1916.05.23
2,090 rows · 16,104 words · 96 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΝΓʹ.
ΤΗΣ 23 ΜΑΪΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗ.
(Ὥρα 7 καὶ 15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Γενομένης ἀπαρτίας, καλεῖται καὶ δίδει τὸν νενομισμένον ὅρκον, ὁ κατὰ τὴν ἀναπληρωματικὴν ἐκλογὴν ἐκλεγεὶς Βουλευτὴς κ. Ε. Μαλαμίδας, ἔχοντα οὕτω. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ Ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν μετὰ θλίψεως νὰ ἀναγγείλω πρὸς ὑμᾶς τὸν θάνατον ἐπιλέκτου μέλους τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ ἐκ Χίου Βουλευτοῦ Μιχ. Τσελεπίδη. Ὁ μεταστάς, ὡς οἱ πλεῖστοι ὑμῶν θὰ γνωρίζετε, ὑπῆρξε μέλος τῆς Ὀθωμανικῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς κρισιμωτέρας περιστάσεις, τὰς ὁποίας διήρχετο τὸ Ἑλληνικὸν ὑπὸ τὸ νέον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐγκαθιδρύθη ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ Αὐτοκρατορίᾳ. Ὁ Μιχ. Τσελεπίδης ὑπῆρξεν εἷς μεταξὺ τῶν ὀλίγων προμάχων, οἱ ὁποῖοι ὑπερημύνθησαν τῶν Ἑλληνικῶν δικαίων κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην. Ὁ μεταστὰς εἶχεν ἐκλεγῆ Βουλευτὴς καὶ κατὰ τὴν περίοδον τῆς προηγουμένης, τῆς διαλυθείσης Βουλῆς, ἕνεκα δὲ τοῦ χαρακτῆρος του, τοῦ ἀληθῶς ἀδαμαντίνου, ἀπεσύρθη τῆς Βουλῆς ἐκείνης, παραιτηθεὶς καὶ ἐξετέθη ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζετε, ἀγωνίζεται ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν ἐθνικῶν δικαίων, τὰ ὁποῖα πανταχόθεν πλήττονται. Ἐπὶ τῆς σωροῦ τοῦ μεταστάντος Συναδέλφου τὸ Προεδρεῖον κατέθεσε στέφανον καὶ προσεφώνησε τὸν νεκρόν, παρακαλῶ δὲ τὴν Βουλὴν, εἰς ἔνδειξιν πένθους, νὰ δεχθῇ, νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις ἐπὶ ¼ τῆς ὥρας καὶ νὰ σταλῶσι τὰ συλλυπητήρια αὐτῆς εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ μεταστάντος.
§3ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§6ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Μετὰ τὰς διακοπὰς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἔλαβον χώραν εἰς τὴν Πατρίδα μας γεγονότα τινά, λίαν σοβαρά. Τῶν γεγονότων τούτων τὴν ἀφήγησιν, λαμβάνω τὴν τιμήν, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. (Ἀναγινώσκει). «Τὴν 13ην Μαΐου ὥραν 12ην μεσημβρίας τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔλαβε παρὰ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Δʹ Σώματος Στρατοῦ ἐκ Καβάλλας τηλεγράφημα, καθ’ ὅ, ἡ VI Μεραρχία ἀνέφερεν εἰς τὸ Δʹ Σῶμα Στρατοῦ τὴν 11.45 π.μ., ὅτι φάλαγξ ἐκ Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων ἐδήλωσεν εἰς τὸ παρὰ τὸ Ροῦπελ τάγμα ἡμῶν, ὅτι θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἡμέτερον ἔδαφος. Τὸ Δʹ Σῶμα Στρατοῦ προσέθεσεν, ὅτι, συμφώνως μὲ τὰς προγενεστέρας διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, ἡ VI Μεραρχία διέταξε τὰ εἰς Ροῦπελ τμήματα ἡμῶν νὰ ἀντισταθῶσι βίᾳ κατὰ τῆς προελάσεως Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων. Τὴν αὐτὴν ὥραν, 12ην μεσημβρινήν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐλάμβανε τηλεγράφημα τοῦ Γʹ Σώματος Στρατοῦ, ὅτι τὰ φυλάκια τοῦ λόχου Βετρίνης (ἐν τῇ στενωπῷ τοῦ Ροῦπελ ἐπὶ τῆς ἑτέρας ὄχθης τοῦ Στρυμόνος) ἀνέφερον, ὅτι τμῆμα Γερμανικοῦ Στρατοῦ μὲ ἐπὶ κεφαλῆς Γερμανοὺς ἀξιωματικοὺς περιεκύκλωσε τὰ ἡμέτερα φυλάκια καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἡμέτερον ἔδαφος πρὸς κατάληψιν ἐπικαίρων θέσεων. Εἰς ἀπάντησιν τῶν ἡμετέρων, ὅτι ἔχουσι διαταγὰς νὰ ἀντισταθῶσιν, ὁ ἐπὶ κεφαλῆς Γερμανὸς ἀξιωματικὸς ἐδήλωσεν, ὅτι θὰ καταλάβῃ τὰ ὑψώματα πάσῃ θυσίᾳ, συγχρόνως δὲ ἕτερα τμήματα Γερμανικὰ διήρχοντο τὰ σύνορα μετὰ μεταγωγικῶν. Τὴν 1.20′ μ. μ. ἐλήφθη ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ Δʹ Σώματος Στρατοῦ, κατὰ τὸ ὁποῖον, δύο Βουλγαρικὰ ἢ Γερμανικὰ Συντάγματα παρετάχθησαν ἔναντι τοῦ Χαντζόγου (Βορείως Ροῦπελ) καὶ ὅτι Γερμανικὰ στρατεύματα εἰσῆλθον εἰς ἡμέτερον ἔδαφος εἰς τὸν τομέα Τοπολνίτζας. Ἐκ τηλεγραφήματος δὲ τοῦ Διοικητοῦ τοῦ φρουρίου Ροῦπελ, ληφθέντος ἐνταῦθα μόλις τὴν 11ην νυκτερινήν, προέκυπτεν, ὅτι ἡ ἐμφάνισις τῶν Γερμανικῶν καὶ Βουλγαρικῶν δυνάμεων πρὸς διάβασιν τῶν συνόρων ἡμῶν εἶχεν ἀρχίσει τὴν 9.45′ π.μ. Τὴν 5.40′ μ.μ. τῆς αὐτῆς ἡμέρας, 13 Μαΐου, ἐλάμβανε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τηλεγραφήματα τοῦ Διοικητοῦ τοῦ Φρουρίου Θεσσαλονίκης, καθ’ ἃ, οἱ Γερμανοὶ καὶ οἱ Βούλγαροι, ἐπιρρίπτοντες τὴν εὐθύνην τῶν συμβησομένων εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, ὑπερέθησαν τὴν 2.30 μ.μ. τὴν ὁροθετικὴν γραμμήν, κατευθυνόμενοι πρὸς τὰς ὑπωρείας τοῦ ὀχυροῦ Ροῦπελ. Τὸ ὀχυρὸν ἔβαλε κατ’ αὐτῶν 24 βολὰς πυροβολικοῦ. Συγχρόνως ἐλαμβάνετο καὶ τηλεγράφημα τοῦ Δʹ Σώματος Στρατοῦ, καθ’ ὅ, καὶ τὸ πεζικὸν τῆς προκαλύψεως εἶχεν ἀρχίσει νὰ βάλῃ κατὰ τῶν εἰσελαυνόντων, οἵτινες ἐσταμάτησαν. Τὴν 1ην μεταμεσονύκτιον τῆς 13ης πρὸς τὴν 14ην, ἐλήφθη τηλεγράφημα τῆς ΥΙ Μεραρχίας, καθ’ ὅ, ὁ ἀρχηγὸς τῶν ἔναντι τοῦ Ροῦπελ Γερμανοβουλγαρικῶν Στρατευμάτων ἐδήλωσεν εἰς τὸν Διοικητὴν τοῦ ὀχυροῦ, ὅτι τοῦτο δέον νὰ ἐκκενωθῇ ἐντὸς τῆς νυκτὸς, καθ’ ὅσον, πάντως, θὰ καταληφθῇ ὑπ’ αὐτῶν. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις εὑρεθεῖσα ἡ Κυβέρνησις καὶ βλέπουσα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἀπόφασιν τῶν εἰσβαλόντων νὰ καταλάβωσι τὸ ὀχυρὸν, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐνόπλου ἀντιστάσεως, δυναμένη ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ μεταβληθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς εἰς γενικὴν σύρραξιν, θὰ ἤγεν εἰς ἔξοδον ἀπὸ τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος, τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοεῖ νὰ ἐγκαταλείψῃ, διέταξε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, πρῶτον μὲν τὴν παῦσιν τῆς ἀντιστάσεως, εἶτα δέ, ὅπως δηλωθῇ εἰς τὸν Γερμανὸν ἀρχηγόν, ὅτι ἀπέναντι γενικῆς εἰσβολῆς τοῦ Γερμανικοῦ Στρατοῦ ἐν τῇ στενωπῷ τοῦ Δεμὶρ–Ἰσάρ, ἐντὸς τῆς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ ὀχυρόν, εἶναι ἠναγκασμένη ἡ φρουρὰ τοῦ ὀχυροῦ νὰ ἀποσυρθῇ τούτου, συναποκομίζουσα ἅπαν τὸ ἐν τῷ ὀχυρῷ ὑλικόν. Διαμαρτυρίαι ὑπὸ τῶν ἡμετέρων στρατιωτικῶν ἀρχῶν πρὸς τοὺς Γερμανοὺς καὶ Βουλγάρους, εἶχον ἤδη ἐπιδοθῆ ἀπὸ τῆς ἑσπέρας τῆς 13ης Μαΐου. Τὴν 15ην Μαΐου 2 μ. μ. ἐλήφθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν τηλεγράφημα τῆς Διοικήσεως τοῦ Φρουρίου Θεσσαλονίκης, ἀναγόμενον εἰς τὴν προτεραίαν, καθ’ ὃ, τὴν 14ην Μαΐου 9 καὶ 45′ π. μ. ἤτοι εἴκοσι τέσσαρας ὥρας μετὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τῆς εἰσβολῆς, ἀπεχώρησεν ὁ ἡμέτερος Φρούραρχος ἐκ Ροῦπελ, ὅτι ἡ φρουρὰ εἶχε συμπαραλάβει τὰ βαρέα πυροβόλα καὶ πάντα τὰ πεδινά, πλὴν δύο, τῶν ὁποίων ἀφῃρέθησαν καὶ ἀπεκομίσθησαν τὰ κλεῖστρα, ἱκανὸν ἀριθμὸν φυσιγγίων Πεζικοῦ, ἅπαν τὸ ὑγειονομικὸν ὑλικὸν καὶ τὰ σκοπευτικὰ μηχανήματα πυροβόλων, ρυθμιστάς, τὰ ἐργαλεῖα Μηχανικοῦ, τὴν δυναμίτιδα, τὴν πυρίτιδα καὶ τὰ πολυβόλα. Τὸ φρούριον κατέλαβε Γερμανὸς ἀξιωματικὸς, ὀνόματι Τιέλ, ὅστις συνέταξε πρωτόκολλον διὰ τὸ ἐναπομεῖναν ὑλικὸν καὶ τὰ ἐναπομείναντα δύο πεδινὰ πυροβόλα, πρὸς ἀπόδοσιν αὐτῶν. Τηλεγράφημα δὲ τῆς ΥΙ Μεραρχίας τῆς 15ης Μαΐου, νεώτερον, ἀνέφερεν, ὅτι τὸ ὑλικὸν τοῦ φρουρίου Ροῦπελ μετηνέχθη εἰς Σέρρας. Τὴν 14ην Μαΐου ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ διαμαρτυρηθῇ μὲ τὸν ἐντονώτατον τρόπον πρὸς τὰς Κυβερνήσεις τῆς Γερμανίας καὶ τῶν συμμάχων αὐτῆς διὰ τὰ γενόμενα. Τὴν αὐτὴν ἡμέραν, ὅταν ἤδη εἶχε σταλῇ ἡ διαμαρτυρία αὕτη, ἐλήφθη τηλεγράφημα τοῦ ἐν Βερολίνῳ Πρεσβευτοῦ τῆς Ἑλλάδος, χρονολογημένον τὴν 8ην ὥραν μ.μ. τῆς προτεραίας, ἤτοι τῆς 13ης Μαΐου, δι’ οὗ ὁ Πρεσβευτὴς ἐγνώριζεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἔχει λόγους νὰ φρονῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν πιθανότητα προσεχοῦς προελάσεως τῶν Γερμανῶν καὶ τῶν Βουλγάρων εἰς τὰ στενὰ τοῦ Ροῦπελ. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος τούτου προκύπτει, ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς εἰσβολῆς, τῆς ἀρξαμένης τὴν πρωΐαν τῆς 13ης Μαΐου, δὲν εἶχεν ἀνακοινωθῇ εἰς τὸν ἐν Βερολίνῳ Πρεσβευτὴν οὔτε μέχρι τῆς ἑσπέρας τῆς αὐτῆς ἡμέρας. Τὴν 17ην Μαΐου ἐδημοσιεύθη ἐν Βερολίνῳ ἐπίσημον ἀνακοινωθὲν τοῦ Γερμανικοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου ἔχον οὕτω. «Στρατεύματα Γερμανικὰ καὶ Βουλγαρικά, ἐπὶ τῷ σκοπῷ, ὅπως ἐξασφαλισθῶσι κατὰ αἰφνηδιαστικῶν ἐπιθέσεων, σκοπουμένων ὑπὸ τῶν Στρατευμάτων τῆς Συνεννοήσεως, κατέλαβον τὸ σύμπλεγμα τῶν στενῶν τοῦ Ροῦπελ παρὰ τὸν Στρυμόνα. Αἱ ἀσθενεῖς Ἑλληνικαὶ φρουραὶ ἀπεσύρθησαν ἔναντι τῆς ἀριθμητικῆς ὑπεροχῆς. Τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος μένουν σεβαστά». Τὰ διαμειφθέντα μεταξὺ τῶν ἡμετέρων ἀξιωματικῶν καὶ τῶν εἰσβαλόντων ἔγγραφα, διαμαρτυρίαι καὶ πρωτόκολλα, ὡς καὶ λεπτομερεῖς ἐκθέσεις τῶν ἡμετέρων ἀξιωματικῶν δὲν ἐλήφθησαν εἰσέτι, ἕνεκα τῆς διακοπῆς τῶν ἀσφαλῶν συγκοινωνιῶν, ἥτις διακοπὴ ἐδυσχέρανε κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας καὶ τὴν τηλεγραφικὴν συνεννόησιν. Οὕτως ἐγένετο ἡ κατάληψις τῶν στενῶν τοῦ Ροῦπελ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως ταύτης καταδηλοῦται τὸ ἀβάσιμον τῶν ποικίλλων φημῶν, αἵτινες ἐκυκλοφόρησαν σκοπίμως, ὅπως διαβάλωσι τὴν Ἑλλάδα, ὡς δολίως πολιτευθεῖσαν πρὸς τὰ στρατιωτικὰ συμφέροντα τῆς Συνεννοήσεως καὶ μεροληπτικῶς ὑπὲρ τῶν ἀντιπάλων ταύτης. Ἀπέναντι τῶν φημῶν τούτων ὀφείλω νὰ διακηρύξω καὶ βεβαιώσω διὰ τοῦ κατηγορηματικοτέρου τρόπου, ὅτι τὰ γενόμενα δὲν προῆλθον ἐκ συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀπεδέχθη ταῦτα, οὐδὲ κἄν ἠνέχθη αὐτά, ἀπόδειξις δέ, ὅτι τὸ ὀχυρὸν τοῦ Ροῦπελ ἔβαλε κατὰ τῶν εἰσβαλλόντων. Ἀνάξια διαψεύσεως ἢ καὶ ἁπλῆς ἀπαντήσεως εἶναι τὰ ἐπιβούλως διαδιδόμενα, ὅτι, δῆθεν, ἡ Ἐπιτελικὴ ἢ οἱαδήποτε ἄλλη ὑπηρεσία τοῦ Κράτους ἦλθεν εἰς προσυνεννόησιν μετὰ τῶν Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων, ὅπως παραδοθῇ τὸ Ροῦπελ εἰς τούτους. Οὐδεμία ὑπηρεσία, εἴτε ἐπιτελική, εἴτε ἄλλη, ἐνεργεῖ αὐτοβούλως, ἀλλὰ πᾶσαι ἐνεργοῦσι ὑπὸ τὰς διαταγὰς καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. (Χειροκροτήματα).
§7Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Μόνον προδόται τὰ λέγουν καὶ τὰ γράφουν αὐτά.
§8ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀφ’ ἑτέρου ὀφείλω νὰ μὴ παραλείπω, ὅτι ὁ χαρακτὴρ τῆς ἐνεργείας τῶν εἰσβαλόντων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος Γερμανῶν καὶ Βουλγάρων, κατὰ τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι περὶ τούτου ἐγένοντο, ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαβεβαιώσῃ, ὅτι πρόκειται περὶ ἐνεργείας, ἥτις ἀποβλέπει εἰς ἀποκλειστικῶς στρατιωτικὸν σκοπὸν καὶ οὐδαμῶς ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὴν ἀκεραιότητα ἢ τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας. (Χειροκροτήματα). Καὶ ταῦτα μὲν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάληψιν τῶν στενῶν τοῦ Ροῦπελ. Ἀπὸ δὲ τοῦ Σαββάτου, 21ης Μαΐου, ἠγγέλθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὑπὸ τῶν ἐπιτοπίων ἀρχῶν Θεσσαλονίκης, ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπρόκειτο νὰ τελεσθῇ ἐκεῖ ἡ δοξολογία ἐπὶ τῇ ὀνομαστικῇ ἑορτῇ τοῦ Ἄνακτος, ὁ ἀρχιστράτηγος τῶν ἐν Μακεδονίᾳ Συμμαχικῶν δυνάμεων, στρατηγὸς Σαράϊγ, παρατάξας τμήματα στρατοῦ εἰς τὰ μᾶλλον ἐπίκαιρα σημεῖα τῆς πόλεως, προέβη εἰς τὴν κήρυξιν τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου, καταλαβὼν δὲ τὸ Ταχυδρομεῖον, τὸ Τηλεγραφεῖον καὶ τὸν Ἀσύρματον, διέκοψε πᾶσαν ἰδιαιτέραν ἐπικοινωνίαν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ ἀρχῶν. Κατὰ τοῦ μέτρου τούτου, περὶ τοῦ ὁποίου γνῶσιν ἔχομεν μόνον ἐκ τῶν τηλεγραφημάτων τῶν εἰρημένων ἀρχῶν, ὅσον ἐπετράπη ἡ διαβίβασις, διεμαρτυρήθημεν πρὸς τὰς Κυβερνήσεις τῆς Συνεννοήσεως, ἀλλὰ μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς οὐδεμίαν ἔχομεν ἀπάντησιν. (Χειροκροτήματα).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τήν 10 μ. μ.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10 καὶ 40′ μ. μ.)
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις. Ὁ κ. Δραγούμης ἔχει τόν λόγον.
§11Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἱ περιστάσεις εἶναι ἀρκετὰ σοβαραί, ὥστε νὰ εἶναι ἀνάγκη πᾶς τις, πᾶς πολιτευόμενος, μετὰ πάσης ψυχραιμίας, νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὰ πράγματα. Ἐπίσης δέ, νομίζω, ὅτι πᾶς πολιτικὸς ἔχει τὸ καθῆκον μετὰ τῆς δυνατῆς ἀντικειμενικότητος νὰ κρίνῃ τὴν κατάστασιν. Ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε δηλώσεις ἐπὶ τοῦ γεγονότος τῆς καταλήψεως τοῦ φρουρίου Ροῦπελ, τῆς κλειδὸς τῆς Μακεδονίας, καὶ ἑπομένως κλειδὸς καὶ τῆς Ἑλλάδος. Κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λόγου μου, θὰ παρακολουθήσω καὶ τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἐν ἀρχῇ θὰ ἦτο ἴσως χρήσιμον διὰ πάντας ἡμᾶς νὰ γίνῃ μία μικρὰ προεισαγωγὴ τῆς ἐξελίξεως τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ὅταν ἤρχισεν ὁ πόλεμος, ὅσα Κράτη ἤθελον νὰ λάβουν μέρος εἰς αὐτόν, ἔλαβον ἀμέσως μέρος, ἐλάχιστα δὲ ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀργότερον προσετέθησαν. Καὶ περὶ μὲν τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος ἐξ ἀρχῆς, δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ εἴπωμεν ἐνταῦθα, περὶ ἐκείνων ὅμως, τὰ ὁποῖα ἔμειναν οὐδέτερα, εἴτε μονίμως μέχρι σήμερον, εἴτε προσωρινῶς, περὶ ἐκείνων, νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν λόγους τινάς, διότι ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται μεταξὺ αὐτῶν. Τὰ οὐδέτερα Κράτη δύνανται νὰ διαιρεθῶσιν εἰς δύο κατηγορίας, εἰς τὴν κατηγορίαν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον ἤδη συμπληρώσει τὴν ἐθνικήν των ἀποστολὴν καὶ εἰς τὴν ἄλλην κατηγορίαν τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον συμπληρώσει τὴν ἱστορικήν των ἀποστολήν. Καὶ εἰς μὲν τὴν πρώτην κατηγορίαν δυνάμεθα νὰ κατατάξωμεν τὴν Ὁλλανδίαν, π. χ., τὴν Δανίαν, τὴν Νορβηγίαν, — ἡ Σουηδία δὲν ἠξεύρω ἂν κατατάσσηται μεταξὺ αὐτῶν, — εἰς δὲ τὴν ἄλλην κατηγορίαν κατατάσσονται τὰ Βαλκανικὰ Κράτη καὶ ἡ Σουηδία καὶ ἴσως μερικὰ ἄλλα. Ὅσα οὐδέτερα Κράτη κατατάσσονται εἰς τὴν κατηγορίαν ἐκείνων τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα δὲν συνεπλήρωσαν τὴν ἐθνικήν των ἀποστολήν, προσετέθησαν, ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ πολέμου, νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς καταστάσεως καὶ διεπραγματεύοντο τὰ συμφέροντά των πρὸς ἀμφοτέρας τὰς ὁμάδας, διὰ νὰ λάβωσιν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν περισσότερον διὰ τὴν οὐδετερότητά των, ὡς ἔπραξεν ἡ Ρουμανία, ἡ Τουρκία μέχρι τινός, ἡ Βουλγαρία. Ἐννοεῖται, ὅτι διὰ τὴν συμμετοχήν των εἰς τὸν πόλεμον ἐζήτουν περισσότερα. Ἐξ αὐτῶν μερικὰ ἔλαβον κατόπιν μέρος εἰς τὸν πόλεμον. Ἡ Ἑλλάς, ἡ ὁποία εὑρίσκετο εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν μὲ τὰ τρία αὐτὰ Κράτη, δὲν ἠκολούθησε, δυστυχῶς, τὴν πολιτικὴν αὐτήν, καὶ ἀντὶ ἐξ ἀρχῆς νὰ δηλώσῃ ἀπόλυτον οὐδετερότητα, ὅπως ἐδήλωσαν καὶ τὰ λοιπὰ Κράτη τοῦ Αἵμου, τουναντίον, ἐδήλωσεν εὐμενῆ οὐδετερότητα ὑπὲρ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, δηλαδή, ὑπὲρ τῆς μιᾶς ὁμάδος τῶν ἐμπολέμων ὁμάδων καὶ ἐδικαιολόγησε τὴν στάσιν της ταύτην ἐκ τοῦ ὅτι εἶχε σύμμαχον τὴν Σερβίαν, εὑρισκομένην εἰς τὸ στρατόπεδον τῶν δυνάμεων αὐτῶν. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι ἡ δικαιολογία αὕτη δὲν ἦτο ἐπαρκής, διότι ἦτο κάλλιστα δυνατόν, λόγῳ τῆς ὑπαρχούσης συνθήκης μετὰ τῆς Σερβίας, νὰ τηρήσωμεν ἀπέναντι αὐτῆς ἰδιαιτέραν στάσιν εὐμενοῦς οὐδετερότητος, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ τηρήσωμεν τὴν ἰδίαν στάσιν καὶ ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, αἱ ὁποῖαι ἦσαν αἱ νέαι σύμμαχοι τῆς Σερβίας, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἔγιναν ἐκ τούτου σύμμαχοι καὶ ἡμῶν. Λοιπόν, ἀντὶ νὰ τηρήσωμεν στάσιν ἀπολύτου οὐδετερότητος, ἡ ὁποία θὰ προσεπόριζεν εἰς ἡμᾶς πολλὰ ὠφέλη, διότι αὕτη δὲν θὰ μᾶς ἐξέθετεν ἀμέσως εἰς κίνδυνον συμμετοχῆς εἰς τὸν πόλεμον, θὰ μᾶς ἄφηνεν ἡσύχους νὰ ἀποφασίσωμεν, ἐὰν θέλωμεν ἢ ὄχι νὰ μετάσχωμεν, θὰ μᾶς ἄφηνεν ἐπίσης τὸν καιρὸν ἐλεύθερον, διὰ νὰ κανονίσωμεν τὴν ὥραν τῆς εἰσόδου εἰς τὸν πόλεμον. Ἀντὶ τούτου, ἐδηλώσαμεν ἀμέσως εὐμενῆ οὐδετερότητα ὑπὲρ τῆς μιᾶς τῶν ἐμπολέμων ὁμάδων. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτου, Κύριοι, τὴν 4ην Αὐγούστου 1914 ἐδηλώσαμεν εἰς αὐτὰς τὰς Δυνάμεις, ὅτι θὰ εἴμεθα πρόθυμοι νὰ ἐξέλθωμεν ὑπὲρ αὐτῶν, ἐπὶ τῇ ἁπλῇ ἐγγυήσει τῆς ἀκεραιότητος τοῦ ἐδάφους μας...
§12Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πόθεν τὸ ἐξάγεται αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπατε;
§13Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τὸ γνωρίζω ἐκ διαφόρων πληροφοριῶν. Ἀλλ’ ἡ στάσις αὕτη τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς, ὄχι μόνον ἐδήλωσεν εὐμενῆ οὐδετερότητα, ἀλλὰ συγχρόνως προέβη καὶ εἰς δηλώσεις περὶ ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος.
§14Γ. ΠΩΠ. Αὐτὴν τὴν δήλωσιν ἔκαμε καὶ ἡ μετὰ τὴν Κυβέρνησιν Βενιζέλου, Κυβέρνησις.
§15Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐὰν εἴχατε ὑπομονήν, θὰ τὸ ἠκούατε.
§16Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὑμεῖς δὲν ἀναφέρεσθε εἰς δήλωσιν τῆς κατόπιν Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς δήλωσιν, γενομένην κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1914. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὁμιλεῖ περὶ μεταγενεστέρων γεγονότων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ ἀνακοινώσῃ. Αὐτὰ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐκθέτετε ὑμεῖς, ἔχουν, ὡς ὑμεῖς τὰ ἐκθέτετε.
§17Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ ἀληθῆ.
§18Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τώρα, τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι, ὅταν ἕν Κράτος κάμνῃ δηλώσεις, ἀναλαμβάνει ὅλην τὴν εὐθύνην διὰ τὰς δηλώσεις του αὐτάς, αἵτινες καὶ εἶναι μία πρᾶξις, ἡ ὁποία τὸν δένει ἀπέναντι ἐκείνων πρὸς τοὺς ὁποίους ἔκαμε τὰς ἐν λόγῳ δηλώσεις. Αἱ Δυνάμεις δὲ πρὸς τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν τὰς δηλώσεις αὐτάς, εἶχον, φυσικῷ τῷ λόγῳ, τὴν ἀξίωσιν νὰ μείνωμεν πιστοὶ εἰς αὐτὰς καὶ νὰ δείξωμεν ἐμπράκτως, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ παραβῶμεν αὐτάς. Τώρα, τὴν διαπραγμάτευσιν τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸν πόλεμον καὶ ὅλα τὰ ἑπόμενα, τὰ παρατρέχω σήμερον, διότι δὲν ἔχουσι σημασίαν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἐξελίξεως τοῦ ζητήματος, ἢ μᾶλλον δὲν χρησιμεύουν ἀμέσως, πρὸς σχηματισμὸν σταθερᾶς καὶ καλῶς σταθμισμένης γνώμης ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς οὐδετερότητος τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν ἄλλην Κυβέρνησιν, ἥτις ἔκαμε τὰς δηλώσεις ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα. Τὸν Φεβρουάριον ἦλθεν ἄλλη Κυβέρνησις, ἡ ὁποία προέβη εἰς δηλώσεις ὁμοίας περίπου πρὸς τὰς τῆς προηγουμένης Κυβερνήσεως, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι δὲν ἐτέθη ἀπεριφράστως εἰς τὴν διάκρισιν τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως· ἁπλῶς μόνον ἐπανέλαβε τὰς δηλώσεις περὶ εὐμενοῦς οὐδετερότητος, ἐπανέλαβε τὴν δήλωσιν περὶ ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν Σερβίαν καὶ ἤρξατο διαπραγματεύσεων μὲ τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως ἐπὶ τῷ τέλει συμμετοχῆς εἰς τὸν πόλεμον. Οὕτως, ἐν ἀρχῇ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἐφάνη ἀκολουθοῦσα τῆς προηγουμένης τὰ βήματα ἀργότερον ἐφάνη μᾶλλον φιλουδετέρα, εἴτε διότι δὲν ἐγένοντο δεκτοὶ οἱ ὅροι τοὺς ὁποίους ἔθετεν εἰς τὰς Δυνάμεις, μεθ’ ὧν ἐπρόκειτο νὰ συμπράξῃ, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, δὲν ἠθέλησε δὲ πλέον νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπαφὴν μὲ αὐτὰς πρὸς τὸν σκοπὸν ἐξόδου ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Μετὰ τοῦτο, ἦλθεν ἄλλη Κυβέρνησις πάλιν, ἐπανῆλθε, δηλαδή, εἰς τὰ πράγματα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία πρώτη εὑρέθη κατέχουσα τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου...
§19Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν σᾶς ἦτο δυνατόν, νὰ προσδιορίσητε σαφέστερον τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἴπατε. Εἴπατε, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην, ὅτι ἡ κατόπιν Κυβέρνησις, — ἐννοεῖται ἡ Κυβέρνησις τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω ἐγὼ — προῆλθεν εἰς διαπραγματεύσεις, καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἐξεδήλωσε διαθέσεις συμπράξεως, κατόπιν δέ, εἴτε διότι δὲν ἔγιναν δεκτοὶ οἱ ὅροι οὕς αὐτὴ προέβαλεν, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, δὲν ἐδέχετο τὴν σύμπραξιν. Θὰ σᾶς ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπώσητε σαφέστερον τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὑπὸ τὰς λέξεις ταύτας θέλετε νὰ ἐκφράσητε, ἵνα δυνηθῶ νὰ εἴπω, κατὰ πόσον εὑρίσκεσθε ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ἢ ὄχι;
§20Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω τοὺς ἄλλους λόγους, διότι δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα.
§21Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σεῖς, ὁμιλοῦντες, καθ’ ὃν τρόπον ὁμιλεῖτε περὶ τῶν πραγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε, δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὰ στοιχεῖα, ἵνα ἐκθέσητε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν ἰδέαν σας, περιστάσεις ὅμως ἄλλαι ἔθεσαν ὑμᾶς εἰς θέσιν, ἵνα διατελῆτε ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα τότε ἐγένοντο, ποιεῖσθε χρῆσιν τῆς γνώσεως, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ἰδιότητος ὑμῶν τῆς τότε εἴχετε, καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· εἶναι δυνατὸν ἐν τῇ ἀναμνήσει ὑμῶν ἐκ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα εἴχετε, ἐκ τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα τότε ἐξετελεῖτε, νὰ καθορίσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς οὕτω διετυπώσατε, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπω, ἄν ἐν τῇ ἀκριβείᾳ λέγετε, ὅσα λέγετε ἢ ὄχι;
§22Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἤμην Πρέσβυς εἰς τὴν Πετρούπολιν μέχρι τέλους Μαΐου, μέχρι πρὸ ἑνὸς ἔτους, δηλαδή, καθ’ ἥν ἐποχήν, κατὰ τὴν πρώτην περίοδον τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κυρίου ἐκ Πατρῶν Βουλευτοῦ καὶ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ γνωρίζω ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας μου ἐκείνης, τὸ πρῶτον μέρος ὅσων διετύπωσα, δηλαδή, ὅτι δὲν ἐγένοντο δεκτοὶ ὡρισμένοι ὅροι, τοὺς ὁποίους ἐθέσαμεν ἡμεῖς πρὸς ἔξοδον ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπῆρχον ἄλλοι λόγοι καὶ συνθῆκαι, ἐπειδὴ δὲν εὑρισκόμην εἰς Ἀθήνας, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην.
§23Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πιστεύετε, ὅτι ἐναυάγησαν ἐν τῇ μὴ ἀποδοχῇ τοῦ ὅρου, ἐὰν παρὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὁ ὁποῖος ἦτο ἀρκετός, διὰ νὰ ναυαγήσουν αἱ διαπραγματεύσεις; Δὲν πιστεύω νὰ τὸ εἴπατε.
§24Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι.
§25Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Βεβαιωθεῖτε, ὅτι ὑπῆρχον λόγοι.
§26Γ. ΠΩΠ. Ἐγένοντο διαπραγματεύσεις;
§27Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καὶ ποῖος ἀρνεῖται, ὅτι ἐγένοντο διαπραγματεύσεις; Παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Ψαρρῶν, νὰ λέγῃ, ὅσα λέγει καὶ νὰ μὴ ἀποδίδῃ εἰς ἄλλους ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θέλουσι νὰ λέγωσιν ἄλλοι. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§28Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ λείψωσιν οἱ ἐγκάθετοι ἀπὸ τὰ θεωρεῖα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθιστῶ γνωστὸν εἰς τοὺς εἰς τὰ θεωρεῖα, νὰ μὴ ἐπαναλάβωσι τὰ χειροκροτήματα, διότι θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσιν αὐτῶν.
§30Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Σᾶς μέμφεται, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Βουλευτής, ὅταν λέγῃ νὰ λείψωσιν οἱ ἐγκάθετοι ἀπὸ τὰ θεωρεῖα. (Θόρυβος παρατεταμένος).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται, κ. Βουλευταί, ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δραγούμης. (Ἡσυχία, παρακαλῶ, Κύριοι, εἰς τὰς θέσεις σας.
§33Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μετὰ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἦλθε κατ’ Αὔγουστον ἡ πρώτη Κυβέρνησις, ἐκείνη, δηλαδή, ἡ ὁποία ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν κατὰ τὴν ἕναρξιν τοῦ πολέμου. Καί, δυστυχῶς, ἐκείνην τὴν ἐποχὴν συνέβη γεγονός, τοῦ ὁποίου τὰς συνεπείας, ἀκόμη τώρα, ὑποφέρομεν. Τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι ἡ ἀπόβασις ξένων στρατευμάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐγένοντο συνεννοήσεις τινὲς, δὲν ἐξηκριβώθη ἀκόμη πῶς, μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης καὶ τῶν ξένων Δυνάμεων, τῆς μιᾶς ὁμάδος τῶν ἐμπολέμων. Κατόπιν τῶν συνεννοήσεων αὐτῶν, ἐγένετο ἀπόβασις ξένων στρατευμάτων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσεν ἐξ αἰτίας τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ διαδεχθεῖσα αὐτήν Κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη, διότι δὲν συνέφερε, νὰ ἀντιταχθῇ πλέον εἰς τὴν ἀπόβασιν τῶν ξένων στρατευμάτων εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τοιουτοτρόπως εὑρέθημεν πρὸ γεγονότος, τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰς συνεπείας. Δὲν ἦτο πλέον καιρὸς νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας διὰ τοῦτο ἢ δι’ ἐκεῖνο· ἦτο καιρὸς μόνον νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πραγματικῆς καταστάσεως νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐνεργείας μας καὶ νὰ πολιτευώμεθα ἀναλόγως. Νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, ἐὰν ἐδεικνύομεν ὀλιγωτέραν δυσφορίαν διὰ τὸ δυσάρεστον τῷ ὄντι γεγονὸς τῆς ὑπάρξεως ξένων στρατευμάτων ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἦτο δυνατόν, ἐὰν ἐχειριζόμεθα λεπτότερον τὴν πολιτικήν μας ἀπέναντι αὐτῶν τῶν Δυνάμεων, τῶν ὁποίων τὰ στρατεύματα εὑρίσκοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ μὴ ἐδημιουργοῦντο αἱ προστριβαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι βεβαίως δὲν προῆλθεν μόνον ἐξ ἡμῶν, ἀλλὰ προῆλθον καὶ ἐξ ἡμῶν καὶ ἐξ ἐκείνων καὶ διέρρηξαν τὰς μεταξὺ μας σχέσεις. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν, ὅπως εἶπον, οὐδὲ συμφέρον, νὰ σκεφθῶμεν περὶ ἀντιστάσεως, περὶ ἀπομακρύνσεως διὰ τῆς βίας ἐκ τῆς Ἑλλάδος τῶν ξένων στρατευμάτων. Θὰ ἦτο, τοὐλάχιστον, δυνατὸν ἀπέναντι τῶν ὑπηρεσιῶν, τῶν μεγίστων ὑπηρεσιῶν, τὰς ὁποίας εἰς τὰς Δυνάμεις ταύτας προσεφέραμεν, νὰ ζητήσωμεν ἀνταλλάγματα, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω, τοὐλάχιστον ἐγώ, ἂν ἐγένετο. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι ἡ οὐδετερότης τῆς Ἑλλάδος δὲν ὑπάρχει πλέον σήμερον. Οἱαδήποτε πρᾶξις δὲ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, — (δὲν ὁμιλῶ περὶ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἢ περὶ ἄλλης, ἀλλ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, — οἱαδήποτε πρᾶξις, ἡ ὁποία θὰ ἔτεινεν εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ αὐτὴν δυσάρεστον εἰς τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται ἐπὶ τοῦ ἐδάφους μας, εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, δὲν θὰ ἔτεινε εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς τὸ νὰ αὐξήσῃ ἀκόμη τὰς προστριβὰς καὶ τὰς παρεξηγήσεις, χωρὶς ἄλλην ὠφέλειαν. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι, ἀντί, ὅπως ἡ Ὁλλανδία ἢ ἡ Ρουμανία νὰ κατορθώσωμεν νὰ καταστήσωμεν σεβαστὴν τὴν οὐδετερότητά μας εἰς ὅλους, δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν νὰ τὴν καταστήσωμεν σεβαστὴν εἰς κανένα. Καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι...
§34ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). — Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι οὔτε ἡ Ρουμανία, οὔτε ἡ Ὁλλανδία, προσεκάλεσαν τοὺς ξένους εἰς τὸ ἔδαφός των... (Χειροκροτήματα ραγδαῖα καὶ παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων) .... καὶ ἀφοῦ ἅπαξ οἱ ξένοι ἐγκατεστάθησαν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τούτου, ἐννοεῖτε, ὅτι, ὄχι μόνον ἀνταλλάγματα, ἀλλ’ ἀπαιτήσεις μόνον καὶ ἀξιώσεις, σήμερον καὶ διαρκῶς, θὰ προβάλλουν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἔκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§35Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ δὲν ἀπέκρυψα, ὅτι ἡ προηγουμένη Κυβέρνησις εἶχε συνεννοηθῆ πρὸς τοὺς ξένους καὶ εἶχε φέρει ξένα στρατεύματα, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἀποκρύψῃ τις· εἶναι γεγονὸς πασίγνωστον, ἀπορῶ δὲ διατὶ χειροκροτεῖτε δι’ ἕν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς πάντας γνωστὸν ἀνέκαθεν.
§36Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι κάμνετε σύγκρισιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ὁλλανδίας· ἡ Ἑλλὰς ὑπέκυψεν εἰς τὴν ἀνάγκην. Κάμνετε, λοιπόν, μίαν σύγκρισιν πολὺ κακὴν μεταξὺ Ὁλλανδίας καὶ Ἑλλάδος.
§37Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Παρακαλῶ, δὲν κάμνω οὐδεμίαν σύγκρισιν. Τοὐναντίον, κατέδειξα κατὰ τὴν ἀρχήν τοῦ λόγου μου, ὅτι εἰς ἄλλην κατηγορίαν ἀνήκει ἡ Ὁλλανδία καὶ εἰς ἄλλην ἡ Ἑλλάς. Ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, δὲν δέχομαι διακοπάς.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ ἐπιτρέψω οὐδεμίαν διακοπὴν καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ εἶναι περισσότερον ψύχραιμοι, ἵνα διεξαχθῇ μία τόσον σοβαρὰ συζήτησις, ὅπως πρέπει.
§39Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μὴ λέγῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ἀνακριβείας, καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ διακόπτωμεν, τήν στιγμήν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ Ἀντὰντ μᾶς ἔλεγε νὰ δώσωμεν τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν εἰς τήν Βουλγαρίαν. Ἀνακριβείας, κ. Πρόεδρε, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, καὶ μᾶς ἀναγκάζει νὰ παρεμβαίνωμεν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ δακόπτετε, παρακαλῶ.
§41Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ ἀνακριβείας μὲν δὲν λέγω, ὁπωσδήποτε δὲ εὑρισκόμεθα τώρα πρὸ τῆς καταλήψεως ἑνὸς φρουρίου Ἑλληνικοῦ ὑπὸ τῶν Γερμανοβουλγάρων, κατὰ τὰς δηλώσεις δὲ τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς ἀνακοινωθὲν τοῦ Γερμανικοῦ Στρατηγείου καὶ εἰς ἄλλας πληροφορίας, ἐγένετο τοῦτο πρὸς ἐξασφάλισιν ἀπὸ ἐνδεχομένων αἰφνιδιαστικῶν ἐπιθέσεων ἐκ μέρους τῶν ἀντιθέτων. Δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς καὶ δὲν ἔχω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ στρατιωτικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, ὑποθέτω, ὅτι θὰ εἶχον ὑπ’ ὄψει των σοβαροὺς λόγους οἱ Γερμανοί, διὰ νὰ καταφύγωσιν εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον τὸ στρατιωτικόν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἐὰν ἔμενον ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Βουλγαρικοῦ καὶ τοῦ πρώην Σερβικοῦ, κάλλιστα ἠδύναντο ν’ ἀμυνθῶσι, χωρὶς νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, διότι, δι’ ὅποιον γνωρίζει ἐκείνας τὰς χώρας, τὰ στενὰ τῶν Σιδηρῶν πυλῶν καὶ τῆς Κρέσνας εἶναι ἀδιάβατα δι’ οἱονδήποτε ὠργανωμένον στρατόν, ὅπως εἶναι καὶ ὁ Βουλγαρικός, ὀργανωθεὶς ἀκόμη καλλίτερον ὑπὸ τῶν Γερμανῶν τελευταίως. Ἤθελον νὰ ἐξηγήσω εἰς τοὺς κ. κ. Συναδέλφους μου τὴν ἀγωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἅπας ὁ λαός, βεβαίως, ἀλλ’ ἰδιαιτέρως ὁ Ἑλληνικὸς πληθυσμὸς τῆς Μακεδονίας, ἕνεκα τοῦ γεγονότος τῆς καταλήψεως τοῦ φρουρίου τούτου....
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλης τῆς Ἑλλάδος.
§43Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τὴν κατάληψιν τῆς Θεσσαλονίκης, δὲν εὑρίσκετο εἰς τὴν αὐτὴν συγκίνησιν ὁ λαός;
§44Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Βεβαίως καὶ ὅλης τῆς Ἑλλάδος ὁ λαὸς εὑρίσκεται ἐν ταραχῇ διὰ τὴν εἴσοδον τῶν Βουλγάρων, ἀλλ’ εἶναι φυσικόν, τὰ διαμερίσματα, τὰ γειτονικὰ πρὸς τὸ καληφθὲν φρούριον, ἰδιαιτέρως νὰ συγκινηθῶσιν ἐκ τῆς προσπελάσεως τῶν Βουλγάρων, διότι πρὸ τριῶν ἐτῶν μόλις, εἰς τὸ Δεμὶρ Ἰσάρ, εἰς ἀπόστασιν ἐλαχίστην ἀπὸ τοῦ Ροῦπελ, οἱ Βούλγαροι ζωντανὸν ἔθαψαν τὸν Μητροπολίτην τοῦ Μελενίκου, καὶ ἑκατὸν ἄλλους προκρίτους Ἕλληνας, ἐπίτασιν δὲ τῆς μεγάλης συγκινήσεως ἔφερε τὸ γεγονός, τὸ ἑξῆς, ἡ σύγχυσις τῶν ἀρχῶν τοῦ τόπου, ἐξ ὧν τινες ἐγκατέλειψαν τὰς θέσεις των καὶ ἀπῆλθον, δὲν γνωρίζω ποῦ. Καὶ ἤθελον μάλιστα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν ἔλαβε τὰ μέτρα της, ἵνα τιμωρήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς. Πῶς θέλετε νὰ ἐμπνεύσῃ κανεὶς εἰς τοὺς πληθυσμοὺς αὐτοὺς ἡσυχίαν, ὅταν ἔχωσι τοιαύτας ἀναμνήσεις καὶ ὅταν ἔχωσιν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι φεύγουσιν; Εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Ροῦπελ, μόνος ὁ στρατὸς ἔκαμε τὸ καθῆκόν του. Τιμὴ καὶ δόξα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν.
§45Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγκατάληψιν θέσεως ἐκ μέρους ὑπαλλήλου δὲν γνωρίζομεν. Ἐὰν ἐννοῆτε τὸν ταμίαν, ἐγὼ εὐθὺς διέταξα αὐτὸν νὰ διασφαλίσῃ ἐκεῖνα τὰς ἀξίας, τὰς ὁποίας εἶχεν εἰς χεῖρας του, διότι ἀπέναντι οἱασδήποτε ἐπιδρομῆς, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴχομεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§46Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοιαύτας πληροφορίας εἶχον λάβει.
§47Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπέναντι τῶν ἀορίστων πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει, ὅταν ἔρχηται ἕν μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν βεβαιοῖ περὶ ἑνὸς γεγονότος, ἀφορῶντος εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, τοὺς Ἕλληνας, νὰ πιστεύῃ τοὺς λόγους τῆς Κυβερνήσεως.
§48Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι δὲν διέπραξαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μοὶ διεμήνυσαν ἐκεῖθεν ὅτι ἔπραξαν, καὶ ἀνακαλῶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασα ἐναντίον των. Κύριοι, νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπεφεύγετο ἡ εἴσοδος τῶν Γερμανοβουλγάρων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ὁ ἀντικειμενικὸς σκοπὸς τῶν Γερμανῶν κατὰ τὴν Βαλκανικὴν ἐκστρατείαν ἦτο τὸ ἄνοιγμα τοῦ δρόμου μεταξὺ Βερολίνου–Κωνσταντινουπόλεως καὶ Βαγδάτης διὰ μέσου Βουλγαρίας καὶ Σερβίας. Τοῦτο κατωρθώθη πληρέστατα ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου. Νομίζω δέ, ὅτι οὐδένα σκοπὸν εἶχον οἱ Γερμανοὶ νὰ ἐπιτεθῶσι κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης, ἵνα καταλάβωσιν αὐτήν, ὅπως διέδιδον πάλιν τότε μερικοί, οὔτε δὲ καὶ ἡ Αὐστρία εἶχε τοιαύτην πρόθεσιν. Ἐξ ἄλλου κίνδυνον σοβαρὸν δὲν διέτρεχεν ὁ Γερμανοβουλγαρικὸς στρατὸς εἰς τὰς ὀχυρὰς θέσεις, τὰς ὁποίας κατεῖχεν εἰς τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄπισθεν αὐτῶν. Δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτος κίνδυνος, ἐφ’ ὅσον, τοὐλάχιστον, αἱ δυνάμεις αἱ στρατιωτικαὶ τῶν ἀντιπάλων των εἶναι οἷαι καὶ ὅσαι σήμερον εἶναι. Δυνατὸν βεβαίως, ἀργότερον, αὐξανομένων τῶν στρατευμάτων αὐτῶν, ν’ ἀποτελέσωσι κίνδυνον διὰ τοὺς Γερμανοβουλγάρους, καίτοι εἶναι δύσκολον στρατὸς ἐκ Θεσσαλονίκης νὰ ἀναλάβῃ ἐπίθεσιν κατὰ θέσεων τοσοῦτον ὀχυρῶν, οἷαι ἡ Κρέσνα καὶ τὸ Δεμὶρ–Καποῦ, ὅπως μάλιστα ἔχουσιν ὀχυρωθῇ τώρα τελευταίως μὲ τὰ μεγάλα τηλεβόλα. Ἑπομένως, δὲν ὑπῆρχε σκοπὸς καθόδου τῶν Γερμανῶν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, οὐδὲ σκοπὸς ἐπιθέσεως τοῦ στρατοῦ τοῦ Γερμανικοῦ κατὰ τῶν Ἀγγλογάλλων ἐν Θεσσαλονίκῃ, διότι καὶ οἱ Γερμανοβούλγαροι θὰ ἔπρεπε νὰ εἶχον μεγαλειτέρας δυνάμεις, ἵνα ἐπιχειρήσωσι τοιοῦτόν τι, ἄσκοπον ἄλλωστε, ἐγχείρημα. Ὁ ἀντικειμενικός, λοιπόν, σκοπὸς τῶν Γερμανῶν ἦτο ἡ κάθοδος πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὸ ἄνοιγμα τοῦ δρόμου ἐκείνου, ἄνευ τινὸς ἀπωτέρου σκοποῦ ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην. Δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, νομίζω ὅμως, ὅτι, ἂν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου, ὁπότε εἶχον προσπελάσει Γερμανοβούλγαροι πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα καὶ ὁπότε εἶχε κατορθωθῆ νὰ μὴ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εἴχομεν δηλώσει εἰς τὰς Δυνάμεις ταύτας, ἰδίως εἰς τὴν Γερμανίαν, ἡ ὁποία ἔδειξε τόσα δείγματα ὀρθοφροσύνης καὶ πολιτικῆς περινοίας, καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου τούτου ἀλλὰ καὶ πρότερον, ἐάν, λέγω, εἴχομεν δηλώσει εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὸν ἀγῶνα, δὲν θέλομεν νὰ συμμετάσχωμεν εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἑνός, εἴτε ὑπὲρ τοῦ ἄλλου τῶν ἐμπολέμων, καὶ ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους μας ἀκόμη εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ γίνῃ ἡ πάλη μεταξὺ τῶν ἀντιπάλων δυνάμεων, φθάνει νὰ μὴ ὑπῆρχον Βούλγαροι μεταξὺ αὐτῶν, νομίζω, ὅτι ἐν τῇ ὀρθοφροσύνῃ των οἱ Γερμανοὶ θὰ ἐδέχοντο, ἵνα μὴ εἰσέλθῃ Βουλγαρικὸς στρατὸς εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος. Δὲν κατακρίνω τὴν Κυβέρνησιν, ἄν ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὰς Γερμανικὰς δυνάμεις, ὅπως δὲν κατακρίνω αὐτήν διὰ τὰς διαπραγματεύσεις, τὰς ὁποίας, ὡς οὐδέτερον Κράτος, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κάμῃ πρὸς τοὺς γείτονας. Νομίζω, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτήν, ἐὰν δὲν τὸ ἔπραξεν εἰσέτι, νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Γερμανίαν, ὅτι τοὺς Γερμανοὺς καὶ Αὐστριακοὺς δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ὄχι ὅμως καὶ τὴν εἴσοδον τῶν Βουλγάρων, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ ἐγγύησις, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ κίνδυνον αὕτη ἄμεσον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ πιθανόν ἐπίσης τοιαύτη λαϊκὴ ἐξέγερσις νὰ λάβῃ χώραν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατόν, ἐκμεταλλευόμενοί τινες αὐτήν, νὰ φέρωσι μεγίστας δυσκολίας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποτραπῇ εἰς τὰς σημερινὰς δυσκόλους περιστάσεις. Οἱ Γερμανοί, ὁσονδήποτε μεγάλοι καὶ ἰσχυροὶ καὶ ἄν εἶναι, δὲν θὰ ἤθελον νὰ προσθέσωσιν ἄλλον ἕνα ἐχθρὸν εἰς τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Νομίζω, ὅτι, καθ’ ὅν τρόπον ἡ Κυβέρνησις προσηνέχθη πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως καὶ ἐπετεύχθη ἡ μὴ διέλευσις τῶν Σέρβων ἐκ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους — ἐγκρίνω δὲ τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως — κατ’ ἀνάλογον τρόπον ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ, ἵνα μὴ εἰσέλθωσιν οἱ Βούλγαροι...
§49Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, κ. Συνάδελφε...
§50ΙΩ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀνάλογόν τι εἶπον, ὄχι τὸ ἴδιον. Ἄλλως τε, ἠδύνατο νὰ ἀξιώσῃ ἡ Ἑλλάς, ἐν ἀνάγκῃ, ἵνα μόνον Γερμανικὰ στρατεύματα παραμείνουν εἰς τὸ καταληφθὲν φρούριον, ὁπότε ἡ ἐξέγερσις τῆς δημοσίας γνώμης θὰ ἦτο, βεβαίως, μετριωτέρα. Εἶναι γεγονός, ὅτι διὰ τῆς στάσεώς της, τῆς οὐδετερότητος, ἡ Ἑλλὰς ὠφέλησε τὰς Κεντρικὰς Αὐτοκρατορίας καὶ τοὺς συμμάχους αὐτῶν. Τὸ γεγονός, ὅτι ὠφέλησε τοὺς Αὐστρογερμανοὺς καὶ τοὺς συμμάχους αὐτῶν ἡ Ἑλλάς, δὲν τὸ ἠσθάνθη ἀρκετά, διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς παρουσίας τῶν Γερμανοβουλγάρων παρὰ τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου μέχρι σήμερον, ὄχι μόνον δὲν κατώρθωσε νὰ λάβῃ οἱονδήποτε ἀντάλλαγμα ἐδαφικῆς φύσεως, διὰ τὴν μέλλουσαν ἐπέκτασιν τῆς χώρας, εἰς ἀντιστάθμισμα τῶν ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας παρέσχεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰ Κράτη ταῦτα, — καὶ ὑποδεικνύω εἰδικώτερον τὸν τομέα Γευγελῆς–Δοϊράνης, ὅπως καὶ τὴν περιφέρειαν Μοναστηρίου, — ὄχι μόνον, λοιπόν, ἡ Ἑλλὰς, λέγω, δὲν ἔλαβεν ἀντάλλαγμά τι, ἀλλὰ καὶ ἄφησε νὰ κατακτηθῇ τὸ ἔδαφος αὐτῆς, εἰς τὰ σύνορα, ἀπὸ τῶν Βουλγάρων καὶ νὰ συλλαμβάνωνται καθ’ ἑκάστην Ἕλληνες ἐντὸς αὐτοῦ καὶ νὰ ἀπάγωνται καὶ νὰ ἀγνοῆται ἡ τύχη αὐτῶν. Ἔχω ἐνταῦθα κατάλογον τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπήχθησαν ἐξ Ἑλληνικῶν χωρίων, τινὰ δὲ ἐκρεμάσθησαν ἢ ἄλλως ἐφονεύθησαν καὶ ἄλλα ἐφυλακίσθησαν....
§51Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπῆρχεν ἐγγύησις περὶ τῆς ἀκεραιότητός των καὶ διὰ τοῦτο ἀπεκεφαλίσθησαν! (Ἱλαρότης).
§52Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν θὰ κουράσω τὴν Βουλήν, ἀναγινώσκων τὸν κατάλογον. Μόνον εἰς τὸ διαμέρισμα Μοριχόβου, βουνοῦ κειμένου ἀπέναντι τοῦ Περιστερίου τῆς περιφερείας Μοναστηρίου, εἰς διάστημα ὀλίγων μηνῶν, ἐφονεύθησαν 17 Ἕλληνες, ἀπήχθησαν 11, τῶν ὁποίων ἀγνοεῖται ἡ τύχη, ἄλλοι δὲ ἀπέδρασαν κακὴν κακῶς, μὴ ἔχοντες τι ἄλλο νὰ κάμωσιν. Ἐκ Σφεταπέτκας, παρὰ τὰ Ἑλληνικὰ σύνορα, ἀνηρπάγησαν περὶ τοὺς πεντήκοντα Ἕλληνες ἐκ διαφόρων μερῶν, τῶν ὁποίων πολλοὶ ἐκρεμάσθησαν...
§53Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἑπτὰ εἶναι τὸ ὅλον τῶν ἀπαχθέντων.
§54Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Οἱ ἀπαχθέντες εἶναι ἐκ τριῶν χωρίων τῆς Σφεταπέτκας, τοῦ Μπρέσι καὶ τοῦ χωρίου Ἀκίντζαλι, ὑπῆρχον δὲ καὶ πρόσφυγες τινὲς ἐκ Δοϊράνης, ἀπαχθέντες ἐπίσης ἐκ Σφεταπέτκας.
§55Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι τὸ ὅλον 15, εἶναι ἐπαρχία μου καὶ τοὺς ἠξεύρω.
§56Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχετε περὶ τῶν ἀπαχθέντων καὶ κρεμασθέντων, εἶναι ἐπίσημοι ἢ ἰδιωτικαί;
§57Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἰδιωτικαί.
§58Θ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι ἀπήχθησαν καὶ ἐφονεύθησαν ἐν ὅλῳ ἑπτά, ὑμεῖς λέγετε, ὅτι ἀπήχθησαν καὶ ἐφονεύθησαν πεντήκοντα, ὑπάρχει μεγάλη διαφορά.
§59Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀπήχθησαν πεντήκοντα, δὲν ἐφονεύθησαν ὅμως ὅλοι. Ἐπίσης, ἀπήχθη ἐκ τῆς Μονῆς τῆς Ὅσιανης, ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, εἷς ἄριστος ἐθνικὸς ἐργάτης, τοῦ ὁποίου τὴν τύχην ἀγνοοῦμεν, ὁ ἀρχιμανδρίτης Νικόδημος. Δι’ ὅλα ταῦτα νομίζω, ὅτι θὰ ἐπεβάλλετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ζητήσῃ πληροφορίας παρὰ τῆς Βουλγαρικῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ ἀπαιτήσῃ, ὅπως ἀφεθῶσιν ἀμέσως ἐλεύθεροι οἱ ἀπαχθέντες Ἕλληνες, ὅσοι ἀκόμη εὑρίσκονται ἐν ζωῇ. Ὡς κορύφωμα δὲ τῆς καταστάσεως ταύτης, ἡ ὁποία προκαλεῖ τὴν δυσφορίαν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τῆς κοινῆς γνώμης ἐν Μακεδονίᾳ, εἶναι ἡ κατάληψις τοῦ Ροῦπελ, διὰ τῆς ὁποίας ἀποκόπτεται ἡ Ἀνατολικὴ Μακεδονία ἀπὸ τῆς λοιπῆς. Κύριοι, νομίζω, ὅτι διὰ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ἠκολούθησαν αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ πολέμου μέχρι σήμερον, διότι αἱ εὐθῦναι δὲν βαρύνουν μόνον μίαν Κυβέρνησιν, θὰ καταντήσωμεν νὰ μείνωμεν ἀπομεμονωμένοι κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰρήνης. Τὸ ἀπεύχομαι, ἀλλὰ τὸ φοβοῦμαι. Οἱ μὲν τῆς ὁμάδος τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, οἱ φίλοι ἡμῶν, σιγὰ σιγὰ κοντεύουν νὰ καταστῶσιν ἐχθροί, οἱ δὲ τῆς ἄλλης ὁμάδος ἔχουν ἄλλους συμμάχους, εἰς τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα θὰ θυσιάσουν, ὡς νομίζω, τὰ ἰδικά μας. Εἶναι ἡ ἐξέγερσις ὅλου τοῦ Ἑλληνισμοῦ διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ Ἑλληνικοῦ φρουρίου καὶ τὴν εἴσοδον τῶν Βουλγάρων εἰς τὴν Μακεδονίαν τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐνισχύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν περαιτέρω προέλασιν τῶν Βουλγάρων ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους.
§60Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θὰ τήν ἐμποδίσῃ;
§61Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς τώρα εἶναι δεμένη χειροπόδαρα, διότι εὑρίσκεται μεταξὺ ὅλων τῶν ξένων τῶν πατούντων τὸ ἔδαφός της, εἶναι δὲ ἀπείρως λυπηρὸν ὅτι, ἐνῶ θὰ ἠδύνατο, ἄν ἐξ ἀρχῆς τοῦ πολέμου εἶχε κηρύξει ἀπόλυτον καὶ εἰλικρινῆ οὐδετερότητα ἀπέναντι πάντων καὶ ἄν κατόπιν διεχειρίζετο τήν οὐδετερότητά της κατὰ καλλίτερον τρόπον, νὰ ἦτο εἰς καλλιτέραν μοῖραν τώρα, εἶναι λυπηρόν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς τήν δεινήν θέσιν νὰ μὴ δύναται νὰ καταστήσῃ πλέον σεβαστὴν τὴν οὐδετερότητά της εἰς κανένα.
§62Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προηγοῦνται ἄλλοι.
§64Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ποίαν τάξιν θὰ ἀκολουθήσητε εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπεθύμουν, ἄν ἦτο δυνατὸν καὶ ἄν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὴν διακοπήν, ἡ ὁποία ἐγένετο.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τηρηθῇ ἡ σειρά.
§66Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὲ ἐγγράψητε.
§67Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δύο γεγονότα βαρύτατα ἀνεκοίνωσε τήν ἑσπέραν ταύτην ἐπισήμως πρὸς τήν Βουλὴν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τὸ πρῶτον γεγονὸς εἶναι ἡ κατάληψις τῶν πρὸς τὸν Στρυμόνα διαβάσεων τοῦ ὄρους Μπέλλες, οὐχὶ τοῦ φρουρίου Ροῦπελ. Τὸ δεύτερον γεγονός εἶναι ἡ κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ ἀνακήρυξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ὑπὸ τῶν Συμμαχικῶν Δυνάμεων ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἐν τῇ λοιπῇ κατεχομένῃ Μακεδονικῇ χώρᾳ. Τὰ γεγονότα ταῦτα εἶναι ἀλληλένδετα καὶ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ δεύτερον εἶναι ἀπάντησις εἰς τὸ πρῶτον. Ἡ ἐξέτασις δὲ τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐκ τῶν γεγονότων τούτων παρήχθη, δὲν εἶναι δυνατόν, νὰ εἶναι κεχωρισμένη. Ἡ κατάληψις τῶν διαβάσεων τοῦ ὄρους Μπέλλες ἐνέχει σημασίαν σπουδαιοτάτην, ἀλλά, βεβαίως, ὀλιγώτερον σπουδαίαν τῶν φωνῶν καὶ τοῦ θορύβου, ὅστις δαιμονιωδῶς καὶ ὑποκριτικῶς ἐγείρεται περὶ τὸ ζήτημα τοῦτο. Λέγω δὲ ὑποκριτικῶς καὶ δαιμονιωδῶς, οὐχὶ διὰ τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ συζητοῦντας καὶ μέλλοντας νὰ συζητήσωσι καλῇ τῇ πίστει, ἀλλὰ τοὺς ἔξωθι θορυβοῦντας καὶ ἐπιθυμοῦντας νὰ διαπαράξωσι τήν τάξιν ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ σημασία τῆς καταλήψεως τῶν διαβάσεων τῶν πρὸς τὸν Στρυμόνα εἶναι κατὰ τοῦτο σημαντικὴ καὶ σπουδαία, διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης εὑρίσκονται πλέον ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους ἀντιμέτωποι οἱ δύο ἀντίμαχοι στρατοί. Ἡ σημασία τῆς θέσεως Ροῦπελ εἶναι πολὺ ὀλιγωτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία κακῶς ἀποδίδεται, διότι γίνεται λόγος περὶ φρουρίου καὶ πρόκειται περὶ ἀνασχετικῆς περιβολῆς τάγματος. Ὅταν ἀκούῃ τις περὶ φρουρίου καὶ ἀγνοεῖ ποῖαι εἶναι αἱ διαβάσεις αὐτοῦ, νομίζει, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς Βερντέν, ἐνῷ πρόκειται περὶ περιβολῆς ἀνασχετικῆς τάγματος. Κυρίαν σημασίαν δὲν ἔχει ἡ κατάληψις αὕτη. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι ἐλέχθη ἔξω, καὶ πιστεύεται ἀκόμη, ὅτι παρεδώκαμεν τὴν κλεῖδα τῆς ἀμύνης ἡμῶν εἰς χεῖρας τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ, καὶ πρὸ πάντων, παρεδώκαμεν τὰ μυστικὰ τῆς ἀμύνης εἰς τὸν Βουλγαρικὸν στρατόν. Τὴν στιγμὴν δέ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ παμμέγιστοι στρατοὶ μάχονται ἀπὸ ῥηγμάτων τοιαύτης φύσεως, παρεδώσαμεν ἡμεῖς τὰ μυστικά, τὰ ὁποῖα ἀγνοεῖ ὁ Γερμανικὸς στρατὸς καὶ ὁ ἄλλος στρατός. Αὐτὰ εἶναι τὰ μυστικά, τὰ ὁποῖα παρεδώσαμεν εἰς χεῖρας τῶν μελλόντων ἡμῶν ἐχθρῶν. Τὸ ζήτημα τῆς καταλήψεως τῶν διαβάσεων τοῦ Στρυμῶνος, βεβαίως, ἐξεγείρει τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν, ἐξεγείρει δὲ περισσότερον τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν διὰ τὴν συμμετοχὴν ὡρισμένου στρατοῦ εἰς τὴν κατάληψιν ταύτην. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ἑνὸς Κράτους τῶν ἀντιμαχομένων ἡ παραβίασις τῆς Ἑλληνικῆς οὐδετερότητος, ἦτο ἀπὸ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἐνδεδειγμένη ἡ παραβίασις τῆς οὐδετερότητος καὶ παρὰ τοῦ ἄλλου Κράτους. Ἐὰν ἡ Ἑλλάς, εὑρίσκουσα κατάλληλον τὴν εὐκαιρίαν, ἐξυπηρετοῦσαν τὴν ἀσφάλειαν αὐτῆς, ἤθελεν ὁρμήσει πρὸς πόλεμον, βεβαίως, δὲν ἤθελε γίνει τοιαύτη παραβίασις. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς παρεβιάσθη ἡ οὐδετερότης ἡμῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ Μακεδονικῇ χώρᾳ, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐγένετο ἡ κατάληψις τῶν φρουρίων ἡμῶν, ὡς τὸ Καραμπουρνοῦ καὶ ἄλλων, καὶ ἡ ἐνάσκησις ἐν μέσῃ Ἑλληνικῇ χώρᾳ ἀστυνομικῶν πράξεων καὶ ἀστυνομικῆς δικαιοδοσίας ὑπὸ τῶν φίλα πρὸς ἡμᾶς τελούντων Συμμάχων, ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλαι αὐταὶ αἱ πράξεις εἶναι πράξεις θετικῆς παραβιάσεως τῆς ἡμετέρας οὐδετερότητος. Ἐὰν τὸ ἡμέτερον Κράτος εἶχε τὴν δύναμιν μεγάλου Κράτους, ἠδύνατο νὰ ἀμυνθῇ διὰ τὴν οὐδετερότητα αὐτοῦ, ἀποκροῦον διὰ τῆς βίας πάντα ξένον ἐπιδρομέα. Ἀλλὰ τὴν δύναμιν ταύτην δὲν ἔχει ἡ Ἑλλάς, διότι ἡ Ἑλλάς, οὔτε τὴν δύναμιν εἶχεν, ἵνα ἀμυνθῇ τῆς οὐδετερότητος αὐτῆς, διὰ τῶν ὅπλων, κατὰ τοσοῦτον μεγάλων Κρατῶν, ἀλλ’ οὐδὲ συμφέρον εἶχε νὰ διαταράξῃ τὰς φιλικὰς αὐτῆς σχέσεις πρὸς τὰ Κράτη ταῦτα, πρὸς τὰ ὁποῖα τὴν συνδέει, ὡς θὰ εἴπω παρακατιών, ἀρκετὴ σύμπτωσις συμφερόντων καὶ βλέψεων. Ἀλλά, συγχρόνως, ἡ Ἑλλάς ὑπέπεσε καὶ εἰς τὸ ἀτύχημα, ὅτι, ἐνῷ δὲν ἠδύνατο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ν’ ἀξιώσῃ τὸν σεβασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς οὐδετερότητος, παρὰ τῶν φίλων αὐτῆς, κατηγορεῖται καὶ κατηγορήθη παρὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν τῶν Δυνάμεων τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως — διότι κατηγορίαι εἶναι τοῦτο διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, — ὅτι ἐκάλεσεν αὕτη τοὺς ξένους στρατοὺς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν χώραν καὶ δὲν ἠδυνήθη ὁ κατηγορούμενος διὰ τὴν πρᾶξιν ταύτην, οὐδὲ μίαν λέξιν νὰ εὕρῃ μέχρι τῆς ὥρας πρὸς ἀπάντησιν ἢ δικαιολογίαν τοῦ γεγονότος τούτου. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ἡ ἔμπρακτος ὑπεράσπισις τῆς οὐδετερότητος καθ’ οἱασδήποτε τῶν ἀντιπάλων δυνάμεων καθίστατο ἀδύνατος, εἰς τρόπον ὥστε ἡ διατάραξις τῆς ὑπαρχούσης οὐδετερότητος ἀφέθη ἐλευθέρα καὶ εἰς τὴν ἑτέραν τῶν ἀντιπάλων δυνάμεων, ἵνα παραβιάσῃ ταύτην, ἤτοι, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀρνητικὴν πλέον ὑποστήριξιν τῆς ἡμετέρας οὐδετερότητος, καὶ οὕτω κατέστη τὸ ἔδαφος ἡμῶν πεδίον μονομαχίας τῶν δύο ἀντιπάλων στρατῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι σημασίαν δὲν ἔχει μεγάλην ἡ κατάληψις τῶν στενῶν τοῦ ὄρους Μπέλλες, ὡς πρᾶξις παραβιάσεως τῆς οὐδετερότητος, σημασίαν ἔχει, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης εὑρίσκεται εἰς τὴν χώραν ἡμῶν καὶ ὁ ἄλλος τῶν ἀντιμαχομένων στρατῶν, καὶ ἡ σύγκρουσις εἶναι δυνατὸν νὰ συμβῇ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν εἰς βάρος τῶν κατοίκων αὐτῆς, εἰς βάρος τῆς περιουσίας αὐτῆς, εἰς βάρος τῶν ἀτυχῶν Μακεδόνων. Ἀλλὰ τὴν δύναμιν ταύτην δὲν εἶχεν ἡ Ἑλλάς. Ἂν καὶ τοῦτο τὸ γεγονὸς εἶναι ἀρκετόν, ὅπως καταθλίψῃ καὶ ἐξεγείρῃ τὴν ψυχὴν ἡμῶν, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο συμπλέκεται καὶ τὸ ἕτερον, ὅτι παρ’ οἱᾳδήποτε μεταβολὴν αἰσθημάτων, τὴν ὁποίαν δύναται ἡ μέλλουσα ἱστορία νὰ διαγράψῃ, ὑπάρχουσι πλεῖστα παραδείγματα ἄλλων λαῶν, οἵτινες ἀλληλοσυνεκρούσθησαν καὶ κατόπιν συνεφιλιώθησαν καὶ συνειργάσθησαν, πρόχειρον δὲ παράδειγμα τούτου ἔχομεν, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς συνειργάσθη μετὰ τοῦ Βουλγαρικοῦ πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Μακεδονίας, ἀλλ’ οἱανδήποτε, λέγω, μεταβολὴν αἰσθημάτων, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ διαγράψῃ ἡ μέλλουσα ἱστορία, πρόσφατα εἶναι ἀκόμη τὰ ἴχνη τοῦ Ἑλληνοβουλγαρικοῦ πολέμου, καὶ ἡ ἐμφάνισις στρατοῦ Βουλγαρικοῦ, ἔστω καὶ ἀποσπάσματος Βουλγαρικοῦ συγκινεῖ, καὶ συγκινεῖ δικαίως, συγκινεῖ δεδικαιολογημένως ἐπὶ τῷ γεγονότι τούτῳ τὴν Ἑλληνικὴν ψυχήν. Ἀλλ’ ἐὰν ψυχή τις ἔχῃ δικαίωμα ἐν Ἑλλάδι νὰ συγκινῆται, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συγκινηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες καὶ ὅταν συνεμαχοῦμεν καὶ συνηγωνιζόμεθα μετὰ τῶν Βουλγάρων, προέβλεπον τὸν κίνδυνον τῆς μελλούσης συγκρούσεως, δύνανται νὰ συγκινηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἰργάσθησαν ἐνσυνειδήτως, ὅπως ἀποτρέψωσι τὰς ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Βουλγαρίας Ἑλληνικὰς θυσίας, δύνανται νὰ συγκινηθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔφερον διὰ τῶν ὅπλων τὴν Ἑλληνικὴν νίκην καὶ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς χώρας. (Χειροκροτήματα). Δικαιοῦνται νὰ συγκινηθῶσιν οἱ δύο πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι παρακάθηνται ἐν τῇ Κυβερνήσει, οἵτινες ἐξηνάγκαζον τὸν τότε Κυβερνήτην, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θεωρίαν περὶ σπονδυλικῆς στήλης, καὶ βεβαίως δικαιοῦνται οὗτοι ἐνσυνειδητότερον νὰ εἴπωσιν, ὅτι εἰς αὐτοὺς ἔτυχε τὸ ἀτύχημα καὶ ὁ κλῆρος, ἵνα διαδεχθῶσι τὸν Κυβερνήτην ἐκεῖνον, καθορίζοντες πολιτικὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ ὑποχωρήσωσιν εἰς τὰς Βουλγαρικὰς ἀξιώσεις. (Χειροκροτήματα). Δύναται νὰ συγκινηθῇ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις, ἀπεσταλμένος τότε τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ, προσεπάθησε νὰ συγκρατήσῃ τὸν ἀδιόρθωτον ὑποχωρητικὸν πρὸς τὰς Βουλγαρικὰς κατακτήσεις. (Χειροκροτήματα). Δικαιοῦνται νὰ συγκινηθῶσιν οἱ ἄνδρες τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, τῶν ὁποίων οἱ ἀδελφοὶ ἔπεσαν νεκροὶ εἰς τὰς κατὰ τῶν Βουλγάρων νίκας. Δικαιοῦται, τέλος, νὰ συγκινηθῇ ὁ ἀρχιστράτηγος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, τοῦ ὁποίου τὸ δαιμόνιον, συμβοηθούμενον ὑπὸ τοῦ Ἑλληνοπρεπέστατα καὶ κάλλιστα συγκεκροτημένου Ἐπιτελείου, ἔφερε τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν πρὸ τῆς Τσουμαγιᾶς. (Χειροκροτήματα). Καὶ μόνον δὲν δικαιοῦνται νὰ συγκινῶνται, — δικαιοῦνται νὰ ὑποκρίνωνται — ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τοῦ βήματος εἰς τὰς διπλωματικὰς αὐτῶν συζητήσεις παρεχώρουν τὰς Ἑλληνικὰς χώρας, ὡσὰν ἦσαν ἀμπελοχώραφά των. Αὐτὴ εἶναι ἡ σημασία, Κύριοι, τῶν μέχρι τοῦδε γεγονότων. Ἐὰν δὲ αἱ ἔννοιαι αὗται περιπλέκονται περὶ τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Γερμανοβουλγαρικοῦ στρατοῦ ἐν Μακεδονίᾳ, σπουδαιοτέραν εἰς ταῦτα προσδίδει σημασίαν τὸ ἀμέσως ἐπακολουθῆσαν γεγονός. Ὁ ἀντίκτυπος, ὅστις ἀπήχησεν ἐν Θεσσαλονίκῃ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ ἀρχιστρατήγου τῶν Ἀγγλογαλλικῶν δυνάμεων καὶ τὸ γεγονὸς τῆς κηρύξεως τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἀνὰ τὴν κατεχομένην ὑπὸ τῶν συμμαχικῶν δυνάμεων Μακεδονικὴν χώραν, ἐνέχει τὴν σημασίαν τοῦ ἐξεπίτηδες γενομένου ἀντικτύπου, ὡς ἐφευρέθη ἀνευλαβέστατα ἡ ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἐλευθερωτοῦ τῆς Μακεδονίας, ἵνα οἱ ἐλευθερωταὶ τῶν λαῶν ἐμποδίσωσι τὸν ἐλευθερωθέντα Μακεδονικὸν λαόν νὰ ζητωκραυγάσῃ τὸν ἐλευθερωτήν. (Χειροκροτήματα). Καὶ γεννᾶται, Κύριοι Συνάδελφοι, σπουδαιοτάτη ἡ σημασία τῶν γεγονότων τούτων, διότι ὡς τὰ γεγονότα περιεπλάκησαν, κρίσιμοι περιστάσεις ἀναμένουσι τὴν Ἑλλάδα καὶ βεβαίως πρέπει νὰ στηριχθῇ πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία, ἵνα ψυχραίμως ἀντιμετωπίσῃ τὰ μέλλοντα πιθανῶς νὰ συμβῶσιν. Ὡς ἔχουσι τὰ γεγονότα, Κύριοι, εἶναι τόσον ἁπλῆ ἡ ἐξήγησις τῶν συμβαινόντων, διότι εἶναι τόσον φυσικόν, τόσον δεδικαιολογημένον νὰ ἀποδοθῇ δίκαιον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι δὲν ἐκηρύχθη εἰς κατάστασιν ἐμπόλεμον, ἵνα ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῶν διαβάσεων τοῦ ὄρους Μπέλες, πρὸς τὸν Στρυμῶνα, ὥστε εἶναι ἀνάγκη ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, ἵνα βεβαιωθῇ δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ποῖα εἶναι τὰ πράγματα καὶ τίνες οἱ αἴτιοι, οἵτινες κινδυνεύουσι νὰ παρασύρωσι τήν Ἑλλάδα εἰς ρῆξιν σχεδὸν πρὸς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων προσεπάθησεν ἀείποτε νὰ εἶναι φίλος, καὶ πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπέδειξε πᾶν φίλιον αἴσθημα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦ πολέμου. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Ἑλληνικὴ Βουλή, νὰ ἀναδράμω εἰς τὸ παρελθόν, καὶ ἐξαιτοῦμαι τὴν ἐπιείκειαν τῶν κ. κ. Συναδέλφων, διότι θὰ καταχρασθῶ ἴσως τῆς ἐπιεικοῦς ὑπομονῆς των. Ὅτε ἐπέκειτο ἡ κήρυξις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἡ Ἑλλὰς εἶχε δημιουργημένην ὡρισμένην κατάστασιν πρὸς τὰς διαφόρους Μεγάλας Δυνάμεις, ὡρισμένην κατάστασιν πρὸς τὰ διάφορα Βαλκανικὰ Κράτη. Ἡ Ἑλλὰς, πρὸ τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου, μικρὰ οὖσα καὶ μὴ λαμβανομένη σπουδαίως ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, δὲν περιελαμβάνετο, οὐδ’ ὑπελογίζετο εἰς οὐδένα σοβαρὸν πολιτικὸν συνδυασμόν. Δύναταί τις δὲ μᾶλλον νὰ εἴπῃ καὶ ὑποστηρίξῃ, ὅτι, ἐπιζητήσασα νὰ περιληφθῇ καὶ συνάψῃ σχέσεις πρὸς Εὐρωπαϊκοὺς συνδυασμούς, ἀπεκρούσθη. Αἱ νίκαι, αἱ Βαλκανικαὶ, καὶ κυριώτατα ἡ νίκη ἡ ἐν τῷ συμμαχικῷ πολέμῳ ἀνέδειξε τὴν ἀρετὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τὰς ἀρετὰς τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου καὶ ἀπέδειξε τὴν Ἑλλάδα Κράτος ἀκμαῖον, ὁρμοῦν εἰς πρόοδον, Κράτος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δύναται νὰ ὑπολογίσῃ πᾶσα συμμαχικὴ ὁμάς. Ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, τὰ ὁρμητήρια αὐτῆς, ἡ ἔκτασις τῶν παραλίων της, ἡ ναυτική τις ἀνάπτυξις καθίστων αὐτήν παράγοντα ἐν τῇ Μεσογείῳ καὶ ἰδίως τῇ ἀνατολικῇ αὐτῆς λεκάνῃ παράγοντα προόδου πρὸς τούτοις δὲ ἦσαν τελείως ἐνηρμονισμένα τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας, τόσον τελείως ἐνηρμονισμένα, ὥστε ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἔφθασεν εἰς Θεσσαλονίκην νικηφόρος, ἤρχισαν ἐν Γαλλίᾳ, παρὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὰς παρακελεύσεις τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας κ. Ἀνοτώ, διαβλέποντος ἐν τῇ Βουλγαρίᾳ πᾶσαν πρόοδον, ἤρχισαν παρὰ τῇ ἐπισήμῳ Γαλλικῇ Κυβερνήσει καὶ τοῖς στρατευομένοις πολιτικοῖς ἀνδράσι τῆς Γαλλίας ἐξεταζόμενα τὰ Ἑλληνικὰ ζητήματα μετ’ ἐνδιαφέροντος πολλοῦ καὶ μετὰ προσοχῆς. Καὶ εἰς τοῦτο τὸ σημεῖον τοῦ λόγου γενόμενος, δύναμαι νὰ ἀποκαλύψω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σημεῖόν τι, ἵνα μάθωσιν οἱ ζητωκραυγάζοντες ὑπὲρ ἀνυπάρκτων ἐλευθερωτῶν, ὅτι, ἂν ἐγένετο ἡ ἐκστρατεία τῶν νήσων, αὕτη ὀφείλεται εἰς παρακέλευσιν τηλεγραφικὴν τοῦ μεγάλου πολιτικοῦ ἀνδρὸς τῆς Γαλλίας Κλεμανσώ, ἀπηχοῦντος τὰς γνώμας τοῦ τότε Προέδρου τῆς Δημοκρατίας Πουανκαρέ. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι δύο ὥραν πρὶν ἢ ὁ Πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἐν Παρισίοις ἀποστείλῃ τὴν τηλεγραφικὴν παραγγελίαν, τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ τότε, ἀπέρριπτε τὴν πρότασίν μου περὶ ἐκστρατείας εἰς τὰς νήσους, τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ, φοβουμένου, ὅτι ἡ Βουλγαρικὴ δύναμις ἤθελε συμψηφίσῃ τὸ ἔδαφος τῶν νήσων εἰς Μακεδονικὸν ἔδαφος. Μετὰ δύο ὥρας δὲ ἀπὸ τῆς ἀπορρίψεως τῆς προτάσεως ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ἐλήφθη τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον περιεῖχε τὴν παραγγελίαν τοῦ Κλεμανσὼ καὶ ἐσπεύσαμεν ὀργανοῦντες ἐν τάχει τὴν ἐκστρατείαν καὶ ἐπιτρέψαμεν εἰς τὰς νήσους Χῖον καὶ Μυτιλήνην, νὰ στείλουν τοὺς ἀντιπροσώπους των εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον. Δράττομαι δὲ τῆς εὐκαιρίας, ἵνα ποιήσωμαι τὴν ἀποκάλυψιν ταύτην, ὅπως ἴδωσιν οἱ Χῖοι καὶ οἱ Μυτιληναῖοι, εἰς τίνα ὀφείλουσι τὴν ἐλευθερίαν αὐτῶν καὶ τίνα, παρὰ τὴν ἀλήθειαν, προσκυνοῦσιν. Ἀλλ’ ἡ διάγνωσις τῶν ἐν Γαλλίᾳ κυβερνώντων ἠκολουθήθη καὶ ὑπὸ τῶν Ἄγγλων κυβερνητῶν, διότι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διεῖδε τότε, ὅτι ἐν τῇ ὅλῃ καταστάσει τῆς Μεσογείου, ἐν τῷ καθεστῶτι τῷ ναυτικῷ, τῷ Μεσογειακῷ, ἠδύνατο ἡ Ἑλλὰς μὲ τὰς ναυτικὰς αὐτῆς δυνάμεις, τὰς μικρὰς μὲν τότε, δυναμένας ὅμως νὰ ἀναπτυχθῶσι, χάρις εἰς τὰς ἀρετὰς τοῦ Ἕλληνος ναύτου, χάρις εἰς τὰ παράλια αὐτῆς καὶ τὰ ὁρμητήρια, ἠδύνατο νὰ ἀναπτυχθῇ εἰς σύντροφον ἐπίφθονον, παρέχοντα ὑλικὰ ἐφόδια εἰς τοὺς συμμάχους στόλους καὶ ναυτικὰς δυνάμεις ἀξίας λόγου, χάρις εἰς τὴν ἀξίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ ναυτικοῦ, δυναμένας νὰ συμβάλωσιν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῶν μεσογειακῶν στόλων τῆς δημιουργηθείσης μεσογειακῆς συμμαχίας Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας καὶ ἀπέβλεπον τότε εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν Ἑλληνικῶν δυνάμεων ὑπὲρ τοῦ Ἀγγλογαλλικοῦ συνδυασμοῦ κατὰ τοῦ Ἰταλοαυστριακοῦ. Τὴν σοβαρότητα δὲ εἰς ὅσα λέγω, προσέθετε καὶ αὐτὴ ἡ κατάρτισις καὶ ἡ θέσις τῆς τότε Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, ἥτις ἀπέβλεψεν εἰς τὴν ὀργάνωσιν τοῦ στόλου. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις τῶν δύο τούτων δυνάμεων ἐν σχέσει πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Μετὰ τοῦτο, ὁ πόλεμος ὁ Εὐρωπαϊκὸς εὗρεν ἡμᾶς ἐν κοινότητι βλέψεων καὶ συμφερόντων ἐν τῇ Μεσογείῳ, κοινότητι, ἥτις περισσότερον ἐνισχύετο ἐκ τοῦ ὅτι τὰ δύο Κράτη τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα οὑτωσεὶ προσέβλεπον εἰς χρησιμοποίησιν τῶν Ἑλληνικῶν δυνάμεων, εἶναι Κράτη, παρ’ οἷς ἴσχυεν ἀνεγνωρισμένον πάντοτε τὸ δίκαιον τῶν κοινοτήτων, δίκαιον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου διεγράψαμεν τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν πρόγραμμα, δίκαιον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου κατηγάγομεν τοὺς θριάμβους τοὺς ἀπελευθερωτικούς. Ἐκ τῆς ἀντιθέτου πλευρᾶς ἦσαν Δυνάμεις, πρὸς τῶν ὁποίων, τὴν μίαν ἄρτι εἴχομεν ὑποχρεώσεις σοβαρωτάτας, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς ὁποίας δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρχεν ἀντίθεσις τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων — καὶ ὁμιλῶ περὶ τῆς Γερμανίας. — Εἶναι γνωστόν, ὅτι τὰς Ἑλληνικὰς ἐνεργείας περὶ καθορισμοῦ τῶν ὁρίων τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, καὶ ἰδίως περὶ τῆς προσαρτήσεως τῆς Καβάλλας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐπέρρωσαν αἱ ἐνέργειαι τῆς Γαλλικῆς διπλωματίας καὶ τῆς Γερμανικῆς, ἀλλ’ ἦτο γνωστόν, συγχρόνως, ὅτι, ἀρχομένου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐτίθετο πρὸ τοῦ κόσμου ἓν διπλοῦν πρόβλημα, τὸ πρόβλημα, τὸ γιγαντιαῖον, τοῦ ἀγῶνος τῶν δύο μεγάλων φυλῶν ἐν Εὐρώπῃ, τῶν Σλαυϊκῶν καὶ τῶν Γερμανικῶν, καὶ τὸ δεύτερον πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ἐνεφάνιζεν ἡ ἀνάμιξις τῆς Βρεττανικῆς δυνάμεως εἰς τὸν ἀγῶνα, τὸ πρόβλημα τῆς κυριαρχίας τῶν θαλασσῶν, καὶ ἐγεννᾶτο ἡ δυσχέρεια εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐπέκειτο τὸ πρόβλημα τῆς κυριαρχίας τῶν θαλασσῶν εἰς τὸ μέσον, ἡ φυσικὴ αὐτῆς δύναμις, ἦτο φυσικῶς καὶ μοιραίως συμπράττουσα μετὰ τῆς Ἀγγλίας, ἀλλὰ καὶ ἐφ’ ὅσον ἐγεννᾶτο τὸ ζήτημα τοῦ μεγάλου ἀγῶνος μεταξὺ Σλαυϊκῶν καὶ Γερμανικῶν φυλῶν, ἐνεῖχεν ἐν τῷ Γερμανικῷ ἀγῶνι προστάτην τινὰ, ἄδηλον ἐναντίον ἀδήλου, μέλλοντος ἴσως, ἐμποδίου τῆς ἀναπτύξεως αὐτοῦ, καὶ παρὰ τῇ Γερμανίᾳ ὑπῆρχέ τις ὁ ἔχων ἀντίθετα συμφέροντα πρὸς τὴν Ἑλλάδα· ὁ τὶς οὗτος ἦτο αἱ Ἰταλικαὶ ἀξιώσεις, ἐκεῖ ἔνθα εἶχον ἀναπτυχθῆ ἀξιώσεις ὅμως, αἵτινες ἦσαν δευτερευούσης σημασίας. Τοιαύτη ἦτο ἡ κατάστασις, ἥτις παρουσιάσθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀρχομένου τοῦ πολέμου. Δευτέρα κατάστασις ἦτο ἡ Βαλκανική. Τὰ γεγονότα τῶν Βαλκανικῶν πολέμων εἶχον κληροδοτήσει εἰς τὴν Ἑλλάδα δύο ζητήματα σπουδαῖα· τὸ ἓν ἦτο ἡ φροντὶς τῆς ἐμπεδώσεως τῆς ἰσορροπίας ἐν τῇ Βαλκανικῇ, τὴν ὁποίαν κατήρτισεν ἡ Συνθήκη τοῦ Βουκουρεστίου, καὶ ἡ φροντὶς αὕτη τῆς ἐμπεδώσεως τῆς ἰσορροπίας τῆς Βαλκανικῆς παρεκώλυε τὴν Ἑλλάδα, ἵνα μὴ ἐπιτρέψῃ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς δυνάμεων τὴν αὔξησιν ἐκείνων τῶν Κρατῶν, κατὰ τῶν ὁποίων ἡ ἰσορροπία εἶχε δημιουργηθῆ. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ζήτημα σπουδαιότατον εἶχεν ἐμφανισθῆ, ἐκκρεμότης σχέσεων ἀγουσῶν εἰς μέλλουσαν ῥῆξιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, διότι ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν ἀπέθετεν ὁ στρατὸς τὸ νικηφόρον ξῖφος, ἐνήργησε νὰ ἐπισωρεύσῃ ὑλικὸν τοιοῦτον πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς Ἑλληνικῆς χώρας, διότι ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἀμβλυωπία περὶ τὴν διοίκησιν ἐδημιούργησεν εὐκόλως εἰς τὴν Τουρκικὴν Αὐτοκρατορίαν τὴν ναυτικὴν ὑπεροπλίαν καὶ ἐδημιούργησε τὸ ζήτημα τῶν νήσων Μιτυλήνης καὶ Χίου, ὡς ἐκκρεμές, καὶ τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων· καὶ τῶν δύο τούτων ζητημάτων ἡ ἐκκρεμότης παρουσιάσθη, παρουσιάσθη ἐκκρεμότης πλήρης καὶ βαίνουσα πρὸς ῥῆξιν κατὰ τὰς ἡμέρας τὰς πρὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἀκριβῶς δὲ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος ἐσταμάτησε τὴν ἐκκρεμότητα ταύτην ἐπ’ ὠφελείᾳ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ δευτέρου πολέμου, καὶ ἴσως ἀπὸ καταστροφῆς. Οὕτως ἐχόντων τῶν ζητημάτων, ὑπῆρχεν ἀναμφισβητήτως κοινότης συμφερόντων τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὰς δύο δυτικὰς Δυνάμεις, κοινότης συμφερόντων, ἥτις, ἄν ἤθελεν ὑποτεθῆ πρὸς τὰς κεντρικὰς Δυνάμεις ὑπάρχουσα, ἐνισχύετο καὶ ἐγίνετο ἀκαταμάχητος ἐκ τῆς φυσικῆς ῥοπῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅστις ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ καὶ τῇ Γαλλίᾳ εὑρίσκει πάντοτε τοὺς φίλους τοὺς φυσικοὺς καὶ τοὺς προστάτας τῶν δικαίων της. Καὶ ἡ κοινότης τῶν συμφερόντων ἐγένετο ὁριστικωτέρα πλέον, καθ’ ἥν στιγμὴν παρὰ τῇ Γαλλίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ παρίσταντο οἱ σύμμαχοι συμπραττούσης καὶ τῆς Σερβίας. Οὕτω πλασθείσης τῆς καταστάσεως, ἐφαίνετο, ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ὥριζε τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ὡς πολιτικῆς οὐδετερότητος, οὐδετερότητος, ἐπιφυλασσούσης τὴν ὁριστικὴν κρίσιν, οὐδετερότητος ὅμως εὐμενοῦς ὑπὲρ τῶν Δυνάμεων τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, οὐδετερότητος, τῆς ὁποίας ἡ κατάλυσις ἤθελεν ἐξαρτηθῆ ἐκ τῆς ἀντιλήψεως τῶν στρατιωτικῶν γεγονότων καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ ἐν τῷ ἔργῳ τῆς κοινότητος τῶν συμφερόντων. Ὅταν οὕτω ἐτίθεντο τὰ πράγματα, οὐδεὶς ὑπῆρχε, λέγω, λόγος, ἵνα μεταξὺ φίλων οὑτωσεὶ ἀναγνωριζόντων κοινότητα συμφερόντων καὶ κοινοπραξίαν, γεννηθῶσι προστριβαί. Ἐγένοντο ἐπανειλημμέναι συνεννοήσεις περὶ συνεργασίας καὶ οὐδέποτε αἱ συνεννοήσεις αὐταὶ ἤγαγον εἰς τὰς σημερινὰς παρεξηγήσεις. Καὶ ἀπαριθμῶ τὰς συνεννοήσεις. Ἀρξαμένου τοῦ πολέμου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διέπραξε τὸ λάθος, τὸ ὁποῖον ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φλωρίνης Βουλευτὴς, νὰ διακηρύξῃ ἰδιαιτέρως πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ὅτι εὑρίσκετο πρὸς τὸ πλευρὸν αὐτῶν ἑτοίμη, μόλις ζητηθῇ νὰ συνεκστρατεύσῃ. Ἀφοῦ διέπραξεν αὐτὸ τὸ σφάλμα, ἀφοῦ διέπραξεν αὐτὸ τὸ λάθος, διεπράχθη δὲ τοῦτο τὴν 4ην Αὐγούστου, προέβη ἀμέσως, μετά τινας ἡμέρας, νομίζω τὴν 8ην Αὐγούστου...
§68Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τοῦ 1914;
§69Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν 6ην Αὐγούστου...
§70Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τοῦ 1914;
§71Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα, τοῦ 1914. Τὴν 6ην Αὐγούστου προέβη εἰς ἐρώτημα πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἐὰν θὰ ἐδέχοντο οἱ Σύμμαχοι, καθ’ ἥν περίπτωσιν, ἐπιτιθεμένης τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας, ἐπετίθετο ἡ Ἑλλάς, διὰ νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς Σερβίας, τὴν στιγμὴν ταύτην, παρ’ ὅλην τήν θεωρητικὴν ἀναγνώρισιν τῆς κοινοπραξίας, θὰ μᾶς ἐβοήθουν, διότι ὑπῆρχέ τις παράγων, καὶ ὁ παράγων αὐτὸς ἦτο ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Τουρκία δὲν ἔστεργε νὰ θέσῃ αὐτήν ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει ἰδίᾳ πρωτοβουλίᾳ καὶ ἡ δοθεῖσα ἀπάντησις εἰς τὸν τότε Πρωθυπουργὸν ἦτο, νὰ μὴ κινηθῆτε, ἐφ’ ὅσον καὶ ἡ Τουρκία μένει οὐδετέρα. Καὶ ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀπαντήσεως ταύτης; Ὅτι τήν 14 Σεπτεμβρίου ἡ Τουρκία, παίζουσα τὸ διπλωματικὸν αὐτῆς παιγνίδιον, ἔφερε τὴν Ἑλλάδα ἐκτιθεμένην ἄνευ συμμάχων εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν αὐτὸν ἀγῶνα, καὶ εὑροῦσα τὴν Ἑλλάδα εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ἐπέβαλε διὰ τηλεγράφου τήν ἀπόδοσιν τῶν καταληφθέντων κτημάτων. Καὶ λέγω τοῦτο, διότι γνωρίζετε τὴν ἀγόρευσιν τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ὑπέστη τότε ἡ Ἑλλὰς μίαν ἧτταν διπλωματικὴν μεγίστην. Ἀλλὰ τὰ γεγονότα ἐπηκολούθησαν καὶ ἡ Τουρκία, ἰδίῳ συμφέροντι ἐξῆλθε τῆς οὐδετερότητος καὶ τότε ἀνεμνήσθη τῆς Ἑλληνικῆς κοινοπραξίας, διότι μέγιστα συμφέροντα ὀρθῶς ἐπέβαλον εἰς αὐτὴν τὴν συνεργασίαν μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ψέξῃ μεγάλα Κράτη, τὰ ὁποῖα ἐμάχοντο κατ’ ἀλλήλων καὶ τὰ ὁποῖα ἔχουσι νὰ ὑπερασπίσωσι συμφέροντα παγκόσμια τῶν λαῶν αὐτῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ κακίσῃ τὰ Κράτη ταῦτα, ὅτι δὲν ἔσπευσαν εἰς πᾶσαν περίστασιν νὰ δεχθῶσιν Ἑλληνικὴν συνεργασίαν ἐπὶ μειώσει τῶν κοινῶν συμφερόντων, ἢ ἐπὶ προσδοκωμένῃ βλάβῃ τῶν ἰδίων αὐτῶν συμφερόντων. Ἐγένετο λόγος, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ γίνῃ καμμία παρεξήγησις τῶν λόγων μου, ὅτι τὰ λάθη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν ἐν Ἑλλάδι, ὁδηγοῦσιν ἡμᾶς σήμερον εἰς εἰλικρινῆ συνεργασίαν μὲ τὴν Γερμανίαν. Καὶ φθάνομεν εἰς τὸν Νοέμβριον, ὁπότε ἐπέκειτο ἡ πρώτη εἰσβολὴ τοῦ Αὐστριακοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Σερβίαν, ἡ ὁποία καὶ ἐγένετο, καὶ τότε αἱ Δυνάμεις τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, πρὸς τὰς ὁποίας εἶχε γίνει δήλωσις περὶ Ἑλληνικῆς συμπράξεως, ἔχουσαι ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Τουρκία πλέον ἦτο ἐμπόλεμος καὶ ὅτι ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον πρότερον ἔθετον, ἐξέλιπεν, ἠρώτησαν τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν ἐπιθυμῇ νὰ παρέμβῃ εἰς τὸν ἀγῶνα, καὶ ἡ τότε Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ τόσον εὐκόλως μετὰ ἕν ἔτος κατόπιν προσκαλέσασα τοὺς στρατοὺς τῶν Συμμάχων Δυνάμεων, ἵνα ἐμφανισθῶσι πρὸ τῆς Θεσσαλονίκης, ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ πρὸς ταύτας, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ συμμετάσχῃ τοῦ ἀγῶνος, ἢ μόνον, ἐὰν ἐμπράκτως ἡ Ρουμανικὴ Κυβέρνησις ἐξησφάλιζε τὴν Βουλγαρικὴν οὐδετερότητα, διότι τότε ἀντιλαμβάνετο ἡ μὴ ζαλισθεῖσα εἰσέτι Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐξησφαλίζετο ἡ Βουλγαρικὴ οὐδετερότης ἐμπράκτως, οἱαδήποτε ἐπέμβασις τῆς Ἑλλάδος ἤθελε προκαλέσῃ πλευροκόπησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ κατὰ συνέπειαν, καταστροφὴν τῶν Ἑλληνικῶν συμφερόντων. Καθ’ ὃν χρόνον ὅμως ἐγίνοντο αἱ προτάσεις αὗται, συγχρόνως, ὑπεβλήθησαν καὶ βολιδοσκοπήσεις, ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἦτο δυνατὸν πρὸς ἀποκατάστασιν τοῦ συνδέσμου τοῦ Βαλκανικοῦ νὰ παραχωρήσῃ εἰς τὴν Βουλγαρίαν τὴν Καβάλλαν μετὰ τῆς Δράμας. Καὶ εἶναι ἡ πρώτη ἔναρξις τῶν τοιούτων συζητήσεων, ἡ γενομένη κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1914. Σημειῶ τὸ γεγονός, διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ἀφ’ ἧς ὁ Γαλλικὸς Στρατός, νικήσας ἐν Μάρνῃ, εἶχεν ἀναλάβει τήν ἐπίθεσιν, ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται περὶ πιθανῆς νίκης, καὶ ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται οἱ πολιτικοὶ περισσότερον ἄνδρες τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, παρὰ οἱ στρατιωτικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔβλεπον τὰ πράγματα τόσον ρόδινα, ἤρχισαν νὰ σκέπτωνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως περὶ σχηματισμοῦ τοῦ περιφήμου τετάρτου μετώπου, ἵνα τὸ τέταρτον τοῦτο μέτωπον σχηματισθῇ, μὴ ὑπαρχουσῶν διαθεσίμων δυνάμεων, τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἔπρεπε νὰ προσκληθῶσι πρὸς τοῦτο ὁ Ἑλληνικὸς καὶ ὁ Ρουμανικὸς καὶ ὁ Βουλγαρικὸς, ἵνα συνεργασθῶσιν. Ἀλλ’ ἵνα κατορθώσωσι τοῦτο, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ ἀναλώμασι τῆς Ἑλλάδος, διότι ἡ Σερβία ᾐτήσατο νὰ ἀποζημιωθῇ εἰς βάρος τῆς Αὐστρίας. Εὐηγγελίζοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἠδύνατο ἴσως νὰ φθάσῃ καὶ εἰς τὴν Μεσοποταμίαν, ἀκολουθοῦσα τὴν ἱστορίαν τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, ἀλλ’ ἡ Βουλγαρία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποζημιωθῇ ἢ ἀναλώμασι τῆς Σερβίας καὶ τῆς Ἑλλάδος. Πρὸς τοῦτο, λοιπόν, συνελλήφθη ἡ μεγαλοπρεπὴς ἰδέα τοῦ Βαλκανικοῦ Συνδέσμου καὶ ἡ ἰδέα αὕτη ὠφείλετο τότε εἰς τήν Ρωσσικὴν διπλωματίαν, καὶ εἰδικῶς εἰς τὸν ἐν Παρισίοις Πρεσβευτήν τῆς Ρωσσίας κ. Ἰσβόλσκυ. Ἐξευρέθη ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποκατασταθῇ ἡ Βαλκανικὴ Ὁμοσπονδία, ἡ ἄλλοτε συγκροτηθεῖσα κατὰ τοὺς Βαλκανικοὺς πολέμους, ἵνα χρησιμοποιηθῇ ὁ Βουλγαρικὸς στρατός, ἐξαίρετος κατὰ ποσόν, ἐξαίρετος κατὰ ποιόν, κατὰ τῆς Αὐστρίας, ἐξευρέθη ὁ τρόπος νὰ ἀποζημιωθῇ ἡ μὲν Σερβία εἰς τήν Βοσνίαν καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς τήν Μικράν Ἀσίαν καὶ ἀμφότεραι νὰ παράσχωσι τὸ ἀντίδωρον εἰς τήν Βουλγαρίαν. Καὶ ἤρχισεν ἡ βολιδοσκόπησις ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος, βολιδοσκόπησις ἀκόμη εἰς τήν Ἑλλάδα, διότι μὴ οὖσα ἐμπόλεμος, δὲν ἦτο καὶ ὑποχείριος. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ ἀπάντησις, τήν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ τότε Κυβέρνησις, ὑπῆρξε καὶ σθεναρὰ καὶ εὔγλωττος, πρὸς τιμὴν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ δύναταί τις νὰ θαυμάσῃ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀντέταξε τότε εὐγλώττως ἔναντι τῆς ἰδέας περὶ παραχωρήσεως τῆς Καβάλλας καὶ τῶν πέριξ εἰς τήν Βουλγαρίαν, ἐπιχειρήματα ὅμως, τὰ ὁποῖα ἐλησμόνησε μετὰ τρεῖς μῆνας, ὅπως λησμονεῖ πάντοτε, ὅ,τι ἀντέτασεν ὁσάκις τὸ συμφέρον του ἐπέβαλλεν ἄλλην κατεύθυνσιν. Κατόπιν μεταγενέστερα γεγονότα ἔρχονται. Ἐφθάσαμεν εἰς τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1915 καὶ τότε ἠπειλήθη ἡ δευτέρα ἐκστρατεία κατὰ τῆς Σερβίας, μὴ πραγματοποιηθεῖσα καὶ αἱ Δυνάμεις τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, βλέπουσαι ὅτι δὲν ἔχουσι διαθέσιμον στρατόν, ἵνα ὑπερασπίσωσι τὴν σύμμαχον αὐτῶν, πάλιν ἐβολιδοσκόπησαν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἀπαντήσῃ, ὅτι θὰ μοὶ δώσητε τὴν σύμπραξιν τῆς Βουλγαρίας, ἐὰν δὲ ἡ Βουλγαρία δὲν θέλει νὰ συμπράξῃ, τήν σύμπραξιν τῆς Ρουμανίας, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ ἐτήρη εὐμενῆ οὐδετερότητα, ἐὰν δὲ ἡ Βουλγαρία δὲν συνῄνει, τότε πρὸς τῇ συμπράξει τῇ θετικῇ τῆς Βουλγαρίας, θὰ ἀπέστελε τρεῖς Μεραρχίας, ἵνα διὰ τῶν σημαιῶν τῶν τριῶν συμμαχικῶν Δυνάμεων ἐνισχυθῇ ἡ Ἑλληνοσερβικὴ παράταξις ἀπέναντι τοῦ Βουλγαρικοῦ Στρατοῦ. Τότε δὲ αἱ Δυνάμεις, μὴ ἐννοήσασαι, ἢ μὴ θελήσασαι νὰ ἀντιληφθῶσι τὸν συνδυασμόν, ἔσπευσαν νὰ δηλώσωσιν, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ στείλωσιν τὸν αἰτηθέντα στρατόν, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ προέλθωσιν εἰς συνεννόησιν μετὰ τῆς Ρουμανίας. Τότε ἡ Κυβέρνησις εἶπε. «Τὶ λέγετε; Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τίποτε ἄνευ τῆς Ρουμανίας καὶ τῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος τῆς Βουλγαρίας, αὐτὸ εἶναι «ἰμποσίμπιλε»— τὸ λέγω Γαλλιστί, διότι εἶναι αὐτὴ ἀκριβῶς ἡ λέξις — εἶναι ἀδύνατον αὐτό, καὶ ἐὰν τοῦτο ἐπράττομεν, θὰ ὡδήγει εἰς ἀληθῆ αὐτοκτονίαν τὴν Ἑλλάδα». Ὁ Πρωθυπουργὸς δέ, ὅστις ἀπήντα τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅτι τοῦτο θὰ ὡδήγει τὴν Ἑλλάδα εἰς ἀληθῆ αὐτοκτονίαν, ἐὰν ὅρμα εἰς πόλεμον ὑπὲρ τῶν Συμμάχων, ἄνευ θετικῆς συμπράξεως τῆς Ρουμανίας, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς Βουλγαρικῆς εὐμενοῦς οὐδετερότητος, ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος, λησμονήσας ὅλα ταῦτα μετὰ ἕν ἔτος, ἀκριβῶς, ἠθέλησε νὰ σύρῃ τὴν Ἑλλάδα ὄπισθεν τῆς αὐθαιρέτου θελήσεως αὐτῆς εἰς πόλεμον, ἔχουσα τὴν Βουλγαρίαν, οὐχὶ εὐμενῶς οὐδετέραν, ἀλλ’ ἐμπόλεμον καὶ μὲ τὴν Ρουμανίαν ἁπλῶς οὐδετέραν καὶ ὅ,τι ἦτο αὐτοκτονία κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1914, τοῦτ’ αὐτὸ ἀπετέλει ἀτιμίαν τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1915! Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῆς ταύτης, παρουσιάσθη ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν σήμερον θρηνοῦμεν ἡμεῖς. Καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος, ἐπὶ ὑπολογισμῶν δυνάμεων, ἐπὶ ὑπολογισμῶν συμφερόντων, ἐπὶ ὑπολογισμῶν καταστάσεων, ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνοι ἐπῄνει καὶ ἐξεθείαζε τοὺς συμβούλους του, ἵνα καταρτίζωσι τὰς μελέτας αὐτῶν τὰς στρατιωτικὰς, καὶ δὴ μετὰ ἓν ἔτος, ὅτε συρόμενος ἀπὸ τοῦ ὠτίου ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος, δὲν ὤχλησε νὰ καθυβρίσῃ τοὺς συνεργάτας αὐτοῦ, ἀμετάβλητον γνώμην ἔχοντας, διότι αἱ ἐπιστημονικαὶ γνῶμαι εἶναι ἀμετάβλητοι, ἀποκαλέσας αὐτοὺς πουλημένους εἰς τὴν Γερμανικὴν Αὐτοκρατορίαν. Καὶ ταῦτα διεπράχθησαν τότε καὶ μέχρι τότε οὐδεμία ἐγένετο προστριβὴ μεταξὺ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐτέθησαν ζητήματα συμφερόντων, ἐτέθησαν ζητήματα στρατιωτικὰ, ἐξητάσθησαν παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἀνδρῶν, παρὰ τῶν εἰδημόνων ἀνδρῶν καὶ ὅπου ἡ ἐπιστήμη, ἄνευ ὑστεροβουλίας, καὶ ἡ πολιτικὴ, ἄνευ ὑπολογισμῶν καὶ κακῆς πίστεως, συνεργάζεται, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει παρεξήγησις καὶ ὑστεροβουλία καὶ οἱ κυβερνῶντες τὰς Μεγάλας Δυνάμεις, μὴ ὄντες ἄνδρες ὑστερόβουλοι καὶ κακῆς πίστεως, συνεφώνησαν, ἀποδεχθέντες τὸ ὀρθόν τῶν ἰσχυρισμῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ ἐπῆλθον νεώτερα γεγονότα καὶ ἀπὸ τῶν νεωτέρων τούτων γεγονότων ἄρχεται ἡ κατάστασις ἡ ὀδυνηρά. Κατὰ Φεβρουάριον ἤχησε τὸ πυροβόλον πρὸ τῶν Δαρδανελίων καὶ ὁ τότε διευθύνων τὰς τύχας τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ᾐσθάνθη δονούμενον ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τοῖς νεύροις αὐτοῦ καὶ ἠθέλησε νὰ ὁρμήσῃ πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Πρὶν ὅμως ὁρμήσῃ πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, εἶχεν αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλῃ ὑπομνήματά τινα πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, δημοσιευθέντα καὶ ἀποτελοῦντα κοινὸν κτῆμα. Τὰ ὑπομνήματα ἐκεῖνα παρουσίαζον τὸ μεγαλοφυὲς σχέδιον δι’ Ἑλληνικῆς πρωτοβουλίας τῆς παραχωρήσεως τῆς Καβάλλας καὶ τῆς διανομῆς, ἵνα, ἐν ὀνόματι τῶν Εὐρωπαϊκῶν συμφερόντων ἀποκατασταθῇ τὸ μπλόκ τὸ Βαλκανικόν. Ἡ Ἑλλάς, δηλαδὴ, ἔσπευδε, κατὰ τὰ σχέδια ἐκεῖνα, νὰ ἀποκαταστήσῃ τὸν Βαλκανικὸν Σύνδεσμον, παρέχουσα εἰς τοὺς μετ’ αὐτῆς βαίνοντας νὰ συμπράξωσιν ἀμέσως τὸ δῶρον. Εἶχον φθάσει τὰ ὑπομνήματα ταῦτα μέχρι καθορισμοῦ, καθ’ ὃν θὰ ἐγένετο ἡ μεταλλαγὴ ἡ ἀναμένουσα νὰ λάβῃ τὸ δέρμα τῆς ἄρκτου, τὴν ὁποίαν ἠγνόει καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ φονεύσῃ. Ἀλλά, μήπως τὸ σχέδιον τοῦτο, τὸ μεγαλοπρεπές, ὑπεβλήθη μόνον ὑπὸ τήν κρίσιν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως; Δυστυχῶς, δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. Καίτοι δέ, οἰκείᾳ πρωτοβουλίᾳ, ἐδημοσίευσεν ὁ ἀρχηγός τῶν Φιλελευθέρων τὰ ὑπομνήματα αὐτά, χωρὶς οὐδεὶς νὰ προκαλέσῃ αὐτόν εἰς δημοσίευσιν ἐγγράφων ἐμπιστευτικῶν, ἐφώναξε πάσῃ δυνάμει, ὅτι οἱ ἀντίπαλοι αὐτοῦ δι’ ὑπαινιγμῶν τὸν ἐξηνάγκασαν νὰ ἀποκαλύψῃ τὰ μυστικὰ τοῦ Κράτους, χωρὶς νὰ ζητήσῃ τήν ἄδειαν τοῦ κτήτορος τῶν ἐγγράφων, διότι, ὅταν ἀπευθύνεται μία ἐπιστολὴ πρὸς τρίτον, δὲν δύναται νὰ δημοσιευθῇ, ἄνευ τῆς συγχρόνου συγκαταθέσεως τῶν δύο, ἢ ἄνευ ρήξεως, τοὐλάχιστον, τοῦ ἑνὸς. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές, διότι, ἐὰν ἐκόμιζεν ὁ τότε Πρωθυπουργός, ὅτι ἐκ τῆς δημοσιεύσεως τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἐγίνοντο γνωστὰ τὰ σχέδια αὐτοῦ, θὰ γινώσκῃ, ἴσως, ὁ κύριος οὗτος, ὡς παρελθὼν κατόπιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ὑπῆρχον ἔγγραφα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ ὁποῖα βεβαιοῦνται διὰ μαρτυρίας τρίτου, πολὺ ἀληθεστέρου καὶ αὐτοῦ καὶ ἡμῶν, τρίτου, τοῦ ὁποίου ἡ φιλαλήθεια δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ καὶ τρίτου, ὅστις δὲν εἶναι Ἕλλην, ὅστις νὰ ἔχῃ ἀναμιχθῆ εἰς τὰ ἐξωτερικά, καὶ τρίτου, ὅστις εἶναι ὑπεύθυνος, διότι δὲν τὸ εἶπεν ὅτι εἶχον γίνει διαπραγματεύσεις, προσωπικαὶ διαπραγματεύσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς Ἀγγλίας πρὸς παραχώρησιν τῆς Καβάλλας, τῇ πρωτοβουλίᾳ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, βλέπουσα τοιαύτην πρωτοβουλίαν, προσεχώρησε, διότι συνέφερεν εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα. Καὶ ὅταν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοιαῦται διαπραγματεύσεις δὲν φαίνωνται, ὅταν εἰς τὰ ἀρχεῖα τῶν Πρεσβειῶν τῶν Ἑλληνικῶν τοιαῦται ὁδηγίαι πρὸς τοὺς Πρέσβεις δὲν ὑπάρχουσιν, ἐρωτῶ, ποίου εἴδους ἔργα καὶ ποίας πράξεις ἐξετέλει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος κατεγίνετο εἰς προσωπικὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῶν ξένων Πρέσβεων, μὴ ἀφήνων ἴχνος διὰ τοὺς διαδόχους αὐτοῦ, διὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, διὰ τοὺς ὑπευθύνους διαχειριστὰς τῆς ἀρχῆς; Καὶ ὁ τοιουτοτρόπως ἐκτελῶν τὰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, εἶχε τὸ θάρρος νὰ λέγῃ εἰς τοὺς ἀντιπάλους του, ὅτι μὲ ἐξηναγκάσατε διὰ τῶν πράξεών σας νὰ δημοσιεύσω τὰ ὑπομνήματα καὶ νὰ μάθῃ ἡ Εὐρώπη. Τί; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύθη πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν ὁ ἴδιος. Καὶ οὕτω, ὁ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἰσχυρισθείς, ὅτι ἔθαψε τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως τῆς Καβάλλας, ἀποδεικνύεται ἐπισήμως καὶ ἐγγράφως, ὅτι αὐτὸς ἀνεκοίνωσε πάλιν τὸ ζήτημα τῆς Καβάλλας, καὶ ἡ ἀνακοίνωσις ἐκείνη, ἔχουσα ὑπὲρ ἑαυτῆς ἓν ὁλόκληρον πολιτικὸν κόμμα, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο, ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη ἐγέννησε τὰς δυσχερείας εἰς πᾶσαν μεταγενεστέραν Ἑλληνικὴν διαπραγμάτευσιν, διότι πᾶσα μεταγενεστέρα Ἑλληνικὴ διαπραγμάτευσις εὑρίσκετο ἀπέναντι τῆς ἀρνήσεως τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀκεραιότητος τῆς Ἑλληνικῆς Χώρας. Καὶ ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ μυστήριον, πρὸ τοῦ ὁποίου πᾶν ἐρώτημα μένει ἀναπάντητον· διότι αἱ Δυνάμεις, αἵτινες ἐκάλουν τὴν Ἑλλάδα εἰς σύμπραξιν, δὲν ἐβεβαίουν αὐτῇ τὸ στοιχειωδέστερον τῶν πραγμάτων, τὴν ἀκεραιότητα αὐτῆς, οὐχὶ ἀπέναντι τῶν ἐχθρῶν, ἀλλ’ ἀπέναντι ἑαυτῶν. Καὶ εἰς τὸ ἐρώτημα αὐτὸ οὐδεμία ἀπάντησις, διατί; Διότι ἐγνώριζον, ὅτι ὑπῆρχέ τις, ὁ ὁποῖος θὰ ἐδέχετο, ἀπὸ τοῦ ὠτίου συρόμενος, νὰ τραπῇ εἰς σύγχυσιν τῶν διαπραγματεύσεων, τῶν ὁποίων αὐτὸς κατήρξατο. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἄρχονται αἱ προστριβαί, δύναταί τις εἰπεῖν, καὶ αἱ παρεξηγήσεις μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῶν Δυνάμεων, πρὸς τὰς ὁποίας πάντες οἱ πολιτευόμενοι τῆς Ἑλλάδος αἰσθάνονται, ὅτι κεῖνται τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἄρχονται, λέγω, ὅλαι αἱ προστριβαὶ καὶ ὅλαι αἱ παρεξηγήσεις, καὶ ἔχω ἀνάγκην εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ διατρίψω ὀλίγον. Εἶπον, Κύριοι, ὅτι μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου εὗρον τὴν Ἑλλάδα αἱ περιστάσεις εἰλικρινῶς ἐφαρμόζουσαν τὴν εὐμενῆ οὐδετερότητα πρὸς τὰς Δυνάμεις, μὲ τὰ μειονεκτήματα, ὅτι ἡ δήλωσις τῆς 4ης Αὐγούστου 1914 εἶχε καταστήσει τὴν εἰρηνικὴν πολιτικήν, καὶ ἰδίᾳ τὸν χειριζόμενον τότε ταύτην, ὑποχείριον πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους εἶχε δώσει τότε δηλώσεις ἀνεπιφυλάκτους. Ἀλλὰ μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἀνεγνώριζον αἱ Δυνάμεις τὴν καλὴν πίστιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ ἀνεγνώριζον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ σύρωσιν εἰς πόλεμον Κράτος, τοῦ ὁποίου τὴν ἀκεραιότητα δὲν ταῖς ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγγυηθῶσιν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἄρχεται τὸ ἔργον τῆς παρεξηγήσεως, ἀλλ’ ἄρχεται συγχρόνως καὶ τὸ ἔργον τῆς διαβολῆς καὶ τὸ ἔργον τῆς σκευωρίας. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι οὐδεὶς πλανᾶται, καὶ ὑποθέτω, ὅτι οὐδεὶς φρονεῖ, ὅτι αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως διάκεινται ἐχθρικῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ὀφείλομεν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ εἴπωμεν εἰλικρινῶς πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ πρὸς ἡμᾶς αὐτούς. Αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως διάκεινται ἐχθρικῶς οὐχὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, κυβερνωμένην ὡς σήμερον κυβερνᾶται καὶ Βασιλευομένην ὡς σήμερον Βασιλεύεται. Οὗτος εἶναι ὁ κίνδυνος. Αἱ Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ἐμπλακεῖσαι εἰς τὰ δίκτυα τῶν ἰδίων ἐλπίδων καὶ τῶν ἔσωθι ἐκ τῆς Ἑλλάδος ραδιουργιῶν, περιῆλθον εἰς θέσιν δυσχερῆ, ὥστε νὰ εὑρίσκωνται εἰς σύρραξιν σήμερον πρὸς τὴν Ἑλλάδα, πρὸς τὸ φίλον Κράτος, καὶ εἰς σύρραξιν πρὸς ἐκείνους, οἵτινες διαχειρίζονται τὰς τύχας τοῦ Κράτους. Ἐὰν αἱ Δυνάμεις ἐζήτουν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὴν παραμονὴν εἰς τὴν οὐδετερότητα, οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν κατάστασιν τὴν διπλωματικήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασαν. Ἐὰν ἐζήτουν παρ’ αὐτῆς οὐδετερότητα εὐμενῆ, καὶ δὲν ἦσαν ραδιουργημέναι καὶ ἐτέλουν ὑπὸ τὰς σκευωρίας τὰς ἐκ τῆς Ἑλλάδος προερχομένας, θὰ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ὑποσχεθεῖσα εὐμενῆ οὐδετερότητα, παρέσχεν εὐμενεστάτην· διότι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ κατοχὴν τοῦ Μούδρου, τῆς Θεσσαλονίκης, τῆς Μυτιλήνης, τῆς Κερκύρας, τῆς Κεφαλληνίας, καὶ ὑπὸ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν βάσεων τούτων ὡς ὁρμητηρίων τοῦ Συμμαχικοῦ Στόλου καὶ εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν κατοχὴν διακοσίων χιλιάδων στρατοῦ ἡ Μακεδονικὴ χώρα, θὰ ἦτο ἄδικον ἐὰν δὲν ἀνεγνώριζον, ὅτι ἡ Ἑλλάς, ἀνεχθεῖσα πάντα ταῦτα, δὲν ἐξεδήλωσεν οὐδετερότητα εὐμενῆ, ἀλλ’ εὐμενεστάτην. Ταῦτα πάντα, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὰς διαμαρτυρίας, ἀλλ’ ἐγένοντο ἀνεκτά, διατὶ ταῦτα τόσον ὀλίγον ἐθεωρήθησαν ἐπαρκῆ, ὥστε σήμερον νὰ ζητῆται λόγος ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, διότι, ἁπλῶς, ὁ Γερμανικὸς στρατὸς διέβη τὰ στενὰ τοῦ Μπέλες; Ταῦτα ἐγένοντο, διότι ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι ἡ προσωπικότης ἐκείνη, ἥτις σπεύδει πᾶσαν πρᾶξιν τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως νὰ παρερμηνεύῃ, πᾶσαν πρᾶξιν τῶν ἁρμοδίων στρατιωτικῶν ἀρχῶν νὰ παρεξηγῇ, ὥστε ἔφθασε δι’ ὅλων τῶν ἐνεργειῶν της, ὥστε εἰς πάντας τοὺς πολιτευομένους, εἰς πάντας τοὺς ὁμοφρονοῦντας πολίτας, εἰς πάντα στρατιωτικὸν ὑπεύθυνον, καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν αἰτίασιν, ὅτι δὲν τελοῦσιν ἐν εὐμενεῖ οὐδετερότητι πρὸς τὰς Δυνάμεις τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, ἀλλ’ ὅτι τηροῦσιν ἐν οὐδετερότητι ἐνόπλῳ...
§72Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τόσα ἐγκλήματα, δὲν καταδιώκονται εἰς τὴν Ἑλλάδα;
§73Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μοῦ εὑρίσκετε ἕνα Εἰσαγγελέα;
§74Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω, ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ Εἰσαγγελεῖς καὶ ὑπάρχει καὶ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§75Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ ἄρχομαι, Κύριοι, τῆς μακρᾶς τῶν πράξεων τούτων ἀναπτύξεως. Κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1915, ἐγεννήθη ἡ μεγαλοφυΐα τῆς Καλλιπόλεως, μεγαλοφυὴς ἐπιχείρησις, ἥτις ἐν Ἀγγλίᾳ, ἔνθα οἱ τὰ μὴ ὀρθὰ πράττοντες παραχρῆμα τιμωροῦνται ἐκ τῆς καλῆς λειτουργίας τῶν κοινοβουλευτικῶν θεσμῶν καὶ τῆς πραγματικῶς ἐλευθέρας σκέψεως καὶ ἐνσυνειδήτου ψήφου τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ, ἐν Ἀγγλίᾳ ἐτιμωρήθη παραχρῆμα ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν Τσῶρτσιλ, ἐκ τῶν ἱκανωτάτων πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Ἀγγλίας, διότι εἰς τοῦτον, ἄνευ συνεργασίας τῶν ἁρμοδίων στρατιωτικῶν κύκλων, ἀπεδόθη ἡ ἐπιχείρησις τῶν Δαρδανελλίων...
§76Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρῃτήθη.
§77Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρῃτήθη, ἐξαναγκασθείς. Ἔπεσε θῦμα τῆς ἔριδος, τῆς ἀναπτυχθείσης, καὶ ὁ ναύαρχος Φίσερ, ὁ ὁποῖος εἶναι μία ναυτικὴ δόξα τῆς Ἀγγλίας καὶ εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐμπιστευθῇ ἡ Ἀγγλία τὴν τεχνικὴν διοίκησιν τοῦ στόλου αὐτῆς. Ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα τὰ πλήθη δημαγωγοῦνται, ἔνθα δὲν ψηφίζουσιν ἰδέας, ἀλλὰ ψηφίζουσι πρόσωπα, ψηφίζουσιν εὐγλωττίαν, ψηφίζουσι δημαγωγίαν, ἐν Ἑλλάδι, οἱ ταῦτα συμβουλεύοντες, οἱ ταῦτα τεχνουργοῦντες βραβεύονται, καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, διότι εὑρέθη ἡ χείρ, ἥτις παρημπόδισε τὸ ἔγκλημα τὸ ὁποῖον κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐτεχνουργεῖτο καὶ δὲν παρουσιάσθη τὸ ἀτύχημα καὶ ἡ καταστροφή, ἐβράβευσε τὸν σκεφθέντα νὰ δημιουργήσῃ τὴν καταστροφὴν καὶ τοῦ ἐνεπιστεύθη νὰ δημιουργήσῃ καὶ δευτέραν, καὶ ἐδημιούργησε αὐτήν. Ὅταν, λοιπόν, ἡ μεγαλοφυΐα τῆς Καλλιπόλεως ἐτεχνουργήθη, ἐγένετο ἡ ἑξῆς σκηνοθεσία. Ἄν τις εὑρίσκετο μεταξὺ ἀνδρῶν, συνταγματικῶς σκεπτομένων καὶ συνταγματικῶς πολιτευομένων, ὁ Πρωθυπουργός, ὅστις ἤθελε σκεφθῇ μίαν ἐπιχείρησιν στρατιωτικήν, πᾶς τις θὰ ἀνεγνώριζεν, ὅτι ὤφειλε δύο τινὰ νὰ πράξῃ· πρῶτον, νὰ καλέσῃ τοὺς ἁρμοδίους στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς — καὶ ὑπάρχουν, εὐτυχῶς, ἐπιτελεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων, τὸ μὲν ναυτικὸν λειτουργεῖ ἄριστα, τὸ δὲ στρατιωτικὸν ἔδειξε καὶ ἐμπράκτως, ὅτι λειτουργεῖ ἄριστα, διότι διηύθυνε δύο νικηφόρους πολέμους, — νὰ ἐρωτήσῃ τὴν γνώμην τῶν ἐπιτελείων, νὰ σχηματίσῃ πεποίθησιν περὶ τοῦ δυνατοῦ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ τοιούτου ἐγχειρήματος, κατόπιν δὲ τούτου, νὰ μεταβῇ εἰς τὸν ἀνώτατον Ἄρχοντα, ὅστις ἐκ τοῦ Συντάγματος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου, νὰ ὑποβάλῃ τὴν στρατιωτικὴν ἰδέαν, νὰ ὑποβάλῃ τὰς γνώμας τὰς πολεμικάς, νὰ ἀφήσῃ αὐτὸν νὰ κρίνῃ, καί, τούτου ἀποδεχομένου τὴν γνώμην τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, νὰ προβῇ εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τοὺς τρίτους, μεθ’ ὧν θὰ συνέπραττε, καὶ κατὰ τῶν τρίτων, καθ’ ὧν θὰ ἐπολέμει. Τοῦτο θὰ ἔπραττε πᾶς ἐχεφρονῶν καὶ πράγματι συνταγματικὸς ἀνήρ. Τί ἔπραξεν ὁ τότε κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος; Ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα μίαν γνώμην καὶ κατήρτισεν ἕν ἀνακτορικὸν συμβούλιον. Ὁ μαχόμενος ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος, ἐζήτησε νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν κρίσιν τῶν Ἀρχηγῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, καὶ νομίζω καὶ τοῦ τότε Γενικοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, μὴ ἐπέχοντος θέσιν πλέον πολιτικοῦ ἀνδρὸς ἐνεργοῦ, ἀλλ’ εἰσελθόντος εἰς τὴν Τραπεζιτικὴν ἐνέργειαν, καὶ τοιουτοτρόπως ἐδημιούργησε μίαν συμπαρουσίαν, ὡς πρὸς τὰ ἑαυτοῦ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπεζήτει γνώμην Βασιλικὴν περὶ πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας, διωργάνωσε τυμπανοκρουσίαν, παρὰ πᾶσαν λογικήν, περὶ τοῦ πολέμου τούτου, καὶ διωργάνωσε τὴν τυμπανοκρουσίαν ταύτην, πρὶν ἢ ἀκόμη ἐκεῖνοι, μεθ’ ὧν θὰ συνεπράττομεν εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, εἶχον ἐρωτηθῇ, ἢ μᾶλλον εἶχον συγκατατεθῇ. Εἶχε, συγχρόνως, σπεύσῃ νὰ ἐρωτήσῃ, προσωπικῶς πάλιν, οὐχὶ διὰ τῶν Πρέσβεων τῆς Ἑλλάδος, προσωπικῶς, τί νὰ ἐρωτήσῃ, νομίζετε; Ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπιθυμεῖ νὰ μετάσχῃ τῆς ἐκστρατείας κατὰ τῶν Δαρδανελλίων, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐν τῇ ἑνότητι, τὴν ὁποίαν εὑρίσκει, τῶν ἐμπορικῶν καὶ πολιτικῶν συμφερόντων, εἶναι ἑτοίμη νὰ ἐκστρατεύσῃ διὰ τοῦ στόλου αὐτῆς καὶ διὰ μιᾶς Μεραρχίας, ἐὰν ἤθελεν ὁ Βασιλεὺς συγκατατεθῇ, ἐνετέλλοντο δὲ οἱ τρεῖς Πρέσβεις τῆς Ἑλλάδος, κατόπιν νὰ ἀνακοινώσωσι τὸ διάβημα τοῦτο, τὸ προγεγενημένον, εἰς τὰς Κυβερνήσεις, παρ’ αἷς εἶναι ἐμπεπιστευμένοι, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν ὁ Βασιλεὺς συγκατατεθῇ. Ὁ προτείνων ταῦτα Πρωθυπουργός, εἶναι ὁ σήμερον διακηρύσσων, ὅτι παραβιάζεται τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα καὶ ὅτι τελοῦμεν ὑπὸ κατάστασιν ἀνώμαλον! Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, πῶς καταρτίζονται, κατὰ Σύνταγμα, αἱ θελήσεις τῶν ὑπευθύνων Κυβερνήσεων; Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν Κυβέρνησίς τις θέτει ὑπ’ ὄψει τοῦ Βασιλέως ζήτημά τι, εἶναι δυνατόν, πρὶν ἢ ὁ Ἄναξ ἀποφανθῇ, νὰ ἐκθέσῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ τὴν αἵρεσιν, τὴν ὁποίαν θέτει, ἐὰν ὁ Ἄναξ ἀποφασίσῃ; Καὶ ταῦτα πράττουσα ἡ Κυβέρνησις, δὲν καθιστᾷ γνωστὴν καὶ δὲν διαδηλοῖ πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν μίαν θετικὴν αὐτῆς πολιτικήν; Καὶ ταῦτα πράττουσα, δὲν ἐκθέτει τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ὑπεύθυνον διαχείρισιν τῶν πολιτικῶν ὑποθέσεων; Ταῦτα εἶναι γνωστά, καὶ ἐνῷ ταῦτα διεπράχθησαν ὑπὸ τοῦ Κυβερνήτου ἐκείνου, ἐκθέσαντος τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, ὡς ἔχοντα ἰδίαν πολιτικήν, ἡ ὁποία δηλοῦται διὰ τῆς ἀρνήσεως νὰ ἀποδεχθῇ τὰς γνώμας τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ κ. Ἐλ. Βενιζέλου, ὁ κύριος αὐτός, ὁ ὁποῖος διέπραξε ταῦτα, ὁ ὁποῖος παρεβίασε τὴν θεμελιώδη ταύτην Συνταγματικὴν ἀρχήν, ὁμιλεῖ τήν ὥραν ταύτην περὶ Βασιλικῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐπιβάλλεται εἰς τὴν διάδοχον αὐτοῦ πολιτικήν, εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Δὲν ὑπάρχει Βασιλικὴ πολιτική, ὑπάρχει ἄρνησις τῶν ἀνοησιῶν!
§78Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Καὶ τῶν ἀνοσίων!
§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῦτο, τὸ προσθέτετε σεῖς. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς τὸ παρέχει τὸ Συνταγματικὸν Πολίτευμα, ὅτι, ἐὰν περὶ τὰ μικτὰ πολιτικὰ ζητήματα καθιστᾷ τὸν Βασιλέα σχεδὸν ὑποτελῆ εἰς τοὺς ὑπευθύνους Αὐτοῦ Ὑπουργούς, τὸν καθιστᾷ ὅμως ρυθμιστὴν τῶν μεγάλων ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κλονίζουσι τὰ θεμέλια τῆς Χώρας, ἐκείνων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ εὐημερία ἢ ἡ δυστυχία τοῦ λαοῦ. Καὶ κατὰ τοῦτο ἀκριβῶς διαφέρει πᾶν Κράτος Συνταγματικῶς κυβερνώμενον, ἀπὸ τὰ Κράτη τὰ δημαγωγούμενα, καὶ κατὰ τοῦτο ἀκριβῶς παρουσιάζεται διάφορος ἡ εἰκὼν τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, μὲ τὴν δημαγωγίαν τὴν ἀφόρητον, παραχθεῖσαν ὅμως ὑπὸ τοῦ ρυθμιστοῦ τῆς πολιτικῆς, ἀπὸ τὰς Πολιτείας ἐκείνας, ἐν ταῖς ὁποίαις ἡ δημαγωγία τοῦ Κλέωνος δὲν εἶχε τὸν πατάσσοντα, καὶ διὰ τοῦτο, οὐδενὸς ὑπάρχοντος τοῦ πατάσσοντος, ὡδήγησεν ὁ Κλέων τοὺς Ἀθηναίους εἰς τήν Ἀμφίπολιν, ὅπου οὗτος φεύγων, ἐτρώθη ἐκ τῶν ὄπισθεν, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἠμπόδισε τὸν Πρωθυπουργὸν Αὐτοῦ ἐκ τῆς φυγῆς ταύτης. Αὕτη εἶναι ἡ διαφορὰ τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ μέσον τῆς σωτηρίας ἡμῶν ἀπὸ παντὸς δημαγωγοῦ ὁμοίου πρὸς ἐκείνους τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος. Καὶ μετὰ τήν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου, ἐγεννήθη ἀμέσως ἡ κατὰ τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ τῶν διαδόχων τοῦ Βενιζέλου κυβερνητῶν καὶ παντὸς Ἕλληνος πολίτου, ὅστις ἠκολούθησε τὴν πορείαν ἐκείνην, ἐγεννήθη δυσφορία τῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἐξετέθησαν εἰς διαπραγματεύσεις καὶ ἐξετέθησαν εἰς τυμπανοκρουσίας, αἵτινες διὰ τῶν δηλώσεων τῆς τότε Κυβερνήσεως διεῖδον, ὅτι ὑπῆρχέ τις ἐν Ἑλλάδι, ὅστις δὲν ἠσπάζετο τὰ μεγαλοπρεπῆ καὶ μεγαλοπράγμονα σχέδια τοῦ φιλτάτου αὐταῖς Πρωθυπουργοῦ. Σημειώσατε δὲ, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν διωργανοῦτο καὶ διενηργεῖτο ἡ διατυμπανιζομένη ἐκστρατεία τῆς Καλλιπόλεως, αὐτὴ ἡ δυστυχὴς Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει της πῶς πολιτεύονται τὰ διάφορα Κράτη, συνεβούλευεν ἐπισήμως, πρὸ τοῦ δευτέρου Συμβουλίου τοῦ Στέμματος, τὸν τότε Πρωθυπουργόν: «Μᾶς ὑποβάλλετε προτάσεις. Σᾶς εὐχαριστοῦμεν. Θέλομεν νὰ ἐξακριβώσωμεν πρῶτον, ἐὰν εἶναι σύμφωνος ἡ Ἑλλάς, καθ’ ὁλοκληρίαν, νὰ προβῇ εἰς τὸ διάβημα. Καταρτίσατε τὴν Βουλήν σας, κάμετε εἰς ἡμᾶς προτάσεις μυστικάς, μηδὲν δημοσιεύσατε, διότι πρὶν δηλώσωμεν, ἄν ἀποδεχώμεθα τὴν συνεργασίαν σας, πρέπει νὰ συνεννοηθῶμεν, μετὰ τῶν συμμάχων μας. Μέχρις οὗ ἀπαντήσωμεν, μὴ κινηθῆτε». Καὶ ἐνῷ ἐκεῖνο τὸ Κράτος, πρὸς τὸ ὁποῖον προσφέρομεν τὴν συμμαχίαν, μᾶς ἔλεγε, μὴ κινηθῆτε πρὶν ἢ καταρτίσητε τὴν Βουλήν σας, καὶ καταρτίσωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδικήν μας, ἡμεῖς ἐσπεύδομεν νὰ γεννήσωμεν ζητήματα παραιτήσεως κατὰ τὸ δεύτερον ἀνακτορικὸν συμβούλιον, ἐὰν δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ πολιτικὴ ἡμῶν. Καὶ ἀποτέλεσμα τῆς στάσεως ταύτης ὑπῆρξε πτῶσις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἀλλὰ καὶ σωρεία κατηγοριῶν καὶ λοιδοριῶν κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Διότι αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις, μαχόμεναι σήμερον περὶ μεγίστων συμφερόντων, παρ’ πολλοῦ ποιοῦνται καὶ τὴν στρατιωτικὴν αὐτῶν ἐπιτυχίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν διπλωματικήν, ἐκεῖναι δὲ αἱ Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι βλέπουν τὸ γόητρον αὐτῶν τὸ διπλωματικὸν μειούμενον, ἐκ τῶν μηκτιρισμῶν ἑνὸς λαοῦ, εἰς τὸ τέλος λακτίζουσιν, ἀλλὰ τὸ κακὸν εἶναι, ὅτι τὰ λακτίσματα δὲν λαμβάνουν οἱ ὑπαίτιοι τῶν τοιούτων λαθῶν, ἀλλ’ οἱ ἀθῷοι. Μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα, φθάνομεν εἰς τὸ περίφημον γεγονὸς τοῦ Σεπτεμβρίου. Νέαι προστριβαὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ αὐτοῦ κόμματος. Νέαι δηλώσεις, γενόμεναι κατὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἀρχῆς καὶ μετ’ ὀλίγον ἔναρξις δηλώσεων δημοσιογραφικῶν, ὅτι ζητεῖ νὰ ἀνεύρῃ τὸν δρόμον. Καὶ ὁ δρόμος ἀνευρίσκετο μετ’ ὀλίγον, δι’ ἐμφανίσεως τοῦ Ἀγγλικοῦ στρατοῦ εἰς Θεσσαλονίκην. Ποία ὑπῆρξε πάλιν ἡ διατύπωσις; Μέχρι τινός, Κύριοι, ὑπεστηρίζαμεν πάντες, καὶ ὀφείλομεν νὰ ὑποστηρίξωμεν, διότι τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ταῦτα διαδηλοῦσιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν Ἑλληνικὴ πρότασις, κατεχωρισμένη ἐν τοῖς ἀρχείοις περὶ προσκλήσεως τῶν ξένων ἐνταῦθα. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ρωσσίας καὶ ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας ἀπὸ τῶν Βουλῶν αὐτῶν ἀνεκοίνωσαν ἐπισήμως, ὅτι ἐκλήθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ μετέβημεν ἐκεῖ, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης δύναταί τις νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι κἄτι ἐτελέσθη μεταξὺ τῶν ἐνταῦθα Πρεσβευτῶν καὶ τοῦ Ἕλληνος Πρωθυπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ἔμεινε κρυφὸν καὶ ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ ἀπὸ τὸν λαόν, καὶ ἀπὸ τοὺς διαδόχους καὶ μέλλοντας Κυβερνήτας τῆς Χώρας; Καὶ τοιοῦτόν τι γίνεται, προκειμένου περί τινος γεγονότος, Κύριοι; Περὶ συνάψεως συμμαχικῶν δεσμῶν, καὶ περὶ μετακλήσεως ξένου στρατοῦ εἰς τήν Χώραν! Τὸ τὶ τοῦτο, τό ὁποῖον ἐγέννα περιπλοκὰς τῆς Ἑλλάδος διεθνεῖς, τὸ τὶ τοῦτο εἶναι πρὸς ἔπαινον ἐκείνου, ὅστις, παρὰ πᾶσαν ἄλλην ἀρχήν ἐν τῇ Χώρᾳ, τὸ διαπράττει διὰ τῆς βίας; Καὶ κατὰ τὶ διαφέρουσιν οἱ εἰς τὸν Ποινικὸν νόμον ὑποκείμενοι; Ἢ μὴ ὁ Ποινικὸς νόμος βαρύνει μόνον τοὺς ἁπλοῦς κατασκόπους, τοὺς κλέπτοντας τὰ δημόσια ἔγγραφα καὶ ἀφήνει ἐλευθέρους ἐκείνους, οἵτινες, τιθέμενοι ὑπεράνω τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ καὶ τῆς βουλήσεως τοῦ Ἄνακτος, τῆς συνταγματικῆς, αὐτοὶ προσωπικῶς διαχειρίζονται ὑποθέσεις καὶ ἐκθέτουσι τὴν πίστιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας; Καὶ τοῦτο ἐγένετο, κατηγορούμεναι ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων Κυβερνήσεων τῶν Δυνάμεων τῆς Ἀντάντ, τοῦτο, τὸ ὁποῖον διεδηλώθη ἐν ταῖς ξέναις Βουλαῖς πρὸς ἄμυναν τῆς ἀξιοπρεπείας τῶν χωρῶν ἐκείνων, ὧν ἐξετέθη ἡ στρατιωτικὴ καὶ διπλωματικὴ δύναμις. Τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν βαρυτάτην κατηγορίαν κατὰ τοῦ ὑπευθύνου Κυβερνήτου τῆς Ἑλλάδος, ὅστις ἀπέκρυψε τήν ἀλήθειαν καὶ πρὸς τήν Βουλήν καὶ πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ πρὸς τὴν χώραν αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο ἐγένετο ἀφορμὴ τῶν χειροτέρων προστριβῶν, διότι ὀφείλομεν νὰ ἀναλογισθῶμεν, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀπέσυραν τὰ στρατεύματα αὐτῶν, ἴσως οὐχί, ἢ μᾶλλον ἀσφαλῶς οὐχί, ἔχουσαι ὑπ’ ὄψει νὰ ὀργανώσωσι ἰδίαν αὑτῶν ἐκστρατείαν εἰς Βαλκανικήν. Διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ὠργανοῦτο, ἀντὶ πάσης θυσίας, ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἀντεπίθεσις, τιθεμένης προθεσμίας διὰ τὸν Μάϊον, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Ἀγγλία ἀφ’ ἑνὸς συνεκέντρου στρατὸν ἐν Αἰγύπτῳ διὰ τὴν ἄμυναν κατὰ τῆς μελετωμένης Τουρκικῆς ἐκστρατείας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἠναγκάζετο νὰ προβῇ εἰς αὐτήν τὴν καθολικήν στρατολογίαν πρὸς δημιουργίαν νέου στρατοῦ, κατὰ τήν στιγμὴν ἐκείνην, ἀποστολὴ στρατοῦ 250.000 ἀνδρῶν, διὰ νὰ κάθηται ἀγναντεύων τὸν ἀπέναντι Βουλγαρικὸν στρατὸν καὶ νὰ ἀπασχολήσῃ διὰ τοῦ ἐγχειρήματος τούτου τοσοῦτον στρατόν ἀπέναντι τοῦ Βουλγαρικοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ ὑπὸ τῆς Γερμανίας εἰς ἄλλο μέτωπον, τοῦτο, λέγω, εἶναι μεγάλη διπλωματικὴ ἀποτυχία τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, παρασυρθείσης ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας. Ὀφείλομεν, λοιπόν, νὰ εἴμεθα δίκαιοι πρὸς τοὺς ὑπευθύνους κυβερνήτας τῶν Κρατῶν τούτων, ὅτι δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ δυσφορῶσι διὰ τὸ πάθημα, τὸ ὁποῖον ἔπαθαν καὶ διὰ τὴν βλάβην, τήν σχετικήν, ἥτις συνετελέσθη τοῦ διπλωματικοῦ αὐτῶν γοήτρου. Ὁ δὲ αἴτιος τῶν βλαβῶν τούτων, κατώρθωσε διὰ τῶν σκευωριῶν αὐτοῦ, νὰ ἐπιρρίψῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεων αὐτοῦ, εἰς τοὺς διαδόχους αὐτοῦ, τοὺς κληθέντας, ἵνα ἄρωσι τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, διότι ὑπέβαλε καὶ πάλιν τήν πρότασιν, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἂν ὁ Βασιλεὺς δεχθῇ, καὶ ἐξέθετε διὰ δευτέραν φορὰν τὴν βασιλικὴν εὐθύνην, καταστήσας δῆλον εἰς τὰς Δυνάμεις τῆς Συνεννοήσεως, ὅτι ἔχει θετικὴν πολιτικὴν ὁ Βασιλεύς. Ταῦτα ἔπραττεν ὁ Ἡρακλῆς τοῦ Συνταγματικοῦ Πολιτεύματος ἐν Ἑλλάδι. Οὐχὶ ἀδίκως, λοιπόν, δυσφοροῦσιν οἱ ὑπεύθυνοι Κυβερνῆται τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως. Διότι δὲν εἶναι μυστικόν, ἀλλὰ συζητεῖται μεταξὺ πολλῶν, ὅτι δὲν ἀπέκρυψεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τῆς Ἀγγλίας, ἐλθών ἐνταῦθα, ὅτι αὐτὸς ἦτο ἀντίθετος τῆς ἐκστρατείας, καὶ ἐδέχθη μόνον, ὅταν ἡ πρόκλησις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐτηλεγραφήθη εἰς τήν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν. Τότε ἔστερξε νὰ ἀποστείλῃ τὸν Ἀγγλικὸν στρατόν, θεωρῶν, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς θὰ εἶχε βάσιν τῶν ἐπιχειρήσεων τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, ἠδύνατο νὰ ἀποστείλῃ καὶ τὸν Ἀγγλικόν. Ἀλλὰ τήν στιγμήν, κατὰ τήν ὁποίαν εὑρέθησαν μόνοι, ἄνευ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀντιμέτωποι τοῦ Βουλγαρικοῦ καὶ ἀργότερον τοῦ Γερμανικοῦ, ἠσθάνθησαν, ὅτι πολιτικῶς μὲν ἐνεπαίχθησαν, στρατιωτικῶς δὲ ἔπαθαν δεινήν πλάνην, διότι ἀπησχόλησαν 250 χιλιάδας ἀνδρῶν, χωρὶς νὰ δύνανται νὰ χρησιμοποιήσωσι τούτους, ἀλλ’ ἀπησχολημένους ὑπὸ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ, μὴ δυναμένου νὰ μεταφερθῇ εἰς ἄλλο μέτωπον καὶ ἐλευθεροῦντος οὕτω ἰσάριθμον Γερμανικὸν στρατόν. Οὕτω διαπλασθείσης τῆς καταστάσεως, οἱ μὲν Κυβερνῆται τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως, οἱ συμπαθῶς ἔχοντες πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εὑρίσκονται ἐν ἀρκετῇ δικαιολογίᾳ, ἀλλ’ οὐδεμίαν δύναται νὰ εὕρῃ ἐκεῖνος, ὅστις κατώρθωσε διὰ τῆς Πολιτείας αὑτοῦ νὰ δημιουργήσῃ πάντα ταῦτα τὰ προσκόμματα εἰς τήν διαχείρισιν τῶν ἐξωτερικῶν ὑποθέσεων τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ νὰ δημιουργήσῃ κατὰ τῆς Πατρίδος αὑτοῦ τὸν λίβελλον ὅτι, ἐνῷ ὑπεσχέθη εὐμενῆ οὐδετερότητα, πράγματι διατηρεῖ ἔνοχον οὐδετερότητα, εὐμενῆ πρὸς τοὺς ἀντιπάλους τῆς ὁμάδος ἐκείνης. Διότι οὕτω πράξας, ἐξέθηκε τὴν χώραν αὑτοῦ, τὸν Βασιλέα αὑτοῦ, τὸ παλλάδιον τοῦ Ἔθνους, τοὺς ὑπευθύνους κυβερνήτας διὰ τῶν προκριθῶν εἰς τὸ μαρτύριον, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα πάντες, εἰς τήν κακὴν διαχείρισιν, εἰς τὰς συνεπείας τῶν συλλαλητηρίων, τῶν δηλώσεων, εἰς τὰς συνεπείας τῶν διαβεβαιώσεων περὶ τῆς ὑποχρεώσεως, τήν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς εἶχεν ἐκ τῆς Σερβικῆς Συνθήκης, εἰς τήν κατηγορίαν περὶ ἀτιμώσεως τῆς Ἑλλάδος, διότι παρεβίασε τήν μετὰ τῆς Σερβίας συνθήκην διασταυρουμένης ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ καὶ τοῦ ἐπιτελείου τῶν Φιλελευθέρων καὶ παντὸς φυγοστράτου καὶ ἀνυποτάκτου Ἕλληνος, εὑρισκομένου ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ. (Χειροκροτήματα). Καὶ αἱ ἀνεπιτήδειοι πρὸς ἐπίλυσιν τῶν ζητημάτων ἁρμοδιότητες ἀναρμοδίων τινῶν ἀνθρώπων τῆς Συνεννοήσεως· διότι, δυστυχῶς, ἐνῷ ἦτο ἀρκοῦσα ἡ σκευωρία, ὅπως δημιουργήσῃ τὰς προστριβὰς καὶ πρὸς τήν Γαλλίαν καὶ πρὸς τήν Ἀγγλίαν, προσετέθη ἡ ἀνεπιτηδειότης τινῶν, ἄλλων μὲν ἐντεταλμένων, ἄλλων δὲ αὐθορμήτως ἀναμιγνυομένων, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἶναι διάφοροι φιλοπάτριδες δημοσιογράφοι τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ τοῦ Γαλλικοῦ Τύπου, προπηλακίζοντες καθημερινῶς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ δρᾶσις ὡρισμένων κύκλων ἐν Μακεδονίᾳ, διαχειριζομένων τὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τῆς Γαλλίας. Δὲν εἶναι ὥρα νὰ κακίσω τινά, οὔτε δύναταί τις νὰ κακίζῃ ξένους ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἡ πρᾶξις, ἥτις διεπράχθη ἐπὶ τῇ 21ῃ Μαΐου, ἐν Θεσσαλονίκῃ, εἶναι τοιαύτη, ὥστε, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ ἐλησμόνησεν ὅλην τὴν ἱστορίαν τοῦ ἱπποτισμοῦ καὶ τῆς εὐγενείας τῆς Γαλλικῆς φυλῆς, καὶ ὅτι, ἐνῷ πρὸ αὐτοῦ εἶχε νὰ μιμηθῇ διὰ μὲν τὴν Ἑλλάδα τὸν στρατηγὸν Μαιζῶνα, διὰ δὲ τοὺς ἄλλους, τοὺς πρὸς τρίτους πολέμου τῆς Γαλλίας, σωρείαν Γάλλων στρατηγῶν, πραγματικῶν ἱπποτῶν καὶ εὐγενῶν, ἀνέτρεξε καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλατίας καὶ εἰς τὴν τάξιν τὴν δευτέραν ἐπέταξε τὴν σπάθην αὐτοῦ ὡς Βρέννος... (Χειροκροτήματα) ... δὲν ἔχω δὲ καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἡ ὁποία μόνον Γαλλικὴ δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ, ἡ ὁποία προσβάλλει αὐτήν τὴν Γαλλικὴν εὐγένειαν καὶ τὴν Γαλλικὴν λεπτότητα, θέλει ἀποδοκιμάσει αὐτή ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις, ἥτις, καὶ ἄν θέλῃ, ἐπὶ τέλους, νὰ κηρύξῃ πόλεμον ἀκόμη πρὸς τὴν Ἑλλάδα, χάριν τῶν σκευωριῶν τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τῶν προστριβῶν καὶ τῶν παρεξηγήσεων, τοὐλάχιστον, θὰ μιμηθῇ τοὺς παλαιοὺς Γάλλους, λέγοντας πρὸς τοὺς Ἄγγλους. «Πυροβολήσατε σεῖς πρῶτοι, Κύριοι!» Καὶ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ ὑπεύθυνος Γαλλικὴ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ ἐνθυμηθῇ τὰ ὅσα εὐεργετήματα παρέσχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ ἐνθυμηθῇ, τοὐλάχιστον, ὅτι ὑπερεμάχησε πάντοτε ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τῶν Κρατῶν καὶ ὅτι ὑπὲρ πάντας τοὺς Γαλλικοὺς ἀγῶνας, διὰ τῶν ὁποίων ὑψώθη ἡ δόξα τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ, δύο εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφαίνονται πρὸς τιμὴν καὶ δόξαν τῆς Γαλλίας, ὁ ἀγών, ὅστις ἀποκατέστησε τὸ Ἰταλικὸν βασίλειον, καὶ ἡ ἀποστολὴ τοῦ Γαλλικοῦ στρατοῦ εἰς Ἑλλάδα, πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ βασιλείου, διότι ὁ εἷς ἦτο ἔνδοξος, ὁ δεύτερος, ἄνευ ἀνταγωνισμοῦ, ἀλλ’ ἀγὼν ἀποδεικνύων ἀλτρουϊσμὸν καὶ πραγματικὴν περιφρόνησιν τῶν δικαίων τῶν ἐθνοτήτων ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς φυλῆς. Τὸ Κράτος, λοιπόν, τὸ ὁποῖον, βασιλευόμενον καὶ αὐτοκρατορούμενον, τοιαῦτα ἔπραξεν ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῶν ἐθνοτήτων, ὑπάρχει βεβαιότης, ὅτι, δημοκρατούμενον σήμερον, δὲν θέλει παραγκωνίσῃ τὰς ἠθικὰς ἀρχάς, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἀγωνίζεται σήμερον καὶ δὲν θέλει μεταβάλει τοὺς ἀρχηγοὺς αὑτοῦ εἰς δικτάτορας ἐν τῇ ξένῃ χώρᾳ. Κύριοι, ἡ συζήτησις αὕτη ἔπρεπε νὰ γίνῃ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ μοὶ παράσχῃ τὴν συγγνώμην αὐτῆς, διότι παρέτεινα τὸν λόγον, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐξηγηθῶσι ταῦτα τὰ πράγματα πρὸ τοῦ ἀγνοοῦντος Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἦτο ἀνάγκη νὰ γνωσθῇ, ὅτι κινδυνεύομεν οὐχὶ ἐκ κακῆς διαχειρίσεως τῶν πραγμάτων ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων Κυβερνήσεων, ἀλλ’ ἐκ τῆς ὑπούλου ἐνεργείας, ἥτις κατὰ τῆς Ἑλλάδος στρέφεται, κινδυνεύομεν νὰ εὑρεθῶμεν ἀντιμέτωποι πρὸς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, πρὸς τὰ ὁποῖα καὶ ἐν τῷ παρελθόντι συνέδεσεν ἡμᾶς κοινότης συμφερόντων καὶ ἀμοιβαία ἀγάπη καὶ συμπάθεια καὶ ἐν τῷ μέλλοντι θὰ συνδέσῃ ἡμᾶς, ὡς καὶ ἐν τῷ παρόντι. Θὰ παρέλθωσιν αἱ προστριβαὶ καὶ ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ χώρα θὰ σταδιοδρομήσωσιν ἀπὸ κοινοῦ καὶ χειροκρατούμεναι, πρέπει δὲ πᾶσα φροντὶς νὰ καταβληθῇ, ἵνα μετὰ πάσης ψυχραιμίας ἀντιμετωπισθῇ ἡ κατάστασις καὶ νὰ ὑποστῶμεν ἡμεῖς, οἱ μικρότεροι, τὸ μαρτύριον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς, μὴ βαρυπενθοῦντες, ἢ κρύπτοντες ἐν ἡμῖν τὸν πόνον ἡμῶν, ἀλλὰ προσπαθοῦντες, ἵνα μὴ φθάσωμεν εἰς ὁριστικὴν ρῆξιν τῶν σχέσεων πρὸς τὴν Χώραν ἐκείνην, μὲ τὴν ὁποίαν συνδέει ἡμᾶς κοινότης εὐγενῶν ἰδεῶν καὶ κοινότης πολιτισμοῦ καὶ ἐκπολιτιστικῆς ἰδέας. Τὴν ψυχραιμίαν αὐτὴν θὰ τὴν τηρήσωμεν πάντες καὶ τὴν ψυχραιμίαν αὐτὴν τηρεῖ, πρὸ παντός, ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις τῆς Χώρας. Ἡ Ἑλλὰς ὑπέστη τὸ μαρτύριον ἐπανειλημμένως. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη ἀτυχία, πρὸς τὴν ὁποίαν προσβλέπει καὶ προσκρούει, διῆλθε διὰ πολλῶν κινδύνων. Θὰ πίωμεν τὸ ποτήριον μέχρι κενώσεως αὐτοῦ, καὶ τὸ ποτήριον θὰ εἶναι ἴσως πικρόν, ἀλλ’ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι μαχόμεθα καὶ ὑπὲρ ἐνδεχομένης ὠφελείας, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐπιτρέψωσι τοῦτο, θὰ σφίξωμεν πάντα πόνον καὶ θὰ ἐνταφιάσωμεν εἰς τὴν καρδίαν μας πᾶν αἴσθημα πικρίας καὶ θλίψεως, ἵνα εὑρεθῶμεν εἰς τὴν προσήκουσαν στιγμὴν παράπλευροι μετ’ ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ εἴμεθα συναγωνισταί. Τὸ ποτήριον αὐτὸ θὰ τὸ πίωμεν καὶ τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου θὰ τὸν ἄρωμεν πάντες καὶ ἡ ἱστορία θὰ ἀναγράψῃ ἡμέραν τινά, ὅτι τὸ Ἔθνος ἐσταυρώθη ὁλόκληρον μετὰ τῆς Κυβερνήσεως αὐτοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως αὐτοῦ τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου. Ἀλλ’ ἡ ἱστορία θὰ ζητήσῃ λόγον, διατί, παρὰ τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου, δὲν ἐστήθη καὶ ὁ σταυρὸς τοῦ ὑπαιτίου. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§80Θ. ΣΑΚΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἴτε ἡ γεωγραφικὴ τῆς Χώρας μας θέσις, εἴτε ποιά τις ἀξία τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἄγει μοιραίως, ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ, εἰς ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ὥστε ἡ Χώρα ἡμῶν νὰ γίνῃ, ὡς μὴ ὤφειλε, τὸ θέατρον τοῦ σπαραγμοῦ καὶ τῆς μονομαχίας τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς. Εἶναι εὐνόητος ἡ ἀγωνία, ἡ συγκίνησις καὶ ἡ λύπη πάσης Ἑλληνικῆς καρδίας διὰ τὴν τροπήν, ἣν ἐσχάτως λαμβάνουσιν, ἀπὸ ἐξωτερικῆς ἀπόψεως, τὰ πράγματα τῆς προσφιλοῦς ἡμῶν Πατρίδος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν διὰ τῆς παραδόσεως, κατ’ ἀνάγκην, τοῦ ὀχυροῦ φρουρίου Ροῦπελ εἰς μίαν τῶν ἐμπολέμων ὁμάδων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διὰ τῆς κηρύξεως ὑπὸ τῆς ἑτέρας ἐμπολέμου ὁμάδος τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ τῇ λοιπῇ Μακεδονίᾳ. Θὰ ἦτο δὲ τελείως παρὰ φύσιν, ἐὰν τὰ ἀλγεινὰ ταῦτα αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα κατέχουσι πᾶσαν Ἑλληνικὴν καρδίαν, ἡμᾶς τοὺς ἐκπροσωποῦντας τὴν στιγμὴν ταύτην τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἄφηνον ψυχροὺς καὶ ἀδιαφόρους καὶ ἀνεπηρεάστους. Καὶ εἶναι ἐπίσης εὔλογος ἡ κατά τινα βαθμὸν μεγαλειτέρα αἴσθησις ἐκ τῶν γεγονότων τούτων παρὰ τοῖς Συναδέλφοις, τοῖς καταγομένοις ἐκ Μακεδονίας, καὶ εἶναι φυσικὸν τοῦτο, διότι καὶ τὰς οἰκογενείας των ἔχουσιν ἐκεῖ καὶ τὰς περιουσίας των. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου, Κύριοι Βουλευταί, ὑπάρχει μεγάλη ἀπόστασις μέχρι τοῦ νὰ ἀφήνωμεν κραυγὰς ἀπέλπιδας καὶ ὑστερικὰς ὡς Ἱερεμίαι, καὶ ῥίπτοντες τέφραν καὶ σποδόν, νὰ τίλλωμεν τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς ἐπὶ τῇ τοιαύτῃ ἀνεπανορθώτῳ συμφορᾷ. Ἐὰν, Κύριοι Βουλευταί, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἅπαντα, καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς ὑστεροβούλως πωλοῦντας μονοπωλιακῶς τὸν πατριωτισμόν, θερμαίνει ἁπλῶς τῆς Πατρίδος τὸ αἴσθημα, ἀλλ’ ὅμως ἡμᾶς ἅπαντας, καὶ ἰδιαιτέρως τοὺς ἀποτελοῦντας τὰ μέλη τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, φλογίζει καὶ τήκει καὶ κατακαίει. Ἀλλ’ εἶναι φανερόν, ὅτι «ἂν ἡ καρδία πυρπολεῖ, πλὴν μόνος ὁ νοῦς φωτίζει». Προκειμένου, κ. Βουλευταί, περὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων, ἡ παροῦσα Βουλὴ παρουσίασεν ἓν μωσαϊκὸν γνωμῶν, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἀπείρου ἀριθμοῦ τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες ἀποτελοῦσιν, οὕτως εἰπεῖν, ἔλεγχον καὶ διαφωνίαν πρὸς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, καὶ πρέπει νὰ τονισθῇ τοῦτο, πρὸς τιμὴν τῆς παρούσης Βουλῆς, διότι ἀποδεικνύεται, ὅτι, μᾶλλον ἡ παροῦσα Βουλὴ δικαιοῦται τοῦ τίτλου τῆς φιλελευθέρας Βουλῆς, διότι ἀποδεικνύεται, λέγω, ὅτι ἕκαστον μέλος αὐτῆς ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τῆς γνώμης του καὶ τοῦ λόγου. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν ἐξωτερικῶν ἡμῶν πραγμάτων, νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι ἀρκεῖ ἡ ἀγωνία, τὴν ὁποίαν διέρχονται οἱ ἥρωες οὗτοι, οἱ ἀποτελοῦντες τὰ μέλη τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, εἰς οὓς ἀνετέθη ἐν ὄντως χαλεποῖς καιροῖς, ἡ διακυβέρνησις τῆς χώρας καὶ ἡ πηδαλιούχευσις τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν σκάφους καὶ αἵτινες, ἐν πλήρει συνειδήσει, αἴροντες τὸν σταυρὸν τοῦ μαρτυρίου, συναισθάνονται, ὑπὲρ πάντα ἄλλον, τὸ μέγεθος τῶν εὐθυνῶν, ἅς, οὕτως ἢ ἄλλως πολιτευόμενοι, ἀναλαμβάνουσιν, ὄχι μόνον ἀπέναντι τῆς ἱστορίας, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀπέναντι τῶν νόμων τῆς Πατρίδος. Οὐδὲ πρέπει νὰ εἴμεθα ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἵτινες, ἐκλεγέντες ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὡς ἐπαγγειλάμενοι τὴν ὑποστήριξιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, κυρίως ἐν τῇ ἐξωτερικῇ αὐτῆς πολιτικῇ τῆς οὐδετερότητος, ἤδη, δημοκοποῦντες ἐπὶ τῶν ἀλγεινῶν τούτων αἰσθημάτων τῶν ἐκλογέων μας, θὰ ρίψωμεν κραυγὰς ἀπελπισίας περὶ ἀνεπανόρθωτων συμφορῶν καὶ θὰ ζητήσωμεν νὰ ἐπηρεάσωμεν καὶ νὰ ἐκβιάσωμεν τοὺς κυβερνήτας τῆς Χώρας εἰς λῆψιν ἀποφάσεων ἀκαίρων καὶ ἴσως ἐπιζημίων εἰς τὰ ὕψιστα συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Διότι, τὶ θέλουσιν, ἐπὶ τέλους, οἱ φωνασκοῦντες ἔξωθεν καὶ οἱ ἐγκαυχώμενοι ἐπὶ μονοπωλίῳ τοῦ πατριωτισμοῦ, τὶ θέλουσι, λέγω, νὰ πράξωμεν; Μήπως ἐπιθυμοῦσι νὰ ἀνασπάσωμεν ἐκ τῆς θήκης τὸ ξίφος καὶ νὰ καταδιώξωμεν μέχρι Βερολίνου τὰς στρατιὰς τοῦ Μάκενσεν, ἢ μήπως, τοὐναντίον, θέλουσιν, ἀναταράσσοντες τὰ κύματα τῆς Μεσογείου, νὰ συντρίψωμεν καὶ καταποντίσωμεν στόλους καὶ στρατοὺς τῶν Συμμάχων; Καὶ ὅμως, οἱ κύριοι οὗτοι, οἱ τόσον ἀνευθύνως, ὅσον καὶ ὑστεροβούλως ἔξωθεν τῆς Βουλῆς φωνασκοῦντες, τυφλώττοντες πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε ἀποτελέσματα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τιτανομαχίας, καὶ λησμονοῦντες τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων, τὴν ἀποκρυσταλλωθεῖσαν εἰς τόσας λαϊκὰς παροιμίας: «ὅταν κλωτσοῦνται τὰ ἄλογα, τὰ πουλαράκια μένουν στήν ἄκρη», «Μὲ τοὺς μεγαλειτέρους σου, μὴ φυτεύεις σκόρδα, γιατὶ θὰ πάρῃς τὰ μικρότερα», «ὅπου τὰ μεγάλα καράβια χάνονται, οἱ βαρκοῦλες μένουν στὸ λιμάνι ὅσο μποροῦν περισσότερο», καὶ ζητοῦν, καλὰ καὶ σώνει, νὰ ἐξέλθωμεν τῆς οὐδετερότητος, λησμονοῦντες, ὅτι, ὅσον προσωρινή καὶ ἄν ὑποτεθῇ ἡ ἐπικράτησις, ὅσον ὀλιγοχρόνιος καὶ ἄν ὑποτεθῇ ἡ πρόοδος τῶν στρατιῶν τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, εἶναι ὅμως ἀρκετὴ διὰ νὰ ἐπιφέρῃ καταστροφὴν εἰς Κρατίδια μικρά, ὡς ἡ Ἑλλάς, ἡ Σερβία, τὸ Βέλγιον καὶ ἡ Ρουμανία ἀκόμη. Ἡμεῖς ὅμως, Κύριοι Βουλευταί, μίαν ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν ἐν τῷ παρόντι, νὰ συνασπισθῶμεν ἅπαντες, ὡς ἕν σῶμα καὶ μία ψυχή, περὶ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ νὰ βροντοφωνήσωμεν καὶ πρὸς τοὺς ἔσω καὶ πρὸς τοὺς ἔξω ἐχθροὺς, ὅτι ἀπόλυτον ἔχοντες καὶ στερρὰν τὴν πεποίθησιν, ἐπὶ τὴν κρίσιν καὶ τὴν πολιτικὴν πεῖραν τῶν Κυβερνητῶν τῆς Χώρας, δι’ ἀμερίστου περιβάλλομεν αὐτοὺς ἐμπιστοσύνης καὶ ὅτι συμμεριζόμεθα πάσας τὰς εὐθύνας αὐτῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξωτερικήν αὐτῶν πολιτικήν.
§81Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ἱστορικὸν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ πρὸς κρίσιν περὶ τῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία ἐτηρήθη μέχρι σήμερον καὶ περὶ ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶναι προσῆκον νὰ τηρηθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, δὲν εἶναι ἀντικείμενον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἀναμιχθῇ πᾶς πολίτης, ἰδίως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωσιν ἄμεσον γνῶσιν αὐτοῦ. Ἐκεῖνο ὅμως, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν γνώμην, ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ διαφωτισθῶμεν, εἶναι, ποῖος εἶναι ὁ δρόμος, ὁ ὁποῖος θὰ φέρῃ τὸ Κράτος εἰς τὴν σωτηρίαν. Διότι, ἀναμφισβητήτως, τὸ Κράτος περιῆλθεν εἰς κρίσιμον θέσιν. Τὸ δὲ γεγονὸς τοῦ Ροῦπελ, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, δημιουργεῖ κατάστασιν ὅλως νέαν, καὶ ἡ νέα αὕτη κατάστασις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία κατετάραξε τὸν Μακεδονικὸν πληθυσμόν, ἰδίως δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται πλησίον τοῦ Ροῦπελ, κατέλαβεν ἀπελπισία, ὅταν οὗτοι ἠσθάνθησαν, ὅτι θὰ ἀντικρύσωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ τριῶν ἀκόμη ἐτῶν, ἔθυσαν καὶ ἀπώλεσαν, ἐκείνους, τῶν ὁποίων αἱ χεῖρες ἀχνίζουσιν ἀκόμη ἀπὸ τὸ αἷμα τῶν ἀθώων Ἑλλήνων! Οἱ καπνοὶ φαίνονται ἀκόμη εἰς τὰ ἐρείπια, τὰ ὁποῖα ἐπροξένησαν εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα! Δὲν εἶναι διατεθειμένοι οἱ Μακεδονικοὶ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσι τὸ ἀδύνατον τῆς συμπράξεως μετὰ Ἔθνους, τὸ ὁποῖον δὲν εὗρε τὴν κατάλληλον στιγμὴν διὰ νὰ συνταράξῃ πᾶν ὅ,τι εὕρῃ Ἑλληνικόν! Πολλάκις καὶ πρότερον ἐλέχθη ἡ θεωρία περὶ συνεργασίας μετὰ τῶν Βουλγάρων, ἀλλ’ ἐν τῇ πράξει ἀπεδείχθη, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Ὁμολογῶ, ὅτι καὶ ἐγὼ εὑρίσκομαι εἰς φοβερὰν ταραχήν, ἰδίως μετὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἠναγκάσθημεν νὰ παραδώσωμεν τὸ Ροῦπελ, τὸ φρούριον αὐτὸ καὶ τὰς στενωπούς, αἱ ὁποῖαι φέρουσιν ἀπὸ τὸ Βουλγαρικὸν ἔδαφος εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Γερμανίας. Ἀλλὰ τότε ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, ἀφοῦ ἡμεῖς δηλοῦμεν ἐπισήμως, ὅτι εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ παραχωρήσωμεν Ἑλληνικὰ ἐδάφη εἰς τοὺς Βουλγάρους, εἰς τὸ Ἔθνος ἐκεῖνο, τὰ ὁποῖον δὲν κρύπτει ποσῶς τὰς προθέσεις του, προθέσεις, τὰς ὁποίας ἀντιλαμβάνονται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ σύνορα, οἱ ὁποῖοι βλέπουν τὰς βλέψεις των, οἱ ὁποῖοι αἰσθάνονται περισσότερον τοὺς σκοπούς των, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν, ὅτι συμβάσεις καὶ ὑποσχέσεις τρίτων διὰ λογαριασμὸν αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι. Ποῖον εἶναι τὸ Δικαστήριον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβάλῃ τοὺς ὅρους τῶν συμβάσεων εἰς τοὺς κυρίους αὐτούς; Εἶπον, ὅτι μᾶς κατετάραξαν αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἦλθε νὰ εἴπῃ, ὅτι παρέδωσε τὰς στενωποὺς τοῦ Στρυμῶνος, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκτεθῇ εἰς πόλεμον, καὶ ὅτι, ἂν θέλουν νὰ ἔλθουν εἰς Φλώριναν καὶ καταλάβουν στρατιωτικὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα νὰ ἐξασφαλίσωσι προέλασιν, τὶ θὰ γίνῃ; Πρέπει νὰ φύγωμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, διότι καὶ τότε θὰ ἀπηλεῖτο πόλεμος, διότι καὶ τότε, ἂν ἐπιτεθῶμεν, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὸ δίλλημα, ἂν πρέπῃ νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον, ἢ νὰ παραχωρήσωμεν τὰ ἐδάφη, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ πατοῦν....
§82Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ συμπέρασμά σας; Ἀφοῦ ἐθέσατε τὸ ἐρώτημα, ἀπαντήσατε.
§83Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἀναμένω νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§84Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ἀπήντησε· σεῖς νὰ ἀπαντήσητε.
§85Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶπε μέχρι τοῦδε, ὅτι ἡ κατάληψις τῶν μερῶν αὐτῶν ἔχει χαρακτῆρα στρατηγικόν, καὶ ὅτι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι δύνανται νὰ εἶναι ἥσυχοι, διότι ἡ Κυβέρνησις οὐδεμίαν ἔχει ἀνησυχίαν περὶ τῆς ἀκεραιότητος τοῦ Κράτους ἐν τῷ μέλλοντι, οὔτε περὶ τῶν πληθυσμῶν, οἵτινες κατοικοῦσι τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ μᾶς εἴπῃ, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἀποφύγωμεν ἄλλας περιπετείας, διότι, ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἡσυχάσῃ κανεὶς μὲ τοιαύτας δηλώσεις. Εἶναι ἡ φύσις τῶν πραγμάτων τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ καθησυχάσῃ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχῃ τρόπος ἄλλος, τὸν ὁποῖον δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀντιληφθῶμεν, ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ περισσοτέρας ἐξηγήσεις. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἀνησυχῶμεν, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι αἱ κλεῖδες τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας παραδίδονται εἰς τὴν Βουλγαρίαν, ὅταν, ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, δύνανται νὰ καταλάβουν ὅλην τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ὅτι, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς σκέψεως τοῦ νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς ρῆξιν μετὰ τῆς Γερμανίας, πάσῃ θυσίᾳ, εἶναι δυνατὸν νὰ καταλάβουν καὶ τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐπροξένησε κατάπληξιν ἡ παράδοσις τοιούτου ὀχυροῦ φρουρίου, τὸ ὁποῖον προήσπιζεν ἓν μέγα μέρος τῆς Μακεδονίας, διότι εἴχομεν συνηθίσῃ μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἐὰν ἐκρατοῦμεν τὴν πανστρατίαν, τὴν ἐκρατοῦμεν, ἵνα μὴ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὸ Ἔθνος ἐκεῖνο νὰ πατήσῃ τὸν βρωμερὸν αὐτοῦ πόδα ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Δέν δυνάμεθα νὰ ἡσυχάσωμεν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, τίνα λόγον ἔχει ἡ ἐπιστράτευσις, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὴν πρώτην εὐκαιρίαν, λέγομεν, λάβετε τὰς κλεῖδας τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας καὶ αὔριον, ἐὰν ἐπιμείνητε, θὰ σᾶς δώσωμεν καὶ τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν, καὶ θὰ ἴδωμεν αὔριον τὴν Μακεδονίαν μεταβαλλομένην εἰς γῆν Μαδιάμ. Εἴδομεν τὶ συμβαίνει εἰς τὴν Γευγελῆν καὶ Δοϊράνην, οὔτε περιουσία, οὔτε ζωή, οὔτε τίποτε ἔμεινεν εἰς τοὺς πολίτας. Βομβαρδίζει ὁ μὲν, ὁ δὲ καταστρέφει, ὁ μὲν καταστρέφει, ὁ δὲ καὶ βλέπομεν, ὅτι οἱ Βούλγαροι τὴν συνεργασίαν τῶν ὁποίων τόσον εὐκόλως δεχόμεθα καταλαμβάνουν Ἑλληνικὰ χωρία καὶ ἐγκαθιστοῦν ἰδίας ἀρχάς, ἐκδιώκοντες καὶ τὰς ἀρχάς μας καὶ τοὺς ἱερεῖς μας. Δὲν ἔχουν τὴν ὑπομονὴν ἐκ πολιτικῶν, τουλάχιστον, ὑπολογισμῶν διὰ νὰ μᾶς κάμωσι νὰ πιστεύωμεν περὶ συνεργασίας ἐν τῷ μέλλοντι, δὲν ἔχουν τὴν τιμήν ν’ ἀντισταθοῦν εἰς τὸν προορισμόν των καὶ νὰ μὴ δείξουν τόσον προόρως τὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα τρέφουν ἀπέναντι ἡμῶν. Θὰ μᾶς εἴπητε ὅμως καὶ τὶ θὰ γίνῃ, λοιπόν; Τὶ πρέπει νὰ κάμωμεν· πρέπει νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον ἐναντίον τῆς Γερμανίας; Ἔχω τὴν ἰδέαν, Κύριοι, ὅτι τὰ ζητήματα δὲν τίθενται πάντοτε τόσον ἁπλᾶ. Ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν ἔπρεπε τὴν τελευταίαν στιγμὴν νὰ μάθῃ ἡ Κυβέρνησις, ποῖαι εἶναι αἱ προθέσεις τῶν Γερμανοβουλγάρων, διὰ τὸ Ροῦπελ. Διότι ἔπρεπε νὰ ἐννοηθῇ ἀπὸ πάντας, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς προελάσεως τῶν Γερμανοβουλγάρων, εἶναι οὐχὶ μόνον ζήτημα τιμῆς δι’ ἡμᾶς, ἀλλὰ ζωῆς καὶ θανάτου· ἑπομένως δὲ ἐκεῖνοι εἶχον ἀμφιβολίαν, ὅτι, ἐὰν εἰσήρχοντο εἰς τὸ ἔδαφός μας, θὰ εὕρισκον στρατόν, ὁ ὁποῖος ἦτο ἕτοιμος, ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει των, νὰ ὑψώσῃ λευκὴν σημαίαν καὶ νὰ παραδώσῃ τὸ ἐν λόγῳ φρούριον. Τότε ἴσως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔφθανεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅπως μὴ περιέλθῃ εἰς πόλεμον πρὸς τήν Γερμανίαν καὶ νὰ σώσῃ δὲ καὶ τὴν τιμήν καὶ τὰ σύνορα, καὶ τοὺς πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι πανικόβλητοι, ἐπὶ τῇ θέᾳ τῶν ἀγρίων ὀρδῶν, ἐτράπησαν εἰς φυγὴν μαζὶ μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ Δεμὶρ Ἰσσάρ. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ ὀδύνη, τὴν ὁποίαν αἰσθάνονται οἱ Μακεδονικοὶ πληθυσμοί, διότι εἶναι ἐκτεθειμένοι ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εἰς τὸ αἴσχιστον τῶν ἐθνῶν, εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ μοῖρα ἔθηκε πλησίον, διὰ νὰ μᾶς τυραννῇ ἐπὶ αἰῶνας, διότι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ εὑρισκώμεθα ἐν ἐπιστρατεύσει, νὰ ὑφιστάμεθα τὰ πάνδεινα καὶ θὰ εὑρεθῶμεν μίαν ἡμέραν χωρὶς ἐλπίδα νὰ ἀπολαύσωμεν καὶ ὄφελός τι ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀπατώμεθα, πρέπει νὰ μὴ σκέπτωνται, καθ’ ὃν τρόπον σκέπτονται οἱ Γερμανοβούλγαροι, διὰ νὰ μὴ ἀποσύρωσιν ὅλον τὸ ὄφελος, τὸ ὁποῖον δύνανται νὰ ἀποσύρωσιν ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς. Τὸ συμφέρον τῆς ὁμάδος τῆς ἰσχυρᾶς εἶναι νὰ τελειώσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς μὲ τοὺς Ἕλληνας. Εἶναι κατάστασις αὐτή; Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς καιρὸς καὶ θὰ μᾶς κρατᾷ δυνατὰ ἀπὸ τὰ πλευρά. Τότε δύνανται νὰ εἶναι ἥσυχοι ἐκ μέρους ἡμῶν, διότι ἡμεῖς στερούμεθα πλέον τῆς εὐκαιρίας νὰ δράσωμεν. Θὰ εἴμεθα δοῦλοι, θὰ εἴμεθα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὁμάδος τῆς Συνεννοήσεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῆς ὁμάδος τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Θὰ εἴμεθα ὑποτελεῖς εἰς ἀμφοτέρους, θὰ ὑφιστάμεθα μυρίας ταπεινώσεις, μυρίας ἠθικὰς καὶ πολιτικὰς καταστροφάς, μυρίας ἐνοχλήσεις καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν καμμίαν ἐλπίδα νὰ ἀπολαύσωμεν κἄτι εἰς τὸ μέλλον, νὰ ἴδωμεν ἓν τμῆμα τῶν δουλευόντων ἀδελφῶν μας ἐλευθέρους, ἢ τὰς κτήσεις μας αὐξανομένας. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ σημασία τῶν πραγμάτων, τῶν ὁποίων διερμηνεὺς γίνομαι ἐντεῦθεν.
§86Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Δὲν πιστεύω ὁ Μακεδονικὸς λαὸς νὰ ἀποκαρτέρησεν, ὡς σεῖς ἀποκαρτερήσατε.
§87Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μία πλευρά, ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι τῶν Γερμανοβουλγάρων, θέσις νέα, ἡ ὁποία τώρα δημιουργεῖ κινδύνους εἰς τὴν χώραν, θέσις νέα, ἡ ὁποία ἔχει ὅλην τὴν σπουδαιότητα τὴν ὁποίαν προσεπάθησα ἀμυδρῶς νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Βλέπομεν τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν κυριαρχίαν ἐν μέσῃ Θεσσαλονίκῃ, ἡ ὁποία ἔχε καταντήσει σκιώδης, νὰ καταρρέῃ τελείως. Καὶ ἔρχεται τοῦτο, ὡς συνέπεια μυρίων καταπιέσεων, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν εἰς βάρος ἡμῶν, θύμα τῶν ὁποίων καταπιέσεων εἶναι ὁ λαός μας, ὁ ὁποῖος πονεῖ, ὅστις εὑρίσκεται ἐν ἐπιστρατεύσει, καὶ ὅστις δὲν γνωρίζει διατί εἶναι ἐπιστρατευμένος καὶ πότε θὰ λυθῇ ἡ ἐπιστράτευσις. Καὶ ἐκεῖ τὴν ἰδίαν ἀδυναμίαν ἐπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις, ἀφῆκεν καὶ ἐκεῖ νὰ περιφέρωνται ἀνὰ τὴν Κεντρικὴν Μακεδονίαν, νὰ περιφέρωνται ὅπου θέλουν, νὰ καταλαμβάνουν ὅ,τι θέλουν. Δὲν ἦτο, ἆρά γε, δυνατόν, ἀφοῦ εὑρέθημεν ὑπὸ τὰς περιστάσεις αὐτάς, ἀφοῦ εὑρέθημεν ἔχοντες ξένους στρατοὺς εἰς τὸ ἔδαφός μας, νὰ καθορισθῶσι τὰ πράγματα κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε μόνον ὁ διάσημος ἐκεῖνος διάδρομος νὰ καταστῇ ἀντικείμενον μαχῶν καὶ νὰ μὴ ἐμπλακῇ ὅλη ἡ χώρα εἰς τὰ δεινὰ τοῦ πολέμου. Καὶ ἐνταῦθα ἀπαντῶμεν τί, νὰ ἐμπλακῶμεν εἰς πόλεμον μὲ τὴν Ἀντάντ; Ἀλλὰ καὶ πάλιν λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἁπλοῦν, δὲν δύναται νὰ τεθῇ οὕτω. Θὰ δεχθῶμεν τὰς ἀπαιτήσεις τῆς Ἀντάντ, ἄλλως εἴμεθα ἐκτεθειμένοι εἰς πιέσεις καὶ ἴσως μεγαλειτέρας, καὶ ἐκεῖνοι ἠδύναντο, ὅταν εὕρισκον παρ’ ἡμῶν μεγαλειτέραν ἀντίστασιν, νὰ εὕρισκον λύσιν καὶ δεχθῶσι λύσιν ὀλιγώτερον ἐξευτελιστικὴν διὰ τὸ Κράτος ἡμῶν. Καὶ ἔχω τὸ παράδειγμα τοῦ Σερβικοῦ στρατοῦ, εἰς τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἐπέμενεν ἡ Κυβέρνησις καὶ εἶχε τὴν προσδοκωμένην ἐπιτυχίαν, σώσασα τὸ Κράτος ἀπὸ τὸ κακὸν ἐκεῖνο. Διανύομεν, Κύριοι, στιγμάς, κατὰ τὰς ὁποίας μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον τρέφομεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ λάβωμεν οὐδὲν ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ ἐρεύνη τῶν λύσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται κατὰ τὴν κρίσιμον αὐτὴν στιγμήν. Ἀφοῦ ὑπάρχει γνώμη, γνώμη τὴν ὁποίαν καθ’ ἑκάστην ἀκούομεν λεγομένην, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσωμεν σημασίαν, ὅτι ὁ ἀνασχηματισμὸς Κυβερνήσεως ἠδύνατο νὰ φέρῃ μεταβολὴν εἰς τὰς διαθέσεις τῶν Δυνάμεων. Μία ἧττον νευρικὴ διαχείρισις τῶν ζητημάτων ἠδύνατο νὰ μειώσῃ τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα ἐπέπεσαν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ δυστήνου αὐτοῦ Κράτους. Καὶ ἀφοῦ ὑπάρχουσι τοιαῦται γνῶμαι, καὶ ἐλέχθησαν αὐταὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἅπαξ ἢ δίς, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐρωτῶ, διατὶ νὰ μὴ δοκιμάσωμεν μίαν ἀλλαγὴν Κυβερνήσεως; Αὕτη ἠδύνατο νὰ φέρῃ λύσιν εὐνοϊκοτέραν διὰ τὸ Κράτος...
§88Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Εἶναι σύστημα πολιτικῆς;
§89Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ κάμω σύστημα πολιτικῆς. Μόνον τὴν σκέψιν μου λέγω, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου εἰς τὴν Βουλήν, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν μου. Δεδομένου, κ. Βουλευταί, ὅτι πολλαχῶς ὑπεστηρίχθη ὑπὲρ τῆς Ἀντάντ, ὅτι οὐχὶ μόνον εἶναι ἐγκατεστημένη ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ Χώρᾳ, ἀλλὰ δύναται καὶ πολλαχῶς νὰ πιέσῃ ἡμᾶς, δύναται καὶ νῆστιν νὰ ἀφήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν πληθυσμόν, φρονῶ, ὅτι δὲν δυνάμεθα, παρὰ καὶ ἐκδηλουμένην ἔτι, νὰ κρατῶμεν τὴν προσοχήν μας καὶ νὰ μὴ προκαλῶμεν. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ὑπάρχει γνώμη καὶ λέγω, ὅτι ἡ γνώμη αὕτη ἐλέχθη καὶ ὑπ’ ἄλλων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἡ ἠπιωτέρα μεταχείρισις εἶναι δυνατὸν νὰ μεταστρέψῃ τὴν γνώμην ἐκείνην, ἡ ὁποία λέγει ὅτι, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν γίνῃ ὅστις δήποτε καὶ ἂν σχηματίσῃ Κυβέρνησιν, ἡ στάσις τῆς Ἀντάντ θὰ εἶναι ἡ αὐτή. Λέγω, ὅτι κατὰ τὶ θὰ ἔβλαπτεν, ἄν, ἀντὶ νὰ μείνωμεν ἄκαμπτοι καὶ πείσμονες, νὰ ἐδοκιμάζομεν καὶ τοῦτο, καὶ ἐὰν ἐβλέπομεν, ὅ,τι, καὶ πρὸς ἄλλην Κυβέρνησιν τὴν αὐτήν θὰ ἐτήρει στάσιν ἡ Ἀντάντ, τότε θὰ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς ὑποχρεωμένοι νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ Ἀντάντ πραγματικῶς εἰς τοιαῦτα τινὰ τέλη ἀποβλέπει καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ συνεννοηθῶμεν καὶ τότε καὶ τὰς θυσίας καὶ τὰς ταλαιπωρίας καὶ τὰ πάντα θὰ ὑφιστάμεθα εὐκολώτερον, διότι δὲν θὰ ἐξηρτᾶτο ἀφ’ ἡμῶν νὰ τὰς ἀποφύγωμεν. Καταλήγων, Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχω, ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ μᾶς παρασύρῃ τὸ ῥεῦμα, ὡς συμβαίνει μέχρι τοῦδε, θὰ πνιγῶμεν, διότι, ὁμολογῶ, ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, καίτοι ἐν ἐπιστρατεύσει, νὰ δεχώμεθα πᾶσαν ἰδιοτροπίαν, πᾶσαν θέλησιν τῆς Ἀντάντ, πᾶσαν ἰδιοτροπίαν, πᾶσαν θέλησιν τῶν Αὐστρογερμανῶν. Μία τοιαύτη κατάστασις, ἡ ὁποία, ἀφοῦ ἀποκλείει τέλος πᾶν μέσον σωτηρίας, ἐξασφαλίζει ἀφ’ ἑτέρου καταστροφάς, τὰς ὁποίας ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ προλάβῃ.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόγῳ τοῦ προκεχωρηκότος τῆς ὥρας, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἂν συναινῇ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἵνα συνεχισθῇ αὔριον ἡ συζήτησις, καθόσον εἶναι πολλοὶ οἱ ἐγγεγραμμένοι.
§91ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§92Γ. ΠΩΠ. Προκειμένου περὶ τοῦ θέματος τούτου, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ δηλώσῃ, ἄν φρονῇ, ὅτι δύναται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις.
§93Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῆς διακοπῆς κατὰ ταύτην τὴν ὥραν τῆς συζητήσεως καὶ τῆς συνεχίσεως αὐτῆς κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς αὔριον, δὲν νομίζει, ὅτι κινδυνεύουσι συμφέροντα· ἡ Κυβέρνησις ἐπιζητεῖ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἄν μὲν ὑπάρχωσι Βουλευταί, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἀπόψε, νὰ ἐξακολουθήσῃ, ἐὰν νομίζωσιν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη τῆς πληρεστέρας διαφωτίσεως τῆς κοινῆς γνώμης, τότε εἶναι πρόθυμος ἡ Κυβέρνησις νὰ δεχθῇ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις αὔριον εὐκτοτέρα, ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἥν δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ περαιώσωμεν αὐτὴν αὔριον, νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ μεθαύριον.
§94ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τῆς 7ης Μαΐου).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 5 καὶ ½ μ. μ. (Ὥρα 1 καὶ 20′ π. μ.)