1916.05.31
3.148 στίχοι · 24.106 λέξεις · 209 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΝΘʹ.
ΤΗΣ 31 ΜΑΪΟΥ 1916
Προεδρία κ. Μ. ΘΕΟΤΟΚΗ.
(Ὥρα 6.35′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγιγνώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τήν Βουλήν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα. Οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων Σκλιβάνης, Πεστῶν, Βαρλάμης, Μούλων, Λαγούτορας, Καλεντζίου, Τερόβου, Πατέρου, Ραβενίων, Κρυφοβοῦ, Πλώσιας, Μπουράτση, καὶ Βατσιώρας τοῦ Νομοῦ Ἰωαννίνων ζητοῦσιν ἀναστολήν, ἄν μή κατάργησιν, τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου αἰγοπροβάτων. Κάτοικοι Ἀθηνῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ ὁ νόμος περὶ ἀπαγορεύσεως αὐξήσεως ἐνοικιῶν οἰκιῶν καὶ καταστημάτων. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Πιναχιοχωρίου τοῦ Νομοῦ Κερκύρας διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΓΡΛΓ. Οἱ ὑπογραμματεῖς καὶ δικαστικοὶ γραφεῖς τοῦ Πρωτοδικείου Ἐδέσσης ζητοῦσιν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ των. Οἱ κληροῦχοι Τζουξάνης, πρώην (Στεφάνοβης, τέως Ἀγυιᾶς ζητοῦσιν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων χρεωλυτικῶν δόσεων μέχρι τοῦ 1918. Ὁ Μουφτῆς καὶ ἡ Μουσουλμανικὴ δημογεροντία Χανίων ζητοῦσι παράτασιν καὶ εἰς τὸ μέλλον τοῦ νῦν ἰσχύοντος προσωρινῶς σχολικοῦ καθεστῶτος διὰ τὰ μουσουλμανικὰ Σχολεῖα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως. Οἱ ὑπογραμματεῖς καὶ δικαστικοὶ γραφεῖς τοῦ Πρωτοδικείου Ἡρακλείου ζητοῦσιν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἁγίου Νικήτα τῆς Ἐπαρχίας Λευκάδος ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου
ΓΦΛΓʹ.
Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Κάτω Ἐξανθείας τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΓΦΛΓʹ». Οἱ κάτοικοι Καμαρίας τοῦ τέως Δήμου Καμπανοῦ Σελήνου, παρακαλοῦσιν, ὅπως χορηγηθῇ ἀμνηστεία εἰς τοὺς πρὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Κρήτης ἐγκληματίσαντας, καθότι ἄλλοι, καταφυγόντες εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, οὐδόλως ἐτιμωρήθησαν. Οἱ ὑπογραμματεῖς καὶ δικαστικοὶ γραφεῖς τοῦ Πρωτοδικείου Σάμου ζητοῦσιν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ αὐτῶν. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Ἄνω Ἐξανθείας ὑποβάλλει πρᾶξιν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἧς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΓΦΛΓʹ. Εἰρηνοδίκαι Κρήτης, ὑπηρετήσαντες ὡς τοιοῦτοι καὶ πρὸ τῆς 1ης Μαΐου 1914 ἐν Κρήτῃ, παραπονοῦνται, διότι κατεδικάσθησαν ἀδικιολογήτως εἰς διαρκῆ στασιμότητα. Οἱ κάτοικοι τοῦ Παλαιοῦ Δήμου Κεραμειῶν Κυδωνίας παρακαλοῦσιν εὐσεβάστως, ὅπως εἰς πάντας τοὺς ἐγκληματίσαντας ἐν Κρήτῃ πρὸ τῆς ἑνώσεως αὐτῆς, μέχρι τῆς 1ης Δεκεμβρίου τοῦ 1913, χορηγηθῇ αὐτοῖς ἀμνηστεία. Οἱ κάτοικοι τοῦ παλαιοῦ Δήμου Κουρήτων Ἀμορίου, παρακαλοῦσιν εὐσεβάστως, ὅπως εἰς πάντας τοὺς ἐγκληματίσαντας ἐν Κρήτῃ πρὸ τῆς ἑνώσεως αὐτῆς, τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1913, χορηγηθῇ αὐτοῖς ἀμνηστεία. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Κουτσοάνης τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος ὑποβάλλει πρᾶξιν, δι’ ἧς διαμαρτύρεται κατὰ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΓΦΛΓʹ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Λευκάδος παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιψηφισθῇ ὁ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΓΦΛΓʹ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου. Οἱ κάτοικοι Βραΐλας παρακαλοῦσιν, ὅπως προαχθῇ τὸ ἐκεῖ Προξενεῖον εἰς Γενικὸν τοιοῦτον. Ἡ Διαμάντω Δημ. Ὀλυμπίου παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις διὰ τὴν δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν της, ὡς διδασκαλίσσης ἐν τῇ ἐν Νέῳ Φαλήρῳ (Κολυμβιτικῇ Σχολῇ). Οἱ κάτοικοι τοῦ τέως Δήμου Βουκολιῶν τῆς ἐπαρχίας Κυσσάμου Κρήτης παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ ἀμνηστεία εἰς πάντας τοὺς ἐγκληματίσαντας ἐν Κρήτῃ πρὸ τῆς ἑνώσεως της μέχρι τῆς 1ης Δεκεμβρίου τοῦ 1913. Οἱ κάτοικοι Γαβαλομούρη Κισσάμου Κρήτης παρακαλοῦσιν, ὅπως χορηγηθῇ ἀμνηστεία εἰς πάντας τοὺς ἐγκληματίσαντας ἐν Κρήτῃ πρὸ τῆς ἑνώσεως της καὶ μέχρι τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1913. Ὁ Κ. Μουλατσιώτης κάτοικος Μηλίτσης τοῦ τέως δήμου Μεθώνης, τοῦ ὁποίου ὁ υἱὸς ἐφονεύθη εἰς τὴν μάχην τοῦ Κιλκίς, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Ἀνωπόλεως Σφακίων παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ ἀμνηστεία εἰς πάντας τοὺς ἐγκληματίσαντας ἐν Κρήτῃ πρὸ τῆς ἑνώσεώς της καὶ μέχρι τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1913. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Γεωργικοῦ Συμβουλίου Ὀρμινίου παρακαλεῖ, ὅπως διὰ νομοθετήματος ἀνασταλῶσιν αἱ ἐξώσεις καὶ ἀναγκαστικαὶ ἐκτελέσεις κατὰ τῶν καλλιεργητῶν μέχρι 31ης Αὐγούστου 1917. Ἡ Εὐσταθία χήρα Ἀθ. Κουτσογιαννοπούλου παρακαλεῖ, ὅπως ὁ υἱός της, ὅστις κατετάχθη τὴν 2αν Ἰανουαρίου 1914, ὡς ἐθελοντής, ὑπαχθῇ εἰς τὴν κλάσιν τοῦ 1913 Β καὶ ὄχι ὡς ὑπήχθη εἰς τὴν τοῦ 1914. Οἱ κάτοικοι τοῦ τέως Δήμου Ἀνωγείων Μυλοποτάμου παρακαλοῦσιν, ὅπως διὰ νόμου χορηγηθῇ ἀναστολὴ τῆς ποινῆς τῶν πρὸ τῆς καθόδου εἰς Κρήτην τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐγκληματισάντων Κρητῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Βατσινιᾶς τοῦ Δήμου Γόμφων παραπονοῦνται κατὰ τοῦ Δασάρχου Καρδίτσης, ὡς παρεμποδίζοντος νὰ καλλιεργήσωσι γαίας, ἀνηκούσας εἰς αὐτούς. Οἱ κάτοικοι Μεγάλων Χωραφίων τοῦ τέως δήμου Ἀρμένων τῆς ἐπαρχίας Ἀποκορώνου Κρήτης παρακαλοῦσιν, ὅπως δοθῇ ἀμνηστεία εἰς πάντας τοὺς ἐγκληματίσαντας ἐν Κρήτῃ πρὸ τῆς ἑνώσεως της καὶ μέχρι τῆς 1ης Δεκεμβρίου 1913. Οἱ κάτοικοι Κεφαλοβρύσου Τριχωνίας παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῶσι τὰ ἄρθρα 69 καὶ 72 τοῦ νόμου περὶ ὑποθηκῶν. Οἱ ἐνωμοτάρχαι Ἀχιλλεὺς Ράγκος καὶ Λουκᾶς Φλωράκης, ἀκρωτηριασθέντες ἐν τῷ Ἠπειρωτικῷ ἀγῶνι, ζητοῦσι τήν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀμοιβῆς τῶν κατὰ τὰς ἐκστρατείας 1912–1913 ἢ τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Βορείου Ἠπείρου, παρασχόντων ὑπηρεσίας ὑπαξιωματικῶν, μή ἀμειφθείσας». Ὁ Ἰωσὴφ Ζερβός, ὑπογραμματεὺς Πρωτοδικείου Χανίων, ἀπεσπασμένος εἰς τὸ γραφεῖον ἀνακρίσεως, ζητεῖ αὔξησιν τοῦ μισθοῦ του, ὡς κεκτημένος τὰ πρὸς τοῦτο προσόντα. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Λευκάδος κατάδικος Δημήτριος Ξαμπίλης παρακαλεῖ, ὅπως ἀπαλλαγῇ τοῦ ὑπολοίπου τῆς ποινῆς του. Οἱ τριφυλλοπαραγωγοὶ Αἰγίου παραπονοῦνται, ὅτι ἀπηγορεύθη ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ τριφυλλίου ἀπὸ Νομοῦ εἰς Νομὸν καὶ ὅτι διὰ τοῦ μέτρου τούτου χρηματίζονται οἱ προμηθευταὶ τοῦ στρατοῦ, ἐκβιάζοντες αὐτούς. Ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ, ὅτι οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ, Α. ΔΕΚΟΣ, καὶ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ζητοῦσιν ἄδειαν ἀπουσίας. Ἡ Βουλή, ἐρωτωμένη, παραχωρεῖ τὰς ἀδείας ταύτας. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλουν τροπολογίας οἱ Βουλευταί κ. κ. Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ, Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ, Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ, Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Γ. ΡΑΛΛΗΣ καὶ Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ, ἑτέραν δὲ τοιαύτην ἐπὶ τοῦ 8ου ἄρθρου τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. Ὁμοίως πολλοὶ Βουλευταὶ ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων. Ὁ Βουλευτής κ. ΑΓ. ΣΛΗΜΑΝ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ 226 νόμου περὶ συστάσεως Σώματος Ἠλεκτριστῶν Μηχανικῶν ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ. Ὁ Βουλευτής κ. Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 3ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων. Ὁ αὐτὸς Βουλευτής ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τινῶν, ἀφορωσῶν εἰς τὰς συντάξεις δικαστικῶν ὑπαλλήλων. ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ αὐξήσεως τοῦ μισθοῦ καὶ συντάξεως κλπ. 577 νόμου. Ὁ Βουλευτὴς κ. Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ χωρίου Δαμάσνα τοῦ Νομοῦ Ρεθύμνης εἰς τὸν Νομὸν Ἡρακλείου». Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΜΑΤΕΣΗΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ ὑποχρεωτικῆς ἐκμισθώσεως ἀστικῶν κτημάτων ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ διὰ τὴν περίοδον 1916–17». Ὁ Βουλευτὴς κ. Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου 344 τῆς 31 Δεκεμβρίου 1914 περὶ συστάσεως Στρατιωτικοῦ Σχολείου Εὐελπίδων». Ὁ Βουλευτὴς κ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ κωδικοποιήσεως τῆς νομοθεσίας τῶν Πανεπιστημίων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΑΣΤΕΡΙΟΥ, Δ. ΚΑΖΑΚΗΣ καὶ Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀσκήσεως τῶν ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων εἰς τὰς Νέας Χώρας». Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. ΣΙΣΜΑΝΗΣ καταθέτει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τμηματικῶν ἐξετάσεων. Ὁ Βουλευτὴς κ. Κ. ΦΟΥΜΗΣ καταθέτει πρότασιν νόμου «περὶ ἐμπορίας ὑλικῶν χρησίμων διὰ τὴν καταπολέμησιν τῶν φυτικῶν παθήσεων».
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων
§4Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. Πρόεδρε;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§6Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Ἐπὶ τῶν χθὲς συμβάντων ἐκτρόπων παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίᾳ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὄντως αἱ σκηναὶ αὗται διεπράχθησαν ὑπὸ τὴν σκιὰν καὶ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Ἀστυνομίας. (Ζωηραὶ διαμαρτυρίαι). Τοιαῦται πράξεις, ὄχι μόνον εἰς τὴν Κυβέρνησιν κακῶς ἀντανακλῶσιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Βουλῆς προσβάλλουσι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ πληροφορίας ἐπ’ αὐτοῦ.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§8Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος παρέβη τὰ ὅρια· εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν πρέπει νὰ λέγωνται αὐτά.
§9Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη προχθὲς νὰ μὴ συζητῶμεν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ἀλλὰ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§10ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή;
§12ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας
§14Σ. ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τὸ ἄρθρον 143 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας ὁρίζει: (Ἀναγινώσκει). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προταχθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, ἵνα ἀναπτύξωμεν τὰς γνώμας μας· εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 47.
§15Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πῶς ὁμιλεῖτε; Εἴμεθα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδέχθη ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Νομοθετικήν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§17Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναβάλῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§18Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρητήθημεν ἡμεῖς.
§19Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν παραιτοῦμαι ἐγώ.
§20Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε καὶ πάλιν τὴν Βουλήν, διὰ νὰ παύσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ φέρουν ἀντιδράσεις εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσελεύσεως εἰς τακτικὰς ἐπ’ ἀδείᾳ ἐξετάσεις τῶν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1915 κληθέντων πτυχιούχων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου)
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδοχῶν διατιθεμένων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Χωροφυλακῆς ἀνδρῶν». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδοχῶν ἀνδρῶν ἐφεδρείας διατιθεμένων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς Χωροφυλακῆς».
§24Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Κατόπιν προτάσεως τοῦ στρατηγοῦ Λυμπρίτη, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νὰ προταχθῇ τὸ περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου.
§25Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά του. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τῆς παγίας προκαταβολῆς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ προσωρινῆς αὐξήσεως ταύτης ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως». (Ψηφίζεται ὡσαύτως κατ’ ἀρχήν)
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑπογραφῆς καὶ θεωρήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ ἀποβιώσαντος ταμίου Θήρας Γ. Νικολαΐδου ἐκδοθέντων καὶ μὴ ὑπογραφέντων ὑπ’ αὐτοῦ τριπλοτύπων ἀποδεικτικῶν παραλαβῆς εἰσπρακτέων καὶ τριπλοτύπων γραμματίων παραλαβῆς». (Ψηφίζεται εἰς αʹ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν).
§28Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ, ἐπειδὴ τὸ ὑπ’ ἀρ. 6 θὰ ἀπαιτήσῃ μακρὰν συζήτησιν, νὰ προταχθῶσιν ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ προκαλέσουν τοιαύτην. Ἅμα δὲ ἀπαλλαγῇ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τοῦ φόρτου τῶν νομοσχεδίων, τότε ἡ Βουλή, ἠρεμωτέρα, θὰ συζητήσῃ καὶ τὰ λοιπὰ νομοσχέδια.
§29Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§30Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις.
§31Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἄς ὑπάρχουσι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης καὶ τῶν ὁπλιτῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου, ὡς καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν». Ὁ κ. Μάτεσης ἔχει τὸν λόγον.
§33Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§34Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἐφ’ ὅσον, Κύριοι, πρόκειται νὰ μορφώσῃ τις γνώμην περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, καὶ τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον τοῦτο ἐπιδιώκει, ἐκ μόνης τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, δὲν δύναται ἢ νὰ δεχθῇ, ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς αὕτη τίθεται ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, εἶναι ὀρθή. Διότι ἡ ἔκθεσις αὕτη παρέχει τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἔχουσι βάσιν καὶ σκοπὸν τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη καὶ διὰ τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῶν συνταξιούχων ἀξιωματικῶν, καθ’ ἑαυτάς, καὶ πρότερον οὖσαι, ἀπέβησαν ἐπὶ μᾶλλον ἀνεπαρκεῖς, λόγῳ τῆς ἀπὸ τοῦ ἔτους 1910 ἐπελθούσης νομοθετικῆς μειώσεως τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν κατὰ πέντε ὅλα ἔτη, καὶ τοῦ περιορισμοῦ ἑπομένως τῶν συνταξίμων ἐτῶν, ἄρα καὶ τῆς πιθανῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεως. Ἐκ τῆς προχείρου ἀναγνώσεως ὅμως τῶν καθ’ ἑκάστας διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, πείθεταί τις εὐθὺς ἀμέσως, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται εὑρίσκονται ἐν προφανεῖ ἀντιθέσει πρὸς τὴν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τιθεμένην ἀρχὴν ταύτην τοῦ νομοσχεδίου, καθόσον ἐκ τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, συνάγεται, ὅτι ἀρχὴ καὶ σκοπὸς αὐτοῦ δὲν εἶνε ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας τοῦ νὰ ἱκανοποιήσῃ ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ τοὺς συνταξιούχους ἀξιωματικοὺς γενικῶς καὶ ἀναλόγως πρὸς τὰς προσενεχθείσας παρ’ ἑκάστου ὑπηρεσίας, ἀλλὰ ἡ ἀδικαιολόγητος καὶ ἀξιοκατάκριτος εὔνοια συνταξιούχων ἀξιωματικῶν, ὡρισμένων κατηγοριῶν, ἐπὶ ὑλικῇ, ἀλλὰ καὶ ἠθικῇ ζημίᾳ συνταξιούχων ἀξιωματικῶν ἄλλων κατηγοριῶν. Ἔχων τὴν γνώμην, ἡ ὁποία, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι καὶ ὀρθή, ὅτι ἡ ἀληθὴς βάσις νομοσχεδίου τινὸς δὲν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία φέρεται ὡς τοιαύτη ἐν τῇ αἰτιολογικῇ του ἐκθέσει, ἀλλ’ ἡ συναγομένη ἐκ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἠδυνάμην, ἢ ἴσως θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ ἀποκρούσω κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ συνόλου τῶν διατάξεων αὐτοῦ προκύπτει, ὅτι βάσις αὐτοῦ δὲν εἶναι ἡ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, ἀλλ’ ἐκείνη περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα. Οὐχ ἧττον ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου θέλει νὰ φαίνηται ὡς ἔχων τὴν ἐντύπωσιν καὶ τὸν σκοπόν, ὃν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐκτίθησι, δὲν ἐπεκτείνομαι περισσότερον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ μᾶλλον, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τῆς ἀντιθέσεως τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου πρὸς τὴν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἀναφερομένην ἀρχὴν αὐτοῦ καὶ νὰ ἐκφράσω συγχρόνως τὴν ἐλπίδα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ θελήσῃ νὰ ἀναθεωρήσῃ ριζικῶς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ διατυπώσῃ τοῦτο ἐξ ἀρχῆς, κατὰ τρόπον, συνάδοντα πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰς ἄλλας γενικὰς καὶ ἀπαραβάτους ἀρχὰς τῆς Δικαιοσύνης, τῆς Ἰσότητος καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας ἀπέναντι τῶν συνταξιούχων ἀξιωματικῶν, ἄνευ διακρίσεων καὶ ἰδιαιτέρων εὐνοιῶν. Ἐὰν ὅμως, παρὰ πᾶσαν εὔλογον προσδοκίαν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει ἤδη τοῦτο, ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον διὰ μακρῶν εἰς τήν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν αὐτοῦ, ὁπότε, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλή, ἄνευ ἐνδοιασμῶν, θὰ ἀποκρούσῃ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶναι διατετυπωμένον ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα, διότι θὰ πεισθῇ, εὐθὺς ἀμέσως, ἡ Βουλή, ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη, ἄνευ μελέτης καὶ ἄνευ σκέψεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει ἀδικαιολογήτους διακρίσεις ἐν τῇ ἀπονομῇ καὶ τῷ καθορισμῷ τῶν συντάξεων μεταξὺ τῶν συνταξιούχων ἀξιωματικῶν· ὅτι ἐναντίον τῆς ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ἐκτιθεμένης ἀρχῆς, ὄχι μόνον δὲν αὐξάνει τήν εἰς ὡρισμένους ἀξιωματικούς ἀπονενεμημένην ἀνεπαρκῆ, ὡς ἀναγνωρίζει, σύνταξιν, ἀλλὰ καὶ ἐπιρρίπτει εἰς βάρος αὐτῶν νέα βάρη, καθιστῶντα ἔτι μᾶλλον προβληματικωτέραν τήν ἀνεπάρκειαν αὐτῶν, διὰ τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τοῦ βίου. Θὰ ἴδῃ δὲ τότε προσέτι ἡ Βουλή, διὰ νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἀμελέτητον, ἵνα μή εἴπω τι πλέον ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὅτι, ἐνῷ φαίνεται, ὅτι θέλει νὰ αὐξήσῃ τήν σύνταξιν ὡρισμένης κατηγορίας ἀξιωματικῶν, οὐ μόνον οὐδὲν δίδει εἰς αὐτούς, ἀλλά, τοὐναντίον, καὶ ἀφαιρεῖ παρ’ αὐτῶν μέρος τῆς γλίσχρου συντάξεως, τήν ὁποίαν λαμβάνουσιν ἤδη οὗτοι.
§35Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, προκειμένης συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, βεβαίως, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τήν συζήτησιν τῶν λεπτομερειῶν, προκειμένου δὲ περὶ τροπολογιῶν, βεβαίως, θέλομεν ἰδῇ ἐκ τῶν ὑποβληθησομένων τροπολογιῶν, ἐάν ἔν τισι τῶν λεπτομερειῶν ὑπάρχει ἢ ὄχι πραγματικὴ ἀδικία, ὡς ἠκούσαμεν τὸν κύριον προαγορεύσαντα Συνάδελφον λέγοντα. Ἐπὶ τοῦ παρόντος τοιαύτας τροπολογίας δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, μόνον καὶ μόνον, διότι θεωρῶ ὡς μέρος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τήν ὁποίαν ἀρχήν, ἐγώ τοὐλάχιστον, δὲν ἀποκρούω, διότι εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι, ὅταν Ἔθνος τι θέλει νὰ ἔχῃ στρατόν, ὀφείλει νὰ ὑφίσταται καὶ τὰς θυσίας ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ...
§36Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐκ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου οὐδεμία δαπάνη θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Ἔθνος.
§37Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δημιουργεῖ αὔξησιν δαπανῶν, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι εἰς οἱανδήποτε τάξιν καὶ ἄν ἐπιβληθῶσιν αἱ δαπάναι αὗται, εἶναι δαπάναι, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι σήμερον ἀπαραίτητον,— καὶ νομίζω, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀντίθετος γνώμη, εἴτε ἐντὸς, εἴτε ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν στρατόν, —νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τήν πεποίθησιν, ὅτι διὰ τὸν στρατὸν πρέπει νὰ ὑποστῶμεν καὶ θυσίας, καὶ μία τῶν θυσιῶν εἶναι καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῶν οἰκογενειῶν καὶ τοῦ γήρατος τῶν ἀνδρῶν, τῶν ἀποτελούντων τὰ στελέχη τῶν ἀξιωματικῶν.
§38Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐπαναλαμβάνω νὰ τονίσω τοῦτο, διὰ νὰ ἀποφύγω τήν ἐντύπωσιν, ἡ ὁποία προκαλεῖται διὰ τῆς συζητήσεως, ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον, προκειμένου περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν, οὐδὲ κατὰ μίαν πεντάραν.
§39Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἐπειδή ὅμως ἀκριβῶς ἡ ἐξεύρεσις τῶν πόρων ἐκ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀποτελοῦσα μέρος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἄν ἠνόησα καλῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀκριβῶς τοῦτο ἐννοεῖ διὰ τῆς διακοπῆς του, ὅτι, λόγῳ τῆς προνοίας, τήν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον ποιεῖται, περὶ τῆς ἐξευρέσεως εἰδικῶν πόρων διὰ τήν αὔξησιν τῶν συντάξεων, ὅτι ἐκ τούτου δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει.
§40Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ πληρώσωσι μόνοι των, ἀπὸ τὴν τσέπη των οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ λαμβάνωσιν.
§41Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ὅταν πρόκειται οἱ ἀξιωματικοὶ νὰ πληρώσωσιν ἀπὸ τὴν τσέπην των ὅ,τι θὰ λαμβάνωσι, τότε καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, προθύμως θὰ καταβάλωσιν, ἵνα λαμβάνωσι καὶ αὐτοί.
§42Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Βεβαίως, ἐὰν θέλωσι, ποῖος τοὺς ἠμπόδισε τοῦτο;
§43Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον, κ. Συνάδελφοι, ἔχομεν ὑπολογισμούς τινάς ἀσφαλιστικούς, τοὺς ὁποίους δὲν κατώρθωσα νὰ ἀνεύρω ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν ἔχωμεν τοιούτους ἀσφαλιστικοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς ὁποίους εὐχαρίστως θὰ ἀκούσω ἀναπτυσσομένους ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, οὕτως ὥστε νὰ φαίνεται, ὅτι ἐξ αὐτῶν τούτων τῶν καταθέσεων τῶν μελλόντων νὰ ἀπολαύσωσι τῶν συντάξεων θέλει ἐπέλθῃ ἡ αὔξησις αὐτῶν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ πρόκειται περὶ θυσιῶν τοῦ δημοσίου, οὔτε τοῦ Ἔθνους, ἀλλ’ ἐγώ μὴ ἰδὼν τοιούτους ὅρους εἰς τήν αἰτιολογικήν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, φρονῶ, ὅτι καὶ ἄν ἀκόμη ὑπάρχει ἀνάγκη θυσιῶν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πάλιν τὸ νομοσχέδιον εἶναι δεδικαιολογημένον, διότι, ὡς εἶπον, ἐφ’ ὅσον κατὰ τήν ἰδικήν μου γνώμην καὶ πεποίθησιν δὲν ἐξασφαλίσωμεν δεόντως καὶ ἐπαρκῶς τοὺς ἄνδρας τῶν στελεχῶν τοῦ στρατοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐλπίζωμεν ὅτι ὁ στρατός μας θὰ εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον θέλομεν, διότι τὸν ἀξιωματικόν πρέπει νὰ τὸν ἐξασφαλίσωμεν κατὰ παντὸς κινδύνου τοῦ μέλλοντος.
§44Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἀλλὰ νὰ μὴ ἐπέλθωσιν ἀδικίαι.
§45Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἶμαι πρόθυμος νὰ ἄρω καὶ θεραπεύσω πᾶσαν ἀδικίαν.
§46Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἐκεῖνο, ὅμως τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο, εἶναι ἡ ἐξαίρεσις εἰδικῶν πόρων, προνοουμένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων. Οἱ εἰδικοὶ αὐτοὶ πόροι εἶναί τι ποσοστὸν εἰσπραττόμενον ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, εἰδικὸν τέλος ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἐπιβατῶν, τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἐπιβατῶν τῶν τροχιοδρόμων καὶ ἐπὶ τῶν ἐντὸς τοῦ Κράτους λειτουργούντων σιδηροδρόμων, ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἀτμοπλοίων καὶ τῶν φορτωτικῶν τῶν ἐμπορευμάτων. Θὰ εἴπητε, ἀκολουθῶ τήν ἰδικήν μου σειράν ἐννοιῶν, ἀφοῦ δέχομαι, ὅτι ὀρθόν εἶναι εἰς τήν περίπτωσιν, καθ’ ἥν ὑπάρχει ἀνάγκη αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν, νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, διατὶ νὰ μὴ δέχομαι τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς νέου πόρου εἰδικῶς πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ Ταμείου τῶν Συντάξεων, ὁ ὁποῖος πόρος, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς θὰ ἐξυπηρετῇ τὸν σκοπόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν Προϋπολογισμόν. Καὶ οὕτως ἢ ἄλλως τὴν δαπάνην, εἴτε διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε δι’ εἰδικοῦ πόρου, πάντως θὰ τήν ὑποστῇ τὸ Ἔθνος. Εἰς τοῦτο διαφωνῶ, δὲν δέχομαι νὰ πέσῃ ἡ δαπάνη εἰς τὸν Προϋπολογισμόν, ἐὰν περισσεύσουν μετὰ τὰς κρατήσεις, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, χάριν τῆς ἠθικῆς ἰδέας, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ ὅτι θὰ ἀντηχῇ καλῶς εἰς τήν καρδίαν τῶν πολιτῶν ἡ πληρωμή ἑκάστοτε ἑνὸς μικροῦ καὶ ἐλαχίστου ἔστω ποσοστοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ ἐντύπωσις θὰ παράγηται παρὰ τῷ ἀνθρώπῳ τοῦ λαοῦ, ὅστις θὰ πληρώνῃ τὸ πεντάλεπτον ἢ τὸ δεκάλεπτον, ὅτι τὸ πληρώνει διὰ τὰς συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν.
§47Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Περὶ τῶν τραυματιῶν, ὄχι τῶν ἀξιωματικῶν.
§48Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ὁ νόμος ὁμιλεῖ γενικῶς περὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Φρονῶ, λοιπόν, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι πᾶσα δαπάνη, ἡ ὁποία ἠδύνατο τυχὸν νὰ βαρύνῃ ἐκτὸς τῶν κρατήσεων, πρέπει νὰ βαρύνῃ τὸ γενικὸν ταμεῖον τοῦ Κράτους, νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν γενικὸν Προϋπολογισμὸν καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρυνθῶσιν εἰδικαί τινες τάξεις καὶ δὴ οἱ ἔχοντες ἀνάγκην τῆς κυκλοφορίας ἐν Ἀθήναις τῶν εἰσιτηρίων τῶν τράμ, εἴτε ταξειδεύοντες νὰ ἐπιβαρυνθῶσι μὲ μίαν εἰδικὴν φορολογίαν, τήν ὁποίαν, ὅσον καὶ ἄν πρόκειται περὶ ἱεροῦ σκοποῦ, θὰ τήν αἰσθάνονται κοὶ διὰ τήν ὁποίαν θὰ δυσφορῶσιν. Ἐπιθυμῶ νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ αὐτῶν τῶν τραυματιῶν καὶ τῶν πολιτῶν μία πλήρης κοινωνία ἀγάπης, τοιαύτη, ὥστε νὰ γεννᾷ τήν κοινωνίαν τῶν ψυχῶν. Πάντοτε, ἐφ’ ὅσον ἑκάστην ἡμέραν, ἕκαστος τῶν πολιτῶν αἰσθάνεται ὅτι πληρώνει αὐτὸ τὸ πεντάλεπτον, πεντάλεπτον, τὸ ὁποῖον διὰ τὸν ἰδιώτην ἐκεῖνον, δι’ ἕνα πτωχὸν ἄνθρωπον ἢ ἐργάτην, ἔχει σημασίαν, δὲν θὰ ἐπεθύμουν νὰ γίνεται ἑκάστοτε καθ’ ἡμέραν καὶ διὰ τῆς πληρωμῆς αὐτῆς ἡ ἐνθύμησις εἰς τοὺς μικροὺς αὐτοὺς βιοπαλαιστάς, ὅτι αὐτοὶ διὰ τοῦ πενταλέπτου των, συντελοῦσιν εἰς τήν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Πατρίς, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Ἡ εἰσφορὰ αὐτή θέλω νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν γενικὸν Προϋπολογισμόν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ παρουσιάζεται τὸ ἐνδεχόμενον τῆς δυσφορίας αὐτῆς, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο ἢ ἑκάστοτε νὰ γεννᾷ ἀφορμὴν ὁμιλιῶν παρὰ τῷ λαῷ ἐναντίον τῆς φορολογίας αὐτῆς, ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπὲρ μιᾶς ὡρισμένης τάξεως. Ἐπὶ τούτου καὶ μόνον ἀνῆλθον τὸ βῆμα καὶ ἐπὶ τούτου καὶ μόνοι ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τήν προσοχήν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶδον ὅμως ὑπολογισμούς, δὲν εἶδον στατιστικήν τινά, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ κρίνω πόσον θὰ εἶναι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τήν φορολογίαν αὐτήν, διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ σοβαρωτάτου ποσοῦ, τότε δύναταί τις νὰ θέσῃ κατὰ μέρος καὶ τὰς ἀντιρρήσεις ταύτας· ἐὰν ὅμως τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ εἰσπραχθῇ, εἶναι τυχὸν δυσανάλογον πρὸς τὸν σκοπόν, τόν ὁποῖον ἀποβλέπει, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν τήν ἠθικήν αὐτήν ζημίαν, ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἐλαχίστην χρηματικὴν καὶ ὑλικήν ἀπόδοσιν.
§49Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν εἶναι δίκαιον. Τὶ ἐπιζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐξίσωσις τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς πάντας τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Γνωρίζετε, βεβαίως, ὅλοι, ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἀποστρατευόμενοι, μετὰ τήν συμπλήρωσιν εἰκοσιπενταετίας, λαμβάνουσι τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ των. Εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς εἶχε καθιερωθῆ νὰ λαμβάνωσι τὸ ἕν τρίτον, ἡ διαφορὰ εἶναι καταπληκτική... Ἀρά γε, οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, δὲν ὑπόκεινται εἰς τὰς φθορὰς αὐτάς, εἰς τὰς ὁποίας ὑπόκεινται καὶ οἱ λοιποὶ δημόσιοι ὑπάλληλοι; Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχῃ τις, ὅστις νὰ κάμνῃ διάκρισιν μεταξὺ τῶν δύο τούτων κατηγοριῶν. Ἐὰν ὑπάρχῃ ἰδὲ διαφορὰ, αὕτη εἶναι εἰς βάρος τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες καὶ ἀναλίσκουσι μεγάλας σωματικὰς δυνάμεις, ἀποστρατευόμενοι δὲ, δὲν δύνανται νὰ κάμωσι καμμίαν ἄλλην ἐργασίαν, ὡς ἐκ τῆς παιδεύσεώς των, διότι πᾶς δημόσιος ὑπάλληλος, δικαστής, φέρ’ εἰπεῖν, λαμβάνων τήν σύνταξίν του, κάμνει τόν δικηγόρον ἢ ἄλλην τινὰ ἐργασίαν, ἐνῷ ὁ ἀξιωματικὸς δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε. Ἐάν λάβητε δ’ ὑπ’ ὄψει τὰς συντάξεις τῶν οἰκογενειῶν, θὰ ἀπορήσητε ἀληθῶς. Διότι εἷς συνταγματάρχης ἀπόστρατος, ἐὰν ἀποθάνῃ, θὰ ἀφήσῃ σύνταξιν εἰς τὴν οἰκογένειαν αὐτοῦ 80 δρχ. μηνιαίως· εἷς λοχαγός 30 δραχ. Θὰ ὁμολογήσητε, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀπάνθρωπον αὐτό. Βεβαίως, ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι μητέρα ἀπέναντι τῶν ἀξιωματικῶν, εἶναι μέγαιρα, εἶναι μητριά! Δὲν εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ τεθῇ διάκρισις μεταξὺ ἀξιωματικῶν καὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως ἐξεταζομένου τοῦ πράγματος, οὐδὲν δικαιώτερον τούτου ἐστίν. Βεβαίως, θὰ ὑπάρξωσί τινες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντείπωσι καὶ θὰ προβάλωσι τὸ ἐπιχείρημα, ὅτι τὸ Κράτος διέρχεται μίαν κρίσιν οἰκονομικὴν ὀξεῖαν, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ μὲ ἀπασχολήσῃ διὰ βραχέων. Βεβαίως, μία τοιαύτη ἄποψις τοῦ ζητήματος εἶναι ὀρθὴ καὶ λογική. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· καὶ πρέπει ἡ κρίσις αὕτη νὰ ξεσπάσῃ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς; Διατί οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι λαμβάνουσι τὰ δικαιώματα, ἅτινα καθώρισεν αὐτοῖς ὡς δίκαια ἡ Πολιτεία, καὶ οὐχὶ οἱ ἀξιωματικοί; Ἐὰν ἡ Πολιτεία εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην αὔριον νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς μισθοὺς καὶ τὰς συντάξεις, θὰ ληφθῇ ἓν γενικὸν μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑποβληθῶσι καὶ οἱ ἀξιωματικοί, ἐὰν διὰ 5–6 μῆνας εἴπῃ ἡ Πολιτεία ὅτι περικόπτει τὸν μισθὸν κατὰ 5–10% θὰ ὑποβληθῶσι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἄνευ οὐδενὸς γογγυσμοῦ εἰς τὴν ζημίαν αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ ἐν ἴσῃ κατανομῇ τῶν βαρῶν. Εἶναι περιττόν, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, διότι ὁμολογῶ, ὅτι καταλαμβάνομαι ὑπὸ ἀπελπισίας, ὅταν ἀναλογισθῶ, ὅτι μία σύζυγος ἑνὸς συνταγματάρχου θὰ λάβῃ 40 δραχμῶν σύνταξιν, ἑνὸς ὑποστρατήγου ἢ ἀντιστρατήγου 120 δρχ., διὰ τῶν ὁποίων θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ προχωρήσω περαιτέρω καὶ θὰ κατηγορήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι προηγουμένως εἶπεν, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ οὔτε κατὰ 5 λεπτά. Δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην ταύτην. Ἐὰν τὸ Κράτος φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς διὰ 155 δρχ. Τὸ τοιοῦτον, βεβαίως, ὀφείλεται εἰς ποιάν τινα νευρικότητα καὶ ὑπερδιέγερσιν, ἥτις ὑφίσταται προφανῶς καὶ ἀληθῶς κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην καὶ μὴ θίξωμεν τὸ δημόσιον χρῆμα. Ἀλλὰ δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ Κράτος, ἡ Βουλή, ἡ Πολιτεία δύναται νὰ σκέπτηται οὕτω, καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Πολιτεία εὑρίσκει, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθῶσιν αἱ συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν, δὲν πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οὔτε διὰ νὰ ἐφεύρῃ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ καλύψῃ τὰς δαπάνας αὐτάς. Βαίνων περαιτέρω ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ, ὑποβάλλει τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς κρατήσεις. Εἶμαι ἀντίθετος εἰς τὴν γνώμην ταύτην, διότι ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι γλίσχρος καὶ ἐντελῶς ἀνεπαρκής, διὰ νὰ προσκομίζῃ εἰς αὐτοὺς καὶ αὐτὸν τὸν ἄρτον, διότι σήμερον, ὅτε αἱ δαπάναι ηὐξήθησαν καταπληκτικῶς, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ζήσῃ εἷς ἀνθυπολοχαγὸς μὲ 160 δραχ. καὶ αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ἐλαττοῦμεν διὰ νὰ αὐξήσωμεν τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ μετὰ εἴκοσιν ἔτη, ὅταν ἀποστρατευθῇ; Ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτε ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπιδομάτων τῶν ἀξιωματικῶν, ὅστις διεξετραγώδησε τὴν κατάστασιν τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ ἀληθῶς παρέστησεν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκοντο οἱ ἀξιωματικοί, ὑποχρεωμένοι νὰ διάγωσι βίον ἀξιοπρεπῆ, ἐνᾧ ἀφ’ ἑτέρου ἐλάχιστον μισθὸν λαμβάνουσιν. Ἐνθυμεῖσθε, κ. Βουλευταί, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξέ τις, ὅστις ἀντέστη κατὰ τῶν ἐπιδομάτων, ἤμην ἐγώ, καίτοι καὶ ἀδελφοὺς καὶ συγγενεῖς ἔχω ἐν τῷ στρατεύματι, οὕτως ὥστε νὰ κινδυνεύω νὰ δυσαρεστήσω καὶ μέλη τῆς οἰκογενείας μου, ἐν τούτοις εὗρον, ὅτι δὲν ἦτο κατάλληλος ἡ περίστασις ἐπαυξήσεως δι’ ἐπιδομάτων καὶ εἶπον τότε, ἐν τίνι δικαιώματι δίδετε ἐπιδόματα, ὅταν πένωνται αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων, καὶ ἔλεγον τότε, ὅτι ἀναγνωρίζω, ὅτι ὁ μισθὸς εἶναι ἐλάχιστος, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ριζική τις πρόνοια, ἀλλ’ ὄχι δι’ ἐπιδομάτων, εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων πένονται. Ἐν προκειμένῳ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀντίθετον ὄψιν τοῦ πράγματος. Μικρὰ αὔξησις τῶν συντάξεων πρὸς ἀπονομὴν δικαίου, πρὸς ἀπονομὴν δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαραίτητον ἡ Πολιτεία νὰ δώσῃ εἰς ἐκείνους, παρὰ τῶν ὁποίων ἀξιοῖ θυσίας καὶ αἵματος καὶ ζωῆς, καὶ ἐν γένει βίον ἀνεπίληπτον. Τὸ ποσὸν διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Προϋπολογισμός, εἶναι 155.000 δρχ. ἐτησίως. Δὲν φρονῶ, λοιπόν, ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ κρατήσεις ἐπὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν, ἵνα προσπορίσῃ μέγα μέρος ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου. Καὶ ἐγὼ θὰ διαφωνήσω μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ εἰς ἄλλο ζήτημα, εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτὴς κ. Μάτεσης. Εἶμαι σύμφωνος, ὅτι πρέπει νὰ διαγραφῇ ὅλη ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 περὶ ἐπιβολῆς πενταλέπτου διὰ τὰ εἰσιτήρια κλπ. Πρῶτον δὲν νομίζω, ὅτι ἀνάγεται τὸ ζήτημα τῆς ἐπιβολῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων καὶ τῶν κομίστρων εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ὑποβολῇ τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων ἢ ἐν τῇ κατανομῇ τῶν βαρῶν καὶ εἰσπράξεων τοῦ Κράτους, διότι τότε θὰ γεννηθῇ ζήτημα προφανῶς συζητητέον, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων καὶ τῶν κομίστρων ἢ πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἐπὶ τῶν Ἑταιρειῶν. Θὰ ἐγερθῇ γενικώτερον τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ κατὰ ποῖον τρόπον πρέπει νὰ κατανεμηθῶσι τὰ βάρη εἰς τὰς διαφόρους τάξεις τῶν πολιτῶν. Δὲν θὰ εἶναι ἴσως ὀρθὸν καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ αὐξηθῶσι τὰ τέλη τῶν εἰσιτηρίων καὶ οὕτω νὰ παρεμβληθῇ μία δυσαρέσκεια μεταξὺ τοῦ λαοῦ πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἵνα λέγηται, ὅτι διὰ νὰ αὐξηθῶσιν αἱ συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ λαὸς ἐπεβαρύνθη μὲ τὴν αὔξησιν τῶν τελῶν τῶν εἰσιτηρίων καὶ τῶν κομίστρων.
§50Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς πόσον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ αὔξησις τῶν τελῶν;
§51Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς.
§52Γ. ΠΩΠ. Θὰ σᾶς εἴπω ἐγώ.
§53Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Καὶ θὰ λεχθῶσι πολλά.
§54Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι θὰ συνομολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἀποδεχθῇ, ὅπως διαγραφῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, καὶ ἀπονεμηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῇ συντάξει τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐν τῇ κατανομῇ τῶν φόρων καὶ τῶν βαρῶν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν περίπτωσιν ταύτην τῆς μικρᾶς αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐπιπροσθέτως διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται μέριμνα ὑπὲρ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου. Καὶ εἰς τοῦτο θὰ διαφωνήσω μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ θὰ τὸν παρακαλέσω τὸ 30% νὰ αὐξηθῇ εἰς 50%, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶναι οἱ μᾶλλον ἴσως ἀδικηθέντες ἐξ ὅλων. Ἐάν τις ἀπώλεσε δύο μέλη τοῦ σώματός του καὶ κατέστη, οὐ μόνον ἀνάπηρος καὶ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, ἀλλὰ καὶ ἀνίκανος νὰ βαδίσῃ, λαμβάνει δραχμὰς 80, διὰ τοῦ 30% δὲ προστίθεται 24 ἔτι δρχ. καὶ φθάνομεν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 104. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἀφαιρεῖται χαρτόσημον κλπ., τὸ ποσὸν κατέρχεται κάτω τῶν 100 δραχμῶν δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπώλεσε δύο μέλη τοῦ σώματός του. Δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπώλεσεν ἕν μέλος τοῦ σώματός του, λ. χ. τὸν ἕνα πόδα ἢ τήν δεξιάν χεῖρα, δίδεται σύνταξις 50 δρχ., αἱ ὁποῖαι αὐξάνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς 65. Δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δὲν ἀπώλεσε κανὲν μέλος τοῦ σώματός του, ἀλλὰ κατέστη ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, δίδεται σύνταξις 28 ἢ 30 δρχ. Θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι δὲν εἶνε δυνατὸν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ ζήσῃ μὲ τὸ ποσὸν αὐτό. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ αὐξήσῃ τὸ 30% εἰς 40 ἢ 50%, διότι πρόκειται περὶ καθήκοντος ὑπερτάτης δικαιοσύνης, πρόκειται περὶ τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν ἀπώλεσαν μέλη τοῦ σώματος αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι κατέστησαν ἀνίκανοι πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν καὶ ἀνάπηροι. Αἴ, Κύριοι, δὲν πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ φανῇ φειδωλὴ εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους.
§55Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι ἐπαρκὴς ἡ σύνταξις τῶν χηρῶν τῶν φονευθέντων ἐν πολέμῳ;
§56Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἐπαρκὴς, ἄς τὸ λάβῃ ἡ Πολιτεία καὶ αὐτὸ ὑπ’ ὄψει της. Ἐδῶ πρόκειται ὅμως περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζῶσι, καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἔχητε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τήν χεῖρα ἢ τὸν πόδα αὐτῶν καὶ οἵτινες νὰ στερῶνται καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου, σήμερον μάλιστα, ὅτε αἱ δαπάναι τοῦ βίου ηὔξησαν εἰς βαθμὸν καταπληκτικόν. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη θὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐπιφυλάσσομαι ἐν τῇ κατ’ ἄρθρον συζητήσει νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου ἐπὶ τῶν ἄλλων ζητημάτων. Κατερχόμενος τοῦ βήματος τούτου, ὀφείλω νὰ δηλώσω εἰς τήν Βουλήν, ὅτι, καίτοι εἶμαι ἀπόστρατος ἀξιωματικός, δὲν θὰ μὲ παρεξηγήσῃ, ὅτι ἔλαβον τὸν λόγον ὑπὲρ τῶν ἀποστράτων κατ’ αὐτόν τόν τρόπον, ἀλλ’ ἐθεώρησα, ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ παραστήσω τὸ δίκαιον τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, ἐγώ, ὅστις ὑπὲρ πάντας ἐπολέμησα τὰ ἐπιδόματα, διότι τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐδίδετο ἦτο ὑπερβολικόν, διότι ὑπεβάλλετο τὸ Κράτος εἰς δαπάνας ἑκατομμυρίων, καθ’ ἃς στιγμὰς αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων ἐστεροῦντο τοῦ ἄρτου. Καὶ εἶπον τότε, ὅτι γνωρίζω, ὅτι ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ὀλίγος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῶσι τὰ ἐπιδόματα δι’ ἄλλας εὐθετωτέρας στιγμάς. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἀμέσου δαπάνης, πρόκειται περὶ μιᾶς ἐλαχίστης δαπάνης, ἡ ὁποία νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἀπονεμηθῇ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς.
§57Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν συζητεῖται κατὰ τὸν καταλληλότερον τρόπον, ὁ ὁποῖος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ τήν προσήκουσαν ἔρευναν, τήν προσήκουσαν διαρρύθμισιν εἰς τήν ἐπίλυσιν ζητήματος πολλαπλῆς καὶ ἐξαιρετικῆς σπουδαιότητος. Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου κατ’ ἐξοχήν, ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ φύσεως οἰκονομικοῦ· οὐ μόνον, διότι τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον ἄν μὴ πρωτότυπον, πάντως ὅμως ἐντελῶς ἀδόκιμον, εἶναι ἐν ταὐτῷ νομοσχέδιον περὶ στρατιωτικῶν συντάξεων καὶ νομοσχέδιον φορολογικόν· ἀλλὰ καὶ διότι καὶ καθ’ ἑαυτὸ λαμβανόμενον, ἀνεξαρτήτως τῶν φορολογικῶν αὐτοῦ διατάξεων, ὡς νομοσχέδιον διαρρυθμίζον συντάξεις, εἶναι φύσεως οἰκονομικῆς, ἀποκλειστικῶς οἰκονομικῆς, Εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον, ἐὰν αἱ συντάξεις ἀφορῶσι τήν Α ἢ Β τάξιν τῶν πολιτικῶν δημοσίων ὑπαλλήλων ἢ τῶν στρατιωτικῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Θὰ ἦτο, λοιπόν, ἐνδεδειγμένον κατὰ σταθερὰν κοινοβουλευτικὴν τακτικήν, δεδομένου ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς παραμονὰς τῆς ὑποβολῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ νομοσχεδίου τοιαύτης φύσεως, πρὶν ἢ ἀκούσωμεν τὸν Προϋπολογισμόν. Πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν νέους φόρους, πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν κρατήσεις νέας, καὶ εἶναι δύσκολον νὰ κατανοήσῃ τις — τουλάχιστον ἐγὼ δὲν κατανοῶ — πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ρυθμίσωμεν τήν ἀρξαμένην χρῆσιν τοῦ ἔτους 1916 δι’ ἑνὸς νέου, τοιαύτης σοβαρότητος οἰκονομικῆς, μέτρου, πρὶν ἢ ἀκούσωμεν τήν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ ταύτης τῆς χρήσεως τήν εἰσήγησιν, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ ἴσως αὔριον ἢ μεθαύριον. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ ἄποψις αὕτη προέχει, θεωρῶ δὲ ταύτην τόσον σπουδαίαν, ὥστε θέλω νὰ ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, εἰδικώτερον δὲ αὐτὸς ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ θελήσῃ νὰ μὴ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις σήμερον μέχρις οὗ ἀκούσωμεν τήν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Διότι δὲν πρέπει νὰ λανθάνῃ ὑμᾶς, καὶ ὑποθέτω, ὅτι οὐδένα τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ λανθάνει, ὅτι αἱ τοιαῦται ἢ τοιαῦται ἀνάγκαι τῶν δημοσίων ἢ ἄλλων ἐν γένει κατὰ τῶν ὁποίων δὲν θὰ εἶχε τις ἴσως καμμίαν ἀντίρρησιν νὰ ἐγείρῃ, δὲν ἕπεται ὅτι πάντοτε καὶ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν δύνανται νὰ συζητῶνται· διότι ὑπάρχουν καὶ ζητήματα συνηρτημένα ἀρρήκτως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, πρὸς τήν ἐνεστῶσαν οἰκονομικήν κατάστασιν αὐτοῦ καὶ πρὸς τὰς γνώμας τὰς ὁποίας πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτῆς ἔχει νὰ ὑποβάλῃ εἰς τήν Βουλήν ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις καὶ μάλιστα ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰδικώτερον. Θὰ ἀναγκασθῶμεν πιθανώτατα νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν· καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι θὰ ἀποστέρξω ταύτας, ἴσως θὰ εὕρω μάλιστα αὐτοὺς μικροὺς καὶ θὰ ἐπικροτήσω ἐγὼ ἐκ τῶν τάξεων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τήν ἐπιβολήν βαρυτέρων. Ἀλλὰ θέλω νὰ εἴπω τοῦτο· ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ λύωμεν οἰκονομικὰ ζητήματα καὶ λαμβάνωμεν μέτρα οἰκονομικὰ τοιαύτης ριζικῆς σπουδαιότητος, τοσοῦτον δαπανηρὰ καὶ οὐδὲν ἔχοντα τὸ ἐπεῖγον, πρὶν ἢ ἀκούσωμεν τήν Κυβέρνησιν εἰσάγουσαν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τιθεμένην ὑπ’ ὄψει ἡμῶν τήν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας καὶ τὰ μέτρα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων νομίζει, ὅτι θὰ ἔλθῃ εἰς πλήρη ἀνταπόκρισιν πρὸς τὰς ἐμφανιζομένας ἀνάγκας. Μή τις ὑπολάβῃ, ὅτι ταῦτα λέγων, ἐννοῶ νὰ ἀποφύγω νὰ διατυπώσω γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Διότι ἔχω ἤδη μεμορφωμένην γνώμην, τήν ὁποίαν δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ γενησομένη εἰσήγησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, θὰ εἶναι ἐπὶ τοσοῦτον πλήρης ἐφοδίων, ὥστε νὰ μεταβάλω. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συμπίπτει νὰ περιλαμβάνῃ εἰς τὰς εὐεργετικὰς αὑτοῦ διατάξεις καὶ πολύτιμον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ Συνάδελφον καὶ φίλον μου. Ἐὰν ἀρχή τοῦ νομοσχεδίου εἶνε ἡ ἐπιγραφὴ αὐτοῦ, ἐὰν ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶνε ἡ ἰδέα, ὅτι τὰ τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἔχουσι καλῶς, ὅτι αἱ συντάξεις εἶνε μικραὶ καὶ πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν, ἐὰν αὕτη εἶνε ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἐγώ, εὐτυχῶς, ἔχω δεδηλωμένην γνώμην ὑπὲρ τῆς τοιαύτης ἀρχῆς. Διότι πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἰδιαίτατα δὲ κατὰ τήν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914, νὰ εἴπω τίνας γνώμας ἔχω περὶ τῶν μισθῶν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ περὶ τῆς διαρρυθμίσεως αὐτῶν, ἄρα καὶ περὶ τῶν συντάξεων, καὶ νὰ διακηρύξω, ὅτι οἱ μισθοὶ εἶναι μικροὶ καὶ γλίσχροι καὶ ὅτι μέλημα πάσης Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θέλει ἐπιδιώξῃ τήν προσήκουσαν ὀργάνωσιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καθόλου, ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ, ἄρα, ἀναλόγως καὶ τῶν συντάξεων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἡ ἐλάττωσις τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι πλάνη ῥιζική, εἰς τὴν ὁποίαν πολλάκις ὑποπίπτομεν, ὑπολαμβάνοντες ἀρχήν τοῦ νομοσχεδίου τὸν τίτλον αὐτοῦ, ἀδιάφορον ἂν πολλάκις τὸ περιεχόμενον τοῦ νομοσχεδίου εἶναι πολέμιον πρὸς αὐτόν, ἢ ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἀναγράφεται, ὡς σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ἀδιάφορον ἂν αἱ θεμελιώδεις αὐτοῦ βάσεις ἀντιβαίνουσι πρὸς τὴν ἰδέαν αὐτήν. Καὶ ἐν προκειμένῳ δὲ, ἐὰν εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, λέγω τοῦτο, νοῶν, ὅτι αἱ θεμελιώδεις βάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διαρρυθμίζεται τὸ νομοσχέδιον, εἶναι πλημμελεῖς. Βεβαίως, τὰ τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ἔχουσι καλῶς, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἴσου βέβαιον, ὅτι ἡ γενομένη διαρρύθμισις δὲν θὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν. Θὰ εὐνοήσῃ ὡρισμένας τάξεις ἐπὶ ζημίᾳ ἄλλων τάξεων, στρατιωτικῶν ἐπίσης, ἐν τῷ αὐτῷ κύκλῳ περιλαμβανομένων· θὰ φέρῃ βάρη ἐν πολλοῖς σοβαρώτατα εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ἀνταποκριθῇ κατὰ προσήκοντα τρόπον εἰς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει. Ἀπόδειξιν δὲ ὅτι δὲν ἔχουσι πρυτανεύσῃ παρὰ τῇ Κυβερνήσει καὶ δὲν ἔχουσιν ἐπικρατήσει αἱ προσήκουσαι ἰδέαι πρὸς διαρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῶν συντάξεων, παρέσχεν ἡ ὀλιγόλεπτος συζήτησις κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, παρέσχεν ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, — περίεργος, κατ’ ἐμέ, — ὅτι δὲν πρόκειται τὸ παράπαν νὰ ἐπιβαρυνθῇ, διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές, Κύριοι. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀγόρευσις, ἣν ἐφάνη ἐπιδοκιμάζων καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, παρέσχεν ὁμοίως ἄλλην ἀπόδειξιν, ὅτι ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀφωρμήθη ἐκ τῶν προσηκουσῶν ἀντιλήψεων ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν ἀναγκῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἠθέλησε νὰ ἀνταποκριθῇ· δὲν ἐμελέτησεν, ὅσον ἔδει, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ ρυθμίσῃ. Ἐλέχθη ἐπανειλημμένως καὶ κατήντησε κοινή γνώμη, ὅτι εἶναι, ὄχι μόνον μικραί, ἀλλὰ καὶ ἄδικοι αἱ συντάξεις τῶν στρατιωτικῶν ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὰς τῶν πολιτικῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Τονίζεται δὲ εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἀδικίας καὶ τῆς ἀνισότητος ταύτης, ἀφ’ ἑνὸς τὸ γεγονὸς τοῦ γλίσχρου τῶν συντάξεων, τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου καὶ τὸ γεγονός, ὅτι εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποθνησκόντων ἀξιωματικῶν οὐδέν, σχεδόν, παρέχεται λόγῳ συντάξεως. Ἀλλά, Κύριοι, τοῦτο, τὸ κατὰ τὸ φαινόμενον ἀληθές, εἶναι ἀπότοκον, οὐχὶ τῶν ἰδιαιτέρων ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν, εὐμενεστέρων ἴσως, ὡς θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἐκ πρώτης ὄψεως, διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους καὶ δυσμενεστέρων διὰ τοὺς στρατιωτικούς, ἀλλ’ ἀπότοκον αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Τὸ σύστημα τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων εἶναι ῥιζικῶς διάφορον τοῦ κρατοῦντος συστήματος τῶν στρατιωτικῶν. Αἱ συντάξεις τῶν στρατιωτικῶν βαρύνουσιν ἀποκλειστικῶς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, αἱ συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων βαρύνουσι καὶ τὸ ἴδιον αὐτῶν ἄτομον διὰ τῶν κρατήσεων. Ἵνα δειχθῇ δέ, ὅτι ἀκριβῶς εἶναι αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγον, ὅτι, δηλαδή, εἶναι γέννημα καὶ συνάρτημα ἀναγκαῖον αὐτοῦ τοῦ συστήματος τὸ γλίσχρον τῆς συντάξεως καὶ τὸ γεγονὸς τῆς μὴ παροχῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ συνταξιούχου, ἀρκοῦμαι νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται καὶ ἐν Γαλλίᾳ. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει καὶ διὰ τοὺς στρατιωτικούς, καὶ διὰ τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους τὸ μικτὸν σύστημα τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ Δημοσίου Ταμείου καὶ τοῦ ἰδίου ἀτόμου διὰ τῶν κρατήσεων. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ τάξεις δημοσίων ὑπαλλήλων, διὰ τὰς ὁποίας κρατεῖ τὸ σύστημα αὐτό, τὸ ὁποῖον κρατεῖ διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς παρ’ ἡμῖν, τουτέστι, τῆς ἄνευ κρατήσεως ἀπονομῆς συντάξεως. Τοιοῦτοι ὑπάλληλοι εἶναι τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, οἱ Νομάρχαι καὶ ἄλλοι. Ποία εἶναι ἡ σύνταξις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς αὐτούς; Μόλις ἀνέρχεται εἰς τὸ ἓν ἕκτον τοῦ μέσου ὅρου τῆς μισθοδοσίας τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν. Καὶ τί ἄλλο παρατηρεῖται; Ὅτι οὐδὲν παραπέμπον εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν δικαίωμα, αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ δὲν δικαιοῦνται εἰς σύνταξιν. Λέγων ταῦτα, δὲν θέλω νὰ ἐπαινέσω τὸ κρατοῦν σύστημα· θέλω νὰ ἐξηγήσω αὐτό, διὰ νὰ μὴ ὑποπίπτῃ εἰς τήν ἀντίληψίν τινος, ὅτι ὑπῆρξε τόσον τυφλὴ παρ’ ἡμῖν ἡ Πολιτεία, ὥστε νὰ δημιουργήσῃ τάξεις εὐνοουμένων καὶ μὴ εὐνοουμένων, ἐκεῖ ὅπου, ἴσως, καὶ λόγοι συνέτρεχον ἡ εὔνοια νὰ εἶναι μεγαλειτέρα. Ἀνάγκη, βεβαίως, εἶναι σήμερον νὰ μεταβληθῇ· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ μεταβολὴ γίνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀδόκιμον, διὰ νὰ μὴ εἴπω βαρυτέραν ἔκφρασιν. Ἀρκεῖ νὰ σημειώσω τοῦτο· ὅτι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας θεμελιοῖ τὸ νομοσχέδιον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καθὰ ἐπανειλημμένως εἶπεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, εἶναι, ὅτι δι’ αὐτοῦ οὐδόλως ἐπιβαρύνεται τὸ Δημόσιον ταμεῖον· διότι, λέγει, ἡ εἰσαγομένη αὔξησις τῶν συντάξεων ἐξυπηρετεῖται τελείως διὰ τῶν εἰσαγομένων κρατήσεων ἐκ τῶν μισθῶν. Πόσον ἡ βεβαίωσις αὕτη ἀπέχει τῆς ἀκριβείας, ἀποδεικνύει ἁπλῆ ἀντιβολὴ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου πρὸς τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι διέπουσι τὰς συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων. Ποῖαι εἶναι αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑφίστανται αἱ συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων; Γίνονται κρατήσεις πρὸς 9% ἐπὶ τοῦ μηνιαίου μισθοῦ καὶ τῶν ἐπιμισθίων των, αἱ δὲ κρατήσεις αὗται ἐκτείνονται εἰς χρονικὸν διάστημα ἴσον πρὸς τὸ τῆς ὑπηρεσίας εἰκοσαετίαν καὶ τριακονταετίαν, ἂν μὴ πλέον. Ποῖαι δὲ εἰς τὰ σημεῖα ταῦτα εἶναι αἱ βάσεις τοῦ νομοσχεδίου; Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι ἡ μὲν σύνταξις αὐξάνει κατὰ 50%, ἐν συγκρίσει πρὸς τὰς ἤδη νομοθετημένας συντάξεις, ἡ δὲ κράτησις ἀνέρχεται κατ’ ἀνώτατον ὅριον εἰς 4½% ἐπὶ τῶν ἀποδοχῶν των, καὶ ἐκτείνεται ἡ κράτησις αὕτη διὰ τοὺς ὑπάρχοντας ἐν τῷ στρατῷ ἀξιωματικοὺς ἐπὶ χρόνον πολὺ βραχύτερον. Εἶναι εὔκολον τώρα νὰ λάβῃ τις γενικήν τινα ἰδέαν περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀποτελεσμάτων ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ὅταν ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του τίνα ἀποτελέσματα ἔδωκε μέχρι τοῦδε ὁ τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων θεσμὸς μὲ τὰς ἰδικάς του βάσεις. Αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχομεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διὰ τὴν ἀπὸ 1905–1914 δεκαετίαν, δίδουσι τὰ ἑξῆς πορίσματα. Τὸ ποσοστὸν τῶν κρατήσεων ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὸ ποσὸν τῶν μισθῶν ἀνέρχεται εἰς 26½%. Δηλαδή, ἐκ τοῦ συνόλου ποσοῦ τοῦ διατεθέντος εἰς μισθοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων κατὰ δεκαετίαν ταύτην, τὰ 26.5% ἐκρατήθησαν, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συντάξεων. Ἐκ τοῦ ποσοῦ ἰδὲ τοῦ διατεθέντος εἰς πληρωμὴν τῶν συντάξεων κατὰ τὴν αὐτὴν δεκαετίαν τὰ 0.39 ἀντιπροσωπεύουν αἱ γενόμεναι κρατήσεις. Ἐν τούτοις καὶ ὑπὸ τὸ σύστημα τοῦτο εἰς τὰ τοιαῦτα ἀποτελέσματα αἱ συντάξεις ὀγκοῦνται καθ’ ἕκαστον ἔτος καὶ ἐμβάλλουσιν εἰς σοβαρὰς ἀνησυχίας τοὺς μελετῶντας τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα. Εἶναι δὲ γενικῶς ἀνεγνωρισμένη ἡ ἀνάγκη τῆς ῥιζικῆς τοῦ συστήματος τούτου μεταρρυθμίσεως. Δι’ ὅλων τούτων ἤθελον νὰ ἀποδείξω τοῦτο καὶ μόνον· ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν, εἶναι ἀπολύτως ἀμελέτητον. Προτίθεται νὰ ὀργανώσῃ ἕνα θεσμόν, τὸν ὁποῖον οὐδὲ πόρρωθεν γνωρίζει. Ἀπόδειξις ἡ ἐρημία τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εὐλόγως ἀνέμενε πᾶς τις ἀπὸ νομοσχέδιον τοιαύτης ριζικῆς μεταρρυθμίσεως. Ἄλλη ἀπόδειξις, αἱ ἐντελῶς ἀβαθεῖς παρατηρήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν καὶ αἱ βεβαιώσεις του, ὅτι διὰ τῶν κρατήσεων οἱ συνταξιοῦχοι δὲν θὰ ἐπιβαρύνουν διόλου τὸ δημόσιον ταμεῖον. Νομοσχέδιον τοιαύτης φύσεως, τοιαύτης ριζικῆς μεταβολῆς εἶχεν ἀνάγκην μελέτης, εἶχεν ἀνάγκην στατιστικῶν πληροφοριῶν ἐπὶ τῶν καθ’ ἕκαστον ἢ καὶ λογιστικῶν πινάκων ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῶν μισθῶν, τῶν κρατήσεων, καὶ τοῦ χρόνου ἐφ’ ὅν ἐκτείνονται αὗται, ἐν ἀντιβολῇ πρὸς τὰ ποσὰ τῶν συντάξεων. Καὶ μόνην ἁπλῆν ἰδέαν ἐὰν εἶχέ τις τῆς κολοσσιαίας συζητήσεως καὶ τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία γίνεται ἀλλαχοῦ ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν, θὰ ᾐσθάνετο πλῆξιν, ὑπερβαίνουσαν πᾶν ὅριον, βλέπων νομοσχέδιον τοιοῦτον, εἰς τοιαύτας ἡμέρας καὶ μὲ τοιαύτας προχείρους καὶ αὐθαιρέτους βεβαιώσεις προσαγόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐν Γαλλίᾳ, Κύριοι, ὅπου ἰσχύει τὸ σύστημα τῶν κρατήσεων, ἐμελετήθησαν τὰ ζητήματα ταῦτα κατὰ βάθος καὶ κατ’ ἐπανάληψιν, ζωηρῶς δ’ ἐπικρίνεται ὁ ὑπάρχων οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς τῶν συντάξεων καὶ τῶν κρατήσεων, διὰ τὰ οἰκονομικὰ αὐτοῦ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ καὶ παρ’ ἡμῖν οἱ παρακολουθοῦντες τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα παρετήρησαν ἤδη τὴν ὡσημέραι ἐπικίνδυνον αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῶν συντάξεων, τοῦ βαρύνοντος τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἐνῷ δ’ ἀνεμένετο σοβαρὰ ἐπὶ τούτου ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ χειροτερεύσῃ τὴν κατάστασιν καὶ ἐπαυξήσῃ τοὺς κινδύνους τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἐν Γαλλίᾳ, ἀνεξαρτήτως καὶ ἄλλων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου μελετῶν, ἔχουσι καὶ νομοσχέδια παρασκευασθῇ καὶ εἶναι ὑποβεβλημένα εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλήν, ὑπάρχει δὲ τοιοῦτον καὶ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κ. Καγιὼ. Μελετᾶται δ’ ἰδίως νέα διαρρύθμισις τοῦ θεσμοῦ τῶν συντάξεων διὰ τῆς ὀργανώσεως ἰδιαιτέρων ταμείων καὶ διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους ἐν γένει, καθιστώντων παραγωγικὰ τὰ ἐκ τῶν κρατήσεων εἰσπραττόμενα ποσά. Τὴν στιγμὴν, λοιπόν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἄλλα Κράτη, τοσούτῳ προηγμένα εἰς τὴν γνῶσιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ἔχουσιν ἐκκρεμῆ ταῦτα καὶ μελετῶνται ὑπὸ τὴν ἔντασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέδειξα, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι τολμηρὸν νὰ ἐρχώμεθα ἡμεῖς, μὲ τοιαύτην ἔλλειψιν πάσης μελέτης καὶ πάσης σοβαρᾶς ἐργασίας, νὰ λύσωμεν ζητήματα τοσοῦτο σπουδαῖα καὶ ριζικὰ καὶ εἰς τοιαύτας στιγμὰς; ζητήματα δὲ οὐδένα ἀπολύτως παρουσιάζοντα ἐπείγοντα χαρακτῆρα; Καὶ ἀντὶ νὰ ἀσχοληθῶμεν, πῶς νὰ ἀποτρέψωμεν τὸν κίνδυνον, ὅστις ἀπειλεῖ τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικὰ ἐκ τοῦ συστήματος τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, νὰ ζητῶμεν μὲ τόσην ἐλαφρότητα νὰ αὐξήσωμεν καὶ πολλαπλασιάσωμεν αὐτόν, μὲ τὸ περίφημον αὐτὸ σύστημα τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ; Καὶ δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀποσύρῃ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως μελετηθῇ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συστήματος τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, καὶ εἰσαχθῇ ἕν σύστημα σύμφωνον πρὸς τὰ νεώτερα πορίσματα καὶ τὴν πεῖραν ἡ ὁποία ἀπεκτήθη καὶ ἀλλαχοῦ καὶ παρ’ ἡμῖν; Τοῦτο ἤθελον νὰ μάθω ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν.
§58Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, καίτοι ἔπρεπε νὰ ἐπιφυλαχθῶ, ὡς ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ψαρρῶν μοὶ ὑπέδειξε, νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἄλλην κ. Βουλευτῶν ἀγόρευσιν, σχετικῶς μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, ἐν τούτοις κολακεύομαι νὰ πιστεύω, ὅτι, λαμβάνων τὸν λόγον, ἰδίᾳ μετὰ τὸν ἄρτι προλαλήσαντα κ. Βουλευτήν, ὁ ὁποῖος ἐχαρακτήρισε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ὡς φυλλάδαν μὴ ἔχουσαν ἀξίαν τινά· κολακεύομαι, λέγω, νὰ πιστεύω, ὅτι θὰ κατορθώσω νὰ θέσω τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν εὑρισκόμενον νομοσχέδιον, εἰς τὴν προσήκουσαν βάσιν καὶ νὰ δώσω τήν δέουσαν κατεύθυνσιν, νὰ ἄρω δὲ τὴν ἀμφιβολίαν καὶ τοὺς δισταγμούς, οἱ ὁποῖοι τυχὸν ἤθελον προκύψῃ καὶ ἤθελον γεννηθῆ ἐν τῇ συνειδήσει πάντων ὑμῶν, καλουμένων νὰ ψηφίσητε νομοσχέδιον, ἀπαιτοῦν, ὁπωσδήποτε, θυσίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ ἐλαχίστας. Κύριοι, αἱ συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν, ὡς γνωρίζετε, ἐθεσπίσθησαν ἀπὸ τοῦ 1864, τουτέστι, πρὸ μιᾶς πεντηκονταετίας. Ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου ηὔξησαν καὶ ἐπολλαπλασιάσθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ σύνταξις τοῦ ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ, ἡ νομοθετηθεῖσα πρὸ μιᾶς πεντηκονταετίας, νὰ μὴ ἀρκῇ μηδὲ διὰ τὸν ἐπιούσιον αὐτοῦ ἄρτον, ἀφίεται εἰς πάντας ὑμᾶς νὰ κρίνητε, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ κρίνητε, ὡς πᾶς ἄνθρωπος εὐσυνείδητος. Ἐὰν δὲ ἀναλογισθῇ τις τὰς συντάξεις τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ, εἶμαι βέβαιος, ὅτι οὐδεὶς θὰ μείνῃ ἀσυγκίνητος, ὅταν ἀναλογισθῇ, ὅτι τῶν κατωτέρων καὶ ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν αἱ συντάξεις τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν δὲν ἀνέρχονται ἄνω τῶν 60 δραχμῶν, τοῦ λοχαγοῦ εἶναι 60 καὶ τοῦ Ἀνθυπολοχαγοῦ 30. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας τιθέμενοι οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς ἀποστρατείαν, ἐννοεῖτε οἴκοθεν ὁποίας ἀγωνιώδεις στενοχωρίας δοκιμάζουσιν, ὅταν σκέπτωνται, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀκμαιοτέρας αὐτῶν ἡλικίας ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατόν, μετ’ οὐ πολύ, κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους, πρόκειται, ἢ μᾶλλον, μεταπίπτουσιν εἰς μίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν, ἀντὶ τῆς ὑποστηρίξεως καὶ τῆς βοηθείας, θὰ ἀντιμετωπίσωσι, μετ’ ὑπηρεσίαν ἑνὸς τετάρτου αἰῶνος, στυγνὴν τὴν φτώχειαν, τὴν ὁποίαν, στερούμενοι, ἄλλωστε, εἰς τὴν περίοδον ταύτην τοῦ βίου των, τῆς σωματικῆς ἱκανότητος, δὲν δύνανται νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἄλλως, εἰ μὴ πωλοῦντες τὰ κτήματά των, πωλοῦντες τὰ οἰκιακά των ἔπιπλα, ἢ τὰς προίκας τῶν θυγατέρων των, ἢ καὶ λαμβάνοντες ροῦχα ἀπὸ τὴν Γενικὴν Ἀποθήκην τοῦ Πειραιῶς, ἵνα δυνηθῶσι καὶ ζήσωσι τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Τῆς τοιαύτης τραγικῆς καταστάσεως, Κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν διατελεῖ τὸ πλεῖστον τῶν ἀποστράτων ἀξιωματικῶν, πάντες ὑμεῖς ἔχω τὴν πεποίθησιν, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως οἱ στρατιωτικοὶ Βουλευταί, θὰ ἔλαβον ἀμεσωτέραν ἀντίληψιν, διότι εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ συστήσωσι πολλάκις ἐντίμους ἀποστράτους συναδέλφους των, ἵνα λάβωσι ροῦχα καὶ προσπορίζονται τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Δὲν γνωρίζω κ. Βουλευταί, κατὰ πόσον καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ διὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς συνεργασίας τῶν ὁποίων μετὰ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, τοσαῦτα γεγονότα κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους χρόνους ἐδημιουργήθησαν, ὥστε καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ μεγαλώσῃ καὶ τὸ γόητρον τοῦ Ἔθνους, καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ νὰ ἐξυψωθῇ ἐν τῇ παγκοσμίῳ συνειδήσει μέχρι θαυμασμοῦ, δὲν γνωρίζω, λέγω, ἂν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ σχόντες τὴν εὐτυχίαν, ἢ μᾶλλον τὴν μεγίστην τῶν εὐτυχιῶν, ἵνα εἰς τὸ μεγαλούργημα τοῦτο τῆς νεωτέρας ἱστορίας τῆς Ἑλλάδος εἰσενέγκωσι καὶ οὗτοι πᾶν ὅ,τι ἠδύναντο ἀνθρωπίνως, ἄν, λέγω, οὗτοι ἀνθ’ ὧν ἔπραξαν, διὰ τοῦ αἵματος αὑτῶν, διὰ τῶν θυσιῶν καὶ τῶν ποικίλων ἀγώνων, τοὺς ὁποίους ὑπέστησαν καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθησαν, ἐδικαιοῦντο νὰ ἀπαιτήσωσιν ἱκανοποίησίν τινα, μᾶλλον ἠθικὴν ἱκανοποίησιν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Ἴσως ναί, ἴσως ὄχι. Ἐγὼ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι θὰ ἔλθῃ στιγμή, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐπερχομένης τῆς γαλήνης, ἀποκαθισταμένων τῶν πραγμάτων ὁμαλῶς καὶ εὐρύθμως, ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἡμῶν θὰ ἀναγνωρισθῇ τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἐκείνων, τῶν ἐργατῶν τῆς μετατοπίσεως τῶν συνόρων τῶν Ἑλληνικῶν ἀπὸ τοῦ Πηνειοῦ μέχρι τοῦ Νέστου καὶ ἀπὸ τοῦ Ἀξιοῦ μέχρι τοῦ Αἵμου. Δὲν παραπονούμεθα, Κύριοι, οὔτε ζητοῦμέν τι. Ἀναγνωρίζομεν τὰς δυσχερείας τὰς οἰκονομικὰς τῆς Χώρας, ἀναγνωρίζομεν τὴν δυσφορίαν τοῦ Κράτους, ἀσθμαίνοντος κυριολεκτικῶς ὑπὸ τὸ βάρος τῶν περιστάσεων τῶν δεινοτέρων, τὰς ὁποίας μέχρι σήμερον διῆλθεν ἡ Χώρα ἡμῶν, ἀναγνωρίζομεν τὸν ἀγωνιώδη βίον τοῦ λαοῦ, διότι ὁ στρατὸς ἐκ τοῦ λαοῦ προέρχεται, καὶ διὰ τοῦτο δὲν τολμῶμεν κἄν μέχρι σήμερον νὰ ζητηθῇ ἡ αὔξησις τῆς γλισχροτάτης μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μόλις ἀποζώντων ἐκ ταύτης, καίτοι φέρουσι τοσαύτας καὶ τηλικαύτας, οὕτως εἰπεῖν, ὑποχρεώσεις καὶ οἰκογενειακὰς καὶ ἐπαγγελματικάς, τὰς ὁποίας ἐν τούτοις φέρουσι, χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Ἔθνους, τοῦ ὁποίου Ἔθνους εἶναι ἡ μόνη ἀκριβὴς καὶ ζωηρὰ παράστασις καὶ ἔκφανσις. Ἀλλά, Κύριοι, ἀφοῦ δὲν ζητοῦμεν, — καὶ εἰς τοῦτο ἐπιμένω — διατὶ θέλετε νὰ ἀρνηθῆτε εἰς ἡμᾶς τοὺς ἰδίους ἀξιωματικοὺς τὸ δικαίωμα νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς αὐτοσυντηρήσεως ἡμῶν; Διατὶ θέλετε νὰ ἀρνηθῆτε εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ φροντίσωμεν διὰ τὸν ἄρτον τῶν παιδιῶν, τῶν οἰκογενειῶν ἡμῶν, ἀποστρατευομένων; Τοῦτο, Κύριοι, ζητοῦμεν. Δὲν ζητοῦμεν φόρους. Δὲν ζητοῦμεν νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὸ Κράτος βάρος τι. Καὶ τοῦτο, ἐὰν θέσωμεν ἐνώπιον τοῦ Κράτους, ἐπιτρέψατέ μοι καὶ ἐξ ὀνόματος ὅλου τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν νὰ εἴπω, ὅτι δὲν τὸ θέλομεν, ὄχι διότι περιφρονοῦμεν — κάθε ἄλλο — ἀλλὰ διότι ἀναγνωρίζομεν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους θέλομεν ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ καταστήσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς αὐτάρκεις διὰ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ προτείνωμεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ ταῦτα τὰ μέτρα εἶναι ἐπαρκῆ; Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, δι’ ἁπλῶν ὑπολογισμῶν νὰ φροντίσω, ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοί, νὰ καταδείξω εἰς τοὺς ἀμφιβάλλοντας, ὅτι αἱ ἀμφιβολίαι αὐτῶν, οἱ δισταγμοὶ αὐτῶν, δὲν ἔχουσι βάσιν. Τοῦτο θὰ φροντίσω νὰ πράξω. Κατὰ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, Κύριοι, τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐτησία ἐπὶ πλέον δαπάνη, ἥτις θὰ βαρύνῃ τὸ δημόσιον, ἀνέρχεται εἰς 77.000 δραχμῶν, ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Ἄς εἴμεθα ἀκριβέστεροι καὶ ἄς θέσωμεν τὸν ἀριθμὸν στρογγύλον 100.000. Ἑπομένως, τὸ Δημόσιον ἐτησίως, κατὰ τὴν ἁπλῆν ἀντίληψιν παντὸς μελετήσαντος τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρέπει νὰ πληρώνῃ ἐπὶ πλέον τῶν ἤδη καταβαλλομένων ὑπὲρ τῆς συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ 100.000 δραχμάς. Ἀλλά, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Δημόσιον θὰ πληρώνῃ, ἀλλ’ ὁ Προϋπολογισμὸς δὲν θὰ πληρώνῃ. Καὶ αὐτή εἶναι ἡ διαφορά. Καὶ πῶς; Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ τὸ Δημόσιον, θὰ προέρχηται ἐκ τῶν κρατήσεων, τὰς ὁποίας αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ καταθέτωσι πρὸς βελτίωσιν τῆς συντάξεως αὐτῶν. Καὶ πῶς; Ἰδοὺ, κ. Βουλευταί, ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν τοὐλάχιστον, καὶ πάντες ἐκεῖνοι μεθ’ ὧν συνειργάσθην εὑρίσκουσι λίαν ἁπλοῦς καὶ λίαν ἱκανοποιητικούς, ἀλλὰ καὶ πολὺ σαφεῖς καὶ ἀκριβεῖς, ὥστε νὰ δικαιολογήσωσι τὰς σκέψεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐχαρακτηρίσθησαν ὡς ἀμελετήτως, ὑποβάλοντες τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἰδού, Κύριοι, πίναξ ἐμφαίνων τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, τῆς θαλάσσης καὶ τῆς χωροφυλακῆς. Ὁ ἀριθμός, Κύριοι, τῶν ἀξιωματικῶν — γενικῶς ὁμιλῶ — ἀνωτάτων καὶ κατωτάτων — εἰς τούτους δὲ περιλαμβάνονται, ὡς γνωρίζετε, καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι — ὁ ὑπὸ τῶν σχετικῶν ὀργανισμῶν προβλεπόμενος ἀνέρχεται εἰς 5.580· ὁ μισθὸς τὸν ὁποῖον κατὰ μέσον ὅρον λαμβάνουσιν οὗτοι οἱ ἀνώτατοι καὶ κατώτατοι, ἀνέρχεται εἰς 250.000 δραχμὰς μηνιαίως. Ἐάν, Κύριοι, ἡ μηνιαία κράτησις ἐπὶ τοῦ μέσου τούτου ὅρου τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, κατὰ τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλω — διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ νοηθῇ, ὅτι ἔστω καὶ πόρρωθεν ἀφήνεται ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ἵνα καὶ μία πεντάρα ἀκόμη ἐκ τοῦ δημοσίου Προϋπολογισμοῦ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ταμεῖον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταρτίσω εἰδικῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὥστε ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου νὰ πληρωθῇ ὅ,τι οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσιν — ἐὰν, λοιπόν, ὁ μέσος ὅρος, Κύριοι, τῶν κρατήσεων τοῦ μισθοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τῶν κατωτέρων καὶ ἀνωτέρων ἀνερχομένου εἰς 250.000, δραχμῶν, εἶναι 5½%, ἐὰν κάμητε, Κύριοι, ἕνα ἁπλούστατον λογαριασμόν, θέλετε ἴδει, ὅτι τὸ ποσὸν τὸ ἐτησίως μέλλον νὰ κρατηθῇ ἐκ τῆς μισθοδοσίας τῶν ἀξιωματικῶν ἀνέρχεται εἰς 938.000 δραχμάς. Ἑπομένως, τὸ Δημόσιον, Κύριοι, θὰ εἰσπράττῃ ἐτησίως 938.000 δραχμῶν, τοὐτέστιν οἱ ἀξιωματικοὶ θὰ καταθέτουν 938.000 δραχμῶν. Καὶ θὰ πληρώνῃ ἐπὶ πλέον, παρακαλῶ, ἐτησίως τὸ Δημόσιον; 77.000 τὸ πρῶτον ἔτος, ἢ 100.000, ὡς εἶπον, στρογγυλάς, τὸ δεύτερον θὰ πληρώνῃ ἄλλας 100.000, τὸ τρίτον ἔτος ἄλλας 100.000, τὸ ὅλον 300.000, δηλαδή, ὅταν λάβωμεν, ὡς μέσον ὅρον ἡλικίας, τὸ 60όν, ὡς μέσον δὲ ὅρον ἡλικίας, ἢ μᾶλλον ζωῆς, τοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ ἀξιωματικοῦ τὸ ἑβδομηκοστὸν ἔτος, εἰς μίαν δεκαετίαν τὸ Δημόσιον θὰ πληρώσῃ ἕν ἑκατομμύριον δραχμῶν. Πόσα θὰ εἰσπράξῃ εἰς τὴν δεκαετίαν αὐτήν; Ἐὰν ὑπολογίσητε τὰ 10 ἔτη ἐπὶ 938.000, θέλετε ἴδει τί ἀπόδοσιν θὰ ἔχῃ τοῦτο τὸ ταμεῖον. Κύριοι, τὸ Δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ ἐτησίως 930.000, θὰ διαθέτῃ ταύτας εἰς τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἀνάγκας, θὰ ἀποδίδῃ ἐτησίως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἀπὸ 100.000 μέχρι τῆς μιᾶς δεκαετίας, ὁπότε πᾶν τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσόν, ἤτοι τοῦ 1.000.000, τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ κατατεθῇ εἰς τὰ 1927, τὸ Δημόσιον θὰ πληρώνῃ τότε καὶ μόνον ὁλόκληρον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐτησίως θὰ εἰσπράττῃ. Αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου, αὗται εἶναι αἱ ἁπλαῖ, ἁπλούσταται σκέψεις, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὁ Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἀλλά, Κύριοι, παρακαλῶ, ὅταν ἐκ τῆς ἰδίας ἡμῶν σαρκὸς περικόπτωμεν τεμάχιον, ἵνα τοῦτο ἀποθέτοντες εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, λαμβάνωμεν κατὰ τὰ γηρατεῖα ἡμῶν, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ παράπαν τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ἐπιτρέπεται εἰς ὑμᾶς νὰ ἀρνηθῆτε νὰ νομοθετήσητε αὐτὰ τὰ σωστικὰ ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἰδίων μέτρα; Θέλετε νὰ ἀρνηθῆτε τὴν ψῆφον ὑμῶν; Ψῆφον ζητοῦμεν, Κύριοι, καὶ ὄχι χρήματα· νομιμοποίησιν ζητοῦμεν, μάλιστα, κ. Βουλευτά, ἑνὸς κουμπαρᾶ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι κατασκευάζομεν, ἵνα εἰς τὰ γηρατεῖα ἡμῶν λαμβάνωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ λαμβάνωμεν, ἀφοῦ τὸ Δημόσιον δὲν δύναται νὰ αὐξήσῃ τὰς συντάξεις ἡμῶν διὰ τῶν ἰδίων αὑτοῦ πόρων. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, ὁμιλεῖ καὶ περὶ ἐπιβαρύνσεων, ὁμιλεῖ περὶ προσθέτου αὐξήσεως ἐπὶ τῆς τιμῆς τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων. Ναί. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, τοὺς πόρους διὰ τὰς συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν τοὺς ἀνεπτύξαμεν πρὸ ὀλίγου. Ναί. Περιλαμβάνει τοιαύτην φορολογίαν ὑπὲρ τῶν τραυματιῶν...
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁρίσατέ την.
§60Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, ἀφήσατε νὰ τελειώσω.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ.
§62Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι Βουλευταί, ὁμιλεῖ περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν τραυματισθέντων. Τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ βελτιώσεως τοῦ ἄρτου, ὥστε νὰ καταστήσωμεν τοῦτον ἐπαρκέστερον καὶ ἐπωσδήποτε ἱκανοποιητικώτερον. Καὶ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ὅπως αἱ σήμερον χορηγούμεναι εἰς τοὺς ὁπλίτας συντάξεις, αὐξηθῶσι κατὰ 30%.
§63ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητον.
§64Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὁ ἀριθμὸς κυρίως τῶν συντάξεων τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου ἀνέρχεται περίπου εἰς 6000 ἢ μᾶλλον εἰπεῖν εἰς 5000 καὶ 800 αἰτήσεις διὰ τὴν ἀκρίβειαν, μένουσι δὲ καὶ ἐκκρεμεῖς καὶ θὰ ὑποβληθῶσι καὶ ἄλλαι κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον. Ἡ κατὰ 30% προσαύξησις ἀνέρχεται, κατὰ τοὺς ἰδικούς μας ὑπολογισμούς, τοὐλάχιστον, εἰς 450.000 ἐτησίως. Τοιαύτην τινὰ αὔξησιν τὸ νομοσχέδιον ζητεῖ νὰ καλύψῃ διὰ μικρᾶς αὐξήσεως ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν σιδηροδρόμων, ἡ ὁποία ἀνέρχεται εἰς 2½ λεπτὰ ἕως ἕξ κατ’ ἄτομον. Κύριοι Βουλευταί, ὑπὸ ποίων αἰσθημάτων καὶ εὐγνωμοσύνης καὶ τιμῆς πρὸς πάντας, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἠκρωτηρίασαν τὰ μέλη των, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σύρονται αὐτόχρημα συνεπείᾳ τῶν τραυμάτων τοῦ πολέμου, ὑπὸ ποίων αἰσθημάτων, λέγω, κατέχεται ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ἐντεταλμένος, οὔτε ὁ πρῶτος, οὔτε ὁ τελευταῖος, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξωτερικεύσω ἐντεῦθεν τοῦτο. Ὅταν βλέπετε τὸν ζωντανὸ καμάρι, τὸ ὁποῖον λέγεται τραυματίας, τὸ ζωντανὸ καμάρι τῆς Νέας Γενεᾶς, ὅταν — καὶ δὲν τὴ ἀμφιβάλλω ποσῶς, — ἡ καρδία πάντων ὑμῶν συγκινεῖται, ὅταν ἡ ψυχὴ συνταράσσηται ὁσάκις ἀντιμετωπίζομεν τὰς τετιμημένας φυσιογνωμίας των, ἐδῶ καὶ ἐκεῖ περιφερομένας, ἡ καρδία ὅλων θλίβεται, συντρίβεται, ραγίζει, ὅταν τὰ δοξασμένα ἐκεῖνα ἐρείπεια τήκονται τὶς οἶδεν εἰς ποῖον ἀνήλιον καὶ σκοτεινὸν δωμάτιον, ἢ ὑπόγειον μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των, μάρτυρας τῆς σκληροτέρας, τῆς ἀπηνεστέρας καὶ τραγικωτέρας φτώχειας. Καὶ ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, Κύριοι; Εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι χάριν φιλοπατρίας δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὰ μέλη των νὰ ἐγκατασταθῶσιν ἐντὸς τοῦ ὀργανισμοῦ των, ὀλίγον δὲ κατ’ ὀλίγον φθίνονται καὶ βασανίζονται ἐφ’ ὅρου ζωῆς. Ἄ!, Κύριοι, νομίζετε, ὅτι ἔχετε δίκαιον νὰ ἀρνηθῆτε τοιοῦτον μέτρον; Δικαίωμά σας εἶνε. Ἡ Κυβέρνησις, μεριμνῶσα, ὡς ὤφειλεν, ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπικαλουμένη τήν φιλανθρωπίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ...
§65Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τήν δικαιοσύνην. Εἶναι ὑποχρέωσις.
§66Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐπικαλουμένη ἡ Κυβέρνησις τὴν δικαιοσύνην, ὡς ὁ ἔντιμος Συνάδελφος μὲ διέκοψε — καὶ τὸν εὐχαριστῶ — διὰ τῆς μικρᾶς εἰσφορᾶς τῶν σιδηροδρομικῶν εἰσιτηρίων, ἀνεπαισθήτου εἰσφορᾶς, οὐδ’ ἅπαξ τοῦ ἔτους θὰ πληρώσουν οἱ ἄποροι, ἀλλ’ οἱ εὔποροι, οἱ κινούμενοι δι’ ἐμπορικὰς συναλλαγὰς ἢ χάριν ταξειδίου καὶ ἀναψυχῆς. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καὶ οἱ ἄποροι Ἕλληνες δὲν θὰ ἀρνηθῶσι τοῦτο, ἀλλὰ πιστεύω ἀκραδάντως, ὅτι θὰ πληρώσωσι χάριν τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ τὸ πολὺ ἅπαξ τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς 25 λεπτά. Κύριοι, τήν τοιαύτην γλίσχρον εἰσφορὰν ὑπὲρ τοιούτου ὑψηλοῦ σκοποῦ τῆς βελτιώσεως τῆς συντάξεως τῶν τετιμημένων παλληκαριῶν, τῆς βελτιώσεως τῆς συντάξεως τῶν γενναίων μαχητῶν τῶν δοξασάντων τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα καὶ τιμησάντων αὐτά, ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπροκάλεσαν τὸν θαυμασμὸν καὶ αὐτῶν τῶν μισούντων τήν δι’ αἵματος αὐξηθεῖσαν μεγάλην πατρίδα, αὐτήν τήν μικρὰν εἰσφοράν, τήν ὁποίαν ἀποκαλῶ πεντάραν τοῦ τραυματίου, δὲν νομίζω, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θὰ ἀρνηθῇ νὰ ψηφίσῃ καὶ μάλιστα χειροκροτοῦσα, διότι εἰς αὐτήν ἔγκειται ἡ ἐξαιρετικὴ καὶ μοναδικὴ εὐγνωμοσύνη, ἵνα ἐπιτελέσῃ τὸ τιμιώτερον καὶ φιλανθρωπότερον καὶ Ἑλληνοπρεπέστερον τῶν ἔργων αὐτῆς. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§67Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κ. Βουλευταί, ἀπὸ καθαρῶς αἰσθηματικῆς ἀπόψεως νὰ κρίνῃ τις ἐν τῇ Βουλῇ ζητήματα τοιαύτης φύσεως, ἀναμφισβητήτως, ἡ νίκη θὰ ἀνῆκεν εἰς τήν εἰσήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ ἀτυχῶς δὲν πρόκειται οὔτε τὸ Σῶμα ἡμῶν νὰ μεταβληθῇ εἰς εὐαίσθητον σύλλογον, συγκινούμενον ἐξ ὡραίων λόγων, ἰδιαίτατα δὲ, ὅταν οἱ ὡραῖοι οὗτοι λόγοι δὲν ἔπρεπε κἄν νὰ ἀπευθυνθῶσι πρὸς τήν Βουλήν τῶν Ἑλλήνων. Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων οὐδέποτε ἠρνήθη πρὸς τήν Κυβέρνησιν τοῦ Κράτους, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἰσηγουμένην, ἠθικήν καὶ ἄλλην ἀμοιβήν, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συγκροτοῦσι τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος στρατιωτικοὶ εἶναι οὗτοι, εἴτε ἐκ τῆς καλύβης ἢ τοῦ μεγάρου σπεύδουν ὑπὲρ τοῦ ἀγαθοῦ τῆς Πατρίδος. Βεβαίως, ἔχουσιν ἀκόμη ἀνάγκην ἱκανοποιήσεως ὑλικῆς. Ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων δὲν ὑπελόγισε ἐπὶ τοῦ γλίσχρου δημοσίου θησαυροῦ, δὲν ὑπελόγισε, διότι κατασπαταλεῖται οὗτος ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἀνίσως καὶ ἀναιδῶς, ἀλλ’ ἰδίως, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω τήν λέξιν, κατὰ ποῖον τρόπον ὑπελόγισεν, ὡς ὑπελόγισεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀναιρῶν διὰ τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἐποιήσατο, τήν θερμότητα τῆς εἰσηγήσεως, δι’ ἧς περιέβαλε τήν ἐπικλητικήν ἀγόρευσίν του. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀναφέρεταί τι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Πρώτην φορὰν ἀκούομεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς νέας φορολογίας διὰ πληρωμήν ἀμοιβῆς ὑλικῆς πρὸς τοὺς πάσχοντας τραυματίας τοῦ πολέμου. Θὰ ἦτο δὲ, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, οὐχὶ ἀνευλάβεια, ἀλλὰ θὰ ἦτο παραγνώρισις τῶν αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοῦ ἐκπροσωπουμένου ἐπαρκῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης, καθ’ ἥν περίπτωσιν ἐπίστευεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τοιούτων ἀνθέων πατριωτικῆς ρητορικῆς, ἵνα πείσῃ τήν Βουλήν, ὅτι, ἄνευ οὐδεμιᾶς φορολογίας, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἀναγκαιοτάτων πόρων αὐτῶν τούτων τῶν ὑφισταμένων τοῦ Κράτους δοθῇ ἀμοιβὴ γλίσχρος, ὡς ἀνέφερεν εἰς τήν Βουλήν, ἀλλὰ πολὺ γενναιοτέρα. Οὐδὲν τοιοῦτον ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡμεῖς δὲ ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα συζητήσωμεν ἐπὶ νομοσχεδίου διὰ τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς ἐδόθη ἴσως καιρὸς, ἵνα ἔλθωμεν τήν ἑσπέραν ταύτην πάνοπλοι καὶ διατυπώσωμεν κρίσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο συζητεῖται ἐν ἡμέρᾳ καθ’ ἥν ἐνομίζομεν, ὅτι περὶ ἄλλων θὰ ἐστρέφετο ἡ συζήτησις καὶ κατὰ τήν ἐμήν κρίσιν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν ἐν τῇ Βουλῇ ἐν ἡμέραις τοιαύταις, διότι ἡ συζήτησις τῶν τοιούτων νομοσχεδίων ἀπαιτεῖ ψυχολογίαν τοῦ κόσμου, τοῦτο δὲ θὰ τὸ ἴδωμεν ἐν τῇ ἀναπτύξει τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ περὶ μέτρου συζητουμένου πρὸς παροχήν συντάξεως, εἴτε εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, εἴτε εἰς τοὺς πολίτας, λέγω δὲ, ὡς θὰ τὸ ἔλεγε πᾶς Ἕλλην πολίτης, εὐλαβούμενος καὶ τήν σύγχρονον ἱστορίαν τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου, ἥτις δὲν εἶναι ἀδιάφορος πρὸς τήν κληροδοτηθεῖσαν ἱστορίαν τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἀμύνης τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐκόμισεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σειράν ὑπολογισμῶν καὶ κατώρθωσε νὰ ἀνακαλύψῃ ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἔχουσι μεγάλην σοβαρότητα, παρ’ ὀλίγον δὲ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ εὐεργετικῆς τινος πράξεως, καὶ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπερίσσευον καὶ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα, ἵνα τραφῶσι καὶ ἄλλαι κοινωνικαὶ τάξεις, ἔξω τῆς στρατιωτικῆς τάξεως ὑπάρχουσαι.
§68Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶπον ποτέ τοῦτο.
§69Γ. ΠΩΠ. Ὁ ἔλεγχος τῶν ἀριθμῶν παρ’ ὅλην τήν πίστιν τήν ὀφειλομένην πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸν, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ ἐν τῇ Βουλῇ ἔργον καὶ τὸ ἐν τῷ στρατῷ ἔργον τιμῶμεν ἰδιαζόντως, παρ’ ὅλην, λέγω, τήν πίστιν, τήν ὁποίαν ἔχομεν, θὰ ἐπιτραπῇ ἡμῖν νὰ ζητήσωμεν ὅπως, προκειμένου περὶ ἀριθμῶν, ὑποβληθῶσι καὶ λεπτομερέστεροι καὶ ὑποβληθῶσι καὶ εἰς ἔλεγχον προσώπων εἰδικωτέρων καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων, οἵτινες παρέσχον τὰς πληροφορίας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα γίνῃ εἰσηγητὴς τοιούτων πληροφοριῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐπιβάλλετε φορολογίαν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν καὶ ἔρχεσθε τήν φορολογίαν ταύτην νὰ μὴ τὴν ἐπιβάλλητε κἄν μετὰ θάρρους καὶ νὰ εἴπητε· σὲ φορολογῶ, διότι τὸ ταμεῖον μὲν ἔχει περισσεύματα νὰ κατασπαταλᾷ εἰς πολυτελεῖς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἐκληροδότησεν ἡμῖν ἡ προκάτοχός μας, ἀλλ’ ἡμεῖς εἴμεθα ἀτυχῶς καὶ ἀσθενεῖς τὴν ψυχὴν καὶ ἀσθενεῖς τήν βούλησιν, ἵνα τὰς καταργήσωμεν...
§70Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ αὐξήσωμεν.
§71Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἡμεῖς ἐπιδιώκωμεν νὰ αὐξήσωμεν, ὡς ὁ διακόπτων ἔντιμος ἐξ Ἀττικῆς Συνάδελφος εἶπε, τήν σπατάλην ταύτην τήν ἀπίστευτον. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ λέγητε, ὅτι ζητεῖτε τήν φορολογίαν, χάριν τοῦ τιμίου αἵματος τῶν ἐν πολέμῳ ἀκρωτηριασθέντων, διότι τοῦτο δὲν λέγουν τὰ πράγματα ἐκ τῶν ἀριθμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρχόμενος ἀπὸ τοῦ μέτρου τούτου, ἵνα καταλήξῃ, ὅτι πρέπει ἐντελῶς νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φορολογία αὕτη...
§72Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Συμφωνῶ.
§73Γ. ΠΩΠ. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν συμφωνεῖ...
§74Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων, ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ.
§75Γ. ΠΩΠ. Ἀναμφισβητήτως θέλει ἡ Βουλή.
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§77Γ. ΠΩΠ. Ὄχι κραυγάζετε. Ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ ἀναλογισθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη, ἡ ὁποία ἀποσπᾶται ἀπὸ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἶναι φορολογία, ἡ ὁποία πρέπει, χάριν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ ἐπιστρέφεται. Ἀναλογισθῆτε, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι ἀπόμαχοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι, τοὐλάχιστον, ἄξιοι ἴσου οἴκτου, διότι εἶναι ἀπόμαχοι τῆς ἐργασίας τῆς εἰρήνης, τῆς ἐργασίας, τῆς ἀποδιδούσης ἰσχυροὺς ὀργανισμούς, διὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ πολέμου. Ἐὰν πρόκειται νὰ δώσητε συντάξεις, ἐνισχύσατε διὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ τὰ ταμεῖα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται εἰς τήν ἐργασίαν ταύτην. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀπαιτῆτε φόρους ἀπὸ τὸν λαόν, τοὺς ὁποίους κἄν δὲν ὑπελογίσατε εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται καὶ περιβάλλοντες τοὺς φόρους τούτους διὰ τῶν ἀνθέων ἀμοιβῆς πρὸς τραυματίας τοῦ πολέμου, νὰ λέγητε μετὰ ταῦτα, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πεισθέντος περὶ τῶν δικαίων παρατηρήσεών μου, ὅτι δὲν διστάζετε νὰ ἀφαιρέσητε τήν φορολογίαν...
§78Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε, δὲν εἶπον αὐτό.
§79Γ. ΠΩΠ. Τί εἴποτε, παρακαλῶ;
§80Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν.
§81Γ. ΠΩΠ. Πᾶσαι αἱ πράξεις, κ. Ὑπουργέ, ἀνήκουσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅταν ἔρχεσθε καὶ λέγετε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιβάλλεται, εἶναι τιμὴ παρεχομένη πρὸς τραυματίας τοῦ πολέμου, δὲν ἔχετε κἄν δικαίωμα πλέον νὰ ρίψητε τὴν γνώμην σας ταύτην ἔκθετον πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ εἴπητε ἴσως πλανῶμαι, ἐγὼ δὲ ἔρχομαι διὰ τῆς θέσεώς μου νὰ ὑποστηρίξω τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου μου». Ἀλλὰ τὸ εἴπατε, διότι γνωρίζετε, ὅτι, ὄχι μόνον ἀψυχολόγητον εἶναι τὸ μέτρον, διότι γνωρίζετε, ὅτι εἶναι ἄδικο τὸ μέτρον τοῦτο, ἀλλὰ διότι γνωρίζετε, ὅτι, ἀφαιροῦντες ἀπὸ τὸν λαὸν ἓν ὁλόκληρον ἑκατομμύριον ἐτησίως διὰ τῆς φορολογίας ταύτης, στερεῖται σωματεῖα λαϊκὰ, μίαν δύναμιν ἐθνικήν, τῶν πόρων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θὰ εἶχον, ὅταν καὶ αὐτοὶ οἱ ἀπόμαχοι τῆς ἐργασίας θὰ ἔζων εἰς τρώγλας, ἐπαιτοῦντες καὶ μὴ εὑρίσκοντες κἄν τὴν ἐργασίαν ἐκείνην, τήν ὁποίαν εὐτυχῶς εἰς ἄλλους πτωχοὺς τιμίους ἀπὸ τοῦ στρατοῦ ἀπερχομένους, παρέχει ἡ Πολιτεία. Ὑπάρχει νομοσχέδιον, Κύριοι Βουλευταί, ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν, περὶ ἐνισχύσεως τοῦ ταμείου τῆς συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων τῶν Σιδηροδρόμων Πελοποννήσου, πλὴν τῶν ἐν τοῖς Σιδηροδρόμοις Πελοποννήσου ἐργαζομένων, πάντες οἱ ὑπάλληλοι οἱ ἀνήκοντες εἰς σιδηροδρομικὰς ἑταιρείας, οἱ ὑπάλληλοι τῶν Τροχιοδρόμων, κατώρθωσαν, μιμούμενοι ἀσθενῶς τὰ εἰς ἄλλα προηγμένα Κράτη κρατοῦντα, νὰ ἱδρύσωσι ταμεῖον συντάξεως διὰ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτῶν, ὅταν τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς ὑπὸ τὴν ὀλιγαρχίαν τὴν κρατοῦσαν τῶν κεφαλαίων εἰς τὸ Κράτος ἡμῶν, τοὺς βλέπομεν ῥιπτομένους ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὰς ὁδοὺς οἰκτροὺς καὶ ἀνικάνους νὰ ἐργασθῶσι. Γνωρίζω πλῆθος ἀνθρώπων, ἐργασθέντων εἰς ἑταιρείας τοιαύτας, οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ καθήκοντός των, ἔπαθον χάριν τῆς Πολιτείας καὶ ὑπὲρ τῆς δημοσίας ἀνάγκης, γνωρίζω, λέγω, πλῆθος ἀνθρώπων τοιούτων, οἵτινες περιέρχονται, πλανώμενοι, οἰκτροὶ καὶ ἀπροστάτευτοι εἰς τὰς ὁδοὺς ἐπαιτοῦντες. Ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τούτων...
§82Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶνε ἐξησφαλισμένη ἡ σύνταξις δι’ αὐτούς.
§83Γ. ΠΩΠ. Ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τούτων, κ. Συνάδελφε, εἶχεν ὑποβληθῆ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ πόροι φορολογίας τινός, ὄχι δὲ τόσον βαρείας, ὅσον ἡ ὁριζομένη, μὴ ἐπιβαλλομένης κἄν ἐπὶ τῶν κομίστρων, ἀποδίδονται ὑπὲρ αὐτῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των, ὑπὲρ αὐτῶν, ὅταν θὰ καταστῶσιν ἀπόμαχοι, ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν των, ὅταν, ἐκείνων θνησκόντων, μένωσιν αὗται ἀπροστάτευτοι.
§84Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Οἱ νόμοι ὑποχρεοῦσι τὰς ἑταιρείας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ὁποίων συνέβη δυστύχημα, νὰ ἀπονέμωσι σύνταξιν.
§85Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου, κ. Συνάδελφε. Καὶ θλίβομαι εἰλικρινῶς, διότι σεῖς, ἐγκριτότατος ἀντιπρόσωπος τοῦ λαοῦ Ἀττικῆς καὶ Βουλευτὴς, δὲν ἠθελήσατε, ἢ δὲν ἐσκέφθητε, ἢ δὲν ἐσκέφθησαν νὰ ἔλθωσι πρὸς ὑμᾶς, ἵνα ἐπικοινωνήσωσιν οἱ ἄνθρωποι οἱ ἀποτελοῦντες τὰ σιδηροδρομικὰ ἐν Ἑλλάδι σωματεῖα. Ἐάν τοῦτο συνέβαινε, θὰ ἐλαμβάνετε τὸν κόπον νὰ πληροφορηθῆτε, ὅτι ὑπάρχει εἰδικὴ ἐργασία, γινομένη ὑπ’ αὐτῶν, ἵνα ἀκριβῶς ἀνακουφίσῃ τὰς τάξεις ἐκείνων, ὄχι καὶ τὰς ἄλλας ἐργατικὰς τάξεις.
§86Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν θὰ ἔλθῃ συζήτησις, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ τὸ ὑποστηρίξω πάσῃ δυνάμει.
§87Γ. ΠΩΠ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὁρισθέντος τοῦ φορολογικοῦ τέλους ἐπὶ ἑκάστου εἰσιτηρίου εἰς τὸ ⅓ ἐν πολλοῖς, εἰς τὰ ½ ἐν ἄλλοις, ἀλλ’ ἀπαλλασσομένων ἐντελῶς τῶν κομίστρων οἱουδήποτε φόρου, ἀπεδίδοντο ἐτησίως διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου δρχ. 400.000, ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν Σιδηροδρομικῶν σωματείων. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ προσθέσωμεν τ’ ἄλλα ποσά. Δὲν εἴχατε κἄν τήν περιέργειαν νὰ μάθητε καὶ τοῦτο. Ποῖον νομίζετε, ὅτι εἶναι τὸ ἐκ τῆς πενταλέπτου φορολογίας τῶν εἰσιτηρίων ποσόν, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν φρονεῖ, ὅτι βαρύνει τὸν πλούσιον τὸν κατερχόμενον εἰς τὰ Φάληρον, ἵνα λουσθῇ καὶ ἀναπνεύσῃ καὶ ἀπαλλαγῇ τῆς δυσοσμίας τοῦ θέρους καὶ τοῦ κονιορτοῦ, τὸν ὁποῖον ἄφθονον σκορπᾷ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ τοῦ κονιορτοστεφοῦς Ἄστεως. Νομίζει, ὅτι εἶναι ὁ πλούσιος κόσμος, ὁ φορολογηθησόμενος; Δὲν εἶναι ὁ πλούσιος· εἶναι ὁ πτωχός, ὁ ἐργάτης, εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις, ἀτυχῶς, δὲν εἶναι ἐφοπλιστής, ὥστε νὰ μὴ φορολογῆται καὶ νὰ ἔχῃ αὐτοκίνητα νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὰ Φάληρά του.
§88Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνθουσιωδέστατα θὰ τὸ δώσῃ ὁ λαὸς τὸ πεντάλεπτον.
§89Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ὁ πτωχὸς κόσμος, τοῦ ὁποίου ζητεῖται καὶ πάλιν, ἵνα — δὲν θέλω νὰ εἴπω ἐκμεταλλευθῶμεν, ἀλλ’ ἐπὶ κακὴν ὁδὸν φέρωμεν τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα, — εἶναι ὁ κόσμος, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ φορολογήσωμεν, ἵνα δώσωμεν συντάξεις, τὰς ὁποίας ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχομεν τὴν δύναμιν νὰ τὰς παρέχωμεν, εἴτε δι’ ἰδίων κρατήσεων, εἴτε ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ζητήσωμεν νὰ φορολογήσωμεν, ἔστω καὶ ἕν λεπτόν, τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Τὸ πεντάλεπτον αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσκέφθη νὰ ἐρευνήσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ μετὰ τόσης μαθηματικῆς ἀκριβείας εὑρίσκουσα μόνον περισσεύματα, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν 150.000 δρχ. ἐτησίως. Νῦν, μὲ τήν σημερινήν κίνησιν τῶν εἰκοσιπενταλέπτων εἰσιτηρίων τῶν τράμ, οὕτω εἰς 150.000 δρχ. ἀνέρχεται ἡ φορολογία τοῦ λαοῦ, τοῦ κατερχομένου χάριν ἀναψυχῆς εἰς τὰ Φάληρα. Ἀλλ’ εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχεται ἡ φορολογία, ἥτις θὰ ἐπιβληθῇ δι’ ἄλλους ἀτυχεῖς κατερχομένους διὰ τοῦ ἠλεκτρικοῦ σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν — Πειραιῶς; Ἔκαμον ἐπὶ τούτου τὸν ὑπολογισμόν, καὶ εὐτυχῶς, ἔχω ἐκεῖ πρόχειρα τὰ σημειώματά μου· ἀνέρχεται, κατὰ τὴν ἐπίσημον δήλωσιν, εἰς τὸ ποσὸν τῶν 399.000 δρχ. Ἐκ τῶν δύο, συνεπῶς, Κύριοι Βουλευταί, Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ τῶν Τροχιοδρόμων, τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον εἰσπράττει τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἔχων ἀνάγκην 440.000 δρχ., ἵνα μετὰ τῶν δαφνῶν, τὰς ὁποίας αἰφνιδίως ἀπεκάλυψεν ἐνταῦθα, ὡς χρηζούσας νὰ σταλῶσι πρὸς τοὺς τραυματίας, διότι τοῦτο δὲν ἔλεγε κἄν τὸ νομοσχέδιόν του, καὶ λαμβάνει 500.000 δρχ. ἀπὸ τοὺς δύο σιδηροδρόμους καὶ ἔχει ἀκόμη ὑπὲρ τὰς 400.000 δρχ. μὲ τὸ ἥμισυ τῆς φορολογίας ἐκ τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πελοποννήσου, καὶ λησμονεῖτε τὸν σιδηρόδρομον τὸν ἑνωτικόν, τὸν νῦν γενόμενον, καὶ λησμονεῖτε τὰ κόμιστρα, καὶ λησμονεῖτε τήν γραμμὴν τοῦ Λαρισαϊκοῦ, καὶ λησμονεῖτε τὸν σιδηρόδρομον Ἀττικῆς, καὶ τοῦ ὁποίου, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ποσὸν ὑπερβαίνει τὰς 150.000 δρχ.
§90Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, κ. Βουλευτά; Αἱ πληροφορίαι σχετικῶς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τοῦ ἠλεκτρικοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῶν τροχιοδρόμων, τὰς ὁποίας ἔχω ἐνταῦθα, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: (Ἀναγιγνώσκει) «Αὔξησις ἀξίας...κλπ.».
§91Γ. ΠΩΠ. Τὶ θὰ εἴπῃ αὐτό; Βλέπετε, ὅτι δὲν σᾶς ἔδωσαν ἀκριβεῖς πληροφορίας καὶ θὰ πεισθῆτε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ἀπέλθῃ εἰς ἐπιτροπὴν εἰδικήν.
§92Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Καθόλου δὲν θὰ ἀπέλθῃ εἰς καμμίαν ἐπιτροπήν.
§93Γ. ΠΩΠ. Δικαίωμά σας εἶναι· σεῖς ὁδηγεῖτε τήν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω, ἄν ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ θὰ ὁδηγῆτε τήν πλειοψηφίαν τῆς δημοσίας γνώμης. Σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς παρέσχον, δὲν εἶναι ἀκριβής. Κατὰ τὸν ἰσολογισμὸν τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, τὸν ὁποῖον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, τὰ εἰσιτήρια τὰ εἰκοσιπεντάλεπτα, τὰ ἐκδοθέντα κατὰ τὸ 1913, ἀνέρχονται εἰς 2588, κατὰ τὸ 1914 εἰς 2890...
§94Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ποίας γραμμῆς;
§95Γ. ΠΩΠ. Φαλήρου.
§96Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἰκοσιπεντάλεπτα;
§97Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα.
§98Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἶναι 2½ ἑκατομμύρια;
§99Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως. Τώρα μὲ μικρὸν ὑπολογισμὸν οἱ κ. Συνάδελφοι, χωρὶς νὰ εἶναι ἀριθμομνήμονες, ἄν ὑπολογίσουν 3.000.000 εἰσιτηρίων μὲ ἓν πεντάλεπτον, εἶναι 150.000 δρχ.
§100Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἴμεθα σύμφωνοι, ὁρίστε.
§101Γ. ΠΩΠ. Δὲν λέγετε τοῦτο εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας.
§102Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὶ λέγω; Νὰ ἀκούσωμεν.
§103Γ. ΠΩΠ. Εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας λέγετε λεπτὰ 5 ἐπὶ ἑκάστου εἰσιτηρίου ἐπιβατῶν ἀξίας 25 λεπτῶν καὶ ἄνω. Ὅταν λέγετε τοῦτο, σημαίνει, ὅτι φορολογεῖτε τὰ εἰκοσιπεντάλεπτα εἰσιτήρια, ὅταν δὲ φορολογῆτε τὰ 25λεπτα, ἐγὼ δὲ γνωρίζω ἐξ ἐπισήμων πληροφοριῶν, ὅτι 3.000.000 ἐκδίδονται νῦν καὶ 3½ ἑκατομμύρια τὸ ἐρχόμενον, καὶ εὔχομαι 4½ τὸ μεθεπόμενον, διότι τοῦτο θὰ ἐσήμαινεν αὔξησιν καὶ ζωὴν τῆς πόλεως, ἔχομεν πρὸς τὸ παρόν, τοὐλάχιστον, 150.000 δρχ. ἐτησίως, εἰσπραττομένας ἀπὸ τὸν πτωχὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν κατερχόμενον χάριν ἀναψυχῆς ἢ ἐργασίας εἰς τὸ Φάληρον διὰ τοῦ τροχιοδρόμου. Βλέπετε, ὅτι ὁ ἀριθμὸς, τὸν ὁποῖον σᾶς ἔκαμαν νὰ εἰσηγηθῆτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα μὲ καταπλήξητε καὶ καταπλήξητε τήν Βουλήν...
§104Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἠθέλησα νὰ καταπλήξω κανένα.
§105Γ. ΠΩΠ. Εὐτυχῶς, οἱ ἀριθμοὶ ἔχουσι μίαν τὴν ἔννοιαν, μίαν τὴν λογικήν καὶ αὐστηρὰν καὶ ἄτεγκτον τὴν ἀλήθειαν.
§106Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐγώ ἔχω σημείωμα μόνον διὰ δύο ἑκατομμύρια καὶ σημειώσατε, ὅτι τὸ ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἐκ τῆς ἰδίας πηγῆς.
§107Γ. ΠΩΠ. Καὶ 2.000.000 ἄν εἶναι, εἶναι 100 χιλιάδες καὶ οὕτω πάλιν ὁ ἀριθμὸς τῶν 75 χιλιάδων, τὸν ὁποῖον παρουσιάσατε, ὡς ἀντιπροσωπεύοντα τὴν εἴσπραξιν Ἀθηνῶν–Φαλήρου, δὲν εἶναι ἀκριβής· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρόκειται περὶ φορολογίας, ἡ ὁποία ἐκτεινομένη ἐφ’ ὅλου τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου, θὰ ἀνέλθῃ εἰς 2.000.000. Ἄν ἡ Βουλὴ ἐπιμένῃ, ὅτι ὀρθῶς φορολογεῖται οὕτως ὁ λαός, ἄς τὸ πράξῃ· ἐγὼ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰ γενόμενα, καὶ διαμαρτύρομαι δι’ ὅλης τῆς δυνάμεως τῆς ψυχῆς μου, διαμαρτύρομαι ἐναντίον τοῦ ἀδικήματος τούτου, τὸ ὁποῖον διαπράττεται εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καλουμένου διὰ νὰ δώσῃ οὐχὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἰσηγήθη ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀνακούφισιν εἰς τραυματίας τοῦ πολέμου, ἀλλὰ νὰ δώσῃ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοθεν ἠδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσι δι’ ἐλαχίστων οἰκονομιῶν, χρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν λαόν, εἰς αὐτὰ τὰ ἐργατικὰ σωματεῖα ἄν ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἕν μέρος. Ἐρχόμεθα νῦν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄν ἐπρόκειτο περὶ ἀπονομῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, θὰ ἔλεγον καὶ, γενικεύσατε τὸ μέτρον καὶ περιλάβατε εἰς τὰς αὐξήσεις καὶ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀλλὰ πρῶτον ἔλθετε, κομίζοντες ρύθμισιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἔλθετε, κομίζοντες πλῆρες δημοσιονομικὸν σύστημα. Θὰ ἔλεγον, ὅτι ἀναμφισβητήτως οἱ μισθοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες καθωρίσθησαν καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, καὶ διὰ τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης καὶ διὰ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἀπὸ μακρᾶς ἤδη σειρᾶς δεκαετηρίδων, δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὰς ἀνάγκας τῆς σήμερον, εἶναι μισθοὶ γλίσχροι. Καὶ σᾶς ἀνέφερε καὶ ἐφρίξατε, ὡσεὶ πρώτην φορὰν ἐμανθάνατε, ὅτι ἡ χήρα ἑνὸς Ταγματάρχου λαμβάνει, ἄν δὲν πλανῶμαι, νῦν 80 δραχ. μηνιαίως, δὲν μᾶς εἶπεν ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν τῆς αὐξήσεως καὶ ποῖον θὰ εἶναι τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι σήμερον 60 ἢ 80 δρχ. κατὰ μῆνα, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν μᾶς εἶπε κἄν πῶς αὐξάνονται αἱ συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ καὶ ποία εἶναι ἡ βαθμίς. Εἶναι τῶν 100.000 ἐτησίως. Ἀλλά, κ. Βουλευταί, ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἔχει καὶ αὐτὸς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους δὲν ἠθέλησαν νὰ παρουσιάσωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1911, ἕν ἔτος πρὸ τοῦ πολέμου, αἱ συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν ἀνῆλθον εἰς 3.500.000...
§108Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἡ συζήτησις αὕτη ἀποβλέπει τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ἢ τὰς λεπτομερείας αὐτοῦ;
§109Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως, βάσιν ἔχει τὴν ἀρχήν. Ἀρχὴ εἶναι καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἴπατε σεῖς, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιζητεῖται ὁ χωρισμὸς καθ’ ἡμερομηνίαν καὶ κατ’ ἔτος γεννήσεως ἀξιωματικοῦ πρὸς ἀξιωματικόν, συνταξιούχου πρὸς συνταξιοῦχον.
§110Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἐγώ, τουλάχιστον, ἐννοῶ κάθε ἄλλο ὡς ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συζητεῖτε. Ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς συζήτησιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς καταβολῆς τῶν συντάξεων, περὶ τῶν μέσων πρὸς ἐξασφάλισιν ἢ ἐξοικονόμησιν τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ, ὅταν εἰσερχώμεθα εἰς λεπτομερείας τοιαύτας, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου.
§111Γ. ΠΩΠ. Ἔχετε λάθος.
§112Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἡ ἀρχὴ εἶναι, ἐὰν πρέπει νὰ ἀπονεμηθῶσιν ἢ ὄχι αἱ συντάξεις.
§113Γ. ΠΩΠ. Ζήτημα ἀντιλήψεως.
§114Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Οἱ κ. Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἐγήρασαν ἐνταῦθα, δύνανται νὰ βεβαιώσωσι τοῦτο.
§115Γ. ΠΩΠ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω καὶ πρὸς ὑμᾶς καὶ πρὸς τοὺς γηράσαντας. Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου διαφωνῶ καὶ θέλω νὰ πείσω τήν Βουλήν, ὅτι κατ’ ἀρχήν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, θέλω δὲ νὰ πείσω τήν Βουλήν, ὅτι δὲν εἶναι κατ’ ἀρχήν δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, πρῶτον διότι ἔρχεται νὰ ἐπιβάλλῃ φορολογίαν εἰς πραγμάτωσιν ἑνὸς σκοποῦ, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ αὐτὸν τοῦτον τὸν ὑπάρχοντα προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ αὐτοὺς τοὺς πόρους, τοὺς ὑπάρχοντας ἐκ τῶν κρατήσεων, πολλῷ δὲ μᾶλλον, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰσηγήσατο πρὸς τήν Βουλήν, ὅτι δὲν ἐπέρχεται κἄν οὐδὲ πεντάλεπτος δαπάνη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε διακόπτων ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ποθοῦν καὶ οἱ ἄλλοι ἀξιωματικοί, οἱ ἐξηρημένοι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, νὰ γίνωσι δεκτοί, ἵνα εἰσφέρωσι καὶ αὐτοί. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ ἀπορριφθῇ κατ’ ἀρχήν, ἐφ’ ὅσον δὲν κομίζεται ἄρτιον καὶ πλῆρες ἐν τῇ Βουλῇ, κεχωρισμένον τοῦ φορολογικοῦ μέρους καὶ συμπεπληρωμένον κατὰ τὸ εἶδος τῶν κρατήσεων. Καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τῶν κρατήσεων θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ διαφωνήσω πρὸς τὸν ἔντιμον Συνάδελφον ἐξ Ἀρκαδίας. Ὁμιλῶν ἐπὶ τῶν γενομένων εἰσηγήσεων εἰς τήν Γαλλικήν Βουλήν, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου τῆς ἀπονομῆς συντάξεως καὶ ἀφομοιώσεως συντάξεως, κακῶς ἡρμήνευσεν, ὅτι τοῦτο ἐγίνετο, διότι ἀνισότης ὑπάρχει περὶ τὸ ποσοστὸν τῆς κρατήσεως, καὶ περὶ τὸ ποσὸν τῆς ἀπονεμομένης συντάξεως. Ἐξ ἀκριβῶν ὑπολογισμῶν, οἵτινες σήμερον εἶναι τὸ εὐχερέστερον τῶν θεμάτων πρὸς ἐξακρίβωσιν, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπάλληλος δημόσιος, καταβάλλων 7%, οὐχὶ 9% ὡς ἐν Ἑλλάδι, μετὰ εἴκοσιν ἔτη, ἔχει καταβάλει 20% πλείονα ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἀπολαμβάνει. Προκειμένου ἑπομένως καὶ περὶ ἀξιωματικῶν, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μέχρι τοῦδε παρείχετο αὐτοῖς σύνταξις ἄνευ οὐδεμιᾶς καταβολῆς καὶ εἰσφορᾶς. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ μικρὰ σύνταξις, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἀνισότης ἡ μεταξὺ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ, θὰ ἦτο δίκαιον, ὄντως νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις συντάξεως. Ἀλλὰ ἡ αὔξησις αὕτη νὰ ἐπέλθῃ ἀναλόγως πρὸς τὴν καταβολήν, νὰ ἐπέλθῃ ἀναλόγως πρὸς τήν αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Δὲν θὰ εἶχον δὲ οὐδένα δισταγμόν, ἀφαιρουμένου τοῦ φορολογικοῦ μέρους τοῦ νομοσχεδίου καὶ αὐξανομένου τοῦ ποσοστοῦ τῆς καταβολῆς ἀπὸ 3½% εἰς 5%, ἵνα συζητήσω μόνον ἐπ’ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου...
§116Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Εἰς 6% θὰ γίνῃ διὰ τροπολογίας.
§117Γ. ΠΩΠ. Νὰ μᾶς τὸ εἴπητε.
§118Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Τὸ εἶπον.
§119Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς γίνεται, ἐὰν πρέπῃ ἢ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον.
§120Γ. ΠΩΠ. Παρίσταμαι εἰς τὴν αἴθουσαν αὐτήν ἐπὶ μακρὰν σειράν συνόδων. Πρώτην φορὰν μοὶ συνέβη, ὥστε νὰ μοὶ ὑποδειχθῇ ποῖος εἶναι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ὀφείλω νὰ συζητῶ. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι ἔχετε καὶ σεῖς πεῖραν, ἀλλὰ δὲν στεροῦμαι καὶ ἐγὼ πείρας κοινοβουλευτικῆς. Καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω, καθ’ ἣν περίπτωσιν δυσφορεῖτε, νὰ περιστείλητε τὴν δυσφορίαν καὶ νὰ μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ ἐξακολουθήσω καθ’ ὃν τρόπον καὶ ἐγώ εὐλαβούμενος τοὺς Συναδέλφους, ἀκούω, χωρὶς νὰ δυσφορῶ. Ἀναγνωρίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ θέμα τοῦτο εἶναι κατ’ ἐξοχὴν λεπτόν, Εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκει ἐκτεθειμένον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὡς εἰσηγητήν αὐτοῦ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἶναι καὶ θέμα ἐπίσης, τὸ ὁποῖον καιριώτατα θίγει τὴν δημοσίαν ἐν Ἑλλάδι γνώμην, τῆς ὁποίας ὑπέρποτε ἔχει ἀνάγκην νῦν ἡ Κυβέρνησις αὕτη. Δὲν εἶνε δὲ ἐπιτετραμμένον νὰ γίνεται εἰσήγησις νομοσχεδίου, νὰ ζητῆται ἡ ψήφισις αὐτοῦ, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν εἰσηγητικῶν ἐκθέσεων καὶ τῶν ἐν αὐταῖς ἀναγεγραμμένων καὶ νὰ ἐπιζητοῦσιν οἱ Βουλευταί, ἵνα πείσωσι τὴν Βουλήν, ὡς καὶ ὁ ἔντιμος ἐξ Ἀρκαδίας Συνάδελφος ἐποιήσατο τὴν παρατήρησιν, νὰ πείσωσι τὴν Βουλήν, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ εἶναι ἀντιλαϊκά, εἶναι προϊόντα ἀβλεψίας, ὡς παρετήρησεν ὁ ἔντιμος ἐκ Κυκλάδων Συνάδελφος, ὁ διακόψας με πρὸ μικροῦ, εἶναι καὶ προϊόντα προσωπικῆς ἀντιλήψεως. Μὴ νομίζετε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν ἡμεῖς, οἱ ὀλίγοι καὶ ἀσθενεῖς ἴσως τὴν φωνὴν τοῦ κοινοβουλευτισμοῦ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ ὁπλισμένοι κατὰ τὴν ἰδίαν ἡμῶν πεποίθησιν, μὲ τῆς δημοσίας γνώμης τὴν ἔγκρισιν, νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ ἔλθητε νὰ φορολογήσητε τὸν λαόν, ἵνα ἀπονείμητε συντάξεις ἐπὶ προσχήμασιν ἀπονομῆς τιμῶν καὶ δώρων τῆς Πατρίδος πρὸς τοὺς ἀμυνθέντας ὑπὲρ αὐτῆς, ἐνῷ οὐδέποτε ἡ Πατρὶς ἠρνήθη τὴν ἀπονομὴν τῶν δωρημάτων τούτων. Θὰ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι εἰς τοιοῦτον ἐπίπεδον ἀνάγονται θέματα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι καὶ ἔπρεπε νὰ ἀφορῶσιν ἀριθμοὺς μόνον καὶ ὑπολογισμοὺς μόνον. Εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν τολμᾶτε νὰ εἰσηγηθῆτε νομοσχέδιον φορολογοῦν ἐκείνους, οἵτινες σύρουσι τὸν αὐθάδη αὐτῶν πλοῦτον, τὸν κτηθέντα διὰ τῆς πολιτικῆς, ἣν ἐτήρησεν ἡ Ἑλλάς, σύρουσιν αὐτὸν θορυβωδῶς καὶ ἐνίοτε βρωμερῶς, ἔρχεσθε νὰ φορολογήσητε τὸν μικρὸν Ἑλληνικὸν κόσμον, ὅστις θὰ τολμήσῃ νὰ ζητήσῃ ἀναψυχῆς ταξείδιον εἰς Φάληρον ἢ νὰ ἐπιβῇ ἑνὸς τροχιοδρόμου; Καὶ ἐνῷ ὁ πλούσιος παρέρχεται πρὸ ἡμῶν, φέρεται τὴν ἀντίληψιν πρὸς τὸ χρῆμα τὸ ἄφθονον, ὡς φαντάζεσθε, τοῦ λαοῦ; Πιστεύετε, ὅτι εἶναι μικρὸν τὸ πεντάλεπτον ἢ δεκάλεπτον, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἔχω ταύτην τὴν ἰδέαν. Καὶ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοῦ βαλαντίου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ ἕν μονόλεπτον ἂν θιχθῇ, θὰ διαμαρτύρομαι καὶ θὰ διαμαρτύρομαι τόσῳ μᾶλλον ἐντονώτερον, διότι σεῖς, οἱ συγκροτοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, οἱ ἔχοντες τὸ θάρρος νὰ φορολογήσητε τὸν ἀσύντακτον μικρὸν Ἑλληνικὸν λαόν, τὸν μὴ τολμῶντα νὰ συντάξῃ ἑαυτὸν εἰς πολιτικὰς ὁμάδας, δὲν ἔχετε τὸ θάρρος καὶ τὴν ἀντίληψιν νὰ φορολογήσητε τοὺς ἑκατομμυριούχους ἐκείνους, τοὺς ἔχοντας σήμερον ἐν συνόλῳ δεκαπλάσια τῶν ὅσων εἶχον ἄλλοτε, ἔρχεσθε νὰ φορολογήσητε σεῖς τὸν λαόν, σεῖς οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσατε νόμους καὶ ἐδώσατε ἐπιδόματα, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, πρὸς τὸν στρατόν, ἀλλὰ δὲν ἐδώσατε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νόμον ὀφείλατε εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν λαϊκῶν ἐπιστράτων, τοὺς ὁποίους ἐκρατήσατε ἐπὶ τόσους μῆνας μακρὰν τῶν οἰκογενειῶν των. Καὶ μήπως καί ταῦτα δὲν ἀναφέρονται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου; Αἱ συντάξεις ἀπὸ 3.400.000 κατὰ τὸ 1912, ἀνῆλθον εἰς 5.184.000 κατὰ τὸ 1914, ἀνῆλθον εἰς 6.500.000 κατὰ τὸ 1915, θὰ ἀνέλθωσι δὲ διὰ τῶν νέων νόμων, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ αὕτη, εἰς 7.000.000. Καὶ θέλετε νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶμεν, διότι ἄρχεσθε νὰ προσθέσητε νέα βάρη ἐκ τῶν συντάξεων, αἱ ὁποῖαι στρατιωτικαὶ καὶ πολιτικαὶ ἀνῆλθον κατὰ τὸ 1915 εἰς 12.000.000, ἀφοῦ θέλετε νὰ τὰς ἀναβιβάσητε εἰς 18.000.000; Δὲν νομίζετε, ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπετε ἀδιαμαρτυρήτως νὰ πράξητε τοῦτο, διότι ἐμφανίζει τὴν χεῖρα ἡμῶν τείνουσαν νὰ θίξῃ τὴν χορδὴν τοῦ πατριωτισμοῦ μας καὶ νομίζετε, ὅτι Πατρὶς εἶναι μόνον ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀμύνεται εἰς τὰ σύνορα; Καὶ δὲν εἶναι Πατρὶς ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐργάζεται ἐν τῇ Χώρᾳ. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ χωρίζητε τὴν Ἑλλάδα εἰς στρατευομένην καὶ μὴ στρατευομένην, μία καὶ ἑνιαία εἶναι ἡ Ἑλλάς, κοινὸς ὁ πόθος, κοινὸς ὁ ἀγών, ἀλλ’ ὁ ἀγὼν τῶν ὅπλων δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ τελεσφορήσῃ, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει καὶ ἀνωτέρα ἀρχή, ἡ τάξις τῆς ὑλικῆς ἰσχύος ἑνὸς λαοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, Κύριοι Βουλευταί, ἀπεδέχθη, ἵνα αὐξήσῃ εἰς 6% τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θὰ καταβάλωσιν οἱ ἀξιωματικοί.
§121Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κατὰ μέσον ὅρον, διότι εἶναι ἄλλαι αἱ κρατήσεις διὰ τοὺς ἀνωτέρους καὶ ἄλλαι διὰ τοὺς κατωτέρους.
§122Γ. ΠΩΠ. Θέλομεν συζητήσει τοῦτο ἐν ταῖς λεπτομερείαις. Ἡ αὔξησις ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ἐγένετο ἐνδελεχὴς μελέτη οὔτε τῶν ἀποδόσεων ἐπὶ τῶν κρατήσεων. Ἀλλ’ ἡ αὔξησις αὕτη, ἐπειδὴ ἐρρίφθη ἡ μομφὴ ἐνταῦθα κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον δὲν ἐμερίμνησεν ἐπαρκῶς διὰ τὸν στρατόν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐκείνη τοῦ παρελθόντος εἶναι ἡ Ἑλλάς, ἡ μὴ σκεπτομένη, ὅτι εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσῃ τὰς στρατιωτικὰς αὐτῆς δυνάμεις καὶ ἑπομένως εἶναι ἡ Ἑλλάς, ἡ μὴ ἀσχοληθεῖσα ἐπαρκῶς, ὥστε νὰ παράσχῃ ἐπαρκῆ τὰ μέσα, ἐφ’ ὅσον ηὔξανον αἱ ἀνάγκαι πρὸς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀξιωματικῶν καὶ πρὸς τοὺς ἀποστράτους καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποστράτων. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ πολιτικὸς ὑπάλληλος, ὁ ἀποστρατευόμενος τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ, ὡς ὑπουργικὸς γραμματεύς, ἀποστρατεύεται, ὡς ὑπουργικὸς γραμματεύς, καὶ λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι ἡ Πολιτεία, μεριμνῶσα διὰ τὸ ἀδίκημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀντιλαμβάνεται, ἐφρόντισεν, ὅπως ὁ ἀποστρατευόμενος ἀνθυπολοχαγὸς πολλάκις λαμβάνει σύνταξιν μέχρι λοχαγοῦ καὶ οὐδεὶς ἀπεστρατεύθη Ταγματάρχης, χωρὶς νὰ λάβῃ σύνταξιν Ἀντισυνταγματάρχου. Λησμονεῖ ἀκόμη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἐπικαλούμενος τὴν εὐμένειαν ἡμῶν ὑπὲρ τοῦ ἔργου του, ὅτι εἰσηγήσατο ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ προθύμως ἡ Βουλὴ ἐψηφίσατο, νομοσχέδιον, ὡς τὸ περὶ διαθεσιμότητος τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχεται εὐλόγως καὶ δικαίως πᾶσα ὑλικὴ ὑποστήριξις εἰς ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἐξήρχοντο ἐκ τοῦ πολέμου μὴ ἐπαρκεῖς, μὴ ἄρτιοι, ἵνα συνεχίσωσι τὴν ἐν τῷ στρατῷ δρᾶσίν των.
§123Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προσωρινὴ εἶναι ἡ διάταξις.
§124Γ. ΠΩΠ. Ἀδιάφορον κατὰ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν.
§125Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶναι εἰς θεσμός, ὁ ὁποῖος ἐλπίζω, ὅτι πρὸς τιμὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θὰ καταστῇ ὁριστικός, διότι εἶναι θεσμὸς ὑπὲρ τῶν καταστάντων ἀνικάνων.
§126Γ. ΠΩΠ. Ὡς στρατιωτικὸς τῆς περιωπῆς σας, ἔχετε ὅλον τὸ κῦρος νὰ κρίνητε καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ ἤδη ψηφισθέντος νόμου. Ἐγὼ θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι, ὁσάκις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς προσήχθη νόμος ἔστω καὶ περιέχων καὶ τὴν ἀδικίαν ἐκείνην, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, ἡ Βουλὴ οὐδέποτε ἠρνήθη, ἡ Βουλὴ πάντοτε ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἀποτελεῖ πρᾶξιν ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀποστολὴν αὑτῆς, ἥτις εἶναι ἡ ἐκπροσώπησις τοῦ δημοσίου φρονήματος καὶ εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς μικραί τινες ἀντιρρήσεις, δυνάμεναι καὶ νὰ παρεξηγηθῶσι, παρενεβλήθησαν εἰς νομοθετήματα τοιαῦτα. Καὶ διότι ἤθελον νὰ παρακαλέσω νὰ θελήσῃ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας ταύτης, χάριν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, χάριν τοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεως ταύτης, λυποῦμαι δὲ ἀληθῶς, ὅτι δὲν παρίστανται οἱ πολιτικῶς ὑπεύθυνοι, πλὴν τοῦ σεβαστοῦ μοι φίλου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Παιδείας, ὅτι δὲν παρίστανται οἱ κύριοι πολιτικῶς ὑπεύθυνοι Ὑπουργοί, ἵνα συνομολογήσωσι μετ’ ἐμοῦ, ὅτι χάριν αὐτοῦ τούτου τοῦ κύρους τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον, ἀτυχῶς ἢ εὐτυχῶς, συνεδέθη κατὰ τρόπον μοιραῖον καὶ ἀλληλένδετον πρὸς τὸ κῦρος αὐτῆς ταύτης τῆς Βουλῆς, τῆς ὁποίας ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος, νὰ θελήσῃ νὰ προβῇ καὶ εἰς ἄλλην δήλωσιν, ὅτι ἀποχωρίζει τοῦ νομοσχεδίου ἐντελῶς τὸ φορολογικὸν αὐτοῦ σύστημα, ὅτι δὲν θέλετε νὰ θίξητε τὰς οἰκονομίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ὅταν ὁμολογῆτε, ὅτι ἔχετε πόρους, ἀποδώσατε ὅ,τι ὀρθῶς καὶ δικαίως ἀνήκει αὐτοῖς, ὅ,τι ὀρθῶς καὶ δικαίως ἀνήκει εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἄλλως, μὴ πράττοντες τοῦτο, ἐμφανίζεσθε καὶ λαμβάνετε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ψῆφος δὲν ἔχει ἄλλην σημασίαν, εἰ μὴ τὴν μείωσιν τοῦ Κυβερνητικοῦ κύρους πρὸς τὴν Βουλήν. Οἱαδήποτε ψῆφος τῆς Βουλῆς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ χωρίσῃ ἡμᾶς τῆς ἰδέας καὶ τῆς πεποιθήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι κατὰ τοιαύτην κρίσιμον περίοδον τοῦ Ἔθνους φορολογεῖτε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅλως παρακαίρως καὶ ἀδίκως, ἵνα θίξητε τὸν μηδέποτε κοιμηθέντα πατριωτισμὸν αὐτοῦ.
§127Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Εἶμαι σύμφωνος, Κύριοι, ὅτι, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου, οἷον τὸ ὑπὸ συζήτησιν σήμερον, ἔπρεπεν ἡ συζήτησις νὰ διεξαχθῇ τοσοῦτον ἀπαθῶς καὶ ψυχραίμως, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι διεξάγεται ὑπολογιστικῶς. Διότι αἱ ἐξάρσεις ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου καὶ αἱ ἀποστροφαί, αἱ ὑπὲρ αὐτοῦ ἢ κατ’ αὐτοῦ στρεφόμεναι, εἰς οὐδὲν συντελοῦσιν ἂν μὴ αὐτὰ τὰ πράγματα ὁμιλῶσι περὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐνῷ, Κύριοι, ἐπεκρίθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι διὰ τοιοῦτον νομοσχέδιον προσέφυγεν εἰς ἀποστροφὰς καὶ ἐπικλήσεις, ἀπευθυνομένας τόσον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅσον καὶ πρὸς τὰ αἰσθήματα τῶν ἐκτὸς αὐτῆς Ἑλλήνων διὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, δὲν νομίζω, ὅτι οἱ ἐπικρίναντες ἐτήρησαν τὰ ὅρια τῆς ψυχρᾶς συζητήσεως καὶ δὲν περιέπεσαν εἰς ἐκεῖνο, δι’ ὃ τοὺς ἄλλους κατέκριναν, παθόντες οὕτω τὸ κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν πάθημα τοῦ «διδασκάλου ὅπου ἐδίδασκε καὶ νόμον δὲν ἐκράτει». Διότι τίνα λόγον ἔχουσι, παρακαλῶ, ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου, αἱ ἐξενεχθεῖσαι ἰδέαι περὶ προστασίας τῶν ἐργατικῶν τάξεων, περὶ προστασίας καὶ συντάξεως τῶν Σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, περὶ φορολογίας τῶν πλουσίων καὶ περὶ τοσούτων ἄλλων πραγμάτων, τὰ ὁποῖα, βεβαίως, δὲν ἔχουσι τὸν τόπον των καὶ οὔτε εἶναι ἡ κατάλληλος ὥρα πρὸς συζήτησιν τοιούτων θεμάτων, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων τὰς ὁποίας διερχόμεθα. Καὶ μήπως, Κύριοι, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἠρνήθη προστασίαν καὶ παρέλειψε νὰ μεριμνήσῃ εἰς λῆψιν μέτρων προστατευτικῶν, μέτρων ἀσφαλιστικῶν διὰ τοὺς μοχθοῦντας καὶ ἐργαζομένους καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν; Μήπως ἡ Πολιτεία, πρὶν ἔτι ἐμφανισθῶσιν ἐν τῷ πολιτικῷ καὶ κοινωνικῷ ὁρίζοντι οἱ νεοφώτιστοι τῶν νεωτέρων ἰδεῶν περὶ προστασίας τοῦ ἐργάτου, δὲν ἐφρόντισε νὰ λάβῃ μέτρα προστατευτικὰ, μέτρα ἐξασφαλιστικὰ ὑπὲρ τῶν ἐργαζομένων, διὰ τὴν περίπτωσιν ἀνικανότητος νὰ ἐργασθῶσι καὶ διαθρέψωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των; Τὰ Ταμεῖα συντάξεως καὶ περιθάλψεως τῶν ἐργατῶν τῶν μεταλλείων, τῶν ἐργατῶν τῶν λατομείων, τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον, τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν καὶ ὑπάρχουσι πρὶν ἢ παρουσιασθῶσιν, ὡς εἰσηγηταὶ τῶν κοινωνιστικῶν ἰδεῶν οἱ αὐτόκλητοι προστάται, πράγματι δὲ ποικιλλώνυμοι ἐκμεταλλευταὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, νὰ εἴπω ταῦτα, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μεμφώμεθα τὴν Πολιτείαν ὡς μὴ μεριμνῶσαν περὶ τοῦ λαοῦ, οὐδ’ ὀρθὸν νὰ καταφερώμεθα καθ’ ὡρισμένων τάξεων, δημιουργοῦντες ἀνυπάρκτους διαιρέσεις καὶ ἐνσπείροντες ζιζάνια μεταξὺ ἡμῶν. Πάντες εἴμεθα μέλη τῆς αὐτῆς Πολιτείας, πάντες εἴμεθα μέλη τῆς αὐτῆς Κοινωνίας καὶ ὅλοι συνεισφέρομεν, δύναμαι νὰ εἴπω, ἀναλόγως εἰς τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου Ταμείου. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ τρόπου τῆς συνεισφορᾶς, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ βαρεῖαν τήν συνεισφορὰν διὰ τήν μίαν τάξιν καὶ ἐλαφρὰν διὰ τὴν ἄλλην τάξιν. Εἶναι ἀπαράβατος οἰκονομικὴ ἀρχή, Κύριοι, ὅτι τὰ βάρη τὰ φορολογικὰ ἐπιπίπτουσιν ἐπὶ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσιν ἔν τινι τόπῳ καὶ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχουσιν. Εἶναι πλάνη νὰ νομίζωμεν, ὅτι διότι φορολογεῖται, λ. χ., τὸ Α ἐμπόρευμα κατὰ τήν εἰσαγωγήν, ὁ φόρος οὗτος βαρύνει τὸν ἔμπορον, ὁ ὁποῖος τὸν καταβάλει. Τὸν φόρον τοῦτον ὑφίσταται ὁ καταναλωτής, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἔχει οὗτος καὶ θεραπεύει τὸ ἐμπόρευμα. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ τρόπος τῆς φορολογίας εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ βαρεῖαν τήν φορολογίαν διὰ τὴν μίαν τάξιν καὶ ἐλαφρὰν διὰ τήν ἑτέραν τάξιν, ἀλλ’ ἡ φορολογία ἐπιπίπτει ἐξ ἴσου εἰς τὰ μέλη μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Πολιτείας. Νομίζω δὲ διὰ τοῦτο, ὅτι δὲν συμβάλομεν οὔτε εἰς τὴν εὐρυθμίαν τῆς Πολιτείας, οὔτε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν οἰκονομικῶν παραγόντων τῆς Κοινωνίας, ὅταν ἐρχώμεθα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἐνσπείρομεν ζιζάνια καὶ προσπαθοῦμεν νὰ γεννήσωμεν πάθη εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις, ὅταν ἐρχώμεθα εἰς τὸ βῆμα τοῦτο καὶ καταφερώμεθα κατὰ τῶν οἰκονομικῶν ἱδρυμάτων τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ συγκέντρωσις τῶν οἰκονομιῶν τοῦ λαοῦ, ἑπομένως, ταμιευτήρια τοῦ λαοῦ. Καὶ ταῦτα μὲν, δι’ ὅσα ἐπ’ ἀφορμῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐλέχθησαν. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγένοντο ὑπαινιγμοὶ καὶ ἐξεφράσθησαν ἀμφιβολίαι ὡς πρὸς τὰ μέσα δι’ ὧν ἐπιδιώκεται ἡ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ διὰ τὴν ἀμφιβολίαν ταύτην, ἐγένετο προσπάθεια νὰ ριφθῶσι ζιζάνια ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ καὶ νὰ γεννηθῇ δυσφορία εἰς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Παρεστάθη, ὅτι αἱ συντάξεις, αἱ διδόμεναι, εἴτε πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, εἴτε πρὸς τοὺς στρατιωτικούς, τουλάχιστον, καθ’ ὃν τρόπον κανονίζεται ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὅτι πρόκειται νὰ βαρύνουν τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ ἑπομένως πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνουν τὴν ράχιν τοῦ φορολογουμένου πολλοῦ λαοῦ.
§128Γ. ΠΩΠ. Κύριε Συνάδελφε, νομίζω, ὅτι, συζητοῦντες τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ματαιοπονοῦμεν καὶ ἐματαιοπόνησα καὶ ἐγὼ εἰπών ὅσα εἶπον, καθ’ ὅσον παρατηρῶ ἤδη, ὅτι τοῦτο δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου αἱ εὐθῦναι ἀπεδόθησαν διὰ τῆς ἀπομακρύνσεώς του ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι...
§129Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ τὸ ὑπογράφῃ.
§130Γ. ΠΩΠ. Προεξοφλεῖτε τὴν γνώμην του;
§131Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ. Τὸ νομοσχέδιον, ἀχθὲν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπ’ Ὑπουργοῦ ἁρμοδίου, παρέμεινεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ νὰ λάβῃ ἀπόφασιν. Δὲν δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁ Ὑπουργὸς ἐκεῖνος ἔπαυσε νὰ εἶναι τοιοῦτος, κακῶς ὑπεβλήθη. Περὶ κακῆς ὑποβολῆς δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Ἐρωτᾶται· τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη εἰς τήν Βουλὴν καὶ περιελθὸν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Βουλῆς, παύει νὰ εἶναι ὑποβεβλημένον καλῶς καὶ αἴρεται ἐκ τῆς δικαιοδοσίας τῆς Βουλῆς, ἅμα ὁ Ὑπουργὸς, ὁ ὑποβαλών, παύσῃ νὰ εἶναι Ὑπουργός;
§132Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ, ἐγὼ εἶπον, ὅτι ματαιοπονοῦμεν, διότι ἐγὼ θὰ ἐνόμιζον, δι’ ἐμαυτὸν τοὐλάχιστον, ὅτι, μὴ ὑπάρχοντος παρόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου, ἐκτὸς τῆς ἀπουσίας τῆς μορφῆς, ἔχομεν καὶ τὴν ἀπουσίαν τῆς ὑπογραφῆς του, καίτοι δὲν εἶμαι ἀπὸ μακροῦ χρόνου μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ πεπειραμένος τοσοῦτον, θὰ ἐνόμιζον, λέγω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ μὴ συζητήσω.
§133Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ ἀντίρρησις ἔλαβεν ἄλλον χαρακτῆρα. Ἡ πρώτη ἀντίρρησις, τήν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, εἶναι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ἐπειδὴ δὲν φέρει τήν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ ἀντίρρησις αὕτη εἶναι ἀβάσιμος. Τὸ νομοσχέδιον, εἰσαχθὲν μὲ ὑπογραφὴν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, εἶναι νομίμως καὶ κανονικῶς ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν, κανονικῶς δὲ ὑποβεβλημένον εἰς τὴν Βουλήν, εἰσάγεται εἰς τήν κρίσιν καὶ ἀπόφασιν αὐτῆς. Τὸ γεγονός, ὅτι εἷς ἐκ τῶν ὑποβαλλόντων αὐτὸ Ὑπουργῶν ἔπαυσε νὰ εἶναι Ὑπουργός, δὲν ἀφαιρεῖ, οὕτως εἰπεῖν, τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὴν Βουλήν. Περὶ τοιαύτης ἀντιρρήσεως δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος· δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίαν τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπὲρ τῆς βασιμότητος τῶν ἰσχυρισμῶν του, ὅτι ἔδωκεν εὐθύνην ὁ τότε Ὑπουργός, διότι δὲν πρόκειται περὶ εὐθύνης ὑπουργικῆς, διὰ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ προτάσεως γενομένης πρὸς τήν Βουλήν, ἵνα καταρτίσῃ αὕτη ἀπόφασιν, ἀπόφασιν, διὰ τήν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει εὐθύνη, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε τοιαύτην. Γεννᾶται ἤδη ὁ ἄλλος τύπος τῆς ἀντιρρήσεως...
§134Γ. ΠΩΠ. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα.
§135Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λέγετε, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ νῦν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐργασίαν της, παρόντος οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς ἐν ἀπουσίᾳ οἱουδήποτε Ὑπουργοῦ, δὲν εἶναι ἀνάγκη διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς, εἰς Σῶμα βουλευόμενον καὶ ἀποφασίζον, οἱουδήποτε ἐκ τῶν Ὑπουργῶν.
§136Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ποῖος νομοθετεῖ, ἡ Βουλὴ ἢ ἡ Κυβέρνησις;
§137Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ Βουλή.
§138Γ. ΠΩΠ. Περὶ τοιαύτης φύσεως νομοσχεδίων, δὲν ἔχει θέσιν ἡ πρωτοβουλία τῆς Βουλῆς.
§139Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀλλ’ ἡ ἀντίρρησις αὕτη, ἐκτὸς τοῦ τυπικῶς ἀβασίμου αὐτῆς, παραβαίνει μίαν ἄλλην ἀρχὴν τοῦ ἀδιαιρέτου τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν εἷς Ὑπουργὸς παρίσταται καὶ συζητεῖ, παρίσταται ἡ Κυβέρνησις. Θὰ ἔλεγον δὲ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἄφηνε τήν τοιαύτην ἔνστασιν, διότι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξητάζετο κάθε νομοσχέδιον ἐὰν φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, πολλάκις θὰ ἐγεννῶντο ζητήματα, ἀπασχολοῦντα τὴν Βουλήν, διότι τὰ ὅρια τῆς ἁρμοδιότητος τῶν Ὑπουργῶν, τῶν διαφόρων, εἶναι ἐν πολλοῖς τόσον συγκεχυμένα, ὥστε νὰ δύναται νὰ προτείνωνται ἐνστάσεις ἀκυρότητος τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐκ τοῦ ὅτι δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν ἑνὸς ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον εἷς Συνάδελφος θὰ θεωρῇ ἁρμόδιον, ἐνῷ ἄλλος οὐχί, καὶ θὰ συμβαίνει νὰ ἔχωμεν ἄκυρα νομοσχέδια, ὄχι μόνον ὅταν δὲν φέρουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὅταν φέρῃ ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ, ὅστις δὲν θεωρεῖται ἁρμόδιος. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι αἱ τοιαῦται ἐνστάσεις κατ’ οὐσίαν δὲν ἔχουσι καμμίαν σημασίαν, καὶ δὲν χρειάζονται εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ εἰς ἀπώλειαν χρόνου.
§140Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ δὲν ἔκαμα ἔνστασιν, εἶπον μόνον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι παρών. Ἐξαιρετικῶς λόγῳ τῆς φύσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξαιρετικῆς φυσιογνωμίας τοῦ ἀπόντος κ. Ράλλη καὶ ἀπὸ φυσιογνωμίας καὶ ἀπὸ ὑπογραφῆς ἐνόμισα, ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§141Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἀναμφισβητήτως κανονικωτάτη εἶναι ἡ ὑποβολὴ καὶ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ Σύνταγμα ἁπλῶς ὁρίζει, ὅτι οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα ἀπονομὴν συντάξεως, εἰσάγεται παρὰ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Τὸ δὲ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι ὑπογεγραμμένον καὶ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ τότε τοιούτου κ. Δραγούμη. Ἂν δὲ ἄλλο πρόσωπον εἶναι σήμερον Ὑπουργός, τοῦτο δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι ἡ ὑπουργικὴ ἐξουσία εἶναι μία, ἑνιαία καὶ συνεχής, μὴ διακοπτομένη, μηδὲ μεταβαλλομένη διὰ τῆς ἀλλαγῆς τοῦ προσώπου τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἀφοῦ, λοιπόν, οὕτω συνταγματικώτατα εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, κατέστη τοῦτο κτῆμα τῆς Βουλῆς καὶ κανονικώτατα συζητεῖται ὑπ’ αὐτῆς, χωρὶς νὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπογραφῇ καὶ ὑπὸ τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἢ νὰ εἰσαχθῇ ἐκ νέου ὑπογεγραμμένον καὶ ὑπὸ τούτου. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ μέρος, καθ’ ὃ διέκοψα τὸν λόγον, λέγω, ὅτι μέχρι τοῦ νῦν δύο συστήματα ἐν τῇ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ συντάξεων ἔχομεν, τὸ σύστημα τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ τὸ σύστημα τῆς συντάξεως τῶν στρατιωτικῶν. Μέχρι τοῦ νῦν αἱ στρατιωτικαὶ συντάξεις καταβάλλονται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ τοῦτο διότι εἰς οὐδεμίαν κράτησιν ὑποβάλλονται οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἤδη, κατανοηθείσης τῆς ἀδικίας, ἡ ὁποία προσεγένετο εἰς τοὺς στρατιωτικούς, ἕνεκα διαφόρων λόγων, τοὺς ὁποίους τοσοῦτον εὐκρινῶς καὶ εὐγλώττως ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἰδίως ἕνεκα τῆς αὐξήσεως τῶν κοινωνικῶν ἀναγκῶν, κατανοηθέντος, ὅτι εἶναι ἀνεπαρκεῖς αἱ συντάξεις, αἱ παρεχόμεναι εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἀνεπαρκέσταται δὲ καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ αὔξησις τῶν συντάξεων καὶ ἡ Πολιτεία διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀποφασίσασα νὰ λάβῃ μέτρα περὶ τούτου, δὲν ἀπέβλεψεν εἰς τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἰσχύει μέχρι τοῦ νῦν, τοὐτέστι νὰ καταβάλλωνται αἱ συντάξεις ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καθιέρωσε μικτὸν σύστημα καὶ ὑποχρεοῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς καταβολὴν κατὰ μῆνα ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους παρέχεται τὸ εὐεργέτημα τῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεως. Γεννᾶται ὅμως καὶ πάλιν ἡ ἀμφιβολία, ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας νὰ διεισδύσωμεν οἱ πολλοὶ εἰς τὸ πολυδαίδαλον τῶν διαφόρων ὑπολογισμῶν καὶ ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι καὶ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν συντάξεων τῶν δημοσίων πολιτικῶν ὑπαλλήλων ἐπιβαρύνεται τὸ Κράτος, μεθ’ ὅλας τὰς κρατήσεις, ἐκ τοῦ μισθοῦ αὐτῶν, γεννᾶται, λέγω, ἡ ἀμφιβολία ἢ καὶ ἡ ὑπόνοια, μήπως διὰ τοῦ τοιούτου τρόπου τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν στρατιωτικῶν, ἐπιβαρύνεται καὶ πάλιν τὸ δημόσιον ταμεῖον δι’ ἄλλων μεθόδων; Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι πλάνη. Πολλάκις ἦλθεν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ συνεζητήθη εὐρέως καὶ ἐκτὸς αὐτῆς τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων, παρετηρήθη δέ, ὅτι αἱ συντάξεις αὐξάνουσιν ἁλματωδῶς καὶ ὑπεστηρίχθη, ὅτι τοιουτοτρόπως, διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων, βαίνει ταχὺ πρὸς τὴν χρεωκοπίαν τὸ Κράτος. Ἐν τῇ συζητήσει ὅμως ταύτῃ καὶ τῷ θορύβῳ παρενέβησαν ἄνδρες εἰδικοὶ περὶ τὰ τοιαῦτα καὶ ἁρμοδιώτατοι περὶ τοὺς ὑπολογισμούς, καὶ μεταξὺ αὐτῶν ὁ κ. Νέγρης, ὅστις δι’ εἰδικῆς μελέτης καὶ δι’ ἐπιστημονικῶν ὑπολογισμῶν ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ Κράτος ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν συντάξεων εἰς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, ὄχι μόνον δὲν ἐπιβαρύνεται, ἀλλ’ ἴσως καὶ ὠφελεῖται.
§142Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὸν ὑπολογισμὸν αὐτὸν εἶχον κάμει καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος, καὶ τὸν εἶχον ἀναπτύξει εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1907, ἐκ τοῦ ὑπολογισμοῦ δ’ ἐκείνου προκύπτει, ὅτι διὰ νὰ πληρώνουν αἱ κρατήσεις τῶν συντάξεων τὰς συντάξεις, ὅπως ὁρίζονται ἐκ τῶν ὑφισταμένων νόμων, ἔπρεπεν αἱ κρατήσεις αὗται νὰ ἀνέρχωνται ἀντὶ 9% εἰς 19%.
§143Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐκ Κυκλάδων μοὶ κάμνει αὐτήν τὴν παρατήρησιν. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἐγώ, οὔτε καὶ πάντοτε, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον τὸ νῦν, νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Συνάδελφον, εἰδικὸν ἐπίσης περὶ τὰ τοιαῦτα, νὰ εὕρῃ τὸν ἕτερον Συνάδελφον, τὸν πρώην Ὑπουργὸν κ. Νέγρην, ἵνα λύσωσι τὰς μεταξύ των διαφωνίας.
§144Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν τὴν ἔχω τὴν πραγματείαν τοῦ κ. Συναδέλφου.
§145Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Εἶναι περίεργον πῶς δὲν τὴν ἔχει τὴν πραγματείαν αὐτήν ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, διότι εἰς ὅλους τὴν διένειμεν ὁ κ. Νέγρης, καὶ ἐγὼ μάλιστα ἔχων καὶ μίαν ἐπὶ πλέον, τήν ἔδωκα εἰς τὸν κ. Πολογεώργην. Ἐγώ, λοιπόν, ἀνέφερα μίαν γνώμην εἰδικοῦ, ἕν γεγονὸς καὶ χαίρω πολύ, διότι μοὶ ὑπενθύμισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων καὶ τὸ ἕτερον γεγονός, τὴν ἰδικήν του γνώμην, χωρὶς κἄν νὰ θελήσω μὲ τοῦτο νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ κ. Νέγρη εἶναι ὁ ἀναμφισβήτητος ἢ ὁ τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη εἶναι ὁ ἀμφισβητήσιμος. Ἐπαναλαμβάνω δὲ, συνεπείᾳ τῆς διακοπῆς, ὅτι καὶ οἱ δύο εἶναι εἰδικώτατοι καὶ δύνανται νὰ λύσωσι τὴν μεταξύ των διαφωνίαν, ἵνα δοθῇ τοὐλάχιστον καὶ εἰς ἡμᾶς ἕν φῶς. Λοιπόν, λέγω, ὅτι, κατὰ τὴν πραγματείαν τοῦ κ. Νέγρη, τὸ Κράτος δὲν ἔχει ζημίαν ἐκ τῆς πληρωμῆς τῶν συντάξεων εἰς τοὺς πολιτικοὺς ὑπαλλήλους, μάλιστα τώρα, ὅτε καθιερώθη καὶ ἡ μονιμότης. Δὲν πρέπει δὲ νὰ ἀποβλέπωμεν μόνον, ποῖον εἶναι τὸ κατατεθέμενον ποσοστὸν ἐκ τῶν κρατήσεων τῶν μισθῶν καὶ ποῖον τὸ σχηματιζόμενον ἐκ τούτου κεφάλαιον, εἰς τρόπον ὥστε εἰς τὸ τέλος ἡ σύνταξις νὰ ἀνταποκρίνεται εἰς εὔλογον τόκον αὐτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ λησμονῶμεν, ὅτι εἰς τὸ τέλος, ὅταν θὰ παύσῃ νὰ εἶναι συνταξιοῦχος, ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος κατέβαλεν ἢ οἱ δικαιούμενοι ἐξ αὐτοῦ συντάξεως, ὅτι εἰς τὸ τέλος τὸ κεφάλαιον, τὸ σχηματισθὲν, περιέρχεται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Δὲν εἶναι ὅπως αἱ συνήθεις διάφοροι ἀσφαλιστικαὶ ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐπιστρέφουν ὡρισμένην σύνταξιν σύν τῷ κεφαλαίῳ. Τὸ κεφάλαιον περιέρχεται, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου, τόσον μετὰ τὴν λῆξιν τῶν συντάξεων, ὅσον καὶ μετὰ τὸν σχηματισμὸν κεφαλαίου ἐκ τῶν κρατήσεων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐπρόφθασαν νὰ τύχωσι συντάξεως, Κάμνω αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἵνα ὑποστηρίξω τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν γενομένην προσαύξησιν τῆς συντάξεως, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὸ ποσοστὸν τὸ κατατεθειμένον καὶ νὰ θεωρήσωμεν ὡς τόκον αὐτοῦ τὴν σύνταξιν.
§146Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ποσοστὸν, εἶναι καὶ κεφάλαιον.
§147Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία, ἐὰν τὸ Κράτος πληρώνῃ ἐκ τοῦ Ταμείου τὰς συντάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων καὶ δὲν πρέπει νὰ πιστεύεται τὸ πρῶτον. Τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δὲν προώρισται ν’ αὐξήσῃ τὰ βάρη τοῦ Δημοσίου Ταμείου δι’ ἐπαυξήσεως τοῦ ποσοστοῦ τῶν συντάξεων, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνουν ἐφεξῆς οἱ στρατιωτικοί. Ἑπομένως, αἱ ἐπαληθεύσεις, αἱ παρατηρήσεις, αἱ ἀποστροφαὶ, ὅτι ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἐν μέσῳ τῶν περιβαλλόντων ἡμᾶς κινδύνων, ἐρχόμεθα καὶ ζητοῦμεν νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα εὐεργετηθοῦν ὡρισμέναι τάξεις τῆς Ἑλλην. Κοινωνίας, εἶναι ἀδικαιολόγηται. Κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον δὲν εἶναι δικαιολογημέναι, καθόσον αἱ παλαιαὶ ἐκεῖναι ἀντιλήψεις, αἱ ἀπηρχαιομέναι ἐκεῖναι ἰδέαι περὶ στρατιωτικῶν, ὡς διακεκριμένης καὶ χωριστῆς τάξεως ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐν τῇ Κοινωνίᾳ καὶ τῷ λαῷ τάξεις, δὲν ἔχουσι πλέον τὸν τόπον των καὶ τὸν καιρόν των καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνεται λόγος περὶ τοιούτων. Αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι εἶχον τὸν λόγον των καὶ ἐγεννήθησαν, καθ’ ἥν ἐποχήν οἱ στρατοὶ δὲν ἦσαν αὐτὸ τὸ Ἔθνος, ἀλλ’ ἦσαν στρατοὶ, ἀποτελούμενοι ἀπὸ μισθοφόρους. Σήμερον ὅμως οἱ στρατοὶ εἰς ὅλα τὰ Κράτη, καὶ δὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα, συνεπείᾳ τῆς γενικῆς στρατολογίας, εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ Ἔθνος. Δὲν ὑπάρχουσι πλέον στρατοὶ μισθοφόρων, φύλακες τοῦ ἡγεμόνος, ἀλλὰ στρατοὶ ἐθνικοὶ φρουροὶ τῶν ἐθνικῶν δικαίων. Ὅταν δὲ περὶ τοιούτου στρατοῦ πρόκειται, στρατοῦ ἀποτελουμένου ἐξ ὅλων τῶν μελῶν τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένον νὰ λέγωμεν, ὅτι ἐπιβαρύνομεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἵνα εὐεργετήσωμεν ὡρισμένην τάξιν, κεχωρισμένην, δηλαδή, ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὅπως ἡ Πολιτεία ἀνεγνώρισεν ὡς καθῆκον αὐτῆς νὰ ἀνταμείβῃ τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτὴν εἰς οἱονδήποτε κλάδον, οὐ μόνον παρέχουσα ἀνάλογον ἀντάλλαγμα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν των, ὡς μισθόν, ἀλλὰ καὶ μεριμνῶσα περὶ αὐτῶν καὶ διὰ τὰς οἰκογενείας των, ὅταν ἤθελον περιέλθῃ εἰς ἀνικανότητα πρὸς ἐργασίαν ἢ ἐκλείψῃ, ἵνα οὕτω καὶ ὁ ζῆλος αὐτῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των ὑποκαίεται καὶ ἵνα μὴ περιέλθωσιν εἰς ἀνικανότητα καὶ καταντῶσι νὰ περιέρχωνται τῇδε κἀκεῖσε ἐλεεινοὶ καὶ λιμώττοντες. Ὅπως ἡ Πολιτεία ἀνεγνώρισε τὸ καθῆκον νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ἐργαζομένων εἰς ἄλλας ἐν τῇ Κοινωνίᾳ ἰδιωτικὰς ἐργασίας καὶ ἐπιχειρήσεις καὶ ἐψήφισε διαφόρους νόμους, τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸν νόμον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, δι’ οὗ παρέχεται σύνταξις εἰς τοὺς ἐργάτας τῆς θαλάσσης, τὸν νόμον περὶ συντάξεως τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ μεταλλεῖα, τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ λατομεῖα, ἵνα μὴ μνημονεύσω ἄλλους νεωτέρους νόμους, ὡς εἶναι οἱ νόμοι περὶ ἀκατασχέτου τοῦ μισθοῦ τῶν ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων, ὁ νόμος περὶ συντάξεως τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, τῇ συνδρομῇ τῶν ἐργοδοτῶν καὶ δι’ εἰσφορᾶς τῶν ἐπιβατῶν, οὕτω, κατὰ μείζονα λόγον, ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὴν τὸ καθῆκον καὶ ἡ ὑποχρέωσις νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὑλικῆς ἐπαρκείας ἐκείνων καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν, εἰς τοὺς ὁποίους εἶναι ἐμπεπιστευμένη ἡ περιφρούρησις τῆς ἀκεραιότητος τῆς Χώρας καὶ ἡ ὑπεράσπισις τῶν ἐθνικῶν δικαίων. Ἐπιβάλλεται, λέγω, τὸ καθῆκον τοῦτο εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι, ὁ στρατιωτικός, ἀδιακρίτως βαθμοῦ, κατὰ τὴν ἱερὰν καὶ κρίσιμον ἐκείνην στιγμήν, καθ’ ἣν κέκληται νὰ ὁρμήσῃ ἐν μέσῳ τοῦ πυρὸς ἀκάθεκτος κατὰ τοῦ ἐχθροῦ δὲν πρέπει νὰ περισπᾶται ἀπὸ καμμίαν ἄλλην μέριμναν, ἀπὸ καμμίαν ἄλλην σκέψιν, ἀλλὰ ἥσυχος περὶ ἑαυτοῦ καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει προνοήσει δι’ ὅ,τι φίλτατον καὶ πολύτιμον ἔχει, εἰς μόνην τὴν νίκην ἀποβλέπῃ, διότι πᾶσα σκέψις περὶ τῆς τύχης τῶν ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτωμένων, ἡ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἂν θέλῃ ἡ Πολιτεία μεριμνήσῃ δι’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφήνει ὄπισθεν, θέλει γεννήσῃ δισταγμὸν εἰς τὴν ψυχήν του, ὁ ὁποῖος, ἐὰν δὲν τὸν σταματήσῃ ἐν τῇ ὁρμῇ του, βεβαίως, θέλει τὸν κλονίσῃ. Καὶ ἰδού, Κύριοι, ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἂν μὴ ὑπῆρχον ἄλλοι λόγοι, νομίζω, ὅτι ἡ Πολιτεία καὶ καθῆκον καὶ συμφέρον ἔχει νὰ μεριμνήσῃ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην τάξιν, διὰ τὴν τάξιν τῶν στρατιωτικῶν καὶ νὰ παράσχῃ ἀφθονώτερα τὰ μέσα τῆς διαβιώσεως εἰς αὐτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των, ὅταν πλέον εἴτε ὑπὸ τοῦ χρόνου καταληφθέντος, εἴτε ὑπὸ τοῦ θανάτου καταβληθέντος, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωσι ταῦτα ἐκ τοῦ μισθοῦ των. Καὶ εἶναι ἀναγκαῖον, — εἰς αὐτὸ δὲ συμφωνῶ μετὰ τῶν προλαλησάντων, — καὶ ἐπιβάρυνσιν ἀκόμη πρέπει νὰ ὑποστῇ ἡ Πολιτεία, προκειμένου τοιοῦτον σκοπὸν νὰ ἐκπληρώσῃ. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι οὐδεμία πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις περὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δὲ ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτοῦ ὑπάρχωσι τινὲς ἀτέλειαι, εἴτε παραλείψεις, βεβαίως, ὅταν καταδειχθῶσι, θὰ γίνωσιν αἱ δέουσαι διορθώσεις, δὲν νομίζω δέ, ὅτι ὑπάρχει ἀταξία τις, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου θεσπίζεται εἰδικὴ φορολογία εἰς νομοσχέδιον πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ του, διότι οὕτω πολλάκις ἐγένετο. Ποσάκις δὲν ἐψηφίσαμεν εἰδικὰς εἰσφορὰς πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Α ἢ Β ταμείου; Μήπως δὲν περιελήφθη εἰς τὸν νόμον περὶ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων διάταξις, ὅπως οἱ διάφοροι προμηθευταὶ καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν δημοσίων κτιρίων συνεισφέρωσιν ἐκ τοῦ μισθώματος; Ἄρα, ἡ ἀντίρρησις, ὅτι πρόκειται περὶ φορολογικοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον οὕτω πως ἐρχόμενον, ἔρχεται ἀτάκτως, νομίζω, ὅτι δὲν ἔχει τὸν τόπον της καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι δίκαιον νὰ ψηφισθῇ μὲ τὰς τροποποιήσεις, ἐφ’ ὅσον παραστῇ ἀνάγκη αὐτῶν.
§148Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σήμερον συζητοῦμεν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ ἡ ἐντύπωσις τῆς Βουλῆς εἶναι, ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει, ἐφ’ ὅσον οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ πρόκειται νὰ ἀποδώσωσι τὴν αὔξησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν τραυματιῶν πολέμου, οὐδεμία ἐπίσης ὑφίσταται διαφωνία. Ἀπομένει μόνον διαφωνία ὡς πρὸς τὸ ἐδάφιον 6 τοῦ ἄρθρου 9, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων. Ἐπ’ αὐτοῦ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὸ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ τὸ συζητήσῃ ἡ Βουλὴ εἰδικῶς, ὅταν θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ἰδικοῦ του μέρους...
§149Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ χωρισθῇ.
§150Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πρότασις ἀναβολῆς. Ἐάν τι ἔχῃ ἄρτιον τὸ νομοσχέδιον, εἶναι τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῶν βοηθημάτων. Ἐὰν τοῦτο χωρισθῇ, θὰ χαθῇ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἐν τῷ συνόλῳ του.
§151Π. ΚΡΑΛΛΗΣ. Εἶχον ἐγγραφῆ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἰδίως διὰ τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ φορολογικόν, εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας εἶπε κατακρίνας τοὺς ἄλλους Συναδέλφους, διότι ἠσχολήθησαν μὲ τὸ ζήτημα τὸ φορολογικὸν ἀπὸ ἐργατικῆς ἀπόψεως, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἠσχολήθη περισσότερον παντὸς ἄλλου εἰς ζήτημα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχον πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Ἔγινε λόγος, ὅτι διάφοροι Βουλευταὶ παρουσιάζονται ὡς ἀσχολούμενοι εἰδικῶς μὲ ζητήματα τοῦ λαοῦ καὶ θέλοντες τοιουτοτρόπως νὰ δημοκοπήσωσι, δημιουργοῦντες ρεῦμα ὑπὲρ αὐτῶν. Ἐπίσης, ἐλέχθη, ὅτι παρουσιάζονται οἱ Βουλευταὶ αὐτοὶ ὡς προστάται τῶν λαϊκῶν τάξεων. Ὀφείλαμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν, κ. κ. Βουλευταί, ὅτι ὁ λαὸς ἀνάγκην προστατῶν δὲν ἔχει, ὁ λαὸς ἐκλέγει τοὺς Βουλευτάς του μὲ ἐντολὴν νὰ φροντίσωσι διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Μὴ θέλομεν νὰ συγχέωμεν τὰ ζητήματα, ἀλλὰ νὰ παρουσιάζωμεν ταῦτα ὡς πραγματικῶς ἔχουσιν. Ἐναντίον τίνος θέλομεν προστατεύσει τὸν λαόν; Ἐναντίον ἀνυπάρκτου ἐχθροῦ του, ἀφοῦ τὸ Σῶμα τοῦτο εἶναι αὐτὸ τὸ σύνολον τῶν ἐντολέων τοῦ Ἔθνους. Αἱ ἐργατικαὶ τάξεις δικαιοῦνται νὰ ὀργανοῦνται εἰς ὀργανισμούς, καὶ οὐδεμία δύναμις εἶναι ἱκανὴ νὰ ἐμποδίσῃ τοῦτο. Ὁ νόμος ἀνεγνώρισεν ἤδη τὸ δίκαιον αὐτῶν. Μία ἐκ τῶν ὀργανώσεων αὐτῶν, ἡ ὑγιεστέρα ἴσως καὶ ἰσχυροτέρα τῶν ὀργανώσεων τῆς Ἑλλάδος, ὁ Σύνδεσμος τῶν ὑπαλλήλων Σιδηροδρόμων Ἑλλάδος, διὰ τοῦ Κέντρου Πειραιῶς, πρὶν ἢ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ αὕτη, ὑπέβαλεν αἴτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας περὶ ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων καὶ κομίστρων σιδηροδρόμων πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ Ταμείου τῶν Συντάξεών των. Ὁ Ὑπουργὸς ὅμως ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν ταύτην. Οἱ ὀργανισμοὶ αὐτοὶ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ὑπεβλήθη τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἐπεδόθησαν δὲ σχετικὰ ἔγγραφα τοῦ Συνδέσμου καὶ εἰς διαφόρους Βουλευτὰς πιστεύω ὅτι ἐκτὸς ἐμοῦ, καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι εἶναι ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος, ἐπίσης διεμαρτυρήθησαν. Ἡ Βουλὴ ἴσως νὰ μὴ ἠθέλησε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν διαμαρτυρίαν ἐκείνην καὶ ἐνόμισεν, ὅτι συμφέρει ἐν γένει εἰς τὸν ἐργατικὸν κόσμον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν αὐτήν. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχήν, ὅτι κάθε φορολογία δέον νὰ εἰσάγηται ἀπ’ εὐθείας διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ ἀποτελῇ μέρος τοῦ συνόλου τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα συμπεριλαμβάνονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους...
§152Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἀποκόπτει τὸ φορολογικὸν μέρος, δὲν νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχουν πλέον θέσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε;
§153Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε τοῦτο. Ὅτι παρακαλεῖ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἔχει, ἐπιφυλάσσεται δὲ κατὰ τὴν προσεχῆ συζήτησιν, ἂν ἤθελε πεισθῇ πιρὶ τούτου, νὰ χωρίσῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς δύο καὶ τὸ εἰδικῶς φορολογικὸν μέρος νὰ ἀποτελέσῃ ἕτερον νομοσχέδιον.
§154Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν συμβιβάζονται αὐτὰ τὰ δύο· ψήφισις κατ’ ἀρχὴν καὶ χωρισμός.
§155Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Συμβιβάζονται.
§156Π. ΚΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ὅλων αὐτῶν βλέπομεν, ὅτι δὲν ἀπεφασίσθη νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα τὸ φορολογικόν, ὡς ἡμεῖς ζητοῦμεν τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δικαιοῦται νὰ ἐπιβάλλῃ φορολογίας. Αὐτὸς δικαιοῦται νὰ ζητῇ παρὰ τοῦ Σώματος τούτου ὅ,τι νομίζει ἐπιβαλλόμενον διὰ τὸ στράτευμα. Πόθεν θὰ ἐξεύρῃ τὸ χρῆμα ἡ Βουλή, ἐνδιαφέρει αὐτὴν καὶ τὸν μόνον ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ γνώμη μου, λοιπόν, εἶναι, ὅτι τὸ φορολογικὸν ζήτημα πρέπει νὰ χωρισθῇ ἐντελῶς, προσκομιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, ἄνευ τῶν φορολογικῶν διατάξεων.
§157Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα, Κύριοι, μετὰ τῆς μεγαλειτέρας προσοχῆς ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν προλαλησάντων, δεχθέντων ὅλων κατ’ ἀρχήν, ὅτι καὶ δίκαιον καὶ ἀναγκαῖον εἶναι ἡ Πολιτεία νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ τῆς συντάξεως τῶν ἀτόμων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ Πολιτεία ἐμπιστεύεται τὰς τιμιωτέρας τῶν ὑπηρεσιῶν. Ἐνῷ ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι κατ’ ἀρχήν, ὅτι πρέπει νὰ βελτιωθῇ ἡ κακῶς ὑφισταμένη κατάστασις, ἡ οἰκονομική, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι ἀδικαιολόγητος ἡ Πολιτεία ὡς ἐκ τῆς ἀδιαφορίας αὐτῆς. Καὶ ἐνῷ δεχόμεθα τοῦτο, θέλομεν νὰ εἴμεθα διστακτικοὶ κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλει ἀντικρυσθῇ ἡ ἐπιβαλλομένη δαπάνη. Ὑπῆρξαν ἔντιμοι Συνάδελφοι, οἵτινες ὑπεστήριξαν οὐχὶ ἀδικαιολογήτως, ὅτι αὐτὴ ἡ Πολιτεία, ἀναγνωρίζουσα τὰς ὑπηρεσίας τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπὶ πλέον ὑποστήριξιν τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπεστήριξαν δὲ τὴν γνώμην των ταύτην, ὀρθῶς καὶ δικαίως, ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῆς ὑφισταμένης μεταξὺ τῶν συντάξεων τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν στρατιωτικῶν. Ὑπῆρξαν ἐξ ἄλλου ἔντιμοι Συνάδελφοι, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὁ ὁποῖος ἐξήτασεν ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον ἀπονέμονται αἱ συντάξεις καὶ κατέληξεν εἰς τὸ πλημμελὲς τοῦ ὑφισταμένου τρόπου τῆς ἀπονομῆς τῶν συντάξεων καὶ εὗρε λόγους, ὥστε νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἀπασχολῆται, καὶ δὴ κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας, περὶ βελτιώσεως τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀφοῦ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι οὕτως εἶναι ἀνάγκη νὰ βελτιωθῇ καὶ σημαντικῶς ἡ σύνταξις τῶν ἀξιωματικῶν, ἠθέλησε παραδόξως νὰ προσαρμόσῃ τὴν βελτίωσιν ταύτην μὲ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν.
§158Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§159Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι, ὅτι δὲν εἴπατε αὐτό, ἀλλ’ ὅτι ἡ συζήτησις περὶ βελτιώσεως τῆς συντάξεως δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας.
§160Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὔτε αὐτὰ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι μελετημένον τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅτι ψηφίζομεν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα. Θὰ ἤθελον δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀκούσῃ προηγουμένως τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους.
§161Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντελήφθην. Εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα καταλήγομεν. Ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας συνδέει τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων μὲ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ ὅτι πρέπει προηγουμένως νὰ σφιγμομετρηθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις αὐτοῦ.
§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον τοῦτο, ὅτι καὶ ἡ ὑπερτάτη τῶν ἀναγκῶν, ὅταν πρόκειται νὰ πληρωθῇ, πάντως θὰ πληρωθῇ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἄρα θὰ ἀκουσθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶπον, ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ πληρώσωμεν μίαν ὑπερτάτην ἀνάγκην, νὰ μὴ τήν πληρώσωμεν διότι δὲν ἔχομεν, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπέμνησα μάλιστα ὅτι θὰ ἀπαιτηθῶσι βάρη καὶ ἴσως θὰ εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἴπουν «βάλτε περισσότερα». Εἶπον, λοιπὸν, ὅτι αὐτὰ τὰ ζητήματα πρέπει νὰ ἔρχωνται μετά τὸν Προϋπολογισμόν.
§163Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς, διὰ νὰ ἔχωμεν γνῶσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἀλλ’ ἄν ὑπάρχῃ περίπτωσις, κατὰ τήν ὁποίαν νομοσχέδιον δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τήν οἰκονομικήν κατάστασιν, εἶναι ἡ περίπτωσις αὕτη. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δι’ αὐτοῦ τούτου τοῦ νομοσχεδίου ἔσπευσε νὰ ἀντικρύσῃ τήν δαπάνην, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δώσῃ εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ γεννήσῃ ἐντυπώσεις, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἀλλ’ εἶναι, Κύριοι, λυπηρόν, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ δεδικαιολογημένων περιπτώσεων, ὡς εἶναι ἡ παροῦσα, τῆς δικαίας καὶ ἐπιβεβλημένης βελτιώσεως τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν, ἀκούονται δυσφορίαι, αἵτινες ὅμως δὲν ἠκούσθησαν, ὅταν ἡ Βουλὴ ἐψήφιζεν ἀνυπολογίστως αὐξήσεις μισθῶν καὶ χορηγίας συντάξεων εἰς τὰ συμβούλια τὰ πολυώνυμα, καὶ μόνον ὅταν πρόκειται περὶ ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τὴν τιμιωτέραν τῶν ὑπηρεσιῶν, ὅταν ἔρχωνται καὶ ζητοῦν τὴν συνδρομὴν τῆς Πολιτείας, ὄχι διὰ νὰ ἐπιβαρύνουν τὸν Προϋπολογισμόν, ἀλλὰ διὰ νὰ διαρρυθμίσουν κατά τρόπον λογικὸν ἕν σύστημα, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἀποδεικνύουν ὅτι θὰ βασισθῇ ἐπὶ τῶν ἰδίων εἰσφορῶν, τότε δὲν εὑρίσκεται, ὅτι εἶναι κατάλληλος ἡ στιγμὴ νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ βελτιώσῃ τὴν ζωὴν αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τὰς τιμιωτέρας ὑπηρεσίας.
§164Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Κατὰ τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου, τοῦ ἀφορῶντος τὰ τοῦ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου, μετὰ ὑπηρεσίαν 30 ἐτῶν οἱ ἐκπαιδευτικοὶ σύμβουλοι λαμβάνουν ὁλόκληρον τὸν μισθόν των ὡς σύνταξιν.
§165Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ οἱ δικαστικοί.
§166Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ μὲ τριακονταετῆ ὑπηρεσίαν λαμβάνουν μόλις τὸ ⅓.
§167Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Ἐπιτρέπετε, κ. Συνάδελφε; Αὐτοὶ οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ ἐκπαιδευτικοὶ καὶ δικαστικοί, λαμβάνουσι τὴν σύνταξίν των καὶ ἐξακολουθοῦσι κατόπιν καὶ τὸ ἐπάγγελμά των καὶ διάφορα ἄλλα ἐπαγγέλματα, ἐνῷ οἱ ἀξιωματικοὶ, λαμβάνοντες τὴν σύνταξίν των, δὲν δύνανται νὰ ἀσκήσωσι κανὲν ἄλλο ἐπάγγελμα. ☐ ☐σμονῶμεν, ὅτι αὐτοὶ προσφέρουσι τὰς τιμιωτέρας ὑπηρεσίας. ☐ ☐Βουλὴ εἶναι πεπεισμένη. Οἱ λόγοι, οἱ ἀκουσθέντες περὶ φορολογίας τοῦ λαοῦ, τῶν λαϊκῶν τάξεων κλπ., λέγονται πρὸς δημοκοπίαν. Πᾶσα φορολογία διὰ τὴν ἀνακούφισιν τῶν τραυματιῶν θὰ γίνῃ μετ’ εὐχαριστήσεως δεκτὴ ἀπὸ τὸν λαόν. Οἱ ἐμφανιζόμενοι ὡς φίλοι τῶν ἐργατῶν καὶ τοῦ λαοῦ δὲν εἶναι, βεβαίως, οἱ προκαλέσαντες ἔριδας μεταξὺ κεφαλαιούχων καὶ ἐργατῶν, οἱ ὁμιλοῦντες περὶ ἀνυπάρκτου ἐργατικοῦ ζητήματος.
§168Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, κ. Συνάδελφε. Τὸ ἐργατικὸν ζήτημα ὑπάρχει ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅπως ἡ δυστυχία καὶ ἡ ἀνάγκη ἀσχέτως ἀπὸ τὴν πρόνοιαν ἢ τήν ἀνάμιξιν, τήν ὁποίαν δύναται καὶ θέλει ἢ δὲν θέλει νὰ ποιήσηται εἰς τὰ ἐργατικὰ ζητήματα τὸ Κράτος.
§169Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προεκάλεσαν ἐργατικὰ ζητήματα, διὰ κομματικοὺς λόγους, κολακεύσαντες τοὺς μέν, ἢ προσεταιρισθέντες τοὺς δέ. Κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι τοὺς τραυματίας τοῦ πολέμου, τοὺς γενναίους προμάχους τῆς Πατρίδος, καὶ ἐπιλέγω, ὅτι ἡ αὔξησις τῆς συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι αὐτοὶ προσφέρουσι τὰς τιμιωτέρας ὑπηρεσίας.
§170Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔρχεται σήμερον εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, κατ’ ἀρχὴν εἶναι νομοσχέδιον δεδικαιολογημένον. Καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν δύο πολέμων, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο καὶ οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἔτι μᾶλλον τὸ δικαιολογοῦσιν, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἔλαβε μέριμναν διὰ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους αὐτῆς, βεβαίως, ἔχει καθῆκον ὑπέρτατον νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ἐὰν γεννᾶται δυσφορία τις ἐν τῇ Βουλῇ, Κύριοι, ἡ δυσφορία αὕτη εἶναι ἡ ἑξῆς: ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἴσως, ἐπειδὴ περιέχει καὶ φορολογικὰς διατάξεις, ἔρχεται προώρως ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διότι πᾶν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περιέχει φορολογικὰς διατάξεις, συνδέεται ἀναποσπάστως μὲ τὴν ὅλην δημοσιονομικὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως. Προτοῦ νὰ ἴδωμεν, λοιπόν, τὴν πολιτείαν τῆς Κυβερνήσεως, αὐτὴν τὴν δημοσιονομικὴν, δὲν δύναται, βεβαίως, ὁ Βουλευτὴς εὐχαρίστως νὰ ψηφίζῃ φόρους, ἀφοῦ γνωρίζομεν πάντες, ὅτι μεγάλη σπατάλη κυριαρχεῖ εἰς τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους· ἐὰν δὲ ἴδωμεν διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅτι ἡ σπατάλη αὕτη κτυπᾶται, βεβαίως, ἐγὼ τοὐλάχιστον, θὰ ψηφίσω τὴν φορολογίαν αὐτὴν εὐχαρίστως. Ἐὰν ἀφαιρέσητε τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰ ἐκ τοῦ πολέμου κέρδη, πᾶσα ἄλλη δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀποδεκτὴ εὐχαρίστως. Ὥστε ἡ δυσφορία, ἡ ὁποία παρατηρεῖται σήμερον ἀπὸ τὴν Βουλήν, γεννᾶται, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἐκ τούτου, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ὁ Προϋπολογισμός, ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ δημοσιονομικὴ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἴδωμεν ποίας οἰκονομίας πραγματοποιεῖ διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ κατόπιν, προθύμως θὰ ἔκαμνε πᾶσα θυσίαν καὶ προθύμως θὰ ἐψήφιζε πάντα φόρον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐσκόπει νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἀνάλογα δικαιώματα. Σήμερον, τοῦτο δὲν γίνεται. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, δὲν χάνομεν τὸ δικαίωμα κατόπιν εἰς τὰς λεπτομερείας νὰ τὸ ἐξετάσωμεν, καὶ βεβαίως ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ τὸ ἐπαναφέρῃ νὰ ψηφισθῇ, προτοῦ εἰσαγάγῃ τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ μᾶς δείξῃ ὁποία εἶναι ἡ πολιτική της ἡ δημοσιονομική. Ὁ χωρισμός, ὁ ὁποῖος ὑπεδείχθη νὰ γίνῃ καὶ νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ φορολογικὸν μέρος, ἀφαιρουμένης πάσης βάσεως. Μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ τὴν εἰλικρίνειαν νὰ ὑποστηρίξω τὸ δικαίωμα τῶν ἀξιωματικῶν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ τὸ ψηφίσω, ἅμα ἐξετάσωμεν τὰς συντάξεις, αἱ ὁποῖαι ὀφείλονται εἰς τοὺς τραυματίας τοῦ πολέμου. Ὥστε, τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ μείνῃ ἀδιαίρετον, ἡ δὲ Βουλὴ, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ παραγνωρίσῃ τὰ καθήκοντά της, ἐὰν ψηφίσῃ ἀπόψε κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἐπιφυλασσομένη εἰς τὴν βʹ καὶ γʹ ἀνάγνωσιν νὰ τὸ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον εἶναι δίκαιον καὶ ἴσον, ὡς ἀνέπτυξεν ὁ κ. Δερλερές, ἂν ὑπάρχῃ ἀνισότης, νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ ἀφοῦ μάθει τὴν δημοσιονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, νὰ τὸ ψηφίσῃ.
§171Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι δέχεται ἀπὸ τώρα τήν διαίρεσιν τοῦ νομοσχεδίου, θεωρῶ αὐτὴν γενομένην.
§172Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶπεν διαίρεσιν.
§173Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἑπομένως, κατὰ τήν αʹ ἀνάγνωσιν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κατ’ ἀρχήν ψηφισθέν, καὶ ἄν ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν ἀπόψε, δὲν κερδίζομεν τίποτε παρὰ μίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς. Δὲν χάνομεν τίποτε, ἐὰν πρόκειται νὰ κερδίσωμεν μίαν βραδυά.
§174Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ αὐτὸ καλὸν εἶναι.
§175Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Πρέπει νὰ διαιρεθῇ, διότι θὰ μᾶς ἀφήσῃ ἡσύχους νά συζητήσωμεν κατά μέρος τὸ νομοσχέδιον.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§177Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παραιτοῦμαι, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης.
§179Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§180Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι περιττὸν νὰ μακρηγορήσω. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατεύματος, τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀποστρατευθῶσιν ἀπὸ τοῦ 1913 καὶ ἐκεῖθεν καὶ ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου. Τὸ νομοσχέδιον, ὡς παρουσιάσθη εἰς τὴν Βουλήν, ἑνιαῖον σκοποῦν τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου, μεταξὺ δὲ τῶν πόρων διὰ τὰς αὐξήσεις ταύτας παρουσιάσθη καὶ εἷς πόρος καὶ οὗτος ἦτο ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος δι’ εἰδικῆς διατάξεως ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐπὶ τῶν εἰσιτηρίων τῶν ἐπιβατικῶν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν φορτωτικῶν, καὶ ἑπομένως ἐγεννήθη ἡ ἀπορία, ἄν ἡ φορολογία αὕτη θὰ διετίθετο ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν, ἢ ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν συντάξεων τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου καὶ ἐπηκολούθησεν ἀναγκαίως ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δηλώσαντος, ὅτι ἡ φορολογία αὕτη θὰ διατεθῇ ὑπὲρ τῶν συντάξεων τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου καὶ ὅτι διὰ τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν θὰ αὐξηθῇ τὸ ποσοστὸν τῶν ἐκ τοῦ μισθοῦ κρατήσεων αὐτῶν. Ἦτο ἀναγκαία ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ φορολογία θὰ διετίθετο ὑπὲρ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου πρὸς ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον ὑπέρτατον, καθῆκον ἐπιβεβλημένον, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ ταχέως ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεως, ὄχι μόνον τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ τῶν ἀναπήρων τραυματιῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων στρατιωτῶν. Ὁ ἀνάπηρος στρατιώτης, ὁ ὁποῖος δικαίως ὑπερηφανεύεται διὰ τὰ τραύματά του, λαμβάνει μίαν μικρὰν σύνταξιν καὶ πρέπει νὰ αὐξηθῇ αὕτη. Διὰ τὸν στρατιώτην τοῦτον ἡ Πολιτεία δικαιώτατα ἔλαβε πρόνοιαν νὰ τοῦ δώσῃ καὶ θέσιν τινα μικράν, ἀλλὰ διὰ τὰς ἀπορφανισθείσας οἰκογενείας τῶν στρατιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐθυσίασαν τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῆς Πατρίδος καὶ τῶν ὁποίων αἱ χῆραι καὶ τὰ παιδιὰ τείνουσιν ἐπαίτιδα χεῖρα, ἡ Πολιτεία δὲν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ αὐξήσεως τῆς συντάξεως αὐτῶν, τοῦτο δὲ εἶναι ἄμεσον καὶ ἐπιτακτικὸν καθῆκον. Ἄν δὲ ἡ Πολιτεία δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τοῦτο καὶ πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δεχθῇ οἱανδήποτε φορολογίαν, χάριν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων καὶ τῶν τραυματιῶν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ χωρίσῃ ἐντελῶς τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ὑποβάλῃ τάχιστα νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ αὐξάνῃ τὰς συντάξεις, ὄχι μόνον τῶν ἀναπήρων τραυματιῶν τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων στρατιωτικῶν, διότι 18 δραχμῶν σύνταξις, ἡ ὁποία ἀπονέμεται εἰς τὰς χήρας καὶ εἰς τὰ ἀνήλικα τέκνα τῶν φονευθέντων στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι ἐπαρκής, ὅπως δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ σύνταξις, ἡ ὁποία χορηγεῖται εἰς τοὺς ἀναπήρους ἐκ τῶν τραυμάτων στρατιωτικοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν. Ἔχει ἐπιτακτικὸν ἡ Πολιτεία καθῆκον νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν...
§181Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Μάλιστα.
§182Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπίσης, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κάμῃ δήλωσίν τινα καὶ ἄρῃ τὴν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον. Ἡ αὔξησις τῶν συντάξεων τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἐπιβεβλημένη καὶ ὡς ἀμοιβὴ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐμεγάλωσαν τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἵνα προσελκύσωμεν εἰς τὸ στράτευμα καὶ εἰς τὸν κλάδον τῶν ἀξιωματικῶν νέους μεμορφωμένους καὶ ἀφωσιωμένους εἰς τὸ καθῆκόν των, οἵτινες καὶ μισθὸν ἐπαρκῆ θὰ ἔχωσι καὶ σύνταξιν ἐπαρκεστέραν δι’ ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας των. Δὲν ἔχει, τάχα, ἡ Πολιτεία ὑποχρέωσιν, ὅπως αὐξήσῃ τὰς συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν εἰρήνῃ παρεσκεύασαν τὸν στρατόν, ἀφοῦ τὸ μεγαλεῖτερον ἔργον τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι ἡ ἐν εἰρήνῃ ἐκπαίδευσις καὶ ἡ προπαρασκευὴ τῶν στρατιωτῶν; Πολλοὶ δ’ ἐκ τῶν πρὸ τοῦ 1913 ἀποστρατευθέντων καὶ κατὰ τὸ 1907 ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ κατὰ τὰ ἔτη 1912 καὶ 1913 ἀνεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀποστρατείας, πλεῖστοι δὲ ἐξ αὐτῶν κατὰ τοὺς δύο πολέμους ἄριστα ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Διὰ τοὺς λόγους τούτους καὶ πρὸς ἄρσιν πάσης ἀνισότητος ἔχει δίκαιον νὰ ἀπονεμηθῇ σύνταξις καὶ εἰς πρὸ τοῦ 1913 ἀποστρατευθέντας. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ καταβάλωσι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς τὴν ἀπονομὴν τῶν συντάξεων τούτων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἀναπτύξω τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης. Ὁ κ. Μεϊμαράκης.
§184Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βαλαλᾶς. Ἀπών. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις.
§186Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸν λόγον.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λυμπρίτης.
§188Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐσκόπουν νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ λάβω τὸν λόγον καθαρῶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὐδόλως εἰσερχόμενος εἰς τὰς λεπτομερείας. Τὸ Κράτος ἐθεώρησε πάντοτε ὑποχρέωσιν, ὅπως περιθάλψῃ τοὺς ὑπηρετοῦντας αὐτό, παρέχον σύνταξίν τινα εἰς αὐτούς. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἀνίκανοι πλέον νὰ ἐργασθῶσι διὰ τὸ στράτευμα, ἡ Πολιτεία, ἔχουσα ἀνάγκην βοηθήματος διὰ νὰ συντηρηθῶσιν, εἶχεν ὁρίσῃ κρατήσεις τινὰς διὰ τοὺς στρατιωτικούς, ἔδωκε δὲ γλισχροτάτας τινας συντάξεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐδικαιολογεῖτο διὰ τὴν γλισχρότητα, διότι δὲν κατέθετον ὑπὲρ τῆς συντάξεως ταύτης, ἐν τούτοις ἦλθον νόμοι ἄλλοι, οἵτινες κατέστησαν τάξεις τινας ἀνθρώπων προνομιούχους. Θέλετε νὰ σᾶς τὰς ἀπαριθμήσω; Τὰς γνωρίζετε πάντες, ἀρχίζω δὲ ἀπὸ τοὺς τελευταίους. Προσῆλθον ἀπὸ τὸν δικαστικὸν κόσμον καὶ ἴσως ἐκ τοῦ κλάδου τῶν δικηγόρων, προσῆλθον ὡς δικασταὶ στρατιωτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ἠσχολοῦντο ὄντως πρὸς ἀπόδοσιν δικαιοσύνης ἐπὶ σοβαρῶν ὑποθέσεων, ὁποῖαι εἶναι αἱ πολιτικαὶ ὑποθέσεις, καὶ ἀπεσπάσθησαν διὰ νὰ δικάζωσι ποινικὰς ὑποθέσεις, συνεδριάζοντες ἅπαξ ἢ δὶς τῆς ἑβδομάδος, εἰς δὲ τὸ Ἀναθεωρητικὸν ἅπαξ ἢ δὶς τοῦ μηνός. Καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, ἐπὶ τοσοῦτον ὀλίγον ἐργαζόμενοι ἐπὶ ἐργασίας κοινοτάτης, ἡ ὁποία εἶναι ἴσως κατωτέρα καὶ αὐτῆς τῆς Εἰρηνοδικειακῆς ἀκόμη ἐργασίας, διότι ἡ ποινικὴ νομοθεσία εἶναι τόσον ἁπλῆ, ὥστε βλέπετε προσλαμβάνει καὶ τοὺς ἐνόρκους, τοὺς οὐδόλως ἁπτομένους νομικῶν ὑποθέσεων, ἐπὶ ἑνὸς θέματος τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης τῆς ἐνοχῆς ἢ μὴ ἐνοχῆς. Ἐν τούτοις πρὸς τούτους ἐδώσαμεν σύνταξιν 600, 700 δραχμῶν, διότι τοὺς ἐδώσαμεν καὶ χονδροὺς μισθοὺς κατὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματός των. Ἔλαβον τὴν τελευταίως εὐεργετηθεῖσαν τάξιν. Δὲν φθονῶ τοὺς ἄνδρας. Ἔρχεται ἄλλη τάξις, προηγουμένη, εἰς τὴν ὁποίαν, ὁμολογῶ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἀρχίζω ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποδίδω δικαιοσύνην, εἰς τὴν τοιαύτην σύνταξιν, ὁ καθηγητὴς τῶν Πανεπιστημίων. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου μετὰ ὑπηρεσίαν ὄχι πλέον 45 καὶ 50 ἐτῶν, ἀλλὰ 35 ἐτῶν μόνον, νομίζω, λαμβάνουν ἀκέραιον τὸν μισθὸν αὐτῶν ὡς σύνταξιν. Εἶναι οἱ Ἀρεοπαγῖται. Βεβαίως, τὸ ἔργον αὐτῶν εἶναι ὕψιστον. Αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν χρησιμεύουσι πρὸς καθοδήγησιν καὶ τῶν λοιπῶν δικαστηρίων. Διὰ τῆς ἀναιρέσεως ἢ διὰ τῆς συγκρίσεως ἀποφάσεων. Ὥστε ὄντως τὸ ἔργον αὐτῶν εἶναι μέγα καὶ δίκαιον. Καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω, διὰ τὴν πολύμοχθον αὐτῶν ἐργασίαν, διὰ τὰς μελέτας, τὰς ὁποίας πρέπει νά κάμνουν διὰ νὰ ἀποφαίνωνται ὀρθῶς, προκειμένου νά εἶναι νομολογία αἱ ἀποφάσεις των, ἀναγνωρίζω τήν ἀπονομὴν μιᾶς συντάξεως μεγαλειτέρας, παρ’ ὅσην λαμβάνουσιν οἱ λοιποὶ ὑπάλληλοι. Προσθέτω δὲ, ὅτι οἱ διατελέσαντες Ἀρεοπαγίται, σπανίως θὰ ἐνασκήσουν καὶ τὸ δικηγορικὸν ἐπάγγελμα. Εἶναι ἐξαίρεσις, ἄν εἷς ἢ δύο ἠδυνήθησαν νὰ τὸ ἐνασκήσωσιν. Ἐν τούτοις, εἶναι μία προνομιοῦχος σύνταξις, τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι καὶ αὐτοί. Ἔρχομαι κατόπιν εἰς ἕν ἄλλο δημιούργημα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω πόθεν ἐφύτρωσεν, εἰς τὰ Συμβούλια τῶν Ὑπουργείων, καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Τὸ Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, εἶναι δωδεκαμελές. Εἶναι λυπηρόν, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι εἰκοσιτετραμελές. Οὗτοι μετὰ ὀλίγων ἐτῶν ὑπηρεσίαν, διδάσκαλοι ὄντες, λαμβάνουσιν ὁλόκληρον τὸν μισθόν των ὡς σύνταξιν...
§189Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὸν ἐπηυξημένον μισθόν.
§190Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Καὶ ἐπηυξημένον μάλιστα γενναιότατα. Λοιπόν, πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριοι, ἐὰν τὸ Κράτος θέλῃ νὰ εἶναι ἐν τάξει, νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τόσον ἔσπευσε νὰ θεωρήσῃ ἀνεπαρκεῖς τὰς συντάξεις, τὰς ὁποίας παρεῖχε καὶ νὰ εὐεργετήσῃ ὡρισμένας τινὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι εὑρέθησαν εἰς τὴν εὐτυχίαν κατ’ ἐκείνην τὴν στιγμὴν νὰ γίνεται νομοθετικὴ ἐργασία σχετικὴ πρὸς τὸ ἔργον αὐτῶν; Ἐὰν πάντα ταῦτα πείθωσιν ἡμᾶς, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων εἶναι ἀναθεωρητέον, οὐδεὶς νομίζω θέλε ὑπάρξῃ ἐν τῇ Βουλῇ, ὁ ὁποῖος νὰ εἴπῃ, ὅτι διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς δὲν εἶναι ἀναθεωρητέα ἡ γλισχρότης τῶν συντάξεων, μετὰ τὰς κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἠδυνήθη τὸ στράτευμα νὰ προσφέρῃ. Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ τοῦ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἔργου τοῦ στρατεύματος. Θὰ εἴπω μόνον ὀλίγας λέξεις περὶ ἐκείνων, οἵτινες ὑπηρέτησαν εἰς τὸ στράτευμα περὶ τῆς τελευταίας ταύτης περιόδου. Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, Κύριοι, δὲν λαμβάνεται καμμία πρόνοια. Ὁ Θεὸς νὰ ἔχει κάμει νωρὶς οἰκονομίαν καὶ μὲ ὀλίγας δαπάνας, ἑπομένως εἶναι ὑπερεπαρκὴς καὶ ἡ σύνταξίς μου. Εἶναι ὅμως ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπεσύρθησαν τῶν τάξεων, πολλοὶ μικροί, καὶ δὲν ἔτυχον τῆς εὐτυχίας νὰ συμπράξωσιν εἰς τὸν τελευταῖον πόλεμον, συνέπραξαν ὅμως εἰς ἄλλον. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ πόλεμος τοῦ 1897 δὲν γεννᾷ δικαίωμα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ ἴδωσι τοὺς κόπους αὐτῶν ἀμειβομένους; Δὲν θέλω νὰ ἀμειφθῶσιν ἀνικανότητες, ὡς ἀσχέτως, οὐδὲ νὰ ὑπερυψώσω τὴν ὀλίγην ἀντίστασιν, τὴν ὁποίαν ἠδυνήθησαν νὰ ἀντιτάξωσιν. Πάντως ὅμως ὁ πόλεμος ἐκεῖνος εἶναι ἀτύχημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιβαρύνει τὸ στράτευμα μόνον, ἐπιβαρύνει καὶ τὴν Πολιτείαν, ἡ ὁποία ἀφῆκε τὸ στράτευμα ἀπαράσκευον. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ εἴμεθα ἐπιεικέστεροι πρὸς ἐκείνους καὶ νὰ μὴ ῥίπτωμεν λίθον κατὰ τῆς κεφαλῆς των καὶ νὰ θεωρῶμεν, ὅτι περὶ αὐτῶν οὐδεμία πρέπει νὰ ληφθῇ φροντίς. Ἀλλὰ παρ’ ὅλα ταῦτα, πρέπει νὰ σταθμίσωμεν καλῶς, διότι βαρύνουσι τὸν Προϋπολογισμόν. Δὲν θὰ ἀνθιστάμην εἰς τὴν πρότασιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, διότι μὲ ὅλην τὴν μετριότητα, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἵνα λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοιούτου θέματος, ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, θὰ ἠναγκαζόμην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ὄντως πείθεται, ὅτι τὸ πολυπληθὲς ἐκεῖνο στράτευμα τῶν παντοειδῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησεν ἡ ὑπηρεσία στρατολόγων, γραφέων, παραγραφέων, ἐάν, λέγω, ἀπὸ τὸ πολυπληθὲς στράτευμα τῶν στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων, στοιχίζον πέντε ἑκατομμύρια, διότι, βεβαίως, πέντε ἑκατομμύρια στοιχίζει, ἐὰν τὰ πέντε ἑκατομμύρια αὐτὰ δύνανται νὰ διατεθῶσι πρὸς βελτίωσιν τοῦ στρατεύματος; Ἡ κατάργησις τοῦ σώματος τοῦ οἰκονομικοῦ, ἡ δικαιολογηθεῖσα ἐκ τῶν ἐσχάτως ἀνακαλυφθεισῶν καταχρήσεων, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη. Κύριοι, δὲν κόπτουν τὸ δένδρον, διότι ἔτυχεν εἷς κλάδος αὐτοῦ νὰ παρουσιάσῃ ἀτελείας· ὄχι. Βελτιώνουσιν αὐτὸν καὶ ὤφειλον νὰ βελτιώσουν τὸν οἰκονομικὸν κλάδον καὶ ὄχι νὰ δεχθῶσι ποτὲ, ὅπως οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν προωρισμένοι ἐκ τῶν μαχίμων ὅπλων νὰ ὁδηγήσωσι τὸ στράτευμα εἰς τὸν πόλεμον, ἦσαν προωρισμένοι ὡς συνταγματάρχαι ἢ ἀντισυνταγματάρχαι νὰ εἶναι μέλλοντες Μέραρχοι, ἴσως καὶ στρατηγοί, οὗτοι νὰ ἀπέλθωσιν εἰς οἰκονομικὴν διαχείρισιν. Κύριοι, τὴν ὁποίαν οὐδὲ ἐγνώριζον, οὐδὲ σήμερον γνωρίζουσι, καίτοι ἐκλήθησαν νὰ ὑπηρετήσωσιν αὐτήν. Εὑρίσκω, Κύριοι, μίαν ὑποτίμησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδέχθησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τοιαύτην ὑπηρεσίαν. Ἐρωτῶ, Κύριοι! διὰ τίνα λόγον κατηργήθη, — ἀλλ’ εἶμαι, Κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν: Ἐάν τις ἔχῃ ἀντίρρησιν, εἶμαι ἕτοιμος νὰ διακόψω.
§191ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§192Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἦτο ἀναγκαία ἡ κατάργησις τοῦ Σώματος τῶν κτηνιάτρων. Γνωρίζετε ποία ἡ ὑπηρεσία τῶν κτηνιάτρων; Δὲν ἔχουσι πλέον νὰ ἐνεργήσωσιν ἐπὶ λογικῶν ὄντων, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἵππων, ἐπὶ τῶν κτηνῶν. Καὶ ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσι — δὲν δύναμαι νὰ δώσω λεπτομερείας, ὅσοι ἔτυχε νὰ γνωρίζωσι τὰ πράγματα καὶ πράγματα, γνωρίζουσι πόσον εἶναι ταπεινωτικὴ καὶ ἀναχρονιστικὴ ἡ ὑπηρεσία τοῦ κτηνιάτρου. Ἐὰν αὐτὸς φέρῃ τὴν στολήν, ἡ στολὴ αὐτὴ τὸν προσαυλίζει πρὸ τοῦ χλευασμοῦ τοῦ τελευταίου σταυλίτου, ὅταν οὗτος ἔβλεπεν αὐτὸν ἐνεργοῦντα, ὡς ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ πρὸς σωτηρίαν, πρὸς θεραπείαν τοῦ ζώου. Καὶ ὅμως ἀπέβαλον αὐτὸν καὶ θέλουσι σταυλίτας, χωρὶς στολὴν στρατιωτικὴν καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἀσχολούμενοι εἰς τὸν σταῦλον, πολὺ δυσκόλως ἐπιβάλλονται ἐπὶ τῶν ὑπηρετῶν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν. Ἔπρεπε, λοιπόν, νὰ μείνωσιν οἱ κτηνίατροι καὶ νὰ ἔχωμεν κτηνιατρικὸν κλάδον, ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἕτοιμος εἰς πᾶσαν στιγμὴν, ἀσκούμενος στρατιωτικῶς, νὰ παρακολουθῇ τὸ στράτευμα εἰς πάσας τὰς δεινοπαθείας, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ἐν ἐκστρατείᾳ. Ἦτο, λοιπόν, ἄστοχος ἐντελῶς ἡ κατάργησις τοῦ κτηνιατρικοῦ κλάδου. Ἐπίσης, ποῖος ἄλλος κλάδος; Ὁ φαρμακευτικός. Οἱ δυστυχεῖς φαρμακοποιοὶ παρεκινοῦντο ἀπὸ τὸ «λιλὶ», τὸ ὁποῖον ἔφερον εἰς τὸ περιλαίμιόν των καὶ ἀπὸ τὸ ξῖφος, τὸ ὁποῖον ἔφερον καὶ τὸ ὁποῖον οὐδόλως ἐχρησίμευεν εἰς αὐτούς, ἀλλ’ αὐτὸ τοὺς ἐκράτει, ἵνα τὸ ἔργον αὑτῶν ἀφιερώσωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος. Ἡ μικρὰ αὕτη τιμή, τὴν ὁποίαν ἀπελάμβανον, ἡ ὁποία ἱκανοποίει τὴν φιλοτιμίαν αὐτῶν, ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ μᾶς κρατῇ ἀφωσιωμένον κλάδον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατεύματος. Ἐν τούτοις καὶ τὸν κλάδον τοῦτον κατηργήσαμεν. Ὅλα αὐτά, Κύριοι, εἶναι πράξεις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, τυφλωθέντες ὑπὸ ἐπιτυχιῶν, τὰς ὁποίας ἔσχομεν διὰ τοῦ στρατοῦ, ἔσπευσαν ἀμέσως, δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἀκρίτως, ἄνω καὶ κάτω, νὰ ἀνατρέψωσι πᾶν ὅ,τι καλῶς ἵστατο. Ὑπάρχει, Κύριοι, μία παλαιὰ παροιμία, τὴν ὁποίαν πρέπει πάντες νὰ ἠξεύρωμεν, ὅτι «μὴ κίνει κακὸν εὖ κείμενον», ἡμεῖς ὅμως, Κύριοι, ἐσπεύσαμεν νὰ ἀνατρέψωμεν ὀργανισμούς, ὁπωσδήποτε λειτουργοῦντας εὐστόχως, διὰ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωμεν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε δὲν ἔχει δώσει εἰς ἡμᾶς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προσεδοκῶμεν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ ἡ ὥρα, ὁπότε θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ παλαιὰ καὶ θὰ καταρρίψωμεν τὰ νέα. Ἦτο ἡ παλαιὰ φαυλοκρατία, ἔπρεπεν ὄχι μόνον κατὰ τὰ ἄτομα νὰ σκουπισθῇ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοὺς ὀργανισμοὺς καὶ τοιουτοτρόπως, ὡς λίβας, πνεύσας, οἱ Φιλελεύθεροι καὶ ὁ νεωτερισμὸς ἐσκούπισε ξηρὰ καὶ χλωρά, ἐξερρίζωσε καρποφόρα μετ’ ἀκάρπων. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις, τήν ὁποίαν ἐδημιούργησεν καὶ τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ διορθώσωμεν. Ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην δαπανῶν μεγάλων, εὑρισκόμεθα εἰς τήν ἀνάγκην ἀνανεώσεως ὑλικῶν, καὶ ἄν δὲν δυνάμεθα σήμερον, πολὺ ταχέως θὰ τὸ ἀνανεώσωμεν καὶ θὰ ἀπαιτηθῶσιν ἑκατοντάδες ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ ζητηθῶσιν ἀπὸ τὸ Κράτος, καθ’ ἥν στιγμὴν εὑρίσκεται τοῦτο ὑπὸ τὸ βάρος τόσων μεγάλων οἰκονομικῶν ὑποχρεώσεων, ὥστε, μὰ τήν ἀλήθειαν, δὲν θὰ ἠξεύρωμεν ἄν θὰ προτιμήσωμεν τὰς συντάξεις νὰ σκουπίσωμεν, ἢ τάς προμηθείας· τὸ Πανεπιστήμιον νὰ κλείσωμεν ἢ πυροβόλα νὰ φέρωμεν; Μὴ μὲ νομίσετε ὑπερβολικόν, διότι, ἄν πρόκειται ἐκ τοῦ στρατεύματος τούτου νὰ σώσωμεν τὸ κτηθέν, δὲν γνωρίζω, ἄν δὲν πρέπει νὰ κλείσωμεν τὰ σχολεῖα, νὰ κόψωμεν καὶ τὸ ἥμισυ τῆς συντάξεως καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς· «περάσατε μὲ τὸ συσσίτιον τοῦ στρατιώτου καὶ μὴ ζητεῖτε νὰ τραφῆτε καλλίτερον, διότι ἀπὸ τοῦτο ἐξαρτᾶται ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος, τὸ συμφέρον τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Φυλῆς». Ἀπέναντι τοῦ τοιούτου κινδύνου, διότι νομίζω, ὅτι βλέπω ἀντίκρυς τὸν Ὄλυμπον ἀνυψούμενον καὶ ἐρχόμενον νὰ καταπλακώσῃ τὴν Χώραν τῶν ἐλευθέρων, τῶν νῦν καὶ πρότερον, φροντίσατε καλῶς νὰ μὴ ὑπερβῶμεν τὰ ἐσκαμμένα καὶ νὰ κρατήσωμεν τάς οἰκονομικάς δυνάμεις τῆς Χώρας ἐκεῖ, ὅπου πρέπει. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ, λοιπόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εἴπω μερικὰ πράγματα. Εἶπεν ὅτι τὸ γλωσσόκοπον — ἀντὶ τοῦ λειμπαρᾶ — θὰ προκύψῃ διὰ 4 ἢ 5 ἔτη ποσὸ καλύπτον περίπου τὰς συντάξεις, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ ὑπενθυμίσω, ὅτι οἱ συνταξιοῦχοι ἐπὶ πέντε ἢ δέκα ἔτη θὰ εἶναι οἱ προερχόμενοι ἐκ τῶν στελεχῶν, ἅτινα περιλαμβάνουν χιλίους 1.500 ἢ 2.000 ἀξιωματικοὺς καὶ τότε βεβαίως ἐφ’ ὅσον αἱ εἰσφοραὶ αἱ καταβαλλόμεναι θὰ καταβάλλωνται ὑπὸ 5.500 ἀξιωματικούς, θὰ εἶναι σχεδὸν ἐπαρκεῖς δι’ αὐτούς, δὲν θὰ εἶναι ὅμως ἐπαρκεῖς, ὅταν αὐτοὶ οἱ 5.500 θὰ ἀρχίσουν νὰ γίνωνται συνταξιοῦχοι, διότι θὰ ἔχωμεν 5.500 προσφέροντας καὶ 5.500 ἀποσταλέντας εἰς ἀποστρατείαν. Θὰ μοὶ εἴπῃ βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ θὰ εἶναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησίς του, ὅτι τὸ στράτευμα δὲν θὰ μείνῃ μὲ τοὺς 5.500 ἀξιωματικούς. Βεβαίως, θὰ αὐξήσῃ, ἀλλ’ ἡ ἀθρόα αὔξησις, ἥτις ἐπῆλθεν, ὥστε ἀπὸ μόλις 22000 στρατοῦ, ὃν εἴχομεν ἐν εἰρήνῃ, νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην στρατοῦ ἐν εἰρήνῃ 60.000 ὑπὸ τὰ ὅπλα, νομίζω, ὅτι ἀπῄτησεν ἕνα τριπλασιασμὸν δαπανῶν καὶ στελεχῶν, δὲν θὰ δυνάμεθα δὲ μετὰ μίαν πενταετίαν νὰ κάμωμεν τὸν ἴδιον διπλασιασμὸν καὶ τριπλασιασμόν. Διὰ τοῦτο τὸ γλωσσόκομον θὰ φανῇ ἀνεπαρκές. Διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ τὸ ἀκόλουθον. Αἱ πολιτικαὶ συντάξεις προέρχονται ἐκ κρατήσεων, ἀλλ’ ὅμως αἱ κρατήσεις αὗται ἀπὸ τοῦ 1868 δὲν ἐπήρκουν διὰ νὰ πληρωθῶσιν αἱ πολιτικαὶ συντάξεις. Ὑπῆρχε χωριστὸν ταμεῖον μὲ χωριστὴν διαχείρισιν καὶ τὸ Δημόσιον κατ’ ἔτος ἤρχετο διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ παράσχῃ τὸ μὲν πρῶτον ἔτος 500 χιλιάδας δρχ., τὸ δεύτερον 800, εἶτα ἑκατομμύριον, ὅταν δὲ εἶδεν, ὅτι ἔπρεπε κατὰ δύο ἢ τρία ἔτη νὰ αὐξάνῃ τὸ ποσὸν τοῦ Ταμείου Συντάξεων, ἐσκέφθη, ὅτι εἶναι περιττὴ αὐτή ἡ κωμῳδία, ἂς ρίψωμεν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον τὸ ποσὸν τῶν κρατήσεων καὶ ἂς ἀναλάβῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ πληρώνῃ τὰς συντάξεις. Τοῦτο, λοιπόν, θὰ ἤθελον νὰ γίνῃ, νὰ παρέχωμεν καὶ ἡμεῖς κρατήσεις, ὄχι ὅσας παρέγουν οἱ πολιτικοὶ ὑπάλληλοι, ἀλλὰ τὸ ἔχετε 4½, κάμετέ το 6½%....
§193Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Καὶ ἀκόμη θὰ ἠδυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, προκειμένου νὰ πληρωθῇ μία τοιαύτη ἀνάγκη.
§194Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἂς γίνῃ 6 καὶ 6½% διὰ τοὺς ἀνωτέρους, καὶ ὀλιγώτερον διὰ τοὺς κατωτέρους.
§195Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει διαβάθμισιν.
§196Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ γίνῃ διαβάθμισις οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποδοχῶν, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κλίμακος.
§197Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Προοδευτικῶς, δηλαδή;
§198Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Δημόσιον διὰ τὰ πρῶτα ἔτη δὲν θὰ καταβάλῃ τι, ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἔχῃ νὰ καταβάλῃ καὶ ὅταν ἔλθῃ ἐκείνη ἡ στιγμή, θὰ τὸ σκεφθῇ κατὰ πόσον θὰ εἶναι βαρύ, διότι καὶ τοῦ Κράτους τὰ οἰκονομικὰ δὲν δύνανται νὰ εἶναι ἐν οἵᾳ καταστάσει εἶναι σήμερον, ὁπότε ἀναγκαζόμεθα νὰ σκεφθῶμεν, ὑφ’ ἃς σήμερον διατελοῦμεν, περιστάσεις. Ἔρχεται ἕν ἄλλο ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω χωριστὴν γνώμην πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, τὰ τῶν τραυματιῶν καὶ τῶν φονευθέντων ἐν πολέμῳ, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀποτελέσουν ἰδίαν μέριμναν. Περὶ τούτων εἶναι ὑπέγγυον τὸ Κράτος, τὸ δὲ ταμεῖον τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων δὲν ἔχει λόγον νὰ ἀναμιχθῇ. Ὅταν δὲ ληφθῇ ἰδιαιτέρα μέριμνα καὶ γίνῃ ἰδιαίτερον ταμεῖον, θὰ εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ τὸ πλουτίζωμεν καὶ δὲν θὰ ἐγερθῇ κανὲν παράπονον, ἂν φορολογηθῶσι καὶ τάξεις τινὲς τῆς Πολιτείας. Εἶναι δὲ ἡ διαφορὰ οὐσιώδης καὶ ριζικὴ μεταξὺ τῶν δύο ἀντικειμένων, διότι τὸν πόλεμον δὲν ἔκαμαν οἱ ἀξιωματικοί, δὲν ἔκαμαν οἱ μονίμως στρατευόμενοι, ἀλλὰ τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, τὸ ἀποστεῖλαν τὸ δέκατον τοῦ πληθυσμοῦ του, διότι ἐπὶ 2.500.000 εἴχαμεν 240 χιλιάδας στρατευομένους κατὰ τὸν πόλεμον, ἐκ τῶν στρατευομένων δὲ τούτων τὰ 90% ἢ 95% εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν ἐπὶ τοῦ Ταμείου τῶν συντάξεων, ἀλλ’ εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσέφερον τὸ αἷμά των καὶ τῶν ὁποίων οἱ οἰκογένειαι ἐστερήθησαν τῶν προστατῶν των. Ἡ Πολιτεία εἶναι ὑπόχρεως νὰ διαθρέψῃ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, καθ’ ὃν χρόνον οὗτοι στρατεύονται καὶ πολεμοῦσι, τὰς δὲ ἀπορφανισθείσας, νὰ τὰς προστατεύσῃ δεόντως καὶ ἀξιοπρεπῶς, ὀλιγοστεύουσα πολλὰς δαπάνας, φθάνω νὰ εἴπω, ἐλαττώνουσα τὰς συντάξεις τῶν ἀξιωματικῶν, ἕως ἐκεῖ φθάνω, διότι ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐνδιαφερώμεθα, ἡμεῖς εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁδηγοῦμεν αὐτοὺς εἰς τὰς μάχας καὶ πρὸ ἡμῶν πίπτουσι καὶ ἡ καρδία ἡμῶν αἱμάσσει ὅταν στερῆται τῶν ἀνθρώπων, μεθ’ ὧν συμπολεμεῖ καὶ πολλάκις ὁ ἀξιωματικὸς αἰσθάνεται λύπην, διότι πίπτει εἷς ὁπλίτης του καὶ δὲν πλήσσεται αὐτὸς οὗτος. Εἶναι φοβερὰ ἡ στιγμή, καθ’ ἣν ζητεῖ τις ὑπερανθρώπους θυσίας, ἀπὸ τοὺς ὁπλίτας. Αὐτοὶ ἀποτελοῦσι τὰ 95% τοῦ στρατεύματος καὶ εἶναι ὀρθὸν ἡ Πολιτεία νὰ μὴ παρασύρῃ τὸ ζήτημά τους μὲ ζήτημα ἀφορῶν παγίαν κατάστασιν. Οἱ πόλεμοι, Κύριοι, δὲν γίνονται καθ’ ἑκάστην καὶ ἐὰν σήμερον ἠθέλομεν διαθέσει διὰ τὰ θύματα τοῦ πολέμου καὶ ἕν ἑκατομμύριον, ἅμα παρέλθωσι 15 ἢ 20 ἔτη εἰρήνης, τὸ ποσὸν τοῦτο θέλει ἐλαττωθῇ καὶ συνεπῶς ἡ δαπάνη αὕτη τοῦ Κράτους θέλει ἐκλείψει. Οἱ πόλεμοι φέρουσι μεγάλην ἀνατροπὴν εἰς τὰ οἰκονομικὰ τῆς Χώρας, ὥστε ἂς φέρουσι καὶ αὐτὴν τὴν ἀνατροπήν. Ἂς δοθῇ σύνταξις εἰς τοὺς τραυματίας καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας ἐκείνων, οἵτινες ἔχυσαν τὸ αἷμά των. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον διατυπῶ τὰς γνώμας μου, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἀπουσιάζει, ἐὰν ἦτο παρών, θὰ εἶχέ τι νὰ ἀντιτάξῃ εἰς τὰς ἰδέας μου.
§199Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχει ὑπογράψει τὸ νομοσχέδιον.
§200Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸ ἔχει ὑπογράψει ὁ προηγούμενος καὶ αἰσθάνομαι τόσην τιμήν δι’ αὐτόν, ὥστε ἐξακολουθῶ νὰ θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ὑπογεγραμμένον. Ζητῶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ἵνα δώσωμεν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως συναρμολογήσῃ τὰς γνώμας του, εἰς τρόπον ὥστε τὸ πρᾶγμα νὰ εἶναι ἁπλούστερον κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἀποτελεσματικώτερον δὲ διὰ τὸν σκοπόν, ὃν ἐπιδιώκει.
§201Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξέθεσα ἤδη τὰς γνώμας μου πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν νομίζω, ὅτι παρίσταται ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα, διότι καὶ ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς καὶ οἱ κ. Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι διεδέχθησαν αὐτὸν εἰς τὸ βῆμα, πολλὰ εἶπον καὶ ὀρθὰ καὶ εὔλογα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἠδυνήθην νὰ ἀντιληφθῶ, οὐδεὶς εἶπέ τι ἐναντίον ἐκείνων τῶν ἀπόψεων, τὰς ὁποίας ἐγὼ εἶχον τὴν τιμήν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν βάσανον καὶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ σημείου τινός, τὸ ὁποῖον ἀνέκυψεν ἐκ τῆς οὐσιαστικῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν μετέσχον. Διότι ἐφάνη τονίσας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν οὐσιαστικῶς, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῆς συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν ἀποστρατευομένων, θὰ διεξάγεται πλέον ἐκ τοῦ ἰδίου αὐτῶν κουμπαρᾶ, ἵνα μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὴν γραφικὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὅτι ἡ φορολογία ἡ προβαλλομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι προωρισμένη νὰ ἔλθῃ εἰς ἀντίκρισμα τῆς συντάξεως, ἡ ὁποία θὰ ἀπονεμηθῇ εἰς τοὺς τραυματίας. Φαίνεται δέ, ὅτι εἰς τὰς ἀντιλήψεις ταύτας συμφωνεῖ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τοῦτο διετυπώθη μετά τινος ζωηρᾶς ἐπιμονῆς ἡ ἀξίωσις τοῦ χωρισμοῦ τοῦ νομοσχεδίου εἰς δύο νομοσχέδια. Θὰ μοι ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἠδυνήθην νὰ κατανοήσω τὴν διαφορὰν ταύτην, καὶ ἰδιαιτέρως τήν σπουδαιότητα τῆς διαφορᾶς καὶ τὴν σημασίαν τῆς διαφορᾶς· καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἀποδοθεῖσα σημασία στηρίζεται ἐπὶ τινος ριζικῆς πλάνης. Διότι, οὔτε διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, οὔτε δι’ ἐκείνου, ὅπερ χωριστὰ θέλει ὑποβληθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν πρόκειται νὰ ἱδρυθῶσιν ἰδιαίτερα ταμεῖον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τοιοῦτόν τι ἐννοῇ, τὸ πρᾶγμα διαφέρει. Ἐὰν πρόκειται τοὐτέστι νὰ ἱδρυθῇ ἰδιαίτερον ταμεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ δέχηται τὰς κρατήσεις τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸ ταμεῖον αὐτὸ νὰ χρησιμεύῃ εἰς ὑπηρεσίας τῆς συντάξεως καὶ οὐδὲν μέτρον πέραν τοῦ ταμείου αὐτοῦ νὰ λαμβάνεται, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο νοητόν, ὅπως ἐπίσης θὰ ἦτο νοητόν, ἐὰν ἡ εἰδική αὕτη φορολογία, ἡ θεσπιζομένη, ἐπρόκειτο νά προορισθῇ, νὰ ἀφορισθῇ εἰς εἰδικὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν τραυματιῶν. Περὶ τοιούτου τινὸς ὅμως δὲν πρόκειται. Πρόκειται καὶ αἱ κρατήσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἢ πολλαὶ ἢ ὀλίγαι, νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· πρόκειται καὶ ἡ φορολογία αὐτή, ἡ ὁποία συμπολιτεύεται ἁπλῶς ὑπὸ μορφὴν γειτνιάσεως νομοπαρασκευαστικῆς μὲ τὸ νομοσχέδιον τὸ περὶ συντάξεων, πρόκειται καὶ αὕτη, δηλαδή, τὸ ἐξ αὐτῆς προϊόν, νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ κοινὸν δημόσιον ταμεῖον, ἀπὸ τὸ ὁποῖον μετὰ τῶν λοιπῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους θὰ πληρώνονται καὶ αὐταί· καὶ ἐὰν δὲν ἐξαρκῶσι, θὰ ἀντικρίζωνται ὑπὸ ἄλλων, καὶ ὑπὸ ἄλλων καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὁ χωρισμὸς ἑπομένως, ἐφ’ ὅσον διὰ τοιοῦτον ζητεῖται λόγον, στερεῖται σπουδαιότητος, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται—περὶ οὗ ὅμως δὲν πρόκειται, διότι τοιαύτη τις ἐξήγησις δὲν ἐγένετο, —νὰ ἱδρυθῶσιν ἰδιαίτερα ταμεῖα. Τότε θὰ ἦτο νοητὴ ἡ ζητουμένη διάκρισις. Τήν παρατήρησιν ταύτην ἔκαμα διὰ τὴν συζήτησιν οὐσιαστικήν, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν καὶ ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τήν διαίρεσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§202Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Οὐδαμῶς, κ. Συνάδελφοι, εἶχον ἐγὼ ὡς βάσιν τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας. Ὡμίλησα, ὡς ἤθελον ἐγὼ νὰ ὁμιλήσω, οὐδ’ ἀπέβλεπον δὲ εἰς τὸ νὰ παραστήσω, δι’ ὅσων εἶπον, τήν ἀνάγκην τῆς διαιρέσεως τοῦ Ταμείου τῶν τραυματιῶν ὁπλιτῶν ἀπὸ ἐκείνου τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ ὑποβεβλημένῳ δὲν ὑπάρχουσιν αἱ λεπτομέρειαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν ἑνὶ νομοσχεδίῳ, μεριμνῶντι περὶ προστασίας τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων, εἴτε τῶν τραυματιζομένων, διότι ἡ σειρὰ τῶν τραυματιῶν καὶ πεσόντων εἶναι ποικίλη. Εἶναι οἱ ἐν πολέμῳ πεσόντες, εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἐκτελοῦντες ὑπηρεσίας βοηθητικάς, πίπτουσιν, εἶναι καὶ οἱ τραυματιζόμενοι. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἀποτελέσῃ ἰδιαιτέραν μελέτην, ἐὰν δὲ καὶ εἰς ἐμὲ ἀνετίθετο νὰ συντάξω τὸ νομοσχέδιον, ἤθελον ἀναγκασθῆ νὰ ἐργασθῶ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, ἵνα περιλάβω ὅλας τὰς λεπτομερείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον προστατεύσει πάντας ἐκείνους, οἵτινες θυσιάζουσιν ἑαυτοὺς καὶ ἀφήνουσι τὰς οἰκογενείας των ὀρφανάς, ὅπως μὴ τυχὸν διὰ τοῦ ἐλέγχου, ὃν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἐνεργῶν εὑρίσκει, ὅτι τοῦτος ἢ ἐκεῖνος ἢ ὁ ἄλλος δὲν ἔχουσι δικαίωμα. Ἤθελον πλῆρες νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ μεριμνᾷ περισσότερον περὶ τῶν ὁπλιτῶν, παρὰ περὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Ὁ δὲ χωρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι διόλου ἐπιβλαβής, οὐδὲ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν, τοὐναντίον ἀποκαθαίρει αὐτὸ ἀπὸ θέματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι οἰκεῖα. Ἐδῶ ἔχομεν κρατήσεις, ἐκεῖ δὲν ἔχομεν· ἐδῶ ἔχομεν ὑπηρεσίαν ἐτῶν, ἐκεῖ δὲν ἔχομεν ὑπηρεσίαν ἐτῶν. Εἶναι πολὺ διάφορα τὰ θέματα καὶ διὰ τὴν διαφορὰν τῶν θεμάτων καὶ διὰ τήν ποικιλίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ἡ λειτουργία ταμείων οὐχὶ κεχωρισμένων, θὰ εἶναί τι λίαν παράτυπον.
§203Γ. ΠΩΠ. Μετὰ τὰς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις τῶν σκέψεών μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τὸ τέρμα τῆς συζητήσεως, ἤκουσα δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν, οὐχὶ τόσον σαφῶς, ὥστε εὔλογον ἦτο νὰ προκαλέσωσι παρατηρήσεις ἀξιοτίμων Συναδέλφων. Αἱ τελευταῖαι παρατηρήσεις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λαρίσης κ. Βουλευτοῦ παρουσιάζουσιν ἰσχυρότερον τὸ ἐπιχείρημά μου, περὶ ὅσων ἔσχον τὴν τιμὴν πρὸ μικροῦ νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον προῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀναπληρῶν τὸν προσωρινῶς ἀπουσιάζοντα κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν δίδει ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπεζήτησεν ἡ συζήτησις, ἡ ἀρνηθεῖσα τὴν παροχὴν ψήφου εἰς τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃν τρόπον τοῦτο προσήχθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ θέμα διεσαφίσθη καλῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς γενομένης συζητήσεως. Πρόκειται περὶ παροχῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς πρόκειται περὶ παροχῆς συντάξεως εἰς ὁπλίτας τραυματίας, προσετέθη, καὶ προσετέθη ὀρθῶς, εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων ὁπλιτῶν, προτετέθησαν δὲ συγχρόνως δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, συνεπεία τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως, μὴ ἀναφερόμεναι οὔτε εἰς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, οὔτε εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἴτε κατὰ τὸν ἕνα τρόπον, εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον ἐτέθησαν εἰς ἀποσάφισιν τῶν ἰδεῶν, αἵτινες ἐκράτησαν, ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν τὰ θέματα περὶ τῆς ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ εἰς τοὺς ὁπλίτας. Συμπίπτει ἀπολύτως ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ παρεχόμεναι συντάξεις πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς μέχρι τοῦδε, ἦσαν γλισχρόταται. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀξιωματικῶν ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσωσι καὶ μετὰ τὸν θάνατον τοῦ μεταστάντος, ἀξιωματικοῦ τὴν ἀξιοπρέπειαν, ἡ ὁποία ὀφείλεται νὰ τηρῆται ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας τοῦ τετιμημένου ἀξιωματικοῦ καὶ νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰ οἰκονομικὰ αὐτῆς βάρη, διότι, ἀτυχῶς, ἡ πενία δὲν εἶναι ἡ ὁδὸς ἡ ἄγουσα πρὸς τὴν ἀρετήν. Ἔπρεπε νὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως εἰς αὐτούς, καὶ νομίζω, ὅτι πρὸς τοῦτο εἴμεθα πάντες σύμφωνοι μέχρι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδιαιτέρως μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι γνώστης τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων καὶ ἐνδεδειγμένος διὰ τὴν προσκόμισιν τοιούτων νομοσχεδίων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Συμπίπτουσιν ἐπὶ τούτου αἱ γνῶμαι, ὅτι πρέπει αἱ παρεχόμεναι συντάξεις ὑπὲρ τῶν ἐν ἀποστρατείᾳ ἤδη ἀξιωματικῶν, νὰ παρέχωνται ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οὗτοι ἀποστρατεύονται, διότι, κατὰ τὴν ἐμὴν τουλάχιστον ἀντίληψιν, προκειμένου περὶ παροχῆς συντάξεων, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ἓν μέτρον γενικὸν καὶ νὰ θέσωμεν ἰσότητα, ἀδιαφόρως πρὸς τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον λαμβάνει χώραν ἡ ἀποστρατεία, ἐφ’ ὅσον δὲν παραδεχόμεθα αἰτίας τραυμάτων καὶ λόγους ἀνικανότητος, περὶ ὧν καὶ μόνων περιπτώσεων δύναται νὰ ὑπάρξῃ διάκρισις. Ἐκ τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ἐποιησάμην καὶ τὰς ὁποίας δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προσκομίσω ἐνώπιον ὑμῶν κατὰ τὴν σημερινὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομ)δίου, διότι δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅτι θὰ γίνῃ τοιαύτη συζήτησις, ἀλλ’ ἐκ τοῦ προχείρου, προέκυψαν συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα θά μοι ἐπιτρέψητε νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, ἵνα ἀναιρέσω τὰ συμπεράσματα καὶ τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι αἱ παρεχόμεναι συντάξεις εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς εἶναι μεγαλείτεραι τῶν εἰς ἄλλους ὑπαλλήλους ἀπονεμομένων. Αἱ στατιστικαὶ ἐξ ἄλλου, τὰς ὁποίας ὅμως, ἀτυχῶς, δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ προσκομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, παρέχουσιν ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῆς ἀπονεμομένης συντάξεως, καὶ ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς διὰ καταβολῆς αὐτασφαλείας, οὕτως εἰπεῖν, τῶν καταβαλλομένων συντάξεων δι’ ἑαυτοὺς καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, παρέχει ἐν τῷ συνόλῳ ἐκεῖνο, τὸ κατέβαλεν ὁ δικαιούμενος εἰς σύνταξιν δι’ ἑαυτὸν καὶ διὰ τὴν οἰκογένειάν του. Ἔχω στατιστικήν, ἐξ ἧς ἐμφαίνεται, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἐγένετο σκέψις περὶ αὐξήσεως τοῦ ποσοστοῦ τῆς παρεχομένης συντάξεως, διότι ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετόν. Διότι ἐπὶ 100 δραχμῶν, ἵνα μεταχειρισθῶ στρογγυλὸν ἀριθμόν, κρατεῖται 7%, μετὰ 20ετῆ δὲ ὑπηρεσίαν λαμβάνει τὸ ἥμισυ, ὅσον, δηλαδή, θὰ ἐλάμβανεν ὁ καταθέτης ἐὰν κατέθετεν εἰς ἄλλην ἀντασφαλιστικὴν ἑταιρείαν. Ἀτυχῶς, ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν σύστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ ἀνακουφιστικὸν διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Ἑπομένως, οἱ ἔχοντες τοιαύτας τὰς μελέτας καὶ ἐκ τῶν μελετῶν τοιαῦτα συμπεράσματα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν, ὅπως ἀπονεμηθῇ αὔξησις συντάξεως εἰς τοὺς ἀξιωματικούς; Δυνάμεθα νὰ παρατηρήσωμεν, ὅτι λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἐζητήθη ἡ πολιτικὴ καταβολή, ὡς ἐζητήθη ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, ἡ μέχρις 6% καταβολὴ ἐτησίως, δὲν θὰ ἐπιβαρύνει τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους καὶ μέχρι τούτου εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἐνθυμοῦμαι, σχετικῶς μὲ τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης, ὅτι τοῦτο γινόμενον μετὰ πάροδον διαστήματος μακροῦ, ὅτε εὐχόμεθα νὰ διπλασιασθῶσι καὶ τριπλασιασθῶσι τὰ στελέχη τοῦ στρατοῦ, διότι τοῦτο θὰ συνέβαινε κατ’ ἀναλογίαν τῶν ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν δυνάμεθα τοῦ Κράτους, θὰ ληφθῶσι μέτρα, ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρξωσιν ἐλλείμματα νὰ παράσχῃ τὸ Κράτος πρὸς κάλυψιν αὐτῶν καὶ ἐκ τῶν πλεονασμάτων αὐτοῦ. Τὸ δεύτερον θέμα εἶναι τὸ ζήτημα παροχῆς συντάξεως εἰς τοὺς τραυματίας τοῦ πολέμου καὶ τὰς οἰκογενείας τῶν πεσόντων, ἀλλὰ τὸ θέμα αὐτὸ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ συντελέσῃ ταὐτόχρονον εἰσήγησιν φορολογικοῦ νομοθετήματος. Ἐὰν τὸ Κράτος φρονεῖ, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων ἀνεπαρκῶν αὐτοῦ ὑπάρχει καὶ ἡ ἄνευ δικαιολογίας ἀνεπάρκεια, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν ὀλίγων εὐτυχῶς τραυματιῶν καὶ τῶν ὀλίγων εὐτυχῶς οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων ὁπλιτῶν, τῶν μὴ ἐχόντων πόρους νὰ ἐγκαταλήψωσιν εἰς τὴν οἰκογένειάν των, ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος αὐτό, ἐὰν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ ἀπευθύνεται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ ὡσεὶ — ἂν καὶ εἶναι βαρεῖα ἡ λέξις, θὰ τὴν εἴπω — νὰ φαίνεται τὸ Κράτος καπηλευόμενον τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ πληρώσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην. Θὰ ἐπεθύμουν, ὅπως, προκειμένου τοῦ Κράτους τὸ Ἑλληνικὸν νὰ ἀπονείμῃ αὔξησιν συντάξεων μέρους πρὸς αὔξησιν συντάξεων 30%, 50% προσθέτω ἐγώ, ὑπὲρ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου καὶ τῶν συντάξεων τῶν μελλουσῶν νὰ δοθῶσιν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν πεσόντων, θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ προκαλέσωμεν οὐδεμίαν ψυχικὴν ἀντίληψιν ἔξω τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ ψηφίσωμεν ἄνευ τοιούτου ἀντισηκώματος φορολογίαν, χάριν μιᾶς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὡς Βουλευταὶ καὶ ὡς πολῖται. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι θὰ ἐπεθύμουν νὰ χωρισθῇ ἐντελῶς τὸ φορολογικὸν τοῦτο μέρος. Ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ Κράτος, μετὰ τῶν ἄλλων ἀναγκῶν αὐτοῦ, νομίσῃ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλῃ φορολογίαν, ἂς φορολογήσῃ—τοῦτο θὰ τὸ συζητήσῃ ἡ Βουλή—ἀλλὰ νὰ μὴ συνδέσῃ τὴν ὑποχρέωσιν στοιχειώδους ἀρετῆς, στοιχειώδους ἀνθρωπισμοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχει μεθ’ ἑνὸς φορολογικοῦ μέτρου. Καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὴν δήλωσιν τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως, εἰσηγούμενος τὸ νέον κεχωρισμένον νομοσχέδιον, ἵνα ἐπὶ μὲν τοῦ ἑνὸς μέρους τῆς ἀπονομῆς τῆς συντάξεως παραμείνει ἐκεῖ ὅπου ἔφθασεν ἐν συμπεράσματι ἡ Βουλή, εἰς δὲ τὸ μέρος τῆς ἐπαυξήσεως τῶν συντάξεων τῶν τραυματιῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων νὰ μὴ θελήσῃ νὰ συνδέσῃ αὐτὸ μετὰ νέων φόρων. Ἄς εἶναι δὲ βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει συντελέσει εἰς τὴν αὔξησιν τῶν συντάξεων αὐτῶν, οὐχὶ καπηλευομένη τὸν πατριωτισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ διότι τοῦτο θεωρεῖ ὡς ὑποχρέωσιν αὑτῆς.
§204Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐνόμισα, ὅτι ἔσπευσα νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα ἐκθέσω τὰς γνώμας μου καὶ δώσω τὴν προσήκουσαν κατεύθυνσιν εἰς τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπείσθην, ὅτι τὸ μέτρον ἦτο μέτρον προνοίας, διότι, ἐὰν δὲν ἐλάμβανον ἐγκαίρως τὸν λόγον, ἴσως θὰ ἐδίδετο εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοθετήματος μᾶλλον ἀτυχὴς κατεύθυνσις. Ἀτυχῶς, διεμορφώθη μία ἀτμόσφαιρα ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀφέθη νὰ ὑπολειφθῇ, ὅτι τὸ Δημόσιον, λόγῳ τῶν προσόδων, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νομοθετήματος τούτου, θὰ ἤρχετο ἐπίκουρον. Ἡ δήλωσίς μου ὑπῆρξεν ἀρκετὰ σαφής, διότι διὰ ταύτης ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς εἰς τὸ σημεῖον, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λαμβάνωσι πρὸς αὔξησιν τῆς συντάξεώς των οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν γένει, θὰ καταβάλλεται ὑπὸ αὐτῶν τῶν ἰδίων. Τὸ δὲ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδοκᾷ ἐξ ὑμῶν τὴν ἑσπέραν ταύτην τὸ ταμεῖον ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ εἰσιτηρίου, τοῦτο θὰ διατίθεται πρὸς ἐπαύξησιν κατὰ 30% τῶν συντάξεων τῶν τραυματιῶν, καὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων. Κύριοι, μετὰ τὴν δήλωσιν ταύτην, δὲν χωρεῖ πλέον ἀμφιβολία τις, ἀλλὰ χωρεῖ ἕτερόν τι, τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον ἔπρεπε νὰ συνδεθῇ τὸ ζήτημα τῆς βελτιώσεως τῆς συντάξεως τῶν τραυματιῶν, πρὸς αὔξησιν τῆς συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία διεξήχθη, καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη ταύτην τὴν ἑσπέραν, κατέληξεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, προκειμένου περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν, ἔχει κατὰ βάσιν ὀρθῶς. Δευτέρα ἀρχὴ ἐπίσης ἀποδεικνυομένη, εἶναι, ὅτι τὸ μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς συντάξεως τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου, πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ἴδιον νομοσχέδιον. Χαίρω πολύ, ἀκούσας, ὅσα ἤκουσα. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι, προκειμένου περὶ τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ τοιαύτη νὰ ἐξενεχθῇ γνώμη ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ὅτι ἰδιαιτέρα ὑποχρέωσις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, ὅπως τοιαύτη ἰδιαιτέρα μέριμνα ληφθῇ ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐδόξασαν τὰ Ἑλληνικὰ ὅπλα. Ὅτι ἰδιαιτέρα ἐντελῶς ὑποχρέωσις ἀνήκει εἰς πᾶσαν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐτίμησαν τὸ ὄνομα τῆς Πατρίδος. Χαίρω πολὺ, διότι ἐξεδηλώθη, κατὰ τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν, ὁμόθυμος γνώμη τῆς Βουλῆς, ὅπως, κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ἀφορῶν τὴν βελτίωσιν τῆς συντάξεως τῶν ὁπλιτῶν κατὰ 30% ἢ καὶ 50%, θὰ ἀποδειχθῇ τοῦτο καὶ θὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα αὕτη ἐξεύρῃ τοὺς πόρους ἐκείνους, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὴν ἐπαύξησιν ταύτην. Ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην, δηλῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου θὰ εἶναι γενικώτεραι, ὥστε πάντες οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ νὰ εὐεργετηθῶσι. (Χειροκροτήματα).
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχήν τοῦ νομοσχεδίου, μετὰ τὰς γενομένας δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12 τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, εἶναι ἐπεῖγον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἂν θέλῃ, νὰ ψηφίσῃ τοῦτο. Πρόκειται περὶ τῆς πρώτης συζητήσεως κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως ἐν μέρει τῆς ἰσχύος καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων τοῦ ΔΞΗʹ νόμου περὶ ἀναστολῆς τῶν παραγραφῶν. Δέχεται ἡ Βουλή;
§207ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 1–5 τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§208Μ. ΧΑΤΖΑΚΟΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν βʹ συζήτησιν κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς, λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον ὥραν 5½ μ. μ. (Ὥρα 11 μ. μ.)