἐπὶ τὴν ἐπίλυσιν τοῦ ζητήματός των. Ὄντως, τὸ πρόγραμμα τῆς τότε Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων καθὼς ἐξηγγέλθη δι’ ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν τε Λαρίσσῃ καὶ Τρικκάλοις καὶ εἰς ἄλλας Θεσσαλικὰς πόλεις, ἦτο ἡ ταχυτέρα λύσις τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος, συμφώνως πρὸς τοὺς πόθους τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων ὀφείλεται ἡ κατὰ τὴν δευτέραν Ἐθνοσυνέλευσιν ψηφισθεῖσα ἐν τῷ Συντάγματι διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ γίνῃ ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις τῶν Θεσσαλικῶν τσιφλικίων, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι πρόκειται διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν. Τῇ συστάσει δὲ πολλῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐψηφίσθη καὶ νόμος περιορίζων τὸ βάρβαρον ἔθιμον τῆς ἐξώσεως, προσωρινῶς πάντοτε. Ὁπωσδήποτε δὲ ἡ ἀκουσία ἀπαλλοτρίωσις τσιφλικίων τινῶν ἔδωκε τὴν ἐλπίδα, ὅτι θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἐπιλύσῃ τὸ ζήτημα τὸ Θεσσαλικὸν συμφώνως πρὸς τοὺς πόθους τοῦ λαοῦ. Μετὰ δὲ τὰ Διατάγματα περὶ ἀγροτικῶν κτημάτων, τὰ ἐφαρμοσθέντα ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἤλπισε πλέον σοβαρῶς ὁ Θεσσαλικὸς λαός, ὅτι λύεται τὸ ζήτημά του. Ὡς δὲ εἶχεν ἀρχικῶς διατυπωθῆ τὸ νομοσχέδιον, διὰ τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ὁλοκλήρων τσιφλικίων, ἐξεπλήρου τοὺς πόθους τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ. Διὰ τῆς ὑποβληθείσης ὅμως κατόπιν τροπολογίας, δι’ ἧς ἐγκαθιδρύομεν ὁριστικῶς τοὺς μεγάλους ἰδιοκτήτας ἐν Θεσσαλίᾳ, καθίσταται σχεδὸν ἀδύνατος ἐν τοῖς πλείστοις διαμερίσμασι τῆς Θεσσαλίας ἡ ἐπίλυσις τοῦ ζητήματος συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχικὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Διότι, διὰ νὰ τὸ ἐννοήσητε καλῶς, τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπαρκέσωσιν αἱ γαῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐναπολείπονται εἰς πλεῖστα τσιφλίκια, πρὸς διανομὴν καὶ ἱκανοποίησιν τῶν γεωργικῶν οἰκογενειῶν καὶ ὁ νόμος θὰ μείνῃ ἀνεφάρμοστος. Ἡ δὲ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας, διὰ τῆς ὁποίας δύναται διὰ τῆς μετατοπίσεως εἰς τὸ ὅμορον κτῆμα καὶ κατόπιν εἰς τὸ δεύτερον καὶ τρίτον σύνορον νὰ γίνῃ ἡ ἐγκατάστασις τῆς γεωργικῆς οἰκογενείας, εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον κρίνεται ὄχι μόνον ὑπ’ ἐμοῦ, ὄχι μόνον ὑπὸ συναδέλφων Θεσσαλῶν, ἀλλ’ ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ Θεσσαλικοῦ λαοῦ, ὡς ἀπολύτως ἀνεφάρμοστον. Πρῶτον διότι δὲν θὰ ἐπαρκέσουν αἱ σχετικαὶ γαῖαι διὰ τὴν ὅλην διανομήν, ἐφ’ ὅσον τὸ ⅓ ἀπεχωρίσθη ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου· δεύτερον διότι γνωρίζετε πολὺ καλὰ ποῖα εἶναι ἡ πρόληψις τοῦ ἀγρότου, ἐγκαταλείποντος τὴν οἰκίαν αὐτοῦ καὶ τὸ χωρίον του. Ἡ ἐγκατάστασις αὐτοῦ δίκην μετανάστου, δίκην πρόσφυγος, εἰς ἕτερον χωρίον, παρουσιάζει τι τὸ ἀπολύτως ἀνεφάρμοστον. Ἐὰν μέχρι τοῦδε ὁ Θεσσαλὸς ἀγρότης διὰ τῶν συμβολαίων μισθώσεως μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ αὐτοῦ καὶ τοῦ ὅρου τοῦ ἐπαχθοῦς τῆς ἐξώσεως, ἔτρεμε πρὸ τοῦ ἰδιοκτήτου, διότι ἐθεώρει ὡς τὸ ἔσχατον κατ’ αὐτοῦ μέτρον τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς οἰκίας του καὶ τοῦ χωρίου του, ὅπου ἐπαναπαύονται τὰ ὀστᾶ τῆς οἰκογενείας του, ἤδη πῶς, ἐρωτῶ, ἑκουσίως θὰ δεχθῇ νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ χωρίον του, ἵνα ἐγκατασταθῇ εἰς τὰ σύνορα ποῦ θὰ τοῦ ὁρίσῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδικαιολόγησε τὴν τροπολογίαν αὐτὴν εἰπὼν ὅτι, ναὶ μὲν θὰ ἀφήσῃ τὸ σπίτι του καὶ τὸ χωρίον του ὁ ἀγρότης, ἀλλὰ τοῦ δίδομεν ὡς δῶρον τὴν ἐλευθερίαν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀνεφάρμοστον, ὡς ἐκ τῆς ἀνεπαρκείας εἰς ὡρισμένας περιοχὰς τῆς Θεσσαλίας τῶν στρεμμάτων διὰ τὴν διανομὴν εἰς τοὺς ἀγρότας καὶ διὰ τὴν ἀποκατάστασιν. Αὐτὸ εἶναι ἐν ὀλίγοις τὸ κύριον ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προσκρούει ἡ ἐφαρμογὴ καὶ θὰ προσκρούσῃ ἀναμφισβητήτως. Ἐνθυμηθῆτε τὰς λέξεις αὐτάς. Ἐδημιουργήθη ἀντίδρασις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ὁποία διὰ τῆς σημερινῆς συζητήσεως, ἔστω καὶ ὑπὸ ἐλαχίστων ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ παρευρισκομένων ἐνταῦθα, θὰ ἐκδηλωθῇ παρ’ ὅλας τὰς ἀκουομένας διαμαρτυρίας. Μὴ νομίζετε ὅτι δύναταί τις νὰ πτοηθῇ ἀπὸ ἀντίδρασιν κοινοβουλευτικήν, διότι προορισμὸς τοῦ Κοινοβουλίου εἶναι τὸ συζητεῖν ἐλευθέρως, ὁ δὲ προορισμὸς τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι νὰ ἀγορεύῃ καὶ νὰ λέγῃ ὡραίας καὶ κενὰς λέξεις ἢ νὰ ποιῆται διάλεξιν, ἀλλὰ νὰ παλαίῃ, διότι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν εἶναι βῆμα διαλέξεως, ἀλλὰ πάλης. Ὁμολογῶ ὅτι σήμερον δὲν ἀνέμενον ἐκ μέρους κόμματος, φιλελευθέρου ὄντως, διεκδικοῦντος τοιοῦτον τίμιον τίτλον, νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἀντίληψιν διὰ τὴν τύχην 300.000 πληθυσμοῦ Θεσσαλικοῦ. Καὶ ἡ μὴ ἀποδοχὴ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ὅπως τῆς Βουλῆς οὔσης πλήρους γίνῃ συζήτησις, ὡς ἔδει νὰ γίνῃ διὰ τόσον σοβαρὸν ζήτημα, καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ γεννᾷ ἐν ἐμοὶ τὸ ἐρώτημα: Σκέπτεται ἡ ἰδία Κυβέρνησις σοβαρῶς ἂν δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, ἢ ἁπλῶς καὶ μόνον λέγει «ἂς τὸ ψηφίσωμεν καὶ βλέπομεν ἀργότερα τί θὰ γίνῃ»; Καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ περινούστατος κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας θεωρεῖ τέλειον τὸ νομοσχέδιον...
§431Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶπον ἐγὼ ὅτι τὸ θεωρῶ τέλειον;
§432Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δι’ αὐτὸ σπεύδετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ τὸ ψηφίσετε;
§433Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Κἄτι εἶπον ἐγώ, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀντελήφθητε σεῖς. Ἐγὼ ἀντιθέτως εἶπον ὅτι κανὲν ἔργον ἀνθρώπινον, ὄχι μόνον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ κανέν, δὲν θεωρῶ τέλειον. Εἶπον ἐπίσης ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη βελτιώσεως, θεωρῶ ὅμως ὅτι δίδονται 99½% ἀπὸ ὅσα ζητοῦν εἰς τοὺς ἀγρότας, τὰ ὁποῖα, ἂν δὲν ἦτο ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις καὶ αἱ σημεριναὶ περιστάσεις, δὲν θὰ ἠμποροῦσαν ποτὲ μὲ τοὺς ἰδικούς σας λογαριασμοὺς νὰ τὸ ἀποκτήσουν. Τὸ λέγω διὰ νὰ τὸ ἀκούσουν καὶ οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐπεσκέφθησαν, καὶ νὰ μὴ ἀπομακρυνθοῦν ἐκ τῆς εὐθείας ἀντιλήψεως.
§434Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἡ ἀντίληψις, ἡ ὁποία διέπει τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, εἶναι ἡ ἀπορρέουσα ἐκ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων. Οἱ Γάλλοι — καὶ σᾶς ἀναφέρω τὸν Μοντεσκιὲ — εἶπον ὅτι ὁ μέγας ἰδιοκτήτης σπανίως γίνεται καὶ μέγας βελτιωτής. Καὶ ἄλλαι μελέται ἔγιναν κατὰ τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ· πρόκειται περὶ ἀποδόσεως ἐλευθερίας εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
§435Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Θέλετε νὰ ἐξαιρέσωμεν τὸν Νομὸν Τρικκάλων καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸν νόμον δι’ ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα; Ἂν θέλουν τοῦτο οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Νομοῦ Τρικκάλων, ἂς τὸ δηλώσουν.
§436Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Θὰ κάμητε ἔργον σωτήριον, ἡ εὐλογία ἐφ’ ὑμᾶς.
§437ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§438Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁμολογῶ ὅτι ἀπόψε ἠσθάνθην κἄτι, τὸ ὁποῖον μοῦ ὑπέμνησε παλαιάς τινας ἡμέρας κοινοβουλευτικῆς ζωῆς, καὶ λυποῦμαι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πληρεστέρα, ὥστε οἱ συνάδελφοι τῶν Νέων Χωρῶν καὶ οἱ κατὰ πρῶτον εἰσελθόντες ἐνταῦθα νὰ ἴδωσιν εἰς τὴν εἰκόνα τῆς παρούσης Βουλῆς εἰκόνα ἄλλων Βουλῶν, τὰς ὁποίας δὲν ἐγνώρισαν καὶ τὴν ὁποίαν εἰκόνα τινὲς τῶν παλαιῶν συναδέλφων φαίνεται ὅτι ἐνοστάλγησαν. Ὁ συνάδελφός μου ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὑπέβαλε πρότασιν, ὅπως ἂν θέλωσιν οἱ κ.κ. βουλευταὶ Τρικκάλων, ὑποβάλουν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἐξαιρεθῇ ὁ νομὸς Τρικκάλων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
§439Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς γνώμης αὐτῆς ἀσυζητητεί.
§440Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ ἡ συζήτησις, χάρις εἰς τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. συναδέλφου, δὲν δύναται νὰ περατωθῇ ἀπόψε διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ψηφοφορίαν, συνεχίζων τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, ἐπειδὴ οὕτως ἢ ἄλλως τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ, παρακαλῶ τοὺς ἐκ Τρικκάλων κ.κ. βουλευτὰς νὰ ὑποβάλωσιν ὡρισμένην πρότασιν. Ἢ στέργουν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἰς τὸν Νομόν των καὶ τότε πρέπει νὰ βοηθήσουν εἰς τὴν ψήφισίν του, ἢ δὲν στέργουν, καὶ τότε ὀφείλουν, συνεπεῖς πρὸς τὰς ἰδέας των, νὰ ὑποβάλουν πρότασιν ἐξαιρέσεως τοῦ Νομοῦ των. Ἐλπίζω ὅτι εἰς τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ εὑρεθῶμεν ἐνώπιον μιᾶς ὡρισμένης ἀποφάσεως τῶν βουλευτῶν τῆς περιφερείας ἐκείνης, ὥστε οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ καταπονῆται — ὄχι διὰ νὰ διαφωτισθῇ, ἀλλὰ κωλυσιεργικῶς, — οὔτε ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης στάσεως νὰ εἶναι ἡ παράτασις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Διότι βέβαια τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ. Δὲν ζητοῦμεν λοιπὸν ἀπὸ τοὺς κ.κ. βουλευτάς, παρὰ νὰ δώσωσι τὴν ψῆφον των, ναὶ ἢ ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις τὴν Τετάρτην, πρὸ πάσης συζητήσεως, παρεκάλεσε τοὺς κ.κ. βουλευτάς, νὰ δηλώσωσι τί θέλουσι.
§441Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, οἱ βουλευταὶ Τρικκάλων, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ νομοσχέδιον, δι’ οὗ ἐπιβάλλεται ἀναγκαστικὴ ἀπαλλοτρίωσις τῶν τσιφλικίων, δὲν ἔλαβον καιρόν, ἕνεκα τοῦ βεβαρημένου τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ τοῦ ἐπείγοντος ὅπως τερματίσῃ τὰς ἐργασίας αὐτῆς ἡ Βουλή, νὰ συμμετάσχωσιν εἰς τοσοῦτον σπουδαῖον καὶ οὐσιῶδες διὰ τὸν Νομόν των νομοσχέδιον, δὲν ἔλαβον, λέγω, καιρὸν νὰ τὸ μελετήσωσι καὶ λάβωσι μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ.
§442Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ ἀξιότιμος ἀγορεύων κ. Καραϊσκάκης ἔπρεπε νὰ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν του εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους του, ἵνα ὁμιλήσωσιν, ἀφοῦ ἐπὶ τοσοῦτον ὡμίλησε κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ὥστε καὶ οὗτοι νὰ λάβωσι μέρος καὶ ἀναπτύξωσι τὰς γνώμας των. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ μελετημένον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου συναδέλφου μου ἐπὶ τῆς Γεωργίας, καὶ τὴν εἰσηγητικὴν δὲ ἔκθεσιν ἤκουσεν ἡ Βουλὴ καὶ τῶν γνωμῶν τοῦ κ. Ζαβιτζιάνου, ἐνόμιζα δὲ ὅτι οἱ κ.κ. βουλευταὶ Τρικκάλων, ἔχοντες συμφέρον νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἤθελον νὰ ψηφισθῇ τοῦτο, πρὸ παντὸς δὲ ὅτι θὰ ἤθελον νὰ μὴ παρακωλυθῇ ἡ συζήτησίς του. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, συνεχίζων τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, ὅπως μεθαύριον εὑρεθῶμεν πρὸ σαφοῦς καὶ δεδηλωμένης δηλώσεως τῶν κ.κ. βουλευτῶν Τρικκάλων, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις πῶς θὰ ρυθμίσῃ τὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἂν δηλαδὴ θὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισίν του δι’ ὅλους τοὺς Νομούς, ἢ θὰ στέρξῃ νὰ περιλάβῃ τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἀπόψε ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτής. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἤδη νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως καὶ τὸν ὁρισμὸν νέας τοιαύτης διὰ τὴν προσεχῆ Τετάρτην, ὥραν 5 μ.μ.
§443ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§444ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν προσεχῆ Τετάρτην, ὥραν 5. μ.μ. (Ὥρᾳ 5.30′ π.μ.).