1917.09.29
652 στίχοι · 4.977 λέξεις · 48 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 39Η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 29 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6 μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Τὰ Ἡνωμένα Σωματεῖα τῶν ἐμποροπλοιάρχων καὶ τῶν μηχανικῶν τῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς των. — Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ἀλεβιζάτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀτελοῦς ἐγγραφῆς καὶ ἀνανεώσεως ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῶν ἐκ Τουρκίας καὶ ἐξ ἀποκεκλεισμένων μερῶν τῆς Νέας Ἑλλάδος καταγομένων φοιτητῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Δαζέας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διακανονισμοῦ καταβολῆς τοῦ ἀντισηκώματος ὑπὸ τῶν ἐμπροθέσμως ἐγγραφέντων ἀδηλώτων καὶ ὑπαγομένων εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ͵ΔΡΞΕʹ». — Ὡσαύτως ὁ ἴδιος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἄλλων σχετικῶν διατάξεων». — Ὡσαύτως ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καραπαναγιώτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Γενικῶν Διοικήσεων». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Χωρέμης, Χ. Βασιλακάκης, Ν. Παρίτσης, Α. Παπαγεωργίου, Γ. Καραπαναγιώτης, Α. Μητρέλιας, Χ. Ροδοκανάκης, Λ. Καλβοκορέσης, Γ. Βαμβούρης καὶ Γ. Καλδῆς, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Γενικῶν Διοικήσεων».
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Δ. Πετρανιόκος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖα μέτρα ἔλαβε κατὰ τῆς ἐξαφανίσεως ξυλανθράκων καὶ καυσοξύλων ἐκ τῆς ἀγορᾶς καὶ πρὸς ποῖα ῥιζικώτερα μέτρα ἐγνωμοδότησαν οἱ ἁρμόδιοι.
§3Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Μετὰ τὴν ἄρσιν τοῦ ἀποκλεισμοῦ ἤρχισεν ἡ κυκλοφορία τῶν ἀτμοπλοίων καὶ συνεπῶς ἡ χρῆσις παρ’ αὐτῶν τοῦ λυγνίτου, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευεν ὡς καύσιμος ὕλη διὰ τοὺς σιδηροδρόμους, τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν καὶ εἰς τὰς ἄλλας βιομηχανικὰς ἐργασίας, εἰς τὰς ὁποίας ἤδη ἤρχισε νὰ γίνεται μεγαλειτέρα χρῆσις τῶν καυσοξύλων καὶ δι’ αὐτὸ ἐπῆλθεν ἡ ἔλλειψις. Ἐλήφθησαν ὅμως μέτρα, ὅπως αὐξηθῇ τὸ ἀπόθεμα τῆς Ἀγορᾶς τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ ἐλπίζω ὅτι ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν θὰ ἔλθῃ ποσότης ἀρκετὴ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν δύο πόλεων.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Δαγκλῆς καὶ Γ. Γερογιάννης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ποίας ἔχει πληροφορίας σχετικῶς μὲ τὰς διαταγάς, τὰς ὁποίας ἔδωκε πρὸς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς Πρεβέζης, ὅπως ἐπιτάξωσι γενικῶς τὰ τρόφιμα τῶν χωρίων Λούρου, Κανελάκι κλπ., συμφώνως μὲ τὰς αἰτήσεις τῆς παρουσιασθείσης πρὸς αὐτὸν Ἐπιτροπῆς, καθὼς καὶ διὰ τὸν σχηματισμὸν ἀποθηκῶν εἰς Λοῦρον καὶ Κανελάκι διὰ τὴν συγκέντρωσιν τῶν χρειωδῶν καὶ τὴν διανομὴν ἐκεῖθεν εἰς τὰ διάφορα χωρία.
§5Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὁ κυβερνητικὸς ἀντιπρόσωπος παρεκλήθη νὰ ἐπιτάξῃ τὸν ἀραβόσιτον κλπ., ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δοθῇ εἰς τοὺς μὴ παραγωγούς. Ἡ ἀπάντησις τοῦ κυβερνητικοῦ ἀντιπροσώπου δὲν ἦλθεν ἀκόμη.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν παρακεντέδων τοῦ χωρίου Γριζάνου.
§7Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν, διότι οἱ παρακεντέδες ὅλοι πρόκειται νὰ λάβωσιν 90 ὀκάδας σίτου, τὰς ὁποίας οἱ ἀναφερόμενοι θὰ λάβωσιν ἀπὸ τὰς ἀποθήκας τοῦ ἰδιοκτήτου κ. Καραπάνου. Ὁ σῖτος ὅμως αὐτὸς ἔχει ξένας ὕλας πλέον τῶν 30%, δίκαιον λοιπὸν εἶναι νὰ μὴ πάρουν 60 ὀκάδες σιτάρι καὶ τὰς ἄλλας ἄμμον, ἀλλὰ νὰ τοὺς δώσωσι τοὐλάχιστον 100 ὀκάδας.
§8Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἐλήφθη μέριμνα καὶ εἰδοποιήθη τηλεγραφικῶς ὁ ἐπόπτης.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Σφακιανάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ εἰς τί σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τοῦ διθειούχου ἄνθρακος διὰ τὰ ἐργοστάσια τοῦ πυρηνελαίου. Ἡ προμήθεια τοῦ διθειούχου ἄνθρακος εἶναι ἐπάναγκες νὰ συντελεσθῇ, καθότι μετ’ αὐτοῦ συνδέονται σπουδαιότατα συμφέροντα τῆς Χώρας· αʹ) διότι τότε μόνον θὰ δυνηθῶσι νὰ πωλήσωσιν οἱ ἁπανταχοῦ τοῦ Κράτους ἐλαιοπαραγωγοὶ τὴν ἐκ τῶν θλιβομένων ἐλαιῶν πυρῆνα, καὶ μάλιστα εἰς καλὴν τιμήν, ὁπόταν τὰ ἐργοστάσια τοῦ πυρηνελαίου ἔχωσι διθειοῦχον ἄνθρακα διὰ τὴν κατεργασίαν τῶν πυρήνων πρὸς ἐξαγωγὴν τοῦ πυρηνελαίου· βʹ) θὰ δυνηθῶσι τότε τὰ σαπωνοποιεῖα νὰ ἐργασθῶσι διὰ νὰ παραγάγωσι σάπωνα ἐκ τοῦ πυρηνελαίου, καὶ γʹ) χρησιμοποιουμένου τοῦ πυρηνελαίου πρὸς παραγωγὴν σάπωνος, δὲν θὰ γίνεται πρὸς τοῦτο χρῆσις ἐλαιολάδου, ὅπερ θ’ ἀπομένῃ τοιουτοτρόπως διὰ τὴν καθημερινὴν λαϊκὴν τροφήν.
§10Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἡ προμήθεια τοῦ διθειούχου ἄνθρακος εἶναι δύσκολος, διότι δὲν ὑπάρχει οὔτε εἰς τὰς πηγάς. Ἐν τούτοις ἐξησφαλίσθη ἡ προμήθεια ποσοῦ τινος, ἐλπίζω δὲ νὰ προμηθευθῶμεν μίαν ἀκόμη ποσότητα 150 τόννων καὶ θὰ σταλῇ εἰδικῶς δι’ αὐτὸ ἀτμόπλοιον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Πέγιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί βραδύνει ἡ πλήρωσις τῆς κενωθείσης θέσεως τοῦ Νομάρχου Πέλλης, ἔνθα ἡ παρουσία Νομάρχου καταλλήλου καὶ πεπειραμένου εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία ὑπὸ πολλὰς ἀπόψεις, διότι ὁ νῦν νομαρχεύων Διευθυντὴς δὲν δύναται καθ’ ὁλοκληρίαν γʹ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου.
§12Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἐρώτησις μοῦ φαίνεται ὀλίγον περίεργος, διότι ἐνῷ εἰς τὸ πρῶτον μέρος ὁμιλεῖ περὶ τῆς βραδύτητος, ὁμιλεῖ ἀκολούθως καὶ περὶ τῆς ἀνάγκης διορισμοῦ προσώπου καταλλήλου καὶ συγκεντροῦντος ὡρισμένα προσόντα. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο δύναται ὁ κ. βουλευτὴς νὰ εὕρῃ τὸν λόγον τῆς βραδύτητος.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Πέγιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν γνωρίζει πόσα χρήματα συνελέγησαν ἐν Ἐδέσσῃ ὑπὲρ τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης κατὰ τὸν διενεργηθέντα ἐκεῖ ἔρανον κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1916 καὶ τί ποσὸν διετέθη ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ τούτου ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Ἐδέσσης, παρ’ ᾧ ἦσαν κατατεθειμένα τὰ χρήματα ταῦτα.
§14Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ζητήσω πληροφορίας.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Πέγιος παρακαλεῖ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, διατί δὲν προβαίνουσιν εἰς τὴν ἐγκατάστασιν ἐν Καρατζόβῃ, ὑποδιοικήσει τοῦ Νομοῦ Πέλλης, Εἰρηνοδίκου καὶ Διευθυντοῦ Ἀστυνομίας, ὅπου σοβαρὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὑπαγορεύουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τῶν δύο τούτων Ἀρχῶν.
§16Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τοῦ βουλευτοῦ κ. Πέγιου ὡς πρὸς τὴν πλήρωσιν τῶν κενωθεισῶν θέσεων τῆς Νομαρχίας Πέλλης, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσιν ἀμέσως ὅλαι αἱ θέσεις αἱ κενωθεῖσαι. Θὰ πληρωθῶσιν ὅμως προσεχῶς.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν δι’ ἀποφάσεώς του διετίμησε τὰ ὄσπρια εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς καὶ ποία ἡ διατίμησις δι’ ἕκαστον ἐκ τούτων.
§18Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τοῦ βουλευτοῦ κ. Θανοπούλου ὡς πρὸς τὴν διατίμησιν τῶν ὀσπρίων εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ διατίμησις ἐγένετο κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Γνωμοδοτικοῦ Συμβουλίου. Ἂν τυχὸν δὲ οἱ παραγωγοὶ ἔχωσιν ἀντιρρήσεις, δύνανται δι’ αἰτήσεώς των νὰ ἀποταθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§19Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἤδη σᾶς παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, ὡς πρὸς τὴν διατίμησιν τῶν ὀσπρίων εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς των, νὰ λάβητε ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον πρόνοιαν, διότι δὲν εἶναι δίκαιον εἰς βάρος τῶν πελατῶν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰ πάντα οἱ ξενοδόχοι, οἱ ἔμποροι κλπ.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ παρακαλεῖται ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπρισιμιτζάκη νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι ἐν γνώσει του ὅτι ἀπὸ ἑβδομάδος καὶ πλέον ἐξηφανίσθη ὁ τυρὸς ἐκ τῆς ἀγορᾶς, πρὸς μεγίστην δυσφορίαν τοῦ Λαοῦ.
§21Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ ἑβδομάδος καὶ πλέον ὁ τυρὸς ἐξηφανίσθη ὁλοσχερῶς ἐκ τῆς Ἀγορᾶς πρὸς μεγίστην δυσφορίαν τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου μετὰ τὸν ἄρτον τυγχάνει ἡ πρώτη τροφή. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔχετε γνῶσιν τούτου καὶ ἂν καὶ τίνα μέτρα ἐλάβετε κατὰ τῶν κερδοσκόπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀποκρύπτουσι τὸν τυρὸν εἰς τὰ ψυγεῖα καὶ εἰς ἀποθήκας, ἵνα ἐπωφεληθῶσι καταλλήλου περιστάσεως καὶ αἰσχροκερδήσωσιν ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ οὕτω στερουμένου λαοῦ, παρὰ τοῦ ὁποίου δικαίως τόσα ἠγέρθησαν παράπονα.
§22Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὡς πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Μπρισιμιτζάκη ἐν σχέσει πρὸς τὸν τυρόν, πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ ἀποθέματα τοῦ τυροῦ δὲν εἶναι πολλά, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις τυροῦ διὰ πολλοὺς λόγους, τὴν ὁποίαν ἔλλειψιν προσπαθοῦμεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἄρωμεν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐκ τῆς γινομένης συζητήσεως μεταξὺ ὑμῶν διαρκῶς, καταλήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι οὐδὲν ἐνδιαφέρον δείκνυται διὰ τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις. Διότι διαρκῶς ἀπασχολοῦνται ὑφ’ ὑμῶν οἱ κ.κ. Ὑπουργοὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συνεδριάσεως καὶ οὕτω δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, συγχρόνως δὲ γίνεται οὕτω καὶ μία ἀποδοκιμασία, δύναμαι νὰ εἴπω, τῆς Βουλῆς κατὰ τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παρακαλεῖται ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Κοφίνα νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς πόσα ἑκατομμύρια ἀνέρχεται ἡ ἀξία τῶν ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς Θεσσαλονίκης ἀποτεφρωθέντων χαρτονομισμάτων κλπ,
§24Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Πληροφορῶ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δι’ ἐγγράφου της πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν συνέστησεν, ὅπως ἐπιληφθῇ διὰ καταλλήλου Ἐπιτροπῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ τοῦ ἐλέγχου τῶν καέντων τραπεζογραμματίων, καθόσον πᾶσα ἀπόπειρα μεταφορᾶς αὐτῶν εἰς Ἀθήνας θὰ καθίστα τὴν ἐξακρίβωσιν, λόγῳ τῆς ἐνδεχομένης καθ’ ὁδὸν φθορᾶς, δυσχερεστάτην. Ἡ Ἐνικὴ Τράπεζα, συμμορφουμένη πρὸς τὴν σύστασιν ταύτην τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέστειλεν Ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τεσσάρων ἀνωτέρων ὑπαλλήλων της, ἥτις ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ κυβερνητικοῦ ἀντιπροσώπου ἐπελήφθη ἤδη πρὸ καιροῦ τῆς ἐργασίας ταύτης. Ἐν τῷ μεταξὺ οἱ ἐν Θεσσαλονίκῃ εἶχον εἰδοποιηθῆ νὰ μὴ προβῶσιν εἰς τὸ ἄνοιγμα τῶν χρηματοκιβωτίων των μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῆς Ἐπιτροπῆς.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βαλαλᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτεται νὰ ὑποβάλῃ πρὸς ψήφισιν τὴν ἀπὸ 1ης Ἰουνίου 1916 σύμβασιν τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων Θεσσαλονίκης.
§26Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ πληροφορήσω τὴν Βουλὴν λίαν προσεχῶς περὶ τούτου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γαλαθᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν πρόκειται νὰ λάβῃ μέτρον νομοθετικὸν ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν δικαστικῶν κλητήρων, τόσον τῶν ἐμμίσθων, ὅσον καὶ τῶν ἀμίσθων.
§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναται, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἐκπονήσεως τοπογραφικοῦ καὶ κτηματογραφικοῦ σχεδίου Θεσσαλονίκης». — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου: 1ον) «Περὶ Διοικητικῶν Ἐπιθεωρήσεων». 2ον) «Περὶ συστάσεως καὶ διοικήσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις» καὶ 3ον) «Περὶ ἐκτάκτων καὶ μονίμων διοικητικῶν ὑπαλλήλων τῶν ὑπηρετησάντων παρὰ τῇ Προσωρινῇ Κυβερνήσει Θεσσαλονίκης». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ «περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νόμου».
§30Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν «περὶ φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος». Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι μικροσκελέστατον, ἀποτελούμενον ἐξ ὑπερεβδομήκοντα ἄρθρων, κωδικοποιεῖ δὲ πρὸ πάντων τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, ἀλλ’ ἐπιφέρει καὶ μεταβολάς τινας εἰς τὴν ἤδη ὑπάρχουσαν φορολογίαν, ἤτοι αὐξάνει τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος κατὰ μίαν δραχμὴν κατ’ ὀκᾶν, εἰσάγει τὸ μετρικὸν σύστημα τοῦ χιλιογράμμου καθ’ ὅλην τὴν φορολογίαν, ἐλαττώνει τὸν φόρον τῶν ποτοποιῶν καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἄμβυκας λαμβάνει τὴν πρόνοιαν, ὥστε νὰ ἐπιτρέπεται καὶ τετραήμερος ἀπόσταξις, ἐκτὸς τῆς ὀκταημέρου τοιαύτης, ἐπὶ τρία δὲ ἔτη ἐπιτρέπει καὶ τὴν 20ήμερον ἀπόσταξιν διὰ τοὺς μικροὺς ἄμβυκας. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ εἰσηγηθῶ περισσότερα εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχει μακροσκελεστάτη ἔκθεσις, ἥτις δικαιολογεῖ ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Εἶναι ἐπεῖγον καὶ παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν εἰδικὴν Ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ταχθῇ ὀλιγοήμερος προθεσμία, ὥστε νὰ προφθάσωμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καταρτίζεται ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη ὑπὸ τῶν κ.κ. Δ. Ζαμάνου, Ι. Βαλαλᾶ, Γ. Μαρῆ, Ι. Ξηροῦ, Ν. Ζαρλῆ, Π. Ἀγγελίδου καὶ Κ. Ἀλαβάνου, εἰς τὴν ὁποίαν τάσσεται πενθήμερος προθεσμία, ὅπως προσκομίσῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§32Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Χθὲς ἐζητήθη ὑπό τινος τῶν κ.κ. βουλευτῶν κατάθεσις πινάκων σχετικῶς μὲ τὸ νομοσχέδιον «περὶ τῶν δαπανῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». Τοὺς πίνακας τούτους καταθέτω εἰς τὴν Βουλήν, ἐκ τούτων δὲ ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ μὲν Ἐπιτροπὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης Θεσσαλονίκης διεχειρίσθη ἐν ὅλῳ ποσὰ 1,073,000 δραχμάς, ἐκ τῶν ὁποίων 500,000 δραχμῶν περίπου διὰ στρατιωτικὰς δαπάνας, δηλαδὴ διὰ τῶν χρημάτων τούτων διετηρήθη ὁ στρατὸς τῆς Ἀμύνης μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, αἱ δὲ Ἐπιτροπαὶ τῆς Δυτικῆς Μακεδονίας, Κοζάνης κλπ. εἶχον ποσὸν 60,000 δραχμῶν. Ὥστε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προώρισται νὰ κανονίσῃ δαπάνας ποσοῦ 400,000 περίπου δραχμῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἤδη καὶ ἓν μέρος ἔχει κανονισθῇ. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ ὅτι διὰ μίαν ἐπανάστασιν εἶναι ἐλάχιστον ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει κανονισθῇ καὶ ἀνέρχεται εἰς 400,000 δρ., δὲν θεωρῶ δὲ ἄσκοπον νὰ ἐξάρω ὅτι ἡ ἐπανάστασις ὡς πρῶτον της μέλημα ἔθεσεν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγκαθίστατο εἰς οἱονδήποτε μέρος, νὰ ἐξακολουθῇ τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους μὲ τάξιν καὶ ἐπιτήρησιν, οἵα δὲν ὑπῆρχεν οὔτε εἰς αὐτὸ τὸ Κράτος τῶν Ἀθηνῶν. Ὅλαι αἱ δαπάναι ἐγένοντο δι’ ἐνταλμάτων τακτικῶν, τὸ δὲ μόνον ποσόν, τὸ ὁποῖον μένει ἀτακτοποίητον σήμερον, εἶναι αὐτὸ τῶν 400,000 δραχμῶν περίπου, τὸ ὁποῖον ἐγένετο πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως. Εὐκταῖον θὰ ἦτο ἡ τάξις, ἡ ὁποία ἐκράτησεν ὑπὸ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑπῆρχε καθ’ ὅλον τὸ παλαιὸν Κράτος, διότι ἐνῷ ἡμεῖς ἐκεῖ εἴδομεν ὅτι ἐπὶ ὅλων τῶν λογαριασμῶν ἔχομεν δικαιολογητικὰ καὶ ἐντάλματα, βλέπομεν ἐδῶ τὴν κατάστασιν, καθ’ ἣν διεχειρίσθησαν 80 ὅλα ἑκατομμύρια δραχμῶν διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἄνευ τινὸς δικαιολογητικοῦ, δι’ ἁπλῶν ἐγγράφων. Ἐκ τούτου νομίζω ἀποδεικνύεται ὅτι ἐκεῖ ὅπου ὑπῆρχεν ἐπανάστασις, ἦτο τὸ τακτικὸν Κράτος, ἐνῷ ἐκεῖ ὅπου ἦτο τὸ τακτικὸν Κράτος ἦτο ἡ ἐπανάστασις.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
— Ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς «περὶ ἀδείας καταδιώξεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βασιλείου Ρούφου» καὶ — Ψηφοφορία ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς «περὶ ἀδείας καταδιώξεως τῶν βουλευτῶν Λακωνίας Ν. Τσιριγώτη, Π. Βαρβιτσιώτη, Π. Κοσονάκου καὶ Π. Πετροπουλάκη». Ἡ εἰδικὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ προτείνει ὅπως διὰ τοὺς ἀνωτέρω κ.κ. βουλευτὰς χορηγηθῇ ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς καταδίωξιν. Ἐπίσης ἔχομεν καὶ τρίτον ἀντικείμενον. — Ψηφοφορία ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς «περὶ ἀδείας καταδιώξεως τοῦ βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης κ. Δ. Λόντου». Διὰ τὸν βουλευτὴν κ. Λόντον ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης προτείνει ὅπως μὴ χορηγηθῇ ἡ ἄδεια πρὸς καταδίωξιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ γίνῃ μία ψηφοφορία δι’ ὅλους. Αἱ κάλπαι εἶναι ὀνομαστικαί. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ψηφίζουσιν εἰς τὸ «Ναί», οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὰς ψηφίζουσιν εἰς τὸ «Ὄχι».
§34Γ. ΓΚΑΛΚΟΣ. Τὸ ὀρθότερον εἶναι αἱ ψηφοφορίαι νὰ ἐγίνοντο ἐπὶ τῶν αἰτήσεων πρὸς καταδίωξιν ὄχι ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης.
§35Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρέμβω, ἵνα ὑποστηρίξω τὸ ὀρθὸν τῆς γνώμης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἁπλῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι, εὑρισκόμενοι πρὸ τῆς κάλπης, νὰ μὴ γνωρίζωσι τί θὰ ψηφίσωσιν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξήγησεν ὅτι οἱ συμφωνοῦντες μὲ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ψηφίζουσι «ναί», οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι ταύτην ψηφίζουσιν «ὄχι». Ἕκαστος τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἔχει ἐνώπιόν του τὰς προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἶναι ἐλεύθερος νὰ ψηφίσῃ κατὰ τὴν ἰδίαν του γνώμην. Δὲν εἶναι ἀνάγκη σφαιριδιοδότου, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξηγῇ τὰ ζητήματα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Πετρακάκος ἔχει τὸν λόγον.
§37Δ. ΠΕΤΡΑΚΑΚΟΣ. Ἐν σχέσει, κύριοι βουλευταί, πρὸς τὴν αἰτουμένην καταδίωξιν κατὰ τῶν τεσσάρων Λακώνων συναδέλφων μου, ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, εἰσηγουμένη τὴν ὑπὸ τοῦ Σώματος παροχὴν τῆς αἰτουμένης ἀδείας, δικαιολογεῖ τοῦτο διὰ τοῦ σκεπτικοῦ: «Ἐπειδὴ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς δικογραφίας καὶ τῆς διαταχθείσης ἀνακρίσεως προκύπτει ἡ εἰλικρίνεια τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς, ζητούσης ἄδειαν καταδιώξεως κατὰ τῶν κ.κ. βουλευτῶν, διότι ὄντως ἔλαβον χώραν ἐν Σπάρτῃ στασιαστικὰ κατὰ τοῦ καθεστῶτος κινήματα, εἰς τὰ ὁποῖα συμμετέσχον καὶ οἱ βουλευταί, καθ’ ὧν ἡ κατηγορία, τὸν δὲ βαθμὸν τῆς συμμετοχῆς των εἶναι ἀναρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ». Ἐνῷ ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ ἀρνεῖται εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, αὐτὴ αὕτη, ἐκ μελῶν τῆς Βουλῆς βέβαια ἀποτελουμένη, ἠρεύνησε τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἀφοῦ ἀποφαίνεται ὅτι ὄντως ἔλαβον χώραν ἐν Σπάρτῃ στασιαστικὰ κατὰ τοῦ καθεστῶτος κινήματα, εἰς τὰ ὁποῖα συμμετέσχον οἱ καθ’ ὧν ἡ κατηγορία κ.κ. συνάδελφοι. Δὲν σκοπῶ διὰ τούτων νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὰς ἀντιφάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἄλλως ἡ κεντρικὴ γνώμη ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκει ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τοῦ συνταγματικοῦ Δικαίου τοὺς ὑποστηρικτάς. Βλ. λ.χ. τὸ Ἑλλην. συνταγματικὸν Δίκαιον Ν. Ν. Σαριπόλου (τόμ. 1, σελ. 494 τῆς 3ης ἐκδόσεως), διδάσκοντες ὅτι: «Ἡ Βουλή, αἰτουμένης ἀδείας πρὸς καταδίωξιν βουλευτοῦ, δὲν ἐξετάζει κατ’ οὐσίαν τὸ ζήτημα ἂν ὁ βουλευτὴς εἶναι ἔνοχος, οὐδ’ ἂν ἡ πρᾶξις αὐτοῦ τιμωρεῖται ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, ἣν ἀναφέρει ἡ αἴτησις ἀδείας πρὸς καταδίωξιν, ἢ ἂν παρεγράφη, ἢ ἂν δικαστήριόν τι εἶναι ἁρμόδιον κτλ., καθόσον ταῦτα πάντα ἀνάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων καὶ οὐχὶ τῆς Βουλῆς· αὕτη ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν αἰτουμένην ἄδειαν καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἔτι εἶναι πεπεισμένη ὅτι ἔνοχος τῆς ἀποδιδομένης εἰς αὐτὸν πράξεως δὲν εἶναι ὁ βουλευτής. Ἡ Βουλή ἐξετάζει μόνον ἂν ἡ μέλλουσα καταδίωξις ἐπιδιώκει πολιτικοὺς σκοπούς, δικαιουμένη νὰ ἀρνηθῇ τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν καὶ ἀσφαλίζουσα οὕτω τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν μελῶν αὐτῆς». Ἀλλ’ ἂν ὁ συνταγματολόγος οὗτος ἀποκρούῃ πᾶσαν ἐπὶ τῆς οὐσίας ἔρευναν, παραδέχεται ἐν τοσούτῳ δικαίωμα ἡμῶν, ὅπως ἐξετάσωμεν μήπως πολιτικοὶ ἐπιδιώκονται σκοποί. Ἐντονώτερον ὁ πατὴρ Σαρίπολος ἐν τῇ πραγματείᾳ τοῦ συνταγματικοῦ Δικαίου (τόμ. 2 § 520 τοῦ 1874) παρατηρεῖ: «Ἀλλ’ ἡ Βουλή, χορηγοῦσα τὴν πρὸς καταδίωξιν βουλευτοῦ ἄδειαν, οὐδὲ τὸ παράπαν περὶ τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ προδικάζει, ἐξετάζει δὲ ἁπλῶς μή τις κυβερνητικὴ ἢ ἰδιωτικὴ κακοβουλία λανθάνῃ, ἐπίκρυπτον μὲν λόγον προτείνουσά τι ἀδίκημα, πράγματι δὲ μόνον σκοπὸν ἔχουσα ὅπως ἀποσπάσῃ τὸν βουλευτὴν καὶ κωλύσῃ αὐτὸν τοῦ ἐκπληρῶσαι τὰ σοβαρὰ ἐν τῇ Βουλῇ αὐτοῦ καθήκοντα». Ἀφηγεῖται δὲ τὴν ὑπόθεσιν τῆς καταδιώξεως τοῦ πληρεξουσίου Μαστραπᾶ, διὰ τὴν ὁποίαν οὗτος, ὡς εἰσηγητὴς ἐν τῇ Βʹ Ἐθνοσυνελεύσει, ἔκαμε τὴν διάκρισιν ὅτι τὸ Σῶμα ἔχει τὸ δικαίωμα ὅπως ἐρευνήσῃ ἐὰν ἡ ἐφ’ ᾗ ζητεῖται ἡ πρὸς καταδίωξιν ἄδεια πρᾶξις περιέχῃ τὰ στοιχεῖα ἀξιοποίνου πράξεως, ὡς τοιαύτης ὑπὸ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου κεχαρακτηριζομένης· ἄλλως δ’ ἐὰν ὁ νόμος οὐκ ἔδωκεν αὐτῇ τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀξιοποίνου ἀρνήσεται τὸ Σῶμα τὴν ἄδειαν. Ἀληθῶς, κύριοι βουλευταί, τὸ ἀπαραβίαστον ἡμῶν θὰ ἦτο ἀτελές, αὐτόχρημα δῶρον ἄδωρον, ἂν ὁ βουλευτὴς ἐγκατελείπετο ἔκθετος ἐκτὸς τοῦ βουλευτικοῦ περιβόλου εἰς τοῦ πρώτου ἰδιώτου ἢ καὶ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως τὴν κακοβουλίαν· ἐντεῦθεν ἡ διὰ τοῦ 63 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος πρόνοια περὶ τῶν βουλευτικῶν προνομιῶν. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἀναπτύσσων ποίους μακραίωνας ἀγῶνας ἐχρειάσθη ὁ ἀγγλικὸς καὶ ὁ λοιπὸς κοινοβουλευτισμὸς μέχρις οὗ θωρακίσῃ τὴν Ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἀσυλίας· οὐδεὶς δ’ ὁ ἀγνοῶν τὸ τερατῶδες ἐκεῖνο τόλμημα Καρόλου τοῦ Αʹ κατὰ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων συνεδριαζούσης. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ εἶναι Σῶμα πολιτικόν, ὀφείλει ὡς τοιοῦτον νὰ ἐξετάσῃ καὶ τοὺς λόγους τῆς αἰτουμένης ἀδείας πρὸς καταδίωξιν. Ἀπὸ ταύτης δ’ ἀκριβῶς τῆς ἀπόψεως ἔδει καὶ οἱ συνταγματολόγοι νὰ ἐδικαιολόγουν ὅ,τι ἄλλως συνομολογοῦσιν, ὅτι δηλ. ἡ Βουλὴ δικαιοῦται νὰ ἐμβαθύνῃ εἰς τὴν ἀναζήτησιν τῶν πολιτικῶν ὑποκινήσεων, ὅταν πρόκεινται τοιαῦται, ὡς ἐπὶ παραδείγματι ἐπὶ τῆς συζητουμένης ἀδείας πρὸς καταδίωξιν. Ὀφείλω μετὰ λύπης νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδαμοῦ ἠδυνήθην νὰ διακρίνω τὴν εἰλικρίνειαν ἐν τῇ κατὰ τῶν συναδέλφων διώξει. Ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ Λακωνικοῦ λαοῦ καὶ κατ’ ἐμὲ οἱ βουλευταὶ Λακωνίας δὲν εἶναι ἔνοχοι· τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀμφισβητῶ πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν καὶ αὐτὸν τὸν χαρακτηρισμὸν τῶν ἐν Σπάρτῃ ἀνησυχιῶν ὡς στασιαστικῶν κινημάτων. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἔπιπτεν εἷς Βασιλεύς, Ἐκεῖνος ἀκριβῶς ὅστις ἔφερεν ὡς διάσημον Αὑτοῦ τὸν τίτλον τοῦ Δουκὸς τῆς Σπάρτης καὶ ὑπὸ τὴν πνοὴν τοῦ ὁποίου οἱ Λάκωνες τοῦ ὀγδόου συντάγματος κατώρθωσαν ὥστε νὰ ἀναζήσῃ ἡ ῥώμη καὶ ὁ ἡρωϊσμὸς τῶν κλασικῶν προγόνων, εἴχετε τὴν ἀξίωσιν ἡ Σπάρτη νὰ μὴ ταραχθῇ, νὰ μὴ ἐκδηλώσῃ ζωηρότερόν πως τὸ ἄλγος τῆς ψυχῆς της, νὰ μὴ περιστείλῃ τοὺς ἀσεβήσαντας κατὰ τὰς ὀδυνηρὰς καὶ ἀγωνιώδεις ἐκείνας ἡμέρας πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα τῆς βασιλίδος τῶν πόλεων; Ἐὰν ἡ Σπάρτη ἔμενεν ἀσυγκίνητος, οἱ τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἀπηρνεῖτο ἑαυτὴν καὶ τὴν ἱστορίαν της! Δὲν θὰ ἦτο ἡ Σπάρτη τοῦ Εὐρώτα καὶ τοῦ Ταϋγέτου, τὴν ὁποίαν ἔμαθε νὰ θαυμάζῃ ἡ ἱστορία συμπάσης τῆς ἀνθρωπότητος... Λέγων ταῦτα, δὲν ἐννοῶ ποσῶς νὰ ἐπηρεάσω τὸ ἔργον τῆς ἀνακρίσεως, ἥτις ἄλλως ἀρκοῦσαν ἔχει κατ’ αὐτὰς τροφὴν καὶ ἐνασχόλησιν, ἀφοῦ ἡμίσεια σχεδὸν χιλιὰς Σπαρτιατῶν, καὶ δὴ τῆς μᾶλλον ἐπιλέκτου τάξεως, ἐσύρθη εἰς τὸ δεσμωτήριον. Ἂς ἐξακολουθήσῃ ἡ ἀνάκρισις κατὰ τῶν ἄλλων ἰδιωτῶν τὸ ἔργον της. Οἱ συνάδελφοι δὲν ἐσκέφθησάν ποτε νὰ φυγοδικήσουν, ἂν τὸ βούλευμα ὑπάρξῃ καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς παραπεμπτικόν. Πρὸς τί ὅμως ἡ τόση σπουδή; Πρέπει νὰ νοηθῇ καλῶς ὅτι πρόκειται περὶ συναδέλφων, τῶν ὁποίων αἱ ἱστορικαὶ οἰκογένειαι εἶναι ζυμωμέναι μὲ τοὺς ἀγῶνας ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Χώρας ταύτης· πρόκειται περὶ ὀνομάτων, τὰ ὁποῖα θὰ εὕρητε ἐν τιμητικωτάτῃ καὶ ἀδιαλείπτῳ σειρᾷ μεταξὺ τῆς Ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ, ἀφ’ ἧς ἔχομεν κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα· πρόκειται περὶ ὀνομάτων κατ’ ἐξοχὴν δημοφιλῶν, αὐτόχρημα λατρευτῶν ἐν Λακωνίᾳ, ὡς τὸ τοῦ Κοσονάκου. Ἵνα δὲ μὴ παρεξηγηθῶ ὑπὸ τῶν τυχὸν ἀγνοούντων τὰ Λακωνικὰ πράγματα, προσθέτω καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι πρόκειται περὶ συναδέλφων, πρὸς οὓς εὑρέθην ἀντιμέτωπος καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαΐου καὶ κατ’ ἐκείνας τῆς 6 Δεκεμβρίου 1915. Θὰ εὑρισκόμην δὲ ἐν τυπικῇ ἀντιθέσει καὶ κατὰ τὰς προαγγελθείσας πλὴν ματαιωθείσας ἐκλογὰς τοῦ θέρους τοῦ 1916. Ἀλλ’ ἀλλοίμονον εἰς τὸν Τόπον αὐτόν, ἐὰν οἱ πολιτευόμενοι ρυθμίζωσι τὴν πολιτείαν αὐτῶν οὐχὶ συμφώνως πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τὴν ἰδίαν αὐτῶν συνείδησιν, ἀλλὰ συμφώνως πρὸς τὰ τοπικὰ αὐτῶν συμφέροντα καὶ τὰ ταπεινὰ τῆς μικροπολιτικῆς πάθη. Φρονῶ ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ Βουλή, κρίνουσα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς σκοπιμότητος, ὀφείλει νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἄδειαν πρὸς καταδίωξιν τῶν βουλευτῶν. Ἂν ὅμως παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα ἡ Βουλὴ εἶναι διατεθειμένη νὰ παράσχῃ τὴν ἄδειαν ταύτην, τότε εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω ὅπως πρὸ πάσης ἀποφάσεως τοῦ Σώματος κατατεθῇ εἰς τὸ Προεδρεῖον ἡ δικογραφία, ἵνα ὁμιλήσωμεν ἐπὶ ταύτης οὐσιαστικώτερον, ἵνα ἀποδείξωμεν ὅτι συντρέχουσιν ὅλαι αἱ μνημονευθεῖσαι καὶ ὑπὸ τῶν συνταγματολόγων προϋποθέσεις πρὸς ἄρνησιν τῆς αἰτουμένης ἀδείας. Παρακαλῶν λοιπὸν τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποφασίσῃ μεταξὺ ἀρνήσεως ἢ βραχείας ἀναβολῆς, εὐελπιστῶ ὅτι παρέχω τὴν εὐκαιρίαν ἵνα διατρανώσητε ἅπαξ ἔτι τὴν ὑφισταμένην ἀλληλεγγύην τοῦ Σώματος.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Νάκος ἔχει τὸν λόγον.
§39Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἠρνήθη ἄλλοτε πρὸ ἑνὸς μηνός, πρὸ τῶν διακοπῶν, νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ τῆς ἀδείας πρὶν ἴδῃ τὴν δικογραφίαν, διότι στοιχειῶδες καθῆκον εἶχε νὰ πεισθῇ περὶ τῆς εἰλικρινείας τῆς καταδιωκτικῆς Ἀρχῆς. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς δικογραφίας προέκυψε κατὰ τὴν κρίσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἐν Σπάρτῃ ἔλαβον χώραν ἀπόπειραι στασιαστικῶν κινημάτων, ὅτι οἱ κ.κ. βουλευταί, κατὰ τὴν μαρτυρίαν πλείστων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐξητάσθησαν, ἔλαβον μέρος εἰς αὐτά. Οὔτε ἡ Ἐπιτροπή, οὔτε ἡμεῖς εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ ἐξετάσωμεν εἰς ποῖον βαθμὸν ἔλαβον μέρος. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὁ κ. βουλευτής, ὅτι ἡ Βουλὴ σπεύδει νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν, διότι ὅ,τι ὁ Νόμος καὶ τὸ Σύνταγμα ἐπιβάλλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, ἔχει ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐντὸς τῆς δικογραφίας νὰ τὸ πράξῃ καὶ δὲν ἔχει οὐδένα λόγον νὰ ἀρνηθῇ ἢ νὰ ἀναβάλῃ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§41Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ περὶ τῆς οὐσίας· δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία περὶ τούτου. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἔπραξε τὸ καθῆκον της, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν εἶναι μόνον ἀντικείμενον τῆς ἐρεύνης τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς δικογραφίας προκύπτῃ ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἡ καταδιωκτικὴ Ἀρχὴ ἔχει σκοπὸν νὰ μεροληπτήσῃ, μόνον διὰ νὰ στερήσῃ τὴν Βουλὴν τῆς παρουσίας βουλευτῶν, ἢ ἐὰν ἐστηρίχθη ἐπὶ τῆς εἰλικρινείας. Κατὰ τοῦτο λοιπὸν ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὀρθῶς τοῦτο καὶ μόνον τὸ ζήτημα ἐξήτασεν, οὔτε δὲ ἠδύνατο ἕτερον ζήτημα νὰ ἐξετάσῃ. Ἀλλ’ ἓν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι τοῦτο, ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ οὗτοι κατηγοροῦνται οὐχὶ διὰ πράξεις, αἵτινες ἐξετελέσθησαν ἐν Λακεδαίμονι, ἅμα τῇ ἐγκαταστάσει τοῦ νέου Βασιλικοῦ καὶ κυβερνητικοῦ καθεστῶτος. Αἱ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας κατηγοροῦνται, διὰ τὰς ὁποίας θεωροῦνται συμμέτοχοι, εἶναι ταραχώδεις συζητήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν τὴν ἑσπέραν τῆς 31ης Μαΐου καὶ τὴν 1ην Ἰουνίου. Κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εὑρέθη πρὸ μιᾶς πολιτικῆς μεταβολῆς ἀπροσδοκήτου, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐξεδήλου τὰ αἰσθήματα τῆς λύπης του, τῆς ὀργῆς του, τῆς συγκινήσεώς του κατὰ τρόπον διάφορον. Ὅσοι εὑρισκόμεθα ἐν Ἀθήναις, εἴδομεν τί συνέβη ἐνταῦθα. Ἐγὼ αὐτός, ὅστις οὐδένα λόγον εἶχον νὰ εἶμαι δυσμενὴς πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν, ὑπέστην ἐπίθεσιν, ἐκ τῆς ὁποίας διεσώθην, διότι εὑρέθησαν εὐτυχῶς ναῦται τινὲς καὶ μὲ ἐκύκλωσαν. Ἐγένετο ἐπίθεσις κατ’ ἐμοῦ, ὅστις βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεωρηθῶ ὅτι εἶμαι φίλος πρὸς τὴν μερίδα ἐκείνην. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὰ γεγονότα ἐν Σπάρτῃ ἔλαβον χώραν, ἔχω τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ταῦτα δὲν ἦσαν ἐσκεμμένα. Νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐκδηλώσῃ μίαν ἐπιείκειαν ἐπὶ τοῦ πράγματος τούτου, ἀναβάλλουσα ἀκόμη τὴν ἀπόφασίν της, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ καταλήξωμεν νὰ μὴ μείνῃ οὐδεὶς πολιτευόμενος ἐλεύθερος.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Φικιώρης ἔχει τὸν λόγον.
§43Γ. ΦΙΚΙΩΡΗΣ. Νομίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ Βουλή, προκειμένου νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν, δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν πράγματι οἱ καταδιωκόμενοι εἶναι ἔνοχοι τῶν πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἄδεια. Πρέπει νὰ ἐξετάσῃ μόνον ἂν ὑπάρχουσι στοιχεῖα δικαιολογοῦντα τὴν καταδίωξιν αὐτῶν. Καὶ ἐὰν τοιαῦτα ὑπάρχουσιν, ὀφείλει χάριν αὐτῆς τῆς δικαιοσύνης νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν εἰς τὴν καταδιωκτικὴν Ἀρχήν, ἵνα καταδιώξῃ τοὺς κατηγορουμένους. Ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει ὑπάρχουσιν ὄχι στοιχεῖα ἐνδεικνύοντα ἐνοχήν, ἀλλ’ ἀποδείξεις διὰ τὸν θέλοντα νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν, ἡ ὁποία κατετέθη εἰς τὴν Βουλήν. Οἱ κατηγορούμενοι βουλευταί, διὰ τὴν καταδίωξιν τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρέστησαν εἰς μίαν τυχαίαν ἔκρηξιν ὀργῆς τοῦ λαοῦ, εἰς μίαν διατάραξιν προελθοῦσαν ἐξ ἀγανακτήσεως διὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἦσαν αὐτοὶ οἱ δημιουργοὶ τῶν ταραχῶν αὐτῶν. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα Πρόεδροι Κοινοτήτων καὶ Πρόεδροι Συνδέσμων ἐπιστράτων ἀπηύθυνον πρὸς αὐτοὺς καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ὅτι προεκλήθησαν διὰ νὰ ἀπευθύνουν τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα. Διὰ τῶν τηλεγραφημάτων τούτων οἱ Πρόεδροι Κοινοτήτων ἔλεγον, ὅτι ἅπας ὁ λαὸς τοῦ Δήμου, τῆς Κοινότητος εἶναι πρόθυμος καὶ τάσσεται παρὰ τὸ πλευρόν των πρὸς ἐπαναφορὰν τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ χύσῃ καὶ τὴν τελευταίαν ρανίδα τοῦ αἵματός του κατὰ τοῦ καθεστῶτος, τοῦ ἐπιβληθέντος ὑπὸ τοῦ «προδότου». Εἶναι τηλεγραφήματα ἐπίσημα, ἀπευθυνόμενα παρὰ Προέδρων Κοινοτήτων πρὸς τοὺς βουλευτὰς Τσιριγώτην, Βαρβιτσιώτην, Κεσσανάκον, Πετροπουλάκην καὶ ὅλους τοὺς βουλευτάς. Λοιπόν, μετὰ τοιαύτας ἐνδείξεις, ἵνα μὴ εἴπω ἀποδείξεις, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν πρὸς καταδίωξιν τῶν ἐν λόγῳ βουλευτῶν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, κύριοι βουλευταί. Ἐκ τῆς ἀποδεικτικῆς διαδικασίας τῆς μέχρι τοῦδε ἀποδεικνύεται ὅτι αὐτὴν τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνηγγέλθη ἡ εἴδησις τῆς παραιτήσεως τοῦ Βασιλέως, μετέβησαν ἐν σώματι ὡς λαϊκαὶ Ἐπιτροπαὶ εἰς τὸ Τηλεγραφεῖον, ἀπέβαλον τὸν Διευθυντὴν τοῦ Τηλεγραφείου, ἐβιαιοπράγησαν κατὰ τῶν ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν νὰ κλεισθῶσιν εἰς διαφόρους οἰκίας, ἔλαβον εἰς χεῖρας των τὸ τηλέφωνον, τὴν τηλεγραφικὴν γραμμήν, τὸ χειριστήριον καὶ συνεννοοῦντο μὲ τοὺς διαφόρους Προέδρους τῶν ἐπιστράτων εἰς τὰ διάφορα χωρία. Καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο μόνον, ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐξαποστέλλεται Ἐπιτροπή, μέλος τῆς ὁποίας ἦτο καὶ ὁ κ. Πετρακάκος, εἰς τὴν Τρίπολιν, ἐγένετο συνεννόησις πληρεστάτη μετὰ τῶν ἐν Τριπόλει πρὸς ἐξέγερσιν τοῦ στρατοῦ ἐκεῖ καὶ τῶν πολιτῶν καὶ ἐπῆλθε πράγματι ἐκ τῆς συνεννοήσεως αὐτῆς ἀπόπειρα τοιαύτης ἐξεγέρσεως. Εὐτυχῶς προέλαβον τινὲς ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοί, διότι ἄλλως θὰ διήρπαζον τὰς ἀποθήκας, ὅπως ἐπεχείρησαν, ἥρπασαν δὲ καὶ μερικὰ ὅπλα ἐκ τῶν ἀποθηκῶν ἐν μιᾷ νυκτὶ 110–150 στρατιῶται, τοὺς ὁποίους κατώρθωσαν νὰ ἐξαγείρωσιν εἰς στάσιν, ὥπλισαν πολίτας, ἀλλὰ καταδιωχθέντες καθ’ ὁδὸν διελύθησαν, καί τινες ἐξ αὐτῶν συνελήφθησαν, ματαιωθείσης οὕτω τῆς στάσεως. Ὅτε δὲ ἐν Σπάρτῃ ἀνηγγέλθη ἡ ματαίωσις τῆς στάσεως, τότε περίλυποι οἱ κ.κ. βουλευταὶ ἀνήγγειλαν εἰς τοὺς διαφόρους προέδρους τῶν ἐπιστράτων τηλεγραφικῶς καὶ εἰς τοὺς προέδρους τῶν Κοινοτήτων νὰ μείνουν εἰς τὰς θέσεις των, διότι ἀπέτυχε τὸ κίνημα. Μετὰ τοιαύτας, ἂν οὐχὶ ἐνδείξεις, ἀλλὰ ἀποδείξεις, ἐπιτρέπεται εἰς βουλευτὰς νὰ ἔρχωνται σήμερον νὰ ζητῶσιν ἀναβολὴν τῆς καταδιώξεως; Νομίζω ὅτι ἔπρεπεν αὐτοὶ οἱ κύριοι βουλευταὶ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ταχυτέραν καταδίωξιν αὐτῶν τῶν βουλευτῶν, ἵνα ἀποδείξωσι πράγματι οἱ κατηγορούμενοι ἂν εἶναι ἀθῷοι ἢ ὄχι. Πᾶσα ἀναβολή, κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἐπιβαρύνει οὐχὶ μόνον αὐτούς, τῶν ὁποίων τινὲς μὴ ὄντες βουλευταὶ κατὰ τὴν περίοδον ταύτην, ἀλλὰ βουλευταὶ τῆς Βουλῆς τῆς 6ης Φεβρουαρίου, ἐπιβαρύνει τὴν θέσιν αὐτῶν ἐὰν εἶναι εἴτε ὑπὸ καταδίωξιν φυγοδικοῦντες, εἴτε ἐν προφυλακίσει, ἀλλ’ ἐπιβαρύνει καὶ τόσους ἄλλους πολίτας τοὺς ὁποίους παρέσυρον αὐτοὶ εἰς τοιαῦτα στασιαστικὰ κινήματα. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Βουλήν, ὅπως χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν ταύτην, ἵνα ἡ ὑπόθεσις διεκπεραιωθῇ τὸ ταχύτερον. Καὶ ἐὰν μέν, κύριοι βουλευταί, ἀποδειχθῶσιν ἀθῷοι, ἐγὼ πρῶτος θὰ χαρῶ, ἐὰν ὅμως εἶναι ἔνοχοι, τότε πρέπει νὰ πέσῃ ἀμείλικτος ὁ πέλεκυς τῆς Δικαιοσύνης. Διότι αἰσθάνομαι πολὺ κακὸν διὰ τὴν Πατρίδα μου νὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν παρ’ ὅλης τῆς Ἑλλάδος τοῦ νέου καθεστῶτος καὶ νὰ ἐξακολουθοῦν ἐκεῖνοι νὰ πιστεύουν ὅτι δύνανται νὰ κάμουν αὐτονομίαν. Τοῦτο πιστεύω ὅτι εἶναι ἀρκετόν, κύριοι βουλευταί, νὰ πείσῃ τοὺς ὑπερασπιστάς, τοὺς ὑποστηρίζοντας τὴν ἀναβολὴν κυρίους συναδέλφους, νὰ παραιτηθῶσι πάσης τοιαύτης ἀντιρρήσεως καὶ ἡ Βουλὴ νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς καταδιώξεως.
§44Λ. ΝΑΚΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, μίαν διόρθωσιν ἤθελον νὰ κάμω εἰς μίαν ἀνακρίβειαν, τὴν ὁποίαν ὁ βουλευτὴς κ. Πετρακάκος εἶπεν, ὅτι ἡ δικογραφία δὲν εἶναι κατατεθειμένη. Ἐπιθυμῶ νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ δικογραφία εἶναι κατατεθειμένη πρὸ εἴκοσι ἡμερῶν. Δὲν θέλω δὲ νὰ ἀφήσω εἰς κανένα κακόπιστον νὰ πιστεύῃ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἐπὶ στιγμὴν ἤθελεν ἀμελήσει τὰ καθήκοντά της καὶ νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. βουλευτήν, ὅτι τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, εἴμεθα ἀρκετὰ εὐλαβεῖς ἀπέναντι τοῦ καθήκοντος ἡμῶν πρὸς τὴν Βουλήν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Γοῦσκος καὶ Κ. Σοκόλης. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπῆς ψηφίζουσιν εἰς τὸ «Ναί»· οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ «Ὄχι». Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ψηφολεκτῶν κ.κ. Θ. Γούσκου καὶ Κ. Σοκόλη). Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 149: Βασ. Ροῦφος, εἰς τὸ «ὄχι» 16, εἰς τὸ «ναὶ» 136. Π. Πετροπουλάκης, εἰς τὸ «ὄχι» 18, εἰς τὸ «ναὶ» 131. Π. Βαρβιτσιώτης, εἰς τὸ «ὄχι» 22, εἰς τὸ «ναὶ» 137. Π. Κοσσονάκος, εἰς τὸ «ὄχι» 21, εἰς τὸ «ναὶ» 128. Ν. Τσιριγώτης, εἰς τὸ «ὄχι» 23, εἰς τὸ «ναὶ» 126. Δ. Λόντος εἰς τὸ «ὄχι» 38, εἰς τὸ «ναὶ» 111. Ἑπομένως αἱ προτάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένοντο ἀποδεκταί, δοθεισῶν τῶν ἀδειῶν πρὸς καταδίωξιν τῶν βουλευτῶν Β. Ρούφου, Ν. Τσιριγώτη, Π. Βαρβιτσιώτη, Π. Κοσονάκου καὶ Π. Πετροπουλάκη. Ὡς πρὸς τὸν κ. Δ. Λόντον, ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς ἀπερρίφθη, τῆς Βουλῆς χορηγησάσης τὴν πρὸς δίωξιν αὐτοῦ ἄδειαν. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κατατάξεως διόπων τηλεγραφητῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ παρόντος πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως ἀσυρμάτου τηλεγράφου ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν ἐμπορικῶν ἀτμοπλοίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ νόμου 535 τῆς 27 Δεκεμβρίου 1914 «περὶ ναυτικῆς στρατολογίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔτη τὴν 6ην μ.μ. αὔριον. (Ὥρα 8 μ.μ.).