1917.07.25
1,449 rows · 11,312 words · 151 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5Η
ΤΡΙΤΗ 25 ΙΟΥΛΙΟΥ 1917
Προεδρία κ. Θ. ΣΟΦΟΥΛΗ
(Ὥρα 6 μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν Πρακτικῶν;
§3Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἰς τὰ χθεσινὰ Πρακτικὰ ἀναφέρεται ὅτι, προκειμένης συζητήσεως περὶ τοῦ ὑπασπιστοῦ τοῦ Βασιλέως, ὁ ὁποῖος καταγγέλλεται δι’ ἀπόπειραν δολοφονίας, ἐγὼ εἶπον: «Νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὴν φυλακήν». Ἐγὼ δὲν εἶπον τοῦτο, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ εἴπω, διότι γνωρίζω ὅτι οἱ Βασιλεῖς δὲν στέλλουν τοὺς πολίτας εἰς τὴν φυλακήν, ἀλλὰ οἱ πολῖται τοὺς Βασιλεῖς, ὅταν οὗτοι γίνωνται ἠθικοὶ αὐτουργοὶ δολοφονιῶν. Ἐγὼ συνέστησα εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ πιάσῃ ἀπὸ τὸ αὐτὶ τὸν κύριον αὐτὸν καὶ νὰ τὸν στείλῃ εἰς τὴν φυλακήν.
§4Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι παρελείφθησαν μερικὰ ἐκ τῶν λαβόντων χώραν χθές. Αἴφνης ὁ κ. Ἀργυρὸς ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ δὲν ἀνεγράφη εἰς τὰ Πρακτικά. Ἐπίσης δὲν ἀνεγράφη μία κατάθεσις τοῦ βουλευτοῦ κ. Λυκουρέζου ἐν σχέσει πρὸς τὴν συζήτησιν τῆς συνταγματικότητος....
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνεγράφη εἰς τὰ Πρακτικὰ ἐφόσον δὲν τῷ ἐδόθη ὁ λόγος.
§6Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐκτὸς τούτου ἀπεστείλατε εἰς τοὺς διευθυντὰς τῶν ἐν Ἀθήναις ἐκδιδομένων ἐφημερίδων ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν δημοσιεύουν αὗται σήμερον. Ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἐρωτήσω· ἐπιτρέπεται ἡ δημοσίευσις εἰς τὰς ἐφημερίδας λόγων βουλευτῶν;
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ αὐτὸ θὰ γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ αὐτοῦ μέτρου. Θὰ ἐξασκῆται καὶ ἐκεῖ λογοκρισία.
§8Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία λόγου.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει. Τοῦτο θὰ γίνεται διὰ τὴν ἀκρίβειαν.
§10Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὅπως ἄλλοτε.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι γενικὴ κοινοβουλευτικὴ συνήθεια. Εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικὰ δημοσιεύονται θεωρούμενα ὑπὸ τοῦ Προεδρείου, ὥστε νὰ μὴ δημοσιεύῃ ἕκαστος ὅ,τι θέλει, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις. Ἐγὼ δὲν θὰ διορθώνω τοὺς λόγους, ἀλλὰ θὰ παραβάλλω αὐτούς.
§12ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ διευκρινίσω τὸ ζήτημα εἶναι ἀνάγκη νὰ κάμω μίαν δήλωσιν πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν καὶ πρὸς πάντα ἔχοντα τὰς αὐτὰς ἀνησυχίας· τὴν δήλωσιν ὅτι εἰς τὰς ἐφημερίδας δὲν θὰ ἐπιτρέπηται νὰ δημοσιεύηται ὅ,τι λεχθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ θὰ δημοσιεύωνται τὰ ἐπίσημα Πρακτικά, τὰ ὁποῖα ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Προεδρείου καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς θὰ συντάσσωνται. Ἐὰν νομίζητε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὁ ἀγών, ὁ τεράστιος, πρὸς τὸν ὁποῖον εἰσῆλθε τὸ Ἔθνος, μὲ τὴν ἐλευθερίαν νὰ γράφῃ ὅ,τι θέλει ἕκαστος καὶ μὲ τὴν ἐλευθερίαν νὰ δημοσιεύωνται εἰς τὰς ἐφημερίδας ὅσα ἕκαστος θέλει νὰ γράφῃ, φρονῶ ὅτι πλανᾶσθε, νομίζοντες ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ διεξαχθῇ ὁ ἀγὼν αὐτός. Σᾶς πληροφορῶ ὅτι δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ τὰς εὐθύνας, τὰς τρομεράς, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐκ τῶν κυβερνησάντων κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν Χώραν, ὅταν αἱ εὐθῦναι αὗται βαρύνουσιν ἐμέ, ἄλλοι δὲ θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐνσπείρωσι τὴν διαίρεσιν καὶ τὴν διχόνοιαν καὶ νὰ φέρωσι τὴν ἀποσύνθεσιν τοῦ Κράτους. Κάμνω τὰς δηλώσεις αὐτάς· ἂν ἐπὶ τῶν δηλώσεων τούτων θέλῃ οἱοσδήποτε τῶν κυρίων βουλευτῶν νὰ προκαλέσῃ ζήτημα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ τὸ δεχθῶ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ δηλώσῃ ὅτι δὲν θὰ δίδωνται πρὸς δημοσίευσιν παρὰ μόνον τὰ ἐπίσημα Πρακτικά, τὰ ὁποῖα συντάσσονται ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Προεδρείου. Ἐπροτίμησα τὴν ὁδὸν αὐτήν, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ ἄλλο μέσον, νὰ διατάξω δηλ. τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Σ. Στρατοῦ, μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐν τῇ περὶ τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου διαταγῇ, ν’ ἀναγράψῃ καὶ ταῦτα: Ἀπαγορεύεται ἡ δημοσίευσις τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς ἐκτὸς ἐκείνης ἡ ὁποία περιέχεται εἰς τὰ ἐπίσημα Πρακτικά. Ἐὰν θέλητε, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ κάμω.
§13Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐὰν ἠνόησα καλῶς, κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ἐφημερίδες πρέπει νὰ δημοσιεύωσιν ὅ,τι παρέχεται εἰς αὐτὰς ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς διὰ τῶν Πρακτικῶν. Ἀλλὰ δὲν πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀρνηθῇ εἰς τοὺς κυρίους βουλευτὰς τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτῶσιν ὅπως πᾶν ὅ,τι λέγεται ἐν τῇ Βουλῇ περιλαμβάνηται εἰς τὰ Πρακτικά.
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεγόμενα ἐν τῇ Βουλῇ περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα Πρακτικά, ἀλλὰ τὰ ἐπίσημα Πρακτικὰ εἶναι ἄλλο· ταῦτα δὲ θὰ δημοσιεύωνται εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§15Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν ἐρωτήσω ἐὰν γνωρίζῃ ὅτι ὑπεβλήθη ἐκ μέρους μου καὶ δώδεκα ἄλλων συναδέλφων πρότασις ἔγγραφος εἰς τὸ Προεδρεῖον, δι’ ἧς ἐζητεῖτο πρὸ πάσης ἄλλης συζητήσεως νὰ προταχθῇ τὸ ζήτημα τῆς νομίμου ἢ μὴ συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ ταύτης ἔλαβον τὸν λόγον, ὡμίλησε δὲ καὶ ὁ συνάδελφος κ. Στράτος, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μᾶς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη δέον νὰ διεξαχθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Β. Λόγον. Ἐξ αὐτῶν ὅλων οὐδὲ λέξις ἀνεγράφη εἰς τὰ Πρακτικά.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Οἱ γονεῖς καὶ οἱ κηδεμόνες τῶν μαθητῶν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Κορακιάνας (Κερκύρας) διαμαρτύρονται κατὰ τῶν ἐνεργειῶν πρὸς μετάθεσιν τῶν ἐκεῖ διδασκάλων. —Ὁ δήμαρχος Πειραιῶς παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν ὅπως ἀπαλλάξῃ τὸν δῆμον τοῦ βάρους τῶν 2,300,000 δραχμῶν, δι’ οὗ τὸν ἐπεβάρυνεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις. —Ὁ ἐκ Πολυγύρου Κατσικάκης παρακαλεῖ ὅπως τὸ ἀγροτικὸν κτῆμα Πορταριᾶς θεωρηθῇ ἐγκαταλελειμμένον. —Οἱ ἄμισθοι δικαστικοὶ κλητῆρες τοῦ Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν ὅπως αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία των. —Ὁ ἐν Χανίοις καπνέμπορος Α. Λ. Μπερουτσάκης παρακαλεῖ ὅπως διὰ νόμου τῷ ἐπιτραπῇ νὰ ἱδρύσῃ ἰδιωτικὸν καπνεργοστάσιον. —Οἱ ἐν ταῖς νέαις φυλακαῖς Θεσσαλονίκης κρατούμενοι κατάδικοι παρακαλοῦσιν ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου δι’ οὗ χαρίζεται κατὰ τὸ τρίτον ἡ ποινὴ καὶ εἰς αὐτούς. —Ὁ ἐκ Λευκάδος Πέτρος Φίλιππας, πρώην βουλευτής, ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ ἄρσεως τῆς κατὰ τὸν νόμον ΧΚΘʹ τῆς 26 Ἰουνίου 1877 περὶ ὑπαγωγῆς τῶν ἁλυκῶν Λευκάδος εἰς τὰ Μονοπώλια τοῦ Κράτους ἐπιβληθείσης φορολογίας 5 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ καταναλισκομένου ἅλατος ὑπὸ τῶν κοινοτήτων Λευκάδος. —Οἱ ἐργάται τῶν ἀνθρακορυχείων Ἀλιβερίου παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν ἀδιάκοπον τροφοδοσίαν αὐτῶν, καὶ τὴν χορήγησιν τακτικῆς μερίδος ἄρτου. —Ὁ βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Κ. Ζήσης ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀπουσίας. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἡ ἄδεια χορηγεῖται). —Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Ναταρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Ἰανουαρίου 1917 Ν. Β. Διατάγματος «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ νόμου ΡΟΗʹ τῆς 7 Μαρτίου 1851 «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν». —Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουνίου ἐ. ἔ. Ν. Δ. «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 505 «περὶ Ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν» καὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου ΔΡΟΗʹ (4178)». 2) «Περὶ αὐξήσεως τῆς τιμῆς εἰδῶν τινων τῶν Μονοπωλίων». 3) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ᾼΩΠΓʹ νόμου τοῦ 1882 «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν Παναγιούλαν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ τέκνα τοῦ Παντελῆ Λαζάρου Κουντουριώτου». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ ἐπεκτάσεως καθ’ ὅλον τὸ Κράτος τῆς ἰσχύος τοῦ ἀπὸ 4ης Ἰουνίου 1917 Διατάγματος ὑπ’ ἀριθ. 2718 τῆς ἐν Θεσσαλονίκῃ Προσωρινῆς Κυβερνήσεως «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς πληρωμὴν τῶν χρεῶν τῆς χρήσεως 1914, 1915 καὶ 1916». —Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ «περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ νόμου, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου». 2) «Περὶ τῶν ἐν Λυῶνι ἐκπαιδευομένων φοιτητῶν τῆς Ἰατρικῆς» καὶ 3) «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 28 τοῦ νόμου 344 τοῦ ἔτους 1914 «περὶ συστάσεως Σχολείου Εὐελπίδων κλπ.».
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτᾶται ἡ Βουλή. (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς καταθέτει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπολύσεως δικαστικῶν τινων λειτουργῶν καὶ ὑπαλλήλων». 2) «Περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 δύο Διαταγμάτων «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ νόμου ΓΡΞΕʹ «περὶ ἀστυνομίας τοῦ Κράτους» καὶ «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ νόμου ΓΟΓʹ «περὶ δικηγόρων». 3) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 11 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ πειθαρχικῆς ἐξουσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης». 4) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουλίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ χορηγήσεως ἀμνηστείας». 5) «Περὶ κυρώσεως Διατάγματος «περὶ ἀναστολῆς κατὰ τὸ ἔτος 1917 τῆς ἰσχύος τοῦ ΡΠΑʹ νόμου τοῦ ἔτους 1851 «περὶ δικαστικῶν διακοπῶν» καὶ 6) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1917 Β. Διατάγματος «περὶ ἀναψηλαφήσεως πειθαρχικῶν ἀποφάσεων». —Ἐπίσης ὁ κ. ἐπὶ τῆς Περιθάλψεως Ὑπουργὸς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 14 Ἰουνίου 1917 «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Περιθάλψεως». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 19 Ἰουλίου 1917 «περὶ μισθώσεως οἰκημάτων διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ Ὑπουργείου Περιθάλψεως». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου Περιθάλψεως καὶ περὶ τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτοῦ». 4) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ παροχῆς περιθάλψεως εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα ὑπηρετούντων ἀνδρῶν» καὶ 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 8 Ἰουλίου 1917 «περὶ περιθάλψεως τῶν προσφύγων».
Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
Οἱ κ.κ. Μ. Δαζέας, Φ. Μοσχούλας καὶ Γ. Σπηλιόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Γκρέκα. Ὁ κ. Δαζέας.
§20Μ. ΔΑΖΕΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ αὕτη τῆς κοινότητος Γκρέκα ἀφορᾷ ἐπεῖγον ζήτημα, ἀναφερόμενον εἰς τὸ γεώμορον τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς τοὺς τσιφλικιούχους. Παρακαλῶ ἑπομένως ὅπως διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ Ἐπισιτισμοῦ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας.
§22Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ, νὰ παρακληθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιόπουλος.
§24Γ. ΣΠΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ αἴτησις τῆς κοινότητος Γκρέκα ἀνταποκρίνεται πλήρως μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, μὴ ἐπιτρέποντος τὴν μεταφορὰν σίτου. Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει, ἀντὶ νὰ λάβῃ τὴν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ἄγουσαν, ὀρθότερον εἶναι νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§25Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μοὶ ἀποστείλῃ τὴν ἀναφοράν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦ Ἐπισιτισμοῦ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Ἑπταπυργίου ὁ κ. Α. Παπαζαχαρίου.
§27Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Καὶ ἄλλοτε, κ. Πρόεδρε, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν καταδίκων τῶν φυλακῶν Ἑπταπυργίου, οἱ ὁποῖοι σήπονται κυριολεκτικῶς. Εὐτυχῶς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς Θεσσαλονίκης εἶχε δοθῆ διαταγὴ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦσαν φυλακισμένοι ἐπὶ τουρκοκρατίας νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις τῶν δικογραφιῶν. Καὶ ναὶ μὲν ἡ ἀναθεώρησις ἤρχισεν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἔληξεν εἰσέτι, σήπονται δὲ μέσα εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι παρέσχον πολλὰς ὑπηρεσίας εἰς τοὺς Μακεδονικοὺς ἀγῶνας. Πέρυσι, τῇ συστάσει μου, εἶχε σταλῆ εἷς ἐξ αὐτῶν εἰς τὰς φυλακὰς Συγγροῦ, ὅταν δὲ μετὰ διετίαν ἐξῆλθε δὲν εἶχε τὰ μέλη του ἀβλαβῆ. Εἰσέρχονται εἰς τὰς φυλακὰς ὑγιέστατοι καὶ ἐξέρχονται ἐρείπια. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ διατάξῃ ἀμέσως νὰ ἐξετασθῶσιν αἱ δικογραφίαι καὶ νὰ ἀπολυθῶσιν οἱ φυλακισμένοι, ἀφοῦ μάλιστα, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ἔχουσιν οὗτοι ἐκτίσει τὰ ⅔ τῆς ποινῆς των. Δὲν ζητῶ τίποτε ἄλλο ἢ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τῆς ἀναστολῆς τῶν ποινῶν, ἵνα ἐξέλθωσιν ἐκ τῶν φυλακῶν ἄνθρωποι χρήσιμοι καὶ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν.
§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ θὰ ληφθῇ μέριμνα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κτηματικοῦ Συνδέσμου Ἀθηνῶν ὁ κ. Ἀναστασιάδης ἔχει τὸν λόγον.
§30Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κτηματικὸς σύνδεσμος Ἀθηνῶν ὑποβάλλει ἀναφορὰν ζητῶν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ ἐνοικιοστασίου. Εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἐπεβλήθη τὸ ἐνοικιοστάσιον, ἐφόσον δὲ ὑφίστανται οἱ λόγοι οὗτοι, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δὲν χρήζει ριζικῆς μεταρρυθμίσεως τὸ σχετικὸν Διάταγμα. Μεταξὺ ὅμως τῶν ἐν τῇ ἀναφορᾷ αἰτημάτων περιλαμβάνεται καὶ τὸ ἑξῆς, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης: Πρόκειται περὶ τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν ὁ ἰδιοκτήτης ἔχει τὴν οἰκίαν του μισθωμένην καὶ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνυπέρβλητον ἀνάγκην νὰ κάμῃ ὁ ἴδιος χρῆσιν αὐτῆς. Ἡ περίπτωσις εἶναι δίκαιον νὰ ἐξαιρεθῇ τοῦ ἐνοικιοστασίου, ἵνα δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς ἰδίας αὐτοῦ οἰκίας. Ἀπὸ τὴν εὐρεῖαν ἀντίληψιν καὶ τὴν πεῖραν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀναμένω τὴν εἰσήγησιν ἀναλόγων μέτρων.
§31Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι πρόωρον.
§32Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ἡ περίπτωσις αὐτὴ ὑφίσταται καὶ εἰς ἐμὲ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ προσωπικοῦ τούτου ζητήματος. Διὰ τὰς ἄλλας περιπτώσεις δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε, ἀλλὰ ὅταν ὁ ἰδιοκτήτης ἔχῃ ἀπόλυτον ἀνάγκην νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν οἰκίαν του, εἶναι ὀρθὸν νὰ τῷ παραχωρῆται τὸ δικαίωμα αὐτὸ καὶ νὰ μὴ ἀναγκάζεται νὰ πληρώνῃ 150 δραχμὰς καὶ πλέον κατὰ μῆνα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἐνοικιαστήν, ἂς μεταβαίνῃ οὗτος νὰ κατοικήσῃ εἰς τὴν οἰκίαν τὴν ὁποίαν κατέχει ὁ ἰδιοκτήτης.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐν τῷ στρατοπέδῳ Μυτιλήνης κρατουμένων ὁ κ. Παπαζαχαρίου.
§34Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς κ. Ζαβιτζιᾶνος εἶχε τὴν καλωσύνην χθὲς νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως, εἰ δυνατόν, μεσολαβήσῃ παρὰ τοῖς Συμμάχοις ἡμῶν ἵνα ἀπελευθερωθῶσιν οἱ διάφοροι πολῖται οἱ ὁποῖοι κρατοῦνται εἰς τὸ στρατόπεδον τῆς Μυτιλήνης καὶ εἰς διαφόρους πόλεις. Γνωρίζω πολλοὺς ἐκ Μακεδονίας οἱ ὁποῖοι δὲν συνελήφθησαν δι’ ἄλλον τινὰ λόγον...
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοὺς λόγους τοὺς γνωρίζομεν ἡμεῖς. Ἡ μεγαλυτέρα ἐπιείκεια ἡ ὁποία ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τοὺς κυρίους αὐτούς, τοὺς ὁποίους θέλετε νὰ ἀναφέρητε, ἦτο αὐτή.
§36Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Νὰ ἐξετασθῇ καὶ ἐὰν δὲν εἶναι πταῖσται, νὰ ἀπαλλαγῶσι, διότι εἶναι καὶ ἔργον φιλανθρωπίας.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θίγετε ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν σᾶς συμφέρουν καθόλου.
§38ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως πρέπει νὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα καὶ χθές, δηλαδὴ οἱ κύριοι βουλευταὶ νὰ ἀναλάβωσιν αὐτοὶ νὰ βεβαιώσωσι περὶ τῶν ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἀκίνδυνοι διὰ τὸν συμμαχικὸν Στρατόν. Καὶ τὸ ὀρθότερον μάλιστα εἶναι νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς ἁρμοδιώτερον, μὲ τὴν διαφορὰν ὅμως ὅτι αἱ συστάσεις τῶν κυρίων βουλευτῶν θὰ ἀφορῶσιν ὀνομαστεὶ ὡρισμένα πρόσωπα.
§39Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ὑπάρχουν βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν Σώματα· αὐτοὶ θὰ δώσουν πιστοποιητικόν; Θὰ δώσῃ πιστοποιητικὸν ὁ βουλευτὴς Λιούμπης, ὁ ὁποῖος κατήρτιζε Σώματα;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ ἀρχιάτρου Γεωργίου Βλυσμᾶ.
§41Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ ἀρχίατρος κ. Βλυσμᾶς παραπονεῖται πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, καίτοι ἔλαβε μέρος εἰς τοὺς πολέμους τοῦ 1912 καὶ 1913, καίτοι αὐτὸς μόνος ἐκ τῶν τριῶν ἀρχιάτρων παρηκολούθησε τὸ Στράτευμα μέχρι πέρατος τοῦ πολέμου, καίτοι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ τὸν ἀνέγραψεν εἰς τὸν πίνακα τῶν κατ’ ἐκλογὴν προακτέων, ἐν τούτοις δὲν προὐβιβάσθη, διότι ὁ τότε Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου δὲν ἠθέλησε ν’ ἀναγνωρίσῃ τὴν θέσιν του ὡς ὀργανικήν, ἀνεγνώρισε δὲ τρεῖς ἄλλους εὐνοουμένους καὶ προήγαγεν αὐτοὺς κατὰ δύο βαθμούς, εἰς δὲ τὸν Βλυσμᾶν δὲν ἐδόθη κανεὶς βαθμός. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως ἐξετάσῃ τὰ παράπονα ταῦτα καί, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι δίκαια, νὰ διατάξῃ ὅπως ἀποδοθῇ δικαιοσύνη εἰς ἕνα ἄνθρωπον ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολὺ ὑπηρέτησε τὴν Πατρίδα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐργατῶν καὶ ἐργατριῶν τοῦ καπνοκοπτηρίου Θεσσαλονίκης ὁ κ. Σιδέρης ἔχει τὸν λόγον.
§43Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐργατῶν καὶ ἐργατριῶν τοῦ καπνοκοπτηρίου Θεσσαλονίκης. Ζητεῖται ἡ λῆψις ἑνὸς μέτρου ἐντελῶς προσωρινοῦ. Δὲν ζητεῖται διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς σιγαρέτων διὰ μηχανῶν ἢ δι’ ἐργατῶν. Ἡ οἰκονομικὴ στενοχωρία, κύριοι, ἡ καχεξία τῶν ἐργατῶν τῆς Θεσσαλονίκης εἶναι τοιαύτη, ἐξ ἄλλου δὲ αὔξησις τῶν κερδῶν ἐκ τῆς διὰ τεχνικῶν μέσων κατασκευῆς σιγαρέττων εἶναι τόσον μεγάλη, ὥστε νὰ παρίσταται ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη τῆς λήψεως προνοίας ὑπὲρ τῶν ἀναφερομένων ἐργατῶν. Ἐφόσον δὲν λαμβάνονται μέτρα περὶ τῆς αὐξανομένης οἰκονομικῆς στενοχωρίας τῶν ἐργατῶν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς μεταναστεύσεως, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνασταλῇ ἡ κατασκευὴ σιγαρέττων διὰ μηχανῶν καὶ ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ἄλλως τε τὸ μέτρον τοῦτο ἰσχύει ἤδη εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Εἰς τὸ ὑπόμνημά των οἱ σιγαροποιοὶ λεπτομερῶς καταγγέλλουν καὶ μίαν κατάχρησιν ἡ ὁποία συμβαίνει. Ἐνῷ δηλ. αἱ μηχαναὶ λειτουργοῦσι διὰ μίαν μόνον ποιότητα καπνοῦ, ἐν τούτοις γίνεται ἀνάμιξις, ὥστε νὰ παράγουν αὗται σιγαρέττα ὅλων τῶν ποιοτήτων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ἐκτοπίζωνται οἱ ἐργάται καὶ συνεπῶς νὰ ζημιοῦνται. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἐπιδεινουμένην ἤδη στενόχωρον οἰκονομικὴν θέσιν τῶν ἐργατῶν Θεσσαλονίκης δέον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρος, λαμβάνουσα τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ὑποδεικνυόμενα μέτρα.
§44Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν ἤδη, ὅτε ἦτο ἐν Θεσσαλονίκῃ, φροντίδα περὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ἔθεσεν, ὡς γνωρίζετε, διπλῆν διατίμησιν εἰς τὰ μηχανοποίητα σιγαρέττα, ἤτοι διετίμησε τὰ χειροποίητα κατὰ 4 δραχμὰς εὐθηνότερα τῶν μηχανοποιήτων. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, εὐθὺς ὡς ἔλαβα τὸ ὑπόμνημα τῶν ἐργατῶν καὶ ἐργατριῶν τοῦ καπνοκοπτηρίου Θεσσαλονίκης διέταξα τὸν διευθυντὴν αὐτοῦ νὰ μοὶ γνωρίσῃ πῶς ἔχει τὸ ζήτημα καὶ ἂν ὑπάρχωσι πράγματι ἐργάται ἄνευ ἐργασίας. Ἐπὶ τούτου δὲν ἔλαβον εἰσέτι ἀπάντησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο ζήτημα, τῶν καταχρήσεων, θὰ προβῶ εἰς ἐξέτασιν καὶ ἀναλόγως θὰ διατάξω τὰ δέοντα.
§45Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἔχω τι ἄλλο νὰ προσθέσω εἰμὴ μόνον νὰ παρακαλέσω αὐτὸν ὅπως λύσῃ τὸ ζήτημα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Γ. Κριστοπούλου ὁ κ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον.
§47Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἡ ἐν λόγῳ ἀναφορὰ ἐνδιαφέρει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ συνιστῶν ταύτην εἰς αὐτὸν τὸν παρακαλῶ ὅπως διατάξῃ τὰ δέοντα πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀδικήματος διὰ τὸ ὁποῖον παραπονεῖται ὁ συμπολίτης μου ἀπόστρατος ἀξιωματικός.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν μοναχῶν Ἁγίου Ὄρους ὁ κ. Παρίτσης.
§49Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Α. Σιδέρης καὶ Α. Κουριὲλ ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ καὶ παρακαλοῦσιν αὐτὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποίαν συγκεκριμένως πολιτικὴν ἐπισιτισμοῦ τῆς Χώρας ἀκολουθεῖ καὶ ποῖαι αἱ προβλέψεις αὐτοῦ διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῆς Χώρας. Ὁ κ. Σιδέρης.
§51Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ἡ ἐρώτησις αὕτη ἀποτείνεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τοῦ Ἐπισιτισμοῦ, ἀλλ’ ἴσως θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἐπερωτήσεως ἀπευθυνομένης εἰς ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν. Ἐν τούτοις ὅμως νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἐν σχέσει μὲ τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις, ποῖα δηλαδὴ εἴδη ἀπεφάσισε τὸ Κράτος νὰ προμηθεύηται ἀπ’ εὐθείας καὶ πῶς νομίζει ὅτι θὰ κατορθώσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐπάρκειαν τῆς Χώρας εἰς τρόφιμα. Ἐπίσης θὰ παρεκάλουν τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν μεταφορῶν, διότι καὶ ἐπὶ τούτου πολλὰ παράπονα ἀκούομεν. Δι’ ὅλα αὐτὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ θὰ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν πληροφορίας καὶ συγκεκριμένως πῶς διενεργεῖται ὁ ἐπισιτισμὸς τῆς Χώρας ὑπ’ εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως καὶ πῶς διεξάγεται ἡ σχετικὴ ὑπηρεσία ἀφ’ ἧς ἀνέλαβεν αὕτη τὴν Ἀρχήν. Ἐπίσης τὸν παρακαλῶ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πῶς διεξάγεται ἡ ὑπηρεσία τῆς διανομῆς τῶν τροφίμων. Καὶ νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὰς διαφόρους τοπικὰς Ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἀποτελοῦνται ἀπὸ πρόσωπα ξένα ἐντελῶς πρὸς τὸ ζήτημα καὶ οὐδεμίαν ἀντίληψιν ἔχοντα τῶν ἀναγκῶν τοῦ λαοῦ, ἀπὸ πρόσωπα τὰ ὁποῖα δὲν ἐπείνασαν κατὰ τὸ διάστημα τοῦ ἀποκλεισμοῦ καὶ τὰ ὁποῖα κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, ἀλλ’ ἀποτελοῦνται ἀπὸ διευθυντὰς Τραπεζῶν, προέδρους Πρωτοδικῶν καὶ διαφόρους ἄλλους κυρίους, οἱ ὁποῖοι εἶχον πάντοτε τρόφιμα. Ἐπίσης ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συσταθῇ μία Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ἐπισιτισμοῦ τῆς Χώρας, διότι ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς δὲν προβλέπει τοιαύτην Ἐπιτροπήν, καθόσον, ὅταν οὗτος συνετάσσετο, δὲν ὑπῆρχεν Ὑπουργεῖον Ἐπισιτισμοῦ. Εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν νὰ παρασχεθῶσιν οὐσιαστικὰ δικαιώματα, ὥστε νὰ παρακολουθῇ αὕτη τὸν ἐν γένει ἐπισιτισμὸν τῆς Χώρας, διότι ἡ ἐν προκειμένῳ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πολὺ μεγάλη.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουριέλ.
§53Α. ΚΟΥΡΙΕΛ. Ἤθελον νὰ προσθέσω ὅτι ἡ ἀνάγκη ἐκθέσεως ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡρισμένης πολιτικῆς ἐπισιτισμοῦ τῆς Χώρας εἶναι τοσοῦτο μεγάλη, καθόσον ἀπὸ μερικὰ γεγονότα, ὅπως εἶναι τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν προσεχῆ Πέμπτην, ἐξάγεται ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ ἐπισιτισμοῦ εἶναι μᾶλλον πῶς νὰ αὐξηθῶσιν αἱ τιμαὶ τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Καὶ ἐπειδὴ ἡ σύστασις τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐπισιτισμοῦ ἀντίκειται πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, μοῦ φαίνεται ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην ν’ ἀκούσῃ ἓν σαφὲς πρόγραμμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§54Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Ὅσον ἀφορᾷ τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ προλαλήσας κ. βουλευτὴς δὲν ἔχω ν’ ἀπαντήσω, ἐπιφυλασσόμενος νὰ τὸ πράξω ὅταν ὁ κ. συνάδελφος, ὡς εἶπε, προσεχῶς, ἐκθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ποῖος εἶναι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου, κατὰ τὴν γνώμην του, ἐπιδιώκεται ἡ ὕψωσις τῶν τιμῶν τῶν διαφόρων εἰδῶν. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως τὴν ἄλλην ἐρώτησιν τοῦ αὐτοῦ κ. συναδέλφου ἔχω νὰ εἰπῶ τοῦτο: ὅτι μόλις ἡ Κυβέρνησις κατηρτίσθη ἔλαβεν ἀμέσως τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ἐνδεικνυόμενα ἐκ τῶν περιστάσεων διὰ τὸν ἐπισιτισμὸν τῆς Χώρας καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντελῶς νέα, διότι οὐδεμία ἐκ τῶν προηγουμένων Κυβερνήσεων ἔκαμε πρόβλεψίν τινα διὰ τὸν ἐπισιτισμὸν ἐν περιπτώσει ἄρσεως τοῦ ἀποκλεισμοῦ. (Χειροκροτήματα). Προκειμένου περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν τροφίμων, βεβαίως ἐδέησε νὰ παρέλθῃ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα διὰ νὰ ἐπαναπλεύσωσι πλήρη εἰς τὸν Πειραιᾶ καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς λιμένας τὰ ἀτμόπλοια τὰ ὁποῖα ἀπεστάλησαν ἐπίτηδες εἰς τὸ ἐξωτερικόν, εἰς τὰ μέρη δηλ. ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὁρισθῆ ὡς βάσεις ἐπισιτισμοῦ τῆς Χώρας. Τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. συναδέλφου περὶ τῶν προσώπων τῶν ἀπαρτιζόντων τὰς διαφόρους τοπικὰς Ἐπιτροπὰς τοῦ ἐπισιτισμοῦ δὲν μὲ ἐξένισαν. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι καὶ ἐγὼ αὐτὰς ἐζήτησα ἤδη τὴν συνδρομὴν πολλῶν ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἵνα μοὶ ὑποδείξωσι κατάλληλα πρόσωπα πρὸς ἀντικατάστασιν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἀπεδείχθησαν ἀκατάλληλα, παρασχόντα οὕτω διὰ τῆς ἀνεπαρκείας των εὐκαιρίαν εἰς πολλὰς καταχρήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄλλο σημεῖον, τῆς συγκεντρώσεως δηλ. ὡρισμένων εἰδῶν καὶ τῆς διατιμήσεως αὐτῶν, ὀφείλω νὰ δηλώσω τὰ ἑξῆς: Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅτι ἡ ὡρισμένη ἐκείνη ποσότης τῶν τροφίμων, ἡ ὁποία ἐπιτρέπεται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Χώραν, δὲν δύναται νὰ δοθῇ ἐλευθέρως εἰς τὸ ἐμπόριον. Ἡ Κυβέρνησις, ὑπεύθυνος οὖσα διὰ τὸν ἐπισιτισμὸν τῆς Χώρας, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ὁρίσῃ καὶ τὰς τιμάς. Ἀσφαλῶς δὲ θὰ ὁρισθῶσιν αὗται εὐθηνότεραι. Ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις θὰ φροντίσῃ διὰ τὴν κατανομὴν τῶν τροφίμων τούτων.
§55Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, κ. Ὑπουργέ; Διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἂν θὰ λάβητε τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ἀλλὰ περὶ τοῦ ποῖα μέτρα ἤδη ἡ Κυβέρνησις σκέπτεται νὰ λάβῃ καὶ ποῖα εἴδη πρὸ παντὸς σκέπτεται νὰ ἐμπορευθῇ.
§56Λ. ΕΜΠΕΙΡΙΚΟΣ (Ὑπουργὸς τοῦ Ἐπισιτισμοῦ). Τοὺς ἄνθρακας, τὴν ζάκχαριν, τὸν καφέν, τὰ ὄσπρια, τὴν ὄρυζαν καὶ τὸν σῖτον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΗΣ ΝΟΜΟΘΕΤΙΚΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
— Συζήτησις ἐπὶ τοῦ Β. Διατάγματος «περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Καβαλλιεράτος.
§58Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι βουλευταί, ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Β. Διατάγματος, τὸ πράττω διότι νομίζω ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐφαρμογῆς...
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἀκούομεν.
§60Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τί νὰ σᾶς κάμω; Ἀλλὰ φθάνει νὰ ἀκούῃ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ ἀρχαῖον ρητὸν «καὶ κωφοῦ ξυνίησι καὶ οὐ λαλέοντος ἀκούει». Ἐάν, κύριοι βουλευταί, λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Β. Διατάγματος τὸ πράττω, διότι νομίζω ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου, ἐὰν δὲν εἶναι προϊὸν κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν πραγμάτων, εἶναι βεβαίως ὑπαγόρευσις πολιτικῆς ὑστεροβουλίας. (Θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ θίξω κανένα. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν κάμνω. Γνωρίζω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἑκόντες ἄκοντες εὑρισκόμεθα εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν καὶ ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη ὑπηγόρευσε τὴν λῆψιν τοιούτου μέτρου· ἀλλ’ ἐξανίσταμαι κατὰ τῆς γενικότητος αὐτοῦ, διότι ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος ἐμόρφωσα τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος, γενικῶς καὶ ἀπολύτως ἐφαρμοζόμενος, δὲν θὰ ὠφελήσῃ, ἀλλὰ θὰ βλάψῃ. Μὲ τὴν τροπὴν μάλιστα τὴν ὁποίαν ἔλαβε παρ’ ἡμῖν τελευταῖον ἡ πολιτικὴ κατάστασις ὄχι μόνον θὰ δώσῃ λαβὴν εἰς καταχρήσεις καὶ εἰς ἀδικίας, ἀλλὰ θὰ χρησιμεύσῃ εἰς χεῖρας ἐμπαθῶν ἴσως ὀργάνων τῆς Ἐξουσίας ὡς μέσον ἐκδικήσεως πρὸς κορεσμὸν πολιτικῶν καὶ προσωπικῶν παθῶν. (Θόρυβος).
§61Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Τὰ Νοεμβριανὰ δὲν θὰ γίνουν. Ἔννοια σας!
§62Μ. ΚΑΤΑΠΟΤΗΣ. Εἴδατε Κράτος ἐμπόλεμον ἄνευ Στρατιωτικοῦ Νόμου;
§63Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Σᾶς ὁμιλῶ κατὰ τῆς γενικότητος τοῦ μέτρου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κ. βουλευτά.
§65Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. Πρόεδρε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἰδίως ἐξανίσταμαι, Κύριοι, κατὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης τῆς περιοριζούσης ἀπολύτως τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου. Καὶ ναὶ μὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς παρῳχημένην ἐποχήν, κατὰ τὸν πόλεμον δηλ. τοῦ 1897, ἐφημερίδες τινές, ἐξ ἀπροσεξίας βεβαίως τῶν ταξινομούντων τὴν ὕλην των, ἐδημοσίευσαν εἰδήσεις αἱ ὁποῖαι ἐθεωρήθησαν ἐπιβλαβεῖς εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ἔκτοτε καὶ μέχρι τοῦδε εἰς πολλὰς περιστάσεις ὁ Τύπος ἔδειξε μετὰ πόσης προσοχῆς τοιαῦτα ζητήματα χειρίζεται.... (Θόρυβος)
§66ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἰδίως ἡ «Νέα Ἡμέρα».
§67ΕΤΕΡΟΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἡ «Ἑσπερινή».
§68Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι. Δὲν ἐπιτρέπεται νὰ μὲ διακόπτετε. Οἱοσδήποτε ἀντιφρονῶν δύναται νὰ ἀντιπαρέλθῃ ἀπὸ τοῦ βήματος.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς δίδετε ἀφορμήν, διακόπτοντας τὴν ὁμιλίαν σας. Μὴ δίδετε καιρὸν εἰς διακοπάς.
§70Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐπεστρατεύθη δὶς μέχρι τοῦδε ὁ Τύπος καὶ κατὰ τὰς δύο αὐτὰς περιστάσεις πῶς συμπεριεφέρθη ὁ Τύπος; Προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς πρώτης ἐπιστρατεύσεως, ἐνῷ αἱ πλείονες τῶν ἐφημερίδων ἀντετίθεντο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν—καὶ εἶχον ἴσως λόγους πολλούς, τοὺς ὁποίους ἀπέδειξεν ἡ πρόσφατος πεῖρα ὀρθούς, νὰ μὴ συμφωνῶσι πρὸς τὴν σπουδὴν μετὰ τῆς ὁποίας προῆλθεν εἰς τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην—ἐν τούτοις ὁ Τύπος, ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος καὶ τὴν ἐδικαιολόγησε καὶ τὴν ὑπεστήριξε. Πῶς ἐπολιτεύθη κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο πολέμων; Τὸ γνωρίζετε, διότι οὐχὶ μόνον δὲν παρεπονέθητε διὰ τὴν στάσιν αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ τὸν ἐπηνέσατε καὶ τὸν ηὐχαριστήσατε διὰ τὴν συνδρομήν του. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν μαρτυρικὴν ἀληθῶς διὰ τὸν Στρατὸν δευτέραν ἐπιστράτευσιν ὁ Τύπος ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν περιστάσεων, ὑπήχθη εἰς τὴν βίαν τῶν πραγμάτων, δὲν ἐξεστόμισε τίποτε τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὁπωσδήποτε ἐπιλήψιμον. Οὕτως ἀντιλαμβάνεται τῶν καθηκόντων αὑτοῦ ὁ Τύπος ὁ Ἀθηναϊκὸς προκειμένου περὶ τοῦ χειρισμοῦ ἐθνικῶν ζητημάτων. Τοιοῦτον λοιπὸν Τύπον, ὁ ὁποῖος σᾶς ἔδωκε μέχρι τοῦδε πολλὰ δείγματα καὶ τῆς εὐθυκρισίας του καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ του.... (Θόρυβος)
§71Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τῶν ὀργάνων τοῦ Σέγκ;
§72Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. ... Αὐτὸν τὸν Τύπον λοιπόν, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τοιαῦτα δείγματα εὐθυκρισίας καὶ πατριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως.... (Θόρυβος)
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε περὶ αὐταπαρνήσεως τοῦ Σεγκικοῦ Τύπου, δὲν ἔχω οὐδ’ ἐγὼ τὴν δύναμιν νὰ σᾶς ὑπερασπισθῶ. Ὁρίστε, σᾶς παρακαλῶ.
§74Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον μὲ διακόπτουν δὲν θὰ τελειώσω ποτέ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν διακόπτει κανείς· ὁρίστε.
§76Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ φόβος ἐθνικῆς τινος ζημίας ἐκ τῆς ἀπροσεξίας τοῦ Τύπου σᾶς ὑπηγόρευσε τὴν σκέψιν τῆς ἐπιβολῆς τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου. Ἄλλοι λόγοι σᾶς ὑπηγόρευσαν τὸ μέτρον τοῦτο. Θέλει ἴσως ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ἀπολυταρχισμὸν ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει τῆς Χώρας. Θέλει νὰ ἀφεθῇ ἐλευθέρα εἰς τὰ παντοδαπὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβῃ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, μέτρα ἀδικιῶν καὶ αὐθαιρεσιῶν, μέτρα τῶν ὁποίων ἡ λῆψις θὰ προσκρούσῃ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ Τύπου. Διὰ τοῦτο ἐβυσσοδομήθη ὁ περιορισμὸς αὐτὸς καὶ διὰ τοῦτο ἐζητήθη νὰ τεθῇ τὸ φίμωτρον αὐτὸ τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου. Ἀλλ’ ἐνόμιζον ὅλοι ὅτι παρῆλθον πλέον ἀνεπιστρεπτεὶ οἱ χρόνοι τῶν Αὐτοκρατόρων τῆς Ρώμης, οἱ χρόνοι τῆς μεσαιωνικῆς βαρβαρότητος.......
§77Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Σεῖς τὸ διεψεύσατε αὐτό.
§78Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Εἶναι ἐντροπὴ νὰ τὰ λέτε αὐτά.
§79Α. ΚΡΙΑΡΗΣ. Πάρτε αὐτὴν τὴν «Ἑστίαν» ἡ ὁποία σᾶς ὑπαμιμνήσκει καθ’ ἡμέραν τὰς δημοσιεύσεις τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ φίλοι σας. (Θόρυβος).
§80Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Δὲν μὲ ἐκπλήσσει ἡ χυδαιότης τῆς γλώσσης τὴν ὁποίαν μεταχειρίζονταί τινες τῶν κυρίων συναδέλφων, διότι ὑπέστη τελευταῖον τοιαύτην ἐξέλιξιν τὸ βουλευτικὸν ἀξίωμα, ὥστε ὁ πάγκος τοῦ καπηλείου ἐμπνέει περισσότερον σεβασμὸν ἀπὸ τὸ βουλευτικὸν βῆμα. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι διακόπτουν τὸν ρήτορα. Ὁ βουλευτὴς κ. Λεκανίδης προχωρεῖ πρὸς τὸ βῆμα καὶ ἀναγκάζει τὸν ρήτορα νὰ κατέλθῃ).
§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, εἰς τὸ βῆμα μὲ ἔφερον τὰ λεχθέντα πρὸ μικροῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας. Εἶναι καθῆκον ἡμῶν νὰ ἀσφαλίσωμεν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Καὶ διότι ἀκριβῶς εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ σεβασθῶμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, διὰ τοῦτο καὶ ἐκαλέσαμεν τὴν Βουλήν. Δὲν εἴχομεν ἀνάγκην νὰ καλέσωμεν τὴν Βουλὴν διὰ νὰ κυβερνήσωμεν τὴν Χώραν. Ἐξεγερθέντες ἐναντίον ἑνὸς ἐγκληματικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ὡδήγει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν τάφον καὶ τὸν ὄλεθρον... (χειροκροτήματα) ἱδρύσαντες ἐν μέσῳ τόσων δυσχερειῶν μίαν νέαν Ἑλλάδα, κτυπήσαντες τὸ ἔδαφος τῆς τιμίας αὐτῆς Ἑλλάδος... (χειροκροτήματα) καὶ κατορθώσαντες νὰ ἀναπηδήσῃ ἐξ αὐτῆς Στρατός, Στρατὸς καλύτερον τοῦ ὁποίου δὲν εἶδέ ποτε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος,... («Ζήτω ὁ Βενιζέλος») Στρατὸς ὁ ὁποῖος ἐνέγραψεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ἱστορίαν τινὰς τῶν λαμπροτέρων αὐτῆς στρατιωτικῶν σελίδων, φθάσαντες δὲ νὰ ἐπιβληθῶμεν εἰς τὸ λοιπὸν Κράτος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ στρατιωτικὴ ἡμῶν παρασκευὴ καὶ ἡ ἠθικὴ συνοχὴ καὶ ἡ ὑπερηφάνεια διὰ τοὺς ἐπιδιωκομένους σκοποὺς μᾶς ἔδιδεν ὅλην τὴν δύναμιν νὰ συντρίψωμεν τοὺς ἀντιπάλους μας... («Εὖγε! Εὖγε!»)—τὴν μεσολάβησιν τῶν Ἐγγυητριῶν Δυνάμεων ἐδέχθημεν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποφύγωμεν μείζονα αἱματοχυσίαν — ταῦτα πράξαντες καὶ ταῦτα κατορθώσαντες καὶ τὴν συναίσθησιν ἔχοντες ὅτι ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ καταλύσωμεν μίαν ἄτιμον κατάστασιν... («Μπράβο! Μπράβο!»), ἡ ὁποία ὡδήγει τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸν ὄλεθρον διὰ νὰ ἑνώσωμεν τὸ Κράτος ὁλόκληρον καὶ ὁδηγήσωμεν αὐτὸ εἰς τὴν πολιτικὴν ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐπέβαλλον εἰς αὐτὸ καὶ ἡ ἱστορία του καὶ αἱ παραδόσεις του καὶ αἱ συμμαχικαὶ ὑποχρεώσεις του καὶ τὰ ζωτικά του συμφέροντα, εἴχομεν τὴν δύναμιν, μόλις ἐφθάσαμεν ἐδῶ καὶ ἐγίναμεν κύριοι τῆς καταστάσεως, εἴχομεν, λέγω, τὴν δύναμιν νὰ διοικήσωμεν τὸ Κράτος δικτατορικῶς ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ἐσύρομεν ὄπισθεν ἡμῶν ὄχι μόνον τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐννέα δέκατα τοὐλάχιστον τοῦ ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Ἂν εὑρέθησαν πολιτικὰ καθάρματα... («Εὖγε!» καὶ χειροκροτήματα) τὰ ὁποῖα, χωρὶς νὰ προσφέρουν εἰς τὸν Τόπον τίποτε, ἐτόλμησαν εἰς τὰς κρισιμωτέρας περιστάσεις τῆς ἐθνικῆς ἱστορίας μας νὰ ἀναλάβουν τὴν Ἀρχὴν καὶ νὰ ἀσκήσουν καθήκοντα δικτατορικά, ἐκδόσαντα Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἐὰν τοιαῦτα πολιτικὰ καθάρματα εὑρέθησαν νὰ ἀσκήσουν τοιαύτην ἐξουσίαν, ποῖος θὰ ἠμφισβήτει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει ἕνα μεγάλο κόμμα, ἡ ὁποία ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὄπισθέν της ὅσα ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ, καὶ ἡ ὁποία σήμερον ἀκόμη κατώρθωσεν, ἐν μέσῳ δυσχερειῶν ἀνυπερβλήτων, νὰ ἀνασυγκροτήσῃ ἓν νέον Κράτος, ἄξιον τῶν ἐλπίδων τοῦ Ἔθνους, ποῖος θὰ ἠμφισβήτει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτὴν καὶ εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος τὴν ἀντιπροσωπεύω, νὰ διοικήσω τουλάχιστον ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὑφ’ οὓς καὶ τὰ πολιτικὰ αὐτὰ καθάρματα διῴκησαν; («Εὖγε! Εὖγε!») Ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθην οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν τοιοῦτόν τι. Ἀληθῶς φιλελεύθερος, ὄχι μόνον ἀφ’ ὅτου ἀνέλαβον ἐν Ἑλλάδι τὴν Ἀρχήν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ πολιτικοῦ μου σταδίου, δὲν ἐσκόπουν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ κλείσω τὸ ἐθνικὸν βῆμα, ὅπως ἐμποδίσω τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικόν. Καὶ προσῆλθον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀπαντήσω εἰς πᾶσαν ἐπίκρισιν κατὰ τῆς πολιτικῆς μου, νὰ συζητήσω, ἀλλ’ ὑπὸ ἕνα ὅρον — ὄχι κἂν ὅρον, διότι δὲν θὰ ἤθελα νὰ θέσω ὅρους καὶ δὲν θὰ ἐδικαιούμην ἴσως — ἀλλ’ ὑπὸ μίαν αὐτονόητον προϋπόθεσιν: Ὅταν ἀνέρχωνται ἐπὶ τὸ βῆμα βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι δὲν δικαιοῦνται, ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς των θέσεως, νὰ ἀξιοῦν τὴν ἰδιαιτέραν ἐκείνην εὐλάβειαν τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἡ θέσις αὕτη, ὅταν, λέγω, ἀνέρχωνται τὸ βῆμα τοιοῦτοι βουλευταὶ καὶ ὁμιλοῦν μὲ τοιαύτην περιφρόνησιν, ὄχι πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐνεκαίνισαν τὴν χθεσινὴν ἐπανάστασιν, ἥτις σήμερον ἐπεβλήθη εἰς νόμιμον καθεστώς, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, ἔρχωνται νὰ ὁμιλοῦν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, εἶναι πρόδηλον ὅτι θὰ προκαλοῦν δριμείας τὰς διαμαρτυρίας τῶν πολιτικὴν (Χειροκροτήματα). Ἐλπίζω ὅτι τὰ γενόμενα πρὸ μικροῦ ἐν τῇ Βουλῇ θὰ πείσουν πάντας ὅτι οἱ ἀνερχόμενοι τὸ βῆμα διὰ νὰ ἐλέγξουν τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ἔχουν καθῆκον νὰ μὴ λησμονοῦν ποτὲ τὴν ὀφειλομένην εὐλάβειαν καὶ πρὸς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας καὶ πρὸς τὴν χθεσινὴν Ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἐπεβλήθη εἰς νόμιμον καθεστώς. Ἐν σχέσει πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας διὰ τὸν Στρατιωτικὸν Νόμον, μὴ θεωρήσας αὐτὸν ἀναγκαῖον καὶ ἐπικληθεὶς πρὸς δικαιολογίαν τῆς γνώμης του τὴν διαγωγὴν τοῦ Τύπου, ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐλησμόνησε, φαίνεται, ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι ἡ Ἑλλὰς παρουσίασε τελευταίως τὸ οἰκτρότερον θέαμα τοῦ ἐθνικοῦ της βίου, τὸ θέαμα κατὰ τὸ ὁποῖον μία μεγάλη μερὶς τοῦ Τύπου ὑπέστη τὴν κατάπτωσιν νὰ ἐξυπηρετήσῃ ξένην πολιτικήν, ἀντεθνικὴν πολιτικήν. (Χειροκροτήματα) Δὲν εἶναι τοῦτο μυστικὸν διὰ κανένα. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἦτο μυστικόν, τότε, ὅταν διεξήγετο ἡ σχετικὴ συζήτησις καὶ ὅταν ἀπηύθυνα τὴν γνωστὴν κατηγορίαν κατὰ τῆς μερίδος τοῦ Τύπου, ἐάν, λέγω, κατὰ τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1915 δὲν εἴχομεν ἀποδείξεις ἁπτὰς περὶ τῆς κατηγορίας ἐκείνης, σήμερον ποῖος καλῆς πίστεως συζητητής, εἴτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἴτε ἔξω αὐτῆς, δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἀγνοεῖ ὅτι ἐν Ἀθήναις εἶχεν ἱδρυθῆ μία προπαγάνδα ὑπὸ τὸν βαρῶνον Σέγκ, διαθέτουσα κατὰ μῆνα ἑκατομμύρια καὶ διανέμουσα ταῦτα ἵνα διαφθείρῃ, κυρίως διὰ τοῦ Τύπου, τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἵνα κάμῃ αὐτὸν νὰ παραστρατήσῃ ἀπὸ τὴν ἐθνικήν του πολιτικήν, ἐξυπηρετοῦσα οὕτω τὰ συμφέροντα ἀκριβῶς τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ ὑπῆρξαν πάντοτε οἱ αἰώνιοι ἐχθροὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Καὶ ἐὰν ταῦτα ἐγνώριζον ὅλοι, ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ μὲ κακίσῃ διότι ἠθέλησα νὰ λάβω ἐγκαίρως τὰ μέτρα μου, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁδηγῶ τὸ Ἔθνος εἰς τὴν ὁδὸν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος; Ποῖος θὰ μὲ κακίσῃ, διότι λαμβάνω ἐγκαίρως τὰ μέτρα μου διὰ νὰ μὴ εὑρεθῶ ἐνώπιον συνεχοῦς ἐκδηλώσεως τῆς καταπτώσεως αὐτῆς τοῦ Τύπου; Καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ παρεξήγησίς τις, ἐγκαίρως νὰ εἰδοποιήσω τὸν κ. συνάδελφον ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέχρι τοῦδε ἐκεῖνα τῶν ὁποίων ἔχω σκοπὸν νὰ κάμω χρῆσιν· θὰ ἐφαρμόσω προσεχῶς τὴν προληπτικὴν λογοκρισίαν, θὰ ἐφαρμόσω δὲ αὐτήν, ἐὰν εἶναι ἀνάγκη, εἰς ὅλην τὴν Ἐπικράτειαν. Πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν, Κύριοι, σαφῶς. Ἕν μέρος τοῦ Ἔθνους, παραπλανηθὲν ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀχαλινωσίας τοῦ ἀργυρωνήτου Τύπου καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι εἷς πρώην Βασιλεὺς εἶχε τεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ παλαιὸς πολιτικὸς κόσμος τῆς Ἑλλάδος ἐνόμισεν ὅτι ἦλθεν ἡ στιγμὴ νὰ καταστρέψῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1909 καὶ νὰ καταπνίξῃ τὴν Ἑλλάδα, ἓν μέρος, λέγω, τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι σήμερον μὲ τὴν πολιτικὴν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι σύρει ὄπισθέν της τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν τοῦ Ἔθνους. Καὶ ἐφόσον τοιαύτη εἶναι ἡ πεποίθησις αὐτῆς καὶ ἐφόσον, μετὰ τὰ ἐρείπια τὰ ὁποῖα συνεσωρεύθησαν, ἀνέλαβε καὶ πάλιν νὰ διακυβερνήσῃ τὴν Χώραν, δύναται, ὑποθέτω, νὰ ἀναγνωρισθῇ εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀνεχθῇ ἀντιδράσεις ἐκ μέρους τῶν ὀλίγων. Ἐφόσον ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν συναίσθησιν ὅτι ἐπιδοκιμάζεται ὑπὸ τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τοῦ Ἔθνους, τὸ πρόγραμμά της θὰ τὸ ἐφαρμόσῃ ἄνευ ἀντιδράσεων· καὶ ἂν πρόκειται νὰ εὕρῃ τοιούτας, θὰ ὁπλισθῇ δι’ ὅλων τῶν μέσων τὰ ὁποῖα κρίνει ἀναγκαῖα, διὰ νὰ ἀγάγῃ εἰς αἴσιον πέρας τὴν ἐφαρμογὴν τῆς πολιτικῆς της, τῆς ὁποίας σκοπὸς εἶναι νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ βαράθρου καὶ νὰ τὴν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὁδὸν ἣν τῆς ὑποδεικνύουν τὰ ὑλικὰ συμφέροντα. Θὰ ζητήσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁπλισθῇ δι’ ὅλων τῶν ἀναγκαίων μέσων καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὰ μέσα ταῦτα θὰ μοὶ παράσχῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος (Χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ἂν μὲ γνωρίζετε φιλελεύθερον, μὴ νομίσετε ὅμως ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν παρουσιασθῇ ἀνάγκη λήψεως αὐστηροτέρων μέτρων δὲν θὰ λάβω ταῦτα διὰ τῆς ἐπικλήσεως ἐκ μέρους σας τῶν φιλελευθέρων ἀρχῶν μου. Εἶμαι φιλελεύθερος, τὸ δὲ δικτατορικὸν ἀξίωμα γνωρίζετε ὅτι μοὶ προσεφέρθη καὶ ἄλλοτε καὶ δὲν τὸ ἐδέχθην (Χειροκροτήματα). Ἐὰν ὑπῆρξα δικτάτωρ ἐν Ἑλλάδι, ὑπῆρξα μὲ τὸν εὐγενέστερον καὶ τὸν καλύτερον τρόπον, ὑπῆρξα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ ἂν μοῦ λέγετε σήμερον ὅτι γίνομαι δικτάτωρ, σᾶς ἀπαντῶ ὅτι, ἐφόσον αἱ πολεμικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλουν ὅπως εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως συγκεντρωθῇ ἡ δικτατορικὴ ἐξουσία, τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν θὰ τὴν ζητήσω καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοῦ τὴν χορηγήσῃ (Χειροκροτήματα). Ὅλα τὰ Κράτη, τὰ πλέον φιλελεύθερα, αὐτὴ ἡ Ἀγγλία, ἠναγκάσθησαν νὰ ἀκολουθήσουν τὴν ὁδὸν αὐτήν. Τὰ Κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἐθνικὴ ἑνότης δὲν διεσπάσθη, ὡς διεσπάσθη παρ’ ἡμῖν, τὰ Κράτη ἐκεῖνα ἐνόμισαν ἀναγκαῖον ἵνα, διαρκοῦντος τοῦ μεγάλου Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, συγκεντρώσουν ἐξουσίαν δικτατορικὴν εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεώς των. Ἀλλὰ νὰ μὴ νομίσετε ὅτι διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου πρόκειται νὰ συγκεντρώσω μεγάλην ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ζητῶ τὸν Στρατιωτικὸν Νόμον διότι μοὶ εἶναι ἀναγκαῖος διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός μου, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι νὰ ἀποτρέψωμεν τὰς ζημίας αἱ ὁποῖαι συνεσωρεύθησαν εἰς τὸν Τόπον διὰ τῆς ἄφρονος πολιτικῆς τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, νὰ καταστήσωμεν καὶ πάλιν τὴν Ἑλλάδα παράγοντα τοῦ ἀνατολικοῦ τοὐλάχιστον προβλήματος, παράγοντα λαμβανόμενον ὑπ’ ὄψιν, ὡς ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψει καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ Κόμματος τῶν Φιλελευθέρων (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος.
§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὄχι διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπηύθυνε πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀνακοινώσω εἰς αὐτὴν ἀντιλήψεις μου τινὰς περὶ τῆς ἐπιβεβλημένης εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν κοινοβουλευτικῆς τακτικῆς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν, τὸ ἐπ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἀπὸ τῆς σήμερον, ἵνα καὶ οἱ βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας μὴ ἐγείρουν προώρους διαμαρτυρίας, πρὶν ἢ τὰ μέλη τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀνακοινώσωσι τὰς γνώμας αὐτῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οἱ τελευταῖοι οὗτοι πάλιν μὴ ταράσσωνται ἐκ τῶν διακοπῶν αἱ ὁποῖαι ἄλλως τε εἶναι δικαίωμα τῶν βουλευτῶν, κατ’ ἔθος τοὐλάχιστον κοινοβουλευτικόν. Κύριοι βουλευταί, ὅ,τι εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τὸ ἀπολύτως ἀκριβές. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν Κυβέρνησιν ἥτις προῆλθεν ἐξ ἐπικρατησάσης Ἐπαναστάσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ μὴ καλέσῃ τὴν Βουλήν, ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐκ τοῦ ἐπαναστατικοῦ ἀγῶνος καὶ ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ὁ ἐπαναστατικὸς οὗτος ἀγὼν ἐπεκράτησεν, εἶχε, λέγω, πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ διοικήσῃ τὴν Χώραν δικτατορικῶς, χωρὶς νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ, διότι οἱαδήποτε ἀμφισβήτησις θὰ ἀντέκειτο πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων. Ἐφόσον ὅμως, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἀνέστησε τὴν Βουλήν, ἔχομεν ἡμεῖς, ὡς μειονοψηφία, τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν τε νομοθετικῶν μέτρων καὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἔχομεν δὲ τὴν ἀξίωσιν, ἀκριβῶς διότι εἴμεθα μειονοψηφία ἐν τῇ παρούσῃ Βουλῇ καὶ ἀκριβῶς διότι τὸ κῦρος τῆς πλειονοψηφίας εἶναι μεῖζον καὶ ἐκ τῆς ἀριθμητικῆς αὐτῆς δυνάμεως καὶ ἐκ τοῦ τρόπου, τρόπου ἐπαναστατικοῦ, καθ’ ὃν προῆλθεν, ἔχομεν, λέγω, τὸ δικαίωμα, ὡς ἀσθενέστεροι, νὰ τύχωμεν ἔτι μείζονος εὐλαβείας ἐκ μέρους ταύτης· ἀλλὰ δηλῶ ἅμα ὅτι ὀφείλομεν μετὰ μεμετρημένου λόγου νὰ ἀπευθύνωμεν τὸν ἔλεγχον κατὰ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀκριβῶς ἡ ἐλευθερία ἔγκειται ἐν τῷ ἀμοιβαίῳ σεβασμῷ τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου ἐνταῦθα. Τοῦτο ἐθεώρησα ὀρθὸν νὰ ἐξαγγείλω ἀπὸ τῆς πρώτης ταύτης στιγμῆς, διότι νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας, ὅστις διακρίνεται διὰ τὴν εὐγένειαν τοῦ ἤθους του... (Διαμαρτυρίαι). Παρακαλῶ· ὁ κ. Καβαλλιεράτος, ὅστις εἶναι εἷς ἐκ τῶν εὐγενεστέρων ἀνθρώπων τῆς Ἀθηναϊκῆς κοινωνίας, ἐξετράπη ἔξω τῆς κανονικῆς φράσεως. Ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, ἀντὶ βλεμμάτων ἀλληλεγγύης, πρὸς ἀποκατάστασιν σχέσεων μεταξὺ ἡμῶν, ἐκ μέρους τῆς πτέρυγος τῆς πλειονοψηφίας στρέφονται ἐχθρικὰ βλέμματα πρὸς τοὺς βουλευτὰς τῆς μειονοψηφίας.
§84Β. ΣΚΟΥΛΑΣ. Ὄχι, ὄχι· ὑπήρξαμεν ἱπποτικοί.
§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κ. Σκουλᾶ· δὲν ταράσσομαι ἐγώ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν ἡ εὐρεῖα παρεξήγησις, τὴν ὁποίαν ἐδημιούργησεν ὁ ἐπὶ ἓν ἔτος ἀγὼν περὶ τὰ ἐθνικὰ ζητήματα καὶ αἱ περιστάσεις ὑφ’ ἃς ἡ μερὶς ὑμῶν, ἐπαναστατήσασα, ἐπέβαλε τὰς θελήσεις αὐτῆς ἐπὶ τῆς ἡττηθείσης μερίδος. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ἀπέναντι τῆς ἑτέρας μερίδος προσέρχεσθε μὲ κυριαρχικὰς ἀξιώσεις ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ. Μὴ λησμονῆτε ὅτι τὰ ἐν τῷ μεταξὺ γεγονότα ἤγειραν ἔχθραν μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἔχθραν, τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ὁποίας ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ ἀποσοβήσωμεν. Ὀφείλομεν ἤδη νὰ μὴ λησμονήσωμεν ὅτι εὑρισκόμεθα ἀπέναντι πολέμου καὶ ὅτι ἔχομεν καθῆκον ἀπέναντι τῆς Χώρας νὰ μὴ ἀσχολούμεθα περὶ τὰς προσωπικὰς ἡμῶν ἀντιπαθείας καὶ νὰ μὴ κατατρίβωμεν τὰς δυνάμεις ἡμῶν εἰς ἀντιζηλίας. Ὀφείλομεν νὰ χωρήσωμεν ἐπὶ τὸ ἔργον ἡμῶν, ἔχοντες ἕνα καὶ μόνον ὁδηγόν: τὸ συμφέρον τῆς Χώρας....
§86Γ. ΣΤΑΜΑΤΗΣ. Τὸ λεπίδι τὸ ἐλησμονήσατε;
§87Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν θέλετε, δοκιμάσατε προσωπικῶς νὰ τὸ ἐφαρμόσητε.
§88Λ. ΝΑΚΟΣ. Πολὺ ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι οἱ βουλευταὶ οἵτινες δύνανται νὰ ἀτενίσωσι τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν (Φωναὶ καὶ διαμαρτυρίαι).
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ προασπίσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Δυνατὸν νὰ μὴ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸν ρήτορα, ἀλλὰ τοιουτοτρόπως δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτά, παρεξηγήσατε τὴν διακοπὴν τοῦ κ. βουλευτοῦ σᾶς εἶπε: «Ἐλησμονήσατε τὸ λεπίδι;»
§91Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐγὼ δὲν ἠκόνισα κανένα λεπίδι, ἐὰν δὲ τὸ ἠκόνιζα, βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ εἶχον τὸ θάρρος νὰ τὸ ὁμολογήσω. Ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα ἀκριβῶς ἵνα καταστήσω γνωστὰς τὰς ἀντιλήψεις ταύτας, αἵτινες κυριαρχοῦσι μεταξὺ ἡμῶν καὶ αἵτινες ἔδει νὰ καταστῶσι γνωσταὶ ἵνα ἀποκαταστήσωσι τὴν ὁμαλότητα τῆς συζητήσεως καὶ τῶν σχέσεων μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας. Προσήλθομεν ἐνταῦθα, ἐπαναλαμβάνω, ἵνα ἐργασθῶμεν ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς Χώρας. Θὰ συζητήσωμεν ἐν εὐρύτητι καὶ μετὰ πάσης ἐλευθερίας. Δὲν θὰ δικαιοῦται νὰ εἴπῃ ἡ πλειονοψηφία, ὅταν ἐλέγχωμεν πρᾶξίν τινὰ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἀντισυνταγματικήν, ὅτι ὑβρίζομεν αὐτήν. Ὀφείλομεν ὅμως πάντες νὰ μεταχειριζώμεθα εὐκόσμους φράσεις καὶ νὰ εὑρισκώμεθα ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς εὐπρεπείας καὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ὁριζομένων καθηκόντων μας.
§92ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§93Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι περὶ τοῦ πράγματος καὶ ἀκριβῶς, καίτοι τὸ ἐπεισόδιον ὑπῆρξε λυπηρὸν — εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας, ταραχθεὶς ἐκ τῶν διαμαρτυριῶν καὶ τῶν διηνεκῶν διακοπῶν, ἐξέφερε λέξεις αἵτινες βεβαίως ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐξενεχθῶσιν, ὅτι ἐχρωμάτισεν ἐννοίας αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ χρωματισθῶσι λεπτότερον, — ἐν τούτοις, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, ὑπῆρξε λυπηρὸν τὸ ἐπεισόδιον, δύναμαι νὰ ἐκδηλώσω τὴν χαράν μου διότι ἐξερράγη ἐπὶ τέλους μία καταιγίς, ἡ ὁποία παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ παλαιὰν πολιτικὴν καὶ κοινοβουλευτικὴν συνήθειάν του, νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν λόγον καὶ ἐπὶ ἄλλων ζητημάτων καὶ ἄρῃ μίαν κοινοβουλευτικὴν ἐπιτυχίαν εὔκολον, ἔχων μίαν πλειονοψηφίαν ἀφοσιωμένην ἀπέναντι αὐτοῦ (Διαμαρτυρίαι ζωηραί)... Διατί διαμαρτύρεσθε καὶ ταράττεσθε; Εἶσθε ἀφωσιωμένοι. Ἀλλὰ μὲ ὅλην τὴν εὐκαιρίαν τῆς ὁποίας ἐδράξατο ἵνα κατὰ τὴν κοινοβουλευτικὴν αὐτοῦ συνήθειαν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καταγάγῃ μίαν ἐπιτυχίαν, δι’ ἡμᾶς εἶναι εὐχάριστον ὅτι, ἐκραγέντος τοῦ ἐπεισοδίου τούτου, παρέχονται ἐξηγήσεις περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐννοοῦμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας καὶ κυροῦται ἡ ἀναγνώρισις ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι ἀπαραβίαστος, ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀσκῆται περιβαλλομένη ὑπὸ εὐκοσμίας καὶ σεβασμοῦ παρὰ πάντων, ἔκ τε ὑμῶν τῶν πλειόνων καὶ ἐξ ἡμῶν τῶν ὀλίγων.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ.
§95Γ. ΠΩΠ. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἐνόμιζον ὅτι, μετὰ τὰς χθεσινὰς παρατηρήσεις μου περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ ἐξακολουθήσωσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Κοινοβουλίου, ἦτο εἰς ἐμὲ ἐπιτετραμμένον νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, ἀνθρωπίνη ἀδυναμία — ἂν θέλετε — μὲ ὑπεχρέωσε, διότι εἶμαι μέλος τῆς διπλῆς αὐτῆς οἰκογενείας, τοῦ δημοσιογραφικοῦ δηλ. κόσμου καὶ τοῦ πολιτικοῦ κόσμου τοῦ εὑρισκομένου ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει, μὲ ὑπεχρέωσε, λέγω, ὅπως παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν καὶ ἀπαντήσω ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς ὅσα μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὁ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτής, πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Καὶ ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ τέρματος, ἄρχομαι ἀπὸ τῆς προσπαθείας τὴν ὁποίαν κατέβαλεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, προσπαθῶν νὰ καταστήσῃ κοινὰς τὰς εὐθύνας καὶ κοινὰς τὰς ἀντιλήψεις τῶν μελῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἀπέναντι τῆς πλειονοψηφίας, κοινὰς τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐνώπιον τῆς δημοσίας γνώμης, ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, ἀναλόγους τῶν εὐθυνῶν τὰς ὁποίας φέρουσιν αἱ ἀσκήσεις τῶν καθηκόντων, καὶ νὰ ἐπικαλεσθῇ σύμβασιν μεταξὺ Ἀντιπολιτεύσεως καὶ Συμπολιτεύσεως περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ἀσκῆται ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, Κύριοι, τὴν παρέχει πρὸ παντὸς ἡ αἴσθησις ἐπὶ τὴν ἠθικὴν ὑπεροχὴν ἐκείνου ὅστις ἀνέρχεται ἐπὶ τὸ βῆμα. Ὑπάρχει διὰ τοὺς ἀσθενεῖς, εἴτε ἄτομα εἶναι οὗτοι εἴτε Ἔθνη, μία ὑπερτάτη δύναμις, ἡ ὁποία κατισχύει πάσης ἄλλης δυνάμεως, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ἡ ὕλη συμμαχῇ μετὰ τῆς ἰσχύος ἐκείνης. Ἡ ἠθικὴ αὕτη ὑπεροχή, ἡ ὁποία μᾶς φέρει ἀπτοήτους εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, ὅπως φέρει ἀπτοήτους καὶ τοὺς μετ’ ἐμοῦ συνεργαζομένους, εἶναι ὅτι δὲν μετέσχομεν τῆς πολιτικῆς ἐκείνης τῆς ἐπικαταράτου, ἥτις ὡδήγει τὴν Χώραν εἰς τὸ βάραθρον ἐπὶ δύο ἔτη... (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§96Λ. ΝΑΚΟΣ. Μόνον τοιοῦτοι ἀντιπολιτευόμενοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλοῦν.
§97Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς μέλος τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οὐδεμίαν σημασίαν δίδω εἰς βλέμματα ἐρωτικά, εἰς βλέμματα συμπαθείας καὶ μειδιάματα ἐπαφρόδιτα. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ δηλώσω πρὸς ὑμᾶς ὅτι, μετὰ τοῦ θάρρους τὸ ὁποῖον πάντοτε διέκρινε τὰς πράξεις μου, θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐγνώριζον πάντοτε ποῖα εἶναι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ θίγω· καὶ ὁσάκις δὲν ἐγνώριζον ποῖα εἶναι, ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, τὸ ἔνστικτον τοῦ πολίτου καὶ τοῦ ἀγαθοῦ πατριώτου, μὲ ὡδήγει ἵνα μὴ παρεκτρέπωμαι τῶν κοινοβουλευτικῶν μου καθηκόντων πρὸς τοὺς κυβερνῶντας τὴν Πατρίδα. Καὶ ταῦτα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς πολιτικῆς. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ δεύτερον θέμα, τοῦ Τύπου. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ γενικῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου καὶ περὶ καταστάσεως ἐσωτερικῆς τῶν πραγμάτων τοιαύτης ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται ἡ παρεμβολὴ τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως, θὰ μὲ εὑρίσκατε πάντοτε πλειοδοτοῦντα, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι πάντοτε ἐπλειοδότησα προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ὡς εἶναι γνωστὸν ὅτι δι’ ἐμοῦ ἐπετεύχθη ὥστε τὸ ἄρθρον τὸ εἰδικὸν τοῦ Συντάγματος νὰ διατυπωθῇ κατὰ τρόπον ὥστε πλήρεις αἱ ἐλευθερίαι ἐκεῖναι νὰ παραχωρηθῶσιν. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν μεταμελοῦμαι δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπραξα. Ἀτυχῶς κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ὁ Τύπος ὁ Ἑλληνικὸς δὲν ὑπῆρξε Τύπος δημοσίας γνώμης, ἀλλὰ καθαρὰ ἐπιχείρησις ἀτόμων (Χειροκροτήματα). Ὁ Τύπος ὁ Ἑλληνικός, δύναμαι νὰ εἴπω, κατήσχυνε τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου. Ὁ Τύπος ὁ Ἑλληνικὸς δὲν ἀνῆκεν οὔτε κατὰ συνείδησιν οὔτε κατὰ ἠθικήν, κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν εἰς αὐτὸν τὰς γνώμας των. Καὶ θὰ μείνῃ ἀληθῶς ἀνιστόρητον ἐν τῇ ἱστορίᾳ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους τὸ γεγονὸς τῆς ὑπάρξεως δημοσιογραφίας ἥτις ἦτο ἐπτοημένη ἀπὸ ἀνθρωπίνην δειλίαν καὶ ἀδυναμίαν καὶ ὡδηγεῖτο καθ’ ὃν τρόπον ὁδηγοῦσιν οἱ σωματέμποροι τὰ θύματα αὐτῶν. Ὁ Τύπος οὗτος δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας τοῦ Τύπου καὶ συνεπῶς πᾶν προληπτικὸν μέτρον ἐπιβάλλεται ὅταν ἡ Πατρὶς τοιαύτας διατρέχει περιόδους. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον οἱ κίνδυνοι αὐτοί διὰ τοῦ Τύπου, τοῦ οὕτω παρασχόντος δικαιώματα εἰς ἡμᾶς, τοὺς ἐκ τῆς οἰκογενείας του προερχομένους, νὰ ἀποφαινώμεθα, δύνανται νὰ ἐπέλθωσι βλάβαι καὶ εἰς τοὺς ἰσχυρούς, οἱ ὁποῖοι ἐμπιστεύονται ἡμᾶς ὡς φίλους, καὶ εἰς βάρος τῶν ὁποίων ἀληθῶς διεπράχθησαν ἐγκληματικαὶ πράξεις ἐξ αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς ἀκριτομυθίας τοῦ Τύπου, τὸν ὁποῖον ὡδήγει τὸ συμφέρον, ὁσάκις δὲν ὡδήγει ἐπαίσχυντος... (Χειροκροτήματα). Μὴ φαντασθῇ τις ὅτι λέγω ταῦτα, διότι μερὶς τοῦ Τύπου ἔθιξε καὶ ἐμέ, ἐπίκρανε καὶ ἐμὲ ἐν τῇ ἐργασίᾳ μου. Διῆλθον κατὰ τὴν περίοδον ταύτην τοῦ πολιτειακοῦ βίου τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὅλως ἔκρυθμον, καθ’ ὃν τρόπον θὰ διήρχετο πτηνὸν ἱπτάμενον ὑπὲρ τὸν βόρβορον, ἀτενίζων πρὸς τὰς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας καὶ πρὸς ὁρίζοντας εὐρυτέρους, τοὺς ὁποίους οὐδέποτε ἔπαυσα διαβλέπων ροδίζοντας. Ἐνῷ οἱ ἄλλοι, κύπτοντες μόνον τὴν φυσιογνωμίαν των, ἐνητένιζον εἰς τὸν λαμπρὸν βόρβορον εἴτε χρυσίου εἴτε ἀξιωμάτων (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Εἶπον πάντα ταῦτα, κύριοι βουλευταί, διότι ἐπιθυμῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ καθορίσω καὶ ἐγὼ τὸν τρόπον καθ’ ὃν θὰ ἐμφανίζωμαι ἐνώπιον ὑμῶν, ἀδιαφορῶν ἀπολύτως διὰ τὴν ὑλικὴν ὑπεροχὴν καὶ τὴν ὑλικὴν δύναμιν ἡ ὁποία τοὺς ὀλίγους ἡμᾶς ἀντιμετωπίζει. Εἶπον δὲ ταῦτα πάντα συγχρόνως ὅπως ἐπικαλεσθῶ καὶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ὑπὲρ τοῦ ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφου κ. Καβαλλιεράτου. Ὁ κ. Καβαλλιερᾶτος, παλαιὸς δημοσιογράφος, ἁγνός, φιλελεύθερος, ὡς κάθε Κεφαλλήν, ἀγνοήσας ὅμως τὰ τελεσθέντα ἐνταῦθα κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον, ἣν διῆλθεν εὑρισκόμενος ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ του πατρίδι καὶ μὴ δυνάμενος νὰ ἐπικοινωνήσῃ, ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ περὶ Τύπου ἐπιδείξαντος εὐθικρισίαν καὶ ἀρετήν. Ὁ κ. συνάδελφος ἀπὸ αἰσθήματος εἰλικρινῶς φιλελευθέρου ἤχθη ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ ἐλπίζω ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοι θὰ θελήσωσιν ὅπως ἀποκαταστῶσιν ἁρμονικαὶ σχέσεις πνεύματος καὶ ψυχῆς μεταξὺ ὄντως ἐναρέτου ἀνδρός, ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Κεφαλληνίας, καὶ ἐκείνων οἵτινες παρεξήγησαν καὶ τὰς προθέσεις του καὶ τοὺς λόγους του. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, παρέχω τὴν δήλωσιν ὅτι καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ἰδιαίτατα θὰ παράσχω πᾶσαν τὴν συνδρομήν μου ὅπως ἡ Κυβέρνησις, ἀναλαμβάνουσα ἀπόλυτον τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας αὐτῆς, καθοδηγήσῃ τὸ Ἔθνος ἐκεῖ ὅπου νομίζει ὅτι εὐτυχῶς τὸ καθοδηγεῖ, ἵνα οὕτω, ἔχουσα πλήρη τὴν δύναμιν, ἀναλάβῃ καὶ ἀκεραίαν τὴν εὐθύνην τὴν ὁποίαν μετὰ τοσούτου θάρρους ἀνεκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καβαλλιερᾶτος παρακαλεῖται νὰ συνεχίσῃ.
§99Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Πρὸ δεκαπέντε ἐτῶν, Κύριοι, εἰσῆλθον εἰς τὸ Βουλευτήριον. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν εἶδον πρὸ ὀλίγου δὲν εἶδον ποτέ. Ἐταράχθην ἐπὶ τοσοῦτον, κύριοι βουλευταί, ἀκούων δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ διακοπάς, ὕβρεις, διαμαρτυρίας, παρατηρήσεις, ὥστε, ἂν παρεξετράπην, νομίζω ὅτι ἤμην δεδικαιολογημένος ἐκ τῆς ψυχολογικῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθην. Ἐὰν λοιπὸν εἶπόν τι τὸ ὁποῖον ἐπείραξε κανένα, λυποῦμαι δι’ αὐτὸ εἰλικρινῶς. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι πλέον νὰ συνεχίσω τὸν λόγον μου, διότι, ἀντιθέτως πρὸς ὅ,τι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὁ λόγος δὲν εἶναι ἀπεριόριστως ἐλεύθερος. Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους δὲν δύναμαι νὰ ἐξακολουθήσω.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδόθη ἄφεσις ἁμαρτιῶν. Ὁ κ. Σιδέρης ἔχει τὸν λόγον.
§101Α. ΣΙΔΕΡΗΣ. Κύριοι βουλευταί, παραχωρήσας ἐπανειλημμένως τὴν θέσιν μου εἰς ἄλλους πρεσβυτέρους συναδέλφους, ἔχω τὸ δικαίωμα, νομίζω, νὰ ζητήσω ὅπως μοὶ παράσχητε τὴν εὐχέρειαν νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ὀλίγον μακρότερον. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ προκείμενον πολιτικὸν ζήτημα, κύριοι βουλευταί, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὁ πρῶτος λαλήσας καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτὴς ἐξήτασαν, οὔτε πρόκειται νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ Τύπου. Ἐκφράζω μάλιστα τὴν ἔκπληξίν μου πῶς, προκειμένου περὶ ζητήματος τῶν πολιτικῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ, ἔρχεται δῆθεν νὰ ὑπεραμυνθῇ αὐτῶν τὸ μοναρχικὸν Κόμμα. Τὸ μοναρχικὸν Κόμμα δὲν ἔχει οὐδὲν τοιοῦτον δικαίωμα. Πῶς ὁ κ. Καβαλλιεράτος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας βουλευτὴς κ. Στράτος ἔρχονται νὰ ὑπεραμυνθῶσι δῆθεν τῶν ἐλευθεριῶν, ἀφοῦ αὐτοὶ διὰ τῆς πολιτείας των κατέλυσαν τὸ δικαίωμα τοῦτο; Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς ἡμᾶς τοὺς καθαρῶς λαϊκούς, τοὺς δημοκρατικούς (Χειροκροτήματα). Δὲν ἔχουν, ἐπαναλαμβάνω, αὐτοὶ τὸ δικαίωμα καὶ μάλιστα καθ’ ὃν τρόπον διεξήγαγον τὴν συζήτησιν, καθ’ ὃν τρόπον ὁ προτελευταίως ὁμιλήσας ἠθέλησε νὰ ἐπέλθῃ εἷς συμβιβασμὸς μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας, ἵνα δώσωμεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν, εἰς βάρος τοῦ λαοῦ διὰ τὴν ἀνυπεύθυνον δῆθεν διάπλασιν τῶν πραγμάτων. Αὐτοὶ ἔχουσι μεγάλην εὐθύνην καὶ δὲν ἔχουσιν οὐδὲν δικαίωμα νὰ ὁμιλῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Τὸ δικαίωμα ἀνήκει εἰς ἡμᾶς. Εἶναι γνωστή, κύριοι βουλευταί, ἡ γενομένη πολιτειακὴ μεταβολὴ καὶ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐγένετο αὕτη. Ὁ μοναρχικὸς παράγων τῆς Χώρας, ἐκμεταλλευθεὶς μίαν σύγκρουσιν μὲ τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ, ἠθέλησε νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς αὐταρχικοὺς αὐτοῦ πόθους καὶ πολιτικὴν στρεφομένην ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ λαοῦ. Τί ἐδημιουργήθη εἰς τὸ παρελθὸν εἶναι γνωστόν. Τὸ μοναρχικὸν καθεστώς, ἀφοῦ διέφθειρε τὸν Τύπον καὶ κατέστησεν αὐτὸν ὄργανόν του, ἀφοῦ ἐδημιούργησε τὰ σώματα τοῦ ἐσωτερικοῦ Στρατοῦ, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἠδύνατο νὰ τρομοκρατήσῃ τοὺς πολίτας, ἀφοῦ ἐπέσυρε καὶ τὰς εὐλογίας τοῦ Κλήρου, κατέλυσε τὸ ἐλεύθερον ἡμῶν πολίτευμα. Καὶ ἔρχεται, ἐπαναλαμβάνω, τὸ μοναρχικὸν καθεστὼς διὰ τῶν ἀντιπροσώπων του νὰ ζητήσῃ νὰ πολεμηθοῦν μέτρα τὰ ὁποῖα φρονεῖ δῆθεν ὅτι προσβάλλουσι τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ γενομένη Ἐπανάστασις δὲν εἶναι ἐπανάστασις μόνον ἐναντίον τοῦ Βασιλέως, δὲν εἶναι ἐπανάστασις πρὸς μεταβολὴν τῆς κατευθύνσεως τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, εἶναι ἐπανάστασις πολὺ βαθυτέρα, εἶναι ἐπανάστασις πρὸς ἐσωτερικὴν μεταβολὴν καὶ μεταρρύθμισιν ριζικήν. Καὶ εἰς τὴν ἐπανάστασιν αὐτὴν τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων δὲν εἶχε σύμφωνον μόνον τὸν λαὸν τῶν Νέων Χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπανεστάτησαν· εἶχε σύμφωνον ὅλον τὸν Ἑλληνισμόν, εἶχε σύμφωνα ὄχι τὰ ἐννέα δέκατα, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, ἀλλὰ τὰ δέκα δέκατα. Ἐὰν εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος τὰ χείλη τοῦ λαοῦ δὲν διεμαρτυρήθησαν, δὲν διεμαρτυρήθησαν, διότι, κατὰ τὸν ποιητήν, «τὰ ἔσκιαζεν ἡ φοβέρα καὶ τὰ ἐπλάκωνεν ἡ σκλαβιά», Ἀλλὰ οὐδαμῶς οὐδέποτε ἐνέκρινον τὰ γενόμενα. Ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς σύσσωμος ἐπιθυμεῖ μίαν βαθεῖαν μεταβολὴν καταστάσεως τῶν πραγμάτων· καὶ τὴν θέλησιν αὐτὴν τῆς Ἑλλάδος, τὴν θέλησιν δηλ. νὰ δημιουργηθῇ μία νέα κατάστασις καὶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν καὶ εἰς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὰ δικαιώματα, εἰς τὰς ἐλευθερίας καὶ εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς πραγματικῆς λαϊκῆς κυριαρχίας τὴν διεκήρυξεν ὁ λαός. Τὸ Κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, τὸ ὁποῖον, γενόμενον ὁ φορεὺς τῆς Ἐπαναστάσεως, μετεβλήθη σήμερον εἰς καθεστὼς νόμιμον ἐν Ἑλλάδι, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ὀφείλει νὰ μὴ παρίδῃ τοῦτο. Τὸ νέον καθεστώς, ὅπερ ἐδημιουργήθη, προερχόμενον ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους καὶ ἐπιδοκιμαζόμενον ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἶναι καθεστὼς τὸ ὁποῖον ἐπὶ τοσοῦτον ἐκπροσωπεῖ τὴν θέλησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ σήμερον, ἐφ’ ὅσον εἶναι πρόδρομος μελλούσης βαθείας μεταβολῆς. Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, εἰς μεταβατικὴν καὶ ὄχι εἰς ὁριστικὴν λύσιν τῶν ἐσωτερικῶν ζητημάτων. Τοῦτο ἄλλως τε ἀνηγγέλθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοῦτο προεκήρυξεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῶν Μ. Δυνάμεων, ὅτι τὰ ζητήματα αὐτὰ θὰ λυθῶσι δι’ Ἐθνοσυνελεύσεως. Καὶ ἀκριβῶς διότι εὑρισκόμεθα εἰς μεταβατικὸν καθεστὼς καὶ πρόκειται νὰ συζητήσῃ ὁ λαὸς ὅλα τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀσφαλισθῇ κατὰ νέας ἐπιβουλῆς, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ κήρυξις τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου εἶναι μέτρον δεσμευτικὸν τῆς ἐλευθερίας. Πρέπει νὰ βεβαιώσωμεν πάντας ὅτι δὲν ἤλθομεν νὰ ἐπιβάλωμεν καθεστὼς ἐνάντιον πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην μέσων δεσποτικῶν, ἀλλ’ ὅτι τὸ σημερινὸν καθεστὼς εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὅλοι ἀναγνωρίζομεν καὶ ὅλοι ποθοῦμεν. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ἐπάνοδον εἰς τὸ πρώην καθεστὼς· καὶ τοῦτο τὸ ἀπέδειξε. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι τὸ μέτρον τῆς κηρύξεως τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου εἶναι μέτρον ἀντιτιθέμενον πρὸς τὸ κοινὸν αἴσθημα καὶ ἐμποδίζον τὸν λαὸν νὰ ἀποφανθῇ πῶς θέλει νὰ διαρρυθμίσῃ τὸ πολίτευμα καὶ τὸ μέλλον του. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἐπιτευχθῇ τοῦτο πρέπει ἡ ἐλευθερία τοῦ λαοῦ νὰ εἶναι πλήρης καὶ νὰ μὴ δεσμευθῇ ἀπὸ κανὲν μέτρον. Ἡμεῖς δὲν ἤλθομεν νὰ δουλώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀναστήσωμεν ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἦτο καταπεσμένη. Νομίζω λοιπὸν ὅτι οἱ φόβοι εἶναι ὑπερβολικοὶ καὶ οὐδεμίαν ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν ἐξαιρετικῶν μέτρων. Ἐάν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐλήφθησαν τὰ μέτρα ταῦτα καὶ εἰς ἄλλα φιλελεύθερα Κράτη, παρατηρῶ ὅτι ἐκεῖ πρόκειται περὶ διεξαγωγῆς ἑνὸς πολέμου μόνον, ἐνῷ ἐνταῦθα πρόκειται κυρίως περὶ διαρρυθμίσεως τῶν ἐσωτερικῶν μας πραγμάτων. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῇ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ οὔτε νὰ ἀμυνθῶμεν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν γνωρίζῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὅτι μάχεται ἵνα ἐλευθερωθῇ καὶ ἀπὸ τὸν ἐσωτερικὸν τύραννον, ὅτι πρόκειται νὰ ἐγκαταστήσῃ πολίτευμα τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν πλήρη ἐλευθερίαν, ὅτι πρόκειται νὰ καταδικάσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ τὰ ὁποῖα οὐδέποτε εἶδε τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, οὔτε εἰς αὐτὴν τὴν μεσαιωνικὴν ἐποχὴν οὔτε ὑπ’ αὐτὴν τὴν τουρκοκρατίαν. Καὶ λέγω τοῦτο διότι ἡ ἐλευθερία ἐπὶ τουρκοκρατίας ἦτο πολὺ μεγαλυτέρα ἀπὸ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ἐγνώρισεν ὁ λαὸς κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον. Εὑρισκόμενος κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἐποχὴν εἰς Κέρκυραν, δὲν ἐλάμβανον μὲν οὐδεμίαν ἐφημερίδα, οὐχ ἧττον ὅμως βλέπω νῦν καὶ παρακολουθῶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγράφοντο εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ θλίβομαι ἔτι περισσότερον. Νομίζω ὅμως ὅτι ἀπὸ τὴν τότε ἐποχὴν μέχρι σήμερον ἐπῆλθε μεγάλη μεταβολὴ εἰς τὰς πεποιθήσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐξεφράσθησαν ἐλευθέρως αὗται καὶ ἐπεβλήθη ἡ θέλησίς του. Δὲν πρέπει, κύριοι συνάδελφοι, νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψει τὸ γεγονὸς ὅτι ἄνθρωποί τινες, ἐρχόμενοι ἐδῶ, ἐκδηλοῦσιν ὑπούλως — καὶ τοῦτο διότι δὲν ἔχουσι τὸ θάρρος νὰ ἐκφέρωσι κατηγορηματικὴν γνώμην — τὸν πόθον των πρὸς τὸ παλαιὸν καθεστώς. Ἡ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι γνώμη ὑπὲρ τῆς ἐπικρατήσεως τοῦ νέου καθεστῶτος, διαρρυθμιζομένου κατὰ τρόπον δημοκρατικόν. Ἀκριβῶς δὲ τὴν γνώμην του ταύτην διὰ νὰ ἐκδηλώσῃ ἔτι ἐμφαντικώτερον πρέπει νὰ μὴ ἐπιβληθῇ ὁ Στρατιωτικὸς Νόμος, διότι, ὡς εἶπον, δὲν πρόκειται μόνον περὶ ζητήματος ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ἐν τῇ τελεσθείσῃ μεταβολῇ, ἀλλὰ κυρίως περὶ ζητήματος ἐσωτερικῶν μεταρρυθμίσεων, διὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ γνώμη τῶν μαζῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρέπει, τονίζω καὶ πάλιν, νὰ ἀφεθῇ πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν κατασκευὴν καὶ ἐκδήλωσιν αὐτῆς. Ἐὰν τώρα διὰ τὴν πρόληψιν τῶν ἀτασθαλιῶν τοῦ Τύπου ἐπὶ τῶν πολεμικῶν εἰδήσεων εἶναι ἀνάγκη νόμου τινός, νομίζω ὅτι καὶ ὁ Ποινικὸς Νόμος ἔχει ἐπαρκεῖς διατάξεις καὶ ὁπωσδήποτε δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ νομοθετήματα πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ Κράτους, οὐδέποτε ὅμως διὰ τοιούτων γενικωτέρων μέτρων, ἄρσεως δηλ. τῆς ἐλευθερίας, μέτρων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§103Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον ἵνα ὁμιλήσω κατὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου, οὐχὶ διότι φρονῶ ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐνδείκνυται ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει, ἀλλὰ κυρίως διότι νομίζω ὅτι εἶναι ὑπερβολικὴ ἡ αὐστηρότης, ἡ ὑπεράγαν αὐστηρότητος καὶ ἡ ἔντασις αὐτοῦ. Ἐν πρώτοις ἡ διάταξις καθ’ ἣν τὰ μέχρι τοῦδε τελεσθέντα ἀδικήματα ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων νομίζω ὅτι δύναται νὰ παραλειφθῇ χωρὶς τὸ παράπαν νὰ διακυβεύσῃ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι εἶναι διατεθειμένος νὰ ἐφαρμόσῃ μεγίστην αὐστηρότητα καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ μεταβληθῇ εἰς δικτάτορα διὰ νὰ σώσῃ τὸ Κράτος, νομίζω ὅτι ἡ περαιτέρω ἀγόρευσις θὰ ἀπησχόλει τὴν Βουλὴν ἄνευ λόγου. Ἡ ἀπόφασις εἶναι ὁριστική. Τούτου τεθέντος δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ προσθέσω δύο λέξεις καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως τῶν ἀξιοτίμων Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῶν τελουμένων καταχρήσεων περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου. Ἀπὸ τοῦ μακροῦ χρόνου τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ λάβω γνῶσιν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι συνετέλεσαν εἰς πλήρη καταδυνάστευσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατὰ τὸ προηγούμενον καθεστὼς ἀστυνομικὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀνεμιγνύοντο πως ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ σίτου καὶ τῶν διαφόρων τροφίμων καὶ κατηγγέλθησαν ἐπὶ καταχρήσει, κατηγόρουν ὅτι ἐξυβρίσθη ὁ βασιλεύς· καὶ ἀμέσως συνελαμβάνοντο οἱ πολῖται, ἐδέροντο καὶ μετεφέροντο εἰς τὰς φυλακάς, ἐνῷ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχον ἁπλούστατα διαμαρτυρηθῆ διότι ὁ ἀστυνόμος εἶχε κατακρατήσει τὸν σῖτον. Δικαίωμα ἑνὸς πολίτου εἶναι νὰ διαμαρτύρεται κατὰ τῶν καταχρήσεων τῶν συντελουμένων εἴτε παρὰ πολιτῶν εἴτε παρὰ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἔλαβον ἀφορμὴν ἐν τῇ ἰδιότητί μου ὡς ἀντιπροσώπου τῶν νομῶν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας νὰ μεταβῶ εἰς πλεῖστα μέρη, νὰ διαμαρτυρηθῶ, καὶ νὰ ὑποβάλω σωρείαν μηνύσεων. Ἐὰν ἀνατρέξητε εἰς τὰ εἰσαγγελικὰ γραφεῖα, θὰ ἰδῆτε σωρείαν ἰδικῶν μου μηνύσεων κατὰ ἀστυνομικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα, ποιούμενα κατάχρησιν τοῦ νόμου περὶ ἐξυβρίσεως τοῦ Βασιλέως, συνελάμβανον πολίτας, τοὺς ἔδερον, καὶ τοὺς ἐφυλάκιζον. Ἦσαν ἀληθὴς μάστιξ. Πολὺ φοβοῦμαι ὅτι καὶ ἐν προκειμένῳ αἱ αὐταὶ καταχρήσεις θὰ λάβωσι χώραν καὶ ἐπὶ αὐτῶν ἐπιμένω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Χθὲς μοὶ κατήγγειλαν ὅτι εἰς τὸ Κορωπὶ ὁ ἀστυνόμος ἔδειρε μέχρις αἵματος πολίτην οὐχὶ διότι ἐξεφράσθη κατὰ τοῦ καθεστῶτος...
§104ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ὄνομά του σᾶς παρακαλῶ.
§105Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἠναγκάσθην νὰ μεταβῶ εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν, νὰ καταγγείλω τὴν πρᾶξιν, καὶ νὰ ζητήσω ἐπὶ πλέον τὴν ἀποστολὴν ἰατροῦ, διότι εἶχε δαρῇ ὁ πολίτης μέχρις αἵματος. Ὁ κ. Εἰσαγγελεὺς νομίζω ὅτι ἐφήρμοσε τὸν νόμον.
§106ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν παροῦσαν κατάστασιν καὶ μὲ τὸν Στρατιωτικὸν Νόμον πλὴν τοῦ τελευταίου ἐπεισοδίου. Τὰ παραδείγματά σας ἀνάγονται εἰς τὸν χρόνον καθ’ ὃν ὑπῆρχε τυραννία. Δὲν πιστεύω νὰ ἔχετε τώρα παράπονα.
§107Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας ἵνα μὴ ἐπαναληφθῶσι, διότι ἔγεινε κακὸν ἔθιμον τῶν ἀστυνομικῶν ὀργάνων.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λυκουρέζος.
§109Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν διὰ τὴν πρᾶξιν περὶ διατηρήσεως τῶν ὁρισμῶν τοῦ Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ καταστάσεως πολιορκίας, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατέχει ὅλα τὰ στοιχεῖα, ἵνα κρίνῃ περὶ τῆς ἀνάγκης καὶ ὑπὲρ πάντα ἄλλον εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ ἐὰν αἱ ἐνεστῶσαι περιστάσεις ἐνδεικνύουσι τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου. Μίαν παρατήρησιν ὅμως θὰ διατυπώσω καὶ παρακαλῶ νὰ προσέξῃ εἰς αὐτὴν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐν τῷ Διατάγματι, δι’ οὗ τίθεται ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος περὶ καταστάσεως πολιορκίας, δὲν περιλαμβάνεται διάταξις ἐξαιροῦσα τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τῆς στρατιωτικῆς Ἀρχῆς· οὕτω δὲ μένει ἐν ἰσχύϊ ἡ διάταξις τοῦ νόμου κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλαι αἱ προηγούμεναι ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις μεταβιβάζονται εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια. Δὲν ἠξεύρω τίνες σκέψεις ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ περιλάβῃ ταύτην ἐν τῷ Β. Διατάγματι, ἐνῷ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ εἰς τὰ δύο Β. Διατάγματα, δι’ ὧν δὶς ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος οὗτος, διὰ ρητῆς διατάξεως ἀφέθησαν ὅλαι αἱ ἐκκρεμεῖς μέχρι τῆς ἰσχύος τοῦ Διατάγματος ὑποθέσεις εἰς τὴν κοινὴν δικαιοδοσίαν, εἰς ἣν ἀνῆκον. Ὁ νόμος περὶ καταστάσεως πολιορκίας περιέχει ἐξαιρετικοὺς κανόνας καὶ ἰδίως ἐξαίρεσιν τῆς θεμελιώδους ἐν τῇ Δικαιοσύνῃ ἀρχῆς, ὅτι οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ. Καὶ συνομολογῶ μὲν εὔλογον τὴν ἀναγραφὴν τῶν ἐξαιρετικῶν κανόνων, λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικοῦ τοῦ νόμου καὶ λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, αἵτινες τὸν ὑπηγόρευσαν καὶ διὰ τὰς ὁποίας εἶναι προωρισμένος νὰ λειτουργήσῃ· ἀλλ’ ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν αὐτῶν ὅρων δὲν πρέπει νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τοῦ προσήκοντος καὶ τοῦ ἀναγκαίου ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῆς ἐξαιρέσεως τῶν κανόνων.
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐξαίρεσις;
§111Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς ἀποτελεῖ καὶ δημιουργεῖ ἐξαίρεσιν.
§112Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ὑπήρξατε δικαστικὸς λειτουργὸς ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ὑποθέσατε ὅτι μία ἁρμοδιότης διὰ νόμου ἔφευγεν ἀπὸ τὸ ἓν δικαστήριον καὶ μετετίθετο εἰς τὸ ἄλλο. Εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις τί θὰ ἐφαρμοσθῇ; Ἡ παλαιὰ ἢ ἡ νέα ἁρμοδιότης;
§113Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Εἶναι δικονομικὴ ἀντίρρησις, ἥτις δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα.
§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει μεγάλην σχέσιν. Ἀλλάσσει ὁ δικαστὴς καὶ ἀλλάσσει καὶ ἡ δικονομία. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανών. Δὲν εἶναι ἐξαίρεσις.
§115Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν περιέμενον ἀπὸ σᾶς τοιαύτας δικονομικὰς ἀντιρρήσεις. Δὲν πρόκειται περὶ μεταβολῆς ἁρμοδιότητος δικαστηρίου. Πρόκειται περὶ νόμου καθιεροῦντος ἐξαιρετικοὺς κανόνας ἐπὶ τῆς δικαιοδοσίας τοῦ δικαστηρίου. Παρέχεται δηλονότι ἡ ἐξουσία εἰς τὸ δικαστήριον τῆς ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας νὰ δικάζῃ τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κοινοῦ Ποινικοῦ Νόμου παρὰ τὸν θεμελιώδη κανόνα ὅτι οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τοῦ φυσικοῦ αὐτοῦ δικαστοῦ.
§116Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς ἐρωτῶ τί θὰ ἐγένετο εἰς κανονικὰς περιστάσεις.
§117Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ ζήτημα, ὡς τὸ ἀντιλαμβάνεσθε.
§118Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς κανονικὰς περιστάσεις θὰ ἐγίνετο αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔγεινε σήμερον. Κατὰ συνέπειαν εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο κατὰ μείζονα λόγον.
§119Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἂν εἰσήγετο νόμος τροποποιῶν τὰς διατάξεις τῆς δικονομίας περὶ ἁρμοδιότητας, δὲν θὰ εἶχε κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς φέρῃ ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ εἰς τὴν διακοπὴν τὴν ὁποίαν ἐκάματε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἄλλο ἁρμοδιότης καὶ ἄλλο δικαιοδοσία.
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα μελέτης.
§121Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Βεβαίως. Καὶ πιστεύω ὅτι ἂν προσέξητε καλύτερον εἰς τὸ ζήτημα θὰ συμφωνήσητε ἐντελῶς μὲ τὴν γνώμην μου. Ἐπανέρχομαι ἐπὶ τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναμφισβήτητον καὶ μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν παρεπλάνησεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἐξαιρετικὸς καὶ καθιεροῖ διατάξεις ἐξαιρετικάς. Πρὸς κατανόησιν αὐτοῦ δὲν χρειάζεται κἂν νομικὴ ἀντίληψις. Ὅταν τὸν πολίτην τὸν μεταφέρητε εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην, αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν. Προκειμένου λοιπὸν περὶ ἐξαιρέσεως πρέπει νὰ καθορισθῶσιν αὐστηρῶς ὅρια, τὰ ὅρια, ὡς προεῖπον, τοῦ προσήκοντος καὶ τοῦ ἀναγκαίου. Δὲν νομίζει δὲ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ μεταβίβασις εἰς τὴν στρατιωτικὴν δικαιοσύνην ὑποθέσεων ἀναφερομένων εἰς παρελθόντα γεγονότα καὶ ἐκκρεμῶν μέχρι τοῦδε ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τοῦ προσήκοντος;
§122Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καὶ τὰ διαπραχθέντα ἐγκλήματα εἶναι ἐξαιρετικά.
§123Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐὰν εἶναι ἐξαιρετικά, φέρετε ἕνα νόμον νὰ τὰ δικάσητε κατὰ μίαν ἐξαιρετικὴν διαδικασίαν καὶ οὐχὶ διὰ τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου, ὅστις προώρισται διὰ τὰ ὑπὸ τὸ κράτος αὐτοῦ τελούμενα.
§124ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν νομίζητε ὅτι κακῶς ὥρισεν ὁ νόμος ὅτι ὑπάγονται καὶ αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν στρατιωτικῶν δικαστηρίων, τότε ζητήσατε τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου.
§125Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δὲν προτίθεμαι σήμερον νὰ ζητήσω τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ἔχει ἀληθῶς διάταξιν καθ’ ἣν ὅλαι αἱ ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις μεταβιβάζονται εἰς τὸ Στρατοδικεῖον, ἐὰν διὰ τοῦ Διατάγματος δὲν ἐξαιρεθῶσι. Μέχρι σήμερον ἐφηρμόσθη δὶς ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ἀμφότερα τὰ ἐκδοθέντα Β. Διατάγματα περιέλαβον αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν καὶ φρονῶ ὅτι τὴν περιέλαβον ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ μεταβίβασις....
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀμφισβητεῖτε τὴν ὀρθότητα τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος θέτει ὡς κανόνα τὴν εἰς τὰ Στρατοδικεῖα μεταβίβασιν τῶν ὑποθέσεων τοῦ παρελθόντος καὶ στηρίζετε τὴν ἀμφισβήτησίν σας εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ἄλλως ἐγίνετο εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἄλλως συνέβη εἰς τὸ παρελθὸν σημαίνει μόνον ὅτι ἄλλαι ἦσαν αἱ περιστάσεις τότε καὶ ἄλλαι σήμερον.
§127Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ἠθέλησα νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξαιρέσῃ τὰς ἐκκρεμεῖς ὑποθέσεις, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι εἰς τὸν ἐνεστῶτα χρόνον ἡ μεταβίβασις εἰς τὰ Στρατοδικεῖα ὑποθέσεων τοῦ παρελθόντος ὄχι μόνον δὲν θὰ ὑπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος, ἀλλ’ ἀπ’ ἐναντίας θὰ φέρῃ σύγχυσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, σύγχυσιν εἰς τὴν ἀνάκρισιν, σύγχυσιν εἰς τὴν ὀρθὴν ἀντίληψιν τῶν ὑποθέσεων καὶ τὴν ὀρθὴν καὶ ἀμερόληπτον ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης· ἀλλὰ καὶ τὸ σπουδαιότερον θὰ γεννήσῃ εὐλόγους παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἥκιστα συντελοῦσιν εἰς τὴν ποθητὴν καὶ ἐπιδιωκομένην παρὰ πάντων ὁμόνοιαν καὶ ἀγάπην.
§128Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ποῖοι θὰ παρεξηγήσουν; Οἱ τὰ τοιαῦτα διαπράξαντες αὐτοὶ θὰ παρεξηγήσουν;
§129Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Κύριε συνάδελφε, δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος, ὡς γνωρίζετε πολὺ καλά, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐγκληματιῶν.
§130Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι καὶ ὁ ἀγνοῶν τὰ τελεσθέντα.
§131Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ μοὶ δίδεται ἡ ἀφορμή, ἐπωφελοῦμαι τῆς εὐκαιρίας νὰ δηλώσω ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβω τὴν ὑπεράσπισιν, ἀλλ’ εἶχον τὸ θάρρος καὶ τότε καὶ τώρα νὰ ἐκδηλώσω δημοσίᾳ τὴν γνώμην μου διὰ τὰ συμβάντα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἴμεθα δίκαιοι, δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς ὡρισμένην ἐποχήν· ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ πρὸ καὶ τὰ μετὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, διότι οὕτω μόνον ἡ γνώμη εἶναι ἀσφαλής.
§132Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἠκούσαμεν καμμίαν φωνήν. Κανεὶς δὲν εὑρέθη νὰ διαμαρτυρηθῇ διὰ τὴν ἀχρείαν κατάστασιν. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἐγκληματικὸν καὶ τὸ ὀδυνηρόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀναγκάζει νὰ σᾶς διακόπτωμεν, ὅτι περιεμένομεν ἀπὸ πολιτευομένους περιωπῆς νὰ ἀκουσθῇ μία διαμαρτυρία διὰ τὰ διαπραττόμενα.
§133Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐκ τῶν πολιτευομένων οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ φωνάξωσιν. Ὑπῆρξα δικηγόρος κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Καὶ ἂν ἠθέλετε νὰ ἐξετάσητε τὴν δρᾶσίν μου, δὲν θὰ ἐκάμνατε τὴν διακοπήν.
§134Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς δικηγορικῆς σας δράσεως, ἀλλὰ περὶ τῆς δράσεώς σας ὡς πολιτευομένου.
§135Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Ἐπειδὴ μοὶ δίδετε ἀφορμὴν νέαν, ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω ὅτι ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου πρέπει πολλὰ νὰ ἐξετάσωμεν, ὅταν ἐπιστῇ ἡ ὥρα, διὰ νὰ εἴμεθα ἀμερόληπτοι καὶ δικαιόφρονες ἐν τῇ κατανομῇ τῶν εὐθυνῶν. Ἄς μὴ ἐξερχώμεθα λοιπὸν τοῦ θέματος.
§136Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἶναι ἔξοδος ἀπὸ τοῦ θέματος.
§137Κ. ΛΥΚΟΥΡΕΖΟΣ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἐὰν δηλ. ἡ ὑπαγωγὴ τῶν ἐκκρεμῶν ὑποθέσεων εἰς τὸ Στρατοδικεῖον δύναται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου ἢ ἐξ ἐναντίας δύναται νὰ τὸν παρακωλύσῃ καὶ νὰ τὸν ζημιώσῃ. Ταῦτα εἶχον νὰ προτείνω καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ὀρθοφροσύνην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἄλλος ἐζήτησε τὸν λόγον. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Ἡ Βουλή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον 91 τοῦ Συντάγματος, τὸν ΔΞΘʹ νόμον καὶ τὸ ἀπὸ 20 Ἰουλίου ἐ.ἔ. Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐτέθη εἰς κατάστασιν πολιορκίας ὁ νομὸς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀποφασίζει τὴν διατήρησιν μέχρι πέρατος τοῦ πολέμου τῶν ὁρισμῶν τοῦ Διατάγματος τούτου». Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως. (Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν ταύτην).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συγχωνεύσεως τῆς Κεντρικῆς Διοικήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐρυθροῦ Σταυροῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς τῆς ἰσχύος τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 3 καὶ 4 τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ νόμου 328, τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 4 καὶ 5 τοῦ νόμου 441 ὡς καὶ τῶν τοῦ ἄρθρου 26 τοῦ νόμου 344 μετὰ τῶν σχετικῶν τούτων ἄρθρων 28 καὶ 29 τοῦ ἀπὸ 26 Ἰανουαρίου 1917 Νομοθετικοῦ Διατάγματος «περὶ σχολείων ἐφαρμογῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Ἰανουαρίου 1917 Νομοθ. Διατάγματος «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ νόμου ΡΟΗʹ τῆς 7 Μαρτίου 1851 «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν». Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§142Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἔλαβον, κύριοι βουλευταί, τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν σχεδίου νόμου ἐν τῇ κατ’ ἀρχὴν συζητήσει αὐτοῦ, διότι φρονῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ θὰ ὑποβάλω ἔνστασιν συνταγματικοῦ ἀπαραδέκτου. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου οἱ ἐν διαθεσιμότητι διατελοῦντες ἀξιωματικοὶ ὡς καὶ οἱ ἐν ἀποστρατείᾳ δύνανται νὰ μετατοπισθῶσιν εἰς οἱονδήποτε μέρος ἐπιθυμεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
§143Π. ΓΚΙΝΗΣ. Εἶναι λαμπρὸν τὸ μέτρον.
§144Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη σας· ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδικήν μου.
§145Π. ΓΚΙΝΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς θὰ θέλῃ ὅλοι αὐτοὶ οἱ κύριοι νὰ παραμένωσιν ἐνταῦθα διὰ νὰ συνωμοτῶσιν εἰς τοῦ «Ζαχαράτου».
§146Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καθὼς γνωρίζετε, κύριοι βουλευταί, οἱ ἐν διαθεσιμότητι διατελοῦντες ἀξιωματικοὶ εἶναι πολῖται ὑπαγόμενοι εἰς τὰ κοινὰ ποινικὰ δικαστήρια, μόνον δὲ διὰ τὰ καθαρῶς στρατιωτικὰ ἀδικήματα ὑπάγονται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους. Οἱ δὲ ἐν ἀποστρατείᾳ διὰ πάντα τὰ ἀδικήματα ὑπάγονται εἰς τὰ κοινὰ δικαστήρια, θεωρούμενοι ὡς πολῖται. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ζητεῖ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς νὰ παραλαμβάνῃ ἕνα τοιοῦτον ἀξιωματικὸν ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ νὰ τὸν ἀπελαύνῃ εἰς ἕτερον. Τοῦτο ἀντίκειται εἰς συνταγματικὴν διάταξιν καὶ προβάλλω τὸ ἀπαράδεκτον. Πρόκειται καθαρῶς περὶ ποινῆς. Κατὰ τὴν κρατοῦσαν νομοθεσίαν καὶ κατὰ τὸ ἄρθρον 666 τοῦ Ποιν. Νόμου, ἐὰν τις ὑποπέσῃ εἰς ἀδίκημα, προβλεπόμενον ὑπ’ αὐτοῦ, τιμωρηθῇ δὲ προηγουμένως μὲ δύο ἑβδομάδων κράτησιν, ὑποβάλλεται κατόπιν εἰς ἐκτόπισιν. Ἐφόσον ἑπομένως πρόκειται περὶ ποινῆς, δὲν εἶναι ὁ διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιερούμενος τρόπος ὁ κατάλληλος διὰ τὴν ἐπιβολὴν αὐτῆς, διότι, κατὰ τὸ Σύνταγμα, οὐδεὶς τιμωρεῖται εἰμὴ μόνον διὰ ποινῆς ἐπιβαλλομένης αὐτῷ ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου. Λοιπὸν ποῖον δικαίωμα ἔχει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ συλλαμβάνῃ ἕνα πολίτην καὶ νὰ τὸν ἀποστέλλῃ εἰς ἕτερον μέρος; Ὅλοι οἱ συνταγματολόγοι συγγραφεῖς ἀποφαίνονται ὅτι ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία δὲν ἔγκειται μόνον εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ ὑπάρχῃ τις καὶ νὰ ὁμιλῇ, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ κινῆται καὶ νὰ μεταβαίνῃ ὅπου θέλει. Ἔχω πρὸ ἐμοῦ σειρὰν συνταγματολόγων συγγραφέων, οἱ ὁποῖοι ῥητῶς τὸ ἀναγράφουσιν. Ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον, ἀντιβαῖνον εἰς τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία εἶναι ἀπαραβίαστος, εἶναι ἀντισυνταγματικὸν καὶ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἀπαραδέκτου αὐτοῦ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκέκας.
§148Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὸν σεβαστὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δώσῃ μίαν διασάφισιν. Τὸ 7ον ἐδάφιον τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ Διατάγματος, προκειμένου περὶ ἀνακλήσεως εἰς κατάστασιν ἐνεργείας τῶν ἐν διαθεσιμότητι ἀξιωματικῶν λέγει ὅτι: (ἀναγινώσκει) «οἱ ἐν ἐνεργείᾳ ἀντιστράτηγοι, ὑποστράτηγοι, συνταγματάρχαι καὶ ἀντισυνταγματάρχαι τίθενται αὐτεπαγγέλτως εἰς διαθεσιμότητα διὰ Β. Διατάγματος, προκαλουμένου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, στηριζομένης ἐπὶ δεδικαιολογημένης ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν». Ἐκ τῆς ὅλης ἐρεύνης τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ καὶ μιᾶς ἑπομένης παραγράφου ἐξάγεται ὅτι τὸ Διάταγμα θεωρεῖ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἐπεθύμουν νὰ διασαφηνισθῇ, εἴτε διὰ δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἴτε διὰ προσθήκης ἐν τῷ νόμῳ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν κ. Ὑπουργόν.
§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω, διότι τώρα μόλις μοὶ δίδεται τὸ κείμενον. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω αὔριον.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔληξεν. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ κ. Τσουκαλᾶ. (Ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτει δι’ ἀναστάσεως τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἀποδέχεται ὁμοίως τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν).
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἕτερον ἀντικείμενον ἐγγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον τὴν 5.30′ μ.μ. (Ὥρα 8.10′ μ.μ.).