1917.08.03
1.683 στίχοι · 13.809 λέξεις · 133 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13Η
ΠΕΜΠΤΗ 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρᾳ 6.5′ μ.μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: —Ἡ χήρα Γεωργίου Βελισσαροπούλου, ὑπολοχαγοῦ τοῦ πεζικοῦ, παραπονεῖται κατὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ ὡς παρερμηνεύοντος τὸν νόμον. —Οἱ ἔμμισθοι δικαστικοὶ κλητῆρες τῆς ἐν Ἀθήναις Εἰσαγγελίας τῶν Πρωτοδικῶν παρακαλοῦν ὅπως αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία των. —Οἱ κάτοικοι τοῦ νομοῦ Κυκλάδων παρακαλοῦσιν ὅπως συσταθῇ ἐν Σύρῳ παρθεναγωγεῖον. —Οἱ παρὰ τῷ Στρατολογικῷ Γραφείῳ Κυκλάδων ὑπηρετοῦντες στρατιωτικοὶ γραφεῖς παρακαλοῦσιν ὅπως τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 5 ἐτῶν, κατόπιν τοῦ ὁποίου δύνανται νὰ ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ στέλεχος τῆς ἐφεδρείας, μειωθῇ εἰς 2 ἔτη. —Ὁ βουλευτὴς κ. Γρίβας ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ χορηγήσεως 20ημέρου ἀδείας ἀπουσίας. —Ὡσαύτως οἱ βουλευταὶ κ.κ. Λ. Χατζητύπε καὶ Ε. Φιλιππίδης αἰτοῦσι 150ήμερον τοιαύτην. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, αἱ ἄδειαι χορηγοῦνται).
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Παπαβασιλείου καὶ Κ. Καλομενόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 Β.Δ. «περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». —Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου 1916 Β.Δ. «περὶ ἀπαγορεύσεως πάσης συμβατικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἄνευ ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, Ἑλληνικοῦ πλοίου κλπ.» καὶ 2) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν ἐν τῇ ναυτικῇ δικαιοδοσίᾳ ἰσχυουσῶν διατάξεων» καὶ παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν. (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡσαύτως καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 Β.Δ. «περὶ ναυτικῶν μέτρων κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ παρόντος πολέμου καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1917 Β.Δ. «περὶ προσθέτου μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν κλπ. τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καὶ περὶ προσθήκης συναφῶν διατάξεων». —Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ Ν.Δ. «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 276 «περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». —Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ ἀκυρώσεως τῆς παραιτήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ περὶ τῶν παθόντων τοιούτων». —Ἡ Κοινοβουλευτικὴ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις της ἐπὶ τῶν ἑξῆς σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ λογαριασμῶν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου». 2) «Περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐκ Θεσσαλονίκης εἰς Ἀθήνας μετακληθέντων ὑπαλλήλων τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως». 3) «Περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 3 Αὐγούστου καὶ ἀπὸ 25 Νοεμβρίου 1916 δύο Β.Δ. δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἓξ δωδεκατημόρια ἐκ τῶν πιστώσεων τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Ὑπηρεσιῶν τῆς χρήσεως 1916 πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τῶν μηνῶν Ἰουλίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου τῆς χρήσεως ταύτης». 4) «Περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 16 Ἰανουαρίου καὶ 4 Ἀπριλίου 1917 δύο Β.Δ. δι’ ὧν ἐκανονίσθη προσωρινῶς ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις καὶ ἡ πληρωμὴ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Ὑπηρεσιῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1917 καὶ ἐχορηγήθησαν ἓξ δωδεκατημόρια πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους καὶ τῶν Εἰδικῶν Ταμείων καὶ Ὑπηρεσιῶν τῶν ἓξ πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους 1917». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 3 Ἰουλίου Β.Δ. «περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς χρήσεως 1916 καὶ 1917 τοῦ ὑπὸ τὴν Προσωρινὴν Κυβέρνησιν τῆς Θεσσαλονίκης διατελέσαντος τμήματος τοῦ Κράτους κλπ.». 6) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β.Δ. «περὶ ἐκτελέσεως ὡς νόμου τοῦ Κράτους τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2425 τῆς 14 Μαΐου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου μέχρι ποσοῦ 25.000.000 δραχ. κλπ.». —Ὡσαύτως ἡ ἐπὶ τῶν Ἀμέσων καὶ Ἐμμέσων Φόρων Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς σχεδίων νόμων: 1) «Περὶ ἀναθέσεως εἰς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους τῶν καθηκόντων τῶν Ταμιῶν, ὡς πρὸς τὸν καθορισμὸν καὶ τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων ἀνωνύμων, ἑτερορρύθμων, μετοχικῶν, καὶ ἀσφαλιστικῶν ἐν γένει Ἑταιρειῶν» καὶ 2) «Περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 2601 τῆς 26 Μαΐου 1917 Διατάγματος τῆς Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 522 «περὶ τοῦ καπνοῦ τῶν Νέων Χωρῶν καὶ τῆς φορολογίας αὐτοῦ καὶ περὶ μονοπωλίων καὶ εἰς τὰς λοιπὰς Νέας Χώρας».
—Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
—Οἱ κ.κ. Γ. Καλδῆς, Α. Παπαγεωργίου, Γ. Καραπαναγιώτης, Α. Σιφναῖος, καὶ Γ. Βαμβούρης ἐρωτῶσι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν ἐὰν δὲν νομίζει δίκαιον ὅπως αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἡλικιῶν τῶν ἐπιστράτων Ἐπιτροπῆς μὴ ὦσιν, ὡς πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀποδεικτικὰ ἔγγραφα τῆς ἡλικίας των, ἀνέκκλητοι, ἀλλὰ νὰ δικαιοῦνται οὗτοι νὰ προσφεύγωσιν εἰς Ἀνωτέραν Ἐπιτροπὴν ὅπως κατὰ βʹ βαθμὸν ἐξετάζηται τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας των. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θεωρεῖ σκόπιμον καὶ δίκαιον νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ σχετικὸς περὶ στρατολογίας νόμος;
§5Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ὑπεβάλομεν μετ’ ἄλλων συναδέλφων τὸ ἐρώτημα καθόσον πλεῖστα ὅσα παράπονα ἀκούονται πάντοτε ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἡλικιῶν πρὸς καθορισμὸν τοῦ χρόνου τῆς γεννήσεώς των. Παρετηρήθη δυστυχῶς ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν ἡλικιῶν δὲν λαμβάνει ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὰ τυχὸν παρουσιαζόμενα ἐνώπιον αὐτῆς ἔγγραφα, ἀλλὰ στηρίζεται ἁπλῶς εἰς τὴν προσωπικὴν κρίσιν αὐτῆς. Ἀλλ’ εἶναι πολὺ παρακεκινδυνευμένον νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἀκριβῆ κρίσιν καὶ διάγνωσιν μεταξὺ ἀνθρώπων ἡλικίας 32, 35, 36 ἐτῶν. Τελευταίως παρουσιάσθη κάποιος ἐκ Πλωμαρίου ὅστις παρουσίασεν εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τὰ ἀκόλουθα ἔγγραφα: 1) Πιστοποιητικὸν μητρώου, εἰς τὸ ὁποῖον εἶναι ἐγγεγραμμένος καὶ τὸ ὁποῖον παρουσιάζει αὐτὸν ὡς γεννηθέντα τῷ 1882, 2) ἐπαρουσίασε τὸ λεγόμενον νοφοῦς, δηλαδὴ ἀπόσπασμα τῆς Τουρκικῆς ληξιαρχικῆς πράξεως, 3) δύο διαβατήρια ἐκδεδομένα κατὰ διαφόρους ἐποχάς, πολὺ πρὶν ἀρχίσῃ οὐδὲ ὑποπτεύετο κανεὶς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ στρατολογία, 4) ἓν ἐπίσημον ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου διωρίσθη ἐκλέκτωρ κατὰ τὸ 1908, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἐκλογὴ διὰ τὴν Τουρκικὴν Βουλήν. Κατὰ τὸν Τουρκικὸν δὲ νόμον διὰ νὰ ἔχῃ τις δικαίωμα νὰ γίνῃ δευτεροβάθμιος ἐκλογεύς, δηλαδὴ ἐκλέκτωρ, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Τούτου δοθέντος ὁ περὶ οὗ πρόκειται ὑπολογίζεται ὅτι πάντως θὰ ἔχῃ σήμερον ἡλικίαν 36–37 ἐτῶν. Ἐν τούτοις ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ☐ Ἐπετράπη δηλαδὴ διὰ νόμου ὅπως Κρῆτες Ἐπίσκοποι διορι☐ ☐λησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Διὰ τοῦτο ὑπεβάλομεν τὸ ἐρώτημα ὅπως παρακαλέσωμεν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν δὲν νομίζῃ δίκαιον ὅπως εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν στρατευομένων οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀποδεικτικὰ ἔγγραφα, ἀποδεικνύοντα ὁπωσοῦν τὸν χρόνον τῆς γεννήσεώς των, ἐπιτρέπηται ἵνα καὶ κατὰ δεύτερον βαθμὸν ἐξετάζηται τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας των, καθόσον ὁ περὶ στρατολογίας νόμος θεωρεῖ μέχρι σήμερον τὰς ἀποφάσεις τῶν ἐπιτροπῶν τούτων ἀνεκκλήτους.
§6Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Καλὰ κάμνουν νὰ μὴ τὰ λαμβάνωσι τόσον πολὺ ὑπ’ ὄψιν· ἔχω ἀντίθετον γνώμην.
§7Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Δὲν λέγω νὰ ἀποτελοῦν πλήρη ἀπόδειξιν, ἀλλὰ νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν πρὸς καθοδήγησιν τῶν Ἐπιτροπῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 2 ἀναβάλλεται, ἕνεκεν ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. —Οἱ κ.κ. Α. Παπαγεωργίου καὶ Γ. Καλδῆς ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ἂν ἔχῃ γνῶσιν ὅτι ἡ διανομὴ τῶν ἀποστελλομένων εἰς Λέσβον τροφίμων γίνεται ἀνίσως, ἀδικουμένων πάντοτε τῶν κατοίκων τῆς ὑπαίθρου χώρας, συνεπείᾳ δὲ τούτου αἱ καθημεριναὶ διαμαρτυρίαι τῶν κατοίκων τῆς ὑπαίθρου χώρας καὶ τὰ λυπηρὰ γεγονότα τοῦ Πλωμαρίου. Παρακαλοῦσι δ’ αὐτὸν νὰ δηλώσῃ ποῖα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀτόπου τούτου. Ἀναβάλλεται διὰ τὸν αὐτὸν λόγον. —Ὁ κ. Ἀνδρεαδάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ διατί ἀπαγορεύεται ἡ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν Καινουρίου, Πυργιωτίσσης καὶ Μονοφατσίου μεταφορὰ σίτου εἴτε εἰς ἰδιοκτήτας εἴτε εἰς ἐργάτας εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἐνῷ εἰς ἐμπόρους ἐν Ἡρακλείῳ ἐπετράπη ἡ ἀγορὰ σίτου· ὁμοίως ἀναβάλλεται. —Ἐπίσης οἱ κ.κ. Χ. Βασιλακάκης, Ι. Λεκανίδης καὶ Γ. Μυλωνογιάννης ἐρωτῶσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὴν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἡ δημοσιευθεῖσα εἴδησις περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ ἀρχαίου Ἀνακτόρου διὰ δημόσια γραφεῖα καὶ τὸ ἄνοιγμα τοῦ Βασιλικοῦ Κήπου πρὸς χρῆσιν τοῦ λαοῦ ἔχεται ἀληθείας καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πότε θὰ πραγματοποιηθῇ.
§9Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ἡ δημοσιευθεῖσα εἴδησις περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ παλαιοῦ Ἀνακτόρου διὰ δημόσια γραφεῖα καὶ τὸ ἄνοιγμα τοῦ Βασιλικοῦ Κήπου ἐνέπλησε χαρᾶς τὸν λαόν. Θὰ ἤθελον λοιπὸν νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔχεται ἀληθείας ἡ εἴδησις καὶ ποῖαι ἀποφάσεις ἐλήφθησαν.
§10Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον πολιτευτὴν ἐκ Μυτιλήνης ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐρώτημα διὰ τὸ παλαιὸν Ἀνάκτορον δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὸν Βασιλικὸν Κῆπον ἔχω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς: Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας γίνεται μελέτη πρὸς μεταρρύθμισιν τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μελετῶν αἱ ὁποῖαι ἔχουσι συγκεντρωθῆ ἐκ μέρους διασήμων ἀρχιτεκτόνων Εὐρωπαίων θὰ γίνῃ σχετικὴ ἐκτέλεσις. Ἕν τῶν ζητημάτων τῆς μεταρρυθμίσεως εἶναι ἡ εὔρυνσις τῶν ὁδῶν τῶν περὶ τὸν Βασιλικὸν Κῆπον. Πλὴν τούτου ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται ἀναποσπάστως πρὸς τὴν χρῆσιν τοῦ Βασιλικοῦ Κήπου ὑπὸ τοῦ λαοῦ. Ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμοῦσα ὅπως παράσχῃ μεγαλυτέραν ἄνεσιν εἰς τοὺς κατοίκους διὰ τῆς χρήσεως τοῦ Βασ. Κήπου θέλει λάβει πᾶσαν μέριμναν ὅπως γίνῃ εὐρυτέρα χρῆσις ὑπὸ τοῦ λαοῦ, ὑπὸ τὸ ὄνομα «Κῆπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ» (Χειροκροτήματα).
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Χ. Βασιλακάκης, Ι. Λεκανίδης καὶ Γ. Μυλωνογιάννης ἐρωτῶσι τὴν Κυβέρνησιν ἂν πράγματι ἔχῃ πληροφορίας ὅτι ὁ πρώην Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου, καίτοι ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι ἀξιωματικὸς ἐν διαθεσιμότητι τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, κατετάχθη εἰς τὸν ἐχθρικὸν Γερμανικὸν Στρατόν.
§12Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἐρώτημα δὲν ἀφορᾷ ἐμέ, ἀλλ’ ἄλλοι συνάδελφοι μὲ ἔκαμαν νὰ τὸ ὑποβάλω, διότι ἐγὼ γνωρίζω ὅτι καὶ ἂν ἡ εἴδησις δὲν εἶναι ἀληθὴς κατὰ τύπους, εἶναι ὅμως ἀληθὴς κατ’ οὐσίαν. Ὁ Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ Γερμανικοῦ Στρατοῦ.
§13Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τοιαύτην πληροφορίαν, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Μυτιλήνης νὰ εἴπω ὅτι, ἀσχέτως πρὸς τὰς συμπαθείας τοῦ τέως Διαδόχου τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν ἐμπολέμων ὁμάδων, ἀρνοῦμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι κατετάχθη εἰς τὸν Γερμανικὸν Στρατόν. Καθ’ ἣν μάλιστα στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν πρὸς τὴν Γερμανίαν, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραδεχθῶ ὅτι ὁ πρώην Διάδοχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου θὰ θελήσῃ νὰ εὑρεθῇ ἀντιμέτωπος πρὸς τὴν Πατρίδα του.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Παπαδάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ποίαν ἀπόφασιν ἔλαβε περὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἁλατοφυλάκων Κρήτης καὶ τῆς αὐξήσεως τῆς γλίσχρου μισθοδοσίας αὐτῶν.
§15Ν. ΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ἁλατοφυλάκων Κρήτης ἔχει μεγάλην σημασίαν καὶ σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβλέψεως τῶν ὑποβρυχίων. Διότι μὲ 40 δραχμὰς τὸν μῆνα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐμπιστευτικὴ ὑπηρεσία εἰς ἐμπίστους ἁλατοφύλακας. Ὅσοι διωρίσθησαν ὑπέβαλον παραιτήσεις, διότι ἦσαν ἔντιμοι ἄνθρωποι. Πρέπει νὰ διπλασιασθῇ ὁ μισθός των, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ διορίζωνται πρόσωπα ὕποπτα.
§16Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος ν’ ἀπαντήσω. Μοῦ φαίνεται ὅμως ὅτι οἱ ἁλατοφύλακες πληρώνονται παρὰ τῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἑταιρεία δέχεται μίαν ἀνάλογον αὔξησιν μισθοῦ, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ αὐξήσει τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος, εἰς βάρος βέβαια τοῦ Δημοσίου.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Φλῶρος καὶ Κ. Μελᾶς ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τῆς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ὑποβληθείσης ἀποφάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ριζαρείου Σχολῆς περὶ ἐκλογῆς συμβούλου εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποθανόντος τοιούτου Π. Κοντοσιλέξη, ὡς καὶ τῆς διαμαρτυρίας πολλῶν Ἠπειρωτῶν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης καὶ τί ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνήργησεν.
§18Π. ΦΛΩΡΟΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τὸ Συμβούλιον τῆς Ριζαρείου Σχολῆς ἀπέστειλεν ἀντίγραφον ἀποφάσεως ληφθείσης ἐν συνελεύσει αὐτοῦ περὶ διορισμοῦ μέλους τοῦ Δ. Συμβουλίου εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποθανόντος Π. Κοντοσιλέξη. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δ. Συμβουλίου τῆς Ριζαρείου Σχολῆς πολλοὶ τῶν ἐνταῦθα Ἠπειρωτῶν διεμαρτυρήθησαν, καθόσον οἱ τρεῖς προτείναντες σύμβουλοι τῆς Ριζαρείου Σχολῆς εἶναι κατ’ ὄνομα μόνον Ἠπειρῶται καὶ οὐχὶ συνδεδεμένοι διὰ τοῦ τόπου οὔτε διὰ γεννήσεως οὔτε δι’ ἄλλου τρόπου, εἰς τρόπον ὥστε δὲν δύνανται νὰ γνωρίσωσι τὰ Ἠπειρωτικὰ πράγματα καὶ πρόσωπα, καὶ συνεπῶς νὰ ἐκφέρωσιν ὀρθὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ ὀνόματα αὐτά;
§20Π. ΦΛΩΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Χελιώτης, Μπαλάνος καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἄλλος. Καὶ εἰς ἀπόφασιν προγενεστέραν τοῦ Δ. Συμβουλίου τῆς Ριζαρείου Σχολῆς εἶχε γίνει διαμαρτυρία, ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ Ἤπειρος τότε ἐστέναζε καὶ ἡ διαμαρτυρία δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Σήμερον ὅμως δὲν ἐπιτρέπεται τοῦτο, διότι ἡ Ἤπειρος δὲν εὑρίσκεται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν. Σήμερον ζητεῖται νὰ διορισθῇ Ἠπειρώτης, συνδεόμενος μετὰ τῆς Ἠπείρου καὶ γνωρίζων πρόσωπα καὶ πράγματα. Ἐὰν δέ, κ. Ὑπουργέ, ἐν τῇ προτάσει ὑποδεικνύεται καὶ πρόσωπον γεννηθὲν ἐν Ἠπείρῳ, πάλιν εἶναι ἀτελὴς ἡ πρότασις αὕτη. Συνεπῶς, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει —καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω μάλιστα διὰ τοῦτο— νὰ ἀπορρίψητε τὴν ἀπόφασιν μετὰ τῆς σχετικῆς παρατηρήσεως ὅπως μόνον πρόσωπα συνδεόμενα μετὰ τῆς Ἠπείρου, ὡς εἶπον ἀνωτέρω, ἐκλεγῶσιν, οὕτως ὥστε ὑμεῖς νὰ ἔχητε τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, διότι ἀποκλειομένων τῶν δύο, παραμένει τὸ τρίτον τὸ ὁποῖον συγκεντρώνει τὰ προσόντα.
§21Κ. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. προλαλήσας. Ἡμεῖς οἱ Ἠπειρῶται δὲν κάμνομεν τὴν διάκρισιν μεταξὺ Ἠπειρωτῶν γεννηθέντων ἐν Ἠπείρῳ καὶ Ἠπειρωτῶν γεννηθέντων ἀλλαχοῦ, διότι καὶ οἱ Ἠπειρῶται οἱ μὴ γεννηθέντες ἐν Ἠπείρῳ οὐδέποτε ἔπαυσαν ἐργαζόμενοι δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Ἤπειρον. Καὶ ἀκριβῶς ὁ Κοντοσιλέξης δὲν εἶχε γεννηθῆ ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἐν τούτοις εἰργάσθη πάντοτε ἰσχυρότατα ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῶν Ἠπειρωτῶν, ἀντικατεστάθη δὲ ἀπὸ τὸν Μαλιόπουλον Ἠπειρώτην, πρώτης τάξεως ἄνθρωπον, πλούσιον καὶ πατριώτην.
§22Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ Κοντοσιλέξη ὑπεβλήθη πραγματικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔγγραφον τῆς Ριζαρείου Σχολῆς τὸ ὁποῖον ζητεῖ τρία πρόσωπα. Οὐδεμία διαμαρτυρία ὑπεβλήθη ἔγγραφος, οὕτως ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπὶ ταύτης ἐνέργειά τις. Μόνον τινὲς μοὶ εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ καταβληθῇ προσοχὴ οὕτως ὥστε τὸ πρόσωπον τὸ διορισθησόμενον νὰ συνδέεται περισσότερον μετὰ τῆς Ἠπείρου. Τὴν ἀξίωσιν ταύτην τὴν εὗρον πολὺ δικαίαν καὶ εὔλογον, εἶδον δὲ ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 55 ὁ Ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἕνα ἐκ τῶν τριῶν. Ὁ μᾶλλον Ἠπειρώτης καὶ μᾶλλον συνδεόμενος πρὸς τὴν Ἤπειρον θὰ διορισθῇ.
§23Π. ΦΛΩΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐκλεκτικὸν τὸ δικαίωμα ἐφ’ ὅσον ἀπορρίπτονται οἱ δύο, ὡς μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα θέτει ἡ διαθήκη.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρυσόγελος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως, εὐαρεστούμενος, πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τοῦ ἐν Τουρλίδι τοῦ Μεσολογγίου προλιμένος, οὗτινος ἡ κατασκευὴ ἔχει ἐγκριθῆ πρὸ πολλοῦ, καὶ πότε θὰ ἐκτεθῇ εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου, δεδομένου ὄντος ὅτι ἀπὸ τοπικῆς καὶ ἐμπορικῆς ἀπόψεως ἀλλὰ καὶ ἀπὸ στρατιωτικῆς ἐπείγει αὕτη καὶ ὅτι ὁλόκληρον σχεδὸν τὸ ἀπαιτηθησόμενον διὰ τὴν κατασκευὴν ποσὸν ὑπάρχει κατατεθειμένον παρὰ τῷ ἐν Μεσολογγίῳ ὑποκαταστήματι τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος.
§25Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ δημοπρασία ἐνεκρίθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 149460 ὑπουργικῆς ἀποφάσεως τῆς 2 Δεκεμβρίου 1916.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλιος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον δὲν ἀφῃρέθησαν ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ καταστήματα αἱ εἰκόνες τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως.
§27Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἐρώτημά μου ἀφορᾷ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν ἀφῃρέθησαν αἱ εἰκόνες τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ γραφεῖα καὶ ἀπὸ πολλὰ δικαστικὰ καταστήματα, διότι εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων ὑπάρχουν ἀκόμη αἱ εἰκόνες τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως. Ὡς δὲ μὲ ἐπληροφόρησεν ὁ κ. Γκλαβᾶς καὶ ἐν Πάτραις εἰς τὸ Ἐφετεῖον ὑπάρχουσιν ἀκόμη τοιαῦται εἰκόνες, ὡς καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα δημόσια καταστήματα, ὡς ἂν οἱ κύριοι οὗτοι νὰ μὴ ἔλαβον ἀκόμη γνῶσιν ὅτι ὁ Βασιλεὺς οὗτος εἶναι ἔκπτωτος.
§28Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐδόθησαν αἱ ἀναγκαῖαι διαταγαὶ διὰ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν εἰκόνων τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως διὰ τῆς εἰκόνος τοῦ νῦν Βασιλέως καὶ ἐκτελοῦνται αὗται. Ἂς ληφθῇ ὅμως ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν εἶναι εὔκολος ἡ ἀντικατάστασις. Ἀλλ’ ὅπου παρατηρήσαμεν εἴτε κακὴν διάθεσιν ἐκ μέρους τῶν ὑπευθύνων εἴτε καὶ ἁπλῆν ἀμέλειαν ὅπως συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν τοιαύτην ἡμῶν διαταγήν, ὑπήρξαμεν λίαν αὐστηροί. Ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἐτιμωρήθη, διὰ δεκαπενθημέρου φυλακίσεως διότι ἐξ ἀμελείας δὲν ἐφρόντισε νὰ ἀντικαταστήσῃ τὴν εἰκόνα τοῦ ἐκπτώτου Βασιλέως διὰ τῆς εἰκόνος τοῦ νέου τοιούτου.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Π. Φλῶρος καὶ Κ. Μελᾶς ἐρωτῶσι τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν ὅπως, εὐαρεστούμενος, πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν καὶ πότε σκέπτεται νὰ προβῇ εἰς τὴν πλήρωσιν τῆς κενῆς μητροπολιτικῆς ἕδρας Βελλᾶς καὶ Κονίτσης.
§30Π. ΦΛΩΡΟΣ. Ἀπὸ ἔτους περίπου, θανόντος τοῦ Μητροπολίτου Ἰωαννίνων, ἐπληρώθη ἡ ἕδρα τῆς Μητροπόλεως Ἰωαννίνων διὰ τοῦ Μητροπολίτου Βελλᾶς καὶ Κονίτσης. Ἤδη ἡ ἕδρα τῆς Μητροπόλεως Βελλᾶς καὶ Κονίτσης μένει κενή. Εἰς στιγμὰς κατὰ τὰς ὁποίας φιλοξενοῦνται οἱ Ἰταλοὶ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ ἐπαρχίᾳ μας εἶναι σκόπιμον, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ὑπάρχῃ ἐκκλησιαστικὴ κορυφὴ ἐκεῖ, ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἄγγελος παρήγορος καὶ νὰ ἐπιχέῃ βάλσαμον εἰς τὰς πληγωμένας ψυχὰς τῶν συμπολιτῶν μου. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐὰν σκέπτεται καὶ πότε νὰ πληρώσῃ τὴν ἕδραν αὐτὴν τῆς Μητροπόλεως Βελλᾶς καὶ Κονίτσης.
§31Δ. ΔΙΓΚΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Περὶ τῆς πληρώσεως τῆς Μητροπόλεως Βελλᾶς καὶ Κονίτσης θέλει φροντίσει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐν καιρῷ θέλει συμπληρώσει ταύτην.
§32Κ. ΜΕΛΑΣ. Ἐνεγράφην διὰ νὰ ὑποβάλω μόνον τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. συνάδελφος περὶ τῆς πληρώσεως τῆς Μητροπόλεως Βελλᾶς καὶ Κονίτσης καὶ ὄχι βέβαια διὰ νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τοῦ πρώην Μητροπολίτου Βελλᾶς καὶ Κονίτσης, περὶ τοῦ ποιοῦ τοῦ ὁποίου δύναταί τις νὰ κρίνῃ, ἀφοῦ ἀκριβῶς, ὅπως εἶπεν ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος, ἐξετιμήθη ἀπὸ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Ἀπ’ αὐτὸ ἠμπορεῖτε νὰ τὸν ἐκτιμήσετε. Ἡμεῖς οἱ Ἠπειρῶται, κύριοι βουλευταί, ἀνυπομόνως ἀναμένομεν νὰ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του ὁ πρόεδρος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διὰ νὰ δώσῃ λόγον ὁ κύριος οὗτος, ὁ ὁποῖος ὑπέκλεψε τὴν θέσιν τοῦ Μητροπολίτου Ἰωαννίνων.
§33Π. ΦΛΩΡΟΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω ἀπάντησιν πρὸς τὸν κ. συνάδελφον. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς ἐμνήσθη τῶν δικαιωμάτων τῆς αὐτονόμου Ἠπείρου καὶ εἶπεν: «Ἐὰν πρὸς στιγμὴν δὲν ἔχομεν στρατιωτικὴν κατοχήν, ἔχομεν ὅμως ἀπαράγραπτα δικαιώματα, ἔχομεν τίτλους τοὺς ὁποίους οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ». Οἱ λόγοι οὗτοι, οἱ λεχθέντες ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐσήμαινον τίποτε ἄλλο παρὰ τὸν αὐτόνομον ἀγῶνα.
§34Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι μόνον αὐτό.
§35Π. ΦΛΩΡΟΣ. Εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν καὶ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐν Ἱερουσαλὴμ παροικοῦντας ὅτι ὁ αὐτόνομος ἀγὼν εἶναι ἔργον τοῦ πρώην Ἐπισκόπου Βελλᾶς καὶ Κονίτσης.
§36Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἶναι τῶν Ἠπειρωτῶν καὶ ὄχι τοῦ Βελλᾶς καὶ Κονίτσης.
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς τῆς σφαγῆς τῶν Νορμοβητῶν. Εἶναι ἐντροπή. (Θόρυβος).
§38Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Αὐτὸς θέλει ξύρισμα. Μάλιστα τὸ ἐπαναλαμβάνω: θέλει ξύρισμα. (Χειροκροτήματα, θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§39Π. ΦΛΩΡΟΣ. Ἐγὼ ὁ ἴδιος θὰ εἴπω ὅτι θέλει νὰ ξυρισθῇ, ἀλλὰ δὲν ἀφίνετε νὰ τελειώσω.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς ἄλλην συνεδρίασιν φέρετε ἐπερώτησιν, κύριε βουλευτά. —Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§41Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ σημερινὸν φύλλον τῆς ἐφημερίδος «Ἐμπρὸς» ἐδημοσιεύθη ἀνακοίνωσις, τὸ περιεχόμενον τῆς ὁποίας σχετίζεται πρός τινα διακοπὴν τοῦ Προέδρου ἡμῶν κ. Σοφούλη κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν. (Ἀναγινώσκει): «Ἐν σχέσει πρὸς τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Βουλῇ προχθὲς ὑπὸ τοῦ Προέδρου κ. Σοφούλη διὰ δημοσίευμα τῆς «Ἀληθείας», ὁ βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας κ. Λ. Τσουκαλᾶς, θεωρήσας ἑαυτὸν προσβεβλημένον ἐζήτησε διὰ τῶν μαρτύρων του κ.κ. Σπ. Ράγκου, βουλευτοῦ, καὶ Π. Ἀναστασοπούλου, δικηγόρου, ἐξηγήσεις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔδωκε τοιαύτας ἐξηγήσεις, ὥστε ἐθεωρήθη τελείως ἱκανοποιημένος ὁ κ. Τσουκαλᾶς καὶ τὸ ἐπεισόδιον ἔληξε».
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ἀντιπρόεδρε, παρακαλῶ νὰ καταλάβητε τὴν ἕδραν. (Τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Α. Κριάρης).
§43Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ δὲν ἀντελήφθη ὅτι μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Λ. Τσουκαλᾶ συνέβη ἐπεισόδιον, ἀφοῦ ἄλλως τε οὐδὲ εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγράφεται. Κύριε Πρόεδρε, ἀφοῦ ἐλήφθη ἀπόφασις ὅπως, προκειμένου περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, μὴ δημοσιεύεται τίποτε παρ’ ὅ,τι δίδεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω καὶ τὸν κ. Πρόεδρον καὶ τὴν Κυβέρνησιν ἐὰν ἔλαβον μέτρα διὰ τοὺς κυρίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ δημοσιεύσουν κρίσεις καὶ πληροφορίας περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς πέρα ἐκείνων τὰς ὁποίας τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς παρέχει εἰς αὐτούς.
§44Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ (Πρόεδρος τῆς Βουλῆς). Δὲν ἐπίστευον ποτὲ ὅτι τὸ πεπρωμένον θὰ μοὶ ἐπεφύλαττε καὶ αὐτὴν τὴν σκληρὰν μοῖραν νὰ εὑρεθῶ εἰς σχέσιν, νὰ εὑρεθῶ εἰς συνάφειαν μὲ ἕν πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἀληθῶς κατέστη μία ἀθεράπευτος κακὴ πληγὴ τῆς Κοινωνίας. (Χειροκροτήματα). Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. βουλευτοῦ Λαρίσσης, ὀφείλω ἐπίσης νὰ δώσω ἐξηγήσεις πρὸς τὴν Βουλήν, προκειμένου περὶ ἐπεισοδίου ἀναφερομένου εἰς τὴν ἐνέργειάν μου ἐν τῇ Βουλῇ ὡς Προέδρου. Ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου προχθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Γεῦσκος, ἀνέγνωσεν ἔκ τινος ἐφημερίδος ἀγνώστου εἰς ἐμὲ περικοπήν τινα ὑβριστικωτάτην κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Ναυάρχου Κουντουριώτου. Ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω τὸν κ. βουλευτὴν νὰ παύσῃ ἀναγινώσκων καὶ ἀνακινῶν τοιαῦτα ζητήματα....
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλη ἡ Βουλὴ διεμαρτυρήθη.
§46Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. .... τὰ ὁποῖα ἐχαρακτήρισα ὡς δημοσιεύματα κακοήθη ἢ διὰ παρομοίας τινὸς φράσεως. Τὴν ἑπομένην τῆς συνεδριάσεως αὐτῆς ἐδέχθην τὴν ἐπίσκεψιν δύο κυρίων, οἱ ὁποῖοι μοὶ ἀνήγγειλαν ὅτι ὁ ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς κ. Τσουκαλᾶς ἐθεώρει τὸν ἑαυτόν του θιγόμενον ἐκ τῶν φράσεων διὰ τῶν ὁποίων ἐχαρακτήρισα τὸ δημοσίευμα τὸ καθαπτόμενον τοῦ Ναυάρχου, ὡς δημοσίευμα κακόηθες, ἐφ’ ὅσον, εἶπον οἱ κύριοι οὗτοι, ἐνυπῆρχεν εἰς τὰ λεγόμενά μου ἡ ἔννοια τῆς προσωπικῆς μορφῆς κατὰ τοῦ κ. Τσουκαλᾶ, ὡς γράψαντος τὸ ἄρθρον τοῦτο. Ἀπήντησα εἰς τοὺς κυρίους αὐτοὺς ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἐμὲ πρόθεσις προσωπικῆς προσβολῆς κατὰ τοῦ κ. Τσουκαλᾶ, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ μόνον διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι ἠγνόουν ὅτι αὐτὸς ἦτο ὁ γράψας καὶ ὅτι ἐκείνην μόλις τὴν στιγμὴν ἐμάνθανον τοῦτο· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει, προσέθηκα, νὰ ἐπαναλάβω ὅτι τὸ δημοσίευμα τοῦτο θεωρῶ κακοηθέστατον (χειροκροτήματα), ἱκανὸν νὰ κινήσῃ τὴν ἀγανάκτησιν (χειροκροτήματα). Παρακαλῶ ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσω. Ἱκανὸν νὰ κινήσῃ τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν ἀηδίαν καὶ τὴν φρίκην παντὸς τιμίου Ἕλληνος, διότι καθυβρίζετο διὰ τοῦ δημοσιεύματος τούτου ἀνὴρ ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μόνον κληρονόμος ἐνδόξου ὀνόματος, ἀλλὰ καὶ δημιουργὸς ἰδίας δόξης (χειροκροτήματα), ἀνὴρ ὁ ὁποῖος ἐλάμπρυνε τὴν ἱστορίαν τῆς φυλῆς μας διὰ φωτεινοτάτων σελίδων νέας ἐθνικῆς δόξης. (Χειροκροτήματα).
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ὁ ἥρως τῆς Ἕλλης.
§48Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἐθεώρησε τὴν ἀπάντησίν μου ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἀληθῶς ὡς τελείως ἱκανοποιητικήν.
§49Κ. ΜΕΛΑΣ. Μὴ τὸν λέγετε ἀξιότιμον· δὲν εἶναι ἀξιότιμος.
§50Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι τὸ σημερινὸν δημοσίευμα, τοῦ ὁποίου αὐτὴν τὴν στιγμὴν λαμβάνω γνῶσιν, ἕνα μόνον σκοπὸν ἔχει προφανῶς· νὰ προκαλέσῃ καὶ πάλιν μίαν ἀπὸ τὰς συνήθεις ἐκείνας ἐντυπώσεις ψευδοῦς δόξης, τὰς ὁποίας τόσον καλῶς γνωρίζει νὰ ἐπιδιώκει ὁ κ. βουλευτὴς διὰ τοιούτων μέσων. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτὴς ἐλησμόνησεν ὅτι οἱ καιροὶ μετεβλήθησαν, ὅτι ἡ δόξα εἶναι σήμερον ἀλλαχοῦ ἀπησχολημένη (χειροκροτήματα), ὅτι σήμερον ἡ δόξα δὲν πλέκει στεφάνους διὰ τὰ μέτωπα τῶν θορυβοποιῶν καὶ σκανδαλοποιῶν, ὅτι ἡ δόξα σήμερον δὲν στεφανώνει τοὺς ἐξ ἐπαγγέλματος ὑβριστὰς καὶ συκοφάντας, ἡ δόξα στεφανώνει σήμερον τοὺς ἐθνικοὺς ἥρωας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ποίας ὑποχρεώσεις καὶ ποῖα καθήκοντα ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἔντιμον Ἕλληνα στρατιώτην ἡ ἀληθὴς στρατιωτικὴ τιμὴ (χειροκροτήματα), στεφανώνει ἐκείνους οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν νὰ σύρωσιν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος τὸ ξίφος καὶ νὰ ἀποθνήσκωσιν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς διὰ τὴν ὑπερευαισθησίαν αὐτὴν τῆς φιλοτιμίας τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου διατί ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἠσθάνθη τὴν τιμήν του θιγομένην ἀπὸ μίαν ἁπλῆν φράσιν τοῦ Προέδρου, χαρακτηρίζοντος ἓν πολιτικόν του ἀρθρογράφημα, καὶ δὲν αἰσθάνεται τὸ Κυκλώπειον βάρος μιᾶς ἀντεθνικῆς, προδοτικῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία βαρύνει τὴν τιμήν του καὶ ὡς στρατιώτου καὶ ὡς πολίτου. (Χειροκροτήματα).
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐλεύθερος ἀκόμη.
§52Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Θὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου, διατί ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς δὲν ἐζήτησεν ἐξηγήσεις ἐνταῦθα, ἐν τῇ Βουλῇ παρ’ ἐμοῦ, ὅτε θὰ τὰς ἐλάμβανεν ἀμέσως, ἀλλ’ ἐπροτίμησε καὶ πάλιν νὰ παρουσιασθῇ ἐπισείων τὴν ῥομφαίαν τοῦ μονομάχου διὰ νὰ μᾶς πτοήσῃ τάχα, διὰ νὰ μᾶς φοβίσῃ. Δὲν νομίζω δὲ ἄσκοπον ἐκ τῆς ἀφορμῆς αὐτῆς νὰ ἀπευθύνω μίαν σύστασιν, ὅτι ἔχουν συμφέρον τόσον ὁ κ. Τσουκαλᾶς, ὅσον καὶ πᾶς ἄλλος ὅμοιός του, συμφέρον μέγα νὰ μὴ ἀνασκαλεύουν τὸ ἀπαίσιον παρελθὸν καὶ νὰ μὴ μᾶς ὑπενθυμίζουν ἀδιακόπως τὰς σχέσεις καὶ τοὺς δεσμοὺς των πρὸς αὐτό, διότι, ἐὰν δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν ἢ τὴν ἱκανότητα νὰ μᾶς κάμουν διὰ μιᾶς τιμιωτέρας, ἐθνικωτέρας διαγωγῆς των νὰ λησμονήσωμεν καὶ νὰ συγχωρήσωμεν τὰ ἀδικήματα αὐτῶν ἐναντίον τοῦ Ἔθνους, ἂς δείξωσι τοὐλάχιστον ὅτι ἔχουσι τὴν φρόνησιν, σιγῶντες καὶ λανθάνοντες, νὰ μᾶς κάμουν νὰ λησμονήσωμεν τὰ ἄτομά των. (Χειροκροτήματα). Εἴμεθα καθεστὼς προερχόμενον ἐκ μιᾶς ἐπαναστάσεως — θὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω κάποτε εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὸ λησμονοῦν — ἐκ μιᾶς ἐπαναστάσεως νικητρίας, ἡ ὁποία ἐπέβαλε τὴν θέλησίν της, ἡ ὁποία εἶχε τὴν δύναμιν νὰ πατάξῃ, νὰ συντρίψῃ, νὰ καθαρίσῃ τὸ ἐθνικὸν ἔδαφος ἀπὸ κάθε μόλυσμα τοῦ παρελθόντος· ἀλλ’ ἡ προσδοκία μιᾶς εἰλικρινοῦς μεταμελείας τῶν ἐνόχων καὶ τὸ αἴσθημα μιᾶς χριστιανικῆς ἀδελφικῆς φιλανθρωπίας μᾶς ἐπιβάλλει μίαν ὑπερβολικὴν ἐπιείκειαν, τὴν ὁποίαν ἐξακολουθοῦμεν νὰ ἐπιδεικνύωμεν πρὸς τοὺς ἀδιορθώτους αὐτούς.
§53ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄσχημα.
§54Θ. ΣΟΦΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ μίαν προειδοποίησιν ὀφείλω νὰ κάμω· ὅτι καὶ ἡ ἐπιείκεια δὲν εἶναι ἀτελεύτητος, ὅτι καὶ ἡ ἐπιείκεια καὶ πᾶσα ἀνθρωπίνη ἀρετὴ ἔχει καὶ αὐτὴ τὰ ὅριά της. Ἐὰν δὲ ἡ ἐπιείκεια ἡμῶν δὲν χρησιμεύῃ εἰς τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἀποθρασύνῃ αὐτούς, δὲν εἶναι πλέον ἀρετή, εἶναι ὑψίστη ἀδικία κατὰ τῆς Πατρίδος. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἐπειδή, κύριοι βουλευταί, πρόκειται περὶ ἐπεισοδίου τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς τὸ πρόσωπόν μου, ἀλλὰ καὶ τὴν ἰδιότητά μου ὡς Προέδρου, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην της κατὰ πόσον ἐγκρίνει ἢ ἐπιδοκιμάζει τοὺς λόγους μου. (Χειροκροτήματα).
§55ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§56ΦΩΝΑΙ. Νὰ καταχωρισθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἐπιδοκιμασία τῆς Βουλῆς.
§57Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ἀπήχει εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Ναυάρχου Κουντουριώτου, ἴδωμεν τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ σιγήσῃ. Θέλομεν νὰ μάθωμεν αὐτοὶ δὲν εἶναι Ἕλληνες πλέον; Δὲν ἐννοοῦσιν ὅτι ὁ Ναύαρχος Κουντουριώτης δὲν ἀνήκει μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον; Αὐτὴ ἡ περιέργεια εἶναι εὔλογος εἰς ὅλην τὴν Βουλήν.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ ΤΩΝ ΕΠΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
— Ὁ κ. Χ. Βασιλακάκης ἐπερωτᾷ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἂν ἔλαβον τὰ ἀνάλογα μέτρα διὰ τὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ τρόπου μὲ τὸν ὁποῖον συνετελέσθη ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὸ μετὰ τῆς Γερμανίας μυστηριῶδες δάνειον καὶ ἂν ὑπάρχῃ σκέψις περὶ ἐλέγχου δι’ εἰδικῆς Ἐπιτροπῆς ἁπάσης τῆς διαχειρίσεως τῶν προμηθειῶν τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους.
§59Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι βουλευταί, πρόδηλος ὁ σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Ὄχι βεβαίως διὰ νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν διὰ πράξεις διὰ τὰς ὁποίας διόλου δὲν εὐθύνεται, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσω ἀφορμὴν εἰς αὐτὴν νὰ προβῇ εἰς διαφωτιστικὰς δηλώσεις περὶ γεγονότος, τὸ ὁποῖον πολὺ ἀνησύχησε τὴν Κοινὴν Γνώμην, καὶ ἀκόμη διὰ νὰ πείσω αὐτὴν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῇ, καὶ τὸ ταχύτερον, εἰς μίαν ἐξέλεγξιν, διὰ καταλλήλων καὶ εἰδικῶν προσώπων, ὅλης τῆς διαχειρίσεως τῶν προμηθειῶν, εἰδῶν τροφίμων καὶ μή, τῶν γενομένων ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καθ’ ὅλον τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπετέλει ἕνα ἁπλοῦν δεσποτᾶτον. Καὶ περὶ μὲν τοῦ δανείου ἤδη ἡ Κυβέρνησις ἔχυσεν ἄπλετον τὸ φῶς, διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρό τινων ἡμερῶν. Δυστυχῶς ὅμως φαίνεται ὅτι τὸ φῶς αὐτὸ ἦτο πολὺ πλέον τοῦ δέοντος ἄπλετον, ὥστε νὰ μᾶς θαμβώσῃ ἐπὶ τοσοῦτον καὶ ἔτσι δὲν κατωρθώσαμεν ν’ ἀντιληφθῶμεν περὶ τίνος ἀκριβῶς πρόκειται. Ἀπόδειξις ὅτι ὅλοι ἐνόμισαν ὅτι πρόκειται περὶ συνάψεως ἑνὸς πραγματικοῦ δανείου καὶ ὅτι πραγματικῶς μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία παρέδωκεν ἕνα Ροῦπελ καὶ μίαν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν μὲ φρούρια καὶ σημαίας καὶ στρατοὺς καὶ αὐτὴν τὴν τιμὴν τῆς Ἑλλάδος, θὰ ἔλαβε καὶ κάτι τι εἰς χεῖράς της ὡς ἀντάλλαγμα. Καὶ ἐπίστευσαν ὅλοι ὅτι ἂν ἔδωσαν τόσα καὶ τόσα εἰς ἐδάφη καὶ φρούρια κλπ., ἀλλὰ καὶ κάτι τι μᾶς ἔμεινεν ἐπὶ τέλους εἰς τὰς χεῖράς μας ἀπὸ ἕνα δάνειον Γερμανικόν. Ἀλλὰ κατὰ τὴν γνώμην μου ὄχι μόνον δὲν ἐπήραμεν τίποτε ἀπὸ τὸ δάνειον αὐτὸ εἰς χρῆμα ἢ ἄλλο τι, ἀλλὰ καὶ ἐδώσαμεν εἰς τὴν Γερμανίαν. Διότι γνωρίζω ὅτι, ὅταν ἓν Κράτος θεωρῇ ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὴν σύναψιν ἑνὸς ἐξωτερικοῦ δανείου, ἀποβλέπει κυρίως εἰς ἕνα σκοπὸν ἐκ τῶν ἑξῆς δύο: Ἢ νὰ εἰσάξῃ τὸν χρυσὸν εἰς τὸν Τόπον του διὰ τὴν ὑποστήριξιν τῆς τυχὸν κινδυνευούσης νομισματικῆς του κυκλοφορίας ἢ διὰ τὴν πληρωμὴν ἐξωτερικῶν του ἀναγκῶν. Ἀλλὰ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν δὲν μοῦ λέγετε τί ἔκαμε τὸ Κράτος αὐτὸ ἢ μᾶλλον τὸ δεσποτᾶτον τῶν Ἀθηνῶν, ὅταν ἀπεφάσισε νὰ συνάψῃ δάνειον ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Κυβέρνησιν; Ἀκούσατε, ἀκούσατε πῶς μᾶς παρουσιάζουν τὸ πρᾶγμα οἱ ὑπεύθυνοι καὶ οἱ φίλοι των. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐπιστώθη, λέγει, ἀπὸ τὴν Γερμανικὴν Τράπεζαν, λέγει, εἰς μίαν ἰδιωτικὴν Τράπεζαν τῆς Γερμανίας, λέγει, καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, λέγει, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πιστώσεως αὐτῆς, σύμφωνα μὲ τὸν ΓΧΜΒʹ νόμον, ἔβγαλε χαρτὶ καὶ τὸ ἔδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἠρκέσθη μέχρις αὐτοῦ μόνον· ἐζήτησεν ἀκόμη καὶ κάτι τι παραπάνω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ποῖον; Ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐγγυηθῇ εἰς αὐτὴν τὸ συνάλλαγμα, μὴ τυχὸν ξεπέσῃ εἰς τὸ μέλλον καὶ ζημιωθῇ αὐτή, δηλαδὴ ἡ Τράπεζα. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ὅταν ἕνα Κράτος δανείζεται ἀπὸ ἕνα ἄλλο Κράτος νὰ ὑποχρεοῦται νὰ ἐγγυᾶται εἰς τὴν μεσολαβοῦσαν Τράπεζάν του καὶ ὑπὲρ αὐτῆς μὴ τυχὸν ὑποστῇ ξεπεσμὸν τὸ συνάλλαγμα. Τοὐναντίον μάλιστα. Αὐτὸ δηλαδὴ τὸ Κράτος θὰ εἶχε δικαίωμα ἴσως νὰ ζητήσῃ ἐγγύησιν μήπως ὑψωθῇ ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος. Διότι φυσικά, ὅταν ξεπέσῃ τὸ συνάλλαγμα, τὸ Κράτος, διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους του, θὰ ἐμβάσῃ ὀλιγώτερα, ἐνῷ ἂν ὑψωθῇ θὰ ἐμβάσῃ περισσότερα τῶν ὅσων ἔλαβε, βέβαια. Τί συμβαίνει λοιπὸν μὲ ὅλες αὐτὲς τὶς μανοῦβρες δὲν δύνανται ἴσως νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ πολλοί, ποὺ δὲν ἀναμιγνύονται καὶ δὲν μελετοῦν. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ ἀντελήφθην ἐγὼ εἶναι ὅτι καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ οἱ τότε διοικοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰργάζοντο μὲ μεγάλον ἐνθουσιασμὸν καὶ προσεπάθουν μὲ ὅλας των τὰς δυνάμεις διὰ νὰ παραδώσουν τὴν Ἑλλάδα, ὄχι δεσμίαν, ἀλλὰ σιδηροδεσμίαν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δημίου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τοῦ Κάϊζερ. Πρόκειται λοιπὸν περὶ δανείου sui generis, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι δάνειον, διότι τίποτε δὲν ἐλάβομεν οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωμεν, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ ὁποίου τοὐναντίον καὶ ἐδώσαμεν χονδρὰς προμηθείας καὶ τόκους, καὶ ἐξεδώσαμεν χαρτονόμισμα, ἀπειλοῦν νὰ κλονίσῃ τὴν νομισματικήν μας ἰσορροπίαν. Λυποῦμαι δὲ ἰδιαιτέρως διότι καὶ οἱ διοικοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν ἀνάγκην τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ μὴ παρασυρθοῦν εἰς τὴν διάπραξιν τοιούτου ἀνοσιουργήματος. Θὰ ἤθελον λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐμελέτα καλύτερον τὸν τρόπον τῆς συνάψεως αὐτοῦ τοῦ δῆθεν δανείου, ἵνα ἴδωμεν τέλος πάντων ἀσφαλῶς περὶ τίνος πρόκειται. Ὀφείλω πρὸς τούτοις νὰ μὴ παραλείψω νὰ δηλώσω ὅτι διεῖδα καὶ ἕνα ἄλλο σατανικὸν σχέδιον εἰς τὸν ὅρον τοῦ νὰ πληρωθῇ τὸ δάνειον τοῦτο τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης. Μήπως διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἄφησαν τὸν δῆθεν χρυσὸν ἐν τῇ Γερμανικῇ Τραπέζῃ καὶ δὲν τὸν ἐχρησιμοποίησαν μὲ virement εἰς τὴν Ἀμερικήν; Φυσικὸν βέβαια εἶναι μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης νὰ μὴ μείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν χαμηλὴν τιμὴν τὸ ἐπὶ Γερμανίας συνάλλαγμα, ἀλλὰ νὰ ὑψωθῇ. Αὐτὸ ἀρκεῖ δι’ ἕνα εἰδήμονα, ὥστε μαζί μου νὰ βλέπῃ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὡς ἐν κινηματογράφῳ παιζόμενον ἕνα μελλοντικὸν χρηματιστικὸ παιγνίδι, διὰ μέσου τοῦ ὁποίου ἡ πτωχὴ Τράπεζα καὶ ἴσως καὶ μερικοὶ ἐκ τῶν διοικούντων αὐτὴν μαζὶ μὲ τοὺς περὶ αὐτοὺς θὰ δυνηθοῦν νὰ κερδίσουν εὐκολώτατα γενναῖον χρηματικὸν ποσόν. Διότι βεβαίως αὐτοὶ θὰ ἔχουν ὅλον τὸν καιρὸν νὰ ἀγοράσουν ὅλον τὸ διὰ τὸ δάνειον ἀναγκαιοῦν συνάλλαγμα χαμηλὰ ἐντὸς τῶν πρώτων τριῶν μηνῶν μετὰ τὸ κλείσιμον τῆς εἰρήνης· καὶ ἀφοῦ τὸ ὑψώσουν, θὰ ἔλθουν τότε νὰ εἰποῦν εἰς τὴν Κυβέρνησιν: «Σοῦ ἐδώσαμεν 90 ἑκατομμύρια δραχμὰς π.χ. διὰ τὸ δάνειον τῶν 90 ἑκατομμυρίων μάρκων εἰς τὰ 100 λεπτά. Τώρα ποὺ τὸ συνάλλαγμα ἔφθασεν εἰς τὰ 108 λεπτά, δόσε μας 106 ἑκατομμύρια δραχμάς». Αὐτὸ εἶναι φαίνεται τὸ κόλπο τὸ χρηματιστικό, ποὺ ἔχει παρασκευασθῇ μὲ τὴν ἐγγύησιν εἰς τὴν ἐν Γερμανίᾳ μένουσαν ἀκόμη πίστωσιν· ἀλλὰ θὰ ἦτο πολὺ χονδρὸν δι’ ἕνα λαόν, ὡς τὸν Ἑλληνικόν, ὁ ὁποῖος διεκρίθη μὲ τὰ τόσα του ἀνδραγαθήματα καὶ τὴν τόσην του εὐφυΐαν, διεκρίθη, λέγω, ὥστε νὰ κινήσῃ τὸν θαυμασμὸν αἰώνων. Καὶ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν βέβαια νὰ ἀφίσῃ μέχρι τέλους τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι, προερχόμενοι ἀπὸ τὰ χαβιαρόχανα τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἢ ἀπὸ ἀλλοῦ, ἠθέλησαν ὄχι μόνον νὰ παραδώσωσι τὴν Ἑλλάδα σιδηροδεσμίαν, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ἀλλὰ καὶ νὰ σκεφθοῦν πῶς ν’ ἁρπάσουν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα εἰς βάρος τοῦ Κράτους καὶ τοῦ λαοῦ. Τώρα ἂς ἐξετάσω καὶ τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἐπερωτήσεώς μου: Ὅταν εἶδα νὰ ἐπιφορτισθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μὲ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς προμηθείας πάσης φύσεως εἰδῶν, τροφίμων καὶ μὴ, ἀξίας τόσων καὶ τόσων ἑκατομμυρίων, ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς τότε, τῶν Σκουλούδη καὶ Γούναρη, ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Βέβαια ἐγνώριζα ὅτι δὲν θὰ ἔκαμνα τίποτε, ἀλλ’ ὡμίλησα μ’ ὅλα ταῦτα, ἔχων τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ ἤρχετο μία ἡμέρα ποὺ θὰ ἐπεκαλούμην τὰ λόγια μου ἐκεῖνα. Καὶ εἶπα τότε: «Σεῖς, ποὺ διὰ μόνης τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης προμηθεύεσθε τόσα καὶ τόσα πράγματα, μάθετε, ἂν δὲν τὸ γνωρίζετε, ὅτι ὑπάρχουν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ τὴν Ἀμερικὴν διὰ καθένα ἀπὸ αὐτὰ τὰ εἴδη εἰδικὰ καταστήματα, τὰ ὁποῖα διοικοῦνται ἀπὸ ἀνθρώπους εἰδικῶς σπουδάσαντας καὶ μεγάλην πεῖραν ἀποκτήσαντας καὶ ὅμως μὴ δυναμένους νὰ καυχηθοῦν ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς λάθη. Πῶς λοιπὸν σεῖς ἐμπιστεύεσθε εἰς ἕνα–δύο πρόσωπα, τὰ ὁποῖα οὔτε ἀκουστὰ ἔχουσι πῶς γίνονται αἱ πράξεις ἐπὶ τόσων εἰδῶν, διὰ νὰ ἐκτελοῦν παραγγελίας τόσων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ μὲ τὸν ἱδρῶτά του ὁ Ἑλληνικὸς λαός;» Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀχαϊοήλιδος καὶ ἤδη εἰς τὴν Κορσικὴν τὰς διατριβὰς ποιούμενος, κατὰ τὸν κ. Πὼπ, ὡς Ὑπουργὸς τότε, ἠρκέσθη νὰ μοῦ ἀπαντήσῃ: «Κάμετε ἓν ὑπόμνημα, κύριε βουλευτά, διὰ νὰ τὸ μελετήσωμεν καὶ θὰ ἴδωμεν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ὀργανώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν». Ἐν τούτοις σήμερον φαίνεται ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ν’ ἀποδείξῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτραπῇ εἰς οἱονδήποτε ὄχι μόνον ἐκ προθέσεως, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀμελείας ἔστω νὰ παραβλάπτῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τοῦ λαοῦ. Φρονῶ ὅθεν ὅτι πρέπει νὰ διορισθῇ Ἐπιτροπὴ ὄχι μόνον ἐξ εἰδικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἠθικῶν προσώπων, ἀνωτέρων πάσης ὑποψίας, ἥτις νὰ προβῇ εἰς συστηματικὴν ἐξέλεγξιν παρὰ τῇ Ἐθν. Τραπέζῃ ὅλης τῆς διαχειρίσεώς της, ὡς καὶ ὅλων τῶν συναφῶν μὲ τὴν διαχείρισίν της σχέσεων. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρὸν καὶ ἔχω πεποίθησιν ὅτι θὰ ἀποδειχθῶσι μερικὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα, ἂν ὄχι ἐκ προθέσεως, ἀλλὰ πάντως ἐξ ἀμελείας διεπράχθησαν. Βλέπετε ὅτι δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι μόνον ἐκ προθέσεως ἐβλάβη τὸ Δημόσιον καὶ ὁ λαός. Δὲν δύναμαι νὰ κατηγορήσω οἱονδήποτε, ὅτι ἐκ προθέσεως ἔκλεψεν. Ἡ εἰδικὴ Ἐπιτροπὴ θ’ ἀποδείξῃ ἐὰν ἐκ προθέσεως διεπράχθη οἱονδήποτε ἔγκλημα ἢ ἐξ ἀμελείας. Πάντως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποδειχθοῦν ἔνοχοι ἂς τιμωρηθοῦν, ἂς ὑποστῶσι τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας των. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ προβῇ εἰς τὸν διορισμὸν τοιαύτης Ἐπιτροπῆς, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἀποκαλυφθῇ εἰς τὸν λαὸν ἡ ἀλήθεια περὶ τῶν προμηθειῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς συνάψεως τοῦ περιφήμου δανείου. Ἡ ἀποκάλυψις τῆς ἀληθείας ἀμφοτέρων ἐπείγει, ἀφοῦ καὶ τὸ δάνειον ἀντιπροσωπεύει ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων καὶ αἱ προμήθεια ἀνέρχονται εἰς ἑκατοντάδα ἑκατομμυρίων δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι κατεβλήθησαν μέχρι μιᾶς ἀπὸ τὸν ἱδρῶτα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐπερωτήσεως.
§61Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν, κύριοι βουλευταί, ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλλω ἐρώτησιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν ἐν σχέσει πρὸς τὰ γραφέντα εἰς τὸν Τύπον διὰ τὸ λεγόμενον Γερμανικὸν δάνειον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀπαντήσῃ ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ἀπήντησε καὶ νὰ ἐκθέσῃ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας συνέλεξε, καταθέσας καὶ τὸν σχετικὸν φάκελον καὶ τὸ σχετικὸν ἔγγραφον. Εὐθὺς ἀμέσως ἐζήτησα ὅπως ἡ ἐρώτησις μετατραπῇ εἰς ἐπερώτησιν, διότι ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διέγνωσα ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ζητηθῶσι μερικαὶ ἐξηγήσεις ἵνα ὑποδειχθῇ ἔλεγχός τις ὅσον ἀφορᾷ ὄχι πλέον τὴν ἐνεργήσασαν ὡς ἐνήργησε Κυβέρνησιν, ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τὰ ἔγγραφα κατετέθησαν ἀληθῶς, ἀλλὰ δὲν εἶναι πλήρη, δηλαδὴ δὲν εἶναι πλήρη κατὰ τοῦτο: ὡς πρὸς τὸν ἔλεγχον ἐν γένει τῶν ἐν τῇ Τραπέζῃ διοικούντων καὶ τὴν σύλληψιν, διαπραγμάτευσιν καὶ ἐκτέλεσιν τοῦ δανείου τούτου. Ἐζήτησα πίνακας σχετικοὺς παρ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἀλλ’ οἱ πίνακες δὲν κατετέθησαν ἀκόμη. Ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου λοιπόν, τοῦ ἀφορῶντος τοὺς μὴ κατατεθέντας πίνακας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Ἐλπίζω ὅτι προσεχῶς θὰ κατατεθοῦν καὶ ἐπ’ αὐτοῦ συζητοῦμεν ἄλλοτε.
§62Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τὸν σχετικὸν πίνακα, διότι εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον δὲν ἐτηρεῖτο πίναξ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μοὶ ἔδωσε πίνακα, ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ εἰς τοὺς ἀριθμούς.
§63Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως, καὶ δύναμαι νὰ προχωρήσω, ἀναμένων τὴν κατάθεσιν τοῦ πίνακος. Ὁ σκοπός μου δὲν εἶναι νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν τὴν πραγματοποιήσασαν τὸ δάνειον, ἡ ἀπάντησις ὡς πρὸς τοῦτο ἐδόθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν ὑπάρχωσι πράξεις τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἐκθέτουσιν αὐτά, ἁρμοδία εἶναι ἡ Βουλὴ νὰ κρίνῃ ἢ ἄλλο συνέδριον ἐὰν παρέβησαν ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ Νόμου. Εἰς ἐμὲ ἀπόκειται σήμερον νὰ κρίνω τὸ ζήτημα ἀπὸ τραπεζιτικῆς ἀπόψεως, ἀπόκειται νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐνεργήσασα οὕτως, εὑρίσκεται ἐν τάξει πρὸς τὸν Κανονισμόν, πρὸς τὸν Νόμον, πρὸς τὴν τάξιν, πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Τραπέζης. Καὶ ἡ ἐπερώτησις αὕτη, ἡ προκαλέσασα τὸν ἔλεγχον τῶν διοικούντων τὴν Τράπεζαν, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργόν, ἐφορεύοντα ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, διότι καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἀνώνυμος Ἑταιρεία, ὑποκειμένη εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ διὰ τοῦτο ἐπερωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ὁ ὁμιλῶν δὲν παραγνωρίζει ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀνώνυμος Ἑταιρεία, ὅτι φέρει καὶ ἄλλον τίτλον, φέρει τὸν τίτλον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ κατανοεῖ πλήρως τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν ἔχει. Ὁμολογῶ εὐθὺς ἀμέσως καὶ ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ὑπόχρεος νὰ παράσχῃ τὴν συνδρομήν της εἰς τὸ Κράτος εἰς πᾶσαν περίστασιν, ὑπαγορευομένην ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης. Δὲν ὑποστηρίζω ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θὰ ἔπρεπεν εἰς σοβαρὰς περιστάσεις νὰ παρέχῃ δυσχερείας εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἥτις εἶχεν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς της, ἀλλὰ ἔπρεπεν ἡ Τράπεζα νὰ ἐξασφαλισθῇ δεόντως καὶ νὰ παράσχῃ ἐν τάξει ὅ,τι παρέσχε, ἢ μήπως ἠκολούθησε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐνεργήσασα ὡς ἐνήργησε; Καὶ ἄλλο τι ὀφείλω νὰ ἐξετάσω· ἐὰν ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη, ἥτις τῇ παρεστάθη, ἦτο πραγματική. Ἡ ἐθνικὴ ἀνάγκη ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ἀναγνωρισθῇ πλήρως ὑπὸ τοῦ Ἔθνους ἡ ἀνάγκη τοῦ δανείου αὐτοῦ; Ἦτο ἡ ἀνάγκη τοιαύτη, ὥστε νὰ παραδῶσι τύπους χάριν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης; Ἦτο τὸ πολίτευμα ἐν τάξει; Καὶ ἦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ διαπραγματευθεῖσα τὸ δάνειον, ὡς τὸ διεπραγματεύθη, ἐν τάξει; Ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, ἀπέναντι τοῦ πολιτεύματος εἶχεν ἐπισύρει παρ’ αὐτῇ ὁλόκληρον τὴν πίστιν τῆς Χώρας, ὥστε νὰ λέγῃ πρὸς τὴν Τράπεζαν: «Χρειάζεται ἡ συνδρομή σου διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀνάγκας καὶ διὰ τὴν περιπέτειαν τὴν ἐθνικήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλεις νὰ παράσχῃς ἄνευ τύπων καὶ περιορισμῶν καὶ ἐν κρυπτῷ καὶ παραβύστῳ;
§64ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ ὡραῖα.
§65Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἦτο περιττὸν νὰ εἴπω ποῖοι ἦσαν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ποῖος ἦτο ὁ ἀλληλογραφῶν παρανόμως μετὰ τῆς Τραπέζης ἄνευ κύρους, ὁ φέρων τὸν τίτλον ἁπλῶς τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τίτλον δοθέντα οὐχὶ διότι ἀντεπροσώπευε τὴν λαϊκὴν γνώμην, οὐχὶ διότι ἦτο κἂν βουλευτής, δὲν προήρχετο ἐξ οὐδεμιᾶς ἐκλογῆς, ἦτο μόνον ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, προσυπογράφων, ἦτο αἱρετὸς τῆς Αὐλῆς, ἦτο ὁ τότε Πρωθυπουργὸς Σκουλούδης, ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο Πρωθυπουργὸς οὔτε κἂν βουλευτής. Ἀλλὰ τὰ πολιτειακὰ πράγματα, ἐπαναλαμβάνω, ἦσαν τοιαῦτα ἀκόμη, ὥστε ἡ Τράπεζα νὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην, μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον παρέσχε τὴν συνδρομήν της εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, καὶ νὰ πιστεύσῃ ὅτι αὐτὴ ἠδύνατο νὰ ἀναγνωρίζῃ τὴν ἐθνικὴν ἀνάγκην. Δὲν εἶχεν ἐπέλθει τότε τὸ χάσμα, δὲν εἶχεν ἐπέλθει τὸ χώρισμα μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἀποτελούντων τὴν τότε Κυβέρνησιν, δὲν εἶχε τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἀπόσχει ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν τῆς 6 Δεκεμβρίου, δὲν ἦτο πλέον καταφανὲς τὸ ῥῆγμα τῆς κοινωνίας καὶ ἡ διαίρεσις εἰς δύο; Ἡμεῖς εἴχομεν διαμαρτυρηθῆ διότι δὲν ἠθέλαμεν νὰ ἐκπροσωπῶμεν ψευδῶς τὴν ἐθνικὴν γνώμην; Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς ἡ πλειονοψηφοῦσα μερὶς ἡ ὁποία ἔπαυσε νὰ διατελῇ εἰς σχέσεις πρὸς τὴν Αὐλὴν οὐχὶ ἕνεκα διαφωνίας; Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι τοῖς εἴπομεν ὅτι δὲν ἔχουσι δικαίωμα νὰ διαλύσωσι τὴν Βουλὴν ἐκ δευτέρου; Καὶ ἡ Τράπεζα ἀπέναντι αὐτῆς τῆς διαιρέσεως τῶν πραγμάτων δὲν ἠδύνατο νὰ ἀτενίσῃ καὶ νὰ σκεφθῇ πρὸς στιγμὴν ὅτι δὲν εἶναι ὁ τότε Πρωθυπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως ὁ ἐκπροσωπῶν τὴν λαϊκὴν γνώμην, ὁ ἐκπροσωπῶν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ δυνάμενος νὰ ὁμιλῇ περὶ ἐθνικῶν συμφερόντων, ὥστε νὰ ἐξαναγκάζεται ἡ Τράπεζα νὰ δίδῃ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα καθ’ ὃν τρόπον τὰ ἔδιδε;
§66Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ἡ τότε Κυβέρνησις καὶ οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὴν Τράπεζαν ἔπαιξαν μίαν συμπαιγνίαν.
§67Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πολὺ καλά. Ἀλλὰ ἐμμένω εἰς τὴν γνώμην μου, διότι ἐμμένων εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως θεωρῶ σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν διὰ τοὺς διοικοῦντας τὴν Τράπεζαν, δὲν θεωρῶ τοὺς κύκλους, οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν, τιμωρητέους ἢ ἐπιληψίμους, θεωρῶ μόνον τὴν οὐσίαν, θεωρῶ μόνον τὸ γενικὸν τοῦ πράγματος καὶ τὴν γενικότητα μεθ’ ἧς ἔπρεπε νὰ σκεφθῶσι καὶ ἐσκέφθησαν οἱ διοικοῦντες τὴν Τράπεζαν ἵνα προβῶσιν εἰς ὅσα προέβησαν. Ἀλλὰ ἐρωτῶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν: Ἡ τότε Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὡς κατηρτίσθη, ἠδύνατο νὰ ἐκπροσωπῇ τὴν λαϊκὴν γνώμην καὶ τὴν ἐθνικὴν ψυχήν; Κύριοι, δὲν ἠδύνατο ἡ Τράπεζα, κατόπιν τόσων διαμαρτυριῶν, κατόπιν τῆς ἀποχῆς τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, νὰ ἀπαιτήσῃ τοὐλάχιστον, ἐὰν ὄχι τι ἄλλο, παρὰ ἓν ἔγγραφον ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Καὶ ἠρκεῖτο ἡ Τράπεζα εἰς μίαν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Σκουλούδη καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δὲν ἐζήτει τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τὴν ὑπογραφήν, καὶ δὲν ἠξίου ἡ Τράπεζα νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τοῦ δανείου, ὡς κατηρτίζετο, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διὰ νὰ ζητήσῃ τὸ Κράτος καὶ τὴν συνδρομὴν τῆς Τραπέζης; Καὶ τοῦτο παρελείφθη. Ἁπλοῦν σημείωμα τοῦ τότε Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τράπεζαν ἐκανόνισε τὰ πράγματα, ὡς τὰ ἐκανόνισεν. Ἀλλ’ ἔρχονται πλέον ἐξεταστέα καὶ τὰ τυπικά, τὰ ἀφορῶντα τὴν Τράπεζαν ἀπὸ καθαρῶς τυπικῆς ἀπόψεως. Καὶ δύναταί τις, μελετῶν τοὺς φακέλους οὓς κατέθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐρωτήσῃ καὶ σήμερον: Ἆρά γε —διότι τοῦτο δὲν προκύπτει ἐκ τῶν ἐγγράφων— ἡ ἀπόφασις τῆς Τραπέζης ἐλήφθη καθ’ ὃν τρόπον ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἢ ἐλήφθη κατὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν κανονίζει τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης; Ἡ Τράπεζα ἔσχε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου; Ἐκ τῶν ἐγγράφων δὲν φαίνεται· ὑποθέτω ὅτι δὲν τὴν εἶχε. Δὲν εἶναι ἄγνωστον ὅτι εἰς τὴν Τράπεζαν ὑπάρχουσι δύο Συμβούλια· ἓν τὸ λεγόμενον Διοικητικόν, τὸ ἀποτελούμενον ἐξ ὡρισμένου ἀριθμοῦ μελῶν, καὶ τὸ Γενικόν, προκειμένου περὶ πράξεων χρηματιστικῶν τόσον σοβαρῶν. Βεβαίως κατὰ τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 66 εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ λάβῃ ἀπόφασιν καὶ νὰ ἐκφέρῃ γνώμην τὸ λεγόμενον Γενικὸν Συμβούλιον. Ἐκ τῶν ἐγγράφων προκύπτει ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν ἐτέθη οὔτε εἰς τὴν γνωμοδότησιν οὔτε εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου τῆς Τραπέζης. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ φρονῶ ὅτι οἱ συναινέσαντες ὅπως πραγματοποιηθῇ τὸ λεγόμενον αὐτὸ δάνειον, διότι κυρίως δὲν εἶναι δάνειον, παρέβησαν τὸ Καταστατικὸν τῆς Τραπέζης, ἐνεργήσαντες ὡς ἐνήργησαν, διότι ἀπόφασιν τοῦ Γενικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχουσι· τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου πιθανῶς νὰ ἔχωσι. Καὶ ἐν ἄλλο περίεργον παρατηρῶ μεταξὺ τῶν ἐγγράφων. Εἰς ὁλόκληρα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἐκεῖ καθ’ ὅλον τὸ στάδιον, οὐδαμοῦ φαίνεται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης· ἢ τοῦ Συνδιοικητοῦ φαίνεται.
§68ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τίνος φαίνεται;
§69Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τοῦ κ. Ζωγράφου. Ἀλλ’ ἤκουσα ὅτι ἡ Τράπεζα ἀπαντᾷ ἐξωδίκως ὅτι δὲν ἐπρόκειτο κἂν νὰ πραγματοποιήσῃ δάνειον, οὔτε ἐπρόκειτο νὰ μετρήσῃ χρήματα, ἡ Τράπεζα ἐπρόκειτο ἁπλῶς νὰ χρησιμεύσῃ ὡς διάμεσον πρόσωπον ἐκτελοῦν μεσιτικὴν —δὲν ἠξεύρω πῶς τὴν ὀνομάζω:— ἐργασίαν. Λησμονεῖ ὅμως ἡ Τράπεζα, οἱ λέγοντες ταῦτα λησμονοῦν ὅτι ἀκριβῶς ἐν τῷ φακέλῳ αὐτῷ, μεταξὺ τῶν ἁρμοδίων αὐτῶν προσώπων, τῶν ὁποίων αἱ διαταγαὶ καὶ αἱ παραγγελίαι ἐξετελοῦντο, ὑπάρχει μία σύμβασις κατηρτισμένη. Κατὰ πόσον ἡ σύμβασις αὐτὴ εὐθύνει τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ χρέους, τοῦτο εἶναι ζήτημα τῆς Βουλῆς καὶ θὰ τὸ συζητήσωμεν ὅταν θὰ προσαχθῇ ἡ σύμβασις, καὶ τότε θὰ εἴπωμεν ἐὰν θὰ ὑποχρεωθῇ τὸ Κράτος πρὸς πληρωμὴν καὶ ἂν ἡ Τράπεζα κατέβαλε, καὶ ἂν ἡ Τράπεζα ἔχῃ δικαίωμα ἐκδόσεως χαρτονομίσματος 80,000,000 δραχμῶν παρανόμως. Αὐτὰ θὰ τὰ εἴπωμεν κατὰ τὴν συζήτησιν· αὐτὰ δὲν ἔχουν σήμερον θέσιν νὰ λεχθῶσιν ἐδῶ. Οὐχ ἧττον ἐγένετο μία σύμβασις, ἡ σύμβασις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Σκουλούδης καὶ οἱ δύο διάφοροι κατὰ περιόδους Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσωσι τὴν διαφορὰν τοῦ μάρκου, ἀλλὰ καὶ ἐὰν πρὸς δύο κυρίους ἁπλῶς συνηλλάσσετο ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν ἀποτελεῖ τοῦτο σύμβασιν; Δὲν ἤλπιζον τοὐλάχιστον ἢ δὲν προσεδόκων, ὅταν συνέταξαν τὴν σύμβασιν ταύτην, ὅτι ὑπογεγραμμένη παρὰ τῶν δύο μόνον κυρίων, γεννᾷ μίαν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν Τράπεζαν, τὴν πληρωμὴν τῆς διαφορᾶς; Καὶ ἂν τοῦτο ἤλπιζον, ἰδοὺ ἡ σύμβασις. Ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο περὶ καταρτισμοῦ συμβάσεως δὲν εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ἀποταθῇ εἰς τὸ Γενικὸν Συμβούλιον νὰ λάβῃ τὴν γνώμην καὶ τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ; Ἀλλ’ εἶχε καὶ τὴν ἀντίστοιχον ὑποχρέωσιν, ἀσφαλίζουσα τὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς τῆς Τραπέζης, νὰ ζητήσῃ ὄχι πλέον νὰ ἦτο κεκυρωμένη ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἀλλὰ νὰ ὑποβληθῇ καὶ ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς.
§70Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἐν σχέσει μὲ τὸ τελευταῖον δάνειον τὸ ὁποῖον εἶχε ζητήσει ὁ δῆμος Πειραιῶς διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν περιφήμων ἔργων, περὶ ὧν ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, μετὰ τὰ 2,300,000 δραχ. τὰ ὁποῖα κατεφαγώθησαν, ἐζητήθησαν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἕτερα 1.300.000 δραχμῶν. Πρωθυπουργὸς κατὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν ἦτο ὁ ἤδη Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ ὁ τότε Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου συγκατετέθη εἰς ἀπαίτησιν τοῦ τότε Διοικητοῦ τῆς Τραπέζης νὰ ἔχῃ τὴν ὑπογραφὴν ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἥτις οὐ μόνον ἐδόθη, ἀλλὰ προσετέθη κάτωθεν τοῦ ἐγγράφου ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ ἔχει τὴν πλήρη συγκατάθεσιν αὐτοῦ. Ὅπου λοιπὸν ἠθέλησε ἡ Τράπεζα νὰ ζητήσῃ ἐγγυήσεις, τὰς ἐζήτησε καὶ ἐπέτυχε τὴν ἐξασφάλισιν.
§71Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λυποῦμαι διότι ἡ πληροφορία σας μοῦ δεικνύει ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Τραπέζης δὲν ἐξησφαλίσθησαν οὔτε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης· ἡ πληροφορία σας ἓν μόνον πρᾶγμα δεικνύει· μίαν ἀσέβειαν πρὸς τὴν λαϊκὴν γνώμην αὐτὴν μόνον τὴν πληροφορίαν μοῦ παρέχετε, διότι ὅταν αὐτὴ λέγῃ ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἐτέθη ὑπ’ ὄψιν καὶ ἔγκρισιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ ἠρκέσθη εἰς τοῦτο καὶ δὲν λέγει ὅτι ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ὡς εἶχε καθῆκον, ἀσεβεῖ καὶ πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ πρὸς τὴν λαϊκὴν γνώμην. Τὴν σύμβασιν, λέγω, αὐτὴν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μεθ’ οἱουδήποτε καὶ ἂν συνηλλάγη, εἴτε μετὰ προσώπων εἴτε μετὰ τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον ἐφρόνει ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀντεπροσώπευον, κατὰ τὴν γνώμην της, τὸ Κράτος —κατ’ ἐμὲ δὲν ἀντεπροσώπευον τίποτε— εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία συνῆψε τὴν σύμβασιν αὐτήν, νὰ τὴν θέσῃ ἀμέσως ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς.
§72Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅταν ὑπεγράφη τὸ δάνειον, ὑπῆρχεν ἡ Βουλὴ τῆς 6ης Δεκεμβρίου;
§73Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως.
§74Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Διατί δὲν εἰσήγαγον εἰς τὴν Βουλὴν τὴν σύμβασιν;
§75Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ ἐλέγχω καὶ δὲν ἐλέγχω τὴν Κυβέρνησιν· ἐλέγχω τὴν Τράπεζαν, διότι δὲν ἠξίωσε νὰ ὑποβληθῇ ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλήν.
§76Γ. ΠΩΠ. Ταὐτοχρόνως εἰσήχθη ἄλλη σύμβασις χαριστικὴ διὰ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐπολέμησα.
§77Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἰσήχθη τότε ἡ σύμβασις αὐτή, καίτοι ἡ Βουλὴ ἐκείνη συνεδρίασεν ἐπανειλημμένως ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους, ἠσχολήθη νὰ καταρτίσῃ ἐπιτροπὰς —αὐτὰ τὰ ἔβλεπον εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐν Μακεδονίᾳ ὅπου εὑρισκόμην— ἀνακριτικὰς μὲ παραπομπὰς καὶ μὲ ἄλλα τόσα πράγματα, οὐδεὶς ὅμως ἐσκέφθη τοῦτο ἐκ τῶν γνωριζόντων τὰ πράγματα, διότι ὑποθέτω ὅτι καὶ οἱ κύριοι βουλευταὶ τὴν ἠγνόουν καὶ τὴν ἠγνόουν καί τινες τῶν Ὑπουργῶν. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν ἔσχε τὴν εὐκαιρίαν οὔτε τὴν ἀπόφασιν νὰ τὴν ὑποβάλῃ ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ οὔτε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ᾐσθάνθη τὴν ἀνάγκην νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἐκτεθειμένη. Ἡ Βουλὴ συνεδρίαζε· διατί δὲν τὴν ὑπέβαλλον τὴν σύμβασιν αὐτὴν ὑπὸ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς;
§78Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἔλαβε τὸ προνόμιον τῆς παρατάσεως ἡ Τράπεζα.
§79Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀλλὰ κυρίως ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ζημίαν τραπεζιτικὴν ἢ χρηματιστικὴν δὲν ἐπρόκειτο νὰ ὑποστῇ μεγάλην, παρὰ τὴν ζημίαν ἐκείνην τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ἐκ τῆς διαφορᾶς τοῦ μάρκου, καὶ διὰ τὴν ὁποίαν ἐξησφαλίσθη ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ τῶν δύο Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἴσως νὰ ἐνόμισεν ὅτι ὁ τότε Πρωθυπουργός, ἔχων μεγάλην περιουσίαν, ἦτο δυνατὸν νὰ τὴν ἐξασφαλίσῃ διὰ τὸ ποσὸν τῶν 3 ἢ 4 ἢ 5 ἑκατομμυρίων.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 20.000.000 ζημία εἶναι.
§81Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἡ οὐσία εἶναι ὅτι ἔδιδε καὶ αὐτὴ συνδρομὴν μεγάλην εἰς τὴν ἀπολυταρχίαν, περιφρονοῦσα καὶ τὸν λαὸν καὶ τὸ πολίτευμα διὰ τῆς σημειώσεως τὴν ὁποίαν ἔθηκε κάτωθι τοῦ ἐγγράφου.
§82Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀλλ’ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πῶς ἐξετέλεσε τὴν πληρωμὴν αὐτοῦ τοῦ λεγομένου δανείου; Διὰ τῆς παραβιάσεως ἑνὸς νόμου· δηλαδὴ ἐξέδωκε καὶ ἔθηκεν εἰς κυκλοφορίαν κατὰ πλεονασμὸν 80.000.000 χαρτονόμισμα· διότι αὐτὸ εἶναι τὸ περίφημον δάνειον, ἡ ἔκδοσις χαρτονομίσματος ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Εἶχε τὸ ἀντίκρυσμα ἆρά γε εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα, ὡς ἐξέδωκε; Κατὰ τὸν ΓΧΜΒʹ νόμον πρέπει νὰ ἔχῃ ὡρισμένον ἀντίκρυσμα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, νὰ λάβῃ ἄδειαν καὶ ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου διὰ νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα. Καὶ τὸ μὲν ἀντίκρυσμα δὲν τὸ ἀμφισβητῶ αὐτὴν τὴν στιγμήν, μὴ κατατεθέντων τῶν πινάκων τοὺς ὁποίους ἐζήτησα, ἀλλ’ ἄδειαν, ἔγκρισιν τοῦ Ὑπουργείου εἶχε; Δὲν δικαιοῦται τις νὰ εἴπῃ ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο παραχωρήσει τῆς συνδρομῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Γερμανίας καὶ τῶν Γερμανικῶν Τραπεζῶν ὅπως ἐκδοθῶσι ἁπλῶς χαρτονομίσματα καὶ μόνον, χωρὶς νὰ κυκλοφορῇ ἀντίκρυσμα εἰς τὸ ἐξωτερικόν, χωρὶς νὰ ἀπομακρυνθῇ συνάλλαγμα, χωρὶς καθόλου νὰ ὑποστῇ καὶ τὸν ἐλάχιστον κλονισμὸν ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον ἐδίδετο τὸ συνάλλαγμα. Ἡ ἐρώτησις αὐτὴ εἶναι εὔλογος, διότι ὁ Οἶκος Μπλαϊχρέντερ φαίνεται ὡς δανείσας τὸ Κράτος μὲ τὸ ποσὸν αὐτό. Τί κατέθεσε; Τί ἔδωκεν; Ἕν τηλεγράφημα διὰ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ μετρήσῃ τόσα. Καὶ ἐρωτᾷ τις τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν: Τὴν πίστωσιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν ἤνοιξες εἰς τὴν Γερμανίαν, εἰς βάρος τοῦ Οἴκου Μπλαϊχρέντερ, τὴν ἐκάλυψες; Ἔκαμες ἀπόπειραν καλύψεως; Ἐξεδόθη καμμία συναλλαγματικὴ εἰς βάρος τοῦ Οἴκου τούτου; Εἶχες καμμίαν συναλλαγὴν μετὰ τούτου ἐν Ἑλλάδι, εἰς βάρος του, ὥστε νὰ καλύψῃς ἓν ἐλάχιστον ποσόν; Καὶ ἐὰν δὲν εἶχες καμμίαν ὑπ’ ὄψιν, πῶς κλείεις πίστωσιν 80.000.000 ὥστε καὶ τὸ Κράτος, ἐὰν θελήσῃ νὰ ἐκδώσῃ χαρτονόμισμα μὲ τὸ ἀντίκρυσμα ποὺ εἶχεν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, νὰ μὴ δυνηθῇ καὶ νὰ εἶναι δέσμιον τῆς πολιτικῆς τοῦ μέλλοντος; Πῶς κλείεις μίαν πίστωσιν, ὅταν ὁ Οἶκος αὐτὸς δὲν ὑφίσταται οὐδεμίαν ζημίαν, οὐδὲ εἶναι ὑπόχρεος εἰς τὴν πληρωμήν; Πῶς δὲν διαβλέπεις ἓν ἄλλο σκάνδαλον μεταξὺ Δημοσίου, Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Γερμανικοῦ Οἴκου, ὅταν ἀπαγορεύεται ἡ κυκλοφορία τῶν συναλλαγματικῶν εἰς βάρος τοῦ Οἴκου Μπλαϊχρέντερ, καὶ ἀπαγορεύεται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου, διότι αἱ συναλλαγματικαὶ αὐταὶ θὰ πληρώνωνται τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν σύναψιν τῆς εἰρήνης; Τί σημαίνει τοῦτο, παρακαλῶ; Ὅτι τὰ χρήματα τὰ Γερμανικὰ θὰ μείνωσιν ἄθικτα, ὅτι δὲν ἔχει οὐδείς, καὶ εἰς οὐδετέραν Χώραν ἀκόμη, τὸ δικαίωμα νὰ κυκλοφορήσῃ συναλλαγματικὰς εἰς βάρος τοῦ Οἴκου τούτου διὰ τὴν πίστωσιν τὴν ὁποίαν ἤνοιξεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι τὸ Γερμανικὸν χρῆμα θὰ μείνῃ ἄθικτον καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν πολέμων καὶ ὅτι ἡ Τράπεζα καὶ τὸ Δημόσιον ἐκλείσθησαν μὲ ἓν ἀντίκρυσμα 120.000.000, διότι τόσον ἦτο, ἀδιάφορον ἐὰν δὲν ἐπρόφθασαν νὰ τὸ λάβουν. Διὰ δὲ τὴν Ἑλλάδα ἀντίκρυσμα 120 ἑκατομμυρίων μάρκων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις καὶ εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἔχει καὶ σήμερον καὶ τότε, ὅτε δὲν προσεδόκα εἰς συνδρομὴν χρηματικήν, ὡς προσδοκᾷ σήμερον. Ὅλα ταῦτα γεννοῦν ἀπορίας, ἀλλὰ καὶ ὑπονοίας σοβαράς, κατ’ ἐμέ. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο ἐγένετο ἐκ προθέσεως ἀσφαλῶς. Τὰ διαπραχθέντα ὅμως, ὡς διεπράχθησαν, μοὶ δίδωσι τὸ δικαίωμα σοβαρῶς νὰ ὑποψιασθῶ ἐὰν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸ Κράτος ἐκείνους μεθ’ ὧν συνηλλάσσετο καὶ τὸ τί βαρύνει τὴν ὅλην ὑπόθεσιν. Αἱ μέθοδοι καὶ οἱ τρόποι, δι’ ὧν ἐτεχνουργήθησαν τὰ πράγματα καὶ ἐκαλύφθησαν, γεννῶσι τὴν ἰδέαν ὅτι δὲν ἦτο ἁπλῶς χρηματοδοτικὴ ἀλλὰ πολιτικὴ ἡ ὑπόθεσις. Χρῆμα δὲν παρεσχέθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἐκ πολιτικῶν λόγων περιωρίσθη τὸ ἀντίκρυσμα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὡς περιωρίσθη. Ἀλλ’ ὁ Οἶκος Μπλαϊχρέντερ ποίαν ζημίαν ὑπέστη ἢ ποῖον κέρδος ἀπὸ τὴν ἐπιχείρησιν; Προβλέπει ἡ σύμβασις περὶ ζημίας αὐτοῦ; Προβλέπει ὅτι ὁ Οἶκος οὗτος ἐκ τοῦ πραγματοποιηθησομένου δανείου τῶν 80 ἑκατομμυρίων, ἐκ τοῦ δανείου ἐκείνου διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ἐσκοτίσθη, —ἁπλῶς μόνον εἶπε: Δόσε Τράπεζα δάνειον ἀπὸ τὰ δικά σου, κάμε χαρτονόμισμα, ἀπὸ τὸ ὁποῖον τὸ πορτοφόλι μου δὲν θίγεται καθόλου, διότι ἡ συναλλαγματικὴ αὐτὴ δὲν εἶναι ὑπαρκτὴ οὔτε εἰς τὰς οὐδετέρας Χώρας, οὔτε εἰς τὴν Γερμανίαν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ κυκλοφορήσῃ ἐκεῖ.— ἐκ τοῦ δανείου, λέγω, ἐκείνου θὰ ἀνελάμβανεν ἐν τούτοις 6%, ἡ δὲ Τράπεζα βεβαίως πρέπει νὰ πάρῃ καὶ αὐτὴ κάτι τι ἐκ τοῦ χρήματος τὸ ὁποῖον θὰ μείνῃ εἰς τὸν Γερμανικὸν Οἶκον, ἐφ’ ὅσον μένουν 4%. Ὥστε διὰ τὴν συμβολὴν τὴν ὁποίαν παρέσχεν ὁ Γερμανικὸς Οἶκος, νὰ ἐκδώσωμεν 80 ἑκατομμύρια χαρτονόμισμα, κερδίζει 2%, διότι, ἀφοῦ ἡ Τράπεζα λαμβάνει τὰ 4%, ἀπομένουσιν ἐκ τῶν 6% τὰ 2% πρὸς ὄφελος τοῦ Οἴκου. Αἱ οἰκονομολογικαὶ καὶ τραπεζιτικαὶ γνώσεις μου εἶναι ἐλάχιστοι καὶ δὲν φθάνουν νὰ κατανοήσω διατί ὁ Οἶκος λαμβάνει τὰ 2% καὶ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ γίνῃ τὸ δάνειον.
§83Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὑπελόγισεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ὅτι, ἐὰν περιήρχετο τοῦτο εἰς γνῶσιν τῶν Δυνάμεων τῆς ἄλλης ὁμάδος, θὰ ἀνεγράφετο ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸν μαῦρον πίνακα καὶ θὰ μᾶς εἶχε κλεισθῆ τελείως ἡ μετ’ αὐτῶν ἐπικοινωνία;
§84Γ. ΠΩΠ. Περιῆλθεν εἰς γνῶσιν της.
§85Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Βεβαίως εἶναι ζήτημα πολιτικόν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν εἶχε τὴν εὐήθειαν νὰ νομίζῃ, ὅπως τὴν εἶχαν πολλοί, ὅτι πράξεις τοσαύτης σημασίας, τὰς ὁποίας διέπραττεν ὁμοῦ μετὰ τοῦ κ. Σκουλούδη καὶ τῶν τότε Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο δυνατὸν νὰ μείνουν ἄγνωστοι εἰς τὴν ἑτέραν ὁμάδα τῶν ἐμπολέμων Δυνάμεων· δὲν γνωρίζω, τοιαύτη ὅμως εὐήθεια ἐχαρακτήρισε καὶ ἄλλους παράγοντας, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζαν ὅτι αἱ πράξεις των ἠδύναντο νὰ παραμένωσιν ἐν κρυπτῷ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ἐφρόνει ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκρυβῇ ἡ σύναψις τοῦ δανείου. Ἡ σύναψις αὐτοῦ ἐγένετο προσπάθεια νὰ ἀποκρυβῇ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Αὐτὴν τὴν προσπάθειαν διαβλέπω ἐγώ. Διότι τότε —μὴ λησμονῶμεν τὴν πολιτικὴν κατάστασιν— διετυμπανίζετο καὶ διεμαρτύρετο ἡ τότε Κυβέρνησις κατὰ τῆς ἀποδιδομένης εἰς αὐτὴν μομφῆς ὅτι ἦτο φιλογερμανικὴ καὶ ὅτι εὑρίσκετο εἰς σχέσεις μετὰ τῆς Γερμανίας, ἐνῷ αὕτη δὲν ἔπαυσε νὰ θαυμάζῃ, ὡς ἔλεγε, τὴν Ἀντὰντ καὶ ὅτι οὐδέποτε εἶχε στενωτέρας σχέσεις παρ’ ὅσον τότε πρὸς αὐτήν, καὶ ὅτι ἂν ἀπεξενοῦτο τῶν συμπαθειῶν αὐτῆς, ἀπεξενοῦτο ἐκ τῶν συκοφαντιῶν ἡμῶν. Αὐτὰ ἔλεγον τότε. Ἀλλὰ βλέπω καὶ ἄλλην παράβασιν, τυπικήν, τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὕτη συνέταξε καὶ ἐδημοσίευσεν ἰσολογισμὸν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο. Ἐγώ, ἀσχοληθείς, δὲν εὗρον τὴν μερίδα τοῦ δανείου τούτου εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης.
§86Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα κεφάλαια τῶν μηνιαίων καταστάσεων καὶ τοῦ ἰσολογισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀναφέρουσι τὰ διαθέσιμα κεφάλαια τῆς Τραπέζης. Ὁ παρακολουθῶν τὴν σειρὰν τῶν καταστάσεων τῆς Τραπέζης θὰ εὕρῃ ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1915 περὶ μῆνα Δεκέμβριον αἱ καταθέσεις ἀνήρχοντο εἰς 165.000.000 ἕως 170.000.000 εἰς ἀντίκρυσμα ἐκδοθέντος χαρτονομίσματος, δυνάμει τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ Κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ 1916, ὁπότε συνωμολογεῖτο τὸ δάνειον, ἐμφαίνεται ὅτι αἱ εἰς χρυσὸν καταθέσεις, αἱ διαθέσιμοι ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, καὶ τὸ ποσὸν τὸ κυκλοφοροῦν δυνάμει τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου, εἶχεν αὐξηθῆ κατ’ ἀνάγκην κατὰ πολλὰ ἑκατομμύρια. Ἑπομένως θέλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὄντως κάκιστα δὲν ἀνεγράφη, ἀλλ’ εἰς τοὺς φακέλους θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ἐδίδετο οὐχὶ ὑπὸ τύπον δανείου ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀλλ’ ὡς χαρτονόμισμα ἔναντι ἐκδόσεως κατὰ τὸν νόμον ΓΧΜΒʹ.
§87Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὸν ἰσολογισμὸν δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον, ὤφειλε δὲ νὰ ἀναφερθῇ ὅτι ἀπολαύει ἐκ τοῦ συναφθέντος δανείου, 4%. Ἄρα ἐγένετο προσπάθεια νὰ ἀποκρυβῇ, καὶ εἶναι παράλειψις τοῦ ἰσολογισμοῦ. Ὅσον καὶ ἂν θέλουν νὰ ἀποκρύπτωσι τὰ πράγματα, ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ἡ Τράπεζα ἐξέδωκεν εἰς βάρος ἀντικρύσματος ἐξωτερικοῦ 80.000.000 χαρτονόμισμα. Ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως καὶ τῆς πράξεως αὐτῆς τὸ Κράτος ἔχει καὶ ἄλλο δικαίωμα. Προκειμένου περὶ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, τὸ Κράτος πραγματοποιεῖ κέρδος ὑπὲρ τὰ 3%, νομίζω 5%. Δὲν τὸ βλέπω πουθενά.
§88Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν θέλει αὐτὸ ἀπὸ τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα κατὰ τὸν ἰσολογισμόν της θὰ δώσῃ 2%. Ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πληρώνει διὰ τὸ σφράγισμα τοῦ χαρτιοῦ εἶναι 3.200.000, συνεπείᾳ τῆς τελευταίας συμφωνίας τὴν ὁποίαν ἐκάλαμεν.
§89Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος ἀπ’ εὐθείας, ὁπότε τὰ κέρδη τοῦ Δημοσίου θὰ ἦσαν περισσότερα....
§90Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πῶς θὰ ἐκδοθῇ ἀπ’ εὐθείας; Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου περὶ ἐλέγχου; Ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ αὐξηθῇ τὸ χαρτονόμισμα τῆς Τραπέζης, τοῦτο θὰ ἐγίνετο μόνον διὰ τοῦ νόμου ΓΧΜΒʹ.
§91Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ ἰσολογισμὸς τῆς Τραπέζης ὤφειλε νὰ ἀναγράφῃ καὶ τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον ἀποκομίζει τὸ Κράτος ἀπὸ τὰ 40.000.000 ἐκ τοῦ δανείου τοῦ πραγματοποιηθέντος.
§92Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Ἔπρεπε νὰ τὸ ἔχῃ εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου.
§93Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν τὸ ἔχει. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία ὅλη τὴν ὁποίαν θέλω νὰ παραστήσω εἶναι ὅτι κατεβάλλοντο προσπάθειαι ἐκ μέρους τῆς Ἐθν. Τραπέζης ὅπως τὸ γενόμενον δάνειον, ὡς ἐγένετο, νὰ ἀποκρύπτεται μέχρι τινός. Τοῦτο θέλω νὰ παραστήσω καὶ τοῦτο θέλω νὰ κακίσω καὶ εἰς τοῦτο θέλω νὰ εὕρω τὴν ἀταξίαν τῶν διοικησάντων ἢ διοικούντων τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ συναψάντων τὸ δάνειον, ὅτι προσεπάθησαν ἀκόμη καὶ νὰ τὸ κρύψουν. Ἐκ τοῦ φακέλου ἀνακαλύπτεται καὶ ἄλλο· ὅτι εἶχον συνείδησιν τῆς ἀταξίας, δὲν τὴν ἔκαμαν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ὅτι ὅλα ἐκ προθέσεως ἐγένοντο, διότι ἤρχισεν ἡ μετάνοια ἂν μὴ ὁ φόβος, διότι ἐπὶ Ὑπουργοῦ Οἰκονομικῶν τοῦ κ. Ράλλη ἐζητήθη τὸ ποσὸν τῶν 40.000.000 μάρκων, τὸ ὁποῖον καὶ κατετέθη παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Κατόπιν ἐπὶ τῶν κ.κ. Δραγούμη καὶ Ράλλη, οἱ δύο αὐτοὶ ἐζήτησαν 40.000.000 ὁ εἷς καὶ 40.000.000 ὁ ἕτερος καὶ ἐπληρώθησαν μὲ τὸ νόμισμα τὸ ὁποῖον πληρώνει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Ἀλλὰ τοῦτο ἠθέλησε νὰ τὸ κάμῃ καὶ ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ διάδοχος αὐτῆς. Ὁ κ. Λάμπρος ὁμοίαν ἐπιστολήν, ἀντίγραφον πρὸς αὐτάς, ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ ἔλεγε: «Δώσατέ μου καὶ ἐμοῦ». Τὸ ὅλον ἦτο 120.000.000 καὶ ἐζήτησε καὶ ὁ κ. Λάμπρος τὸ μερίδιόν του καὶ δοκιμαστικῶς ἀρχίζει ἀπὸ τὰ 10.000.000 καὶ λέγει: «Δώσατέ μου 10.000.000 καὶ ἐμοῦ», Τὸ ἔγγραφον πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν φαίνεται εἰς τὸν φάκελον ἀπ’ ἐναντίας ἐὰν τὰ 10.000.000 κατεβλήθησαν ἢ ὄχι δὲν φαίνεται ἐκ τοῦ φακέλου. Αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἐζήτησα εἶναι ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠρνήθη εἰς τὸν κ. Λάμπρον νὰ δώσῃ τὰ 10.000.000. Ἀφοῦ εἰς τοὺς ἄλλους ἔδωσε μὲ ἁπλᾶ σημειώματα, διατί ἠρνήθη εἰς τὸν καϋμένον τὸν κ. Λάμπρον νὰ δώσῃ; Ἐκ τῶν ὑστέρων ἀντελήφθη ὅτι δὲν ἦσαν ἐν τάξει αὐτὰ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἔκαμνε καὶ ἀρχίζει ὁ φόβος τοῦ ἐλέγχου ἐπισειόμενος. Εἶναι ἓν σημεῖον τὸ ὁποῖον εἶδον ἐν τῷ φακέλῳ καὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὸ γνωρίσω πρὸς τὴν Βουλήν, διότι φαίνεται ὅτι ἐλήφθησαν 10.000.000 παρὰ τοῦ κ. Λάμπρου, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν κατεβλήθησαν ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀπομένει τὸ ἕτερον ποσὸν τῶν 40.000.000, μὴ πραγματοποιηθέν, καὶ οὕτω ἔχομεν ζημίαν πραγματοποιηθεῖσαν 80.000.000, διὰ τῶν ὁποίων ἑκατομμυρίων διετηρήθη ἡ τότε Κυβέρνησις, ὡς διετηρήθη, καὶ αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ πολιτικὸν μέρος καὶ τὸν πολιτικὸν ἔλεγχον. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω νὰ ὑποστηρίξω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης εἶναι ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν εὑρίσκω ἀταξίαν τραπεζιτικήν, ἀναξίαν περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν συμφερόντων τῆς Τραπέζης. Ὁμιλῶν ἀπὸ τραπεζιτικῆς ἀπόψεως, δὲν παραλείπω νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αἱ ἐπιστολαὶ αἱ ὁποῖαι ἐστέλλοντο εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐκ μέρους τῶν δύο κυρίων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὁ τότε Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐστέλλοντο ἀπρωτοκόλλητοι, ἄνευ ἀριθμοῦ. Δὲν εἶχε τὴν περιέργειαν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα αὐτὰ νὰ πρωτοκολληθῶσι, νὰ τεθῇ εἷς ἀριθμός, ὥστε νὰ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ἔγγραφα τοῦ οἴκου Σκουλούδη, ἀλλὰ ἔγγραφα ἔχοντα τὴν ἀξίωσιν νὰ βαρύνωσι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μὲ 80.000.000; Ἐπιστολαὶ καὶ σημειώματα τῶν κ.κ. Ράλλη καὶ Σκουλούδη βαρύνουσι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μὲ 80.000.000 μάρκα. Καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ διαχείρισις ἡ εἰλικρινής, ἡ εὐθεῖα ὑπὲρ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Καὶ τὸ πρῶτον ἔγγραφον καὶ τὸ δεύτερον δὲν φέρουσιν ἀριθμόν· ἅπαντα εἶναι ἀπρωτοκόλλητα, εἶναι ἁπλαῖ ἐπιστολαί. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσω ἐὰν τὸ Κράτος ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προβῇ εἰς καταβολὴν τοῦ ποσοῦ τούτου καὶ ἀναγνωρίσῃ ὡς ὑποχρέωσιν τὸ ληφθὲν ποσὸν πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα καὶ παρίσταμαι εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους. Εἶχον ἀνάγκην νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, διατηρῶν τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ τὸ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἡ Κυβέρνησις ὄχι μὲ τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, ἀλλὰ μετὰ μελέτην τῶν πραγμάτων μᾶλλον ἀκριβῆ, μᾶλλον ἐπισταμένην. Καὶ θὰ εἶχον νὰ κάμω τὴν παράκλησιν ὅπως, μετὰ τὴν μελέτην αὐτήν, ἀκούσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὸ τυπικὸν μέρος τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν διοικούντων τὴν Τράπεζαν, ὅσον ἀφορᾷ τοὐλάχιστον τὰ συμφέροντα αὐτῆς τῆς Τραπέζης, ἂν ὄχι ἐν σχέσει πρὸς τὸ Κράτος καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, διότι εἶναι ζήτημα πολιτικὸν περὶ τοῦ ὁποίου εἰς ἄλλην περίστασιν θέλω ὁμιλήσει. (Χειροκροτήματα).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Βουρλούμης ἔχει τὸν λόγον.
§95Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, διότι οἱ προλαλήσαντες ἐπαρκῶς ἐφώτισαν αὐτήν, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἐν τούτοις νὰ προσθέσω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ θέματος. Τὸ ζήτημα ἔχει τετραπλῆν τὴν μορφήν· ἔχει τὴν πολιτικήν του μορφήν, ἔχει τὴν τραπεζιτικήν του μορφήν, τὴν νομισματικήν του μορφήν, ἔχει καὶ τὴν οἰκονομικήν του μορφήν. Δὲν θὰ περιμένετε βεβαίως ἀπὸ ἐμὲ χαρακτηρισμὸν τοῦ πράγματος αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς πολιτικῆς. Ἡ ἐντύπωσις ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν τελευταίαν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐνδεικνύει ἐμφανῶς ποῖον πολιτικὸν ἔργον εἶχεν ἐπιτελεσθῆ διὰ τοῦ δανείου τούτου. Ἡ Ἑλλὰς οὔτε κἂν ἀντὶ πινακίου φακῆς — τοὐναντίον ἐπιβαρύνουσα τὰ οἰκονομικά της — ἀνέτρεψε τὴν νομισματικὴν τάξιν τῆς Χώρας, καὶ σὺν τοῖς ἄλλοις διὰ μιᾶς μικροπονηρίας, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένη ὄχι εἰς Κράτος σεβόμενον ἑαυτὸ ἀλλ’ οὐδ’ εἰς τὸν ἔσχατον ἀφερέγγυον δανειστήν, προσεδέθη εἰς τὸ ἅρμα τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ μορφὴ τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν θὰ πραγματευθοῦν ἄλλοι περισσότερον ἐγκρατεῖς τοῦ λόγου καὶ τῶν πολιτικῶν θεμάτων. Ἔρχομαι εἰς τὴν τραπεζιτικὴν μορφήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Τραπέζης δὲν ὑπῆρξεν οἷα ὤφειλε νὰ εἶναι. Δὲν λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἰδιότητα τῆς Τραπέζης ὡς ἐθνικοῦ ἱδρύματος, τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Διοίκησις αὐτῆς, καὶ ἐξετάζω τὸ δάνειον ἀπὸ τῆς τραπεζιτικῆς του μορφῆς. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐν τίνι δικαιώματι ἡ Τράπεζα ἐδέχθη νὰ ἐμπιστευθῇ ποσὸν 80 ὁλοκλήρων ἑκατομμυρίων ἐπὶ ἑνὸς ἰδιώτου; Εἶχε, θὰ μοὶ εἴπῃ τις, τὴν ἐγγύησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἦτο τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔδιδεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐγγύησιν; Εἶχε τὴν μορφὴν τοῦ Κράτους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠδύνατο νὰ βασίσῃ τὴν παροχὴν πιστώσεως εἰς ἰδιώτην 80 ἑκατομμυρίων; Ἔχομεν παράδειγμα ἑνὸς τραπεζιτικοῦ Οἴκου ἰδιωτικοῦ, ἀριθμοῦντος βίον 100 καὶ πλέον ἐτῶν ἐν Ἀγγλίᾳ, τοῦ Οἴκου Ἀδελφῶν Μπάριγκ, Οἶκος τραπεζιτικὸς μὲ τὸν ὁποῖον ὁ Οἶκος Μπλαϊχρέντερ δὲν δύναται νὰ παραβληθῇ· καὶ ὅμως ὁ Οἶκος οὗτος κατὰ τὸ 1891 ἀνέστειλε τὰς πληρωμάς του. Αὐτὴ εἶναι ἡ μία ὄψις τῆς τραπεζιτικῆς μορφῆς. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἡ ἄλλη· ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, συνομολογήσασα μετὰ τοῦ Κράτους, ἢ μᾶλλον μετὰ τῶν ἐπιστολογράφων οἱ ὁποῖοι ἐξεπροσώπουν δῆθεν τὸ Κράτος, — διότι θὰ σᾶς ἀναγνώσω μετ’ ὀλίγον μίαν τῶν ἐπιστολῶν αὐτῶν διὰ νὰ ἴδητε τί εἴδους ἐπιστολαὶ ἦσαν, — κατέστησεν ὑπεύθυνον τὸ Κράτος διὰ πᾶσαν ἔκπτωσιν τῆς τιμῆς τοῦ μάρκου, καὶ ἐνῷ τὸ Κράτος ἀνελάμβανε τὴν εὐθύνην ἐκπτώσεως τοῦ μάρκου, δὲν ὑπεχρέωσε τοὐλάχιστον τὴν Τράπεζαν νὰ σύρῃ τὸ συνάλλαγμα καὶ δὲν μετετράπησαν ταῦτα εἰς δραχμάς. Ἔχω τὴν πληροφορίαν ταύτην ἐξ ἰδιωτικῆς πηγῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀσφαλής. Τὰ 80 αὐτὰ ἑκατομμύρια μάρκων ἐξακολουθοῦν νὰ μένουν εἰς χεῖρας τῆς Τραπέζης Μπλαϊχρέντερ, καὶ τοῦτο διότι οὐδέποτε συνωμολογήθη πραγματικὸν δάνειον. Ὁ Μπλαϊχρέντερ ἐχρησίμευσεν ἁπλῶς ὡς «παραβάν», ὡς πρόσχημα διὰ νὰ χρησιμοποιηθῇ ὁ ΓΧΜΒʹ νόμος καὶ ἐκδοθῇ τὸ χαρτονόμισμα τῆς Τραπέζης διὰ νὰ παράσχῃ δὲ ὁ Μπλαϊχρέντερ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν εἰσπράττει τόκον 2% ἐτησίως ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, χωρὶς νὰ καταβάλῃ μονόλεπτον. Τὸ ἄρθρον 8 τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου λέγει ῥητῶς (Ἀναγινώσκει): «Ἐπιτρέπεται διὰ Β. Διατάγματος νὰ κυρωθῶσι συμβάσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, δι’ ὧν ἤθελον συνομολογηθῆ πρῶτον ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἡ δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἔκδοσις τραπεζικῶν γραμματίων πέρα τοῦ ποσοῦ ὅπερ δικαιοῦται νὰ ἐκδίδῃ κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους καὶ συμβάσεις ἐπὶ τῷ εἰδικῷ σκοπῷ ἀγορᾶς χρυσοῦ καὶ συναλλάγματος κατ’ ἀνώτατον ὅρον.... κλπ.». Ἐρωτᾶται: Ἀποτελεῖ αὐτὸ τὸ δάνειον ἀντίκρυσμα πραγματικὸν πρὸς ἔκδοσιν χαρτονομίσματος; Ἄν ἡ Τράπεζα εἶχε σύρει, εἴτε ὄψει εἴτε διὰ συναλλαγματικῶν, τὸ ποσὸν αὐτό, θὰ ἠδύνατο νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ὀρθῶς ἔθηκεν εἰς κυκλοφορίαν τὸ χαρτονόμισμα τοῦτο. Ἀρκεσθεῖσα ὅμως εἰς ἐγγραφὴν πιστώσεως παρὰ Τραπέζῃ ἐν Γερμανίᾳ, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου, ὅτι ἔχει πραγματικὸν ἀντίκρυσμα. Ἡ Γερμανία διατελεῖ ὑπὸ πραγματικὸν ἀποκλεισμὸν ἀπὸ ὅλην τὴν ὑφήλιον. Τὸ συνάλλαγμα αὐτῆς δὲν δύναται νὰ διαπραγματευθῇ παρὰ μόνον εἰς τὴν Ἑλβετίαν, τὴν Σουηδίαν, τὴν Δανίαν καί τινας ἀκόμη Χώρας αἱ ὁποῖαι δὲν ἔλαβον εἰσέτι τὰ ὅπλα κατ’ αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει μόνον οἰκονομικὸς ἀποκλεισμὸς κατὰ τῆς Γερμανίας, ἀλλὰ καὶ ἐμπορικός. Τί ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς νὰ εἰσαγάγῃ ἐκ Γερμανίας διὰ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἀγοράσῃ μάρκα καὶ νὰ τὰ ἐμβάσῃ πρὸς πληρωμὴν τῶν εἰσαγωγῶν της, ἢ τί ἠδύνατο νὰ ἐξαγάγῃ διὰ τὴν Γερμανίαν; Ποίαν ἐμπορικὴν κίνησιν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Τράπεζα διὰ νὰ δεχθῇ αὐτὰ τὰ 73.600.000 μάρκα καὶ νὰ τὰ ῥίψῃ εἰς τὴν ἀγορὰν εἰς χαρτονόμισμα ἐπὶ κινδύνῳ νὰ ἀνατρέψῃ τοὺς νομισματικοὺς ὅρους τῆς ἀγορᾶς; Καμμίαν. Ἡ ἰδική μου ἡ ἐντύπωσις ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῶν ἐγγράφων, ὅπως σᾶς εἶπον ἤδη, εἶναι ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ πραγματικοῦ δανείου. Αἱ Κυβερνήσεις τῆς ἀπολυταρχίας, ἔχουσαι ἀνάγκην χρημάτων, δὲν ἠδύναντο νὰ ζητήσουν ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἔκδοσιν χαρτονομίσματος. Εὗρον τὸ πρόσχημα τοῦ δανείου Μπλαϊχρέντερ, τῇ ἐπινεύσει καὶ συνενοχῇ τῆς Γερμανικῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἦτο εὐγνώμων διότι τῆς ἐδίδετο εὐκαιρία νὰ σύρῃ ἐπιδεξίως τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ πλευρὸν τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Εἶπε λοιπὸν ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις εἰς τὸν Μπλαϊχρέντερ: «Ἄνοιξε μίαν πίστωσιν — ὅπως ἀνοίγουν συνήθως αἱ Τράπεζαι — δὲν θὰ δώσῃς πεντάραν, — διότι ἔχω ἀκλόνητον πεποίθησιν ὅτι εἶχε συμφωνήσει ἐκ τῶν προτέρων ὁ Μπλαϊχρέντερ ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς πιστώσεως αὐτῆς.
§96Γ. ΠΩΠ. Ὅταν ἐκηρύχθη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶχεν ὡρισμένον ποσὸν εἰς χρυσὸν κατατεθειμένον ἐν Γερμανίᾳ, βλέπουσα ὅμως τοὺς κινδύνους τοῦ ἀποκλεισμοῦ, τοῦ τε ἐμπορικοῦ καὶ τοῦ γενικοῦ συναλλακτικοῦ, ἀπέσυρε τὰς εἰς χρυσὸν καταθέσεις της εἰς ἀντίκρυσμα χαρτονομίσματος ἐκδοθέντος κατὰ τὸν ΓΧΜΒʹ νόμον. Τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνήρχετο ἅμα τῇ ἐκρήξει τοῦ πολέμου εἰς 60.000.000, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐπραγματοποιεῖτο τὸ δάνειον, τὸ εἶχεν ἐλαττώσει εἰς 6½ ἢ 7 ἑκατομμύρια. Πῶς λοιπὸν ἦτο δυνατὸν νὰ παραφρονήσῃ ἡ Τράπεζα, ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὕτη προέβλεψεν, ἔπειτα νὰ τὸ ἀνατρέψῃ, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγίνετο ὁ ἀποκλεισμὸς στενώτερος;
§97Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ Τράπεζα οὐδὲν ἀπώλεσε, διότι τὰ χαρτονομίσματά της τὰ ἐκυκλοφόρησε καὶ εἰσπράττει ἕνα τόκον, τὸν ὁποῖον μοιράζεται μὲ τὸ Κράτος. Κρίνω ὅμως τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἀπὸ ἀπόψεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκτεθειμένον εἰς τοὺς κινδύνους τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς.
§98Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ἄν κατάσχουν τὸ χρῆμα εἰς χεῖρας τοῦ Μπλαϊχρέντερ, τί θὰ πάρῃ τότε;
§99Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἡ Τράπεζα δὲν ἔχει παρὰ μόνον τὸν κίνδυνον τῆς μὴ κυρώσεως τοῦ δανείου ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§100Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἂν ἡ Τράπεζα εὑρίσκετο πρὸ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἀνεγνώριζε τὸ δάνειον αὐτό, δὲν θὰ ἐκινδύνευον τὰ συμφέροντά της;
§101Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ὁ μόνος κίνδυνος ἦτο αὐτός· ἀλλὰ φαίνεται ὅτι καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἦτο ἐπηρεασμένη ἀπὸ τὰς πεποιθήσεις τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιέμενον τὸν Μάκενζεν τὸν Δεκέμβριον ἐδῶ καὶ νὰ ῥίψουν τοὺς Ἄγγλους καὶ Γάλλους εἰς τὴν θάλασσαν. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ποιάν τινα συμπαιγνίαν εἶναι ὅτι εἰς τὰς ἐπιστολὰς αὐτὰς θὰ ἴδητε ὅτι ἀπαγορεύεται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν νὰ θέτῃ εἰς κυκλοφορίαν τὰς τριμήνους συναλλαγματικάς, διότι ἡ Τράπεζα, ἀπαντῶσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ τὰς θέσῃ εἰς κυκλοφορίαν, καὶ ἑπομένως ὁ Μπλαϊχρέντερ εἶχεν ἀσφαλὲς κέρδος χωρὶς νὰ ἐνοχληθῇ καθόλου.
§102Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τί σημαίνει ὅτι θὰ ἔσυρε διὰ συναλλαγματικῶν, ἀφοῦ τὰς συναλλαγματικὰς θὰ τὰς ἐκράτει εἰς τὸ χαρτοφυλάκιον.
§103Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Εἶχε δικαίωμα νὰ σύρῃ καὶ «ὄψεως».
§104Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν δεχθῆτε ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς Τραπέζης νὰ σύρῃ συναλλαγματικὰς «ὄψεως» ἦτο ἀληθινόν, θὰ θεωρήσητε τὴν Τράπεζαν μεγάλως εὐθυνομένη καὶ ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ ἀπέναντι τῆς κοινωνίας, διότι δὲν ἐτράβηξεν. Ὥστε ἐκεῖνο τὸ avis εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ παίρνῃ ἡ Τράπεζα ἐν ὄψει. Ἂν εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, δὲν θὰ ἐτίθεντο αὐτοὶ οἱ περιορισμοί· νὰ βγάλῃ συναλλαγματικάς, νὰ μὴ τὰς διαπραγματευθῇ καὶ νὰ εἶναι πληρωτέαι τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου. Λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ: Τί τράβηγμα καὶ τί ἔκδοσις εἶναι; Ὅλα ἦσαν εἰκονικά.
§105Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ἔκαμον αὐτὴν τὴν σκηνοθεσίαν διὰ νὰ δώσουν τὴν μορφὴν πραγματικῆς δανειστικῆς πράξεως, καὶ διὰ μὲν τὰ τραβήγματα ὄψεως συνεφώνησαν μείζονα προμήθειαν, διὰ δὲ τὰς συναλλαγματικὰς ⅝%. Εἶπον λοιπὸν εἰς τὴν Τράπεζαν: «Ἂν θέλετε νὰ σᾶς κοστίσῃ εὐθηνά, τραβήξατε συναλλαγματικάς, τὰς ὁποίας οὐδέποτε θὰ πληρώσωμεν, θὰ τραβήξητε δὲ τριμήνους μετὰ τὴν συντέλεσιν τῆς εἰρήνης». Τὸ πρᾶγμα περιορίζεται εἰς ἔκδοσιν χαρτονομίσματος καὶ ἐχρησίμευσεν ὁ Μπλαϊχρέντερ ὡς μία δικαιολογία, διὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀξιώσῃ 2% κατ’ ἔτος.
§106Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ὑπῆρχον καὶ ἄλλοι σκοποὶ καὶ ἄλλα κέρδη ἔνοχα.
§107Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Τώρα μένει τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέτρον νὰ ἐκκαθαρίσῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, νὰ μὴ τὴν ἀφήσῃ ἐν ἐκκρεμότητι. Ἐφ’ ὅσον τὰ μάρκα εἶναι ἐκεῖ κατατεθειμένα καὶ ὑπάρχει ἓν ποσὸν 73,600.000, δυνάμει τοῦ ΓΧΜΒʹ νόμου, ὁ Διεθνὴς Ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἐφορᾷ εἰς τὰ ζητήματα αὐτά, ὅταν τεθῇ ἐν γνώσει ὅλων αὐτῶν τῶν γεγονότων, δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δεδομένου μάλιστα ὅτι ἡ πλειονοψηφία τοῦ Ἐλέγχου εἶναι σύμμαχός μας, νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ, λέγω, τὴν ἐξάλειψιν τοῦ δανείου τούτου, ἀφοῦ δὲν ἐχρησιμοποιήθη, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνηται τὸ Κράτος διὰ προμηθειῶν ἀδικαιολογήτων.
§108Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Λόγῳ τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία ἐμπορικὴ πρᾶξις ἐν Γερμανίᾳ.
§109Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ οἱ τόκοι θὰ ἐξακολουθοῦν.
§110Ν. ΠΟΛΙΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Παύουν τώρα.
§111Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Ὁπωσδήποτε θὰ ἦτο συμφερώτερον νὰ ρυθμισθῇ τὸ ζήτημα, διότι θὰ ἔχωμεν τὸν κίνδυνον τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς καὶ δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην τῆς διαφορᾶς ταύτης. Πρέπει νὰ τακτοποιηθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ κανὲν δικαίωμα εἰς τοὺς Γερμανοὺς τραπεζίτας.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§113Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἴσως, κύριοι βουλευταί, οὐδεμία πρᾶξις, ἐκ τῶν γενομένων κατὰ τὴν τελευταίαν τριετίαν, ἡ ὁποία νὰ παρέχῃ ἀκριβεστέραν εἰκόνα τῆς ἀθλιότητος εἰς τὴν ὁποίαν ὡδήγει ἕνα Τόπον ὁ δεσποτισμὸς, παρὰ ἡ σύναψις τοῦ δανείου τούτου. Οὔτε μεταξὺ μπακάληδων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰς παραμονὰς πτωχεύσεως, τὰ πράγματα δὲν θὰ διεξήγοντο καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθησαν ὑπὸ τοῦ ἐπισήμου Κράτους τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τὸ δάνειον θὰ κριθῇ ἀπὸ διττῆς κυρίως ἀπόψεως: Ἀπὸ πολιτικῆς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τῶν εὐθυνῶν τῆς Διοικήσεως αὐτῆς. Ὅ,τι ἀφορᾷ εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος, θὰ δοθῇ ἴσως ἀφορμὴ πολὺ προσεχῶς νὰ ὁμιλήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ ἐκτενέστερον. Ἀπὸ σήμερον ἔχομεν νὰ παρατηρήσωμεν ὅτι τὸ Κράτος τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐζήτησε νὰ λάβῃ τὸ δάνειον αὐτὸ τῶν 80 ἑκατομμυρίων μάρκων διὰ νὰ διατηρήσῃ μίαν ἐγκληματικὴν ἐπιστράτευσιν. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Δὲν τὸ ἔπραξε διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Τουναντίον, ἐζήτησε τὸ δάνειον διὰ νὰ συντρίψῃ τὴν κοινωνίαν. Κρατεῖ 500.000 ἀρρένων τοῦ πλέον ἀκμαίου πληθυσμοῦ, ἀφίνει τὰς οἰκογενείας των εἰς τὴν δυστυχίαν καὶ τὴν καταστροφήν, εἰς τὴν πτῶσιν τὴν οἰκογενειακὴν καὶ ἠθικήν, διὰ νὰ κρατῇ μίαν ἐπιστράτευσιν μὲ σκοπὸν δῆθεν ν’ ἀμυνθῇ κατὰ τοῦ Βουλγάρου, τοῦ προαιωνίου ἐχθροῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅλοι θέλετε πεισθῆ ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα θὰ κατατεθῶσιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι εἶχε δηλώσει εἰς τοὺς Βουλγάρους καὶ τοὺς Γερμανοὺς ὅτι ἦσαν ἐλεύθεροι νὰ διέλθουν τὰ σύνορά μας.
§114ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἶσχος! Αἶσχος!
§115Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν θὰ ἐχρησιμοποιεῖτο ποτὲ κατὰ τῶν Βουλγάρων, διότι εἶχε βεβαιώσει τοῦτο, καὶ ὅμως ἐκράτει τὴν ἐπιστράτευσιν, διότι ὄπισθεν αὐτῆς ἐκρύπτετο ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἐπιτελείου ἑνὸς διπλωμάτου Ἑλληνογερμανοῦ. Τὴν ἐκράτει διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἀνόσιον σκοπὸν νὰ θέσῃ ἀντιμέτωπον τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν κατὰ τῶν Προστατίδων Δυνάμεων τῆς Ἑλλάδος. Δι’ αὐτὸ συνῆψε καὶ τὸ δάνειον ἐκεῖνο. Οὔτε δὲ ἀντὶ πινακίου φακῆς, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουρλούμης, δὲν ἐπωλήσαμεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς πολιτικῆς μας! Ἡ Γερμανία μᾶς εἶπε: «Παράδες δὲν ἠμποροῦμε νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν ὥραν. Εἴπατε εἰς τὴν Τράπεζάν σας νὰ τυπώσῃ ὀλίγα χαρτονομίσματα καὶ ἐγὼ θὰ εἴπω εἰς μίαν ἰδικήν μου Τράπεζαν νὰ δώσῃ πίστωσιν διὰ τὸ ποσὸν τῶν 80 ἑκατομμυρίων, μὴ πληρωτέων σήμερον, ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος τοῦ πολέμου. Καὶ διὰ τὴν τιμὴν ποὺ σᾶς ἔκαμα, νὰ σᾶς ἀνοίξω τὰ μάτια, πῶς θὰ πάρετε χρήματα ἀπὸ τὸν ἑαυτόν σας, θὰ σᾶς πάρω μόνον 6% καὶ θὰ εἴπω εἰς τὴν Τράπεζάν μου νὰ δώσῃ εἰς τὴν Τράπεζάν σας 4%, οὕτως ὥστε κατ’ οὐσίαν νὰ μὴ σᾶς πάρω παρὰ 2%». Ἔχομεν δικαίωμα νὰ ἐξετάσωμεν ὑπὸ ποίους ὅρους ἐδέχθη νὰ συμπράξῃ εἰς ὅλον αὐτὸν τὸν συνδυασμὸν διὰ νὰ διατηρηθῇ ἕνα ἢ δύο μῆνας ἀκόμη ἡ ἐπιστράτευσις. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, δεχομένη ἄνευ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἄνευ γνώμης τῆς Βουλῆς νὰ συμπράξῃ εἰς τὸν συνδυασμὸν αὐτόν, παρεβίασε τὸ νόμον ΓΧΜΒʹ ὄχι πλέον εἰς τὸ γράμμα αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, διότι ἐδέχετο νὰ λάβῃ ὡς ἀντίκρυσμα διὰ τὴν ἔκδοσιν ποσοῦ 80 ἢ 100 ἑκατομμυρίων οὐχὶ κατάθεσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν εἰς χρυσόν, ἀλλὰ κατάθεσιν, ἐὰν τοιαύτη ὑπῆρχεν, εἰς τραπεζογραμμάτια, τραπεζογραμμάτια δὲ ἐμπολέμου Κράτους, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχον χάσει 30 μονάδας ἐκ τῆς ἀξίας των καὶ τὰ ὁποῖα ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, νὰ ἔχανον καὶ περισσότερον. Καὶ ἀπὸ 72 ἑκατομμύρια σήμερον δὲν ἀξίζουν ἢ μόνον 53. Μετεῖχεν οὕτως ἡ Τράπεζα εἰς μίαν ὀπερασιὸν ἡ ὁποία ἔθετεν ἐν κινδύνῳ τὴν νομισματικήν μας ἐξυγίανσιν. Καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ εὐθύνη τῆς Τραπέζης. Θὰ ἤμην δὲ διατεθειμένος νὰ τὴν κρίνω ἐπιεικῶς, ἐὰν παρεσύρετο εἰς τοῦτο ἀπὸ τὴν ὑψηλοτέραν ἀντίληψιν τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς ὡς ἐθνικοῦ ἱδρύματος, ὑποχρέου νὰ ἔρχεται ἐπίκουρον εἰς τὸ Κράτος. Ἔχομεν ὅμως βεβαιωμένον ὅτι, ἀντιθέτως, εὑρῆκε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐκβιάσῃ τὸ Κράτος καὶ νὰ λάβῃ ἀνταλλάγματα μεγάλα. Πλὴν τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, τὸ ὁποῖον ὠφελεῖτο ἐκ τῆς ἐκδόσεως τῶν τραπεζογραμματίων τῶν 72 ἑκατομμυρίων, ἔλαβεν ἄλλο ὀγκωδέστερον πλεονέκτημα, καὶ τὸ ἔλαβεν ἀθεμίτως, τὴν ἐπὶ 20 ἀκόμη ἔτη παράτασιν τοῦ προνομίου της, τὸ ὁποῖον ἔληγε μετὰ 4 ἔτη, ἐνῷ ἐγνώριζεν ὅτι πρὸ ἑνὸς ἔτους ἄλλη Κυβέρνησις, ἀληθὴς ἐκείνη Κυβέρνησις, οὔτε νὰ συζητήσῃ κἂν ἤθελε τοιαύτην ἀξίωσιν, διότι ἠννόει νὰ συζητήσῃ βραδύτερον τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐπιτύχῃ ἀνάλογα ἀνταλλάγματα ὑπὲρ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους. Ἔχω νὰ ἐκφράσω ὅλην τὴν ἀγανάκτησιν τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι ὡς Κυβερνήτης τῆς Χώρας, διότι τοιαῦται ὑπῆρξαν αἱ ἀντιλήψεις τῶν διοικούντων τὴν Τράπεζαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ὅτε τὸ Κράτος αὐτό, μετὰ τὴν κατάλυσιν τοῦ πολιτεύματός του ἐκ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ δεσποτισμοῦ, ἐφέρετο εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν εἰκόνα, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εὗρε τὴν στιγμὴν νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ καὶ νὰ τὸ ἐκβιάσῃ. Τὸ ἔγραψα τότε εἰς τὸν «Κήρυκα» καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω: Ἡ πρᾶξις αὕτη ὑπῆρξεν ἀτιμωτικὴ διὰ τὴν Τράπεζαν! Ἐν τούτοις καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιρρίψωμεν τὰ ἑκατομμύρια τοῦ δανείου ἐκείνου εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι ἡ ζημία δὲν θὰ ἦτο μόνον ἰδική της. Θὰ ἦτο τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἔχανεν ἡ Τράπεζα 72 ἑκατομμύρια, ἡ κοινωνία ἔχανε 1000. Ἀλλὰ βεβαίως τὸ 6% δὲν θὰ τῆς τὸ δώσωμεν. Ὅσον διὰ τὴν σύμβασιν τῆς παρατάσεως, εὐτυχῶς δὲν ἐπρόφθασε νὰ ψηφισθῇ, καὶ θὰ τὴν φέρωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ζητήσωμεν καὶ θετικῶς τὴν ἀπόρριψίν της. (Ἐπευφημίαι καὶ χειροκροτήματα). Θὰ φροντίσωμεν ὅμως νὰ μὴ ὠφεληθῇ μὲν ἡ Τράπεζα ἀπὸ τὸ δάνειον ποὺ ἔκαμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ ζημιωθῇ τίποτε, διότι γνωρίζομεν καλὰ ὅτι ἡ οἰκονομική της ἀκμὴ συνδέεται πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομικὴν ὑπόστασιν τῆς Χώρας. Ἀλλὰ θὰ λάβωμεν καὶ διὰ τὸ μέλλον ὅλα τὰ μέτρα ὅπως μὴ ἐπαναληφθῶσι παρόμοιαι παρεκτροπαί. Θὰ μεριμνήσωμεν ὅπως τὰ τῆς Τραπέζης ἀνακαινισθῶσι ριζικῶς, οὐ μόνον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Διοίκησιν, ἀλλὰ καὶ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν σκοπὸν αὐτῆς. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐξειλίχθη εἰς ἕνα ὑδροκέφαλον οἰκονομικόν, ὁ ὁποῖος οὐδόλως συντελεῖ εἰς καλυτέραν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν τῆς Χώρας, γίνεται δὲ εἰς κρισίμους περιστάσεις καὶ κίνδυνος κατὰ τῆς αὐτοτελείας τοῦ Κράτους. Θὰ τὴν περιορίσωμεν εἰς Τράπεζαν ἐκδοτικήν. Τὸ καθῆκον αὐτῆς εἶναι νὰ εἶναι ρυθμιστὴς τῆς νομισματικῆς κυκλοφορίας τῆς Χώρας, νὰ εἶναι ἐπίκουρος ὅλων τῶν ἄλλων Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἱδρύωνται ἐπιτηρούμεναι ὑπ’ αὐτῆς καὶ ἔν τινι μέτρῳ. Κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ παρατάσεως τοῦ προνομίου θὰ ἐπιδιώξωμεν νὰ ἐξυγιάνωμεν αὐτὴν ἐντελῶς, ἱδρύοντες ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἄλλας Τραπέζας, ὅπως τὴν Κυβερνητικήν, καὶ διαρρυθμίζοντες τὴν ἐσωτερικήν της διοίκησιν κατὰ τρόπον ἐπωφελέστερον καὶ διὰ τοὺς μετόχους της καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν. Διότι, ὡς ἔχει σήμερον, εἶναι ὑδροκεφαλικὸς πληθωρικὸς ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος θὰ καταντήσῃ εἰς τὸ μέλλον νοσηρός. Ἡ Τράπεζα διῳκήθη εἰς τὸ παρελθὸν κατὰ τρόπον φαυλοκρατικώτερον ἀπὸ τὸ Κράτος πρὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909. Ἐξαιρῶ μόνον τὴν βραχεῖαν διοίκησιν τοῦ ἀειμνήστου Βαλαωρίτου. Ἐν τούτοις, μ’ ὅλα τὰ σφάλματα, χάρις εἰς τὰ ἐκπληκτικὰ κέρδη της τοῦ τελευταίου καιροῦ, εἶναι ἀκόμη ζῶν ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐξυγιάνσεως περὶ τῆς ὁποίας εἶπον καὶ ἡ ὁποία θὰ εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον καὶ αὐτῆς καὶ τῶν μετόχων της καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις, μ’ ὅλα αὐτὰ τὰ κέρδη δὲν ἠμπόρεσε ν’ αὐξήσῃ τὸ μέρισμα, παρὰ κατὰ μικρὸν ποσόν. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς τοῦ Βαλαωρίτου, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀνάγκην νὰ στερεώσῃ τὴν ὑπόστασίν της, νὰ ἀποσβέσῃ ζημίας δεκάδων ἑκατομμυρίων καὶ ἐπὶ στερεῶν θεμελίων νὰ χωρήσῃ πρὸς τὰ ἐμπρός. Ὅτι ὅμως δὲν κατώρθωσε νὰ αὐξήσῃ τὸ μέρισμα, ἀποδεικνύει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ἡ διοίκησίς της εἰς τὸ παρελθὸν ἦτο χειρίστη. Καὶ διὰ τοῦτο θὰ ζητήσωμεν τὴν ῥιζικὴν ἀνακαίνισιν τῆς μέχρι καὶ τῆς ἐσωτερικῆς τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀτελεστάτη. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§117Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶμαι πολὺ εὐτυχής, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἔκαμε τίποτε ἄλλο ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ πράξεις, ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ κατηγορίας τὰς ὁποίας ἡ Ἀντιπολίτευσις πρὸ τριῶν—τεσσάρων ἴσως ὁλοκλήρων ἐτῶν ἐξήγγειλεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠθέλησε τότε νὰ πιστεύσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐλέγομεν, ἴσως διότι τὰ ἀπέδιδεν εἰς ὑπεράγαν αὐστηρὰς κρίσεις ἡμῶν, ἴσως διότι τὰ ἀπέδιδεν εἰς κακὰς ἡμῶν πληροφορίας. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα τὰ πραγματικά, ἡ πικρὰ ἀλήθεια ἀπέδειξεν ὅτι πραγματικῶς εἴχομεν δίκαιον ἐξαγγέλλοντες ὅσα εἴπομεν τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ὅτι ἐὰν ὑπῆρξέ τις ἔχων ἄδικον ὑποστηρίζων τὸ ἵδρυμα τοῦτο, τὸ ἄδικον αὐτὸ τὸ εἶχεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός. Ἐλέχθη, Κύριοι, καὶ οὐδεὶς τὸ ἐπίστευσεν, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἤρχισε νὰ ἀναφαίνεται ἡ οἰκονομικὴ ἀνακαίνισις τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἐργασίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ μόλις, καθ’ ἣν στιγμὴν εἰς τὰ κέρδη τῆς ναυτιλίας ἤρχισε νὰ ἐμφανίζηται ὡς ἀντίκτυπος ἄμεσος εἰς τὸ Κράτος ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χαρτονομίσματός του, καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν κατώρθωσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μόνος, ἄνευ οὐδεμιᾶς Κυβερνητικῆς, εἴτε ἔσωθεν εἴτε ἔξωθεν, ἀρωγῆς νὰ φέρῃ τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ χαρτονομίσματός του, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἠγόραζε, μὴ διαγινώσκουσα —δὲν θὰ θελήσω νὰ ἀποδώσω φυσικὰ κατηγορίαν, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ διαγνώσῃ ποῖον ἦτο τὸ αἴτιον τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ χαρτονομίσματος— ἠγόραζε, λέγω, συνάλλαγμα ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ συναλλάγματος εἶναι τυχαία. Καὶ ἐπῆλθε τὸ καταπληκτικὸν ἐκεῖνο ἀποτέλεσμα τῆς ἀπωλείας ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων καὶ ὄχι δεκάδων, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Εἴδομεν τότε ἀποτόμως τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δημοσιευόμενον εἰς τὰς ἐφημερίδας, καὶ εἴδομεν ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐχρέωνε τὰς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πιστώσεις της εἰς φράγκα χρυσᾶ καὶ λίρας Ἀγγλίας, ἀποτόμως βλέπομεν τοὺς δύο αὐτοὺς λογαριασμοὺς μεταβαλλομένους εἰς δραχμάς, διότι διὰ τῆς μεταβολῆς αὐτῶν τῶν λογαριασμῶν ἐκαλύφθησαν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ δεκάδες τῶν ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐκέρδισεν ἡ spéculation, διὰ νὰ εἴπω τὴν φράσιν γαλλιστί, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, μὴ δυναμένη νὰ διαγνώσῃ ὅτι ἡ ὑπερτίμησις τοῦ χαρτονομίσματος ὠφείλετο εἰς λόγους γενικούς, εἰς λόγους γενικωτέρους, οἱ ὁποῖοι συνεδυάζοντο μὲ τὴν αὔξησιν τῆς ναυτιλίας, τῆς ὁποίας ἡ ἀκμὴ δὲν ἦτο καὶ τόσον δύσκολον νὰ παρακολουθηθῇ ἀπὸ ἕνα οἱονδήποτε, ἀφοῦ ἓν οἱονδήποτε νηολόγιον καὶ ἂν ἤνοιγε, θὰ ἔβλεπε τὴν καταπληκτικὴν αὔξησιν τῶν Ἑλληνικῶν σκαφῶν. Καὶ ἐν τούτοις αὐτὸ δὲν ἐγένετο. Καὶ παρέστημεν μάρτυρες τῆς παύσεως τῶν ἐργασιῶν μιᾶς ἄλλης Τραπέζης καὶ τῆς αὐτοκτονίας τοῦ ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ συναλλάγματος ὑπαλλήλου της. Διότι καὶ αὐτοὶ παρακολουθοῦντες τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ διαγνώσουν τὸ αἴτιον τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ συναλλάγματος ἐσπεκολάριζον καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν ὑπερτίμησιν. Καὶ ὅταν εἶδον ὅτι τὰ ὄνειρα αὐτῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθοῦν, ὁ μὲν κολοσσὸς ἐκεῖνος ἐστηρίχθη χάρις εἰς τὴν ὑποστήριξιν τοῦ Κράτους, χάρις εἰς τὴν ἐργασίαν τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ προσωπικοῦ αὐτοῦ, ἐνῷ τὸ ἄλλο ἵδρυμα ἔπεσε, μὴ δυνάμενον νὰ στηριχθῇ. Ἠκούσαμεν ἀπόψε ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργὸν τὴν ἀναγνώρισιν τῆς ἀληθείας αὐτῆς. Εἶμαι πολὺ εὐτυχής, Κύριοι, διότι ἐπὶ τέλους μία πολιτικὴ φυσιογνωμία ἀναγνωρίζει πραγματικῶς ὅτι διεπράχθησαν λάθη. Τὰ πρόσωπα καὶ οἱ ὀργανισμοὶ δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι δυνατὸν νὰ δώσουν ζωὴν εἰς ἱδρύματα τοιαύτης φύσεως. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δίδει τὴν ζωὴν εἶναι μόνον τὸ Κράτος, εἶναι τὰ προνόμια τὰ τρομερά, τὰ ὁποῖα ἐδώσαμεν εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τὰ ὁποῖα εἰς παρῳχημένους χρόνους ἐπωλοῦντο ἀντὶ πινακίου φακῆς. Ὑπῆρξεν ἐποχή, Κύριοι, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ τὴν ἀνανέωσιν τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διωρίσθησαν δύο νομικοὶ σύμβουλοι εἰς αὐτήν.
§118Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ὁρίζετε τὴν ἐποχὴν αὐτήν;
§119Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέψατε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθω εἰς ζητήματα χρονολογικά.
§120Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς διεμαρτυρήθημεν τότε εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι τοὺς τότε φίλους σας.
§121Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἦσαν προστάται καὶ φίλοι ἰδικοί σας.
§122Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δὲν ἦσαν φίλοι ἰδικοί μου τότε.
§123Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ συμπέρασμα λοιπόν, Κύριοι, εἶναι ὅτι ἀκριβῶς εὑρισκόμεθα πρὸ αὐτῆς τῆς καταστάσεως. Ἐγὼ δὲ μόλις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν Βουλὴν ἀμέσως ἔσπευσα εἰς τὴν πρώτην στιγμὴν ἡ ὁποία παρουσιάσθη νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου. Καὶ ἐπὶ τῆς παραστάσεως τοῦ προνομίου τῆς Τραπέζης διὰ μακρῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς μὲ ἀντέκρουσε, διότι καὶ τὰ προνόμια ἐκεῖνα κακῶς ἐδόθησαν. Καὶ ὄχι μόνον κακῶς ἐδόθησαν, ἀλλ’ οὐδὲν ἀντάλλαγμα ἔλαβε τὸ Κράτος. Δὲν λέγω ἀκριβῶς ποῖα εἶναι τὰ ἀνταλλάγματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ διὰ τὴν παράτασιν τοιούτων τρομερῶν προνομίων. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, Κύριοι, ἡ Τράπεζα τῆς Ἀγγλίας ὡς ἀντάλλαγμα τοῦ προνομίου της ἔχει ἀναλάβει τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον τὸ ποσὸν τῶν φόρων, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀνταλλάγματος αὐτοῦ, τοῦ τόσον σοβαροῦ, τοῦ τόσον ἐξασφαλίζοντος τὰς δημοσίας προσόδους, δίδεται τὸ ἐκδοτικὸν προνόμιον. Εἰς ἡμᾶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προεξοφλῶμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ζητεῖ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διότι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἐξαρτῶνται ἀπὸ διαφόρους προϋποθέσεις, ἀπὸ διάφορα περιστατικά, ἀπὸ διάφορα γεγονότα, τὰ ὁποῖα τὰς ἐπηρεάζουν εἰς τὰς ἀποφάσεις των, εἰς τὰς σχέσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ἑπομένως τὸ μέτρον πρέπει νὰ εἶναι γενικώτερον. Δὲν ἀρκεῖ ὁ ὀργανισμός, δὲν ἀρκεῖ ὁ ξένος ὀργανωτής. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον χρειάζεται εἶναι ἓν καὶ μόνον· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πολλάκις εἴπομεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἀκουσθῶμεν. Ἐλπίζω δὲ ὅτι τοὐλάχιστον αὐτὴν τὴν φορὰν καὶ ἂν δὲν γίνωμεν ἀκουστοί, πάντως θὰ μελετηθῇ τὸ πρᾶγμα, διότι ἂν μελετηθῇ, εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ δώσῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα διὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ Κράτους. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ ὑπάρχῃ ἓν ἐκδοτικὸν κατάστημα, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ μία Ἐθνικὴ Τράπεζα.
§124Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Εἶναι παλαιὰ θεωρία αὐτή.
§125Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· εἶναι θεωρία τὴν ὁποίαν ἐξακολουθεῖ νὰ ἔχῃ τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔχει τόσα συνεισφέρει εἰς τὸν πόλεμον. Τὸ Κράτος τοῦτο εἶναι αἱ Ἡνωμέναι Πολιτεῖαι.
§126Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Γεωργίας). Μὲ συγχωρεῖτε· θὰ τὸ ἔχετε διαβάσει πρὸ πολλῶν ἐτῶν, διότι δύο μόνον Κράτη ἔχουν μείνει, καὶ τὰ δύο αὐτὰ Κράτη ζητοῦσι νὰ συμμορφωθῶσι μὲ τὴν ἐκ τῆς πράξεως κρατήσασαν ἀρχήν, ὅτι συμφέρον τοῦ Κράτους εἶναι νὰ ἔχῃ μίαν ἐκδοτικὴν Τράπεζαν. Ἑπομένως ἐὰν ἠθέλομεν ἡμεῖς σήμερον νὰ κάμωμεν πολλὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας, θὰ διεπράττομεν ἀναχρονισμόν.
§127Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι, νὰ μακρηγορήσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος.
§128Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι ἡ ὥρα τώρα. Ὅταν συζητήσωμεν, θὰ μᾶς τὰ ἀναπτύξετε.
§129Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβές, κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐν Ἀμερικῇ εἶναι ἀκριβῶς τοῦτο· ὅτι ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως, ὄχι τῆς ἰσοτιμίας μόνον, τοῦ συναλλάγματος, ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τῶν χρεωγράφων, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦνται αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι νὰ ἀγοράζωσι, δὲν συμφέρει πλέον εἰς τοὺς ἰδιώτας νὰ ἱδρύωσιν ἐκδοτικὰς Τραπέζας. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος καὶ ὄχι ὅτι κατηργήθησαν αἱ παλαιαὶ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι. Δὲν ἔγινε νόμος καταργῶν τὰς παλαιὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας καὶ ἐπιτρέπων τὴν μίαν μόνην. Αὐτομάτως ἐγένετο. Ἡ ἐργασία ἀκριβῶς τοῦ λαοῦ ἐκείνου ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, κύριε Ὑπουργέ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο.
§130Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἡ πρότασις περὶ ἀδείας τῆς Βουλῆς διὰ τὴν κήρυξιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
—Συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως «περὶ παροχῆς εἰς αὐτὴν ἀδείας πρὸς ἐπέκτασιν καὶ κατὰ τὸ λοιπὸν Κράτος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου».
§132Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι Διατάγματος. Ἐζητήθη παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ χορηγηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ ἄδεια περὶ ἐπιβολῆς τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἐπικράτειαν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κακῶς διετυπώθη ἡ Ἡμερησία Διάταξις. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ συνεδρίασις λύεται διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὕτη αὔριον τὴν 6ην μ. μ. (Ὥρα 9 μ.μ.)