1917.08.10
4,562 rows · 36,758 words · 283 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18Η
ΠΕΜΠΤΗ 10 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 5.40′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: —Οἱ παραγωγοὶ σιτηρῶν καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ φόρου τῆς δεκάτης τῆς ἐπαρχίας Φλωρίνης παρακαλοῦσιν ὅπως αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ σίτου καὶ τῶν λοιπῶν σιτηρῶν. —Ὁ προϊστάμενος τοῦ ἐν Βόλῳ τμήματος τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων ἀναφέρει ὅτι μὴ ἐπιτευχθείσης πραγματοποιήσεως τῶν αἰτημάτων των διὰ τῆς κηρυχθείσης ἀπεργίας αὕτη θὰ γενικευθῇ. —Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Κορακιάνας (Κερκύρας) παρακαλεῖ ὅπως ἀνακληθῇ ἡ μετάθεσις τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν δημοτικῶν σχολείων. —Οἱ ἐφημέριοι ἱερεῖς τῆς ἐπισκοπικῆς περιφερείας Ρεθύμνης παρακαλοῦσιν ὅπως μισθοδοτεῖται ὁ ἐνοριακὸς ἐφημεριακὸς Κλῆρος. —Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει πρὸς τὴν Βουλὴν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 13197 ἔγγραφον τοῦ παρὰ τοῖς ἐν Ἀθήναις Ἐφέταις Εἰσαγγελέως, αἰτουμένου τὴν παροχὴν ἀδείας πρὸς δίωξιν τοῦ βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Λ. Ρούφου Κανακάρη. (Τὸ ἔγγραφον τοῦτο παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν). —Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΝΖʹ τοῦ ἔτους 1917 «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». —Ὁμοίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν κεχορηγημένης προκαταβολῆς», καὶ παρακαλοῦν ὅπως τὰ νομοσχέδια ταῦτα κηρυχθῶσι κατεπείγοντα. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§5Ν. ΞΗΡΟΣ. Νομίζω ὅτι αἱ ἐρωτήσεις καὶ αἱ ἐπερωτήσεις πρέπει νὰ ἀναβληθῶσιν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται.
§8Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν λέξιν ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον γνῶσιν ἑνὸς δημοσιεύματος, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη εἰς τὸν «Ἐλεύθερον Τύπον» καὶ τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐμέ. Λέγει τὸ δημοσίευμα (Ἀναγινώσκει): «Πληροφορούμεθα ἐγκύρως ὅτι εἰς τὸ χωρίον Γεράκι τοῦ νομοῦ Λακωνίας συνελήφθη ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν Γερμανὸς ἀξιωματικός, ὅστις ἀπεβιβάσθη ὑπὸ Γερμανικοῦ ὑποβρυχίου καὶ ὅστις, φαίνεται, συχνότατα διὰ τοῦ μέσου τούτου ἐπὶ τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος ἐπεσκέπτετο τὰς Πελοποννησιακὰς ἀκτάς. Ἐπὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου, ὅστις συνεννοεῖτο διὰ τὸν ἀνεφοδιασμὸν τῶν ὑποβρυχίων καὶ ἤρχετο εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ διαφόρων ἀντιπροσώπων τῆς Γερμανικῆς προπαγάνδας ἐν Λακωνίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, εὑρέθησαν ἀρκετὰ χρήματα, λέγεται δὲ ὅτι, ἀνακρινόμενος, ὡμολόγησεν ὅτι διετέλει εἰς σχέσεις μετὰ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Καζαντζῆ καὶ Ἀργυροῦ, ὡς καὶ μετὰ διαφόρων προμηθευτῶν βενζίνης». Δὲν θὰ ἀπησχόλουν τὴν Βουλήν, ἀλλὰ ἤθελον νὰ ἐκφράσω τὴν ἀηδίαν μου πρὸς τὰ τοιαῦτα σαχλολογήματα....
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά, κ. βουλευτά.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Στράτος.
§10Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, προκειμένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν σχεδίων ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἔχω καθῆκον ὅπως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκθέσω τὰς προσωπικάς μου ἀντιλήψεις περὶ τῶν πολιτικῶν συμβάντων τῆς Χώρας, πρὸς ἃς ἑνοῦνται αἱ ἀντιλήψεις τῶν κυρίων βουλευτῶν τῶν τιμώντων με διὰ τῆς συνεργασίας των. Θέλω ἀπασχολήσει τὴν Βουλὴν ἐξετάζων ἀποκλειστικῶς τὰ κύρια πολιτικὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουσι τὴν Χώραν ἐν τῇ καταστάσει ἐν ᾗ εὑρίσκεται, καταστάσει πολέμου, πράγματι ἀνεγνωρισμένου. Κυριώτατον ἑπομένως ζήτημα τὸ ὁποῖον θέλει ἀπασχολήσει ἡμᾶς εἶναι τὸ ζήτημα τὸ διπλωματικὸν τῆς Χώρας. Ἀλλὰ πρὸ τούτου, συμφώνως πρὸς τὰς ἐπιφυλάξεις τὰς ὁποίας ἐποιήσαμεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ παρακολουθήσω τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἔχω καθῆκον ἵνα ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰς ἀντιλήψεις μου περὶ τῶν ὅρων ὑφ’ οὓς προσερχόμεθα εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ἀναλαμβάνοντες νὰ παράσχωμεν τὴν συνεργασίαν ἡμῶν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Χώρας. Καὶ σχετικῶς πρὸς τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν περὶ τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀνάγκη ὅπως ἀναπτυχθῇ καὶ ἡ ἀντίληψις ἡμῶν περὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἐπεμβάσεως, ἥτις ἤγαγεν εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Κύριοι, ἡ ἐπαναφορὰ τῆς Βουλῆς τῆς 31 Μαΐου 1915 ὀφείλεται προφανῶς εἰς τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τῆς 29 Ἰουνίου τρέχοντος ἔτους. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ Βασιλικοῦ τούτου Διατάγματος ἐκοινοποιήθη ἡ διακοίνωσις τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ τῶν Δυνάμεων, ἡ χρονολογουμένη ἀπὸ 10 Ἰουνίου 1917. Κατὰ συνέπειαν καταστατικοὶ λόγοι τῆς συγκλήσεως τῆς Βουλῆς εἶναι οἱ λόγοι οἱ περιλαμβανόμενοι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τῇ συνοδευούσῃ τὸ Διάταγμα «περὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς» καὶ οἱ λόγοι οἱ περιεχόμενοι συνοπτικῶς ἐν ταῖς σχετικαῖς διακοινώσεσι τῶν Δυνάμεων, τῇ τῆς 10ης Ἰουνίου 1917, τῇ ὑπογεγραμμένῃ ὑπὸ τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ, καὶ τῇ τῆς 8ης Ἰουνίου 1916, φερούσῃ τὴν ὑπογραφὴν τῶν τεσσάρων ἐν Ἀθήναις ἀντιπροσώπων τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Ἡ βάσις, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπήγασεν ἡ κατάργησις τῆς προτέρας Βουλῆς καὶ ἡ ἐπαναφορὰ εἰς τὴν ζωὴν τῆς ὑπαρχούσης Βουλῆς, ἡ βάσις αὕτη καθορίζεται ἔν τε τοῖς ἐγγράφοις τούτοις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Δυνάμεων, ἀλλὰ πρὸ παντὸς καθορίζεται τὸ πρῶτον ἐν τῇ προκηρύξει τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τῇ φερούσῃ χρονολογίαν 9ης Νοεμβρίου 1915, προκηρύξει περὶ τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν, ἀφ’ ἧς ἄρχεται ἡ σειρὰ τῶν πράξεων τῶν Φιλελευθέρων, ἡ καταλήξασα εἰς τὰ τελευταῖα γεγονότα. Ἡ προκήρυξις τῆς 9ης Νοεμβρίου θέτει ὡς βάσιν ἀποχῆς ἀπὸ τῶν ἐκλογῶν πρῶτον τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ δεύτερον τὴν ἀτελῆ κατάρτισιν τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων, λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἡ προκήρυξις αὕτη περιλαμβάνει καὶ τὰς ἑξῆς περικοπάς (Ἀναγινώσκει): «Οὕτω εὑρισκόμεθα ἐνώπιον φανερᾶς ἐξαρθρώσεως τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν μεταβάλλεται εἰς ἀληθὲς ράκος, ἐγκαινίζεται δὲ καὶ παρ’ ἡμῖν, δι’ ἀλλεπαλλήλων διαλύσεων τῆς Βουλῆς πρὸς ἐπιβολὴν ὡρισμένης πολιτικῆς, κυβερνητικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ νοηθῇ μόνον ἐν Μοναρχικῷ πολιτεύματι, οἷον τὸ Πρωσσικόν, ὅπου κυρίαρχον ὄργανον τοῦ Κράτους εἶναι ὁ Μονάρχης, ὅπερ ὅμως ἀποτελεῖ πρόρριζον ἀναίρεσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ Βασιλευομένη Δημοκρατία, ἐν τῇ ὁποίᾳ κυρίαρχον ὄργανον τοῦ Κράτος εἶναι αὐτὸς ὁ Λαός, ἀπὸ τοῦ ὁποίου πηγάζουσι πᾶσαι αἱ ἐξουσίαι». Καὶ περαιτέρω (Ἀναγινώσκει): «Ἡ προκήρυξις ἐκλογῶν καθ’ ἣν στιγμὴν μέγα μέρος τῶν βουλευτῶν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἐν τῇ διαλυθείσῃ Βουλῇ στρατεύονται καὶ ἀδυνατοῦν ἑπομένως νὰ μετάσχουν ἐνεργῶς τῆς ἐκλογικῆς πάλης, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλον τὸ μάχιμον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς σημαίας, εἰς τὰς κάλπας δὲ καλοῦνται οἱ παρήλικες, οἱ ἀπαλλαγέντες, οἱ ἀδήλωτοι καὶ οἱ ἀνάπηροι, ὅπως οὗτοι κατ’ ἀποκλεισμὸν ἐκείνων, ἀποφανθῶσι περὶ τῆς τύχης τοῦ Ἔθνους, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὡς ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα τὸ ἥμισυ τῶν ἐκλογέων, εἶναι ἀπαρασισμένη, ὡς δὲν ἀποκρύπτουν οἱ περὶ αὐτήν, νὰ δώσῃ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἀδείας εἰς τοὺς φίλους της ὅπως μετάσχωσι τῆς ψηφοφορίας, κρατοῦσα εἰς τὰ συντάγματα ὑπὸ στρατιωτικὴν πειθαρχίαν τοὺς μὴ φίλους αὐτῆς — ἡ ὑπὸ τοιούτους ὅρους προκήρυξις ἐκλογῶν ἀποτελεῖ τὴν προπαρασκευὴν τῆς σκηνοθεσίας, ἐντὸς τῆς ὁποίας ζητεῖται νὰ παιχθῇ ἀναξία ἐλευθέρου λαοῦ πολιτικὴ κωμῳδία, εἰς τὴν ὁποίαν δίδεται σαρκαστικῶς τὸ ὄνομα τῆς ἐξακριβώσεως τῆς ἐθνικῆς θελήσεως». Ἡ διακοίνωσις τῶν Δυνάμεων τῆς 8ης Ἰουνίου 1916 ἐκτίθησι τὰ ἑξῆς κατὰ λέξιν (Ἀναγινώσκει): «Ἐξ ἄλλου τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα παρεγνωρίσθη, ἡ ἐλευθέρα ἐξάσκησις τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας παρημποδίσθη, ἡ Βουλὴ διελύθη διὰ δευτέραν φορὰν ἐντὸς διαστήματος βραχυτέρου τοῦ ἔτους, παρὰ τὴν σαφῶς ἐκδηλωθεῖσαν θέλησιν τοῦ λαοῦ, οἱ ἐκλογεῖς ἐκλήθησαν εἰς τὰς κάλπας ἐν πλήρει ἐπιστρατεύσει, οὕτως ὥστε ἡ παροῦσα Βουλὴ δὲν ἀντιπροσωπεύει παρὰ ἀσθενὲς μόνον μέρος τοῦ συνόλου τῶν ἐκλογέων, ὁλόκληρος ἡ Χώρα ὑπεβλήθη ὑπὸ καθεστὼς ἀστυνομικῆς καταπιέσεως καὶ τυραννίας καὶ ὡδηγήθη εἰς τὴν καταστροφήν, παροραθεισῶν τῶν δικαίων παρατηρήσεων τῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἔχουν ὄχι μόνον τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθοῦν κατὰ τοιούτων παραβάσεων τῶν ἐλευθεριῶν, τῶν ὁποίων ὑπέχουσι τὴν φύλαξιν ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ». Ἐπίσης ἡ διακοίνωσις τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ τῶν Δυνάμεων κ. Ζοννὰρ πρὸς τὸν τότε Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Ζαΐμην, τῆς 10ης Ἰουνίου 1917 ἐκτίθησι τάδε (Ἀναγινώσκει): «Ἡ αἴτησις αὕτη δὲν ἔτυχεν ἱκανοποιήσεως. Αἱ ἐγγυήτριαι Δυνάμεις ἠναγκάσθησαν οὕτω νὰ ἐπαναλάβωσι τὴν δήλωσίν των, φρονοῦσαι ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τῆς ἐκλεγείσης τὴν 31 Μαΐου–13 Ἰουνίου 1915 δὲν ἦτο σύμφωνος οὔτε πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, οὔτε πρὸς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ καθεστῶτος, ὅπερ ἰσχύει ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Βασιλευούσης Δυναστείας. Τὰ γεγονότα ἅτινα προηγήθησαν καὶ δι’ ἃ ἀπεφασίσθη ἡ ψήφισις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1864, ὡς ἐπίσης ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ Συντάγματος τούτου ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀποκλείουσι πᾶσαν ἑρμηνείαν, ἥτις θὰ ἔτεινε σιωπηλῶς ν’ ἀπονείμῃ εἰς τὸ Στέμμα τὸ δικαίωμα τοῦ διαθέτειν αὐτοβούλως τὰς τύχας τοῦ λαοῦ». Οὕτως ἔχομεν, κατὰ τὰς δηλώσεις τῶν Δυνάμεων, παραγνώρισιν τοῦ πνεύματος τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος, ἐκδηλωθεῖσαν διὰ τῆς ἐπαναληπτικῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐντὸς βραχέος χρονικοῦ διαστήματος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου κατάρτισιν ἐκλογικῶν συλλόγων ἀνεπαρκῶν, ἕνεκα τῆς κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἀπουσίας τοῦ πλείστου μέρους τῶν ἐκλογέων, λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Τιθεμένων τῶν λόγων τούτων, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν κατὰ τὴν ἀντίληψιν ἡμῶν τὰ πράγματα ταῦτα ἔχουσιν ὀρθῶς. Ἀλλὰ πρὶν ἐξετάσω τὰ ζητήματα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἔχω ἐν σχέσει πρὸς τὴν θέσιν τοῦ Στέμματος καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος ἐν τῷ πολιτεύματι ἡμῶν, διότι ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Στέμματος, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ἐξαρτᾶται τὸ προνόμιον τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ Ἑλληνικὸν πολίτευμα εἶναι ἀναμφισβήτως πολίτευμα δημοκρατικῆς μορφῆς, οὐδεμία δὲ εἶναι ἀνακάλυψις δι’ οὐδένα, ἂν σήμερον ὑποστηρίξωμεν καὶ ἀποδεχθῶμεν ὅτι τὸ πολίτευμα τὸ Ἑλληνικὸν οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ Βασιλευομένη Δημοκρατία. Τοῦτο εἶναι ἀρχὴ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἠμφισβήτησέ ποτε ἐν Ἑλλάδι καὶ περὶ ἧς οὐδὲν πολιτικὸν κόμμα ἐξεδήλωσε διάφορον γνώμην.
§11Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὴν ἐξεδήλωσαν ἐμπραγμάτως ἄλλοι.
§12Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁμιλῶ περὶ τῶν παρόντων, κ. συνάδελφε. Μὲ γνωρίζετε πρὸ μακροῦ χρόνου ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν πιστεύω νὰ νομίζητε ὅτι μὲ ταράσσουσιν αἱ διακοπαί, τοὐναντίον πολὺ εὐχαρίστως τὰς δέχομαι, διότι μὲ ξεκουράζουν. Αἱ διακοπαὶ ἄλλως τε πολλάκις διαφωτίζουσι τὴν συζήτησιν. Προκειμένου ὅμως περὶ θεωρητικῆς ἀναπτύξεως, νομίζω ὅτι ταχύτερον θὰ καταλήξωμεν εἰς συμπεράσματα ἐὰν, ἄνευ διακοπῶν, ἀφεθῶ νὰ ἐκθέσω τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει βεβαιῶ τὸν κ. βουλευτὴν ὅτι δὲν εἶμαι ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἤθελον θεωρήσει τὰς διακοπὰς ἐφ’ ὅσον γίνεται χρῆσις καὶ οὐχὶ κατάχρησις αὐτῶν, ὡς ἀπόπειραν τυχὸν καταπιέσεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου. Ἐπαναλαμβάνω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει τις διαφωνῶν, οὔτε δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἡ μορφὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος δὲν ὑπῆρξε πάντοτε μορφὴ Βασιλευομένης Δημοκρατίας. Τὴν μορφὴν δὲ ταύτην παρέσχον τὰ γεγονότα τοῦ 1862 καὶ ἡ ἐξέλιξις τῆς πολιτικῆς ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος. Ἤρξατο ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ πολιτεύματος καθαρῶς μοναρχικοῦ, κατέληξε δὲ ἐν ἔτει 1843 εἰς πολίτευμα, τοῦ ὁποίου βάσις ὑπῆρξε σύμβασις μεταξὺ λαοῦ καὶ μοναρχίας. Εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις αὕτη ἐν Ἑλλάδι, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο δεκτὸν ὅτι τὸ πολίτευμα εἶναι σύμβασις μεταξὺ λαοῦ καὶ μοναρχίας, διότι ἡ μοναρχία συνεφώνησε καὶ αὕτη, κατόπιν γενομένης ἐπαναστάσεως, εἰς τὴν σύγκλησιν Συντακτικῆς Συνελεύσεως, διετήρησε δὲ συγχρόνως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τοῦ ψηφισθέντος Συντάγματος. Τοιαύτης μορφῆς πολίτευμα, κατὰ τὰς νεωτέρας διεθνεῖς περιστάσεις, δὲν ὑπάρχει ἄλλο εἰμὴ τὸ τῆς Ρωσσικῆς Δούμας. Ἀπὸ τοῦ 1862 τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο δεκτὸν παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, εἶναι τὸ πολίτευμα κατὰ τὸ ὁποῖον τίθεται ὡς βάσις ἡ συντακτικὴ ἐξουσία τοῦ Ἔθνους. Ἐν τούτῳ δὲ ἔχω ἀνάγκην νὰ ποιήσωμαι διάκρισιν τινά, διότι ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ἥτις συνοδεύει τὸ Β. Διάταγμα περὶ συγκλήσεως τῆς Βουλῆς γίνεται ἐσφαλμένως χρῆσις τοῦ ὅρου τῆς «εὐρυτάτης λαϊκῆς κυριαρχίας». Κύριοι, εἶναι ἄλλο τι ἡ «λαϊκὴ κυριαρχία» καὶ ἄλλο τι ἡ «ἐθνικὴ κυριαρχία»! Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς εἶναι ἀνάγκη ἵνα ἐν προκειμένῳ διατελῶμεν σύμφωνοι περὶ τῶν ἐννοιῶν, ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω ὅτι ὡς ἐθνικὴν κυριαρχίαν, κατὰ τὸν ὅρον τὸν ἐπιστημονικόν, ἀντιλαμβάνομαι τὴν συντακτικὴν ἐξουσίαν τοῦ Ἔθνους, ἔχοντος δικαίωμα διὰ τῆς ψήφου αὐτοῦ νὰ θεσπίζῃ τὸν καταστατικὸν νόμον τοῦ πολιτεύματος, ἐνῷ λαϊκὴ ἐξουσία εἶναι ἐξουσία χορηγουμένη ὑπὸ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας εἰς τὸν λαόν, πρὸς τὸ νομοθετεῖν διὰ τῆς Βουλῆς ἢ τὸ κυβερνᾶν καὶ διοικεῖν διὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὑπὸ τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Στέμματος, ἤτοι ἡ ἐξουσία τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ κυβερνᾶν, νομοθετεῖν καὶ διοικεῖν διὰ τῶν κατὰ τὸ πολίτευμα ὠργανωμένων ἀντιπροσωπειῶν αὐτοῦ. Πορίσματα λοιπὸν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας εἰσὶν αἱ ἐξουσίαι ἐν τῷ Κράτει, πόρισμα δ’ αὐτῆς εἶναι καὶ ἡ βασιλικὴ ἐξουσία, ἤτοι τὰ βασιλικὰ δικαιώματα, διότι εἶναι δικαιώματα παρεχόμενα ὑπὸ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ἔθνους πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, ἵνα οὗτος ποιῆται χρῆσιν τούτων κατ’ ἐντολὴν τοῦ Ἔθνους καὶ κατὰ καθῆκον πρὸς αὐτό, συμφώνως πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Λαϊκὴ λοιπὸν ἐξουσία, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐξουσία χορηγουμένη ὑπὸ τῆς συντακτικῆς ἐξουσίας τοῦ Ἔθνους εἰς τὸν λαόν, πρὸς τὸ νομοθετεῖν διὰ τῆς Βουλῆς, τὸ κυβερνᾶν καὶ διοικεῖν διὰ τῆς Κυβερνήσεως, τελούσης ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς Βουλῆς, τῆς Δημοσίας Γνώμης καὶ τοῦ Στέμματος.
§13Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ ἀπορρεούσης ἐκ τῆς Βουλῆς.
§14Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον τοῦτο. Ἡ διάκρισις τὴν ὁποίαν ποιοῦμαι καὶ ἀποδέχομαι μεταξὺ τῶν λαϊκῶν ἐξουσιῶν καὶ τῆς ἐξουσίας τοῦ Στέμματος, εἶναι ὅτι αἱ ἐξουσίαι τοῦ λαοῦ εἶναι θετικαὶ ἐξουσίαι, αἱ δὲ ἐξουσίαι τοῦ Στέμματος εἶναι ἀρνητικαί. Τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν ἔχει ὁ λαὸς καὶ μόνος διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, ἥτις ἐκδηλοῦται διὰ τῆς Βουλῆς τῶν Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Τὸ δικαίωμα τοῦ κυβερνᾶν καὶ διοικεῖν ἔχει ἐπίσης ὁ λαὸς διὰ τῆς Κυβερνήσεώς του, ἥτις ἐρείδεται ἐπὶ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς καὶ τελεῖ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον αὐτῆς. Τὰ δικαιώματα τοῦ Στέμματος εἶναι ἀρνητικά, εἶναι δικαιώματα παρακωλυτικὰ κακῆς χρήσεως, κακῆς ἐκτροπῆς τῶν λαϊκῶν ἐξουσιῶν, δὲν εἶναι δικαιώματα θετικά, δίδοντα θετικὴν κατεύθυνσιν εἰς τὴν πορείαν τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων. Ἡ ἀρνητικὴ αὕτη τοῦ Στέμματος ἐξουσία ἐκδηλοῦται διὰ τῆς ἀρνησικυρίας μὲν προκειμένου περὶ τῶν ἔργων τῶν νομοθετικῶν, διὰ τῆς ἄρσεως δ’ ἐμπιστοσύνης προκειμένου περὶ τῶν ἔργων τῶν κυβερνητικῶν. Τὸ δικαίωμα δὲ τῆς ἄρσεως ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὸ Στέμμα ἔκ τε τοῦ γράμματος καὶ ἐκ τοῦ πνεύματος τοῦ πολιτεύματος, δικαίωμα τὸ ὁποῖον καταλήγει κατόπιν ἢ εἰς ἀποδοχὴν τῶν ἀντιλήψεων τοῦ Στέμματος ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὁπότε δὲν γεννᾶται ζήτημα πολιτικόν, ἢ εἰς διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις περιῆλθεν εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸ Στέμμα, τὸ δικαίωμα, λέγω, τοῦτο τοῦ Στέμματος οὐδὲν πολιτικὸν κόμμα ἠμφισβήτησε ποτὲ ἐν Ἑλλάδι. Καὶ πάντοτε, προκειμένου περὶ τῶν κυριωτέρων ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προκαλῆται ἡ ἀποκατάστασις πλήρους ὁμοφωνίας μεταξὺ Στέμματος καὶ Κυβερνήσεως, πάντοτε αἱ Κυβερνήσεις ἐτήρησαν ἐπιφύλαξιν νὰ μὴ ἐκδηλώσωσιν ὡρισμένην ἀπόφασιν πρὶν ἢ τύχωσι τῆς ἀπολύτου ὁμοφωνίας μετὰ τοῦ Στέμματος. Ὀφείλω δὲ νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ καθορισμοῦ τῆς ὁδοῦ τὴν ὁποίαν θὰ ἠκολούθει κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, διὰ τηλεγραφήματος αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὸν Σέρβον Πρωθυπουργὸν ἐξήγγειλεν ὅτι τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θ’ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὸν Σέρβον Πρωθυπουργὸν ἀφοῦ ὑποβάλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰς γνώμας του τὰς προσωπικὰς εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τύχωσιν αὗται τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Στέμματος. Ὡς ἑξῆς ἐκθέτει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὸ πρᾶγμα ἐν τῇ ἀγορεύσει του τῆς 21ης Σεπτεμβρίου 1915 (Ἀναγινώσκει): «Ἀπήντησα ἐκεῖθεν εἰς τὸν κ. Πάσιτς, ὅτι δὲν ἠδυνάμην νὰ δώσω ὁριστικὴν ἀπάντησιν πρὶν ἢ ἐπιστρέψω εἰς τὰς Ἀθήνας, συγκαλέσω Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ μετὰ τοῦτο ζητήσω τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως. Ἀπήντησα λοιπὸν εἰς αὐτὸν τηλεγραφικῶς ὅτι δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἀπάντησιν δεσμεύουσαν τὴν Ἑλλάδα ἀκόμη, ἀνακοινῶ ὅμως ὅτι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν θὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ θὰ θέσω ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ Βασιλέως εἶναι αὕτη: κλπ.». Τοῦτ’ αὐτὸ δ’ ἔπραξεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὅτε ἐπεζήτει νὰ θέσῃ τὴν Ἑλλάδα ἐν συμπράξει πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως κατὰ τὴν ἐπιχείρησιν τῆς Καλλιπόλεως καὶ ὅτε ἐπικειμένης τῆς εἰσβολῆς τοῦ Γερμανικοῦ στρατοῦ εἰς Σερβίαν, θέλων νὰ βοηθήσῃ ταύτην κατὰ τῶν Βουλγάρων, ἐζήτει τὴν συνδρομὴν τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς ἀπησχολημένης ὑπὸ τῶν Γερμανῶν δυνάμεως τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ. Κατ’ ἀμφοτέρας τὰς περιστάσεις ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐξέθετε πρὸς τὰ ξένα Κράτη τὰς ἀντιλήψεις της ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐγκρίσεως τῶν γνωμῶν της ὑπὸ τοῦ Στέμματος, ἀναγνωρίζουσα εἰς αὐτὸ τὴν ἀρνησικυρίαν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν οὐδ’ ἀμφισβητήσεως σπουδαίας νὰ τύχῃ τὸ ζήτημα ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας τοῦ Στέμματος ἐκδηλοῦται διὰ τῆς ἄρσεως ἐμπιστοσύνης ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὰ δὲ τὰ δύο Συμβούλια τοῦ Στέμματος τὰ γενόμενα κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1915, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐσκόπουν μείζονα φωτισμὸν τῆς γνώμης τοῦ Στέμματος, ὅπως παράσχῃ τὴν ἔγκρισιν του εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτω τιθεμένης τῆς θέσεως τοῦ Στέμματος ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἐξ αὐτῆς πηγάζει ἡ προνομία τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι ἡ προνομία τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ἢ τὴν κύρωσιν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων καὶ καθηκόντων τοῦ Στέμματος, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος ἐν τῷ πολιτεύματι, τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ὁμοφωνίας μεταξὺ Στέμματος καὶ Βουλῆς, ἢ μεταξὺ Βουλῆς καὶ Δημοσίας Γνώμης. Κύριοι, ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ποιεῖται συσχέτισιν μεταξὺ δικαιώματος ἀναβολῆς ἢ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ προνομίου διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ποιουμένη δὲ τὴν συσχέτισιν ταύτην, ἀντλεῖ ἐκ τοῦ περιορισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς διακοπῆς ἢ ἀναβολῆς τῆς Βουλῆς ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως. Μεταξὺ τῶν δύο δικαιωμάτων ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ καὶ πλήρης διαστολή. Τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς ἢ τῆς ἀναβολῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς εἶναι δικαίωμα θῖγον ζῶσαν ἀντιπροσωπείαν καὶ παραλύον τὴν λειτουργίαν της, εἶναι δικαίωμα κατὰ συνέπειαν τελείως περιωρισμένον, διότι ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου, εἴτε εἰς μεγάλην ἔκτασιν εἴτε κατ’ ἐπανάληψιν, περιορίζει τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ λαοῦ. Ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν ἔννοιαν. Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τερματίζει τὸν βίον μιᾶς Βουλῆς, ἵνα παραδώσῃ τὴν κρίσιν περὶ τῶν πολιτικῶν ζητημάτων εἰς τὴν λαϊκὴν ἐξουσίαν. Ἑπομένως ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα καθορίζει τὸ πολίτευμα, εἶναι μέτρον τὸ ὁποῖον δὲν περιορίζει τὴν λειτουργίαν τῆς λαϊκῆς ἀντιπροσωπείας, ἀλλ’ ἀνοίγει τὴν θύραν εἰς τὴν πλήρη καὶ ἀπ’ εὐθείας ἔκφρασιν τῆς λαϊκῆς θελήσεως.
§15Λ. ΝΑΚΟΣ. Λοιπὸν ἠμπορεῖ νὰ διαλύῃ αἰωνίως, μέχρις ὅτου συμφωνήσῃ μαζί του ἡ Βουλή!
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νὰ ἐργάζεται ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Γερμανικὴ προπαγάνδα.
§17Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποιοῦμαι τὴν διάκρισιν ἀπολύτως, Κύριοι, μεταξὺ χρήσεως διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ χρήσεως διακοπῆς τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τῶν ἐπαναληπτικῶν διαλύσεων τῆς Βουλῆς θὰ ἐξετάσω κατόπιν. Ταύτην τὴν στιγμὴν ποιοῦμαι τὴν διάκρισιν τὴν θεμελιώδη μεταξὺ διαλύσεως Βουλῆς καὶ διακοπῆς Βουλῆς. Ἐν τῇ θεμελιώδει δὲ ταύτῃ ἐννοίᾳ τὸ μὲν δικαίωμα τῆς βασιλικῆς διακοπῆς τῆς Βουλῆς εἶναι περιωρισμένον, ἐνῷ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἀφίνεται ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα τῆς κατ’ οἰκείαν βούλησιν διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν της, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι διάνοιξις τῆς θύρας τῆς λαϊκῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶναι ἡ βάσις τοῦ κυβερνᾷν, τοῦ διοικεῖν καὶ τοῦ νομοθετεῖν κατὰ τὸ ἡμέτερον πολίτευμα. Ἂς ἴδωμεν τώρα, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ περιπτώσεις τὰς ὁποίας ἀποδέχεται ἡ ἐπιστημονικὴ θεωρία περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Προκειμένου νὰ ἐξετάσωμεν μίαν κατηγορίαν στρεφομένην οὐχὶ κατὰ παραβιάσεως τοῦ γράμματος, ἀλλὰ κατὰ παραβιάσεως τοῦ πνεύματος τοῦ πολιτεύματος, ὁδηγὸς πλέον τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος δὲν εἶναι τὸ γράμμα τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος, πολιτεύματος κατ’ ἐξοχὴν κοινοβουλευτικοῦ, πρὸς καθορισμὸν τοῦ πνεύματος τοῦ ὁποίου εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐξέτασις ὄχι μόνον τῆς ἐπιστημονικῆς θεωρίας περὶ τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐφαρμογῆς ἧς ἔτυχε τὸ προνόμιον τοῦτο τόσον ὁμοιομόρφως, ὥστε νὰ κατασταθῇ περὶ τούτου κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον. Διότι, Κύριοι, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ πνεύματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, δὲν προέχουσι πλέον οἱ γραπτοὶ νόμοι οὔτε αἱ γραπταὶ διατάξεις, αἵτινες καθορίζουσι τὰς λύσεις, ἀλλὰ προέχουσιν αἱ ἄγραφοι ἐφαρμογαί, αἵτινες ἀποτελοῦσιν ἑρμηνευτικὸν ἔθιμον, στηριζόμενον ἐπὶ ὁμοιομόρφου ἐφαρμογῆς. Ἡ ἐπιστημονικὴ θεωρία ἀποδέχεται ὅτι περιπτώσεις διαλύσεως τῶν Βουλῶν εἶναι περίπου αἱ ἑξῆς: Εἶναι ἡ μηχανικὴ περίπτωσις τοῦ τερματισμοῦ τοῦ βίου της. Καὶ περὶ αὐτῆς δὲν πρόκειται. Εἶναι ἐπίσης ἡ ἀδυναμία μιᾶς Βουλῆς ὅπως παράσχῃ νόμιμον Κυβέρνησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ χρῆσις τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως εἶναι χρῆσις μηχανική, διὰ τὸ ἀδύνατον νὰ λειτουργῇ ἡ Βουλὴ κανονικῶς καὶ νὰ παράσχῃ ἐμπιστοσύνην εἰς Κυβέρνησιν ὡρισμένην. Αἱ τρεῖς περιπτώσεις, αἱ σπουδαιότεραι, αἱ ἔχουσαι καθαρῶς πολιτειακὴν μορφήν, καὶ καθαρῶς πολιτικὴν σημασίαν, εἶναι οἱ ἑξῆς: ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναβαπτίσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς —διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τῆς κυβερνητικῆς ἐκθέσεως— ἐντὸς τῆς κολυμβήθρας τοῦ δημοσίου φρονήματος. Εἶναι περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ Κυβερνήσεις, πλειονοψηφοῦσαι, εὑρίσκουσιν ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ, αἰσθάνονται ἢ ὅτι πολυχρόνιος ὑπῆρξεν ἡ λειτουργία τῆς Βουλῆς ἢ ὅτι ἡ Δημοσία Γνώμη ἔχει μεταβληθῆ. Εὑρίσκονται δ’ εἰς τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα τούτου, νὰ προκαλέσωσι διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἡ πλειονοψηφία, ἐπανερχομένη, ἔχῃ τὸ κῦρος τῶν νέων ἐκλογῶν καὶ τῆς ἀνανεώσεως τῆς λαϊκῆς ἐμπιστοσύνης. Ἡ περίπτωσις αὕτη τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι καθαρῶς ἡ περίπτωσις τῆς κυβερνητικῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, εἶναι ἡ περίπτωσις ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἀποδέχεται κατ’ ἐξοχὴν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἑτέρα περίπτωσις διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ τῆς δυσαρμονίας τοῦ δημοσίου φρονήματος πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Εἶναι αὕτη περίπτωσις βασιλικῆς διαλύσεως, διότι τὸ Στέμμα τίθεται εἰς θέσιν σφιγμομέτρου τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἵνα ἐν τῇ σφιγμομετρήσει ταύτῃ καταλήξῃ εἰς τὸν σχηματισμὸν πεποιθήσεως ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐκπροσωπεῖ τὸ δημόσιον φρόνημα, καταλήξῃ δ’ εἰς ἀπόφασιν ἵνα προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἑτέρα περίπτωσις εἶναι ἡ τῆς διαλύσεως, ἐν περιπτώσει διαφωνίας τοῦ Στέμματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, τὴν πλειονοψηφοῦσαν Κυβέρνησιν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀποδεχθῇ τὴν σχηματιζομένην νέαν Κυβέρνησιν, δὲν ὑπάρχει κρίσις πολιτικὴ γενικωτέρα, ἐὰν ἡ Βουλὴ ὅμως δὲν μεταβάλῃ τὴν σύνθεσίν της, τότε χωρεῖ ἡ χρῆσις τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Αἱ δύο τελευταῖαι περιπτώσεις εἶναι περιπτώσεις τῆς καθαρῶς ἡγεμονικῆς διαλύσεως, εἶναι περιπτώσεις καθ’ ἃς τὸ Στέμμα εὑρίσκεται ἀντιμέτωπον τῆς λαϊκῆς γνώμης, ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος δὲ τῶν ἐκλογῶν θὰ κριθῇ ἂν ἡ σφιγμομέτρησις, τὴν ὁποίαν ἐτέλεσε, τῆς Δημοσίας Γνώμης, ὑπῆρξεν ἐπιτυχὴς ἢ ἀτυχὴς καὶ ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει θὰ κριθῇ ἂν αὕτη ἐξετελέσθη ἄνευ δόλου, ἀπὸ χρηστοῦ συνειδότος, ἢ μετὰ δόλου καὶ ἐπὶ σκοπῷ ἐπιδιώξεως ὡρισμένων πολιτικῶν σχεδίων. Τὸ πολίτευμα τὸ Ἑλληνικόν, ἕνεκα τῶν συνθηκῶν ὑφ’ ἃς τελεῖ, θέτει εἰς δυσχερεστάτην θέσιν τὸ Ἑλληνικὸν Στέμμα, καθόσον τοῦτο τίθεται ἀποτόμως ἀντιμέτωπον τῆς λαϊκῆς γνώμης, ἀλλὰ καὶ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Μὴ ὑπάρχοντος μεσάζοντος κοινοβουλευτικοῦ Σώματος, οἷον ἡ Γερουσία, τὰ Στέμμα ἐκτίθεται εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους τῆς ἀπολύτου χρήσεως τῶν προνομίων του ἀπέναντι τῶν Κυβερνήσεων. Ἐλλείπει δ’ ἀπὸ τοῦ πολιτεύματος ἡ ἐγγύησις ἣν παρέχει ἡ ὕπαρξις Γερουσίας, ἀντλούσης ἐπίσης τὴν δύναμίν της ἀπὸ τοῦ λαοῦ καὶ χρησιμευούσης ὡς ρυθμιστοῦ καὶ ἐπόπτου τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, οἱονεὶ δὲ διαμέσου μεταξὺ τοῦ Στέμματος καὶ τῆς Βουλῆς. Προκειμένου περὶ τῆς ἀσκήσεως τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, γεννᾶται ἤδη, Κύριοι, τὸ ἐρώτημα. Τιθεμένης τοιαύτης τῆς θεωρίας τῆς διαλύσεως καὶ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν δύο καθαρῶς βασιλικῶν περιπτώσεων τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἕνεκα εἰκαζομένης δυσαρμονίας ταύτης πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα καὶ ἕνεκα διαφωνίας τοῦ Στέμματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῇ γράμμα νεκρὸν τὸ προνόμιον τοῦ Στέμματος; Ἐν Ἀγγλίᾳ ἀποδέχονται ὅτι οὐδὲν γράμμα τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος ἀποκλείει εἰς τὸ Στέμμα τὴν τοιαύτην χρῆσιν τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως, ἀλλ’ ἀποκλείει ταύτην τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον. Ἡ διάλυσις γίνεται ὑπ’ εὐθύνην καὶ ὑπὸ τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι ἔργον κυβερνητικόν, ἑπομένως ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς γίνεται ὅταν ἡ Κυβέρνησις εὑρεθῇ πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ προβῇ εἰς ἔκκλησιν ἐνώπιον τῆς Χώρας. Τοῦτο καθορίζει ἑρμηνευτὴς κλασσικὸς τῶν Ἀγγλικῶν θεσμῶν, ὁ Glassen (Ἀναγινώσκει): «Ὡς μέλος τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἡ Βασιλεία συγκαλεῖ, παρατείνει, διαλύει τὸ Κοινοβούλιον. Ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ ἔτι ἡ Μοναρχία εἶναι πράγματι ὄργανον τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ δικαίου, ὁ Ἡγεμὼν δὲν ὑποχρεοῦται νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ζητῇ τοῦτο, καὶ δικαιοῦται νὰ διαλύῃ ταύτην ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐν τῇ πρακτικῇ πάντοτε ἡ Κυβέρνησις προκαλεῖ καὶ ἐπιτυγχάνει τὴν διάλυσιν, ὅταν θέλῃ νὰ συγκαλέσῃ ἀντὶ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ἐξ ἧς προῆλθε, τὴν Βουλήν, ἥτις θὰ ἀντικαταστήσῃ ταύτην. Οὐδεμία πρᾶξις ἀφῄρεσεν ἀπὸ τῆς Βασιλείας τὸ δικαίωμα ὅπως διακηρύξῃ πρὸς τοὺς Ὑπουργοὺς ὅτι ἐννοεῖ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν ἵνα προκαλέσῃ ἐκλογάς, αἵτινες θὰ παρουσιάσωσι πλειονοψηφίαν διάφορον ἐν τῇ Βουλῇ τῶν Κοινοτήτων καὶ θὰ παρασκευάσωσιν ἀλλαγὴν Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ μὴ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου ἔσται πάντοτε πρᾶξις ἔμφρονος σοφίας». Ἐν Ἀγγλίᾳ λοιπόν, συμφώνως πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος, δὲν δέχονται ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ πολιτεύματος, δέχονται μόνον ὅτι συμφώνως πρὸς τὸ κοινοβουλευτικὸν ἔθιμον δὲν εἶναι ἡ πρᾶξις αὕτη πρᾶξις ἔμφρονος σοφίας.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μόνον εἰς μίαν περίπτωσιν· ὅταν εἶναι κατατετμημένη ἡ πλειονοψηφία· ὄχι πάντοτε.
§19Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ λησμονῶμεν ὅμως, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ Ἀγγλικῷ πολιτεύματι ὑπάρχει ρυθμιστὴς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ρυθμιστὴς ἐξ αὐτῆς τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς ἀπορρέων, ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων, καὶ κατὰ συνέπειαν ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ Στέμματος, τὸ ἔργον τοῦ Στέμματος ἐν τῇ Πολιτείᾳ μεταβάλλεται εἰς ἔργον σχεδὸν νεκρόν, διότι ὑπάρχει ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ ἐν δευτέρῳ βαθμῷ τὴν Χώραν, χωρὶς ὅμως νὰ ἀμφισβητῆται ὅτι ἀπὸ ἐτῶν ἤρξατο καὶ ἐκεῖ ἡ τάσις τῆς δημοκρατοποιήσεως τοῦ πολιτεύματος, τῆς μειώσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς δευτέρας Βουλῆς, ἅτινα ἐρείδονται ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἀριστοκρατίας. Καὶ ἡ τάσις αὕτη ἐξεδηλώθη ἀπὸ τοῦ Ἰρλανδικοῦ ζητήματος. Προκειμένου περὶ τῆς διαλύσεως ἐν Γαλλίᾳ, καθιερώθη ἡ ἀρχὴ τῆς διαλύσεως κατόπιν γνώμης τῆς Γερουσίας. Εἰς τὰ λοιπὰ Κράτη τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς οὐδαμῶς εἶναι δεσμευμένον οὔτε διὰ τοῦ γράμματος οὔτε διὰ τοῦ πνεύματος τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς διαλύσεως ἐν Γαλλίᾳ, προκειμένου περὶ τῶν δυσχερειῶν αἵτινες κατὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις παράγονται ἕνεκα τῶν δεσμῶν τὰ ὁποῖα ἔχουσι θέσει περὶ τὴν προεδρικὴν ἐξουσίαν, δεσμῶν μοιραίων ἕνεκα τῆς δημοκρατικῆς μορφῆς τοῦ πολιτεύματος, ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς περικοπὰς συγγραφέως πολιτικοῦ σπουδαίου, ἀκριβῶς ἐμφανίζοντος τὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς κοινῆς σωτηρίας, διὰ τὴν περίπτωσιν τῶν δυσχερῶν, τῶν δυσκόλων περιστάσεων παρουσιάζει ἐν Γαλλίᾳ τὸ δύσχρηστον μέχρι βαθμοῦ ἀχρηστίας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ὁ συγγραφεὺς οὗτος εἶναι ὁ Combe de Lestrade, λέγει δὲ τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ἡ ἀνάγκη τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως, τὸ ἄπειρον πλεονέκτημα, ὅπερ παρέχει ἡ πρακτικὴ ἐφαρμογή του, ἀναγνωρίζονται περισσότερον, ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ἡ δυσαρμονία μεταξὺ τοῦ σκοποῦ, ὃν προτίθεται τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα καὶ τῶν μέσων, ἅτινα ἐξέλεξε πρὸς ἐπιτυχίαν του. Ὑποθέσωμεν Βουλὴν διῃρημένην εἰς δύο κόμματα περίπου ἴσα, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ πλειονοψηφία ἔσται ὑποχειρία ἀτόμων διατεθειμένων νὰ κάμωσι κακὴν χρῆσιν τῆς μεγίστης δυνάμεως, ἣν ἡ τύχη τοῖς δίδει. Ἢ ἀκόμη ὑποθέσωμεν Βουλὴν ὁμογενῆ ἐκλεγεῖσαν ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν ἡ καθολικὴ ψηφοφορία ὑφίσταται μίαν ἐκ τῶν κρίσεων ἐκείνων τῆς παρακρούσεως, αἵτινες δὲν εἶναι ἄνευ προηγουμένου, καὶ ἐμμένουσαν εἰς θελήσεις κατ’ εὐθεῖαν ἀντιθέτους πρὸς τὰς τοῦ Προέδρου, τῆς Γερουσίας καὶ πρὸς τὰ φανερὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας. Ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως δὲν δύναται νὰ μείνῃ νεκρὸν γράμμα ἄνευ μεγίστου κινδύνου. Ὅσοι ζητοῦσι τὴν εἰς αὐτὸ προσφυγήν, ἐσκέφθησαν ὅτι ζητοῦσι πρᾶγμα ἀδύνατον ἐν Γαλλίᾳ; Ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Ἰταλίᾳ ἡ διάλυσις ἀπαγγέλλεται ὑπὸ ἐξουσίας ἀνεξαρτήτου ἀπὸ τῆς Βουλῆς. Τὸ Ἔθνος, ὡς κυρίαρχον, ἀρχὴ καὶ πηγὴ πάσης κυριαρχίας, ἐκπροσωπούμενον ὑπὸ τοῦ Στέμματος, ἀξιοῖ παρὰ τῶν Ἀντιπροσώπων του τὴν λαϊκὴν ψῆφον, ἥτις ἐξετάζει ἐγγύτερον τὰς τάσεις τῶν ἀνθρώπων, εἰς οὓς ἐνεπιστεύθη προσωρινῶς τὴν ἐντολήν του. Ἐν Γαλλίᾳ ἐπίσης ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Κράτους, ὡς καὶ ἡ Γερουσία, προέρχονται ἐκ τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας, ἧς πρόκειται νὰ ἐκμηδενισθῇ ἡ ἀπόφασις. Ἔτι μᾶλλον ὁ Πρόεδρος ἐξελέγη εἴτε παρὰ τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις ἐκηρύχθη ἐπικίνδυνος εἰς τὴν ἐθνικὴν εὐδαιμονίαν, εἴτε ὑπὸ τῆς προκατόχου της, ὁπότε θὰ ὤφειλέ τις νὰ ὑποτάξῃ τὸ ἐκλογικὸν σῶμα τῆς σήμερον εἰς τὸ ἐκλογικὸν σῶμα τῆς χθές. Πῶς θὰ ἦτο τοῦτο δυνατὸν ὑπὸ καθεστὼς οὗτινος βάσις εἶναι νὰ ἀρνῆται εἰς τὸ παρελθὸν πᾶσαν εὐχέρειαν ὅπως κυβερνήσῃ τὸ παρόν; Ἂν κανεὶς δὲν σκέπτεται νὰ μεμφθῇ τὸν Βασιλέα τῆς Ἰταλίας καὶ τὴν Βασίλισσαν τῆς Ἀγγλίας διὰ καταπάτησιν ἐξουσιῶν, τοῦτο συμβαίνει διότι τὰς ἐξουσίας ταύτας ἔχουσι συνταγματικῶς, νομίμως. Καὶ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, ὅσοι ὄπισθεν τοῦ Μονάρχου βλέπουσιν ὅ,τι οὗτος ἐκπροσωπεῖ, καὶ οἱ κοινοὶ ἄνθρωποι, ὅσοι θεωροῦσι τὸν Μονάρχην ὡς κατακρατοῦντα προσωπικὰ δικαιώματα, ἀναγνωρίζουσιν ὅτι κατέχει οὗτος ἐξουσίαν ἰδίαν, ἀνεξάρτητον. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ἀποτελεῖ μέρος ταύτης, ἀλλὰ δὲν ἀπορροφᾷ αὐτὴν καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τοιούτου δικαιώματος ἐν περιπτώσει ἀνάγκης, οὔτε οἱ Ὑπουργοί. Εἷς Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργείου θὰ ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν ἄνευ μεγάλου φόβου, ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο ἐφικτὸν ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν αἱ ὑπηρεσίαι του, ἐξαιρετικαὶ ἰδιότητές του, ἢ ἁπλῶς ἡ λαϊκὴ ἰδιοτροπία τῷ παρεῖχον τοιαύτην ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ πλήθους, ὥστε νὰ ἰσορροπηθῇ ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ πλήθους ἡ ἀπήχησις ἣν θὰ προὐκάλει ἡ ἐκμηδένισις τῆς ψήφου του. Ἀλλὰ τότε ὁ Ὑπουργὸς οὗτος θὰ εἶχεν ὅ,τι κατέχουσιν οἱ Ἡγεμόνες τῶν γειτονικῶν Κρατῶν, ὅ,τι οὐδεμία ἐξουσία ἐν Γαλλίᾳ δικαιοῦται νὰ κατέχῃ· μίαν δύναμιν ἀνεξάρτητον τῆς σημερινῆς θελήσεως τῆς ἀριθμητικῆς πλειονοψηφίας». Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ Γαλλικὴ ἐπιστήμη παραδέχεται τὰς δυσχερείας, αἵτινες προκύπτουσι κατὰ περιστάσεις δυσκόλους, κατὰ περιστάσεις ἐξαιρετικὰς ἐν Γαλλίᾳ πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ὁμαλότητος ἐν τῷ πολιτεύματι καὶ τῆς πλήρους λειτουργίας τοῦ πολιτεύματος. Ταῦτα τὰ συμπεράσματα ἐξάγονται ἐξ ἐπιστημονικῶν θεωριῶν. Ἴδωμεν ἤδη, ἂν ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξεν ἐφαρμογὴ περιστάσεων τοιούτων, καθ’ ἃς ἡ προνομία τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐφηρμόσθη καθ’ ὁλοκληρίαν ὁμοιομόρφως. Διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι ἡ διακοίνωσις τῆς 10 Ἰουνίου 1917 τῆς Α. Ε. τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων κ. Ζοννὰρ ὁμιλεῖ περὶ παραγνωρίσεως τοῦ πολιτεύματος, τοῦ ὁμοιομόρφως πάντοτε ἐν Ἑλλάδι ἐφαρμοσθέντος. Λαμβάνω, κύριοι βουλευταί, τὰς περιπτώσεις διαλύσεως τῶν Βουλῶν ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε σκόπιμον νὰ κουρασθῇ ἡ Βουλὴ ἀνατρέχοντος ἐμοῦ ἀπὸ τοῦ 1362, ὅτε μάλιστα καὶ αἱ περιπτώσεις διαλύσεως ὑπῆρχον συχνότεραι. Ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ὁ πολιτικὸς βίος τῆς Χώρας ἔλαβεν ὡρισμένην τροπήν, ἔλαβεν ὡρισμένην μορφήν, ἀντεπροσώπευσεν ὡρισμένας τάσεις ἐν τῷ δημοσίῳ βίῳ καὶ παρὰ τῇ Κοινῇ Γνώμῃ, πρὸ παντὸς ὑπῆρξε καὶ ἡ λειτουργία αὐτοῦ κανονικωτέρα, καθόσον ἡ Χώρα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν εἶχε διαιρεθῆ εἰς δύο μεγάλα κόμματα, παλαίοντα κατ’ ἀλλήλων, καὶ ἔπαυσαν αἱ περιπτώσεις τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, αἵτινες προέρχονται ἐκ τῆς ἀδυναμίας πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως ἕνεκα τῶν ἑκάστοτε συμμαχιῶν τῶν μικρῶν κομμάτων κατὰ τοῦ κυβερνῶντος.
§20Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἱστορικῶς ἀκριβές.
§21Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τότε ἀποκαταστήσατε τὴν ἱστορίαν σεῖς.
§22Ν. ΞΗΡΟΣ. Θέλει νὰ ἀποκαταστήσῃ σᾶς.
§23Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ διαλύσεις ἐγίνοντο ἀπὸ τοῦ 1862 μέχρι τοῦ 1882, διότι ὁ μέγας ἀριθμὸς τῶν κομμάτων καθίστα δυσχερῆ τὸν μακρὸν βίον μιᾶς Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ ἱστορικῶς ἀκριβές. Ἀπὸ τοῦ 1882 καὶ ἐντεῦθεν ἔχομεν τὰς ἑξῆς περιπτώσεις διαλύσεως Βουλῆς: Μία διάλυσις τῷ 1885 ἐπεχειρήθη ὑπὸ τῆς πλειονοψηφούσης Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Χώρας Χαριλάου Τρικούπη. Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν περίπτωσιν, διότι πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν, οἱ νεώτεροι, οἱ μὴ ἔχοντες τὸ πλεονέκτημα νὰ παρακολουθήσωσι ἀπὸ μακροῦ χρόνου τὰ πράγματα τῆς Χώρας, ἰδίως τὰ κοινοβουλευτικὰ πράγματα, δὲν δύνανται νὰ ἐνθυμῶνται τὰς εἰδικὰς περιπτώσεις καὶ τὰ καθ’ ἕκαστα συμβάντα καθ’ ὃν τρόπον ἐνθυμοῦμαι ταῦτα ἐγώ, ἔχων μακρὸν πολιτικὸν βίον, δεκαπενταετῆ, καὶ καταναλώσας τὰ ἐφηβικά μου ἔτη εἰς τὴν παρακολούθησιν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, ὡς καὶ ὁ κ. Καραπαναγιώτης, ὁ ὁποῖος ἔχει παρακολουθήσει τὰ πολιτικὰ πράγματα. Ἡμεῖς οἱ δύο κατ’ ἐξοχὴν ἐνθυμούμεθα. Λοιπὸν ἔχομεν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς τοῦ 1885. Τότε συνέβη τὸ ἑξῆς: Πλειονοψηφοῦσα Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Χαριλάου Τρικούπη ἔπεσεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ μάλιστα δι’ ἰσοψηφίας, ὑπέβαλε παραίτησιν καὶ ἐκλήθη πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως ὁ ἀείμνηστος Θ. Δηλιγιάννης, ἡγέτης τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Ἐζήτησε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Δὲν τῷ ἐδόθη. Ὁ ἀείμνηστος Χ. Τρικούπης ἀνέλαβε πάλιν τὴν Ἀρχήν.
§24Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Νομίζω διὰ 4 ψήφων ἐπλειονοψήφισε.
§25Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχετε ὑπομονήν. Ὁ Χαρίλαος Τρικούπης ἀνέλαβε τὴν ἐξουσίαν καὶ πάλιν, προσῆλθεν εἰς τὴν Βουλήν, προκαλέσας νέαν ψηφοφορίαν. Διὰ 4 ψήφων ἔλαβε τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς καὶ μόλις ἐπερατώθη ἡ ψηφοφορία ἀνέγνωσε τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Ἐφήρμοσεν οὕτω τὴν θεωρίαν τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δεδηλωμένης. Ὁ Χ. Τρικούπης, μειονοψηφίσας, δὲν ἠθέλησε νὰ κάμῃ χρῆσιν οὔτε νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν. Ὑπέβαλε τυπικῶς παραίτησιν. Ἀλλ’ ἡ διάλυσις δὲν ἐδόθη εἰς τὸν κληθέντα ἐπὶ τοιαύτῃ ἀξιώσει ἀρχηγὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ τότε ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Ἐξουσίαν ὁ Χ. Τρικούπης, τυχὼν δὲ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἀνέγνωσε τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως. Εἶναι αὕτη ἡ θεωρία τῆς δεδηλωμένης, ἡ ὁποία ἐφηρμόσθη πάντοτε τοῦ Χ. Τρικούπη κυβερνῶντος. Εἶναι ἡ ἀρχὴ τοῦ Χ. Τρικούπη, ἀρχὴ προσιδιάζουσα πρὸς τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ἀποδεδεγμένα. Ἐν ἔτει 1887 ὁ αὐτὸς Χαρίλαος Τρικούπης διέλυσε τὴν Βουλήν, εὑρισκόμενος ἐν πλήρει πλειονοψηφίᾳ. Διατί; Διότι ἡ πλειονοψηφία αὐτὴ δὲν ἦτο πλειονοψηφία προερχομένη ἐξ ἐκλογῶν, ἀλλὰ προήρχετο ἐξ ἀποσπάσεως μεγάλης ὁμάδος βουλευτῶν ἐκ τῶν ἐκλεγέντων ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς τότε Δηλιγιαννικῆς μερίδος. Μεγάλη ὁμὰς βουλευτῶν μετὰ τὰ γεγονότα τοῦ ἀποκλεισμοῦ τοῦ 1886 ἀπεσπάσθη ἐκ τοῦ κόμματος τοῦ Θ. Δηλιγιάννη, προσῆλθε δὲ εἰς τὸν Χ. Τρικούπην καὶ διὰ τῆς ὑποστηρίξεως ταύτης κατηρτίσθη ὑπὲρ αὐτοῦ ἡ πλειονοψηφία. Μετὰ τὴν διαρρύθμισιν ὅμως τῶν νόμων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰς ἐκλογὰς ἐζήτησε τὴν διάλυσιν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὸν νὰ στερεωθῇ ἐπὶ πλειονοψηφίας ἡ ὁποία συμπτωματικῶς προσῆλθε πρὸς αὐτόν.
§26Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡ Βουλὴ συνῆλθε τότε καὶ εἰργάσθη καὶ ἐψήφισε καὶ πολλὰ νομοσχέδια.
§27Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν τὸ ἠρνήθην αὐτό. Ἡ διακοπή σας δὲν ἔχει σημασίαν. Προκειμένου περὶ ἱστορικῶν συμπληρώσεων νὰ μὴ γίνωνται διακοπαί, διότι δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§28Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Νὰ φθάσωμεν εἰς τὰ σημερινά.
§29Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε ἂν σᾶς κουράζω, ἀλλὰ πρόκειται περὶ καθορισμοῦ ἂν ἔχωμεν ὁμοιόμορφον ἔθιμον ἑρμηνείας καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως καὶ εἶναι τὸ πρᾶγμα σπουδαῖον. Δι’ αὐτὸ ἀνατρέχω εἰς τὸ παρελθόν.
§30Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Μὴ λησμονῆτε ποῖος ἔλαβε τὴν διάλυσιν τοῦ 1915.
§31Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δι’ αὐτὴν ὁμιλοῦμεν καὶ εἰς αὐτὴν θὰ καταλήξω. Ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἔτυχε τῆς πλειονοψηφίας, εἰργάσθη ἐν τῇ Βουλῇ πρὸς ρύθμισιν τῆς διεθνοῦς καταστάσεως, πρὸς προσωρινὴν τακτοποίησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶχε προκύψει ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ, καὶ πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Ἅμα ἐψηφίσθη ὁ ἐκλογικὸς νόμος, διέλυσε τὴν Βουλήν, κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1886, καὶ ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς τῆς 4 Ἰανουαρίου 1887, κατὰ τὰς ὁποίας ἐξελέγη παγία ὁμοιογενὴς πλειονοψηφία, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν νὰ διανύσῃ τὴν βουλευτικὴν περίοδον ἀπροσκόπτως. Τότε ὡς βάσις διαλύσεως ἐτέθη ἡ ἀνάγκη νέας ἐκδηλώσεως τῆς Κοινῆς Γνώμης, δηλαδὴ ἡ περίπτωσις τὴν ὁποίαν ὡς ἀναγκαίαν ἀναβάπτισιν τῆς πλειονοψηφίας ἀποκαλεῖ ἡ ἔκθεσις τῆς Κυβερνήσεως. Παρήχθη ἡ ἀνάγκη νέου καθορισμοῦ τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος.
§32Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ βουλευτῶν προερχομένων ἐκ τοῦ νέου ἐκλογικοῦ συστήματος.
§33Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οἱ βουλευταὶ ἠλαττώθησαν τότε. Τρίτη περίπτωσις εἶναι ἡ τοῦ 1892. Τί ὑπῆρξε τότε; Διαφωνία τοῦ Στέμματος πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν.
§34Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Παρελείψατε τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1890.
§35Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκεῖναι ἦσαν μηχανικαί. Ἐπῆλθε τὸ τέρμα τῆς περιόδου. Τὰς μηχανικὰς διαλύσεις δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐξετάσω. Κατὰ τὸ 1892 ἐπῆλθε παῦσις τῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκεν ἐλλείψεως ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος μετ’ ἄρνησιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ παραιτηθῇ καὶ διετάχθη ἐνέργεια ἐκλογῶν. Ἔχομεν μίαν περίπτωσιν βασιλικῆς χρήσεως τοῦ προνομίου τῆς Βουλῆς διὰ καθαρὰν διαφωνίαν τοῦ Στέμματος πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν.
§36Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι δά. Διαφωνία ὑπῆρξε μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ λαϊκῆς γνώμης.
§37Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ.
§38Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν προέβαλεν ὁ Βασιλεὺς τότε κανὲν οἰκονομικὸν πρόγραμμα ἴδιον.
§39Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ἠδύνατο ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος νὰ εἴπῃ ὅτι ἔχει αὐτὸς ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§40Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρὸς τὸν ἀείμνηστον Δηλιγιάννην ἐνθυμεῖσθε ὅτι τότε ὁ Βασιλεὺς ἀπέστειλεν ἀπεσταλμένον, διὰ τοῦ ὁποίου τῷ ἐξεδήλωσεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ παραιτηθῇ, διότι δὲν ἀπελάμβανε τῆς ἐμπιστοσύνης του.
§41Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶχε πρόγραμμα οἰκονομικὸν ὁ Βασιλεύς;
§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ μὴ ἀποδίδητε εἰς τοὺς λόγους μου ἐννοίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐξ ὑπαρχῆς ἀποκρούσει, διότι ἐξ ὑπαρχῆς ἀπέκρουσα ὅτι δὲν ἀποδέχομαι ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ ἔχῃ πολιτικήν. Λοιπὸν ἐφ’ ὅσον τοιαύτας ἐννοίας ἀπέκρουσα θεμελιωδῶς, εἶπον δὲ τοῦτο ἐξ ὑπαρχῆς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δίδητε ἄλλην ἑρμηνείαν εἰς τοὺς λόγους μου. Διὰ τοῦτο ἔθηκα ἀκριβῶς ἐν ἀρχῇ τὰς θεμελιώδεις ἐννοίας, διὰ νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις ὁμαλῶς.
§43Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἡ διαφωνία τοῦ Στέμματος προϋποθέτει γνώμην τοῦ Στέμματος.
§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προϋποθέτει ἄρσιν ἐμπιστοσύνης, εἶπον δὲ ἀρχόμενος τοῦ λόγου ὅτι ἡ ἄρσις ἐμπιστοσύνης καταλήγει μοιραίως εἰς τὴν ἔκκλησιν πρὸς τὴν λαϊκὴν γνώμην, διότι τὴν ὁμαλότητα ἐν τῷ πολιτεύματι ἐν περιπτώσει ἀρνήσεως ἐμπιστοσύνης ἀποκαθιστᾷ ἡ λαϊκὴ γνώμη, ἡ ὁποία ἔχει τὴν θετικὴν ψῆφον ἐπὶ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Λοιπὸν κατὰ τὸ 1892 ἀκριβῶς ὑπῆρξεν ἄρσις ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀειμνήστου Θ. Δηλιγιάννη, στηριζομένη εἰς τὸ ὅτι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ περὶ τῶν ὁποίων εἶχε γίνει συζήτησις, δὲν προὐκάλεσαν τὴν διατήρησιν τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Στέμματος. Τοῦτο βεβαιοῦσι τὰ ἐπίσημα κείμενα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Κατὰ τὸ 1895 ἐπῆλθεν ἡ περίπτωσις τῆς διαφωνίας μεταξὺ Χαριλάου Τρικούπη καὶ Στέμματος. Ἡ Κυβέρνησις τότε ἀπελάμβανεν ἀσθενοῦς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ἐξ ἑνὸς ἐπεισοδίου, λαβόντος χώραν εἰς διαδήλωσιν ἐν τῷ Πεδίῳ τοῦ Ἄρεως....
§45Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν τὸ γνωρίζομεν.
§46Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἐπεισόδιον ἦτο ἀστυνομικῆς φύσεως, ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ κύριον, τὸ προκαλέσαν τὴν μεταξὺ Βασιλέως καὶ Κυβερνήσεως διαφωνίαν, δὲν ἐνέκειτο εἰς τὸ ἐπεισόδιον αὐτό, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ἐπὶ σειρὰν ἡμερῶν, ἕνεκα μέτρων τὰ ὁποῖα εἰσηγήθη ἡ Κυβέρνησις Χ. Τρικούπη εἰς τὴν Βουλήν, ἀπεδεικνύετο ὅτι ἐτύγχανε τῆς ἀποδοκιμασίας τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἀποδοκιμασίας ἐκδηλουμένης καθημερινῶς διὰ διαδηλώσεων ὀγκωδῶν καὶ ἰδίᾳ διὰ διαδηλώσεως ἐν τῷ Πεδίῳ τοῦ Ἄρεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τότε Προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, μεταβὰς ἐκεῖ....
§47Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Αὐτὸ δὲν τὸ ἠξεύρομεν.
§48Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ αὐτὸ θὰ σᾶς εἴπω. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ ἱστορία εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὥστε νὰ μὴ θέλετε δι’ ἀναμνήσεως ὀνόματος, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶναι δυσάρεστον, νὰ προκαλέσητε θόρυβον εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν ὅμως θέλετε νὰ τὸ μάθητε, σᾶς λέγω ὅτι, γενομένου συλλαλητηρίου ἐν τῷ Πεδίῳ τοῦ Ἄρεως, ὁ διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, παρὼν ἐκεῖ, δὲν ἐπροστάτευσε τοὺς διαδηλωτάς, ἀλλὰ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, τὰ προσπαθοῦντα νὰ διαλύσωσι τὸ ὀγκωδέστατον ἐκεῖνο συλλαλητήριον. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην παρουσιασθεὶς ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ καὶ Διάδοχος τοῦ Θρόνου καὶ προκληθεὶς ἐκ τῶν ζητωκραυγῶν τῶν πολιτῶν, παρέμεινε καὶ ἐπροστάτευσε τοὺς δερομένους. (Θόρυβος).
§49Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπὴν διὰ νὰ σᾶς ἐπανορθώσω ἓν σφάλμα;
§50Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§51Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ μακαρίτης Τρικούπης παρῃτήθη ἀκριβῶς διότι ἄνευ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ καὶ Διάδοχος τοῦ Θρόνου ἔλαβε διαταγὴν ἀπ’ εὐθείας παρὰ τοῦ Βασιλέως νὰ διαλύσῃ τὸ συλλαλητήριον. Διὰ τοῦτο ὑπέβαλε τὴν παραίτησίν του ὁ Τρικούπης· διότι ἐθεώρει ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ νὰ ἐπέμβῃ ἄνευ διαταγῆς αὐτοῦ.
§52Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Γνωρίζω ὅτι εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν εἶσθε δεινός, ἀλλὰ τὸ ἐπεισόδιον τοῦ Πεδίου τοῦ Ἄρεως ἦτο ἁπλῶς ἀφορμή, διότι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Στρατοῦ, μεταβὰς ἐκεῖ, ὡς εἶχε δικαίωμα ἐκ τῆς θέσεώς του, πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως, διαταρασσομένης, καὶ πρὸς προστασίαν τῶν πολιτῶν....
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶχε δικαίωμα.
§54Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μεταβάς, λέγω, ἐκεῖ, εὑρέθη εἰς ρῆξιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου δὲν εἶχε λάβει διαταγήν. Ἀλλὰ τὸ ἐπεισόδιον τοῦτο δὲν ἦτο ἱκανὸν νὰ ρίψῃ Κυβέρνησιν....
§55ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἦτο, ἦτο.
§56Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔπεσεν ἀκριβῶς, διότι ἐπὶ ἡμέρας συνεχεῖς τὸ λαϊκὸν φρόνημα ἐξεδηλοῦτο κατ’ αὐτῆς, ἕνεκα τῶν αὐστηρῶν οἰκονομικῶν μέτρων της. Τὸ δὲ Στέμμα, ὑπάρξαντος τοῦ ἐπεισοδίου καὶ γεννηθείσης τῆς ἀφορμῆς, ἐξεδήλωσε τὴν διαφωνίαν του πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ εἰκαζομένου φρονήματος τοῦ λαοῦ, διαφωνίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐστηρίζετο εἰς μίαν πλειονοψηφίαν σαλευομένην ἐν τῇ Βουλῇ. Καὶ ἐπῆλθεν ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς.
§57Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔθιξε τὴν λαϊκὴν εὐαισθησίαν τοῦ Τρικούπη. Διὰ τοῦτο παρῃτήθη.
§58Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν ἔτει 1902 ἐπίσης, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐγένετο ἕνεκα τῆς εἰκαζομένης δυσαρμονίας τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς. Τότε ἐν τῇ Βουλῇ ὑπῆρξε Κυβέρνησις Ἀλ. Ζαΐμη, στηριζομένη ἐπὶ δανείου πλειονοψηφίας ὑπὸ τὸν μακαρίτην Γ. Θεοτόκην, καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις Ἀλ. Ζαΐμη διήνυσε μῆνας τινὰς κοινοβουλευτικοῦ βίου, ἡ Βουλὴ ἐτερμάτισε τὸ ἔργον της καὶ ἐγένετο χρῆσις τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι ὅλα τὰ συμβαίνοντα εἶχον ἐνδείξει ὅτι τὸ σύνολον τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς δὲν ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα. Τοῦτο, Κύριοι, ἦτο ἐκτίμησις βασιλική. Ἐν ἔτει 1905 ἐπῆλθε διάλυσις λόγῳ ἀδυναμίας σχηματισμοῦ μονίμου Κυβερνήσεως. Ἐν ἔτει 1906 ὁ Γ. Θεοτόκης προεκάλεσε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τὴν ὁποίαν ἠσθάνθη ὅπως ἀποκτήσῃ ἡ πλειονοψηφία του νέον κῦρος ἐκ τῶν ἐκλογῶν. Διέλυσε τὴν Βουλὴν ὡς πλειονοψηφοῦσα Κυβέρνησις. Ἐν ἔτει 1910 φθάνομε, Κύριοι, εἰς τὰ γεγονότα τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἐνταῦθα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνώσω δηλώσεις τινὰς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ. Τότε, κύριοι βουλευταί, ἐγεννήθη τὸ μέγα ζήτημα ἐν τῇ Βουλῇ, ἐὰν ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ δύναται νὰ διαλυθῇ. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶχεν ἐγείρει ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος, ὁ κ. Ἀθ. Εὐταξίας, ὑποστηρίξας ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ὡς Σῶμα κυρίαρχον, ἐκλήθη ἵνα ψηφίσῃ συνταγματικὰς διατάξεις καὶ συνεπῶς δὲν ἦτο ἐπιδεκτικὴ διαλύσεως. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡγέτης τότε τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπελάμβανεν ἐν τῇ Χώρᾳ τῆς μεγάλης ἐμπιστοσύνης τοῦ δημοσίου φρονήματος, εἶχε τὴν γνώμην ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ὡς καὶ πᾶσα Βουλή, πλήττεται διὰ τῆς διαλύσεως. Κατὰ τὴν συζήτησιν εἶπε τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ν’ ἀφήσῃ ὑπάρχουσαν ἀμφιβολίαν τινὰ ὡς πρὸς τὰς σκέψεις αὐτῆς οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἐνώπιον τοῦ συνεδρίου τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πολιτικὴν γνώμην ὅτι, ἐὰν τὸ συνέδριον τοῦτο ἤθελε κηρυχθῆ Σῶμα Συντακτικόν, τοῦτο, ὡς κυρίαρχον Σῶμα, θὰ ἦτο ἀληθῶς ἀπαραβίαστον καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ ἐνάσκησις ἐναντίον αὐτοῦ προνομίας, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐναντίον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ συνέδριον τοῦτο δὲν εἶναι Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλ’ εἶναι Βουλή, ἀποτελουμένη ἐκ διπλασίου ἀριθμοῦ βουλευτῶν, τὸ Σῶμα τοῦτο δὲν εἶναι Σῶμα κυρίαρχον, δὲν καταλύει πᾶσαν ἄλλην ἐξουσίαν, δὲν συγκεντροῖ τὴν ἐνάσκησιν ἐν ὀνόματι τοῦ λαοῦ τῆς πλήρους κυριαρχίας, ἀλλ’ εἶναι Βουλή, δικαιουμένη μόνον ν’ ἀναθεωρήσῃ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Στέμμα ἔχει ἀκέραιον τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς προνομίας αὐτῆς, ἐὰν ἤθελον παρουσιασθῆ περιστάσεις ἐνδεικνύουσαι τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου». Τὸ περαιτέρω θέμα δὲν ἔχει σχέσιν ἐν προκειμένῳ καὶ δὲν τὸ ἀναγινώσκω. Ἐξακολουθῶ περαιτέρω ἀναγινώσκων (Ἀναγινώσκει): «Οἱ ἀκούσαντες τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἐκ Μεσσηνίας βουλευτοῦ θὰ ὑποθέσωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία κατὰ τὴν συζήτησιν παρῆλθεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, ἠθέλησε νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν προνομίαν τοῦ Στέμματος ὅπως διαλύσῃ, ἐὰν ἤθελεν ὑπάρξει περίστασις πρὸς τοῦτο, τὴν διπλῆν Βουλήν. Σχεδὸν ἐθεωρήθην ἐγὼ ὑπεύθυνος, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεκινήθη καὶ διότι κατὰ τῆς πολιτικῆς ταύτης θεωρίας, ἡ ὁποία ἐξηνέχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐθεώρησα καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Εἰς τὴν Κυβέρνησιν, Κύριοι, προφανῶς ἐπεβάλλετο, ἐφ’ ὅσον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἠγέρθησαν ἀμφισβητήσεις, νὰ ἔχῃ τὴν ἰδίαν αὐτῆς γνώμην. Ἐθεωρήθη ἐν τούτοις ὅτι πρόκειται περὶ γνώμης ἀκαδημαϊκῆς, περὶ γνώμης μὴ ἐχούσης πολιτικὴν σημασίαν καὶ μὴ δυναμένης νὰ ἔχῃ τὴν πολιτικὴν κύρωσιν, ἀλλὰ γνώμης, ἡ ὁποία ἴσως ἁπλῶς ἐξεφέρετο ὡς γνώμη ἀπὸ καθέδρας. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, τίνα γνώμην θὰ εἴχετε περὶ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία, ἀξιοῦσα νὰ μείνῃ εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, θὰ ἐδέχετο, ἐξενεχθεισῶν τοιούτων θεωριῶν ἐν τῷ Σώματι τούτῳ καὶ προκληθεῖσα νὰ δώσῃ τὴν γνώμην της ἐπ’ αὐτῶν, θὰ ἐλέγετο, λέγω, καὶ ἐπὶ στιγμὴν νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὸ προνόμιον τοῦ Στέμματος, ὅπως ἐνασκήσῃ ὅλας τὰς προνομίας, ἑπομένως καὶ τῆς διαλύσεως τοῦ Σώματος τούτου, ἐὰν ἤθελε μείνει διπλῆ Βουλή; Διατί ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς φρονεῖ ὅτι ἐγώ, τοῦτο προτείνων, θέτω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος; Ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος διαμφισβητῶ τὸ πρᾶγμα, ἢ ἐγὼ εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑποστηρίζω ὅτι εἶναι ἀμείωτον τὸ προνόμιον τοῦ Στέμματος, ὅπως ἐνασκήσῃ τὴν προνομίαν τῆς διαλύσεως κατὰ πάσης Βουλῆς καὶ ἑπομένως διπλῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ σοβαρῶς ὅτι ἡ γνώμη αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως δύναται νὰ ἀνταποκρίνηται πρὸς τὸ αἴσθημα τῆς Βουλῆς καὶ νὰ μὴ ἔχῃ συνέπειαν διὰ τὴν τύχην τῆς Κυβερνήσεως; Θὰ ἐδέχεσθε νὰ ἀφήσετε τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἦτο τοσοῦτον ἄνανδρος ὥστε νὰ παραμένῃ ἐξ ἐπιεικείας εἰς τὴν Ἀρχήν, θὰ ἐδέχεσθε νὰ ἀφήσετε εἰς τὰ ἑδώλια αὐτήν, ἂν εἴχετε τὴν γνώμην ὅτι αἱ θεωρίαι αὐτῆς αἱ πολιτικαὶ εἶναι θεωρίαι κατακριτέαι; Ἐάν, Κύριοι, παρηρχόμην ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἔλεγον: μὴ ἀμφισβητῆτε τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτῆς ἐμφάνισιν, ἴσως εἴχετε δίκαιον, ἀλλ’ ἐγὼ ἔρχομαι μὲ ἀκεραίαν καὶ ἀπεριόριστον τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Στέμματος, καὶ ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα γράφει ὅτι τοὺς Ὑπουργοὺς διορίζει καὶ παύει ὁ Βασιλεύς, ἐγώ, ἑρμηνεύων τὸ Σύνταγμα, φρονῶ ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας νὰ σχηματίζῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος εἶναι βεβαίως ἐλεύθερος νὰ δώσῃ τὴν ψῆφον αὐτοῦ εἰς τὴν πρότασιν ἡ ὁποία ὑπεβλήθη καὶ δι’ ἧς ἐγκρίνονται αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ μειώσῃ τὴν σημασίαν τῆς ψήφου ταύτης. Ἐὰν ἠθέλετε δώσει εἰς ἡμᾶς τὴν ψῆφόν σας, ἡ ψῆφος αὕτη θὰ ἔχῃ τὴν σημασίαν τῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν χθεσινῶν καὶ τῶν σημερινῶν δηλώσεων τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας περιλαμβάνεται, εἴτε τὸ θέλομεν εἴτε ὄχι, καὶ ἡ γνώμη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτικοῦ, ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη —καὶ περὶ τοῦ ἂν εἶναι Βουλὴ δύναται νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Σῶμα τοῦτο,— ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη, καὶ διπλῆ οὖσα, ὑπόκειται εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῆς προνομίας τοῦ Στέμματος. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἐδέχθην, ἵνα διευκολύνω τὴν θέσιν ὁμάδος τινῶν βουλευτῶν, ἵνα μὴ θεωρηθῇ τὸ παρέμβλητον αὐτὸ ζήτημα ὡς ἐξαντλοῦν καὶ τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησεν, εἶναι ὅτι ἐδέχθην νὰ μείνῃ ἀναφαίρετον τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ συζητήσωσι τὸ θέμα τοῦτο καὶ νὰ καταλήξωσιν εἰς ψηφοφορίαν, ἀλλὰ πέρα τοῦ περιορισμοῦ αὐτοῦ, πέρα τῆς ἐννοίας τὴν ὁποίαν θὰ δώσητε, διὰ τῆς ὁποίας, ἂν θέλητε δώσει ψῆφον ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, θέλετε ἐγκρίνει τὰς δηλώσεις αὐτῆς, ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ οἱονδήποτε ἄλλον περιορισμόν. Εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις τοῦ κ. Μερλοπούλου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὅτι ἡ συζήτησις δὲν δύναται νὰ λυθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον μὲ παραμονὴν αὐτῆς ἐπὶ τὴν Ἀρχήν, εἰμὴ μὲ ἔγκρισιν τῶν δηλώσεών της». Καὶ προβαίνω εἰς ἄλλην περαιτέρω περικοπὴν (Ἀναγινώσκει): «Ὅτι ἔχει, λέγω, ἀκεραίαν καὶ ἀμείωτον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἔχει δὲ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἦτο τερατῶδες ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν ὑπάρχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Στέμμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει ὅμως ἡ ἄποψις ὅτι, διαλυομένης τῆς διπλῆς Βουλῆς, πρὶν αὕτη ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον αὐτῆς, θὰ κληθῇ πάλιν διπλῆ Βουλή, θὰ γίνῃ καὶ πάλιν ἑτέρα διπλῆ Βουλή. Ἀλλά, φαίνεται, λησμονοῦμεν ποῖος εἶναι ὁ χαρακτὴρ τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως ἐν τοῖς συνταγματικοῖς πολιτεύμασιν. Ἐὰν ἐπιστευέ τις τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν, θὰ ὑπέθετεν ὅτι ἡ προνομία τῆς διαλύσεως εἶναι μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τὸν Ἀνεύθυνον Παράγοντα ἐναντίον τῶν λαϊκῶν δικαιωμάτων. Καθ’ ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρέχεται εἰς τὴν ἀνεύθυνον Ἀρχήν, ἵνα κάμῃ ἔκκλησιν πρὸς τὴν λαϊκὴν κυριαρχίαν, διὰ νὰ ἀποκαθίσταται ἡ ἁρμονία ἐν τῷ πολιτεύματι. Ἡ Βουλή, εἴτε ἁπλῆ εἴτε διπλῆ, δὲν εἶναι κυρίαρχον Σῶμα. Εἶναι ἀντιπρόσωπος τῶν λαϊκῶν συμφερόντων, τῶν λαϊκῶν γνωμῶν. Ὁσάκις ἤθελεν εὑρεθῇ ἡ Βουλή, εἴτε ἁπλῆ εἴτε διπλῆ, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν λαϊκὴν γνώμην, εἶναι οὐχὶ μόνον δικαίωμα τοῦ Στέμματος, ἀλλὰ καὶ καθῆκον νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν, ὅπως ἀποφαίνηται ὁ λαὸς τελικῶς περὶ τῶν πραγμάτων τοῦ Τόπου. Διὰ τοῦτο ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου πῶς τοιαύτη τις πρᾶξις ἐθεωρήθη ὑπὸ τῶν ῥητόρων, τῶν παρελθόντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς ἄσκησις δικαιώματος περιστέλλοντος τὰς λαϊκὰς ἐλευθερίας, ἐνῷ, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δικαίωμα χρησιμοποιούμενον πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς ἁρμονίας τῶν παραγόντων ἐν τῷ συνταγματικῷ πολιτεύματι. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἀνησυχοῦντας διὰ τὴν τύχην τῆς παρούσης Βουλῆς, ὅτι ἡ τύχη αὐτῆς δὲν ἐξαρτᾶται ἀληθῶς ἐκ θεωριῶν συνταγματικῶν, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτῆς τῆς δυνάμεως τῶν πραγμάτων. Ἡ παροῦσα Βουλή, οἱονδήποτε καὶ ἂν φέρῃ χαρακτῆρα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι δύναται νὰ διαλυθῇ, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§60Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι (Ἀναγινώσκει): «διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ὑπεύθυνος Κυβερνήτης, ὅπως εἰσηγηθῇ εἰς τὸ Στέμμα τὴν διάλυσιν καὶ προσυπογράψῃ τὸ σχετικὸν Διάταγμα. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ αὕτη, εἴτε Συντακτικὴ εἶναι εἴτε μή, ἡ Συνέλευσις αὕτη, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εὑρίσκετο ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην, σαφῶς ἐκδηλουμένην, ἡ Βουλὴ αὕτη θὰ διελύετο ὡς κάρφος ἀχύρου». Ὥστε ἀνεγνώρισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Συντακτικῆς Συνελεύσεως.
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§62Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, κ. συνάδελφε, σᾶς ἐκφράζει τὰς θερμὰς εὐχαριστίας της, διότι τόσον καλῶς ἐκπροσωπεῖτε τὴν γνώμην της.
§63Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγώ, κ. συνάδελφε, σᾶς ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας μου, διότι εἶσθε εἰς τὰς διακοπάς σας φιλικώτατος καὶ χαριέστατος. Αὗται, κύριοι βουλευταί, ὑπῆρξαν αἱ περιπτώσεις ἐφαρμογῆς τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ 1885 μέχρι σήμερον, ἤτοι αἱ ἐπὶ 30 ὁλόκληρα ἔτη ἐξενεχθεῖσαι καὶ γενόμεναι ἀποδεκταὶ θεωρίαι. Κατὰ τὰς περιπτώσεις ταύτας ἐγένετο ἐφαρμογὴ ὅλων ἐκείνων τῶν ἀρχῶν ἀναμίξ, τὰς ὁποίας αἱ πολιτικαὶ θεωρίαι, ἡ κοινοβουλευτικὴ καὶ πολιτικὴ ἱστορία ὅλων τῶν Χωρῶν, ἀποδέχονται ὡς δυνατάς. Δὲν ὑπῆρξεν ὁμοιόμορφος ἐφαρμογὴ περιπτώσεων, οὔτε ὁμοιόμορφος ἀποδοχὴ μιᾶς περιπτώσεως. Ὑπῆρξεν ἑκάστοτε ἀναλόγως τῶν περιστάσεων ἐφαρμογὴ τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιστημονικῶς ἀποδεδεγμένων περιπτώσεων, ὑπῆρξε δὲ κυριώτατα ἀποδεκτή, δυναμένη νὰ θεωρηθῇ ὡς πλήρως γενομένη ἀποδεκτή, ἡ περίπτωσις τοῦ ἀπολύτου δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ Στέμματος, καθ’ ἣν τὸ Στέμμα ἀντελήφθη ὅτι ἡ Δημοσία Γνώμη δὲν εἶναι πλήρως σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην καὶ τὰς πολιτικὰς ἰδέας τῆς Βουλῆς. Τὴν θεωρίαν ταύτην οὐ μόνον ἀπεδέχθησαν αἱ διάφοροι Βουλαὶ καὶ οἱ διάφοροι συγγραφεῖς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ συνέδριον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κατ’ ἐξοχὴν ἑρμηνευτικὸν τοῦ Συντάγματος, διότι ἐκλήθη ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὰς μὴ θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ συνέδριον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἑρμηνείας τῶν συνταγματικῶν διατάξεων, ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλή, ἐψήφισε παρέχον ψῆφον ἐμπιστοσύνης πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κ. Βενιζέλου, περιεχούσας τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς θεωρίας τὰς πάντοτε ἐπιστημονικῶς ἀποδεδεγμένας. Ὥστε οὐ μόνον ἔχομεν πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τῶν δογμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστήμη ἀπεδέχθη, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τελικὴν ἀποδοχὴν ἑρμηνευτικὴν παρ’ ἐκείνου τοῦ συνεδρίου, τὸ ὁποῖον μόνον ἐξ ὅλων τῶν Βουλῶν τῶν συγκληθεισῶν ἐν Ἑλλάδι εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύῃ συνταγματικὰς διατάξεις. Οὕτως ἔχοντος τοῦ θέματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ὁ Ὕπατος Ἁρμοστὴς τῶν Δυνάμεων ἀνέγραψεν ἐν τῇ διακοινώσει αὑτοῦ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς ὁμοιομόρφου ἐφαρμογῆς ἐν Ἑλλάδι τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, εἶναι παρατήρησις, ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἱστορικῆς ἀκριβείας τῶν πραγμάτων. Ἀλλά, Κύριοι, ἂς φθάσωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς δευτέρας διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι περὶ τῆς χρήσεως τοῦ προνομίου τῆς διαλύσεως τῆς πρώτης Βουλῆς ἀπησχόλησα ἤδη ὑμᾶς διὰ μακρῶν, αἰτοῦμαι δὲ συγγνώμην ἐπὶ τούτῳ, διότι ἀκριβῶς εἶχον ἀνάγκην καὶ δι’ ἐμαυτὸν καὶ διὰ τὴν συζήτησιν καὶ πρὸς ἀποφυγὴν οἱωνδήποτε παρερμηνειῶν, εἶχον ἀνάγκην, λέγω, νὰ καθορίσω τὰς ἰδέας περὶ πολιτεύματος, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω, καὶ νὰ καθορίσω ταύτας κατὰ τρόπον δογματικόν, ὥστε νὰ μὴ προσκόψωμεν περαιτέρω καὶ ἀναγκάζωμαι νὰ προβαίνω εἰς ἐπανάληψιν τῶν αὐτῶν γνωμῶν. Προκειμένου περὶ τῆς δευτέρας διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἔχομεν τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος οὐδὲν διατάσσει καὶ οὐδὲν ἀπαγορεύει.
§64Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ πνεῦμα εἶχε φύγει!
§65Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ πνεύματος τοῦ Συνπράγματος ὑπῆρξεν ἐν Ἑλλάδι ἄλλοτε ἐφαρμογὴ τοιούτου θέματος; Θὰ ἐξετάσωμεν. Ὑπάρχει ἐπιστημονικὴ θεωρία καθορίζουσα τοῦτο; Θὰ ἐξετάσωμεν καὶ αὐτό. Κυρίως εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ἔχουσιν ἀπασχοληθῆ Γάλλοι συγγραφεῖς, δὲν διστάζω δὲ νὰ ὀνομάσω συγγραφεῖς Γάλλους οἱ ὁποῖοι καθορίζουσι γνώμην σύμφωνον πρὸς τὰς ἰδικάς σας θεωρίας καὶ οὐχὶ πρὸς τὰς ἰδικάς μου, καὶ ὡς τοιούτους δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀναφέρω τὸν ἐπιφανέστατον Γάλλον συγγραφέα, τὸν κρατοῦντα νῦν τὰ σκῆπτρα ἐν Γαλλίᾳ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, τὸν κ. Esmin, ὡς καὶ τὸν Prevest Paradel. Καὶ οἱ δύο ἀποδέχονται τὴν θεωρίαν ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ χρῆσις ἐπανειλημμένης διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐναντίον τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὲρ τῆς αὐτῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο εἶναι ἐπιστημονικὴ θεωρία ὑπὸ τῶν δύο τούτων Γάλλων συγγραφέων ἀναπτυσσομένη, θεωρία δὲ ἡ ὁποία, ὑποστηριζομένη παρὰ τούτων, δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις ἐλέγχου ἐναντίον πολιτεύματος τινός, ἐὰν τὸ πολίτευμα τοῦτο, ἀποδεχθὲν τὴν θεωρίαν ταύτην, δὲν ἐφήρμοσεν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει θεωρία ἐπιστημονικὴ ἀντιτιθεμένη πρὸς τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις ὅτι παραβιάζεται τὸ πνεῦμα τοῦ πολιτεύματος, διότι ἀκριβῶς ἀντίθετα ἐγένοντο ἐνταῦθα. Αἱ ἐπιστημονικαὶ θεωρίαι χρησιμεύουσιν ὅπως μορφωθῶσι τὰ πολιτεύματα καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, οὐχὶ ὅπως ἐλεγχθῶσι ταῦτα διὰ τὴν μὴ ἐφαρμογήν των, καθ’ ὃν χρόνον δὲν εἴχομεν ἀποδεχθῆ ταύτας. Ἂς ἴδωμεν ὅμως τί πρακτικῶς ἐγένετο κατὰ δύο περιστάσεις, μίαν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἑτέραν ἐν Ἑλλάδι. Θὰ προτιμήσω νὰ ἀφηγηθῶ πρὸς ὑμᾶς πρώτην τὴν ἐν Ἀγγλίᾳ. Κατὰ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος καὶ κατὰ τὴν ὁμοιόμορφον ἐν Ἀγγλίᾳ ἐφαρμογὴν τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, τὸ δικαίωμα τῆς διαφωνίας τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων ὑπῆρξεν ἀπόλυτον. Οὐδέποτε, οὐδαμῶς, κατ’ οὐδένα τρόπον ἐξεδηλώθη περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τῆς διαφωνίας, τῆς ἀρνησικυρίας τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Ποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα πάντοτε τῆς διαφωνίας τῶν δύο Βουλῶν; Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαλυθῇ. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς Ἰρλανδικῆς αὐτονομίας. Ἐκυβέρνα τὴν Ἀγγλίαν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ νῦν μὴ μετέχοντος τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως κ. Ἄσκουϊθ καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων κατεψήφισε τὸ νομοθέτημα περὶ τῆς αὐτονομίας τῆς Ἰρλανδικῆς, νομοθέτημα περιβεβλημένον δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, πλειονοψηφίας δὲ προκυψάσας ἐξ ἐκλογῶν, κατὰ τὰς ὁποίας εἶχε τεθῆ σαφῶς τὸ θέμα τῆς Ἰρλανδικῆς αὐτονομίας. Τί προέκυψεν ἐκ τούτου; Παρουσιάσθη ἓν κενὸν ἐν τῷ πολιτεύματι, κατέστη σαφές, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων, ποιουμένη χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτῆς, ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔρχεται εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν ἐπιτακτικὴν ἐκδήλωσιν τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος. Καὶ παρέστη ἀνάγκη τῆς ρυθμίσεως τῆς νομοθετικῆς τοῦ ζητήματος. Δὲν προσῆλθε δύναμις τις ἐν Ἀγγλίᾳ ἐσωτερικὴ νὰ καταργήσῃ τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, οὐδὲ ἡ δύναμις ἡ ἐσωτερικὴ ἀπήγγειλε κατὰ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων τὴν κατηγορίαν ὅτι παραβιάζει τὸ Ἀγγλικὸν πολίτευμα, ἀρνουμένη τὴν κύρωσιν αὐτῆς, ποιουμένη χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτῆς τῆς ἀρνησικυρίας ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Ἀνεγνωρίσθη παρὰ πάντων, λόρδων καὶ μελῶν τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ πολιτεύματι κενόν τι, κενὸν τὸ ὁποῖον δὲν ἐπέτρεπεν εἰς τὴν Λαϊκὴν Ἀντιπροσωπείαν, συμφώνως πρὸς τὸν θεμελιώδη ἐν Ἀγγλίᾳ χάρτην, νὰ ἔχῃ τὴν τελικὴν κατίσχυσιν ἐπὶ τῶν θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάνθη. Καὶ τότε εἰσήχθη νόμος, ρυθμίζων τὰς σχέσεις ὁριστικῶς μεταξὺ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων καὶ τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων.
§66Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀφοῦ ἔγιναν ἐκλογαί.
§67Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§68Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ θὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τῆς Συνελεύσεως.
§69Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐξεδόθη νόμος ρυθμίζων ἄλλως τὰ πράγματα ἐν τῷ μέλλοντι. Εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων εἶχεν ἴσα δικαιώματα πρὸς τὴν Βουλὴν τῶν Κοινοτήτων. Δὲν εἶχε δικαίωμα ἀρνησικυρίας, εἶχε δικαίωμα τροποποιήσεως νόμων, εἶχε πλήρη ἐξουσίαν νομοθετικήν, ὅπως καὶ ἡ Κάτω Βουλή. Εἶδον ὅτι τὸ Σῶμα αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο λαϊκόν, ἔκαμνε κατάχρησιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐκ τοῦ πολιτεύματος καὶ μετέβαλλον τὸ πολίτευμά των. Εἶναι μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος τοῦ Ἀγγλικοῦ ὁ νόμος αὐτός. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων δὲν ἔχει δικαίωμα ἡ Βουλὴ τῶν Λόρδων νὰ ἀποφασίσῃ, ἐπὶ δὲ τῶν λοιπῶν ἔχει δικαίωμα ἅπαξ μόνον. Δὲν δύνασθε νὰ συγκρίνητε τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως.
§70Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν συγκρίνω. Λέγω τί ἔπραξαν ἐν Ἀγγλίᾳ ἐν τῇ περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐνεφανίσθη δευτέρα ἀρνησικυρία τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων ἐπὶ τῆς Βουλῆς τῶν Κοινοτήτων. Δὲν κατηγόρησαν τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων ὅτι παραβιάζει τὸ πολίτευμα, ἀλλὰ μετερρύθμισαν τὸ πολίτευμα διὰ γραπτοῦ νόμου. Κατὰ τοῦτο εἶναι ὁμοία ἡ περίπτωσις ἡ Ἀγγλικὴ πρὸς τὴν Ἑλληνικήν· ὅτι καὶ ἐκεῖ τότε ὑπῆρξε δυσαρμονία, προκύψασα ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ πολιτεύματος, καὶ τὴν δυσαρμονίαν ταύτην κατέλυσαν διὰ νόμου γραπτοῦ, νόμου ὁ ὁποῖος εἶναι συνταγματικός· διότι, ὡς γνωρίζετε, ἐν Ἀγγλίᾳ διὰ νόμων καθορίζονται τὰ πάντα. Οὐδεὶς ἐν Ἀγγλίᾳ ἐσκέφθη νὰ καταργήσῃ τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων, ὡς ὑφαρπάζουσαν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτὴν ἢ ὡς παραβιάζουσαν τὸ πολίτευμα, εἴτε κατὰ γράμμα εἴτε κατὰ πνεῦμα· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αἱ μὲν τάσεις αἱ λαϊκαὶ ἦσαν δημοκρατικώτεραι, ἐνόμισαν δὲ ὅτι ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀρνησικυρίας τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων ἔφερε δυσκολίας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος, διὰ γραπτοῦ νόμου καθώρισαν τὴν σχέσιν τῶν δύο Βουλῶν, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ οὐδὲ διατάραξις ἐσωτερική, οὐδὲ κατηγορία κατά τινος ἐπὶ παραβάσει τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω τώρα, Κύριοι, εἰς τὴν περίπτωσιν τὴν Ἑλληνικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ διελύθη εἰς προθεσμίαν πολὺ ἐλάττονα τοῦ ἔτους, ἐντὸς 40 ἡμερῶν. Ἡ Αʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ συνεκλήθη οὐχὶ πρὸς ἐφαρμογὴν ὡρισμένου πολιτικοῦ προγράμματος. Ἡ Αʹ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐκλήθη πρὸς τροποποίησιν τῶν διατάξεων τοῦ πολιτεύματος, αἵτινες εἶχον κριθῆ ὡς ἀναθεωρητέαι διὰ τοῦ προγράμματος τῆς συγκλήσεως τῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς. Ἤρξατο τῶν ἐργασιῶν της καὶ κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας κατέστη δῆλον ὅτι ἡ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ διὰ τῆς πλειονοψηφίας της δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ ἀνεπιφυλάκτως τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἀναμφισβητήτως ἐτύγχανε τῆς ἐπιδοκιμασίας τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἡ Βουλὴ ἐκείνη ἐν τούτοις δὲν εἶχε συνέλθει πρὸς ἐκπλήρωσιν πολιτικῆς ἐντολῆς ὡρισμένης, εἶχε συνέλθει ὡς Σῶμα Συντακτικὸν καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λεχθῇ ὅτι εὑρέθη ἐν δυσαρμονίᾳ ἡ Βουλὴ ἐκείνη πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην, διότι παρὰ τοῦ λαοῦ εἶχε λάβει τὴν ἐντολὴν μόνον πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος. Πότε ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἐκείνης; Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀπέρριπτε τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, ἢ ἐὰν ἐδέχετο τοιαύτην ἀναθεώρησιν τοῦ πολιτεύματος, ἥτις δὲν εἶχεν ἀναγραφῆ ἐν τῷ προγράμματι τῆς ἀναθεωρήσεως. Μ’ ὅλον τοῦτο ἡ Βουλὴ διελύθη ἐπὶ ζητήματος ἐμπιστοσύνης τῆς νέας Κυβερνήσεως, καὶ διελύθη πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀναθεωρητικοῦ ἔργου της, διελύθη ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ὡς Κυβέρνησις ὑπεύθυνος εἰσηγήθη εἰς τὸ Στέμμα καὶ τὸ Στέμμα ἀπεδέχθη ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τῆς πλειονοψηφίας της δὲν εὑρίσκεται ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα, διὰ τὴν ἐκδήλωσιν δὲ τοῦ δημοσίου φρονήματος ἦτο ἀνάγκη νέων ἐκλογῶν, καὶ ἔγιναν νέαι ἐκλογαί. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ἔχομεν ἐν Ἑλλάδι περίπτωσιν περιφανῆ, κατὰ τὴν ὁποίαν χωρὶς νὰ προκύψῃ διαφωνία πολιτικοῦ προγράμματος, διελύθη ἡ Βουλὴ ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν, οὐχὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ὡς κατηγόρησαν αἱ Δυνάμεις, διότι εὑρέθη ἐν δυσαρμονίᾳ πρὸς τὸ δημόσιον φρόνημα.
§71Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα μᾶς λέγετε μία εἶναι ἡ πολιτικὴ βάσις, τὸ ζήτημα εἶναι αὐτό· ὅτι ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὴν ἰδίαν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ἐπιβάλῃ διὰ διαλύσεως.
§72Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἐξετάσωμεν ἐν καταλλήλῳ στιγμῇ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐθίξατε θὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ διπλωματικοῦ θέματος. Νῦν ἐξετάζομεν καθαρῶς τὸ ζήτημα ὡς συνταγματικόν, διότι πρόκειται νὰ φθάσωμεν κατόπιν, κατὰ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς σύγκλησιν Ἐθνικῆς Συνελεύσεως πρὸς μεταρρυθμίσεις συνταγματικάς, ὡς βουλευτὴς δ’ ἔχω καθῆκον νὰ ἐξηγήσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν πολιτικὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἔχω. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν γνώμην μου, ἵνα καθορίσω ταύτην ὀλίγον θετικώτερον ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν γεγονότων, καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ διακόπτωσιν ὀλιγώτερον, διότι ὑπάρχουσι σημεῖα, κατὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ῥιζικὴ ἡ διαφωνία μεταξύ μας, ὑπάρχουσι σημεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὐχάριστον ν’ ἀναφέρῃ τις πρὸς ὑμᾶς. Εἶπον ὅτι οἱ Γάλλοι συγγραφεῖς καθορίζουσι τὴν θεωρίαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπανειλημμένη διάλυσις τῆς Βουλῆς ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν αὐτῶν Κυβερνήσεων. Ἡ ἔννοια τῆς θεωρίας ταύτης εἶναι ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ διάλυσις τῆς Βουλῆς οὐχὶ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῶν αὐτῶν προσώπων, ἀλλὰ ὑπὲρ ἢ κατὰ τῆς αὐτῆς πολιτικῆς γνώμης, ὑπὲρ ἢ κατὰ τοῦ αὐτοῦ πολιτικοῦ προγράμματος. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία, διότι τὰ πρόσωπα δὲν ἐνδιαφέρουσι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν θεσμῶν· αἱ ἰδέαι, τὰ προγράματα καὶ αἱ γνῶμαι ἐνδιαφέρουν. Ἀλλ’ ἔχομεν, Κύριοι, ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσωμεν τὸ θέμα τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαΐου καὶ τὸ θέμα τῆς διαφωνίας μεταξὺ Στέμματος καὶ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προέκυψε καὶ προεκάλεσε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς κατ’ Ὀκτώβριον 1915. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀνεφύη καὶ κατὰ τὰς συζητήσεις τοῦ Σεπτεμβρίου καὶ Ὀκτωβρίου τοῦ 1915, κατὰ τὰς ὁποίας ἀνεπτύχθη ἡ ὅλη διαφωνία τότε τῶν Φιλελευθέρων κατ’ ἀρχὴν ὡς Κυβερνήσεως, κατόπιν ὡς Ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὴν ἀντίθετον μερίδα. Τότε μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς στιγμὴν ἐνόμισεν ὅτι ὁ τότε ἡγέτης τοῦ πλειονοψηφοῦντος μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων του κόμματος ἀπέδιδεν ἢ μᾶλλον καθώριζεν ὅτι τὸ θέμα τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαΐου ὑπῆρξε τὸ ζήτημα τῆς ἀποστολῆς τῆς Μεραρχίας εἰς τὴν Καλλίπολιν. Καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέπτυξεν ὀρθῶς ὅτι δὲν ἦτο τοῦτο τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐτέθη. Ἡ παραίτησις τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915 ὠφείλετο εἰς μὴ ἀποδοχὴν τῆς γνώμης της περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν κατὰ τῶν Τούρκων ἀγῶνα, δι’ ἀποστολῆς μιᾶς Μεραρχίας. Ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅμως δὲν ἐτέθη τὸ θέμα τοῦτο ὑπὸ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§73Ν. ΞΗΡΟΣ. Τηλεγράφημα πρὸς τὸν Γάτον.
§74Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποῖον τηλεγράφημα πρὸς τὸν Γάτον; Ἔχω κείμενα ἐδῶ. Καὶ ὀρθῶς ἔθιξε τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπῆλθε διαφωνία μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων καὶ τοῦ Στέμματος, διαφωνία ἀγαγοῦσα εἰς παραίτησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ διάλυσιν τῆς Βουλῆς, οὐδεμία ἐμφανῶς τοὐλάχιστον διαφωνία ἐν τῇ Χώρᾳ εἶχεν ἀναπτυχθῆ παρ’ οὐδενὸς πλὴν τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναπτύξει ἐνώπιον τοῦ Στέμματος ὁ ἀείμνηστος ἐκ Κερκύρας βουλευτής, οὐδεμία διαφωνία εἶχεν ὑπάρξει περὶ τῆς διπλωματικῆς κατευθύνσεως τῆς Χώρας ἐν τῷ Εὐρωπαϊκῷ πολέμῳ. Καὶ ἐτίθετο ἐμφανῶς, λέγω, παρ’ ὅλων τοὐλάχιστον, ὡς βάσις τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς ἡ εὐμενὴς πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως οὐδετερότης, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τῆς ἐξόδου πρὸς πόλεμον κατὰ τὰς περιστάσεις καὶ κατὰ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος. Οὕτω δὲν ἠδύνατο νὰ τεθῇ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων διαφωνία στρατιωτικῆς ἐκτιμήσεως, οἵα ἦτο ἡ περὶ τῆς ἐκστρατείας τῶν Δαρδανελλίων, καὶ γενομένης συζητήσεως ἀνέπτυξε τοῦτο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἰπὼν τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡμίλησε καὶ περὶ τῆς ψήφου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἰσχυρισμόν μου ὅτι ἐπὶ τῆς πολιτικῆς μου αὐτῆς ἔχω ἤδη ἐκπεφρασμένον τὸ φρόνημα τῶν ἐκλογέων τῆς Χώρας διὰ τῶν ἄρτι διεξαχθεισῶν ἐκλογῶν. Καὶ ἠρώτησεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, μήπως αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ἐπὶ τῆς ἀμφισβητήσεως περὶ τῆς ἑρμηνείας τῆς συνθήκης; Ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν ἰσχυρίσθη, ἂν κατενόησα καλῶς, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν ἀποχώρησίν μου ἐκ τῆς Ἀρχῆς. Φαντασθῆτε, Κύριοι, εἰς ποίαν πλάνην διατελεῖ ἀκόμη τόσους μῆνας μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Φρονεῖ ὅτι εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτε κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, κατῆλθε ζητοῦν τὰς ψήφους τῶν ἐκλογέων διὰ νὰ στείλῃ πάλιν μίαν Μεραρχίαν εἰς τὰ Δαρδανέλλια καὶ λησμονεῖ ὅτι οἱ ἐγκύρως δυνάμενοι τότε νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἔλεγον ὅτι δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης τοῦ Φεβρουαρίου. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν μοὶ ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτησιν, κατὰ ποίαν διαδικασίαν —τὸ ἔχω σημειωμένον καὶ ὑπογραμμισμένον— ἐξεδήλωσε τὴν γνώμην του κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὁ Ἑλληνικὸς λαός; —Κατὰ τὴν διαδικασίαν τὴν συνταγματικήν, τοῦ ἀπαντῶ. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τῶν ἐκλογῶν ἀπεφάνθη ὅτι ἐμπιστεύεται καὶ πάλιν τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐμπιστεύεται τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐν γνώσει τῆς πολιτικῆς αὐτοῦ, διότι αὕτη ἐξετέθη πρὸς αὐτόν». (Διαμαρτυρίαι). Διατί διαμαρτύρεσθε; Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀφοῦ τὰ ἀναγινώσκω, τὰ ἐπικαλοῦμαι.
§75Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Σᾶς ὑπέθετα ἀντίπαλον καὶ σᾶς εὑρίσκω συνήγορον.
§76Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι, δὲν εἶμαι συνήγορος. Θὰ τὸ ἴδητε. Καὶ ἐπανέλαβε κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του τῆς 21ης Ὀκτωβρίου 1915 ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὰ ἀκόλουθα (Ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔφθασε καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐκλογῶν τῆς 31ης Μαΐου. Καὶ ἠρώτησε: «Τί ἀπεφάνθη ὁ λαὸς κατὰ τὰς ἐκλογὰς ταύτας; Μήπως ἀπεφάνθη περὶ τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων;» Ὄχι, βέβαια περὶ αὐτοῦ πλέον δὲν ἐπρόκειτο. Ἀλλ’ ἀπεφάνθη περὶ ἑνὸς πράγματος κατὰ τὰς ἐκλογὰς ὁ λαός: ὅτι, γνωρίζων τὴν πολιτικήν μου, καὶ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ τὴν ἐξωτερικὴν καὶ τὰς γενικάς της γραμμάς, προσανατολισμένην ὄχι πρὸς τὸν ἰδικόν σας συνδυασμόν, ἀλλὰ πρὸς τὸν ἀντίθετον καὶ μὲ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὰς συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις, ὁ λαὸς ἔλεγεν εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐρωτήματος, τὸ ὁποῖον ἔθηκε τὸ Στέμμα, ὅτι θέλει νὰ ἐμπιστευθῇ καὶ πάλιν τὴν τύχην του, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, εἰς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων». Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τότε ἀπεχώρησε προσωρινῶς τῆς πολιτικῆς, δὲν παρευρίσκετο δὲ ἐν Ἑλλάδι, παρὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν. Καὶ κατὰ ταύτας δὲ παρευρίσκετο χωρὶς νὰ συμπράξῃ ποσῶς ἢ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα.
§77Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καθ’ ὅλον τὸ στάδιον τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος ἀπουσίαζον μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν ἦλθον.
§78Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν Κυριακὴν ἐν Κηφισσίᾳ ἐλαμβάνατε τὰ ἀποτελέσματα. Εἶσθε ἐδῶ.
§79Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοῦ τὸ ὑπενθυμίζει ὁ κ. συνάδελφός μου· ἦλθον τὴν Κυριακήν.
§80Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν. Εἶσθε ἐνταῦθα χωρὶς νὰ ἀναμιχθῆτε εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, τοῦ ὁποίου ἡ διεξαγωγὴ καὶ ἡ διεύθυνσις εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς ἐπιτελεῖον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, προεδρευόμενον ὑπὸ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Βουλῆς κ. Ζαβιτζιάνου. Οὗτοι δὲ οἱ ἐπιτελεῖς τοῦ κόμματος, οἱ κατὰ μεταγενεστέραν ἔγκρισιν τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῶν διερμηνεύοντες ἐγκύρως τὰς γνώμας αὐτοῦ, οὗτοι ἀνέπτυξαν τὸ πρόγραμμα ὑπ’ εὐθύνην καὶ εἰς βάρος τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§81Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τῆς τότε Κυβερνήσεως ποῖον ἦτο τὸ πρόγραμμα;
§82Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι τυπωμένον.
§83Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δυσκολεύεσθε νὰ μᾶς τὸ εἴπητε;
§84Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ πρόγραμμα τῆς τότε Κυβερνήσεως ἦτο πάλιν πρόγραμμα εὐμενοῦς οὐδετερότητος.
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§86ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἢ εἰρήνη ἢ πόλεμος.
§87Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας εἶναι ἐκεῖ· ἐρωτήσατέ τον καὶ θὰ σᾶς τὸ εἴπῃ.
§88Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ πρόγραμμα τὸ δημοσίᾳ καὶ ἐντύπως διακεκηρυγμένον ἦτο πρόγραμμα εὐμενοῦς οὐδετερότητος.
§89Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐκεῖνο τὸ ἀνακοινωθὲν αὐτὰ λέγει.
§90Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν θέλετε, τὸ ζητεῖτε καὶ βλέπετε τί λέγει. Ἂς ἴδωμεν τί ἔλεγον οἱ ἐπιτελεῖς οἱ ἐγκύρως ἀναπτύξαντες τὰς γνώμας τοῦ κόμματος καὶ ἐξηγοῦντες τὴν γνώμην αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τί ἔλεγεν;
§92Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι γνωστὸν τί ἀνέπτυξεν αὕτη. Ὅταν τις ἀγωνίζεται εἰς ἐκλογικὸν ἀγῶνα, ὑπάρχουσι διάφοροι ἰδέαι, σήμερον δὲ πρέπει νὰ ἐξελέγξωμεν καὶ ἔχομεν τὸ στάδιον νὰ ἐξελέγξωμεν, διότι περὶ τούτου πρόκειται· τί ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεφάνθη παρασχὼν τὴν πλειονοψηφίαν πρὸς ὑμᾶς, οἵτινες ἀνελάβατε τὴν ἐξουσίαν. Καὶ διατί ἐξετάζω τί ὑμεῖς ἐπηγγέλθητε εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Διότι ἡμεῖς τότε ἡττήθημεν κατὰ τὴν ἐκλογήν, κατὰ συνέπειαν δ’ αἱ γνῶμαι ἡμῶν δὲν ἐπεκράτησαν, ἐπεκράτησαν δὲ αἱ γνῶμαι ὑμῶν. Ἀκριβῶς δὲ εἶναι ἀνάγκη νὰ γνωσθῇ, οἱ ἐγκύρως ἐκπροσωποῦντες τὸ κόμμα καὶ τὸν ἀρχηγὸν τῶν Φιλελευθέρων τί ἐπηγγέλθησαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῶν ἀνακοινώσεών των.
§93Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Τί ἐννοεῖτε «οἱ ἐγκύρως ἐκπροσωποῦντες»;
§94Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω ὅτι ἐννοούμεθα ἐδῶ. Σᾶς εἶπον ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσε τότε περὶ τῶν ἐγκύρως ἐκδηλούντων τὰς γνώμας τοῦ κόμματος, ἦσαν δὲ οὗτοι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Ἐπιτροπήν. Ἰδοὺ τί γράφει ὁ συνδυασμὸς τῶν Φιλελευθέρων πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Ἀττικοβοιωτίας (Ἀναγινώσκει): «Κατώρθωσε νὰ γίνῃ δεκτὸς εἰς ἐνεργὸν δρᾶσιν μὲ ἐλάχιστον τμῆμα στρατοῦ, ἄνευ ἐπιστρατείας καὶ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τῆς Χώρας καὶ τοῦ λαοῦ. Ὄχι ὅπως καὶ τότε ὁ Βενιζέλος ἐπεζήτησε νὰ ἐπιβάλῃ τὸ δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, ἑτοιμαζόμενος ὅπως συντρίψῃ τοὺς ἀνθισταμένους, οὕτως καὶ σήμερον, ἀποφυγὼν τὸν πόλεμον ἐπὶ μακροὺς μῆνας, ἐπεζήτησε καὶ ἐπέτυχεν, ἄνευ ἐπιστρατείας, ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἐπιτυχὼν ὑποσχέσεις νὰ φέρῃ τὴν Ἑλληνικὴν σημαίαν ἐπὶ τῆς Σμύρνης καὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας!» Ἐδήλου ὁ συνδυασμὸς οὗτος πρὸς τὸν λαὸν τῆς Ἀττικοβοιωτίας, ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐπηγγέλλετο ἐκτέλεσιν τοῦ ἐθνικοῦ προγράμματος ἄνευ ἐπιστρατεύσεως καὶ ἄνευ ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν λέγει αὐτό.
§96Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ λέξεις τοῦ προγράμματος.
§97Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι ἀπὸ τὴν Κρήτην βουλευτὴν μὲ τὸ πρόγραμμα πόλεμος ἢ εἰρήνη. Καὶ εἰς τὴν πρώτην κάλπην μου, ἡ ὁποία ἠνοίγει, ἦτο γεγραμμένον «ζήτω ὁ πόλεμος».
§98Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ περὶ ἀνακοινώσεως γενομένης παρὰ τῶν Φιλελευθέρων ὑποψηφίων Ἀττικοβοιωτίας πρὸς τὸν λαὸν αὐτῆς. Σᾶς δηλῶ ὅμως ἀκόμη ὅτι ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας κ. Καφαντάρης, ὁμιλῶν ἐν Ἀγρινίῳ πρὸς ἀνάπτυξιν τοῦ ἐκλογικοῦ προγράμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὡμίλησεν ὑπὲρ τοῦ πολέμου. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἀναφέρω τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Γνωρίζω τὸ τελευταῖον ἐξ ἰδίας γνώσεως, καίτοι δὲ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταθέσω μαρτυρίας ὑπὲρ τῆς ἐναντίας γνώμης, κάμνω τοῦτο χάριν τῆς ἀληθείας. Ἀλλὰ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκω ἐδηλώθησαν, ἀνεκοινώθησαν καὶ ἐτυπώθησαν ἐν τῇ «Πατρίδι» καὶ ἐκυκλοφόρησαν εὐρύτατα.
§99Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὰ δύο ὑπομνήματα;
§100Γ. ΜΑΡΗΣ. Δὲν ἐφωνάζετε, ὅποιος θέλει Βενιζέλον, θέλει πόλεμον;
§101Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Παρετρέξατε ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὸν πρώην Βασιλέα ὑπομνήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐν βάθει καὶ ἐν πλάτει ἐξεδηλοῦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως.
§102Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἀκούσητε καὶ ἄλλα. Δὲν θὰ παραλείψω τίποτε. Ἔχομεν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ρακτιβάν, ὁμιλοῦντος ἐν Θεσσαλονίκῃ πρὸς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸ πολιτικὸν Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐκεῖ, πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Θεσσαλονίκης, καὶ δύναταί τις εἰπεῖν πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς Μακεδονίας. Λέγει (Ἀναγινώσκει): «Προσέτι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως παραπλανήσῃ μίαν τάξιν ἀνθρώπων ἥτις δυσφορεῖ εἰς τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου, ἰσχυρίζεται ὅτι ψηφίζοντες τὸν Βενιζέλον, θὰ ἔχωμεν ἀμέσως καὶ ἀφεύκτως πόλεμον, ἐνῷ ψηφίζοντες τὸν Γούναρην θὰ ἔχωμεν εἰρήνην ἀσφαλῆ. Ἀλλὰ περὶ εἰρήνης ἢ πολέμου δὲν ἀποφασίζει ὁ λαὸς δι’ ἐκλογῶν. Ἐὰν ἤθελε τυχὸν προκύψει τοιαύτη περίπτωσις, τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι κατ’ ἐξοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις, σταθμίζουσα τὰς περιστάσεις, λαμβάνει ὑπ’ εὐθύνην αὑτῆς κατὰ τὴν κατάλληλον στιγμὴν τὴν σχετικὴν ἀπόφασιν. Οὔτε εἶναι πάντοτε εἰς τὴν θέλησιν ἡμῶν νὰ κάμωμεν ἢ μὴ τὸν πόλεμον· διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαναγκασθῶμεν εἰς τοῦτο ἢ νὰ κηρύξῃ καθ’ ἡμῶν ὁ ἐχθρὸς τὸν πόλεμον. Ὁ Βενιζέλος, καλούμενος σήμερον εἰς τὰ πράγματα, δὲν θὰ ἠδύνατο βεβαίως νὰ δηλώσῃ ἐκ τῶν προτέρων ὅτι θὰ κάμῃ ἢ μὴ τὸν πόλεμον. Ἡ περίστασις ἐκείνη ἡ πρὸ τριῶν μηνῶν πρὸ πολλοῦ παρῆλθε, σήμερον δὲ ὀφείλει πρὸ παντὸς νὰ μελετήσῃ τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα, νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἐνεστῶσαν θέσιν τῶν πραγμάτων καὶ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ πρακτέου. Ἀπ’ ἐναντίας φοβοῦμαι ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἡ παλίμβουλος καὶ ἀναποφάσιστος δημιουργεῖ κατάστασιν, ἥτις δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς πόλεμον χωρὶς νὰ τὸ θέλωμεν καὶ ἄνευ συμμάχων». Καὶ περαιτέρω λέγει (Ἀναγινώσκει): «Ποῖον εἶναι τὸ ἐκ τούτων συμπέρασμα; Ἀσυγκρίτως ὑπέρτερος τῶν ἐμφανιζομένων πολιτικῶν ἀρχηγῶν, ἕνεκα τῆς χρηστῆς διοικήσεως καὶ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς, εἶναι ὁ Ἐλευθέριος Βενιζέλος. Διὰ τῆς συνεργασίας Βασιλέως καὶ Βενιζέλου ἐμεγαλύνθη ἡ Ἑλλάς, καὶ τὴν συνεργασίαν ταύτην θέλει ἀποκαταστήσει ὁ λαός, ἐκλέγων καὶ ἀποστέλλων ἐν τῇ Βουλῇ πάντας τοὺς συμμεριζομένους τὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Ε. Βενιζέλου ὑποψηφίους του. Ζήτω ὁ Βασιλεύς! Ζήτω ὁ Βενιζέλος!» Ταῦτα λέγει ὁ κ. Ρακτιβάν. Ἴδωμεν τώρα τί λέγει ὁ κ. Ρέπουλης (Ἀναγινώσκει): «Καὶ ἐρωτοῦν ὅμως καὶ σήμερον τί θὰ πράξῃ ὁ Βενιζέλος ἐπανερχόμενος εἰς τὴν Ἀρχήν; (Φωναί: Ἐκεῖνος ξέρει). Ἀλλὰ θὰ εὕρῃ ἆρά γε τὰς περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἀφῆκεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη; (Φωναί: Θὰ τὰ καταφέρῃ πάλιν). Καὶ τίς θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τί θὰ πράξῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζει τί θὰ εὕρῃ; Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται σήμερον νὰ γνωρίζῃ ὑπὸ ποίας συνθήκας εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ ἐξωτερικῇ αὐτῆς καταστάσει. Αἱ συνθῆκαι αὐταὶ θὰ ῥυθμίσουν καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν σεῖς θὰ ἐκλέξητε. Ἠκούσθη ἤδη μία φωνὴ πολὺ εὐφυὴς καὶ ἀπηχοῦσα τὴν γνώμην τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ λαοῦ: «Γνωρίζει ὁ Βενιζέλος τί θὰ κάμῃ». Τοῦτον λοιπὸν ὀφείλει νὰ ἀποδώσῃ καὶ θ’ ἀποδώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, εἰς τοῦτον θὰ ἀναθέσῃ καὶ πάλιν τὴν διεύθυνσιν τῶν τυχῶν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ εἰς τὸ καθῆκον τοῦτο πρωτοστατεῖ, ὡς εἶναι φανερόν, καὶ πάλιν ὁ λαὸς τῆς Ἀττικῆς, καθὼς ἐπρωτοστάτησε καὶ εἰς τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909». Ὥστε αἱ δηλώσεις τῶν ἐγκύρως ἐκπροσωπούντων τὰς γνώμας τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, δὲν ἦσαν δηλώσεις περιωρισμένης πολιτικῆς κατευθύνσεως πρὸς πόλεμον, χωρίς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ θελήσω νὰ ἀναιρέσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Σκουλᾶς διὰ τὰ ἐν Κρήτῃ γεγονότα. Ἀλλ’ ἐγὼ λαμβάνω τὰς γενικὰς δηλώσεις αἱ ὁποῖαι ἔγιναν ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ εἰδικῶς τοῦ Ἀθηναϊκοῦ καὶ τοῦ Μακεδονικοῦ.
§103Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅλα τὰ δημοσιεύματα.
§104Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμω βιβλίον. Ἀναφέρω τὰ δημοσιευθέντα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν μέλη τῆς διοικούσης Ἐπιτροπῆς.
§105Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μοῦ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἴσως συντελέσῃ αὕτη νὰ παύσουν αἱ διακοπαί. Τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῶν διαφόρων ὑποψηφίων τῶν συνδυασμῶν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τότε ἔχουν ταύτην τὴν ἔννοιαν —ἐπιφύλαξιν τὴν ὁποίαν τὴν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις— ἔχουν τὴν ἔννοιαν ὅτι δὲν ἦτο βέβαιον ὅτι μὲ τὴν ἄνοδον τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἡ Ἑλλὰς θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸν πόλεμον ἀμέσως. Θὰ ἐβλέπαμεν ποῖαι ἦσαν αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ μᾶς ἐπέτρεπον νὰ μετάσχωμεν τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν Δαρδανελλίων, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐπεφύλαξε τὴν γνώμην τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Οὐδεὶς δὲ ἔθεσεν ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἐκ τῶν ἐκτεθέντων τότε ὑποψηφίων φίλων μου ὅτι, ἐὰν ἠρχόμεθα εἰς τὴν Ἐξουσίαν καὶ οἱ Βούλγαροι ἐπετίθεντο κατὰ τῆς Σερβίας, ἡμεῖς δὲν θὰ ἐξεπληροῦμεν τὰς ὑποχρεώσεις τὰς συμμαχικάς. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Ἐπ’ αὐτοῦ προῆλθεν ἡ δευτέρα διαφωνία, ἐπ’ αὐτοῦ δὲ δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία. Οὔτε τὸ κόμμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκετε σεῖς, καὶ τὸ ὁποῖον διεξήγαγε τὰς ἐκλογάς, εἶπε τὸ ἐναντίον. Ἐπ’ αὐτοῦ λοιπὸν οἱ ἐκλογεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔστειλαν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὰ πράγματα, ἀπεφαίνοντο τότε: Γνωρίζομεν τὴν πολιτικὴν τοῦ Βενιζέλου, γνωρίζομεν ὅτι, ἂν οἱ Βούλγαροι ἐπετίθεντο κατὰ τῆς Σερβίας, ὅτι ἐννοεῖ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ ἐπιτεθῇ διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς συμμαχικὰς ὑποχρεώσεις της· γνωρίζομεν ὅτι ἐν τούτῳ εἶναι διατεθειμένος νὰ εἰσέλθῃ εἰς πόλεμον, ἐὰν ἐντεῦθεν ἠδύνατο νὰ πορισθῇ μεγάλα ὀφέλη ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους· γνωρίζομεν ὅτι θέλει νὰ μετάσχῃ εἰς τὸν πόλεμον καὶ ἰδίᾳ τῆς ἐπιχειρήσεως τῶν Δαρδανελλίων. Μεθ’ ὅλα ταῦτα ἐμπιστευόμεθα εἰς αὐτόν, αὐτὸν στέλλομεν καὶ πάλιν, διότι ἀπὸ ὅλους τοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας τοὺς ὁποίους βλέπομεν, εἰς αὐτὸν ἐμπιστευόμεθα καλύτερα ὅπως διεξαγάγῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρενέβη διὰ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἀκριβῶς θὰ ἐπληροφόρουν. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαΐου οὐδαμοῦ ἐτέθη ζήτημα διαφωνίας περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν συνθηκῶν καὶ εἰδικῶς τῆς συνθήκης μεταξὺ τῆς Σερβίας καὶ Ἑλλάδος· οὐδαμοῦ, λέγω, ἐτέθη τοιοῦτον ζήτημα διαφωνίας, διότι καὶ τὸ ἀνακοινωθὲν τῆς Κυβερνήσεως τῆς καταρτισθείσης τὴν 25 Φεβρουαρίου 1915, καθώριζε πολιτικὴν εὐμενοῦς οὐδετερότητος ὑπὲρ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, λόγῳ τοῦ καθεστῶτος τῆς συνθήκης μετὰ τῆς Σερβίας καὶ συγχρόνως πολιτικὴν σεβασμοῦ τῆς συνθήκης. Τὸ ζήτημα τῆς συνθήκης εἶναι ἄλλο. Ποία θὰ ἦτο ἡ περίπτωσις τοῦ λεγομένου casus federis; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ ἡ ἀνακήρυξις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης πρὸς τὴν Σερβίαν γενικῶς καὶ τοῦ σεβασμοῦ τῶν συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων οὐδέποτε ἐτέθη ἐν ἀμφιβόλῳ παρ’ οὐδενός. Κατὰ συνέπειαν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἀπεφάνθη περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας, διότι δὲν ἀνεπτύχθη διαφωνία ἐνώπιόν του περὶ αὐτοῦ, μὴ ὑπάρχοντος τοιούτου ζητήματος.
§107Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἕνας λόγος περισσότερος. Ἀφοῦ ἡ βάσις τῆς πολιτικῆς μου ἦτο αὐτή, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἐνέκρινεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν πολιτικήν μου αὐτήν;
§108Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Εἶπον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἀπεφάνθη συνολικῶς ὑπὲρ τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὑμῶν.
§109Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς δὲ ἐξωτερικῆς στοιχεῖον οὐσιῶδες ἦτο ὅτι δὲν θὰ ἐπετρέπομεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ συντρίψῃ τὴν Σερβίαν.
§110Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ζήτημα ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης Ἑλλάδος καὶ Σερβίας, ζήτημα ἐφαρμογῆς, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα προκληθῇ ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τυχὸν διαφωνίας, τοιοῦτον ζήτημα δὲν ἐτέθη, διότι οὔτε ὑπῆρξε περίπτωσις ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης, οὔτε διαφωνία ὑπῆρξεν.
§111Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἡ διεξάγουσα τὰς ἐκλογὰς Κυβέρνησις ἦτο σύμφωνος εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συνθήκης, νομίζετε ὅτι μειώνει τὴν ἐκ τῶν ἐκλογῶν προελθοῦσαν ἀπόφασιν; Νομίζετε ὅτι ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἦτο σύμφωνος, θὰ ἦτο ἐγκυροτέρα ἡ διάπλασις τῆς Βουλῆς; Ἢ ἀξιοῦτε ὅπως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπὶ ἑκάστου σημείου ἀποφαίνεται εἰδικῶς· στέλλω αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ κάμῃ τοῦτο, ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο. Τοιοῦτόν τι θὰ ἠθέλετε;
§112Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοιοῦτόν τι δὲν ἠξίωσα καὶ θὰ ἦτο κατώτερον πάσης ἀξιώσεως περὶ ἐμοῦ διὰ τὸν μακρόν μου πολιτικὸν βίον τοὐλάχιστον, νὰ ὑποστηρίξω ὅτι πρέπει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ σειρᾶς ἄρθρων προγράμματος. Λέγω ταῦτα, διότι ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ πιστεύοντες καὶ πλανώμενοι —καὶ ὑπάρχουσι πρὸ παντὸς ἐν τῇ Βουλῇ— ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς παρέσχεν ἐπιτακτικήν τινα ἐντολὴν πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ἄλφα ἢ βῆτα πράγματος. Ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἀντιλέγω καὶ εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸν ἀντίλογον· ὅτι ὁ λαὸς δὲν ἔδωκεν ἐπιτακτικὴν ἐντολὴν περὶ οὐδενός, ἐξέφρασε μόνον ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ πρόγραμμα.
§113Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἐγνώριζε τὸ πρόγραμμα.
§114Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως τὸ ἐγνώριζε. Τὸ πρόγραμμα ἐξετέθη διὰ τῶν κυριωτέρων μελῶν τοῦ ὑμετέρου κόμματος καὶ ὁ λαὸς ἐξέφρασεν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζε καὶ τὸ ὁποῖον ἐξετέθη, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία ἐπὶ τῆς συνθήκης, ἵνα ὑπάρξῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐντολὴ τοῦ λαοῦ.
§115Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἐδημοσιεύθησαν τὰ ὑπομνήματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔλαβε γνῶσιν αὐτῶν ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐκάμομεν τὰς ἐκλογάς.
§116Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ποῖα εἶναι τὰ ὑπομνήματα καὶ τί ἐζήτουν ταῦτα;
§117Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Νὰ τεθῶμεν εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Ἀντάντ.
§118Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐζήτουν πολιτικὴν ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Τουρκίας. Μήπως τὸ θέμα τὸ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων τεθὲν ἦτο πολιτικὴ ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Τουρκίας; Βεβαίως ὄχι. Διότι αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐδήλωσεν εἰς τὰς ἀγορεύσεις του ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ, ὅτι ἐτέθη ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων ἡ γενικὴ πολιτική του, ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερική. Καὶ εἰς τοῦτο, Κύριοι, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Δημοσίας Γνώμης. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐκλήθη νὰ ἀποφανθῇ περὶ γενικοῦ προγράμματος, τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἐξετέθη ὑπὸ τῶν ἐγκύρων, ὅπως ἀνεγνωρίσθη, μελῶν τοῦ κόμματος. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ κατόπιν, ὅταν ἀνέλαβε τὴν Ἀρχὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ἐδίστασε νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας ἐξετίμησεν, ἦλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προσαρμοσθῇ πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς πολιτικῆς τῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος πρὸς τὴν Συνεννόησιν. Εἰς τί λοιπὸν ὀφείλεται τὸ κυριαρχοῦν χρῶμα τῆς ἐκλογικῆς νίκης τῆς 31ης Μαΐου; Δὲν ἦτο ἐπιτακτικὴ ἐντολή, ἦτο ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν καθόλου ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου....
§119Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ μίαν διακοπήν. Ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπεχώρησεν, ἰσχυρίσθητε ὅτι ἀφῆκεν Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐξεπροσώπει τὸ κόμμα. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἐξέδωκε πρὸς τὸν λαὸν διάγγελμα, ὑποθέτω δὲ ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν· κατὰ τίνα τρόπον διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν θ’ ἀκολουθήσῃ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας πολιτικῆς ἔδωκεν ὁ λαὸς τὴν ψῆφόν του κατὰ τὴν 31 Μαΐου 1915. Τὸ διάγγελμα τοῦτο φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀποτελούντων τὴν Ἐπιτροπήν, εἶναι δὲ δημοσιευμένον καὶ φέρεται ἐν αὐτῷ ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ εἶναι διαγεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ κόμματος καὶ τὴν ὁποίαν ἀπαρεγγλίτως θὰ ἀκολουθήσῃ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Συνεπῶς ἦτο σαφῶς ἐκτεθειμένη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτική. Πρέπει κατὰ ταῦτα νὰ διορθώσητε τοῦτο....
§120Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τί νὰ διορθώσω;
§121Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης)... ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἐπίσημον πρόγραμμα τὸ ὁποῖον διετυποῦτο ἐν τῷ διαγγέλματι, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων.
§122Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ διάγγελμα τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ἡ Ἐπιτροπή, εἶναι διάγγελμα προκαλοῦν τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς πολιτικῆς τοῦ ἱδρυτοῦ τοῦ κόμματος. Ἔρχονται κατόπιν, μετὰ πάροδον ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τοῦ διαγγέλματος, ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διαγγέλματος, δύο ἐκ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀγορεύοντα δημοσίως καὶ καθορίζοντα τὴν μέλλουσαν πολιτικήν, καθ’ ὃν τρόπον ἀνέγνωσα πρὸς ὑμᾶς πρὸ ὀλίγου. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Αὔγουστον 1915 ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχικὴν πολιτικὴν τὴν κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου χαραχθεῖσαν.
§123Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τῆς ὁποίας βάσις ἦτο ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἵνα συντρίψῃ τὴν Σερβίαν.
§124Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἰδοὺ τί ἐλέγετε τότε (Ἀναγινώσκει): «Ὅτε μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ μεγάλου Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου συνῆλθεν ἡ Βουλὴ κατὰ Σεπτέμβριον π.ἔ. ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς αὐτὴν ποία ἦτο ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς ἐκ τοῦ πολέμου τούτου δημιουργηθείσης καταστάσεως. Κατὰ Φεβρουάριον π.ἔ. ἡ Κυβέρνησις, ἧς εἶχα καὶ τότε τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω, ἐνόμισεν ὅτι ἐπεβάλλετο μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης. Ἀλλ’ ἐκ τούτου περιέστη εἰς διαφωνίαν πρὸς τὸ Στέμμα καὶ ἠναγκάσθη νὰ καταλίπῃ τὴν Ἐξουσίαν. Μετὰ τὰς ἐκλογάς, κληθεῖσα πάλιν εἰς τὴν Ἀρχήν, ἔκρινεν ὅτι μεταβληθεισῶν ἐν τῷ μεταξὺ τῶν περιστάσεων, ἔπρεπε νὰ ἐπανέλθῃ καὶ πάλιν εἰς τὴν πολιτικὴν ἣν εἶχε χαράξει ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου». Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ δήλωσις ἡ μεταγενεστέρα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι σαφὴς καὶ καθορίζει ὅτι γενικὸν πρόγραμμα τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων ἦτο ἡ τήρησις οὐδετερότητος ἐν ἐπιφυλακῇ εὐμενοῦς πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, μὲ ὑποχρέωσιν σεβασμοῦ τῶν συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων, ὅτι δὲ αἱ περιπτώσεις ἐξόδου ἀπὸ τῆς οὐδετερότητος αἱ ἑκάστοτε ἀναφυόμεναι, ἦσαν περιπτώσεις ἐκτιμώμεναι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀναλόγως τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ἀναγκῶν. Κατὰ συνέπειαν τὸ πρόγραμμα τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναιρέσῃ ἐκείνην τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔδωκε καὶ τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Κατὰ συνέπειαν κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην τοῦ Φεβρουαρίου 1915 δὲν ἐπῆλθε ζήτημα ἀμέσου πολέμου, λόγῳ τῆς Σερβικῆς συνθήκης, διότι τότε ὅσοι ὡμίλουν περὶ πολέμου, δὲν ὡμίλουν περὶ πολέμου εἰς τὸ πλευρὸν τῆς Σερβίας ἢ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν συμμαχικῶν ὑποχρεώσεων, ἀλλὰ περὶ ἐπιθέσεως κατὰ τῆς Τουρκίας, σκοπὸν ἐχούσης τὸν διαμελισμὸν αὐτῆς καὶ τὴν κατάληψιν τῶν Ἀσιατικῶν ἐπαρχιῶν.
§125Κ. ΖΑΒΙΤΖΙΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπουν ἐγκύρως τὴν γνώμην τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι ἡ συζήτησις κατὰ τὴν περίστασιν ἐκείνην δὲν διεξήχθη μόνον εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καθορίζετε, ἀλλ’ οἱ ἐκπροσωποῦντες τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, καὶ ἐγὼ ἰδίᾳ, ὄχι μόνον δὲν ἄφησαν νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἐρχόμενον εἰς τὴν Ἀρχήν, ἤθελεν ὁπωσδήποτε παραμελήσει τὸ καθῆκόν του, ἀλλ’ ἐδήλωσαν συγκεκριμένως ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Σερβία ἤθελε προσβληθῇ ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας, τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων βεβαίως ἤθελεν ἐνεργήσει πόλεμον. (Χειροκροτήματα).
§126Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ταῦτα πιθανῶς εἴχετε εἴπει σεῖς ἐν Κερκύρᾳ, ἀλλὰ ταῦτα δὲν ἀπετέλουν γενικὸν θέμα τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος. Οὐδὲν θέμα πολεμικὸν εἶχεν ἀναπτυχθῆ. Τότε δὲ ἀκριβῶς μέλη ἔγκυρα τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, τόσον ἔγκυρα ὥστε νὰ εἶναι πάντοτε παράπλευρα ὡς συνυπουργοὶ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, ἐξεδήλωσαν τὰς γνώμας ἐκείνας τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα ἐν τῇ Βουλῇ, γνώμας κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι ἐπιτακτικὴ πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ εἶναι ψῆφος ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων διὰ τὴν ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Ὁ ἀρχηγὸς τοῦ κόμματος, ἐλθὼν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας, καθώρισεν ὅτι ἐπῆλθε μεταβολὴ εἰς τὰς ἐξωτερικὰς περιστάσεις καὶ ὅτι ταύτης ἕνεκα ἐπανῆλθεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων εἰς τὴν ἀρχικὴν πολιτικὴν τῆς οὐδετερότητος.
§127Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τί ἠθέλετε νὰ κάμῃ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1915; Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς ἐννοήσω, τί θέλετε νὰ εἴπητε.
§128Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μὲ ἐννοήσητε, διότι ἐγὼ δὲν ἐλέγχω ἤδη τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξηγήσω τὴν ψῆφον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἵνα καθορίσω ἀκριβῶς ὅτι τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν ὀρθὴν ἢ μὴ ὀρθήν· τοῦτο θὰ τὸ ἴδωμεν κατόπιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε ὅτι εἴχετε λάβει παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ψῆφον ὑπὲρ τοῦ πολέμου διὰ τῶν ἐκλογῶν τοῦ Μαΐου.
§129Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἴπατε ὅτι ἐλθοῦσα ἡ Κυβέρνησις τὸν Αὔγουστον τοῦ 1915 ἤλλαξε πολιτικήν. Καὶ ἀναφέρεσθε εἰς τοὺς λόγους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἤλλαξε πολιτικήν.
§130Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον ὅτι ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ἀρχικὴν πολιτικήν της.
§131Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐὰν μὲν ἡ ἔκφρασις αὕτη εἶναι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς θὰ διορθώσω τὸν κ. Πρόεδρον, ἐὰν δὲ ἡ ἔκφρασις αὕτη εἶναι τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ μεμφθῶ τὸν κ. Πρόεδρον. Δὲν εἶναι καλὴ ἡ ἔκφρασις αὕτη. Ἐπανέρχεται εἰς μίαν ἐφαρμογὴν πολιτικῆς, ἀλλὰ τὸ πρόγραμμα τὸ πολιτικὸν εἶχε καθορισθῆ καθαρὰ ἀπὸ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1914. Αὐτὸ εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§132Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν περίμενα νὰ γίνουν αἱ ἐκλογαί, οὔτε ἐπέρασαν πέντε μῆνας, διὰ νὰ φθάσω εἰς τὰς 10 Αὐγούστου, ὅταν ἐκλήθην ἐκ νέου εἰς τὴν Ἀρχήν, διὰ νὰ ἐννοήσω ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ πτῶσις τῆς Καλλιπόλεως διὰ μιᾶς μόνον Μεραρχίας. Μόλις ἀπεχώρησα τῆς Ἀρχῆς εἰς πλείστους τῶν φίλων μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐπεσκέπτοντο καὶ μοὶ ὡμίλουν καὶ μὲ ἔβλεπον ἀθυμοῦντα, καὶ μοῦ ἔλεγον «μὴ φοβᾶσαι, ὁ λαὸς θὰ σὲ φέρῃ καὶ πάλιν», τοὺς ἔλεγα: «Τὸ πουλάκι ἐπέταξε! Δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γίνῃ αὐτό». Τὸ ζήτημα ἦτο δι’ αἰφνιδιασμοῦ νὰ καταλάβωμεν τὴν Καλλίπολιν, διαθέτοντες ἡμεῖς τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἦτο τότε ἐκεῖ ἑτοίμη. Ἀφοῦ αὐτὸ τότε δὲν ἔγινε, μετὰ πάροδον ἑνὸς μηνὸς ἡ Καλλίπολις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταληφθῇ οὔτε μὲ 200 χιλιάδας Ἀγγλικοῦ στρατοῦ. Ἦτο ἐπεισοδιακὴ ἡ ὑπόθεσις τῆς Καλλιπόλεως. Ἅμα ἐπῆλθεν ἡ διαφωνία, ἐτελείωσεν αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλο τι, ἐγὼ δὲ ἔμενον πάντοτε εἰς τὴν ἀρχικὴν πολιτικήν μου. (Χειροκροτήματα).
§133Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τώρα εἴμεθα σύμφωνοι ἀκριβῶς. Τοῦτο ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἀκριβῶς τῆς Καλλιπόλεως ἦτο πολιτικὴ περιστατική, δὲν ἦτο πολιτικὴ θεμελιώδης. Ἐδόθη μία περίστασις καὶ ἐνόμισεν ὅτι δύναται νὰ μεταχειρισθῇ ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀκριβῶς λόγῳ ταύτης τῆς διαφωνίας, ἡ ὁποία προέκυψεν ἕνεκα τῆς περιστατικῆς πολιτικῆς τῆς Καλλιπόλεως, ἡ ὁποία ἦτο πολεμικὴ πολιτική, ὅλοι οἱ ὁμιλοῦντες περὶ πολέμου τότε, ὡμίλουν μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας ἕνεκα τῆς Καλλιπόλεως. Ἡ περίστασις παρῆλθε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀναλαβὼν τὴν Ἀρχὴν κατ’ Αὔγουστον, μὴ ἔχων δὲ τὰς περιστάσεις ὁμοίας, ἐδήλωσεν ὅτι ἐπανῆλθεν εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἀρχικῶς διαγραφεῖσαν, τὴν πολιτικὴν δηλαδὴ τῆς διπλωματικῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος πλησίον τῆς Συνεννοήσεως ἐν οὐδετερότητι εὐμενεῖ. Οὕτως ἐτέθησαν λοιπὸν τὰ πράγματα, οὕτω δὲ τεθέντων τῶν πραγμάτων —καὶ τώρα ἀκριβῶς μετὰ τὸν καθορισμὸν καὶ τὴν διασάφησιν ταύτην— ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἴσως δὲν εἶχον ἄδικον νὰ μὴ γίνω ἀντιληπτὸς παρ’ αὐτοῦ, διότι δὲν ἐξετάζω ἤδη ἐὰν ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατέλιπε τὴν πολιτικὴν ἐκείνην, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἐξετάζω τὸ συνταγματικὸν ζήτημα, ἂν ὁ λαὸς ἔδωκεν ἐντολὴν πολέμου. Οὕτω τεθέντων τῶν πραγμάτων, λέγω, ὑπῆρχεν ἐπιτακτικὴ ἐντολὴ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς πόλεμον; Ἐγὼ λέγω ὄχι. Τί ὑπῆρξεν ὅμως; Ὑπῆρξε μία συνολικὴ ἔκφρασις ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ θὰ εἴπω τώρα πράγματα τὰ ὁποῖα θὰ εὐχαριστήσωσιν ὑμᾶς. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἦτο πρώτη ἤδη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεφανίζετο πρὸ τῶν ἐκλογῶν μετὰ τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα διεδραματίσθησαν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν τοῖς Βαλκανίοις καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1912 καὶ 1913. Ἦτο τοῦτο τὸ κόμμα τὸ ὁποῖον εἶχεν εἰς τὸ ἐνεργητικὸν αὐτοῦ μίαν ἐπιτυχῆ μεταρρύθμισιν τοῦ πολιτεύματος, μίαν σειρὰν νόμων οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν ἄνευ πολλῶν ἀντιδράσεων ἐν τῇ Βουλῇ καὶ τῶν ὁποίων οὐκ ὀλίγοι, ὅσοι ἦσαν πληρέστερον μελετημένοι, εἶχον ἀφήσει εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἁπτὰ τὰ δείγματα τῆς βελτιώσεως. Εἶχε δ’ ἐπίσης εἰς τὸ ἐνεργητικὸν αὐτοῦ μίαν πολιτικὴν ἐξωτερικὴν ἐν τοῖς Βαλκανίοις, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὸν διπλασιασμὸν τῆς Χώρας, μίαν πολιτικήν, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὴν ἀναγραφήν, μετὰ 70 ἐτῶν ἐλεύθερον βίον, σελίδων νέας Ἑλληνικῆς ἐποποιΐας.
§134ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἐκ τύχης!
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε, μὴ λησμονεῖτε ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ ἤμην καὶ ἐγὼ εἷς τῶν συνεργατῶν, ὑποθέτω δὲ ὄχι ἐκ τῶν χειροτέρων διὰ τὸ κόμμα καὶ διὰ τὴν Ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος. Λοιπὸν δὲν ὑπεστήριξα ποτὲ ὅτι προήρχοντο ταῦτα ἐκ τύχης, διότι θὰ ἠδίκουν ἐμαυτόν. Ἀλλ’ ἂν δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ τὰ γεγονότα ταῦτα, δὲν δύναται ἐπίσης νὰ ἀρνηθῇ — καὶ θὰ ἦτο μικρὸς ὁ δυνάμενος νὰ τὸ ἰσχυρισθῇ — ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀσκήσωσι τὰ γεγονότα ταῦτα μεγίστην ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀκριβῶς ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ ψῆφος αὐτοῦ οὐ μόνον ψῆφος ἐμπιστοσύνης δι’ ὅσα ὀρθῶς εἶχε διαπράξει τὸ κόμμα μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης καὶ διότι ὠφελίμως διὰ τὴν Χώραν εἶχε χειρισθῆ τὰ κοινά, ἀλλὰ καὶ ἓν εἶδος ψήφου εὐγνωμοσύνης, διότι καὶ ἡ ἱκανότης καὶ αἱ περιστάσεις συνετέλεσαν, ὥστε ἡ Χώρα νὰ τύχῃ ὠφελειῶν καὶ ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν. Συνεπείᾳ τούτων δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ ἡ ψῆφος τῶν ἐκλογέων τῆς 31ης Μαΐου νὰ δώσῃ εἰς ὑμᾶς τὴν πλειονοψηφίαν ἀκριβῶς διότι ὑπῆρχον καὶ αὐτοὶ οἱ συντελεσταὶ εἰς τὴν δημιουργίαν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Πρέπει νὰ λάβητε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλά. Κύριοι, ὑπῆρχον καὶ ἄλλα γεγονότα. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ ἀγών, ὡς διεξήχθη τότε, ἦτο ἀγὼν ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ καταλήξῃ εἰς τὴν νίκην τῆς μιᾶς μερίδος καὶ εἰς τὴν ἧτταν τῆς ἄλλης διὰ λόγους πλέον πολιτικῆς στρατηγικῆς καὶ τακτικῆς. Τί ὑπῆρχε μεταξὺ τῶν ἀγωνιστῶν; Ὁμιλῶ πρὸς παλαιοὺς πολιτευομένους καὶ πρὸς τοὺς ἐκ τῶν νεωτέρων ἐπὶ πενταετίαν ἢ ἑξαετίαν ἤδη, ὅσοι τοὐλάχιστον δὲν κατάγονται ἐκ τῶν νέων ἐπαρχιῶν, δρῶντας ἐν τῇ πολιτικῇ καὶ ἀποκτήσαντας τὴν πεῖραν τῶν ἐκλογικῶν ἐνεργειῶν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργοῦνται, καὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ δημόσιον φρόνημα καταρτίζεται. Εἰς τοὺς γινώσκοντας τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀνεξέταστος, ὡς συμβαλὼν τὰ μέγιστα, ὁ συντελεστὴς ἐκεῖνος ὅστις λέγεται σύνταξις ἐν τῷ ἀγῶνι, διότι ἡ σύνταξις καὶ ἐν τῷ ἀγῶνι τῷ πολιτικῷ εἶναι ἀπαραίτητος, ὅπως εἶναι διὰ πάντα ἀγῶνα. Ποῖον δὲ θέαμα παρουσίασεν ἡ σύνταξις ἐν τῷ ἀγῶνι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαΐου; Ἀφ’ ἑνὸς ἓν κόμμα συντεταγμένον εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας....
§136Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ μὲ ἀπόντα ἀρχηγόν.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κόμμα δρῶν καθ’ ὅλον τὸ διάστημα πέντε συναπτῶν ἐτῶν νικηφόρως ἐν τῷ δημοσίῳ φρονήματι, μὲ ἀπόντα μὲν ἀρχηγὸν κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἀλλὰ μὲ ἀπουσίαν τοῦ ἀρχηγοῦ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἐπίστευεν ὡς ὁριστικήν.
§138Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ μὲ ἀντίθετον ἕνα Βασιλέα.
§139Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ ἀσθενοῦντα.
§140Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀπὸ τότε ἤρχισε καὶ ἡ ἀνάμιξις τῆς Ἐκκλησίας.
§141Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκ τῶν παλαιῶν κομμάτων τῶν ὠργανωμένων ἐν τῇ Χώρᾳ, ἅτινα ὅμως εἶχον ὑποστῆ τραύματα ἐκ τῆς πολιτικῆς ἐπικρατήσεως τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων τὸ μὲν εἶχεν ἐκφρασθῆ ριζικῶς διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ του ὑπὲρ τῆς συνεργασίας τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῆς Γερμανίας....
§142Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὡς θεωρίαν, διότι ἐν τῇ πράξει τὴν ἀπέρριψεν. Δὲν ἦτο πολιτικὸν πρόγραμμα.
§143Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, ὡς θεωρίαν. Τὸ ἕτερον κόμμα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Καλλιπόλεως εἶχε συμφωνήσει μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἡ ὁποία κατηρτίσθη δὲν ἦτο προϊόν πολιτικοῦ κόμματος. Ὑπῆρξε Κυβέρνησις ἡ ὁποία κατηρτίσθη τῇ συνδρομῇ διαφόρων ἀνεξαρτήτων πολιτευομένων, οἱ ὁποῖοι συνειργάσθησαν πρὸς σχηματισμὸν Κυβερνήσεως. Ὑπῆρξεν ἄρα πλήρης ἡ ἀσυνταξία καὶ ἡ ἀκαταρτησία ἐν τῷ ἀγῶνι. Ὑπῆρχον νομοὶ εἰς τοὺς ὁποίους δὲν παρουσιάσθησαν οὐδὲ ὑποψήφιοι.
§144Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶχαν τὸ κουράγιο. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος.
§145Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι δά! Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ἡ νίκη ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ δὲν ἦτο δυσχερής. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐνίκησε μέν, ἀλλὰ ἐνεφάνισε πλειονοψηφίαν, μετὰ τόσα γεγονότα εὐτυχῆ, ὁμοίαν μὲ ἐκείνην τῆς παρελθούσης Βουλῆς; Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἐπὶ 182 βουλευτῶν τῆς Βουλῆς τοῦ 1912, ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπετελεῖτο ἀπὸ 36 μέλη. Ἦσαν 182 βουλευταὶ τότε, ὅλοι τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Καὶ συγκρίνω τοὺς βουλευτὰς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι ἡ Νέα Ἑλλὰς δὲν ἦτο ἐλευθέρα. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν 146 βουλευτάς ἡ Ἀντιπολίτευσις εἶχε 36 βουλευτάς. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαΐου ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς ἔδωκεν 122 βουλευτὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ 62 εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἤτοι διπλάσιον ἀριθμὸν ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον εἶχον δώσει αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὸ 1912.
§146Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμιλεῖτε περὶ τῆς Βουλῆς τῆς 31ης Μαΐου καὶ λέγετε ὅτι ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς εἶχε δώσει 132 βουλευτὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν;
§147Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸ κόμμα σας.
§148Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα. Εἴπατε εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐννοεῖτε ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐξεγερθῶ.
§149Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι ἐπλειονοψηφήσατε μέν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἐκέρδισε διπλᾶς ἕδρας ἀφ’ ὅσας εἶχε πρίν. Κατὰ συνέπειαν, ἐφ’ ὅσον ἡ κρατοῦσα θεωρία ὑμῶν, ἡ κοινοβουλευτικὴ καὶ πολιτική, εἶναι ὅτι ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς γίνεται διὰ τὴν ἀναβάπτισιν τῆς πλειονοψηφίας ἐντὸς τῆς κολυμβήθρας τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος, ἡ κολυμβήθρα τοῦ λαϊκοῦ φρονήματος ἀνεβάπτισε τὴν ἰδικήν σας πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ τὴν ἀνεβάπτισεν ἀσθενέστερον παρ’ ὅ,τι τὴν εἶχε βαπτίσει κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1912. Τὴν ἀνεβάπτισε δὲ ἀσθενέστερον μὲ τὰ γεγονότα, ὡς τὰ τοῦ 1912, τὰ ὁποῖα, ἐπαναλαμβάνω, ἀποτελοῦσι νεωτέραν Ἑλληνικὴν ἐποποιΐαν.
§150Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἕνεκα τῶν κυβερνητικῶν ἐπεμβάσεων. (Διαμαρτυρίαι καὶ διακοπαί).
§151Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τοὺς κυρίους βουλευτὰς νὰ μὴ διακόπτωσι, διότι ἡ συζήτησις δὲν θὰ περατωθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§152Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἡ ἐμφάνισις πλειονοψηφίας μετὰ τόσα ἐπιτυχῆ γεγονότα μικροτέρας ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἐπέτυχε κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν....
§153Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ὅταν ἐθέσατε εἰς κίνησιν τὰ πάντα, καὶ χωροφύλακας καὶ ὑπαλλήλους, καὶ ἐκάματε ὅ,τι ἦτο δυνατὸν διὰ νὰ ἀλλοιώσητε τὸ λαϊκὸν φρόνημα, καὶ μᾶς ἐφέρατε τὸ φάσμα τοῦ Βασιλέως διὰ νὰ μᾶς πτοήσητε; Ἀλλ’ ἡμᾶς δὲν μᾶς ἐκλόνισε τίποτε, καὶ ἡμεῖς ἐξήλθομεν νικηφόροι, διότι δὲν εἴχατε τίποτε εἰς τὸ μυαλό σας.
§154Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καλέ, τί λέγετε; Τὸ γεγονὸς εἶναι ὅτι ἐπὶ 182 βουλευτῶν τῆς Βουλῆς τοῦ 1912 ἡ Ἀντιπολίτευσις ἀπετελεῖτο ἐκ μόνον 36, ἡ δὲ Κυβέρνησις εἶχε τὴν ὑποστήριξιν 146. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31 Μαΐου ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς ἔδωκεν 122 βουλευτὰς εἰς τὸ κόμμα σας καὶ 62 εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἤτοι εἰς ταύτην διπλάσιον ἀριθμὸν τοῦ κατὰ τὸ 1912. (Διαμαρτυρίαι).
§155Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τελειώσῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, μὲ διακοπάς, ἡ συζήτησις.
§156Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν αὐτά.
§157Γ. ΓΕΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Τότε ἤλθατε μὲ ἀντιτορπιλλικὸν καὶ μὲ ταχύτητα 24 κόμβων, διότι σᾶς συνεκίνησεν ἡ κατάστασις τοῦ Βασιλέως.
§158Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς Πρεβέζης ἔπαθε μίαν σύγχυσιν. Ἐγὼ δὲν ἰσχυρίσθην ποτὲ ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων μου ὅτι ἔσπευσα νὰ ἔλθω μὲ ταχύτητα 24 κόμβων, διότι ἤμην συγκεκινημένος ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ Βασιλέως. Ἐγώ, κατηγορηθεὶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Τσουκαλᾶ, ὅτι ἦλθον εἰς Πειραιᾶ μὲ μεγάλην ταχύτητα, ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἦλθον ὄχι μὲ δεκαὲξ μιλίων ταχύτητα, ἀλλὰ μὲ 27 μιλίων ταχύτητα, διότι, εὑρισκόμενος εἰς Κραβασσαρᾶν, ἔλαβον τηλεγράφημα ὅτι ὁ Βασιλεὺς θνῄσκει. Δὲν τὸ εἶπον αὐτὸ διὰ νὰ συγκινήσω κανένα ἐκλογέα, ἀλλ’ ἐδήλωσα μόνον τὴν ἀλήθειαν, πολὺν χρόνον μετὰ τὰς ἐκλογάς. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη παρήχθη κατάστασις κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς 31ης Μαΐου, τί προέκυψε κατ’ Ὀκτώβριον 1915; Προέκυψεν ὅτι νέα διαφωνία ἀνεφύη μεταξὺ Στέμματος καὶ Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ θέματος ἄλλου παρὰ τὸ ἀναφυὲν κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1915. Ἀλλὰ προέκυψε συγχρόνως ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Βουλῆς παρεῖχεν εἰς τὸ Στέμμα τὸ τεκμήριον ὅτι ἐπὶ τοῦ προκύψαντος νέου ζητήματος δὲν ὑπῆρχεν ἁρμονία τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὴν Κοινὴν Γνώμην. Τὸ τεκμήριον τοῦτο ἦτο ἡ ἐλάττωσις τῆς πλειονοψηφίας, ἥτις ὠφείλετο εἰς τὴν ἐπίδρασιν τῆς Κοινῆς Γνώμης. Πράγματι ἐπὶ ἐκλεγέντων Φιλελευθέρων βουλευτῶν 185 μετέστησαν 20, ὥστε ἡ ἀρχικὴ πλειονοψηφία τῶν Φιλελευθέρων ἀπὸ 56 ψήφων ἠλαττώθη εἰς 36. Ἡ τοιαύτη κατάστασις ἐδικαιολόγει πληρέστατα τὴν ἔκκλησιν πρὸς τὸν λαόν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη τὸ Στέμμα κατ’ Ὀκτώβριον 1915. Καὶ ταῦτα, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ζητήματα τῆς χρήσεως τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ γεννᾶται ἤδη τὸ ζήτημα· τίς εἶναι ὁ κριτὴς ἐὰν ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς ἐγένετο χρῆσις δύο διαλύσεων; Εἶναι κριτής, δύναται νὰ εἶναι κριτὴς τούτου ἡ Ἐκτελεστικὴ Ἐξουσία, ἢ εἶναι κριτὴς τούτου μόνος ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ἐνασκῶν τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν συντακτικῶς, ὁ ἐνασκῶν τὰς λαϊκὰς ἐξουσίας ἐκλογικῶς; Τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα, διότι ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἄσκησις δύο διαλύσεων τῆς Βουλῆς, κατηγορεῖται δὲ ὅτι ἐγένετο ἡ ἄσκησις αὕτη οὐχὶ ὀρθῶς, ἐξεταστέον εἶναι: ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἐγένετο διότι τὸ Στέμμα ἠθέλησε νὰ ἀντιποιηθῇ δικαιώματα μὴ ἀνήκοντα εἰς αὐτὸ ἢ ἐνήσκησε τὸ Στέμμα δικαίωμα τὸ ὁποῖον, κατὰ τὰς ἑρμηνείας καὶ τὰ ἔθιμα τὰ κοινοβουλευτικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἀνήκει εἰς αὐτό, ἀλλ’ ἐνήσκησε τοῦτο περιπεσὸν εἰς πολιτικὴν πλάνην; Εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν, τῆς συνταγματικῆς ἀντιποιήσεως, ποία εἶναι ἡ προσήκουσα λύσις; Ἡ προσήκουσα λύσις δὲν εἶναι ὅτι θὰ ὀρθωθῶσι δικασταὶ οἱ θεωροῦντες ὅτι ἔπαθον πολιτειακῶς, ὅτι ἔπαθε τὸ ὑπ’ αὐτῶν ὑποστηριζόμενον κόμμα, ὅτι ἔπαθεν ἡ ὑπ’ αὐτῶν ὑποστηριζομένη ἰδέα. Δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ τοιαῦτα κατηγοροῦντες νὰ ἀποκαταστήσωσιν αὐτοὶ τὰ γενόμενα, ἀνακαλοῦντες τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν Ἀγγλίᾳ, κατὰ τὴν περίπτωσιν ἣν ἀνέφερον πρὸς ὑμᾶς, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συμβῇ ἐνταῦθα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι οἱ ἔχοντες ἀντίθετον γνώμην περὶ τῆς χρήσεως τῆς συνταγματικῆς προνομίας, ὤφειλον ἐνώπιον τῶν ἐκλογέων νὰ θέσωσι τὸ πρόγραμμα τοῦτο καὶ τυγχάνοντες τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἐκλογέων, νὰ θέσωσι τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Χώρας, ὑπὸ τὴν συντακτικήν του μορφήν. (Θόρυβος). Μὲ τὰς διακοπὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ πτοήσητε, οὔτε νὰ μὲ ταράξητε, οὔτε νὰ μὲ συγκινήσητε, ἀλλὰ παρέρχεται ἡ ὥρα τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι πολύτιμος. Ἐγὼ δὲν ταράσσομαι, εἶμαι παλαίμαχος. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἐνδεδειγμένη λύσις, ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν λαϊκὴν ἐξουσίαν. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ λαϊκὴ ἐξουσία ἤθελεν ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ προγράμματος ἐκείνου τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, τότε θὰ ἔθετεν αὐτὴ τὸ Στέμμα ἀντιμέτωπον μιᾶς ἀντιποιήσεως, κατὰ τὴν γνώμην της, τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος. Τότε δ’ ἀκριβῶς ἐνεδεικνύετο ἡ σύγκλησις Ἐθνοσυνελεύσεως πρὸς καθορισμὸν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν καὶ πρὸς ἄρσιν ἐν τῷ μέλλοντι νέας τυχὸν διαφωνίας. Αὐτὴ ἦτο ἡ λύσις ἡ ὀρθή, ἡ προσήκουσα. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει τῆς γενομένης διαλύσεως τῆς Βουλῆς οὐχὶ ἕνεκα πραγματικῆς ἀντιποιήσεως τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος, ἀλλ’ ἕνεκα πεπλανημένης ἀσκήσεως τούτου, τίς πάλιν θὰ ἦτο ὁ κριτής, ἂν τὸ Στέμμα, τὸ ὑπὸ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως ἐνασκῆσαν τὴν προνομίαν ταύτην, ἤσκησε ταύτην ὀρθῶς ἢ μὴ ὀρθῶς; Ὁ ἴδιος ὁ λαός. Διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Στέμμα τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως ταύτης, ἐκεῖνοι οἵτινες ἀρνοῦνται τὴν ὀρθότητα τῆς διαλύσεως ταύτης, δὲν δύνανται νὰ κρίνωσι περὶ τῆς ὀρθότητος αὐτῆς ἢ μή. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν γίνεται μία διάλυσις ἕνεκα πολιτικῆς διαφωνίας, ἡ λύσις τῆς πολιτικῆς διαφωνίας ἀπόκειται εἰς ἐκείνην τὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα, ἐκ τοῦ πολιτεύματος, νὰ δικάζῃ τὰς διαφωνίας. Αὕτη δ’ εἶναι ἡ λαϊκὴ ἐξουσία. Καὶ ἡ μόνη προσήκουσα λύσις εἶναι ἡ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ προσφυγὴ καὶ ἡ ὑπὸ τοῦ λαοῦ κατὰ τὴν κεχορηγημένην εἰς αὐτὸν ἐξουσίαν λύσις τῆς διαφωνίας..... (Θόρυβος).
§159Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ εἴπω ὅτι μαζί σας συμφωνῶ. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ ὅπως, κατερχόμενον εἰς ἐκλογάς, κατορθώσῃ νὰ λάβῃ τὴν πλειονοψηφίαν· θὰ ἐξετασθῇ κατόπιν τὸ ζήτημα ἐὰν τῷ παρεσχέθησαν οἱ ὅροι. Μετὰ τὴν νόταν τῆς 8ης Ἰουνίου δὲν μᾶς ἐπετράπη νὰ κάμωμεν ἐκλογὰς καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί. Εἴμεθα ἡμεῖς διατεθειμένοι νὰ μετάσχωμεν τῶν ἐκλογῶν μετὰ τὴν νόταν.
§160Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸ ζήτημα ἄρα τοῦτο, τίς εἶναι ὁ κριτὴς τοῦ ὀρθοῦ ἢ μὴ ὀρθοῦ τῆς διαφωνίας εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι τοιοῦτος εἶναι μόνος ὁ λαός. Ἀλλὰ γεννᾶται τὸ ἕτερον ζήτημα: Εἶναι δεκτικὸν ἀνακλήσεως τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς; Καὶ ποία εἶναι ἡ φύσις καὶ ἡ ἔκτασις τῶν ὁρισμῶν τοῦ Διατάγματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς; Ἐν τούτῳ, Κύριοι, διαφωνῶ πρὸς τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐνάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς Διάταγμα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, τὸ ὁποῖον καθορίζει ὁρισμοὺς καὶ θελήσεις τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας, ἀναλόγως τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους τὸ πολίτευμα καθορίζει πρὸς ἐπιβολὴν τῆς θελήσεως τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι πρᾶξις συνταγματική, εἶναι ἐρώτημα συνταγματικὸν καὶ ὄχι Διάταγμα ἐκτελεστικόν. Τὸ Διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι ἔκκλησις πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐξουσίαν, ἀφ’ ἧς δὲ στιγμῆς ἡ ἔκκλησις πρὸς τὴν λαϊκὴν ἐξουσίαν ἀπευθύνεται, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἔκκλησιν ταύτην ἐν τῇ ἐφαρμογῇ της. Ἐὰν ἡ λαϊκὴ ἐξουσία ἦτο πιθανόν, κατὰ τὰς πανθομολογουμένας τότε περιπτώσεις, νὰ ἐκδηλωθῇ ὑπὸ ὅρους μὴ πλήρεις, ἕνεκα τοῦ μὴ πλήρους καταρτισμοῦ τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων, καὶ νὰ ἀπορρεύσῃ Ἀντιπροσωπεία, ἡ ὁποία κατηρτίσθη δι’ ἐκλογικῶν συλλόγων μειονεκτικῶν, ἦτο πρέπον ν’ ἀπευθυνθῇ νέα ἔκκλησις. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἓν ἐρώτημα ἀπηυθύνθη εἰς τὸ ὁποῖον ἀπήντησεν, ἔστω καὶ μειονεκτικῶς, ὁ λαός, ἡ ἀνάκλησις τούτου εἶναι ἀντιποίησις δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει μόνον εἰς τὴν λαϊκὴν ἐξουσίαν. Κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς λαϊκῆς ἐξουσίας, δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῶμεν ὅτι αὕτη εἶναι ἀρκούντως ζηλότυπος πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς Ἀντιπροσωπείας της. Πιθανὸν εἶναι ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑποστηρίξεως τῆς γνώμης σας σᾶς ἀναγκάζει νὰ ἀντιτάσσησθε καὶ κατὰ τῆς θεωρίας ταύτης ἀκόμη. Ἀλλ’ ἡ βάσις τῶν δικαιωμάτων τῆς λαϊκῆς ἐξουσίας εἶναι ὅτι ἡ λαϊκὴ ἐξουσία εἶναι κυρίαρχος καὶ ὅτι ἡ Ἀντιπροσωπεία αὐτῆς εἶναι Ἀντιπροσωπεία πρὸς τὴν ὁποίαν λίαν ζηλοτύπως ἔχει ὁ λαός. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τὴν ζηλοτυπίαν ταύτην αἱ Βουλαὶ δὲν εἶναι μακροχρόνιαι, ἴσως δὲ ἡ Ἑλλὰς ἔχει τὴν μακροχρονιωτέραν Βουλὴν τῆς τετραετοῦς θητείας. Τί δὲ σημαίνει τοῦτο; Ὅτι ἀκριβῶς ἡ λαϊκὴ ἐξουσία, ἡ ἔχουσα τὴν κυριαρχίαν περὶ τὸν κυβερνητικὸν βίον τῆς Χώρας, δὲν δύναται ἐν λευκῷ νὰ ἐκχωρηθῇ ἐπὶ μακρὸν χρόνον. Δὲν δύναται ἐπὶ μακρὸν νὰ ἐκχωρηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ κυβερνᾷν, τοῦ νομοθετεῖν καὶ τοῦ διοικεῖν εἰς ἀντιπροσώπους χωρὶς ἐπ’ αὐτῶν νὰ εἶναι αἰσθητὴ ἡ μεταβολὴ ἣν ἡ Δημοσία Γνώμη δύναται νὰ ὑποστῇ. Ἐν λευκῷ δὲν χορηγοῦνται αἱ ἐντολαὶ πρὸς ἀντιπροσώπους ἐπὶ μακρὸν χρόνον, διότι ἡ Δημοσία Γνώμη παρίσταται ἄγρυπνος, ἵνα κρίνῃ τὰ πράγματα, ἔχει δὲ τὴν εὐχέρειαν τῆς μεταβολῆς λόγῳ τῶν περιστάσεων. Ἐφ’ ὅσον ἡ ἀντιπροσωπευτικὴ ἐντολὴ εἶναι μακροχρόνιος, ἡ Δημοσία Γνώμη χάνει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιδράσεώς της. Ἐκ τούτου καὶ ὁ χρόνος τῆς θητείας τῆς λαϊκῆς Ἀντιπροσωπείας τείνει νὰ περιορισθῇ. Ἀνέκαθεν ἰσχύει, καὶ εἰς τοὺς παλαιοτέρους τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν, ὁ παράγων τοῦ διαρκοῦς, τοῦ ἀγρύπνου τῆς Κοινῆς Γνώμης ἐλέγχου καὶ τῆς ἐπιτηρήσεως ὑπὸ ταύτης τῶν κυβερνητικῶν καὶ κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων. Ἕνεκα τούτου, ὅταν ἡ Κοινὴ Γνώμη ἔχῃ τὴν περίπτωσιν νὰ ἐκδηλωθῇ ἐμπράκτως δι’ ἐκλογῶν καὶ ἐνασκῇ τὸ κυριαρχικόν της τοῦτο δικαίωμα, ἡ ἀφαίρεσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἶναι ἀντιποίησις δικαιώματος, τὸ ὁποῖον κέκτηται ἀπόλυτον ἡ κυριαρχία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§161Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅρα καὶ ἐπανάστασιν.
§162Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, ἐξήντλησα δὲ διὰ τούτων τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι διέπουσιν ἡμᾶς ἐν σχέσει πρὸς τὴν νομιμότητα τῆς Βουλῆς ταύτης. Ἀλλὰ θὰ ἐκθέσω καὶ πῶς θεωροῦμεν τὴν Βουλὴν ταύτην. Θεωροῦμεν ταύτην ὡς μίαν κατάστασιν πραγματικήν, προερχομένην ἐκ μιᾶς ἐκραγείσης καὶ ὑπερτερησάσης ἐπαναστάσεως, συμφώνως πρὸς τὴν δήλωσιν ἣν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ἐκλογῆς του, ἀνεκοίνωσε πρὸς τὴν Βουλήν. Ἄρα δεχόμεθα τὴν πραγματικὴν κατάστασιν ὡς γεννηθεῖσαν ἐν τῇ Χώρᾳ. Ἐπειδὴ δὲ ἡ Χώρα εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν πολέμου καὶ ἐξωτερικῶν περιπλοκῶν καὶ κινδύνων, ἐθεωρήσαμεν καὶ θεωροῦμεν ὅτι ὡς πολῖται Ἕλληνες ὀφείλομεν νὰ παράσχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν, ἔστω καὶ εἰς κατάστασιν πραγματικήν, τῆς ὁποίας ὅμως τὴν νομιμότητα ἀρνούμεθα. Ἔχομεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι τὰ πράγματα τῆς Πολιτείας θέλουσι ρυθμισθῆ ὁριστικῶς μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου, μετὰ τὴν Εὐρωπαϊκὴν εἰρήνην, συμφώνως καὶ πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπηύθυνε διὰ τοῦ Βασιλικοῦ Λόγου. Πρὸς τὴν ἐπαγγελίαν ταύτην ἐγὼ δὲν ἀντιτίθεμαι, οὐχὶ διότι φρονῶ ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν πολίτευμα ἔχει ἀνάγκην δημοκρατοποιήσεως περισσοτέρας, οὔτε διότι φρονῶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη Συντακτικῆς Συνελεύσεως, οὔτε καὶ Ἀναθεωρητικῆς κἂν Βουλῆς, ἵνα καθορισθῇ ἡ ἑρμηνεία περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Διότι ὁμολογουμένως ἡ διαφωνία περὶ τῆς ἐνασκήσεως τῆς προνομίας τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς πρώτην φορὰν κατὰ τοιοῦτον ἔντονον τρόπον ἐνεφανίσθη εἰς τὸν δημόσιον βίον τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τὴν φορὰν ταύτην προῆλθεν ἐξ ἐσωτερικῶν περιπλοκῶν καὶ ἐξωτερικῶν κινδύνων οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἐνεφανίζοντο ποτὲ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις. Καθ’ ὅλας τὰς ἄλλας περιστάσεις τὰς κανονικὰς τοῦ ἐσωτερικοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος δὲν προέκυψε ποτὲ τοιαύτη διαφωνία. Νομίζω ὅτι ἡ προσφυγὴ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν δὲν θὰ εἶχε σκοπὸν τὴν διευκρίνισιν τοῦ πολιτεύματος καὶ τὴν ἐπὶ τὸ δημοκρατικώτερον τροποποίησιν αὐτοῦ, διότι ἡ δημοκρατικὴ μορφὴ τοῦ πολιτεύματος ὑφίσταται πλήρης. Ἡ προσφυγὴ εἰς Ἐθνικὴν Συνέλευσιν εἶναι ἀναγκαία, διότι μετ’ ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἐπεκράτησε μέν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξῃ τις ὅτι ἐπεκράτησε τῇ συναρωγῇ τῇ πλήρει τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, εἶναι ἀνάγκη ἵνα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς κρίνῃ ὁριστικῶς καὶ ἐλευθέρως τὰ τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ. Τοῦτο οὐδεὶς δύναται νὰ ἀποφύγῃ καὶ νὰ ἀρνηθῇ. Καὶ ἐὰν ἔτι ἡ ἐπανάστασις προήρχετο ἐκ τῶν κάτω, καὶ πάλιν ἡ ὁριστικὴ μορφὴ τῆς Πολιτείας καὶ ἡ κύρωσις τῶν γενομένων θὰ ἐγίνετο διὰ τῆς νομίμου ἐκδηλώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἀληθῶς ἡ σημερινὴ ἐπανάστασις δὲν ἔτυχε τῆς νομίμου ἀναγνωρίσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ ἐπανάστασις ὅμως διέπει τὸ καθεστὼς τῆς Χώρας, διαρρυθμίζει τὴν λειτουργίαν τοῦ ἐσωτερικοῦ καὶ ἐξωτερικοῦ βίου τῆς Χώρας. Ἀλλ’ ὁ λαὸς δὲν ἐκλήθη ἀκόμη νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοιούτων σπουδαιοτάτων περιστάσεων ἐν τῇ ἀπολύτῳ κυριαρχίᾳ του, κατόπιν τῶν τελευταίων γεγονότων. Ἔχει δὲ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ, διότι εἶναι ὁ κύριος ἐν τῷ οἴκῳ του. Ἀλλὰ πρὸ παντός, Κύριοι, δι’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ὑπάρχει τις ἀνησυχία, ἡ ὁποία πρὸ παντὸς μοῦ ἐνισχύει τὴν ἀνάγκην τῆς προσφυγῆς εἰς Συντακτικὴν Συνέλευσιν, ἡ ἀνησυχία ὅτι ἐν τῷ μέλλοντι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν τὰ πράγματα τῆς Χώρας νὰ ὀρθοποδήσωσιν, ἐφ’ ὅσον θὰ εἶναι ἀντιμέτωπον μιᾶς Βουλῆς τὸ Στέμμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἠναγκασμένον ἑκάστοτε νὰ σφιγμομετρῇ τὰς τοιάσδε ἢ τοιάσδε ῥοπὰς τῆς Δημοσίας Γνώμης. Νομίζω ἀκριβῶς ὅτι ἡ ὀρθὴ δημοκρατοποίησις, ἡ ἀρίστη ἀπόδοσις δημοκρατικῆς μορφῆς εἰς τὸ πολίτευμα συνίσταται εἰς τὴν ἀπόδοσιν ἐκείνου τοῦ Σώματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, τὸ ὁποῖον, προερχόμενον ἐκ τῆς λαϊκῆς καὶ αὐτὸ συνειδήσεως, θὰ ἀποτελῇ τὸν δεύτερον κοινοβουλευτικὸν βαθμὸν καὶ θὰ ἀσκῇ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τοῦ πρώτου Σώματος, συμβάλλον εἰς τὴν ἀρνησικυρίαν. Καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν τὸν ἔλεγχον ἐξ αὐτῆς τῆς λαϊκῆς γνώμης προερχόμενον καὶ οὐχὶ ὡς προϊὸν τάξεως ὀλιγαρχικῆς, ὡς εἰς ἄλλα Κράτη συμβαίνει. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ἐν τῷ μέλλοντι Στέμμα καὶ Βασιλείαν ἀδιατάρακτον, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περιφρουρήσωμεν καὶ κατοχυρώσωμεν τὸ Στέμμα διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Γερουσίας, τοῦ Σώματος τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ, τὸ ὁποῖον, προερχόμενον ἐκ τῆς λαϊκῆς κυριαρχίας, θὰ ἀσκῇ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς πρώτης Βουλῆς. Τοῦτο εἶναι δι’ ἐμὲ τὸ θεμελιῶδες ζήτημα καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ προσφυγὴ εἰς μίαν Συντακτικὴν Συνέλευσιν καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἔτι ἡ πρώτη ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα, τῆς νομιμοποιήσεως καὶ ἀποκαταστάσεως, τῆς τακτοποιήσεως ὅλων ἐκείνων τῶν πραγμάτων τὰ ὁποῖα ἐν τῷ συνόλῳ ἀποκαλοῦνται ἐπικράτησις τῆς ἐπαναστάσεως, ἅτινα ὅμως σήμερον εἶναι προϊόντα ὑλικῆς ἐπικρατήσεως καὶ ἔχουν τὴν ἀνάγκην νὰ περιβληθῶσι τὴν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι τότε μόνον θὰ ἀποτελέσωσι νόμιμον τάξιν. Κύριοι, ἔχω τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς κατὰ τὸ πρῶτον τοῦτο τμῆμα τῆς ἀγορεύσεώς μου, διότι τὸ ζήτημα τὸ διπλωματικὸν θὰ ἀποτελέσῃ τὸ δεύτερον τμῆμα, ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεμβάσεως διὰ τὴν ῥύθμισιν τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς ἐνασκηθείσης ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, τῶν ἐγγυητριῶν λεγομένων τῆς Χώρας. Τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτυχθῇ, διότι ἐνησκήθη μία ἐπέμβασις εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Χώρας, ἐνησκήθη δὲ ἡ ἐπέμβασις αὕτη ὑπὸ τὸν τίτλον ἐγγυήσεως ἀναληφθείσης ὑπὸ τῶν Δυνάμεων ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ μολονότι ἐνησκήθη αὕτη σήμερον, ἐν ὥρᾳ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐν ὥρᾳ συγκρούσεως ἀγρίας διεθνῶν συμφερόντων, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλλάς, ὅσον καὶ ἂν παρίσταται μικρὰ λόγῳ τῆς θέσεώς της τῆς γεωγραφικῆς καὶ τῆς ἀναπλάσεως τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἀπὸ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων, θεωρεῖται ὡς ἔχουσα ζωτικήν τινα ἐμφάνισιν, μολονότι, λέγω, ἐνησκήθη αὕτη ἐν ὥρᾳ πολέμου, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀκουσθῶσιν ἐντεῦθεν αἱ ἀντιλήψεις τοὐλάχιστον τῶν ἀντιπολιτευομένων τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὅταν συνέλθῃ τὸ συνέδριον τῆς εἰρήνης θὰ εἶναι ὀρθὸν νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα σαφῶς, περὶ τοῦ ἂν ἔχωσι δικαιώματα αἱ Δυνάμεις ἐπὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ βίου τῆς Χώρας. Καὶ εἶναι ἀναγκαῖον ἵνα ἀπὸ τοῦδε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καθορισθῇ ὅτι, συμφώνως πρὸς τὰ κείμενα τῶν συνθηκῶν καὶ τὰ διεθνῆ πρωτόκολλα, ἡ ἄσκησις ἐπεμβάσεως τῶν Δυνάμεων εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Χώρας πράγματα εἶναι ἄσκησις μὴ στηριζομένη εἰς τὰς ὑπαρχούσας συνθήκας. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑποστηριχθῇ διότι εἶναι ὀρθόν, ἵνα μὴ θεωρηθῇ τὸ γενόμενον ἤδη ὡς προηγούμενον παρέχον δικαίωμα διαρκοῦς ἐλέγχου, καθόσον ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἑλλάς, μὴ διαμαρτυρομένη διὰ τὴν ἄσκησιν τοιούτου δικαιώματος, εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστῇ μείωσιν τῶν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων της, νὰ ὑποστῇ δὲ ταύτην ἐξ ἰδίας τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς τοιαύτης καταστάσεως. Κύριοι, ἄλλος τις συνάδελφος ἐπιφανής, μὴ παρευρισκόμενος ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχει ὑποστηρίξει, ἔχει φοβηθῆ μᾶλλον ὅτι ὁ τίτλος, τὸν ὁποῖον αἱ Δυνάμεις ἐν τῇ διακοινώσει των τοῦ Ὑπάτου Ἁρμοστοῦ, ἐπεκαλέσθησαν, ὁ τίτλος τῶν Προστατίδων Δυνάμεων εἶναι τίτλος καθιερῶν δικαίωμα προστασίας κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἤτοι δικαίωμα Προτεκτοράτου. Ἀλλὰ τὸν φόβον τοῦτον δὲν συμμερίζομαι. Καὶ τὸν φόβον τοῦτον ἀποκρούω, διότι ἡ ἔννοια καὶ ἡ χρῆσις τοῦ τίτλου τῶν Προστατίδων Δυνάμεων εἶναι χρῆσις τίτλου καθαρῶς αἰσθηματικῆς σημασίας, γενομένη ἀνέκαθεν οὐχὶ ἵνα δώσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς διεθνοῦς μορφῆς τοῦ Προτεκτοράτου. Τοῦτο δὲ κανονίζει αὐτὴ ἡ πρώτη ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐν τῷ ψηφίσματι αὐτῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ψηφίζει τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ἡ τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Συναισθανομένη ἐν αὑτῇ τὴν ὀφειλομένην εἰς τὰς τρεῖς Συμμάχους καὶ κραταιὰς τῆς Εὐρώπης Δυνάμεις ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους εὐγνωμοσύνην δι’ ὅσα ἐπεδαψίλευσαν εἰς αὐτὸ εὐεργετήματα ἔν τε ταῖς συνοχαῖς τοῦ πολέμου, ἐκτείνασαι αὐτῷ σωτήριον χεῖρα, καὶ ταῖς μετὰ τοῦτον περιστάσεσι, παρασχοῦσαι αὐτῷ κραταιὰν προστασίαν καὶ ἀδιαλείπτως κηδόμεναι αὐτοῦ, προσενεγκοῦσα ἐν κατανύξει ψυχῆς θυσίαν αἰνέσεως εἰς τὸν Ὕψιστον· Ψηφίζει: Εὐγνωμοσύνη αἰωνία ὀφείλεται εἰς τὰς τρεῖς Συμμάχους καὶ προστάτιδας τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεις, τὴν Γαλλίαν, Ἀγγλίαν καὶ Ρωσσίαν διὰ τὰ μεγάλα αὐτῶν πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος εὐεργετήματα». Εἶναι ἄρα αὕτη καθαρῶς αἰσθηματικὴ δήλωσις εὐγνωμοσύνης διὰ προστασίαν τὴν ὁποίαν παρέσχον αἱ Δυνάμεις εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους, ὄχι δὲ διὰ προστασίαν τὴν ὁποίαν ἐννοοῦσι νὰ ἀσκήσωσιν ἐπὶ τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἔθνους. Ὥστε περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ προκύψῃ οἱαδήποτε ἀμφιβολία. Ἀλλ’ ἠξιώθη καὶ ὁ ἕτερος τίτλος, καὶ τὸ ἕτερον δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τῆς ἐγγυήσεως. Αἱ Δυνάμεις ἀπεκάλεσαν ἑαυτὰς πάντοτε, ἀπὸ τῆς καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὡς Δυνάμεις Garantes, Δυνάμεις Ἐγγυητρίας. Γεννᾶται δὲ τὸ ἐρώτημα: Ἡ ἐγγύησις τὴν ὁποίαν αἱ Δυνάμεις αὗται ἀνέλαβον εἶναι ἐγγύησις ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ Ἔθνους, ἀφορῶσα εἰς τὴν ἀκεραιότητα τῆς Χώρας ἀπέναντι τῆς Τουρκίας; Τὴν λύσιν τοῦ ἐρωτήματος παρέχει μόνον ἡ ἱστορία τῶν πραγμάτων καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ μίαν μικρὰν ἱστορικὴν ἀναδρομήν, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι δυσάρεστος ὅσον ἡ ἄλλη, διότι ἐν τῇ ἀναδρομῇ θὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς καὶ γεγονότα τινὰ εἰς τὰ ὁποῖα ὅλοι οἱ κύριοι συνάδελφοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι οἰκεῖοι, ὡς μὴ ἀσχολούμενοι περὶ τὰ τοιαῦτα θέματα. Τὸ ζήτημα τῆς ἐγγυήσεως, κύριοι βουλευταί, παρηρμηνεύθη ἐκ τῶν διατάξεων τῶν δύο συνθηκῶν τοῦ 1863, τῆς μιᾶς συνθήκης ἡ ὁποία συνετάχθη μεταξὺ τῶν Προστατίδων Δυνάμεων καὶ τῆς Δανίας ἐπὶ τῇ ἀναρρήσει τοῦ Βασιλέως Γεωργίου εἰς τὸν Θρόνον τὸν Ἑλληνικόν, καὶ τῆς ἑτέρας συνθήκης ἡ ὁποία συνετάχθη μεταξὺ τῶν αὐτῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Ἑλλάδος διὰ τὴν προσάρτησιν τῶν Ἰονίων νήσων. Ἀλλ’ ἡ τελευταία αὕτη συνθήκη, τῆς ὁποίας περισσοτέρα μάλιστα γίνεται χρῆσις, ἡ τῆς προσαρτήσεως τῶν Ἰονίων νήσων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀναφέρεται ἀπολύτως καὶ ἀποκλειστικῶς καὶ εἰδικῶς εἰς τὰς συνθήκας τὰς προϋπαρξάσας, τὰς σχετικὰς μὲ τὴν Ἑλλάδα. Κύριοι, τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα ἤρχισαν νὰ ἀπασχολῶσιν ἐπισήμως καὶ ὑπὸ διεθνῆ μορφὴν τὴν Εὐρώπην ἀπὸ τοῦ 1826. Μέχρι τοῦ 1826 ὁ Ἑλληνικὸς ἀγὼν εἶχεν ἐγείρει τὸ αἴσθημα τοῦ θαυμασμοῦ τῶν λαῶν, εἶχε προκαλέσει τὴν συνδρομὴν τῶν λαῶν ἀπὸ πάσης ἀπόψεως, ἀλλὰ δὲν εἶχε προκαλέσει τὴν θετικὴν συμβολὴν τῆς διεθνοῦς διπλωματίας ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων. Τὸ πρῶτον πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη προκειμένου περὶ ρυθμίσεως τῶν πραγμάτων τῆς Ἑλλάδος, εἶναι τὸ πρωτόκολλον τῆς 23 Μαρτίου (4 Ἀπριλίου) 1826, πρωτόκολλον συνταχθὲν μεταξὺ Μ. Βρεττανίας καὶ Ρωσσίας, λέγει δὲ τὸ πρωτόκολλον τοῦτο τὰ ἑξῆς ἐν προοιμίῳ (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βρεττανικὴ Αὐτοῦ Μεγαλειότης, ἐπειδὴ προσεκλήθη παρὰ τῶν Ἑλλήνων νὰ μεσολαβήσῃ εἰς τὴν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Πόρτας συνδιαλλαγήν, ἀφοῦ ἐπρόβαλεν εἰς τὴν ρηθεῖσαν Δύναμιν τὴν μεσιτείαν της, ἐπιθυμοῦσα νὰ συμφωνήσῃ μετὰ τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος πασῶν τῶν Ρωσσιῶν περὶ τῶν περὶ τούτου μέτρων τῆς Κυβερνήσεώς της, ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἔχει καὶ ἡ Αὐτοκρατορικὴ Αὐτοῦ Μεγαλειότης νὰ καταπαύσῃ ὁ κατὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸ Αἰγαῖον Πέλαγος πόλεμος διὰ συμβιβασμοῦ ἁρμόζοντος εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς θρησκείας, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς φιλανθρωπίας». Καὶ καθορίζονται τὰ ἑξῆς ἐν τῷ 6ῳ ἄρθρῳ του (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βρεττανικὴ καὶ ἡ Αὐτοκρατορικὴ αὐτῶν Μεγαλειότης, ἐπιθυμοῦσαι νὰ συμμεθέξωσι καὶ οἱ Σύμμαχοί των εἰς τὸν ὁριστικὸν συμβιβασμόν, τοῦ ὁποίου τὸ παρὸν πρωτόκολλον περιέχει τὸ σχέδιον, θέλουν κοινοποιήσει ἐμπιστευτικῶς τὴν παροῦσαν συνθήκην εἰς τὰς Αὐλὰς τῆς Βιέννης, τῶν Παρισίων καὶ τοῦ Βερολίνου, καὶ θέλουν προτείνει εἰς αὐτὰς τὸ νὰ στέρξουν νὰ ἐγγυηθοῦν, μετὰ τοῦ Αὐτοκράτορος τῆς Ρωσσίας, τὴν συνθήκην, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ἐκτελεσθῆ ὁ μεταξὺ Ὀθωμανῶν καὶ Ἑλλήνων συμβιβασμός, ἐπειδὴ καὶ ἡ Αὐτοῦ Βρεττανικὴ Μεγαλειότης δὲν δύναται νὰ ἐγγυηθῇ παρομοίαν συνθήκην». Συμφωνοῦσι λοιπὸν αἱ δύο Κυβερνήσεις ὅτι θέλουσιν ἀναθέσει εἰς ὅλας τὰς Συμμάχους Δυνάμεις, τὰς ὑπογραψάσας τὴν συνθήκην τῆς Βιέννης, ἵνα ρυθμίσωσι τὸ ζήτημα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἐγγυηθῶσι δὲ διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ζητήματος, τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ τοῦτο ἐπῆλθεν ἡ συνθήκη τῆς 6 Ἰουλίου 1827, γενομένη μεταξὺ τῶν τριῶν Δυνάμεων, Ἀγγλίας, Ρωσσίας καὶ Γαλλίας, ἐν τῷ ἄρθρῳ 6ῳ τῆς ὁποίας λέγονται τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Αἱ περὶ συμβιβασμοῦ καὶ εἰρήνης συμφωνίαι, αἱ ὁποῖαι τελευταῖον ἤθελον ἐγκριθῆ μεταξὺ τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν, θέλουν ἀσφαλισθῆ διὰ τῆς ἐγγυήσεως ἐκείνων τῶν Δυνάμεων, ἀπὸ τὰς ὑπογραφούσας τὴν παροῦσαν συνθήκην, αἱ ὁποῖαι ἤθελον κρίνει ὠφέλιμον ἢ δυνατὸν νὰ δεχθῶσι τοιαύτην ὑποχρέωσιν. Ἡ ἐνέργεια καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς τῆς ἐγγυήσεως θέλουν συμφωνηθῆ ἑπομένως μεταξὺ τῶν Ὑψηλῶν Δυνάμεων». Εἶναι ἄρα σαφὴς καθορισμὸς τῆς ἐγγυήσεως ὡς ἀφορώσης τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Χώρας. Τρίτον πρωτόκολλον τῆς 4)16 Νοεμβρίου 1828 μεταξὺ τῶν αὐτῶν Δυνάμεων καθορίζει τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Καὶ πρὸς τούτοις συνεφώνησαν νὰ γνωστοποιήσωσιν αἱ τρεῖς Αὐλαὶ ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν Πύλην διὰ διακηρύξεως, τὴν ὁποίαν θέλει προσκληθῆ ὁ ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυς τῶν Κάτω Χωρῶν νὰ ἐγχειρίσῃ, ὅτι λαμβάνουν τὴν Πελοπόννησον, τὰς παρακειμένας νήσους καὶ τὰς Κυκλάδας ὑπὸ τὴν προσωρινὴν ἐγγύησίν των. Ἡ γνωστοποίησις αὕτη ἐπισυνάπτεται εἰς τὸ παρὸν πρωτόκολλον». Ἡ δὲ γενομένη πρὸς τὴν Τουρκίαν περὶ τούτου γνωστοποίησις ὑπὸ τὴν αὐτὴν χρονολογίαν περιλαμβάνει τὰ ἀκόλουθα (Ἀναγινώσκει): «Ἐπ’ αὐτῷ τῷ σκοπῷ, καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ Συμμαχικαὶ Δυνάμεις ἑτοιμάζονται νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον, ἀφοῦ ἐπλήρωσαν τὸν εἰρηνοποιὸν σκοπόν των, αἱ τρεῖς Αὐλαὶ γνωστοποιοῦν εἰς τὴν Ὑψηλὴν Πύλην ὅτι, ἕως ὅτου τελειώσῃ ὁ ὁριστικὸς συμβιβασμὸς μὲ τὴν συγκατάθεσιν καὶ αὐτῆς καὶ ν’ ἀποφασισθῇ ἡ τύχη τῶν ἐπαρχιῶν τὰς ὁποίας ἡ Συμμαχία κατέλαβε στρατιωτικῶς, λαμβάνουν ὑπὸ τὴν προσωρινὴν ἐγγύησίν των τὴν Πελοπόννησον, τὰς παρακειμένας νήσους καὶ τὰς κοινῶς καλουμένας Κυκλάδας, καὶ διὰ τοῦτο θέλουν θεωρήσει τὴν εἰσβολὴν ὁποιασδήποτε στρατιωτικῆς δυνάμεως εἰς τοὺς τόπους αὐτοὺς ὡς ἐχθροπραξίαν κατ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων». Πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἐγγυήσεως ἐδαφικῆς τῶν πρώτων ἀπελευθερωθεισῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν. Ἔχομεν τὸ πρωτόκολλον τῆς 10)22 Μαρτίου 1829 μεταξὺ τῶν αὐτῶν Δυνάμεων (Ἀναγινώσκει): «Ἅμα λάβῃ πέρας ὁ ἀνωτέρω συμβιβασμὸς μετὰ τῆς Πύλης, θέλει τεθῆ κατὰ τὸ ἄρθρον ΣΤʹ τῆς Συνθήκης τῆς 6 Ἰουλίου, ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν ἐκείνων τῶν Δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ὑπέγραψαν τὴν ῥηθεῖσαν Συνθήκην, αἵτινες νομίζουν ὠφέλιμον ἢ δυνατὸν ν’ ἀναδεχθῶσιν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, ἧς τ’ ἀποτελέσματα καὶ ἡ ἐνέργεια θέλουν συμφωνηθῆ μετέπειτα μεταξὺ τῶν Ὑψηλῶν Δυνάμεων, κατὰ τὸ προμνημονευθὲν ἄρθρον τῆς Συνθήκης τῆς 6 Ἰουλίου. Μόλον τοῦτο ἀποφασίζεται ἀπὸ σήμερον ὅτι ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἐγγύησις θέλει ἐξασφαλίζει τὴν Πύλην κατὰ παντὸς κινήματος ἢ ἐχθροπραξίας ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων καὶ τὴν Ἑλλάδα κατὰ παντὸς κινήματος ἢ ἐχθροπραξίας ἐκ μέρους τῆς Πύλης». Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο, ὡς καὶ ἡ ἀπὸ 6 Ἰουλίου 1827 Συνθήκη μεταξὺ Ρωσσίας, Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας ἐγένοντο ἀποδεκτὰ ὑπὸ τῆς Τουρκίας διὰ τοῦ ἄρθρου 10 τῆς Συνθήκης εἰρήνης τῆς Ἀδριανουπόλεως τῆς 2 Σεπτεμβρίου 1829 περιέχοντος τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, διακηρύττουσα τὴν ὁλοκληρωτικὴν προσχώρησίν της εἰς τοὺς ὁρισμοὺς τῆς συνομολογηθείσης ἐν Λονδίνῳ τῇ 21 Ἰουνίου (6 Ἰουλίου 1827) Συνθήκης μεταξὺ Ρωσσίας, Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, προσχωρεῖ ἐπίσης εἰς τὴν πρᾶξιν τὴν καταρτισθεῖσαν τῇ 10)22 Μαρτίου 1829 ἐκ κοινῆς συμφωνίας τῶν αὐτῶν Δυνάμεων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐτῆς συνθήκης καὶ περιέχουσαν τὴν διακανόνισιν λεπτομερειῶν σχετικῶν πρὸς τὴν τελικὴν ἐκτέλεσίν της. Εὐθὺς μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν ἐπικυρώσεων τῆς παρούσης Συνθήκης ἡ Ὑψηλὴ Πύλη θὰ ὀνομάσῃ πληρεξουσίους ὅπως συμφωνήσωσι μετὰ τῆς Αὐτοκρατορικῆς Αὐλῆς τῆς Ρωσσίας καὶ τῶν Αὐλῶν Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν ῥηθεισῶν ὁριστικῶν διακανονίσεων». Μετὰ τοῦτο ἐπέρχεται τὸ πρωτόκολλον τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830 μεταξὺ Ρωσσίας, Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, τὸ ὁποῖον προσεπικυροῖ τὴν Συνθήκην τῆς Ἀδριανουπόλεως καὶ καθορίζει ἐν ἄρθρῳ 1ῳ ὅτι (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλλὰς θέλει σχηματίσει ἓν Κράτος ἀνεξάρτητον καὶ θέλει χαίρει ὅλα τὰ δίκαια πολιτικά, διοικητικὰ καὶ ἐμπορικὰ προσπεφυκότα εἰς ἐντελῆ ἀνεξαρτησίαν». Ἐν ἄρθρῳ δὲ 8 ὅτι (Ἀναγινώσκει): «Ἑκάστη τῶν τριῶν Αὐλῶν φυλάττει τὴν διὰ τοῦ 6 ἄρθρου τῆς Συνθήκης τῆς 6 Ἰουλίου ἐξασφαλιζομένην ἐξουσίαν, τοῦ νὰ ἐγγυᾶται περὶ τοῦ ὅλου τῶν προηγουμένων συμβιβασμῶν καὶ ἄρθρων. Αἱ περὶ ἐγγυήσεως πράξεις, ἐὰν γενῶσι, θέλουν συνταχθῆ χωριστά. Ἡ ἐνέργεια καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαφόρων αὐτῶν πράξεων θέλουν γενῆ, κατὰ συνέπειαν τοῦ ἄνω εἰρημένου ἄρθρου, τὸ ἀντικείμενον μεταγενεστέρων συνθηκῶν τῶν Ὑψηλῶν Δυνάμεων». Ὥστε ἡ ἐγγύησις δίδεται σαφῶς ὑπὲρ τοῦ συμβιβασμοῦ μετὰ τῆς Τουρκίας, ἤτοι ὑπὲρ τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Χώρας καὶ μόνης. Ἐπακολουθεῖ κατόπιν ἡ Συνθήκη τῆς 7 Μαΐου 1832 μεταξὺ Ἀγγλίας, Ρωσσίας καὶ Γαλλίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς Βαυαρίας διὰ τὴν ἀνάρρησιν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος εἰς τὸν Ἑλληνικὸν Θρόνον. Καθορίζει αὕτη ἐν προοιμίῳ τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Αἱ Αὐλαὶ τῆς Γαλλίας, τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ τῆς Ρωσσίας, ἐνεργοῦσαι δυνάμει τῆς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ἀνατεθείσης αὐταῖς ἐξουσίας νὰ ἐκλέξωσι τὸν Ἡγεμόνα τῆς Ἑλλάδος, Κράτους ἤδη ἀνεξαρτήτου, καὶ ἐπιθυμοῦσαι νὰ χορηγήσωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον νέον δεῖγμα τῶν εὐνοϊκῶν αὐτῶν διαθέσεων, διὰ τῆς ἐκλογῆς Πρίγκηπος ἐκ Βασιλικοῦ Οἴκου, οὗ ἡ συμμαχία θέλει οὐσιωδῶς ὠφελήσει τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὅστις ἐκτήσατο ἤδη δικαιώματα εἰς τὴν ἀγάπην καὶ τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῆς, ἀπεφάσισαν νὰ προσφέρωσι τὸ Στέμμα τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς τὸν Πρίγκηπα Φρειδερῖκον Ὄθωνα τῆς Βαυαρίας, δευτερότοκον υἱὸν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως τῆς Βαυαρίας». Ἐν ἄρθρῳ δὲ 4ῳ τὰ ἀκόλουθα (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ Πρίγκηπος Ὄθωνος τῆς Βαυαρίας καὶ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Αὐλῶν, θέλει ἀποτελεῖ Κράτος Μοναρχικὸν ἀνεξάρτητον, ὡς τοῦτο ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ κατὰ τὴν 3 Φεβρουαρίου 1830 ὑπὸ τῶν ρηθεισῶν τριῶν Αὐλῶν ὑπογραφέντος πρωτοκόλλου, καὶ ὑπό τε τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης παραδεχθέντος». Λοιπὸν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πρῶτος Ἕλλην Βασιλεὺς ἀνῆλθε τὸν Θρόνον τῆς Ἑλλάδος, ἡ Συνθήκη, ἡ συνταχθεῖσα μεταξὺ τῶν Ἐγγυητριῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Βαυαρίας διὰ λογαριασμὸν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, καθώρισεν ὅτι ἡ ἐγγύησις περιβάλλει τὴν Ἑλλάδα ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐρρυθμίσθη διὰ τῶν πρωτοκόλλων τῶν προηγουμένων, τὰ ὁποῖα συνωμολογήθησαν μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ τῆς Τουρκίας, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὴν ἐξασφάλισιν, τὴν ἐγγύησιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Ἀλλὰ κατόπιν τούτων ἔχομεν τὴν συνθήκην τῆς 1)13 Ἰουλίου 1863, διὰ τῆς ὁποίας καθωρίσθη ἡ ἐκλογὴ τοῦ Βασιλέως Γεωργίου εἰς τὸν Θρόνον. Ἡ συνθήκη αὕτη λέγει τὰ ἑξῆς ἐν ἄρθρῳ 3ῳ (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλλάς, ὑπὸ τὴν ἡγεμονίαν τοῦ Πρίγκηπος Γουλιέλμου τῆς Δανίας καὶ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Αὐλῶν, ἀποτελεῖ Κράτος μοναρχικόν, ἀνεξάρτητον, συνταγματικόν». Ἐνταῦθα προστίθεται ὁ ὅρος «συνταγματικόν», διότι τὸ Ἑλληνικὸν πολίτευμα εἶχε γίνει συνταγματικὸν ἀπὸ τοῦ 1843. Τὰ ἄρθρα 4ον καὶ 5ον καθορίζουσι τὰ ἀκόλουθα (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 4ον. Τὰ ὅρια τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ὁρισθέντα διὰ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει μεταξὺ τῶν τριῶν Αὐλῶν καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης τῇ 21 Ἰουλίου 1832 συνομολογηθείσης συμβάσεως, θέλουν ἐπεκταθῆ διὰ τῆς προσενώσεως τῶν Ἰονίων νήσων τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ, ἅμα ἡ προσένωσις αὕτη, προταθεῖσα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Α. Βρεττανικῆς Μεγαλειότητος, ἤθελεν εὑρεθῆ σύμφωνος πρὸς τὰς εὐχὰς τοῦ Ἰονίου Κοινοβουλίου καὶ ἤθελε τύχῃ τῆς συγκαταθέσεως τῶν Αὐλῶν τῆς Αὐστρίας, Γαλλίας, Πρωσσίας καὶ Ρωσσίας. Ἄρθρον 5. Αἱ Ἰόνιοι νῆσοι, ἅμα ἀποτελεσθείσης τῆς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον ἑνώσεως αὐτῶν, θέλουσι περιληφθῆ εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συνθήκης ταύτης συνομολογουμένην ἐγγύησιν». Καὶ καταλήγομεν ἤδη εἰς τὴν συνθήκην τῶν Ἰονίων νήσων, ἡ ὁποία ἐν τῷ προοιμίῳ της καὶ τῷ ἄρθρῳ 1ῳ καθορίζει τὰ ἑπόμενα (Ἀναγινώσκει): «Δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τῆς ἐν Λονδίνῳ τῇ 1)13 Ἰουλίου 1863 ὑπογραφείσης Συνθήκης, συνεφωνήθη πρὸς τούτοις ὁμοφώνως μεταξὺ τῆς Α. Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, τῆς Αὐτῆς Βρεττανικῆς Μεγαλειότητος καὶ τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος τοῦ Αὐτοκράτορος πασῶν τῶν Ρωσσιῶν, ὅτι αἱ Ἰόνιοι νῆσοι, ὅταν ἡ μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσίς των τελεσθῇ, ὡς προεῖδε τὸ ἄρθρον 4 τῆς αὐτῆς Συνθήκης, θέλουσι περιληφθῆ ἐν τῇ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος συνομολογηθείσῃ ἐγγυήσει ὑπὸ τῶν Αὐλῶν τῆς Γαλλίας, τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ τῆς Ρωσσίας, διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ τῇ 25 Ἀπριλίου (7 Μαΐου) 1832, ὑπογραφείσης Συνθήκης. Ἄρθρον 1ον. Ἑπομένως, ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Αὐτοκράτωρ τῶν Γάλλων, ἡ Αὐτῆς Βρεττανικὴ Μεγαλειότης καὶ ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ὁ Αὐτοκράτωρ πασῶν τῶν Ρωσσιῶν, ὡς ὑπογράψαντες τὴν Συνθήκην τῆς 25 Ἀπριλίου (7 Μαΐου) 1832, ἀναγνωρίζουσι τὴν ἕνωσιν ταύτην καὶ διακηρύττουσιν ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἐντὸς τῶν ὁρίων τῶν διαγραφομένων ὑπὸ τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει μεταξὺ τῶν Αὐλῶν τῆς Γαλλίας, τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ τῆς Ρωσσίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Ὑψηλῆς Πύλης ἀφ’ ἑτέρου διαπραχθείσης συμβάσεως τῇ 9)21 Ἰουλίου 1832 —περιλαμβανομένων καὶ τῶν Ἰονίων νήσων— ἀποτελέσει ἓν Κράτος Μοναρχικόν, ἀνεξάρτητον καὶ συνταγματικόν, ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος τοῦ Βασιλέως Γεωργίου καὶ ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῶν τριῶν Αὐλῶν». Κατὰ συνέπειαν αἱ Ἰόνιοι νῆσοι προσαρτώμεναι εἰς τὴν Ἑλλάδα, περιλαμβάνονται εἰς τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον δοθῆ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας.
§163Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἦτο ἐναντίον τῆς Τουρκίας ἡ ἐγγύησις;
§164Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως, ἀπέναντι τῆς Τουρκίας. Εἶναι σαφὲς τοῦτο καὶ ἀποδεικνύει αὐτὸ καὶ ἡ διαπραγμάτευσις, ἡ ὁποία σώζεται εἰς τὰ ἀπομνημονεύματα τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη διὰ τὸ ζήτημα τῆς μεγεθύνσεως τῆς Ἑλλάδος. Καὶ ταῦτα, εἶναι τὰ κείμενα τὰ ἀφορῶντα τὸ γράμμα τῶν συνθηκῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνακοινώσω καὶ κείμενα, τὰ ὁποῖα καθορίζουσι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον αἱ ἐγγυηθεῖσαι Δυνάμεις ἀπέδωσαν εἰς τὰ πρωτόκολλα καὶ τὰς συνθήκας. Τὸ πρωτόκολλον τῆς 19 Ἰουνίου 1830 μεταξὺ τῶν αὐτῶν Δυνάμεων καθορίζει ἐν ἄρθρῳ 3ῳ ὅτι (Ἀναγινώσκει): «Καταστήσασαι τὴν Ἑλλάδα Κράτος ἀνεξάρτητον καὶ Μοναρχικὸν αἱ τρεῖς Αὐλαί, δὲν ἠθέλησαν νὰ προδικάσωσι περὶ τῆς φύσεως τῶν θεσμοθεσιῶν καὶ τῶν νόμων, οἵτινες θέλουσιν ἐκπηγάσει ἐκ τούτου τοῦ εἴδους τῆς Κυβερνήσεως». Τοῦτο δὲ διότι τὴν διαρρύθμισιν τὴν ἐσωτερικὴν κατέλιπον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν κυριαρχίαν τῆς Χώρας.
§165Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν τὴν κατέστησαν μόνον ἀνεξάρτητον, ἀλλὰ καὶ Μοναρχικὴν καὶ μετὰ τὸ 1862 καὶ συνταγματικήν.
§166Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ τρεῖς Αὐλαὶ τῶν Δυνάμεων δὲν ἠθέλησαν νὰ προδικάσωσι περὶ τῆς φύσεως τῆς θεσμοθεσίας καὶ τῶν νομίμων ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκπηγάσωσιν ἐκ τοῦ πολιτεύματος. Ἀφῆκαν τὴν Ἑλλάδα νὰ καταστήσῃ τὰ ἐσωτερικά της πράγματα διὰ τῆς θεσμοθεσίας της τῆς ἐσωτερικῆς. Ἀναγινώσκω ἤδη ἐπιστολὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Βαυαρίας βαρώνου Guise πρὸς τὸν ἐπιτετραμμένον τὰς ἐξωτερικὰς ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος ἀείμνηστον Σπ. Τρικούπην. Τὸ ζήτημα ἤγειρεν αὐτὸς ὁ τότε τῆς Βαυαρίας Βασιλεὺς Λουδοβῖκος, ζητήσας τὴν γνώμην τῶν Δυνάμεων περὶ τῆς ἐσωτερικῆς κυριαρχίας τῆς Χώρας καὶ ἀνακοινώσας τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔλαβεν, εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη, ὑπὸ χρονολογίαν 31 Ἰουλίου 1832 περιέχει τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Σᾶς γνωστοποιῶ, κατὰ χρέος, ὅτι ἡ Α. Μ., σύμφωνος καθ’ ὅλα μετὰ τῶν ὑπογραψασῶν τὴν Σύμβασιν τῆς 7 Μαΐου τριῶν Δυνάμεων, συμμερίζεται ὡσαύτως τὴν ἄποψιν αὐτῶν περὶ τῶν ἔργων, ἅτινα ἠδύναντο σήμερον ν’ ἀνατεθῶσιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Καθ’ ἃς ἡ Α. Μ. ἔλαβε πληροφορίας, αἱ πράξεις δι’ ὧν τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος ἀνέθηκε τὴν τοῦ Ἡγεμόνος ἐκλογὴν εἰς τὰς τρεῖς Αὐλάς, οὐδὲν ἀναφέρουσι περὶ ὁριστικοῦ τοῦ Κράτους πολιτεύματος, συντακτέου πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ ἄνευ τῆς συνδρομῆς τοῦ Κυριάρχου τούτου. Ὅθεν κατὰ τὰς ἐνεστώσας περιστάσεις, ἡ σύνταξις καὶ ἡ δημοσίευσις τοῦ ὁριστικοῦ τῆς Ἑλλάδος Συντάγματος ἤθελεν ἀπ’ εὐθείας ἀντίκειται εἰς τὰς προμνησθείσας πράξεις. Πρωτίστη φροντὶς τῆς ἐπιφορτισθείσης τὴν ἐπὶ τῆς ἀνηλικιότητος τοῦ Βασιλέως διοίκησιν τοῦ Κράτους Ἀντιβασιλείας θέλει εἶναι νὰ συγκαλέσῃ τὴν Γενικὴν τοῦ Ἔθνους Συνέλευσιν, διὰ νὰ ὑποδεχθῇ τὸν Μονάρχην, νὰ τῷ ὑποβάλῃ τὴν ἔκφρασιν τῆς ἀφοσιώσεως τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἐπισφραγίσῃ τὸν σύνδεσμον αὐτῆς μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος, εἰς ὃν ἀνετέθη ἡ διεύθυνσις τῆς τύχης της. Ἡ Συνέλευσις αὕτη θέλει ἐπιφορτισθῆ νὰ συνεργασθῇ μετὰ τῆς Ἀντιβασιλείας εἰς τὴν προπαρασκευὴν τοῦ ὁριστικοῦ τοῦ Κράτους πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον, καταρτιζόμενον τοιουτοτρόπως διὰ τῆς ἐλευθέρας συνδρομῆς τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως του, ἐν μέσῳ βαθυτάτης ἡσυχίας, μετὰ τὴν ὁριστικὴν τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος ρύθμισιν, καὶ μετ’ ἀκριβεστέραν τῶν πόρων αὐτῆς ἔρευναν, θέλει ἀναμφιβόλως συνάδει πρὸς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, πρὸς τὰς εὐχὰς καὶ τὰ συμφέροντά της». Κατὰ συνέπειαν εἶναι ἄφεσις τῆς πλήρους δικαιοδοσίας εἰς τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν τῆς Χώρας διὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν πρωτόκολλον τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ εἰς ἀπάντησιν τούτου ἕτερον πρωτόκολλον τῶν Δυνάμεων, τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς καθορίζει καὶ ἀπέναντι τῆς Τουρκίας τὴν ἐλευθέραν ἄσκησιν τῆς ἐσωτερικῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας τῆς Ἑλλάδος. Οἱ πληρεξούσιοι τῆς Πύλης ὑπεστήριξαν διὰ πρωτοκόλλου, συνταχθέντος μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Μ. Δυνάμεων ἐν Κωνσταντινουπόλει τῇ 9)21 Ἰουλίου 1832 τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Οἱ Ὑπουργοὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης ὑπεστήριξαν ἐπανειλημμένως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρούσης διαπραγματεύσεως τὴν σημασίαν ἐγγυήσεών τινων, ἃς ἐθεώρουν ἀναγκαίας εἰς τὴν διατήρησιν τῆς εἰρήνης ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Οἷον: Αʹ) Αἱ κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους νὰ περιορισθῶσιν εἰς τὸν πρὸς τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀστυνομίας καὶ τὴν διατήρησιν τῆς ἐσωτερικῆς εὐταξίας ἀποχρῶντα ἀριθμόν. Βʹ) Τόσον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅσον καὶ οἱ Ἕλληνες ἰδιῶται νὰ μὴ παρέχουν οὐδενὸς εἴδους ὑπηρεσίαν, ἢ συνδρομὴν οἱανδήποτε εἰς τὰς Δυνάμεις, Κυβερνήσεις, Λαοὺς καὶ Ἔθνη, μεθ’ ὧν ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἤθελε διατελεῖ εἰς πόλεμον, ἀλλὰ νὰ τηρῶσιν αὐστηρῶς τὴν ἀρχὴν τῆς οὐδετερότητος. Τὴν ἀρχὴν ταύτην θέλει ἀμοιβαίως τηρεῖ καὶ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη ἀπέναντι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Γʹ) Νὰ ὑποχρεοῦται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν εἰς τὴν Ἑλλην. Χώραν προσφευγόντων ὑπηκόων τοῦ Σουλτάνου, ὁσάκις ἤθελον ζητηθῶσι παρὰ τῆς Πύλης». Καὶ αἱ τρεῖς ἀξιώσεις αὗται ἀφορῶσιν εἰς ἐπιβολὴν ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἐθνικῆς αὐτῆς Κυριαρχίας ὅρων μειούντων ταύτην, καὶ εἰς ἐπιβολὴν τῶν ὅρων τούτων ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, αἵτινες συνέπραξαν εἰς τὰς καταστατικὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς Ἑλλάδος συμβάσεις. Ἀπαντῶσι δὲ αἱ Δυνάμεις πρὸς τὴν Τουρκίαν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 18)30 Αὐγούστου 1832 ὡς ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Μεταβαίνοντες ἀκολούθως εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἐπισυναπτομένου πρωτοκόλλου, ὑπὸ χρονολογίαν ὡσαύτως τῆς 9)21 Ἰουλίου ἐνεστῶτος ἔτους, ὅπερ ἀπεδέχθησαν ἁπλῶς οἱ παρὰ τῇ Ὀθωμανικῇ Πύλῃ ἀντιπρόσωποι τῆς Γαλλίας, τῆς Μεγάλης Βρεττανίας καὶ τῆς Ρωσσίας νὰ ὑποβάλωσιν εἰς τὸ ἐν Λονδίνῳ Συμβούλιον, οἱ πληρεξούσιοι τῶν τριῶν Αὐλῶν ἀπεφάνθησαν ὅτι, ὅσην ἔφεσιν καὶ ἂν ἔχωσιν αἱ Αὐλαὶ αὐτῶν νὰ παραδέχωνται τὰς ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Σουλτάνου ἐκφραζομένας αὐταῖς εὐχάς, ταῖς εἶναι ὅμως ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ συγκατατεθῶσιν εἰς τὰς διὰ τοῦ μνησθέντος πρωτοκόλλου ἐκτιθεμένας, ἐκ μέρους τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης. Καὶ καθόσον μὲν ἀφορᾷ τὴν πρώτην, ἀρκεῖ ἡ παρατήρησις, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ διατηρεῖν δυνάμεις τῆς ξηρᾶς ἢ τῆς θαλάσσης, ἄνευ περιορισμοῦ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, εἶναι ἐκ τῶν ἀναφαιρέτων δικαίων παντὸς ἀνεξαρτήτου Κράτους ὅτι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Ἑλλάδος καὶ ἅπαντα τὰ μετ’ αὐτῆς συνεχόμενα δικαιώματα καθιερώθησαν διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830, ὅτι ἡ Ὀθωμανικὴ Πύλη παρεδέχθη πληρέστατα τὸ πρωτόκολλον τοῦτο, καὶ ἑπομένως οὔτε αἱ ὑπογράψασαι αὐτὸ Αὐλαί, οὔτε ἡ παραδεχθεῖσα αὐτὸ Ὀθωμανικὴ Πύλη δύνανται σήμερον, ἄνευ παραβιάσεως τῶν συμφωνηθέντων, νὰ περιορίσωσιν ἓν τῶν διὰ τοῦ αὐτοῦ πρωτοκόλλου χορηγουμένων εἰς τὴν Ἑλλάδα δικαιωμάτων καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν. Οἱ αὐτοὶ λόγοι ἀντίκεινται εἰς τὴν δευτέραν αἴτησιν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δικαίωμα τοῦ κατατάσεσθαι μετά τινος μερίδος ἐπὶ παντὸς μεταξὺ τρίτων Δυνάμεων ἀναφαινομένου πολέμου, εἶναι ὡσαύτως ἀναφαίρετον προσὸν τῆς ἀνεξαρτησίας παντὸς Κράτους, ἐκτὸς ἂν τὸ Κράτος τοῦτο ὠργανίσθη καὶ ἐκηρύχθη διὰ παντὸς οὐδέτερον· ὅθεν, μὴ χαίρουσα τὸ πλεονέκτημα τῆς διαρκοῦς οὐδετερότητος, δὲν δύναται ἡ Ἑλλὰς νὰ ὑποβληθῇ νομίμως εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοιαύτης καταστάσεως. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τρίτην αἴτησιν τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, οἱ πληρεξούσιοι τῶν τριῶν Αὐλῶν ἐθεώρησαν ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐν Λονδίνῳ Συμβουλίου, μὴ δυναμένου νὰ ἐπέμβῃ εἰς ζητήματα ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑλλάδος». Κατὰ συνέπειαν ὅσα μέχρι τοῦδε ἀνέγνωσα πρὸς ὑμᾶς καθιστῶσι τοῦτο, ὅτι καὶ τὸ πνεῦμα τῶν ἐγγράφων διατάξεων, πρωτοκόλλων καὶ συνθηκῶν, τὸ καθορισθὲν ὑπ’ αὐτῶν τῶν μετέπειτα ἑρμηνευτικῶν πράξεων τῶν Δυνάμεων, εἶναι ὅτι ἡ ἐγγύησις, ἡ παρασχεθεῖσα ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, εἶναι ἐγγύησις ὑπὲρ τῆς ἐδαφικῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας καὶ οὐχὶ ἐγγύησις, δυναμένη νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰ ἐσωτερικὰ αὐτῆς πράγματα.
§167Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὅταν ἐπενέβησαν ὑπῆρχεν ἀκεραιότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους;
§168Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τῆς Τουρκίας εἶναι ἡ ἐγγύησις, ὄχι διὰ τὸ ἐσωτερικὸν πολίτευμα.
§169Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Μόνον ἀπέναντι τῆς Τουρκίας;
§170Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπέναντι τῆς Τουρκίας καὶ μόνης.
§171Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὸ Ροῦπελ ἦσαν οἱ Τοῦρκοι;
§172Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀγορεύω διὰ τὸ Ροῦπελ. Ὅταν ἀγορεύσω διὰ τὸ Ροῦπελ, τότε ἔχετε δικαίωμα νὰ μοῦ κάμετε τοιαύτην διακοπήν. Ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἀγόρευσιν, ἢ μᾶλλον τμήματα ἀγορεύσεως, τῆς ὁποίας ἡ ὅλη ἀνάγνωσις προκαλεῖ πραγματικὴν αἰσθητικὴν ἀπόλαυσιν, ἀγόρευσιν ἐκφωνηθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας ἐν ἔτει 1833, τοῦ Δουκὸς de Broglie, ἀγόρευσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ καταστατικὴ οὕτως εἰπεῖν ἑρμηνεία τῆς διαμορφώσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Ἡ ἀγόρευσις αὕτη ἐξεφωνήθη ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς, συζητουμένου τοῦ δανείου τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἑλλάδος, τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων, τοῦ ὁποίου τὴν ἐγγύησιν ἀνέλαβον τότε τὰ τρία συμφωνήσαντα τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἑλλάδος Σύμμαχα Κράτη. Προκειμένου περὶ τοῦ δανείου τούτου, ἀνεπτύχθη συζήτησις ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ σπουδαία καὶ ἡ συζήτησις αὕτη ἐπεξετάθη ἐπὶ ὅλης τῆς Γαλλικῆς πολιτικῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, ἵνα ποιήσωμαι τῆς ἀγορεύσεως ταύτης ἢ μᾶλλον τμημάτων τῆς ἀγορεύσεως ταύτης διπλῆν χρῆσιν, διότι εἶναι σημαντικὴ διὰ τὴν ἀντίληψιν τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων. Τότε βουλευτὴς διαπρεπής, ὁ Δυμόν, ἐξήνεγκε τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ «ἡ πολιτικὴ τῆς προστασίας, ἡ ἐφαρμοσθεῖσα μετ’ ἐπιτυχίας καὶ τιμῆς ἀπὸ πλειόνων ἐτῶν εἰς τὰς ὑποθέσεις τῆς Ἀνατολῆς». Ἡ λέξις «προστασία» φαίνεται ὅτι καὶ τότε παρεξηγήθη ὡς ἐννοοῦσα πλέον τι ἐκείνου, τὸ ὁποῖον αἰσθηματικῶς ἐννοοῦμεν ἡμεῖς καὶ ἠννόουν τότε ἡ Γαλλία ὡς καὶ ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ρωσσία. Καὶ ἐπῆλθεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπαντῶν εἰς ὅλους τοὺς ἀγορεύσαντας καὶ καθορίζων τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Κυριαρχίας τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως ἔσχον περὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Εἶναι τοῦτο, Κύριοι, τὸ σπουδαιότερον ὅλων τῶν μέχρι τοῦδε ἀναγνωσθέντων κειμένων. Λέγει λοιπὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς τῆς 4ης Μαΐου 1833 τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Ἑλλὰς ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς Πύλης· ἀνεγνωρίσθη, ἡ δὲ ὕπαρξίς της εἶναι ἠγγυημένη ὑπὸ πασῶν τῶν Δυνάμεων. Ὁ ἐξωτερικὸς κίνδυνος δὲν ὑφίσταται. Συνέλαβεν ἡ Γαλλία τὴν σκέψιν, τὴν γενναιόφρονα σκέψιν νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τοιαύτας ὑπηρεσίας, αἵτινες οὐδαμῶς λησμονοῦνται, τοιαύτας ὑπηρεσίας, αἵτινες παραμένουσι βαθέως κεχαραγμέναι ἐν τῇ μνήμῃ τῶν λαῶν. Συνέλαβε τὴν σκέψιν νὰ καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα Κράτος ἀληθῶς ἀνεξάρτητον, ἀνεξάρτητον δικαίῳ καὶ πράγματι, Κράτος ἐλεύθερον, ὅπως ἐκλέγῃ τοὺς φίλους του καὶ τοὺς συμμάχους του, ὅπερ δὲ ἀναγκαίως ὑπ’ οὐδενὸς νὰ τεθῇ τὴν προστασίαν. Ἡ Γαλλία ἔχει ἀνάγκην, μὴ λησμονῶμεν τοῦτο, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἀποβῇ ἀρκούντως ἰσχυρά, ὥστε νὰ ἀπαλλαγῇ μετ’ ὀλίγον τῶν προστατῶν. Τοιοῦτον εἶναι τὸ ἱστορικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ ζητήματος, τοιοῦτον εἶναι τὸ συμπέρασμα τῶν μακρῶν τούτων καὶ κοπιωδῶν διαπραγματεύσεων. Θὰ ἀντιληφθῆτε ἤδη μὲ ἓν βλέμμα τὰς τάσεις, τὸν χαρακτῆρα, τὰ ἀποτελέσματά των. Ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων, θάρρος ἀδάμαστον, ἀντοχὴ εἰς πᾶσαν δοκιμασίαν, δεξιότης, σύνεσις κατὰ τὰς σχέσεις μετὰ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Ἐκ μέρους τῶν Χριστιανικῶν Ἐθνῶν ἐνδιαφέρον ὑπεστηριγμένον, σταθερόν, παγκόσμιον ὑπὲρ τῆς ὑποθέσεως τῶν Ἑλλήνων συνδρομὴ αὐθόρμητος, βοήθεια εἰς ἄνδρας, εἰς ὅπλα, εἰς χρῆμα, προσπάθειαι σταθεραὶ τῆς δημοσίας γνώμης, ὅπως θριαμβεύσῃ ἀπέναντι τοῦ ἐνδοιασμοῦ τῶν Κυβερνήσεων. Ἐκ μέρους τῶν Κυβερνήσεων ἀντίληψις ζωηρὰ καὶ βαθεῖα τῶν κινδύνων, οὓς τὸ Ἑλληνικὸν ζήτημα προεκάλει κατὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἰσορροπίας διὰ τῆς πιθανῆς μεγεθύνσεως τῆς Ρωσσίας· ἀπασχόλησις ἔμμονος πρὸς ἀποτροπὴν τοῦ κινδύνου, τὸ μὲν δι’ ἐνεργείας πρὸς ὑποδούλωσιν, τὸ δὲ δι’ ἐνεργείας πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Ἑλλάδος. Ἐκ μέρους τῆς Γαλλίας τέλος ἐπιθυμία εἰληκρινὴς καὶ πεφωτισμένη, ἐπιθυμία ἐστεμμένη δι’ ἐπιτυχίας, οὐ μόνον ὅπως ἀπελευθερώσῃ τὴν Ἑλλάδα τοῦ Ὀθωμανικοῦ ζυγοῦ, ἀλλ’ ὅπως καταστήσῃ τὴν Ἑλλάδα Κράτος ἀληθές, Κράτος ἀνεξάρτητον δικαίῳ καὶ πράγματι, Κράτος τιθέμενον ἐπισήμως ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν οὐδενός, Κράτος μὴ ἔχον ἀνάγκην οὐδεμιᾶς διηνεκοῦς ἡμιεπισήμου ἐπεμβάσεως, Κράτος ἐλεύθερον, ἑνὶ λόγῳ, ὅπως ἐκλέγῃ τοὺς φίλους του, τοὺς συμμάχους του, καὶ διατεθειμένον ὅπως στρέψῃ σταθερῶς τὰ βλέμματά του πρὸς ἐκείνην τὴν Δύναμιν ἥτις τὸ κατέστησε τοιοῦτο, πρὸς τὴν Γαλλίαν, ἥτις δύναται νὰ τῷ ὑποσχεθῇ ἐν ἀνάγκῃ τὴν βοήθειάν της χωρὶς νὰ τὸ ἀπειλῇ ἀπαύστως διὰ τῆς προστασίας της. Τὸ ἀποτέλεσμα ἐπετεύχθη. Ἡ Ἑλλὰς ὑφίσταται, εἶναι ἀνεξάρτητος. Ὅλη ἡ Εὐρώπη τὴν ἀναγνωρίζει ὡς τοιαύτην. Δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ οὐδεμιᾶς Δυνάμεως, εἴτε τίτλῳ ἐπικυριάρχου, εἴτε τίτλῳ ἐγγυητρίας». Καὶ εἰς ἀνταπάντησίν του ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς ἀνακοινοῖ πρὸς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν τὰ ἑπόμενα (Ἀναγινώσκει): «Ὅτε τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1830 ἀπεστάλη εἰς Ἑλλάδα, ἡ Γερουσία παρετήρησεν ὅτι δὲν ἐγένετο ἐν τούτῳ λόγος περὶ τοῦ δοτέου εἰς τὴν Ἑλλάδα Συντάγματος. Ἐδόθη τότε ἐν ἐπισήμῳ πράξει ἀπάντησις, ὅτι οἱ Δυνάμεις δὲν ἐνόουν ὅπως παρέμβωσιν εἰς τὴν διακυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος εἰμὴ καθ’ ὅ,τι ἐφαίνετο αὐταῖς ἀναπόδραστον· ὅτι ἡ ὀνομασία τοῦ Ἡγεμόνος ἦτο τὸ μόνον πρᾶγμα, ὅπερ ἐφάνη αὐταῖς ἀναπόδραστον ἀλλ’ ὅτι πᾶσαι αἱ ὑπάρχουσαι ἤδη θεσμοθεσίαι ἐκ τῶν προτέρων ἀπελάμβανον τῆς συναινέσεώς των, ἐξ οὗ ἕπεται, ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τῶν μνημονευθεισῶν πράξεων, τὸ Διάταγμα τοῦ Ἄργους ὑφίσταται καὶ ὅτι νέον Σύνταγμα θὰ συντελεσθῇ μεταξὺ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Χώρας. Θὰ προσθέσω, ὅτι ἡ αὐτὴ παρατήρησις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως τῆς Βαυαρίας καὶ ὅτι ἡ αὐτὴ ἀπάντησις ἐδόθη, τουτέστιν ὅτι αἱ Δυνάμεις δὲν ἐπενέβησαν εἰμὴ διὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ Ἡγεμόνος καὶ ὅτι ἡ πρακτικὴ συντέλεσις τοῦ Συντάγματος θὰ ἐκανονίζετο μεταξὺ τῆς Χώρας καὶ τοῦ Βασιλέως, ὅστις τῇ αἰτήσει της καθωρίσθη». Τοιαύτη εἶναι ἡ καταστατικὴ ἀγόρευσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας. Δὲν ἔχει ἀνάγκην σχολίων. Ἀλλά, Κύριοι, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα, μήπως ὑπάρχει τάσις τις μεταγενεστέρα ἐπεμβάσεως διὰ τὴν μόρφωσιν τοῦ ἐσωτερικοῦ πολιτεύματος τῆς Ἑλλάδος; Οὐδεμία τοιαύτη τάσις ἐξεδηλώθη. Μίαν μόνον ἔχομεν ἐκδήλωσιν πρὸς καθορισμὸν τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν εἶχον ἐν Ἀγγλίᾳ περὶ τοῦ ἐσωτερικοῦ πολιτεύματος, ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν εἶχον κατόπιν τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1862. Τότε εἰσηγουμένου τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη παρὰ τῇ τότε Ἀγγλικῇ Κυβερνήσει, τῆς ὁποίας ἡγεῖτο ὁ Λόρδος Πάλμερστον, περὶ τῆς προσαρτήσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα τῶν Ἰονίων Νήσων, ἐδόθη ἡ ἑξῆς ἀπάντησις ὑπὸ τοῦ Λόρδου Πάλμεστρον, ὡς ἀνακοινοῖ ταύτην πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος ὁ Χαρ. Τρικούπης τῇ 25ῃ Ὀκτωβρίου 1862 (Ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τῇ παραστάσει μου, ὅτι οὐδὲ τῆς ἐλαχίστης ἀμφιβολίας ἐπιδεκτικὸν ἦτο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ διετέλει ὑπὸ Μοναρχικὸν πολίτευμα, ἀνέπτυξεν ὁ Λόρδος Πάλμερστον ὁπόσον ἡ τοιαύτη πολιτικὴ ἦτο συνετὴ ὁπόσον θὰ ἀντέκειτο εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Εὐρώπης ἡ ἐν Ἑλλάδι σύστασις Δημοκρατίας». Ὥστε συμβουλὴν ἀπευθύνει ὁ Ἄγγλος Πρωθυπουργὸς κατὰ τῆς ἱδρύσεως Δημοκρατίας ἐν Ἑλλάδι καὶ τοιαύτην ἀπευθύνει οὐχὶ ἐκ τοῦ δικαίου τῶν συνθηκῶν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ συμφέροντος τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ καὶ κατόπιν ὁμοία δήλωσις γίνεται πρὸς τὸν ἀείμνηστον Τρικούπην ὑπὸ τοῦ Λόρδου Ἰωάννου Ροῦσελ, διαβιβασθεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῇ 28ῃ Νοεμβρίου 1862 (Ἀναγινώσκει): «Παρηγγέλθην ὑπὸ τοῦ Λόρδου Ἰωάννου Ροῦσελ νὰ εἰδοποιήσω τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ Βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας συγκατατίθεται νὰ προτείνῃ εἰς τὰς ὑπογραψάσας τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1815 Δυνάμεις τὴν ἕνωσιν τῶν Ἰονίων Νήσων μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Βασίλισσα συγκατατίθεται εἰς τοῦτο ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συνταχθῇ ἡ πολιτεία τῆς Ἑλλάδος σύμφωνος μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς προκηρύξεως τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ ἐκλεχθησόμενος Βασιλεὺς νὰ εἶναι ἀρεστὸς εἰς αὐτήν. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους ὁ νέος Βασιλεὺς θέλει λάβῃ πράγματι ὑπὸ τὸ σκῆπτρον Αὐτοῦ τὰς ἑπτὰ Νήσους». Ποῖαι εἶναι δ’ αἱ ἀρχαὶ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως; Ταύτας καθορίζει τὸ ψήφισμα τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1862, συγκαλοῦν Συντακτικὴν Συνέλευσιν πρὸς σύνταξιν τῆς πολιτείας καὶ ἐκλογὴν Ἡγεμόνος. Τὰς βλέψεις τῆς Εὐρώπης ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καθορίζει ἡ ἀγόρευσις τοῦ Προέδρου τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως Δημ. Βούλγαρη πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, περιλαμβάνουσα τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Εὐρώπη, εἰς τὴν ἔκρηξιν τῆς ἡμετέρας ἐπαναστάσεως, στρέψασα τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς ἡμᾶς, κρατεῖ μετέωρον τὴν ψῆφον αὐτῆς, καὶ ὡς μᾶς τὸ ἀναγγέλλει, θέλει ρίψει αὐτὴν ἐν εὐνοίᾳ λευκὴν καὶ πολλῶν ἀγαθῶν τῇ πατρίδι προάγγελλον, ἂν ἴδῃ ἡμᾶς σωφρόνως καὶ μετριοπαθῶς πολιτευομένους, καὶ ἐν τοῖς κόλποις Συνταγματικῆς Μοναρχίας ἐν εὐνομίᾳ διάγοντας· περὶ ἑνὸς δὲ καὶ μόνον ἁμιλλωμένους τίς μᾶλλον, ἑαυτὸν λησμονῶν, νὰ καταστῇ ὠφέλιμος τῇ Πατρίδι. Διὰ τοιαύτης διαγωγῆς θέλομεν ἀποφύγει τὴν ἐξευτελίζουσαν καὶ καταστρέφουσαν τὸ Ἔθνος διχόνοιαν καὶ τῆς ἀναρχίας τὰς φοβερὰς συνεπείας θέλομεν ταχέως καὶ ἀπερισπάστως ἐπιθέσει εἰς τὴν πολιτείαν τὸ ἐχέγγυον τῆς ὁριστικῆς αὐτῆς σωτηρίας τὸ Βασιλικὸν Στέμμα, καὶ τὸν κοινὸν τῶν ἀνθρώπων ἔπαινον καὶ τοῦ Ἔθνους τὰς εὐλογίας ἀράμενοι, θέλομεν ἔχει καὶ τὴν ἐπιμαρτυρίαν τῆς ἰδίας ἡμῶν συνειδήσεως, ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον τοῦ πατριώτου». Διασαφηνίζει δ’ ἔτι μᾶλλον τὰ πράγματα ἡ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Σ. Διαμαντοπούλου, ἀνακοινοῦντος τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ὀλίγας δὲ μετὰ ταῦτα ἡμέρας ἐλθὼν ἔκτακτος ἀπεσταλμένος ἐξ Ἀγγλίας, ὁ κ. Ἔλλιοτ, ἀφοῦ ἐγνωστοποίησε προφορικῶς ὅσα προηγουμένως καὶ οἱ κύριοι Πρέσβεις εἰς τὴν Προσωρινὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς μὴ ἐκλογῆς τοῦ Πρίγκηπος Ἀλφρέδου, διεδήλωσε προσέτι τὴν εὐμενῆ διάθεσιν τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι, ἂν ἡ Συνέλευσις τοῦ Ἔθνους ἐμμείνῃ εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ διατηρήσῃ τὴν Συνταγματικὴν Μοναρχίαν καὶ ἐμποδίσῃ πᾶσαν προσβολὴν κατὰ γειτόνων Ἐπικρατειῶν, καὶ ἂν ἐκλέξῃ Βασιλέα, καθ’ οὗ οὐδεμία βάσιμος ἔνστασις νὰ δύναται νὰ ὑπάρχῃ, ἡ Ἀγγλία θέλει ἰδεῖ εἰς τὴν τοιαύτην διαγωγὴν ἐχέγγυα μελλούσης ἐλευθερίας καὶ εὐτυχίας διὰ τὴν Ἑλλάδα». Ἐζήτουν λοιπόν, ἵνα ὁ ἐκλεχθησόμενος Βασιλεὺς μὴ ὑπόκειται εἰς βάσιμον ἔνστασιν διότι ὁ ἐκλεγεὶς πρότερον Βασιλεὺς Ἀλφρέδος ὑπέκειτο εἰς τοιαύτην. Ἐζήτουν δ’ ἐπίσης ὅπως ἐφορμοσθῇ τὸ ψήφισμα τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, ὅπερ ἦτο ψήφισμα προσκαλοῦν τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν πρὸς ἐκλογὴν Ἡγεμόνος. Αἱ τάσεις ἄρα, αἱ ὁποῖαι ἐξεδηλώθησαν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν εἰδικῶς μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Βασιλέως Ἀλφρέδου, ἦσαν τάσεις πρὸς ἀποφυγὴν δημοκρατοποιήσεως τῆς Ἑλλάδος, διότι ἐν τῇ δημοκρατοποιήσει τῆς Ἑλλάδος ἠσθάνετο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις κινδύνους διὰ τὴν ἔκκαυσιν ἑνὸς τοιούτου ἐναύσματος ἐν τῇ Ἀνατολικῇ Εὐρώπῃ. Ἀλλ’ ἦσαν ταῦτα συμβουλαί, ἀπευθυνόμεναι πρὸς τὴν Ἑλλάδα οὐχὶ ἐκ δικαιώματος ἐγγυήσεως τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος, ὅπερ διέβλεπεν αὐτὴ διὰ τὰ Εὐρωπαϊκὰ πράγματα. Ὄντως δὲ μέχρι τοῦ τρέχοντος ἔτους αἱ Δυνάμεις ἐπενέβησαν μόνον ἐν ἔτει 1897, ὅπως ὑποστηρίξωσι τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, δὲν ἐπενέβησαν δὲ—καὶ μάλιστα ἡ Ἀγγλία ῥητῶς καθώρισε τοῦτο ἐν ἔτει 1909, ὅτε τὸ Σύνταγμα οὐσιαστικῶς ἀνεστάλη, συνεπείᾳ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ Γουδιοῦ. Ἀλλὰ κύριοι συνάδελφοι, ἐκτὸς τῶν πράξεων τούτων τῶν καταστατικῶν, ἔχομεν ἤδη πρὸ ἡμερῶν ἓν πρόγραμμα διεθνὲς ἐκείνων τῶν Δυνάμεων, μετὰ τῶν ὁποίων σήμερον συναγωνιζόμεθα, πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἀκριβῶς εἰς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ ἐλευθέρου βίου εἰδικῶς τῶν μικρῶν Κρατῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ ὑψηλοφρονέστερον μέρος τοῦ προγράμματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀγωνίζονται αἱ Δυνάμεις, μετὰ τῶν ὁποίων συμπράττομεν, διότι τὰ μικρὰ Κράτη, λόγῳ τῆς ὑλικῆς ἀδυναμίας των, συμβαίνει ὥστε αὐτὰ νὰ εἶναι ὑποχείρια πάντοτε ὑπὸ τὸ πέλμα τῶν ἰσχυρῶν, ἐφ’ ὅσον ὁ ἐλεύθερος βίος των δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένος ἐκ τῆς συναισθήσεως τοῦ δικαίου ὑπὸ τῶν μεγάλων. Ἀκριβῶς ἡ κατάρξις τοῦ ἀγῶνος τοῦ παγκοσμίου ὀφείλεται εἰς τὴν Σερβίαν. Λόγῳ τῆς ἀσκηθείσης ἐπεμβάσεως ὑπὸ τῆς Αὐστροουγγαρίας, λόγῳ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς ἀσκηθείσης εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Σερβίας ζητήματα, ζητήματα ἀνακρίσεως, οὐχὶ ζητήματα συγκλήσεως Βουλῆς, προέκυψεν ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος. Καὶ ἡ ἀφορμή, ἐξ ἧς ἐξερράγη ὁ ἀγὼν ὁ Εὐρωπαϊκός, εἶναι ἡ ἀφορμή, ἡ παρέχουσα τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς μεγάλους ἀγωνιστάς, ἵνα διακηρύττωσιν εἰς τὸν κόσμον, ὅτι μάχονται ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν. Ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τοῦτο τῶν διεθνῶν ἐλευθεριῶν, τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας ἐννοοῦσι νὰ ἀσφαλίσωσιν οἱ μεγάλοι ἡμῶν σύμμαχοι, ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῇ ἡ ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος ἀξίωσίς των, τοὐναντίον δὲ ἡ ἐπέμβασίς των εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Χώρας, δὲν δύναται νὰ ἀσκηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, διότι ἡ ἐλευθερία ἡ ἐσωτερικὴ τῆς χώρας τότε καταργεῖται. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο τῶν Μεγάλων Κρατῶν, σήμερον ἐνεστερνίσθη ἀκριβέστερον ἔτι ἡ Ρωσσικὴ Δημοκρατία, διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἔλαβον χώραν τὰ ἐν Ἑλλάδι γεγονότα, ἡ Ρωσσικὴ Δημοκρατία μετά τινας ἡμέρας ἀνεκοίνωσε πρὸς τοὺς Συμμάχους αὐτῆς ὅτι δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν γενομένην ἐν Ἑλλάδι ἐσωτερικὴν ἐπέμβασιν, ὅτι δὲν ἐπιδοκιμάζει τὴν ἀνάμιξιν εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ὅτι θεωρεῖ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἐλεύθερον πρὸς καθορισμὸν τῶν πολιτειακῶν του πραγμάτων διὰ μόνης τῆς θελήσεως καὶ πρωτοβουλίας του. Κύριοι, μεθ’ ὅσα εἶπον θὰ γεννηθῇ τὸ ἐρώτημα. Ἀλλ’ αἱ Δυνάμεις αἵτινες ἤσκησαν τὴν ἐπιβολὴν αὐτῶν, πρωτοστατούσης τῆς Γαλλίας, αἵτινες ἤσκησαν κατὰ τοιοῦτον ἀπότομον τρόπον τὴν ἐπιβολὴν αὐτῶν ἐν Ἑλλάδι, ἐξετέλεσαν μίαν πρᾶξιν χωρὶς νὰ ἔχωσι βάσιν διεθνοῦς δικαίου, ἀλλὰ καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσι κινητήριον τι ἐν τῇ πολιτικῇ αὐτῶν συνειδήσει; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κύριοι βουλευταί, ἔχω τὰς ἑξῆς ἀντιλήψεις. Παρεξηγήθη ἐν Ἑλλάδι, ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ ἡ δρᾶσις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ αἱ ἐνέργειαι καὶ οἱ σκοποὶ αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ μεγάλα συμφέροντά των. Δὲν ἐνοήθη ὅτι ἑκάστη Μεγάλη Δύναμις ἔχει ἐν τῷ προγράμματι αὐτῆς καὶ ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς διαγράψει τοὺς ἀναγκαίους δορυφόρους, οἱ ὁποῖοι ἐν ὥρᾳ κινδύνου μεγάλου, ἐν ὥρᾳ συγκρούσεως μεγάλης ἔπρεπε νὰ ταχθοῦν περὶ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι ἄλλο καὶ ἄλλο εἶναι τὸ δόγμα τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς προστασίας τῶν μικρῶν Κρατῶν. Ἡ μεγάλη πολιτικὴ δὲν διαγράφεται μόνον διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων ἑκάστης Χώρας καὶ διὰ τῶν συμμαχιῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τῶν σφαιρῶν ἐπιρροῆς. Ἀκριβῶς δὲ ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὑπάρχει διαγραφὴ σφαίρας τοιαύτης πολιτικῆς ἐπιδράσεως ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν δυνάμεων, διαγραφή, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τοῦ 1833. Ἀκριβῶς διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι θὰ κάμω χρῆσιν καὶ πάλιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας, καθορίζοντος ὅτι τὴν Ἑλλάδα προώριζεν ἡ Γαλλία ὡς ἐλευθέραν πάσης ἐπιρροῆς ἀπὸ Ρωσσίας καὶ Ἀγγλίας, διότι τότε αἱ διαφωνίαι ἦσαν ριζικαὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν Κρατῶν. Προώριζεν ἡ Γαλλία τὴν Ἑλλάδα ὡς μέλλοντα συμπράκτορα αὐτῆς, ὡς ἐπιτηρητὴν τῶν πρὸς τὴν Ἀσίαν ὁδῶν χάριν τῆς Γαλλικῆς πολιτικῆς καὶ ὡς ἐπόπτην τῶν στενῶν τῶν Δαρδανελλίων καὶ τῶν ἐξόδων τοῦ Βοσπόρου. Ἰδοὺ τί καθορίζει ὁ Duc de Broglie (Ἀναγινώσκει): «Ἄν ἐν ταῖς Βουλαῖς τοῦ Θεοῦ εἶναι γεγραμμένον, ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο (τὸ Ὀθωμανικὸν) θὰ ὑποκύψῃ ἡμέραν τινά, ὅτι τὸ Κράτος τοῦτο θὰ ὑποκύψῃ κατὰ τὰς ἡμέρας ἡμῶν, ἡ πολιτικὴ τῆς Γαλλίας ἐπιβραδύνουσα, ἀναβάλλουσα ἓν τοιοῦτον γεγονός, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐξαρτηθῇ ἐξ αὐτῆς, συνίσταται νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ τρόπον, ὥστε τὸ γεγονὸς τοῦτο νὰ ἐξελιχθῇ βαθμηδόν, ἀνεπαισθήτως, ἄνευ κλονισμῶν, ἄνευ συνεδρίου, ἄνευ διανομῆς· συνίσταται εἰς τὴν τάσιν, ὅπως ὁ διαμελισμὸς τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους μὴ καταλήξῃ, κατὰ τὸ δυνατόν, εἰς μεγέθυνσιν οὐδενός, ἵνα, ἀντὶ νὰ διαλυθῇ εἰς ἐπαρχίας, ἀποσυντεθῇ εἰς Κράτη ἀνεξάρτητα, ἅτινα θὰ ἐλάμβανον φυσικῶς τὴν θέσιν των ἐν τῇ πολιτικῇ ἰσορροπίᾳ τῆς Εὐρώπης. Τοῦτο ἐγένετο μετὰ σπανίας δεξιότητος καὶ θαυμαστῆς ἐπιτυχίας. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὁ πρῶτος διαμελισμὸς τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ἐπαρχία τοῦ Ρωσσικοῦ Κράτους. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ποσῶς ἐπαρχία τῆς Αὐστριακῆς Μοναρχίας. Ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι ποσῶς προσάρτημα, ἐξάρτημα τῶν Ἰονίων Νήσων. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος ἀνεξάρτητον δικαίῳ. Τῶν πρώτων στιγμῶν παρελθουσῶν, ἡ Ἑλλὰς ἔσται Κράτος ἀνεξάρτητον πράγματι. Εἶναι αὕτη δύναμις ναυτικὴ ἐν τῷ λίκνῳ της, εἶναι δύναμις ναυτική, προωρισμένη ὅπως αὐξήσῃ ὁρμητικῶς, ὅπως συμμερισθῇ μετὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ ἡμῶν τὸ κράτος τῆς Μεσογείου, ὅπως στρέψῃ πρὸς ἡμᾶς τὰ βλέμματά της, ὅπως ζητήσῃ ἔρεισμα ἐν τῇ ἡμετέρᾳ φιλίᾳ, ὅπως ἐπαγρυπνῇ δι’ ἡμᾶς ἐπὶ τῶν λιμένων τῆς Ἀνατολῆς, ὅπως φυλάττῃ μεθ’ ἡμῶν τὰς ἐξόδους τοῦ Εὐξείνου καὶ τὰς κλεῖδας τοῦ Βοσπόρου. Νὰ ἐγκαταλίπωμεν τὴν Ἑλλάδα σήμερον, νὰ παραδώσωμεν εἰς ἀλλοτρίας χεῖρας τὸν καρπὸν τῶν ἔργων ἡμῶν, τοῦτο θὰ ἦτο οὐχὶ σωφροσύνη, ἀλλὰ παράνοια. Θὰ ἰσοδυνάμει τοῦτο πρὸς διακήρυξιν ὅτι ἡ Γαλλία ἀποσύρεται διὰ παντὸς τῶν ὑποθέσεων τῆς Ἀνατολῆς. Θὰ ἰσοδυνάμει τοῦτο πρὸς διακήρυξιν, ὅτι ἡ Γαλλία δὲν ἐννοεῖ ἐφεξῆς νὰ λογίζηται ὡς τίποτε ἐν μέσῳ τῶν μεγάλων τούτων συμβεβηκότων, ἅτινα δημιουργοῦσι, καταστρέφουσι καὶ ἀνανεοῦσι τὰ Κράτη». Αὐτὴ εἶναι ἡ διαγραφὴ τῶν ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος ἐννοεῖ νὰ ἐνασκήσῃ ἡ Γαλλικὴ πολιτική, ἀκριβῶς δὲ τότε ἐθεωρεῖτο ἡ Ἑλλὰς ὡς ἀναγκαία συνεργάτις διὰ τὴν Γαλλίαν ἐν σχέσει πρὸς τοὺς λιμένας τῆς Ἀνατολῆς, πρὸς τὰ ὁρμητήρια τῆς Ἀνατολῆς καὶ ἐθεωρεῖτο συγχρόνως ὡς μέλλουσα νὰ συμμερισθῇ μετὰ τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας τὴν ναυτικὴν κυριαρχίαν ἐπὶ τῆς Μεσογείου, ἐθεωρεῖτο δὲ τοιαύτη, διότι τότε ὁ κίνδυνος τῶν Γαλλικῶν βλέψεων καὶ συμφερόντων ἦτο διὰ τὰ στενὰ τῶν Δαρδανελλίων καὶ τὰς ἐξόδους τοῦ Βοσπόρου ἀπὸ Ρωσσίας. Καὶ ἀκριβῶς, διότι εἴχομεν τύχη προστασίας ἐκ μέρους τῆς Ρωσσίας κατὰ τοὺς ἀγῶνας τῆς ἀνεξαρτησίας ἡμῶν, διὰ τοῦτο ἤθελεν ἡ Γαλλία νὰ ἀσφαλίσῃ, ὥστε νὰ μὴ ὑπάγηται ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ τὴν Ρωσσικὴν ἐπιρροήν, ἐπιρροήν, ἥν ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ αὕτη ὡς ἀποτελοῦσα δύναμιν διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐλευθερωτρίαν. Ἤθελε πλήρη ἐνάσκησιν τῆς Ἑλληνικῆς ἀνεξαρτησίας, ἀλλὰ συγχρόνως ἤθελε νὰ διαγράφηται ἐν τῷ ὁρίζοντι, ὅτι ἐν περιπτώσει κινδύνου τῶν Γαλλικῶν συμφερόντων, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο ἀναγκαία, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ τὰ Γαλλικὰ συμφέροντα. Καὶ ἡ πολιτικὴ αὕτη, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον διεδραμάτιζεν ἡ Γαλλία ἐν Εὐρώπῃ θέσιν τοιαύτην, ὥστε ἡ γνώμη της νὰ εἶναι ἐπιβάλλουσα, ἐτηρήθη. Καὶ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1854, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐσκέφθη νὰ στραφῇ κατὰ τῆς Τουρκίας καὶ ὑπὲρ τῆς Ρωσσίας, αἱ δυνάμεις τῆς Γαλλίας ἐγκατέστησαν κατοχὴν ἐν Πειραιεῖ, διότι ἡ Ἑλλὰς παρεβίαζε τὰς Γαλλικὰς βλέψεις, οὐχὶ τὰς συμφωνίας, καὶ ἐτίθετο ἀντιμέτωπος τῶν συμφερόντων ἐκείνων, ἅτινα ἡ Γαλλικὴ πολιτικὴ ἤθελε νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ Ἀνατολῇ, συμφερόντων ἐγκειμένων εἰς τὸν βαθμιαῖον διαμελισμὸν τῆς Τουρκίας καὶ εἰς τὴν ἀποκατάστασιν ἐκ ταύτης Κρατῶν ἐλευθέρων, μὴ ὑποκυπτόντων ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν ἢ προστασίαν οὐδενός, οὐχὶ δ’ εἰς τὴν ἐγκατάστασιν Μεγάλης τινὸς Δυνάμεως ὡς κυριάρχου ἐν Τουρκίᾳ. Ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης πολιτικῆς ἀντιλήψεως, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔθετεν ἐν κινδύνῳ τὰ συμφέροντά της, ἤσκησεν ἡ Γαλλία τὴν ἐπιβολὴν ταύτην ἔξω τῶν συνθηκῶν, δικαιώματι δὲ τῶν συμφερόντων της. Ἀπὸ τοῦ 1870 ἡ Γαλλικὴ πολιτική, λόγῳ τῶν ἀναγκῶν τῆς Εὐρωπαϊκῆς ἀμύνης τῆς Γαλλίας, εἶχε παραδώσει τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὸ Ρωσσικὸν Ἀνακτοβούλιον διὰ τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς. Ἀλλὰ καὶ ἡ Ἑλλὰς συγχρόνως, φυτοζωήσασα ἐπὶ 30 ἔτη, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐμπνέῃ εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις, τὰς σκεπτομένας περὶ αὐτῆς τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ φανῇ ἀρωγὸς καὶ εἰς ἑαυτὴν διὰ τῶν οἰκείων δυνάμεων καὶ εἰς τοὺς μεγάλους αὐτῆς φίλους. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ περαιτέρω ἀδιαφορία περὶ τῆς Ἑλλάδος ἐνισχύθη ἀπὸ τοῦ 1897, ὅτε ἡ ἀκεραιότης τῆς Ἑλλάδος ἐκινδύνευσεν ἀπὸ τῆς Τουρκικῆς εἰσβολῆς. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1912 ἡ Ἑλλάς, αὐξηθεῖσα κατὰ δύναμιν καὶ πληθυσμὸν καὶ κατὰ τὴν Βαλκανικὴν καὶ κατὰ τὴν διεθνῆ αὐτῆς θέσιν, ἐπανέκτησε τὴν ἐμπιστοσύνην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀρχικῶς ἐσκέπτοντο περὶ αὐτῆς ὡς παράγοντος Ἀνατολικοῦ. Ἀπὸ τοῦ σημείου ὅμως τούτου αἱ ἐπὶ τῆς Ἑλλάδος ἀξιώσεις ἐκ μέρους τῶν φίλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα παροχὰς καὶ ὑποστηρίξεις, ἦσαν σοβαρώτεραι καὶ ἐπιτακτικώτεραι. Φρονῶ, ὅτι ὅλα αὐτὰ δὲν ἐμελετήθησαν, δὲν ἐγένοντο ἀντικείμενον ὡρίμου σκέψεως καὶ μελέτης, καὶ ἐπιστεύθη ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν εἷς πόλεμος παγκόσμιος ἐλάμβανε χώραν, ἡ Ἑλλάς, μὴ προχωροῦσα εἰς ὅσα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν εἶχον ἐν νῷ καὶ ἀπέβλεπον περὶ αὐτῆς, ἤθελε κατορθώσῃ νὰ ἀποφύγῃ μέχρι τέλους τὴν συμμετοχήν της εἰς τὸν πόλεμον χωρὶς νὰ ἀποβῇ δυσάρεστος εἰς τοὺς ἀξιοῦντας τοῦτο. Ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τῶν στενῶν τῶν Δαρδανελλίων καὶ τοῦ Βοσπόρου ὑφίστατο καὶ κατὰ τὸ 1914. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ 1833 ἡ ἐπιτήρησις τούτων ἀφεώρα εἰς τὴν ἔξοδον τοῦ Ρωσσικοῦ στόλου εἰς τὸ Αἰγαῖον, κατὰ τὸ 1914 ἀφεώρα αὕτη εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν στενῶν ὑπὸ ἄλλης Δυνάμεως, ἡ ὁποία σκοπιμώτερον καὶ ἐντεχνότερον ἠδυνήθη νὰ χρησιμοποιήσῃ τὰ στενὰ κατὰ τῶν σήμερον συμμάχων τῆς Ἑλλάδος. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ λάθος, ὅπερ διεπράχθη ἐνταῦθα ἐν τῇ ἐκτιμήσει καὶ διαγνώσει τῶν περιστάσεων. Ἡ Ἑλλάς, μὴ μετασχοῦσα τοῦ πολέμου, ἐγένετο δυσάρεστος εἰς τοὺς ὑπολογίζοντας ἐπὶ τῆς συνδρομῆς της. Καὶ ἠσκήθη τοιουτοτρόπως ἐπέμβασις οὐχὶ ἐκ τῶν συνθηκῶν, οὐχὶ ἐκ τοῦ δικαίου τοῦ διεθνοῦς, ἀλλ’ ἐκ τῆς μὴ ἀντιλήψεως ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος τῶν ἐπ’ αὐτῆς ἀξιώσεων τῶν φίλων της. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, θὰ μοὶ ἐπετρέψητε νὰ διακόψω ἐνταῦθα τὸν λόγον μου. Ὑπολείπεταί μοι ἤδη ἡ ἐξέτασις τοῦ καθαρῶς πολιτικοῦ μέρους. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς τοιαῦτα ζητήματα δὲν δύναταί τις νὰ θυσιάσῃ καὶ μίαν λεπτομέρειαν χάριν τῆς ὥρας, θὰ εἶμαι δὲ ἠναγκασμένος νὰ εἶμαι ἀναλυτικὸς καὶ θὰ καταναλώσω τοὐλάχιστον δύο ἀκόμη ὥρας, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ διακόψῃ ἐπ’ ὀλίγον.
§173Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν μέχρι τῆς δεκάτης.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 10ην μ.μ. (Ὥρα 9 μ.μ.).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.15′ μ.μ.).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Στράτος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ τὴν ἀγόρευσίν του.
§176Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Συνεχίζων τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος, κύριοι βουλευταί, ἔχω ἀνάγκην νὰ καθορίσω τὰς ἀντιλήψεις μου ἐν σχέσει πρὸς τὴν διπλωματικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος. Πρὶν σκεφθῇ τις νὰ κρίνῃ ἢ νὰ ἐπικρίνῃ τὸ ζήτημα ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου ἢ νὰ μὴ μετάσχῃ τούτου, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἐξετάσῃ τὸ θεμελιωδέστερον τούτου ζήτημα τοῦ προσανατολισμοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν πολιτικὴν τῶν μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν συνδυασμῶν, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἐξόδου πρὸς πόλεμον ἢ τῆς διατηρήσεως τῆς οὐδετερότητος, εἶναι ζήτημα καθαρῶς περιστατικόν, ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς ὑπερασπίσεως ὡρισμένων συμφερόντων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ μεγάλου Εὐρωπαϊκοῦ ἀγῶνος καὶ ἐκ τῶν φάσεων τοῦ ἀγῶνος τούτου. Ἀλλὰ πλησίον τίνων ἡ ὑπεράσπισις αὕτη θὰ γίνῃ, διὰ τῆς συνεργασίας τίνων ἤθελεν ἐπιδιωχθῇ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν Ἐθνικῶν συμφερόντων, τοῦτο εἶναι τὸ θεμελιῶδες ζήτημα. Διὰ τοῦτο χωρίζω τὸ θέμα εἰς καθορισμὸν τῆς διπλωματικῆς θέσεως τῆς χώρας καὶ εἰς ἐξέτασιν τῶν περιστάσεων ἐκείνων, αἵτινες ἐνεδείκνυον ἢ δὲν ἐνεδείκνυον τὴν ἐνεργὸν ἐμπόλεμον δρᾶσιν τῆς χώρας, εἴτε ἐξ ὑποχρεώσεως, εἴτε ἐκ συμφέροντος Ἐθνικοῦ. Προκειμένου περὶ τῆς διπλωματικῆς θέσεως τῆς χώρας πρὸ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων καὶ εἰδικῶς πρὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ὑπῆρχον ἐνδείξεις, αἵτινες, ἀσχέτως πρὸς τὰ συμφέροντα τὰ ἐκ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου παραγόμενα καὶ τὴν ἰδιάζουσαν θέσιν, τὴν ὁποίαν ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος παρήγαγε, καθωδήγουν τὴν κατεύθυνσιν τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς ἀπὸ ἀπόψεως δεσμῶν, συμπαθειῶν καὶ ἠθικῆς ἐπιδράσεως. Ὑπῆρξε μία Ἐθνικὴ παράδοσις. Ἐθνικὴ παράδοσις σεβαστή, Ἐθνικὴ παράδοσις, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἔχει νὰ μεταμεληθῇ, διότι ἐπὶ πολὺ ἐξέθρεψε ταύτην ἐν τῇ καρδίᾳ του, ἡ Ἐθνικὴ παράδοσις, ἥτις ἀνεγνώριζεν, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1770, χρόνου, καθ’ ὃν ἡ Αὐτοκράτειρα τῆς Ρωσσίας ἀπέστειλε τὸν Θεόδωρον Ὀρλὼφ εἰς Πελοπόννησον, ἤρξαντο ὡρισμέναι Δυνάμεις καὶ ὡρισμέναι πολιτικαὶ νὰ ἐνδιαφέρωνται ὑπὲρ τῆς ἀναγεννήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Ἄν τὸ 1770 ἡ Ρωσσία ὑπῆρξεν ἡ σχοῦσα τὴν πρωτοβουλίαν, ἀπὸ τοῦ 1821 καθ’ ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὁ ἡρωϊκὸς ἀγὼν τῆς ἐλευθερίας παρήγαγεν ὑπὲρ τῆς χώρας ταύτης, αἱ τρεῖς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως συνήνωσαν τὰς προσπαθείας, τὴν συνεργασίαν αὐτῶν, ὅπως ἐπιτύχωσι τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθερίας τῆς χώρας, τὴν ὁποίαν πράγματι ὁ ἡρωϊκὸς ἀγὼν τῶν τέκνων τῆς Ἑλλάδος ἐδημιούργησεν. Ἡ ἱστορικὴ παράδοσις λοιπόν, συνδεομένη πρὸς ἀναμνήσεις κοινῶν ἀγώνων, διπλωματικῆς προστασίας, οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἐπαναστάσεως, τῆς ναυμαχίας τοῦ Ναυαρίνου καὶ ὅλων τῶν μετέπειτα πεπραγμένων ὑπὸ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως ὑπὲρ τῆς προόδου τῆς χώρας, ἡ ἱστορικὴ παράδοσις ἀναμφισβητήτως συνέδεε καὶ συνδέει τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν ἐκ καθήκοντος ἀποδόσεως χάριτος καὶ εὐγνωμοσύνης πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως. Δὲν φρονῶ, ὅτι δύναταί τις νὰ ὑπάρξῃ, ὅστις ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἱστορικὴν ταύτην τάσιν τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως. Πρὸς τὴν ἱστορικὴν ταύτην παράδοσιν συνεδυάσθησαν καὶ δύο ἕτερα γεγονότα. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν οἱ οἰκονομικοὶ δεσμοὶ τοῦ τε Κράτους καὶ τῆς Κοινωνίας συνυφάνθησαν πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας. Εἴτε ἐμπορικοὶ δεσμοὶ ὑπῆρξαν οὗτοι, εἴτε βιομηχανικοί, εἴτε ναυτικοί, εἴτε ὑπὸ τὴν ἄποψιν τῆς οἰκονομικῆς ἐπιδόσεως τοῦ Κράτους, ἔχοντος ἀνάγκην δανεισμοῦ ἑκάστοτε, οἱ δεσμοὶ κατέστησαν ἔμπεδοι μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν λεγομένην Συνεννόησιν. Ἀλλὰ συγχρόνως ὑπῆρξε διὰ τὴν Ἑλλάδα καί τις περίπτωσις ἐπιδράσεως ἰσχυροτάτης ἠθικῆς, ὄχι μόνον λόγῳ τῆς διαρκοῦς πνευματικῆς ἐπικοινωνίας πρὸς τὰς Μητροπόλεις τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Ἀγγλίας, ἕνεκα τῆς ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς τάσεως τῶν Ἑλλήνων ν’ ἀρύωνται τὰ φῶτα αὐτῶν ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων, ἀλλὰ καὶ διότι ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως καὶ πρὸ αὐτῆς μέγας ἀριθμὸς πολιτῶν ἐκ τῆς Ἑλλάδος κατέφυγεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ τὴν Νότιον Γαλλίαν, ἵδρυσε τὰς Ἑλληνικὰς παροικίας καὶ ἔκτοτε ἡ ἐπίδρασις τῶν παροικιῶν πρὸς τὴν Μητρόπολιν ἀπετέλεσε μίαν βάσιν ἀμοιβαίας ἐπικοινωνίας τῆς Δημοσίας Γνώμης τῶν δύο Δυτικῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Δημοσίας Γνώμης τῆς Ἑλλάδος. Ὅλα τὰ γεγονότα ταῦτα, Κύριοι, καθίδρυσαν πνευματικὴν κατάστασιν τοιαύτην ἐν τῇ Χώρᾳ, ὥστε, ἀρξαμένου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, δὲν ἠδύνατό τις ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον ὁ Ἑλληνισμὸς ὁλόκληρος ἔτρεφεν ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως ὡς αἴσθημα ἀλληλεγγύης ἐν τῇ σταδιοδρομίᾳ τῶν Εὐρωπαϊκῶν τούτων Κρατῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ συγχρόνως εἶχον παραχθῆ γεγονότα πρὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, τὰ ὁποῖα συνδέουν τὴν νεωτέραν Ἑλληνικὴν πολιτικὴν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Τὰ γεγονότα ταῦτα προέκυψαν ἐκ τῆς ἱστορίας τῆς πρό, κατὰ καὶ μετὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους παραχθείσης. Ὅτε οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι ἐξερράγησαν εἶναι γνωστὸν παγκοίνως, ὅτι ἡ πρώτη θεωρητική, αἰσθηματικὴ δύναμαι νὰ εἴπω, προστασία, ἡ ὁποία περιέβαλε τὸν ἀγῶνα τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν κατὰ τῆς Τουρκίας, ὑπῆρξεν ἡ διπλωματικὴ προστασία τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως Ἀγγλίας, Γαλλίας καὶ Ρωσσίας. Ἡ διπλωματικὴ αὕτη προστασία ἐξειλίχθη διαρκούντων τῶν ἀγώνων καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ ἀγῶνες εὐδοκίμουν καὶ τὸ Τουρκικὸν Κράτος κατέρρεεν, ἐξειλίχθη, λέγω, ὑπὲρ ἐπιτεύξεως τῶν σκοπῶν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Τοσούτῳ δὲ ἦτο ἀνεγνωρισμένη ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀμοιβαία ἀλληλεγγύη καὶ τὸ κοινὸν συμφέρον μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Συνεννοήσεως, ὥστε ὅτε ἐγένοντο διαπραγματεύσεις περὶ τῆς συνθήκης μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας, ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἡ πρότασις, ὅπως, ἐν περιπτώσει εἰρηνικῆς διανομῆς τῶν ἐδαφῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον καταστῆ ἐπίκοινα ἐκ τῆς Βαλκανικῆς νίκης, ἡ διαιτησία μεταξὺ τῶν Συμμάχων ἀνατεθῆ εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως. Τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐκκρεμῆ ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου καὶ τῆς ἐπακολουθησάσης συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ εἰδικῶς τὸ ζήτημα τῶν νήσων, ὡς καὶ τὸ ζήτημα τῆς Β. Ἠπείρου ἔτυχον τῆς προστασίας τῶν Συμμάχων τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, τὸ δὲ ζήτημα τῆς Β. Ἠπείρου ἔτυχε τότε τῆς ἀντιδράσεως τὸ μὲν τῆς μιᾶς τῶν Συμμάχων Δυνάμεων τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, τὸ δὲ τῆς ἑτέρας τῶν Συμμάχων τούτων. Καὶ ἐν τῷ ζητήματι τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου Πελάγους δὲν δύναται νὰ λησμονηθῇ, ὅτι ἀρχικῶς διὰ τὴν Χίον καὶ Μιτυλήνην ὑπῆρξαν ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας, διὰ δὲ τὰ Δωδεκάνησα προεβλήθησαν ἀντιρρήσεις ὑπὸ τῆς τότε Συμμάχου τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν Ἰταλίας. Κατὰ συνέπειαν ὅλαι αἱ ἀντιδράσεις, αἱ ὁποῖαι παρενεβλήθησαν εἰς τὸν διακανονισμὸν τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ Βαλκανικοῦ ἀγῶνος, ὑπῆρξαν ἀντιδράσεις, αἱ ὁποῖαι ὠφείλοντο εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν συμφερόντων τῆς Τριπλῆς Συμμαχίας, ἀντιμετωπίσθησαν δὲ αἱ ἀντιδράσεις αὐταὶ ὑπὸ τῆς θερμῆς ὑποστηρίξεως ἐν τῇ ἀλληλεγγύῃ τῶν συμφερόντων τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, ὑποστηρίξεως, ἡ ὁποία, ἐὰν δὲν κατώρθωσε νὰ ἐπικρατήσῃ ἐντελῶς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξωσιν εἰς πόλεμον Εὐρωπαϊκὸν χάριν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων, κατέληξεν εἰς συμβιβασμόν, ὥστε κατέστησαν μὲν διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τῆς Β. Ἠπείρου, ἔλυσαν ὅμως τὸ ζήτημα τῆς Χίου καὶ Μυτιλήνης διὰ διεθνοῦς Εὐρωπαϊκῆς πράξεως, ἀφῆκαν δὲ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν Δωδεκανήσων εἰς εὐθετώτερον χρόνον. Τὰ γεγονότα ταῦτα κατέστησαν ἐγγυτέραν τὴν συνεργασίαν καὶ τὴν ἐπαφὴν τῆς Ἑλληνικῆς πολιτικῆς πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως. Διὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἀκρίβειαν τῶν γεγονότων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονηθῇ, ὅτι κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου παρήχθη γεγονός τι, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἀνεμένετο, καὶ τὸ ὁποῖον διὰ τὴν μετέπειτα ἐξέλιξιν τῶν Εὐρωπαϊκῶν πραγμάτων ἦτο δυσεξήγητον. Κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου ἐπῆλθε μία διασκόρπισις ἑκατέρωθεν τῶν Συμμάχων Δυνάμεων, εἰς τρόπον ὥστε δύο, αἱ μᾶλλον πρὸς ἀλλήλας ἀδιάλλακτοι ἡ Γαλλία καὶ ἡ Γερμανία, ὑπεστήριξαν τὴν Ἑλληνικὴν ἄποψιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Καβάλλας, ἡ Ρωσσία δὲ καὶ ἡ Αὐστρία ὑπεστήριξαν τὴν Βουλγαρικὴν ἄποψιν, ἐπίσης δὲ καὶ ἡ Ἀγγλία πρὸς στιγμὴν ἐκυμάνθη καὶ κατόπιν ἀπέσυρε τὰς ἀντιρρήσεις της. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν συνεδέετο πρὸς τὸ ὅλον ζήτημα τοῦ Αἰγαίου Πελάγους, οὔτε πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Μεσογειακῆς πολιτικῆς τῶν τε Δυτικῶν ὡς καὶ τῶν Κεντρικῶν Δυνάμεων, ἀλλ’ ἦτο ζήτημα τοπικῆς ἀξιώσεως τῆς Βουλγαρίας, πρὸς ἥν, ἐκ καθαρῶς Σλαυϊκῶν λόγων, ἐφάνη εὔνους ἡ Ρωσσία, ταχθεῖσα ὑπὲρ τῶν Βουλγαρικῶν ἀξιώσεων διὰ τὴν Καβάλλαν. Οὕτω ἐρρύθμισε τὰ πράγματα τὸ τέρμα τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου, καὶ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος εὗρε τὴν χώραν τὴν στιγμὴν ἐκείνην ὠφείλουσαν νὰ καθορίσῃ ἀντιλήψεις, συμφέροντα, κατάστασιν, ἐνέργειαν. Ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ὡς ἐξερράγη ἐν ἀρχῇ, ἀνεμίγνυε μὲν τὴν Σερβίαν εἰς τὸν καθόλου Εὐρωπαϊκὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ δὲν ἔθιγεν ἀμέσως τὴν ὑπάρχουσαν Βαλκανικὴν κατάστασιν, διότι εὐθὺς ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς Τουρκία καὶ Βουλγαρία ἔμειναν ἐν οὐδετερότητι, πλαστῇ ἀναμφισβητήτως, ἀλλ’ οὐδετερότητι τυπικῇ, ἡ δὲ Ἑλλὰς καθώρισε καὶ αὐτὴ τὴν οὐδετερότητα αὐτῆς. Ἔσχομεν δὲ καὶ συμβουλὴν ἐκ μέρους τῶν Συμμάχων τῆς Συνεννοήσεως, ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνωμεν ἐπί τινα χρόνον οὐδέτεροι μέχρι καθορισμοῦ καὶ καθαρισμοῦ τῆς Βαλκανικῆς καταστάσεως. Ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο νὰ περιορισθῇ ὁ ἀγὼν μεταξὺ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων διὰ τὴν ἐπικράτησιν αὐτῶν ἐν Εὐρώπῃ, εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε ν’ ἀναμιχθῇ ἢ μόνον ἐξετάζουσα τοὺς δεσμοὺς αὐτῆς πρὸς τὴν Σερβίαν, περὶ τῶν ὁποίων θέλω ὁμιλήσει κατόπιν. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ πολιτικὴ ἔμεινε τότε οὐδετέρα, τῶν λοιπῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν, πλαστῶς ἐφησυχαζόντων ἢ μᾶλλον μὴ ἐκδηλούντων τοὺς σκοποὺς αὐτῶν. Ἀλλ’ ἡ Τουρκία ἐξῆλθε τῆς οὐδετερότητος, συμπράξασα μετ’ ἐκείνων τῶν Δυνάμεων, μεθ’ ὧν ἦτο φυσικὸν καὶ μοιραῖον νὰ συμπράξῃ. Μετ’ ὀλίγον ἐξῆλθε καὶ ἡ Βουλγαρία καὶ συνέπραξε μετὰ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν Δυνάμεων ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων αὐτὴ ἔκρινεν, ὅτι ὤφειλε νὰ συμπράξῃ. Ἐὰν ὑπῆρξεν ἡ ἔξοδος τῆς Βουλγαρίας αἰφνιδιασμὸς διὰ τὴν Τριπλῆν Συνεννόησιν, διὰ τοὺς κρίνοντας τὰ πράγματα στρατιωτικῶς ἀπὸ τοῦ συμφέροντος τοῦ στρατιωτικοῦ τῆς Χώρας ἐκείνης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἔξοδος αὐτῆς ἢ πρὸς τὸ μέρος ἐκείνων τῶν ἐμπολέμων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ κινδυνεύσῃ. Ἀλλ’ ἀπὸ τῶν γεγονότων τούτων περὶ τὴν διπλωματικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος παρήγετο τὸ ζήτημα: τίς θὰ ἦτο ἡ διπλωματικὴ θέσις τῆς Χώρας ἐφεξῆς; Καὶ λέγω ἀδιστάκτως, ὅτι ἡ διπλωματικὴ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο εἰς τὸ πλευρὸν τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπῆρξαν ἀντίπαλοι τούτων ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Τουρκία, ὤφειλεν ἡ Ἑλλὰς νὰ ἐξετάσῃ ἐν τῷ διενεργουμένῳ Εὐρωπαϊκῷ πολέμῳ ποία ἦτο ἡ κατεύθυνσις τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχε Βαλκανικὴ ρῆξις, ἡ Ἑλλὰς ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ἡσυχάζῃ ἀπολύτως. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐπῆλθε πλήρης ἡ Βαλκανικὴ ρῆξις, ἡ Ἑλλὰς ὤφειλε νὰ ἐξετάσῃ εἰς ποῖον τῶν στρατοπέδων ἦτο ἡ διπλωματικὴ θέσις αὐτῆς. Κατόπιν τῶν δύο Βαλκανικῶν πολέμων ἡ Ἑλλὰς εἶχε τερματίσῃ, κατὰ τὸ πλεῖστον αὐτοῦ, τὸ ἐν τῷ Αἵμῳ πρόγραμμα αὐτῆς, ἰδίως τὸ πρόγραμμα αὐτῆς τὸ Βόρρειον καὶ τὸ Βορρειοδυτικόν. Οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι κατέλιπον ἐκκρεμῆ ζητήματα δύο, τὸ ζήτημα τῆς Βορρείου Ἠπείρου καὶ τὸ ζήτημα τῶν Δωδεκανήσων, ἀλλ’ οἱ Βαλκανικοὶ πόλεμοι κατέλιπον μίαν ὑποθήκην εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι μετὰ 70 ἐτῶν βίον Ἐθνικὸν ἐδιπλασιάσθησαν αἱ δυνάμεις τῆς Χώρας καὶ ὅτι, διπλασιασθεισῶν τῶν δυνάμεων τῆς Χώρας, τὸ Ἐθνικὸν πρόγραμμα ἔδει σωφρόνως νὰ ἐκτυλιχθῇ. Ἀλλ’ ὑπαρχούσης εὐκαιρίας ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ καταμερίσῃ τὰς δυνάμεις αὐτῆς, βλέπουσα πρὸς Δυσμάς; Τὸ ζήτημα τῆς Βορρείου Ἠπείρου ἦτο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λυθῇ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, διότι οἱ ἀγῶνες αὐτῆς καὶ ἡ ἐθνικότης αὐτῆς ἔπρεπε νὰ φέρωσι τὴν λύσιν αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τὸ κύριον ζήτημα τῆς κατευθύνσεως τῆς Χώρας, ζήτημα οἰκονομικῶν συμφερόντων, ζήτημα ἐθνικῆς κατευθύνσεως, ὤθει αὐτὴν πρὸς Ἀνατολάς.
§177Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Αὐτὰ δὲν ἐτολμήσατε νὰ τὰ εἴπητε τότε.
§178Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λανθάνεσθε, κ. Σκουλᾶ. Ἐγὼ τὰ εἶπον ταῦτα πάντοτε μὲ τὴν ὑπογραφήν μου. Εἶπον δὲ ταῦτα καὶ ἐν Δημοσίᾳ διαλέξει ἐν Ἀθήναις καθ’ ὃν χρόνον σεῖς εὑρίσκεσθε ἐν Θεσσαλονίκῃ.
§179Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Διατὶ δὲν ἤλθατε εἰς τὴν Θεσσαλονίκην;
§180Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν συμμερίζομαι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκάματε! Αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκάματε, ἦτο ἔκτροπον. Λοιπόν, ἡ διπλωματικὴ θέσις τῆς Χώρας ἦτο αὐτή, ἡ κατεύθυνσις τῆς Ἑλλάδος ἦτο πρὸς Ἀνατολάς, Ἀνατολὰς δὲ ἐννοῶ Θράκην καὶ τὰ μετέπειτα. Ἀλλ’ ἐάν, κύριοι, ἡ διπλωματικὴ κατεύθυνσις τῆς Χώρας ἦτο πρὸς Ἀνατολάς, ἀναμφισβητήτως ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἀνάγκην διπλωματικῶς νὰ τεθῇ πλησίον ἐκείνων τῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτυχία θὰ ἔστεφε τὰ ὅπλα αὐτῶν, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὸ Ἑλληνικὸν συμφέρον, ἔχουσαι κοινοὺς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐχθρούς. Περὶ τούτου δὲν πιστεύω, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία παρ’ οὐδενί, ἐφ’ ὅσον ἡ κατάστασις ἐξειλίσσετο τοιαύτη. Ἡ ἀντίληψίς μου ἦτο πάντοτε καὶ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως συνέβη γεγονός τι σπουδαιότατον ἐν τῷ κόσμῳ, γεγονός, τὸ ὁποῖον μετέβαλε τὴν ὅλην φύσιν καὶ τὴν φάσιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ ἀγῶνος καὶ μετέτρεψε τοῦτον εἰς παγκόσμιον ἀγῶνα, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ κατεύθυνσις τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἔτι μᾶλλον ὑποχρεωτικῶς ἐστραμμένη πρὸς τὰς Δυνάμεις ταύτας. Διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι ἐνεφανίσθη ἀγωνιστὴς ἡ Ἀμερική, ἀφ’ ἧς δὲ στιγμῆς ἐνεφανίσθη ἀγωνιστὴς ἡ Ἀμερικὴ μετεβλήθη ὁ ἀγὼν ἀπὸ πολέμου Εὐρωπαϊκοῦ εἰς Παγκόσμιον, ὄχι διότι ὅλαι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις τοῦ κόσμου ἔλαβον μέρος εἰς τὸν πόλεμον, ἀλλὰ διότι ἐτέθησαν τὰ παγκόσμια ζητήματα ὡς ἔπαθλον τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ συγχρόνως ὁ πόλεμος μετέβαλε φάσιν, καθόσον μετετράπησαν οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι ὄχι μόνον τῆς διεξαγωγῆς τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ οἱ μετέπειτα. Ἀλλὰ μετετράπησαν ἐπίσης καὶ οἱ δικαιολογικοὶ ὅροι, διότι ἡ Ἀμερικὴ κατ’ ἐξοχὴν μάχεται οὐχὶ περὶ ἐδαφικῶν, οὐδὲ περὶ ἐπεκτάσεως πολιτικῆς, ἀλλὰ μάχεται περὶ ἀπολύτου ἐλευθερίας ἐν τῷ κόσμῳ. Πρὸ παντὸς ὅμως, τὸ καὶ σπουδαιότερον, ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τῆς Ἀμερικῆς εἰς τὸν ἀγῶνα μετετράπησαν οἱ ὅροι τῆς διπλωματικῆς ἰσχύος ἐντὸς τοῦ συνδιασμοῦ τῆς Συνεννοήσεως. Μετετράπησαν ὑπὲρ τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων, διότι σύγχρονος πρὸς τὴν ἐμφάνισιν τῆς Ἀμερικῆς ὑπῆρξεν ἡ αὔξησις τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς Ἀγγλίας καὶ ἡ μείωσις τῆς δυνάμεως τῆς Ρωσσίας. Ἐὰν δὲ ἐν ἀρχῇ ὁ ἀγὼν ἐφαίνετο ἔχων χαρακτῆρα ἀντισλαυϊκόν, οὗ ἕνεκα ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε πολὺ νὰ διστάσῃ, ἂν ἔπρεπε νὰ ἀναμιχθῇ καὶ ποῦ νὰ ἀπευθύνῃ τὰς συμπαθείας της, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὅμως ὁ Ἀμερικανικὸς παράγων εἰσῆλθεν εἰς τὸ μέσον, ἐν συνδιασμῶ πρὸς τὴν μείωσιν τῆς Δυνάμεως τοῦ Σλαυϊκοῦ παράγοντος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Ἀμερικὴ ἐνεφανίσθη κῆρυξ τῆς καταργήσεως τῶν κατακτήσεων καὶ τῶν συμφεροντολογικῶν ἐπαυξήσεων, κῆρυξ τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἐθνισμοῦ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὁ μὲν κίνδυνος τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπὸ τῶν Σλαύων ἐμειώθη, τοὐναντίον δὲ ηὔξησαν αἱ ἐγγυήσεις περὶ τῆς ἀπολύτου ἐπικρατήσεως τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ πρὸ πάντων περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν συμφερόντων τῶν μικρῶν Κρατῶν καὶ τοῦ δόγματος τῶν ἐθνικοτήτων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου πολλὰ Ἔθνη ἐξειλίχθησαν εἰς Κράτη καὶ ἔζησαν ἐν τῷ κόσμῳ ἐλεύθερα. Ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ παράγοντος τούτου γεννᾶται καὶ τὸ ζήτημα ὄχι μόνον τῆς μελλούσης ἐξελίξεως τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τοῦ μέλλοντος οἰκονομικοῦ βίου τῆς Χώρας. Σήμερον, κύριοι, δὲν εἶναι ἢ κοινὸν μυστικόν, ὅτι τὸ χρῆμα ὅλον κρατεῖται ἐν Ἀμερικῇ καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ. Σήμερον ὁ ἀγὼν ὁ τραπεζιτικὸς καὶ οἰκονομικὸς ἔκλινε τὴν πλάστιγγα καὶ ὅλον τὸ χρῆμα περιῆλθεν εἰς χεῖρας τῆς Δύσεως ἐντελῶς. Καὶ ἡ Ἑλλάς, Χώρα οὐχὶ αὐτάρκης οἰκονομικῶς. Χώρα βεβαρημένη δι’ Ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων ἔχει μετὰ τὸν πόλεμον νὰ ἀντιμετωπίσῃ ζητήματα τῆς μελλούσης Ἐθνικῆς ζωῆς αὐτῆς καὶ τῆς ἐσωτερικῆς αὐτῆς ὀργανώσεως καὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀναπτύξεως. Τὰ ζητήματα δὲ αὐτὰ δέονται οἰκονομικῆς ἀρωγῆς οὐχὶ τῆς τυχούσης. Καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἀρωγὴ δὲν εὑρίσκεται εἰς τὰς ὁδούς· ἡ οἰκονομικὴ ἀρωγὴ δύναται νὰ εὑρεθῇ μόνον ἐκεῖ, ἔνθα ὑπάρχει τὸ μέγα ταμεῖον τῶν κεφαλαίων, τὸ μέγα δὲ ταμεῖον τῶν κεφαλαίων τῶν παγκοσμίων εὑρίσκεται σήμερον εἰς χεῖρας Ἀμερικανῶν καὶ Ἄγγλων. Οὕτω τιθεμένων, κύριοι, τῶν ζητημάτων δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ ἀνακοινώσω τὴν ἀντίληψίν μου, ὅτι καὶ ὡς τὰ γεγονότα ἐπλάσθησαν μετὰ τὸ πέρας τῶν Βαλκανικῶν πολέμων καὶ ὡς οἱ ἠθικοὶ δεσμοὶ συνδέουσι τὴν Ἑλλάδα ἐκ παραδόσεως πρὸς τὰς Δυτικὰς Δυνάμεις καὶ ὡς τὰ γεγονότα ἐξελίσσονται ἀναμφισβητήτως δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐννοηθῇ διπλωματικῶς εἰς ἄλλο στρατόπεδον παρὰ εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν Δυτικῶν Δυνάμεων. Ἀλλ’ ἆρά γε μόνον διπλωματικῶς εἶναι καθωρισμένη ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, ἢ ἡ διπλωματικὴ θέσις της ἐπιβάλλει ὡρισμένας ὑποχρεώσεις ἐνεργοῦ ἐπεμβάσεως; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξετάσω ἐν βραχεῖ τὴν ἱστορίαν τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος μὲ τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως καὶ τὰς ἑκάστοτε γενομένας συζητήσεις περὶ τῆς ἐνεργοῦ ἐπεμβάσεως τῆς Ἑλλάδος (ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νομίζει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι δὲν ὑπάρχουν ἔγγραφα κατατεθειμένα). Προκειμένου περὶ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν ἀγῶνα, ἤτοι προκειμένου περὶ τῆς εἰς πρακτικὴν ἐφαρμογὴν τροπῆς τῆς διπλωματικῆς θέσεως τῆς Χώρας ἐγεννῶντο δύο ζητήματα, δύο περιστάσεις. Ἡ μία περίστασις εἶναι ἡ τῆς ἐξ ὑποχρεώσεως ἐπεμβάσεως εἰς τὸν ἀγῶνα, ἡ δευτέρα εἶναι ἡ ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως συμφέροντος ἐθνικοῦ πρὸς τοῦτο. Ἡ ἐξ ὑποχρεώσεως ἐπέμβασις εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς Συνθήκης μετὰ τῆς Σερβίας. Ἡ ἐκ συμφέροντος ἐπέμβασις εἶναι ἡ περίστασις, ἥτις μᾶλλον ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἑκάστοτε κριτικῆς περὶ τῆς στρατιωτικῆς θέσεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ τῆς Χώρας. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς Συνθήκης μετὰ τῆς Σερβίας ἐγένοντο μακραὶ συζητήσεις, αἵτινες διήρεσαν ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1915 καὶ ἐντεῦθεν τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἧς κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915 ἐγεννήθη ἡ περίπτωσις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς Συνθήκης. Μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1915 δὲν ὑπῆρξε διαφωνία, διότι πάντες ἀνεγνώριζον, ὅτι ἡ Συνθήκη συμμαχίας εἶναι σεβαστή. Γεννηθείσης τῆς περιπτώσεως τοῦ Σεπτεμβρίου 1915 ἐγεννήθη ἡ διαφωνία ἂν ὁ ὅρος ὁ συμμαχικὸς εἶναι ἐφαρμοστέος ἢ ὄχι. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀνακοινώσω τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων, οἵτινες εἶχον τὴν ἀντίθετον γνώμην, ν’ ἀνακοινώσω δὲ καὶ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§181Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δύνασθε ν’ ἀνακοινώσητε καὶ πληροφορίας, ὄχι μόνον γνώμας, διότι εἶσθε τότε μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§182Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ἐκθέτω πρῶτον τὰς ἀντιλήψεις τῶν ἄλλων. Προκειμένου περὶ τῆς Συνθήκης μετὰ τῆς Σερβίας ἠγέρθησαν δύο ζητήματα κατὰ τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, ἂν ἡ Συνθήκη τῆς Σερβίας εἶναι Συνθήκη γενικῶς ὑποχρεοῦσα τὴν Ἑλλάδα εἰς ἐπέμβασιν εἰς τὸν ἀγῶνα ἢ ἂν ἡ Συνθήκη τῆς Σερβίας εἶναι Συνθήκη, ὑποχρεοῦσα τὴν Ἑλλάδα ἀποκλειστικῶς μόνον προκειμένου περὶ Βαλκανικοῦ ἀγῶνος. Ἡ Συνθήκη ἡ συμμαχικὴ τῆς 19 Μαΐου 1913 καθορίζει ταῦτα ἐν τῷ προοιμίῳ αὐτῆς (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων καὶ ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Σερβίας, θεωροῦντες ὅτι ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐπαγρυπνῶσιν ἐπὶ τῆς ἀσφαλείας τῶν λαῶν των καὶ ἐπὶ τῆς ἡσυχίας τῶν Βασιλείων των, θεωροῦντες ἐπὶ πλέον, ἐν τῇ σταθερᾷ αὐτῶν ἐπιθυμίᾳ πρὸς διατήρησιν εἰρήνης διαρκοῦς ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ, ὅτι τὸ λυσιτελέστερον μέσον πρὸς τοῦτο εἶναι νὰ συνδεθῶσι διὰ στενῆς ἀμυντικῆς συμμαχίας, ἀπεφάσισαν νὰ συνομολογήσωσι συμμαχίαν εἰρήνης φιλίας καὶ ἀμοιβαίας προστασίας κλπ.». Τὸ Πρῶτον ἄρθρον τῆς Συνθήκης καθορίζει ὅτι: «Τὰ δύο Ὑψηλὰ Συμβαλλόμενα Μέρη συνομολογοῦσι ῥητῶς ἀμοιβαίαν ἐγγύησιν τῶν κτήσεών των καὶ ἀναλαμβάνουσιν τὴν ὑποχρέωσιν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἥν, παρ’ ἐλπίδα, τὸ ἓν ἐκ τῶν δύο Βασιλείων ἤθελεν ὑποστῆ ἐπίθεσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐκ μέρους του προκλήσεως, ὅπως παράσχωσιν ἀμοιβαίως βοήθειαν δι’ ὅλων τῶν ἐνόπλων δυνάμεών των, συνομολογήσωσι δ’ ἀκολούθως εἰρήνην μόνον ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συμφώνου». Τὸ ἄρθρον τοῦτο τῆς Συνθήκης τῆς Σερβίας καθορίζει διὰ τῆς διαγραφῆς τοῦ σκοποῦ τῆς Συνθήκης ὅτι αὕτη ἔχει σκοπὸν ἀποκαταστάσεως καὶ διατηρήσεως διαρκοῦς εἰρήνης ἐν τοῖς Βαλκανίοις. Συνέπεια τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Σερβία ἤθελον χρησιμοποιήσει τὰς δυνάμεις αὐτῶν πρὸς ἐκπλήρωσιν κοινοῦ σκοποῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ἦσαν αἱ δυνάμεις αὐτῶν ἐπαρκεῖς. Ὁ σκοπὸς δὲ αὐτῶν ἦτο ἡ διατήρησις τῆς εἰρήνης ἐν τοῖς Βαλκανίοις, διότι μόνον ἐὰν τοῦτο ἐσκοπεῖτο ἡ Ἑλλὰς καὶ ἡ Σερβία ἠδύναντο νὰ ἀσφαλίσωσιν ἑαυτάς. Ταῦτα καθορίζονται ἐν τῷ σκοπῷ τῆς Συνθήκης. Τὸ ζήτημα γεννᾶται οὐχὶ ἐκ τῆς Συνθήκης συμμαχίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς στρατιωτικῆς Συνθήκης. Ἡ στρατιωτικὴ Συνθήκη, ἡ ὁποία διὰ τῆς φράσεως αὐτῆς τοῦ Αου ἄρθρου καθορίζει περίπτωσιν πολέμου μεταξὺ ἑνὸς συμμάχου Κράτους καὶ τρίτης Δυνάμεως, κρίνεται ὡς γενικεύουσα τὴν συμμαχικὴν κατάστασιν, ἐνῷ ἡ Συνθήκη συμμαχίας καθορίζει κοινὸν σκοπὸν τῶν δύο συμβαλλομένων Κρατῶν μόνην τὴν ἐξασφάλισιν τῆς εἰρήνης ἐν τοῖς Βαλκανίοις. Ἐγένετο συζήτησις τότε, τῆς Σερβίας ἀξιούσης τὴν μεταβολὴν τοῦ ὅρου τῆς πρώτης στρατιωτικῆς Συνθήκης, ὅστις, ὡς ἐκ τῶν κειμένων, τὰ ὁποῖα ἔχετε πρὸ ὑμῶν δύνασθε νὰ συναγάγητε, ὁμιλεῖ περὶ ἀντιμετωπίσεως Βουλγαρικῆς μόνον ἐπιθέσεως. Ἐγενικεύθη ὅμως ἡ φράσις αὐτὴ κατόπιν ἀξιώσεως τῆς Σερβίας. Γινώσκω, κύριοι, ὅτι ἐγένετο τοῦτο ἀντικείμενον συζητήσεως ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἐγένετο δὲ κατόπιν συζήτησις τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἐν τῷ Συμβουλίῳ τοῦ Στέμματος. Καὶ γινώσκω ὅτι κατόπιν ἐλήφθη ἀπόφασις, ὅτι πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸν προτεινόμενον γενικὸν ὅρον κατὰ τρίτου. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ὑπῆρξε καὶ ἕτερον ζήτημα, συζητηθὲν τότε ἐν τῷ Συμβουλίῳ τοῦ Στέμματος, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὰς διαπραγματεύσεις μεταξὺ Σερβίας καὶ Ἑλλάδος, ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία δημοσίευσις γίνεται, οὔτε δύναται νὰ γείνῃ δημοσίευσις, καὶ ἀκριβῶς ἡ περίπτωσις τῆς παρεμβολῆς τρίτης Δυνάμεως σχετίζεται πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§183Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τίποτε δὲν κωλύει νὰ λεχθῇ.
§184Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἔχω τὴν πρωτοβουλίαν ἐγώ.
§185Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔρχεται μία βεβαίωσις οὐχὶ ἐκ τοῦ στρατοπέδου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἔρχεται μία βεβαίωσις ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἀπὸ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος μετεῖχε τοῦ Συμβουλίου. Ἔρχεται ἡ βεβαίωσις, ὅτι ἡ Σερβικὴ Συνθήκη ἀφορᾷ καὶ πόλεμον κατὰ πάσης ἄλλης Δυνάμεως, προστίθεται δέ, ὅτι, ὡς συνεφωνήθη, δὲν μᾶς ἐδέσμευε.
§186Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μᾶς ἐδέσμευε διὰ τὴν εἰδικὴν περίπτωσιν τῆς ἐμφανίσεως τρίτης Δυνάμεως, μὴ Βαλκανικῆς. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἰδιαιτέρως; (Κατέρχεται καὶ λέγει τι ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν).
§187Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ ἐξαγάγω τὸν κ. βουλευτὴν ἀπὸ μίαν πλάνην. Εἰς τὸ δημοσιευόμενον προκαταρτικὸν πρωτόκολλον περὶ συνομολογήσεως εἰρήνης ὑπάρχει ἓν ἄρθρον 6, τὸ ὁποῖον δὲν δημοσιεύεται. Ἀλλὰ παρατηρεῖτε, ὅτι ὅταν συνωμολογήθη ἡ Συνθήκη περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δὲν ἐγένετο οὐδεὶς λόγος. Ἡ Συνθήκη, ἡ γενομένη....
§188Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διότι ἦτο καθωρισμένον ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ, τὸ ὁποῖον ἰσχύει καὶ τὸ ὁποῖον δὲν κατηργήθη.
§189Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ ἂν ἀκόμη δὲν κατηργήθη, δὲν πιστεύω νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι ἡ ἀξίωσις τῆς Σερβίας, ὅπως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν βοηθήσωμεν καὶ εἰς πόλεμον ἐνδεχόμενον κατὰ τῆς Αὐστρίας, ὅτι εἶναι περιωρισμένη ἢ στηριζομένη ἐπὶ οὐδενὸς ἄρθρου, τὸ ὁποῖον δὲν φαίνεται.
§190Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὴν κοινότητα τῶν συμφερόντων, ἥτις...
§191Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν δύνανται νὰ μείνουν ἐπαμφοτερίζοντα. Σᾶς ὑπενθυμίζω τοῦτο: ὅτε ἡ Σερβία ἠξίου κατηγορηματικῶς ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν διαπραγματεύσεων ὅτι δὲν δύναται νὰ συνάψῃ συμμαχίαν μόνον κατὰ τῆς Βουλγαρίας, μᾶς εἶπε ὅτι ἔχει Συνθήκην μὲ τὴν Βουλγαρίαν, καθ’ ἣν αὕτη εἶναι ὑποχρεωμένη ἐν περιπτώσει πολέμου ταύτης μετὰ τῆς Αὐστρίας νὰ τῆς διαθέσῃ 100.000 στρατὸν καὶ ἐν περιπτώσει συμμαχίας τοιαύτης θὰ ἠκυροῦτο ἡ μετὰ τῆς Βουλγαρίας καὶ θὰ ἔμενε ἐκτεθειμένη. Ὅτε ἀκριβῶς παρεκάλεσα τὸν Βασιλέα νὰ κληθῇ Συμβούλιον διὰ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς Συνθήκης, διότι εἶχον συμβῆ αἱ συμπλοκαὶ τοῦ Παγκαίου, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐναντίον μας καὶ ὑπῆρχε κίνδυνος συρράξεως. Δὲν θὰ λησμονήσητε ὅτι εἰσηγήθην τότε εἰς τὸ Συμβούλιον τὴν παραδοχὴν τῆς Σερβικῆς ἀξιώσεως εἰπὼν ταῦτα: Βεβαίως θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ μὴ συνάψωμεν τοιαύτην ἀμυντικὴν ὑποχρέωσιν ἀπὸ τοῦδε, βεβαίως θὰ ἦτο εὐκταῖον νὰ μὴ δεσμευθῶμεν πέραν τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον δι’ ἡμᾶς ἀποτελεῖ ζήτημα ζωτικόν, ὅπως εἶναι τὸ ζήτημα τὸ μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ἀλλὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ συνομολόγησις τῆς Συνθήκης ἐξαρτᾶται ἐξ αὐτοῦ τοῦ ὅρου, προτείνω τέλος, ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ἐπὶ μῆνας δὲν ἤθελα νὰ ὑποκύψω, νὰ μὴ ἐπιμείνωμεν καὶ νὰ ἀποδεχθῶμεν σκεπτόμενοι ὡς ἑξῆς: Ἡ συνθήκη εἶναι συνθήκη ἀμυντική· λέγει ὅτι ἑκάτερον τῶν Κρατῶν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τοῦ ἄλλου μόνον ἐὰν ἐκεῖνο προσβληθῇ παρὰ τρίτου. Προσέθηκα ἀκόμη, ὅτι, ἐὰν ἤθελε ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Σερβία θὰ προεκάλει πόλεμον αὐτὴ κατὰ τῆς Αὐστρίας, οὐδαμῶς δεσμευόμεθα καὶ δὲν ὑποχρεούμεθα νὰ σπεύσωμεν εἰς βοήθειάν της. Ἐὰν ὅμως ἡ Αὐστρία ἐπετίθετο κατὰ τῆς Σερβίας, τοῦτο δὲν θὰ τὸ ἐδέχετο ἡ Ρωσσία, ἀλλὰ θὰ ἐτάσσετο πρὸς τὸ μέρος τῆς Σερβίας καὶ θὰ εἴχομεν τότε τὸν γενικὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, συνεπείᾳ τῆς φυσικῆς λειτουργίας συμμαχιῶν. Εἶπον λοιπόν, ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ὅλα τὰ συμφέροντά μας ἐν περιπτώσει μεγάλου Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου μᾶς φέρουν πρὸς τὸ μέρος τοῦτο καὶ τίποτε δὲν μᾶς φέρει πρὸς τὸ ἀντίθετον μέρος, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ διστάσωμεν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀπαίτησιν ταύτην. Βεβαίως θὰ ἦτο εὐτύχημα νὰ μὴ εἴμεθα δεσμευμένοι εἰς τὴν περίστασιν ταύτην καὶ νὰ μείνωμεν κύριοι νὰ κανονίσωμεν τὴν πορείαν μας ἐλεύθεροι ἀπὸ πάσης δεσμεύσεως. Διότι τότε εἴμεθα ὑπὸ πολὺ καλλιτέρους ὅρους, ἢ ὑφ’ οὓς κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τῆς κρίσεως. Ἀλλὰ ἐφ’ ὅσον τὰ συμφέροντά μας μᾶς ἔφερον πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν συνθήκην μετὰ τῆς Σερβίας ἢ ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, προέτεινον νὰ ὑποχωρήσωμεν. Καὶ τότε οὐδεὶς ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶχεν ἀντίθετον γνώμην. Ἀπεφασίσθη νὰ ὑποκύψωμεν εἰς αὐτὸν τὸν ὅρον καὶ οὕτω κατέστη ἡ σύμβασις δυνατή. (Χειροκροτήματα). Ὅπως δὲ μοὶ ὡμιλήσατε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6, δὲν θέλω νὰ παραχθῇ ψευδὴς ἐντύπωσις εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ὑποχώρησίς μας αὕτη εἶχε σχέσιν μὲ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν θέλω νὰ θίξω.
§192Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Σερβία μᾶς ἐπέβαλλε τὴν ὑποχώρησιν. Ἄνευ τῆς ὑποχωρήσεως εὑρισκόμεθα ὑπὸ ἐκβιασμὸν διὰ τὸν κίνδυνον τῶν Βουλγάρων. Ἔπειτα ἐν τῇ ἀντιλήψει ὅλων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ποτὲ δὲν ἤθελε συρθῇ εἰς πόλεμον ὑπὲρ τῆς Σερβίας κατὰ τῆς Αὐστρίας πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ Νοτιοσλαυϊκοῦ προγράμματος τῆς Σερβίας.
§193Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ θὰ συνέβαινεν ἐὰν ἡ Σερβία ἐπετίθετο κατὰ τῆς Αὐστρίας ἢ ἐπροκάλει αὐτήν. Βεβαίως δὲν θὰ εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ βοηθήσωμεν αὐτήν. Εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα αὐτό, οὔτε ἐγεννήθη τὴν στιγμὴν αὐτὴν ζήτημα ἐὰν ἔπρεπε νὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν εἰς τὸν πόλεμον κατὰ τῆς Αὐστρίας. Ἐκ τῶν διαμειβομένων ἐγγράφων βλέπετε, ὅτι τὴν πρώτην στιγμήν, ὅταν μοὶ ἀνηγγέλλετο ὁ πόλεμος, ἐπεφύλαττον τὴν κρίσιν μου τὴν κατὰ τὸ πρῶτον μέρος, διότι ἡ Αὐστρία ἐνεφάνιζε τὴν Σερβίαν ὡς προκαλοῦσαν. Ἐπεφύλαξα τὴν γνώμην μου κατὰ τὸ μέρος τοῦτο. Μᾶς ἀπησχόλησε καὶ ἡ συνθήκη πρὸς τὴν Σερβίαν. Ἦτο συνθήκη Βαλκανικὴ ἀποκλειστικῶς ἢ ὑποχρέου ἡμᾶς νὰ μετάσχωμεν πολέμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Σερβία, ἀμυνομένη, θὰ συνεκρούετο καὶ πρὸς τὴν Αὐστρίαν; Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σημείου οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ὅτι ὑπεκύψαμεν εὑρισκόμενοι ὄχι εἰς ἐκβίασιν, ὡς κακῶς σᾶς διέφυγεν ἡ λέξις, διότι ἀπὸ 5 μηνῶν ἡ Σερβία δὲν συνῆπτε συνθήκην ἢ ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτόν, ἀλλ’ εὑρισκόμενοι ὑπὸ περιστάσεις ἀντικειμενικάς, αἱ ὁποῖαι μᾶς ὑπεχρέουν νὰ ὑποκύψωμεν.
§194Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Σερβία ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ πρώτου πρωτοκόλλου τῆς συμβάσεως εἶχεν ἀποδεχθῆ τὴν ἔννοιαν τὴν Βαλκανικήν, διότι ἡ πρώτη Σερβικὴ σύμβασις ὁμιλεῖ περὶ ἀγῶνος Ἑλλάδος καὶ Σερβίας κατὰ τῆς Βουλγαρίας.
§195Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ στρατιωτικὴ σύμβασις ἐγένετο ἀπὸ στρατιωτικούς, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀνεπαρκῶς πληροφορημένοι διὰ τὰς σκέψεις τῶν Κυβερνήσεών των. Καὶ μόλις ὑπεβλήθη τὸ κείμενον τῆς στρατιωτικῆς συμβάσεως παρετηρεῖτο ἐκ Βελιγραδίου, ὅτι κακῶς διετυπώθη ἡ σύμβασις, διότι δὲν ἐμερίμνα ἢ περὶ τοῦ πολέμου τοῦ παρόντος τότε. Καὶ θὰ ἦτο παράξενον νὰ ἀφορᾷ τὸν τότε πόλεμον, διότι μεταγενέστεραι θὰ ἐκανόνιζον ἄλλους πολέμους εὐρυτέρας σημασίας. Ἀλλ’ ἡ Σερβία ἠρνεῖτο καὶ ἤθελε ρητὸν ὅρον ὅτι ἡ σύμβασις καὶ ἡ στρατιωτικὴ ἀφεώρα ἐνδεχόμενον πόλεμον καὶ κατὰ τρίτης Δυνάμεως. Θὰ ὑπενθυμίσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις, ἡ διεξαχθεῖσα ἐδῶ πρὸ διετίας, τῆς ὁποίας δὲν μετέσχετε σεῖς, περιεστράφη εἰς τὸ ἐὰν ἡ σύμβασις ἦτο ἁπλῶς Βαλκανικὴ ἢ μᾶς ὑπεχρέου νὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν, ἐὰν τῆς ἐπιτεθῇ ἡ Αὐστρία ἄνευ προκλήσεως. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅτι παρουσιάσθησαν πρόσωπα ὑψηλὰ κείμενα καὶ ἄλλα ὑψηλότερα τούτων καὶ ἄλλα ὑψηλότερα καὶ τούτων, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζοντο, ὅτι ἦτο συνθήκη Βαλκανικὴ καὶ ἀφεώρα πόλεμον πρὸς τὴν Βουλγαρίαν. Ἐπρόκειτο δὲ περὶ ψεύδους, ἐν γνώσει λεγομένου, πρὸς ἀποπλάνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. (Χειροκροτήματα)
§196Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ζήτημα τῶν συνθηκῶν τίθεται ἐπὶ τῇ βάσει οὐχὶ τοῦ ξηροῦ γράμματος, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κοινῶν συμφερόντων καὶ τῶν κοινῶν σκοπῶν. Ἡ συνθήκη τῆς Σερβίας εἶχεν ἓν γενικὸν κοινὸν συμφέρον καὶ ἓν εἰδικὸν κοινὸν συμφέρον νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Τὸ κοινὸν γενικὸν συμφέρον ἦτο ἡ ἰσορροπία τῆς Βαλκανικῆς καταστάσεως. Τὸ κοινὸν συμφέρον τὸ γενικὸν ἐπεκυρώθη προσέτι καὶ διὰ τῆς Συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, συνθήκης, ἥτις προὐκάλεσεν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν καὶ οὐχὶ συμβατικὴν τῆς Ρουμανίας. Τὸ συμφέρον τὸ γενικὸν ὑπῆρξεν ἡ ἀποκατάστασις τῆς Βαλκανικῆς ἰσορροπίας καὶ κατὰ συνέπειαν εἰρήνης Βαλκανικῆς, ἥτις ἠγγυᾶτο τὴν ἀποκατάστασιν καὶ τὴν εὐημερίαν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Τὸ εἰδικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον προέκυψεν, ἦτο ἡ διανομή, ἡ κατὰ τὸ συμφέρον Σερβίας καὶ Ἑλλάδος διανομὴ τῶν ἐδαφῶν, τὰ ὁποῖα εἰς τὴν γενικὴν Βαλκανικὴν Ὁμοσπονδίαν προσεπόρισεν ὁ πρῶτος Βαλκανικὸς πόλεμος, καὶ τῶν ὁποίων ἡ διανομὴ προσέκοπτεν εἰς τὰς ὑπερφιάλους ἀξιώσεις τῆς Βουλγαρίας. Ἔχομεν ἄρα ἕνα κοινὸν σκοπόν, τὸν τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Βαλκανικῆς ἰσορροπίας, ἔχομεν ἕνα εἰδικὸν σκοπόν, τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ὁ Βαλκανικὸς πόλεμος ἀφῆκεν ἀνοικτὰ διὰ τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα. Ἐπειδὴ ἐν τῇ σφαίρᾳ τῆς Βαλκανικῆς ἰσορροπίας ὑπῆρχον καὶ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον βλέψεις καὶ ἀξιώσεις καὶ ἐπιδιώξεις συμφερόντων Μεγάλων Δυνάμεων, ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἀναγνωρίσεως τῶν ζητημάτων τούτων ἐπεξετάθη ἡ ἀλληλεγγύη μετὰ τῆς Σερβίας καὶ ἐπ’ ἐκείνων τῶν ζητημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον αἱ βλέψεις καὶ αἱ ἐπιδιώξεις τῶν ξένων συμφερόντων. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης οὔτε ἡ Σερβία εἶχεν ὑπ’ ὄψει της, καθ’ ὃν χρόνον ἡ συνθήκη συνωμολογεῖτο καὶ ὑποχρέου αὐτήν, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐφαρμογὴν ταύτης ἐπὶ ζητημάτων Ἑλληνικῶν, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἔξω τοῦ στενοῦ Βαλκανικοῦ συμφέροντος καὶ τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προκαλέσωσι τῆς Ἑλλάδος σύρραξιν πρὸς Δυνάμεις γειτνιαζούσας πρὸς τμήματα ἐκεῖνα τῶν Ἑλληνικῶν ἐδαφῶν, οὔτε καὶ ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκραγῇ ἀγὼν Ἑλληνοσερβικὸς ἐν σχέσει πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ θίγοντα ὁλόκληρον τὸν πρὸς Βορρᾶν Σλαυϊκὸν πληθυσμόν. Ἡ βάσις τοῦ ζητήματος ἦτο ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν ζητημάτων ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπῆρχον ἐπιδράσεις ξένων συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ ἀλληλεγγύη Ἑλληνοσερβική. Οὐχ ἧττον ἡ φράσις τῆς συνθήκης ἦτο γενική. Οὐχ ἧττον ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ὁ μεγαλείτερος παράγων, ὅστις ἐπέβαλε τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἵνα ἡ Ἑλλὰς προσχωρήσῃ εἰς τὴν ἔννοιαν ταύτην τῆς γενικῆς συνθήκης, ἦτο ὁ κίνδυνος ὁ Βουλγαρικός. Διότι κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην ἡ Χώρα εὑρίσκετο πρὸ αἰφνιδιασμοῦ ἐν τῷ Παγγαίῳ ἡ δὲ συνθήκη τῆς Σερβίας εἶχεν ἐμφανισθῇ ὑπὸ τὸν τύπον πρωτοκόλλου εἰκοσαημέρου διαρκείας καὶ ἐνδεχόμενον ἦτο ἡ Χώρα νὰ ἐμπλακῇ εἰς αἰφνιδιασμὸν Βουλγαρικὸν χωρὶς νὰ δύναται νὰ ἐρεισθῇ ἐπὶ τῆς συμμαχίας τῆς κοινὰ ἐχούσης συμφέροντα Σερβίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ συνθήκη δὲν εἶχεν ὑπογραφῇ, μετὰ τὴν πάροδον τοῦ εἰκοσαημέρου θὰ εἴμεθα ἀπομεμονωμένοι, ὑπὸ τὸ πέλμα δὲ τοῦ κινδύνου τούτου ἀναμφισβητήτως προσεχώρησε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον εἰς τὴν φράσιν ταύτην τῆς στρατιωτικῆς συμβάσεως.
§197Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ καὶ τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέμνησα, δὲν σᾶς ἐπετρέπετο νὰ λέγητε, ὅτι εἴχομεν ὑπ’ ὄψει μας τὸ Βουλγαρικὸν ζήτημα. Ρητῶς εἴχομεν ἀναλάβει ὑποχρέωσιν νὰ βοηθήσωμεν τὴν Σερβίαν ἐὰν τῆς ἐπετίθετο ἡ Αὐστρία. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ τὴν ὑποστηρίξωμεν. Ἐπὶ 5 μῆνας ἀνεβάλλομεν νὰ ὑποκύψωμεν καὶ ὑπεκύψαμεν ὅταν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην. Μὴ νομίζετε ὅτι ὑπεχωρήσαμεν εὑρεθέντες πρὸ τῆς ψυχολογικῆς βίας. Οὐδεὶς λόγος τοιαύτης ψυχολογικῆς βίας ὑπῆρχε.
§198Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ συνθῆκαι δὲν ἀκυροῦνται δι’ ἐνστάσεων κοινοῦ δικαίου, ἡ ἀκύρωσις δὲ τῆς συνθήκης λόγῳ ψυχολογικῆς βίας ἀποτελεῖ ἔνστασιν κοινοῦ δικαίου. Σᾶς εἶπον ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς, ὅτι θὰ ἀνακοινώσω πρῶτον τὰς ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν τότε.
§199Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὥστε δὲν εἶναι ἰδικαί σας ἀντιλήψεις, εἶναι ξέναι;
§200Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ εἴπω τελικῶς τὴν γνώμην μου περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἀντιλαμβάνομαι τὴν ὅλην θέσιν τοῦ ζητήματος. Δὲν λησμονεῖ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λησμονήσῃ, ὅτι ἐπὶ τετράμηνον, ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, ὅτε εὑρίσκετο ἀκόμη ἐν Λονδίνῳ μέχρι τῆς 19ης Μαΐου, ὁπότε ὑπεγράφη ἡ συνθήκῃ, κυρίως τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἑλλάδος καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Σερβίας, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον εἶχε καταντήσει ἀνίατος πληγὴ ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἦτο ζήτημα συνδεόμενον οὐχὶ πρὸς τὰ Ἑλληνοβουλγαρικά, ἀλλὰ πρὸς τὰ Ἑλληνοσερβικὰ σύνορα. Καὶ δὲν λησμονεῖτε τὸ περίφημον Σέχοβον καὶ τὸ Ραχμανλῆ....
§201Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λησμονεῖτε τὸ ἑξῆς: Αὐταὶ αἱ μεγάλαι συζητήσεις ἐγένοντο, διότι ἐπρόκειτο νὰ καθορισθῇ τὸ ὅλον σχέδιον. Περὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου δὲν ἐγένοντο μακραὶ συζητήσεις, διότι τὸ ζήτημα τοῦ πρώτου ἄρθρου εἶχε τεθῆ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ ἐφαινόμεθα καὶ τὰ δύο μέρη ἀδιάλλακτα, ἂν δὲ δὲν ἐφθάνομεν εἰς συμφωνίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἦσαν περιττὰ καὶ τὰ ἄλλα, ἀλλ’ εἴπομεν ὅτι ἐπειδὴ εἰμπορεῖ νὰ φθάσωμεν, ἂς λύσωμεν καὶ τὰ ἄλλα καὶ δι’ αὐτὸ ἐνθυμεῖσθε τὸ Σέχοβον καὶ τὸ Ραχμανλῆ.
§202Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ μακραὶ συζητήσεις ἐγένοντο περὶ χωρίων σημαντικῶν, ἴσως διὰ τὴν στρατηγικήν των θέσιν, ἀσημάντων ἀπὸ ἀπόψεως πληθυσμῶν, ἀλλὰ περὶ χωρίων τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ ζωτικωτάτῃ ζώνῃ τῶν Σερβοβουλγαρικῶν καὶ Ἑλληνοβουλγαρικῶν συνόρων, ἀλλ’ ἐν ἄλλῃ ζώνῃ, ἡ ὁποία ἐξυπηρέτει μέλλουσαν ἰδιολογίαν, ἄσχετον πρὸς τὸ τότε παροντικὸν συμφέρον τῆς Χώρας. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην, τὴν σχετιζομένην πρὸς μέλλοντα συμφέροντα, ἡ ἐπιμονὴ αὕτη, ἥτις δὲν γνωρίζω πῶς δύναται σήμερον νὰ χαρακτηρισθῇ ἂν ἦτο σοβαρὰ ἢ ὄχι, ἐνεδείκνυεν ὅμως τὴν ἀντίληψιν τῶν συμφερόντων περὶ τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τῆς μελλοντικῆς ἐπεκτάσεως ἀμφοτέρων τῶν Χωρῶν ἔξω τῶν Βουλγαρικῶν ὁρίων. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη ἀκριβῶς ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐντεῦθεν. Τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης προέκυψεν ἀρχικῶς ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ὁ Πρωθυπουργὸς τῆς Σερβίας κ. Πάσιτς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, εὑρισκόμενον ἐν Μονάχῳ. Ἦτο ζήτημα γενικῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης τότε. Ἠρωτήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρὰ τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Σερβίας τί θὰ ἔπραττεν ἡ Ἑλλὰς ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ Σερβία προσβληθῇ ὑπὸ τῆς Αὐστρίας καὶ δεύτερον τί θὰ ἔπραττεν ἐὰν ἤθελε προσβληθῇ ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας. Ἀπήντησε δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅτι ὡς πρὸς τὴν Αὐστρίαν, ἂν κατὰ δυστυχίαν ὁ πόλεμος ἐξερρηγνύετο, θὰ ἐλαμβάνομεν ἀποφάσεις εὐθὺς ὡς θὰ εἴχομεν γνῶσιν ὅλων τῶν στοιχείων, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς συνδρομῆς ἡμῶν. Ὅσον ὅμως ἀφορᾷ εἰς τὴν πιθανότητα προσβολῆς τῆς Σερβίας ὑπὸ τῆς Βουλγαρίας, ἀπήντησεν ὅτι ἔχει τὴν ἀπόφασιν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀντιτάξωμεν πάσας τὰς δυνάμεις ἡμῶν κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ δισταγμός, ὅτι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Βενιζέλου ὑπῆρξεν ὁμοιόμορφος. Προκειμένου περὶ τῆς Αὐστρίας ἐτέθη ἀμέσως ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ζήτημα ἀποτελεσματικότητος τῆς συνδρομῆς ἡμῶν, οὐχὶ ζήτημα ὑποχρεώσεως συμμαχικῆς. Καὶ ἐτέθη ὀρθῶς διὰ τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα, ἐτέθη ὀρθῶς διὰ τὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ ζήτημα τῆς ἀποτελεσματικότητος τῆς συνδρομῆς. Διότι ἐτίθετο ζήτημα τί θὰ ἔπραττεν ἡ Ἑλλὰς σπεύδουσα διὰ τοῦ μικροῦ αὐτῆς στρατοῦ, τότε μάλιστα ἀνετοίμου καὶ κεκοπιακότος, μόλις δὲ ἀναπαυθέντος ἐκ τῶν Βαλκανικῶν πολέμων; Ποίαν συνδρομὴν θὰ παρεῖχεν ὅταν ἐσκοπεῖτο ἡ ἀντιμετώπισις τῶν Αὐστριακῶν δυνάμεων διὰ μόνης τῆς δυνάμεως τῆς Σερβικῆς καὶ Ἑλληνικῆς; Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἦτο τὸ σπουδαιότερον ζήτημα. Τὸ σπουδαιότερον ἦτο τί θὰ ὑφίστατο ἡ Ἑλλάς, ἂν ἐμφανιζομένη ὡς πρώτη ἐξάγγελος τῆς πολεμικῆς κινήσεως ἐν τοῖς Βαλκανίοις, δὲν εἶχεν ἕτοιμον τὸ ἔδαφος περὶ τῶν μελλόντων συμβῆναι παρὰ τῶν ἄλλων Βαλκανικῶν Κρατῶν ἐν σχέσει πρὸς τὴν Σερβίαν καὶ τὴν Ἑλλάδα.
§203Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μόνον τὸ ἕν.
§204Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο.
§205Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε βουλευτά, ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ εἴπω, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλγαρία ἐτάσσετο ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν Συνεννόησιν δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς νὰ ἀφίσῃ τὸ κέντρον τοῦ ἐφοδιασμοῦ του, τὴν Θεσσαλονίκην, καὶ νὰ ἀπέλθῃ εἰς τὸν Δούναβιν καὶ νὰ ἀφίσῃ οὕτω τὸ δεξιὸν αὐτοῦ πλευρὸν νὰ πληγῇ. Μόνον αὐτὴ ἡ σκέψις ἀνήγετο εἰς τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς συνθήκης....
§206Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δίδετε τὴν ἑρμηνείαν εἰς τὴν ἀποτελεσματικότητα....
§207Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι σαφής.
§208Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἔθεσα τὰς δύο βάσεις, τὴν βάσιν τῆς ἀποτελεσματικότητος καὶ τὴν τοῦ ἀκαθορίστου τῆς Βαλκανικῆς καταστάσεως, διότι εἶναι συναφῆ.
§209Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ Στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς συμποσούμενος εἰς 250,000 ἀνδρῶν ἐκστρατείας καὶ 150.000 λόγχας, δὲν εἶναι μηδαμινή, ἀλλ’ ἀξία λόγου ποσότης καὶ δὲν θὰ ἄφινε νὰ πληγῇ ἀπὸ τοὺς Βουλγάρους, ἂν ὑπῆρχεν ἐξ αὐτῶν φόβος...
§210Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ βάσις τῆς ἀρνήσεως τῆς συνδρομῆς ἢ μᾶλλον τῆς ἐπιφυλάξεως εἶναι βάσις, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, εὐρυτέρα τῆς κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Τὸ ἀκαθόριστον τοῦ Βαλκανικοῦ καθεστῶτος σχετίζεται πρὸς τὴν ἀποτελεσματικότητα τῆς Ἑλληνικῆς συνδρομῆς, καθόσον ἐν τοῖς Βαλκανίοις εὑρίσκοντο τρεῖς Δυνάμεις, ἡ Βουλγαρία, ἡ Τουρκία καὶ ἡ Ρουμανία, τῶν ὁποίων ἡ πολιτικὴ ἦτο ἀσαφής, μάλιστα δ’ ἡ θέσις τῆς Ρουμανίας ἦτο θέσις Κράτους, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο συνδεδεμένον συμμαχικῶς μετὰ τῆς Αὐστρίας. Ἐπεβάλλετο λοιπὸν καθορισμὸς τῆς καταστάσεως πρότερον καὶ κάθαρσις τοῦ Βαλκανικοῦ ἐδάφους. Διὰ τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης ἀπέναντι τῆς Αὐστρίας ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἑρμηνείαν οὐχὶ τῆς ἠθικῆς ὑποχρεώσεως, ἀλλὰ τῆς ἀποτελεσματικότητος. Ἐφ’ ὅσον δὲ τοιαύτη βάσις ἐτίθετο, ἐξηρτᾶτο ἡ συνδρομὴ τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς συγχρόνου ἐξόδου τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ τῆς ματαιώσεως τοῦ κινδύνου τῆς πλευροκοπήσεως τῆς Ἑλλάδος, ἤτοι ἐξηρτᾶτο ἡ ἐκτέλεσις τῆς συμμαχικῆς ὑποχρεώσεως ἀπέναντι τῆς Σερβίας ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀσφαλείας τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλά, ἐνῷ οὕτως ἡρμηνεύθη ἡ συνδρομὴ τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῆς Αὐστρίας, ἐγεννήθη ἡ περίπτωσις τῆς συνδρομῆς τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Καὶ ἐρωτᾶται ἀπὸ τοὺς σχόντας τὴν γνώμην τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης: Ἡ θεωρία τῆς ἀποτελεσματικότητος ὑπῆρχε μόνον κατὰ τῆς Αὐστρίας; Ἢ ὑπῆρχε κατὰ τῆς Αὐστρίας καὶ δὲν ὑπῆρχε κατὰ τῆς Βουλγαρίας; Κατὰ τί δὲ ἡ βάσις τῆς ἐφαρμογῆς τῆς συνθήκης ἠδύνατο νὰ εἶναι διάφορος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ βάσις τῆς συνθήκης ἦτο ἡ ἀμυντικὴ συμμαχία κατὰ παντὸς τρίτου; Ἢ ὑπῆρχεν ἠθικὴ ὑποχρέωσις παροχῆς συνδρομῆς καὶ κατὰ τῆς Αὐστρίας ἢ ἡ βάσις τῆς ἀποτελεσματικότητος τῆς συνδρομῆς θὰ ἐφηρμόζετο καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν τῆς Βουλγαρίας; Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐφήρμοσε τὴν πολιτικὴν τῆς ἀποτελεσματικότητος ἀπέναντι τῆς Αὐστρίας. Οἱ διάδοχοί του ἐφήρμοσαν ταύτην καὶ ἀπέναντι τῆς Βουλγαρίας. Ἂς συγκρίνωμεν ἤδη τὰς περιστάσεις. Τί συνέβαινε κατὰ τὸν Αὔγουστον 1914 ὁπότε ἠρνήθη ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συνδρομὴν κατὰ τῆς Αὐστρίας; Ἡ Σερβία εἶχε νὰ ἀντιμετωπίσῃ τμῆμα ὀγκῶδες τῶν Αὐστριακῶν δυνάμεων, ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Τουρκία ἐξ ἑτέρου παρεῖχον τὸν κίνδυνον ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ πολιτικὴ αὐτῶν νὰ στραφῇ κατὰ τῆς Σερβίας. Καὶ διὰ μὲν τὴν Τουρκίαν ὑπῆρχεν ἐκκεκαθαρισμένον ὅτι, ἐὰν ἐξήρχετο ἐκ τῆς οὐδετερότητος, θὰ ἐστρέφετο ὑπὲρ τῶν Κεντρικῶν Δυνάμεων, διὰ δὲ τὴν Βουλγαρίαν ὑπῆρχον οἱ ἐλπίζοντες ὅτι ἦτο αὕτη δυνατὸν νὰ στραφῇ ὑπὲρ τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως. Ἀλλ’ οἱ καλῶς ὑπολογίζοντες τὰ πράγματα καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀντελαμβάνοντο τὰ διπλωματικὰ τηλεγραφήματα, ἐγίνωσκον ἄριστα ὅτι ἡ Βουλγαρία, ἐὰν ἐξήρχετο ἐκ τῆς οὐδετερότητος, θὰ ἐτάσσετο παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Συνέπεια τούτου ὑπῆρξεν ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς ἐτίθετο μία κατάστασις προσδοκωμένων κινδύνων κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1914, ὅτι ἡ Τουρκία καὶ ἡ Βουλγαρία θὰ ἐστρέφοντο κατ’ αὐτῆς, ἂν ἐβοήθει τὴν Σερβίαν, κατάστασις ἀφ’ ἑτέρου ἀναποφεύκτων κινδύνων ἐν ἔτει 1915, ὅτε ἡ Τουρκία καὶ ἡ Βουλγαρία ἐκκεκαθαρισμένην εἶχον τὴν πολιτικὴν αὐτῶν καὶ θὰ ἐστρέφοντο μοιραίως κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, συμφώνως πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς ἀποτελεσματικότητος, εἴχομεν καὶ ἑτέρας ἐκδηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, γενομένας κατὰ τὰς ἀρχὰς Νοεμβρίου 1914, ὁπότε αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τῆς Αὐστρίας, κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν δὲν ἐζήτησαν τὴν συνδρομὴν τῆς Ἑλλάδος δυνάμει συμμαχικῆς ὑποχρεώσεως, ἀλλὰ ἐζήτησαν ταύτην ἐρωτήσασαι τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἂν θέλῃ νὰ παράσχῃ αὐτὴν ἐπ’ ἀνταλλάγματι. Ὅταν δὲ τίθεται τὸ ζήτημα οὕτω πρὸς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐξέλθῃ εἰς πόλεμον ἐπ’ ἀνταλλάγμασι, σημαίνει τοῦτο ὅτι δὲν ὑφίσταται συμμαχικὴ ὑποχρέωσις, διότι ἡ παροχὴ ἀνταλλαγμάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα ἵνα ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος, ἐφ’ ὅσον ἐξ ὑποχρεώσεως συμμαχικῆς ἦτο τοῦτο εἰς ταύτην ἐπιβεβλημένον, ἡ παροχή, λέγω, τοιούτων ἀνταλλαγμάτων δὲν ἔχει καμμίαν θέσιν. Τότε ἀπήντησεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε τῆς θεωρίας τῆς ἀποτελεσματικότητος, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκστρατεύσῃ κατὰ τῆς Αὐστρίας, παρὰ ἐὰν εἶχεν ἐμπράκτως ἐκδηλουμένην Ρουμανικὴν ἐνέργειαν πρὸς ἀσφάλισιν τῆς οὐδετερότητος τῆς Βουλγαρίας, διότι ἐθεώρει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἐξησφαλισμένα τὰ νῶτα τοῦ Στρατοῦ. Ἀλλ’ ὑπῆρξε καὶ δευτέρα περίπτωσις κατ’ Ἰανουάριον τοῦ 1915, ὁπότε ἐγεννήθη καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀνταλλαγμάτων τῆς Μ. Ἀσίας. Τότε αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως ἠρώτησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ἐδέχετο ἐπ’ ἀνταλλάγμασιν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὸν ἀγῶνα κατὰ τῆς Αὐστρίας. Καὶ ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις εὐλόγως καὶ τότε, ὅτι, ἐὰν ἡ Ρουμανία στέργῃ νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου καὶ ἡ Βουλγαρία τηρήσῃ εὐμενῆ οὐδετερότητα, ἤ, ταύτης μὴ τηρούσης εὐμενῆ οὐδετερότητα, ἀποσταλῶσιν ἀποσπάσματα στρατοῦ Εὐρωπαϊκοῦ ἵνα ἀσφαλισθῇ ὁ τοιοῦτος ἐκ Βουλγαρίας κίνδυνος, τότε δέχεται ἡ Ἑλλὰς νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου. Ὅτε δὲ αἱ Δυνάμεις, παρερμηνεύουσαι τὴν ἀπάντησιν ταύτην, ἀπήντησαν ὅτι στέλλουσιν ἀποσπάσματα στρατοῦ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἔδοσαν περὶ τῆς στάσεως τῆς Βουλγαρίας καὶ τῆς Ρουμανίας, ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησεν ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον μοῦ ζητεῖτε εἶναι ἀδύνατον (c'est une impossibilité), διότι τοῦτο θὰ ἦγεν εἰς αὐτοκτονίαν τῆς Ἑλλάδος. Ταῦτα δὲ ἀπήντησεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ σήμερον διαχειριζομένη τὰ πράγματα. Καὶ ἀπήντησεν ὀρθῶς, διότι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀσφαλείας, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀμύνης, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρμήσῃ αὕτη εἰς πόλεμον, καθ’ ἣν στιγμὴν Τουρκία καὶ Βουλγαρία θὰ ἐπλευροκόπουν αὐτὴν ἐκ τῆς Θράκης. Ἐρωτῶ λοιπόν: Ἡ θεωρία τῆς ἀποτελεσματικότητος κατὰ τί ἦτο διάφορος κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1914, κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ αὐτοῦ ἔτους καὶ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1915 ἀπὸ τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ Σεπτεμβρίου 1915; Ἐγὼ δύναμαι νὰ προσθέσω ὅτι κατ’ Αὔγουστον 1914 ἡττῶντο μὲν οἱ Γάλλοι ἐν ἀρχῇ εἰς τὸ Βέλγιον, ἀλλ’ ἐν τέλει ἐπεκράτησαν εἰς τὸν Μάρνην καὶ ἐσταμάτησαν τὸν Γερμανικὸν χείμαρρον, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου οἱ Ρῶσσοι εἰσέβαλον μὲν ἀνεπιτυχῶς, κατ’ ἀρχάς, εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Πρωσσίαν, κατόπιν ὅμως ἐγένετο ἡ μεγάλη εἰσβολὴ αὐτῶν εἰς τὴν Γαλικίαν, καθ’ ἣν ἐκυρίευσαν τὴν Λεμβέργην. Ἐθεωρεῖτο τότε ὁ Αὐστριακὸς στρατὸς ὡς καταρρέων καὶ ἐχρειάσθη, ὡς γινώσκομεν πάντες, ν’ ἀναλάβῃ ἡ Γερμανία ὁλόκληρον τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Αὐστριακοῦ στρατοῦ, νὰ θέσῃ Γερμανοὺς στρατηγοὺς ἐπὶ κεφαλῆς διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ Αὐστριακὸς στρατὸς ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς ἀμύνης του. Ἐνῷ ταῦτα ἐγένοντο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν ὅτι ἡ ἀκαταλληλότης τῶν περιστάσεων δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἑλλάδος, ἀντιθέτως τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915 ἐξηκολούθει ὁ ἀγὼν ἀμφίρροπος μεταξὺ Γαλλίας καὶ Γερμανίας, ἀλλ’ εἰς τὸ Ἀνατολικὸν Μέτωπον ὁ Γερμανικὸς στρατός, ἐπωφελούμενος τῆς καταστάσεως, ἡ ὁποία ἐπεκράτει ἐν Ρωσσίᾳ καὶ ἡ ὁποία ἐξουδετέρωσεν ὅλον τὸν ἡρωϊσμὸν τοῦ Ρωσσικοῦ στρατοῦ —κατέληξεν εἰς τὸ νὰ μάχωνται οἱ Ρῶσσοι στρατιῶται διὰ ξύλων— ἐπωφελούμενος, λέγω, τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἀνέλαβε τὴν μεγάλην ἐκστρατείαν κατὰ τῆς Ρωσσίας, ἡ ὁποία παρουσίασε τὴν εἰκόνα μιᾶς πλήρους καταστροφῆς τοῦ Ρωσσικοῦ στρατοῦ. Οὕτως, ἐνῷ κατὰ τὸ φθινόπωρον τοῦ 1914 ἡ κατάστασις τοῦ Ἀνατολικοῦ Μετώπου ἦτο εὐνοϊκὴ ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων τῆς Γερμανίας, κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915 ἡ κατάστασις τοῦ Ἀνατολικοῦ Μετώπου ἦτο δυσμενὴς ὡς πρὸς αὐτούς, ὁ δὲ Γερμανικὸς στρατὸς εἶχε πᾶσαν εὐχέρειαν ἵνα ἀποσπάσῃ τμῆμα αὐτοῦ καὶ ἀποστείλῃ αὐτὸ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν. Ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ παρουσιάσω καὶ ἕτερον ἐπιχείρημα εἰς ἀντίκρουσιν τῆς γνώμης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ ἡ Ἑλλὰς εἰς πόλεμον. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῶν κ.κ. βουλευτῶν ἐπὶ τηλεγραφήματος τῆς 21ης Αὐγούστου 1915, τηλεγραφήματος φέροντος τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος ἐν Γερμανίᾳ. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ἀρχίσει νὰ προετοιμάζηται ἡ ἐκστρατεία τῆς Γερμανίας κατὰ τῶν Βαλκανίων, ἐκστρατεία τὴν ὁποίαν ἐγίνωσκε καὶ ἡ προκάτοχος τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου. Μόλις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἑτοιμαζομένης ἐκστρατείας καὶ ἀπεφάσισε ν’ ἀντιμετωπίσῃ ἀμέσως τὴν περίστασιν. Τηλεγραφεῖ λοιπὸν πρὸς τὸν ἐν Βερολίνῳ πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος (Ἀναγινώσκει): «Ἡ προϋπόθεσις ἐνδεχομένης ἐπιθέσεως τῶν συνδυασμένων Αὐστρογερμανικῶν δυνάμεων κατὰ τῆς Σερβίας δὲν παύει νὰ ἀπασχολῇ ζωηρῶς τὴν Βασιλικὴν Κυβέρνησιν, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον ἐκδηλουμένης προσεγγίσεως τῆς Βουλγαρίας πρὸς τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας. Ἐὰν ἡ προσέγγισις αὕτη εἶχεν ὡς μόνον ἀποτέλεσμα τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἐλευθέρας διόδου τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων διὰ τῆς Βουλγαρίας, οὐδένα λόγον θὰ εἴχομεν ὅπως ἀνησυχῶμεν». Δὲν θ’ ἀνησύχει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐὰν ἡ συμμαχία Γερμανίας καὶ Βουλγαρίας ἀπέβλεπεν εἰς τὴν διέλευσιν τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων διὰ τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐδάφους, δηλαδὴ εἰς τὴν πλευροκόπησιν τῆς Σερβίας (Ἀναγινώσκει): «Ἀλλ’ ἐὰν ἐπωφελουμένη τῆς ἀφίξεως τῶν Γερμανικῶν δυνάμεων ἡ Βουλγαρία ἐπεχείρει νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παραμείνωμεν ἀπαθεῖς, ἐνώπιον τοῦ ἐνδεχομένου πιθανῆς συντριβῆς τῆς Συμμάχου μας παρὰ τῆς Βουλγαρίας. Ἀφιεμένης κατὰ μέρος τῆς ἐκτάσεως τῶν ἐκ τῆς συμμαχίας ὑποχρεώσεών μας, τὸ ζωτικὸν ἡμῶν συμφέρον μᾶς ἐπιβάλλει νὰ πράξωμεν τὸ πᾶν, ὅπως προλάβωμεν τὴν Βουλγαρικὴν νίκην, ἧς ἀκολούθως, θᾶττον ἢ βράδιον, θὰ εἴμεθα τὰ πρῶτα θύματα. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔχῃ ἀναμφιβόλως πρὸ ὀφθαλμῶν τὰ διάφορα ταῦτα ἐνδεχόμενα, ἀποφασίζουσα τὴν διὰ τῆς Βουλγαρίας ἐκστρατείαν. Θὰ ἦτο ἐν τούτοις καλὸν νὰ ἐπωφεληθῆτε καταλλήλου εὐκαιρίας ἵνα ἐκθέσητε ἐκ νέου τὰς ἰδέας ταύτας ὡς προσωπικάς σας γνώμας, λέγοντες ὅτι αὗται ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἐν τῇ Χώρᾳ ἐπικρατοῦν φρόνημα. Νομίζομεν ὅτι ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει συμφέρον νὰ ἐκραγῇ Βαλκανικὸς πόλεμος καὶ θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπιθυμοῦσα ὅπως ἡ Ἑλλὰς μὴ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος. Δυνάμεθα κατόπιν τούτου νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι ἐν οἱᾳδήποτε στιγμῇ καὶ ἐν ᾗ ἔτι περιπτώσει διωργανοῦτο ἡ ἐκστρατεία τῆς Ἀνατολῆς, θὰ ἀσκήσῃ ἅπασαν τὴν ἐπιρροὴν αὐτῆς, ὅπως συγκρατήσῃ τὴν Βουλγαρίαν, ἀποτρέπουσα αὐτὴν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας καὶ ἐξασφαλίσῃ οὕτω τὴν ἡσυχίαν εἰς τὰ ἡμέτερα σύνορα». Τὸ τηλεγράφημα τοῦτο εἶναι ἓν τῶν περιεργοτέρων τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι σχετισθῆ πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, διότι παρέχεται συμβουλὴ πρὸς τὴν Γερμανίαν: «Πρὸς Θεοῦ, μὴ ἀναμίξῃς τοὺς Βουλγάρους, διότι, ἐὰν ἀνεμιγνύετο ἡ Βουλγαρία στρατιωτικῶς, ἡμεῖς εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μετάσχωσιν τοῦ ἀγῶνος. Διέλθετε διὰ τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ διέλθετε διὰ Γερμανικῶν δυνάμεων». Ἀλλὰ τί τοῦτο σημαίνει; Ἔχετε δυνάμεις ἰδίας νὰ συντρίψητε δι’ αὐτῶν τὴν Σερβίαν; Ἐγὼ δὲν θὰ μετάσχω τοῦ ἀγῶνος, διότι ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ συνδρομή μου δὲν θὰ εἶναι ἀποτελεσματική. Ἀναμιγνύετε τοὺς Βουλγάρους; Τότε θὰ μετάσχω. Ἀλλὰ σᾶς εἰδοποιῶ ἐκ τῶν προτέρων διὰ νὰ μὴ τοὺς ἀναμίξητε. Αὐτὴ ἦτο ἀλληλεγγύη ἡμῶν μετὰ τῆς Σερβίας; Νὰ παράσχωμεν τὴν συμβουλὴν εἰς τὴν Γερμανίαν ὅπως ἀντικαταστήσῃ τοὺς Βουλγάρους διὰ δυνάμεων Γερμανικῶν;
§211Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὰς ὁποίας δὲν εἶχε.
§212Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι τῇ ἐπερίσσευον. Τί δὲ ἐσήμαινεν ἡ χρησιμοποίησις τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐδάφους; Τὴν πλευροκόπησιν μόνον τῆς Σερβίας; Τοῦτο ἦτο τὸ ὀλιγώτερον. Διὰ τὴν Ἑλλάδα ἦτο ζήτημα ἰσορροπίας, λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Βουλγαρία ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς διελεύσεως Γερμανικῶν δυνάμεων διὰ τοῦ ἐδάφους αὐτῆς, τὴν συνδρομὴν αὐτὴν θὰ ἀντήλλασσε δι’ ὠφελημάτων ἐθνικῶν, τὰ ὠφελήματα δὲ ταῦτα θὰ ἦσαν ἀκριβῶς ἡ ἄρνησις τῆς ἰσορροπίας τῆς Βαλκανικῆς. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς Συμμαχίας Σερβίας καὶ Ἑλλάδος ἐγὼ τὸ ἀντιλαμβάνομαι καθολικώτερον. Καὶ λυποῦμαι ὅτι διαφωνῶ καὶ πρὸς τὰς δηλώσεις καὶ τὴν στάσιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὰ ἐπιχειρήματα τῆς ἀντιθέτου μερίδος. Ἔχω τὴν ἀνάγκην νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἐτέθη τὸ ζήτημα ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς εἰς τὴν βάσιν τὴν διεθνῆ, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ τεθῇ. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξερράγη πόλεμος Εὐρωπαϊκός, μετατραπεὶς μάλιστα εἰς παγκόσμιον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται σκέψις περὶ τηρήσεως ἀπολύτου καὶ αὐστηρᾶς συνθηκῶν τοπικῆς ἀμυντικῆς σημασίας. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐξερράγη πόλεμος Εὐρωπαϊκός, τὰ μεταξὺ τῶν διαμαχομένων Κρατῶν συμφέροντα ἐγένοντο ἐπίδικα, κατ’ ἀνάγκην δ’ ἐπηρεάσθησαν πάντα τὰ ζητήματα, ὅσα ἐνδιέφερον τὴν Εὐρώπην, ἐγένοντο δὲ ταῦτα διὰ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ πολέμου παγκόσμια. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ἡ τήρησις συνθηκῶν περιωρισμένων συμφερόντων, περιωρισμένης τοπικῆς δράσεως καὶ πρὸ παντὸς ἀμυντικῶν συνθηκῶν, ἡ τήρησις τούτων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ. Καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν ἐκ τῆς ἐκρήξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐπαληθεύουσι τὴν γνώμην ταύτην. Τί ἦτο ἡ συνθήκη ἡ Ἑλληνο–Σερβική; Ἦτο συνθήκη ἀμύνης, οὐχὶ ἐπιθέσεως. Μίαν μόνην περίπτωσιν στρατιωτικῆς ἐπιθέσεως εἶχε τὴν περίπτωσιν τῆς ἀντεπιθέσεως κατὰ τῆς Βουλγαρικῆς προκλήσεως διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν Βαλκανικῶν πολέμων. Πέραν τούτου ἦτο συνθήκη πολιτικῶς ἀμυντική, ἔστω καὶ κατὰ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Πρωθυπουργός.
§213Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτρεικῶν). Δὲν πρόκειται περὶ γνώμης· πρόκειται περὶ ἑνὸς γεγονότος.
§214Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν ἡ συνθήκη μεταξὺ Σερβίας καὶ Ἑλλάδος καθώριζεν μίαν δρᾶσιν ἑνιαίαν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς δρᾶσις Κρατῶν σοβαρῶς πρὸς ἄλληλα συμβαλλομένων, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο πραγματοποιήσιμος διὰ τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας ἑκάτερον τῶν Κρατῶν ἦτο δυνατὸν νὰ παρατάξῃ. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἀγῶνι τῷ Εὐρωπαϊκῷ ποία ἦτο ἡ δύναμις τῆς μικρᾶς Σερβίας καὶ ποία ἡ δύναμις τῆς μικρᾶς Ἑλλάδος καὶ πρὸ παντὸς ποία ἡ ἐλευθερία τῆς θελήσεως τῆς Σερβίας καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς θελήσεως τῆς Ἑλλάδος; Ἐν τῷ ἀγῶνι τούτῳ ἡ Σερβία ἐτάχθη ὑπὸ τὴν προστασίαν ἐκείνων τῶν Δυνάμεων, ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν ὁποίων δὲν θὰ ὑπῆρχεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν. Καὶ ἐκ τῆς θελήσεως αὐτῶν ἐξηρτῶντο καὶ αἱ στρατιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις καὶ ἡ εἰρήνευσις τῆς Σερβίας. Ἡ Αὐστρία ἐκήρυξε τὸν πόλεμον, καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Σερβία δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ ὡς Κράτος, ἐὰν ἀπεμονοῦτο. Ἔτυχε τῆς συνδρομῆς τῶν στρατιωτικῶς ἰσχυρῶν συμμάχων της καὶ αὕτη ἐστήριξε τὸν Σερβικὸν ἀγῶνα. Ἀλλ’ ἔκτοτε ἡ πολιτικὴ τῆς Σερβίας ἐξηρτήθη ἐκ τῆς πολιτικῆς τῶν Συμμάχων Δυνάμεων. Ἐὰν ἡ Σερβία ἤθελεν αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην ἵνα συνομολογήσῃ εἰρήνην, ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐλευθερίαν ἐνεργείας ἀπέναντι τῶν Μ. Δυνάμεων, αἵτινες διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 4ης Σεπτεμβρίου 1914 εἶχον συμφωνήσῃ ὅτι μόνον κοινὴν εἰρήνην θὰ διαπραγματευθῶσιν; Εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦτο προσεχώρησαν καὶ ἄλλαι Δυνάμεις, Ἰταλία καὶ Ἀμερική, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα μικρὰ σύμμαχα Κράτη. Ἡ πολιτικὴ ἐλευθερία τῆς Σερβίας οὕτω ἐτέθη ὑπὸ ἐξάρτησιν. Καὶ ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα: ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν μονομερῶς ἡ Βουλγαρία ἐπετίθετο κατὰ τῆς Ἑλλάδος διαρκοῦντος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐφ’ ὅσον εὕρισκε ταύτην μεμονωμένην καὶ στρατιωτικῶς ὑποδεεστέραν, θὰ εἶχεν ἡ Σερβία τὴν εὐχέρειαν νὰ στραφῇ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος; Ὅτε διὰ μὲν τὴν πολιτικὴν εὐχέρειαν εἶχεν ἀνάγκην τῆς συγκαταθέσεως τῶν Μεγάλων Συμμάχων αὐτῆς, διὰ δὲ τὴν στρατιωτικὴν εὐχέρειαν εἶχεν ἀνάγκην νὰ εἶναι ἀπηλλαγμένη τῆς πλευροκοπήσεως τῆς Αὐστρίας; Δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ὁμιλῶμεν περὶ ἐλευθέρας θελήσεως τῶν δύο Κρατῶν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῆς Συμμαχίας; Καὶ ἀνακοινῶ ἐκ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχω καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν πιστεύω ὅτι εἶναι πεπλανημέναι, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠρώτησε κατ’ Ὀκτώβριον 1914 τὰς Συμμάχους Δυνάμεις, ἐὰν θὰ ἐθεωρεῖτο ἡ Ἑλλὰς ἀλληλέγγυος σύμμαχος, ἐφ’ ὅσον παρεμβαίνουσα νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Σερβίαν θὰ ὑφίστατο Βουλγαρικὴν ἐπίθεσιν. Τότε ἡ Αὐστρία εἶχε νικήσει τὰ Σερβικὰ στρατεύματα καὶ εἶχεν εἰσέλθῃ ἐντὸς τοῦ Σερβικοῦ ἐδάφους, κατόπιν δ’ ὁ ἔγκαιρος ἐφοδιασμὸς τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ καὶ ὁ ἡρωϊσμὸς τῶν Σερβικῶν στρατευμάτων παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν, ἵνα ὑπεραμυνθῶσιν οὗτοι ἐπιτυχῶς τοῦ πατρίου ἐδάφους. Τότε λοιπὸν ἡ Ἑλλάς, βλέπουσα τὴν Σερβίαν ἡττωμένην, ἔσπευσε νὰ προβῇ εἰς τὸ διάβημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἔλαβεν ἀπάντησιν ἀρνητικὴν μετὰ τῆς δηλώσεως ὅτι μόνον ἂν μετάσχῃ ἡ Τουρκία τοῦ πολέμου, θὰ θεωρήσωσι τὴν Ἑλλάδα Σύμμαχον. Αἱ Σύμμαχοι Δυνάμεις ἀνεγνώρισαν οὕτως, ὅτι οἱ τύποι τῆς Συμμαχίας οὐδεμίαν ἔχουσιν σημασίαν ἀπέναντι τῆς οὐσίας. Καὶ πράγματι ἦτο ἐπικίνδυνον τοῦτο τότε, διότι ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος, θελούσης νὰ βοηθήσῃ τὴν Σερβίαν, ἐτάσσοντο ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Τουρκία. Οἱ δὲ Μεγάλοι Σύμμαχοι τῆς Σερβίας δὲν ἤθελον ὅπως ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Τουρκία στραφῶσι κατ’ αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἔδοσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν ἀρνητικὴν ἐκείνην ἀπάντησιν φοβούμενοι μήπως ἡ ἐξόρμησις τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον προκαλέσῃ ἐπίθεσιν τῶν Κρατῶν τούτων, ἥτις θὰ παρῆγε ζημίας εἰς τὴν Συνεννόησιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς καθολικῆς φύσεως τοῦ ἀγῶνος. Καὶ ἡ ἀντίληψις εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε Κράτη μεγαλείτερα τῆς Ἑλλάδος ἠκολούθησαν τὴν αὐτὴν ὁδόν. Μόνον αἱ Σύμμαχοι Ρωσσία καὶ Γαλλία καὶ ἡ Αὐστρία καὶ Γερμανία, αὐταὶ ἀπέβλεπον διὰ τῶν συμμαχιῶν των εἰς τὴν γενικὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων ἑκατέρου τῶν συνδυασμῶν καὶ εἰς πλήρη προδιαγραφὴν τῆς κοινότητος τῶν συμφερόντων. Αἱ συμμαχίαι αὗται εὑρέθησαν ἐν τῷ Εὐρωπαϊκῷ πολέμῳ ἄθικτοι καὶ στερεαί, διότι ἀπέβλεπον εἰς ρύθμισιν ἀπὸ κοινοῦ παγκοσμίων συμφερόντων καὶ εἰς ὑποστήριξίν των διὰ στρατιωτικῶν δυνάμεων ἀναλόγων πρὸς τὸν σκοπόν. Αἱ τοπικῆς φύσεως Συνθῆκαι ὑπέστησαν τὸν κλονισμὸν τῆς παγκοσμίου συρράξεως διὰ τὸ ἀδύνατον τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν εἰδικῶν αὐτῶν σκοπῶν ἐν μέσῳ γενικοῦ κατακλυσμοῦ. Ἡ Ἀγγλία, μὴ ἔχουσα συνθήκην, ἀλλὰ συνεννόησιν μόνον μετὰ τῆς Γαλλίας, ὅτε ἐπεδόθη τὸ Γερμανικὸν τελεσίγραφον κατὰ τῆς Γαλλίας προσέφερε μόνον τὴν συνδρομὴν τοῦ στόλου της, ἀλλ’ ὅτε ἐπεδόθη τὸ Γερμανικὸν τελεσίγραφον κατὰ τοῦ Βελγίου ἔσπευσε νὰ συμπράξῃ καὶ στρατιωτικῶς. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν τὴν συνθήκην τὴν Αὐστροϊταλικήν, ἥτις ἦτο συνθήκη ἀμύνης καὶ οὐχὶ ἐπιθέσεως, ἦτο δὲ συνθήκη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ἡ Ἰταλία, ἔχουσα ἐξησφαλισμένα τὰ νῶτά της, ἔλαβε παρὰ τῆς Τουρκίας τὴν Τριπολίτιδα. Ὅταν ὅμως ἡ ἐξέλιξις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου εἶχεν ἀρχίσῃ νὰ γεννᾷ ζητήματα ἄσχετα πρὸς τοὺς σκοποὺς τῆς Συνθήκης ταύτης, ἡ Ἰταλία κατήγγειλεν αὐτήν.
§215Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς διακόψω, διότι δὲν δύναμαι, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ ἐπιτρέψω νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι μία Μεγάλη συμμαχικὴ Δύναμις ἠθέτησε τὴν σύναψιν τῆς συνθήκης.
§216Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν κατηγορῶ.
§217Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τοιουτοτρόπως ἐγὼ ἀντελήφθην. Δύνασθε νὰ ἀνήκητε εἰς τὴν χορείαν τῶν πολιτικῶν ἀνδρῶν, ὅπως ὁ Ἀρχικαγγελάριος τῆς Γερμανίας, ὅστις ἐνόμιζεν ὅτι αἱ συνθῆκαι ἀποτελοῦν κουρελόχαρτον....
§218Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀνήκω εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν.
§219Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν ἀναγνώσητε τὸ Διάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἐδημοσίευσεν ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ὅταν ἐξῆλθε τῆς οὐδετερότητος, θὰ ἴδετε διὰ ποίους λόγους ἡ συμμαχία δὲν ἴσχυεν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἐπὶ τόσα ἔτη μετὰ τῆς Αὐστρίας.
§220Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχω πρὸ ἐμοῦ τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ὅλα τὰ Κράτη, ἐξηγοῦσαν διατὶ ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις κατήργησε τὴν συνθήκην, τὴν συνδέουσαν αὐτὴν μετὰ τῆς Αὐστρίας. Χαίρω πολύ, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν παρενέβη οὕτω πρὸς καθορισμόν. Δὲν ἀνέφερον ὅπως κατηγορήσω τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν, οὖσαν σύμμαχον ἡμῶν. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ φέρω ἐπιχειρήματα ἐναντίον τῆς κατηγορίας περὶ ἀτιμώσεως τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὅπως ἐν Ἰταλίᾳ εὑρέθη πρώην Πρωθυπουργός, ὅστις μετέβη εἰς τὸν Βασιλέα καὶ ὑπεστήριξε ἐναντίαν τοῦ πολέμου γνώμην χωρὶς νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ἀντιπάλους του ἐπὶ ἀτιμώσει τῆς χώρας, οὕτω δύναται νὰ ὑπάρχωσιν ἐν Ἑλλάδι πολιτικοί, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἀντίθετον ἀντίληψιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν χωρὶς νὰ ἐπιρρίπτηται κατ’ αὐτῶν ἡ κατηγορία τῆς ἀτιμώσεως τῆς Ἑλλάδος.
§221Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δύνασθε νὰ διαμαρτύρεσθε ὅσον θέλετε, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν μομφὴν μόνον τὸ Ἑλληνικὸν αἷμα θὰ ξεπλύνῃ.
§222Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προκειμένου περὶ τῆς συνθήκης τῆς Ἰταλίας εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλε δύο κυρίως θέματα συζητήσεως ἀπέναντι τῆς Αὐστρίας. Πρῶτον ὅτι, προκειμένου ἡ Αὐστρία νὰ κανονίσῃ τὸ ζήτημα τὸ Σερβικόν, δὲν ἠρώτησεν αὐτὴν πρότερον, ὡς εἶχεν ὑποχρέωσιν. Δεύτερον δὲ ὅτι ἀρξαμένου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ ἀρξαμένης τῆς Βαλκανικῆς πολιτικῆς τῆς Αὐστρίας δὲν ἀνταπεκρίθη ἡ Αὐστρία πρὸς τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ἡ Ἰταλία ἵνα ἀπαιτήσῃ ἀνταλλάγματα καὶ ἀντισηκώματα, ἀντισηκώματα ὄχι μόνον ἐν τῇ σφαίρᾳ τῶν Βαλκανίων, ἀλλ’ ἐν τῇ καθόλου Εὐρώπῃ καὶ εἰδικῶς ἀντισηκώματα, στηριζόμενα ἐπὶ τοῦ δικαίου τῶν Ἐθνικοτήτων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ ζήτημα τῆς ἀλυτρώτου Ἰταλίας. Οὕτως ἔφερεν ἐν τῷ μέσῳ ἡ Ἰταλία τὸ ζήτημα τοῦ συμφέροντός της τοῦ Ἐθνικοῦ, θιγομένου ἐκ τῆς γενικῆς Εὐρωπαϊκῆς καταστάσεως, καὶ δεύτερον τὸ ζήτημα ὅτι δὲν ἠρωτήθη ἡ Ἰταλία ἐκ μέρους τῆς Αὐστρίας, ὅταν αὕτη ἐπετέθη κατὰ τῆς Σερβίας, μὴ προκαλεσάσης αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ Σερβία, ὅτε ἐδέχθη τὰς πρώτας Αὐστριακὰς ἀπειλάς, μετατραπείσας εἰς ἐπίδοσιν τοῦ γνωστοῦ τελεσιγράφου, ἐστράφη πρῶτον πρὸς τὴν Ρωσσίαν καὶ ἐζήτησε τὴν συνδρομὴν ἐκείνων τῶν Μ. Δυνάμεων, ἐπὶ τῆς συμμαχίας τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ἐλπίζῃ ὅτι λυσιτελῶς ἤθελον ἐξυπηρετήσῃ τὰ συμφέροντά της. Ἐζήτησεν αὕτη πρὸ παντὸς τὴν συνδρομὴν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Σλαυϊσμοῦ. Καὶ εὐλόγως. Ἀλλ’ ἡ συνδρομὴ αὕτη δοθεῖσα κατέστησε τὴν Σερβίαν ἀμέσως ὑποχείριον ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τῆς πολιτικῆς της εἰς τὴν θέλησιν τῶν στρατευομένων Μεγάλων Δυνάμεων. Ὅτε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς συρράξεως μεταξὺ Βουλγαρίας καὶ Σερβίας καὶ κατήρξατο τῆς ἐπιστρατεύσεως ἡ Βουλγαρία, ἡ Σερβία δὲν ἠρώτησε τὴν Ἑλλάδα. Ἔσπευσε νὰ ἐρωτήσῃ τὰς Μεγάλας συμμάχους αὐτῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιταγῆς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐκοινοποίησε πρὸς τὴν Βουλγαρίαν τὸ τελεσίγραφον καὶ τὴν ἀνάκλησιν τοῦ πρεσβευτοῦ της ὁμοῦ μετὰ τῶν Συμμάχων της, χωρὶς ἡ Ἑλλὰς οὔτε νὰ ἐρωτηθῇ κἄν. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ βεβαιοῖ τοῦτο ἡ Ἱστορία καὶ ἡ ἀπάντησις τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Σερβίας κ. Πάσιτς πρὸς τὸν κ. Ἀλ. Ζαΐμην. Πάντως δὲν ἐτήρησεν ἡ Σερβία τοὺς τύπους. Δὲν νομίζω ὅτι οἱ τύποι δύνανται νὰ κατοχυρώσωσι μόνοι αὐτοὶ τὴν στάσιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ τύποι αὐτοί, ὧν τὴν μὴ τήρησιν κατηγόρησεν ἡ Ἰταλία κατὰ τῆς Αὐστρίας, οἱ αὐτοὶ τύποι δὲν ἐτηρήθησαν ὑπὸ τῆς Σερβίας ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ἡ μὴ τήρησις τῶν τύπων τούτων ἔχει ταύτην τὴν κυρίαν σημασίαν, ὅτι ἡ Σερβία, ταχθεῖσα ὑπὸ τὴν κηδεμονίαν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ εὐλόγως, ἐστερεῖτο πάσης αὐτοβουλίας περὶ τῆς καθόλου πολιτικῆς της, ἀλλὰ δυστυχῶς καὶ περὶ τῆς στρατιωτικῆς κατευθύνσεώς της. Καὶ σᾶς φέρω μίαν ὑπόμνησιν ἐπὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη παρ’ ἐγκρίτου Ἄγγλου δημοσιογράφου, τοῦ Δίλλωνος, ὅστις ἐκάκισε τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, δι’ ὅ,τι ἔπραξεν αὕτη, ὅτε ἤρξατο ἡ Βουλγαρία τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἡ Σερβία ἐζήτησε τὴν ἄδειαν ἵνα ἐπιτεθῇ κατ’ αὐτῆς παραχρῆμα καὶ ματαιώσῃ τὴν ἐπιστράτευσιν τῆς Βουλγαρίας, διότι ἦτο ἐπίκαιρος ἡ ὥρα τότε ἵνα προλάβῃ ἡ Σερβία τὴν ἐπίθεσιν τῆς Βουλγαρίας, μὴ ἔχουσα τίποτε ἄλλο νὰ πράξῃ εἰ μὴ μεταλλαγὴν μετώπου, ἵνα ματαιώσῃ τὴν Βουλγαρικὴν κινητοποίησιν. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην τί ἔπραξαν οἱ Σύμμαχοι; Ἑρμηνεύοντες τὴν στροφὴν τῆς Βουλγαρίας ὡς ὑπὲρ ἑαυτῶν γινομένην καὶ πλανώμενοι ἐν τῇ καθόλου κατευθύνσει των ἐν τῇ Βαλκανικῇ...
§223Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ στηριζόμενοι εἰς τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος.
§224Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. ... ἀπεφάνθησαν κατὰ τῆς ἰδέας νὰ στραφῇ ἡ Σερβία κατὰ τῆς Βουλγαρίας, δηλώσαντες ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις ἡ Βουλγαρικὴ ἴσως στρέφεται κατὰ τῆς Τουρκίας.
§225Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Κατὰ τῆς Τουρκίας.
§226Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ὥστε εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγω;
§227Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Μάλιστα.
§228Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον οἱ Σύμμαχοι ἀφῄρεσαν τὴν ἐλευθερίαν τῆς στρατιωτικῆς θελήσεως τῆς Σερβίας, ἀφήσαντες εἰς τὴν Βουλγαρίαν πλήρη ἐλευθερίαν κινητοποιήσεως καὶ ἐμποδίσαντες τὴν Σερβίαν, ἵνα ἐπιτιθεμένη ματαιώσῃ τὴν Βουλγαρικὴν κινητοποίησιν. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ Σερβία ἦτο ἐστερημένη καὶ πολιτικῆς καὶ στρατιωτικῆς πρωτοβουλίας. Ποία ἦτο λοιπὸν ἡ ἀξία τῆς Ἑλληνοσερβικῆς Συνθήκης, ἀφοῦ ἡ Σερβία δὲν εἶχεν ἐλευθερίαν ἐνεργείας; Αὐτὴ εἶναι ἡ καθολικὴ ἄποψις τοῦ θέματος. Καὶ ὑπενθυμίζω, πρὸς ὑποστήριξιν τούτου, ἕτερον παράδειγμα. Ἡ Ρουμανία συνεδέετο διὰ συνθήκης ἀμυντικῆς συμμαχίας πρὸς τὴν Αὐστρίαν καὶ ἦτο γνωστόν, ὅτι αὕτη ἔληγε κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1916. Ἐνῷ δὲ τοῦτο ἐγίνωσκεν ἡ Ρουμανία, διεπραγματεύετο ἀδιακόπως πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἵνα ἔχῃ τὴν εὐκαιρίαν ἅμα, ἐπερχομένου τοῦ τέρματος τῆς Συνθήκης ἐκείνης, νὰ ἐξέλθῃ ὑπὲρ τῆς Συνεννοήσεως. Καὶ τοῦτο ἔπραξε, διότι εἶχε τὸ μέγα συμφέρον τῆς Τρανσυλβανίας. Ἄλλο ζήτημα εἶναι ἂν ὑπέστη ζημίαν πρὸς τὸ παρόν. Ἡ Τρανσυλβανία διὰ τὴν Ρουμανίαν ἀπετέλει τὸν οὐσιωδέστερον ἐθνικὸν σκοπόν. Ἐνῷ λοιπὸν ἦτο συνδεδεμένη αὕτη μετὰ τῆς Αὐστρίας, κατέλυσε τὴν συνθήκην ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῇ διανοίᾳ της.
§229Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Θὰ κάμω μίαν ἐπιφύλαξιν δυστυχῶς, διότι βλέπω ὅτι εἶσθε καλλίτερον πληροφορημένος ἀπὸ ἐμέ. Οὔτε τοὺς ὅρους τῆς Συνθήκης, οὔτε τὴν Συνθήκην γνωρίζω, τὴν ὁποίαν ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἦτο δεσμευμένη ὅπως διαλύσῃ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, προκειμένου περὶ φίλης καὶ συμμάχου Κυβερνήσεως, δὲν ἔπρεπε νὰ καταγγείλητε αὐτὴν ὡς ἀθετήσασαν μίαν Συνθήκην.
§230Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ κάμω χρῆσιν τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ ἐναντίον τῆς κατηγορίας, τῆς ἐξενεχθείσης κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Δὲν προσβάλλω, οὔτε ἐννοῶ νὰ θίξω τὸ Κράτος ἐκεῖνο, ὅ,τι δὲ ἂν ἔπραξε, τὸ ἔπραξεν ὑπὲρ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων του, καὶ ἐκ τῆς καθολικῆς ἀντιλήψεως τῶν παγκοσμίων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνώτερα πάσης τοπικῆς συνθήκης. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπέμβασιν τῆς Ἑλλάδος, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων της, προέκυψαν περιστάσεις, καθ’ ἃς ἐκλήθη ἡ Ἑλλὰς νὰ συμπράξῃ καὶ ἔσχεν ἡ Ἑλλὰς ἡ ἰδία τὴν ἀντίληψιν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ συμπράξῃ. Ἀλλ’ αἱ περιστάσεις αὗται ἔδει νὰ ἐξετασθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κρατούσης στρατιωτικῆς καταστάσεως καὶ τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς καταστάσεως. Ἡ Ἑλλὰς ἐκλήθη εἰς ἐπέμβασιν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1914 καὶ ἀπέκρουσε ταύτην. Ἐκλήθη ἐπίσης κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1915, μεθ’ ὅλην δὲ τὴν τότε ἐμφάνισιν ἀνταλλαγμάτων γενναιοτάτων ἠρνήθη νὰ παρέμβῃ, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ κίνδυνος ἦτο μέγας. Ἐπεζήτησε νὰ παρέμβῃ κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1915 καὶ ἀνεστάλη ἡ ἐνέργειά της. Περὶ τούτου τόσα ἐλέχθησαν, ὥστε περιττεύει νὰ ἐπαναληφθῇ τι. Μίαν παρατήρησιν μόνον ἔχω νὰ κάμω ὄχι μονομερῶς διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ διὰ τὴν ὅλην Εὐρωπαϊκὴν πολιτικὴν τὴν προκαλέσασαν ἀκριβῶς τὰς ἀντιθέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ τὴν ἄρνησιν καὶ ἐπιφύλαξιν τῆς Ἑλλάδος. Ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος ἀνέῳξε πρὸ τῆς παγκοσμίου ἐξετάσεως ὅλα τὰ ζητήματα, συνεπείᾳ ὑπεροχῆς πολιτικῆς τῶν Δυνάμεων τῶν Κεντρικῶν καὶ ἀδυναμίας πολιτικῆς τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Αἱ Δυνάμεις αἱ Κεντρικαί, συνδεδεμέναι ἀνέκαθεν διὰ συνθήκης καὶ ἔχουσαι μεμελετημένα τὰ σχέδια καὶ τὰς τάσεις των, εἶχον καθορίσει τί θὰ ἔπραττον καὶ τί θὰ ἐπεδίωκον ἐν Εὐρωπαϊκῷ πολέμῳ. Ἀντιθέτως αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως δὲν εἶχον συνδεθῆ δι’ ἐπιθετικῆς συνθήκης. Καὶ εἰς ὡρισμένα ζητήματα ὑπῆρχον μεταξὺ αὐτῶν ἀντίθετοι ἀντιλήψεις, ἂν οὐχὶ ἀσυμφωνίαι βλέψεων. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἀσυμφωνία αὐτὴ τῶν βλέψεων καὶ ἡ ἔλλειψις ἁρμονίας περὶ τὰς ἀντιλήψεις προέκυψεν ἐν τῇ Βαλκανικῇ. Καὶ αὐτὴ ἡ ἀσυμφωνία τῶν βλέψεων καὶ ἡ δυσαρμονία περὶ τὴν ἀντίληψιν τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως προεκάλεσε τὴν δυστυχίαν τῆς Ἑλλάδος. Καθ’ ἣν στιγμὴν ἐξερράγη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, οὐδεὶς ἐκ τῆς Συνεννοήσεως ἦτο ἕτοιμος νὰ ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τοῦ Ἀνατολικοῦ. Καὶ οὐχὶ μόνον δὲν ἦτο ἕτοιμός τις νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ἑτοιμασία οὔτε πρὸς μελέτην κἂν προσαρμογῆς τῶν ἀντιλήψεων ἑκατέρωθεν. Ἕνεκα τούτου ὑπῆρχε φόβος σαφὴς παρὰ ταῖς Δυνάμεσι τῆς Συνεννοήσεως μὴ ἡ ἔλλειψις τῆς ἀμοιβαίας συνεννοήσεως γεννήσῃ μεταξὺ αὐτῶν πράγματα οὐχὶ μόνον κατὰ τὴν ὥραν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ πράγματα κυρίως, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνεφύοντο κατὰ τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς εἰρήνης, καθὼς ἀνεφύησαν ὅμοια πράγματα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας ἐκ τοῦ ὅτι διὰ τῆς συνθήκης τοῦ πρώτου πολέμου δὲν εἶχον κανονισθῆ ὅλαι αἱ ἀντιλήψεις αἱ Ἑλληνοβουλγαρικαί. Ἕνεκα τούτου εὐθὺς ἐξ ὑπ’ ἀρχῆς ὑπῆρχεν ἡ ἰδέα τῆς ματαιώσεως πάσης Τουρκικῆς ἐπεμβάσεως. Καὶ ἐγένετο τὸ καίριον σφάλμα τοῦ Ἀγγλικοῦ στόλου.
§231Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἶχε προεξοφληθῆ ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς 25ης Ἰουνίου 1914. Ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἐτηλεγράφει πρὸς τὸν Κάϊζερ τὰ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει).
§232Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι τὸ τηλεγράφημα, τὸ φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου ἔχει χρονολογίαν 25 Ἰουλίου καὶ ἐγένετο ὑπαρχούσης ἐν τῇ Χώρᾳ Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, ὅτι δὲ τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ διεβιβάσθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῶν Φιλελευθέρων. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ Κυβέρνησις ἠγνόει τὸ τηλεγράφημα; Καὶ ἐρωτῶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠγνόει τὸ τηλεγράφημα; Καὶ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠγνόει τὸ τηλεγράφημα, πῶς δὲν ἀπεδίωκε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν;
§233Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μοῦ φαίνεται, ὅτι ἁρμοδιώτερος ὅλων εἶναι νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν ἐγένετο ἡ ἐρώτησις αὐτοῦ παρόντος, νομίζω ὅτι ἠδύνατο νὰ μὴ γείνῃ αὐτοῦ ἀπόντος· ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἐπειδὴ ἐγένετο, θὰ ἔχετε τὴν ἀπάντησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ δώσω ἐγώ, ὡς ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν (ὁ κ. Στρέϊτ) εἶχε παράσχῃ πολλὰς ἀποδείξεις τῆς κακοπιστίας του. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶχε τὸ θράσος νὰ ὑποβάλῃ ἰδιαιτέρως ὑπομνήματα εἰς τὸν Βασιλέα Κωνσταντῖνον, ἀντιτιθέμενα εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας ἦτο Ὑπουργός, ἐξαπατῶν τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως.
§234Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦτο ἀνάγκη νὰ παρέμβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ νὰ καθορισθῇ ὅτι τὸ θεωρούμενον πταῖσμα ἐγένετο ὑπ’ εὐθύνην τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§235Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ· μοῦ φαίνεται ὅτι δύναμαι νὰ ἀξιώσω διασάφησιν τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα. Τί ἐννοεῖτε ὑπ’ εὐθύνην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν; Ἐδήλωσα, ὅτι ὁ μόνος ἁρμόδιος νὰ εἴπῃ τὸ τί ἐγένετο εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ προσέθηκα ὡς ὑπουργὸς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ὅτι ὑπάρχουν πολλαὶ ἀποδείξεις κακοπιστίας τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ἐξακολουθοῦντος νὰ ἐξαπατᾷ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδιαιτέρως τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Αὐτὸς ἦτο ὁ λόγος, δι’ ὃν καὶ ἀπεβλήθη ἐκ τῆς Κυβερνήσεως (Χειροκροτήματα).
§236Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ τὸ ἐπεισόδειον, τὸ ὁποῖον ἤγειρεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας, ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν παρὰ τοῦ κ. Στρέϊτ καὶ δὲν ἀφορᾷ τὴν διεξαγομένην συζήτησιν.
§237ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μπά!!
§238Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀφορᾷ ὅ,τι θεωρῶ ἐγὼ ὅτι ἀφορᾷ καὶ ὄχι ὅ,τι θεωρεῖτε σεῖς.
§239ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πρέπει νὰ λέγετε τὴν ἀλήθειαν.
§240Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Νὰ μιμῆσθε τὸν ἀρχηγόν μας εἰς τὴν ἀλήθειαν.
§241Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγένετο, ἔλεγον, καὶ εἰς τὸ στάδιον τοῦτο διεκόπην ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κερκύρας, ἐγένετο τὸ σφάλμα κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ὅτε ὁ Ἀγγλικὸς στόλος, ἔχων τὴν εὐχέρειαν νὰ τερματίσῃ τὸ ζήτημα τῶν Δαρδανελλίων διὰ μιᾶς εἰσβολῆς εἰς τὰ Δαρδανέλλια, καταδιώκων τὸ «Γκαῖμπεν», ἔστη πρὸ τῆς εἰσόδου τῶν στενῶν ἄπρακτος.
§242Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὰ γράφει καὶ τὸ «Σκρὶπ» αὐτά.
§243Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἀφῆστε νὰ διορθώσωμεν καὶ τὴν Ἀγγλίαν.
§244Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἂν τὰ γράφῃ τὸ «Σκρὶπ»· τὰ ἔγραψεν ὁ Δίλλων. Ἔστη δὲ οὗτος πρὸ τῶν Δαρδανελλίων, διότι τὸ ζήτημα τῆς ρυθμίσεως τῶν Ἀνατολικῶν συμφερόντων δὲν ἦτο ὥριμον καὶ διότι ἠπειλεῖτο πάντοτε ἡ ἐμφάνισις τῶν ἀξιώσεων περὶ Κωνσταντινουπόλεως. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ σκέψις τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως ἔτεινεν εἰς τοῦτο πάντοτε, εἰς τὴν ἀποκατάστασιν μιᾶς τετάρτης παρατάξεως ἐν τῇ Βαλκανικῇ, τῆς ἐπιζητουμένης ὁμοσπονδιακῆς παρατάξεως τοῦ Αἵμου, ἀλλὰ ταύτην κατέστρεψεν ἡ πρόωρος ἀνάμιξις τῆς Τουρκίας εἰς τὸν πόλεμον. Ἐπεδιώχθη δὲ δυστυχῶς ἡ χίμαιρα αὕτη τοῦ νὰ συμπαραταχθῶσι πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον τῆς Συνεννοήσεως Κράτη, τὰ ὁποῖα διῄρει ἀμοιβαῖος σπαραγμὸς καὶ πλήρης ἀντίθεσις συμφερόντων, ὡς εἶχε δείξει ἡ ἐπαύριον τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου, ἐπεδιώχθη δ’ ἡ χίμαιρα αὕτη ἐπὶ βάσεως ἀπειλούσης ζημίαν τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ἑλλάδος. Ἀκριβῶς κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1914 ἀπὸ τοῦ Bordeau ἀκόμη ἤρχισαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν βολιδοσκοπήσεις, ἂν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ παραχώρησις τῆς Καβάλλας καὶ εἰς τὴν βολιδοσκόπησιν ταύτην ἀπήντησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν — νομίζω δὲ ὅτι τὴν ἀπάντησιν συνέταξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὢν τότε Γενικὸς Διευθυντὴς — ἀπήντησεν ἐρρωμένως ἀντιτασσόμενον ἐναντίον τῶν βολιδοσκοπήσεων καὶ ἀξιώσεων αἵτινες μάλιστα εἶχον ἐνταθῆ εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε εἰς τὴν ἀπάντησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁ Ρῶσσος Ἀρχικαγγελλάριος ἔκαμεν ὑπαινιγμόν, ὅτι δὲν ἐξελλήνισεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς ἐκστρατείας της τὴν Ἀσίαν, ἀλλ’ ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξεμακεδονίσθη πρότερον καὶ κατόπιν ἀποκατεστάθη ὁ τῆς Ἀσίας πολιτισμός, θέλων οὕτω νὰ εἴπῃ, ὅτι οἱ Μακεδόνες ὑπῆρξαν κατακτηταὶ τῆς Ἑλλάδος καὶ συνεπῶς ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν ἱστορικὰ δίκαια ἐπὶ τῆς Μακεδονίας. Μὲ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα οἱ σπεύδοντες ὑπὲρ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς Βαλκανικῆς ὁμοσπονδίας καὶ οἱ σπεύδοντες ὑπὲρ τῶν Πανσλαυϊστικῶν σχεδίων ἐπεζήτουν νὰ πείσωσι τὴν Ἑλλάδα νὰ δεχθῇ τὸν τεμαχισμόν της, λίαν μὲν δι’ αὐτὴν ἐπώδυνον, ἀλλ’ ἱκανὸν νὰ πραγματοποιήσῃ τὴν Βαλκανικὴν ὁμοσπονδίαν. Ἀπέναντι τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἦτο δύσκολον ἡ Ἑλλὰς νὰ εὕρῃ τὴν πολιτικὴν εὐκαιρίαν καὶ τὴν στρατιωτικὴν εὐκαιρίαν νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου εὐχερῶς. Καὶ ἐπῆλθον τὰ γεγονότα τοῦ Ἀπριλίου τοῦ 1915, κατὰ τὰ ὁποῖα ἠμφισβητήθη πεισμόνως ἡ μόνη ἐγγύησις τῆς ἀκεραιότητος, τὴν ὁποίαν ἐζήτει ἡ τότε Κυβέρνησις, ἵνα εἰσέλθῃ εἰς τὸν πόλεμον. Καὶ κατόπιν ἐγεννήθη ἡ περιπέτεια τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1915. Ἐξ ὅλων τῶν γεγονότων τούτων μίαν εὗρον περίστασιν, ἡ ὁποία μοιραίως ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μετάσχῃ τοῦ πολέμου. Λέγω τοῦτο οὐχὶ ἵνα καταστῶ εὐχάριστος εἴς τινας, διότι ὅτε ἐνεφανίσθη ἡ περίστασις καὶ ὅτε ἐξερράγησαν τὰ γεγονότα ἐγώ, διαφωνῶν πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους, μεθ’ ὧν συνεπολιτευόμην, ἐκήρυξα δημοσίᾳ ὅτι ἦτο περίπτωσις ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος. Ἡ περίπτωσις ἐκείνη ἦτο ἡ τῆς ἐξόδου τῆς Ρουμανίας. Δὲν προοιωνιζόμην, οὔτε εἶμαι στρατιωτικός, οὔτε συνειθίζω νὰ προεξοφλῶ τὰ στρατιωτικὰ ἀποτελέσματα, οὐδ’ ἠδυνάμην νὰ προεξοφλήσω ὅτι ἡ ἐπέμβασις τότε τῆς Ἑλλάδος ἠδύνατο νὰ καταλήξῃ εἰς νίκην, εἴτε ἀσφαλῆ, εἴτε πιθανήν. Ἀλλ’ ἐνώπιόν μου ὡς πολιτικοῦ ἀνδρός, δυναμένου διὰ τῶν ἀσθενῶν δυνάμεών του νὰ κρίνῃ τὴν πολιτικὴν τῶν πραγμάτων μορφήν, ἐτίθετο τοῦτο τὸ ζήτημα. Τὸ μόνον ὑπολειπόμενον Βαλκανικὸν Κράτος εἰσήρχετο εἰς τὸν ἀγῶνα, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐν Ἑλλάδι παρήχθη μία διχοστασία, καὶ διχοστασία τοιαύτης μορφῆς, ὥστε γενικὴ σκέψις ἔδει νὰ ἦτο ἡ σκέψις περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς Χώρας ἐκ τῆς διχοστασίας ταύτης. Ἦτο ζήτημα μέλλοντος τῆς Χώρας, ζήτημα ζωτικώτατον κατὰ ποῖον θὰ ἐπήρχετο τρόπον ἡ παῦσις τοῦ ἐσωτερικοῦ διχασμοῦ τῆς Χώρας. Καθ’ ἣν στιγμὴν εἰσήρχετο εἰς τὸν ἀγῶνα ἡ Ρουμανία, ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς διχοστασίαν· μέρος τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ ὡδηγεῖτο ὑπὸ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως εἰς Θεσσαλονίκην, Κυβερνήσεως τυχούσης προστασίας καὶ συνδρομῆς τῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἦσαν προωρισμέναι νὰ προστατεύσωσι τὴν Ἑλλάδα. Πρὸ τῆς καταστάσεως ταύτης ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ δώσω τὴν γνώμην μου καὶ τὴν ἀντίληψίν μου, ὅτι ἐπεβάλλετο ἡ ἔξοδος τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος, διότι ἔκρινα, ὅτι ὑπῆρχε περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ὤφειλε νὰ διατρέξῃ κινδύνους ἐξωτερικοὺς ἵνα διατηρήσῃ τὴν ἐσωτερικήν του γαλήνην καὶ ἡσυχίαν. Κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην προσεδόκων ἴσως ἄλλοι πιθανὰ ἐθνικὰ ὀφέλη, ἀλλὰ ἐγὼ ἐθεώρουν, ὅτι προτιμότερον ἦτο διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ διατρέξῃ ἐξωτερικοὺς κινδύνους παρὰ νὰ ὑπάρχωσιν οἱ κίνδυνοι τῆς ἐσωτερικῆς διχοστασίας. Ἀπέναντι τῆς καταστάσεως ταύτης ἐθεώρησα, Κύριοι, ὅτι ὤφειλον, παρὰ πάντα κίνδυνον, νὰ συμβουλεύσω ἀπεριφράστως τὴν ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Ἡ περίπτωσις αὕτη ἦτο, κατ’ ἐμέ, ἀποφυγὴ ἐσωτερικῶν κινδύνων καὶ ἐσωτερικῶν διαιρέσεων καὶ ἐθεώρησα ὅτι ἂν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδύνατο μέχρι τῆς στιγμῆς νὰ λάβῃ ὠφέλη, τοὐλάχιστον ὤφειλε νὰ μιμηθῇ τὴν περίστασιν τὴν Γαλλικὴν τοῦ 1870.
§245Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Κύριε βουλευτά, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω μίαν ἐπιστολὴν ἰδικήν σας, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνατε εἰς τὸν πολιτευτὴν κ. Ἀκρίδαν κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1915. Γράφετε εἰς τὴν ἐπιστολὴν ἐκείνην, ὅτι ἑκάστη βολὴ τηλεβόλου, ριπτομένη εἰς τὰ στενὰ τῶν Δαρδανελλίων, μᾶς πλήττει εἰς τὴν ψυχὴν καὶ ὅτι μοναδικὴ περίπτωσις τῆς ἐξόδου τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς οὐδετερότητος....
§246Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Χαίρω πολύ, κύριε βουλευτά, διὰ τὴν ὑπόμνησιν τῆς ἐπιστολῆς ταύτης. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου εἶχον τὴν τιμὴν καὶ δημοσίᾳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἐνεργείας. Ταῦτα δὲ ἀνέπτυξα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914. Δὲν ἐσήμαινεν ὅμως τοῦτο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ριφθῇ ὁ ὑπεύθυνος Κυβερνήτης εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς ἐξόδου μὲ τυφλὰ μάτια. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔγραφον τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, βεβαίως ἐδονήθη καὶ ἡ ἰδική μου ψυχὴ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ κανονιοβολισμοῦ τῶν Δαρδανελλίων.
§247Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ λόγος ποὺ ἐμονομαχήσατε μὲ τὸν κ. Καραπάνον;
§248Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λόγος ἐντελῶς ἄσχετος πρὸς τὴν πολιτικήν.
§249Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Διότι ἐζητωκραύγασε διὰ τὴν Γαλλίαν.
§250Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι διὰ τὴν Γαλλίαν, ἀλλὰ δι’ ἕνα Γάλλον ταγματάρχην. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνελάβομεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἴδομεν ὅτι τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶχε ζητηθῆ ἡ συνδρομή, ἀλλ’ ὅτι αὕτη μόνη της εἶχε ζητήσῃ τοῦτο καὶ ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἡ Ἑλλὰς εἶχε λάβῃ ἀπάντησιν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τῇ ἔλεγε: «Μὴ προχωρήσετε, μὴ κινηθεῖτε, μὴ προβῆτε εἰς κανὲν διάβημα πρὶν ἢ συμφωνήσωσιν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις περὶ τούτου» καὶ ὅτι δὲν εἶχε οὔτε συμφωνία κἂν κατασταθῇ μεταξὺ τῶν Μ. Δυνάμεων περὶ τῆς ἀποκτήσεως τῆς Ἑλλάδος ὡς συμμάχου, τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσω τὴν γνώμην μου περὶ ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐν τοῖς πράγμασι καὶ ἠδύναντο νὰ γινώσκωσι τὴν ἐνέργειαν καὶ τὴν σκέψιν καὶ τὴν διπλωματικὴν ἐν γένει κατάστασιν, ὅτε μετὰ πάροδον ἑνὸς μηνὸς ἔκτοτε ἐπῆλθεν ἡ πρότασις τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως πρὸς τὴν Ἑλλάδα πρότασις, τῆς ὁποίας τὴν ἔμπνευσιν εἶχεν αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς Γαλλίας κ. Μπριάν, καὶ ἡ ὁποία ἐκομίσθη ἐνταῦθα δι’ ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς Οἰκογενείας, καὶ ὅτε ἤρχισαν αἱ περὶ ταύτης συζητήσεις, γινώσκουσιν ὅσοι εἰργάζοντο τότε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι ὁ Ὑπουργός, ὁ μᾶλλον σπεύδων καὶ ὠθῶν εἰς τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν τῆς Ἑλλάδος, ἦτο ὁ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλῶν, διότι τὴν στιγμὴν αὐτὴν ὑπῆρχε πρόσκλησις τῆς Συνεννοήσεως, προσφορὰ συνεργασίας ἐπ’ ἀνταλλάγμασιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, τὰ πάντα ἔληξαν. Αἱ συζητήσεις αὗται, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε διεξήχθησαν παρ’ ὅλων καὶ ἐν τῷ Τύπῳ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἡ ἀγόρευσις ἡ ἰδική μου εἶναι συζήτησις ἀφορῶσα τὴν κατάστασιν τοῦ παρελθόντος. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἔχει ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, νὰ καθορίσῃ τὰς βλέψεις καὶ τὰς σκέψεις ἑκάστου διὰ τὰ συμβαίνοντα. Ἀλλὰ σήμερον ὑπάρχει μία κατάστασις, καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ἡ πραγματικὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀνέλαβε τὴν διακυβέρνησιν τοῦ Κράτους καὶ ἀποτελεῖ πλέον τὸ νόμιμον καθεστώς. Εἴτε νόμιμον εἶναι τὸ καθεστὼς σήμερον, εἴτε πραγματικόν, ἡ κατάστασις τοῦ πολέμου εἶναι πραγματική, ἡ δὲ κατάστασις τοῦ πολέμου ἡ πραγματικὴ δὲν παράγεται οὔτε διὰ διακοινώσεων, οὔτε διὰ δικονομικῶν ἐνστάσεων, ἀλλὰ παράγεται ἁπλῶς διὰ γεγονότων. Ἡ κατάστασις δὲ ἡ πολεμικὴ παρήχθη ἐμπράκτως καὶ παραχθείσης τῆς καταστάσεως τοῦ πολέμου ἔχει πᾶς τις τὴν ἀνάγκην νὰ καθορίσῃ τὰς σκέψεις του χάριν τῆς ἀντιλήψεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, εἶχον ἐνδοιασμούς, εἶχον ἐνδοιασμοὺς ὄχι διὰ τὴν κήρυξιν αὐτοῦ καθ’ ἑαυτὸν τοῦ πολέμου, διότι ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου ἦτο ἡ ἀναγκαία συνέπεια τῆς ἀναρρήσεως τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, τῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ ἐμπόλεμος κατάστασις αὐτοδικαίως παρήγετο ὡς πραγματικὴ διὰ τῆς ἀναρρήσεως εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης. Ἀλλ’ ἐνδοιασμοὺς εἶχον περὶ τῆς σκοπιμότητος τοῦ νὰ προτρέξῃ ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου πρὶν ἢ καταστῇ δυνατόν, ἵνα πλήρως παρασκευασθῇ ἡ κατάστασις τοῦ Κράτους διὰ τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι οἱ πόλεμοι παρασκευάζονται ἐνεργουμένης πρότερον τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ κατόπιν κηρύσσονται. Σήμερον διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει βεβαίως ἡ περίπτωσις τῆς ἀνάγκης τῆς ἀμύνης τῶν συνόρων της, ἧς ἕνεκα προηγεῖται ἡ ἐπιστράτευσις τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ σήμερον διὰ τὴν Ἑλλάδα, κυβερνωμένην ὡς κυβερνᾶται, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις δυσπιστίας ἐκ μέρους τῶν Συμμάχων αὐτῆς. Ὑπῆρχε περίπτωσις δυσπιστίας κατὰ τὸ 1916, ὅτε παρουσιάσθη ἡ ὁμοία περίστασις, τότε δ’ ἐδυσπίστησαν αἱ Δυνάμεις πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἠξίωσαν νὰ κηρύξῃ πρότερον αὕτη τὸν πόλεμον καὶ ἔπειτα νὰ ἐπιστρατευθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως ἡ σημερινή, ἡ ὁποία συνεμάχησε μετὰ τῶν Δυνάμεων, συνειργάσθη μετὰ τῶν Δυνάμεων ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἔσχε πᾶσαν συνδρομὴν ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων καὶ παρέσχε τὸ καθ’ ἑαυτὴν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ δὲν εἶχε λόγον νὰ σπεύδῃ νὰ κηρύξῃ τὸν πόλεμον πρὶν παρασκευάσῃ τοῦτον. Ὑπάρχουσι δὲ δύο ζητήματα τῆς παρασκευῆς τῆς Χώρας διὰ τὸν πόλεμον. Τὸ ζήτημα τῆς παρασκευῆς εἶναι ἐν πρώτοις ζήτημα ὑλικόν. Ἐφ’ ὅσον τὸ ὑλικὸν δὲν εἶναι παρεσκευασμένον δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Χώρα νὰ καταστῇ ἱκανή, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο καὶ οὐσιωδῶς ἠθικόν. Ἡ ὅλη κατάστασις, ἡ ὁποία παρήχθη ἀπὸ καιροῦ, ἔχει γεννήσῃ τὴν διχόνοιαν ἐν τῇ Χώρᾳ ἢ μᾶλλον τὴν διάφορον ἀντίληψιν περὶ τῶν τῆς Χώρας. Σήμερον δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἔχουσι τὰ τῶν πολέμων ἐν γένει, νὰ ἀντιμετωπίσητε ἕνα πόλεμον μεθ’ ὅλων τῶν εὐκολιῶν καὶ τῆς δυνάμεως, ἐφ’ ὅσον ὁ πόλεμος οὗτος δὲν ἀντιμετωπίζει τὴν Ἐθνικὴν ψυχὴν ὡς πόλεμος Ἐθνικός. Σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἐπῆλθε τοιαύτη διχοστασία καὶ τοιαύτη ἀντίθεσις γνωμῶν περὶ τῶν γεγονότων καὶ περὶ τῆς καταστάσεως, ὥστε δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὅλη εὑρίσκεται ἐν τῇ αὐτῇ ἀντιλήψει, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ πολεμήσῃ. Καὶ ὑπενθυμίζω πρὸς ὑμᾶς τί ἔπραξεν ἡ Ἀγγλία. Ἡ Ἀγγλία ἤρξατο τοῦ πολέμου ἔχουσα στρατολογίαν ἐθελοντικήν, εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐφαρμόσῃ στρατολογίαν ὑποχρεωτικὴν καὶ πρὶν ἢ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Νόμος περὶ ὑποχρεωτικῆς στρατολογίας, ἐγένετο ὁλόκληρος ὀργάνωσις πρὸς καθοδήγησιν τοῦ κόσμου, πρὸς διαπαιδαγώγησιν τοῦ λαοῦ, πρὸς σχηματισμὸν τῆς Ἐθνικῆς ἀποφάσεως, ἵνα ἡ καθολικὴ στρατολογία γίνῃ ὑπὸ πάντων ἀποδεκτή. Ἐγένετο δὲ τοῦτο ἐν ὥρᾳ πολέμου. Καὶ μόνον ὅταν ἐπέτυχον τὴν διαπαιδαγώγησιν τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ καὶ τὸν πλήρη σχηματισμὸν τῆς ἀντιλήψεώς του καὶ ἐπείσθησαν ὅτι ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς ἦτο καταλλήλως παρεσκευασμένος, τότε εἰσήγαγον τὸν νόμον «περὶ τῆς ὑποχρεωτικῆς στρατολογίας», τὸν ὁποῖον ἠδυνήθησαν καὶ διὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιβάλωσιν. Ἐνταῦθα παρήχθη ἡ κατάστασις πολέμου, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν παρήχθη ἡ κατάστασις τοῦ πολέμου, παρήχθη ἅμα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀντίληψις δυσάρεστος, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἄγεται εἰς τὸν ἀγῶνα οὐχὶ ἐξ ἐθνικῆς ἐπιταγῆς, ἀλλὰ διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀχθῇ.
§251ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὅλος (θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§252Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι ὅλος; Μέρος; (διαμαρτυρίαι). Αὐτὸ ἐννοεῖτε;
§253Ν. ΞΗΡΟΣ. Κανένα Ἰρλανδὸν βουλευτὴν Κέϊσμαν μήπως τὸν ἐκρέμασαν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διότι ἔλεγε τοιαῦτα;
§254Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Κέϊσμαν ἐκρεμάσθη, διότι ἐγένετο ἐπαναστάτης ἐναντίον τῆς Ἀγγλίας τῇ συνδρομῇ τῶν ξένων.
§255Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἐπῆγαν κάποτε εἰς τὴν Σπάρτην βουλευταὶ διὰ νὰ ἐξεγείρουν τὸν λαόν.
§256Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον, κύριοι, ταῦτα, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ τονίσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἱ διακοπαί σας προλαμβάνουν καὶ δὲν ἀφήνουν νὰ τονίσω ὅτι ἔχομεν καθῆκον ὅλοι νὰ διακηρύξωμεν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκτελέσεως καθήκοντος. Ἔφθασα δ’ ἀκριβῶς, κύριοι, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο τοῦ λόγου, ἔχων σκοπὸν νὰ ἀνακοινώσω πρὸς ὑμᾶς τί ἀκριβῶς περὶ τῆς καταστάσεως πολέμου εἶπεν ὁ Ἀρχικαγγελλάριος τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας.
§257Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Δὲν θέλομεν νὰ ἀκούσωμεν. (Θόρυβος).
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, κύριοι νὰ τελειώσῃ ὁ ἀγορεύων.
§259Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θέλω νὰ καταστήσω δῆλον καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ δὲν εἶναι κατάστασις πολέμου, τὴν ὁποίαν παρήγαγεν ἡ ἀνάγκη μόνον, ἀλλ’ εἶναι κατάστασις, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζουν οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν. Διότι ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τῷ Γερμανικῷ ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ Ἀρχικαγγελαρίου, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξαναγκασθεῖσα εἰσῆλθεν εἰς τὸν πόλεμον. Κατὰ συνέπειαν τοιαύτης ἀνακοινώσεως ὑπαρχούσης, εἶναι ἀνάγκη πάντες οἱ Ἕλληνες νὰ ἀντιληφθῶμεν ἐπίσης, ὅτι ὁ πόλεμος δὲν ἐγένετο μόνον ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τοὺς ἀντιπάλους, ἀλλ’ ὅτι ὁ πόλεμος ἐγένετο ἀποδεκτὸς καὶ ὑπὸ τῶν ἀντιπάλων. Καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ γείνῃ ἀποδεκτός, διότι ἔχουσι τὰ ἀντίθετα συμφέροντα πρὸς ἡμᾶς. Εἶναι καθῆκον συνεπῶς καὶ πολιτευομένων καὶ πολιτῶν νὰ προσφέρωμεν τὴν ὑπηρεσίαν ἡμῶν πρὸς τὴν Χώραν καθ’ ὅλην αὐτῆς τὴν ἔκτασιν. Καὶ ἀκριβῶς εἶπον ὅσα εἶπον, ἵνα καταλήξω εἰς τὴν συμβουλὴν ταύτην καὶ εἰς τὴν δήλωσιν ταύτην, ὅτι, καίτοι ὑπάρχει μεγάλη μερὶς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἡ ὁποία ἔχει ἀντιθέτους ἀντιλήψεις, εἶναι καθῆκον πάντων ἡμῶν νὰ φωτίσωμεν τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ νὰ παραδώσωμεν ὡς ὑποθήκην εἰς πάντας ὅτι, πολέμου ὑπάρχοντος πραγματικῶς, πᾶς Ἕλλην ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ πρὸς τὴν Χώραν.
§260Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἶναι ὁ μόνος πόλεμος, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβεν αὐτὸς ὁ λαός.
§261Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχω ἀνάγκην νὰ καθορίσω διάφορα σημεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνάγκη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ θιγῶσιν. Ἡ Ἑλλὰς εἰσέρχεται εἰς τὸν ἀγῶνα, τοῦ ὁποίου τέρμα πιθανὸν νὰ εἶναι ἡ νίκη, πιθανὸν ὅμως νὰ εἶναι καὶ ἡ ἰσορρόπησις τῶν δυνάμεων. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρξῃ νίκη, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διαγράψῃ τις τί ἡ Ἑλλὰς ἔχει νὰ ἀξιώσῃ καὶ τί νὰ ἐπιζητήσῃ. Ἡ ὕπαρξις νίκης, ὁ βαθμὸς τῆς νίκης, ὁ βαθμὸς τῆς ἐπικρατήσεως τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅλοι αὐτοὶ οἱ παράγοντες θὰ συντελέσουν εἰς τὴν διαγραφὴν τῶν ζητητέων παρὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιταγῆς τῶν γενικῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ βλέψεων. Εἰς τὴν περίπτωσιν ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν τυχὸν ἡ Ἑλλὰς ἤθελε καταλήξει μετὰ τῶν Συμμάχων αὐτῆς εἰς τερματισμὸν τοῦ πολέμου ἰσόρροπον — ἀπίθανος περίπτωσις, ἀλλὰ περίπτωσις — εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην εἶναι ὀρθὸν νὰ διαγραφῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑφ’ ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους σημεῖα τινά, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς τῶν Συμμάχων αὐτῆς ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαίου τῶν ἐθνικοτήτων. Καὶ τὰ σημεῖα αὐτὰ ἀκριβῶς εἶναι τὰ ἐκκρεμῆ μείναντα σημεῖα ἐκ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου. Εἶναι ταῦτα τὸ ζήτημα τῆς Βορρείου Ἠπείρου καὶ τὸ ζήτημα τῶν Δωδεκανήσων. Εἶναι ζητήματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ὁρῶσι τὸν κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν ἀντιπάλων της, ἀλλὰ μετὰ τῶν συμμάχων της. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ὑπενθυμίσω ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὄχι διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω ἐγὼ τοῦτο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ διότι πᾶσαι αἱ Κυβερνήσεις εἰς τὴν διεξαγωγὴν οἱουδήποτε ζητήματος ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἀρωγῆς τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσι τὴν Κοινὴν Γνώμην, καὶ ἐκείνων μάλιστα τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς κατώρθωσαν νὰ ἀποκτήσωσι θέσιν τινὰ παρὰ τῇ Δημοσίᾳ Γνώμῃ. Τοιοῦτον δὲ ζήτημα εἶναι τὸ Κυπριακόν, οὗτινος τὴν εὐνοϊκὴν λύσιν ἐγγυᾶται τὸ φιλελεύθερον πνεῦμα καὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Ἀγγλικοῦ Ἔθνους, ἥτις τόσον μεγαλοφρόνως ἐπεδείχθη εἰς τὸ ζήτημα τῶν Ἰονίων νήσων. Ταῦτα εἶχον, κύριοι, νὰ εἴπω καὶ περατῶν τὸν λόγον ἔχω νὰ ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν πρὸς τὴν Βουλήν. Κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας ἀνέγνωσα τὰ πρακτικὰ συνεδριάσεως τῆς Γερουσίας τῆς Γαλλίας, ἀνέγνωσα πρακτικὰ συνεδριάσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρξε διαφωνία ῥιζικὴ μεταξὺ τοῦ Κλεμανσὼ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Μαλβύ. Ὁ κ. Κλεμανσὼ ἐν τῇ συνήθει ὁρμητικότητι αὐτοῦ ἔψεξε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν....
§262Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ ἦτο διαλλακτικὸς πρὸς τοὺς εἰρηνοφίλους.
§263Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. .... ἐπὶ ἀδυναμίᾳ, ἐπὶ μὴ καταδιώξει τῶν εἰρηνοφίλων, καὶ παντὸς στοιχείου ὑπόπτου. Γνωρίζουσι δὲ οἱ ἐν Γαλλίᾳ ζῶντες, καὶ οἱ παρακολουθοῦντες τὰ Γαλλικὰ πράγματα, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ μεταξὺ τῶν ὑπόπτων ὑπάρχει καὶ μεγάλη κατηγορία, ἡ τῶν ἐκγαλλισθέντων Γερμανῶν. Καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διεκήρυξε, συνεπικροτοῦντος καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ ὑπῆρξε πολιτικὴ ἐπαγρυπνήσεως, πολιτικὴ συνδιαλλαγῆς, πολιτικὴ ἐποπτείας, ὑπῆρξε πολιτικὴ τῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἐσωτερικῆς ὁμονοίας τῆς Χώρας. Δὲν ἔσπευσεν εἰς διωγμούς...
§264ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶχε προδότας.
§265Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. .... καὶ προὐτίμησεν, ἀντὶ νὰ παρουσιάσῃ τὰς ζητουμένας κεφαλάς, νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ὁμόνοιαν τῆς Γαλλίας....
§266Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λέγετε ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον χρήζει ἀποκαταστάσεως.
§267Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ταῦτα εἶπεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Γαλλίας καὶ τὴν δήλωσιν ταύτην ἐπεκύρωσεν ὁλόκληρος ἡ Γερουσία ἡ Γαλλικὴ διὰ παμψηφίας, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ κ. Ριμπώ, ὑποστηρίξαντος τὰ αὐτά, διότι οἱ ἐν Γαλλίᾳ ἀπεδέχθησαν καὶ ἐφήρμοσαν τὴν ἀρχήν, ὅτι οἱ τουφεκισμοὶ καὶ αἱ καταδιώξεις δὲν συντελοῦσιν εἰς ἀποκατάστασιν τῆς ὁμονοίας....
§268Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀλλ’ ἔφυγεν ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος.
§269Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. .. ἀλλ’ ἡ ἀποκατάστασις χωρεῖ μόνον διὰ τῆς συνδιαλλαγῆς πάντων τῶν στοιχείων. Διεξήγαγον καὶ διεξάγουσιν ἐν Γαλλίᾳ ἀγῶνα ἀγριώτατον ἐναντίον ἐχθροῦ, πρὸς τὸν ὁποῖον ὄχι μόνον τὸ συμφέρον τὸ ἐθνικὸν συγκρούεται, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ μῖσος ἀδιάλλακτον πλέον τῶν 40 ἐτῶν. Καὶ κατὰ τὸν ἀγῶνα ἐνεθυμήθησαν οἱ ἐν Γαλλίᾳ κυβερνῶντες, ἐνεθυμήθησαν ὅτι καθῆκον αὐτῶν ἦτο νὰ ἐπαγρυπνήσωσιν ἐπὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς Χώρας, νὰ ἐπαγρυπνήσωσιν ἐναντίον παντὸς ὑπόπτου, νὰ λάβωσι πᾶν μέτρον ἀστυνομικὸν ἐναντίον τῶν θελόντων νὰ καπηλευθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας, ἀλλὰ νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν ἐθνικὴν ὁμόνοιαν διὰ πνεύματος συνδιαλλαγῆς. Καὶ τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐπικαλοῦμαι, διότι ὁ ἀγών, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ διεξαγάγητε, δὲν εἶναι ἀγὼν ἑνὸς κόμματος. Ἦτο δυνατὸν νὰ ἦτο ἀγὼν μιᾶς μερίδος πολιτικῆς ἐφ’ ὅσον εὑρίσκεσθε ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἤλθετε ἐνταῦθα καὶ θέλετε ὡς Κυβέρνησις τῆς Χώρας νὰ διεξαγάγητε ἀγῶνα μεθ’ ὅλων τῶν ἐλπίδων καὶ τῶν μέσων ἐπιτυχίας, ὁ ἀγὼν οὗτος πρέπει νὰ καταβληθῇ πᾶσα προσπάθεια, ἵνα διεξαχθῇ ὡς ἀγὼν ἐθνικός. Τότε ὁ ἀγὼν οὗτος θέλει ἐπιτύχει. Ἀλλὰ διὰ νὰ διεξαχθῇ ὡς ἀγὼν ἐθνικός, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ διὰ τῆς ἀδιαλλαξίας καὶ διὰ τῶν καταδιώξεων, οὔτε διὰ τῶν ἀθρόων ἀπολύσεων δημοσίων ὑπαλλήλων. (Διαμαρτυρίαι). Ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμὸν τῶν βουλευτῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι συγχρόνως καὶ τὴν σύνεσιν ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος, ὁ ὁποῖος, ἐὰν διεξαχθῇ ἐκ μέρους ὑμῶν ὑπὸ τὸν τύπον καὶ τὴν μορφὴν τοῦ κατακτητοῦ καὶ ἄνευ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, θὰ εἶναι καταδικασμένος εἰς ἀποτυχίαν, ἐὰν ὅμως διεξαχθῇ οὗτος διὰ καθολικῆς συνδιαλλαγῆς, βεβαίως θὰ ἐπιτύχῃ πρὸς τιμὴν ὅλων καὶ πρὸς ὄφελος τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα).
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§271ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Θόρυβος).
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἢ θὰ ἡσυχάσητε ἢ θὰ ἀναγκασθῶ νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Α. Ἀργυρὸς ἔχει τὸν λόγον.
§273Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς μειονοψηφίας ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. Λόγον καὶ κατόπιν νὰ λάβω τὸν λόγον.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ ἔχετε ἐγγραφῆ κατὰ σειράν. Δὲν θὰ κανονίσητε σεῖς ποῖος κατὰ σειρὰν θὰ λάβῃ τὸν λόγον. Ὁ κ. Γ. Μπούσιος.
§275Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον δι’ αὔριον.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀργυρέ, ὁρίστε.
§277Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σίδερης.
§279Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§280ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης. Ἀπών. Ὁ κ. Γ. Πὼπ.
§281ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις.
§282Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ αὔριον. (Ὥρᾳ 1 π.μ.).