1916.03.28
1.871 στίχοι · 14.255 λέξεις · 138 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΜΑʹ.
ΤΗΣ 28 ΜΑΡΤΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρα 6 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγιγνώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἐπικυροῦνται ταῦτα, μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: Οἱ ἀπόστρατοι ἀξιωματικοὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ συντάξεως ἀξιωματικῶν». Ἡ ἐνταῦθα Ἀδελφότης τῶν Τηνίων ὑποβάλλει διαφόρους σκέψεις της, σχετικῶς πρὸς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Τήνῳ Ναοῦ». Οἱ ὑλοτόμοι Μαγουλιάνων παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ἀπόληψις ἐλατῶν πρὸς ὑλοτομίαν. Ὁ Βουλευτὴς Δράμας Χατζῆ Σαρρῆ Σαμπὰν παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῶν κατοίκων Δράμας, καταπιεζομένων ὑπὸ τῶν ἀρχῶν. Ὁ ἐργατικὸς πληθυσμὸς Σφακίων παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ὑλοτομία καὶ ἡ κατασκευὴ ξυλανθράκων. Ὁ λαὸς Πρεμετῆς ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς 25ης Μαρτίου εὔχεται πραγμάτωσιν ἐθνικῶν πόθων. Ὁ λαὸς Θάσσου εὔχεται, ὅπως μεγαλυνθῇ ἡ Πατρίς. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Φιλανθρωπικοῦ Συλλόγου Δράμας παρακαλεῖ, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἀναμίσθωσις τῶν δημοσίων κτημάτων. Οἱ ἐργοστασιάρχαι Βερροίας παραπονοῦνται κατὰ τοῦ ἐκεῖ ἀστυνόμου, διατιμήσαντος τὰ προϊόντα εἰς πολὺ μικρὰς τιμάς. Ὁ ἱερεὺς Ἀπόστολος Τσιτσιμπίκος ἐκ Κορύτσης τῆς Εὐρυτανίας παρακαλεῖ, ὅπως διορισθῇ ἐκεῖ ὑποδιδάσκαλος. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Μουζούστης τῆς Μεσσηνίας παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ ἀναλάβῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τὴν προμήθειαν θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Οἱ ἐν Ἰκαρίᾳ ἰδιοκτῆται ὑδρομύλων κλπ. παρακαλοῦσιν, ὅπως χορηγῆται ἐκεῖ σῖτος καὶ ὄχι ἄλευρα. Οἱ Μιχαὴλ καὶ Βασίλειος Ἀθανασιάδης κλπ. κάτοικοι Κατερίνης παρακαλοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἄρσις τῆς ἐπιτάξεως τῶν οἰκιῶν των. Οἱ κάτοικοι Σαλίτσης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπειγόντως τοῖς σταλῶσιν ἄλευρα. Αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων Σαγδίτσης παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς σταλῇ ἡ ὁρισθεῖσα περίθαλψις. Κάτοικοί τινες Κοζάνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ ἐπανορθωθῇ τὸ εἰς αὐτοὺς γενόμενον ἀδίκημα. Ὁ τέως διδάσκαλος Παντελῆς Χατζηπέτρος, κάτοικος Νιαούσης, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ σύνταξις. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως χορηγεῖται ἄδεια εἴκοσιν ἡμερῶν εἰς τὸν Βουλευτὴν κ. Ι. Σχοινᾶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δι’ ἐγγράφου του γνωρίζει πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος τῆς 27 Μαρτίου ἐ. ἔ. διωρίσθη Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ τέως Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, κ. Μιλτιάδης Χατζᾶκος, τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνατεθείσης, προσωρινῶς, εἰς τὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν κ. Δ. Ράλλην. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ, Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑ-
ΔΗΣ, Γ. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ, Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ, Θ. ΤΙΚΟ-
ΠΟΥΛΟΣ καὶ Δ. ΚΑΡΑΝΤΖΙΔΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 617 περὶ ἀσκήσεως τῶν ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων ἐν ταῖς Νέαις Ἑλληνικαῖς Χώραις». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ, Μ. ΗΣΥΧΑΚΗΣ, Θ. ΜΟΑΤΣΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παραμονῆς εἰς τὰς θέσεις των ἐφέδρων ὑπαλλήλων δημοσίων ἢ δημοτικῶν, ἢ Τραπεζῶν κλπ. κατὰ τὴν παροῦσαν ἐπιστράτευσιν». Ὁ Βουλευτὴς κ. ΑΝΤ. ΒΙΤΑΛΗΣ ὑποβάλει: 1) τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς ἀξιωματικῶν ἀνακληθέντων εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ χρόνου τῆς συντάξεώς των», 2) πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸ ἄρθρον 28 τοῦ νόμου 344 τῆς 31ης Ὀκτωβρίου 1914». Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ κωδικοποιηθέντος ὑπ’ ἀριθ. 425 νόμου «περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ». Οἱ Βουλευταὶ κ.κ. Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ, Δ. ΚΑΡΑΝ-
ΤΖΙΔΗΣ, Α. ΒΙΤΑΛΗΣ, Γ. ΤΖΕΤΖΟΣ, Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟ-
ΠΟΥΛΟΣ, Π. ΦΛΩΡΟΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῶν δήμων», Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ξ. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ καὶ Α. ΚΩ-ΛΕΤΣΗΣ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐλευθέρας ἁλιείας ἐν τῷ Ἀμβρακικῷ κόλπῳ προϊόντων τινῶν τῆς θαλάσσης ὑπὸ τῶν περιοίκων ἰθαγενῶν ἁλιέων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΚΡΙΜΠΑΣ, Π. ΑΝΤΩΝΑΡΟ-ΠΟΥΛΟΣ, Α. ΑΙΛΙΑΝΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν κατὰ τὴν ἐκστρατείαν 1912– 1913 καὶ τὰς ἐπιχειρήσεις τῆς Β. Ἠπείρου προσενεγκόντων ὑπηρεσίας μὴ ἀμειφθείσας ὑπαξιωματικῶν». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν
§3Γ. ΠΩΠ. Κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ καὶ διατυπώσω σκέψεις τινὰς ἐπὶ τῆς ἀνακοινώσεως, ἥν ἐποιήσατο πρὸς τὴν Βουλήν, περὶ τῆς παραιτήσεως ἑνὸς τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ περὶ τῆς εἰσόδου νέου Ὑπουργοῦ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον...
§4Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε. Τὸ θέμα εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι θέμα ἐπερωτήσεως.
§5Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§6Γ. ΠΩΠ. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτὴς ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῆς μακρᾶς αὐτοῦ πείρας, ὅτι ὑπέρτατος Κανονισμὸς εἶναι ἡ συγκρότησις τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀφορᾷ τὴν συγκρότησιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Σώματος. Θέματα τοιαύτης φύσεως δὲν ἀναβάλλονται, οὐδὲ κἂν ἵνα προηγηθῶσι τὰ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγεγραμμένα. Ἀπὸ τῆς σκέψεως ταύτης ὁδηγούμενος, ἐζήτησα, καὶ ἐπαναλαμβάνω, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ ἐπέτρεψεν, ἵνα λάβω τὸν λόγον καὶ εἴπω ταῦτα πρὸς ὑμᾶς, ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, ὅτι ἡ δήλωσις, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς εἰσόδου καὶ τῆς ἐξόδου δύο μελῶν τοῦ Ὑπουργείου, ὑπῆρξεν ἀνεπαρκής, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἓν μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔπαυσε νὰ εἶναι τοιοῦτον. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὸ θέμα τῆς παραιτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλπίζω, ὅτι καὶ ὁ ἴδιος θὰ θελήσῃ, ἵνα ἀναπτύξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἄν, πρὸς τὴν Βουλὴν διαφωνῶν, ἀπῆλθεν, ἢ ἄν διεφώνησε πρὸς τοὺς Συναδέλφους αὑτοῦ ἐπὶ θεμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων τυχὸν ἦτο σύμφωνος μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ τὸ δεύτερον, τὸ τῆς εἰσόδου τοῦ νέου Ὑπουργοῦ, τοῦ ἀναλαβόντος τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἶναι θέμα ἐξαιρετικῆς σημασίας, καὶ νομίζω, ὅτι μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀξιώσω, ὄχι μόνον ἐξ ὀνόματός μου, ἀλλὰ, διότι, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δηλώσῃ, τίνος λόγου ἕνεκα διώρισε Σύμβουλον τοῦ Στέμματος καὶ μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, καὶ δὴ αὐτὸν τοῦτον τὸν Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ θελήσῃ νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως ταύτης, ἥτις, ἐὰν δὲν εἶναι ἀξίωσις, εἶναι πάντως καὶ ἀπορία ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§8ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Οἱ λόγοι τῆς παραιτήσεως τοῦ τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι γνωστοὶ εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἐν αὐτῇ ἐγεννήθησαν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν συμπλήρωσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐκ τῆς αἰφνιδίας παραιτήσεως τοῦ πρώην κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπεβάλλετο αὕτη ὑπὸ τῶν περιστάσεων. Τὸν διορισμὸν τοῦ νέου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ ἐποίησε τὸ Στέμμα καὶ οὐχὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως παραδόξως ὁ ἄρτι καταβὰς τοῦ βήματος εἶπε πρὸς τὴν Βουλήν.
§9ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. Ἐρωτηθείς, ὀφείλω νὰ δώσω λόγον τῆς ἐξόδου μου ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, διότι τοῦτο εἶναι καθῆκον. Ἠναγκάσθην μετὰ λύπης νὰ καταλίπω τὴν θέσιν μου διὰ λόγους διαφωνίας τινός, ἥτις ἀνεφάνη ἐν ταύτῃ τῇ αἰθούσῃ. Ἐκ πεποιθήσεως ἐπρέσβευον, καὶ ὁλόκληρος ὁ βίος τῶν Βουλῶν μέχρι ταύτης τῆς ὥρας, ἦτο σύμφωνος πρὸς ἐκεῖνο, ὅπερ ἐπρέσβευον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ Ὑπουργικὴ πρωτοβουλία, ἢ Κυβερνητικὴ πρωτοβουλία, νὰ ἀνακοπῇ ὑπὸ προτάσεων, προερχομένων ἐκ τῶν Βουλευτῶν· ἂν ἀνεκόπτετο ἡ πρωτοβουλία ὑπὸ τοιούτων προτάσεων, θὰ ἦτο τὸ αὐτό, ὡς ἂν ἀπεχώρει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἄλλοι ἀντ’ αὐτῆς ὑπέβαλον τὰς γνώμας αὑτῶν πρὸς ἀποδοχήν. Ὁ λόγος οὗτος ἦτο ἐπαρκής. Τοσοῦτον ἤμην πεπεισμένος, ὅτι τοῦτο τὸ ἔκρυθμον, τὸ ἐκ τῶν τάξεων τῆς Βουλῆς προκῦψαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσῃ, ὥστε ὅτε ἐγένετο καὶ λόγος περαιτέρω, περὶ τοῦ ὅτι θὰ ἐπιμείνωσιν εἰς τὴν ψήφισιν, οἱ υἱοθετοῦντες νομοσχέδιον, ὅπερ ὁ Ὑπουργὸς ἐφρόνει, ὅτι, ὡς ἐτροποποιήθη, ἦτο βλαβερόν, ἁρπαγὲν ἀπὸ τῆς θελήσεως αὐτοῦ, μὴ δυνηθέντος νὰ ἐξελέγξῃ ἀμέσως τὴν ἔννοιαν, ὅτε τοῦτο οὕτως ἐγένετο, ἐγώ, ἐνταῦθα, ὡς Ὑπουργὸς ἐδήλωσα, ὅτι, ἂν τυχὸν ἦτο δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς εἶχεν, οὐδέποτε ἤθελον ὑποβάλει αὐτὸ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως. Τοῦτο ἦτο τὸ γεγονός. Κατὰ πάντα σύμφωνος ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους μετὰ τῶν Συναδέλφων μου, ἐκ ταύτης τῆς διαφορᾶς γνώμης, ἥτις εἶχε λόγον διάφορον ἀντίληψιν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ καὶ τοῦ Συντάγματος, μετὰ μεγάλης λύπης, εἰς ταύτας τὰς περιστάσεις, ἠναγκάσθην, μὴ δυνάμενος νὰ πράξω ἄλλως, νὰ ἀποχωρισθῶ τῶν Συναδέλφων μου, μεθ’ ὧν, ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας ὁμορρύθμως συνεβαδίζομεν. (Χειροκροτήματα). Ἡ ἀποχώρησις τοῦ Ὑπουργοῦ διὰ τοιοῦτον λόγον, ἂν εἶναι προωρισμένη νὰ κυρώσῃ εἰς τὸ μέλλον ἐκεῖνο, ὅπερ ἐν τῷ παρελθόντι σταθερῶς ἴσχυε, καὶ εἶναι προωρισμένη νὰ τὸ κυρώσῃ, διότι εἶναι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια, δὲν σημαίνει τίποτε ἄλλο. Διότι ὁ πρώην Ὑπουργὸς ταύτην τὴν ὥραν, συμμεριζόμενος τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον βλέπει πλανώμενον, καθ’ ὅλην τὴν Βουλήν, θέλω συμβουλεύσει, πᾶσα ἡ Βουλή, πᾶσα ἡ πλειοψηφία, νὰ συγκεντρωθῇ περὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὑποστηρίξῃ αὐτήν, ἵνα διεξαγάγῃ ἐν ταῖς δειναῖς ταύταις περιστάσεσι τὸ ἔργον, ὅπερ ἔλαχεν εἰς αὐτήν. (Νέα ζωηρὰ χειροκροτήματα). Πᾶσα ἄλλη σκέψις ταύτην τὴν ὥραν, θὰ εἶναι σφαλερά. Καθ’ ἣν ὥραν τὰ πάντα μαίνονται πέριξ ἡμῶν, καθ’ ἣν ὥραν ἡ ἐλευθερία τῆς Ἑλλάδος πάντοθεν εἶναι συνεσφιγμένη, καθ’ ἡμέραν δὲ γίνεται ἡ πολιορκία αὐτῆς στενωτέρα, θὰ ἦτο ὀλέθριον, ἄν ἡ Βουλή, ἀσχολουμένη περὶ ἄλλα καὶ ἐξετάζουσα ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύθη διὰ τῆς ἐξόδου τοῦ Ὑπουργοῦ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον, καλῶς, θὰ ἦτο ὀλέθριον, ἄν συνετέλει εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ σήμερον πολιτικὴ μεταβολή, ἥτις εἶναι τὸ ἔσχατον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εὔχηται τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα)
§10Γ. ΠΩΠ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης ἀνέπτυξεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, οἵτινες ἀπεμάκρυναν αὐτὸν τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ λόγοι αὐτοὶ ἀπετέλεσαν ριζικὴν διαφωνίαν μετὰ τῶν Συναδέλφων αὐτοῦ ἐπὶ θέματος, ἀναγομένου εἰς τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα. Δὲν θέλω νὰ παρέμβω ἐπὶ πλέον, ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μόνον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Θεσσαλονίκης νὰ ἀντικρούσω τὴν θεωρίαν αὐτοῦ, ὅτι, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον κυβερνωμένη ἡ Ἑλλάς, δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοὺς κινδύνους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἀπαιτεῖται οὔτε πεῖρα, οὔτε ἡ ὀξυδέρκεια τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης, ὅπως ἀντικρύζῃ αὐτοὺς ἐξ ὅλων τῶν μερῶν ἐπερχομένων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ δέος καὶ ἐνισχύει τὴν γνώμην, ὅτι ἀνωμάλως κυβερνᾶται ἡ Χώρα, εἶναι ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἡ γενομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν, ὅτι τοὺς Ὑπουργοὺς τοὺς διορίζει ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διορίζῃ καὶ νὰ παύῃ τοὺς Ὑπουργούς. Ἀλλοίμονον, ἐὰν ἦτο ἀληθὴς ἡ δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἰδιαίτατα δέ, ἐὰν ἦτο ἀληθὴς ἡ δήλωσις αὕτη κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν βίου, ὁπότε ἡ σύγχυσις τῶν εὐθυνῶν δύναται νὰ ἀποσύρῃ τὰς εὐθύνας ἐκεῖθεν, ὅπου αὗται εὑρίσκονται καὶ νὰ τὰς ρίπτῃ ἐκεῖ, ὅπου τοῦ ἀνευθύνου ἡ ἀρχὴ ἀποτελεῖ τὴν βάσιν καὶ τῆς ἐσωτερικῆς εὐημερίας τῆς Χώρας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἀντιπροσωπεύσεως τῶν συμφερόντων αὐτῆς. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν, μετὰ τὴν εἴσοδον τοῦ νέου Ὑπουργοῦ, Κυβέρνησιν, συγκεκροτημένην διὰ παμψηφίας τῆς Βουλῆς, καὶ τῆς ὁποίας τὰ ἐννέα Ὑπουργεῖα κατέχουσιν ἑπτὰ Ὑπουργοὶ καὶ ἐκ τῶν ἑπτὰ τούτων Ὑπουργῶν, οἱ τρεῖς μὲν Ὑπουργοὶ εἶναι κοινοβουλευτικοί. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κ. Συνάδελφοι, ἵνα μοὶ εἴπητε, ἐὰν διὰ τοῦ τρόπου τούτου τοῦ καταρτισμοῦ μιᾶς Κυβερνήσεως, ὄντως εὑρισκόμεθα ἐνώπιον κοινοβουλευτικῆς ἐξελίξεως τῶν πραγμάτων; Καὶ νομίζετε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παρέχετε ὑπηρεσίαν πρὸς τὴν Πολιτείαν, ὅταν, ἐρχόμενος ἐνώπιον ἡμῶν, λέγετε: μὴ ζητεῖτε λόγον παρ’ ἡμῶν, μὴ ζητεῖτε λόγον παρ’ οὐδενός. Ἀπεσπάσαμεν τὸν ἔντιμον Εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἐφέραμεν αὐτόν, ἵνα διευθύνῃ τὰ τῆς Δικαιοσύνης, μὴ θελήσητε δὲ νὰ κρίνητε τὸ γεγονὸς ἐκ τῆς ἐξαιρετικῆς ὅλως φυσιογνωμίας τοῦ ἀξιοτίμου κ. Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὅστις, ὄντως, καθ’ ἃ τοὐλάχιστον μέχρις ἐμοῦ ἔφερε καὶ φέρει ἡ φήμη, ἀποτελεῖ καύχημα καὶ ἐγκαλώπισμα τῆς Δικαιοσύνης. Καὶ εἶναι ὁ Ἄργος ἐπιτηρητὴς τῶν νόμων, ὁ Ἄργος, ὁ τεθεὶς ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἵνα ἐπιβλέπῃ τὴν δικαίαν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου καὶ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀποβλέψητε καὶ εἰς τοῦτο ὅτι: δὲν δύναται ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀποσπασθεὶς ἐκεῖθεν καὶ ἐλθὼν νὰ συμπαρακάθηται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκετο, διότι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν εἶναι, ὡς φαντάζεται ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· εἶναι πολιτικὸν Ὑπουργεῖον, εἶναι ὑψίστης καὶ πολιτικῆς εὐθύνης, καὶ μόνον πολιτικῆς εὐθύνης, ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἔννοιαν τῆς πολιτικῆς εὐθύνης δὲν θέλει νὰ ἀντιληφθῇ, ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς πολιτικῆς εὐθύνης δὲν θέλει νὰ κανονίζῃ τὸν βίον ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ της, ἐν τῇ παραστάσει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, βεβαίως, δὲν θέλομεν νὰ προσδοκῶμεν τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Θεσσαλονίκης Βουλευτής, ἵνα ἀμέριστον παράσχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν πρὸς συντήρησιν τῆς οὑτωσεί καταρτισθείσης Κυβερνήσεως.
§11ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν ἀναλαμβάνω τὴν εὐθύνην τῆς γενομένης συμπληρώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἠθέλησα μόνον νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν διορίζει ὁ Πρωθυπουργὸς τοὺς Ὑπουργούς, εἰς τὸ Στέμμα ἔγκειται τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν εὐθύνην τὴν λαμβάνω ἀκεραίαν. Ἐὰν ὑμεῖς ἀμφιβάλλητε περὶ τούτου, θὰ ζητήσω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. (Χειροκροτήματα).
§12Γ. ΠΩΠ. Τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα ἐπιζητήσῃ καὶ πάλιν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἀτυχῶς, ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁμιλῶν περὶ εὐθύνης, τὴν ὁποίαν, καὶ ἂν δὲν ἤθελε νὰ ἔχῃ, ἔχουν ἄλλοι, λέγει δὲ συγχρόνως, ὅτι δὲν διορίζει ὁ Πρωθυπουργὸς τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλ’ ὁ Βασιλεύς. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου λησμονεῖ, ὅτι ἡ θέσις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι θέσις ἁπλῶς πολιτικῆς εὐθύνης, λησμονεῖ, ὅτι εἶναι ἡ θέσις τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, θέσις ἀνεγνωρισμένη ὑπὸ τοῦ Δημοσίου Δικαίου ἐν Ἑλλάδι, λησμονεῖ, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ὅλως ἰδιάζουσα φυσιογνωμία ἐν τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ· εἶναι ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν εὐθύνην τοῦ διορισμοῦ τῶν Ὑπουργῶν, τὴν εὐθύνην καὶ ὑπόδειξιν καὶ διορισμὸν τῇ Βασιλικῇ ὑπογραφῇ, ἥτις θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, ὅτι εἶναι ἁπλῆ προσυπογραφή...
§13ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§14Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ. Ἐὰν εὑρίσκετε, ὅτι ὀρθῶς καὶ κοινοβουλευτικῶς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπικροτήσατε τοῦτο. Ἐάν, ὅμως, νομίζητε, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ πολιτικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξε, τότε μὴ θέλετε διὰ τῶν διακοπῶν, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται, νὰ ἀπαλλάξητε αὐτὸν τῆς εὐθύνης, τὴν ὁποίαν ἀκεραίαν ἔχει, ὄχι μόνον πολιτικῶς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ δημοσίου δικαίου ἐν Ἑλλάδι. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἀκριβῶς, ἵνα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δι’ ὀλίγων εἴπω πόθεν, τάχα, προῆλθεν ἡ ῥῆσις αὕτη, ὅτι ὁ Βασιλεὺς διορίζει τοὺς Ὑπουργούς. Δὲν θὰ ἀναπτύξω οὐδεμίαν θεωρίαν Συνταγματικήν, ἀλλὰ θὰ εἴπω, ὅτι τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ Συντάγματος ἐγένετο διαρκὴς ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων, ἵνα οὐχὶ ἐκ τῶν σπλάχνων τῆς Βουλῆς ἐμφανίζωσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τοὺς κόλπους τοῦ Κοινοβουλίου. Ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι συγκεκροτημένη, μετὰ τὰς δηλώσεις δὲ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν εἶναι Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν αὐτοτελῆ κοινοβουλευτικὴν μορφήν, καὶ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ νέα τις σκιὰ εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην, βεβαίως, ἦτο προσῆκον, ἵνα καὶ ἐκ νέου ἡ ψῆφος ἡμῶν ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν ταύτην. Ἀλλὰ μὴ πλανώμεθα, Κύριοι Συνάδελφοι, ὅτι τὰ ἤδη τελούμενα μένουσι μόνα εἰς τὴν γνῶσιν ἡμῶν· μὴ θέλωμεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι συγκροτοῦντες τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δυνάμεθα, ἑκάστοτε τὸ Πολίτευμα ἡμῶν, τὸ κοινοβουλευτικόν, νὰ τὸ μεταβάλωμεν, ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς στιγμῆς, ἐπὶ τῇ αἰωνίᾳ προφάσει, ὅτι αἱ ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις, εἶναι ἐκεῖναι, αἵτινες ἐπιτρέπουσι τὴν ἀνατροπὴν τῶν πάντων ἐν Ἑλλάδι. Ἡ Κυβέρνησις τῆς Χώρας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τὴν μορφὴν τὴν κοινοβουλευτικήν, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τὴν ἔννοιαν εὐθύνην καὶ τὴν ἑνιαίαν παράστασιν, δὲν δύναται ἀκριβῶς νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα εἶδε προσεγγίζοντα ἡ πεῖρα τοῦ ἀπελθόντος καὶ ἡ γνῶσις ἡ πρόσφατος τῶν πραγμάτων, τὰ δεινά, τὰ ὁποῖα βλέπομεν πανταχόθεν ἐπικείμενα, νὰ συγκλονίσωσιν οὐχὶ πλέον τὸ κυβερνητικὸν οἰκοδόμημα, τὸ ἑκάστοτε, οὔτε τὸ οἰκοδόμημα πλέον τοῦ Κράτους, ἀλλὰ νὰ συγκλονίσωσι συθέμελα ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Αἱ μέχρι τοῦδε ἀνωμαλίαι, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, οἱ μέχρι τοῦδε δισταγμοὶ περὶ πᾶσαν ἐνέργειαν, ὀφείλονται ἀκριβῶς εἰς τὴν γνώμην, ὅτι τὸ Στέμμα διορίζει τοὺς Ὑπουργοὺς αὑτοῦ. Τὴν γνώμην ταύτην ἔχουσα, ὡς εὐαγγέλιον, πιστῶς ἡ Κυβέρνησις ἐμόρφωσε καὶ τὴν συγκρότησιν αὑτῆς καὶ ἐπὶ τῇ σκέψει ταύτῃ ἐξακολουθεῖ ἐξελισσομένη. Ἐὰν ἀντικρύσητε τὰ πραγματικὰ αὐτὰ γεγονότα, θὰ ἀντιληφθῆτε, Κύριοι, ποία εἶναι ἡ πίστις, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις, οὑτωσὶ συγκεκροτημένη, ἐμπνέει πρὸς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἔχομεν ἀνάγκην, θὰ ἴδητε συγχρόνως ὁποῖον εἶναι τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως, τῆς οὑτωσὶ συγκεκροτημένης, ὅταν ἔξω τῆς Βουλῆς ὑπάρχει πανίσχυρος δημοσία γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ὁ τρόπος, καθ’ ὃν εἶναι συγκεκροτημένη ἡ Κυβέρνησις, ἐνισχύει, ἵνα στρέφηται καὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ κατὰ τοῦ Κοινοβουλίου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ μακρηγορήσῃ τις ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἀνεσχηματίσθη ἡ Κυβέρνησις, ἀποτελεῖ, οὐχὶ μόνον νέον τραῦμα κατὰ τοῦ Πολιτεύματος, οὐχὶ μόνον νέαν ἄγνοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ρυθμίσεως τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς Χώρας, ἀλλά, συγχρόνως, ἀποτελεῖ κίνδυνον, κίνδυνον, ὁ ὁποῖος καθίσταται νῦν διὰ τῆς ἐξελίξεως ταύτης τῆς κυβερνητικῆς, βαρύτατος διὰ τὰ ἐσωτερικὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, ἐπιρριπτομένης τῆς εὐθύνης ἐκεῖ, ἔνθα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιρρίπτηται αὕτη, ἀλλὰ καὶ καθίσταται κίνδυνος ἐξωτερικὸς τόσον δεινός, ὥστε σεῖς, οἵτινες σήμερον στηρίζετε τὴν Κυβέρνησιν, εὔχομαι νὰ μὴ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην ταχέως νὰ σκεφθῆτε, ἐὰν δὲν θὰ ἦτο φρόνιμον πολὺ προτήτερα νὰ ἤρετο ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς ἀπὸ οὑτωσὶ συγκεκροτημένην Κυβέρνησιν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀποδώσῃ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν αὐτὴ θέλει ἐκ τῶν σπλάχνων αὐτῆς συγκεκροτημένην, τὴν μόνην Κυβέρνησιν, ἥτις ἐν εὐνομουμένῳ πολιτεύματι, ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι δύναται νὰ δώσῃ, ὅπως ἀντικρύσῃ τὰς δεινὰς περιπετείας τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης.
§16Κ. ΣΟΚΚΟΛΗΣ. Ὅπως ἐτέθη τὸ ζήτημα, κ. Βουλευτά, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ψαρρῶν, δυστυχῶς, ἐμφανίζεται μία συνταγματικὴ θεωρία, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ εἶχε τὴν θέσιν της εἰς στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἴμεθα, ὄχι μόνον ἐν ἐννόμῳ πολιτεύματι, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι. Αὐτό, ὅμως, τὸ ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρρῶν Βουλευτής, ἐνθυμηθεὶς μόνον, ὅτι ἐν τῷ ἡμετέρῳ πολιτεύματι ὁ ἀνεύθυνος ἄρχων δὲν εἶναι τίποτε ἢ ἁπλοῦς προσυπογραφεύς. Αὐτός, ὁ ὁποῖος διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς, κατὰ τὴν θεωρίαν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ψαρρῶν, εἶναι χάρτης ἄγραφος, ἁπλῶς ὑπογράφει, δὲν ἔχει οὐδεμίαν δύναμιν, οὐδεμίαν θέλησιν ἐν τῷ πολιτεύματι. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀκούωνται τοιαῦται θεωρίαι...
§17Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§18Κ. ΣΟΚΚΟΛΗΣ. .. ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ἀντὶ νὰ φροντίσωμεν ἀκριβῶς εἰς τὰς ἐκτάκτους περιστάσεις, πῶς νὰ ἐξυψώσωμεν τὸ γόητρον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἀνεύθυνοι πάντων ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὑπευθύνων, κυττάζομεν, πῶς ἀκριβῶς νὰ τοὺς παραστήσωμεν, ἄλλα πράττοντας καὶ ἄλλα διανοουμένους, ἐνῷ δὲν ἐκτελοῦσιν οὐδὲν ἕτερον, εἰ μὴ μόνον τὸ καθῆκον αὐτῶν. Δὲν εἶμαι ὑπέρμαχος τῆς Κυβερνήσεως, λέγω, ὅμως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅπως ὡμίλησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, δὲν ἀπέρριψε τὰς εὐθύνας διὰ νὰ ρίψῃ τὸ βάρος αὐτῶν ἄλλοθεν, οὐδεὶς ἀντελήφθη τοιοῦτόν τι λεχθὲν ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τοὐναντίον, ἅπαντες ἀντελήφθημεν, ὅτι ἐν ἐλευθέρῳ ἡμῶν Κοινοβουλευτικῷ Πολιτεύματι, σύμφωνα πρὸς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς, ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς Ὑπουργούς, καθ’ ἥν δὲ στιγμὴν ἐνεφανίσθη ἐκεῖνο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀποτελουμένην ἀπὸ ὅλας τὰς ὑπαρχούσας ὁμάδας ἐν τῷ Κράτει, ἐκτὸς ἐκείνης, ἥτις δὲν συμμετέχει τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νομίμως καὶ ὀρθῶς ἔπραξε, διορίσασα ἕν πρόσωπον, οἱονδήποτε, ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, ὅταν ἔχωμεν δεδομένον, ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἕτερα μέλη, καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρωθυπουργός, μὴ συμμετέχοντα τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐὰν δὲ θέλωμεν νὰ φέρωμεν παρατηρήσεις, ὅτι ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ λαοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ, ἡ ὁποία ὑπῆρχε τὴν στιγμὴν τῆς καταρτίσεώς της, πρέπει νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς ὀλίγον μακρότερον παρελθόν καὶ θὰ εὕρωμεν, ὅτι τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς ἂν τήν συνεκλόνισέ τι, τὴν συνεκλόνισεν ὁ Ὕψιστος, ὁ ὁποῖος ἀπέσπασεν ἀπὸ τοὺς κόλπους αὐτῆς τὴν μεγάλην μορφὴν τοῦ Γ. Θεοτόκη, ὁ ὁποῖος συμμετεῖχεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ὑποτεθῇ, Κύριοι, ὅτι ἕν τοιοῦτον γεγονός, ὅπου μόνον ἡ θεία πρόνοια εἶναι ἔνοχος, ἐὰν ὑποτεθῇ, ὅτι ἡ θεία πρόνοια εἶναι ποτέ ἔνοχος, ἐπέφερεν ἀλλαγὴν Κυβερνήσεως. Ὅταν ἕν ἄλλο γεγονὸς ἐσωτερικῆς φύσεως τοιοῦτον, ὅτε κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπιφέρῃ πλήρη διαφωνίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν παρουσιάσθη, δὲν ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ διαφωνήσῃ, δὲν ἦτο δυνατὸν τότε νὰ ἀναπληρωθῇ, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν καὶ ἄλλα μέλη μὴ κοινοβουλευτικά, νὰ ἀναπληρωθῇ ἐκ μέλους ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου; Τὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθὸν τῆς γενομένης πράξεως; Ἢ θὰ γίνῃ Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις ἐντελῶς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν κρίσιν ἡμῶν τῶν ἀτόμων, ἵνα κρίνωμεν, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἐφικτὸν ἢ ὄχι, καθ’ ἥν στιγμὴν βλέπομεν, ὅτι ἐξακολουθεῖ ὑφισταμένη μὴ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις. Ἢ θὰ γίνῃ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις καὶ τότε πᾶσα συζήτησις παρέλκει, ἢ θὰ γίνῃ μία Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς σημερινῆς, ὅτε πᾶσα ἀλλαγὴ αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιφέρῃ συζήτησιν σοβαράν, διότι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴ ἡ Κυβέρνησις εἶναι τοιαύτη καὶ πᾶσα μεταρρύθμισις αὐτῆς θὰ ἐξακολουθεῖ ὡς τοιαύτην νὰ τὴν φέρῃ. Ὅταν ἔχωμεν τὰ δεδομένα αὐτὰ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν, ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ἀποτελεσθῇ ἕν μέλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ συντελεσθῇ ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου, τοῦτο δὲν εἶναι δίκαιον, τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, τοῦτο δὲν εἶναι συνταγματικόν. Ἐλησμονήθη ἡ πίεσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει σήμερον ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, ἐλησμονήθησαν ὅλα τὰ γεγονότα, τὰ ἐξωτερικὰ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πιέζεται εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Κυβερνήσεώς του ἰδίως. Ἐλησμονήθησαν αὐτὰ καὶ ἐνεθυμήθημεν κενοὺς συνταγματικοὺς τύπους, κενὰς συνταγματικὰς θεωρίας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν θέσιν των. Καθ’ ἥν στιγμὴν δὲν εἴμεθα κυρίαρχοι, καὶ μᾶς ἀμφισβητεῖται κάθε δικαίωμά μας, δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ κοινοβουλευτικοῦ καταρτισμοῦ Κυβερνήσεως, δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τοῦ ὅτι ἀτόπως ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προσελήφθη ἐκ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἢ ἐξ οἱουδήποτε κλάδου καὶ δὲν ἐλήφθη ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου; Τότε, κατὰ τὴν θεωρίαν αὐτήν, ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις παρανόμως ἵσταται ἐδῶ μέσα καὶ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ φύγῃ. Καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρρῶν δὲν εἶναι τῆς ἰδέας αὐτῆς...
§19Γ. ΠΩΠ. Μὲ συγχωρεῖτε· εἶμαι.
§20Κ. ΣΟΚΚΟΛΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι προεκάλεσα τὴν δήλωσίν σας καὶ εἶσθε ὁ μόνος, — δὲν γνωρίζω, ἐὰν ὑπάρχῃ ἄλλος — ὁ ὁποῖος διαφωνεῖ πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, διὰ τὴν ὁποίαν, ὅταν εἶπον, ὅτι ἀπολαύει τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς, βεβαίως, ἐδικαιούμην νὰ νομίζω, ὅτι εἰς τὴν παμψηφίαν αὐτὴν συμμετέχετε καὶ ὑμεῖς. (Χειροκροτήματα) Αὐτά, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω. Νομίζω, ὅτι πᾶσα συζήτησις παρέλκει, διότι πᾶν ὅ,τι γίνεται, εἶναι προϊὸν τῆς καταστάσεως τῆς ἀνάγκης, εἰς τήν ὁποίαν εὑρισκόμεθα. Ἂς εὑρεθῇ τρόπος νὰ ἀποφύγωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν καὶ τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ δικαίου ἢ ἀδίκου.
§21Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ συζητήσω, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ καταρτισθῇ ὅπως κατηρτίσθη. Εἰς περιστάσεις, ὁποῖαι αἱ σημεριναί, θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ δεχθῶ πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ παρεῖχε τὰ ἐχέγγυα τῆς ἰσχυρᾶς διευθύνσεως τῶν πραγμάτων, οὕτως ὥστε νὰ δυνηθῶμεν μετὰ μεγαλειτέρας ἐπιτυχίας νὰ ἀνταπεξέλθωμεν εἰς τοὺς κινδύνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἀπειλοῦσι πανταχόθεν. Δὲν θέλω, λοιπόν, νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον πρέπει ἐν τῇ δεδομένῃ περιπτώσει νὰ ὑπάρχῃ κοινοβουλευτικὴ ἢ ὑπηρεσιακή, ἢ οἰκουμενική, ἢ ὅπως θέλετε. Θὰ ἤμην διατεθειμένος, ἐγὼ προσωπικῶς, καὶ Κυβέρνησιν ἴσως παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος νὰ ἀνεχθῶ, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐκεῖνο, ὅμως, τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα, εἶναι, διὰ νὰ ἐκφράσω μίαν εὐχὴν ἀτομικήν, ἐὰν δὲν εἶναι αὕτη ὅλης τῆς Βουλῆς. Ἡ εὐχὴ δὲ αὐτή, εἶναι, ὅπως ἴδωμεν τὴν Κυβέρνησιν μετὰ μεγαλειτέρας ἰσχύος διευθύνουσαν τὰ πράγματα τοῦ Κράτους, διότι ἀρκοῦσιν οἱ ἐξωτερικοὶ περισπασμοὶ ποὺ κλονίζουν τὸ σκάφος τῆς Χώρας, νὰ ἴδωμεν τοὺς ἐξωτερικοὺς περισπασμούς, οἱ ὁποῖοι μᾶς περιβάλλουσιν. Εἶναι δυνατὸν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἤδη ἐπικαλεῖται τὸν πατριωτισμὸν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ ἡμεῖς ἰδίως, οἱ Βουλευταὶ τῶν Νέων Χωρῶν, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς τὰ πρόθυρα αὐτῶν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπιδράμωσιν εἰς τὴν Χώραν μας, ἀναγκαζόμεθα νὰ σφίγγωμεν τὴν καρδίαν μας καὶ νὰ μὴ ἐρωτῶμεν. Τὶ θὰ εἴπωμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐρωτῶσι, τὶ θὰ γίνῃ, ἐὰν τοιοῦτοι ἢ τοιοῦτοι ἐπιδρομεῖς μᾶς καταλάβουν; Σήμερον ἀκόμη ἔλαβον ἐπιστολάς, ἐκ τοῦ Νομοῦ μου, διὰ τῶν ὁποίων μοὶ ἐκφράζουν τὴν ἀμφιβολίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται καὶ ἐρωτῶσι τὶ σκεπτόμεθα. Ἡμεῖς, ὅμως, οὐδὲν σκεπτόμεθα, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν...
§22Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἢ ἡ Κυβέρνησις;
§23Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὅλοι ἡμεῖς οἱ Βουλευταί. Ἐὰν σεῖς γνωρίζητε, διαφωτίσατέ μας. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἔχομεν ἐγγυήσεις, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ εἴπω, διότι δὲν ἔχω καμμίαν ἐγγύησιν. Λοιπόν, Κύριοι, ἕνεκα ἀκριβῶς τῶν ἐξωτερικῶν περισπασμῶν, ὑπὸ τοὺς ὁποίους διατελεῖ τὸ Κράτος, ἐπιβάλλεται ἡ ἀνάγκη, ὅπως ἔχωμεν, τοὐλάχιστον, Κυβέρνησιν ἐσωτερικῶς ἰσχυρὰν, Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία νὰ προβαίνῃ μετὰ θάρρους, ἀντιμετωπίζουσα ἀμέσως τὰ ζητήματα καὶ μὴ ἀφήνουσα νὰ δημιουργηθῶσι κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους μακρόθεν βλέπομεν. Δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω μικρὰ ζητήματα, ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἐλήφθησαν ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ προλάβωσι μίαν καταιγίδα, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ τὴν Κοινωνίαν, ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν στενοχωριῶν, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων.
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχουσι σχέσιν αὐτά.
§25Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἔχουσι. Βεβαίως, δύνανταί τινες νὰ ἔχωσι τὴν ἰδέαν, ὅτι, ὅταν ἐγὼ ἀξιῶ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἰσχυρά, καὶ ὅτι ἀναφέρω, ὡς παράδειγμα, τὸ γεγονός, ὅτι δὲν εἰσήχθησαν μέτρα φορολογικὰ τοιαῦτα, ὥστε νὰ προληφθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον βλέπομεν, ὥστε νὰ μὴ διαμαρτύρωνται αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων, βεβαίως, δύνανται νὰ λέγωσιν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος. Ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐκτὸς τοῦ θέματος, εἶμαι ἐντὸς τοῦ θέματος, διότι δὲν πρέπει νὰ βλέπωμεν ἐπὶ τόσους μῆνας νὰ μὴ φέρωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ προλάβωσι τὴν καταιγίδα, ἡ ὁποία μᾶς ἀπειλεῖ.
§26Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν οἰκονομικήν;
§27Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Τὴν οἰκονομικὴν καὶ πολιτειακήν. Λοιπόν, ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι, ἐὰν μή τι ἄλλο, τοὐλάχιστον, αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἀποτολμῶμεν νὰ κάμωμεν σήμερον, θὰ συντελέσουν, ὥστε νὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιάσουν τὴν Κυβέρνησιν ἰσχυράν, οὕτως ὥστε νὰ ὑπάρχῃ πεποίθησις παρὰ τῷ κόσμῳ, ὅτι καὶ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα θὰ εὕρῃ καλλιτέραν λύσιν.
§28Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τοιαύτας στιγμάς, κ. Βουλευταί, ὑψίστης πολιτικῆς σημασίας, βεβαίως, πᾶσα συζήτησις περιττεύει. Ἐν τούτοις, ἄν ἔλαβον τὸν λόγον, τὸν ἔλαβον, ἵνα εἴπω ὀλίγας λέξεις, καὶ δὴ τὰς λέξεις, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρει τὸν τύπον μᾶλλον κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως. Διότι τὶ θὰ εἴπῃ κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις; Κοινοβουλευτικὴ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ παροῦσα Κυβέρνησις, ὄχι μόνον ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογάς, καὶ τονίζω τὴν λέξιν, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις κατῆλθεν εἰς τὰς ἐκλογὰς μὲ ὡρισμένον πολιτικὸν πρόγραμμα. Δὲν θὰ μοῦ ἀρνηθῇ κανείς, ὅτι ὑπὸ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως πάντες ἡμεῖς ἐξελέγημεν Βουλευταί. Ἐὰν ἐξετέθησαν μερικοὶ ἀνεξάρτητοι, οἱ ἀνεξάρτητοι αὐτοὶ εἶναι μονάδες, ἀλλ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις φέρει τὸν τύπον τῆς μᾶλλον Κοινοβουλευτικῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀναμφισβήτητον.
§29Γ. ΠΩΠ. Ὁ Μπέτμαν Χόλβεγκ ἔχει μεγαλειτέραν πλειοψηφίαν.
§30Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸς εἶναι Καγκελάριος, δὲν εἶναι Κοινοβουλευτικὸς Κυβερνήτης. Λοιπόν, εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν χωρεῖ πολλὴ συζήτησις, τοσοῦτον μᾶλλον, καθ’ ὅσον αἱ μερικαὶ τροποποιήσεις τῆς Κυβερνήσεως, ἐφ’ ὅσον ὁ Πρωθυπουργὸς μένει ὁ αὐτός, δὲν δύνανται ποτὲ νὰ γεννήσωσι πολιτικὰς συζητήσεις. Εἰς τὸ παρελθὸν μάλιστα, εἴχομεν τοιαύτας τροποποιήσεις, μάλιστα εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων, ὅτε ἦλθεν ἐποχή, καθ’ ἣν ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργεῖον ἤλλαξε καὶ οὐδεὶς ἐγένετο λόγος, διότι ὁ Πρωθυπουργὸς ἔμεινεν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Διότι, ἐφ’ ὅσον ὁ Πρωθυπουργὸς μένει εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁ ὁποῖος, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, δὲν ἔχει τὴν τυπικὴν ἐξουσίαν μόνον, τὴν ὁποίαν τοῦ δίδει τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ εἶναι ὁ δεσπότης τοῦ Πολιτεύματος καὶ αὐτὸς διορίζει τοὺς Ὑπουργούς, ἐκτὸς, λέγω, τούτου, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς μένει ὁ αὐτός, ἡ μερικὴ μεταβολή, ἡ ὁποία δύναται νὰ συμβῇ εἰς ἑκάστην Κυβέρνησιν, δὲν δύναται νὰ γεννήσῃ σοβαρὰν πολιτικὴν συζήτησιν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ εἴπω, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι θὰ ηὐχόμην ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐλαμβάνετο ἐκ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, δὲν λέγω δὲ τοῦτο, ἵνα προσβάλω τὸν παλαιόν μου συμμαθητὴν καὶ ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸν κ. Χατζάκον, διότι ὁμολογῶ ἀδιστάκτως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἠδύνατο βεβαίως ἀπολύτως καὶ ἄνευ προστριβῆς νὰ λάβῃ μέρος εἰς ὑπηρεσιακὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὄχι εἰς πολιτικήν, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς πολιτικὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν θελήσῃ νὰ τηρήσῃ τὸ ἀξίωμά του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφύγῃ πολιτικὰς προστριβάς. Δὲν ἦτο, λοιπόν, δίκαιον ὁ ἀνώτατος λειτουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ προστριβῇ εἰς τοιαύτας στιγμάς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἠδύνατο τὸ Κοινοβούλιον νὰ δώσῃ, ὄχι μόνον ἕνα ἀλλ’ ἴσως εἴκοσιν Ὑπουργούς, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ ἀναγκάσωμεν τὸν ἀνώτατον λειτουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔλθῃ σήμερον καὶ νὰ μᾶς ὑπηρετήσῃ εἰς τὴν πολιτικήν. Αὕτη εἶναι ἡ γνώμη μου καὶ δὲν δύναμαι, ἢ νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου, βλέπων αὐτὸν μεταξὺ ἡμῶν, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὑπ’ αὐτὸν ἡ Δικαιοσύνη θὰ εὕρῃ ἓν στήριγμα καὶ ἕνα ἐπόπτην αὐστηρὸν καὶ δίκαιον. Ἀλλ’ ἐὰν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἀνῆλθον δι’ ἄλλον λόγον, διότι, ὁμολογῶ, ὅτι ἐλυπήθην, ὅταν ἤκουσα τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν παραίτησιν τοῦ ἀξιοτίμου πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐλυπήθην, διότι εἰς τὰ αἴτια ἐκεῖνα ἐπρωτοστάτησα, τὰ αἴτια δὲ εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἀμβύκων. Διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμελέτα περισσότερον τὸ ζήτημα, θὰ ἔβλεπεν, ὅτι εἶχε δίκαιον ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ διαφωνήσῃ πρὸς αὐτὴν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πρὸς ἕτερον Συνάδελφόν του, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπισήμως, ὅτι ὁ νόμος, ὅστις ἐψηφίσθη ἀπὸ τὴν Βουλήν, θὰ κυρωθῇ καὶ μάλιστα ἐντὸς ὀλίγου. Ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τοὺς ἀμπελοκτήμονας, εἶναι δικαιοτάτη.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὅμως ὁριστική.
§32Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Θὰ γίνῃ καὶ ὁριστική. Ἐὰν τὸ Κράτος ἀποφασίσῃ νὰ μονοπωλήσῃ τὸ οἰνόπνευμα, τότε θὰ ὑποχωρήσουν ἐκεῖνοι, ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν γίνῃ αὐτό, ἡμεῖς οὐδέποτε θὰ ὑποχωρήσωμεν. Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη καὶ ἐδημοσιεύθη, ὅτι ἐζημιώσαμεν τὸ Κράτος ἕξ ἑκατομμύρια, εἶναι ἀναληθέστατον καὶ ἐπικαλοῦμαι αὐτὸν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1915. Μελετήσατε καὶ θὰ ἴδητε, ὅτι τὸ ὅλον ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Κράτος, καὶ μάλιστα κατὰ τὸ 1915, δὲν ἀνέρχεται εἰς ἕξ ἑκατομμύρια. Δὲν δύνασθε, λοιπόν, σεῖς νὰ δεχθῆτε, ὅτι ἡμεῖς μὲ τὴν παραχώρησιν τῶν ἀμβύκων, οἱ ὁποῖοι θὰ φορολογηθοῦν, καταστρέφομεν ὁλόκληρον αὐτὸ τὸ ποσόν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ θέμα, κ. Βολογιώργη.
§34Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν φεύγω ἀπὸ τὸ θέμα. Εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν παραίτησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἐπρωτοστάτησα ἐγώ. Ὁ μέσος ὅρος τῶν τεσσάρων τελευταίων ἐτῶν, εἶναι ζήτημα, ἂν ὑπερβαίνῃ τὰ τρία ἑκατομμύρια. Ἑπομένως, ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται, ὅτι κατεστρέψαμεν τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, εἶναι ἀναληθέστατα. Ἄλλως τε, ἡ φορολογία, ἡ ὁποία σήμερον θὰ εἰσπραχθῇ ἀπὸ τοὺς ἄμβυκας, ἡ ὁποία θὰ εἶναι σημαντικωτάτη, κατὰ δὲ προχείρους ὑπολογισμούς, θὰ δώσῃ τοὐλάχιστον 2½–3 ἑκατομμύρια, θὰ ἀντικαταστήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ μειωθῇ ἐν τῇ κατεργασίᾳ τοῦ οἰνοπνεύματος, γνωρίζετε δέ, ὅτι ἄμβυξ ἄνω τῶν 100 ὀκάδων, πληρώνει 100 δραχμάς. Εἰς δὲ τὴν Χίον, ἐὰν ὑπῆρχον 100, σήμερον θὰ ἀνοίξουν 200 καὶ πλέον, ὥστε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τοὺς ἄμβυκας, θὰ εἶναι πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττομεν κατὰ τὰ προηγούμενα ἔτη. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ διστάσῃ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κύρωσιν τοῦ Ἄνακτος αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, διότι αὐτὸς ὁ νόμος ἐξυπηρετεῖ κυρίως τὰ συμφέροντα τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Παρακαλοῦνται νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται, οἱ κ. κ. Τσουκαλᾶς, καὶ Τσίμας. Ἀντικείμενον τῆς ψηφοφορίας εἶναι τὸ ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, λέγουσι «ναί», οἱ μὴ παραδεχόμενοι «ὄχι». (Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, μετὰ τὸ πέρας δὲ αὐτῆς ὁ κ. Πρόεδρος ἀνακοινοῖ τὸ ἀποτέλεσμα).
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 216. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἐψήφισαν 210, δύο κατ’ αὐτῆς, τεσσάρων, τῶν Ὑπουργῶν, ἀρνηθέντων ψῆφον. Ἑπομένως, ἡ πρότασις ἐγένετο δεκτὴ καὶ ἡ Βουλὴ μεταβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καταθέτει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν διατάξεων περὶ συστάσεως κλάδου ἠλεκτρομηχανικῶν καὶ τορπιλλομηχανικῶν ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ». «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ 531 νόμου περὶ ναυτικῆς στρατολογίας καὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον 682». «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΧΠΗʹ (3488) τῆς 15 Δεκεμβρίου 1909 «περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου» καὶ τροποποιήσεως τοῦ δυνάμει τοῦ νόμου 3909 ἐκδοθέντος Β. Διατάγματος ἀπὸ 28 Ἰουλίου 1915 «περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑποβρυχίων». «Περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1915 Β. Δ. «περὶ προσελεύσεως, ἀριθμοῦ καὶ εἰσιτηρίων ἐξετάσεων τῶν Ναυτικῶν δοκίμων» καὶ «περὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν Ναυτικῶν δοκίμων» ἐκδοθέντων δυνάμει τοῦ νόμου 3910 τῆς 14 Αὐγούστου 1915 «περὶ τῆς ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ ἐκπαιδεύσεως» μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς». «Περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων «περὶ ναυτικῶν συντάξεων καὶ περὶ ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ΓΩΞʹ (3860) νόμου τῆς 31ης Ἰουλίου 1911». (Τὰ νομοσχέδια κηρύσσονται κατεπείγοντα)
§37Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ὑποβάλλων ἐνώπιον ὑμῶν, Κύριοι Βουλευταί, τὸ «περὶ ἐκκλησιαστικῶν σχολῶν» νομοσχέδιον, ἐλπίζω, ὅτι, ὄχι μόνον μετὰ προσοχῆς καὶ μερίμνης θὰ ἐξετάσητε αὐτό, ἀλλὰ καὶ μετὰ στοργῆς. Ἡ πρώτη ἐκκλησιαστικὴ ἡμῶν σχολή, ἡ Ριζάρειος, δὲν ἀπέδωκεν τοὺς προσδοκωμένους παρ’ αὐτῆς καρπούς, οὐδ’ ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς διαθέσεις τῶν ἀοιδήμων αὐτῆς ἱδρυτῶν. Καὶ αἱ τρεῖς δ’ ἄλλαι, ἱδρυμέναι ἐν τῷ Κράτει ἐκκλησιαστικαὶ σχολαί, ἡ τῆς Τριπόλεως, τῆς Μονῆς Βελᾶς καὶ τῆς Ἄρτης, ἐπίσης θὰ ἀστοχήσωσι τοῦ σκοποῦ των καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος. Ἀποφοιτῶντες οἱ ἐπίδοξοι οὗτοι λευῖται ἀπὸ τὰς σχολὰς αὐτὰς εἰς ἡλικίαν 18–20 ἐτῶν, μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν 30 ἐτῶν, ὁπότε θὰ ἱερωθῶσιν, ἐγκαταλείπονται ὑπὸ τῆς Πολιτείας κατὰ τὸ παρεμπῖπτον αὐτὸ δεκαετὲς διάστημα ἐντελῶς ἀπροστάτευτοι, πρὶν δὲ φθάσωσιν εἰς τὸν λιμένα αὐτόν, ναυαγοῦσι κατὰ τὸ πλεῖστον, ἐλαχίστων ὑπολειπομένων, διὰ νὰ ἐκτελέσωσι τὸ ἀρχικὸν ἔργον. Ὁ καλὸς γεωργός. Κύριοι, ὅταν φυτεύῃ δενδρύλλια ἰσχνὰ καὶ καχεκτικά, λαμβάνει τὴν πρόνοιαν νὰ τὰ στηρίξῃ, διὰ νὰ τὰ προφυλάξῃ ἀπὸ τὰς βιαιότητας τῶν ἀνέμων καὶ τὰ περικαλύπτει ἐπίσης κατὰ τῶν καυμάτων τοῦ θέρους. Τοιαύτη προνοητικὴ προφύλαξις λαμβάνεται διὰ τοὺς νέους ὑποψηφίους ἱερεῖς, διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ δεκαετὲς διάστημα τῆς προσδοκίας, οἱ νέοι οὗτοι θὰ προσληφθῶσιν εἰς τὸ διδασκαλικὸν ἔργον, τὸ λίαν συγγενὲς πρὸς τὸ ἱερατικόν, θὰ ἀποκτήσωσι γνῶσιν τοῦ βίου ἱκανήν, καὶ θὰ παλαίσωσι πρὸς τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας τοῦ βίου. Καὶ πρὸς τοῦτο αἱ ἐκκλησιαστικαὶ σχολαί, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἐν αὐταῖς παιδαγωγικῶν, γεωργικῶν καὶ ἄλλων μαθημάτων, πλουτίζονται, οὕτως ὥστε νὰ ἐπαρκῶσι πρὸς τὸν διπλοῦν σκοπόν, ὁ ὁποῖος ταῖς ἀνατίθεται εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ἡ ἔλλειψις δὲ δημοδιδασκάλων, ἀφοῦ ἤδη μᾶς ἐλλείπουσιν ὑπὲρ τοὺς 700, μᾶς ἐπιβάλλει τὸ τοιοῦτον σωτήριον μέτρον. Εἷς ἐκ τῶν παγκοσμίου φήμης μεγάλων συγγραφέων τῆς δύσεως τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, ἐκ τῆς πρωτοπορείας τῶν σκαπανέων τῆς προόδου καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπεφάνθη ὡς ἑξῆς περὶ τῆς ἀξίας τῆς Χριστιανικῆς Θρησκείας: Ἀναγνωρίζει, ὅτι τὰ δύο μοναδικὰ γεγονότα τῆς παγκοσμίου ἱστορίας μέχρι σήμερον εἶναι δύο: τὸ ἰδανικὸν τῆς τελειότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ πνεύματος εἰς τὴν φιλολογίαν, τὴν τέχνην καὶ τὴν φιλοσοφίαν· καὶ εἰς τὴν ἁγιότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἡ Ἑλληνικὴ τέχνη ὑπερβάλλει ὅλας τὰς ἄλλας, ὅπως ὁ Χριστιανισμὸς ὅλας τὰς ἄλλας θρησκείας. Ἡ Ἀκρόπολις τῶν Ἀθηνῶν, ἡ συλλογὴ αὕτη τῶν ἀριστουργημάτων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων τὰ λοιπὰ δὲν εἶναι ἢ ψηλάφησις ἀδεξία, ἢ ἀπομίμησις μᾶλλον ἢ ἧττον ἐπιτυχής, εἶναι ἴσως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀνώτερον πάσης συγκρίσεως. Ὁ Ἑλληνισμὸς, ἐν ὀλίγοις, εἶναι θαῦμα κάλλους, ὅπως ὁ Χριστιανισμὸς, θαῦμα ἁγνότητος. Ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες καὶ χριστιανοὶ συγχρόνως, ἀπολαύομεν τῶν δύο τούτων μεγάλων πλεονεκτημάτων τῆς παγκοσμίου ἱστορίας. Ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἡ ἀξία τῆς θρησκείας μας δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὰ εὐρύτατα μὲν ἀληθῶς ταῦτα ὅρια, ἀλλὰ καθολικῆς ὅλως φύσεως. Ἡ ὀφειλή μας ἐπεβαρύνεται καὶ μὲ ἰδίας ἄλλας ὠφελείας, μεγίστης ἀξίας. Ἡ Θρησκεία μας μᾶς διετήρησε, τὸν πολυτιμώτερόν μας θησαυρόν, τὴν γλῶσσαν. Ἡ θρησκεία μας ἐχρησίμευσεν ὁ πατρικὸς κηδεμὼν καὶ ἡ ἀγαθὴ κοινοτρόφος τῆς ἀνακτήσεως τῆς ἀπολεσθείσης ἐλευθερίας μας. Καὶ μὲ τὰ μεγάλα ταῦτα ἀγαθά, τὰ ὁποῖα μᾶς παρέσχε καὶ μᾶς παρέχει ἡ θρησκεία, δὲν πρέπει νὰ μὴ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ τοὺς κοινωνικοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι καὶ αὐτοὶ συντρέχουν, ἵνα παρασκευάσωμεν λειτουργοὺς ἀξίους τῆς ὑψηλῆς ἐντολῆς των. Ἡ ἡμετέρα θρησκεία ἔχει μὲν θείαν τὴν προέλευσιν, ἀλλ’ ὅπως ἡ ψυχὴ ἐνεργεῖ διὰ τοῦ σώματος, οὕτω καὶ αἱ θρησκεῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ μετέχωσιν ἐξωτερικῶν καὶ ἀνθρωπίνων παρασκευασμάτων, διὰ τῶν ὁποίων νὰ προσαρμονίζηται ἡ ἐπίδρασίς των πρὸς τὸ περιβάλλον. Ὅσῳ περισσότερον, λοιπόν, οἱ κοινωνικοὶ παράγοντες πρὸς πρόοδον καὶ ἐκπολιτισμὸν καὶ πνευματικῶς καὶ ὑλικῶς καὶ πρὸς τὴν εὐμάρειαν τοῦ βίου, τόσῳ ἐπιτακτικώτερον καὶ ἡ θρησκεία, διὰ τῆς ἐξωτερικῆς αὑτῆς ἐκφάνσεως πρέπει νὰ συμπαρακολουθῇ πρὸς τὴν τοιαύτην πρόοδον καὶ νὰ μὴ ὑπολείπεται αὐτῆς, καὶ οἱ λειτουργοί της ἑπομένως νὰ μὴ εὑρίσκωνται εἰς καμμίαν ἀντίθεσιν καὶ κατὰ τὴν μόρφωσιν καὶ κατὰ τὴν ἐξωτερικὴν ἐμφάνισιν πρὸς τοὺς ὑπὸ τῆς κοινωνίας παραδεδεγμένους κανόνας. Λειτουργοὶ θρησκείας ἐν κοινωνίᾳ μορφωμένη ἀμόρφωτοι αὐτοὶ καὶ μὴ ἀκολουθοῦντες καὶ τὴν ἐπικρατοῦσαν πνευματικὴν πρόοδον, παρὰ μὲν τοῖς ἀνεπτυγμένοις προκαλοῦσιν ἀδιαφορίαν καὶ καταφρόνησιν, παρὰ δὲ τῷ λαῷ εἰς τὰ ποικίλα αὐτοῦ στρώματα, ἀντὶ τῆς ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείας θρησκείας γεννῶσι τὴν δεισιδαιμονίαν καὶ τοὺς ἀνωφελεῖς τύπους, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπίδρασιν εἰς τὴν πραγματικὴν ἀνύψωσιν τοῦ θρησκευτικοῦ αἰσθήματος. Μέχρι τοῦδε ἡ Πολιτεία δὲν ἔδειξε τὴν προσήκουσαν μέριμναν διὰ τὴν μόρφωσιν τοιούτων λειτουργῶν. Ἀλλὰ διὰ τοῦ περὶ ἐνοριῶν νόμου τίθεται ἤδη τὸ θεμέλιον τῆς βελτιώσεως τοῦ ἡμετέρου κλήρου καὶ ὁ ἔχων ἠσφαλισμένον τὸ μέλλον του, ἀσφαλίζει δὲ καὶ τὸ προσωρινὸν παρόν του, διὰ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν βιωτικῶν του ἀναγκῶν, θὰ ἀφιερώσῃ πᾶσαν τὴν δραστηριότητά του, διὰ νὰ ἀναδειχθῇ ἀντάξιος τῆς ὑψηλῆς λειτουργίας εἰς τὴν ὁποίαν ἐκλήθη. Θὰ παρακαλέσω ἐπίσης ὑμᾶς, Κύριοι Βουλευταί, ἵνα μετ’ εὐμενείας ἀποβλέψητε εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ πανεπιστημιακοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν. Τότε εἶπον ἱκανὰ περὶ τοῦ ἀναγκαίου τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ. Ἤδη προσθέτω ἀκόμη ὀλίγα. Ἑκάστη ἐποχή, ἑκάστη ἱστορικὴ περίοδος ἔχει τὸ ἰδανικόν της, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἀγωνίζεται. Ἡ σημερινὴ μόνον ἔχει δύο ὡρισμένα ρεύματα μεγάλης φορᾶς, τὰ ὁποῖα τὴν διαλαυκώνουν. Τὴν πραγματοποίησιν τῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου, ἀδιακρίτως γένους, πλούτου, τύχης, καὶ ἄλλων γνωρισμάτων, ὥστε πᾶσα ἡ ἀνθρωπότης νὰ ἀποτελέσῃ μίαν οἰκογένειαν, ἀπολαύουσαν τῶν αὐτῶν δικαιωμάτων, ἐπίσης δικαιουμένην εἰς τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ πνευματικὰ καὶ ὑλικὰ ἀγαθά. Καὶ τὴν ἐξάπλωσιν καὶ διάδοσιν τῆς ἐπιστήμης, ὥστε αὕτη νὰ εἶναι ἡ ποδηγετοῦσα τὸν ἄνθρωπον εἰς τὰς πολιτειακὰς καὶ κοινωνικὰς αὐτοῦ σχέσεις. Ὁποίαν μεταμόρφωσιν ἡ ἐπιστήμη ἐπέφερεν εἰς πᾶσαν τοῦ βίου τῶν καλλιεργούντων αὐτὴν ἐθνῶν ἔκφανσιν, πρέπει καὶ εἰς ἡμᾶς, ὡς αὐτόπτας καὶ αὐτηκόους τοῦ τιτανείου πολέμου, πρὸ τοῦ ὁποίου εὑρισκόμεθα, ἀδημονοῦντες θεαταὶ, νὰ ἐκτιμήσωμεν. Διὰ τοῦτο, ἄς μὴ ὑστερήσωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν καθολικὴν ταύτην διεύθυνσιν, καὶ ἄς βελτιώσωμεν τὴν θέσιν τοῦ διδακτηρίου ἐκείνου, εἰς τὸ ὁποῖον στεγάζεται ἡ μεγίστη αὕτη δύναμις, ἡ ὁποία λέγεται ἐπιστήμη.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γεράκης ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν.
§39Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἐζητήσαμεν τὴν πρόταξιν τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 151 αἰτήσεως τῆς Κοινότητος Γαργαλιάνων. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη, ὅτι πρέπει νὰ προταχθῇ, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως διὰ τὸ παρελθὸν Σάββατον.
§40Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἶμαι ἕτοιμος σήμερον.
§41Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἄς ὁμιλήσῃ, λοιπόν, ὁ κ. Ὑπουργός.
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριοι Βουλευταί, τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ προμήθεια τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ τοῦ θείου. Εἶναι θέμα, τὸ ὁποῖον μεγάλως ἐνδιαφέρει μέγιστον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Χώρας, τούς τε σταφιδοκτήμονας καὶ τοὺς ἀμπελοκτήμονας. Γνωστὸν εἶναι εἰς τὴν Βουλήν, ποία ἡ σπουδαιότης τῶν δύο τούτων μεγάλων κλάδων τῆς παραγωγῆς. Οἱ δύο κλάδοι οὗτοι διέτρεξαν τὸν κίνδυνον νὰ μείνωσιν ἄνευ τῶν δύο θεραπευτικῶν μέσων νότων καταστρεπτικῶν, νὰ μείνωσιν ἄνευ θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἰδίως, καὶ ἐν μέρει ἄνευ θείου. Θὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς τὰς διαφόρους περιπετείας τῆς προμηθείας, τῆς μεταφορᾶς καὶ τῆς διανομῆς τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ τοῦ θείου. Θὰ κατίδητε δὲ ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκούσητε, ὅτι γενικῶς αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶμεν, αἱ περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῇ ὁλόκληρος ὁ κόσμος σήμερον, συνεπεία τοῦ παγκοσμίου πολέμου, παρουσιάζουσι μυρίας δυσχερείας εἰς τὴν κίνησιν τῶν διαφόρων συναλλαγῶν. Προκειμένου περὶ τοῦ θείου καὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, παρουσιάσθησαν δυσχέρειαι τοιαῦται, ὥστε οὐχὶ ἅπαξ, οὐδὲ δὶς, κατὰ τὸ μακρὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον κατεβάλλετο προσπάθεια, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ προμήθεια τῶν ἄνω εἰδῶν, περιήλθομεν σχεδὸν εἰς τὴν ἀπελπισίαν, ὅτι θὰ ἔχομεν τοιοῦτον. Ἀπὸ χρόνου μακροῦ, χρόνου πολὺ μακροῦ, ἤρξατο ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως πρὸς προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ. Ἤδη ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους ἡ Κυβέρνησις προῆλθεν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς Τραπέζης, ἵνα ἡ Τράπεζα ἀναλάβῃ τὴν προμήθειαν καὶ εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Χώραν τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Πρὶν ἢ ἀκόμη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐκδώσῃ καὶ δημοσιεύσῃ τὸ Ν. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖτο ἐπὶ τὴν ἐνέργειαν ταύτην, καὶ τὸ ὁποῖον ἔφερε χρονολογίαν τῆς 24 Νοεμβρίου 1915, πρὶν ἤ, λέγω, προβῇ εἰς τὴν δημοσίευσιν τοιούτου Διατάγματος, εἶχεν ἔλθῃ εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ εἶχεν ἀναθέσει εἰς αὐτήν, ἵνα, χρησιμοποιοῦσα τὰ συναλλακτικὰ αὑτῆς μέσα, ἵνα, χρησιμοποιοῦσα τὰς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ σχέσεις αὐτῆς, ἵνα, χρησιμοποιοῦσα τοὺς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀνταποκριτὰς αὐτῆς, προμηθευθῇ θειϊκὸν χαλκὸν καὶ θεῖον. Τὴν 21ην Νοεμβρίου 1915 ἡ Τράπεζα, συνεπείᾳ τῶν προφορικῶν συνεννοήσεων, τὰς ὁποίας εἶχε κάμει μετὰ τοῦ Ὑπουργείου, ἐτηλεγράφησεν εἰς δύο Ἀμερικανικὰς Τραπέζας, τὴν Νάσιοναλ Μπάκ ὄφ Κομέρς καὶ τὴν Νάσιοναλ Σίτυ Μπάνκ, ζητοῦσα νὰ τῇ συστήσωσιν οἴκους ἐξαγωγῆς θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ θείου ἐξ Ἀμερικῆς, διότι ὑπῆρχον ἀμφιβολίαι, —καὶ θὰ ἀκούσητε μετ’ ὀλίγον, — ἄν θὰ ἐπετρέπετο ἐξ Ἰταλίας ἐξαγωγὴ θείου καὶ εἰσαγωγὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἰς τὰς 21 Νοεμβρίου, ὅπως εἶπον, τηλεγραφεῖ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὰς δύο Ἀμερικανικὰς Τραπέζας, ἵνα τῇ συστήσωσιν οἴκους διαθέτοντας θεῖον καὶ θειϊκὸν χαλκόν· δὲν λαμβάνει οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἐξ Ἀμερικῆς μέχρι τῆς 28ης Νοεμβρίου. Καὶ ἡ Τράπεζα καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνησυχοῦσι καὶ σπεύδουσι νὰ τηλεγραφήσωσιν ἐκ νέου εἰς τὴν Ἀμερικὴν, εἰς τὰς 28 Νοεμβρίου, καὶ μόλις τὴν 1ην Δεκεμβρίου λαμβάνεται ἡ ἀπάντησις, διὰ τῆς ὁποίας συνιστῶνται πέντε οἶκοι βιομηχανικοί, δυνάμενοι νὰ διαθέσωσι θεῖον καὶ θειϊκὸν χαλκόν. Τὴν ἑπομένην ἡ Τράπεζα, εἰς τὰς 2 Δεκεμβρίου, τηλεγραφεῖ εἰς τοὺς γνωστοὺς ἐκ τῶν οἴκων τούτων, ζητοῦσα προσφορὰς διὰ φόρτωσιν Ἰανουαρίου· λαμβάνει ἀπάντησιν ἀπὸ ἕνα ἐξ αὐτῶν, ὅτι «δὲν δύναται νὰ ἐξευρεθῇ θειϊκὸς χαλκός, καθόλου» καὶ ὅτι προσφορὰ μόνον θείου διὰ φόρτωσιν Ἰανουαρίου. Συγχρόνως, λαμβάνει ἡ Τράπεζα ἀπὸ ἕνα ἄλλον οἶκον «Νίκολας Κέπερ Σια», ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο διόλου γνωστὸς εἰς αὐτήν, προσφορὰς θειϊκοῦ χαλκοῦ διὰ φόρτωσιν Ἰανουαρίου, ἀλλὰ μόνον 100 τόννων· σημειώσατε, ὅτι ὁ οἶκος αὐτὸς εἶναι ὁ παράγων τὴν μεγαλειτέραν ποσότητα θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐν Ἀμερικῇ καὶ προσφέρει μόνον 100 τόννους. Ἡ Τράπεζα, καίτοι μὴ λαμβάνουσα σοβαρὰς προσφοράς, διότι ἐζήτει περὶ τὰς δύο χιλιάδας τόννων, ἀναγγέλλει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ ποίους ὅρους δύναται νὰ ἀγορασθῇ ὁ χαλκὸς καὶ ζητεῖ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ καθορίσῃ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους θὰ θέσουν διὰ τὸ θεῖον καὶ θειϊκὸν χαλκόν, καὶ βλέπουσα, ὅτι διὰ τῆς συνεννοήσεως μετὰ τῶν βιομηχανικῶν καταστημάτων δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα, ἀπεφάσισεν, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἀνέθεσεν εἰς μίαν Τράπεζαν εἰς Ἀμερικήν, νὰ ἀγοράσῃ θειϊκὸν χαλκὸν καὶ τηλεγραφεῖ εἰς τὰς 9 Δεκεμβρίου εἰς τὴν Νάσιοναλ Μπάνκ ὄφ Κόμερς, νὰ ἀγοράσῃ διὰ φόρτωσιν Ἰανουαρίου χιλίους τόννους. Αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα δὲν ἔτυχεν ἀπαντήσεως. Ἦτο ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐκρατοῦντο τὰ τηλεγραφήματα, τὰ ἐξ Ἑλλάδος ἀποστελλόμενα εἰς Ἀμερικήν· ἐστάλη εἰς τὰς 9 Φεβρουαρίου. Εἰς τὰς 11 Δεκεμβρίου ἀπαντᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ ἐγκρίνει τοὺς ὅρους διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ἀτμόπλοιον «Νηρεύς», ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶχε ζητήσει ἡ Τράπεζα νὰ ἐπιβιβασθῇ ὁ χαλκὸς, ἀγοραζόμενος ἐν Ἀμερικῇ, ὅστις ὅμως δὲν ἠγοράσθη, διότι δὲν ὑπῆρχε, τὸ ἀτμόπλοιον «Νηρεὺς» διετέθη ἀλλαχοῦ. Παρεκλήθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα τὸ ἀτμόπλοιον αὐτὸ χρησιμοποιηθῇ ὑπὸ ξένης Κυβερνήσεως πρὸς μεταφορὰν εἰδῶν ἀπαραιτήτων εἰς αὐτὴν ἐν τῇ Χώρᾳ. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ὑπῆρχε χαλκὸς διαθέσιμος ἐν Ἀμερικῇ, διότι ἡ Τράπεζα τηλεγραφεῖ εἰς τὰς 14 Δεκεμβρίου εἰς ἄλλον οἶκον ἐν Ἀμερικῇ καὶ ζητεῖ νὰ τῆς προσφερθοῦν πεντακόσιοι τόννοι διὰ φόρτωσιν Ἰανουαρίου, καὶ λαμβάνει ἀπάντησιν, ὅτι «μόνον 100 τόννους διὰ φόρτωσιν Φεβρουαρίου, δύναται νὰ παραχωρήσῃ». Εἰς τὰς 15 Δεκεμβρίου ἀφικνεῖται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀναγγέλει, ὅτι ὁ ἐν Ἀμερικῇ οἶκος Φράζαρ τῆς ἐτηλεγράφησεν ἀπὸ ἐκεῖ, ὅτι «ἡ ἀγορὰ θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ καθίσταται ἀδύνατος». Εἰς τὰς 17 Δεκεμβρίου, μετὰ τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ στραφῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ παρακληθῇ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξ Ἀγγλίας ἐξαγωγὴν θειϊκοῦ χαλκοῦ. Εἰς τὰς 22 Δεκεμβρίου ἐκ νέου τηλεγραφεῖ ἡ Τράπεζα εἰς τὰς ἐν Ἀμερικῇ Τραπέζας νὰ τῆς ἀγοράσουν ἀπὸ 500 τόννους, διένειμε, δηλαδή, τὴν παραγγελίαν, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θὰ κατορθώσουν νὰ εὕρουν ἀπὸ 500 τόννους ἑκάστη. Ἐπίσης, τηλεγραφεῖ τὴν αὐτὴν ἡμέραν εἰς τὰς 22 Δεκεμβρίου καὶ εἰς τρεῖς οἴκους βιομηχανικοὺς νὰ τῆς κάμουν προσφορὰς διὰ διακοσίους τόννους εἰς ἕκαστον, ἐπίσης τηλεγραφεῖ εἰς τὸν οἶκον Λιδιεράτο τῆς Ν. Ὑόρκης, νὰ τῆς προσφέρῃ καὶ αὐτός, ὅσον δύναται. Ἐκ τῆς παραγγελίας αὐτῆς μόνον διακοσίους τόννους ἠδυνήθη ὁ οἶκος οὗτος νὰ προσφέρῃ. Εἶναι ὁ μόνος χαλκὸς, τὸν ὁποῖον κατώρθωσε, μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς προσπαθείας μέχρι τῆς ἡμέρας αὐτῆς νὰ προμηθευθῇ ἡ Τράπεζα ἐν Ἀμερικῇ. Εἰς τὰς 25 Δεκεμβρίου λαμβάνει τηλεγράφημα ἀπὸ ἕνα οἶκον ὁ ὁποῖος τῆς λέγει, ὅτι δύναται νὰ διαθέσῃ πεντήκοντα τόννους θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ αὐτὸς διὰ φόρτωσιν Φεβρουαρίου καὶ προσθέτει, ὅτι «δὲν εὑρίσκεται ἐδῶ περισσότερος θειϊκὸς χαλκός». Ὁ οἶκος Λιδιεράτο προσφέρει ἄλλους 100 τόννους πρὸς 22 σελλίνια. Οἱ ἄλλοι οἶκοι οὔτε ἀπήντησαν. Ἐξ Ἀγγλίας εἷς οἶκος Ὑμπέρυ γράφει, ὅτι μανθάνει ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτι θέλει νὰ προμηθευθῇ θειϊκὸν χαλκὸν καὶ προσφέρεται νὰ τοῦ δώσῃ, ἂν τοῦ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγή. Τηλεγραφεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἰς τὸν Οἶκον αὐτὸν καὶ ζητεῖ 1.500 τόννους θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἂν εὑρίσκεται. Τὸ τηλεγράφημα ἐστάλη εἰς τὰς 2 Ἰανουαρίου, ἅμα ὡς ἐλήφθη ἡ ἐπιστολή. Ἰδοὺ καὶ ἡ τηλεγραφικὴ τοῦ ἐν λόγῳ οἴκου ἀπάντησις: (Ἀναγινώσκει) «Ὁ θειϊκὸς χαλκὸς εἶναι σπάνιος. Ἡ ποσότης τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, εἶναι ἀδύνατος. Ἡ ἀγορὰ εἶναι λίαν εὐαίσθητος, ἐὰν ζητηθῇ τὸ ποσὸν αὐτό, θὰ ὑψωθοῦν πανταχοῦ οὐσιωδῶς αἱ τιμαί. Ἐξουσιοδοτήσατέ μας, εἰ δυνατόν, νὰ φορτώσωμεν μικρὰς ποσότητας». Κάπου ἐπληροφορήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς τὴν Ἱσπανίαν θειϊκὸς χαλκός. Προβαίνει εἰς ἐνεργείας καὶ ἐκεῖ ἄνευ οὐδενὸς ἀποτελέσματος. Εἰς τὰς 15 Ἰανουαρίου γράφει καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐκτὸς τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργείου, ἡ ὁποία εἶχε προσφοράς τινας ἐξ Ἀγγλίας, πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ἐρωτῶσα, ἂν θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγή. Συγχρόνως, ἀνακοινοῦται ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας δι’ ἐγγράφου τῆς 25ης Ἰανουαρίου, ὅτι θὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ ἐξ Ἀγγλίας. Τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν ἔγγραφον τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας ἔχει ἐν μεταφράσει οὕτω: «Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐπιστολῆς σας, εἶμαι εὐτυχής, δυνάμενος νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς μου ἐνέκρινε κατ’ ἀρχὴν τὴν ἐξαγωγὴν ἐκ τοῦ Ἡνωμένου Βασιλείου ποσότητος ἐπαρκοῦς θειϊκοῦ χαλκοῦ, ὑπὸ τὸν ὅρον, ἵνα ληφθῶσιν αἱ δέουσαι ἐγγυήσεις ὑπὸ τῆς Πρεσβείας ταύτης, ἵνα τὸ εἶδος τοῦτο χρησιμοποιηθῇ ἀποκλειστικῶς διὰ τὰς ἀμπέλους τῆς Ἑλλάδος. Πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἐπιθυμητῶν ἐγγυήσεων, προτείνω, ἵνα ἡ διανομὴ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ γίνῃ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ κ. Γούδ, Προξένου τῆς Α. Β. Μεγαλειότητος ἐν Πάτραις».
§43Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶχε γίνει πρὶν ἐξαγωγή;
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὄχι.
§45Γ. ΠΩΠ. Διότι ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, λέγει τὸ ἔγγραφον, διαπιστοῦσα, ζητεῖ ἐγγυήσεις.
§46Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Γενικῶς αἱ Κυβερνήσεις τῶν ἐμπολέμων, διὰ νὰ ἐπιτρέψωσι τὴν εἰσαγωγὴν εἴδους τινὸς ἔν τινι Χώρᾳ, ἀξιοῦσι νὰ παρασχεθῇ ἡ διαβεβαίωσις, ἵνα μὴ ἐξαχθῇ εἰς τὰς ἐμπολέμους Χώρας.
§47Γ. ΠΩΠ. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀνεγνώσατε, δὲν λέγει αὐτό, κ. Ὑπουργέ.
§48Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Αὐτὸ λέγει. Ζητεῖ νὰ δοθῶσιν αἱ ἐγγυήσεις.
§49Γ. ΠΩΠ. Ἐρωτῶ: Εἶχεν ἐξαχθῆ πρότερον;
§50Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὄχι. Σᾶς ἀπαντῶ ὄχι, ὅτι χαλκὸς δὲν ὑπῆρχεν.
§51Γ. ΠΩΠ. Κατὰ τὸ 1915;
§52Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν ἠξεύρω τί εἶχε γίνει τῷ 1915. Ἀλλὰ δὲν ἦτο λόγος παραπόνου. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, καὶ ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι γενικῶς οἱ ἐμπόλεμοι ἔλαβον ἓν μέτρον, μέτρον κανονίζον τὰς σχέσεις αὐτῶν πρὸς τοὺς οὐδετέρους ἠξίωσαν, ἵνα ἡ πρὸς τὰς οὐδετέρας Χώρας εἰσαγωγὴ πάντων τῶν εἰδῶν, σχεδόν, ὑποβληθῇ εἰς περιορισμούς, περιορισμοὺς ἱκανούς, ἵνα παρακωλύσωσι τὴν ἐξαγωγὴν τῶν εἰς τὰς οὐδετέρας Χώρας εἰσαγομένων εἰδῶν καὶ προϊόντων εἰς τὰς ἐμπολέμους Χώρας, τὰς ἀντιθέτους πρὸς αὐτάς. Ἐπὶ τοῦ συστήματος τούτου, τοῦ κανονιζομένου ὑπὸ ταύτης τῆς ἀρχῆς, ἑδράζεται σήμερον τὸ εἰσαγωγικὸν καὶ ἐξαγωγικὸν ἐμπόριον πασῶν τῶν οὐδετέρων Χωρῶν, καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὴν παρακώλυσιν τῆς ἐξαγωγῆς εἰς χώρας ἐμπολέμους, ἐπιχειροῦσι δύο τινά: περιορίζουσι τὸ ποσὸν τῆς ἐπιτρεπομένης εἰσαγωγῆς εἰς τὰς οὐδετέρας Χώρας μέχρι τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον κρίνουσιν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον εἰς αὐτάς, συγχρόνως ὅμως ἀξιοῦσιν, ἵνα λαμβάνωνται καὶ μέτρα, ὅπως μὴ καὶ ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου γίνει ἐξαγωγή τις πρὸς χώραν ἐμπόλεμον. Ἐκ τούτου τοῦ λόγου ἠξίωσαν καὶ διὰ τὸν θειϊκὸν χαλκόν εἰδικῶς, καθὼς καὶ διὰ τὸ θεῖον ἔτι εἰδικώτερον, διότι τὸ θεῖον ἔχει μεγαλειτέραν χρησιμότητα, νὰ ληφθῶσι μέτρα, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ πρὸς τὴν ἀλλοδαπήν. Τοῦτο ἐγένετο εἰς τὰς 25 Φεβρουαρίου.
§53Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νέας ἡμερομηνίας;
§54Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Παλαιᾶς. 25 Ἰανουαρίου, 7 Φεβρουαρίου. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, ἡ Τράπεζα προέβη εἰς διαπραγματεύσεις ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἀλλὰ, κατὰ τὰς διαπραγματεύσεις αὐτὰς διὰ τηλεγραφημάτων, τῆς ἀντετάχθη, ὅτι διὰ νὰ ἔλθωσιν εἰς συμφωνίας, θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια τῆς ἐξαγωγῆς πρότερον ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο τὴν 5ην Φεβρουαρίου γράφει πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν μίαν ἐπιστολὴν, δι’ ἧς λέγει, ὅτι: «Εἰς ἀπάντησιν τῆς ἀπὸ 25 Ἰανουαρίου (7 Φεβρουαρίου) τρέχοντος, ἐπιστολῆς σας, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος, ἦλθεν εἰς διαπραγματεύσεις, διὰ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὴν προμήθειαν, τὴν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους καὶ ὅτι συνεννοήθη μετὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν μονοπωλίων διὰ νὰ ἐμπιστευθῇ εἰς αὐτὴν τὴν διανομὴν ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι αὕτη θὰ παράσχῃ εἰς μικρὰς ποσότητας εἰς ἰδιοκτήτας ἀμπέλων, ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ ἐπισήμων πιστοποιητικῶν. Εἶναι εὔκολον καὶ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν πρὸς τοῦτο προσηγγίσαμεν, δέχεται, ἵνα ὁ ἐν Πάτραις Πρόξενος τῆς Μεγάλης Βρεττανίας ἔχῃ τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῆς τοπικῆς καταναλώσεως τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Κατὰ συνέπειαν τούτων, παρακαλῶ τὴν ὑμετέραν ἐξοχότητα νὰ θελήσῃ νὰ μοὶ γνωρίσῃ, ἂν δυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν κλπ.». Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι ἐξ Ἀγγλίας εἶχε τηλεγραφηθῆ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐν Ἀγγλίᾳ ἀρκετὴ ποσότης θειϊκοῦ χαλκοῦ διαθέσιμος καὶ ὅτι, κατὰ συνέπειαν, δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐκεῖθεν ἐξαγωγή. «Τῆς αἰτήσεως ταύτης περὶ ἐκδόσεως ἀδείας ἐξαγωγῆς θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἀπαντᾶ ἡ Ἀγγλικὴ Πρεσβεία, γενομένης κατ’ ἀρχὴν δεκτῆς ὑπὸ τῆς ἐν Παρισίοις ἐπιτροπῆς τῶν διανομῶν εἰδοποίησα τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τοῦ ἐλέγχου τῆς διανομῆς τοῦ ἐν λόγῳ εἴδους ἐν Ἑλλάδι. Δυστυχῶς, ἐξακολουθεῖ ὁ Πρέσβυς τῆς Ἀγγλίας, πληροφοροῦμαι παρὰ τοῦ Σ. Ε. Γρέϋ, ὅτι τὸ ποσὸν τοῦ ὑπάρχοντος θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐπαρκεῖ διὰ μόνας τὰς ἀνάγκας τῶν Συμμάχων καὶ ἑπομένως εἶναι τελείως ἀδύνατος ἡ διάθεσις τοιούτου διὰ τὴν Ἑλλάδα».
§55Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει, παρακαλῶ;
§56Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Τὸ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἔγγραφον φέρει χρονολογίαν 2) 15 Φεβρουαρίου. Τὸ πρὸς τὴν Τράπεζαν 6) 19 Φεβρουαρίου. Οὕτω πως ἐναυάγησαν αἱ ἐν Ἀγγλίᾳ διαπραγματεύσεις τῆς Τραπέζης, διαπραγματεύσεις, αἱ ὁποῖαι ἔσχον, ὡς εἶπον, τὴν ἑξῆς ἐξέλιξιν. Ἡ Τράπεζα εἰς τὰς 27 Ἰανουαρίου εἶχε τηλεγραφήσει ἐν Ἀγγλίᾳ νὰ συστήσωσι τρεῖς οἴκους πρώτης τάξεως ἐξαγωγῆς. Εἰς τὰς 30 ἔλαβεν ἀπάντησιν, ὅτι οἱ προμηθευταὶ θὰ προσφέρωσι θειϊκὸν χαλκὸν μόνον, κατόπιν ἐπιδείξεως ἀδείας ἐξαγωγῆς τοῦ ἐν Λονδίνῳ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἕνεκα τούτου, παρόμοια τηλεγραφήματα ἔλαβε καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς οἴκους τοῦ Λονδίνου. Ὁ εἷς μάλιστα τῆς εἶπεν, ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ προσφέρῃ, ὡς ἐκ τῶν δυσκολιῶν τῆς φορτώσεως καὶ ἕνεκα τούτου ἀπηυθύνθη πρὸς τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν, ἥτις εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἀνεκοίνωσεν εἰς αὐτήν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐξ Ἀγγλίας ἐξαγωγή. Καὶ οὕτως ἐφθάσαμεν εἰς τὴν 8ην Φεβρουαρίου. Εἰς τὰς 10 Φεβρουαρίου ζητεῖ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ γίνῃ ἐνέργειά τις εἰς Γαλλίαν, μὴ τυχὸν δυνηθῶμεν νὰ ἀγοράσωμεν ἐκεῖ ποσόν τι. Ἐννοεῖται, ὅτι τοῦτο ἀπέβη ἐπίσης ἀδύνατον. Εἰς τὰς 14 Φεβρουαρίου ἡ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε στραφῆ μετὰ μεγάλης ἐπιμονῆς, προσπαθοῦσα νὰ εὕρῃ εἰς τὴν Ἀμερικὴν θειϊκὸν χαλκὸν, λαμβάνει τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον σπεύδει νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. (Ἀναγινώσκει): «Ἐλάβομεν τὸ ἔγκλειστον τηλεγράφημα παρὰ τῆς ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ Νάσιοναλ Μπάνκ ὄφ Κομέρς, περιέχον πρότασιν ἀγορᾶς θειϊκοῦ χαλκοῦ ὑποβληθεῖσαν τῇ Τραπέζῃ ταύτῃ ὑπὸ τοῦ κ. Περπινιᾶ, ἐκ τόννων 2.000 πρὸς 20 σέντς τὴν λίβραν, ἐξ ὧν τόννοι 1.000 εἰς ἄμεσον παράδοσιν καὶ παρακαλοῦμεν, ὅπως, ἐὰν ἐγκρίνητε, διατάξητε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἀγορὰν τούτων, ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὰ ὑποβληθέντα ὑμῖν διὰ προγενεστέρων ἐγγράφων μας, ἐν σχέσει πρὸς τὴν προμήθειαν τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Ἐὰν ἐγκρίνητε τὴν πρότασιν, ἐνδεικνύεται, ἵνα ζητήσωμεν καταβολὴν ἐγγυήσεως περὶ ἐκτελέσεως τῶν ὅρων τῆς προτεινομένης πράξεως, τοῦ μεσάζοντος κ. Περπινιᾶ, ὄντος ἀγνώστου φερεγγυότητος. Μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης οὐδεμία ἑτέρα προσφορὰ ἐγένετο ἡμῖν ὑπὸ τῶν ἐν Ἀμερικῇ ἀνταποκριτῶν μας». Τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον διεβιβάζετο διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, ἐκ τῆς Ἀμερικῆς ἔλεγεν, ὅτι «ἡ Ἑταιρεία (ἀναγινώσκει) Νίκολε Κόπερς Κόμπανυ Ν. Υ. διὰ τοῦ Γεωργίου Περπινιᾶ κατέθηκε παρ’ ἡμῖν ἐπιστολήν, προσφέρουσαν 2.000 τόννους θειϊκοῦ χαλκοῦ, 99% καθαριότητος, τιμὴν 20 σέντς λίβραν φὸμπ Νέα Ὑόρκη, παράδοσις 1.000 τόννοι ἀμέσως ὑπόλοιπον ἐννέα Μαρτίου ἀποδοχή σας τὴν 29 Νοεμβρίου. Ἀνέκκλητος πίστωσις πρέπει νὰ τηλεγραφηθῇ μετὰ τῆς ἀποδοχῆς ὑπὲρ Νίκολας Κόπερ Κόμπανυ. Αἰτήσει Καρακρένος Ἰνκορποράντεντ διαβιβάζομεν ὑμῖν ἀκόλουθα: Ἐμπορικὴ Ἑταιρεία Ἀθηνῶν ζητεῖ τηλεγραφήσωμεν διὰ τῆς Νάσιοναλ Μπάνκ Κόμερς προσφέρωμεν 500 τόννους θειϊκοῦ χαλκοῦ 21 σέντς τὴν λίβραν φὸμπ Ν. Ὑόρκη διὰ λογαριασμὸν Ἐθνικῆς Τραπέζης Ἑλλάδος χαλκὸς περιέχει 98%, 99% φόρτωσις Μαρτίου Ἀπριλίου». Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐπειγόντως ἡ ὑπόθεσις, ἵνα λάβῃ ἀπόφασιν περὶ τῆς ἀγορᾶς ταύτης εὑρισκόμενον πρὸ τῆς ἀδυναμίας νὰ ἔχῃ ἄλλοθεν προμήθειαν θειϊκοῦ χαλκοῦ, εὑρισκόμενον πρὸ τῆς ἐποχῆς τῆς λίαν προκεχωρικυΐας, ἀπεφάσισε νὰ ἀγοράσῃ τὸν θειϊκὸν χαλκὸν καὶ ἐδώσαμεν ἐντολὴν εἰς τὴν Τράπεζαν, μετὰ τὰς ἀδυναμίας αὐτάς, νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀγορὰν τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Ἡ προσφορὰ αὐτὴ ἔφθανε μέχρι τῆς ἑπομένης Τρίτης, ἀποδοχὴ μέχρι τῆς 29 Φεβρουαρίου, κατὰ τὸ νέον ἡμερολόγιον, δηλαδή, μέχρι τῆς 16ης κατὰ τὸ παλαιόν. Ἐδῶ ἦλθε τὴν 15ην, ἔπρεπε τὴν ἑπομένην ἡμέραν νὰ γίνῃ ἡ ἀποδοχή, δὲν ἦτο βέβαιον, ἐὰν θὰ ἔφθανε νὰ δοθῇ τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἡ ἀπάντησις. Τὴν ἑπομένην ἡμέραν πρὶν ἢ ἀκόμη σταλῇ ὑπὸ τῆς Τραπέζης τὸ τηλεγράφημα, ἐλήφθη ἕτερον, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἀμερικανικὴ Τράπεζα ἔλεγεν, ὅτι, ἐὰν ἐπεριμέναμεν νὰ λήξῃ ἡ προθεσμία τῆς 16 Φεβρουαρίου, θὰ διεσπᾶτο μία ἕνωσις, ἡ ὁποία εἶχε γίνει ἐκεῖ ἀπὸ Ἕλληνας τινὰς πιθανώτατα, οἱ ὁποῖοι εἶχον ὑπάγει εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς παραγωγῆς θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ εἶχον πάρει μίαν «ὀψιὸν» τῆς ποσότητος θειϊκοῦ χαλκοῦ ἰσχύουσαν μέχρι τῆς 16 Φεβρουαρίου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς «ὀψιὸν» εἶχε γίνῃ ἡ προσφορά. Ἐτηλεγράφησαν ἡ Ἀμερικανικὴ Τράπεζα πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν νὰ ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ ἡ προθεσμία, ὅτε εἶναι πιθανὸν νὰ ἔχωμεν κατωτέρας προσφοράς, διότι θὰ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἐργοστασιάρχαι ἀπὸ τὴν «ὀψιὸν» μέχρι τῆς 16 Φεβρουαρίου. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε νὰ ἀποδεχθῇ τὴν γνώμην αὐτήν, μὲ ὅλον τὸν φαινόμενον κίνδυνον, διότι, ἄλλως τε, δὲν ἦτο πιθανόν, ἐὰν θὰ ἔφθανε τὸ τηλεγράφημα ἐντὸς τῆς ἡμέρας εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀμερικῆς, ὅπως καὶ ἐγένετο, καὶ κατόπιν διεβιβάσθη ἐντολὴ εἰς τὴν Τράπεζαν ἐν Ἀμερικῇ νὰ ἀγοράσῃ 1.500 τόννους. Αἱ δύο Τράπεζαι τῆς Ἀμερικῆς προέβησαν εἰς ἀγορὰν 1.000 μὲν τόννων ἡ μία, 500 δὲ τόννων ἡ ἄλλη ἀντὶ 19 σέντς κατὰ λίβραν, καὶ οὕτω κατωρθώθη νὰ ἀγορασθῇ κατὰ ἕνα σέντς ὁ θειϊκὸς χαλκὸς εὐθηνότερον καὶ τοιουτοτρόπως ἐγένετο ἡ προμήθεια ὑπὸ τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα. Ἡ προμήθεια οὕτω συνεπληρώθη ἐν Ἀμερικῇ εἰς τὰς 24 Φεβρουαρίου, αὐτοστιγμεὶ ἀνεκοινώθη, εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν προμηθειῶν καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν διὰ θαλάσσης μεταφορῶν τοῦ Ἐπιτελείου νὰ ναυλώσωσι πλοῖον πρὸς φόρτωσιν καὶ μεταφοράν. Τὴν ἰδίαν ἡμέραν ἡ ἐπιτροπὴ τῶν διὰ θαλάσσης μεταφορῶν, παρὰ τῇ Ἐπιτελικῇ Ὑπηρεσίᾳ τοῦ Στρατοῦ, ἐτηλεγράφησεν εἰς τὸν Πρόξενον ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ νὰ ἐπιτάξῃ διὰ 1.700 τόννους πλοῖον, διότι τόσοι ἦσαν οἱ τόννοι, οἱ ἀγορασθέντες διὰ νὰ μεταφερθῶσιν, ὅσον ἔνεστι ταχύτερον. Ὑπῆρχον ἐκεῖ τότε ἀτμόπλοια: «ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος», ἡ «Πατρίς», τῆς Ἐθνικῆς Ἀτμοπλοΐας καὶ τὰ «Ἰωάννινα». Ἐτηλεγράφησε τὴν 24ην Φεβρουαρίου εἰς τὸν Πρόξενον νὰ ἐπιτάξῃ χῶρον διὰ 1.700 τόννους καὶ νὰ φορτώσῃ θειϊκὸν χαλκὸν ἐν τοῖς ἀτμοπλοίοις αὐτοῖς. Ὁ Πρόξενος ἀπήντησεν, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος» ἦτο φορτωμένος καὶ ἕτοιμος πρὸς ἀναχώρησιν καὶ ἑπομένως θὰ προσεπάθη νὰ φορτώσῃ θειϊκὸν χαλκὸν ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου «Πατρίς». Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἐλήφθη ἐδῶ τὴν 29 Φεβρουαρίου, εἰς τὰς 12 Μαρτίου τηλεγραφεῖ ὁ Πρόξενος, ὅτι «ἡ «Πατρὶς» ἐπιταχθέν, ὄν ἀτμόπλοιον ἐπιβατῶν, δὲν δύναται νὰ παραλάβῃ πλέον τῶν 650 τόννων θειϊκοῦ χαλκοῦ. Πλοίαρχος, ἐλλείψει ἐπιβατῶν, αἰτεῖται δι’ ἔξοδα 3.000 δολλάρια, ἑπομένως ἐπίταξις θὰ κοστίσῃ πολύ, ἐὰν ἐπιμένετε εἰς τὴν ἐπίταξιν, τηλεγραφήσατε ἐπειγόντως». Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν προμηθειῶν ἐντέλλεται νὰ μείνωσιν εἰς τὴν ἐπίταξιν καὶ νὰ φορτώσωσιν, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, εἰς τὴν «Πατρίδα», τὸ δὲ ὑπόλοιπον εἰς τὰ «Ἰωάννινα», διότι ἐνταῦθα ἐδόθη ἡ πληροφορία, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ἀποπλεύσῃ τὸ «Ἰωάννινα» ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν «Πατρίδα». Ἡ διαταγὴ αὐτὴ μετεβιβάζετο εἰς τὸν Πρόξενον ἐν Ἀμερικῇ, μετεβιβάζετο δὲ καὶ ἐνταῦθα εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς Ἐθνικῆς Ἀτμοπλοΐας. Ἔρχεται δ’ ἐξ Ἀμερικῆς ἡ εἴδησις, ὅτι ἐφορτώθησαν περὶ τοὺς 500 τόννους εἰς τὴν «Πατρίδα» καὶ ὅτι τὰ «Ἰωάννινα» ἀπέπλευσαν πρὸ τῆς «Πατρίδος», χωρὶς νὰ παραλάβωσι τίποτε.
§57ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί;
§58Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Διότι ἀπέπλευσαν πρὸ τῆς «Πατρίδος», χωρὶς νὰ λάβωσι τίποτε. Δὲν ἐξηκριβώθη ἀκόμη, πῶς συνέβη τοῦτο. Τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὰ «Ἰωάννινα» ἀπέπλευσαν πρότερον, χωρὶς νὰ λάβουν οὐδὲν φορτίον θειϊκοῦ χαλκοῦ...
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ ὁ Πρόξενος...
§60Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν ἐξηκριβώθη ἀκόμη, μολονότι τηλεγραφικῶς ἐζητήθησαν ἐξηγήσεις, διὰ νὰ σᾶς εἴπω πῶς συνέβη τοῦτο. Τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον συνέβη, εἶναι τοῦτο. Ὁ «Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος» ἦτο ἕτοιμος νὰ φύγῃ, ὅτε ἔφθασεν ἡ διαταγὴ νὰ φορτώσῃ 1.700 τόννους θειϊκοῦ χαλκοῦ. Τὰ «Ἰωάννινα» ἀνεχώρησαν πρὸ τῆς «Πατρίδος» καὶ δὲν ἔλαβον διόλου θειϊκὸν χαλκόν. Εἶχεν εἰδοποιηθῆ ὁ Πρόξενος νὰ κρατήσῃ τὰ «Ἰωάννινα», εἶχεν εἰδοποιηθῆ ἡ Ἑταιρεία νὰ φορτώσῃ εἰς τὰ «Ἰωάννινα», τί συνέβη; Πῶς ἔφυγαν προώρως τὰ «Ἰωάννινα», χωρὶς φορτίον, δὲν ἠξεύρω, διότι δὲν ἔχομεν τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας εἴχομεν ζητήσει.
§61Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὰ «Ἰωάννινα» εἶχον ἀναχωρήσῃ πρὸ τῆς εἰδοποιήσεως τοῦ Προξένου;
§62Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν γνωρίζω, αὐτὰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ζητεῖτε, τὰς ἐζητήσαμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω, διὰ νὰ σᾶς εἴπω, ποίαν ἡμέραν ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα ὁ Πρόξενος, αὐτὸ θὰ γνωσθῇ, ὅταν θὰ τηλεγραφήσῃ ὁ Πρόξενος.
§63Α. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Αὐτὰ πρέπει νὰ γνωσθῶσιν.
§64Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Σᾶς εἶπον γεγονότα, ἐφ’ ὅσον ταῦτα εἶναι γνωστά. Οὕτως ἀνακοινοῖ ἡ Ἑταιρεία ἐδῶ, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «Τὸ ἀτμόπλοιον «Ἰωάννινα» ἀπέπλευσεν ἐντεῦθεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς Πειραιᾶ τὸ παρελθὸν Σάββατον» — γράφει εἰς τὰς 17 Μαρτίου — «Ἐπειδὴ τὸ τηλεγράφημα τοῦ Πρακτορείου δὲν ἀνέφερε περὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἐζητήσαμεν πληροφορίας χθές...». Καὶ παραπονεῖται κατόπιν ἡ Ἑταιρεία, διατὶ νὰ τῆς γίνωνται τοιαῦται ἐπιτάξεις, αἱ ὁποῖαι δυσκολεύουν τὴν μεταφορὰν ἐμπορευμάτων. Παραπονεῖται δὲ καὶ δι’ ἕν πλοῖον «Φρῖξος», τὸ ὁποῖον εἴχομεν ἐπιτάξει.»
§65Χ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πότε ἐστάλη τὸ ἔγγραφον αὐτό;
§66Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἰς τὰς 17 Μαρτίου, σᾶς εἶπον.
§67Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἴπατε, ὅτι τὰ «Ἰωάννινα» θὰ ἀπέπλεον μετὰ τὴν «Πατρίδα».
§68Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἶχε δοθῆ ἡ πληροφορία αὐτή.
§69Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πότε εἶχε ληφθῆ ἡ πληροφορία αὐτή;
§70Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἶχε τὴν πληροφορίαν αὐτὴν ἡ ἐπιτροπή. Ἡ Ἑταιρεία εἶχε βεβαιώσει προσωπικῶς, ὅτι...
§71Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα τοῦ Προξένου εἶναι πρὸ τοῦ Σαββάτου, ἢ μετὰ τὸ Σάββατον;
§72Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἡ Ἑταιρεία εἶχε βεβαιώσει προφορικῶς, ὅτι τὰ «Ἰωάννινα» θὰ ἀνεχώρουν μετὰ τὴν «Πατρίδα», διότι ἡ Ἑταιρεία εἶχε λάβει ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετάσσοντο τὰ «Ἰωάννινα» καὶ ἐνῷ τὰ «Ἰωάννινα» ἀπέπλευσαν τὴν ἑπομένην ἡμέραν ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐδόθη ἡ ἐντολὴ νὰ κρατηθῶσιν, εἶχε δὲ καὶ ἐκεῖ τηλεγραφηθῆ εἰς τὸν Πρόξενον νὰ κρατήσῃ τὰ «Ἰωάννινα». Ὁπωσδήποτε, τὸ γεγονὸς εἶναι, ὅτι τὰ «Ἰωάννινα» ἀπέπλευσαν, χωρὶς νὰ παραλάβωσι τὸν θειϊκὸν χαλκόν.
§73Κ. Α. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι, παρακαλῶ, βεβαιωμένον, ὅτι τὰ «Ἰωάννινα» ἔφυγαν μὲ συμπεπληρωμένον φορτίον;
§74Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν γνωρίζω. Ἐπὶ πάντων τούτων θὰ γίνῃ ἐξέτασις καὶ θὰ λάβωμεν πληροφορίας; ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ἔχομεν περισσότερα ἀπὸ αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνακοινῶ. Τοιουτοτρόπως, ἐφορτώθησαν ἐπὶ τῆς «Πατρίδος» 550 τόννοι. Ἡ «Πατρὶς» ἀπέπλευσε τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, ἐκ Ν. Ὑόρκης. Διὰ τὴν φόρτωσιν τοῦ ὑπολοίπου ἐδόθη διαταγή, ὁποιονδήποτε πλοῖον ἐκ τῶν ἐπιτάκτων ἤθελε κατορθώσει νὰ φθάσῃ πρῶτον καὶ νὰ φύγῃ πρῶτον, νὰ παραλάβῃ τὴν ὑπόλοιπον ποσότητα. Σήμερον ἐλήφθη πληροφορία, ὅτι πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐφορτώθη τὸ ὑπόλοιπον τοῦ φορτίου ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου «Καίτη». Ἐφορτώθη, λοιπόν, τὸ ὑπόλοιπον εἰς τὰς 7 τρέχοντος. Σήμερον εἶναι 10 Ἀπριλίου κατὰ τὸ νέον ἡμερολόγιον. Τὸ τηλεγράφημα εἶναι χθεσινὸν τῆς 9ης. Καὶ τοιουτοτρόπως σήμερον, μετὰ τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας σᾶς ἐξέθηκα, περιπετείας ἀφορώσας τὴν προμήθειαν τοῦ χαλκοῦ καὶ περιπετείας, ἀφορώσας τὴν μεταφορὰν τοῦ χαλκοῦ, κατωρθώθη νὰ εὑρίσκεται ὁ χαλκὸς ὁλόκληρος ὑπὸ μεταφοράν. Καὶ τὸ μέν φορτίον, τὸ πρῶτον, θὰ φθάσῃ ἐδῶ μετὰ δέκα περίπου ἡμέρας.
§75ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄνευ νηοψιῶν.
§76Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἄλλο ζήτημα. Ἐδῶ δύναται νὰ φθάσῃ μετὰ δέκα περίπου ἡμέρας, μίαν ἢ δύο περισσοτέρας ἢ ὀλιγωτέρας. Τὸ δὲ ἄλλο θὰ φθάσῃ μετὰ εἴκοσιν ἢ 22 ἡμέρας. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τῆς μεταφορᾶς τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ.
§77Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. 1.700 τόννων;
§78Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). 1.700 τόννοι, Κύριοι, εἶναι ποσόν, τὸ ὁποῖον κρίνεται ἐπαρκές· δὲν ἦτο δὲ καὶ εὔκολον νὰ εὑρεθῇ καὶ ἄλλο. Ἡ τιμὴ του εἶναι, ὅσον ἠμπορεῖτε νὰ φαντασθῆτε μεγάλη, ἀπιστεύτως μεγάλη. Δὲν γνωρίζομεν ἀκριβῶς ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ τὸ ἐπιβαρύνουν μέχρις ἐδῶ. Ἀλλά, κατά τινα ὑπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἔκαμε προχείρως, ἐκτὸς τοῦ τιμήματος, ὑπολογίζουσα τὰ ἔξοδα κατὰ προσέγγισιν, διότι, ὡς ἠκούσατε καὶ τὸν ναῦλον, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσωμεν, δὲν γνωρίζομεν, διότι κατεβάλομεν, ἀντὶ τῶν 30 χιλιάδων δολλαρίων, τὰς ὁποίας ἐζήτει, εἴκοσι χιλιάδας, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν νὰ κανονίσωμεν τὸν ναῦλον ἐδῶ, ὑπολογίζω, ὅτι θὰ στοιχίσῃ περὶ τὰς 3.30 δρχ.
§79Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ὀκᾶ;
§80Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἡ ὀκᾶ.
§81Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπάρχουν διαμαρτυρίαι, κ. Ὑπουργέ, ὅτι σήμερον εἰς τὸν Πύργον, πωλεῖται πρὸς 3 δρχ. κατ’ ὀκᾶν καὶ ὁ νόμος περὶ αἰσχροκερδείας τί γίνεται;
§82Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Θὰ καταδιωχθοῦν.
§83Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι αἰσχροκέρδεια αὐτή· εἶναι προσφορὰ καὶ ζήτησις.
§84Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). 3.30 λοιπόν, ὑπολογίζει ἡ Τράπεζα, ὅτι θὰ στοιχίσῃ ὁ θεϊκὸς χαλκὸς ἐδῶ. Ἡ ποσότης αὐτή, λέγω, ὅτι εἶναι ἀρκετή.
§85ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ διὰ τὰς Νέας Χώρας;
§86Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Καὶ διὰ τὰς Ν. Χώρας. Διότι εἰς τὴν ποσότητα αὐτήν, πρέπει νὰ προστεθῇ ὁ χαλκός, ὁ ὁποῖος εἰς μικρὰν ποσότητα εὑρίσκετο ἐδῶ πρὶν καὶ ποσότητές τινες χαλκοῦ, αἱ ὁποῖαι ἦλθον ἐν τῷ μεταξὺ καὶ ἡ ἐγχώριος παραγωγὴ χαλκοῦ, ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας τῶν Χημικῶν Λιπασμάτων. Τώρα γεννᾶται τὸ ζήτημα ἀμέσως τοῦτο, τοῦ τρόπου τῆς διανομῆς καὶ τῆς πωλήσεως τοῦ θεϊκοῦ χαλκοῦ. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἐκθέτων ἐν σχέσει μὲ τοῦτο, τὰς διαφόρους διαπραγματεύσεις. Ἀνετέθη καθ’ ἣν ὑποχρέωσιν ἀναληφθεῖσαν, ὅπως καὶ τὸ θεῖον, εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων θὰ τὸν διανέμῃ διὰ τῶν πρακτορείων της, καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας;
§88Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Θὰ ὁρίσῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἀναθέσῃ τὴν πώλησιν.
§89ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δι’ ὅλων τῶν πρακτορείων;
§90Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὅπου ἔχει συστήσει πρακτορεῖα, θὰ συστήσῃ κεντρικὰς ἀποθήκας. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων, λοιπόν, ἀνέλαβε τὴν διανομὴν καὶ πώλησιν τοῦ θεϊκοῦ χαλκοῦ, καθὼς καὶ τοῦ θείου. Πρὶν ἢ ἐκθέσω τὸ σύστημα τῆς διανομῆς, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐκθέσω καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς προμηθείας τοῦ θείου καὶ κατόπιν τὰ τῆς διανομῆς, διότι εἶναι κοινὴ διὰ τὰ εἴδη ἀμφότερα. Ἡ προμήθεια τοῦ θείου, ὡς ἠκούσατε, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, παρουσίασε τὸν κίνδυνον νὰ μὴ μᾶς δοθῇ τοιοῦτον ἐξ Ἰταλίας. Εἴχομεν στραφῆ πρὸς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐζητοῦμεν θεῖον ἀπὸ ἐκεῖ διὰ τῶν αὐτῶν τηλεγραφημάτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητοῦμεν καὶ θεϊκὸν χαλκόν. Δὲν εὑρίσκετο, οὔτε θὰ ἦτο εὔκολον νὰ μεταφερθῇ ἐκεῖθεν, διότι θὰ ἐπεβαρύνετο μὲ δαπάνας καταπληκτικάς. Ὁπωσδήποτε, παραλείπω τὸ στάδιον τοῦτο καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν 19ην Δεκεμβρίου 1915, καθ’ ἡμᾶς, 1ην Ἰανουαρίου 1916 νέον ἡμερολόγιον, ὅτε ἡ Ἰταλικὴ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν εἰς ἀπάντησιν ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν τῆς 29 Ὀκτωβρίου, ὅτι ἐπιτρέπει τὴν ἐξαγωγὴν ἐξ Ἰταλίας διὰ τὴν Ἑλλάδα 15.500 τόννων ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὅτι αὕτη ἦτο ἐξαγωγή, ἡ ὁποία ἐγίνετο κατὰ τὸ 1913, συμπεριλαμβανομένης εἰς τὴν ποσότητα αὐτὴν καὶ τῆς Κρήτης, καὶ ἐξαγομένης καθ’ ἑκάστην τριμηνίαν ἀντιστοίχου ποσότητος πρὸς τὴν ποσότητα, ἡ ὁποία εἰσήχθη κατὰ τὸ 1913, καὶ ὅτι κατὰ τὴν πρώτην τριμηνίαν θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἐξαγωγὴν 8.777 τόννων. Κατόπιν τούτου, ἡ Κυβέρνησις, ἤτοι τὰ Ὑπουργεῖα Οἰκονομικῶν καὶ Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἔδωκαν ἐντολὴν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἠγοράσθη ἡ ποσότης αὕτη, ἡ ὁποία μετεφέρθη ἐν τῷ μεταξὺ διὰ πλοίων εἰς Πάτρας καὶ Πειραιᾶ, ἤδη δὲ ἠγοράσθη καὶ ἡ δευτέρα ποσότης, διότι εἰσήλθομεν ἤδη εἰς τὴν δευτέραν τριμηνίαν, οὕτως ὥστε, ἀναχωροῦσι σήμερον τὸ ἑσπέρας ἢ αὔριον τὴν πρωΐαν τὰ πλοῖα, διὰ νὰ μεταφέρουν καὶ τὴν δευτέραν ποσότητα, διὰ νὰ συμπληρωθοῦν οἱ 15.500 τόννοι, διανεμόμενοι καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς διανομῆς τοῦ θείου καὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, ὡς ἤδη ἀνεκοίνωσα, ἠξιώθη καὶ ἐδέχθημεν, ἵνα ἡ διανομὴ γίνῃ διὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων ἀνέλαβε τὴν παραλαβὴν εἰς τοὺς λιμένας τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ θείου καὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, εἰς τὴν αὐτὴν δὲ Ἑταιρείαν θὰ δίδεται ἐπίσης καὶ ὁ θειϊκὸς χαλκός, τὸν ὁποῖον θὰ παρέχῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν Λιπασμάτων, ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ἀντιπερονοσπορίνης, καὶ ἡ Ἑταιρεία αὕτη θὰ ἐνεργῇ τὴν διανομὴν καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Συνεφωνήσαμεν καὶ ἐδέχθη ἡ Ἑταιρεία, νὰ ἱδρυθοῦν κεντρικαὶ ἀποθῆκαι, ἐπὶ πλέον δέ, ἐὰν παρουσιασθῇ ἀνάγκη, νὰ ἱδρύσῃ καὶ ἄλλας ἀποθήκας, ἀντὶ ἰδιαιτέρας ἀμοιβῆς. Συνεφωνήθη ἐπίσης, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων θέλει ἀποστέλλει τὸ θεῖον καὶ τὸν θειϊκὸν χαλκὸν παντοῦ, ὅπου ἔχει ἀποθήκας, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅτι θὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ τὰ ἔξοδα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰς κέντρα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν λαμβάνουσι θεῖον ἐκ τῶν κεντρικῶν ἀποθηκῶν Πατρῶν καὶ Πειραιῶς, ὑπεσχέθη δ’ ἐπίσης, ὅτι θὰ στείλῃ εἰς ὅλα τὰ κέντρα, ὅπου ἔχει ἀποθήκας ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων ἀπὸ μικρὰς ποσότητας, ἵνα οὕτω ἐπαρκῇ κατὰ τὸ ἐφικτὸν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου.
§91Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων δὲν στέλλει εἰς ὅλας τὰς ἀποθήκας της.
§92Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Προσπαθεῖ νὰ στείλῃ εἰς ὅλας, ἀλλὰ φοβεῖται, μὴ τυχὸν καὶ τὸ διασπείρῃ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἔλλειψις εἰς τὸ ἕν μέρος καὶ περίσσευμα εἰς τὸ ἄλλο καὶ οὕτω μπερδευθῇ. Δι’ αὐτὸ ἔχει τὰς κεντρικὰς ἀποθήκας.
§93ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰς Νέας Χώρας;
§94Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἰς τὰς Νέας Χώρας θὰ διορίσῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων ἀντιπροσώπους νὰ πωλήσουν τὸ θεῖον.
§95ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς ποῖα μέρη;
§96Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δὲν εἶναι ἡ Βουλή, Κύριοι, τὸ κατάλληλον μέρος, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν εἰς ποῖον χωρίον ἢ εἰς ποίαν κώμην θὰ γίνεται ἡ πώλησις. Τὸ Ὑπουργεῖον εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σας. Ὁσάκις ἤλθατε παραπονούμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν στέλλεται θεῖον ἐκεῖ, ὅπου νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ σταλῇ, ἔλαβον πᾶν μέτρον, προσφέρομαι δὲ νὰ λάβω καὶ πάλιν πᾶν μέτρον, ὁσάκις διατυπώσητε τοιαῦτα παράπονα. Ἀλλὰ δὲν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κατάλληλος τόπος διὰ τοιούτου εἴδους συζήτησιν. Παρακαλῶ νὰ περιορισθῇ ἡ ἐξέτασις τοῦ θέματος ἐκεῖ, ὅπου πρέπει νὰ περιορισθῇ. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποστείλῃ εἰς ὡρισμένας κεντρικὰς ἀποθήκας θεῖον, ἐπαναλαμβάνω δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσωμεν καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα τοιαύτας, ἀλλὰ θὰ πληρώσωμεν. Ἑπομένως, πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν πᾶν κέντρον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἐπιζημίους συνεπείας, νὰ στείλῃ δὲ εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὅπου ἔχει ἀποθήκας, κατὰ τὸ δυνατόν, διότι δὲν δύναται νὰ διασπείρῃ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διότι, ἄλλως, θὰ καταλήξῃ νὰ ὑπάγῃ ἀπὸ ἕνας σάκκος εἰς κάθε ἀποθήκην. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μεταφοράν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐγένοντο πολλαὶ διαπραγματεύσεις. Εἶχε ζητηθῇ ἡ μεταφορὰ νὰ μὴ γίνεται δι’ ἱστιοφόρων, κατωρθώθη δ’ ἐσχάτως νὰ ἐπιτραπῇ καὶ ἡ δι’ ἱστιοφόρων μεταφορὰ εἰς Ζάκυνθον, Κεφαλληνίαν καὶ Λευκάδα. Εἶχε ζητηθῆ προσέτι ἡ διανομὴ νὰ γίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ὑπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ ἐγκρίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Συμμάχων, εἶχε δὲ ζητηθῆ νὰ ἐγκρίνωνται καὶ τὰ κατάλληλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνήργουν διανομήν. Κατωρθώσαμεν νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς τοῦτο. Διαρκῶς διαπραγματεύσεις διεξάγονται. Ὑπάρχει εἰδικὸς ὑπάλληλος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος καθ’ ἑκάστην ἡμέραν διαπραγματεύεται διαρκῶς, διὰ νὰ ἐπιτυγχάνῃ τὴν ἄρσιν τῶν δυσχερειῶν, ἄνευ τῆς ἄρσεως τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ διασπορὰ καθ’ ὅλην τὴν Χώραν τοῦ θείου καὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους, Κύριοι, γίνεται ἡ διανομή, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ ἡ πώλησις, παρὰ μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι ἐφωδιασμένοι μὲ πιστοποιητικὰ, ὅτι εἶναι κάτοχοι ἀμπέλων ἢ σταφιδαμπέλων, καὶ δὲν θὰ δύνανται νὰ ἀγοράσωσιν οὗτοι, παρὰ ποσότητα ἀνάλογον πρὸς τὴν ἔκτασιν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦσι.
§97Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ἐπὶ καταβολῇ;
§98Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Βεβαίως. Τώρα, θὰ ἀκούσητε.
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ πιστοποιητικὰ ποῖος θὰ τὰ ἐκδίδῃ;
§100Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Οἱ πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Σημειώσατε, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ θείου ἐκανονίσθη ἐπὶ τῇ βάσει προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχε κάμῃ τότε ἡ ὑπηρεσία καὶ ἐκανονίσθη εἰς 36 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Ἡ τιμὴ αὕτη εἶναι μεγάλη. Εὐτυχῶς, ἡ τιμή, εἰς τὴν ὁποίαν ἤδη ἐκκαθαρίζεται ἡ πρώτη δόσις, ἡ ἀφιχθεῖσα, εἶναι 32 λεπτά. Ὥστε σήμερον πωλεῖται ἐπὶ πλέον τῆς τιμῆς, εἰς τὴν ὁποίαν στοιχίζει, τὸ δὲ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη ἤδη, ἐπειδὴ ἠγοράσθη εἰς μικροτέραν τιμήν, διότι ἐκεῖνο τὸ εἴχομεν ἀγοράσει ἀντὶ 18 φράγκων, τοῦτο δὲ ἀντὶ 17½ καὶ 16½ (εἶναι δύο κατηγορίαι) θὰ εἶναι κατὰ ἕν λεπτὸν εὐθηνότερον, δηλαδή, τὸ νέον θὰ στοιχίσῃ πέντε λεπτὰ εὐθηνότερον, ἤτοι 31 λεπτά. Τώρα, γεννᾶται τὸ ζήτημα δι’ ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπωλήσαμεν 4 λεπτὰ ἀκριβώτερον. Ἢ θὰ ἐπιστραφοῦν αὐτά, ἢ θὰ πωλήσωμεν ἀντιστοίχως εὐθηνότερον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλθῃ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὀρθώτερον τὸ δεύτερον. Δὲν δύναμαι ἀκόμη νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ποίαν θὰ προβῶ ἀπόφασιν ἐκ τῆς ὅλης διαχειρίσεως. Δὲν θὰ κρατηθῇ τίποτε ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Τὸ ποσὸν τῶν τεσσάρων λεπτῶν, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς διακοσίας χιλιάδας δρχ., ἢ θὰ ἐπιστραφῇ, ἢ θὰ ἐκπεσθῇ ἐκ τῆς τιμῆς τῶν 7 ἑκατομμυρίων ὀκάδων, ἡ ὁποία θὰ εἶναι τοιουτοτρόπως, ὄχι μόνον κατὰ πέντε λεπτὰ κατωτέρα, ἀλλὰ θὰ εἶναι κατὰ πολὺ περισσότερον μικροτέρα. Καὶ ταῦτα μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν τιμήν, ἤδη προβαίνει ἕτερον ζήτημα, λίαν σπουδαῖον. Μέχρι τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἡ προμήθεια τοῦ θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἐμπόρων καὶ οἱ ἔμποροι ἐπρομήθευον εἰς τοὺς σταφιδοκτήμονας ἐπὶ πιστώσει, ἐλάμβανον ἴσως καὶ αὐτοὶ πίστωσιν, καὶ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὸ εἰσῆγον εἰς τὸν τόπον, ἐλάμβανον ἴσως πίστωσιν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, εἰς τὴν ὁποίαν προεξώφλουν τὰ γραμμάτια. Ἤδη πάντες οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσι τὸ θεῖον ἐπὶ πιστώσει καὶ τὸν θειϊκὸν χαλκὸν μὲ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐξέθηκα. Πρέπει νὰ καταβάλλωσι τὸ ἀντίτιμον καὶ τὸ ἀντίτιμον εἶναι καταπληκτικῶς μέγα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν χαλκόν, διότι, ἂν ὑπολογίσητε 3 χιλ. τόννους ἢ 2500 τόννους, δηλαδὴ, δύο ἑκατομμύρια ὀκάδας, ἀπὸ 3.30, εἶναι ἑπτὰ ἑκατομμύρια δρχ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις καὶ διὰ τὸ θεῖον, διότι καὶ ἐκεῖνο ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ἠγοράσθη. Διὰ τὸ θεῖον εἶναι δώδεκα ἑκατομμύρια ὀκ. ἀπὸ 30 λεπτὰ, εἶναι τέσσαρα ἑκατομμύρια καὶ ἑπτὰ ἑκατομμύρια, εἶναι ἕνδεκα ἑκατομμύρια ἐν ὅλῳ. Ἀπετάθην πρὸς τὴν Τράπεζαν καὶ διεπραγματεύθην μετ’ αὐτῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαπραγματεύσεων ὑπῆρξε διπλοῦν. Πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς κτηματίας, τοὺς ἀπολαμβάνοντας πίστωσιν παρὰ τῆς Τραπέζης, ἐδέχθη ἡ Τράπεζα νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς 20% ἐπὶ πλέον τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν εἰς χρῆμα καὶ τοιουτοτρόπως διὰ τοῦ νέου αὐτοῦ δανεισμοῦ τῶν 20% ἐπὶ τῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν οἱ διάφοροι κτηματίαι, θὰ λαμβάνωσι ποσότητα χρήματος ἐπαρκῆ, ἵνα προμηθευθῶσι θειϊκὸν χαλκόν. Αὐτὸ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πίστωσιν παρὰ τῇ Τραπέζῃ, ἐκτὸς ὅμως τῶν κτηματιῶν, ὑπάρχουσι καὶ κτηματίαι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς πιστωτικοὺς καταλόγους τῆς Τραπέζης. Ἔπρεπε νὰ ληφθῇ καὶ δι’ αὐτοὺς μία πρόνοια. Ἐπεβάλετο ἡ πρόνοια, οὐχὶ μόνον ἐκ τοῦ ἐνδιαφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καὶ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν πρὸς παραγωγούς, ἐργαζομένους καὶ ἕνεκα ἐξαιρετικῶν περιστάσεων εὑρισκομένους εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ προμηθευθῶσι τὰ μέσα τῆς διασώσεως τῆς παραγωγῆς των, ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μία πρόνοια, διότι πρόκειται καὶ περὶ οὐσιωδεστάτου ἐθνικοῦ εἰσοδήματος, οἷον εἶναι τὸ ἐκ τῶν ἀμπέλων καὶ σταφιδαμπέλων. Ἐζήτησα, Κύριοι, ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐδέχθη νὰ χορηγήσῃ δάνειον καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς πιστωτικοὺς αὐτῆς καταλόγους, ἀλλὰ, τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἐγγύησιν ταύτην, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι θέλει ληφθῆ πᾶσα πρόνοια, ἵνα μὴ τὰ κτήματα ταῦτα ἀπολεσθῶσι. Καὶ πρὸς τοῦτο, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου εἰς τὴν Βουλήν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητῶ νὰ ἐξουσιοδοτηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα χορηγήσῃ τὴν ἐγγύησιν αὑτὴν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐγγύησιν, δυνάμει τῆς ὁποίας, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα θέλει χορηγήσῃ δάνειον εἰς τοὺς παραγωγούς, τοὺς μὴ πιστούχους, μέχρι τῆς ἀξίας τῶν δύο τρίτων τοῦ θείου καὶ τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ, τὸν ὁποῖον, συμφώνως πρὸς τὰ πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἔχουσι, δύνανται νὰ προμηθευθῶσι. Π. χ., ἐγὼ ἔχω ἕνα πιστοποιητικόν, ὅτι ἔχω τόσα στρέμματα καὶ συνεπῶς δικαιοῦμαι 50 ὀκάδων θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ 100 ὀκάδων θείου. Ἡ ἀξία τοῦ θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ εἶναι γνωστή. Ἐγὼ θὰ λάβω τὰ δύο τρίτα τῆς ἀξίας ἐπὶ τῶν 50 ὀκάδων θειϊκοῦ χαλκοῦ καὶ ἐπὶ τῶν 100 ὀκάδων θείου. Τὸ πρᾶγμα εἶναι σαφές. Λαμβάνεται πρόνοια, ἵνα τὸ δάνειον ἐξασφαλισθῇ, διότι, Κύριοι, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὅταν τὸ Κράτος δίδει τὴν ἐγγύησιν αὐτήν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀνέλθῃ εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ ἀσφάλεια τῆς καλύψεως, τοῦτο δὲ ἐγώ, ὁ καταγόμενος ἐκ σταφιδικῶν μερῶν, δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω, ὅτι καὶ ἐν τῇ βουλήσει τῶν σταφιδικῶν πληθυσμῶν τοῦτο ἐνυπάρχει, ἐννοούντων νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς βάρος τοῦ Κράτους. Θεωροῦσι ζήτημα φιλοτιμίας νὰ μὴ ἀπομείνῃ εἰς βάρος τοῦ Κράτους ἡ τοιαύτη ἐγγύησις. Ἴσως ἔχουσι τὴν συναίσθησιν πλήρη καὶ ἀκεραίαν, ὅτι μόνον διὰ τῆς ἀνελλιποῦς καὶ μέχρι λεπτοῦ ἀποδόσεως τοῦ τοιούτου ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ λάβωσι, θέλουσιν ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀπευθύνωνται πρὸς τὸ Κράτος καὶ ἐν στιγμαῖς δυσχερειῶν νὰ ζητῶσι παρ’ αὐτοῦ τὴν ἀζήμιον συνδρομήν. Ἵνα ἐξασφαλισθῇ, λοιπόν, ἡ ἀπόδοσις, χορηγεῖται εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν προνόμιον ἐπὶ τῶν καρπῶν, προνόμιον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἀσκηθῇ μετὰ πολλῆς εὐκολίας. Δι’ ἁπλῆς εἰδοποιήσεως ὑποχρεοῦται ὁ ὀφειλέτης νὰ καταβάλῃ τὰ χρήματα, δι’ ἁπλῆς εἰδοποιήσεως, νὰ μεταφέρῃ ποσὸν καρποῦ ἐπαρκές, ἵνα καλυφθῇ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Τράπεζαν, ὅπως αὐτή, διὰ τῆς πωλήσεως αὐτοῦ, ἱκανοποιηθῇ. Ἐὰν δὲ τοῦτο παραλείψῃ, δικαιοῦται ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, διὰ κλητῆρος νὰ λάβῃ τὴν ποσότητα τοῦ καρποῦ, νὰ τὴν θέσῃ εἰς τὴν ἀποθήκην της, νὰ τὴν πωλήσῃ εἰς τὴν ἀγορὰν διὰ μεσίτου καὶ τὸ ἀντίτιμον νὰ τὸ συμψηφίσῃ εἰς τὴν ἀπαίτησίν της. Λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ περὶ τῶν προσώπων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ δοθῇ τὸ τοιοῦτον δάνειον. Πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὰς διατυπώσεις. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προβῶμεν εἰς λεπτομερεῖς ἐρεύνας, τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ κτῆμα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸ καλλιεργεῖ; Οἱοσδήποτε εἶναι ὁ καλλιεργῶν τὸ κτῆμα, εἴτε ὁ ἰδιοκτήτης, εἴτε ἐξ ἐμπραγμάτου σχέσεως καλλιεργητής, εἴτε διατελεῖ εἰς σχέσιν τοιαύτην πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, εἴτε εἶναι προεστώς, οἱοσδήποτε ἐμφανισθῇ, δύναται νὰ λάβῃ τὰ χρήματα αὐτὰ διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ συμπληρώσῃ τὴν καλλιέργειαν καί, ἐννοεῖται, τὸ δάνειον τὸ συναφθησόμενον θὰ βαρύνῃ τὸν καρπόν. Τὸ δάνειον προτιμᾶται παντός, οἱουδήποτε δανειστοῦ, διότι πάντες ὀφείλουν νὰ ἀναγνωρίσουν, ὅτι ἄνευ τῆς δόσεως τοῦ θείου καὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σωθῇ ὁ καρπός. Λαμβανομένων τούτων τῶν μέτρων πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς ἀποδόσεως τοῦ δανείου, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένον, ὅπως ἡ Βουλὴ χορηγήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἄδειαν νὰ δώσῃ τὴν ἐγγύησιν αὐτῆς. Βεβαίως, θὰ παρουσιασθῇ δυσχέρεια, ὅπου τὰ ὑποκαταστήματα τῆς Τραπέζης εἶναι ὀλίγα καὶ μεμακρυσμένα, ἀλλὰ θὰ συστήσω εἰς τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία δὲν φαίνεται μὴ ἔχουσα τὴν διάθεσιν ταύτην, νὰ στείλῃ πράκτορας αὐτῆς ἐκεῖ ὅπου θὰ δίδηται ὁ χαλκὸς καὶ τὸ θεῖον, ἵνα οἱ βουλόμενοι νὰ δανεισθῶσιν, ἔχωσι πρόχειρον τὸν πράκτορα τῆς Τραπέζης φέροντα τὰ χρήματα. Θὰ ληφθῇ πᾶσα πρόνοια, ὥστε νὰ παρασχεθῇ πᾶσα εὐκολία εἰς τὸν ἐν λόγῳ πράκτορα. Κύριοι, αὕτη εἶναι ἡ ἱστορία τῆς προμηθείας, τῆς μεταφορᾶς καὶ τῆς διανομῆς τοῦ θείου καὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ. Εἶναι ἱστορία περιπετειώδης. Ὑπῆρξαν πολλοί, οἱ ὁποῖοι, διότι ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν ἐπρομηθεύθησαν μετὰ πάσης εὐκολίας ποσότητά τινα θείου καὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ, ἔχουσι τὴν ἀφέλειαν νὰ πιστεύωσιν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελοῦμεν, ἦτο ἐξ ἴσου εὐχερὴς ἡ προμήθεια καὶ ἀποροῦσι καὶ οἰκτιῶνται, διατὶ δὲν ἐγένετο ἡ προμήθεια ἐνωρίτερον, διατὶ δὲν ἐγένετο ἡ προμήθεια εὐθηνότερον. Ἤλλαξαν, Κύριοι, οἱ καιροὶ καὶ αἱ περιστάσεις εἶναι, ἀτυχῶς, δυσχερέσταται. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ διαβεβαιώσω, εἶναι, ὅτι ἡ ὑπάρχουσα ποσότης θείου καὶ θεϊκοῦ χαλκοῦ εἶναι ἐπαρκής, ἐξ ἑνὸς δὲ μόνον λόγου δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ καὶ καταλήξῃ εἰς ἀνεπάρκειαν, διότι μὴ νομίζητε, ὅτι, ὅταν λέγω, ὅτι εἶναι ἐπαρκής, ἐννοῶ, ὅτι περισσεύει—ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου λόγου δύναται νὰ διακινδυνεύσῃ, ἐκ τῆς σπουδῆς πάντων νὰ ἁρπάσωσι περισσότερον. Ἀπὸ τῆς θέσεως δὲ ταύτης ἀπευθύνω μίαν ἔκκλησιν πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ μέριμνα, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα, τὴν ἔκκλησιν, ἵνα μετὰ ψυχραιμίας καὶ ἀπαθείας, πεποιθότες, ὅτι διὰ μόνου αὐτοῦ τοῦ μέσου δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι τὴν ἐπαρκῆ ἱκανοποίησιν τῶν εἰς θεῖον καὶ θειϊκὸν χαλκὸν ἀναγκῶν των, μετὰ ψυχραιμίας καὶ ἀπαθείας προβῶσιν εἰς τὰς προμηθείας των. Νὰ μὴ καταληφθῶσιν ὑπὸ νευρικότητος καὶ ἀναπτύξωσιν ὁρμὴν εἰς τὸ νὰ λάβωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν πλεῖστον. Τοῦτο θέλει ἀγάγῃ ἀσφαλῶς καὶ μοιραίως εἰς τὴν ἐμφάνισιν ἀνεπαρκείας, ἡ ὁποία θὰ ἀποβῇ καταστρεπτικὴ εἰς αὐτούς. Παρακαλῶ δὲ ὑμᾶς, ὅσους μετ’ ἐκείνων ἐπικοινωνεῖτε, νὰ τοὺς συστήσητε δυσπιστίαν πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ πάντα ἐκμεταλλευόμενοι, ἀσυνείδητοι, ἐπαῖται ἐπευφημιῶν, στρέφονται πρὸς τὰ ἀτυχῆ αὐτὰ πλήθη καὶ προσπαθοῦν νὰ δημιουργοῦν νευρικότητα, ἐμφανίζοντες τὰς κενὰς αὐτῶν φράσεις, δῆθεν, ὡς ὑπηρεσίας πρὸς ἐκείνους, ἐνῷ ἀληθῶς ὠθοῦσι τοὺς ἀτυχεῖς αὐτοὺς ἀνθρώπους πρὸς τὸν ὄλεθρον. (Χειροκροτήματα).
§101Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ σταφιδικοὶ πληθυσμοὶ ἐκφράζουν τὴν εὐγνωμοσύνην των πρὸς τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν, παρακαλοῦσιν ὅμως καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, εἰ δυνατόν, νὰ ψηφισθῇ εἰς αʹ ἀνάγνωσιν τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον.
§102Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω, παρὰ νὰ εὐχαριστήσω καὶ ἐγὼ ἐκ μέρους τῶν Κεφαλλήνων, τὴν πρόνοιαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδίως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἀλλ’ ὅμως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν, ἐὰν ὄντως ἔσχε τὴν αἰτηθεῖσαν ἀπάντησιν, ὅτι ἐλευθέρως θὰ μεταφερθῇ τὸ θεῖον δι’ ἱστιοφόρων εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, διότι δὲν ἐδόθη ἡ ἀπάντησις εἰς ἡμᾶς, καὶ ἰδίως ἂν ἐστάλη θεῖον εἰς Κεφαλληνίαν, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς πρωΐμου ἀναπτύξεως τῆς βλαστήσεων, ἐπιβάλλεται τόσον ἡ πρώτη ράντισις τῶν κτημάτων, ὅσον καὶ ἡ θείωσις αὐτῶν. Ἐὰν τοῦτο δὲν ἐγένετο μέχρι σήμερον, ἱκετεύω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ, ὅσον τὸ δυνατόν, ταχύτερον τὴν ἀποστολὴν θείου εἰς Κεφαλληνίαν.
§103Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἔχω τὴν πληροφορίαν αὐτὴν τὴν στιγμήν, ὅτι ἀπεστάλη θεῖον εἰς τὸ Ἀργοστόλιον.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σπέντζας.
§105Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ λάβῃ κανεὶς τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτούμεθα καὶ ἡμεῖς τοῦ λόγου.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ τις ἐκ τῶν ἐγγεγραμμένων νὰ ὁμιλήσῃ;
§108Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ, δύο λέξεις.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρινόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§110Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἡ εὐγνωμοσύνη τῶν παραγωγῶν διὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς προστασίαν καὶ ἀνακούφισιν αὐτῶν, θέλει ἐκδηλωθῆ ἀμέριστος, ἀλλ’ ἔχω νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Ἐκ τῶν ἀνακοινώσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καταδηλοῦται, ὅτι ἡ ἄφιξις τῶν φορτίων τοῦ θειϊκοῦ χαλκοῦ θὰ ἐπιτευχθῇ μετὰ πάροδον ἡμερῶν ἱκανῶν, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο προχωρεῖ ἡ βλάστησις, καθ’ ἥν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ὁ πρῶτος ψεκασμὸς τῶν κτημάτων. Ἕνεκα τῆς ἀνάγκης ταύτης, οἱ παραγωγοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ καταφύγωσιν εἰς τοὺς ἐμπόρους, ζητοῦντες νὰ ἀγοράσωσιν ἐκ τῆς προμηθείας θειϊκοῦ χαλκοῦ, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν εἰς τὸν τόπον. Οἱ ἔμποροι, ἐπωφελούμενοι τῆς ἀνάγκης ταύτης τῶν σταφιδοκτημόνων, ἀνεβίβασαν τὴν τιμὴν εἰς ὀκτὼ δραχμὰς τὴν ὀκᾶν, ὅπως τοῦτο συνέβη προχθὲς εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πύργου. Μοὶ κατηγγέλθη μάλιστα, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν τιμὴν ἐπωλήθη μεγάλη ποσότης θειϊκοῦ χαλκὸς ἐκ τῆς προμηθείας ἐκείνης, ἡ ὁποία εἶχεν ἔλθῃ πρὸ δύο μηνῶν καὶ ἡ ὁποία εἶχε παραμείνῃ ἐν Πειραιεῖ, κατώρθωσεν ὅμως εἷς τῶν ἐμπόρων, διὰ μέσων, τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω, νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Ἀγγλικὴν Πρεσβείαν καὶ νὰ μεταφέρῃ τὸν χαλκὸν καὶ τὸν πωλήσῃ εἰς τοιαύτην ὑπέρογκον τιμήν, χωρὶς νὰ φοβῆται τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ αἰσχροκερδείας...
§111Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατὶ δὲν κάμνουν καταγγελίαν κατὰ τοῦ ἐμπόρου αὐτοῦ;
§112Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ προβῇ εἰς ἐπίταξιν τοῦ ποσοῦ τούτου...
§113Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἐπίταξιν. Ὁ χαλκὸς ἐπετάχθη ὁλόκληρος, διετάχθη δὲ καὶ ἡ παράδοσις τῆς ἀντιπερονοσπορίνης ἀκόμη εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων, πρὸς διανομήν. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων πωλήσῃ τὸν θειϊκὸν χαλκόν, θὰ τὸν πωλήσῃ εἰς τὴν αὐτὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς ἔρχεται ὁ ἄλλος.
§114Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Σήμερον διεξάγεται δίκη εἰς τὸ Δικαστήριον Πύργου διὰ τὴν πώλησιν δύο σάκκων, οἱ ὁποῖοι ἐπωλήθησαν πρὸς 30 δραχμάς.
§115Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἡ Ἑταιρεία πωλεῖ πρὸς 1.75, τιμή, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ πρὸς 2.81 διὰ τὸν χαλκόν. Λέγω δέ, ὅτι αὐτὴ ἡ τιμὴ ἀντιστοιχεῖ πρὸς 2.81, διότι ἐζητήσαμεν πληροφορίας ἀντὶ πόσου δέχεται νὰ μᾶς δώσῃ τὴν ἀντιπερονοσπορίνην καὶ τὸν θειϊκὸν χαλκόν — διότι οὔτε ἡ ἀντιπερονοσπορίνη, οὔτε ὁ θειϊκὸς χαλκὸς ὑπάρχουν, πρόκειται περὶ παραγωγῆς συντελουμένης ἤδη—καὶ μᾶς εἶπεν ἡ Ἑταιρεία, ὅτι τὴν ἀντιπερονοσπορίνην θὰ τὴν δίδῃ ὅσον τὴν πωλεῖ, δηλαδή, 1.75, ἀναλαμβάνουσα αὐτὴ νὰ πληρώνῃ τὰ ἔξοδα εἰς τὸ Μονοπώλιον. Διὰ δὲ τὸν χαλκὸν, τὸν ὁποῖον θὰ ἀρχίσῃ νὰ παραδίδῃ κατόπιν, θὰ πληρώνηται 2.81 ὑπὸ τὸ Κράτος ἐνοεῖται, διότι θὰ κάμωμεν μίαν μέσην τιμήν, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ διὰ τὸν ἄλλον χαλκὸν θὰ πληρώσωμεν 3.30, νὰ τὸν πωλῶμεν πρὸς 2.81.
§116Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν, κ. Πρόεδρε, νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὅτι ἐν Κρήτῃ ἡ Ἑταιρεία τῶν Μονοπωλίων ἀνέθηκε τὴν πώλησιν τοῦ θείου εἰς ἰδιώτας. Ἠρώτησα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐὰν τὰ ἔξοδα τοῦ θείου ἔχουσι κανονισθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, καὶ ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἀκόμη δὲν ἔχουσι κανονισθῆ. Ἐπληροφορήθην δέ, ὅτι διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ θείου ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Ἡράκλειον τῆς Κρήτης, ἐζητήθη ναῦλος πρὸς 50 δραχμὰς κατὰ τόννον.
§117Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἰς τὴν Κρήτην ἀπεστάλησαν 15.000, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, σάκκοι θείου μὲ ἱστιοφόρον. Θὰ καταβάλω δὲ πᾶσαν προσπάθειαν, ἵνα μὴ συμβῇ καμμία κατάχρησις.
§118Σ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδή, κ. Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ προέρχεται ἀπὸ τοὺς Γαργαλιάνους, οἱ ὁποῖοι τυγχάνουν ἰδιαιτέρα μου πατρίς, καὶ ἰδιαίτερός μου δῆμος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω, ὅτι πρῶτος ἐζήτησα νὰ ἐγγραφῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Σπέντζα. Ἀκολούθως, παρεκάλεσα τὴν ὑπηρεσίαν σας νὰ μὲ ἐγγράψῃ καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸ τονίσω τοῦτο, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ παρὰ τῶν ἰδιαιτέρων συμπολιτῶν μου ὅτι δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ τὰ συμφέροντά των. Δι’ αὐτὴν τὴν παράλειψιν διαμαρτύρομαι, ἀλλὰ δὲν ἐπιρρίπτω μομφὴν ἐναντίον σας, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ κατὰ τῆς ὑπηρεσίας σας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ζητήσητε λογοδοσίαν, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διαγράφωνται οἱ Βουλευταὶ ἀπὸ τὰς ἀναφοράς.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορά, ἡ ὁποία εἶναι ἐδῶ καὶ τῆς ὁποίας ἐλάβατε γνῶσιν πρὸ μικροῦ, δὲν φέρει ἀναγεγραμμένον καὶ ὑμᾶς μεταξὺ τῶν ἐγγεγραμμένων. Ἐπίσης, εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἡ ὁποία γνωρίζετε τεχνικῶς πῶς συντάσσεται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Πρόεδρος νὰ παρακολουθῇ ὅλας τὰς λεπτομερείας, δὲν εἶσθε ἐγγεγραμμένος. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ πληροφοροῦν, ὅτι ἡ ὑπ’ ἀριθ. 141 ἀναφορὰ τοῦ λαοῦ Γαργαλιάνων, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐγγεγραμμένοι οἱ κ. κ. Ντολιόπουλος, Στεφανόπουλος, Κουμουνδοῦρος, Καβαλλιεράτος, Γεράκης, ἔχει τὸ αὐτὸ ἀντικείμενον μὲ τὴν ἤδη συζητουμένην· ἑπομένως, ἂν θέλετε καὶ δέχηται ἡ Βουλὴ νὰ συμπτυχθῶσιν αἱ ἀναφοραί, δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε.
§120ΣΠ. ΝΤΟΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ ἴδητε πόσον εὑρίσκομαι ἐν τάξει, σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: ὅτι διὰ τῆς πρώτης ἀναφορᾶς οἱ κάτοικοι τῶν Γαργαλιάνων ζητοῦσιν, ὅπως ἡ Προνομιοῦχος Ἑταιρεία ἀναλάβῃ τὴν προμήθειαν καὶ διὰ τῆς δευτέρας των, ζητοῦσι τοῦτο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἑπομένως, παρηκολούθησα καὶ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀναφορᾶς καὶ ἀνέγνωσα αὐτό, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ ἐγγραφῶ. Παρεκάλεσα τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην τὴν διεκπεραίωσιν νὰ μὲ ἐγγράψῃ καὶ ἤμην ἐγγεγραμμένος. Ὥστε εἶμαι ἐν τάξει καὶ μὴ νομίζητε, ὅτι, ὅταν λέγω κἄτι τι, τὸ λέγω, διὰ νὰ ἐπωφεληθῶ τῆς περιστάσεως.
§121Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§123Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῶν πρώτων συνεδριάσεων τῆς παρούσης Βουλῆς, τόσον ἐγώ, ὅσον καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, ἔχομεν ἐγγραφῆ διὰ διαφόρους ἐπερωτήσεις. Τὰ ζητήματα, ὅμως, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε παρεμβάλλονται καὶ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἑκάστοτε δημιουργοῦνται, δὲν ἠξεύρω κατὰ τίνα τρόπον ἔχουν ματαιωθῆ μέχρι τῆς στιγμῆς πάντα ἔλεγχον. Εὑρισκόμεθα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει πρὸ ἀνυπαρξίας Κανονισμοῦ, ἀναρχίας ἐλέγχου τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων. Καὶ λέγων ταῦτα, δὲν θέλω νὰ ἀποδώσω μομφήν τινα ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐξουδετερώσω ὅλας ἐκείνας τὰς φήμας, αἱ ὁποῖαι διασπείρονται ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ δημιουργοῦσι κοινὴν γνώμην, λίαν δυσμενῆ δι’ ἡμᾶς. Παρακαλῶ θερμῶς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ συστήσῃ μίαν ἐπιτροπήν, διὰ νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, νὰ καλέσῃ, ὡς τάχιστα, τὴν ἐπιτροπὴν αὐτήν, διότι μὲ τὸν ὑπάρχοντα Κανονισμὸν καὶ μὲ τὴν τακτικήν, ἡ ὁποία καθιερώθη διὰ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἀναφυομένων ζητημάτων καὶ νὰ ἀσκήσωμεν οἱονδήποτε ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Παρακαλῶ κατ’ ἀκολουθίαν τὸ Προεδρεῖον, νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν πρόσκλησιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι, ὅπως βαίνουσι τὰ πράγματα, νομίζω, ὅτι καὶ ἡ παρουσία ἡμῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καθίσταται περιττή.
§124Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τοῦτο ἤθελον νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγώ. Ὑπάρχει ἐπιτροπή, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει τὴν μελέτην τῶν δεομένων θεραπείας ἐν τῷ Κανονισμῷ. Οὕτω, παρουσιάζεται τοῦτο τὸ ἀνώμαλον, ὅτι προτιμῶνται, ὡς θέματα γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος, καὶ δικαίως κατὰ τοῦτο προτιμῶνται, ὡρισμέναι ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις. Εἰς τὰς προτιμωμένας δὲ, ἀφοῦ ἀναγνωρίζεται ἡ γενικότης τοῦ ἐνδιαφέροντος, ἔπρεπε, τοὐλάχιστον, νὰ εἶναι γενικευμένη ἡ συζήτησις, ἀφοῦ γενικώτερον ἐνδιαφέρον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τὴν προτίμησιν ἀναφορᾶς τινος ἢ ἐρωτήσεως. Τοῦτο εἶναι σημεῖον σοβαρόν, τὸ ὁποῖον ἴσως πρέπει νὰ προβλέψῃ ὁ νέος Κανονισμός. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, ὅπως τὸ ταχύτερον προσκληθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ προωρισμένη νὰ μελετήσῃ τὰ κενὰ καὶ τὰς ἀνωμαλίας τοῦ Κανονισμοῦ, ἵνα ἐπιφέρῃ τὴν διόρθωσιν.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶχον ἑτοιμάσει τὰς προσκλήσεις διὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν, δυστυχῶς, ὅμως παρουσιάσθη ἀπρόοπτόν τι καὶ ἀνεχώρησα. Ἤδη θὰ καλέσω τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐρωτήσεων.
§126Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ καιροῦ ἀρκετοῦ εἶχον ἀπευθύνῃ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἐρώτημα, σχετικὸν πρὸς αἴτησιν καθυποβληθεῖσαν ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ Κουβαρᾶ, ζητούντων, ὅπως, διὰ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, προσδιορισθῇ καὶ πάλιν στάσις τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὸ 19ον χιλιόμετρον, ὅπως καὶ πρότερον ἐγένετο. Ἤθελον, ὡς πρὸς τοῦτο, νὰ ἔχω ἀπάντησιν.
§127Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀνέμενον νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ἐρωτήσεώς σας, διὰ νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ὡς γνωρίζετε, ὁ σταθμὸς αὐτὸς κατηργήθη πρὸ τριετίας. Τὸ παράπονον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη εἰς ὑμᾶς, ὑπεβλήθη καὶ εἰς ἐμέ, ἐζήτησα δὲ παρὰ τῆς Ἑταιρείας τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, ὅπως κατασταθῇ ἐκ νέου ὁ σταθμὸς αὐτός, ἀλλὰ δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ πεισθῇ, καὶ οὔτε ἔχω καὶ τὸ μέσον νὰ τὴν πιέσω. Ἐκτὸς αὐτοῦ, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὥστε νὰ δικαιολογῆται καὶ ἡ ἐπιμονὴ τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, καὶ ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων, ὁ σταθμὸς δὲ αὐτὸς συνεπάγεται μίαν νέαν δαπάνην. Ἐζήτησε μάλιστα ἡ Ἑταιρεία τῶν Σιδηροδρόμων Ἀττικῆς, ὅπως ὡρισμένοι συρμοὶ περικοποῦν, καὶ τῆς τὸ ἀπηγόρευσα. Ἐπίσης δὲ ἐζήτησε τὴν ὕψωσιν τῶν τιμῶν, καὶ τὴν ἠρνήθην. Τώρα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιμείνω, ὑπὸ τὰς περιστάσεις, ὑφ’ ἃς διατελοῦμεν, ὅπως ὁ σταθμὸς αὐτὸς, ὁ καταργηθεὶς πρὸ τριετίας, κατασταθῇ ἐκ νέου.
§128Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, δύναταί τις νὰ ἐλπίζῃ, ὅτι θὰ ἐπανέλθητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ θὰ τὸ ἐπιτύχητε. Ἐπίσης, ἄλλην μίαν παράκλησιν εἶχον ὑποβάλει διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ σταθμοῦ ἀπὸ Βαγιῶν εἰς Θήβας.
§129Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Αὐτὸ εἶναι τῆς Ἑταιρείας τοῦ Λαρισαϊκοῦ Σιδηροδρόμου.
§130Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι καὶ αὐτὴ μία παράκλησις, ἡ ὁποία ἀπαντᾷ εἰς ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ τόπου ἐκείνου.
§131Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐκεῖ εἶναι ἄλλος λόγος. Ἐκεῖ τὸ δρομολόγιον εἶναι τόσον μικρόν, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς διαμέσους σταθμούς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχει μεγαλειτέρα εὐκολία.
§132Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, καθὼς ἐνθυμεῖσθε, ἐκεῖ δὲν εἶναι στάσις, ἀλλ’ εἶναι φυλάκιόν τι. Πρέπει, λοιπόν, νὰ μετατραπῇ τὸ φυλάκιον εἰς στάσιν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξυπηρετήσῃ ζωτικώτατα συμφέροντα τοῦ τόπου.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως ἀναβληθῇ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος δι’ ἄλλην ἡμέραν;
§134Γ. ΠΩΠ. Προκειμένου, κ. Πρόεδρε, περὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἀναβάλῃ ἢ οὐ τοῦτον. Πρέπει νὰ ἐρωτηθῶσιν οἱ κ.κ. Συνάδελφοι, οἱ ἐγγεγραμμένοι διὰ τὸν τοιοῦτον ἔλεγχον, εἷς ἕκαστος ἰδιαιτέρως, καὶ ἂν πάντες παραιτοῦνται τοῦ λόγου, τότε δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, ἀναβάλλοντες τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν, κ. Βουλευτά, ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐν τῷ συνόλῳ, ἔχω τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἐρωτῶ καὶ ἕνα ἕκαστον τῶν κ. κ. Βουλευτῶν ἰδιαιτέρως.
§136Γ. ΠΩΠ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, μάλιστα.
§137Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε, κ. Πρόεδρε, νὰ παρατηρήσω, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσητε τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς.
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν, καθ’ ὅσον ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι αὕτη δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 25′ μ. μ.)