1917.10.05
1,620 rows · 12,292 words · 165 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 44Η
ΠΕΜΠΤΗ 5 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 5 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Γ. ΚΟΚΚΙΝΑΚΗΣ. Εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ Ἐκκλησιαστικοῦ Ταμείου» ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε τροποποίησιν, ἡ ὁποία ἐψηφίσθη, ἀλλὰ δὲν σημειοῦται εἰς τὰ πρακτικά.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θὰ διορθωθῶσιν. (Ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ αʹ κατηγορίας παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ καταργηθῇ τὸ ἐδάφιον γʹ τῆς αʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΓΩΠʹ. — Τὸ προσωπικὸν Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων καὶ Τηλεφώνων παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ἀφορῶν αὐτοὺς πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. — Ὁ κ. Β. Βαφειόπουλος παρακαλεῖ ὅπως μὴ ψηφισθῇ ὁ νόμος ὁ ἀπαγορεύων τὴν μετατροπὴν τῆς σούμας εἰς οὖζον, καθότι καταστρέφεται ἡ ἐγκατάστασις τῶν ἐργοστασίων του. — Αἱ γεωργικαὶ οἰκογένειαι ἐκ Στρατσόβου ἐπαρχίας Πετριτσίου πρόσφυγες, ζητοῦσι τὴν ἐγκατάστασίν των εἰς Βακοὺφ Γενήκιοϊ καὶ σπόρον, ὅπως σπείρωσι τὴν περιφέρειαν ταύτην. Ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως ταμείου τῆς ἐλαίας καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 55 καὶ 56 τοῦ νόμου 214» Ἐπιτροπὴ καταθέτει τὴν ἔκθεσίν της. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Δαζέας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ.». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Τράκας καὶ Θ. Φίλιος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μερικῆς κυρώσεως ἀναγκαστικῶν Β. Διαταγμάτων, ἀναγομένων εἰς τὴν Πανεπιστημιακὴν νομοθεσίαν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Παπαϊωάννου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ.». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Ἀνδρεαδάκης, Μ. Μανασάκης καὶ Μ. Παπαμιχελάκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς Θεσσαλονίκης παθόντων δημοσίων ὑπαλλήλων κλπ.». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Χρηστόπουλος, Π. Πετρίδης, Π. Μεντζελόπουλος, Π. Ἀραβαντινὸς καὶ Δ. Τερζάκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς ἔργων ὁδοποιΐας». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Καλδῆς, Α. Σιφναῖος, Α. Παπαγεωργίου, Γ. Καραπαναγιώτης, Χ. Βασιλακάκης, Γ. Βαμβούρης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατασκευῆς ἔργων ὁδοποιΐας». — Οἱ δημοδιδάσκαλοι Γαργαλιάνων ζητοῦσιν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας των. — Οἱ νομίμως ἐκπροσωποῦντες τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους Πελοποννήσου δὲν ἀναγνωρίζουσι τὴν ἐνέργειαν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ταμείου Συντάξεως, παρακαλοῦσι δὲ ν’ ἀνακληθῇ τὸ καταστατικὸν τοῦ κανονισμοῦ ἐκείνων.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς» διὰ τῆς προσθήκης παραγράφου, μετ’ ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπῆς. — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Μιαούλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ͵ΓΧΜΒʹ, ͵ΓϠΓʹ, ͵ΓϠΟʹ (276, 310 καὶ 550).
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις δι’ αὔριον.
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναβάλλονται.
§8ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, κύριε Πρόεδρε.
§9Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν ἀναφορὰν ἐπὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν μαθητῶν καὶ γονέων τοῦ Γυμνασίου Τρικκάλων.
§11Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ περὶ ἧς πρόκειται ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Ἐπιτροπὴ Τρικκάλων διῴκησε πράγματι μὲ τὸ γάντι. Διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον νὰ παύσῃ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἤτοι ὅλον τὸν Σύλλογον τῶν καθηγητῶν, αὐτὸ σημαίνει ὅτι αὐτοὶ ὠργίασαν. Οἱ κύριοι οὗτοι ἀπέρριψαν ὅλους τοὺς Βενιζελικοὺς μαθητάς. Τὸ τί ἔχει κάμει ὁ Γυμνασιάρχης δὲν περιγράφεται. Δὲν ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ Γυμνασίου νὰ καταχωρίσουν τὰς βαθμολογίας τῶν μαθητῶν εἰς τοὺς ἐλέγχους, παρὰ κατεχώριζεν αὐτὸς τὴν βαθμολογίαν ὅπως ἤθελεν, ἐνῷ κάθε καθηγητὴς ὤφειλε νὰ ἀναγράψῃ τὴν βαθμολογίαν του ἐπὶ τοῦ ἐλέγχου ἑκάστου μαθητοῦ. Ἄλλοτε εἶπεν ὅτι οἱ μαθηταὶ ἐπλαστογράφησαν τὴν βαθμολογίαν των εἰς τοὺς ἐλέγχους. Ἔβαλε διαγωγὴν εἰς τοὺς μαθητὰς χωρὶς νὰ κάμῃ συμβούλιον, ὡδήγησε τοὺς μαθητὰς τοῦ Γυμνασίου ἐν παρατάξει εἰς τὸ Ἀνάθεμα. Φαντασθῆτε, κύριοι, νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τοὺς μαθητὰς νὰ πᾶνε εἰς τὸ Ἀνάθεμα.
§12Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ἡ μονιμότης θὰ τὸν προστατεύσῃ καὶ αὐτόν.
§13Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐκτὸς τούτων, κύριοι συνάδελφοι, ἐπέβαλεν εἰς τοὺς μαθητὰς ἔρανον διὰ τὸν ἀνδριάντα τοῦ Ἐκπτώτου. Καὶ πλεῖστα ἄλλα τέρατα καὶ σημεῖα ἔκαμε. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ ἀπολύσῃ τὸν Γυμνασιάρχην αὐτόν, διότι ἄλλως εἰς τὸ Γυμνάσιον Τρικκάλων δὲν θὰ πατήσῃ κανεὶς μαθητής.
§14Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ παρακαλέσω νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα ἐν ταῖς λεπτομερείαις του.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν καταγγελίας ἀξιωματικοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης πρὸς τὸν Γενικὸν Γραμματέα κ. Γλυνόν, ὅτι ὁ καθηγητὴς τοῦ ἐμπορικοῦ τμήματος Θεοτοκᾶτος διδάσκει εἰς τὰς μαθητρίας τὴν βιογραφίαν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ πρώην Πρωθυπουργοῦ ἀτυχῶς Λάμπρου καὶ ὅτι τὴν τοιαύτην διδασκαλίαν ἐπιδοκιμάζει καὶ ὁ καθηγητὴς κ. Λαμπίρης, καὶ τί ἐνήργησε κατ’ αὐτοῦ.
§16Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Χθὲς καθ’ ἣν ὥραν ἐγὼ εὑρισκόμην ἐν τῇ Βουλῇ, ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τοῦ Γενικοῦ Γραμματέως τοῦ Ὑπουργείου ἀξιωματικός τις καὶ ἐζήτησε νὰ ληφθῇ μέτρον περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀναφορᾶς, περὶ ἧς ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. βουλευτής. Θὰ ἐξετασθῇ λοιπὸν τὸ πρᾶγμα καὶ θὰ ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα κατὰ τῶν παρεκτραπέντων.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βαλαλᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν διδασκάλων Καστορίας.
§18Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Πρόκειται, κύριε Πρόεδρε, περὶ ἀναφορᾶς, ἡ ὁποία ἀπευθύνεται πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τῶν διδασκάλων Καστορίας. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ζητοῦσι τὴν νόμιμον προσαύξησιν τοῦ μισθοῦ των. Ἐννοεῖται ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου δι’ αὐτοὺς ζητήματος, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι οὗτοι εὑρίσκονται εἰς τὴν πολεμικὴν ζώνην, ὅπου τὰ πάντα εἶναι ἀκριβὰ καὶ σπανίζουν. Παρακαλῶ ὅπως ἡ ἀναφορὰ αὕτη παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὁ ὁποῖος ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διευθετήσῃ τὸ ζήτημα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Μ. Παπαμιχελάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ λοχίου Πολυδώρου Καραμανλάκη.
§20Μ. ΠΑΠΑΜΙΧΕΛΑΚΗΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀκούσῃ περὶ ζητήματος σπουδαιοτάτου, ἀφορῶντος τὸν λοχίαν τῶν πολυβόλων Πολύδωρον Καραμανλάκην. Ὁ λοχίας οὗτος, τραυματίας, ἐπὶ πλέον ἀνήκει εἰς τὴν ἔνδοξον Μεραρχίαν τῶν Σερρῶν, ἐνῷ δὲ ἐτραυματίσθη σοβαρώτατα εἰς τὸ μέτωπον, δὲν προήχθη, ἐνῷ ἄλλοι συνάδελφοί του προήχθησαν. Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὴν δέουσαν σύστασιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἂν διατελῇ ἐν γνώσει: 1) ὅτι ὁ κατὰ τὸν χρόνον τῆς τυραννίας Πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν Ἠλείας ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Δικαστηρίου, ἐνῷ ἐδικάζετο ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ Βασιλέως ὁ Σ. Βεντούζας, ἀπεκάλεσε τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Βενιζέλου «μακαρίᾳ τῇ λήξει πολιτικήν, ἣν ἀπεδοκίμασεν ἐπισήμως τὸ Κράτος» καὶ ἐδογμάτισεν ὅτι «πᾶς ὅστις ἀπὸ τῆς 18 Νοεμβρίου εἶναι Βενιζελικὸς εἶναι ἐχθρὸς τῆς Πατρίδος»· 2) ὅτι ἐκδικαζομένης τῆς κατὰ τοῦ Δ. Παπαγεωργίου κατηγορίας ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ Ἐκπτώτου, διετύπωσε τὴν ἐρώτησιν ἂν ὁ κατηγορούμενος εἶναι ὑπὲρ τοῦ Κράτους ἢ ἐναντίον τοῦ Κράτους, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὸ ἀκροατήριον ἔλεγεν ὅτι οὕτω πρέπει νὰ τίθεται τὸ ἐρώτημα, διότι πᾶς Βενιζελικὸς εἶναι ἐναντίον τοῦ Κράτους· 3) ὅτι κατὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἤδη καθεστῶτος, συνεδριάζοντος τοῦ Δικαστηρίου, ἐδέχθη προσφώνησιν τοῦ Προέδρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Ἠλείας ὑπὲρ τοῦ ἐκδιωχθέντος Βασιλέως καὶ διέκοψε τὴν συνεδρίασιν εἰς ἐκδήλωσιν λύπης, καὶ ἂν ταῦτα πράττων δικαστικὸς δύναται νὰ μείνῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀφοῦ συνετέλεσε νὰ ἐνθαρρύνῃ τοὺς ἐπιστράτους καὶ τὸ χειρότερον πάντων νὰ ἀπολύσῃ τοὺς δολοφόνους τοῦ ἐπόπτου τῶν φυλακῶν Γ. Γιαννοπούλου ἐπὶ ἐγγυήσει, διότι ὑπηρέτει τούτους. Ἐπίσης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν εἰς χεῖρας του εὑρίσκωνται καταγγελίαι τῶν κατὰ τὸν χρόνον τῆς τυραννίας ὑπηρετούντων ἐν τῷ Πρωτοδικείῳ Ἠλείας δικαστῶν, Εἰσαγγελέων καὶ Προέδρου Πρωτοδικῶν. Ἰδίᾳ δὲ ἐρωτᾷ ἂν διατελῇ ἐν γνώσει: 1) ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς τῇ ἀξιώσει τῶν ἐπιστράτων Πύργου συνέπραξε μετ’ αὐτῶν, ἐπιτεθέντων δι’ ὅπλων καὶ πυροβολισμῶν κατὰ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐκάλεσε καὶ ἐξεδίωξε τοὺς Π. Κοροβέσην, Δημ. Καρεντζινᾶν, Γ. Κάζογλην, δημοδιδασκάλους, Γ. Βανδῶρον, ἐπιθεωρητὴν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, Τ. Μακρυγιάννην, γεωμέτρην, καὶ ἄλλους ἐκ Πύργου, καὶ διὰ νυκτός, χωρὶς κἂν νὰ ἐπιληφθῇ τυπικῶς ἔστω τῆς καταδιώξεως κατὰ τῶν ἐξέγερσιν προκαλούντων ἐπιστράτων· 2) ὅτι εἰσήγαγεν εἰς τὸ Πλημμελειοδικεῖον Ἠλείας τὸν πολίτην Χ. Φαλτσαδᾶν ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ τοῦ Ἐκπτώτου, διότι εἶπεν ὅτι ἐνόσῳ εἶναι Σύνταγμα θὰ εἶναι Βενιζελικός, καὶ κατεδικάσθη οὗτος· 3) ὅτι ἐφυλάκισε τὸν Ι. Παρασκευόπουλον, κατατραυματισθέντα ὑπὸ τῶν ἐπιστράτων ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ Ἐκπτώτου, ἐνῷ οὐδὲν ἐνήργησε κατὰ τῶν ἐπιστράτων· 4) ὅτι κατεδίωξε πειθαρχικῶς τὸν ἐπιστάτην τῶν φυλακῶν Γ. Γιαννόπουλον ἐπὶ ἀσυμβιβάστῳ διαγωγῇ, διότι συνεδέετο μετ’ ἐμοῦ ὡς Βενιζελικοῦ βουλευτοῦ, καὶ ἐνεθάρρυνε τοὺς ἐπιστράτους νὰ δολοφονήσωσι τὸν Γιαννόπουλον.
§22Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν κ. Συριόπουλον δίδω τὴν ἀπάντησιν ὅτι ἔχω γνῶσιν τινῶν ἐκ τῶν κατηγοριῶν κατὰ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων Πύργου καὶ διέταξα ἀνακρίσεις. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ διατάξω ἀνακρίσεις καὶ τὰ πορίσματα ἀμφοτέρων τῶν ἀνακρίσεων θὰ προσαγάγω ἐν καιρῷ εἰς τὴν Βουλήν.
§23Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν εἶναι δυνατόν, νὰ μεταβῇ ἐκεῖ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν.
§24Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐλαίου» ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της. — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1) «Περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν λιποταξίαν καὶ ἀνυποταξίαν διατάξεων» καὶ 2) «Περὶ προσθήκης διατάξεων τινῶν ἐν τῷ νόμῳ 753». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 749 «περὶ πληρωμῆς τῶν καθυστερουμένων ἐπιδομάτων εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων τῆς ἐπιστρατεύσεως 1915». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 238 «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως». Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν, ἂν δέχεται ὅπως ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω νομοσχέδια κηρυχθῶσι κατεπείγοντα καὶ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχήν.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Κηρύσσονται κατεπείγοντα καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§28Γ. ΠΩΠ. Νὰ ἀναβληθοῦν αἱ ἐπερωτήσεις, κύριε Πρόεδρε.
§29ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθοῦν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν παραιτοῦνται ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι κ.κ. βουλευταί, τότε δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν αὐτάς.
§31ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῇ, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλωμεν ταύτας διὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἢ δι’ αὔριον.
§33Γ. ΠΩΠ. Ἐπερώτησις, κύριε Πρόεδρε, σημαίνει ἔλεγχον τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Οἱ ἐπερωτῶντες εἶναι ὅλοι βουλευταὶ κυβερνητικοί. Ἡμεῖς, οἱ ἔξω τοῦ κυβερνητικοῦ κύκλου εὑρισκόμενοι, παραιτούμεθα, καίτοι ἐγγεγραμμένοι, τοῦ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου, παρακαλοῦμεν δὲ τοὺς συμπολιτευομένους κ.κ. βουλευτὰς νὰ παραιτηθῶσι καὶ αὐτοί, διότι ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ χωρήσῃ ἐπὶ σοβαρώτερα ἔργα.
§34Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἡμεῖς δὲν παραιτούμεθα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
§36Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος κ. Ὑπουργός.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε κατ’ ἀνάγκην προχωροῦμεν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, καθόσον οἱ λοιποὶ κ.κ. βουλευταὶ παρητήθησαν τοῦ ἐλέγχου.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὑπάρχει πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 15 βουλευτῶν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ὅπως προταχθῇ πρὸ πάσης συζητήσεως ἡ ὑπ’ ἀριθ. 114 πρότασις νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ 492 τῆς 30 Νοεμβρίου 1914 νόμου διὰ προσθήκης 4ου ἄρθρου». Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρόταξιν;
§38ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς τῆς Θεσσαλονίκης παθόντων δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως καὶ λειτουργίας ἐν τῷ Κράτει ἰδιωτικῶν ἐκπαιδευτηρίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποχωρήσεως διοικητικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς «περὶ παραπομπῆς εἰς δίκην τῆς Κυβερνήσεως Σ. Σκουλούδη».
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὕτη κατὰ πᾶσαν πιθανότητα πρόκειται νὰ ἐγείρῃ συζήτησιν μακράν, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως στέρξῃ καὶ προταχθῇ ἡ συζήτησις καὶ ψήφισις ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τόσον μακρὰν συζήτησιν, καὶ ἔπειτα νὰ ἐπανέλθωμεν ἐπ’ αὐτῆς.
§41Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ προχθές, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εἴπετε ὅτι ἡ ἔκθεσις θὰ διανεμηθῇ τὴν ἑπομένην καὶ ἐπειδὴ ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἕνεκα τεχνικῶν λόγων, δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ διανεμηθῇ τὴν ἑπομένην, ἀλλὰ μᾶς διενεμήθη χθές...
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀμέσως καὶ κυρίως ἐνδιαφερόμενος κ. Δ. Ράλλης ἔλαβε γνῶσιν καὶ τῷ ἀπεστάλη ἀντίτυπον τὴν ἑπομένην ἀμέσως.
§43Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν τὴν ἐλάβομεν ὅμως ἡμεῖς καὶ ἡ Βουλὴ ἐν γένει, ἥτις ἔχει ἀνάγκην νὰ λάβῃ γνῶσιν. Λοιπόν, παρακαλῶ ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἡ πρότασις αὕτη ἔρχεται κατὰ τὴν σειράν της εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πρὸς συζήτησιν, προκειμένου νὰ ληφθῇ ἄλλη τις ἀπόφασις, νομίζω ὅτι εἶναι προτιμώτερον νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως ταύτης δι’ ἄλλην τινὰ ἡμέραν καὶ νὰ μὴ συζητηθῇ σήμερον, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ λάβωμεν ἐγκαίρως γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως τῆς Προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἂν στέργῃ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, Ὄχι.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπερρίφθη. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή, ἐὰν δέχεται νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων νομοσχεδίων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει μακρὰ συζήτησις.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης μεταβατικῆς διατάξεως εἰς τὸν ἐν ἰσχύϊ Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς». (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις νόμου). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκπτώσεως μέρους ἐκ τοῦ ἐνοικίου τῶν λιμενικῶν φόρων τῶν ἐτῶν 1915 καὶ 1916». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προαγωγῆς ὑπαξιωματικῶν μετασχόντων τοῦ ἀγῶνος τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τραυματισθέντων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ νόμου ΓϞΗʹ ὑπ’ ἀριθ. 3098». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν ἐφ’ ἅπαξ ἐκδοθέντων Νομοτελεστικῶν Β. Διαταγμάτων, 1) τοῦ ἀπὸ 17)22 Ἰουνίου 1913 κανονιστικοῦ τῆς 2ας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου ͵ΓΩΚΓʹ καὶ 2) τοῦ ἀπὸ 17)24 Αὐγούστου 1912 κανονιστικοῦ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου ͵ΓϠΞϚʹ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου 1916 καὶ 4 Ἀπριλίου 1917 «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 703 «περὶ αἰσχροκερδείας Διαταγμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντηρήσεως κλπ. τῶν ὑπολειφθέντων τμημάτων τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Βυζαντινῆς Ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Δημητρίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἐν Τουρκίᾳ ὑπηρετησάντων ἢ διορισθέντων προξενικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως ἀσφαλίσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ͵ΓΩΚΕʹ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τοῦ νόμου 204 «περὶ πρεσβειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παροχῆς προσθέτου ἀποζημιώσεως εἰς δικαστικοὺς λειτουργούς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξαναγκαστικῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκαταστάσεων ἠλεκτρισμοῦ πρὸς φωτισμὸν τῶν ὁδῶν τῶν πόλεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1917 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 276 νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως πρὸς ἀνέγερσιν Κεντρικοῦ Σταθμοῦ Αὐτοκινήτων καὶ δημοσίων ὑπηρεσιῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως δωρεᾶς καταστήματος πρὸς τὴν Κοινότητα Πεσσάδας Κεφαλληνίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς «περὶ παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τῆς Κυβερνήσεως Στεφάνου Σκουλούδη».
§49Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶχα τὸν καιρὸν νὰ διέλθω ὅλας ἐκείνας τὰς κατηγορίας τῆς Ἐπιτροπῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§50Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ ἀναβολὴ πρέπει νὰ δοθῇ. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀπαντήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ περιορίσωμεν.
§51ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§52Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νομίζω ὅτι ἡ ἀναβολὴ πρέπει νὰ δοθῇ.
§53ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναβληθῇ μέχρι τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς «περὶ παραπομπῆς εἰς δίκην τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη» παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τῆς Κυβερνήσεως Δ. Γούναρη. Ὁ κ. Κ. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§55Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι βουλευταί, διὰ προτάσεως ἐμφανιζομένης ἐν τῷ πενιχρῷ τούτῳ φύλλῳ χάρτου καὶ ὑπογεγραμμένης ὑπὸ 25 περίπου βουλευτῶν, προτείνεται ἡ παραπομπὴ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἔχω τὴν γνώμην, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶναι καὶ τύποις καὶ οὐσίᾳ παράνομος καὶ ἀπαράδεκτος.
§56ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀνακαλέσῃ, κύριε Πρόεδρε. (Θόρυβος).
§57Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δύνασθε νὰ ἔχητε οἱ διακόπτοντες οἱανδήποτε γνώμην, ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ μὴ σέβησθε τὴν ἰδικήν μας γνώμην, ἀπαραλλάκτως ὡς καὶ ἡμεῖς σεβόμεθα τὴν ἰδικήν σας. Ἂν δέ τινες νομίζωσιν ὅτι διὰ τῶν διακοπῶν εἶναι δυνατὸν νὰ καταπνιγῇ ἡ φωνὴ τῆς ἀληθείας, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἐπιτύχωσι τοῦτο. Ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς κατηγορίας κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, ἔχει ὡρισμένας διατάξεις, πρὸ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος γνώμη. Ὀφείλω δὲ νὰ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ παρασκευάζον τοὺς νόμους, αὐτὸ τοῦτο πρὸ παντὸς ἔχει ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν θέλησιν νὰ τοὺς τηρήσῃ ἐν ἀκριβείᾳ καὶ μετὰ πάσης εὐλαβείας. Ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἐν ἄρθρῳ 11ῳ λέγει ῥητῶς τὰ ἑξῆς: «Ἡ περὶ καταδιώξεως πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, ἂν μὴ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς 20 τοὐλάχιστον βουλευτῶν καὶ μὴ ὁρίζῃ ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται, καὶ τὴν παράβασιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας».
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἀφίνετε τὰ δικονομικά;
§59Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἐξετάσω τὰ δικονομικά. Ἡ δικονομία εἶναι ὁ ἄγρυπνος φρουρὸς ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης. Ἡ δικονομία προστατεύει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τῶν δικαστῶν. Εἶναι ὁ κῶδιξ τῶν ἐντίμων ἀνθρώπων, ὡς λέγει ὁ Ferri. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὁ ὁποῖος κανονίζει καὶ τὴν διαδικασίαν τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς, ὁρίζεται ῥητῶς ὅτι ἡ περὶ καταδιώξεως Ὑπουργοῦ πρότασις πρέπει νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 20 βουλευτῶν. Ἐκτὸς δὲ τῶν 20 ὑπογραφῶν, ἀπαιτεῖται νὰ ἀναφέρῃ γεγονότα ὡρισμένα καὶ τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα προβλέπουσι περὶ τῶν γεγονότων αὐτῶν, ὡς στοιχείων ἀξιοποίνου πράξεως. Ἀξιόποινοι δὲ πράξεις δὲν εἶναι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας οἱαδήποτε φαντασία δημιουργεῖ, ἀλλ’ ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας καθορίζουσιν οἱ νόμοι δι’ ὡρισμένων γεγονότων. Ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν κατηγορῶ τὸν Α ὡς ἀπατεῶνα ἢ κλέπτην, δὲν λέγομεν τίποτε πρὸς τὴν καταδιωκτικὴν Ἀρχήν. Πρέπει νὰ ἀναφέρωμεν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνιστῶσι τὴν ἀξιόποινον πρᾶξιν, ἣν ἀποδίδομεν, διότι, ὡς προεῖπον, τὰ γεγονότα χαρακτηρίζουσι τὰς πράξεις καὶ τὰ γεγονότα ταῦτα ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἁρμοδία Ἀρχή, ἵνα κρίνῃ κατὰ πόσον συντρέχει νόμιμος περίπτωσις, ὅπως ἐγείρῃ τὴν ποινικὴν ἀγωγήν, δίδουσα τὸν προσήκοντα νομικὸν χαρακτηρισμόν. Ἐὰν δὲ ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι θεμελιώδης ἐν τῇ ποινικῇ δικαιοσύνῃ διὰ πάντα πολίτην, καὶ διὰ τὴν ἁπλουστέραν ἀξιόποινον πρᾶξιν ἐγκαλούμενον, διὰ τὴν κατηγορίαν ἐναντίον Ὑπουργῶν εἶναι πλέον ἢ θεμελιώδης καὶ διὰ τοῦτο πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι καὶ πάντες οἱ συγγραφεῖς ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως συνεφώνησαν ὅτι ἡ κατηγορία ἐν τῇ εἰσαγωγῇ της πρέπει νὰ βασίζηται ἐφ’ ὡρισμένων γεγονότων καὶ νὰ ἀναφέρῃ τὰ προβλέποντα αὐτὴν ἄρθρα τοῦ νόμου, ὡς ἐπίσης συνεφώνησαν καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης ἐπαρκῶν ἐγγυήσεων πρὸς ἐξασφάλισιν ἀπολύτου κατὰ τὸ δυνατὸν ἀνεξαρτησίας τοῦ Δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ δικάσῃ ἐπὶ τῆς κατηγορίας.
§60Γ. ΠΩΠ. Δὲν μᾶς λέγετε κανένα δημοσιολόγον, ὁ ὁποῖος λέγει καὶ καθορίζει τὰ πράγματα; Ἀνέγνωσα ὅλους καὶ δὲν εὗρον οὐδένα.
§61Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ σᾶς εἴπω ἀμέσως. Φαίνεται ὅτι ἀνεγνώσατε, κύριε συνάδελφε, τὰ μέρη τὰ ὁποῖα ἠθέλετε νὰ ἀναγνώσητε, ἀλλὰ δὲν ἀνεγνώσατε τοὺς δημοσιολόγους.
§62Γ. ΠΩΠ. Θὰ μᾶς διαβάσητε κανένα;
§63Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ σᾶς διαβάσω ἀμέσως. Καὶ πρὸ παντὸς θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν γνώμην τοῦ ἡμετέρου διακεκριμένου συνταγματολόγου, τοῦ εἰδικῶς πραγματευθέντος τὸ θέμα «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» καὶ ἑρμηνεύοντος τὸν ἰσχύοντα παρ’ ἡμῖν νόμον...
§64Γ. ΠΩΠ. Ὁ Δούφας θὰ εἶναι (ἱλαρότης).
§65Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν σᾶς ἀκούω, κύριε συνάδελφε.
§66Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Μήπως εἶναι ὁ κ. Δούφας;
§67Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἤκουσα, κύριε Γκέκα, καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαντήσω...
§68Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Τὸν Δούφαν, τὸν Δούφαν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παύσατε πλέον. Δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς.
§70Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι, εἶσθε ἐλεύθεροι βεβαίως νὰ σκέπτησθε καὶ νὰ κρίνητε ὅπως θέλετε καὶ νὰ ἀποφασίσητε ὅ,τι νομίζετε προσῆκον, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ ἀξιώσω παρ’ ὑμῶν νὰ μᾶς ἀκροασθῆτε εὐλαβέστερον. Δὲν εἶναι τρόπος ἀκροάσεως αὐτὸς διὰ τοιούτων διακοπῶν ἐν συζητήσει τόσον σοβαροῦ ζητήματος.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ ἀπαντᾶτε εἰς διακοπάς. Σεῖς τὰς ἐνισχύετε.
§72Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ποῦ ἐδηλώσατε ὅτι δὲν ἐπιτρέπετε διακοπάς, πολὺ καλά. Μέχρι τοῦδε ἐνισχύετε τὰς διακοπάς.
§74Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Λαμπρά! Ἔπρεπε νὰ εὑρεθῶ καὶ ἐν ἀδίκῳ! Ὁ ἀείμνηστος Ἀραβαντινός, κύριοι βουλευταί, πατὴρ τοῦ διὰ μακρῶν ἀγορεύσαντος χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐν τῇ περισπουδάστῳ πραγματείᾳ του «περὶ εὐθύνης τῶν Ἡγεμόνων καὶ Ὑπουργῶν», ἀναφέρει ἀκριβῶς τὰ ἑξῆς, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω, ἀφοῦ προεκλήθην (ἀναγινώσκει): «Ἡ ὕπαρξις σταθερῶν δικονομικῶν διατάξεων διὰ τὴν ἀνακάλυψιν καὶ τιμωρίαν τῶν ἐγκληματιῶν ἐθεωρήθη ἀείποτε ὑπὸ τῶν εὐνομουμένων Πολιτειῶν ὡς ἀπαραίτητος ὅρος πρὸς ὀρθὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἐὰν δὲ κατὰ τὴν ἐκδίκασιν κοινῶν ἀδικημάτων θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ ὕπαρξις δικονομικῶν διατάξεων, κατὰ μείζονα λόγον ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν, ὅταν πρόκειται νὰ δικάσωμεν δίκην θίγουσαν τὰ ὕψιστα τῆς Πολιτείας συμφέροντα καὶ ἐξεγείρουσαν ἰσχυρὰ πάθη φιλοδοξίας καὶ ἐκδικήσεως ἐν τοῖς πολιτικοῖς κύκλοις τῆς Χώρας. Ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ τήρησις δικονομικῶν διατυπώσεων θέτουσι φραγμὸν καὶ ἀναχαιτίζουσι τὴν ἐν στιγμαῖς ἐξάψεως καὶ παραφορᾶς δυναμένην ἐκ συναρπαγῆς, οὕτως εἰπεῖν, νὰ προέλθῃ ἄδικον ἀπόφασιν. Ἡ Πολιτεία ἔχει συμφέρον νὰ ἐξετάζωνται αἱ τοιαῦται δίκαι μεθ’ ἁπάσης τῆς δυνατῆς ψυχραιμίας καὶ δικαιοσύνης, διότι ἄλλως ἀποβάλλουσιν ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Ἔθνους τὸν ἀληθῆ αὑτῶν χαρακτῆρα καὶ θεωροῦνται ὡς ἁπλοῦν μέσον πρὸς τιμωρίαν καὶ ἀποσύνθεσιν τῶν ἡττωμένων πολιτικῶν κομμάτων... Δὲν πρέπει νὰ ἀσφαλίσῃ τις τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου Ὑπουργοῦ ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπὸ τῶν ποινῶν καὶ τῆς ἀδίκου μομφῆς ἀπαλλαγὴν τοῦ κατασυκοφαντηθέντος ἀθώου». Ἐκτενεστέραν ἀνάπτυξιν θὰ ἀναγνώσῃ εἰς τὰ συγγράμματα τῶν ξένων, μὲ τοὺς ὁποίους ὁ κ. συνάδελφος ἀσχολεῖται, Benjamini, Constant, Montesquieu, Mohl, Bischof, εἰς τοὺς ὁποίους τὸν παραπέμπω μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ λάβῃ εὐκαιρίαν νὰ μελετήσῃ καλλίτερον, διότι τοῦ διέφυγον τὰ οὐσιώδη μέρη, τὰ ὁποῖα δὲν ταὐτίζονται πρὸς τὰς ἀντιλήψεις του. Καὶ περαιτέρω ὁ διακεκριμένος νομομαθὴς ἐξακολουθεῖ (ἀναγινώσκει): «Ἔν τισι νομοθεσίαις ἀπαντῶμεν ῥητὴν διάταξιν, ὅτι ἡ περὶ κατηγορίας πρότασις πρέπει νὰ ὁρίζῃ ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται, καὶ τὴν παραβίασιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας, μεταξὺ δὲ τούτων συγκαταλέγεται καὶ ὁ ἡμέτερος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμος τοῦ 1876. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὀρθὴ καὶ ἡ ἔλλειψίς της δέον νὰ ἀναπληροῦται ἐκ τῶν γενικῶν ἀρχῶν τῆς ἰσχυούσης κοινῆς νομοθεσίας. Ἀληθῶς δὲ καὶ ἀξιεπαίνως ἐτηρήθη ἡ ἐν τῇ διατάξει ταύτῃ καθιερουμένη ἀρχὴ καὶ ὅταν αἱ νομοθεσίαι ἐσιώπων. Οὕτω π.χ. ὡρισμένως κατηγορήθησαν οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Καρόλου Χʹ τῆς Γαλλίας, ὡρισμέναι ὑπῆρξαν ἐπίσης αἱ περὶ κατηγορίας προτάσεις ἐν πάσαις ταῖς ἐν Ἑλλάδι λαβούσαις χώραν δίκαις. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπίσης ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀρχὴ καὶ ἐπανειλημμένως καθιερώθη ἐν τῇ πράξει, ὅτι αἱ καθ’ Ὑπουργοῦ κατηγορίαι πρέπει νὰ εἶναι ἀκριβῶς ὡρισμέναι, ὅπως προληφθῶσιν ἐν στιγμαῖς παραφορᾶς ἀπερίσκεπτοι καὶ ἐπιβλαβεῖς κατηγορίαι κλπ.». Καὶ πάντες οἱ ἄλλοι συγγραφεῖς, οὓς δὲν ἀνέγνωσεν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Ψαρρῶν, γράφουσιν ὑπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα. Καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» τοῦ Βελγίου παρομοία εἶναι ἡ δικαιολογία ἀκριβῶς προκειμένου περὶ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς διαδικασίας ἐν ταῖς κατηγορίαις κατὰ τῶν Ὑπουργῶν. Παρ’ ἡμῖν ἀτυχῶς δὲν ὑπάρχει εἰσηγητικὴ ἔκθεσις, οὔτε συζήτησις ἐγένετο ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν». Συνεζητήθη μόνον κατόπιν ὁ νόμος ΧΕʹ τοῦ μακαρίτου Δεληγεώργη, ὁ μεταρρυθμίσας τὸν κύριον νόμον τοῦ 1876. Ἔχομεν ὅμως δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουσι τὸ κρατοῦν πνεῦμα καὶ παρέχουσιν ἀξιόλογον συμβολὴν ἐπὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 1876 «περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν», τὸ νομοσχέδιον τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρεσκεύασεν ὁ καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου κ. Διομήδης Κυριακός. Ἀμφότεροι δὲ καὶ ἰδίᾳ ὁ μακαρίτης Τρικούπης, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἐπαναλαμβάνουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀείμνηστος συνταγματολόγος Ἀραβαντινὸς ἀναφέρει εἰς τὴν μελέτην του καὶ τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Δὲν ὁμιλεῖ λοιπὸν ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Ψαρρῶν, ὁ ὁποῖος μὲ διέκοψε, κατὰ τῆς γνώμης μου, κατὰ τῆς ἀντιλήψεώς μου, ὁμιλεῖ κατὰ τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς γνώμης διασήμων δημοσιολόγων καὶ διασήμων πολιτικῶν, καὶ ἡμεδαπῶν καὶ ἀλλοδαπῶν.
§75Γ. ΠΩΠ. Ἐπιτρέπετε τώρα μίαν διακοπὴν ποῦ ἐσυμφωνήσαμεν;
§76Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἠξεύρω πῶς κατορθώνετε νὰ συμβιβάζητε καὶ τὰ ἀσυμβίβαστα!
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§78Γ. ΠΩΠ. Θὰ ἐλύετο τὸ ζήτημα ἀμέσως.
§79Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε συνάδελφε, ἐὰν θέλητε νὰ συζητήσωμεν σοβαρῶς...
§80Γ. ΠΩΠ. Σοβαρώτατα.
§81Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Νὰ μὲ ἀντικρούσητε κατόπιν.
§82Γ. ΠΩΠ. Μὴ σπεύδετε νὰ καταδικάσητε τὸν κύριον, τὸν ὁποῖον ὑποστηρίζετε. Ἡ Βουλὴ θὰ καταδικάσῃ τοὺς πελάτας σας.
§83Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶναι τρόπος καὶ αὐτός, κύριοι, πολιτικῆς ἀντιλήψεως, τὸ νὰ κατορθώνῃ κανεὶς νὰ βάζῃ ὅλους τοὺς ἀντιπάλους του εἰς τὴν φυλακὴν καὶ τοιουτοτρόπως νὰ γίνεται νικητὴς καὶ κύριος τῶν πραγμάτων! Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ παρακολουθήσω εἰς τὸ στάδιον αὐτό. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ νόμος εἶναι ῥητός. Ἀπαιτεῖ ὅπως ἡ πρότασις εἰσαγωγῆς στηρίζηται ἐπὶ ὡρισμένων γεγονότων, ἀξιοῖ νὰ σημειοῦται ἐν αὐτῇ καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία προβλέπει καὶ τιμωρεῖ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἡ πρότασις. Ἄς ἐξετάσωμεν δὲ ἤδη ἐὰν περιέχωνται τὰ στοιχεῖα τοῦ νόμου ἐν τῇ προτάσει, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλαν οἱ ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, πρωτοστατοῦντος τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Ψαρρῶν.
§84Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτὸ σᾶς διακόπτω.
§85Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἡ πρότασις λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐπειδὴ ἐκ τῶν κατὰ τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς τοῦ Ἰουλίου καὶ μέχρι σήμερον .... προέκυψεν ὅτι τὸ ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαϊοήλιδος Δ. Γούναρη κατὰ Φεβρουάριον 1915 συγκροτηθὲν Ὑπουργεῖον, κατὰ παράβασιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἀρχῆς τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, συνεκροτήθη ὡς Κυβέρνησις καὶ ἤσκησεν ὡς τοιαύτη τὴν κυβερνητικὴν καὶ ὑπουργικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ ὑπονομεύσει τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τῆς Ἐπικρατείας, διέπραξε δὲ καὶ τὰς διὰ τῶν ἀγορεύσεων τῶν ῥητόρων καταγγελθείσας μερικωτέρας πράξεις .... ζητοῦμεν τὴν δίωξιν τοῦ Ὑπουργείου Δημ. Γούναρη ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου...». Ἡ κυριωτέρα λοιπὸν κατηγορία εἶναι αὐτὴ καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε ποῦ διαβλέπετε τὸ ἀξιόποινον. Διὰ τίνα ἐγκληματικὴν πρᾶξιν ζητεῖτε τὴν καταδίωξιν καὶ δυνάμει τίνος νόμου;
§86ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μπᾶ, μπᾶ, μπᾶ (διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
§87Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὰς πράξεις τὰς ἀξιοποίνους δὲν συνιστᾷ ἡ ἀντίληψις καὶ φαντασία τῶν ἐγκαλούντων προσώπων. Τὰς καθορίζουν ὡρισμέναι καὶ θετικαὶ διατάξεις τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ὑποχρεούμεθα νὰ σεβώμεθα καὶ τηρῶμεν. Ἡ περικοπή, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα καὶ ἥτις ἀποτελεῖ τὴν κυριωτέραν πρᾶξιν ἐν τῇ προτάσει, εἶναι βέβαια μία ὡραία φρασεολογία, ἀλλ’ εἶναι τόσον ἀπομεμακρυσμένη πάσης ποινικῆς ἐννοίας, ὥστε νομίζω ὅτι εἶναι ἄσκοπον καὶ νὰ θελήσῃ τις νὰ ἀσχοληθῇ. Εἶναι ἔνοχος ἀξιοποίνου πράξεως ἐκεῖνος, ὅστις, καλούμενος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ ἀποδεχόμενος τὴν Βασιλικὴν ἐντολήν, σχηματίζει τὴν Κυβέρνησιν;
§88Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Βεβαίως εἶναι ἀξιόποινος· αὐτὸν θὰ τιμωρήσωμεν, ὅπως ἐτιμωρήθη καὶ ὁ Βασιλεύς.
§89Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Γνώμη σας, κύριε Καραπαναγιώτη!
§90Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι γνώμη μου, ἀλλ’ εἶναι γνώμη πάντων τῶν συνταγματολόγων, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχετε ἀναγνώσει, ἀλλὰ περιωρίσθητε εἰς τὸν μακαρίτην Ἀραβαντινὸν καὶ δὲν λέγετε τίποτε καὶ οὔτε ἐννοήσατε τὸν μακαρίτην Ἀραβαντινόν.
§91Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἰς σᾶς, κύριε Καραπαναγιώτη, τί νὰ ἀπαντήσω; Ἐξακολουθῶ. Κύριοι βουλευταί, ὅλα εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ ἀμφισβητήσητε, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ, παρ’ ἡμῖν τουλάχιστον, τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διορίζειν τοὺς Ὑπουργούς, τὸ δικαίωμα νὰ καλέσῃ οἱονδήποτε κρίνῃ ἄξιον νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ τοῦτο, διότι ἐκτὸς τῆς σαφοῦς συνταγματικῆς διατάξεως, εἶναι ρητῶς ἐκπεφρασμένη ἡ περὶ τούτου θέλησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυριαρχίας. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864, τὸ σχετικὸν ἄρθρον ἐν τῷ σχεδίῳ εἶχεν οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς, ἐκλέγων αὐτοὺς ἐκ τῆς Βουλῆς».
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ μόνον λέγει;
§93Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κατόπιν δὲ συζητήσεως, ἐπὶ τῇ προτάσει, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, τοῦ πληρεξουσίου ἀειμνήστου νομομαθοῦς Καλλιγᾶ, ἐξηλείφθη ἡ τελευταία φράσις «ἐκλέγει ἐκ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ». Κατὰ τὴν συζήτησιν ἀνεπτύχθησαν τότε ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει διάφοροι γνῶμαι ὑπὲρ τῆς ἀπολύτου ἐλευθερίας τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ διορισμῷ τῶν Ὑπουργῶν καὶ τὸ ἄρθρον 31 κατόπιν τῆς μακρᾶς συζητήσεως ἐψηφίσθη ἔχον οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς». Θεωρεῖτε λοιπὸν ἀξιόποινον τὴν πρᾶξιν, ὅτι ὁ κ. Γούναρης, Ἀρχηγὸς πολιτικοῦ κόμματος, ἢ ὁ κ. Α ἢ ὁ κ. Β, διορισθέντες ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀνέλαβον καὶ συνεκρότησαν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας; Αὐτὸ ὑπονομεύει τὰς ἐλευθερίας καὶ ἀντιστρατεύεται εἰς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ὡς ἀναγράφει ἡ περὶ διώξεως πρότασις, ἀφοῦ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα καὶ αὐτὴ ἡ κυριαρχικὴ ἐξουσία σαφέστατα ὥρισαν ὅτι οὕτω πρέπει νὰ συντελῆται ὁ διορισμὸς τῶν Ὑπουργῶν; Θέλετε νὰ δημιουργήσητε πρωτοτύπως ἀξιόποινον πρᾶξιν; Δικαίωμα ἑκάστου εἶναι νὰ φρονῇ ὅτι δύναται νὰ τὸ πράξῃ. Ἀλλ’ ἐγὼ αἰσθάνομαι ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω ὅτι ὡς ποινικοὶ νόμοι καθορίζοντες τὰς ἀξιοποίνους πράξεις, ἰσχύουσιν οἱ νόμοι ἐκεῖνοι, οἵτινες κατηρτίσθησαν κατὰ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Καὶ τοὺς νόμους αὐτοὺς ὀφείλει νὰ παρακολουθήσῃ τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα. Ὀφείλω δὲ ἐν τέλει νὰ εἴπω ὅτι τὰ στοιχεῖα, ἅτινα περιλαμβάνει ἡ πρότασις περὶ καταδιώξεως, τὸ πραγματικὸν μέρος, τὰ γεγονότα αὐτὰ δὲν συνιστῶσι πρᾶξιν ἀξιόποινον κατὰ τοὺς νόμους. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις, ὡς δευτέραν κατηγορίαν μερικωτέρας πράξεως ἀναφέρει ὅτι ἐγένοντο διάφοροι ἐκλογικαὶ παραβάσεις. Τὸ ἐδάφιον δὲ τοῦτο τῆς κατηγορίας περιέχει ἀληθῶς πρᾶξιν, ἥτις προβλέπεται ὑπὸ τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου, διότι, καθὼς γνωρίζετε, οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι ποινικῶς ὑπεύθυνοι καὶ διὰ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων. Ἀλλὰ λόγῳ τῆς γενικότητος καὶ ἀοριστίας, μεθ’ ἧς ἐκτίθενται εἰς τὸ κατηγορητήριον αἱ παραβάσεις, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν διώξιμον ἀξιόποινον πρᾶξιν, διότι οὐδὲν θετικὸν καὶ ὡρισμένον ἀναφέρεται, τὸ ὁποῖον νὰ ἐνδεικνύῃ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως ἢ Ὑπουργοῦ τινος εἰς τὰς ἐκλογάς. Διὰ τὸ κεφάλαιον τοῦτο τῆς κατηγορίας, ὅπερ παρουσιάζει μορφὴν ἀξιοποίνου πράξεως, προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου, ὡς προεῖπον, ἔπρεπε νὰ ἀναφέρῃ ἡ πρότασις τὰ γεγονότα, τὰ χαρακτηρίζοντα τὴν πρᾶξιν καὶ ἐνδεικνύοντα τοὺς δράστας διὰ τὸν καταλογισμὸν καὶ τὸν καταμερισμὸν τῆς ποινικῆς εὐθύνης. Ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐκ Ψαρρῶν κατὰ τὴν πρὸ ἡμερῶν ἀγόρευσίν του, τὴν ὁποίαν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν κρίνοντες τὴν περὶ διώξεως πρότασιν, ἀφοῦ δὲν ἀποτελεῖ μέρος αὐτῆς, ἀνέφερεν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὅτι ἐγένοντο ἐπεμβάσεις ἐκλογικαὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν διὰ τοῦ Νομάρχου κ. Γούδα. Καὶ συνομολογῶ ὅτι, ἐφόσον προβάλλονται γεγονότα ἐνδεικνύοντα ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἴτε διὰ τοῦ Νομάρχου κ. Γούδα, εἴτε δι’ ἄλλων Ἀρχῶν, ἐπενέβη εἰς τὰς ἐκλογὰς πρὸς νόθευσιν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος, τοῦτο ἀποτελεῖ μίαν παράβασιν καὶ παράβασιν σπουδαιοτάτην, δι’ ἣν βαρυτάτην φέρει τὴν εὐθύνην. Ἐγὼ θὰ ἤμην ὁ πρῶτος, ὅστις θὰ ἔδιδον ψῆφον παραπεμπτικὴν διὰ τοιαύτας παραβάσεις, καθόσον αὐταὶ ἀκριβῶς ἀποτελοῦσι τὸν μείζονα κίνδυνον κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολέμου. Τοιαῦται ἐκλογικαὶ ἐπεμβάσεις ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθὸν ἀφορμὴ ὀλεθρίων γεγονότων ἐν τῷ Κράτει ἡμῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ κρίνωμεν περὶ τῆς εὐθύνης μιᾶς Κυβερνήσεως καὶ δεχθῶμεν πρότασιν ποινικῆς διώξεως, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἀοριστίας καὶ γενικότητας, ἀλλ’ ἀκριβῶς ὡρισμένα τὰ γεγονότα κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου. Ὁ ὅρος τοῦ νόμου δὲν πληροῦται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Νομάρχης Θεσσαλονίκης ἢ Μεσσηνίας ἢ Λακωνίας ἐπενέβη εἰς τὰς ἐκλογάς, ἵνα ἐγκρίνωμεν τὴν ποινικὴν καταδίωξιν μιᾶς Κυβερνήσεως. Πρέπει νὰ τεθῇ ὑπ’ ὄψει τῆς Βουλῆς, ἵνα δυνηθῇ εὐσυνειδήτως καὶ ἀπροκαταλήπτως νὰ ἀποφασίσῃ, δυνάμει τίνος διαταγῆς ἐνήργησεν ὁ Νομάρχης καὶ ἐκ ποίων γεγονότων συνάγεται τοῦτο. Ἐνήργησε δυνάμει διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἐνήργησε διαταγῇ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ; Τίνες καὶ ἐπὶ τίνος ἀντικειμένου αἱ δοθεῖσαι διαταγαί; Διότι ἀναλόγως πρὸς τὰ ὡρισμένα γεγονότα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, θὰ κρίνωμεν περὶ τῆς ὑπάρξεως καὶ τοῦ καταλογισμοῦ τῆς ποινικῆς εὐθύνης. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὄντως ὁ Νομάρχης Θεσσαλονίκης προέβη εἰς παρανόμους πράξεις καὶ ἐκλογικὰς παραβάσεις ἐξ ἰδίας πρωτοβουλίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, φρονεῖ τις ἐξ ὑμῶν ὅτι δύναται νὰ καταλογίσῃ ποινικὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὸν Ὑπουργὸν διὰ τὰς παρανόμους πράξεις τοῦ Νομάρχου; Ὄχι βεβαίως. Ἐὰν δὲ ἐξ ἄλλου ὁ Νομάρχης προέβη εἰς ἐκλογικὰς ἐπεμβάσεις ἐπὶ τῇ διαταγῇ τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄνευ τῆς γνώσεως τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, μόνος ὑπεύθυνος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ ἐκτελέσας τὴν παράνομον διαταγὴν Νομάρχης. Καὶ δὲν πιστεύω ὅτι εἰς τοιαύτην περίπτωσιν θὰ ἀντετάσσετο ἡ κυβερνητικὴ ἀλληλεγγύη, διότι αὕτη ἀναφέρεται εἰς ἀντικείμενα πολιτικά, ἐφ’ ὧν ὁριστικῶς κρίνει ἡ Βουλή, καὶ οὐχὶ εἰς τὴν συμμετοχὴν ἐν τῇ ποινικῇ εὐθύνῃ, ἣν καθορίζουσιν αἱ περὶ αὐτουργῶν καὶ συναιτίων διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου καὶ ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Αἰσθάνομαι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω, κύριοι, ὅτι ἐγὼ θὰ ἤμην ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπεζήτει τὴν καταδίωξιν καὶ παραπομπήν, ἐὰν ὑπῆρχον καὶ ἀσθενέσταται ἐνδείξεις ἐνοχῆς, διότι νομίζω ὅτι ἡ δι’ ἐπεμβάσεων κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐνέργεια πρὸς μεταβολὴν ἢ νόθευσιν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος δὲν εἶναι μόνον πρᾶξις ἀντισυνταγματική, ἀλλὰ καὶ πρᾶξις ἐπαναφέρουσα ἡμᾶς εἰς τοὺς χρόνους τοῦ σκότους καὶ τῆς βαρβαρότητος ἐν τῷ αἰῶνι τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ πολιτισμοῦ. Ἀλλ’ ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Γούναρη ἐκλογικὰς ἐπεμβάσεις καὶ περιεφρόνησε τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, λέγει ἡ περὶ καταδιώξεως πρότασις! Καὶ μὲ τοιαύτην ἀοριστολογίαν, χωρὶς νὰ ἀναφέρηται οὐδὲν γεγονός, ὡς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, οὐδεμία ἔνδειξις, ζητεῖται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Ἐάν, κύριοι συνάδελφοι, μεταβῆτε εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν τῶν Πλημμελειοδικῶν, ἵνα καταγγείλητε πολίτην τινὰ δι’ οἱανδήποτε πρᾶξιν, χωρὶς νὰ ἀναφέρητε τὰ πραγματικὰ γεγονότα, ἅτινα συνιστῶσι τὸ κατὰ νόμον ἀξιόποινον, ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πλημμελειοδικῶν, προκειμένου καὶ περὶ εὐτελοῦς ἀντικειμένου, νὰ ρίψῃ εἰς τὸ ἀρχεῖον τὴν μήνυσίν σας ἢ ἐὰν καταγγέλληται πρᾶξις μὴ διωκομένη ἐξ ἐπαγγέλματος, διὰ προβουλεύματος θὰ εἴπῃ: «Ἐπειδὴ ἐκ τῶν στοιχείων, ἅτινα ἀναφέρει ἡ ἔγκλησις, οὐδεμία ἀξιόποινος πρᾶξις προκύπτει, διὰ τοῦτο ἀπορρίπτω αὐτήν». Καὶ ὅταν εἰς τὴν κοινὴν ποινικὴν διαδικασίαν, προκειμένου καὶ περὶ ἀσημάντων πράξεων, τοιαύτη εἶναι ἡ ἐπιβεβλημένη νόμιμος ἐνέργεια τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, νομίζετε ὅτι δυνάμεθα, ἐπειδὴ τόσον ἀορίστως γράφει μία πρότασις ὅτι ἐπενέβησαν εἰς τὰς ἐκλογάς, νὰ παραπέμψωμεν μίαν Κυβέρνησιν εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον; Αἱ ποινικαὶ καταδιώξεις καὶ παραπομπαὶ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Ὑπουργῶν εἰς δίκην δὲν εἶναι ἀσήμαντα καὶ τυχαῖα γεγονότα. Εἶναι γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῶν ὑψίστων τοῦ Κράτους συμφερόντων, ἐμβάλλουν τὸ δημόσιον φρόνημα εἰς ἀνησυχίαν καὶ διατηροῦν τὴν Κοινὴν Γνώμην εἰς τὴν ἀβεβαιότητα καὶ τὴν ἀοριστίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία παρουσιάζει τοὺς μεγαλειτέρους κινδύνους. Ὅταν δὲ ἡ Κοινὴ Γνώμη διαβλέπει ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον παραπέμπει εἰς δίκην Ὑπουργοὺς ἐπὶ παραβάσει τῶν ἀορίστως ἐκτιθεμένων ἐν τῇ προτάσει θεωριῶν περὶ λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ περιφρουρήσεως τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρήσῃ τὴν πεποίθησιν, ἥτις εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ ἀναγκαία διὰ τὴν δικαιοφροσύνην, τὸ κῦρος καὶ τὴν σπουδαιότητα τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συνεδρίου τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας.
§94Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, τί χρειάζεσθε αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ὅταν ἔχητε τὴν γνώμην, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψει τὴν λαϊκὴν ἐτυμηγορίαν; Τί σᾶς χρειάζονται αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα λέγετε περὶ λαϊκῆς γνώμης καὶ ἁμαρτησάντων Ὑπουργῶν, ὅταν ὑποστηρίζητε ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἠμπορεῖ νὰ σχηματίζῃ τὴν Κυβέρνησίν του ὅπως θέλει;
§95Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο κεφάλαιον κατηγορίας.
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἴτε γνήσιον εἶναι τὸ φρόνημα τὸ ἐκδηλούμενον διὰ τῶν ἐκλογῶν, εἴτε δὲν εἶναι γνήσιον, ἐφόσον ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ τὸ περιφρονήσῃ, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν.
§97Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ποῖος σᾶς τὸ εἶπεν αὐτό;
§98Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Σεῖς τὸ εἴπετε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ σχηματίζῃ τὴν Κυβέρνησίν του ὅπως θέλει.
§99Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν τὸ λέγω ἐγώ. Τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα.
§100Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν τὸ λέγῃ τὸ Σύνταγμα, ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἴπετε, εἶναι κωμῳδία.
§101Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριε συνάδελφε. Παρακαλῶ, εἰς τὰς φράσεις σας νὰ εἶσθε ἐκλεκτικώτερος. Δὲν ὁμιλῶ περὶ κωμῳδίας.
§102Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀντιλαμβάνεσθε ὡς κωμῳδίαν τὸ Σύνταγμα.
§103Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔτσι; Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐγὼ εἶμαι εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν ἢ σεῖς· διότι ἐγὼ ἐπεκαλέσθην τὰς συζητήσεις τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, τὰς γνώμας τῶν πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Σεῖς ὁμιλεῖτε ἀντιθέτως πρὸς τὰς γνώμας ἐκείνων. Ἤκουσα καὶ τὰς ἄλλας σας γνώμας. Σεῖς ὑπεστηρίξατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἢ ἁπλοῦς διεκπεραιωτὴς τῶν ὑπηρεσιῶν.
§104ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα (θόρυβος).
§105Γ. ΠΩΠ. Ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει ὁ διεκπεραιωτὴς αὐτὸς δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ πολεμικοῦ τοῦ Ἔθνους, εἶναι καὶ διεκπεραιωτὴς μάταιος καὶ ἄχρηστος ἐντελῶς (χειροκροτήματα).
§106Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἤκουσα καὶ τότε, κύριε συνάδελφε, τὰς ἰδέας σας τὰς δημοκρατικάς, ἀναπτυχθείσας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου.
§107Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Οὐδεμίαν ἰδέαν δημοκρατικὴν ἀνέπτυξα.
§108Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ θέμα, κύριε συνάδελφε.
§109Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἁπλοῦς διεκπεραιωτὴς εἰς τὸ πολίτευμα καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ συγκεντροῖ εἰς ἑαυτὴν ὅλην τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ἑπομένως ὅλας τὰς ἐξουσίας τοῦ πολιτεύματος. Σεῖς ὑποστηρίζετε ὅτι ὁ Βασιλεὺς συγκεντροῖ ὅλην τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν.
§110Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὄχι, μὲ συγχωρεῖτε.
§111Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διατί ὁμιλεῖτε μὲ τόσον ἐνθουσιασμὸν περὶ τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων; Νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ ἐξαπατήσητε κανένα;
§112Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα ποτέ, οὐδὲ ὑποστηρίζω ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ συγκεντρώσῃ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν ὅλην. Δὲν τὸ ὑπεστήριξα ποτέ.
§113Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κύριε συνάδελφε, ὅταν ὁ Βασιλεὺς σχηματίζῃ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ δοκοῦν, ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι κωμῳδία καὶ τὸ πολίτευμα αὐτὸ θέλετε νὰ τὸ παραστήσητε ὡς κωμῳδίαν· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν θὰ τὸ ἐπιτρέψωμεν νὰ παραστήσητε τὰς συνταγματικὰς ἡμῶν ἐλευθερίας ὡς κωμῳδίαν (χειροκροτήματα). Ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος τυράννες «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος ἀπόλυτος ἐξουσία τοῦ Βασιλέως νὰ σχηματίζῃ τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὸ δοκοῦν. Πῶς τὰ συμβιβάζετε αὐτά;
§114Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι Ἑλληνισμὸς θὰ εἰπῇ Δημοκρατισμός. Μὴ τὸ λησμονῆτε.
§115Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Σέβομαι τὰς γνώμας ὅλων· ἀλλ’ ἔχω καὶ ἐγὼ δικαίωμα νὰ ἀξιώσω, ἔστω καὶ ὀλιγώτερον σεβασμὸν πρὸς τὰς γνώμας τὰς ἰδικάς μου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας ἔχει τὰς γνώμας του. Ἐγὼ ὑπεστήριξα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξα, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν καὶ παύειν τοὺς Ὑπουργοὺς εἶναι δικαίωμα ἀπόλυτον. Τὸ ὑποστηρίζω...
§116Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Τότε εἶσθε ἀντιδραστικός, εἶσθε ἀπολυταρχικός.
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ Στρέϊτ θεωρία.
§118Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι. Τὸ ὑποστηρίζω, λέγω, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν ὑπὸ διακεκριμένων νομομαθῶν. Ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας ἔχει ἀντίθετον γνώμην. Ὑπάρχει μία διαφορὰ γνωμῶν. Τὸ θέμα μας ὅμως εἶναι ἄλλο. Τὸ θέμα μας εἶναι ἐπὶ τοῦ κατηγορητηρίου. Ὑπάρχουσι τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἐν τῷ κατηγορητηρίῳ; Δύναται ἡ Βουλὴ δυνάμει αὐτοῦ τοῦ κατηγορητηρίου τοῦ διατυπωθέντος νὰ παραπέμψῃ μίαν Κυβέρνησιν εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον;
§119ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§120Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐπειδὴ ὑποστηρίζετε τὴν γνώμην σας, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται ὁθενδήποτε νὰ καλέσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ ἐπειδὴ ὑπεστηρίξατε τοῦτο διὰ τῶν γνωμῶν τῶν πληρεξουσίων καὶ ἀνεφέρατε ὅτι τὸ προσχέδιον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864 λέγει ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ λαμβάνῃ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ εἴπετε καὶ τὴν γνώμην τοῦ Καλλιγᾶ, νομίζετε ὅτι ἡ παράγραφος αὐτὴ τοῦ Καλλιγᾶ δίδει εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνῃ ὁθενδήποτε τοὺς Ὑπουργούς; Δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ Καλλιγᾶς ὑπεστήριξε τὸ ἐναντίον, ὅτι εἶναι τόσον περιττὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι τοῦτο ἐννοεῖται, ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις θὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θὰ τύχῃ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς. Θέλει διὰ τούτου νὰ εἴπῃ ὁ Καλλιγᾶς καὶ ὁλόκληρος ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ὅτι μόνον τὸ Κοινοβούλιον κανονίζει τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐχὶ ὁ Βασιλεύς. Διατί ἠθελήσατε νὰ παραστήσητε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ γνώμη τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως τοῦ 1864 ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν, ὅτι τὸ Κοινοβούλιον καὶ μόνον κανονίζει τὴν Κυβέρνησιν;
§121Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐγὼ δὲν λαμβάνω μόνον ὡς βάσιν τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως, ἀλλὰ σὺν τῷ γεγονότι τούτῳ ὅτι ἡ φράσις ἀπηλείφθη, ἔχομεν καὶ τὴν συζήτησιν πολλῶν, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε ἐκδηλοῦται καὶ ἐκ τοῦ γράμματος μετὰ τὴν ἀπάλειψιν. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγεται εἶναι καὶ ἄλλο. Ἐπειδὴ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς, δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον διώρισεν ὁ Βασιλεύς: «Ὁρίστε, κύριε, ἐξέλθετε, διότι δὲν ἔχετε τὴν ἐμπιστοσύνην μου».
§122Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ εἴπομεν καὶ δι’ αὐτὸ διελύθημεν.
§123Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔχω θέμα συζητήσεως ἐπὶ αὐτῶν τῶν συνταγματικῶν γεγονότων. Συνεζητήθησαν ἄλλοτε· ἴσως δοθῇ εὐκαιρία νὰ συζητηθοῦν καὶ βραδύτερον. Ἤδη συζητοῦμεν ἐπὶ τῆς προτάσεως περὶ παραπομπῆς. Καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ φέρῃ τὰ στοιχεῖα καὶ κατὰ τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν. Τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου εἶναι σαφές, ρητόν, κατηγορηματικόν. Ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» δὲν εἶχε βεβαίως σκοπὸν νὰ ρίψῃ λέξεις μόνον ἄνευ σημασίας καὶ ἐννοίας. Ἑκάστη λέξις τῶν ἄρθρων ἔχει μίαν βαθεῖαν ἔννοιαν, συνοδευομένην μὲ αὐτὴν τὴν ἐνάσκησιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς κατὰ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ παρίδωμεν τὰς ρητὰς αὐτὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ἵνα ἀναφέρωνται γεγονότα, πρὸς τούτοις δὲ ν’ ἀναφέρωνται καὶ τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα προβλέπουσι τὰ γεγονότα ἐκεῖνα, ὡς συνιστῶντα πρᾶξιν ἀξιόποινον. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐπετέλεσεν ἡ Βουλή, εἶναι καὶ ἡ παραπομπὴ τῶν Ὑπουργῶν εἰς Δικαστήριον, ἡ κατεύθυνσις τοῦ νὰ ζητῶνται εὐθύναι ἀπὸ τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλὰ ὅσον καὶ ἂν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἀποτελεῖ ἓν μέρος τοῦ συνταγματισμοῦ, τοῦ πραγματικοῦ συνταγματισμοῦ — διότι καὶ οἱ Ὑπουργοί, ὡς καὶ πάντες οἱ διαχειριζόμενοι δημοσίας ὑπηρεσίας ὀφείλουσι νὰ δίδωσι λόγον — ὅσον, λέγω, ἔχει σπουδαιότητα ἡ πρᾶξις αὕτη, τόσον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς τὸ καθῆκον, προκειμένου περὶ ἐξετάσεως τῶν παραπεμπομένων, νὰ εἴμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, οἱ ὁποῖοι ἐξασφαλίζουσιν ὄχι μόνον τὴν τιμωρίαν τοῦ ὑπευθύνου, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ παραπεμπομένου, τὸ ὁποῖον ἀνέκαθεν ἐθεωρήθη ὡς δικαίωμα ἱερὸν καὶ ἀπαραβίαστον ἐν τῇ πεπολιτισμένῃ ἀνθρωπότητι.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ἀλαβάνος ἔχει τὸν λόγον.
§125Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ προλαλήσας κύριος συνάδελφος, στηριζόμενος εἰς ἄρθρον τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὑπεστήριξε τὸ ἀπαράδεκτον τῆς παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Ἐγώ, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς λαϊκῆς ἀντιλήψεως, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἀνυπομονησίας τῆς Κοινῆς Γνώμης, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. συνάδελφος πρὸς ἐνίσχυσίν του, ζητῶ τὴν ταχεῖαν, τὴν ταχυτέραν παραπομπὴν τῶν ἐνόχων Κυβερνητῶν. Ἀπορῶ δὲ καὶ μοὶ γεννᾶται καὶ ἐμὲ τὸ ἐρώτημα, πῶς ὁ κ. συνάδελφος ἀνέπτυξε τὴν τόσον χειμαρρώδη ῥητορικήν, ἡ ὁποία μοῦ ὑπενθύμισε τὰς συνεδριάσεις τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ καταστήματος τῆς πατρίδος μου, πῶς ἀνέπτυξε τόσην ῥητορικὴν ἵνα πείσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἀναστείλῃ, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν. Ἀλλά, κύριε συνάδελφε, νομίζω ὅτι τοὺς πελάτας σας δὲν τοὺς ὠφελήσατε μὲ τὴν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἐκάματε. Μόνον οἱ ἁμαρτωλοὶ φοβοῦνται τοὺς κεραυνούς. Τουναντίον ἐγὼ θὰ ἤθελον ὅπως σεῖς ἀνέλθητε τὸ βῆμα καὶ ζητήσητε τὴν ταχεῖαν παραπομπὴν τῶν ἐνόχων πρὸ τῆς κοινῆς ἀντιλήψεως, πρὸ τῆς Δικαιοσύνης. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα διὰ τοῦτο. Αὐτὸ εἶναι παρεμπῖπτον. Ἀλλ’ οὔτε διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον μου, ἡ ὁποία εἶναι ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς, ἡ ὁποία ἔχει ταχθῆ μὲ τὴν μερίδα ἐκείνην τῆς Βουλῆς, ἥτις ἔχει ἐκπεφρασμένην τὴν γνώμην της ὑπὲρ τῆς παραπομπῆς. Ἀνῆλθον τὸ βῆμα διὰ νὰ ζητήσω ἄλλο τι παρὰ τῆς Βουλῆς. Αἱ ἐκθέσεις τῶν Κοινοβουλευτικῶν Ἐπιτροπῶν, αἵτινες ἀνεγνώσθησαν χθὲς καὶ προχθὲς ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, εἶναι σαφεῖς, κατηγορηματικαί, χύνουν αὗται ἄπλετον τὸ φῶς ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἀποτελοῦσαι αὐταὶ τὸ μαῦρον λάβαρον τῆς ἀντεθνικῆς πολιτικῆς τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔσχον, πῶς νὰ καταφέρουν ὁρμητικώτερον τὸν πέλεκυν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς συνειδήσεως, πῶς νὰ δηλητηριάσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν, πῶς νὰ ἀποτελματώσωσι τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη μιᾶς Φυλῆς, διὰ νὰ σύρουν ἀσφαλέστερον αἱμόφυρτον τὴν Πατρίδα ὑπὸ τοὺς πόδας ξένων ἐπιδρομέων. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐκθέσεων ἐκείνων, κύριοι βουλευταί, ἐξάγεται καὶ κἄτι ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης σαφές, ἐπίσης καθαρόν. Ἐξάγεται ὅτι ὑπάρχουν καὶ μεγάλοι συνεργοί. Αὐτὸ ἀνῆλθον νὰ ζητήσω παρὰ τῆς Βουλῆς. Δὲν νομίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἶναι καιρὸς πλέον νὰ ἀνανήψωμεν, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ ἀφήσωμεν πᾶσαν ἐπιείκειαν καὶ νὰ παραπέμψωμεν μαζὺ μὲ τοὺς Ὑπουργοὺς ὡς συνεργοὺς τοὺς γνωστοὺς ἐκείνους ἀνθρώπους, οἵτινες σατανικῶς εἰργάσθησαν πρὸς ἕνα σκοπόν, πρὸς ἐπικράτησιν τῆς ἀντεθνικῆς πολιτικῆς; Δὲν νομίζετε ὅτι ἐκ τῆς ἑνιαίας διαδικασίας θὰ χυθῇ περισσότερον φῶς ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως;
§126ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι αὐτοί; Ὁ Δούσμανης;
§127Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι ἡ τριανδρία ἐκείνη, Στρέϊτ, Δούσμανης καὶ Σία, ἡ ὁποία ἐπὶ τόσον χρόνον ἐπίστευσεν ὅτι ἀνευθύνως θὰ ἠδύνατο ἀπὸ πίσω ἀπὸ τοὺς μπερντέδες καὶ ἀπὸ τὰ διάφορα παρασκήνια, νὰ διευθύνῃ τὰ περίεργα νευρόσπαστα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέγοντο Κυβερνῆται, ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἰδανικῶν μιᾶς ὁλοκλήρου Φυλῆς, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ δώσωσι λόγον καὶ νὰ συμπαραπεμφθῶσιν, ἵνα ἐκ τῆς ἑνιαίας διαδικασίας προκύψῃ ἄπλετον τὸ φῶς ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως; Δὲν νομίζετε ὅτι οἱ μεγάλοι ἔνοχοι ἐκεῖνοι καὶ οἱ μεγάλοι κακοῦργοι πρέπει νὰ λογοδοτήσωσιν εὐθὺς ἀμέσως διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν; Πρὸς Θεοῦ, κύριοι βουλευταί, μὴ τοὺς παραπέμψητε εἰς τὴν θείαν ἀντίληψιν, μὴ ζητεῖτε νὰ τοὺς ἴδητε δικαζομένους εἰς τὴν πεδιάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, ὅπου κατὰ τὴν Γραφὴν θὰ γίνῃ ἡ κρίσις κατὰ τὴν δευτέραν παρουσίαν. Ζητήσατε λόγον ἄμεσον τῶν πράξεών των παρὰ τῶν δηλητηριαστῶν τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς καὶ τῶν προδοτῶν πάσης πατριωτικῆς ὁρμῆς. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι πᾶσα ἐπιείκεια πρέπει νὰ λείψῃ. Ἡ ἐπιείκεια ἐτηρήθη μέχρις ἑνὸς σημείου καὶ πρῶτος ἐγὼ τὴν ἐτήρησα, ἀλλὰ καὶ πρῶτος ἐγὼ μετενόησα. Καὶ τὴν μετάνοιάν μου τὴν ἐξεδήλωσα, ὅτε ὀλίγον μετὰ τὴν κατοχὴν τῶν Κυκλάδων ὑπέβαλον ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐκεῖ καταστάσεως εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ἐζήτησα τὴν συγγνώμην διὰ τὴν ἐπιείκειαν τὴν ὁποίαν ἐτήρησα. Δὲν παρέλειψα δὲ νὰ προσθέσω, ὅτι ἡ ἐπιείκεια ἐκείνη ἐχαρακτηρίσθη ὡς ἀδυναμία, ἐχαρακτηρίσθη καὶ ὅτι πλέον, ὅτι δηλονότι καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δὲν πιστεύομεν σοβαρῶς εἰς τὸ νέον καθεστὼς — τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ψυχολογία τοῦ λαοῦ τότε — καὶ ἐζήτησα τὴν λῆψιν συντόνων μέτρων. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιείκεια ἡ ἐξασκουμένη καὶ σήμερον ἀκόμη, οὐ μόνον ἐγκυμονεῖ κινδύνους σοβαροὺς διὰ τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως, ἀλλὰ καὶ τέκνον αὐτῆς εἶναι ἡ ἀπογοήτευσις τῆς ψυχῆς τῶν ἁγνῶν πατριωτῶν. Οἱ συμβουλεύοντες ἐπιείκειαν τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν εἶναι γνήσια τέκνα, εἶναι νόθα τέκνα τοῦ Φιλελευθερισμοῦ. Σταματήσατε τὸ βῆμα, ἐξέλθετε εἰς τὰς ὁδούς, συναναστραφῆτε τὸν λαόν, εἰσδύσατε εἰς τὴν ψυχήν του καὶ θὰ ἴδητε ὅτι θὰ μὲ δικαιώσητε. Ἀκόμη χθές, ἀκόμη πρὸ ὀλίγων ὡρῶν, ἔχομεν τὸ δεῖγμα τῆς ἐπιδεικνυομένης ἐπιεικείας. Καὶ εἶδεν ἡ Βουλὴ τὸν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας κ. συνάδελφον, ἀνελθόντα τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἐμφανιζόμενον ὡς παραστάτην τοῦ ὑπαλληλικοῦ κόσμου τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸν εἴδομεν τολμῶντα διὰ τοῦ Αἰσωπείου μύθου νὰ ἀφήσῃ ὑπαινιγμοὺς ἀπειλῆς διὰ τὰ δῆθεν καννιβαλικὰ αἰσθήματά μας. Συμφωνῶ μὲ τὸν κ. συνάδελφον. Ἔχει δίκαιον. Ἡ Βουλὴ βεβαίως παίζει τὸν ρόλον τῆς γαλῆς καὶ τὸ ἴδιον αὐτῆς αἷμα καταπίνει διὰ τῆς ἐπιεικείας αὐτῆς.
§128Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἦτο μία Ἐπιτροπὴ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἀπὸ τὴν ἄλλην σύνοδον διὰ τὰ κάρβουνα καὶ τὰ ἄλευρα, ἂν ἐνθυμεῖσθε...
§129Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Διότι, ἂν δὲν ἔπαιζε τὸν ρόλον τῆς γαλῆς ἡ Βουλή, δὲν θὰ ἐπέτρεπεν εἰς τὸν κ. συνάδελφον νὰ ἀφίνῃ τοὺς ὑπαινιγμοὺς τῆς ἀπειλῆς του, οὔτε θὰ ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὸν νὰ ἀνέρχεται τὸ βῆμα καὶ νὰ ζητῇ εὐλάβειαν διὰ τὸ ἄτομόν του, εὐλάβειαν, τὴν ὁποίαν δὲν τοῦ ἠρνήθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐγώ, τοὐλάχιστον ὡς ἀρχαιότερον ἐμοῦ μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ὡς ἀνελθόντα εἰς τοὺς ὑψηλοὺς θώκους τῆς Πολιτείας, καὶ ὅμως διὰ γλώσσης ἥκιστα κοινοβουλευτικῆς ἐζήτησε τὴν εὐλάβειαν διὰ τὸ ἄτομόν του. Ποῖος; Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠρνήθη τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ πολίτευμα, πρὸς τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ὅταν αὗται ἐσφαγιάζοντο, πρὸς τὴν Πατρίδα, ἡ ὁποία ἐζήτει τὴν συνδρομήν του, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐνετρύφα ὑπὸ τὴν σκιὰν τοῦ πέπλου, τοῦ σαβάνου τοῦ αἴσχους, τὸ ὁποῖον ἡπλώνετο τὴν στιγμὴν ἐκείνην εἰς τὸ Ἑλληνικὸν στερέωμα καὶ ὅστις ἔσφιγγε σφικτὰ τὸ στόμα διὰ νὰ μὴ ἀφήσῃ φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ τῶν διαπραττομένων ἀνοσιουργημάτων. Καὶ ἐκράτησε τὴν σιγὴν ἐκείνην, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα σήμερον καὶ αὐτοχειροτονούμενος διδάσκαλος νὰ δοκιμάσῃ νὰ δώσῃ καὶ μαθήματα κοινοβουλευτικῆς ἀνατροφῆς. (Χειροκροτήματα)... Τὸν ἀναγνωρίζω τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτὴν μέγαν διδάσκαλον καὶ μάγον μάλιστα, ἂν θέλῃ, ἀλλὰ θὰ τῷ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἐγὼ ὁ μαθητής, ἐγὼ ὁ προδότης, ἐγὼ ὁ ἐπαναστάτης, ποτὲ δὲν θὰ ἐδεχόμην νὰ ἐγγραφῶ εἰς τὴν πολιτικήν του σχολήν, διότι θὰ ἤμην πολὺ κακὸς μαθητής, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐνστερνισθῶ τὰς πολιτικάς του μεθόδους. Ἀλλὰ ζητῶ συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι ἀπεμακρύνθην ἴσως τοῦ θέματος. Ἔλεγον ὅτι οἱ συμβουλεύοντες ἐπιείκειαν τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι νόθα τέκνα τοῦ Φιλελευθερισμοῦ. Ἡ ἐκκαθάρισις πρέπει νὰ εἶναι πλήρης ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ σώματος τῆς Ἑλλάδος, διότι μόνον οὕτω θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἕνωσις τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, ἡ πραγματικὴ ἕνωσις, καὶ θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἐθνικῆς ἀναγεννήσεως, ἕνωσις πραγματική, ὄχι φαινομενική, ἕνωσις ψυχῶν, ἕνωσις ἰδεωδῶν. Τὰ μέτρα πρέπει νὰ εἶναι σύντονα, διότι πολὺ δραστικὰ ἦσαν καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν οἱ ἄθλιοι ἐκεῖνοι. Τὰ ἡμίμετρα τὰ εὑρίσκω ὀλέθρια. Μὲ καταπλάσματα δὲν θεραπεύονται, κύριοι, σοβαρὰ νοσήματα. Ἐλλοχεύοντες κατὰ τῆς ἐθνικῆς σταδιοδρομίας δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξωσι πλέον. Οἱ πολιτικοὶ τάφοι των πρέπει νὰ σφραγισθῶσιν ἑρμητικῶς καὶ νὰ διαφυλαχθοῦν μὲ κουστωδίαν αὐστηρὰν καὶ ἄγρυπνον. Καὶ ἄλλοτε οἱ τάφοι ἐκεῖνοι ἐσφραγίσθησαν, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἄγρυπνος ἡ κουστωδία καὶ εἴδομεν τοὺς βρυκόλακας, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀπασχολοῦν σήμερον, νὰ ἐξέλθουν τῶν τάφων, νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἱεροσολύμων καὶ νὰ παρέξουν τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχουν καὶ ὁδηγήσουν τὸ σκάφος τῆς Πολιτείας εἰς τὴν ἄβυσσον. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ κοποῦν μόνον αἱ κορυφαὶ τοῦ Γερμανικοῦ δένδρου, τοῦ ὁποίου, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ἡ ἐν Ἑλλάδι καλλιέργεια ἐπέτυχεν, ὡς μὴ ὤφειλε. Πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ Γερμανικὸν δηλητήριον ἔκαμε θραῦσιν καὶ πρέπει αἱ ῥίζαι νὰ καταστραφοῦν καὶ νὰ καοῦν μὲ πετρέλαιον, διὰ νὰ μὴ ἀφήσουν τὴν πνοὴν τοῦ δηλητηρίου, τὸ ὁποῖον τείνει εἰς ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, πῶς νὰ μολύνῃ τὴν ψυχὴν τῶν ἁγνῶν πατριωτῶν. Αἱ σφυγγοφωληὲς ποῦ ὑπάρχουν παντοῦ — διότι μόνον ὁ μὴ ἔχων πολιτικὴν ἀντίληψιν, μόνον ὁ πάσχων ἀπὸ πολιτικὴν μυωπίαν δὲν βλέπει ὅτι ὑπάρχουν σφυγγοφωληὲς εἰς ὅλας τὰς γωνίας τῆς Ἐπικρατείας, τὸν βόμβον αὐτῶν μόνον οἱ μὴ ἔχοντες ὦτα δὲν ἀκούουν καὶ τὰς νύξεις αὐτῶν μόνον τὸ μὴ φιλελεύθερον δέρμα δὲν τὰς αἰσθάνεται — αἱ σφυγγοφωληὲς αὐτὲς πρέπει νὰ καταστραφοῦν. Ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι δύσκολον τὸ ἔργον, διότι ζῶμεν σήμερον εἰς μίαν ἀτμόσφαιραν πλήρη ἀναθυμιάσεων ὑποκρισίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν μέριμναν ὅπως τὰς ἀνεύρωμεν καὶ τὰς καταστρέψωμεν, ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν πραγματικὴν ἕνωσιν τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, τῶν ὁποίων, Ἕλληνες χωρὶς καρδίαν, ἠθέλησαν νὰ ἐπιφέρωσι τὴν διαίρεσιν. Ἀγορεύων, κύριοι, προχθὲς περὶ τοῦ ἀντεθνικοῦ Τύπου, κατηγορήθην ὑπὸ τῆς πτέρυγος ἐκείνης ὡς αἱμοδιψής. Δὲν εἶμαι, κύριοι, αἱμοδιψής. Αἱμοδιψὴς εἷς ἀγαθὸς νησιώτης; Δὲν εἶναι δυνατὸν νησιώτης νὰ εἶναι αἱμοδιψὴς καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν χώραν τῆς κατ’ ἐξοχὴν νηστείας καὶ προσευχῆς. Δὲν εἶμαι αἱμοδιψής, οὔτε ἐζήτησα οὐδενὸς τὴν κεφαλὴν ἐπὶ πίνακι. Ἀλλὰ χάριν τῆς Πατρίδος μου δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ συστήσω, δὲν θὰ ἐστενοχωρούμην ἐὰν ἔβλεπον τοὺς ἐνόχους ἐγκαθειργμένους καὶ μάλιστα εἰς διπλῆν σειρὰν συρματοπλεγμάτων, μέχρι πέρατος τοῦ ἀγῶνος, μέχρι τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ συνεπλήρου τὸ ἐξυγιαντικὸν ἔργον του. Οἱ φρενοβλαβεῖς δὲν πρέπει νὰ κυκλοφοροῦν εἰς τὰς ὁδούς. Καὶ τοιούτους ἔχομεν, οἱ ὁποῖοι πάσχουν ἀπὸ πολιτικὴν φρενοβλάβειαν. Ἂς στρέψωμεν, κύριοι, τὸ βλέμμα εἰς τὸ παρελθόν, διὰ νὰ διδαχθῶμεν διὰ τὸ παρόν. Ποία θὰ ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν δὲν ἐγίνετο ἡ χειρονομία, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ μεγάλου του Ἀρχηγοῦ; Θὰ ἐκλαίομεν ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς Πατρίδος ὡς Ἱερεμίαι τοὺς υἱοὺς τοῦ Ἰσραήλ. Ἀλλὰ τί μὲ τοῦτο; Θὰ ἦτο πολὺ ἀργά. Τὰ δάκρυα τῶν κροκοδείλων δὲν σώζουν τὰ Ἔθνη. Κρατοῦμεν, κύριοι, σήμερον εἰς τὰς χεῖρας μας τὰς τύχας τῆς Φυλῆς. Τὸ βλέμμα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου δὲν εἶναι πλέον ἐστραμμένον εἰς τὸ γεγηρακὼς παρελθόν, ἀλλὰ εἶναι ἐστραμμένον εἰς τὴν νέαν περίοδον, ἡ ὁποία ζητεῖ τὴν ἀναγέννησιν τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα). Ἂς διακηρύξωμεν διὰ σάλπιγγος πανταχοῦ, ὅπου πάλλει ἡ Ἑλληνικὴ καρδία καὶ ζῇ καὶ σκιρτᾷ ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, ἂς διακηρύξωμεν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ὅτι Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε Κόδρους καὶ Παλαιολόγους, τὸ ὁποῖον ἐθαυματούργησεν εἰς ἕνα Χάνι καὶ ἀνέγραψε μίαν ἐποποιΐαν εἰς τὰ πενιχρά του τείχη, ποῦ προσέφερεν ὁλοκαυτώματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ προδότας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῇ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ γράψουν ἱστορίαν Ἑλληνικὴν ὑπὸ τὰς αἱμοσταγεῖς πτέρυγας τοῦ Γερμανικοῦ ἀετοῦ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Βασιλακάκης ἔχει τὸν λόγον.
§131Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Λυκουρέζος, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος ὡς συνήγορος τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία παραπέμπεται εἰς δίκην, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν γεγονός, διὰ τὸ ὁποῖον νὰ παραπεμφθῇ συμφώνως μὲ τὰς δικονομικὰς διατάξεις, εὑρίσκει δὲ ὅτι τὸ νὰ δεχθῇ ὁ Γούναρης νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, καλούμενος ἀπὸ τὸν Βασιλέα, δὲν εἶναι πρᾶξις ἀξιόποινος, διότι αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως. Ἕως ἐδῶ ἔχει καλῶς. Ἂς εἴπωμεν ὅτι τὸ παραδεχόμεθα. Ὅταν ὅμως τοῦ εἴπομεν ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως ἠμπορεῖ νὰ εἶναι αὐτό, ἀλλὰ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ὑποδείξῃ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀπὸ τῆς Βουλῆς ἀπορρέει τὸ δικαίωμα αὐτό, ὁ κ. Λυκουρέζος δὲν τὸ ἠρνήθη καὶ εἶπεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καλῇ οἱονδήποτε νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἀλλὰ αὐτὴ ὀφείλει νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν συγκατάθεσίν της. Λοιπὸν ὁ Γούναρης διατί δὲν παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἀνέλαβε καὶ τὴν εὐθύνην τῆς διαλύσεως; Τοῦτο δὲν εἶναι ἀξιόποινος πρᾶξις; Καὶ μόνον διὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς δίκην ἡ Κυβέρνησις αὐτή; Αὐτὸ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§133Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ προσθέσω δύο λέξεις διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ συζήτησις περὶ τῆς παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν, δι’ ἣν ἐτέθη ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν. Κύριοι βουλευταί, εἶναι γνωστὴ ἡ διαφορά, ἡ βαθεῖα διαφορὰ τῶν πολιτικῶν ἀντιλήψεών μου ἀπὸ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος ἐκ τῶν κ.κ. συναδέλφων, αἱ ἀντιλήψεις τοῦ ὁποίου δὲν ἐξετέθησαν διὰ πρώτην φοράν, ἀλλ’ ἐξετέθησαν καὶ ἄλλοτε, ἰδίως δὲ εἴδομεν ταύτας εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὡς μέλους, τῆς μειοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐκτεθειμένας. Ἀλλὰ καίτοι αἱ πολιτικαὶ ἀντιλήψεις του ἦσαν διάφοροι πρὸς τὰς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὰς ἐμάς, ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι πλεῖστα σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Λυκουρέζου εἶναι ἄξια πολλῆς προσοχῆς. Δὲν πρέπει νὰ παρέχωμεν θέαμα, ὅτι ἐδῶ δὲν συζητοῦμεν πολιτικὰς ἀντιλήψεις, ἀλλ’ ὅτι ἔρχεται ἓν Κόμμα διὰ νὰ ἐκδικηθῇ τὸ ἕτερον. Αἱ πράξεις ἡμῶν ἐμφανίζονται ἐνώπιον τῶν ὀμμάτων τοῦ κόσμου. Διὰ τοῦτο, ὅταν εἶπεν ὁ κ. Λυκουρέζος ὅτι ἡ πρότασις ἔρχεται μετὰ πολλῆς σπουδῆς καὶ ὅτι ἡ τήρησις τῶν δικονομικῶν διατάξεων εἶναι τήρησις διατάξεων ὄχι μόνον ἐξασφαλιζουσῶν τὴν δικαιοσύνην εἰς τοὺς κατηγορουμένους Ὑπουργούς, ἀλλὰ συγχρόνως ἀποδεικνύει ὅτι ἔχομεν πλήρη γνῶσιν τῶν δικαιωμάτων των, εἶπε πολὺ ὀρθῶς. Ἀκριβῶς ἡ σπουδὴ ἐκείνη ἔφερε τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀνακολουθίαν, ὅτι ἡ ἀνάληψις τῆς Ἀρχῆς ὑπὸ τῶν κατηγορουμένων Ὑπουργῶν ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς γνωστούς, ἀποτελεῖ παραβίασιν, ἐξαιρέσει τοῦ κ. Ζωγράφου, ὅπερ εἶναι ἀνακολουθία, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀλληλέγγυος. Εἰς τὴν ἀνακολουθίαν ταύτην ἔφθασεν ἡ Ἐπιτροπή, διότι δὲν δικαιολογεῖ τὰ κεφάλαια ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ συζήτησις. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μὴ συζητηθῇ ἀπόψε τὸ θέμα, ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν αὔριον, ἵνα διατυπωθῇ σαφῶς τὸ κατηγορητήριον, διότι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δίωξις τῶν κατηγορουμένων Ὑπουργῶν, εἴτε ἐπὶ παραβιάσεων πολιτικῶν, εἴτε ἐπὶ παραδόσεων ποινικῶν ἀδικημάτων, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει σαφὴς κατηγορία κατ’ αὐτῶν.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι βουλευταί, ἵνα καθορίσω σαφῶς τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ ζητήματος καὶ ἵνα ποιήσωμαι δήλωσιν ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ζητήματος. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, ἐπειδὴ τοῦτο ἐν ἐκτάσει ἐξητάσθη κατὰ τὴν συζήτησιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Β. Λόγον, ἐξέθηκα δὲ ἐν εὐρύτητι τὰς γνώμας μου, ἐπιθυμῶ νὰ μὴ μείνῃ παρ’ οὐδενὶ ἡ ἀσάφεια, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μετέβαλον ἐν τῷ μεταξὺ γνώμας καὶ ἐσχημάτισα ἀντιθέτους πρὸς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκα κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην. Τὸ ζήτημα τοῦ σχηματισμοῦ τῶν Κυβερνήσεων ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν καὶ τότε, συνεζητήθη δὲ διὰ μακροτάτων. Τὸ ζήτημα τοῦ σχηματισμοῦ τῶν Κυβερνήσεων ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν καὶ σήμερον, ἀποτελοῦν καὶ ἄρθρον κατηγορίας. Κύριοι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὴν τυπικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς του. Ἡ ἐφαρμογὴ ὅμως ἡ κοινοβουλευτική, τὴν ὁποίαν ἀπεδέχθημεν πάντες, ἡ ἐφαρμογὴ ἡ κοινοβουλευτική, τὴν ὁποίαν διεκήρυξα ἐγὼ πρῶτος, εἶναι ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἢ σχηματίζει τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τὰς ἐνδείξεις τῆς πλειονοψηφίας, ἤ, ἐφόσον, εἴτε ὑπάρχουν ἐνδείξεις παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ, εἴτε προέκυψε διαφωνία ἐκ χρήσεως τῆς ἀρνησικυρίας, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ καταφύγῃ ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τῆς ἐκκλήσεως ἐνώπιον τοῦ λαοῦ. Διότι ἀνέπτυξα τότε, ἀναπτύσσω καὶ νῦν καὶ θὰ ἀναπτύσσω πάντοτε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ καταρτίζῃ Κυβέρνησιν ἀπὸ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι ξυλανθρώπους Ὑπουργούς, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεύς, οὔτε ἐδόθη τοιοῦτον προνόμιον συνταγματικὸν ἢ κοινοβουλευτικὸν εἰς αὐτόν, ἵνα καταρτίζῃ Κυβέρνησιν ἐπὶ παραβάσει τῆς ψήφου καὶ τῆς γνώμης τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ περίπτωσις τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως τῆς 25 Φεβρουαρίου προέκυψεν ἀπὸ μίαν ἐφαρμογὴν τῆς ἀρνησικυρίας, ἀπὸ μίαν ἐκδήλωσιν διαφωνίας ἢ μᾶλλον ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν τότε. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρῃτήθη, ἐκλήθη δὲ πρὸς σχηματισμὸν Κυβέρνησις ἐξ ἀνδρῶν τῆς μειονοψηφίας, ἥτις καὶ προέβη εἰς ἔκκλησιν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατὰ συνέπειαν, οἱ ὅροι τοῦ πολιτεύματος, οἵ τε γραπτοὶ καὶ οἱ ἄγραφοι, ἐτηρήθησαν πλήρως. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἐσχηματίσθη τότε, ὑπῆρξε Κυβέρνησις κακῶς διαγνώσασα τὰς διαθέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦτο εἶναι μία πλάνη πολιτική, καὶ τῆς πλάνης ταύτης ἔδωκε δίκην ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἐκδοὺς τὴν ἐτυμηγορίαν αὐτοῦ, ἔφερε τὴν ἀντίθετον πτέρυγα πλειονοψηφοῦσαν. Πέραν τῆς πολιτικῆς εὐθύνης δὲν χωρεῖ ποινικὴ εὐθύνη. Ἀλλοίμονον ἂν τοιαύτην ἠθέλομεν καθιερώσει θεωρίαν, διότι θὰ ἦτο τότε ἀδύνατον νὰ κατοχυρώσωμεν τὸ πολίτευμα ἐναντίον τῶν αὐθαδῶν ἀξιώσεων τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο, ἐφόσον ὑπάρχει μία τοιαύτη πλάνη, ὑπάρχει διὰ ταύτην πολιτικὴ εὐθύνη, καὶ ἡ πολιτικὴ αὕτη εὐθύνη ἐδόθη διὰ τῆς ἀνατροπῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ποινικὴ εὐθύνη δὲν ὑπάρχει διὰ πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, διὰ πρᾶξιν, ἡ ὁποία ἀνεγνωρίσθη διὰ τῆς καθ’ ὁμοιομορφίαν καὶ διηνεκοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος. Διότι, κύριοι, ἔχομεν σωρὸν ἐφαρμογῶν, καθ’ ἃς τοιαῦται Κυβερνήσεις πλειονοψηφοῦσαι εὑρέθησαν ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸ Στέμμα, παρεχώρησαν δὲ τὴν θέσιν αὐτῶν εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἥτις κληθεῖσα διέλυσε τὴν Βουλὴν καὶ ἡ νέα Βουλή, ἐν τῷ ἀπολύτῳ καὶ κυριαρχικῷ δικαιώματι ἢ ἐνέκρινεν ἢ ὑπεστήριξε τὴν διαλύσασαν τὴν πρώτην Βουλὴν Κυβέρνησιν, ἢ ἀπεμάκρυνε ταύτην καὶ ὑπεστήριξε Κυβέρνησιν ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἤθελε. Τοῦτο συνέβη ἀφ’ ἧς ὑπῆρξε τὸ πολίτευμα, τοῦτο συνέβη καὶ κατὰ τὴν 25 Φεβρουαρίου 1915. Τοῦτο οὐ μόνον ἀνεγνωρίσθη διὰ τῆς μακρᾶς ἐφαρμογῆς, ἀλλ’ ἀνεγνωρίσθη καὶ παρ’ ὑμῶν τῶν ἰδίων διὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ ὑμῶν. Κύριοι, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ σᾶς εἴπω, διὰ νὰ ἄρω τὰς πλάνας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀγνοοῦσι τὰ πράγματα, τί φρονεῖ ὁ Ἀρχηγὸς ὑμῶν. Ἀφίνων τὰς συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ τὴν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, κατὰ μέρος, λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν ὁ Ἀρχηγὸς ὑμῶν, ὅστις ἐδέχθη νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἐκ τῆς μειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ ἐδέχθη νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τύχῃ τῆς ἐγκρίσεως τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς.
§136Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διότι ἤθελε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἐδέχθη.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, δὲν κακίζω αὐτὸ ἐγώ.
§138Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ περίπτωσις εἶναι διάφορος.
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐδέχθη τὸν σχηματισμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς μειονοψηφίας, προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔλαβε τὸ βάπτισμα τῆς Βουλῆς καὶ ἐπειδὴ ἔλαβε τὸ βάπτισμα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς ὑπὸ μορφὴν ἐπιφυλάξεως, διέλυσε τὴν Βουλὴν ὡς Κυβέρνησις μειονοψηφοῦσα καὶ ἦλθε κατόπιν ἡ λαϊκὴ ἐτυμηγορία καὶ ἐπεκύρωσε τὴν πρᾶξιν της ταύτην δώσασα πλειονοψηφίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ συνέβη καὶ ἕτερον γεγονὸς κατὰ τὰς ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας συνεζητοῦντο τὰ θέματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων προέκυψεν ἡ διαφωνία ἡ πολιτικὴ μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου. Συνεκροτήθησαν δύο Συμβούλια τοῦ Στέμματος. Κατὰ τὸ πρῶτον Συμβούλιον εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Ταύτην ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἰσηγοῦμαι, τὴν ἔξοδον δηλαδὴ τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, καὶ περὶ τούτου αἱ γενόμενοι ἀντιρρήσεις αἱ στρατιωτικαὶ γεννῶσιν εἰς ἐμὲ κλονισμόν τινα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι ὀρθὸν νὰ σχηματισθῇ Κυβέρνησις ἐκ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ Ἀντιπολιτεύσεως. Ἀλλὰ συνάμα καὶ προτρέπω, ἵνα πάντες οἱ ἄνδρες οἱ πολιτικοὶ τῆς Χώρας περιστοιχίσωσι τὸν Θρόνον, καὶ εἶμαι πρόθυμος, ἵνα διὰ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίας ὑποστηρίξω τὴν νέαν Κυβέρνησιν πρὸς ἐφαρμογὴν προγράμματος ἀντιθέτου πρὸς τὸ ἰδικόν μου». Ταῦτα ἐλέχθησαν κατὰ τὸ πρῶτον Συμβούλιον. Καὶ ἐγένετο καὶ τὸ δεύτερον Συμβούλιον κατόπιν, εἰς τὸ ὁποῖον προσῆλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγων: «Αἱ γενόμεναι μέχρι τοῦδε μελέται μου μὲ ἔπεισαν ἀκραδάντως ὅτι ἡ γνώμη μου εἶναι ὀρθὴ καὶ διὰ τοῦτο ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου ταύτην καὶ αἴρω πᾶσαν ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον σχηματίσει καὶ δηλῶ ὅτι ἀνακαλῶ καὶ τὴν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβην, καθ’ ἣν εἶμαι ἕτοιμος νὰ ὑποστηρίξω Κυβέρνησιν ἐκ τῆς μειονοψηφίας, διὰ τῆς ἐν τῇ Βουλῇ πλειονοψηφίας μου. Ἐὰν λοιπὸν ὁ Βασιλεὺς εὑρίσκεται ἐν διαφωνίᾳ καὶ δὲν δεηθῇ νὰ περιβάλῃ διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, τότε ἀπομένει εἰς τὸν Βασιλέα νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἐκ τῶν λοιπῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν τῆς Χώρας, δηλῶ δ’ ὅτι εἶμαι ἐναντίος τῆς δεδηλωμένης καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἐκ τῆς μειονοψηφίας, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαόν». Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη ἡ διατυπωθεῖσα ἐγγράφως.
§140Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πότε νὰ ποιήσηται ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαόν;
§141Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν.
§142Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῶν Συγκοινωνίας). Προθεσμίαι δὲν ὑπάρχουσι.
§143Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ ποιήσηται ἀμέσως ἔκκλησιν. Τὸ ζήτημα ἂν ἐπεβραδύνθη ἡ ἔκκλησις κατὰ 20 ἡμέρας ἢ ἕνα μῆνα, τοῦτο εἶναι ζήτημα πραγματικόν.
§144Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Κατὰ μῆνας ὅλους.
§145Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι, κύριε, ἔχετε λάθος. Αὐτὸ εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ζήτημα πραγματικὸν καὶ ὄχι συνταγματικόν, καὶ δὲν πρέπει νὰ συγχίζωμεν τὰ ζητήματα, διότι τότε θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα, διατί ἐπεβραδύνθησαν αἱ ἐκλογαὶ ἐπὶ ἐλάχιστον χρόνον καὶ εἰς δικαιολογίαν αὐτοῦ θὰ ἔλθωσι τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνίσταντο ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς λόγους μηχανικούς; ὡς ἡ ἀτέλεια τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, διότι δὲν εἶχον προφθάσει νὰ καταρτισθοῦν οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι τῶν Νέων Χωρῶν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου εἰς λόγους διπλωματικούς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δύνασθε νὰ καταγνώσητε ποινικὴν εὐθύνην διότι τὸ προνόμιον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἠσκήθη ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἢ ἐντὸς ἑνὸς μηνός. Τοῦτο εἶναι ζήτημα τοιαύτης εὐρείας πολιτικῆς ἐξετάσεως, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ καταλογισθῶσι ποινικαὶ εὐθῦναι. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα ἤδη εἶναι τὸ συνταγματικὸν καὶ ἔχομεν περὶ τούτου σαφῆ τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχηγοῦ ὑμῶν. Καὶ ὅταν τοιαύτην ἔχομεν τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχηγοῦ ὑμῶν, ὅταν ἔχωμεν δήλωσιν τούτου ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τοῦ Στέμματος, ὅτι δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν ἐκ τῶν πολιτικῶν Ἀρχηγῶν τῆς μειονοψηφίας, ὑπὸ τὸν ὅρον ἐκκλήσεως πρὸς τὸν Λαόν, καὶ ὅταν τοῦτο ἔπραξεν αὐτὸς ὁ ἴδιος πρότερον, ἀναλαμβάνων τὴν εὐθύνην καὶ σχηματίσας Κυβέρνησιν ἐκ τῆς μειονοψηφίας καὶ προβὰς κατόπιν εἰς ἔκκλησιν πρὸς τὸν Λαόν, καὶ ὅταν ἔχωμεν δεδομένον ὅτι τοῦτο καὶ νῦν συνέβη, καὶ ὅταν τοῦτο τὸ ὁποῖον συνέβη εἶναι σύμφωνον πρὸς ὅλην τὴν πολιτικὴν ἐφαρμογήν, ἀφ’ ὅτου ὑπῆρξε συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν τῇ Χώρᾳ, ὅταν ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη ἐγένετο ἀσπαστὴ παρ’ ὅλων τῶν πολιτικῶν μερίδων, αἱ ὁποῖαι διηύθυναν τὴν Χώραν, ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ παύσωσι ζητούμεναι παρ’ ἡμῶν ποινικαὶ εὐθῦναι. Ἡ ἀξίωσις ποινικῶν εὐθυνῶν παρὰ τῆς Βουλῆς εἶναι ἀξίωσις, ἡ ὁποία δὲν βαρύνει ὑμᾶς, ἀλλὰ βαρύνει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν καταδικαστικὴν ψῆφον καθ’ ἡμῶν. Πράττουσα τοῦτο ἡ Βουλή, θὰ παραβιάσῃ αὐτὴ τὸ πολίτευμα. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον θέμα τοῦ κατηγορητηρίου, τὸ μόνον ὡρισμένον, καὶ δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον περὶ αὐτοῦ. Περὶ τῶν λοιπῶν δὲν ἀσχολοῦμαι. Ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας ὑπέβαλεν ὑπὲρ ὑμῶν ζήτημα ἀπαραδέκτου διὰ μόνον τὸν λόγον ἵνα καταρτισθῇ κατηγορητήριον καθορισμένον, ἵνα γινώσκῃ ἡ Βουλὴ τίνας παραπέμπει καὶ διὰ τίνα λόγον τοὺς παραπέμπῃ, διότι σήμερον, ὡς κατηρτίσθη τὸ κατηγορητήριον εἰς ἓν ἑδώλιον ἐκεῖ, παρουσιάζεται ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν κατηγορουμένη διότι παρεβίασε τὸ πολίτευμα ἀναδεχθεῖσα τὴν Ἀρχήν, κατηγοροῦνται δ’ ἐκεῖνοι ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἐξαιρεῖται τῆς κατηγορίας ὁ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔδει, κατὰ τὴν τεθεῖσαν βάσιν, νὰ εἶναι μᾶλλον ἔτι κατηγορούμενος, διότι αὐτὸς δὲν ἦτο πολιτικὸς ἀνήρ, διότι εἶχεν ἀπόσχει τῆς πολιτικῆς. Δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Ζωγράφον, οὔτε διὰ νὰ ζητήσω νὰ περιληφθῇ καὶ αὐτὸς εἰς τὴν κατηγορίαν, ἀλλὰ τὸ λέγω διὰ νὰ δείξω εἰς ποίαν ἀντινομίαν περιπίπτετε. Καὶ ὅταν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνέπτυσσε τὰς γνώμας αὐτοῦ κατὰ τὰς πολιτικὰς συζητήσεις καὶ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀνέπτυσσε τὴν κατηγορίαν του κατὰ τὴν πολιτικὴν συζήτησιν κατὰ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, ἠρώτησα ἐγώ: «Θεωρεῖτε ἐμὲ ὑπεύθυνον;» Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγει «ὄχι!» καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐξαιρεῖ ῥητῶς ἐμὲ ἀπὸ πάσης εὐθύνης. Καὶ θέλετε σήμερον νὰ συμπεριλάβητε ἐμὲ εἰς τὴν εὐθύνην, διότι τοῦτο θέλει τὸ κατηγορητήριον, τὸ καταρτισθὲν ἐκεῖ. (Δεικνύει τὰ ἑδώλια τῆς ἀριστερᾶς). Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, κύριοι, ὅτι θέλω διὰ τούτου νὰ σώσω τὸ δέρμα μου, ὅτι θέλω νὰ ἀποχωρισθῶ τῶν συναδέλφων μου. Ὑποστηρίζω καὶ ἀποδέχομαι τὴν ἀλληλεγγύην τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἧς μετεῖχον, ἀλλὰ λέγω ταῦτα, διότι ὅταν τοιαῦτα κατηγορητήρια εἰσάγονται εἰς τὴν Βουλήν, κινδυνεύει ἡ Βουλὴ νὰ καταπέσῃ. Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ κατηγορίαι; Ὅτι ἐγένετο κακὴ χρῆσις τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας κατὰ μίαν διαδήλωσιν, καὶ τοῦ Νομάρχου Θεσσαλονίκης αἱ παραβάσεις, διὰ τὰς ὁποίας σᾶς ἀνακοινῶ ὅτι ρητὴ ὑπάρχει ἐν τῷ βουλεύματι, τῷ ἐναντίον αὐτοῦ ἐκδοθέντι, ἡ μνεία, ὅτι δύο πράξεις αὐτοῦ ἠκύρωσεν ἀμέσως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅταν περιῆλθον εἰς γνῶσιν του.
§146ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὠφείλατε νὰ τὸν ἀνακαλέσητε καὶ νὰ τὸν παραπέμψητε εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ αἰτιασθῆτε τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐν γνώσει τῶν γενομένων παραβάσεων, ἐπεκύρου τὰς πράξεις τοῦ Νομάρχου, ἢ ἂν εἶχε δώσει διαταγὰς πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν πράξεων ἐκείνων. Ἀλλ’ ἀλλοίμονον ἐὰν διὰ πᾶσαν πρᾶξιν ἔκτροπον, τὴν ὁποίαν διαπράττει ἓν ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως, κατηγορῆται ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ συνενοχῇ. Ταῦτα ἀνέπτυξα πρὸς ὑμᾶς μόνον διὰ τὸν λόγον, ἵνα καταστήσω εἰς ὑμᾶς γνωστὸν ποῖος εἶναι ὁ κινδυνώδης δρόμος, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσάγεται ἡ Βουλὴ ἀποδεχομένη κατηγορίαν οὕτως ἀβάσιμον καὶ μόνον στηριζομένην εἰς τὸ μῖσος τινῶν βουλευτῶν. Ἐγὼ τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἡ πλειονοψηφία, ὅταν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς τὰς ἐργασίας καὶ ἐκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς συνεργασίαν, δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ σπουδαιότερον ἔργον αὐτῆς ἦτο νὰ ἀπαλλάξῃ ἑαυτὴν ἀπὸ πάσης ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅτι μόνον τὴν εὐχαρίστησιν ταύτην θὰ εἶχον ἐκεῖνοι ποῦ ἐπιθυμοῦν τὸ κενὸν πέριξ ἑαυτῶν, διότι μόνον ἐν τῷ κενῷ δύναται νὰ φυτοζωήσῃ τὸ μικρὸν ἀνάστημά των. Διὰ τοῦτο δηλῶ, ὅτι προκειμένου περὶ τῶν πραγματικῶν γεγονότων, οὐδεμίαν θέλω κάμει ἐξέτασιν, οὐδεμίαν θέλω δώσει ἀπάντησιν, οὔτε θὰ ἀπολογηθῶ, διότι δὲν θεωρῶ ἐμαυτὸν κατηγορούμενον. Εἶσθε κύριοι νὰ παραπέμψητε καὶ ἂν παραπέμψητε τοὺς ἄλλους, νὰ παραπέμψητε καὶ ἐμέ. Δὲν θὰ ἀπολογηθῶ ἐνώπιον ὑμῶν. Θὰ ἐμφανισθῶ μόνον ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστῶν καὶ ἐκεῖ δὲν θὰ ἀπολογηθῶ, ἀλλὰ θὰ ἀναπτύξω, θὰ φωτίσω καὶ θὰ διδάξω.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§149Γ. ΠΩΠ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Μεσσηνίας. Εἴθισται νὰ ἀπαντῶσιν εἰς τοὺς συνηγόρους οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ τἀνάπαλιν. Οἱ κατηγορούμενοι ἔχουσι τὴν θέσιν αὐτῶν κεχωρισμένην κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης συζητήσεως. Ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐκ Μεσσηνίας δὲν ἀποδίδει σημασίαν μεγάλην παρὰ μόνον εἰς τοὺς ὄγκους τῶν σελίδων καὶ φαντάζομαι ποία θὰ εἶναι ἡ ἔκπληξίς του ὅταν μάθῃ ὅτι ἐντὸς ἑνὸς μικροῦ φυλλαδίου κρύπτεται ὅλον τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ νόμος ἀκόμη «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὅταν ἐπίσης γνωρίσῃ ὅτι τόμοι ὁλόκληροι θὰ ἀποτελέσωσι τὴν σειρὰν τῶν παραβάσεων τῶν Κυβερνητῶν ἐκείνων, οἵτινες ὡδήγησαν εἰς τὴν συντριβὴν, ἐκείνων, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀνέλαβε τὸ ἄχαρι ἔργον νὰ προσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν συνήγορος κατὰ τύπους καὶ κατ’ οὐσίαν. Ὁ κ. συνάδελφος φαντάζεται ὅτι τὸ ἀπαράδεκτον, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ νόμῳ, ἀνάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν. Τὸ ἀπαράδεκτον ἀφορᾷ τὴν ποινικὴν διαδικασίαν. Καθ’ ὃν τρόπον δύναται νὰ προβληθῇ ἐν τῇ Βουλῇ δι’ ἀντισυνταγματικότητα ἑνὸς νόμου, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον δύναται νὰ προταθῇ ἀπαράδεκτον κατὰ κατηγορητηρίου κατὰ ὑπευθύνων Ὑπουργῶν. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνεκαλέσαμεν τοὺς Ὑπουργοὺς αὐτοὺς, ἔχομεν τὴν γνώμην ὅτι τὰς ἐγκλήσεις, στηριζομένας ἐπὶ γεγονότων ἐξαγγελθέντων ὑπὸ τῆς ὑπευθύνου Ἀρχῆς διὰ στόματος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διετυπώσαμεν, ὡς ἁρμόζει εἰς κοινοβουλευτικὰ πολιτικὰ Σώματα, καὶ δὴ εἰς γενικωτάτας γραμμάς. Εἴπομεν πρὸς τοὺς κατηγορουμένους: Ἐγκαλεῖσθε. Σᾶς παρέχομεν τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθητε ἐνώπιον τῶν συναδέλφων σας πρῶτον καὶ νὰ ἀπολογηθῆτε, καὶ ἔπειτα ἐνώπιον τοῦ Δικαστηρίου. Καὶ ἀντὶ νὰ εὐχαριστηθῶσι διότι τοῖς διανοίγομεν τὴν ὁδὸν αὐτὴν τοῦ φωτὸς, προσπαθοῦσιν ὡς ἔνοχοι νὰ ἀποφύγωσι καὶ ζητοῦσι νὰ ἐπιτύχωσιν ἀναβολὴν μιᾶς ἢ δύο ἡμερῶν. Καὶ ὅμως βλέπουσιν ὅτι οὐχὶ ἐγώ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ζητεῖ τὴν παραπομπὴν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Διότι, ἂν δὲν παρεπέμπετο πρώτη ἡ Κυβέρνησις Γούναρη, τότε οὐχὶ ἐν συνειδήσει, ἀλλ’ ἐν πλήρει ἀσυνειδησίᾳ Σῶμα πολιτικὸν θὰ παρέπεμπε τὰς Κυβερνήσεις τὰς πρὸ αὐτῆς καὶ μετ’ ἐκείνην. Διότι ἀπὸ ταύτης κυρίως ἐπήγασεν ἡ διαφθορὰ τῶν συνειδήσεων, ἡ ἀνατροπὴ πάσης ἀληθείας, παντὸς δικαίου καὶ πολιτικῆς τάξεως. Δὲν σᾶς ἤρκεσε, κύριε συνάδελφε ἐκ Μεσσηνίας, τοὐλάχιστον ὁ πρόλογος τῆς εὐγλώττου εἰσηγήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἥτις ἐκεῖ ἐστήριξε τὴν ἀπαρχὴν τῶν συμφορῶν τῆς ἐθνικῆς Πατρίδος; Δὲν σᾶς συνεκίνησεν ἡ εἰσήγησις τοῦ ἐντίμου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συναδέλφου κ. Τσακανίκα, ὅστις ὠνόμασε τρεῖς ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, ἐν συνεχείᾳ δρῶντας μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, συμπράττοντας κατὰ τὸν μᾶλλον ἀνήθικον καὶ ἀνίερον τρόπον ἐναντίον τοῦ μεγαλείου τῆς Πατρίδος; Δὲν θέλετε νὰ ἐννοήσητε, ὅτι καταλυθείσης τῆς ἐννοίας τοῦ ἀπολυταρχισμοῦ καὶ ἀνακύψαντος τοῦ φωτὸς τῆς ἀληθείας, τοῦ φωτὸς, διὰ τοῦ ὁποίου εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα δικαιοῦνται οἱ ὑπεύθυνοι Κυβερνῆται νὰ ἐκθέτωσι τὰ ὑπ’ αὐτῶν πεπραγμένα, δὲν ἐννοεῖτε ὅτι δὲν δύνασθε πλέον νὰ στηρίζησθε ὄπισθεν τύπων καὶ ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε οὐδὲν ἄλλο στήριγμα ἢ μόνον τὴν λαϊκὴν συνείδησιν καὶ τὴν λαϊκὴν θέλησιν; (Χειροκροτήματα). Δὲν ἐννοεῖτε ὅτι δὲν δύνασθε πλέον νὰ στηρίζητε τὴν ἰσχὺν ὑμῶν ἐπὶ τῆς ἐξωνήσεως τῶν συνειδήσεων, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῆς ψυχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἥτις ψυχὴ περιεφρόνησε καὶ κατεδίκασε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην; Μένετε ὀπίσω εἰς τὴν παγκόσμιον πρόοδον, ἥτις εἶναι καὶ πρόοδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ζητεῖτε νὰ σᾶς παράσχωμεν τὴν ἱκανοποίησιν τῆς κοινῆς κατηγορίας. Θὰ σᾶς τὸ δώσωμεν καὶ τοῦτο τὸ δῶρον. Δὲν θέλαμεν νὰ ἔχητε κανὲν ἐπιχείρημα ὅτι ἐβιάσθημεν ἵνα ἐπικαλεσθῶμεν τῆς Βουλῆς τὴν ἀντίληψιν πρὸς ψήφισιν τῆς προτάσεως πρὸς παραπομπὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν ὑμεῖς συνετρίψατε. Τοὐναντίον ἡ στάσις μας ἀποδεικνύει ὅτι ἀφήσαμεν ἐλεύθερον τὸν χρόνον, χρόνον μακρότατον, ὅπως περισυλλέξητε στοιχεῖα καὶ μόνον εἰς τὰς παραμονὰς τῆς διακοπῆς τῆς νέας τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς ἠθελήσαμεν νὰ ἐρωτήσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος, ἐὰν δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἔλθητε νὰ συζητήσητε ἐπὶ τῆς οὐσίας τῶν καταγγελλομένων. Οὕτω δὲ προσερχόμενοι νὰ εἴπητε, ὡς ἁρμόζει εἰς πολίτας ἐντίμους, ὅτι ἀπορεῖτε διατί ἠργοπόρησεν ἡ Βουλὴ νὰ καταρτίσῃ τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα ταὐτοχρόνως μετὰ τῶν ἄλλων κανονίσητε τὰ ὅρια τῆς εὐθύνης σας. Δὲν ἐπράξατε τοῦτο. Ἡμεῖς σᾶς παραχωροῦμεν τὸν τύπον. Θέλετε εἰκοσιτετράωρον ἀναβολήν. Σᾶς τὴν δίδομεν. Μετ’ ὀλίγον ἀπὸ τοῦ ἑδωλίου, τὸ ὁποῖον οὐδέποτε θὰ ὑπάρξῃ ἑδώλιον κατηγορουμένου, θὰ συνταχθῇ νέα πρότασις παραπομπῆς, καθὼς ὑμεῖς τὴν θέλετε, κατ’ ἄρθρον καὶ κατὰ κεφάλαιον τῶν ἀξιοποίνων πράξεων, τὰς ὁποίας διέπραξεν ἡ Κυβέρνησις Γούναρη, ἐὰν ἐπαρκῇ ὁ χάρτης τοῦ Κράτους, μετὰ τὴν ἔλλειψιν τὴν δεινὴν τοῦ χάρτου. Θὰ τὸ πράξωμεν καὶ τοῦτο, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσωμεν νὰ μᾶς ἐπιτρέψητε νὰ περιορισθῶμεν εἰς ὅσα ἠξίωσεν ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς Μεσσηνίας. Θὰ δώσωμεν ἓν πρὸς ἓν τὰ κεφάλαια τῶν κατηγοριῶν καὶ τότε, ἔκπληκτος ἴσως, θὰ ἴδῃ ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναζητῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν γραμμῶν τῶν δικονομικῶν τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναζητῇ τὴν ἀλήθειαν εἰς τὰ γεγονότα. Εἰς δὲ τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας ἐπιβάλλεται, ἵνα τὰς γενικὰς γραμμὰς διεξέτασιν, ἵνα ἐπὶ τῶν γενικῶν γραμμῶν ρυθμίζωσι καὶ τὴν πορείαν αὐτῶν. Ἡ δὲ γενικὴ αὕτη γραμμὴ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη δὲν ἐξεγείρει τὸ μῖσος, τὸ μῖσος ὅλον οἵτινες ὑπέγραφον ἀπὸ μῖσος παραπομπὴν τοιαύτην, ἀλλ’ ἐξεγείρει τὸ ἐθνικὸν μῖσος, τὸ ὁποῖον ἔφθασε νὰ γίνῃ ἐθνικὴ κατάρα. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις αἱ ἄλλαι δύνανται νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν ἀπελθόντα Βασιλέα — ὅστις οὐδέποτε θὰ ἐπανέλθῃ πλέον εἰς τὴν Ἑλλάδα (χειροκροτήματα) ἀναγνωριζόμενον διεθνῶς τὸ τοιοῦτον — ἐὰν αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι δύνανται νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον ὅτι εἶναι θύματα τῆς πολιτικῆς του, τότε καὶ ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος, ὅστις ὡς ἄνθρωπος προκαλεῖ τὴν συγκίνησιν καὶ τὸν πόνον, θὰ δύναται νὰ εἴπῃ τὴν λαϊκὴν εἰκόνα, ὅτι «ἡ Κυβέρνησις Γούναρη μὲ ἐπῆρεν εἰς τὸν λαιμόν της».
§150Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὸ μῖσος προκαλεῖ· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§151Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Βασιλέως. Οὐδέποτε Βασιλεὺς συνεκίνησε καθ’ οἱονδήποτε τρόπον τὴν ψυχήν μου.
§152Λ. ΝΑΚΟΣ. Οὐδεὶς Βασιλεὺς ἐκ τῶν ἀποκεφαλισθέντων ὑπῆρξε μᾶλλον ἔνοχος.
§153Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὅστις δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνεχθέντας τὸν θεσμὸν τῆς βασιλείας μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς προσωπικότητός του, τοῦ νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Στρατοῦ, ὅστις θὰ ἐξεπλήρου τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη καὶ θὰ ἱκανοποίει τοὺς πόθους τῆς Φυλῆς, τὸν βασιλέα ἐκεῖνον, ὡς ἄνθρωπον οὕτω λέγοντα καὶ οὕτω κατηγοροῦντα, θὰ τὸν δικαιώσωμεν, διότι θὰ εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ὑπῆρξεν ὁ κακὸς δαίμων τοῦ Βασιλέως ἐκείνου, ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ὁ κακὸς δαίμων τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος. Κατὰ τοῦ κακοῦ τούτου δαίμονος τὸ κατηγορητήριον, τὸ ὁποῖον αὔριον θὰ ὑποβάλωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ τὸ διατυπώσωμεν καθ’ ὃν τρόπον ἀξιοῖ ὁ κ. συνάδελφος ἐκ Μεσσηνίας· ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι κατηγοροῦντες, ἔχομεν μεθ’ ἡμῶν ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διότι κατηγοροῦμεν ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς τιμῆς τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς. (Χειροκροτήματα).
§154ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ψηφοφορία. Ψηφοφορία.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγοπάτης ἔχει τὸν λόγον.
§156Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἀφοῦ καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως κατηγορίας κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, ὁ ἔντιμος ἐκ Ψαρρῶν συνάδελφος, ἐθεώρησεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ κανεὶς δισταγμὸς — μολονότι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ παραπεμφθῶσι καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες πρόκειται νὰ παραπέμψωσι γνωρίζουσιν καλῶς, ἄριστα, ἐκ τῆς πρωϊνῆς μάλιστα συζητήσεως, ἡ ὁποία τόσον εὐρέως διεξήχθη, περὶ τίνος κυρίως πρόκειται — ἀφοῦ, λέγω, ὁ κύριος εἰσηγητὴς τῆς προτάσεως ἐθεώρησεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ κανεὶς δισταγμὸς εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, νὰ παρασχεθῇ δὲ πᾶσα εὐκολία ἀπολογίας εἰς τοὺς ὑπὸ κρίσιν, διὰ νὰ μὴ δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ἐδόθη εἰς αὐτοὺς καιρός, ὅτι δὲν ἐγνώριζον περὶ τίνων θεμάτων ἐκαλοῦντο νὰ διαφωτίσουν τὴν Βουλήν, νομίζω ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. βουλευτοῦ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, νὰ διατυπωθῇ δὲ αὕτη ἡ πρότασις ἡ νέα εἰς τρόπον ὥστε εἰς τοὺς ὑπὸ κρίσιν νὰ μὴ μείνῃ ὄχι δισταγμός, ἀλλ’ οὐδὲ σκιὰ ἐπιχειρήματος, ὅτι δὲν ἐδόθησαν εἰς αὐτοὺς τὰ στοιχεῖα τῆς κατηγορίας, ὥστε νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν ἐπὶ πάντων τῶν θεμάτων, διὰ τὰ ὁποῖα κατηγοροῦνται.
§157Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, ὀφείλω νὰ δηλώσω ἐκ μέρους μου καὶ ἐκ μέρους τῶν συνυπογραψάντων τὴν κατηγορίαν, ὅτι αὔριον πρὸ τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ἑτοίμη ἡ νέα πρότασις καὶ θὰ τὴν καταθέσωμεν εἰς τὸ Προεδρεῖον, συμφώνως δὲ πρὸς τὸν Κανονισμὸν θὰ ἐκτυπωθῇ ταὐτοχρόνως καὶ θὰ παρακαλέσωμεν νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὥστε ἐντὸς τῆς αὔριον νὰ γίνῃ ἡ ψηφοφορία, διότι ἀπὸ τοῦδε πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ δικονομικῶς ἡ ἀληθὴς ἑρμηνεία, ὅτι τὸ «ἐντὸς πέντε ἡμερῶν» σημαίνει ὅτι δυνάμεθα καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ὑποβολῆς τῆς προτάσεως νὰ ἀποφανθῶμεν.
§158Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πάντως ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς προτάσεως, πρὶν ἢ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψηφοφορία ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Συνεχίζεται ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν δαπανῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 357 «περὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Συζήτησις ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως διατάξεων....
§160ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ ἀνεβλήθη.
§161Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι γεννᾶται κἄποιο ζήτημα, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Βουλὴ πρὸς συζήτησιν νομοσχεδίου, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισε τὴν ἀναβολήν, διότι εἶναι δυνατὸν τινὲς τῶν συναδέλφων, κατόπιν τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, νὰ ἀπεμακρύνθησαν. Ἄλλωστε αὐτὸς οὗτος ὁ Κανονισμὸς δὲν προβλέπει περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ ἡ συζήτησις ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀνεβλήθη τὴν αὐτὴν ἑσπέραν.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει δίκαιον ὁ κ. βουλευτής.
§163Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ ἐγὼ εἶμαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ.
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔτη τὴν 4ην μ.μ. αὔριον. (Ὥρα 8 μ.μ.).