1917.10.02
1,715 rows · 13,042 words · 159 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41Η
ΔΕΥΤΕΡΑ 2 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ἡ Βιολέττα, χήρα τοῦ ὑπιάτρου Ἰωάννου Καρούζου, ἀποβιώσαντος κατὰ τὸν Ἑλληνοβουλγαρικὸν πόλεμον, παρακαλεῖ ὅπως αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς της. — Ὁ Πατριωτικὸς Σύνδεσμος τῶν ἐν Καλάμαις Φιλελευθέρων παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ αὐξηθῶσιν οἱ πόροι τοῦ Εἰδικοῦ Ταμείου ὁδοποιΐας τοῦ τέως Δήμου Ἀλαγωνίας. — Ἡ χήρα Σπυριδοῦλα Θεοδοσίου, κάτοικος Ἀθηνῶν, παρακαλεῖ ὅπως τῇ αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς της. — Οἱ δημοδιδάσκαλοι Σ. Τρυφονόπουλος, Γ. Στάϊκος, Σ. Γκόνος, Κ. Χαραλαμπόπουλος καὶ Δ. Παπαγιαννόπουλος παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἐκ τῶν μονοταξίων καὶ τριταξίων διδασκαλείων ἐξελθόντας διδασκάλους νὰ λαμβάνωσι τὸν μισθὸν ὃν δικαιοῦνται. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Πηλαβᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ «περὶ στρατολογίας νόμου τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Σφακιανάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ταμείου τῆς ἐλαίας καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν ἄρθρων 55 καὶ 56 τοῦ νόμου 214». — Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιτάξεως οἰκημάτων διὰ προσωρινὴν στέγασιν προσφύγων καὶ παρακαλεῖ ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον). — Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαζαχαρίου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 402 «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως τῶν Νέων Χωρῶν». — Ὡσαύτως οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Κριάρης καὶ Θ. Γοῦσκος ὑπεβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Οἰκονομικῆς Ἐπιθεωρήσεως, Ἐλεγκτηρίου καὶ Ἀποθήκης ὑλικοῦ διὰ τὸ Σῶμα τῆς Χωροφυλακῆς».
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ζάρκου–Τρικκάλων.
§4Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ζάρκου–Τρικκάλων, οἵτινες ὑφαίνουν πανιά, καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψει.
§5Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Λεκανίδης ἔχει τὸν λόγον, ἵνα καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ πρότασιν νόμου.
§7Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐπειδὴ φρονῶ ὅτι οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκοπίασαν καὶ ἐπρωτοστάτησαν εἰς τοὺς ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς Πατρίδος ἀγῶνας, ἕνεκα δὲ τῆς ἀσχολίας των δὲν εὗρον καιρὸν ὅπως ἀσχοληθῶσι καὶ περὶ τὰ ἴδια, εἰσελθόντες δὲ εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐξῆλθον εἰς ἡλικίαν προκεχωρημένην, ὁπωσδήποτε ἐξηντλημένοι σωματικῶς, μὲ ὑγείαν οὐχὶ ἀκεραίαν, ἀλλὰ μειωμένην ἐκ τῶν κόπων, μόχθων καὶ τῶν κακουχιῶν τῶν ἐπαναστάσεων, προσέφερον δὲ πολλὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ βλέπῃ αὐτοὺς εἰς τὸ περὶ τὴν δύσιν τοῦ βίου αὐτῶν στάδιον νὰ δυστυχῶσιν, νομίζω ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ ἔρχεται ἀρωγὸς εἰς αὐτοὺς διὰ νὰ διέρχωνται τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς ζωῆς των ὁπωσδήποτε μὲ ἀνάλογον ἄνεσιν. Πρόκειται, κύριοι βουλευταί, περὶ μερικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι διανύσει ἀρκετὰ ἔτη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ἡλικίας των δὲν δύνανται πλέον νὰ παραμένωσιν ἐπὶ πολὺν χρόνον εἰς αὐτήν, διότι καὶ τὸ γῆρας καὶ αἱ κακουχίαι, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, ἔχουσιν ἐξαντλήσει τὰς σωματικὰς αὐτῶν δυνάμεις καὶ τὰς πνευματικάς. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητῶ ὅπως, ὅσοι ἐξ αὐτῶν ἔχουσι διανύσει εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν χρόνον δεκαοκταετῆ, ἔχουσι δὲ προσενέγκει πολύτιμον καὶ μακρὰν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ ἔχουσι καταστῆ ἀνίκανοι καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ ἐξακολουθήσουν ὑπηρετοῦντες, ὅπως λαμβάνωσιν οὗτοι ὡς σύνταξιν ἀκέραιον τὸν μισθόν, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν, χωρὶς νὰ προαχθῶσιν. Ἐπίσης, κύριοι βουλευταί, ὑπάρχουν μερικοὶ ἀξιωματικοὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν παράδοσιν τοῦ Ροῦπελ, ἐπειδὴ ἤθελον νὰ ἀγωνισθῶσι καὶ πολεμήσωσι κατὰ τῶν προαιωνίων ἐχθρῶν τῆς Πατρίδος, κατετάχθησαν εἰς τὸν Γαλλικὸν στρατόν, ἀφοῦ ὅμως ἐδημιουργήθη ὁ ἀγὼν ὁ ἐθνικός, τὸ ἐθνικὸν κίνημα, κατετάχθησαν καὶ πάλιν εἰς τὰς τάξεις τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δίκαιον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἀπωλέσωσι τὸν χρόνον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον διήνυσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ξένων στρατευμάτων, τῶν Γαλλικῶν. Νομίζω ὅτι καὶ ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν διήνυσαν ἐν τῷ Γαλλικῷ στρατῷ, εἶναι ἐπίσης πολύτιμος, ὡς καὶ ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν διήνυσαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, καὶ κάτι περισσότερον μάλιστα, φρονῶ δὲ ὅτι ἡ ὑπηρεσία, τὴν ὁποίαν διήνυσαν μεταξὺ τῶν ξένων στρατευμάτων, θὰ εἶναι ὠφελιμωτέρα δι’ αὐτοὺς καὶ διὰ τὴν ἐπιστήμην ἀκόμη τὴν στρατιωτικὴν τῶν Ἑλλήνων ἀξιωματικῶν. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω καὶ ἄλλην πρότασιν νόμου, ὅπως συνυπολογίζεται εἰς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν τούτων διὰ τὴν ἀρχαιότητά των καὶ τὴν προαγωγήν των καὶ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον διήνυσαν εἰς τὰ ξένα στρατεύματα καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν αὐτὴν καὶ ζητήσῃ τὴν ψήφισίν της.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν ἐπαγγελματικῶν καὶ ἐργατικῶν Σωματείων Πατρῶν.
§9Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ προέρχεται ἐκ μέρους τῶν ἐργατικῶν καὶ ἐπαγγελματικῶν Σωματείων Πατρῶν, ἀφορᾷ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον ἐπιληφθῇ τῆς διατιμήσεως τῶν χειμερινῶν ὑφασμάτων, διότι ἡ αἰσχροκέρδεια μαίνεται.
§10Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐλιοιτισμοῦ). Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως μοὶ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ τὴν μελετήσω.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σταμάτης παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν δυνάμει ποίας διαταγῆς παραμένει ἐν Κριεκουκίῳ (Ἐρυθρῶν) ὡς στρατιωτικὸς ἐπόπτης δημητριακῶν ὁ ταγματάρχης τοῦ Οἰκονομικοῦ Δημητριάδης Κωνσταντῖνος, ποία ἡ δικαιοδοσία του καὶ ποῖα τὰ καθήκοντα, ἅτινα εἶναι ἐντεταλμένος νὰ ἐκτελέσῃ αὐτόθι. Ὁμοίως, πῶς οὗτος προέβη εἰς κατάσχεσιν 20 σάκκων ὀσπρίων τοῦ Ἀναστ. Ε. Σεριμούλη ἐντὸς τοῦ Κριεκουκίου καὶ ἔξωθι τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμοῦ, μεταφερομένων ἐκ Κριεκουκίου ἐνταῦθα, ἐνῷ ἡ τοιαύτη μεταφορὰ εἶναι ἐλευθέρα δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 60086 ἐ.ἔ. ἐγκυκλίου διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, κοινοποιηθείσης πρὸς τοὺς κατοίκους Κριεκουκίου ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας καὶ ἣν διαταγὴν, ἐπιδειχθεῖσαν αὐτῷ, οὔτε ἀνεγνώρισεν, οὔτε ἐσεβάσθη.
§12Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὁ ταγματάρχης Κ. Δημητριάδης εἶναι ἐπιφορτισμένος εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν τοῦ Ὑπουργείου καὶ τοῦ ἐπόπτου τοῦ Δικαστικοῦ. Οἱ σάκκοι, περὶ ὧν ὁ λόγος, δυνατὸν νὰ προήρχοντο ἐκ τῶν Θηβῶν ὅπου γίνεται ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου συγκέντρωσις τῶν τροφίμων. Ἐν τούτοις, λαβὼν γνῶσιν ἐκ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἐτηλεγράφησα εἰς τὸν ταγματάρχην καὶ τὸν δικαστικὸν ἐπόπτην διὰ νὰ ἐξακριβώσω, ἐὰν πράγματι οἱ σάκκοι προήρχοντο ἐκ Κριεκουκίου, διότι, ἐὰν πράγματι προήρχοντο ἐκ τοῦ Κριεκουκίου, ἔπρεπε ν’ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι.
§13Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. ἐπόπτης ὁ στρατιωτικός, ἀφοῦ εὑρίσκεται Ἐπιτροπὴ καὶ δικαστικὸς ἐπόπτης καὶ ἀφοῦ τῷ ἐπεδείχθη ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι τὰ ὄσπρια, προερχόμενα ἐκ μέρους τοῦ Κριεκουκίου διὰ νὰ μεταφερθῶσιν ἐνταῦθα, εἶναι ἐλεύθερα, δὲν ἀναγνωρίζει τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου καὶ δι’ αὐτὸ ἀπορῶ πῶς ἕνας ὑπάλληλος δὲν ἀναγνωρίζει τὰς διαταγὰς τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς, ἀλλ’ οὔτε σέβεται ταύτας. Ὁ ἐν λόγῳ κύριος εἶναι ἀπόστρατος ταγματάρχης, προβαίνει δὲ εἰς τὴν κατάσχεσιν ἐν μέσῃ Ἀγορᾷ τῶν σάκκων, οἵτινες εὑρίσκοντο εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ χωρικοῦ ἐν Κριεκουκίῳ. Νομίζω ὅτι αὐτὰ τὰ πράγματα ἐξεγείρουν τὸν πληθυσμὸν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ διευκολύνωνται οἱ ἄνθρωποι.
§14Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἀναγνωρίζει τὰς διαταγάς, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται οἱ σάκκοι αὐτοὶ νὰ προήρχοντο ἐκ Θηβῶν καὶ νὰ διήρχοντο διὰ Κριεκουκίου.
§15Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Θὰ πεισθῆτε ὅτι κατεσχέθησαν ἐντὸς οἰκίας ἐν Κριεκουκίῳ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σταμάτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν ἐξετελέσθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 44567 ἐ.ἔ. διαταγή του πρὸς τὸν δικαστικὸν ἐπόπτην Θηβῶν περὶ χορηγίας εἰς τὸν Κτηνασφαλιστικὸν Συνεταιρισμὸν Κριεκουκίου τοῦ ἀναγκαίου ποσοῦ κριθῆς καὶ βρώμης πρὸς διατροφὴν τῶν ζώων τοῦ Συνεταιρισμοῦ ἐπὶ δίμηνον καὶ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἐκτέλεσιν ταύτης, ἐπαπειλουμένης τῆς ζωῆς τῶν κτηνῶν, ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τροφῆς, ὡς περὶ τούτου ἀναφέρει ἡ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὑποβληθεῖσα ὑπ’ ἀριθ. 26 ἀπὸ 22 Σεπτεμβρίου ἐ.ἔ. ἐπαναληπτικὴ αἴτησις τοῦ ἀνωτέρω Συνεταιρισμοῦ.
§17Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος εἶχεν ἀναθέσει εἰς ἐργολάβον τὴν συγκέντρωσιν τῆς κριθῆς εἰς τὴν περιφέρειαν ἐκείνην, ἐπειδὴ ὅμως ὁ ἐργολάβος δὲν ἐξετέλει τὰς ὑποχρεώσεις του καλά, διελύθη ἡ ἐργολαβία ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἡμῶν καὶ ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τὸν ἐπόπτην τῶν τροφίμων νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Κτηνοτροφικὸν Σύνδεσμον τὸν ἐφοδιασμόν.
§18Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἐνέργειαν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σταμάτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν διέταξε τὴν ἐπίστρωσιν τῆς δημοσίας ὁδοῦ Ἀθηνῶν–Θηβῶν, ἀφοῦ τὰ σκῦρα εἶναι ἔκτοτε ἕτοιμα καὶ ἡ ὁδὸς ὡς ἐκ τῆς ἀθλίας ἤδη καταστάσεώς της, ἀποβαίνει ἐπικίνδυνος εἰς τὰ δι’ αὐτῆς διερχόμενα κάρρα, ἁμάξια καὶ ζῷα.
§20Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὴν ἐπίστρωσιν ἢ μᾶλλον διέταξε δημοπρασίαν ἐπανειλημμένως. Δυστυχῶς δὲν ἐπραγματοποιήθη αὕτη δι’ οὓς λόγους ἐπανειλημμένως ἐξέθεσα εἰς τὴν Βουλήν. Ἤδη, ψηφισθέντος τοῦ νέου νόμου περὶ ἐπισκευῆς ὁδῶν, διετάχθη ὁ ἁρμόδιος μηχανικὸς ὅπως ἐπιληφθῇ τοῦ ἔργου ὡς τάχιστα.
§21Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἔχω νὰ συστήσω, ὅτι ἡ ὁδὸς αὕτη ἐξυπηρετεῖ μεγάλως τὴν Ἀγορὰν τῶν Ἀθηνῶν μετὰ τὴν ἀκαταστασίαν τοῦ σιδηροδρόμου, ταξειδεύουν δὲ καθημερινῶς 700–800 κάρρα καὶ τροφοδοτοῦν τὴν Ἀγορὰν Ἀθηνῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ σύντονος μέριμνα.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βαλαλᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ψήφισιν τὴν ἀπὸ 1ης Ἰουνίου 1916 σύμβασιν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας Τροχιοδρόμων Θεσσαλονίκης.
§23Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ σύμβασις αὕτη ἐγένετο πρὸ μικροῦ χρόνου, εὑρίσκεται δὲ ὑπὸ μελέτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὸ ζήτημα, ἐὰν οἱ σημερινοὶ ὅροι ἐπιτρέπουν νὰ γίνῃ ἡ ἐφαρμογή της, διότι εἶναι μερικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συλλέξωμεν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἄν, μετὰ τὴν μεταβολὴν τῶν συνθηκῶν, εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως ταύτης, περὶ ἧς ὁμιλεῖ ὁ κ. βουλευτής.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, διατί ἀδικεῖ τόσον τοὺς δικαστικοὺς ἐπόπτας μισθοδοτῶν αὐτοὺς μὲ μισθὸν γραφέως βʹ τάξεως, ἐνῷ οὗτοι τυγχάνουσιν ἐπιστήμονες μὲ δίπλωμα νομικῆς καὶ ἄδειαν δικηγόρου, ὑποχρεωμένοι δὲ καὶ ν’ ἀγρυπνῶσι πολλάκις, εὑρισκόμενοι δ’ ἐπὶ ποδὸς ἀπὸ τῆς τετάρτης πρωϊνῆς ὥρας εἰς τοὺς σιδηροδρομικοὺς σταθμούς, εἰς τὴν λαχαναγοράν, εἰς τὴν προκυμαίαν Πειραιῶς κλπ. Ἐπὶ πλέον δέ, ψηφισθέντος τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ἔχει κανονισθῆ ὁ μισθὸς τῶν δικαστικῶν ἐποπτῶν μέχρι δραχμῶν 250.
§25Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐρώτησις δὲν ἀφορᾷ τοὺς δικαστικοὺς ἐπόπτας, ἀλλὰ τοὺς συμβολαιογράφους τῆς Καβάλλας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπεσπασμένοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ. Οἱ συμβολαιογράφοι, ὄντες ἄμισθοι, ἐλάμβανον δι’ ἀποζημίωσιν δρ. 150. Ἐγὼ διὰ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ, ὅστις ἐψηφίσθη, ἔδωσα τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίζεται μέχρι 250 δραχ. ἡ ἀποζημίωσίς των. Ὑποθέτω ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι κ.κ. βουλευταὶ δὲν θὰ παραπονοῦνται.
§26Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Δὲν ἠδύναντο νὰ ἀνταποκριθῶσι πρὸς τὰς ἀνάγκας των αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι.
§27Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ δοθῶσιν ὅμως αἱ 250 δραχ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Δαγκλῆς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, τί ἐνηργήθη διὰ τὸ γνωστὸν ζήτημα τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας Πρεβέζης–Ἰωαννίνων, δηλαδὴ ὁποίας ἔλαβεν ἀποφάσεις πρὸς ἐξομάλυνσιν καὶ διευθέτησιν αὐτοῦ, διότι φρονῶ ὅτι ἡ ἐκκρεμότης τοῦ ζητήματος δὲν πρέπει νὰ παραταθῇ.
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ ταχυδρομικὴ συγκοινωνία Πρεβέζης–Ἰωαννίνων διεκόπη κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούνιον ἐπὶ ἕνα μῆνα. Κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο διετάχθη ἕτερος νὰ ἀναπληρώσῃ τὸν ἐργολάβον, δηλαδὴ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν. Μόλις εἰδοποιήθη ὁ ἐργολάβος περὶ τῆς διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας, ἔσπευσε μετὰ 4 ἡμέρας νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν συγκοινωνίαν. Δυστυχῶς ἐκ τῶν κειμένων νόμων δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκπτωσις τῶν ἐργολάβων, διότι δέον νὰ τιμωρηθῇ ἐπὶ παραβάσει τῆς συμβάσεως τρὶς καὶ κατάπιν νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος, ἐπειδὴ δὲ ἅπαξ ἐτιμωρήθη, μετὰ τέσσαρας δὲ ἡμέρας ἀποκατέστησε τὴν συγκοινωνίαν καὶ ἐπλήρωσε τὸν ἀναπληρώσοντα αὐτὸν ἐργολάβον, δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος.
§30Δ. ΔΑΓΚΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, μόλις ἐπήγατε εἰς τὴν Πρέβεζαν, ὁ ἐργολάβος ἔφυγε καὶ ὑμεῖς διωρίσατε ἄλλον ἀντικαταστάτην του, ὁ ὁποῖος ἠγόρασεν ἁμάξια καὶ ἄλογα καὶ ἔκαμε τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἐπὶ 40 ἡμέρας. Ἀλλὰ κατόπιν ὁ ἐπιθεωρητὴς ἔφερε πάλιν ἄλλον ἐργολάβον καὶ τὸν ἐγκατέστησε καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τὸν ἐνέκρινε καὶ τὸν ἀνέχεται, ἀφοῦ μάλιστα ἐπῆγε νὰ στρατολογήσῃ ἐπιστράτους, ἵνα κτυπήσῃ τοὺς Γάλλους. Λοιπόν, σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε μίαν φροντίδα καλλιτέραν, διότι καὶ παρὰ τὰ σημειώματα, τὰ ὁποῖα ἐδώκαμεν, δὲν ἐπληρώθη ὁ ἄνθρωπος.
§31Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν ἐπληρώθη.
§32Δ. ΔΑΓΚΛΗΣ. Ἐξετάσατε τὸ ζήτημα καὶ θὰ πεισθῆτε.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Λεκανίδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πότε θέλει ἀνακαλέσει τὴν ἀναβολὴν τῆς κατατάξεως τῶν κληρωτῶν φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ λοιπῶν, τῶν ἀπογραφῶν 1915, 1916 καὶ 1917, ὡς καὶ πότε θέλει προσκαλέσει εἰς τὰ ὅπλα τοὺς ἀνυποτάκτους στρατευσίμους τῶν κληθεισῶν ἡλικιῶν τῶν Νέων Χωρῶν, τοὺς εὑρισκομένους κατὰ τὸν χρόνον τῆς προσκλήσεως τῶν ἡλικιῶν ἐκείνων ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι.
§34Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀναγνωρίζω κατ’ ἀρχὴν τὸ δίκαιον τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, μετὰ τῆς ὁποίας συνεννοήθην, μοῦ ἀνέπτυξε λόγους τινάς, τοὺς ὁποίους θὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. βουλευτής, ἀφοῦ ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιόν του, νὰ μὴ τὰς ἐπαναλάβω. Νὰ εἶναι ὅμως βέβαιος, ὅτι ἀναγνωρισθέντος ἅπαξ τοῦ δικαίου του, θέλει πραγματοποιηθῆ ἡ ἐπιθυμία του.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Δαγκλῆς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν τί ἐγένοντο τὰ σχετικὰ ἔγγραφα πληρωμῆς τῶν ἐπιταχθεισῶν φορτηγίδων ἐν Πρεβέζῃ ὑπὸ τοῦ Λιμεναρχείου διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1912 καὶ 1913, ἅτινα ἔγγραφα πληρωμῆς ἐκ δραχ. 1130 ἀπεστάλησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν (Διεύθυνσιν Προεκτιμητικῆς Ἐπιτροπῆς). Ἐξεδόθη τὸ σχετικὸν ἔνταλμα πληρωμῆς;
§36Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον ἐκ Πρεβέζης βουλευτὴν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ διέλθῃ τοῦ Ὑπουργείου, ὅπως δώσωμεν εἰς αὐτὸν τὰς πληροφορίας αὐτάς, διότι δι’ ὑποθέσεις τοῦ 1912–1913 δὲν εἶναι εὔκολον νὰ δοθῶσι τώρα πληροφορίαι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Βολουδάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί ὁ ἁρμόδιος ἐπὶ τῶν συντάξεων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ὑπάλληλος ἀρνεῖται νὰ ὑποβάλῃ πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὰ σχετικὰ ἔγγραφα πρὸς παροχὴν συντάξεως εἰς τὸν ἀνίκανον τραυματίαν τοῦ πολέμου Ε. Σταυρουλάκην, ὅστις ὑπέβαλε μίαν αἴτησιν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1913, ὁπότε ἐτραυματίσθη σοβαρῶς, εἰς τὴν ὁποίαν αἴτησιν οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀπάντησιν, ἑτέραν δὲ τοιαύτην ὑπ’ ἀριθ. πρωτ. 34034)8)4)1917, εἰς ἣν ἐπεσύναψε τὰ ἐν τοῖς ἐδαφίοις βʹ, γʹ καὶ δʹ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου Β. Διατάγματος «περὶ ἐκτελέσεως τοῦ νόμου 438 τῆς 27 Νοεμβρίου 1914» ἀναφερόμενα δικαιολογητικά, καὶ μόνον ἐπειδὴ δὲν παρουσίασε καὶ τὸ ἐν τῷ ἐδαφίῳ αʹ πιστοποιητικὸν τοῦ Διοικητοῦ τοῦ 23ου συντάγματος, εἰς ὃ ὑπηρέτει, ὅπερ πιστοποιητικὸν δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἤδη, καθόσον τὸ σύνταγμα τοῦτο εὑρίσκεται ἐν Γερμανίᾳ, δὲν ηὐδόκησε δὲ ὁ ἀνωτέρω ὑπάλληλος ἐπὶ μίαν ὁλόκληρον τετραετίαν νὰ τὸ ζητήσῃ παρὰ τοῦ συντάγματος τούτου, ἀρνεῖται τὴν ὑποβολὴν τῶν λοιπῶν δικαιολογητικῶν πρὸς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον παρανόμως, ἀφοῦ ῥητῶς ἐν τῷ 2ῳ ἄρθρῳ τοῦ ὡς ἄνω ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος ἀναφέρεται ὅτι προκειμένου περὶ τῶν παθόντων κατὰ τοὺς πολέμους 1912–13 ἀρκεῖ τὸ ἐν τῷ ἐδαφίῳ δʹ τοῦ παρόντος ἄρθρου ἀναφερόμενον πιστοποιητικὸν καὶ ἀφοῦ, ἀντὶ τοῦ πιστοποιητικοῦ τούτου, ὑπέβαλεν ἔνορκον βεβαίωσιν, ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδικείου συνταχθεῖσαν, δύο μαρτύρων βεβαιούντων τὸν τραυματισμόν του, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοιούτων ἐνόρκων βεβαιώσεων, ἄνευ πιστοποιήσεως τοῦ Διοικητοῦ τοῦ συντάγματος, ἐχορηγήθησαν καὶ εἰς ἄλλους συντάξεις.
§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ κ. βουλευτὴς μοῦ φαίνεται ὅτι ὀλίγον ἀδίκως μέμφεται τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου διότι δὲν παρέπεμψεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον τὴν αἴτησιν περὶ συντάξεως τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει. Ἐν πρώτοις ἡ αἴτησις δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὰ 1913, ὅπως ἀντελήφθην ἐξετάσας ὁ ἴδιος τὸν φάκελλον, ἀλλ’ εἰς τὰ 1915. Εἶναι τοῦτο μία ἀνακρίβεια. Ἀλλ’ ὁ παθὼν ἰσχυρίζεται ὅτι ἔπαθεν ἐν διατεταγμένῃ ὑπηρεσίᾳ. Κατὰ τὸν νόμον τὸν κείμενον καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα, ἵνα ἀπονεμηθῇ σύνταξις πρέπει πρῶτον νὰ πιστοποιήσῃ ὁ Διοικητὴς τοῦ συντάγματος ὅτι πράγματι τὸν ἔστειλεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην, ὅπου καὶ ἔπαθε. Δεύτερον πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία νὰ κρίνῃ ὅτι εἶναι ἀνίκανος, καὶ τρίτον νὰ σταλοῦν τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ αὐτὸ νὰ κανονίσῃ τὴν σύνταξιν. Ἀλλ’ ὁ Διοικητὴς τοῦ συντάγματος δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν πιστοποίησιν αὐτήν, διότι εὑρίσκεται εἰς τὸ Γκαῖρλιτς. Ὁ παθών, ἀντὶ νὰ κάμῃ τοῦτο, ὥρκισε τρεῖς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶπον ὅτι ἐγνώριζον ὅτι ὁ ἐν λόγῳ τραυματίας ἔπαθεν ἐκτελῶν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀκυρώνει τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, διότι ἐὰν ἐγίνετο μία τοιαύτη ἀρχή, θὰ ἐφθάνομεν εἰς κατάργησιν τοῦ νόμου. Ὁ ὑπάλληλος λοιπὸν εἶναι ἐν τάξει κατὰ τὸν νόμον, διότι ὁ νομοθέτης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδῃ ὅτι θὰ εὑρίσκετο εἷς Διοικητὴς συντάγματος ἐν Γερμανίᾳ. Πρέπει λοιπὸν νὰ φροντίσωμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸ κενὸν διὰ νομοθετήματος, καὶ ὄχι νὰ μεμφόμεθα τὸν ὑπάλληλον. Δύνασθε ἑπομένως νὰ ὑποβάλητε μίαν πρότασιν νόμου καὶ νὰ διορθωθῇ τὸ ἄτοπον.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Θ. Βελλιανίτης καὶ Π. Βουρλούμης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖα μέτρα προτίθεται νὰ λάβῃ περὶ τῆς νέας παραγωγῆς τῶν ἐλαίων Κερκύρας καὶ Παξῶν, ὅπως μὴ ἐξαχθῇ μέγα μέρος αὐτῆς ἐκ τῆς νήσου, ὡς ὑπάρχει φόβος νὰ συμβῇ.
§40Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἡ ἐξαγωγὴ ἐκ Κερκύρας ἔχει ἀπαγορευθῆ πρὸ καιροῦ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζει ἐὰν γίνεται παρανόμως ἐξαγωγή. Ἐτηλεγραφήσαμεν εἰς τὸν Νομάρχην καὶ πάλιν, ὅτι κατ’ οὐδένα λόγον ἐννοοῦμεν νὰ ἐπιτρέψωμεν τὴν ἐξαγωγὴν καὶ διετάξαμεν νὰ μᾶς ἀναφέρῃ κατὰ πόσον ἔγινε τοιαύτη. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἡ ὑπηρεσία ἀγνοεῖ ἐὰν ἐνεργήθη ἐξαγωγή.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Κοφίνας παρακαλεῖ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ καὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ποῖα μέτρα ἔλαβον ὅπως μετὰ τὴν ἀποτέφρωσιν ὁλοκλήρου σχεδὸν τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ παρακαταθήκης ἐμπορευμάτων πάσης φύσεως, ἀνερχομένης εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, ἀναπληρώσωσι μέρος τοὐλάχιστον τῶν εἰδῶν τούτων, καὶ μάλιστα τῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, καὶ εἰς ποῖα σχετικὰ διαβήματα προέβησαν παρὰ ταῖς Συμμάχοις διὰ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ζήτημα. Ἐπίσης παρακαλεῖ τοὺς αὐτοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτωνται νὰ ἐπιτρέψωσιν ὅπως εἰσαχθοῦν ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν Θεσσαλονίκην διάφορα εἴδη ἐμπορευμάτων, πλεονάζοντα σχετικῶς ἐν αὐτῇ, καὶ τὰ ὁποῖα εἰσαγόμενα ἐν Θεσσαλονίκῃ, μεγάλως ἤθελον εὐεργετήσει τοὺς ἐκεῖ κατοίκους, στερουμένους τῶν πάντων.
§42Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Πρόκειται περὶ τροφίμων;
§43Μ. ΚΟΦΙΝΑΣ. Ὄχι, περὶ μεταφορᾶς ἐμπορευμάτων, εὑρισκομένων εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§44Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐμπορεύματα, τὰ εὑρισκόμενα ἐν Μασσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε πάντα τὰ μέτρα πρὸς μεταφορὰν αὐτῶν.
§45Μ. ΚΟΦΙΝΑΣ. Ὁ ἐμπορικὸς κόσμος τῆς Θεσσαλονίκης ἔχει διάφορα ἐμπορεύματα ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ καὶ πρέπει νὰ ἐνεργήσητε τὰ δέοντα, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ μεταφορά των.
§46Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἡ Κυβέρνησις ἐνεργεῖ καὶ ἐλπίζει νὰ τὸ ἐπιτύχῃ.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Κολιάνων τῆς Καρυστίας, παραπονουμένων ὅτι καὶ αὐτόθι μεταλλευτικαὶ ἐργασίαι διεξάγονται ὑπὸ τὰς οἰκίας τῶν ἐντεῦθεν δ’ ἐστείρευσαν τὰ φρέατά των, ἀφαιρεθέντος ὑπὸ τῶν ἀνοιγεισῶν ὑπονόμων τοῦ ὕδατος καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχει κίνδυνος καταπτώσεως τῶν οἰκιῶν των καὶ ὅτι ὁ ἐπισκεφθεὶς τὰς ἐργασίας ὑπομηχανικὸς τοῦ Δημοσίου δὲν ἐξήτασε καλῶς τὰ παράπονά των καὶ τὰς ὑπογείους ἐργασίας τῆς Ἑταιρείας, ὡς ἄλλως τε ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεώς του προκύπτει, συνιστᾷ δὲ τὴν ὑπὸ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων ἐξέτασιν τῶν παραπόνων, ἀφορώντων τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ζωὴν τόσων ἀτόμων.
§48Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα τοῦτο.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἄρσεως ἀπαγορευτικῶν τινων διατάξεων τοῦ νόμου 295 κλπ.» κατέθεσε τὴν ἔκθεσίν της. — Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἐκδόσεως πιστοποιήσεως ἀγοραίας τιμῆς ἀγοραζομένων ὑπὸ τοῦ στρατοῦ εἰδῶν». Ἐπίσης καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ καθορισμοῦ σειρᾶς ἀρχαιότητος ἀξιωματικῶν». — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καταθέτει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΤΜΖʹ «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1908 συμβάσεως κλπ. «περὶ ἐξυγιάνσεως τοῦ Νέου Φαλήρου καὶ ἐν γένει τοῦ πέριξ αὐτοῦ ἁλιπέδου». 2) «Περὶ προσθήκης καὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Τ.Τ.Τ.». 3) «Περὶ ἐκπαιδεύσεως τοῦ προσωπικοῦ τῶν Τ.Τ.Τ.». 4) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΓΦΜΒʹ, ΓϠΓʹ, ΔΠΘʹ, 276, 310 καὶ 550» καὶ 5) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Μ. Πολυτεχνείου νόμου 388 τῆς 20 Νοεμβρίου 1914». — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τοῦ κατωτέρου δασικοῦ προσωπικοῦ καὶ ἐκπαιδεύσεως αὐτοῦ». — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καταθέτει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ΔΝΔʹ τῆς 4 Φεβρουαρίου 1917» καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 204 «περὶ πρεσβειῶν». — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 847 «περὶ μισθώσεως ἰδιωτικῶν οἰκημάτων ὡς διδακτηρίων τοῦ Κράτους». — Οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐπιχορηγήσεως εἰς τὴν Πατριωτικὴν Ἕνωσιν δραχμῶν 200 χιλιάδων». — Οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ ἐλέγχου μὴ ἠλεγμένων εἰσέτι δαπανῶν στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας χρήσεων 1915, 1916 καὶ 1917 παρὰ τοῦ εἰδικοῦ ἐλεγκτηρίου δαπανῶν πολέμου». — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καταθέτει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ ἀπαγορεύσεως προπωλήσεων». 2) «Περὶ ἐκδόσεως εἰς ἐργολαβίαν τῶν δημοσίων μεταλλείων τῶν Νέων Χωρῶν». 3) «Περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 815 «περὶ κανονισμοῦ τιμῆς ἐφημερίδων». 4) «Περὶ διοικήσεως τῆς ὑπὸ τοῦ Εὐαγγέλου Ζάππα καταλειφθείσης εἰς τὸ Ἔθνος περιουσίας» καὶ 5) «Περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὴν § 2 τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ νόμου «περὶ Σωματείων». — Οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῆς Συγκοινωνίας καταθέτουσι σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΓΣΚʹ (3220) «περὶ Ταμείου Συντάξεων τοῦ προσωπικοῦ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων». Ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω νομοσχέδια παρακαλοῦσιν οἱ ἁρμόδιοι κ.κ. Ὑπουργοὶ ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα καὶ ψηφισθῶσι κατ’ ἀρχήν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Κηρύσσονται ἅπαντα κατεπείγοντα καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχήν).
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§52Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεως τοῦ νόμου «περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν». Αἱ ἄλλαι τροποποιήσεις δὲν ἀποβλέπουν παρὰ εἰς ἐναρμόνισιν τοῦ κειμένου νόμου πρὸς τὸν θεσμὸν τοῦ νόμου «περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Κυριωτάτη διάταξις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ ἀφορῶσα εἰς τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας τῆς Μακεδονίας. Ἐθεωρήσομεν ὅτι κατὰ τὸ δυνατὸν ἔπρεπε νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν ὑπὸ ἑκάστης ἐθνότητος ἀνάδειξιν ἰδίων βουλευτῶν. Ὑποβάλλω ἐπίσης ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ ἄρσεως τῆς ἀναστολῆς τῆς μονιμότητος τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων».
§53Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Προώρως ὑποβάλλεται.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τῆς κατηγορουμένης Κυβερνήσεως Σκουλούδη κ. Γ. Τσακανίκας ἔχει τὸν λόγον.
§55Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι βουλευταί, ὅπως δυνάμει τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς κατηγορίας κατὰ τοῦ πρώην Ὑπουργείου Σκουλούδη, πλὴν τοῦ Ναυάρχου Κουντουριώτου. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν.
§56Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Πόσας ἡμέρας μετὰ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη, ὅτι ἀποδέχεται τὴν διακοίνωσιν τῶν πρεσβευτῶν, ἔγινεν ἡ μνημονευθεῖσα κατάθεσις τοῦ κ. Καλογερᾶ;
§57Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, παρέλειψα κἄτι. Μόλις τὴν 5.30′ μ.μ. κατετέθη ἀπὸ τὸν μάρτυρα Καλογερᾶν, μάρτυρα κύρους, ὅταν δηλαδὴ ἀκριβῶς τὸ τηλεγράφημα ἔφθασεν ἀπὸ τὸ Εʹ Σῶμα Στρατοῦ περὶ ἐπικειμένης εἰσβολῆς τῶν Βουλγάρων, ἐστάλη πρὸς τὸν Δούσμανην νὰ τὸν ἐρωτήσῃ τί ἔπρεπε νὰ κάμῃ. Ὁ Δούσμανης τοῦ ἀπαντᾷ, ὅτι θὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν στρατιωτικὸν ἀκόλουθον τῆς Γερμανικῆς Πρεσβείας Φαλκενχάουζεν, θὰ ἔβλεπε τὸν Μεγαλειότατον καὶ θὰ τοῦ ἔλεγε τί θὰ γίνῃ. Δυστυχῶς δὲν ἐπρόλαβα νὰ περιλάβω τὴν κατάθεσιν αὐτήν, διότι ἐδόθη πολὺ ἀργά.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§59Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν Πέμπτην.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συστήσῃ εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον τὴν ταχίστην ἐκτύπωσιν.
§61Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἀποσπάσματα 55 μαρτυρικῶν καταθέσεων.
§62Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῶσιν ὅλα αὐτά· ἀρκεῖ ἡ ἔκθεσις μόνον· τὰ ἄλλα νὰ κατατεθῶσιν ἐν τῷ γραφείῳ καὶ θὰ λαμβάνωσι γνῶσιν οἱοιδήποτε βουλευταὶ θέλουσι.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Πέμπτην νομίζω ὅτι θὰ εἴμεθα ἕτοιμοι διὰ τὴν συζήτησιν.
§64Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὁ νόμος λέγει ἐντὸς 5 ἡμερῶν.
§65Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν πότε θὰ τυπωθῇ καὶ πότε θὰ διανεμηθῇ. Ἀναγκαίως ἔχω ἀνάγκην νὰ μελετήσω καὶ τὴν ἔκθεσιν καὶ τὰ ἔγγραφα, καὶ πρέπει νὰ ὁρισθῇ προθεσμία 2–5 ἡμερῶν μέχρι τῆς διανομῆς τῆς ἐκθέσεως, διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον θὰ ἐκτυπωθῇ.
§67Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλοῦν· ἡ ἔκθεσις θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς δὲν κατορθώσῃ νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ζητήσῃ νέαν προθεσμίαν καὶ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ τὴν δώσῃ καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν ὁ κ. βουλευτὴς νὰ μὴ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑπεράσπισιν.
§68Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σήμερον ζητῶ νὰ ἐνεργήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§70Γ. ΠΩΠ. Κύριοι βουλευταί, ἀσχέτως πρὸς τὴν γενικὴν ἀρχήν, ὅτι ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐγκαλουμένης δι’ οὑτωσὶ σοβαρὰς πράξεις ζητοῦσι προθεσμίαν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀναλόγως πρὸς τὸν ὄγκον τῶν ἐγκλήσεων, τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσουν, νομίζω ὅτι ἀπὸ τυπικῆς ἀπόψεως εἶναι δικαία ἡ αἴτησις, τὴν ὁποίαν διατυποῖ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἵνα ἡ προθεσμία παραταθῇ πέραν τῆς πέμπτης ἡμέρας ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσθη ἡ ἔκθεσις τοῦ εἰσηγητοῦ, δηλ. ἀπὸ τῆς σήμερον. Τὸ περὶ τούτου ἄρθρον τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου, τὸ ἀναγόμενον εἰς τὴν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διαδικασίαν, καθορίζει ῥητῶς ὅτι ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς καταθέσεως της ἐκθέσεως ἐκτυποῦται αὕτη καὶ διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτάς, κατὰ τὴν ἡμέραν δὲ τὴν ἰδίαν ὁρίζεται καὶ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν. Εἶναι φυσικὸν καὶ εὔλογον ὅτι αἱ μὲν πέντε ἡμέραι κανονίζονται ὡς παροχὴ χρόνου διὰ τὴν ἐκτύπωσιν, διανομὴν καὶ ἀνάγνωσιν τῶν φακέλλων, τῶν σχετικῶν πρὸς τὰς πράξεις τὰς ἐγκαλουμένας, πέραν δὲ τῆς πέμπτης ἡμέρας καλεῖται ἡ Βουλὴ ἵνα ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς γενικὴν συζήτησιν καὶ προβῇ εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου θέματος. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πρώτης ἀρχῆς, τῆς παροχῆς προθεσμίας εἰς πολιτικὰ πρόσωπα ἀσκήσαντα κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, πρὸς ἀπολογίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δευτέρας τυπικῆς ἀρχῆς, δίκαιον εἶναι, ὑπολογίζοντες ἀπὸ σήμερον πέντε ἡμέρας, νὰ δώσωμεν τὴν ἕκτην πρὸς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ὥρισεν ἡμέραν συζητήσεως τὴν προσεχῆ Πέμπτην.
§72Γ. ΠΩΠ. Ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφασίσῃ καὶ αὔριον. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφισβήτησις. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς.
§73Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὅσα εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρρῶν καὶ ὅσα διεσάφισεν ἀπὸ τῆς θέσεώς του, εἶναι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον. Ὁ νόμος λέγει «ἐντὸς πέντε ἡμερῶν τυποῦται καὶ διανέμεται ἡ ἔκθεσις». Διατί; Διατί δὲν ἀφίνει ἀπροσδιόριστον τὴν προθεσμίαν; Ἀπὸ ἐνδιαφέρον πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, ὅπως μὴ ἀφίνῃ αὐτοὺς ἐπ’ ἄπειρον ὑπὸ κατηγορίαν, διότι θὰ ἠμποροῦσε τότε μία Κυβέρνησις νὰ εἰσάγῃ κατηγορίαν, νὰ ἀναγινώσκωνται ἐκθέσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ θίγουν τὰς ὑπολήψεις πολιτικῶν ἀνδρῶν, καὶ νὰ ἀφίνῃ αὐτοὺς ἐπ’ ἄπειρον ὑπὸ κατηγορίαν. Λέγει λοιπὸν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν. Ἄρα ἀποκλείεται ἐντὸς πέντε ὡρῶν; Καθόλου. Ἔρχεται κατόπιν καὶ λέγει: «κατὰ τὴν αὐτὴν ὡς ἄνω συνεδρίασιν, δηλαδὴ τὴν σήμερον, ἡ Βουλὴ ὁρίζει τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως». Συμπέρασμα εἶναι ὅτι, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι αἱ ἐκθέσεις δύνανται νὰ τυπωθῶσιν ἐντὸς δύο ὡρῶν, δύναται αὔριον νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι ἔρχεται ἡ οὐσία, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους κατηγορεῖ ἡ Βουλή, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας. Πρέπει λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει τίς πρέπει νὰ εἶναι ὁ ἀρκετὸς χρόνος, ὥστε νὰ ἀπολογηθῇ ὁ πρώην Ὑπουργός, βουλευτὴς ἢ μή. Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς ἐζήτησε μακροτέραν προθεσμίαν. Ἁπλούστατα ἅμα τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ ἡ ἔκθεσις, θὰ εἴπετε: «Δὲν μοῦ ἤρκεσεν ὁ χρόνος καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναβάλητε τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως». Καὶ ἡ Βουλὴ βεβαίως δὲν θὰ σᾶς εἰπῇ ὄχι.
§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναμφισβητήτως, ὅταν ὁ νόμος ὁρίζῃ ὅτι ἐντὸς πέντε ἡμερῶν τυποῦται καὶ διανέμεται ἡ ἔκθεσις, χορηγεῖ μίαν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐκτύπωσις, ἀλλ’ ἡ προθεσμία αὕτη δὲν εἶναι ἡ προθεσμία τῆς συζητήσεως. Ἡ οὐσία ἔρχεται μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν. Ἂν ἡ ἔκθεσις τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ αὔριον, ἀναμφισβητήτως δύναται νὰ ὁρίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ τὴν Πέμπτην ὡς ἡμέραν συζητήσεως, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἂν θὰ τυπωθῇ αὔριον.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐλπίζω αὔριον νὰ εἶναι τυπωμένη.
§76Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν μίαν ὁλόκληρον προδικασίαν, ἔχομεν ἐγγράφους καταθέσεις, τῶν ὁποίων πρέπει νὰ λάβωμεν γνῶσιν.
§77Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ τὸ ἄρθρον 18 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἂν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς μὴ βουλευτὰς νὰ ἐμφανισθοῦν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἀπολογηθοῦν.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προσέλθωσι καὶ νὰ ἀπολογηθῶσι τὴν Πέμπτην οἱ μὴ Ὑπουργοὶ καὶ μὴ βουλευταί;
§79ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§80Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἀπόψε εἶναι πολλοὶ βουλευταί, δὲν εἰσάγομεν τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γούναρη;
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§82Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις;
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡρίσθη ἡμέρα συζητήσεως ἡ προσεχὴς Πέμπτη καὶ στέργει ἡ Βουλὴ νὰ ἐμφανισθοῦν ἐνώπιον αὐτῆς καὶ οἱ μὴ βουλευταὶ ἐκ τῶν ἐγκαλουμένων. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. βουλευτὰς νὰ καταλάβωσι τὰ ἑδώλιά των, διότι θὰ ἀναγκασθῶ νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Παρακαλῶ νὰ μὴ φύγωσιν οἱ κ.κ. βουλευταί, διότι θὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§84Κ. ΜΕΛΑΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις διὰ πότε ἀνεβλήθησαν, κύριε Πρόεδρε;
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν Πέμπτην. Δὲν ἔγινεν ἰδιαίτερος λόγος δι’ αὔριον· ἐὰν θέλῃ ἡ Βουλή, δὲν ἔχω ἀντίρρησιν.
§86Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἡ ἐπερώτησις ἔχει σκοπὸν νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ἡ Βουλὴ δι’ αὔριον.
§88Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. βουλευτὴς ἠρώτησεν ἐὰν ἡ Βουλὴ συνῄνεσε νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις. Ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀντίρρησις, ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον. Αὔριον.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον.
§91Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ πρότασιν ἀναβολῆς.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Οἱ κ. κ. Γ. Σταμάτης καὶ Κ. Γόντικας ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς μεταθέσεως ἐξ Ἀθηνῶν τῶν ἀντεισαγγελέων τῶν Πλημμελειοδικῶν Βωβοῦ καὶ Ροζάκη καὶ τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης μηνύσεως κατὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως Ροζάκη ὑπὸ τοῦ Κ. Κομνηνοῦ καὶ τί μέτρα ἔλαβεν ἢ σκέπτεται νὰ λάβῃ κατὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως Βωβοῦ, ἐν σχέσει πρὸς τὰ δημοσιευθέντα κατ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀστὴρ» ὑπὸ τοῦ δικηγόρου καὶ διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κ. Α. Σγουρίτσα.
§93Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅτε πρὸ καιροῦ ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω πρὸς ὑμᾶς ἐν σχέσει πρὸς τὰ λαβόντα χώραν κατὰ τὰς ἀπαισίας Νοεμβριανὰς ἡμέρας, σᾶς ἀνέφερα μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τὴν δρᾶσιν τῆς τότε εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς· δὲν παρέλειψα δὲ νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἀφεώρα τὴν δρᾶσιν τῶν τότε ἀντεισαγγελέων, τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ Ἀθηνῶν, εἰδικώτατα δὲ σᾶς ἀνέφερα, ὅτι ὅταν προσήχθην αἱμόφυρτος εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Εἰσαγγελίας καὶ ὅταν διεμαρτυρόμην διὰ τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν εἰς βάρος τῶν ἀθώων πολιτῶν, τῶν νομοταγῶν πολιτῶν, τῶν φιλελευθέρων πολιτῶν, μετ’ ἐκπλήξεώς μου εἶδον νὰ εἰσβάλλουν μέσα εἰς τὸ γραφεῖον τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς οἱ δολοφόνοι, οἱ λῃσταί, οἱ ἅρπαγες περιουσιῶν, οἱ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὀρδῶν τῶν ἐπιστράτων, καὶ ἐκεῖ, ἐνώπιον τῶν εἰρημένων ὀργάνων τοῦ νόμου, νὰ μᾶς ἁρπάσωσι καὶ νὰ μᾶς ἀποτελειώσωσι. Διεμαρτυρήθην, ἐπαναλαμβάνω, τότε, πῶς αὐτοὶ εἶχον τὸ δικαίωμα ἐνώπιον τῶν ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας, τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ νόμου, τῶν ἐφαρμοστῶν τοῦ νόμου, τῶν τηρητῶν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος, νὰ διαπράττουν τοιαῦτα καὶ νὰ μένουν ἀκαταδίωκτοι. Οἱ ἐν τῇ ἐνασκήσει ὅμως τῶν καθηκόντων των ἀντεισαγγελεῖς, ὅπως σᾶς ἀνέφερα, οἱ ἐν τῇ Εἰσαγγελίᾳ εὑρισκόμενοι καὶ δρῶντες, ὄχι μόνον ἔμειναν ἀσυγκίνητοι, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς στάσεώς των συνήργησαν εἰς τὴν διάπραξιν τῶν διαπραχθέντων ἀνοσιουργημάτων, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς ἀντιπρόσωποι τοῦ νόμου, εἰς τοὺς ὁποίους κατηγγέλλοντο τόσα κακουργήματα καὶ τὰ ὁποῖα ἄλλως τε ἔβλεπον, ἔμειναν ἀπαθεῖς τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ δράσωσι, νὰ δράσωσιν ὑπὲρ τοῦ νόμου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅλα ὅσα σᾶς ἀνέφερα καὶ κατήγγειλα εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνῷ δὲ ἤλπιζον ὅτι, μεθ’ ὅσα εἶπον ἐγώ, ἓν μέλος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἓν μέλος παθόν, ἓν μέλος πολλὰ ὑποστάν, οἱ ἁρμόδιοι, ἂν μή τι ἄλλο, ἤθελον ἐξετάσει τὰ ὑπ’ ἐμοῦ καταγγελθέντα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῶσι καὶ ἐὰν κατηγγέλλοντο ἀπὸ πάντα πολίτην, ἐνῷ ἤλπιζον, λέγω, ὅτι ἤθελον ἐξετασθῇ καὶ ἤθελε διαταχθῇ ἀνάκρισις, καὶ τοιαύτην τινὰ ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀνέμενον δήλωσιν παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κ. Ὑπουργοῦ, δυστυχῶς αἱ ἐλπίδες μου διεψεύσθησαν, διότι ὁ ἰθύνων τὰ τῆς Δικαιοσύνης ἀνῆλθε τότε ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ εἰς ἀπάντησιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον καὶ κατήγγειλα ἐγώ, προέβη εἰς τὰς γνωστὰς πρὸς ὑμᾶς δηλώσεις. Ὅταν τότε ἤκουον τὰς τοιαύτας δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐνεθυμήθην ἓν ἀνέκδοτον, τὸ ποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναφέρω. Εἰς μίαν ἐκκλησίαν κατὰ τὴν Μεγάλην Παρασκευὴν ὡμίλει εἷς ἱεροκῆρυξ ἀπὸ τοῦ ἄμβωνος, ὅστις ἐξιστόρει καὶ ἐχρωμάτιζε πρὸς τὸ ἀκροατήριον αὐτοῦ τὰ πάθη τοῦ Θεανθρώπου. Ὅλον τὸ ἀκροατήριον συνεκινήθη καὶ ἔκλαιε διὰ τὰ μεγάλα πάθη τοῦ Σωτῆρος. Εἰς τὴν γωνίαν ὅμως τῆς ἐκκλησίας ἔμεινεν ἕνας, ὁ ὁποῖος οὔτε ἔκλαυσεν, ἀλλ’ οὔτε κἂν συνεκινήθη. Τοῦτο ἐφείλκυσε τὴν προσοχὴν τοῦ ἱεροκήρυκος, ὁ ὁποῖος, ὅταν κατῆλθε τοῦ ἄμβωνος, ἔσπευσε πρὸς τὸν ἀσυγκίνητον καὶ τὸν ἠρώτησε πῶς δὲν ἔκλαυσε. «Δὲν σοῦ ἔκαμαν, τοῦ λέγει, ἐντύπωσιν αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς ἐξέθεσα; Δὲν ἔλαβον χώραν τὰ ραπίσματα; Δὲν ἔλαβον χώραν οἱ λογχισμοί, οἱ διωγμοί, τὰ κολαφίσματα, τὰ βασανιστήρια;» Ὁ ἀκροατὴς ὅμως τοῦ ἀπήντησε: «Ναί, ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο καὶ εἶναι ἀληθῆ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συνεκινήθην, δὲν ἔκλαυσα, διότι εἶμαι ἀπὸ ἄλλην ἐνορίαν καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν τῆς ἐκκλησίας σου». Διὰ νὰ προβῇ λοιπὸν εἰς τὰς δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ κ. Ὑπουργός, φυσικὰ ἦτο ἀπὸ ἄλλην ἐνορίαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ἀπὸ τὴν ἐνορίαν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀφοῦ, ἐὰν ἦτο ἀπὸ τὴν ἐνορίαν αὐτήν, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ μετὰ τῆς δεούσης προσοχῆς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατήγγειλα, ἐφόσον μάλιστα διὰ τῶν καταγγελιῶν μου τὸν ὑπεβοήθησα εἰς τὸ ἔργον του καὶ κατόπιν νὰ προβῇ εἰς τὰς προσηκούσας δηλώσεις. Διότι, κύριοι, ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς εἶπε τότε ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰς δηλώσεις ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Ὑπουργός, μεθ’ ὅσα ἐγὼ εἶπον καὶ ἐξέθεσα, ἀνῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ εἶπεν ὅτι «διαμαρτύρομαι κατὰ τῶν διαμαρτυριῶν τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἀναγνωρίζω ὅτι ἔπαθε καὶ ὅτι ἔλαβον χώραν πολλὰ κακουργήματα, ἀλλ’ οἱ ἀντεισαγγελεῖς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου του, ἐξετέλεσαν τὸ ἑαυτὸν καθῆκον, οἱ ἀντεισαγγελεῖς ἐπόνεσαν διὰ τὰ γενόμενα, οἱ ἀντεισαγγελεῖς συνεκινήθησαν, ἔμειναν κύριοι καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἦσαν οἱ ἄλλοι κύριοι, οἱ ἀντεισαγγελεῖς ἐδιώχθησαν ὑπὸ τῆς τυραννίδος καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ προκαλέσω Διάταγμα μεταθέσεως αὐτῶν εἰς Ἀθήνας». Εἶναι αἱ δηλώσεις αὗται τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν τῆς Βουλῆς. Τὰς δηλώσεις δὲ ταύτας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐξεμεταλλεύθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι ἐπιτηδείως καὶ διὰ τοῦ Τύπου κατώρθωσαν νὰ δηλητηριάσουν τὴν Κοινὴν Γνώμην, ὅτι ἐγὼ τοὺς ἠδίκησα ὡς σχηματίσας ἐξ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν πεπλανημένας γνώμας, ἐνῷ αὐτοὶ ἐπιτηδείως ὡς πάντοτε κατώρθωσαν νὰ παράσχουν πεπλανημένας πληροφορίας εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις εἰς ἃς προέβη. Καὶ οἱ ἐπιτήδειοι αὐτοὶ ἀντεισαγγελεῖς παρεπλάνησαν καὶ μίαν ἐφημερίδα, τὴν φιλτάτην «Ἑστίαν», τὴν παθοῦσαν, ὥστε αὕτη τὴν ἑπομένην νὰ γράψῃ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα, ὅτι ὑπερέβην τὰ ὅρια τοῦ ἀδίκου. Βλέπετε πόσον εἶναι ἐπιτήδειοι οἱ κύριοι οὗτοι· τοιοῦτοι δὲ ἦσαν πάντοτε, διότι, ὡς ἤκουσα ἐκ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτε ἀνεγίνωσκε τὴν ἔκθεσίν του ὁ κ. Τσακανίκας, εἰσηγητὴς τῆς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη προανακριτικῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Βωβὸς κατέθηκεν ὅτι ὡς Εἰσαγγελεὺς ἐν Πειραιεῖ κατὰ τὴν διάλεξιν τῶν Φιλελευθέρων, παρημπόδισε τὴν διάλυσιν ταύτης καὶ ἔσπευσεν ὁ ἄνθρωπος νὰ μαρτυρήσῃ ἤδη κατὰ τῶν πρώην Ὑπουργῶν, διὰ νὰ φανῇ ὅτι δῆθεν αὐτὸς ἦτο Φιλελεύθερος. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, κύριοι, τότε διὰ νὰ ἀντικρούσῃ ἐμέ, ὅτι οἱ ἀντεισαγγελεῖς οὗτοι ἐδιώχθησαν ὑπὸ τῆς τυραννίδος, ἀκριβῶς διότι δὲν ἠθέλησαν νὰ παραμείνωσιν ἐνταῦθα, νὰ γίνωσιν ὄργανα τῆς τυραννίδος, διότι ἐὰν ἤθελον νὰ παραμείνουν ἐνταῦθα, θὰ παρέμενον καὶ θὰ ἐζήτουν ἠθικὰς ἀμοιβὰς καὶ ἀξιώματα. Εἶναι ταῦτα ἀκριβῆ, κύριοι; Ὄχι. Ἐγὼ τότε, μετὰ τὰς δηλώσεις ἐκείνας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δευτερολογήσας διὰ νὰ τὸν ἐξαγάγω τῆς πλάνης, εἰς τὴν ὁποίαν ὄχι βέβαια ἐκ προθέσεως, πάντως ὅμως ἐπιτηδείως ἐνέπεσεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσφαλμένων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας τῷ παρέσχον οἱ κύριοι αὐτοὶ ἀντεισαγγελεῖς ἢ ἡ ὑπηρεσία του, τὸν παρεκάλεσα, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν δρᾶσιν τῶν κυρίων ἐκείνων κατὰ τὰ Νοεμβριανά, νὰ χάσῃ ὀλίγον καιρὸν καὶ νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅπου ἐζωγραφίζετο ἡ δρᾶσις αὐτῶν, καὶ τότε θὰ ἔβλεπε καὶ δὲν θὰ ἐδήλου ὅ,τι ἐδήλωσεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε τότε, ὡς μὴ ὤφειλε, νὰ διαψεύσῃ ἕνα βουλευτὴν παθόντα καὶ βεβαιοῦντα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὑπέπεσαν εἰς τὴν ἀντίληψίν του. Τὸν παρεκάλεσα δέ, ὡς ἐνθυμεῖσθε τότε, νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἔγγραφα, ἐξ ὧν προέκυπτε πότε μετετέθησαν καὶ ποῦ μετετέθησαν οἱ ἀντεισαγγελεῖς οὗτοι, τὸ ἔκαμα δὲ τοῦτο ὅπως τὸν ὑποβοηθήσω εἰς τὴν ἔρευνάν του διὰ τὴν δρᾶσιν ἐκείνην καὶ ἵνα τὸν διαφωτίσω ἐν γένει περὶ τῶν κατ’ αὐτήν, διότι ἐπλανᾶτο καὶ δὲν εἶχε προσωπικὴν ἀντίληψιν τῆς δράσεως αὐτῶν ὡς ἐγὼ καὶ οὔτε κἂν εἶχε φαίνεται ἀναγνώσει τὰς ἐφημερίδας ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως, δὲν γνωρίζω διατί, εἴτε διότι ἐλησμόνησεν, εἴτε διότι ἠσθένησε, δὲν κατέθηκεν εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἐζήτησα. Παρῆλθε δεκαήμερον, παρῆλθε δεκατετραήμερον, ἐφθάσαμεν εἰς τὰς 14 δηλαδὴ Αὐγούστου καὶ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδὲν ἐκ τῶν ἐγγράφων κατέθηκεν, ἐνῷ ἐγὼ ἀπὸ τῆς 1ης Αὐγούστου εἶχον ζητήσει ταῦτα. Τότε ἐξηναγκάσθην νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν δύο ἐρωτήσεις. Διὰ τῆς μιᾶς παρεκάλουν αὐτόν (ἀναγινώσκει) «ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πότε ἀκριβῶς μετὰ τὴν 19 Νοεμβρίου π.ἔ. μετετέθησαν ἐξ Ἀθηνῶν οἱ ἀντεισαγγελεῖς τῶν Πλημμελειοδικῶν Βωβὸς καὶ Ροζάκης, ποῦ μετετέθησαν καὶ ἂν μετέβησαν εἰς τὰς νέας θέσεις των καὶ πότε. Ὁμοίως ἂν ἡ μετάθεσις προὐκλήθη συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως Ἐφετῶν Λαρίσης περὶ τὰ μέσα Ἀπριλίου ἐ.ἔ., ἀναφέροντος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς Εἰσαγγελίας Πλημμελειοδικῶν Λαρίσσης χωλαίνει ἐλλείψει ἀντεισαγγελέως». Καὶ διὰ τῆς ἄλλης (ἀναγινώσκει) «ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης μηνύσεως κατὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως Ροζάκη ὑπὸ τοῦ Κ. Κομνηνοῦ. Καὶ τί μέτρα ἔλαβεν ἢ σκέπτεται νὰ λάβῃ κατὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως Βωβοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὰ δημοσιευθέντα κατ’ αὐτοῦ ἐν τῇ ἐφημερίδι «Ἀστὴρ» ὑπὸ τοῦ δικηγόρου καὶ διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κ. Α. Σγουρίτσα». Σημειωτέον ὅτι, ὅτε διετύπωσα τὰς ἐρωτήσεις ταύτας, εἶχεν ὑποβληθῆ ἡ ὡς ἄνω μήνυσις κατὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως Ροζάκη καὶ εἶχον δημοσιευθῆ εἰς τὸν «Ἀστέρα» καὶ εἰς διαφόρους ἄλλας ἐφημερίδας τὰ περὶ τῆς δράσεως Βωβοῦ καὶ Ροζάκη κατὰ τὰ Νοεμβριανά, καὶ ὤφειλε πλέον καὶ ἐπισήμως νὰ τὰ ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπὶ τῶν ἐρωτήσεων τούτων ὁ κ. Ὑπουργὸς μοὶ ἀπήντησεν ἐπὶ τῆς πρώτης ὅτι προεκλήθη ἡ μετάθεσις — παρακαλῶ καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν ἡμερομηνιῶν— τῶν εἰρημένων ἀντεισαγγελέων ἐξ Ἀθηνῶν τῇ 9 Μαΐου ἐ.ἔ. διὰ Διατάγματος δημοσιευθέντος τὴν 14 Μαΐου, προεκλήθη δὲ ἡ μετάθεσις καὶ ἐπραγματοποιήθη μόνον τοῦ πρώτου, ἤτοι τοῦ Ροζάκη, διότι ὁ ἄλλος, ὁ Βωβός, καίτοι ἐδημοσιεύθη ἡ μετάθεσις — εἶναι αὗται πληροφορίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ — εἰς τὰς 19 Μαΐου, δὲν μετέβη εἰς τὴν θέσιν του. Ἑπομένως ὁ κ. Βωβὸς ἐθεωρήθη χρήσιμος διὰ τὴν τυραννίδα καὶ παρέμεινεν ἐνταῦθα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα μέχρι τῆς ἐπανόδου ἐνταῦθα τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἀναλήψεως ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἀρχῆς, ἔτυχε δὲ καὶ ὑπὸ ταύτης τὴν 15 Μαΐου δεκαπενθημέρου ἀδείας, τῆς ὁποίας δὲν ἐποιήσατο χρῆσιν καὶ ἔκτοτε ὁ κ. Βωβὸς δὲν ἔφυγε, διότι ἦλθε τὸ Διάταγμα τὸ ἄλλο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκαλεῖτο τὸ πρῶτον Διάταγμα τῆς μεταθέσεως, καὶ ἐκρατήθη εἰς Ἀθήνας, ὄχι μόνον αὐτός, ἀλλὰ καὶ ὁ Ροζάκης, μετατεθεὶς ἐκ νέου εἰς Ἀθήνας πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς εἰσαγγελικῆς Ἀρχῆς καὶ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τῶν νόμων. Ἔχομεν λοιπὸν δεδομένον, ὅτι οἱ κύριοι ἐκεῖνοι ἦσαν κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν Νοεμβριανῶν σκηνῶν ἐνταῦθα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἀμφισβητεῖ οὐδείς, ὅτι παρέμειναν ἐνταῦθα κατὰ τὸν Νοέμβριον, Δεκέμβριον, Ἰανουάριον, Φεβρουάριον, Μάρτιον, Ἀπρίλιον καὶ Μάϊον, ὅτι κατὰ τὰ τέλη Μαΐου προεκλήθη ἡ μετάθεσίς των καὶ ὄχι ὑπὸ τῆς τυραννίδος, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω αὐτό, ἀλλὰ συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ Εἰσαγγελέως Λαρίσης, ὑπέμνησα δὲ ἔκτοτε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, δι’ οὗ διεμαρτύρετο ὁ Εἰσαγγελεὺς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι ἄνευ ἀντεισαγγελέως ἡ ὑπηρεσία τῆς Εἰσαγγελίας Λαρίσσης ἀδυνατεῖ νὰ προχωρήσῃ. Ἴσως ἐχρειάζοντο ἐκεῖ οἱ εἰρημένοι ἀντεισαγγελεῖς ὡς ὄργανα τῆς τυραννίδος, διότι ἐμελετᾶτο τότε αὐτόθι ἡ ἄφιξις τῶν Γάλλων. Τὸ ἔγγραφον λοιπὸν τοῦτο διεβιβάσθη εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ ἐγένετο πρὸς αὐτὸ ἐρώτημα καὶ διὰ τὴν μετάθεσιν καὶ οὕτω ἐγένετο ἡ μετάθεσις, ὄχι δὲ συνεπείᾳ διωγμοῦ αὐτῶν ὑπὸ τῆς τυραννίδος, ὡς παρεπλάνησαν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δηλώσῃ, διότι εἶμαι ὑπερβέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπεσε θῦμα κακῶν εἰσηγήσεων. Ἔμειναν ἑπομένως οἱ ἀντεισαγγελεῖς οὗτοι ἐδῶ ὄργανα τῆς τυραννίδος καὶ ἐξετέλεσαν πιστῶς καὶ εὐόρκως τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας εἶχον ἀναλάβει ἀπέναντι τῆς τυραννίδος. Ἀφοῦ δὲ οὗτοι ἦσαν ὄργανα αὐτῆς, φυσικὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεκινοῦντο διὰ τὰ γενόμενα κατὰ τὰ Νοεμβριανά, διότι, ἐὰν τοιοῦτό τι συνέβαινε, θὰ εἶχον τηρήσει τὴν στάσιν ἄλλων δικαστικῶν λειτουργῶν, ὡς ὁ Παπαγιάννης τῶν Πατρῶν, ὁ ὁποῖος, ἐνῷ διετάχθη νὰ καταδιώξῃ τοὺς Βενιζελικούς, ἐπροτίμησε ἀντὶ τῆς τοιαύτης καταδιώξεως νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τοὺς ζῶντας τὴν τοιαύτην διαταγὴν τὴν παραίτησίν του, καὶ εἶπε: «Δὲν γίνομαι ὄργανόν σας, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ παραδῶ τὴν συνείδησίν μου». Οἱ περὶ ὧν ὅμως πρόκειται κύριοι δικαστικοί, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι δύνανται νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰς περιστάσεις. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: Τί ἔπραξε καὶ μεθ’ ὅσα ἐξετυλίχθησαν ἐνταῦθα καὶ μεθ’ ὅσα εἶπον ἐγώ, ὁ κ. Ὑπουργός; Ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα «Ἀστὴρ» ὑπὸ δημοσίου ὑπαλλήλου, τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κ. Σγουρίτσα, εἰς τὰς 7 Αὐγούστου — καὶ ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ ἔφερα τότε τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν — μία διατριβή, ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐν τῇ διατριβῇ ἐκείνῃ, ἐν τῇ καταγγελίᾳ ἐκείνῃ ἐκτίθενται ὅσα ἔπραξαν οἱ κύριοι ἐκεῖνοι ἀντεισαγγελεῖς κατὰ τὰ Νοεμβριανά. Μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀναφέρει ὁ κ. Σγουρίτσας ἐν σχέσει πρὸς τοὺς δύο αὐτοὺς δικαστικούς. Ἀπευθύνεται πρὸς τοὺς κ.κ. Βωβὸν καὶ Ροζάκην (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰς ἱκεσίας τῆς ἀτυχοῦς γυναικός μου, ποῦ ἔκαμνε σὲ σᾶς ὡς Εἰσαγγελεῖς, νὰ τῆς ἐπιτρέψητε ὅπως ἐπισκεφθῇ τὸν μέγαν προδότην σύζυγόν της, ἔστω καὶ ἅπαξ εἰς τὰς φυλακάς, σεῖς ὄχι μόνον εἰς τὰ δάκρυά της καὶ τὰς ἱκεσίας της δὲν ἐδίδετε οὐδεμίαν προσοχήν, ἀλλὰ καὶ κακὴν κακῶς ἐξεδιώξατε ταύτην ἐκ τοῦ εἰσαγγελικοῦ μεγάρου, ὡς γυναῖκα προδότου κλπ.... Ἂν ἐφάνητε ὑστεροβούλως εἰς μερικοὺς εὐχάριστοι, διὰ νὰ σᾶς ὑπερασπίζουν σήμερον, δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν διεπράξατε κακουργήματα ἐναντίον πρωτίστως τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐναντίον Φιλελευθέρων πολιτῶν κλπ.». Ἀλλ’ ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἄλλην καταγγελίαν, ἀνεξαρτήτως ἐκείνων, τὰς ὁποίας θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὰς ὁποίας ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ νὰ τοὺς πάρῃ τοὺς κυρίους αὐτοὺς ἀπὸ τὸ αὐτὶ καὶ νὰ τοὺς δείξῃ ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον των; Καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ποῦ μεταβαίνει μία γυναῖκα νὰ ζητήσῃ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν μίαν ἄδειαν ἵνα ἐπισκεφθῇ εἰς τὰς φυλακὰς Ἀβέρωφ τὸν προδότην σύζυγόν της, οἱ δὲ φρουροὶ τοῦ νόμου, οἱ τηρηταὶ τοῦ δημοσίου συμφέροντος ἀντεισαγγελεῖς τὴν ἀποδιώκουν κακὴν κακῶς, διότι ἦτο μία γυναῖκα προδότου, ἤθελε περισσότερα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἵνα δράσῃ; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅμως δὲν ἐθεώρησε προσῆκον νὰ δράσῃ μεθ’ ὅσα καὶ ἂν εἶπον, μεθ’ ὅσα καὶ ἂν τοῦ κατηγγέλθησαν, τοὐναντίον δέ, ἵνα παρελκύσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἵνα παρέλθῃ χρόνος, ὅταν τὸν ἐστενοχώρησα διὰ τῶν ἐρωτήσεών μου, τὰς ὁποίας τοῦ ἀπηύθυνα καὶ ἐξηναγκάσθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰς πρὸς αὐτὸν ἐπικρίσεις μου διὰ τὴν ἔνοχον ἀδράνειάν του, προέβαλεν ὅτι θὰ δικαιολογηθῇ ὅταν ἐπερωτηθῇ ὑπ’ ἐμοῦ, καὶ διὰ τοῦτο μετέβαλον τὴν ἐρώτησιν εἰς ἐπερώτησιν, καὶ συνεπείᾳ τούτου πλέον συζητεῖται σήμερον τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργός, κατόπιν τῶν ὅσων τοῦ εἶπα ἐπισήμως, ἔπρεπε νὰ ρίψῃ ἓν βλέμμα εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ νὰ ἴδῃ τὴν δρᾶσιν τῶν κυρίων αὐτῶν ἀντεισαγγελέων. Ἂν ἔκαμνε τοῦτο, θὰ ἔβλεπεν ὅτι οἱ κύριοι αὐτοὶ δὲν ἦτο δυνατόν, δὲν ἦσαν ἄξιοι οὐδὲ στιγμὴν νὰ παραμείνωσιν εἰς τὰς θέσεις τῶν ἀντεισαγγελέων μαζὺ μὲ συναδέλφους των ὑπ’ αὐτῶν διωχθέντας κατὰ τὰ Νοεμβριανά, ὡς ὁ ἀντεισαγγελεὺς Κ. Λιβιεράτος (ὄχι ὁ συνώνυμός του ὀργιάσας), διότι δὲν ἦσαν ὡς οὗτοι ὄργανα τῆς τυραννίδος, ἀλλ’ ὄργανα τοῦ νόμου μόνον. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν πάντα ταῦτα ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἔπρεπε — προκειμένου μάλιστα περὶ πληρώσεως θέσεων Εἰσαγγελέων — νὰ ἀπασχοληθῇ ἐπὶ δύο λεπτὰ τῆς ὥρας καὶ μὲ ὅσα τοῦ εἶπον ἐγὼ καὶ τοῦ κατήγγειλα καὶ μὲ ὅσα τοῦ κατηγγέλθησαν ὑπὸ ἄλλων καὶ διὰ τοῦ Τύπου καὶ χωρὶς ἀμφιβολίαν ἤθελεν εὕρει ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς δράσεως τῶν περὶ ὧν πρόκειται καὶ δὲν ἤθελε περιπέσει εἰς τὸ σφάλμα τοῦ νὰ προαγάγῃ ἀκόμη τὸν ἕνα ἐξ αὐτῶν, τὸν Βωβόν, εἰς Εἰσαγγελέα. Ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν ὑπέστημεν ἡμεῖς ὅ,τι ὑπέστημεν κατὰ τὸν Νοέμβριον, ἔλειπεν, εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ εἶναι Διοικητὴς τῆς Κρήτης, εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ μὴ ἴδῃ ἐκ τοῦ πλησίον τὰ ἐνταῦθα γενόμενα, διότι τότε βεβαίως θὰ ἐφώναζεν ὅπως φωνάζομεν ἡμεῖς, τότε θὰ ἔβλεπε τὴν κατάπτωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ἡ Δικαιοσύνη, διότι ἡ ὑπαιτία ὅλων, ὀφείλω νὰ τὸ διακηρύξω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἦτο ἡ δρῶσα Δικαιοσύνη, ὑπαιτία τῶν κακουργημάτων, ὑπαιτία τῶν ἀνοσιουργημάτων ἦτα ἡ Δικαστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν θέλει ἡ Πολιτεία, διότι ἄν, κύριοι, εἴχαμεν 2 ἢ 3 δικαστάς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἠκολούθουν τὸ δόγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπιβάλλει ἡ Πολιτεία, δηλαδὴ νὰ ἀπονέμουν τὸ δίκαιον καὶ ἐὰν ὁ Βασιλεὺς τοὺς διέτασσε περὶ τοῦ ἐναντίου, καὶ οἱ ὁποῖοι, καὶ ἐὰν ἀκόμη περιήρχοντο εἰς αὐτοὺς παράνομα Διατάγματα, ἔπρεπε νὰ ἀπονέμωσι τὸ δίκαιον παρὰ τὰ παράνομα Διατάγματα, ἐὰν εἴχομεν, λέγω, 2–3 δικαστικοὺς ἀξίους τοῦ ὀνόματος καὶ τῆς ἀποστολῆς των, δὲν θὰ ἐγίνοντο ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔγιναν καὶ δὲν θὰ ἐχύνετο τὸ αἷμα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς ἣν κάθεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον αἷμα φωνάζει καὶ ζητεῖ παρ’ αὐτοῦ δικαιοσύνην καὶ πάλιν δικαιοσύνην. Ἐάν, λέγω, κύριοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνεπάθει καὶ αὐτὸς πρὸς τὰ γενόμενα, ἤθελε διατάξει μίαν ἀνάκρισιν καὶ ἤθελε ξεφυλλίσει τοῦτο τὸ ἐπίσημον ὄργανον τῆς ἀπολυταρχίας τότε καὶ ἤθελεν ἴδει ὅτι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἐθεώρησε προσῆκον νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὸν ἕνα νὰ ἐπιβραβεύσῃ καὶ διὰ προαγωγῆς, ἤτοι ἀπὸ ἀντεισαγγελέα εἰς Εἰσαγγελέα, ἤθελεν ἴδῃ, λέγω, εἰς τὸ φύλλον τοῦτο τοῦ «Χρόνου» τῆς 3 Δεκεμβρίου 1916, εἰς τὸ πάνθεον τῶν δικαστικῶν τῶν δρασάντων, τὰς φωτογραφίας αὐτῶν, ὑφ’ ἃς ἔχει γραφῆ ἡ νεκρολογία τῶν δικαστικῶν ἐκείνων. Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὅσοι ἄλλοι ἔχουσιν ἀσχοληθῆ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν, γνωρίζουν πῶς μπαίνει μία φωτογραφία εἰς μίαν ἐφημερίδα καὶ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος γράφει, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὴν νεκρολογίαν των. Ἰδοὺ τί ἔχει γραφῆ ὑπὸ τὴν φωτογραφίαν (ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Βωβός. Αὐστηρὸς καὶ ἐπιβλητικὸς ἐκτελεστὴς τοῦ καθήκοντος κλπ. Ἤδη ὅλην τὴν εἰσαγγελικήν του δραστηριότητα, τὴν ταχεῖαν ἀντίληψιν, τὴν βαθεῖαν κρίσιν, τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἐπιβολὴν διαθέτει εἰς τὸ μέγα ἔργον τῆς πλήρους ἀποκαλύψεως τῆς συνωμοτικῆς ἀποπείρας κατὰ τοῦ καθεστῶτος καὶ τῆς συλλήψεως πάντων τῶν καταπτύστων προδοτῶν». Ἐδῶ ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅλο τὸ πάνθεον καὶ ἐὰν ἤθελε νὰ κουρασθῇ ἐπὶ 2 λεπτὰ τῆς ὥρας, θὰ ἔβλεπεν εἰς τὸν «Χρόνον» τῆς 26 Νοεμβρίου τὸν Βωβὸν δρῶντα, τὸν Βωβὸν κηρύσσοντα ἔνοχον ἐσχάτης προδοσίας τὸν συνάδελφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν κ. Πολίτην, καὶ τοῦτο διότι μετέβη εἰς τὸ «Οἰκογενειακὸν Ξενοδοχεῖον», ὅπου διέμενε καὶ ἔκαμεν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν διετυμπάνισε διὰ τοῦ Τύπου, θὰ ἔβλεπε, λέγω, κηρύσσοντα ἔνοχον ἐσχάτης προδοσίας τὸν ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κυπριάδην, διότι κατὰ τὰ δημοσιευθέντα τότε διετέλει οὗτος εἰς σχέσεις καὶ ἐπιστολογραφίαν μετὰ τοῦ τότε ἀρχιπροδότου Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἤδη δὲ Ὑπουργοῦ κ. Πολίτου. Ἀλλὰ θέλετε καὶ ἄλλην δρᾶσιν τοῦ Βωβοῦ, κύριε Ὑπουργέ; Ἔχω τὰς «Ἀθήνας» τῆς 21ης Νοεμβρίου, αἱ ὁποῖαι γράφουν (ἀναγινώσκει): «Ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τοῦ κ. Σωτηριάδου ἐνεργοῦσιν οἱ ἀντεισαγγελεῖς τῶν ἐν Ἀθήναις Πλημμελειοδικῶν Βωβὸς καὶ Ροζάκης πρὸς ἀνακάλυψιν τῆς καταπτύστου σπείρας τῶν προδοτῶν καὶ ἔχουσι συλλέξει πλεῖστα ὅσα στοιχεῖα». Ὁ κ. Ροζάκης εἰς τὰς 20 Νοεμβρίου μεταβαίνει καὶ κάμνει αὐτοψίαν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ κ. Κομνηνοῦ καὶ εὑρίσκει μίαν Ἀγγλικὴν καὶ μίαν Γαλλικὴν σημαίαν, τὰ ὁποῖα ἦσαν στοιχεῖα ἐσχάτης προδοσίας, ἦσαν πειστήρια ἐσχάτης προδοσίας καὶ κατάσχει αὐτάς, ἀλλὰ λησμονεῖ ἐκ προθέσεως νὰ κλείσῃ τὸ κατάστημα, τὸ ἀφίνει ἐκτεθειμένον καὶ λεηλατεῖται τοῦτο, ἦλθε δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀποζημιώσεων νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ὅπως θὰ εἴπω μετ’ ὀλίγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ κατηγγέλθησαν τὰ γεγονότα ταῦτα ἀπὸ τῆς 7ης Αὐγούστου καὶ ὅμως μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς δὲν ἔχει ἀπολυθῆ ὁ κύριος ἐκεῖνος καὶ κατόπιν τοῦ ἐγγράφου τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀποζημιώσεων.
§94Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§95Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὄχι.
§96Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιτρέψατε μίαν διακοπὴν εἰς τὸν κ. Πετρακάκον.
§97Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὁρίστε, σᾶς ἐπιτρέπω.
§98Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ὄχι νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§99Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὁ κ. Βωβὸς ἀπήγγειλε, κύριοι, κατηγορίαν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ κατὰ τοῦ συλληφθέντος ἰατροῦ, ἀδελφοῦ τοῦ βουλευτοῦ Ἀργολιδοκορινθίας κ. Ἀραβαντινοῦ. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι δρᾶσις αὐτή; Ἐπόνεσε διὰ τὰ γεγονότα ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὁ φρουρὸς ἐκεῖνος τοῦ νόμου, ὁ Βωβός;
§100Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἔμεινε Βωβός.
§101Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Δὲν ἔμεινε βωβός, ἐφώναξε, διότι ἔπρεπε νὰ παράσχῃ ὑπηρεσίας εἰς τὴν τυραννίδα, ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἀμοιβῶν καὶ ὄχι ὅπως ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὅτι ἐξεδιώχθη. Τὰ ἔγγραφα τὰ ἐπίσημα ἀποδεικνύουν ὅτι παρέμεινεν ἀσυγκίνητος, παρέμεινεν ἐξυπηρετῶν τὴν τυραννίδα, διότι, ἂν εἶχε κόκκον συνειδήσεως, ἤθελε πράξει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν οἱ ἄλλοι. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς συνέβαινεν ὁ κ. Βωβὸς νὰ μὴ μένῃ βωβὸς καὶ εἰς τὴν προαγωγήν, νὰ φωνάζῃ εἰς τὴν προαγωγὴν καὶ ἐνῷ εὑρισκόμην εἰς τὰ λουτρὰ τῆς Αἰδηψοῦ θεραπεύων τὰ σπασμένα δάκτυλα τῶν χειρῶν μου, ἐκεῖνα, εἰς τὸ σπάσιμο τῶν ὁποίων καὶ αὐτὴ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία συνήργησε — διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι αὐτοὶ ἦσαν ἀμέτοχοι καὶ ἀθῷοι τῶν ἐγκλημάτων, ἔπρεπε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος ἐπηγγέλθη τὴν ἐκκαθάρισιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ποινὰς τῶν νόμων κατ’ ἐκείνων πρὸ παντός, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἠθικοὶ αὐτουργοὶ — καὶ ἐνῷ εὑρισκόμην, λέγω, εἰς τὰ λουτρὰ, βλέπω εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅτι διὰ τὰς ἐκτάκτους ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν εἰς τὴν Δικαιοσύνην ὁ κ. Βωβός, συνελθὸν τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἔκρινεν αὐτὸν προακτέον εἰς Εἰσαγγελέα καὶ ὅτι προήχθη οὗτος καὶ ἐτοποθετήθη καὶ εἰς τὰς Καλάμας. Καὶ κατόπιν τούτων ἐρωτῶ: Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ράπισμα κατὰ τῆς Δικαιοσύνης; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ράπισμα κατὰ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων; Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τοῦτο ράπισμα κατὰ τῶν θυμάτων τοῦ Νοεμβρίου, τῶν ὁποίων τὸ αἷμα βοᾷ καὶ ζητεῖ δικαιοσύνην; Τὰ γενόμενα, κύριοι, ὡς σᾶς τὰ ἐξέθεσα, εἶναι πρᾶξις ἁβρότητος πρὸς ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Εἶναι κοινοβουλευτικὴ ἁβρότης, ἐφόσον εἷς βουλευτὴς ἔρχεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ καταγγέλλει μίαν ἔστω παράβασιν καθήκοντος, νὰ προκαταλαμβάνεται ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κοινὴ Γνώμη διὰ τῆς παροχῆς πρὸς αὐτὴν ἀσαφῶν καὶ ἐσφαλμένων πληροφοριῶν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀκριβῶς διὰ νὰ τύχουν τῆς προαγωγῆς ἐκεῖνοι οἱ ἀνάξιοι δικαστικοὶ λειτουργοί; Εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν ἀκριβῶς, ὑπεραμυνόμενος τῶν δικαίων μου, διότι οὐδέποτε, κύριοι ἐσυνήθισα νὰ ἀδικῶ κανένα, νὰ ἐκθέσω ὅσα σᾶς ἐξέθεσα διὰ νὰ μὴ παρασταθῇ εἰς τὴν κοινωνίαν ὅτι ἠθέλησα νὰ ἀδικήσω δύο δικαστικούς, τοὺς ὁποίους ἠθέλησε νὰ σκεπάσῃ ὑπὸ τὰς πτέρυγας αὐτοῦ ὁ ἰθύνων τὰ τῆς δικαιοσύνης, ὅστις ἔπρεπε, πρὶν ἢ προβῆ εἰς τὰς δηλώσεις αὐτοῦ, νὰ ἐξετάσῃ τὴν δρᾶσιν αὐτῶν, ἵνα πεισθῇ, ἀφοῦ δὲν ἤθελε νὰ πεισθῇ μὲ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τοῦ κατήγγελλεν εἷς βουλευτὴς καὶ νὰ δείξῃ μεγαλείτερον σέβας, μεγαλειτέραν εὐλάβειαν πρὸς ἕνα ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ, πρὸς ἕνα συνάδελφόν του, καὶ ὄχι νὰ ἔρχεται ἀποτόμως καὶ διὰ τῶν δηλώσεων ἐκείνων, τῶν μὴ στηριζομένων ἐπὶ τῶν πραγμάτων, νὰ λέγῃ εἰς τὴν Βουλήν: «Εἶσαι συκοφάντης». Διότι ἀκριβῶς τοῦτο ἤθελον ἐκεῖνοι οἱ ἔνοχοι, νὰ ὀχυρωθοῦν ὄπισθεν τῆς ἀντιλήψεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως παρέστησαν διὰ τῶν ἐφημερίδων, καὶ νὰ ἔλθουν νὰ παραστήσουν ἐμὲ μὲν συκοφαντοῦντα, αὐτοὺς δὲ ἀξίους προαγωγῆς, ὡς καὶ τὸ ἐπέτυχον. Καὶ ἀντὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐξετάσῃ καὶ νὰ λάβῃ ἀποφάσεις κατόπιν βραδείας καὶ ὡρίμου σκέψεως καὶ ἀντὶ νὰ προβῇ εἰς τὰς δηλώσεις, εἰς ἃς προέβη εἰς βρασμὸν ψυχικῆς ὁρμῆς, ἔπρεπε νὰ ἐξετάσῃ τὰ γενόμενα καὶ νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν ἀποζημιώσεων, κρίνουσα ἐπὶ τῆς αἰτήσεως περὶ ἀποζημιώσεως τοῦ κ. Κομνηνοῦ, νὰ ἐκφρασθῇ, ὅτι εἶναι αἶσχος νὰ εὑρίσκωνται τοιοῦτοι δικαστικοὶ λειτουργοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ δὲ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὁ καθηγητὴς κ. Βασιλείου, ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ ὅτι αἰσχύνεται διότι ἦτο Ἕλλην καὶ ἔβλεπε τοιούτους Ἕλληνας δικαστικούς, παραμένοντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§102Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ποῖος τὸ εἶπεν αὐτό;
§103Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ὁ Ἕλλην ἀντιπρόσωπος καὶ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Βασιλείου. (Ἀναγινώσκει τὸ σχετικὸν μέρος ἐξ ἐφημερίδος, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκτίθενται τὰ λαβόντα χώραν μεταξὺ τοῦ ὡς μάρτυρος Ροζάκη καὶ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν ἀποζημιώσεων). Περὶ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου, τοῦ λαβόντος χώραν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀποζημιώσεων ἀπηύθυνεν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔγγραφον ἐντονώτατον καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι τὸ ἔλαβε, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζήτει τὴν παῦσιν τοῦ δικαστικοῦ ἐκείνου. Ὅταν λοιπὸν ἔχετε τοιούτους δικαστικοὺς δράσαντας καὶ οἱ δράσαντες οὗτοι δικαστικοὶ δὲν τιμωροῦνται, ἀλλὰ προάγονται καὶ ὅταν ἔχετε τὴν προαγωγὴν τοῦ κ. Βωβοῦ καὶ τὴν τοποθέτησιν αὐτοῦ εἰς ἐπίλεκτον εἰσαγγελικὴν θέσιν, ἐρωτῶ: Ἐργαζόμεθα ὑπὲρ τῆς ἀναστηλώσεως τῆς Δικαιοσύνης; Ἐργαζόμεθα ὑπὲρ τοῦ γοήτρου αὐτῆς; Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἐπηγγέλθη τὴν ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸ ὁποῖον ἦλθε μὲ ὡρισμένον πρόγραμμα καὶ χάριν τοῦ ὁποίου ὑπέστημεν ὅσα ὑπέστημεν ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως τῶν φιλελευθέρων ἀρχῶν, τὸ Κόμμα τοῦτο καὶ πρὸ παντὸς τὰ θύματα — καὶ διερμηνεύω τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν γνώμην 6.000 θυμάτων — ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν ἀπὸ τὴν ὑφισταμένην Κυβέρνησιν, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πυγμήν αὐτῆς καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τὰ σάπια μέλη, διότι αὐτὰ θὰ σαπίσουν καὶ τὰ ὑπολειφθέντα ὑγειᾶ. Ἀλλὰ πρὶν τελειώσω τὸν λόγον μου, ἔχω νὰ ὑπομνήσω καὶ κἄτι ἄλλο: Ἦτο τόσον ἐπείγουσα ἡ προαγωγὴ τοῦ κ. Βωβοῦ;
§104Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ποῖος ἐγνωμοδότησε;
§105Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Τὸ Γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης.
§106Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀπὸ δικαστὰς περιωπῆς ἀποτελούμενον. Δὲν ἀμφισβητεῖ κανεὶς τὴν ἐντιμότητα τῶν μελῶν τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου.
§107Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἦτο τόσον ἐπείγουσα, ἐπαναλαμβάνω, ἡ προαγωγή; Ἦτο τόσον ἀπαραίτητος δικαστικὸς λειτουργός; Ἔδρασε τόσον ἐπαξίως εἰς ἀνόρθωσιν τῆς Δικαιοσύνης; Ἀλλὰ συμφέρει τοῦτο καὶ ἀπὸ ἀπόψεως δικαιοσύνης; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ συνεργασία χαρακτῆρος τοιούτου πρὸς τοὺς πραγματικοὺς χαρακτῆρας, πρὸς τοὺς δικαστὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ σθένος νὰ διαμαρτυρηθοῦν διὰ τὰ γενόμενα καὶ νὰ πετάξουν εἰς τὰ μοῦτρα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοὺς διέτασσον, τὴν θέσιν των; Καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συναδελφότητος καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοπιμότητος συμφέρει ἡ παραμονὴ τοιούτων δικαστικῶν; Κύριοι, μὴ λησμονῆτε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν ἀγορεύων πρὸ καιροῦ ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἢ μᾶλλον εἰς διάλεξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἐκεῖ. Ὁ κ. Ρέπουλης εἶπε τότε τὰ ἑξῆς χαρακτηριστικά, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐπαναλαμβάνω (ἀναγινώσκει): «Οἱ λαοὶ οὐδέποτε συγχωροῦν τοὺς ἐπιβουλεύοντας τὴν ἐλευθερίαν των καὶ καταπροδίδοντας τὴν ἐθνικήν των ὑπόστασιν. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ εἴμεθα ἐπιεικεῖς πρὸς τοὺς κακούργους τῶν διαπραχθέντων ἀνοσιουργημάτων, διότι ἡ πρὸς αὐτοὺς ἐπιείκεια, ἡ πρὸς αὐτοὺς συγγνώμη ἀποτελεῖ αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν προδοσίαν. Καὶ προδότης τῆς Ἑλλάδος, προδότης τοῦ μέλλοντος αὐτῆς θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ τολμήσῃ νὰ κινήσῃ τὴν γλῶσσαν του καὶ νὰ εἴπῃ λόγους ἐπιεικείας ὑπὲρ αὐτῶν». (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ αἰτήσει δέκα βουλευτῶν γενικεύεται ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§109Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν ἀνέμενον τὴν ἐπίθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου τοσούτῳ σφοδράν. Δὲν ἀνέμενον μάλιστα νὰ μὲ κακίσῃ ὅτι δὲν προέβην εἰς ἐκκαθάρισιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἕκαστος ἔχει τὰς ἀντιλήψεις του περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκκαθαρίσεως τοῦ κλάδου, ὃν διευθύνει. Ἐὰν κατηγορήθην μέχρι τοῦδε, κατηγορήθην διότι πολὺ προέβην εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς Δικαιοσύνης. Ἴσως ἀγνοεῖ ἡ Βουλὴ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀπολυθέντων δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς αὐτὴν ὅτι ἀπελύθησαν ὀκτὼ Ἀρεοπαγῖται, ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Γραμματεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, τρεῖς Πρόεδροι Ἐφετῶν, εἷς Εἰσαγγελεὺς Ἐφετῶν, τρεῖς ἀντεισαγγελεῖς Ἐφετῶν, εἴκοσι Ἐφέται, πέντε Πρόεδροι Πρωτοδικῶν, δέκα Πρωτοδίκαι, ἕξ Εἰσαγγελεῖς, τέσσαρες ἀντεισαγγελεῖς, εἷς Γραμματεὺς Ἐφετῶν, δέκα Γραμματεῖς Πρωτοδικῶν, εἴκοσιν Εἰρηνοδίκαι καὶ τριάκοντα γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων. Ὀφείλω ἀκόμη νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐκκαθάρισις δὲν ἔληξεν, ἀλλὰ μετ’ εὐκολίας καὶ σπουδῆς προέβην εἰς ἀπόλυσιν τῶν δικαστικῶν ἐκείνων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι καταφανῶς ἔδρασαν, κατὰ τρόπον ἀπάδοντα εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν κατεῖχον. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ προβῶ μετὰ περισκέψεως καὶ μετὰ προηγουμένην ἐξέτασιν διὰ πάντας τοὺς ἄλλους, διὰ τοὺς ὁποίους ἠκούοντο φῆμαι ἢ ἀπεδίδοντο πράξεις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ὡρισμένη καταγγελία. Ἐὰν δέ που συναντήσω ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἀντέταξαν εἰς τὴν τυραννίδα τὸ ψυχικὸν σθένος, μικρὸν ἢ μεγάλο, ἠθέλησα νὰ περιθάλψω τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, διότι ἦσαν εὑρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεκάλυψα μέσα εἰς τὴν δικαστικὴν σηπεδόνα. Καὶ ὅταν προεκλήθην ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, εἶπον περὶ τῶν δύο ἀντεισαγγελέων ὅτι ἐδιώχθησαν ὑπὸ τῆς τυραννίδος, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, ὅτι μετὰ τὰς σκηνὰς τοῦ «Ἀθηναίου» καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἐκλήθησαν ὑπὸ τοῦ Ἐπιτελάρχου δύο ἀντεισαγγελεῖς καὶ ἐστάλησαν εἰς Καβάλλαν ὡς ἔφεδροι στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι, διὰ νὰ μὴ παραμείνωσιν εἰς Ἀθήνας. Εἷς τούτων ἦτο ὁ κ. Βωβός.
§110Λ. ΝΑΚΟΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτά; (Θόρυβος).
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπονται διακοπαί.
§112Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ταῦτα δὲ συνέβαινον ἐν ἀρχῇ, ὅταν ἔγιναν αἱ πρῶται σκηναί, αἱ πρῶται βιαιότητες ἐναντίον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Δὲν λησμονῶ ὅτι ἦλθον ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ἀντεισαγγελεὺς Βωβός, μεταβὰς εἰς Πειραιᾶ, ἠμπόδισε τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τοῦ κ. Μερλοπούλου καὶ ἐπέτυχε τὴν διάλυσιν τοῦ πλήθους καὶ ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου ἐκλήθη νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ἔφεδρος στρατιωτικὸς ὑπάλληλος καὶ ἀπεπέμφθη ἐντεῦθεν.
§113Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Τὸ ἔχετε βεβαιωμένον, κύριε Ὑπουργέ;
§114Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὑποθέτω ὅτι δὲν τὸ ἀρνεῖται κανείς. Καὶ αἱ ἐφημερίδες τοῦ Φιλελευθέρου Κόμματος, ἐπ’ αὐτοῦ στηριχθεῖσαι, ἔγραψαν ἄρθρα ὁλόκληρα. Ἀλλ’ ἐπῆλθον αἱ σκηναὶ τοῦ Νοεμβρίου καὶ κατὰ τὰς σκηνὰς ἐκείνας ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ διοικῇ τὴν Κρήτην. Δὲν ἠξεύρω ποίαν σημασίαν ἀπέδωκεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος εἰς αὐτό, οὔτε θὰ σχολιάσω τοὺς λόγους του. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι, Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὤν, εἶχον καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν ν’ ἀκολουθήσω τὸν Ἀρχηγὸν καὶ νὰ προσφέρω τὰς ὑπηρεσίας μου ὅπου οὗτος μὲ ἔταξεν. Ἀλλ’ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀφῆκε πάσχουσαν τὴν οἰκογένειάν του, ἡ ὁποία συνέπαθε μετὰ τοῦ κ. Σταμάτη. Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης συνῃσθάνθη ὅλα τὰ πλήγματα τοῦ Νοεμβρίου, ζωηρότερον παρ’ ὅ,τι τὰ συνῃσθάνθησαν ὅλοι οἱ ἄλλοι, διότι οὗτος ἠδύνατο νὰ πάσχῃ ὡς ἀνήρ, ἀλλὰ δὲν ὤφειλον νὰ πάσχωσιν ἡ σύζυγος καὶ τὰ τέκνα του. Δὲν εἶναι ἄξιος μομφῆς ὁ Ὑπουργὸς καὶ δὲν προσέφερε μόνον ἑαυτὸν εἰς τὰς θυσίας τοῦ Νοεμβρίου, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν οἰκογένειάν του, θῦμα τῶν ἀγριοτήτων τῆς τυραννίδος. (Χειροκροτήματα).
§115Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀλλ’ οἱ παθόντες τοῦ Νοεμβρίου... (Θόρυβος).
§116Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Σεῖς δὲν ἀνήκετε εἰς τοὺς παθόντας τοῦ Νοεμβρίου, κύριε βουλευτά.
§117Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὶς ἀπεπειράθησαν νὰ μὲ δολοφονήσουν καὶ μὲ ἔσωσαν οἱ Γάλλοι ἀξιωματικοί.
§118Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόπτετε.
§119Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ προέταξα πάντοτε τὸ στῆθος μου.
§120ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ;
§121Λ. ΝΑΚΟΣ. Πανταχοῦ.
§122Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν κρίνω τὴν διαγωγὴν τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων· ἐγὼ τιμῶ τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους καὶ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ τὰς ἰδίας του ἀντιλήψεις καὶ ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτάσσῃ τὸ στῆθος του καθ’ ὃν τρόπον αὐτὸς ἀντιλαμβάνεται, καὶ νὰ διατρίβῃ ὅπου αὐτὸς νομίζει κατὰ πᾶσαν κρίσιμον περίστασιν. Ἐγὼ μόνον λέγω, ὅτι ὁ ὑπαινιγμός, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἔκαμε περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἦτο ὀλίγον ἀνευλαβής. Περὶ τῆς δράσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης δύνανται νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ Κρῆτες καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων σύμπαν, τοῦ ὁποίου θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν ψῆφον. Ἀλλ’ ὅταν μὲ ἐπροκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ὅταν εἶπον περὶ τῶν δύο ἀντεισαγγελέων ὅτι δὲν φέρουν τὴν εὐθύνην αὐτοὶ διότι δὲν ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. συναδέλφου ὅταν προσήχθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἀφοῦ παρὼν ἦτο ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ἐνόμισεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι δὲν ἐπείσθην εἰς τοὺς λόγους αὐτοῦ ἢ ὅτι ἐπέδειξα ἀσέβειαν πρὸς τὴν θέσιν αὐτοῦ. Ἐγὼ δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι τοῦτο μόνον ἤρκει ὅπως προβῶ εἰς ἀπόλυσιν ἢ τιμωρίαν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Γνωρίζομεν ὅτι τῆς Εἰσαγγελίας προΐσταται ὁ κ. Ξυνόπουλος τότε, τὸν ὁποῖον ἀπέλυσα ἅμα ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, γνωρίζομεν δὲ ὅτι παρόντος τοῦ Εἰσαγγελέως οἱ ἀντεισαγγελεῖς δρῶσιν ὑπὸ τὰς ὁδηγίας καὶ τὰς διαταγὰς αὐτοῦ, αὐτοτελῶς δὲ δρῶσιν, ὅταν ἀναλαμβάνουν ἰδίαν ἐνέργειαν, ἀνεξάρτητον τοῦ Εἰσαγγελέως. Ἀλλ’ ἐν τῷ γραφείῳ τῷ εἰσαγγελικῷ, παρόντος τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν, ἐποπτευόντων τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων, ἦτο ἀδύνατον οἱ ἀντεισαγγελεῖς νὰ μεσολαβήσωσιν ὑπὲρ τοῦ Α ἢ τοῦ Β ἀδίκως κρατουμένου. Οὐδεμία μήνυσις εἶχε δοθῆ κατὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως Βωβοῦ, οὐδεμία πρᾶξις ἀπεδόθη εἰς αὐτὸν τότε. Μετὰ ταῦτα ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν «Ἀστέρα» διατριβὴ τοῦ κ. Σγουρίτσα καὶ ἡ πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀποδίδεται εἰς αὐτόν, εἶναι ὅτι ἡ σύζυγος τοῦ κ. Σγουρίτσα ἐζήτησεν ἄδειαν τοῦ Ροζάκη, παρισταμένου τοῦ Βωβοῦ, νὰ μεταβῇ εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἠρνήθησαν νὰ δώσωσι τὴν ἄδειαν ταύτην. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὅτι εἶχε δώσει ῥητὴν διαταγὴν ὁ Εἰσαγγελεὺς τῶν Πρωτοδικῶν, ὅπως οἱ ἀντεισαγγελεῖς μὴ χορηγῶσιν εἰς κανένα ἄδειαν ἐπισκέψεως διὰ τοὺς κρατουμένους διὰ τὸ ἀδίκημα, ὡς ἐχαρακτήριζον τοῦτο, τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Δὲν ἐνόμιζον λοιπὸν ὅτι ἤρκει ἡ διατριβὴ αὕτη διὰ νὰ μεταβάλω γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐξ ὅλων τῶν δεδομένων περὶ τοῦ ἀντεισαγγελέως Βωβοῦ. Ἐν τούτοις διέταξα διοικητικὴν ἀνάκρισιν πρὸς τοῦτο. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ ἀντεισαγγελέως Ροζάκη, ὅταν ἐπεδόθη ἡ μήνυσις τοῦ καπνοπώλου Κομνηνοῦ, διέταξα ἀμέσως τὴν 17 Αὐγούστου τὸν Εἰσαγγελέα νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις καὶ νὰ μοὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα αὐτῶν καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς μοὶ τὸ ὑπέβαλε τὴν 31ην Αὐγούστου. Τὸ πόρισμα τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Πρωτοδικῶν καὶ αἱ ἀνακρίσεις αἱ ἐνεργηθεῖσαι δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ, βουλευτής. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐκ τῶν ἀνακρίσεων ἐξάγεται ὅτι ὁ ἀντεισαγγελεὺς Ροζάκης, ἐν τῇ συγκεκριμένῃ ταύτῃ περιπτώσει, δὲν ἐτήρησε τὰς διατυπώσεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, δηλαδὴ δὲν ἐζήτησε τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ καπνοπωλείου νὰ τὸν ἀνεύρῃ διὰ νὰ παρίσταται εἰς τὴν ἔρευναν, τὴν ὁποίαν εἶχε διαταχθῆ νὰ ἐνεργήσῃ, δὲν διώρισε φύλακα καὶ δὲν ἐπέθεσε σφραγῖδας, καὶ ἐκ τούτου παρέβη τὸ καθῆκον αὑτοῦ, διὰ τὴν παράβασιν δὲ ταύτην τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ δώσῃ λόγον. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι, ὅταν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ὡμίλει, γνώριζε κἂν νὰ ὑπάρχουν μηνύσεις διὰ συγκεκριμένα γεγονότα, ἔπρεπε νὰ γνωρίζω τὴν συγκεκριμένην ταύτην παράβασιν τοῦ καθήκοντος καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ σπεύσω νὰ διαβεβαιώσω πράγματα τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀντίθετα τῆς μέχρι τότε ἀντιλήψεώς μου. Ἡ ἀνάκρισις ἡ διοικητικὴ ἡ ἐνεργηθεῖσαι, ἀποδεικνύει τοῦτο, καίτοι τὸ πόρισμα τοῦ Εἰσαγγελέως δὲν εἶναι ὅμοιον μὲ τὰς ἀντιλήψεις, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ἔχω. Διότι συμπεραίνει ὁ Εἰσαγγελεύς (ἀναγινώσκει): «Ἔχω καθῆκον, κύριε Ὑπουργέ, νὰ διαβιβάσω καὶ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς χρηστότητος καὶ τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν εἶχε περὶ τῶν διαπραχθέντων ἀπὸ τῆς 18 Νοεμβρίου καὶ ἐντεῦθεν ὁ ἀντεισαγγελεὺς Ροζάκης. Ἐλθὼν ἐνταῦθα τὴν 6 Δεκεμβρίου 1916, τὸν συνήντησα καὶ μοὶ ὡμίλει μετ’ ἀποτροπιασμοῦ διὰ τὰ λαβόντα χώραν, βδελυσσόμενος διὰ τοὺς ἐργάτας αὐτῶν».
§123Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐβδελύσσετο καὶ τὸν ἑαυτόν του!
§124Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος διὰ νὰ κινήσητε τὴν θυμηδίαν. Ὁ ἤδη Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος εἶναι τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἔμπιστος, βεβαιοῖ ὅτι τὴν 6 Δεκεμβρίου, ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα, ἐλθὼν ἐνταῦθα, συνήντησε τὸν ἀντεισαγγελέα Ροζάκην καὶ τοῦ ἐξέφρασεν οὗτος τὸν ἀποτροπιασμόν του διὰ τὰ λαβόντα χώραν. Καὶ ἦσαν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ᾐσθάνοντο ἀποτροπιασμὸν διὰ τὰ λαβόντα χώραν, πολλοὶ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων. Διότι ἀλλοίμονον ἐὰν ὅλος ὁ ὑπαλληλικὸς κόσμος, ὁ κύπτων τότε εἰς τὴν τυραννίδα, εἶχε πάθει τὴν πόρωσιν τῆς συνειδήσεως μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον λέγετε. Τότε ποῦ θὰ ἀνεύρητε τοὺς Ἕλληνας, μὲ τοὺς ὁποίους θὰ ἀναστήσητε τὸ νέον Κράτος; Ἦσαν πολλοί, οἱ ὁποῖοι ᾐσθάνοντο τὸν ἀποτροπιασμόν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν ψυχὴν καὶ τὸ σθένος τοῦ ἥρωος, ἵνα ἐγείρωσι τὸ ἀνάστημα αὐτῶν ἀπέναντι τῆς τυραννίδος καὶ νὰ εἴπωσι: «Θὰ ἀποθάνωμεν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντος». Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶναι ἥρωες, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι καὶ φαῦλοι. Ἀπέχει πολὺ τὸ νὰ εἴπητε εἰς ἕνα: «Δὲν ἔδειξες ἡρωϊσμὸν ἐν τῇ ἐκπληρώσει τοῦ καθήκοντός σου», ἀπὸ τοῦ νὰ τῷ εἴπητε ὅτι «εἶσαι φαῦλος».
§125Λ. ΝΑΚΟΣ. Οἱ μὴ ἥρωες δὲν πρέπει νὰ εἶναι δικασταί.
§126Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἐνίοτε εἶναι καὶ μάρτυρες.
§127Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τοιαύτην εἶχον ἔκθεσιν καὶ τοιοῦτον πόρισμα ἐκ τῆς ἀνακρίσεως διὰ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ἀντεισαγγελέως Ροζάκη ἐν σχέσει μὲ τὴν ἔρευναν τοῦ καπνοπωλείου Κομνηνοῦ. Δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπηυθύνθη ἔγγραφον ἐκ μέρους τῆς μικτῆς Ἐπιτροπῆς ἔντονον, ἀλλ’ ὁ κ. Βασιλείου μὲ ἐπεσκέφθη καὶ μοὶ διεβίβασε τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησεν ἡ μὴ τήρησις τῶν διατυπώσεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας ἀπὸ μέρους δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ ὅτι ὑπέκρυψεν εἰς τὴν βίαν τοῦ ἀγήματος τοῦ ναυτικοῦ καὶ ἐγκατέλιπε τὸ καπνοπωλεῖον τοῦ Κομνηνοῦ ἀφύλακτον καὶ ἄνευ τῶν σφραγίδων τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας, ὡς ὁ νόμος κελεύει, καὶ ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν ὀδυνηρὰν εἰς τοὺς ἐντίμους ξένους δικαστάς. Καὶ ὀρθῶς ἐπροξένησεν ἐντύπωσιν ὀδυνηράν, διότι ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς ἐκπληρώσεως τοῦ καθήκοντος ἀπὸ μέρους τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐν Χώραις φιλελευθέραις, οἷαι εἶναι ἐκεῖναι, εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκουσιν οἱ δύο ἀνώτεροι δικαστικοί, οἱ μετέχοντες τῆς Ἐπιτροπῆς ἀποζημιώσεων, εἶναι διάφορος, εἶναι ὁποία πρέπει νὰ εἶναι. Τὸν ἤθελον ἥρωα τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον, τὸν ἤθελον ν’ ἀντιτάξῃ ὅλον τὸ σθένος, ὅλον τὸ κῦρος του, ἵνα σταματήσῃ τὴν βίαν τοῦ ἀγήματος, ἢ νὰ πέσῃ θῦμα τοῦ καθήκοντός του. Εἶπον εἰς τὸν κ. Βασιλείου ὅτι ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἔγγραφον ἀπὸ μέρους του, ὡς ἐκπροσωποῦντος τὴν μικτὴν Ἐπιτροπήν, ἵνα ἴδω τὰς παραβάσεις τοῦ καθήκοντος, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν ὁ δικαστικὸς ὑπάλληλος καὶ τότε μόνον, τῇ προκλήσει μου, μοὶ ἀπηυθύνθη τὸ ἔγγραφον. Πεπαυεῖναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἢ θὰ λάβω, καὶ τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἤδη κατὰ τοῦ ἀντεισαγγελέως Ροζάκη, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ εἴπω. Αἱ παραβάσεις τοῦ καθήκοντος, εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσεν ὁ ἀντεισαγγελεὺς οὗτος, εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἐπιβάλλουσι τὴν ἀπομάκρυνσίν του ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐγὼ δὲ αὐτός, ὁ ὁποῖος ὑπερήσπισα καὶ τότε αὐτὸν καὶ σήμερον ὡς μὴ ἐκτεθέντα εἰς ἐνεργείας καταρριπτούσας τὸ ἀξίωμα αὐτοῦ, εἰσηγήθην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ὑπέβαλον πρότασιν ἀπολύσεώς του. Ὥστε βλέπει ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι, ὅταν αἱ ἀνακρίσεις φέρωσιν ὡς πταίστην τὸν δικαστικὸν ὑπάλληλον διὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν λόγον, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ διστάζων περὶ τῆς τιμωρίας αὐτοῦ. Γνωρίζω νὰ τιμωρήσω, ἀλλὰ γνωρίζω καὶ νὰ ὑπερασπίσω τὸν ὑπάλληλον, γνωρίζω νὰ ὑπερασπίσω αὐτὸν μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἀποδειχθῶσιν ὡρισμέναι παραβάσεις. Περὶ τοῦ ἀντεισαγγελέως Βωβοῦ, μέχρι τῆς ὥρας καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, ὡς κεφάλαιον κατηγορίας εἶναι ὅτι ἐδημοσιεύθη ἡ εἰκών του εἰς κάποιαν ἐφημερίδα «Χρόνον» κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ εἶναι ὑπόχρεως νὰ δώσῃ λόγον οἱοσδήποτε ὑπάλληλος, ἐὰν ἐδημοσίευσαν τὴν εἰκόνα αὐτοῦ οἱ ἐφημερίδες καὶ ἂν τὸν ἐγκωμιάζουν ἴσως–ἴσως διὰ νὰ τὸν παρασύρουν πρὸς τὸ μέρος αὐτῶν. Ἐφόσον δὲν συνδυάζωνται τὰ γραφόμενα εἰς τὰς ἐφημερίδας πρὸς πράξεις κολασίμους, πρὸς παραβάσεις ὡρισμένας δικαστικοῦ ὑπαλλήλου, οὐδέποτε θὰ θέσω ὑπογραφὴν περὶ ἀπολύσεως αὐτοῦ. Ἐὰν ἡ ἀνάκρισις ἡ προκληθεῖσα συνεπείᾳ τῆς διατριβῆς τοῦ κ. Σγουρίτσα, ἀποδείξῃ αὐτὸν ἔνοχον κατά τι, θὰ ὑποστῇ πειθαρχικὴν ποινὴν ἀνάλογον πρὸς τὸ παράπτωμα, τὸ ὁποῖον διέπραξεν. Ἀλλὰ δὲν ἐσταμάτησα εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ δικαστικοῦ αὐτοῦ ὑπαλλήλου. Συνέστη Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη νὰ γνωμοδοτήσῃ, καὶ τὸ Συμβούλιον ἐγνωμοδότησεν ὅτι ὁ ἀντεισαγγελεὺς Βωβὸς ἔχει ὅλα τὰ προσόντα, ἵνα προαχθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Εἰσαγγελέως. Δὲν εἶχον οὐδένα λόγον νὰ σταματήσω τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ.
§128Λ. ΝΑΚΟΣ. Κατόπιν ἐκείνου τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον οἱ ξένοι, οὔτε πρὸς στιγμὴν ἔπρεπε νὰ διστάσητε νὰ σταματήσητε. Μεθ’ ὅσα ὁ κ. συνάδελφος, ἐκ τῶν ἀρίστων φίλων τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, σᾶς ἀνεκοίνωσε, διεπράξατε ἀδίκημα νὰ τὸν προαγάγητε.
§129Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ τότε ἐδικαίωσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Σταμάτην, ἔχοντα ὑπερβάλλοντα τὸν πόνον καὶ ὁμιλοῦντα μεθ’ ὑπερβολῆς κατὰ τῶν δικαστικῶν ἐκείνων ὑπαλλήλων, καὶ σήμερον δικαιώνω αὐτόν. Δὲν δύνομαι νὰ μεταχειρισθῶ τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ ὑμᾶς, διότι εἰς ὑμᾶς δὲν συγχωρεῖται οὔτε ἔκφρασις πόνου, οὔτε ὑπερβολή. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἠθέλησα νὰ ἐργασθῶ ἐσπευσμένως, διότι ἡ ἐσπευσμένη ἐνέργεια, μεθ’ ὅσα ἐγένοντο, θὰ μὲ ἤγαγεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπολύσω ὅλους τοὺς δικαστὰς τῆς Ἑλλάδος, διότι ὀλίγοι ἐσημείωσαν τὴν ἐνέργειάν των μὲ τὸ σθένος τοῦ ἥρωος. Πολλοὶ ἐξ αὐτῶν ἠκολούθησαν ἡμᾶς εἰς τὸ Ἐθνικὸν Κίνημα, οἱ ἄλλοι παρέμειναν ἐνταῦθα δακτυλοδεικτούμενοι. Ἐὰν ἀπέλυον ὅλους αὐτούς, τότε ἔπρεπε νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ κανονίσῃ τρόπον ἀντικαταστάσεώς των. Τοιαύτην πρᾶξιν ἐγκληματικὴν κατὰ τῆς Πατρίδος μου δὲν ἠδυνάμην νὰ πράξω. Εἶπον ὅτι δὲν θεωρῶ ὅτι ἐξεκαθαρίσθη ὅλον τὸ Σῶμα, ἰδίᾳ ἀπὸ τοὺς Προέδρους Πρωτοδικῶν καὶ κάτω, διότι ὁ Ἄρειος Πάγος, οἱ Εἰσαγγελεῖς Ἐφετῶν, οἱ Πρωτοδίκαι, εὑρίσκονται εἰς τὰς θέσεις των. Ὑπάρχουσι στοιχεῖα καὶ κατ’ αὐτῶν καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ οὗτοι νὰ ἀπομακρυνθῶσι τῆς ὑπηρεσίας πρὸς πλήρη ἐγκαθάρισιν καὶ πρὸς ἀναστήλωσιν τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο θὰ προβῶ, μὴ παρασυρόμενος ἐξ οἱωνδήποτε ἀγορεύσεων, ἐξ οἱωνδήποτε παρακλήσεων, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀνακρίσεων, τὰς ὁποίας διεξάγω ἐπισταμένως διὰ τῶν ὀργάνων μου.
§130Λ. ΝΑΚΟΣ. Διὰ τὴν τακτικὴν ὅμως καὶ ἀποτελεσματικὴν διεξαγωγὴν τῶν ἀνακρίσεων, πρέπει νὰ μεταθέσητε ἐκ τῆς ἕδρας των τοὺς δικαστικοὺς ἐκείνους ὑπαλλήλους, καθ’ ὧν διεξάγονται αἱ ἀνακρίσεις.
§131Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν ἔλθητε νὰ ὑποβάλητε τὴν γνώμην σας αὐτὴν ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως, θέλω σπεύσει νὰ καταθέσω πλήρεις τοὺς φακέλλους τῶν ἀνακρίσεων κατὰ τῶν δικαστικῶν Λεβαδείας εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἂν εὕρητε ὅτι ὑπῆρξεν ἀδίκημα ἐκ μέρους αὐτῶν, θὰ τιμωρηθῶσι· διότι ὁμολογῶ ὅτι ὑπάρχουσι καταγγελίαι κατὰ δικαστικῶν ὑπαλλήλων Λεβαδείας ὄχι ἐκ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα προσήκει νὰ παραστῶσιν ὡς μηνυταί, διότι παρεστάθησαν ὡς μηνυταὶ ἄνθρωποι ἔχοντες εἰς τὴν ράχιν των 6 καὶ 7 καταδικαστικὰς ἀποφάσεις καὶ ὅταν ἐπὶ τοιούτων μηνύσεων διεξάγεται ἀνάκρισις, ἀρχίζει τις νὰ ὑποπτεύεται μήπως ἐκ προσωπικῶν λόγων προέρχονται αἱ μηνύσεις ὑπὸ τοιούτων προσώπων. Μολαταῦτα, ἐπὶ τῇ βάσει μηνύσεως τοιαύτης, διέταξα τὸν Εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, πρὸ τῆς ἐμφανίσεώς σας ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, νὰ ἐνεργήσῃ ἀνακρίσεις. Ἀπεστάλη ὁ ἀντεισαγγελεύς, ἐνήργησε τὰς ἀνακρίσεις, καὶ ἔχω δύο φακέλλους πλήρεις, τοὺς ὁποίους ἀκόμη δὲν ἐμελέτησα, ἀλλ’ ὅταν τοὺς μελετήσω, θὰ τοὺς θέτω εἰς τὴν διάθεσίν σας, εἴτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, εἴτε δημοσίᾳ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι, ὅταν ἐπέλθῃ ἡ τιμωρία, ἐὰν ἐπέλθῃ τοιαύτη, θὰ εἶσθε σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ.
§132Λ. ΝΑΚΟΣ. Θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν μόνον πρᾶξιν ἑνὸς τῶν ἐν Λεβαδείᾳ δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§133Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι μόνον περὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, περὶ ὧν ἡ ἐπερώτησις, δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε. Ἐὰν ὁμιλήσητε περὶ ἄλλων δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἤδη, δὲν θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ εὐπρεπὲς νὰ ὁμιλήσητε περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων, χωρὶς νὰ δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν, δὲν εἶναι δὲ καὶ θέμα τῆς συζητήσεως. Ἐὰν γενικευθῇ ἡ συζήτησις, δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε ἐλευθέρως, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσητε μόνον περὶ τῶν δύο δικαστικῶν λειτουργῶν, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται. Ἐγώ, κύριοι βουλευταί, ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐμὴν ἐνέργειαν πλήρως. Εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ τὴν ἐνέργειάν μου ταύτην, ἢ νὰ μὴ ἐγκρίνῃ αὐτήν, διότι δὲν θέλω οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἡ Βουλὴ νὰ μείνῃ ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι οἱ λόγοι τοῦ κ. βουλευτοῦ μαρτυροῦσι δυσπιστίαν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. (Χειροκροτήματα).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§135Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλαχίστας λέξεις ἔχω νὰ εἴπω, κύριοι βουλευταί. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι ὑφίσταται πλέον ζήτημα ἐν τῇ ἀντιλήψει τῆς Βουλῆς. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε εἰς ὅσα τόσον σαφῶς ἐξέθηκεν ὁ συνάδελφός μου, εὑρεθεὶς εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς ἣν θὰ εὑρίσκετο οἱοσδήποτε τῶν Ὑπουργῶν ἐλεγχόμενος διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ κλάδου του, διότι ἐὰν τὸ εὑρίσκειν κατηγορίας, κατηγορίας δ’ ἐν τῇ ἀντιλήψει τοῦ κατηγοροῦντος βασίμους, εἶναι ἔργον εὐχερές, τὸ ἀποφασίζειν ὅμως ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν τούτων εἶναι ἔργον δυσχερέστατον, δυσχερέστατον δὲ ἰδίως προκειμένου περὶ ἐκκαθαρίσεως τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Διότι, ἐὰν ἐν τῇ ἀντιλήψει ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν ὅσα διέπραξαν, ἔχει καταπέσει ἡ συνείδησις τῆς ὀφειλῆς πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς Δικαιοσύνης, ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅμως τῆς Κυβερνήσεως ἵσταται ἐκεῖ ὅπου δέον νὰ ἵσταται. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ ἢ οἱ ἐπερωτήσαντες βουλευταί, ἤθελον νομίζει ὅτι ὑφίσταται ἔτι ζήτημα, τὸ ὁποῖον νὰ φέρῃ αὐτοὺς μέχρι τῆς ἀμφισβητήσεως τῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισις τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ψήφου αὐτῆς θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε τὸ ἑνιαῖον τῆς κυβερνητικῆς ἀλληλεγγύης. (Χειροκροτήματα).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§137Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλον τὴν ἐπερώτησιν, δὲν ἐννοῶ νὰ θίξω τὸ ἑνιαῖον τῆς Κυβερνήσεως.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης;
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε Σταμάτη.
§141Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Νὰ δηλώσῃ ὅποιος θέλει νὰ γίνῃ...
§142Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἐγκρίνῃ τὰς δηλώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δέχεται τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς πρὸς τὴν ἐκκαθάρισιν;
§144Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μετὰ τὰς δηλώσεις μου, παρακαλῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἐὰν ἔχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης.
§145Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ Βουλή, ἐγκρίνου-
σα αὐτάς, εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σταμάτης ἔχει τὸν λόγον.
§149Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔληξεν ἡ συζήτησις.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχε ζητήσει τὸν λόγον.
§151ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν. Αἱ λοιπαὶ ἐπερωτήσεις ἀναβάλλονται. Συμφωνεῖ ἡ Βουλή;
§153ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§154Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, προκειμένου περὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔστεργε νὰ ψηφισθῶσι μόνον τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἐφ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως.
§156Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων καὶ ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι θὰ προκληθῇ ὁπωσδήποτε συζήτησις, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῶσι.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως τοῦ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, πλὴν Κρήτης καὶ Σάμου, εἰσπραττομένου φόρου δεκάτης, καταργήσεως αὐτοῦ ἐπί τινων προϊόντων κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΨΒʹ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρὸς κωδικοποίησιν τῶν παρὰ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπηρεσιῶν ἐφαρμοζομένων νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης μεταβατικῆς διατάξεως εἰς τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δραχμῶν 47,000 διὰ τὴν κατασκευὴν ἀποβάθρας ἐν Κερατσινίῳ πρὸς χρῆσιν τοῦ Στόλου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως ἐνεργείας διαγωνισμοῦ πρὸς πλήρωσιν θέσεων μονίμων ἀνθυπολοχαγῶν Μεταγωγικοῦ καὶ μεταξὺ τῶν ἐφέδρων κλάσεως 1913α καὶ 1913β». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Μαρτίου 1917 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ ἁρμοδιότητος τοῦ ἐλέγχου τῶν ἐγγράφων ἀμοιβῆς ἀφυπηρετήσεως τῶν μονίμων ὑπαξιωματικῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς Μικτῆς Ἐπιτροπείας τῶν ἀποζημιώσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ἀναπληρωτῶν γραμματέων Εἰρηνοδικῶν καὶ ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς τῶν κατ’ ἔγκλησιν διωκομένων πλημμελημάτων καὶ πταισμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου βʹ τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ͵ΓΧΜΒʹ τοῦ 1910». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων 1,000,000 δραχμῶν, ὡς προσωρινοῦ δανείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Νοεμβρίου 1916 Νομοθ. Β. Διατάγματος περὶ ἐπενεκτέων μεταρρυθμίσεων εἰς τὸν Νόμον 728 τῆς 15 Ἰουλίου 1916, ὡς πρὸς τὸν χρόνον καὶ τρόπον τῆς ἀποστρατείας τῶν Ἀξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως οἰκονομικῆς ἐπιθεωρήσεως ἐλεγκτηρίου καὶ ἀποθήκης ὑλικοῦ διὰ τὸ Σῶμα τῆς χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου ͵ΓΜΗʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3098). (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νομοτελεστικῶν Β. Διαταγμάτων 1) τοῦ ἀπὸ 17)22 Ἰουνίου 1913 κανονιστικοῦ τῆς 2 παραγράφου τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου ͵ΓΩΚΓʹ καὶ 2) τοῦ ἀπὸ 17)26 Αὐγούστου 1912 κανονιστικοῦ τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ Νόμου ͵ΓΠΞϚʹ. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Β. Δ. περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου περὶ αἰσχροκερδείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ νόμου «περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσλήψεως ἰδιωτῶν μηχανουργῶν παρὰ τῇ Ἀεροπορικῇ ὑπηρεσίᾳ Στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρου τοῦ νόμου 483 τῆς 30 Νοεμβρίου 1914». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τῆς καταβολῆς τοῦ ἀντισηκώματος ὑπὸ τῶν ἐμπροθέσμως ἐγγραφέντων ἀδηλώτων καὶ ὑπαγομένων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΔΡΞΕʹ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντηρήσεως κλπ. ὑπολειφθέντων τμημάτων τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Βυζαντινῆς Ἐκκλησίας Ἁγίου Δημητρίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Ταμεῖον 70,000. δραχμῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐξοφλήσεως ὑποχρεώσεων τοῦ Δημοσίου ἐξ ἐπιτάξεων, προμηθειῶν καὶ ἐν γένει ὑποχρεώσεων ἀναγομένων εἰς κεκλεισμένας χρήσεις καὶ τὴν χρῆσιν 1916, δι’ ὁμολογιῶν δανείου ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου μέχρις 100 ἑκατομμυρίων δραχμῶν ὡς καὶ περὶ κυρώσεως τῆς σχετικῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος Συμβάσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως καὶ Διοικήσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων ἐν ταῖς Νέαις χώραις». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν «περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου κλπ. νόμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκπονήσεως τοπογραφικοῦ καὶ κτηματογραφικοῦ χάρτου Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων καὶ ἑρμηνείας ἄρθρων τοῦ νόμου 358». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου 239». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ σειρᾶς ἀρχαιότητος Στρατ. Δικαστικῶν Συμβούλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ 222 νόμου «περὶ συστάσεως Σώματος Στρατιωτικῆς Ἐπιμελητείας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 357 «περὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου 344 «περὶ ὁρίου ἡλικίας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τῆς Μουσικῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 299 «περὶ μονιμοποιήσεως ἐφέδρων ἀξιωματικῶν κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προστασίας τῶν ζώων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιτάξεως ἀγροτικῶν κτημάτων καὶ δασῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τῶν πινάκων τῆς ὑλοτομίας τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῶν ἐν Τουρκίᾳ ὑπηρετησάντων ἢ διορισθέντων προξενικῶν ὑπαλλήλων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως καὶ ἐξακολουθήσεως τῆς πληρωμῆς τῶν συντάξεων τῶν ἀπονεμηθεισῶν ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν τῆς νήσου Σάμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Περιθάλψεως καὶ περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ νόμου ἀγροτικῆς ἀστυνομίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ νόμου 753». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§158ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 5 μ.μ. (Ὥρα 9.30′ μ.μ.).