1916.06.01
1.899 στίχοι · 14.408 λέξεις · 101 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ Ξʹ.
ΤΗΣ 1 ΙΟΥΝΙΟΥ 1916
Προεδρία κ. Μ. ΘΕΟΤΟΚΗ.
(Ὥρα 7 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά.
§2Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν, κ. Πρόεδρε. Εἰς τὴν παρατήρησίν μου περὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἀναγράφεται, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις περὶ τούτου. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ἡ ἀναβολὴ τῆς διεξαγωγῆς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου γίνεται μόνον συνεπείᾳ παραιτήσεως πάντων τῶν ἐγγεγραμμένων Βουλευτῶν, καὶ παρακαλῶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ διατυπωθῶν τὰ Πρακτικά.
§3Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Βεβαίως, κατὰ παρεξήγησιν ἐγράφη ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις, διότι ἀπόφασις ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς πρὸς ἀναβολὴν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, εἰ μὴ μόνον, ἄν πάντες οἱ ἔχοντες ἐγγεγραμμένας ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐρωτήσεις παραιτηθῶσι. Περὶ τούτου ὑπάρχει ρητὸν ἄρθρον, ὥστε, συμφώνως πρὸς αὐτό, παρακαλῶ νὰ διατυπωθῶσι τὰ Πρακτικά, ὅτι οὐδενὸς ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων πρὸς ἐπερώτησιν ἀντιλέγοντος, ἡ Βουλὴ προέβη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ Πρακτικὰ αὐτό, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς προηγούμενον. Μὴ λαμβάνετε δὲ ὑπ’ ὄψει τὴν σύστασιν τῆς παρούσης Βουλῆς, ὁπότε, σχεδὸν πάντες, εἴμεθα σύμφωνοι, ἀλλὰ λάβετε ὑπ’ ὄψει καὶ ἄλλην σύνθεσιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά· θὰ διορθωθῶσι τὰ Πρακτικά. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα. Ἡ ἐνοριακὴ ἐπιτροπὴ τοῦ χωρίου Πλεμενιανῶν τῆς Κρήτης, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ παραχωρηθῇ ὁ παρὰ τῇ θέσει Τραμουντάνα λιμήν ἢ νὰ τῇ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς καρπώσεως τούτου ἐπὶ μίαν εἰκοσαετίαν. Οἱ κάτοικοι Μελιδωνίου Μυλοποτάμου Κρήτης παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ ἀμνηστεία εἰς πάντας τοὺς ἐγκληματίσαντας ἐν Κρήτῃ πρὸ τῆς ἑνώσεώς της μέχρι τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1913. Ὁ ἐκ Σπερχειάδος ἔμπορος Β. Παπασπύρου παρακαλεῖ ὅπως τιμωρηθῇ ὑπάλληλός τις τῶν Σιδηροδρόμων, ὡς ὑπαίτιος ἀπωλείας ἐν τῷ Σταθμῷ Μπεκὶ ἑνὸς κιβωτίου ταραμᾶ. Ἡ Καλλιόπη χήρα Δημ. Χριστοφόρου παρακαλεῖ, ὅπως αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς της. Κάτοικοι Μελικίων Λευκίμης παραπονοῦνται κατὰ τοῦ Εἰρηνοδίκου Π. Παπαγικολοπούλου, ὅστις μετέφερε τὴν ἕδραν του εἰς τὸ χωρίον Ἀναπλάδες τῆς Κοινότητος Ριγγλάδων, λόγῳ ἀτομικῶν διαφορῶν του μετά τινος Ε. Παπαδονικολάκη, μεθ’ οὗ ἦλθεν εἰς διαπληκτισμούς. Ὁ Σταῦρος Γιαννάκης Σιένζος παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιόν του. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἀπολπένης Λευκάδος ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, διαμαρτυρομένου κατὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῆς διατάξεως τοῦ νόμου ΓΦΛΓʹ». Ὁ λαὸς Φιλιατῶν καὶ τῶν περιχώρων, κινδυνεύων τὸν θάνατον ἐκ τῆς πείνης, ζητεῖ τὴν ἀμείλικτον καταδίωξιν τῶν ἀσυνειδήτων αἰσχροκερδῶν ἐμπόρων Κουφάλα & Κατσώνη. Ἰδιοκτῆται τσιφλικίων Φαναρίου, νομοῦ Πρεβέζης, ἐξηντλημένοι οἰκονομικῶς, παρακαλοῦσι Πρόεδρον Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅπως εἰσηγηθῇ παράτασιν πληρωμῆς. Πρόεδρος Κοινότητος Πλατυστόμου διὰ πράξεως Κοινοτικοῦ Συμβουλίου παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΓΦΛΓʹ πρότασις νόμου. Πτυχιοῦχοι Νομικῆς Σχολῆς, ὑπηρετήσαντες 1912– 1913, ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ τὸ δικηγορεῖν, κατὰ τὸ ἄρθρον 30 τοῦ νόμου 147 τῆς 5 Ἰανουαρίου 1914. Κατάδικοι κρατούμενοι εἰς τὸ Αʹ ἀστυνομικὸν τμῆμα Πειραιῶς, παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἀρχιφύλακος Σωφρονιστηρίου Κερκύρας Ἀθ. Διαμάντη καὶ Διευθυντοῦ Σωφρονιστηρίου Νικολ. Καμβύση. Οἱ ἄποροι πατέρες, μητέρες καὶ σύζυγοι τῶν ἐπιστράτων τῆς Κοινότητος Δεληνάτων τοῦ Νομοῦ Κεφαλληνίας, παραπονοῦνται, διότι διεγράφησαν ἀδίκως τοῦ καταλόγου τῆς περιθάλψεως. Ἐνοικιασταὶ περιβολίων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς παραπονοῦνται διὰ τὴν μὴ συμμόρφωσιν τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας πρὸς τὴν διατίμησιν καὶ ζητοῦσιν ἢ τὴν ἐπίταξιν τῆς Ἑταιρείας, ἢ τὴν ἐπιβολὴν προστίμου, ἐν περιπτώσει νέας παραβάσεως. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. ΑΘ. ΚΡΙΜΠΑΣ καὶ Π. ΑΝΤΩΝΑ-ΡΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως Ταμείου Ἐλαίας». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ, Θ. ΒΕΛΛΙ-ΑΝΙΤΗΣ, ΕΥΘ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ, καὶ Κ. ΖΕΡΒΟΣ καταθέτουν τροπολογίαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 594. Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν τῆς χρήσεως 1915. ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ζητοῦσι νὰ προταχθῶσι καὶ κηρυχθῶσι κατεπείγουσαι αἱ προτάσεις νόμων περὶ προσθήκης τρίτου ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον 83 τοῦ νόμου ΧΜΗʹ τοῦ 1877 καὶ τὸ ἄρθρον 84 τοῦ ἰδίου νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν. Ἡ ΒΟΥΛΗ ἀπεδέχθη νὰ κηρυχθῶσι κατεπείγουσαι αἱ προτάσεις αὗται. Ὁ κ. ΠΡΟΕΔΡΟΣ ἀνακοινοῖ, ὅτι εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν προτάσεων νόμων «περὶ ἐπιτροπῆς θυμάτων τοῦ πολέμου καὶ ταμείου τοῦ παρὰ τῷ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργείῳ Ταμείου Συμβουλίου τῶν ξένων, προσετέθη ὡς μέλος ὁ Βουλευτὴς Κερκύρας κ. Α. Σκιαδαρέσης. Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου 459 καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν Εἰρηνοδικεῖον μεταβαίνει περιοδικῶς πρὸς συνεδρίασιν εἰς ἄλλο μέρος». ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν περὶ ἐγγραφῶν καὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων τῶν φοιτητῶν. Ἐπίσης, καταθέτουν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπὸ στοιχεῖον Β τοῦ ἐδαφίου τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεων ἀξιωματικῶν ξηρᾶς καὶ θαλάσσης». Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. ΛΟΝΤΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ ἀσκήσεως τοῦ ἰατρικοῦ ἐπαγγέλματος εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ, ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 6ου ἄρθρου περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων. Οἱ κ. Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ καὶ Λ. ΑΓΓΕΛΟ-ΠΟΥΛΟΣ καταθέτουν τροπολογίαν περὶ προσθήκης 8ου ἄρθρου εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων. ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 7ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Κ. ΖΕΡΒΟΣ, Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ, Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ καὶ ΕΥΘ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ καταθέτουν πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 5ου τοῦ ΒΡΠΘʹ νόμου τῆς 10 Ἀπριλίου 1893 περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων». Ὁ Βουλευτὴς κ. Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων». Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νόμου Δημοτικῆς καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως. Ὁ Βουλευτὴς κ. Κ. ΚΥΡΙΑΣΗΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 3196 περὶ προσωρινῶν μέτρων ἐκ τῆς περὶ διακατοχῆς διαφορᾶς». Ἀνακοινοῦται τηλεγράφημα τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων, ἔχον οὕτω. «Θεοτόκην, Πρόεδρον Βουλῆς τῶν Ἑλλήνων Ἀθήνας Ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς τῶν Λόρδων σπεύδω νὰ σᾶς εὐχαριστήσω ὅλως ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῖς συλλυπητηρίοις, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων εὐηρεστήθη νὰ μοὶ διαβιβάσῃ δι’ ὑμῶν ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ Λόρδου Κίτσνερ καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβάσητε εἰς τὴν ἐξοχοτάτην Ἑλληνικὴν Βουλὴν τὰς βαθύτατας εὐχαριστίας μου διὰ τὴν τόσῳ πολύτιμον ἔνδειξιν τῆς συμπαθείας της.
ΛΟΡΔΟΣ ΚΑΓΚΕΛΛΑΡΙΟΣ»
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ράλλης.
§6Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, οὐδεὶς, βεβαίως, ἐλησμόνησεν τὴν ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Ἑταιρειῶν τοῦ Ἠλεκτρικοῦ καὶ τοῦ Ἀεριόφωτος καὶ τὴν μετὰ ταῦτα ἐκδοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ἀπόφασιν περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος. Τὸ περιέχον τὴν τοιαύτην διατίμησιν ἔγγραφον ἀπεστάλη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸ μηνὸς καὶ πλέον, ἵνα καταρτισθῇ ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις καὶ οὕτως ὑπαχθῇ πᾶσα ὑπέρβασις τῆς κανονισθείσης ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας τιμῆς εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ αἰσχροκερδείας. Ἔκτοτε, ἐπειδὴ δὲν ἔβλεπον δημοσιευομένην τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν, ἐνεγράφην εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐρωτήσεων, ἵνα πληροφορηθῶ, πόθεν προῆλθεν ἡ βραδύτης αὕτη. Ἐπειδὴ ὅμως, λόγῳ τῶν τελευταίων ἐθνικῶν γεγονότων, ἡ Βουλὴ εἰσήρχετο ἅμα τῇ ἐνάρξει τῶν συνεδριάσεων εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ δὲν ὑπῆρχε πιθανότης, ὅτι θὰ συνεζητεῖτο ἐγκαίρως ἡ ἐρώτησίς μου, μετέβην παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸν ὁποῖον καὶ παρεκάλεσα, ὅπως ἐπιληφθῇ ἐπειγόντως τῆς ὑποθέσεως. Πράγματι, ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε τὸν παριστάμενον κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν κ. Διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας, ὅπως τάχιστα ἐκδώσῃ τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν, ἐκφράσας καὶ ἀπορίαν διὰ τὴν τοιαύτην βραδύτητα. Ἀτυχῶς ὅμως, καίτοι παρῆλθον καὶ ἄλλαι δέκα ἡμέραι ἔκτοτε, δὲν ἐδημοσιεύθη ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις καὶ εὑρισκόμεθα σήμερον πρὸ δικαίας ἐξεγέρσεως τοῦ λαοῦ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, διότι ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία ἀπειλεῖ, ἢ μᾶλλον ἤδη διέκοψε τὸ ρεῦμα πολλῶν ἐπιτηδευματιῶν καὶ ἰδίως τῶν κηπουρῶν τῶν Σεπολίων, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀναφέρονται σήμερον πρὸς τὴν Βουλήν.
§7Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι, Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§8Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μάλιστα, ὅλοι. Γνωρίζω δὲ καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία, ἐκμεταλλευομένη τὴν βραδύτητα ταύτην, ἐξεβίασε πολλοὺς κατοίκους, καταστηματάρχας καὶ ἐπιτηδευματίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἵνα ὑπογράφουν δηλώσεις, ὅτι ἀποδέχονται αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἠλεκτρικοῦ, πέραν τοῦ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας τεθέντος ὁρίου. Βεβαίως, τὰ συμβόλαια ταῦτα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰσχὺν καὶ θὰ ἀκυρωθῶσιν ὡς προϊόντα ἐκβιάσεως, ἤτοι τῆς ἀπειλῆς τῆς διακοπῆς τοῦ ρεύματος. Ἐζήτησα, ὅθεν, τὸν λόγον, καίτοι γνωρίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβεν ἤδη μέριμναν πρὸς δημοσίευσιν τῆς ἀστυνομικῆς διατάξεως καὶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας συνέταξεν ἴδιον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου βαρύταται ποιναὶ ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν, ἐζήτησα, λέγω, τὸν λόγον ἵνα προκαλέσω ἐπίσημον δήλωσιν τῶν ἁρμοδίων κ. κ. Ὑπουργῶν περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἔλαβον κατὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς καὶ τῆς διακοπῆς τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, πρὸς ἡσυχίαν τῆς κοινῆς γνώμης. Ἐπίσης, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι, νομίζω, ὅτι τοιαύτη παραβίασις καὶ μόνου τοῦ ἐγγράφου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας φέρει τὰ στοιχεῖα τῆς αἰσχροκερδείας, καὶ ὅτι, καὶ ἂν ἔτι δὲν ὑπάρχει μέχρι σήμερον ἀστυνομικὴ διάταξις, οἱ παραβάται αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου δύνανται αὐτεπαγγέλτως νὰ εἰσαχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου ἐπὶ αἰσχροκερδείᾳ, ἀφοῦ ἡ αἰτουμένη τιμὴ εἶναι παγκοίνως γνωστόν, ὅτι περιέχει ὑπέρογκον κέρδος.
§9Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἔχει ἤδη ὑπογραφῇ καὶ δημοσιευθῆ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπεβράδυνε τὴν σύνταξιν αὐτῆς, διότι ἤθελε μετὰ τῆς διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομίας νὰ κανονίσῃ τὰς λεπτομερείας τῆς ἀστυνομικῆς διατάξεως, διότι πρόκειται περὶ πλείστων ὅσων τεχνικῶν λεπτομερειῶν. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους κατὰ τῆς Ἑταιρείας, θὰ ὑποβληθῇ δὲ καὶ εἰδικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὴν Κοινωνίαν τὸ δίκαιον.
§10Π. ΑΓΓΕΛ. ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἡ Ἑταιρεία προέβη εἰς τὴν διακοπὴν τοῦ ρεύματος.
§11Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τούτου ἔλαβον γνῶσιν πρὸ μικροῦ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ κείμενος νόμος δὲν εἶναι ἐπαρκής, τότε θέλομεν μεριμνήσῃ περὶ ταχυτάτης ὑποβολῆς τοῦ καταλλήλου νομοσχεδίου, ἵνα ἐπιβάλωμεν τὸ δίκαιον.
§12Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον παρακαλέσει νὰ ἐπισπευσθῇ ἡ ἐργασία αὕτη.
§13Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Σχετικὴ ἀναφορὰ πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο ἐδόθη καὶ εἰς ἐμὲ ἀπὸ τῆς χθές, παρακαλῶ δὲ νὰ συσχετισθῇ πρὸς τὰς ἄλλας καὶ νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§14Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὥστε αὔριον νὰ εἶναι πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§15Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§16Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ μὲν τῆς διοικητικῆς ταχυτάτης ἐνεργείας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἴχομεν ἐπαρκεστάτας διαβεβαιώσεις. Καὶ περὶ τῆς νομοθετικῆς προνοίας ἠκούσαμεν, ὅτι ἐπίκειται ἡ ὑποβολὴ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ ὑπάρχει τὸ ἀδίκημα τῆς ἐκβιάσεως μιᾶς Ἑταιρείας. Ἔξωθεν τῆς Βουλῆς ἦλθεν ἐπιτροπὴ 200 περίπου κηπουρῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τῶν ὁποίων ἀπειλοῦνται, ὄχι μόνον τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Κοινωνία τῶν Ἀθηνῶν, διότι μετὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας ἕως οὗ ἐφαρμοσθοῦν τὰ διοικητικὰ μέτρα καὶ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, θέλει συντελεσθῇ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Ἑταιρεία, διακόψασα τὸ ρεῦμα, ἵνα ἐκβιάσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις μέχρι τῆς χθὲς ἦτο ἀνώτατος Εἰσαγγελεὺς τοῦ Κράτους καὶ ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὸν νόμον περὶ αἰσχροκερδείας, καὶ ἐν ἀνάγκῃ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητηθῇ ταύτην τὴν στιγμὴν ὁ Εἰσαγγελεύς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα κατὰ τῆς Ἑταιρείας, προκειμένου περὶ ἀδικήματος καταφώρου. Ἔχετε τὸν νόμον τὸν γενικὸν περὶ ἐκβιάσεων, ἀλλὰ καὶ τὸν νόμον περὶ αἰσχροκερδείας;
§17Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Διαβεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτήν, καὶ πᾶσαν τὴν Βουλήν, ὅτι, εὐθὺς ὡς καταγγελθῇ πρᾶξίς τις, ἡ εἰσαγγελικὴ ἀρχὴ θέλει προβῇ μετὰ πάσης αὐστηρότητος εἰς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως.
§18Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἐπεριμένομεν ἄμεσον ἐνέργειαν. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον, ἀντὶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, ζητῶν τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, νὰ τὴν ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§19Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορά.
§20Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν ἐφρόνουν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἤθελεν ἀποτολμήσῃ μίαν αὐθαίρετον ἐνέργειαν, τὴν διακοπὴν τοῦ ρεύματος καὶ λυποῦμαι πολὺ διὰ τοῦτο. Ἀληθῶς, εἶχον λάβει γνῶσιν τῆς προθέσεως τῆς αὐξήσεως τοῦ κὼκ, διότι περὶ τῆς διακοπῆς τοῦ ρεύματος μόλις πρὸ δύο λεπτῶν ἔλαβον γνῶσιν. Ἡ τιμὴ τοῦ κὼκ, ὡς πρὸς τοὺς ἀρτοποιούς, δὲν πρόκειται νὰ αὐξηθῇ, διότι μοὶ ὑπεσχέθη ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος, ὅτι οὐδεμία αὔξησις τοῦ κὼκ τοῦ χορηγουμένου εἰς τοὺς ἀρτοποιοὺς θέλει γίνει. Ἤδη διεκόπη τὸ ρεῦμα. Συνέστησα εἰς τοὺς πρὸ ὀλίγου παραπονεθέντας συμπολίτας μου, ὅπως μεταβῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας καὶ συνεννοηθῶσι μετὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπείγει τὸ πρᾶγμα, νομίζω ὅτι, πρὸ παντὸς ἄλλου, ἔχω καθῆκον νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ φωτισμοῦ τῶν πόλεων, ποινῶν σφετερισμοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, φωταερίου κλπ.». Νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θέλει θεραπεύσῃ τὸ κακόν. Διετυπώθη κατὰ τρόπον ἀνθρωπίνως τέλειον καὶ ὑποθέτω ὅτι ἀνταποκρίνεται πρὸς πάσας τὰς ἀνάγκας καὶ συνεπῶς, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸ ψηφίσῃ κατ’ ἀρχήν.
§21Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὶν ἐξαντληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν, παρακαλῶ, ὅπως μοὶ δοθῇ ἡ ἄδεια καὶ ὑποβάλω ἀναφορὰν κατεπειγούσης φύσεως....
§22Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς διενεμήθησαν εἰς τοὺς κ. κ. Βουλευτὰς ἤδη, πρὸ τριῶν ἡμερῶν, καὶ πρέπει νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει πρὸς συζήτησιν, τῆς ἀναγραφῆς γενησομένης πρώτης, κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§23Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§25Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ κατόπιν οἱασδήποτε τροποποιήσεις ἐπιφέρουσι, νὰ τὰς ἐπιφέρωσιν εἰς τήν αʹ ἀνάγνωσιν. Εἶναι ζήτημα ὑψίστης σπουδαιότητος.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περὶ φωτισμοῦ κηρυχθῇ κατεπεῖγον;
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκηρύχθη κατεπεῖγον.
§29Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ κατ’ ἀρχὴν νὰ ψηφισθῇ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν;
§31ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν. Εἰσερχόμεθα εἰς τήν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μεϊμαράκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Καμαριώτου Μυλοποτάμου τοῦ Νομοῦ Ρεθύμνης.
§33Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§34Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Εἰσήλθομεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως εἰσέλθωμεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν;
§36ΠΑΝΤΑΧΟΘΕΝ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Δύο λέξεις, παρακαλῶ, πρὸ τούτου. (Διαμαρτυρία). Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ μὴ ὁμιλήσωμεν. Πρόκειται περὶ τῆς πείνης, ἡ ὁποία μαστίζει ὁλόκληρον τὴν Ἤπειρον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἰσήλθομεν, κ. Βουλευτά, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Πρῶτον ἀντικείμενον...
§39Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. (Νέαι διαμαρτυρίαι).
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσήλθομεν...
§41Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Δὲν εἰσήλθομεν ἀκόμη. Πρόκειται περὶ ἁπλῆς συστάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ κάμωμεν εἰς τοὺς κ. Ὑπουργούς. (Διαμαρτυρίαι). Πρόκειται περὶ τῆς πείνης, κ. Συνάδελφοι. Ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν Ἤπειρον λαμβάνομεν καθ’ ἑκάστην ἐπιστολάς, αἱ ὁποῖαι μᾶς περιγράφουν διὰ τῶν μελανωτέρων χρωμάτων τὴν κατάστασιν... (Θόρυβος).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ πέντε λεπτά.
§43Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ζητοῦσι ψωμὶ οἱ ἄνθρωποι! Ζητοῦσιν ἄρτον! Αὐτὴν τὴν αἴτησιν ὑποβάλλομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ παρακαλοῦμεν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὸν τόπον μας.
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καίτοι εἶναι παρὰ τὸν Κανονισμόν, καίτοι πράγματι, οἱ κ. κ. Βουλευταί, γνωρίζουσι τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα κατασταθῇ δυνατὸν νὰ τροφοδοτηθῇ ἡ Ἤπειρος, ἐν τούτοις εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, κατόπιν τῆς ὑποβληθείσης ἐρωτήσεως, νὰ δηλώσω, ὅτι καταβάλλεται πᾶσα προσπάθεια πρὸς τροφοδοσίαν τῆς Ἠπείρου. Ὁλόκληρον φορτίον σίτου, τὸ ὁποῖον ἦτο προωρισμένον διὰ τὴν Κέρκυραν καὶ διὰ τὴν Ἤπειρον, τὴν ἐκ Κερκύρας προμηθευομένην τὸν ἀναγκαῖον σῖτον, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον· διότι ὁλόκληρον τὸ φορτίον ἐκ τοῦ ὁποίου προορίζοντο διὰ τὴν Κέρκυραν μόνον 1.200 τόννοι, ἐκρατήθη καὶ μένει εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ δύναται νὰ διατεθῇ ἐξ αὐτοῦ ὅ,τι χρειασθῇ. Ὁλόκληρον φορτίον σίτου ὑπάρχει εἰς τὴν Θεσσαλονίκην, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν ἐκεῖ μετ’ ἀληθῆ ὀδύσσειαν. Καταβάλλεται δὲ πᾶσα ἐνέργεια, ἵνα γίνῃ δυνατὸν νὰ σταλῇ σῖτος καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον ἐκ Κερκύρας καὶ εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον, τόσον ἐκ Κερκύρας, ὅσον καὶ ἐκ Θεσσαλονίκης. Καὶ ἐλπίζω νὰ γίνῃ τοῦτο δυνατὸν καὶ νὰ σταλῇ σῖτος καὶ πρὸς τὴν Ἤπειρον καὶ πρὸς τὴν Βόρειον Ἤπειρον, δυστυχῶς ὅμως, ὑπάρχουσι καὶ προσκόμματα κατὰ τῶν ὁποίων μεθ’ ὅλας ἡμῶν τὰς προσπαθείας δὲν γίνεται δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν. Προχθὲς ἀκόμη, ὁλόκληρος σειρὰ διακοσίων φορτίων τροφίμων, μεταφερομένων εἰς τὴν Κορυτσᾶν, ἐκρατήθησαν εἰς τὸν δρόμον μεταξὺ Φλωρίνης καὶ Κορυτσᾶς καὶ ἠμποδίσθησαν τὰ τρόφιμα αὐτὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν Κορυτσᾶν. Ἡ διὰ θαλάσσης μεταφορὰ ἐκ Κερκύρας εἰς Ἤπειρον καὶ αὐτὴ εἶχεν ἐμποδισθῆ. Γνωρίζετε πάντες ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ πρό τινων ἡμερῶν ληφθέντα, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπισήμου ἀναγγελίας. Τινὰ ἐξ αὐτῶν ἴσως ἀκόμη ἐξακολουθοῦσιν εἴς τινα σημεῖα τῶν ἀκτῶν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι εἶναι εἰς τὴν Κέρκυραν, ἔπρεπε μετὰ τὴν ἀποβίβασιν τοῦ ποσοῦ τοῦ προωρισμένου διὰ τὴν Κέρκυραν, νὰ μεταβῇ εἰς Πάτρας. Ἀλλ’ ἐκρατήθη ἐκεῖ. Ἐπετράπη, ἵνα ἐκ Κερκύρας σταλῶσι διὰ θαλάσσης τρόφιμα εἰς τὴν Ἤπειρον; Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, καίτοι συνεστήσαμεν εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Κερκύρας νὰ καταβάλωσι πᾶσαν προσπάθειαν νά ἐξεύρωσι τρόπον νά ἐνεργηθῇ ἡ ἀποστολὴ σίτου ἢ ἀλεύρων εἰς Ἤπειρον, ἐν τούτοις ἀγνοοῦμεν τὶ ἐγένετο. Δὲν πρόκειται, λοιπόν, περὶ ἀτελῶν ἢ πλημμελῶν ἐνεργειῶν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρόκειται περὶ ἀνεπαρκοῦς ἐπιμελείας τῆς Κυβερνήσεως· πρόκειται περὶ προσκομμάτων, ἀνωτέρων οἱασδήποτε θελήσεως ἡμῶν. Αὐτή εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις. Κατά τῆς καταστάσεως ταύτης ἀντεπεξερχόμεθα διὰ παντὸς τρόπου. Ἔχομεν δὲ ἀνάγκην διὰ νὰ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῆς καταστάσεως αὐτῆς πλήρως, ἔχομεν ἀνάγκην διὰ νὰ ὑπερνικῶμεν κυρίως τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ὑπηνείχθην, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς πάντων ὑμῶν. (Χειροκροτήματα). Διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θέλει βεβαιωθῇ ὅτι πάντες ἠνωμένοι καὶ ἀδιαίρετοι θὰ ὑπομείνωμεν τὰς ἐνδεχομένας συνεπείας παντὸς μέτρου, τότε θὰ νομισθῇ τὸ ἄσκοπον τῶν μέτρων τούτων, τὰ ὁποῖα παραμένουσιν ἄνευ ἀποτελέσματος, ἀπέναντι τῆς ἑνιαίας ἐθνικῆς ἡμῶν συνειδήσεως.
§45ΣΤΕΦ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μοὶ φαίνεται, κ. Πρόεδρε, ἐνδεδειγμένον, ἀφοῦ ἔρχεται ἐνταῦθα ἡ φωνὴ τῶν λιμοκτονουμένων, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῶν ἐπεμβαινόντων εἰς τὰ ἐθνικὰ ἡμῶν πράγματα νὰ φθάσῃ καὶ εἰς αὐτοὺς ὁ σῖτος ὁ ἀγοραζόμενος ὑπὸ τοῦ Κράτους ὑπὲρ αὐτῶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξ ὀνόματος ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους ἐκφράσῃ τὴν θέλησιν αὐτοῦ, τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ, διὰ τῆς Βουλῆς, προταθῇ εἰδικὴ διαμαρτύρησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὰς παρεμποδιζούσας τὴν τοιαύτην μεταφορὰν τοῦ σίτου Δυνάμεις, εἰδικὴ διαμαρτυρία περὶ τοῦ ὅτι ἐκ τούτου ἐπέρνεται τὸ δεινὸν τοῦτο ἀποτέλεσμα, ὅτι ἡ παρέμβασις τῶν Ξένων ἀφαιρεῖ τὸν ἄρτον ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα).
§46Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, δύο λέξεις. Εἴμεθα καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνοι πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, νομίζω ὅμως, ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν πρέπει νὰ ἐπανέλθωσιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐφόσον γνωρίζομεν ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑφίστανται τοιαῦτα ἐμπόδια. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἀσχολῆται, διότι ἀκαίρως δίδομεν ὅπλα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐκβιάσωσιν.
§47Α. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διαμαρτυρηθῇ γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν.
§48Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Δὲν λέγομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐργάζεται. Ἠθέλομεν νὰ ἀκουσθῇ ἡ φωνή, ὅπως ἠκούσθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ τῶν αἰτίων, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὴν κατάστασιν αὐτὴν καὶ περὶ τῶν μέτρων τῶν ληφθέντων πρὸς ἀποσόβησιν αὐτῶν. Θὰ παράσχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς λύσιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων.
§49Π. ΦΛΩΡΟΣ. Ἡ φωνή, ἡ ὁποία ἠκούσθη, ἦτο φωνὴ διαμαρτυρίας διὰ τοὺς πεινῶντας καὶ ἀποθνήσκοντας ἐκ τῆς πείνης καὶ ἵνα γνωσθῇ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμποδίζουν τὸν σῖτον καὶ θέλουσι νὰ ἐκβιάσωσιν. Ἡμεῖς αὐτὸ ἠθέλομεν νὰ ἀκούσωμεν καὶ ὄχι νὰ ἀντιπολιτευθῶμεν τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν Κυβέρνησιν, τοὺς κόπους καὶ τὰ βάσανα τὰ ὁποῖα ὑφίστανται ἀναγνωρίζομεν. Μάλιστα, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι πρέπει νὰ συνέλθῃ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ ἀνακηρύξῃ εἰς Ἁγίους τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς διευθύνοντας. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§50Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον διὰ δύο λέξεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ προσθέσω καὶ ἀπορῶ καὶ ἐξίσταμαι διατὶ διακόπτομεν τὸν λόγον, ὅταν πρόκειται περὶ ἱερωτάτων συμφερόντων τοῦ τόπου. Ἐπειδὴ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Μακεδονίας εἶχε τὴν ἔμπνευσιν νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἐν ὀνόματι ὅλου τοῦ Ἔθνους νὰ ἀπευθυνθῇ διαμαρτυρία δρυμῖα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, τῆς μαρτυρησάσης πρὸς τὰς Δυνάμεις, τὰς μετερχομένας τὸ ἀπαίσιον μέτρον τῆς πείνης καθ’ ἑνὸς εὐγενοῦς λαοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νά ἀπευθυνθῇ ἡ διαμαρτυρία μόνον πρὸς τάς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔρχονται εἰς ἐπικοινωνίαν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς οὐδετέρας Δυνάμεις, πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας, Συμπολιτείας μεγάλης καὶ εὐγενοῦς, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ νὰ ἐνθυμηθῇ αὐτὴν τὴν ἡμέραν, ὅτι πρώτη αὐτὴ κατὰ τὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐπείνασεν, ἀπέστειλε σῖτον, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ πρώτη αὐτή, ἡ ὁποία θὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς τοὺς ἀποκλείοντας τὴν Ἑλλάδα, ὅτι μετέρχονται πρᾶξιν ἀνίερον, ὅτι δὲν ἐκβιάζει οὐδεὶς τὴν θέλησιν τῶν λαῶν διὰ τῆς πείνης, ὅτι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐκβιάσῃ τὴν θέλησιν τῶν λαῶν, δὲν μετέχει τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ χάρτου, παρά ἐν ὀνόματι τῆς ἀνιέρου βίας. Πάντα ταῦτα, παρακαλῶ, νά ἀποτελέσωσι δρυμίαν διαμαρτυρίαν οὐχὶ πρὸς τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔρχονται εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἕνεκα τῶν γνωστῶν λόγων, ἀλλὰ πρὸς τὰ οὐδέτερα Κράτη, καὶ νὰ ἀπευθυνθῇ ἡ διαμαρτυρία πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τήν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Πρῶτον ἀντικείμενον. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδοχῶν διατιθεμένων πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἀνδρῶν τῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§52Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον «περὶ προσωρινῆς ἢ ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως τῶν καταδίκων». Καθὼς γνωρίζει ἡ Βουλή, ὑπάρχει ὁ νόμος ΓΩΜʹ, ὁ ὁποῖος ὁρμᾶται ἐκ πνεύματος χαριστικοῦ ἐπὶ τῷ γεγονότι τῆς συντελέσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, περιέλαβε δὲ διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας εἰς τοὺς καταδίκους, τοὺς καταδικασθέντας πρὸ τῆς ἀναθεωρήσεως ταύτης, παρέχεται ἕν εἶδος δικαστικῆς χάριτος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ νόμος ἐν σπέρματι περιέχει τὴν ἀρχὴν τοῦ θεσμοῦ τῆς ἀπολύσεως τῶν καταδίκων, ὑπὸ ὅρον, ἐν σπέρματι μόνον, διότι ἐψηφίσθη ἐσπευσμένως καὶ συνηρμολογήθη ἐκ διαφόρων σχεδίων, δὲν διακρίνεται δὲ διὰ τὴν ἑνότητα τῆς ἀρχῆς. Ὁ θεσμὸς τῆς ὑπὸ ὅρον ἀπολύσεως τῶν καταδίκων, εἶναι θεσμὸς Ἀγγλικός, ἀποτελεῖ τὸ λεγόμενον Ἰρλανδικὸν ἢ προοδευτικὸν σύστημα, ἐκεῖθεν δὲ μετηνέχθη εἰς ὅλας τὰς Εὐρωπαϊκὰς νομοθεσίας. Ἡ ἀρχὴ εἶναι ἁπλουστάτη. Ἐὰν ὁ κατάδικος, κατὰ τὸν ἐν τῇ φυλακῇ βίον, ἀποδείξῃ, ὅτι ἐβελτιώθη ἐπαρκῶς, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ποινὴ παύει νά ἔχῃ καμμίαν ἔννοιαν, διότι, ὅταν ἡ ποινὴ ἐπιβάλλεται, ἐπιβάλλεται ὄχι πρὸς ἐκδίκησιν, ἀλλὰ πρὸς βελτίωσιν τῶν καταδίκων. Ἤδη, ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους σοφούς, ἐλέχθη, ὅτι ἡ ἀδικία εἶναι νόσος καὶ πρὸς θεραπείαν αὐτῆς, ἡ ποινὴ χρησιμεύει. Ὅταν ὅμως τὸ φάρμακον τελεσφορήσῃ, ἡ περαιτέρω ἐκτέλεσις τῆς ποινῆς εἶναι ἄσκοπος, διότι, ὅταν ὁ ἰατρὸς εἶναι εἰς θέσιν νά εἴπῃ εἰς τὸν ἀσθενῆ «ἆρον τὸν κράββατόν σου καὶ περιπάτει», θὰ εἶναι παράδοξον νὰ ἐπιμένῃ, ὅπως ἐξακολουθῇ οὗτος θεραπευόμενος. Ἡ βάσις τοῦ θεσμοῦ εἶναι, ὅτι διὰ τῆς ἐν τῇ φυλακῇ ἐκτίσεως μέρους τῆς ποινῆς, ὁ κατάδικος ἀπέδειξε σημεῖα βελτιώσεως, ἅμα τοῦτο συμβῇ, τότε ἀπολύεται τῆς φυλακῆς, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θὰ παρακολουθῆται εἰς τὸν κατόπιν βίον ἐκτὸς τῶν φυλακῶν. Ἐὰν καὶ κατόπιν ἐμμείνῃ εἰς τήν βελτίωσιν, τότε ἡ ἀπόλυσις αὐτοῦ γίνεται ὁριστική. Διὰ τοῦτο ὁ θεσμὸς αὐτὸς ἐθεωρήθη ὡς κατακλεὶς τοῦ σωφρονιστικοῦ συστήματος, δὲν εἶναι χάρις, διότι ἡ χάρις εἶναι προνομία τοῦ Βασιλέως, ἡ ὁποία δὲν διατελεῖ ὑπὸ οὐδένα ὅρον καὶ περιορισμόν, ἐνῷ ἡ ἀπόλυσις ἐκ τῶν φυλακῶν εἶναι τρόπος ἐκτίσεως τῆς ποινῆς ἐκτὸς τῶν φυλακῶν. Οὐδεμία ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τῶν δύο τούτων. Τώρα ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖον καὶ ἐπειδὴ πρόκειται νὰ εἰσαχθῇ θεσμὸς, ὁ ἐπίσης ἐλειτούργησεν ὑπὸ τὴν ἀτελῆ μορφὴν τοῦ νόμου ΓΩΜʹ, ἐκρίθη ἀναγκαῖον, νὰ ζητηθῶσιν αἱ γνῶμαι τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου αὐτοῦ, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ἐξ αὐτῶν δυνάμεθα νά ἀρυσθῶμεν ἐπιχειρήματα. Δυστυχῶς, τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον παρῆλθεν ἀπὸ τοῦ εἰρημένου νόμου μέχρι σήμερον, δὲν εἶναι ἐπαρκὲς, ἵνα παράσχῃ εἰς ἡμᾶς ἀσφαλεῖς στατιστικὰς πληροφορίας περὶ εὐδοκιμήσεως ἢ μὴ αὐτοῦ, ἐν τούτοις οἱ Εἰσαγγελεῖς ἀποκλίνουσιν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ νόμος ηὐδοκίμησε καὶ ὅτι εἶναι ἐλάχιστοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ἀπολυθέντες τῶν φυλακῶν, ὑπέπεσαν εἰς ὑποτροπήν. Ὀφείλω νά εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ νομοπαρασκευαστικὴ ἐπιτροπεία τοῦ Ποινικοῦ Νόμου, θεωρεῖ πρόωρον τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου θεσμοῦ.
§53Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Νὰ καταθέσητε ὅλα αὐτά.
§54Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§55Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπὸ ποίους ἀποτελεῖται;
§56Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐπιτροπὴ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν κ. Ἡλιόπουλον, καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου, καὶ ἀπὸ τὸν κ. Πανόπουλον, Ἐφέτην.
§57Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μνημονεύωνται αἱ ἐκθέσεις αὐταί.
§58Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Μάλιστα.
§59Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν, αἱ ἐκθέσεις νὰ κατατεθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν.
§60Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κατατίθενται.
§61Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ στηρίζονται οἱ κύριοι αὐτοί.
§62Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Διότι πάντως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λάβῃ γνῶσιν.
§63Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αἱ ἀντιρρήσεις, αἵτινες φέρονται κατὰ τοῦ θεσμοῦ, εἶναι τὸ μὲν γενικαί, ἀφορῶσαι εἰς τήν βάσιν αὐτοῦ, τὸ δὲ τοπικαὶ, ἀναγόμεναι εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν. Αἱ γενικαὶ ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ θεσμοῦ εἶναι ἐλάχισται καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀνάξια ἀντικρούσεως, διότι οἱ πολεμοῦντες τὸν θεσμὸν γενικῶς τοῦτο μόνον λέγουσιν, ὅτι σκοπὸς τῆς ποινῆς δὲν εἶναι ἡ βελτίωσις, ἀλλ’ ἡ ἐπαγωγὴ κακοῦ ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας πρὸς τὸν ἀδικήσαντα, κακοῦ ἰσαξίου πρὸς τὸ ἀδίκημα. Ἡ θεωρία αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου, ἡ θεωρία τοῦ «ὀφθαλμὸν ἀντὶ ὀφθαλμοῦ καὶ ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος». Ἀλλ’ ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι κακοποιὸς δύναμις, ἡ Πολιτεία προσπαθεῖ μόνον νά βελτιώσῃ τόν κατάδικον καί νά φρονηματίσῃ τούς ἄλλους.
§64Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πολὺ ὀρθά.
§65Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἑπομένως ἡ θεωρητική αὕτη, οὕτως εἰπεῖν, καταπολέμησις τοῦ θεσμοῦ, δὲν εἶναι σοβαρά. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν. Αἱ ἀντιρρήσεις αἱ τοπικαὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ παρ’ ἡμῖν, εἶναι αἱ ἑξῆς: ὅτι παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχει ἄρτιον σωφρονιστικόν σύστημα. Εἶναι, Κύριοι, δυστυχῶς, ἀληθὲς καὶ δὲν διστάζω νά τὸ ὁμολογήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι μὲ ὅλας τὰς προσπαθείας τὰς ἐκ τοῦ κέντρου, αἱ πλεῖσται ἐκ τῶν φυλακῶν ἡμῶν εἶναι φυτώρια καὶ καταγώγια πάσης διαφθορᾶς. Θὰ ἐξαιρέσῃ τις μόνον ὀλίγας φυλακὰς. Λέγουσι, λοιπόν, οἱ ἀντιλέγοντες, ὅτι, ἐφόσον δὲν καταρτίζεται πλῆρες καὶ ἄρτιον σωφρονιστικὸν σύστημα, ἐγγυώμενον τήν βελτίωσιν τοῦ καταδίκου ἐν τῇ φυλακῇ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ σκεφθῶμεν περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ τούτου.
§66Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δηλαδή, νά χειροτερεύῃ ὁ κατάδικος.
§67Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἀντίρρησις. Ἡ δὲ δευτέρα ἀντίρρησις κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θεσμοῦ παρ’ ἡμῖν εἶναι αὕτη, ὅτι ἐκεῖ ὅπου λειτουργεῖ ὁ θεσμὸς αὐτός, ὑπάρχει καὶ Κυβερνητική ἀφ’ ἑνὸς πρόνοια, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία, ἀσκουμένη διὰ τῶν λεγομένων «Σοσιετὲ ντὲ πατρονάζ», τῶν διαφόρων προστατευτικῶν σωματείων, τὰ ὁποῖα παραλαμβάνουσι τὸν κατάδικον ἐξερχόμενον ἐκ τῆς φυλακῆς, τὸν προστατεύουν καὶ ἐξακολουθοῦν νὰ φροντίζωσιν, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ αὐτὸν ἐκείνη ἡ κηλίς, ἡ ὁποία καὶ κατά τὰ παρ’ ἡμῖν καὶ ἁπανταχοῦ κρατοῦντα ἔθιμα, παρακολουθεῖ τὸν κατάδικον κατὰ τὸν ἐκτὸς τῶν φυλακῶν βίον. Αἱ ἁμαρτίαι τοῦ παρελθόντος βαρύνουσι καὶ τὸ ἐνεστὼς καὶ ἂν τοῦτο εἶναι ἀνεπίληπτον, ὥστε ὁ ἅπαξ καταδικασθεὶς δὲν δύναται μόνος νά ἀντιδράσῃ κατὰ τῆς τοιαύτης προκαταλήψεως, ἥτις τὸν συνοδεύει ἁπανταχοῦ. Διὰ τοῦτο τὸν δυστυχῆ αὐτὸν ἄνθρωπον τὸν παραλαμβάνουν τὰ σωματεῖα καὶ αἱ ἑταιρεῖαι αὐταί, τοῦ παρέχουν ἐργασίαν καὶ τὸν ἐνισχύουν ὑλικῶς καὶ ἠθικῶς καὶ τοιουτοτρόπως συντελοῦσιν εἰς τὴν ἠθικήν του ἀποκατάστασιν. Ταῦτα παρ’ ἡμῖν δὲν ὑπάρχουσιν. Αἱ ἀντιρρήσεις, Κύριοι, αὗται εἶναι σοβαραὶ καὶ ὁμολογῶ, ὅτι πολὺ ἐσκέφθην, ἐὰν ἔπρεπε νὰ εἰσαγάγω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἀλλὰ δύο τινά μὲ ἔκαμαν νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ γνώμη τῶν Εἰσαγγελέων τῶν Ἐφετῶν, ἡ ὁποία διατυποῦται μᾶλλον εὔνους περὶ τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον θά σᾶς φανῇ παράδοξον, δὲν στερεῖται ὅμως ἀληθείας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω «πιστεύω» τὸ πρᾶγμα, διότι εἶναι παράδοξον «κρέντο κβία ἀμπσούρντουμ». Ἀλλὰ τὸ πιστεύω, διότι, μολονότι φαίνεται παράδοξον, ἐγκλείει ἐν ἑαυτῷ οὐσιαστικήν ἀλήθειαν καὶ κῦρος. Ὁ ψυχολογῶν ἐπὶ τοῦ ἀνθρωπίνου, καὶ δὴ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ, χαρακτῆρος, δὲν θὰ θεωρήσῃ ὡς ἀπίθανον τὸ λεχθὲν, ὅτι ὅπου σωφρονιστικὸν σύστημα δὲν ὑπάρχει, ἀναφαίνεται ἐπὶ μᾶλλον ἡ χρησιμότης τοῦ θεσμοῦ, διότι ἐκεῖ ὅπου τὸ σωφρονιστικόν σύστημα εἶναι ἄρτιον, καταντᾷ ὁ θεσμὸς νὰ εἶναι περιττός, ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς ἀπολύσεως. Εἰς τὰς φυλακὰς θά βελτιωθῇ ἀσφαλῶς ὁ κατάδικος, ἑπομένως εἶναι περιττὴν νὰ ληφθῇ ἄλλη πρόνοια ὡς πρὸς τὸν κατόπιν ἐκτὸς τῶν φυλακῶν βίον αὐτοῦ· ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου τὰ πράγματα ἔχουσιν, ὡς ἔχουσι παρ’ ἡμῖν καὶ θά ἔχωσιν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἴσως ἀκόμη, ὑπὸ ἐλεεινὸν σωφρονιστικὸν σύστημα, δὲν ἔχομεν παρὰ τὸ μέσον αὐτό, δὲν ἔχομεν ἢ τήν ἐπίδρασιν, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἡ ἐλπὶς εἰς τήν ψυχὴν τοῦ καταδίκου, ὅταν ἀσφαλῶς γνωρίζῃ, ὅτι διάγων καλῶς ἐν ταῖς φυλακαῖς ἐπὶ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξαγοράσῃ ἕν μέρος τῆς ποινῆς καὶ ταχύτερον θά μεταβῇ εἰς τήν ἐλευθερίαν, τήν ὁποίαν ὅλοι ποθοῦσι. Δὲν εἶναι ζήτημα, ὅτι ὁ κατάδικος θὰ θελήσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς εἰσόδου του ἐν ταῖς φυλακαῖς νὰ φανῇ βελτιῶν ἑαυτόν. Ἔχω δὲ καὶ ἄλλην ἐλπίδα, Κύριοι, ὅτι παρ’ ἡμῖν, ὅπου συμβαίνουσι πολλαὶ δραπετεύσεις ἐκ τῶν φυλακῶν, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ προκειμένου θεσμοῦ, θὰ περιορισθῶσιν αὗται, διότι θά γνωρίζῃ ὁ κατάδικος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποπειραθῇ νά ἀποδράσῃ ἐκ τῶν φυλακῶν, ὅτι τοῦτο θά σημειωθῇ εἰς τὸ φύλλον ποιότητός του καὶ θά τῷ ἀποκόψῃ πᾶσαν ἐλπίδα περὶ τῆς ταχυτέρας ἐκ τῶν φυλακῶν ἀπολύσεώς του. Ὡς ἐκ τούτου, Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι ὤφειλον νά προβῶ εἰς τὴν ἀπόφασιν νά καταθέσω εἰς τήν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Θὰ παρεκάλουν καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ τήν Βουλήν κατόπιν, νὰ ἐξονυχίσῃ αὐτὸ καὶ νά σταθμίσῃ καὶ τά ὑπὲρ καὶ τά κατά ἐπιχειρήματα, διότι καὶ ἐκ τῆς γνώμης τῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, θὰ δυνηθῶ καὶ ἐγὼ νὰ σχηματίσω ἀρτιωτέραν γνώμην περὶ τοῦ νομοσχεδίου.
§68ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§69Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§70Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δύναται νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νά παραπεμφθῇ εἰς τήν ἐπιτροπήν.
§71Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τετυπωμένον πρῶτον.
§72Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δύο λέξεις θά εἴπω περὶ ἄλλων τινῶν ὑπηρεσιακῶν νομοσχεδίων, τά ὁποῖα λαμβάνω τήν τιμήν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ πρῶτον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ὑπογραμματεῖς καὶ δικαστικοὺς γραφεῖς παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις Κρήτης. Τὰ Εἰρηνοδικεῖα τῆς Κρήτης εἶχον πρὸ τῆς ἀφομοιώσεως εὐρεῖαν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, ἐδίκαζον, δηλαδὴ, καὶ πλημμελήματα, ἐκτὸς τῶν πταισμάτων. Ἐκτὸς τούτου, ἐν Κρήτῃ διετηρήθη ὁ νόμος περὶ μικροπταισμάτων καὶ μικροδιαφορῶν, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖ προσωπικὸν ἠσκημένον. Ἐν Κρήτῃ ὑπῆρχον ἔμμισθοι ὑπογραμματεῖς καὶ βοηθοὶ γραμματέως εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα. Ὅταν ἐγένετο ἡ δικαστικὴ ἀφομοίωσις, κατ’ ἀκρίβειαν, ἔπρεπε νὰ ἀπολυθῶσι τῆς ὑπηρεσίας οὗτοι, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ ὑπηρεσία των ἦτο ἀπαραίτητος, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης διέταξεν, ὥστε οἱ κρινόμενοι ἀπαραίτητοι νὰ παραμείνωσι, μισθοδοτούμενοι καὶ τοιουτοτρόπως παρέμειναν περὶ τοὺς 35 ἢ 36, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τὴν ὑπηρεσίαν. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι, αἱ θέσεις αὐτῶν νὰ νομιμοποιηθῶσι καὶ διὰ τὸ παρελθὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ἀδικία εἰς αὐτοὺς καὶ ὅπως μὴ προσκόψῃ ἡ λειτουργία τοῦ νόμου περὶ μικροπταισμάτων καὶ μικροδιαφορῶν, ὅστις ἀπέδωκεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα ἐν Κρήτῃ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ μίαν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἑτέρα διάταξις προνοεῖ περὶ τῶν ἀναπληρωτῶν τῶν Γραμματέων Εἰρηνοδικείων καὶ τῶν ἐμμίσθων δικαστικῶν κλητήρων. Ὑπάρχει διάταξις τοῦ νόμου, κατὰ τὴν ὁποίαν, τοὺς Γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων καὶ τοὺς ἐμμίσθους δικαστικοὺς κλητῆρας, ἀπόντας ἢ κωλυομένους, ἀναπληροῦσιν ὑπογραμματεῖς ἢ ἄλλοι κλητῆρες, ὑπὸ τοῦ Εἰσαγγελέως ὁριζόμενοι ἐπὶ τούτῳ, οἱ ἀναπληρωταὶ δὲ οὗτοι λαμβάνουσι τὸν μισθὸν τῶν ἀπόντων ἢ κωλυομένων. Ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ νόμου 425 περὶ στρατολογίας, οἱ στρατευόμενοι ὡς ἔφεδροι λαμβάνουσι πλήρη τὸν μισθὸν αὐτῶν. Ἐντεῦθεν ἐγεννήθη μία περιπλοκή, μία σύγκρουσις διατάξεων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὸ Δημόσιον λέγει εἰς τοὺς ἀναπληρωτὰς «δὲν ἔχω νὰ σᾶς πληρώσω τίποτε, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι θὰ σᾶς δώσω τὸν μισθὸν τῶν ἀπόντων, τὸν ὁποῖον κερδίζω — τὸν ὁποῖον, δηλαδή, προϋποτίθεται, ὅτι αὐτοὶ δὲν λαμβάνουσιν, — ἑπομένως, ἐπειδὴ ἐγὼ πληρώνω αὐτούς, δυνάμει τοῦ νόμου 425, δὲν ἔχω νὰ δώσω εἰς ὑμᾶς τίποτε». Οἱ ἀναπληρωταὶ ἀντιλέγουσιν, ὅτι «ἡμεῖς προσφέρομεν τὰς ὑπηρεσίας μας, δυνάμει διατάξεως τοῦ νόμου, ἥτις λέγει, ὅτι λαμβάνομεν τὸν μισθὸν ἐκείνων». Δὲν ἀνταποκρίνεται βεβαίως εἰς τὰς ἀξιώσεις τῆς δικαιοσύνης, ἐὰν εἴπωμεν εἰς αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ὑφ’ ὡρισμένους ὅρους ὑπηρετοῦσιν, ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ, ὅτι λαμβάνουσι τὸν μισθὸν τῶν ἀπόντων, ὅτι δὲν θὰ ἀποζημιωθῶσι παντάπασι. Διὰ τοῦτο εὐκταῖον θὰ ἦτο, ὁμοία λύσις, ἥτις ἐδόθη ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ἀποσπασθέντας Εἰρηνοδίκας καὶ Γραμματεῖς Εἰρηνοδικείων εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον καὶ τὰς στρατιωτικῶς κατεχομένας χώρας, νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐνταῦθα, νὰ δοθῇ, δηλαδή, εἰς τοὺς ἀναπληρωτάς, περὶ ὧν εἴρηται, τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ τῶν ἀπόντων. Τοιαύτην βάσιν ἔχει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἕτερον νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ μεταβολῶν τινων εἰς τὸν νόμον ΓΧΠ τοῦ 1910 περὶ ἰατροδικαστικῆς ὑπηρεσίας παρὰ τῇ ἐν Ἀθήναις Εἰσαγγελίᾳ Πλημμελειοδικῶν, καὶ ἔχει σκοπὸν νὰ καθορίσῃ κατὰ τρόπον συμφερώτερον διὰ τὸ Δημόσιον τὰ πληρωτέα δικαιώματα διὰ τὰς τοξικολογικὰς μικροσκοπικὰς καὶ ἰατροδικαστικὰς ἐρεύνας. Ἕτερον νομοσχέδιον καὶ τελευταῖον, τὸ ὁποῖον θὰ ζητήσω νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον εἶναι τὸ ἑπόμενον. Ἡ τελευταία ἐπιστράτευσις κατέδειξεν, ὅτι ὑπάρχουν ὑπηρεσίαι τινές, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ παραλύσωσιν ἄνευ οὐσιώδους κοινωνικοῦ κινδύνου, καὶ τοιαύτη ὑπηρεσία εἶναι ἡ τῶν ἐμμίσθων ὑποθηκοφυλακείων Ἀθηνῶν. Ἐπεστρατεύθησαν ἀπὸ τοὺς ἐν αὐτῷ ὑπάρχοντας 3 γραμματεῖς, οἱ δύο καὶ ἀπὸ τοὺς 9 γραφεῖς, οἱ 6. Ἐννοεῖτε ποία κατάστασις ἐπῆλθε, δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ καθυστέρησις, ἡ ὑπάρχουσα, εἶναι δύο μηνῶν, ἐνῷ ὁ νόμος λέγει, ὅτι τὴν αὐτὴν ἡμέραν πρέπει νὰ ἐγγράφωνται αἱ ὑποθῆκαι καὶ προσημειώσεις. Θὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἡ ἐπιστράτευσις ἡ γενικὴ ἔληξεν, ἀλλὰ δὲν λαμβάνω πρόνοιαν διὰ τὴν σημερινὴν κατάστασιν, λαμβάνω πρόνοιαν γενικῶς, δηλαδή, προσθέτω εἰς τὸν νόμον 315, ὅτι, ὁσάκις καλοῦνται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ γραμματεῖς ἢ γραφεῖς τῶν ἐμμίσθων ὑποθηκοφυλακείων, δύναται ἀντ’ αὐτῶν καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας αὐτῶν, νὰ προσλαμβάνωνται ἔκτακτοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐκπληρῶσι τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἀπόντων. Τοῦτο ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὸ ἐνεστώς, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου, καὶ εἰς τοῦτο ἔγκειται τὸ ἐπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸ ὑποθηκοφυλακεῖον Ἀθηνῶν ἐπῆλθε τοιαύτη καθυστέρησις, ὥστε καὶ ἐπανερχομένων ὅλων τῶν στρατευθέντων ὑπαλλήλων, πάλιν δὲν θὰ εἶναι ἐφικτὴ ἡ ταχεῖα ἐπίτευξις ἐνημερότητος. Διὰ τοῦτο διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν, χορηγεῖται τὸ δικαίωμα τῆς προσωρινῆς ἐνισχύσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ὑποθηκοφυλακείου Ἀθηνῶν, διὰ τῆς προσλήψεως μέχρι 3 ἐκτάκτων γραφέων, ὅπως ἀποπερατωθῇ ἡ ὑπάρχουσα ἐκκρεμὴς ἐργασία. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ τῇ κηρύξῃ κατεπεῖγον.
§73Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ διὰ τὰς ἐπαρχίας. Ἐπίσης διὰ τοὺς Γραμματεῖς τῶν Εἰρηνοδικείων. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀφορᾷ καὶ τὸ μέλλον, ἀλλ’ ἡ ἀγροτικὴ ἀσφάλεια περιῆλθεν εἰς τελείαν ἀποσύνθεσιν. Πρὸ ἡμερῶν περιῆλθον ψηφίσματά τινα τῆς ἐπαρχίας μου· οἱ ἄνθρωποι διαμαρτύρονται, διότι εὗρον εὐκαιρίαν τώρα οἱ κακοποιοὶ καὶ οἱ ἀγροζημιωταί.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§75Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Προτιθέμενος, Κύριοι, νά ὑποβάλω ὑπὸ τήν ψῆφον ἡμῶν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1916 μετὰ τῶν συναφῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, ὀφείλω νὰ ζητήσω συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ἀργοπορίαν περὶ τὴν ὑποβολήν. Αἱ περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον εἰς τὴν τόσον ἐξώρας ὑποβολήν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἶναι γνωσταὶ ὑμῖν. Τελευταία δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἀδόκητος παραίτησις τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου, ἥτις μοὶ ἐπέβαλε τὸ βάρος μιᾶς κληρονομίας πλουσίας ἀληθῶς, ἀλλὰ καὶ ἐπαχθοῦς, διότι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς καὶ πρώην Συνάδελφός μου εἶχεν ἐργασθῆ καὶ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων μετὰ πάσης ἐπιμονῆς καὶ ὑπομονῆς καὶ μετὰ πάσης φιλοτιμίας. Οὐδ’ ἦτο δυνατὸν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς νὰ εὑρεθῇ τις, ὁ ὁποῖος θὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτὸν καὶ νὰ υἱοθετήσῃ καὶ νὰ χωνεύσῃ τὸ ὅλον σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε παρασκευάσει. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπαρκῆ ὅλα αὐτὰ διὰ νὰ σᾶς πείσουν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε πρόθεσις πρὸς τὴν ἀργοπορίαν, οὔτε λήθη περὶ τὴν ὑποχρέωσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τὰς συνταγματικὰς ὑποβάλλεται ὁ Προϋπολογισμός. Ἀτυχῶς, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, κατέστησαν μέχρι σήμερον καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915 ἀδύνατον καὶ ἡ μὴ ἐπιψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915 ἐπήγαγεν ἓν νέον κώλυμα, καθαρῶς μηχανικόν, διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1916, διότι, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ἐκτυπώσωμεν τὸ τεῦχος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1916 πρέπει τὸ τυπογραφεῖον καὶ τὰ τυπογραφικὰ μηχανήματα νὰ ἐλευθερωθῶσιν ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1915, ὁ ὁποῖος εἶναι συντεθειμένος ἐκεῖ καὶ ἀναμένει τὸ κῦρος ὑμῶν. Εἶναι ἐνδεδειγμένον, ὅπως ἀμέσως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1916 ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθές, ὅτι δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπολογισμὸς, καίτοι ἡ χρῆσις δὲν ἔληξεν. Εἶναι ἀπολογισμός, διότι ἐξεκοκκαλίσθη ὁλόκληρος ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1915 διὰ δωδεκατημορίων. Αἱ περιστάσεις, Κύριοι, ἃς διερχόμεθα, δὲν ἐπιτρέπουσι πολὺ μακρυγορίαν. Θὰ ὑπάρξω ὅμως σύντομος, διότι ἄλλως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ διέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας περὶ τῶν προϋπολογισμῶν, δὲν θὰ ἐξήρκουν πολλαὶ συνεδριάσεις, καθ’ ὅσον συνοδεύεται καὶ ὑπὸ ὀρμαθοῦ φορολογικῶν νομοσχεδίων. Θὰ εἶμαι, ὅσον τὸ δυνατόν, σύντομος, καὶ θέλω παραστήσῃ ὑμῖν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἰς τὰς προβλέψεις εἰς τὰς ὁποίας δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀποβλέψῃ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1916. Καὶ ὀφείλω νὰ παραστήσω ὑμῖν, Κύριοι, ὅτι αἱ προβλέψεις αὐταὶ δὲν εἶναι λίαν εὐχάριστοι, Αἱ περιστάσεις, ἡ πολιτεία, τήν ὁποίαν ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ὁποίαν εὗρε προκεχαραγμένην, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἀγάγουν εἰς μεγάλας δαπάνας, εἰς ὑπερόγκους δαπάνας, ὑπερβαλλούσας τὰς δυνάμεις τῆς Χώρας. Οὐδ’ εἶναι τις μεταξὺ ἡμῶν, οὐδ’ εἶναι τις ἐκτὸς τῆς αἰθούσης, ἔχων συνείδησιν τῶν πρὸς τὴν Πατρίδα καθηκόντων του, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι αἱ περιστάσεις αὗται καὶ ὡς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διατελοῦσαν ἐν οὐδετερότητι, ἦσαν περιστάσεις ἐπιτακτικαὶ, τὰς ὁποίας δὲν ὤφειλε νὰ παρίδῃ καὶ ἀπέναντι τῶν ὁποίων δὲν ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φειδωλευθῇ ὡς πρὸς τὰς δαπάνας. Αἱ δαπάναι τῆς ἐπιστρατεύσεως ὑπῆρξαν ὑπέρογκοι, καὶ δὲν ἦτο δυνατόν, παρὰ νὰ ἀγάγωσιν εἰς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰς προβλέψεις τοῦ ὑποβαλλομένου ὑμῖν Προϋπολογισμοῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς αὐτὸς συνετάχθη κατὰ τὰ δύο, τοὐλάχιστον, τρίτα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νέου τύπου. Ἔχομεν, δηλαδή, τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα διῃρημένα εἰς τρεῖς κατηγορίας ὧν ἑκάστη περιλαμβάνει τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1916 συνετάχθη ἐπὶ βάσει τοῦ νέου τύπου, ὁ ὁποῖος, ἀληθῶς, ὡς πρὸς τήν δευτέραν κατηγορίαν, περιλαμβάνουσαν τὰ θετικὰ καὶ διαρκῆ ἀποτελέσματα, τὰς μονομερεῖς δαπάνας καὶ τὰ μονομερῆ ἔξοδα, ὡς καὶ ἰδιαιτέραν κατηγορίαν, τὴν ἀποκαλουμένην «κίνησις κεφαλαίου», ἡ διαίρεσις, λέγω, αὕτη τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς δύο κατηγορίας, ἀληθῶς, συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀποκαταστήσῃ μᾶλλον εὔληπτον τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ τήν μελέτην αὐτοῦ μᾶλλον λυσιτελῆ. Κατὰ τὸν τύπον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τῶν πρὸ τοῦ 1913, συνεχωνεύοντα κατὰ τρόπον ἀδιέξοδον ἐν μέρει μὲν τὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα, ἀλλὰ τελείως τὰ τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα. Ἐνθυμοῦνται δὲ πάντες οἱ διατελέσαντες κατὰ τὸ παρελθὸν ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὶς ἀγὼν διεξήγετο πρὸς τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν, πρὸς τὴν ὁριστικὴν κατάστρωσιν καὶ πρὸς χωρισμὸν τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων ἀπὸ τὰ τακτικὰ ἔξοδα ἢ τῶν τακτικῶν ἀπὸ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων. Ἐκεῖθεν προέκυψεν, ἡ ὑπόνοια, ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ ἡμῶν δὲν ὑπῆρξαν εἰλικρινεῖς. Σήμερον, μὲ τὸν νέον τύπον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη τις ὑπόνοια. Σήμερον κατανέμονται ὁριστικῶς τὰ τακτικὰ ἀφ’ ἑνὸς ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τὰ ἔκτακτα καὶ τακτικὰ ἔξοδα καὶ τῶν δύο κατηγοριῶν. Ὡς τρίτον τμῆμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νέου τύπου τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἐθεώρησεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιλάβῃ καὶ νὰ ἑνώσῃ εἰς ἕν ὅλους τοὺς Προϋπολογισμοὺς τῶν νομικῶν προσώπων ἢ τῶν εἰδικῶν ταμείων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν καὶ τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Οὕτως ἔρχεται ὡς ἐξακολούθησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὡς ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ, οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν εἰδικῶν ταμείων τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἄλλων ἐννέα τὸν ἀριθμόν, τὰ ὁποῖα εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω. Ἐντεῦθεν ἐπήρχετο ἡ σύγχυσις, τήν ὁποίαν προέθετο νὰ ἀποφύγῃ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ τοιούτου εἴδους προϋπολογισμοῦ. Διότι, ἀληθῶς, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ περιελαμβάνοντο ἔσοδα καὶ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀλλότρια πρὸς τήν διαχείρισιν τοῦ δημοσίου ταμείου. Τὰ πρόσωπα αὐτά, τὰ νομικά, ἀποτελοῦσιν ἕν εἰδικὸν πρόσωπον, εἶχον δὲ ἴδια ἔσοδα καὶ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἦτο δυνατὸν νὰ συγχωνευθῶσιν ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Ἐγεννᾶτο δὲ ἐκ τῆς τοιαύτης συγχωνεύσεως τῶν εἰδικῶν αὐτῶν ταμείων καὶ ἕν μέγιστον ἄτοπον, μεταξὺ τῶν πολλῶν, τὸ ὁποῖον ἐπέφερε τελείαν σύγχυσιν. Ἦτο τὸ ἑξῆς· Ὅτι ἀναγκαίως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἐκ τῶν δύο πρώτων κατηγοριῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔπρεπε νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὰ κατὰ μέρος ταμεῖα καὶ εἰς τοὺς κατὰ μέρος προϋπολογισμοὺς τῶν νομικῶν προσώπων ὅλα ἐκεῖνα τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο ὑπὲρ αὐτῶν τῶν νομικῶν προσώπων ὡς προικοδοτήσεις. Τὰ ποσὰ αὐτὰ ἀνεγράφοντο εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, εἴτε εἰς τὴν πρώτην, εἴτε εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν καὶ ἀναγράφονται καὶ ἐν τῇ τρίτῃ κατηγορίᾳ. Ἐντεῦθεν θὰ εἴχομεν δὶς ἀναγραφόμενον τὸ ποσόν. Ἀνεγράφοντο μὲν ἐν τῇ πρώτῃ καὶ δευτέρᾳ κατηγορίᾳ, ἀπεσπῶντο ἐκεῖθεν καὶ ἀνεγράφοντο καὶ εἰς τήν τρίτην κατηγορίαν. Ἀλλ’ ἐπήρχετο σύγχυσις ἀπὸ ἀπόψεως λογιστικῆς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἐκδόσεως τῶν ἐνταλμάτων. Ταῦτα λέγω, διὰ νὰ ἐξηγήσω ὑμῖν, ὅτι, κατὰ τὴν κατάταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1916, ἐν μέρει ἐγένετο δεκτὸς ὁ τύπος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914 καὶ 1915, δηλαδή, τὰς δύο πρώτας κατηγορίας, τὰς ἀνέγραφεν ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1916, ὡς πρὸς δὲ τὴν τρίτην κατηγορίαν, ἀφήσαμεν τὸν Προϋπολογισμὸν μὲ τὰ αὐτοτελῆ πλέον ὑπόλοιπα, ἀλλὰ μὲ ἄθροισιν ὅλων τῶν δαπανῶν καὶ ὅλων τῶν προσόδων. Ὁ ὑπὸ τοιούτους ὅρους συνταχθεὶς προϋπολογισμὸς ἔχει ὡς προβλεπόμενα ἔσοδα 247.236.901, ὡς προβλεπόμενα δὲ ἔξοδα ἐν συνόλῳ 512.240.587, δηλαδή, ἔχομεν ἔλλειμμα 265.003.686. Ταῦτα ἐξεταζόμενα κατὰ κατηγορίας, παρουσιάζονται ὡς ἀκολούθως. Τὰ ἔσοδα τῆς Αης κατηγορίας ἀνέρχονται, κατὰ τὰς προβλέψεις τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς 227.129.037 καὶ τὰ ἔξοδα τὰ τακτικὰ εἰς 285.281.626. Ἑπομένως, ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων καὶ ἐσόδων τῆς Αης κατηγορίας τοῦ προϋπολογισμοῦ προκύπτει ἔλλειμμα 58.152.589. Ἀλλ’ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα καὶ ἔσοδα διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τήν Αην κατηγορίαν, πρέπει νὰ περιλάβωμεν καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα καὶ ἔσοδα τῆς Αης κατηγορίας. Οὕτως ἔχομεν νὰ προσθέσωμεν εἰς τὰ ἔσοδα 17.673.100 δρχ., αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων καὶ τῆς νομισματοποιΐας, τῆς κοπῆς τῶν μονοδράχμων καὶ εἰς τὰ ἔξοδα δρχ. 213.519.396. Οὕτω λαμβανομένων ὑπ’ ὄψει τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Αʹ κατηγορίας καταλήγει εἰς ἔλλειμμα ἐκ τῶν τακτικῶν μὲν ἐσόδων 58.152.589, εἰς ἔλλειμμα δὲ ἐκ τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν 195.846.296. Δηλαδή, ἔχομεν ἐν ὅλῳ ἐκ τῆς Αʹ κατηγορίας ἔλλειμμα 253.998.885. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων τῆς Αʹ κατηγορίας, δηλαδή, ἐκ τῶν πραγματικῶν ἐξόδων καὶ τῶν πραγματικῶν ἐσόδων. Ἡ Βʹ κατηγορία περιλαμβάνει τὰς ἑξῆς προβλέψεις. Ἔχομεν ἔσοδα μὲν 994.764 καὶ ἔξοδα 13.339.565, διότι δυνάμει αὐτῆς τῆς πιστώσεως γίνεται ἡ πληρωμὴ τῶν τόκων καὶ χρεωλυσίων. Αὐτὰ εἶναι τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, εἰς αὐτὰ προστίθενται ἔκτακτα ἔξοδα καὶ ἔσοδα. Ἔκτακτον ἔσοδον 1.500.000, μὴ πραγματοποιηθέν. Τὸ ἔσοδον τοῦτο θὰ προέλθῃ ἐξ ἑνὸς δανείου, τὸ ὁποῖον μελετᾶται, καθόσον πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ ἐξοφληθῇ ἡ ἀγορὰ ἡ γεναμένη τῶν κτημάτων τοῦ δημοσίου. Ἡ ἀγορὰ αὕτη ἐγένετο, κατεβλήθη δὲ καὶ τὸ τίμημα παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἔχομεν δὲ ἔξοδον, καὶ αὐτὸ ὅμως ὄχι θετικόν, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον θετικόν, 100.000 δρχ., πρὸς πληρωμὴν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ Πατριωτικοῦ Δανείου. Ἔχομεν, λοιπόν, εἰς τὴν Βʹ κατηγορίαν ἔσοδα 934.764, ἔξοδα δὲ 13.339.565 ἑπομένως, ἔχομεν ἔλλειμμα ἐν τῇ Βʹ κατηγορίᾳ 12.404.801. Ἔχομεν δὲ ἔκτακτα ἔσοδα 1.500.000 καὶ ἔκτακτα ἔσοδα 100.000, ἑπομένως, εἰς τὸ κονδύλιον τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς Βʹ κατηγορίας ἔχομεν πλεόνασμα 1.400.000. Ἐν συνόλῳ δὲ εἰς τὴν Βʹ κατηγορίαν ἔχομεν ἔλλειμμα 11.004.801, Οὕτω, ἀθροιζομένων τῶν ἀριθμῶν τῆς Αʹ καὶ Βʹ κατηγορίας φθάνομεν εἰς τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἔχομεν τακτικὰ μὲν ἔσοδα καὶ ἔξοδα καταλείποντα ἔλλειμμα 70.557.390 καὶ ἔκτακτα καταλείποντα ἔλλειμμα 194.446.296. Ἀθροιζομένων δὲ τῶν δύο αὐτῶν ποσῶν, ἔχομεν τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ἔδωκα ἀπ’ ἀρχῆς, 265.003.686 τοῦ γενικοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1916. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς ἔννοια τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Δυστυχῶς, δὲν εἶναι μόνον ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους τούτου μὲ ἔλλειμμα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1915 ἐπίσης κατέλιπεν ἔλλειμμα, Ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1915 παρουσιάζει μὲν συνόλῳ ἔσοδα 461.454.355, ἔξοδα δὲ 650.220.131. Οὕτω ἔχομεν γενικὸν ἔλλειμμα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915 δρχ. 188.765.776. Ἐὰν προσθέσωμεν εἰς τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1916 τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1915, φθάνομεν εἰς ἔλλειμμα 453.669.260 κατὰ προσέγγισιν. Δυστυχῶς, ἡ χρῆσις τοῦ 1914 δὲν κατέλιπέ τι, τὸ ὁποῖον νὰ ἠδύνατο ὁπωσδήποτε νὰ τροφοδοτήσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1914 παρουσίασε μὲν πλεόνασμα ἐν τῷ συνόλῳ 76.911.000, ἀλλὰ τὸ πλεόνασμα τοῦτο δὲν ἦτο πραγματικόν, δὲν ἠμποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ταμειακὸν πλεόνασμα κατὰ τὸ ὅλον, διότι μέγα μέρος τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Δημοσίας Ἀσφαλείας, δὲν ἐμφανίζεται εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, καίτοι ἐγένοντο αἱ δαπάναι, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν κατωρθώθη νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ δικαιολογητικά. Τοιαῦται εἶναι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἀνέλθουν εἰς 41.460.000 κατὰ προσέγγισιν πλεόνασμα τῶν μὴ περιληφθεισῶν εἰς τὰ 1914 δαπανῶν, διότι πρόκειται περὶ δαπανῶν ἀφορωσῶν εἰς τὸ στράτευμα καὶ ἐξυπηρετουμένων ἐκ τῆς παγίας προκαταβολῆς τοῦ στρατεύματος καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἐγένοντο αἱ πληρωμαί, τὰ δικαιολογητικὰ δὲν συνελέγησαν ἐν καιρῷ, δὲν ἐξεδόθησαν ἐντάλματα καὶ ἐντεῦθεν παρελείφθη τὸ ποσὸν 41.460.000, τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ ἀναγραφῇ εἰς βάρος τῆς χρήσεως 1914. Τὸ ἐκπιπτόμενον ἐκ τοῦ πλεονάσματος τῶν 76.911.000 τῆς χρήσεως τοῦ 1914, ὅπερ παρουσιάζεται ἐν τῷ ἀπολογισμῷ τῶν 41.460.000, ἔχει πλεόνασμα 35.361.000 ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1914. Ἀλλὰ τὸ πλεόνασμα αὐτό, δυστυχῶς, ἀπορροφᾶται ἀπὸ τὸ ὑπάρχον ἔλλειμμα. Ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς προηγούμενα ἔτη, θὰ ἴδωμεν, ὅτι κατὰ τὸ 1910–1914 ὁλόκληρον τὸ πλεόνασμα τῆς χρήσεως τοῦ 1915, καὶ ἀκριβέστερον, τῶν 35.561.000, ἀπορροφᾶται ἐκ μόνον τῶν ἐλλειμμάτων, τῶν δύο τελευταίων χρήσεων. Ἀνέφερα τὰ προηγούμενα ἔτη, διὰ νὰ παραστήσω τὴν ἀναπότρεπτον ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας ὁποία εἶνε σήμερον. Αἱ μέχρι τοῦ 1914 χρήσεις ἀφῆκαν ἕν ἐλάχιστον ἔλλειμμα 300 μέχρι 310 χιλιάδων, ἀλλὰ τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1915 καὶ τὸ προβλεπόμενον ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1916 ἀνέρχονται εἰς μεῖζον ποσόν. Ἀπέναντι τοιαύτης καταστάσεως, ἡ Βουλὴ ἔχει ἕν καθῆκον νὰ ἐπιτελέσῃ, καθῆκον ὀδυνηρόν, καθῆκον ἐπαχθὲς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, τὸν εἰσηγητὴν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων. Ἡ θέσις ἡμῶν καὶ ἡ στάσις ἡμῶν ἔχει δύο ὄψεις, τὴν μίαν ὄψιν σκυθρωπὴν καὶ δυσάρεστον, καὶ τὴν ἄλλην ὄψιν ἱλαρὰν καὶ φαιδράν. Δὲν εἶναι παράδοξον, Κύριοι, ὅταν εὑρισκόμεθα πρὸ δύο ἀντιμαχομένων ὁμάδων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων καὶ ὁμάδων μαχομένων περὶ τῆς ἡγεμονίας, διότι περὶ αὐτῆς πρόκειται ἐν τῷ φοβερῷ πολέμῳ, ὁ ὁποῖος διεξάγεται, καὶ μόνον περὶ αὐτῆς, προκειμένου περὶ πολέμου, περὶ ἡγεμονίας, μία μικρὰ δύναμις, οἵα ἡ Ἑλλὰς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἠσθάνετο τὸν ἀντίκτυπον αὐτοῦ τοῦ ἀγῶνος. Τὸν ἀντίκτυπον αὐτὸν τόν ἠσθάνθημεν ἀπὸ μακροῦ χρόνου. Διὰ παντὸς τρόπου ἠθέλησαν νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαλλοτριωθῶμεν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι μετὰ μακραίωνα δουλείαν ἐπανῆλθον εἰς τοὺς κόλπους τῆς μητρός, ἠθέλησαν νὰ μᾶς πείσουν, ὅτι ἠδυνάμεθα τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς νὰ τοὺς ἀνταλλάξωμεν πρὸς ἄλλους, τοὺς ὁποίους μᾶς προσέφερον ἀκόπως. Διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτουν, ὅπως ἐνεργήσωσι τὴν ἀνταλλαγὴν, δὲν ἐπρόκειτο νὰ δώσωσιν ἐκ τῶν ἰδίων, ἀλλ’ ἐπρόκειτο νὰ δώσωσιν ἐκ τῶν ἀλλοτρίων. Εἶναι, Κύριοι, μία παροιμία, ἡ ὁποία καὶ ἐντεῦθεν ἐκφερομένη, δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν στάσιν τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον πᾶσαν προσπάθειαν, ὅπως τὴν παρεξηγήσωσι καὶ τὴν διαβάλωσι, καὶ εἶναι παροιμία διεθνής, τὴν ὁποίαν θὰ συναντήσῃ τις εἰς ὅλας τὰς γλώσσας, κατὰ τὴν ὁποίαν, «καλὸν εἶναι νὰ μοιράζῃ κανεὶς τὸ πετσὶ τῆς ἀρκούδας, ἀφοῦ τὴν σκοτώσει». Αἱ προσπάθειαι, αἱ ὁποῖαι κατεβάλλοντο, ἦσαν ἀντίθετοι πρὸς τὴν παροιμίαν ταύτην. Ἀφ’ ἑνὸς ἐζήτουν νὰ ἀπαλλοτριωθῶμεν τῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κοινὴν τὴν γλῶσσαν, κοινὴν θρησκείαν, κοινοὺς τοὺς πόθους, κοινὰ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη καὶ οἱ ὁποῖοι ἠλευθερώθησαν διὰ τῆς ῥομφαίας τοῦ ἐνδόξου ἡμῶν Βασιλέως, τοῦ ἐλευθερωτοῦ, ὅτι ἔπρεπεν οἱ πληθυσμοὶ νὰ ἀπαλλαγῶσι πρὸς κενὰ ὄνειρα, τὰ ὁποῖα αἱ κατόπιν περιστάσεις ἀπέδειξαν, ὅτι ἦσαν ὄνειρα. Ἡ ἀγχίνοια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡ διαύγεια ἡ διανοητικὴ ἀπέτρεψαν αὐτὸν ἀπὸ τοῦ νὰ παραπλανηθῇ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κλαίουσι καὶ ὀδύρονται, διότι δὲν ἠκολουθήσαμεν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐξόδου τῆς οὐδετερότητος, δὲν ἔχομεν, παρὰ νὰ ὑπομνήσωμεν τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκστρατείας τῶν Δαρδανελλίων. Ἐκεῖ, ἀληθῶς, ἐτάφησαν δεκάδες χιλιάδων γενναίων μαχητῶν Ἄγγλων καὶ Γάλλων, ἀγωνισθέντων εἰς μάτην καὶ θυσιασθέντων εἰς μάτην. Ἐκεῖ ἂν εἰσηκούετο ἡ γνώμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον καὶ καλὰ νὰ ἐξέλθῃ ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῆς οὐδετερότητος, ἤθελε ταφῆ ὁριστικῶς ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμός. Σήμερον ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο ἐντελῶς ἄμαχος, ἐν τελείᾳ ἀδυναμίᾳ νὰ κινηθῇ, ἄνευ στρατοῦ, ἄνευ στόλου, καὶ δὲν γνωρίζω, ὑπὸ τὴν πτέρυγα τίνος, οὔτε θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω. Ἀλλ’ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τόσον καταφέρονται ἐναντίον ἡμῶν, διότι ἠθελήσαμεν νὰ τηρήσωμεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀνεξαρτησίαν, οὐδὲν ἔχοντες νὰ πράξωμεν ἐν τῷ ὑπὲρ τῆς ἡγεμονίας ἀγῶνι, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν διὰ παντὸς τρόπου νὰ διαστρέψουν τὰ γεγονότα, ὅπως καταδείξουν ἡμᾶς, ὄχι μόνον μωρούς, ἀλλὰ καὶ ἀτίμους, δυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον, νὰ τὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ νὰ τοὺς ἐρωτήσωμεν. Εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἐφθάσατε μετὰ τὴν τρομερὰν ἐκείνην ἐκστρατείαν καὶ εἰς τίνα ἀποτελέσματα ἠγάγετε καὶ τὴν Σερβίαν ὑπὲρ ἧς δῆθεν μάχεσθε σήμερον; Κύριοι, ὑπέστημεν πολλὰς πιέσεις καὶ ἐπιφυλάσσονται ἡμῖν πολλαὶ περισσότεραι καὶ μεγαλείτεραι. Εἶναι ἀπαραίτητον νὰ ἐπιδείξωμεν καὶ ἐπιμονὴν καὶ ὑπομονήν, καθόσον ἔχομεν συνείδησιν τῆς ἰδίας ἡμῶν ἀνεξαρτησίας, τοῦ ἰδίου ἡμῶν συμφέροντος καὶ τῆς αὐτοτελείας ἐνώπιον παντὸς τοῦ Ἐθνισμοῦ ἡμῶν. Ἐντεῦθεν δέ, μὴ δυνάμενοι νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν βοήθειαν οὐδενός, θὰ ἀποβλέψωμεν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς. Καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ἡ Ἑλλὰς θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν της, καλῶ δὲ ὑμᾶς, Κύριοι, καὶ καλῶ τοὺς συμπολίτας ἡμῶν εἰς πᾶσαν θυσίαν ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Ἔλεγον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἡ θέσις ἡμῶν ἔχει δύο ὄψεις τὴν μίαν σκυθρωπὴν καὶ ἐπαχθῆ καὶ τὴν ἑτέραν ἱλαρὰν καὶ μειδιῶσαν. Ἡ ἑτέρα ὄψις εἶναι αὐτή. Χάρις εἰς τὴν οὐδετερότητα ἐτηρήσαμεν, ὄχι μόνον ἀλώβητον τὴν θέσιν ἡμῶν τὴν διεθνῆ, ἀλλὰ καὶ πλήρη ἐλευθερίαν κινήσεων καὶ πλήρη ἐλευθερίαν τῆς ναυτιλίας ἡμῶν. Ἐὰν εἴχαμεν ἐξέλθει τῆς οὐδετερότητος, ὅλα ἐκεῖνα τὰ καραβάκια, τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν εἰς τὴν ἰσοτιμίαν τοῦ τραπεζικοῦ γραμματίου τοῦ Ἑλληνικοῦ πρὸς τὸν χρυσόν, ἅτινα συνετέλεσαν εἰς τὸν πλοῦτον, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἐργασίας αὐτῶν εἰσέρχεται ἐν Ἑλλάδι, ὅλα αὐτὰ θὰ ἦσαν δεμένα, ἄν δὲν ἦσαν κατεστραμμένα. Ἡ ἐμπορικὴ ἡμῶν ναυτιλία μεγάλας, Κύριοι, ἀπέδωκεν ὑπηρεσίας κατὰ παράδοσιν ἐθνικὴν πρὸς τὴν Χώραν ἡμῶν καὶ κατὰ παράδοσιν ἐθνικὴν δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἔλθῃ προθύμως νὰ συνεισφέρῃ ὅπως ἀντικρυσθῶσιν αἱ δαπάναι αἱ ἐπιβαλλόμεναι εἰς τὸ Κράτος πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ἀνεξαρτησίας αὐτοῦ πολιτικῆς. Εἰσέρχομαι ἤδη, Κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν νομοσχεδίων καὶ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον εἶναι τὸ περὶ εἰσφορᾶς ἐκ μέρους τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας. Ἡ εἰσφορὰ διὰ τὰ ἔτη 1915 καὶ 1916 ἐκ μέρους τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας καθορίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθαρῶν κερδῶν, ἐπιφυλασσομένου ὅμως τοῦ δικαιώματος εἰς τὸν φορολογούμενον ἰδιοκτήτην, ὅπως ἀμφισβητήσῃ τὸ τεκμήριον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου στηρίζεται ὅλος ὁ μηχανισμὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἀποδεικνύων τὴν ἀντίθετον ὄψιν τὸ ἀληθὲς κέρδος, τὸ πραγματικόν. Διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου περὶ ἐπιβολῆς ἐκτάκτου εἰσφορᾶς ἐπὶ τῶν κερδῶν, ὁρίζεται, ὅτι (Ἀναγινώσκει)· «Ἐπιβάλλεται ἐφ’ ἅπαξ ἔκτακτος εἰσφορὰ ἐπὶ τῶν κερδῶν τῶν πραγματοποιηθέντων ἢ πραγματοποιηθησομένων κατὰ τὰ ἔτη 1915 καὶ 1916...κλπ.». Κατόπιν δὲ ἕπεται ἐν ἄρθρῳ 2 ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν φορτηγῶν καὶ τῶν μικτῶν. Ἡ δὲ εἰσφορὰ καταλογίζεται ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς κλίμακος, ἡ ὁποία ὁρίζει τὴν χωρητικότητα ἑνὸς ἑκάστου τῶν φορολογητέων πλοίων. Ἡ κλίμαξ ἄρχεται οὕτω πως. Ἄρχεται μέχρι τόννων 800, ὁπότε ἔχομεν εἰσφορὰν 1 δρχ. κατὰ μῆνα διὰ τὸ πρῶτον ἑξάμηνον τοῦ 1915, καὶ διὰ τὸ δεύτερον ἑξάμηνον τοῦ ἰδίου ἔτους 1.75 κατὰ μῆνα, διὰ δὲ τὸ ἑπόμενον ἔτος 1916 ἔχομεν 2.50 κατὰ μῆνα. Μετὰ ταῦτα ἔχομεν τὴν κλίμακα προβαίνουσαν ἀπὸ 801 μέχρι 1.600 τόννων, κατόπιν ἔχομεν ἀπὸ 1601 μέχρι 2300 καὶ κατόπιν ἀπὸ 2301 καὶ ἄνω, ὁπότε ἔχομεν τὸ ὑπέρτατον ὅριον τῆς εἰσφορᾶς. Διῄρεσα οὕτω πως τὴν κλίμακα εἰς 4 μόνον βαθμίδας, ἡ δὲ εἰσφορὰ εἶναι κατὰ κλίμακα προοδευτικήν. Ἐννοεῖται, ὅτι, ἀπαλλάσσονται ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα ἐχρησίμευαν διὰ τὴν ἀκτοπλοΐαν τὴν ἐσωτερικήν. Ὑπάρχουσι καὶ ἕτεραι ἀπαλλαγαί, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ τῆς δικαιοσύνης. Εἶναι τὰ πλοῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχον παρεμποδισθῇ καὶ παρέμενον ἀδρανῆ εἴτε λόγῳ ἐπισκευῆς, εἴτε λόγῳ ἄλλου τινὸς κωλύματος. Ὅλος αὐτὸς ὁ χρόνος, ἀναμφισβητήτως, δὲν ὑπολογίζεται διὰ τὴν εἰσφοράν. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι τὰ ἑξῆς καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἔχω πεποίθησιν, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συνεργασθῶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου μὲ τοὺς κυριωτέρους τῶν ἐφοπλιστῶν καὶ τοὺς εὗρον προθύμους πάντας. Δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ τὰ θαλασσοπούλια αὐτά, οἱ γενναῖοι αὐτοὶ χαρακτῆρες, οἱ ὁποῖοι κατέκτησαν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον κατέχομεν σήμερον ἀγωνιζόμενοι ἐν μέσῳ τῶν θαλασσῶν καὶ ἐν μέσῳ τῶν τρικυμιῶν, νὰ μὴ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Πατρίδος. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐντεῦθεν ἐκφράζω τὴν εὐγνωμοσύνην μου διὰ τὴν συνδρομήν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκαν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ διὰ τὴν συνδρομήν, τήν ὁποίαν τόσον προθύμως ἀπεδέχθησαν καὶ προσφέρονται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν εἰσφοράν. Κατὰ τὰς ἀσφαλεστέρας πληροφορίας καὶ κατὰ τοὺς ἀσφαλεστέρους ὑπολογισμοὺς, οἱ ναῦλοι κατὰ τὸ 1915 ἀναλογοῦσι πρὸς 240.000.000 δραχμῶν, ἐννοεῖται ἀκαθαρίστου ἐσόδου. Ἀλλ’ ἐκ τούτων δέον νὰ ἐκπέσωμεν τὰ πωληθέντα κατὰ τὸ 1915 καὶ τοιαῦτα εἶναι 89 φορτία 350 χιλιάδων τόννων περίπου, τὰ ὁποῖα ὅμως φορολογοῦνται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως. Ὑπολογίζοντες δὲ ὅτι τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 20–40 ἑκατομμύρια ἐπὶ τοῦ ναύλου, ἔχομεν ἐντεῦθεν ἓν ποσοστὸν ἐξόδου 30%, τὰ ὁποῖα δέον νὰ ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τοῦ ἀκαθαρίστου ἐσόδου. Ἀφαιροῦντες ταῦτα ἔχομεν καθαρὰ κέρδη διὰ τὸ 1915 δρχ. 168.500.000. Κατὰ τὸ 1916 τὰ κέρδη τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας εὐτυχῶς θὰ εἶναι, ἂν κρίνῃ κανεὶς ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀποτελεσμάτων, πολὺ μεγαλείτερα, ὑπολογίζεται δέ, ὅτι θὰ ἀνέλθουν ἐπὶ 850.000 τόννων φορτίου εἰς 450.000.000 δρχ., τὸ δὲ καθαρὸν κέρδος θὰ εἶναι 270.000.000, καὶ διὰ τοῦτο ἡ εἰσφορὰ κατὰ τὸ 1916 θὰ εἶναι γενναιοτέρα ἀπὸ τὴν εἰσφορὰν τοῦ 1915.
§76Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ποῖον ποσὸν ὑπολογίζετε διὰ τὸ 1916, ὅτι θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον;
§77Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ δώσω μίαν ἰδέαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς εἰσφορᾶς, ἡ ὁποία γίνεται δι’ ἑνὸς ἢ δύο παραδειγμάτων, καὶ οὕτω θὰ εὕρῃ ἕκαστος τὸν τρόπον νὰ ὑπολογίσῃ τὸ προσδοκώμενον ἔσοδον. Δι’ ἀτμόπλοιον καθαρᾶς χωρητικότητος 1.130 κόρων, — κόρος εἶνε μονὰς χωρητικότητος, τόννος δὲ μονὰς βάρους, καὶ διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ἓν πλοῖον ὡς φορτηγόν, πρέπει κατὰ τὸ ἄρθρον 2ον, νὰ δύναται νὰ μεταφέρῃ ὁλικὸν βάρος ἀνερχόμενον εἰς τόννους διπλασίους, τοὐλάχιστον, τοῦ ἀριθμοῦ τοῦ ἀφορῶντος τὴν εἰς κόρους χωρητικότητα. — Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁρισμὸς τῶν πλοίων τῶν φορτηγῶν. Ὅλα αὐτὰ εἶναι τεχνικοὶ ὅροι, τοὺς ὁποίους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῆτε οἱ μὴ εἰδικοί, καὶ ἐγὼ κατέγινα ἐπὶ πολύ. Ἐκεῖνο, ποὺ θέλω νὰ εἴπω, εἶνε τὸ ἑξῆς. Ὅτι ἐὰν ἔχητε ἓν ἀτμόπλοιον καθαρᾶς χωρητικότητος κόρων 1.130, θέλει καταβληθῇ εἰσφορὰ 27.120 διὰ τὸ 1915 καὶ 47.130 διὰ τὸ 1916, τὸ δὲ εἰκαζόμενον ποσοστὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τεκμηρίου τῆς εἰς τόννους χωρητικότητος ποικίλει ἐπὶ τῶν εἰκαζομένων κερδῶν ἀπὸ 7 μέχρις 11 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἐὰν θέλετε νὰ σᾶς πληροφορήσω καὶ περὶ τῶν τελικῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα προσδοκῶ ἐκ τῆς εἰσφορᾶς αὐτῆς, ταῦτα ἀνέρχονται εἰς 40.000.000 κατὰ τὸ 1915 καὶ 1916, προστιθεμένης καὶ τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν πωληθέντων κατὰ τὸ 1915. Πρόκειται, καθὼς βλέπετε, περὶ εἰσφορᾶς γενναίας, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἀγογγύστως θέλουσιν εἰσενέγκει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον οἱ πλοιοκτῆται. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν πληροῦται δι’ αὐτῆς τῆς εἰσφορᾶς τὸ χάος. Πρόκειται δὲ περὶ εἰσφορᾶς καὶ ὄχι περὶ φορολογίας, περὶ εἰσφορᾶς, ἡ ὁποία, ἐὰν αἱ περιστάσεις μεταβληθοῦν κατὰ τὸ 1916, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μειώσῃ αὐτήν. Ὁπωσδήποτε, ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψωμεν καὶ εἰς ἄλλους φόρους καὶ ἀναγκαίως ἀπεβλέψαμεν καὶ εἰς τοὺς ἀλευροβιομηχάνους. Δὲν δύναταί τις νὰ βεβαιώσῃ, ὅτι τὰ κέρδη ἦσαν διὰ τοὺς ἀλευροβιομηχάνους ὑπέρογκα, ἀναμφισβητήτως ἐκ τοῦ ὅτι οἱ ἀλευροβιομήχανοι ἀπέβαλον κατὰ τὴν τελευταίαν τοὐλάχιστον περίοδον τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμπόρου, καθόσον ἠναγκάσθησαν νὰ δέχωνται τὸν σῖτον ἀγοραζόμενον παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὰ κέρδη ἐν γένει ἠλαττώθησαν. Ἐντεῦθεν προσεπάθησα νὰ καταστήσω ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐλαφρωτέραν τὴν φορολογίαν, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην, διότι παρά ποτε πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι ἡ φορολογία πρέπει νὰ ἐξικνῆται μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον δὲν θίγει τήν ἐργασίαν, δὲν θίγει τὴν ἐπιχείρησιν, δὲν θίγει τὴν βιομηχανίαν. Παρὰ ποτε πρέπει νὰ ἔχωμεν ταῦτα ὑπ’ ὄψει μας, καὶ παρὰ ποτε νὰ ἀσφαλισθῶμεν κατ’ ἀρχὴν ὅτι πρέπει παντὶ σθένει καὶ πάσῃ δυνάμει νὰ προσπαθήσωμεν, ὅπως ἡ Ἑλλὰς γίνῃ αὐτάρκης. Ἐὰν ἀπεβλέπομεν εἰς τοῦτο ἀπὸ μακροῦ χρόνου, αἱ πιέσεις, τὰς ὁποίας ὑφιστάμεθα σήμερον, δὲν θὰ ὑφίσταντο. Ἀπεβλέπομεν ἤδη εἰς τὴν προσεχῆ ἐσοδείαν διὰ νὰ ἐλευθερωθῶμεν ἐκ τοῦ σιδηροῦ ζυγοῦ ὑπὸ τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα, τοῦ ζυγοῦ τοῦ σιτηρεσίου. Δικαίως ἐξανέστησαν ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως οἱ Συνάδελφοι, διὰ τὰ παθήματα ὅλων ἐκείνων τῶν ἀτυχῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ εἰς τὸν ἐκ τοῦ λιμοῦ θάνατον κατεδικάσθησαν, διὰ νὰ κορεσθῇ τὸ πάθος κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἠθέλησε νὰ τηρήσῃ μίαν ἀνεξάρτητον πολιτικὴν διεθνῆ. Καὶ ἀληθῶς, δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ διαμαρτυρώμεθα διὰ τὴν τοιαύτην, ἂν ὄχι ἄλλο τι, ἀστοργίαν, διὰ τὴν τοιαύτην ἀπάνθρωπον πολιτείαν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀναγνωρίζουσιν ὡς ἀπάνθρωπον, οἱ καταδικάζουσιν αὐτοὺς τοὺς ἀτυχεῖς πληθυσμοὺς εἰς τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον, διαμαρτύρονται, ὅτι ποτὲ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν δὲν θὰ τὸν καταδικάσωσιν εἰς τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι ἔχομεν ἤδη τὴν πεῖραν τῶν τοιούτων στερήσεων, πρέπει τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικὴν ἡμῶν νὰ τὴν διατυπώσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ καυχώμεθα, ὅτι εἴμεθα καὶ οἰκονομικῶς αὐτάρκεις. Ἐκ τῶν σκέψεων αὐτῶν, Κύριοι, ἀναχωρῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβλέψω εἰς μίαν φορολογίαν ἀπηνῆ, εἰς μίαν φορολογίαν ἐπαχθῆ, εἰς μίαν φορολογίαν προωρισμένην νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἐργασίαν, νὰ ἐκριζώσῃ δὲ οἱανδήποτε ἐπιχείρησιν. Προσεπάθησα δὲ διὰ παντὸς τρόπου ἐν τῇ διανομῇ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα συνεπάγονται αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, νὰ ἀπαλλάξω κυρίως τὰς κατωτέρας τάξεις, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ἔστω καὶ ὅταν εὑρίσκηται ἡ Πολιτεία ἡμῶν πρὸ τοιούτων περιστάσεων, νὰ θέλωμεν νὰ στερήσωμεν ἀπὸ τὸν ἐργάτην, ἀπὸ τὸν χειρώνακτα, ἀπὸ τὸν βιοπαλαιστὴν τὸν ἄρτον αὐτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Ἀπέβλεψα εἰς τὰς μεσαίας τάξεις, ἀπέβλεψα εἰς τὰς ἀνωτέρας τάξεις καὶ ἐκεῖ κατέστησα ἀληθῶς τὴν φορολογίαν ἐπαχθεστέραν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ καταβάλωσι τὰ πλεῖστα, ἀναμφισβητήτως, δὲν θὰ φειδωλευθῶσι· θὰ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι ἡ Πολιτεία ὑπῆρξε δικαία, δικαία μὴ θελήσασα χάριν τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς, νὰ στερήσῃ τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου τοὺς βιοπαλαιστὰς, τοὺς ἐργάτας, τοὺς πένητας, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἄλλως οἱ πλούσιοι, ὁπωσδήποτε, οἱ ἔχοντες τὴν ἄνεσιν τὴν οἰκονομικήν, ἤθελον ἔλθει, ὅπως τοὺς θρέψωσι καὶ ὅπως τοὺς ὑποστηρίξωσι. Μὲ τοὺς ἀλευροβιομηχάνους, τῶν ὁποίων ἡ εἰσφορὰ ἀνέρχεται εἰς δρχ. 960.000, προέβην, Κύριοι, εἰς τὰς αὐξήσεις ἀμέσων τινῶν φόρων. Οὕτω δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου, προσαυξάνονται διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1916 οἱ ἄμεσοι φόροι, κατὰ τὰ ἑξῆς ποσοστά. Συμπληρωματικὸς ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος 15% ἐπὶ ἐτησίου φόρου μέχρι δρχ. 105. Διὰ νὰ παραστήσω ὑμῖν τὴν κλίμακα εἰς τὴν ὁποίαν ἐνέμεινα, ὁ ἐτήσιος φόρος δρχ.105 πληρώνεται ἐπὶ τῇ βάσει εἰσοδήματος πραγματικοῦ 8.500 καὶ ἀφορολογήτου 4.000, δηλαδή, ἐπὶ πραγματικοῦ εἰσοδήματος 12.500. Φόρος 105. Ἐπὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ ζητῶ 15%, δηλαδή, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰσόδημα 12.500, ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τοῦ τόπου προσκαλεῖται, ὅπως καταβάλῃ πρὸς ταῖς 105 τὰς ὁποίας καταβάλλει ἤδη, καὶ 15% ἐπὶ πλέον, δηλαδή, 122.30, 15% ἐπὶ πλέον τοῦ φόρου· ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πληρώνει φόρον ἀπὸ 106–204 ἐπὶ εἰσοδήματος φορολογητέου 14.000 καὶ ἀφορολογήτου 4.000, δηλαδή, 18.000, θὰ πληρώσῃ 20%, διότι θὰ δώσῃ ἄλλας 40.80, πληρώνει ἤδη 204, θὰ πληρώσῃ 244.80. Ὁ ἐπὶ ἐτησίου φόρου 205–230, δηλ., ἐπὶ εἰσοδήματος 24.000 δρχ., θὰ πληρώσῃ 30%· πληρώνει 230 δρχ., θὰ πληρώσῃ καὶ 90 παραπάνω. Τώρα, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι πληρώνουσιν ἄνω τῶν 635 δραχμῶν, οἱ ὁποῖοι φορολογοῦνται ἐπαχθέστερον, δηλαδή, θὰ πληρώσωσι πρὸς ταῖς 635 ἀκόμη 200 δρχ. Δὲν πιστεύω τὸ εἰσόδημά των, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄνω τῶν 40.000 δραχμῶν, ὅτι ἤθελεν ὑποστῇ μεγάλην ἀφαίμαξιν, ἐὰν πληρώσωσιν ἀντὶ τῶν 635 δραχμῶν, 1.000 δραχμάς. Νομίζω, ὅτι ἡ φορολογία εἶναι λογική καὶ ἀνεπαίσθητος. Ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν βοσκῶν καὶ Κοινοτήτων ἐπιβάλλεται φόρος 10%.
§78Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δέκα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ πλέον;
§79Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου 10%. «Προσαυξάνονται δὲ οἱ ἑξῆς φόροι κατὰ 10%» λέγει τὸ νομοσχέδιον· δηλαδή, ἐὰν πληρώνωσιν 100 δραχμάς, θὰ πληρώνωσιν 110, ἐὰν πληρώνωσι 200, θὰ πληρώσωσι 220, ἐὰν πληρώνωσι 1.000, θὰ πληρώσωσι 1.500· ἐὰν πληρώνωσι 2.000, θὰ πληρώσωσι 3.000. Ὁ ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ φόρος οἰκοδομῶν αὐξάνεται κατὰ τὰ ἑξῆς ποσά. Ἀπαλλάσσονται πάσης φορολογίας αἱ μέχρι 1.000 δραχμῶν οἰκίαι. Ἐθεώρησα, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ μικραὶ οἰκίαι, αἱ ὁποῖαι χρησιμεύουσι διὰ τοὺς μᾶλλον ἀπόρους. Ἡ κλῖμαξ τῆς προσαυξήσεως τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἄρχεται ἀπὸ 1.000 δραχμῶν...
§80Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ οἰκιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀληθῶς ὠφελήθησαν ἐκ τῆς καταστάσεως, διότι εἶναι πάρα πολὺ μεγάλη ἡ διαφορά. Εἶναι ἐνδεχόμενον, οἰκία, ἡ ὁποία ὁλόκληρος δίδει εἰς τὸν ἰδιοκτήτην της 5.000 δρχ. εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φορολογηθῇ, νὰ εἶναι ἐνοικιασμένη εἰς τέσσαρας κατοίκους κατὰ 1.000, τότε θὰ μείνῃ ἀφορολόγητος;
§81Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ὁ ὑφιστάμενος, προσαυξάνει κατὰ τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον ὁρίζει. Δὲν πρόκειται περὶ οἰκιῶν, οὔτε περὶ οἰκοδομῶν, πρόκειται περὶ προσαυξήσεως τῶν οἰκιῶν, τῶν ἐχουσῶν πρόσοδον ἄνω τῶν 1.000 δρχ., αὐξάνει μέχρι 3.000, 5%, δηλαδή, ὁ ἔχων μίαν οἰκίαν, ἡ ὁποία ἀποδίδει πρόσοδον 3.000 δρχ., πληρώνει σήμερον φόρον οἰκοδομῶν 226.80, θὰ πληρώσῃ πρὸς τὸν φόρον αὐτὸν καὶ 11.30, τώρα ἀπὸ 3.000–8000 πληρώνει φόρον 720 δρχ., ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πληρώνει 720 δρχ., ἐπὶ προσόδου 8.000 δρχ., θὰ πληρώσῃ καὶ 72 δρχ., καὶ ἄνω τῶν 8000 θὰ πληρώσῃ 120 δρχ., θὰ πληρώσῃ, δηλαδή, 920 δρχ. Αὐτὴ εἶναι ἡ φορολογία. Σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τήρησις τῶν κανόνων, ὅσον τὸ δυνατὸν τὰς πτωχοτέρας τάξεις νὰ τὰς ἀπαλλάξῃ, νὰ ἐπιβάλλῃ δὲ μίαν σχετικὴν φορολογίαν εἰς τοὺς ἔχοντας περισσοτέραν ἀνάγκην. Τώρα, ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐτήρησα τὴν αὐτὴν κλίμακα. Ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ καὶ ταῖς Νέαις Χώραις ὁ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων φόρος προσαυξάνεται κατὰ τὰ ἑξῆς ποσοστὰ· 75–150 νὰ πληρώνῃ φόρον, τὸν ὁποῖον ἀποδεικνύει πρόσοδον 6.000 δρχ., αὐξάνει ὁ φόρος 6%, θὰ πληρώσῃ 157.50, ἀπὸ 151–222 κατὰ 10%, θὰ πληρώσῃ 222 τὸν φόρον οἰκοδομῶν καὶ ἐπὶ πλέον ἀκόμη 22.50· πληρώνῃ 225, θὰ πληρώσῃ 247.50, ἄνω τῶν 300 δρχ. αὐξάνει ὁ φόρος κατὰ 25%. Τώρα ὑπάρχουσίν τινα ἐπιτηδεύματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρομεν, εἶναι δὲ οἱ ἐδωδημοπῶλαι, οἱ καφφεπῶλαι, οἱ καπνοπῶλαι, οἱ ζαχαροπλάσται, οἱ ἔμποροι γαιανθράκων, οἱ ἔμποροι ξυλείας, οἱ ἐργολάβοι κινηματογράφων, οἱ τραπεζῖται, οἱ μεγαλέμποροι, οἱ ἐργοστασιάρχαι ζυθοποιείων καὶ ἀτμοκινήτων ζυμαρικῶν καὶ οἱ ἐργοστασιάρχαι νημάτων κατασκευῆς φανελλῶν...
§82ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καὶ οἱ ξενοδόχοι.
§83Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καλοῦνται νὰ πληρώσωσιν αὐτοὶ τὸν διπλάσιον φόρον. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπέρτατον ὅριον, τὸ ὁποῖον ἐτήρησα. Ἐπιβάλλεται καὶ μία φορολογία 10% ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν προμηθευτῶν κέρδους πάσης φύσεως πρὸς τὸ Δημόσιον, λογίζεται δὲ καθαρὸν κέρδος, κατὰ τὴν προηγουμένην φορολογίαν τοῦ 1915. Ἀπὸ 1ης Ἰουλίου ἀναβιβάζεται κατὰ τέλος 10 λεπτὰ κατὰ πᾶν βραχὺ τηλεγράφημα, κατὰ πᾶν μακρὸν τηλεγράφημα κατὰ 20 λεπτά, ἐνῷ πληρώνει τὰ 50 λεπτά, θὰ πληρώνῃ 60, ἐνῷ πληρώνει 1 δραχμήν, θὰ πληρώνῃ 1.20 τὸ πρόσθετον αὐτὸ τέλος θὰ εἰσπράττεται, δηλαδή, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν τις πληρώνῃ 50 λεπτά, δι’ ἕν τηλεγράφημα, θὰ πληρώνῃ 60, ἐὰν δὲ πληρώνει 1 δραχμήν, θὰ πληρώσῃ 1.10. Προσαυξάνεται καὶ ἡ συνδρομὴ κατὰ 20% τῶν συνδρομητῶν τηλεφώνων ἐν Ἀθήναις, Πειραιεῖ, Κηφισσίᾳ, Κερκύρᾳ καὶ Πάτραις, διότι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἕν τηλέφωνον, ἀναμφισβητήτως εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ κατὰ 20% περισσότερον τῶν ἤδη πληρωνωμένων. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἀμέσους φόρους. Διὰ νομοσχεδίου κυρίως ἀποβλέπεται εἰς μίαν πρόσθετον φορολογίαν μιᾶς δρχ. κατ’ ὀκᾶν ποσίμου οἰνοπνεύματος, ἔσχον δὲ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀσχοληθῶ γενικώτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τῶν οἰνοπνευματοποιῶν. Εἴχομεν τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων καὶ τὸ ζήτημα τῶν οἰνοπνευματοποιῶν, τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, δυστυχῶς, ἤγαγε τὸν προκάτοχόν μου νὰ ὑποβάλῃ τὸ βάρος, τὸ ὁποῖον μετὰ πολλοῦ κόπου ὑφίστατο καὶ νὰ τὸ ρίψῃ ἐπὶ τῆς ράχεώς μου...
§84ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἦτο σκόπιμον.
§85Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Βεβαίως, δὲν ἦτο σκόπιμον, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποβλέψω εἰς τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον τὸν (κ. Συνάδελφον, ὄχι, ὅπως ὤφειλε νὰ σταθμίσῃ, ἤγαγον εἰς τὴν παραίτησιν. Ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, ἐὰν ἐμμένωμεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς τροπολογίας, ὁλόκληρον τὸ ἔσοδον τῆς οἰνοπνευματοποιΐας ἤθελε διαφύγει διὰ τῆς μεθόδου τῶν ἀμβύκων καὶ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν αʹ κατηγορίας καὶ διὰ τοῦτο ἐκανονίσθη τὸ πρᾶγμα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀμβύκων καὶ οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ τῆς αʹ κατηγορίας νὰ μὴ δύνανται νὰ παραπονεθῶς καὶ τὸ Δημόσιον νὰ ἔχῃ θετικὴν πρόσοδον ἐπὶ τοῦ νέου φόρου 3.500,000 ἐπιπρόσθετον. Ὡς πρὸς τοὺς κυρίους τῶν ἀμβύκων, οἵτινες κατὰ τὸ πλεῖστον εἶναι ἀγρόται, ἀποστάζοντες μόνον πρὸς ἰδίαν των χρῆσιν, ἐδόθη τὸ μέσον καὶ ἡ ἄδεια τῆς ἀποστάξεως τοῦ εἴδους των, τῶν στεμφύλων, καὶ ἐδόθη αὐτοῖς τὸ δικαίωμα, ὅπως, ἐὰν θέλωσι νὰ μετατρέψωσι τὴν σοῦμαν εἰς τὸ ἄνυδρον οἰνόπνευμα, ἢ εἰς οὖζον, νὰ δύνανται νὰ τὸ πράξωσιν ἐπὶ τῇ καταβολῇ τοῦ ἡμίσεος ἐπιπροσθέτου φόρου, δηλαδή, ἀντὶ 1 δρχ. ἐπὶ τῇ καταβολῇ 50 λεπτῶν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀναλογία τῆς ἀξίας μεταξὺ τῆς σούμας καὶ τοῦ οὔζου. Ἀλλ’ εἰς αὐτοὺς χορηγοῦνται καὶ ἄλλα ὠφελήματα διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ πρῶτον ἔχουσι τὸ δικαίωμα, κατεργαζόμενοι μέχρις ἐννέα ἡμερῶν τὰ στέμφυλά των, νὰ πληρώσωσιν ὄχι ἐν γένει διὰ τὰς ἐννέα ἡμέρας, ἀλλὰ νὰ πληρώσωσι κατὰ λόγον τῶν ἐργασίμων ἡμερῶν, περιοριζομένου οὕτως τοῦ φόρου αὐτῶν. Ἔχουσι δὲ καὶ τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταπωλῶσι τὴν σούμαν αὐτῶν, τὴν ὁποίαν παράγουσιν ἐπὶ ἀμοιβῇ λεπτῶν 25 καταβαλλομένων παρὰ τοῦ Δημοσίου πρὸς αὐτούς, τὰ ὁποῖα ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς καὶ ἐπὶ τιμῇ καταβαλλομένῃ παρὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν βʹ κατηγορίας 75% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ οἰνοπνεύματος. Ὑπάρχει διάταξις, ἡ ὁποία καθορίζει τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ πραγματικὴ ἀξία τοῦ οἰνοπνεύματος. Λοιπόν, οἱ ἀμπελοκτήμονες, ἔχοντες τοὺς ἄμβυκας αὐτούς, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ κατεργάζωνται τὰ στέμφυλα αὐτῶν, ἐργαζόμενοι ἐντὸς ἐννέα ἡμερῶν. Θὰ πληρώσουν μόνον κατὰ λόγον τῶν ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας εἰργάσθησαν. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα, καταβάλλοντες τὸ ἥμισυ τοῦ φόρου τοῦ προσθέτου τῆς 1 δρχ., δηλαδή, καταβάλλοντες 50 λεπτά, νὰ μετατρέπωσιν εἰς οὖζον τὴν σούμαν, τὴν ὁποίαν παράγουσιν. Ἔχουσι δὲ καὶ τὸ δικαίωμα, ἐπιβαλλομένης τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς εἰς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ὀφείλουσι νὰ προσφέρωσι τὴν παραγωγήν των, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι παρὰ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν βʹ κατηγορίας πρὸς τὸν ὁποῖον θὰ προσφέρωσι τοὺς οἴνους των, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσι παρ’ αὐτοῦ 75% ἐπὶ τῆς πραγματικῆς ἀξίας τοῦ εἴδους των. Ὡς εἶπον, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθορίζεται ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ πραγματικὴ ἀξία. Ὁ οἰνοπνευματοποιὸς βʹ κατηγορίας εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἀγοράσῃ καὶ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ δώσῃ εἰς τὸν κύριον τοῦ ἄμβυκος, ὁ ὁποῖος ἀπέσταξε τὰ στέμφυλά του, 75% ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ παραγομένου εἴδους. Ἐστάθημεν εἰς τὰ 75%, διότι ἀναμφισβητήτως ὁ οἰνοπνευματοποιὸς βʹ κατηγορίας, ὁ ὁποῖος θὰ χρησιμοποιήσῃ ὡς πρώτην ὕλην τὴν σούμαν αὐτήν, ἔχει δικαίωμα καὶ αὐτὸς νὰ μὴ ζημιωθῇ· πρῶτον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὴν δαπάνην, ἡ ὁποία θὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς τὴν τροπὴν τῆς σούμας αὐτῆς εἰς ἄνυδρον οἰνόπνευμα. Λοιπόν, ἡ δαπάνη αὐτὴ καὶ τὸ κέρδος αὐτὸ, τὸ ἐκ τῆς μετατροπῆς τῆς σούμας εἰς ἄνυδρον οἰνόπνευμα, ἀπετιμήθη εἰς 25 λεπτά, ὁ δὲ κύριος τῶν στεμφύλων, ὁ ἀμπελοκτήμων, ὁ ὁποῖος ἔχει αὐτὸν τὸν ἄμβυκα, ἔχει ἀσφαλῆ τὴν τιμὴν τῶν 75% ἐπὶ τῆς τιμῆς τοῦ εἴδους αὐτοῦ. Αὐτὸ δρᾷ εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας καὶ εἰς τοὺς ἄμβυκας τῶν ἀμπελοκτημόνων. Οἱ οἰνοπνευματοποιοὶ αʹ κατηγορίας εὑρίσκονται εἰς ἴσην μοῖραν πρὸς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, μὲ τὴν διαφοράν· ὅτι αὐτοὶ περισυλλέγουσι τὰ στέμφυλα καὶ ἔχουσιν ἄμβυκας χωρητικότητος πολὺ μεγαλειτέρας. Εἰς αὐτοὺς χορηγοῦνται τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Μόνον ἕν, εἰς αὐτοὺς ἀπαγορεύεται. Εἰς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς αʹ κατηγορίας ἀπαγορεύεται νὰ γίνωνται ποτοποιοί, νὰ μετατρέπωσι τὴν σούμαν, τὴν ὁποίαν παράγουν, εἰς οὖζον. Αὐτοί, οἱ μεταπωλοῦντες ὑποχρεωτικῶς πρὸς τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς βʹ κατηγορίας τὸ εἶδος αὐτῶν, τὸ ὁποῖον παράγουν, ἀπολαμβάνουσι τὰ 25%, ὡς βραβεῖον, ἀπολαμβάνουσι καὶ 75% ἐπὶ τῆς τιμῆς. Μεταξὺ τῶν οἰνοπνευματοποιῶν αʹ κατηγορίας εἶναι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται διὰ στηλῶν. Οἱ ἐργαζόμενοι διὰ στηλῶν ἔχουσι ἕν πλεονέκτημα, ὅτι ἡ ἀπόσταξις γίνεται κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε τίποτε ἀντὶ τῆς πρώτης ὕλης, ἐκ τῶν στεμφύλων, δὲν χάνεται, καθόσον ἐργάζονται διὰ στηλῶν καὶ ἔχουσιν ἐτησίως μεγαλειτέραν πρόσοδον. Τὸ βραβεῖον, τὸ ὁποῖον χορηγεῖται παρὰ τοῦ Δημοσίου, ὑποβιβάζεται ἀπὸ λεπτῶν 25 εἰς 10 λεπτά. Ἐπειδὴ δὲ αὐτοὶ δύνανται πολὺ εὐκόλως, ἔχοντες τοιαῦτα μηχανήματα, νὰ προσθέσωσιν ἄλλα τινά, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἐργασθῶσιν ὡς οἰνοπνευματοποιοὶ βʹ κατηγορίας, τοῖς δίδεται ἐλευθερία πρὸς τοῦτο. Εἰς τὴν σκέψιν αὐτὴν προῆλθον, θέλων νὰ καταπολεμήσω τὸ Μονοπώλιον. Αἱ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποία εὑρέθημεν, ἐπέφερον ἔλλειψιν καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος. Καὶ εἴδομεν ὑψουμένην τὴν τιμὴν τοῦ φωτιστικοῦ οἰνοπνεύματος παραδόξως, χωρὶς ἐντεῦθεν τὸ Δημόσιον Ταμεῖον νὰ ὠφελῆται, οὐδὲ ἓν λεπτόν. Ἐνόμισα, ὅτι, καθ’ ὅσον ἤθελον συντελέσει εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἐπιχειρήσεων αὐτῶν τῶν οἰνοπνευματοποιῶν τῆς αʹ κατηγορίας, τῶν ἀποσταζόντων διὰ στηλῶν, ἤθελον καταπολεμήσῃ τὸ μονοπώλιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον εἰς χεῖρας ὡρισμένων μεγάλων ἐπιχειρηματιῶν. Οὐδεὶς δύναται νὰ τοὺς ψέξῃ· ἀλλὰ καὶ ἡ Κοινωνία καὶ ἡ Πολιτεία ἔχουσι καθῆκον νὰ προστατεύσωσιν ἐν γένει τὴν Βιομηχανίαν, ὅπως δώσωσιν ἐργασίαν εἰς πάντας. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις, Κύριοι, αἱ ὁποῖαι μὲ ἤγαγον εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου. Συνεβουλεύθην κατὰ τὴν συνήθειαν, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ προσφεύγω εἰς ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ θίγωνται καὶ νὰ ἐνδιαφέρωνται, συνεβουλεύθην πολλοὺς οἰνοπνευματοποιούς, καὶ ἀμπελοκτήμονας καὶ τοὺς οἰνοπνευματοποιοὺς αʹ κατηγορίας, καὶ ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ἐγερθῇ οὔτε μία φωνή, οὔτε μία κραυγὴ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀναγκαίως χρειάζεται κόπος, ἔπρεπε νὰ μελετηθῶσι πάντα, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰς τὴν στιγμήν. Ὡς εἶπον, εὐτυχῶς, εὗρον τὴν πρώτην ὕλην ἐν τῇ ἐργασίᾳ τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καθαρὸν ἔσοδον τοῦ Δημοσίου ἐκ δρχ. 3.500,000 πρόσθετον, τὸ ὅλον ἀνέρχεται εἰς 10.500.000, ἔχομεν ἤδη 70.000.000, προσθέτομεν ἄλλα 3.500.000. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνδέεται διὰ δύο ἐκθέσεων μιᾶς κοινοβουλευτικῆς εἰσηγητικῆς καὶ μιᾶς τεχνικῆς. Εὐτυχῶς, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἔχομεν μίαν ὑπηρεσίαν πρώτης τάξεως καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἀποβλέπῃ τις μετὰ πάσης πεποιθήσεως, ὅλοι συνέτρεξαν καὶ ὅλοι διεκρίθησαν διὰ τὸν ζῆλον καὶ διὰ τὴν ἐργατικότητα, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ κάμω καὶ μίαν διάκρισιν· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάσθησαν εἰς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν, τὴν τεχνικήν, διακρίνονται μεταξὺ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων ὅλου τοῦ Κράτους. Εἰσάγω καὶ ἓν νομοσχέδιον περὶ δασμολογικῆς μεταβολῆς καὶ προσαρτῶ πρόσθετα δέκατα, τὰ ὁποῖα ὡς πρὸς τὰς μεταβολὰς αὐτὰς ἔχει ἰσχὺν ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ πρόσθετον τέλος τὸ δωδεκατημόριον, τὸ ὁποῖον προσθέτω, δὲν ἀφορᾷ οὔτε τὸν σῖτον, οὔτε τὰ ἄλευρα, οὔτε τὴν ζάκχαριν, οὔτε τὸν καφέν, οὔτε τοὺς δημητριακοὺς καρπούς. Ὑπολογίζω ἓν ἔσοδον 3.500.000 ἐξ αὐτοῦ. Μετὰ ταῦτα εἰσάγω ἓν νομοσχέδιον περὶ κινητῶν ἀξιῶν, κληρονομιῶν καὶ εἰσιτηρίων. κλπ. Ὁ ὑφιστάμενος ἐκ 5% φόρος ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, ἀναβιβάζεται εἰς εἰσφορὰν διὰ μόνον τὸ ἔτος τοῦτο εἰς 2% διὰ τὸ 1915. Ἐκ τῶν προσθέτων αὐτῶν φόρων ὑπολογίζω ἓν ἔσοδον 700 χιλιάδων. Ἐλησμόνησα ἀναπτύσσων τὸ νομοσχέδιον περὶ εἰσφορᾶς τῆς ἐμπορικῆς ἡμῶν ναυτιλίας, μίαν σχετικὴν ρήτραν. Τὰ ἀτμόπλοια τὰ ἀνήκοντα εἰς ἀνωνύμους ἑταιρείας ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνει ὅλας τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας. Ὑπάρχει δὲ εἷς εἰδικὸς λόγος, ὁ ὁποῖος συνεπήγαγε τὴν πρόνοιαν αὐτήν, ὅπως ἀπαλλάξωμεν ὄχι μόνον τοῦ φόρου τοῦ προσθέτου τῶν 2%, ἀλλὰ καὶ τῶν φόρων τῶν 5%, διότι ἄλλως ἡ ἰδιωτική, ἡ ἀτομικὴ ναυτιλία θὰ εὑρίσκετο εἰς κρείσσονα θέσιν ἀπὸ τὴν ναυτιλίαν τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, θὰ ἦτο δὲ παράχορδον τοῦτο. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἓν ἀτμόπλοιον καὶ ἀπολαμβάνει ὅλα τὰ πλεονεκτήματα ἀποκλειστικῶς δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τῶν 5% τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, πληρώνεται δὲ ὁ φόρος αὐτὸς ὡς φόρος βαρύνων τὰ νομικὰ πρόσωπα τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, οὔτε ἐπίσης πληρώνει τὸν πρόσθετον φόρον τοῦ 2%. Ἐκείνη δὲ ἡ Ἑταιρεία καὶ ἐκεῖνος ὁ μέτοχος μιᾶς ἀνωνύμου ἑταιρείας, ἀτμοπλοϊκῆς, εἰς τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεται μία ἐπαχθὴς εἰσφορά, οἷα ἐκείνη, τήν ὁποίαν παρέστησα πρὸ ὀλίγου εἰς ἡμᾶς, ἐκεῖνος, ἐκτὸς τῆς εἰσφορᾶς, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ καὶ τὸ 5% τῆς ἀνωνύμου ἑταιρείας καὶ τὸ 2% τῆς ἀνωνύμου ἐπίσης ἑταιρείας. Πρέπει δὲ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι τὴν καταβολήν τῆς εἰσφορᾶς, ὅταν πρόκειται περὶ ἀνωνύμου Ἑταιρείας, τὴν ἔκαμεν ἡ Ἑταιρεία αὐτή, διότι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ εἰσφορᾶς διὰ τὸ 1915, ποῦ θὰ δυνηθῶμεν νὰ εὕρωμεν τὴν μετοχὴν κατὰ τὸ 1915; Αἱ μετοχαὶ κατὰ τὸ πλεῖστον τῶν ἀνωνύμων ἑταιρειῶν, εἶναι ἀνώνυμοι καὶ ἀναγκαίως κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ καθ’ ὃ ἐπραγματοποιήθησαν πολλὰ κέρδη, ἦτο ἑπόμενον νὰ πωλήσωσι πολλοὶ τὰς μετοχάς των καὶ πολλοὶ νὰ τὰς ἀγοράσωσι, δὲν εἶνε δὲ δυνατόν νὰ τρέξωμεν ὄπισθεν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πωλήσει μετοχάς, διὰ νὰ ζητήσωμεν τὴν εἰσφορὰν παρ’ αὐτῶν, διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες συνεχόμισαν τὰ κέρδος, εἶναι οἱ πωληταὶ καὶ οὐχὶ οἱ ἀγορασταί. Ἀναγκαίως, λοιπόν, ἔπρεπεν ἡ εἰσφορὰ διὰ τὸ 1915 νὰ μὴ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται, οὕτως εἰπεῖν, εἰς ἄνισον θέσιν ἀπέναντι τῶν ναυτιλιακῶν ἐπιχειρήσεων τῶν ἰδιωτικῶν, τῶν ἀτομικῶν. Διὰ τοῦτο πρὸς συμψηφισμὸν αὐτῆς τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι, ὡς πρὸς τὸν φόρον τὸν ἐπιβαλλόμενον εἰς πᾶσαν ἀνώνυμον ἑταιρείαν, τὸν καταργῶ, καθόσον ὑπάρχει διὰ τὰ δύο ἔτη διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἰσχύῃ ἡ εἰσφορά.
§86Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ πλοιοκτῆται διὰ τῆς καταβαλλομένης εἰσφορᾶς, ἀπαλλάσσονται τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος;
§87Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος παρ’ ἡμῖν εἶναι αὐτοτελής, εἶναι συμπληρωματικὸς φόρος.
§88Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρόσθετος ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἄλλων φόρων.
§89Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἀποδίδει ὅσα ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ, διότι κατηρτίσθη κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι συμπληρωματικός; διότι ἀναμφισβητήτως καὶ ὁ κτηματίας καὶ ὁ κύριος οἰκιῶν καὶ ὁ κύριος ἀγρῶν, καὶ ἐκεῖνος πληρώνει τὸν φόρον. Πληρώνουσι τοὺς ἐγγύους φόρους καὶ ἄλλους, ἐκτὸς τῶν ἐμμέσων καὶ ἐν περιπτώσει καθ’ ἥν ἠθέλομεν ζητήσει ἕνα φόρον ἐπαχθέστερον καὶ ἀναζητήσει τὸ ἀληθὲς εἰσόδημα, ἀφ’ ἑνὸς ὁ φόρος θὰ ἐγένετο πάρα πολὺ ἐπαχθής, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἦτο ἄδικος, διότι ὅλον αὐτὸ τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἔμπορος, ὁ κτηματίας, ὁ κύριος οἰκοδομῶν, ὅλον αὐτὸ τὸ ἔσοδον καταλογίζεται εἰς τὸν πρόσθετον φόρον καὶ ἔρχεται πρὸς συμπλήρωσιν μιᾶς ἀνισότητος κοινωνικῆς. Εἰς αὐτὸ ἀποβλέπει ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, τὸν ὁποῖον ἔχομεν σήμερον. Ἀποβλέπει ἀκριβῶς εἰς τὰς εὐπόρους τάξεις, τῶν ὁποίων τὸ ἔσοδον ἦτο μεγαλείτερον καὶ καταλληλότερον. Λοιπόν, ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος, ὤν φόρος αὐτοτελὴς καὶ συμπληρωματικός, δὲν ἐπηρεάζεται, οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἀπὸ τὰ νέα φορολογικὰ νομοσχέδια. Ὑπάρχει ἕν νομοσχέδιον, ὑποβληθὲν ὑπὸ τοῦ προκατόχου μου, περὶ καπνοῦ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπελόγισεν ὁ προκάτοχός μου ἕν ἔσοδον 2.100.000, ἔφερον τροπολογίας τινάς, αἱ ὁποῖαι ὑποβιβάζουν τὰ ἔσοδα κατά τι. Ὅπως διετυπώθη, πιστεύω, ὅτι θὰ εἶναι εὐπρόσδεκτον παρὰ πάντων, διότι καταργεῖται πρῶτον ὁ ὑφιστάμενος φόρος ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, δεύτερον ἐπὶ τοῦ ταμβάκου καὶ ἀφήνεται ἡ τρίτη τάξις τῶν σιγαρέττων, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ πλέον καμμία ἀμφισβήτησις. Ἐπιβάλλεται δὲ καὶ ἕτερος φόρος, ἢ μᾶλλον, τέλος ἐξαγωγῆς εἰς τὸν ἐξαγόμενον καπνὸν 10 λεπτὰ κατὰ χιλιόγραμμον. Ἡ μέση τιμὴ τοῦ καπνοῦ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις εἶναι 5 ἕως 6 δρχ. κατὰ χιλιόγραμμον, ἐπιβάλλεται ἓν δεκάλεπτον κατὰ χιλιόγραμμον. Εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντος φορολογία ἐκ τῆς ὁποίας ὅμως τὸ δημόσιον θέλει ἀντλήσει 3.500.000. Τέλος, ἐκ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν τῶν φορολογικῶν, ἡ πρόσοδος, τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι θὰ ἀσφαλίσωμεν εἰς τὸ Κράτος θὰ ἀνέλθῃ εἰς 49.285.010.
§90Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Προϋπολογίζετε αὔξησιν ἐσόδων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων 49.285.000;
§91Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἀναμφισβητήτως ὕστερα ἀπὸ τὰ ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὸ 1915 καὶ εἰς τὸ 1916, ἔπρεπε νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς νέαν φορολογίαν. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω. Ἐννοεῖται, ὅτι πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μελετηθῇ μετὰ πάσης ἀκριβείας, ἄν καὶ ὁ ἀξιότιμος προκάτοχος συνάδελφός μου, ἐπεμελήθημεν αὐτοῦ, ὅσον τὸ δυνατόν, ὥστε νὰ μὴ συνεπάγεται ἀδικίας εἰς τὴν κατανομὴν τῶν βαρῶν. Ἀλλὰ τὸ βῆμα καὶ ἡ μελέτη τῆς Βουλῆς εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ. Πρέπει νὰ γίνῃ μελέτη ἐνδελεχὴς καὶ ταχεῖα, διότι, καθ’ ἡμᾶς, δὲν εἶναι τελεία. Ἀλλ’ ἔχοντες, Κύριοι, ἓν τοιοῦτον ἔλλειμμα, ἔπρεπε νὰ προβλέψωμεν καὶ εἰς μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐπεβάλλετο ἕνεκα τῆς δυστροπίας ἀπέναντι τῆς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Εἶπον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ πράξῃ τὸ καθ’ ἑαυτήν καὶ διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου καὶ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης διὰ δάνειον δρχ.115 ἑκατομ. ὀνομαστικῶν ἀπέδειξεν ἡ Ἑλλὰς τὴν ζωτικότητά της, τὴν ὁποίαν ἔχει. Τὸ δάνειον αὐτὸ συνομολογεῖται ὑπὸ τοὺς εὐνοϊκωτέρους ὅρους, πρὸς 87½% καὶ ἐπὶ τόκῳ 5% καὶ μὲ ὑποχρέωσιν ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης τῆς Ἐθνικῆς, ὅπως ἀναλάβῃ ὁριστικὸν φέρω τὰ 70.000.000 καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῶν 115.000.000 ὑπολείπονται πρὸς κάλυψιν 45 ἑκατομμύρια, ἢ μᾶλλον πραγματικῶς μόνον 30 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ μὴ καλυφθῶσιν ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνομολογεῖται τὸ δάνειον.
§92Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ προβῇ εἰς περικοπὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων;
§93Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ ἦτο λίαν εὐάρεστον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦτο, ἀλλ’ αἱ περικοπαὶ δαπανῶν συνεπάγονται τὴν ἀνάγκην τῆς μεταβολῆς ὁλοκλήρου τοῦ διοικητικοῦ συστήματος. Προέβημεν ὅμως εἰς περικοπάς, τὰς δυνατάς, τῶν δαπανῶν, καὶ ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψει καὶ παραβάλητε τοὺς Προϋπολογισμούς, θέλετε ἴδῃ, ὅτι ἔχομεν ἐπὶ ἔλαττον δαπάνας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων 21.000.000, ἄνευ ὅμως μεταβολῆς ὁλοκλήρου τοῦ διοικητικοῦ συστήματος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πραγματοποιήσωμεν τὰς οἰκονομίας ταύτας σταθερῶς. Ἔπρεπεν ὁλόκληρον τὸ σύστημα τὸ διοικητικὸν νὰ φέρωμεν ἐνταῦθα καὶ νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὰς δεκάδας χιλιάδας τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη. Ἀναμφισβητήτως, ἡ τελευταία περίοδος ἀπέδειξε τὸν Προϋπολογισμὸν ἡμῶν πολυτελῆ, ἐπλήθυνε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων μέχρι σημείου ἀληθῶς ἀπελπιστικοῦ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀναθεώρησις ὁλοκλήρου τῆς νομοθεσίας, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτήν, δὲν εἴχομεν, οὔτε ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου, οὔτε ἐγὼ τὸν καιρόν. Ἀναμφισβητήτως, εἴτε ἡμεῖς, εἴτε οἱ διάδοχοι ἡμῶν εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ ἐγκύψωσιν ἐπὶ τὴν ἀναθεώρησιν ὁλοκλήρου τῆς νομοθεσίας. Ὅ, τι εἶναι ὑπερβολικόν, ὅ,τι εἶναι πολυτελές πρέπει νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος. Ἐν ὀλίγαις λέξεσιν αὐτὴ εἶναι ἡ σύνταξις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἀντλήσωμεν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς ἐκβιασταί. Εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν ὡς εἰς κόρην ὀφθαλμοῦ, ἐκείνη κέκτηται τὴν πίστιν, τὴν ὁποίαν δὲν κέκτηται τὸ Κράτος καὶ πᾶς ὅστις ἤθελε σκεφθῆ τὸ ἐναντίον, βεβαίως, ἤθελε σφάλει. Ἔχομεν πᾶν συμφέρον νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Τράπεζαν. Ἤκουσα καὶ μοὶ ἐζητήθη λόγος περὶ ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα προσηνέχθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχω δύο τελευταίας προσφορὰς καὶ ἔδωκα καὶ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν μίαν, διότι, ἅμα μοὶ ἐγένετο, ἐφρόντισα νὰ τοῖς εἴπω· ὁρίσατέ μας τοὺς ὅρους, διότι ἔχω πεῖραν τῶν τοιούτων προτάσεων. Ἐνεθυμήθην μίαν ἐποχήν, ἐπίσης ἐπαχθῆ, κατὰ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμην ἐν τῇ ἀρχῇ εἶχον πλημμυρίσει αἱ Ἀθῆναι ἀπὸ διαφόρους προμηθευτάς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦλθε καί τις, ὁ ὁποῖος μοὶ προσέφερε χιλίους ἢ δισχιλίους ἵππους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀναγκαῖοι διὰ τὸν στρατόν. Εἶπον, κατ’ ἐμαυτόν, ποῦ τοὺς εὗρεν αὐτὸς τοὺς ἵππους; Καὶ τοῦ λέγω· σὲ παρακαλῶ, τὶ ἐπάγγελμα ἔχεις; «Εἶμαι ὀδοντοϊατρὸς, λέγει». «Πήγαινε στὸ καλό, τῷ εἶπον». Αὐτὴ ἡ πεῖρα τοῦ 1897 μὲ ἤγαγεν εἰς ἕν μέτρον ὁριστικόν. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ὁπλισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ κατὰ τὸ 1903. Εἴχομεν ἕνα ἐμφύλιον πόλεμον, πᾶς τις παρουσίαζεν ἀνακάλυψιν ἑνὸς τυφεκίου, ἑνὸς νέου γεμιστῆρος καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως καὶ πολιορκούμενος ἀπὸ ὅλους ἐκείνους τοὺς προμηθευτὰς, οἱ ὁποῖοι εἶχον συρρεύσει, ἐσκέφθην νὰ τηλεγραφήσω πρὸς τοὺς ἰδίους διευθυντὰς νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα. Ἐκάλεσα τὰ Βουλκάν καί τινα ἄλλα, νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα καὶ ἦλθον τὰ πρῶτα δὲ καραβάκια, τὰ ὁποῖα ἦλθον, εἶναι τέσσαρα, ἐκεῖνα τοῦ Βουλκὰν καὶ ἀποτελοῦσι μεγάλην δύναμιν. Ἐὰν δὲ ὁ στρατὸς ἡμῶν ἔχει τὸ Μάλιγχερ Σενάουερ, τὸ ὁποῖον ἀπεδείχθη τὸ κάλλιστον τῶν ὅπλων, αὐτὸ ὀφείλεται εἰς τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν μετῆλθον, διότι διὰ τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ζητοῦσι σήμερον 155 δραχμάς, ἐπληρώθησαν τότε μόνον 95. Ἀποφεύγω, λοιπόν, πάντοτε τοὺς διαμέσους· δὲν εἶναι τίποτε οὔτε τὸ παράλογον, οὔτε τὸ ἀθέμιτον, τὸ νὰ θέλῃ τις νὰ κερδίσῃ, ἀλλ’ αἱ Κυβερνήσεις πρέπει νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει των, ὅτι, ἐφ’ ὅσον διαπραγματεύονται ἀπ’ εὐθείας, κερδίζουσι τὴν διαφοράν, τὴν ὁποίαν ἐκέρδισαν οἱ διάμεσοι. Ἡ τελευταία πεῖρα μὲ ἔπεισεν, ὅτι πολὺ ὀρθῶς ἐσκεπτόμην καὶ τὸ 1903 καὶ τὸ 1897. Εἶχον μίαν προσφορὰν δανείου, τὴν ὁποίαν μάλιστα θὰ καταθέσω αὔριον, διότι μοὶ ἐζητήθη ἀπὸ ἀξιότιμον κ. Συνάδελφον, μίαν προσφορὰν 100 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, καὶ μάλιστα ἔγγραφον. Ἀπήντησα διὰ τῶν ἑξῆς· «ἐὰν θέλῃς νὰ διαπραγματευθῇς μετ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ φροντίσῃς νὰ νομιμοποιήσῃς τὴν θέσιν σου, δηλαδή, νὰ σοῦ δώσωσι πληρεξούσιον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν ὁμάδα, διὰ τὴν ὁποίαν παρουσιάζεσαι». Αὐτὸς ἦτο ὁ 1ος ὅρος. 2ος ὅρος ἦτο νὰ ἐγγυηθῇ καὶ μία Τράπεζα πρώτης τάξεως ἐν Ἀμερικῇ ὑπὲρ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος φαίνεται, ὅτι ἐκπροσωπεῖται καὶ 3ος ὅρος ἦτο νὰ μᾶς εἴπητε, τέλος πάντων, πόσα ἑκατομμύρια δολλαρίων θὰ μᾶς δώσητε εἰς μετρητὰ καὶ πόσα εἰς προμηθείας, διότι εἶναι γνωστὸν, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι ἐν Ἀμερικῇ δανείζουν μόνον εἰς προμηθείας. Ἔχοντες κανονίσει τὸ ζήτημα μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δὲν θεωροῦμεν, ὅτι ἦτο μέγα κέρδος καὶ ὅτι ἀπέβλεπεν εἰς τὸν σκοπόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπαμεν εἰς τὴν συμπλήρωσιν τοῦ χάους, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα, τὸ νὰ δανεισθῶμεν 100 ἑκατομμύρια διὰ προμηθείας. Ἀφοῦ ἔθηκα αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος φαίνεται ὡς ἀνταποκριτής, ἐτηλεγράφησε. Ἐστάλη τὸ τηλεγράφημα πρὸ δεκαπέντε ἢ εἴκοσιν ἡμερῶν, ἀλλ’ οὔτε ἦν φωνή, οὔτε ἦν ἀκρόασις! Ἄλλος, μετριώτερος, ἐφαίνετο διατεθειμένος νὰ μᾶς προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας πρὸς προμήθειαν 10 ἢ 20 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ἀλλὰ δὲν καθώριζε ποῦ καὶ πῶς θὰ ἐπληρώνοντο τὰ δολλάρια αὐτά. Ἐζήτησα, λοιπόν, πληροφορίας λεπτομερεστέρας καὶ οὗτος ἔσπευσε νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἐζήτησε «ὀψιὸν» καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἐζήτησε νὰ τὸν ἐφοδιάσωμεν δι’ ἐπισήμου ἐντολῆς, διὰ νὰ διαπραγματευθῇ τὴν προμήθειαν αὐτῶν τῶν 10 ἢ 20 ἑκατομμυρίων δολλαρίων. Νομίζω, ὅτι αἱ πληροφορίαι δὲν ἦσαν σοβαραὶ καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἦτο δυνατόν, παρὰ νὰ ἀποβλέψῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ εἰς τὸ Κράτος, ἐνισχυομένη, καὶ διὰ τοῦτο συνομολογήθη νέα σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας παρατείνεται τὸ προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μέχρι τοῦ 1950, χορηγεῖται εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τοῦ διπλασιασμοῦ τοῦ μετοχικοῦ της κεφαλαίου, χορηγεῖται ἐπίσης τὸ δικαίωμα εἰς αὐτήν τῆς ἐκδόσεως 30 ἑκατομμυρίων τραπεζογραμματίων. Ἀπέναντι τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀσφαλίζεται ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου Ταμείου ἕν ἔσοδον 1.000.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος ἀπὸ τοῦδε, ἀσφαλίζεται δὲ ἀπὸ τοῦ 1930, ὅταν λήγῃ τὸ νῦν ὑφιστάμενον προνόμιον αὐτῆς, ἕν ἔσοδον δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατ’ ἔτος. Τὸ ἔσοδον τοῦ 1.000.000 δρχ. ἀσφαλίζεται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῆς συμβάσεως καὶ ὑπολογίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμμετοχῆς τοῦ Δημοσίου εἰς τὰ κέρδη τῆς Τραπέζης· σήμερον ἔχομεν συμμετοχὴν ἐπὶ τῶν κερδῶν τῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία ἀποδίδει εἰς ἡμᾶς 2.500.000. Εἰς ταῦτα προσετέθη ἀπὸ σήμερον ἡ συμμετοχή, ἡ ὁποία θέλει ἀποδώσει εἰς τὸ Δημόσιον 1.000.000· ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν νέων 30.000.000 τραπεζογραμματίων καὶ ἐκ τῆς κυκλοφορίας, συμφώνως τῷ νόμῳ τοῦ 1910 ἐκδιδομένων τραπεζογραμματίων, δὲν ἤθελεν ἀσφαλίσει τὸ κέρδος ἐκεῖνο, ἐκ τοῦ ὁποίου ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ τὸ ½, δὲν θέλει συμψηφίζεσθαι πρὸς τὸ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχωμεν ἀσφαλὲς ἀπὸ τοῦ 1930 καὶ ἐντεῦθεν. Ταῦτα σᾶς λέγω ἐν συντομίᾳ, διότι ὑποθέτω, ὅτι θὰ ἐκουράσθητε ἤδη. Αἱ συμβάσεις κατετέθησαν ἤδη καὶ ἐξ αὐτῶν θὰ ἴδητε, ὅτι ἀπεβλέψαμεν νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ βαδίσωμεν καὶ ἄνευ διαμέσων. Ἀφ’ ἑτέρου ἀπεβλέψαμεν πῶς νὰ ἐνισχύσωμεν τὴν Τράπεζαν. Ἀναγκαίως, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν τριάκοντα ἑκατομμυρίων, ἔπρεπε νὰ προσφύγωμεν εἰς τὴν Διεθνῆ Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπήν, διότι, κατὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ σύμβασιν, ὅταν πρόκειται περὶ δανείου γινομένου ἐπὶ τῇ βάσει ἐκδόσεως τραπεζογραμματίων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀναγκαίως πρέπει νὰ προϋπάρξῃ ἡ ἄδεια τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου. Ἀπετάθην προσωπικῶς καὶ ἀνεπισήμως, ἀλλ’ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἀποδεκτὴ αὐτὴ ἡ βολιδοσκόπησις ἐκ μέρους μου, ἦτο τοιοῦτος, ὥστε ἐγὼ ἀπηλπίσθην, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίσωμεν τὴν συγκατάβασιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐσκεπτόμεθα περὶ ἄλλου συνδυασμοῦ. Τὴν ἄρνησιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἀνεκοινώσαμεν εἰς τοὺς ἐν ταῖς Αὐλαῖς ἀντιπροσώπους τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου καὶ τοὺς παρεκαλέσαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ διαμαρτυρηθῶσι διὰ τὴν τοιαύτην στάσιν τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὀλίγας ἡμέρας κατόπιν ἦλθε πρός με ὁ Πρόεδρος τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἐλέγχου, μέλος τῆς Γαλλικῆς Πρεσβείας, συνοδευόμενος ὑπὸ τοῦ Ἀντιπροέδρου τῆς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ διετύπωσαν πικρὰ παράπονα, διότι διεμαρτυρήθημεν ἡμεῖς καὶ μοὶ εἶπον. «Πότε μᾶς διετυπώσατε οἱανδήποτε αἴτησιν; Πρόκειται περὶ φράσεων, τὰς ὁποίας μᾶς εἴπατε καὶ εἰς τὰς ὁποίας δὲν σᾶς ἀπηντήσαμεν, ἀλλὰ θὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ὑποθέσεως». Ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο τοῦτο εἷς τρόπος, ὅπως ἐπέλθῃ συνεννόησις. Μάλιστα μοὶ προσέθηκαν, ὅτι: «σᾶς παρακαλοῦμεν, ὅπως τὴν διαμαρτυρίαν, τὴν ὁποίαν ἐπεδώσατε εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Γαλλίας, νὰ μὴ τὴν δώσητε καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν ἄλλων Κρατῶν» καὶ τοῖς ὑπεσχέθημεν, ὅτι δὲν θὰ τὴν ἐπιδώσωμεν. Κατόπιν ὅμως τῆς διαμαρτυρίας καὶ τῆς παραστάσεως, ὅτι κακῶς ὑπέλαβον, ὅτι ὑπῆρχε μία ἄρνησις, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι ἦτο ὀρθὸν νὰ προβῶσιν εἰς μίαν εὐνοϊκὴν λύσιν καὶ διετυπώσαμεν ἐπισήμως τὴν αἴτησιν. Εἰς τὴν αἴτησιν ταύτην ἀπήντησε κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἀπήντησε καὶ εἰς τὴν ἀνεπίσημον αἴτησιν, ἠρνήθησαν, δηλαδή, νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν ἔκδοσιν τῶν τραπεζογραμματίων τῶν 30 ἑκατομμυρίων δολλαρίων, ὄχι διὰ λογαριασμὸν μας, διότι ἡ Τράπεζα θὰ μᾶς ἐδάνειζεν, ἀλλὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐμπορίου, περίπτωσις, ἡ ὁποία προεβλέπετο ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐλέγχου διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἐλέγχου. Βλέποντες, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς προαποφασισμένης στάσεως, ἐσκέφθημεν νὰ παρακάμψωμεν τὸ ζήτημα κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. Ὅταν εὑρέθημεν πρὸ τοιαύτης ἐπιμονῆς καὶ ἀρνήσεως, ἐσκέφθημεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ προσφύγωμεν εἰς ἄλλον τρόπον, χωρὶς νὰ θίξωμεν τὴν Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Ἐλέγχου, καὶ ἐσκέφθημεν, ὅτι τὰ νέα τραπεζογραμμάτια τῶν 30 ἑκατομμυρίων, καλὸν ἦτο νὰ ἐκδοθῶσιν, ὄχι ἐπὶ ἀναγκαστικῇ κυκλοφορίᾳ, ἀλλ’ ἐπὶ ἐλευθέρᾳ, ἐξαργυρωτέα ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι ἀπελαμβάναμεν πᾶσαν ἀσφάλειαν διὰ τὴν ἄμεσον ἐξαργύρωσιν αὐτῶν λόγῳ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς, ἀφίετο δὲ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα αὕτη κρίνῃ κατὰ πόσον πρέπει νὰ ἐξαργυρώνῃ τοῖς μετρητοῖς ἢ διὰ συναλλάγματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Αὐτὸ ἦτο τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης. Παρακαλῶ, νὰ πιστεύσωσιν ὅλοι οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, ὅτι, καθ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν νὰ προσελκύσωμεν τὰ ξένα κεφάλαια, βεβαίως, δὲν ἠθέλομεν ἀποκρούσει ταῦτα καὶ βεβαίως ἂν ἤρχετό τις μὲ θετικὰς προτάσεις καὶ σήμερον εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ δεχθῶμεν, διότι ἔχομεν ἐπαρκεῖς ἐγγυήσεις, ὅπως δώσωμεν πέραν ἐκείνων, τῶν δοθεισῶν διὰ τῶν συμβάσεων. Κύριοι, ἔχω καὶ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα ὡς ἐπείγοντα καὶ σπουδαῖα εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ὑποβάλω. Ὑπέβαλον ἤδη τὸ περὶ φωτισμοῦ. Ὑποβάλλω σχέδιον νόμου περὶ προνομιακῆς παραχωρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς συγκοινωνίας δι’ αὐτοκινήτων ἐπὶ τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους...
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν κλπ.). Εἶναι μία ἀνάγκη, ἡ ὁποία πρέπει νὰ θεραπευθῇ. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, ἔχοντος μεγίστην σπουδαιότητα διὰ τὰς ἀποκλήρους ἐπαρχίας, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ αὐτοῦ θὰ ἔχωμεν καὶ τὸ πλεονέκτημα αἱ ὁδοί μας νὰ συντηρῶνται κατὰ καλλίτερον τρόπον. Ἕτερον νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τροποποίησιν τῶν τιμολογίων τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ τροχιοδρόμων· εἶναι τὸ σχέδιον νόμου καὶ ἡ σύμβασις μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, ὑπογραφεῖσα παρ’ ἐμοῦ, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου. Κύριοι, κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, ἠναγκάσθην νὰ προκαλέσω ἕν καὶ μόνον Νομοθετικὸν Διάταγμα, δι’ ὃ καὶ ζητῶ ταπεινῶς συγγνώμην. Εὑρέθην εἰς τὴν ἀναπότρεπτον ἀνάγκην, διότι ἄνευ αὐτοῦ δὲν ἤθελε συντελεσθῆ ὁ ἑνωτικὸς σιδηρόδρομος, τοῦ ὁποίου μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ ἔχωμεν τὰ ἐγκαίνια. Εἶχε προκύψει μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας Μπατινιόλ καὶ τῶν μηχανικῶν τοῦ Ἐλέγχου μία διαφωνία. Ἡ μὲν Ἑταιρεία Μπατινιόλ ὑπελόγιζεν, ὅτι ὑπελείποντο ἐκ τῆς συμβάσεως χρήματα, ὅπως πληρωθῇ, διότι ὡρισμέναι ἐργασίαι ἐγένοντο ὑπὲρ τὴν σύμβασιν, ὁ δὲ Ἔλεγχος τοῦ ἔργου ἰσχυρίζετο τὸ ἐναντίον. Ἡ Ἑταιρεία ἠπείλει νὰ διακόψῃ τὸ ἔργον καὶ ἐν τούτοις αἱ περιστάσεις ἐπέβαλλον τὴν ἐξακολούθησιν καὶ τὴν ἐπίσπευσιν τοῦ ἔργου. Τότε, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταβάλει τὸ Δημόσιον, κατόπιν αὐτοῦ τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἤθελε κατὰ λόγον τῆς ἐκβάσεως μιᾶς οἱασδήποτε διαιτησίας ἐπὶ τοῦ ἐπιδίκου ἐκείνου ζητήματος περὶ τοῦ ἂν ὡρισμέναι ἐργασίαι ἐβάρυνον τὴν Ἑταιρείαν ἢ τὸ Δημόσιον, ἐξεδόθη τὸ Ν. Δ. τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέτρεψε νὰ ἀναλάβω ὑπὸ τὸν ὅρον αὐτὸν τὴν δαπάνην νὰ ἐξακολουθήσω καταβάλλων πρὸς συνέχισιν τῶν ἐργασιῶν μέχρι δραχμῶν 1.500.000. Τὸ ἔργον συνετελέσθη, χάρις εἰς τὸ Νομοθετικὸν αὐτὸ Διάταγμα, καὶ ὑπάρχει πᾶσα ἀσφάλεια ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, διότι ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν ἔχει καταθέσει ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μπατινιόλ, θὰ χρησιμοποιηθῇ πρὸς συμψηφισμὸν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, ἐὰν ἡ διαιτησία ἀποβῇ ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ κατὰ τῆς Ἑταιρείας. Ἑπομένως, ἐλήφθησαν ὅλαι αἱ ἀναγκαῖαι ἐγγυήσεις, ὅπως μὴ κινδυνεύσῃ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου. Ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον, τὸ κυροῦν τὸ Διάταγμα καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως μοὶ συγγνώσῃ τὸ ἀληθῶς ἀντίξοον καὶ ἀντισυνταγματικὸν τοῦ Διατάγματος. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον ὑπηρεσιακόν, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα. Πρόκειται περὶ τῶν παραβάσεων τῶν κεκανονισμένων διατάξεων ὡς πρὸς τὴν λειτουργίαν τριῶν ἀτμολεβήτων καὶ ἀεροδεξαμενῶν, τὸ ὁποῖον πρέπει ὁπωσδήποτε νὰ ψηφισθῇ μετ’ ἐπιμελῆ μελέτην ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἤθελον, Κύριοι, παραλείψει ἕν καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἐξ ἑνὸς δυστυχήματος, ἐκ τοῦ δυστυχήματος, τὸ ὁποῖον ἐστέρησε τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἂς τὸ εἴπω, τοῦ ἀρίστου μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτοῦ, ὅστις, κατὰ τὴν γενικὴν ἡμῶν γνώμην, διεκρίνετο διὰ τὴν ὀξεῖαν ἀντίληψίν του καὶ διὰ τὴν νοημοσύνην, καὶ διὰ τὴν ἀγαθότητα καὶ τὴν εὐγένειαν τῶν τρόπων του, καὶ ὅστις ἀδοκήτως καὶ αἰφνηδίως ἀνηρπάγη. Ἤθελον, λέγω, παραλείψει ἕν καθῆκον, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐπεκαλούμην τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς, ὅπως εἰς τοῦ τόσον ἀδοκήτως καὶ τόσον προώρως καὶ τόσον ἀκαίρως ἀναρπαγέντος Συναδέλφου τὴν χήραν ἔλθῃ ἀρωγός.
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§97Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν κλπ.). Εἶναι ἴσως ἐγωϊστικὴ αὐτὴ ἡ σκέψις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἔρχεται ἡ Πολιτεία νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς πολιτευομένους εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, ἀποδεικνύουσα οὕτω, ὅτι εἶναι μνήμων τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὑπὲρ αὐτῆς ἐργασαμένων καὶ ὡς τοῦτον τὸ νομοσχέδιον ὑπεγράφη παρ’ ὁλοκλήρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, παρακαλῶ δὲ, ὅπως ἡ Βουλὴ κηρύξῃ αὐτὸ κατεπεῖγον καὶ προβῇ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ.
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§99Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν κλπ.). Εἶναι καὶ ἓν ἕτερον συναφὲς νομοσχέδιον, τὸ ἀφορῶν τὰ ἔξοδα τῆς κηδείας τοῦ ἀειμνήστου Γεωργίου Θεοτόκη, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλω διὰ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Κύριοι, μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν κανονισμὸν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς λογιστικῆς τῶν δαπανῶν ἡμῶν. Διερχόμεθα καὶ τὸν ἕκτον μῆνα καὶ αἱ πληρωμαὶ καὶ αἱ εἰσπράξεις γίνονται κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἔκτομον καὶ ἔκνομον. Ἀναγκαίως πρέπει νὰ ὑποβληθῇ καὶ ψηφισθῇ ἓν νομοσχέδιον περὶ χορηγήσεως 6 δωδεκατημορίων, τὸ νομοσχέδιον δὲ αὐτὸ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ, διανεμηθῇ καὶ κληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως τὸ ἐξετάσῃ τὸ ταχύτερον καὶ εἰ δυνατόν, ἐντὸς τῆς αὔριον ἢ μεθαύριον, καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς, ἵνα κατορθωθῇ καὶ ἡ ψήφισις αὐτοῦ καὶ οὕτω δυνηθῶμεν νὰ τακτοποιηθῶμεν λογιστικῶς.
§100ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Χειροκροτήματα).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 25′ μ. μ.)