1917.08.12
5,455 rows · 44,389 words · 359 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20Η
ΣΑΒΒΑΤΟΝ 12 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 5.40′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: —Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἐργατικοῦ Κέντρου Λέσβου Τιμόθεος Παπαδόπουλος παρακαλεῖ ὅπως ληφθῶσι σύντονα μέτρα πρὸς τροφοδοσίαν τοῦ Λεσβιακοῦ λαοῦ καὶ ἰδίως ὅπως ἀποσταλῇ ἄρτος καὶ οὕτω προληφθῆ ἡ ἐξάντλησις τοῦ λαοῦ. —Οἱ ἔφεδροι λοχαγοὶ Ἰ. Πατσηρᾶς καὶ Γρ. Παπαγεωργίου ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα περὶ καθορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τῶν ἐφέδρων λοχαγῶν ἐν τῷ Στρατεύματι. —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Κυρακιατᾶς Κερκύρας Λ. Μιτίλης παρακαλεῖ ὅπως ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Σχολείων. —Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Βασ. Πανταλέων, ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν κινηματογραφικῶν παραστάσεων, παρακαλεῖ ὅπως μειωθῇ τὸ μίσθωμα λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπέστη μεγάλας ζημίας. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰ. Βαλαλᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως, καταργήσεως καὶ ἑρμηνείας διατάξεων τοῦ 728 νόμου τῆς 15 Ἰουλίου 1916». —Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ προσωρινῆς ἀπολύσεως τῶν καταδίκων ἐκ τῶν φυλακῶν». —Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ προκαταβολῶν εἰς ἐπίτακτα πλωτὰ μέσα εἰς κατεπειγούσας περιστάσεις»· καὶ 2) «Περὶ ἐξακριβώσεως καὶ ἀναγνωρίσεως ἀπαιτήσεως ὑπὲρ διαφόρων δικαιούχων, τῶν ὁποίων ἡ πληρωμὴ καθυστερεῖται ὑπὸ τοῦ διαλυθέντος Δʹ Σώματος Στρατοῦ, ἕνεκα τῆς ἀπωλείας τῶν δικαιολογητικῶν ἐγγράφων των». —Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ τῆς ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδόσεως Νομοθετικῶν Διαταγμάτων». —Ὡσαύτως σχέδιον νόμου «περὶ καταργήσεως ἢ ἐπεκτάσεως τῶν Διαταγμάτων τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως». —Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1917 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ συστάσεως καὶ ἑτέρας αὐτοτελοῦς Ἀστυνομικῆς Διευθύνσεως ἐν τῷ αὐτῷ νομῷ». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Ἰουλίου 1917 Νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος «περὶ ἀναθέσεως τῶν καθηκόντων Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς εἰς συνταγματάρχην ἄλλου Σώματος». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 6 Ἰουλίου 1917 «περὶ μεταθέσεως ἀξιωματικῶν τῆς Χωροφυλακῆς». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος τῆς 14 Ἰουνίου 1918 «περὶ καταργήσεως κλπ. ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου ΓΡΞΕʹ «περὶ Ἀστυνομίας τοῦ Κράτους». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Ἰουνίου 1917 Νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος «περὶ ἀπαγορεύσεως κατοχῆς ἐντὸς οἰκιῶν κλπ. πολεμικῶν πυροβόλων ὅπλων κλπ.». 6) «Περὶ ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως ἐκτάσεως ὑπὲρ τοῦ νοσοκομείου «Γεωργίου Σταύρου καὶ Γεωργίου Φούγκ». Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα ἅπαντα τὰ ἀνωτέρω νομοσχέδια.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ ἀναβληθοῦν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
— Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. Λόγον. — Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§7Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν θὰ ἐξετάσω ἐγὼ τὸ ζήτημα τοῦ συνταγματικοῦ ἢ ἀντισυνταγματικοῦ τῆς Βουλῆς, τοῦ νομίμου ἢ ἀνόμου αὐτῆς. Διότι ἡ περὶ τούτου συζήτησις μοῦ ἐνθυμίζει ἕνα ἱστορικὸν γεγονός, τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγένετο ἐπὶ τοῦ δόγματος τοῦ ἀλαθήτου τοῦ Πάπα. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Γραφῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συγγραμμάτων τῶν Πατέρων, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐκκλησιαστικῶν παραδόσεων ἀπεδείχθη ὅτι τὸ ἀλάθητον τοῦ Πάπα δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὅτι τὸ ἀλάθητον τοῦ Πάπα ἀνεκηρύχθη, οἱ δὲ σοφοὶ οἱ ὁποῖοι ἀπεπειράθησαν νὰ τὸ ἀποδείξουν ἀστήρικτον ἀνεκηρύχθησαν αἱρετικοὶ καὶ παραμένουσι τοιοῦτοι. Ἑπομένως δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα αὐτό. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς πραγματικῆς καταστάσεως. Ἄλλως τε ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι πραγματική, ἐπιβληθεῖσα ἡμῖν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι, ὁσάκις συνεμάχησαν καὶ ἐνεφανίσθησαν καὶ ἄλλοτε ὡς σύμμαχοι, πάντοτε πρὸς τὸ καλὸν τῆς Ἑλλάδος ἐνεφανίσθησαν. Δὲν θὰ λησμονήσωμεν ὅτι αἱ τρεῖς Μεγάλαι Σύμμαχοι Δυνάμεις κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς παρελθούσης ἑκατονταετηρίδος, αὐταὶ καὶ διὰ τοῦ αἵματός των καὶ διὰ τῶν τηλεβόλων των ἀνεκήρυξαν τὴν Ἑλληνικὴν ἀνεξαρτησίαν. Ἀνεγνώρισαν τὰς θυσίας τὰς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔκαμεν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ πρῶται αὐταὶ ἔσπευσαν νὰ τὰς ἐπισφραγίσωσι διὰ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ἀδιαφοροῦντες ἡμεῖς διὰ τὰ αἴτια καὶ τὰ συμφέροντα, ἂς προσέξωμεν τὸ ἀποτέλεσμα καὶ μόνον. Ἡνωμέναι καὶ ὡς σύμμαχοι ἐμφανίζονται καὶ αὐτὴν τὴν φοράν, θέλουσαι νὰ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὰ ἐσωτερικά μας. Μετ’ εὐγνωμοσύνης ἀποβλέπει πρὸς αὐτὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι οὐδέποτε εἶδεν εἰς τὸ παρελθὸν ἐκ τῶν συμμάχων αὐτῶν κακόν τι ἢ δυσμενὲς διὰ τὴν Ἑλλάδα. Αἱ Δυνάμεις ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀκριβῶς ἐρχόμεναι ἐν Ἑλλάδι, βεβαίως δὲν ἦλθον ὡς νικήτριαι, διότι διὰ νὰ εἶναί τις νικητὴς πρέπει νὰ ἔχῃ ἐχθρὸν ἀπέναντί του. Καὶ ποῖος εἶναι ἐχθρὸς τῶν Δυνάμεων ἐν Ἑλλάδι, ἀφοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τοιαῦτα αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης τρέφει πρὸς αὐτάς; Ἑπομένως τὸ καθεστὼς τὸ ἐπιβληθὲν παρ’ αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι δὲν δύναται ἢ νὰ γίνῃ σεβαστὸν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἑπομένως οὐδεμία ἐπανάστασις ἐπεβλήθη ἢ ἐπεκράτησε· μόνον αἱ Δυνάμεις ἐπεβλήθησαν, τὸ δὲ καθεστὼς τῶν Δυνάμεων εἴμεθα ὑποχρεωμένοι καὶ λόγῳ εὐγνωμοσύνης πρὸς αὐτὰς καὶ λόγῳ πεποιθήσεως ὅτι τὸ καλόν μας θέλουσι, νὰ τὸ ἀποδεχθῶμεν ὡς καὶ τὸ ἀπεδέχθημεν. Ἀλλὰ εἶναι ἀνάγκη ἱστορικῶς νὰ ἐξετάσωμεν μερικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς βοηθήσουν εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ πῶς ἐξειλίχθη ἡ κατάστασις εἰς τὴν σημερινὴν τοιαύτην. Λυποῦμαι πολὺ διότι λείπει ὁ κ. Βελλιανίτης· ὑπάρχει εὐτυχῶς ὁ κ. Καραπαναγιώτης, διότι δὲν θὰ ἀνατρέξω μὲν εἰς γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι σύγχρονα, ἀλλὰ θὰ ἀνατρέξω εἰς γεγονότα πολὺ ὀλίγον ἀπέχοντα ἡμῶν. Ἐὰν ἀνατρέξω εἰς γεγονότα τῆς Ἀντιβασιλείας τοῦ Ὄθωνος, οἱ κύριοι συνάδελφοι θὰ μὲ βοηθήσουν. Ἀπὸ τὸ 1897, ὅτε ἐγένετο ὁ πρῶτος πόλεμος, βλέπομεν ὅτι ἐν Ἀνατολῇ ἡ Δύναμις ἐκείνη ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ καὶ τῆς ὁποίας ὁ λόγος κυριαρχεῖ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία κατὰ πρῶτον ἐμφανίζεται ζητοῦσα ἐπιρροὴν ἐν Ἀνατολῇ, ἡ Γερμανία. Κατὰ τὸ 1897, ὅτε ὁ ἐχθρὸς ἔφθασε μέχρι Λαμίας καὶ ὅταν ἡ Ρωσσία, εὐεργετοῦσε καὶ πάλιν τὴν Ἑλλάδα, τὸν ἐσταμάτησε, βλέπομεν ὅτι κατὰ τὴν ἐπακολουθήσασαν τότε συμφωνίαν μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας ἐπέτυχεν ἡ Γερμανία νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν Ἔλεγχον, αἱ δὲ ἄλλαι Δυνάμεις τὸν ἐδέχθησαν, ἀδιάφορον διατί. Μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 ἡ Ἑλλὰς βλέπει ἑαυτὴν τελείως ἀπομεμονωμένην, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἐπίσης εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετάσωμεν, αἰσθάνεται ὅτι εἶναι ἀπομεμονωμένη, διότι ἡ Ρωσσία ὑποστηρίζει διαρκῶς τὴν Βουλγαρίαν, διαβλέπει ὅτι ἡ Ἀγγλία ἀποτείνεται πρὸς τὴν Βουλγαρίαν καὶ ἀρχίζει ἡ ἐμφάνισις ἡ φιλοβουλγαρικὴ τοῦ ἐν Σόφιᾳ ἀνταποκριτοῦ τοῦ «Χρόνου» τοῦ Λονδίνου καὶ ἡ παράλληλος τοῦ Βαλκανικοῦ κομιτάτου, ἡ δὲ Γαλλία ὅτι εἶναι ἀπησχολημένη μὲ τὰ μεγάλα της ἐσωτερικὰ ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡ διάδοσις δὲν δύναται ἢ νὰ ἐπιφέρῃ τὸ καλὸν τῆς ἀνθρωπότητος, διότι πάντοτε ἀπὸ τοῦ Ἔθνους ἐκείνου ἐβγῆκαν αἱ μεγάλαι καὶ ὡραῖαι ἰδέαι, ἀδιαφορεῖ διὰ τὴν Ἀνατολήν, καὶ αὐτὴν τὴν προστασίαν τῶν Καθολικῶν, τὴν ὁποίαν πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εἶχε, καὶ αὐτὴν ἐγκαταλίπει. Ἑπομένως εὑρέθη ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897 εἰς σημεῖον ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀποταθῇ εἰς οὐδένα προστάτην, διότι, ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁποῖα αἱ Μεγάλαι αὐταὶ Δυνάμεις τῇ ἔδωκαν, ἐφαίνετο ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτο προωρισμένη νὰ σταματήσῃ, μὴ ἔχουσα μάλιστα οὐδένα προστάτην ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰ ἰδανικά της. Τοῦτο ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν ἀείμνηστον ἀρχηγόν μου Θεοτόκην νὰ στρέψῃ τὰ βλέμματά του ἀλλαχοῦ, ἐκεῖ ἔνθα ἡ ἐπιρροὴ ἤρχιζεν. Κατήρξατο διὰ πράξεως κυρίως Βαλκανικῆς σημασίας, προσπαθήσας νὰ ἐπιτύχῃ συνεννόησιν μετὰ τοῦ μόνου λατινικοῦ Κράτους ἐν Ἀνατολῇ, τοῦ μόνου μὴ σλαυϊκοῦ, τῆς Ρουμανίας. Ἐγένετο ἡ συνέντευξις τῆς Ἀμπατζίας. Μετέβη ἐκεῖ, ἐπὶ Αὐστριακοῦ ἐδάφους, ἐπιβαίνων Ἑλληνικοῦ θωρηκτοῦ σκάφους ὁ ἀποθανὼν Βασιλεὺς Γεώργιος καὶ συνηντήθη μετὰ τοῦ Καρόλου τῆς Ρουμανίας καὶ ἐτέθησαν αἱ βάσεις τῆς πρώτης Βαλκανικῆς Συνεννοήσεως ὑπὸ τὴν αἰγῖδα τοῦ Παγγερμανισμοῦ, ἐπηκολούθησαν δὲ γεγονότα ἔχοντα σκοπὸν τὴν ἐξασφάλισιν τῶν σχέσεων Ἑλλάδος καὶ Ρουμανίας. Κατῆλθον εἰς Ἑλλάδα οἱ Ρουμάνοι φοιτηταί, ἀλλὰ παραδόξως, προκειμένου νὰ ἀνταποδοθῇ ἡ ἐπίσκεψις αὕτη παρὰ τῶν Ἑλλήνων φοιτητῶν, ἤρξατο ἐν Ρουμανίᾳ διωγμὸς κατὰ παντὸς Ἑλληνικοῦ. Τί ἐμεσολάβησεν ὥστε τὰ αἰσθήματα τῆς ἀγάπης καὶ συμφωνίας, ἅτινα ἔδει νὰ ὑπάρχωσι πάντοτε μεταξὺ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ δὴ ἡμῶν καὶ τῆς Ρουμανίας, νὰ μετατραπῶσιν εἰς ἐχθρικά; Τί ἐμεσολάβησε μεταξὺ ἀδελφῶν λαῶν — καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονηθῇ ὅτι ἡ πρώτη μάχη τῆς Ἐπαναστάσεως ἐγένετο ἐν Δραγατσανίῳ τῆς Ρουμανίας — ὥστε νὰ ἐπέλθῃ τοσαύτη ψυχρότης; Τοῦτο οὐδεὶς γνωρίζει. Τὸ συμπέρασμα ὅμως εἶναι ὅτι ἐστάθη ἀδύνατος πλέον ἡ συνεννόησις. Ἐξηκολούθησεν ἔκτοτε ροπὴ πρὸς τὴν Γερμανίαν, ἐπιταθεῖσα κυρίως καὶ διὰ τῆς μεταβάσεως ἐκεῖ πολλῶν σπουδαστῶν καὶ ἐπῆλθε ρεῦμα εὐμενείας, ὄχι βέβαια ἀνάλογον πρὸς τὸ πρὸς τὴν Γαλλίαν, ὅπου ἐτρέχομεν καὶ ἐσπουδάζομεν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σημαντικὸν καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἡ πολιτικὴ τοῦ ἀειμνήστου Θεοτόκη ἦτο πολιτικὴ προσεγγίσεως πρὸς τὸ Κράτος ἐκεῖνο. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αὐτὸ ἐπεδίωξεν ὁ μακαρίτης Θεοτόκης, ἀλλὰ τὸ ἐπεδίωξεν ἐξ ἀνάγκης, διότι ἦτο τελείως ἀπομεμονωμένος ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἐπηκολούθησαν κατόπιν οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι, τὸ γεγονὸς δὲ αὐτὸ τῆς εὐμενείας δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐπιταθῇ, διότι εἴδομεν ἀκριβῶς ὅτι ἡ Γερμανία μετὰ τῆς Γαλλίας μᾶς ἐπροστάτευσαν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Καβάλλας. Ὅταν λοιπὸν ἦλθε τὸ ζήτημα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ὑπῆρχε πάντοτε τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Ἀντάντ, ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ εὐμένειά τις πρὸς τὴν Γερμανίαν. Ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ ποιήσωμαι τὴν εἰσαγωγὴν αὐτὴν ἵνα δικαιολογήσω τὰ πραγματικὰ περιστατικά, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν νὰ στηριχθῇ μία κατάστασις. Τὸ συμπλήρωμα τῆς καταστάσεως αὐτῆς μᾶς ἐμφανίζεται ἀκριβῶς ἐν τῇ Ἐπαναστάσει τοῦ 1909. Εἶναι δύο διάφορα γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι τελείως ἀλληλένδετα καὶ ἀκριβῶς συνετέλεσαν ὥστε νὰ ἔλθῃ ἡ κατάστασις, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα καὶ τῆς ὁποίας ζητοῦμεν τὴν διαλεύκανσιν. Εἰς τὰ 1909 ἐθεωρήθη ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν διῳκεῖτο καλῶς. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἓν ἐκ τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα ἔχει εἷς λαὸς φιλοπρόοδος ὡς ὁ Ἑλληνικός, εἶναι ἀκριβῶς ἡ μὴ προσοχὴ εἰς τὸ παρόν, ἀλλ’ ἡ ἐπιζήτησις τοῦ καλυτέρου μέλλοντος. Οὐδεὶς ἠθέλησέ ποτε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰς καταπληκτικὰς προόδους τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Οὐδεὶς ἠθέλησέ ποτε νὰ ἀναγνωρίσῃ — διότι ἀπέβλεπε πάντοτε εἰς τὸ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ κάτι τι καλύτερον — ὅτι ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἑκατονταετοῦς ἀνεξαρτησίας της εἰργάσθη ὑπερανθρώπως καὶ παρουσιάζει εἰκόνα ἑνὸς Κράτους ποὺ εἶναι ζήτημα ἐὰν ἄλλα Κράτη, ἔχοντα τὸν αὐτὸν ἀνεξάρτητον βίον, δύνανται νὰ παρουσιάσωσιν. Τὸ ἐμπόριόν της, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ ἄλλα Βαλκανικὰ Κράτη, εἶναι ἐμπόριον τεράστιον.
§8Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Οὐδεὶς παρεῖδε τὸ φιλοπρόοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν ὅλοι ἦτο ἡ κλασσικὴ ἀνικανότης τῶν διοικούντων.
§9Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντίφασις. Ἢ ὁ λαὸς προώδευεν, ὁπότε διῳκεῖτο καλῶς, ἢ δὲν προώδευε καὶ ἐπιμένως δὲν διῳκεῖτο καλῶς. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ ρίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν στατιστικῶν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ Βουλγαρία ἐπὶ πληθυσμοῦ διπλασίου ἀπὸ τὸν τῆς Ἑλλάδος ἔχει ἐμπόριον εἰσαγωγικὸν σχεδὸν τὸ ἥμισυ τῆς Ἑλλάδος, ἡ δὲ Σερβία τὸ τρίτον. Καὶ ἐρωτᾶται: Αὐτὸς ὁ λαὸς ὁ ὁποῖος ἔχει τοιαύτας στατιστικάς, ὁ ὁποῖος ἔχει τοιαύτας προόδους, εἶναι λαὸς ὁ ὁποῖος δὲν εἰργάσθη, ὁ ὁποῖος δὲν προώδευσεν; Εἶναι λαὸς ὁ ὁποῖος δὲν εἰργάσθη καλῶς; Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὸ φιλοπρόοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ ἐπιδιώκῃ πάντοτε τὰ βελτίω, νὰ μὴ εἶναι ποτὲ εὐχαριστημένος ἀπὸ τὸ καθεστώς, εἶναι στοιχεῖον προόδου, εἶναι στοιχεῖον τὸ ὁποῖον, ἐφ’ ὅσον ἔχει κάτι τι τὸ ἐλαττωματικόν, ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ θεραπεύσωμεν. Ἑπομένως, ὅταν εἰς τὰ 1909 ἐθεωρήθη ὅτι τὸ Κράτος δὲν διῳκεῖτο καλῶς, τί ἐπεζητήθη πρὸς βελτίωσίν του; Παρ’ ὅλων ἐφέρετο μία λέξις: ἡ συναλλαγή. Ὅτι ἔπρεπε νὰ παταχθῇ ἡ συναλλαγή, καὶ ἐθεωρήθη ὅτι ἡ συναλλαγὴ θὰ ἠδύνατο νὰ παταχθῇ ἐὰν ἡ διοίκησις ἔφευγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας τῶν ὑπευθύνων καὶ μετέβαινεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἀνευθύνων, Ἡ πολιτικὴ συναλλαγή, τὴν ὁποίαν ἤρχισαν οἱ πολιτευόμενοι, ἔφυγεν ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν, ἵνα μεταβῇ εἰς χεῖρας ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐξήσκησαν τὴν χειροτέραν τῶν συναλλαγῶν, τὴν κοινωνικήν. Ἐν τούτοις αὐτὸ ἐθεωρήθη τὸ ὡς ἄκρον ἰδεολογικὸν τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ἐπεβλήθη. Καὶ τί εἴχαμεν ὡς ἀποτέλεσμα; Μικρὸν κατὰ μικρὸν ἡ διοίκησις ὁλόκληρος τοῦ Κράτους περιῆλθεν εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὑπαλλήλων. Οἱ ὑπάλληλοι, ἀναλόγως τῶν δεσμῶν των, ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν των ἢ ἀναλόγως μὲ τὸ κέφι των, ἐνήργουν τὰ τῆς διοικήσεως, ὅταν δὲ ἔφθασε μία στιγμὴ καθ’ ἣν ἡ διοίκησις τῶν ὑπαλλήλων ἔφθασε νὰ μεταβληθῇ εἰς Κυβέρνησιν, ἔρριψε καὶ τὸ προσωπεῖον ἀκόμη καὶ εἴδομεν εἰς τὰς κρισιμωτέρας περιστάσεις τῆς Πατρίδος Κυβερνήσεις ἐξ ὑπαλλήλων πραγματικὰς καὶ ὄχι ἀποκρύφους, ὡς ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι κατηγοροῦντο ὅτι ὑπῆρχον. Τοῦτο ἐγένετο ἐπὶ σειράν ὁλοκλήρων ἐτῶν, τελευταίως δὲ κατεδείχθη, διότι αἱ περιπλοκαὶ τοῦ Κράτους ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἀναφανῶσι τὰ ἐλαττώματα αὐτά. Προσέξατε ὅτι ἀκριβῶς τὸ ἐλάττωμα τοῦτο τὸ διεῖπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πρώτη πρᾶξις αὐτοῦ, μόλις ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἦτο νὰ καταργήσῃ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, οἱ ὁποῖαι ἔδιδον τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Εἰς ἐμέ, ἀφ’ ὑψηλοῦ βλέποντα τὰ πράγματα, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δώσω ἄλλην ἐξήγησιν παρὰ μόνον αὐτήν. Ὥστε ἡ Ἐπανάστασις ἀπὸ τοῦ 1909, ἡ ὁποία καθώρισε τὸ καθεστὼς αὐτό, διέπραξε λάθος, καὶ εἰς τὴν πολιτικήν, Κύριοι, τὸ λάθος εἶναι μεγαλύτερον ἀπὸ ἔγκλημα. Καὶ ἦλθον τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ διὰ τὰ ὁποῖα κλαίομεν ὅλοι· ἴσως δὲν θέλετε νὰ μᾶς πιστεύσετε ὅτι καὶ ἡμεῖς κλαίομεν καὶ συμπάσχομεν διὰ τὰ ἐπελθόντα δεινά, ἀλλὰ εἶναι δικαίωμά σας νὰ μὴ μᾶς πιστεύετε, ὅπως εἶναι καὶ ἡμῶν δικαίωμα νὰ πάσχωμεν. Ὅταν λοιπὸν ἔχωμεν πρὸ ἡμῶν τὸ αὐτὸ καθεστώς, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὴν ἐξέλιξιν τῆς προηγουμένης πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἔδωσε τοιαῦτα ἀποτελέσματα εἰς τὸ Κράτος, ἐρωτᾶται: Σᾶς φαίνεται παράδοξον ὅτι ἐπῆλθε μία ἐξέλιξις, ἡ ὁποία μᾶς παρουσίασε τὸ περιεργότερον τῶν φαινομένων; Ἦτο φυσικὸν τὸ πρᾶγμα. Καὶ θὰ ἦτο περίεργον ἂν συνέβαινεν ἄλλως πως. Τὸ πρᾶγμα ὅμως, ὅπως συνέβη, ἐγένετο ἀφορμὴ παρεξηγήσεων καὶ ἐχαρακτηρίσθησαν ἑκατοντάδες προσώπων μὲ τὸ ὄνομα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς ἱστορίαν ὑπερτρισχιλίων ἐτῶν ὁλοκλήρου πολιτισμοῦ εἰς ἐφιάλτης ἔφερεν. Καὶ σήμερον νομίζει κανεὶς ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὁλόκληρος γέμει προδοτῶν· οἱ μὲν ἀποκαλοῦσι τοὺς δὲ προδότας. Ποῦ; Εἰς Ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὑπερτρισχιλιετῆ ἱστορίαν καὶ δὲν ἔχει εἰμὴ ἕνα προδότην. Δὲν πρόκειται περὶ λέξεων, δὲν πρόκειται περὶ στιγμιαίας ψυχικῆς ὁρμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς χρειάζεται μία ἔκφρασις καὶ τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν τὴν πετᾶμε χωρὶς νὰ ἀναλογισθῶμεν ὅτι ἡ ἱστορία μας δὲν ἔχει τέτοια ὄντα, ὅτι δὲν μᾶς τὸ ἐπιτρέπει ἡ ἱστορία νὰ μεταχειριζώμεθα τὴν λέξιν αὐτήν, διότι οὐδεὶς Ἕλλην εἶναι προδότης.
§10Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν τῆς 6ης Δεκεμβρίου τὰ εἴχατε πῇ αὐτά;
§11Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μὲ ἐκπλήσσει πῶς μὲ ἐρωτᾶτε σεῖς, ποὺ γνωριζόμεθα καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς. Φαίνεται ὅτι δὲν ἐδιαβάσατε τὴν «Αὐτοκρατορίαν» ποὺ ἔγραψα.
§12Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ ἀπαγορεύσητε τὰς διακοπάς, ἐὰν θέλωμεν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§13Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα πρὸ αὐτοῦ ἀκριβῶς τοῦ γεγονότος, ἐρχόμεθα ἀμέσως νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα ὑπερβολικοὶ κριταὶ γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εἶναι συγγνωστὰ ἐπὶ τῇ βάσει ἀκριβῶς τῆς ἐξελίξεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν. Ἀλλά, Κύριοι, χθὲς ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον θεωρίας περὶ τοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλλάδος. Αἱ θεωρίαι αὗται ἀφορῶσι βεβαίως τὸ μέλλον, δὲν ἀφορῶσι τὸ παρὸν καὶ ἀπορήσαμεν πῶς ἀπὸ χθὲς ἐξηγγέλθησαν, ὥστε νὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπαντήσωμεν. Δὲν πρόκειται περὶ ἀλλαγῆς τοῦ τίτλου τοῦ προσώπου. Μᾶς εἶναι τελείως ἀδιάφορον ἂν ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ Κράτους θὰ φορῇ ψηλὸ καπέλλο ἢ θὰ φορῇ καπέλλο μὲ πτερά. Πρόκειται περὶ τοῦ θεσμοῦ, πρόκειται περὶ τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, πρόκειται περὶ ἐκείνου ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς καὶ ὁ ὁποῖος θὰ ἐκπροσωπῇ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ. Καὶ περὶ τούτου, Κύριοι, δυστυχῶς δὲν ἔχει προνοήσει κανὲν πολίτευμα, διότι ἂν προενόουν δὲν θὰ ἐγίνετο ποτὲ ὁ ἀδελφοκτόνος πόλεμος μεταξὺ τῶν λαῶν, τοὺς ὁποίους πάντας χωρεῖ ἡ Γῆ ἵνα ζήσωσι καὶ οἱ ὁποῖοι μάχονται διὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα κανονίζουσιν οὐχὶ οἱ λαοί, ἀλλὰ οἱ διάφοροι Καγκελλάριοι. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ. Ὁ λαὸς ἔδωκεν εἰς τὸ Κράτος πάντα τὰ μέσα διὰ νὰ ἐπικρατήσῃ καὶ πᾶσαν τὴν δύναμιν τῆς ἐπιβολῆς. Ἀλλ’ ἡ κρατικὴ αὕτη δύναμις ἡ λαβοῦσα μίαν τοιαύτην τεραστίαν ἀνάπτυξιν καὶ ὀργάνωσιν ἀντὶ νὰ ἀποβῇ ὁ πατὴρ τοῦ λαοῦ, ἀπέβη ὁ ἐχθρὸς τοῦ λαοῦ καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν εἰς τὸ ἀπώτερον μέλλον ἐναντίον αὐτῆς τῆς κρατικῆς ὀργανώσεως δὲν χρειάζεται μία λαϊκὴ ὀργάνωσις, ἡ ὁποία νὰ ἐπιβλέπῃ τὴν κρατικὴν ὀργάνωσιν, διότι ἡ κρατικὴ ὀργάνωσις καὶ μόνη μὲ ὅλα τὰ κολοσσιαῖα δικαιώματα, μὲ ὅλην τὴν κολοσσιαίαν ὀργάνωσιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπιτύχει εἴδομεν ποῦ ἔφερε τὴν ἀνθρωπότητα, νὰ σφάζεται ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν μαχῶν. Διατί; Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ· μήτε αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν. Καὶ τίς θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ τὴν ἰδικήν μου ζωὴν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐγὼ δὲν θέλω; Ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν ἐρωτᾶται. Ὁ δὲ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, εἰσηγούμενος τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, εἶπεν ὅτι προκειμένου περὶ πολέμου δὲν ἐρωτᾶται ὁ λαός. Ἀλλὰ τότε ποῖος ἐρωτᾶται; Αὐτὸς εἶναι τὸ Κράτος, αὐτὸς εἶναι ἡ κρατικὴ ὀργάνωσις· δυστυχῶς ἐκεῖ ἐφθάσαμεν καὶ ἀκριβῶς ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων πρέπει νὰ φροντίσωμεν νὰ λάβωμεν μέτρα, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τοῦ κυκλῶνος τοῦ καταστρέφοντος τὸν κόσμον καὶ θὰ δυνάμεθα νὰ ἀμυνθῶμεν ὡς πολῖται κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διαθέτωσι τὴν ζωὴν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἀκριβῶς δέ, Κύριοι, διότι ἐμφανίζεται τὸ ζήτημα αὐτό, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὅλα τὰ λαμβανόμενα μέτρα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τὰ θεωρῶ ὑπεράγαν αὐστηρά, ἀλλὰ καὶ ἥκιστα πρακτικά, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ καθεστὼς τὸ σεβόμεθα ὅλοι, τὸ καθεστὼς εἶναι μία ἀναγνώρισις τῆς θελήσεως τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ποῖος δὲ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐξεγερθῇ ἐναντίον τῶν Μεγάλων Δυνάμεων; Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι εἰς ἄλλην περίστασιν θὰ ἐντρέπετο εἰσηγούμενος τοιαῦτα μέτρα, ἀλλὰ ἐρωτῶ· εἶναι ἀνάγκη τῶν μέτρων τούτων; Καὶ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὅστις θεωρεῖ ταῦτα ἀναγκαῖα; Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ ψυχολογῶμεν ὀλίγον καλύτερον τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ πεισθῶμεν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν εἶναι λαὸς ὁ ὁποῖος ἀπατᾷ, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν σᾶς δηλοῖ τὸ φρόνημά του, σᾶς τὸ δηλοῖ εἰλικρινῶς· μὴ θέλετε νὰ τὸν τρομοκρατήσητε, διότι ἂν τὸν τρομοκρατήσητε, θὰ τὸν κάμητε κρυψίνοα καὶ τότε δὲν ἠξεύρω ποῖος θὰ ὠφεληθῇ. Μὴ εἶσθε ὑπεράγαν αὐστηροί, Κύριοι. Ἔχετε προβῆ εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶναι πραγματικῶς περίεργα, προκειμένου περὶ τοιούτου Ἀρχηγοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχετε τὴν τιμὴν νὰ ἔχητε. Ἐν τούτοις τὰ ἐλάβετε. Αἱ φυλακαὶ εἶναι πλήρεις ἀξιωματικῶν. Διὰ ποῖον λόγον; Τί ἔκαμαν αὐτοί; Διότι ἐξετέλεσαν διαταγάς; (Διαμαρτυρίαι).
§14Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς διακόψω ἐγὼ διὰ νὰ εἴπω ὅτι ἔχετε ἀναγράψει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μίαν ἐπερώτησιν σχετικὴν μὲ τὴν φυλάκισιν τῶν ἀξιωματικῶν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ θελήσητε νὰ τὴν παραβάλητε τώρα. Εἶναι τόσον εὐρὺ τὸ θέμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπάνω εἰς αὐτὸ νὰ ἐμβολιάσητε τὸ ζήτημα τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀφήσατε νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τὴν Δευτέραν· δέχομαι μάλιστα νὰ ἐγγραφῇ πρώτη ἡ ἐπερώτησίς σας εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§15Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν.
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι σωστὸν νὰ μείνωμεν ἐντὸς τοῦ θέματος.
§17Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τῆς Δημοκρατίας ἐν Ἑλλάδι, τὸ ὁποῖον ἐθίχθη χθές, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ποία εἶναι ἡ παράδοσις καὶ ἡ ἰδέα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ περὶ τοῦ ἰμπεριαλισμοῦ, διότι ἡ λέξις «αὐτοκρατορία» δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο παρὰ τὸν ἰμπεριαλισμόν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πρῶτος καθιέρωσε τὴν Πολιτείαν τὴν στηριζομένην ἐπὶ ἑνὸς εὐρυτέρου ἑνωτικοῦ δεσμοῦ, τὴν μὴ στηριζομένην ἐπὶ τῆς θεωρίας τῆς Πατρίδος. Ἡ στενὴ Πατρὶς τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος, ἡ Πατρὶς τῶν βωμῶν καὶ ἑστιῶν, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖται σήμερον μὲ τὸ φρόνημα τοῦ ἄκρου τοπικισμοῦ παρ’ ἡμῖν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμφανίσῃ τὴν μεγάλην ἐκείνην ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν ἐπεζήτει πάντοτε τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα, δηλαδὴ τὸν ἐκπολιτισμὸν τῆς ἀνθρωπότητος. Ἔπρεπε νὰ ἐμφανισθῇ ὁ Μ. Ἀλέξανδρος, νὰ ἑνώσῃ τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ διαδώσῃ τὰς ἐκπολιτιστικὰς ἰδέας τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος. Δυστυχῶς δὲν ἐστάθη δυνατὸν τὸ ἀπέραντον ἐκεῖνο Κράτος νὰ ζήσῃ πέραν τῆς ζωῆς τοῦ προσώπου τὸ ὁποῖον ἐγκαθίδρυσε καὶ ἐστήριξε διὰ τῆς προσωπολατρείας, ἥτις ὄχι μόνον ἅπαξ παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ καὶ ἀλλαχοῦ ἐθαυματούργησε, καὶ βλέπομεν ἀληθῶς ὅτι ἐμφανίζεται μετὰ πάροδον πολλῶν αἰώνων μία νέα ἰδέα, τὴν ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα τὴν ἐνστερνίζεται καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἰδέας δημιουργεῖ Κράτος, τὸ ὁποῖον ζῇ ἐπὶ 1200 ἔτη, καὶ μετὰ τὴν πτῶσίν του ἀκόμη ἐξακολουθεῖ νὰ ζῇ μεταξὺ τῶν λαῶν τοὺς ὁποίους ἠδέλφωσεν ἡ ἰδέα τῆς χριστιανικῆς θρησκείας. Ἡ χριστιανικὴ θρησκεία τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶναι ἡ ἰδέα τῆς ἀδελφότητος. Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1821 δὲν εἶναι ἐπανάστασις τῶν Ἑλλήνων τὴν φυλὴν ἐναντίον τῶν κατακτητῶν, ἀλλ’ ἐπανάστασις τῶν παλαιῶν ὑπηκόων τῆς καταλυθείσης Αὐτοκρατορίας, τῶν ἀποκαλουμένων Ἑλλήνων θρησκευτικῶς, ἐναντίον τοῦ κατακτητοῦ. Ἐπὶ αἰῶνας ἐζήσαμεν μὲ τὰς ἰδέας αὐτάς, πρῶτοι ἡμεῖς τὰς ἀπηρνήθημεν, δεχθέντες τὴν ἀρχὴν τῶν ἐθνικοτήτων, καὶ τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι εὑρισκόμεθα ἀντιμέτωποι πρὸς ἐκείνους, μὲ τοὺς ὁποίους ἐζήσαμεν ἐπὶ τόσα ἔτη ὡς ἀδελφοὶ καὶ τοὺς ὁποίους διώκει τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα. Πρέπει ἑπομένως νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ἰδέας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔζησεν ἡ Ἑλλάς, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐγαλουχήθη καὶ ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀνεστήθη. Αὐτά, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ πιστεύσητε ὅτι οὐδένα ἄλλον σκοπὸν ἔχομεν παρὰ νὰ συμπράξωμεν καὶ βοηθήσωμεν ὅπως ἐπέλθῃ ἡ ὁμόνοια καὶ ἡ ἀγάπη. (Χειροκροτήματα).
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Γκίνης ἔχει τὸν λόγον.
§19Π. ΓΚΙΝΗΣ. Διὰ τοὺς μὴ θέλοντας νὰ βλέπωσι καὶ περισσότεραι τῆς μιᾶς Βίβλου ἂν ἐκδοθῶσι θὰ ἐξακολουθῶσιν οὗτοι νὰ πλέωσιν εἰς τὸ πέλαγος τῆς καταισχύνης, τὴν ὁποίαν οἱ ἴδιοι ἐδημιούργησαν. Εἰς τοὺς θέλοντας ὅμως φῶς, νομίζω ὅτι ἡ μελέτη τῆς Λευκῆς Βίβλου ἐθνικῶς ἐπιβάλλεται. Δύο εἶναι τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ὁ μελετητὴς τῆς Λευκῆς Βίβλου, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ σταματήσῃ· διότι τὰ δύο ταῦτα σημεῖα εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος τῆς ἐθνικῆς τραγῳδίας, ἥτις ἐπαίχθη εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὰ λοιπὰ εἶναι γεγονότα ἐξυπηρετικὰ τῆς πολιτικῆς ταύτης. Τὰ σημεῖα ταῦτα εἶναι τὰ ἑξῆς: Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ διαταγὴ ἡ διαβιβασθεῖσα διὰ τοῦ ἐν Βερολίνῳ ἐντιμοτάτου πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὸν Γερμανὸν ἐν Ἑλλάδι στρατάρχην νὰ κινητοποιήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν του καὶ νὰ τὸν θέσῃ εἰς τὸ πλευρόν του. (Χειροκροτήματα). Τὸ δεύτερον εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Γερμανοῦ στρατάρχου καὶ ἐν ταὐτῷ Ἕλληνος Βασιλέως πρὸς ταύτην. (Χειροκροτήματα). Εἰς τὴν πρώτην διαταγὴν ὁ Γερμανὸς Αὐτοκράτωρ, ἐνῷ ἐφαίνετο τόσον εἰλικρινὴς πρὸς αὐτὸν καὶ δὲν ὡμίλει οὔτε περὶ Ἑλλάδος οὔτε περὶ Ἑλληνικῶν δικαιωμάτων, διότι ἀληθῶς τί εἶχε νὰ δώσῃ καί, ἂν ἤθελε, ἀπὸ ποῦ νὰ τὸ λάβῃ, λησμονεῖ πρὸς στιγμὴν τὴν εἰλικρίνειάν του καὶ ὁμιλεῖ περὶ κοινοῦ ἐχθροῦ, τοῦ Σλαυϊσμοῦ, καὶ κατὰ ποίαν στιγμήν; Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν Πετρουπόλει ὠργίαζεν ἡ Γερμανικὴ προπαγάνδα ἵνα ἑνωθῶσιν οἱ δύο στρατοκρατοῦντες Αὐτοκράτορες πρὸς διανομὴν τοῦ κόσμου καὶ πρὸς ζημίαν τῶν μικρῶν Κρατῶν. (Χειροκροτήματα). Τόσον διὰ τὸν ἄλλον κόσμον, ὅσον καὶ διὰ τὰ μικρὰ Κράτη, ὁ Θεὸς ἐπενέβη διὰ τῆς Ρωσσικῆς Ἐπαναστάσεως. Εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Γερμανοῦ στρατάρχου καὶ τέως Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, οὗτος δὲν ἀποκρύπτει ὅτι αἱ συμπάθειαί του τὸν παρασύρουν πρὸς τὸ μέρος τῆς Γερμανίας, ἀλλὰ διαφωνεῖ εἰς τὸ σημεῖον ὅτι δὲν δύναται νὰ κινητοποιήσῃ τὸν στρατόν του, διότι φοβεῖται τὰ Ἀγγλικὰ καὶ Γαλλικὰ πυροβόλα. Εἰς τὴν διάφορον ἀντίληψιν τῶν ἐστεμμένων τούτων κεφαλῶν ἐπεμβαίνει ὁ Γερμανὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Θεσσαλονίκης ἔδωσε. Καὶ ἔχων σαφεστέραν ἰδέαν τοῦ Κυρίου του, τοῦ τί ἀξίζουν τὰ πυροβόλα τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ Γαλλικοῦ Στόλου, παρεδέχθη ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος διὰ τὴν Ἑλλάδα ἦτο ἡ μόνη δυνατὴ καὶ ὠφέλιμος διὰ τὴν Γερμανίαν. Γνωρίζετε δέ, Κύριοι, μέχρι ποίου σημείου ἔφθασεν ἡ προσήλωσις τοῦ τέως Βασιλέως πρὸς τὴν Γερμανικὴν πολιτικήν, ἀφοῦ ἐσκέπτετο καὶ ποία θὰ ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ μετὰ τὸν πόλεμον. Ἐσχεδιάζετο οἰκονομικὴ ἕνωσις τῆς Ἑλλάδος, Αὐστρίας, Βουλγαρίας καὶ Τουρκίας ὑπὸ τὴν αἰγίδα τῆς Γερμανίας, δηλαδὴ ἐντὸς 24 ὡρῶν ἀπορρόφησις τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸ μεγαθήριον, τὸ ὁποῖον καλεῖται Γερμανικὴ ὀργάνωσις. Περὶ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ; Αὐτοὶ εἶναι ἄποικοι! Μᾶς ἀρκεῖ ἡ Ἑλλὰς μοναρχουμένη ἔστω καὶ μικρά, μᾶς φθάνει δι’ αὐτὴν ὡς ἐθνικὸν ἐμβατήριον καὶ ἐν ταὐτῷ καὶ πένθιμον «Τοῦ ἀητοῦ ὁ γυιὸς» καὶ ἡ στραταρχικὴ ῥάβδος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Οὐδὲν σημεῖον, κύριοι βουλευταί, τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, ἀπ’ ἀρχαιοτάτων χρόνων, ἔχει νὰ σημειώσῃ κατὰ τὴν σύλληψιν τόσον ἀντεθνικὴν καὶ προδοτικὴν πολιτικήν, ὅσον κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, χαρακτηριστικὴν δι’ ἔλλειψιν μυαλοῦ καὶ εἰλικρινείας. Εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, ἡ τόσον δηλητηριασθεῖσα ἀπὸ τὰς διαφόρους ἐμψύχους καὶ ἀψύχους λατέρνας, αἵτινες ἔψαλλον ὅτι διὰ τῆς ἀδρανείας θὰ ἀναστηθῇ «ὁ Μαρμαρωμένος Βασιληᾶς», θ’ ἀφυπνισθῇ καὶ ὅτι ὅλος ὁ Ἑλληνισμὸς θ’ ἀκολουθήσῃ τὴν φυσικὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὁ Μέγας Ἀρχηγός μας ἀπὸ τριετίας ἐκήρυξεν. Ὁ δὲ μάχιμος πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος καὶ οἱ βαθμοφόροι αὐτοῦ θὰ δείξωσι καὶ σήμερον, ὡς ἔπραξαν τοῦτο εἰς τὸ Κιλκὶς καὶ τὸ Ἀρχιπέλαγος, ὅτι μόνον βαδίζοντες ἐμπρὸς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργήσωσι μίαν μεγάλην Ἑλλάδα. Τοῦτο ὄχι μόνον τὸ εὔχομαι, ἀλλὰ καὶ τὸ πιστεύω. (Χειροκροτήματα).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§21Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν θὰ καταγίνω, κύριοι βουλευταί, εἰς ἐπεξηγήσεις τῶν διπλωματικῶν κειμένων, ὡς πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν πολιτικὸν ζήτημα. Δὲν θὰ καταγίνω οὔτε εἰς διεξοδικὰς συνταγματικὰς θεωρίας, ὡς πρὸς τὸ ἐσωτερικὸν πολιτικὸν ζήτημα. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀντιληφθῆ ἀνάγκην ἐξηγήσεων πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, ὁ λόγος ἀνήκει εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως δὲ ἀπόκειται νὰ ἐπισφραγίσῃ τὴν συζήτησιν, λέγων ὅσα μόνον αὐτὸς δύναται νὰ εἴπῃ. Ἄλλως δὲ ἡ ἀλήθεια προκύπτει κατάφωρος καὶ ἐκ τῶν κειμένων καὶ ἐκ τῶν λεχθέντων, ἵνα διαφωτίσῃ τὸν κόσμον περὶ τοῦ συντελεσθέντος ἐθνικοῦ κακουργήματος· καθὼς προκύπτει κατάφωρος καὶ ἐκ τῶν γεγονότων τῆς τελευταίας τριετίας τὸ ἄλλο ἐθνικὸν κακούργημα, τὸ ἀποβλέπον εἰς τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα τῆς Χώρας. Ἀλλὰ τὰ πιστοποιητικὰ τοῦ συντελεσθέντος ἀνοσιουργήματος δὲν εὑρίσκονται μόνον εἰς τὰ ἔγγραφα ἅτινα ἔχει ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή. Ὁ δρόμος, εἰς τὸν ὁποῖον ὠθεῖτο νὰ εἰσέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ ἐξωτερικῇ αὐτῆς πολιτικῇ, ὁ δρόμος τοῦ ἐθνικοῦ κακουργήματος, εἶχεν ἤδη διαγραφῆ παρ’ ἐκείνων, οἵτινες εἶχον καταστρώσει τὸ σχέδιον αὐτοῦ, ἀπὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω καὶ πολὺ πρὸ τοῦ πολέμου. Διότι καὶ πρὶν ἢ ἀκόμη κηρυχθῇ ὁ πόλεμος εἶχον ἐκδηλωθῆ ὅλαι αἱ τάσεις δι’ ὧν ἐπεδιώκετο νὰ ὠθηθῇ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Γερμανίας. Καὶ εἶναι ἀληθῶς περίεργον ὅτι, ἐνῷ ἡ Γερμανία, μὴ ἔχουσα ἀκόμη ὑπ’ ὄψιν τότε τὸν πόλεμον, μὴ ἔχουσα ἄρα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάγκην τῆς Ἑλλάδος, τοὐναντίον δ’ ἔχουσα συμμάχους ἐν τῇ Βαλκανικῇ τοὺς ἐχθροὺς ἀκριβῶς τῆς Ἑλλάδος, τοὺς ὁποίους ἀπέφευγε νὰ θίξῃ — ἐνῷ ἡ Γερμανία εἰλικρινῶς λαλοῦσα, ἐδήλωσε πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὅτι ἡ θέσις της δὲν ἦτο πλησίον της, οὔτε τὸ φῶς ἐκεῖνο συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ συνετίσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον νὰ δουλεύῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν Γερμανικὴν πολιτικήν. Ὅτε ἐβολιδοσκοπήθη ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις —καὶ εἶχε βολιδοσκοπηθῆ τὸ πρῶτον ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὑπῆρχον παρὰ ταῖς Αὐλαῖς τῆς Εὐρώπης αἱ εἰδικαὶ Ἑλληνικαὶ ἀποστολαὶ διὰ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς ἀναρρήσεως τοῦ νέου Βασιλέως— καὶ περιῆλθε τὸ τοιοῦτον εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ Πρόεδρος αὐτῆς ἔπραξεν ὅ,τι ὤφειλε νὰ πράξῃ ἀπέναντι τοῦ Στέμματος, διαμαρτυρηθεὶς διὰ τὸ ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Κυβερνήσεως τολμηρότατον διάβημα, τὸ γενόμενον ὑπὸ τοῦ ἐν Βερολίνῳ εἰδικοῦ ἐκείνου ἀπεσταλμένου. Ἐν τούτοις πολιτικῶς σκεπτόμενος, ἐθνοπρεπῶς σκεπτόμενος, δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ δηλώσῃ εἰς τὸ Στέμμα, ὅτι ἠδύνατο αὐτὸ νὰ βολιδοσκοπήσῃ τὰς διαθέσεις τῆς Γερμανίας, ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐρωτήσῃ ἐὰν ἡ Γερμανία ἦτο διατεθειμένη νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα, ἅτινα εἶχεν ἐκκρεμῆ τότε ἡ Ἑλλάς· διότι καὶ τὸ ζήτημα τῶν Νήσων ἦτο ἐκκρεμὲς ἀκόμη, καὶ τὸ ζήτημα ἐπίσης τῆς Ἠπείρου δὲν εἶχε διακανονισθῆ καὶ ἡ μετὰ τῆς Βουλγαρίας διαφορά, ἥτις κατόπιν ἔφερεν εἰς τὸν πόλεμον. Λέγων τοῦτο τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Στέμμα, δὲν ἀπέφυγε νὰ δηλώσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις οὐδέποτε, ὑφ’ οἱουσδήποτε ὅρους, θὰ ἀνελάμβανε νὰ παίξῃ διπρόσωπον πολιτικήν, ἐφαρμόζουσα αὐτὴ τὴν φιλογερμανικὴν πολιτικήν. Διότι, καὶ ἂν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι ἡ Γερμανία ἤθελεν εὑρεθῆ πρόθυμος νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀξιώσεις αὐτῆς, καὶ τότε ἀκόμη ἡ Κυβέρνησις ἐφρόνει ὅτι ἡ προσωρινὴ ἐκείνη ἐξυπηρέτησις τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὴν νὰ μεταβάλῃ κατεύθυνσιν, οὔτε νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν εὐθύνην τῆς φιλογερμανικῆς πολιτικῆς διότι ἀποβλέπουσα εἰς τὸ μέλλον, ἐθεώρει τὴν τύχην τῆς Ἑλλάδος ἀρρήκτως συνδεδεμένην μετὰ τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, καὶ ἰδιαίτατα μὲ τὰς δύο Δυτικὰς Δυνάμεις. Ποίας δὲ διαθέσεις ἐξεδήλωσεν ἡ Γερμανία ἀπαντῶσα εἰς τὰς προτάσεις τοῦ τότε Βασιλέως; Ἀληθῶς ἐφάνη εἰλικρινής. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Γιάγκωβ δὲν ἀπέκρυψε τὴν κατάπληξίν του, πῶς ἡ Ἑλλὰς ἀπεφάσιζε τόσον ἀπότομον μεταστροφὴν τῆς πολιτικῆς της εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις. Ὅταν δὲ ὁ τότε Βασιλεὺς ἠρώτησε —κατὰ Ἰούνιον τοῦ 1913— διὰ τοῦ ἐνταῦθα Γερμανοῦ πρεσβευτοῦ κ. Κουὰδ τὸν Κάϊζερ, ἐὰν θὰ ἦτο διατεθειμένος νὰ προστατεύσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ ζήτημα τῶν Νήσων καὶ εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν συνόρων, ἀναλάβῃ δὲ πρωτοβουλίαν καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῶν Ἠπειρωτικῶν ὁρίων, συμφώνως πρὸς τὰ δίκαια τῆς Ἑλλάδος, τί ἀπήντησεν ὁ Κάϊζερ; Διὰ τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν ὁρίων τὴν παρέπεμψεν εἰς τοὺς συμμάχους της, τὴν Αὐστρίαν τότε καὶ τὴν Ἰταλίαν! Διὰ τὸ ζήτημα τῶν πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ὁρίων ἐδήλωσε σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι οὐδεμίαν δύναται νὰ ἀναλάβῃ εὐθύνην εἰς ὑποθέσεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ φέρουν εἰς πόλεμον πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, εἰς τὸν ὁποῖον οὐδεμίαν αὕτη διάθεσιν εἶχε νὰ ἀναμιχθῇ πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς Ἑλλάδος! Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα τῶν Νήσων, εἰς αὐτὸ εἴχομεν καὶ δευτέραν κατόπιν ἀπάντησιν, ἐν Κερκύρᾳ παρὰ τοῦ τότε ἐν Κωνσταντινουπόλει Γερμανοῦ πρεσβευτοῦ Βακεγχάϊμ, δοθεῖσαν εἰς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, συναντηθέντα μετὰ τοῦ Βακεγχάϊμ, ἀπάντησιν ὠμοτέραν τῆς πρώτης, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ πολυπραγμονῇ εἰς τὸ ζήτημα τῶν Νήσων, διότι αἱ Νῆσοι θὰ ἀνῆκον εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀνῆκεν ἡ Μικρὰ Ἀσία! Εἰς ποῖον εἶχεν ἐν νῷ ὅτι θὰ ἀνῆκον αὗται ὁ Γερμανὸς πρεσβευτής, ἀποδεικνύει ὁ σημερινὸς πόλεμος. Τοιοῦτο φῶς μᾶς ἐδόθη ἐκ Βερολίνου. Ὅτι οὐδεμίαν εἶχεν ἡ Ἑλλὰς νὰ προσδοκᾷ προστασίαν παρὰ τῆς Γερμανίας οὔτε ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας, οὔτε ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, οὔτε ἀπέναντι τῆς Αὐστρίας. Ἀλλ’ οὔτε τὸ φῶς ἐκεῖνο ἀπέτρεψε τὸν τύπῳ ἀνεύθυνον Ἄρχοντα τῆς Χώρας ταύτης, εἰσερχόμενον δὲ εἰς χειρισμὸν ὑποθέσεων ὑπευθύνων ὑπευθύνως — οὔτε τὸ φῶς τοῦτο ἀπέτρεψεν ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπέτρεπον τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Τί δὲ ζητεῖτε σήμερον δι’ ἑρμηνειῶν τῆς Συνθήκης τῆς Σερβίας, ἑρμηνειῶν γραμματικῶν, ἑρμηνειῶν δικανικῶν, νὰ εὕρητε ποία εἶναι τάχα ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 1! Μήπως ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν κείμενα παλαιά, ἐλλείπουν δ’ εἰς ἡμᾶς τὰ στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ πνεῦμα ἐκείνων, οἵτινες συνέταξαν τὴν Συνθήκην; Ἐλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες συνέταξαν τὴν Συνθήκην, ζοῦν, κυβερνοῦν ἀκόμη καὶ σήμερον. Καὶ βεβαίως δὲν ὑπέγραφον κείμενα ἀμφισβητουμένων ἐννοιῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθη ἅπαξ καὶ δὶς καὶ πολλάκις νὰ δώσῃ ἐπαρκεῖς ὡς πρὸς τοῦτο ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ἡ Συνθήκη ἐκείνη ἐμελετᾶτο νὰ παραβιασθῇ—καὶ τὸ καταγγέλλω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ Ἔθνος— ἀφ’ ἧς ἡμέρας συνωμολογήθη! (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Εἶχεν ἐξηγηθῆ σαφέστατα, κατηγορηματικώτατα πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ πρὶν ἢ συγκροτηθῇ τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀνακτόρων ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Βασιλέως, ἐπανελήφθη δὲ καὶ κατ’ αὐτὸ ἡ ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, ἐπανελήφθη καὶ ἐτονίσθη ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑπεχρεοῦτο εἰς ἐπικουρίαν τῆς Σερβίας ἀπέναντι οἱουδήποτε τρίτου, καὶ ἀνεφέρθη καὶ ὁ τρίτος, ὅστις ἦτο δυνατὸν νὰ προσβάλῃ τὴν Σερβίαν. Καὶ ὅταν ἐτελείωσε τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο, ἠκούομεν καὶ ἐμένομεν κατάπληκτοι ἀπὸ τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, τὸν προεδρεύοντα τοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἐν τοιαύτῃ τινὶ περιπτώσει Αὐτὸς θὰ παραβιάσῃ τὴν συνθήκην!
§22ΦΩΝΑΙ. Αἶσχος, αἶσχος!
§23Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἥκιστα βασιλοπρεπῆ φράσιν διὰ τῆς ὁποίας αὐτὸς οὗτος ἐχαρακτήρισε τὴν σημασίαν τοιαύτης τινὸς πράξεως καὶ στάσεως τῆς Ἑλλάδος.
§24Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Νὰ τὴν εἴπητε, κ. Ὑπουργέ, νὰ τὴν καταγγείλετε. (Θόρυβος).
§25ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τὴν εἴπητε, νὰ τὴν εἴπητε.
§26Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἀτιμία καλεῖται.
§27Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Αὐτό, εἶπε, —δὲν λέγω πλήρη τὴν φράσιν— θὰ τὸ....κάμω ἐγώ! Καὶ ἐχαρακτήρισεν ὁ ἴδιος τί ἐσήμαινε τοιαύτη παράβασις. Ἀλλὰ συνέβαινε κἄτι περίεργον μὲ τὸν Βασιλέα ἐκεῖνον. Ὅταν εὑρίσκετο μετ’ αὐτοῦ ὁ Πρωθυπουργός, ἐκεῖνος δὲν ἐδίσταζε νὰ ὁμολογῇ ὅτι πείθεται εἰς τοὺς λόγους του, ὅτι ἀληθῶς οὐδεμίαν ἄλλην πολιτικὴν ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλάς, ὄχι μόνον ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς γεωγραφικῆς της θέσεως, ἐξ αὐτῆς τῆς ὑπαγορεύσεως ὅλων της τῶν συμφερόντων καὶ τῶν σχέσεων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠναγκάσθη νὰ εἴπῃ, οὐχὶ δὲ μόνον μίαν φοράν, πρὸς αὐτόν: «Συμβαίνει πάντοτε, Μεγαλειότατε, νὰ πείθεσθε εἰς τοὺς λόγους μου, καθὼς μοῦ λέγετε, ἀλλὰ μόλις ἀποσύρωμαι ἀπ’ ἐδῶ, μεταπείθεσθε!» Ὑπὸ τίνων μετεπείθετο; Ὑπὸ τῆς σκιᾶς τοῦ Κάϊζερ καὶ τῶν ἀντιπροσωπευόντων τὴν σκιὰν αὐτὴν παρ’ αὐτῷ, καὶ τῶν δουλευόντων εἰς αὐτήν. Οὕτω μετεπείθετο καὶ εἰς τὸ ἄλλο ἐκεῖνο ζήτημα τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὴν ἐπιστολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπευθύνει τότε πρὸς αὐτόν, ἔχει δὲ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή. Εἶχε δηλωθῆ τότε, κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ ἰδίου αὐτοῦ Βασιλέως, ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ἀντὰντ ἡ προθυμία τῆς Ἑλλάδος ὅπως παράσχῃ τὴν συνδρομήν της εἰς τὸν ἀγῶνά των, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν νώτων αὐτῆς ἀπὸ ἐνδεχομένης Βουλγαρικῆς ἐπιθέσεως. Διετάσσετο κατόπιν ὁ ναύαρχος Κὰρ ὑπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐπιτελείου διὰ τὸν κανονισμὸν τοῦ τρόπου τῆς κοινῆς συμπράξεως. Ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς δηλοῖ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἶναι πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν ναύαρχον Κὰρ ὅπως τὸν φέρῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸ Ἐπιτελεῖον διὰ τὴν τοιαύτην συνεννόησιν, δι’ ἣν ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας εἶχε καὶ εὐχαριστήσει τηλεγραφικῶς τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Ὁ ναύαρχος Κὰρ παρουσιάζεται ἐπὶ τούτῳ εἰς τὰ Ἀνάκτορα. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς τὴν μίαν ἡμέραν ἐδήλου εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θὰ ἐδέχετο τὸν Ἄγγλον ναύαρχον πρὸς τοιαύτην συνεννόησιν, τὴν ἑπομένην, ὅταν οὗτος ἐπαρουσιάζετο, ὁ τότε Βασιλεὺς ἐδήλωνεν ὅτι αὐτὸς δὲν ἠδύνατο ποτὲ νὰ διανοηθῇ πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας! Προσέθετε μάλιστα ὅτι πῶς αὐτὸς θὰ ἀντιμετώπιζεν ὡς ἐχθρὸς τὸν Κάϊζερ! Εἶχε καὶ πάλιν μεταπεισθῆ! Καὶ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἐκ τῆς τοιαύτης παλινῳδίας καὶ συμπεριφορᾶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ὑποβάλῃ παραίτησιν, ἥτις ἀπεσύρθη μὲ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκεν ὁ Βασιλεύς, διότι καὶ πάλιν ἐπείθετο ἐκ τῶν λόγων τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ εὑρέθημεν τότε πρὸ τῆς ἀνακαλύψεως, ὅτι τοὺς προδότας εἴχαμεν καὶ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως! Διότι προδοσίαν τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐσήμαινεν ἡ τοιαύτη ἐνέργεια, τοὺς δὲ προδότας καὶ συνεργάτας τοῦ Στέμματος εἶχεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἰς τοὺς κόλπους της! (Αἴσθησις). Καὶ ἀποκαλύπτεται τότε ὅτι αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκθέσει ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὸν ναύαρχον Κάρ, ἰδέαι ἀντίθετοι πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἦσαν ἰδέαι τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τὸ θράσος νὰ ὑποβάλῃ δι’ ἰδιαιτέρου ὑπομνήματος αὐτὰς πρὸς τὸν Βασιλέα, προδίδων τὴν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας ἀπετέλει μέλος.
§28ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Γερμανικὴ πολιτική, Γερμανική.
§29ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Προδοσία.
§30Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τοιούτων ἐμποδίων, κατὰ τοιούτων ραδιουργιῶν, κατὰ τοιούτων ὑπονομεύσεων ἐπάλαιε διαρκῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη μέχρι τῆς 20ῆς Φεβρουαρίου, ὁπότε παρητήθη. Οὔτε μία ἡμέρα παρήρχετο χωρὶς νὰ ἀντιμετωπίζῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντιδραστικὰς ἐνεργείας ἐξ ὅλων τῶν κύκλων. Γνωρίζετε ποῦ εἶχε φθάσει ἡ ἐνέργεια τοῦ Στέμματος εἰς τὴν κατὰ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς τῆς τότε Κυβερνήσεως ἀντίδρασιν; Δὲν θὰ λησμονήσω ποτὲ ἐπίσκεψίν μου τινὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν δι’ ἀνάγκην ὑπηρεσιακήν. Εὗρον ἐκεῖ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἀσχολούμενον μὲ τοὺς χάρτας, μὲ τοὺς ὁποίους κατεγίνετο καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὠκοδόμει τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, παρ’ αὐτῷ δὲ ἓν τῶν μελῶν τοῦ Ἐπιτελείου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠσχολεῖτο μὲ τὰ ἀνταλλάγματα, ἅτινα θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ἐμελέτα μέχρι τίνων ὁρίων θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπεκταθῇ. Τί δὲ ἔλεγεν ὁ ἀντιπρόσωπος, καθὼς δύναμαι νὰ τὸν ὀνομάσω αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Στέμματος; Διότι ἀντιπρόσωπος τοῦ Βασιλέως ἦτο καὶ ὡς ὄργανον τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πόθων αὐτοῦ ὡμίλει. Ἔλεγεν ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἐπέκτασις εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν!
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος, αἶσχος!
§32Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). «Τί θέλετε, ἔλεγεν, εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν! Τί σᾶς ἀπασχολοῦν αἱ ἰδέαι νέου διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος! Δὲν συλλογίζεσθε ὅτι ἂν ἐπεκταθῆτε ἕως ἐκεῖ, θὰ συνορεύετε μὲ Κράτος μέγα, ὡς ἡ Ρωσσία;» Ἄνανδροι! Δι’ ὅλων τῶν μέσων προσεπάθουν νὰ ἐπιβάλουν τὴν προδοσίαν! Προσθέσατε δὲ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὤφειλε νὰ σκεφθῇ, πρὶν ἢ ἐργασθῇ διὰ τὸν διπλασιασμὸν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς θέσιν νὰ διοικήσῃ καὶ τὴν Χώραν ἐκείνην, τὴν ἰσοδύναμον εἰς ἔκτασιν πρὸς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Εὕρισκον οἱ ἄθλιοι ἀνεπαρκῆ τὴν Ἑλλάδα νὰ κυβερνήσῃ καὶ ἄλλα ἐδάφη, νὰ κυβερνήσῃ καὶ ἄλλους Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι τὰ πιστοποιητικὰ τῆς προδοσίας δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνα, ἅτινα ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. Τοιαῦτα πιστοποιητικὰ παρείχοντο εἰς ἡμᾶς καθ’ ἑκάστην ἐκ τῶν ἐνεργειῶν αὐτῶν. Κατ’ ἀλλεπαλλήλων προδοτικῶν προσπαθειῶν ἠγωνίζετο ἡ Κυβέρνησις μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἠναγκάσθη νὰ παραιτηθῇ. Παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη καὶ τὴν διεδέχθη ἄλλη. Ποία δὲ ἦτο ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς διαδεχθείσης ἡμᾶς Κυβερνήσεως; Καὶ πάλιν προδοσία. Ἡμέραι μόνον εἶχον παρέλθει, ἴσως μήν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς, ἀφ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἡμῶν εἶχε λάβει τὴν διαβεβαίωσιν τῆς Ἀντὰντ ὅτι οὐδεμία θὰ ἀξιωθῇ ἐδαφικὴ παραχώρησις ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα ἀπέναντι τῶν εὐρυτάτων ἀνταλλαγμάτων ἅτινα παρείχοντο εἰς αὐτὴν ἐν Μ. Ἀσίᾳ. Καὶ ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος καὶ ὁ πρῶτος αὐτοῦ σύμβουλος, ἀποκαλύπτουν πρὸς τὰς Δυνάμεις συκοφαντικῶς τὴν περὶ Καβάλλας ἰδέαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχεν ἐκτεθῇ εἰς τὸν ἔκπτωτον Βασιλέα διὰ τοῦ γνωστοῦ ὑπομνήματος. Καὶ λέγουν πρὸς αὐτάς: «Διατί νὰ δηλώσητε ὅτι δὲν ἔχετε οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἐδαφικῆς παραχωρήσεως ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα; Ἰδοὺ ὅτι ὁ τέως Πρωθυπουργὸς διενοεῖτο νὰ προβῇ εἰς παραχωρήσεις πρὸς τὴν Βουλγαρίαν!» Θέλετε μείζονα καὶ ταύτης προδοσίαν; Καὶ παραπονοῦνται οἱ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅτι μεταχειριζόμεθα αὐτὴν τὴν λέξιν! Ἄς μᾶς εὕρουν ἄλλην, δώσατέ μας λοιπὸν ἄλλην διὰ νὰ μὴ μεταχειρισθῶμεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ ἄλλη πρέπει νὰ εἶναι πολὺ βαρυτέρα. Διότι πράγματι ἡ λέξις προδοσία, διὰ τῆς πολλῆς χρήσεως καὶ τῆς προστριβῆς ἣν ἔχει ὑποστῆ, δὲν ἀποδίδει τὸ μέγεθος τοῦ κακουργήματος, τὸ ὁποῖον θέλομεν νὰ στιγματίσωμεν. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Καὶ ἐπακολουθεῖ ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐνέργεια νέων ἐκλογῶν. Καὶ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εὑρίσκεται ἀπέναντι τῆς Αὐλῆς ἐπὶ κεφαλῆς τῆς κοματικῆς ἐνεργείας τῶν ἀντιπάλων, μὲ ἀρχηγὸν αὐτὸν τὸν Βασιλέα! Δὲν διστάζω, Κύριοι, νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ποίαν ἔκτοτε εἶχον γνώμην, ἥτις δὲν εὗρεν ἄλλον σύμφωνον κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Βεβαίως δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἦτο ὀρθὴ ἡ πολιτικὴ ἡ ἐπιβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κόμματος, ἡ πολιτικὴ τῆς συμμετοχῆς ἡμῶν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἔχων ὅμως τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁσαδήποτε λαϊκὰ ψηφίσματα δὲν θὰ ἦσαν ἱκανὰ ποτὲ νὰ μεταβάλωσι τὴν πολιτικὴν τοῦ Στέμματος, δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω τότε τὴν ἀτομικήν μου γνώμην πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἴσως παρακεκινδυνευμένην, ἑδραίαν ὅμως ἐν τῇ πεποιθήσει μου ὅτι, ἀντὶ νὰ μετάσχωμεν τῶν ἐκλογῶν, εἰς ἡμᾶς ἐτίθετο τὸ δίλημμα ἀποχῆς ἢ ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ τὴν ἐπανάστασιν ἀπέκλειεν ἡ ἐξωτερικὴ κατάστασις, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γεννήσωμεν ἡμεῖς ἐμφύλιον ρῆξιν, ἐφ’ ὅσον οἱ Βούλγαροι ἠπείλουν τὴν Μακεδονίαν, καὶ οὐδεμία λογικὴ ἐπέτρεπε νὰ ἀναλάβωμεν ἡμεῖς τὰς εὐθύνας τῶν συνεπειῶν τοιαύτης Βουλγαρικῆς ἐπιδρομῆς. Τῆς ἐπαναστάσεως δὲ ἀποκλειομένης, ἐφρόνουν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπόσχωμεν τῶν ἐκλογῶν καὶ νὰ καταγγείλωμεν τὴν πολιτικὴν τοῦ Βασιλέως ἐκείνου ὡς προδίδοντος τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἀπεφασίσθη ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰς ἐκλογάς, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπόσχῃ ὁ Ἀρχηγὸς ἡμῶν, ἀκριβῶς ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου τοῦ ὑπομνήματος περὶ Καβάλλας. Καὶ εὑρέθημεν ἀντιμέτωποι τοῦ Στέμματος! Ἐκμεταλλευταὶ τοῦ φιλειρηνικοῦ αἰσθήματος τοῦ λαοῦ, αἰσθήματος φυσικοῦ εἰς πάντα λαόν, ὑπῆρξαν ἐκμεταλλευταὶ καὶ αὐτῆς τῆς ἀσθενείας τοῦ Βασιλέως, ἐκμεταλλευταί, ὡς ἐλέγομεν τότε, ἀνευλαβεῖς, μήτε τὴν θέσιν τοῦ Βασιλέως εὐλαβούμενοι, ἀλλ’ ὄχι, ἐκμεταλλευταὶ μᾶλλον συμπράκτορές του, ἐκμεταλλευομένων καὶ τῶν περὶ αὐτὸν τὴν ἀσθένειάν του. Ποῖος δὲν ἐνθυμεῖται τὰ τότε γενόμενα; Καθημερινὰ δελτία ἐστέλλοντο εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς πᾶσαν κώμην καὶ εἰς πᾶν χωρίον περὶ τῆς ἐξελίξεως τῆς ἀσθενείας τοῦ Βασιλέως, διατί; Διὰ νὰ πληροφορῆται τάχα ὁ Ἑλληνικὸς λαός; Ὄχι. Διὰ φαύλην κομματικὴν ἐκμετάλλευσιν. Διὰ νὰ διακηρύττουν οἱ πράκτορες τῆς Γερμανικῆς προπαγάνδας καὶ ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Βασιλέως κινδυνεύει ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, διὰ νὰ διακηρύττουν ἀναισχύντως ὅτι κάθε σφαιρίδιον ριπτόμενον εἰς τὸ λευκὸν ὑποψηφίου βενιζελικοῦ, θὰ ἦτο σφαιρίδιον ριπτόμενον εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Βασιλέως! Ἐτέθη δὲ δίλημμα πρὸ τοῦ λαοῦ, τὸ δίλημμα: Βασιλεὺς ἢ Βενιζέλος! Ἀλλ’ οὔτε αἱ ἄλλαι κυβερνητικαὶ ἐπεμβάσεις, οὔτε οἱ ἐκβιασμοί, οὔτε αἱ ἀπειλαὶ ἠδυνήθησαν νὰ ἀλλοιώσωσι τὸ λαϊκὸν φρόνημα· καὶ ὁ λαός, καίτοι εὑρεθεὶς πρὸ αὐτοῦ τοῦ διλήμματος, εἶπε: Ναί, θέλω νὰ κυβερνῶμαι ἀπὸ τὸν Βενιζέλον. Τὸ εἶπε μὲ τόσην γενικὴν πληρεξουσιότητα, ἥτις περιελάμβανε καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ βασιλικόν. Ἠρωτήθη: Βασιλεὺς ἢ Βενιζέλος· καὶ εἶπε τί προτιμᾷ. Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκον τοῦ Βασιλέως ἐκείνου, εὑρεθέντος ἀπέναντι δημοψηφίσματος καταδικάζοντος τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὑπευθύνως διεχειρίζετο αὐτός; Οἱ διαχειριζόμενοι ὑπεύθυνον Ἀρχήν, οἱ ὑπευθύνως πράττοντες τὰ κοινά, ὀφείλουν νὰ ὑφίστανται καὶ τὰς συνεπείας τῆς πολιτικῆς αὐτῶν. Καὶ ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος ἤθελε νὰ εἶναι συνεπὴς πρὸς ἑαυτόν, ὑποχρέωσιν εἶχε νὰ παραιτηθῇ ἔκτοτε τοῦ θρόνου. Ἐπανῆλθεν ὅμως ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου, ἦλθε κατ’ Αὔγουστον μῆνα, διότι ἔπρεπεν ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀπομακρύνεται τὸ πικρὸν ἐκεῖνο ποτήριον. Γνωρίζετε ποία ἦτο ἡ στάσις τοῦ Ἐπιτελείου κατὰ τὰς παραμονὰς τῆς ἐπιστρατεύσεως; Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ τότε Ἐπιτελείου δὲν εἶχε διστάσει νὰ δηλώσῃ πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν ὅτι ἤρκει ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν ἐνίσχυσις ὑπὸ τῶν Συμμάχων, αὐτὴ ἐκείνη ἥτις καὶ ἀπεφασίσθη κατόπιν ὑπ’ αὐτῶν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς δυνηθῇ νὰ συντρίψῃ τὴν Βουλγαρίαν. Δι’ ὅσα δὲ ἔγραφον τότε αἱ ἐφημερίδες, ὅτι κατέρχονται 700.000 Γερμανικοῦ καὶ Αὐστριακοῦ στρατοῦ, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ἔλεγεν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι αὐτὰ εἶναι δημοσιογραφικαὶ φαντασιοπληξίαι. Ὄχι τόσαι δυνάμεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσπασθῶσιν ἀπὸ τὰ ἄλλα Μέτωπα διὰ τὸ Βαλκανικόν, ἔλεγεν, ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἐρρίπτοντο εἰς τὸ Βαλκανικόν, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθοῦν, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ δράσουν, δι’ ἔλλειψιν μέσων κινήσεως, ὅτι δὲ ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος, ἐνισχυόμενος ὑπὸ τῶν Συμμάχων, ἔχων κέντρον ἐφοδιασμοῦ τὴν Θεσσαλονίκην, ἔχων ὅλας τὰς εὐκολίας ὅσας παρέχει ἡ θέσις αὐτοῦ, θὰ ἠδύνατο νὰ συντρίψῃ τὸν ἐχθρόν. Διατί ἆρά γε ἔλεγεν αὐτά; Ἦτον ἔκρηξις στιγμιαίας στρατιωτικῆς εἰλικρινείας; Ἦτο ὁμολογία ἀληθής, καταχθονίως ὅμως γινομένη, διότι καταχθόνιοι ἦσαν πάντοτε, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἰσχυρίζεται μίαν ἡμέραν ὅτι αὐτὸς οὐδέποτε ἠρνήθη τὴν ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀσφάλειαν τῆς νίκης τῆς Ἑλλάδος; Ἢ μήπως ἦτο τυχὸν ἄλλος καταχθόνιος ὑπολογισμός, ὁ ὁποῖος ἄλλως οὐδὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως τελικὸν ἀποτέλεσμα, διότι ἡ Κυβέρνησις, ἐπιστρατευομένης τῆς Βουλγαρίας, εἶχε τὴν ἀπόφασιν νὰ ἀντεπεξέλθῃ δι’ ὅλων τῶν δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος, — ἢ μήπως ἦτο πονηρὸς ὑπολογισμὸς αὐτῶν τούτων, ὠθούντων διὰ τῶν τοιούτων ἐνθαρρύνσεων εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὸ κακοῦργον σχέδιόν των, τὸ ὁποῖον καὶ ἔθεσαν εἰς ἐφαρμογήν, σχέδιον ἐξεγέρσεως κατὰ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων καὶ συντριβῆς τῆς Ἑλλάδος; Ἐγένετο ἡ ἐπιστράτευσις. Ἠκούσθη δὲ προχθὲς ἐδῶ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐγκριθεῖσαν ὑπὸ τοῦ λαοῦ διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 31 Μαΐου πολιτικήν, ὅτι δὲν περιελαμβάνετο καὶ ἡ πολιτικὴ τοῦ πολέμου! Ὡς νὰ ἔπαυε ποτὲ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ διακηρύττῃ τὴν πολιτικήν του καὶ δι’ ὅσων ἔγραφεν ὁ φιλελεύθερος Τύπος καὶ δι’ ὅσων ἐλέγοντο ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις διηύθυνε τὰς ἐργασίας τοῦ κόμματος κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ποῖος ἀπέκρυψε ποτὲ ὅτι εἰς τὸ πρόγραμμα τῶν Φιλελευ☐ ☐τοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν πόθων καὶ ἡ ὑποχρέωσις πολέμου κατὰ τῆς Βουλγαρίας ὑπὸ δεδομένας συνθήκας; Ἀλλὰ μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1915 αἱ περιστάσεις βεβαίως εἶχον μεταβληθῇ, καὶ βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ποίαν πολιτικὴν θὰ ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ κατόπιν, χωρὶς ὅμως ποτὲ νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἀρχὴν τῆς μετὰ τῆς Ἀντὰντ συμπράξεως. Καὶ ἔλεγον οἱ ἀντίπαλοί μας, διὰ νὰ δικαιολογοῦν τὴν δευτέραν διαφωνίαν τοῦ Στέμματος: ἐνέκρινεν ἆρά γε ὁ λαὸς τὴν πολεμικὴν πολιτικήν σας; Καὶ θέλετε καὶ ἄλλην ἐκδήλωσιν ἀπὸ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς ἐπιστρατεύσεως; Ἐκαλεῖτο ὁ λαὸς νὰ πολεμήσῃ. Ἠκούσατε δυσφορίαν διὰ τὴν πολεμικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως; Ἢ ἐνθουσιασμὸν μόνον ἐβλέπατε γενικὸν καὶ γενικὴν ἐπιδοκιμασίαν; Καὶ δὲν προσῆλθεν ὅλος ὁ στρατευόμενος λαὸς ὑπὸ τὰς σημαίας; Καὶ δὲν ἐνεφανίσθη τὸ ὑπέροχον διὰ τὴν Ἑλλάδα φαινόμενον τῆς ραγδαίας συγκεντρώσεως τοῦ στρατευθέντος πληθυσμοῦ, ταχυτέρας παρ’ ὅσον ἤλπιζον αἱ εἰδικαὶ ὑπηρεσίαι; Θέλετε μείζονα ταύτης ἀπόδειξιν τῆς συνεχοῦς ἐγκρίσεως τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ λαοῦ; (Χειροκροτήματα). Ἡ ἐκδήλωσις τοῦ λαοῦ ὑπῆρξε πανηγυρική. Πανηγυρικὴ καὶ ἡ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐμπιστοσύνη. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἵτινες ἀπ’ ἀρχῆς εἶχον χαράξει τὴν ὁδὸν εἰς τὴν ὁποίαν ἐξώθουν τὴν Ἑλλάδα, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, παρὰ τὰς ἱστορικὰς παραδόσεις τοῦ Ἔθνους, παρὰ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος, ἐξηκολούθουν τὸν αὐτὸν δρόμον, τὴν αὐτὴν κατεύθυνσιν. Ὁ τότε Βασιλεὺς ἀντεποιεῖτο περιέργους ἰδέας συνταγματικάς. Ἀνεγνώριζεν εἰς τὴν Βουλὴν δικαιώματα διὰ τὰς συνήθεις ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, τὴν διεύθυνσιν ὅμως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἀντεποιεῖτο δι’ ἑαυτόν! Ἐθεωρεῖτο, οὕτως εἰπεῖν, ἡ Βουλὴ ὡς τὸ καθημερινὸν ἔνδυμα τῆς Ἑλλάδος. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν ἑορτασίμων ἡμερῶν, προκειμένου περὶ τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ἀποφάσεων, ἄ, τότε ἔπρεπε νὰ λειτουργῇ ἀπόλυτος ἡ βασιλικὴ ἐξουσία, ὁ τότε Βασιλεὺς ἐκεῖνος ἠννόει νὰ προσέρχεται ἐνδεδυμένος αὐτοκρατορικὴν πορφύραν! Καὶ ἡ Κυβέρνησις παρητήθη. Ἀλλὰ μήπως παρεγνωρίσθη μόνον ἡ ἐξουσία τῆς Βουλῆς εἰς ὑπόδειξιν τῆς Κυβερνήσεως; Καὶ καθυβρίσθη! Πρὸ δύο ὁλοκλήρων αἰώνων ἡ Ἀγγλικὴ Βουλὴ ἐψήφιζε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγόρευεν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀπονέμῃ χάριν εἰς κατάδικον ἐπὶ ἐξυβρίσει τῆς Βουλῆς. Αὐτὸ εἶναι τὸ φρόνημα τῶν ὑπερηφάνων λαῶν, τῶν γενναίων πολιτικῶν ἀνδρῶν, τῶν σεβομένων τὴν λαϊκὴν ἐλευθερίαν. Ἐδῶ δέ; Ἐδῶ εἴδομεν μέγα μέρος τοῦ πολιτικοῦ κόσμου συσπειρούμενον περὶ τὸν θρόνον καὶ καταθέτον εὐλαβῶς εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ ὡς φόρον εὐλαβείας, ὄχι, ὡς φόρον ὑποτελείας, τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ! (Χειροκροτήματα). Ἐδῶ εἴδομεν κόσμον πολιτικὸν εὐλογοῦντα τὴν χεῖρα ἥτις ἐρράπισε τὴν Βουλήν, διότι ράπισμα πρὸς τὴν Βουλὴν ἐσήμαινεν ἡ ἐπιβράβευσις τοῦ ὑβριστοῦ αὐτῆς. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα).
§33Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ράπισμα τῆς Βουλῆς νὰ μένῃ ἀκόμη ἐλεύθερος αὐτὸς ὁ κύριος ἔξω, διότι εἶναι εἰς θέσιν νὰ πάρῃ ἱκανοποίησιν ἡ Βουλὴ σήμερον.
§34Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ παριστάνετο τότε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς αἱμοδιψὴς πολιτικός, καὶ πολιτικὸς φαντασιόπληκτος! Ἀλλὰ ἀλλοίμονον εἰς τὰ Ἔθνη, ἅτινα φείδονται αἵματος διὰ τὴν ἄμυναν τῆς ἐλευθέρας αὐτῶν ὑποστάσεως. Καὶ ἀλλοίμονον εἰς τὰ Ἔθνη, ἅτινα ἔχουν ἄρχοντας, τῶν ὁποίων τὴν φαντασίαν οὔτε τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη θωπεύουν, οὔτε αἱ ἐθνικαὶ ὑποχρεώσεις συγκινοῦν, οὔτε ἡ ἀνάγκη τῆς ἀμύνης ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῆς Χώρας ἐξεγείρει! (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι). Ἠκούσαμεν δὲ τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα ἀξιότιμον ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας βουλευτὴν λέγοντα ὅτι τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος δὲν περιορίζει τὴν χρῆσιν τῆς βασιλικῆς προνομίας, οὔτε κατ’ ἀριθμὸν οὔτε κατὰ χρονικὰς προθεσμίας. Ὁ ἕτερος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφος, ὁ καὶ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἐξήντλησε τὸ θέμα τὸ συνταγματικὸν χθές, δι’ ὅσων σαφῶς καὶ λίαν εὐγλώττως εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Οὐδὲν Σύνταγμα εἶναι ὅ,τι μόνον λέγει τὸ γράμμα αὐτοῦ. Εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος διερευνᾶται, ὄχι τὸ γράμμα. Μήπως ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν εἶναι παρόμοιον τὸ γράμμα; Ποῖος ὅμως θὰ ἐτόλμα νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἀγγλίας δικαιοῦται νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν κατὰ τὰς ἰδίας ἐπιθυμίας; Ποῖον δὲ εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος ὡς πρὸς τὴν χρῆσιν τῆς λεγομένης βασιλικῆς προνομίας; Τὸ εὑρίσκετε εἰς τὰς παραδόσεις τὰς πολιτικὰς τῆς Χώρας, τὸ εὑρίσκετε εἰς ὅλην τὴν ἱστορίαν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἡμῶν ἐξελίξεως. Ἀλλὰ τὸ ἀνευρίσκετε ἀκόμη καὶ εἰς τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, εἰς τὰς ἄλλας αὐτοῦ διατάξεις, αἵτινες ὁρίζουν τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος ἀπέναντι τῆς Βουλῆς. Εἰς Πολιτείας κοινοβουλευτικὰς κυρία τῶν πραγμάτων εἶναι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ, αὐτὴ ἄρχουσα. Διότι ὁ λαὸς εἶναι ὁ κυρίαρχος. Δὲν εἶναι ρυθμισταὶ τοῦ Συντάγματος οἱ Βασιλεῖς· ἐκτελεσταὶ τῶν λαϊκῶν ἐντολῶν εἶναι. Ποία δὲ ὑπόστασις θὰ ἀπέμενεν εἰς τὴν Βουλήν, ἂν δὲν ἀνεγνωρίζετο εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τοῦ ὑποδεικνύειν τὰς Κυβερνήσεις; Καὶ ποῦ θὰ ὑφίστατο ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ἂν ἠδύνατο νὰ ἀνατρέπῃ τὰ θελήματα αὐτῆς τὰ κυβερνητικὰ ἡ βασιλικὴ ἐπιθυμία; Ποία δὲ ἦτο ἡ θέσις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἀπέναντι καὶ τοῦ δευτέρου τούτου πραξικοπήματος; Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὁ πρῶτος ἀγορεύσας, εἶπεν ὅτι κριτὴς τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ τῆς χρήσεως τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως εἶναι ὁ λαός. Θὰ ἀπήντων ὅτι τὸ ὀρθὸν ἢ μὴ τῆς διαλύσεως τῆς δευτέρας ἠδύνατο νὰ κριθῇ ἐκ τῆς ὅλης πολιτείας τοῦ Στέμματος καθ’ ὅλον τὸ προδιαρρεῦσαν χρονικὸν διάστημα. Ἐν τούτοις τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν θὰ ἐδίσταζε καὶ εἰς νέας νὰ προέλθῃ ἐκλογάς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἄλλο νὰ προτιμήσῃ. Ἀλλὰ ποία ἦτο ἡ πολιτεία τοῦ δεσποτισμοῦ ἀπέναντι τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων; Ποῖαι ἦσαν αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας ἠπειλοῦντο νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαί; Ἡ ὀργάνωσις τῆς δυνάμεως τῶν ἐπιστράτων, ὀργάνωσις αὐτῶν κομματική, ὄχι στρατιωτική, ὀργάνωσις αὐτῶν προπαγανδική, ὀργάνωσις αὐτῶν δεσποτική, μὲ ἀποφάσεις ὅπως ἀποστέλλωνται εἰς τὰς ἑστίας των νὰ ψηφίζωσιν οἱ ὑποτακτικοὶ τοῦ δεσποτισμοῦ, ὅπως κρατῶνται εἰς τὰ στρατόπεδα οἱ Φιλελεύθεροι. Αἱ τοιαῦται συνθῆκαι, καὶ ἡ πεῖρα ὅμως τῶν μετέπειτα γεγονότων ἐνεφάνισε πρὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τὸ δίλημμα καὶ πάλιν τὸ ἴδιον: Ἐπανάστασις ἢ ἀποχὴ ἀπὸ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἀνάμιξις εἰς τὰς ἐκλογὰς θὰ ἔφερεν ἀναποφεύκτως καὶ εἰς ἐπανάστασιν. Διότι καθῆκον ἡμῶν θὰ ἦτο νὰ ἀντεπεξέλθωμεν πάσῃ δυνάμει κατὰ τῶν κυβερνητικῶν αὐθαιρεσιῶν, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων τῆς Χώρας. Ἀλλὰ θέλετε νὰ εὕρετε τὰς συνταγματικὰς προθέσεις τοῦ Βασιλέως, ὅταν ἀπετόλμα καὶ δευτέραν διάλυσιν; Τὴν εἰκόνα τῶν προθέσεών του τὴν ἔχετε εἰς ἐπίσημα ἔγγραφα· τὴν ἔχετε εἰς αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπήντησε πρὸς τὸν Κάϊζερ, τηλεγράφημα γενόμενον ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν! Ἀναγνώσατε καὶ προσέξατε. Ὡς Βασιλεὺς κοινοβουλευτικοῦ Κράτους ὁμιλεῖ, ἢ ὡς Αὐτοκράτωρ ὑπεδούλωνε τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος; Ἐδήλωνε πρὸς τὸν Κάϊζερ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπέμβῃ ἐνεργῶς ὑπὲρ τῆς Γερμανίας, δι’ οὓς λόγους ἐκθέτει, δυσφορῶν καὶ λυπούμενος, ἀλλ’ ὅτι ἀπόφασιν ἔχει νὰ μείνῃ ἐν οὐδετερότητι. Τίνι δικαιώματι; Ποῦ εὗρε τὸ δικαίωμα νὰ προεξοφλήσῃ τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος; Πῶς Βασιλεὺς λαοῦ ἐλευθέρου, λαοῦ κυριάρχου ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας δηλώσεις ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως διὰ τὴν γνώμην καὶ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, τοῦ μόνου δυναμένου νὰ ρυθμίσῃ τὴν τύχην του, νὰ κανονίζῃ τὴν πολιτικήν του, νὰ ὁρίζῃ τὴν Κυβέρνησίν του; Καὶ ἔχετε τὴν πρόθεσίν του μόνον εἰς αὐτὸ τὸ κείμενον; Τὴν ἔχετε καὶ εἰς ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἀποκαλύπτει ἄλλην στυγερὰν προδοσίαν τὴν ἔχετε εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Βουκουρεστίῳ ἐπιτετραμμένου τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνηγγέλλετο ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχε διαβεβαιώσεις κατηγορηματικὰς ἐκ Βερολίνου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θὰ ἐξήρχετο τῆς οὐδετερότητος! Δὲν ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο προδοσίαν; Δὲν ἀποδεικνύει καὶ τοῦτο ἀπόφασιν ὅπως περιφρονηθῇ καὶ καταπατηθῇ οἱαδήποτε λαϊκὴ θέλησις, διὰ νὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ Γερμανία; Φυσικὸν δὲ ἦτο ὁ δεσποτισμὸς ἐκεῖνος νὰ ἐκτραπῇ καὶ εἰς βίαν καὶ αὐθαιρεσίαν. Εἶναι αἱ αἰώνιοι συνήθεις μέθοδοι τῆς τυραννίδος. Καὶ εἴδομεν συντάγματα χαφιέδων, καὶ εἴδομεν συκοφαντικὰς καταδιώξεις ἀθώων πολιτῶν, ὡς ὑβριζόντων δῆθεν τὸν Βασιλέα, καὶ εἴδομεν ἐκβιασμούς, καὶ εἴδομεν ἀστυνομίαν ἀσυνείδητον, ὄργανον τυραννικῆς αὐθαιρεσίας, καὶ εἴδομεν Δικαιοσύνην δούλην, εὐτελῆ καὶ ταπεινὴν τῶν δυναστικῶν θελήσεων, καὶ εἴδομεν Κλῆρον στεφανώνοντα τὴν ὅλην ἀθλίαν εἰκόνα μὲ ἀναθεματισμούς! (Χειροκροτήματα). Καὶ ὑπάρχουν ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὁμιλοῦντες περὶ ἐλευθέρου πολιτεύματος διὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην! Καὶ ἡ Βουλή, τί ἐγένετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην; Ἡ Βουλὴ εἶχε μεταβληθῆ εἰς Βαστίλλην! Ἀπηχοῦν ἀκόμη οἱ τοῖχοι τῆς αἰθούσης ταύτης τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰς διαμαρτυρίας φρονηματιῶν πολιτῶν, ἐντίμων, ἀγαθῶν, γενναίων, ἐλευθέρων Ἑλλήνων, δερομένων, διαπομπευομένων, ὑβριζομένων, φυλακιζομένων, καταδικαζομένων εἰς τὸν διὰ τῆς πείνης θάνατον, χωρὶς οὔτε μία νὰ ἀκουσθῇ τότε παρὰ τῶν δῆθεν βουλευτῶν τῆς περιόδου ἐκείνης (χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων), χωρὶς οὔτε μία νὰ ἀκουσθῇ διαμαρτυρία παρ’ ἐκείνων, οἵτινες συνήρχοντο εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ὡς βουλευταί, ὄχι κἂν διὰ τὰ τελούμενα κατ’ ἐλευθέρων πολιτῶν ἀνοσιουργήματα, ἀλλὰ τοὐλάχιστον, διότι ἡ αἴθουσα αὕτη εἶχε μεταβληθῆ εἰς ἀστυνομικὸν μπουδροῦμι! (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι). Καὶ εἴδομεν τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐκπέσῃ ὅπως ἐξέπεσεν. Ἔκπτωσις ἐσωτερική, ἔκπτωσις ἐξωτερική. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε ποτὲ πρὸς τὴν Βουλήν, ἀπευθυνόμενος εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν: «Βλέπετε ποίαν Ἑλλάδα σᾶς παραδίδω, προσέξατε ποίαν θὰ τὴν παραδώσετε!» Παρεδώσαμεν Ἑλλάδα νύμφην ὡραίαν καὶ ἰσχυράν, καὶ παρελάβομεν Ἑλλάδα ρακένδυτον! (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὸν ὁποῖον ἀνέκαθεν ἡ ἱστορία αὐτοῦ ἐμφανίζει ὡς τὸν Προμηθέα τοῦ ἐκπολιτισμοῦ τῶν λαῶν, παρεστάθη ὡς ὁ μᾶλλον βάρβαρος, ὁ μᾶλλον μισελεύθερος, ὁ μᾶλλον ἄδικος καὶ ἀγνώμων! Καὶ ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἀπόδειξις ὅτι μόνον τὰ περιτρίμματα εἶχον συγκεντρωθῆ εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῆς Αὐλογερμανικῆς προπαγάνδας διὰ νὰ ἐμφανίσουν τὴν εἰκόνα ἐκείνην, ἔπρεπε νὰ σημειωθῇ ἡ ἐκ νέου ἐμφάνισις τῶν Φιλελευθέρων ἐν Ἀθήναις, ὁποία ἐγένετο, διὰ νὰ πιστοποιηθῇ ἡ εὐγένεια τῆς ψυχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα).
§35Γ. ΠΩΠ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κύριε Ὑπουργέ;
§36Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§37Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω τοῦτο, ὅτι ἡ ἀντίληψις τοῦ κόσμου, τοῦ μὴ μετασχόντος εἰς τὰ γεγονότα τῆς 19ης Νοεμβρίου, χάριν τῆς ὁποίας ἐγένετο καὶ ἡ 18η Νοεμβρίου, ἦτο ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐν ἐπαναστάσει λαϊκῇ, ἀλλ’ ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ἐπαναστάσει τοῦ Κράτους, καταπιέζοντος ὄχι μόνον πάντα μὴ βενιζελικόν, ἀλλὰ καὶ πάντα μὴ θέλοντα νὰ ὑποδουλώσῃ τὴν συνείδησιν αὑτοῦ εἰς τὴν ἀπώλειαν τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὴν ἀπολυταρχίαν.
§38Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Καὶ εἴδομεν ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐπανεστάτει κατὰ τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξεως, εἴδομεν Κράτος διδάσκον εἰς τὸν στρατόν του τί; Ἀποχὴν ἀπὸ τὸν πόλεμον! Πανικὸν ἀπέναντι αὐτοῦ. Φόβον δηλαδὴ ἀπέναντι τοῦ καθήκοντός του. Καὶ εἴδομεν τὴν Γερμανικὴν προπαγάνδαν δηλητηριάζουσαν τὴν ψυχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅπως ἀπέχῃ ἀπὸ πάσης ἰδέας περὶ πολέμου, περὶ οἱασδήποτε ἀμύνης καὶ ἂν ἐπρόκειτο ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας του καὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἀδελφῶν του! Τόσον δὲ μυσαρὰ ἦτο ἡ ψυχή των, ὥστε οὐδὲ τῶν παιδικῶν ψυχῶν ἐφείσθησαν. Διδάσκαλοι ἀκολουθοῦντες τὴν ἀπεχθῆ ἐκείνην πολιτικὴν ἢ ἐκβιαζόμενοι πρὸς ταύτην, κατεγίνοντο εἰς τὸ νὰ δηλητηριάζουν τὰς εὐπλάστους ψυχὰς τῶν μικρῶν παιδίων. Ἠγγαρεύοντο διὰ νὰ ἐνσταλάζωσιν εἰς τὰς ψυχὰς αὐτὰς δηλητήριον ἀντεθνικόν, δηλητήριον ἀντιπολεμικόν, συκοφαντίαν καὶ ψεῦδος, καὶ δηλητήριον ἀνελευθέρου φρονήματος, εὐτελείας καὶ ὑποταγῆς εἰς τὸν ἕνα Δεσπότην! Ἀληθῶς ἔχει ὀγκῶδες ἔργον πρὸ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀποβάλῃ ἀπὸ τὰς τρυφερὰς ἐκείνας ψυχὰς τὸ ἄτιμον δηλητήριον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐγχύσει ἡ κακοῦργος σπεῖρα. Ἀλλὰ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο ἀπέθανε πλέον. Καὶ ἀπέθανε τελειωτικῶς. Καὶ ἠρώτα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς συνόδου τῆς Βουλῆς, εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εὑρίσκεται ἡ διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας ἀνέζησεν ἡ παροῦσα Βουλή! Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας καὶ οἱ ἐκδηλώσαντες τὴν ἰδίαν ἀπορίαν φαίνεται ὅτι περιωρίσθησαν μελετῶντες τὸ Σύνταγμα εἰς τὰς διατάξεις τὰς ἀναφερομένας εἰς τὰς προνομίας τοῦ Βασιλέως καὶ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Τὸ πολὺ–πολὺ δὲν θὰ ἔφθασαν σχεδὸν μέχρι τοῦ τέλους. Διότι, ἐὰν ἔφθανον μέχρι τοῦ τέλους, θὰ ἀνεγίνωσκον καὶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 111, τοῦ τελευταίου. Ὄχι, Κύριοι, ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος δὲν ἀνατίθεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Βασιλέως, οὔτε καὶ τῶν Κυβερνητῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀνατίθεται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων! (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Πῶς ἐξεδηλώθη ὁ πατριωτισμὸς ἐκεῖνος τὸ εἴδατε εἰς τὴν παμψηφίαν τοῦ ἡμίσεως τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ τὸν εἴδατε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, καὶ πρότερον καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἔπασχε καὶ ἐτυραννεῖτο προδιδαμένη. Ἐξέρρεεν ἡ Ἑλλὰς αὐτὴ πρὸς τὰς Νέας Χώρας, οὐδ’ ἀπέκρυπτε τὸν ὑπὲρ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης ἐνθουσιασμόν.
§39Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ....
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κοζάνης ἔχει ἀντίρρησιν;
§41Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μάλιστα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Στενοχωρεῖσθε;
§43Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δύνασθε τάχα νὰ ἀμφισβητήσητε καὶ τὴν γνώμην καὶ τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας αὐτοῦ τοῦ λαοῦ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος; Ἀλλὰ δὲν ἐτολμᾶτε νὰ διενεργήσητε οὔτε κἂν δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ! Διότι ἀνεμένατε δημοψήφισμα καταδικαστικὸν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Καὶ ἐρωτᾶτε τίνι δικαιώματι ἀνέζησεν ἡ Βουλή; Ἐὰν ἡ Βουλὴ αὐτὴ δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀναζήσῃ, ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ δὲν ἤθελε νὰ ἀναζήσῃ, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναζήσῃ. Ἀνέζησεν ἡ Βουλὴ καθ’ ὃ δικαίωμα ἀνέζησε καὶ ἡ ἐξ αὐτῆς προερχομένη Κυβέρνησις. Τί ἄλλο σημαίνει ὁ θρίαμβος τῆς Ἐπαναστάσεως, τί ἄλλο σημαίνει ἡ ἐπιβολὴ αὐτῆς ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἢ ἔγκρισιν τῆς πολιτικῆς ταύτης ὑπὸ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ λαοῦ; Καὶ τί ἄλλο ἀποτέλεσμα ἠθέλατε νὰ ἔχητε πρώτιστον πάντων τῆς νίκης τῆς Ἐπαναστάσεως ἐκείνης, παρὰ τὴν ἀναβίωσιν τοῦ Συντάγματος καὶ μετ’ αὐτοῦ τῆς Βουλῆς τὴν ὁποίαν ἀπεπειράθητε νὰ δολοφονήσετε; (Χειροκροτήματα). Παρενέθησαν ὅμως πρὸς τοῦτο καὶ αἱ Δυνάμεις, καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀκαρνανίας ἠσχολήθη νὰ ἑρμηνεύσῃ ποῖον δικαίωμα ἀπορρέει ἀπὸ τὰς Συνθήκας ὑπὲρ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων εἰς ἐπέμβασιν ἐν Ἑλλάδι, διὰ νὰ συμπεράνῃ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένη ἐπέμβασις τρίτου εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα. Ἀλλ’ ἦσαν ἐσωτερικὰ ἡμῶν πράγματα ἐκεῖνα; Ἀλλὰ καὶ ἂν οὐδεμία συνθήκη ὑπῆρχε καθιστῶσα τὰς ἐγγυήσεις τῶν Προστατίδων Δυνάμεων ὑπὲρ τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος τῆς Χώρας ταύτης, εἶχον ὑποχρέωσιν ἐπεμβάσεως, ὑποχρέωσιν ἠθικήν, πηγάζουσαν ἐξ αὐτῆς τῆς ἀλληλεγγύης τῶν ἐλευθέρων λαῶν. (Παταγώδη χειροκροτήματα). Καὶ ἂν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἶναι ἐπιβεβλημένη, ἦτο πολλῷ μᾶλλον ἐπιτακτικὴ σήμερον, ὁπότε ἑκατομμύρια στρατιῶν τῶν φιλελευθέρων ἐκείνων Κρατῶν μάχονται ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας τῶν λαῶν. Εἶχε δικαίωμα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπέμβασίν των καὶ εἶχον αἱ Δυνάμεις στοιχειώδη ἠθικὴν ὑποχρέωσιν, ἐφ’ ὅσον κρατοῦν τὴν σημαίαν, τὴν ὁποίαν κρατοῦν, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ ἐπέμβουν διὰ νὰ σώσουν ἕνα λαὸν ἄοπλον ἀπὸ τοὺς ὄνυχας μιᾶς τυραννίας. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Εὗρεν ὅμως καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος ἀντισυνταγματικότητα εἰς ἐνεργείας τινὰς τῆς Κυβερνήσεως.
§44Γ. ΠΩΠ. Ἀντιεπαναστικότητα. (Ἱλαρότης).
§45Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀντισυνταγματικότητα εἰς τὸ ἀντὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ Ἐθνοσυνέλευσιν, ἤ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, νὰ μεταβάλῃ τὴν παροῦσαν Βουλὴν εἰς τοιαύτην, ἀντεποιήθη δικαιώματα Ἐθνοσυνελεύσεως διὰ νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἰσχὺν τῶν συνταγματικῶν διατάξεων περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Βεβαίως δὲν εὑρισκόμεθα οὕτω πράττοντες ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, καθὼς δὲν εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ Συντάγματος καὶ ὅταν ἀπούσης τῆς Βουλῆς ἀντιποιούμεθα νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Καθὼς δὲ εἰς τὴν τελευταίαν τοιαύτην περίπτωσιν ἐπιφυλάσσεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ὑποχρέωσις τῆς συγγνώμης τῆς Βουλῆς πρὸς ὅσα νομοθετικὰ ἔργα ἔπραξεν ἀπούσης αὐτῆς, οὕτω κατὰ τὴν προκειμένην περίπτωσιν ὑπέχει ὑποχρέωσιν αἰτήσεως συγγνώμης ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Συνελεύσεως, τῆς μόνης ἁρμοδίας νὰ κυρώσῃ τὰ Διατάγματα τὰ ὑπὸ ταύτης ἐκδοθέντα. Ἀλλὰ νομίζει ὁ κ. συνάδελφος ὅτι δὲν θὰ ἦτο εὐχάριστον τάχα εἰς ἡμᾶς νὰ εἴμεθα ἀπηλλαγμένοι τοῦ ἐπαχθοῦς, τοῦ βαρυτάτου αὐτοῦ ἔργου τῆς ἀντιποιήσεως δικαιωμάτων Συνελεύσεως; Ἡ ἰδέα περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς Συνελεύσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐξεδηλώθη καὶ πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν ἀρχήν, ἐξεδηλώθη καὶ ὅτε ἐζητήθη ἡ σύγκλησις τῆς παρούσης Βουλῆς, εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ σχετικοῦ Β. Διατάγματος, ἐξεδηλώθη καὶ διεκηρύχθη καὶ διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Ἐπιτρέπουν ὅμως ἆράγε αἱ περιστάσεις αἱ ἐξωτερικαὶ Ἐθνοσυνέλευσιν ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ; Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ, διότι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταγείνωμεν εἰς τὸ θέμα αὐτὸ τὴν στιγμὴν ταύτην, ὅτι δικαίῳ ἐπαναστάσεως δὲν θὰ ἠδύνατο ἴσως ἡ Βουλὴ αὕτη, χωρὶς τὴν κανονικὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν, νὰ μεταβληθῇ εἰς Συνέλευσιν· τοῦτο εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον δὲν θίγω. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, ὅταν αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουν κἂν τὴν διηνεκῆ λειτουργίαν τῆς Βουλῆς, ὅταν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ νομοθετικὴν ἐξουσιοδότησιν παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς παρουσίας αὐτῆς, ὡς ἔπραξαν καὶ αἱ Κυβερνήσεις ἄλλων κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, αἵτινες ὀφείλουν νὰ ἔχωσι προσηλωμένην τὴν προσοχὴν αὐτῶν εἰς τὰ πολεμικὰ πράγματα, πῶς θὰ ἦτον ἐπιτετραμμένον, πῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ κινήσωμεν ὑπὸ τὰς παρούσας συνθήκας τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἔθνους;
§46Γ. ΠΩΠ. Μοῦ ἐπιτρέπεται μίαν διακοπήν; Ἐὰν εὑρισκόμεθα οὐχὶ ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἐν Ἰταλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ, ἔπρεπε τότε νὰ καταλαμβανώμεθα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὑπὸ τοῦ δέους ὅταν μία Βουλὴ πρόκειται νὰ μεταβάλῃ τὸ Σύνταγμα. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Ἰταλίᾳ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία τυπικὴ διαφορὰ μεταξὺ νόμου καὶ Συνταγματικῶν διατάξεων. Γνωρίζετε ἐπίσης ὅτι κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα δὲν χρειάζεται κἂν διπλῆ ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ὅπως κανονίσῃ τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις καὶ θέλων ἐγὼ νὰ διευκολύνω τὸ ἔργον τῆς ἐπαναστάσεως ἵνα μορφωθῇ ἓν πολίτευμα ἐν τῇ Χώρᾳ, εἶπον τοῦτο, ὅτι, ὅταν ἔχωμεν δύο κατ’ ἐξοχὴν κοινοβουλευτικὰ κράτη, τὴν Ἀγγλίαν καὶ Ἰταλίαν, ἐπιτρέποντα εἰς τὴν Βουλὴν αὐτῶν νὰ ἀναθεωρῇ τὸ Σύνταγμά της κατὰ πᾶσαν στιγμὴν θέτουσα τὸ Σύνταγμα ὑπὸ τὴν ἱερὰν μορφὴν καταστατικοῦ Χάρτου, καὶ τοῦτο τὸ κῦρος δίδουσα εἰς αὐτό, διότι ὑμεῖς μετὰ μίαν ἐπανάστασιν θὰ δειλιάσητε ὥστε τὴν Βουλὴν τὴν ἐκπροσωποῦσαν τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν νὰ τὴν θεωρῆτε ἀναξίαν νὰ κανονίσῃ τὸ πολίτευμα καὶ τὴν μορφὴν αὐτοῦ; Ἢ νομίζετε ὅτι ἔχετε σεῖς, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μετὰ τοῦ Βασιλέως, μεῖζον δικαίωμα νὰ κανονίζετε τὸ ζήτημα τοῦτο; Θὰ φθάσωμεν ὅμως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴ θὰ μεταβληθῇ εἰς συντακτικήν.
§47Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν προφητεύω. Ἐγὼ βεβαιῶ μόνον ὑφισταμένην κατάστασιν πραγμάτων, ὑφισταμένην κατάστασιν συνθηκῶν, κατάστασιν πολιτικήν. Εἶναι δὲ πολὺ διάφορον τὸ πρᾶγμα ἐν Ἑλλάδι, ὅπου τὸ πρῶτον ζητεῖται νὰ μεταβληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς Συνέλευσιν, ὑπὸ ἐξαιρετικὰς συνθήκας, παρὰ εἰς τὰς χώρας ἐκείνας ὅπου συνταγματικῶς αἱ Βουλαὶ ἔχουν καὶ συντακτικὴν ἐξουσίαν. Καὶ εἶναι πολὺ διάφοροι αἱ συνθῆκαι, ὑφ’ ἃς διηνεκῶς εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσουν αἱ Βουλαὶ ὡς συνελεύσεις συντακτικαί, ἀπὸ τὰς συνθήκας ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐξαιρετικῶς ἐκτάκτους πρόκειται νὰ κληθῇ ἐν Ἑλλάδι. Ὅταν δὲ αἱ περιστάσεις αὐταὶ δὲν ἐπιτρέπουν κἂν τακτικὴν λειτουργίαν εἰς τὴν ὑφισταμένην Βουλήν, ὡς Βουλήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέπουν λειτουργίαν εἰς Συνέλευσιν, ἥτις τόσα ἔχει νὰ θίξῃ καὶ νὰ συζητήσῃ μεγάλα καὶ σοβαρὰ θέματα; Βεβαίως ὅμως ἡ Ἐθνοσυνέλευσις θὰ ἔλθῃ νὰ παγιώσῃ τὸ νέον καθεστώς. Καὶ τὸ καθεστὼς αὐτὸ θὰ ζήσῃ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα τὴν ὁποίαν τυχὸν ἔχουν ἐλάχιστοι τινές. Θὰ ζήσῃ τὸ καθεστὼς αὐτὸ καὶ ὑπ’ αὐτὸ θὰ ζήσῃ καὶ ἡ Ἑλλάς. (Χειροκροτήματα). Ὅσοι πιστοὶ ἂς προσέλθουν! (Χειροκροτήματα.). Ὅσοι δὲν θέλουν νὰ συμμορφωθοῦν, ἂς ἀποσυρθοῦν! (Χειροκροτήματα). Πράγματι εἶναι πολλῷ μᾶλλον δυσχερὴς ὁ ἀγών, εἰς ὃν ἡ Ἑλλὰς εἰσέρχεται, παρ’ ὅσον ἦτο τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915. Ἡ ὑπερδιετὴς ἐγκληματικὴ πολιτικὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρέλθῃ ἄνευ συνεπειῶν. Δὲν γνωρίζω πόσοι ἀγῶνες ἀπαιτοῦνται ὅπως ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δυνηθῇ καὶ πάσας τὰς ἐπελθούσας ἔκτοτε ζημίας νὰ ματαιώσῃ καὶ εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν εὐρύτερον κύκλον νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐν τῷ συνόλῳ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ὁ κ. βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας ἐπεκαλέσθη διὰ τὴν ἀνάγκην τοῦ ἀγῶνος τούτου τὴν ὁμόνοιαν πάντων. Ὁμόνοιαν, εἶπε, καὶ ὄχι καταδιώξεις. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσε πρὸς τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας ποίας ἔχει ἀντιλήψεις πολιτικὰς διὰ τὴν ὁμόνοιαν καὶ τὴν κοινωνικὴν εἰρήνην. Κλάδον ἐλαίας ἔφεραν οἱ Φιλελεύθεροι ἐκ Θεσσαλονίκης, ἀπέναντι τῶν λογχῶν τῆς τρομοκρατίας, τὰς ὁποίας εἶχον οἱ ἀντίπαλοί των ἐδῶ! (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ οἱ συμβουλεύοντες ὁμόνοιαν δὲν δύνανται νὰ συμβουλεύωσι καὶ ἐπιείκειαν καὶ συγγνώμην πρὸς τοὺς μεγάλους ἐνόχους, πρὸς τοὺς μεγάλους κακούργους! (Χειροκροτήματα). Ναί, ὁμόνοιαν μεταξὺ ὅλων, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ συμφέρον τῆς Ἑλλάδος. Ναί, συγγνώμην πρὸς τοὺς ἀτυχεῖς, τοὺς συρθέντας, τοὺς τυφλωθέντας διὰ νὰ σύρωνται ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τοῦ Δεσποτισμοῦ. Ἀλλ’ ὄχι ποτὲ καὶ ἐγκατάλειψιν τοῦ ἔργου ἡμῶν ἀπροφυλάκτου κατέναντι ἐχιδνῶν! (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὄχι ποτὲ καὶ ἐγκατάλειψιν τοῦ ἔργου ἡμῶν ἀνοχυρώτου εἰς νέας ἐπιβουλὰς καὶ ὑπονομεύσεις καὶ κινδύνους. (Χειροκροτήματα). Τοιαύτη στάσις τῶν Φιλελευθέρων θὰ ἦτον ἔνοχος διὰ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἦτον ἐγκληματικὴ κατ’ αὐτοῦ. Δυσχερὴς ὁ ἀγὼν ἡμῶν, ἀλλ’ εὔρωστος ἡ ψυχὴ τοῦ Ἔθνους, παρ’ ὅλον τὸ δηλητήριον τὸ ὁποῖον ἐνεστάλαξαν εἰς αὐτήν. Εἰς τὴν ἀποβολὴν τοῦ τοιούτου δηλητηρίου ἐπικαλούμεθα ἡμεῖς, ὡς Κυβέρνησις, τὴν σύμπραξιν τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐκείνων, οἵτινες θέλουν νὰ δώσωσιν εἰλικρινῆ τὴν συνδρομὴν αὐτῶν πρὸς τὸν ἱερὸν ἀγῶνα, ὃν ἀνελάβομεν. Δὲν μᾶς φοβίζει ἡ γενομένη δηλητηρίασις. Μᾶς ἐνθαρρύνει ἡ εὐρωστία τῆς Ἑλληνικῆς ψυχῆς. Ἐπ’ αὐτὴν στηριζόμενοι προσβλέπομεν μετὰ πεποιθήσεως ἀσφαλοῦς εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐσωτερικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Χώρας. Ἐπ’ αὐτὴν στηριζόμενοι, προσβλέπομεν μετ’ ἐλπίδων ἀγαθῶν εἰς εὐόδωσιν καὶ τοῦ μεγάλου ἡμῶν ἀγῶνος! (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουριὲλ ἔχει τὸν λόγον.
§49Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Θὰ ὁμιλήσω κατόπιν, κύριε Πρόεδρε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Τριανταφυλλᾶκος (ἀπών). Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος.
§51Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὸν κ. Κουριέλ, ἂν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ, νὰ ἔλθῃ τώρα, διότι ἀλλέως θὰ χάσῃ τὴν σειράν του. Δὲν ὑποθέτω νὰ θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τὴν ἰδικήν μου, ἥτις θὰ εἶναι τελευταία, διότι τὸ πρᾶγμα θὰ εἶναι καὶ ἀνώμαλον καὶ ἀσύμφωνον πρὸς τὰ ἔθιμα τῆς Βουλῆς.
§52Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα ὅλους τοὺς ὁμιλήσαντας καὶ μετὰ τῆς μεγαλειτέρας μάλιστα προσοχῆς, ἐπρόσεξα δὲ ἀκόμη περισσότερον καὶ ἐκείνους ἐκ τῶν ὁμιλησάντων, οἵτινες εἴτε ἀνεμίχθησαν εἰς τὰ κοινά, εἴτε ὑπῆρξαν κάτοχοι στοιχείων διαφωτιστικῶν τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως. Λυποῦμαι σφόδρα διότι δὲν εἶναι παρόντες πάντες, ὡς θὰ ἔπρεπε πάντες ἀπαραιτήτως νὰ ἀκουσθῶσιν. Ἡ τελευταία ἐθνικὴ περιπέτεια ἔχει ἀνάγκην φωτὸς καὶ φωτὸς ἀπλέτου. Ἀρχαῖα κόμματα μὲ ἀντιθέτους γνώμας συνηντήθησαν εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον οὐχὶ κατὰ τὸν προσήκοντα τρόπον, ἢ ὑστερήσαντες εἰς τὴν πολιτικὴν πάλην, ἔσυραν εἰς αὐτὴν παράγοντα, ὅστις οὐδὲν δικαίωμα εἶχε νὰ ἀναμιχθῇ, ἀλλ’ ὑποχρέωσιν εἶχε νὰ ἀπέχῃ πάντοτε. Ποία ἡ τύχη τοῦ οὑτωσὶ ἀναμιχθέντος καὶ ἰδίαν πολιτικὴν χαράξαντος παράγοντος καὶ ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἀναμίξεώς του καὶ τῆς πολιτικῆς του εἶναι εἰς ὅλους μας γνωστά. Βασιλεὺς ἔχασε τὸν θρόνον του, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος ἔχασε τὸν Βασιλέα του. Τὸ πολίτευμά μας σαφῶς, σοφώτατα καθώρισε τὴν θέσιν τοῦ ἀνευθύνου. Ἕν του βῆμα παράτολμον ἢ ἀπερίσκεπτον τὸν καθιστᾷ ἀμέσως ὑπεύθυνον καὶ τὸν θέτει ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ λαοῦ καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης παύει νὰ εἶναι ὁ ἀκριβοδίκαιος ρυθμιστὴς τοῦ πολιτεύματος. Εἶναι ἕνας πολιτικὸς παράγων (Χειροκροτήματα). Οἱ ἄλλοι ἐπεκράτησαν εἰς τὸν ἀγῶνα ἐνισχυθέντες δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰ ὁποῖα διέθετον, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς πάλης αὐτῆς ὑπῆρξεν ἡ δημιουργία τῆς σημερινῆς καταστάσεως, ἐσωτερικῶς ἐπαναστατικῆς καὶ ἐξωτερικῶς ἐμπολέμου. Διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην ἰσχυρίζονται οἱ μὲν ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἔστεργε, οἱ ἄλλοι διατείνονται ὅτι αὐτὸ ἦτο τὸ θέλημά του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ἐθνικὸς διχασμὸς ἠμελήθη ἔκτοτε καὶ ὅλοι πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀφανισθῇ τὸ ταχύτερον πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Λαοῦ. Παρ’ ὅλας τὰς προσπαθείας, φόβος εἶναι μήπως καὶ πάλιν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παραμείνῃ ξένος πρὸς τὰ πραγματικὰ αἴτια τὰ δημιουργήσαντα τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Λυποῦμαι πολὺ ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διαφωτίσω τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐπιχειρήσω ἀσθενῶς ἀλλὰ εἰλικρινῶς νὰ ἐπισκοπήσω τὰ πράγματα, ἂν μή τι ἄλλο, ἴσως θὰ ἐπιτύχω νὰ μάθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τέλους πῶς ἐξυπηρετήθησαν τὰ συμφέροντά του καὶ πῶς περιεφρουρήθη ἡ τιμή του κατὰ τὰς κρισιμωτάτας τοῦ ἐθνικοῦ βίου στιγμάς. Νὰ μάθῃ δὲ καὶ τί πρέπει νὰ πράξῃ ἐν τῷ παρόντι. Δὲν φοβοῦμαι ἐγώ, κύριοι, τὴν Ἐπανάστασιν, ὅταν μάλιστα δὲν ἐξοκείλῃ εἰς ἀκολασίας καὶ δὲν πλήττῃ τοὺς ἠθικοὺς νόμους. Τὴν εὑρίσκω ἴσως ἐπικίνδυνον ἅλμα, ἀλλ’ ἀναγκαῖον κάποτε δι’ αὐτὴν τὴν πρόοδον ἑνὸς Λαοῦ. Οὐδεμία ποτὲ Ἐπανάστασις κατέληξεν εἰς πολιτικὴν δούλωσιν ἑνὸς Λαοῦ. Ἀργὰ ἢ γρήγορα ἀνέλαμψε ἡ ἐλευθερία, διασπάσασα κάθε φραγμὸν καὶ κάθε ἐμπόδιον. Ποία, κύριοι, θὰ προέκυπτε πραγματικὴ ὠφέλεια ἐὰν ἤθελέ τις ἀσχοληθῆ ἐξετάζων καὶ ἐλέγχων ἂν ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου εἶναι πρᾶξις ἀντισυνταγματική, ὅπως ἴσως ἰσχυρίζονται οἱ δέ; Οὐδεμία. Ἀπώλεια χρόνου. Ἂς εἴμεθα πρακτικώτεροι, κύριοι. Ὅταν μία Ἐπανάστασις ἐπικρατήσῃ καὶ ἐπιβάλῃ μίαν κατάστασιν πραγμάτων, εἶναι ἀληθὴς Βυζαντινολογία διὰ τὸν ἀσχολούμενον νὰ ἐξετάζῃ πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐπεκράτησε μία Ἐπανάστασις. Ἡ Ἐπανάστασις αὐτὴ εἶναι τὸ Κράτος καὶ τὸ Κράτος αὐτὸ ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἰδίας συνταγματικὰς ἀντιλήψεις. Ἂν δὲν εἶχεν ἰδίας ἀντιλήψεις, δὲν θὰ ἦτο Ἐπανάστασις, ἀλλ’ ἐπαναστατικὴ παρῳδία. Τί ἄλλο εἶναι Ἐπανάστασις, παρὰ ἡ ἄρδην ἀνατροπὴ ὅλων τῶν ἰσχυόντων πραγμάτων καὶ προσώπων; Ὅταν μία Ἐπανάστασις ἐπικρατήσῃ, θὰ θέσῃ αὐτὴ δίκαιον, αὐτὴ θὰ θεσπίσῃ Σύνταγμα καὶ διὰ τοῦτο τί ἄλλο εἶναι τὸ Σύνταγμα, παρὰ ἡ θέλησις τοῦ ἰσχυροῦ, ἡ ὁποία τὸ ἐπιβάλλει τώρα μὲν διὰ τῆς ἰσχύος, τώρα δὲ διὰ τῆς πειθοῦς; Συζητοῦντες, κύριοι, ὅπως συζητεῖτε οἱ νομίζοντες ἀντισυνταγματικὴν τὴν πρόσκλησιν τῆς παρούσης Βουλῆς, ἀφίνετε νὰ πιστεύωμεν ὅτι κάμνετε μίαν διαμαρτυρίαν, ἢ ἐπιφύλαξιν, διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἄλλη θὰ ἐπικρατήσῃ κατάστασις, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ἐγώ, κύριοι, ὅτι, ὅταν καὶ ἂν ἐπικρατήσῃ ἄλλη κατάστασις, δὲν ἔχετε ἀνάγκην οὐδὲ τῆς ἐπιφυλάξεως, οὐδὲ τῆς διαμαρτυρίας. Σᾶς ἀρκεῖ ἡ ἐπικράτησις, διὰ νὰ ἐπιβάλητε τὸ Σύνταγμά σας, διὰ τὸ ὁποῖον τόσον ἐνδιαφέρεσθε (Εὖγε! Εὖγε!). Συζητεῖτε, κύριοι, καὶ παραδόξως συζητεῖτε ἐκεῖ ὅπου οὐδεμία χωρεῖ συζήτησις. Μία ἐπαναστατικὴ ἐπικράτησις δὲν ἀντιμετωπίζεται μὲ συζητήσεις, ἀλλὰ μὲ σκέψεις καὶ ἀποφάσεις ἀνατροπῆς. Ἀλλ’ ὅταν δι’ οἱονδήποτε λόγον εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἀνατρέψητε τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ νὰ ἀναστηλώσητε τὸ Σύνταγμά σας, τὸ καλύτερον ποῦ ἔχετε νὰ κάμετε εἶναι νὰ συντελέσητε, ὅπως ἡ κατάστασις αὐτὴ ἀποβῇ ἐπ’ ὠφελείᾳ καὶ οὐδέποτε ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ τόπου. Ἀλλὰ, κύριοι, διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς καὶ δίκαιοι, τί περισσότερον ἔπαθε τὸ Σύνταγμα τώρα ἀπὸ ὅ,τι ἐπάθαινεν ἕως χθές, ὅταν δύο ἢ τρεῖς ἀνεύθυνοι κύριοι οὐδὲν ἀπολύτως ἐκπροσωποῦντες, ξένοι ἐντελῶς πρὸς τὴν λαϊκὴν βούλησιν καὶ ἐμπιστοσύνην, κρυμμένοι εἰς τὰ αὐλικὰ παρασκήνια, ἐκυβέρνων τὴν Χώραν καὶ ἐκανόνιζον τὴν τύχην τοῦ Ἔθνους; (Χειροκροτήματα). Ὅταν αἱ Κυβερνήσεις ἐξελέγοντο μὲ περισσὴν εὐκολίαν, οὐχὶ διὰ νὰ κυβερνήσουν, ἀλλὰ διὰ νὰ κυβερνηθοῦν καὶ διὰ νὰ παίξουν τὴν κωμῳδίαν, τὴν ὁποίαν ἔπαιζαν εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους; (Χειροκροτήματα). Ὅταν οἱ πολιτικοὶ ἀρχηγοί, ἀμνήμονες τῶν ὑποχρεώσεών των, ἀπεχωρίσθησαν ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ περίτρομοι ἀπὸ τὸν φόβον τῶν εὐθυνῶν ἐκινοῦντο ὡς σκιαὶ εἰς τὰ ἴδια παρασκήνια, ἄγνωστον τί συμβουλεύοντες, ἀλλὰ πάντοτε ἐπινεύοντες εἰς τὰς σκέψεις καὶ ἀποφάσεις τῶν ἀνευθύνων, εὕρετε σεῖς, κύριοι, πότε ἐκακοποιήθη καὶ πότε ἐταλαιπωρήθη χειρότερον τὸ Σύνταγμα. Ἂν σήμερον εἶναι ἐπαναστατική, τὸ τονίζω, ἀπολυταρχία, ἦτο τότε ἀφόρητος δεσποτισμός (Χειροκροτήματα). Καὶ τὰ δύο κακά, ἐπαναλέγω, ἀλλ’ εὕρετε καὶ πάλιν σεῖς ποῖον τὸ χειρότερον. Ἂν σήμερον πρόκειται περὶ συνταγματικοῦ ἐκτροχιασμοῦ, ἀσφαλῶς τότε θὰ ἐπρόκειτο περὶ συνταγματικοῦ καταποντισμοῦ. Ὅσοι, κύριοι, δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν ἐπικρατήσασαν κατάστασιν καὶ διαμορφωθεῖσαν εἰς Κράτος μὲ Βασιλέα ἐπὶ κεφαλῆς, προσχωρήσαντα καθόλου εἰς τὴν Ἐπανάστασιν καὶ ὀμόσαντα ἐνώπιόν σας, εἶναι περίεργοι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἄνθρωποι. Δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ Κράτος, ἀναγνωρίζουν ὅμως τὸν Βασιλέα τοῦ Κράτους, δὲν ἀναγνωρίζουν τὴν Βουλὴν αὐτὴν ὡς συνταγματικήν, ἀναγνωρίζουν ὅμως τὸν Βασιλέα τὸν καλέσαντα τὴν ἀντισυνταγματικὴν Βουλὴν καὶ ὀμόσαντα εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν ἀναγνωρίζουν τὸ Κράτος αὐτό. Μήπως ἀνεγνώριζον τὸ Κράτος τῆς ἐκπεσούσης καταστάσεως; Τὸ Κράτος τοῦ Ἐπιτελάρχου; Τοῦ Ἐπιτελάρχου, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησαν εἰς ἀρχηγὸν παντοδυνάμου ἐξουσίας ὅλοι οἱ κυβερνῶντες τὴν Χώραν καὶ ἀτυχῶς καὶ αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων. Ὅταν, κύριοι, φύονται γύρω ἀπὸ τοὺς Θρόνους παράσιτα, τὰ παράσιτα ταῦτα οἱ κυβερνῆται ἔχουν καθῆκον ν’ ἀποκόπτουν, διότι τὰ παράσιτα ταῦτα συμπαρασύρουν καὶ τοὺς Θρόνους (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Κράτος αὐτὸ ἐγὼ δὲν βλέπω νὰ ἔμεινε τίποτε, βλέπω μόνον ἀρχηγοὺς φυγάδας, σημαίας πεταμένας καὶ ἀκούω ἀπειρίαν διαμαρτυριῶν, προερχομένων οὐχὶ ἀπὸ θύματα πρακτικῆς καταστάσεως, ἀλλὰ ἀπὸ θύματα τῆς ἀβουλίας τῶν ἀρχηγῶν των. Καὶ δι’ αὐτὸ ἐγὼ ζητῶ ἵνα τὰ θύματα ταῦτα μὴ πέσωσι θύματα τῆς καλῆς των πίστεως. Ἐγώ, κύριοι, αἰσθάνομαι καὶ πιστεύω ὅτι οἱ ἀρχηγοὶ πίπτουν μαζὺ καὶ κοντὰ μὲ τὸν λαὸν καὶ δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ δικαιολογῆται ὁ ἀποχωρισμός των. Καὶ δι’ αὐτὸ θαυμάζω τοὺς ἀρχηγοὺς τοὺς πίπτοντας μὲ τὸ μειδίαμα τοῦ θανάτου εἰς τὰ χείλη, μισῶ δὲ τοὺς ἀρχηγοὺς, οἱ ὁποῖοι ἀπέρχονται μὲ τὰ δάκρυα εἰς τοὺς ὀφθαλμούς (Χειροκροτήματα). Εἶναι δύο ὅλως ἀντίθετα συναισθήματα. Τὸ ἓν εἶναι ἰδανικόν, τὸ ἄλλο εἶναι κοινὸς ὑπολογισμός. Τὸ Κράτος αὐτὸ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ ἐπανέλθῃ. Τὸ Κράτος αὐτὸ κατέρρευσεν ἀπὸ τὰ ἀλλεπάλληλα καὶ ἀνηλεῆ κτυπήματα ξένων κυβερνητῶν, οἵτινες ἔστεργον εἰς πᾶσαν ὑποχώρησιν. Κράτος ὡς αὐτὸ δὲν θὰ σταθῇ. Θὰ σταθῇ ἕν, καὶ μόνον ἕν, Κράτος, τὸ ὁποῖον θὰ θεμελιωθῇ ἐπάνω εἰς τὰς πραγματικὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ (Χειροκροτήματα). Ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, νὰ στραφῶ ὀλίγον εἰς τὸ παρελθόν, διὰ νὰ ἐξετάσω καὶ συγκρίνω τοῦτο πρὸς τὴν σημερινὴν κατάστασιν. Ὅταν ὁ εὐρωπαϊκὸς πόλεμος ἐξερράγη, διὰ τὴν Ἑλλάδα δύο ἐνεφανίζοντο δρόμοι. Ὁ εἷς ἔφερε πρὸς τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντὰντ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν εἰς τὸν πόλεμον. Ὁ ἄλλος δρόμος ἔφερεν εἰς τὴν οὐδετερότητα. Ὑπῆρχεν ὁ δρόμος καὶ πρὸς τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας. Ἀλλὰ τὸν δρόμον αὐτὸν ἀπέστεργεν ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ. Οἱ ἀποδεχθέντες τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος εὕρισκον αὐτὴν ὡς μόνην προσαρμοζομένην εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς ἐπὶ τριετίαν καταπεπονημένους στρατιώτας του, μὲ τὴν προϋπόθεσιν πάντοτε ὅτι τὸ Κράτος ἤθελε πράγματι ἐμμείνει εἰς ταύτην. Πάντες ὡμίλουν εἰλικρινῶς περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐτάχθησαν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος. Ἐπίστευον ὅτι θὰ ἐξυπηρέτουν τὰς πολλαπλᾶς πρὸς τὰς Εὐεργέτιδας Δυνάμεις ὑποχρεώσεις διὰ τῆς μὴ ἐμπλοκῆς ἑνὸς μικροῦ Κράτους εἰς ἕνα μακρὸν πόλεμον, ἐπίστευον συγχρόνως, τώρα μὲν ὅτι αἱ Εὐεργέτιδες Δυνάμεις ἠξίουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα νὰ κρατήσῃ ἐδάφη διὰ τόσων θυσιῶν κτηθέντα, τώρα δὲ ὅτι αἱ Εὐεργέτιδες Δυνάμεις θὰ ἠγγυῶντο διὰ τὴν ἐλευθερίαν της. Ἐξ ἄλλου ἐνόμιζον ὅτι διὰ τῆς οὐδετερότητος ἡ Χώρα ἡμῶν θὰ ἔμενεν εὔρωστος μετὰ τὸν πόλεμον, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι ἱκανὸς παράγων διὰ τὴν ἰσορροπίαν τῶν Βαλκανίων. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος — δὲν θὰ εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ λέξις — ἐξεπορνεύθη ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων συνεννοήσεων καὶ διαπραγματεύσεων περὶ ἐξόδου, διὰ τῶν καθημερινῶν παραχωρήσεων καὶ ἀλλεπαλλήλων ταπεινώσεων, τὰς ὁποίας ἐδέχετο τὸ Κράτος, ἀφῆκαν φωνὴν διαμαρτυρίας ἐκεῖνοι οἵτινες εἰλικρινῶς ἐπόθουν τὴν οὐδετερότητα. Καὶ συνέστησαν εἰς τοὺς τότε κυβερνήτας: «Ἀρνηθῆτε πλέον νὰ ἐμπιστευθῆτε, ἀποφασίσατε νὰ θέσητε χεῖρα ἐπὶ τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, κρατήσατε τὸ Κράτος». Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου οἱ κυβερνῶντες εἰς ἀπάντησιν, οὐδὲν ἄλλο ἔπραττον, παρὰ ἐξηκολούθουν κρημνίζοντες τὸ δυστυχὲς Κράτος, νομίζοντες ὅτι διαπιστοῦσι τὴν οὐδετερότητα στρατιωτικῶς ἀφοπλιζόμενοι καὶ πολιτικῶς ἐξευτελιζόμενοι (Χειροκροτήματα). Ὅταν τὸ Ἐπαναστατικὸν Κράτος καταφανῶς εἰργάζετο ἵνα ἀπορροφήσῃ τὸ ἐδῶ Κράτος, νὰ τὸ σύρῃ εἰς τὴν πολιτικήν του, οὗτοι συνετέλεσαν ὥστε τὸ Κράτος νὰ συρθῇ εἰς τὴν καταστροφήν. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ συρθῇ, διατί τοὐλάχιστον δὲν ἔσωζον τὴν τιμήν του; Ἀλλὰ οἱ κυβερνῶντες τὴν Χώραν δὲν ἤθελον νὰ ταχθῶσιν εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντάντ, διότι δὲν συνέφερε. Δὲν ἤθελον νὰ πολεμήσωσι παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, διότι δὲν ἤθελον νὰ φανῶσι δυσάρεστοι εἰς τὴν Ἀντάντ. Ἀλλὰ διατί δὲν ἐτήρησαν τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους; Ἦτο ἐθνικὴ πολιτικὴ αὐτή; Ὄχι. Ἦτο πολιτικὴ τοῦ σαρκίου (Χειροκροτήματα). Καὶ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς σαρκικῆς αὐτῆς πολιτικῆς παρέλυσαν τὰ νεῦρα, ἐκοίμησαν τὴν ψυχὴν καὶ ἐνέκρωσαν κάθε εὐγενὲς αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἰδίᾳ τῶν στρατευομένων, καὶ ἀπεμάκρυναν ἀπ’ αὐτοῦ τὴν ὑψηλὴν αὐτοῦ ἀποστολὴν καὶ τὸν ἔρριψαν πολὺ χαμηλά. Εὐτύχημα εἶναι ὅτι ἔχει ἱκανὴν ψυχικὴν εὐρωστίαν καὶ δόσιν πατριωτισμοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ θὰ σπεύσῃ εἰς τὸ πρῶτον τῆς Πατρίδος κέλευσμα (χειροκροτήματα), θὰ σπεύσῃ ἕτοιμος καὶ πάλιν εἰς νέας θυσίας καὶ νέα ἀνδραγαθήματα. Καὶ δι’ αὐτὸ κακίζω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ ὅλως αὐστηρὰ καὶ ἐν πολλοῖς ἀδικαιολόγητα μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει. Ἀποταθῆτε εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ψυχὴν καὶ συνεννοηθῆτε μαζύ της· δὲν θὰ σᾶς ἀρνηθῆ, ὄχι, ὅ,τι σᾶς χρειάζεται διὰ τὸ ἔργον σας (Χειροκροτήματα).
§53Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ μερικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι ψυχὴν καὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ λείψουν.
§54Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνεργοῦντες ὅπως ἐνεργεῖτε, φόβος εἶναι μήπως ἀπομακρυνθῆτε ἀπὸ ἐκεῖ ποῦ θέλετε, ἀπὸ τὸν σκοπόν σας, καὶ ὁ κίνδυνος δὲν εἶναι ὅτι θὰ ἀποτύχῃ ὁ σκοπός σας, ὁ κίνδυνος εἶναι ἐθνικός. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι τοιαύτη ἦτο, ὡς πενιχρῶς ταύτην ἐσκιαγράφησα, ἡ ἐδῶ κατάστασις, διατί ἐμφανίζεσθε σεῖς ὡς θριαμβευταί, ἀφοῦ δὲν εἶσθε οὔτε κἂν νικηταί; Ὄχι διότι δὲν εἶσθε παρασκευασμένοι καὶ ἕτοιμοι νὰ δώσετε μάχην, ἀλλὰ διότι οἱ ἀντίπαλοί σας δὲν ἦσαν πρὸς τοιοῦτον τι παρασκευασμένοι, διότι ἐν αὐτοῖς δὲν ὑπῆρχεν οὔτε νοῦς ἵνα σκεφθῇ, οὔτε ψυχὴ νὰ ἀποφασίσῃ τοιαύτην ἐνέργειαν. Ποίους ἐνικήσατε; Ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ ἀντίπαλοί σας; Ἐὰν ὑπάρχουσιν ἡττημένοι, δὲν τοὺς ἐνικήσατε, σᾶς τοὺς ἔφεραν ἐκεῖνοι. Ἰδοὺ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔλεγον ἕως τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὅτι πρέπει νὰ μένῃ ἥσυχος, διότι ἐκεῖνοι ἐφρόντισαν δι’ ὅλα, καὶ διὰ τὸ Ἔθνος καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὰ ἄτομα. Εἰς δὲ τὴν δικαίαν ἀνησυχίαν τοῦ λαοῦ ἔσπευδον καὶ τὸν διεβεβαίουν καὶ τὸν καθησύχαζον μὲ διαβεβαιώσεις καὶ ὑποσχέσεις ἀναξίας καὶ τοῦ χειροτέρου ἀνθρώπου. Καὶ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσκέφθη ποτέ, ὅταν εἶχε καὶ τὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν νὰ ἀντιστῇ διὰ τὴν ὑπόστασίν του, τὴν τιμήν του καὶ τὴν ἀξιοπρέπειάν του, ἐξέπεσεν ἐν τούτοις εἰς τοιοῦτον σημεῖον, εἰς τοιοῦτον βαθμὸν ἀναξιοπρεπείας, ὥστε νὰ πλανᾷ τὸν λαόν, τώρα μὲν ἀποκρῦπτον 50 ἢ 100 ὅπλα εἰς τὸν φοῦρνον τοῦ Μενιδίου, τώρα δὲ ἀνοῖγον μίαν τρύπαν εἰς τὸν Ἰσθμὸν τῆς Κορίνθου καὶ αὔριον ἀποστέλλον δύο– τρεῖς σταυραετοὺς εἰς τὰ πεδία τῆς Μακεδονίας. Καὶ τῆς ἀκατανοήτου, κύριοι, καὶ ἀνάνδρου αὐτῆς πολιτικῆς ποῖον εἶναι τὸ θῦμα; Ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὸν ἐγκατέλειψαν ὅλοι, καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, εἰς τοὺς ὁποίους ἔδωκε τὰ πάντα, καὶ τὴν ψυχήν του! Ὁποία λαϊκὴ δύναμις τοὺς περιέβαλλε καὶ ὅμως τὴν κατηνάλωσαν ὅλην ἵνα κατασπιλώσωσιν αὐτόν. Τὸν ἐγκατέλειψαν ὅλοι τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀφοῦ τὸν ἐξώθησαν εἰς σκέψεις καὶ ἔργα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς δὲν θὰ προέβαινεν ἐάν, πλανώμενος, δὲν ἐξωθεῖτο ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ τόσην τὸν ἐγκατέλειψαν ἀστοργίαν! Τὸν ἐγκατέλειψαν ὅλοι καὶ ὑφίσταται τὰς συνεπείας καὶ ὅλα τὰ κακά, ἅτινα ἀτυχῶς συμπαρομαρτοῦσιν εἰς πᾶσαν ἐπαναστατικὴν ἐπικράτησιν. Τὸν ἔρριψαν εἰς μίαν κατάπτωσιν καὶ δικαίως νομίζει σήμερον ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἐλεύθερος καὶ ὅτι μία βαρεῖα ἀτμόσφαιρα πιέζει τὴν ψυχήν του. Καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ κανεὶς ἀδιάφορος ἀπὸ τὸν πόνον τοῦ πάσχοντος αὐτοῦ λαοῦ. Ἐγώ, κύριοι, ἀρξάμενος τῆς ὁμιλίας μου, σᾶς ὑπεσχέθην νὰ εἶμαι εἰλικρινὴς μαζί σας. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω ὅτι εἶμαι ἐπαναστάτης, ἐπαναστάτης ποθῶν τὴν ἀνατροπὴν τῆς σημερινῆς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκω τελείως ἐναρμονισμένην μὲ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ζητῶ ὅμως ἀρχηγόν, ζητῶ ἀρχηγόν, διατεθειμένος νὰ ταχθῶ ὀπαδὸς καὶ στρατιώτης αὐτοῦ. Θέλω ἀρχηγὸν μὲ θάρρος καὶ πεποίθησιν ὅτι θὰ ἀνατρέψῃ τὴν κατάστασιν καὶ ὡρισμένως ὅτι θὰ ὁδηγήσῃ τὸν Τόπον εἰς εὐλίμενον ὅρμον. Ἂς ὁμιλήσῃ διὰ νὰ τὸν ἀκούσω, ἂς τολμήσῃ καὶ δὲν εἶμαι μόνος ἐγὼ ὀπαδός, εἶναι τόσοι, ὅσοι χρειάζονται διὰ μίαν πατριωτικὴν ἰδέαν. Ματαίως ζητῶ ἀρχηγὸν νὰ ἀνατρέψῃ τὴν κατάστασιν, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρξεν ἀρχηγὸς νὰ κάμῃ κάτι τι εὐκολώτερον, νὰ ἀποτρέψῃ τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἀλλοῦ, κύριοι, ἔγκειται ἡ πραγματικότης καὶ ἡ ἀλήθεια. Ἡ σημερινὴ κατάστασις, ἀσχέτως πρὸς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα μετῆλθε, ἐπεβλήθη. Ἐφ’ ὅσον δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν ἀνατρέψωμεν, ἔχομεν ὅλοι ὑποχρέωσιν νὰ τὴν μεταβάλωμεν εἰς ἀγαθοποιὸν δύναμιν πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Τόπου. Ζητῶ σημαίαν ἰδέας διὰ νὰ καλυφθῶ καὶ ὑπηρετήσω τὴν πατρίδα μου, ὄχι διὰ νὰ ζημιώσω ἢ ὑπηρετήσω προσωπικὰ πάθη ἢ πολιτικὰ συμφέροντα. Ζητῶ Ἀντιπολίτευσιν μὲ πρόγραμμα καὶ ἐμπνευσμένην καὶ ἀποφασισμένην, ζητῶ Ἀντιπολίτευσιν ἔχουσαν πρόγραμμα ἀκριβῶς καὶ ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ κρατοῦντος κόμματος, ζητῶ πρόγραμμα ἀντιπολιτεύσεως, ζητῶ πρόγραμμα σωστικόν, ζητῶ Ἀντιπολίτευσιν καὶ ὄχι ἄρνησιν. Ἡ ἄρνησις δὲν εἶναι πολιτική, ἡ ἄρνησις εἶναι φθορὰ καὶ ὁ μεγαλύτερος ἐχθρὸς τοῦ καλοῦ (Χειροκροτήματα). Γυρίζω πέριξ μου, κύριοι, καὶ δὲν βλέπω καμμίαν σημαίαν στημένην, ἐκπροσωποῦσαν ἄλλην πολιτικήν. Μίαν μόνην βλέπω σημαίαν νὰ κυματίζῃ, τὴν σημαίαν τὴν συμβολίζουσαν τὴν ἐμπόλεμον τοῦ Ἔθνους κατάστασιν. Ὑπάρχει, κύριοι, καὶ ἄλλη πολιτική, ὑπάρχει μία ἄλλη πολιτική, ἡ ὁποία ἀτυχῶς εἶναι εἰς τὸ σκότος καὶ τὸ τέλμα, μία πολιτική, τῆς ὁποίας εὐτύχημα εἶναι ὅτι κανεὶς δὲν φαίνεται ἀρχηγός, ἀπὸ τοῦ φανεροῦ τοὐλάχιστον. Εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει τὴν προέλευσίν της ἐκεῖ, ἀφ’ ὅπου προέρχονται αἱ μυριάδες τῶν Γερμανῶν, αἱ φθάνουσαι χθὲς μὲν ἕως τὸ Σόροβιτς, σήμερον δὲ εἰς τὸν Ἁλιάκμονα, αὕτη ἔχει τὴν προέλευσίν της ἐκεῖ, ὁπόθεν ἐξέρχονται ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀτελείωτα καὶ ἄτιμα ψεύδη. Εἶναι ἡ πολιτική, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἀτυχήσῃ ἡ Ἑλλάς, διὰ νὰ ζήσῃ ἡ ἐκπεσοῦσα κατάστασις. Εἶναι ἡ πολιτική, ἡ ὁποία δὲν θέλει Ἑλλάδα νικήτριαν, μὲ δικαιώματα νικητοῦ, ἀλλὰ θέλει Ἑλλάδα ἀξιοθρήνητον, τείνουσαν χεῖρα ἐπαίτιδα εἰς ἀμφίβολον καὶ ἐξευτελιστικὴν ἐλεημοσύνην. Ἀλλ’ ἂς θελήσωμεν ὅλοι νὰ γνωρίζωμεν ὅτι τοὺς οὑτωσὶ ἀναξιοπρεπῶς ἐπαιτοῦντας τελεία τοὺς περιμένει κατατρόπωσις ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς μας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ νοσταλγοὶ τῆς ἐκπεσούσης καταστάσεως, οἱ ὁποῖοι διὰ παντὸς τρόπου σκέπτονται πῶς νὰ τὴν ἐπαναφέρουν. Δὲν θὰ τὴν ἐπαναφέρουν. Ἀντιμάχονται ἄλλοι. Καὶ δὲν γνωρίζω ἂν οἱ ἄλλοι αὐτοὶ εἶναι πολλοὶ ἢ ὀλίγοι· γνωρίζω μόνον ὅτι θὰ νικήσουν, διότι εἶναι ἐμπνευσμένοι. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον νὰ ἀκούεται καμμία φωνὴ διαμαρτυρίας καὶ καμμία γνώμη. Ὅστις εἶχε γνώμην, ἦτο προδότης. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν νεκρικὴν σιγὴν διὰ νὰ ἀκούωνται εὐκρινῶς οἱ ἀπαίσιοι κρωγμοὶ τῶν νυκτοκοράκων ψευδοπατριωτῶν. Εἶναι οἱ ἄνθρωποι, κύριοι, οἱ ὁποῖοι ψιθυρίζουν φυγοστρατείαν. Ἐγὼ καὶ ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος θὰ φωνάξωμεν: πανστρατειὰ καὶ ἄμεσος (Χειροκροτήματα). Ὅσον ταχύτερον ἐπιστρατευθῶμεν καὶ ὅσον περισσοτέρας δυνάμεις παρατάξωμεν, ἐπὶ τοσοῦτον θὰ ἐξασφαλίσωμεν μεγαλυτέρας ὠφελείας καὶ ἀπὸ στρατιωτικῆς καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως. Καὶ ἀπορῶ μάλιστα, πῶς τὸ Κράτος αὐτὸ τὸ ἐμπόλεμον δὲν παρουσιάζει μίαν εἰκόνα ἀπεράντου στρατοπέδου, ἀλλ’ ἀτυχῶς παρουσιάζει ἀκόμη εἰκόνα...
§55Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἀφῆκαν τίποτε εἰς τὰς ἀποθήκας, διὰ νὰ εἶναι εἰς θέσιν τὸ Κράτος νὰ παρουσιάζῃ εἰκόνα στρατοπέδου· παρουσιάζει ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὸ μέτωπον τὴν εἰκόνα τοῦ στρατοπέδου.
§56Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν σπεύδει νὰ ὁδηγήσῃ τὸ στράτευμα εἰς μίαν διοίκησιν ἑνιαίαν, ὑπεύθυνον, ἐγκλείουσαν τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ στρατεύματος. Εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἀνάγκη ἐπιτακτική, νὰ γίνῃ τοῦτο. Ἔχω πεποίθησιν πλήρη ὅτι ἡ αὔριον θὰ εἶναι διάφορος τῆς σήμερον καὶ ἡ αὔριον θὰ εἶναι ἀνάλογος καὶ πρὸς τὴν κρισιμότητα τῶν περιστάσεων καὶ πρὸς τὴν μεγάλην εὐθύνην τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ Ἑλλάς, κύριοι, θὰ βαδίσῃ τὸν δρόμον τὸν ὁποῖον τῆς ἐπιβάλλουν καὶ ἡ τιμή της καὶ τὸ συμφέρον της. Καὶ ὅταν, εὔχομαι πολὺ ταχέως, ἡ ἀληθῶς σπαρακτικὴ τραγῳδία τοῦ παγκοσμίου πολέμου θὰ ἔχῃ λήξει καὶ ἡ μεγάλη τρικυμία εἰς τὴν ὁποίαν τόσον τώρα χρόνον κλυδωνίζονται ὅλα τὰ Κράτη, μικρὰ καὶ μεγάλα, θὰ ἔχῃ ἀντιπαρέλθει καὶ τὸ ἐθνικόν μας σκάφος, κατάφορτον ὅπως εἶναι ἀπὸ ἀντοχήν, θὰ λιμενίζεται ἀσφαλῶς, τότε καὶ μόνον τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἔχῃ καὶ τὸν χρόνον καὶ τὰ μέσα νὰ κρίνῃ ἀσφαλῶς καὶ πρόσωπα καὶ πράγματα. Τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἔχῃ καὶ τὸν χρόνον καὶ τὰ μέσα νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του καὶ νὰ ἐπιβάλῃ καὶ τὴν θέλησίν του, μὲ ὅσην δικαιοσύνην τόσην καὶ αὐστηρότητα. Τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐὰν νομίζῃ ὅτι ἠδικήθη ἢ ἐτρώθη ἡ φιλοτιμία του, ἢ ἔστω καὶ πρὸς στιγμὴν κατεπατήθησαν αἱ ἐλευθερίαι του, θὰ ἔχῃ καὶ τὸν χρόνον καὶ τὰ μέσα εἰς τὸ ἀκέραιον νὰ ἱκανοποιηθῇ, διδάσκων συγχρόνως τοὺς πάντας καὶ καθ’ ὅλας τὰς κατευθύνσεις, ὅτι ἡ Χώρα αὐτὴ κάθε ἄλλο παρὰ γόνιμος εἶναι διὰ τὴν καλλιέργειαν τοῦ δεσποτισμοῦ, ἢ ἄλλης ἀπολυταρχικῆς ἐξουσίας, διδάσκων συγχρόνως, ὅτι ἐπίσης εἰς τὴν ἐθνικὴν κατεύθυνσιν δὲν θὰ προηγῆται ὁ δυναστικὸς ὑπολογισμός, οὐδὲ ἡ στρατοκρατικὴ βία, ἀλλ’ ἐλεύθερος αὐτὸς θὰ φέρεται ἐκεῖ ὅπου τῷ ἐπιτάσσουν τὰ δικαιώματά του καὶ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων του θὰ χαράξῃ ἐλεύθερον τὸν δρόμον του τῆς πολιτικῆς σταδιοδρομίας εἰς ἐκείνους, καὶ μόνον εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἔχωσιν ὡς πρόγραμμα τὸν ἀπόλυτον σεβασμὸν τῶν ἐλευθεριῶν του. Ἕως τότε ὅμως ὅλοι μας πᾶσαν ἂς καταβάλωμεν εἰλικρινῆ προσπάθειαν καὶ ἕνα ἂς ἔχωμεν πόθον καὶ ἕνα στοχασμόν, πῶς νὰ ἐπικρατήσῃ ὁλοκληρωτικῶς ὁ ἀγών, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐρρίφθη. Ἐὰν ὑπάρχουσι μεταξὺ ἡμῶν οἱ πολιτικῶς ἡττηθέντες, ἐὰν ὑπάρχουσιν ἄτομα ἔστω καὶ ἄδικα θύματα τῆς τελευταίας πολιτικῆς μεταβολῆς, τίποτε δὲν σημαίνει. Ἀρκεῖ τὸ Ἔθνος νὰ νικήσῃ, αὐτὸ εἶναι τὸ πᾶν. Μία τοιαύτη νίκη θὰ εἶναι νίκη δι’ ὅλους μας ἀνεξαιρέτως.
§57Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὀρθῶς.
§58Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι νίκη καὶ δι’ ἐκείνους ἀκόμη, οἵτινες, κακῶς ὑπολογίσαντες, χειρότερον πολιτευθέντες, ἔπεσαν οὐχὶ ἀδίκως θύματα τῆς ἰδικῆς των καὶ μόνον ἀσυνεσίας. Ἀπὸ τὴν νίκην αὐτήν, κύριοι, ἐγὼ θέλω νὰ προσδοκῶ τὴν ἀληθῆ τῆς φυλῆς μας ἀνάπλασιν. Ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐν ταὐτῷ ὡς ἐντελῶς ἀνεξάρτητος βουλευτής, ἀναλογιζόμενος τὴν Χώραν μου ἐμπόλεμον καὶ μὴ βλέπων πουθενὰ οὐδένα ἀπολύτως τὸν δυνάμενον νὰ ἀποτρέψῃ τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ νὰ ὁδηγήσῃ τὸν Τόπον εἰς καλύτερον καὶ ἀσφαλέστερον δρόμον, αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνισχύσω μὲ ὅλας μου τὰς δυνάμεις τὸν ἀγῶνα, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Πατρίς μου ἐτράπη. Ὡς στρατιώτης δέ, ὅπως ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι, θὰ σπεύσω εὐθὺς ὡς κληθῶ, διότι αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι τὸ ἐπιτακτικόν μου καθῆκον (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἐξηντλημένη. Οἱ τῆς μειοψηφίας παρῃτήθησαν.
§60Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§62Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί! Καταθέτων πρὸ ἑβδομάδος τὴν Λευκὴν Βίβλον, ἐξέφραζον τὴν εὐχὴν ὅπως οἱ ἐξαπατηθέντες καὶ ὑποστηρίξαντες, λόγῳ ἀπάτης, τὸ καταλυθὲν ἐγκληματικὸν καθεστὼς ἤθελον ἀναγνωρίσει τὸ λάθος ἢ τὴν πλάνην αὐτῶν, ἵνα μὴ συμπεριληφθῶσι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωσιν αἰωνίως τὴν εὐθύνην τῆς ἐπαπειληθείσης ἐθνικῆς καταστροφῆς. Λυποῦμαι, κύριοι βουλευταί, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ ἐλπὶς αὕτη διεψεύσθη. Πολλοὶ δυνάμενοι νὰ ὁμιλήσωσι καὶ δικαιούμενοι νὰ ἀποκηρύξωσι τὸ παλαιὸν καθεστώς, καθ’ ὃ μὴ φέροντες τὴν εὐθύνην ταύτην, ὁμιλήσαντες, καίτοι διεξοδικῶς, δὲν ἐπωφελήθησαν τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ ἀπορρίψωσι τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, ἡ ὁποία τοὺς βαρύνει. Τὴν λύπην ταύτην ἰδιαιτέρως ἠσθάνθην ἀκροώμενος μετὰ μεγίστης προσοχῆς τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας βουλευτοῦ ἐπὶ τῶν δύο κυρίων θεμάτων τῆς ἀγορεύσεώς του, τῶν σχετιζομένων μὲ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς κατευθύνσεως εἰς τὰ ἐξωτερικὰ πράγματα καὶ ἐπὶ τῆς Ἑλληνοσερβικῆς συνθήκης. Ἡ ἀγόρευσίς του δύναται νὰ θεωρηθῇ, δυστυχῶς, ὡς ἐπιδοκιμασία τοῦ καταλυθέντος καθεστῶτος. Ἴσως — καὶ εὔχομαι νὰ ἀπατῶμαι — ἡ ἐντύπωσις αὕτη νὰ εἶναι σφαλερὰ καὶ νὰ μὴ ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς μυχίας σκέψεις τοῦ ρήτορος. Ζητῶ ὅμως νὰ ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον τὴν Βουλήν, ὅπως ἀνασκευάζων ἐπὶ τῶν δύο τούτων θεμάτων τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, συμβάλω τὸ κατ’ ἐμὲ εἰς τὴν διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐπὶ τῶν ζωτικῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦσι τὴν στιγμὴν ταύτην τὴν Βουλήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας βουλευτὴς ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ὀπαδὸς πολιτικῆς ἐθνικῆς δράσεως. Ἀνέφερεν ὅτι μετὰ τὴν ἔξοδον τῆς Ρουμανίας κατὰ τὸν Σεπτέμβριον παρελθόντος ἔτους, ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πιστοποιήσω μετὰ ποίας καὶ πόσης θέρμης ὑπεστήριξε πράγματι τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἣν ἅμα τῇ ἀνόδῳ του εἰς τὴν Ἀρχὴν ἠσπάσθη ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ τὴν ὁποίαν εἰσηγήθη μετὰ πατριωτικοῦ ὄντως σθένους ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης πολιτευτὴς κ. Λ. Καραπάνος. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας οὐδὲν ἀνέφερε περὶ τῶν αἰτίων ἅτινα, παρ’ ὅλας τὰς παροτρύνσεις, παρ’ ὅλας τὰς συμβουλάς του, ἠμπόδισαν τὴν πραγματοποίησιν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος ἐν τῇ ἀγορεύσει του ὡς ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην, τόσον διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ὅσον καὶ διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἡσυχίαν τῆς Χώρας. Δὲν εἶπε ποῦ ὑπῆρξε τὸ κώλυμα, οὗ ἕνεκεν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἔμεινεν ἀπραγματοποίητος καὶ ἐξηναγκάσθη ἡ τότε Κυβέρνησις εἰς παραίτησιν. Ἀπήντησεν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἀντιρρήσεις ἱκανὰς ν’ ἀνατρέψωσι τὰς πεποιθήσεις του; Καὶ ἐὰν τοιαῦται ἀντιρρήσεις δὲν ὑπῆρξαν, διατί δὲν κατέβαλε φροντίδα πρὸς διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης, καθ’ ὃ εἶχε καθῆκον ὡς ἀνεγνωρισμένος ἡγέτης πολιτικῆς ὁμάδος; Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ ἄλλη περίοδος, καθ’ ἣν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἔσχε καλλιτέραν εὐκαιρίαν νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην του καὶ νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν πολιτικήν του. Μέλος τῆς Κυβερνήσεως τῆς 25 Φεβρουαρίου 1915, καὶ μέλος ἰσχῦον, γνωρίζων τὰ πράγματα καὶ καταγινόμενος εἰς τὰ τῶν ἐξωτερικῶν σχέσεων μετ’ ἰδιαιτέρου ἐνδιαφέροντος, ἔσχε πολλαπλᾶς καὶ ποικίλας εὐκαιρίας δράσεως. Ἐπὶ τῆς περιόδου ἐκείνης σχεδὸν τίποτε δὲν ἀνέφερεν, εἰμὴ ἕνα ἁπλοῦν ὑπαινιγμόν. Ὅτι, τῇ εἰσηγήσει ὑψηλοῦ προσώπου, ἡ τότε Κυβέρνησις ἔκαμε πρότασιν περὶ ἐξόδου, ἀλλὰ τὸ σχέδιον τοῦτο δὲν ἐπραγματοποιήθη, ἐπειδὴ αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως εἶχον ἀρνηθῆ νὰ δώσωσιν ἐγγυήσεις διὰ τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος.
§63Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τῇ εἰσηγήσει μέλους τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἐκομίσθησαν δι’ ὑψηλοῦ προσώπου αἱ προτάσεις ἐκεῖναι.
§64Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀναφέρω τοῦτο. Ἡ περίοδος ὅμως ἐκείνη εἶναι ἀξία μείζονος προσοχῆς, διότι ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν τότε γεγονότων ἤρχισε ν’ ἀναφαίνεται ἡ ἐπιρροὴ τῶν ἐκ τοῦ ἀφανοῦς κυβερνώντων καὶ ἡ τάσις ἐκείνη, ἥτις κακῇ τύχῃ διὰ τὴν Πατρίδα μας, ἔμελλεν ἀναπτυσσομένη νὰ φέρῃ αὐτὴν εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου. Ἀνέμενον ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Αἰτωλοακαρνανίας τὸ πολιτικὸν σθένος νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ νὰ καταγγείλῃ τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως διὰ τὰ ἀναμφισβήτητα λάθη, διπλωματικὰ καὶ στρατιωτικά, τὰ ὁποῖα διέπραξαν καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Ἀγγλικὴ Κοινὴ Γνώμη καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις μετὰ τῆς εἰλικρινείας ἡ ὁποία τὰς χαρακτηρίζει, δημοσίᾳ ὡμολόγησαν. Περιέμενον, λέγω, ἀπὸ αὐτὸν τὸ πολιτικὸν σθένος ν’ ἀποκαλύψῃ τὰς καταχθονίους ἐνεργείας τῶν μυστικοσυμβούλων πρὸς ἀντίπραξιν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας καὶ ματαίωσιν πάσης ἐθνικῆς πολιτικῆς. Τοιαύτη ἀποκάλυψις ἀπῄτει ἐκ μέρους τοῦ κ. βουλευτοῦ ὄντως πολιτικὸν σθένος, διότι ἀμέσως θὰ τῷ ἐτίθετο τὸ ἐρώτημα, ἢ μᾶλλον τὸ δίλημμα: Πῶς δὲν ἀντελήφθητε τὰς καταχθονίους ἐκείνας ἐνεργείας ὑμεῖς ὁ ὀξυδερκὴς πολιτευτής; Ἢ, ἂν τὰς ἀντελήφθητε, πῶς ἠνέσχητε φέρων ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας τὸ βάρος τῆς ἐξουσίας; Ἀλλὰ ἡ εἰλικρινὴς συζήτησις ἀπαιτεῖ σήμερον τὴν πλήρη διαφώτισιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεκοινώσατε σεῖς, θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἀνακοινώσω ἐγὼ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὰς ἀποκαλύψεις τὰς ὁποίας δὲν ἐκάματε, θεωρῶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ κάμω ἐγώ. Ὑπενθυμίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν Βενιζέλου ἄνευ προγράμματος, υἱοθέτησε τὰς μεγάλας γραμμὰς τοῦ προγράμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἡ νέα Κυβέρνησις ἔσπευσε ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, καὶ ἰδίως εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ὅτι «θὰ ἠκολούθει τὴν ἤδη ἐγκαινιασθεῖσαν πολιτικὴν καὶ οὐδόλως ἐσκόπει ν’ ἀπομακρυνθῇ τῆς κατευθύνσεως, τῆς χαραχθείσης ὑπὸ τῶν πατροπαραδότων αἰσθημάτων τῆς Χώρας, τῶν δεσμῶν τῶν ἑνούντων αὐτὴν πρὸς τὰς Προστάτιδας Δυνάμεις καὶ τῶν ζωτικῶν αὐτῆς συμφερόντων», ὅτι εἶχε «πλήρη συναίσθησιν τῆς κοινότητος τῶν συμφερόντων μεταξὺ τῶν δύο φίλων καὶ συμμάχων Χωρῶν» καὶ ὅτι «ἦτο πάντοτε πιστῶς προσηλωμένη εἰς τὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας συνθήκην συμμαχίας». Αὐτὸ ἦτο τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως τῆς 25ης Φεβρουαρίου. Ὀλίγαι ἡμέραι μόλις παρῆλθον, καὶ τὴν 9ην Μαρτίου, πρὸς ἄρσιν πάσης ἀμφιβολίας ἐπὶ τῶν φιλικῶν, τῶν φιλικωτάτων, αἰσθημάτων τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν Προστατίδων Δυνάμεων, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μετ’ εἰλικρινείας καὶ πεποιθήσεως, τὸ ὁμολογῶ, προέβαινεν εἰς πρῶτον διάβημα. Πληροφορούμεθα, εἶπε πρὸς τοὺς τρεῖς πρέσβεις τῶν Δυνάμεων, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις σας θὰ ἦσαν διατεθειμέναι νὰ συνεννοηθῶσι μετὰ τῆς Ἑλλάδος πρὸς σύμπραξιν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἑτοίμη νὰ πραγματοποιήσῃ τὰ αἰσθήματα φιλίας καὶ συμπαθείας τῆς Χώρας ἀπέναντι τῶν Προστατίδων Δυνάμεων. Εἶναι ἑπομένως πρόθυμος νὰ συμπράξῃ ὑπὸ συνθήκας πολιτικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἐξασφαλιζούσας τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραιότητα καὶ τὴν προστασίαν τῶν δικαίων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἐὰν ἡ σύμπραξις αὕτη ἠδύνατο νὰ εἶναι ἐπωφελής. Μέχρι τοῦδε, προσέθετεν ὁ Ὑπουργός, δύο ὑπῆρξαν ἐμπόδια— βλέπετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδικαιολογεῖτο ὅτι ἤδη δὲν εἶχε πραγματοποιήσει τὴν πολιτικὴν τῆς ἐξόδου.— Τὸ ἓν ἦτο ὁ βουλγαρικὸς κίνδυνος. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλγαρία δὲν τίθεται παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Συνεννοήσεως, ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ἐκστρατεύσῃ, διὰ τὸν φόβον μήπως τῆς ἐπιτεθῇ ἡ Βουλγαρία. Τὸ ἕτερον ἦτο ὁ κίνδυνος τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἂν ἡ Ἑλλὰς ἐξήρχετο κατὰ τῆς Τουρκίας, εἶχε νὰ φοβηθῇ τὴν ἐξόντωσιν τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἡ σύμπραξις τῆς Κυβερνήσεως προϋποθέτει ἑπομένως τὴν ἐξουδετέρωσιν τοῦ βουλγαρικοῦ κινδύνου, τοῦθ’ ὅπερ θὰ ἐλάμβανε χώραν διὰ τῆς ταυτοχρόνου ἐξόδου τῆς Βουλγαρίας. Ἀνακοινῶν τὴν ὁμιλίαν ταύτην εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις, ὁ Ὑπουργὸς τὸν ἐπεφόρτιζε νὰ ἐκφράσῃ εἰς τὴν Γαλλικὴν Κυβέρνησιν «τὴν ἐλπίδα ὅτι, ἐμπνεόμενον ἀπὸ τὰ φιλικώτερα αἰσθήματα, τὸ διάβημα τοῦτο ἤθελεν ἐκτιμηθῆ ὡς νέον δεῖγμα τῆς πλήρους ἀγάπης καὶ εὐλαβοῦς εὐγνωμοσύνης διὰ τὴν Γαλλίαν, τὴν διὰ πάντα Ἕλληνα συμβολίζουσαν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἐλευθερίαν». Ὁ πόθος ὅμως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν προσκρούει εἰς τὰς ἤδη ληφθείσας ἀποφάσεις τῆς μυστικῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἠδύνατο ἀκινδύνως ν’ ἀφήσῃ τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβαίνῃ εἰς προτάσεις ἀπραγματοποιήτους, ἀψηφοῦσα τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἐξετίθετο οὕτω ἡ τιμὴ τοῦ Ἔθνους διὰ τὰ μὴ εἰλικρινῆ διαβήματα. Ποῖα τὰ τεκμήρια; Ἰδού: Τὸ Ἐπιτελεῖον ἐγνώριζεν ὅτι ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον ἔθετο ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἦτο ἀπραγματοποίητος, διότι ἡ Βουλγαρία εἶχεν ἔλθει εἰς συμφωνίαν μετὰ τῆς Γερμανίας. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἕτερον τεκμήριον. Ἡ πολιτικὴ σκέψις τοῦ μυστικοσυμβούλου τοῦ Στέμματος ἦτο ἤδη ἐρριζωμένη ὑπὲρ τῆς διαρκοῦς οὐδετερότητος. Τὴν σκέψιν ταύτην τὴν ἀναπτύσσει μετὰ σοφιστικῶν ἐπιχειρημάτων ἐν ὑπομνήματι, τὸ ὁποῖον ἔχω ἐν ἀντιγράφῳ καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἀνάγνωσις εἶναι διαφωτιστική. Θὰ σᾶς ἀπαλλάξω ὅμως τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ, διότι εἶναι μακρόν. Ἀναλύων τὰς διαφόρους περιπτώσεις ἐξόδου ἢ μὴ ἐκ τῆς οὐδετερότητος, συμπράξεως μετ’ ἐκείνης ἢ τῆς ἄλλης τῶν δύο Ὁμάδων, ὁ μυστικοσύμβουλος ἔφθανεν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα...
§65ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ Στρέϊτ εἶναι. Ὁ Στρέϊτ.
§66Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν ἀποτείνεσθε μόνον πρὸς τὰ πρόσωπα τῆς αἰθούσης ταύτης, τὰ ὁποῖα γνωρίζουσι τὰ πρόσωπα, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν ἄλλον Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σύγχυσις καὶ νὰ ἀδικηθῶσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀδικηθῶσι.
§67Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὑπάρχει ἐπίσημος θέσις μυστικοσυμβούλου τοῦ Στέμματος;
§68Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι.
§69Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ὑπόμνημα ποίαν ἡμερομηνίαν φέρει;
§70Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Φέρει ἡμερομηνίαν 13 Μαρτίου.
§71Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς ἀναγγέλλω ὅτι ἔχω τελείαν ἄγνοιαν τοῦ ἐγγράφου τούτου.
§72Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς διακοπῆς ταύτης διὰ νὰ προσθέσω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν: Τὰ μέσα τὰ ὁποῖα οἱ ἐν τοῖς παρασκηνίοις μετεχειρίζοντο ἀπέναντι τῶν Ὑπουργῶν, ἦσαν διάφορα, ἀναλόγως τῶν ἀντιλήψεων, τῆς ψυχολογίας, τῆς ὀξυδερκείας ἑνὸς ἑκάστου. Τὸ ὑπόμνημα εἶναι διαφωτιστικὸν ὄχι μόνον τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο οἱ κυβερνῶντες τὴν Χώραν, ἀλλὰ καὶ τῆς μικρονοίας, μετὰ τῆς ὁποίας ἀντελαμβάνοντο τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Δὲν ὑπερβάλλω λέγων, ὅτι ὁ ἀναγινώσκων τὸ ὑπόμνημα σταματᾷ καὶ ἀπορεῖ ἂν πρόκειται περὶ ὑπομνήματος ἐπὶ ἐθνικῆς ὑποθέσεως, ἢ προϋπολογισμοῦ ἐπαρχιακοῦ παντοπωλείου. Τὸ ὑπόμνημα εἶναι διῃρημένον εἰς δοῦναι καὶ λαβεῖν. Εἰς τὸ ἓν μέρος ἀνεφέρετο τί εἴχομεν νὰ κερδίσωμεν ἐὰν ἐτασσόμεθα μὲ τὴν μίαν μερίδα καὶ εἰς τὸ ἄλλο τί θὰ ἐχάνομεν ἂν ἐτασσόμεθα μὲ τὴν ἄλλην μερίδα τῶν ἀντιμαχομένων. Ὁ μυστικοσύμβουλος ἔφθανεν εἰς τὸ ἑξῆς συμπέρασμα: «Ἡ περίπτωσις τῆς οὐδετερότητος τῆς τε Βουλγαρίας καὶ τῆς Ἑλλάδος εἶναι πάντως ἐπικερδὴς ἀληθῶς ἐν μέτρῳ, μόνον δ’ ἀσφαλὴς ἐφ’ ὅσον ἄδηλος ἡ ἔκβασις τοῦ πολέμου. Ἡ περίπτωσις οὐδετερότητος ἡμῶν, ἐξερχομένης τῆς Βουλγαρίας, παρέχει ἡμῖν ὠφελήματα ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει, ἀλλ’ ἐνέχει καὶ κίνδυνον δυσαναλόγου αὐξήσεως τῶν δυνάμεων τῆς Βουλγαρίας ἐν περιπτώσει νίκης τῆς ὁμάδος μεθ’ ἧς συμπράττει. Ἀλλ’ ὁ κίνδυνος αὐξήσεως τῆς Βουλγαρίας ἐν βαθμῷ ἐπιφοβωτάτῳ ὑφίσταται ἐν περιπτώσει συμπράξεως αὐτῆς μετὰ τῶν Κεντρικῶν Δυνάμεων καὶ νίκης αὐτῶν, ἂν ἡμεῖς εὑρεθῶμεν ἐν τῷ ἀντιθέτῳ στρατοπέδῳ, ὑφισταμένου δ’ ὅμως πάντοτε κινδύνου δυσαναλόγου αὐξήσεως τῶν δυνάμεων αὐτῆς ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐν Εὐρώπῃ ἡμετέρας κτήσεις, κἂν ἔτι ἠθέλομεν συμπράξει αὐτῇ τε καὶ τῆς Ἀντὰντ καὶ ἤθελεν ἡ τελευταία αὕτη νικήσει. Ὅθεν ἐνδοιάζω ὅπως θεωρήσω ὠφέλιμον τῇ Ἑλλάδι τὴν ὁπωσδήποτε ἔξοδον τῆς Βουλγαρίας ἐκ τῆς οὐδετερότητος». Ὁ μυστικοσύμβουλος δὲν ἐγνώριζεν ἴσως, ὅπως τὸ Ἐπιτελεῖον, ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχε συνδέσει τὴν τύχην της μὲ τὰς Κεντρικὰς Δυνάμεις, ἢ τοὐλάχιστον ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ κ. Ζωγράφος, καὶ δι’ αὐτὸ συνεζητεῖτο ἡ ὑπόθεσις, ὅτι ἡ Βουλγαρία ἦτο δυνατὸν νὰ μείνῃ οὐδετέρα. Ἔπρεπε νὰ παρουσιάσουν τὰ πράγματα εἰς τὸν κ. Ζωγράφον εἰς τρόπον ὥστε ἡ οὐδετερότης νὰ φαίνεται οὖσα ἡ καλλιτέρα πολιτική, τὴν ὁποίαν εἶχε ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Ἑλλάς.
§73ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κατατεθῇ τὸ ἔγγραφον.
§74Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν ἐκφράζετε τὴν ἐπιθυμίαν νὰ κατατεθῇ, θὰ τὸ καταθέσωμεν. Οἱ ἐκ τοῦ ἀφανοῦς κυβερνῶντες τὴν Χώραν ἐγνώριζον λοιπὸν ὅτι ὁ ὅρος περὶ συμμετοχῆς τῆς Βουλγαρίας ἦτο ἀπραγματοποίητος. Δυστυχῶς αἱ Δυνάμεις ἀντελήφθησαν ἀμέσως τὴν συμπαιγνίαν. Παρετήρησαν, καὶ τὴν παρατήρησιν ταύτην τὴν ἔκαμε πρόσωπον μεγάλης βαρύτητος καὶ ἐγκαρδιώτατος φιλέλλην, ἅμα ὡς ἐγνώσθη τὸ διάβημα τοῦτο, ὅτι ἐκινούμεθα ἐν φαύλῳ κύκλῳ. «Ἡ Βουλγαρία προβάλλει, ἔλεγεν, ὡς ὅρον τῆς συμπράξεώς της ἀπαίτησιν ἐδαφικῶν παραχωρήσεων ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος, ὑμεῖς δὲ ἐπιμένετε νὰ ἐξαρτᾶτε τὴν σύμπραξίν σας ἀπὸ τὴν ἔξοδον τῆς Βουλγαρίας». Καὶ οἱ φίλοι μας προσέθετον: «Ἐπωφεληθῆτε τῆς στιγμῆς ἡ ὁποία δὲν θὰ διαρκέσῃ πολύ, ἐπωφεληθῆτε τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἡ συνδρομὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι πραγματικῶς ὠφέλιμος. Ἐφ’ ὅσον ἡ στιγμὴ αὕτη διαρκεῖ, θὰ εὕρετε τὰς Δυνάμεις διατεθειμένας νὰ σᾶς ἐγγυηθοῦν τὴν ἐδαφικήν σας ἀκεραιότητα, ἐδαφικὴν ἐπέκτασιν ἐπὶ μεγάλου μέρους τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, πᾶσαν οἰκονομικὴν καὶ στρατιωτικὴν συνδρομήν».
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί εἶναι αὐτό;
§76Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Συμβουλὴ δοθεῖσα παρὰ μεγάλου φιλέλληνος εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν. Ἡ ἀνακοίνωσις αὐτὴ συνεκίνησεν εἰλικρινῶς τὸν κ. Ζωγράφον καὶ τὴν 19ην Μαρτίου ὑπέβαλεν ἓν ὑπόμνημα εἰς τὸν τότε Βασιλέα. Δυστυχῶς δὲν ἔχω κρατήσει ἀντίγραφον αὐτοῦ τοῦ ὑπομνήματος, τοῦ ὁποίου τὸ πρωτότυπον ἔχει ὁ κ. Ζωγράφος. Ἔχω ἀναγνώσει ὅμως αὐτὸ καὶ ζωηρὰν διετήρησα τὴν ἀνάμνησιν τοῦ ὕφους καὶ τοῦ λεκτικοῦ. Ὁ κ. Ζωγράφος ἔλεγεν: «Ἠξεύρετε, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἀφ’ ἧς ἀνέλαβον τὴν Ἀρχήν, τὴν ἀνέλαβον μὲ ὡρισμένας ἰδέας, μὲ ὡρισμένον πρόγραμμα καὶ ἐδέχθην μόνον νὰ καιροσκοπήσω, νὰ περιμένω τὴν κατάλληλον στιγμήν· ἤδη ὅμως ἔφθασε τὸ τέρμα τοῦ χρόνου καὶ δὲν ἐπιτρέπεται πλέον, διὰ τὴν περιφρούρησιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος. Ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν εἶναι πλέον ἐφικτή, ἀφ’ ἧς παραβλάπτονται καίρια συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, δημιουργοῦνται γεγονότα θέτοντα ἐν κινδύνῳ τὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἐδάφους, τὸ μέλλον τοῦ Ἔθνους καὶ — προσέθετε προφητικῶς — τὴν ἐσωτερικὴν ἡσυχίαν τῆς Χώρας». Ἡ τόσον σαφὴς αὕτη προειδοποίησις εἶχε, μετὰ λύπης μου τὸ λέγω, ἀντίθετον τοῦ προσδοκωμένου ἀποτέλεσμα. Ἤκουσα καγχασμούς, εἰρωνείας, ἐπικρίσεις ἐναντίον τοῦ κ. Ζωγράφου καὶ οἱ κύριοι τοῦ Ἐπιτελείου δὲν ἔπαυον νὰ τὸν ἐλέγχωσι καὶ νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ζωγράφου δὲν ἔχει οὐδεμίαν σημασίαν, διότι εἶναι ἕνας ἰδεολόγος ἀνάξιος προσοχῆς. Ἐν τούτοις, κύριοι, τόση ἦτο ἡ ἐπιθυμία ἐκ μέρους τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων νὰ ὠθήσωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς μίαν πολιτικήν, ἐκ τῆς ὁποίας μεγάλα θὰ ἦσαν τὰ ὠφέλη διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, ἀλλὰ καὶ μεγάλη ἡ στρατιωτικὴ ὠφέλεια δι’ αὐτάς, ὥστε τὴν 30ὴν Μαρτίου προέβησαν εἰς βαρυσήμαντον ἀνακοίνωσιν. Ἐδήλωσαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἦσαν ἕτοιμοι νὰ ἐξασφαλίσωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀντὶ τῆς συνδρομῆς της εἰς τὸν κατὰ τῆς Τουρκίας πόλεμον, τὰ ὑποσχεθέντα ἀνταλλάγματα ἐν τῷ βιλαετίῳ Σμύρνης καί, ἐρωτηθέντων τῶν κ.κ. πρεσβευτῶν παρὰ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ τί ἠννόουν διὰ τῆς φράσεως ταύτης, ἀπήντησαν: «Τὴν Σμύρνην καὶ σημαντικὸν μέρος τῆς ὄπισθεν χώρας». Τότε ἔλαβε χώραν ἡ ἐνέργεια, περὶ τῆς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτὴς ἔκαμεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν του ὑπαινιγμόν. Ὑψηλὸν πρόσωπον ἦλθεν εἰς τὰς Ἀθήνας κομίζον προτάσεις ἢ συμβουλὰς μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς φίλου Κράτους. Ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἰδέαν νὰ προβῇ εἰς νέον διάβημα περὶ ἐξόδου. Τὴν 1ην Ἀπριλίου, κατόπιν πολλαπλῶν Συμβουλίων, τῶν ὁποίων βεβαίως ὁ ἀξιότιμος πολιτευτὴς θὰ ἔχῃ ζωηρὰν τὴν ἀνάμνησιν, ὅπως τὴν ἔχω καὶ ἐγώ, συνετάχθη ἓν μακροσκελὲς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐστάλη εἰς τὰς τρεῖς Μεγάλας Δυνάμεις. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἐπροτείνετο ἡ ἔξοδος τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὴν οὐδετερότητα. Μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἔλεγε τὸ ἔγγραφον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠμπόδισε τὴν Ἑλλάδα νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν ἐπιθυμίαν της νὰ ἐξέλθῃ ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἦτο ὁ βουλγαρικὸς κίνδυνος. Ἐσκέφθημεν μέχρι τοῦδε, ὅτι διὰ νὰ ἐξουδετερωθῇ αὐτὸς ὁ κίνδυνος ἦτο ἀναγκαία ἡ σύγχρονος ἔξοδος τῆς Βουλγαρίας. Ἀφοῦ ὅμως ὁ ὅρος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, θὰ προτείνωμεν κάτι τι ἄλλο· νὰ ἔλθωμεν μὲ ὅλας τὰς στρατιωτικὰς καὶ ναυτικάς μας δυνάμεις νὰ συμπολεμήσωμεν κατὰ τῆς Τουρκίας, ὑπὸ δύο ὅρους: πρῶτον, ὁ πόλεμος νὰ ἔχῃ ὡς τελικὸν σκοπὸν τὴν διάλυσιν τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας καὶ δεύτερον, ὁ τομεὺς τῆς Ἑλληνικῆς στρατιωτικῆς δράσεως νὰ μὴ τεθῇ ἐκτὸς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας. Τούτων γινομένων δεκτῶν, θὰ συνωμολογεῖτο μία διπλῆ συμφωνία, μία πολιτική, καθορίζουσα λεπτομερῶς τὰ ἀνταλλάγματα, ἀνταλλάγματα ἐδαφικά, ἀνταλλάγματα πολιτικά, ἀνταλλάγματα οἰκονομικῆς φύσεως, καὶ δευτέρα συμφωνία στρατιωτική, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ προέβαινον τὰ Ἐπιτελεῖα. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ πρότασις αὕτη, καὶ ἰδίως ἡ διατύπωσις τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἔγιναν ἀντικείμενον μακρῶν συνδιασκέψεων, συζητήσεων καὶ συμβουλίων. Τὸ κείμενον ὑπεβλήθη τοὐλάχιστον δὶς εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ τότε Βασιλέως καὶ τοῦ Ἐπιτελείου. Δὲν παρῆλθον ὅμως τρεῖς ἡμέραι, ὁπότε ὁ Ἐπιτελάρχης σπεύδει νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ, διὰ νὰ μοὶ ἐκφράσῃ τὰς ἀνησυχίας τὰς ὁποίας εἶχε, διότι ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως δὲν τοῦ ἐφαίνετο ἀρκετὰ σαφής, ἰδίως ἐν τῇ φράσει ἐκείνῃ, ὅπου προσδιωρίζετο ὁ ἐνδεχόμενος Ἑλληνικὸς τομεύς. Ἔλεγε τὸ ἔγγραφον, τὸ εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς τομεὺς δὲν θὰ ἐτίθετο ἐκτὸς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ τὰ παράλια τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας εἶναι ἀκόμη ἀρκετὰ ἐκτεταμένα, πηγαίνουσιν ἀπὸ τὰ σύνορα τῆς Βουλγαρίας μέχρι τῶν Δαρδανελλίων. Ἐκτὸς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας δὲν δυνάμεθα νὰ δράσωμεν. Ἐντὸς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας, ὀφείλομεν νὰ τὸ καθορίσωμεν σαφέστερον. Θὰ ἦτο καλὸν νὰ τοποθετηθῇ ὁ Ἑλληνικὸς τομεὺς δυτικώτερον. Δὲν προῆλθον εἰς περισσοτέρας ἐξηγήσεις· ἠννόησα ἀμέσως ὅτι ὁ ἀληθὴς φόβος ἦτο μήπως γίνῃ δεκτὸν τὸ διάβημα, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε προβῆ ἡ Κυβέρνησις τὴν 1ην Ἀπριλίου. Τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν ἔσχε καὶ ὁ κ. Ζωγράφος ὅταν τὴν ἑπομένην ἐγνώρισε τὰς σκέψεις τοῦ Ἐπιτελάρχου. Καὶ ἐνθυμοῦμαι — ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω πρὸς τιμὴν τοῦ κ. Ζωγράφου — ὅτι ἔλαβε χώραν μία σφοδροτάτη σκηνὴ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ κ. Δούσμανη, ἐνώπιον τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐμοῦ, τοῦ κ. Ζωγράφου λέγοντος: «Μὰ πάλιν θέλετε νὰ μᾶς γελάσετε;» Ἀτυχῶς ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶχε τὸ σθένος νὰ ἐπιβληθῇ. Ὑπέκυψε, δεχόμενος ν’ ἀποστείλῃ τὴν 7ην Ἀπριλίου ἓν ἐπεξηγηματικὸν ἔγγραφον στρατιωτικῆς φύσεως, ἵνα αἱ Δυνάμεις καλλίτερον ἐννοήσωσι τὴν γενομένην πρότασιν καὶ διαφωτισθῶσιν ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ σχεδίου. Διὰ νὰ γίνῃ — ἔλεγε τὸ ἔγγραφον τοῦτο — μία σοβαρὰ ἐπιχείρησις ἐναντίον τῆς Τουρκίας, ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον δυνάμεις ἴσαι μὲ ἐκείνας τὰς ὁποίας δύναται νὰ παρατάξῃ ἡ Τουρκία καὶ μὲ ἐκείνας τὰς ὁποίας δύναται νὰ παρατάξῃ ἡ Βουλγαρία, διότι δὲν γνωρίζομεν τί θὰ κάμῃ ἡ Βουλγαρία τὴν τελευταίαν στιγμήν· δύναται νὰ συμπράξῃ μετὰ τῆς Τουρκίας καὶ νὰ ἔχωμεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν δύο στρατοὺς ἡνωμένους. Ποῖοι δὲ ἦσαν οἱ δύο στρατοί, οἱ δυνάμενοι νὰ ἑνωθῶσι; Τοὺς ὑπελόγιζαν εἰς 440.000 μαχητάς, ἤτοι εἰς 750.000 ἄνδρας. Ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔδιδε τὸ πολὺ 300.000, ἑπομένως οἱ Σύμμαχοι εἶχον νὰ προσφέρουν εἰς τὸν κοινὸν ἀγῶνα 450.000. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἦτο ἀρκετόν· ὑπῆρχε καὶ δευτέρα διαφώτισις, σχετικὴ μὲ τὸν καθορισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ τομέως. Σοβαρὰ ἐπιχείρησις μεταξὺ Αἴνου καὶ Δαρδανελλίων δὲν δύναται νὰ γίνῃ, τοὐλάχιστον ἡμεῖς δὲν τὴν ἐπιχειροῦμεν. «Ἐὰν σεῖς θέλετε, ἐπιχειρήσατέ την καί, ἐὰν τυχὸν ἐπιτύχῃ, τότε δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν καὶ ἡμεῖς!» Ὁ Ἑλληνικὸς τομεὺς πρέπει νὰ τεθῇ δυτικώτερον τοῦ Αἴνου. Τὸ πρᾶγμα φαίνεται περίεργον ἐκ πρώτης ὄψεως, ἀλλὰ ἐκ δευτέρας εἶναι καταληπτόν. Ἰδίως ὅταν παραβάλῃ τις τὸ πρωτότυπον μὲ τὸ ὁριστικὸν ἔγγραφον, ἀποκαλύπτεται ἀμέσως ἡ ὑστεροβουλία τοῦ Ἐπιτελείου. Ἡ ὑστεροβουλία αὕτη ἦτο ἡ ἑξῆς: Νὰ ὁδεύσωμεν διὰ τῆς Βουλγαρίας ἵνα πολεμήσωμεν τὴν Τουρκίαν. Ἡ Βουλγαρία ἀκόμη τότε ἦτο, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν Δυνάμεων, ἐξακολουθουσῶν νὰ πλανῶνται, μία ἐνδεχομένη φίλη. Ἑπομένως ὁ ὅρος ἦτο ἀπραγματοποίητος. Ἦτο ὁ ἴδιος λογισμός, ὅπως κατὰ τὸ πρῶτον διάβημα. Τοιουτοτρόπως, ἢ αἱ Δυνάμεις θὰ ἐδέχοντο, καὶ τότε θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο παρ’ ἡμῶν τὰ στρατεύματά των πρὸς κατατρόπωσιν τῆς Βουλγαρίας, ἤ, πιθανώτερον, δὲν θὰ ἐδέχοντο, καὶ ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἐματαιοῦτο. Βεβαίως τὸ σχέδιον ἦτο πολὺ χονδρὸν διὰ νὰ περάσῃ ἀπαρατήρητον.
§77Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἦτο ἐν γνώσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου;
§78Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Βεβαίως. Κατὰ τὸ Ἐπιτελεῖον, λοιπόν, ἡ πιθανωτέρα λύσις ἦτο ὅτι αἱ Δυνάμεις θὰ εὕρισκον, ὅτι οἱ ὅροι τῶν δύο ἐγγράφων ἦσαν πολλοὶ καὶ ἀπαράδεκτοι. Πράγματι, οὐδεμία ἀπάντησις ἐδόθη εἰς τὴν πρότασιν. Τὸ χειρότερον δὲ ὑπῆρξεν, ὅτι ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἤρχισαν νὰ ἐννοοῦν ὅτι ἐν Ἑλλάδι συνέβαινε κάτι τὸ σοβαρόν, ὅτι εἶχον νὰ ἀντιμετωπίσουν στοιχεῖον κακῆς πίστεως. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὑψηλὸν πρόσωπον, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, δὲν ἔπαυον νὰ ὑποδεικνύουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι εἶχεν ἐκτεθῆ εἰς μέγαν κίνδυνον καὶ ὤφειλε νὰ προσέχῃ. Δὲν ἔπρεπε νὰ παίξῃ μὲ τὴν τιμήν, μὲ τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀκόμη ἡ Χώρα εἰς τὸ ἐξωτερικόν. «Προσέξατε — ἔλεγεν ἓν τηλεγράφημα τῆς 16 Ἀπριλίου — προσέξατε μήπως ἡ στρατιωτικὴ ἀντίληψις ἐπισκιάσῃ τὴν πολιτικήν, διότι θὰ τὸ πληρώσωμεν ἀκριβά, μὲ τὴν ἀπώλειαν τῶν μεγάλων, τῶν ζωτικῶν συμφερόντων τοῦ Ἔθνους».
§79Λ. ΝΑΚΟΣ. Ποῖος τὰ ἔλεγεν αὐτά;
§80Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ ὑψηλὸν πρόσωπον, ὅπερ ὑπαινίττεται ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Ζωγράφος ἐπέμενε, παρ’ ὅλα τὰ κωλύματα, τὰ ὁποῖα ὁσημέραι ηὔξανον. Ἤθελε νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὸν δρόμον, εἰς τὸν ὁποῖον εἰσήρχετο, καὶ τὴν 18ην Ἀπριλίου ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίζει νὰ προβῇ εἰς νέας προτάσεις. Μὴ γενομένου δεκτοῦ τοῦ σοφοῦ σχεδίου τοῦ Ἐπιτελείου, ὁ στρατὸς ὤφειλε νὰ μείνῃ ἐν ἐπιφυλακῇ ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας, ἀλλὰ ὁ στόλος ἦτο διαθέσιμος καὶ προσεφέρετο ἐναντίον τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ ἡ εὐκαιρία ἡ κατάλληλος παρήρχετο γοργῷ τῷ βήματι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ ἔλεγον: «Προσέξατε! Μέχρι τοῦδε ἡ συμμετοχὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπεζητεῖτο καὶ τῇ ἐδίδοντο ἀνταλλάγματα τοῦ λοιποῦ ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ προσφέρῃ τὴν συνδρομήν της διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τοιαῦτα. Ἐὰν ἀργήσῃ ἀκόμη, θὰ εὑρεθῇ ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς ἀπομεμονωμένη, ἄνευ φίλων καὶ ἐστερημένη τῶν συμπαθειῶν τῶν Δυνάμεων, τῶν ἐχουσῶν τὴν κυριαρχίαν τῆς θαλάσσης». Ἐβολιδοσκοπήθησαν αἱ Δυνάμεις, ἵνα μὴ ἐκτεθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς νέον διάβημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔμενεν ἄνευ ἀπαντήσεως. Ἠρωτήθησαν προκαταβολικῶς ἐὰν ἦσαν διατεθειμέναι νὰ δεχθῶσι μίαν τοιαύτην πρότασιν. Ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξε: «Ναί, ἀλλ’ ἄνευ ὅρων. Δὲν ἔχομεν πλέον καμμίαν πεποίθησιν εἰς σᾶς, σεῖς ὅμως πρέπει νὰ ἔχετε πεποίθησιν εἰς ἡμᾶς. Ἔλθετε μαζί μας, ἐὰν θέλετε, νὰ πολεμήσωμεν καί, ὅταν νικήσωμεν, ἡμεῖς θὰ κάμωμεν ὅ,τι δυνάμεθα διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα».
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ τὸν στόλον;
§82Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα... Δὲν εἶναι δυνατὸν τοὐλάχιστον εἰς τὸ αὐτὶ νὰ μᾶς εἴπητε τί θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχωμεν; Καὶ μᾶς εἶπον εἰς τὸ αὐτί: «Τὸ μερίδιόν σας εἶναι ἀκόμη διαθέσιμον. Τὸ ἔχομεν κατὰ μέρος. Εἶναι ἄθικτον. Ἀλλὰ μὴ συζητεῖτε πλέον». Αἱ Δυνάμεις εἶχον σχηματίσει ἤδη τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον, ὡς γνωρίζετε, ἀπέτυχε, νὰ ἐμβάλουν εἰς πειρασμὸν τὴν Βουλγαρίαν, νὰ τῆς προσφέρουν διάφορα ἐδάφη, Σερβικὰ καὶ Ἑλληνικά, διὰ νὰ δεχθῇ νὰ συμμετάσχῃ εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ οἱ φίλοι μας, οἱ πρέσβεις μας, δὲν ἔπαυαν νὰ λέγουν: «Σπεύσατε· ἐμπιστευθῆτε εἰς τὰς Δυνάμεις· μὴ προβάλλετε ὅρους καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι τὸ μερίδιόν σας εἶναι ἠσφαλισμένον». Ὁ κ. Ζωγράφος ἦτο ἕτοιμος νὰ τὸ κάμῃ, ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν τοῦ ἐπέβαλλον ἓν τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐνετέλλετο ὁ ἐν Παρισίοις πρεσθευτὴς νὰ εἴπῃ: «Δεχόμεθα νὰ κάμωμεν τὴν πρότασιν ἄνευ ὅρων, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν, ἡμιεπισήμως τοὐλάχιστον, νὰ ἠξεύρωμεν: Ὑπονοοῦνται ὅλοι οἱ ὅροι, τοὺς ὁποίους εἴχομεν διατυπώσει εἰς τὸ ἔγγραφον τῆς 1ης Ἀπριλίου;» Καὶ αἱ ξέναι Κυβερνήσεις ἀπήντησαν: «Ἀμφιβάλλετε εἰς τὸν λόγον μας; Φοβεῖσθε μὴ σᾶς γελάσωμεν; Δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην;» Μία δὲ τῶν Δυνάμεων ἡμιεπισήμως ὑπέδειξε τὴν διατύπωσιν τῆς δυναμένης νὰ γίνῃ δεκτὴ προτάσεως. Ἐκεῖ ἔμειναν τὰ πράγματα. Τὴν νόταν ἐκείνην δὲν κατώρθωσε ποτὲ νὰ τὴν στείλῃ ὁ κ. Ζωγράφος. Δὲν τοῦ ἔδωκαν ποτὲ τὴν ἄδειαν. Παρήρχοντο ἡμέραι, καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐστάλησαν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν τηλεγραφήματα, ἐξ ὧν πολλὰ ἀπηυθύνοντο προσωπικῶς πρὸς τὸν ἔκπτωτον Βασιλέα καὶ τὰ ὁποῖα ἦσαν τραγικαὶ ἐκκλήσεις εἰς τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν ἀφοσίωσίν του εἰς τὸ Ἔθνος καὶ τὰ Ἐθνικὰ πράγματα. Θὰ ἤθελα νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε τὴν ἀνάγνωσιν τινῶν ἐξ αὐτῶν.
§83ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Σᾶς παρακαλοῦμεν.
§84Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὁ πρίγκηψ Γεώργιος ἐτηλεγράφει: «Ἱκετεύω τὴν Βασιλικὴν Κυβέρνησιν νὰ εἰσέλθῃ ἄνευ συζητήσεων εἰς τὴν Συμμαχίαν, διότι ἐσχημάτισα πλήρη πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἔχομεν πλέον καιρὸν νὰ χάσωμεν. Εἰσερχόμενοι εἰς τὴν Συμμαχίαν, ἔχομεν τὰ πάντα νὰ κερδίσωμεν. Μένοντες ἐκτὸς αὐτῆς, ἔχομεν τὰ πάντα νὰ χάσωμεν». Ἄλλο τηλεγράφημα τοῦ ἰδίου: «Σᾶς ἱκετεύω γονυπετής, μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μου καὶ μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις μου, ἐν τῷ συμφέροντι τοῦ Ἔθνους, τοῦ ὁποίου αἱ τύχαι ἐξαρτῶνται τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ ὑμᾶς μόνον. Ἐμπρός, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲν τὸ ἀποφασίσετε, θὰ εἶναι αὐτοκτονία διὰ τὸ Ἔθνος». Ἄλλο τηλεγράφημα: «Ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης, ἣν ἐπιδεικνύομεν, διαθέτει καθ’ ἡμέραν περισσότερον τὰς Δυνάμεις ἐναντίον μας. Αἱ Δυνάμεις λέγουσιν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐμποδίζει πάλιν τὴν δρᾶσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εὑρίσκονται ἀπέναντι Χώρας μὴ συνταγματικῆς καὶ ἐρωτῶνται ἐὰν τοῦ λοιποῦ θὰ δύνανται νὰ διαπραγματεύωνται μὲ Χώραν κυβερνωμένην αὐταρχικῶς». Καὶ τὸ τηλεγράφημα τελειώνει οὕτω: «Σᾶς ἱκετεύω ἐπὶ πλέον ἐξ ὅλης ψυχῆς, μὲ ὅλα τὰ αἰσθήματά μου ἀφοσιώσεως δι’ Ὑμᾶς καὶ τὴν Πατρίδα, τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα εἶναι τὰ ἴδια, νὰ τερματίσετε κατάστασιν πλήρη κινδύνων καὶ τρομερῶν συνεπειῶν. Πιστεύσατέ με, εἶναι ἡ τελευταία στιγμὴ νὰ σώσετε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς τοὺς κινδύνους». Ἄλλο: «Αἱ Κυβερνήσεις θὰ θεωρήσουν πᾶσαν αἴτησιν ἐγγυήσεως πέραν τῆς ὑποδειχθείσης διατυπώσεως, ὡς ἰδιαιτέραν προσβολήν. Ἤκουσα χθὲς νὰ λέγουν. «Δύνασθε ν’ ἀπευθύνεσθε μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον εἰς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ Δυνάμεις, ὡς τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Ρωσσίαν δύναταί τις νὰ τὰς πιστεύσῃ ἐπὶ τῷ λόγῳ των». «Φοβοῦμαι πολὺ μήπως ἡ Ἑλλὰς θυσιάσῃ ἡ ἰδία εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὰ συμφέροντά της καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Θὰ εὐχαριστήσω τότε τὸν Θεὸν νὰ μὴ συμπεριλαμβάνωμαι μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες θὰ φέρουν τὴν βαρεῖαν ταύτην εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας». Ταῦτα, κύριοι βουλευταί, εἶχον ν’ ἀποκαλύψω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι λυποῦμαι, ὅτι ὁ κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πολιτευτὴς δὲν ἔδραξε τὴν εὐκαιρίαν νὰ κάμῃ ὁ ἴδιος τὰς ἀποκαλύψεις ταύτας, ν’ ἀποκηρύξῃ τὸ παρελθὸν ἐκεῖνο καὶ ν’ ἀπορρίψῃ ἀφ’ ἑαυτοῦ τὴν εὐθύνην τὴν ἠθικήν, τὴν ὁποίαν φέρει. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ πρώτου σημείου, τὸ ὁποῖον ἐπραγματεύθην. Τὸ δεύτερον θέμα τῆς ἀγορεύσεώς του εἶναι τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συνθήκης. Δὲν θὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνων τὴν νομικὴν ἀπόδειξιν τῆς Ἑλληνικῆς ὑποχρεώσεως κατὰ τὴν Ἑλληνοσερβικὴν Συνθήκην. Κατόπιν ἰδίως τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὑπέμνησεν εἰς τὸν ῥήτορα, ὅτι ὁ ἴδιος, μέλος τότε τῆς Κυβερνήσεως, παρευρέθη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπου καὶ ἐξητάσθη ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἔκτασις τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς Συνθήκης ἐκείνης, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο περιττολογία νὰ ἐπιμείνω περισσότερον. Θέλω μόνον νὰ ἀνασκευάσω μίαν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πολιτευτὴς ἔδωσε, βεβαίως καλῇ τῇ πίστει. Εἶπεν ὅτι ἡ Σερβία, δικαιολογουμένη διὰ κόπωσιν τοῦ στρατοῦ της, ἠρνήθη κατὰ τὸν Μάϊον τοῦ 1914 στρατιωτικὴν συνδρομὴν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις ἠναγκάσθη ἕνεκα τούτου νὰ ὑποχωρήσῃ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν προσφύγων. Οὕτω δὲν ἔχουσι τὰ πράγματα. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Σερβία ἠρνήθη τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεών της· καὶ ἰδοὺ ἐν ὀλίγοις ἡ ἐξιστόρησις τῆς ὑποθέσεως: Οἱ διωγμοὶ οἱ ἀνθελληνικοὶ ἐν Τουρκίᾳ εἶχον φθάσει εἰς σημεῖον ἐπικίνδυνον, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲ ἐσκέπτετο νὰ ἀπευθύνῃ τελεσίγραφον πρὸς τὴν Τουρκίαν ὅπως ζητήσῃ ἐγγυήσεις καί, ἂν δὲν ἐλάμβανεν ἱκανοποίησιν, νὰ φθάσῃ μέχρι ῥήξεως καὶ πολέμου. Ἐπὶ τῇ προβλέψει ταύτῃ, καθῆκον εἶχε νὰ πληροφορήσῃ τὴν σύμμαχον Σερβίαν διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον καὶ νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην της. Τοῦτο ἐγένετο τὴν 30ὴν Μαΐου. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴς εἶχε ζητήσει τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων. Λαβὼν πρὸς τοῦτο τὴν ἄδειαν τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα.
§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ καταστήσετε κοινωνὸν ἁπλῶς, καὶ διὰ τοῦτο μόνον ὑπαινιγμοὺς ἔκαμον.
§86Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἦτο καταγγελία.
§87Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κακὴ διατύπωσις. Εἶπον ὅτι δὲν παρέσχε τὴν στρατιωτικὴν συνδρομήν. Περὶ πολιτικῆς ἐγνώριζον ὅτι ἐγένοντο παραστάσεις ἐν Κωνσταντινουπόλει.
§88Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ παρὰ τῇ Σερβικῇ Κυβερνήσει διάβημα ἐγένετο τῇ 30ῇ Μαΐου. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐζήτει παρὰ τῆς Σερβικῆς στάσιν εὐμενῆ, ἠθικὴν ὑποστήριξιν εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐχώριζεν ἀπὸ τῆς Τουρκίας, καί, διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ Βουλγαρία ἤθελεν ἐπέμβει ἐναντίον μας, ὅταν θὰ ἤμεθα εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν μὲ τὴν Τουρκίαν, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Σερβίαν, ὅτι θὰ ἐπεκαλεῖτο τὸν συμμαχικὸν ὅρον. Τὴν 3ην Ἰουνίου ἐδόθη ἡ ἀπάντησις: «Ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις θεωρεῖ ὡς πρῶτον καθῆκον της νὰ ἐκπληρώσῃ ὅλας της τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς πηγαζούσας ἐκ τῆς Συνθήκης συμμαχίας, ἡ ὁποία ἔχει χαρακτῆρα ἀμυντικόν. Ὀφείλει ἐν τούτοις νὰ δηλώσῃ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν ἀνθελληνικῶν διωγμῶν ἐν Τουρκίᾳ εἶναι εἰς ἐπικίνδυνον δρόμον πρὶν ἢ ἐξαντληθοῦν τὰ εἰρηνικὰ μέσα, τὰ χρησιμοποιούμενα εἰς τοιαύτας περιστάσεις. Ἐλπίζει ἑπομένως, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ῥῆξις θέλει ἀποφευχθῆ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους». Καὶ ἀπηρίθμει ὡς σοβαρωτάτους τοιούτους, τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ, τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῆς Χώρας κτλ. Καὶ ἡ Σερβία ἐξετέλεσεν ἀμέσως τὰς ὑποχρεώσεις τὰς πολιτικάς, τὰς ὁποίας εἶχε τὴν στιγμὴν ἐκείνην, μὲ μίαν προθυμίαν καὶ ἕνα ζῆλον, τῶν ὁποίων τὴν ἀξίαν ἔσπευσε ν’ ἀναγνωρίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Προέβη ἀμέσως εἰς διπλωματικὸν διάβημα παρὰ ταῖς Δυνάμεσι, ὅπως τὰς παρακαλέσῃ νὰ ἐπέμβωσι παρὰ τῇ Πύλῃ. Προέβη ἔτι εἰς διάβημα παρὰ τῇ Πύλῃ, ὅπως τῇ συστήσῃ νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς κατάπαυσιν τῶν ἀνθελληνικῶν διωγμῶν. Ὁ Μ. Βεζύρης ἠρώτησε τὸν Σέρβον ἀντιπρόσωπον: «Τί τοῦτο ἐνδιαφέρει τὴν Σερβίαν;» Καὶ οὗτος ἀπήντησεν: «Ὅ,τι ἐνδιαφέρει τὴν Ἑλλάδα, ἐνδιαφέρει ἐπίσης τὴν Σερβίαν ἐν τῇ ἰδιότητί της ὡς συμμάχου» (Ραγδαῖα χειροκροτήματα). Καὶ τότε ὁ Μ. Βεζύρης ὑπεσχέθη νὰ λάβῃ τὰ σύντονα μέτρα, περὶ τῶν ὁποίων ἔδιδε συμβουλὴν ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις. Νομίζω ὅτι ὑπὸ τὰς συνθήκας ταύτας δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λεχθῇ, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ λεχθῇ, ὅτι ἡ Σερβία ἠρνήθη νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς συμμαχικάς της ὑποχρεώσεις. Τοῦτο εἶναι τόσον ἀληθές, ὥστε τὴν 9ην Ἰουνίου, ἀμέσως ὡς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔλαβε γνῶσιν τῶν γενομένων διαβημάτων, ἔσπευσε νὰ ἐπιφορτίσῃ τὸν ἐν Βελιγραδίῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκφράσῃ τὴν βαθυτάτην εὐχαρίστησίν της εἰς τὴν Σερβικὴν Κυβέρνησιν διὰ τὸ διάβημα, εἰς τὸ ὁποῖον προέβη ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ τὸ ὁποῖον «ἔδειξεν ἔτι πλέον τὴν σταθερότητα τῆς Συμμαχίας καὶ τοὺς ἐγκαρδίους δεσμούς, τοὺς ὑφισταμένους μεταξὺ τῶν δύο λαῶν». Μετὰ τὴν ἐπανόρθωσιν ταύτην, ὀφείλω, κύριοι βουλευταί, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως ἐναντίον τῆς θεωρίας, τῆς ἀναπτυχθείσης προχθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας πολιτευτοῦ, συνηγοροῦντος ὑπὲρ τρίτων, περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τῶν Διεθνῶν Συνθηκῶν. Λέγω συνηγοροῦντος, διότι ὁμολογῶ, ὅτι τὴν στιγμὴν ταύτην ἀκόμη δὲν ἠξεύρω ἂν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξέφραζε προσωπικάς του γνώμας, ἢ ἂν ἔθετεν ἐνήμερον τὴν Βουλὴν γνωμῶν τρίτων, μὴ παρόντων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Δὶς τὸν διέκοψα καὶ δὶς μοῦ ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι γνῶμαι ἄλλων, δι’ αὐτὸ δὲ τὸν ἀποκαλῶ συνήγορον. Ἡ θεωρία αὕτη, ἐναντίον τῆς ὁποίας ἐξανίσταται ἡ συνείδησίς μου καὶ ὡς νομικοῦ καὶ ὡς πεπολιτισμένου ἀνθρώπου...
§89ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλων μας, ὅλων μας.
§90Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν)... εἶναι ἡ θεωρία τῆς ἀποτελεσματικότητος (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Ὁ κ. βουλευτὴς μᾶς εἶπεν, ὅτι τὴν θεωρίαν ταύτην ἐθέσπισεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ πολέμου ἐν τῇ ἐφαρμογῇ καὶ τῇ ἑρμηνείᾳ τῆς Συνθήκης.
§91Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον ὅτι...
§92Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἰδοὺ ἡ φράσις σας: «Ἡ ἔννοια αὕτη τῆς Συνθήκης καθωρίσθη εὐθὺς ἅμα τῇ κηρύξει τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, παρ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Βενιζέλου, ἀρνηθέντος, ὡς γνωστόν, νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Σερβίαν πλέον τῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος». Καὶ παρακάτω: «Εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς ἀμυντικῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συνθήκης ἐπεκράτησεν ἐξ ἀρχῆς ἡ θεωρία τῆς ἀποτελεσματικότητος». Ἐναντίον τῆς θεωρίας ταύτης ἐξανίσταμαι. Διαμαρτύρομαι ὄχι μόνον διότι ἡ θεωρία αὕτη οὐδέποτε ὑπῆρξε θεωρία ἐφαρμοσθεῖσα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λεχθῇ ἄνευ διαμαρτυρίας ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Ἑλλήνων, ὅτι μία τοιαύτη θεωρία ἠδύνατό ποτε νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἐν Ἑλλάδι (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι). Διακόπτων τὸν κ. βουλευτήν, παρετήρησα ἀμέσως, ὅτι εἶναι ἡ ἰδία θεωρία μὲ ἐκείνην τοῦ πρώην Ἀρχικαγκελαρίου τῆς Γερμανίας. Ὅτι εἶναι ἡ θεωρία τῶν κουρελλοχάρτων (Χειροκροτήματα). Δὲν μοῦ ἐξήγησε ποία ἦτο ἡ διαφορά· τὴν διαφορὰν δὲν τὴν αἰσθάνομαι. Αἰσθάνομαι ὅμως, τοὐναντίον, διὰ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι προσεπάθησε νὰ καλύψῃ τὸ ὄνειδος τῆς παραβιάσεως τῆς συμμαχικῆς ὑποχρεώσεως, λέγων ὅτι ἡ συμμαχικὴ αὕτη ὑποχρέωσις ἦτο ὑπὸ ὅρον. Ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἀποτελεσματικότητος τῆς συμμαχίας. Διὰ ποῖα συμφέροντα; Διὰ τὰ Ἑλληνικά, διὰ τὰ Σερβικά, ἢ διὰ τὰ κοινὰ συμφέροντα; Δὲν τὸ ἐξήγησεν. Ὅταν δὲ ἠξεύρομεν σήμερον ποία θὰ ἦτο ἡ ἀποτελεσματικότης τῆς συνδρομῆς τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν πάνοπλος προσήρχετο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς συνδρομὴν τῆς Σερβίας ἅμα τῇ ἐπιθέσει τῆς Βουλγαρίας ἐναντίον της, πῶς δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης τὴν ἀνάγκην τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Συνθήκης; Ἀλλὰ λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων ἐσκέφθη ποτὲ νὰ ἐφαρμόσῃ τοιαύτην θεωρίαν. Ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐτηλεγράφει τὰς σκέψεις του ἐκ Μονάχου ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Συνθήκης, παρετήρησεν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς συμμετοχῆς μας εἰς τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Αὐστρίας, ὅτι ἐπεφύλαττε τὴν γνώμην του, διὰ νὰ ἐξετάσῃ, καθ’ ὃ εἶχε βεβαίως δικαίωμα καὶ καθῆκον, κηδόμενος τῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος τῆς Ἑλλάδος καὶ Σερβίας, νὰ ἴδῃ ἐὰν ἐπετρέπετο νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν Συνθήκην τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐβοήθει τὴν Σερβίαν ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας, εὐθὺς ἀμέσως ἡ ἀπάντησις ὑπῆρξε καθαρά, κατηγορηματική, ἀπεριόριστος. Ἕνα ἀπόλυτον Ναί. Ποῖον δὲ ἦτο τὸ συμφέρον τὸ κοινόν; Ἦτο νὰ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν ἐπιφυλακῇ, νὰ μὴ ἔδιδε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ ἐξοπλισθῇ καὶ νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας. Τὸ συμφέρον τὸ κοινὸν ἐπέβαλλε νὰ μένωμεν ἐν ἐπιφυλακῇ, νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀρκετόν, ἵνα περιφρουρήσωμεν τὰ σύνορά μας καὶ νὰ ἀναμένωμεν. Τόσον δὲ τοῦτο ἦτο ἀληθές, ὥστε ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις ἔσπευσε ἀμέσως νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἀληθὴς στάσις φίλου καὶ συμμάχου Κράτους, καὶ ηὐχαρίστησε τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐνόησε τὸ κοινὸν συμφέρον, διὰ τὸ σθένος, μὲ τὸ ὁποῖον ἐδήλωσεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐξήρχετο ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας καὶ ὅτι ἐναντίον τῆς Αὐστρίας τὸ κοινὸν συμφέρον ἐπέβαλλε νὰ μείνῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν ἐπιφυλακῇ. Δὲν ὑπῆρξεν ἑπομένως οὐδεμία θεωρία διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Συνθήκης. Ὑπῆρξε μία διάγνωσις, μία ἀντίληψις τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, τὴν ὁποίαν ἡ σύμμαχος Κυβέρνησις ἀπεδέχθη καὶ ἐνέκρινε. Μήπως ὅμως τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915 ἔγινε τὸ ἴδιον; Ἐὰν ὑπῆρχε πράγματι ἐν τῇ συνειδήσει τῶν κυβερνώντων τὴν Χώραν ἡ πεποίθησις ὅτι ἡ Συνθήκη ἐφαρμόζεται μόνον ὅταν ὑπάρχῃ ἡ ἰδέα τῆς ἀποτελεσματικότητος, διατί δὲν ἔσπευσεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς τὸ ἐρώτημα τῆς Σερβίας, ὅτε ἤδη εὑρίσκετο αὕτη ὑπὸ τὸ βάρος μεγάλων ἐχθρικῶν στρατιῶν, διατί δὲν ἔσπευσε νὰ τῆς εἴπῃ, ὅτι τὸ κοινὸν συμφέρον ἀπέκλειε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς Συνθήκης; Ἀρκεῖ νὰ θέσω, κύριοι, ἐν παραλλήλῳ τὰς δύο ἀπαντήσεις, τὴν ἀπάντησιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὸν Ἰούλιον τοῦ 1914 καὶ τὴν ἀπάντησιν τῆς μὴ κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1915, ὅπως πᾶς καλῆς πίστεως ἀναγνωρίσῃ ποῦ εἶναι ἡ διαφορά. Ἡ ἀθέτησις, κύριοι, μιᾶς Συνθήκης εἶναι βαρὺ πλῆγμα, τὸ ὁποῖον οἱ κυβερνῶντες μίαν Χώραν, οἱοιδήποτε καὶ ἂν εἶναι, φέρουν εἰς τὴν τιμήν, εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν, εἰς τὴν ὑπόληψιν τοῦ Κράτους. Τὸ πλῆγμα εἶναι βαρὺ δι’ οἱονδήποτε. Καὶ ἂν μὲν τὸ Κράτος εἶναι μέγα, θὰ ὑποφέρῃ τὰς συνεπείας. Τὸ μικρὸν ὅμως Κράτος πρέπει νὰ κήδεται περισσότερον τῆς τιμῆς του, πρέπει νὰ ἔχῃ διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει μεγαλύτερον σεβασμόν. Διότι, ἂν τὰ μεγάλα Κράτη ἔχουν ὑλικὴν περιουσίαν, ἔχουν δύναμιν, τὰ μικρὰ Κράτη τὸ μόνον ἄφθαρτον κεφάλαιον τὸ ὁποῖον ἔχουν, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπιτρέπει νὰ ζήσουν ἐν τῇ κοινωνίᾳ τῶν Ἐθνῶν, νὰ προοδεύσουν, νὰ διεκδικήσουν τὰ ἐθνικά των δικαιώματα, νὰ πραγματοποιήσουν τὰ ἐθνικά των ὄνειρα, εἶναι ἡ τιμή (Χειροκροτήματα καὶ παρατεταμέναι ἐνθουσιώδεις ἐπευφημίαι πανταχόθεν). Ἀλλὰ θέλω νὰ προσθέσω καὶ κάτι τι ἀκόμη. Ὄχι μόνον δὲν ὑπῆρξε ἀμφιβολία, οὔτε νομικῆς, οὔτε πρακτικῆς φύσεως, ἐπὶ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς εὐρύτητος τῆς συμμαχικῆς ὑποχρεώσεως, ἀλλά, ὅπως ἔσχον ἤδη τὴν τιμήν, καταθέτων τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα τῆς Λευκῆς Βίβλου, νὰ εἴπω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐδόθησαν καὶ ἐπανειλημμέναι ὑποσχέσεις. Δεκάκις μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου ὑπεσχέθησαν αἱ Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις, ὅτι παρουσιαζομένης βουλγαρικῆς ἐπιθέσεως ἐναντίον τῆς Σερβίας, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἔσπευδεν εἰς ἀρωγὴν τῆς συμμάχου της. Καὶ ταῦτα ἐλέχθησαν, κύριοι, καθ’ ἣν ὥραν ἦτο βέβαιον ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχε συνάψει συμμαχίαν μὲ τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Γερμανίαν, καθ’ ἣν ὥραν ἦτο βέβαιον ὅτι, ἄν ποτε ἡ Βουλγαρία ἐξήρχετο τῆς οὐδετερότητος ἵνα ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, θὰ ἐξήρχετο ὡς σύμμαχος τῶν Κεντρικῶν Δυνάμεων. Καὶ θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι τις ἀφελὴς εἰς βαθμὸν νὰ εἶναι ἀνάξιος νὰ λέγεται πολιτικὸς ἀνήρ, διὰ νὰ ὑποθέσῃ ὅτι, ἀποφασίζουσα τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Σερβίας καὶ ἔχουσα συμμαχίαν μετὰ τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Γερμανίας, δὲν θὰ ἐζήτει ἡ Βουλγαρία τὴν ἐπικουρίαν τῶν Κρατῶν ἐκείνων διὰ νὰ καταβάλῃ εὐκολώτερον τὸν ἐχθρόν. Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέτετε, ὅταν ἐδίδετε ὑπόσχεσιν πρὸς τὴν Σερβικὴν Κυβέρνησιν διὰ τρόπου ἐπισήμου, διὰ τρόπου ἐντόνου, ὅτι ἡ Βουλγαρία μόνη της θὰ ἐξήρχετο εἰς πόλεμον ἐναντίον τῆς Σερβίας καὶ ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος μόνον πρὸς τὴν Βουλγαρίαν; Καὶ πότε ἐλέγοντο αὐτὰ διὰ τελευταίαν φοράν; Θὰ εἴδετε ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ ἓν τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον διαμαρτυρόμενος ὁ τότε Πρωθυπουργὸς στέλλει ἐν εἴδει ἐγκυκλίου εἰς τὰς Πρεσβείας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διότι διεδόθη ὅτι ἡ Βουλγαρία ἔχει λάβει ὑπόσχεσιν ἐκ μέρους τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος ὅτι, καὶ ἂν ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ ἐκινεῖτο. Σπεύδει ὁ τότε Πρωθυπουργός, ἴσως μὴ γνωρίζων ἀκόμη τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω ὅτι ἡ κακοήθειά του ἔφθανε μέχρι τοιούτου σημείου...
§93ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸ ἐγνώριζε. Τὸ ἐγνώριζε.
§94Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν ἔχω τὴν ἀπόδειξιν περὶ αὐτοῦ καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀποδείξω· δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι εἶχε τὴν ἀναίδειαν νὰ ψεύδεται καὶ λέγω ὅτι δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐγνώριζεν, ὅτι ὑποσχέσεις εἶχον ἤδη δοθῆ ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος. Ἀλλὰ τὴν 20 Ἰουλίου, καθ’ ἣν στιγμὴν εἶχεν ἤδη ἀποφασισθῆ, καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον τὸ ἐγνώριζεν, ἡ κάθοδος τῶν Γερμανῶν εἰς τὴν Χερσόνησον τοῦ Αἵμου, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐπαναλαμβάνει τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι ἠθέλαμεν βοηθήσει τὴν Σερβίαν. Καὶ ἔρχεσθε σήμερον, κατόπιν αὐτῶν τῶν δεδομένων, νὰ ὑποστηρίξετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν θεωρίαν τῆς ἀποτελεσματικότητος καὶ τὸν Βαλκανικὸν χαρακτῆρα τῆς Συμμαχίας, ὑπὸ διπλῆν μάλιστα ἔννοιαν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται ἓν Βαλκανικὸν Κράτος νὰ πολεμήσῃ κατὰ τοῦ συμμάχου μας καὶ ἐφ’ ὅσον ἀκόμη τὸ Βαλκανικὸν τοῦτο Κράτος δὲν θὰ εἶχεν ἄλλους συμμάχους μὴ Βαλκανικούς;
§95Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦσθε παρὼν κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ ἀντελήφθητε, ὅτι τοιοῦτον τι δὲν ὑπεστήριξα.
§96Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ εἶδον δημοσιευόμενον.
§97Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγράφη εἰς τὰ πρακτικὰ κατὰ λάθος καὶ ἔδωκα ἀμέσως σημείωσιν νὰ διορθωθῇ...
§98Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Χαίρω διότι τὸ ἀκούω. Μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας διαβεβαιώσεις ταύτας, καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ Συνθήκη δὲν εἶχε καμμίαν ἔννοιαν καὶ ὅτι οἱ γράψαντες δὲν ἤξευραν τί ἔλεγον, ὅτι τὸ ὕφος της, τὸ λεκτικόν της δὲν εἶχε καμμίαν σαφήνειαν καὶ ὁ ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίζῃ ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι ὑποχρέωσις, ἐρωτῶ, μετὰ τὰς ἐπανειλημμένας ταύτας ὑποσχέσεις δὲν εἶχεν ἀπόλυτον δικαίωμα ἡ Σερβία νὰ περιμένῃ ἀμέριστον τὴν ἀρωγήν μας ἐν τῇ προβλεφθείσῃ περιπτώσει; Δὲν εἶχε διαλυθῆ πᾶσα ἀμφιβολία, ἂν τοιαύτη ὑπῆρξεν εἰς οἱουδήποτε τὸν νοῦν, ὅτι, ἐπιτιθεμένης τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας, εἴχομεν καθῆκον νὰ σπεύσωμεν εἰς συνδρομὴν τῆς Σερβίας; Δὲν εἶχε, κατόπιν ὅλων τούτων, τὸ δικαίωμα ἡ Σερβία, ὅταν ἐπραγματοποιήθη ἡ περίπτωσις, ἡ τοσάκις προβλεφθεῖσα, καὶ δὲν ἐτηρήθη ἡ ὑπόσχεσις ἡ τοσάκις δοθεῖσα, δὲν εἶχε, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ καὶ νὰ ρίψῃ κραυγὴν ὀδύνης καὶ λύπης ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ φέρῃ τὴν κραυγήν της εἰς τὰ πέρατα τῆς γῆς; Δικαίως λοιπὸν εἶπε: — Ἰδοὺ σύμμαχος ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε μίαν Συνθήκην, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν συνδρομήν μου ὅταν ἦτο εἰς κίνδυνον καὶ τὴν ὑπεσχέθην ἀμέριστον· ἰδοὺ σύμμαχος, ὁ ὁποῖος, ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ πολέμου, μοῦ εἶπεν ὅτι, ὅσον ἀφορᾶ τὴν Αὐστρίαν, δὲν νομίζει διὰ τὸ κοινὸν συμφέρον, ὅτι ὀφείλει νὰ μὲ βοηθήσῃ, ἀλλ’ ὅτι, ὅσον ὅμως ἀφορᾶ τὴν Βουλγαρίαν, νὰ εἶμαι ἥσυχος. Καὶ παρῆλθον αἱ Κυβερνήσεις, ἤλλαξαν Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐπανειλημμένως διαβεβαιώσεις ἐδόθησαν, καὶ τὴν ὥραν τῆς κρίσεως, τὴν ὥραν τοῦ κινδύνου αἱ ὑποσχέσεις ἠθετήθησαν!
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος! Αἶσχος!
§100Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οἱ διαπράξαντες τὸ αἶσχος τοῦτο ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι ἠδύναντο νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων· ἐνόμιζον, ὅτι ὁ πατριωτισμὸς ἐπέβαλλε τὴν σιγήν, δι’ ἧς θὰ ἐκαλύπτετο τὸ ἔγκλημά των. Εὑρέθησαν ὅμως ἄνθρωποι, ἔχοντες τὴν ἐλευθερίαν νὰ ὁμιλοῦν ἢ νὰ γράφουν, οἱ ὁποῖοι ἀμέσως κατήγγειλαν, καίτοι Ἕλληνες, τὴν ἀτιμίαν ἡ ὁποία ἐγένετο. Δὲν ἀποπλύνονται ἀτιμίαι, γενόμεναι εἴτε ἐπὶ ἀτόμων, εἴτε ἐπὶ Ἔθνους, ἀποκρυπτόμεναι ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὀφείλει τις ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ σφάλμα του καί, ἂν ἔπταισε, νὰ ζητήσῃ συγγνώμην (Χειροκροτήματα ῥαγδαῖα καὶ παρατεταμένα). Δι’ αὐτό, κύριοι βουλευταί, ἐξέφρασα εἰλικρινεστάτην λύπην ἀρξαμένης τῆς ἀγορεύσεώς μου, εἰπὼν ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτὴς ἔχασε τὴν εὐκαιρίαν ν’ ἀποδυθῇ πάσης εὐθύνης ἀποκηρύττων ῥητῶς καὶ παρρησίᾳ τὸ ἐγκληματικὸν παρελθόν (Εὖγε, εὖγε). Κύριοι βουλευταί, νομίζω ὅτι τὸ θέμα ἐξηντλήθη. Ἠθέλησα νὰ μὴ ἀφήσω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἄνευ διαμαρτυρίας τὴν θεωρίαν περὶ ἐφαρμογῆς τῶν Διεθνῶν Συνθηκῶν, ἵνα μὴ ἀπομείνῃ ἐν τῷ νῷ οὐδενὸς ἔστω καὶ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς συναισθήσεως τῆς βαθυτάτης, ἣν ἔχει ἡ Κυβέρνησις, καὶ μετ’ αὐτῆς ὁ Ἑλληνικὸς λαός, περὶ τοῦ ἱεροῦ χαρακτῆρος τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων. Ὁ σεβασμὸς τοῦ δοθέντος λόγου, ὅστις εἶναι ἡ βάσις πάσης κοινωνίας, εἶναι ὁ πρώτιστος δεσμός, ἡ θεμελιώδης βάσις τῶν διεθνῶν σχέσεων (Χειροκροτήματα). Τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει βαθέως εἰς τὴν συνείδησίν του τὴν ἀρχὴν ταύτην κεχαραγμένην, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λέγεται Κράτος, εἶναι συμμορία ληστοπειρατῶν (εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα), τὴν ὁποίαν πάντα τὰ Κράτη ἔχουν τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ θέσουν ἐκτὸς Νόμου. Ἂν ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐπιβάλλεται εἰς ὅλα τὰ Κράτη, εἶναι ἰδιαιτέρως ἱερὰ διὰ τὰ μικρὰ καὶ ἀσθενῆ Ἔθνη, διότι, ὡς ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, τὸ τιμαλφέστερον, τὸ ἱερώτερον, τὸ εὐγενέστερον κτῆμα ἑνὸς μικροῦ Ἔθνους εἶναι ἡ τιμή. Καὶ τιμὴ δὲν ὑπάρχει πλέον ὅταν δὲν τηρῆται ὁ δοθεὶς λόγος. Ταῦτα λέγων, εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ἑρμηνεύω πιστῶς ὅλων ὑμῶν τὸ φρόνημα (χειροκροτήματα), ἀδιακρίτως πολιτικῶν πεποιθήσεων καὶ ἀποχρώσεων, καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οὐδεὶς θὰ θελήσῃ ποτὲ νὰ ὑπογράψῃ τὴν ἀτιμωτικὴν θεωρίαν τῶν κουρελλοχάρτων (τῶν Συνθηκῶν). (Πάντες οἱ βουλευταὶ καὶ οἱ ἐν τοῖς θεωρείοις ἐγείρονται ὄρθιοι καὶ χειροκροτοῦν ἐπὶ ὥραν πολλὴν εἰς ἔξαλλον ἐνθουσιασμὸν καὶ ζητωκραυγάζουν ἐπὶ μακρὸν ὑπὲρ τῆς Σερβίας καὶ τῶν συμμάχων αὐτῇ Κρατῶν).
§101Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις. Κύριοι συνάδελφοι, καὶ ἐγώ, ὅπως καὶ μεγάλη μερὶς ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους καὶ τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν εἴχομεν γνῶσιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς Συνθήκης μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Σερβίας. Ἡ ἐμπνευσμένη ἀπὸ ἀλήθειαν ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπηύθυνεν ἐν τέλει καὶ δήλωσιν ὅτι οὐδεὶς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀδιακρίτως κομματικῆς ἀποχρώσεως, δύναται νὰ ὑπάρξῃ ὅστις νὰ μὴ συνταχθῇ πρὸς τὰς θεωρίας καὶ ἰδέας αὐτάς. Ἀνήκων εἰς στρατόπεδον ἀντίθετον τῆς πλειονοψηφίας, θεωρῶ καθῆκον μου, θεωρῶ τιμὴν Ἕλληνος, νὰ δηλώσω ὅτι συμμερίζομαι τὰς διατυπωθείσας γνώμας περὶ τιμῆς τῶν ἐχόντων τὴν ὑποχρέωσιν νὰ σέβωνται αὐτήν (χειροκροτήματα)· εἴτε Κυβέρνησις, εἴτε ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, εἴτε ἔξω τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενοι καὶ μὴ μετέχοντες τῆς θεωρίας ὅτι ὁ ὑπέρτατος ἀγὼν καὶ ἡ ὑπερτάτη ἄμυνα τῶν δικαίων τῶν λαῶν εἶναι ἡ εὐλάβεια πρὸς τὴν τιμὴν τῶν ὑποχρεώσεών των, εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἠσχύνοντο νὰ συνηγορήσωσιν ὑπὲρ τῆς εἰσβολῆς ἐντὸς τοῦ πατρίου ἐδάφους τῶν Βουλγάρων καὶ τῆς ἀτιμώσεως τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα). Πρὸς τοιούτους πολιτικοὺς ἄνδρας οὐδέποτε συνέπραξα. Πρὸς τοιαύτας πολιτικὰς θεωρίας οὐδέποτε μὲ εὗρε συνεργάτην καὶ συμπράττοντα ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, δὲν θὰ μὲ εὕρῃ δὲ οὔτε καὶ εἰς τὸ μέλλον, ἀλλὰ ἔχω καὶ ἐγὼ καθῆκον, μὲ τὴν μικράν μου δύναμιν νὰ κάμω μίαν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀπευθύνω ταύτην καὶ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, συναισθανόμενοι τὴν ὑποχρέωσιν τῆς τιμῆς ταύτης μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις τῆς ψυχῆς μας καὶ στρατεύοντες γέροντας, νέους καὶ παιδιά, νὰ ἀποπλύνωμεν πᾶσαν ἀτιμίαν. (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§103Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχω καθῆκον νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι, ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, ἐβεβαίωσε γνώμας μου ὡρισμένας, ἐξενεχθείσας κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1916, γνώμας, καθ’ ἃς ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε τότε νὰ παρίδῃ πᾶν συναίσθημα κινδύνου καὶ νὰ μετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος τοῦ ἐν τοῖς Βαλκανίοις, λαμβάνουσα θέσιν ἐν τῷ γενικωτέρῳ Εὐρωπαϊκῷ πολέμῳ, τοῦ ἀγῶνος, τὸν ὁποῖον ἀνέῳξεν ἡ ἀνάμιξις τῆς Ρουμανίας. Ἐπαναλαμβάνω τοῦτο μόνον, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις ὡμολόγησε τὴν ἀλήθειαν τοῦ πράγματος. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ ἀναπτύξω ποῦ ἐστήριζα τὰς γνώμας ταύτας ἐγώ, διότι τοῦτο ἀνέπτυξα πρὸ δύο ἤδη ἡμερῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἐπαναλαμβάνων πάλιν τὰ αὐτά. Ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα μόνον διὰ νὰ συμπληρώσω καὶ ἀνασκευάσω τινὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν σχετικῶς πρὸς τὰς ἐνεργείας καὶ διαπραγματεύσεις περὶ ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ ἔαρ τοῦ 1915. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι ὁμιλῶν ἐγὼ καὶ ἐκθέτων καὶ ἀναπτύσσων τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ διπλωματικοῦ ζητήματος, ἐποιησάμην μόνον ὑπαινιγμὸν περὶ τῶν τότε διαπραγματεύσεων. Βεβαίως ἐποιησάμην μόνον ὑπαινιγμόν. Διατί δὲ ἐποιησάμην μόνον ὑπαινιγμὸν καὶ δὲν διεπραγματεύθην τὸ ζήτημα εὐρύτερον, τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει θεωρήσει ὅτι εἶναι εὐεξήγητον. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς προανηγγέλθη ἡ συζήτησις ἡ πολιτικὴ καὶ πρὶν ἢ κατατεθῶσι τὰ σχέδια ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Λουκουρέζος ἐζήτησε διὰ σημειώματος αὑτοῦ πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ κατατεθῶσι διάφορα ἔγγραφα, σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἑκάστοτε διπλωματικὴν ἀλληλογραφίαν ὑπὸ τῶν ἀλληλοδιαδόχων Κυβερνήσεων περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον. Ἐζητήθη παρ’ ἐμοῦ διευκρίνισις τοῦ σημειώματος ἐκείνου καὶ μοὶ ἐλέχθη ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι θὰ ἦτο αὕτη ἠναγκασμένη νὰ καταθέσῃ ὁλοκλήρους φακέλλους. Ἔδωκα τὴν διευκρίνισιν ταύτην, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Μεσσηνίας βουλευτής, ζητῶν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, ἐζήτει ταύτην καὶ ἐκ μέρους μου. Ἀλλὰ κατόπιν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργός, λαβὼν γνῶσιν τοῦ σημειώματος τούτου, εὐηρεστήθη νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ, ὅτι δὲν δύναται νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, διότι ἡ κατάθεσις τῶν ἐγγράφων τούτων θὰ ἀπῄτει τὴν ἄδειαν τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, μεθ’ ὧν ἀντηλλάγη ἡ ἀλληλογραφία αὕτη καὶ ὅτι ἦτο πιθανώτατον καὶ ἡ ἄδεια αὕτη νὰ μὴ ἐδίδετο καὶ ὅτι ἐπίσης δὲν ὑπῆρχε καὶ χρόνος πρὸς διεξαγωγὴν τοιούτων διαπραγματεύσεων πρὸ τῆς πολιτικῆς συζητήσεως. Μὴ ἔχων ἄδειαν λοιπὸν καὶ μὴ ἔχων ἔγγραφα κατατεθέντα καὶ συνεπῶς μὴ ἔχων τὴν ἄδειαν τῆς χρήσεως ὁλοκληρωτικῶς τῶν ἐγγράφων, δὲν ἠδυνάμην νὰ ποιήσωμαι πλήρη ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ προσέθηκεν ὅτι, ἐπειδὴ διετέλεσα Ὑπουργὸς κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο, εἶχον πλῆρες δικαίωμα νὰ ἀνακοινώσω ὅσα ἐθεώρουν σκόπιμον νὰ ἀνακοινώσω ἐκ πληροφοριῶν του. Μοὶ προσέθηκε δὲ συγχρόνως, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἔγγραφά τινα, τῶν ὁποίων τὴν κατάθεσιν ἀκριβῶς ἐζήτησα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνταλλαγῆ οὐχὶ πλέον μεταξὺ Κυβερνήσεων, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἀρχηγῶν τῶν Κρατῶν, καὶ ὅτι περὶ τῶν ἐγγράφων τούτων ἦτο ἀπολύτως βέβαιον ὅτι οὐδεμία θὰ ἐδίδετο ἄδεια δημοσιεύσεως. Ἀκριβῶς λοιπόν, κύριοι, ἐποιησάμην χρῆσιν μόνον πληροφοριῶν ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἄλλας διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι περιῆλθον εἰς γνῶσιν τοῦ Κοινοῦ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου δι’ ἀνακοινώσεων δημοσιογραφικῶν, καὶ ἐποιησάμην μόνον ὑπαινιγμὸν τῶν διαπραγματεύσεων, τῶν γενομένων ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, διότι τὸ τέλος τῶν διαπραγματεύσεων ἐκείνων ἐπεσφραγίζετο δι’ ἀνταλλαγῆς δύο τηλεγραφημάτων, γενομένης μεταξὺ ἀρχηγῶν δύο Κρατῶν, τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ ἑτέρου φίλου καὶ συμμάχου Κράτους. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῇ τὸ τελευταῖον τηλεγράφημα, ἵνα γνωσθῇ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ ξένου Κράτους, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ κάμω ἐξέτασιν ζητήματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπισφράγισιν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ἐλλείψει ἀδείας. Πρὸ ὀλίγου ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐποιήσατο ἐξέτασιν τῶν γενομένων τότε διαπραγματεύσεων, χωρὶς νὰ ἔχῃ προβῆ εἰς κατάθεσιν ἐγγράφων, ποιούμενος χρῆσιν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἔκρινεν αὐτὸς ὅτι ἦτο σκόπιμον καὶ ὀρθὸν καὶ ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτόν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ μεταχειρισθῇ. Ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς δὲν εἶχεν ἐπιτραπῆ ἡ γνῶσις καὶ ἡ γνωστοποίησις τῶν ἐγγράφων τούτων. Πρὸ παντὸς οὐδαμῶς παραπονοῦμαι ὅτι ἀνεγνώσθησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς τῶν ὁποίων ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ἀκούσω. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μὲ στενοχωρεῖ καὶ μὲ λυπεῖ διὰ τὴν ὅλην διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων, ὄχι διὰ λογαριασμὸν τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους τότε, εἶναι ἀκριβῶς διότι δὲν κατετέθησαν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατατεθῶσι τὰ δύο τελευταῖα τηλεγραφήματα, τὰ ἀνταλλαγέντα μεταξὺ τῶν δύο ἀρχηγῶν τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν κατακλεῖδα τῶν διαπραγματεύσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπε πολλὰ καὶ ἀνέπτυξε πολλὰ περὶ τῆς δράσεως τοῦ Ἐπιτελείου. Μετέχων Κυβερνήσεως, ἥτις εἶχε καθαρῶς πολιτικὸν χαρακτῆρα, πολιτικὴν σύστασιν, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ προκλήσεως ἐκλογῶν, ἔχω καθῆκον ν’ ἀναπτύξω ἐκεῖνα μόνον τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα βαρύνουσι τὴν πολιτικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἐνδιαφερόμενος ποσῶς εἰς ἀνάπτυξιν σημείων εὐθυνόντων ἐπιτελεῖς, πρὸς τὰς γνώμας τῶν ὁποίων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καὶ ἂν διεφώνει τις — γινώσκει δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τίνες διεφώνουν — δὲν εἶχε κανὲν δεδομένον ἵνα προσάπτῃ εἰς αὐτοὺς τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προσάπτει σήμερον. Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶχεν ὡς ἑξῆς: Ἡ Κυβέρνησις, μόλις ἐσχηματίσθη, εὑρέθη ἀμέσως ἀντιμέτωπος τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀπομείνει ἐκκρεμὲς ἐκ μέρους τῆς παραιτηθείσης Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Ἦτο τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐπίθεσιν κατὰ τῶν Δαρδανελλίων. Εἰς τὴν συμμετοχὴν ταύτην ἡ Κυβέρνησις δὲν προσεχώρησε, καὶ τοῦτο διότι ἔκρινεν εὔλογον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους νὰ μὴ προσχωρήσῃ. Εἰς τὴν συνέχισιν τῆς πολιτικῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, δὲν εἰσῆλθεν ἡ Κυβέρνησις ἡ διαδεχθεῖσα τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὴν 25ην Φεβρουαρίου 1915, δὲν εἰσῆλθε δέ, διότι τὴν πολιτικὴν ταύτην ἔκρινε στρατιωτικῶς μὴ σκόπιμον. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἡ προταθεῖσα εἰς τὸ Στέμμα, ἐστηρίζετο μόνον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ αἰφνιδιασμοῦ πρὸς ἐκβίασιν τῶν Δαρδανελλίων, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη δὲν ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ γένηται δεκτή. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἐπρόκειτο νὰ ἐξελιχθῇ εἰς ἐπιχείρησιν οὐχὶ πλέον κατὰ τῶν στενῶν τῶν Δαρδανελλίων, ἀλλ’ εἰς ἐπιχείρησιν στρατιωτικὴν κατὰ τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τότε ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ἄλλη πρόνοια καὶ ἄλλα μέτρα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἐγίνωσκεν, οὐχὶ ἐπισήμως βεβαίως, διότι τοιοῦτο τι δὲν ἐπικαλοῦμαι, ἀλλ’ ἐκ πληροφοριῶν ἀνεπισήμων, τὰς ὁποίας εἴχομεν τότε κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐπιχειρήσεων καὶ τὰς ὁποίας ἐπεκύρωσε μετὰ μῆνας ἡ κριτική, ἡ ὁποία ἐγένετο περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων ἐν τῷ Εὐρωπαϊκῷ Τύπῳ — καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὴν κριτικὴν τὴν ὁποίαν ὁ ἐπιφανέστατος Ἄγγλος δημοσιογράφος κ. Δίλλων ἔκαμε περὶ τούτων — ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, λέγω, θὰ ἐγίνωσκεν ὅτι ἡ ἐπιχείρησις τῶν Δαρδανελλίων δὲν ἦτο ἐπιχείρησις καταλύσεως τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἀλλ’ ἦτο ἐπιχείρησις ἐξαναγκασμοῦ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας εἰς μονομερῆ εἰρήνην. Ἡ Κυβέρνησις, ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ κ. Γούναρη, τῆς ὁποίας καὶ ἐγὼ μετεῖχον, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς μελέτης περὶ συνεχίσεως τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Εἴχομεν ὅμως πληροφορίας ἐξωδίκους, οὐχὶ ἐπισήμους, πληροφορίας ὅμως ὀφειλομένας εἰς ξένους δημοσιογράφους, καὶ μάλιστα δημοσιογράφους ἀνήκοντας εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεχείρει τὸν κατὰ τῆς Τουρκίας ἀγῶνα, καθ’ ἃς σκοπὸς τῆς ἐπιχειρήσεως ἐκείνης δὲν ἦτο ὁ διαμελισμός, ἀλλ’ ὁ ἐξαναγκασμὸς τῆς Τουρκίας εἰς ἄμεσον μονομερῆ εἰρήνην. Ἐκ τούτων ὁρμώμενος καὶ ἀναφέρων ὅσα ἀνέπτυξα εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, ἔλεγον ὅτι ἡ Συνεννόησις διέπραξεν ἓν λάθος κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ πολέμου, ὅτι δὲν ἐξεβίασεν ἀμέσως τὰ στενὰ διὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου, καταδιώκοντος τὸ «Γκαῖμπεν», ἀλλὰ καὶ ὅτι δὲν εἶχε σχέδιον πρὸς ρύθμισιν τῶν Ἀνατολικῶν πραγμάτων καὶ ὡς μόνην λύσιν εὕρισκε διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἀνετοίμου της τὸν ἐξαναγκασμὸν τῶν Βαλκανίων εἰς ἡσυχίαν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐδόθησαν ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ πολέμου συμβουλαὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μὴ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος, ἐφ’ ὅσον ἡ Τουρκία δὲν ἔδιδεν ἀφορμήν. Μόνον δ’ ὅταν ἡ Τουρκία, παρασκευασθεῖσα ἐν ἡσυχίᾳ, ἐκήρυξε τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Συνεννοήσεως δι’ αἰφνιδιασμοῦ, τὸν ὁποῖον ὁ Τουρκικὸς στόλος διέπραξε κατὰ τοῦ λιμένος τῆς Ὀδησσοῦ, μόνον τότε ἀνεῴγησαν οἱ ὀφθαλμοὶ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως καὶ εἶδον ὅτι ἐπὶ ἀνθράκων ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐκάθηντο, διότι ἡ Τουρκία ἦτο ὁ δόλιος φίλος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ ἔτη μακρὰ τὰ ταμεῖα τῆς Συνεννοήσεως ἐνέμετο, ἐνῷ ἦτο πράγματι σύμμαχος τῆς Γερμανίας. Καὶ ἔκτοτε ἤρχισαν σκεπτόμενοι μόνον κατὰ ποῖον τρόπον ἤθελον ἐξαναγκάσει τὴν Τουρκίαν εἰς εἰρήνην μονομερῆ. Καθ’ ὃν χρόνον ἐπεχειρεῖτο ἡ ναυτικὴ ἐπίθεσις κατὰ τῶν Δαρδανελλίων, συγχρόνως διεπραγματεύοντο μετὰ τῶν Παλαιοτούρκων διὰ τοῦ Φὶτς Μῶρις, ὅπως ὁ Ἀγγλικὸς στόλος, εἰσερχόμενος εἰς τὰ Δαρδανέλλια, διευκολύνῃ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Νεοτουρκικοῦ καθεστῶτος καὶ συνομολογηθῇ ἀμέσως εἰρήνη. Ἐχρειάζετο λοιπὸν προσοχή, ἵνα μή, ἐπιτυγχάνοντος τοῦ αἰφνιδιασμοῦ, εὑρεθῶμεν ἀναμεμιγμένοι, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῖον θὰ ἦτο τὸ τέρμα τοῦ ἀγῶνος. Διότι, ἂν τὸ τέρμα τοῦ ἀγῶνος δὲν ἦτο ἡ κατάλυσις τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, πρὸς ποῖον σκοπὸν ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ὁρμήσῃ εἰς ἀγῶνα ἀδήλου σκοποῦ, ἀδήλου τέρματος, ἀδήλου διαρκείας, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐκινδύνευε νὰ πλευροκοπηθῇ ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας; Τί δὲ θὰ ὠφελεῖτο ἡ Ἑλλάς, ἂν ἡ Τουρκία ἀμέσως συνῆπτεν εἰρήνην; Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ζωγράφος εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπέβαλε δύο ὑπομνήματα, καὶ ἐγὼ δ’ ἐν ἀρχῇ ἔσπευδον ὀλίγον. Ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ κ. Ζωγράφος, ὅταν ἐβεβαιώθη ἡ ἐξέλιξις τῆς ὅλης ἐπιχειρήσεως τῆς Καλλιπόλεως καὶ ἡ στρατιωτικὴ κριτικὴ καὶ αὐτὴ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις ἐβεβαίωσαν τὴν ἀποτυχίαν της, μεθ’ ὅλην τὴν συμμετοχὴν εἰς ταύτην 200,000 Συμμαχικοῦ στρατοῦ, πρὸς κύρωσιν τῆς ἀποτυχίας καὶ ὁ κ. Ζωγράφος εἶπεν, ὅτι ἐσώθη ἡ Ἑλλὰς ἐναντίον τῆς θελήσεώς του. Καὶ ἀκριβῶς θὰ ἐπεθύμουν, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνέφερε τὰς σκέψεις τοῦ κ. Ζωγράφου, τὰς πρὸ τῆς ἐπιχειρήσεως, νὰ ἀναφέρῃ καὶ τὰ συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ζωγράφος μετὰ τὴν ἐπιχείρησιν ἔκαμε. Ὅταν ἡ πρώτη αὕτη περίοδος τοῦ ζητήματος ἔληξεν, ἤρχισεν ἡ δευτέρα περίοδος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἐκλήθη εἰς συμμετοχὴν εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς Τουρκίας. Ἐστάλη πρὸς τοῦτο ὑψηλὸν πρόσωπον καὶ ἐπειδὴ τοῦτο κατέστη παγκοίνως γνωστὸν ἐν τῇ Βουλῇ, δύναμαι νὰ ὀνομάσω αὐτό, ἐστάλη ὁ Πρίγκηψ Γεώργιος, κατόπιν συνεννοήσεως, ἡ ὁποία εἶχε συντελεσθῆ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ μέλους ἐγκριτωτάτου, ἐπιφανεστάτου τῆς τότε Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, ἀνδρός, ὅστις, ὡς ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποκαλύπτεται, ἦτο ἐνθερμότατος θιασώτης τῆς Βαλκανικῆς ἐκστρατείας, ἦτο εἷς ἐκ τῶν συλλαβόντων τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐν τοῖς Βαλκανίοις ἠδύνατο νὰ δοθῇ τὸ κτύπημα εἰς τὰ πλευρὰ τοῦ Αὐστρογερμανικοῦ στρατοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς γινώσκει, ὅτι εἶχε πρὸ πολλοῦ ριφθῆ ἡ ἰδέα ἐν Γαλλίᾳ περὶ σχηματισμοῦ τετάρτου μετώπου δι’ Ἰαπωνικοῦ στρατοῦ, ἡ ἰδέα ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι οὔτε ἡ Ἰαπωνικὴ Κυβέρνησις ἐφαίνετο ὅτι ἦτο διατεθειμένη νὰ ἀποδεχθῇ ταύτην, οὔτε ἡ ἐκτέλεσίς της παρουσιάζετο εὔκολος. Καὶ ὅταν ἀπέτυχεν ἡ ἰδέα αὕτη, τότε ἐσκέφθησαν τὴν πραγματοποίησιν τοῦ τετάρτου μετώπου διὰ τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας. Ἡ Α. Β. Υ. ὁ Πρίγκηψ Γεώργιος ἀνεκοίνωσε τότε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἰδέα συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος οὐχὶ πρὸς ἐπίθεσιν κατὰ τῶν Δαρδανελλίων, ἀλλὰ πρὸς δημιουργίαν μετώπου, σκοποῦντος πρῶτον τὴν κατάλυσιν τῆς Τουρκίας, διότι ἡ Συνεννόησις, ἀποτυχοῦσα εἰς τὸ σχέδιον τῆς μονομεροῦς εἰρήνης μετὰ τῆς Τουρκίας, εὑρέθη ἀντιμέτωπος τοῦ προβλήματος τῆς καταστροφῆς τῆς Τουρκίας. Καὶ ἡ πρόσκλησις ἑπομένως, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν 1ην Ἀπριλίου 1915 εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἐσκόπει συνεργασίαν πρὸς καταστροφὴν τῆς Τουρκίας. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἔλθῃ ἀμέσως εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς καθορισμὸν τῶν ἀνταλλαγμάτων καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς Ἑλληνικῆς ἀκεραιότητος. Προσετέθη ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀκεραιότης τῆς Χώρας, ὄχι μόνον διὰ τὸν χρόνον τῆς συνομολογήσεως τῆς Εὐρωπαϊκῆς εἰρήνης, ἀλλὰ καὶ διὰ πενταετῆ μετέπειτα περίοδον, ἂν ἡ Βουλγαρία ἔμενεν οὐδετέρα, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς θὰ ἐθυσίαζε τὸ ἥμισυ τοῦ στρατοῦ της εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, θὰ ἔλειπον ἀφ’ ἡμῶν καὶ ἐφοδιασμὸς καὶ ἄνδρες διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωμεν βουλγαρικὸν αἰφνιδιασμόν. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον προβληθῆ καὶ κατηρτίζετο μελέτη ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κομίσαντος ἐνταῦθα τὰς προτάσεις. Εἶχεν ἀναγγελθῆ εἰς ἡμᾶς ὅτι, ἀφοῦ ἤθελε καταρτισθῆ ἡ μελέτη περὶ τοῦ ζητήματος, ἔπρεπε νὰ ὑπενθυμίσωμεν εἰς τοὺς μέλλοντας συμμάχους μας ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ἐπιληφθῶμεν διαπραγματεύσεων, διότι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἐδίσταζον νὰ προσκαλέσωσιν ἐκ τρίτου τὴν Ἑλλάδα ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἀφοῦ προηγουμένως εἶχον γίνει δύο τοιαῦται προσκλήσεις καὶ μία αὐτόβουλος Ἑλληνικὴ πρόσκλησις, ἡ τελευταία τοῦ Φεβρουαρίου, ἔτυχον δὲ πᾶσαι ἀρνητικῆς ἀπαντήσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν εὑρίσκετο ἐν τῇ διατυπώσει τῶν προτάσεων, προσῆλθον οἱ πρεσβευταὶ τῆς Συνεννοήσεως καὶ ἀνεκοίνωσαν πρόσκλησιν ταύτης πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὅπως μετάσχῃ τοῦ πολέμου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησεν εἰς τὸ διάβημα τοῦτο μετὰ πάροδον δύο ἡμερῶν, ὑποβαλὸν τὰς ἑτοίμους προτάσεις. Ἐπῆλθε δὲ μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἡ ὑποβολὴ μελέτης τοῦ Ἐπιτελείου σχετικῶς μὲ τὴν χρησιμοποίησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ. Ἐζητήσαμεν τὸν καθορισμὸν τοῦ σκοποῦ τοῦ ἀγῶνος, ὅτι τοιοῦτος θὰ ἦτο ἡ κατάλυσις τῆς Τουρκίας, διότι, ἂν μὴ ἐπήρχετο γενικὴ ἢ μερικὴ κατάλυσις τῆς Τουρκίας, κατὰ ποῖον τρόπον ἤθελον δοθῆ εἰς ἡμᾶς ἀνταλλάγματα, καὶ μάλιστα ἐκ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας; Εἴχομεν δ’ ἀνάγκην νὰ καθορισθῇ τοῦτο, διότι ἐγινώσκομεν πρότερον, ὅτι οἱ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας σκοποὶ τῆς Συνεννοήσεως ἔτεινον εἰς ἐξαναγκασμὸν ταύτης πρὸς μονομερῆ εἰρήνευσιν, ὁπότε οὐδὲν εἶχε νὰ ὠφεληθῇ ἡ Ἑλλάς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔψεξεν ὅτι ἐζητήθη ὑφ’ ἡμῶν ὅπως περιορισθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐντὸς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ γινώσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν εἴχομεν νὰ ἀσχοληθῶμεν ἡμεῖς περὶ τοῦ Τουρκικοῦ στρατοῦ τῆς Μ. Ἀσίας, διότι αὐτὸς ἀπησχολεῖτο ὑπὸ τοῦ Ρωσσικοῦ στρατοῦ τῆς Ἀρμενίας. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῶμεν ἡμεῖς περὶ τοῦ Τουρκικοῦ τούτου στρατοῦ, διότι ἀκριβῶς ἀντέκειντο πρὸς τοῦτο ὅλοι οἱ ὅροι τῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν χρόνον τὰ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν σύνορα ἡμῶν ἦσαν ἐκτεθειμένα. Διὰ τοῦτο ἐτίθετο ἡ βάσις, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς θὰ ἠσχολεῖτο ἐντὸς τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας. Καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον φρονίμως ἔθετε τὴν βάσιν, ὅτι ἤθελε ταχθῆ οὗτος δυτικώτερον, δηλαδὴ πρὸς τὸ Βουλγαρικὸν ἔδαφος, ἵνα εὑρίσκηται ἐν ἐπαφῇ πρὸς τὸν Σερβικὸν στρατὸν καὶ καλύπτῃ τὸ Μακεδονικὸν ἔδαφος. Τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποστηρίζει, ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον ἔπραξε τοῦτο σκοπίμως, διὰ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν διαπραγμάτευσιν. Κύριοι, δὲν ἔχω τὴν δύναμιν τοῦ ἐτάζειν νεφροὺς καὶ καρδίας. Δηλῶ δὲ ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἐκτίμησις ὑμῶν διὰ τὴν ὅλην σειρὰν τῆς δράσεως τοῦ Ἐπιτελείου, τήν τε ἐν ἀρχῇ καὶ τὴν ἐν τέλει, ἐγὼ διὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην τῆς συμμετοχῆς μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, οὐδὲ νὰ ἀποδεχθῶ, ὅτι διέγνωσε παρ’ αὐτῷ κακὴν πίστιν. Δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι διέγνωσα κακὴν πίστιν, διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους: Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν, ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον ἔθηκε τὸν ὅρον τοῦτον, διότι ἐγίνωσκεν ὅτι ἡ Βουλγαρία ἦτο συνδεδεμένη διὰ Συνθήκης μετὰ τῆς Γερμανίας. Ἐφ’ ὅσον τὸ Ἐπιτελεῖον ἐγίνωσκε τοῦτο κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον ἠγνόει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν...
§104Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶχεν ὑποβάλει τὴν τελευταίαν ἑβδομάδα τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Βενιζέλου ὑπόμνημα τὸ Ἐπιτελεῖον, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ Βουλγαρία ἦτο ἤδη συνδεδεμένη διὰ Συνθήκης μετὰ τῆς Γερμανίας.
§105Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφισβητῶ ὅτι ἐγίνωσκε τοῦτο. Ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἡμετέρα ἐλάμβανε πληροφορίας, παρὰ μὲν τῶν πρεσβευτῶν τῆς Ἑλλάδος παρὰ τῇ Συνεννοήσει ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ ἐτάσσετο παρὰ τὸ πλευρόν της, παρὰ δὲ τοῦ πρεσβευτοῦ ἐν Γερμανίᾳ, ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ ἐτάσσετο παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Γερμανίας. Τὸ Ἐπιτελεῖον εἶχεν ὑποβάλει, λέγετε, ὑπόμνημα πρὸς τὸν καὶ τότε Πρωθυπουργὸν κ. Βενιζέλον, τὸ ὁποῖον δὲν γινώσκω ἐγώ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν τὸ ὑπόμνημα τοῦτο κατεγίνετο νὰ βεβαιώσῃ τὸ πρᾶγμα ἐκ πληροφοριῶν τὰς ὁποίας εἶχεν, ἢ ἐκ κριτικῆς του ἐπὶ τοῦ πράγματος, διότι τὸ Ἐπιτελεῖον ἐνησμενίζετο πολὺ εἰς κριτικήν, τόσον ὥστε ἡ πολλὴ κριτική του ἔβλαψεν αὐτὸ ἐν τέλει. Λοιπόν, ἐφ’ ὅσον τὸ Ἐπιτελεῖον εἶχε πληροφορίας τοιαύτας, ὅτι ἡ Βουλγαρία εὑρίσκετο ἐν δεσμῷ συμμαχικῷ πρὸς τὴν Γερμανίαν, τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὤφειλε, βεβαίως, εἰς τὴν μελέτην τὴν ὁποίαν διετύπου διὰ τὴν στρατιωτικὴν σύμπραξιν μετὰ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, νὰ θέσῃ τὴν βάσιν αὐτήν, ὅτι δεδομένης τοιαύτης πληροφορίας, τὴν ὁποίαν εἶχε μετ’ ἀκαταμαχήτου κύρους, ὤφειλε νὰ προστατεύσῃ τὴν Χώραν, προκειμένου περὶ πολεμικῆς ἐπιχειρήσεως κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀπέναντι τῆς περιπτώσεως τῆς πλευροκοπήσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας. Διὰ τοῦτο ἔκρινεν ὅτι ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν ἤθελε παρατάξει ἡ Ἑλλὰς κατὰ τοῦ ἐν τῇ Εὐρωπαϊκῇ Τουρκίᾳ τουρκικοῦ στρατοῦ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκῇ, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ καὶ τὸν ἐκ Βουλγαρίας βέβαιον κίνδυνον.
§106Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τότε ἡ καλὴ πίστις εἰς τὰς διαπραγματεύσεις θὰ ἐπέβαλλε νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀναμιχθῶμεν, διότι φοβούμεθα τὴν Βουλγαρίαν ἀλλὰ δὲν ἦτο καλῆς πίστεως.
§107Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ καλὴ πίστις ἐπέβαλλε νὰ ἐρευνήσωμεν τοὺς κινδύνους καὶ δι’ ἡμᾶς καὶ διὰ τοὺς συμμάχους ἡμῶν. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπεζητήθη ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐνισχυθῇ διὰ Συμμαχικῆς δυνάμεως, ἰσορροπούσης τὴν Βουλγαρικήν, ὥστε Ἕλληνες καὶ Σύμμαχοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν Βουλγάρους καὶ Τούρκους. Ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὗται, τὰς ὁποίας εἶχε τὸ Ἐπιτελεῖον, ἦσαν πληροφορίαι, περὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχε πλήρης ἡ συμφωνία τῶν ἄλλων πηγῶν ἡμῶν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν δύναται νὰ ἀγνοῇ ὅτι ὅλαι αἱ Πρεσβεῖαι ἡμῶν ἐκ τῶν πρωτευουσῶν τῶν Κρατῶν τῆς Συνεννοήσεως ἐτηλεγράφουν ἀδιακόπως, ὅτι ἡ Βουλγαρία ἐξέρχεται εἰς πόλεμον ὑπὲρ τῆς Συνεννοήσεως. Καὶ δὲν λησμονεῖ τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Ρωσσίᾳ πρεσβευτοῦ, τοῦ μὲ δύο λέξεις ἀνακοινοῦντος, ὅτι «ἐξέρχεται αὔριον ἡ Βουλγαρία εἰς πόλεμον», αὐτολεξεί: «Bulgarie entre demain en lice».
§108Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὑπὲρ τῆς Συνεννοήσεως;
§109Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπὲρ τῆς Συνεννοήσεως.
§110Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ποῖος ἦτο πρεσβευτὴς τότε ἐν Πετρουπόλει;
§111Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Ι. Δραγούμης. Ἔστειλε μίαν πληροφορίαν πεπλανημένην, διότι τοιαύτην συνέλεξεν ἐν Πετρουπόλει. Τὴν ἐπιοῦσαν ἐτηλεγράφει ὁ ἴδιος ὅτι ἦτο πεπλανημένη. Ἀλλὰ καὶ ὁ ἐν Παρισίοις πρεσβευτὴς καὶ ὁ ἐν Λονδίνῳ πρεσβευτὴς ἀνεκοίνουν συνεχῶς τὰς αὐτὰς πληροφορίας. Δὲν λησμονεῖ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐτέθη ἐν τέλει ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὰ δίκρανα, οὕτως εἰπεῖν, νὰ ἀποφασίσῃ, διότι ἐτηλεγραφεῖτο ὅτι, «ἐὰν ἐντὸς 48 ὡρῶν δὲν ἀποφασίσητε, θὰ δεχθῶμεν ὡς σύμμαχον τὴν Βουλγαρίαν». Καὶ ἐτέθη ἡ Ἑλλὰς ἐνώπιον τῆς ἀμέσου ἀποφάσεως ἐπὶ τῷ φόβῳ ὅτι ἡ Βουλγαρία ἤθελεν ἐξέλθει ἐντὸς 48 ὡρῶν ὑπὲρ τῆς Συνεννοήσεως, ἡ Βουλγαρία, ἡ ὁποία εἶναι γνωστὸν ὅτι τοὐλάχιστον ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου ἦτο συνδεδεμένη διὰ συμμαχίας μετὰ τῆς Γερμανίας. Ἀκριβῶς δέ, ἐνῷ τὸ Ἐπιτελεῖον διετύπου αὐτὴν τὴν ἀξίωσιν, ἢ μᾶλλον αὐτὴν τὴν ὑπόδειξιν περὶ τοῦ μόνου κατορθωτοῦ τρόπου τῆς ἐπιχειρήσεως κατὰ τῆς Τουρκίας, ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο ἠναγκασμένη, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει ὅλας αὐτὰς τὰς πανταχόθεν διαβεβαιώσεις, ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ μετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος, ἦτο ἠναγκασμένη, λέγω, νὰ ἀξιώσῃ ὅπως ρυθμίσῃ τὰς σχέσεις της μετὰ τῆς Βουλγαρίας, προκειμένου νὰ γίνῃ δεκτὴ εἰς τὸν ἀγῶνα. Ἐντεῦθεν δὲ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πιεζομένη πανταχόθεν ὑπὸ τῶν Μ. Δυνάμεων — καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνθυμεῖται ποῖαι πιέσεις ἠσκοῦντο ὑπό τε τῶν ἐπισήμων καὶ ὑπευθύνων Κυβερνήσεων τῶν Μ. Δυνάμεων καὶ ὑπὸ τῶν εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν μεγάλων Κρατῶν πληθόντων φιλελλήνων καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἑλληνικῶν παροικιῶν, τηλεγραφουσῶν ἀδιακόπως καὶ δι’ ἀντιπροσώπων τῶν ἐνταῦθα πιεζουσῶν, ἵνα ἐξέλθωμεν τῆς οὐδετερότητος — ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, λέγω, ἔχουσα τοιαύτας πιέσεις, προέβη βαθμηδὸν εἰς παραίτησιν ἐκ τῶν ἀρχικῶν ὅρων καὶ ἔφθασε πλέον νὰ παραιτηθῇ τοῦ ὅρου τῆς ἐπὶ ἑπταετίαν μετὰ τὸν πόλεμον ἐξασφαλίσεως τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας καὶ νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸν ὅρον τῆς ἁπλῆς ἐξασφαλίσεως ταύτης διὰ τῆς Συνθήκης τῆς εἰρήνης. Αἱ διαπραγματεύσεις δ’ αὗται ἐγίνοντο πλέον ἡμιεπισήμως, διότι εὐθὺς ὡς ἐδόθη ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλλάδος εἰς τοὺς πρεσβευτὰς τῶν Δυνάμεων, δὲν ἐδόθη ἀνταπάντησις ἢ μία μόνον δήλωσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς ἡμᾶς νὰ θίξωμεν τὴν Βουλγαρίαν. Τὸ ὀρθὸν σχέδιον, τὸ ὁποῖον οἱ Γάλλοι εἶχον συλλάβει, ὅπως καταρτισθῇ μία Ὁμοσπονδία ἐξ ὅλων τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, ἵνα ἐπιτεθῶσι κατὰ τῆς Αὐστρίας, μετὰ τὴν καταστροφὴν τοῦ ἐν Εὐρώπῃ Τουρκικοῦ στρατοῦ, μόνον διὰ τῆς συμπράξεως ὅλων τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν ἠδύνατο νὰ ἐπιτευχθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἠδύναντο νὰ πιστεύσωσιν ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶχε τὸν δόλον ἐν ἑαυτῇ καὶ ἤθελον νὰ ἀντιληφθῶσι σαφῶς, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Αὐστρίας ἐκ τῶν νώτων ἀπῄτει τὴν ἐκκαθάρισιν τοῦ Βαλκανικοῦ ἐδάφους, πρὸς τοῦτο δ’ ἀπῃτεῖτο προπαρασκευὴ ἰσχυρὰ πρὸς ἀντιμετώπισιν καὶ τῆς Βουλγαρίας καὶ ἀποφάσεις ἐπιθέσεως καὶ κατ’ αὐτῆς, ἂν ἐδείκνυεν ἀμφίβολον διαγωγήν. Ἡ ἡμιεπίσημος συζήτησις μετὰ τῶν Δυνάμεων ἐτερματίσθη δι’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀνακοινώσω τώρα, συνοψίζων ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐτερματίσθη ἐπίσης καὶ δι’ ἄλλου γεγονότος ἐσωτερικοῦ. Τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ἔλαβε χώραν κατὰ τὸ τρίτον, νομίζω, δεκαήμερον τοῦ Ἀπριλίου καθ’ ἡμᾶς. Τότε ἐζητήθη ἐκ μέρους ἡμῶν μία ἀνανέωσις ἡμιεπίσημος τῶν συνεννοήσεων καὶ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις μετέβη εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, ὅπως ζητήσῃ τὴν συνέχισιν τῆς συζητήσεως ὑπὸ τύπον ἡμιεπίσημον. Τότε δὲ τῷ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὡς ἐνθυμεῖσθε, κύριε Ὑπουργέ: «Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητῶμεν μὲ σᾶς ἀδιακόπως καὶ ὡς ἴσοι πρὸς ἴσους. Θὰ μᾶς ὑποβάλητε ἐκ νέου τὴν αἴτησιν». Καὶ διετυποῦτο ἡ αἴτησις. Ποία δὲ ἦτο ἡ αἴτησις; Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἰδικῆς μας ἀξιώσεως ὅτι θὰ ἀσφαλισθῇ ἡ ἀκεραιότης τῆς Ἑλλάδος, ἀπήντων: «Ἐκφράσατε τὴν ἐλπίδα ὅτι ἐν τῇ συμμαχικῇ ἀλληλεγγύῃ ἐξυπακούεται ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας καὶ συγχρόνως, προκειμένου περὶ τῶν ἐθνικῶν ἱκανοποιήσεων, ἐν ἐπιτυχίᾳ τοῦ πολέμου, ἀφεθῆτε εἰς τὴν γενναιοφροσύνην τῶν Μεγάλων Δυνάμεων». Γινώσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ποία συζήτησις ἐγένετο ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ τότε διετύπωσα τὴν γνώμην: «Μᾶς ζητοῦν νὰ ἐκφράσωμεν ἐλπίδα. Μεγάλα Κράτη, εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχωσι τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡμεῖς ἐπὶ τέλους ὀφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν ὡς μικροί. Ἀλλ’ ὅταν τις διατυπώνῃ εἰς τὸν ἄλλον τὸ ἐρώτημα, δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἄλλου νὰ μάθῃ καὶ ποία θὰ εἶναι ἡ ἀπάντησις; Διότι, ἐὰν ἡμεῖς ἐξεφράζομεν ἁπλῆν ἐλπίδα καὶ ἐκεῖνοι ἀπαντήσωσιν ὅτι «ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἐλπίδα ὅτι ἡ ἀκεραιότης τῆς Ἑλλάδος θὰ ἐξασφαλισθῇ», ποία θὰ ἦτο ἡ ἀσφάλεια τῆς Ἑλλάδος καὶ πῶς θὰ προέβαινεν εἰς πόλεμον μία Κυβέρνησις μὲ τοιαύτας ἀοριστίας;» Ἀλλ’ ἡ γνώμη αὕτη ἀπεκρούσθη, διότι τὰ πλεῖστα μέλη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, παριστάμενος τότε ὡς Γενικὸς Διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου, εἶπον ὅτι ἐὰν αὕτη ἡ αἴτησις ἀπηυθύνετο, ἦτο δυνατὸν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις νὰ κινδυνεύσῃ νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι εἶχε παραστήσει ὁ ἴδιος τὴν δυσάρεστον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε περιέλθει. Καὶ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐνθυμεῖται ἄριστα, ὅτι κατόπιν τετραώρου συζητήσεως ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, διότι τὸ ζήτημα ἦτο οὐσιῶδες, ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, τῇ πρωτοβουλίᾳ ἐμοῦ, περὶ ἀποστολῆς τηλεγραφήματος τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Κράτους, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δηλοῦται ἡ ἀπόφασις τοῦ Κράτους νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος ὑπὸ τὸν μόνον ὅρον τῆς ἀσφαλείας τῆς ἀκεραιότητός του. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους εἶχεν ἤδη προσβληθῆ ὑπὸ τῆς νόσου καὶ εὑρίσκετο ἐν τῇ ἐνάρξει τῆς κινδυνώδους φάσεως τῆς ἀσθενείας του. Ὑπέγραψεν ὅμως παραχρῆμα τὸ τηλεγράφημα καὶ τὸ ἀπέστειλε. Καὶ ἡ ἀπάντησις, ἡ δοθεῖσα ἦτο — μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ τὴν εἴπω; «ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγγυηθῶμεν τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος, διότι, ἂν ἠθέλομεν ἐγγυηθῆ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος, οὐδεμίαν θὰ εἴχομεν ἐλπίδα ὅτι ἡ Βουλγαρία ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ μεθ’ ἡμῶν».
§112Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ συμπληρώσω;
§113Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ συμπληρώσω ἐγώ. Τὸ ἠξεύρω ἀπ’ ἔξω τὸ τηλεγράφημα. «Ἡ Βουλγαρία μᾶς εἶναι χρήσιμος — ἔλεγε. Δὲν δύναται δὲ ἡ Βουλγαρία νὰ ἱκανοποιηθῇ ἄλλως παρὰ ἐκ τοῦ μετώπου τοῦ Μακεδονικοῦ, καὶ ἂν ἠθέλομεν ἀποκόψει ἀπὸ τοῦδε πᾶσαν ἐλπίδα εἰς τὴν Βουλγαρίαν περὶ ἀνταλλαγμάτων ἐκεῖθεν, δὲν θέλει ποτὲ ἔλθει μεθ’ ἡμῶν. Οὐχ ἧττον — αὐτὸ θέλετε νὰ μοὶ εἴπητε; — νὰ μὴ φοβηθῇ ποτὲ ἡ Ἑλλάς, ὅτι θέλει, ἀκούσῃς αὐτῆς, ἀποσπασθῇ μέρος τοῦ ἐδάφους της καὶ δοθῇ εἰς τὴν Βουλγαρίαν». Ἐπιτρέπετε νὰ συνεχίσω καὶ παρακάτω; Καὶ τότε εἰς τὸ ἴδιον τηλεγράφημα ἐλέγετο, ὅτι ἐὰν ἐγένετο λόγος περὶ παραχωρήσεως τῆς Καβάλλας, τοῦτο προῆλθε, διότι ὁ κ. Βενιζέλος, θέλων νὰ ἐπιτύχῃ τὴν κατάρτισιν τῆς Βαλκανικῆς Ὁμοσπονδίας, προέτεινε τὴν παραχώρησιν εἰς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις, ἀποβλέπουσα εἰς τὸν σκοπόν, ἐδέχθη ταύτην προθύμως. Ἀλλὰ τοῦ κ. Βενιζέλου πεσόντος, ἐξέλιπε μετ’ αὐτοῦ καὶ ἡ πολιτικὴ αὕτη. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ἀληθὴς ἱστορία.
§114Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ πρώτη φράσις δὲν εἶναι ἀκριβής.
§115Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσητε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμοῦμαι κατὰ λέξιν τὸ τηλεγράφημα.
§116Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν λέγει ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγγυηθῶμεν τὴν ἀκεραιότητα. Ἡ ἀληθὴς φράσις εἶναι ὅτι «δὲν δυνάμεθα νὰ δηλώσωμεν ὅτι ἐγγυώμεθα τὴν ἀκεραιότητα».
§117Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
§119Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δέχομαι τὴν φράσιν σας. Δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ δύο χρόνια νὰ ἐνθυμοῦμαι κατὰ λέξιν ἓν τηλεγράφημα. Ὑποθέτω ὅτι εἴμεθα καλῆς πίστεως. Ἐκτὸς τῆς φράσεως αὐτῆς, τὸ τηλεγράφημα, ὡς τὸ ἀνέφερον, εἶναι ἀκριβές;
§120Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα.
§121Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν τοιαύτη ἀπάντησις ἐδόθη περὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας. Ἐπῆλθε συγχρόνως ἡ ἐπιδείνωσις τῆς νόσου τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία κατέστησεν ἡμᾶς ἀπράκτους. Καὶ ὅτε ἡ νόσος τοῦ Βασιλέως εἶχε φθάσει εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τέλους νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικοινωνίαν πρὸς οἱανδήποτε περαιτέρω ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, εἶχον ἐπέλθει δύο γεγονότα οὐσιώδη. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁ Γερμανικὸς στρατὸς εἶχεν ἀπωθήσει τὸν Ρωσσικόν, εἶχεν αἰχμαλωτίσει 250 χιλιάδας Ρώσσων καὶ εἶχεν ἀρχίσει ἡ κολοσσιαία ἐκείνη ἐκστρατεία κατὰ τῆς Ρωσσίας, ἡ ὁποία κατέστησεν ἐπὶ ἓν ἔτος ἄπρακτον τὸν Ρωσσικὸν στρατόν. Καὶ τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶχε καταστήσει κινδυνωδεστάτην πλέον τὴν ἀνάμιξιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀφ’ ἑτέρου εἶχον γίνει αἱ ἐκλογαὶ τῆς 31ης Μαΐου, κατὰ τὰς ὁποίας εἴχομεν ἡττηθῆ καὶ λόγῳ τῆς ἥττης ταύτης δὲν ἠδυνάμεθα νὰ λάβωμεν τὴν πρωτοβουλίαν τῆς ἀναμίξεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον, μὴ ἔχοντες τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ. Καὶ οὕτως ἐσταμάτησαν αἱ συνεννοήσεις. Κατόπιν ἐπῆλθον τὰ γνωστὰ γεγονότα τῶν ἀνακοινώσεων τῶν Δυνάμεων πρὸς ἡμᾶς καὶ πρὸς τὴν Σερβίαν, πρὸς ἡμᾶς προστακτικῶς, πρὸς τὴν Σερβίαν συμβουλευτικῶς, ἵνα προβῶμεν εἰς παραχωρήσεις πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Ταῦτα ἐξέθηκα, ἵνα καθορίσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ ἐν ἄλλῃ συνεδρίᾳ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ Δυνάμεις δὲν εἶχον συλλάβει ταχέως καὶ ἐν τῇ πλήρει αὐτῆς ὁλότητι τὴν Βαλκανικὴν κατάστασιν. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον, διότι ἐπλανῶντο μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς. Καὶ ἐπλανῶντο δ’ ἀκόμη καὶ κατὰ Σεπτέμβριον, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐπεστρατεύετο καὶ παρημπόδισαν τὴν καταστροφὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ δι’ ἀμέσου Σερβικῆς ἐπιθέσεως. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα τῆς εὐθύνης μου ὡς ὑπουργοῦ τότε, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῶσι ταῦτα διὰ τῶν τελικῶν τηλεγραφημάτων, τῶν ὁποίων ἡ μὴ μνεία ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔρριπτε σκότος ἐπὶ τοῦ ὅλου. Ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς Συνθήκης τῆς Σερβίας, διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὰ ζητήματα τελευταῖον, δὲν θεωρῶ δὲ ἀναγκαῖον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν πρὸς ἐπανάληψιν τῶν αὐτῶν πραγμάτων. Εἰς τὸ ζήτημα τῆς Σερβικῆς Συνθήκης δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπιδοκιμασθῶ ἢ ἀποδοκιμασθῶ ὑπό τινος, ὡς μὴ μετασχὼν Κυβερνήσεως ἐφαρμοσάσης αὐτήν, ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιρριφθῇ τι ἐναντίον μου. Ἂν τοῦτο συμβῇ, θὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα, λαμβάνων ἐκ δευτέρου τὸν λόγον. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἤμην ἐκ τῶν κυβερνησάντων τότε τὴν Χώραν, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβω τὸ ζήτημα καὶ νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Τὴν θεωρίαν τῆς ἀποτελεσματικότητος ἀνέπτυξα ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει, διότι εὗρον αὐτὴν ἐν αὐτῷ τῷ τηλεγραφήματι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀναπτυσσομένην ὡς βάσιν διὰ τὴν μὴ ἐπιστράτευσιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἐπικούρησιν τῆς Σερβίας κατὰ τῆς Αὐστρίας.
§122Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εἶπον χθὲς τί ἠννόουν διὰ τῆς ἀποτελεσματικότητος. Τὸ ζήτημα ἦτο ἐὰν ἐστέλλετο ὁ στρατός μας εἰς τὸν Δούναβιν, ἢ θὰ ἐστέλλετο εἰς τὴν Θεσσαλονίκην.
§123Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ εἴπατε προχθὲς αὐτό.
§124Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§125Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὴ ἦτο ἡ στρατιωτικὴ ἀντίληψις, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε.
§126Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν δυνάμεθα νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸν στρατόν μας εἰς τὸν Δούναβιν. Καὶ τὸ ἐξηγῶ. Δὲν θεωρῶ καλλίτερον ἀπὸ τώρα νὰ ἐπιστρατευθῶμεν· ἔχομεν ἀρκετὴν δύναμιν εἰς τὴν Μακεδονίαν.
§127Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὰ τὰ εἴπατε τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1915.
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ συγχωρεῖτε.
§129Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1915, ὁπότε ἐκλήθητε καὶ πάλιν.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξήγησα εἰς τὸν κ. Πάσιτς διατὶ δὲν χρειάζεται νὰ ἐπιστρατευθῶμεν, διότι θὰ ἔχωμεν τοῦτο καὶ ἐκεῖνο.
§131Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἐννοῆτε τὸ τηλεγράφημα τοῦ κ. Στρέϊτ. Ὁμιλῶν περὶ τῆς θεωρίας τῆς ἀποτελεσματικότητος, ἀναφέρομαι εἰς τὸ τηλεγράφημα τὸ φέρον τὴν ὑπογραφήν σας.
§132Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅταν ἐπανῆλθον ἐδῶ, ἔθεσα τὰ πράγματα εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον· κατόπιν ἀναφέρομαι εἰς τὸν κ. Στρέϊτ. Εἰς τὸ τηλεγράφημα ἀνεφέρετο ὅτι δὲν θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιστρατευθῶμεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια καὶ ὄχι τοῦ Μπέτμαν Χόλβεγκ, ὅτι εἶναι παληόχαρτο.
§133Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτον τι.
§134Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Χαίρω πολύ. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἠννόουν.
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τῆς ὠφελιμότητος.
§136Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πῶς θὰ φανῶμεν χρήσιμοι.
§138Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δυνάμεθα νὰ σὲ βοηθήσωμεν, διότι θὰ ἡττηθῶμεν, διότι ἡ Αὐστρία εἶναι μεγάλη.
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐτέθη ὑφ’ ἡμῶν ἡ βάσις τῆς ὠφελιμότητος. Εἰς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφισβήτησις. Ταῦτα, κύριοι εἶχον νὰ εἴπω, χωρὶς νὰ προσθέσω ἄλλο τι. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κουριὲλ ἔχει τὸν λόγον.
§141Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Κύριοι βουλευταί, προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὸν λόγον μου, ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως φανῇ ἐπιεικὴς ἐὰν ἐκ τῆς δεδικαιολογημένης ἀγνοίας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης θὰ εἶμαι ἀφορμὴ εἰς τὸ νὰ διασκεδάσωσιν ὀλίγον οἱ κύριοι συνάδελφοι ἀπὸ τὰ συντακτικὰ λάθη. Ἀλλ’ ἀποτεινόμενος εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἤθελον νὰ παρακαλέσω ἐκ τῶν προτέρων, ὅπως μὴ προκαλέσῃ πολλὰς διακοπάς. Ἐπίσης ἤθελον παρακαλέσει τὴν πλειονοψηφίαν ἐκ τῶν προτέρων, ὅπως μὴ κάμῃ σύγχυσιν μεταξὺ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῶν ὑποστηρικτῶν τοῦ τέως καθεστῶτος καὶ ἡμῶν τῶν σοσιαλιστῶν βουλευτῶν. Ἤθελον νὰ ὑπενθυμίσω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡμεῖς, καίτοι μὴ ἀνήκοντες εἰς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καίτοι πολεμοῦντες αὐτὸ λόγῳ διαφορᾶς ἀρχῶν, ἢ ἀναχωροῦντες ἀπὸ τὴν βάσιν τῆς πολιτικῆς εἰλικρινείας ἢ τῆς πολιτικῆς τιμιότητος, ἔχομεν ὡς σκοπὸν ὄχι τὴν κατάληψιν μερικῶν βουλευτικῶν ἑδωλίων, ἀλλὰ τὴν πραγματοποίησιν, τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν λαϊκῶν συμφερόντων. Ἡμεῖς ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐμφανίσεως τῆς γνωστῆς διαφθορᾶς τῶν πολιτικῶν μας θεσμῶν, ἀπὸ τὴν πρώτην ἡμέραν τοῦ πολιτειακοῦ ἐκτροχιασμοῦ, ἐτάχθημεν ἀντιμέτωποι τῶν αἰτίων τοῦ ἐν λόγῳ ἐκτροχιασμοῦ. Θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ἔτι, ὅτι ἐγκαίρως διεμαρτυρήθημεν κατὰ τῆς διαλύσεως τῆς δευτέρας Βουλῆς καὶ δὲν ἐλάβομεν μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς τῆς 6ης Δεκεμβρίου, θεωροῦντες αὐτὰς ἀντισυνταγματικὰς καὶ μὴ ἀνταποκρινομένας πρὸς τὴν βαθεῖαν ἔννοιαν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως ἀκόμη, κύριοι βουλευταί, δικαιούμεθα καὶ ἐκ μέρους σας ἰδίως ἀπολύτου σεβασμοῦ.
§142Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχετε παράπονον.
§143Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ὄχι. Ἐκ τῶν προτέρων θέλαμεν νὰ σᾶς ὑπενθυμίσωμεν, κύριοι βουλευταί, ὅτι καὶ ἡμεῖς ἐγνωρίσαμεν τοὺς διωγμοὺς τελευταίως, τοὺς ὁποίους πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐγνωρίσατε καὶ τῶν ὁποίων προχθὲς ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής, σήμερον δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔκαμαν τὴν περιγραφήν, καὶ ἡμεῖς ἐν τῇ ἐνασκήσει τῶν πολιτικῶν μας καθηκόντων, ἐγὼ ἰδίως καὶ ἐν γνώσει τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους διέτρεχον, συνελήφθην μαζὶ μὲ τοὺς γενναίους συντρόφους σοσιαλιστὰς τῆς ὀργανώσεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ἐρρίφθην εἰς αὐτὸ τὸ αἶσχος, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται Κεντρικαὶ Ἐνωμοτίαι, ἐγνώρισα καὶ ἐγὼ τὴν ἄμεσον πίεσιν τοῦ Πρωσσικοῦ πέλματος. Ἠσθάνθην καὶ ἐγώ, κύριοι βουλευταί, τὴν μεγαλυτέραν ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ αἰσθανθῇ πᾶσα τιμία ψυχὴ δι’ ὅλα τὰ συμβάντα τῆς μαύρης ἐκείνης ἐποχῆς, ἠσθάνθην ἀγανάκτησιν εἰς τὸ θέαμα δεκάδων τιμίων ἀλλὰ παραπλανηθέντων ἐργατῶν, ὅτε ἐρρίπτοντο ἐναντίον μου μὲ τὰ φτυάρια καὶ σκαπάνας, μεταβαλλομένας εἰς ὅπλα, καὶ πολιορκοῦσαν τὸ σπίτι μου, ἵνα συλλάβουν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ ἐκδώσουν μίαν προκήρυξιν, ἵνα ἀνυψώσωσι τὸ ἠθικὸν αὐτῶν τῶν ἰδίων δυστυχισμένων ἐργατῶν. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς μεταδώσω ὅσα ἠσθάνθην ὅταν, χάρις εἰς τὸν ἀπαίσιον δεσποτισμὸν τοῦ τέως Βασιλέως, οἱ Ἕλληνες ἐργάται μετεβάλλοντο εἰς τυφλὰ ὄργανα τοῦ τέως καθεστῶτος, ὅταν μετεβάλλοντο, κύριοι βουλευταί, εἰς μυστικοὺς ἀστυνόμους, διασκορπισμένους εἰς ὅλην τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς, μὲ τὴν σατανικὴν πρόφασιν ὅτι προέβαινον εἰς δημόσια ἔργα. Ἴσως αὐτὴν τὴν γνώμην μας, ἐπιμένοντας εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ κακοῦ τούτου, εἰς τὴν ἐκρίζωσιν τοῦ θεσμοῦ ὅστις δύναται νὰ παρουσιάσῃ τοιαῦτα θεάματα τὰ ὁποῖα εἴδομεν καὶ τῶν δεινῶν ἅτινα ὑπεφέραμεν, δὲν ἔχετε ἴσως ἰδέαν. Ἤδη ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου τῆς μειονοψηφίας. Κύριοι βουλευταί, δὲν εἶμαι δικηγόρος καὶ ὀλιγώτερον ἀκόμη συνταγματολόγος, οὐχ ἧττον ὅμως εὑρίσκω τὰ ἐπιχειρήματα τὰ πολιτικὰ τὰ ἁπλᾶ τόσα πολλὰ καὶ τόσον ἰσχυρά, ὥστε δὲν ἔχω ἀνάγκην ἀπὸ τὰ δικολάβικα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠκούσαμεν ἐδῶ ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν. (Χειροκροτήματα). Εἰς τὴν ἀπάντησιν ταύτην τῆς μειονοψηφίας βλέπομεν τοὺς κυρίους συναδέλφους ὡς θερμοὺς ὑποστηρικτὰς τοῦ τέως καθεστῶτος καὶ τοῦ τέως βασιλέως, τοῦ ὁποίου θαυμάζουν τὴν ἀπαραμείωτον προσήλωσιν εἰς τὸ συνταγματικόν μας πολίτευμα (ἱλαρότης). Καὶ ἐνῷ καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς κρίσεως πάντοτε ὡμίλουν καὶ ἐνήργουν, ἐν τέλει περιεφρόνησαν τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, σήμερον παρουσιάζονται ὡς ὑποστηρικταὶ τῆς ἀρχῆς τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ὡς ὑποστηρικταὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τοὺς κυρίους συναδέλφους· σεῖς οἱ ὁποῖοι κόπτεσθε ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας, ποῦ ἦσθε, ποῦ ἐκρύπτεσθε ὅταν ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ ἰδίου Βασιλέως ἡ Χώρα παρεδίδετο ἀπροκαλύπτως εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς Γερμανίας; (Χειροκροτήματα). Ποῦ ἦσθε ὅταν ἡ Χώρα ἐκυλίετο τροχάδην πρὸς τὸν αἰσχρὸν ρόλον τοῦ Γερμανικοῦ προτεκτοράτου; (Χειροκροτήματα). Ποῦ ἦσθε ὅταν παρεδίδετο ἡ Καβάλλα μὲ ὁλόκληρον στρατόν; (Χειροκροτήματα). Ποῦ ἦσθε ὅταν ἐμειοῦτο ἡ ἀμυντικὴ ἱκανότης τῆς Χώρας διὰ τῆς παραδόσεως ἑνὸς ἰσχυροῦ ὀχυρώματος, τοῦ Ροῦπελ; Ποῦ ἦσθε, τέλος, κύριοι, ὅταν, χάρις εἰς τὴν πολιτικὴν τοῦ τέως καθεστῶτος, ἐπεβάλλοντο οἱ ἔλεγχοι, οἱ τόσον προσβάλλοντες τὴν πραγματικὴν ἔννοιαν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Χώρας; Διεκηρύττετε ὅτι σύμφωνα μὲ τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ μείνῃ οὐδετέρα καὶ ἀφίνατε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ἡ μόνη αἰτία τῶν μεταγενεστέρων συμβάντων εἶναι ἡ ἐκ μέρους τῶν ὀπαδῶν τῆς ἀμέσου ἐπεμβάσεως εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον προκληθεῖσα διαίρεσις τῆς Χώρας. Τοῦτο εἶναι ψευδέστατον. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελε τὴν οὐδετερότητα καὶ εἰς τοῦτο εἴμεθα πληρέστατα σύμφωνοι. Καὶ μάλιστα θὰ προσθέσω, χωρὶς νὰ εἶσθε εἰς θέσιν νὰ μὲ ἀντικρούσετε, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελε μίαν οὐδετερότητα εἰλικρινῆ, πραγματικὴν ὅσον τὸ δυνατόν. Τοῦτο δέ, εἴτε διότι τὸ ἀπήτουν ἡ γεωγραφικὴ θέσις τῆς Χώρας καὶ αἱ ἱστορικαὶ ἀναμνήσεις καὶ ἐν γένει ἡ ἀνατροφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐπίσης διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχε συναίσθησιν τοῦ ζοφεροῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον ἐπεφυλάσσετο εἰς αὐτὸν ἀπὸ τὴν ἐνδεχομένην τότε νίκην τοῦ Γερμανικοῦ μιλιταρισμοῦ, ζοφεροῦ μέλλοντος τόσον διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅσον καὶ διὰ τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον καὶ ὅπως ὅλη ἡ ἀνθρωπότης, οὕτω καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπέβλεπε μετ’ ἐνδιαφέροντος εἰς τὴν ἧτταν τοῦ Γερμανικοῦ μιλιταρισμοῦ. Ἐν τούτοις, ἐνῷ τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἦσαν τοιαῦτα, διὰ τῆς μελετημένης δημιουργίας καθημερινῶν προστριβῶν πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Ἀντάντ, διὰ τῆς δημιουργίας συνεχῶν περιπτώσεων πολέμου πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Ἀντάντ, μὲ τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν προστριβῶν τούτων καὶ μὲ τὴν ψευδῆ παράστασιν τούτων πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ τῆς διατυμπανίσεως τῶν πολεμικῶν ἀτυχιῶν τῆς Ἀντάντ καὶ τέλος διὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ἐσωτερικοῦ δεσποτισμοῦ, τὸ τέως καθεστώς, κύριοι βουλευταί, ἐπέτυχε νὰ δηλητηριάσῃ τόσον τὸν λαόν, ὥστε μέγα μέρος αὐτοῦ νὰ μεταβάλῃ τὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα εἶχε. Καὶ σεῖς πλανᾶτε τὴν Χώραν, ὅτι δῆθεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἤθελε τὴν οὐδετερότητα, ἀλλὰ τὸ σημερινὸν καθεστὼς ἐπέβαλε τὸν πόλεμον. Ὄχι. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη εἶναι ἀναποφεύκτως ἡ μόνη ὑπεύθυνος. Κύριοι βουλευταί, ἡ δηλητηρίασις ἐπέτυχε, ἡ κλίκα ἐκείνη, ἡ συμμορία, ἦτο τοιαύτη, ὥστε εἴδομεν τὸ θέαμα τῶν βδελυρῶν ἐκείνων ἡμερῶν τοῦ Νοεμβρίου. Εἶναι δύσκολον εἰς ὅποιον δὲν ἦτο παρὼν ἐδῶ κατ’ ἐκείνας τὰς ἡμέρας νὰ ἔχῃ τὴν παραμικρὰν ἰδέαν τοῦ τί εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθώσῃ ὁ δεσποτισμός, ἡ ψευδὴς ἀτμόσφαιρα, τί δύναται νὰ κατορθώσῃ ἡ παντελὴς ἔλλειψις τοῦ λαϊκοῦ ἐλέγχου, ἐλέγχου πολιτικοῦ ἐπὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Ἐγὼ θὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅσα κανεὶς ἐκ τῶν κ.κ. βουλευτῶν δὲν ἐτόλμησε νὰ εἴπῃ.
§144Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶσθε παρών;
§145Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Μάλιστα. Ἐκεῖνοι οἱ νέοι — καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ σπεύδετε νὰ συμπεραίνετε ἄλλα συμπεράσματα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς εἴπω — ἐκεῖνοι οἱ νέοι, οἱ ὁποῖοι εἰς πυκνὰς ὁμάδας ἔτρεχον κατὰ τὴν ταραχώδη παραμονὴν τῶν Νοεμβριανῶν γεγονότων εἰς τοὺς στρατῶνας διὰ νὰ λάβωσι τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα τὴν ἑπομένην ἐπρόκειτο νὰ στρέψωσι κατὰ τῶν παιδιῶν τῆς Γαλλίας, οἱ ἐπίστρατοι ἐκεῖνοι δὲν ἦσαν, ἐξαιρέσει πολὺ ὀλίγων, ὄργανα τῆς Γερμανικῆς προπαγάνδας. Ἀλλ’ οὔτε ἦσαν δοῦλοι τῆς Αὐλῆς. Τὸ χρῆμα, κύριοι βουλευταί, ἐὰν δύναται νὰ διαφθείρῃ ἀτίμους γραφεῖς, οἱ ὁποῖοι σπείρουν τὸ δηλητήριον εἰς τὰ βρωμερά τους φύλλα, ἐὰν δύναται νὰ δημιουργήσῃ αὐλοκόλακας, ἱκανοὺς μόνον νὰ ὑπηρετῶσιν ἀτίμους ὑποθέσεις, δὲν δύναται ὅμως νὰ δημιουργήσῃ στρατιώτας. Ἐκεῖνοι οἱ ἐπίστρατοι ἦσαν Ἕλληνες παραπλανημένοι. Ἕλληνες οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐνδομύχως πεπεισμένοι, ὅτι ἡ Χώρα εὑρίσκεται εἰς ἄμυναν, ἐνόμιζον ὅτι ἐξυπηρετοῦσι τὰ συμφέροντα αὐτῆς. Ἐγνώρισα ἐγώ, κύριοι βουλευταί, τιμίους ἐργάτας Ἕλληνας, τοὺς ὁποίους εἰς μάτην προσεπάθησα νὰ πείσω νὰ μὴ γίνουν ὄργανα τῶν μυσαρῶν δολοφόνων, τῶν σατανικῶν σχεδίων τοῦ Ἐπιτελείου. Ἀλλ’ ἔτρεχον νὰ ἀποθάνουν, ἔτρεχον νὰ πολεμήσουν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐξυπηρετοῦν οὕτω τὴν Πατρίδα. Ἀλλὰ αὐτὸ τὸ γεγονός, κύριοι βουλευταί, τὸ ἐξαίρω καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω τὸ τί δύναται νὰ κατορθώσῃ ὁ δεσποτισμός, ἡ παντελὴς ἔλλειψις τῆς γνώσεως ὑπὸ τοῦ λαοῦ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας. Ἀπορῶ λοιπὸν πῶς, κατόπιν ὅλων τῶν γεγονότων τούτων, ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἔρχεται καὶ παρουσιάζεται ὡς ὑποστηρικτὴς τοῦ τέως καθεστῶτος, ὡς ὑποστηρικτὴς αὐτῶν τῶν πραγμάτων...
§146Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Αὐτοὶ τὰ ἔκαμαν.
§147Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω τοὺς κ.κ. συναδέλφους τῆς μειονοψηφίας, ἀντὶ νὰ μᾶς ὁμιλῶσι περὶ τῶν διπλωματικῶν ὅρων μετὰ δικολαβικῶν ἐπιχειρημάτων, ἐὰν ἡ Ἑλληνοσερβικὴ Συνθήκη ἦτο Βαλκανική, ἢ ἂν ἦτο Εὐρωπαϊκή, ἂς ἔλθουν νὰ μᾶς εἴπουν διατί ὁ κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας πολιτευτὴς ἠρνήθη νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ οὔτε κἂν περὶ τῆς παραδόσεως τοῦ Ροῦπελ.
§148Ν. ΞΗΡΟΣ. Διότι εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν ἔλεγε ὅτι ἦσαν ἱερομάρτυρες οἱ παραδώσαντες τὸ Ροῦπελ. Λοιπόν, τί νὰ εἴπῃ σήμερον;
§149Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐνώπιον τῆς ἐμμονῆς των ὅπως μὴ ὁμιλήσωσι περὶ τῶν γεγονότων αὐτῶν καὶ τῆς στάσεώς των, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν, δὲν ἔχω παρὰ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἀπάντησιν τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὰς διαφόρους κυβερνητικὰς δηλώσεις, βλέπω ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ δηλώσεις, ὅλοι αὐτοὶ οἱ λόγοι ἐμπνέονται ἀπὸ μίαν γενικὴν ἀρχήν, ὅτι ἀποκαθισταμένης τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου 1915, τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας καὶ ἡ Χώρα ἐν γένει εἰσέρχεται εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν. Τὰ γενόμενα κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν ἐπέδρασαν βεβαίως ῥιζικῶς εἰς τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν θὰ τὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ἢ ὡς ἱστορικά, ἐνῷ εἶναι πασίδηλον ὅτι ἐπέδρασαν εἰς τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος μεθ’ ὅσα ὑπέφερεν, ἐννοεῖ νὰ λάβῃ τὰ ῥιζικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτρέψουν τὴν ἐκ νέου ἐπάνοδον τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐννοεῖ ἐπάνω εἰς τὸν ἀναβρασμὸν τῶν λαϊκῶν πνευμάτων νὰ ἱδρύσῃ τὸ νέον καθεστώς. Ἡ σκέψις αὕτη ἐμφανίζεται εἰς τὴν ἄποψιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἡ Βουλὴ αὕτη, εἶναι προϊὸν τῆς καθαιρέσεως τοῦ τέως Βασιλέως, γεγονότος, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὠνόμασεν ἐν τῷ λόγῳ του τραγικὴν συνέπειαν.
§150Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δι’ ἐκεῖνον τὸ εἶπε.
§151Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Θὰ ἐργασθῇ προλειαίνουσα τὸ ἔδαφος τῆς συγκλήσεως Ἐθνοσυνελεύσεως, καὶ ἂν ἀκόμη ἀποφαίνεται ἡ Βουλή, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις καὶ διὰ λόγους πολεμικοὺς καὶ διὰ λόγους ἐν πάσῃ περιπτώσει ζητημάτων συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν δύναται νὰ συγκληθῇ ἀμέσως, ἔστω καὶ ἂν ἀκόμη ἀπεφαίνετο ἡ Βουλὴ ἐπὶ τούτῳ. Ἐν τούτοις ἡ Βουλὴ δὲν δύναται παρὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς μία μεγάλη Ἐπιτροπὴ Ἐπαναστατική, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν, μέχρι τῆς συγκλήσεως Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐκ παραλλήλου μὲ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν, ἡ Χώρα ὤφειλε νὰ κυβερνηθῇ ἀπὸ μίαν Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ὡς εἶδος Τριανδρίας θὰ εἶχε δικαιοδοσίαν Ἀντιβασιλείας. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἡ Βουλὴ αὕτη δύναται νὰ ἐπικυρώσῃ τὴν γενομένην μεταβολὴν ἐν τῷ Θρόνῳ, νὰ προεξοφλήσῃ οὕτω τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν ἐπιρρώσῃ, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι οἱ λαοὶ μόνον ἐν δεδομένῃ ψυχολογικῇ στιγμῇ δύνανται νὰ δράσωσι καὶ ὅταν τὸ ζήτημα παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ μέλλων νὰ καθαιρεθῇ....
§152Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Νὰ δώσητε ἐξηγήσεις.
§153Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύνασθε νὰ παραπονῆσθε οἱ ἔχοντες δημοκρατικὰ φρονήματα, δηλαδὴ τῆς ἐγκαθιδρύσεως καὶ κατὰ τύπους δημοκρατικῆς Πολιτείας, δὲν δύνασθε νὰ παραπονῆσθε ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα ἡμεῖς νὰ ἀξιώσωμεν εὐλάβειαν πρὸς τὸ καθεστὼς πολίτευμα, μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν θὰ πείσητε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ θὰ κατορθώσητε νὰ μεταβάλῃ οὗτος γνώμην, δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ καθαιρέσεως τοῦ Βασιλέως. Κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις καλεῖται νὰ ρυθμίσῃ τὰς Ἐξουσίας τὰς ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπορρεούσας καὶ πρόκειται νὰ ἀποκαταστήσῃ καὶ τὸν Θρόνον στερεώτερον ἐπὶ δημοκρατικωτέρων βάσεων.
§154Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ἤθελον νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος μοῦ ὑπαγορεύει νὰ διορθώσω τὴν φράσιν μου, ὅτι ἡ φράσις μου εἶναι συμπέρασμα, ἢ μᾶλλον ἐξήγησις τῆς διαμαρτυρίας τῆς ἡμέρας τῆς ὁρκωμοσίας περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς.
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύνασθε νὰ τὰ εἴπητε αὐτὰ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅτε θὰ ζητήσητε τὴν μεταβολὴν τοῦ κύκλου τοῦ πολιτεύματος διὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν μιᾶς Δημοκρατίας πλήρους.
§156Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ἐγὼ ἰσχυρίζομαι ὄχι ὅσα εἶπεν ὁ κ. Καφαντάρης, ὅτι θέλομεν νὰ δημιουργήσωμεν τάσεις. Αἱ τάσεις ὑπάρχουν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε, «νὰ προσπαθήσητε νὰ πείσητε τὸν λαὸν ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας καὶ ὅταν τὸν πείσητε, τότε, μάλιστα, νὰ γίνουν αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε». Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι ἤδη πεπεισμένος.
§157Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§158Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ἡ πρᾶξις τῆς ὁρκωμοσίας ἦτο προεξόφλησις τῆς γνώμης τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως.
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καταντᾶτε νὰ μὴ θέλετε νὰ προσαρμοσθῆτε πρὸς τὸ καθεστώς. Τὸ καθεστὼς εἶναι αὐτό. Σεῖς νομίζετε ὅτι ἔχετε τὸν λαὸν μαζί σας. Ἅμα προκηρυχθοῦν ἐκλογαὶ καὶ κατορθώσητε σεῖς νὰ φέρητε τὸ ἥμισυ καὶ κάτι πλέον εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, τότε τὸ ἀντιλαμβάνομαι τὸ πρᾶγμα. (Ἱλαρότης). Ἐὰν ὅμως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐμπιστευθῇ καὶ πάλιν περισσότερον εἰς ἐμέ, νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ ἰδέαι σας. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸν Βασιλικὸν θεσμόν, αὐτὸ ἐπιβάλλει μίαν εὐλάβειαν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζεται.
§160Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἂν ἔχῃ τὴν δύναμιν, ἂς μεταβῇ νὰ ὁμιλήσῃ ἔξω περὶ Δημοκρατίας.
§161Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος ὑπέφερε τόσα δεινά, ἐννοεῖ, νὰ εἶσθε βέβαιοι, μιὰ ποῦ τοῦ δίδεται ἡ εὐκαιρία, νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμά του, νὰ τὸ μεταβάλῃ ριζικῶς, ἵνα ἀποτρέψῃ ἕνα νέον δεσποτισμόν. Νὰ ἔχητε δὲ ὑπ’ ὄψει, κύριοι βουλευταί, προκειμένου περὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως μιᾶς μόνον πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἐὰν ἡ Βουλὴ τῆς 31ης Μαΐου καθυβρίσθη, ἐὰν προσεβλήθη τόσον σκαιῶς, δὲν προσεβλήθη ὡς ἀνεξάρτητος ὀργανισμός, προσεβλήθη διὰ μέσου τῆς Βουλῆς καὶ περιυβρίσθη ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Κατὰ τὴν μακρὰν ἀγωνίαν ὑπὸ τὸν Ἐφιάλτην τῆς πείνης καὶ τοῦ τρόμου, διηρωτᾶτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποῖα τὰ αἴτια τῶν δεινῶν τούτων, διηρωτᾶτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πῶς εἷς Βασιλεύς, εἷς Βασιλεύς, κύριοι, τὸν ὁποῖον σεῖς τὸν ἐμάθετε νὰ λατρεύῃ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν λατρείαν του κατὰ τὸν πλέον κωμικοτραγικὸν τρόπον, ὅταν ἡ ζωή του ἐκινδύνευεν ἀπὸ ἀσθένειαν, πῶς, κύριοι, ἕνας Βασιλεύς, τὸν ὁποῖον ἐκάματε ἀπὸ πρίγκηπα ἕνα στρατηλάτην, ἕναν ἄσπιλον, ἕναν οὐράνιον, ἕναν ὑπεράνθρωπον, πῶς αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς κατῆλθεν εἰς τὴν βαθμίδα τοῦ ἁπλοῦ προδότου, προδότου τῆς εὐημερίας καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ λαοῦ. Διηρωτᾶτο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποῦ ὁ Βασιλεὺς ἤντλησεν ὄχι μόνον τὸ θάρρος — διότι τὸ θάρρος τὸ ἤντλησεν ἀπὸ τὴν ἀδιαφορίαν σας — ποῦ ἤντλησε τὰ μέσα ἵνα μεταβληθῇ εἰς τραγικὸν πρόσωπον. Καὶ ἀντελήφθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι τὸ κακὸν δὲν προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ὁ Βασιλεὺς αὐτὸς παρεγνώρισε τὰ καθήκοντά του καὶ ὅτι συνεπῶς διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ τὸ κακὸν θὰ ἐξέλιπεν ἢ ὅτι διὰ τῆς τροποποιήσεως ἑνὸς ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ὁ Βασιλεύς, αὐτὸς ἢ ἄλλος, δὲν θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ κάμουν τὰ ἴδια. Ὄχι. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀντελήφθη ὅτι τὸ κακὸν ἔχει βαθείας τὰς ρίζας του, ἀντελήφθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι μεταξὺ Βασιλέως, ὅποιος καὶ ἂν εἶναι αὐτός, καὶ τοῦ λαοῦ τὸ χάσμα εἶναι ἀγεφύρωτον. Ἀντελήφθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι τὰ δυναστικὰ συμφέροντα εἶναι πάντοτε εἰς ἄκρον ἀντίθετα πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Ἀντελήφθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διὰ τοὺς λαοὺς σημαίνει εὐημερίαν, ἀνάπτυξιν, ἐλευθερίαν, διὰ τοὺς Βασιλεῖς σημαίνει περιορισμὸν τῶν δυναστικῶν καθηκόντων. Ἀντελήφθη ὅτι οἱ Βασιλεῖς, χάριν τῶν συμφερόντων των, δὲν διστάζουν νὰ θυσιάζουν τοὺς λαούς. Εἴδομεν ἕνα Μονάρχην, τὸν Τσάρον, συμπράττοντα μὲ τὸν συνάδελφόν του, τοῦ ὁποίου τὰ στρατεύματα κατέστρεψαν μέγα μέρος τῆς Χώρας του καὶ συνωμοτοῦντα μετ’ αὐτοῦ διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὴν καταστροφὴν καὶ θεμελιώσῃ τὸν Θρόνον του ἐπάνω εἰς τὰ ἐρείπια τοῦ Ρωσσικοῦ λαοῦ.
§162Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν καλούμεθα αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἀποφανθῶμεν περὶ τοῦ τύπου τοῦ πολιτεύματος, οὐδὲ πρόκειται αὐτὴν τὴν ὥραν νὰ μᾶς πείσῃ ὁ ρήτωρ, ὅτι πρέπει νὰ ἀλλάξωμεν τὴν Βασιλευομένην Δημοκρατίαν καὶ νὰ τὴν κάμωμεν Δημοκρατίαν. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλήσητε περὶ τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, διότι αὐτὸς κρίνεται, δὲν ἠμπορεῖτε ὅμως νὰ ὁμιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον γενικώτερον περὶ τοῦ Βασιλέως, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπάρχει Βασιλεύς. Νομίζω ὅτι ἐξέρχεσθε τοῦ θέματος καὶ ἐλπίζω νὰ τὸ ἀναγνωρίσετε. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ φανῇ ὅτι περιορίζομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Εἰς τὴν ἐκλογικὴν πάλην, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ διὰ τὸ ζήτημα τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, θὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία γνώμης καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστηρίξουν ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαθιδρυθῇ δεσποτισμὸς καὶ Καισαρισμὸς καὶ αὐτοὶ θὰ εἶναι σεβαστοί, ἂν τοὺς θέλῃ ὁ κόσμος, πολὺ δὲ περισσότερον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ὑποστηρίξουν ἰδέας φιλελευθέρους. Ἠμπορεῖτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως καὶ περὶ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας, ἐπειδὴ καὶ αὐτὸς ἔπεσε, ἀλλ’ ὄχι νὰ ὁμιλῆτε οὕτω γενικῶς περὶ Βασιλέων.
§163Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Μὲ ἄλλα λόγια, θέλετε νὰ ἔχωμεν τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχετε σεῖς. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κάμω μίαν τρύπαν εἰς τὸ νερό, δὲν θέλω νὰ ἀλλάξω τὸν τέως Βασιλέα, ἀλλὰ νὰ ἐξαλείψω καὶ τὸ βάθος τοῦ κακοῦ.
§164Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ. Ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται συζήτησις περὶ τοῦ τύπου τοῦ πολιτεύματος, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι Συντακτικὸν Σῶμα διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἀλλάξῃ τὸ πολίτευμα, δὲν ἔχει κανένα λόγον ἡ ἀνάπτυξίς σας καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἀποτελεῖ πλήρη εὐλάβειαν πρὸς τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἔχει Βασιλέα.
§165Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ἐπεθύμουν ἐπίσης νὰ συσχετίσω τὸ ζήτημα τὸ ἐσωτερικόν, τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακόν, τὸ ζήτημα τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Βουλὴ ὅσον ἀφορᾷ τὸν περιορισμὸν τῶν πολιτῶν.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὰ εἶναι παληά.
§167Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σταματῶ, ἀλλὰ ποῖα εἶναι, σᾶς παρακαλῶ, τὰ καινούργια; (Χειροκροτήματα).
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τερμεντζῆς ἔχει τὸν λόγον.
§169Ν. ΤΕΡΜΕΝΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ θέμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνέρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος, καθῆκον μου θεωρῶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπερίγραπτον χαράν, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι, τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ πᾶς ἀληθὴς Ἕλλην διὰ τὴν ἐπελθοῦσαν μετατροπὴν τοῦ καθεστῶτος. Ἡ χαρά μου, νομίζω, εἶναι δικαία, διότι τὸ νέον καθεστὼς σκοπεῖ νὰ ἑδραιώσῃ τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας ἐν Ἑλλάδι καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἀπωλεσθεῖσαν ἐθνικὴν τιμὴν εἰς τὴν ἀπό τινος τελείως ἐξευτελισθεῖσαν Πατρίδα μας. Δυστυχῶς ἡ χαρά μου αὕτη, ἡ ὁποία προκαλεῖ ἀληθῆ εὐγνωμοσύνην πρὸς τὸν μέγαν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων καὶ Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, διὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν χαλυβδίνου θελήσεως καὶ ἐπιμονῆς κατώρθωσε νὰ φέρῃ εἰς αἴσιον πέρας τὸ βαρὺ καὶ δύσκολον ἔργον, ὅπερ ἀνέλαβεν, ἀναπετάσας τὴν σημαίαν τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας ἐπ’ ἀγαθῷ σύμπαντος τοῦ Ἑλληνικοῦ καὶ πρὸς τὸ μεγαλεῖον αὐτοῦ τούτου τοῦ Ἔθνους... (χειροκροτήματα), ἡ χαρά μου, λέγω, αὕτη δὲν στερεῖται ἀτυχῶς καὶ λύπης, λύπης δεδικαιολογημένης, ἐπειδὴ καὶ ἀκουσίως ἀκόμη ἀναμιμνήσκομαι ὅτι τὴν φορὰν ταύτην ἀντιπροσωπεύω Νομὸν διατελοῦντα ἀπὸ ἑνὸς περίπου ἔτους ὑπὸ τὴν κατοχὴν ἀπαισίου ἐχθροῦ, Νομόν, τοῦ ὁποίου οἱ ἱεροὶ τάφοι τῶν μαρτύρων πατέρων μας καὶ τῶν πεσόντων ἡρώων ἀδελφῶν μας κατὰ τοὺς δύο νικηφόρους πολέμους μετετράπησαν εἰς Βουλγαρικοὺς σταύλους, Νομόν, οὗτινος τὰ ἔνδοξα τέκνα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς εἰσβολῆς τῶν Γερμανοδουλγάρων εἰς Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν διατελοῦσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς προστασίας, καθ’ ὅτι ἄλλα μὲν ἐξ αὐτῶν, ἐγκαταλείψαντα τὰς ἑστίας των, τὰς περιουσίας των καὶ πολλὰ προσφιλῆ των πρόσωπα, ἐσκορπίσθησαν ὡς ὀρφανὰ χωρὶς μητέρα καθ’ ἅπασαν τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἄλλα δέ, ἀποκλεισθέντα ἐκεῖ ἐλλείψει μέσων συγκοινωνίας, εὑρίσκονται ὑπὸ τὸν ζυγὸν προαιωνίου ἐχθροῦ, μόλις πρὸ τριῶν–τεσσάρων ἐτῶν διωχθέντος ἐκ τῶν Ἑλληνικωτάτων ἐκείνων χωρῶν, ἀφοῦ διὰ τῶν ἀνηκούστων πράξεών του ἀφῆκεν ἴχνη αἴσχους καὶ βαρβαρότητος, ἀναγνωρισθέντα τότε ὑφ’ ὁλοκλήρου τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου. Διὰ ταῦτα πάντα ἀκριβῶς, κύριοι βουλευταί, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, ἀνερχόμενος ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ τούτου βήματος, νὰ ρήξω κραυγὴν ὀδύνης ὑπὲρ τοῦ καταδυναστευομένου ἐκείνου Νομοῦ καὶ μετὰ φωνῆς πονοῦντος πατριώτου, μὴ δυναμένου νὰ ἔχῃ ἄλλως τὴν συνείδησίν του ἐπαναπεπαυμένην πρὸ τῆς οἰκτρᾶς εἰκόνος τῶν παθῶν καὶ μαρτυρίων τῶν περιφερειῶν Καβάλλας, Σερρῶν καὶ Δράμας, νὰ δηλώσω, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν περιφερειῶν τούτων ἀντὶ πάσης θυσίας ζητοῦν ἢ μᾶλλον λαχταροῦν νὰ ἐπανίδωσι τὰ μέρη των ἐλεύθερα καὶ νὰ ἐναγκαλισθῶσι τὰ προσφιλῆ των πρόσωπα, τὰ ἐγκαταλειφθέντα ἐκεῖ εἰς τὴν τύχην των, χωρὶς ἡ ἐλαχίστη νὰ ληφθῇ δι’ αὐτὰ μέριμνα ὑπὸ τῶν προκατόχων φαυλοκρατικῶν Κυβερνήσεων (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δὲν ζητοῦσι μόνον τοῦτο, κύριοι βουλευταί. Ἐπειδὴ διὰ πᾶσαν συμφοράν, οἱασδήποτε φύσεως, πρέπει νὰ ζητῆται πάντοτε ὁ ὑπεύθυνος, ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ὁποίου ἐπῆλθεν αὕτη, ἐπειδὴ τοὺς πρωταγωνιστὰς τοῦ μεγάλου μας τούτου ἐθνικοῦ ἀτυχήματος ἐξεπροσώπει δυστυχῶς αὐτὴ αὕτη ἡ ἐπίσημος Ἑλληνικὴ τότε Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἡ ἔνοχος καὶ ἐγκληματικὴ πολιτικὴ ἐφηρμόσθη οὐχὶ ἐκ πεποιθήσεως, ἀλλ’ ἐκ προθέσεως σατανικῆς καὶ πονηρᾶς, ὡς ἀπεδείχθη τρανότατα ἐκ τῶν ὑστέρων, ζητοῦν οἱ ὑποδουλωθέντες Ἕλληνες τῶν μερῶν ἐκείνων ὅπως ἡ σεβαστὴ νῦν Κυβέρνησις, ὡς ἔχει καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν, καλέσῃ πάντας τούτους εἰς ἀπολογίαν καὶ ζητήσῃ λόγον τῶν ἀντεθνικῶν των πράξεων, τῶν ὁποίων ἀνελάμβανον τότε ἀκεραίας τὰς εὐθύνας, καθησυχάζοντες τὸν ἐξεγερθέντα Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῶν ἑκάστοτε ψευδῶν κυβερνητικῶν ἀνακοινωθέντων. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον ζητοῦν νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς αὐστηρῶς καὶ ἀμειλίκτως, πρὸς παραδειγματισμὸν τῶν ἀναλαμβανόντων τὰς εὐθύνας τοιούτων ἀντεθνικῶν πράξεων εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ ἱκανοποίησιν τῶν ἐξ αἰτίας των καταστραφέντων δυστυχῶν καὶ μαρτύρων συμπατριωτῶν μου. Ἡ πονεμένη φωνή των, κύριοι, ζητεῖ δικαίως τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Καὶ ζητοῦν τὴν τιμωρίαν ταύτην ὄχι ἀπὸ πείσματος ἐκδικήσεως. Ὄχι. Ἀλλὰ διότι φρονοῦν ὅτι μόνον ἐὰν ἀποκαλυφθῇ δημοσίᾳ πῶς ἐπολιτεύθησαν οἱ ἔνοχοι οὗτοι καὶ πῶς δὲν ἐδίστασαν νὰ παραδώσωσιν ὁλόκληρον Ἑλληνικὴν περιφέρειαν εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρὸ τετραετίας ἀκόμη ἐθεώρουν ἀναξίως νὰ ζῶσιν εἰς αἰῶνα φώτων καὶ πολιτισμοῦ, μόνον οὕτω, λέγω, θὰ διαφωτισθῇ ἡ παραπλανηθεῖσα Ἑλληνικὴ Γνώμη καὶ θὰ αἰσθανθῇ ὅτι δὲν ἦτο προδοτικὴ ἡ πρὸς ἐπαναφορὰν τῆς ἐλευθερίας μας ἐργασθεῖσα φιλελευθέρα μερίς, ἀλλὰ προδόται καὶ ἀντεθνικοὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἵτινες, ὑποκύψαντες εἰς πάθη προσωπικὰ καὶ χρυσίον Γερμανικόν, παρέδιδον ἀπόρθητα φρούρια ἀξίας πολλῶν ἑκατομμυρίων καὶ ὁλόκληρον τὸν Ἑλληνισμὸν τῶν μερῶν ἐκείνων ὁλοκαύτωμα τῶν παθῶν καὶ τῶν κλίσεών των. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἰδέα λοιπόν, κύριοι, ὅτι καὶ ἐκ τοῦ κακοῦ τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ σήμερον ὠφέλεια καὶ ὅτι ἐκ τῶν ἀποκαλύψεων δύναται νὰ διαφωτισθῇ ἡ Κοινὴ Γνώμη, ἐπέλθῃ δὲ ἡ σύμπνοια καὶ ὁμόνοια, τῆς ὁποίας τόσην ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον, αὐτὴ καὶ μόνον ἡ ἰδέα ἐξαναγκάζει τοὺς κατοίκους τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας νὰ ζητοῦν καὶ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. Καὶ τὴν ἰδέαν βεβαίως ταύτην εἶχον καθῆκον νὰ διερμηνεύσω πρὸ τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον τυγχάνω ἀντιπρόσωπος τῆς προδοθείσης περιφερείας ἐκείνης. (Χειροκροτήματα). Οὐδεὶς ἀρνεῖται, κύριοι βουλευταί, ὅτι διατρέχομεν ἐποχὴν καθ’ ἣν τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν καθῆκον ἐπιτάσσει βροντωδῶς συνεργασίαν καὶ ὁμόνοιαν πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἐθνικῶν μας ἰδεωδῶν. Διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ ὅμως ἡ τοιαύτη εἰλικρινὴς συνεργασία, πρέπει νὰ παταχθῶσιν αἱ κορυφαί, αἱ δημιουργήσασαι τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν, ἵνα μὴ πάθωμεν ὅ,τι ὁ χωρικὸς ὁ θελήσας νὰ θερμάνῃ εἰς τοὺς κόλπους του τὴν ναρκωμένην ἔχιδναν. Διότι τί πταίει, παρακαλῶ, ὁ ἐργάτης, ὁ χωρικός, ὁ στρατιώτης, ἢ καὶ οἱοσδήποτε ἄλλος ἁπλοῦς πολίτης, ὅστις, στερούμενος ἀφ’ ἑνὸς τῆς ἀπαιτουμένης μορφώσεως καὶ κρίσεως καὶ δηλητηριαζόμενος ἀφ’ ἑτέρου καθημερινῶς ὑπὸ ψευδῶν βεβαιώσεων καὶ ὑποσχέσεων ὑπὸ τοῦ ἀφθόνως ρεύσαντος χρυσίου τῆς Γερμανικῆς Προπαγάνδας, ἠκολούθησε τὰς ἀρχὰς τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐκείνου καθεστῶτος, μὲ τὴν πλήρη πεποίθησιν ὅτι διὰ τῆς στάσεώς του ἐκείνης ἐξυπηρέτει τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος του; Ὄχι, κύριοι, δὲν πταίει οὗτος. Ἡ εὐθύνη ἀκεραία βαρύνει τοὺς κατὰ τὰ δύο τελευταῖα ἔτη κυβερνήσαντας καὶ τοὺς πρωταγωνιστὰς αὐτῶν. (Χειροκροτήματα). Ἕνεκα τούτου, ζητῶ καὶ ἐγὼ παρὰ τῆς Σεβαστῆς Κυβερνήσεως νὰ φανῇ πρὸς αὐτοὺς ἀμείλικτος καὶ ἄκαμπτος, ἵνα ἡσυχάσῃ ἀπὸ παρομοίας ἐν τῷ μέλλοντι ἐσωτερικὰς ἐνοχλήσεις, ἐπέλθῃ δὲ ἡ ποθητὴ ὁμόνοια, ἥτις καὶ μόνη πρὸ τοῦ σημερινοῦ κινδύνου θὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα μας καὶ θὰ ἐξασφαλίσῃ ὅ,τι ἐκληρονόμησαν εἰς ἡμᾶς ἐργασίαι πατέρων καὶ προγόνων, τῶν ὁποίων τὸ αἷμα καὶ οἱ ἀγῶνες δὲν κατώρθωσαν δυστυχῶς νὰ ἐξασφαλίσωσι πᾶν ὅ,τι ἐκεῖνοι τότε ἐπεδίωκον. (Χειροκροτήματα). Μολονότι, κύριοι βουλευταί, τὰ δημοσιευθέντα διπλωματικὰ ἔγγραφα καὶ τὰ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων λεχθέντα εἶναι ἀρκετὰ ἵνα φανῇ πόσον προδοτικὴ ἦτο ἡ πολιτικὴ τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων καὶ τοῦ ἐκθρονισθέντος Βασιλέως, ἐν τούτοις θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω μίαν σύντομον ἔκθεσιν αὐτόπτου μάρτυρος καὶ παθόντος, τοῦ διακόνου τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πραβίου, ὅστις πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἦλθεν ἐνταῦθα ἐκ Βουλγαρίας, ἵνα πεισθῶσι καὶ οἱ τυχὸν ἀντιφρονοῦντες, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας ἔχουσιν ἀπόλυτον δίκαιον ζητοῦντες τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. (Ἀναγινώσκει τὴν ἔκθεσιν). Τὴν ἔκθεσιν ταύτην καταθέτω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἐκθέσεως ταύτης, πλεῖσται ὅσαι ἐπιστολαὶ ἰδιωτικαί, πληροφορίαι καὶ εἰδήσεις θετικαί, περιγράφουσι μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα τὴν ἀθλίαν καὶ οἰκτρὰν κατάστασιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ὑφίστανται τὰ πάνδεινα ὑπὸ τῶν φίλων τῶν Κυβερνήσεων τῶν σωτήρηδων! Μὴ ἐπιθυμῶν ὅμως περισσότερον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ θλιβεροῦ τούτου ζητήματος, ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Σεβαστή μας Κυβέρνησις, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψει τὰς ἐνδεχομένας αὐτοῦ σοβαρὰς συνεπείας, θὰ θελήσῃ νὰ ἐργασθῇ συντόνως καὶ μετὰ σπουδῆς διὰ τὴν δυνατὴν ἐπανόρθωσιν τῆς μεγάλης μας ταύτης ἐθνικῆς συμφορᾶς. Οὐχ ἧττον, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν παρακαλέσω ὅπως, εἰ δυνατόν, καὶ ἐφ’ ὅσον αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέπουν, θελήσῃ νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις περὶ τῆς τηρηθησομένης κυβερνητικῆς στάσεως διὰ τὴν αὐστηρὰν τιμωρίαν τῶν γνωστῶν πλέον ἐνόχων καὶ προδοτῶν τῆς Πατρίδος μας...
§170ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ζήτημα τῆς Βουλῆς αὐτό.
§171Ν. ΤΕΡΜΕΝΤΖΗΣ. Ἐγὼ προτείνω ὅπως συσταθῇ Εἰδικὸν Δικαστήριον, ἵνα δικάσῃ τοὺς ἐνόχους αὐτούς. Παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν δυνατὴν προστασίαν τῶν ἀποκλεισθέντων ἐν Βουλγαρίᾳ μαρτύρων ἀδελφῶν μας καὶ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς δυσχεροῦς θέσεως, εἰς ἣν περιέπεσαν οἱ προσφυγοποιηθέντες τοιοῦτοι, διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ληφθῇ πᾶσα δυνατὴ μέριμνα, ἀφοῦ καὶ θύματα τοῦ πολέμου τούτου λογίζονται καὶ τὰ βλέμματα ἱκετευτικῶς ἔχουσιν ἐστραμμένα πρὸς τὴν νῦν μητέρα Κυβέρνησιν, ἀναμένοντες καὶ ἐλπίζοντες μόνον παρ’ αὐτῆς τὴν καλλιτέρευσιν τῆς τύχης των. (Χειροκροτήματα).
§172Λ. ΝΑΚΟΣ. Νὰ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη, κύριε Πρόεδρε.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§174Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπαρεδρεύω, κύριοι, ἐν τῇ Βουλῇ ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν μὲ ἐλαχίστας διαλείψεις. Κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον μοὶ ἐγίνετο ἡ τιμὴ νὰ ἀντιπροσωπεύω ἓν διαμέρισμα τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἐθνικῇ Βουλῇ, πολλοὶ πολιτικοὶ ἀγῶνες διεξήχθησαν, πολλαὶ καὶ σοβαραὶ συζητήσεις ἐγένοντο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ οὐδέποτε κατὰ τοὺς ἀγῶνας ἐκείνους, κατὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας τὰς λίαν σοβαράς, μοὶ ἐγεννήθη ἐν τῇ ψυχῇ μου τόσον ἐπιτακτικὴ ἡ ἀνάγκη, τόσον βαρεῖα ἡ ὑποχρέωσις, ἵνα χωρίσω τὴν γνώμην μου καὶ τὴν ψῆφον μου ἀπὸ τὴν γνώμην καὶ τὴν ψῆφον ἐκείνων, οἵτινες εἶχον ἀντίθετον τοιαύτην, ὅσον κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν ἐποχήν. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ταύτην ὡς καθῆκον ὕψιστον πρὸς τὴν Πατρίδα, ὄχι διότι ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία τις περὶ τοῦ φρονήματός μου, ἀλλὰ διότι ἐμφανῶς ἐπιθυμῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ στεντορείας φωνῆς νὰ διακηρύξω ὁποῖον εἶναι τὸ φρόνημά μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἀπασχολοῦντος τὴν Βουλὴν ἀπὸ τριῶν ἤδη ἡμερῶν. Διότι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ ζητήματος. Ἤδη πρόκειται περὶ ὑψίστων συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅταν περὶ τοιούτων συμφερόντων πρόκειται, καθῆκον παντὸς πολιτευομένου, παντὸς πολίτου, εἶναι νὰ χωρίζῃ τὴν γνώμην του, ἵνα διακρίνῃ τὸ πρόσωπό του ἀπὸ τὴν ψῆφον ἐκείνων, οἵτινες θέλουσι δώσει ταύτην ἀντίθετον. Ἀλλὰ καίτοι ἤμην διατεθειμένος, κύριοι, νὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τῆς συζητήσεως ἥτις ἀπὸ τριῶν ἤδη ἡμερῶν διεξάγεται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ νὰ προβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπιχειρήματα καὶ τοὺς λόγους οἵτινες μὲ πείθουσι νὰ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας καὶ νὰ ψηφίσω ὑπὲρ τοῦ σχεδίου τὸ ὁποῖον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, ἐν τούτοις, μετὰ τὴν διεξαχθεῖσαν συζήτησιν, κυρίως μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τὴν ἀπογευματινὴν συζήτησιν καὶ μάλιστα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, νομίζω ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ παραιτηθῶ τῆς περαιτέρω συζητήσεως. Ἦτο τόσον βαθεῖα ἡ κατάπληξις ἡ ἐμποιηθεῖσα εἰς τὴν ψυχὴν τῶν κ.κ. συναδέλφων ἐκ τῶν ἀποκαλύψεων εἰς ἃς προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε οὐδείς, εἰ μή τις ὑπάρχῃ θέλων νὰ τυφλώνεται ἀπέναντι τῆς ἐμφανείας τῶν γεγονότων, οὐδείς, λέγω, ὑπάρχει, ὅστις δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἐπείσθη ἐκ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων. Ὁμιλῶ λοιπὸν πρὸς πεπεισμένους συναδέλφους, ὁμιλῶ πρὸς πάντας ὑμᾶς καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν ὁμόφρονας, ἀπολύτως ὁμόφρονας, καὶ ἂν τυχὸν ὑπάρχουσί τινες, οἵτινες ἐμφανῶς μὲν παρουσιάζονται ὡς ἀντιτιθέμενοι πρὸς τὴν γνώμην καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχω κανένα δισταγμόν, ὅτι καὶ οὗτοι εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς των ἀναγνωρίζουν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων καὶ συντάσσονται πρὸς αὐτήν, ἐκτὸς ἐὰν ἤθελον δεχθῆ ὅτι εἶναι τυφλοὶ καὶ πεπωρωμένοι τὴν τε ψυχὴν καὶ τὴν συνείδησιν, ἐκτὸς ἐὰν ἤθελον δεχθῆ ὅτι δὲν εἶναι μέλη τοῦ ἀνθρώπου, ἢ ὅτι δὲν εἶναι ἄνθρωποι λογικοί, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ κατάδηλον φῶς τῶν πραγμάτων δὲν μεταβάλλει τὴν γνώμην, δὲν μεταβάλλει τὴν πεποίθησιν τὴν ὁποίαν ἔχουν. Ὁμιλῶ λοιπὸν πρὸς πάντας τοὺς συναδέλφους, πεπεισμένους ἤδη καὶ ὁμόφρονας, καὶ ὁμιλῶ καὶ ἀνέρχομαι ἐπὶ τὸ βῆμα διὰ νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐκφράσω καὶ μόνον τὸ βαθὺ ἄλγος τῆς ψυχῆς μου, τὸ ὁποῖον πλημμυρεῖ αὐτὴν ἀφ’ ἧς ὥρας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προέβη εἰς τὰς ἀνακοινώσεις του πρὸς τὴν Βουλήν, τὸ βαθὺ ἄλγος, τὸ ὁποῖον πλημμυρεῖ τὴν ψυχήν μου διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀτίμωσιν, τῆς ὁποίας ἐνεργὰ καὶ καταφανῆ δείγματα παρέσχεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Διότι ὑπῆρχον καί τινες ἀμφιβάλλοντες, ὑπῆρχον ἴσως καί τινες, οἵτινες μὲ τὴν διαίσθησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία χαρακτηρίζει τοὺς ἁγνοὺς πατριώτας, ἐγνώριζον ἢ καὶ ἐφαντάζοντο τὰ γενόμενα. Ἐν τούτοις αἱ ἀποκαλύψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, αἵτινες ἔκαμον ἡμᾶς νὰ θέσωμεν τὸν δάκτυλον ἐπὶ τῶν τύπων τῶν ἥλων, αἵτινες ἔκαμον ἡμᾶς νὰ ψηλαφίσωμεν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ὑπῆρξαν τοιαῦται ὥστε νὰ ἐγχύσουν πικρόν, πικρότατον δηλητήριον εἰς τὴν ψυχὴν ἡμῶν διὰ τὴν ἐθνικὴν ἀτίμωσιν. Ἀλλ’ ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα ἵνα ἐκφράσω τὸ ἄλγος μου τοῦτο, διὰ νὰ ρήξω φωνὴν διαμαρτυρίας, ὄχι πλέον ὡς πολιτευόμενος ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, ἀλλὰ καὶ ὡς ἁπλοῦν μέλος τῆς Φυλῆς, τοῦ Ἔθνους τοῦ Ἑλληνικοῦ, διὰ τὴν ἀτίμωσιν τῆς Πατρίδος, τὴν συντελεσθεῖσαν ἐπὶ μίαν διετίαν, διὰ τὸ κακούργημα τὸ ὁποῖον διέπραξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διώκησαν τὰ Κοινὰ ἐπὶ μίαν διετίαν, διὰ τὸ μέγιστον ἔγκλημα κατὰ τοῦ μόνου ἀνδρός, ὁ ὁποῖος ἐγνώριζε τί θέλει καὶ τοῦ ὁποίου τὴν Κυβέρνησιν κατέστησαν ἀδύνατον. Τὸ ἔγκλημα τοῦτο εἶναι ἀσυγχώρητον καὶ θὰ ἀναγράψῃ μελανὰς σελίδας ἡ Ἱστορία ἵνα ἀπομνημονεύσῃ τὰ γεγονότα τῆς διετίας ἐκείνης. Ἀνέρχομαι τὸ βῆμα διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀτιμώσεως καὶ τοῦ ρύπου, τὸν ὁποῖον ἐνεκόλαψεν ἡ ἐγκληματικὴ πολιτικὴ εἰς τὸ μέτωπον τὸ λευκὸν τῆς Ἑλλάδος, τῆς ὁποίας κατῄσχυνε τὴν προαιώνιον ἱστορίαν, ἱστορίαν ἥτις δὲν παρουσιάζει τοιαύτην κατάπτωσιν, τοιαύτην ἐξουθένωσιν ψυχικὴν οἵα ἡ πολιτεία τῶν ἐπὶ μίαν διετίαν κυβερνησάντων τὸ Ἔθνος ἡμῶν. Καὶ ἂν ἡ Φυλὴ ἡ Ἑλληνικὴ ἐνεφάνισεν ἄλλοτε Ἐφιάλτας, οὐδέποτε ὅμως ἐνεφάνισεν ἡ ἱστορία ἡ Ἑλληνικὴ τοιούτους Ἐφιάλτας, οἵους ἡ πρόσφατος ἱστορία τῆς ληξάσης διετίας· διότι οὐδενὸς ἐκ τῶν προδοτῶν ἐκείνων ἡ προδοσία δύναται νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς τὴν προδοσίαν τὴν συντελεσθεῖσαν ἐν συνεχείᾳ χρόνου μακροῦ, ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου τοῦ 1915. Ἀλλὰ τί λέγω; Καὶ πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης, πολὺ πρὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης, ἐσχεδιάσθη τὸ ἀπαίσιον, τὸ βδελυρὸν σχέδιον τῆς καταπροδώσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ ἀνεμένετο ἴσως ἡ εὔθετος ὥρα, ἡ κατάλληλος στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀπαίσιον σχέδιον θὰ ἐδίδετο πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ ἡ ὥρα ἐκείνη ἐσήμανεν ὅταν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἡγούμενος ὁλοκλήρου τῆς Φυλῆς, ὡδήγει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ καθήκοντος καὶ τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. (Χειροκροτήματα). Διαμαρτύρομαι ἐντόνως ἀπὸ τοῦ βάθους τῆς ψυχῆς μου κατὰ τῆς τοιαύτης ἐγκληματικῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν ἐνεφάνιζον ὡς πολιτικὴν ἐθνικήν, ἐνῷ ἦτο πολιτικὴ πράγματι ἐθνοκτόνος. Διαμαρτύρομαι καὶ διὰ τὸν πόθον τὸν μύχιον, ὃν αἰσθάνομαι, ἵνα πάντες ἑνώσωμεν τὰς δυνάμεις μας καὶ προσπαθήσωμεν ἵνα τὰ ἐρείπια τὰ ὁποῖα συνεσώρευσεν ἡ ἐγκληματικὴ αὕτη πολιτικὴ κατορθώσωμεν νὰ τὰ ἀνοικοδομήσωμεν εἰς τὸ μεγαλοπρεπὲς οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον εἴχομεν πρὸ διετίας. Ὀφείλομεν νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν ἵνα λησμονηθῇ τὸ μαῦρον τοῦτο παρελθὸν τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, τουλάχιστον ἀπὸ τοὺς ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος βιοῦντας, διότι ἀπὸ τὴν ψυχὴν τὴν Ἑλληνικὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονηθῇ ποτὲ ἡ μαύρη αὕτη, ἡ ἀπαισία σελὶς τῆς Ἐθνικῆς Ἱστορίας. Πῶς θὰ πολιτευθῶμεν, τί θὰ πράξωμεν ἵνα ἐπιτύχωμεν νὰ λησμονηθῇ τὸ ἀπαίσιον τοῦτο παρελθὸν εἶναι προφανὲς καὶ κατάδηλον. Καὶ ἀποτεινόμενος ἤδη πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν Ἀργολιδοκορινθίας, ὅστις μὲ τὴν αἰσθηματικήν του ψυχὴν κηρύττει ὅτι εἶναι ἐπαναστάτης καὶ ζητεῖ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐπαναστάσεως, ἀποτεινόμενος πρὸς αὐτόν, λέγω (ὁ ῥήτωρ δεικνύει τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Βενιζέλον): Ἰδοὺ ὁ ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα καὶ ἐπευφημίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ καὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἰδοὺ ὁ Σημαιοφόρος τῆς πολιτικῆς τῆς πράγματι Ἐθνικῆς, τῆς πράγματι Ἐθνοσωτηρίου. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι). Ἰδοὺ ἐκεῖνος, ὅστις ἦλθεν ἐδῶ οὐχὶ εἰς μακρὸν παρελθὸν καὶ εὗρε μίαν Ἐπανάστασιν, ἥτις ἐγνώριζε μὲν τί δὲν ἤθελεν, ἀλλὰ δὲν ἐγνώριζε τί ἤθελε καὶ τί ἐζήτει, ἔγνω τὴν Ἐπανάστασιν νὰ θέση ἐντὸς τῆς κοίτης ἥτις ἠδύνατο νὰ τὴν ὁδηγήσῃ εἰς ἀγαθὰ διὰ τὸ Ἔθνος ἀποτελέσματα, εἰς τοὺς ἀγλαοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἀπέδωσεν ὑπὸ τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἔγνω νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὸ Ἔθνος τὴν δύναμιν, ἥτις ὑπῆρχεν εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἠδυνήθη νὰ περιαγάγῃ νικηφόρον τὴν Ἑλληνικὴν Σημαίαν μέχρι τοῦ Νέστου. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀρχηγὸς τῆς Ἐπαναστάσεως, ὁ Σημαιοφόρος τῆς Ἐθνικῆς Σημαίας, περὶ αὐτὸν θὰ ταχθῶμεν πάντες, καὶ ἡμεῖς ἐδῶ καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Σύμπαν, ἵνα ὁδηγήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν μέγαν προορισμὸν αὐτῆς, ὅστις δύναται νὰ εἶναι ἔνδοξος καὶ μέγας. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§176Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τριήμερον ἐμπεριστατωμένην συζήτησιν θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀνιαρόν, κύριοι, νὰ ἐπανέλθῃ τις ἐπὶ τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν ζητημάτων τῶν προκυπτόντων ἐκ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, ἅτινα ἀνελύθησαν ἤδη παρὰ τῶν ἀγορευσάντων μετὰ πάσης ἐπιμελείας. Οὐχ ἧττον ὑπάρχουσι καὶ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναγκαίως ὀφείλει τις νὰ ἐπανέλθῃ, καθ’ ὅσον δὲν ἀνελύθησαν καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ διαφωτίσωσι τὴν Κοινὴν Γνώμην ἐν γένει περὶ τῶν πεπραγμένων τὰ ὁποῖα ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὰ τελευταῖα γνωστὰ γεγονότα. Θεωρῶν ὅτι πάντα ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν μετὰ τῆς Σερβίας Συνθήκην, ἡ ὁποία λόγῳ δῆθεν τῆς μὴ ἐκτελέσεως τῶν ἐξ αὐτῆς προκυπτουσῶν ὑποχρεώσεων ἐθεωρήθη παραβιασθεῖσα δολίως, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀνατρέξω εἰς τὴν σειρὰν τῶν συζητήσεων καὶ νὰ ἀσχοληθῶ κατὰ πρῶτον λόγον ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὴν Συνθήκην ταύτην. Καίτοι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι πλήρη κατὰ τὴν συνέχειαν αὐτῶν, οὐχ ἧττον εἶναι ἐπαρκῆ ὅπως διαφωτίσωσιν ἡμᾶς περὶ τῆς ἐνεργείας τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς Συμβάσεως. Κυρίως ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἀντελήφθησαν αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις τὰς ἐξ αὐτῆς τῆς Συνθήκης τῆς Σερβοελληνικῆς προκυπτούσας ὑποχρεώσεις, διὰ νὰ ἀντιληφθῶμεν κατὰ πόσον ὑπῆρξε τις δόλος ἢ κἂν οἱαδήποτε παράβασις ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν νὰ ἐφαρμόσουν τὴν Σύμβασιν ταύτην. Ἀληθῶς καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἡ Συνθήκη ἡ Σερβοελληνικὴ ὑπέστη κλονισμόν, καὶ τὸ πρῶτον ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ παραπονεθοῦν διὰ τὴν τοιαύτην ἐξέλιξιν τῶν πραγμάτων. Εἰς τὸν κλονισμὸν αὐτὸν ἀποβλέπουσιν ἀκριβῶς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σήμερον κατέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀφορῶσιν εἰς τὴν ἐξοντωτικὴν καταδίωξιν τοῦ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ Ἑλληνισμοῦ, ἡ ὁποία ἤρξατο ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1915 καὶ ἡ ὁποία, ὡς ἀναγράφουσι τὰ τελευταῖα κατατεθέντα ἔγγραφα καὶ δημοσιευθέντα ἐν τῇ Λευκῇ Βίβλῳ, ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς σήμερον. Καὶ τὸ πρᾶγμα ἀφορᾷ εἰς τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομὴν αὐτῆς δυνάμει τῆς Συνθήκης ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ καὶ νῦν Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς προκύπτει ἐκ τῶν κατατεθέντων σήμερον ἐγγράφων, ἡ Σερβία ἠρνήθη διὰ διαφόρους λόγους, ἠρνήθη διαρρήδην, ὅτι ἦτο ὑπόχρεως νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς καὶ νὰ συναγωνισθῇ εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Ἑλλάδος ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἐκραγῆ πόλεμος μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος κατόπιν τῶν ἀσκουμένων καταδιώξεων κατὰ τῶν ὑπηκόων μὲν Ὀθωμανῶν, ἀλλὰ Ἑλλήνων τὸ γένος. Κατόπιν ἦλθε καὶ ἡ σειρὰ τῆς Σερβίας. Ἡ Σερβία, διὰ τοῦ ἀπὸ 12 Ἰουλίου 1914 ἐγγράφου αὑτῆς παρεκάλεσε τὸν ἐν Βελιγραδίῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος κ. Ἀλεξανδρόπουλον νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν «ἐὰν ἡ Σερβία ἠδύνατο νὰ ὑπολογίζῃ ἐπὶ ἐνόπλου βοηθείας ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος». Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, 12 Ἰουλίου 1914, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκετο ἐν Μονάχῳ. Ἡ ἄρνησις τῆς Σερβίας ὅπως συμπράξῃ πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐν γένει ἡ στάσις τῶν Δυνάμεων ἐξηνάγκασαν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν πολιτικὴν τὴν ἐπιθετικήν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἤδη τάμει κατὰ τῆς Τουρκίας, καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, ἐπεζήτησε μίαν συνέντευξιν, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ χώραν ἐν Βρυξέλλαις. Ἀναμένων τὸν χρόνον τῆς συνεντεύξεως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μετέβη εἰς Μόναχον, ἐκεῖ δὲ τὸν εὗρεν ἡ ἀνακοίνωσις τῆς Σερβίας. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχων γνῶσιν τῶν δύο ἐρωτημάτων τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως, ἀπήντησε διὰ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν ἐν Βελιγραδίῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος κ. Ἀλεξανδρόπουλον. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Στρέϊτ, εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις, ἔλαβε τηλεγράφημα παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ εὑρισκομένου ἐν Μονάχῳ, καὶ τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει τὸ τηλεγράφημα). Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ τηλεγραφήματος ἀνεκοίνωσε κατὰ τὴν αὐτὴν ἔννοιαν τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν. Δὲν γνωρίζομεν τί συνέβη, δὲν ἔχομεν οὐδὲν ἔγγραφον τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς πληροφορῇ ποία εἶναι ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία ἐδόθη κατόπιν τῶν ῥητῶν δηλώσεων τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν θεωρεῖ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Σερβίας κατὰ τῆς Αὐστρίας.
§177Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι εἶναι δημοσιευμένη εἰς τὴν Λευκὴν Βίβλον ἡ ἀπάντησις τοῦ Πάσιτς.
§178Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον τι. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κατατεθῇ ἓν ἔγγραφον. Τὸ ἐζήτησα, ἀλλὰ δὲν μοὶ ἐδόθη. Ἂν ὑπάρχῃ ἡ παράλειψις αὕτη, δὲν θὰ καταλογισθῇ εἰς βάρος μου.
§179Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ. Ἔστω, δὲν εἶναι δημοσιευμένον, ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ ἀπάντησις ἐδόθη ἐπαρκὴς ἐκ μέρους τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως.
§180Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, ἀφήσατε νὰ ἀναπτύξω τὴν γνώμην μου καὶ τότε ἀκούω τὰς παρατηρήσεις σας. Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα, τὸ τεθὲν παρὰ τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ ἂν ἦτο διατεθειμένη νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν ρήτραν τῆς Συνθήκης εἰς περίπτωσιν ἐπιθέσεως τῆς Αὐστρίας, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, λέγω, κατὰ πόσον ἡ ἀπάντησις αὕτη συνεβιβάζετο μὲ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἐνεῖχεν ἡ σχετικὴ διάταξις τῆς Συνθήκης τῆς ἀμυντικῆς Συμμαχίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας. Ἀναγκαίως θὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κατατεθῆ καὶ τὰ ὁποῖα πραγματεύονται, ὑπὸ τὸν τίτλον «Πραγματεύσεις», πραγματεύονται, λέγω, περὶ τῶν ὅρων τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συνθήκης. Εὐτυχῶς εἶναι ἔγγραφα τόσον σαφῆ καὶ προέρχονται παρὰ Ὑπουργοῦ Ἐξωτερικῶν μὴ διακειμένου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἡ ἀνταλλαγὴ σκέψεων καὶ γνωμῶν μεταξὺ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κορομηλᾶ καὶ τοῦ ἐν Βελιγραδίῳ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος κ. Ἀλεξανδροπούλου. Τὸ ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. 5 τῆς 10ης Μαΐου 1913 τοῦ κ. Κορομηλᾶ πρὸς τὸν κ. Ἀλεξανδρόπουλον πραγματεύεται ἀκριβῶς περὶ τῆς ρήτρας, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζομένη ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις ἐζήτησε, πρὸ τῆς ἐπικειμένης ἐπιθέσεως τῆς Αὐστρίας κατὰ τῆς Σερβίας, τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συνθήκης. Ὑπάρχει μία διαφωνία καὶ μία παράλειψις εἰς τὸ 1ον ἄρθρον τῆς στρατιωτικῆς Συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐπηκολούθησε τὴν σύμβασιν τῆς Συνθήκης περὶ ἀμυντικῆς συμμαχίας. Ὁ κ. Κορομηλᾶς λέγει τὰ ἑξῆς ἐπ’ αὐτοῦ (ἀναγινώσκει). Οὕτω πως ἐθεώρει ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ τὸ 1ον ἄρθρον τῆς Συμβάσεως τῆς στρατιωτικῆς ὁ κ. Κορομηλᾶς. Καὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ ὅροι διατυπώσεως τῆς ἐννοίας, διότι, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψει, κύριοι, τὴν ἀρχικὴν σύνταξιν τῆς Συμβάσεως αὐτῆς τῆς Συνθήκης περὶ συμμαχίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας, θέλει ἀνεύρει τὸν χαρακτῆρα τὸν Βαλκανικόν, τὸν ὁποῖον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἤθελον. Τὸ ἀρχικὸν σχέδιον ὡμίλει περὶ τῆς ἐπικειμένης διανομῆς τῶν χωρῶν, τῶν κατακτηθεισῶν μὲ τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Τουρκίας. Διαγράφον τὰς ἀμοιβαίας ἀξιώσεις τῆς Σερβίας καὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ καθορίζον μετὰ πάσης λεπτομερείας τὰ σύνορα τὰ Ἑλληνικὰ καὶ τὰ Σερβικά, ἀναγράφει δὶς καὶ τὴν ρήτραν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῶσιν αἱ δύο Χῶραι τὴν παρέμβασιν οἱασδήποτε Δυνάμεως μεταξὺ τῶν συνόρων τῶν δύο Κρατῶν, ἵνα δύνανται τὰ σύμμαχα Κράτη, ἡ Σερβία καὶ ἡ Ἑλλάς, νὰ συγκοινωνῶσιν. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς Συνθήκης, τὴν ὁποίαν ὅταν ἀναγνώσῃ τις δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκτιμήσῃ ὡς ἀναγομένην ὄχι μόνον εἰς Βαλκανικὰ ζητήματα, ἀλλὰ καὶ εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προκύψωσι τὴν ἐπιοῦσαν μεταξὺ Σερβίας καὶ Ἑλλάδος καὶ ἀφ’ ἑτέρου μεταξὺ τοῦ τρίτου συμμάχου, τῆς Βουλγαρίας. Τὸ σχέδιον ἐκεῖνο τῆς Συμβάσεως δὲν ἐκυρώθη καὶ ἔμεινεν ἓν σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἔχει περίπου τὰ αὐτά. Καὶ τὸ πρωτόκολλον τὸ προκαταρκτικὸν ἀποδίδει ἀκριβῶς εἰς τὴν μελετωμένην Σύμβασιν τὸν χαρακτῆρα τὸν καθαρῶς Βαλκανικόν. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς Συνθήκης λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον), διατηρεῖ δὲ καὶ ἐν τῇ ὁριστικῇ διατυπώσει ἡ Σύμβασις τὸν χαρακτῆρα τὸν Βαλκανικόν, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἔχομεν καὶ τὴν ρήτραν ἑνὸς συμμάχου Κράτους καὶ τρίτης Δυνάμεως ἐν πολέμῳ. Ἀλλ’ αἱ βλέψεις τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἦσαν οἷαι ἦσαν καὶ αἱ βλέψεις τῆς Ἑλλάδος, ὡς ἐκδηλοῦται ἐκ τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα πρὸ ὀλίγου, τῶν παρατηρήσεων τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀπαντᾷ δὲ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος ἐν Βελιγραδίῳ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κορομηλᾶν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Αὐτὴ ἦτο ἡ διατύπωσις, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸ σχετικὸν ἄρθρον τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ. Δὲν πρόκειται πλέον περὶ τοῦ ἄρθρου 5, ὡς μνημονεύει εἰς τὸ ἔγγραφόν του ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κορομηλᾶς, ἀλλὰ περὶ τοῦ 1ου ἄρθρου. Ἔπειτα ὅτι τὸ πρῶτον ἐρώτημα, τὸ τεθὲν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἀνακοινώσεως ἐκείνης τῆς Σερβίας, ἦτο αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει, ὅτι κυρώνει τὴν ἐν τῇ συντάξει τοῦ 1ου ἄρθρου τῆς Συμβάσεως τῆς Σερβικῆς καὶ ἐν τῇ σκέψει τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως πρόνοιαν περὶ ἐπιθέσεως ἐκ μέρους τρίτης Δυνάμεως. Ὅταν πρόκειται περὶ τῆς ἐπιθέσεως τῆς Βουλγαρίας ἐναντίον τῆς Σερβίας, ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις λέγει ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς βοηθείας μας, ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ἐπιθέσεως ἄλλης Δυνάμεως, ὅταν πρόκειται περὶ Αὐστρίας, θεωρεῖ τὴν σύμπραξιν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Σερβίαν, κηρυχθεῖσαν ἐμπόλεμον, κεφαλαιώδη, εὑρισκομένην ὑπὸ τὴν ἐπίθεσιν τῆς Αὐστρίας. Αὐτὴ ἦτο ἡ κυρία ρήτρα, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπέβλεπεν ἡ Σερβία καὶ κατὰ πρῶτον λόγον θέτει τὸ ἐρώτημα, τί θὰ πράξῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν περιπτώσει ἐπιθέσεως τῆς Αὐστρίας ἐναντίον τῆς Σερβίας. Καὶ ἔρχονται αἱ ἀπαντήσεις αἱ γνωσταὶ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ κατ’ ἐντολὴν ἐνεργοῦντος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, πρὸς σαφεστέραν ἀντίληψιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τὸ πρᾶγμα. Κύριοι, νομίζετε ὅτι ἀνταποκρίνεται ἡ τοιαύτη ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρώτων ἄρθρων τῆς Συμβάσεως τῆς στρατιωτικῆς προέβαλεν ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἑλλάδα; Καὶ διὰ τοῦτο ἠρώτησα προηγουμένως ἐὰν ὑπάρχῃ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀπαντᾷ εἰς τὰς σχετικῶς γενομένας πρὸς τὴν Σερβικὴν Κυβέρνησιν ἀνακοινώσεις κατ’ ἀπόφασιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως σχετικῶς μὲ τὴν ἐπίθεσιν τὴν Αὐστριακήν, ἐὰν ἀπήντησεν ἡ Σερβία. Τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ὑπάρχει, δὲν κατετέθη τοὐλάχιστον. Δὲν ἔχω οὐδένα λόγον νὰ ἀμφισβητήσω τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας προηγουμένως διετύπωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν ἔγγραφον ἐδῶ, τὸ ὁποῖον νὰ βεβαιοῖ ὅτι, ἐπικειμένης τῆς ἐπιθέσεως τῆς Αὐστρίας, ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις ἦτο πολὺ εὐχαριστημένη, διότι ηὔχετο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἤλπιζεν, ὅτι δὲν θὰ ἐπήρχετο ἡ ἐπίθεσις ἡ Αὐστριακή, ἡ ὁποία θὰ καθίστατο μία συμφορὰ δι’ ὅλους μας, καὶ δι’ ἐκείνους καὶ δι’ ἡμᾶς. Ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις ἦτο εὐχαριστημένη, καὶ μάλιστα ἀφοῦ ὑπέσχετο ὅτι «ἐὰν κατὰ δυστυχίαν καὶ ὅταν αἱ εὐχαί μου δὲν θὰ τελεσφορήσωσιν, ὑποστῶ ἐπίθεσιν, θὰ τύχω τῆς συνδρομῆς σας κτλ.» Περὶ τῆς ἀποτελεσματικότητος ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλὰ καταλήγων τὸν λόγον εἶπεν ὅτι εἶναι ἀτιμία διὰ τὰ μικρὰ Κράτη νὰ ἐκφεύγουν ἐκ τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας συνωμολόγησαν, διότι ἕνεκα τῆς ἀτιμίας αὐτῆς καταρρίπτεται τὸ γόητρον αὐτῶν καὶ δὲν δύνανται εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἐλπίζουν εἰς οἱανδήποτε συνδρομήν. Εἶναι ἀληθές· δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία οὐδεμία ὅτι πρὶν ἢ συνομολογῶνται Συμβάσεις τοιαῦται, ἐπαχθεστάτας συνεπαγόμεναι ὑποχρεώσεις διὰ τὰ Κράτη, πρέπει νὰ σταθμισθοῦν ὅλαι αἱ περιστάσεις, ἡ δύναμις τὴν ὁποίαν διαθέτει ἕκαστον τῶν συμβαλλομένων Κρατῶν καὶ ἡ ἀποτελεσματικότης τῆς συνδρομῆς αὐτῶν. Ἀλλὰ περὶ ἀποτελεσματικότητος τῆς συνδρομῆς αὐτῆς δὲν ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν ὁριστικὴν διατύπωσιν τοῦ 1ου ἄρθρου τῆς στρατιωτικῆς Συμβάσεως, καὶ δὲν ἐγένετο λόγος, διότι αἱ περιστάσεις ἦσαν τόσον ἐπείγουσαι, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Κορομηλᾶς πάντοτε τηλεγραφεῖ πρὸς τὸν κ. Ἀλεξανδρόπουλον νὰ σπεύσῃ αὐθημερὸν νὰ ὑπογράψῃ τὴν Σύμβασιν ὅπως διετυπώθη μετὰ τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ κ. Κορομηλᾶς τὴν 17 Μαΐου 1913, ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν συνωμολογήθη ἡ σύμβασις (ἀναγινώσκει). Ἦσαν αἱ περιστάσεις τόσον ἐπείγουσαι, ὥστε ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ νῦν κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργοῦντος διὰ τὰ ἐξωτερικὰ τοῦ κ. Κορομηλᾶ, νὰ δεχθῇ τὸν ἐπαχθέστατον ὅρον, χωρὶς νὰ ὑπολογίσῃ τὰς συνεπείας τοῦ ὅρου τούτου. Χάρις εἰς τὴν νικηφόρον προέλασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ὑπὸ τὴν ἀρχηγίαν τοῦ τότε Διαδόχου Κωνσταντίνου, προκατελείφθησαν οἱ Βούλγαροι σπεύδοντες καὶ αὐτοὶ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην. Τὸ Σαραντάπορον, τὰ Γενιτσά, ἡ Θεσσαλονίκη, ἦτο μία σειρὰ ἄθλων ἀνηκούστων διὰ τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, ὁ ὁποῖος ἀπεδείχθη ὁ ἐνδοξότερος τῶν στρατῶν τῆς συγχρόνου Εὐρώπης. Χάρις λοιπὸν εἰς τὰς νίκας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατελήφθη ἡ Θεσσαλονίκη πρὶν ἢ προφθάσουν οἱ Βούλγαροι, οἱ ὁποῖοι ἀπέβλεπον καὶ ἔσπευδον πρὸς αὐτήν. Καὶ ἀνήμερα τοῦ Ἁγίου Δημητρίου εἰσῆλθεν ἐνδόξως ἐν τῇ Βασιλίδι τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς καὶ ἐπὶ κεφαλῆς αὐτοῦ ὁ ἀοίδιμος Βασιλεὺς Γεώργιος καὶ εἰς τὸ πλευρὸν αὐτοῦ ὁ ἔνδοξος Διάδοχος Κωνσταντῖνος. Δὲν δύνανται νὰ ἀπαλειφθῶσιν ἐκ τῆς μνήμης τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὰ ἆθλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνύψωσαν καὶ τὸ γόητρον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τὸ γόητρον τοῦ στρατοῦ αὐτῆς.
§181Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὰ ὁποῖα ἐγένοντο μὲ τὸ αἷμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§182Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ τὸ αἷμα βεβαίως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν παρεῖδε τὰς παραδόσεις του τὰς ἐθνικάς. Ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς τοιαύτης ἐνδόξου εἰσόδου τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐν τῇ βασιλίδι τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας παρουσιάσθη Βούλγαρος ἀξιωματικός, παραπονούμενος ὅτι ὁ Διάδοχος τοῦ Βουλγαρικοῦ Θρόνου Βόρις διήνυσεν ὅλην τὴν νύκτα ὑπό τινα γέφυραν ὑπὸ ραγδαίαν βροχὴν καὶ παρεκάλεσεν ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὸν Διάδοχον τοῦ Βουλγαρικοῦ Θρόνου νὰ εἰσέλθῃ εἰς Θεσσαλονίκην, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἀναπαυθῇ μετά τινος ἀποσπάσματος. Ὁ τότε ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ δὲν ἐνέδωκεν εἰς τὴν παράκλησιν αὐτὴν καὶ ἀνήγγειλε τὸ γεγονὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις διέταξεν ὅπως ἐπιτραπῇ.
§183Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς διακόψω καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ διορθώσω...
§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Χωρὶς νὰ ὀργίζεσθε, δύνασθε νὰ ἀναιρέσητε ἐὰν νομίζετέ τι ἀνακριβές.
§185Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός)... διότι δὲν παρεκτρέπετε μόνον τὸν λόγον ἀπὸ τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐν γνώσει φέρετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς γεγονότα ψευδῆ.
§186Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διατυπώσατέ τα.
§187Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἄδεια πρὸς τοὺς Βουλγάρους νὰ μείνουν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην μὲ τὰ δύο τάγματα τὰ ὁποῖα εἶχον ζητήσει καὶ τὰ δώδεκα τὰ ὁποῖα ἀπέστειλαν ὕστερον, ἐδόθη ὑπὸ τοῦ Διαδόχου τοῦ Θρόνου χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνήγγειλε τὴν ἀπόφασίν του καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐζήτει νὰ ἐξουσιοδοτήσωμεν αὐτὸν καὶ ἔλεγε: «Τοὺς ἐπέτρεψα νὰ μποῦν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐγκρίνετε τὴν ἐνέργειάν μου, τότε θὰ τοὺς πῶ νὰ φύγουν». Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, σᾶς προσθέτω δὲ καὶ ἄλλο τι, διότι μοῦ δίδεται ἡ ἀφορμὴ νὰ τὸ εἴπω. Ἠθελήσατε νὰ ἀναφέρετε τὰς νίκας του καὶ τὴν προέλασίν του πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην. Αἱ νίκαι ὀφείλονται εἰς τὴν ὁρμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ τὴν ἀσυγκράτητον. (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρετε δύο γεγονότα: Ὅτε ὁ στρατὸς ἡμῶν εὑρίσκετο εἰς τὴν Κοζάνην, ἐστάλη τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος εἶχε διαταγὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ πολέμου νὰ στραφῇ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην, τὸ ὁποῖον μοῦ ἔλεγεν ὅτι ὁ στρατὸς δὲν θὰ ὁδεύσῃ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην. «Ἐγώ, ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα, ἔχω καθῆκον νὰ στραφῶ πρὸς τὸ Μοναστήριον, ἐκτὸς ἂν τὸ ἀπαγορεύσετε». Καὶ τοῦ ἀπήντησα: «Σοῦ τὸ ἀπαγορεύω». Διότι ἐγνώριζα ὅτι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ πολεμήσωμεν μὲ τοὺς Τούρκους μόνοι, εἴχομεν καθῆκον νὰ συντρίψωμεν τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ τοῦ ἐχθροῦ. Διότι τὰ ζητήματα τὰ στρατιωτικὰ δὲν εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα γνωρίζουν οἱ στρατιωτικοί, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Τὰ στρατιωτικὰ ζητήματα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν πολιτικὰ ζητήματα. Ἐὰν ἤδη ἡ τέχνη τοῦ πολέμου, λαβοῦσα τὴν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε, κατέστησεν ἀναγκαῖον ὅπως ἰδία κλάσις ἀνδρῶν ἀσχολῆται εἰς τὰ στρατιωτικὰ πράγματα, ἄλλοτε, ὅταν ἡ τακτικὴ τοῦ πολέμου ἦτο ἁπλουστέρα, ἐν τῷ μέσῳ τοῦ πολέμου στρατηγοὶ ἄνδρες ἦσαν οἱ πολιτικοί. Ἀπηγόρευσα λοιπὸν εἰς τὸν Διάδοχον τότε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ Μοναστήριον καὶ τοῦ εἶπα νὰ βαδίσῃ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην, διότι δὲν εἴχομεν νὰ κάμωμεν μὲ ἕνα ἐχθρόν, διότι διεξήγομεν πόλεμον τρεῖς σύμμαχοι, ἦσαν δὲ ἐνδεχόμεναι ἔριδες περὶ τῆς μερίδος, τὴν ὁποίαν θὰ ἐλαμβάνομεν ἕκαστος, καὶ εἴχομεν πάντα λόγον νὰ καταλάβωμεν πρῶτοι τὴν Θεσσαλονίκην. Ὁ Διάδοχος ὑπεχρεώθη νὰ ὑποκύψῃ καὶ δὲν ἐξεδήλωσε τὴν τάσιν του, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκδηλώσῃ τότε τάσιν ἀντιθέσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐτράπη πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην. Φθάνει εἰς τὰ Γενιτσὰ καὶ ὁ στρατὸς μεταξὺ Γενιτσῶν καὶ Θεσσαλονίκης καταναλίσκει 7 ἡμέρας ἵνα φθάσῃ. Ἐγὼ εἶχα πληροφορίας ὅτι κατήρχοντο αἱ φάλαγγες αἱ Βουλγαρικαὶ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ διὰ νὰ ἐπικοινωνήσω μὲ τὸν Διάδοχον καὶ ὠθήσω αὐτὸν ὅπως τὸ ταχύτερον σπεύσῃ πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην, διότι ἐκινδύνευον νὰ εἰσέλθουν πρῶτοι οἱ Βούλγαροι, εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην—δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς ἂν τὴν 23 ἢ 24 ἢ 25 Ὀκτωβρίου—νὰ ἐξυπνήσουν τὸν Βασιλέα, εὑρισκόμενον τότε εἰς Γιδᾶ, καὶ νὰ τοῦ ἀνακοινώσουν τηλεγράφημα, παρακαλῶν νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν Διάδοχον τοῦ Θρόνου, εἰς τὸ ὁποῖον ἔλεγα: «Σᾶς καθιστῶ προσωπικῶς ὑπεύθυνον διὰ τὴν βραδύτητα μὲ τὴν ὁποίαν διεξάγετε τὰς ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι κινδυνεύουν νὰ φέρουν τοὺς Βουλγάρους πρώτους εἰς τὴν Θεσσαλονίκην». Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ τότε ὑπασπιστὴς τοῦ Βασιλέως κ. Πάλλης, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρχηγὸς τοῦ Βασιλικοῦ Οἴκου, μοῦ εἶπεν ὅτι τὸ τηλεγράφημα διεβιβάσθη ἀπόψε εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ὅτι κοιμᾶται καὶ ἂν ἐπέμενα νὰ τὸν ἐξυπνήσῃ. Καὶ ἀπήντησα ἐπιμένων νὰ ἐξυπνήσῃ, διότι ἤθελα νὰ προστεθῇ εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ κῦρος τὸ πατρικὸν καὶ τὸ βασιλικὸν διὰ νὰ ἐπισπευσθοῦν τὰ πάντα. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὴν Μακεδονικὴν ἐκστρατείαν. Εἶναι πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶπον ποτέ. Δὲν μοῦ εἶχε δοθῆ ἀφορμὴ νὰ τὰ εἴπω, οὔτε ἐνόμισα ὅτι μοῦ ἐπεβάλλετο νὰ τὰ εἴπω, ἀλλ’ ἀφοῦ ἔρχεσθε νὰ μὲ καταστήσετε ὑπεύθυνον — διότι εἰσῆλθον οἱ Βούλγαροι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, τὰ λέγω. Ὁ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἄνευ δικαιώματος ἐδέχθη τοὺς Βουλγάρους καὶ μοῦ ἔλεγεν ὅτι ἐπέτυχε συμφωνίαν, ἐὰν ποτὲ ζητήσωμεν νὰ φύγουν, νὰ τοὺς εἰπῇ νὰ φύγουν. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἰσῆλθον δύο τάγματα καὶ ἔπειτα ὁλόκληρος μεραρχία, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῇ τοῦτο; Τοῦ ἀπήντησα: «Ἔκαμες κακὰ νὰ τοὺς δεχθῇς, ἀλλὰ τώρα δὲν δύναμαι νὰ ἀξιώσω νὰ τοὺς βγάλῃς». Πῶς μὲ θεωρεῖτε ὑπεύθυνον λοιπόν; Αὐτὰ εἶχον, δοθείσης ἀφορμῆς, νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὴν πορείαν καὶ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλονίκης.
§188Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εἰς θέσιν καλλίτερον παντὸς ἄλλου νὰ βεβαιώσῃ πῶς ἔχουν τὰ πράγματα καὶ ὄχι μόνον εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τὸν βεβαιώσω ὅτι ἡ ἀντίληψίς μου ὡς πρὸς τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν στρατιωτικῶν εἶναι ὁμοία πρὸς τὴν ἰδικήν του. Πάντοτε διεξεδίκησα ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς πολιτικῆς τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον νὰ κρίνῃ περὶ τῶν περιστάσεων, ὑπὸ τὰς ὁποίας δρᾷ ὁ ἐθνικὸς στρατός. Τὰ περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ στρατοῦ ἀνήκουν εἰς τὴν ἐθνικὴν διοίκησιν. Αἱ προβλέψεις ὅμως ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐνεργείας τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ παρὰ μόνης τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκτιμηθοῦν. Αὐτὴ ὑπῆρξε πάντοτε ἡ ἀντίληψίς μου σχετικῶς μὲ τὰς σχέσεις τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ διετήρησα, κύριοι τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν μέχρι κεραίας εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, καὶ τὰς εὐκόλους περιστάσεις καὶ τὰς δυσκόλους περιστάσεις. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ σᾶς ἀποδώσω καμμίαν μομφήν. Ἐπρόκειτο νὰ ὑπομνήσω τὰ γεγονότα. Καὶ τὸ γεγονὸς εἶναι ἀκριβές. Καὶ εἶπον ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι προκύπτει ὑπὸ ποίαν πίεσιν εὑρέθητε νὰ ὑπογράψητε τὴν Συνθήκην.
§189Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἄλλα τὰ τῆς Συνθήκης μας μὲ τὴν Σερβίαν καὶ ἄλλα τὰ τοῦ πολέμου μὲ τὴν Τουρκίαν. Δὲν εἴχατε ἀνάγκην νὰ μνημονεύσετε τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλονίκης, διὰ νὰ εἴπητε ὅτι ἐγὼ ἐδέχθην τοὺς Βουλγάρους.
§190Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διόλου. Ἀλλ’ ὑπῆρξαν αἱ περιστάσεις τοιαῦται καὶ ἡ ἐπίθεσις τῶν Βουλγάρων τόσον ἐπικειμένη...
§191Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἠξεύρετε τὰ πράγματα. Ἡ ἅλωσις τῆς Θεσσαλονίκης ἐγένετο εἰς τὰς 26 Ὀκτωβρίου 1912, ἡ δὲ Συνθήκη ὑπεγράφη τὴν 19ην Ἰουνίου 1913. Τὰ γεγονότα τὰ ἐξαναγκάσαντα ἡμᾶς νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ὑπογραφὴν τῆς Συνθήκης, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὁ κ. Κορομηλᾶς διέταξε τὸν κ. Ἀλεξανδρόπουλον νὰ ὑπογραφῇ ἡ Συνθήκη ἐντὸς τῆς ἡμέρας, ἦσαν τὰ τοῦ Παγγαίου, λαβόντα χώραν τὸν Μάϊον. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸ ζήτημα τῆς Θεσσαλονίκης;
§192Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ σχετίζω, διότι πρόκειται περὶ τῆς εἰσβολῆς τῶν Βουλγάρων. Ἡ εἰσβολὴ τῶν Βουλγάρων ἐν Θεσσαλονίκῃ ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία ἐγέννησεν ὅλα τὰ ζητήματα.
§193Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ρίψετε εἰς ἐμὲ τὴν εὐθύνην διότι εἰσῆλθον οἱ Βούλγαροι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην.
§194Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ὅτι εἰσῆλθεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατός, τῆς δόξης τοῦ ὁποίου μετέσχετε, πρῶτος εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, σᾶς ἐπείραξε; Θέλετε νὰ ἀρνηθῆτε καὶ τὴν δόξαν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ;
§195Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιον τῆς θέσεώς σας, οὔτε τοῦ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον κατ’ ἐπανάληψιν ἐλάβατε, εἶναι πολὺ κατώτερον τὸ νὰ θέλετε νὰ προκαλῆτε παρεξήγησιν τῶν λόγων μου καὶ νὰ λέγετε: «Βλέπετε, ὁ Βενιζέλος δὲν ἀναγνωρίζει τὰς νίκας τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ». Ἠθελήσατε νὰ μοῦ ρίψετε εὐθύνην διατί ἐδέχθην τοὺς Βουλγάρους εἰς Θεσσαλονίκην, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὸν ἔκπτωτον Βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ εἴπῃ: «Βλέπετε, ἐγὼ δὲν ἤθελα τοὺς Βουλγάρους εἰς Θεσσαλονίκην, ἀλλὰ τί νὰ σᾶς κάμω ποῦ εἶχα τὸν Βενιζέλον;» Αὐτὸ ἦτο τὸ νόημα τῶν λόγων σας καὶ ἠναγκάσθην νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ χαίρω διότι μοῦ δίδετε ἀφορμὴν νὰ ἀποκαταστήσω τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ἵνα ἀποδείξω ὅτι πράγματι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰσῆλθε κατὰ τὰς προβλέψεις μου ἐντὸς τῶν ὡρισμένων ἡμερῶν. Ἐὰν παρέμεινεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην καὶ δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὸ Μοναστήριον, τοῦτο ὀφείλεται εἰς κυβερνητικὴν ἐνέργειαν. Καὶ ἐὰν ὑπῆρξε βραδύτης περὶ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλονίκης, ἦτο ἐνέργεια τοῦ τότε Ἀρχιστρατήγου, ἐνέργεια κατὰ τῆς ὁποίας ὡμίλησα κατὰ τρόπον ἀπρόσφορον ἐντελῶς, θέτων εἰς τὴν θέσιν του τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, χωρὶς νὰ συλλογισθῶ ἐὰν εἶναι Διάδοχος ἢ γόνος τοῦ Στέμματος, καταστήσας μάλιστα ὑπεύθυνον τὸν Πατέρα του καὶ ἐξυπνήσας αὐτὸν τὴν νύκτα ἵνα εἴπω εἰς αὐτόν: «Καὶ σὺ ἔχεις καθῆκον νὰ τοῦ εἴπῃς νὰ προσέξῃ». Καὶ σᾶς ἐπαναλαμβάνω· Τί ἀνάγκην εἴχετε νὰ ἐπικαλεσθῆτε τὴν εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων εἰς Θεσσαλονίκην νῦν, ὁπότε εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συνθήκης, δηλαδὴ 7 μῆνας ὕστερον;
§196Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ, πρέπει νὰ εἶσθε εὐχαριστημένος δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν εἴπετε εἰς τὴν Βουλήν.
§197Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ εἶμαι εὐχαριστημένος, διότι ἀρκετὰ θὰ ὁμιλήσω κατόπιν.
§198Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τότε νὰ κλείσετε τὴν Βουλήν, διότι καὶ ἐγὼ ἀληθῶς θαυμάζω πῶς ἀντέχετε εἰς ὅλην τὴν ἐργασίαν καὶ ὅτι ὑπὸ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα σήμερον εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ καταναλίσκετε τὸ πλεῖστον τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νυκτὸς εἰς συζητήσεις τοιαύτας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὴν ἀξίαν των εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις καὶ οὐχὶ εἰς περιστάσεις, ὅπως αἱ σημεριναί. Σεῖς ἐζητήσατε ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ ζήτημα τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂν ὁμιλῶ ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ σφάλμα δὲν εἶναι ἰδικόν μου. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω νὰ εἴπω εἶναι ὅτι οἱ Βούλγαροι, οἱ σύμμαχοί μας, διὰ παντὸς τρόπου προσεπάθουν νὰ μᾶς δολιευθῶσιν, εὑρισκομένη δὲ ἡ Κυβέρνησις πρὸ τοιαύτης πιέσεως, ἐδέχθη τὸ μὴ χεῖρον, τὸ ὁποῖον ἦτο βέλτιστον. Ἐὰν ἐνοχλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἔχω ἢ νὰ ἐγκαταλείψω τὸ βῆμα, ἀφοῦ μάλιστα κατήρξατο τῆς συζητήσεως ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους διετυπώσατε καὶ οὐχὶ μόνον ἐκ μέρους τῶν κ.κ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται ἐλευθέρως νὰ ἐκφράζωσι τὰς γνώμας των, ἀλλὰ καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι αἱ σκέψεις καὶ αἱ φράσεις καὶ αἱ ἔννοιαι τῶν λόγων αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ προκαλέσωσι ποιάν τινα ἀνησυχίαν, διότι βεβαίως καὶ κατὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὰς βιαιοπραγίας κατὰ τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ σήμερον ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς καταθέσεως τῶν νέων ἐγγράφων, ἡ γλῶσσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἦτο, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω, ἐκ τῆς συμπεριφορᾶς του ἡ ἐνδεδειγμένη. Δὲν ἦτο δυνατόν, ἀφοῦ μάλιστα γνωριζόμεθα ὅπως γνωριζόμεθα, καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ τὸ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ συγκινηθῶ διὰ τοῦτο. Θὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἐνέργεια πλησιεστάτου ἐπεισοδίου ἐγέννησεν ὑπονοίας περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ὡς παρεμπῖπτον ζήτημα καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τὸ τελειώσω. Ἐνθυμεῖσθε τὰ τῆς διευθύνσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἀδελφοῦ σας ὡς Διευθυντοῦ τῶν Μακεδονικῶν σιδηροδρόμων. Περὶ αὐτοῦ εἶχον τὴν ἀρίστην ἐντύπωσιν καὶ ἔχω τὰς ἀρίστας ἀναμνήσεις. Ἔχω τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὴν ἀνάμνησιν, ὅτι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε πάντοτε μετὰ τῆς μεγαλειτέρας αὐστηρότητος καὶ τοῦ μεγαλειτέρου ζήλου τὸ καθῆκον του. Ἀλλ’ ἐπῆλθεν ἡ ἀτυχὴς ὑποχώρησις τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ μετὰ τὴν ἧτταν τοῦ Κριβολάκ. Κατὰ τὴν ὑποχώρησιν ἐκείνην ἐπῆλθεν εἷς ἐκτροχιασμὸς ἑνὸς συρμοῦ, καὶ ὁ στρατηγὸς Σαράϊγ, προκαλούμενος ὑπὸ τῶν περὶ αὐτόν, κατήγγειλεν ὅτι ὁ ἐκτροχιασμὸς ἐκεῖνος ὠφείλετο εἰς ἐνέργειαν τοῦ ἀδελφοῦ σας. Καὶ προσεπάθουν τότε διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξηγήσω διὰ τῆς ἁρμοδίας ὁδοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ὑπόνοια κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σας καὶ εἶχον τὴν τιμὴν τότε ὡς Ὑπουργὸς νὰ σᾶς ἴδω καὶ συνωμιλήσαμεν περὶ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον, καὶ ἠναγκάσθην τότε τὸν τίμιον ὑπάλληλον, εἰς τὸν ὁποῖον εἶχον πᾶσαν ἐμπιστοσύνην καὶ ὁ ὁποῖος ἐξετέλεσε μετὰ θρησκευτικοῦ ζήλου τὸ καθῆκον του, νὰ τὸν ἀνακαλέσω καὶ ὁ τίμιος ὑπάλληλος τὸ ἐθεώρησε προσβολήν, καὶ μάλιστα νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος δυσκόλως καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν του βίον ἔθιξεν οἱονδήποτε ὑπάλληλον. Τοὐλάχιστον ἔχω αὐτὴν τὴν τύχην νὰ ἀναγνωρίζω τοὺς καλοὺς ὑπαλλήλους. Καὶ ἤλθετε καὶ παρεπονέθητε καὶ προσεπάθησα νὰ σᾶς πείσω ὅτι ἦτο ἐν τῷ συμφέροντί του νὰ ἀπομακρυνθῇ ἐκεῖθεν, ἀφοῦ ὑπῆρχε μία τοιαύτη προκατάληψις, ἡ ὁποία ἐπέδρα ἐπὶ τὴν ἐντιμότητα τῆς Κυβερνήσεως.
§199Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ὑπομνήσω κάτι τι σχετικόν;
§200Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς παρακαλῶ, δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν συζήτησιν τὰ τοῦ ἐπεισοδίου αὐτοῦ.
§201Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχουν σχέσιν κατὰ τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὡμίλησε περὶ τιμῆς καὶ ἴσως ὅπως ὁμιλοῦν περὶ τῆς τιμῆς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουν τὰ καθ’ ἡμᾶς, καὶ ἠθέλησα νὰ τοῦ ὑπομνήσω, ὅτι ὑπάλληλος τίμιος, ὁ ὁποῖος ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκον του μετὰ τῆς μεγαλειτέρας ἀκριβείας, ἔγινε θῦμα μιᾶς σκιᾶς καὶ τρομερᾶς συκοφαντίας.
§202Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τί σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὴν συζήτησιν;
§203Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ ὑπομνήσω τοῦτο, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν φαίνεται ὅτι τὸ εἶχε λησμονήσει.
§204Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τὸ εἶχον λησμονήσει. Ἐπὶ προσωπικῶν ζητημάτων ἔχω τὴν βαθυτάτην ἐκτίμησιν καὶ τὸν μεγαλείτερον προσωπικὸν σεβασμόν, ἀλλὰ τώρα συζητοῦμεν περὶ πολιτικῶν ὑποθέσεων.
§205Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ τότε περὶ πολιτικῆς ὑποθέσεως ἐπρόκειτο, διότι ἡ Κυβέρνησις κατηγορεῖτο διὰ τὴν πρᾶξιν ὅτι κατόπιν διαταγῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶχε προβῆ ὁ ἀδελφός σας εἰς τὸν ἐκτροχιασμὸν διὰ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ὑποχώρησιν τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ καὶ νὰ ἐκθέσῃ αὐτὸν εἰς σφαγήν. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατηγορία.
§206Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὸ σχετικὸν μὲ τὸ ζήτημα; Ἂν ἐπῆλθεν ἡ διχογνωμία καὶ τὰ παράπονα τοῦ στρατηγοῦ Σαράϊγ ἐν σχέσει μὲ τὴν κίνησιν τῶν σιδηροδρόμων, ταῦτα ἐπῆλθον διότι τὸ Ἐπιτελεῖον, ἔχον διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἄφινε νὰ κυκλοφοροῦν ὅσα τραῖνα ἐζήτει οὗτος διὰ νὰ μεταφέρῃ στρατὸν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, ἀλλὰ τοὺς ἔδιδε τὰ τραῖνα μὲ τὸ σταγονόμετρον καὶ τοὺς ἔλεγεν: «Ἔχετε ἄδειαν νὰ κυκλοφορήσητε τρία ἢ τέσσαρα τραῖνα». Ἐγίνετο μάχη καὶ ἔπρεπεν ὁ στρατηγὸς Σαράϊγ νὰ ζητῇ τὴν ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως διὰ μέσου τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας, πόσα τραῖνα θὰ κυκλοφορήσωσι καὶ κατὰ ποῖον δρομολόγιον θὰ κυκλοφορήσωσιν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον κατηγόρει τὴν Κυβέρνησιν ὁ στρατηγὸς Σαράϊγ. Ἂν ἡ κατηγορία ἔπεσεν ἐπὶ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν ὑπάλληλον, δὲν βαρύνει αὐτόν, ἀλλὰ τὸ Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον οὕτω συμπεριεφέρετο εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἐμάχοντο τὰ Γαλλικὰ στρατεύματα. (Χειροκροτήματα).
§207Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἐπιτελείου σχετικῶς μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν συρμῶν καὶ τῶν βαγονίων, μὲ τὸ ἐπεισόδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον συνέβη εἰς τὸν ἀξιότιμον ἀδελφὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐκεῖ κατηγορεῖτο ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὁ κ. Πολίτης, ὁ Διευθυντὴς τῶν Μακεδονικῶν Σιδηροδρόμων, ὅτι κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως προέβη εἰς ἕνα ἐκτροχιασμὸν διὰ νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ὑποχώρησιν. Εὑρέθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς ἀληθῶς στενόχωρον θέσιν, ὅταν ἠξίωσεν ἡ Σερβικὴ Κυβέρνησις ὅπως παράσχῃ τὴν ἐκ τῆς Συνθήκης ὀφειλομένην συνδρομὴν πρὸς τὴν Σερβίαν λόγῳ τῆς ἐπιθέσεως τῆς Αὐστρίας καὶ ἠναγκάσθη, καίτοι ἡ ῥήτρα εἶναι ῥητὴ καὶ κατηγορηματική, νὰ προσφύγῃ εἰς τὴν σκέψιν περὶ ἀποτελεσματικότητος, ὅπως ἀναγράφεται εἰς τὴν σχετικὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ περὶ ἀποτελεσματικότητος δὲν ἐγένετο ποτὲ λόγος κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς Σερβικῆς Συμβάσεως, καὶ ὄχι μόνον δὲν ἐγένετο τοιοῦτος λόγος, ἀλλ’ ὡς προκύπτει ἐξ ἐκείνων τῶν προπαρασκευαστικῶν ἐγγράφων, ἀντιθέτως, ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ἠξίωσεν ἡ Σερβία τὴν ἄμεσον συνδρομὴν τῆς Ἑλλάδος ἐν περιπτώσει ἐπιθέσεως ἐκ μέρους τῆς Αὐστρίας. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Στρέϊτ, τὴν 20ὴν Ἰουλίου 1914, ἐκτελῶν τὴν ἐντολὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπήντησεν ὡς ἑξῆς εἰς τὸν κ. Ἀλεξανδρόπουλον (ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῶν τεθέντων παρὰ τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως ἐρωτημάτων, σχετικῶς πρὸς τὴν στάσιν ἣν ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις ἐσκόπει νὰ λάβῃ ἐν τῇ Αὐστροσερβικῇ συρράξει, παρακαλεῖσθε ὅπως ποιήσησθε πρὸς τὸν Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὴν ἀκόλουθον δήλωσιν, τῆς ὁποίας ἔχετε τὴν ἐξουσιοδότησιν νὰ τῷ ἀφήσητε ἀντίγραφον, ἐὰν ζητήσῃ τοῦτο. Χωρὶς νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἀπορρέουσαι ἐκ τῆς μετὰ τῆς Σερβίας συμμαχίας, καὶ μόνη ἡ σκέψις ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία καὶ ἡ ἐδαφικὴ ἀκεραιότης τῆς Σερβίας ἀποτελεῖ οὐσιώδη παράγοντα τῆς Βαλκανικῆς ἰσορροπίας τῆς ἀποκατασταθείσης διὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς εἶναι στερρῶς καὶ ἀποφασιστικῶς προσηλωμένη, ἀρκεῖ ἵνα ὑπαγορεύσῃ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ λάβῃ, πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, διὰ νὰ συνδράμῃ ὡς οἷον τε ἀποτελεσματικώτερον τὸ φίλον καὶ σύμμαχον Ἔθνος». Ὑπὲρ τοῦ ὁποίου πολὺ ὀρθῶς προέβη ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἐκδηλώσεις κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως, διότι πρόκειται περὶ γενναίου Ἔθνους, τὸ ὁποῖον εὑρέθη ὑπὸ ἀτυχεῖς περιστάσεις καὶ τὸ ὁποῖον ἐπέδειξεν ὅλην τὴν εὐστάθειαν καὶ ὅλην τὴν γενναιότητα, τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαντήσῃ κανείς. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἐκπληροῖ τελείως τὸ καθῆκον της ὡς φίλη καὶ σύμμαχος, διὰ τῆς ἀποφάσεως ἣν ἔλαβεν ὅπως τηρήσῃ ἀπέναντι τῆς Σερβίας εὐμενεστάτην οὐδετερότητα καὶ ᾖ ἕτοιμος νὰ ἀπωθήσῃ πᾶσαν ἐπίθεσιν, ἣν ἡ Σερβία ἤθελεν ὑποστῆ ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας». Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπάντησις. Ἐπιμένω εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλο τι παρ’ ὅ,τι αἱ περιστάσεις ἐδείκνυον καὶ διότι θεωρῶ ὅτι τὰ ζητήματα τῶν Συνθηκῶν δὲν πρέπει νὰ ἐξετάζωνται κατὰ τρόπον τόσον αὐστηρόν. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ ἄλλο ἡ Κυβέρνησις παρὰ ν’ ἀπαντήσῃ ὅτι ἔπρεπε νὰ τηρήσῃ πολιτικὴν οὐδετερότητος. Ὑπάρχει, κύριοι, ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸν ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανεν ἡ Γερμανία ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ ἐξεπλήρου αὕτη τὰς ὑποχρεώσεις της. (Ἀναγινώσκει). Ἕνεκα τοῦ ὅρου τούτου τῆς Συμβάσεως, θὰ ἐξετίθετο ἡ Ἑλλὰς ὄχι μόνον εἰς ἐχθρικὴν ἐπίθεσιν τῆς Αὐστρίας, ἀλλὰ καὶ τῆς Γερμανίας, διότι, ἂν δὲν ἐπείθετο ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ διετύπου τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως ὅπως τὴν διετύπωσε. Κύριοι, ὅπως δώσῃ ποιάν τινα ἱκανοποίησιν τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὑπέσχετο ὅτι ἐν περιπτώσει ἐπιθέσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας, ἀναμφισβητήτως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ μετεῖχε τοῦ πολέμου παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Σερβίας. Τοῦτο δὲ ἀναμφιβόλως καὶ ἐν πεποιθήσει τὸ ἔλεγεν, ἀλλὰ καὶ διότι ἤλπιζεν ὅτι ὁ κίνδυνος ἀπεμακρύνετο. Ἀλλὰ τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος περιῆλθον εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον περιῆλθον εἴτε ἐπὶ καλῷ, εἴτε ἐπὶ κακῷ — εὔχομαι ἐπὶ καλῷ. Ἀλλ’ ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη εἰς τὴν τοιαύτην ἀνάγκην κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρήσῃ ὡς ἀτιμίαν τὴν πολιτικὴν τῶν Κυβερνήσεων τῶν ἄλλων, αἱ ὁποῖαι ἐθεώρησαν ὅτι λόγῳ τοῦ ὅτι πλέον ἡ Βουλγαρία δὲν ἦτο μόνη, ἀλλ’ ἐξελθοῦσα ἐκ τῆς οὐδετερότητος ὑπὲρ τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν εἶχεν ὡς συμμάχους τὴν Γερμανίαν, τὴν Τουρκίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν, ἦτο, λέγω, δυνατὸν ὑπὸ τὰς περιστάσεις ταύτας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ κατέκρινεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις καὶ ἐθεώρησαν τὸν λόγον τὸν ἀφορῶντα εἰς τὴν ἐπίθεσιν τῆς Βουλγαρίας; Ἐὰν οἱ ἀποτολμήσαντες ἠδύναντο νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τῶν κυρίων ὅρων, διὰ τὴν Σερβίαν, τῆς στρατιωτικῆς Συμβάσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιδράσωσιν ἐπὶ τὰς σκέψεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπὸ τὸν δεύτερον ὅρον, τὸν ὁποῖον ἐθεώρει ὡς ἐντελῶς ἀσήμαντον ἡ Σερβία τότε, λέγουσα: «Δὲν ἔχω ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς σας διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς ἐπιθέσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας». Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔλεγε διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν σύνταξιν τοῦ 1ου ἄρθρου τῆς στρατιωτικῆς Συμβάσεως, ἀποδεικνύει ὅτι ἡ ἔννοια καὶ τῆς δευτέρας ρήτρας καὶ τοῦ δευτέρου ἐρωτήματος τῆς Σερβικῆς Κυβερνήσεως ἦτο διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασε, δηλαδὴ εἰς τὴν τήρησιν οὐδετερότητος εὐμενεστάτης πρὸς τὴν Σερβίαν, χωρὶς νὰ κατηγορηθῶμεν ὅτι παρείδομεν ὑποχρεώσεις ἐπιτακτικάς, τὰς ὁποίας εἴχομεν ἀναλάβει, καὶ ὅτι ἠτιμάσαμεν τὸ Κράτος διότι δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὰς ὑποχρεώσεις μας. Δι’ αὐτῶν, κύριοι, ἐπεθύμουν ν’ ἀποδείξω τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρέθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν δικαιολογίαν τῆς ἀποτελεσματικότητος, λόγῳ τοῦ ὅτι ἐθεώρει ὡς συμφέρουσαν τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας, καὶ διὰ τοῦτο αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ἐδικαιολογήθησαν ὅτι ἐν ὑστέρᾳ μοίρᾳ ἔθετεν ἡ Ἑλλὰς τὴν περίπτωσιν ἐπιθέσεως ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρίας. Ἀλλὰ κατὰ Σεπτέμβριον τοῦ 1915, ὅτε ἐγράφη, ὑποθέτω διὰ χειρὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν κ. Ζαΐμην πρὸς τὴν Σερβικὴν Κυβέρνησιν...
§208Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅλα τὰ ἔγγραφα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐγὼ τὰ συνέταξα.
§209Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν πιστεύω νὰ ἐξεπροσώπουν τὰς γνώμας τοῦ κ. Πολίτου.
§210Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Λέγω ὅτι διετυποῦντο τὰ γεγονότα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐνόμιζέ τις ὅτι αὐτὰ ἦσαν αἱ σκέψεις τῶν δημοσιογράφων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι εἶναι δυνατὸν πᾶν ψεῦδος νὰ τὸ προσφέρουν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ εἰς τοὺς ξένους ἀκόμη, διότι πρόκειται περὶ ξένης ἀκόμη ἐφημερίδος, τῆς ὁποίας σᾶς ἀναγινώσκω τὴν σχετικὴν περικοπήν. (Ἀναγινώσκει). Οὔτε εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸν ὁποῖον σεῖς γνωρίζετε καλῶς, διότι συνειργάσθητε ἐπὶ μακρὸν μετ’ αὐτοῦ, δύναται νὰ ἐπιρριφθῇ ὅτι ὑπέγραψε τὴν διακοίνωσιν ἐκείνην, διὰ τῆς ὁποίας ἐθεώρει ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὅρος ὁ συμμαχικός, λόγῳ κυρίως τοῦ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῆς Βουλγαρίας, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν ἀπέβλεπεν ἡ Σερβία καὶ ἔλεγεν ὅτι δὲν ἔχει ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς σας, ἀλλ’ ἀπέβλεπεν εἰς πόλεμον κατὰ τῆς Αὐστρίας, κατὰ τῆς Γερμανίας, καὶ ἑπομένως κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Εὐτυχῶς εἶσθε ὁ μᾶλλον ἀξιόπιστος μάρτυς καὶ δύνασθε νὰ τὸ βεβαιώσητε, διότι ἐγράφη διὰ χειρὸς ὑμῶν, διότι εἰς τὸ κείμενον ἀνεγνώρισα τὸ ὕφος σας, ἔχω δὲ πεποίθησιν ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἐγράφη διὰ χειρὸς ὑμῶν.
§211Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὴν σύνταξιν τοῦ ἐγγράφου δὲν τὴν ἀπαρνοῦμαι, ἀλλὰ τὴν οὐσίαν.
§212Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι ἦσθε πολιτικός· ἀλλ’ ἦσθε ὁ Διευθυντὴς τοῦ πρώτου πολιτικοῦ τμήματος καὶ ὁπωσδήποτε ὁ Διευθυντὴς τοῦ πρώτου πολιτικοῦ τμήματος ἐκφράζει κἀμμιὰ φορὰ καὶ γνώμας.
§213Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε· εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω μίαν δήλωσιν. Παρεκάλεσα τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ τοῦ ὑποβάλω ἓν ὑπόμνημα, διότι εἶχον ριζικῶς ἐναντίαν γνώμην, καὶ μοῦ εἶπε: «Περιττόν, τὸ ζήτημα σήμερον ἐλύθη».
§214Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Αὐτὰ εἶναι οἰκογενειακά σας.
§215Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὄχι. Σεῖς μὲ προκαλεῖτε. Εἶπον ὅτι εἶχον προσωπικὴν γνώμην καὶ ἐθεώρησα καθῆκον μου νὰ τὴν ὑποβάλω· δὲν εἰσηκούσθην, δὲν εἶχον τίποτε περισσότερον νὰ κάμω.
§216Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν σᾶς ψέγω δι’ αὐτό, διότι δὲν ἐκάματε τίποτε ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς ἐζήτησεν ὁ προϊστάμενός σας. Διετυπώσατε ὡραῖα τὸ ζήτημα καὶ περιλαμβάνει ἐν αὐτῷ τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικαλεσθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὑπὲρ τῆς λύσεως τὴν ὁποίαν ἔδωκε, δηλαδὴ ὑπὲρ τῆς ἐμμονῆς εἰς τὴν εὐμενῆ οὐδετερότητα. Ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ὑποθέσω ὅτι σᾶς συνεβουλεύθη, ἀλλὰ καὶ σᾶς παρεκάλεσε νὰ διατυπώσητε τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§217Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ἐξέφρασα γνώμην ριζικῶς ἐναντίαν, προτείνας νὰ ὑποβάλω καὶ ἔγγραφον ὑπόμνημα, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μοὶ εἶπεν ὅτι εἶναι περιττόν, διότι εἶχε λυθῇ τὸ ζήτημα. Καὶ ἐπ’ αὐτῇ τῇ εὐκαιρίᾳ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω καὶ ἄλλο τι. Μὲ εὑρήκατε ὀλίγον ὀξύθυμον εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ὀλίγον ὑπερβολικὸν εἰς τὰς ἐκφράσεις μου, ἀλλ’ ὑπάρχει κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην ἀγόρευσίν μου μία ἐκδήλωσις πεπιεσμένης ἀγανακτήσεως ἐπὶ 18 μῆνας.
§218Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ θαυμάζω ὅτι δὲν ἐσκέφθητε ταχύτερον νὰ κάμετε αὐτὴν τὴν ἐκδήλωσιν, διότι ἐὰν εὑρίσκεσθε ὑπὸ τοιαύτην πίεσιν, ἦτο ἐνδεδειγμένον μίαν ὥραν ἀρχήτερα νὰ παραιτηθῆτε, διότι δὲν ἦσθε ὁ κοινὸς Διευθυντὴς τοῦ πρώτου πολιτικοῦ τμήματος, ἦσθε ὁ κ. Πολίτης, ὁ καθηγητὴς τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ βαρύνῃ ἐν παντί.
§219Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀγνοεῖτε, κύριε βουλευτά, ὅτι κατὰ τοὺς τελευταίους μῆνας οἱ φέροντες τὴν εὐθύνην τῆς Ἀρχῆς οὐ μόνον δὲν μὲ ἤκουον, ἀλλὰ καὶ ἠρνοῦντο νὰ μὲ δεχθοῦν; Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις.
§220Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καλὸν εἶναι νὰ μὴ ἐξετάσωμεν αὐτά.
§221Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σεῖς εἰσέρχεσθε εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτῶν.
§222Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ τὸ λύσῃ ἡ θέσις ἡ σημερινὴ τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ σᾶς κατακρίνω ἂν τοιαύτην εἴχετε γνώμην πολιτικήν, ἀφοῦ σήμερον τὰ πάντα εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν νέαν κατάστασιν. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι, εὑρισκόμενος ὑπὸ τοιαύτην πίεσιν, θὰ ἔπρεπε νὰ σκεφθῆτε νὰ πράξετε ἀμέσως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπράξατε κατόπιν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐὰν εἶχον τὴν σοφὴν ὑμῶν γνώμην, δὲν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ τὴν συνεζήτουν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ. Ἀλλ’ ὅταν ἀνέγνωσα τὸ κείμενον, συνεχάρην τὸν προϊστάμενόν σας διὰ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον διετύπωσεν αὐτό.
§223Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αἱ ἰδέαι ἦσαν ἰδικαί του, ἡ σύνταξις ἰδική μου.
§224Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸ ἀμφισβητῶ καθόλου. Δὲν σᾶς ἀποδίδω τὴν ἰδιότητα τοῦ κοινοῦ Διευθυντοῦ. Ἐὰν ἐδέχθητε νὰ ἀφήσητε τὴν ἕδραν τοῦ καθηγητοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Γαλλίας, δὲν ἐδέχθητε διὰ νὰ γίνητε ἁπλοῦς μεταφραστὴς ἢ συντάκτης.
§225Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐδέχθην διὰ νὰ ἔλθω νὰ γίνω προδότης! (Ἱλαρότης).
§226Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδέχθητε λόγῳ τῆς ὑμετέρας ἀξίας.
§227Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἄσχετα πρὸς τὴν συζήτησιν.
§228Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου ἄσχετα· εἶναι σχετικὰ μὲ τὸ περιεχόμενον.
§229Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καθόλου, ἐκτὸς ἐὰν ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ περιεχόμενα ἐν τῷ ἐγγράφῳ, τὰ ἔδωκεν ὁ κ. Πολίτης.
§230Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ὁ κ. Πολίτης δὲν ἐνέχεται πολιτικῶς εἰς τὴν σύνταξιν ἐκείνην.
§231Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Οὔτε ἠθικῶς.
§232Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι, εἰς αὐτὸ δὲν ἔχω τὴν ὑμετέραν γνώμην, διότι σᾶς εἶπον ὅτι ἐκ τῆς περιωπῆς εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεσθε, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ διεφωνεῖτε ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον σήμερον πρὸ ὀλίγου ἐχαρακτηρίσατε ὑμεῖς ὡς ζήτημα τιμῆς, ἡ θέσις σας ἦτο διάφορος. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πεπεισμένος περὶ αὐτοῦ καὶ ὅλοι οἱ ἐντεῦθεν καὶ οἱ ἐκεῖθεν. Αὐτὰ εἶχον, κύριοι, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ἐπὶ τῆς Συμβάσεως τῆς Σερβικῆς. Ἡ δῆθεν παραβίασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὸν διασυρμὸν πασῶν τῶν Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρέθη ἐν τῇ Ἀρχῇ ἐπὶ μακρὰ ἔτη καὶ ἀκριβῶς διότι εἶχε πεῖραν τῶν δυσχερειῶν, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὤφειλε νὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν μᾶλλον ἐπιεικῶς. Εἰς τὴν αὐτὴν μοῖραν ἤθελον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν. Κύριοι, εἶναι εὔκολον νὰ κατηγορῇ τις τοὺς πολιτευομένους, ἀλλ’ ὁ ἀνταγωνισμὸς ὁ πολιτικός, χάριν τῆς εὐπρεπείας τῆς Πολιτείας ἡμῶν, δὲν ἐξικνεῖται πέραν ὡρισμένου ὁρίου, ὅταν δὲ ὁ πολιτικὸς ἀνταγωνισμὸς ἐξικνεῖται πέραν ὡρισμένου ὁρίου, δὲν εἶναι πλέον ὁ ἀγὼν ὁ εὐγενής.
§233Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπορεῖτε διότι ἡμεῖς ὁμιλοῦμεν μετά τινος πικρίας διὰ τὴν πολιτείαν σας, ἀφοῦ σεῖς ἤλθατε ἐκ τῆς μειονοψηφίας νὰ ἀναλάβητε τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας διὰ νὰ γίνητε ὄργανα τῆς τυραννίδος. Γίνεσθε κατήγοροι, ἀφοῦ ἐφέρατε εἰς τὴν καταστροφὴν τὴν Χώραν. Ποῖος σᾶς ὑπεχρέωσεν, ἀνήκοντες εἰς τὴν μειονοψηφίαν, νὰ ἔλθητε νὰ ἀναλάβητε τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας;
§234Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω περὶ ὅλων αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ πρῶτον θέμα, τὸ ὁποῖον ἐτίθετο σήμερον, ἦτο τὸ τῆς ἑρμηνείας τῆς Σερβικῆς Συμβάσεως. Καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ὁλόκληρος ἡ αἴθουσα αὐτή, καὶ ἡ ἄνω καὶ ἡ κάτω, εἶναι πεπεισμένη περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν λόγων μου.
§235Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον τὸ μειδίαμα προκαλοῦσιν οἱ λόγοι σας.
§236Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ μειδίαμά σας τὸ γνωρίζω· ἡ πικρία, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεσθε διαφαίνεται ἐν αὐτῷ, ἢ ἡ εὐφροσύνη, δὲν γνωρίζω τί πρέπει νὰ ὑποθέσω. Καὶ ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι τὸν ἐξώθησα εἰς αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀλλὰ θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι εὑρισκόμην ἐν τῷ δικαίῳ μου, διότι βλέπετε ὅτι μοῦ κατελογίζετε πρὸ ὀλίγου ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν, καὶ ἴσως ὄχι μόνον τὰ συμβάντα κατὰ τὸ ἑξάμηνον διάστημα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα.
§237ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως. Βεβαίως.
§238Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐρωτᾶτε διατί ἐδέχθην νὰ ἀνέλθω εἰς τὴν Ἀρχὴν ἐκ τῆς μειονοψηφίας· διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἀρχὴν μόνον ἡ πλειονοψηφία, οὐδέποτε θὰ ἀνήρχετο ἡ μειονοψηφία, ἐνῷ ἀναγκαίως, ὅταν ἔπιπτεν ἐκ τῆς Ἀρχῆς μία Κυβέρνησις προερχομένη ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, θὰ ἤρχετο μία Κυβέρνησις ὑποστηριζομένη ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας. Ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ τρόπος τῶν Κυβερνήσεων τῶν Ὑπηρεσιακῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἠναγκάσθη τὸ Στέμμα νὰ προσφύγῃ μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Οἰκουμενικῆς. Βεβαίως δὲν θὰ ὁμιλήσω σήμερον περὶ Ροῦπελ καὶ περὶ δανείου Γερμανικοῦ, διότι εἶναι ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς σημερινῆς συζητήσεως. Ἔπρεπε νὰ μείνῃ ὁ Τόπος ἀκυβέρνητος λόγῳ τοῦ ὅτι παρῃτήθη ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως;
§239Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἦτο καθῆκον ὑμῶν στοιχειῶδες νὰ εἰπῆτε εἰς τὸν Βασιλέα: «Θὰ παρεβίαζες τὸ πολίτευμα ἂν ἀπομακρυνθῇς καὶ πάλιν ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀπεμακρύνθης πρό τινων μηνῶν καὶ τὴν ὁποίαν σοῦ ἐπέβαλεν ἐκ νέου ὁ Ἑλληνικὸς λαός». Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ εἰπῆτε, ἀλλ’ ἡ ἐμπάθειά σας ὡς παλαιοῦ πολιτικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐβλέπατε μετὰ μίσους σχεδὸν τὴν ἐπιτυχίαν τῆς νέας Ἑλλάδος, σᾶς ἔκαμε νὰ δεχθῆτε νὰ γίνητε ὄργανον τῆς τυραννίδος. (Χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§240Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγώ, κύριοι, δὲν ἀξιῶ ἐπιδοκιμασίας. Εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι ἐπευφημεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔδωκε μίαν συνταγὴν πολὺ εὔκολον, διότι ἔχει τὴν γνώμην ὅτι οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι συνεκρότησαν τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἦσαν ἐκ τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπαιτοῦν ὑπουργικὸν χαρτοφυλάκιον. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι ὑπῆρξαν Πρωθυπουργοὶ ἐπανειλημμένως πρὸ τῆς καθόδου ὑμῶν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τετράκις ὑπῆρξα Πρωθυπουργὸς καὶ ὁσάκις εὑρέθην εἰς διχογνωμίαν ἀπετίναξα τὸ χαρτοφυλάκιον.
§241Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν ἤλθατε ποτὲ Κυβερνήτης τῆς Χώρας, καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς ἐρωτῶ διατί ἐδέχθητε νὰ λάβητε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§242Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ἡ περαιτέρω διαμονή σας ἐν τῇ Ἀρχῇ συνεπήγετο τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ τὴν καταστροφήν. (Διαμαρτυρίαι). Ὡμίλησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ δευτέρας διαλύσεως, μετὰ τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ παραστήσω εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἡμεῖς ἤμεθα μειονοψηφία, ὅτι εἴχαμεν μίαν Κυβέρνησιν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἐκείνην τὴν Κυβέρνησιν, ἀδιάφορον ἂν εἶχε διάφορον γνώμην ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους ζητήματος τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Ἀληθῶς ἡ παραίτησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπῆλθε μετὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς τῆς ἐνεστώσης καὶ ἡ παρουσία ἡμῶν ἀποδεικνύει, ὅτι καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας ἤλθομεν ὡς μειονοψηφία. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἦλθε νικητής, ὥστε πλειονοψηφία, ἥτις ἀνήρχετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς 147, σήμερον ἀνῆλθεν εἰς 200. Ἀλλὰ πρὸ τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου καὶ πρὸ τῆς διαλύσεως ἐκείνης, ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις μιᾶς προτέρας Βουλῆς, διότι, ἐὰν προηγεῖτο ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη πρὸ ὀλίγου, ὅτι μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεὺς νὰ προβῇ εἰς ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον προέβη. Εἶναι τροποποίησις τῆς ἀρχῆς τῆς δεδηλωμένης, ἡ ὁποία γνωρίζει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν πῶς ἐλειτούργησε παρ’ ἡμῖν. Δεδηλωμένη ὠνομάζετο μία διαφορὰ δύο ἢ τριῶν ψήφων, ἡ ὁποία ἐπετυγχάνετο δι’ ἀποκλεισμοῦ κατὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας, δι’ οἱουδήποτε μέσου, δύο ἢ τριῶν βουλευτῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ δεδηλωμένη. Ἀλλ’ οὐδεὶς ἐπρόσεχε πλέον εἰς τὴν δεδηλωμένην αὐτήν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δέχεται τὴν ἀρχὴν τὴν Ἀγγλικήν, ὅτι μετὰ δύο ἀποφάσεις τοῦ λαοῦ, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ πᾶσα διάλυσις καὶ ὅτι ὤφειλον, καλούμενος νὰ μετάσχω τοῦ Ὑπουργείου ἐκείνου, νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὡς εἶπον, πρὸ τῆς διαλύσεως ἐκείνης ἐπῆλθε μία πρώτη διάλυσις. Καὶ θέλω νὰ ἐξετάσω ὑπὸ τίνας ὅρους ἐπῆλθεν ἡ πρώτη αὐτὴ διάλυσις καὶ ἂν συνέπιπτον ἀκριβῶς αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι, κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἡ Ἀγγλία αὐτὴ ἐφαρμόζει τὴν ἀρχὴν ταύτην, τὴν ὁποίαν διετύπωσε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνατρέχομεν, κύριοι, ἀναγκαίως εἰς τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν προέκυψε τὸ ζήτημα τῆς ἐπιχειρήσεως κατὰ τῶν Δαρδανελλίων καὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁδηγούμενος ἐκ τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας εἶχεν ἐκ τῶν διαφόρων ἀντιπροσώπων μας, εἴτε ἐν Γαλλίᾳ, εἴτε ἐν Ἀγγλίᾳ, εἴτε ἐν Πετρουπόλει, εἴτε ἐν Βουκουρεστίῳ, ἐσχημάτισε τὴν πεποίθησιν ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωσι νικήτριαι αἱ στρατιαὶ αἱ Ρωσσικαὶ εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ὁ πολὺς κόσμος συνεζήτει ἄν, ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἡ λειτουργία εἰς τὴν Ἁγίαν Σοφίαν θὰ ἐψάλλετο σλαυϊστὶ ἢ ἑλληνιστί. Ἀναγκαίως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπέβλεψεν εἰς τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ἐκείνην. Καὶ ὄχι μόνον εὑρέθην σύμφωνος μετ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τῷ παρέσχον καὶ πᾶσαν συνδρομὴν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὑπῆρχον δισταγμοὶ ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος ὡς πρὸς τὴν συμμετοχὴν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ἐκείνην τῶν Δαρδανελλίων καὶ δὲν γνωρίζω ἐὰν — διὰ νὰ μὴ ἐξοργίσω πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κάμνω αὐτήν, τὴν ἐπιφύλαξιν, διότι πιθανὸν νὰ εὑρεθῶ ἐν πλάνῃ — δὲν εἶμαι βέβαιος ἐὰν τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἀποχωρήσαντος Βασιλέως, συνεκλήθη τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρακαθήσω εἰς τὸ πλευρὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Συνεζητεῖτο ἡ πρότασις πρὸς τὸ Στέμμα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος καὶ συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν αὐτὴν τῶν Δαρδανελλίων. Καὶ ἀρχικῶς ἐπρόκειτο περὶ ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Εὑρέθη δὲ τότε εἰς ἀντίθεσιν γνωμῶν τὸ Ἐπιτελεῖον, τὸ ὁποῖον ἐλειτούργει πάντοτε ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ. Δὲν ἦτο τότε, ὁ πρὸ καὶ κατόπιν ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου εἶχε ταχθῆ, δὲν ἠξεύρω διὰ τίνα λόγον, εἰς διαθεσιμότητα.
§243ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ ἦτο εὐτύχημα νὰ ἦτο διὰ πάντοτε.
§244Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ἦτο εὐτύχημα, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἐξεδήλωσα τὴν γνώμην αὐτήν. Ἀλλ’ ἀρχηγεύων τοῦ Ἐπιτελείου ἦτο ὁ συνταγματάρχης κ. Μεταξᾶς. Ἐκεῖνος διετύπωσε τὴν γνώμην ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς στρατιωτικῆς ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν συνῆλθε τὸ πρῶτον Συμβούλιον — διότι ἔλαβον χώραν δύο Συμβούλια τοῦ Στέμματος ἀλλεπάλληλα. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὐηρεστήθη νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ ὅτι εὑρέθη ἀπέναντι ἀντιθέτου γνώμης ἐκ μέρους τοῦ Ἐπιτελείου, διότι τὸ Ἐπιτελεῖον ἐθεώρει ὅτι ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκθέσῃ εἰς κίνδυνον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ὁ κίνδυνος ὁ Βουλγαρικὸς ὑπῆρχε πάντοτε. Ἐσκέφθη δὲ τότε ὁ ἀρχηγεύων τοῦ Ἐπιτελείου ὡς ἑξῆς, ὅτι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλομεν μετάσχει εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων, ἠθέλομεν ἀναγκαίως ἀποσύρει ἀπὸ τὸ μέτωπον τὸ Βουλγαρικὸν ὁλόκληρον τὸν στρατὸν ἡμῶν, διὰ νὰ λάβωμεν μέρος εὐπρεπῶς καὶ ἐν θετικῇ δυνάμει εἰς τὴν ἐπιχείρησιν κατὰ τῶν Δαρδανελλίων καὶ νὰ εἰσέλθωμεν καὶ ἡμεῖς συγχρόνως εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὑπέλαβεν ὅτι ὑπῆρχε μία προβεβουλευμένη σκέψις, ὅτι ἡ σκέψις τοῦ ἀρχηγεύοντος τοῦ Ἐπιτελείου ἦτο ὑποβολιμαία. Ὡς ἐνθυμεῖται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον τότε ὅτι, ἀφοῦ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ὁπωσδήποτε ἀμφιβολία ἐκ μέρους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀφοῦ προέβη μάλιστα ὁ ἀρχηγεύων εἰς ἓν διάβημα ἀντιπειθαρχικόν, δηλαδὴ ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τοῦ Ἐπιτελείου καὶ τὴν παραίτησίν του ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ του, ἦτο ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὴν θέσιν του. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εὑρεθεὶς ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀντιρρήσεως, ἡ ὁποία προέκυπτεν ἐκ τῆς ἐκπτώσεως τοῦ ἀρχηγεύοντος τοῦ Ἐπιτελείου, ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ τὴν γνώμην ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ μία νέα συζήτησις. Καὶ ἐδέχθη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἀνακληθῇ ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ἀνεβλήθη δὲ ἡ ὁριστικὴ ἔκφρασις τῆς γνώμης εἰς μεταγενεστέραν συνεδρίασιν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην εὑρέθη σύμφωνος. Προκειμένου περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα ὅτι ἐκρίνοντο τὰ τιμαλφέστερα συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν γνωρίζω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κατόπιν ἐγένοντο. Γνωρίζω ὅτι ἀφ’ ἑνὸς ἡ Ρωσσία ἐθεώρει τὴν παρέμβασίν μας ὡς ἐπιζήμιον, ἀφ’ ἑτέρου ἡ Γαλλία ἀπέβλεπεν ὅπως μετάσχωμεν ὄχι μὲ περιωρισμένας δυνάμεις, ἀλλὰ νὰ ἐξέλθωμεν τῆς οὐδετερότητος μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ διαθέσῃ ἡ Ἑλλάς. Αἱ ὁριστικαὶ σκέψεις ἀνεβλήθησαν διὰ μεταγενεστέραν συνεδρίασιν. Συνεκλήθη τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος διὰ τὴν 20ὴν Φεβρουαρίου. Συνῆλθε τὸ Συμβούλιον συμμετασχόντων εἰς αὐτὸ τῶν εἰς τὸ προηγούμενον Συμβούλιον παραστάντων, παρισταμένου καὶ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, ἐζητήθη δὲ ὅπως ἀκουσθῇ ἡ γνώμη τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶπεν ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ τὸν λόγον νὰ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, καὶ ἐπενέβη τότε ἡ ὑποβολὴ τῆς νέας προτάσεως. Ἡ νέα πρότασις εἶναι ἡ ἑξῆς: «Ἐπειδὴ ἀνεγνώριζον ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ μένῃ ὁλόκληρον τὸ μέτωπον τὸ πρὸς τὴν Βουλγαρίαν...
§245Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἐπρόκειτο τότε περὶ ὅλων τῶν δυνάμεων τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ μόνον δι’ ἓν Σῶμα. Ἡ πρότασις τῆς μιᾶς μεραρχίας ἐγένετο, διότι εἶχον τὴν γνώμην ὅτι μία μεραρχία ἠδύνατο νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἐφέδρων. Ἔχετε νὰ εἴπητε τίποτε;
§246Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω νὰ εἴπω ὅτι ἐνεδώσατε εἰς τὴν σκέψιν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφαιρέσητε ἐκ τοῦ μετώπου τοῦ Βουλγαρικοῦ ἓν ὁλόκληρον Σῶμα.
§247Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι μόνον διότι ἀνεγνώριζα ὅτι ὁ φόβος ἦτο βάσιμος, ἀλλὰ διότι...
§248Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴπετε ὅπως μετάσχῃ ἡ Ἑλλὰς ναυτικῶς δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών της καὶ διὰ μιᾶς μεραχίας, καὶ δὴ τῆς μεραρχίας Πατρῶν.
§249Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν καθωρίσθη ποία.
§250Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἀνάμνησίς μου εἶναι αὐτή, ὅτι ἡ μεραρχία αὕτη δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸν στρατὸν τοῦ Βουλγαρικοῦ μετώπου, ὅπως μὴ ἐλαττωθῇ οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον ἡ ἄμυνα ἀπέναντι τῶν Βουλγάρων. Οἱ κύριοι οἱ ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην παρετήρησαν ὅτι ὁπωσδήποτε ἡ μεραρχία αὐτή, εὑρισκομένη ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς ἐφεδρείαν. Αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα τὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διὰ τὸ Ροῦπελ δὲν λέγετε τίποτε;
§252Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν φοβοῦμαι οὐδένα καὶ θὰ ἔλθω καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Ἔλαβον τελευταῖος τὸν λόγον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης τριῶν–τεσσάρων παρευρισκομένων. Ἐπρόκειτο περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως τῆς Καλλιπόλεως. Αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἦσαν ἀκριβεῖς, ἔπειθον ὅτι πράγματι εὑρισκώμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς εἰσόδου τῶν στρατῶν εἰς Κωνσταντινούπολιν. Ἡ μία μεραρχία, τὸ ἓν Σῶμα στρατοῦ θὰ περιεκυκλοῦντο ὑπὸ 600 χιλιάδων ἐχθρικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ εἰς τὴν μεραρχίαν αὐτὴν θὰ προσετίθετο ὁλόκληρος ὁ πληθυσμὸς τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ οὕτω θὰ ἐπήρχετο ἰσορροπία μεταξὺ τῶν μικρῶν δυνάμεων τῶν Ἑλλήνων καὶ τῆς μεγάλης στρατιᾶς τῆς Ρωσσίας. Ἀποτεινόμενος δὲ πρὸς τὸν τότε Βασιλέα, εἶπον εἰς αὐτόν: «Μεγαλειότατε, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ἔχετε Κυβέρνησιν, ἥτις περιβάλλεται διὰ τῆς πλήρους ἐμπιστοσύνης τῆς ἐθνικῆς ἀντιλήψεως, ἐπιτρέψατε εἰς αὐτὴν ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πολιτείας αὐτῆς, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ συγκομίσητε εὐθύνας, τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ συγκομίσητε». Καὶ τότε ὁ τέως Βασιλεὺς ἀπήντησεν: «Ἐὰν δὲν θέλουν, ἐγὼ παραιτοῦμαι». Παρέπεσαν καὶ ἄλλα γεγονότα, ὁποῖον καὶ τὸ ἑξῆς ἐπεισόδιον μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ζήλῳ αὐτοῦ ὅπως δυνηθῇ ν’ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλληνικῶν, προβλέψας καὶ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἤθελε δεχθῆ τὴν ἔξοδον τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Καὶ ἔλεγε πρὸς τὸν Βασιλέα: «Ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δεχθῆτε τὴν γνώμην μου, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παραιτηθῶ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνιστῶ εἰς τὴν Μεγαλειότητά σας εἶναι νὰ καλέσητε ἀμέσως τὸν πρέσβυν τῆς Γερμανίας καὶ νὰ ἔλθητε εἰς συνεννοήσεις μετ’ αὐτοῦ περὶ τῶν ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς προσφέρῃ ἡ Γερμανία». Καὶ τότε ἠγέρθην καὶ εἶπον: «Μεγαλειότατε, σᾶς ἱκετεύω, μὴ δεχθῆτε ποτὲ τὴν συμβουλὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, διότι θὰ σᾶς καταλογίσῃ μίαν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ἀναλάβητε, διότι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ πραγματευθῆτε σεῖς περὶ τῶν ὅρων, περὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς θὰ διαπραγματευθῇ, καὶ μάλιστα εἰς τὰς παραμονὰς πολέμου». Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοῦ εἶπε: «Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὸν Βασιλέα νὰ ἀλληλογραφῇ μὲ τὸν Κάϊζερ, οὔτε δύναμαι νὰ ἐμποδίσω τὸν Βασιλέα νὰ συνομιλῇ μὲ τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γερμανίας». «Βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ κάμητε οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο, ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἔχετε δικαίωμα νὰ κάμητε, εἶναι νὰ διευθύνητε σεῖς τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος· δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀξιώσητε καὶ ἑπομένως νὰ συμβουλεύσητε τὸν Βασιλέα ὅπως ἔλθῃ ἀπ’ εὐθείας πρὸς συνεννόησιν μὲ τὸν πρεσβευτὴν τῆς Γερμανίας διὰ τὴν τροπὴν τὴν ἀντίθετον, ἣν ἤθελε λάβει ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος. Βεβαίως αὐτὰ δὲν εἶναι σωστά». Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπεισόδια τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν. Ὅταν εἶπον εἰς τὸν Βασιλέα: «Μεγαλειότατε, ἔχετε Κυβέρνησιν περιβαλλομένην δι’ ὅλης τῆς ἐμπιστοσύνης» καὶ ὁ Βασιλεὺς ἀπήντησεν: «ἐγὼ ἂν θελήσητε παραιτοῦμαι», εἶπον ὅτι ἐλπίζω νὰ μὴ ἐπιζήσω πρὸ τοῦ τοιούτου ἀτυχήματος, διότι ἡ θυσία αὕτη ἤθελε φέρει μίαν ἀπώλειαν διὰ τὴν Ἑλλάδα τοῦ γοήτρου τὸ ὁποῖον εἶχε τότε, καὶ τῆς πείρας. Ἔληξαν τὰ δύο Συμβούλια καὶ ἡ γενικὴ πεποίθησις ἦτο ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶχε δεχθῆ τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑποστηριχθεῖσαν σχεδὸν ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τοῦ Συμβουλίου. Τὴν ἑπομένην τοῦ Ἁγίου Δημητρίου ἐξεπλάγησαν πάντες πληροφορηθέντες ὅτι ὁ Βασιλεὺς εὑρέθη ἐν διχογνωμίᾳ μὲ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔσπευσε νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ δηλώσῃ ὅτι παραιτεῖται κατόπιν τῆς διχογνωμίας τοῦ Βασιλέως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης θέρμης ὑπεστήριξε τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἑλλάδος διὰ τῶν ναυτικῶν δυνάμεων καὶ μιᾶς μεραρχίας, κατόπιν μεθ’ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέκριναν τὴν ἐπιχείρησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὁ τότε Βασιλεὺς ἐχαρακτήρισε δι’ ἑνὸς ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ἔκαμε πρὸς ἑαυτόν: «μὰ εἶναι σοβαρὰ ἡ ἐπιχείρησις αὐτή;» καὶ εἰς αὐτὸ δὲν ἀπήντησε κανείς, οὔτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἁρμόδιος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέκρινε τὴν ἐπιχείρησιν. Ἀλλὰ τί συνέβη; Τὰ δύο Συμβούλια ἔλαβον χώραν τὴν 18ην καὶ τὴν 20ὴν Φεβρουαρίου. Τὴν 5ην Μαρτίου, δηλαδὴ μεθ’ ἡμέρας 13, ἤρξατο μία ἐπίθεσις κατὰ τῶν Δαρδανελλίων, ἧς τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ὁ καταποντισμὸς τοῦ «Μπαβὲ» καὶ «Ἰμφλεζώ», τὸ κάθισμα τοῦ «Ἐρεζεσμί» καὶ ὁ καταποντισμὸς τοῦ «Ντεμβώ». Τέσσαρα θωρηκτὰ Γαλλικὰ καὶ τέσσαρα Ἀγγλικὰ κατεστράφησαν. Τὸ «Κιλκὶς» καὶ ἡ «Λῆμνος» καθ’ ἣν ὥραν συνεκαλεῖτο τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος, ἦσαν ὑπ’ ἀτμόν, διότι εἶχον σχηματίσει τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε σχηματίσει καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἤθελον φθάσει γερά. Ὑποθέτω ὅτι οἱ Ἕλληνες ναυτικοὶ θὰ διεξεδίκουν τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν εἰσβολήν, τὸ ἀποτέλεσμα δὲ θὰ ἦτο ὅτι μετὰ τὰ τέσσαρα Γαλλικὰ θωρηκτὰ καὶ τὰ τέσσαρα Ἀγγλικά, θὰ κατεποντίζοντο καὶ αὐτά.
§253Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὰ θέλομεν νὰ τὰ ἔχωμεν εἰς τὴν γιάλαν καὶ νὰ μαζεύωμεν στρατόν.
§254Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὰ ἔχομεν.
§255ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀτιμασθήκαμεν.
§256Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καθόλου, διότι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς ἐπιχείρησιν, καθ’ ὃν χρόνον ἔλεγεν ἡ Ρωσσία: «δὲν σᾶς ἔχω ἀνάγκην, διότι θὰ δημιουργήσητε δυσχερείας», καὶ ἡ Γαλλία ἔλεγεν: «ἐὰν θέλετε, ἑτοιμάσατε τὰς δυνάμεις σας, διότι θὰ σᾶς στείλω εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ ἀλλοῦ». Δὲν ἠτιμάσθημεν, ἀλλὰ ἐσώθημεν.
§257ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί ἦσθε σύμφωνος εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος;
§258Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι δὲν ἠδυνάμην παρὰ νὰ στηριχθῶ...
§259ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν σᾶς ἤκουεν ὁ Βασιλεύς;
§260Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Βασιλεὺς εἶπε: «μὰ εἶναι σοβαρὰ αὐτὴ ἡ ἐπιχείρησις;
§261Ο ΑΥΤΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ κατάλαβε μετὰ 24 ὥρας, ὅταν ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα ἀπὸ τὸν Κάϊζερ.
§262Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἦτο τόσον σοβαρά, ὥστε τέσσαρα Γαλλικὰ καὶ τέσσαρα Ἀγγλικὰ θωρηκτὰ κατεποντίσθησαν, κατόπιν δὲ ἑκατοντάδες χιλιάδων ἀνδρῶν ἀπωλέσθησαν ἐκεῖ καὶ μίαν πρωΐαν ἐπληροφορήθημεν ὅτι ἀνεχώρησεν ἐκ τῶν Δαρδανελλίων ὁ Ἀγγλικὸς στρατὸς καὶ μάλιστα ἔλεγον: «εἴδατε πῶς ἐφύγαμεν ἐκεῖθεν;»
§263ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ τοὺς ἐδώσαμεν καιρὸν καὶ ἡτοιμάσθησαν.
§264Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἴχομεν καιρόν, διότι τὴν ἑπομένην ἔπρεπε νὰ μετάσχωμεν, διότι τὴν 5 Μαρτίου ἐγένετο ἡ ἐπιχείρησις. Συνεκόμισε λοιπὸν ὁ Βασιλεὺς τότε πᾶσαν τὴν εὐθύνην, ἀλλὰ ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα. Τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ἐκτὸς ἂν ἤθελέ τις θεωρήσει ὅτι ἡ δύναμις ἡ ἐλαχίστη, τὴν ὁποίαν θὰ συνεισέφερεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, ἤθελε μεταβάλει τὴν κατάστασιν.
§265Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἡ ἀπώλεια τοῦ «Κιλκὶς» δὲν θὰ ἦτο ὁμοία μὲ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Ροῦπελ, τῆς Καβάλλας καὶ τῆς Δράμας; Δι’ αὐτὰ νὰ ἀπολογηθῆτε.
§266Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ ἀπολογηθῶ πρὸς σᾶς, διότι σᾶς γνωρίζω καὶ μὲ γνωρίζετε. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι ἐζητήθη τότε ὁ κ. Ζαΐμης νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν καὶ ὁ κ. Ζαΐμης δὲν ἦτο πολιτευόμενος. Βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραβάλῃ τις τὴν ἱκανότητα καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ κ. Ζαΐμη, ἀλλὰ θεωρεῖται ὡς ἔντιμος πολίτης, ὁ ὁποῖος προσέφερε πολλὰς ὑπηρεσίας.
§267Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Εἰς τὸν Θρόνον.
§268Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον, ἀλλὰ προσέφερεν ὑπηρεσίας καὶ ἄρτι. Ἐκλήθη τότε καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ δὲν εἶχον ἐπέλθει τὰ γεγονότα τῆς 5ης Μαρτίου ἀκόμη, ἠρνήθη τὴν συνδρομὴν αὐτὴν ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας καὶ εἶπεν ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ τοῦτο, διότι ἐχάθη μία περίστασις, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐπανεύρῃ ἡ Ἑλλάς, νὰ καταποντισθῇ μὲ τὸν στρατὸν καὶ μὲ ὅλον τὸν στόλον της μέσα εἰς τὰ Δαρδανέλλια. Μετὰ τὸν κ. Ζαΐμην, μὴ ἀποδεχθέντος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως νὰ χορηγήσῃ τὴν συνδρομὴν τῆς πλειονοψηφίας, ἐκλήθη ὁ κ. βουλευτὴς Πατρῶν, ὁ εὑρισκόμενος ἤδη εἰς Κορσικήν, καὶ ἐσχημάτισε τὴν Κυβέρνησιν. Παρενέπεσεν ἡ ἀσθένεια τοῦ Βασιλέως, ἔγιναν αἱ ἐκλογαί, ἐκλήθη ἡ Βουλή, προέβητε εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας σας καὶ κατηρτίσθη ἡ νέα Κυβέρνησις. Οὕτω ἐβάδισεν ἡ νέα Κυβέρνησις μέχρι τῆς 25 Σεπτεμβρίου. Ἐννοεῖτε διατί ἀνέτρεξα; Διότι ἔπρεπε νὰ συνδυάσω τὴν πρώτην διάλυσιν μὲ τὴν ἄλλην, συμφώνως μὲ τὴν ἐπίκλησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ διάλυσις ἐκείνη δὲν ἔχει τίποτε τὸ κοινὸν μὲ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα σᾶς θίγει προσωπικῶς, ἀλλὰ μὴ ἀνησυχεῖτε. Ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω, δὲν θὰ μεταβληθῇ ἡ θέσις σας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ διατυπώσω, ἔχει ὡς σκοπὸν μόνον νὰ ἐπιφυλάξω τὰς γνώμας μου. Ἔλεγον ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπελθοῦσα κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1915, δὲν ἔχει τίποτε τὸ κοινὸν μὲ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Ἐκείνην τὴν ἐποχὴν δὲν ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος, δὲν ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς Σερβικῆς Συνθήκης εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐτέθη μόνον τὸ ζήτημα τῆς συμμετοχῆς εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῶν Δαρδανελλίων χάριν τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπεδείχθη ὅτι ἡ πρόνοια τοῦ ἀποχωρήσαντος Βασιλέως ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα. Ἐβάδισεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐφθάσαμεν μέχρι τῆς 25 Σεπτεμβρίου. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Βουλγαρία προέβη εἰς κινητοποίησιν τοῦ στρατοῦ της καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπέβαλε Διάταγμα περὶ γενικῆς κινητοποιήσεως καὶ ἐπῆλθεν ἡ τοιαύτη κινητοποίησις. Ἀλλὰ κατόπιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλε νὰ ἐξοφλήσῃ μίαν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει ὅταν ἠθέλησε νὰ ἀπολυθῇ ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ νὰ μετάσχῃ εἰς τὸν πόλεμον τὸν Αὐστροσερβικὸν ἐκ τῆς ἐπιθέσεως τῆς Αὐστρίας ἐναντίον τῆς Σερβίας. Εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν τῷ 1914 δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προβλεφθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγένετο τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915. Προσεπάθησε νὰ ἀπομακρύνῃ τὸν κίνδυνον τῆς συμμετοχῆς, ὅστις ἐπῆλθε τῷ 1915, διὰ νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς συμμετοχῆς ἐκ τοῦ πολέμου τῆς Σερβίας ἐναντίον τῆς Αὐστρίας, ἐπιτιθεμένης ἐναντίον τῆς Σερβίας. Ἠναγκάσθη νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποθετικὴν ὑποχρέωσιν ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλγαρία ποτὲ ἐπιτεθῇ, τότε ἀμέσως θὰ κινητοποιηθῶμεν. Μετὰ τὴν κινητοποίησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατεύματος, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Καὶ πάλιν ὁ Βασιλεὺς ἐδιχογνώμησε, εἶχε διάφορον γνώμην, καὶ μὲ τὴν εὐκολίαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ νὰ πετᾷ τὸ χαρτοφυλάκιον, τὸ ὁποῖον ἀναγνωρίζω ὡς ἀρετὴν τὴν ὁποίαν ὀλίγοι ἔχουσιν, ὑπέβαλεν ἀμέσως τὴν παραίτησίν του. Τότε ἐκλήθησαν ἐκ τῆς μειονοψηφίας ὅλοι οἱ πολιτευόμενοι τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ κεφαλῆς δὲ αὐτῶν ἐτέθη ὁ κ. Ζαΐμης. Ἐδέχθημεν δὲ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς Ὑπουργοὶ ὄχι διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τὴν φιλοτιμίαν μας ἢ τὰ συμφέροντά μας, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπηρετήσωμεν τὴν Πατρίδα μας, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφεθῇ μετὰ τὴν παραίτησιν ὑμῶν καὶ μετὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐτέθη καὶ πάλιν, τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος, δὲν ἔπρεπε νὰ κυβερνηθῇ ἡ Χώρα δι’ Ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων.
§269Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Αὐτὸς ὁ πατριωτισμὸς ἔκαμε τὸν κ. Λάμπρον καὶ ἀφῆκε τὰ μαθήματά του.
§270Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς δύνασθε νὰ μὲ παραβάλητε μὲ τὸν κ. Λάμπρον, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν σᾶς παραβάλλω.
§271Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν σᾶς παραβάλλω ποτέ· ἀπεναντίας.
§272Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ πάντοτε πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα εἰσήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δυνατὸν νὰ ἐσφάλομεν, ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς οὐδένα, οὔτε εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ τῆς περιωπῆς εἰς ἣν εὑρίσκεται νὰ λέγῃ: «Ἔπρεπε νὰ ἐννοήσῃς σύ, ὁ ὁποῖος πολιτεύεσαι πρὸ 45ετίας, ὅτι κληθεὶς ἐκ τῆς μειονοψηφίας παρεβίασες τὸ Σύνταγμα». Δὲν παρέβην ποτὲ τὸ Σύνταγμα.
§273Β. ΚΥΡΕΛΛΟΣ. Τότε θὰ ἐκάμνατέ τι ἄξιον τοῦ παρελθόντος σας, ἐὰν ἐδίδετε τοιαύτην ἀπάντησιν πρὸς τὸν Βασιλέα.
§274Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἦτο ἡ γνώμη μου, διότι τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτησα ἀμέσως μετὰ τὴν συμφορὰν τῶν Δαρδανελλίων, θὰ τὴν εὕρητε εἰς μίαν συνέντευξιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὴν «Lobel»... τὴν 12 Ἀπριλίου. δηλαδὴ 30 Μαρτίου 1915. Ἐκεῖ θὰ ἴδητε καὶ τὴν φωτογραφίαν μου — κυττάξατε τὰ χάλια τῆς λογοκρισίας, πῶς εἶναι περικεκομμένη. Μὲ ὅλον τὸ ψαλλίδισμα τῆς Γαλλικῆς λογοκρισίας, ἡ ἔννοια φαίνεται, εἶναι δὲ ἡ ἔννοια, ὅτι μετὰ τὸ ἀτύχημα τῶν Δαρδανελλίων καὶ μετὰ τὴν συμφορὰν τοῦ Βελγίου — δὲν εἶχεν ἐπέλθει ἀκόμη ἡ συμφορὰ τῆς Σερβίας, διότι τὴν πρώτην ἐπίθεσιν τῆς Αὐστρίας οἱ γενναῖοι Σέρβοι τὴν ἀπέκρουσαν — δειλιῶ ἔτι, καίτοι ὢν ὑπὲρ τῆς ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος, δειλιῶ σήμερον, διότι βλέπω ὅτι τὰ μικρὰ Κράτη, καθ’ ὅσον ἤθελον ἀναμιχθῆ εἰς αὐτὴν τὴν γιγαντομαχίαν, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ καταστραφῶσι. Καὶ ἀναμφισβητήτως, κύριοι, μὲ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγετε περὶ Ἑλλάδος, ἡ Ἑλλάς, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε λάβει μέρος εἰς τὰ Δαρδανέλλια, θὰ ἐξήρχετο ἡττημένη καὶ συντετριμμένη. Ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν ἐξήρχετο τῆς οὐδετερότητος κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915, ὅλος ἐκεῖνος ὁ ἡρωϊκὸς στρατὸς τῆς Σερβίας, ὁ ὁποῖος ἐπολέμησεν ἀληθῶς ὡς λέων καὶ ὑπερήσπισε βῆμα πρὸς βῆμα τὸ πάτριον ἔδαφος, ὅπως ὅλος ἐκεῖνος ὁ στρατὸς διεσκορπίσθη ἀπέναντι τῶν ἀπειραρίθμων λεγεώνων τῆς Γερμανίας, καὶ μετὰ τὴν Σερβίαν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠθέλομεν ἀκολουθήσει τὴν πολιτικὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ὑφιστάμεθα καὶ ἡμεῖς τὴν τύχην τῆς Ρουμανίας, ἡ ὁποία ἀσπαίρει καὶ σήμερον ὑπὸ τὸ πέλμα τὸ Γερμανικόν. Ἡ Ρουμανία, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐζήτησε τὴν συνδρομήν της ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὴν συνδρομήν της διὰ νὰ ἐκδικηθῇ ὅλους τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους πληθυσμούς, διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ ὅσους διῆλθον ἐν στόματι μαχαίρας ὑπὸ τῶν Τούρκων, ἡ Ρουμανία ἀπήντησε καὶ εἶπεν ὅτι δὲν ὑπάρχει τι τὸ κοινὸν μεταξὺ αὐτῆς καὶ ἡμῶν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους, ἔχων τὴν αὐτὴν γνώμην κατὰ τὴν 20ὴν Φεβρουαρίου μὲ τὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, μετέβαλον αὐτὴν ἔπειτα, διότι δὲν πρέπει κανεὶς τὰ μαθήματα τῆς πείρας, ὅσον γέρων καὶ ἂν εἶναι — καὶ ἐγὼ εἶμαι πρεσβύτερος ὅλων ὑμῶν — νὰ τὰ ἀπορρίπτῃ. Ἡ πεῖρα τοῦ Βελγίου, ἡ πεῖρα τῶν Δαρδανελλίων, ἡ πεῖρα τῆς Σερβίας, ἡ πεῖρα τῆς Ρουμανίας θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ. Εὔχομαι, διότι εἶπον ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, νὰ κατορθωθῇ ὅπως ἡ Ἑλλὰς συσπειρωθῇ περὶ τὴν σημαίαν της. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον εἶναι ὅτι, ἂν συνετρέξαμεν τὸν τότε Βασιλέα εἰς τὴν ἐμμονὴν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, ἔχομεν μεθ’ ὅλας τὰς κατηγορίας τὰς ὁποίας συνεκομίσαμεν εἰς βάρος του καὶ τὰς ὁποίας συγκομίζομεν βιοῦντες ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν, ἔχομεν, λέγω, τὴν συνείδησίν μας ἀναπαυμένην, ὅτι ἐπράξαμεν τὸ καθῆκον μας πρὸς τὴν Πατρίδα. Καὶ ὅταν συνεκομίσαμεν τὰς εὐθύνας μετ’ ἐκείνου...
§275ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τοῦ προδότου.
§276ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι προδότης καὶ ἐπίορκος.
§277Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε βουλευτά, σεῖς διατελεῖτε ὑπὸ κατηγορίαν.
§278Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φίλε μου, κύριε Γκλαβᾶ, ἤθελον νὰ ἴδω τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ προβῆτε...
§279Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Θὰ σᾶς παραπέμψωμεν.
§280Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶσθε περισσότεροι τῶν 20, διατί δὲν προβαίνετε; Ἐὰν νομίζετε ὅτι, πολιτευόμενος ἐπὶ 40 ἔτη, θὰ πτοηθῶ ἐκ τοιούτων ἀπειλῶν, ἀπατᾶσθε. Ἐπὶ 40 ἔτη ἔχω τὸ μέτωπον λευκόν.
§281Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἀπὸ τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ Συμβούλιον τῶν ἐπιτάκτων Πρωθυπουργῶν, ἀπὸ σᾶς μόνον ἠλπίζομεν μέχρι τῆς τελευταίας ὥρας ἀληθῆ πατριωτισμόν.
§282Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπάρχουσι δύο μέτρα πατριωτισμοῦ, τὸ ἰδικόν σας καὶ τὸ ἰδικόν μου. Διατί θέλετε νὰ δεχθῶ τὸν ἰδικόν σας;
§283Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Διότι ἡ Σοφία ἡ Βασίλισσα σᾶς εἶχε πάντοτε ὑπὸ τὰς διαταγάς της.
§284ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν ἐπὶ πέντε λεπτά.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά. (Ὥρᾳ 2.30′ π.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 2.40′ π.μ.).
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Δ. Ράλλης παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§287Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρόεδρον διὰ τὴν διακοπὴν αὐτήν, διότι μοὶ ἐχρησίμευσε νὰ συγκεντρώσω τὰς σκέψεις μου, ὥστε νὰ ἀπαλλάξω τὴν Βουλὴν ἀπὸ πολλὰ ζητήματα. Κύριοι, θὰ διεξέλθω τὰ τελευταῖα ζητήματα ὅσον τὸ δυνατὸν συντόμως. Τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται μετὰ τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐξήτασα, εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, μετὰ βαθυτάτης θλίψεως ἀνέγνωσα τὴν πρόποσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Ὕπατον Ἁρμοστὴν τῆς Γαλλίας καὶ Ἀγγλίας κ. Ζοννάρ, ἐκφράζοντος τὴν εὐγνωμοσύνην του διὰ τὴν ἐπέμβασιν τῶν δύο Μεγάλων Δυνάμεων εἰς τὰ τοῦ Ἔθνους καὶ ὅταν τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἀνέθηκεν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Εἶπον ὅτι μετὰ θλίψεως ἀνέγνωσα τὴν πρόποσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ συγκομίσω τὸ αὐτὸ συναίσθημα μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς διακοινώσεως τῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως τῆς Ρωσσίας. Μὲ τὴν ἀποβίβασιν τῶν ἄλλων πολλαπλῶν στρατιωτικῶν ἀγημάτων τῶν δύο Μεγίστων Δυνάμεων τῆς Οἰκουμένης, συγχρόνως μὲ τὴν ἀποβίβασιν τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ Γαλλικοῦ στρατοῦ καὶ μὲ τὴν συγκέντρωσιν τῶν στόλων, τῶν κραταιοτάτων στόλων τῶν δύο τούτων Δυνάμεων, ἀπεβιβάσθη καὶ μία ταξιαρχία Ρωσσική. Τὴν ἐπιοῦσαν μᾶς ἐπληροφόρουν αἱ καλῶς πληροφορημέναι ἐφημερίδες, ὅτι ἡ ταξιαρχία ἡ Ρωσσικὴ ἀπεχώρησε διὰ λόγους στρατιωτικοὺς καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συγκεντρώσεως. Καὶ μετά τινας ἡμέρας ἐγνώσθη πῶς ἐσκέπτετο ἡ Ἐπαναστατικὴ Ρωσσικὴ Κυβέρνησις, ἐσκέπτετο δὲ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἰδιαιτέρως αἱ ὁδηγίαι αὗται ἀναφέρονται εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα ἐν σχέσει πρὸς τὰ τελευταῖα γεγονότα. Εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἡμεῖς δὲν ἠδυνήθημεν νὰ μὴ ἐπιδοκιμάσωμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἐπραγματοποιήθη ἡ διὰ τῆς βίας ὑποκατάστασις ἑνὸς Βασιλέως εἰς ἄλλον. Βεβαίως ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡμεῖς ἐνηπνεόμεθα οὐχὶ ὑπὸ τοῦ πόθου νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, οὗτινις ἀπεδοκιμάσαμεν καὶ συνεβουλεύσαμεν τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς προσωπικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀπαραδέκτου ἀναμίξεως εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ».
§288Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὁ κ. Χαιρόπουλος τὰ γράφει εἰς τὸν «Χρόνον».
§289Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἡ ἐγκύκλιος διακοίνωσις τῆς Ρωσσικῆς Ἐπαναστατικῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ὁποίας εἶναι ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἤδη Πρωθυπουργὸς κ. Κερένσκυ. Κύριοι, καὶ οἱ ἡμιάγριοι λαοὶ καὶ οἱ ἡμιελεύθεροι λαοὶ διεκδικοῦν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν ἀνεξαρτησίαν. Εἶναι δὲ θλιβερὸν φαινόμενον λαὸς ἔχων ἀπαραγράπτους τίτλους τῆς ἀνεξαρτησίας του καὶ τῆς αὐτοτελείας του, νὰ φαίνεται ὅτι ἐπικροτεῖ εἰς τὴν ἐπέμβασιν τῶν ξένων εἰς τὰ τοῦ οἴκου του. Θὰ ὑπομνήσω, κύριοι, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἄλλως ἀνέγνωσε πρὸς ἡμᾶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1833, λυποῦμαι δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπουσιάζει, διότι θὰ ὑπεδείκνυον πρὸς αὐτὸν τὴν ἀνάγκην ὅπως μελετήσῃ ἐκείνην τὴν ἀγόρευσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἓν ἀριστούργημα ἀπὸ ἀπόψεως εὐγενείας Γαλατικῆς ὡς πρὸς τὸ ὕφος καὶ ὡς πρὸς τὴν γλῶσσαν. Εἶναι ἡ ἀγόρευσις τοῦ δουκὸς τοῦ Μπρολλί, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ τὴν 20 Μαΐου 1833. Καὶ ἔλεγεν ὁ δοὺξ τοῦ Μπρολλί: «Συνέλαβεν ἡ Γαλλία τὴν γενναιόφρονα σκέψιν νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τοιαύτας ὑπηρεσίας, αἵτινες παραμένουσι βαθέως ριζωμέναι ἐν τῇ μνήμῃ τῶν λαῶν, συνέλαβε τὴν σκέψιν νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα Κράτος ἀληθῶς ἀνεξάρτητον, δικαίῳ καὶ πράγματι. Κράτος ἐλεύθερον, ὅπερ ἐκλέγει τοὺς φίλους καὶ συμμάχους του, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ἀναγκασθῇ ὑπὸ οὐδενὸς νὰ τελῇ τὴν προστασίαν». Εἰς τὴν ὁμιλίαν ἐκείνην περιλαμβάνονται καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν μακρὰ νὰ λεχθῶσι. Μόνον θὰ ἀπομνημονεύσω τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ δοὺξ τοῦ Μπρολλὶ τελευτῶν: «Θέλομεν τὴν Ἑλλάδα ἀνεξάρτητον, δικαίῳ καὶ πράγματι ἀνεξάρτητον, ἐπὶ τῆς ὁποίας νὰ μὴ δύναταί τις νὰ διεκδικῇ δικαίωμα προστασίας, προτεκτοράτου».
§290Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Κανεὶς Γερμανὸς εἶπε τίποτε;
§291Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀφοῦ μοῦ δίδετε ἀφορμήν, θὰ σᾶς εἴπω. Κατὰ τὸν δοῦκα τοῦ Μπρολλί, κράτος ἀνεξάρτητον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἔχῃ κανεὶς τὸ δικαίωμα τῆς προστασίας, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι εὑρίσκετο ὑπὸ ἐγγύησιν οἱανδήποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι παράρτημα τῶν Ἰωνίων νήσων. Αὐτὰ ἔλεγεν ὁ μέγας Ὑπουργός. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προεκλήθην, θ’ ἐξιστορήσω καὶ περὶ τῆς Βαυαρίας. Ὁ πρῶτος Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ὁ Ὄθων, ἦτο ὑποψήφιος τῆς Γαλλίας, ἐπολεμήθη δὲ φανατικῶς τότε, μετὰ τὴν παραίτησιν τοῦ Λεοπόλδου τοῦ Βελγίου, παρὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ Ρωσσίας, διότι ἡ Βαυαρία ἐθεωρεῖτο ὡς ἡ φυσικὴ σύμμαχος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τῆς Γαλλίας. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀνθρώπινα.
§292Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Δὲν ἦτο ἡ ἐποχὴ τοῦ Πρωσσικοῦ μιλιταρισμοῦ.
§293Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔλεγε δέ, καὶ δὲν ἔχετε παρὰ νὰ συμβουλευθῆτε τὴν σχετικὴν παράγραφον πρὸς τοὺς Γάλλους βουλευτάς: «Ἡ Βαυαρία καὶ ὁ Βασιλεὺς αὐτῆς ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι πρωταγωνίστησαν ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως αὐτῆς». Ἡ Βαυαρία ὑπῆρξεν ἡ δύναμις ἐκείνη, ἡ ὁποία, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὅλαι αἱ ἄλλαι Δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς Γαλλίας, ἦσαν ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, ἐδαπάνησεν ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών της περισσότερον χρόνον καὶ περισσοτέρους ἄνδρας ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας.
§294Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ἄλλο Βαυαροὶ καὶ ἄλλο Γερμανοί.
§295Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οἱ Βαυαροὶ πολεμοῦν σήμερον μὲ τοὺς Γερμανούς. Ὅταν κατὰ πρῶτον ἀπεκρούσθη ἡ ὑποψηφιότης τοῦ Ὄθωνος λόγῳ τοῦ ὅτι ἡ Βαυαρία ἦτο φυσικὴ φίλη τῆς Γαλλίας, καὶ μετὰ τὴν ἀπόκρουσιν τῆς ὑποψηφιότητος ἐκείνης, ἡ Γαλλία προέτεινεν ὡς ὑποψήφιον, τὸν ἕνα κατόπιν τοῦ ἄλλου, δύο Πρώσσους πρίγκηπας, τὸν Γουλιέλμον καὶ τὸν Ἑρρῖκον. Ἀλλὰ κατόπιν, μὴ ἐπελθούσης συμφωνίας ὡς πρὸς τὸν ὑποψήφιον, διότι ἑκάστη τῶν Δυνάμεων προέβαλλεν ἴδιον ὑποψήφιον, λόγῳ τῆς ἀντιζηλίας ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑποψηφιότητα τοῦ Ὄθωνος. Καὶ κατηγόρουν τότε οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ὡς ὁ Lagant, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰσηγητὴς τοῦ δανείου τῶν 20,000,000: «Ἐπήγατε, λέγει, καὶ ἐθέσατε ἐπὶ κεφαλῆς ἕνα υἱὸν ἀπολύτου Μονάρχου καὶ δὲν ἐννοεῖτε ὅτι ὁ λαὸς θὰ ἐξεγερθῇ, καὶ ἂν σήμερον δαπανᾶτε 20,000,000 ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος διὰ νὰ κατέλθῃ ὁ νέος πρίγκηψ εἰς τὴν Ἑλλάδα, αὔριον θ’ ἀναγκασθῆτε νὰ ἐξοδεύσητε ἑκατοντάδα ἑκατομμυρίων». Τοιαύτην ὑπηρεσίαν παρέσχεν ἡ Βαυαρία πρὸς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅταν ἡ Γερουσία τῆς Ἑλλάδος, μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, διετύπωσε τὴν εὐγνωμοσύνην της πρὸς τὰς Δυνάμεις, περιέλαβε καὶ τὴν Βαυαρίαν. Ὅταν ὁ Lagant εἶπε: «θέτετε ἐπὶ κεφαλῆς ἕνα υἱὸν ἀπολύτου Μονάρχου», τότε ὁ Brogli ἀπαντᾷ: «Σέβομαι καὶ τὴν Δημοκρατίαν, ἀλλ’ ἡ Δημοκρατία ἔχει ἀκριβῶς τὸ ἐλάττωμα, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζεται ἐκ τοῦ ὀνόματος. Εἶναι μόνον ἐπιρρεπὴς πρὸς τὴν ἀναρχίαν. Ἐὰν δὲ ἀπεβλέψαμεν εἰς τὴν βασιλείαν ἐν Ἑλλάδι, ἀπεβλέψαμεν ἀπὸ τὴν πεῖραν τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Ἑλλὰς ἐκ τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος». Καὶ ἱστορεῖ τὴν Συνέλευσιν τῆς Ἐπιδαύρου, τὴν Συνέλευσιν τῆς Τροιζῆνος, τὰς δύο Συνελεύσεις τοῦ Ἄργους, τὴν δολοφονίαν τοῦ Κυβερνήτου καὶ λέγει: «Ἰδοὺ ὁ ἀπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος». Εἶχεν ἔλθει εἷς νέος, ἄπειρος καὶ ἀμέσως τὰ πάθη ὡς διὰ μαγείας κατηυνάσθησαν καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἕτοιμοι πρὸς ἀλληλοσφαγὴν περιεκύκλωσαν τὸν νέον αὐτὸν καὶ τὸν ὑπεστήριξαν μετὰ τοῦ μεγαλειτέρου ἐνθουσιασμοῦ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶπον ἱκανὰ διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος πράγματι καὶ Νόμῳ καὶ Συνθήκαις ἀνεξάρτητον. Καὶ ἡ ἀνεξαρτησία αὕτη ἠμφισβητήθη παρ’ ἐκείνων, πρὸς τοὺς ὁποίους ὤφειλεν εὐγνωμοσύνην ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀλλὰ κατεπατήθη ἐν τῇ ἀνεμοζάλῃ ὑπὸ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι διεμαρτύροντο διὰ τὴν διάθεσιν τῶν Πολωνικῶν ἐπαρχιῶν πρὸς τὴν ἀνίδρυσιν τοῦ Βασιλείου αὐτῶν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ «περὶ Πολωνίας». (Ἀναγινώσκει). Ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία καὶ ἡ Ρωσσία, λησμονήσασαι τὰς συνθήκας διὰ τῶν ὁποίων ἀποκατέστησαν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Κράτος ἀνεξάρτητον πράγματι καὶ ὀνόματι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς δύναται νὰ προβάλῃ οἱανδήποτε ἀξίωσιν προστασίας, λησμονήσασαι τὴν ὑπογραφήν των, προέβησαν εἰς ὅ,τι προέβησαν. Καὶ ἔρχομαι πλέον εἰς τὸ ζήτημα τὸ σταθερόν, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Δὲν θὰ ἐπαναλάβω ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ ἐὰν δύο διαλύσεις ἐπιτρέπονται, ἀναφέρων συγγραφεῖς ξένους καὶ προσαγάγων διαφόρους τόμους· δὲν πρόκειται νὰ κάμω τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἔχει συντάξει μὲ τὴν συνήθη του εὐκολίαν καὶ εὐφυΐαν τὴν ἔκθεσιν τὴν αἰτιολογικὴν τοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ ὑποβληθέντος «περὶ ἀνακλήσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου καὶ τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς ταύτης», ἐκ τοῦ ὁποίου Β. Διατάγματος σήμερον ἀνεβιώσατε καὶ κατέχετε τὰς ἕδρας ταύτας, θὰ ἐρωτήσω, λέγω, αὐτόν, ὁ ὁποῖος ὡς βάσιν τῶν συλλογισμῶν του, διὰ νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἀντισυνταγματικότητα καὶ τὴν ἀκυρότητα τοῦ Β. Διατάγματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου, προέβαλε τὴν ἀρχὴν ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει ἄλλας Ἐξουσίας παρ’ ἐκείνας τὰς ὁποίας τοῦ χορηγεῖ τὸ Σύνταγμα, θὰ τὸν ἐρωτήσω τὸ ἑξῆς: Εὑρίσκει εἰς τὸ Σύνταγμα καμμίαν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται νὰ ἀνακαλέσῃ Β. Διάταγμα ἐκτελεσθέν, δυνάμει τοῦ ὁποίου παρέλυσε μία Ἀντιπροσωπεία; Ἐάν, κύριοι, ἀναλαμβάνοντες τὴν Ἀρχήν, δὲν εἴχετε δώσει τὸν ὅρκον τοῦ συνταγματικοῦ λειτουργοῦ, θὰ ἔλεγον πρὸς ὑμᾶς ὅτι εἶσθε Ἐπανάστασις νικηφόρος, τῆς ὁποίας τὰ ἀποτελέσματα ἀνεγνωρίσθησαν καὶ διεθνῶς καὶ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Τί τὴν θέλετε τὴν συζήτησιν ἐδῶ; Εἰς τί σᾶς χρησιμεύει αὕτη; Διὰ νὰ δαπανᾶτε τὸν καιρόν σας καὶ νὰ καταστρέφητε τὴν ὑγείαν σας, ἐπισωρεύοντες καὶ τὴν κόπωσιν τῶν συζητήσεων τούτων εἰς τὸ μέγεθος τῶν εὐθυνῶν, τὰς ὁποίας πράγματι συγκομίζει ἡ κεφαλή σας σήμερον; Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν συμβαίνει, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἐρωτήσω: Εὕρετε πουθενὰ εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ ἀνακαλῇ Β. Διάταγμα διαλύσεως, πραγματοποιηθέν, καὶ ἐκ τοῦ ὁποίου προῆλθε μία ἄλλη Βουλή, ἡ ὁποία ἔδωκε μίαν Κυβέρνησιν, ὑπεστήριξε μίαν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν ὁποίαν Κυβέρνησιν ἀνεγνώρισαν καὶ οἱ ξένοι καὶ προῆλθον καὶ εἰς συνεννοήσεις μετ’ αὐτῆς μέχρι τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1916, ὅτε τοὺς ἐπῆλθε μία ἰδέα, ὅτι ἦσαν ἄκυρα αὐτά; Κύριοι, τοὐλάχιστον ἔπρεπε νὰ εἶσθε εἰς τὰ ζητήματα αὐτὰ συνεπεῖς· ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσητε τὴν πορείαν, ἡ ὁποία ἐνεδεικνύετο ἐκ τῆς ἀρχῆς τὴν ὁποίαν παρεδέχθητε, ὅτι ὑπῆρξεν ἄκυρον τὸ Β. Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ ἑπομένως ὀρθῶς τὸ ἀνεκαλέσατε καὶ ἔπρεπε συνεπῶς καὶ ὅλας τὰς πράξεις τῆς Βουλῆς ἐκείνης νὰ ἀκυρώσητε. Ἔπρεπε νὰ κάμητε κἄτι τι παραπάνω, νὰ μὴ ἀναγνωρίσητε ὡς μέλη τῆς Βουλῆς αὐτῆς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξελέγησαν κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἐκ τῶν ὁποίων παρήχθη ἡ Βουλὴ τῆς 31ης Μαΐου. Λυποῦμαι διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἀξιοτίμου δημοσιογράφου, ὁ ὁποῖος πολλὰ ἄστεα εἶδε καὶ νέας πολλοὺς ἔγνω· ἡ πεῖρα του εἶναι μεγάλη, ἀλλ’ ἐθαύμασα οὐ μόνον διότι εἶδον τὴν ὑποκατάστασιν τοῦ μακαρίτου Θεοτόκη, ὅστις ἐξελέγη καὶ ἀπεβίωσεν ὡς βουλευτὴς τῆς Βουλῆς τῆς 6 Δεκεμβρίου...
§296Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἦτο καὶ τῆς 31ης Μαΐου.
§297Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν εἶχεν ἐντολὴν ὑποκαταστάσεως τοῦ μακαρίτου Θεοτόκη, τὴν ἐντολὴν αὐτὴν δὲν εἶχεν ἐκ τοῦ Νόμου, διότι κατόπιν τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ ἐξελέγη βουλευτὴς ὁ μακαρίτης Θεοτόκης.
§298Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι πολύ, διότι δὲν εἶναι σοβαρὸς ὁ ἰσχυρισμὸς αὐτός.
§299Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι σοβαρώτατος. Δὲν ἦτο βουλευτὴς τῆς 31ης Μαΐου ὁ κ. Βελλιανίτης.
§300Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἦτο ὁ Θεοτόκης.
§301Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὴν ἐντολήν του...
§302Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λυποῦμαι διότι θὰ εἶμαι πικρός. Μόνον ἐνώπιον Εἰρηνοδικείου ἦτο δυνατὸν νὰ προβληθῇ τοιαύτη ἔνστασις!
§303Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἦτο βουλευτὴς τῆς Βουλῆς τῆς 6ης Δεκεμβρίου ὁ μακαρίτης Θεοτόκης καὶ ἑπομένως τὴν ἐντολήν του τὴν εἵλκυεν ἀπ’ ἐκεῖ. Ἤδη καταλαμβάνει ὁ ὑποκατάστατος αὐτοῦ τὴν θέσιν του εἰς τὴν Βουλὴν τῆς 31ης Μαΐου. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τῷ ἐπαναστατικῷ δικαιώματι αὐτοῦ, ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ ὅ,τι θέλει. Καταλαμβάνω αὐτὸ τὸ δικαίωμα, καταλαμβάνω αὐτὴν τὴν πρᾶξιν, ἀλλὰ τὸν θέλω νὰ εἶναι εἰς ὅλα σύμφωνος, θέλω νὰ ἀκυρώσῃ ὅλας τὰς πράξεις τῆς Βουλῆς τοῦ Δεκεμβρίου, θέλω μόνον νὰ παρίστανται ἐδῶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου εἶχον τὴν ἐντολὴν τὴν κοινοβουλευτικήν. Τὸ γνωρίζομεν πάντες, διότι πάντες ὑπέστημεν τὴν τύχην τῶν ἐκλογῶν. Τὴν ἐντολὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν δὲν τὴν ἀντλεῖ κανεὶς παρὰ μόνον ἐκ τοῦ Β. Διατάγματος ἐκείνου, ἐκ τοῦ ὁποίου καλεῖται ἡ Βουλή. Καὶ εἴδομεν ἀληθῶς κατάπληκτοι ὅτι ἐνεκρίθη νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν κατάλογον τῶν βουλευτῶν τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου, τῆς ἀναβιωσάσης, καὶ ὁ κ. Βελλιανίτης. Καὶ ἐρωτῶ: Παρὰ τίνος ἐνεκρίθη; Διότι διὰ νὰ ὑπάρξῃ εἷς βουλευτὴς χρειάζεται μία ἐκλογή, χρειάζεται ἀνακήρυξις τοῦ ὑποψηφίου καὶ ἀνακήρυξις παρὰ τοῦ Πρωτοδικείου. Δὲν ἐννοῶ λοιπὸν ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐνέκρινε τὴν ἐκλογὴν τοῦ κ. Βελλιανίτη, ὁ ὁποῖος ἦλθεν ἐδῶ καὶ ἔδωσε δεύτερον ὅρκον.
§304Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατί ὁμιλεῖτε μόνον περὶ ἐμοῦ; Ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι τρεῖς βουλευταί.
§305Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐκλογή σας δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ὑμᾶς. Παρὰ τίνος λοιπὸν ἐνεκρίθη; Κύριοι, ἐτελείωσα καὶ ἔρχομαι εἰς τὰς κατὰ μέρος ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἔρχομαι εἰς τὸ Διάταγμα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Καὶ τὸ Διάταγμα αὐτὸ θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν Συντακτικήν, ἢ Νομοθετικὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία θὰ συγκληθῇ. Τὸ Διάταγμα αὐτὸ προεκλήθη ἀμέσως μετὰ τὴν ὅρκισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Δικαστικὴ Ἐξουσία εἶναι μία καὶ ἀνεξάρτητος, μία ἐκ τῶν τριῶν κρηπίδων τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ δὲ ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ποτὲ δὲν ἤμην θιασώτης, ἐνήργησε κατ’ ἐπιταγὴν ἐπιστράτων 45 μεταθέσεις, ἐτέθη χεὶρ ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κατ’ ἀπαίτησιν ἐπαναστατικὸς νόμος καταπίπτει ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σας. Διότι δὲν πρέπει νὰ παρίδητε ὅτι ἡ ἰσοβιότης καθωρίσθη χάριν τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς δικαστικῆς Ἀρχῆς. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ὑπῆρξαν καὶ ἀνάξιοι ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ, δὲν λέγω ὅτι ὅσα διέπραξαν ὄχι μόνον τελευταίως ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε, ὑπῆρξαν ὀρθά. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι ὅτι θεωρῶ, ὅτι δὲν ἦτο ὁ τρόπος αὐτὸς ὁ ἐνδεδειγμένος τῆς ἐκκαθαρίσεως· ὑπῆρχον ἄλλοι τρόποι καὶ ὄχι αἱ συλλήβδην παύσεις ὅλης τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Καὶ ἀφοῦ ἀπελύθησαν, ἤρχισαν πάλιν νὰ τοὺς διορίζουν. Καὶ πρῶτος ὁ ὁποῖος ἐπαύθη ἦτο ὁ κ. Μπότας. Δὲν τὸν γνωρίζω, ἀλλ’ εἶδον ὅτι, ὅταν ἐπαύθη, ἐξηγέρθη ὅλος ὁ κόσμος, διότι φαίνεται ὅτι ὑπῆρξε καλὴ ἡ δρᾶσις του ὡς πρὸς τὰ θέματα τὰ ὁποῖα τοῦ εἶχον ἀνατεθῆ, τῆς καταδιώξεως τῆς αἰσχροκερδείας, καὶ διωρίσθη ἐκ νέου.
§306Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν διωρίσθη ἐκ νέου· εἶναι τοποθετημένος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ἀλλὰ δὲν εἶναι Πρόεδρος Πρωτοδικῶν.
§307Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν τὸ ἐγνώριζον αὐτό, ἄλλοι ὅμως πολλοὶ διωρίσθησαν. Ἡ ἰσοβιότης ἔχει μίαν ἔννοιαν ἀνεξαρτησίας, ἀλλ’ ἔχει καί τι πλέον. Ἡ ἔννοια τῆς ἀνεξαρτησίας γεννᾷ τὴν πεποίθησιν τοῦ Λαοῦ ἐπὶ τὴν Δικαιοσύνην.
§308Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἠθέλατε νὰ παραμείνῃ ὁ Λιβιεράτος;
§309Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ Λιβιεράτος δὲν ἦτο ἰσόβιος, ἦτο Εἰσαγγελεύς. Ἐὰν παρέβη τὸ καθῆκον του, ἐὰν εἰς στιγμὴν παραφορᾶς ἠθέλησε νὰ γίνῃ ὑποψήφιος Ἀττικῆς, ἐγὼ ἤμην ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔβλεπα μετὰ πολλοῦ τρόμου τὴν ὑποψηφιότητά του. Ἀλλὰ καὶ ὁ κ. Λιβιεράτος καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ ὅλοι ὅσοι ἔσφαλον, ἠδύναντο νὰ τιμωρηθῶσιν ἄνευ συγκλονίσεως τοῦ Λαοῦ. Χωρὶς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λόγῳ τῆς ἰσοβιότητος πρόκειται νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ἔχομεν καὶ τὸ Διάταγμα τῆς ἀναστολῆς τῆς μονιμότητος καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἕνα ἕκαστον τῶν κ.κ. Ὑπουργῶν, πόσοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς 25 Σεπτεμβρίου 1915 διωρίσθησαν καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ πόθεν παρήχθησαν. Δὲν παρήχθησαν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον σεῖς κατηρτίσατε;
§310Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ μήπως παύονται διότι διωρίσθησαν ἀπὸ σᾶς; Παύονται διότι ὠργίασαν. Ἔπρεπε νὰ μὴ συντελέσητε νὰ φθάσωσι τὰ πράγματα εἰς τὴν 18 καὶ 19 Νοεμβρίου.
§311Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ πρὸ αὐτῶν ἦσθε Ὑπουργὸς ὅταν συνέβησαν ἐκεῖνα τὰ αἰσχρὰ εἰς τὸ «Ἀθήναιον».
§312Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νομίζετε τάχα ὅτι, καθ’ ὅσον ἐξῃρτᾶτο ἀπὸ ἐμέ, δὲν ἠθέλησα νὰ προστατεύσω τὰς πολιτικὰς συγκεντρώσεις καὶ διαλέξεις; Ἐγὼ ἔχω πεποίθησιν εἰς τὸν Λαόν, ὥστε ποτὲ δὲν ἐσκέφθην νὰ συνωμόσω διὰ νὰ ἐπιβάλω τὴν πολιτικὴν ἡμῶν, διότι ἐνθυμοῦμαι μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρχιδικαστοῦ τῆς Ἀγγλίας καὶ ἡ ἐνθύμησις τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς συνοδεύει τὸν βίον μου, καὶ τὸν ἰδιωτικὸν καὶ τὸν πολιτικόν. Προσήχθησαν ἐνώπιον τοῦ Ἀρχιδικαστοῦ τῆς Ἀγγλίας τρεῖς συνωμόται κατὰ τοῦ Καθεστῶτος τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀφοῦ ἀπεδείχθη ἡ ἐνοχή των, τοὺς ἐκάλεσεν, ἔβαλε τὸν σκοῦφον του καὶ τοὺς εἶπε: «Πηγαίνετε ἀπ’ ἐδῶ πέρα, σᾶς ἀπολύω· μάθετε ὅτι ὑπὸ τὰ ἐλεύθερα πολιτεύματα αἱ γνῶμαι κατισχύουν εὐκολώτερον διὰ τῆς ὁμαλῆς ὁδοῦ τὴν ὁποίαν διαγράφουν, παρὰ διὰ τῆς ἀναρχίας». Αὐτὸ εἶναι τὸ μάθημα, τὸ ὁποῖον ἐπηρεάζει πάντοτε τὸν βίον μου, καὶ τὸν ἰδιωτικὸν καὶ τὸν πολιτικόν.
§313Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Συνετελέσατε ὅμως ὁ ἴδιος ὡς Ὑπουργὸς νὰ καταργηθῇ ἡ ἐλευθερία, ἀλλὰ καὶ νὰ καταργηθῇ ἡ ἐλευθερία τῶν διαλέξεων ἀκόμη ἑνὸς Κόμματος, τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§314Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος;
§315Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς. Καὶ ὅταν ἐσφραγίσατε τὸ στόμα τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὅταν ἐδημιουργήσατε τὸν θεσμὸν τῶν κατασκόπων καὶ ὅταν δὲν ἀφήσατε οὐδεμίαν ἐλευθερίαν διὰ νὰ σεβασθῆτε, τότε ἠθελήσατε νὰ κάμωμεν συζήτησιν.
§316Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐπέβαλλον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλουσιν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, διότι ἐγὼ θεωρῶ τὰς ἐλευθερίας τὰς λαϊκὰς ὡς συμπλήρωμα τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν πολιτεύματος. Μόνον διὰ τῶν λαϊκῶν προνομίων, διὰ τοῦ Τύπου, διὰ τῶν συλλαλητηρίων, διὰ τῶν συνεντεύξεων φωτίζεται ἡ Κοινὴ Γνώμη καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ἐφρόνουν ὅτι, ἂν ὑπῆρξαν καταχρήσεις, αἱ καταχρήσεις ἐκεῖναι ἔπρεπε νὰ παταχθῶσι. Καὶ μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐγὼ ἤμην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ ἔπραττον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλον νὰ πράξω. Τὸ γνωρίζει ὁ κ. Νεγρεπόντης, ὁ ὁποῖος ἐπεκαλέσθη τὴν συνδρομήν μου.
§317Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Μᾶς ἠμποδίσατε τὰς διαλέξεις μας.
§318Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐζήτουν νὰ φιμώσουν τὰς ἐφημερίδας. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπυροβολήθην ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἀγορεύοντος.
§319Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τί ἔκαμα;
§320Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κατεπατήσατε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου. Ἦλθον καὶ μᾶς ἐπυροβόλησαν καὶ δὲν ἐπετάξατε οὔτε τὸν Εἰσαγγελέα, οὔτε τὸ ἀξίωμά σας.
§321Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐλευθερία τοῦ Τύπου παρεγνωρίσθη. Ἐνθυμεῖσθε, καὶ ἔχετε καὶ δημοσιογράφους μεταξὺ τῶν Ὑπουργῶν, ἐνθυμεῖσθε ὅλην ἐκείνην τὴν καμπάναν κατὰ τοῦ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νομίμου καθεστῶτος. Καὶ μετὰ τὰ Διατάγματα ταῦτα, κύριοι, τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος, τῆς καταργήσεως τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων, δηλαδὴ τῆς ὑποταγῆς τῶν ὑπαλλήλων ὅλων εἰς τὰς διαθέσεις τῆς Κυβερνήσεως, ὑπαλλήλων διορισθέντων ὑπ’ αὐτῆς, ἔρχομαι εἰς τὸ Διάταγμα, τὸ ἀφορῶν τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος.
§322Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ τύχωσι τῆς συνηγορίας ὑμῶν καὶ αὐτὰ τὰ αἴσχη;
§323Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκούσατε τὴν γνώμην μου. Ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι ἡ Σύνοδος ὑπερέβη τὰ καθήκοντά της εἰς τὸ ζήτημα αὐτό.
§324Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑπερέβη ἁπλῶς;
§325Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐν τῷ νόμῳ τῷ καταστατικῷ τῆς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει μία διάταξις, ὅτι οὐδεμία πρᾶξις τῆς Συνόδου εἶναι ἰσχυρά ἐὰν δὲν παρίσταται ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος καὶ ἐὰν δὲν ὑπογράψῃ ταύτην. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τὴν δικαιολογητικήν, τὴν συνοδεύουσαν τὸ σχετικὸν Διάταγμα περὶ καταργήσεως τῆς Ἐκκλησίας — δὲν ἠξεύρω ὑπὸ τίνων συνετάχθη — καταλογίζεται εἰς βάρος τῆς Συνόδου ἡ πρᾶξις ἐκείνη. Καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν λέγεται ὅτι προέβη ἡ Σύνοδος εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν καὶ ἐναντίον τῶν παρακλήσεων τῆς Κυβερνήσεως.
§326Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς ποίαν πρᾶξιν;
§327Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀφορισμοῦ. Καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν τοῦ ἀφορισμοῦ εἶναι ὑπογεγραμμένος ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος.
§328Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιωθῆτε...
§329Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ τελειώσω καὶ εἶμαι εἰς τὰς διαταγάς σας. Ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος λοιπὸν εἶναι ὁ πραγματικὸς αὐτουργός, διότι ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἦτο ῥιζικῶς ἄκυρος. Ἐν τούτοις αὐτὸς παραμένει· ἐξερριζώθη ὁλόκληρος ἡ Ἐκκλησία καὶ αὐτὸς παραμένει.
§330Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε βουλευτά, βεβαιωθῆτε ὅτι πρώτην φορὰν μανθάνω ὅτι ἡ Σύνοδος ἔκαμε καὶ ἐπίσημον πρακτικὸν τοῦ ἀφορισμοῦ. Ἐνόμιζα ὅτι περιωρίσθη νὰ κάμῃ τὸ αἶσχος ἐκεῖνο τοῦ λιθοβολισμοῦ ἐκείνου τοῦ ἀναθέματος, ἀλλὰ πρώτην φορὰν μανθάνω ὅτι ὑπάρχει καὶ πρακτικὸν τοῦ ἀφορισμοῦ.
§331Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς πληροφορῶ.
§332Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς εὐχαριστῶ. Πείθομαι καὶ σᾶς βεβαιῶ ὅτι αὔριον θὰ ὑποβληθῇ Διάταγμα...
§333Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Περιμένω τὴν διόρθωσιν τοῦ πράγματος καὶ περιμένω νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος. Ἀλλ’ ἐκεῖνος λογίζεται «κομμάτι» καὶ συνάδελφος ὑμῶν.
§334Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ὁ μὲν κύριος Βασιλικὸς Ἐπίτροπος θὰ ἀπολυθῇ αὔριον, τὰ μαλλιὰ ὅμως αὐτοῦ δὲν πρόκειται νὰ κοποῦν. Τῶν ἄλλων ὅμως ἡ τιμωρία δὲν θὰ εἶναι αὐτὴ μόνον, διότι κατὰ τοὺς κανόνας τῆς Ἐκκλησίας αὐτοὶ ἔγιναν ἀνάξιοι τῆς Ἀρχῆς. (Φωναί: ἀνάξιοι). Καὶ ἡ ποινή των εἶναι ἡ καθαίρεσις. Καὶ ἂν δὲν ἐπηκολούθει ἡ ποινὴ αὐτὴ εἰς τὸ αἶσχος αὐτὸ τὸ διαπραχθὲν ὑπὸ τῶν Ἐπισκόπων ἐκείνων, βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἀπελπισθῶμεν περὶ τῆς Ἐκκλησίας μας. Τί λοιπὸν πρέπει νὰ εἶναι ἡ πρώτη πρᾶξις τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Ἐκκλησίας; Ὁ κολασμὸς αὐτῆς τῆς παρεκτροπῆς.
§335Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον πράττετε διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, ἔχει τὸν ἀντίκτυπόν του πολὺ μακράν.
§336Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ Μακκιαβελικὰ ἐπιχειρήματα; Νὰ προσκομισθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι θὰ γίνουν ἀνάλογα εἰς τὴν Τουρκίαν. Καὶ νομίζετε ὅτι ἔμεινε τίποτε εἰς τὴν Τουρκίαν νὰ σωθῇ, ἀφοῦ μὲ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσατε παρεδώσατε τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τὴν ἐξόντωσιν; (Χειροκροτήματα).
§337Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας ὑμῶν κατερρίψατε παρὰ τῷ λαῷ τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας.
§338Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοῦ κολασμοῦ τῆς παρεκτροπῆς ἐπῆλθεν ἡ κατάρριψις τοῦ γοήτρου τῆς Ἐκκλησίας καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ ἐγκλήματος αὐτοῦ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ, τοῦ νὰ μεταχειρισθῶσι κατὰ τὸν 20ὸν αἰῶνα ἐκκλησιαστικὸν ἀφορισμόν, χρησιμοποιούμενον κατὰ τὸν μεσαιῶνα μόνον δι’ ἐκκλησιαστικὰ παραπτώματα καὶ τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις γίνεται μόνον κατόπιν προσκλήσεως πρὸς ἀποκήρυξιν τῶν αἱρετικῶν δοξασιῶν; Ὅταν μετεχειρίσθησαν τοιαῦτα ὅπλα ἀσύστολα διὰ πολιτικὰ πράγματα κατὰ τὸν 20ὸν αἰῶνα, νομίζετε ὅτι ὁ κολασμὸς τούτων θὰ καταρρίψῃ τὸ κῦρος τῆς Ἐκκλησίας καὶ δὲν νομίζετε ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος, ἵνα τὸ κῦρος αὐτὸ ἐπανορθωθῇ καὶ πάλιν, παρὰ μόνον ὅταν αὐτοὶ κηρυχθοῦν ἀνάξιοι νὰ κατέχουν τὸ ἀξίωμα αὐτῶν; (Χειροκροτήματα. Φωναί: ἀνάξιοι).
§339Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ οἱ ἠθικοὶ αὐτουργοὶ τοῦ ἀναθέματος;
§340Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπῆρχε τρόπος ἄλλος.
§341Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος;
§342Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι ὁ τῆς καταργήσεως τῆς Ἐκκλησίας.
§343Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ποῖος;
§344Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διατί προεκαλέσατε τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου τροποποιεῖτε τὸν καταστατικὸν νόμον τῆς Ἐκκλησίας;
§345Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ συνθέσωμεν τὴν Σύνοδον, δηλαδὴ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Δικαστήριον.
§346Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα, διότι ἀφαιρεῖται αὐτοὺς ἀπὸ τοὺς φυσικοὺς αὐτῶν δικαστάς, παρὰ τὸ Σύνταγμα.
§347Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε βουλευτά, πῶς ἠθέλατε νὰ συνθέσω τὸ Δικαστήριον αὐτὸ ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ τροποποίησις ἡ ὁποία ἐπῆλθεν, ἀφοῦ ἐχρειάζοντο δεκατρεῖς δικασταὶ διὰ τὸ Δικαστήριον, οἱ δὲ μὴ μετασχόντες τοῦ καταπτύστου αὐτοῦ ἀναθέματος ἦσαν ἐν ὅλῳ 4 ἢ 5; Διὰ νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς φυσικοὺς αὐτῶν δικαστάς, ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν τοὺς ἰδίους νὰ δικάσωσιν ἑαυτούς; Ὡραῖα!
§348Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι ἐμὲ ποτὲ δὲν μὲ ἐκολάκευσαν, ποτὲ δὲν ἀνέμεναν ἐδῶ ἐμὲ μὲ ἀνημμένας τὰς λαμπάδας καὶ ἐπὶ τόσον χρόνον, ὥστε νὰ ἀναγκασθῶ, καθήμενος ἐκεῖ, νὰ τοῖς εἴπω: «σβύσατε τὰς λαμπάδας, ἡ Ἐκκλησία δὲν ἀναμένει κανένα».
§349Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Διότι οὐδέποτε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς σᾶς ἔστειλε Πρόεδρον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἦλθε πάντοτε πανηγυρικῶς· αὐτὸς εἶναι ὁ νυμφίος τῆς Ἐκκλησίας.
§350Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι ἐγὼ ὑπῆρξα πάντοτε ὁ ἰατρὸς τῶν ἀπηλπισμένων. Ὁσάκις ἐκλήθην εἰς τὴν Ἐξουσίαν, ἐκλήθην διὰ νὰ θεραπεύσω τὰς πληγάς. Βεβαίως ἀποβλέπομεν εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τῆς Ἐθνικῆς ἑνότητος, εἰς ἀποκατάστασιν τῆς ἑνότητος ἐν τῷ Στρατεύματι, ἀλλὰ προχθὲς ἤκουσα νὰ μᾶς λέγητε ὅτι ἐκτυπήσατε τὸ ἔδαφος καὶ προέκυψε στρατὸς ἀπαράμιλλος, ὑπερβαίνων πάντα ἄλλον Ἑλληνικὸν στρατόν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ὁ στρατὸς αὐτὸς δὲν εἶναι τμῆμα τοῦ ἐνδόξου Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, ὅστις ἐδόξασε τὰ ὅπλα τῶν Ἑλλήνων κατὰ τοὺς δύο πολέμους; Διατί τὸν ἀπογυμνώνετε τῆς δόξης αὐτῆς;
§351Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὸν ἀπογυμνώνομεν, ἀλλ’ αἱ σελίδες τῆς δόξης, τὰς ὁποίας ἔγραψεν ὁ στρατὸς τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης...
§352Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διατί τὸν χωρίζετε ἀπὸ τὸν ὑπόλοιπον Ἑλληνικὸν Στρατόν;
§353Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σεῖς μᾶς ἠναγκάσατε νὰ δημιουργήσωμεν δύο Κράτη, νὰ δημιουργήσωμεν δύο στρατούς, νὰ δημιουργήσωμεν Ἐθνικὸν Στρατόν, ὁποῖος ἦτο καὶ ὁ Ἑλληνικὸς πρὶν ἢ ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς τὸν μεταβάλῃ εἰς δυναστικὸν στρατόν. Ἀφοῦ μᾶς ἠναγκάσατε νὰ κάμωμεν αὐτά, μᾶς λέγετε ὅτι χωρίζομεν τὴν δόξαν τοῦ στρατοῦ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἀπὸ τὴν δόξαν τοῦ παλαιοῦ στρατοῦ. Οἱ ξένοι Στρατοί, πολεμοῦντες μὲ τὸν στρατὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, θεωροῦν ὅτι πολεμοῦν μὲ Ἕλληνας.
§354Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὅταν λέγετε περὶ στρατοῦ τῆς Ἀμύνης, ἐννοεῖτε τὸν καλλίτερον παντὸς ἄλλου Ἑλληνικοῦ στρατοῦ.
§355Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο εἶναι ραδιοῦργον. Εἶπον τοῦτο: ὅτι ἐδημιουργήθη Στρατός, λαμπρότερον τοῦ ὁποίου ποτὲ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔσχεν, εἶπον ὅτι ἐγράφησαν σελίδες λαμπραί. (Χειροκροτήματα).
§356Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σᾶς ζητῶ συγγνώμην διότι κατέστην ὀχληρὸς ἐπὶ μακρόν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἠνεώχθησαν αἱ πύλαι τῆς Βουλῆς καὶ ἐκλήθην νὰ παραστῶ εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτῆς, ἔχω καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὴν Βουλήν. Δὲν νομίζω ὅτι ἔθιξα οὐδ’ ἐπ’ ἐλάχιστον τὴν φιλοτιμίαν, ὅτι ὑπερέβην τὰ ἐσκεμμένα, ὅτι δὲν ἀνέφερα μετ’ εἰλικρινείας τὰ τῆς καταστάσεως ἐκ τοῦ πολέμου. Ἐὰν ὡμίλησα περὶ τοῦ τελευταίου τούτου, δὲν ὡμίλησα ὅπως μοὶ καταλογίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τὴν λέξιν «μικροραδιοῦργος». Αὐτὰ εἶναι τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα· δὲν δύνασθε νὰ ἀποδώσητε δολίαν πρόθεσιν εἰς τοὺς λόγους μου. Ἐδοκίμασα κατὰ τὸ μακρὸν πολιτικόν μου στάδιον πικρίας ἀπείρους. Σκέπτομαι, ἂν μοὶ ὑπολείπωνται δυνάμεις, νὰ τὰς διαθέσω ὡς ἁπλοῦς στρατιώτης ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλος τις ἐκ τῆς μειονοψηφίας νὰ ὁμιλήσῃ.
§358Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω νὰ συνεδριάσῃ σήμερον Κυριακὴν ἡ Βουλὴ εἰς τὰς 5 μ.μ.
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ σήμερον Κυριακήν, εἰς τὰς 5 μ.μ. (Ὥρᾳ 3.20′ π.μ.).