1916.03.29
2,314 rows · 16,968 words · 205 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΜΒʹ.
ΤΗΣ 29 ΜΑΡΤΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρα 6½ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ἀρατοβιτσίων παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἀποδοθῇ τὸ ἐκεῖ λειβάδιον «Μελοῦνα». Οἱ πτυχιοῦχοι φαρμακοποιοὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπολυθῶσιν αἱ ἀρχαιότεραι κλάσεις τῶν φαρμακοποιῶν καὶ ἀντικατασταθῶσι δι’ αὐτῶν τῶν νεωτέρων. Ὁ ἐν Χανίοις Σύλλογος τῶν Καπνοπωλῶν παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ νὰ πωλῇ ἀκριβώτερον τὸ κυτίον τοῦ καπνοῦ τῶν 25 γραμμαρίων. Οἱ φοιτηταὶ τῶν Πανεπιστημίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐγγραφῶσιν ἀτελῶς οἱ ἄποροι φοιτηταί. Οἱ ἐν Πατησίοις ἐνορῖται τοῦ Ναοῦ Ὁσίου Λουκᾶ παρακαλοῦσιν, ὅπως διενεργηθῇ ἐκλογὴ νέου ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Κλεισούρας παρακαλεῖ, ὅπως τὰ χωρία Ζαγοριτσάνης, Χολίσια, Μπομποκίου, Τσιρολάδου κλπ., προσαρτηθῶσιν εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Κλεισούρας. Ὁ ἐκ Χανίων Ἰω. Πωλιουδάκης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπανορθωθῇ τὸ εἰς τὸν υἱόν του Ἐμμανουήλ, ἔφεδρον ἀνθυπολοχαγόν, προσγενόμενον ἀδίκημα. Ὁ ἐξ Ἱερᾶς Πέτρας Ἰω. Ἐλευθεριάδης παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ ἐπανορθώσεως τοῦ εἰς αὐτὸν γενομένου ἀδικήματος. Οἱ κάτοικοι τῶν χωρίων τῆς περιφερείας Ἀργυροκάστρου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποζημιωθῶσι διὰ τὰ παρὰ τῆς Αὐτονόμου Κυβερνήσεως ἐπιταχθέντα ζῷα των. Ὁ ἐν Εὐβοίᾳ Γεωργικὸς Πιστωτικὸς Σύνδεσμος παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ παροχῆς γεωργικῶν εἰδῶν εἰς Συνεταιρισμοὺς ἐπὶ πιστώσει. Οἱ κάτοικοι Φαναρίου καὶ περιχώρων παρακαλοῦσιν, ὅπως μετατεθῶσιν ἐκεῖ ἐκ Μουζακίου εἷς ἢ δύο δημοδιδάσκαλοι. Ὁ Μεχμέτ Χασὰν Βέης παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἐπιστραφῶσι τὸ καταληφθέντα κτήματά του. Ἡ Ἀσημούλα χήρα Λουκᾶ Ἀργυρίου, ταγματάρχου ἐν ἐνεργείᾳ, παρακαλεῖ, ὅπως τῇ ἀπονεμηθῇ ἡ προσήκουσα σύνταξις. Οἱ Βουλευταί κ. κ. Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ, Γ. ΔΟΥΜΑΣ, Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ κλπ., ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 8 τῶν νόμων ΓΩΚΒ καὶ ΓΩΚΕ τοῦ 1911». Οἱ Βουλευταί κ.κ. Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ καὶ Π. ΚΟΣ-ΣΟΝΑΚΟΣ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προαγωγῆς τῶν ὑπὸ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπιάτρου ὑπηρετούντων κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1897». Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Μετοχικοῦ Ταμείου». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΚΑΝΑΡΗΣ, Ν. ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ,
Σ. ΜΗΛΛΑΝΟΣ, Κ. ΚΟΤΣΑΝΟΣ, Ι. ΣΥΣΙΝΗΣ, Δ.
ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ, Κ. ΓΕΡΑ-
ΚΗΣ, Π. ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ, Π. ΚΟΣΣΟΝΑΚΟΣ, Π. ΠΕ-
ΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ, Γ. ΤΣΙΜΑΣ κλπ. ὑποβάλλουσι προσθήκην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 10ης Νοεμβρίου 1916 Β. Δ. περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΔΡΖΑʹ νόμου περὶ προσθέτου μισθοῦ ἀξιωματικῶν κλπ. ἐν ἐπιστρατεύσει».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λαμπρακάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Βονίτσης.
§3Χ. ΚΑΡΑΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον, παρακαλῶ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλαδή, ἐπὶ τῆς ταξινομήσεως;
§5ΧΡ. ΚΑΡΑΣ. Μάλιστα. Καὶ ἐν τῇ μιᾷ καὶ ἐν τῇ ἄλλῃ, αἱ ἀναφοραὶ ἀκολουθοῦσι μέχρι τινὸς τὴν αὐτὴν σειράν. Παραδόξως ὅμως, ἐνῷ μέχρι τινὸς συμβαίνει τοῦτο, βλέπω εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς χθὲς τὴν ἀναφορὰν τοῦ κ. Καζατζῆ, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν δὲ τῆς σήμερον, βλέπω ἀναγεγραμμένην εἰς τὴν θέσιν αὐτῆς, τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ κ. Πεσμαζόγλου, ἔπειτα ἔχομεν τὴν αὐτὴν σειρὰν μέχρι τινός, καὶ ἔπειτα βλέπομεν, ὡς 25ην τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Καζατζῆς καὶ ἔπειτα τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Σκιαδαρέσης, ἐνῷ ἐγὼ φέρομαι ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 30. Ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν σειράν, δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ συζητηθῶσιν αἱ ἀναφοραὶ ἡμῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι σπουδαῖαι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀνεβλήθησαν ἀναφοραί, καὶ ἄλλαι μὲν ἐτέθησαν εἰς τὸ ἀριστερόν, ἄλλαι δὲ ἄλλην θέσιν.
§7Χ. ΚΑΡΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα εἰς τὰς διακοπάς, θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὥστε νὰ τακτοποιηθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα τῶν ἀναφορῶν.
§9Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Δύο λέξεις ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Εἶχον ὑποβάλει ἀναφορὰν κτηνοτρόφου τινός, ὀνόματι Γκετσάκη, ἐκ Γρεβενῶν, ζητοῦντος τὴν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς. Εἶχε μάλιστα ὑπογράψει εἰς αὐτὴν καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Μπούσιος. Αἴφνης βλέπω σήμερον ὅτι ἐξωβελίσθη.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει διαγραφεῖ ἐντελῶς;
§11Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐντελῶς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὶ ἀριθμὸν εἶχε χθές, κ. Λυμπρίτη;
§13Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. 88 εἶχεν, ἀλλὰ τώρα ἔχει ἄλλον.
§14Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς ἀνακοινωθῇ τὶ κάμνει ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς;
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕνεκα γεγονότος σπουδαίου, τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ ἀπουσιάσω, ἦλθον χθές, καὶ ἔδωκα ἐντολὴν νὰ γίνωσιν αἱ προσκλήσεις διὰ τὴν Πέμπτην τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ Κανονισμοῦ.
§16Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Εἶναι ἀπαραίτητον.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνομολογῶ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον διὰ νὰ γίνωσι τροποποιήσεις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λαμπρακάκης, ὡς εἶπον.
§18Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, διαμαρτύρονται οἱ κάτοικοι Βονίτσης κατὰ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν ἐκεῖ ἰχθυοτρόφων ὑδάτων, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ἀπηγόρευσε τὴν δι’ ἀγκίστρων ἁλιείαν καὶ πρὸ πάντων τὴν ἁλιείαν τῶν ὀστράκων, ἀνέκαθεν ὑπ’ αὐτῶν ἐλευθέρως ἀσκουμένην, καὶ μετὰ τὸν νόμον, τὸν χαρακτηρίσαντα τὰ ὕδατα ἐκεῖνα, ὡς ἰχθυοτρόφα. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, κατόπιν τῆς τηλεγραφικῆς διαμαρτυρίας τῶν κατοίκων, ἐξήτασε τὸ ζήτημα καὶ μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου, ἐπέτρεψε τὴν ἁλιείαν δι’ ἀγκίστρων, διότι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῶν ἁλιέων περιείχετο ἐν τῇ διακηρύξει τῆς ἐνοικιάσεως, δὲν ἐπέτρεψεν ὅμως τὴν ἁλιείαν τῶν ὀστράκων, τὴν καὶ σπουδαιοτέραν, διότι, εἴτε ἐξ ἀβλεψίας κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς διακηρύξεως, εἴτε, διότι, ὡς προεῖπον, ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς γενικῶς ἀνεγνωρισμένου δικαιώματος, δὲν τὴν ἐπέτρεψε. Εὑρίσκω, Κύριοι, ὅτι ἡ δοθεῖσα λύσις δὲν εἶναι δικαία, διότι τὸ Δημόσιον, δὲν θὰ ἠνόουν ποτὲ διὰ τῆς ἐνοικιάσεως νὰ ἐκχωρήσῃ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχεν, εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ ἀνεγνωρισμένων δικαιωμάτων τῶν ἁλιέων.
§19Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν προτιμᾶτε νὰ ἔλθῃ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός;
§20Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις μου, ἂς διαβιβασθῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Εὑρίσκω, λοιπόν, τὴν λύσιν ἄδικον καὶ παράνομον, διότι οἱ κάτοικοι αὐτοὶ ἀνέκαθεν ἡλίευον καὶ ἐνῷ ὁ ἐνοικιαστὴς ἐγνώριζε τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐλευθέρας ἁλιείας, ἐνασκουμένης ἀκωλύτως καὶ μετὰ τὸν νόμον τὸν χαρακτηρίσαντα τὰ ὕδατα ἰχθυοτρόφα καὶ δὲν ἠδύνατο συνεπῶς νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ δημοσίου, ἀξιῶν παρ’ αὐτοῦ ἀποζημιώσεις, ἐὰν δὲν ἐμποδίσῃ τὴν ἐλευθέραν ἁλιείαν. Ἀδικαιολογήτως ἐπτοήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ διαμαρτυρηθῇ ὁ ἐνοικιαστής, ὀχυρούμενος εἰς τὸ γράμμα τῆς διακηρύξεως. Ἐλπίζω, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας, ἅμα λάβῃ γνῶσιν, —καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, νὰ διαβιβάσῃ τὰς παρατηρήσεις μου ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, —θὰ θελήσῃ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὴν ἀπόφασίν του καὶ ἀποδώσῃ τὸν ἄρτον εἰς ὁλόκληρον τάξιν ἀγροτῶν, συγχρόνως δὲ θὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τοῦ ἐνοικιαστοῦ, ὅστις, μὴ δεσμευόμενος ἐκ τῆς ἀστυνομικῆς διατιμήσεως, διότι δὲν ὑπάγονται εἰς αὐτὴν τὰ προϊόντα τῶν ἰχθυοτρόφων ὑδάτων, ὕψωσε τὰς τιμὰς τῶν ὀστράκων τόσον, ὥστε νὰ μὴ δύνανται νὰ τρώγωσιν οἱ ἀνέκαθεν ἐξ αὐτῶν ἀποζῶντες.
§21Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς συστάσεις μας αὐτάς, παρακαλῶ, νὰ τὰς διαβιβάσητε εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§22Π. ΣΙΣΜΑΝΗΣ. Οἱ ἀναφερόμενοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πτωχοὶ βιοπαλαισταί, ἐξήσκουν ἕν δικαίωμα ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, τὸ ὁποῖον ἤδη προσπαθεῖ ἐμμέσως ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ τοὺς ἀφαιρέσῃ· Ἐὰν ἀφαιρέσῃ αὐτὸ, ἀφαιρεῖ τὸν ἄρτον αὐτῶν. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, διότι οἱ ἄνθρωποι κινδυνεύουν νὰ ἀποθάνουν ἐκ πείνης.
§23Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Βονίτσης, Κύριοι, εἶναι ἀρκετὰ παλαιὰ, εἶναι πρὸ τῶν Ἀπόκρεω, καὶ ἐπρόκειτο περὶ ἐλευθέρας ἁλιείας ὀστρακοδέρμων. Ἀλλά, δυστυχῶς, ὡς ἔχει ὁ Κανονισμὸς, τὰ ζητήματα ἔρχονται παρακαίρως, καὶ ἐρχόμενα κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρακαίρως, ἀποβάλλουσι μέγα μέρος τῆς σημασίας αὐτῶν. Ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, ἐγὼ ἐνόμισα καλλίτερον, μετὰ τοῦ Συναδέλφου ἐκ Πρεβέζης κ. Κολέτση, νὰ ὑποβάλωμεν πρότασιν νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ἁλιείας, διότι δὲν πταίει ὁ ἐνοικιαστὴς, πταίει ἡ ἀτέλεια τοῦ νόμου. Ὡς γνωρίζετε ὅλοι, οἱ ἐνοικιασταὶ, εἰσπράκτορες, χωροφύλακες, δικαστικοὶ κλητῆρες, εἶναι πρόσωπα ἀπεχθῆ καὶ ὅταν ἐκτελῶσι τὸ καθῆκόν των. Γνωρίζετε δὲ, ὅτι πόσον ἡ Πολιτεία ἡμῶν εἶναι συγκεντρωτικὴ ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεως αὐτῆς. Τὸ ζήτημα εἶναι σοβαρόν, χρόνον δὲν ἔχομεν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, οὔτε ἐγὼ ἔχω γνώσεις τοιαύτας νομικάς. Δὲν ἀξιοῖτε, βεβαίως, ἀπὸ ἕνα ἰατρὸν νὰ ἀναπτύξῃ τόσον σοβαρὰ καὶ νομικὰ ζητήματα. Ζητοῦμεν μετὰ τοῦ Συναδέλφου, ὅπως ὁ νόμος τροποποιηθῇ καὶ ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα ἁλιεία εἰς τοὺς περιοίκους τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου. Ἐπειδὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑπάρχει ἐργασία τοιαύτη καὶ, θᾶττον ἢ βράδιον, θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦτο νομίζω καλόν, ὅπως διαβιβασθῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας αἱ συστάσεις μου αὗται καὶ ἡ πρότασις νόμου ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν καιρῷ διὰ τὰς τροποποιήσεις τοῦ νόμου περὶ ἁλιείας.
§24Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἔρχομαι εἰς ἐπικουρίαν τῶν μ. κ. Συναδέλφων. Καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ πληροφοριῶν βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθέρας ἁλιείας δι’ ἀγκίστρων τῶν ὀστράκων, ὑπῆρχεν ἀναφαίρετον διὰ τοὺς κατοίκους Βονίτσης ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου. Ἔρχεται ἤδη ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸ δικαίωμα, ἐξ οὗ ἀποζῶσιν ἑκατοντάδες οἰκογενειῶν, τὸ καταφανέστατον τοῦτο δικαίωμα τῶν συμπολιτῶν μου. Παρακαλῶ τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως διαβιβάσῃ τὰς συστάσεις τῶν ἀντιπροσώπων Αἰτωλοακαρνανίας πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως διορθωθῇ τὸ ἀδίκημα καὶ δοθῇ ἄρτος εἰς τὰς πεινώσας οἰκογενείας.
§25Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνιστῶ θερμῶς τὴν ἀναφοράν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§27Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μεταξύ, Κύριοι, τῶν προσερχομένων εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα, ὅπως λάβωσι τὰ πιστοποιητικά των, εἶναι καί τινες, οἱ ὁποῖοι, ὄχι μόνον δὲν δύνανται νὰ τὰ λάβωσιν, ἀλλὰ παρουσιάζονται ὡς φυγόστρατοι. Εἶναι ἰδίως ἀπαλλαγέντες πρὸ δεκαπέντε καὶ εἴκοσιν ἐτῶν. Οὗτοι ἐξεπλήρωσαν τὰ ἀντισηκώματά των καὶ ἔλαβον ἀποδείξεις πληρωμῆς ἐκ τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου. Εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον ἢ ἐξ ἀμελείας, τοῦ γραφέως, ἢ ἐκ διοικητικῆς ἀνικανότητος τοῦ διευθύνοντος, τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον, δὲν κατεχωρίσθησαν. Ὅλοι νομίζουν, ὅτι ἔλαβε χώραν κατάχρησις, ἐνῷ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ χώραν. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διατάξῃ τοὺς Ταμίας τῶν σχετικῶν στρατολογικῶν γραφείων νὰ ἀναδιφήσωσιν εἰς τὰ στελέχη τῶν διπλοτύπων ἀποδείξεων, ἔνθα φέρονται τὰ ὀνόματα αὐτῶν, θὰ ἴδητε πῶς ἔχει τὸ πρᾶγμα. Θὰ ἐπρότεινον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διατάξῃ ἀνακρίσεις, ἡ ἀνάκρισις ὅμως δύναται νὰ ἐξακριβώσῃ ὅτι τὸ βιβλίον τὸ σχετικὸν εἶναι κενὸν, ἐπομένως εἶναι ἀνυπότακτοι, φυγόστρατοι καὶ κατὰ τοὺς δύο πολέμους, ἐνῷ διὰ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακριβωθῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλαβε χώραν τυχαίως κατάχρησις. Κατάχρησις καὶ ποῦ εἶναι δυνατὴ εἰς διπλότυπα; Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Στρατολογικοῦ Γραφείου νὰ τὰ ἐξαργυρώσῃ εἰς τοὺς Ταμίας; Ἢ τοὺς ἐπιστράτους, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ δικαιοῦχοι; Ἑπομένως, τὸ ζήτημα τῆς καταχρήσεως καταπίπτει καὶ ἀπομένει τὸ ζήτημα τὸ τυχαῖον. Ἐὰν διατάξῃ ἀνάκρισιν, θὰ ἐξακριβωθῇ τοῦτο.
§28Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἐπέστησα κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν, τὴν προσοχὴν τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. Ὑπουργῶν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ αὐτὸ, ἔλεγον, συμβαίνει, Κύριοι καὶ εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ, δυστυχῶς, φέρονται ἄνθρωποι ὡς ἀνυπότακτοι καὶ δὲν χορηγοῦνται σήμερον εἰς αὐτοὺς τὰ ἀπαιτούμενα πιστοποιητικά, ἐνῷ, ὁμολογουμένως, κατέβαλον τὰ ἀντισηκώματά των καὶ κατέθεσαν τὰ διπλότυπα εἰς τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον. Παρακαλῶ καὶ ἐγώ, λοιπόν, τοὺς ἀξιοτίμους κ. κ. Ὑπουργούς, ὅπως ληφθῇ περὶ τούτου ἕν μέτρον καὶ διαταχθῶσι, τοὐλάχιστον, τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα, νὰ ἐκδίδωσι πιστοποιητικά, διότι, ὅταν παρέλθῃ ἡ ὁρισθεῖσα προθεσμία, βεβαίως, οἱ ἄνθρωποι δὲν θὰ εἶναι ἐφωδιασμένοι μὲ τὰ ἀπαιτούμενα πιστοποιητικὰ καὶ θὰ συλληφθῶσιν ἀμέσως ὡς ἀνυπότακτοι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ὁμολογουμένως κατέβαλον τὰ ἀντισηκώματα· ὅτι δὲ κατέβαλον τὰ ἀντισηκώματα εἶναι γεγονός, διότι, ἐὰν δὲν τὰ κατέβαλον, θὰ ἐκηρύσσοντο φυγόστρατοι, ἀπεναντίας, μέχρι σήμερον ἔχομεν τὸ γεγονός, ὅτι φυγόστρατοι δὲν ἐκηρύχθησαν, ἄρα, συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν νὰ χορηγηθῶσιν εἰς αὐτοὺς πιστοποιητικά. Μερικοὶ ἐξ αὐτῶν παρεδέχθησαν τὰ Στρατολογικὰ Γραφεῖα νὰ καταθέσωσιν ἐκ νέου τὰ ἀντισηκώματά των, τοῦτο δὲ ἔπραξαν ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον τὰ βαλάντιά των γεμάτα, προκειμένου ὅμως περὶ ἀπόρων καὶ εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀδύνατον. Πρὸς τούτοις φέρεται ἐγγεγραμμένη καὶ αἴτησις ἐκ μέρους ἐπιστράτων, οἵτινες ἔτυχον ἄλλοτε ἀναβολῆς κατατάξεως. Ἂν καὶ ἀπουσιάζει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἔχει ἀναβληθῆ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ληφθῇ ἓν μέτρον δίκαιον περὶ αὐτῶν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ὁμολογουμένως, ἔλαβον ἀναβολὴν κατατάξεως...
§29Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὶ ἐννοεῖτε ἀναβολήν; Μήπως ἐννοεῖτε ἀπόσπασιν;
§30Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὄχι. Αὐτοὶ ἦσαν φοιτηταὶ εἰς τὰ διάφορα Πανεπιστήμια, ἐζήτησαν ἀναβολὴν κατατάξεως, διὰ νὰ μὴ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ.
§31Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὡς κληρωτοί;
§32Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§33Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Λέγετε ἐπίστρατοι.
§34Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σήμερον εἶναι ἐπίστρατοι.
§35Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§36Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ ὑπηρετήσωσι πρὸ διετίας, καὶ κατὰ τοὺς δύο πολέμους, καὶ διέκοψαν, κατὰ συνέπειαν, τὰς σπουδὰς των, σήμερον δέ, ὅτε χορηγοῦνται αἱ κανονικαὶ ἄδειαι, ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ χορηγῶνται καὶ εἰς αὐτούς, διὰ νὰ μὴ χάσωσι τὰ ἔτη τῆς φοιτήσεώς των. Ἰδίως δὲ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν, τὸ σύνολον τῶν ὁποίων δὲν ὑπερβαίνει τοὺς ἑξήκοντα, ὁ Διονύσιος Μεταξᾶς, ἦτο μαθητὴς τοῦ Γυμνασίου...
§37Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τῆς Κεφαλληνίας;
§38Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὄχι πάντες τῆς Κεφαλληνίας.
§39ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Οἱ ἐπίστρατοι δὲν εἶναι τὸ ὅλον ἑξήκοντα.
§40Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἑξήκοντα εἰς ὅλον τὸ Κράτος.
§41ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§42Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι οἱ περισσότεροι δὲν εἶναι. Εἷς ἐξ αὐτῶν, ὁ Διονύσιος Μεταξᾶς, ἦτο μαθητὴς τοῦ Γυμνασίου, καὶ ἐνῷ ἦτο μαθητὴς τοῦ Γυμνασίου, ἅμα ἐκηρύχθη ὁ πόλεμος, ἔσπευσεν ἀμέσως καὶ κατετάχθη ἐθελοντὴς τὴν 8ην Ὀκτωβρίου 1912, ἀπελύθη δὲ κατὰ τὴν 21ην Δεκεμβρίου 1913, κατόπιν δὲ τὸ παιδὶ τοῦτο ἠκολούθησε τὰ μαθήματά του ἐν τῷ Γυμνασίῳ, κληρωθεὶς δέ, ἦτο ὑπόχρεως νὰ προσέλθῃ καὶ αὖθις εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ ζητήσας ἀναβολὴν κατατάξεως, τῷ ἐχορηγήθη αὕτη καὶ ἐνῷ τοῦ ἐχορηγήθη, καταλαμβάνεται ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου καὶ τὸν καλοῦν καὶ αὖθις εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατεύματος καὶ διέκοψεν ὡς ἐκ τούτου, καὶ πάλιν τὰ μαθήματά του. Εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ τὸ παιδί, ἀφοῦ, ἅμα τῇ πρώτῃ φωνῇ τῆς Πατρίδος καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἂν καὶ δὲν ἦτο ὑπόχρεως νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἐν τούτοις προσῆλθεν ὡς ἐθελοντής, δὲν εἶναι ὀρθόν, Κύριοι Ὑπουργοί, νὰ χορηγηθῇ ἄδεια εἰς αὐτόν...
§43Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτοί, ποὺ διέκοψαν τὴν στάσιν, τὶ νὰ κάμωσι;
§44Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. .. διὰ νὰ ἀκολουθήσῃ τὰ μαθήματά του; Αὐτὴν τὴν σύστασιν ποιοῦμαι πρὸς ὑμᾶς καὶ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὑμεῖς συστήσητε πρὸς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφόν σας Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ Καράπαυλος ἔχει τὸν λόγον.
§46Π. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι Μεθώνης παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον πρὸς πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων ἐκ τῆς ἐπιτάξεως. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησις αὐτῶν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ ἰδιαιτέρως, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν δικαίαν παράκλησιν καὶ λάβῃ ἓν γενικὸν μέτρον.
§47Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Περὶ ἐπιτάξεως;
§48Π. ΚΑΡΑΠΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§49Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Μεθώνης, Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ φέρω καὶ αὖθις τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως ἐκείνων, τῶν ὁποίων τὰ ζῷα ἐπετάχθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Δὲν εἶδον, ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἀνεκοινώθη εἰς ἡμᾶς οὐδεμία ἐνέργεια ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, σχετικὴ μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο. Εἶναι ζήτημα ὑψίστης σπουδαιότητος. Λαμβάνω καθ’ ἑκάστην ἀπειρίαν ἐπιστολῶν ἀπὸ τὰς ἰδιαιτέρας πατρίδας των, διὰ τῶν ὁποίων παραπονοῦνται, ὅτι, στερηθέντες τῶν ζώων των, ἐστερήθησαν καὶ τοῦ ἄρτου. Παρεκάλεσα τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἦλθεν ἐνώπιον αὐτῆς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως, εἰ δυνατόν, προκειμένου περὶ τῶν ἐπιταχθέντων ζώων τῶν ἁμαξηλατῶν καὶ καραγωγέων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, γίνῃ συνεννόησις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως αὕτη ἀντὶ μικροῦ τόκου, προεξοφλῇ τὰς ἀποδείξεις αὐτῶν, ἀντὶ νὰ προεξαφλῶσι ταύτας, καταφεύγοντες εἰς τοκογλύφους. Οἱ κάτοικοι Θηβῶν, Λεβαδείας καὶ Μεγαρίδος καθ’ ἑκάστην παραπονοῦνται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβεν οὐδὲν μέτρον δι’ ἀποζημίωσιν τῶν ἐπιταχθέντων ζώων των. Παραλείπω, ὅτι τὰ παράπονα αὐτῶν εἶναι σπουδαιότερα διὰ τὴν ἐκτίμησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο διὰ τὰ ζῷα αὐτῶν. Παρακαλῶ καὶ αὖθις τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ταῦτα καὶ μεριμνήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐπιστράτων, διότι πλησιάζουν αἱ ἡμέραι τοῦ Πάσχα καὶ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς σκέψεις καὶ τὰς γνώμας αὐτῆς, διότι ἄπειρον πλῆθος ἀναμένει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀποφάσεων, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ μέτρον εἶναι γενικόν.
§51Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτάξεως τῶν ζώων δὲν εἶναι ἁπλοῦν, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ περισσότερον τὴν Κυβέρνησιν, διότι διὰ τῆς ἐπιτάξεως τῶν ζώων, τῶν ὁποίων ἐστερήθησαν, δὲν ἔχουσι τὰ μέσα τὰ πρὸς τὸ ζῆν. Θὰ ἦτο εὐκταῖον, χάριν τοῦ δικαίου, νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅπως λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο. Πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι λαμβάνουσιν οἱ κ. Συνάδελφοι ἀπειρίαν ἐπιστολῶν καθ’ ἑκάστην παρὰ τῶν συμπολιτῶν των παραπονουμένων διὰ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ διεκτραγῳδούντων τὴν οἰκτράν κατάστασιν, εἰς ἣν περιῆλθον. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον οἱ κ. Συνάδελφοι, δηλαδή, νὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις μίαν λύσιν, χάριν τοῦ δικαίου.
§52Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως ἔχει κανονισθῇ νὰ διεξάγηται ἡ συζήτησις τῶν ἀναφορῶν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἔχει οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, διότι τὶ πράττομεν; Παραπονούμεθα εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν καὶ δὲν γίνεται τίποτε περαιτέρω. Νομίζω, ὅτι ὀφείλει ὁ κ. Ὑπουργός, λαμβάνων γνῶσιν διὰ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν, νὰ εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δώσῃ αὐτοστιγμεὶ ἀπάντησιν. Τότε ὁ σκοπὸς τῶν ἀναφορῶν θὰ εἶχε κάποιον ἀποτέλεσμα. Σήμερον δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς σκοπὸς καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, ὅπως φροντίσητε νὰ μεταβληθῇ ὁ τρόπος τῆς διεξαγωγῆς τῆς συζητήσεως τῶν ἀναφορῶν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραντζίδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λέσβου.
§54Δ. ΚΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ. Ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ἀπουσιάζει, κ. Πρόεδρε.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§56ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ὄχι εἰς τὸ ἀριστερὸν, κ. Πρόεδρε.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεξιά, δεξιά. Ὁ κ. Φλῶρος.
§58Π. ΦΛΩΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ἄν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναβληθῇ.
§59Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅσαι ἀφορῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ ἀναβάλλωνται, ἕως ὅτου, ἐρχομένου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐπανέλθωμεν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ ὥρα, βεβαίως. Ὁ κ. Δερλερές.
§61Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀπουσιάζει καὶ πάλιν. Εἶναι δὲ ἡ τετάρτη φορὰ, ποὺ ἀναβάλλεται. Λοιπόν, θὰ ἀναβληθῇ καὶ πάλιν καὶ βλέπομεν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γάγαρης.
§63Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. Ἐν τῇ Ἡμ. Διατάξει ἀναγράφεται, ὅτι πρόκειται περὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Δολιανῶν· ἀλλὰ κυρίως πρόκειται περὶ 26 καὶ πλέον Κοινοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἔστειλαν ἀντιπροσώπους εἰς τὰ Δολιανά, ἐτηλεγράφησαν δὲ ἐκεῖθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλοῦσιν αὐτήν, ἵνα ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς ἀδυναμίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται πρὸς ἀπότισιν τῶν φόρων, ἀδυναμίας, προερχομένης ἐκ λόγων, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν καὶ πάλιν. Ἀλλὰ περὶ τίνων φόρων πρόκειται; Πρόκειται περὶ τῶν Τουρκικῶν φόρων, οἵτινες βαρύνουσιν εἰσέτι τὴν ράχιν καὶ τὸ βαλάντιον τῶν Ἠπειρωτῶν, ἐνῷ ὅμοιοι φόροι δὲν εἰσπράττονται εἰς τὸ λοιπὸν Βασίλειον. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν καὶ αὖθις, ὅτι, ἐὰν εἶχον οἱ Ἠπειρῶται, θὰ συνεισέφερον δεκαπλάσια τῶν ἀπαιτουμένων ποσῶν διὰ τοὺς φόρους, ἀλλ’ ἀδυνατοῦσι, πεινοῦν, δὲν ἔχουν νὰ συνεισφέρουν, διότι ἀπεκλείσθησαν ἀπὸ τὴν ἀποδημίαν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, διότι ὁ τόπος των δὲν εἶναι παραγωγικός, διότι ἐπεστρατεύθησαν, διότι τὰ ζῷα των ἐπετάχθησαν καὶ δὲν ἐπληρώθησαν. Ὁ σεβαστὸς τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὅτε ὑπεβάλαμεν ὑπόμνημα ἐνταῦθα περὶ τῶν κακῶς ἐχόντων ἐν Ἠπείρῳ, εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἤθελε μελετήσει αὐτὸ καὶ συντόμως θὰ ἐλάμβανε τὰ προσήκοντα μέτρα. Καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ κατέληγεν εἰς συμπεράσματα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δεινοπαθούντων ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι παρετήρησα, ὅτι ἡ θέλησις τῶν Ὑπουργῶν, πολλάκις, προσκρούει εἰς τὰς στενὰς ταμιακὰς ἀντιλήψεις τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, αἵτινες, χωρὶς νὰ κατηγορήσω βεβαίως τὴν πρόθεσίν των, μόλις γίνῃ σκέψις περὶ ἀνακουφίσεως φορολογικῆς τῶν Νέων Χωρῶν, ἀμέσως ἐξανίστανται, λέγουσαι, ὅτι «θὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον, θὰ ἀνατραπῇ ὁ Προϋπολογισμός, θὰ καταστραφῇ τὸ Κράτος!». Νομίζω δὲ, ὅτι πρωτίστως τὸ Κράτος πρέπει νὰ φροντίζῃ περὶ τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ, διότι, ἐὰν δὲν εὐημεροῦσιν οἱ πληθυσμοί, βεβαίως, δὲν ἠμπορεῖ τὸ Κράτος νὰ εὐημερήσῃ καὶ νὰ εἰσπράξῃ. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡμεῖς ἐζητήσαμεν ἐλάττωσιν τῆς φορολογίας τοῦ προβατονομίου, ἢ μᾶλλον, κατάργησιν διὰ τὰ οἰκόσιτα ζῷα. Δὲν ἐζητήσαμεν κατάργησιν παντελῆ, εἴπομεν, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἐπεκταθῇ ὁ φόρος τῶν σφαγείων, νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τοῦ προβατονομίου διὰ τὰ ποίμνια, νὰ καταργηθῇ δὲ διὰ τὰ οἰκόσιτα ζῷα. Ἕκαστος χωρικὸς ἔχων 5 –10 πρόβατα οἰκόσιτα καὶ ἐξ αὐτῶν τρέφεται καὶ ἐνδύεται· τοῦ φόρου αὐτοῦ τὴν κατάργησιν ἐζητήσαμεν. Ἐξητήσαμεν, ἐπίσης, τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης, ἡ ὁποία εἶναι ἐπαχθεστάτη, ὁ δὲ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ βεβαίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις, εἶναι τυραννικώτατος. Λοιπόν, οἱ κάτοικοι ἐζήτησαν διὰ τῶν ἀναφορῶν αὐτῶν τὴν κατάργησιν τῶν φόρων αὐτῶν, διότι δὲν δύνανται νὰ τοὺς πληρώσουν. Πρὸς τοῖς ἄλλοις, θὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν σεβαστὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφορὰν καὶ τῶν τμημάτων Φιλιατῶν καὶ Πωγωνίου, τὰ ὁποῖα ζητοῦν τὸ ἴδιον καὶ τὴν ἀπόδοσιν τῶν ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ διαρπαγέντων κτημάτων των. Ἐπίσης καὶ τῆς Κοινότητος Λεσινίτσης, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὸ προβατονόμιον καὶ τὴν δεκάτην. Οἱ λόγοι δέ, τοὺς ὁποίους ἐκθέτουν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ πείσωσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ προβῇ συντόμως εἰς τὴν λῆψιν ἀνακουφιστικῶν μέτρων.
§64Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Παρατηρῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι παραβαίνομεν τὸν Κανονισμόν, λαμβάνομεν τὸν λόγον δι’ ἕν θέμα καὶ ὁμιλοῦμεν διὰ τρία ἢ τέσσαρα θέματα. Πότε θὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια; Ἢ θὰ φύγωμεν, χωρὶς νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδια; Νομίζω, ὅτι δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται...
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν ὥραν θὰ τελειώσῃ ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Φλῶρος ἔχει τὸν λόγον.
§66Π. ΦΛΩΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ φόρος τοῦ προβατονομίου καὶ ὁ φόρος τῆς δεκάτης εἶναι βαρύτατοι· ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κάμνει τοὺς βαρυνομένους μὲ τοὺς φόρους αὐτούς, τοὺς κατοίκους τῶν Νέων Χωρῶν, νὰ ἀντιλαμβάνωνται καὶ νομίζουν, ὅτι βαρυτέρους τοὺς φόρους τούτους, εἶναι τὸ ἐξαιρετικόν, καθότι δὲν εἶναι καθ’ ὅλον τὸ Κράτος εἰσηγμένοι. Ἐφ’ ὅσον καθ’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας ἐπῆλθεν ἡ ἀφομοίωσις τῶν Νέων Χωρῶν, πρὸς τὰς ὑπηρεσίας τῆς ὅλης Ἑλλάδος, φυσικόν, λογικὸν καὶ δίκαιον, θὰ ἦτο, ἐὰν καὶ οἱ φόροι αὐτοὶ κατηργοῦντο, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Δι’ αὐτό, λοιπόν, διὰ νὰ λείψῃ αὐτὸ τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοὺς κάμνει βαρυτέρους τοὺς φόρους, παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ λυθῇ ὁ γόρδιος αὐτὸς δεσμός, ὁ πιέζων ὅλους τοὺς κατοίκους τῶν Νέων Χωρῶν. Καὶ πολὺ δικαίως στενοχωροῦνται, διότι, ἐφ’ ὅσον ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν μὲ τοὺς κατοίκους τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, διατὶ τὸ ἐξαιρετικὸν αὐτό, ἢ διότι εὗρεν ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ἓν καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησεν ἡ σατραπίζουσα παρελθοῦσα Κυβέρνησις, ἥτις ἐδίκασε τοὺς κατοίκους τῶν Νέων Χωρῶν ἀναπολογήτους, καὶ ἐδημιούργησε καὶ συνεκράτησε τοὺς φόρους ἐκείνους, ἔστω καὶ ἂν ἐπνίγοντο οἱ κάτοικοι τῶν Νέων Χωρῶν; Εἴμεθα μουσκευμένοι. Καὶ ὅπως ὁ βρεγμένος δὲν θὰ πάθῃ τίποτε ἀπὸ τὴν βροχήν, δὲν θὰ πάθῃ καὶ τὸ Κράτος, ἐὰν τὰ 15 ἑκατομμύρια περίπου, τὰ ὁποῖα εἰσπράττει ἐκ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης καὶ τοῦ προβατονομίου ἀποκόψῃ διὰ μιᾶς. Ἂς εὑρεθῇ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποκόψῃ αὐτὸν τὸν γόρδιον δεσμὸν καὶ θὰ σβύσῃ τὰ παράπονα τῶν κατοίκων τῶν Νέων Χωρῶν. Νὰ καταργηθοῦν τελείως. Ἔπειτα, εἶναι καὶ τὸ ἄλλο ζήτημα, ἡ βεβαίωσις καὶ εἴσπραξις ἐγένετο μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων πολὺ σκληρὰ καὶ τραχεῖα· διότι διὰ τοῦ νόμου, κ. Πρόεδρε, τῶν ποσοστῶν, τὰ ὁποῖα χορηγοῦνται εἰς τοὺς ταμιακοὺς καὶ ἐφοριακοὺς ὑπαλλήλους, δὲν γίνεται τίποτε ἄλλο εἰς τὰς Νέας Χώρας, παρὰ νὰ καταστῇ ὁ νόμος οὗτος φυτώριον καταπιεστῶν καὶ τίποτε περισσότερον. Πάντες οἱ ὑπάλληλοι, ἐφοριακοὶ καὶ ταμιακοί, εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι θὰ κερδίσωσι διάφορα ποσοστὰ, κατ’ οὐδὲν φροντίζουσι, οὕτως ὥστε τοὺς φόρους τούτους νὰ κάμουν ἠπιωτέρους, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον, ἵνα ἐνθυλακώσωσι περισσότερα ποσοστά. Δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα ζητῶ, ἕνα νέον Μέγαν Ἀλέξανδρον, ὅπως κόψῃ τὸν δεσμόν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζέτζος.
§68Γ. ΤΖΕΤΖΟΣ. Μὲ ὅλην τὴν ἐπίγνωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν τοῦ Κράτους καὶ μὲ ὅλην τὴν συναίσθησιν τῆς ὑποχρεώσεως, ἵνα πάντες συνεισφέρωμεν πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δυσχερειῶν τούτων τοῦ Κράτους, οὐχ ἧττον ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἵνα καταδείξω, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν Νέων Χωρῶν, χρῄζει συντόνου προσοχῆς. Μία ἁπλῆ ἐπισκόπησις τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ τελευταίου ἔτους φέρει τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα, ὅτι ἐξ ἀμέσων φόρων, ἡ μὲν Παλαιὰ Ἑλλὰς πληρώνει 17.000.000, ἡ δὲ Νέα Ἑλλὰς περὶ τὰ τεσσαράκοντα δύο ἑκατομμύρια. Ὑπάρχει οὕτως μία διαφορὰ καταπληκτικὴ κατὰ εἴκοσι πέντε ἑκατομμύρια περίπου καὶ ἐὰν προσθέτως λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸν πληθυσμὸν τῆς Παλ. Ἑλλάδος καὶ Νέας Ἑλλάδος, καὶ ὅτι ἡ Νέα Ἑλλὰς εἶναι ἀραιότερον κατῳκημένη, θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, νὰ ἴδωμεν, ὅτι κατ’ ἄτομον πληρώνει πολὺ περισσότερον ὁ κάτοικος τῆς Νέας Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν τῆς Παλ. Ἑλλάδος. Λέγων ταῦτα καὶ ὑποστηρίζων τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἀναφοράν ταύτην, οὐδόλως ἀξιῶ τὴν ἄρδην ἀνατροπὴν τοῦ οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος τῆς Χώρας, διότι τοιοῦτόν τι ἤθελεν εἶσθαι ὑπέρβασις τῶν καθηκόντων μου, ὡς ἀντιπροσώπου ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ, ἀλλὰ σκοπῶ νὰ καταδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δέον ὑπερμέτρως νὰ ἀπασχοληθῇ μὲ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν Νέων Χωρῶν.
§69Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶναι γενικὸν τὸ ζήτημα καὶ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ γίνῃ λόγος ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν Δολιανῶν.
§70Γ. ΤΖΕΤΖΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι γενικὸν τὸ ἀντικείμενον τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἀναφορᾶς, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἀναφορὰ αὕτη ὑπεβλήθη ὑπὸ πολλῶν Κοινοτήτων, ἀποτελουμένη ἐκ διαφόρων αἰτημάτων, διὰ τοῦτο εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην νὰ θίξω ἀκροθιγῶς ὅλα τὰ σχετικὰ ζητήματα, χωρὶς νὰ παραβῶ τὸν ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τεθειμένον περιορισμόν, ἵνα μὴ μακρηγορήσω. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ ὃν παρεκάλεσα, ὅπως ληφθῇ σύντονος πρόνοια ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐν γένει τῆς φορολογίας τῶν Νέων Χωρῶν, ἰδιαζόντως δὲ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ φόρου τῶν αἰγοπροβάτων, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ διακρίνῃ τὰ ζητήματα ὡς δύο διακεκριμένα: πρῶτον τοὺς καθυστερουμένους καὶ δεύτερον τοὺς ἐν τῷ μέλλοντι φόρους. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καθυστερουμένους φόρους, καὶ ἄλλοτε εἰσηγήθην μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν εὐλαβῶς ὑποβάλλω καὶ νῦν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως τὴν υἱοθετήσῃ. Τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν αἰγοπροβάτων ἐρείδεται ἐπὶ τῆς ἑξῆς τακτικῆς, τηρουμένης ἐπὶ τῆς Τουρκοκρατίας καὶ συνεχιζομένης ἤδη. Κατὰ Μάρτιον γίνεται ἡ καταμέτρησις ὅλων τῶν αἰγοπροβάτων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταμετρήσεως ταύτης χρεοῦται ὁ κτηνοτρόφος μὲ μίαν δραχμὴν κατὰ κεφαλήν. Ἀπὸ τοῦ Μαρτίου ὅμως μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου, τοῦ χρόνου τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου, ἐνσκήπτει, δυστυχῶς, πολὺ συχνὰ ἐπιζωοτία, οὕτως ὥστε ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰγοπροβάτων, ὁ καταμετρηθεὶς κατὰ Μάρτιον, νὰ εἶναι οὐσιωδῶς μειωμένος κατὰ Δεκέμβριον, καὶ ἰδοὺ τὸ ἄτοπον καὶ ἄδικον, ὅτι εἷς κτηνοτρόφος, ὁ ὁποῖος κατὰ Μάρτιον εἶχε τρεῖς χιλιάδας πρόβατα, νὰ εὑρεθῇ κατὰ Δεκέμβριον μόνον μὲ χίλια, συνεπεία τῆς ἐπιζωοτίας, καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον δι’ ὅλον τὸν ἀριθμὸν τῶν καταμετρηθέντων. Τὸ τοιοῦτον ἀντίκειται ἐντελῶς εἰς τὰς βάσεις παντὸς οἰκονομικοῦ συστήματος, διότι οἱ φόροι πρέπει νὰ πλήττωσι τὸ ὑφιστάμενον κεφάλαιον καὶ οὐχὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἐξ οἱουδήποτε τυχαίου γεγονότος, ἐξέλειπε. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἦτο δυνατὸν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθόν, νὰ εἰσηγήσητε νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον, ὁ φορολογούμενος ἐνιστάμενος καὶ ἀποδεικνύων, ὅτι ἐξ ἐπιζωοτίας ἐμειώθη ὁ ἀριθμὸς τῶν αἰγοπροβάτων του, νὰ δύναται, ἀναλόγως, νὰ ἀπαλλαγῇ τοῦ βαρύνοντος αὐτὸν φόρου. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, ὅτι οὕτως δυνατὸν νὰ ἀνοίξῃ θύρα καταδολιεύσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, προτείνω, ἵνα πρὸς τῇ ἀποδείξει, ὑποχρεωθῇ ὁ ἐνιστάμενος καὶ διὰ βεβαιωτικοῦ ὅρκου νὰ προσεπιβεβαιώσῃ τὴν ἐπελθοῦσαν μείωσιν. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καθυστερουμένους φόρους, θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ μείωσις αὐτῶν ἐν μέτρῳ δικαίῳ, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ μέλλον, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν τὴν διάπυρον εὐχὴν, ἵνα μέλημα τοῦ σεβαστοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἡ μεταρρύθμισις τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, κατὰ τρόπον, μὴ ἀνατρέποντα ἄρδην τὸ οἰκονομικὸν οἰκοδόμημα τῆς Χώρας, οὐχ ἧττον, λαμβάνοντα ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ δυσπραγίαν τῶν Νέων Χωρῶν, καὶ ἰδίως τῆς λεπτογείου Ἠπείρου.
§71Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας Συνάδελφος νομίζω, ὅτι ἀρκούντως ἀποδεικνύουσι τὴν ἀνισότητα, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν φορολογίαν μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος. Βεβαίως, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τῶν κατοίκων τῆς Νέας Ἑλλάδος, ἔχει τὴν ἀξίωσιν, οὐδ’ εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς πάντα ἐξ ἡμῶν νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν, ἵνα μεταβληθῇ ἀμέσως τὸ φορολογικὸν σύστημα, οὕτως ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἐξίσωσις τῆς φορολογίας τῶν κατοίκων τῆς Νέας καὶ Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀλλ’ ὑποβάλομεν, προσθέτω ἐγώ, τὴν εὐχὴν πρὸς τὸ Σεβαστὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, νὰ ἀρχίσῃ ἐργασία τις ἀπὸ τοῦδε, ἐφ’ ὅσον μένει καιρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸς τροποποίησιν τῆς ὅλης αὐτῆς φορολογίας, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, διὰ νὰ μὴ ἐγείρωνται καθ’ ἑκάστην παράπονα ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῆς Νέας Ἑλλάδος· διότι, ὁμολογῶ καὶ ἐγώ, συχνάκις λαμβάνω ἐπιστολὰς τῶν κατοίκων, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο. Προχθὲς ἀκόμη ἔλαβον ἐπιστολὴν τῶν Μελισσουργῶν Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου, ἢ μᾶλλον ἀφομοίωσιν διότι οἱ Μελισσουργοὶ τῆς Παλ. Ἑλλάδος δὲν πληρώνουν φόρον. Ἐπίσης, οἱ συμπολῖται μου Μακεδόνες πληρώνουσι διπλάσιον φόρον δεκάτης, πληρώνουν φόρον αἰγοπροβάτων κλπ. Πάντα ταῦτα ἀναβιβάζουν τὴν φορολογίαν κατ’ ἄτομον εἰς 20% περίπου ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι, ἐνῷ ἐν τῇ Παλαιᾷ πληρώνουν 12–13%. Διὰ τοῦτο, λοιπόν, δὲν ἔχομεν, βεβαίως, τὴν ἀξίωσιν, οὐδὲ δυνάμεθα, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, νὰ ἔχωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἵνα γίνῃ ἀφομοίωσις τῆς φορολογίας, ἀλλ’ ὑποβάλομεν εὐχὴν πρὸς τὸ σεβαστὸν Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὅπως ἀρχίσῃ ἐργασία τις ἀπὸ τοῦδε, ἀφοῦ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ἐπὶ τόσα ἔτη οὐδὲν ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, νὰ ἀρχίσῃ, λέγω, ἐργασίαν τοιαύτην, ὥστε, ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, νὰ ἀνακουφισθῶσιν οἱ κάτοικοι τῆς Νέας Ἑλλάδος, διὰ νὰ παύσῃ ἡ φορολογικὴ ἀνισότης μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος. Ταύτην τὴν εὐχὴν ἔχω νὰ ὑποβάλω, τόσον διὰ τὴν Ἤπειρον, ὅσον καὶ διὰ τὴν Μακεδονίαν.
§72Γ. ΔΟΥΜΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἰδίως, νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§73Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Τὰ αὐτά, κ. Πρόεδρε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§75Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξαν οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, εἶναι, ὄντως, σοβαρώτατον καὶ χρήζει ἀμέσου μελέτης καὶ προνοίας, ἐπείγει δὲ ἡ ἀφομοίωσις ἡ φορολογικὴ τῶν Νέων Χωρῶν. Δὲν εἶναι, ὅμως, ζήτημα δυνάμενον νὰ λυθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Ἑπόμενος τῷ προκατόχῳ μου καὶ μέχρι χθὲς Συναδέλφῳ, δύναμαι νὰ βεβαιώσω, ὅτι θὰ καταβληθῇ πᾶσα μέριμνα καὶ προσπάθεια, ὅπως ταχέως φθάσωμεν εἰς τὸ εὐχάριστον σημεῖον νὰ ἀφομοιώσωμεν φορολογικῶς τὰς Νέας Χώρας, διότι, ὄντως, ἡ σημερινὴ φορολογία τῶν Ν. Χωρῶν εἶναι ἐπαχθὴς καὶ πιεστική. (Χειροκροτήματα).
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἀναφορῶν, καὶ ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν Ἐρωτήσεων Ὁ κ. Γεράκης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ κατεπειγόντως τὴν Βουλήν, ποῖα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ διὰ τὸν ἐξ Ἀμερικῆς εἰς Πειραιᾶ κομισθέντα ἔντυπον χάρτην Ἀμερικανικῶν ἐφημερίδων, ὅστις, περισυλλεγεὶς ἀπὸ τὰ διάφορα νοσοκομεῖα καὶ φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα, εἶναι προωρισμένος, ὅπως πωληθῇ εἰς τὸ ἐμπόριον, διὰ νὰ περιτυλίσσωνται τὰ διάφορα ἐμπορεύματα, καὶ κατὰ φυσικὸν λόγον, εἶναι ὁ φορεὺς παντὸς μικροβίου, ὡς καὶ ἡ καταστροφὴ τῆς δημοσίας ὑγείας.
§77Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καθ’ ἣν στιγμήν, Κύριοι Βουλευταί, ἀπειλούμεθα νὰ μεταδοθῇ ἡ χολέρα καὶ ὁ ἐξανθηματικὸς τύφος ἐκ Κερκύρας εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἐκεῖ ἔνθα διὰ τῆς βίας μετεδόθη, ἄλλοι καλοθεληταὶ περιεσυνέλεξαν ἐκ τῶν διαφόρων νοσοκομείων καὶ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων ἐν Ἀμερικῇ ἐφημερίδας καὶ ἄλλα περιοδικά, περὶ τοὺς τετρακοσίους τόννους καὶ τὰ μετέφεραν δι’ ἀτμοπλοίου εἰς Πειραιᾶ, ὅπως χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τῶν ἐμπόρων διὰ τὴν περιτύλιξιν διαφόρων ἐμπορευμάτων καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νὰ εἰσαγάγωσιν εἰς τὰς οἰκογενείας μας διαφόρους νόσους.
§78Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν ἐπετράπη ἡ ἐξαγωγή.
§79Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἐπετράπη. Δὲν γνωρίζω ποῖα μέτρα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις εὐθὺς ἀμέσως, ἅμα τὸ γεγονὸς περιῆλθεν εἰς γνῶσιν μου, ἀμέσως κατέθεσα ἐρώτησιν καὶ ἐζήτησα, ὅπως κατεπειγόντως ἀπαντήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§80Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐγένετο παρομοία ἀπόπειρα καὶ ἐκομίσθησαν εἰς τὸν Πειραιᾶ παρόμοιαι ἐφημερίδες, παρεπονέθησαν οἱ διευθυνταὶ τῶν ἐφημερίδων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀμέσως ἐξηφανίσθη ὁ χάρτης αὐτός.
§81Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα, καὶ προσεκομίσθησαν τοιαῦτα περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες καὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ καὶ ἡμεῖς ἐξηγέρθημεν τότε καὶ ἠναγκάσθη ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας νὰ ἐκδώσῃ ἀστυνομικὴν διάταξιν, ἥτις καὶ ἐπεκυρώθη παρὰ τοῦ τότε Νομάρχου καὶ ἀπηγορεύθη νὰ περιτυλίσσωνται τὰ ἐμπορεύματα, οὐχὶ μόνον εἰς τὰς εἰσαχθείσας ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐφημερίδας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς ἐντοπίους.
§82Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ποῖος τὰς στέλλει;
§83Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Διάφοροι ἐκμεταλλευταί, οἱ ὁποῖοι, ἐπιδιώκοντες νὰ ἐπωφεληθῶσι τῆς σημερινῆς ἐλλείψεως τοῦ χάρτου, περισυνέλεξαν ὅλας τὰς ἐφημερίδας καὶ τὰς ἔφερον διὰ τοῦ ἀτμοπλοίου «Θεμιστοκλῆς», ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, πρὸ εἴκοσι πέντε ἡμερῶν. Εἰς τὸν κύριον αὐτόν, ἢ εἰς τοὺς κυρίους αὐτούς, ἐὰν εἶναι περισσότεροι, πρέπει νὰ δοθῇ ἓν μάθημα καὶ τὸ μάθημα αὐτὸ εἶναι νὰ καταστραφῇ καὶ ἐξαφανισθῇ καθολοκληρίαν τὸ ἐμπόρευμα, τὸ ὁποῖον ἔφερον, καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου ποινικοῦ δικαστηρίου. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου θὰ ἀποτρέψωμεν τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπειλεῖ ἀπὸ τοῦ νὰ μεταδοθῶσιν αἱ διάφοροι ἀσθένειαι, καὶ ἀσθένειαι τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἀναμφισβητήτως ἐπιφέρωσι καταστροφὴν εἰς πολλὰς οἰκογενείας. Παρακαλῶ, ὅθεν, καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖα μέτρα ἔλαβε περὶ τοῦ χάρτου ἐκείνου.
§84Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ χάρτου ἀπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ νόμου καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.
§85Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐὰν ἐρωτήσητε, θὰ μάθητε, ὅτι ἦλθεν ὁ χάρτης καὶ ἐγένετο χρῆσις αὐτοῦ.
§86Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Καταγγείλατε τὸν ἐξαγαγόντα, νὰ τὸν εὕρωμεν.
§87Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Αὐτὸ εἶναι καθῆκον τῆς Ὑγειονομικῆς καὶ Ἀστυνομικῆς ἀρχῆς.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀστερίου.
§89Κ. ΑΣΤΕΡΙΟΥ. Νὰ διαγραφῇ, κ. Πρόεδρε.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Καλαντζόπουλος, καὶ Σισμάνης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ἐπὶ τρία ὁλόκληρα ἔτη παραμελεῖται ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων ἡ συμπλήρωσις τῆς μελέτης βατῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ναυπάκτου εἰς Πλάτανον, ἧς τὴν κατασκευὴν ἀνέλαβεν ἰδίαις δαπάναις καὶ ἤρξατο αὐτῆς εὐδοκίμως ὁ Σύλλογος «Πρόοδος», ἱδρυθεὶς εἰδικῶς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπαινετῶς, ἀδιαφόρως, ἂν τὸ Κράτος θελήσῃ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἔλθῃ ἐπίκουρον χρηματικῶς, ὡς ἔχει καθῆκον.
§91Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγω τῆς ἀβελτηρίας τῆς Πολιτείας, ἐν σχέσει πρὸς τὴν συγκοινωνίαν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὸν σημεῖον, λόγῳ, ἴσως, τῶν δυσμενῶν περιστάσεων, εἰς ἃς εὑρίσκεται τὸ Κράτος, διάφοροι Κοινότητες διαφόρων διαμερισμάτων προέβησαν εἰς τὴν ἵδρυσιν συλλόγων, σκοπὸν ἐχόντων τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ Κράτους διὰ τῆς κατασκευῆς ὁδῶν χρησίμων εἰς τὴν συγκοινωνίαν. Τοιοῦτος σύλλογος ἱδρύθη καὶ εἰς τὴν κωμόπολιν Πλάτανος τῆς Ναυπακτίας πρὸς σκοπὸν κατασκευῆς ὁδοῦ ἁμαξιτῆς, συνδεούσης τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας μὲ τὴν εἰρημένην κωμόπολιν. Λοιπόν, συμφώνως πρὸς τὰ νενομισμένα, ἀπετάθη τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἐζήτησεν, ὅπως διὰ τοῦ μηχανικοῦ Ναυτικτίας μελετηθῇ ἡ ὁδὸς καὶ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἵνα μὴ γίνωνται εὐχῇ καὶ ὡς ἔτυχε, δαπανομένων χρημάτων ἱερῶν, προερχομένων ἐκ κοινῶν ἐράνων, πρὸς ἐκπλήρωσιν καθήκοντος τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον αὕτη δὲν ἐξετέλεσεν. Ἐπὶ τρία ἢ τέσσαρα ἔτη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ἢ μᾶλλον τὸ ἁμαρτωλὸν τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ἀδιαφορεῖ. Ἐγένοντο παραστάσεις ἐκ μέρους τῶν ἑκάστοτε Βουλευτῶν Ναυπακτίας, ἀλλὰ, δυστυχῶς, ἐξακολουθεῖ ἡ μελέτη νὰ μένῃ ἐκκρεμής. Νομίζω, ὅτι τοῦτο καταρρίπτει τὸ γόητρον τοῦ Κράτους, διότι προσέρχονται Ἕλληνες πολῖται, φορολογούμενοι, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται πάσης προστασίας, καὶ ζητοῦσι διὰ κοινῶν ἐράνων νὰ κατασκευάσωσι τὴν ὁδὸν αὐτὴν, ἡ ὁποία ὑπάγεται εἰς τὸ Κράτος καὶ ἡ Πολιτεία ἀδιαφορεῖ. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, τὸν ὁποῖον δὲν ἀφοροῦν τὰ πράγματα αὐτά, ἀπὸ σειρὰν ἐτῶν, θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων τμηματαρχῶν, δίδων ἀφ’ ἑνὸς ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὸ ἁμαρτωλὸν τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ συστήσῃ, ὅπως μὴ περιορισθῇ ἁπλῶς εἰς διαταγὰς χαρτογραφικάς, ἀλλὰ καταλήξωσιν εἰς ἕν ἀποτέλεσμα.
§92Π. ΣΙΣΜΑΝΗΣ. Ἡ ἐπαρχία Ναυπακτίας, διὰ τῆς ὁποίας διέρχονται πολλοὶ ποταμοί, πρὸ παντὸς, ὁ Εὔηνος ποταμός, ὑπὸ ἔποψιν συγκοινωνίας εὑρίσκεται εἰς ἀρχαίγονον καὶ οἰκτρὰν κατάστασιν. Ἵνα ἐννοήσητε εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται ὁ τόπος αὐτός, ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι κατὰ τὸν χειμῶνα καὶ τὸ θέρος εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ χρῆσις τῶν ὁδῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀνθρώπων. Καὶ διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἡ μεταφορὰ τοῦ ἀραβοσίτου, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην, ἐκτελεῖται διὰ γυναικῶν, ἀλλὰ καὶ αἱ γυναῖκες αὐταὶ δὲν ἐπανέρχονται εἰς τὰ χωριά τους, διότι αἱ ἀτυχεῖς αὐταὶ παρασύρονται ὑπὸ τοῦ ποταμοῦ. Ἐκ τῆς ἀνάγκης ταύτης καὶ ἐκ τῆς ἀπελπιστικῆς θέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν, ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπισκευάσωσι τὴν ὁδὸν, καὶ πράγματι, κατώρθωσαν νὰ ἐπισκευάσωσιν αὐτὴν εἰς ἀπόστασιν τεσσάρων ὡρῶν, ἀλλά, δυστυχῶς, προσέκρουσαν εἰς βραχώδη μέρη καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ προχωρήσουν, ἄνευ μελέτης. Κατ’ ἐπανάληψιν ἐζητήθη ἡ ἀρωγὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἴτε λόγῳ τῶν περιστάσεων, εἴτε διότι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις δὲν ἔστρεψαν τὰ ὦτά των πρὸς τὸν ἀτυχῆ ἐκεῖνον πληθυσμόν, ὁ δρόμος αὐτὸς δὲν κατεσκευάσθη. Εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ διαμαρτυρηθῶμεν ἐντόνως πρὸς τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν παρακαλέσωμεν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτρούκης.
§95Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρό τινων ἐτῶν, δι’ ἐπανειλημμένων νόμων, ἐγένετο ἕν Εἰδικὸν Λογιστήριον. Ὁ σκοπὸς δὲ τοῦ λογιστηρίου αὐτοῦ τοῦ εἰδικοῦ, τοῦ ἀτυχοῦς κατ’ ἐμέ, ἦτο νὰ ἐξελέγξῃ τὰς δαπάνας τῆς ἐπιστρατεύσεως, δηλαδή, ἐπεδιώκετο διὰ τῆς ἱδρύσεως αὐτοῦ, ἵνα ἡ τότε Κυβέρνησις ἀποφύγῃ τοὺς ψιθύρους καὶ ἐν γένει τὰς διαδόσεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς κυκλοφορίαν εἰς ὅλας τὰς γωνίας τῆς Ἑλληνικῆς γῆς. Εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ προέλθῃ εἰς μέσον τοιοῦτον. Ἤδη ὑπολείπεται νὰ ἐξετασθῇ, ἄν πραγματικῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὡρμήθη ἀπὸ τῆς σκέψεως τοῦ πράγματι νὰ διορθώσῃ τὸ κακὸν καὶ ἀνεύρῃ τὴν ἀλήθειαν, ἠθέλησε, κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, νὰ ρίψῃ στάκτην στὰ μάτια τοῦ κόσμου. Ἡ ἐμὴ ἀντίληψις εἶναι, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ προλάβῃ τὸ κακόν καὶ διορθώσῃ τοῦτο, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον ἠθέλησε νὰ ἀποφύγῃ τοὺς ψιθυρισμοὺς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐσύροντο. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοί μου οὗτοι εἶναι αὐθαίρετοι, ἀμέσως θὰ προβῶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος, καὶ εἶμαι ὑπερβέβαιος, ὅτι θὰ συμφωνήσητε μετ’ ἐμοῦ ἀδιστάκτως. Ὁ νόμος ἐψηφίσθη πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1913 καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ παρακολουθήσητε, προκειμένου περὶ προθεσμιῶν, διότι ἔχει μεγάλην σημασίαν καὶ ἀκριβῶς αὐτοῦ ἔγκειται, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἐσκόπει νὰ διορθώσῃ τὸ κακόν. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐψηφίσθη πρὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1913 καὶ ἀμέσως προέβη εἰς τὴν σύνταξιν συμβολαίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐμίσθου μίαν οἰκίαν, προκειμένου δὲ περὶ ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντιπροσωπεύουν τὸ χρῆμα, θὰ παρακαλέσω, νὰ μὴ ἔχητε τὴν ἀξίωσιν νὰ ἀναφέρω δραχμὰς καὶ λεπτά, πάντως θὰ φροντίσω, ὥστε οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ νὰ εἶναι στρογγυλοί, ὥστε νὰ μὴ σᾶς κουράζω. Ἀμέσως προέβη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς σύνταξιν ἑνὸς συμβολαίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξεμίσθου μίαν οἰκίαν ἀντὶ 500 δραχμῶν, καὶ διὰ νὰ εἶμαι ἀκριβής, ἀντὶ 480 δραχμῶν, τὴν 15ην Σεπτεμβρίου 1913. Πότε ὅμως, τὸ ἀτυχὲς ἐκεῖνο λογιστήριον ἤρχισε τὰς ἐργασίας του; Τὴν 15ην Μαΐου 1915, δηλαδή, Κύριοι Βουλευταί, ὅτε δι’ ἐνοίκια καὶ μόνον τὸ Δημόσιον εἶχε πληρώσῃ 10.000 δρχ., καίτοι, Κύριοι Βουλευταί, ὡς ἐκ τοῦ ἐνώπιόν μου ἀντιγράφου ἐκ τῆς ὑπηρεσίας συνάγεται, ὅτι ἡ ἐργασία ὑπὸ μονίμων ἀξιωματικῶν, παρακαλῶ, ἤρχισε τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1914. Τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἔκ τινος ἄλλου ἐγγράφου, δηλαδή, μιᾶς καταστάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε ζητήσει, διὰ νὰ μοὶ δοθῇ κατάλογος μὲ τὰ ὀνόματα τῶν ἐργαζομένων ἀξιωματικῶν, μονίμων ἢ ἄλλων ἀποστράτων ἰδιωτῶν, ἐκ τῆς καταστάσεως, λέγω, αὐτῆς συνάγεται, ὅτι ἡ ἐργασία ἤρχισε τὴν 13ην Ἀπριλίου 1915. Ὅταν, λοιπόν, ἐκ τῆς καταστάσεως συνάγεται, ὅτι ἤρχισεν ἡ μισθοδοσία τῶν ὑπαλλήλων τὴν 13ην Ἀπριλίου 1915, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀληθὲς ἢ ἀκριβές, ὅτι ἡ ἐργασία ἤρξατο τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1914. Ἀλλὰ καὶ ἄν, διὰ τὸ χειρότερον τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ λογιστηρίου, παραδεχθῶμεν, ὅτι ἤρξατο τὴν 1ην Ἰανουαρίου 1914, τί νομίζετε, ὅτι προκύπτει ἐξ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐγγράφου; Ὅτι ἐπὶ δύο ἔτη ὁλόκληρα, Κύριοι Βουλευταί, ἐξηλέγχθη ποσὸν 170.000, δηλαδή, εἰς χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον μόνον καὶ μόνον τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε δι’ ἐνοίκια 10.000 δρχ., ἐκτὸς τῶν μισθῶν καὶ ἀντιμισθίων. Ἄν ἐξακολουθήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐργαζόμενον τὸ εἰδικὸν ἐλεγκτήριον, θὰ κατορθώσῃ, Κύριοι Βουλευταί, ἂν ζήσωμεν τὰ χρόνια τοῦ Μαθουσάλα, δηλαδή, ἐπὶ χίλια ἔτη, νὰ ἐξελέγξῃ τὸ ἥμισυ, τουλάχιστον, τοῦ ποσοῦ, διότι, βεβαίως, ὅταν εἰς δύο ἔτη γίνεται ἐργασία δι’ 170.000 δραχμῶν, ἐνῷ πρόκειται περὶ 130 ἑκατομμυρίων, χρειάζονται, βεβαίως χίλια ἔτη. Ἡ ὥρα παρέρχεται ὅμως, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐλησμόνησα τὴν κλεψύδραν τοῦ Κανονισμοῦ, ἐλπίζω, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρόεδρος ἐπ’ ὀλίγας στιγμὰς ἀκόμη. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, Κύριοι Βουλευταί, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀπὸ τῆς 13ης Ἀπριλίου, ὅτε ἀνέλαβε κἄποιος κ. Στρέφης, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ὅτι ἐγένετο κἄποια ἐργασία ἐκ μέρους αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἔρχεται νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίαν μέχρι τέλους Ἰανουαρίου, ποῖα ποσὰ ἐξηλέγχθησαν, παραδόξως, ὅμως, μοὶ παρέχει τὴν πληροφορίαν, πόσον ποσὸν ἐξηλέγχθη μέχρι τῆς 29 Φεβρουαρίου. Ἐξ αὐτοῦ μοὶ παράγεται ἡ εὔλογος ὑπόνοια, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, δηλαδή, ἀπὸ τέλους Ἰανουαρίου μέχρις 29 Φεβρουαρίου, τὸ εἰδικὸν λογιστήριον ἐνέτεινε τὴν ἐργασίαν του, ἀκριβῶς καὶ μόνον, ἵνα παρουσιάσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἕν ποσόν, ἀπὸ τοῦ ὁποίου, βεβαίως, δὲν δικαιολογεῖται, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ἔργον ἐκείνου, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὸ ἔγγραφον. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ, Κύριοι Βουλευταί, τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἀτυχέστερον δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἑξῆς: ἐνῷ πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δαπανῶν τῆς ἐκστρατείας καὶ ζητοῦμεν ἀπὸ τὸ εἰδικὸν ἐλεγκτήριον νὰ μᾶς δώσῃ τὸ ποσὸν τῶν ἐξελεχθέντων μέχρι τέλους Ἰανουαρίου 1916, τί νομίζετε, ὅτι λέγουν εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό; «Κατά τινα πρόχειρον σημείωσιν, τὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς 72.000.000». Πρῶτον, σᾶς κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι ἀνέρχονται εἰς 130 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τῆς διαφορᾶς, ἀλλὰ περὶ τῆς εὐκολίας, μὲ τὴν ὁποίαν τοιοῦτον ἔγγραφον ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ οὔτε καὶ κατὰ τοῦτο μόνον εἶναι ἀτυχὲς τὸ ἔγγραφον αὐτό, εἶναι ἀτυχὲς καὶ κατ’ ἄλλα σημεῖα. Οὕτω, ἀναφέρεται ἐν αὐτῷ: (Ἀναγινώσκει) «Ἐκτὸς τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς διευθύνσεως...κλπ.». Ἐνῷ εἶναι γνωστόν, ὅτι πρόκειται περὶ 130 ἑκατομμυρίων. Ὁ σκοπός, λοιπόν, ὁ ὁποῖος μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα, δὲν εἶναι μόνον νὰ ζητήσω τὸν ἔλεγχον, ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦτο, ἀλλὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος, ἀληθῶς, περὶ πάντων μεριμνᾷ, νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο· διότι πρέπει νὰ τονισθῇ, ὅτι τὸν στρατὸν τὸν πονοῦμεν, ὁ στρατὸς δὲν ἀνήκει εἰς ἄλλον τόπον, ὁ στρατὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ τὰ παιδιά μας, ἀπὸ τοὺς γονεῖς μας, ἀπὸ ἡμᾶς αὐτούς, ἀλλά, τέλος πάντων, πρέπει νὰ πεισθῶσιν οἱ διαχειρισταὶ ἐκεῖνοι, ὅτι ὁ ὀφθαλμὸς τῆς Πολιτείας εἶναι ἄγρυπνος ἐπὶ τῆς διαχειρίσεώς των καὶ ὅτι ἡ διαχείρισίς των θὰ ἔλθῃ ἡ σειρά της νὰ ἐξελεγχθῇ. Ἀλλ’ ἵνα ἐπιτευχθῇ τοῦτο, πρέπει νὰ ἐνισχυθῇ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ τοῦ ἐλέγχου, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ προσωπικὸν εἶναι ἀνεπαρκές. Ὁ κ. Στρέφης εἰργάσθη, ἀλλὰ τί θέλετε νὰ ἀποδώσῃ, ὅταν ἔχῃ 13 μόνον ὑπαλλήλους. Δι’ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη συνεστήθη ὄχι διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν, ἀλλὰ διὰ νὰ ρίψῃ στάκτην εἰς τὰ μάτια τοῦ κόσμου. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργόν, ἢ νὰ τοποθετήσῃ εἰς τὸ ἐλεγκτήριον αὐτὸ ἀξιωματικοὺς εἰδικούς, ἢ νὰ καταργήσῃ αὐτὸ καὶ νὰ φέρῃ ἕν νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δώσωμεν τὸ συγχωροχάρτι εἰς ὅλους ἐκείνους τοὺς διαχειριστάς.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας διὰ τὰς ἐρωτήσεις, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τῶν λοιπῶν, διὰ τὴν αὔριον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «Περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ λιμενικῶν ἀρχῶν διατάξεων», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. (Δεκτὸν)
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «Περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 8 τῶν νόμων ΓΩΚΓʹ (3823) καὶ ΓΩΚΕʹ (8825)», ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν. (Δεκτὸν)
§98Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, νὰ δεχθῇ, ἵνα ψηφισθῇ, ὡς κατεπεῖγον, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον χθὲς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω «περὶ τῶν ἐγγυήσει τοῦ Κράτους πρὸς μὴ πιστούχους κτηματίας δανείων παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης». Παρακαλῶ νὰ συγκατατεθῇ ἡ Βουλὴ νὰ διανεμηθῇ ἤδη καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «Περὶ κυρώσεως Νομ. Β. Διατάγματος τῆς 10 Ν)βρίου 1915 «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΔΡΞΑʹ (4161) περὶ προσθέτου μισθοῦ ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν ἐν ἐπιστρατεύσει ὡς καὶ ἀξιωματικῶν κλπ. Β. Ναυτικοῦ». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βαλαλᾶς.
§101Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Καλούμεθα, Κύριοι Βουλευταί, νὰ συζητήσωμεν κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παράσχῃ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς εἰς τὸ Διάταγμα τῆς 10ης Νοεμβρίου, Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη ὁ νόμος ͵ΔΡΞΑʹ, νόμος, ὁ ὁποῖος εἶχε προβλέψει περὶ παροχῆς εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ἐν περιπτώσει πολέμου, ἀποζημιώσεως δι’ ἔξοδα ἐκστρατείας καὶ προσθέτων μισθῶν. Διὰ τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ ἐπέρχονται οὐσιώδεις τροποποιήσεις τοῦ νόμου ͵ΔΡΞΑʹ, τόσον οὐσιώδεις, ὥστε δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐδιπλασιάσθησαν αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας καθιστᾷ ἀναγκαίας ὁ νόμος οὗτος. Ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι, ὅταν τὸ Βασιλικὸν αὐτὸ Διάταγμα εἶχεν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τύπον νομοσχεδίου, ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς εἶχε δηλώσει, ὅτι ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο τότε διὰ τὴν καταβολὴν τῶν διπλῶν μισθῶν, δὲν ὑπερβαίνει τὰς 1.200.000 δραχμῶν μηνιαίως. Ἤδη δὲν ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἴπῃ, ποῖον εἶναι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον καταβάλλεται, διότι ἴσως τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ εἴπῃ, ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅμως ὑπολογίζεται, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπερβαίνει τὰ δύο ἑκατομμύρια μηνιαίως. Τὰ ποσὰ τοῦ νόμου ͵ΔΡΞΑʹ ηὐξήθησαν ἔν τινι μέτρῳ. Εἶναι τοῦτο ἡ πρώτη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ Διατάγματος καὶ τοῦ νόμου ἐκείνου. Τὸ σπουδαιότερον, ὡρίσθη καὶ ὁρίζεται, ὅτι οἱ πρόσθετοι μισθοὶ θὰ παρέχωνται εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, ὄχι μόνον ἐν περιπτώσει πολέμου, ὅπως ἔλεγεν ὁ νόμος ἐκεῖνος, ἀλλὰ ἀφ’ ἧς ἡμέρας δημοσιευθῇ τὸ Διάταγμα τῆς γενικῆς ἐπιστρατεύσεως. Τρίτον καὶ ἔτι σπουδαιότερον εἶναι, ὅτι ηὐξήθη ὁ ἀριθμὸς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα δικαιοῦνται εἰς τὴν ἀπόληψιν προσθέτου μισθοῦ. Πραγματικῶς, παρατηροῦμεν, ὅτι ὁ πρόσθετος μισθὸς χορηγεῖται καὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἐκείνους ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι πληρώνονται ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον προσθέτει πάρα πολὺ εἰς τὴν ἔκτασιν καὶ εὐρύτητα τοῦ νόμου. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον μάλιστα πρόκειται οὐχὶ νὰ κανονίσῃ προσωρινὴν κατάστασιν καὶ νὰ παρέλθῃ μετ’ αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ ἀποτελέσῃ τροποποίησιν τοῦ νόμου ͵ΔΡΞΑʹ καὶ νὰ ὑφίσταται ὡς νόμος διὰ μελλούσας ἐκστρατείας ἐνδεχομένας, ἐφ’ ὅσον δὲ δημιουργεῖ καὶ τοιαύτας δαπάνας εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου, ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι λίαν ἐντεταμένη κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἡ τροποποίησις αὕτη ἦλθεν οὐχὶ διὰ νόμου, ἀλλὰ διὰ Νομοθ. Διατάγματος, δηλαδή, διὰ μέτρου, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ἡ πρακτική, ὄχι τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα δὲν ἐδέχθη τὰ Νομοθετικὰ Διατάγματα, ἀλλ’ ἡ πρακτικὴ ἀνεγνώρισεν, ὅτι δύνανται νὰ χρησιμοποιοῦνται εἰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς τὰ μέγιστα συμφέροντα τοῦ Κράτους ἀπειλοῦνται, ἂν δὲν ληφθῇ τὸ μέτρον ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον προβλέπει τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα. Εἶναι ἀληθές, ὅτι γενικῶς γίνεται μία τοιαύτη χρῆσις τοῦ μέσου τοῦ Νομ. Διατάγματος, ὥστε δύναταί τις νὰ διερωτήσῃ: εἴμεθα, ἆρά γε, ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠθέλησε νὰ θέσῃ τὸ Σύνταγμα; Τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα δὲν ἐδέχθη τὴν θεωρίαν ἐκείνην τῶν Συνταγματολόγων, ἡ ὁποία δέχεται τὰ ἀναγκαστικὰ διατάγματα. Τὰ συντάγματα ἐκεῖνα, ὁρίζουν, ὅτι τοιαῦτα διατάγματα δύνανται νὰ ἐκδοθοῦν, ἀλλ’ ὑπὸ ὅρους ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπείγουσα καὶ ἄνευ τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν σπουδαῖα τοῦ Κράτους συμφέροντα δύνανται νὰ ἀπειληθῶσιν. Ὑπὸ τὸν ὅρον ἀκόμη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συγκληθῇ, ἄνευ κινδύνου ἐπίσης διὰ τὸ Κράτος καὶ τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Καὶ τότε ὁρίζονται προθεσμίαι, ἐντὸς τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ Διάταγμα αὐτὸ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν συγγνώμην τῆς Βουλῆς. Ὁ ἡμέτερος νομοθέτης ἀπέκρουσεν αὐτὴν τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Σύνταγμα δι’ ἀνάγκας ἀνωτέρας, δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἔκδοσιν ἀναγκαστικῶν διαταγμάτων καὶ ἐγὼ θὰ ηὐχόμην νὰ ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ ἰδικόν μας Σύνταγμα, διότι ἴσως τότε ἐτίθεντο μερικοὶ ῥητοὶ περιορισμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠμπόδιζον ἡμᾶς νὰ προβαίνωμεν μέχρι τοιαύτης χρήσεως τῶν Νομοθετικῶν Διαταγμάτων. Δὲν ἔχει κανείς, παρὰ νὰ ἴδῃ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον καὶ κατὰ τὴν σημερινὴν τὰς Ἡμερησίας Διατάξεις, διὰ νὰ ἴδῃ πόσοι νόμοι προσήχθησαν ἐνταῦθα περὶ κυρώσεως Νομοθετ. Διαταγμάτων. Διὰ νὰ ἐκτιμηθῇ δεόντως τὸ Διάταγμα τῆς 10ης Νοεμβρίου, φρονῶ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι διάφορα περιστατικὰ, ὑπὸ τὰ ὁποῖα ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα τοῦτο, διότι εἶναι Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησε μίαν ἀνάγκην τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀνάγκην, ἡ ὁποία εἶναι σοβαρωτάτη διὰ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Εἶναι, λοιπόν, δίκαιον νὰ ἴδωμεν αἱ οἰκονομικαὶ περιστάσεις τοῦ τόπου ἐπέτρεπον τὴν ἀνάληψιν τοιούτων βαρῶν, καὶ δὴ εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ὑπάρχει ἐψηφισμένος νόμος, ὁ νόμος περὶ περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, ὁ ὁποῖος, ἐλλείψει χρημάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ τὸ Κράτος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταβάλῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δυνάμει νόμου ἐψηφισμένου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν ψηφίσει, ὀφείλει εἰς τὰς τὰς οἰκογενείας αὐτάς;
§102Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§103Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Καὶ ὀφείλει εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτάς, ὄχι διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς ἰδιαιτέρας, αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν, ἕνεκα τῆς καταστάσεως τῆς σημερινῆς, τῆς ἐμπολέμου, ἀλλὰ διὰ νὰ συντηρηθῶσιν αἱ οἰκογένειαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐστερήθησαν καὶ τῆς περιθάλψεως τῆς Κοινωνίας, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, καὶ κατὰ τοὺς παρελθόντας πολέμους ἦλθεν ἐπίκουρος καὶ ὅλοι γνωρίζετε, ὁποίαν τελεσφόρον ἐπικουρίαν ἡ Κοινωνία παρέσχε τότε εἰς τὰς πτωχὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι εἶναι ἀτυχὴς ἡ ἔκδοσις τοῦ Διατάγματος ἐκείνου εἰς στιγμὴν τοιαύτης οἰκονομικῆς κρίσεως, καὶ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦτο γνωστὸν πλέον, ὅτι δὲν θὰ ἐξηρχόμεθα τόσον εὐκόλως τῆς δυσκόλου αὐτῆς θέσεως, ὅτι ἡ ἐπιστρατεία θὰ διήρκει πολὺν χρόνον, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ἐπέβαλον, δὲν θὰ ἦτο εὔκολον νὰ εὕρωμεν καὶ δάνειον, οὕτως ὥστε νὰ ἐξοικονομήσωμεν ἐκ τῶν ἐνόντων τὰς ὑποχρεώσεις μας καὶ τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας. Εἶναι δὲ καὶ μία ἄλλη ἄποψις, κ. Βουλευταί, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, εἶναι ἡ ἄποψις, καθ’ ἥν σημερινοὶ πόλεμοι, σχεδὸν τὰ 90% τῶν βαρῶν, ἐπιβάλλουν εἰς τοὺς πτωχοὺς, ἐπιβάλλουν εἰς τὸν λαόν, αὐτὸν τὸν δυστυχῆ κυρίαρχον λαόν, ὁ ὁποῖος ἔχει ὅλας τὰς δυνάμεις καὶ ὁ ὁποῖος κατωρθώθη πάντοτε νὰ φέρῃ τὰ βάρη ἐπὶ τῆς ράχεώς του. Βεβαίως, ὅταν οἱ πόλεμοι διαρκέσουν δύο, τρεῖς, τέσσαρας, πέντε μῆνας, ἐν τῇ μέθῃ τοῦ ἐνθουσιασμοῦ ἢ τῆς ἐπιδιώξεως τῆς ἐπιτυχίας, δὲν προσέχει ὁ λαός. Ὁ λαὸς εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον παρασύρεται ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμόν, ἀπὸ τὸ αἴσθημα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ὀργήν, ὅσον μεγαλουργεῖ, ὅταν φέρεται ἀπὸ τὸν ἐνθουσιασμόν, τοσοῦτον δύναται νὰ κακουργήσῃ, ὅταν φέρεται ἀπὸ τὴν ὀργήν. Λοιπόν, οἱ πόλεμοι διαρκοῦν πολὺ καὶ λαμβάνομεν καιρὸν ὅλοι νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν αὐτὰ τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλει ἡ προστασία τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, εἶναι δίκαιον νὰ φέρωνται εἰς τοιοῦτον διθμὸν παρὰ τοῦ λαοῦ. Ὁ γεωργὸς δίδει καὶ τὸν ἑαυτόν του καὶ τὸ ὑποζύγιόν του, ὁ ἁμαξηλάτης ἐπίσης· ὁ ἔμπορος, ὁ πτωχός, δίδει ὅ,τι ἔχει, τοῦ ἐπιτάσσεται ὅλη ἡ περιουσία του, δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ ποσόν τι χρημάτων, διὰ νὰ ἀντικαταστήσῃ ὅλον ἐκεῖνο τὸ κεφάλαιον, μὲ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ζήσῃ αὐτὸς καὶ ἡ οἰκογένειά του. Καὶ τὶ βλέπομεν ἐξ ἄλλου; Βλέπομεν τὰ μεγάλα εἰσοδήματα, παχυνόμενα καὶ μεγαλυνόμενα. Ἐν τῷ προκειμένῳ βλέπομεν μίαν τάξιν, ἡ ὁποία τρίβει τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ τοῦ χρυσίου, τὸ ὁποῖον ρέει ἐνώπιόν της· καὶ τὸ χρυσίον αὐτό, κατὰ μέγα μέρος, προέρχεται ἀπὸ τὸν λαόν, τὸν δυστυχῆ λαόν, τὸν κυρίαρχον! Καὶ ἐν τούτοις παρῆλθον ἤδη τόσοι μῆνες. Ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν εὑρίσκονται εἰς τὰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα ἡμεῖς, ἐπέβαλον φορολογίαν ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ἐφοπλιστῶν. Βλέπομεν παρ’ ἡμῖν, ὅτι αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι, αὐτοὶ οἱ ἐφοπλισταὶ ἀναγνωρίζουν, ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ καταβάλουν τι εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ἡμεῖς ἀδρανοῦμεν! Ἐνῷ αὐτὴ ἡ τάξις κερδίζει τόσα, ὥστε νὰ δύναται διὰ τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς αὐτήν, νὰ συντηρηθοῦν ὅλαι αἱ οἰκογένειαι τῶν πτωχῶν ἐπιστράτων, ἡμεῖς κλαίομεν καὶ ὀδυρόμεθα, διότι τὸ ταμεῖον εἶναι κενόν, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ προσφέρωμεν οὔτε τεμάχιον ξηροῦ ἄρτου εἰς τὰς οἰκογενείας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰ ὅπλα καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰ σύνορα, διὰ νὰ προστατεύσουν τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ χύσωσι καὶ τὸ αἷμά των. Καὶ δὲν εἶναι μόνον οἱ ἐφοπλισταί. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, διατὶ νὰ μὴ ἐπιβληθῇ φορολογία πολεμικὴ ἐπὶ τῶν εἰσοδημάτων ἐν γένει; Ποῖοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι περισσότερα ὑλικὰ συμφέροντα δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἁπλοῦς στρατιώτης θὰ ὑποστηρίξῃ διὰ τοῦ αἵματός του; Περισσότερα ὑλικὰ συμφέροντα, βεβαίως, ἔχουσιν οἱ πλούσιοι, οἱ εἰσοδηματίαι. Ὀφείλουν, λοιπόν, νὰ καταβάλωσι χρηματικῶς οὗτοι, ἀφοῦ οἱ ἄλλοι καταβάλλουσι εἰς αἷμα καὶ εἰς ὑπόστασιν, τέλος πάντων, ἀνθρωπισμοῦ. Καὶ εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν στιγμὴν εὗρε τὴν Κοινωνίαν ἡμῶν, ψυχολογικὴν στιγμὴν ἔκτοτε ἐπιταθεῖσαν, τὸ Διάταγμα τῆς 10ης Νοεμβρίου, Δύναμαι καὶ πάλιν νὰ εἴπω, ὅτι τὸ Διάταγμα καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν τὴν ψυχολογικὴν ὑπῆρξεν ἀτυχές. Δὲν φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ τὸ Διάταγμα αὐτὸ εἶναι Διάταγμα κεκλημένον ὄχι νὰ θεραπεύσῃ μίαν ἀνάγκην τῆς στιγμῆς, ἀλλὰ νὰ συμπληρώσῃ νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος μόνιμος, νόμος, ὁ ὁποῖος ἐφαρμόζεται πάντοτε, ὅταν θὰ εὑρίσκεται τὸ Κράτος ἐν ἐπιστρατεύσει, δὲν εἶναι, λέγω, ἄκαιρον, ἄσκοπον, νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν νόμοι τοιοῦτοι εἶναι ὀρθὸν νὰ φέρωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ δὲν δύναται μετὰ ψυχραιμίας νὰ κρίνῃ καὶ νὰ ἐξετάσῃ αὐτούς, διότι ἡ Χώρα εὑρίσκεται ἐν ἐπιστρατεύσει καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ εὑρίσκονται εἰς τὰ πεδία τῶν μαχῶν. Δὲν εἶναι, λοιπόν, εὔκολον, μολονότι οὐδεὶς ποτὲ δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ περὶ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι σὰρξ ἐκ τῆς σαρκός μας, εἶναι αὐτὴ ἡ Βουλή, δὲν πρόκειται περὶ ξένων, ἐν τούτοις ὀφείλει κανεὶς νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν τοιαῦτα νομοσχέδια νὰ ἔρχωνται ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ συντάξεων, δὲν ἦτο φρόνιμον, δὲν ἦτο ὀρθὸν νὰ εἰσαχθῇ τώρα εἰς τὴν Βουλήν...
§104Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὅταν ἐξετασθῇ ἐκεῖνο, θὰ τὰ εἴπωμεν.
§105Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Μοῦ φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁμιλῶ περὶ τῆς ἀνάγκης, τὰ τοιαύτης φύσεως νομοσχέδια, εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν στιγμήν, δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον νὰ ἔρχωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τῆς σκέψεώς της.
§106Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἡ βάσις εἶναι, ὅτι ἐπιβάλλεται φορολογία τις ἐκεῖ.
§107Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἐκεῖ ἐπιβάλλεται φορολογία, ἐδῶ ἐπιβάλλεται δαπάνη καὶ εἶναι τὸ ἴδιον, διότι τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ τὸ ταμεῖον τῶν πολιτῶν εἶναι τὸ αὐτό.
§108Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ἐπιβάλλεται ἢ οὐ φορολογία ἐκεῖ, διότι, ἴσως, νὰ εἶναι πεπλανημένη ἡ βάσις τὴν ὁποίαν λαμβάνετε.
§109Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἐὰν ἠξεύρω νὰ ἀναγινώσκω, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἰσπράττετε τόσα, τόσα καὶ τόσα.
§110Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὅταν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις, θὰ τὰ εἴπωμεν.
§111Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Εἶπον, λοιπόν, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκδοθῇ, διότι, γενικῶς, κατὰ τὸν καταστατικὸν ἡμῶν χάρτην, διατάγματα, ἀναγκαστικά, ἐκδίδονται μόνον, ὅταν ὑπάρχῃ ἀπόλυτος ἀνάγκη. Τότε μόνον δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος μὲ ὑπεχρέωσε νὰ ἐκδώσω τὸ Διάταγμα αὐτό, ἵνα θεραπεύσω τὴν τάδε προσωπικὴν ἀνάγκην. Ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἡ ἀνάγκη αὕτη ἐνταῦθα ἐν τῷ προκειμένῳ; Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπῆρχε, διότι ἡ ἐπιστράτευσις ἔλαβε χώραν καθ’ ὃν χρόνον ὑπῆρχε Βουλὴ καὶ τὸ Διάταγμα ἐκτείνει τὴν ἰσχύν του καὶ διὰ τὴν περίοδον ἀκόμη ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπῆρχε Βουλὴ παροῦσα, διότι λέγει, ὅτι οἱ μισθοὶ θὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ τῆς 1ης Ὀκτωβρίου. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον ὑπῆρχεν ἐδῶ ἡ Βουλὴ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπικαλεσθῶ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα, ἵνα ἀποδείξω, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἀπόλυτος καὶ ἐπείγουσα ἀνάγκη διὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος, διότι δὲν ἔχει κανείς, παρὰ νὰ ἀναγνώσῃ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τί λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου; Λέγει: ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἕνεκεν τῆς περιστάσεως τῆς ἐπιστρατεύσεως ηὔξησαν, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος, ὁ ὁποῖος νὰ χωρίσῃ τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ὑπηρετούντων καὶ τῶν ἀξιωματικῶν ἁπλῶς ἐπιστρατευομένων. Ἐὰν λάβῃ κανεὶς ὑπ’ ὄψει τὴν πρώτην γνώμην, ὅτι, δηλαδή, ἐπειδὴ ηὔξησαν αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ βίου, πρέπει καὶ εἶναι δίκαιον νὰ αὐξηθοῦν οἱ μισθοὶ τῶν ἀξιωματικῶν, τότε δὲν ἔχει, παρὰ νὰ τὸ ἐπεκτείνῃ δι’ ὅλους, διότι ὑπάρχουσι πρόσωπα ἐν τῷ στρατεύματι, τὰ ὁποῖα καὶ τὰς ἐργασίας των καὶ τὰς οἰκογενείας των ἀφήνουν καὶ ἐν γένει ὑφίστανται πολλὰς μείζονας δαπάνας, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τροφίμων καὶ ὑπὸ πολλὰς ἄλλας ἐπόψεις. Καὶ ἐν τούτοις, ἕνεκεν ἀδυναμίας, δὲν ἐσκέφθη κανεὶς νὰ δώσῃ καὶ εἰς ἐκείνους μισθόν τινα, ὄχι πρόσθετον, ἀλλ’ οὔτε κἂν μισθόν. Δὲν εἶναι λόγος, λοιπόν, ὅτι ηὔξησαν, ἕνεκεν τῶν περιστάσεων αἱ δαπάναι καὶ ὅτι ἐπιβεβλημένον εἶναι νὰ δοθῇ πρόσθετος μισθὸς, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι καὶ τὸ συσσίτιόν των. Μοὶ φαίνεται, ὅτι λαμβάνουν διπλᾶ καὶ τριπλᾶ πολλάκις συσσίτια. Δύναται δὲ νὰ διακρίνῃ κανεὶς τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς δύο τάξεις. Εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειπον τὰς πρώτας αὐτῶν ἕδρας καὶ μετέθησαν εἰς Μακεδονίαν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐκεῖ ὅπου ἦσαν προηγουμένως, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι, ὑπαρχούσης ἐπιστρατεύσεως, λαμβάνουν καὶ τὰ συσσίτιά των. Ἐρωτῶ: αὐτοί, οἱ ὁποῖοι μένουν εἰς τὰς ἕδρας των καὶ προσθέτως λαμβάνουν συσσίτια, δύνανται νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἀνωτέραν ἀνάγκην τοιαύτην, ὥστε νὰ προκαλέσῃ τὴν ἔκδοσιν Νομοθετικοῦ Διατάγματος;
§112Η. ΜΠΑΣΔΕΚΗΣ. Αὐτοὶ δὲν λαμβάνουσι συσσίτια.
§113Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, αἱ πληροφορίαι μου ἦσαν τοιαῦται. Καὶ ἐὰν δὲν λαμβάνουσι συσσίτια, πάλιν δὲν ὑπάρχει καμμία μεταβολὴ εἰς τὴν κατάστασίν των, διότι ὑπάρχει, ὅπως καὶ πρότερον, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ βαδίσωσι κατὰ τοῦ ἐχθροῦ, ὅταν ὑπάρξῃ περίπτωσις. Ὑπάρχει καὶ ἡ τάξις τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν εἰς Μακεδονίαν. Ἐκεῖνοι λαμβάνουσι καὶ τὰ συσσίτιά των καὶ τὸν καπνόν τους ἀκόμη, λαμβάνουσι τὰς κατοικίας τῶν κατοίκων διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐπισταθμίας. Δὲν πληρώνουσι, λοιπόν, οὔτε ἐνοίκιον, οὔτε τρόφιμα, οὔτε καπνόν, δὲν ἔχουσι δὲ καὶ ποῦ νὰ ἐξοδεύσωσι τοὺς μισθούς των, ἐν ᾗ δὲ περιπτώσει δὲν ἔχουν οἰκογενείας, ἠμποροῦν νὰ κάμουν καὶ κἄποιαν οἰκονομίαν μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης, τῆς εὐτυχοῦς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπέλθῃ ἡ λῆξις τῆς ἐπιστρατεύσεως. Φρονῶ, λοιπόν, Κύριοι Βουλευταί, ἀναμφισβητήτως, ὅτι δὲν ὑπῆρξε περίπτωσις τοιαύτη, ὥστε νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἔκδοσις τοῦ ἀναγκαστικοῦ διατάγματος. Δὲν ἀπομένει, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὅτι δὲν ἐγένετο καλὴ χρῆσις αὐτοῦ τοῦ μέσου καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς ἣν ἀνάγκην νὰ μὴ δύναται νὰ λέγῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην της, καὶ δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἐλευθέρως τὴν γνώμην της, διότι, προκειμένου περὶ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, βεβαίως, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθόν, ζήτημα πολιτικόν. Σήμερον δὲν πρόκειται ἡμεῖς, ἐλευθέρως νὰ σκεφθῶμεν, ἂν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος
ΑΡΞΑʹ.
§114Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Νὰ προκαλέσητε ψηφοφορίαν καὶ νὰ εἴπῃ ὁ καθεὶς τὴν γνώμην του.
§115Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἴπουν ναί, δὲν θὰ εἶναι ἐλεύθεροι, διότι ἐγὼ δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλήν, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσῆγε τοιοῦτον νομοσχέδιον...
§116Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Προκαλέσατε ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§117Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἐγώ, λέγω, γενικῶς συμβαῖνον, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἀποτελεῖτε ἐξαίρεσιν.
§118Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐκφράζετε τὰς ἀτομικάς σας γνώμας· δὲν δύνασθε νὰ διερμηνεύητε καὶ τὰς γνώμας τῶν ἄλλων.
§119Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι πᾶς Βουλευτὴς ὁμιλῶν, δὲν ἔχει πληρεξούσιον ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ λέγει τὴν γνώμην του. Λοιπόν, ἡ γνώμη, ἡ ἰδική μου, εἶναι, ὅτι ἡ Βουλή, καλουμένη σήμερον νὰ ψηφίσῃ περὶ τοῦ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἐξεδόθη τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, δὲν ἔχει τὴν ἐλευθερίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν, ἂν ἤρχετο τώρα τὸ νομοσχέδιον. Διότι σᾶς εἶπον, δὲν πρόκειται νὰ ἀπορρίψητε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μετὰ πάσης ἐλευθερίας ἠθέλετε συζητήσει. Πρόκειται νὰ ἀπορρίψητε νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον, ἂν ἀπορρίψητε, ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν της. Καὶ εἴδατε χθὲς πῶς ἐν φόβῳ Θεοῦ ἐπελήφθημεν τοῦ ζητήματος τούτου. Θὰ εἴπητε, λοιπόν, ὅτι μετὰ τὸ χθεσινὸν παράδειγμα, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠνάγκασε κανένα νὰ κάμῃ σκέψεις ἐπὶ τῆς καταστάσεως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς Ὑπουργικῆς μεταβολῆς. Θὰ εἴπητε, ὅτι σήμερον ἐλευθέρως ψηφίζετε, ἔστω καὶ ἂν πρόκειται ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν της; Διότι τὶ θὰ συμβῇ, ἂν ἀρνηθῶμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ;
§120Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς.
§121Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Δὲν ἔχετε δώδεκα ἑκατομμύρια.
§122Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ὑβρίζει τὴν Βουλὴν καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα.
§123Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Πῶς ὑβρίζω, κ. Συνάδελφε; Μεταχειρίζομαι, ἀπεναντίας, φράσεις λίαν κοινοβουλευτικάς. Φρονῶ, λοιπόν, κ. Βουλευταί, ὅτι ὁ νόμος ΑΡΞΔʹ δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῇ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὡς ὑπάρχει, διότι εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη εἰς ἐνδόξους ἡμέρας· εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ ἀντίγραφον σχεδὸν τοῦ Διατάγματος τῆς 22ας Δεκεμβρίου 1912, διατάγματος, ὅπερ ὑπέγραψεν ὁ Μακαρίτης Βασιλεὺς Γεώργιος, εὑρισκόμενος κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας ἐν Θεσσαλονίκῃ. Δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τὰς ἀρίστας τῶν συνθηκῶν διὰ τοὺς Ἕλληνας ἀξιωματικούς, διότι ἦσαν οὗτοι ἀντικείμενον θαυμασμοῦ καὶ ἀγάπης καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τότε μὴ λησμονῆτε, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ τέρμα τοῦ ἐνδόξου Βαλκανικοῦ πολέμου καὶ ἐπρόκειτο νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸν δεύτερον, τὸν φοβερώτερον. Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ φαίνεται, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν, ὅτι αἱ συνθῆκαι εἶναι καλλίτεραι, διὰ νὰ ἀλλάξωμεν τὸν νόμον.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§125Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 21ης Ὀκτωβρίου 1915, ἔλαβον τὸν λόγον καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα τὰς ἐπ’ αὐτοῦ γνώμας μου. Ἀπετέλουν μέλος τῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν πραγμάτων Ἐπιτροπῆς καὶ τῇ προτάσει μου, ἡ Ἐπιτροπὴ ἀπεφάνθη, ὡς ἐμφαίνεται, ἐν τῇ ἀπὸ 16 Ὀκτωβρίου ἐκθέσει της, λέγουσα: «Ἡ ἐπιτροπή, λαβοῦσα ὑπ’ ὄψει τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Χώρας καὶ τὰς πολλαπλὰς ἀνάγκας αὐτῆς εὑρέθη σύμφωνος διὰ πλειοψηφίας πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Τσουκαλᾶ, ὅπως ἡ πρόσθετος μισθοδοσία ἄρχεται ἀπὸ τῆς κηρύξεως τοῦ πολέμου καὶ οὐχὶ ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως». Καὶ εἶπον καὶ τότε, ὁμιλῶν ἐν τῇ Βουλῇ: «οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπόκεινται εἰς μεγίστας δαπάνας, οὐδὲ δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ κατ’ ἀρχὴν τὸ δίκαιον αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἄλλα δίκαια, σπουδαιότερα, ἐπιτακτικώτερα, μᾶλλον ἐπείγοντα» καὶ προσέθεσα: «προσέξατε, διότι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἀνταποκριθῆτε εἰς τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸ ζήτημα τῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, ὅπερ εἶναι τὸ πρῶτον καὶ ἱερώτερον τῆς Πολιτείας καθῆκον». Εἶπον, ἐπίσης, ἐπὶ λέξει: «Καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν ἀγωνίζομαι, διότι, ὅταν μετ’ ὀλίγον αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων θὰ πεινοῦν καὶ θὰ παραμένωσιν εἰς τὰς ὁδούς, ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους ἀνεπαρκείας, ὁποία ἔσται ἡ ἐντύπωσις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, λαμβάνοντας προσθέτους μισθοὺς!». Καὶ εἶπον, ἀκόμη, ἐπὶ λέξει: «Ὅταν τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν κινδύνῳ, ὅταν δὲν γνωρίζητε αὔριον, ἂν θὰ δώσητε τὰς περιθάλψεις τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων καὶ τὰς συντάξεις τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, ὅταν ζητῆτε ἀπὸ τοὺς ἀστοὺς καὶ χωρικοὺς θυσίας αἵματος καὶ χρήματος, δὲν δύνασθε νὰ ἐπικαλῆσθε τὰς δαπάνας τῶν ἀξιωματικῶν». Καὶ προσέθετον: «Τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα ἀποτελεῖ διὰ τὴν Ἑλλάδα τὸν μεγαλύτερον τῶν κινδύνων. Ἡ ἱστορία, ὁ ἀλάνθαστος κριτής, διαμνημονεύει ἡμῖν, ὅτι τὰς κοινωνικὰς ἀνατροπὰς ἐπιφέρει ἡ πεῖνα. Μὴ διασπαθίζητε, λοιπόν, τὸ δημόσιον χρῆμα, διότι αὔριον δὲν θὰ ἐπαρκέσητε εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων καὶ τῶν συντάξεων τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, καὶ ἂν παραταθῇ, ὡς πολὺ φοβοῦμαι, ἡ ἐπιστράτευσις ἐπὶ μῆνας, θὰ εὑρεθῆτε πρὸ ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν». Ταῦτα εἶπον ἐπὶ λέξει ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου ἐγώ, ἁπλοῦς Βουλευτής, τέως ἀξιωματικός, πρὸ μικροῦ εἰσελθὼν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ἐξ οἰκονομολόγων ἀποτελουμένη, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἠδύναντο νὰ προβλέψωσι τὰ νῦν συμβαίνοντα, πρὸ μικροῦ δὲ μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφωνήσας τὸ «οὐκ ἂν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπελόγισε καλῶς. Οἴμοι, ἐγὼ ὑπελόγισα καλῶς ἀπὸ μηνῶν ὅ,τι δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπολογίσῃ ἡ Κυβέρνησις τῶν οἰκονομολόγων. Δὲν προτίθεμαι νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον, διότι νῦν δὲν καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν νόμον, δι’ οὗ νὰ δίδωμεν ἐπιδόματα εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, καλούμεθα νὰ κυρώσωμεν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, τελεσθεῖσαν ἤδη, εὑρισκόμεθα πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, καὶ προέχει τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικόν, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προκαλέσῃ Β. Διάταγμα, χορηγοῦν ἑκατομμυρίων τοιαῦτα ἐπιδόματα. Τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶναι καταφώρως ἀντισυνταγματικὸν καὶ ἀτυχῶς, δὲν φέρει μόνον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, δι’ οὗ παρεβιάσθησαν αἱ αὐστηρότεραι τῶν συνταγματικῶν διατάξεων. «Κατὰ τὸ ἄρθρον 61 τοῦ Συντάγματος», μισθὸς σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβὴ «οὔτε ἐγγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, οὔτε παρέχεται, ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου», δηλαδή, τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπιτρέπει οὐδὲ τὴν ἀναγραφὴν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοιαύτης πιστώσεως, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος...
§126Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Εἰδικὸς νόμος εἶναι τὸ Β. Διάταγμα.
§127Γ. ΠΩΠ. Ὄχι, δά.
§128Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Τὰ Διατάγματα ἐπέχουσι θέσιν νόμου...
§129Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὕτη, ἀληθῶς, εἶναι νέα θεωρία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, μὴ γενομένη ὅμως δεκτὴ παρ’ οὐδενὸς ἐκ τῶν περὶ τὰ συνταγματικὰ ἀσχολουμένων. Τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ οὐχὶ μόνον τὴν παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἔγκρισιν τῶν τοιούτων προσωπικῶν δαπανῶν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐπιψήφισιν εἰδικοῦ νόμου. Ἀπαιτεῖ, δηλαδή, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλήν, ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, παραπεμφθῇ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν καὶ κατόπιν ψηφισθῇ εἰς πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, εἶτα ἐν τῷ συνόλῳ καὶ τέλος κυρωθῇ ὑπὸ τοῦ ἑτέρου πολιτειακοῦ παράγοντος καὶ δημοσιευθῇ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, καθιστάμενος νόμος τοῦ Κράτους, μεθ’ ὃ δέον νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ, ὅτε, ψηφιζομένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας χορηγίας, δαπάνας προσωπικάς. Τὸ ἄρθρον 61 τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος διελάμβανεν, ὅτι «οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄνευ νόμου», ἀλλ’ ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή, ἐν ἔτει 1911, ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Στεφάνου Δραγούμη, ἐθεώρησεν ἀνεπαρκῆ τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος πρὸς περιφρούρησιν τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, λέγουσα ἐν σελίδι 132: «Τοῦ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ τιθεμένου κανόνος, καθ’ ὃν οὐδεμία σύνταξις ἢ ἀμοιβὴ δίδεται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἄνευ νόμου, ἡ διατύπωσις παρίσταται ἀτελής, καθόσον δὲν προσδιορίζεται ἀποχρώντως τὸ εἶδος τοῦ ἀπαιτουμένου νόμου, ἕνεκα δὲ τοῦ ἀποδιδομένου ὑπό τινων χαρακτηρισμοῦ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὡς νόμου, ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἐπαρκὴς καὶ ἡ ἁπλῆ ἐν αὐτῷ ἀναγραφὴ τῆς σχετικῆς πιστώσεως. Δι’ ὃ προτείνεται ἡ ἀκόλουθος συμπλήρωσις τῆς προκειμένης διατάξεως, λύουσα ταὐτοχρόνως καὶ τὸ ἀνωτέρω ζήτημα κατὰ τὴν ὀρθοτέραν ἐκδοχήν, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι κατ’ ἀκρίβειαν νόμος, ἀλλ’ ἀπεικονίζει ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως τὴν ὑφεστῶσαν νομοθεσίαν, καὶ ὡς ἐφ’ ἅπαξ παρ’ ἡμῖν ψηφιζόμενος, κατὰ τὸ ἄρθρον 60 τοῦ Συντάγματος, δὲν παρέχει τὰς ζητουμένας ἐπὶ τῶν συνήθων νομοθετικῶν πράξεων ἀσφαλείας, δι’ ὃ δέον νὰ ἐρείδηται ἐπὶ προϋπαρχόντων νόμων». Προτείνει δέ, ὅπως διαρρυθμισθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς καὶ ἀνεγράφη ἐν τῷ νεωτέρῳ Συντάγματι, γενόμενον ἀποδεκτόν ὑπὸ τῆς Βας Ἀναθεωρητικῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, ὡς ἑξῆς: «Μισθός, σύνταξις, χορηγία ἢ ἀμοιβή, οὔτε ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, οὔτε παρέχεται, ἄνευ ὀργανικοῦ ἢ ἄλλου εἰδικοῦ νόμου». Ὡς βλέπετε, τὸ Σύνταγμα δὲν ἐθεώρησεν ἐπαρκῆ οὔτε τὴν διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔγκρισιν τῶν προσωπικῶν δαπανῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἀπῄτησε καὶ τὴν ἐπιψήφισιν εἰδικοῦ νόμου καὶ ὁ τότε πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, ὁ διὰ τοιούτων διατυπώσεων φρονῶν, ὅτι ἔδει νὰ περιφρουρηθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους κ. Στ. Δραγούμης, ἤδη, ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἔθεσε τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ κάτωθεν Διατάγματος, ἀναιροῦντος ἄρδην τὰ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ἐπιτασσόμενα. Πρέπει δὲ νὰ σημειώσω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν εἶναι νόμος, συμφώνως πρὸς τὸ Γαλλικὸν Κανονιστικὸν Διάταγμα τοῦ περὶ Δημοσίου τοῦ Κράτους Λογιστικοῦ τῆς Γαλλίας τῆς 31ης Μαΐου 1862, ἔχον οὕτω: «Προϋπολογισμὸς εἶναι πρᾶξις, διὰ τῆς ὁποίας προβλέπονται καὶ ἐπιτρέπονται τὰ ἐτήσια ἔσοδα καὶ ἔξοδα τοῦ Κράτους». Ἄρα, καὶ διὰ τοῦ παλαιοτέρου Συντάγματος ἀπαιτεῖται εἰδικὸς νόμος, ἐκτὸς τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγκρίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κατὰ ποῖον δὲ τρόπον ἠθέλησεν ὁ νομοθέτης νὰ περιορίσῃ τὰς προσωπικὰς δαπάνας ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Συντάγματος, ἔχοντος οὕτως: «Οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν, ἢ σύνταξιν, ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς». Ἤτοι, δὲν ἀρκεῖται καὶ εἰς τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος ἔγκρισιν τῶν δαπανῶν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ καὶ τὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα αὐξήσῃ τὰ ἐχέγγυα, ὑπὲρ τῆς κανονικῆς διαθέσεως τοῦ δημοσίου πλούτου, κατὰ τὸ ψήφισμα μάλιστα τῆς Συνελεύσεως τῆς 9ης Ὀκτωβρίου τοῦ 1863, ἐτίθετο αὐστηρότερον καὶ σαφέστερον, ὡς ἑξῆς: «Οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους πηγάζει ἐκ τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου». Ἡ τοιαύτη περιφρούρησις τοῦ δημοσίου πλούτου εἶναι τοσοῦτον αὐστηρά, ὥστε οὐδὲ κατὰ τὴν περίπτωσιν ἐφαρμογῆς τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 91 τοῦ Συντάγματος, ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει ἢ γενικῇ, ἕνεκεν ἐξωτερικῶν κινδύνων, ἐπιστρατεύσει, καθ’ ἥν, κηρυσσομένης τῆς Χώρας εἰς κατάστασιν πολιορκίας, ἀναστέλλονται προσωρινῶς αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 5, 6, 10, 11, 12, 14, 20 καὶ 95, ἤτοι ἡ ἐλευθεροτυπία, τὸ ἀπόρρητον τῶν ἐπιστολῶν, τὸ οἰκογενειακὸν ἄσυλον, ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου κλπ., δηλαδή, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀναστέλλονται οὐχὶ διὰ νόμου, ἀλλὰ δι’ ἁπλῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς αἱ θεμελιωδέστεραι συνταγματικαὶ ἐλευθερίαι, ἀποτελοῦσαι τὸν ἀκρογωνιαῖον λίθον καὶ τὰ θεμέλια τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος, ἡ διάταξις αὕτη 61 τοῦ Συντάγματος δὲν ἀναστέλλεται. Τοιαύτην περιφρούρησιν ἔθεσεν εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ βεβαίως οἱ ἀκριβῶς περὶ τὰ Συνταγματικὰ ζητήματα γνωρίζουσι, ποῖοι σπουδαιότατοι λόγοι ἐπέβαλον τὴν τοιαύτην αὐστηρὰν περιφρούρησιν τῶν διατάξεων τούτων. Δὲν ἀρκεῖ δὲ μόνον ἡ ἐπιψήφισις εἰδικοῦ νόμου, ἀπαιτεῖται κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ ἐπιψήφισις καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπως δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ποιήσηται χρῆσιν τῆς ὑπὸ τοῦ ἐψηφισμένου νόμου πιστώσεως, διότι ἡ συγκατάθεσις τῆς Βουλῆς, εἶναι ὅρος, ἄνευ τοῦ ὁποίου, ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ κατὰ τὸν κ. Ν. Σαρίπολον (Συνταγματικὸν Δίκαιον, σελὶς 332): «Κυβέρνησις ἐνεργήσασα τὰς εἰσπράξεις καὶ δαπάνας, ἄνευ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, δύναται νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς, ἐνώπιον τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου κατὰ τοὺς ὅρους τῶν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν». Πρέπει δὲ νὰ τονίσω, ὅτι ὁ αὐστηρότερος ὑπέρμαχος τῶν συνταγματικῶν τούτων περιφρουρήσεων, ἦτο ὁ κ. Σ. Δραγούμης, ὅστις ὅμως νῦν, λησμονῶν τὰς περὶ τούτου γνώμας αὐτοῦ, ἃς διετύπωσεν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει, συνυπέγραψε τὸ ἀντισυνταγματικὸν τοῦτο Διάταγμα, ἰδοὺ δὲ καὶ ἀπόσπασμα τῆς ἐν τῇ Βᾳ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 2ας Ἀπριλίου 1911 ἀγορεύσεώς του: «Ἡ μεγίστη δύναμις τῆς Βουλῆς κεῖται ἐν τῇ ἀπεριορίστῳ ἐλευθερίᾳ, ἥν ἔχει νὰ τηρῇ κεκλεισμένον τὸν δημόσιον θησαυρὸν, ὅστις ἀνήκει εἰς τὸ Ἔθνος καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ χρησιμοποίησιν αὐτοῦ, ἢ μόνον κατὰ νόμον καὶ προσηκόντως. Τὴν τοιαύτην ἄδειαν, ἣν ἁπανταχοῦ αἱ Βουλαὶ δίδουσι μετὰ δυσκολίας καὶ προσοχῆς κλπ.». Ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος, τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς τῆς 29ης Ὀκτωβρίου 1911, τὰ αὐτὰ ὑπεστήριξεν, εἰπὼν ἐπὶ λέξει: Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι οὔτε μισθὸς, οὔτε βαθμὸς, οὔτε προσόντα δύνανται νὰ ὁρισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος. Τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ νόμον». Ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ὑπεγράφη καὶ ἕτερον ἀντισυνταγματικὸν Διάταγμα κατὰ τὴν 24ην Δεκεμβρίου 1915, ἤτοι δεκαπέντε ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνακαλεῖται εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ διατελῶν, καὶ οὐ μόνον ἐγένετο τοῦτο, καταργουμένων καὶ νόμων καὶ Συντάγματος, ἀλλ’ ὡρίζοντο καὶ προσόντα διετοῦς ὑπηρεσίας πρὸς προβιβασμὸν, ἰδοὺ δὲ τὸ δεύτερον ἀντισυνταγματικὸν καὶ παράνομον Β. Διάταγμα ἀπὸ 24ης Δεκεμβρίου 1915: «Ἐπίσης, δύναται ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης νὰ ἀνακαλῇ διὰ Β. Διατάγματος εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἀντιπλοιάρχους κλπ.». Οἱ κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας ἀνακαλούμενοι ἀξιωματικοὶ δύνανται νὰ προαχθῶσι κατὰ μόνον ἕνα βαθμόν, μετὰ προηγουμένην γνωμοδότησιν τοῦ Ἀνωτέρου Ναυτικοῦ Συμβουλίου καὶ μετὰ παρέλευσιν διετίας ἀπὸ τοῦ τελευταίου προβιβασμοῦ». Δηλαδή, διὰ νὰ ἀνακαλέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἕνα ἀξιωματικόν, διότι περὶ ἑνὸς ἐπρόκειτο, καὶ δὴ διὰ δεκαπέντε ἡμέρας, προέβη εἰς ἔκδοσιν Διατάγματος ἀντισυνταγματικοῦ καὶ παρανόμου, ὅπερ, ἐλαφρᾷ τῇ συνειδήσει, προσυπέγραψαν καὶ οἱ λοιποὶ συνταγματολόγοι Ὑπουργοί, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, ἀποδειχθέντος, ὅτι οἱ κ. κ. Ὑπουργοί, ἄνευ ἀνάγκης κἄν, εἰσὶν ἀνευλαβεῖς πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ τὸν Συνταγματικὸν Χάρτην καὶ ἐπεδείξαντο πρωτοφανῆ ἀσέβειαν, ἥτις ἔδει νὰ ὁδηγήσῃ αὐτοὺς εὐθέως εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον. Πάντες οἱ συγγραφεῖς ἀνομολογοῦσιν, ὅτι ἡ πρᾶξις αὕτη, εἶναι καταφώρως ἀντισυνταγματική, καταλύσασα ἄρδην τὸ πολίτευμα, καὶ δὴ ὁ κ. Ν. Σαρίπολος, οὗτινος τὸ Συνταγματικὸν Δίκαιον δύναται νὰ ἁμιλλᾶται πρὸς τὰ σπουδαιότερα Εὐρωπαϊκὰ Συνταγματικὰ Δίκαια, ὁ Διομήδης Κυριακός (ἑρμηνεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος, παρ. 22, σελ. 67) ὁ Στούπης (Συνταγματικὸν Δίκαιον σελ. 330), ὁ Φλογαΐτης, ὁ Γ. Φιλάρετος, ὁ Η. Ζέγγελης κλπ., πάντες οἱ ἐπὶ κεφαλῆς ξένοι συνταγματικοὶ συγγραφεῖς: Μπερτελέμυ (Διοικητικὸν Δίκαιον ἔκδοσις 1913, σελ. 98), Σέζ (Δημόσιον καὶ Διοικητικὸν Δίκαιον σελ. 60–77), Δουγουΐ (Συνταγματικὸν Δίκαιον σελ. 378–381), Ἐσμαῒν (Συνταγματικὸν Δίκαιον, σελ. 227) (Ἀναγινώσκει) ...
§130Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία περὶ τούτου. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε διὰ τῆς συγγνώμης, διότι πρόκειται περὶ τοιούτου νομοσχεδίου συγγνώμης, δὲν ἤθελεν ἐγκρίνει τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, ἀνοίγονται αἱ πύλαι τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου καὶ ἀνοίγεται ἡ διαδικασία διὰ τὴν ἀποζημίωσιν. Περὶ τούτου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Τὸ ζήτημα εἶναι, ὅτι τὸ ἐπεῖγον ἐπέβαλε τὴν ἔκδοσιν τοῦ Β. Διατάγματος ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἐπ’ αὐτοῦ θὰ συζητήσωμεν, κατὰ πόσον ἡ Βουλὴ θὰ ἐγκρίνῃ νὰ δώσῃ τὴν συγγνώμην αὐτῆς διὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπερβασία τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας.
§131Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ ζητήσω διατύπωσιν, τοὐλάχιστον, συνταγματικήν.
§132Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν.
§133Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι μόνον παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, ἄνευ οὐδενὸς λόγου, διότι σᾶς ἀνέγνωσα καὶ τὸ ἕτερον Διάταγμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι εἶναι ἐπεῖγον, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀνακλήσεως ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ ἐκ τῆς ἀποστρατείας εἰς τὴν ἐνέργειαν, δεκαπέντε ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἄνευ οὐδενὸς λόγου ἢ ἀνάγκης...
§134Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ σᾶς παρακαλῶ, — μὲ συγχωρῆτε νὰ σᾶς διακόψω — θὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἐλευθερίαν νὰ ἀποφανθῇ κατὰ τοῦ κύρους τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος.
§135Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ἐγὼ καταγγέλλω ὑμᾶς, ὅτι προέβητε εἰς παραβιάσεις τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων τοῦ Κράτους, ἄνευ οὐδενὸς λόγου.
§136Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὶ μᾶς καταγγέλλετε, ἀφοῦ καταγγέλλομεν ἡμᾶς αὐτούς.
§137Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ προχωρῶ περαιτέρω. Οὐχὶ μόνον οὐδὲν εἶχε δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην δαπάνην δεκάδος ἑκατομμυρίων διὰ Διαταγμάτων, ἀλλ’ οὐδὲ κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἔχει τὸ δικαίωμα, καθ’ ἃ ἀναφέρεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, νὰ προβαίνῃ εἰς προσθήκην ἢ ἀποκοπὰς τῶν ἐπιδομάτων. Ἐν ἐδαφίῳ δευτέρῳ τὸ νομοσχέδιον ἔχει οὕτως: «Ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀποφάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ περιορίζῃ κατὰ ποσὸν ἢ διακόπτῃ τὴν χορήγησιν τοῦ προσθέτου μισθοῦ κλπ.» καὶ ἀναφύεται σπουδαιότατον συνταγματικὸν ζήτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἐξουσιοδοτῇ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τοιαύτας ἐνεργείας. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εὐρυτάτη διεξήχθη συζήτησις μεταξὺ τῶν συνταγματικῶν συγγραφέων ἐν Εὐρώπῃ (Ζέζ —Μπερτελεμύ, Δουγουΐ κλπ.), ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βᾳ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 29ης Ὀκτωβρίου 1911, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὀργανώσεως τῶν φυλακῶν τοῦ Κράτους, καθ’ ὅ, «διὰ τοὺς ἀποτελέσοντας τὸ προσωπικὸν τῶν φυλακῶν, τὰ δικαιώματα, τὰ καθήκοντα, ὁ βαθμός, ὁ μισθὸς καὶ τὰ προσόντα ἑκάστου κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος, ἐφ’ ἅπαξ ἐκδοθησομένου», συνεζητήθη εὐρέως τὸ ζήτημα, λυθὲν ὑπὸ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἀποφατικῶς. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, πλεῖστοι Βουλευταὶ ὑπεστήριξαν, ὅτι ἡ Βουλὴ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει πρὸς ἐξουσιοδότησιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἰσχυρότερον δὲ οἱ κ. κ. Π. Ἀραβαντινός, Πετμεζᾶς, Παπαναστασίου, Κουλουμβάκης κλπ. Ὁ κ. Πὼπ, ἄριστα διατυπώσας τὸ ζήτημα, κατέληξεν ὅτι «τοῦτο ἀντίκειται εἰς ἀπαγορευτικὰς τοῦ Συντάγματος διατάξεις καὶ εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα», ὁ δὲ κ. Ἀραβαντινός, «θὰ δώσωμεν, λοιπόν, τὴν ἄδειαν διὰ 30 φυλακὰς νὰ δημιουργηθῶσι 1.500 θέσεις ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν...κλπ.». Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, τὸ νομοσχέδιον προσκρούει εἰς τὰ στοιχεῖα τοῦ Πολιτεύματος καὶ ζητῶ νὰ τεθῇ ζήτημα συνταγματικοῦ ἀπαραδέκτου». Πλειότερον ὅμως καὶ δριμύτερον ἐπολέμησε τοῦτο ὁ κ. Στέφ. Δραγούμης, εἰπὼν κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, τῆς 1ης Νοεμβρίου 1911: «Ἡ Νομοθετικὴ Ἐξουσία ἔχει δεσμὸν ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἠθέλησεν ὁ θεσμοθέτης νὰ παραδώσῃ εἰς ἡμᾶς ἐδῶ ἀξίωμα καὶ ἐλευθερίαν, ἠθέλησε νὰ καταστήσῃ ἡμᾶς κατόχους ἐξουσίας, ἥτις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβιβασθῇ ἀφ’ ἡμῶν εἰς ἄλλους. Εἴμεθα κάτοχοι ἐντολῆς, εἴμεθα κάτοχοι ἁρμοδιότητος, τὴν ἐξουσίαν δὲ, τὴν ἐντολήν, τὴν ἁρμοδιότητα ταύτην ἡμεῖς, αὐτὴν θὰ ἔχωμεν κτῆμα, ὅπως μεταβιβάσωμεν εἰς ἄλλους, ἀλλ’ ἔχομεν παρακαταθήκην, ἥτις πρέπει νὰ μείνῃ εἰς χεῖρας ἡμῶν, ἐὰν θέλωμεν νὰ μείνωμεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἡμεῖς ψηφίσωμεν σήμερον νόμον, ἵνα ἀπονείμωμεν ἄλλο, ὁ νόμος, ὃν θέλομεν ψηφίσει, δὲν θέλει συνάδει πρὸς τὸ Σύνταγμα· θὰ εἶναι ἀντισυνταγματικός. Καὶ θέλουσι φέρει εὐθύνην, ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον εἰσαγάγει αὐτόν». Δηλαδή, ὁ κ. Δραγούμης ἀπέδιδεν εὐθύνην εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον τολμήσει νὰ προτείνωσιν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξουσιοδότησιν πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τῆς ἀπονομῆς μισθῶν, τὰς θέσεις, προσόντα κλπ., καὶ νῦν διὰ τῶν δύο Διαταγμάτων, ἄνευ τῆς ἐξουσιοδοτήσεως τῆς Βουλῆς, προέβη εἰς τὰς ἐνεργείας ταύτας, ἀντισυνταγματικὰς καὶ παρανόμους. Ἀλλ’ ὑπάρχει μόνον ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, εὐθύνη, ἥτις, βεβαίως, δύναται νὰ ὁδηγήσῃ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον; Ὑπάρχει εὐθύνη καὶ διὰ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπερ ἐπιτακτικὸν εἶχε καθῆκον, ὅπως ἀρνηθῇ τὴν ἔκδοσιν ἐνταλμάτων, ἐφ’ ὅσον ἦσαν παράνομα καὶ ἀντισυνταγματικά. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου ΑΥΟΑʹ τῆς 28ης Μαΐου 1887, περὶ ὑπηρεσίας τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου: «Τὰ πρὸς πληρωμὴν τῶν δημοσίων ἐξόδων ἐκδιδόμενα χρηματικὰ ἐντάλματα καθίστανται πληρωτέα, ἀφοῦ, μετὰ προηγουμένην ἐξέλεγξιν, θεωρηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, πρὸς βεβαίωσιν, ὅτι ὑπάρχει νομίμως κεχορηγημένη ἀνάλογος πίστωσις καὶ ὅτι, κατὰ τὴν ἀναγνώρισιν τῆς δαπάνης, ἐτηρήθησαν οἱ ὅροι τοῦ περὶ Δημ. Λογ)κοῦ νόμου καὶ παντὸς ἄλλου σχετικοῦ Διατάγματος». Κατὰ δὲ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου ΓΤΟΔʹ (ὑπ’ ἀριθμὸν 3374) τῆς 10ης Ὀκτωβρίου 1909, περὶ Δημοσίου τοῦ Κράτους Λογιστικοῦ, «Ἀπαγορεύεται ἡ πληρωμὴ μισθῶν, ἐπιμισθίων, προσωπικῶν ἀμοιβῶν καὶ ἀποζημιώσεων, καθ’ ὑπέρβασιν τῶν νόμων, καὶ ἂν ἀνεγράφη ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ πρὸς τοῦτο πίστωσις». Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀρνεῖται τὴν θεώρησιν τῶν κατὰ παράβασιν τῶν δύο ἀνωτέρω ἐδαφίων ἐκδιδομένων τελῶν χρηματικῶν ἐνταλμάτων». Συνεπῶς, μεγίστην εὐθύνην ἔχει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, ὅπερ ἐπιτακτικὸν εἶχε καθῆκον νὰ ἀρνηθῇ νὰ ὑπογράφῃ τὰ ἐντάλματα, εὑρισκόμεθα δὲ πρὸ ρητῆς, κατηγορηματικῆς καὶ ἀναμφισβητήτου παραβάσεως καθήκοντος τῶν μελῶν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Λυποῦμαι, Κύριοι, θλίβομαι, διότι δὲν ἔχω τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, διότι, ἐὰν εἶχον ταύτην, θὰ παρέπεμπον αὐθωρεὶ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ Εἰδικὸν Δικαστήριον.
§138Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία.
§139Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀλλὰ καὶ τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἤθελον τιμωρήσῃ διὰ τῆς αὐστηροτέρας ποινῆς, ἀφοῦ ἄλλως οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰσὶν ἰσόβιοι, μὴ ὑποκείμενοι εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἔδει νὰ πράξωσι τὸ καθῆκον αὑτῶν, διότι ἡ Κυβέρνησις θὰ περιεστέλλετο ἐν ταῖς ὑπερβασίαις αὐτῆς.
§140Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Νομίζετε, ὅτι ἡ ἰσοβιότης ἐξασφαλίζει τὴν ἐλευθερίαν; Ἐξασφαλίζει τὴν ἐλευθερίαν ἡ συνείδησις καὶ οὐχὶ ἡ ἰσοβιότης καὶ δύναμαι νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα...
§141Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, διότι συνεπληρώσατε ὅ,τι ἐγὼ παρέλειψα. Ὑπάρχει τίς, λοιπόν, Κύριοι, δυνάμενος νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἄνευ λόγου τινός ἐπείγοντος, ἐπεδείξατο ἀνευλάβειαν πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις στερεῖται τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὰς διατάξεις τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος; Θλίβομαι, Κύριοι, καὶ θλίβομαι μᾶλλον, διότι οἱ ἀποτελοῦντες τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν εἰσὶν οἱ ἀριστεῖς ἐν τῇ συνταγματικῇ γνώσει τῶν ζητημάτων, θλίβομαι δὲ ἔτι μᾶλλον, διότι ὁ ἀξιότιμος τέως ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, κ. Στ. Δραγούμης, ὅστις, ὡς πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς πεφωτισμένης αὐτοῦ διανοίας, συνετέλεσεν, ὥστε τὸ πολίτευμα ἡμῶν νὰ ἑδραιωθῇ ἐπὶ βάσεων μᾶλλον φιλελευθέρων, αὐτὸς οὗτος διὰ τῆς θέσεως τῆς ὑπογραφῆς του εἰς τὸ ἀντισυνταγματικὸν καὶ παράνομον τοῦτο Διάταγμα κατέρριψεν ἀπὸ βάσεων τὸ λαμπρὸν ἐκεῖνο οἰκοδόμημα, ὅπερ ἡ πεφωτισμένη ἀντίληψις αὐτοῦ εἶχεν ἀνεγείρει. Κύριοι, πρὸ μικροῦ εἰσῆλθον εἰς τὸ Κοινοβούλιον, καταλιπὼν τὰς ἐπωμίδας τοῦ Ναυτικοῦ, ὀφείλω ὅμως νὰ ποιήσωμαι τὴν δήλωσιν, ὅτι μετὰ θρησκευτικῆς λατρείας εὐλαβοῦμαι τὸ Σύνταγμα καὶ σέβομαι τὰς διατάξεις τοῦ Συνταγματικοῦ ἡμῶν χάρτου, διότι ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁσονδήποτε μέγα καὶ ἂν εἶναι τὸ Κράτος, ὅταν δὲν καθίστανται σεβασταὶ αἱ συνταγματικαὶ αὐτοῦ διατάξεις εἶναι προωρισμένον διὰ τὴν ἀφάνειαν. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐξετάσητε, οὐχὶ κατ’ ἐπιπολήν, ἐὰν θέσητε τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων καὶ ἐὰν ἀναζητήσητε τὰ αἴτια εἰς τὰς πηγὰς αὐτῶν, θὰ καταλήξητε εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ κακοδαιμονία τῆς Ἑλλάδος ὀφείλεται εἰς τὴν μὴ τήρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν νόμων, ὄχι ἐὰν διπλασιασθῇ ἡ Ἑλλάς, ἀλλ’ ἐὰν ἑκατονταπλασιασθῇ καὶ ἐὰν τὰ ἑκατομμύρια τοῦ Κροίσου προσφερθῶσι καὶ ἐὰν ὁλόκληρον τὴν Ὑφήλιον κατακτήσωμεν. Κράτος δὲν ὑφίσταται, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑφίσταται ἀμέριστος σεβασμὸς πρὸς τὰς συνταγματικὰς διατάξεις. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεβίασε καὶ κατεπάτησεν, ἄνευ πόνου, τὸ Πολίτευμα τῆς Χώρας καὶ νομίζω, ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ λησμονήσωμεν τὸ Διάταγμα τοῦτο, ψηφίζοντες νόμον, ὅπως ἐγκριθῶσι τὰ ἐπιδόματα μέχρι σήμερον, μὴ ποιούμενοι μνείαν τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ Διατάγματος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ πρᾶξιν ἀντισυνταγματικήν.
§142Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Τότε ἡ Κυβέρνησις μένει ἀκάλυπτος.
§143Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι Κυβέρνησις, δὲν εἶναι Νομοθετικὸν Σῶμα, ὡς ἡ Βουλή. Θέλω νὰ τηρήσωμεν τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, διότι ὁμολογῶ, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς πλήρους καὶ θρησκευτικῆς εὐλαβείας τῶν συνταγματικῶν διατάξεων.
§144Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πάντες.
§145Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ θλίβομαι καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι ὑπεβλήθη τοιοῦτον ἀντισυνταγματικὸν διάταγμα πρὸς ὑπογραφὴν εἰς τὸν Ἀνώτατον Ἄρχοντα, ὅστις πάντοτε ηὐλαβήθη τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις καὶ ὃν εἴδαμεν δὶς ἐπικαλεσθέντα τὸν πρὸς τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις σεβασμόν Του, κατὰ τὴν πρὸ μικροῦ γενομένην ἀντιφώνησιν Αὐτοῦ πρὸς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. (Ὁλόκληρος ὁ λαὸς τιμᾷ καὶ δοξάζει τὸν Βασιλέα διὰ τὰ τρόπαια καὶ τὰς νίκας Του ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ γενναίου Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, ἐγὼ ὅμως, τιμῶ, δοξάζω καὶ θαυμάζω Αὐτὸν, οὐ μόνον διὰ ταῦτα, ἀλλὰ περισσότερον ἔτι διὰ τὴν εὐλάβειαν, ἥν πάντοτε ἐπεδείξατο πρὸς τὰς Συνταγματικὰς διατάξεις.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πεσμαζόγλου.
§147Ι. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Κύριοι Συνάδελφοι, νομίζω, ὅτι δυσκόλως ποτὲ διετέθη σκοπιμώτερον δημόσιον χρῆμα, ἢ τὸ χιλιάρικο τὸ ὁποῖον μᾶς ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ αὐτὸς ὁ ἔντιμος προλαλήσας φίλος μου ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής, ἀνήκων εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν, δὲν ἔθιξε τὴν οὐσίαν τοῦ νομοσχεδίου, μὴ παριδὼν τὴν χρησιμότητα τούτου, ἀλλὰ περιωρίσθη, θίξας τὴν χορδὴν τῆς ἀντισυνταγματικότητος μόνον. Διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δὲν πρόκειται νὰ ἀμείψῃ ἡ Πολιτεία τοὺς ἀξιωματικούς μας διὰ τὰς ὑπηρεσίας των ἐν καιρῷ πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως. Τοιαῦται ὑπηρεσίαι ὑλικῶς δὲν ἀμείβονται, πρόκειται ὅμως νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἀμύντορας τῆς ἐθνικῆς τιμῆς μας, πρόκειται νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ὑπερασπιστὰς τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν μας, πρόκειται νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους τὸ πᾶν ἐμπιστευόμεθα ἐν δεδομένῃ στιγμῇ.
§148ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οἱ στρατιῶται δὲν εἶναι ἀμύντορες;
§149Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Καὶ οἱ στρατιῶται, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει νὰ εἶναι καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοιοῦτοι. Πρόκειται νὰ ὑποβοηθήσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των, αἴροντες ἀπ’ αὐτοὺς τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τῆς ζωῆς των. Εἰς ἐπίρρωσιν τῶν λεγομένων μου δὲν θὰ λάβω ὑπὸ παράδειγμα, οὔτε κατώτατόν τινα ἀξιωματικὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ, οὔτε ἀνώτερον τοιοῦτον, θὰ λάβω ὡς παράδειγμα ἕνα λοχαγὸν, ὅστις —ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι— λαμβάνει ἀντιμισθίαν 240– 300 δραχ. κατὰ μῆνα...
§150Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Κατ’ ἀρχὴν ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον σήμερον, ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ λεχθῶσι...
§151Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ὁ λοχαγὸς λαμβάνει μισθὸν 240–300 δρχ. κατὰ μῆνα. Καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, αὐτὸς δύναται νὰ σᾶς εἴπῃ τὸ μυστικόν του, πῶς κατορθώνει, ἀξιοπρεπῶς ζῶν, νὰ συντηρῇ τὴν οἰκογένειάν του. Ἐν καιρῷ ὅμως πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως, ὁπότε μὲ μίαν διαταγὴν τὸν στέλλετε ἀπὸ τὴν μίαν ἄκρην τοῦ Βασιλείου εἰς τὴν ἄλλην, τὶ θέλετε νὰ κάμῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς μὲ 240 δραχμὰς κατὰ μῆνα; Νὰ σκεφθῇ, πῶς γενναιότερον θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του, ἢ, τίλλων τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς του, τὶς οἶδε, ἐπὶ τῇ βάσει τίνων πολυπλόκων ὑπολογισμῶν, θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξοικονομήσῃ ἕν τεμάχιον ἄρτου, ἵνα συντηρήσῃ τὴν πολυμελῆ του οἰκογένειαν; Αὐτὰ νὰ φαντασθῆτε, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, φανταζόμενοι αὐτά, θὰ ἐννοήσητε οἰκονομικῶς πῶς διάγουσιν ἐν μείζονι μὲν μοίρᾳ οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ μας, ἐν ἐλάσσονι δὲ μοίρᾳ οἱ ἀνώτεροι τοιοῦτοι. Διότι εἰς ἐκείνους, οἵτινες γνωρίζουσιν ὁποίας κοινωνικὰς ὑποχρεώσεις ἔχουσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἐντύπωσις, ὅτι λαμβάνουσι μισθοὺς παχυλούς. Νομίζω, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον ἀσυζητητεί. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ἡ Χώρα μας διέρχεται δεινὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, ἴσως τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο μέτρον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν, δυνάμεθα νὰ τὸ περιορίσωμεν δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου δὲν μετακινοῦνται καὶ δὲν μετατίθενται ἐκ τῶν θέσεων, εἰς τὰς ὁποίας ἦσαν τοποθετημένοι καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης.
§152Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου, Κύριοι Βουλευταί, περὶ θέματος σπουδαιοτάτου, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον ἐπιβεβλημένον, προκειμένου νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου μετὰ μικρόν, νὰ δηλώσω ἀπεριφράστως τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ κύρωσις τοῦ Νομοθετικοῦ Διατάγματος. Εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαίου θέματος, καὶ μάλιστα νομίζω, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, διότι, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ οἰκονομικῆς μόνον ἀπόψεως, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ κοινωνικῆς ἀντιλήψεως, ἀπὸ ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἀντίληψιν πολλῶν, ἐδημιούργησεν ἀνισότητάς τινας καὶ ἀδικίας, ὅταν δὲ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ θεωρηθῇ τυχαῖον τὸ νομοσχέδιον. Διετάχθη ἐπιστράτευσις καὶ ἀναμφιβόλως ἐδημιούργησεν αὕτη καὶ ἐπρόκειτο νὰ δημιουργήσῃ δαπάνας βαρυτάτας διὰ τὸ Κράτος, τὸ δὲ Κράτος ἔλαβε τὴν πρόνοιαν νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀνακουφίσεως ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἤθελον βαρύνει αἱ δαπάναι τῆς ἐπιστρατεύσεως. Καὶ πρὸς τοῦτο εἰσήχθη ὑπὸ προκατόχου Κυβερνήσεως, νομοσχέδιον περὶ περιθάλψεως τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, διότι ἄλλην πολιτικὴν ἔχουσα καὶ ἀλλαχοῦ ἀτενίζουσα, ἐνόμιζεν, ὅτι ἤθελεν εὕρῃ ἀκενώτους πηγὰς λήψεως χρημάτων. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τὸ εἰσήγαγε, καὶ ἡ κατόπιν Κυβέρνησις υἱοθέτησε τοῦτο καὶ ἐγένετο, ἄρα, νόμος τοῦ Κράτους, πρὸς πραγματοποίησιν δὲ τούτου ἀνεγράφη καὶ πίστωσις εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ 15.000.000 διὰ τοὺς πρώτους τρεῖς μῆνας τοῦ 1915. Ὁ νόμος οὗτος, Κύριοι, εἶναι νόμος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δημιουργήσας δικαιώματα τοιαῦτα εἰς τοὺς πολίτας, οἱ ὁποῖοι σήμερον εὐλόγως ζητοῦσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπορρέει ἐκ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ κυρωθέντος ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτοις, λόγῳ τῶν ἐκτάκτων ἀναγκῶν καὶ περιστάσεων, ἔκρινεν ἀναγκαῖον, μὴ ὑπαρχούσης τότε Βουλῆς, νὰ προκαλέσῃ τὸ Διάταγμα, περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν σήμερον, διὰ τοῦ ὁποίου παρέχονται εἰς ἁπαξάπαντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καὶ τοὺς τῆς Χωροφυλακῆς, καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους, τὰ ἐπιμίσθια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ Διατάγματι —καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ Δ)γμα— ὡς καὶ ἀποζημίωσις ἄλλη, διὰ δαπάνας ἱματισμοῦ καὶ ἄλλων ἀναγκῶν. Ἀλλά, Κύριοι, ἐνῷ τὸ Διάταγμα, τὸ οὑτωσὶ ἐκδοθέν, ἀπαρεγκλήτως ἀπὸ 1ης Ὀκτωβρίου ἐφαρμόζεται, ὁ νόμος, ὁ κυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὄχι ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη, ἀλλὰ μόνον ἀρχὴ ἐφαρμογῆς ἐγένετο διὰ γλισχροτάτων ποσῶν, τὰ ὁποῖα ἠδυνήθη τὸ Κράτος νὰ δώσῃ μέχρι σήμερον εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι οὔτε ἐγώ, οὔτε οἱ λοιποὶ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας Συνάδελφοί μου διεμαρτυρήθημεν ἐν τῇ Βουλῇ, οὔτε ὑπάρχει κανείς, ὁ ὁποῖος θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς διεμαρτυρήθημεν εὐθύς, ὡς ἠκούσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δηλώσαντα ἢ ἐπικαλεσθέντα τὸν λόγον τοῦ Μενίππου, ὁ ὁποῖος, δυστυχῶς, δὲν ἀντετάχθη εἰς τοὺς πλουσίους, ἀλλ’ ἀντετάχθη καὶ διὰ τοὺς πένητας, δὲν ἀντετάχθη διὰ τοὺς πλουσίους ἢ πένητας, βασιλεῖς ἢ στρατιώτας, ἀλλ’ ἀντετάχθη μόνον διὰ τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι σήμερον γνωστὸν εἶναι ὅτι πένονται. Εἶναι γνωστὸν καὶ πάντες ἀντιλαμβάνονται τὸ κλῖμα καὶ τὸν πόνον, τὰ ὁποῖα διαχέονται ἀνὰ τὰς ὁδούς, λόγῳ τῆς πείνης, τὴν ὁποίαν ὑφίστανται οἱ ἄνθρωποι, οὐχὶ μόνον ἐν Ἀθήναις, ὅπου ἡ φιλανθρωπία ἔρχεται ἐπίκουρος, ἀλλ’ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ἐκ τῶν ὁποίων αἱ φωναὶ καὶ οἱ πόνοι δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν ἐν τῇ Βουλῇ. Κατάγομαι ἐξ ἐπαρχίας ἀγονωτάτης εἰς πλοῦτον, πλουσίας ὅμως εἰς παροχὴν τῶν Εὐζώνων ἐκείνων, τῶν πτερωτῶν στρατιωτῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους γνωρίζετε, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ μειώσω τὴν ἀξίαν οὐδενὸς Ἕλληνος στρατιώτου, καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἔνδοξον εὐτυχίαν νὰ ὑπηρετῶσι τὴν Πατρίδα εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν καὶ ἕνεκα τούτου ὑπέστησαν μεγίστας φθοράς, ἕνεκα δὲ τούτου τὸ μαῦρο μαντῆλι ἐπικάθηται εἰς τὰς κεφαλὰς τῶν ἐν Εὐρυτανίᾳ γυναικῶν, διὰ τὰς ὁποίας τὸ Κράτος κατώρθωσε μόνον νὰ στείλῃ ἕως τώρα πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν. Καὶ σήμερον παρεκλήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ πᾶν μέτρον, ἵνα στείλῃ κἄτι τι ἀκόμη. Ἐστάλησαν πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν διὰ πέντε μῆνας, δηλαδή, ἀναλογοῦσι πέντε δραχμαὶ κατὰ μῆνα ἴσως καὶ ὀλιγώτερον, δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν. Ὅταν, λοιπόν, Κύριοι, παρουσιάζεται τοιαύτη ἀνισότης, τοιαύτη ψυχολογικὴ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τοιαύτη πεῖνα καὶ δυστυχία, νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχουν τὴν ἀντίληψιν σήμερον, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἔχομεν, ὅτι οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοί, οἱ γενναῖοι αὐτοὶ πρόμαχοι, ὅταν μάθωσιν, ὅτι αἱ οἰκογένειαι τῶν στρατιωτῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζουσι τὴν δόξαν τῆς Πατρίδος καὶ τὴν ἰδίαν ἑαυτῶν δόξαν, πεινῶσι, δὲν θὰ δηλώσουν, ὅτι παραιτοῦνται ἀπὸ σήμερον τοῦ ἐπιμισθίου, ἵνα δοθῇ ἐπικουρία εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων; Ὁμολογῶ, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι μικροὺς μισθούς, ἀλλ’ ἡ περίστασις εἶναι τοιαύτη ὥστε οἱ χθὲς τρώγωντες δύο φαγητά, σήμερον δύνανται νὰ τρώγωσιν ἓν ἢ καὶ ὀλιγώτερον, τοιαύτην δὲ θυσίαν δύνανται νὰ κάμωσιν οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοί. Σήμερον οἱ ἀξιωματικοὶ δύνανται, κινούμενοι ἐκ φιλανθρωπίας καὶ ἐξ εὐγενῶν αἰσθημάτων, νὰ θυσιάσωσιν ἕν μέρος τῶν πόρων των, ἵνα ἐξοικονομηθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ πτωχοί. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα, διότι δὲν ὑποθέτω, ὅτι θὰ ὑπάρξῃ οὐδεὶς Ἕλλην ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος, ὅταν λάβῃ γνῶσιν, ὅτι ἡ ταύτη δυστυχία μαστίζει τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων, δὲν θὰ σπεύσῃ αὐθορμήτως, νὰ δηλώσῃ, ὅτι παραιτεῖται τοῦ ἐπιδόματος τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἐπὶ ἕξ μῆνας τοῦ ἔδωκεν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἀξιωματικοί, ἀπομακρυνθέντες ἐκ τῆς Παλ. Ἑλλάδος, βεβαίως, ἔχουσιν ἀνάγκην ἐπικουρίας, ἵνα συντηρηθῶσιν αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν. Ἀνεξαρτήτως τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ ἐπιστράτευσις εἰς πάντας, εἴτε ὁπλίτας, εἴτε ἀξιωματικούς, εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουν ἀνάγκην τῆς ἐπικουρίας, ἀλλὰ πάντες γνωρίζετε, ὅτι ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι οἱ ἀξιωματικοὶ λαμβάνουσι καὶ τὰ ἐπιμίσθια καὶ διπλοῦν συσσίτιον καὶ δὲν δαπανῶσι καθόλου ἐκ τοῦ μισθοῦ των. Ἔχω ἐπιστολὰς ἀπὸ ἀνθυπολοχαγούς, οἱ ὁποῖοι μὲ ἐρωτῶσι, ποῦ νὰ καταθέσῃ ὁ εἷς 800 δραχμὰς καὶ ὁ ἄλλος χιλίας, τοῦτο δὲ σημαίνει, ὅτι ἐλάχιστον μέρος ἐκ τοῦ μισθοῦ καὶ ἐπιμισθίου δαπανᾶται, ἀφοῦ τρέφονται ἐκ τοῦ συσσιτίου. Ὀφείλομεν, ἑπομένως, νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι πρέπει ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δεχθῇ νὰ κυρωθῇ τὸ Διάταγμα αὐτὸ μέχρι τέλους Μαρτίου καὶ πέραν τούτου νὰ τεθῇ τέρμα, διὰ νὰ μὴ γογγύζῃ καὶ ὁ λαὸς καὶ αὐτὸς ὁ στρατός, διότι δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν ὁ στρατιώτης, ὁ ὁποῖος ἐγκατέλιπε τέκνα καὶ οἰκογενείας πενομένας, ὅτι περιφρονεῖται ἀπὸ τὴν Πολιτείαν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ, οἵτινες ἔχουσι τὴν τροφὴν αὐτῶν, λαμβάνουσιν ἐπιδόματα ἐνῷ αὐτοὶ στεροῦνται καὶ τοῦ ψωμιοῦ. Τόση εἶναι ἡ πεῖνα. Κύριοι, ὥστε σᾶς βεβαιῶ, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἀπέθανον δύο γυναῖκες ἐπιστράτων ἐκ πείνης, καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἐλιποτάκτησαν. Πρὸ τοιαύτης καταστάσεως, Κύριοι, ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ κάμωμεν ἔκκλησιν εἰς τὴν φιλοπατρίαν τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι οὕτως μέχρι τοῦδε, ὡς καὶ πᾶς στρατιώτης, ὑπηρέτησαν τὸν τόπον καὶ ἐδιπλασίασαν τὴν Ἑλλάδα.
§153Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐκκλήσεως. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ εἶναι κατὰ τῶν ἐπιδομάτων. Εἰς ἐμὲ εἶπον πλεῖστοι, ὅτι «δὲν μᾶς ἐπιτρέπει ἡ συνείδησίς μας νὰ λαμβάνωμεν ἐπιδόματα».
§154Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Ἕλληνες ἀξιωματικοὶ εἶναι τόσον ὑψηλόφρονες, ὥστε δὲν ὑποθέτω, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τις αὔριον νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ Κράτος δὲν τοὺς ἤμειψε. Τονίζω καὶ πάλιν, ὅτι σήμερον ὑπάρχει λανθάνουσα δυσαρέσκεια μεταξὺ στρατιωτῶν καὶ ἀξιωματικῶν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προλάβωμεν, διότι οἱ στρατιῶται πένονται. Ὅταν δ’ ἕκαστος στρατιώτης γνωρίζει, ὅτι ἡ σύζυγος καὶ τὰ τέκνα αὐτοῦ στεροῦνται μιᾶς ὀκᾶς καλαμποκιοῦ, μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον ἁπλοῦν. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ψηφισθῇ, βεβαίως, τὸ Διάταγμα, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ ἄλλως, ἀλλὰ νὰ τὸ κυρώσωμεν μέχρι τέλους Μαρτίου, καὶ οἱ κ.κ. Ἀξιωματικοὶ νὰ ὑποστοῦν τὴν θυσίαν αὐτήν, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε αὐτοὶ ὑπέστησαν τόσας θυσίας καὶ τόσα βάρη, νὰ συντρέξουν καὶ αὐτοὶ τὴν Πολιτείαν, συντρέχοντες τὰς οἰκογενείας τῶν στρατιωτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐδιπλασίασαν τὴν Πατρίδα. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εὑρίσκει ταῦτα δεδικαιολογημένα.
§155Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Οἱ λόγοι, οἵτινες ἐπέβαλον τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου τούτου, ἐξετέθησαν παρ’ ἐμοῦ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, ἑπομένως, σήμερον δὲν θὰ ἐπαναλάβω αὐτούς. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ δηλώσω, ὅτι ἀκριβῶς τὸ στράτευμα, συναισθανόμενον τὴν κατάστασιν καὶ ἐκτιμῶν τὰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν πρὸ μικροῦ, ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρὸ μηνὸς εἶχεν, ἔλαβε τελευταίως τὸ μέτρον, ὥστε νὰ περικόψῃ τὸ ἐπιμίσθιον κατὰ τὸ ἥμισυ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἐνομίζομεν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ κατάστασις αὕτη νὰ παραταθῇ ὅσον παρετάθη, καὶ ὑπελογίζομεν, ὅτι ἐπί τινας μῆνας θὰ ἐξηκολουθοῦμεν ἐπιστρατευμένοι, καὶ τότε ἴσως θὰ ἦτο δεδικαιολογημένον τὸ μέτρον τὸ ληφθέν. Συμμερίζομαι πλήρως τὴν γνώμην, τὴν ἐκδηλωθεῖσαν ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, καὶ δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ αἰτήσωμαι, ἢ μᾶλλον ᾐτησάμην τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀπὸ 1ης προσεχοῦς μηνὸς Ἀπριλίου, τὸ ἐπίδομα τῶν ἀξιωματικῶν κόπτεται. (Εὖγε καὶ χειροκροτήματα).
§156Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλλω πρότασιν συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου.
§157Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀπαραδέκτου δὲν ὑπεβλήθη κανονικῶς.
§159Γ. ΠΩΠ. Ἀπὸ τοῦ Συντάγματος, πᾶς Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα, τοῦτο δὲ ἀναγράφεται καὶ ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν δύναται νὰ προβάλλῃ ἀπαράδεκτον. Ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Προεδρείου εἶναι νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν δέχηται ἢ ὄχι τὴν πρότασιν. Ἡ πρότασις κανονικῶς ὑπεβλήθη.
§160Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν ἔχω, Κύριοι, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ βαρέως φέρουσι τὴν τοιαύτην ἀπονομὴν ἐπιδόματος, καθ’ ἣν στιγμὴν πένονται αἱ σύζυγοι καὶ τὰ τέκνα τῶν ὁπλιτῶν καὶ αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὁπλῖται, διότι οὐδεὶς θέλει ἀρνηθῆ, ὅτι κάκιστα τρέφονται οἱ στρατιῶται, καὶ ἂν ὑπῆρξαν παρεκτροπαί, διὰ τὰς ὁποίας πολλοὶ Συνάδελφοι ἠγανάκτησαν, αἱ παρεκτροπαὶ αὗται οὐδένα λόγον εἶχον, εἰ μὴ τὴν ἀνεπάρκειαν τῆς τροφῆς τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων. Ἀλλ’ οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι, οἵτινες τοσοῦτον ὑπέφερον ἐκ τῆς πείνης, τῆς γυμνότητος καὶ τῶν ἄλλων τοῦ πολέμου δεινῶν, εἶναι ἐμπνευσμένοι ὑπὸ τοῦ θείου ἐκείνου φρονήματος, τοῦ ὑπὲρ Πατρίδος ἐνθουσιασμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπαρκὴς καὶ τὴν πεῖναν αὐτῶν νὰ κατασιγάσῃ καὶ τὴν γυμνότητα νὰ καλύψῃ. Ἀπέναντι τούτων, θὰ ἦτο σκληρὸν νὰ ἀποδεχθῶμεν καὶ νὰ ἀποδίδωμεν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς μομφήν, ὅτι αὐτοί, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰς ταλαιπωρίας τῶν στρατιωτῶν, ἀπέβλεπον εἰς ἐπιχορήγησιν, ἡ ὁποία, ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, δὲν εἶναι δυνατή. Διὰ τοῦτο εἶμαι πολὺ εὐτυχής, διότι ἤκουσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν προτείνοντα μέτρον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἄλλον σκοπόν, παρὰ τὴν τακτοποίησιν τοῦ μέχρι σήμερον διαπραχθέντος ἀτόπου. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν καὶ κἄτι τι ἄλλο, ἂν καὶ δὲν εἰσήλθομεν εἰς τὰς λεπτομερείας, παρακαλῶ, νὰ διαγραφῶσι λέξεις τινές. Ἐν πρώτοις, τὸ «κυροῦμεν».
§161Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Μετεβλήθη εἰς «κυροῦται».
§162Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Μάλιστα, διότι ἡ κύρωσις ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα. Ἐπίσης καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ὑποθέσω, παρ’ ὅτι, κατὰ παραδρομήν, παρεισέφρυσεν εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐν τῷ Συντάγματι ἀναγράφεται ἡ διάταξις, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τῶν κατὰ Γῆν καὶ Θάλασσαν δυνάμεων εἶναι ὁ Βασιλεὺς καὶ ἑπομένως ἀρχιστράτηγος εἶναι ὁ Βασιλεὺς καὶ οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ ὑπάρξῃ, εἰ μὴ μόνον ὁ Βασιλεύς. Καὶ ὁ μὲν Βασιλεὺς Γεώργιος δὲν ἤσκησε τὸ δικαίωμα αὐτό, ὂν ψιλῷ ὀνόματι, αὐτὸς ἀρχηγός, ὁ δὲ μέλλων Βασιλεὺς διοικεῖ τὸ στράτευμα, ὑποτιθεμένου, ὅτι ἔμεινεν ὁ τίτλος εἰς μόνον τὸν πατέρα Του. Διὰ τοῦτο, ἐὰν παρεισέφρυσε κατὰ λάθος ἡ φράσις «εἰς τὸν ἀρχιστράτηγον ἀμοιβὴ δραχμῶν 1.500», θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ αὕτη. Νὰ ἀφαιρεθῇ διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸ Ἔθνος, ἀντιπροσωπευόμενον ὑφ’ ὑμῶν τὴν στιγμὴν ταύτην, ἠννόει, ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἀποδείξῃ, ὁποῖον τρέφει πρὸς τὸν Βασιλέα μας αἴσθημα, ὁποῖον τρέφει αἴσθημα διὰ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερεν Αὐτὸς εἰς τὸ Ἔθνος, δὲν θὰ ἦτο ἀνάγκη οὐδὲ τῆς παραγράφου, αὐτῆς, ἵνα ἀποδείξῃ τοῦτο. Τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον βαθέως αἰσθάνεται τί ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα Στρατηλάτην, τὸν Ἀρχιστράτηγον, καὶ τοῦτο, ὅταν ἡ στιγμὴ ἐπιστῇ, προκειμένου νὰ τὸ διατρανώσῃ, θὰ πράξῃ τι ἀντάξιον καὶ τοῦ πρὸς Ὃν ἀποδοθήσεται τὸ δεῖγμα εὐγνωμοσύνης καὶ τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἔθνους ἀντάξιον, εἰς μνήμην ἀοίδιον, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἐπερχομένας γενεάς.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ζητεῖ τὸν λόγον. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν περὶ συνταγματικῶς ἀπαραδέκτου τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας;
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτροποποιήθη, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν γενομένων δηλώσεων;
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «Περὶ ἐπισήμου ἑρμηνείας τοῦ νόμου ΔΞΦΗ (4168) τῆς 30 Μαρτίου περὶ ἐνεργουμένων ἢ ἐνεργηθεισῶν προμηθειῶν ἐν γένει κλπ. διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου καὶ διαρκούσης ἐπιστρατεύσεως». (Δεκτόν)
§168Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 17 νομοσχέδιο, «περὶ τῶν ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους πρὸς μὴ πιστούχους κτηματίας δανείων παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης», ὡς ἐδέχθη ἐν ἀρχῇ τῆς συνεδριάσεως ἡ Βουλή. Κατὰ τὴν ἐπὶ τῶν ἄρθρων συζήτησιν, θὰ ζητήσω διορθώσεις τινάς, διότι παρεισέφρυσαν εἰς τὸ κείμενον πολλὰ τυπογραφικὰ λάθη.
§169Γ. ΠΩΠ. Πρὸ μικροῦ, κ. Πρόεδρε, διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὥστε δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ μελετηθῇ· ἀλλά, πρὸ παντός, νομίζω, ὅτι αὐτὸ τὸ θέμα εἶναι ἐξόχως σοβαρόν, διότι ἡ διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου, ἀντὶ νὰ παρέχῃ εὐκολίας εἰς τοὺς σταφιδικοὺς πληθυσμούς, ὡς ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ πάντες ἡμεῖς, ἀπεναντίας παρέχει δυσχερείας εἰς τὸ ἐμπόριον τοῦ σταφιδοκάρπου καὶ περιλαμβάνει διατάξεις τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, πρὶν τὸ νομοσχέδιον ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν σταφιδικῶν ἐπαρχιῶν.
§170Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Κατ’ ἀρχὴν ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον κηρυχθὲν κατεπεῖγον ἀπὸ τῆς χθές, ἀλλά, προκειμένου περὶ τῆς πρώτης κατ’ ἄρθρον συζητήσεως, ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐτυπώθη, ἔχει πληθὺν τυπογραφικῶν σφαλμάτων, τὰ ὁποῖα ἤδη παρετήρησα. Ἄν, λοιπόν, ἡ Βουλὴ θέλῃ, νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε εἰς πρώτην συζήτησιν, ὥστε νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ συζήτησιν τὴν Πέμπτην ἢ τὴν Παρασκευὴν, ὅτε δύναται νὰ γίνῃ εὐρεῖα συζήτησις. Ὁ λόγος δι’ ὃν ζητῶ τὴν ψήφισιν εἰς αʹ συζήτησιν κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίαν εἶναι τὸ ἄκρον ἐπεῖγον τοῦ νομοσχεδίου, διότι πρόκειται νὰ παράσχωμεν εἰς τὴν Τράπεζαν ἐγγύησιν, ἵνα στέρξῃ εἰς τὴν παροχὴν τοῦ χαλκοῦ ἐπὶ πιστώσει. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ψαρῶν περὶ ἀναβολῆς καὶ παραπομπῆς εἰς ἐπιτροπὴν...
§171ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§172ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον νὰ γίνῃ διόρθωσις, διότι ὁμιλεῖ περὶ καρπῶν, ἐνῷ πρόκειται περὶ σταφυλῶν.
§173Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀμφισβητήσω τὴν ἀνάγκην τῆς σπουδῆς, τήν ὁποίαν ἐπικαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργός, παρατηρῶ ὅμως, μετὰ λύπης, ὅτι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπιτελεῖται τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ὁ ὀρθός, διότι, ἐνῷ ἡ Ἡμερησία Διάταξις συντάσσεται ὑπὸ τοῦ Προεδρείου ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ἀναγράφεται μεταξὺ τῶν πρώτων, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ζητηθῇ ἀμέσως ἐν ἀρχῇ ἡ ψήφισις αὐτοῦ.
§174Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄλλως, διότι χθὲς κατετέθη τὸ νομοσχέδιον καὶ μόλις τώρα ἀπεστάλη ἐκ τοῦ τυπογραφείου. Ἄν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ, ἂς μὴ τὸ ψηφίσῃ.
§175ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, νὰ ψηφισθῇ.
§176Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὴν στιγμὴν ταύτην διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ψηφισθῇ ἀπόψε.
§177ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν.
§178ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Θὰ καταστραφῶσιν οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἐκ τῆς ἀναβολῆς.
§179Μ. ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην θείου, χαλκοῦ, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας διακόπτονται αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς.
§180Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγώ, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀποφάσεως, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἡ Βουλή, θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν σύνταξιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, νὰ συνεννοῆται μὲ τὸ Προεδρεῖον, διὰ νὰ γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς μίαν ἢ δύο ὥρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, ποῖα νομοσχέδια θὰ συζητηθῶσιν.
§181Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Σήμερον ἔχομεν ἀνάγκην θείου, ἔχομεν ἀνάγκην θεϊκοῦ χαλκοῦ καὶ μεθαύριον διακόπτονται αἱ ἐργασίαι.
§182Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι, δὲν συζητῶ κυρίως ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, δέχομαι τὴν γνώμην σας νὰ ψηφισθῇ, ἀλλ’ ἤθελον γενικῶς ὁμιλῶν, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως. Διότι εἴδατε τὶ συνέβη μὲ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· παρενεβλήθη μία διάταξις, ἡ ὁποία ἀνέτρεψε τὸ νομοσχέδιον. Πρέπει νὰ συζητῶνται κανονικῶς τὰ νομοσχέδια καὶ αἱ τροπολογίαι νὰ ὑποβάλλωνται ἀπὸ τῆς αʹ ἀναγνώσεως. Ἐξαιρετικῶς, λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος, εἶμαι σύμφωνος νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω καὶ τὸ Προεδρεῖον καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συντάσσωσι τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, προτασσομένων ἐν αὐτῇ ἐκείνων, ἅτινα ἐπείγεται ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητηθῶσι καὶ ψηφισθῶσι.
§183Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριε Πρόεδρε, ἐν πληρεστάτῳ δικαίῳ ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως εἶναι ὁ κ. Συνάδελφος, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη χθές, τὸ ὁποῖον φυσικὰ δὲν εἶχε τυπωθῆ, τὸ ὁποῖον σήμερον ἦτο ζήτημα ἂν θὰ κατωρθοῦτο νὰ ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ προτάξωμεν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Εὐτυχῶς ἡ δυστυχῶς, διότι προεκάλεσε τὴν συζήτησιν, κατωρθώθη ἀπόψε νὰ ἔλθῃ ἀπὸ τὸ Τυπογραφεῖον, καὶ μάλιστα ἀδιόρθωτον. Παρεκάλεσα τὴν Βουλήν, ἄν στέργῃ, νὰ γίνῃ ἡ διανομὴ καὶ κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως νὰ ψηφισθῇ. Τὸ ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ καὶ ἐνόμισα καὶ ἐγώ, ὅτι, ἄν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἠμπορεῖ νὰ ψηφισθῇ, ἄλλως νὰ μείνῃ δι’ αὔριον.
§184ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§185Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγώ.
§186Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Θὰ δώσω τὸ κείμενον διωρθωμένον, διότι ἔχει πολλὰ τυπογραφικὰ λάθη. (Μεθ’ ὃ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον)
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
§188Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν πρὸς ἐξασφάλισιν ἀκριβῶς τῶν δικαιωμάτων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι δὲν ἰσχύει ὁ νόμος ΔΞΗʹ περὶ ἀναστολῆς παραγραφῶν, προθεσμιῶν καὶ δικαστικῶν ἐν γένει πράξεων ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως, διὰ νὰ δύναται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ προβαίνῃ εἰς ἐκτέλεσιν.
§189Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν ἔχει προθεσμίας ὁ νόμος αὐτός, ἀλλὰ καὶ ἂν εἶχε, θὰ ἐξαιρεθοῦν αἱ προθεσμίαι αὐταὶ εἰς τὸ Διάταγμα περὶ δικαιοστασίου.
§190Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν μεταρρύθμισιν νομικωτέραν καὶ δικαιοτέραν ἐπὶ τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 2, διότι ἐνταῦθα πρόκειται νὰ καταρριφθῇ τὸ οἰκοδόμημα τῆς διαδικασίας τὸ καθιερωμένον. Ἀντὶ ὀλίγων κερμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ δώσῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα διὰ θεϊκὸν χαλκόν, ἔχει τὸ δικαίωμα διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν καρπόν, τὸ προϊόν, ἄνευ οὐδεμιᾶς διαδικασίας, καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα ἄνευ δημοπρασίας νὰ πωλήσῃ. Δὲν συζητῶ, ὑποβάλλω εἰς τὴν βαθεῖαν μέριμναν καὶ μελέτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὴν παρατήρησίν μου ταύτην, διότι εἶναι παράδοξος ἡ διάταξις αὐτή, καταρρίπτουσα, ὄχι μόνον τὸ οἰκοδόμημα, τὸ μέχρι τοῦδε κρατοῦν ἐν τῇ δικαιοσύνη, ἀλλὰ καταρρίπτουσα καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἀφήνουσα αὐτὴν εἰς τὰς χεῖρας Ἐθνικοῦ, βεβαίως, ἱδρύματος, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου τὰ ὄργανα εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶσιν εἰς πράξεις δημεύσεως καὶ πιέσεως, παρὰ πᾶν δίκαιον. Ἐφιστῶ ἐπὶ τούτου τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἵνα τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν βʹ συζήτησιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης».
§192Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι ἡ ὥρα κατάλληλος, διὰ νὰ ἀρχίσῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ.
§193Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Περὶ τῆς ἀρχῆς πρόκειται.
§194Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀπὸ τῆς ἑπομένης ἡμέρας τῆς καταθέσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκ μέρους τοῦ εἰσηγητοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησα πληροφορίας τινάς, ἀναγκαίας, διὰ νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, αἱ ὁποῖαι, ἀτυχῶς, δὲν μοὶ ἐχορηγήθησαν. Παρακαλῶ, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἀναβληθῇ μέχρις οὗ ἔλθωσιν αἱ πληροφορίαι αὗται, διότι ἀποβαίνει εἰς ἐμὲ ἀδύνατον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐφ’ ὅσον δὲν κατατίθενται αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησα.
§195Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ ἐζήτησε, μοὶ διαβιβασθῶσι, διότι ὁμολογῶ, ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν ἔλαβον τὴν αἴτησιν. Ἂν ἤδη ἡ Βουλὴ δηλοῖ, καὶ ὡς ἀντιλαμβάνομαι δηλοῖ, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἀναβολῆς, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν, ἀλλ’ ὑπὸ μίαν αἵρεσιν, αὔριον νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχήν. Νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητηθῇ κατ’ ἀρχήν, διότι, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ παρ’ ἑτέρου κ. Συναδέλφου ἐξεδηλώθησαν δισταγμοί τινες, ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις, ἵνα εἴπω καὶ ἐγὼ τὰς γνώμας μου καὶ ἐπὶ τῶν δεδομένων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐκ τῶν ὁποίων εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβαρύνσεως τοῦ λαοῦ, ἀλλὰ περὶ ἑνὸς κουμπαρᾶ, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἀξιωματικοί, διὰ κρατήσεων ἐκ τῶν ἀποδοχῶν μας, θέλομεν ἐξασφαλίσῃ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν σᾶς παρακαλῶ ἀπόψε μέν, ἀφοῦ τοιαύτη ἐξεδηλώθη ἐπιθυμία τῆς Βουλῆς, νὰ ἀναβληθῇ, ἀλλ’ αὔριον πάντως νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§196Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἔλαβε γνῶσιν τῆς αἰτήσεώς μου περὶ παροχῆς τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχον θεωρήσῃ ἀναγκαίας διὰ νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο δὲν προέρχεται ἐξ ὑπαιτιότητός μου. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ συστήσητε εἰς τὸ γραφεῖον νὰ σταλῇ ἡ αἴτησίς μου, ἐὰν δὲν ἐστάλη μέχρι τοῦδε, νὰ μοὶ παρασχεθῇ δὲ καὶ ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος, διότι δὲν εἶμαι καὶ τόσον ἠσκημένος εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ζητήματα, ὥστε νὰ δύναμαι ἐν ὀλίγῳ χρόνῳ νὰ ἐγκύψω ἀμέσως εἰς τὴν μελέτην τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν καὶ νὰ καταστῶ ἱκανὸς, ὥστε νὰ λάβω ἀμέσως τὸν λόγον. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, εἰ δυνατόν, νὰ σταλῇ ἀμέσως ἡ αἴτησίς μου καὶ τὴν μεθεπομένην ἡμέραν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐγὼ πρὸ πολλοῦ ἐξεδήλωσα τὴν ἐπιθυμίαν, ὅτι θέλω νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ὑποβάλλετε πρότασιν ἀναβολῆς;
§198Γ. ΠΩΠ. Ἐδέχθη τὴν ἀναβολὴν ἤδη ὁ κ. Ὑπουργός.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§200Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Τί; Θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλήν; Δύναται νὰ μοὶ ἀφαιρεθῇ ὁ λόγος;
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, τὸ νομοσχέδιον ἀνεβλήθη. Τώρα ἔχομεν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 τῆς Νομοθετικῆς Ἡμερ. Διατάξεως. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ ἀπονομῆς μεταλλίων εἰς τοὺς Ἀξιωματικούς, Ἀνθυπασπιστὰς καὶ Ὑπαξιωματικούς». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν)
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν μονίμου ἐπὶ τῶν προμηθειῶν τοῦ Στρατοῦ Ἐπιτροπῆς». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν)
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 7 ἀναβάλλεται, ὑπαρχουσῶν ἀντιρρήσεων. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως λόγῳ σωματικῆς ἀνικανότητος διὰ τὰς μαχίμους τοῦ Στρατοῦ ὑπηρεσίας ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν τοῦ Στρατεύματος». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν)
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. ΡΟΗʹ περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν νόμου τῆς 7ης Μαρτίου 1851». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν)
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 55′ μ. μ.)