1917.08.09
1.187 στίχοι · 8.869 λέξεις · 125 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17Η
ΤΕΤΑΡΤΗ 9 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6.5′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Αἱ σταφιδικαὶ κοινότητες Μεσσηνίας παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ ἀκριβοῦς καθορισμοῦ τοῦ παρακρατήματος. —Οἱ ἀποστρατευθέντες λοχαγοὶ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου ζητοῦσιν αὔξησιν τῆς συντάξεως αὐτῶν ἢ τοὐλάχιστον νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς διατάξεως τοῦ ἐδαφίου δʹ τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ νόμου 728. Οἱ ἀνακληθέντες κατὰ τοὺς δύο πολέμους ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ παρακαλοῦσιν ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸν νόμον 728 τοῦ ἔτους 1916. —Αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν πρὸ τοῦ 1912 ἀποθανόντων ἀξιωματικῶν παρακαλοῦσιν ὅπως αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς των. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ε. Τσουδερὸς αἰτεῖται ἄδειαν ἑνὸς ἔτους πρὸς παραμονήν του ἐν Παρισίοις. —Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Κατσάνος αἰτεῖται 20ήμερον ἄδειαν. —Ὁ βουλευτὴς κ. Ζ. Ἰατροῦ αἰτεῖται 150ήμερον παράτασιν τῆς ἀδείας του.
§3Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀδείας νὰ μὴ κάμουν χρῆσιν αὐτῶν πρὸ τοῦ πέρατος τῆς πολιτικῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία θὰ ἀρχίσῃ αὔριον. Θὰ παρακαλέσω μάλιστα, κύριε Πρόεδρε, ὅπως διὰ τηλεγραφημάτων εἰδοποιήσητε καὶ τοὺς ἀπόντας νὰ ἔλθουν, διότι λείπουν παρὰ πολλοί.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν συναινεῖ εἰς τὴν χορήγησιν τῶν αἰτουμένων ἀδειῶν.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Δαζέας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως, καταργήσεως καὶ ἑρμηνείας διατάξεων τοῦ νόμου 728 τῆς 15 Ἰουλίου 1916». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Γκάλκος, Δ. Γκλαβᾶς, Β. Μπάλκος καὶ Α. Σίδερης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». —Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου 1917 ὑπ’ ἀριθμὸν 1375 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης». 2) «Περὶ ἐφαρμογῆς τῆς προσωρινῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὴν χρῆσιν 1917 καὶ περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν τῶν δηλώσεων ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ μεγάλων ζώων». 3) «Περὶ δασμολογικῶν μεταβολῶν». 3) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2690 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ χορηγίας προκαταβολῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὰς Ἀνωτάτας Διευθύνσεις». 5) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 173 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ παροχῆς ἐπιμισθίου εἰς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, εἰς οὓς ἀνατίθεται προσωρινῶς ἐκτὸς τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ ἑτέρα δημοσία ὀργανικὴ ὑπηρεσία». 6) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1380 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ καταργήσεως καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ νόμου ΒΥΛʹ τῆς 13 Δεκεμβρίου 1896 «περὶ ἐξόδων μεταφορᾶς καὶ ἀποστολῆς χρημάτων». 7) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2712 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ καθορισμοῦ τοῦ πενταλέπτου ὡς τῆς ἐλαχίστης νομισματικῆς μονάδος εἰς λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου». 8) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1173 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ παροχῆς ἀποζημιώσεως εἰς Ὑπουργοὺς ἢ Συμβούλους ἐξερχομένους εἰς περιοδείαν». 9) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2043 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 30 Μαρτίου 1917 συμβάσεως μετὰ τῆς Τραπέζης Κρήτης». 10) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 745 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 86 τοῦ νόμου 425 «περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων καὶ προσωρινῶν δημοσίων ὑπαλλήλων». 11) «Περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 299 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ συντάξεων καὶ ἀποζημιώσεων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ πληρωμάτων τῶν ἐπιτάκτων πλοίων». 12) «Περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων αʹ) τῆς Διευθύνσεως τοῦ Δικαστικοῦ, βʹ) τῶν Νομικῶν Συμβούλων καὶ γʹ) τῶν παρ’ Οἰκονομικαῖς Ἐφορίαις δικαστικῶν ἀντιπροσώπων». Παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Ὁ κ. Α. Κριάρης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἀπεφάσισεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ἐπ’ ἀνδραγαθίᾳ προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν, ἀνθυπασπιστῶν καὶ ὁπλιτῶν τῆς Χωροφυλακῆς, οἵτινες ἠνδραγάθησαν κατὰ τὴν ἐξόντωσιν τῆς λῃστοσυμμορίας τῶν ἀδελφῶν Γιαγιὰ Σάμου καὶ ἂν προτίθεται νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 2703 Διάταγμα τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ τέως Προσωρινῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ αὐτῶν.
§9Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι βουλευταί, ὅτι εἰς τὴν Σάμον ὑπῆρξε μία λῃστοσυμμορία, ἡ τῶν Γιαγιάδων, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἐδολοφόνησεν οὐκ ὀλίγους ἄνδρας τῆς Χωροφυλακῆς καὶ στρατιώτας, ὑπὲρ τοὺς εἴκοσιν....
§10Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πολὺ περισσοτέρους.
§11Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. .... καὶ ἀφοῦ κατέστρεψεν οὐκ ὀλίγας οἰκογενείας, ἐδέησε κατόπιν νὰ ἐξοντωθῇ ἡ λῃστοσυμμορία αὕτη δι’ 25 ἀνδρῶν τῆς Χωροφυλακῆς, τῶν ὁποίων προΐστατο εἷς ἀξιωματικὸς τῆς Χωροφυλακῆς, εἷς ἀνθυπασπιστής. Μερικοὶ ὑπαξιωματικοὶ καὶ χωροφύλακες, τέσσαρες νομίζω, ἐφονεύθησαν, ὡς καὶ εἷς ἀνθυπασπιστής. Μετὰ τὴν ἐξόντωσιν τῆς λῃστοσυμμορίας ταύτης, ἔπρεπεν οἱ ἄνδρες αὐτοὶ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν· ἐν τούτοις ἔκτοτε δὲν ἐλήφθη οὐδὲν μέτρον. Νομίζω ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δικαίως παραπονοῦνται, διότι οὔτε τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ τοῖς δοθῇ ὡς ἀμοιβὴ τοῖς ἐδόθη, οὔτε προαγωγὴ αὐτῶν οὐδεμία ἐγένετο. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς συμφώνως πρὸς τὸ παρὰ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης ἐκδοθὲν Διάταγμα.
§12Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, ἀφ’ ἧς ἐπῆλθεν ἡ ἑνότης τοῦ Κράτους, δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτελεσθῇ ἐὰν δὲν ἐπεξετείνετο ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ καὶ ἐδῶ. Ἡ ἰσχύς του ὅμως θὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐνταῦθα ταχύτατα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Κριάρης ἐπὶ τῆς ἑτέρας ἐρωτήσεώς του πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§14Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. Ἄλλην μίαν ἐρώτησιν ἔχω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐξεδόθη Διάταγμα ὑπὸ τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως Θεσσαλονίκης, κατὰ τὸ ὁποῖον ἠδύνατο πᾶς δράσας κατὰ τὸν Μακεδονικὸν ἀγῶνα πρὸ τοῦ 1912 καθὼς καὶ κατὰ τοὺς πολέμους 1912–1913, ὡς καὶ οἱ ἀναγνωρισθέντες ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ὑπὸ ἄλλων ἐπισήμων Ἀρχῶν ἀρχηγοὶ καὶ ὁπλαρχηγοὶ ἐπετρέπετο, τῇ αἰτήσει των, νὰ λάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Συνεστήθη μία Ἐπιτροπὴ ἐν Θεσσαλονίκῃ πρὸς ἀναγνώρισιν τῶν ὑποβαλλόντων τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἀλλ’ ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της. Γνωρίζετε ἄριστα ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐφήρμοσεν ἀπολύτως τὸ Διάταγμα. Τὸ Διάταγμα ἦτο σαφὲς καὶ διῄρει τοὺς δράσαντας εἰς δύο τάξεις· εἰς τοὺς δράσαντας κατὰ τοὺς Μακεδονικοὺς ἀγῶνας πρὸ τοῦ 1912 καὶ τοὺς δράσαντας κατὰ τοὺς δύο πολέμους, τοὺς ἀναγνωρισθέντας ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀρχηγοὺς καὶ ὁπλαρχηγούς, διότι τότε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν καθώριζεν ὁπλαρχηγούς, ἀλλὰ μόνον ἀρχηγοὺς καὶ σωματάρχας. Κατὰ τοὺς Μακεδονικοὺς ἀγῶνας ἀνεγνώρισεν ἡ Κυβέρνησις ἀρχηγοὺς καὶ ὁπλαρχηγούς· οἱ ἄνδρες μάλιστα ἐκεῖνοι ἐλάμβανον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ σύνταξιν 60 ἢ 40 δραχμῶν, νομίζω. Δυστυχῶς ἡ Ἐπιτροπή, συνεδριάσασα εἰς Θεσσαλονίκην, δὲν ἐφήρμοσε τὸ Διάταγμα αὐτὸ, ἀλλὰ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς αἰτήσεις καὶ τὰ διάφορα πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα οἱ διάφοροι ἀρχηγοὶ ἔδιδον εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτοὺς ἄνδρας. Π.χ. ἐγὼ εἶχον ἀναγνωρισθῆ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὡς σωματάρχης καὶ εἶχον ἀποστολὴν ἐπίσημον. Ὅπως ἐγώ, οὕτω καὶ ἄλλοι, θέλοντες νὰ ἱκανοποιήσωμεν τοὺς ὑφ’ ἡμᾶς ἄνδρας, τοὺς ἐδώσαμεν ἕνα χαρτί, ἕνα «καπετανοχάρτι».
§15ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Διατί νὰ τὸ δώσητε;
§16Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. Ἔπρεπε νὰ δώσωμεν καὶ εἰς αὐτοὺς κάτι τι. Λοιπόν, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἦτο σαφὲς καὶ κατηγορηματικόν, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν ὅτι μόνον οἱ δράσαντες κατὰ τοὺς Μακεδονικοὺς ἀγῶνας, πρὸ τοῦ 1912, ἀρχηγοὶ καὶ ὁπλαρχηγοί, οἱ ὁποῖοι ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μόνον οἱ δράσαντες κατὰ τὸ 1912 καὶ 1913, ἤτοι κατὰ τοὺς πολέμους, ἀνεγνωρισμένοι ἀρχηγοὶ ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι τοὺς βαθμούς, οὐχ ἧττον ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της τὰ χαρτιὰ τὰ ὁποῖα ἔδωσεν ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος. Ἑπομένως πρέπει νὰ γίνῃ μία ἐξέλεγξις τῶν ἀποφάσεων τῆς Ἐπιτροπῆς.
§17Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ γίνῃ ἔλεγχος ἐκάλαμεν τὴν Ἐπιτροπήν.
§18Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ «βέτο» τὸ εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Θεσσαλονίκης, ἀλλὰ δὲν εἶχε καιρὸν νὰ ἴδῃ ἐὰν ὁ πίναξ περιελάμβανε τὰ ὀνόματα τῶν δρασάντων κατὰ τοὺς πολέμους καὶ ἂν ταῦτα ἦσαν σύμφωνα πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ Διατάγματος. Ἀφοῦ ὁ πίναξ δὲν ἐδημοσιεύθη, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δύναται ἀνεξελέγκτως νὰ εἴπῃ τὴν τελευταίαν γνώμην, ἂν ἡ Ἐπιτροπὴ ἔπραξε τὸ καθῆκόν της. Κύριε Πρόεδρε, σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀπὸ τὰ 150 ὀνόματα οὔτε τὰ ἡμίση θὰ εὕρετε ἐν τάξει. Ἄλλως τε παρόμοιον ἐγένετο καὶ ἄλλοτε, ὁπότε ὑμεῖς, κύριε Πρόεδρε, εἶσθε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ τῇ βάσει πίνακος, εἰς τὸν ὁποῖον κατετάσσοντο οἱ δικαιούμενοι, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων χαρτιῶν καὶ ὄχι χαρτιῶν τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ ἄνθρωποι τοῦ κ. Μάνου, τοῦ Κριάρη, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον αὐτὰ τὰ «καπετανοχάρτια». Εἶδον ἐγὼ καταταγέντας μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν —διότι ἐμελέτησα τὸν πίνακα— ἀνθρώπους μόνον διὰ τῶν λόγων, ὅτι εἰς τὸ δίπλωμα τοῦ μεταλλίου τοῦ πολέμου ἐφέρετο ἡ ὑπογραφή σας, εἰς δὲ τὸ κείμενον τοῦ διπλώματος ἀνεφέρετο ὁ τάδε ὁπλαρχηγός. Σεῖς φαίνεται ὑπεγράψατε τὰ διπλώματα ἐν λευκῷ, κατόπιν δέ, ὅταν συνεπληροῦντο καὶ ἤθελε κανείς, ἐζήτει καὶ ἐτίθετο ἡ λέξις «ὁπλαρχηγός». Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶδε τὴν ἀναγραφὴν ταύτην καὶ κάτωθεν τὴν ὑπογραφήν σας καὶ ἐθεώρησεν ὅτι ἐν γνώσει ὑμεῖς ὑπεγράψατε.
§19Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ δώσω ἀξίαν τινὰ εἰς τὰς ἐπικρίσεις σας, ὅταν μοὶ δώσητε ὀνόματα. Ὅτι ἡ κατάταξις αὐτῶν τῶν ὁπλαρχηγῶν θὰ προεκάλει τόσα παράπονα, τὸ ἤξευρα καὶ δι’ αὐτὸ ἐπὶ τόσα ἔτη δὲν τὸ ἔκαμα. Σᾶς λέγω ὅμως ὅτι δὲν δέχομαι τὰς κατηγορίας τὰς ὁποίας ἀπευθύνετε κατὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Γνωρίζω ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ εἰργάσθη εὐσυνειδητότατα, ἐὰν θέλητε ὅμως νὰ γίνῃ ἔλεγχος, νὰ μοὶ δώσητε ὀνόματα.
§20Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ εἴπω ταῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ ἐὰν θέλητε νὰ μὲ καλέσητε, θὰ σᾶς δώσω καὶ ὀνόματα.
§21Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς καλέσω. Θὰ μοὶ ἀπευθύνητε μίαν ἐπιστολὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ λέγητε «συμμορφούμενος μὲ τὴν πρόσκλησίν σας, σᾶς ὀνομάζω τὰ ἑξῆς ὀνόματα».
§22Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. Δὲν τὸ κάμνω αὐτό. Νὰ μοὶ δώσητε τὸν φάκελλον νὰ σᾶς ὑποδείξω τὰ ὀνόματα.
§23Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν καταγγέλλετε γενομένας ἀδικίας, ἀλλ’ ἐνδεχομένας ἀδικίας καὶ δι’ αὐτὸ μοὶ λέγετε νὰ σᾶς δώσω τὸν φάκελλον. Ἐγὼ σᾶς λέγω νὰ μοὶ δώσητε μίαν σημείωσιν εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἀναφέρητε τὰ ὀνόματα τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὰς ἀδικίας.
§24Κ. ΜΗΤΣΟΤΑΚΗΣ. Ἐγὼ ποὺ δὲν φοβοῦμαι, θὰ ἔλθω νὰ σᾶς φέρω ὀνόματα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς πληρωμὴν τῶν δικαιούχων, τῶν ὁποίων ἐπετάχθησαν διάφορα ἀντικείμενα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1915, καὶ πρὸς οὓς δὲν ἐδόθησαν ἀποδείξεις.
§26Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀποσπάσματα κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως 1915 ἐξέδραμον εἰς διαφόρους ἐπαρχίας, ἐπιτάσσοντα τὰ ζῷα τῶν κατοίκων, τὸ τριφύλλι των καὶ ἄλλα διάφορα ἀντικείμενα. Θὰ σᾶς παρακαλέσω δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσοστάλης ὅπως ἀναπτύξῃ ὑπόμνημά του «περὶ ἐφεδροποιήσεως διαχειριστῶν δʹ τάξεως» τοῦ ἐπικυρωθέντος πίνακος τῆς 30ῆς Ὀκτωβρίου 1916.
§28Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, πρόκειται περὶ ἐφεδροποιήσεως διαχειριστῶν δʹ τάξεως· θὰ σᾶς παρακαλέσω δὲ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν παραπόνων τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ διαγωνισθέντες. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Γιαννακίτσα προεκηρύχθη διαγωνισμὸς καθ’ ὃν ἐπέτυχον 275. Ἐξ αὐτῶν 172 διωρίσθησαν ἀμέσως· οἱ ἄλλοι παρέμενον ἄνευ διορισμοῦ, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις προσέλαβεν ὡς διαχειριστὰς ἐκ τῶν ἐπιλαχόντων. Αὐτὸ ἦτο δίκαιον, ἀφοῦ δὲν προσῆλθον αὐτοί. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἐζήτησαν νὰ ἐπιβαρύνουν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐζήτησαν νὰ διευκολύνουν τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε εἰς τὴν προσεχῆ ἐπιστράτευσιν νὰ εὑρεθοῦν ἔφεδροι ἀξιωματικοί.
§29Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ πρὶν μελετήσω τὸ ζήτημα, σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν μᾶς χρειασθῶσιν ἄλλοι εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, ἀπὸ αὐτοὺς θὰ λάβωμεν.
§30Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ὑποβάλλω τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ σᾶς ἀποσταλῇ.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος παρακαλεῖ ἅπαντας τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν ἐὰν σκέπτωνται νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν τῶν ὑπ’ αὐτῶν μικρῶν ὑπαλλήλων διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς παρεχομένης αὐτοῖς μισθοδοσίας.
§32Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου εἶναι γενικὴ πρὸς ἅπαντας τοὺς κ.κ. Ὑπουργούς. Πρέπει τῶν μικρῶν ὑπαλλήλων νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία. Μὲ ἑκατὸν δραχμὰς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διέλθουν τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις. Οἱ τμηματάρχαι καὶ οἱ ἄλλοι ἀνώτεροι ἔχουν μεγάλον μισθόν, ἀλλὰ οἱ μικροὶ ὑπάλληλοι μὲ αὐτὸν τὸν ὀλίγον μισθὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσουν σήμερον. Τὸ Κράτος βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν, ἀλλὰ κάτι τι πρέπει νὰ δοθῇ εἰς αὐτούς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΥΠΗʹ (3488) «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου» καὶ 2) «Περὶ ἐκτιμήσεως τῆς ἱκανότητος καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Πολ. Ναυτικοῦ καὶ περὶ προβιβασμοῦ αὐτῶν» καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα.
§34ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
§36Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κατὰ διάταξιν τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ αἰτήσεις τῶν παρ’ Ἐφέταις Εἰσαγγελέων πρὸς τὴν Βουλλήν, δι’ ὧν ζητεῖται ἡ ἄδεια πρὸς ποινικὴν δίωξιν βουλευτῶν, παραπέμπονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς συζήτησιν, τυποῦνται δὲ καὶ διανέμονται πρὸς τοὺς βουλευτάς. Παρὰ τὴν διάταξιν ταύτην, ἀνέγνωσα σήμερον ὅτι ἐκθέσεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἀφορῶσαι εἰς βουλευτάς, ἡτοιμάσθησαν ἤδη. Προκαλῶ τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς παραβάσεως ταύτης τοῦ Κανονισμοῦ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία παράβασις. Αἱ ἐκθέσεις τυποῦνται καὶ θὰ διανεμηθῶσιν. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§38Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως τῆς προτάσεως ταύτης «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς», ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐγκαινιάσητε ἐπὶ τῶν ἡμερῶν σας μίαν τακτικὴν ἐνεργείας, ἥτις ἀγνοῶ πῶς μέχρι σήμερον παρελείφθη. Ἔχομεν στενογράφους ἀρκετούς, ὡς βλέπω εἰς τὸν Κανονισμόν. Θὰ ἐπεθύμουν δύο– τρεῖς ἀπὸ αὐτοὺς εἰδικῶς νὰ ἀπασχολῶνται εἰς τὴν μετάφρασιν τῶν συστάσεων τὰς ὁποίας κάμνουν οἱ βουλευταὶ καὶ νὰ προσκολλῶνται αὗται εἰς τὰς σχετικὰς ἀναφορὰς τὰς παραπεμπομένας εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ ἀτελοῦς εἰσαγωγῆς χάρτου πρὸς τύπωσιν ἐφημερίδων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ Θεσσαλονίκης εἰς Ἀθήνας μετακληθέντων ὑπαλλήλων τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως Πατριωτικοῦ Ἱδρύματος Περιθάλψεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ πληρωμῆς τοῦ μισθοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως, τῶν ἀναλαβόντων ὑπηρεσίαν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ διορισμοῦ αὐτῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1916 Β. Διατάγματος «περὶ ἀπαγορεύσεως πάσης συμβατικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἄνευ ἀδείας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, Ἑλληνικοῦ πλοίου κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἐν τῇ Ναυτικῇ ποινικῇ δικαιοδοσίᾳ ἰσχυουσῶν διατάξεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως ἀποζημιώσεων εἰς τοὺς ἐκ τῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπαγομένους ἐμμίσθους ὑπαλλήλους, τοὺς ὑποστάντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἕνεκα λόγων ἀνωτέρας βίας, ὑλικὰς ζημίας, ἀποχρώντως βεβαιωμένας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως αʹ) τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1673 τῆς 28 Φεβρουαρίου τοῦ 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ κατὰ τὸν νόμον 186 Διοικητικοῦ Δικαστηρίου τῶν Μεταλλείων», βʹ) τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1714 τῆς 11 Μαρτίου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ ἀντικαταστάσεως λέξεων ἐν τῷ νόμῳ ΒΠΝΞʹ τοῦ ἔτους 1893 καὶ τῷ Διατάγματι τῆς 18)21 Δεκεμβρίου τοῦ ἔτους 1893», γʹ) τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2072 τῆς 11 Ἀπριλίου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ παροχῆς εἰς τοὺς τμηματάρχας αʹ τάξεως τῆς Ἀνωτ. Διευθύνσεως τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τοὺς διευθύνοντας πλείονα τοῦ ἑνὸς τμήματα τοῦ αὐτοῦ μισθοῦ μὲ τὸν τοῦ διευθυντοῦ τῶν Μεταλλείων» καὶ δʹ) τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2555 τῆς 11 Ἰανουαρίου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ συντομεύσεως τῶν νομίμων προθεσμιῶν ἐπὶ ἐκτελέσεως ἔργων καὶ προμηθειῶν τῆς Ἀνωτ. Διευθύνσεως τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Μαρτίου 1917 νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ ἀπονομῆς εἰς τὸν Γενικὸν Οἶκον Ἐμπορίου «Ἄγκυρα» καὶ Δημήτριον Τσακαλῶτον, χημικόν, διετοῦς προνομίου ἀποκλειστικῆς κατασκευῆς καὶ ἐμπορίας λύχνου φωτιστικοῦ μετὰ θρυαλλίδος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰσπανίας ἐν Ἀθήναις τῇ 17)30 Μαΐου 1917 ὑπογραφείσης Δηλώσεως πρὸς διακανονισμὸν τῆς συμβατικῆς θέσεως τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ Ἰσπανικῇ ζώνῃ τῆς Σεριφικῆς Αὐτοκρατορίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 δύο Διαταγμάτων «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεως τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ ΓΡΞΕ νόμου «περὶ Ἀστυνομίας τοῦ Κράτους» καὶ περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ νόμου ΓΟΓʹ «περὶ δικηγόρων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπολύσεως δικαστικῶν τινων λειτουργῶν καὶ ὑπαλλήλων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεων ἀφορωσῶν τὴν Στρατιωτικὴν Δικαιοσύνην». (Ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–2). Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§40Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 3 ἐδάφιον, ἔχον οὕτω (Ἀναγινώσκει): «Τὰ δυνάμει τῶν Διαταγμάτων τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως συσταθέντα Στρατοδικεῖα δύνανται νὰ καταργηθῶσι τὰ μὲν τακτικὰ διὰ Β. Διατάγματος, τὰ δὲ ἔκτακτα καὶ ἐκστρατείας διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐν τῇ περὶ καταργήσεως διαταγῇ ἢ Β. Διατάγματι ὁρίζονται τὸ Σῶμα Στρατοῦ καὶ τὸ Στρατοδικεῖον, εἰς ὃ θὰ ὑπαχθῶσιν αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, ἐφ’ ὧν ἡ δικαστικὴ ἐνέργεια συνεχίζεται ἐξ οὗ σημείου διεκόπη, παραμενουσῶν ἐγκύρων τῶν ἐνεργηθεισῶν πράξεων. Τὸ Γʹ Σῶμα Στρατοῦ καὶ τὸ Στρατοδικεῖον καθίστανται ἁρμόδια διὰ τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις παρὰ τῷ καταργηθέντι Δʹ Σώματι Στρατοῦ καὶ Δʹ Στρατοδικείῳ συμφώνως τοῖς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἐδαφίῳ καθορισθεῖσιν».
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται).
§42Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ ἓν τελευταῖον ἐδάφιον, τὸ ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Εἰς τὰ Διαρκῆ Στρατοδικεῖα διορίζονται, διαρκούσης τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, ὑπογραμματεῖς καὶ γραφεῖς ἐκ τῶν ἐχόντων τὰ διὰ τοῦ ἀπὸ 28 Ἰουλίου 1915 Β. Διατάγματος «περὶ κανονισμοῦ προσόντων καὶ τῶν ὅρων τοῦ διαγωνισμοῦ πρὸς διορισμὸν καὶ προαγωγὴν γραμματέων κλπ.» καθοριζόμενα προσόντα καὶ ἄνευ διαγωνισμοῦ. Ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστῳ Στρατοδικείῳ ὑπογραμματέων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τοὺς πέντε καὶ τῶν γραφέων τοὺς ἑπτά».
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 5–9). Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται).
§44Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ἄρθρον 10, κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ, διότι περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου προνοεῖ νομοσχέδιον ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ συναδέλφου μου κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ».
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον 10 διαγράφεται. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Διατάγματος «περὶ ἀναστολῆς κατὰ τὸ ἔτος 1917 τῆς ἰσχύος τοῦ ΡΠΑʹ νόμου τοῦ ἔτους 1851 «περὶ δικαστικῶν διακοπῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β.Δ. «περὶ ἀναψηλαφήσεως πειθαρχικῶν ἀποφάσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§47Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριε Πρόεδρε, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 20, 21 καὶ 22 παρακαλῶ ν’ ἀναβληθοῦν δι’ αὔριον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§49Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἅμα τελειώσῃ τὸ νομοσχέδιον, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1916 Β. Διατάγματος «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 732 «περὶ δικαιοστασίου καὶ καὶ ἐνοικιοστασίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§51Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, διανέμεται πρὸς ὑμᾶς ἀντίτυπον μιᾶς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ τὴν 25ην Αὐγούστου 1914 ἀπέστειλα πρὸς τὸν τότε Βασιλέα. Ἡ κατάθεσις τῆς ἐπιστολῆς δὲν ἐζητήθη παρά τινος, ἀλλ’ εἶναι σχετικὴ πρὸς τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ αὔριον, καὶ ἐνόμισα καθῆκον νὰ τὴν καταθέσω.
§52Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ θὰ δημοσιευθῇ διὰ τοῦ Τύπου, κύριε Πρόεδρε;
§53Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βλέπομεν· διότι τί νὰ πρωτοδημοσιεύσωμεν;
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 542 νόμου «περὶ συστάσεως Ἐλεγκτηρίου ἐκκαθαρίσεως τῶν δαπανῶν πολέμου καὶ τῶν δαπανῶν τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως θεσμοῦ ἀμίσθων ἐπιτίμων συμβούλων Πρεσβειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Μαΐου 1917 Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐχορηγήθη ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχ. 100.000 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τῆς χρήσεως τοῦ 1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῶν ὑπ’ ἀριθ. 348 καὶ 558 Διαταγμάτων τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 5 καὶ 7 τοῦ νόμου 178 «περὶ ἀποστολῆς ἀξιωματικῶν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν πρὸς ἐκπαίδευσιν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προβιβασμοῦ μονίμων καὶ ἐφέδρων ὑπαξιωματικῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ μονίμου καὶ ἐφέδρου ἀνθυπασπιστοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ χρόνου ἐνάρξεως πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων διὰ τὴν ἀπονομὴν τῶν κεκανονισμένων συντάξεων εἰς τὸν Στρατὸν καὶ Ναυτικὸν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 74 τοῦ ΧΝϚʹ νόμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§55Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 33, κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναβληθῇ.
§56Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν;
§57Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Μάλιστα.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ἀναβληθῇ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου ἐ. ἔ. νομοθετικοῦ διατάγματος «περὶ διατηρήσεως προσωρινῶς κλπ. τῶν ὑπὸ τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως διορισθέντων ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν κλπ.». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2584 τῆς 24 Μαΐου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ τῶν φυλάκων ἁλυκῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 530 «περὶ μεταλλευτικῆς ἐρεύνης τῶν Νέων Χωρῶν ἐπὶ μίαν διετίαν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τῆς παραιτήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ περὶ τῶν παθόντων τοιούτων».
§60Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, κύριε Πρόεδρε, εἶναι αὐτὸ περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησα.
§61Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. —Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναθέσεως εἰς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους τῶν καθηκόντων τῶν Ταμιῶν πρὸς τὸν καθορισμὸν καὶ βεβαίωσιν τῶν φόρων ἀνωνύμων, ἑτερορρύθμων μετοχικῶν καὶ ἀσφαλιστικῶν ἐν γένει Ἑταιρειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων διὰ προμηθείας γενομένας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ κατὰ τὴν περίοδον τῶν πολέμων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΡΟΗʹ «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν» ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 738 νόμου τῆς 4 Αὐγούστου 1917». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τῶν μελῶν τῆς Ἀνωτάτης τοῦ Στρατοῦ Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῶν ἀναγκαστικῶν Διαταγμάτων τῆς 29 Ἰουνίου 1917 «περὶ συμπληρώσεως κλπ. τοῦ νόμου 567 «περὶ διοικήσεως τῆς Μέσης καὶ Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 καταναγκαστικοῦ Β. Διατάγματος «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Μαΐου 1917 νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ διδακτικῶν βιβλίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως τοῦ νομοθετικοῦ διατάγματος τῆς 28 Ἀπριλίου 1917 «περὶ ἐπισπεύσεως τῆς λήξεως τῶν μαθημάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀνανεώσεως τῶν ἐλλειπουσῶν ἐγγραφῶν φοιτητῶν τινων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1897 ἀναγκαστικοῦ Β. Διατάγματος «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐπιβληθεισῶν πειθαρχικῶν ποινῶν εἰς λειτουργοὺς τῆς Ἐκπαιδεύσεως». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 381». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀδικημάτων τινῶν κατὰ τῆς ἀσφαλείας τῆς Χώρας καὶ τῆς κοινῆς ἡσυχίας». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ὁ κ. Γ. Τσακανίκας ἔχει τὸν λόγον.
§63Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Διὰ τοῦ 1ου ἄρθρου ζητεῖται ἡ εὐθύνη διὰ τὰς δημοσιεύσεις διὰ τοῦ Τύπου καὶ ὅσον ἀφορᾶ τοὺς συγγραφεῖς τοῦ δημοσιεύματος, τὸν διευθυντήν, τὸν τυπογράφον. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς ἑξῆς διασαφήσεις: Τί ἐννοεῖ, ἐν ἐλλείψει διευθυντοῦ ἢ ἐκδότου εὐθύνονται οἱ τυπογράφοι; Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἢ ἂν δὲν εὐθύνεται;
§64Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἢ ἐὰν δὲν εἶναι παρών.
§65Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὁ δικαστὴς θὰ συγχυσθῇ μεθαύριον. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου τούτου λέγει ὅτι τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν τόσων χιλιάδων δραχμῶν. Ποῖα θὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ κριθῇ ἡ ποινή; Ἐν τῷ νόμῳ σας ὑπάρχει πλήρης ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἐν τῇ διατυπώσει εἶναι ἀτελὲς καὶ ὁ δικαστὴς θὰ περιέλθῃ εἰς σύγχυσιν προκειμένου περὶ τοῦ ἐξ ἀμελείας ἀδικήματος.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λυκουρέζος ἔχει τὸν λόγον.
§67Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ φέρω μερικὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, καθ’ ὅσον ἐκτὸς τῆς ἄκρας αὐστηρότητος ἥτις τὸ χαρακτηρίζει ἐν ταῖς γενικωτάταις ἐκφράσεσιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, διαβλέπω ἀπειλὴν σοβαρωτάτην κατὰ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ κίνδυνον τῆς δημοσίας τάξεως. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄρθρον 1, ὁ σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ὄντως ἄξιος ἰδιαιτέρας προσοχῆς καὶ δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ αὐστηρότης εἶναι δικαιολογημένη, ἀσχέτως τοῦ ἂν ἡ καθοριζομένη ἔκτασις αὐτῆς εἶναι ἡ προσήκουσα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε κατ’ ἀρχὴν ἀναγνωρίζω ὅτι ἡ αὐστηρότης περὶ τὴν τιμωρίαν διὰ τὴν ἀναγραφὴν καὶ διάδοσιν εἰδήσεων περὶ τῶν στρατιωτικῶν κινήσεων εἶναι δικαιολογημένη ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος εὑρίσκεται ὁπωσδήποτε ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει. Ἀλλ’ ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ τοῦ ἄρθρου τούτου παρατηρῶ ἐλλιπῆ διατύπωσιν, κατὰ τρόπον ὅστις δύναται νὰ ἐπιφέρῃ σύγχυσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ. Ἡ παράγραφος ἔχει ὡς ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ἐὰν ἐλλείπωσι τὰ κατὰ τὸν νόμον στοιχεῖα διὰ τὴν ἐνοχὴν τῶν ὑπὸ στοιχεῖον αʹ διευθυντῶν ἢ ἐκδοτῶν, τιμωροῦνται οὗτοι ἐπὶ ἀμελείᾳ διὰ χρηματικῆς ποινῆς μέχρι δραχμῶν τριῶν χιλιάδων, ἐν ἐπαναλήψει δὲ καὶ μὲ φυλάκισιν μέχρις ἓξ μηνῶν». Ὡς εἶναι διατυπωμένον παρέχεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἐννοεῖ νὰ τιμωρηθῇ ἐπὶ ἀμελείᾳ ὁ μὴ ἐνεργήσας ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τοῦ ἑνὸς δὲν ἀποδεικνύει τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἄλλου καὶ εἶναι νομικῶς σόλοικος καὶ ἀκατανόητος ἡ ἀναγνώρισις τῆς ἀμελείας, διότι δὲν ἀπεδείχθη δόλος. Ὑποθέτω ὅτι τὸ νόημα τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον κ. Ὑπουργοῦ νὰ τιμωρήσῃ τοὺς διευθυντὰς εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν συντρέχουν οἱ ὅροι τῆς ἀμελείας. Ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγραφῇ, καθοριζομένων τῶν ἀπαιτουμένων στοιχείων, ὅπως καταστῇ σαφὴς ἡ διάταξις. Τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ἔχει ὡς ἑξῆς (Ἀναγινώσκει): «Ὅστις δημοσίᾳ ἢ κατ’ ἰδίαν ἢ διὰ τοῦ Τύπου ἢ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον ἀνακοινοῖ εἰδήσεις κλπ.». Ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ ἄρθρον διατυποῦται ἐν ἄκρᾳ αὐστηρότητι, παρέχεται δι’ αὐτοῦ δικαίωμα καταδιώξεως καὶ δι’ αὐτὰς τὰς ἰδιαιτέρας οἰκογενειακὰς συνομιλίας, κατὰ τὰς ὁποίας δύνανται νὰ λεχθῶσι περισσότερα τοῦ δέοντος. Ἀπαγορεύεται δι’ αὐτοῦ πᾶς ἔλεγχος τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἔστω καὶ δι’ ἰδιαιτέρων συνομιλιῶν, καὶ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν λαὸν ἀπόλυτος σιγή, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ δημιουργεῖ ἐν τῇ κοινωνίᾳ κινδύνους ἀνεπανόρθωτων καταστροφῶν. Ἡ τελευταία δὲ παράγραφος, δι’ ἧς τιμωρεῖται μὲ τρίμηνον φυλάκισιν ὁ ἐκ κουφότητος μεταδίδων εἴτε κατ’ ἰδίαν εἴτε δημοσίᾳ εἰδήσεις εἶναι χαρακτηριστικὴ τῆς ἰδιαιτέρας ψυχολογίας τοῦ νομοθέτου, ἥκιστα ἐποικοδομητικῆς τοῦ κρατοῦντος κυβερνητικοῦ καθεστῶτος. Ἡ κουφότης εἶναι μία μορφὴ ἀτελοῦς διανοητικῆς καταστάσεως καὶ ἐπιδιώκετε διὰ τοῦ νόμου τούτου νὰ καταδιώξητε καὶ τιμωρήσητε τοὺς πάσχοντας αὐτοὺς ἢ ἀτυχεῖς ὡς ἐπικινδύνους, κατ’ ἀνατροπὴν θεμελιώδους κανόνος τοῦ ποινικοῦ δικαίου.
§68Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὸ ζήτημα θὰ τὸ κρίνῃ ὁ δικαστής.
§69Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὰς δημοσιεύσεις χωρεῖ μέτρον συγγνώμης.
§70Ν. ΞΗΡΟΣ. Θέλει νὰ εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος ὅτι εἰς τὰς δημοσιεύσεις δὲν χωρεῖ μέτρον συγγνώμης.
§71Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ δημοσιεύσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δημοσιεύσεως, θὰ εἶχε τὸ πρᾶγμα ὀλιγωτέραν τραχύτητα καὶ κακότητα. Ἐδῶ πρόκειται περὶ κατ’ ἰδίαν συνομιλιῶν· ὥστε, ἐὰν συναντηθῇ τις μετά τινος φίλου του καὶ ἐκφέρῃ μίαν οἱανδήποτε γνώμην, καὶ αὐτὸς ὑπόκειται εἰς τὴν ποινὴν τῆς τριμήνου φυλακίσεως, ὡς καὶ εἰς πρόστιμον, καὶ ὅταν ἀκόμη συντρέχῃ κουφότης.
§72Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Περὶ γνώμης ἢ περὶ εἰδήσεων;
§73Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Περὶ εἰδήσεων ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλά, κ. Ὑπουργέ, καθὼς γνωρίζετε, αἱ γνῶμαι ἀπὸ τὰς εἰδήσεις ἔχουσι δυσδιάκριτα ὅρια. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὴν κρίσιν περὶ γνώμης ἢ εἰδήσεως δὲν θὰ κρίνωσιν οἱ τακτικοὶ δικασταί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πεῖραν καὶ ἐκτιμῶσι δεόντως τὰ τοιαῦτα ζητήματα, ἀλλὰ τὰ Στρατοδικεῖα, μὴ ἀποτελούμενα ἀπὸ τακτικοὺς δικαστὰς καὶ φυσικῶς ἐστερημένα ἐπαγγελματικῆς δικαστικῆς πείρας, πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι ἡ ἀκριβὴς ἀναγνώρισις τῆς γνώμης ἢ εἰδήσεως δὲν εἶναι ἠσφαλισμένη, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ κρίσις περὶ τῆς κουφότητος καὶ τοῦ μέτρου αὐτῆς, περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Ξηρός. Καὶ δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ὅτι εἰς τὰς ἐκ κουφότητος γνώμας ἢ εἰδήσεις ἐπιβάλλεται ποινή, οὔτε, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, ὑπάρχει ποινικὸς νόμος ἐπιβάλλων ποινὴν διὰ πράξεις ἐκτελεσθείσας ἐκ κουφότητος, πλὴν τῶν διατάξεων τῶν σχετιζομένων πρὸς δημοσίους ὑπαλλήλους, αἵτινες ἀναγράφουσι πειθαρχικὰς ποινὰς διὰ τὰς ἐκ κουφότητος ἐνεργείας. Ἀλλ’ ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον, τιμωρεῖται ὁ μεταδοὺς εἴδησιν ἢ γνώμην ἐν ἠλαττωμένῃ διανοίᾳ. Χαρακτηρίζεται δηλαδὴ ὡς πρᾶξις ἀξιόποινος τὸ γεγονὸς ὅπερ τὸ ποινικὸν δίκαιον ἐθεώρησε πάντοτε ὡς ἐλαφρυντικὴν περίπτωσιν διὰ πᾶσαν ἀξιόποινον πρᾶξιν. Δὲν φοβεῖσθε τοὐλάχιστον τὴν παρεξήγησιν ὅτι λαμβάνετε μέτρα καὶ διὰ τὸν ἐκ κούφων κίνδυνον;
§74Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ὁ νόμος θέλει νὰ τιμωρήσῃ ἀκριβῶς τὴν διασπορὰν φημῶν καὶ εἰδήσεων προερχομένων ἀπὸ ἰδιαιτέραν κατηγορίαν κούφων προσώπων, τὰ ὁποῖα θέτουσιν εἰς κυκλοφορίαν αὐτὰς τὰς διαδόσεις ἐκ κουφότητος καὶ αἵτινες ἔχουσιν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ θέτωσιν εἰς κίνδυνον τὴν δημοσίαν τάξιν, μὴ ἐξετάζων τὴν ratio legis τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν. Λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν του ὁ νομοθέτης αὐτούς, διότι καὶ ἀπὸ τοὺς κούφους θὰ περιορίσῃ τὴν κουφότητα διὰ νὰ μὴ διαδίδωσι φήμας. Ὑπάρχει occasio legis σοβαρὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του.
§75Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Οὔτε ratio legis, οὔτε occasio legis ὑπάρχει. Ὑπάρχει μόνον ἡ πρόθεσις νὰ ἐπιβληθῇ ἀπόλυτος σιγὴ καὶ εἰς αὐτοὺς ἔτι τοὺς κούφους.
§76Γ. ΠΩΠ. Δὲν ζητεῖτε νὰ καθορισθῇ ἡ μορφὴ τῶν εἰδήσεων; Νὰ ζητήρητε νὰ προστεθῇ «ἀνακριβεῖς εἰδήσεις ἢ ἀναληθεῖς εἰδήσεις».
§77Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Βεβαίως. Θὰ ἔλθω κατόπιν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα. Τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι νὰ νομοθετῇ πρὸς καταδίωξιν καὶ περιορισμὸν τῶν κούφων. Ἄλλαι εἶναι αἱ ἁρμόδιαι ἐξουσίαι καὶ ἄλλα τὰ ἐνδεικνυόμενα μέτρα. Οὔτε πρέπει νὰ παρασυρώμεθα ἀπὸ τοὺς φοβουμένους τοὺς κούφους. Ἡ διάταξις αὕτη παρερμηνευομένη ἀποτελεῖ κίνδυνον κατὰ τῆς ἐλευθερίας παντὸς πολίτου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῆς ὑπολήψεώς του, χαρακτηριζομένου ὡς κούφου καὶ τιμωρουμένου διὰ τριμήνου φυλακίσεως τοῦ ἐν ὅλῃ τῇ καλῇ πίστει μεταδόντος τὴν ἁπλουστέραν εἴδησιν.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν πρόφασιν.
§79Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ προφάσεως.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅπως προχθὲς ἐλέχθη ἐν τῇ Βουλῇ ὅτι ἐκ κουφότητος παρεδόθη ἕνα χαρτὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§81Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δέχομαι πᾶσαν διακοπήν, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀπαντῶ. Πρὸ παντὸς θὰ ἀπαντήσω εἰς σᾶς Περὶ κουφότητος δὲν ἐλέχθη προχθές.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περὶ ἀγαθότητος.
§83Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τιμωρήσωμεν τὸν ἐκ κουφότητος ἐνεργοῦντα. Ἡ ποινὴ προϋποθέτει ἐνέργειαν ἐκ δόλου ἢ ἀμελείας. Ἀναγραφὴ ποινῆς διὰ κουφότητα ἀντίκεται εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ὡς σᾶς εἶπον. Διὰ τῆς διτάξεως αὐτῆς θὰ φυλακισθῶσιν ἀγαθοὶ πολῖται ἐν ἀγαθότητι ὁμιλοῦντες.
§84Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Φαίνεται, κ. συνάδελφε, ὅτι πρόκειται σήμερον νὰ σώσωμεν τὴν Πατρίδα μας κινδυνεύουσαν ἀπὸ τοὺς κακοβούλους τοὺς ἐσωτερικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι μεγάλοι ἐχθροὶ τῆς Πατρίδος. Οἱ κακόβουλοι ἐσωτερικοὶ ἐχθροὶ διὰ νὰ διαδίδωσιν εἰδήσεις ἀποθαρρυντικὰς μεταχειρίζονται τὴν τάξιν τῶν κούφων καὶ διαδίδωσιν ἀνακριβεῖς εἰδήσεις, δι’ αὐτὸ δὲ πρέπει νὰ παταχθῶσιν οἱ μερικοὶ κοῦφοι διὰ νὰ ἡσυχάσωμεν.
§85Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνωρίσω τὴν εἰδικότητά σας εἰς τὰ τραπεζιτικὰ ζητήματα, νὰ ἀναγνωρίσω καὶ αὐτὴν τὴν ἐξενεχθεῖσαν πρὸ ἡμερῶν γνώμην σας νὰ παραιτηθῇ ὁ κ. Α. Ζαΐμης ἐκ τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων δὲν σᾶς ἀναγνωρίζω.
§86Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Θὰ μὲ ἀναγνωρίσητε, διότι πρόκειται περὶ πατριωτισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔχω.
§87Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ σᾶς τὸν ἀμφισβητήσω, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀρνῆσθε ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν πατριωτισμὸν καὶ νὰ λέγητε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγετε. Δὲν ὁμιλῶ ἀπὸ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως καὶ μάλιστα ὅταν εἶμαι εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς. (Θόρυβος). Μάλιστα, κύριε συνάδελφε.
§88Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Διότι εἶσθε ἀντιπολιτευόμενος ἀντιπολιτεύεσθε τὴν Κυβέρνησιν, ὅταν δὲν εἶσθε ἐπὶ τοῦ βήματος.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς παύσῃ αὐτὸ τὸ κουβεντολόγημα· δὲν ἐπιτρέπω οὐδεμίαν διακοπήν. Νὰ παύσῃ τὸ κουβεντολόγημα.
§90Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος ὀρθῶς παρατηρεῖ ὅτι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἡ συζήτησις εἶναι δυσχερής. Δύναμαι ὅμως νὰ βεβαιώσω ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐθορυβήθησαν, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέτω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς βασίζονται ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως καὶ τῆς εἰλικρινοῦς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν διετήρησα πάντοτε ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός μου πρὸς τὴν Πατρίδα, ἔχων πάντοτε ὡς προϋπόθεσιν τὴν καλὴν πίστιν καὶ τῶν μεθ’ ὧν συζητῶ. Λοιπόν, ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει οὐδαμῶς τὴν θέσιν της ἡ παράγραφος δι’ ἧς τιμωρεῖται ἡ ἐκ κουφότητος διάδοσις εἰδήσεων, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι, ὡς προεῖπον, ἀντιστρατεύεται εἰς τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου, δύναται νὰ δώσῃ τόπον εἰς τὴν σκληρότητα καὶ ἀδικίαν. Ἐκτὸς τούτου ἡ γενικότης καὶ ἡ ἀοριστία τοῦ ἄρθρου, ὡς διατυποῦται, παρέχει ἔδαφος εἰς πολλὰς παρεξηγήσεις. Ὡς δὲ ὑπέμνησε καὶ ὁ φίλος κ. συνάδελφος ἐκ Ψαρῶν, πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον πρὸς διασάφησιν «ὁ διαδίδων εἰδήσεις ψευδεῖς», διότι εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην ἐνδεικνύεται ἡ κακοβουλία καὶ πρέπει νὰ καταδιώκηται καὶ νὰ τιμωρῆται. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ εἰδήσεων στρατιωτικῶν κινήσεων, πᾶσα πρόνοια πρὸς πρόληψιν πάσης διαδόσεως δὲν εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἀλλὰ τὸ νὰ ἐπιβάλληται τόσον αὐστηρὰ ποινή, οἵαν ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον, διὰ τὴν μετάδοσιν ἀληθοῦς εἰδήσεως περὶ ἀντικειμένου λ.χ. διοικητικῆς τινος ἐνεργείας ἢ παρανομίας Ἀρχῆς ἢ ἄλλου τῆς ἐσωτερικῆς καταστάσεως, ἐνδεικνύει μέριμναν ἀδικαιολόγητον καὶ παρέχει τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἐπιδιώκεται ἡ ἐπιβολὴ ἀπολύτου σιγῆς.
§91ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αἱ εἰδήσεις δύνανται νὰ εἶναι αἱ κινδυνωδέστεραι.
§92Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐν τῷ 1 ἄρθρῳ ἔχω ἐπίσης νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ διατύπωσίς του «ἡ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ἀπείθεια ἐκ μέρους ἰδιώτου εἰς τὰς διαταγὰς τῆς Ἀρχῆς, δι’ ὧν σκοπεῖται ἡ ἄμυνα, ἡ ἀσφάλεια καὶ ἡ κοινὴ ἡσυχία, τιμωρεῖται διὰ φυλακίσεως τοὐλάχιστον τριῶν μηνῶν», εἶναι τόσον γενικὴ καὶ ἀόριστος, ὥστε ἀμφιβάλλω ἐὰν ποινικὸς δικαστὴς θὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ τὰ προσήκοντα στοιχεῖα, ὥστε νὰ ἔχῃ τὴν συνείδησιν ἀναπαυμένην ὅτι ἐξεπλήρωσεν ὄντως ἔργον δικαιοσύνης ἐν τῇ κρίσει του περὶ τῆς ἐνοχῆς. Φρονῶ ὅτι καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ δύναται νὰ διατυπωθῇ κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος θὰ ἀπομακρύνῃ τοὺς κινδύνους καὶ τὰς παρερμηνείας, αἱ ὁποῖαι θὰ στραφῶσιν εἰς βάρος τῆς ἀθωότητος καὶ θὰ δημιουργήσωσιν ἀδικίας, καθοριζομένων τῶν στοιχείων ἅτινα ἀποτελοῦσι τὴν ἐνοχήν. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἰδιαίτατα ἐμποιεῖ ζωηροτάτην ἐντύπωσιν καὶ πρέπει νὰ προκαλέσῃ τὴν ἰδιαιτέραν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸν θεσμὸν τῆς ἐξορίας καὶ τὸν εἰσάγει μὲ τόσην ἁπλότητα, ὥστε νὰ προκαλῇ τὴν κατάπληξιν, ἐπαναφέρων τὴν ἀνάμνησιν ἀπαισίων ἐποχῶν, τὰς ὁποίας κατεδίκασεν ἀμετακλήτως ἡ ἱστορία τοῦ πολιτισμοῦ. Καὶ οἱ πρόγονοι ἡμῶν εἶχον ἀναγνωρίσει παρεμφερῆ θεσμόν, εἰσαχθέντα ὑπὸ τοῦ Κλεισθένους, ὁ ὁποῖος μετερρύθμισε τὴν Σολώνειον νομοθεσίαν, καὶ ἐφηρμόσθη τῷ 500 π.Χ. ὁ θεσμὸς τῆς ἐξορίας ἐν Ἀθήναις κατὰ τῶν ἐπιβουλευομένων τὸ καθεστὼς πολίτευμα. Ἀλλ’ ἡ ἔξαψις τῶν κομματικῶν παθῶν ἦτο τοσαύτη, ὥστε ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἔλαβε προσωπικὸν χαρακτῆρα ἐξοριζομένων τῶν ἰσχυρῶν ἀντιπάλων τῆς ἑκάστοτε κρατούσης μερίδος. Ἀλλὰ καὶ μολονότι ὁ ἀρχικὸς οὗτος σκοπὸς τοῦ θεσμοῦ πρὸς προστασίαν τοῦ ἀπειλουμένου πολιτεύματος ἦτο δεδικαιολογημένος καὶ ἐν γένει αἱ περιστάσεις πολὺ διάφοροι τῶν σημερινῶν, περιεβλήθη μὲ τοιαύτας διατυπώσεις, ὥστε καθίστατο δύσκολος ἡ ἐφαρμογή· πρῶτον διότι ἡ ἐπιβολὴ τῆς τιμωρίας αὐτῆς εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς τὸν δῆμον, ὅστις, ἅπαξ τοῦ ἔτους συνερχόμενος, ἀπεφάσιζε· καὶ δεύτερον διότι διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἐξορίας ἀπῃτοῦντο κατὰ τὴν κρατοῦσαν γνώμην ἓξ χιλιάδες καταδικαστικὰ ὄστρακα. Ἀλλ’ ὅταν καὶ ἐκεῖ ὁ νόμος ἐφηρμόσθη μετὰ τοιαύτης προσωπικῆς ἐμπαθείας, ὥστε νὰ ἐξοστρακισθῶσιν ἄνδρες διάσημοι, τιμῶντες τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν, ὡς ὁ Ἀριστείδης καὶ ὁ Κίμων, καὶ ὁ κομματικὸς φανατισμὸς ἐξίκετο εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὥστε ὁ νόμος νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ κατὰ τοῦ ἀσήμου καὶ ἀναξίου δημαγωγοῦ Ὑπερβόλου, ἐξηγέρθη ἡ συνείδησις τοῦ δήμου τῶν Ἀθηναίων καὶ ὁ νόμος οὗτος κατέρρευσεν ἀφ’ ἑαυτοῦ. Σήμερον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητεῖται ἡ ἐξορία τίνων; Καὶ διατί; «Πάντων τῶν μεταδιδόντων οἱασδήποτε εἰδήσεις, δυναμένας νὰ κλονίσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν», ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ «πάντων τῶν ὑπόπτων τοιαύτης σοβαρᾶς ἀξιοποίνου πράξεως». Παρέχεται δὲ τοιοῦτον δικαίωμα, τόσον μέγα δικαίωμα, δικαίωμα τὸ ὁποῖον καταλύει πᾶσαν πολιτικὴν ἐλευθερίαν, πᾶσαν ἔννομον τάξιν, εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Ἀστυνόμον ἑκάστης περιφερείας, ἄνευ οὐδεμιᾶς διατυπώσεως, οὐδεμιᾶς διαδικασίας, οὐδεμιᾶς ἐγγυήσεως. Ἐμπιστευόμεθα εἰς ἐποχὴν ἀκροτάτης ἐξάψεως τῶν πολιτικῶν παθῶν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὰ ὄργανα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας χωρὶς κἂν νὰ ζητῆται οὐδ’ αὐτὴ ἡ ἀπολογία τοῦ ἐξοριζομένου καὶ χωρὶς κἂν νὰ σκεπτώμεθα περὶ τῆς ἐπερχομένης καταστροφῆς εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ τόσον σκληρῶς ἐξοστρακιζομένου.
§93Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Salus civitatis suprema lex est.
§94Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Γνωρίζετε, κ. συνάδελφε, ἐκ τῆς ἱστορίας τίνες ἠθέλησαν νὰ καλυφθοῦν καὶ ποῖαι ἀπαίσιαι πράξεις νὰ δικαιολογηθοῦν διὰ τοῦ πολιτειακοῦ τούτου ἀξιώματος τῆς δῆθεν salutis civitatis. Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου δύναται ἐντελῶς νὰ ἐξαλειφθῇ.
§95Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Τὸ ἔχουν αὐτὸ παραδεχθῆ ὅλα τὰ Κράτη τὰ ἐμπόλεμα.
§96Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου, ἀξιότιμε κ. Βασιλακάκη, ὅτι τὰ ἐμπόλεμα Κράτη ἐψήφισαν τοιαύτην διάταξιν. Ὅταν μοῦ στείλητε —καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω θερμῶς νὰ μοῦ ἀποστείλητε— ἀπὸ τὴν βιβλιοθήκην σας τοιοῦτον τινὰ νόμον, θὰ ἀναγνωρίσω τὴν πλάνην μου. Ἀναγνωρίζω τὴν σοβαρότητα τῶν περιστάσεων, ἃς διερχόμεθα, ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταχειρισθῇ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν τάξιν καὶ νὰ ὁδηγήσουν τὸ Κράτος εἰς τὴν ὁδὸν τῆς δόξης καὶ εἰς τὴν πραγμάτωσιν τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε καὶ ὑμεῖς ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια, ὡς τὸ ὑπὸ συζήτησιν, οὐδὲν ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα συνεπιφέρουσιν, ἀλλὰ διανοίγουσι χάσμα ἀγεφύρωτον καὶ σοβαρώτατα ἐπικίνδυνον διὰ τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας. Πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅτι δὲν προσαρμόζονται πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιέσητε τὴν σκέψιν, τὴν διάνοιαν, τὴν ἀντίληψιν τοῦ Ἕλληνος πολίτου, χωρὶς νὰ τὸν ἐξεγείρητε. Ἐξορίζοντες τοὺς πολίτας διὰ μηδαμινοὺς λόγους, ἐνσπείροντες οὕτω τὴν δυστυχίαν εἰς τὰς ἐγκαταλιμπανομένας οἰκογενείας, γεννᾶτε λυσσαλέα πάθη καὶ ἐπιφέρετε ἀνεπούλωτα τραύματα, δημιουργοῦντες κατάστασιν ἐγκυμονοῦσαν τοὺς μεγίστους τῶν κινδύνων.
§97ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νὰ ἀφήσωμεν τοὺς προδότας;
§98Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔχομεν νόμους διὰ τῶν ὁποίων οἱ προδόται τιμωροῦνται. Δὲν ὑπάρχουν, Κύριοι, προδόται ἐν Ἑλλάδι. Δὲν γνωρίζω ποίαν ἀντίληψιν ἔχετε σεῖς, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ ὅλοι προαγόμεθα εἴτε ἐκ τῆς μιᾶς ἀντιλήψεως εἴτε ἐκ τῆς ἄλλης εἰς τὸ νὰ προάγωμεν τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι ὅλοι, ὄχι ὅλοι.
§100Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του ὁ λαός, ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1912 καὶ 1913 καὶ θὰ περιβάλλῃ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης του, ὅπως τότε, διατί φοβεῖσθε τὸν νόμον; Δὲν θὰ τύχῃ οὐδεμία περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ἐγὼ τοὐλάχιστον συμφωνῶ μαζύ σας ὅτι θὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του ὁ Ἑλληνικὸς λαός.
§101Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐκτιμῶ τὴν γνώμην σας, συμφωνῶ δὲ πλήρως ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει διατί καὶ σεῖς ἐπιζητεῖτε τοιοῦτον σκληρὸν καὶ ἀνελεύθερον νόμον, ἀφοῦ μάλιστα ἔχομεν τόσας ἄλλας διατάξεις ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ;
§102Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς τόσα προηγούμενα, ὥστε καλύτερον ἀπὸ τώρα νὰ ἐξασφαλισθῶμεν.
§103Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Σκουλᾶ, ἐρωτῶ σᾶς: Ἀνέχεσθε ἵνα δοθῇ δικαίωμα εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ τὸν Ἀστυνόμον αὔριον νὰ σᾶς στείλῃ ἕνα χωροφύλακα καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ «παρακαλῶ ν’ ἀπομακρυνθῆτε τῶν ὁρίων τῶν Ἀθηνῶν, ἐπειδὴ εἶσθε ὕποπτος, κατὰ τὴν κρίσιν τῶν Ἀρχῶν, νὰ μεταδώσητε εἰδήσεις κλονιζούσας τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν»;
§104Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Δὲν θὰ μοῦ τὸν στείλῃ, διότι θὰ ἐπιτελῶ τὸ καθῆκόν μου. Δὲν δύνασθε νὰ διαμφισβητήσητε τοῦτο ὅτι: καὶ σήμερον ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἐνταῦθα, οἱ ὁποῖοι διαδίδουν ὅτι ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἐπανέρχεται μετὰ 15 ἡμέρας, καὶ αὐτοὶ εἶναι σοβαροὶ πολιτευόμενοι, οἵτινες κάθε πρωίαν ἐξαπολύουν τὰς φήμας αὐτάς, καὶ ὅτι ὁ Κάϊζερ ἢ ὁ Κράμπριντς κατέρχονται διὰ τοῦ Σόροβιτς εἰς Λάρισσαν, ὅπου θὰ τὸν ὑποδεχθῶσι μὲ ἀνοικτὰς τὰς ἀγκάλας. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ λάβῃ τὰ μέτρα της.
§105Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἔχει τόσα ἄλλα μέσα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖσθε νομίζετε ὅτι δικαιολογοῦν τοιαύτης τραχύτητος μέτρον, ἀνῆκον εἰς καταδεδικασμένας ἐποχὰς ἀπολυταρχίας;
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προτιμᾶτε τὴν μέθοδον τῶν Πραιτωριανῶν, νὰ στέλλωνται οἱ πολῖται εἰς τὰς φυλακάς;
§107Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀποκρούω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου πᾶν ἀνελεύθερον μέτρον.
§108Ν. ΑΝΔΡΕΑΔΑΚΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ κεντρικὰ μέρη τρίβουν τὰς χεῖράς των ἀπὸ χαρὰν διὰ τὴν καταστροφὴν τῆς Θεσσαλονίκης.
§109Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἰς αὐτοὺς ἀντιτάσσω τὴν περιφρόνησίν μου. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχωσί τινες ἀπάτριδες, τοῦτο ἀποτελεῖ δικαιολογίαν τοιούτων ἀνελευθέρων νομοσχεδίων;
§110Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ἡ Ἐπανάστασις εἶναι ἀποφασισμένη νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸν ἀγῶνα ὃν ἀνέλαβε, θὰ συντρίψῃ δὲ πᾶν παρουσιασθησόμενον ἐμπόδιον. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν πράξῃ τοῦτο, ἂν δὲν ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν της, δὲν θὰ ἀπολαύῃ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς.
§111Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἀλλὰ τοιαῦτα μέτρα προκαλοῦν καὶ ἀντεπαναστάσεις, τὰς ὁποίας ὁ πατριωτισμὸς ἐπιβάλλει νὰ προλάβωμεν. Ἐθεώρησα καθῆκον νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, κ. Ὑπουργέ, καὶ παρακαλῶ νὰ τὰς λάβητε ὑπ’ ὄψιν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Δράττομαι δὲ τῆς εὐκαιρίας νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ἐγὼ θὰ εἶμαι ὁ πρῶτος ὁ ὁποῖος θὰ συνηγορήσω μὲ τὰς ἀσθενεστάτας δυνάμεις μου εἰς ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ προαγάγῃ τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος καὶ τὸ ἔργον τὸ νομοθετικόν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι τοιαῦτα νομοθετήματα μὲ τοιαύτας διατάξεις δὲν ἐξυπηρετοῦσι τὸ καλῶς νοούμενον συμφέρον τῆς Πατρίδος. Λαμβάνων δὲ ὑπ’ ὄψιν τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος, τὰς παραδόσεις, τὰς ἰδέας του καὶ τὰς περιστάσεις τὰς σημερινὰς ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα καὶ καθ’ ἃς ἡ ὀξύτης τῶν παθῶν καὶ αἱ ἀντιθέσεις ἔχουν φθάσει εἰς ἀκρότατον σημεῖον, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδωμεν διὰ τοιούτων νομοθετημάτων ἀφορμὰς εἰς ἐπικινδύνους συνεπείας. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ παρίδητε τὰς παρατηρήσεις μου· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει εὔχομαι ὁ χρόνος νὰ διαψεύσῃ τοὺς ἐκφρασθέντας φόβους μου.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§113Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ νομοσχέδιον βεβαίως δὲν διέπεται ὑπὸ ἀρχῶν φιλελευθέρων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν σκοπεῖ βεβαίως νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, λόγῳ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, εἰσηγούμεθα πρὸς σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὁμὰς ἀνθρώπων, ὄχι ὀλιγάριθμος, ὡς κύριον ἔργον ἔχει τὴν διασπορὰν εἰδήσεων ἀνακριβῶν διὰ νὰ μειοῦται τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ εἰς τὴν Ἐπανάστασιν, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸ νέον καθεστώς. Ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη βεβαίως ποῖα μέτρα πρέπει νὰ εἰσαγάγῃ διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ κακὸν τοῦτο, καὶ εἰσηγούμενοι τὸ νομοσχέδιον εἴμεθα ἐν γνώσει ὅλων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ ἀντιταχθῶσι κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλὰ ὑπὲρ πάντα κεῖται ἡ σωτηρία τοῦ Τόπου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ —διότι ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἐκ προθέσεως ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἢ μωροὶ τὸ ὀλιγώτερον, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἡμέραν ἔχουσιν αὐτὸ τὸ ἔργον— δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ, λέγω, εἰς τοιούτους ἀνθρώπους νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἔργον των, ἐπὶ κινδύνῳ καὶ διασαλεύσει τῆς τάξεως, νὰ μειώσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ ἐπιφέρωσιν ὡς συνέπειαν τὴν καταστροφὴν τοῦ Τόπου. Ἀλλ’ οὐσιαστικώτερον, ποία εἶναι ἡ διάταξις ἡ συγκινήσασα τὸν κύριον προαγορεύσαντα; Ὅταν καὶ ἐκ κουφότητος δέχωνται καὶ δημοσιεύωσιν ἄρθρα καὶ ψευδεῖς εἰδήσεις, τῶν ὁποίων οἱ ὑπεύθυνοι εἶναι ἄλλοι, δὲν πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν; Ὁ διευθυντὴς ἐφημερίδος, ὁ ἐπιδείξας τοιαύτην χαρακτηριστικὴν ἀμέλειαν, ὥστε νὰ δημοσιεύσῃ ψευδεῖς εἰδήσεις, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ εὐθύνην καὶ ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι δὲν εἶναι ὁ συντάκτης ἢ ὁ ἐκ προθέσεως δημοσιεύσας; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίρρησις ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίγραφον τοῦ ἐφαρμοσθέντος ἤδη 153 νόμου, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι ηὐξήθη ἡ ποινὴ ἡ ἐπιβαλλομένη κατὰ τῶν τοιούτων ἐνόχων. Ἔρχεται τὸ 2ον ἄρθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἠσχολήθη ὁ προαγορεύσας κ. συνάδελφος. Διατί οἱ διαδίδοντες ἢ διὰ τοῦ Τύπου ἀνακοινοῦντες εἰδήσεις νὰ εὐθύνωνται διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην; Καὶ ὑπεστήριξεν ὁ κ. συνάδελφος καὶ ἠκούσθη φωνὴ νὰ τεθῇ «ψευδεῖς εἰδήσεις». Ἀλλὰ κατὰ τὰς ὥρας τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τοῦ πολέμου ὑπάρχουσιν εἰδήσεις ἀκριβεῖς καὶ ἀληθεῖς, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ ἀνακοινοῦνται εἰς τὸ κοινὸν χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς Πατρίδος. Ἡ τελευταία παρατήρησις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 6, διατί δεχόμεθα ὅτι ὁ ἔνοχος τοιούτων ἀδικημάτων ἢ καὶ ἁπλῶς ὁ ὕποπτος εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν δύναται νὰ ἐκτοπίζεται ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. συνάδελφον; Καὶ εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις δὲν ὑπάρχουσιν ἀδικήματα ἔχοντα ὡς συνέπειαν τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἡ ὁποία οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ ἐκτοπισμός; Δὲν ἐκδίδουσι τὰ δικαστήρια ἀποφάσεις ἐκτοπιζούσας ἄτομα διαπράξαντα λαθρεμπόρια ἢ ζωοκλοπήν; Καὶ νομίζετε ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦ ὑπόπτου εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, τὸ ἀδίκημα κατὰ τῆς Πατρίδος εἶναι μικρότερον τῶν ἀδικημάτων τούτων; Δὲν μετατοπίζονται δι’ ἀποφάσεως τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς καὶ τοῦ Νομάρχου οἱ ὑποθάλποντες τοὺς λῃστάς; Ἐὰν δικαιοῦται ἡ Πολιτεία νὰ τιμωρῇ τοιούτους ἐγκληματίας, οἱ ὁποῖοι μικρὸν δύνανται νὰ βλάψωσι, δὲν πρέπει νὰ ἐκτοπίζῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραμένουσιν εἰς ἕνα τόπον μόνον καὶ μόνον ἵνα ὑπηρετήσωσι σχέδια καὶ σκέψεις καὶ ἀποφάσεις ὁμάδος ἡ ὁποία καραδοκεῖ ἵνα ἐπιπέσῃ πρὸς ματαίωσιν τοῦ ἔργου τῆς Ἐπαναστάσεως, τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως; Τί ἔχουσι νὰ φοβηθῶσιν οἱ νομοταγεῖς πολῖται, οἱ ὁποῖοι θὰ συνεργασθῶσιν ὅπως ἐπέλθῃ τὸ ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα; Ἡμεῖς ὅμως ἐλάβομεν ὅλα τὰ μέτρα καὶ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ ἀδικία εἰς οὐδένα, διότι μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως ἔρχεται καὶ ἡ τοῦ Νομάρχου καί, ὅπου ἐφηρμόσθη ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος, ἡ τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ Σώματος Στρατοῦ. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἐπιεικέστερα μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλαμβάνοντο εἰς παρομοίας περιστάσεις καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἔχει.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σίδερης ἔχει τὸν λόγον.
§115Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Δὲν ἀρνεῖται κανεὶς καὶ πάντες ἀναγνωρίζομεν τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ἡ Χώρα. Δὲν ἀρνεῖται δὲ κανεὶς ὅτι εἶναι ἓν νέον καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἱδρύεται καὶ ἐπιβάλλεται δι’ ἐπαναστάσεως καὶ ἔχει ἀνάγκην ἀληθῶς ἐξαιρετικῶν μέτρων ἵνα συντηρηθῇ τοῦτο καὶ μὴ ματαιωθῇ τὸ ἔργον.
§116Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ ὁμολογήσω μαζί σας ὅτι τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ μετεχειρίσθησαν ὅλοι οἱ τύραννοι. Μὲ αὐτὸ ἀφήρεσαν τὰς ἐλευθερίας ὅλων τῶν λαῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι ὁ νόμος αὐτός, ὁ ἀφορῶν εἰς τὴν ἐκτόπισιν ἀνθρώπων τινῶν, ἰσχύει μόνον ἐν καιρῷ πολέμου. Θὰ προσθέσω μάλιστα ἐγὼ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει νὰ ἰσχύσῃ μόνον διὰ τὸν παρόντα πόλεμον, διότι τοιοῦτος νόμος θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀνελεύθερος διὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1912 καὶ 1913, ὅτε τὸ Ἔθνος παρίστατο ἡνωμένον. Τοιοῦτος νόμος ἐξαιρετικός, ὄχι μόνον δὲν θὰ ἦτο χρήσιμος, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐπικίνδυνος ἄλλοτε. Διατί νὰ τὸ ἀποκρύπτωμεν, Κύριοι, ὑπάρχουσιν ἐξωτερικοὶ ἐχθροί, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἐσωτερικοὶ ἐχθροί. Διὰ τούτου δὲν θίγω ὑμᾶς, κ. βουλευτά, οὔτε διανοοῦμαι ὑμᾶς παντάπασι λέγων τοῦτο. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὄχι 5 ἢ 10 ἢ 50, οἱ ὁποῖοι καὶ σήμερον, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς πόλεμον πρὸς τὴν Γερμανίαν, τὴν Βουλγαρίαν καὶ τοὺς συμμάχους των, ἐνῷ οἱ Βούλγαροι εἰσέβαλον καὶ κατέλαβον Ἑλληνικὰ ἐδάφη, παρὰ τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἔδωσαν περὶ μὴ καταλήψεως τῆς Δράμας, τῶν Σερρῶν καὶ τῆς Καβάλλας, ἐνῷ ἔχομεν πλήρη τὴν βεβαίωσιν τῆς καταστροφῆς τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐκεῖ, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εὔχονται καὶ χειροκροτοῦν δι’ ἐπιτυχίας τῶν ἐχθρῶν· θὰ ἐχειροκρότουν δὲ ἀκόμη καὶ ἂν ἔβλεπον Βουλγαρικὰ καὶ Γερμανικὰ στρατεύματα ἐν Ἀθήναις! Ὅταν τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων ἐδημιουργήθη ἀπὸ τὴν καταστρεπτικήν, ἀπὸ τὴν ἐπαίσχυντον δεκάμηνον ἐπιστράτευσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν οἱ ἀρχηγοὶ τοῦ Στρατεύματος ἵνα κλονίσωσι τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, ἵνα διαφθείρωσι τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, καὶ ὅταν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους ἔχωμεν τοιούτους ἀνθρώπους, νομίζετε ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνοι ἀπὸ τοὺς ἔξω τῶν ὁρίων ἐχθρούς; Ἐὰν δὲ δὲν εἶναι ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνοι, δὲν δυνάμεθα νὰ συμπεριφερθῶμεν πρὸς αὐτοὺς εἰμὴ ὅπως καὶ πρὸς τοὺς ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσηγεῖται ὁ συνάδελφός μου εἶναι συνέπεια τῶν ὅσων εἶπον πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει συναίσθησιν πλήρη τοῦ ἀγῶνος τὸν ὁποῖον ἀνέλαβε καὶ τῶν δυσχερειῶν τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἀντιμετωπίσῃ. Ὅταν δὲ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν συναίσθησιν εἶπον καὶ προχθὲς ὅτι: θὰ ζητήσω νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν Κυβέρνησίν μου ἡ Βουλὴ δι’ ὅλων τῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα ἵνα φέρω εἰς αἴσιον πέρας τὸν ἀγῶνα τὸν ὁποῖον ἀνελάβομεν. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον αἱ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις, θὰ ἐντρεπόμην νὰ εἰσηγηθῶ τοιοῦτον νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἐντρεπόμην νὰ παρίσταμαι ἁπλῶς ὡς βουλευτὴς καὶ νὰ ἐψηφίζετο τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἔχῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν· ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον διὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν, διὰ τὸν παρόντα πόλεμον, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ἀκόμη ἐν Ἑλλάδι δυστυχῶς πρόσωπα σκεπτόμενα κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ μὴ ἀπελπιζόμενα ἀκόμη. Εἶναι ἐνδεχόμενον μετὰ χρόνον νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν ἠθικὴν ἑνότητα καὶ ἐλπίζω ὅτι ἡ συζήτησις ἡ ὁποία θὰ διεξαχθῇ αὔριον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ μᾶς φέρῃ ἐγγύτερον εἰς τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι μόλις ὡς βελτιωθῇ ἡ κατάστασις, ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ προσέλθω νὰ ζητήσω τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου. Νῦν ὅμως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν κάθε δυσχέρειαν καὶ διὰ τοιαύτας δυσχερείας πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπαρκῶς ὡπλισμένοι. (Χειροκροτήματα).
§117Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἀκριβῶς τοῦτο ἐξήγησα, τὸ ὁποῖον λέγετε καὶ ὑμεῖς, ἀναγνωρίζοντες βεβαίως τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπατε σεῖς, ὅτι εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ποθοῦσι τὴν νίκην τῆς Βουλγαρίας, τὸ γνωρίζω καὶ ἐγώ. Δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συμφορᾶς τῆς Θεσσαλονίκης ἤκουσα ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἠρώτων ἐὰν ἡ πυρκαϊὰ προήρχετο ἐξ ἀεροπλάνων Γερμανικῶν καὶ ηὐχαριστοῦντο. Καὶ ἔρχομαι ἐγὼ ὁ ἀντιπρόσωπος τόσον φιλελευθέρας ἰδεολογίας, ὡς γνωρίζετε, νὰ σᾶς ὑποστηρίξω εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβάλωμεν διαρκῶς τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος. Πρέπει νὰ συνδυάσωμεν ταύτην μὲ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ πολίτου. Ἡ διάταξις τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὅτι ἡ διάδοσις οἱασδήποτε εἰδήσεως ἡ ὁποία τείνει νὰ μειώσῃ τὴν πίστιν πρὸς τὰς Ἀρχὰς πρέπει νὰ τιμωρῆται διὰ τῶν ποινῶν αὐτῶν, εἶναι πολὺ ἐξαιρετική, πολὺ σοβαρά.
§118Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε μοῦ κάμνει ἐντύπωσιν. Δὲν θὰ ἤθελον ποτὲ νὰ καταδιωχθῇ δημοσιογράφος, ὁ ὁποῖος θὰ προσεπάθει νὰ κλονίσῃ τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα, διὰ ζητήματα ἐπισιτισμοῦ, δημοσίων ἔργων καὶ λοιπά· δὲν ἐννοῶ ὅμως ὅτι δύναται νὰ ἐπιτραπῇ συζήτησις ἐπὶ τῆς πολεμικῆς πολιτικῆς. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν τὸ Κράτος εἶναι εἰς πόλεμον, δὲν δύνανται οἱ πολῖται νὰ συζητῶσιν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς γίνεται ὁ πόλεμος. Παρεκάλεσα τὸν κ. συνάδελφόν μου νὰ διατυπώσῃ τὸ ἄρθρον οὕτως ὥστε ἡ τιμωρία νὰ γίνεται κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζητοῦν νὰ κλονίσουν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ κόσμου ὡς πρὸς τὴν πολεμικὴν πολιτικήν.
§119Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 208 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ παροχῆς ἐκτάκτου εἰσφορᾶς εἰς τὸν Πατριωτικὸν Σύνδεσμον τῶν Ἑλληνίδων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Δ. τῆς 11 Ἰουλίου 1917 «περὶ παροχῆς βοηθήματος εἰς τοὺς ὁπωσδήποτε ἐκ τῶν γεγονότων τοῦ Νοεμβρίου 1916 παθόντας καὶ τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις παρομοίου διωγμοῦ, ὡς καὶ εἰς τοὺς παθόντας ἐκ τορπιλλισμοῦ πλοίων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ρυθμίσεως τῶν ἐνώπιον τῶν ἐν Αἰγύπτῳ προξενικῶν δικαστικῶν Ἀρχῶν τῆς Προσωρινῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐκκρεμῶν ἢ τῶν ὑπ’ αὐτῶν δεδικασμένων ὑποθέσεων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως, καταργήσεως καὶ ἑρμηνείας διατάξεων τοῦ 728 νόμου τῆς 15 Ἰουλίου 1916». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δικαιολογήσεως ἀπολλυμένων ἐν πολέμῳ χρημάτων ἢ δικαιολογητικῶν δαπανῶν Στρατιωτικῆς Ὑπηρεσίας αἰτίᾳ θανάτου ἢ ἀνωτέρας βίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Ἰουνίου 1917 νομοθετικοῦ Β.Δ. «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος διατάξεών τινων τοῦ νόμου 484 «περὶ συστάσεως Σώματος Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Μαρτίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας διὰ τὸν διορισμὸν ἄνευ διαγωνισμοῦ τοῦ διευθύνοντος προσωπικοῦ τῶν φυλακῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ 689 νόμου τῆς 24 Ὀκτωβρίου 1915 καὶ ἀναθεωρήσεως τῶν κατὰ τὸν νόμον τοῦτον τεθέντων εἰς διαθεσιμότητα ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν ἐπὶ ἀκινήτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§123Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ βουλευτὴς Μεσσηνίας κ. Λυκουρέζος μοὶ ἐζήτησε μερικὰ συμπληρωματικὰ ἔγγραφα πρῶτον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ δεύτερον ἄλλα τινὰ τοῦ Ἐπιτελείου, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε καὶ ὁ κ. Ρακτιβάν. Εἶναι διάφορα ἔγγραφα τοῦ Ἐπιτελείου σχετικὰ μὲ τὴν εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν Μακεδονίαν. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι πρὸ τῆς αὐριανῆς συνεδριάσεως.
§124Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἐζητήθη καὶ ἡ ἔγκρισις ξένης Κυβερνήσεως διά τινα τῶν ἐγγράφων καὶ ἀμέσως ὡς δοθῇ αὕτη θὰ κατατεθῶσι καὶ τὰ ἄλλα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τοῦ Ἀντεισαγγελέως τῶν ἐν Ναυπλίῳ Κακουργιοδικῶν καὶ τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Πάτραις Ἐφετῶν περὶ χορηγήσεως ἀδείας διώξεως κατὰ τῶν βουλευτῶν Α. Ἀργυροῦ Σερρῶν, Κ. Καζαντζῆ Ἰωαννίνων, Ν. Τσιριγώτη, Π. Βαρβιτσιώτη καὶ Π. Κοσονάκου Λακωνίας καὶ Λ. Κ. Ρούφου καὶ Β. Ρούφου Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. —Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ἰουνίου 1917 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ ἀναστολῆς πάσης διατάξεως περὶ μονιμότητος τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ ὑπηρετῶν παντὸς κλάδου» τοῦ ἀπὸ 6 Ἰουλίου 1917 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος τούτου, ὡς καὶ περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου 603 «περὶ Γεωργικῆς Τραπέζης Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου». Λύεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ αὕτη τὴν 5.30′ μ.μ. κύριον. (Ὥρα 7.50′ μ.μ.).