1917.08.11
4.020 στίχοι · 32.823 λέξεις · 292 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 19Η
ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 11 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5.45′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεία. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 58 νομοσχέδιον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως φέρεται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἐνῶ δὲν ἔχει ψηφισθῆ εἰς πρώτην.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου· πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: —Τὰ μέλη τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως ἠλεκτροτεχνιτῶν καὶ ἐργατῶν φωταερίου παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ ἐπέκτασις τοῦ νόμου ΔΚΗʹ (4025) τῆς 24 Ἰανουαρίου 1914 «περὶ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων κλ. ὑπαλλήλων» καὶ διὰ τοὺς τῆς Ἑταιρείας Ἠλεκτρισμοῦ καὶ Φωταερίου. —Οἱ τελειόφοιτοι τοῦ Διδασκαλείου τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης τοῦ Γένους Σχολῆς ζητοῦσιν ὅπως ἀναγνωρισθῇ τὸ ἐν λόγῳ Διδασκαλεῖον ὡς αὐτοτελές. —Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Παλαμιδίου παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ποινή των. —Ὁ Βασιλικὸς Ἐπίτροπος τοῦ Διαρκοῦς Στρατοδικείου τοῦ Αʹ Σώματος Στρατοῦ ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Δ. Λόντου. (Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν). —Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς αἰτήσεως παροχῆς ἀδείας πρὸς ποινικὴν δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Λ. Κανακάρη Ρούφου. —Ὁ κ. Φ. Μοσχούλας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης». —Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ὁ κ. Χ. Κοὲν ἔχει τὸν λόγον.
§4Χ. ΚΟΕΝ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, ἐλπίζω, ἡ Βουλὴ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ πληροφορήσῃ αὐτὴν περὶ τῶν νεωτέρων εἰδήσεων, τὰς ὁποίας τυχὸν θὰ εἶχε περὶ τῆς τρομακτικῆς πυρκαϊᾶς τῆς Θεσσαλονίκης καὶ δὴ τί μέχρι τοῦδε ἔχει ἐξακριβωθῆ περὶ θυμάτων. Τυγχάνει εὐνόητος ὁ σπαραγμὸς καὶ ὁ πόνος πάντων ἡμῶν καὶ πάσης Ἑλληνικῆς ψυχῆς ἐπὶ τῇ μεγάλῃ ἐθνικῇ συμφορᾷ, θεωρῶ δὲ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἐπιβεβλημένον καθῆκον ὅπως ἐξ ὀνόματος τῶν κατοίκων Θεσσαλονίκης, τῶν ὁποίων ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι ἀντιπρόσωπος, νὰ ἐκφράσω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδιαίτατα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον αὐτῆς, τὴν εὐγνωμοσύνην διὰ τὰ ὄντως πατρικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἔσπευσε νὰ λάβῃ πρὸς περίθαλψιν τόσων χιλιάδων ἀστέγων οἰκογενειῶν. Εἶμαι ὅθεν πεπεισμένος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ πατρικῇ αὐτῆς μερίμνῃ καὶ πρὸ τοῦ ὕψους τῆς καταστροφῆς δὲν θὰ διστάσῃ νὰ λάβῃ πάντα τὰ ἐκ τῆς περιστάσεως ἐπιβαλλόμενα καὶ ἐπείγοντα μέτρα, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς τόσον σκληρῶς δοκιμασθέντας ἀδελφοὺς τῆς Μακεδονικῆς πρωτευούσης.
§5Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θυμάτων οὐδεμίαν ἔχομεν πληροφορίαν, δικαιοῦμαι δὲ νὰ πιστεύω ὅτι ὁ ἀριθμὸς θὰ εἶναι ἐλάχιστος. Ἀριθμός τις θυμάτων ὑποθέτω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἐκ τῶν ἀνδρῶν τῶν ἰδικῶν μας καὶ τῶν συμμαχικῶν στρατευμάτων, οἱ ὁποῖοι ἐκλήθησαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των κατὰ τὴν πυρκαϊάν. Ἡ μέριμνα τοῦ Κράτους περὶ τῆς μεγάλης πυρκαϊᾶς τῆς Θεσσαλονίκης ἐπεκτείνεται ὁλονέν. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ἀναχωρεῖ τὴν ἑσπέραν σήμερον μεταβαίνων εἰς Θεσσαλονίκην, ὅπως ἐπισκεφθῇ τὸν τόπον τῆς συμφορᾶς. Ἀναγγέλλω ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἄνευ στέγης εἶναι μικρότερος τοῦ ἀρχικῶς ἀναφερθέντος, περιοριζόμενος εἰς 60.000. Βεβαίως ὁ ἀριθμὸς εἶναι τεράστιος, ἀλλὰ μικρότερος ἐν σχέσει πρὸς τὰς 80.000 ἢ τὰς 100.000, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος. Ἡ προσωρινὴ στέγασις τῶν κατεστραμμένων βαίνει κάλλιστα. Ἐκτὸς 16.000, τοὺς ὁποίους ἐστέγασαν τὰ ξένα στρατεύματα καὶ 5.000 τοὺς ὁποίους ἐστεγάσαμεν ἡμεῖς εἰς προχείρους ἐγκαταστάσεις, μέγας ἀριθμὸς ἐκ τῶν ὑπολοίπων ἐγκατέστη εἰς τὰς οἰκίας τῶν λοιπῶν Θεσσαλονικέων, προθυμοποιουμένων εἰς τὴν φιλοξενίαν ταύτην. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ Κράτος θὰ προσέλθῃ ἐπίκουρον εἰς τὴν συμφορὰν ταύτην καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ πρόθυμος εἰς ψήφισιν τῆς ἀναγκαίας πιστώσεως.
§6Χ. ΚΟΕΝ. Περὶ τῆς τελευταίας πυρκαϊᾶς;
§7Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη. Ἕνεκα τῆς ἀταξίας τοῦ Τηλεγραφείου, τηλεγράφημα παλαιόν, τῆς πρώτης ἢ δευτέρας ἡμέρας τῆς πυρκαϊᾶς, ἔφθασε μετὰ 4 ἡμέρας. Ἐκ τούτου προῆλθεν ἡ παρεξήγησις.
§8Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Βεβαίως αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν αἱ ἀναμενόμεναι ἀναλόγως τῆς συμφορᾶς ἡ ὁποία ἐνέσκηψεν εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς Μακεδονίας. Τὸ μέγεθος τῆς καταστροφῆς εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ φανῶμεν φειδωλοὶ εἰς τὴν λῆψιν τῶν ἐνδεικνυομένων μέτρων. Πᾶσα σύστασις ἑπομένως εἶναι περιττή. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ παραλείψῃ οὐδὲν τὸ δυνάμενον νὰ ἀνακουφίσῃ τοὺς παμπληθεῖς πυροπαθεῖς τῆς Θεσσαλονίκης, ἐξ ὀνόματος τῶν ὁποίων εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην μου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ν’ ἀναβληθοῦν, ν’ ἀναβληθοῦν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· ἀναβάλλονται.
§12Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαζέας ἔχει τὸν λόγον.
§14Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Θὰ ἀπασχολήσω δύο μόνον λεπτὰ τὴν Βουλὴν καὶ θὰ τὴν παρακαλέσω νὰ μοῦ ἐπιτρέψῃ τοῦτο. Θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς τηλεγραφικῆς ἀναφορᾶς, διὰ τὴν ὁποίαν ἀπασχολῶ τὴν Βουλήν. Προέρχεται ἡ ἀναφορὰ οὐχὶ ἐξ ἐμπόρου οὔτε ἐξ ἄλλου ἐργάτου ἢ σταφιδοπαραγωγοῦ ἀτόμου, ἀλλὰ προέρχεται ἀπὸ ὅλα τὰ σωματεῖα τῆς Μεσσηνίας τὰ γεωργικά, τὰ ὁποῖα συνῆλθον καὶ ἀπευθύνουν ἱκεσίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως τὸ παρακράτημα τῆς σταφίδος κανονισθῇ εἰς εἶδος καὶ ὄχι εἰς χρῆμα. Δὲν φαντάζεσθε, κ. Πρόεδρε, ποῖος πανικὸς ἔχει καταλάβει τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Μεσσηνίας ὡς ἐκ τῆς σημερινῆς καταστάσεως τῆς συγκοινωνίας, ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα ἐὰν στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον ἡ ἀξίωσις νὰ γίνῃ τὸ παρακράτημα τῆς Μεσσηνίας ὄχι εἰς εἶδος, ἀσχέτως ἐὰν τὰ πράγματα θὰ ἀποδείξωσιν ὅτι ἦτο πεπλανημένον τὸ ζήτημα, καὶ τοῦ πανικοῦ ὁ ὁποῖος ἐνέσκηψεν ἐκ τοῦ ὅτι τὸ παρακράτημα θὰ ὁρισθῇ εἰς χρῆμα. Ἡ ζημία αὕτη θὰ ἦτο ὑπερτέρα ἀσυγκρίτως. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς κινδύνους τῆς καταστάσεως, τὰς περιπετείας ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων διαβιοῖ ὁ λαὸς ὁ σταφιδικὸς καὶ τὰς δοκιμασίας τὰς ὁποίας ὑφίσταται, νὰ λάβῃ δὲ ἐπὶ πλέον ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐνδεχόμενον ὁ πανικὸς ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιφέρῃ ἀφεύκτως συντριβὴν εἰς τὴν οἰκονομίαν τοῦ λαοῦ, θὰ ἔχῃ σχέσιν καὶ μὲ τὴν διασάλευσιν τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς Χώρας. Θὰ παρακαλέσω, ἐπαναλαμβάνω, τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της εἰς τὴν ἐπίκλησιν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι φωνὴ ἀτόμου, ἀλλὰ εἶναι φωνὴ ὁλοκλήρου τῆς Μεσσηνίας.
§15Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Συντάσσομαι καὶ ἑνώνω καὶ ἐγὼ τὴν φωνήν μου ὑπὲρ τῆς ἀποδοχῆς τῶν δικαίων αἰτημάτων τοῦ σταφιδικοῦ λαοῦ τῆς Μεσσηνίας.
§16Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μίαν ἔχω νὰ ἀπευθύνω παράκλησιν πρὸς τοὺς κυρίους βουλευτὰς Μεσσηνίας. Ὁ κ. Δαζέας, ὁμιλῶν ὡς ὡμίλησε, φαίνεται λησμονεῖ ὅτι ἡ ρύθμισις τοῦ ζητήματος κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δὲν ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ὅτι οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἔχουσι τὸν φόβον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐξαχθῇ οὔτε μία λύτρα σταφίδος. Αὐτὸ πρέπει νὰ πτοῇ τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς. Αὐτὸ θὰ δημιουργήσῃ τὸν πανικόν, διότι δύναται νὰ ἐπιφέρῃ καταστροφήν. Ὑποθέτω ὅτι τὸ γνωρίζετε καλῶς, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τοῦ παρακρατήματος, τὸ λησμονεῖτε ἐντελῶς, ἵνα ἀφίνητε τοὺς συμπολίτας σας ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ἀπὸ τὴν καλὴν ἢ κακὴν θέσιν τοῦ ζητήματος ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἠξεύρω ὅτι ἀπευθύνομαι πρὸς φίλον καὶ συναγωνιστήν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ εἴπω ὅτι, ὅταν ὁμιλῆτε περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἐνθυμεῖσθε ὅτι δὲν εἴμεθα ἀποκλειστικῶς ἐλεύθεροι νὰ τὸ κανονίσωμεν. Τὸ μέγα ζήτημα εἶναι τὸ ἂν θὰ ἐξαχθῇ ὁ σταφιδόκαρπος.
§17Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§18Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶχον τὴν ἀξίωσιν πρῶτον νὰ γνωρίζετε ὅτι ἡ προσοχὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐπιστημένη καὶ δεύτερον ὅτι, ἀφοῦ ἐθεωρήσατε ὀρθὸν νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀκριβῶς διότι εἶσθε φίλος τῆς Κυβερνήσεως, εἴχετε καθῆκον νὰ διαφωτίσητε ἐγκαίρως τοὺς Μεσσηνίους τί σημαίνει ἐὰν θὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις ἐκ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ γεγονότος. Ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως πρὸς τὸ σταφιδικὸν ζήτημα, τὸ γνωρίζετε· γνωρίζετε ὅτι ἔφθασεν εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν τότε ἐξαγορὰν τοῦ προνομίου, ἵνα μὴ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἀξίωσιν τῆς προνομιούχου. Λοιπὸν σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς σημεῖον, διὰ τοῦ ὁποίου δι’ ἀμοιβαίας συνεννοήσεως τῶν δύο Κυβερνήσεων θὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγωγῆς τῆς σταφίδος. Μὴ ἀμφιβάλλετε ὅτι κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις αὐτὰς κυριώτατον ἡμῶν μέλημα θὰ εἶναι νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς σταφίδος.
§19Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Αὐτὰ ἀκριβῶς εἴχομεν εἰπῆ καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐπεκράτησαν ἀντιλήψεις διάφοροι, λόγῳ συγκρούσεως συμφερόντων. Τὰ παθήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστη ὁ Μεσσηνιακὸς λαὸς κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις εἶναι πολλά, νὰ εἶσθε δὲ βέβαιος, κ. Πρόεδρε, ὅτι πρὶν κάμετε ὑμεῖς τὰς δηλώσεις αὐτάς, εἴχομεν καταστήσει γνωστὰς εἰς τοὺς Μεσσηνίους τὰς δυσχερείας τῆς παρούσης περιστάσεως.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§21Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρέλιπον καθῆκον, κύριε Πρόεδρε, καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν ἐὰν δὲν ὕψωνον τὴν φωνήν μου καὶ ἐγὼ οὐχὶ ἵνα ὑποστηρίξω τὰς ἀξιώσεις καὶ ἀντιλήψεις τῶν Μεσσηνίων σταφιδοπαραγωγῶν, οἵτινες ἀνεφέρθησαν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ Παμμεσσηνιακοῦ Συνδέσμου, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἰδιαιτέρας καταστάσεως, ἥτις κρατεῖ ἐν Μεσσηνίᾳ ἐν σχέσει πρὸς τὴν σταφιδοπαραγωγήν. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι ἄγνωστος ἡ ἰδιαιτέρα κατάστασις τῆς Μεσσηνίας καὶ αἱ ἰδιαίτεραι συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας τελεῖ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ ἐν Μεσσηνίᾳ. Γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι 50.000 οἰκογένειαι πληθυσμοῦ 250.000 ψυχῶν ἐξαρτῶσι τὴν ὕπαρξίν των ἀπὸ τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, εὑρίσκονται δὲ ὑπὸ συνθήκας διαφόρους ἀπὸ ἐκείνας τὰς ὁποίας τελοῦν οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ ἐν Ἠλείᾳ, Ἀχαίᾳ ἢ ἐν Κορινθίᾳ. Ταῦτα τὰ γνωρίζει ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ ἦτο περιττολογία ἐκ μέρους μου νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὸ νὰ ἀποδείξω ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν Μεσσηνίων καὶ τῶν λοιπῶν σταφιδοπαραγωγῶν μερῶν, ἀλλὰ θὰ παρέλιπον καθῆκον ἐὰν δὲν ἐφίστων τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ἀντικειμένου: Ὅταν πρό τινων ἡμερῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν μετ’ ἄλλων βουλευτῶν νὰ μὲ καλέσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα ἀκούσῃ τὰς γνώμας μας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν συνέλευσιν ἐκείνην καὶ ἰδιαίτατα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχον ὡς πρὸς τὰ ληπτέα μέτρα. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι τὰς βλέψεις τῶν συμπολιτῶν μου Μεσσηνίων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι πρέπει πάντως νὰ ἐκλείψῃ ἡ εἰσφορὰ καὶ ὁ φόρος τῆς σταφίδος καὶ μάλιστα αὐξανόμενος, ὡς ἐγένετο κατὰ τὸ 1914, λόγῳ ἀσφαλείας δαπανῶν τοῦ πολέμου. Δὲν συγχωρῶ τὰς ἀντιλήψεις ταύτας, διότι αἱ συνθῆκαι αἱ σημεριναὶ εἶναι διάφοροι ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐκράτησαν κατὰ τὸ 1914. Εἶναι τοιαῦται αἱ συνθῆκαι, ὥστε, ἐὰν ἡ σπάνις τῶν τροφίμων ὑπάρξῃ καὶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ὡς καὶ κατὰ τὸ προηγούμενον, ὄχι μόνον ἡ παραγωγὴ ἡ ἐφετεινὴ τῶν 250.000.000 θὰ μᾶς χρειασθῇ, ἀλλ’ ἴσως καὶ ἄλλη μία παραγωγὴ θὰ μᾶς ἦτο ἀναγκαία. Τολμῶ νὰ συμβουλεύσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιτάξῃ καὶ ἐξαγοράσῃ ὁλόκληρον τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος, ἵνα χρησιμοποιήσῃ αὐτὴν ὡς τρόφιμον πολύτιμον. Τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, προελθούσης εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, θεωρῶ ἀξιεπαίνους, ἐλπίζω δὲ ὅτι αἱ προσπάθειαι αὐτῆς θὰ φθάσουν εἰς εὐάρεστα ἀποτελέσματα, ἔστω καὶ ἂν ἐξησφαλίζετο ἡ ἐξαγωγὴ 100.000.000 ἀπέναντι τῶν 240.000.000, τὰ ὁποῖα ἐξήρχοντο κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρό τινων ἡμερῶν ὑπέδειξα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς οἰκονομίας καὶ τὸ ὁποῖον ἔθεσα ὑπὸ αἵρεσιν, ὡς ὅρον τῆς ἀποδοχῆς τῆς φορολογίας εἰς χρῆμα εἶναι τοῦτο. Οἱ Μεσσήνιοι σταφιδοπαραγωγοὶ καὶ πάντες οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ τῆς Ἑλλάδος, διατελοῦσιν ὑπὸ συνθήκας οἰκονομικὰς ἐξόχως δεινάς. Θὰ ἦτο ἀνάγκη ὅπως ἐξαχθῇ τὸ προϊὸν εἰς τὸ ἐμπόριον τῆς καταναλώσεως, καὶ ταυτοχρόνως νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ κατοχὴ τοῦ παρεχομένου καρποῦ εἰς χεῖρας τοῦ παραγωγοῦ. Πῶς θὰ εἶναι τοῦτο δυνατόν; Ὄχι βεβαίως διὰ τῆς ἐνεχυριάσεως εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Προνομιούχου μὲ 76 δραχμὰς κατὰ χιλιόλιτρον, διότι εἶναι εὐτελὲς τὸ ποσὸν ἀπέναντι τῆς ἀξίας τοῦ σταφιδοκάρπου. Ἐπρότεινα λοιπὸν κατὰ τὴν συνέλευσιν, ἥτις ἐγένετο πρὸ ἡμερῶν, ἵνα προέλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Προνομιοῦχον Ἑταιρείαν, ὅπως αὕτη ὑποχρεωθῇ, ἄνευ παραχωρήσεως ἄλλων ἀνταλλαγμάτων — διότι οὐδὲν κινδυνεύει — νὰ αὐξήσῃ τὴν προκαταβολὴν εἰς δραχμὰς τοὐλάχιστον 150 κατὰ χιλιόλιτρον καὶ τότε οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ λαμβάνωσιν 150 δραχ. ἐπὶ ἑκάστης χιλιάδος λιτρῶν. Οὕτω πως θὰ εἶναι δυνατὸν τὸ ἐμπόριον νὰ προσέλθῃ εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς καὶ οὐχὶ οἱ σταφιδοπαραγωγοὶ εἰς τὸ ἐμπόριον. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα δὲν θεωρῶ οὐδόλως δυσχερές, διότι καὶ ἡ Ἑταιρεία θὰ εἶναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τοιαύτην αἴτησιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, μόνον δὲ ἐν ἀνεπαρκείᾳ χρηματικῶν κεφαλαίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ ἡ Ἑταιρεία. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της εἰς ἄλλην τινὰ Τράπεζαν, λειτουργοῦσαν παρ’ ἡμῖν, καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ἐπὶ ἐνεχύρῳ τόσῳ πολυτίμου προϊόντος οἷον ἡ σταφίς, καὶ μάλιστα κατὰ τὴν ἐνεστῶσαν περίστασιν, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ εἶναι πρόθυμος νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομὴν αὑτῆς, αὐξάνουσα μέχρις 150 δραχμῶν τὴν προκαταβολήν. Τοῦτο εἶναι τὸ θέμα τὸ ὁποῖον δεῖται τῆς μερίμνης καὶ τῆς ἐπεμβάσεως ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἐξόχου σημασίας καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν προσεχώρησα εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διαβλέπω εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὴν γνώμην ὅτι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος καὶ ὁ φόρος καὶ ἡ εἰσφορὰ θέλει καταβληθῆ εἰς χρῆμα. Ταῦτα ἐθεώρησα ἀναγκαῖον, καὶ ἐκ καθήκοντος πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τῆς ὁποίας τυγχάνω φίλος, νὰ ἀνακοινώσω ἵνα ἐγκαίρως προλάβῃ αὕτη, προτοῦ ἀρχίσῃ ἡ προσφορὰ τοῦ προϊόντος εἰς τοὺς ἐμπόρους.
§22Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Μεσσηνίας ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ὡμίλησεν ὁ κ. βουλευτής, ἔφθασε μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου ποὺ νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ ἐγγυήσεις πρὸς τὴν Προνομιοῦχον διὰ τὴν αὔξησιν τῶν τιμῶν ἐπὶ ἐνεχύρῳ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἱκανοποίησις θὰ εἶναι πλήρης.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ αὐξήσεως τῶν ἀποδοχῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων» καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ Ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν νόμων», παρακαλεῖ δὲ τὴν Βουλὴν ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν.
§24ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐνεργειῶν τῶν νομοπαρασκευαστικῶν Ἐπιτροπῶν», παρακαλεῖ δὲ ὁμοίως ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον). — Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ ἀπαιτουμένου χρόνου ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἐγγραφὴν εἰς τὸ στέλεχος τῆς ἐφεδρείας τῶν παραιτουμένων στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων» καὶ 2) «Περὶ κυρώσεως νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ ἐνεργείας διαγωνισμοῦ πρὸς κατάληψιν θέσεων διαχειριστῶν δʹ τάξεως» καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα. (Κηρύσσονται κατεπείγοντα). — Ὡσαύτως καταθέτει δήλωσίν του περὶ προσθήκης καὶ 5ου ἄρθρου εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 542 νόμου «περὶ συστάσεως Ἐλεγκτηρίου ἐκκαθαρίσεως δαπανῶν πολέμου καὶ τῶν δαπανῶν ἑ. ἔτους». — Ὁμοίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα: 1) «Περὶ ἀπαλλαγῶν ἐνοικιαστῶν φόρου δεκάτης καὶ ἄλλων διαφόρων φόρων καὶ προσόδων τῶν χρήσεων 1915 καὶ 1916, ὡς καὶ περὶ ἀπαλλαγῶν ἐκ στρατευθέντων ἐφέδρων καὶ ἄλλων φορολογουμένων ἐκ διαφόρων φόρων λόγῳ ζημιῶν ἐκ τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων ἢ θεομηνίας κλπ.». 2) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1048 Δ. Π. Κ. «περὶ διαθέσεως πιστώσεως δι’ ἐπειγούσας ἢ ἀπροβλέπτους ἀνάγκας ὑπὸ τοπικῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῶν», 2) τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1553 Δ.Π.Κ. «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1048 Διατάγματος «περὶ διαθέσεως πιστώσεως δι’ ἐπειγούσας ἢ ἀπροβλέπτους δαπάνας ὑπὸ τῶν τοπικῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῶν» καὶ 3) τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2661 Δ.Π.Κ. «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1048 Διάταγμα «περὶ διαθέσεως πιστώσεως δι’ ἐπειγούσας ἢ ἀπροβλέπτους ἀνάγκας ὑπὸ τοπικῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῶν». Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα.
§26ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. —Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§28Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουρλούμης μοὶ ἐζήτησε πρὸ καιροῦ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα τῶν εἰς χρυσὸν καὶ συνάλλαγμα ἀποθεμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἅτινα ἀντικρίζουσι τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου τιθέμενον εἰς κυκλοφορίαν χαρτονόμισμα. Ἐν τῷ πίνακι τούτῳ δέον ν’ ἀναφέρωνται αἱ Χῶραι ἐν αἷς ἔχει κατατεθῆ τὸ ἀντίκρισμα τοῦτο. Λυποῦμαι διότι ἐβράδυνα νὰ καταθέσω τοὺς πίνακας τούτους, καθόσον δὲν ἐτηρεῖτο λογαριασμὸς εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον τῶν ἀντικρυσμάτων, ἠναγκάσθην δὲ καὶ πρὸ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ κ. Βουρλούμη νὰ ἀρχίσω νὰ καταρτίζω τὸν λογαριασμὸν τοῦτον, ὅστις κατηρτίσθη τελείως καὶ καταθέτω ἤδη ὁλόκληρον τὸν πίνακα. Ὁ κ. Βουρλούμης θὰ παρατηρήσῃ ὅτι τὰ 80.000.000 μάρκα δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένα εἰς τὸν λογαριασμόν. Τοῦτο ἐγένετο διότι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐθεώρησεν ὀρθότερον νὰ τὰ κρατήσῃ εἰς τὰ διαθέσιμά της εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν καὶ ὄχι νὰ τὰ ἔχῃ ὡς ἀντίκρυσμα τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
—Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. —Ὁ κ. Γ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§30Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ Βουλὴ μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ συγκαταλέξῃ μετ’ ἄλλων δύο συναδέλφων ἐκ τῆς μειονοψηφίας εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἡ ὁποία ἔμελλε νὰ συντάξῃ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀφορμῆς προήλθομεν εἰς τὴν σύνταξιν ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον, διὰ τοῦ Προέδρου τῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπεβάλομεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἑπομένως ἡ θέσις ἡμῶν εἶναι ἀρκετὰ ἐνδεδειγμένη, ὅπως ὑποστηρίξωμεν καὶ διὰ τοῦ λόγου τὸ περιεχόμενον τοῦ ἐγγράφου ἐκείνου. Ἀπὸ ὅλον τὸ περιεχόμενον τοῦ Β. Λόγου καὶ ἀπὸ τὰς δύο ἀπαντήσεις, τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας, προέχον θέμα βεβαίως εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἴσως μάλιστα καὶ ἅμα τῇ ἀναγνώσει τοῦ Διατάγματος τοῦ συγκαλοῦντος αὐτήν, ἢ τοὐλάχιστον ἅμα τῷ καταρτισμῷ τοῦ Σώματος, ὅπως καὶ ἀπεφασίσθη κατ’ ἀρχὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὁπωσδήποτε ἔμεινε καὶ ἡ συζήτησις αὐτὴ νὰ διεξαχθῇ μαζὶ μὲ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. Λόγον, μένει ὅμως πάντοτε προέχον θέμα αὐτό: ἂν ἡ Βουλή, συγκληθεῖσα καθ’ ὃν συνεκλήθη τρόπον, ἔχει νόμιμον καὶ συνταγματικὴν ὑπόστασιν, ἂν ἀποτελῇ τὴν ἐνεστῶσαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ ἂν δικαιοῦται νὰ ἐργασθῇ ὡς τοιαύτη.
§31Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Εἶναι ἡ τῆς 6 Δεκεμβρίου.
§32Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία συνεκάλεσε τὴν παροῦσαν Βουλὴν εἰς δευτέραν σύνοδον, προκαλοῦσα τὴν ἀκύρωσιν τοῦ περὶ διαλύσεως αὐτῆς Β. Διατάγματος, φέρει ὡς ἀφορμὴν τοῦ γεγονότος αὐτοῦ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ἰσχύος τοῦ Συντάγματος. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη βεβαίως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἡ γνώμη ἡμῶν εἶναι, καθὼς βλέπετε εἰς τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν, ἐκ διαμέτρου ἀντίθετος πρὸς τὴν ἰδικήν σας· ὄχι μόνον νομίζομεν ὅτι ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς αὐτῆς, διαλυθείσης καὶ ἀντικατασταθείσης δι’ ἄλλης Βουλῆς, ἐγένετο παρὰ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀπεναντίας βλέπομεν ὅτι, ἀντὶ νὰ ἀποκατασταθῇ τὸ Σύνταγμα, παραβιάζεται τώρα διὰ πρώτην φοράν. (Διαμαρτυρίαι). Διὰ νὰ κρίνῃ τις ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, βεβαίως δὲν χρειάζεται νὰ ἐκταθῇ ὅσον ἐξετάθη ὁ χθὲς ὁμιλήσας, ἴσως δὲ θὰ ἐκταθῶσι καὶ ἄλλοι συνάδελφοι εἰδικώτεροι περὶ τὸ θέμα αὐτό. Εἶναι πολλὰ σημεῖα ὅμως θεωρητικῆς ἀπόψεως, ὡς πρὸς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς εὕρουν ἐν διχογνωμίᾳ, ὡς τὸ ζήτημα τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἐκ τῆς ὁποίας ἀπορρέουν ὅλαι αἱ ἐξουσίαι, καὶ τὸ ζήτημα τῆς θέσεως τοῦ Βασιλέως ἐν τῷ Ἑλληνικῷ πολιτεύματι· αὐτὰ δὲν μᾶς εὑρίσκουν ἐν διχογνωμίᾳ. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν διετάθη ποτὲ ὅτι τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὅλοι εἰς τὴν ἀντίληψίν μας, ὅτι εἶναι πολίτευμα ἐξόχως δημοκρατικόν· τώρα ἄλλο ἂν ὁ τίτλος ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ τῷ ἀπονεμηθῇ δέον νὰ εἶναι «βασιλευομένη Δημοκρατία», φράσις κάπως ἀνώμαλος.
§33Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν τὰ ἠξεύρετε τὰ νομικά, κ. Μπούσιε· σεῖς ἐμάθατε ἐμπόριον. (Ἱλαρότης).
§34Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι ἀνώμαλος, ἐπαναλαμβάνω. (Θόρυβος).
§35Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν ἐμάθατε Συνταγματικόν, ἐμάθατε Ἐμπορικὸν Δίκαιον.
§36Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτά· θὰ ὑπομείνω. Δικαίωμά σας εἶναι νὰ θορυβῆτε καὶ νὰ διακόπτητε.
§37Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε, κ. Μπούσιε;
§38Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μπορῶ νὰ κάμω καὶ διαφορετικά;
§39Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: εἶναι ἢ δὲν εἶναι προδόται οἱ τελευταῖον διαχειρισθέντες τὰ κοινά; (Χειροκροτήματα).
§40Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἑπομένως, κατὰ τὴν κοινὴν ὅλων ἡμῶν ἀντίληψιν, ἡ ὁποία εἰς αὐτὸ τὸ θέμα μᾶς εὑρίσκει συμφώνους, ἡ θέσις τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ Πολιτείᾳ τῇ Ἑλληνικῇ εἶναι καθωρισμένη. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει οὔτε δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλα δικαιώματα, ἐκτὸς ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία διὰ τοῦ Συντάγματος ὁρίζει εἰς αὐτόν, διὰ νὰ τὰ ἀσκῇ πάντοτε διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ἔθνους. (Θόρυβος καὶ διάλογοι). Ἀκόμη δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὴν οὐσίαν καὶ μὲ διακόπτετε;
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν οὐσίαν.
§42Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν θέλετε νὰ μὴ φθάσωμεν, εἴπατέ μου ἀπὸ τώρα νὰ καθήσω εἰς τὴν θέσιν μου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσω ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας.
§43Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Διατί παρεδώσατε τὴν Μακεδονίαν εἰς τοὺς Βουλγάρους;
§44Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι σᾶς πονεῖ σᾶς διὰ τὴν Μακεδονίαν περισσότερον ἀπὸ ἐμέ;
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἆ, μπᾶ!
§46Μ. ΜΑΚΡΑΚΗΣ. Ὅταν πολεμοῦσεν ἡ Μακεδονία, σὺ δὲν ἦσο ποτὲ ἐκεῖ· ἡμεῖς ἐπολεμούσαμεν. (Χειροκροτήματα).
§47Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, ποία εἶναι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ ἔννοια καὶ ἡ ἔκτασις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι ἐπ’ αὐτοῦ κυρίως πρόκειται ν’ ἀποφανθῶμεν καὶ δι’ αὐτοῦ θὰ ὁρισθῇ ἡ θέσις μας ἐν τῇ σημερινῇ Βουλῇ. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον παραχωροῦσι τὰ Συντάγματα εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Κρατῶν, εἶναι δικαίωμα, κατὰ τὸ ὁποῖον δύνανται οἱ Βασιλεῖς νὰ διαλύωσι τὴν Βουλὴν ὑπὸ μερικοὺς ὅρους, προϋποθέσεις καὶ λόγους μὴ ἀναφερομένους ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ καθιερωμένους διὰ τῆς συνηθείας. Ἡ ἄσκησις τῆς βασιλικῆς αὐτῆς προνομίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ ποτὲ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Βασιλέως, παρὰ μόνον διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ἔθνους. Καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἡμεῖς διατεινόμεθα ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὰ τέλη Ὀκτωβρίου 1915, ἐγένετο οὐχὶ διὰ λογαριασμὸν τοῦ πολιτειακοῦ παράγοντος, τοῦ Ἀνευθύνου, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε νὰ κερδίσῃ τίποτε ἀτομικῶς ἀπὸ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Ἔθνους. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ εἶναι ἂν ἡ κρίσις τοῦ πολιτειακοῦ παράγοντος, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνεπιστεύθη τὸ Ἔθνος τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν περιστάσεων ἢ ὄχι, ἐὰν δηλαδὴ συνέτρεχον αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλλον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὁ χθὲς ὁμιλήσας ὀρθῶς εἶπεν ὅτι κριτὴς δὲν δύναται νὰ εἶναι ἄλλος εἰμὴ ὁ λαός. Ἡμεῖς ἐν τῷ μεταξὺ ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν ὄχι βεβαίως τὴν ἱστορικὴν ἀνασκόπησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ χθεσινὸς ῥήτωρ, ὁ κ. Στράτος, ἀλλὰ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ διελύθη δὶς ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε διὰ τὴν πρώτην διάλυσιν νὰ ἔχω διαφορετικὴν κάπως γνώμην. Ἡ πρώτη διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸν Μάρτιον τοῦ 1915, ἦτο διάλυσις ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ ἕνεκεν ἄλλων λόγων καὶ οὐχὶ λόγῳ διαφωνίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ Στέμμα. Ἡ διάλυσις αὕτη ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ Νοεμβρίου 1913, κατόπιν τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ Κράτους, συμφώνως πρὸς τὴν γνώμην ὅλων τῶν συνταγματολόγων καὶ πρὸς ὡρισμένα ἄρθρα τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ εἴμεθα σύμφωνοι.
§48Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα εἶναι μὲ ποίαν Κυβέρνησιν ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις, διότι καὶ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων εἶχε κατὰ νοῦν νὰ κάμῃ ἐκλογάς.
§49Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ διάλυσις αὕτη ἦτο ἐπιβεβλημένη ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου 1913, ἀνεβάλλετο δὲ διαρκῶς μέχρις ὅτου ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία καὶ κατέστη πλέον ἀναπόφευκτος. Ἀπὸ ταύτης δὲ τῆς ἀπόψεως δὲν δύναται ἡ διάλυσις αὕτη, ἐξ ἧς προέκυψεν ἡ παροῦσα Βουλή, Βουλὴ μὲ 316 βουλευτὰς ἀπέναντι 182 τῆς διαλυθείσης, δὲν δύναται, λέγω, νὰ θεωρηθῇ ὡς πρώτη διάλυσις ἀπέναντι τῆς δευτέρας, ἡ ὁποία ἐγένετο κατόπιν τῆς κατὰ Ὀκτώβριον διαφωνίας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Ὁπωσδήποτε, ἡ πρώτη ἐκείνη διάλυσις ἐγένετο, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς διαλύσεως ἐκείνης ἦτο ἡ ἐκλογὴ τῆς παρούσης Βουλῆς μὲ πλειονοψηφίαν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Συνεζητήθη καὶ ἄλλοτε, καὶ χθὲς ἀκόμη, ἐδῶ, ἂν εἶχε τεθῇ ὡρισμένον ζήτημα ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐφ’ οὗ ν’ ἀποφανθῇ οὗτος διὰ τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς καὶ δηλώσῃ πῶς θέλει νὰ κυβερνηθῇ ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς. Εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν εἰσέρχομαι, διότι τὸ θεωρῶ ἐξηντλημένον. Ἐγὼ παραδέχομαι ὅτι μὲ τὴν ἐκλογὴν τῆς παρούσης Βουλῆς ὁ λαὸς κατὰ πλειονοψηφίαν εἶπεν ὅτι θέλει νὰ κυβερνηθῇ ἀπὸ τὸν Βενιζέλον καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν Γούναρην. Ἐν γενικαῖς δηλαδὴ γραμμαῖς εἶπεν ὅτι θέλει νὰ κυβερνηθῇ ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἑπομένως δύναται νὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικήν του. Τί συνέβη κατόπιν; Ὑπῆρξαν, καθὼς ἠξεύρετε, μερικοὶ οἱ ὁποῖοι συνεβούλευσαν εἰς τὸν Ἀνεύθυνον Παράγοντα νὰ μὴ καλέσῃ τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων ὅπως σχηματίσῃ Κυβέρνησιν. Δὲν ἐλήφθησαν ὅμως ὑπ’ ὄψιν αἱ συμβουλαὶ αὗται καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐσχημάτισε Κυβέρνησιν. Παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς βουλγαρικῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀπέναντι τῆς ὁποίας ἐκηρύχθη καὶ ἡ ἰδική μας ἐπιστράτευσις, τότε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς προέβη εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερε χθὲς ὁ κ. Στράτος, ὅτι δηλαδή, κληθεὶς πάλιν εἰς τὴν Ἀρχήν, ἐπανῆλθεν εἰς τὴν πολιτικὴν ἣν εἶχε χαράξει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Μετ’ ὀλίγον ἐπῆλθεν ἡ ἀπόβασις τῶν Ἀγγλικῶν καὶ Γαλλικῶν στρατευμάτων ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γίνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διεξοδικωτάτη συζήτησις. Ἐτέθη τὸ ζήτημα τῆς Σερβικῆς Συνθήκης, ἐπῆλθεν ἀντιγνωμία μεταξὺ τῶν διαφόρων πολιτικῶν ἀρχηγῶν, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐπελθούσης καὶ πάλιν διαφωνίας μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ Στέμματος, ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν της. Μετὰ τὴν παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915, τί συνέβη; Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὰ πράγματα, ὅπως ἔλαβον χώραν, χωρὶς νὰ καταγινώμεθα μόνον εἰς θεωρίας. Ἐσχηματίσθη μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἀπετελέσθη ἀπὸ τοὺς διαφόρους ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Ζαΐμη. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὅτι ἦτο Κυβέρνησις καθαρᾶς Ἀντιπολιτεύσεως, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐλάμβανε τοιαύτην ἀπόχρωσιν, δὲν θὰ ἠδύνατο οὔτε μίαν ὥραν νὰ σταθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Ἡ Κυβέρνησις αὕτη εἰργάσθη ἐπὶ ἕνα μῆνα μετὰ τῆς Βουλῆς, ἔτυχε δὲ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα τῆς ἀμερίστου ὑποστηρίξεως ἐκ μέρους καὶ τοῦ πλειονοψηφοῦντος κόμματος τότε, τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἦτο Κυβέρνησις ἀνοχῆς, ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Ζαΐμη.
§51Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅπως θέλετε ὀνομάσατέ την. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁμιλῶν εἰς μίαν συζήτησιν ἡ ὁποία ἐγίνετο περὶ τῶν Μουσουλμανικῶν κτημάτων τὴν 12ην Ὀκτωβρίου 1915, εἶπε μεταξὺ ἄλλων καὶ τὰ ἑξῆς: «Ἀπευθύνομαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς τὴν Ἀρχὴν χάρις εἰς τὴν συνεργασίαν πάντων ἡμῶν». Εἶναι αὐταὶ αἱ λέξεις τὰς ὁποίας εἶπεν ὁ νῦν κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Μόλις ὅμως ἐσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφούσης μερίδος ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ παραιτηθεὶς Πρωθυπουργός, ὡμίλησε διεξοδικῶς περὶ τῆς πολιτικῆς του, ἀνέπτυξεν αὐτὴν καθ’ ὅλας τὰς λεπτομερείας καὶ ἀφοῦ ἐπέμεινε νὰ καταδεικνύῃ ὡς ἀντεθνικὴν καὶ ἐπιβλαβῆ διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, κατὰ τὴν ἀντίληψίν του, τὴν πολιτικὴν τῶν ἀντιπάλων του, δὲν ἐπέμεινεν ὅμως μέχρι τέλους λέγων: «Ἐγὼ θεωρῶ ὅτι μοῦ ἐπιβάλλεται νὰ ἐξακολουθήσω τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τῆς κατισχύσεως τῆς πολιτικῆς μου καὶ νὰ μὴ σᾶς ἀφήσω νὰ ἐφαρμόσητε τὴν ἀντίθετον πολιτικήν, ἡ ὁποία θὰ μᾶς ἀγάγῃ εἰς συμφοράν». Δὲν ἐπέμεινεν, ἀλλ’ ἐπροχώρησεν εἰς τὴν ὁμιλίαν του καὶ κατέληξε λέγων τὰ ἑξῆς: «Ὁπωσδήποτε σᾶς ἀφίνω ὅλην τὴν εὐθύνην τῆς διεξαγωγῆς τῆς πολιτικῆς σας. Προσέξατε μήπως παραδώσητε τὴν Ἑλλάδα μικροτέραν ἀπὸ ὅ,τι σᾶς τὴν παραδίδω». Εἰσῆλθε δὲ περισσότερον εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ἀντιθέτου πολιτικῆς καὶ ἀπηύθυνε μάλιστα συμβουλὰς ἐπ’ αὐτῆς. Καὶ εἶπεν: «Ἀφοῦ σεῖς ἐπιμένετε εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, ἐπειδὴ ἡ πολιτικὴ αὕτη τῆς οὐδετερότητος, εἴτε τὸ θέλετε εἴτε δὲν τὸ θέλετε, ὠφελεῖ κατ’ ἀνάγκην τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας, πρέπει νὰ ἐπωφεληθῆτε καὶ νὰ ζητήσητε τὰ σχετικὰ ἀνταλλάγματα». Ποῖα ἦσαν τὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινε, συνεβούλευε — κατὰ τὴν φράσίν του μάλιστα — ὁ τότε Ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν ἠνείχετο ἐν τῇ Ἀρχῇ; Νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπέκτασιν πρὸς τὴν Ν. Ἀλβανίαν, τὴν ἄμεσον παράδοσιν τῆς Γευγελῆς καὶ τῆς Δοϊράνης.
§52Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Τὴν παράδοσιν τῆς Μακεδονίας εἰς τοὺς Βουλγάρους! (Ἱλαρότης).
§53Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας ἐκ μέρους τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν διὰ μίαν δεκαετίαν μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου, καὶ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Ἑλλάδος. Αὐτὰ εἶναι ἐκ τῶν τότε λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἰλημμένα. Ἐγὼ ἐξετάζω τὸ ζήτημα ἀπὸ καθαρῶς κοινοβουλευτικῆς ἀπόψεως, οὐχὶ ἀπὸ πολιτικῆς. Λαμβάνω τὸν ἑαυτόν μου ὡς ὅλως διόλου ἀπαθῆ θεατὴν τῆς διεξαχθείσης τότε συζητήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἔχω ἔγκυρον γνώμην, καὶ βλέπω ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας τότε, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο, καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ὤφειλε, νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατίσχυσιν τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἐθεώρει ὡς μόνην ἐπωφελῆ, ἀπέναντι τῆς ἄλλης τὴν ὁποίαν ἐθεώρει ἐπιβλαβεστάτην εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τοὐναντίον κάμνει ὑποχώρησιν ἀπέναντι τῆς ἄλλης πολιτικῆς καὶ δίδει συμβουλὰς καὶ λέγει οὕτω ὅτι «ἐγὼ θὰ σᾶς ἀνεχθῶ ἐν τῇ Ἀρχῇ».
§54Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ὄχι ὅμως καὶ νὰ προδώσητε τὴν Πατρίδα καὶ νὰ τὴν παραδώσητε εἰς τὰς χεῖρας τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος· ὄχι μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου.
§55Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ εὑρίσκομαι ἀκόμη εἰς τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915.
§56Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἐνόμισα ὅτι εἶσαι ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἠπατήθην· διότι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς Μακεδόνα βουλευτήν, ἀξιοῦντα μάλιστα νὰ ἡγηθῇ τῶν Μακεδόνων βουλευτῶν, νὰ ἔρχεται ἐδῶ καὶ νὰ ἐπικρίνῃ τὴν πολιτικὴν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἔπρεπε σεῖς οἱ Μακεδόνες νὰ ἡγηθῆτε τοῦ Μακεδονικοῦ ἀγῶνος καὶ ὄχι ἡμεῖς οἱ Κρῆτες. Εἶναι ἐντροπὴ καὶ αἶσχος! Πρὸ παντὸς ἔπρεπε σεῖς πρῶτος νὰ ἐγερθῆτε καὶ νὰ προηγηθῆτε καὶ ἔπειτα νὰ ἔλθω ἐγὼ ἁπλοῦς στρατιώτης τοῦ καθήκοντος. Δυστυχῶς παρεγνωρίσατε τὴν θέσιν σας.
§57Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐχόρτασε πλέον τὸ στόμα σας;
§58Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ὄχι· θὰ σᾶς εἴπω καὶ πολλὰ ἄλλα.
§59Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κατὰ τὴν ἰδικήν μου λοιπὸν ἀπαθῆ καὶ ὅλως διόλου ἀμερόληπτον ἀντίληψιν ὑπάρχει μεγάλη εὐθύνη διὰ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἰδιαιτέρως διὰ τὸν Ἀρχηγὸν αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠθέλησε τότε ἀκόμη ἀμέσως νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς του, παρὰ ἠνέῳξε τὴν ὁδὸν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀντιθέτου πολιτικῆς, ἡ ὁποία, ἀπὸ τῆς ἰδικῆς του πάντοτε ἀπόψεως, ἐπρόκειτο νὰ φέρῃ εἰς συμφοράς. Καὶ ἔχομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ἑξῆς γεγονός. Ἐνῷ ἀκόμη συνεδρίαζεν ἐδῶ ἡ Βουλή, καὶ ἐνῷ παρεχωρεῖτο ἡ ἀνοχή, ἡ συνεργασία —ὅπως θέλετε εἴπατέ την— τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Ζαΐμης δίδει τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὴν Σερβίαν περὶ τῆς Σερβικῆς Συνθήκης, ἡ ὁποία ἔχει ἡμερομηνίαν 29 Σεπτεμβρίου 1915, καὶ λέγει ὅτι «δὲν ἐννοῶ ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἔλθω εἰς βοήθειαν τῆς Σερβίας».
§60Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Δὲν τὴν ἐγνώριζεν ὁ νῦν Πρωθυπουργός.
§61Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὴν ἐγνωρίζετε σεῖς.
§62Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐγὼ μάλιστα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ τὴν ἀνακοινώσω. Ἐγὼ ἤμην ὑπάλληλος.
§63Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ρίψω μομφὴν προσωπικὴν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ λέγω ὅτι ἠδύνατο τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἀναχαιτίσῃ τὴν ἀντίθετον πολιτικήν.
§64Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πολιτικήν του;
§65Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ρῖπτον τὴν Κυβέρνησιν.
§66Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς ἠδύνατο τὸ πλειονοψηφοῦν κόμμα νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς ἀντιθέτου πολιτικῆς, ὅταν ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς συζητήσεως περὶ τοῦ ζητήματος ἂν ἔπρεπε νὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν ἢ ὄχι, ὅταν ἐπεκαλέσθην ὑπὲρ τῶν γνωμῶν μου ὅτι ἔχω τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἑπομένως ἀρνοῦμαι εἰς τὸ Στέμμα τὸ δικαίωμα νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην καὶ ὅτι ὤφειλε νὰ ὑποκύψῃ, μοῦ ἀπήντησεν: «Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα ἀναγνωρίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποκύπτω εἰς τὴν ἐτυμηγορίαν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἰς τὰ μεγάλα, τὰ ἐθνικὰ ζητήματα, τὰ ἐξωτερικά, δὲν ἀναγνωρίζω τοιαύτην ὑποχρέωσιν, διότι νομίζω ὅτι εἶμαι ὑπεύθυνος ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ, καὶ ἑπομένως, ὁσάκις κρίνω ὅτι κἄτι τι πρέπει νὰ γίνῃ ἢ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ, ὀφείλω νὰ ἐπιμείνω εἰς τοῦτο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀντιλήψεών μου τούτων, διότι ἡ εὐθύνη μου εἶναι μεγάλη ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ». Πῶς ἠθέλετε νὰ ἐμποδίσω ἐγὼ τὴν περαιτέρω ἐφαρμογὴν τῆς ἀντιθέτου πρὸς τὴν ἰδικήν μου πολιτικῆς; Μοῦ ἀπέμενε μόνον μία ὁδός, καὶ ἡ ὁδὸς αὕτη ἡ μόνη ἦτο ἡ ὁδὸς τῆς ἐπαναστάσεως. Ἀλλὰ διατί δὲν ὥρμησα εἰς τὴν ἐπανάστασιν ἀπὸ τότε, θὰ σᾶς εἴπω τοῦτο, ὅταν λάβω τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ βήματος. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§67Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶχε φθάσει τὸ ζήτημα εἰς τοιαύτην ὀξύτητα, ὥστε νὰ ἀποκλείηται πᾶσα ἄλλη ὁδὸς πλὴν τῆς ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς μόνην ἀπομένουσαν ὁδόν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀρχηγὸς τῆς πλειονοψηφίας, ἠδύνατο, ἐπαναλαμβάνω, νὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινεν, ἴσως χωρὶς νὰ τὸ προκαλέσῃ, χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, μετὰ ἕνα μῆνα. Ἠδύνατο νὰ ἐπιμείνῃ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην αὑτοῦ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην.
§68Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ποῖον θὰ ἦτο;
§69Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ὅτι θὰ ἠδύνασθε ν’ ἀνανεώσητε διὰ τῶν ἐκλογῶν τὴν ἐντολὴν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐνομίζετε ὅτι εἴχετε, διότι ποτὲ δὲν σᾶς ἀμφισβητῶ ὅτι καλῇ τῇ πίστει ἐνομίζετε ὅτι εἴχετε τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διὰ νὰ ἀποτείνησθε πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ νὰ ζητῆτε τὴν ἐπιβολὴν τῆς πολιτικῆς σας χάριν τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος.
§70Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἠθέλετε νὰ ρίψω τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἐνεφανίσθη ὁ κ. Ζαΐμης εἰς τὴν Βουλήν, νὰ προκληθῇ διάλυσις, νὰ γίνουν ἐκλογαὶ καὶ νὰ μετάσχω καὶ ἐγὼ τῶν ἐκλογῶν; Ἀλλ’ ἐγὼ ἤμην ἀποφασισμένος νὰ μὴ ἀναγνωρίσω τὸ δικαίωμα τῆς κατὰ τοιοῦτον τρόπον διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἰς τὸν Βασιλέα: διότι ἐθεώρουν ὅτι τοῦτο ἦτο πραξικόπημα κατὰ τοῦ Συντάγματος. Ἤμην ἀποφασισμένος νὰ μὴ μετάσχω εἰς τὰς ἐκλογάς. Ποῖον ἦτο τὸ καθῆκόν μου τὴν στιγμὴν ἐκείνην; Νὰ προσπαθήσω νὰ ἀποφύγω τὸ ὀλίσθημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐπρόβλεπα, μὲ κάθε τρόπον, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι ἠμποροῦσε καὶ νὰ ἐπέλθουν σωφρονέστεραι σκέψεις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὴν κρατοῦσαν πολιτικήν. Αὐτὸ ἦτο τὸ καθῆκόν μου. Διατί μὲ ἐπικρίνετε, διότι δὲν προεκάλεσα τὴν κρίσιν τὴν ὑπουργικήν; Ἐγὼ ἂν δὲν θὰ ἐπήγαινα εἰς τὰς ἐκλογάς, ὁ κ. Σκουλούδης δὲν θὰ ἐστενοχωρεῖτο δι’ αὐτὸ καὶ θὰ παρέμενεν.
§71Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διατί δὲν ἐπήγατε εἰς τὰς ἐκλογάς; Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς σᾶς ἐπικρίνω.
§72Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δικαίωμά σας εἶναι νὰ μὲ ἐπικρίνητε διότι δὲν μετέσχον τῶν ἐκλογῶν, ἀλλὰ μὴ μὲ ἐπικρίνετε διότι δὲν ἔρριψα ἀμέσως τὴν Κυβέρνησιν Ζαΐμη.
§73Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁπωσδήποτε μετὰ ἕνα μῆνα ἐπῆλθεν ἡ ὑπουργικὴ κρίσις καὶ ἀποτέλεσμα αὐτῆς ἦτο ἡ διάλυσις τῆς τότε Βουλῆς καὶ ἡ πρόσκλησις τῶν ἐκλογέων εἰς νέας ἐκλογάς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀρχηγὸς τοῦ πλειονοψηφοῦντος τότε κόμματος ἐν τῇ Βουλῇ, εὑρισκόμενος ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, κατηγόρει τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ὡς ἀντισυνταγματικήν, ἐξέδιδε δὲ προκήρυξιν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγε τὰ ἑξῆς περίπου: «Δὲν θὰ συμμετάσχω εἰς τὰς ἐκλογάς· θὰ περιμένω νὰ παρέλθῃ ἡ ἐξωτερικὴ κρίσις καὶ κατόπιν θὰ διεξαγάγω τὸν ἐσωτερικὸν ἀγῶνα πρὸς ἀναστήλωσιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, μετὰ τὴν πάροδον τῆς ἐξωτερικῆς κρίσεως, διότι δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι συμφέρον νὰ γίνῃ διμέτωπος ὁ ἀγὼν καὶ ἐξωτερικῶς καὶ ἐσωτερικῶς. Δὲν νομίζω δὲ ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται τώρα νὰ διεξαγαγάγω ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως.
§74Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφοῦ εἶχον τὴν ἀνανδρίαν οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοὶ νὰ ἐγκαταλείπουν τὸ Στέμμα ὡς μόνον ἀντίπαλον.
§75Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ δὲν σᾶς τὸ ἀμφισβητῶ. Ὅστις ἐγκατέλιπε τὸ Στέμμα ἀκάλυπτον, ἂς δώσῃ λόγον, ἀλλὰ καὶ ὅστις προσέβαλε προσωπικῶς τὸν Βασιλέα, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη, βεβαίως δὲν εἰργάσθη ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Οὕτω παρῆλθον δέκα μῆνες, κατὰ τοὺς ὁποίους τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εὑρίσκετο ἐν πλήρει ἀδρανείᾳ πολιτικῇ.
§76Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ἀπατᾶσθε. Διεξήγομεν τὸν ἀγῶνα διὰ συλλαλητηρίων καὶ διαλέξεων.
§77Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλὰ τοιοῦτον ἀγῶνα διεξῆγον καὶ ἄλλαι ὁμάδες, ἀντιπροσωπευόμεναι ἐν τῇ τότε Βουλῇ, εἴτε δημοσιογραφικῶς εἴτε κοινοβουλευτικῶς. Ὥστε δὲν δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι ἐμείνατε μόνοι εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ἐγὼ μάλιστα ἀπ’ ἀρχῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τῆς 6 Δεκεμβρίου παρετήρησα δημοσίᾳ τὴν γεννηθεῖσαν ἀνωμαλίαν, τὸ ἀνισοσυνεχὲς τῆς ἀντιπροσωπεύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἔλειπεν ἐντεῦθεν ἓν κόμμα, τὸ ὁποῖον ἦτο συντεταγμένον, τὸ ὁποῖον εἶχε μεγάλην ἀριθμητικὴν δύναμιν ἐν τῇ Χώρᾳ, τὸ ὁποῖον καὶ ὡς πλειονοψηφία θὰ ἠδύνατο νὰ κυβερνήσῃ τὴν Χώραν, ἀλλὰ καὶ ὡς μειονοψηφία θὰ ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ τὸν ἀγῶνα καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ γίνωσι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωσι. Ἐγὼ οὐδέποτε θὰ συγχωρήσω τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἠδράνησεν.
§78Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Σεῖς τί ἐκάματε;
§79Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡμεῖς διεξηγάγομεν τὸν ἀγῶνα ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μας· δὲν πρέπει δὲ νὰ σᾶς λανθάνῃ ὅτι κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχήν, εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ χαρακτηρίσας μὲ μίαν φράσιν κάπως ζωηροτέραν τῆς συνήθους κοινοβουλευτικῆς φρασεολογίας τὴν τότε προεδρικὴν ἐκλογήν, ὑπέστην ἐπίθεσιν, ἀπέναντι τῆς ὁποίας αἱ ἰδικαί σας διακοπαὶ καὶ διαμαρτυρίαι εἶναι πολὺ κατώτεραι. Ὑπέστην ἐπίθεσιν, εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου, πολὺ ἀγρίαν.
§80Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐγὼ ἀνεγίνωσκον τὰ ἄρθρα σας εἰς τὴν «Πολιτικὴν Ἐπιθεώρησιν» καὶ ὁμολογῶ ὅτι μοὶ ἔκαμνε κατάπληξιν ἡ μετριοπάθειά σας καὶ τὸ σεμνὸν ὕφος σας.
§81Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁπωσδήποτε, κατὰ τὴν ἰδικήν μας ἀντίληψιν, ἡ διάλυσις τῆς τότε Βουλῆς ἐπεβάλλετο ἀπὸ τῆς ἑξῆς ἀπόψεως· ὅτι ἡ τότε Βουλή, κατόπιν τῆς τελευταίας ψηφοφορίας, παρουσίασε τὸ θέαμα ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν, διότι ἡ πλειονοψηφία, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἤθελε νὰ σχηματίσῃ Κυβέρνησιν.
§82Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰς εὐθύνας ὅτι δὲν προσῆλθον εἰς τὰς ἐκλογὰς μὴ τὰς ἐκτείνετε εἰς τὸ ὅτι δὲν ἀνέλαβον νὰ σχηματίσω Κυβέρνησιν.
§83Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἦτο πρόσφατος ἡ ἀναφανεῖσα ἀντίθεσις γνωμῶν, ἡ ἀντίθεσις ἐκείνη ἦτο τόσον ῥιζική, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν ὑμεῖς νὰ ἀναλάβητε ὑπὸ ἄλλο πρόγραμμα νὰ σχηματίσητε Κυβέρνησιν.
§84Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε τὸ πταῖσμα τοῦ μὴ σχηματισμοῦ ὑπ’ ἐμοῦ Κυβερνήσεως δὲν ἦτο ἰδικόν μου.
§85Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπεβάλλετο λοιπόν, καθ’ ὅλας τὰς θεωρίας τὰς ὁποίας καὶ ὑμεῖς ἐπεκαλέσθητε ὡς πρωθυπουργὸς ἐνώπιον τῆς πρώτης Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, νὰ γίνῃ μία ἀνανέωσις τῆς Βουλῆς, μία νέα ἔκκλησις πρὸς τὸν λαόν, ἵνα ὁ λαὸς δώσῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν. Ἔχομεν ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως. Ἂς παραδεχθῶμεν ὅτι δὲν γίνονται πάντοτε αἱ διαλύσεις ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ πολιτεύματος, ὅτι γίνονται καὶ διαλύσεις ἀντικανονικαὶ καὶ ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ διάλυσις τῆς παρούσης Βουλῆς, κατὰ τὸν ἰδικόν σας ἰσχυρισμόν, τὸν ὁποῖον πρὸς στιγμὴν ἀποδέχομαι, ἐγένετο ἀντικανονικῶς. Ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παρανομίας ταύτης καὶ ποῖος ὁ τρόπος τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς νομιμότητος καὶ τῆς ἐπανόδου τῆς κανονικῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος;
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐπανάστασις.
§87Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Περὶ τῆς ἐπαναστάσεως θὰ ὁμιλήσω κατόπιν, καθ’ ὃν τρόπον τὴν διεξηγάγετε. Τώρα ὁμιλῶ ἀπὸ Συνταγματικῆς καθαρῶς ἀπόψεως καὶ λέγω ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι ἐγένετο ἀντικανονικῶς ἡ διάλυσις τῆς τότε Βουλῆς, ὁ μόνος τρόπος ἐπανορθώσεως τοῦ κακοῦ δὲν εἶναι ἡ ἐπάνοδος τῆς παλαιᾶς Βουλῆς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον οὐδαμοῦ ὑποστηρίζεται, ἀλλ’ ἡ ἐπανόρθωσις ἐπεβάλλετο διὰ τῆς διαλύσεως καὶ τῆς νέας Βουλῆς καὶ τῆς ἐκ νέου προσκλήσεως τῶν ἐκλογέων εἰς νέας ἐκλογάς. Αἱ συνέπειαι τῆς ἀντικανονικότητος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν δύνανται νὰ εἶναι νομικαί, δὲν δύνανται νὰ ἐξετασθοῦν ἀπὸ στενῆς δικονομικῆς ἀπόψεως, ὅπως ἐξετάζονται σήμερον, ὁπότε καταργοῦμεν ἓν Διάταγμα καὶ ἐπαναφέρομεν τὸ πρώην καθεστώς, ἀλλ’ εἶναι μόνον πολιτικαὶ αἱ συνέπειαι, ὡς τοιαῦται δὲ δύνανται νὰ καταστήσωσιν ὑπευθύνους τοὺς δράστας αὐτῆς τῆς παρανομίας καὶ νὰ τοὺς προσκαλέσωσι νὰ δώσωσι πολιτικὰς εὐθύνας, εἴτε Ὑπουργοὶ εἶναι, εἴτε Βασιλεῖς, ἀδιάφορον· ἀλλ’ ἡ ἀποκατάστασις τῆς νομιμότητος δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ διὰ τῆς ἐκ νέου ἐκλογῆς νέας Βουλῆς. Ἀπὸ αὐτῆς λοιπὸν τῆς ἀπόψεως δὲν δύνασθε παρὰ νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ὑπάρχει τι τὸ λίαν ἀνώμαλον εἰς τὴν ἐπανάκλησιν τῆς παρούσης Βουλῆς.
§88Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐξακολουθεῖ ἡ ἐπανάστασις.
§89Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Βεβαίως, αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον μοὶ φέρετε τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου· τὸ ἤκουσα ἐπαναλαμβανόμενον καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἀπὸ δύο κατ’ ἐξοχὴν ἐπαναστάτας. Καὶ θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ κάμω ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλαλήθειαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κατ’ ἐξοχὴν ἀρχιεπαναστάτου, καὶ νὰ ζητήσω νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν θεωρῇ ὅτι εἶναι ἐπανάστασις ἡ ἐπιχείρησις αὐτή, καθ’ ὃν τρόπον ἐγένετο, καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη. Δὲν κατηγορῶ τὸν τρόπον· δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν ἀντίληψίν σας, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγώ, ἀπὸ ἄλλης σειρᾶς ἰδεῶν ὁρμώμενος, ἴσως δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὡς ὀρθήν, ἀλλὰ καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη καὶ καθ’ ὃν τρόπον ἐπεβλήθη ἡ ἐπιχείρησίς σας αὕτη, εἶναι ἐπανάστασις, παρακαλῶ; (Θόρυβος).
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀφήσετε τὸν ἀγορεύοντα νὰ εἴπῃ ὅλα ὅσα ἔχει νὰ εἴπῃ. Ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω περὶ τοῦ τί ἦτο ἡ Ἐπανάστασις.
§91Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ὅλα θὰ τὰ ἐπιτρέψωμεν, ὄχι ὅμως μομφὴν κατὰ τῆς Ἐπαναστάσεως.
§92Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς ἀκούσωμεν, νὰ μᾶς εἴπητε μερικὰ περὶ τῆς πολιτικῆς....
§93Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, βεβαίως ὅτι ἡ ἀντίληψις τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ κυριωτάτου αὐτοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο μᾶς φέρει ἀντιμετώπους, ἡ ἀντίληψις, λέγω, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τοῦ κυριωτάτου αὐτοῦ ζητήματος, θὰ σᾶς ἦτο πολὺ δυσάρεστος, ἀλλὰ νομίζω ὅτι σεῖς οἱ ἴδιοι ἔπρεπε νὰ ζητήσητε καθαρὰν τὴν ἀντίληψιν ταύτην....
§94Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν μᾶς ἐνδιαφέρει.
§95Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔστω καὶ ἂν ἦτο δυσάρεστος, ἔστω καὶ ἂν ἦτο, κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας....
§96Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀνόητος.
§97Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ τὴν εἴπητε ὅπως θέλετε· εἶναι ζήτημα ἀνατροφῆς νὰ μεταχειρισθῆτε οἱανδήποτε θέλετε ἔκφρασιν. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἰδέα τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν Ἐπανάστασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐθεωρήσατε καλόν, χάριν τῆς καλυτέρας, πάντοτε κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας, περιφρουρήσεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, νὰ τὴν τάξητε ἐντὸς ὁρίων τὰ ὁποῖα εἶναι, τοὐλάχιστον διὰ τὴν Ἑλλάδα πρωτοφανῆ.
§98Μ. ΜΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ κρεμασθῆτε μερικοὶ διὰ νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν της ἡ Ἐπανάστασις.
§99Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐὰν ὅμως παραδεχθῶ τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν ὅτι τῳόντι ἐκάματε ἐπανάστασιν, ὅτι εἶσθε προϊὸν ἐπαναστάσεως....
§100Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατί δὲν εἴμεθα ἐπανάστασις; Δὲν μᾶς τὸ ἐξηγῆτε;
§101Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Σᾶς εἶπα, διότι ἐτέθητε ὑπὸ τὴν προστασίαν ξένων Κυβερνήσεων. (Θόρυβος).
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ καὶ ἄλλην μίαν φορὰν τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ ἐπιτρέψωσι νὰ περατωθῇ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ῥήτορος. Θὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις διὰ νὰ σᾶς ἱκανοποιήσω καὶ διὰ νὰ διακόπτητε ὀλιγώτερον τὸν ρήτορα. Ὁ ῥήτωρ εἶπεν ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐτάχθη ὑπὸ ξένην προστασίαν· ὑπομνήσκω εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἤρχισεν ἀπὸ τὴν Κρήτην, ἐπροχώρησεν εἰς τὴν Σάμον, ἐπεξετάθη εἰς τὴν Χίον καὶ τὴν Μυτιλήνην καὶ κατέληξεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἡ Ἐπανάστασις ἤρχισεν ἀπὸ τὰς νήσους· δὲν ὑπῆρχεν ἐκεῖ ἡ ξένη προστασία. Ὅταν δὲ ἐπήγαμεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν προστασίαν ἀπὸ τοὺς ξένους ἦτο τὸ καθεστὼς τὸ πρώην. Τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο ἐζήτησε τὴν ἵδρυσιν τῆς οὐδετέρας ζώνης. Κατὰ τῆς οὐδετέρας ζώνης ἐγὼ διεμαρτυρήθην. Καὶ βραδύτερον, ὅταν ἤλθομεν ἐδῶ, ἤλθομεν διότι ἐγὼ διετύπωσα τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀρθῇ ἡ οὐδετέρα ζώνη διὰ νὰ εὑρεθῶμεν ἀντιμέτωποι οἱ δύο ὀργανισμοὶ καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖος θὰ ἐπικρατήσῃ. Τότε ἡ Εὐρώπη, τότε οἱ προστάται, τότε οἱ ἐγγυηταί, βλέποντες ὅτι ἡ νίκη ἦτο πρὸς τοῦτο τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον εἶχε κατορθώσει νὰ διοργανώσῃ στρατὸν 60 χιλιάδων ἀνδρῶν γενναίων, ἐνῷ τὸ ἄλλο καθεστὼς εἶχε διαλύσει τὸν στρατόν του, ἐπενέβησαν διὰ νὰ προλάβουν τὴν αἱματοχυσίαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, κ. βουλευτά. (Χειροκροτήματα).
§103Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Λυποῦμαι πολύ, κ. Πρόεδρε, διότι ἐξακολουθῶ νὰ ἔχω τὴν ἀντίθετον γνώμην.
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ δὲν σᾶς κατακρίνω· ἐγὼ ἀπαντῶ μόνον.
§105Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἠδυνάμην νὰ φέρω συγκεκριμένα παραδείγματα περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν διεξήχθη ἡ Ἐπανάστασίς σας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ὑπὸ τὴν ξενικὴν προστασίαν, ἀλλὰ τὰ παραλείπω, ὡς γνωστότατα. Καὶ ἀναφέρω μόνον τὸ κατάντημα αὐτοῦ τοῦ Κινήματος, τὸ ὁποῖον σεῖς ὠνομάσατε Κίνημα Ἀντιβουλγαρικόν, Κίνημα Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ εἰς τὸ τέλος, πολὺ ἀργά, ἔλαβε χαρακτῆρα ἀντιδυναστικόν.
§106Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὰ γεγονότα τῆς 18ης Νοεμβρίου ἀμέσως.
§107Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλὰ πῶς ἐπερατώθη αὐτὴ ἡ Ἐπανάστασις καὶ πῶς ἐπῆλθεν ἡ σημερινὴ μορφὴ τοῦ Κυβερνητικοῦ καθεστῶτος; Πῶς ἐπῆλθεν ἡ ἐπὶ τοῦ Θρόνου μεταβολή, τὸ σημαντικώτερον γεγονὸς τὸ ὁποῖον μᾶς εὑρίσκει ἄρδην διχογνωμοῦντας; Ἐπῆλθεν αὕτη, ὅπως ἐπῆλθεν ἡ ἐπὶ τοῦ Θρόνου μεταβολὴ κατὰ τὸ 1862;
§108Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Θὰ ἐπήρχετο χειρότερα.
§109Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ ἐπήρχετο. Καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν δὲν ἐκάματε καλὰ δεχθέντες αὐτὴν τὴν μεσολάβησιν. Δὲν ἐξετάζω τὰς λεπτομερείας, ἀλλ’ ἐξετάζω τὸ ἀποτέλεσμα, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό. Καὶ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐπέμβασις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων εἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖον δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ. Ἡ μεταβολὴ ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς τὸν Θρόνον εἶναι ἄμεσον ἀποτέλεσμα τῆς ἐπεμβάσεως τῶν Δυνάμεων καὶ οὐχὶ τῆς Ἐπαναστάσεως. (Διαμαρτυρίαι). Ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων ἐγγράφων. Ἔχομεν δὲ καὶ τὸ ἑξῆς γεγονός· ἔχομεν τὸ γεγονὸς ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἀπομακρύνσεως τοῦ Βασιλέως ἄνευ ὑποβολῆς παραιτήσεως. Ἡ ἀξίωσις τῶν Δυνάμεων, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη διὰ λογαριασμὸν βεβαίως τῆς Ἐπαναστάσεως, διὰ λογαριασμὸν τοῦ σήμερον κυβερνῶντος καθεστῶτος, ἤθελε παραίτησιν ἀπὸ τοῦ Θρόνου.
§110Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ παραίτησις ἐγένετο, κύριε βουλευτά.
§111Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν τὴν ἀνεγνώσαμεν πουθενά. Ἐὰν τὴν ἔχετε, νὰ μᾶς τὴν δείξετε. Ἐφ’ ὅσον δὲν μοὶ τὴν δεικνύετε, ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω τίποτε ἀπὸ ὅσα ἐγένοντο· δὲν ἀναγνωρίζω ὡς κανονικὴν τὴν εἰς τὸν Θρόνον ἐπελθοῦσαν μεταβολήν. (Θόρυβος).
§112Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγώ, κύριε Πρόεδρε, λαμβάνω σημείωσιν τῆς δηλώσεως τοῦ κυρίου βουλευτοῦ. Βεβαίως ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου εἶναι ἐλεύθερος νὰ λέγῃ ὅσα θέλει, ἀλλὰ λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τὴν δήλωσιν τοῦ κ. βουλευτοῦ ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δημιουργηθὲν καθεστὼς καὶ ὅτι θεωρεῖ Βασιλέα του τὸν Κωνσταντῖνον. (Σφοδραὶ διαμαρτυρίαι. Φωναί: «Ἔξω, ἔξω!» Πολλοὶ βουλευταὶ ὁρμοῦν πρὸς τὸ βῆμα καὶ καταβιβάζουσιν ἐξ αὐτοῦ τὸν ῥήτορα. Ἀξιωματικός τις, σπεύδων, θέτει χεῖρα ἐπὶ τοῦ κ. βουλευτοῦ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐγειρόμενος τῆς θέσεώς του προχωρεῖ ἐν μέσῳ τῆς ὁμάδος τῶν βουλευτῶν, καθησυχάζων τούτους καὶ προασπίζων τὸν εἰς τὸ ἑδώλιον αὐτοῦ ἐπανερχόμενον ῥήτορα).
§113Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ καλέσητε τὸν Φρούραρχον τῆς Βουλῆς ὅπως διατάξῃ τὴν ἄμεσον σύλληψιν τοῦ ὑπολοχαγοῦ Γύπαρη, ὁ ὁποῖος διὰ δευτέραν φοράν, λησμονῶν τὴν ὀφειλαμένην πρὸς τὴν Βουλὴν εὐλάβειαν, εἰσῆλθεν εἰς τὴν αἴθουσαν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπέβαλε χεῖρα ἐπὶ βουλευτοῦ.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, παρακαλῶ ὅπως καταλάβητε τὰς θέσεις σας. — Ὁ κ. Δ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§116Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἕνεκεν τοῦ ἐγερθέντος θορύβου δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ τί ὁ ἀγορεύων εἶπεν τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὸ νῦν καθεστώς. Ἀλλ’ ὁτιδήποτε καὶ ἂν εἶπε κατὰ τοῦ νέου καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἀνεγνωρίσθη διεθνῶς καὶ ἐξωτερικῶς καὶ ἐσωτερικῶς, δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ἀσχημία, ἥτις πρό τινων ἡμερῶν ἔλαβε χώραν. Εἴδομεν ἐνταῦθα εἰσερχομένους ἀξιωματικούς, ἐπιδραμόντας ἐπὶ τὸ βῆμα, προπηλακίζοντας καὶ σύροντας ἀπὸ τοῦ βήματος τὸν ἀγορεύοντα βουλευτήν. Ὁ Πρόεδρος εἶναι ἐνταῦθα πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ φέρῃ τὴν τάξιν. Ἂν ὁ ἀγορεύων ἐκστομίζῃ τι τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι κατὰ τοῦ ἀνεγνωρισμένου καθεστῶτος, δύναται νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ εἰς τὴν τάξιν, καὶ ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι πρόθυμος νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν Πρόεδρον ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ καθήκοντος ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐπρεπείας. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, εἶναι ὅτι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον ἐπαναληφθῆ αἱ σκηναὶ τὰς ὁποίας εἴδομεν πρὸ ὀλίγου βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ παράστασις ἡμῶν ἐνταῦθα.
§117Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως, πολὺ ὀρθῶς.
§118Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι δύο γεγονότα, πρὸς τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι νὰ προσαρμόσωσι τὴν πολιτείαν των καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Ἀντιπολίτευσις. Τὸ γεγονὸς τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ νέου καθεστῶτος, καὶ τὸ γεγονὸς τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, ἀλλὰ καὶ τρίτον γεγονός, ὅτι ἔληξεν ἡ Ἐπανάστασις, διότι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξακολουθοῦμεν εὑρισκόμενοι ἐν ἐξελίξει τῆς Ἐπαναστάσεως, βεβαίως ἡ παρουσία ἡμῶν δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ ἐνταῦθα. Ἀλλὰ πέρα τῶν γεγονότων τούτων δὲν ἀναγνωρίζομεν εἰς οὐδένα τὸ δικαίωμα, παρ’ ὅσον παραμένομεν ἐνταῦθα καὶ καθ’ ὅσον αἱ πύλαι τοῦ Βουλευτηρίου εἶναι ἀνοικταὶ καὶ εἰς ἡμᾶς ἐπίσης, ὡς καὶ εἰς ὑμᾶς, δὲν ἀναγνωρίζομεν, λέγω, εἰς οὐδένα δικαίωμα νὰ θέλῃ νὰ φιμώσῃ τὸ στόμα ἡμῶν, εὑρισκομένων ἐνταῦθα ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Βεβαίως δὲν ἔχομεν τὰς αὐτὰς πολιτικὰς γνώμας καὶ τὸ γνωρίζετε, καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐξεδώσατε τὸ Διάταγμα περὶ ἀνακλήσεως τοῦ Διατάγματος τῆς Βουλῆς τοῦ Δεκεμβρίου καὶ περὶ συγκλήσεως τῆς ἤδη τεθνηκυίας, καθ’ ἡμᾶς, Βουλῆς, κατόπιν τοῦ Διατάγματος τῆς διαλύσεως αὐτῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν σας ὅτι αὐτὴ ἡ πρᾶξις τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ φέρῃ τὴν ἀντίθεσιν ταύτην τῶν γνωμῶν, τὴν ὁποίαν ἐννοοῦμεν νὰ ἐκδηλώσωμεν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς εὐπρεπείας τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, διατυποῦντες ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν. Διότι δὲν πρόκειται μόνον περὶ διαφωτισμοῦ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ καὶ περὶ διαφωτισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει δὲν ἔχομεν ἡμεῖς θέσιν ἐνταῦθα.
§119Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ὁ βουλευτὴς Κοζάνης, ἐκθέσας εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὸ νέον καθεστώς, ὅτι θεωρεῖ τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον μὴ παραιτηθέντα, ἑπομένως αὐτὸν ὡς Βασιλέα, τὸν δὲ Βασιλέα Ἀλέξανδρον, ὅστις ἔδωκεν ἐδῶ τὸν ὅρκον τοῦ Βασιλέως, ὡς ἁπλῶς Ἀντιβασιλεύοντα, εἶναι φυσικὸν νὰ προκαλέσῃ θυελλώδη ἀντίδρασιν ἐντὸς τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι μόνον ἡ εὐθύνη τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ αὐτὴν καθ’ ἑαυτήν, τιθέμενος ἀντιθέτως πρὸς τὸ νέον καθεστώς, καὶ μὴ ἀναγνωρίζων αὐτό. Ἀλλὰ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τῆς ἀσχημίας, ἥτις διὰ δευτέραν φορὰν ἐξειλίχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ἀπόστασις εἶναι κολοσσιαία. Ἐγὼ δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην λύπην μου πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ἀξιωματικὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, φίλος τῆς Κυβερνήσεως, ἀξιωματικὸς ἄξιος πάσης τιμῆς διὰ τὴν πατριωτικήν του δρᾶσιν, παρέβη τὴν πρὸς τὴν Βουλὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν. Δὲν ἐσυνετίσθη ἐκ τῆς μηνιαίας τιμωρίας, ἥτις τοῦ ἐπεβλήθη τότε καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἔκτισιν κατώρθωσε νὰ ἀποφύγῃ, διότι τὴν ἑπομένην τῆς ὁρκωμοσίας τοῦ Βασιλέως μὲ παρεκάλεσεν ὁ Βασιλεὺς ὅπως χαρίσω τὰς πειθαρχικὰς ποινάς, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ πάλιν, διὰ δευτέραν σήμερον φοράν, ἐπανέλαβε τὸ ἀτόπημα. Ἡ μειονοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ μοὶ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν ὑπῆρξα ὁ ὀλιγώτερον ἐξεγερθεὶς κατὰ τῆς τοιαύτης ἀσχημίας, ἥτις ἔλαβε χώραν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Ἂν ἀπεμακρύνθην ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ἀπεμακρύνθην διὰ νὰ παράσχω προστασίαν εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Κοζάνης. Εἴμεθα ἑπομένως σύμφωνοι μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι ὄχι μόνον τὸ κῦρος καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι σεβαστά, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, ἀπόκειται δὲ εἰς τοὺς ρήτορας τοὺς ὁμιλοῦντας νὰ καταστήσωσι τὴν ἀγόρευσίν των ἢ ἠρεμωτέραν ἢ ταραχωδεστέραν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς εἶπε καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα· μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐξακολουθεῖ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ δεχθῶμεν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔχει δίκαιον νὰ λέγῃ τοῦτο, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν εἰλικρινῶς, ὅπως εἴμεθα βέβαιοι, ἀποδέχεται τὸ νέον καθεστώς, βεβαίως εὑρισκόμεθα ἀπέναντι νέου καθεστῶτος καθαρῶς συνταγματικοῦ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὑπάρχει ἀντίδρασις, θ’ ἀναγνωρίσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὅτι οἱ χθεσινοὶ ἐπαναστάται ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ λέγωσι πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας τοῦ μέλλοντος ὅτι καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐπαναστάται, ὅτι ἐθριαμβεύσαμεν καὶ εἴμεθα ἄξιοι προστασίας. Αὐτὰ λέγει ἡ ἔννοια τῶν δηλώσεων τῶν ἰδικῶν μας. Ἐάν, κύριοι, δὲν ἠθέλομεν νὰ τερματίσωμεν τὴν ἐξωτερικὴν τοὐλάχιστον ἐπανάστασιν, δὲν θὰ ἠρχόμεθα εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ δὲν θὰ ὑπεβαλλόμεθα ὑπὸ τὸ πολίτευμα, δὲν ἠθέλομεν καλέσει τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἠθέλομεν ἀναστείλει τὰς συνταγματικὰς διατάξεις περὶ ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, ἐπιφυλασσόμενοι νὰ προσέλθωμεν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ζητοῦντες τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς. Ὅταν λέγουν ὅμως ὅτι ἡ Ἐπανάστασις ἐξακολουθεῖ, δὲν πρόκειται περὶ τυπικῆς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ περὶ οὐσιαστικῆς. Κύριοι, τί τὰ θέλετε; Ἀπὸ χρηστοῦ βεβαίως συνειδότος οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν, ὄχι πάντες οἱ παριστάμενοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος ἐδιχοτομήθημεν τόσον ἀποτόμως, ὥστε σεῖς νομίζετε ὅτι ἐγὼ διὰ τῆς πολιτικῆς μου ἤθελον τὴν καταστροφὴν τῆς Χώρας, ἐγὼ δὲ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς τοῦ Ἐπιτελείου καὶ ἑνὸς Γερμανοῦ Ἕλληνος τὸ Ἔθνος ὠθεῖτο εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ εἶχε φθάσει εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, ἀπὸ τὸ ὁποῖον τὸ ἔσωσε τὸ Κίνημα τῆς Θεσσαλονίκης. (Χειροκροτήματα). Ὅταν τοιαύτην ἔχω συναίσθησιν, τότε θὰ ἐννοήσητε διατί ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν εἰς τοὺς ὑπαινιγμοὺς εἴτε τοῦ βουλευτοῦ Κοζάνης εἴτε ἄλλου τινός, ἔρχεταί τις καὶ λέγει ὅτι μὴ λησμονεῖτε ὅτι εἴμεθα Ἐπανάστασις θριαμβεύσασα. Βεβαίως δὲν εἶναι τὸ καθεστὼς ἀνώμαλον. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἤθελον ἔλθει εἰς Ἀθήνας οὔτε νὰ ἀναλάβω τὴν Ἀρχήν, ἐὰν δὲν ἐλύοντο τὰ ζητήματα, ποία τροποποίησις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ πολίτευμα, ποῖαι διατάξεις τοῦ Συντάγματος θὰ ἀνεστέλλοντο, ὥστε ἀφοῦ ἅπαξ θὰ ἐπήρχετο ἡ συναίσθησις ὅτι τὸ Σύνταγμα ἀπὸ κουρέλι ποὺ τὸ εἶχε καταντήσει ὁ Βασιλεύς, ὅτι αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ πολίτευμα τὸ ἀληθὲς μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς συγκλήσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας θὰ δυνηθῶμεν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν. Ἔχω ἤδη καθῆκον νὰ ἀπευθυνθῶ καὶ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς διὰ νὰ εἴπω ὅτι αἱ συνεχεῖς διακοπαί, δὲν ἐννοῶ τὰς διακοπὰς αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο χθὲς εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτήν, διότι ἠρέσκετο νὰ γίνωνται διακοπαί, ἀλλὰ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀποστέργουν αὐτάς, ὅτι αὐταὶ ἀποτελοῦσιν ἔν τινι μέτρῳ, καίτοι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ καλύψῃ αὐτὰς εἰπὼν ὅτι ἀποτελοῦσιν ἔθιμον, μίαν κατάχρησιν τῆς δυνάμεως τῶν πολλῶν κατὰ τῶν ὀλίγων. Θὰ παρακαλέσω τοὺς φίλους βουλευτὰς ὅπως ἀφήσωσιν ἐλευθέρους τοὺς ρήτορας νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην των. Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπαγορεύωμεν εἰς τοὺς ὀλίγους νὰ ἐκφράσωσι τὰς γνώμας των. Εἶναι πρὸ πάντων ἐναντίον τοῦ συμφέροντος ἡμῶν. Ἀπὸ 22 μηνῶν ἡ φωνὴ ἡμῶν ἀπὸ τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου δὲν ἠκούσθη, ἐγὼ δὲ προσωπικῶς πρὸς τὸν λαὸν δὲν ἐπεκοινώνησα παρὰ κατὰ τὸ συλλαλητήριον τῆς 14ης Αὐγούστου π. ἔ., ἔχομεν δὲ συμφέρον κατ’ ἀντιμωλίαν καὶ οὐχὶ ἐρήμην τῆς Ἀντιπολιτεύσεως νὰ διεξαγάγωμεν τὰς συζητήσεις. Ἐνταῦθα ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀκούσωμεν ὅλας τὰς γνώμας μετὰ προσοχῆς· διότι, κύριοι, διὰ τοὺς πολλοὺς πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι οἱ ἀκολουθήσαντες αὐτὴν τὴν ὁδὸν εὑρίσκονται ὑπὸ πλάνην, ὀλίγοι δὲ εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι τῆς καταστροφῆς, ἡ ὁποία ἐπεκραμάσθη ἐπὶ τοῦ Ἔθνους, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἡμεῖς προσπαθοῦμεν νὰ τὸ σώσωμεν’ οἱ πλεῖστοι εἶναι θύματα πλάνης. Ἀλλ’ ὁτιδήποτε καὶ ἂν συνέβη, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκαλέσαμεν τὴν Βουλὴν αὐτήν, πρέπει νὰ εἶναι Βουλή. Θὰ παύσῃ δὲ νὰ εἶναι Βουλὴ ἐὰν καὶ εἷς βουλευτὴς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην του ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Περαίνων τὰς συστάσεις μου πρὸς τοὺς κυρίους βουλευτάς, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ στραφῶ καὶ πρὸς τοὺς βουλευτὰς τῆς μειονοψηφίας, εἰδικώτερον πρὸς τὸν βουλευτὴν Κοζάνης διὰ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀπευκταῖον κάτι τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκαλέσῃ καταιγίδα. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπε διὰ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι μία πρόκλησις εἰς καταιγίδα καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω ὅτι εἶσθε ὁ μόνος εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, κύριε βουλευτά, μὴ ἔχοντες μαζί σας τὴν ἄλλην Ἀντιπολίτευσιν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§121Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ὅλην ἀγόρευσίν μου, κατόπιν τοῦ δημιουργηθέντος ἐπεισοδίου καὶ τῆς ἐξάψεως τῶν βουλευτῶν. Ἀλλ’ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ ἐπέστησε τὴν προσοχὴν διὰ τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ ἡ τοιαύτη δήλωσίς μου ὄχι μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς, θὰ δώσω μίαν διασάφησιν, πῶς ἠννόουν δηλαδὴ τὴν ἔνστασιν, τὴν ὁποίαν ἐπρόβαλον. Τὴν ἔνστασιν τὴν ἐστήριξα ἐπὶ τῶν ἐγγράφων καὶ μόνον τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς γνῶσίν μου καὶ ἅτινα εἶναι ἡ ἀξίωσις περὶ παραιτήσεως τοῦ Βασιλέως ἐκ μέρους τοῦ Ἁρμοστοῦ τῶν Δυνάμεων, τὸ Διάγγελμα τοῦ ἀπελθόντος Βασιλέως, πρὸς δὲ καὶ τὸ Διάγγελμα τοῦ νέου Βασιλέως, τοῦ ἀναλαβόντος τὴν βασιλικὴν Ἀρχήν. Παρετήρησα κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων τούτων ὅτι ὑπάρχει ἓν κενόν, ὅτι λείπει ἡ παραίτησις τοῦ Βασιλέως.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προκαλέσητε νέαν καταιγίδα.
§123Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καθόλου. Παρετήρησα ἓν κενὸν καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μοὶ εἴπῃ ἐὰν ἐπληρώθη αὐτὸ τὸ κενὸν ἢ ὄχι, ἐὰν ὑπάρχῃ δηλαδὴ παραίτησις τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τὸν θρόνον. Τοῦτο δὲ ἔπραξα ὁμιλῶν ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς βουλευτοῦ, ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ, ἐν ὀνόματι τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ ἐζήτησα νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Δὲν τὸ ἔπραξα ὡς πολίτης, διότι καὶ ἐγώ, ὡς καὶ πᾶς πολίτης, εἶναι φυσικὸν ν’ ἀναγνωρίσω, ὡς πολίτης, ἓν καθεστὼς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ στρατολογηθῶ, θὰ φορολογηθῶ, θὰ δικασθῶ κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Νέου Βασιλέως. Δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀποφύγῃ αὐτὰ τὰ πράγματα, δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τὸ ἀντίθετον. Ἀλλ’ ὡς βουλευτὴς θέλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν γενομένων πραγμάτων καὶ δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερον μεταξὺ αὐτῶν τῶν γεγονότων ἀπὸ τὴν ἐπελθοῦσαν ἐπὶ τοῦ θρόνου μεταβολήν, ἡ ὁποία σχετίζεται πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἐδόθη, ὅτι κακῶς διελύθη ἡ παροῦσα Βουλή. Ὅλα αὐτὰ σχετίζονται πρὸς τὴν ἐπελθοῦσαν ἐπὶ τοῦ θρόνου μεταβολὴν καὶ ὡς βουλευτὴς ἤθελον νὰ διασαφηνίσω αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ μελέτῃ τῶν ἐγγράφων μοῦ παρουσίασεν ἓν κενόν. Τίποτε περισσότερον δὲν ὑπάρχει. Ἐὰν θέλῃ ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὲ καταστήσῃ ὑπεύθυνον, ἀναλαμβάνω ὅλην τὴν εὐθύνην τῶν λεχθέντων. Θεωρῶ ὅτι κατόπιν τοῦ ἐπεισοδίου, τὸ ὁποῖον ἐμὲ δὲν ἐπηρέασε, διότι ὅ,τι γίνεται εἰς βάρος ἑνὸς βουλευτοῦ, εὑρισκομένου μάλιστα ἐπὶ τοῦ βήματος, ἀντανακλᾷ εἰς ὅλην τὴν Βουλήν, εἶναι περιττὸν πλέον νὰ κουράσω τὴν Βουλήν, διότι δι’ ὅλα τὰ λοιπὰ θέματα ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. Λόγον ἔλαβον ἀφορμὴν μετὰ τῶν συναδέλφων μου νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου εἰς τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον τῆς μειονοψηφίας, ἐξ αὐτοῦ δὲ θὰ ἴδητε ὅτι εἴμεθα ἐν πληρεστάτῃ διαφωνίᾳ καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀναστολὴν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν καὶ ὡς πρὸς τὴν κατάργησιν τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων καὶ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διαρρυθμίσεως, ἡ ὁποία γίνεται ἐπὶ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ καθεστῶτος καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπειράριθμον ἀπόταξιν ἀξιωματικῶν καὶ ἀπόλυσιν ὑπαλλήλων. Δι’ ὅλα αὐτὰ ἐξεφράσαμεν τὴν γνώμην μας καθαρῶς καὶ ἀπεριφράστως. Καὶ διὰ τὴν ἐμπόλεμον κατάστασιν εἴπομεν τὴν γνώμην μας. Ὥστε ἐὰν ἔκαμνον συνέχειαν τῆς ἀγορεύσεώς μου δὲν θὰ ἔκαμνον τίποτε ἄλλο παρὰ μίαν εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν τῶν ἐκεῖ γραφέντων. Τὸ κύριον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ καταλήξω, εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ καὶ ἐὰν δὲν διελύετο καθ’ ὃν τρόπον διελύθη, καθ’ ὑμᾶς ἀντικανονικῶς, καθ’ ἡμᾶς κανονικῶς, παρῆλθεν ἐν τῷ μεταξὺ ἀφ’ ὅτου ἔπαυσεν ἐργαζομένη τόσον χρονικὸν διάστημα, ὥστε πᾶς ὅστις θὰ ἤθελε νὰ εὑρίσκηται ἡ Βουλὴ ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην, θὰ ἐσκέπτετο μήπως ἐν τῷ μεταξύ, ἀφοῦ παρενέπεσαν τόσα μεγάλα ζητήματα, ἐχρειάζετο ἡ λεγομένη ἐν τῷ ἐγγράφῳ, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς, ἀναβάπτισις αὐτῆς. Καὶ ἐὰν ἡ ἀναβάπτισις αὐτὴ χρειάζεται καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας περιστάσεις, ἐγὼ ἐνόμιζον ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς θὰ ἐφρόνει ὅτι ἡ ἀναβάπτισις χρειάζεται διὰ τὴν σημερινὴν ἀκριβῶς Βουλήν, διότι ἐν τῷ μεταξὺ παρενέπεσαν τόσα ζητήματα, τόσον μεγάλη ἐγένετο ἐξέλιξις τῶν πραγμάτων, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον της ἡ Βουλὴ ἐκείνη· ἔργον διακοπὲν κατὰ Ὀκτώβριον τοῦ 1915, νὰ τὸ συνεχίσῃ κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1917 χωρὶς νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ἔκτοτε ἐπελθόντα γεγονότα. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἀντικανονικαὶ λεπτομέρειαι, ὅπως εἶναι ἡ μὴ ἀναγνώρισις τῆς ἄλλης Βουλῆς, τῆς μὴ διαλυθείσης, ἀλλὰ ἀκυρωθείσης; ἡ Κυβέρνησις θὰ προσέκρουεν ἐπίσης καὶ εἰς ἄλλας λεπτομερείας. Τί θὰ γίνῃ ἡ Βουλὴ ἐκείνη; Θὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς Βουλή, ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοθετήματα αὐτῆς; Ὅταν δὲ τελειώσῃ ἡ τετραετία τῆς νῦν Βουλῆς καὶ ἔλθῃ μία νέα Βουλή, ποῖον ἀριθμὸν θὰ φέρῃ; Θὰ εἶναι εἰκοστὴ δευτέρα περίοδος ἢ εἰκοστὴ πρώτη; Καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὅλαι αὐταὶ αἱ λεπτομέρειαι εἶναι δευτερευούσης σημασίας τὸ πρωτεῦον εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι, δεχθέντες νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ καὶ νὰ ἐκθέσωμεν τὴν γνώμην μας, εἴχομεν ὑπ’ ὄψιν ἀντικανονικότητα τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἀντικανονικότης σχετίζεται πρὸς ὅλην τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολήν, καὶ Κυβερνητικὴν καὶ Βασιλικήν, διότι ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι συναφῆ, συγχρόνως δὲ καὶ πρὸς τὴν αὐτομάτως προελθοῦσαν ἐμπόλεμον κατάστασιν εἰς τὸ τμῆμα τοῦ Κράτους τοῦτο, τὸ ὁποῖον μέχρις ἐσχάτων ἐτηρεῖτο ἐν οὐδετερότητι. Κατόπιν αὐτῶν ὅλων νομίζω ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου, αἱ ὁποῖαι ἐπανελήφθησαν, νομίζω, συνεπείᾳ γενομένων παραβιάσεων αὐτῆς, διὰ πέμπτην ἢ ἕκτην φορὰν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν δύνανται πλέον νὰ ἐμβάλουν πεποίθησιν καὶ ὄρεξιν εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, διὰ νὰ ἐξακολουθήσουν καὶ ἐφεξῆς παρακολουθοῦντες τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς καὶ διεξάγοντες πλέον κανονικὸν ἔλεγχον εἰς τὰς ὁμαλὰς ἐργασίας αὐτῆς, διότι τὸ φαινόμενον τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ἀπόψε δὲν εἶναι πρωτοφανές, εἶναι ζήτημα δὲ —καὶ εὔχομαι νὰ διαψευσθῶ— ἂν θὰ εἶναι τὸ τελευταῖον, καθόσον ἡ διάστασις εἶναι ριζικὴ μεταξύ μας. Δι’ αὐτὸ ἐγὼ καταλήγω εἰς τὸ ἑξῆς. Νὰ σᾶς ἀφήσωμεν ἡσύχους νὰ κάμητε τὴν ἐργασίαν σας, ὅπως σεῖς νομίζητε συμφερώτερον διὰ τὴν καλὴν διαχείρισιν καὶ διεκδίκησιν τῶν ἐθνικῶν μας βλέψεων καὶ ὑποθέσεων, νὰ σᾶς προσθέσωμεν δὲ καὶ ὅλας τὰς εὐχάς μας, τὰς ὁποίας ἔχομεν τὸ στοιχειῶδες καθῆκον νὰ διατυπώσωμεν, ὅπως ἡ πολιτικὴ ἡ ὁποία ἀσκεῖται παρ’ ὑμῶν ἀχθῇ εἰς αἴσιον πέρας, διὰ τὸ γενικὸν καλόν. Ἀλλὰ δὲν ἤλθομεν ἐδῶ ἁπλῶς ἵνα διατυπώσωμεν εὐχὰς ἢ ὅπως δηλώσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὡς πολῖται ὑποχρεούμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν, διότι ὁ πολίτης δὲν δύναται παρὰ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ ἑκάστοτε καθεστώς. Ἐδῶ ἤλθομεν, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους νὰ καταμερίσωμεν τὰς εὐθύνας καὶ νὰ ἴδωμεν ἂν δυνάμεθα νὰ σᾶς βοηθήσωμεν εἴς τι. Ἤδη ὅμως βλέπομεν ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς φανῶμεν συνεργοὶ καὶ δὲν μᾶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναλάβωμεν τὰς εὐθύνας διὰ τὴν πολιτικήν, τῆς ὁποίας τὴν ἐκτέλεσιν ἀνελάβετε νὰ φέρητε εἰς πέρας. Σᾶς ἀφίνομεν ἑπομένως μόνους σας, ὑπευθύνους διὰ τὸ ἔργον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ μετάσχωμεν ἀπὸ ἀπόψεως κοινοβουλευτικῆς, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους. Αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία παρατήρησις, ὅτι ὡς βουλευτὴς δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ὑπέχει βεβαίως τὸ σημερινὸν Κυβερνητικὸν καθεστώς, ἐν ὅλῃ τῇ ἐμφανίσει του τῇ πολιτειακῇ, τῇ πολεμικῇ καὶ τῇ Κυβερνητικῇ· δὲν δύναμαι νὰ συμμερισθῶ αὐτὴν τὴν εὐθύνην καὶ μὲ αὐτὴν τὴν ἐπιφύλαξιν κατέρχομαι τοῦ βήματος.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§125Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ὁμιλήσῃ εἷς ἐκ τῆς πλειονοψηφίας.
§126Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως θὰ ἦτο προτιμότερον καὶ τοῦτο θὰ ἐπρότεινον καὶ ἐγώ. Νὰ ὁμιλήσῃ ὁ εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου, πρὸ ἐμοῦ, ὅπως δυνηθῶ νὰ ἀπαντήσω καὶ πρὸς τὸν ἕνα καὶ πρὸς τὸν ἕτερον. Τοῦτο εἴθισται καὶ ἀπὸ κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ μεθόδου ἀπαντήσεως.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης. Ἀπών.
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν πέντε λεπτὰ διὰ νὰ εἰδοποιηθῇ.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά. (Ὥρᾳ 7.30′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρᾳ 7.45′ μ.μ.).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Γ. Καφαντάρης ἔχει τὸν λόγον.
§131Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐφθάσαμεν, Κύριοι, μετὰ μακρὰν δοκιμασίαν, εἰς ἕνα σταθμὸν τοῦ ἐθνικοῦ μας βίου, ἐκ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἀκριβῆ ὁπωσδήποτε ἀνασκόπησιν τῶν γεγονότων τῆς τελευταίας τριετίας καὶ ἐλευθέρως νὰ συζητήσωμεν ἀπόψεις τινὰς ἀφορώσας τὴν περαιτέρω ἐξέλιξιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Θὰ περιορισθῶ, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ συνταγματικοῦ μόνον ζητήματος. Θὰ ἦτο ἀδύνατον μία καὶ μόνη ἀγόρευσις νὰ περιλάβῃ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ἀναφυόμενα ἐκ τῆς ἐν γένει δράσεως κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον. Δὲν ἀρέσκομαι, ἄλλως τε, ἐκ φύσεως εἰς τὴν μακρηγορίαν. Ἡ κρίσις, Κύριοι, ἡ ὁποία ἐνέσκηψεν ἐπὶ τῆς Χώρας ἡμῶν ἀπὸ δύο καὶ πλέον ἐτῶν, κρίσις πολλαπλῆ, κρίσις ἐθνική, κρίσις πολιτειακή, κρίσις ἠθικοκοινωνική, μίαν ἔχει εἰς πάντας γνωστὴν ἀφετηρίαν, τὴν προσπάθειαν τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως νὰ παρασύρῃ τὸ Ἔθνος εἰς δρόμον, ὅστις ἔμελλε προφανῶς νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς προσωπικάς του προτιμήσεις καὶ τὰς δυναστικάς του σχέσεις, δρόμον ὅμως εἰς τὸ τέρμα τοῦ ὁποίου πᾶς τις εὐκόλως ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ ὅτι ἔχαινεν ὁ κρημνός, εἰς τὸν ὁποῖον μοιραίως ἔμελλε νὰ καταβαραθρωθῇ τὸ μέλλον τῆς φυλῆς μας. Ὁ σκοπὸς ὁ ἐπιδιωκόμενος ἦτον ἀνήθικος· τὰ μέσα τὰ χρησιμεύσαντα πρὸς ἐπιτυχίαν αὐτοῦ ὑπῆρξαν ἐπίσης ἀνήθικα. Ποῖα ἦσαν τὰ μέσα αὐτὰ εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας. Ὑπῆρξαν δύο· ἡ βία καὶ ἡ διαφθορά· ἐνεφανίσθησαν δὲ ἀμφότερα εἰς τὸν δημόσιον ἡμῶν βίον ταυτοχρόνως. Οὐδεὶς σήμερον ἀγνοεῖ ὅτι ὁ συγχρονισμὸς οὗτος δὲν προῆλθεν ἐξ ἁπλῆς συμπτώσεως, δὲν ἦτο τυχαῖος, ἀλλὰ προδιαγεγραμμένος καὶ σκόπιμος. Τὴν 20 Φεβρουαρίου 1915 ὁ Βασιλεὺς ἀπεμάκρυνεν ἐκ τῆς Ἀρχῆς τὴν κοινοβουλευτικὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, καταφέρων κατὰ τοῦ πολιτεύματος τὸ πρῶτον καὶ καίριον πλῆγμα, ἐνῷ ἐξ ἄλλου τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἐτέλει τὰ ἐγκαίνιά της ἡ ὑπὸ τὸν βαρῶνον Σὲγκ Γερμανικὴ προπαγάνδα διὰ τῆς καταφώρου ἐξωνήσεως μερίδος τινὸς τοῦ ἡμερησίου Τύπου τῆς πρωτευούσης. Ἀδελφωμένα, Κύριοι, καθὼς ἐνεφανίσθησαν, τοιουτοτρόπως καὶ συνεβάδισαν καθ’ ὅλην τὴν ἔκτοτε διανυθεῖσαν περίοδον τὰ δύο ἀποτρόπαια μέσα, τὰ ὁποῖα ἤσκησεν ὁ μοναρχισμὸς πρὸς ἐπιβολὴν τῆς ἀντεθνικῆς του πολιτικῆς. Ἐξειλίχθη δὲ ἡ μὲν καταστρατήγησις τοῦ πολιτεύματος εἰς ἐσωτερικὴν τρομοκρατίαν, κορυφωθεῖσαν εἰς τὰς Νοεμβριανὰς σκηνάς, ἡ δὲ χρηματικὴ τῶν συνειδήσεων ἐξώνησις εἰς σύστημα πλῆρες, εἰς ὀργάνωσιν ἀρτίαν, οὐχὶ πλέον διὰ χρημάτων μόνον, ὀργάνωσιν ἥτις ἐξήπλωσε τοὺς δηλητηριώδεις πλοκάμους της πρὸς πᾶσαν γωνίαν τῆς Ἑλληνικῆς γῆς, πρὸς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, τὰς ἀστικὰς καὶ τὰς ἀγροτικάς, χωρὶς νὰ φεισθῇ κἄν τῶν δημοσίων κλάδων, χωρὶς νὰ φεισθῇ κἂν τῶν στρατώνων, εἰς τοὺς ὁποίους καὶ κυρίως ἀπέβλεψεν. (Χειροκροτήματα). Εἶναι περιττόν, Κύριοι, νὰ θελήσω νὰ φέρω εἰς τὴν μνήμην σας κατὰ ποῖον ἀληθῶς ἀσύστολον τρόπον ἐνηργήθη ὁ ἐπαίσχυντος ἐκεῖνος προσηλυτισμὸς εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ ἠθικοῦ καὶ ὑλικοῦ ἀφοπλισμοῦ τοῦ Ἔθνους. Ἔχετε ἀκόμη πρόσφατον τὴν εἰκόνα τοῦ ἠθικοῦ βορβόρου, ὅστις ἐξεχύνετο κατὰ χειμάρρους, δυστυχῶς, ἀπὸ τῶν ἀνακτόρων, ἀπὸ τῶν πολιτικῶν γραφείων, ἀπὸ τῶν Γερμανικῶν πρατηρίων, ἵνα διὰ παντὸς καλύψῃ ὑπὸ τὸν παχύν του ῥύπον τὴν ἐθνικὴν καὶ κοινωνικὴν ἡμῶν τιμήν. Ἔχετε ἀκόμη, Κύριοι, νωπὴν τὴν ἀνάμνησιν τῆς μανίας, τοῦ ἐκφύλου ἀληθῶς πάθους —δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῇ ἠπιώτερον— μεθ’ οὗ τὸ ἐπίσημον Κράτος ἐζήτει νὰ σκορπίσῃ πέριξ αὐτοῦ τὸν ἠθικὸν μαρασμὸν καὶ ἐπεδίωκε νὰ ἐμβάλῃ εἰς τὸν λαὸν τὴν πώρωσιν καὶ τὴν ἠθικὴν νάρκην, διὰ νὰ μὴ δύναται οὗτος νὰ παρακολουθῇ τὴν ἐξέλιξιν τῆς ἰδίας του τραγικῆς τύχης. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν ἐπέτυχον τὸν ἐπιδιωχθέντα σκοπόν, δὲν γνωρίζω, ἂν πραγματικῶς κατώρθωσαν νὰ διαφθείρουν τὸν λαόν, κατώρθωσαν ὅμως ἀναμφισβητήτως νὰ διασύρουν τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα εἰς τὴν παγκόσμιον συνείδησιν, εἰς τὴν συνείδησιν φίλων καὶ ἐχθρῶν, καὶ νὰ ὑποβιβάσουν τὴν πρὸς αὐτὸ ἐκτίμησιν εἰς σημεῖον τοσοῦτον χαμηλόν, ὥστε γνωστὸς Ἰταλὸς δημοσιολόγος, ἐξετάζων τὰ αἴτια ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐπεσπεύθη ἡ εἰς τὸν πόλεμον ἔξοδος τῆς Ἰταλίας, νὰ ἀναφέρῃ μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ τοῦτο: «ἐσπεύσαμεν, λέγει, τὸν πόλεμον, διότι διείδομεν προβάλλοντα καὶ διὰ τὴν Ἰταλίαν τὸν ἠθικὸν κίνδυνον ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ χρήματος, διότι ἤρχισε καὶ παρ’ ἡμῖν ἀφειδῶς νὰ σπαταλᾶται τὸ Γερμανικὸν χρῆμα πρὸς ἄγραν συνειδήσεων καὶ δὲν ἠθέλομεν νὰ ἴδωμεν τὴν Ἰταλικὴν κοινωνίαν ἐκπίπτουσαν εἰς τὸ χαμηλὸν ἐπίπεδον εἰς τὸ ὁποῖον εἶχε καταπέσῃ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία». Ἀλλά, Κύριοι, ἓν τοιοῦτον ἀνήθικον σύστημα πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ λαοῦ, ἓν τοιοῦτον κατάπτυστον σύστημα διαφθορᾶς αὐτοῦ, θὰ ἦτον ἀδύνατον ὄχι μόνον νὰ καρποφορήσῃ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐμφανισθῇ κἂν ἐν μέσῳ τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἐὰν δὲν ἐλαμβάνετο συγχρόνως ἡ φροντὶς νὰ κλονισθῇ ἐκ βάθρων τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα καὶ νὰ καταλυθῇ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία, ἥτις ἐνασκουμένη μὲ ὅλην τὴν εὐρύτητα καὶ τὴν δύναμιν, ἥτις ἀνήκει νομίμως εἰς αὐτήν, θὰ κατέπνιγεν ἐν τῇ γενέσει της πᾶσαν ἀπόπειραν, ὅθεν δήποτε προερχομένην καὶ τείνουσαν εἰς τὸ νὰ ὑπομονεύσῃ τὴν ἠθικὴν τῆς κοινωνίας συνοχήν. Τὸ πρῶτον πλῆγμα, τὸ εἶπον ἤδη, κατὰ τοῦ πολιτεύματος κατηνέχθη διὰ τῆς ὑπουργικῆς κρίσεως, ἡ ὁποία ἐξερράγη τὸν Φεβρουάριον 1915 διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς νομίμου, τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως τῆς Χώρας, κρίσεως ἥτις σαφῆ εἶχεν ἔννοιαν, ὅτι ὁ ἀνεύθυνος παράγων προέβαλλε τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἰδίαν, ἀνεξάρτητον καὶ ἀντίθετον πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καίτοι ἐν ἁρμονίᾳ διατελούσης μετὰ τῆς δημοσίας γνώμης, καὶ ὅτι ἐπὶ πλέον ἠδύνατο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πολιτικὴν ταύτην διὰ τῆς ἐνασκήσεως προνομιῶν αἵτινες κατὰ τύπους ἀπονέμονται εἰς τὸ Στέμμα διὰ τοῦ γράμματος τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων. Θὰ ἔλεγον, Κύριοι, ὅτι ἡ προπετὴς αὕτη ἀξίωσις, ἡ θεωρία αὕτη, θὰ ἦτον ἀναξία νὰ ἀποτελέσῃ θέμα συζητήσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂν τὸ πολιτειακὸν ἡμῶν πρόβλημα δὲν συνεπλέκετο τόσον ἀρρήκτως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς κρίσεως, ἂν ἡ διαστρέβλωσις τῆς ἀληθοῦς ἐννοίας τοῦ Συνταγματικοῦ μας χάρτου δὲν ἐχρησίμευεν ὡς ὅπλον πρὸς χυδαίαν παραπλάνησιν τῆς δημοσίας γνώμης ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἐθνικὴν κρίσιν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολεμικὴν πολιτικήν, ἥτις ἀπετέλεσε καὶ ἀποτελεῖ τὴν προέχουσαν ἄποψιν, τὸ κύριον ζήτημα τῶν τελευταίων τούτων χρόνων. Διετυπώθησαν, Κύριοι, θεωρίαι κατὰ τὰς ὁποίας τὸ πολίτευμά μας παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἀσκῇ ἰδίαν πολιτικήν· ἐπροχώρησαν μάλιστα τινὲς πολὺ πέραν τοῦ σημείου τούτου, ἐπροχώρησαν μέχρι τοῦ σημείου νὰ ἐκφράσωσι γνώμας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐνόμιζε κανεὶς ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ἔχωσι θέσιν εἰς τὰ χείλη ἐλευθέρων πολιτῶν, ἐπροχώρησαν μέχρι τοῦ σημείου ὥστε οὐ μόνον τὰ ὅρια τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας νὰ ἐξογκώσωσιν εἰς βάρος τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν θεωρίαν τοῦ θείου δικαίου, ἥτις ἀτιμάζει τὴν λογικὴν τοῦ ἀνθρώπου ὑπόστασιν, φανερῶς ἢ ἐμμέσως νὰ ὑποστηρίξωσι. Τί ἄλλο ἀποδεικνύει τοῦτο εἰμὴ ὅτι καὶ εἰς τὴν ἡμετέραν ἐποχὴν δύναται νὰ ἐπισκοτισθῇ ἐπὶ τοσοῦτον ἡ ἠθικὴ ἀντίληψις, ἡ πολιτικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ συνείδησις, ὥστε θεωρίαι τὰς ὁποίας ἐδικαιούμεθα νὰ πιστεύωμεν ὡς ἀνεπιστρεπτεὶ ἐξαφανισθείσας εἰς τὰ σκοτεινὰ βάθη τῆς ἀνθρωπίνης ἱστορίας νὰ ἀνέρχωνται πάλιν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν ὅπως ρυθμίσουν τὴν σύγχρονον ζωήν; Διότι θὰ ἤρκει νὰ ἀναβλέψῃ τις εἰς μόνην τὴν ἱστορικὴν προέλευσιν τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν διὰ νὰ συναγάγῃ γνώμην ἀσφαλῆ καὶ ἀναντίρρητον περὶ τοῦ τύπου τοῦ διέποντος ἡμᾶς πολιτεύματος, περὶ τοῦ ἀληθοῦς χαρακτῆρος του, περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν κυριαρχικῶν τοῦ λαοῦ δικαιωμάτων. Καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν περίοδον, τὴν ὁποίαν διήνυσε τὸ ἐλεύθερον κράτος ἀπὸ τῆς ἐθνεγερσίας μέχρι σήμερον, μία σταθερὰ καὶ ἀπαρέγκλιτος ἐξεδηλώθη τάσις, ἓν αἴσθημα ἀναλλοίωτον, τὸ αἴσθημα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ δημοκρατικόν, ἡ τάσις αὐτοῦ πρὸς τὰς δημοκρατικὰς ἐλευθερίας. Διαρκοῦντος ἔτι τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος κατὰ τοῦ ξενικοῦ ζυγοῦ, μόλις ἀπέκτησεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ποιάν τινα αὐτοτέλειαν, τὸ πρῶτον αὐτοῦ σκίρτημα πρὸς τὴν ἐλευθερίαν ὑπῆρξε σκίρτημα πρὸς τὴν δημοκρατίαν· καὶ τὰ πρῶτα πολιτεύματα, τὰ ὁποῖα διεμορφώθησαν διαρκούσης τῆς Ἐπαναστάσεως, ὑπῆρξαν πολιτεύματα δημοκρατικὰ καὶ τὴν μορφὴν καὶ τὴν οὐσίαν. Ὅταν βραδύτερον βίᾳ ἐγκαθιδρύθη παρ’ ἡμῖν ἡ ἀπόλυτος μοναρχία, ὄχι μόνον δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐγκλιματισθῇ καὶ νὰ ἀκμάσῃ εἰς τὴν χώραν μας, ἀλλὰ τοὐναντίον ὁ βίος της ὑπῆρξεν ἐφήμερος διότι ὑπέκυψεν εἰς τὴν λαϊκὴν ἐξέγερσιν, ἥτις ἐπροίκισε τὸ Κράτος μὲ πολίτευμα φιλελεύθερον. Δὲν ἠρκέσθη ὅμως εἰς τὴν κατάκτησιν ταύτην ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἔχων πλήρη ἐπίγνωσιν τῆς πολιτικῆς του ὡριμότητος καὶ τῶν κακῶν τὰ ὁποῖα ἐπήγαζον ἐκ τῆς αὐταρχικῆς διοικήσεως, ἅμα κατεῖδεν ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 κατεστρατηγεῖτο διὰ τῆς ἀναμίξεως τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν κοινῶν, δὲν ἐδίστασε νὰ προβῇ εἰς νέαν ἐπανάστασιν ὅπως καὶ τὴν δυναστείαν τὴν καταδολιευθεῖσαν τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας ἀπομακρύνῃ ἐκ τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ πολίτευμά της παγιώσῃ ἐπὶ ἑδραίων δημοκρατικῶν βάσεων. Καὶ γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον συνεκέντρωσεν εἰς χεῖρας του, εἰς χεῖρας τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ἀκεραίαν τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν, ἡ δὲ Ἐθνοσυνέλευσις, ἐξ ἰδίου πλέον δικαιώματος, οὐχὶ ἐκ συμβάσεως μετὰ τοῦ Βασιλέως, κατέστρωσε τὸ πολίτευμα μὲ ἀμείωτον τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν ὡς βάσιν καὶ μὲ ἐγγυήσεις ἀποκλειούσας τὰ παρατηρηθέντα ἄτοπα ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας ἐκ τῆς ἐνεργοῦ ἐπεμβάσεως τοῦ βασιλέως εἰς τὸν δημόσιον τῆς χώρας βίον. Καθιέρωσε μὲ ἄλλας λέξεις καὶ παρ’ ἡμῖν τὸ φιλελεύθερον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον πρότυπον ἔχει τὸ ἐν Ἀγγλίᾳ ἰσχύον καὶ εἶναι γνωστὸν ὑπὸ τὸ ὄνομα τῆς βασιλευομένης δημοκρατίας. Ποῖον εἶναι τὸ χαρακτηριστικὸν γνώρισμα τῆς βασιλευομένης δημοκρατίας ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰ ἄλλα συνταγματικὰ πολιτεύματα; Ἕν καὶ θεμελιῶδες· ὅτι ἐνῷ εἰς τὰ λοιπὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα ἡ θέλησις τοῦ μονάρχου ἀναγνωρίζεται ὡς παράγων νόμιμος καὶ προέχων ἐν τῇ ρυθμίσει τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, εἰς τὴν βασιλευομένην δημοκρατίαν ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ παθητικὸν ὄργανον τοῦ Κράτους ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, ἁπλοῦς διεκπεραιωτὴς τῆς λαϊκῆς θελήσεως. Πᾶσα δὲ ἡ πολιτικὴ ἐξουσία συγκεντροῦται εἰς χεῖρας τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἀπορρεούσης ἐξ αὐτοῦ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα). Τὴν τύχην τοῦ Ἔθνους δὲν διέπει ὁ ἀνεύθυνος παράγων, ὁ ἰσόβιος, ὁ κληρονομικὸς καὶ ξένος πρὸς τὴν λαϊκὴν κρίσιν, ἀλλὰ Κυβέρνησις αἱρετὴ ἐκπηγάζουσα ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ λαοῦ καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης αὐτοῦ, Κυβέρνησις προσώπων μετακλητῶν, ἐφ’ ἧς ἀσκεῖται συνεχής, ἄγρυπνος καὶ αὐστηρὸς ὁ λαϊκὸς ἔλεγχος. Εἰς ταύτην ἀναθέτει τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας τὸ πολίτευμα, οὐδὲ ἀνέχεται ἐπέμβασιν ἄλλων εἰς τὰ κοινὰ καὶ πρὸ παντὸς τὴν ἐπέμβασιν τοῦ Στέμματος, ὅσον καὶ ἂν ἡ ἐπέμβασις αὐτοῦ γίνεται κατὰ τρόπον ἤπιον. Διότι ἡ βασιλευομένη δημοκρατία, ἂν δὲν εἶναι καθαρὰ δημοκρατία κατὰ τὴν μορφήν, λόγῳ τῆς συμμετοχῆς ἑνὸς παράγοντος μὴ αἱρετοῦ καὶ μὴ μετακλητοῦ ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ πολιτεύματος, εἶναι οὐχ’ ἧττον καθαρὰ καὶ πλήρης δημοκρατία κατ’ οὐσίαν. Ἐξάγομεν τοῦτο ἐκ τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἐν ᾧ ἀναγράφεται ὅτι «ἅπασαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἐκ τοῦ ἔθνους», ὅτι δηλαδὴ ἡ λαϊκὴ κυριαρχία εἶναι ἡ μόνη πηγὴ ἐξ ἧς ἀπορρέει ἡ δύναμις ἡ ἰθύνουσα τὴν Χώραν, ἐν ᾧ ἀναγνωρίζεται ῥητῶς ἐπίσης διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 108, ὅτι μόνη ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει περὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. — διάταξις ἥτις ἐξαίρει τὸν παθητικὸν χαρακτῆρα τῆς ἀνευθύνου ἀρχῆς, — συνάγομεν τοῦτο ἐκ τῶν διατάξεων αἵτινες ἀσφαλίζουσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συνέρχεται «αὐτοδικαίως εἰς τακτικὴν σύνοδον» (ἀρ. 54) καθὼς καὶ τὴν κανονικὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν της (ἀρ. 38). Ἔχομεν ἀκόμη σαφῆ ἐν τῷ Συντάγματι ἐξήγησιν, ὅτι οὐδὲν ἐκ τῶν ἀναγραφομένων ἐν αὐτῷ δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος, οὐδεμία ἐκ τῶν προνομιῶν του ἀπονέμεται προσωπικῶς εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, τὴν Κυβέρνησιν δηλ. ἥτις εἶναι ἀπαύγασμα τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας, διότι βλέπομεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν δύναται νὰ προβῇ ἀφ’ ἑαυτοῦ ἐγκύρως, ἔχων ἀνάγκην τῆς προσυπογραφῆς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ (ἀρ. 38). Ἀλλ’ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ συνταγματικοῦ γράμματος, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ῥιζικὴ ἀπόκρουσις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ ἡ καθιέρωσις ἑνιαίου νομοθετικοῦ σώματος ἀποδεικνύει περιτράνως ὅτι μετ’ ἐπιμελείας ἀπεμάκρυνεν ἡ Ἐπαναστατικὴ Ἐθνοσυνέλευσις πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο ν’ ἀμβλύνῃ τὴν λαϊκὴν ἐξουσίαν καὶ προέκρινε νὰ ἴδῃ πραγματοποιούμενον τὸν κίνδυνον τῆς «κοινοβουλευτικῆς ὀλιγαρχίας», ὃν ἐπέσεισαν οἱ συνήγοροι τῆς δευτέρας Βουλῆς, ἢ νὰ ἴδῃ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν χαλαρουμένην διὰ τῆς κατατμήσεως τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ Ἔθνους. Τίς ἀληθῶς θὰ ἠδύνατο νὰ φαντασθῇ ὅτι, μεθ’ ὅλα ταῦτα, θὰ ἐτίθετο ἐν ἀμφιβολίᾳ ἡ ἔκτασις τῆς λαϊκῆς ἐξουσίας καὶ ὅτι τὸ μὲν γράμμα τοῦ Συντάγματος ἤθελε στρεβλωθῆ ἐκ στρεψοδίκων ἑρμηνειῶν, τὸ δὲ πνεῦμα αὐτοῦ ἤθελε παροραθῆ τελείως; Ἂν ἀνατρέξωμεν, Κύριοι, εἴτε εἰς τὴν ἐπιστημονικὴν ἑρμηνείαν εἴτε εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν νομολογίαν ἐν ταῖς Χώραις, ἐκ τῶν ὁποίων ἠρύσθημεν τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ἅτινα χρησιμεύουσιν εἰς ἡμᾶς ὡς πρότυπα τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐφαρμογῆς, ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν κοιτίδα τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, τὴν Ἀγγλίαν, ἂν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ Βέλγιον, οὗτινος τὸν καταστατικὸν χάρτην ἀντεγράψαμεν, θὰ ἴδωμεν μετὰ πόσης σταθερότητος καταδικάζεται ἡ ἀνάμιξις τοῦ Βασιλέως εἰς τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους καὶ ἀπαγορεύεται εἰς αὐτὸν καὶ ἡ ἁπλῆ προσπάθεια πρὸς ἐφαρμογὴν ἰδίας πολιτικῆς, εἴτε εἰς τὰ ἐξωτερικὰ εἴτε εἰς τὰ ἐσωτερικὰ ζητήματα τῆς Χώρας. Σᾶς ἀναγινώσκω τί γράφει ὁ Φρίμαν. (Ἀναγινώσκει) «Καὶ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς καθὼς καὶ τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις κατισχύει ἡ θέλησις τῶν δύο Βουλῶν, καὶ ἐν περιπτώσει διαφορᾶς μεταξὺ αὐτῶν ἡ θέλησις τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων». Ἐξέλεξα τὴν περικοπὴν ταύτην τοῦ Ἄγγλου συγγραφέως, ἀκριβῶς διότι ἐν αὐτῇ γίνεται μνεία οὐ μόνον περὶ τῶν ἐσωτερικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων, ἐφ’ ὧν ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς ἀντεποιήθη ἰδιαίτερα δικαιώματα, ἰσχυρισθεὶς ὅτι τὴν μὲν διαχείρισιν τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως δύναται νὰ ἀφήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐξωτερικὴν ὅμως πολιτικὴν μόνος αὐτὸς δικαιοῦται νὰ διευθύνῃ. «Εἶναι οὐσιῶδες, λέγει ὁ λόρδος Μακώλαιη, νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της ἡ Βουλὴ τῶν Κοινοτήτων ἐφ’ ὅλων τῶν κλάδων τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας». Εἰς τὸν Βασιλέα ἐν Ἀγγλίᾳ ἐπιτρέπεται μόνον νὰ δίδῃ συμβουλὰς περὶ τῆς τηρητέας πολιτικῆς. Οὐδὲν πέραν τούτου. «Ὁ Βασιλεύς, λέγει ὁ Λόουελ, δικαιοῦται βεβαίως νὰ προσπαθήσῃ ὅπως πείσῃ τοὺς Ὑπουργούς του νὰ ἀπόσχωσι πολιτικῆς, ἣν οὗτος δὲν ἐγκρίνει.... ἀλλ’ ἐὰν ἀδυνατῇ νὰ πείσῃ αὐτούς, ὑποστηριζομένους ὑπὸ τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειοψηφίας καὶ ἐπιμένοντας εἰς τὰς παρ’ αὐτῶν ὑποστηριζομένας ἀπόψεις, ὀφείλει ὁ Βασιλεὺς νὰ ὑποχωρήσῃ». Ἀλλὰ καὶ ὁ συμβουλευτικὸς τοῦ Στέμματος ρόλος δὲν εἶναι ἀπεριόριστος. Δυσπιστεῖ, καὶ εὐλόγως δυσπιστεῖ, ὁ Ἀγγλικὸς λαός, χάριν τῶν ἐλευθεριῶν του, κατὰ πάσης ἐπιμονῆς τοῦ Βασιλέως πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν προσωπικῶν του ἰδεῶν ἢ τῆς προσωπικῆς του θελήσεως, ὅσον καὶ ἂν ἡ προσπάθειά του ἐμφανίζεται ὑπὸ τὸ πρόσχημα συμβουλῶν πρὸς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν. (Ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιρροὴ τοῦ Στέμματος, γράφει ὁ Courtney, δὲν πρέπει τὸ παράπαν νὰ ἐπισκιάσῃ τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅστις τελικῶς ἀποφασίζει περὶ τοῦ πρακτέου». Εἶναι εὐνόητον πόσον ἐντόνως ἀποκρούουσιν ἐν Ἀγγλίᾳ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ Βασιλέως ἥτις ἐξέρχεται τῶν καθαρῶς συμβουλευτικῶν ὁρίων. «Τοιαύτη ἐπίδρασις, γράφουσι, παρεισάγει ἐν τῷ πολιτεύματι παράγοντα ἐντελῶς ἀπαράδεκτον ὑπὸ τὴν παροῦσαν μορφὴν τοῦ Ἀγγλικοῦ Συντάγματος, παράγοντα ὅστις ἀποτελεῖ ἀληθῆ ἄρνησιν καὶ τείνει εἰς τὴν καταστροφήν του». Αὐταί, Κύριοι, εἶναι αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα, ὅπερ χρησιμεύει εἰς ἡμᾶς ὡς πρότυπον, αὐταὶ εἶναι αἱ ἀρχαί, αἵτινες διέπουσι τὸ Βελγικὸν πολίτευμα, ὅπερ ἀντεγράψαμεν, ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι καὶ παρ’ ἡμῖν ἀπαρεγκλίτως ἀείποτε ἐτηρήθησαν. Δὲν ὑπάρχει παράδειγμα ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ μας ἱστορίᾳ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἐζήτησε νὰ διατυπώσῃ ἰδίαν πολιτικήν, πολὺ δὲ περισσότερον νὰ ἐπιβάλῃ αὐτήν, ὡς τὴν ἐπέβαλεν ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς διὰ παντοίων ἐκθέσμων μέσων καὶ διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἐδημιουργήθησαν ἤδη καὶ παρ’ ἡμῖν συνθῆκαι κοινοβουλευτικαί, ἔθιμα κοινοβουλευτικά, τὰ ὁποῖα ὑποχρεούμεθα νὰ σεβασθῶμεν. Διότι δὲν εἶναι τὰ ἔθιμα ταῦτα στοιχεῖα ἀστάθμηστα καὶ ὑδαρῆ, εἰς τὰ ὁποῖα ἕκαστος δύναται νὰ προσδώσῃ τὸ ἀρέσκον εἰς αὐτὸν σχῆμα· εἶναι πολιτικὰ ἀξιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν νόμιμον καὶ ἐπιτακτικὴν ἰσχύν. Καὶ ἐρχόμεθα ἤδη, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται νὰ προβαίνῃ εἰς διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐν περιπτώσει διαφωνίας αὐτοῦ μετὰ τῆς πλειοψηφούσης ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῇ Χώρᾳ ὑπευθύνου Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ μὲ ἐκεῖνο ὅπερ ἤδη ἐξητάσαμεν. Δικαιοῦται δηλαδὴ ὁ Βασιλεὺς νὰ ἔχῃ ἰδίαν προσωπικὴν πολιτικὴν καὶ νὰ ἐπιζητῇ τὴν ἐφαρμογήν της διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς; Ἡ ἀπάντησις ἡ διδομένη πανταχόθεν εἶναι μία καὶ ἀρνητική. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας ἔχει ἰδίαν καὶ περίεργον θεωρίαν. Δέχεται ὅτι τὸ Πολίτευμά μας εἶναι βασιλευομένη δημοκρατία, χωρὶς νὰ ἐξηγῇ τί αὐτὸς ἐννοεῖ διὰ τοῦ ὅρου τούτου, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ δέχεται ὅτι ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται ν’ ἀντιτάξῃ τὴν προσωπικήν του πολιτικὴν εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς νομίμου κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐν περιπτώσει διαφωνίας. Πέντε, λέγει, εἶναι αἱ γενικαὶ περιπτώσεις καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ νομίμως διαλύεται: 1) Φυσικὸς τερματισμὸς τοῦ βίου τῆς Βουλῆς. 2) Ἀδυναμία τῆς Βουλῆς ὅπως παρέχῃ Κυβέρνησιν βιώσιμον. 3) Ἀνάγκη ἀναβαπτίσεως τῆς Βουλῆς πρὸς μείζονα κύρωσιν τοῦ ἔργου της. 4) Εἰκαζομένη δυσαρμονία τοῦ Δημοσίου φρονήματος πρὸς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς. 5) Διαφωνία τοῦ Στέμματος πρὸς τὴν ὑποστηριζομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς Κυβέρνησιν. Αἱ πέντε αὗται περιπτώσεις δύνανται νὰ συγκεφαλαιωθοῦν εἰς τρεῖς. Καθόσον ἡ μὲν λῆξις τῆς περιόδου εἶναι γεγονὸς ἀναπόφευκτον, ἡ δὲ δευτέρα περίπτωσις, ἡ ἀδυναμία τῆς Βουλῆς νὰ παρουσιάσῃ Κυβέρνησιν βιώσιμον, εἶναι ἐπίσης ἀνάγκη ἀναπόφευκτος. Ἡ τρίτη περίπτωσις, ἡ τῆς ἀναβαπτίσεως τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ αὐτὴ μετὰ τῆς τετάρτης, διότι ἀμφότεραι βασίζονται ἐπὶ τῆς ἐλλείψεως ἁρμονίας μεταξὺ Βουλῆς καὶ δημοσίας γνώμης, μὲ τὴν διαφορὰν μόνον ὅτι εἰς τὴν τρίτην περίπτωσιν αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ἀμφιβάλλει περὶ τοῦ κύρους της παρὰ τῷ λαῷ καὶ αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνανεώσῃ τὴν ἐντολήν της. Εἰς τρεῖς λοιπὸν κυρίως περιπτώσεις φρονεῖ ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου ὅτι διαλύεται ἡ Βουλή· 1) ἕνεκα ἀδυναμίας τῆς Βουλῆς πρὸς παροχὴν Κυβερνήσεως βιωσίμου· 2) ἕνεκα δυσαρμονίας μεταξὺ πλειοψηφίας Βουλῆς καὶ δημοσίου φρονήματος καὶ 3) ἕνεκα διαφωνίας τοῦ Στέμματος πρὸς τὴν ὑποστηριζομένην ὑπὸ τῆς Βουλῆς Κυβέρνησιν. Αἱ δύο πρῶται κυροῦσιν ἀληθῶς τὸ πολίτευμα ἡμῶν· ἡ τρίτη ἀνατρέπει αὐτὸ ἄρδην. Διότι ἀναγνωρίζει εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα οὐχὶ νὰ παρακολουθῇ ἁπλῶς τὸ λαϊκὸν φρόνημα, ἀλλὰ νὰ ἔρχεται ἀντιμέτωπος πρὸς αὐτὸ προβάλλων τὴν προσωπικήν του πολιτικὴν κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Χώρας. Καὶ ὅτι μὲν εἰς τὴν ξένην ἐπιστήμην καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν πρᾶξιν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τοιαύτην ἐξουσίαν σᾶς τὸ ἀπέδειξα ἤδη: «Αἱ Βελγικαὶ βουλαί, λέγει ὁ Ζιρών, διὰ νὰ ἀναφέρω ἕνα ἀκόμη συγγραφέα, δύνανται νὰ διαλυθοῦν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ὅταν παύσουν νὰ ἀπεικονίζουν τὸ φρόνημα τῆς Χώρας ἢ ὅταν ἡ κατάτμησις τῶν κομμάτων ἐμποδίζῃ τὸν σχηματισμὸν σταθερᾶς πλειοψηφίας ἐν ταῖς Βουλαῖς». Ἀλλ’ ὅτι καὶ ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἡμῶν νομολογίᾳ ἐκυρώθη δι’ ὁμοιομόρφου ἐφαρμογῆς ὁ θεμελιώδης κανὼν ὁ ἀφαιρῶν ἀπὸ τοῦ Στέμματος τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐξ ἰδίας σκέψεως, ἐξ ἰδίων ἐλατηρίων, ἐξ ἰδίας πολιτικῆς κατευθύνσεως τὸ ἀπέδειξεν ἐναργέστατα ὁ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος. Ἔτεινεν ἀναμφιβόλως οὗτος εἰς ἀπόδειξιν ἀντιθέτου ἐκδοχῆς, ἀλλ’ ὑπέπεσεν εἰς τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις καὶ μεθόδους, αἵτινες ποτὲ δὲν ἔπαυσαν δυστυχῶς νὰ ἐπικρατοῦν εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν ὁμοφρόνων του. Τὸ σφάλμα ὅτι ἠθέλησε καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν νὰ ὑποτάξῃ τὰ γεγονότα εἰς σκέψεις αὐθαιρέτους καὶ ὄχι νὰ ἀντλήσῃ συμπεράσματα ἐκ τῶν γεγονότων. Τί ἄλλο ἀποδεικνύουσιν αἱ περιπτώσεις, ἃς παρέταξε ἀπαριθμῶν τὰς ἀπὸ τριακονταετίας καὶ ἐντεῦθεν γινομένας διαλύσεις ἐν Ἑλλάδι, εἰμὴ ὅτι οὐδέποτε ὁ Βασιλεὺς μέχρι τοῦ Φεβρουαρίου 1915 προέβη εἰς διάλυσιν Βουλῆς ἂν δὲν συνέτρεχεν ἡ ἀδυναμία πρὸς παροχὴν βιωσίμου Κυβερνήσεως λόγῳ τῆς κατατμήσεως τῶν κομμάτων ἢ σαφεῖς ἐνδείξεις καθιστῶσαι ἐμφανὲς τὸ ὑφιστάμενον χάσμα μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ κοινῆς γνώμης ἀφ’ ἑτέρου; «Ἂς ἐξετάσωμεν, εἶπεν ὁ κύριος Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, τὰς διαλύσεις τῶν Βουλῶν ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν. Ἡ διάλυσις τοῦ 1885 ἐγένετο δι’ ἀδυναμίαν παροχῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς τῆς δεδηλωμένης, ἣν ὑπεστήριζεν ὁ ἀείμνηστος Χ. Τρικούπης. Ἡ διάλυσις τοῦ 1887 ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτῆς ἀρχῆς, ἐπὶ σκοπῷ ἀναβαπτίσεως τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ λαϊκῇ ἐμπιστοσύνῃ. Ἡ διάλυσις τοῦ 1892 ἐγένετο ἕνεκα ἄρσεως τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος ἀπὸ τῆς πλειονοψηφούσης ἐν τῇ Βουλῇ Κυβερνήσεως. Ἡ διάλυσις τοῦ 1895 ἐγένετο δι’ ὅμοιον λόγον, ἀμφότεραι δ’ ἐνηργήθησαν δι’ ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τοῦ 1902 ἐγένετο δι’ εἰκαζομένην δυσαρμονίαν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τοῦ 1905 ἐγένετο ἕνεκα ἀδυναμίας πρὸς παροχὴν Κυβερνήσεως. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τοῦ 1906 ἐγένετο ἐπὶ σκοπῷ ἀναβαπτίσεως τῆς πλειονοψηφίας. Ἡ διάλυσις τῆς πρώτης ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τοῦ 1910 ἐγένετο ὑπὸ τῆς μειονοψηφούσης Κυβερνήσεως Βενιζέλου δι’ εἰκαζομένην δυσαρμονίαν τοῦ δημοσίου φρονήματος πρὸς τὴν Βουλήν. Ποῖος ἐχρησίμευσεν ὡς λόγος διαλύσεως καθ’ ὅλας τὰς περιπτώσεις ταύτας; Σᾶς τὸ λέγει ὁ ἔντιμος συμπολίτης μου· εἴτε διατάραξις τῆς ἀναγκαίας μεταξὺ Βουλῆς καὶ Χώρας ἁρμονίας, εἴτε κατάτμησις τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων. Εἰς δύο μόνον περιπτώσεις ἀναφέρει ὡς αἰτίαν τὴν διαφωνίαν Στέμματος καὶ πλειονοψηφούσης Κυβερνήσεως, τὴν διάλυσιν τοῦ 1892 καὶ τὴν διάλυσιν τοῦ 1895. Ἀπέφυγεν ὅμως, ὄχι δὲ ἄνευ λόγου, νὰ προσδιορίσῃ τὴν διαφωνίαν ταύτην, ἀπέφυγε νὰ εἴπῃ ἐπὶ τίνων σημείων προέκυψεν ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ Βασιλέως καὶ Κυβερνήσεως. Καὶ ἀπέφυγε διότι δὲν εἶναι τόσον ἀπομεμακρυσμένα τὰ σημεῖα ταῦτα τῆς πολιτικῆς μας ἱστορίας, ὥστε μεταξὺ τῶν πλείστων ἐξ ἡμῶν νὰ μὴ διατηρῆται ζῶσα ἀκόμη ἡ ἀνάμνησις καὶ τῶν γεγονότων καὶ τῶν αἰτίων ἅτινα ἐπροκάλεσαν τὰ γεγονότα. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ὅτι ἐν ἔτει 1892 ἡ οἰκονομικὴ ἐν γένει πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἰδίᾳ δὲ ἡ ραγδαία ὑποτίμησις τοῦ πιστωτικοῦ ἡμῶν νομίσματος, ἐπροκάλεσε δυσφορίαν, καὶ δυσφορίαν ἔντονον, παρὰ τῇ κοινῇ γνώμῃ, ἥτις ἀπέδιδε, δὲν ἐξετάζω ἂν δικαίως ἢ ἀδίκως, εἰς κυβερνητικὴν ἀνεπάρκειαν τὴν αὔξουσαν ὁσημέραι στενοχωρίαν τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας. Διερμηνεὺς ἁπλῶς τοῦ δημοσίου φρονήματος ὑπῆρξεν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος ἀπομακρύνας τότε τὴν Κυβέρνησιν Δεληγιάννη ἐκ τῆς ἀρχῆς καὶ διαλύσας τὴν Βουλὴν οὐχὶ πρὸς ἐπιβολὴν ἰδίας τοῦ Στέμματος οἰκονομικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἀκριβῶς ὅπως τὴν λαϊκὴν θέλησιν καταστήσῃ ἐνεργόν. Οὐδ’ εἶναι διάφορος ἡ περίπτωσις τῆς διαλύσεως τοῦ 1895. Γεγονότα ὑψίστης σημασίας εἶχον κλονίσῃ τελείως τὴν λαϊκὴν ἐμπιστοσύνην πρὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν ὑπὸ τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην. Ἡ προηγηθεῖσα χρεωκοπία τοῦ Κράτους, ἡ ἀποτυχία τῶν οἰκονομικῶν συνδυασμῶν δι’ ὧν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἠδυνήθη νὰ φανῇ κατ’ ἐπίφασιν ἐνήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ ἐπιταθεῖσα οἰκονομικὴ καχεξία εἰς ὅλα τὰ στρώματα τῆς κοινωνίας, οἱ προταθέντες νέοι φόροι, καὶ ἰδίως ὁ τῶν οἰκοδομῶν, ἐξήγειραν ἐναντίον τῆς τότε Κυβερνήσεως τὸν λαόν, ὅστις διὰ συλλαλητηρίων θορυβωδῶν ἀπεδοκίμαζε τὴν Κυβέρνησιν Τρικούπη. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἦτο μέτρον οὐχὶ αὐθαίρετον τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ μέτρον ἐπιβεβλημένον, τεῖνον εἰς τὸ νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν ἀπαραίτητον ὁμαλότητα καὶ ἁρμονίαν σχέσεων μεταξὺ τῆς λαϊκῆς γνώμης καὶ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἰδού, Κύριοι, διατὶ εἶπον ὅτι, ὅπως εἰς τὰ ξένα φιλελεύθερα πολιτεύματα, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ καὶ ἐν τῇ πράξει τὸ δικαίωμα καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Στέμματος πρὸς διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἀσκεῖται εἰς δύο μόνον περιπτώσεις: Τὴν κατάτμησιν τῶν κομμάτων εἰς τὴν Βουλήν, ἀδυνατοῦσαν νὰ δώσῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν, καί, δεύτερον, εἰς τὴν εἰκαζομένην ἔλλειψιν ἁρμονίας μεταξὺ πλειοψηφίας καὶ Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς καὶ λαϊκῆς γνώμης ἀφ’ ἑτέρου. Τὴν δυσαρμονίαν ταύτην δὲν δημιουργεῖ ἀλλ’ ἁπλῶς πιστοποιεῖ ὁ ἀνεύθυνος παράγων, πιστοποιεῖ δὲ ταύτην μετ’ ἀπολύτου εἰλικρινείας. Ἂν μεταχειρίζεται ὡς πρόσχημα ὁ Βασιλεὺς ἀνύπαρκτον διαφωνίαν Βουλῆς καὶ Χώρας ἐν ἐπιγνώσει διατελῶν ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ἔχει ὄπισθεν αὐτῆς ἀκεραίαν τὴν δημοσίαν γνώμην, ἡ κακόπιστος χρῆσις τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ καθαρὰ παραβίασις καὶ ἀναίρεσις τοῦ πολιτεύματος. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη, Κύριοι, εἰς σύντομον ἔρευναν τῶν περιστάσεων ὑφ’ ἃς ἐνηργήθησαν αἱ δύο διαλύσεις κατὰ Φεβρουάριον καὶ Ὀκτώβριον τοῦ 1915. Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1915 εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων. Κυβέρνησις ἀπολαύουσα τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς. Κυβέρνησις περὶ τῆς ὁποίας οὐδεὶς ἀμφέβαλλε, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐδικαιοῦτο νὰ ἀμφιβάλλῃ ὁ ἀνεύθυνος παράγων, ὅτι οὐ μόνον εἶχεν ὄπισθέν της τὴν πλειονότητα τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἶχεν ἐφελκύσῃ, καὶ δικαίως, τὸν ἀμέριστον ἐνθουσιασμόν του, καὶ τὸν ἀμετάπτωτον αὐτοῦ θαυμασμόν. Τὸν λόγον τῶν λαϊκῶν τούτων αἰσθημάτων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων ἔδωκεν αὐτὸς οὗτος ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας. Ἦτο ἡ Κυβέρνησις, εἶπεν, ἡ ὁποία ἐπετέλεσε τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν ἀναγέννησιν τῆς χώρας, ἦτο ἡ Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς εἶχε δοκιμάσει εἰς ὁμαλὰς καὶ κρισίμους περιστάσεις, ἦτο ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐμπειρίαν καὶ δεξιότητα τῆς ὁποίας, καὶ διὰ νὰ εἴπωμεν τὰ πράγματα ἀκριβέστερον, εἰς τὴν ἐμπειρίαν καὶ δεξιότητα τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ὁποίας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχεν ἀπόλυτον πεποίθησιν. Συνῃσθάνετο ἐπὶ πλέον ἡ Χώρα ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη δὲν ἦτο ἐποχὴ πειραματισμῶν ἦτο ἐποχὴ καθ’ ἣν τὸ Κράτος εἶχεν ἀνάγκην σταθερᾶς χειρός, πείρας καὶ ὀξύτητος κυβερνητικῆς δεδοκιμασμένης. Ἐγνώριζεν ἄριστα, οὔτε εἶχε τὸν ἐλάχιστον δισταγμὸν τὸ Στέμμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ὄπισθεν αὐτῆς τὴν μεγίστην πλειονότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Καὶ ἐν τούτοις, παρὰ τὴν γνώμην τοῦ λαοῦ καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης αὐτοῦ, προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν προέβη δὲ εἰς τὴν διάλυσιν ταύτην ἐν γνώσει μόνον ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὑπεστήριζε τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθει ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ προέβη εἰς αὐτὴν κατὰ τρόπον ἰταμόν, ἰταμώτερον δύναμαι νὰ εἴπω καὶ τῆς δευτέρας διαλύσεως τῆς ἐνεργηθείσης κατ’ Ὀκτώβριον τοῦ 1915, διαλύσεως ἐξ ἧς διεπιστώθη ὅτι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἀνῆκε πλέον εἰς τὴν ἱστορίαν. Ἦτο δὲ ἰταμωτέρα ἡ πρώτη διάλυσις, διότι κατ’ αὐτὴν ὁ Βασιλεὺς ἀντετάχθη οὐ μόνον πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, οὐ μόνον πρὸς τὴν γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τοῦ ὑποστηρίζοντος τὴν Κυβέρνησιν τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ ἐτάχθη ἀντιμέτωπος, αὐτὸς μόνος, ἐναντίον τῆς παμψηφίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶχε συγκαλέσῃ τὴν 19 Φεβρουαρίου συμβούλιον τοῦ Στέμματος ἐν τοῖς Ἀνακτόροις, εἰς τὸ ὁποῖον παρέστησαν οὐ μόνον ὁ ἡγέτης τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν μειοψηφούντων κομμάτων. Πάντες οὗτοι ἐνέκριναν ὁμοφώνως τὴν πολιτικήν, ἣν εἰσηγήθη ὁ τότε πρωθυπουργός, οὐ μόνον δὲ τὴν ἐνέκριναν, ἀλλὰ καί τινες ἐπλειοδότησαν εἰς αὐτήν. Ἡ ὑπεύθυνος λοιπὸν Κυβέρνησις τῆς Χώρας, οἱ ἡγέται τῶν ἄλλων πολιτικῶν μερίδων, ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία τῆς Βουλῆς, ἡ πλειοψηφία καὶ ἡ μειοψηφία τῆς Χώρας, ὁλόκληρος καὶ ὁμόφωνος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μίαν ἠσπάζοντο ἐθνικὴν πολιτικήν, μίαν ἤθελον ἐθνικὴν κατεύθυνσιν. Εἷς καὶ μόνος δὲν ἐνέκρινεν, εἷς καὶ μόνος διεφώνει, ὁ Βασιλεύς. Καὶ ἡ θέλησις αὐτοῦ ἡ αὐθαίρετος κατίσχυσεν ἀπέναντι τῆς ἡνωμένης θελήσεως τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἐθνικὴ πολιτικὴ ἐγκατελείφθη, ἡ δυναστικὴ ἐπεκράτησεν. Εἴπατέ μου ἂν τοῦτο σημαίνει βασιλευομένην δημοκρατίαν, ὡς ἐχαρακτήρισε τὸ πολίτευμά μας καὶ αὐτὸς ὁ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας συνάδελφος, ἢ αὐθάδη ἀπολυταρχισμόν; (Χειροκροτήματα). Ἀλλὰ τοῦτο ὑπῆρξεν ἁπλῶς ἡ ἀπαρχὴ τῆς παραβιάσεως τοῦ πολιτεύματος. Βραδύτερον ὁλόκληρον τὸ πολιτικόν μας οἰκοδόμημα κατέρρευσεν ὑπὸ τὰ ἰσχυρὰ καὶ ἀλλεπάληλα πλήγματα τῆς Αὐλῆς καὶ τῶν περὶ τὴν Αὐλήν. Αἱ ἐκλογαί, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἐπιστοποίησαν ἓν γεγονὸς περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς ἀμφέβαλλε, τὴν ἀκλόνητον τοῦ λαοῦ πίστιν πρὸς τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Τὸ ἀποτέλεσμα αὐτῶν ἐφανέρωσε τὴν πλήρη τοῦ λαοῦ ἐπιδοκιμασίαν ἐφ’ ὅλων τῶν σημείων τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων πολιτικῆς. Ἀλλὰ καὶ μετὰ τοῦτο καὶ ἀφοῦ ὁ λαὸς τόσον πανηγυρικῶς ἐξεδήλωσε καὶ διὰ τῆς ψήφου του τὸ πολιτικόν του φρόνημα, μὴ νομίσετε ὅτι ἡ διαχείρισις τῶν κοινῶν ἐπανῆλθεν εἰς τὰς μόνας ἁρμοδίους χεῖρας, ὅτι τὰ ἡνία τοῦ Κράτους ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις ἣν ὑπέδειξεν ἡ πλειοψηφία τοῦ Ἔθνους. Μέχρι τῶν ἀρχῶν Αὐγούστου τὸν τόπον διηύθυνεν ἡ Κυβέρνησις τῶν αὐλικῶν παρασκηνίων. Ἐπὶ ἕν, πεντάμηνον ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τῶν ἀρχῶν Αὐγούστου 1915 ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἀδρανεῖ. Γνωρίζω τὴν δικαιολογίαν· ἡ ἀσθένεια τοῦ Βασιλέως. Ἀλλὰ τὸ πολίτευμα ἡμῶν ἔχει προνοήσει καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην, διότι δὲν ἐφαντάσθη κανεὶς ποτὲ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνασταλοῦν αἱ νόμιμοι λειτουργίαι τοῦ Κράτους, νὰ παραλύσῃ ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας ἐξ ἑνὸς τυχαίου γεγονότος, τῆς ἀσθενείας τοῦ Βασιλέως.
§132Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Παρακαλῶ, ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἤμην ὁ Ὑπουργὸς ὅστις ἔκαμε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν προῆλθεν ἐκ τοῦ ἑξῆς λόγου. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου δὲν εἶχεν οὔτε ἐκλογικὰ εἴδη οὔτε καὶ καταλόγους ἐκτυπώσει τῶν Νέων Χωρῶν. Ἅμα τῷ σχηματισμῷ της ἡ νέα Κυβέρνησις, κατασταθείσης ἀναποφεύκτου τῆς διαλύσεως λόγῳ τῆς διαφωνίας πρὸς τὸ Στέμμα, ἐπελήφθη μετὰ πάσης σπουδῆς πρὸς ἐκτύπωσιν τῶν καταλόγων καὶ παρασκευὴν τῶν ἐκλογικῶν εἰδῶν· ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν ὡρίσθη εἰς τὸ βραχύτερον χρονικὸν διάστημα. Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ καὶ περὶ τούτου ἐπισήμους πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν, διότι, ὡς παριστάνει τὰ πράγματα ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, φαίνομαι παρὰ τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος ἀναβαλὼν τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἐγὼ οὐδέποτε παρεβίασα οὐδὲ θὰ παραβιάσω τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας· ἂν ἡ πλειονοψηφία ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην ἂς ζητήσῃ παρ’ ἐμοῦ εὐθύνας.
§133Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἄσκοποι λόγοι, διότι καὶ ἀληθεῖς ἂν ὑποτεθοῦν δὲν μεταβάλλουν τὴν σημασίαν τῶν γεγονότων.
§134Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Ὤφειλον νὰ σᾶς ἀπευθύνω τὴν διακοπήν, διότι εἶνε μεγάλη ἡ εὐθύνη τὴν ὁποίαν μοὶ ἀποδίδετε ὅτι ἀνέβαλον τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς.
§135Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἂν παρακολουθήσητε προσεκτικώτερον τοὺς λόγους μου θὰ ἐννοήσητε ποῦ ἔγκειται ἡ ἀθέτησις τοῦ Συντάγματος. Αἱ ἐκλογαὶ διενηργήθησαν τὴν 31 Μαΐου, ἡ δὲ Βουλὴ συνεκλήθη τὸν Αὔγουστον ἵνα δώσῃ νόμιμον Κυβέρνησιν. Ἐπὶ δύο καὶ πλέον μῆνας, παρὰ τὸ σαφὲς ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν, τὴν τύχην τοῦ Ἔθνους εἰς περιστάσεις κρισιμωτάτας διηύθυνε κατὰ τὸν μᾶλλον ἀντικοινοβουλευτικὸν τρόπον Κυβέρνησις ἀποδοκιμασθεῖσα ὑπὸ τοῦ λαοῦ, (Χειροκροτήματα παρατεταμένα), Κυβέρνησις, ἀκολουθοῦσα πολιτικὴν ἐπιζήμιον εἰς τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Εἴπατέ μου τώρα: παρεβιάσθη τὸ πολίτευμα, ἢ ὄχι; Εἶχον ἢ ὄχι, δικαίωμα ἀναφαίρετον ὁ λαὸς κατόπιν τοῦ ἐκλογικοῦ ἀποτελέσματος νὰ ἴδῃ ἀναλαμβάνουσαν τὴν ἀρχὴν τὴν Κυβέρνησιν ἣν ὑπέδειξε, Κυβέρνησιν τῆς ἰδίας του ἐκλογῆς; Ἂν δὲ ἡ ἀναίρεσις τοῦ θεμελιώδους τούτου λαϊκοῦ δικαιώματος ἔθεσεν εἰς κίνδυνον σπουδαῖα ἐθνικὰ συμφέροντα, σύμπτωμα θλιβερώτατον τῆς πολιτικῆς μας ἀνατροφῆς εἶνε ὅτι οἱ παραβάται τοῦ πολιτεύματος δὲν ἔσχον καὶ τὸ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσουν ἀποφασιστικῶς τὰς εὐθύνας των καὶ δὲν ἀπηξίωσαν νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἀντιλήψεις ἀναξίας πολιτικῶν ἀνδρῶν ἐλευθέρου Κράτους. Διότι εὐτελὲς εἶνε καὶ ταπεινωτικὸν νὰ κρίνωνται τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, ὁ βίος ἑνὸς λαοῦ, αὐτὸ τὸ μέλλον αὐτοῦ, ὑποδεεστέρας σημασίας ἀπέναντι ἑνὸς προσώπου, εἴτε Βασιλεὺς εἴτε κοινὸς θνητὸς εἶνε οὗτος. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα). Καὶ εἶνε ἔτι θλιβερώτερον σύμπτωμα, ὅταν οἱ πολιτευταὶ ἑνὸς τόπου, γινόμενοι ἐπιλήσμονες τῶν ἠθικῶν των πρὸς τὸν λαὸν ὑποχρεώσεων, ὑπερθεματίζουν εἰς τὰς μᾶλλον δουλόφρονας ἐκδηλώσεις καὶ ὑποδαυλίζουν τὰς τυφλὰς προλήψεις καὶ τὰς ἀδυναμίας τοῦ πλήθους, ἀντὶ νὰ φροντίζουν παντὶ σθένει νὰ ἀποκαταστήσουν τὴν γαλήνην εἰς τὴν σκέψιν τῶν πολιτῶν καὶ τὴν ψυχικὴν ἰσορροπίαν εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἴδητε ποίαν ἀξιοθρήνητον τροπὴν ὑπέστησαν αἱ πάντοτε ἀσταθεῖς πολιτικαὶ δοξασίαι τινῶν ἐκ τῶν πολιτικῶν μας ἀνδρῶν, μόλις ὁ μοναρχισμὸς ἐπέδειξεν ὑλικὴν δύναμιν καὶ ἐπιβολήν, θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί ἔλεγεν εἷς ἐκ τῶν πολιτευτῶν τούτων προκειμένου περὶ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος διὰ τῆς συστάσεως ἀντιβασιλείας κατὰ τὴν ρητὴν τοῦ ἀρ. 53 τοῦ Συντάγματος διάταξιν: «Δὲν εἶχεν ἔτι ἐκδηλωθῆ ἡ πρόθεσις τοῦ κ. Βενιζέλου ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὴν πολιτικήν, ὅτε διετύπωσα τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῆς ἀνιέρου καὶ βλασφήμου σκέψεως περὶ καταρτισμοῦ ἀντιβασιλείας καθ’ ἣν στιγμὴν ἐκ μιᾶς κλωστῆς ἐκρέματο ἡ ζωὴ τοῦ Βασιλέως». Καὶ περαιτέρω: «Ἀλλ’ ἡ φωνή μου τοὺς ἐπανέφερεν εἰς τὴν τάξιν καὶ ὡς κοχλίαι συνεστάλησαν εἰς τὸ κέλυφός των, ἀναγνωρίσαντες τὸ ἀνευλαβές, τὸ ἀνόσιον, ἀπρεπὲς καὶ ἄνανδρον τοῦ κινήματός των». Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, αὐτὴν τὴν συναίσθησιν εἶχον περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν.
§136ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνος ἦτον ὁ χαρακτηρισμός;
§137Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι σκέψεις πολιτικοῦ ἀνδρὸς διατυπωθεῖσαι εἰς συνέντευξιν, μὴ διαψευσθεῖσαν, πρὸς αὐλικὴν ἐφημερίδα.
§138Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Τίνος;
§139Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἡγέτας μιᾶς πολιτικῆς ὁμάδος. Πρὸς τί νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸ ὄνομα; Ὅλοι εὑρίσκοντο εἰς τὴν κατηγορίαν (Χειροκροτήματα). Μετὰ τὸν σχηματισμόν, Κύριοι, καὶ πάλιν τῆς κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως προέκυψε τὸν Ὀκτώβριον 1915 νέα διαφωνία μεταξὺ Στέμματος καὶ Κυβερνήσεως, ἄμεσον ἐπακόλουθον τῆς ὁποίας ὑπῆρξε καὶ πάλιν ἡ διάλυσις τῆς προσφάτως ἐκλεγείσης Βουλῆς. Ἠγέρθη τότε τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον ἐδικαιοῦτο ὁ Βασιλεὺς νὰ προβῇ εἰς νέαν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἀνατρέπων τὸ πόρισμα τῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι μόλις πρὸ μικροῦ ἐνηργήθησαν. Ἡ ἀπάντησις ἡ δοθεῖσα ἐκ μέρους τῶν ῥητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ τὸ πράξῃ, καὶ ἐδικαιοῦτο διὰ δύο λόγους· πρῶτον διότι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαΐου δὲν ἐτέθη σαφῶς ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ζήτημα ἐξόδου ἢ μὴ ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ζήτημα πολέμου ἢ εἰρήνης· δεύτερον δὲ διότι ὁ λαὸς δὲν ἐνέκρινε γενικῶς τὴν πολιτικὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἀπεφάνθη δὲ ἐπὶ τῆς ἀναφυείσης νέας καὶ εἰδικῆς περιπτώσεως περὶ τῆς ἰσχύος τῆς Σερβικῆς συνθήκης, δὲν ἀπεφάνθη δηλαδὴ ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἦτον ὑπόχρεως νὰ προστρέξῃ εἰς βοήθειαν τοῦ Σερβικοῦ Κράτους προσβαλλομένου παρὰ τῆς Βουλγαρίας οὐχὶ ἐν τοπικῷ Βαλκανικῷ πολέμῳ, ἀλλ’ ἐν συνδυασμῷ μετ’ ἄλλων μὴ Βαλκανικῶν μεγάλων χωρῶν. Εἶναι περιττόν, Κύριοι, νὰ κατατρίβωμεν εἰς θεωρίας. Θὰ ἀπευθύνω μόνον μίαν ἐρώτησιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀναμένω καὶ προκαλῶ ἀπάντησιν ἐκ μέρους οἱουδήποτε μέλους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἄν, ὡς φρονεῖ καὶ ὁ προαγορεύσας, ἀξιότιμος συμπολίτης μου, τὸ πολίτευμά μας εἶναι πολίτευμα βασιλευομένης δημοκρατίας, πολίτευμα δηλαδὴ ἑδραιούμενον ἐπὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ποῦ ἐμφανίζεται ἡ λαϊκὴ αὕτη κυριαρχία προκειμένου περὶ τῶν θεμελιωδεστέρων τῆς Χώρας συμφερόντων καθ’ ὅλον τὸ διάστημα ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1915 μέχρι τοὐλάχιστον τῶν μέσων Ἰανουαρίου 1916; Τὸν Φεβρουάριον 1915 ὁ λαὸς ἐν παμψηφίᾳ ἐκδηλώνει τὴν θέλησιν ὅπως ἡ Χώρα ἀκολουθήσῃ τὴν χαραχθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἡγέτου τῶν Φιλελευθέρων ἐθνικὴν πολιτικήν, ἀλλ’ ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν ἐφηρμόσθη, διὰ νὰ ἐρωτηθῇ δῆθεν ὁ λαὸς καὶ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ πρακτέου. Ὅταν τὸν Αὔγουστον συνῆλθεν ἡ Βουλὴ αἱ ἐκλογαὶ εἶχον ἀποδείξει ὅτι ὁ λαὸς ἐνέκρινε τὴν πολιτικὴν τῆς ἐξόδου, ἀλλ’ ἡ εὐκαιρία διὰ τὴν ἔξοδον εἶχε παρέλθῃ, διότι ἡ ἐκστρατεία τῶν Δαρδανελλίων εἶχεν ἀποτύχῃ ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς μὴ ἐγκαίρου συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος. Μὲ ἄλλας λέξεις ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἐτέθη ἐκποδών, τὴν δὲ πολιτικὴν τῆς Χώρας ἐκανόνισε μόνον ἡ θέλησις τοῦ Βασιλέως. Τὸν Σεπτέμβριον ἡ πλειοψηφοῦσα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ πρὸ μικροῦ μόλις ἀναδειχθεῖσα ἐκ τῶν ἐκλογῶν Κυβέρνησις ἀπεφάσισε καὶ πάλιν τὴν ἔξοδον παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Συμμάχων ἐν περιπτώσει Βουλγαρικῆς ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Σερβίας. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁ Βασιλεὺς ἠθέλησε νὰ ἐρωτηθῇ ὁ λαός, διὰ νὰ ἀποφανθῇ σαφῶς ἂν θεωρεῖ τὴν Ἑλληνοσερβικὴν συνθήκην γενικήν, ἢ ἁπλῶς Βαλκανικήν, καὶ ἐπαμένως ἂν εἶναι ὑπόχρεως ἢ μὴ ἡ Ἑλλὰς νὰ βοηθήσῃ τὴν Σερβίαν προσβαλλομένην παρὰ τῆς Βουλγαρίας. Ἡ Βουλὴ διελύθη τὴν 29ην Ὀκτωβρίου, αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν τὴν 6ην Δεκεμβρίου καὶ ἡ νέα Βουλὴ συνεκλήθη τὴν 20ὴν Ἰανουαρίου, ἀλλ’ ἤδη ἀπὸ τῆς 20ῆς 8βρίου δὲν ὑπῆρχε πλέον Σερβία. Μείνασα ἀνυπεράσπιστος ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος εἶχεν ὑποστῆ καθολικὴν ἧτταν, τὸ ἔδαφος αὐτῆς κατελήφθη καὶ τὴν 20ὴν Ὀκτωβρίου οἱ Βούλγαροι εἰσήρχοντο εἰς Μοναστήριον. Ὁ λαὸς ὅμως ὁ Ἑλληνικός, ὁ κυρίαρχος, ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ κανονίσῃ τὴν πορείαν τοῦ Κράτους, ἐψήφιζε τὴν 6ην Δ)βρίου περὶ τοῦ κύρους καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς Ἑλληνοσερβικῆς συνθήκης, ἐψήφιζεν ἂν πρέπει ἢ μὴ νὰ βοηθήσωμεν, ποῖον; τὴν ἀνύπαρκτον Σερβίαν (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήματα παρατεταμένα), ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐρωτώμενος ἀπήντα τὴν 6ην Δεκεμβρίου ἂν ἔχῃ ἰσχὺν ἡ μετὰ τῆς Σερβίας Συμμαχία, διὰ νὰ τὴν ἐφαρμόσωμεν, ἢ δὲν ἔχει, διὰ νὰ μὴ παράσχωμεν τὴν συνδρομήν μας. (Χειροκροτήματα). Ἔχετε καθῆκον, Κύριοι, νὰ εἶσθε εἰλικρινεῖς· ἐὰν ἡ ἰδεολογία σας εἶναι μοναρχική, ἐὰν ἀποστρέφεσθε τὴν λαοκρατίαν καὶ διψᾶτε δεσποτισμόν, εἴπατέ το καθαρά. Δὲν δικαιοῦσθε ὅμως νὰ μυκτηρίζητε τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν (Χειροκροτήματα) καὶ νὰ τὴν παριστᾶτε ὡς φράσιν κενὴν ἄνευ ἐννοίας. Δὲν εἶναι ἡ λαϊκὴ κυριαρχία ἀφῃρημένη τις ἰδέα, εἶναι ἡ δρῶσα δύναμις ἡ κινοῦσα τὸν μηχανισμὸν τοῦ Κράτους. Καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι τοιαύτη ἔχομεν πολίτευμα λαϊκόν. Ὅταν ὅμως καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ὑποχωρῇ πρὸ τῆς μοναρχικῆς ἰσχύος, τὸ πολίτευμα γίνεται μοναρχικόν, καθὼς ἔγινε τὸ ἰδικόν μας, ὑπὸ προφάσεις διαφόρους, προφάσεις παριστώσας τὸν μὲν λαὸν προωρισμένον νὰ ἀπασχολῆται εἰς ἀπράγμονα κοινοβουλευτικὴν θεωρίαν, τὸν δὲ Βασιλέα διέποντα κατὰ βούλησιν τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν τύχην τῆς Χώρας. Ἂν καὶ πόρρωθεν ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἐν τῷ πνεύματι τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν πράγματι ἐνυπῆρχεν ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐρωτᾶται ὁ λαὸς ἐπὶ ἑκάστης εἰδικῆς περιπτώσεως, ἐπὶ πάσης λεπτομερείας εἰς τὰς κρισίμους περιστάσεις, ὅταν ἡ πολιτικὴ κατ’ ἀνάγκην ἀποβαίνῃ σύνθετος καὶ πολύπλοκος, ὁ λαὸς θὰ ἐψήφιζε μόνον, ὁ δὲ Βασιλεὺς θὰ ἐκυβέρνα. Ἀλλ’ οὔτε ἐφ’ ὅλων τῶν ἑκάστοτε ἀναφυομένων λεπτομερειῶν καλεῖται ὁ λαὸς εἰς τὰς κάλπας, οὔτε ἡ ἔξοδος τοῦ Κράτους εἰς πόλεμον δύναται νὰ ἀποτελέσῃ εἰς σωφρονοῦσαν πολιτείαν θέμα ἐκλογικοῦ ἀγῶνος. Παρακολουθῶν τὴν πολιτικὴν κίνησιν τῆς Χώρας ὁ λαὸς καὶ πρὸ ὀφθαλμῶν ἔχων καὶ τὰ πολιτικὰ προγράμματα εἰς τὰς ἁδροτέρας των γραμμὰς καὶ τὴν δρᾶσιν τῶν προσώπων, δίδει διὰ τῆς ψήφου του τὴν γενικὴν κατεύθυνσιν εἰς τὰ δημόσια πράγματα. Ἡ Κυβέρνησις ἡ ἐκ τῆς λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης ἐκπορευομένη εἶναι ἐκείνη ἥτις ἀποφασίζει ἑκάστοτε ἂν εἶναι χρήσιμον ἢ ἀναγκαῖον νὰ ἀποδυθῇ τὸ Κράτος εἰς τὰς περιπετείας ἑνὸς πολέμου. Θὰ ἦτον ἐσχάτη ἀφροσύνη νὰ ἀνασυρθοῦν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ περιέλθουν εἰς πλήρη δημοσιότητα ὅλα τὰ διπλωματικὰ στοιχεῖα, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν κρίνῃ ὁ λαὸς ἂν πρέπει νὰ γίνῃ πόλεμος ἢ μή. Θὰ ἦτο δὲ μεγαλυτέρα ἀκόμη ἀφροσύνη νὰ κατατρίβεται ὁ λαὸς εἰς μελέτην καὶ διονύχισιν τῶν διπλωματικῶν δεδομένων, ἵνα μορφώσῃ γνώμην περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Χώρα θὰ διέτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῇ πρὸ ἐπιδρομῆς τοῦ ἐχθροῦ, ἐχθροῦ δρῶντος καὶ μὴ κατατριβομένου εἰς διπλωματικὴν ἀργολογίαν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, καὶ προκύπτει ἀπὸ ἁπλᾶς μέν, θεμελιώδεις ὅμως καὶ ἀδιασείστους σκέψεις, τὰς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ κλονίσωσιν οἱασδήποτε μακραὶ καὶ πολύωροι ἀγορεύσεις, ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν διεστρεβλώθη, ἡ δὲ Βουλή, ἡ προελθοῦσα ἐκ τῆς δευτέρας διαλύσεως διὰ τῶν ἐκλογῶν τῆς 6ης Δεκεμβρίου 1915, ἦτο κατασκεύασμα ἀπολυταρχικόν, προϊὸν συνταγματικῆς νοθείας, ἀλλ’ οὐχὶ γνησία λαϊκὴ ἀντιπροσωπεία, ἥτις μόνον δύναται νὰ θεωρηθῇ παράγων τῆς κανονικῆς λειτουργίας τῶν ἐξουσιῶν τοῦ Κράτους.
§140ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν διάλυσιν ἠμείφθη μὲ τὰ ὑψηλότερα ἀξιώματα.
§141Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι καὶ ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν πράγματι ἡ δευτέρα διάλυσις τῆς Βουλῆς ἤθελε θεωρηθῆ ὅτι ἐγένετο ἀντισυνταγματικῶς, καθῆκον εἶχε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων νὰ ἐμφανισθῇ κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν δικαίωσιν τῆς τοιαύτης γνώμης ἐκ μέρους τῶν ἐκλογέων — Νομίζω μάλιστα ὅτι ὑπό τινας προϋποθέσεις καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἀπέκρουσε κατὰ βάσιν τὴν γνώμην ταύτην. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ μὴ συμφωνήσω. Ἡ κρίσις, ἡ ὁποία ἐπήγασεν ἐκ τῆς ἀθετήσεως τοῦ πολιτεύματος διὰ τῆς δευτέρας διαλύσεως τῆς Βουλῆς εὐθὺς μετὰ τὴν πρώτην, ἔπαυσε νὰ ἔχῃ χαρακτῆρα κοινοβουλευτικόν· ἀπέβη κρίσις καθαρῶς πολιτειακή. Ἦτο ρῆξις μεταξὺ τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος καὶ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Μία ὑπῆρχε διέξοδος εἰς τοιαύτην κρίσιν· οὐχὶ ὁ ἐκλογικὸς ἀγών, ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις· ἓν μέσον λύσεως, οὐχὶ ἡ πειθώ, ἀλλ’ ἡ δύναμις. Ἐὰν δὲν ἐξερράγη ἐπανάστασις, ἐὰν δὲν ἐλύθη ἀμέσως τότε διὰ τῆς δυνάμεως ἡ πολιτειακὴ κρίσις, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτον οὔτε εὐκταῖον, οὔτε εὔκολον. Ἡ ἔνοπλος δύναμις συγκεντροῦται σήμερον εἰς χεῖρας ὀλίγων, καὶ ἐφ’ ὅσον τάσσεται αὕτη ἀντιμέτωπος τοῦ ἀόπλου λαϊκοῦ στοιχείου, οὐδεὶς δύναται νὰ εἶναι βέβαιος ἂν τὸ αἷμα ὅπερ θὰ χυθῇ κατὰ τὴν ἐμφύλιον πάλην, θέλει ζωογονήσει ἢ θέλει καταπνίξει τὰ λαϊκὰ δίκαια. Ἀλλὰ καὶ βεβαία ἐὰν ἦτο ἡ τελικὴ ἔκβασις τῆς ἐσωτερικῆς συγκρούσεως, αἱ ἐξωτερικαὶ συνθῆκαι τῆς Χώρας δὲν ἐπέτρεπον ἀγῶνας ἐσωτερικούς, ἔστω καὶ ἂν δι’ αὐτῶν ἐπρόκειτο νὰ λύσωμεν ζητήματα ζωτικῆς σημασίας. Ὀρθῶς ἑπομένως ἀπεσοβήθη τότε ἡ ἐπανάστασις καὶ ἀνεβλήθη διὰ καιρὸν μᾶλλον εὔθετον. Ὅταν ἐπῆλθεν ἡ εὔθετος αὕτη στιγμή, ἐξερράγη, ἀλλ’ ἐξερράγη κατὰ τρόπον ἐξυπηρετοῦντα καὶ οὐχὶ θίγοντα τὰ ἐθνικὰ ζητήματα. Ἐξερράγη καί, ὡς ἦτο ἑπόμενον, ἐπεκράτησε καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Καθῆκον εἶχεν ἡ ἐπανάστασις, κατισχύσασα, νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸ ἐλεύθερον πολίτευμα καὶ μετ’ αὐτοῦ νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ζωὴν τὴν Βουλὴν τῆς 31 Μαΐου. Εἶναι βεβαίως πρωτοφανὲς εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν νομολογίαν, τοὐλάχιστον τὴν παρ’ ἡμῖν, τὸ μέτρον τῆς ἀναβιώσεως Βουλῆς διαλυθείσης. Ἀλλ’ ἦτο τὸ μόνον ἐνδεδειγμένον, τὸ μόνον ὅπερ καλλίτερον ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὑπὸ τὰς παρούσας ἐξαιρετικὰς περιστάσεις καὶ τὴν Χώραν καὶ τὴν λαϊκὴν ἰδέαν. Ἡ Βουλὴ τῆς 6 Δεκεμβρίου ἦτο προϊὸν τῆς μοναρχικῆς αὐθαιρεσίας. Ἐκλογαὶ νέαι ἦτο προφανῶς ἀδύνατον νὰ ἐνεργηθοῦν. Εὑρίσκετο ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ οἰκειοποιηθῇ προσκαίρως ὅλην τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, ἢ νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν τῆς 31 Μαΐου. Ἐπροτίμησε τὸ δεύτερον, καὶ ὀρθῶς ἔπραξεν. Εἰς ἀνάλογον δίλημμα εὑρέθησαν καὶ ἄλλαι Χῶραι κοινοβουλευτικῶς κυβερνώμεναι, ὡς ἡ Ἀγγλία λ.χ. καὶ ἡ Γαλλία, διότι ἔληξεν ἡ βουλευτικὴ περίοδος καὶ λόγῳ τοῦ πολέμου ἐκλογαὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν. Ἀντὶ νὰ καταλύσουν τὴν Βουλήν, ἐπροτίμησαν καὶ ἐκεῖναι νὰ παρατείνουν τὴν διάρκειαν τῆς περιόδου. Αἱ ἀνωμαλίαι παρ’ ἡμῖν, χάρις εἰς τὸ ἀπολυταρχικὸν καθεστώς, εἶναι πολὺ μεγαλύτεραι, ἡ ἀνάγκη ἑπομένως πολὺ μᾶλλον ἐπιτακτική. Οὐδεὶς ἐν τούτοις δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ἄνευ τῆς καταλύσεως τοῦ πολιτεύματος, ἄνευ τῆς μοναρχικῆς αὐθαιρεσίας, ἡ Βουλὴ τῆς 31ης Μαΐου, τῆς ὁποίας δὲν ἐξέπνευσεν ἀκόμη ἡ περίοδος, θὰ διετηρεῖτο νομίμως μέχρι σήμερον· ζήτημα ἑπομένως ἁπλῶν τύπων εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἀναβιώσεως τῆς παρούσης Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἥτις θὰ διεῖπε τὰς τύχας τοῦ Κράτους, ἂν δὲν εἶχε παρεμβληθῆ ἡ ζοφερὰ τοῦ δεσποτισμοῦ παρένθεσις, αὐτὴ καὶ σήμερον ρυθμίζει τὴν πολιτικήν του, αὐτὴ καὶ σήμερον, διερμηνεύει τὴν λαϊκὴν θέλησιν. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαῖον, νὰ μὴ θιχθῇ ἡ οὐσία, νὰ μὴ θιχθῇ ἡ δημοκρατικὴ βάσις τοῦ πολιτεύματός μας. Ἂν οἱ τύποι δὲν διετηρήθησαν κατὰ τὴν γνωστὴν καὶ συνήθη αὐτῶν μορφήν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι μία ἐπανάστασις δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἀκολουθήσῃ ἐν παντὶ τὴν πεπατημένην ὁδόν. Ἡ ἐπανάστασις καταλύει καὶ τροποποιεῖ τὸ ὑπάρχον δίκαιον καὶ δημιουργεῖ νέον. Μίαν ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ μίαν ὀφείλει νὰ καταβάλλῃ μέριμναν. Νὰ τείνῃ πάντοτε εἰς περιφρούρησιν τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων, εἰς ἐνίσχυσιν τῶν δημοκρατικῶν ἀντιλήψεων. Διὰ τῆς ἀναβιώσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου ὁ κανὼν οὗτος τηρεῖται, διότι ἀναστηλοῦται δι’ αὐτῆς ἡ λαϊκὴ κυριαρχία. Θὰ ἦτο δι’ ἡμᾶς, κύριοι βουλευταί, ὁπωσδήποτε παρήγορον ἂν ἀντιλήψεις εἰλικρινεῖς περὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἦσαν τὰ ἐλατήρια τοῦ στραγγαλισμοῦ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν, τοῦ ὁποίου παρέστημεν θεαταί. Δυστυχῶς οὔτε κἂν τὴν ἀνακούφισιν ταύτην ἔχομεν. Ἂν δι’ ἐπανειλημμένων πραξικοπημάτων κατελύθησαν οἱ ἐλεύθεροι θεσμοί, κατελύθησαν πρὸς ἐξυπηρέτησιν μόνον τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος, κατελύθησαν ἕνεκα τερατώδους προδοσίας, τῆς ὁποίας θῦμα ἔπεσεν ὁ Ἑλληνισμός. Λέγων, Κύριοι, «προδοσίας» ἀναμετρῶ ὅλην τὴν σημασίαν τῆς λέξεως. Ἀναμετρῶ αὐτὴν καὶ τὴν ἐπαναλαμβάνω. Διότι πιστεύω ἀκραδάντως, μὲ τὴν δύναμιν ὅλην τῆς ψυχῆς μου, ὅτι ὅσα συνέβησαν κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ δεσποτισμοῦ, ἀποτελοῦν τὴν μᾶλλον κατάφωρον ἐθνικὴν προδοσίαν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ἡ Ἱστορία μας. Ἔγινε, τὸ γνωρίζω, ἀχαλίνωτος κατάχρησις τῆς μορφῆς ταύτης. Ἐπ’ ἐσχάτων μάλιστα προδοσία καὶ προδότης ἀπετέλεσε τίτλον τιμῆς δι’ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπεδίδετο. Ὅπως πᾶσα ἄλλη ἔννοια, καὶ ἡ ἔννοια τῆς φιλοπατρίας καὶ ἡ ἔννοια τῆς προδοσίας ὑπέστησαν πλήρη διαστροφήν. Εἴδομεν ἀποδιδόμενον τὸν τίτλον τοῦ προδότου ὄχι μόνον εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, οἵτινες καὶ αὐτοὶ οὐδὲν ἄλλο ἐζήτουν εἰμὴ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους καὶ τὴν ἐπιδίωξιν τῶν ἰδεωδῶν τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ ἀπεδίδετο ἀκόμη καὶ εἰς τοὺς στρατιώτας τοὺς μαχομένους εἰς τὴν Ἑλληνικὴν μεθόριον, τοὺς στρατιώτας τοὺς ποτίζοντας μὲ τὸ αἷμά των τὴν Ἑλληνικὴν γῆν καὶ προασπίζοντας αὐτὴν μὲ θυσίαν τῆς ζωῆς των ἐναντίον βαρβάρων καὶ προαιωνίων ἐχθρῶν. (Χειροκροτήματα). Πρέπει σήμερον νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν κυριολεξίαν τῆς λέξεως, πρέπει νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν δεινὴν ταύτην κατηγορίαν ὅλην τὴν βαρύτητα, τὴν ὁποίαν ἔχει, πρέπει νὰ ἀπευθύνωμεν αὐτὴν κατ’ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους ἁρμόζει, εἰς τοὺς ἀληθεῖς ἐνόχους. Δὲν χρειάζεται νὰ ἀναδιφήσωμεν τὴν ἐθνικήν μας ἱστορίαν καὶ νὰ ἐγκύψωμεν εἰς διπλωματικὰ καὶ ἱστορικὰ δεδομένα, ἢ νὰ ἀνατάμωμεν τὰς ποικίλας τῆς Χώρας ἡμῶν σχέσεις, ἵνα ἀνεύρωμεν τοὺς ἐνόχους, ἵνα πιστοποιήσωμεν τὸ ἐθνικὸν ἔγκλημα. Ἁπλαῖ τινες καὶ θεμελιώδεις ἀλήθειαι μᾶς ὁδηγοῦν καὶ μᾶς πείθουν ποῦ ἔτεινεν ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐχάραξεν ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς ἐξ ἀπόψεων καθαρῶς προσωπικῶν, καὶ τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξαν πολιτικοὶ ἄνδρες, ἐκπεσόντες μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ ἀπαρνηθοῦν τὴν ἰδίαν των γνώμην καὶ τὰς πρὸς τὴν Χώραν στοιχειώδεις ὑποχρεώσεις των. Ποῦ ἔτεινεν ἡ προσωπικὴ τοῦ Στέμματος πολιτικὴ τὸ βλέπομεν καθαρά, ἂν ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι οἱ ἐχθροὶ τοῦ Γένους ἡμῶν, ὄχι μόνον ἡ Βουλγαρία ἢ ἡ Τουρκία ἢ ἡ Αὐστρία ἢ ἡ Γερμανία, ἀλλὰ πάντες, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, οἱ ἐχθροὶ τῆς Ἑλλάδος, ὁπουδήποτε τῆς γῆς εὑρισκόμενοι, ἐπευφήμουν δημοσίᾳ καὶ ἐχειροκρότουν τὴν πολιτικὴν τοῦ Βασιλέως, οὐδὲ ἀπέκρυπτον τὴν στοργήν των πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις προσέφερεν εἰς αὐτοὺς διὰ τῆς πολιτικῆς ταύτης τόσον πολυτίμους ὑπηρεσίας. Δύο μόνον Ἔθνη ἡ πολιτικὴ αὕτη βαθύτατα ἐπίκρανεν. Τὰ Ἔθνη, εἰς τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος μας ὀφείλει τὴν ὕπαρξίν του καὶ τὴν πρόοδόν του, πρὸς τὰ ὁποῖα δεσμοὶ ἱεροὶ αἰσθημάτων καὶ συμφερόντων μᾶς συνδέουν, τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν. Αὐτοὺς καὶ μόνον δυσηρέστησεν ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλέως, τοὺς μόνους φίλους τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ὅτι ἐπλήρου χαρᾶς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος ἡ πολιτικὴ τοῦ Βασιλέως καὶ λύπης τοὺς φίλους της, οὐδὲν τούτου φυσικώτερον. Σαφῶς εἶχον διαγραφῆ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς Εὐρωπαϊκῆς συρράξεως αἱ τάσεις καὶ αἱ προθέσεις τῶν δύο ἐμπολέμων ὁμάδων ἐν σχέσει πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, σαφῶς ἑπομένως ἦτο καθωρισμένη καὶ ἡ θέσις αὐτῆς. Ἂν χάρις εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Βασιλέως ἀπεμακρύνθη τῆς θέσεως ταύτης, τοῦτο ἓν καὶ μόνον σημαίνει, ὅτι ἐθυσιάσθησαν τὰ ὕψιστα συμφέροντα ὄχι τουλάχιστον χάριν ὑπερτέρων ἐθνικῶν ἰδεωδῶν, ἀλλ’ ἐκ τυφλῆς προσηλώσεως πρὸς τὸν Γερμανὸν Αὐτοκράτορα, οὐδὲν ἄλλο σημαίνει ἢ ὅτι ἐθυσιάσθη ἡ Ἑλλὰς χάριν τοῦ γοήτρου τῆς αὐτοκρατορικῆς Γερμανικῆς οἰκογενείας. Μία ὑπῆρξεν ἡ σταθερὰ καὶ ἀμετάτρεπτος ἀπόφασις τοῦ Βασιλέως, σφετερισθέντος τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν, τοῦ Βασιλέως ὀργάνου οἰκογενειακῶν καὶ προσωπικῶν ὑποχρεώσεων, νὰ μὴν εὑρεθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ καὶ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἀντιμέτωπος τῆς Γερμανίας καὶ τοῦ Αὐτοκράτορος αὐτῆς. Καὶ εἰς τὴν σταθερὰν ταύτην ἀπόφασιν ἐνέμειναν οἱ ἔκπτωτοι Βασιλεῖς, οὐχὶ μόνον ἀντὶ θυσιῶν ἐθνικῶν, ἀλλὰ καὶ μετ’ αὐταπαρνήσεως καὶ αὐτοθυσίας. Δὲν ἐδίστασαν νὰ παραδώσουν χώρας Ἑλληνικάς, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐδίστασαν νὰ ἀπαρνηθῶσι τὸν Θρόνον αὐτῶν χάριν τοῦ Αὐτοκράτορος. Δὲν ἐδίστασαν νὰ παραδώσουν τὸν ἐθνικὸν Στρατόν, τὰ ὅπλα καὶ τὰ πολεμοφόδια αὐτοῦ εἰς τοὺς ἐχθρούς μας, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐδίσταζαν νὰ προσφέρουν ὁλοκαύτωμα καὶ τὴν ἰδίαν των ὕπαρξιν καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν φιλτάτων αὐτῶν διὰ νὰ μὴν ὑποστῇ καὶ τὴν παραμικρὰν ἀμαύρωσιν ἡ αἴγλη των ἡ οἰκογενειακή, ἡ αἴγλη τῶν Χοεντζόλλερν. Ἄνευ τῆς θεμελιώδους ταύτης ἀποφάσεως δὲν εἶχεν ἢ νὰ στρέψῃ τις μόνον τὸ βλέμμα πέριξ αὐτοῦ ἵνα ἀνεύρῃ ποῦ ὡδήγει ὁ ἐθνικὸς δρόμος, ποῦ εὑρίσκετο ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος. Ἡ πολιτική, Κύριοι, ἡ τηρηθεῖσα κατὰ τὴν μοναρχικὴν περίοδον ἔφερε τὴν Χώραν μας εἰς τὸ χεῖλος τῆς ἀβύσσου, καὶ ὃν ἀπέφυγε τὴν καταστροφὴν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὀφείλει τοῦτο καὶ πάλιν εἰς ἕνα βίαιον συγκλονισμόν, εἰς μίαν νέαν ἐπανάστασιν. Τιμὴ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν αὐτὴν εἰς πέρας, ἀλλ’ ἀνάγκη προσοχῆς καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἔχομεν ἤδη τὴν πεῖραν ὅτι καὶ ἐκεῖ ὅπου διαγράφονται εὐκρινῶς οἱ ἐθνικοὶ κίνδυνοι, καὶ ὅταν δυνάμεθα ἀκόμη νὰ τοὺς ἀποφύγωμεν, δὲν εἶναί τι ἁπλοῦν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν σωτηρίαν. Ἐπὶ μίαν διετίαν καὶ πλέον ἡ θέλησις ἑνὸς καὶ μόνου ἀνθρώπου ὡδήγει τὴν Ἑλλάδα ἑκοῦσαν ἄκουσαν πρὸς τὴν καταστροφήν της, καὶ τὴν ὡδήγει ἐν ἐπιγνώσει τῆς καταστροφῆς. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω ὅτι δὲν ἠγνόει ὁ ἔκπτωτος Βασιλεύς, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἀγνοῇ, ὅτι ἐὰν οἱ πόθοι του ἐξεπληροῦντο, ἐὰν ἡ πολιτική του ἐπραγματοποιεῖτο μέχρι κεραίας, ἡ Ἑλλὰς ἤθελεν ὑποστῆ ζημίας ἠθικὰς καὶ ὑλικὰς καὶ ἐδαφικοὺς ἀκρωτηριασμούς, οἵτινες θὰ ἐβράχυνον τὸν βίον της. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγνοῇ, καὶ τὸ ὡμολόγει, ὅτι ἐὰν αἱ προβλέψεις του περὶ Γερμανικῆς νίκης ἤθελον ἐκπληρωθῆ, τοῦτο δὲν θὰ ἐσήμαινε ἄλλο τι διὰ τὴν Ἑλλάδα εἰμὴ ἄμεσον ἀπώλειαν τῶν Νήσων, ἐπανερχομένων ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν κυριαρχίαν, δὲν θὰ ἐσήμαινεν ἄλλο τι εἰμὴ ἐξόντωσιν τοῦ Μικρασιατικοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὅπως μείνῃ τὸ στάδιον ἐλεύθερον εἰς τὴν Γερμανικὴν ἐμπορικὴν ἐξάπλωσιν, τοῦτο δὲν θὰ ἐσήμαινεν ἄλλο τι εἰμὴ ὁριστικὴν ἀπώλειαν τῆς Μακεδονίας, ἥτις θὰ περιήρχετο εἴτε εἰς τὴν Αὐστρίαν, εἴτε εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ἀλλ’ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ Χώρα Ἑλληνική. Δὲν ἠγνόει ταῦτα ὁ ἔκπτωτος Βασιλεύς, οὔτε κἂν τὰ ἀπέκρυπτεν ἐν ταῖς ἰδιαιτέραις του συνομιλίαις, ἀλλ’ εἶχε μίαν ἐλπίδα, ὅτι ἡ Μακεδονία ἤθελε περιέλθει ὑπὸ κυριαρχίαν Γερμανο–Αὐστριακήν, ὅτι οἱ Αὐστριακοὶ καὶ Γερμανοὶ ἤθελον κατέλθει διὰ νὰ καταλάβωσιν αὐτὴν καὶ μᾶς χωρίσωσι, τὴν Βουλγαρίαν ἐκεῖθεν καὶ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα ἐντεῦθεν, μεταβαλλομένην εἰς Γερμανικὸν Προτεκτορᾶτον. Ἡ ἐξέλιξις ὅμως τοῦ πολέμου διέψευσε καὶ τὴν ἐλπίδα του ταύτην. Ἡ ἀδυναμία τῆς Γερμανίας καὶ τῆς Αὐστρίας ὅπως διαθέσωσιν οἱανδήποτε στρατιωτικὴν δύναμιν, ἔστω καὶ μικράν, ἀνήγαγε τὴν Βουλγαρίαν εἰς τὸν μόνον πολεμικὸν παράγοντα τῶν Κεντρικῶν Δυνάμεων εἰς τὰ Βαλκάνια καὶ ἐπεκλήρωσεν ἐν περιπτώσει κατισχύσεως Γερμανικῆς τὴν Μακεδονίαν, πρὸς τὸ παρὸν τοὐλάχιστον, εἰς τὸ Βουλγαρικὸν Κράτος. Ἀλλ’ ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς οὔτε κἂν ἐκ τῆς τροπῆς ταύτης μετέβαλε σκέψεις καὶ ἀποφάσεις. Ἦτο αἰχμάλωτος παρασυρόμενος καὶ συμπαρασύρων καὶ τὴν Ἑλλάδα δεσμίαν ὄπισθεν τοῦ ἅρματος τῶν Χοεντζόλλερν. (Χειροκροτήματα). Ὁ φοβερὸς κίνδυνος, Κύριοι, παρῆλθεν εὐτυχῶς. Ἠμποροῦμεν νὰ εἴμεθα πλέον αἰσιόδοξοι. Ἀλλ’ ἔχομεν πρωτίστως τὸ καθῆκον νὰ ἀναζητήσωμεν τὰς ἐγγυήσεις, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴμεθα ἥσυχοι ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ διέτρεχε παρομοίους κινδύνους εἰς τὸ μέλλον. Οἱ κίνδυνοι τοὺς ὁποίους διέτρεξεν ἡ Πατρὶς ἡμῶν δὲν προῆλθον μόνον ἐκ τοῦ προσώπου τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, προῆλθον ἐπίσης καὶ ἐκ τοῦ θεσμοῦ τῆς Βασιλείας. Ἂς μὴ πλανώμεθα, Κύριοι· ὅπου ὑφίστανται Βασιλεῖς, τὰ λαϊκὰ δίκαια κινδυνεύουν. Οὐδεὶς λαός, ὅσον καὶ ἂν εἶναι προηγμένος πολιτικῶς, διατηρῶν τὸν θεσμὸν τῆς Βασιλείας, δύναται νὰ εἶναι βέβαιος περὶ τῶν ἐλευθεριῶν του, δύναται νὰ εἶναι βέβαιος περὶ τῶν ἐθνικῶν του συμφερόντων. Εἶναι φυσικὴ καὶ εὐεξήγητος ἡ ῥοπὴ τῶν Βασιλέων νὰ συγκεντρώνουν εἰς χεῖράς των ὅσον τὸ δυνατὸν μεγαλυτέραν ἐξουσίαν. Μωροί, λέγει ὁ Θιέρσος, ὅσοι ἐκπλήσσονται διὰ τὴν ῥοπὴν ταύτην τῶν Βασιλέων καὶ ἀσθενεῖς ὅσοι ὑποτάσσονται εἰς αὐτήν. (Χειροκροτήματα). Οὔτε αἱ σκέψεις τῶν Ἡγεμόνων περὶ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων εἶναι ποτὲ ἀπηλλαγμέναι μιᾶς δυναστικῆς ὑστεροβουλίας. Ἂν οἱ Βασιλεῖς ἐνδιαφέρωνται περὶ τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων, ἐνδιαφέρονται ὅμως πρωτίστως διὰ τὴν ἑδραίωσιν τοῦ μοναρχικοῦ δόγματος εἰς τὸν κόσμον. Ὅταν, Κύριοι, παύσῃ ἡ κλαγγὴ τῶν ὅπλων, ἴσως οἱ Βασιλεῖς δὲν θὰ εἶναι ἄλλο τι εἰμή, καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, Πρόεδροι Δημοκρατιῶν. Ἐγὼ εὔχομαι, χάριν τῆς κοινῆς εὐημερίας, νὰ μείνουν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτεροι. (Χειροκροτήματα). Δὲν ἀγνοῶ ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ πολιτεύματος τῆς Χώρας. Οἱ διαμορφώσαντες τὸ νέον καθεστὼς ἐξήρτησαν τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν διάρκειαν αὐτοῦ ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῆς μελλούσης Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ συνέλθῃ. Ἐν τῇ ἀναμονῇ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσις ἡμῶν εἶναι νὰ παρασκευάσωμεν τὴν δημοσίαν γνώμην, νὰ δημιουργήσωμεν καὶ ἐνισχύσωμεν παρ’ αὐτῇ τὰς δημοκρατικὰς τάσεις. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς πράττω ἐκθέτων τὰς καθαρῶς προσωπικάς μου ἀντιλήψεις.
§142Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἀλλ’ ὁμιλεῖτε ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος.
§143Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐναντίον τοῦ καθεστῶτος, ὅπως σεῖς ἀντιλαμβάνεσθε τὸ καθεστώς, θὰ ὁμιλῶ πάντοτε. Ὑποδείξεις λοιπὸν καὶ σκέψεις διατυπώνομεν, ὅπως τὸ δημόσιον φρόνημα παρουσιασθῇ ὥριμον ὅταν κληθῇ ὁ λαὸς νὰ θέσῃ τὰς βάσεις τὰς ὁριστικὰς τοῦ πολιτεύματος τῆς Χώρας. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπολαμβάνουν τὴν δημοκρατικὴν τάσιν, τὴν ἀνθρωπίνην ἐλευθερίαν, ὡς ἔγκλημα ἀσυγχώρητον, οἱ ὁποῖοι τρέφουν ἀπόλυτον σεβασμὸν πρὸς πᾶν ὅ,τι ἀποτελεῖ τὸ καθεστώς. Ἀλλὰ τὰ πολιτεύματα δὲν μένουν στάσιμα, ὅπως δὲν μένει τίποτε εἰς τὸν κόσμον στάσιμον. Δὲν ἀποκρυσταλλοῦνται εἰς ὡρισμένην ἀναλλοίωτον μορφήν. Καθῆκον ἔχουν καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ οἱ λαοί, ὅπως καὶ εἰς ὅλους τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς ἀνθρωπίνης σκέψεως καὶ ἐνεργείας, νὰ διαπλάσουν σκοποὺς ὑπερτέρους, πρὸς τοὺς ὁποίους νὰ ἀποβλέπουν, ἰδεώδη πρὸς τὰ ὁποῖα νὰ ἀτενίζουν. Δημοκρατικὰ εἶναι σήμερον τὰ ἰδεώδη τῆς ἀνθρωπότητος, καὶ πρὸς τὴν δημοκρατικὴν ἐλευθερίαν τείνει ἡ συνείδησις καὶ τῶν μᾶλλον ἀμορφώτων λαῶν. Πρὸς τὰ ἰδεώδη ταῦτα ζητοῦμεν νὰ στρέψωμεν τὴν ἐθνικὴν ψυχήν. Ἂν σήμερον εἶναι ἀπαραίτητος ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ πολιτεύματος, ἂν δὲν ἐπέστη ἡ στιγμὴ ὅπως τὴν δημοκρατουμένην ἡμῶν Χώραν ἀναδείξωμεν εἰς καθαρὰν Δημοκρατίαν, θὰ ὑποστῶμεν βεβαίως τὸ πολίτευμα τοῦτο προσκαίρως ὡς ἀνάγκην δυσάρεστον. Ἀλλὰ δικαιούμεθα νὰ ὠθήσωμεν τὴν δημοσίαν γνώμην ὅπως μὴ ἐγκαρτερῇ ἐπ’ ἄπειρον εἰς πολιτειακὸν καθεστὼς τοῦ ὁποίου τόσον πικρὰν καὶ πρόσφατον ἔχει πεῖραν. Δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι θὰ ἀπετέλει ἀληθῆ ἀνανδρίαν, ἂν ἐκ τῆς ἁγνῆς συνειδήσεως τοῦ Ἔθνους δὲν ἠγείρετο φωνὴ διαμαρτυρίας ἐναντίον θεσμοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου τόσους κινδύνους διέτρεξεν ἡ Ἑλλάς. Ὅταν, Κύριοι, τὸ κυρίαρχον Σῶμα κληθῇ, θὰ τεθοῦν ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ ὅλαι αἱ περιπτώσεις, θὰ ἀναπτυχθοῦν ἐν πλάτει αἱ σκέψεις, ἐξ ὧν θέλει προκύψει ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς ὁριστικῆς τοῦ πολιτεύματος μορφῆς. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως ἔχομεν καθῆκον νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν ὅπως ῥιζωθῇ καὶ ἀναπτυχθῇ παρ’ ἡμῖν ἡ μοναρχικὴ πρόληψις, νὰ παρασκευάσωμεν τὴν δημοσίαν γνώμην διὰ νὰ εἶναι ἕτοιμος νὰ προσαρμόσῃ τὸ πολίτευμα πρὸς τὰ ἀληθῆ συμφέροντα καὶ τὰ ἀληθῆ ἰδεώδη τῆς Χώρας, κατὰ τρόπον ῥιζικῶς ἀποκλείοντα τὴν ὀπισθοδρόμησιν πρὸς τὸν μοναρχισμὸν καὶ τὴν τυραννίαν. Εἶναι δὲ δυστυχῶς ὁ κίνδυνος τῆς ὀπισθοδρομήσεως ταύτης μεγαλύτερος καὶ σοβαρώτερος παρ’ ἡμῖν ἢ εἰς πᾶσαν ἄλλην κοινωνίαν. Διότι ἡ πολιτικὴ ἀτμόσφαιρα ἡμῶν εἶναι νοσηρά, διότι εἴδομεν μετὰ πόσης προθυμίας οἱ πολιτικοί μας ἄνδρες ἀπαρνοῦνται τὰς ὑποχρεώσεις των πρὸς τὸν λαὸν διὰ νὰ ἐνισχύσωσι τὰς μᾶλλον αὐταρχικὰς τάσεις, διότι εἴδομεν αὐτοὺς ἀπαρνουμένους τὴν πολιτικήν των φιλοτιμίαν καὶ λιποτακτοῦντας ἐκ τῆς θέσεως αὐτῶν ὡς φρουρῶν τῶν λαϊκῶν δικαίων, διὰ νὰ μεταβληθοῦν εἰς ὄργανα τῶν αὐλικῶν προθαλάμων. Ὅταν τοιαῦτα παραδείγματα ἔχωμεν ἀπὸ τὴν πρόσφατον ἱστορίαν, δικαιούμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δεχόμεθα τὸν βασιλικὸν θεσμὸν ὡς προσωρινὸν καθεστώς, καὶ νὰ ἐντείνωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν καὶ τὰς προσπαθείας πρὸς τὴν πλήρη ἐπικράτησιν τοῦ κυριαρχοῦντος δημοκρατικοῦ πνεύματος. (Παρατεταμένα καὶ ἐνθουσιώδη χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§145Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἴσως, κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος μετὰ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, ὅστις ἐφρόντισεν εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου του νὰ θέσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ὅστις ἐφρόντισε νὰ ἐξηγήσῃ ὅτι ὁμιλεῖ ἁπλῶς περὶ τῶν τάσεων τὰς ὁποίας δικαίωμα αὐτοῦ καὶ παντὸς πολίτου εἶναι νὰ δημιουργῇ. Ἀλλὰ ἡ θέσις αὐτοῦ καὶ ὡς εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας πρὸς ἀπάντησιν εἰς τὸν Β. Λόγον καὶ ὡς ἐπιφανεστάτου μέλους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ νὰ προσεπικυρώσω ὅ,τι εἶπε, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω νὰ ὑποτεθῇ ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὁπωσδήποτε ἀντιπροσωπεύοντα τὴν ἐπίσημον γνώμην τοῦ Κόμματος. Οὐδέποτε ἀπέκρυψα, Κύριοι, καὶ εἰς ὁμιλίας μου μετὰ τοῦ πρώην Βασιλέως μοὶ ἐδόθη εὐκαιρία νὰ τῷ ἀνακοινώσω οὐχὶ ἅπαξ, ὅτι οἱ λαοὶ φέρονται πρὸς τὴν πλήρη Δημοκρατίαν, ὅτι οἱ λαοὶ φέρονται πρὸς κατάργησιν τῶν μοναρχικῶν θεσμῶν, εἶπον δὲ εἰς τὸν ἀπελθόντα Βασιλέα, ὅτι ἀπὸ τοὺς Βασιλεῖς ἐξαρτᾶται νὰ καταστήσωσι τὸν χρόνον τῆς διαρκείας αὐτῶν μακρότερον ἢ βραχύτερον, ἀπ’ αὐτοὺς καὶ μόνους. Δυστυχῶς ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ πολιτεία τοῦ ἀπελθόντος Βασιλέως ὑπῆρξε τοιαύτη ὥστε νὰ δώσῃ καίριον πλῆγμα κατὰ τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ, κατὰ τῆς βασιλικῆς Ἀρχῆς, πλῆγμα μεγαλύτερον καὶ σοβαρώτερον τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν παρ’ οὐδενὸς ἄλλου νὰ καταφερθῇ. Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη πρὸ ἐννέα μηνῶν δὲν ἤθελον οὐδὲ νὰ συζητήσωσι σοβαρῶς τὴν ἰδέαν τοῦ ἐνδεχομένου τῆς ἐγκαθιδρύσεως παρ’ ἡμῖν δημοκρατικοῦ καὶ κατὰ τύπους πολιτεύματος, ἄνθρωποι τοιοῦτοι, γνωρίζομεν ὅτι ἔφθασαν ὄχι σήμερον, ἀλλ’ ἀπὸ μηνῶν τινῶν ἤδη εἰς τὸ σημεῖον νὰ δέχωνται καὶ νὰ συζητῶσι τὸ πρᾶγμα λέγοντες ὅτι πρόωρον εἶναι ἀκόμη, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε μὴ ἀποκρούοντες αὐτὸ μετὰ τῆς ὁρμῆς, μεθ’ ἧς τὸ ἀπέκρουον ἀπὸ ἐννέα μηνῶν. Εἶναι καὶ τοῦτο ἓν τῶν κατορθωμάτων τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως. Ἀλλά, μεθ’ ὅλα ταῦτα, μεθ’ ὅλον τὸν συγκλονισμὸν τῆς βασιλικῆς Ἀρχῆς, τὸν ὁποῖον ἐπέφερεν ἡ βασιλεία τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐν τούτῳ διερμηνεύει καὶ τὸ φρόνημα τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι καθῆκον ἡμῶν εἶναι νὰ δοκιμάσωμεν καὶ περαιτέρω τὴν λειτουργίαν τοῦ βασιλικοῦ θεσμοῦ ἐν Ἑλλάδι (Χειροκροτήματα). Εἶναι βεβαίως ἡ τελευταία ἀπόπειρα, τὴν ὁποίαν κάμνομεν, ἀλλ’ εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἡ πλειονοψηφία τῶν ἀντιπροσώπων, τοὺς ὁποίους θὰ ἀποστείλῃ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, θὰ θελήσωσιν εἰλικρινῶς νὰ προσπαθήσωσιν ὅπως καταστήσωσι δυνατούς, ἀλλὰ καὶ ἀσφαλεῖς, τοὺς ὅρους τῆς περαιτέρω λειτουργίας παρ’ ἡμῖν τοῦ πολιτεύματος τῆς βασιλευομένης δημοκρατίας. Ταύτας τὰς δηλώσεις ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ κάμω. (Χειροκροτήματα).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον.
§147Γ. ΠΩΠ. Κύριοι συνάδελφοι, τὸ τμῆμα τῆς ἀρξαμένης συζητήσεως διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ διὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, καθαρισθέν, μὲ ἀναγκάζει νὰ εἶμαι βραχύτατος εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλω νὰ εἴπω, διότι τὰ διατυπωθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἀποτελοῦσι βάσιν τῶν πολιτικῶν μου ἰδεῶν, ἀποτελοῦσιν ὑπαγόρευσιν τῆς ψυχῆς μου τείνουσαν ἔκπαλαι, νῦν δὲ εἴπερ ποτὲ πρὸς θεσμοὺς φιλελευθέρους. (Χειροκροτήματα). Ἔχω νὰ ἀντείπω πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, εἰς ὅσα διετύπωσεν ἐνώπιον ἡμῶν, μόνον τοῦτο· ὅτι καὶ οὗτος πιεζόμενος ὑπὸ περιβάλλοντος ἀκόμη ἀορίστου, κατορθώνει ἵνα διὰ προσχημάτων συγκαλύπτει τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν πάντες βλέπομεν. Τὰ προσχήματα δὲ ταῦτα εἶναι ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἐπιδιώκει φιλελευθέρους θεσμούς, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῆς εἰσηγήσεώς του εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἐπιτρέπει ἀνατροπὴν καὶ αὐτῶν τῶν ἐλευθεριῶν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ποικίλαι συνταγματικαὶ καὶ κοινοβουλευτικαὶ θεωρίαι, εἰς σημεῖον ὥστε νὰ μὴ γνωρίζῃ τις ἐὰν ἀληθῶς περὶ πολιτικοῦ Σώματος πρόκειται καὶ δὴ πολιτικοῦ Σώματος συγκροτηθέντος ὑπὸ δικικίας ἐπαναστάσεως ἢ ἂν πρόκειται περὶ διαλέξεως κοινωνικῆς ἢ ἐπιστημονικῆς Ἑταιρείας, εἰς ἣν προσέρχονται, ἐπιστρατευόμεναι, καὶ γνῶμαι συμμάχων, εὐτυχῶς, Κρατῶν καὶ ποικίλων συγγραφέων. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἐγεννήθη ἐν ἐμοὶ πρὸς στιγμὴν ἡ ἐντύπωσις ὅτι σεῖς οἱ τόσον ζηλοτύπως ἔχοντες πρὸς τὸ ἔργον τὸ ἐπαναστατικόν, οἱ ἔχοντες εὔθικτον τὴν ψυχήν, μὴ τολμηρός τις θελήσῃ νὰ μειώσῃ τὴν ἀλήθειαν, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψε τὸ ἔργον ὑμῶν, μὴ τυχὸν εὑρίσκεσθε εἰς θέσιν κατηγορουμένων ποθούντων ν’ ἀπολογηθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τῆς ἰδίας συνειδήσεώς των, ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, τῆς ὁποίας λέγετε ὅτι ἐκπροσωπεῖτε τὴν δύναμιν. Παρέχετε τὴν ἐντύπωσιν ἀπολογουμένων δι’ ὅσα ἐπράξατε καὶ δὲν ἰσχυρίζεσθε ὅτι τὰ ὑφ’ ὑμῶν πραχθέντα χαράττουσι τὴν ὁδὸν διὰ τῆς ὁποίας ἐννοεῖτε νὰ κινηθῇ ἡ Χώρα πρὸς νέαν ἐπὶ τὰ πρόσω κίνησιν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀρχίσω ἐκθέτων τὴν γνώμην μου ἀπὸ τοῦ καθαρῶς πολιτικοῦ ζητήματος ἢ ἂν δὲν πρέπῃ νὰ προτάξω τὸ κατ’ ἐμὲ προέχον ζήτημα. Ποῖον δὲ εἶναι τὸ προέχον ζήτημα; Ἐν τῇ ἀπαντήσει εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἐνυπάρχει καὶ ἀπὸ μέρους τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἀπὸ μέρους τῆς μειονοψηφίας, ἥτις ἀποτελεῖται ἐξ ἐκείνων, οἵτινες, διαχειρισθέντες τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος, ἐπέχουν καὶ τὴν εὐθύνην τῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων μέχρι τῆς σήμερον, ὅσον εἰς αὐτοὺς βαρύνει μέρος....
§148Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἴμεθα πρόθυμοι νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν ἐν καιρῷ· ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ μὴ προκαλεῖτε συζητήσεις ἐν μὴ εὐθέτῳ ὥρᾳ. Ὅταν θὰ ἐπέλθῃ εὔθετος ὥρα καὶ ζητήσετε εὐθύνας, μὴ ἔχετε οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ τὰς δώσωμεν. Νὰ χωρίσετε ὅμως, παρακαλῶ, τὸ δημοσιογραφικὸν τοῦ πολιτικοῦ σας σταδίου.
§149Γ. ΠΩΠ. Οὐδέποτε ἐχώρισα τὰς πολιτικάς μου γνώμας τῶν δημοσιογραφικῶν καὶ ὁλόκληρος ὁ πολιτικὸς καὶ δημοσιογραφικὸς βίος μου ἐκινήθη ἀπὸ φιλελευθέρων τάσεων. Ὑπῆρξε δὲ κατὰ τὸ τελευταῖον χρονικὸν διάστημα ὁ οὕτω συνυφασμένος δημόσιος βίος μου μία σειρὰ πλήρους διαστάσεως καὶ πρὸς γνώμας, ἀλλὰ καὶ πρὸς μεθόδους ἀσκηθείσας ὑφ’ ὑμῶν καὶ τῶν μεθ’ ὑμῶν συμπραττόντων. Ἐτάχθητε ὑπὸ τὸν Θρόνον ἐπὶ μόνῳ σκοπῷ νὰ καλύπτεσθε διὰ τοῦ κύρους του εἰς πᾶσαν δυσχερῆ στιγμήν. (Χειροκροτήματα). Ἀκριβῶς δὲ τὸ προέχον θέμα εἶναι τοῦτο· τὸ καθαρῶς πολεμικόν. Ἔπειτα τὸ πολιτειακὸν καὶ ἔπειτα τὸ πολιτικόν, ὡς διατυποῦται ἐν τῇ εἰσηγήσει εἰς τὸν Β. Λόγον. Ἐν τῷ προέχοντι δὲ τούτῳ θέματι ὑπάρχουσα ἡ ἀπάντησις τῆς πλειονοψηφίας καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς μειονοψηφίας, συμπίπτουσιν ἐπὶ ἑνὸς καὶ μόνου μέρους· εἰς τὴν γνώμην τουτέστιν ὅτι πάντες ὀφείλουσι νὰ ἐπιτελέσωσι τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκον ἐνώπιον ἐμπολέμου πλέον Ἔθνους εὑρεθέντες. Ἀλλὰ σεῖς καὶ οἱ ὀπαδοί σας θέλετε τὸ καθῆκον αὐτὸ νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἔργον καταναγκασμοῦ. Ἡμεῖς δὲν ἀποδεχόμεθα, οἱ εὑρισκόμενοι ἔξω τοῦ στρατοπέδου τῆς Κυβερνήσεως ἐν ὀξυτάτῃ ἀντιθέσει κατὰ πολλὰ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ ἔργον ὑμῶν τῶν ἄλλων κατὰ τὸ πρόσφατον παρελθόν, δὲν ἀποδεχόμεθα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ καταναγκασμὸς ἡ ἐκδήλωσις καθήκοντος πρὸς τὴν Πατρίδα. (Χειροκροτήματα). Διότι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους ἀποδεικνύεται ὅτι κακῶς ἐξήλθομεν εἰς πόλεμον, ὅτι κακῶς ὁδεύομεν πρὸς τὴν ὁδὸν τῆς νίκης· ἀλλ’ ἡ ὁδὸς αὕτη, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, πρέπει νὰ κηρύσσεται πλέον ὡς ὁδὸς τῆς νίκης καὶ τοῦ θριάμβου (Χειροκροτήματα). Τοιαύτη ἡ διάστασις ἡμῶν κατὰ τὸ παρόν, καὶ θὰ σᾶς εἴπω ποία ἦτο ἡ διάστασις ἡμῶν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ θὰ σᾶς εἴπω τί εἶναι δυνατὸν νὰ χωρίζῃ ἀντιπολιτευομένους ἀπὸ συμπολιτευομένους. Ἐὰν κατενοεῖτο ἔκπαλαι τοῦτο ἀπὸ τὴν ἀληθῶς μεστὴν ἐνθουσιασμοῦ ψυχήν, τὴν πλήρη ἀνιδιοτελείας πολιτικῆς διάθεσιν τοῦ ἐντίμου καὶ σεβαστοῦ πολιτευτοῦ Ἀττικῆς, ἐὰν τῷ ἦτο δυνατὸν νὰ ἠκολούθει τὴν ὁδὸν ἣν αἱ πραγματικαὶ ἐμπνεύσεις τοῦ ἀκοιμήτου πατριωτισμοῦ του τῷ ὑπαγόρευον, βεβαίως δὲν θὰ ἔπιπτεν εἰς τὴν παγίδα αὐτός, ὁ Δημήτριος Ράλλης, ὁ γενόμενος Ὑπουργὸς τοῦ Στεφάνου Σκουλούδη. (Χειροκροτήματα). Γνωρίζει δὲ ἄριστα ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτής, διὰ τὸν ὁποῖον βαθεῖα ἡ ἐκτίμησίς μου καὶ εἰλικρινὴς ὁ θαυμασμός μου, γνωρίζει ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐπεκαλέσθην ἀσυνέπειαν πρὸς τὰς πολιτικάς του δόξας, ὑπῆρξεν ὁ κατ’ ἐξοχὴν εὐλαβούμενος τὰς ξένας γνώμας. Καὶ ὅταν ἐγὼ μόνος, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐστρέφοντο ὑπὲρ τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, μόνος ἐγὼ ἱστάμην εἰς τὸ ἀντίθετον στρατόπεδον, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς ἐπλειοδότει εἰς τὰς εἰσηγήσεις τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ. Ἐν τούτοις ἐπήνεσα τὴν ἀρετὴν τῆς ἐμπνεύσεώς του καὶ τὴν ἀνιδιοτέλειαν τῆς προσπαθείας του. Διότι ἐξῆλθε τότε διαπρύσιος κῆρυξ τῆς φιλοτίμου συμπράξεως τῆς ἐνδεικνυούσης ὅτι ἐνώπιον τῆς ἰδέας τοῦ πατριωτισμοῦ πᾶσα ἄλλη ἰδέα καταπίπτει καὶ θάπτεται. Οὕτω πάντοτε ἐπολιτεύθην καὶ δι’ αὐτὸ ἐμφανίζομαι ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ὑμῶν ἐπικαλούμενος ἐν παντὶ τὸν ἔλεγχον, ἐγώ, ἐλεγκτὴς πράξεων κυβερνητικῶν ἢ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ὑπευθύνων πολιτικῶν ἀνδρῶν. Καὶ ἔλεγον, ὅτε ἔβλεπον ἐμφανιζομένην τὴν Ἐπανάστασιν ὡς ἀπολογουμένην, ἐνῷ ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἡμεῖς οἱ ἄλλοι νὰ καθαρίσωμεν τὴν θέσιν μας μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ νέου καθεστῶτος ὅτι ἀλλοία ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος καὶ ἄλλη ἡ πολιτικὴ τῆς διατηρήσεως τῆς οὐδετερότητος, εἰς ἣν λίαν ἐπισήμως καὶ τόσον ἀτυχῶς εἰσῆλθεν ὁ σεβαστός μοι πολιτευτὴς Ἀττικοβοιωτίας. Ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος, ὡς ἠννοήσαμεν ἡμεῖς ταύτην, ἡρμηνεύθη πλειστάκις ἐντεῦθεν ὑπ’ ἐμοῦ. Ἦτο πολιτικὴ διαφέρουσα, μόνον εἰς χρονικὰ ὅρια, ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἣν διεξῆγεν ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου, ὡς τοιαύτη ἢ ὡς Ἀντιπολίτευσις, ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ αὐτοῦ ἀνδρός, καὶ ἥτις ἔφθασεν εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς Ἐπαναστάσεως. Ἡ πολιτικὴ τῆς διατηρήσεως τῆς οὐδετερότητος, οὕτως ἐννοουμένη, ἦτο πολιτικὴ ἥτις ἦγε πρὸς τὸ αὐτὸ τέρμα, πρὸς τοὺς αὐτοὺς διεθνεῖς συνδυασμούς, ἀλλ’ ἤθελεν ἵνα, τῆς Ἑλλάδος ἀνακτώσης βαθμηδὸν ὅ,τι ἀπώλεσεν εἰς ὑλικὴν καὶ ἠθικὴν δύναμιν, ὑλικὴν πρὸ παντός, κατὰ τοὺς δύο ἐνδόξους πολέμους, ἀνακτήσῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν διδασκομένη καὶ παραδειγματιζομένη ἐκ τῶν θυσιῶν τῶν ἄλλων λαῶν, ἐξ ἄλλου δὲ καὶ ἐκ τῆς ἐνισχύσεως τῶν ἰδίων αὐτῆς δυνάμεων. Ἦτο πολεμικὴ πολιτική, ἀλλ’ ἔχουσα διάφορα ὅρια τῆς πολιτικῆς ἣν εἰσηγεῖτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Δὲν ἦτο πολιτικὴ ἀμέσου ἀναμίξεως. Ἡ πολιτικὴ τῆς οὐδετερότητος ἦτο τοιαύτη; Ἢ μήπως ὑπῆρχε καὶ τρίτη πολιτικὴ ἥτις δὲν ἥρμοζε διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ἦτο μήπως πολιτικὴ ξένων συμφερόντων; Ἐάν τινες εἰσῆλθον εἰς αὐτὴν ἐκ πλάνης ὡς ὁ κ. βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας, εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ἡ οὐσία καὶ ἡ βάσις ἦτο ὅτι, ὡς ἐξεδηλοῦτο ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ τὸ πολίτευμα τῆς Χώρας. Ἦτο ἡ πολιτικὴ ἡ ὁποία ἐνέπαιζε τὸν ἕνα διεθνῆ συνδυασμὸν ἐπὶ τῇ προθέσει ἵνα κερδίζῃ χρόνον καὶ προσπορίζεται δῆθεν ὠφελήματα ἀπὸ τοῦ ἄλλου συνδυασμοῦ, τὸν ὁποῖον καθύβριζε πρὸς τοὺς ἀντιπάλους. Ἦτο ἡ πολιτική, τῆς ὁποίας ἱκανὰ σημεῖα παρέχονται καὶ ἐν τοῖς ἐγγράφοις τῆς Λευκῆς Βίβλου. Ἦτο ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἡ ἀπεικονιζομένη εἰς ἓν ἔγγραφον τοῦ κ. Σκουλούδη πρὸς τὸν κ. Ἄθω Ρωμάνον, πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις. Ἔγγραφον παρέχον τὸ μέτρον τῆς ἠθικῆς αὐτῆς βάσεως καὶ τοῦ ἠθικοῦ αὐτῆς ἐλατηρίου. Ἦτο ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἐπεστράτευε τὴν Ἑλλάδα, οὐχὶ ἵνα ἐνισχύσῃ πρὸς πόλεμον τὸν στρατευθέντα λαόν, ἀλλ’ ἵνα καταπονήσῃ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ὥστε καὶ ἀκούων ὁ Ἕλλην τὸν πόλεμον νὰ νομίζῃ ὅτι δαιμόνων φάλαγγες ἐπήρχοντο μέλλουσαι νὰ καταπολεμήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν φυλήν. Τοιαύτη ψυχολογία ἄφησε νὰ εἰσβάλωσιν ὑπὸ μορφὴν ἀνικήτου ἀπειλῆς οἱ Βούλγαροι ἐντὸς τοῦ πατρίου ἡμῶν ἐδάφους. (Χειροκροτήματα). Ἡ πολιτικὴ τῆς διαχειρίσεως τῆς οὐδετερότητος ἦτο πολιτικὴ ἀνίερος, συντηρήσασα τὴν ἐπιστράτευσιν ὄχι βεβαίως ἵνα παρεμποδίσῃ τοὺς Βουλγάρους, ἀλλ’ ἵνα, καταπονοῦσα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, δώσῃ εὐκαιρίαν εἰς τοὺς Βουλγάρους νὰ εἰσβάλωσι καὶ ἀτιμάσωσι τὴν πατρίδα ἡμῶν. (Χειροκροτήματα). Πρὸς τοιαύτην πολιτικὴν οὐδέποτε μὲ εὗρε σύμφωνον ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας συνάδελφος. Πρὸς τοιαύτην πολιτικὴν οὐδέποτε μὲ εὗρε σύμφωνον τὸ μέγα κοινόν, πρὸς τὸ ὁποῖον ἐγώ, ὡς ἄλλοτε ἐκδότης ἐφημερίδος, εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ θέτω καθ’ ἑκάστην ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐνώπιον τῆς δημοσίας γνώμης. Τοὐναντίον ὑπῆρξε διάφορος ἡ σκέψις, ἥτις καθωδήγει τὰ διαβήματά μου ἐν τῷ θέματι τούτῳ. Τούτου δοθέντος, ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι βουλευταί: Πρὸς ἐπίτευξιν ἄρα τοῦ κοινοῦ τούτου σκοποῦ τί ἀπαιτεῖται; Τὸ λέγει ὁ Βασιλικὸς Λόγος ἐν τῷ προοιμίῳ αὐτοῦ. Τὸ λέγει ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Ἀπαιτεῖται ἕνωσις τοῦ Ἔθνους, ἕνωσις ψυχική, ἥτις θὰ ὁδηγήσῃ πρὸς τέρμα ὑλικῆς νίκης. Βεβαίως ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον καὶ τὸ ἔργον ὑμῶν εἰς πᾶν ἄλλο τείνει ἢ πρὸς τοιαύτην ἕνωσιν. Ἀλλὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ὑμᾶς, ἰδιαίτατα τὸν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας ἔντιμον συνάδελφον, τὸν εἰσηγητὴν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον: Τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἐσωτερικῇ αὐτῆς δράσει παρέχουσιν ἀσφαλῆ τὴν ἀφετηρίαν τῆς ταχείας ψυχικῆς ἑνώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα ὁδεύσωσι πρὸς ἔργα μεγάλα ἔργα ἅτινα καὶ μόνα θὰ δυνηθῶσι νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τῆς ἐμφανίσεως εἰς τὸ παγκόσμιον συνέδριον ἔνθα αἱ τύχαι θὰ κριθῶσι τῶν λαῶν; Καὶ βλέπω μετὰ λύπης μου ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν τούτοις νὰ διαφωνήσω πρὸς ὑμᾶς. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαφωνήσω καὶ νὰ παρατηρήσω ὅτι ἐπιζητεῖτε νὰ θυσιάσητε ἐν πολλοῖς τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς σκοπιμότητος. Παρατηρῶ δὲ καὶ πρὸς ὑμᾶς, οἵτινες ἀπεδέχθητε ὁλόκληρον τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, κατὰ ποῖον συνταγματικὸν νόμιμον καὶ δίκαιον καὶ κατὰ ποίαν εὐλάβειαν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν μετετρέψατε τὸν νέον Βασιλέα εἰς παράγοντα τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας; Καὶ συνεκροτήσατε ὑμεῖς μόνον ὁλόκληρον Συνέλευσιν ἐναντίον γραπτῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἐναντίον αὐτῶν τῶν συνθηκῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὡς τοῦτο ἐμφανίζεται εἰς ὁλόκληρον τὸν βασιλευόμενον καὶ δημοκρατούμενον κόσμον; Λέγετε ὅτι ὁ ἀπελθὼν Βασιλεὺς παρέβη τὸ Σύνταγμα, καὶ ὁ νέος Βασιλεὺς ὡρκίσθη ἐνώπιον ὑμῶν, ὡρκίσθη ἐπὶ Συντάγματος τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ παρέβη καὶ τὸ ὁποῖον ἄφησεν ἕρμαιον εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ εἰς τὴν ἰδίαν αὐτοῦ βούλησιν. Ἐὰν δὲ δὲν ἀποδίδετε σεῖς τόσην σημασίαν πρὸς τὸ πολίτευμα, δὲν θὰ σᾶς μεμφθῶ ἐγώ. Οὐδεμία Χώρα ἄνευ πολιτεύματος δύναται νὰ ὁδεύσῃ πρὸς οἱανδήποτε πρὸς τὰ πρόσω κίνησιν, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον εἰς κίνησιν ἄγουσαν πρὸς τόσον μεγάλους ἐθνικοὺς σκοπούς. Εἴχομεν τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, τὸ ὁποῖον παρέβη ὁ Βασιλεὺς Ἐκεῖνος, ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ὑπάρχον τὸ παρέβη ὁ νῦν Βασιλεὺς ἢ δὲν τὸ παρέβη; Καὶ ὅταν σεῖς ἔρχεσθε καὶ ζητεῖτε ἐγγυήσεις ἐλευθεριῶν ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχομεν ἄρα ἡμεῖς τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις ἐλευθεριῶν καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, ὅπως προστατεύσητε τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς; Ποῖα εἶναι τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα δίδουν τὴν μορφὴν τῆς καταγωγῆς αὐτοῦ, τὴν ἔννοιαν τῆς βασιλικῆς δυνάμεως, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας; Ἐκ τοῦ 21ου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος ἐμφανίζεται ὅτι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι πηγάζουσιν ἀπὸ τοῦ Ἔθνους. Ἕνα ἄλλο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ 44ον, ἂν δὲν πλανῶμαι, ἐπιτάσσει ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει δικαιώματα εἰμὴ ὅσα τῷ ἀπονέμει ῥητῶς τὸ Σύνταγμα. Συγχρόνως εἰς τὸ 108 ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐτροποποιήσαμεν ἐνταῦθα, ἐν συνδυασμῷ πρὸς ἑτέραν τινὰ παράγραφον τοῦ ἑπομένου ἄρθρου ἐν τῷ αὐτῷ Συντάγματι, ἐμφανίζεται ὅτι πᾶσα μετατροπὴ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἔργον τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας. Ἀλλὰ σεῖς τί ἐπράξατε; Ἀνατρέψατε ἄρδην τὸ Σύνταγμα τοῦτο, χάριν τοῦ ὁποίου λέγετε ὅτι ἐπανεστατήσατε, χάριν τοῦ ὁποίου λέγετε ὅτι θὰ καλέσητε εἰς μέλλουσαν περίστασιν, τὴν ὁποίαν μάλιστα ὑπολογίζετε οὐ μακρὰν κειμένην, Ἐθνοσυνέλευσιν ἵνα καθαγιάσῃ τὰς πράξεις ὑμῶν καὶ ἵνα παράσχῃ τὸ ἁρμόζον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον θὰ κατοχυρώσῃ καὶ τὸν θρόνον καὶ τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας. Ἔχομεν ἄρα σήμερον πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν ἐν τῇ Χώρᾳ ἡμῶν; Καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τόσην πεποίθησιν ἐπὶ τὴν δοκιμὴν εἰς τοὺς θρόνους καὶ τὴν στερεότητα, θὰ τοῦ ἀπευθύνω ἓν ἐρώτημα: Εἶναι σήμερον ἢ δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις αὕτη οὐχὶ ἁπλῶς Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἀλλὰ συνδυασμὸς Κυβερνήσεως καὶ Στέμματος; Καὶ τὸν ἐρωτῶ καὶ εὔχομαι νὰ μὴ ἀπαντήσῃ, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ ἀπάντησις ἡ ὁποία θὰ μοὶ ἐδίδετο ἐπὶ τῇ ἐννοίᾳ τοῦ Συντάγματος, θὰ ὑπεῖχε τοιούτους κινδύνους, ὥστε νὰ ἐξεδηλοῦτο αἴφνης μία πνοὴ θέτουσα εἰς νέας πολιτικὰς ἀνωμαλίας τὴν Χώραν. Ἐρωτῶ αὐτὸν ἑπομένως’ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν εἰς οἱανδήποτε περίστασιν διεφώνει πρὸς τὸ Στέμμα, ποῖος θὰ παρῃτεῖτο, ἡ Κυβέρνησις ἢ τὸ Στέμμα; (Γέλωτες). Ἐὰν εἴπῃ ὅτι θὰ παρῃτεῖτο ἡ Κυβέρνησις, δὲν προμαντεύω, εἶναι ἄχαρι τὸ πράττειν τοῦτο, ἀλλὰ προβλέπω μὲ τὰς ἀσθενεῖς μου δυνάμεις πείρας οὐχὶ ἐκ μακροῦ παρελθόντος, ὅτι ἡ διαφωνία θὰ ἐνεφανίζετο μετὰ 24 ὥρας ἢ 24 ἡμέρας, ἀδιάφορον.
§150Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται διαφωνία.
§151Γ. ΠΩΠ. Τοῦτο λέγω καὶ ἐγὼ καὶ δι’ αὐτὸ ἀπηύθυνα ἐρώτημα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπόθουν κἂν νὰ μὴ δοθῇ ἀπάντησις.
§152Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κοινοβουλευτικῶς δὲν ὑπάρχει διαφωνία Στέμματος καὶ Κυβερνήσεως ἐν εὐρύθμῳ πολιτείᾳ ὑπάρχει διαφωνία ὅτι ὁ Ἀνεύθυνος Παράγων οἰκειοποιεῖται δύναμιν, ἥτις δὲν τοῦ ἐδόθη.
§153Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ἀπαντήσω, διότι ἴσως παρεξηγηθῇ ἡ μὴ ἀπάντησίς μου. Ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρῶν μὲ ἠρώτησε τί θὰ κάμω ἐν περιπτώσει διαφωνίας Στέμματος καὶ Κυβερνήσεως; Ἐρωτῶ τὸν κ. βουλευτὴν Ψαρῶν: Τί ἐννοεῖ μὲ τοῦτο; Ὑποθέτει ὅτι ὁ Βασιλεὺς αὔριον θὰ εἴπῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν σημερινὴν ὅτι «Κύριοι τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἰσηγήθητε εἰς τὴν Βουλὴν τὰ κυβερνητικά, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβητε, δὲν τὰ δέχομαι, διότι ἔχω ἄλλην πολιτικήν»; Ἐὰν ἔλεγε τοῦτο, δὲν ἔχω νὰ διστάσω νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι θὰ ἔλεγον πρὸς τὸν Βασιλέα, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἴπῃ τέτοιο πρᾶγμα. Θὰ ἐπανελάμβανον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον πρὸς τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν ἐλήφθησαν τότε ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου, πρὸ δύο ἐτῶν, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως Ἀλεξάνδρου σήμερον, διότι ὑπάρχει ἐν τῷ μεταξὺ πεῖρα. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ὅμως ὁ Βασιλεὺς Ἀλέξανδρος παραγνωρίσῃ τὴν θέσιν του, χαράσσων πολιτικὴν ἰδίαν, ἀντιμέτωπον πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔλεγε «Κύριε Πρωθυπουργέ, ἔχω λόγους νὰ πιστεύω ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δημόσιον φρόνημα μαζύ σας», καὶ νὰ μοὶ παρεῖχε πράγματι πλήρεις ἀποδείξεις καὶ ἄλλα πειστήρια καὶ ἄλλας ἐνδείξεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐμαρτυρεῖτο τοῦτο, ὅτι στεροῦμαι τῆς κοινῆς γνώμης, πρέπει νὰ βεβαιωθῇ ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρῶν ὅτι δὲν θὰ περίμενα τὸν Βασιλέα Ἀλέξανδρον νὰ μοὶ ὑπομνήσῃ τὸ καθῆκον μου, τοῦ νὰ ἐγκαταλείψω τὴν ὁδὸν αὐτήν. Θὰ ἔφευγα τὸ ταχύτερον. Γνωρίζετε μὲ πόσην εὐκολίαν ἐγκαταλείπω τὴν Ἀρχήν· ἐὰν δὲν ἔχω καμμίαν ἄλλην ἀρετήν, ἔχω αὐτὴν τουλάχιστον. Τὸ δύσκολον εἶναι νὰ μὲ κρατῇ κανεὶς εἰς τὴν Ἀρχὴν καὶ ὄχι νὰ μὲ ἀπομακρύνῃ ἀπὸ αὐτήν. Ἐπειδὴ δὲ κατ’ ἐπανάληψιν ἀπέρριψα ὡς ράκος τὴν Ἀρχὴν καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐφαρμόσω τὸ πρόγραμμά μου τὸ πολιτικόν, δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ ὁ κ. βουλευτὴς Ψαρρῶν ὅτι, ἐὰν ἐπειθόμην ὅτι δὲν ἔχω τὸ δημόσιον φρόνημα, δὲν θὰ ἐπερίμενα τὰς ὑποδείξεις τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ ἐγὼ θὰ ὑπεδείκνυον εἰς τὸν Βασιλέα νὰ καλέσῃ ἄλλον εἰς τὴν Ἀρχήν.
§154Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Μίαν ἔνστασιν θεωρῶ ἀναγκαίαν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν ἀγορεύοντα νὰ μὴ θίξῃ τοιαύτας ὑποθέσεις οἵας ἔθιξε, διότι εἶναι ἔθος κοινοβουλευτικὸν ἀπαράβατον καὶ πάγιον περὶ τοῦ βασιλεύοντος, καθ’ ὅ, ἐὰν δὲν δύναταί τις νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ βασιλεύοντος ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄσκησιν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τὰ ὁποῖα ἔχει ἐκ τοῦ Συντάγματος, κατὰ μείζονα λόγον δὲν δύναται νὰ γίνεται λόγος ἐνταῦθα, ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης περὶ τοῦ τί θὰ ἔπραττεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐν ἐνεργείᾳ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν διέβλεπε παρὰ τῷ Ἀνευθύνῳ Παράγοντι τάσεις σφετερισμοῦ τῶν δικαιωμάτων τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀνηκόντων μόνον, κατὰ τὸ Σύνταγμα, εἰς ταύτην καὶ μόνην.
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς θὰ εἶχε τὴν θέσιν της ἐὰν εὑρισκόμεθα εἰς ὁμαλὴν κατάστασιν πραγμάτων, θὰ εἶχε τὴν θέσιν της ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἐὰν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς δὲν ἦτο συνυπεύθυνος καὶ ἐκεῖνος διὰ τὸν ἐγκαθιδρυθέντα δεσποτισμόν, διὰ τὴν κατάλυσιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἤγαγεν εἰς τὴν κρήμνισιν ἐκ τοῦ θρόνου ἑνὸς Βασιλέως ἐκ τῶν δημοφιλεστέρων. Ὅταν δὲ εὑρισκώμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, καὶ ὅταν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἰδέας τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως, ἐννοεῖτε πολὺ καλὰ ὅτι δὲν ἠμπορῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ψαρῶν νὰ ἀπευθύνω τὴν σύστασιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ὑπεδείξατε πρὸ ὀλίγου. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐξετάσωμεν ὅλα καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν ἔκτασιν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας ὡμίλησε περὶ τῶν τάσεων, τὰς ὁποίας θέλει νὰ δημιουργήσῃ. Βαίνομεν πρὸς μίαν Ἐθνοσυνέλευσιν· ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου κατὰ τοῦτο θὰ εἶναι πλήρης. Ἐγὼ εἶχον καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἀντιλήψεις τὰς κυβερνητικὰς καὶ τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Πέρα αὐτοῦ ἔχω καθῆκον καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐπιτρέψω πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν διατύπωσιν καὶ ὑποστήριξιν ὅλων τῶν γνωμῶν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ψαρῶν ἔδωκα τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκα καὶ διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶμαι καθόλου μετανοημένος. (Χειροκροτήματα).
§156Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἤθελον νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ἐφ’ ὅσον ὡρκίσθη, ἀναλαβὼν τὴν Ἀρχήν, πίστιν εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων καὶ ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα, τοῦτο σημαίνει ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν ὁμαλῇ καταστάσει, καὶ διὰ τοῦτο καὶ πρὸ ὀλίγου, κατὰ τὸ ἀπαίσιον ἐκεῖνο ἐπεισόδιον, ἠρώτησα ὑμᾶς ἂν εὑρισκώμεθα ἐν ἐξελίξει ἐπαναστατικῇ, καὶ μοὶ εἴπατε ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα, ἡ δὲ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἐτόλμησα νὰ ὑποβάλω πρὸ ὀλίγου ἐπὶ τῶν δηλώσεων ὑμῶν, ἀπέβλεπεν ἀκριβῶς εἰς τὸ νὰ ἐπανέλθωμεν ἐν τῇ τάξει.
§157Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εὑρισκόμεθα ἐπὶ συνταγματικοῦ ἐδάφους καὶ εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν ἀνώμαλον. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν χωρὶς νὰ γίνεται ἐπανάστασις εἰς μίαν Χώραν, ἡ Χώρα εὑρίσκεται εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν. Αὐτὸ νομίζω ὅτι ὤφειλεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς νὰ τὸ γνωρίζῃ.
§158Γ. ΠΩΠ. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτοῦ, ἐγὼ τὴν εὐαισθησίαν τὴν συνταγματικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ θὰ ἠδυνάμην νὰ τὴν ἀνατρέψω ἄρδην, ἐπικαλούμενος αὐτὴν ταύτην τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Στέμματος κατὰ τὴν ρύθμισιν τοῦ νέου Συντάγματος. Τὸ Στέμμα δὲν δύναται νὰ θιγῇ ἐν οἱαδήποτε Βουλῇ· εἶναι Ἄρχων ἀνεύθυνος, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ Στέμμα ἤθελε παρεμβάλλει ἑαυτὸ ἐπὶ πράξεων, αἵτινες ρητῶς τοῦ ἀπαγορεύονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἐν δὲ τῇ ρυθμίσει τῇ νέᾳ, ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ Συντάγματος, ὡς ταύτην ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, τὸ Στέμμα δὲν ἐμφανίζεται ἁπλοῦς ἐργάτης δημοσιεύσεως καὶ ἐκδόσεως, ἀλλ’ εἶναι συμπράττουσα δύναμις, ἀποτελοῦσα Συντακτικὴν Συνέλευσιν μετὰ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἀκόμη τὰ μέλη δὲν εἶναι κἂν βουλευταί· διότι εἰς τὴν πρᾶξιν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ, εἶναι προσυπογεγραμμένοι καὶ δύο τῶν κυρίων Ὑπουργῶν, οἵτινες δὲν εἶναι κἂν βουλευταί.
§159Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐδῶ εἶναι ἡ κατάχρησις καὶ θὰ ἦτο πολὺ ὀρθὸν νὰ μὴ εἰσέλθητε εἰς τοιαύτας ὑποθέσεις, διότι αἱ ὑποθέσεις αὗται δὲν ἔχουν κανὲν ἄλλο ἀποτέλεσμα ἀπὸ τὴν ἀνωμαλίαν τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§160Γ. ΠΩΠ. Δὲν προέβαλε καμμίαν ἀνωμαλίαν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· τοὐναντίον ὡμίλησεν ὡς θὰ ὡμίλει ἀληθὴς ἐπανάστασις, ὡμίλησε περὶ μιᾶς πείρας ἤδη δοθείσης καὶ διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του ἔδωκε, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, καὶ δευτέραν πεῖραν, ὥστε νὰ φέρῃ δύο πήρας ἐκεῖνος πρὸς τὸν ὁποῖον ἀπευθύνεται (γέλωτες), καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὴν μίαν πήραν ὄπισθεν, ὥστε νὰ μὴ βλέπῃ τὰς συνταγματικὰς αὐτοῦ ὑποχρεώσεις, καὶ τὴν δευτέραν πήραν ἔμπροσθεν ἵνα βλέπῃ τί οἱ ἄλλοι πράττουσιν, ὅπως ἔπραττε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτὴς καὶ οἱ λοιποὶ ἐκεῖνοι συνεργάται του, ὁποθενδήποτε περισυλλεγόμενοι, ἵνα συγκροτῶσι τὰ Κοινοβουλευτικὰ Συμβούλια τοῦ Στέμματος, ἀθετοῦντες πᾶσαν κοινοβουλευτικὴν καὶ πᾶσαν ἔννοιαν συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ εἰς πράξεις ὑπευθύνου Ἀρχῆς. Ἐγὼ λέγων τοῦτο θέλω νὰ κατοχυρώσω καὶ τὸν Θρόνον καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλήν, διότι, ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι διατεθειμένος ἐκ γενναιοψυχίας καὶ ἐκ πόθου, ἵνα εὐχερῶς ἐγκαταλίπῃ τὴν Ἀρχήν, νὰ διαφωνήσῃ μετὰ τοῦ Στέμματος καὶ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ταύτην, ἐγὼ δὲν θὰ ἐπέτρεπον εἰς τὸ Στέμμα ἵνα τοῦτο πράξῃ, διότι οὐδὲν πρὸς τοῦτο ἔχει δικαίωμα, διότι ἡ Βουλὴ αὕτη ἔχει μεῖζον τοῦ Στέμματος δικαίωμα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θελήσητε καὶ ὑμεῖς καὶ τὸ Στέμμα νὰ παρέμβητε, ἀνατρέποντες τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ δὲ ἀνέτρεξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτὴς εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἐν Ἑλλάδι, ἵνα καταδείξῃ τὴν φιλελευθέραν καταγωγὴν τοῦ πολιτεύματος, θὰ τοῦ ὑπομνήσω, ἐκ τῆς αὐτῆς περιόδου τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, κάτι τι, τὸ ὁποῖον, καὶ ἂν ἐλησμόνησε, βεβαίως θὰ μὲ εὐχαριστήσῃ διότι τοῦ τὸ ὑπενθυμίζω. Θὰ τοῦ ὑπομνήσω ὅτι καὶ ὁ Καποδίστριας ἠθέλησε νὰ πραξικοπηματίσῃ ἐπὶ τῇ αὐτῇ ἀρχῇ τῆς σωτηρίας τοῦ λαοῦ, ἀποτελούσῃ ὑπέρτατον νόμον, ἀλλὰ δὲν ἐκάλεσε τὴν Κυβέρνησίν του, οὐδὲ αὐτὸς ὁ ἴδιος διὰ πραξικοπήματος ἀνέτρεψε τὰς ἀποφάσεις τῆς Τρίτης Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ εἰσηγήθη εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ 1827, μετὰ τὴν Γʹ ἐν Τροιζῆνι Συνέλευσιν, εἰσηγήσατο τὴν μεταβολὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ ἡ Βουλὴ ἐκείνη, κτωμένη συντακτικὰ δικαιώματα, ἐγένετο Ἐθνικὴ Συνέλευσις, προσωρινὸν δημιουργήσασα πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἀπολυταρχικὸν τότε ἐγένετο καὶ ἐστράφη ἐναντίον τοῦ Καποδίστρια, ὅπως στρέφονται πάντα τὰ ἀπολυταρχικὰ πολιτεύματα ἐναντίον ἐκείνων, οἵτινες τὰ εἰσηγοῦνται. Ἀλλὰ τότε ἐτηρήθη τοὐλάχιστον ἡ ἔννοια τῆς εὐλαβείας πρὸς τὴν κυριαρχίαν τοῦ λαοῦ. Καὶ θέλετε μετὰ 90 ὁλόκληρα ἔτη νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶμεν ἡμεῖς, ὅταν ἔρχεται τὸ Στέμμα μετὰ τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως καὶ ἀναλαμβάνουσι δικαιώματα Συντακτικῆς Ἐξουσίας, ἀνατρέποντες τὰ κυριώτατα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὴν βάσιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, περὶ ἧς τοσοῦτον καὶ ὑμεῖς ἀγωνίζεσθε; Καὶ ὅταν τοῦτο τὸ δικαίωμα προσκτᾶται ὑπὲρ ἑαυτῆς ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὅταν οὕτως ἐμφανίζεται τὸ Στέμμα, ἐρωτῶ: Διατί δὲν ἀναθέτετε εἰς ἡμᾶς, οὕτως ὑπάρχοντας, τὴν ἀνασύνταξιν τοῦ πολιτεύματος τῆς Χώρας; Διατί δὲν ἐπωφελεῖσθε καὶ τοῦ παγκοσμίου δημοκρατικοῦ πνεύματος καὶ τοῦ πνεύματος τὸ ὁποῖον εἴδετε πτερυγίζον ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ καὶ κροτοῦν εἰς θορυβώδη χειροκροτήματα, ἵνα κατοχυρώσωμεν πολίτευμα φιλελεύθερον καὶ ἴδωμεν κατὰ πόσον ἁρμόζει εἰς τὴν Ἑλλάδα ἵνα διατηρεῖται ὁ θεσμὸς τῆς βασιλείας; Ἔχετε δικαίωμα σεῖς νὰ ζητῆτε ἐλευθερίας ὑπὲρ ἡμῶν καὶ θέλετε τὰς ἐλευθερίας ταύτας βενιζελικὰς μόνον; Δὲν θέλετε τὰς ἐλευθερίας ταύτας τεινούσας ἵνα, μέσῳ τοῦ παγκοσμίου σάλου, ἐπωφεληθῇ ἡ Ἑλλάς, πρὶν ἢ κατάρξηται τοῦ μεγάλου ἀγῶνος, μίαν ἄλλην ἀρχήν, μίαν ἄλλην βάσιν φιλελευθέρου πολιτεύματος, ὅπερ ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ τὴν ἔννοιαν τῆς τιμῆς τῆς Πατρίδος, τὴν ἔννοιαν τῆς τιμῆς τῆς Πολιτείας; Λέγετε ὅτι παραπέμπετε ταῦτα εἰς μέλλουσαν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν καὶ τὴν ὁρίζετε ἐγγὺς εὑρισκομένην! Γνωρίζετε μήπως, πότε θὰ τελειώσῃ ὁ πόλεμος; Ἀνατρέψατε ἄρδην τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὑμεῖς αὐτοὶ ἐχαρακτηρίσατε ὡς διατάξεις θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος, διατάξεις ἐνώπιον τῶν ὁποίων καὶ μία Διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποχωρήσῃ. Ἀνετρέψατε ἐπὶ παραδείγματι τὴν διάταξιν τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν. Καὶ ὅταν τοῦτο, ὑπὲρ ὑμῶν, τὸ δικαίωμα λαμβάνετε, ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἵνα τί δὲν παρέχητε καὶ εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα ὅπως δυνηθῶμεν καὶ συντάξωμεν τὴν Πολιτείαν πρὸς ἐσωτερικὴν ἀσφάλειαν ἀρτίου καὶ ἀκεραίου πολιτεύματος; Διατί μᾶς παραπέμπετε εἰς μέλλουσαν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, πρὸς κύρωσιν ἔστω ἑνὸς πολιτεύματος ἀπορρέοντος ἀπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ κατ’ οὐσίαν ἡ Βουλὴ αὕτη; Ἤθελον νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς ὅτι, ἐὰν θέλετε ὄντως νὰ ἴδητε ἀποκαθιστωμένην τὴν ψυχικὴν ἑνότητα ἐν τῇ Χώρᾳ, ἵνα καὶ πολιτικῶς ἀποκαταστῇ καὶ δράσῃ, ὀφείλετε νὰ δώσητε εἰς τὴν Βουλὴν ἐξουσίαν συντακτικήν, τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν ἔχει. Ὀφείλετε νὰ τῇ δώσητε τὰς συντακτικὰς ἐξουσίας ἵνα δυνηθῇ ἡ Πατρὶς ταχέως καὶ ἀσφαλῶς νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτῆς καὶ φθάσῃ ἐκεῖ ὅπου, καθυστερήσασα ἀτυχῶς, δὲν ἔφθασε, λόγῳ ἐλλείψεως τῆς ἑνότητος ταύτης. Νὰ κινηθῇ οὕτω καὶ διὰ τῆς ὁρμῆς νὰ ἀναπληρώσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ πράξῃ ἀφ’ ἧς στιγμῆς Βούλγαροι ἐξεπόρθουν τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ὀφείλετε νὰ δώσητε τὴν ψυχικὴν ταύτην ἕνωσιν. Ἐὰν δὲν πράξητε τοῦτο, φοβοῦμαι ὅτι πολὺ θὰ ἀργήσητε νὰ ἴδητε τὴν Πατρίδα ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ εἶναι. Ἐάν, ὅπερ ἀπεύχομαι, δὲν πράξητε τοῦτο, σεῖς θὰ ἔχητε τὰς εὐθύνας. Ἐὰν πράξητε πᾶν τὸ δυνατὸν ὅπως ἀποκαταστήσητε τὴν ἑνότητα ἐν τῇ Χώρᾳ, βεβαιωθῆτε ὅτι ὑπὲρ ὑμῶν θὰ εἶναι ἀγήρως ἡ δόξα, ἐνῷ εἰς ἡμᾶς θὰ μένῃ ἡ δόξα ὅτι θὰ εἴμεθα πολῖται Πατρίδος μεγάλης καὶ ἐνδόξου. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10.30′ μ.μ. (Ὥρᾳ 9.30′ μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.45′ μ.μ.).
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Α. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§163Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶμαι ὑποχρεωμένος πρὶν ἢ ποιήσωμαι ἔναρξιν τῆς ἀγορεύσεώς μου καὶ ἐκθέσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς ἀπόψεις καὶ τὰς ἀντιλήψεις μου περὶ τῆς ἐν γένει πολιτικῆς καταστάσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὴν χαράν μου διὰ τὴν δημοκρατικὴν ἀληθῶς πανήγυριν, ἥτις ἐτελέσθη τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τοὺς ρήτορας ἐκείνους, οἵτινες ἐγένοντο διαπρύσιοι κήρυκες τῶν ἀληθῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὰ προκύψαντα ζητήματα ἀπὸ τῆς νομικῆς αὐτῶν ἀπόψεως, ὅπως ἐξήτασε ταῦτα καὶ ὁ χθὲς ἀγορεύσας καὶ σχεδὸν πάντες οἱ ἄλλοι ὁμιλήσαντες σήμερον· διότι καὶ ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν δικαιωμάτων τοῦ Βασιλέως, ἐν τῇ ἐξετάσει τοῦ πολιτειακοῦ καὶ πολιτικοῦ ζητήματος, τῆς διαχειρίσεως τουτέστι τῆς πολιτικῆς, ἐν τῇ ἐξετάσει τῶν ὑποχρεώσεών μας ἐκ τῆς Συνθήκης μετὰ τῆς Σερβίας καὶ τῆς ἐν γένει διεθνοῦς στάσεώς μας, νομίζω ὅτι ἐξήτασαν τὰ πράγματα ἀπὸ τῆς νομικῆς αὐτῶν ἀπόψεως καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Ἡ λύσις ἥτις ἐδόθη εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα ἔδει νὰ ρυθμισθῇ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει γενικῶν ἀρχῶν, εἴτε νομικῶν εἴτε ἄλλων, ἀλλὰ ἔδει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ πολιτικὸν συμφέρον τῆς Χώρας, ἡ σκοπιμότης τῶν μέτρων τούτων καὶ κατὰ πόσον ἠδύνατο ἢ ὄχι νὰ λάβῃ ἡ πολιτικὴ τῆς Χώρας τὴν κατεύθυνσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ἀνεξαρτήτως ἐὰν τὸ Σύνταγμα παρεῖχε τὸ δικαίωμα εἰς ἕνα παράγοντα νὰ στρέψῃ τὴν πολιτικὴν εἰς τὴν κατεύθυνσιν αὐτήν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ τονίσω, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εἶναι ἡ μεγάλη σημασία τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πάντες νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολήν. Καὶ δὲν πρέπει νὰ λησμονοῦν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν περὶ τῆς πολιτικῆς ταύτης μεταβολῆς, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι μεταβολὴ ἄσχετος πρὸς τὰ βαθύτατα αἰσθήματα, πρὸς τὴν δημοκρατικὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἐὰν δὲν παρίστανται ἐν Ἑλλάδι συντεταγμένα κόμματα ἀρχῶν δημοκρατικῶν, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν εἶναι πράγματι δημοκρατική. Τουναντίον ἰσχυρίζομαι ὅτι αὐτὴ ἡ δημοκρατικὴ συνείδησις τοῦ λαοῦ εἶναι ἀκριβῶς ἡ αἰτία ὅλων τῶν πολιτειακῶν μεταβολῶν, ὡς καὶ τῆς σημερινῆς μεταβολῆς. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι βλέπουν τὰ πράγματα μόνον εἰς τὰς συντεταγμένας ὁμαδικὰς ἐκδηλώσεις καὶ δὲν βλέπουν εἰς τὴν Ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, νομίζω ὅτι πλανῶνται. Καὶ διὰ τοῦτο τολμοῦν τινὲς ἐνταῦθα νὰ ὑποστηρίζωσι θεωρίας τινάς, ἀρχὰς τινάς, νὰ ἐκφέρωσιν ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἵστανται τόσον ἄντικρυς εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, ὥστε πραγματικῶς νὰ προκαλῶσι τὰς ἐξεγέρσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας καὶ τὴν ἑσπέραν ταύτην προεκάλεσαν. Καὶ διὰ τοῦτο ὅταν ἔλεγον ἄλλοτε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξένισε πολὺ τὸν ἐκ Μεσσηνίας βουλευτὴν κ. Λυκουρέζον —δὲν εἶναι παρὼν δυστυχῶς τὴν στιγμὴν ταύτην— ὅτι αἱ γενόμεναι μεταβολαὶ δὲν εἶχον ὑπὲρ ἑαυτῶν τὰ ἐννέα δέκατα τοῦ πληθυσμοῦ ἀλλὰ τὰ δέκα δέκατα, ἠννόουν τοῦτο ἀκριβῶς, ὅτι ἡ συνείδησις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι καὶ ἦτο πάντοτε δημοκρατική. Ἡ μακραίων ἱστορία αὐτοῦ τοῦτο μαρτυρεῖ. Ὅταν μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821 ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀνέκυψεν ἐκ τῆς τυραννίας τῆς Τουρκικῆς, κατέστησε πολίτευμα ἐντελῶς δημοκρατικόν. Τὸ εἶπον καὶ ἄλλην ἑσπέραν καὶ δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι τὸ πρῶτον πολίτευμα τὸ συνταχθὲν κατὰ τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν τῆς Ἐπιδαύρου ἦτο πολίτευμα ἐντελῶς δημοκρατικόν, πολίτευμα ἀντιγραφὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1791 τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως. Ἀκριβῶς δὲ ἡ δημοκρατικὴ συνείδησις τοῦ Ἔθνους, ἐξεγερθεῖσα ἐκ τῶν μεγάλων ἀρχῶν τὰς ὁποίας ἐξήνεγκεν ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, ἐπέφερε τὴν μεταβολὴν ἐκείνην. Σήμερον δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι παριστάμεθα εἰς μίαν ἐποχὴν ἡ ὁποία ἐπισφραγίζει ἀκριβῶς τὴν ἐπικράτησιν τοῦ δημοκρατικοῦ πνεύματος. Ἐὰν ἡ ἀρχὴ τοῦ 19ου αἰῶνος ἦτο ἡ ἀντίδρασις τῶν Μοναρχῶν κατὰ τῶν μεγάλων ἀρχῶν, τὰς ὁποίας ἐκήρυξεν ἡ Γαλλικὴ Ἐπανάστασις, ὁλόκληρος ὅμως ὁ 19ος αἰὼν παρουσιάζει ἕνα ἀγῶνα, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ προσπάθειαι τῆς ὀπισθοδρομικῆς ταύτης τάσεως ἵνα ματαιώσῃ τὰ ἀποτελέσματα τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐθραύσθησαν παντοῦ διὰ τῆς λαϊκῆς ἐξεγέρσεως. Καὶ ὁ 20ὸς αἰὼν ἀποδεικνύει ἀκριβῶς ὅτι ἡ ἐπικράτησις τοῦ δημοκρατικοῦ πνεύματος εἶναι τελεία. Διὰ τοῦτο ἡ Πατρὶς ἡμῶν δύναται νὰ καυχᾶται ὅτι πρώτη εἰς τὴν Βαλκανικὴν — ἴσως ἔπρεπε νὰ εἴπω ὅτι ὄχι πρώτη, διότι προηγήθη ἡ Σερβία — πρώτη ὅμως διὰ τὸν τρόπον καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς ἐσωτερικῆς μεταβολῆς, διότι ἐν Σερβίᾳ τὸ ζήτημα τὸ πολιτειακὸν ἐλύθη ἀμέσως, πρώτη εἰς τὴν Βαλκανικήν, ἡ Ἑλλάς, ἐνωτισθεῖσα τὰς μεγάλας ἀρχὰς τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐκήρυξε καὶ ἔθεσε πολίτευμα δημοκρατικόν. Ἐὰν ἡ διεθνὴς θέσις τῆς Ἑλλάδος, ἐὰν ἡ ξένη διπλωματία, ἡ τόσον τότε θορυβημένη ὑπὸ τῶν μεγάλων ἀρχῶν τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἐὰν ἡ διπλωματία ἐκείνη ἡ συγκροτηθεῖσα εἰς Ἱερὰν Συμμαχίαν ἐναντίον τῶν δημοκρατικῶν ἀρχῶν, δὲν ἀφῆκε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς δημοκρατικὰς αὐτοῦ τάσεις, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν διετήρησεν ἀείποτε αὐτὴν τὴν συνείδησιν. Διὰ τοῦτο, δεχόμενος κατ’ ἀνάγκην τὸ μοναρχικὸν πολίτευμα, ἐξηγέρθη ἀμέσως μόλις παρῆλθε μία δεκαετία, ζητήσας τὸ Σύνταγμα. Καὶ κατὰ τῆς μοναρχικῆς, οὕτως εἰπεῖν, ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος τούτου ἐπαναστατεῖ καὶ πάλιν, ὠθούμενος ὑπὸ τῆς δημοκρατικῆς αὑτοῦ ψυχῆς, καὶ ἐν συνεχείᾳ ἐπιφέρει καὶ πάλιν μίαν μεταβολὴν οὐχὶ διὰ καθαρᾶς ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ εἰρηνικῶς οὕτως εἰπεῖν. Ὅσοι παρίστανται μάρτυρες τῶν τελευταίων ἐτῶν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μας βίου, ἀπὸ μιᾶς τριακονταετίας βλέπομεν μίαν τοιαύτην σταθερῶς ἐλευθέραν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος, ἡ ὁποία μακρὰν τοῦ νὰ ἐνδυκνύῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπὸ χθεσινοῦ ρήτορος ἐλέχθη, ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τὸ ἐναντίον, ὅτι ἐπεκράτησεν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἀπολύτως, δύναμαι νὰ εἴπω, ἡ ἀντίληψις ὅτι τὸ πολίτευμα ἡμῶν εἶναι πολίτευμα δημοκρατικόν, ὅτι ἡ θέσις τοῦ μοναρχικοῦ παράγοντος εἶναι θέσις τυπικὴ ἐντελῶς ἤ, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ μίαν φράσιν ἀποψινοῦ ρήτορος, ἐντελῶς παθητική. Ἀκριβῶς ἡ ἔννοια τῆς δεδηλωμένης τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἀκριβῶς ἡ ἐκδοχή, δύναμαι νὰ εἴπω καὶ ἑνὸς ἀρχηγοῦ ἄλλου κόμματος, τοῦ Δηλιγιάννη, λέγοντος κατὰ τὸ 1895 καὶ ἀπαντῶντος εἰς τὸν Βασιλέα, προκαλοῦντος αὐτὸν νὰ παραιτηθῇ, ὅτι ἔχων τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς δὲν ὀφείλει καὶ δὲν δύναται νὰ παραιτηθῇ, ἀκριβῶς ἡ πολιτικὴ αὐτὴ ἀποδεικνύει ὅτι τὸ πολίτευμα τὸ Ἑλληνικὸν ἦτο καὶ εἶναι δημοκρατικὸν πολίτευμα καὶ ὡς τοιοῦτον ἐπικρατεῖ ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς Ἑλλάδος. Αἱ τάσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα ἐφάνησαν καὶ κατὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ 1909. Εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀνατρέξω εἰς τὸ παρελθόν, διότι, ἂν πάντοτε ἡ μελέτη τοῦ παρελθόντος εἶναι χρήσιμος πρὸς κατανόησιν τοῦ μέλλοντος, εἰδικῶς εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν συμβαίνει τοῦτο, ὁπότε εὑρισκόμεθα πάλιν πρὸ μεταβολῆς ἑλκομένης φανερῶς ἐκ τῶν δημοκρατικῶν τάσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Πρέπει νὰ κάμω μνείαν τοῦ παρελθόντος ὅπως καταδειχθῇ ὅτι ἡ σημερινὴ πολιτειακὴ κρίσις ἀπορρέει ἐκ τῆς ἀτελοῦς λύσεως, ἥτις ἐδόθη εἰς τὰ πολιτικὰ ἡμῶν πράγματα κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1909. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐζήτησε τότε ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἦτο καλυτέρα κυβέρνησις τῆς Χώρας, μεγαλυτέρα συμμετοχὴ τοῦ λαοῦ εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἐζήτει ὄχι μόνον μεταρρύθμισιν τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον ἦτο κεκηρυγμένος ὑπὲρ τῆς Συντακτικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως. Τοῦ τότε Διαδόχου Κωνσταντίνου, τὸ αὐθαίρετον τοῦ χαρακτῆρος καὶ τὸ στενοκέφαλον τοῦ νοῦ διῃσθάνετο καὶ ἐκηρύττετο ὑπὲρ βαθυτέρας μεταβολῆς ἐν τῷ πολιτεύματι. Δυστυχῶς ἡ λύσις δὲν ἐγένετο ὡς ἤθελεν ὁ λαός. Ἐγένετο Συνέλευσις Ἀναθεωρητική, ἀναθεωρήσασα μερικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν ἐλύθη ὁριστικῶς τὸ πολιτειακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἂν ἐλύετο, δὲν θὰ εἴμεθα εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Καὶ ἐνῷ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διῃσθάνετο τὸ μέλλον καὶ εἶχεν ὑποπτευθῆ τὸν τότε Διάδοχον, ὁ τελευταῖος ὑψώθη εἰς θέσιν πολὺ μεγαλυτέραν ἀπὸ ἐκείνην, ἥτις τοῦ ἥρμοζεν, ἐγένετο γενικὸς ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ καὶ ἐκάη ἄφθονος πρὸ αὐτοῦ λιβανωτός. Καὶ μὲ τοιαύτας ἀντιλήψεις ἐκρήγνυνται οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι, καθ’ οὓς ἡ Ἑλληνικὴ ψυχὴ ἐθριάμβευσεν, ἵνα τὴν δόξαν λάβῃ ὁ Κωνσταντῖνος, τοῦ ἀναγνωρίζεται ἀντισυνταγματικώτατα καὶ ἀντιπολιτικώτατα ὁ τίτλος τοῦ οὐσιαστικοῦ γενικοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Στρατοῦ, ἐνῷ ἐτήρει τὸ ἀνεύθυνον ὡς Βασιλεύς, ἄρχεται ἡ μηχανὴ τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων καὶ κηρύσσεται ἐθνικὸν κεφάλαιον οὗτος. Οὕτω ὁ τέως Βασιλεὺς ἐπίστευσεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀποκτήσῃ θέσιν οὐσιαστικὴν ἐν τῷ πολιτεύματι, ἀκολουθῶν δὲ τὴν πολιτικήν, ἀκολουθῶν τὰ δόγματα, ἀκολουθῶν τὰς θεωρίας τῆς Γερμανίας καὶ περιβληθεὶς ὑπὸ εὐτελῶν συμβούλων, εὑρέθη εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων, ὅστις καὶ ἦτο τὸ κύριον πρόσκομμα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν μοναρχικῶν του ἀντιλήψεων. Καὶ ἐγένετο ἡ σύγκρουσις ἐκείνη κατὰ τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δυστυχῶς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀντιδράσῃ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαός, κεκοπιακὼς ἐκ τῶν δύο πολέμων, ἤκουσε τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος φυσικὰ μετ’ εὐμενείας, τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος ἀπευθυνθεῖσαν μᾶλλον εἰς τὸ εἰρηνόφιλον αἴσθημα τοῦ λαοῦ, τὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος τὴν ὁποίαν οὔτε ἡμεῖς ἀπεκρούομεν τότε, μὴ γνωρίζοντες ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη δὲν ἦτο πολιτικὴ εἰλικρινής, ἀλλὰ πολιτικὴ δολία, ἐξυπηρέτει βασιλικὰ συμφέροντα καὶ οὐχὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ πολιτικὴ ὁδηγοῦσα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν σιδηροδέσμιον πρὸς τὴν Γερμανίαν. Καὶ οὕτω ἀπ’ αὐτῆς τῆς προθέσεως βλέπων τὰ πράγματα ὁ Βασιλεὺς προέβη εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐξηνέχθησαν πλεῖσται θεωρίαι περὶ τοῦ ἂν ὁ Βασιλεὺς εἶχε ἢ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ βασιλεία ἐν τῷ κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ὡς ἐξασκεῖται εἰς ὅλα τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη τῆς σήμερον καὶ ὡς ἐξησκήθη ἀπὸ τριακονταετίας ἐν Ἑλλάδι, δὲν παρέχει εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως, διότι μόνον τὸ Κοινοβούλιον εἶναι ὁ Κριτὴς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ποσῶς ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος. Εἶναι μέγα πολιτικὸν λάθος ἐκεῖνο, ὅπερ καὶ ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐδέχθη. Κυβέρνησις ἥτις ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ, δὲν ἔχει καμμίαν ἀνάγκην ἐμπιστοσύνης τοῦ Βασιλέως, συνεπῶς οὗτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νοηθῇ ὅτι δικαιοῦται νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν καὶ νὰ διαλύσῃ τὴν ἐφ’ ᾗ στηρίζεται ἡ Κυβέρνησις αὕτη Βουλήν. Εἰς τὸν Βασιλέα ἀναγνωρίζονται περιπτώσεις διαλύσεως αἱ λεγόμεναι ὑπουργικῆς διαλύσεως. Αἱ ἡγεμονικαὶ διαλύσεις δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα, ἀλλ’ εἰς τὴν συνταγματικὴν μοναρχίαν, ὅπου ἡ πολιτικὴ ἐξουσία συγκεντροῦται εἰς τὸν Βασιλέα. Ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἡγεμονικῆς διαλύσεως, διότι ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο εἰμὴ τὸ ὄργανον τῆς πολιτείας διὰ τοῦ ὁποίου ἐκδηλοῦται ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι οὔτε δικαίωμα οὔτε προνομία, εἶναι λειτουργία πολιτική, τὴν ὁποίαν ἐκτελεῖ ὁ Βασιλεὺς ὅταν τὸ Κοινοβούλιον παύσῃ νὰ παρέχῃ τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω νῦν, δύναταί τις νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι εἶναι θεωρία τὴν ὁποίαν παραδέχονται τινὲς τῶν δημοσιολόγων. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἄλλοι τῶν δημοσιολόγων ὑποστηρίζουσιν ἄλλα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω εἶναι ἡ θεωρία ἡ δημοκρατικὴ τοῦ Συντάγματος. Ἔλεγον ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τοῦτο, ἂν θὰ διαλυθῇ ἡ Βουλή, τὴν πρωτοβουλίαν ἔχει ἡ Κυβέρνησις πάντοτε. Ἀναγνωρίζω τὴν πολιτικὴν διάλυσιν καὶ ὄχι τὴν ἡγεμονικὴν διάλυσιν. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι βουλευταί, ὑποστηρίζουσί τινες τῶν δημοσιολόγων τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν θεωρίαν, τὸ ἀπασχολοῦν ἡμᾶς ζήτημα δὲν θὰ λυθῇ διὰ νομικῶν συζητήσεων. Ἐν ταῖς Βουλαῖς τὰ ζητήματα συζητοῦνται πολιτικῶς καὶ οὐχὶ νομικῶς. Ἀκριβῶς διότι ἄλλοι δημοσιολόγοι ὑποστηρίζουσι θεωρίαν καθ’ ἣν ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ κοινοβουλευτικὴ ἀνάγκη, καὶ ἄλλοι τὴν ἐναντίαν θεωρίαν· διὰ τοῦτο ἐξεταστέον εἶναι, διατί ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκ τῶν δύο λύσεων ἐδόθη ἡ μᾶλλον μοναρχικωτέρα, καὶ διὰ ποίους σκοπούς; Ἐνώπιον ἡμῶν ἔχομεν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέχουσιν ἀσφαλῆ τὴν κρίσιν ἐπὶ τῶν σκοπῶν καὶ τῶν βλέψεων τῆς πολιτικῆς τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως. Ἅμα ἀρχομένου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἡ Γερμανία προσῆλθεν ἐρωτῶσα ἡμᾶς τί ἐσκεπτόμεθα νὰ κάμωμεν καὶ πῶς ἐννοοῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τὴν Σερβίαν, ἐδήλου δὲ ὅτι ἡ Τουρκία καὶ ἡ Βουλγαρία συμμαχοῦσι πρὸς αὐτὴν καὶ ἵνα ἐπιτύχῃ τὸ «μίνιμουμ» ἐζήτει τὸ «μάξιμουμ», ἐζήτει νὰ κινητοποιήσωμεν τὸν Στρατὸν ἡμῶν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὴν οὐδετερότητα ἡμῶν. Ὅταν ἐζήτει λοιπὸν τὴν οὐδετερότητα ἡμῶν, ἐζήτει ἡ Γερμανικὴ πολιτική τι τὸ ὁποῖον θὰ κατέστρεφε τοὺς φίλους ἡμῶν. Καὶ λέγω τοῦτο διὰ νὰ κατανοηθῇ ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ τότε Βασιλεὺς πρὸς τὴν Γερμανίαν. Ἡ ἀπάντησις ἔχει οὕτω: «Ὁ Αὐτοκράτωρ γνωρίζει ὅτι αἱ προσωπικαί μου συμπάθειαι καὶ αἱ πολιτικαί μου γνῶμαι μὲ παρασύρουν πρὸς τὸ μέρος του».
§164Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπετε ποῦ τὸ στηρίζετε αὐτό, ὅτι ἡ Γερμανία ἐζήτει τὴν οὐδετερότητα.
§165Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω. Νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἀναγινώσκων τὰ μέρη ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων φθάνω εἰς συμπέρασμα πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐπιχειρήματός μου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ, δύναμαι νὰ τὰ ἀναγνώσω.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§167ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὰ γνωρίζομεν.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε τὴν ἀγόρευσίν σας.
§169Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ.
§170Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Πολὺ καλά. Λοιπὸν ἔλεγον ἀκριβῶς τοῦτο, ὅτι ἡ Γερμανία ἐζήτει τὴν οὐδετερότητα ἡμῶν, ἐζήτει τὸ «μάξιμουμ», τὴν κινητοποίησιν τοῦ Στρατοῦ ἡμῶν, ἵνα ἐπιτύχῃ τὸ «μίνιμουμ», ἐπεζήτει δηλαδὴ τὴν οὐδετερότητα ἡμῶν καθ’ ἣν στιγμὴν διεβεβαίου διὰ τοῦ ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτοῦ ἡμῶν—ἡ Βίβλος ἀναφέρει τὴν συνδιάλεξιν τοῦ von Jagow μετὰ τοῦ κ. Θεοτόκη καὶ δύνασθε νὰ τὴν ἀναγνώσητε—καθ’ ἣν στιγμὴν διεβεβαίου ὅτι ἡ οὐδετερότης ἡμῶν θὰ ἦγεν εἰς τὴν συντριβὴν τῆς Σερβίας. Ὑποθέτω ὅτι ταῦτα εἶναι σαφῆ καὶ ἀναφέρονται εἰς τὰ ἔγγραφα.
§171Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ μυστικὰ τὰ λέτε;
§172Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν σελίδα 30 θὰ εὕρητε τὴν ἀπάντησιν τοῦ von Jagow.
§173Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε Λυκουρέζο, ἡ σελὶς 30 σᾶς δίδει τὴν ἀπάντησιν.
§174Γ. ΠΩΠ. Παρὰ μίαν τεσσαράκοντα. (Ἱλαρότης).
§175Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Καὶ ἦτο φυσικὸν λοιπὸν διὰ νὰ ἐπιβληθῇ αὐτὴ ἡ πολιτική, πολιτικὴ τόσον ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ Ἔθνους, διότι, ὡς καὶ ἄλλοι ἀγορεύσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅταν συνεζητήθη ἐν τῷ Συμβουλίῳ τοῦ Στέμματος ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἔχων ἀντίθετον γνώμην μακαρίτης ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς ἐδήλωσεν ὅτι ἡ πολιτική του δὲν ἐτύγχανεν ἐγκρίσεως ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Ἦτο λοιπὸν σαφῶς γνωστὸν καὶ ἀπὸ πάντας τοὺς πολιτικοὺς μεμαρτυρημένον ὅτι ἡ ἐπιζητουμένη παρὰ τῆς Γερμανίας πολιτικὴ ἦτο ἀντίθετος πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἔθνους, πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Ἵνα ἐπιτύχῃ λοιπὸν νὰ ἐπικρατήσῃ ἡ Γερμανικὴ πολιτικὴ ἔδει ὁ Βασιλεὺς νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὰ τὰ μέσα, τῆς πρώτης καὶ δευτέρας διαλύσεως τῆς Βουλῆς, τῆς δευτέρας τοσοῦτον ἀντισυνταγματικῆς, ὥστε καὶ αὐτὸς ὁ κ. Μπούσιος, ὁ μᾶλλον ὑποστηρίζων τὴν πολιτικὴν τοῦ Βασιλέως, νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ τὴν δικαιολογήσῃ, καὶ εἶπεν ἐνταῦθα ὅτι ἐγένετο ἡ δευτέρα διάλυσις οὐχὶ ἕνεκα διαφωνίας Βουλῆς καὶ Λαοῦ, ὡς συνήθως λέγουν, ἀλλ’ ἵνα δοθῇ βιώσιμος Κυβέρνησις, ἡ ὁποία δὲν ἠδύνατο νὰ δοθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκείνης. Ἤτοι ἠθέλησεν ὁ ἀγορεύσας τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ ὑπαγάγῃ εἰς περίπτωσιν μηχανικῆς διαλύσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διάλυσις ἦτο ἀπαραίτητος. Τὸ ἐξεταστέον ὅμως εἶναι τοῦτο· ἡ ἀδυναμία τοῦ νὰ σχηματισθῇ βιώσιμος Κυβέρνησις προῆλθεν ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον; Ἀπὸ τὴν διαφωνίαν τῶν κομμάτων; Ἀπὸ τὴν δημιουργίαν εἰς τὴν Χώραν νέων πολιτικῶν ζυμώσεων, ὅπως λέγομεν; Ἢ προῆλθεν ἐξ αὐτῆς τῆς ἀντισυνταγματικῶς ἀναγνωρισθείσης διαφωνίας καὶ τῆς ἀρνήσεως τοῦ Βασιλέως νὰ καλέσῃ τὴν νόμιμον Κυβέρνησιν, ἐπιζητῶν διὰ τῶν ἀλλεπαλλήλων ὑπηρεσιακῶν Κυβερνήσεων τὴν ἐφαρμογὴν πολιτικῆς ἀντιθέτου πρὸς τὸ Κοινοβούλιον; Τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ. Ἡ δυσκολία τῆς Βουλῆς νὰ δώσῃ βιώσιμον Κυβέρνησιν προῆλθεν ἐκ πραξικοπήματος τοῦ Βασιλέως. Δὲν ἀναγνωρίζομεν ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ διαφωνήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις περιβάλλεται ὑπὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ. Οὗτος εἶναι ὄργανον τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας καὶ οὐχὶ φορεύς. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ ἀπάντησις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Βασιλέα ἔδει νὰ ἦτο αὕτη: «Δὲν παραιτούμεθα ἡμεῖς· σὺ νὰ παραιτηθῇς, διότι σὺ δὲν εἶσαι σύμφωνος μὲ τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν». Θέλω νὰ εἴπω διὰ τούτων ὅτι δὲν εἶχεν ἀπολύτως οὐδὲν δικαίωμα ὁ Βασιλεύς, δὲν εἶχε δικαίωμα τοιοῦτο, νὰ διαφωνῇ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, εἴτε ἐσωτερικὴν εἴτε ἐξωτερικήν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίχθη ἐνταῦθα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν φρονεῖ ὅτι ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν δημοσίαν γνώμην. Ἀλλοίμονον ἐὰν παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἀρχήν.
§176Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ τὸν Βασιλέα δὲν γυρεύομεν πολλὰ πράγματα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γυρεύομεν εἶναι νὰ βλέπῃ τὴν μηχανὴν ἡ ὁποία δουλεύει, ἐὰν λειτουργῇ κανονικῶς. Καὶ ἐὰν ἴδῃ ὅτι τὸ Ἀντιπροσωπευτικὸν Σῶμα ἔπαυσε νὰ εὑρίσκεται εἰς λειτουργίαν πρὸς τὴν λαϊκὴν γνώμην, εἴτε διότι ἔκαμε κατάχρησιν, εἴτε διότι ἐδημιουργήθησαν νέα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται εἰς ἁρμονίαν πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην, τότε νὰ κάμνῃ ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην διὰ νὰ ἀποφανθῇ αὕτη. Ὥστε τὸ δικαίωμα αὐτὸ δὲν εἶναι ἡγεμονικὸν προνόμιον, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ λαοῦ.
§177Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Μάλιστα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπεστηρίξατε διὰ νὰ γίνῃ δεκτὸν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ πρόθεσις καὶ ὁ σκοπός, ἕνεκα τῶν ὁποίων γίνεται ἡ διάλυσις.
§178Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν ἀσκῆται ἡ ἀρχὴ πρὸς τὸ συμφέρον τῶν πολλῶν ἢ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἑνός. Ἐὰν ἀσκῆται πρὸς τὸ συμφέρον ἑνός, τότε ὑπάρχει παράβασις τοῦ πολιτεύματος, ἐὰν δὲ ἀσκῆται πρὸς τὸ συμφέρον τῶν πολλῶν, τότε ὑπάρχει ὀρθὸν πολίτευμα. Δι’ αὐτὸ ὅπου ἐξησφαλίσθησαν τὰ δικαιώματα τὰ λαϊκά, ἐξησφαλίσθησαν κατόπιν πολλῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν πρὸς τὸν Βασιλέα.
§179Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Συζητοῦμεν ὄχι ἐπὶ τῶν προσώπων, ἀλλὰ ἐπὶ τῶν θεσμῶν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἀκριβῶς νὰ μὴ δοθῇ τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο εἰς τὸ Βασιλέα, ὥστε χρώμενος ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τῷ ἀναγνωρίζομεν, νὰ δύναται νὰ κάμνῃ χρῆσιν τοιαύτην νομίζω ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτον δικαίωμα. Ἐὰν δὲν εἶναι ἀληθὲς δυστυχῶς, καὶ εἶναι πλάσμα νομικόν, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, τοῦτο ἵνα τὸ καταστήσωμεν ἀληθὲς θὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλα μέσα, καὶ τὰ μέσα εἶναι γνωστὰ εἰς ὅλα τὰ δημοκρατικὰ κόμματα. Ὄχι διὰ νὰ διορθώσωμεν ἓν ἐλάττωμα νὰ εἰσαγάγωμεν ἕνα ὄλεθρον. Ἐφ’ ὅσον ὅθεν τὸ Κοινοβούλιον ὑποστηρίζει μίαν Κυβέρνησιν, τοῦτο σημαίνει ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν δημοσίαν γνώμην. Διὰ τοῦτο ἐλέχθη ἀκριβῶς ὅτι ἡ ἀνωτέρα δύναμις εἰς τὸ Κράτος εἶναι ὁ Πρωθυπουργός, ἀκριβῶς διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἐλευθέρα νὰ κανονίσῃ τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἡ πλειονοψηφία δὲ θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ διατηρήσῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ἐκείνην. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι, ἵνα πραγματοποιηθῇ ἡ ἀντεθνικὴ ἐκείνη πολιτικὴ ἐγένοντο αὐταὶ αἱ παραβιάσεις τοῦ πολιτεύματος. Καὶ εἴδαμεν ὅλας τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐν Ἑλλάδι εἰς οὐδὲν ἄλλο τεινούσας εἰμὴ νὰ ἑδραιώσουν τὴν ἀπολυταρχίαν καὶ τὸν μοναρχισμόν. Καὶ ἱδρύθη ἐσωτερικὸς στρατὸς ὑπερασπίσεως αὐτοῦ τοῦ μοναρχικοῦ καθεστῶτος, ὁ στρατὸς τῶν ἐπιστράτων· ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ πλεῖστοι, ἀπετέλεσαν τόσα σωματεῖα ἐξυπηρετήσεως αὐτῆς τῆς πολιτικῆς, κλῖκαι δὲ ὁλόκληροι διηύθυνον τὴν πολιτικὴν ταύτην. Ὁ Κλῆρος δὲν ἔλειψε νὰ κάμῃ τὸ χρέος του ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι πάντοτε ὁ Κλῆρος προσεταιρίζεται καὶ εἶναι φυσικὸς σύμμαχος τῆς τυραννίας.
§180Γ. ΠΩΠ. Ὄχι ὁ Κλῆρος ὁ Ἑλληνικός.
§181Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι δεδομένον ἱστορικόν.
§182Γ. ΠΩΠ. Ὀφείλομεν νὰ ἀποκαταστήσωμεν τὴν ἀλήθειαν, οὔτε πρέπει νὰ ἀποδίδωμεν τὰς πράξεις τοῦ Κλήρου τοῦ παρόντος, τοῦ μετανοεμβριανοῦ Κλήρου, τοῦ ἐμφανισθέντος μετὰ τὴν 19ην Νοεμβρίου, πρὸς τὴν ἱστορίαν τοῦ Κλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ὁ Κλῆρος ὁ Ἑλληνικὸς συνδέεται πρὸς τὰς φιλελευθερωτέρας ἰδέας, διότι ἡ πίστις πρὸς τὸν Χριστὸν ἀποτελεῖ τὴν πίστιν τῆς Δημοκρατίας, τὴν ὁποίαν καὶ ὑμεῖς πιστεύετε, ὁ δὲ Κλῆρος ὁ Ἑλληνικὸς ἐπὶ τῇ πίστει ταύτῃ εἰργάσθη πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ Γένους ἀπὸ τοῦ τυράννου. Ἐὰν δὲ ὑπῆρξαν κακοὶ λειτουργοὶ τοῦ Κλήρου, ὅπως ὑπῆρξαν καὶ κακοὶ τοῦ θεσμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν ἐργάται καὶ ἐκτελεσταί, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς Κλῆρος δὲν συνδέεται πρὸς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Κράτους. Ὀφείλετε δὲ τὴν ἐπανόρθωσιν ταύτην χάριν τῆς Ἱστορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἥτις εἶναι ἱστορία τοῦ Χριστιανισμοῦ, τοῦ Ἑλληνικοῦ Χριστιανισμοῦ. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§183Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριε βουλευτά, νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησίς σας αὕτη δὲν μὲ ὑποχρεοῖ εἰς ἐπανόρθωσίν τινα, διότι οὐδέποτε ἐσκέφθην, μεμφόμενος τοῦ Κλήρου, νὰ μὴ ἀναγνωρίσω τὰς ἀρετὰς τῶν ἀγωνισθέντων Ἱεραρχῶν καὶ ἀκριβῶς ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου περὶ τῶν μεγάλων ἀγώνων τοῦ Ἔθνους, εἰς τοὺς ὁποίους λαμπρὰν θέσιν κατέχουσι κατὰ τὴν Ἐπανάστασιν καὶ κληρικοί. Ὡμίλησα περὶ τοῦ Κλήρου γενικῶς καὶ περὶ τοῦ σημερινοῦ καὶ ὡμίλησα μᾶλλον περὶ τῆς συνήθους περιπτώσεως καθ’ ἣν ὁ Κλῆρος, ὅπως εἶπον, —καὶ τοῦτο παντοῦ συνέβη— γίνεται σύμμαχος τοῦ τυράννου. Ὀλίγα θὰ προσθέσω περὶ τῆς νομιμότητος τῆς παρούσης Βουλῆς. Δεχόμενος βεβαίως τὴν ἀντισυνταγματικότητα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου, εἶναι φυσικὸν νὰ δεχθῶ ὅτι καὶ αἱ γενόμεναι ἐκλογαὶ ἦσαν ἀντισυνταγματικαὶ καὶ ἡ Βουλὴ ἡ ἐπελθοῦσα καὶ συνεπῶς ἐκ τῆς ἀκυρότητος τῆς διαλύσεως ἐγκύρως καὶ κανονικῶς προβαίνει ἡ Βουλὴ τῆς 31ης Μαΐου εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῶν τακτικῶν ἔργων της. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν νομίζω ὅτι εἰς τὰ πολιτικὰ ζητήματα κρατεῖ ὁ νομικὸς τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι καὶ περὶ τούτων δὲν δυνάμεθα νὰ σκεπτώμεθα ὡς περὶ τῶν κανόνων τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἀκύρου οὔσης τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, νόμιμος καὶ κανονικὴ ἡ παροῦσα Βουλή. Τοῦτο ἴσως νὰ εἶναι ἡ νομικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ προέχει ἡ πολιτική. Καὶ μετὰ τὴν γενομένην Ἐπανάστασιν, μετὰ τὴν παρέλευσιν δύο ἐτῶν, καθ’ ἃ ἦτο ἀποῦσα ἡ Βουλὴ αὕτη, ὑπάρχει ἀνάγκη βεβαίως ὅπως ὁ λαὸς δι’ ἑνὸς νομίμου τρόπου κρίνῃ καὶ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν γενομένων, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ πράξῃ τοῦτο, δηλαδὴ νὰ νομιμοποιήσῃ τὰ γενόμενα, ἄνευ εἰδικῆς ἐντολῆς τοῦ λαοῦ. Ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ πράξῃ τοῦτο εἶναι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις. Φρονοῦμεν λοιπὸν ὅτι ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει καὶ μόνῃ ἔγκειται ἡ λύσις τοῦ πολιτειακοῦ ζητήματος καὶ πρὸς τὴν μορφὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ πρὸς τὴν διεθνῆ θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Τοῦτο δὲ δὲν εἶναι γνώμη τὴν ὁποίαν μόνον ἐγὼ δύναμαι νὰ ἐκφράσω, ταύτην ἐγκύρως ἐξέφρασαν καὶ αἱ Προστάτιδες Δυνάμεις διὰ τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ, εἰπόντος ὅτι τὸ πολιτειακὸν καθεστὼς τῆς Ἑλλάδος θέλει κανονίσει ἡ Ἐθνοσυνέλευσις· ταύτην τὴν ἀνάγκην ἐξέφρασε καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἐδημοσίευσε τὸ Διάταγμα τῆς ἀναστολῆς τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, δηλώσασα ὅτι θέλει τοῦτο ὑποβληθῆ εἰς τὴν συγκληθησομένην Ἐθνοσυνέλευσιν. Διὰ ταῦτα νομίζω ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκπροσωπῇ παρὰ μίαν κατάστασιν μεταβατικήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ δυνηθῶμεν νὰ τερματίσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὴν ἀνωμαλίαν ταύτην.
§184Γ. ΠΩΠ. Νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν Βουλὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν.
§185Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ γνώμη σας δὲν τὴν κάμνει ὅμως.
§186Γ. ΠΩΠ. Χάριν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν.
§187Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη συγκλήσεως Ἐθνοσυνελεύσεως ἵνα ἐπικυρώσῃ τὰ γενόμενα· δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ παροῦσα Βουλὴ νὰ δώσῃ αὐτὴν τὴν λύσιν. Αὕτη, ὡς πᾶσα Βουλή, πολὺ δὲ περισσότερον ἡ παροῦσα, ἥτις, ἐὰν ἀληθῶς χάρις τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ μάχεται, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ εἰσαγάγῃ δημοκρατικωτέρους θεσμούς, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει δημοκρατικωτέρου ἐκλογικοῦ συστήματος νὰ συγκληθῇ ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἵνα ἀντιπροσωπεύεται ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ καὶ τῶν πολιτικῶν ὁμάδων, αἵτινες διὰ τοῦ ἰσχύοντος ἐκλογικοῦ συστήματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιπροσωπευθοῦν.
§188Γ. ΠΩΠ. Σεῖς, ἀντιπρόσωπος τῶν καθαρῶς δημοκρατικῶν ἰδεῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, πῶς ἀνέχεσθε ὥστε τὸ Στέμμα νὰ ἐκπροσωπῇ πράξεις τῆς λαϊκῆς ἐλευθερίας καὶ νὰ τὰς ἐξαρτᾷ ἀπὸ τὴν Βουλήν; Ὅταν δὲ ὑπάρχῃ ἀντιπρόσωπος ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ὁ ὁποῖος σᾶς λέγει ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ἀντεποιήθη τὸ Στέμμα καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀξιοῖ ἵνα αὐτὴ αὕτη θέλει νὰ ἐνασκήσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, πῶς σεῖς ἀποδέχεσθε ἀντιρρήσεις ἐπὶ τούτου; Καὶ σᾶς ἐρωτῶ ἄλλο τι: Ἡ νέα Βουλή, ἥτις θὰ συνέλθῃ καὶ ἡ ὁποία πρόκειται νὰ εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἵνα κυρώσῃ πράξεις γενομένας ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, τί ἔχει νὰ νομιμοποιήσῃ; Φαντάζεσθε ὅτι εἶναι δυνατὸν Συνέλευσις τοῦ μέλλοντος νὰ νομιμοποιήσῃ ὅτι ὀρθῶς ἐγένετο ἡ παρέκβασις ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἐκπροσωπουμένης ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κυβέρνησιν; Ὄχι βεβαίως. Ἀλλ’ Ἐθνοσυνέλευσις Συντακτική, καλουμένη, δύναται νὰ κυρώσῃ πράξεις τελουμένας ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐκπροσωπούσης τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν. Ὅταν δὲ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἰς δύο ἐκ τῶν μᾶλλον κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Ἰταλίαν, δὲν ὑπάρχει οὐδὲ τυπικὴ διάκρισις μεταξὺ Νόμου καὶ Συντάγματος, διατί θέλετε νὰ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἡ ὁποία εἶναι προϊόν ἐπαναστάσεως, συμπιπτούσης πρὸς τὸν καθολικόν, πανευρωπαϊκὸν καὶ παγκόσμιον πόλεμον, ἐπαναστάσεως συμπιπτούσης πρὸς τὴν λαϊκὴν ἔννοιαν, ἥτις ἐξεδηλώθη τοσοῦτον θορυβωδῶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐνταῦθα καὶ ἐναντίον τῆς γνώμης τῆς Κυβερνήσεως, διατί θέλετε νὰ ἀφαιρέσητε διὰ τῆς γνώμης ὑμῶν, ὁ κατ’ ἐξοχὴν δημοκράτης, τὸ δικαίωμα ὅπως ἡ Βουλὴ αὕτη κατοχυρωθῇ ὡς λαϊκὴ κυριαρχία ἐναντίον τοῦ Στέμματος, ἐναντίον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας καὶ εἴπῃ: «Ἐγὼ εἶμαι τὸ Κράτος καὶ τὸ πολίτευμα, διότι οὕτως ὁδηγοῦσα τὸ Κράτος καὶ τὸ πολίτευμα καὶ ἐκπροσωποῦσα τὸ Κράτος θὰ δυνηθῶ νὰ δώσω τὴν νίκην ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους»; (Χειροκροτήματα).
§189Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἴσως σᾶς ἐπλάνησεν ἡ λέξις, ἡ λέξις τὴν ὁποίαν εἶπον, «ἐνομιμοποίησε τὰ πράγματα». Δὲν λησμονεῖτε ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπαναστάσεως.
§190Γ. ΠΩΠ. Σεῖς τὸ λησμονεῖτε.
§191Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Λησμονεῖτε τοῦτο, ὅτι, ἂν τὴν ἑσπέραν ταύτην ἐγένετο δημοκρατική τις ἐκδήλωσις, ἐγένετο τοιαύτη διὰ χειροκροτημάτων καὶ ὄχι διὰ σαφοῦς δηλώσεως τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Τοὐναντίον μάλιστα, ἔχετε τὴν γνώμην τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς πλειονοψηφίας, τὴν οὐχὶ δημοκρατικήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς ἐρωτῶ: Ποίαν ἐγγύησιν ἔχει διὰ τὴν δημοκρατικὴν σύνταξιν τῆς Χώρας, διδομένης εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν συντακτικῆς ἐξουσίας;
§192Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τότε θὰ εἶχε γίνει Δημοκρατία.
§193Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Διὰ τοῦτο ζητοῦμεν τὴν Συντακτικὴν Συνέλευσιν.
§194Γ. ΠΩΠ. Ἐπιτρέψατέ μοι, παρακαλῶ, μίαν ἀκόμη διακοπήν. Ἐν τῷ Βασιλικῷ Λόγῳ τῷ φέροντι τὴν εὐθύνην τὴν κυβερνητικὴν λέγεται τοῦτο, ὅτι: μετὰ τὸν κατακλυσμὸν τὸν Εὐρωπαϊκὸν πᾶν ὅ,τι ἔχει καὶ ἐκράτησε τὸ Ἔθνος θὰ τοῦ μείνῃ ἀκέραιον, πᾶν δὲ ὅ,τι ἐστερήθη, θὰ ἀπαλειφθῇ ἐντελῶς ἀπὸ τοῦ χάρτου τοῦ ἐθνολογικοῦ. Ἔχων Ἑλληνικὴν φιλοδοξίαν καὶ πόθους σᾶς ἐρωτῶ: Διατί ἠθέλατε καὶ ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς καὶ ἀνεχόμεθα ἐνταῦθα τὸν Βασιλέα; Τὸν ἀνεχόμεθα ὡς σύμβολον τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος καὶ οὐδὲν πέρα τούτου. Ἐδεχόμεθα καὶ ἠθέλομεν τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, πρὶν ἢ ἀπέλθῃ, διότι ἀπετέλει ἐθνικὸν κεφάλαιον, μόνον εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν ἤθελε τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐνόπλου Ἑλλάδος, ὁδεύων κατὰ τοῦ ἐχθροῦ τοῦ εἰσβαλόντος εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν μετὰ τὸν πόλεμον ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀποτελέσῃ σύνολον, ἀποκαθισταμένη ἀκεραία εἰς τὰς ἐθνικὰς αὐτῆς ὑποχρεώσεις, τί τὸν θέλομεν τὸν Βασιλέα τοῦ μέλλοντος; Τί θὰ ἐκπροσωπήσῃ οὗτος ἄλλο πλὴν τῆς ἐννοίας τῆς μοναρχίας; Καὶ ὅταν ὁ Βασιλεύς, ὅν εἴχομεν ὡς ἐθνικὸν κεφάλαιον ἵνα ὁδεύσῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ἔφυγε, μὴ θελήσας νὰ πράξῃ τοῦτο, ἵνα τί ἐπιθυμῆτε σεῖς ὅπως συντηρηθῇ τῇ ἁπλῇ ἀνοχῇ ἡ βασιλεία ἐν Ἑλλάδι;
§195Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ρήτωρ δὲν τὸ ἐπιθυμεῖ.
§196Γ. ΠΩΠ. Εἰς τοῦτο ζητῶ τὴν ἀπάντησίν σας.
§197Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἐγὼ ὁ ὁποῖος, ὄχι ὡς ὑμεῖς, ὑπ’ αὐτὰς τὰς συνθήκας, ἀλλ’ ὑπὸ οὐδεμίαν συνθήκην ἠθέλησα τὸν Βασιλέα, δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἀπάντησιν εἰς ὅ,τι μὲ ἐρωτᾶτε. Ἰδίᾳ εἰς τὸ ἐθνικὸν κεφάλαιον τὸ ὁποῖον ἐθίξατε. Θὰ σᾶς εἴπω ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἴδατε εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ὅτι ἡ πλειονοψηφία καὶ ἡ μειονοψηφία εἰς ἓν ζήτημα εἶναι σύμφωνοι, ὅτι ἡ μέλλουσα Ἐθνοσυνέλευσις θὰ ἐνισχύσῃ τὸν Βασιλικὸν θεσμὸν ἐν Ἑλλάδι.
§198Γ. ΠΩΠ. Καθῆκον τυπικὸν τῆς Κυβερνήσεως.
§199Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὰ ζητήματα εἶναι τοιαῦτα, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν, προκειμένου περὶ ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ὅτι εἶναι καθῆκον τυπικὸν τῆς Κυβερνήσεως τοῦτο, ἐνῷ ἐξ ἄλλου συζητοῦμεν ζωτικώτατα πολιτειακὰ ζητήματα τῆς Χώρας. Ἐλησμονήσατε οὕτω νὰ ἴδητε ὅτι πᾶσα ἡ Βουλὴ παρίσταται θέλουσα τὸν βασιλικὸν θεσμὸν καὶ μόνον παριστάμεθα ἀντίπαλοι ἐγώ, σεῖς καὶ ὁ κ. Κουριέλ.
§200Γ. ΠΩΠ. Νέα Τριανδρία.
§201Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ὅταν βλέπετε τοιαύτας ἀντιλήψεις κρατούσας ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἐκδηλουμένας εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, νομίζετε ὅτι θὰ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ αὐτή, γινομένη Συνέλευσις, ὑπὸ ἄλλας ἀντιλήψεις; Διὰ τοῦτο νομίζομεν ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπὶ τὸ δημοκρατικώτερον διαρρύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ἵνα βοηθήσῃ τὴν σύγκλησιν Ἐθνοσυνελεύσεως, ἥτις θὰ κανονίσῃ ὁριστικῶς τὸ δημοκρατικὸν πολίτευμα τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ὅ,τι χωρίζει ἡμᾶς ἀπὸ τὸν κ. Πὼπ εἶναι ὅτι δὲν εἴμεθα δημοκρατικοὶ διὰ τὰ πρόσωπα μόνον τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Θέλομεν ἐκδημοκράτησιν εἰς τοὺς θεσμούς, συμμετοχὴν μεγαλυτέραν τοῦ λαοῦ εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Καὶ τοῦτο θέλομεν νὰ κανονισθῇ ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει. Δὲν θέλομεν ἁπλῶς ἀντὶ ἑνὸς Βασιλέως νὰ ἔχωμεν Πρόεδρον Δημοκρατίας, ἀλλὰ θέλομεν δημοκρατικοποίησιν ὅλων τῶν θεσμῶν. Σήμερον μᾶς παρέχεται εὐκαιρία νὰ τὴν ἐπιτύχωμεν. Μᾶς παρέχονται διδάγματα ἐκ τῆς μεγάλης Ρωσσικῆς Δημοκρατίας. Διὰ τοῦτο νομίζομεν ὅτι ἡ παροῦσα Βουλή, ἐν σχέσει μὲ τὴν νομιμότητά της, βεβαίως νομικῶς εἶναι νόμιμον, ἀλλὰ πολιτικῶς δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ὡς τακτικὴ Βουλὴ μέχρι λήξεως τῆς τετραετίας, διότι εἶναι Σῶμα προπαρασκευαστικὸν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς θὰ κανονίσῃ τὸ πολίτευμα καὶ τοὺς θεσμοὺς αὐτοῦ. Δὲν πρέπει νὰ ἀπαντῶμεν ἀφ’ ἑνὸς ὅτι θὰ κατοχυρώσωμεν τὸν θρόνον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς μειονοψηφίας ὅτι οὐδέποτε ἠθέλησεν ὁ Βασιλεὺς ἐν Ἑλλάδι νὰ ἀφαιρέσῃ τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Ὀφείλομεν νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι ἡ ἀνάρρησίς του εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν. Ἐὰν ἀκολουθῇ τὴν δημοκρατικὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὡς πραγματικὸς Ἕλλην, ὀφείλει νὰ καταθέσῃ τὸ Στέμμα καὶ νὰ ἔλθῃ μὲ ἡμᾶς νὰ ἐργασθῇ ὑπὲρ τῆς Δημοκρατίας.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον.
§203Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω, Κύριοι, ἐξ ὀνόματος τῆς πολιτικῆς ὁμάδος, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνήκω, δὲν θὰ ἐξωτερικεύσω ἰδέας αὐτῆς. Θὰ εἴπω ὅ,τι ἡ ψυχή μου, ἡ συνείδησίς μου καὶ ὁ ἀνυπότακτος εἰς πολιτικὰς ἀνάγκας χαρακτήρ μου μοῦ ὑπαγορεύουν. Ὑπὲρ τοὺς 20 παρῆλθον μῆνες, ἀφ’ ἧς Καισαρικὴ διαταγή, ἀπήλθομεν ἐκ τῆς αἰθούσης ταύτης, δυνάμεθα δὲ διὰ τὸ διαρρεῦσαν αὐτὸ εἰκοσάμηνον διάστημα νὰ ἀναφωνήσωμεν ὅτι 20 παρῆλθον μῆνες ὡς δευτερόλεπτα 20, μιμούμενοι εἰς τοῦτο τὸν Ἰσραηλίτην Βαρούχ, τὸν ἐπὶ χίλια ἔτη ὑπνώσαντα καὶ μετὰ τὴν ἀνάνηψίν του προσβλέψαντα εἰς τὰ πέριξ κείμενα ἴδια ἀντικείμενα καὶ ἀνακράξαντα «χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία!» Καὶ ἡμεῖς κατὰ τὸ εἰκοσάμηνον αὐτὸ διάστημα, παθόντες λήθαργον καὶ ὄχι εὐτυχῶς καὶ ἀφασίαν ἐκ τοῦ ἀδίκου Καισαρικοῦ κτυπήματος, ἐπέσαμεν ὑπνώσαντες τὸν Βαρούχειον ὕπνον, ὄχι ὅμως ὕπνον ὡς τοῦ Βαρούχ, νηφάλιον καὶ μακάριον, διότι ὁ ἡμέτερος ὕπνος, καθ’ ὃ ὕπνος μὴ φυσιολογικός, ἀνεταράσσετο ἐν τῷ μεταξὺ ἀπὸ φρικτὰ ὄνειρα καὶ τρομεροὺς ἐφιάλτας. Κατώρθωσεν εὐτυχῶς ἐκ τοῦ κτυπήματος ἐκείνου νὰ μείνῃ ἄτρωτος εἷς, ὁ υἱὸς τῆς τρικυμίας. Αὐτὸς ἠγρύπνει πέριξ τῶν ληθαργούντων καὶ τυραννουμένων, αὐτὸς ἐνέπνευσεν εἰς ἐγκαρτέρησιν τοὺς εἰς τὴν πολιτικήν του πιστεύσαντας, αὐτὸς ἐπάλαισεν, ἐνίκησε καὶ ἐξεκαθάρισε τὴν πολιτικὴν ἀτμόσφαιραν, αὐτὸς ἐξαπέλυσε τὸ ὀξυγόνον καὶ ἐνεφύσησε τὴν πολιτικὴν ζωήν. Αὐτὸς τέλος ἐσάλπισε διὰ τῆς καὶ ἀπὸ ἄλλοτε ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον γνωστῆς σειρῆνός του τὸ ἐγερτήριον τῆς σωτηρίας σάλπισμα καὶ ἰδοὺ ἡμεῖς παρ’ αὐτῷ ἄλλοι καὶ σὺν αὐτῷ ἄλλοι ἐνταῦθα καὶ ἐν τῇ ἐθνικῇ αἰθούσῃ ταύτῃ συνεχίζοντες τὸ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1910 ἀναληφθὲν παρ’ ἡμῶν ἔργον τῆς ἀνορθώσεως καὶ τῆς ἐθνικῆς σωτηρίας. Οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν εἴμεθα παλαιοὶ γνώριμοι, ἰδίᾳ οἱ ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καταγόμενοι, ἐμείναμεν πιστοὶ καθ’ ὅλον τὸ μετεπαναστατικὸν καθεστώς· οἱ ἄλλοι, οἱ παρείσακτοι, εἴτε ἐλλιποψύχησαν εἴτε ηὐτομόλησαν πρὸς τὸν παλαιοκομματισμόν. Μάλιστα αἱ τελευταῖαι δοκιμασίαι τῶν Φιλελευθέρων ἐχρησίμευσαν ὡς Λυδία λίθος, διότι κατὰ τὸ διάστημα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς θεομηνίας ἐξηκολούθησαν νὰ παραμένωσι πιστοὶ οἱ μετεπαναστατικοὶ πολιτικοὶ ἄνδρες εἰς τὴν χαραχθεῖσαν ἀπὸ τοῦ 1911 νέαν πολιτικὴν σταδιοδρομίαν. Πρωτεργάται ἡμεῖς καὶ ὑμεῖς τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909, ἀντιπρόσωποι κατ’ ἐπανάληψιν τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ ἐντεῦθεν, εἴμεθα ὁ ὑγιὴς πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος, εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες προώρισται νὰ καταστῶμεν οἱ πολιτικοὶ κλητοὶ τῆς Θείας Προνοίας, ποὺ θὰ ποδηγετήσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς ἀρετῆς, τῆς εὐτυχίας καὶ τῆς δόξης. (Χειροκροτήματα). Τοιοῦτοι ἐσμὲν ἡμεῖς οἱ Φιλελεύθεροι καὶ ἀνεξάρτητοι, οἱ πραγματικοὶ καὶ λαοπρόβλητοι βουλευταὶ τῆς ἀθανάτου Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου. (Μπράβο, μπράβο!). Τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἀνόητοι πολιτικοὶ ἄνδρες καὶ ἀπερίσκεπτος Μονάρχης, ἀπὸ κοινοῦ συμφέροντος ὁρμώμενοι καὶ ἀμοιβαίαν συνομολογήσαντες συνδρομήν, ἀπεφάσισαν τῆς ἐξόντωσιν αὐτῆς. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἀπεφάσισαν τὴν διάλυσιν ταύτης διὰ νὰ σβύσωσι τὴν πολιτικὴν ζωὴν τὴν πρὸ ἑπταετίας ἀνατείλασαν καὶ σφριγῶσαν ἐν δράσει πολιτικῇ, διὰ νὰ ἐπαναφέρωσι τὸν προσφιλῆ αὐτοῖς κομματισμὸν καὶ πολιτικὴν φεουδαρχικήν, μένεα πνέοντες καθ’ ἡμῶν, οἵτινες κατερρίψαμεν τὰ πολιτικά τους τζάκια! Ἰδού, Κύριοι, αἱ ἀφορμαί, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐτάχθησαν κατὰ τῆς ἀναβιώσεως τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου. Ἡ Βουλὴ τῆς 31ης Μαΐου εἶναι κάρφος εἰς τοὺς ὀφθαλμούς των καὶ ἐμπόδιον εἰς τὰς αὐταρχικάς των ἰδέας. Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθησαν οἱ δήμιοι τῆς Βουλῆς αὐτῆς ὅτι ἡ Βουλὴ τῆς 31ης Μαΐου, ἐν τῇ πλειονότητι αὐτῆς, ἀντιπροσωπεύει τὸ ἅγιον πολιτικὸν πνεῦμα τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ πνεύματα, καθ’ ὃ πνεύματα, δὲν φονεύονται, ἔστω καὶ φονευομένων τῶν σωμάτων αὐτῶν. Οἱ Ἑβραῖοι ἐσταύρωσαν τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ ἐνεταφίασαν αὐτόν, ἀλλ’ ὁ Χριστός, ὡς πνεῦμα, ἀνέστη καὶ ἐκυριάρχησε τοῦ κόσμου. Καὶ ἡ Βουλὴ αὐτὴ λοιπὸν ἀνέστη, ὡς ὁ Χριστὸς καὶ ὡς Ἐκεῖνος, ἐκυριάρχησε τῆς γῆς. (Χειροκροτήματα). Οὕτω καὶ ἡ Βουλὴ αὕτη, ἀναστηθεῖσα, θὰ κυριαρχήσῃ τοῦ πολιτικοῦ ὁρίζοντος τῆς Ἑλλάδος (Χειροκροτήματα). Πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ δηλώσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅτι δὲν προτίθεμαι νὰ ἀκολουθήσω τὴν γνώμην τῶν ἄλλων ἀντιπολιτευομένων καὶ νὰ μὴ ἀκολουθήσω τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· ἔχω καθῆκον ἐθνικὸν νὰ τὰς ἀκολουθήσω, ἐλέγχων τὴν Κυβέρνησιν ἐν τοῖς ἐσωτερικοῖς ζητήμασι καὶ ἀντιπολιτευόμενος αὐτὴν ὅπου νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀντιπολιτεύωμαι αὐτήν. Διὰ τὴν ἐξωτερικὴν ὅμως πολιτικὴν ἀναλαμβάνω ὅλην τὴν εὐθύνην μαζύ της νὰ τὴν παρακολουθήσω πιστῶς εἰς αὐτήν, ἐχάρηκα δὲ ἰδιαιτέρως καὶ ἐχειροκρότησα δύο φορὰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. τὴν μὲν μίαν ὅταν ὡμίλει πρὸς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ὑποδεικνύων εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον της νὰ παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, τὴν δὲ ἄλλην φορὰν ὅταν ὡμίλει περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς βασιλείας. Δὲν ἀσπάζομαι οὔτε ἀκολουθῶ τὴν γνώμην ἐκείνων ἐκ τῶν συναδέλφων ποὺ θέλουν καλὰ καὶ σώνει πρώϊμον Δημοκρατίαν. Δὲν μοῦ ἀρέσει ἡ Δημοκρατία διὰ τὴν Ἑλλάδα, ὅπου ὁ ἕνας ἀπὸ ἡμᾶς δὲν χωνεύει τὸν ἄλλον· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν ἡμεῖς λαϊκὸν Πρόεδρον Δημοκρατίας; Ὁ καιρὸς δὲν εἶναι πρόσφορος, πρὸ παντὸς δὲ ἡ παροῦσα περίστασις, ὅπου ἀνάγκην ἔχει νὰ ὁμονοήσῃ ὁ λαὸς καὶ ὁ ἀληθῶς μέγας ἐν πολλοῖς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι καὶ μέγας κοινωνικὸς ψυχολόγος, ὑποστηρίζων ὡς ἐθνικὴν ἀνάγκην τὸν θεσμὸν τῆς βασιλείας. Πάντοτε μέν, ἰδιαίτατα δὲ τώρα ἡ βασιλεία, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως Κωνσταντίνου, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ διατηρηθῇ, ἵνα μὴ προκύψουν σχόλια τῶν ἐσωτερικῶν ἐχθρῶν εἰς βάρος τοῦ ἐθνικοῦ ἀγῶνος, ὃν διεξάγομεν. Δεῦτε λοιπὸν ἂς ταχθῶμεν οἱ πάντες περὶ τὴν βασιλείαν καὶ περὶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι τότε, καὶ μόνον τότε θὰ ἐκπληρώσωμεν τὰ ἰδεώδη τῆς φυλῆς μας. (Χειροκροτήματα).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Λόντος ἔχει τὸν λόγον.
§205Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Κύριοι συνάδελφοι, μεθ’ ὅσα ἔχουν ἀναπτυχθῆ παρ’ ἑτέρων ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἐκ μέρους τῆς μερίδος εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ παρακάθημαι, δηλονότι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἴσως δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ ἐγὼ ἵνα κουράσω εἰσέτι τὴν Βουλὴν εἰς μάλιστα προκεχωρημένην ὥραν, ἐν τούτοις ὁ λόγος τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, βουλευτοῦ, ὅστις παρῆλθε τοῦ βήματος τούτου ὑποστηρίζων τὰς ἀντιλήψεις τὰς ὁποίας ὑπεστήριξε καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειονοψηφίας, ἵνα εἰσηγηθῇ πρὸς ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἄλλαι τινὲς θεωρίαι λεχθεῖσαι ἐνταῦθα καὶ ὑποστηριχθεῖσαι παρὰ τῆς πτέρυγος, ἥτις ἔχει τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας σήμερον, μοὶ ἐπιβάλλουσι νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἔναυλοι εἶναι αἱ λέξεις, Κύριοι, ὅτι ὅ,τι ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐγένετο χάριν τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων καὶ χάριν τῆς προστασίας τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος διὰ νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι ἀκριβῶς καὶ ἐγώ, ὑπέρμαχος τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν....
§206ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ πότε;
§207Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πότε ὑπερμαχήσατε;
§208Δ. ΛΟΝΤΟΣ. .... ζηλότυπος δὲ τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων ὑπεστήριξα τὴν ἀντίθετον μερίδα, ἥτις ἀντιτάσσεται πρὸς τὴν πολιτικὴν τῶν Φιλελευθέρων καὶ εὑρίσκομαι ἀκόμη ἐν τῇ πτέρυγι ταύτῃ. Ἔρχομαι δὲ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῆς καταστάσεως. Τὸ ζήτημα, κύριοι βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἐνέχει ὁλόκληρον τὸ πολιτικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν ταύτην, εἶναι τὸ νόμιμον τῆς Βουλῆς, ἡ νομιμότης τῆς ἐμφανίσεως αὐτῆς καὶ ἡ νόμιμος διεξαγωγὴ τοῦ ἔργου. Διὰ νὰ κρίνωμεν ἂν ἡ Βουλὴ αὕτη παρίσταται νομίμως ἐνταῦθα, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ ποῖον τρόπον ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ταύτης καὶ ἂν ἡ διάλυσις αὕτη ἐξετελέσθη νομίμως. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο σχετίζεται πρὸς τὸ ἀναπτυχθὲν παρ’ ἄλλων συναδέλφων, εἰς ποίας περιπτώσεις ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ βασιλικὴ ἐξουσία νὰ ποιῆται χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ χορηγουμένου εἰς αὐτὴν παρὰ τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Πολιτείας, τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἐλέχθησαν, Κύριοι, πέντε περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Βασιλεύς, κατὰ τὴν γνώμην Ἄγγλων πολιτειολόγων, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτής, νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὰς περιπτώσεις ταύτας ἐξήτασεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτὴς ὁ τῆς Συμπολιτεύσεως καὶ εἶπεν ὅτι μόνον δύναται νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελεν εὑρεθῇ Βουλὴ καὶ Κυβέρνησις διαφωνοῦσα πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, ἀμφιβολία, καὶ ἐγὼ συντάσσομαι ἀπολύτως πρὸς τὴν γνώμην ταύτην, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἔχει δικαίωμα μόνον εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν.
§209Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὁ Γούδας εἶναι σύμφωνος;
§210Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Διότι κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν ὁ Βασιλεὺς εἶναι κεκλημένος ὅπως ἀποκαθιστᾷ τὴν ἁρμονίαν μεταξὺ τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος καὶ τῶν ἐκπροσωπουσῶν τὸν λαὸν Βουλῶν καὶ Κυβερνήσεων. Ἑπομένως ἀποβαίνει ζήτημα ὄχι νομικόν, —διότι εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν διαφωνοῦμεν, ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς δὲν διαφωνῶ πρὸς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ἡ Συμπολίτευσις— ἀλλὰ ζήτημα πραγματικόν, ἐξεταστέον δηλονότι κατὰ πόσον ἐνεργήσασα ἡ βασιλικὴ Ἀρχὴ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, εὑρίσκετο σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην. Κύριοι συνάδελφοι, εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ἡμᾶς, καὶ οὐδεὶς ὑποθέτω ἔχει ἀντίθετον γνώμην, ὅτι ὅλως ἐξαιρετικαὶ παρίστανται αἱ περιστάσεις τῶν τελευταίων ἐτῶν, ἀφ’ ἧς δηλαδὴ συνεκλόνισε τὴν ἀνθρωπότητα ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος καὶ μέγιστα τίθενται τὰ προβλήματα πρὸ ὅλων τῶν Κρατῶν τῶν ὁποίων ἐσείοντο τὰ θεμέλια καὶ ἔπρεπεν ἀπὸ τὴν θύελλαν ταύτην νὰ κανονίσουν τὴν πολιτικήν των καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ ἐξήρχοντο ἀσφαλῆ καὶ στερεά, σώζοντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ πραγματοποιοῦντα τὰς βλέψεις, τὰς ὁποίας ἐξ ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων ἐστήριζον. Καὶ ἡ Ἑλλὰς ἀφ’ ἧς ἐξερράγη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος ἐκανόνισε τὴν πολιτικήν της καθ’ ὃν τρόπον ἐκανονίσθη αὕτη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς σήμερον διαχειριζομένης τὴν Ἐξουσίαν ἐν συμφωνίᾳ μετὰ τοῦ Στέμματος. Ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον ἐνεφανίσθη τὸ ζήτημα τῆς διχογνωμίας μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διχογνωμίας ὑπὸ τὸν ὅρον τὸν ὁποῖον ἐγὼ ἀπεκδέχομαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ ἀκολουθήσῃ ὡρισμένην πολιτικὴν δὲν ἐξεπροσώπει τὸ λαϊκὸν φρόνημα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐτίθετο τοῦτο ἐν ἀμφιβόλῳ, φυσικὸν ἦτο κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ γεννηθῶσιν ἐνδοιασμοὶ εἰς τὸ Στέμμα ἂν πράγματι ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκάλει τὴν Χώραν νὰ μετάσχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἦτο ἐπιχείρησις τὴν ὁποίαν ἤθελον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἐκτελέσῃ, ὅστις καὶ θὰ ἐκαλεῖτο ἵνα τὴν ἐκτελέσῃ, καὶ ἔπρεπεν ἑπομένως νὰ γίνῃ ἔκκλησις πρὸς τὸ λαϊκὸν φρόνημα.
§211Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ζητήσω μίαν ἐξήγησιν.
§212Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Προθυμότατα.
§213Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δέχεσθε ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πολιτικὴν ἰδίαν καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ διαφωνῇ πρὸς ἐφαρμογὴν πολιτικῆς ἰδίας· διὰ νὰ δεχθῆτε ὅτι ὁ Βασιλεὺς καλῇ τῇ πίστει ἐφαρμόζων τὸ πολίτευμα, ἐδικαιοῦτο νὰ ποιήσῃ ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαόν, πρέπει νὰ ἐξηγήσητε ἐπὶ ποίων ἐνδείξεων ἐστηρίζετο ὅταν ὄχι μόνον ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ἡ μειονοψηφία αὐτῆς ἐξεδήλωσε γνώμην ταυτόσημον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§214Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τὰ ὁποῖα τῷ προσκομίζει ἡ Κυβέρνησις θὰ κρίνῃ ἂν ὁ λαὸς θὰ ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν θὰ ἠκολούθει ἡ Κυβέρνησις.
§215Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὁ λαὸς εἶχε μίαν Κυβέρνησιν προερχομένην ἐκ μιᾶς μερίδος καὶ πολιτικοὺς ἡγέτας ἡγουμένους τῶν ἄλλων ἀποχρώσεων τῆς μειονοψηφίας. Ὅλοι αὐτοὶ ἔμειναν σύμφωνοι ὅτι μία ἦτο ἡ ἐνδεδειγμένη ἐθνικὴ ὁδός. Ἐκδήλωσις ἀντίθετος εἰς τὸ Ἔθνος δὲν ὑπῆρξε καμμία ἀπολύτως. Τόσον δὲ δὲν ὑπῆρξεν ἐκδήλωσις, ὥστε σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι αἱ ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι μετέβαλον ἐντὸς μιᾶς νυκτὸς καὶ μόνης, ἀντιστάσεως μὴ οὔσης, πολιτικὴν ἄρδην, τὴν ἑπομένην ἡμέραν μεταβαλοῦσαι τὴν πολιτικὴν ἔλεγον ὅτι ἡ πολιτικὴ κρίσις ἡ ἐπελθοῦσα ὑπῆρξεν ἀπροσδόκητος δι’ ὅλον τὸν κόσμον. Ἂν στηρίζετε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως τοῦ Στέμματος καὶ θέτετε τὸ ζήτημα πραγματικόν, θὰ εἶσθε ἐν τάξει ἂν ἀπαντήσητε ὅτι τὸ Στέμμα ἐνήσκησε κακῶς τὴν προνομίαν. Διαφορετικὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι, ποιούμενος χρῆσιν ὁ Βασιλεὺς ἑνὸς προσχήματος, δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀποπέμψῃ τὴν πλειονοψηφίαν.
§216Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἠδύνατο νὰ ἐξετασθῇ ἂν ἐτίθεντο σαφῶς τὰ ζητήματα ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἐγνώριζεν οὗτος περὶ τίνος πρόκειται.
§217Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔλεγεν ὁ Λενὶν εἰς τὴν Ρωσσίαν μᾶς τὰ ἐπαναλαμβάνετε.
§218Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τότε καὶ μόνον θὰ ἦτο ζήτημα καλῆς πίστεως καὶ ἂν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐνήργει καλῇ τῇ πίστει, βεβαίως θὰ ἐπεβάλλετο ἐπανάστασις κατὰ τοῦ Βασιλέως, ποιουμένου κατάχρησιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, πρὸς ἀποκατάστασιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν καὶ δικαιωμάτων.
§219Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι ἐλησμόνησα ὅτι δὲν συζητεῖτε σοβαρῶς.
§220Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Λυποῦμαι, κύριε συνάδελφε, λυποῦμαι ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ παρακολουθήσητε. Ὁ Βασιλεὺς ἐνεργῶν ὡς ἐνήργησε κατὰ τὴν πρώτην ἐνάσκησιν τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἐνήργησε καλῶς, διὰ νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα μεγίστης σημασίας διὰ τὴν τύχην τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τὴν ἀποστολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, ζήτημα σπουδαιότατον, οὕτως ὥστε νὰ ἔχῃ τεθῇ ὁριστικῶς ἡ εὐθύνη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ ὁποῖος θὰ ἔκρινε περὶ τῆς τύχης του. Αἱ ἀμφιβολίαι αὗται, Κύριοι, ἦτο ἀπόλυτος δικαιολογία, ἡ ὁποία ἐγέννα τὸν δισταγμὸν ὅτι τὸ δημόσιον φρόνημα δὲν ἦτο οἷον ὑπετίθετο ὅτι ἦτο. Διότι....
§221Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Διότι δὲν θὰ ἐγίνεσθε οὔτε εἰς τὸν ὕπνον σας βουλευτής. (Χειροκροτήματα).
§222Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε περὶ Θεσσαλονίκης, διότι δὲν ἠξεύρετε πῶς ἔχουν ἐκεῖ τὰ πράγματα.
§223Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ὅλαι αἱ ψῆφοι ἦσαν τοῦ Γούδα. (Θόρυβος).
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ μὴ διακόπτετε.
§225Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν καὶ νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. συνάδελφον ὅτι ἂν ἐγένοντο ὑπερβασίαι κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Θεσσαλονίκης....
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, δὲν εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§227Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Βασιλακάκης ἔθεσε προσωπικὸν ζήτημα, νομίζω ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς δύναται νὰ εἴπῃ δύο λέξεις.
§228Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐὰν λοιπὸν ἐγένοντο ὑπερβασίαι ἐν Θεσσαλονίκη, αὗται δὲν ἐγένοντο ὑπὸ τοῦ κόμματος εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀνήκω....
§229ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄ! Ἄ!...
§230Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, καταλείπων τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντικείμενον ἄλλης συζητήσεως, ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ἐτίθετο σοβαρώτατον τὸ πρόβλημα τῆς μελλοντικῆς τύχης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν μελλοντικῶν βλέψεων, ἂν ἔχῃ ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα, ἐφ’ ὅσον ἔκρινεν ἐκ τῶν στοιχείων, ἅτινα εἶχε πρὸ αὐτοῦ....
§231ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖα στοιχεῖα;
§232Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ εἴπητε σεῖς πότε ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ κρίνῃ ὅτι ὑπάρχει διαφωνία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Στέμματος.
§233Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Σᾶς παραπέμπω εἰς τὸν λόγον τοῦ κ. Καφαντάρη.
§234Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Εἶχε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ἀπευθύνῃ τὸ ἐρώτημα ἂν ἐγκρίνῃ ὁ λαὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων. Ἀλλὰ τί ἐγένετο, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐκλογὴν ταύτην κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπηυθύνθη ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ὁ ἡγούμενος τότε καὶ σήμερον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἔκρινεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μετάσχῃ τῶν ἐκλογῶν. Περὶ τούτου ἀναφέρομαι μάλιστα εἰς ὅσα ἐδήλωσεν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, κατὰ τὴν 22 Φεβρουαρίου. Ὁμιλῶ, Κύριοι, περὶ τοῦ ποῖον θέμα ἐτέθη πρὸ τῶν ἐκλογέων, κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς 31 Μαΐου, διότι τοῦτο θὰ χρησιμεύσῃ νὰ κρίνωμεν ἂν καλῶς ἐγένετο ἡ δευτέρα διάλυσις ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως. Ἐδηλώθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς παρὰ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ὅτι, καὶ ἂν ἐπανεφέρετο εἰς τὴν Ἀρχήν, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν αὐτὴν πολιτικήν. Ἐνώπιον λοιπὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κληθέντος εἰς τὰς κάλπας ἵνα κρίνῃ ἐπὶ τῆς διαφωνίας τοῦ Λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος, δηλαδὴ τοῦ δημοσίου φρονήματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ θέμα δὲν ἐτίθετο ἐπὶ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἠκολούθει ἡ Κυβέρνησις, τοῦ πολέμου δηλαδὴ ἢ τοῦ μὴ πολέμου, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§235Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Λέγετε ὅτι δὲν ἔχει διατυπωθῆ τὸ θέμα, ἀλλὰ δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν ἐτέθη ἀρνητικῶς τὸ ζήτημα; Καὶ διὰ τῶν ἀγορεύσεών σας πρὸς τὸν λαὸν δὲν ἐλέγατε «μὴ ψηφίζετε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, διότι θὰ κάμῃ τὸν πόλεμον τὸ κόμμα τοῦτο»;
§236Γ. ΠΩΠ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Γνωρίζω, Κύριοι, ἐγὼ πολιτευόμενος εἰς μικρὰν ἐκλογικὴν περιφέρειαν καὶ ἔχων συνεργάτην πανίσχυρον ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ καὶ εὑρεθεὶς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ μεταβῶ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἐκεῖ, εὑρισκόμενος ἐν Ἀθήναις, παρηκολούθησα τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ θέμα διὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαΐου ἐν Ἀθήναις. Λοιπὸν μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Γούναρη, ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ἐκλογῆς, μέρος τοῦ ἐν Ἀθήναις συνδυασμοῦ ἐκείνου, ἀγορεῦον ἀπὸ τῆς «Χαραυγῆς» (χειροκροτήματα), ὄχι κατὰ τὴν χαραυγήν, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς «Χαραυγῆς» (χειροκροτήματα), ἔλεγε πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὰ ἑξῆς: «Προσέξατε καλά· μὴ δώσητε μαύρην ψῆφον, διότι — καὶ τὸ ἐπανελάμβανε μετὰ στόμφου, ὁ ὁποῖος παρασύρει τὰ πλήθη ἐν ὑπαίθρῳ— διότι τὸ μαῦρον αὐτὸ σφαιρίδιον θὰ εἶναι μιὰ μαύρη σφαῖρα εἰς τὰ πληγωμένα στήθη τοῦ Βασιλέως». (Παρατεταμένα χειροκροτήματα). Σεῖς, τοῦ ὁποίου τὴν πολιτικὴν ἐξετίμησα καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, πῶς εἶναι δυνατόν, σεῖς, λέγω, νέος ἀνήρ, εἰσερχόμενος εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον, νὰ ἐπικαλῆσθε ἄνδρας θέτοντας ὡς ἐκλογικὸν θώρακα τὸ στῆθος ἑνὸς πάσχοντος Βασιλέως καὶ ζητοῦντας ἀπὸ τὴν πάσχουσαν πλευρὰν νὰ ἐξέλθωσιν Εὖαι ἁμαρτωλαί; Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§237Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Εὐχαριστῶ τόσον τὸν ἕνα ὅσον καὶ τὸν ἕτερον ἐκ τῶν κυρίων συναδέλφων διὰ τὰς διακοπὰς τὰς ὁποίας μοῦ ἔκαμαν.
§238Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, ὅταν ἀγορεύετε ποὺ σᾶς ἐφώναζον «Ἀμπάσο Ἀγιέρι»; Τὸ ἐνθυμεῖσθε;
§239Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τὸ ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλά. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἐτέθη τὸ ζήτημα σαφῶς περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης, ὁ δὲ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκεῖ ποὺ ἐτέθη τὸ ζήτημα οὕτω, ἀπεφάνθη «ὄχι».
§240ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὲ τὸν Γούδαν!
§241Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν ὅτι ἡμεῖς ἐθέσαμεν τὸ ζήτημα οὕτω ἐνώπιον τῶν Θεσσαλονικέων. Εἶπον λοιπὸν ὅτι εὐχαριστῶ τοὺς ἀξιοτίμους δύο συναδέλφους, διότι θὰ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερον περὶ τοῦ πῶς διεξήχθη ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη τοῦ Μαΐου, τόσον περὶ τοῦ ποία ἦτο ἡ θέσις τοῦ ζητήματος καὶ τί ἐψήφισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην, ζητήματος τὸ ὁποῖον ἐτέθη παρ’ ἡμῶν, ὅσον καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ βασιλικοῦ ὀνόματος, περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος. Κύριοι συνάδελφοι, διὰ νὰ γίνῃ ἀκριβῶς νοητὸν περὶ τοῦ ποία ἦτο ἡ σκέψις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ποῖα προβλήματα ἐτέθησαν καὶ ἐπὶ ποίων ζητημάτων ἐψήφισεν ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὀφείλετε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνολον τῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐνώπιόν του ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν δὲν εἶχε τεθῆ ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως σαφῶς τὸ ζήτημα τοῦ πολέμου ἢ τῆς εἰρήνης, διότι, ἀφ’ ἧς ὁ Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων ἐδήλου ὅτι τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία, δὲν ὑφίστατο, τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐκαλεῖτο νὰ ἀποφανθῇ ὁ λαὸς δὲν ἦτο περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης, ὁ λαὸς δὲν ἐκαλεῖτο νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ἑνὸς κόμματος θέλοντος τὸν πόλεμον καὶ ἑνὸς ἄλλου θέλοντος τὴν εἰρήνην· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκαλεῖτο νὰ κρίνῃ μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν ἐνεφάνιζον καὶ ἐκαλλιέργουν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν Φιλελευθέρων ὅταν διεξήγετο ὁ ἀγών, ὅτι ὁ ἀγὼν οὗτος διεξάγεται μεταξὺ ἑνὸς κόμματος, τὸ ὁποῖον εἶχε διεξαγάγει δύο νικηφόρους πολέμους, καὶ τῶν ἄλλων κομμάτων, κατὰ τῶν ὁποίων ἐστρέφετο ἡ μῆνις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ προσφάτως, διότι κατὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ταῦτα ἐξεπροσώπουν, καθ’ ὃν χρόνον διεκυβέρνων τὴν Χώραν, εἶχεν ἐξεγερθῆ ὁ ἑλληνικὸς λαός, καὶ διὰ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 ἀνέδειξε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν ὄχι πλέον τοῦ σημείου εἰς ὃ ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία περὶ πολέμου ἢ εἰρήνης, ἀλλὰ αὐτῶν τῶν συνολικῶν κατευθύνσεων, αὐτῶν τῶν δεδομένων, ὅτι τὸ μὲν Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐξεπροσώπει τὴν Ἐπανάστασιν καὶ τὰς ἰδέας τῶν Φιλελευθέρων, ἐνῷ τοὐναντίον ἡ ἑτέρα μερίς, ἡ ἀντίθετος πρὸς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἐξεπροσώπει τὰς νέας ἀρχάς, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξεπροσώπει τὸν παλαιοκομματισμόν, τὸν ὁποῖον εἶχε καταδικάσει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν ταύτην ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κατάτρομος μὴ ἐπανέλθῃ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο καὶ περιπτυσσόμενος τὸ νέον καθεστώς, διότι ἐκ τούτου εἶχε καλὰ δείγματα, ἐψήφισε συνολικῶς, χωρὶς νὰ ἐρωτηθῇ καὶ νὰ ἔχῃ οὗτος ὑπ’ ὄψιν του τὸ εἰδικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐπέλθει ἡ διαφωνία. Τὸ τοιοῦτον δὲ πράγματι ἐκαλλιεργήθη καταλλήλως ἀπὸ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὰ ἐκλογικὰ προγράμματα, οἷον ἦτο τὸ τῆς Ἀττικῆς, καὶ εἶχεν ὅλον ἐκεῖνον τὸν πλήρη συνδυασμὸν ἑνὸς ὠργανωμένου κόμματος, ἵνα καλλιεργήσῃ αὐτὸ καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Διὰ τοῦτο δὲ ἀκριβῶς, Κύριοι, παρατηρεῖται ὅτι, ἐνῷ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ὅπου ἦτο πρόσφατος ἡ ἐντύπωσις τῶν γεγονότων τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909, ἔρχεται κυριαρχοῦν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, συνέβη τὸ ἀντίθετον ἐν ταῖς Νέαις Χώραις.
§242Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Εἰς τὰς Νέας Χώρας εἰς ὅλα τὰ μέρη ἐβγῆκαν βενιζελικοί. Σεῖς μόνον ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην ἤλθατε ἐδῶ, διότι εἴχετε τὸν Γούδαν!
§243Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἀπαντῶ συγχρόνως καὶ πρὸς τὸν ἕτερον συνάδελφον, τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Ψαρῶν, ὅστις εἶπεν ὅτι ἐγένετο χρῆσις τοῦ βασιλικοῦ ὀνόματος κατὰ τὴν διεξαγομένην ἐκλογήν. Δὲν γνωρίζω τί ἐλέχθη ἀπὸ τῆς «Χαραυγῆς», διότι δὲν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναγνώσω τὴν ἀγόρευσιν τὴν ὁποίαν ὑπέμνησεν ὁ ἐκ Ψαρῶν κ. συνάδελφος. Γνωρίζω ὅμως πολὺ καλῶς ἐγὼ φύλλα τινὰ ἐφημερίδος, ἥτις ἐξεπροσώπει ἡμιεπισήμως σχεδὸν τὰς γνώμας τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ἡ ὁποία ἐδημοσίευεν εἰς τὰ φύλλα αὐτῆς, παραλλήλως τῆς εἰκόνος τοῦ Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων, καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου καὶ ἔλεγεν ὑπὸ κάτω ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὀφείλει νὰ δώσῃ εἰς τὸν Βασιλέα τὸν ἀναγκαῖον συνεργάτην. Καὶ δικαιολογῶ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Ψαρῶν, θέλοντα νὰ ἐλέγξῃ τὴν πρᾶξιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ βασιλικοῦ ὀνόματος. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔκαμνεν ὁμοίαν χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, δύναμαι νὰ φέρω τὸ αὐτὸ ἐπιχείρημα καὶ ἐναντίον ὑμῶν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, παρακαλῶ.
§245Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ψεύδεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡμεῖς ἐκάμνομεν χρῆσιν τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως! (Θόρυβος).
§246Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐδημοσιεύθη εἰκὼν εἰς τὸ φύλλον τῆς 30 Μαρτίου 1915 τῆς «Πατρίδος»....
§247Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Ἡμεῖς δὲν κατήλθομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ πρόγραμμα κατὰ τοῦ Βασιλέως. Σεῖς ἐλέγατε ὅτι ἤλθομεν μὲ τοιοῦτον πρόγραμμα.
§248Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅταν ὁ Εὐταξίας ἐτηλεγράφει.... (Θόρυβος).
§249Σ. ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Περιθάλψεως). Ἀφήσατε τὰς διακοπάς, κ. συνάδελφε.
§250Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν διακόπτω ἐγὼ. Καθ’ ὃν τρόπον, Κύριοι, ἐτέθησαν τὰ ζητήματα ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν δικαιοῦταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐτέθη σαφῶς τὸ ζήτημα νὰ κρίνῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μεταξὺ πολιτικῆς φιλοπολέμου καὶ πολιτικῆς φιλουδετέρας.
§251ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ πιστεύετε σεῖς;
§252Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τὸ πιστεύω καὶ τὸ βεβαιῶ. Γενικῶς ἑπομένως ἀπεφάνθη ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ τίς ἔδει νὰ κυβερνήσῃ τὴν Χώραν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τεθῆ αὐτὸ τὸ εἰδικὸν ζήτημα. Αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κληθεὶς καὶ ἀναλαβὼν τὴν Ἐξουσίαν καὶ τὴν διακυβέρνησιν τῆς Χώρας, ἦλθε νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ εὐκαιρία τοῦ Φεβρουαρίου καὶ ὅτι ἤδη ἐπανήρχετο εἰς τὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου διαγεγραμμένην ὑπ’ αὐτοῦ πολιτικήν. Κατελύθη ἑπομένως κανονικῶς ἡ ζωὴ τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου καὶ ἐξειλίσσετο κανονικῶς ἡ ζωὴ τῆς νέας Βουλῆς, τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων κυβερνώσης τὴν Χώραν. Ἀλλὰ προῆλθεν ἐκ νέου διαφωνία, διότι ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων καὶ πάλιν ἔφερε τὸ ζήτημα τῆς ἐξόδου ἀπὸ τῆς οὐδετερότητος. Τὸ Στέμμα τὴν στιγμὴν ταύτην ἐδικαιοῦτο ἐκ νέου, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἐκλογὴν δὲν ἦτο τεθειμένον τὸ ζήτημα σαφῶς εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τοῦ ποίαν ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἐρωτήσῃ ἐκ νέου τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν περὶ τοῦ ποίαν πολιτικὴν ἔδει ν’ ἀκολουθήσῃ, ὥστε ἔχον σαφῆ τὴν γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτήν. Ἀπέναντι τῆς διαφωνίας ταύτης ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων δὲν ἔκρινε τότε ὅτι ἔπρεπεν ἡ Βουλὴ ἐκείνη νὰ διαλυθῇ, ἀλλ’ ἡ σήμερον ἐμφανιζομένη καὶ κοπτομένη ὑπὲρ τῆς κανονικῆς ἐφαρμογῆς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος πλειονοψηφία συνεβούλευέ τι τὸ ἀντικοινοβουλευτικὸν καὶ ἀντισυνταγματικόν, δηλαδὴ τὸν σχηματισμὸν Κυβερνήσεως μὴ προερχομένης ἐκ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, Κυβερνήσεως ἡ ὁποία θὰ διηύθυνε τὰς τύχας τοῦ Ἔθνους ἀντιθέτως πρὸς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν αὕτη θὰ ἠκολούθει, ἔχουσα τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Οὕτω τὴν σχηματισθεῖσαν Κυβέρνησιν ὑπεστήριξεν ἡ πλειονοψηφία μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδημιουργήθη τὸ ἐπεισόδιον μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσσης βουλευτοῦ. Ἐκ τοῦ ἐπεισοδίου ἐκείνου προεκλήθη ζήτημα πολιτικόν, ἐξεφράσθησαν αἱ σκέψεις τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων καὶ ἐπῆλθεν ἡ ὑπουργικὴ κρίσις. Τὸ Στέμμα ἔκρινεν ἀδύνατον τὴν λειτουργίαν τῆς Βουλῆς ἐκείνης καὶ ἀπεφάσισε νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν αὐτῆς. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἔκρινεν ὅτι ὤφειλε νὰ μείνῃ ἔξω τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος καὶ εἶχεν ἀναλάβει τὴν εὐθύνην νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐκ τῆς μειονοψηφίας προερχομένην ἐντὸς τῆς Βουλῆς, ἔκαμέ τι χειρότερον· ἀντὶ νὰ τραπῇ ἐπὶ τὴν νόμιμον ὁδόν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ κατεδηλοῦτο φανερῶς ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἐπρόκειτο περὶ καταστρατηγήσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ ἐκ μέρους τοῦ Στέμματος, δὲν ἠθέλησε νὰ κατέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογάς, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐπροτίμησεν, ἀντὶ τῆς κανονικῆς λεωφόρου τῆς διὰ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐξακριβώσεως τῆς θελήσεως αὐτοῦ, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν τὴν ἐπαναστατικήν· διότι, ὅταν προεκηρύσσοντο ἐκλογαὶ καὶ ἐπρόκειτο νὰ διεξαχθῶσιν ἐκλογαί, ἓν πολιτικὸν κόμμα ἐδήλου ὅτι δὲν κατήρχετο εἰς ταύτας καὶ παρέμενεν ἐν ἐπιφυλακῇ, ἐδείκνυεν ὅτι ἐσκέπτετο νὰ κατέλθῃ εἰς ἐπανάστασιν. Τὴν ἐπανάστασιν ταύτην δὲν ἠθέλησε νὰ πραγματοποιήσῃ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, διότι ἐσκέπτετο ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ δημιουργήσῃ περιπλοκάς. Ἐν τούτοις βραδύτερον, μολονότι ἐγένοντο ἐκλογαὶ νέας Βουλῆς καὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐκείνας, καίτοι ἠσκήθη πᾶσα ἐνέργεια ἐκ μέρους τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅπως μὴ προσέλθῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὰς κάλπας, ἐξ οὗ προσῆλθε τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν ἐκλογέων (διαμαρτυρίαι), μολονότι ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη ἦτο ἐκλογὴ μὴ παρουσιάζουσα οὐδὲν ἐνδιαφέρον, διότι δὲν ὑπῆρχε κόμμα ἀντιτιθέμενον πρὸς τὸ κατελθὸν εἰς τὰς ἐκλογάς, μολονότι αἱ κρίσιμοι περιστάσεις δὲν εἶχον παρέλθει, μολαταῦτα τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀπεφάσισε νὰ προέλθῃ εἰς τὴν Ἐπανάστασιν. Ἑπομένως, Κύριοι, δὲν εἶναι δικαιολογημένον τὸ νὰ ὑποστηρίζητε ὅτι τὸ Στέμμα, ποιούμενον χρῆσιν δικαιώματος παρεχομένου ἐκ τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, οὐ μόνον κατὰ τὸ γράμμα τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο κατὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο ὅπως ἐφαρμόσῃ ἰδίαν πολιτικήν, ἐνήσκησε τὸ δικαίωμα τοῦτο ὅπως καταστρατηγήσῃ καὶ κάμψῃ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀντιθέτως πρὸς αὐτήν. Τοὐναντίον, ὡς ἐτέθησαν τὰ ζητήματα, καταφαίνεται σαφῶς ὅτι τὸ Στέμμα ἐνήργησε νομίμως. Ἀφ’ ἧς ἑπομένως, Κύριοι, ἡ Βουλὴ αὕτη διελύθη νομίμως καὶ προέκυψε Βουλὴ νέα, ἀπὸ τὰς νομίμως προκηρυχθείσας ἐκλογάς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ σήμερον ὅτι ἀντισυνταγματικῶς διελύθη ἡ Βουλὴ αὕτη καὶ κατὰ μείζονα ἔτι λόγον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ Βουλὴ ἥτις ἐπλήγη διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς διαλύσεως καὶ ἔπαυσεν ὑφισταμένη, ἐμεσολάβησε δὲ χρονικὸν διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ποικίλλα ἄλλα γεγονότα ἐξετυλίχθησαν ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, νὰ ὑποστηριχθῇ σήμερον ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν ζωήν. Τοῦτο, Κύριοι, οὐδαμοῦ τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν κρατεῖ, πολὺ δὲ περισσότερον ἐνταῦθα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἐν τούτοις ὅμως ἡ Ἐπανάστασις, ἐπιβληθεῖσα ὡς ἐπεβλήθη, ἔκρινεν ὅτι ἔδει νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν αὐτήν, ἵνα ἐπαναφέρῃ τὸ πολίτευμα, κατὰ τὸ λέγειν της, εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ τροχιάν· ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὴν προκήρυξιν αὐτῆς, ὅτι θέλει νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ πολίτευμα εἰς τὴν κανονικὴν αὐτοῦ τροχιάν, ἐφάνη συνεπής· διότι καθ’ ὃν χρόνον ἐκάλει τὴν Βουλὴν ὡς κυρίαρχον Σῶμα νὰ ἐκπροσωπήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ συντρέξῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀνελάμβανε, συγχρόνως ἔθετε χεῖρα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος καὶ θέτουσα ἐπὶ κεφαλῆς τῆς Ἐπαναστάσεως αὐτὸν τοῦτον τὸν Βασιλέα, ὅπως προέκυψεν ἐκ τῆς Ἐπαναστάσεως, κατέλυε τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ ἔθετε τὰς πράξεις αὐτῆς, τὰ Διατάγματα διὰ τῶν ὁποίων κατέλυε τὸ πολίτευμα, ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν μελλούσης νὰ συνέλθῃ Συντακτικῆς Συνελεύσεως. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, τοιαῦτα τινὰ ἔπραττεν, ἐφ’ ὅσον κατέλυε τὸ πολίτευμα ἔν τινι μοίρᾳ καὶ ἔθετε τὰς πράξεις αὐτῆς ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν οὐχὶ τοῦ Σώματος τὸ ὁποῖον ἐκάλει, ἀλλὰ Συνελεύσεως ἡ ὁποία κατόπιν θὰ ἐκαλεῖτο, βεβαίως ἦτο ἀνακόλουθος, διότι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν πλέον νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματά της, διότι θὰ ἠδύνατο νὰ ψηφίσῃ οἱανδήποτε διάταξιν, ἡ δὲ Κυβέρνησις, ἐξερχομένη τοῦ περιβόλου τούτου διὰ Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἔθετεν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ μέλλοντος νὰ συνέλθῃ Συνεδρίου, θὰ ἠκύρου τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Τοῦτο δὲν λέγω, Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων, διότι πιθανὸν νὰ θέλῃ νὰ σεβασθῇ τὰς γνώμας αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξεδηλοῦντο ὑπὸ τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἔκαμε χρῆσιν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον παρέχει εἰς αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, εὐθὺς ὡς ἐξεδηλοῦτο ἐνταῦθα οἱαδήποτε ἀντίληψις τῆς Βουλῆς νὰ συντάσσῃ Διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατέλυε τὸ πολίτευμα.
§253Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ὁμιλεῖτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Σεῖς κατελύσατε τὸ πολίτευμα.
§254Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας σᾶς ὑπομιμνήσκω ὅτι ἡ σύγκλησις Βουλῆς διαλυθείσης ἀποτελεῖ παράβασιν θεμελιώδους διατάξεως τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος.
§255Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τίνος πολιτεύματος ὁμιλεῖτε ἐδῶ;
§256Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Περὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον γνωρίζετε σεῖς.
§257Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Τοῦ Ροῦπελ ἡ παράδοσις ποίου πολιτεύματος παράβασιν ἀποτελεῖ;
§258Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ διὰ τὸ ἀνάθεμα δὲν μᾶς λέγετε τίποτε;
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, ἀφήσατε νὰ τελειώσῃ ὁ ρήτωρ.
§260Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἑπομένως συμφωνῶ καὶ ἐγώ, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἐγένοντο ὅσα ἐγένοντο ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει, ἐφ’ ὅσον ἐπῆλθεν ἡ ὑπό τινος μερίδος, τῆς μεγαλειτέρας καθ’ ὑμᾶς, τῆς μικροτέρας καθ’ ἡμᾶς, τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σύστασις ἑνὸς ἄλλου ἰδιοτύπου Κράτους ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐπῆλθον δὲ κατόπιν τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἐπεξέτειναν τὴν Ἐπανάστασιν τὴν κηρυχθεῖσαν ἐκεῖ καὶ τὴν ἔφερον ἐδῶ ὡς νόμιμον καθεστώς, περὶ ὅλων τούτων εἷς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ καὶ εἷς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ καθορίσῃ πλέον τελειωτικῶς τὴν μορφὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος, ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§261Ν. ΞΗΡΟΣ. Περὶ τοῦ Ροῦπελ;
§262Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Περὶ τοῦ Ροῦπελ ἐγὼ δὲν ἤμην ὑπεύθυνος Κυβέρνησις διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Θὰ σᾶς ἀπαντήσῃ, ὑποθέτω, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἦτο Κυβέρνησις.
§263Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐφωνάζετε «ζήτω ὁ Κάϊζερ».
§264Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀτομικῶς ὑπεστήριξα πάντοτε τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα καὶ οὐχὶ τὰ Καϊζερικὰ ἢ ἄλλα ξένα συμφέροντα.
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι πῶς θὰ τελειώσωμεν. Τὸ κατανοεῖτε;
§266Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Καταλήγων λοιπὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῆς Βουλῆς φρονῶ ὅτι ὅλα ὅσα ἐτελέσθησαν, ἐτελέσθησαν χωρὶς νὰ εἶναι ἐκπεφρασμένη σαφῶς ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δηλαδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ὅπως ἐγένοντο τὰ πράγματα καὶ ὅπως ἐξειλίχθησαν, ἐξελίχθησαν μετὰ δεδηλωμένην τὴν γνώμην ἐπὶ τῆς ἐξελίξεως ταύτης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, διὰ τὴν ἐπικράτησίν του τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων προέκρινεν, ἀντὶ τῆς λεωφόρου τῆς νομίμου, τῆς λεωφόρου τῶν ἐκλογῶν, αἱ ὁποῖαι προεκηρύχθησαν κατὰ τὴν 6 Δεκεμβρίου, τὴν λεωφόρον τῆς ἐπαναστάσεως, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ κάμω δήλωσίν τινα ἐπὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῆς καταστάσεως αὐτῆς· ὅτι Κράτη, πρὸς τὰ ὁποῖα πράγματι δι’ ὅσα ἔπραξαν κατὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Βασιλείου τοῦ Ἑλληνικοῦ, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὀφείλει νὰ τρέφῃ αἰσθήματα εὐγνωμοσύνης, ἠξίωσαν ὅτι ἔχουσι δικαίωμα ἀναμίξεως εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τόσον ἡ μελέτη τῶν Συνθηκῶν καὶ τῶν Πρωτοκόλλων τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ αἱ σχετικαὶ ἀγορεύσεις, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτὴς κ. Στράτος, πείθουσι καταφανῶς ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μόλις ἐδημιουργεῖτο, εὐθὺς μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν τοῦ 1821, ἐδημιουργεῖτο παρὰ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι συνέτρεξαν τὸν ἀγῶνα καὶ ἀνεγνωρίζετο παρὰ τῶν Δυνάμεων τούτων ὡς Κράτος κυρίαρχον ἀπολύτως, ἀνεξάρτητον ἀπολύτως, ἐλεύθερον νὰ ρυθμίσῃ τάς τε ἐσωτερικὰς του ὑποθέσεις καὶ τὰς ἐξωτερικάς, ἐλεύθερον νὰ ἐκλέγῃ τοὺς φίλους του καὶ νὰ ὁρίζῃ τοὺς ἐχθρούς του.
§267Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, κύριε βουλευτά.
§269Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Εἶμαι εἰσηγητὴς γνώμης τῆς Βουλῆς καὶ θὰ δώσω ψῆφον καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἐρωτήσω διὰ νὰ μὲ φωτίσῃ. Εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς.
§270Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Ἐγὼ συγκατατίθεμαι. Νὰ μὴ ἐξακολουθήσουν ὅμως αἱ διακοπαί. Διὰ σᾶς πολὺ εὐχαρίστως.
§271Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Μίαν καὶ μόνην ἐρώτησιν: Εἴπετε ὅτι ἀμφιβάλλετε σεῖς ἐὰν ἀντιπροσωπεύῃ τὴν γνώμην τοῦ κυριάρχου λαοῦ ἡ διαρρύθμισις τοῦ πολιτεύματος ὅπως ἔγινε καὶ δὴ ἡ ἀναστολὴ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως περὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Εὑρίσκετε κανονικώτερον καὶ ἀντιπροσωπεῦον τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν καὶ τὴν λαϊκὴν θέλησιν περισσότερον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκάματε σεῖς εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Συνδέσμου τῶν Ἐπιστράτων, εἰς τὴν αἴθουσαν τοῦ Πεσμαζόγλου, νὰ ὁρκίζετε μὲ τὸν Μητροπολίτην, μὲ τὴν ἀρχιερατικὴν αὐτοῦ στολὴν νὰ καταλύσετε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον καὶ ὅλας τὰς ἀρχάς, τὸ εὑρίσκετε συνταγματικὸν αὐτό; Εἶναι ἐδῶ καὶ βουλευτὴς ὁ ὁποῖος ἐξεφώνησε λόγον.
§272Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ποῖος;
§273Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὁ κ. Λυκουρέζος.
§274Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐγώ;
§275Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὡρκίσθη ὁ Ἰγγλέσης μετὰ τῶν ἐπιστράτων ὅπως καταλύσουν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος.
§276Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Νὰ ζητῆτε ἀκριβεστέρας πληροφορίας ὅταν ὁμιλῆτε περὶ ἐμοῦ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Λυποῦμαι διότι μὲ ἀναμιγνύουν εἰς ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀποδοκιμάζω.
§277Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Παρακαλῶ ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος διατάξῃ νὰ μοῦ φέρωσι τὴν ἐφημερίδα «Νέαν Ἡμέραν» τῆς 30ῆς Δεκεμβρίου 1916, ὅπως τὴν ἀναγνώσωμεν.
§278Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος, σᾶς λέγω ὅτι δὲν εἶχον σχέσιν οἱαιδήποτε ἐνέργειαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ συνέρχεται καὶ νὰ κάμνῃ συλλαλητήρια. Δὲν εἶναι ζήτημα συνταγματικόν. Ἤθελον ἑπομένως νὰ εἴπω καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ τονίσω ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, οὕτως ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ τῶν Δυνάμεων, ἔχει ἀπόλυτον κυριαρχίαν καὶ ἀπόλυτον ἀνεξαρτησίαν, κατὰ συνέπειαν δὲν εἶχεν οὐδεὶς τὸ δικαίωμα ἐξ οἱασδήποτε συνθήκης νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους ἵνα κανονίσῃ τὴν πορείαν τῶν ἐσωτερικῶν τοῦ Κράτους. Ὅταν δὲ καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, θὰ σαφηνίσῃ τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν πιστεύω ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων θὰ ἀναγνωρίσῃ δικαίωμα εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως περὶ ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις. Αὐτὰ εἶναι τὰ δύο θέματα ἐφ’ ὧν ἤθελον νὰ φέρω τὸν λόγον, κυρίως κινούμενος ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Καφαντάρη. Κατόπιν τῆς ἐξελίξεως τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὰ γεγονότα ἐν Ἑλλάδι, βεβαίως ἐπιβάλλεται εἰς πάντα ὅπως συντρέξῃ καὶ βοηθήσῃ μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος, οὕτως ὥστε εὐχερέστερον νὰ ἐπιτελεσθῇ ὁ ἀγών, ὁ ὁποῖος ἀνελήφθη σήμερον παρ’ ἡμῶν διὰ τῆς ἀναρρήσεως εἰς τὴν Ἀρχὴν τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἐγὼ ὡς Ἕλλην ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ εὐχηθῶ ὅπως ἐκ τοῦ ἀγῶνος τούτου ἡ Ἑλλὰς ἐξέλθῃ ἰσχυρὰ καὶ πραγματοποιοῦσα τοὺς πόθους αὑτῆς, καταβληθῇ δὲ πᾶσα προσπάθεια ὥστε ὁλόκληροι αἱ δυνάμεις τῆς Χώρας χρησιμοποιηθῶσιν ἐπὶ τούτῳ. Διὰ τοῦτο ἔχω ὑποχρέωσιν, τερματίζων τὸν λόγον, νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἀκολουθοῦσα ἣν ἠκολούθησε πολιτικήν, δὲν τείνει εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον, καταργοῦσα τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων, διώκουσα πολίτας, διώκουσα ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν χρήσιμοι εἰς τὸν ἀγῶνα. Δὲν εὐοδώνει τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς κρίσεως ἰσχυρὰ καὶ μεγάλη.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Ἀλαβάνος ἔχει τὸν λόγον.
§280Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι περίεργος νὰ μάθω τὸ ἑξῆς: Πρόκειται περὶ συζητήσεως πολιτικῆς ἢ περὶ κωλυσιεργείας; Ἡ συζήτησις ἤρχισε ἀπὸ χθές, κατηναλώθη ὁλόκληρος ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις καὶ ἐξηκολούθησε καὶ τὴν ἑσπέραν· τὸ ἴδιον καὶ σήμερον. Βεβαίως τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν καὶ ἄξιον τῆς μακρᾶς συζητήσεως, ἀλλὰ πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος παρακολουθεῖ μὲ τόσην συγκίνησιν τὴν συζήτησιν ταύτην, πρέπει νὰ φωτισθῇ ἐκ ταύτης. Ἆρά γε ἐδόθη κανὲν σημεῖον διαφωτιστικὸν τοῦ ζητήματος; Μοὶ φαίνεται ὄχι. Ἴσως, κύριε Πρόεδρε, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπὸ τὴν συζήτησιν ταύτην θὰ ἐξέλθῃ σοφώτερος εἰς συνταγματικὰς θεωρίας, ἀλλὰ δὲν θὰ φωτισθῇ ἐπὶ τῆς καταστάσεως. Τὰ θέματα εἶναι σαφῆ, εἶναι πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἐχάραξε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Ὁ Βασιλεὺς ὁ ἔκπτωτος καὶ οἱ περὶ αὐτὸν εἶναι οἱ σύραντες τὸ ἐθνικὸν ζήτημα εἰς τὸν ὄλεθρον, οἱ παραδώσαντες τὸ Ροῦπελ, οἱ παραδώσαντες ὁλόκληρον τὴν στρατιὰν τοῦ Χατζοπούλου εἰς τοὺς Βουλγάρους. Ταῦτα ἀπαιτεῖ, κ. Πρόεδρε ἡ Κοινὴ Γνώμη νὰ μάθῃ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ θέμα πρέπει νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις. (Χειροκροτήματα).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις θὰ ἐξακολουθήσῃ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§282Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐκτὸς ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς εἶναι κουρασμένος.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ ὀλίγου οἱ κύριοι βουλευταὶ παρεκάλεσαν νὰ ὁμιλήσωσιν.
§284Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας θὰ ἐπροτίμα νὰ ἀφήσῃ ἄλλον.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύναται νὰ λάβῃ ἄλλος τὸν λόγον ἀντὶ τοῦ κ. Σοκόλη;
§286Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐφ’ ὅσον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἢ καὶ χωρὶς νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένοι σκέπτωνται νὰ λάβωσιν αὐτόν, νομίζουσι δὲ ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὁμιλήσωσιν ἀπόψε....
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξεδηλώθη τοιοῦτόν τι.
§288Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δι’ αὐτὸ ἐρωτῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν. Ἡ ἐπιθυμία τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, ἐφ’ ὅσον ὅμως οἱ ἔχοντες σειρὰν νὰ ὁμιλήσωσι, θὰ ἐπεθύμουν, εἴτε λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας εἴτε διότι εἶναι κουρασμένοι νὰ ἀναβάλωσι δι’ αὔριον, νομίζω ὅτι ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀκούσωμεν αὐτούς.
§289Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἐπιθυμεῖ ἡ Ἀντιπολίτευσις.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουριὲλ ἐπιθυμεῖ νὰ ὁμιλήσῃ;
§291ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, κύριε Πρόεδρε.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ.μ. σήμερον. (Ὥρα 12.45′ π.μ.).