1917.08.20
1,628 rows · 12,418 words · 168 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27Η
ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 8.30′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Σπάρτῃ Πλημμελειοδικῶν, δι’ ἧς ζητεῖται ἡ ἄδεια τῆς Βουλῆς πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Λακωνίας κ. Ν. Τσιριγώτη. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴν). — Οἱ ἤδη καλούμενοι ὅπως ὑπηρετήσωσιν ἰατροὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν ὅπως ἅμα τῇ κατατάξει των ὀνομασθῶσιν ἔφεδροι ἀνθυπίατροι.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ
Πιστεύω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§5Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν τοῦ ἐκ Κρήτης κ. Κολυβάκη, ὁ ὁποῖος ζητεῖ νὰ προαχθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος, δύναται νὰ προταχθῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν προτάσεων περὶ παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τῶν πρώην Ὑπουργῶν.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
— Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 8 Σεπτεμβρίου 1917 Ν. Διατάγματος «περὶ τροποποιήσεως τοῦ αʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 276 νόμου «περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 680 τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1915 καὶ ἀναθεωρήσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τεθέντων εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῶν νομοπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Δασολογικῆς Σχολῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 350 περὶ ἐγκαταστάσεως ἐποίκων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 807 Διατάγματος τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ ὀργανώσεως τῆς ἐξωτερικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἀνωτάτης Διευθύνσεως τῶν Δημοσίων Κτημάτων καὶ τοῦ Ἐσωτερικοῦ Ἀποικισμοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ φυλακῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου Θεσσαλονίκης καὶ περὶ διαρρυθμίσεως διατάξεων τινῶν τῶν νόμων «περὶ Κεντρικοῦ Ταμείου καὶ ἐπαρχιακῶν Ταμείων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης χρόνου ὑπηρεσίας εἰς τὸν Στρατὸν Ἀμύνης καὶ κυρώσεως προβιβασμοῦ».
§9Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Αὐτό, παρακαλῶ, νὰ ἀναβληθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Ὑπηρεσίας Λογοκρισίας Τύπου». Ὁ κ. Πὼπ ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§11Γ. ΠΩΠ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει μικράς τινας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, κύριε Πρωθυπουργέ, διαρρυθμίζεται ἁπλῶς ἡ λογοκρισία, ἐν τούτοις παραμένει ἓν θέμα ἐξαιρέτως ἐνδιαφέρον τὸν Τύπον, ἡ τύχη τῶν δημοσιευμάτων μετὰ τὴν λογοκρισίαν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἀρχίσῃ ἡ λογοκρισία, τοῦτο θὰ τὸ κανονίσητε δι’ ἑνὸς Κανονισμοῦ ἢ Διατάγματος, ἔρχομαι ὅμως νὰ ἐρωτήσω τοῦτο: Ἔντυπα, τὰ ὁποῖα κυκλοφοροῦσι μετὰ τὴν ἄρσιν τῆς λογοκρισίας, μετὰ τὴν λογοκρισίαν αὐτῶν τὴν ἀσκουμένην — καὶ βεβαίως θὰ παραμένῃ ἓν ἀντίτυπον ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ λογοκριτοῦ καὶ τοῦ συντάκτου — θὰ δύνανται τοιαῦτα δημοσιεύματα νὰ διώκωνται, κρινόμενα ἐπιλήψιμα κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἄλλου, πλὴν τοῦ λογοκριτοῦ; Τοῦτο ἔχει μεγάλην σημασίαν καὶ σᾶς ἀναφέρω ἐπεισόδιον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν ἐπὶ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε διέλθει διὰ τῆς λογοκρισίας. Εἷς δημοσιογράφος, ἀποβλέπων περισσότερον εἰς τὸ κοινὸν συμφέρον, λέγει νὰ μὴ δημοσιευθῇ τὸ τηλεγράφημα καὶ εἰδοποιεῖ καὶ τὰς ἄλλας ἐφημερίδας νὰ μὴ τὸ δημοσιεύσουν, ἐνῷ ἐὰν ἐδημοσιεύετο, ἐὰν ὁ λογοκριτὴς εἶχεν ἀντίθετον ἀντίληψιν, τί θὰ συνέβαινε; Θὰ εἰσήγετο ὁ δημοσιεύσας αὐτὸ εἰς τὸ Στρατοδικεῖον καὶ θὰ κατεδικάζετο. Θεωρῶ λοιπὸν σκόπιμον, ἀντὶ τοῦ 5ου ἄρθρου, νὰ προστεθῇ περίπου τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Δὲν ὑπόκειται εἰς... κλπ.».
§12Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Λυποῦμαι μὴ δυνάμενος νὰ δεχθῶ τὸ τελευταῖον μέρος τῆς προτάσεως ἀπολύτως.
§13Γ. ΠΩΠ. Διὰ τὸ πρῶτον;
§14Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καὶ διὰ τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἀποδέχομαι μετά τινος συμπαθείας, βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ἀπὸ τοῦδε ὅπως ἀναγραφῇ εἰς τὸν νόμον, σᾶς ὑπόσχομαι ὅμως νὰ μελετήσω τί συμβαίνει καὶ ἀλλαχοῦ.
§15Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ συμβαίνει.
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ἐξετάσω. Θὰ προσπαθήσω νὰ διοργανώσω τὴν λογοκρισίαν ἐπαρκῆ πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν. Ἄλλως θὰ προτιμήσω νὰ ἄρω τὴν λογοκρισίαν καὶ θὰ ἀφήσω τοὺς δημοσιογράφους νὰ κάμουν μόνοι των τοὺς λογαριασμούς των.
§17Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ διαβιβάζω καὶ ὅλου τοῦ Τύπου τὴν εὐχήν.
§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Σᾶς ὑπόσχομαι νὰ κάμω ὅ,τι γίνεται καὶ ἀλλαχοῦ.
§19Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ὑποχρεωτικὸν τῆς λογοκρισίας;
§20Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἠμπορῶ νὰ δεχθῶ ἴσα–ἴσα τὸ τελευταῖον μέρος.
§21Γ. ΠΩΠ. Ὄχι ὅτι ἡ λογοκρισία ἀσκεῖται ὑποχρεωτικῶς, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβαίνῃ ὁ λογοκριτής.
§22Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὄχι νὰ μεταβαίνῃ ὁ λογοκριτής· νὰ μεταβαίνουν οἱ δημοσιογράφοι.
§23Γ. ΠΩΠ. Θὰ γίνεται ἡ λογοκρισία, ὅπως γίνεται εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν...
§24Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγὼ θὰ ζητήσω τὴν συνεργασίαν ὅλων τῶν ἁρμοδίων, τῶν διευθυντῶν τῶν ἐφημερίδων, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν λογοκρισίαν κατὰ τὸν κατάλληλον τρόπον. Νὰ εἶσθε βέβαιοι περὶ αὐτοῦ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀνομασίας Ἐφέδρων Στρατιωτικῶν Ἱερέων γʹ τάξεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ τῆς ἐν Κρήτῃ Ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων». Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).
§28Ε. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία.
§29Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δέχομαι τὴν τροπολογίαν. Ἡ διάταξις λέγει ὅτι ἐγκρίνονται πᾶσαι αἱ μέχρι τῆς 20ῆς Αὐγούστου 1917 πράξεις. Ἡ τροπολογία λέγει μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. Δέχομαι. Ἡ ἄλλη τροπολογία εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἀντὶ «τοῦ ἐν Κρήτῃ ἐκτάκτου προσωπικοῦ», νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ «ἐκτάκτου».
§30Ε. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Πολὺ καλά.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–4). Ἄρθρον 5 (Ἀναγινώσκεται).
§32Ε. ΘΕΟΔΩΡΙΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχομεν καὶ μίαν ἄλλην τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ προσθήκην μᾶλλον, ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς νὰ κανονίσωσι συμβιβαστικῶς τοὺς παλαιοὺς λογαριασμοὺς μὲ τοὺς ἐργολάβους. Ἂν θέλετε, νὰ τὴν δεχθῆτε.
§33Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Θὰ εἶναι καὶ διὰ τὸ δημόσιον ὠφέλιμος.
§34Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν τὴν εἶδον αὐτὴν τὴν τροπολογίαν καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠμπορῶ νὰ τὴν δεχθῶ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεκτὸν τὸ 5ον ἄρθρον;
§36ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα. (Γίνεται δεκτὸν τὸ 5ον ἄρθρον).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (Ἀναγινώσκεται).
§38Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν θὰ ἐθεώρει σκόπιμον, νὰ ἐπεκταθῇ ἡ διάταξις τοῦ 6ου ἄρθρου καὶ εἰς τὴν Λέσβον.
§39Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑπάρχει ἡ ὀργάνωσις αὐτὴ ἐν Κρήτῃ· ἀλλὰ δυνάμεθα νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν.
§40Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§41Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ γραφῇ εἰς τὰ πρακτικά. Καὶ μία ἄλλη τροπολογία, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον 9. Ἀντὶ «εἰς τὸ τέλος ἑκάστου ἔτους», νὰ τεθῇ «εἰς τὸ τέλος ἑκάστης ἑξαμηνίας». Ἐπίσης καὶ μία ἄλλη τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον 5: «ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν». Καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 10 ἡ ἑξῆς προσθήκη (ἀναγινώσκει).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται τὰς τροπολογίας αὐτάς.
§43ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκταί. Δεκταί. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου λόγῳ τῶν τροπολογιῶν).
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων ἐν Κρήτῃ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον, ἀναβαλλομένης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου λόγῳ τῶν τροπολογιῶν). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2689 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 537 τῆς 27 Δεκεμβρίου «περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς Ὑπηρεσίας τῶν Φάρων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκμεταλλεύσεως δι’ ἐργολαβίας ἀργούντων μεταλλείων». Ὁ κ. Χρυσοστάλης ἔχει ἐπ’ αὐτοῦ τὸν λόγον.
§45Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, σᾶς παρακαλῶ θερμῶς νὰ προσέξητε ἐδῶ. Ἤθελον σᾶς παρακαλέσει ἐκεῖ ὅπου προτείνεται τὸ Δημόσιον νὰ ἐκθέτῃ εἰς δημοπρασίαν τὰ μεταλλεῖα, περὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχουσι παραχωρητήρια, νὰ συμπεριληφθῇ καὶ «δηλώσεις μεταλλείων ἀνεκμεταλλεύτων». Παραχωρητήρια μεταλλείων ὑπάρχουν πολὺ ὀλίγα, κύριε Ὑπουργέ, καὶ σήμερον προέχουν τὰ μεταλλεῖα τοῦ λυγνίτου, τοῦ ἄνθρακος. Ἐγὼ κατάγομαι ἐξ Ἀλιβερίου τῆς ἐπαρχίας Καρυστίας, ὅπου ὑπάρχει λυγνίτης ἀπὸ τὴν μίαν ἄκραν ἕως τὴν ἄλλην. Ἕν παραχωρητήριον ὑπάρχει μόνον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀγοράσει ἡ Ἑταιρεία Μάτσα. Ὑπάρχουν ὅμως δηλώσεις, ἐφ’ ὧν ἔχουν γίνει σχεδιαγράμματα καὶ μελέται κανονικαί. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν δηλώσεων παρακαλῶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ τὸ Δημόσιον νὰ ἐκθέσῃ εἰς δημοπρασίαν αὐτάς. Νὰ τὸ υἱοθετήσητε, κύριε Ὑπουργέ, διότι οὕτω πως θὰ εὕρητε δηλώσεις πολλὰς μεταλλείων ἀνεκμεταλλεύτων, ἐνῷ παραχωρητήριον δὲν θὰ εὕρητε κανέν. Σήμερον δὲ προέχει τὸ ζήτημα τοῦ λυγνίτου, τοῦ ἄνθρακος. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸ υἱοθετήσητε.
§46Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἀργότερον θὰ εἶναι δυνατὸν διὰ νέου νομοσχεδίου νὰ διορθωθῇ τοῦτο.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τῆς Ὑπηρεσίας τῶν σμυριδωρυχείων Νάξου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1818 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ τῶν κυβερνητικῶν ἀντιπροσώπων ἢ Ἐπιτρόπων ὡς δευτερευόντων διατακτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως διαρκοῦς Ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τοῦ δασμολογίου καὶ τῶν Ἐμπορικῶν Συμβάσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κανονισμοῦ ἐποπτείας ἐπὶ τῆς ἀναλήψεως δαπανῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου νόμων».
§48Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν ἐργοστασιάρχην τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἀληθῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔχει προσφέρει τὴν μᾶλλον κοπιώδη ὑπηρεσίαν καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ εἶναι πραγματικῶς τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν.
§49Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ αὔξησιν προσωπικῆς συντάξεως.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία ἀπορρίπτεται. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Τελωνειακῆς Ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐλέγχου τῶν δαπανῶν καὶ τοῦ ὑλικοῦ τοῦ Στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Πολιτικοῦ Γραφείου Πρωθυπουργοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 24 Αὐγούστου 1914 ὡς ἐκυρώθη διὰ τοῦ νόμου 381 «περὶ ἱδρύσεως Διδασκαλείων τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως ἀμφοτέρων τῶν φύλων κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ προσθέτου μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κλπ. τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ ναυτικῶν μέτρων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ παρόντος πολέμου καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μειώσεως τῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις πλὴν τῆς Κρήτης καὶ Σάμου εἰσπραττομένου φόρου δεκάτης, καταργήσεως αὐτοῦ ἐπί τινων προϊόντων κλπ.».
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχει διανεμηθῆ.
§52Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ ἀναβληθῇ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§54Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἀναβληθῇ καὶ τὸ «περὶ ὀνομασίας ἐφέδρων διαχειριστῶν Οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας Στρατοῦ».
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 257 τῆς 20 Ἀπριλίου 1914 «περὶ συστάσεως Σώματος ἀεροπόρων τοῦ Π. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ λειτουργίας δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν Συμβουλίων, μὴ πληρούντων τοὺς ὅρους τοῦ νόμου ΔΝΖʹ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως κλπ. τοῦ νόμου 564 «περὶ συντάξεως τῶν ἐν κοινοῖς δημοτικοῖς σχολείοις ὑπηρετούντων διδασκάλων, διορισμοῦ διδασκαλισσῶν ἐν σχολείοις ἀρρένων κλπ. καὶ τοῦ Διατάγματος 250 τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης «περὶ τῶν λειτουργῶν τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως».
§56Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ χορηγεῖται σύνταξις εἰς τοὺς διδασκάλους τῶν Νέων Χωρῶν ἐὰν καταβάλωσιν ἀνάλογον ποσὸν ἐντὸς δεκαετίας.
§57Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Κακῶς εἶναι ἡ ἐπιγραφή· δὲν πρόκειται περὶ συντάξεως. Τὸ «περὶ συντάξεως» φέρει ἀριθμὸν 50 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν. Δεκτόν. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τῆς ἐν Κρήτῃ Ὑπηρεσίας ἔργων κοινῆς ὠφελείας καὶ διαθέσεως τοῦ ἐν Κρήτῃ εἰσπραττομένου φόρου λαχανικῶν καὶ ὀπωρικῶν ὑπὲρ τῶν ἀστικῶν δήμων τῆς Κρήτης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως «περὶ παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη». Παρακαλῶ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ διαταχθῇ προανάκρισις.
§60Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐζήτησε χθὲς τὴν κατάθεσιν τεσσάρων ἐγγράφων διπλωματικῶν. Δύο τῶν ἐγγράφων τούτων ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ καταθέσῃ ἀμέσως, ἔχω δὲ τὴν τιμὴν νὰ τὰ καταθέσω μετὰ τῶν σχετικῶν μεταφράσεων. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ δύο ἄλλα τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 12.500 καὶ 5,516, ἐπειδὴ αὐτὰ τὰ τηλεγραφήματα φέρουσι σκέψεις καὶ γνώμας ξένων προσώπων, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατατεθῶσιν ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τῶν ἐνδιαφερομένων Κυβερνήσεων. Ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ζητήσῃ τηλεγραφικῶς τὴν ἔγκρισιν. Ὀφείλω νὰ προσθέσω ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς ἔχει ἀναμφισβητήτως ἀντίγραφον, διότι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς ἐκράτησε συλλογὴν ὅλων τῶν ἐγγράφων τῶν διπλωματικῶν καὶ δύναμαι νὰ δηλώσω, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν πρὸ ἡμερῶν νὰ δηλώσω πρὸς τὸν κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτήν, ὅτι ἔχων τὰ τηλεγραφήματα αὐτὰ ἀνὰ χεῖρας, δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς διπλωματικῆς ἁβρότητος, νὰ μὴ ἀναφέρῃ ὀνόματα ξένων Ὑπουργῶν, ὀργάνων ξένης Ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τὴν οὐσίαν τῶν τηλεγραφημάτων. Αὐτὰ δύναται νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ὑποθέσεως.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ διαταχθῇ προανάκρισις περὶ τῆς παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον.
§62Γ. ΠΩΠ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§64Γ. ΠΩΠ. Κύριοι βουλευταί, ἐλπίζω ὅτι θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅπως πρὶν ἢ εἰδικῶς ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἀναγραφομένου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει θέματος, διατυπώσω σκέψεις τινὰς καὶ γνώμας περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς ὅπως κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργούς. Χθὲς ἔντιμος συνάδελφος, ὁ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας βουλευτὴς κ. Ἀραβαντινός, παρετήρησε μετ’ εὐλόγου ἐκπλήξεως, πῶς συνέβη ὥστε, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ κατηγορίας γενικῆς, ἀναγομένης πρὸς τὴν ὅλην ἱστορίαν τὴν ἀπολήξασαν εἰς Ἐπανάστασιν, παρελείφθη ἡ πρώτη Κυβέρνησις, ἥτις ἐπανειλημμένως κατηγορήθη ἐντεῦθεν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρωτεργάτης τῆς τάσεως πρὸς μετατροπὴν τοῦ πολιτεύματος. Μέλος ἔγκριτον τῆς ὁμάδος τῶν βουλευτῶν, πολιτικώτατος δὲ τὸν νοῦν, ὁ κ. Γόντικας, διετύπωσε παρατήρησιν, ἥτις ἀληθῶς μὲ ἐξέπληξεν. Εἶπεν ὅτι δὲν εἶχε τὸν πρὸς τοῦτο χρόνον ἡ ὁμὰς ἵνα καταρτίσῃ τὸ κατηγορητήριον διὰ τὰς δύο Κυβερνήσεις τὰς ἑπομένας καὶ δὲν εὗρεν ἡ Ἐπιτροπὴ χρόνον, ἵνα κατάρξηται ἐκεῖθεν, ὁπόθεν καὶ ἡ Δημοσία Γνώμη ἀνέμενεν, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αὗται αἱ ἐγκλήσεις, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τοῦ Προέδρου καὶ διὰ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἔδιδον τὴν ἀφετηρίαν τῆς μελλούσης νὰ ἄρξηται κατηγορίας. Ἐστηρίχθη συγχρόνως εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ὁ χρόνος, καθόσον πρέπει νὰ διατυποῦνται ἐπὶ λέξει αἱ κατηγορίαι ῥητῶς καὶ νὰ καθορίζωνται τὰ γεγονότα καὶ συνεπῶς νὰ λαμβάνωσι τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν εἰς τὰς ἤδη ὑποβληθείσας δύο προτάσεις τῆς ὁμάδος τῶν κυρίων συναδέλφων. Τοῦτο εἶναι ἄρνησις ἐντελῶς τῆς πολιτικῆς μορφῆς τῆς κατηγορίας βουλευτῶν ἐναντίον Ὑπουργῶν, εἶναι ἄρνησις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχει τὸ Κοινοβούλιον καὶ μετατρέπουσι τὴν τοιαύτην εἰσήγησιν ἐνώπιον Βουλῆς ὑπὸ μελῶν αὐτῆς ὡς πρᾶξιν προτάσεων, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἐνώπιον δικαστηρίου τινὸς ποινικοῦ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Δὲν θὰ ἦτο ἀκριβὲς καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε προηγουμένη ἱστορία τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἀσκοῦνται κατηγορίαι ἐναντίον τῶν Ὑπουργῶν. Δὲν θὰ ἦτο ἀκριβὴς διὰ τὴν Βουλὴν ἡμῶν, ἥτις εἶναι ὁ ἐπίλογος τῆς ἱστορίας ἐκείνης, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἀσκεῖται ἡ γενικὴ κατηγορία ἐναντίον τῶν Ὑπουργῶν. Διότι εἰς τὴν ἀντίληψιν τὴν ἐμὴν δὲν εἶναι Βουλὴ δυναμένη νὰ περιορισθῇ ἐν πλείστοις, ἰδιαίτατα δὲ εἰς πολιτικὰ θέματα τοιαύτης φύσεως, ἐντὸς στενῶν ὁρίων καὶ φρασιδίων διατάξεων νόμων τινων. Εἶναι Βουλή, ἥτις κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν ἔχει προορισμὸν νὰ δημιουργῇ κανόνας δικαίου καὶ οὐχὶ νὰ εἶναι περιορισμένη ἐντὸς τῶν στενῶν ἐκείνων ὁρίων, τὰ ὁποῖα διέγραψαν νόμοι προηγούμενοι, οὐχὶ κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ τὸ στενὸν γράμμα ἑκάστης φράσεως. Διὰ τοῦτο θὰ ἐπιτραπῇ εἰς ἐμὲ ὅπως διὰ βραχυτάτων ἐρευνήσω ἐνώπιον ὑμῶν τὴν ἱστορίαν, ἐκ τῆς ὁποίας προῆλθεν ὁ θεσμὸς τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, οὐχὶ κατηγορῶν τινα, ἀλλ’ ἑρμηνεύων ἁπλῶς. Δὲν δύναται νὰ ἐννοεῖται ἡ ὕπαρξις ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος ἄνευ τῆς ὑπάρξεως θεσμοῦ κατηγοροῦντος τοὺς Ὑπουργούς. Δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἔννοια ἀνευθύνου μοναρχικοῦ παράγοντος ἄνευ τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ ἀπ’ ἀρχαιοτάτης ἐποχῆς καθαρῶς ἑλληνικῆς μορφῆς ἔμπνευσις αὕτη ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Λαοῦ, εὗρε τὴν ἀπήχησιν εἰς μεταγενεστέραν ἐποχὴν καὶ ὑπῆρξεν ἡ βάσις καὶ τὸ θεμέλιον τῆς συντηρήσεως τῶν Κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἵνα φθάσω εἰς τὰ συμπεράσματα καὶ ἀποδείξω ὑμῖν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῆτε εἰς ἓν ἄρθρον τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὄχι μόνον τί ἐγένετο παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ τί γίνεται ἐκτὸς τοῦ Κράτους ἡμῶν, τί εἶπον συγγραφεῖς ὑπέροχοι ὄντως, τί εἶπον πολιτικοὶ ἄνδρες ἰδιαίτατα ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ κατηγορεῖν τοὺς Ὑπουργούς. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν μέγας πολιτειολόγος, γενομένου λόγου περὶ διαλύσεως, ἐμφανισθεὶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων ὅπως κατηγορήσῃ Ὑπουργούς, ἀνέκραξε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει). Καὶ εἰς ἄλλο Κράτος, πάντες οἱ εἰσαχθέντες εἰς δίκην Ὑπουργοὶ δὲν κατεδικάσθησαν, διότι ἡ καταδίκη τῶν Ὑπουργῶν εἶναι τὸ ἐλάχιστον. Ἡ καταδίκη τῶν Ὑπουργῶν δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀφορμήν, ἕνεκα τῆς ὁποίας γίνεται καὶ ἡ ἔγκλησις ἐναντίον αὐτῶν. Ἐκεῖνοι οἵτινες ἀνέγνωσαν τὴν ἱστορίαν τοῦ Μακόλεϋ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐνθυμοῦνται πῶς ἠθωώθη ὁ καταδυναστεύσας τοὺς πληθυσμοὺς τῶν Ἰνδιῶν, ὁ βασανίσας ἀνθρώπους καὶ εἰσαχθεὶς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον ἠθωώθη μέν, ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου ἐκείνου ἡ Ἀγγλικὴ ψυχή, ἡ Ἀγγλικὴ κοινωνία ἐπλημμύρισεν ἀπὸ αἰσθήματα φιλανθρωπίας. Εἶδεν ἐνώπιον αὐτῆς ὅτι εἶναι ἄλλα τὰ μέσα καὶ ἄλλοι οἱ τρόποι, κατὰ τοὺς ὁποίους δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ὁ πολιτισμὸς καὶ ἡ πρόοδος πρὸς τὰς Ἐπιστήμας, πρὸς τὰς Τέχνας, πρὸς τὴν Χριστιανωσύνην. Θὰ εὕρωσιν ἐκεῖ ἐπίσης τὴν ἱστορίαν τοῦ Ἄγγλου Ὑπουργοῦ, ὅστις ἐκ παραλείψεων κοινοβουλευτικῶν καὶ τάσεων μοναρχικῶν κατώρθωσεν ἵνα ἴδῃ ἀποσπωμένας ἀπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ σκήπτρου ἄλλας μεγάλας ἐπαρχίας. Καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος εἰσήχθη εἰς δίκην, ἀλλὰ δὲν κατεδικάσθη. Ἀπέμεινεν ὅμως εἰς τὴν Ἀγγλικὴν ψυχὴν ἡ πίστις ὅτι δύναται νὰ κυβερνηθῇ ὑπὸ ἀνθρώπων, οἵτινες μὴ σεβόμενοι τὴν κυριαρχίαν τοῦ Λαοῦ καὶ περὶ ἄλλα σκεπτόμενοι, παρέδωσαν τὰ τιμαλφῆ συμφέροντα τῆς Χώρας ἕρμαιον ὑπολογισμῶν προσωπικῶν. Ἑπομένως ἡ τυπικὴ ἔννοια τοῦ νόμου οὐδὲ ἐκεῖ ἔνθα εἰσήχθησαν οἱ κοινοβουλευτικοὶ θεσμοὶ δύναται νὰ ἔχῃ σημασίαν τινα. Ἀλλ’ ὄχι μόνον ἐκεῖ, πανταχοῦ γῆς ἔνθα ἐγένετο συζήτησις ἐπιστημονικὴ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ κατηγορῆται Ὑπουργός, ὑπεστηρίχθη ὅτι πρέπει ἀναμφισβητήτως νὰ διατυπώνωνται αἱ κατηγορίαι, νὰ διατυπώνωνται λεπτομερῶς αἱ κατηγορίαι παραπομπῆς. Ὑμεῖς, κύριοι συνάδελφοι, ὅσοι τυχὸν δὲν ἔχετε ἀναγνώσει τὰς ἐπὶ τοῦ θέματος ἐρεύνας, ζητήσατε νὰ εὕρητε τὸ σύγγραμμα ἐκείνου, ὅστις ἐν Γαλλίᾳ ὑπῆρξεν ὁ πραγματικὸς ἱδρυτὴς τοῦ θεσμοῦ τῆς εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἱδρυτὴς ἀπὸ φιλοσοφικῆς ἐννοίας, ἀπὸ πολιτειακῆς, ἀπὸ κοινωνικῆς. Εἶναι τὸ ἔργον τῆς μελέτης ἑνὸς μεγάλου πολιτειακοῦ ἀνδρὸς καὶ δημοσιογράφου, τοῦ Βενιαμὶν Κωνστάν. Θὰ εὕρητε ἐκεῖ εἰς ὁλοκλήρους σελίδας ἀναφερομένην σειρὰν περιπτώσεων, καθ’ ἃς διαφαίνονται παραβάσεις τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, παραλείψεις ἐκτελέσεως ἐν τῇ ἐνεργείᾳ τῶν καθηκόντων τοῦ Ὑπουργοῦ, εἴτε συνταγματικὰς, εἴτε νόμων. Καὶ ὁ Κωνστὰν συμπεραίνει (ἀναγινώσκει): «Τοῦτο ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καθορισθῇ ἐν νόμῳ ἡ σειρὰ τῶν ἀδικημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ὑποπέσωσιν οἱ διάφοροι διαχειριζόμενοι τὴν Ἐκτελεστικὴν Ἐξουσίαν ἑνὸς Κοινοβουλευτικοῦ Κράτους». Ἐὰν συνέβαινεν ὅλα ταῦτα νὰ παρατεθῶσι κατὰ γράμμα, ἵνα καθοδηγῆται ὁ μέλλων νὰ κατηγορήσῃ ἢ δικάσῃ, θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ συγκροτηθῇ ὁλόκληρος κῶδιξ ἱστορικὸς καὶ πολιτικός, ὁ ὁποῖος ἐν τούτοις καὶ οὗτος θὰ ἀνεφέρετο εἰς τὸ παρελθόν, διότι μέλλοντες νὰ ἀπιστήσωσιν Ὑπουργοὶ θὰ εὕρισκον τρόπον νὰ καταστρατηγήσωσι τὸν παρελθόντα ἐκεῖνον νόμον διὰ τὸ μέλλον. Ἄλλος δὲ συγγραφεύς, Γερμανὸς αὐτός, ὁ ἐκ τῶν νεωτάτων συνταγματολόγων, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ κῦρος σήμερον εἰς τὴν ἐπιστήμην ταύτην, λέγει ὅτι ὅσον ἀκριβέστερον ἐνδεικνύονται τὰ ἀδικήματα καὶ καθορίζονται, τόσον εὐκολώτερον οἱ Ὑπουργοὶ θὰ εὑρίσκουν μέσα καὶ τρόπον νὰ ἀποφεύγουν τὴν εὐθύνην. Ὀγδοήκοντα σχεδὸν ἔτη, ἀφ’ ἧς ἐλέχθη τοῦτο τὸ πρῶτον ἐν Γαλλίᾳ, ἐπαναλαμβάνεται ὑπὸ ἐπιστήμονος συνταγματολόγου ἡ αὐτὴ ῥῆσις. Ἂς ἴδωμεν ἤδη παρ’ ἡμῖν τί συμβαίνει, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἱστορίας τῆς νομοθεσίας τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἐν τῷ νεωτέρῳ ἡμῶν Κράτει. Ἔχομεν τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἐν τῷ 81ῳ αὐτοῦ ἄρθρῳ ἀφίνει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ καταδιώκονται οὐχὶ ἁπλῶς διὰ τὰς παραβάσεις ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καταδιώκονται διὰ τὰς πράξεις αὐτῶν ἐν τῇ συνολικῇ ἐκδηλώσει των. Καταδιώκονται ἀκόμη διὰ τὰς τάσεις αὐτῶν, αἵτινες ἐμφαίνονται ἐξ ὡρισμένων αὐτῶν πράξεων ἢ ἐξ ὡρισμένων αὐτῶν παραλείψεων. Ἀλλ’ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡμῶν ἀναφέρεται καὶ κάτι ἀκόμη ἐλευθεριώτερον. Ἀναφέρεται ὅτι ἡ παραβίασις οὐχὶ διατάξεων, ἀλλὰ ὅρων τοῦ Συντάγματος, ἀρκεῖ ἵνα ἀποτελέσῃ ἔγκλησιν ἐναντίον Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον ἐν τῷ Συντάγματι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν. Ἐν τῷ Συντάγματι ἀναφέρεται πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ εἰδικοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐγκληθῇ διότι παρέβη ὅρους τοῦ Συντάγματος. Δηλαδὴ παρέβη οὐχὶ τὰς διατάξεις τοῦ Συνταγματικοῦ Χάρτου, ἀλλὰ τὰς συνθήκας τὰς πολιτειακάς. Παρέβη τὰς κοινοβουλευτικὰς συνθήκας, αἵτινες καὶ μόνον ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν καὶ τὴν οὐσίαν ἑνὸς ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος. Ἀλλὰ ταῦτα μόνον; Ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, παράγραφος 2, ἀναφέρονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «... χωρὶς νὰ παραβαίνῃ ρητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἢ τῶν νόμων κτλ. παραπέμπεται ὁ Ὑπουργὸς ἐὰν ἔβλαψεν ἐκ προθέσεως διὰ πράξεως ἢ παραλείψεως αὐτοῦ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας». Τί ἄλλο ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, τί ἄλλο ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τί ἄλλο ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἄλλοτε μέλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ εἰσηγητὴς τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἢ νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν ὅτι ἐκ προθέσεως ἠσκήθη πᾶσα παράβασις καὶ παράλειψις συνταγματικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν διατάξεων; Δὲν ὑποθέτω δὲ νὰ πλανῶμαι ἐπὶ τοῦτο καὶ νὰ διερμηνεύω κακῶς ὅσα ἤκουσα. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν μᾶς ἤρκει τοῦτο, δὲν ἔχομεν τάχα τὰς συζητήσεις τὰς διεξαχθείσας ἐπὶ τοῦ νόμου «περὶ κατηγορίας ἐναντίον Ὑπουργῶν»; Εἶναι δὲ περίεργος σύμπτωσις. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἶναι πολλάκις ὡς οἱ προφῆται, προφητεύουσι τὰ δυνατὰ νὰ συμβῶσιν ἐν τῷ πολιτικῷ βίῳ τῶν Κρατῶν. Ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἀείμνηστος Ἐπ. Δεληγεώργης, ἀγορεύων τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τὴν Βουλὴν καὶ θέλων νὰ δώσῃ τὴν μορφὴν τῆς εὐρύτητος, τὴν ὁποίαν ἔχει νόμος διώξεως ἀντιπροσώπων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς, λέγει τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει). Νομίζει κανεὶς ὅτι προβλέπει περιστάσεις σημερινὰς καὶ ἀντιγράφει αὐτάς. Ποίας δὲ περιστάσεις; Περίπου ἐκείνας, τὰς ὁποίας παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, ὅ,τι ἐμφανίζει ἡ συγκρότησις καὶ ἡ ἱστορία τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, ἀφ’ ἧς στιγμῆς, ἀποδοκιμασθεῖσα ὑπὸ τοῦ Λαοῦ, παρέμενεν ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, περιβάλλουσα διὰ τῆς ἰδίας εὐθύνης τὸ Στέμμα μέχρι τῆς 10ης Αὐγούστου. Λέγει λοιπὸν ὁ Δεληγεώργης (Ἀναγινώσκει): «Ἡ εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν... κλπ.» (χειροκροτήματα). Εἶναι ὄντως ἀξία χειροκροτημάτων ἡ γνώμη τοῦ φιλελευθέρου ἐκείνου πολίτου τοῦ Μεσολογγίου καὶ εἶναι εὐχάριστον ὅτι τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν αἱ ρήσεις εὑρίσκουσιν εἰς τὰς μελλούσας γενεάς, τὰς μαθητευομένας, τὰς ἰδέας τῶν ἐλευθεριῶν, τὴν ἔγκρισιν, τὰ χειροκροτήματα τὰς ἐπευφημίας. Ἀλλὰ τάχα μόνον ὁ Δεληγεώργης ἔλεγε τοῦτο; Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης προέβαινεν ἔτι περαιτέρω. Ἤθελε τὴν εὐρύτητα ὄχι ἁπλῶς ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Τὴν ἤθελεν εὐρυτέραν καὶ τὴν ἐχάρασσε πρὸς τοὺς δικαστὰς τὴν εὐρύτητα ταύτην, αὐτὸς εἰσηγητὴς καὶ συγγραφεὺς ἐπίσης τοῦ αὐτοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ἰδοὺ δὲ τί ἔλεγεν ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης (ἀναγινώσκει): «Πρέπει ὁ δικαστὴς τῆς εὐθύνης νὰ γινώσκῃ ὅτι δὲν ἔχει μόνον νὰ ἐξετάσῃ τὸ γράμμα, ἀλλὰ καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου». Ἠκούσθη ποτὲ τοιαύτη ἐλευθερία παρεχομένη εἰς δικαστήν, ὅστις εὑρίσκεται πάντοτε μὲ τὴν διάνοιαν πολιορκημένην ἀπὸ τὰς διατάξεις τὰς αὐστηρὰς τοῦ Νόμου; Ὁ δὲ Τρικούπης, ὁ κοινοβουλευτικώτατος καὶ φιλελευθερώτατος Τρικούπης, ἐκεῖνος ὅστις ὑπῆρξεν ἐκ τῶν κυριωτάτων ἱδρυτῶν τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ δικαστικοῦ Σώματος ἐν Ἑλλάδι, καλεῖ τοὺς δικαστὰς ἵνα κρίνωσιν ἐπὶ πολιτικῶν θεμάτων, διότι ὀρθῶς ἐσκέπτετο ὅτι, ὅταν εἰς Κράτη ἄλλα, ὡς ἡ Ἀγγλία, ὡς ἡ Ἀμερική, τὴν εὐθύνην οἱ Ὑπουργοὶ δίδουσιν οὐχὶ ἐνώπιον δικαστῶν, ἀλλ’ ἐνώπιον πολιτικῶν Σωμάτων, θὰ ἦτο ἔξω τῆς ἀληθείας τῆς πολιτικῆς ἐὰν τὰ Δικαστήρια ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ δικάσωσιν Ἕλληνας Ὑπουργοὺς ἐγκαλουμένους, δὲν εἶχον τὴν εὐρύτητα τῆς σκέψεως, τὴν εὐρύτητα τῆς ἀντιλήψεως πολιτῶν ἐλευθέρων, ὅπως κρίνωσιν οὐχὶ κατὰ τὸ στενὸν τοῦ νόμου γράμμα. Ἀλλὰ καὶ πολέμιος τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», φρονῶν ὅτι αἱ εὐθῦναι πρέπει νὰ ὦσι πολιτικαί, ὁ ἀείμνηστος Δεληγιάννης ἔλεγε ταῦτα (ἀναγινώσκει): «Ἐὰν μεγάλως ἐζημίωσεν ὁ Ὑπουργὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἐπικρατείας, εἴτε εἰς τὰς σχέσεις τοῦ Κράτους τὰς διεθνεῖς, εἴτε εἰς τὰς ἐσωτερικὰς λειτουργίας τῶν διαφόρων Ἐξουσιῶν, πρέπει νὰ κατηγορῆται ἐνώπιον Εἰδικοῦ Δικαστηρίου». Εἶναι δυνατὸν νὰ καθορισθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι ὅλων αὐτῶν τῶν παραβάσεων ἢ ὅλων αὐτῶν τῶν παραλείψεων ἐν ἐγκλητηρίῳ ὑπογεγραμμένῳ ὑπὸ ὁμάδος βουλευτῶν; Ἐγὼ ὑποθέτω, καὶ νομίζω ὅτι οἱ συνάδελφοι οἱ ὑπογράψαντες, θὰ θελήσωσι νὰ σκεφθῶσιν ὡριμώτερον, ὅτι δὲν εἶναι κἂν πολιτικὸν ἑκάστην στιγμὴν νὰ ἐμφανίζεται ἡ Βουλὴ κατὰ διαφόρους περιόδους καὶ νὰ ἐμφανίζῃ τὰ ζητήματα καὶ ἐξεγείρῃ τὴν Δημοσίαν Γνώμην. Ἐὰν πολλάκις δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», τοῦτο συνέβη διότι ἐφοβοῦντο μήπως ἡ προσοχὴ τῆς Κοινῆς Γνώμης στραφῇ πρὸς τοὺς διωκομένους. Ὅταν ἅπαξ ἀπεφασίσατε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», ὀφείλετε νὰ τὸν ἐφαρμόσητε καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν, ἐγκαλουμένων ἐν τῇ εὐθύνῃ τῇ γενικῇ, ἥτις ἐνταῦθα ἀπεδόθη ἐκ μέρους τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὰς παρελθούσας Κυβερνήσεις, τῆς εὐθύνης τῆς γενικῆς, ἂν αὗται ἀνέτρεψαν, ὡς λέγετε, ἐκ θεμελίων τὸ πολίτευμα τὸ φιλελεύθερον τῆς Χώρας.
§65Λ. ΝΑΚΟΣ. Διατί δὲν ἐκάματε σεῖς τὸ κατηγορητήριον;
§66Γ. ΠΩΠ. Διότι σεῖς εἶσθε 20 καὶ ἐγὼ εἶμαι εἷς.
§67Λ. ΝΑΚΟΣ. Θὰ σᾶς δεχόμεθα ἡμεῖς.
§68Γ. ΠΩΠ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. συνάδελφον διὰ τὴν διακοπήν. Εὐχαριστῶ τοὺς κ.κ. συναδέλφους διὰ τὴν ἀποδοχήν, καὶ τοὺς εὐχαριστῶ διότι τοὺς 19 ἐλλείποντας ἀπὸ ἐμὲ θὰ τοὺς συμπληρώσωσιν ἐκεῖνοι. Καὶ τοῦτο μὲ πείθει εἰς ἄλλο τι, νὰ διατυπώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς σκέψεις περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐγκλήσεως ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Δὲν πράττω δὲ τοῦτο εἰμὴ διότι αἰσθάνομαι ἐν ἐμοὶ πραγματικὴν ἱκανοποίησιν μακρᾶς σειρᾶς ἀγώνων. Ἐὰν ὑπῆρξεν ἐν Ἑλλάδι πολιτικὸν πρόσωπον, μὴ ἐπικοινωνῆσαν εἰμὴ ἀργὰ μετὰ τοῦ Κοινοβουλίου, πολιτικὸν ὅμως πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ αὐτῇ κατευθύνσει καθωδήγει τὰς σκέψεις καὶ τὰς γνώμας αὐτοῦ, εἶμαι καὶ ἐγὼ ἓν ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων. Διότι, ἐὰν αἱ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν σκέψεις ἐνεφανίσθησαν ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τοῦ 1875 κυρίως, ὁπότε τρεῖς Ἀρχηγοὶ Κομμάτων, ὁ Ζαΐμης, ὁ Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ Δεληγεώργης, συνυπέγραφον πρωτόκολλον ὅπως οἱοσδήποτε Ἀρχηγὸς εἰς τὴν Ἐξουσίαν διώξῃ Κυβέρνησιν τὴν ὁποίαν ἐνόμισε κακῶς πολιτευθεῖσαν, ἐάν, λέγω, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἄρχεται ἡ ἔννοια τῆς ἀποδόσεως εὐθύνης ἀπὸ μέρους τῶν Ὑπουργῶν εἰς ἔργον ὄχι κυβερνητικόν, ἀλλ’ ἔργον παντὸς εὐλαβουμένου τοὺς φιλελευθέρους θεσμούς, ἐν τῇ συγχρόνῳ ἡμῶν περιόδῳ ἡ ἔννοια περὶ εὐθύνης τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας προέβαλλεν ἀπὸ τὴν περίοδον ἐκείνην τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἥτις ἀπέληξεν εἰς τὸ κίνημα, τὸ ὁποῖον ἄλλοι ἀπεκάλουν προδοτικόν, τὸ ὁποῖον ὅμως πάντοτε ἐγὼ ἐκάλεσα κίνημα εὐλογημένον, τὸ κίνημα τοῦ Θερίσου. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μία σειρὰ μακρῶν ἀγώνων προσωπικῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁδηγήσῃ πρὸς τέρμα πραγματικῆς ἀποδόσεως εὐθύνης Ὑπουργῶν. Μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909, ὁπότε ἐγένετο λόγος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὁ νῦν Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ᾐσθάνετο δειλίαν ἵνα διώξῃ ἐκείνους, οἵτινες, ὡς ἰσχυρίζετο, κακῶς ἐχειρίσθησαν τὰ δημόσια πράγματα. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909, ὅτε ἔλαβον τὴν τύχην νὰ συναντήσω τὸν ἀείμνηστον Θεοτόκην ἐν Κερκύρᾳ, ἤκουσα ἀπὸ αὐτὸν νὰ λέγῃ: «Δυστυχῶς δὲν γνωρίζουσιν οὔτε νὰ κάμωσιν Ἐπανάστασιν εἰς τὰς Ἀθήνας». Καὶ ἐδημοσιεύθη ἡ περίφημος ἐκείνη μετὰ τοῦ ἀειμνήστου ἀνδρὸς συνέντευξίς μου. Ἀλλὰ θὰ ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ σήμερον νὰ σᾶς εἴπω: «Δὲν γνωρίζετε οὔτε Ἐπανάστασιν νὰ κάμετε».
§69Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Εἴμεθα εἰδικοὶ πρώτης τάξεως.
§70Γ. ΠΩΠ. Εἶσθε εἰδικοὶ εἰς τὸ δημιουργεῖν τὴν Ἐπανάστασιν, ἀλλὰ δὲν εἶσθε εἰς τὸ ἐξακολουθεῖν τὴν ὁδὸν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀναπαύεσθε ὡς Κυβέρνησις. Καὶ ἐπανερχόμενος εἰς τὴν γενομένην εἰς ἐμὲ διακοπήν, παρατηρῶ πρὶν εἰσέλθω περαιτέρω, ὅτι βεβαίως αἱ γενικαὶ γραμμαί, τὰς ὁποίας θὰ διατυπώσω ἵνα ὑποβοηθήσω τοὺς κ.κ. συναδέλφους εἰς σύνταξιν τοῦ κατηγορητηρίου, ἀφοροῦν ὅλα τὰ μέλη πασῶν τῶν Κυβερνήσεων ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν. Διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ποινικὴ ἀλληλεγγύη εἶναι ὅλως διάφορος τῆς πολιτικῆς ἀλληλεγγύης. Θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδοκιμασθῇ πολιτικῶς. Ἀλλὰ βεβαίως μέλη τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν τριῶν δὲν ἔχουσι τὴν ἀλληλεγγύην, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχον ἐὰν ἄλλως ἐκρίνοντο τὰ πράγματα καὶ οὐχὶ δι’ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου. Καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατηγοριῶν σας. Ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη τὴν Ἐξουσίαν, τὴν ἀνέλαβεν ὡς Κόμμα. Τὸ Κόμμα ἀπετελεῖτο ἐκ δύο ἀνθρώπων ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἀπὸ τὸν κ. Γούναρην καὶ τὸν κ. Τσαλδάρην — ἐὰν ὑπῆρχε καὶ ἄλλος τις βουλευτὴς νὰ μοῦ τὸν ὑπομνήσετε — καὶ ἐσκέφθησαν ὅτι Κόμμα μὲ τέσσαρας πόδας ἠδύνατο νὰ ὁδεύσῃ ταχύτερον εἰς πρόοδον (χειροκροτήματα) παντὸς ἄλλου καὶ ἐτέθησαν εἰς κίνησιν. Καὶ ἐτέθησαν εἰς κίνησιν οἱ πόδες καὶ ἀνευρέθη οὕτω, κατὰ τὴν χαρίεσσαν φράσιν τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτοῦ κ. Ράλλη, ὁ ἀριθμὸς ἢ ὁ ὁρισμὸς τῶν «γυρολόγων» καὶ συνεκροτήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, οὐδένα δεσμὸν ἰδεῶν ἔχουσα, οὐδένα πρότερον κοινὸν ἀγῶνα, οὐδὲ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς, οὐδὲ ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς. Καὶ ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη οὕτω καλῶς ἢ κακῶς σχηματισθεῖσα — τοῦτο εἶναι ζήτημα εὐαισθησίας καὶ φιλοτιμίας τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀνέχονται νὰ κυβερνῶσι τὴν Πατρίδα των ἀγνοοῦντες ἂν πρὸς τοῦτο ἔχουσι τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ μᾶλλον ἐν γνώσει ὅτι οὐδεὶς περιέβαλλεν αὐτοὺς δι’ ἐμπιστοσύνης — καὶ τί πράττει; Ἐμφανίζει τὸ πρῶτον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐκ παντὸς τρόπου τὸν τότε Βασιλέα ὡς ἐκπροσωποῦντα τὰς ἰδίας αὐτῆς προσπαθείας καὶ δημιουργεῖ ἔριδα πρωτάκουστον, ἔριδα τοῦ Στέμματος καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ ἑνὸς πολιτικοῦ Κόμματος. Εἶναι τοῦτο, παρακαλῶ, παρέκβασις, εἶναι παράλειψις, εἶναι παραβίασις τῶν θεσμίων; Τί εἶναι τοῦτο; Καὶ ἂν διετυποῦτο μία κατηγορία ὑπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα, θὰ ὑπῆρχε βουλευτὴς ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ὑπέγραφε ταύτην ὡς ἀποτελοῦσαν βάσιν τῆς ἀνατροπῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀνευθύνου τοῦ Στέμματος; Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα διαλύεται ἡ Βουλή, ἐνῷ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη προσεπάθει νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἤκουσα ἐντεῦθεν μέλος τοῦ Κόμματος τῶν Ἐθνικοφρόνων λέγοντος ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἀπέτυχον διότι δὲν ἦσαν συντεταγμένοι. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἀπεδοκιμάσθησαν εἰς ὅσα μέρη ἦσαν συντεταγμένοι.
§71Λ. ΝΑΚΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ὑποβοηθήσω;
§72Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ.
§73Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐλησμονήσατε ὅτι ὁ κ. Γούναρης εἶναι ὁ πρῶτος, ὅστις ἀπήγγειλε λόγον ἐν Πάτραις καὶ εἶπε ρητῶς ὅτι ὁ λαὸς πρέπει νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ τῆς πολιτικῆς τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ Βενιζέλου.
§74Γ. ΠΩΠ. Σεῖς ὁ ὁποῖος ὑπεγράψατε τὴν πρότασιν, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐνθυμηθῆτε.
§75Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀπαγγέλλετε εἰς ἐμὲ κατηγορίαν, ὁ ὁποῖος τέλος πάντων ἔκαμα δύο κατηγορητήρια. Ἠμπορούσατε νὰ κάμετε καὶ σεῖς ἕνα.
§76Γ. ΠΩΠ. Ἐγώ, ὡς σᾶς εἶπον ἤδη, ἤμην ἕνας. Τώρα ἐγίναμεν δύο, ἀλλὰ μᾶς λείπουν δεκαοκτὼ διὰ νὰ γίνωμεν εἴκοσι (ἱλαρότης). Ἔλεγον ὅτι ἀκριβῶς ἀπεδοκιμάζοντο ὅπου ἦσαν συντεταγμένοι. Κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ἂν ἤθελον ἄλλως νὰ κρίνω τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι ὀφείλεται αὕτη εἰς ἀρνητικὴν νίκην, εἰς τὸ μῖσος καὶ τὴν λαϊκὴν περιφρόνησιν ἐναντίον τοῦ κατασκευάσματος ἐκείνου τοῦ κυβερνητικοῦ. Καὶ ἔχομεν συντεταγμένον τὸν συνδυασμὸν τοῦ ἀξιοτίμου τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ βλέπομεν μόλις αὐτὸν ἐπιτυγχάνοντα. Καὶ ἔχομεν τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν περιερχόμενον τὰς Κυκλάδας καὶ καταποντιζόμενον μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων του εἰς Πόντον ψήφων ἀνυπολογίστου μελανότητος. Καὶ βλέπομεν ἄλλον Ὑπουργόν, τὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μόλις μόνον ἐκεῖνον ἐρχόμενον ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος του, καίτοι ἰσχυρότατον πάντοτε κομματικῶς. Καὶ βλέπομεν ἄλλον συντεταγμένον, τὸν ἀξιότιμον τότε ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν, περιάγοντα τὸν δυστυχῆ τὰς ἀποσκευάς του τὰς ἐκλογικὰς ἀπὸ ἐπαρχίας εἰς ἐπαρχίαν, ὅπως εὕρῃ καταφύγιον, τὸν βλέπομεν δ’ ἐπανερχόμενον κάθιδρον καὶ ἀσθμαίνοντα ὡς ὄγδοον Τοῦρκον βουλευτὴν ἐκ Δράμας (χειροκροτήματα). Καὶ εἶναι αὐτὸς ὁ θρίαμβος καὶ ἡ ἐπιτυχία καὶ ἡ ἔγκρισις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; Καὶ ὅλα ταῦτα τότε, ὅτε ἄλλο μέλος τῆς Κυβερνήσεως — καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπικαλοῦμαι καὶ πάλιν τὴν προσοχὴν τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συναδέλφου — οὐχὶ λόγῳ μόνον ἔθετο ἀντιμέτωπον τὴν πολιτικὴν τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ καὶ διὰ τηλεγραφήματος. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀπηύθυνε τηλεγράφημα πρὸς συμπολίτην του καὶ συνυποψήφιόν του, ἐν τῷ ὁποίῳ ἔλεγεν ὅτι τὸ θέμα ἐτίθετο «μεταξὺ τῆς πολεμικῆς πολιτικῆς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων καὶ τῆς φιλειρηνικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἦτο ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλέως». Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς τοὺς συγκροτήσαντας τὴν πρώτην τῶν βουλευτῶν ὁμάδα: Ἆραγε δὲν εἶναι τοῦτο ὁμοία, ὁμοιοτάτη καὶ βαρυτέρα ἀκόμη κατηγορία ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας διετυπώσατε διὰ τὴν ἑπομένην Κυβέρνησιν ἐπὶ ἐκλογικαῖς παραβάσεσι καὶ δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο τὴν ἀφετηρίαν τῆς δημιουργίας Κόμματος δυναστικοῦ, κόμματος ἀνευθύνου, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ κόμματος λαϊκοῦ; Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλο τι. Τὴν καταγγελίαν τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶπεν ὅτι ἐρχόμενος ἐνταῦθα ἠμποδίσθη νὰ ἀποβιβασθῇ εἰς Πειραιᾶ καὶ ἠναγκάσθη νὰ ἀποβιβασθῇ εἰς ἄλλον εὐλίμενον ὅρμον, ἵνα εὕρῃ ἔξοδον πρὸς τὴν πρωτεύουσαν. Εἶναι τοῦτο ἐπέμβασις ἐκλογικὴ ἢ δὲν εἶναι; Καὶ θὰ τολμήσητε μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην νὰ μὴ ἐγκαλέσητε καὶ θὰ ἀποδοκιμάσητε τὴν δήλωσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ἀρχηγὸς ὑμῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς;
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶχον προκηρυχθῆ ἀκόμη αἱ ἐκλογαί.
§78Γ. ΠΩΠ. Ἦτο παράβασις συνταγματική.
§79Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀστυνομικὸν μέτρον ἦτο· μὲ ἐπέρασαν ὡς κακοῦργον.
§80Γ. ΠΩΠ. Ἐννοῶ τὴν μεγαλοψυχίαν τῶν νικητῶν ὅταν πρόκειται νὰ κανονίσουν τὰ καθ’ ἑαυτούς, ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ κανονίσουν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὸν ἐγωϊσμὸν αὐτὸν τῆς μεγαλοψυχίας, διότι ἀληθὴς ἐγωϊσμὸς εἶναι. Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ὀφείλουσι τὰς ἐναντίον αὐτῶν στρεφομένας πιέσεις νὰ κατηγορῶσι κατὰ τῶν ὑπευθύνων, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ νὰ ἐκδικῶσιν οὐχὶ ἐν ὀνόματι ἑαυτῶν, ἀλλ’ ἐν ὀνόματι τῆς λαϊκῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐννοίας τῆς ἐλευθερίας (Χειροκροτήματα). Καὶ εἶναι ἆραγε ταῦτα μόνα; Ἡ μνήμη ὑμῶν ἂς συγκαλέσῃ πλεῖστα προεκλογικὰ ἔκτροπα. Ἀλλὰ τάχα εἶναι μικρὸν καὶ δὲν ἀποτελεῖ ἀντικείμενον κατηγορίας, ὅταν ὑπάρχῃ περὶ τούτου βούλευμα παραπεμπτικὸν ὁλοκλήρου Συμβουλίου Ἐφετῶν, τὸ τελεσθὲν ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Θεσσαλονίκης, καὶ δὲν ἤρκει τὸ βούλευμα ἐκεῖνο ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς ἔγκλησις καὶ κατηγορία;
§81Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ δὲν εἶχον καὶ ἐγὼ μὲ τὸν κ. Διαμαντίδην τὸν ἀποκλεισμὸν εἰς τὸν Πειραιᾶ;
§82Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ τοῦ Νομάρχου Θεσσαλονίκης ἔχομεν καὶ ἄλλην τινὰ συνέχειαν τούτου, οὐχὶ ἁπλῆν, ζημιώσασαν βαρύτατα τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας καὶ βεβαίως ἄγουσαν εἰς ἀστικὴν εὐθύνη τῶν Ὑπουργῶν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἑσπέραν τινά, γενομένου λόγου περὶ ἐπιστροφῆς κτημάτων εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς — πρᾶξις ἥτις δὲν εὐθύνει τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη ὡς ἐκτέλεσις ἀλλ’ ὡς ἔναρξις ἐκτελέσεως, διότι τοῦτο ἀναφέρεται ἐν τῷ βουλεύματι — ὡς τὴν ἑσπέραν ἐκείνην κατέδειξα, ἐγκληθεὶς καὶ τότε ὅτι ἐκ Βενιζελικῶν ἰδεῶν ἐνεπνεόμην, Κύριος δὲ οἶδεν ἄν ποτε ὑπῆρξα ἔκπαλαι Βενιζελικὸς καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης — εἶπον ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο ἀληθῶς ἵνα πράξεις τοιαῦται κολασθῶσι, θὰ ἐθεώρουν τιμήν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὁ Ἀρχηγός, νὰ ἐπικροτήσω αὐτὸν καὶ νὰ ταχθῶ στρατιώτης, διότι ἦτο πρᾶξις τερατώδης. Περιερχόμενος ὁ Νομάρχης οὗτος τοὺς πληθυσμούς, ἔλεγε: «Ψηφίσατέ μας». Τὰ κτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τὸ Κράτος, ἐπεστράφησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἑπομένης, ἀλλ’ ἐπεστράφησαν διότι πρότερον εἶχε δοθῆ ἐγγύησις παρὰ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη. Καὶ δὲν ἦτο τοῦτο ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἄγει εἰς ἀστικὰς εὐθύνας; Ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, τῶν ὁποίων εἴδομεν τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ Κυβέρνησις παρέμενεν. Ἀλλὰ παραμένουσα ἔδρα. Δὲν ἦτο Κυβέρνησις Ὑπηρεσιακὴ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐναντίον παντὸς κοινοβουλευτικοῦ θεσμοῦ, ἐναντίον τῆς στοιχειώδους φιλοτιμίας πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις πολιτικῶν ἀνδρῶν, ἀποδοκιμασθεῖσα ὑπὸ τοῦ Λαοῦ, ἤσκει καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς πολιτικὴν ἐκθέτουσαν τὴν Πατρίδα ἡμῶν εἰς ποικίλας πράξεις, μεταξὺ τῶν ὁποίων θὰ σᾶς ἀναφέρω μίαν, ἵνα ἴδωμεν κατὰ ποῖον ἀπαίσιον τρόπον διεσύρετο ἡ ἀξιοπρέπεια καὶ ἡ τιμὴ τοῦ Κράτους ἡμῶν. Ἔδωκεν ὑπόσχεσιν πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἀγγλίας ἐνταῦθα περὶ ἐκτελέσεως ὡρισμένης πράξεως. Ἔδωκε τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην καὶ τὴν υἱοθέτησεν. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἦτο ὁ κ. Γούναρης. Ἀκούσατε, κύριοι, τί ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸν ἐνταῦθα ἀντιπρόσωπον τῆς Ἀγγλίας σὲρ Ἔλλιοτ. Ἔλεγε τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει). Ταῦτα ἔλεγεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τοῦ μεγάλου ἐκείνου Κράτους. Καὶ ὁ πρεσβευτὴς συνώδευε τὴν διακοίνωσιν ταύτην διὰ τῆς ἑξῆς ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν (ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις... κλπ.». Καὶ χρειάζεται, κύριοι, διάταξίς τις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὅπως ἀποβῇ κολάσιμος ἡ πρᾶξις αὕτη, ἡ ἐκθέσασα τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους; Καὶ δὲν ἦτο οὗτος τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξέθετον οἱ πολιτικοὶ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ὀργὴν τῆς Συνεννοήσεως; Καὶ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι διὰ τῶν μέτρων τούτων ἠσκεῖτο προπαγάνδα ἐναντίον τῶν Δυνάμεων ἐκείνων; Ἀλλὰ ἐκ τῶν προχθεσινῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα συνέλεξεν ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὴν λεγομένην Λευκὴν Βίβλον, βλέπομεν ἓν τηλεγράφημα ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰουλίου τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ πρέσβεως, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐμφαίνεται ὅτι ἡ Βουλγαρία ἐγνώριζεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἐξήρχετο τῆς οὐδετερότητος, ὅτι ἡ Βουλγαρία στρατευομένη δὲν θὰ ἐξετέλει τὴν Συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μετὰ λύπης εἰς τὴν ψυχὴν πιστεύει ὅτι ἡ Κυβέρνησις Γούναρη ἦτο ἡ εἰδοποιήσασα τὴν Βουλγαρίαν πρὸς τοῦτο. Δὲν ἔχετε λοιπὸν κανὲν δικαίωμα ν’ ἀφήσητε χωρὶς κατηγορίαν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐὰν ταῦτα ἀληθεύουσι. Δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα νὰ μὴ ἐπιτρέψητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὰς τερατώδεις πράξεις αὐτῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἡ εἰδοποίησις τῶν μυστικῶν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν ἐχθρὸν ἡμῶν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον τῆς διαπομπεύσεως, τῆς ἀτιμώσεως τῆς Ἑλλάδος (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ἀλλά, ἐὰν δὲν ἤρκουν πάντα ταῦτα, προεκλογικὰ καὶ μετεκλογικὰ, θὰ ἔλεγον εἰς τοὺς κ.κ. συναδέλφους τῆς Ἐπιτροπῆς νὰ διετύπουν γενικώτερον ἔτι τὴν γνώμην αὐτῶν περὶ παραπομπῆς. Ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ὁμιλεῖ περὶ τῆς διαδικασίας καὶ λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει) «περὶ καταδιώξεως πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, ἐὰν δὲν φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς 20 τοὐλάχιστον βουλευτῶν καὶ δὲν ὁρίζῃ ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται καὶ τὴν παραβίασιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας». Ὁ νόμος οὗτος, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, εἶναι ὁ ἀτελέστερος τῶν μέχρι τοῦδε ψηφισθέντων, διότι ἐκτὸς τῆς αὐτονομίας τῆς Βουλῆς, δημιουργεῖται νέος Κανονισμὸς Βουλῆς. Ἴσως οἱ τότε νομοθετήσαντες ἐξεφράσθησαν περὶ τῆς Βουλῆς ὡς Σώματος αὐτονόμου, ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰ τῆς σχέσεως αὐτῆς καὶ ἐδημιούργησαν Κανονισμὸν Βουλῆς ἐντὸς νόμου τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν τοῦτο παραδεχθῶμεν ὡς ὀρθῶς ἔχον, τί λέγει τὸ ἄρθρον; Λέγει ὅτι ἡ περὶ καταδιώξεως πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος ἐὰν δὲν φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς 20 τοὐλάχιστον βουλευτῶν καὶ δὲν ὁρίζῃ ἀκριβῶς τὰ γεγονότα ἐφ’ ὧν στηρίζεται καὶ τὴν παραβίασιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας. Ἀλλὰ ποῖος θὰ κρίνῃ περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μή; Ἔχομεν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὅστις λέγει (Ἀναγινώσκει): «... ἡ Βουλὴ θὰ ἐθεώρει τὴν πρότασιν ἀπαράδεκτον»
§83Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ποῖον ἀπαράδεκτον; Ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» εἶναι συμφωνότατος πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς γνώμης σας.
§84Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ καὶ ἡ διατύπωσις ἠδύνατο νὰ γίνῃ εἰς γενικωτάτας γραμμάς. Τὸ καθῆκον τῆς ὁμάδος τῶν βουλευτῶν, ἥτις κατηγορεῖ Ὑπουργούς, εἶναι καθῆκον πολιτικῶν ἀνδρῶν διατυπούντων ὡρισμένας παραβάσεις καὶ καλούντων τὴν Βουλὴν ἵνα ἀποφανθῇ περὶ τῆς παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν τούτων εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Ἀλλ’ ἐδῶ χωρεῖ ὁλόκληρος διαδικασία. Ἡμεῖς οἱ βουλευταί, οἵτινες θὰ εἰσηγηθῶμεν κατηγορίαν, δυνάμεθα — καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς εἶπον τὴν ἱστορίαν καὶ δι’ αὐτὸ ἀπησχόλησα μέχρι τοῦδε τὴν Βουλήν, ὥστε νὰ φθάσῃ ἀκριβῶς εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο — ὅτι καὶ τὴν στιγμὴν ταύτην δύνασθε, εἰσερχόμενοι 20 βουλευταὶ εἰς ἓν δωμάτιον καὶ ὑπογράφοντες μίαν ἄλλην πρότασιν περὶ παραπομπῆς εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον, νὰ τὴν ὑποβάλητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἥτις θὰ ἀπεδέχετο τὴν πρότασιν, καὶ οὐδεὶς θὰ τολμήσῃ νὰ σᾶς προβάλῃ τὸ ἀπαράδεκτον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ μὲ διεκόψατε, σᾶς λέγω ὅτι ἐν ἔτει 1882, ὁπότε ἐγένετο σκέψις παραπομπῆς τοῦ προκατόχου τῆς τότε Κυβερνήσεως Ὑπουργείου, διετυπώθη πρότασις ὑπὸ τοῦ τότε βουλευτοῦ Ἀττικοβοιωτίας κ. Φιλαρέτου, ἥτις διερρυθμίσθη μετὰ ταῦτα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικοβοιωτίας καὶ νῦν μεταξὺ τῶν ἐγκαλουμένων Ὑπουργῶν Στεφάνου Δραγούμη, εἰς πρότασιν οὐχὶ παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς ἁπλῆν ἀπόδοσιν πολιτικῆς μομφῆς. Εἶναι δὲ πρωτοφανὲς ὅτι, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ἀπεδοκιμάσθη καὶ ἐνῷ δὲν εὑρίσκετο ἐν τῇ Ἐξουσίᾳ, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπεδοκίμασε ποινικὰς αὐτῆς πράξεις, περιορισθεῖσα εἰς τοῦτο καὶ μόνον καὶ μὴ θέλουσα ὅπως τὴν πρότασιν ταύτην μετατρέψῃ εἰς παραπομπὴν εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον. Καὶ ἔχω πρόχειρον τὴν πρότασιν, ἥτις λέγει τὰ ἑξῆς, δυναμένη νὰ σᾶς χρησιμεύσῃ. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλὴ μετὰ τὰς γενομένας συζητήσεις περὶ τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τοῦ πεσόντος Ὑπουργείου, ἀποκηρύττει ὡς καιρίως ζημιώσασαν τὸν Ἑλληνισμὸν τὴν ἐν τῷ Ἐθνικῷ ζητήματι πορείαν τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, ἀθετήσαντος ἐπισήμους πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπαγγελίας, καὶ ἀποδοκιμάζει τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ, παραβιάσασαν τὰς συνταγματικὰς ὑποσχέσεις». Τοῦτο ἦτο πρότασις παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἀλλὰ δὲν ἐγένετο πρότασις παραπομπῆς, διότι οὕτω ἐσκέφθη ἡ πλειονοψηφία καὶ παρέσχε τὸ μοναδικὸν φαινόμενον Βουλῆς ἀποδοκιμαζούσης Κυβέρνησιν, ἀποδοῦσαν ἤδη τὰς πολιτικὰς εὐθύνας διὰ τῆς πτώσεώς της. Σᾶς λέγω τοῦτο, διὰ νὰ σᾶς ὑποβοηθήσω, ὅτι καὶ ἐν τῇ παρ’ ἡμῖν Ἱστορίᾳ δὲν χρειάζονται αἱ λεπτομέρειαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι καὶ τὰς ὁποίας λέγετε ἐν τῇ προτάσει σας περὶ παραπομπῆς εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον. Σᾶς λέγω δὲ ὅτι ἐκάμετε καὶ ἓν ἄλλο λάθος ἀκόμη εἰς τὴν πρότασίν σας ταύτην. Εἰς τὸν πρόλογόν σας λέγετε ὅτι ἐκ τῶν γενομένων συζητήσεων προέκυψαν εὐθῦναι τῶν Κυβερνήσεων Σκουλούδη καὶ Λάμπρου. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀστεῖον, κύριοι συνάδελφοι, νὰ ζητῆτε εὐθύνας ἰδιαίτατα ἀπὸ τὴν τελευταίαν Κυβέρνησιν τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων ὑπευθύνων, οἵτινες μᾶς ὑπενθυμίζουσι τοὺς ἄλλοτε ὑπευθύνους συντάκτας τῶν ἐφημερίδων ἐπὶ Ὄθωνος, τοὺς προοριζομένους νὰ φυλακίζωνται ἢ νὰ δέρωνται ὅταν ἐνεκαλεῖτο ἡ ἐφημερὶς αὐτῶν νὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς δημοσίας ἢ τῆς ποινικῆς Δικαιοσύνης. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐζητοῦντο εὐθῦναι ἀπὸ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους καθηγητάς, ὧν εἷς ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὴν συνομοταξίαν ἐκείνην, ζωολόγος τὸ ἐπάγγελμα, ἵνα διὰ τῆς μελέτης τῶν πολιτικῶν ἀραχνῶν λύσῃ τὸ πολιτικὸν ζήτημα τοῦ Τόπου. Δὲν θὰ εἶναι κἂν σοβαρὸν διὰ τὴν πολιτικὴν ὑπόστασιν τῶν κ.κ. συναδέλφων καὶ τῆς Βουλῆς, ἐν τῇ ἐμφανίσει αὐτῆς ὡς κυριάρχου, νὰ ζητήσῃ τὴν παραπομπὴν τῶν συνταξιούχων ἐκείνων καθηγητῶν καὶ ζωολόγων! Ἡ κατηγορία πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, ὅταν διατυπωθῇ κατὰ τὸν πολιτικὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ὑπέδειξα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ παράσχῃ διδάγματα μέλλοντος, ὡς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, καταρχόμενος τοῦ λόγου μου, ἀπεκόμισα ἐκ τῆς μελέτης τῆς Ἀγγλικῆς Ἱστορίας. Δὲν θὰ ἐκφυλίζωνται αἱ ὑποθέσεις δυναστείας εἰς ὑποθέσεις κομματικὰς καὶ ἐκεῖθεν εἰς ἄσκησιν τρομοκρατίας, καθ’ ὃν τρόπον ἡ πολυαρχικὴ ἀπολυταρχία εἴθισται νὰ δρᾷ. Θὰ προσκομίσωσι διδάγματα οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὅτι δὲν θὰ δύνανται, καὶ ἀνίκανοι ἂν εἶναι, ὡς τὰ μέλη τοῦ Ὑπουργείου Λάμπρου, νὰ ἀναλαμβάνωσι τὰς εὐθύνας τοῦ κυβερνᾶν μίαν Χώραν. Θὰ γνωρίζωσιν ὅτι τὸ πολιτεύεσθαι δὲν ἔχει μόνον θέλγητρα, ἀλλὰ ἔχει πρὸ πάντων εὐθύνας, καὶ δὴ εὐθύνας μεγάλας, διότι ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ παρίδωσι ταύτας θὰ λογοδοτήσωσιν ἐνώπιον τῆς Λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας, ὅταν ἀρθῇ ἀπὸ αὐτοὺς ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Λαοῦ. Θὰ ἔχωσι τὰ διδάγματα καὶ οἱ μοναρχικοὶ παράγοντες, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θωρακίζωνται ὄπισθεν τῆς λεοντῆς Ἡρακλέων τοῦ Στέμματος, ὥστε νὰ προτάσσωσι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὴν ἁλουργίδα τὴν Βασιλικὴν ὡς σημαίαν προεκλογικὴν αὐτῶν, καὶ ὅταν ἔρχεται ἡ στιγμὴ τοῦ κινδύνου νὰ κύπτωσιν ὄπισθεν τοῦ Θρόνου καὶ νὰ λείχωσι περιδεεῖς τῆς ἀνευθύνου Ἀρχῆς τὰ κράσπεδα. Δὲν θὰ εἶναι πλέον οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δοῦλοι μικροφιλοδοξιῶν, δοῦλοι δωρημάτων αὐλικῶν, οὔτε μειδιαμάτων τῶν μεγάλων. Θὰ εἶναι ἐκτελεσταὶ τῆς ἐπιταγῆς τῆς λαϊκῆς, θὰ εἶναι μυσταγωγοὶ τοῦ Νόμου καὶ δὲν θὰ βλέπωμεν τὸ θέαμα τοῦ κ. Σκουλούδη, τοῦ ὁποίου ἀνέσυραν τὸν ταριχευθέντα ἀπὸ εἰκοσαετίας πολιτικὸν ἵνα τὸν περιαγάγωσιν ὡς λιτανείαν πολιτικῆς ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου (χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὑπὲρ πάντα ταῦτα θὰ ἐξαρθῇ μέσῳ τῆς συνειδήσεως καὶ τοῦ Κοινοβουλίου καὶ τοῦ Λαοῦ ἡ ἔννοια τῆς ἐντιμότητος τῆς πολιτικῆς, τοῦ χαρακτῆρος τοῦ πολιτικοῦ, διότι δὲν εἶναι ἐντιμότης πολιτικὴ ἐκεῖ ἔνθα τὴν κανονίζουσιν αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Καὶ εἶναι ἀξιοθρήνητον νὰ θέλῃ τις νὰ σκεφθῇ νὰ παραπέμψῃ Ὑπουργοὺς διὰ πράξεις, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παραπεμφθῇ οἱοσδήποτε κακόπιστος διαχειριστὴς ξένης περιουσίας. Ἐνόχους θὰ κρίνῃ ἡ δημοσία συνείδησις τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀνεκάλυψεν ὅτι ἡ ἔννοια τῆς πολιτικῆς ἐντιμότητος δὲν ἐτηρήθη, δὲν ἐτηρήθη ἡ εὐλάβεια πρὸς τὸν ὅρκον, δὲν ἐτηρήθη ἡ ἐντολὴ ἡ ἀντληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Λαοῦ καὶ μετετράπη ἡ δύναμις τῆς Ἐξουσίας δι’ αὐτῶν ὡς ὄργανον περιορισμοῦ τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὅτι, ἐὰν ποτὲ ἐσκέπτετο νὰ εἰσηγηθῇ διακόσμησιν πολιτικὴν τῆς Βουλῆς, θὰ ἔθετεν ἔκτυπον ἐπιγραφήν, διδάσκουσαν μίαν ἱστορικὴν περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς Βασιλεὺς ἐξέπεσε τοῦ Θρόνου, διότι παρέβη τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ἥτις διὰ παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος διελύθη, ἀνέζησε καὶ ἦλθε κυρίαρχος ἐπὶ τῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον κἄτι ἄλλο εὐρύτερον. Θὰ ἐδίδασκον — ἴσως διότι ἔχομαι μετὰ τόσου ζήλου πρὸς τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, ἴσως διότι βλέπω μετὰ τὸ τέρμα τοῦ πολέμου ὅτι ἄλλαι θὰ εἶναι αἱ σκέψεις καὶ αἱ ἀντιλήψεις ἐπὶ τούτῳ — θὰ ἐδίδασκον πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἔρχονται εἰς τὸ Κοινοβούλιον καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες διατυποῦσι τὰς γνώμας αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου χάριν τοῦ Λαοῦ, ὅτι οὐχὶ μία πλάξ, ἀλλὰ πολλαπλαῖ, πρὸς ὅλα τὰ σημεῖα ἀνηρτημέναι, ἵνα ἀτενίζωσιν αὐτὰς οἱ ἀγορεύοντες καὶ ἰδιαίτατα οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοί, ἵνα ἀτενίζωσι, λέγω, ταύτας, πειθόμενοι ὅτι ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Βουλῇ παρὰ τῶν Ὑπουργῶν ζητοῦνται εὐθῦναι καὶ οἱ Ὑπουργοὶ ἀπέδωσαν εὐθύνας, ὁσάκις ἐπεβουλεύθησαν τὰς ἐλευθερίας τοῦ Λαοῦ καὶ ὁσάκις δὲν ἐτήρησαν τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους. Δὲν θὰ ἦτο δὲ ἄσκοπον ἐὰν ἐκυροῦτο τοῦτο διὰ πράξεως ἐντεῦθεν, ἥτις ἀπευθυνομένη πρὸς τὸν Λαὸν θὰ ἐβεβαίου ὅτι μόνον οἱ γνωρίζοντες νὰ εὐλαβοῦνται τὰς ἰδίας αὐτῶν ἐλευθερίας, εἶναι ἱκανοὶ νὰ κληθῶσι διὰ νὰ ἀποδώσωσιν ἐλευθερίας καὶ εἰς ἄλλους. Μὴ λησμονῆτε δὲ ὅτι σήμερον ἡ Ἑλλὰς πάνοπλος κινεῖται ὅπως ἀποδώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τοὺς ἀδελφούς, ἀλλὰ μετὰ τῆς ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως πρέπει νὰ τοῖς δώσῃ καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν ἐν μιᾷ καὶ ἀδιαιρέτῳ Πατρίδι. (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούσδρας ἔχει τὸν λόγον.
§86Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Σήμερον, κύριοι βουλευταί, δὲν πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ ἐὰν ἐτελέσθησαν ἢ μὴ αἱ περιεχόμεναι ἐν τῇ προτάσει τῆς παραπομπῆς πράξεις, κατ’ ἀκολουθίαν δὲν ὑπάρχει ζήτημα στοχαστικόν, καίτοι οὐδέποτε θὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον ζήτημα, διότι μετὰ τὰς γενομένας ἀποκαλύψεις καὶ βεβαιώσεις οὐδεμία εὔλογος ἀμφισβήτησις περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῶν δύναται νὰ προβληθῇ. Ἀλλ’ οὔτε καὶ περὶ τοῦ γενικοῦ χαρακτηρισμοῦ τῶν κρινομένων πράξεων πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἐξέτασις σήμερον. Ἐὰν περὶ τῆς ὑπαγωγῆς τῶν πράξεων τούτων ὑπό τινα νόμον ἐπρόκειτο, θὰ εἴχομεν ζήτημα νομικόν, ὅτι ἡ ἔρευνα θὰ ἐστρέφετο περί τε τὴν ἔννοιαν τῶν νόμων καὶ περὶ τὴν προαίρεσιν τῶν πραξάντων. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀφοῦ μάλιστα δὲν ἠκούσαμεν καὶ τὴν φωνὴν τῶν κατηγορουμένων, ἥτις πάντοτε εἶναι ἀναγκαία διὰ τὸν ἀκριβῆ καθορισμὸν τοῦ ζητήματος, διὰ τοῦτο θέλω ἀσχοληθῆ μὲ τὸ πραγματικὸν ζήτημα, ὅπερ συνίσταται εἰς τὸ ἐὰν πρέπῃ νὰ κινηθῇ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἢ δὲν πρέπει. Ἐν τῇ ἐρεύνη δὲ τοῦ ζητήματος τούτου εὐρύτερον θέλω ἐξετάσει τὴν κατάστασιν, τήν τε παροῦσαν καὶ τὴν μέλλουσαν τῆς Φυλῆς ἡμῶν, τὰς δὲ σκέψεις μου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου συντόμως θέλω ὑποτυπώσει, διότι, ὅταν τὰ πράγματα εἶναι τόσον μεγάλα καὶ φοβερά, ὅσον τὰ παρόντα, οἱ λόγοι δὲν πρέπει νὰ εἶναι μακροί, ἀλλὰ μεγάλη πρέπει νὰ εἶναι μόνον ἡ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν ταχύτης. Ὅταν τέκνα τινὰ γαλουχηθέντα καὶ ἀνατραφέντα ὑπὸ τῆς μητρός των παραδίδωσιν αὐτὴν εἰς τοὺς ἐχθρούς της, ἱστάμενα δὲ πλησίον αὐτῆς μὲ χαιρέκακον ἡδυπάθειαν παρακολουθῶσι τοὺς ἐμπτυσμούς, τὰς κακώσεις, τὰ καταφερόμενα κτυπήματα, τὰς ἀτιμώσεις, τὰς ἀποκοπὰς τῶν μελῶν της, ἡ γενικὴ καὶ καθολικὴ συνείδησις ἀπαιτεῖ οἱ μητραλοῖαι οὗτοι αὐστηρῶς νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἀπαιτῇ τὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον μείζονας προβάλλει ἀξιώσεις. Ἡ Ἑλλὰς καὶ ἐκ τῶν παραδόσεών της καὶ ἐκ τῶν συμφερόντων της, ἐπὶ τάπητος εὑρισκομένου ἤδη τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ χωρήσῃ ἐπὶ τὰ ἐμπρός, πρὸς τοὺς κινδύνους. Ἀλλ’ ὅταν καρκῖνος, ἀπαίσιος τὴν ὄψιν, κατέχῃ τὸ σῶμα αὐτῆς, πῶς εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ βαδίσῃ τὴν ὁδὸν τῆς ἀποστολῆς της; Διὰ τοῦτο ἡ ἐγχείρησις τοῦ καρκινώματος εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένη. Ἐὰν τοῦτο γένηται, πρῶτον μὲν θ’ ἀρθῇ ἡ ἐπισυμβᾶσα διατάραξις καὶ θὰ ἀποκατασταθῇ ἡ κλονισθεῖσα ὑγεία, ἔπειτα δὲ θὰ ἀφαιρεθῶσι τὰ αἴτια τῆς νόσου. Ἐὰν δὲ σκόπιμος ἐπακολουθήσῃ ἡ δίαιτα, ὅπως ἄριστα περὶ πάντων γινώσκει ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ Ἑλλάς, ἡ ἄτονος ἤδη καὶ καχεκτική, θὰ δυνηθῇ εὔτονος καὶ θριαμβευτικὴ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν τῶν πεπρωμένων της. Καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐμπέπτωκε νόσημα δεινὸν καὶ χαλεπόν. Ὀλίγα δηλαδὴ ἔτη πρὸ τῆς ἐν Χαιρωνείᾳ μάχης, μεθ’ ἣν ἀπώλετο ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος. Τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Πνυκός, χίλια περίπου μέτρα ἀπέχοντος ἐντεῦθεν, ὁ ἀρχαῖος δᾳδοῦχος τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας, καλῶς παρατηρῶν τοὺς συγχρόνους, ἐδογμάτιζεν ὅτι δὲν ἐφοβεῖτο τόσον τοὺς ἐχθροὺς τῆς Πατρίδος, ἐξωτερικοὺς καὶ ἐσωτερικούς, ὅσον ἐφοβεῖτο τὸ ὅτι «τέθνηκεν ἐκ τῆς πόλεως τὸ τοὺς ἀδικοῦντας μισεῖν καὶ τιμωρεῖσθαι», προσέτι δὲ ἐδογμάτιζεν ὅτι «ὅταν ἡ πόλις δὲν ἔχῃ νεῦρα ἐπὶ τοὺς ἀδικοῦντας τὴν Πατρίδα» καὶ ἔτι πρός, ὅταν «ἐν τῇ Πολιτείᾳ ἡ συγγνώμη καὶ ἡ παραγγελία τῶν νόμων μεῖζον ἰσχύωσι, τότε ὁ θάνατος τῆς ἐλευθερίας τῆς Πατρίδος δὲν εἶναι πολὺ μακράν». Ἆραγε σήμερον ὑπάρχουσι νεῦρα ἐπὶ τοὺς ἀδικήσαντας τὴν Πατρίδα; Ἢ μήπως ἡ συγγνώμη καὶ ἡ παραγγελία τῶν νόμων μεῖζον ἰσχύουσιν; Ὅταν δὲ οὕτως ἐξυγιανθῇ ἡ σημερινὴ Ἑλλὰς, θὰ δυνηθῇ αὕτη ὑπὸ τὰς πεφωτισμένας καὶ ἐμπνευσμένας ὁδηγίας τοῦ Ἕλληνος Κυβερνήτου καθοδηγουμένη, ὑπερήφανος νὰ περιαγάγῃ τὴν σημαίαν της ἀνὰ τὰ γνώριμα αὐτῆς ἐδάφη, τὴν Μακεδονίαν, τὴν Ἀσίαν, τὴν Θράκην, τὴν νύμφην τοῦ Βοσπόρου. Ἀλλὰ πλὴν τούτων, ὅπως μὴ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ὑποτροπιάσῃ ἡ νόσος, εἶναι ἀναγκαία ἡ ῥιζικὴ ἐγχείρησις αὐτῆς· τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ τὸ παράδειγμα τοῦτο, μεγάλην ἐγκλεῖον ἐν ἑαυτῷ ἐκφοβιστικὴν δύναμιν, θὰ δύναται νὰ συγκρατῇ ὄχι μόνον τοὺς συγχρόνους, ἀλλὰ πρὸ παντὸς τοὺς μεταγενεστέρους, διότι ὅλοι οἱ λαοί, μάλιστα δὲ οἱ Ἕλληνες καὶ οἱ Ἀλβανοί, ὅπως περὶ αὐτῶν ἐγνωμάτευσεν ὁ τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας ὀξυδερκὴς καὶ τρομερὸς δυνάστης, μόνον διὰ τοῦ φόβου συγκρατοῦνται. Ἄλλως πρόσθετον ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τοῦ ἀποφθέγματος τούτου παρέχει ἡ πρόσφατος ἐπιστρατικὴ περίοδος. Ἀλλ’ ἐξυγιαίνοντες τὴν Ἑλλάδα σήμερον, προνοοῦμεν καὶ περὶ τῆς ζωῆς καὶ περὶ τῆς ἀκμῆς αὐτῆς ἐν τῷ μέλλοντι, διότι λαμβάνων τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ φυσικὸν περιβάλλον, ὅπερ πάντοτε ἐπιθέτει τὴν σφραγῖδα ἐπὶ τοῦ κοινωνικοῦ περιβάλλοντος, προήγαγεν ἄλλοτε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἀνωτάτην περιωπήν, τὴν κλασσικὴν λεγομένην ἐποχήν, ἀφοῦ προηγήθη χρόνος μὲν ἀρκετὸς διὰ τὴν ἀφομοίωσιν τῶν συνοικησάντων λαῶν, βίος δὲ ἐλεύθερος καὶ ἀνεξάρτητος μακρός, καὶ κρίνων τις τὰ γεγονότα ταῦτα κατ’ ἀναλογίαν ἐκ τοῦ παρελθόντος περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀφοριστικῶς δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους καὶ τὰς αὐτὰς προϋποθέσεις προορισμένη ὄχι μόνον θὰ ζήσῃ ἁπλῶς, ἀλλὰ καὶ πάλιν θὰ κυριαρχήσῃ τοῦ κόσμου πνευματικῶς. Διὰ ταῦτα ἀναγκαῖον εἶναι νὰ ἐγχειρηθῇ τὸ νόσημα. Ἐπειδὴ δὲ κοινὸς μὲν ὑπῆρξεν ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς αὐτῶν, ἡ βλάβη δηλαδὴ τῆς Πατρίδος, κοινὸς δὲ ἐπίσης ὁ τελικὸς σκοπὸς αὐτῶν, δηλαδὴ ἡ ἰδιοτέλεια, τῆς ὁποίας ὅμως διάφορον ἦτο τὸ ἀντικείμενον, διότι ἄλλοι μὲν διὰ φιλοδοξίαν, ἄλλοι δὲ διὰ χρῆμα, ἄλλοι δὲ δι’ ἐκδίκησιν καὶ ἄλλοι διὰ δυσμένειαν ἔβλαψαν τὴν Πατρίδα, μεταχειρισθέντες μάλιστα πρὸς τοῦτο πλὴν ἄλλων, καὶ ἀνθρωποκτονίας, διὰ τοῦτο ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι ἐν ὀνόματι τῆς ζωτικότητος τῆς Φυλῆς ἡμῶν, τοῦτο νὰ γένηται, ἅπαντες δηλαδὴ οἱ νοσήσαντες ν’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ ἐγχειρητήριον, ταχέως μάλιστα, ἵνα μὴ τὸ νόσημα χρόνιον καταστὰν, ἀνίατον ἀποβῇ. Ταῦτα ἔκρινα ἀναγκαῖον νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί, εἴθε δὲ αἱ μεγάλαι καὶ ἐξαιρετικαὶ ἀποφάσεις ἡμῶν μεγάλα καὶ ἐξαιρετικὰ ὀφέλη νὰ προσπορίσωσιν εἰς τὴν ταλαίπωρον Ἑλλάδα. (Χειροκροτήματα).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ ἔχει τὸν λόγον.
§88Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τοῦτο μόνον ἤθελον νὰ ἐπαναλάβω εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Ψαρρῶν συναδέλφου, ὅτι ἡ ὁμὰς τῶν βουλευτῶν, ἡ ὑπογράψασα τὴν πρότασιν τῆς κατηγορίας, οὐδεμίαν ἐντολὴν παρ’ οὐδενὸς εἶχεν. Οἴκοθεν ἐνήργησε. Καὶ λυπούμεθα πολὺ διότι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος δὲν ἐθεώρησε καλὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ὁμάδα αὐτήν, ὅτε θὰ ἀνέπτυσεν, ὡς ἀνέπτυξε σήμερον, τὰς γνώμας του καὶ ἴσως θὰ ἀπεφάσιζεν ἡ ὁμὰς νὰ συντάξῃ καὶ ἕτερον κατηγορητήριον.
§89Γ. ΠΩΠ. Ἀκόμη διατυποῦται ἀμφιβολία.
§90Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δὲν εἶναι τὰ πράγματα τόσον εὔκολα. Ὑπάρχει νόμος, τὸν ὁποῖον ὡρισμένοι βουλευταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραβῶσιν. Οὐδὲ διερμηνεύω ἐγὼ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας, ὥστε νὰ εἰσηγηθῶ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ὁ νόμος ὁρίζει ὅτι πρέπει νὰ ὁρίζωνται ἀκριβῶς τὰ γεγονότα ἐφ’ ὧν στηρίζεται ἡ πρότασις καὶ ἡ παράβασις, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀναγκαῖα. Ἐφόσον προβάλλεται κατηγορία ἀόριστος, ὡς ἐπιχειρεῖται αὐτὴν τὴν στιγμήν, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ, καὶ ὁ χρόνος θὰ παρέλθῃ.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς; Θὰ γίνῃ προανάκρισις;
§92Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δύνανται, ἂν νομίζωσιν οἱ κ.κ. βουλευταὶ ὅτι ὑπάρχουσι στοιχεῖα — καὶ ὑπάρχουσι βεβαίως μεθ’ ὅσα ἀνεπτύχθησαν — νὰ συντάξωσιν ἕτερον κατηγορητήριον, ὅπως παραπεμφθῶσιν οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοί.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία.
§94Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§96Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ἀπ’ ἀρχῆς τὸν λόγον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κύριε βουλευτά, ἔχετε τὸν λόγον.
§98Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρρῶν βουλευτὴς καὶ ἰδιαίτερος φίλος μου ἀνέπτυξε θεωρίας, αἱ ὁποῖαι ἀντιτίθενται εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου. Τὸ πρῶτον καὶ μακρὸν μέρος τῆς ἀγορεύσεώς του ἀπετέλεσεν ἔλεγχον τῶν ἀξιοτίμων εἴκοσι κυρίων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑπέγραψαν τὸ κατηγορητήριον κατὰ τῶν δύο Κυβερνήσεων. Δὲν ἔχω ἁρμοδιότητα ν’ ἀπαντήσω ἐκ μέρους αὐτῶν, δι’ ὀλίγων τῷ ἀπήντησεν εἷς ἐκ τῶν ὑπογραψάντων, ὁ ἀξιότιμος κ. Γόντικας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῇ ὁ κ. βουλευτής, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ κατηγορεῖν τοὺς Ὑπουργοὺς ἀνήκει μὲν εἰς τοὺς βουλευτάς, ἀλλὰ περιβάλλεται μὲ ὡρισμένας διατυπώσεις, ἃς καθορίζουσιν οἱ κείμενοι νόμοι, καὶ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ν’ ἀναπτύσσωνται κατηγορίαι δι’ ἀξιοποίνους παραβάσεις τῶν Ὑπουργῶν, παρεμπιπτόντως καὶ εἰς συζητήσεις ἐπὶ ἄλλων θεμάτων. Ἐὰν λοιπὸν ὁ κ. βουλευτὴς εἶχεν ὡρισμένας κατηγορίας νὰ διατυπώσῃ, ἠδύνατο, συμμορφούμενος πρὸς τὸν νόμον, νὰ ὑποβάλῃ μετὰ εἴκοσιν ἄλλων συναδέλφων τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου καθοριζομένην κατηγορίαν καὶ ὅταν οὕτως νομίμως εἰσήγετο ἡ κατηγορία, θὰ συνεζήτει ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ σπουδαίου καὶ σοβαροῦ αὐτῆς.
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ αὐτὸ θὰ γίνῃ.
§100Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀλλ’ ὡς προεῖπον, αἱ θεωρίαι τοῦ ἀξιοτίμου κ. βουλευτοῦ ἀντίκεινται εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, καθ’ ἃς δὲν χωρεῖ δίωξις καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ποινὴ δι’ ἀξιόποινον πρᾶξιν, ὡς κάλλιστα γνωρίζει, ὡς προερχόμενος ἐκ τῶν τάξεων τοῦ νομικοῦ κόσμου, ἄνευ νόμου προηγουμένως ὁρίζοντος τὰ στοιχεῖα τῆς ἀξιοποίνου πράξεως καὶ τὴν ἐπιβλητέαν εἰς ἑκάστην συγκεκριμένην περίπτωσιν ποινήν. Οἱ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμοι τοῦ 1877 καθορίζουσι ῥητῶς καὶ ὡρισμένως ποῖαι εἶναι αἱ περιπτώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ παραπεμφθῶσι εἰς τὰ Ποινικὰ Δικαστήρια. Πέραν τῶν περιπτώσεων τούτων δὲν δύναται νὰ γίνῃ κατηγορία παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὸν νόμον. Ἐὰν ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτής, δὲν ἠξεύρω ἐκ ποίων ἀντιλήψεων προσαγόμενος, νομίζει ὅτι δύναται νὰ δημιουργήσῃ ἕνα κανόνα Δικαίου κατὰ παράβασιν ὅλων τῶν κανόνων τοῦ Συντάγματος, δι’ οὗ καθορίζεται ἡ διαδικασία καθ’ ἣν θεσπίζονται οἱ νόμοι καὶ οἱ κανόνες τοῦ Δικαίου, εἶναι δικαίωμά του νὰ τὸ φρονῇ. Ἀλλ’ εἶναι δικαίωμα καὶ ἐμοῦ νὰ λέγω, ὅτι ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Ψαρρῶν δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ Δικαίου. Ἐὰν ὑπῆρξαν παραβάσεις ἐθίμων ἢ παραδόσεων, ἢ ἐὰν ὑπῆρξαν παραβάσεις ἄλλαι, προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς ἀξιόποινοι, θὰ τὰς κρίνωμεν ὅταν τὸ κατηγορητήριον ὑποβληθῇ ἐνώπιον ἡμῶν. Δὲν ὑπάρχει, κύριοι, κανείς, πιστεύω, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» εἶναι τὸ ἀναγκαῖον παρακολούθημα παντὸς συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Καὶ δι’ αὐτὸ πάντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, τὰ ἀναγνωρίσαντα τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καθώρισαν ἐκ παραλλήλου δι’ εἰδικῶν νόμων τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν. Ἐὰν διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, ὁ ἁπλοῦς πολίτης ὑπέχει εὐθύνην, κατὰ μείζονα λόγον δέον νὰ ὑπέχωσι τοιαύτην οἱ τιθέμενοι εἰς τὰ ἀνώτατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, οἱ διαχειριζόμενοι σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ δυνάμενοι νὰ γίνωσι πρόξενοι μεγάλων ζημιῶν καὶ καταστροφῶν. Δὲν δύναται λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ καμμία ἀντίρρησις, ὅτι ἡ ἐξέτασις τῆς εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δὲν εἶναι μόνον δικαίωμα, ἀλλ’ εἶναι καὶ καθῆκον τῆς Βουλῆς. Ὁσάκις παρουσιάζεται ὑπὸ οἱανδήποτε μορφὴν παράβασις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν καθηκόντων τῶν Ὑπουργῶν, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐνασκῇ τὰ ἐκ τοῦ νόμου δικαιώματα καὶ καθήκοντά της, τῆς κατηγορίας καὶ παραπομπῆς τῶν Ὑπουργῶν. Δὲν δύναμαι δὲ ἐπίσης ν’ ἀρνηθῶ, ὅτι ὡς ἐξετέθησαν καὶ διὰ ζωηρῶν ἐκφράσεων ἐχρωματίσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τινὲς ἐκ τῶν ἐνεργειῶν τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων, ἡ ἐξακρίβωσις τῆς ἀληθείας διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ἐπιβάλλεται πρὸς ἱκανοποίησιν τοῦ Νόμου καὶ τοῦ δημοσίου φρονήματος. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μὲ ἄγει κυρίως ἐπὶ τοῦ βήματος, κύριοι βουλευταί, εἶναι ἄλλο. Δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον ἐπὶ τῆς προτάσεως πρὸς ἐκλογὴν τῆς Ἀνακριτικῆς Ἐπιτροπῆς; Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι αἱ δικονομικαὶ διατυπώσεις εἶναι ὁ ἀναγκαιότατος καὶ ἀπαραίτητος ὅρος εἰς πᾶσαν εὐνομουμένην Πολιτείαν, διότι δι’ αὐτῶν ἐξασφαλίζεται ἡ πλήρης καὶ τελεία ἀπονομὴ τῆς Δικαιοσύνης καὶ δι’ αὐτῶν προστατεύεται τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ κατηγορουμένου. Καὶ ἐὰν διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν, διὰ πᾶσαν ἐφαρμογὴν τοῦ Ποινικοῦ Νόμου ὁ κανὼν οὗτος εἶναι σοβαρός, προκειμένου περὶ ἀξιοποίνων πράξεων, ἀποδιδομένων εἰς Ὑπουργούς, ὁ κανὼν οὗτος καθίσταται σημαντικώτερος. Τοὺς δικονομικοὺς τύπους τῆς διαδικασίας καθορίζει ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ὁ νόμος οὗτος ἐν ἄρθρῳ 12 ἀναγράφει ὅτι (ἀναγινώσκει): «ἡ κατὰ τὰ ἀνωτέρω συντεταγμένη πρότασις, ἅμα παραδοθεῖσα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀναγινώσκεται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, μεθ’ ὃ τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτάς, ἐντὸς δὲ ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὸ Προεδρεῖον καταθέσεως ἐγγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλή, κηρύξασα αὐτὴν κατεπείγουσαν, ὁρίσῃ ἄλλην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν». Εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους ἀναγράφει τὸ ἄρθρον 12 τοῦ «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» νόμου; Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, ἡ ἔκθεσις τυποῦται, ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς της, καθ’ ἣν δὲ ἡμέραν ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τοῦ κατεπείγοντος ἢ μὴ καὶ νὰ ὁρίσῃ ἄλλην ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.
§101Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι εὐθὺς ὡς κατατεθῇ τὸ νομοσχέδιον, δύναται εὐθὺς ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κατεπείγοντος καὶ νὰ συζητήσῃ.
§102Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν διακοπήν, διότι θὰ σᾶς δώσῃ αὕτη τὴν ἀφορμὴν νὰ ἀναθεωρήσητε τὰς σκέψεις σας.
§103Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην.
§104Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Πιθανὸν νὰ εὑρεθῶ ἐγὼ καὶ θ’ ἀναγνωρίσω τὴν πλάνην μου.
§105Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχει τὴν ἔφεσιν νὰ κάμῃ ἀναθεώρησιν.
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν διάθεσιν.
§107Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ εἶμαι εὐτυχέστερος ἐὰν μοὶ ἐδίδετο ἀφορμὴ ἐκ τῆς διακοπῆς ν’ ἀναθεωρήσω τὰς ἰδικάς μου σκέψεις. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα. Πρόκειται περὶ δικονομικῆς διατάξεως, ἥτις ῥητῶς καθορίζεται διὰ τοῦ εἰδικοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἐν ἄρθρῳ 12, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα καὶ τὸ ὁποῖον ὁρίζει, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἔκθεσις κατατίθεται εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀναγινώσκεται, τυποῦται, ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν...
§108Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Προχωρήσατε.
§109Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀμέσως. Ἀλλὰ συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ κηρύξῃ αὐτὴν κατεπείγουσαν πρὸς συζήτησιν (ἀναγινώσκει). (Θόρυβος). Κύριοι βουλευταί, εὐαρεστηθῆτε νὰ παρακολουθήσητε τὴν σειρὰν τῶν σκέψεών μου, ἐλπίζω δὲ ὅτι θὰ πεισθῆτε ὅτι ἔχω τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου. Ἡ διάταξις δὲν εἶναι ἁπλῶς δικονομική. Ἔχει μὲν δικονομικὸν τύπον, ἀλλ’ ἔχει καὶ οὐσιαστικὴν ἔννοιαν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 12, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει τὴν οὐσιαστικὴν ἔννοιαν ὅτι, προκειμένου περὶ κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται κατὰ ὑψηλῶν προσώπων, διαχειριζομένων ὕψιστα Κρατικὰ συμφέροντα...
§110Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐὰν ἦσαν ὑψηλά, δὲν θὰ ἔκαμναν αὐτὰ τώρα.
§111Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν θέσεων, τὰς ὁποίας κατέχουσι. Ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅτι ἡ διάταξις ἔχει οὐσιαστικὴν σημασίαν, διότι ἀκριβῶς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ κατηγοριῶν σοβαρῶν κατὰ Ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι τὰ ἀνώτατα ὄργανα τῆς Πολιτείας, ἀφοῦ δὲν θέλει ὁ κ. Φίλιος νὰ τὰ ὀνομάσωμεν ὑψηλὰ πρόσωπα—διότι εἰς τὰ ἀξιώματα ἀποβλέπω μόνον καὶ οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα—ἡ διάταξις αὕτη ἔχει τὴν οὐσιαστικὴν ἀξίαν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἀνάλογος χρόνος ὅπως γίνῃ ὡριμοτέρα καὶ μᾶλλον περιεσκεμμένη ἡ μελέτη ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν, αἵτινες ἀποδίδονται κατ’ αὐτῶν. Ἡ γνώμη αὕτη δὲν εἶναι ἰδική μου, ἀλλὰ πάντων τῶν συγγραφέων, οἵτινες ἠσχολήθησαν ἐπὶ τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Ὁ ἀείμνηστος Ἀραβαντινὸς ἐν τῇ εἰδικῇ περὶ τούτου μελέτῃ του ἐκφέρει σαφῶς τὴν γνώμην ταύτην. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ γνώμη τοῦ Ἀραβαντινοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, εἰσάγων κατὰ τὸ 1875 νομοσχέδιον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» εἰς τὴν Βουλήν, ἀναγράφει εἰς τὴν αἰτιολογικήν του ἔκθεσιν ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι αἱ δικονομικαὶ διατυπώσεις, αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν νόμον «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν», δὲν ἔχουσι μόνον τὴν ξηρὰν δικονομικὴν μορφήν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ τὴν οὐσιαστικὴν ἔννοιαν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἀνάλογος χρόνος ὅπως γίνῃ ὡριμωτέρα ἡ κατηγορία. Ἐν τῇ ἐρεύνη τῆς ἱστορικῆς ἐξελίξεως τοῦ νόμου τούτου θὰ εὕρωμεν κρατοῦσαν τὴν ἰδίαν ἀντίληψιν περὶ τῶν δικονομικῶν διατάξεων. Ἐν Βελγίῳ, ἔνθα λειτουργεῖ παρόμοιος νόμος, ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, δι’ ἧς εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐπιψήφισιν, αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔδωσεν εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν πρὸς τὴν τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ ἡμετέρου νόμου. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἁπλῶς ξηρὰ δικονομικὴ διατύπωσις, ἔχει καὶ οὐσιαστικὴν σημασίαν. Τὴν σημασίαν ὅτι παρέχεται ἡ εὐκαιρία ἵνα μελετᾶται ἀκριβέστερον καὶ ἀσφαλέστερον τὸ πρᾶγμα. Ἐκτὸς τούτου δὲν εὑρίσκω καὶ ποία εἶναι ἡ ζημία ἐὰν παράσχῃ ἡ Βουλή...
§112Θ. ΦΙΛΙΟΣ (κρατῶν ἐφημερίδα). Ἐδῶ εἰς τὸ ἀνάθεμα ἀναφέρεται τὸ ὄνομά σας.
§113Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔχομεν καὶ προσωπικὰς ἐπιθέσεις. Σᾶς εὐχαριστῶ, κύριε Φίλιε, διότι μοῦ δίδετε ἀφορμὴν νὰ δώσω καὶ περὶ αὐτοῦ μίαν ἐξήγησιν.
§114Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δύο λέξεις.
§115Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Παρακαλῶ...
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δέχεται ὁ ἀγορεύων διακοπάς.
§117Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Χαίρω πολὺ διότι μοῦ ἐδόθη ἡ ἀφορμὴ πρὸς ἐκκαθάρισιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Δὲν μὲ πειράζει, κύριε Φίλιε, ἐὰν μὲ διεκόψατε. Ἐφρόνουν ὅτι σεῖς ἔδει, ὅταν εἴδετε τὸ ὄνομά μου, νὰ εἴπητε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ὑπογεγραμμένος ὁ κ. Λυκουρέζος. Θὰ τὸ ἀναγνωρίσητε ἤδη, διότι δὲν ἐσυνήθισα νὰ κρύπτω τίποτε καὶ δὲν ἔχω νὰ φοβηθῶ ἀπολύτως οὐδὲν διὰ τὸ παρελθόν. Ὑπῆρξα πάντοτε εἰλικρινὴς καὶ εὐθὺς καὶ δὲν ἐδίστασα ποτὲ νὰ ἐκφράσω ἐλευθέρως τὴν γνώμην μου, ἥτις ἐν τῷ προκειμένῳ ἦτο ἀποδοκιμαστικὴ τῶν γενομένων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι περιελήφθη καὶ τὸ ἰδικόν μου ὄνομα ἐν ἀγνοίᾳ μου, ἐδημοσίευσα δὲ περὶ τούτου ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ εἴχετε ἀναγνώσει...
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ εἶναι;
§119Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρω τὴν ἐπιστολὴν εἰς τὴν τσέπην μου. Ἐπειδὴ λοιπὸν πρόκειται περὶ πράξεως, ἡ ὁποία σᾶς εἶπον ὅτι θίγει ὁπωσδήποτε τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ φιλοτιμίαν μου, ὀφείλω νὰ δώσω τὴν ἐξήγησιν ὅτι ὑπῆρξα ἐντελῶς ἀμέτοχος αὐτῆς. Τὴν ἑσπέραν ἐκείνην εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ κ. Πὼπ, ἔνθα παρευρίσκοντο καὶ οἱ κ.κ. Σακόρραφος καὶ Βελλιανίτης, ἔλαβον γνῶσιν τοῦ δημοσιεύματος, ὅπερ ἔφερε καὶ τὴν ἰδικήν μου ὑπογραφήν. Διεμαρτυρήθην ἐντόνως καὶ συζήτησις ἐγένετο ἐὰν ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ δημοσιεύσω διάψευσιν. Νομίζω ὅτι ἦσθε καὶ σεῖς, κύριε Λαγοπάτη.
§120Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἤμην κρυμμένος τότε ἐγώ.
§121Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀλλά, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἐκάμαμεν ὁμιλίαν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§122Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Μάλιστα, καὶ πρέπει νὰ βεβαιώσω ὅτι εἶσθε ἐναντίος τῶν γενομένων.
§123Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι συνεζητήθη ἐὰν ἔπρεπε νὰ διαψευσθῇ, ἀλλ’ ἐκράτησεν ἡ ἀντίθετος γνώμη ἐπὶ τῷ λόγῳ ἰδίᾳ ὅτι τὰ ὀνόματα συμπίπτουν πολλάκις καὶ θὰ ἔδιδον ἴσως ἀφορμήν, διαψεύδων, περισσοτέρου λόγου καὶ τίς οἶδε ποίας κακολογίας, ἀσκόπως ἄλλως τε, ἀφοῦ εἶχε παρέλθει ἡ ἐντύπωσις, ἤμην δ’ ἄλλως γνωστὸς ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀναμιχθῶ εἰς τοιαύτας ἀξιομέμπτους πράξεις. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω καὶ σᾶς εὐχαριστῶ καὶ πάλιν, κύριε Φίλιε, διότι διὰ τῆς διακοπῆς σας, καίτοι ἐκτὸς τῆς συζητήσεως, μοῦ ἐδώσατε τὴν εὐκαιρίαν νὰ παράσχω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἐξηγήσεις αὐτάς. Ἐπανερχόμενος λοιπὸν ἐπὶ τοῦ θέματος, κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι ἐκ τῆς μικρᾶς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως πρὸς ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν ἔχει οὐδαμῶς νὰ παραβλαφθῇ ἡ κατηγορία, ἀφ’ ἑτέρου θὰ δοθῇ καιρὸς ὅπως ψυχραιμότερον καὶ ἐπιμελέστερον ἐξετασθῶσι τὰ ζητήματα καὶ οἱ κατηγορούμενοι δυνηθῶσι νὰ προσκομίσωσι τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς των. Οὕτω δὲ εὑρισκόμεθα σύμφωνοι καὶ πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ πρὸς αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 12. Ἄλλως δὲ ἡ ἀναβολὴ ἐπιβάλλεται καὶ διότι ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας της. Παρόμοιον ζήτημα προέκυψε κατὰ τὸ 1891 εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε εἰσήχθη πρότασις κατηγορίας κατὰ τοῦ Ὑπουργείου Τρικούπη, ἐπειδὴ δὲ καὶ τότε ἐπρόκειτο νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ἐπεκράτησεν ἡ γνώμη, ὅτι ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ λειτουργῇ καθ’ ἣν ἐποχὴν εὑρίσκεται ἐν ἐνεργείᾳ καὶ τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς, λόγῳ δὲ τῆς ἐπικειμένης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἀνεβλήθη ἡ ἐκλογή, ὅπως γίνῃ μετὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν της. Ἀφοῦ λοιπὸν καὶ προηγούμενον τοιοῦτον ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἔχει, ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω καὶ οὐδεμία ζημία εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ κατηγορητήριον, δὲν εὑρίσκω τὸν λόγον διατί νὰ μὴ στέρξωμεν εἰς μίαν μικρὰν ἀναβολήν, ἥτις θ’ ἀποβῇ ἄλλως σκόπιμος καὶ διὰ τὴν κατηγορίαν καὶ διὰ τοὺς κατηγορουμένους.
§124Γ. ΠΩΠ. Ἐπεκαλέσθητε, κύριε συνάδελφε, ἐν τῇ ἀπουσίᾳ μου ἐμέ;
§125Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Μάλιστα, ἐπειδὴ ὁ κ. Φίλιος μὲ διέκοψεν, ὑπομνήσας μοι, ὅτι ἔφερε τὴν ὑπογραφήν μου τὸ δημοσίευμα ἐκεῖνο περὶ τοῦ ἀναθέματος, ἀνέφερα δὲ τὴν γενομένην ἐπὶ τούτου συζήτησιν ἐν τῷ Γραφείῳ σας καὶ τὴν κρατήσασαν γνώμην, ἵνα μὴ προβῶ εἰς διάψευσιν κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην.
§126Γ. ΠΩΠ. Ἀκριβέστατον. Καὶ βεβαιῶ ὅτι ἦσθε ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὰ ἀναγραφέντα καὶ γενόμενα.
§127Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ βεβαιωθῇ καὶ σᾶς εὐχαριστῶ.
§128Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ, ἦτο καθῆκον μου.
§129Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἡ πρότασις περὶ ἀναβολῆς λόγῳ μὴ τηρήσεως τῶν δικονομικῶν διατάξεων εἶναι ἀπαράδεκτος. Τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει).
§130Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἡ Βουλὴ τὴν στιγμὴν ταύτην εὑρίσκεται εἰς τὸ στάδιον τῆς προδικασίας διὰ τὴν ἔγερσιν ἢ μὴ τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς.
§131Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ποῖον στάδιον τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς; Τὴν προανάκρισιν;
§132Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Βεβαίως τὴν προανάκρισιν, ἀλλ’ ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» ἔχει κἄποιον ἰδιαίτερον χρωματισμὸν ἀπὸ τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰς πράξεις τοῦ Ποινικοῦ Δικαίου, δι’ αὐτὸ καθώρισεν ὅλας αὐτὰς τὰς διατυπώσεις, κατὰ τὰς ὁποίας διὰ νὰ ἐγερθῇ ἡ ποινικὴ ἀγωγὴ θέλει συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, διότι ἡ ἔγερσις τοιαύτης ἀγωγῆς καθ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ δὲν εἶναι τι τὸ ἁπλοῦν, συγκλονίζει τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ φέρει γενικὴν ἀναστάτωσιν. Εἶπον καὶ ἀρχικῶς ὅτι δὲν εἶμαι ἀντίθετος πρὸς τὴν παραπομπὴν τῶν Ὑπουργῶν. Ἀπεναντίας μάλιστα νομίζω ὅτι δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ παραπομπὴ εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἀπεδόθησαν αἱ ἀξιόποινοι πράξεις, αἱ ἀποδοθεῖσαι καὶ εἰς τὰς δύο προηγουμένας Κυβερνήσεις.
§133Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἰς τὰς τρεῖς.
§134Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ εἰς τὰς τρεῖς θὰ ἀποδώσητε κατηγορίας. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ καμμίαν Κυβέρνησιν ἀπολύτως, οὔτε τοῦ Γούναρη, οὔτε τοῦ Ράλλη, οὔτε τοῦ Λάμπρου. Εἶμαι ἐντελῶς ξένος πρὸς πάσας αὐτὰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ δὲν ὁμιλῶ ὡς ἀνήκων εἰς κόμμα καὶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως. Ἐκφράζων τὰς ἀντιλήψεις μου ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους, νομίζω ὅτι συντελῶ εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Ὁ κ. Λαγοπάτης προσεπάθησε διὰ τῶν τριῶν ἐπιχειρημάτων του νὰ μὲ πείσῃ, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσεν. Ἡ ἱστορικὴ ἐξέλιξις τοῦ νόμου «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» μοῦ παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω ὅτι αἱ ἀντιλήψεις μου εἶναι ἑδραῖαι. Δὲν πρόκειται περὶ ξηρᾶς δικονομικῆς διατυπώσεως, ἀλλὰ περὶ διατάξεως ἐχούσης καὶ οὐσιαστικὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουν οἱ γράψαντες περὶ τοῦ θέματος συγγραφεῖς.
§135Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει παρεξήγησις. Δὲν πρόκειται περὶ νόμου, ἀλλὰ περὶ Κανονισμοῦ Βουλῆς. Πρόκειται περὶ μιᾶς παρεμβολῆς τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς, ἥτις μετὰ τοῦ Βασιλέως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσηγῆται εἰς ἔργα ἀποτελοῦντα τὴν αὐτονομίαν τῆς Βουλῆς. Τὸ λέγει καὶ ἡ Ἐπιτροπή. «Μέρος τρίτον. Διαδικασία ἐνώπιον τῆς Βουλῆς» (ἀναγινώσκει): «Πάντα τὰ ἐν τῷ κεφαλαίῳ τούτῳ ἀναφερόμενα δὲν εἶναι νόμος ποινικός, ἀλλὰ πολιτικὸς ἢ μᾶλλον πολιτειακός, νόμος τῆς Βουλῆς». Ἑπομένως αὐτὰ μὴ τὰ συζητεῖτε, ὡς ἔχοντα σχέσιν περὶ τοῦ δυνατοῦ τοῦ ἀπαραδέκτου τῆς κατηγορίας δυνάμει τύπων, ἢ ὄχι. Καὶ τὰ ἄρθρα ταῦτα λέγουσιν ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ὅτι δὲν εἶναι παραδεκτὴ μία πρότασις, διότι δὲν περιέχει τὰ στοιχεῖα οὕτω διατυπουμένη, ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτει ἢ ἀποδέχεται ταύτην. Τὸ Δικαστήριον θὰ κρίνῃ ἐπὶ τῆς γενικῆς γραμμῆς καὶ θὰ ζητήσῃ στοιχεῖα ἀπὸ τὴν Ἀνακριτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία παρακολουθεῖ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρονικὴν περίοδον· λέγει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον ὅτι ἂν ἡ Βουλὴ θεωρήσῃ ὅτι ἡ πρότασις περὶ παραπομπῆς εἶναι ἐπείγουσα, δύναται ἀπ’ εὐθείας ἀμέσως νὰ τὴν κηρύξῃ ἐπείγουσαν καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Τοῦτο γίνεται καὶ τώρα.
§136Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀπορῶ πῶς ἐμμένετε εἰς αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις. Ὁ νόμος, περὶ τοῦ ὁποίου συζητεῖτε, ἐγένετο κατόπιν ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθορίζει τὴν εὐθύνην τῶν Ὑπουργῶν, καὶ προσθέτει ὅτι τὰ τῆς διαδικασίας θὰ κανονίσῃ εἰδικὸς νόμος. Συνεπείᾳ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Συντάγματος ἐγένετο ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος καθορίζει τὴν διαδικασίαν, τὰς διατυπώσεις τὰς δικονομικὰς τῆς εἰσαγωγῆς τῆς κατηγορίας τῶν Ὑπουργῶν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, κύριε συνάδελφε, ὅτι δύναται ἡ Βουλή, παραβλέπουσα τὸν νόμον, νὰ ἀποφασίσῃ παρὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ, δὲν τὸ συμμερίζομαι.
§137Γ. ΠΩΠ. Δὲν λέγω τοῦτο. Ὑπάρχει Σύνταγμα ἐν Ἑλλάδι, τὸ ὁποῖον ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ σέβεται. Εἶναι πιθανὸν Ὑπουργὸς ἢ ἐν μέλος τῆς Βουλῆς, ἐκ παρεξηγήσεως τοῦ Συντάγματος, νὰ εἰσηγηθῇ μίαν πρότασιν ἀντικειμένην εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἀπαράδεκτος, ἀπορρίπτεται ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὸ Σύνταγμα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ ἀπαραδέκτου ἀπὸ δικαιώματος Βουλῆς· δὲν εἶναι ἔννοια ἀπαραδέκτου ἀπὸ δικονομικῆς καὶ δικαστικῆς ἀπόψεως.
§138Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Μία πρότασις, κύριε συνάδελφε ἐκ Ψαρρῶν δύναται νὰ ἀπορριφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἀντισυνταγματική. Ἀλλ’ ἕνας νόμος δὲν δύναται νὰ ἀπορριφθῇ ὡς ἀντισυνταγματικός. Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὸν ἀκυρώσῃ ὡς ἀντισυνταγματικόν, ἀλλὰ διὰ νέου νόμου.
§139Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ δὲν συζητεῖται νόμος.
§140Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 12, πρέπει νὰ δοθῇ μεγαλυτέρα προθεσμία.
§141Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 13.
§142Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τοῦτο παρέχει ἐπιχείρημα εἰς ἐμέ, διότι λέγει εἰς τὸ τέλος ὅτι «δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς κατηγορουμένους νὰ ἀπολογηθοῦν». Ἐπιτρέπεται μάλιστα καὶ ἔγγραφος ἀπολογία.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπομνήσω τὸ ἄρθρον 12 τοῦ σχετικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει):
§144Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπιμένω εἰς τὴν προαναπτυχθεῖσαν γνώμην μου, διότι κατὰ τὸ γράμμα αὐτὸ καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἡ συζήτησις πρέπει νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα, ἀφοῦ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§145Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος βουλευτὴς πλανᾶται, διότι νομίζει ὅτι ἐχρειάζετο χθὲς τὸ βράδυ νὰ κηρύξωμεν τὴν συζήτησιν κατεπείγουσαν, ὅπως ἔγινε. Δὲν ἐχρειάζετο τὸ πρᾶγμα. Ἅμα διαβάσητε τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ἄρθρον 12 λέγει, ὅτι πρότασις ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτή. Τίποτε λοιπὸν δὲν ἀποφασίζει ἡ Βουλή· τὸ Προεδρεῖον φροντίζει νὰ ἐκτυπωθῇ καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἔγινεν αὐτὸ χθές, ναὶ ἢ ὄχι; Δηλαδὴ ὑπεβλήθη πρότασις, τὴν ἀνέγνωσε τὸ Προεδρεῖον, διέταξε τὴν ἐκτύπωσιν καὶ μετὰ τὴν ἐκτύπωσιν τὴν ἀνέγραψεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν διὰ σήμερον; Ὁ μόνος περιορισμὸς τοῦ ἄρθρου 12 εἶναι ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν ἐγγράψῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μετὰ 11 ἡμέρας· ὤφειλε νὰ τὴν ἐγγράψῃ ἐντὸς 8 ἡμερῶν, διότι μία τοιαύτη κατηγορία ἐνδιαφέρει τόσον πολὺ τὴν Δημοσίαν Γνώμην, ὥστε δὲν πρέπει νὰ μείνῃ πολὺν καιρὸν ἐκκρεμής. Ἠξίωσε τὸ ἄρθρον 12 ὅπως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἡ ἐγγραφὴ γίνῃ ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Σᾶς ἐρωτῶ: Ὁ κ. Πρόεδρος, συμμορφούμενος μὲ τὸ ἄρθρον 12, τὴν ἀνέγραψεν ἐντὸς 8 ἡμερῶν; Ἡ πρότασις δὲν ἐνεγράφη τελευταία ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ὁπότε ἔπρεπε σήμερον νὰ ζητήσωμεν νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα· εἶναι ἐγγεγραμμένη πρώτη, τί σᾶς λείπει; Δὲν εἶναι ἀπαίτησις. Εἶναι σχῆμα λόγου.
§146Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κάτι λείπει. Σήμερον ἐνεγράφη καὶ σήμερον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ τὴν κηρύξῃ κατεπείγουσαν καὶ νὰ ὁρίσῃ ἡμέραν πρὸς συζήτησιν.
§147Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐρωτῶ νὰ μοῦ εἴπητε, ἀφοῦ εἶναι ἐγγεγραμμένη πρώτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, τί τὸ θέλετε τὸ κατεπεῖγον; Ἐὰν θέλετε νὰ τὴν κηρύξωμεν κατεπείγουσαν, ἐγκαταλείψατε τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐρωτήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τὴν Βουλὴν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ σᾶς κάμωμεν καὶ αὐτὴν τὴν χάριν. (Χειροκροτήματα).
§148Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔπρεπε νὰ μεσολαβήσῃ μία ἡμέρα.
§149Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διατί; Χθὲς ὑπεβλήθη ἡ πρότασις, ἀνεγνώσθη καὶ ὁ κ. Πρόεδρος ἐφρόντισε νὰ ἐκτυπωθῇ καὶ νὰ ἀναγραφῇ πρώτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἐρωτῶ: Ὅταν μία πρότασις ὑποβληθῇ σήμερον, ἐμποδίζει τίποτε νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς αὔριον; Λοιπὸν ἀφοῦ ἡ πρότασις εὑρίσκεται ἐγγεγραμμένη, καὶ μάλιστα πρώτη, τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ τὴν συζητήσωμεν κατὰ τὸν νόμον;
§150Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Πρέπει κατὰ τὸν νόμον νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν σειράν της.
§151Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐντὸς 8 ἡμερῶν λέγει ὁ Κανονισμός.
§152Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει ὅτι ἀναγράφεται εἰς τὴν σειράν της.
§153Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι. Προσέξατε τί λέγει (ἀναγινώσκει): «Ἐντὸς δὲ 8 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς εἰς τὸ Προεδρεῖον καταθέσεως ἀναγράφεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν»—δὲν λέγει κατὰ τὴν σειράν της—«καὶ συζητεῖται κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἀναγραφῆς». Ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἡ σειρὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως κανονίζεται ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀναγνωρίσατε, κύριε βουλευτά, ὅτι πλανᾶσθε· εἶναι ἀνθρώπινον ἄλλως τε.
§154Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, σέβομαι τὰς ἀντιλήψεις σας.
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εὐχαριστῶ πολύ. Ἀλλὰ μὴ ἐπιμένετε, διότι θὰ παύσω ἐγὼ νὰ σέβωμαι τὰς ἰδικάς σας.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§157Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ νόμος «περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν» διὰ τοῦ ἄρθρου 12 κανονίζει τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς προθεσμίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ, τάσσει δὲ ὀκταήμερον ταύτην, καὶ τοῦτο διότι, προκειμένου περὶ κατηγορίας ἀποδιδομένης εἰς πολιτικὰ πρόσωπα τῆς σημασίας τῶν κατηγορουμένων, δὲν πρέπει νὰ μένῃ ἡ κατηγορία, χάριν τῆς δημοσίας συνειδήσεως, ἐκκρεμής. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι τάσσει τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν 8 ἡμερῶν, δὲν ἕπεται ὅτι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ κανονίζων κατὰ τίνα τρόπον συζητοῦνται αἱ προτάσεις, ὅτι αὐτὸς καταλύεται. Τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὁρίζει ὅτι πᾶσα πρότασις συζητεῖται ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τοὐλάχιστον 24 ὥρας μετὰ τὴν διανομήν. Περὶ τούτου πρόκειται. Ἀλλὰ ἐλπίζω νὰ συμφωνήσωμεν. Ἠδύνατο τὸ πρᾶγμα ὀρθότερον νὰ γίνῃ οὕτω. Ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν δευτέραν συνεδρίασιν μετὰ τὰς 12, δύναται νὰ γίνῃ εἰς τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ἡ συζήτησις, ὁπότε καταλήγομεν εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα, διότι συζητοῦντες τὴν πρότασιν μετὰ τὸ μεσονύκτιον, συζητοῦμεν αὐτὴν ἐν ἑτέρᾳ συνεδριάσει.
§158Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ σκοπὸς εἶναι ἐντελῶς δικονομικός.
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κύριοι βουλευταί, νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι παραπέμποντες τὴν Κυβέρνησιν τοῦ κ. Σκουλούδη, ὀφείλομεν νὰ μὴ συμπαραπέμψωμεν εἰς τὸ Δικαστήριον τὸν συμπολίτην μου κ. Μιχελιδάκην. Ἔχω ἀληθῶς πεποίθησιν ὅτι ὁ κ. Μιχελιδάκης δὲν εὐθύνεται δι’ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔγιναν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδὲ καὶ γνῶσιν κἂν τῶν γενομένων ἀκριβῆ εἶχε, θὰ προσθέσω δὲ ἀκόμη μὲ ὅλην τὴν προσωπικὴν τιμὴν τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς πολιτικούς μου ἀντιπάλους, ὅτι δὲν εἶχεν καὶ συνείδησιν ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐγίνοντο. Λοιπὸν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ στείλωμεν εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον τὸν κ. Μιχελιδάκην, ὁ ὁποῖος πραγματικῶς καὶ οὐσιαστικῶς δὲν φέρει καμμίαν εὐθύνην διὰ τὰ γενόμενα.
§160Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς τὸν ἀθωώσῃ τὸ Δικαστήριον.
§161Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ συνάδελφοί μου παρατηροῦν ὅτι αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ὡς συνέπεια τῆς ἐξετάσεως, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ὑποβάλλων τὴν γνώμην αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν, νὰ ζητήσω ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ γνώμη αὕτη μετὰ τὸ πόρισμα τῆς Ἐπιτροπῆς.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν «περὶ καταρτισμοῦ Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς διὰ τὴν παραπομπὴν τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη» ψηφίζουσιν εἰς τὸ «Ναί» οἱ μὴ παραδεχόμενοι ψηφίζουσιν εἰς τὸ «Ὄχι». Διὰ νὰ μὴ γίνωσι δύο ψηφοφορίαι θὰ τεθῇ καὶ δευτέρα κάλπη διὰ τὴν ψηφοφορίαν «περὶ παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Λάμπρου», διὰ νὰ γίνῃ συγχρόνως ἡ ψηφοφορία.
§163Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἂν θέλῃ νὰ λάβῃ κανεὶς τὸν λόγον ἐπὶ τῆς δευτέρας προτάσεως τῆς παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Λάμπρου, διότι διὰ τὴν Κυβέρνησιν Σκουλούδη ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τις τὸν λόγον ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κ.κ. Θ. Γοῦσκος καὶ Δ. Χρυσοστάλης. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Διενεργεῖται ἡ διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία, παρισταμένων ὡς ψηφολεκτῶν τῶν κ.κ. Θ. Γούσκου καὶ Δ. Χρυσοστάλη, τοῦ κ. Γραμματέως ἐκφωνοῦντος τὰ ὀνόματα τῶν κ.κ. βουλευτῶν κατὰ περιφερείας).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει): Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 143. Διὰ τὴν Κυβέρνησιν Σκουλούδη: Εἶπον «Ναὶ» 133 καὶ εἶπον «Ὄχι» 10. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς «περὶ παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Σκουλούδη». Διὰ τὴν Κυβέρνησιν Λάμπρου: Εἶπον «Ναὶ» 135 καὶ εἶπον «Ὄχι» 8. Ἑπομένως ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Ἐπιτροπῆς «περὶ παραπομπῆς τῆς Κυβερνήσεως Λάμπρου διὰ ψήφων 135».
§167ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔτη τὴν 12.30′ μ.μ. αὔριον. (Ὥρα 12.10′ π.μ.).