1916.03.21
5.658 στίχοι · 42.370 λέξεις · 610 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΛΖʹ.
ΤΗΣ 21 ΜΑΡΤΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Ι. Δελλίου.
(Ὥρα 6–15 μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικά, μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως ἐπ’ αὐτῶν. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: Ἡ Κοινότης Ζίτσης διαμαρτύρεται διὰ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ Βουλευτοῦ κ. Φλώρου ἐναντίον τοῦ Μητροπολίτου Βελλᾶς. Ὁ λαὸς Γαργαλιάνων παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα διὰ προμήθειαν θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ. Οἱ κάτοικοι Πραθίων διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἐπιζήμιον χάραξιν τῆς δημοσίας ὁδοῦ εἰς εἴσοδον τῆς πόλεως. Αἱ οἰκογένειαι ἐπιστράτων Χανίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ταῖς δοθῇ ἡ καθυστερουμένη περίθαλψις. Ὁ Δήμαρχος Λαρίσσης παραπονεῖται ἐναντίον τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς Βόλου, ὡς μὴ ψηφιζούσης ἀνάλογον ποσὸν διὰ περίθαλψιν. Ἡ Σιεδούλα σύζυγος Νικολ. Βλαχοπούλου, ἐπιστράτου, παρακαλεῖ, ὅπως δοθῇ εἰς τὸν σύζυγόν της δίμηνος ἄδεια. Αἱ σύζυγοι τῶν ἐπιστράτων Χαλαζουνίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ταῖς σταλῇ τὸ καθυστερούμενον βοήθημα. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Συγγροῦ κρατούμενος Θεόδ. Πετρόβας παρακαλεῖ, ὅπως τοῦ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη. Ἡ ἐν Δίβρῃ ἐπιτροπὴ τῆς περιθάλψεως παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν περίθαλψιν. Οἱ φοιτηταὶ τῶν Πανεπιστημίων παρακαλοῦσιν, ὅπως εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ Πανεπιστημίου» ἀναγραφῇ, ὅτι τὰ φοιτητικὰ ἑσπερινὰ ἀναγνωστήρια λειτουργοῦσι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων τῆς πόλεως Θεσσαλονίκης ζητεῖ ἐξαιρετικῶς νὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια, λόγῳ τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων, ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰρημένην ἐνοικίασιν καὶ τροποποιηθῇ ἡ 2 § τοῦ 4ου ἄρθρου, τοῦ ὑποβληθέντος σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Λυκειάρχης Θεμιστοκλῆς Ταβουλάρης καταγγέλλει σκάνδαλά τινα, γενόμενα εἰς βάρος του. Ὁ Γ. Καραβέλας, στρατιωτικὸς κατάδικος παρὰ ταῖς φυλακαῖς γʹ λόχου ὑποδίκων — καταδίκων, αἰτεῖται Β. Χάριν. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Θ. ΤΙΚΟΠΟΥΛΟΣ καὶ Δ. ΜΕΛ-ΦΟΣ ὑποβάλλουν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 445». Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΜΠΑΣΙΑΣ ὑποβάλλει 1) πρότασιν «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς», 2) τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου ΓΩΚΓʹ καὶ ΓΩΚΓʹ τοῦ 1911». Ἐπίσης, ἀνακοινῶ, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐπὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἀμιδύκων ἐνισχύονται διὰ τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Σπ. Ἑπτακοίλη, Νικ. Βλιάμου, Ἰω. Λεθέντη καὶ Δημ. Χατζηδάκη. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Γεράκης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀγρινίου.
§2Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβε πρόνοιαν διὰ τὸ ζήτημα τῆς καθυστερήσεως τῶν μισθῶν τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Ἀγρινίου, οὐχ ἧττον, δὲν ἔλαβε πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν καθυστερουμένων μισθῶν τοῦ πρώην Γυμνασιάρχου Ἀγρινίου κ. Γεωργίου Χοϊδᾶ, ὅστις ὑπέβαλεν αἴτησιν ἀπὸ τῆς 16 Ἰανουαρίου 1916 εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἥτις καὶ διεβιβάσθη εἰς τὸν κ. Νομάρχην Αἰτωλοακαρνανίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Νομάρχης, καίτοι ἔχει πρὸ ἑνὸς ἔτους καὶ ἄλλην αἴτησιν εἰς χεῖράς του, δὲν ἐννοεῖ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς Προέδρους τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων νὰ ἀναγράψωσιν εἰδικὴν πίστωσιν πρὸς πληρωμὴν τῶν καθυστερουμένων μισθῶν του καὶ οὐδεμίαν μέχρι σήμερον ἀπάντησιν ἔδωκεν εἰς σχετικὸν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ, ὅθεν, ὅπως διαταχθῇ ὁ Νομάρχης Αἰτωλοακαρνανίας, ἵνα συμμορφωθῇ μὲ τὸν νόμον καὶ τὴν διαταγὴν ὑμῶν, κ. Ὑπουργέ.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρακάκης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§4Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Συμφωνῶ, κ. Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ προλαλήσαντος Συναδέλφου λεχθέντα, καὶ παρακαλῶ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα οἱ Ταμίαι μὴ παρεμβάλλωσι δυσχερείας εἰς τὴν πληρωμὴν τοιούτων ὀφειλῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστοδουλιᾶς.
§6Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν πληροφορίαν, ὅτι ἀπὸ πολλῶν μηνῶν καθυστερεῖται ὁ μισθὸς τῶν καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Μεσολογγίου. Θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναλογιζόμενος τὰς κρισίμους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, νὰ διατάξῃ τοὺς Ταμίας νὰ πληρώσωσι τοὺς μισθοὺς αὐτούς.
§7Δ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ, δύο λέξεις. Οἱ κ. κ. Συνάδελφοι δὲν γνωρίζουσι περὶ τίνος πρόκειται καὶ ὅμως ἔρχονται νὰ βεβαιώσουν, ὅτι ὁ Ταμίας καθυστερεῖ μισθούς... (Θόρυβος).
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον.
§9Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Παρακαλῶ, τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§11Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Καὶ ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ τοῦ ἐπεισοδίου λαμβάνω τὸ δικαίωμα, ἢ μᾶλλον αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν, νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπιστήσῃ, ἐπὶ τέλους, τὴν προσοχήν της ἐπὶ μιᾶς καταχρήσεως, ἥτις γίνεται κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 55 καὶ 56 τοῦ Κανονισμοῦ, ἕκαστος Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἐρώτησιν, τῆς ὁποίας τὸ ἀντικείμενον ἀναγράφεται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Κατὰ δὲ τὰς σχετικὰς διατάξεις, ἡ Κυβέρνησις ἢ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς ὑποχρεοῦται νὰ ἀπαντήσῃ καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν, ὁ ἐρωτῶν Βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαντήσῃ μόνον, διὰ νὰ δηλώσῃ, ἂν ἡ ἀπάντησις ἦτο ἡ δέουσα εἰς τὴν ἐρώτησίν του. Πρὸς τοῦτο χορηγεῖ χρονικὸν διάστημα πέντε λεπτῶν, τὸ πολύ. Μολαταῦτα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης Συνόδου παρατηρεῖται, ὅτι συντελεῖται προφανὴς παραβίασις τῶν διατάξεων τούτων τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς ἑκάστην ἐρώτησιν ὑπογράφουσι πέντε δέκα, δεκαπέντε Βουλευταί, καὶ πρὶν ὁ Ὑπουργὸς ἀπαντήσῃ, αὐτοὶ προβαίνουσιν εἰς συζήτησιν σχεδὸν τοῦ θέματος τῆς ἐρωτήσεώς των. Ἐκτὸς αὐτοῦ καὶ ἕκαστος ἐκ τῶν Βουλευτῶν αὐτῶν καταναλίσκει ἀνὰ πέντε λεπτὰ τῆς ὥρας. Ἂν τοῦτο ἦτο τὸ πνεῦμα τῶν σχετικῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλοίμονον εἰς τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς. Οὐδέποτε ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιληφθῇ τῶν κυρίων καθηκόντων αὐτῆς, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν νομοθετικῶν ἐργασιῶν. Ἀλλά, πλὴν τούτου, διὰ τῆς καταχρήσεως αὐτῆς προσβάλλονται, θίγονται δικαιώματα ἄλλων Βουλευτῶν, διότι συστάσεις καὶ ἄλλαι ἐρωτήσεις παραμένουσιν εἰς τὸν πυθμένα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Ὁ Κανονισμὸς προέβλεψεν περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν Βουλευτῶν, ἐὰν ἡ ἀπάντησις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ δὲν θεωρηθῇ ἡ δέουσα, ὁ ἐρωτῶν Βουλευτής, ὡς εἶπον, δηλοῖ, ἂν θεωρῇ τὴν ἀπάντησιν ἐπαρκῆ ἢ μή. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἡ ἀπάντησις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ ἤθελε θεωρηθῇ ὡς ἀντικειμένη εἰς τοὺς νόμους, πάλιν ὁ Κανονισμὸς προέβλεψεν δι’ ἄλλης διατάξεως, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται δικαίωμα εἰς αὐτὸν νὰ ὑποβάλῃ ἐπερώτησιν. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλήν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν κατάχρησιν αὐτὴν τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπίσης δὲ καὶ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐφεξῆς ἐφαρμόσῃ ἀκριβῶς καὶ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἐπιθυμῶ δέ, ὅπως εἰς ἄλλην συνεδρίασιν εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω πρότασιν περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσίμας.
§13Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Ὁ ἀναφερόμενος συμπολίτης μου Παναγιώτης Πετρόπουλος προσῆλθε κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1912 καὶ μετέσχε πλείστων μαχῶν τοῦ πολέμου αὐτοῦ. Εἰς τὴν Μανωλιάσαν προσεβλήθη ἀπὸ κρυοπαγήματα καὶ ἐν τούτοις δὲν εἰσῆλθεν εἰς τὸ νοσοκομεῖον, ἀλλὰ παρηκολούθησε τὴν ἐκστρατείαν καὶ κατὰ τὸν Ἑλληνο–Βουλγαρικὸν πόλεμον μέχρι Τζουμαγιᾶς. Ἐκεῖ, παθών, ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς τελείως ἀνίκανος καὶ ἀπελύθη. Ἀναθεωρηθείς, εὑρέθη καὶ πάλιν ἀνίκανος. Παραδόξως, ὅμως, ἡ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία τὸν ἐξήτασε διὰ νὰ τοῦ ἀπονείμῃ σύνταξιν, εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει ἐκ ποίας ἀφορμῆς τῷ προῆλθον τὰ κρυοπαγήματα. Εἶναι ἀληθῶς περίεργος ἡ ἀπόφασις, διότι, ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἰσῆλθεν ὑγιὴς καὶ ἐξῆλθε πάσχων ἐκ κρυοπαγημάτων, βεβαίως, θὰ ἔπαθε κατὰ τὸν πόλεμον. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καίτοι ἀπόντα, νὰ διατάξῃ τὰ δέοντα, ὅπως ὁ συμπολίτης μου οὗτος δικαιωθῇ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεράκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν μητέρων, συζύγων καὶ ἀδελφῶν καὶ τέκνων τῶν ἐπιστράτων Βόλου.
§15Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διὰ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ἓν ὁριστικὸν πλέον μέτρον, ἀφοῦ μάλιστα ἤρχισαν νὰ χορηγῶνται ἄδειαι εἰς τοὺς ἐπιστράτους καὶ θὰ περιορισθῇ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ χορηγῇ τὸ Κράτος διὰ τὴν περίθαλψιν. Πιστεύσατε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι μᾶς κατέκλυσαν ἐπιστολαὶ ἐκ πτωχῶν μητέρων, ἀδελφῶν καὶ τέκνων τῶν ἐπιστράτων, ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πραγματικῶς πάσχουσι καὶ οἱ ὁποῖοι ἐπώλησαν καὶ τὸ τελευταῖον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐντὸς τῶν οἰκιῶν των, ἵνα μὴ ἀποθάνωσι τῆς πείνης. Παρακαλῶ, λοιπόν, καὶ καθικετεύω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ ἓν ὁριστικὸν μέτρον. Ἀναγνωρίζω, βεβαίως, τὴν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ Κράτος, νομίζω ὅμως, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα ἐν δικαίῳ μέτρῳ ἀποστέλληται περίθαλψις καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους καὶ ὄχι μόνον εἰς ὡρισμένας ἐπαρχίας καὶ αἱ ἄλλαι νὰ μένωσιν ἐγκαταλελειμμέναι ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ὀκτωβρίου.
§16ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ δὲν εἶναι σύστασις, ἦτο ἐπιτίμησις καὶ ἐπιτίμησις ἀδικωτάτη, διότι ἂν ἀνοίξῃ τὸν πίνακα, θὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ἐξῃρέθη ἡ Κεφαλληνία τῆς γενικῆς μερίμνης. Ἡ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι ὁριστικὸν μέτρον δὲν δύναται νὰ ληφθῇ, διότι, ἂν ἐλαμβάνετο, τοῦτο θὰ ἦτο, νὰ ἐδίδοντο 5.000.000 τὸν μῆνα εἰς τὴν περίθαλψιν, ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὔτε 500.000 τὸν μῆνα νὰ διανείμωμεν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων. Γίνεται, λοιπόν, ὅ,τι εἶναι δυνατὸν καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας φροντίζομεν, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει χρῆμα εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα, νὰ δίδωμεν εἰς αὐτὰ παραγγελίαν, νὰ τακτοποιηθῶσιν, ὥστε νὰ δώσωσι μικρόν τι ποσόν, ἀνάλογον πρὸς τὴν περιφέρειαν, ἀλλ’ ὄχι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ διανέμηται. Ἄν ὁ κ. Βουλευτὴς μοὶ εἶχε κατ’ ἰδίαν, προηγουμένως, ὑπομνήσῃ τὸ πρᾶγμα, θὰ ἔλεγον εἰς αὐτόν: ἰδοὺ τί ἔκαμον, ἰδοὺ τί δὲν ἔκαμον· ἰδοὺ τί δύναμαι νὰ κάμω. Διὰ τὴν Κεφαλληνίαν δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ζητηθῇ τι ἀλλὰ μόνον σήμερον, καὶ δι’ αὐτὸ συνεννοήθημεν μετὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, καὶ ἐστείλαμεν διαταγήν, νὰ δώσωσι τὰ ταμεῖα ὅ,τι εἶναι δυνατόν. Ἐκάμαμεν ὑπολογισμόν τινα, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου ποσοῦ τοῦ μηνός, ἵνα στείλωμεν ἀλλαχοῦ ὅ,τι ἐκ τῆς εὐπορίας μας τῆς μετριωτάτης, τῆς ἐλεεινῆς, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, μᾶς ἐπετρέπετο. Θὰ ἐνθυμηθῶ αὔριον νὰ δώσω εἰδικὴν διαταγὴν διὰ τὴν Κεφαλληνίαν.
§17Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Νὰ δοθῇ, τοὐλάχιστον, τώρα, διὰ τὰς ἑορτάς.
§18ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ γίνεται.
§19Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Νὰ μὴ λησμονηθῇ ἡ Β. Ἤπειρος.
§20ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὔτε ἡ Βόρειος, οὔτε ἡ Νότιος θὰ λησμονηθῇ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιολδάσης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Εὐαγγελίας Παρασκευοπούλου.
§22Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καίτοι, κ. Βουλευταί, ἡ περίστασις εἶναι λίαν ἀκατάλληλος, ὡς ἐκ τῶν δυσχερῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διατρέχομεν, οὐχ ἧττον, λαμβάνω τὴν τόλμην νὰ συστήσω εἰς τὴν εὐμένειαν ὑμῶν, καὶ ἰδιαιτέρως εἰς τὴν εὐμένειαν τῆς Κυβερνήσεως, μίαν ἀναφοράν, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀπὸ μέρους τῆς γνωστῆς καλλιτέχνιδος κ. Εὐαγγελίας Παρασκευοπούλου. Εἶναι ἡ καλλιτέχνις ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔτερψε καὶ ἐδίδαξεν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, εἶναι μία ἐργάτις εὐγενὴς τοῦ Ἑλληνικοῦ Θεάτρου, ἡ ὁποία ἐκοπίασε καὶ ἡ ὁποία ἔδωκεν ὤθησιν εἰς τὸ Θέατρον, τὴν στιγμὴν δὲ αὐτήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὡς ἐκ τῶν διηνεκῶν κόπων καὶ ἀγώνων ὑπὲρ τοῦ Θεάτρου, περιῆλθεν εἰς δυσχερεῖς οἰκονομικὰς περιστάσεις, φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον μία ἐργάτις τοῦ Θεάτρου νὰ τύχῃ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς, καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὁποίου, καίτοι ἀπουσιάζοντος, δὲν ἔχω λόγον νὰ μὴ ἐξάρω τὴν καλλιτεχνικήν ψυχήν, πρὸς τὴν ὁποίαν καὶ ἀπευθύνομαι.
§23Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ σταλῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, μὲ τὴν σύστασιν, νὰ δοθῇ βοήθημα.
§24ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ κοινὴ μοῖρα τῶν ἀνθρώπων τῶν γραμμάτων καὶ τῶν τεχνῶν. Ἀφοῦ κατέτριψαν ὁλόκληρον τὸν βίον των, διδάσκοντες καὶ διαπαιδαγωγοῦντες τὸν λαόν, ἐξυψοῦντες τὸ ἐθνικὸν φρόνημα καὶ τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, ὅταν κατέστησαν ἀνίκανοι νὰ ἐργασθῶσιν, εἴτε ἕνεκα γήρατος, εἴτε ἕνεκα νόσου, σύρουσι τὰ ράκη τῆς ἐντίμου πενίας των καὶ τῆς ἀθλιότητος αὐτῶν πρὸ τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον παρέρχεται ψυχρὸν καὶ ἀδιάφορον... Ἡ Εὐαγγελία Παρασκευοπούλου εἶναι ἀληθὴς παλαίμαχος τοῦ Ἑλληνικοῦ Θεάτρου, ὄχι τοῦ σημερινοῦ, τοῦ ἐκχυδαΐζοντος πᾶν ἐθνικὸν αἴσθημα καὶ ἱκανοποιοῦντος μόνον φιληδόνους ὀρέξεις καὶ ὁρμάς. Εἶναι ἡ Εὐαγγελία Παρασκευοπούλου, ἥτις ἐπὶ γενεὰν ὁλόκληρον ἐξύψωσε τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, ἐδίδαξε διὰ τῶν παραδειγμάτων τὴν αὐτοθυσίαν καὶ τὴν αὐταπάρνησιν καὶ προπαρεσκεύασεν οὕτω τὰ μεγαλουργήματα καὶ τοὺς ἡρωϊσμούς. Τοιαύτη οὖσα ἡ Εὐαγγελία Παρασκευοπούλου, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἀξίωσιν νὰ στραφῇ πρὸς τὸ Κράτος καὶ νὰ ζητήσῃ εὐμενῶς τὴν προσοχὴν αὐτοῦ. Ἂς ρίψῃ ἡ Κυβέρνησις ἕν βλέμμα εὐμενὲς ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσῃ ὡρισμένον μηνιαῖον ἐπίδομα, ἂς δώσῃ, τοὐλάχιστον, ἕν γενναῖον ἐφάπαξ ἐπίδομα εἰς αὐτήν, ἵνα ἀνακουφίσῃ τὰς ἀλγηδόνας, τὰς σωματικάς, καὶ τοὺς πόνους τοὺς ψυχικούς, τοὺς ὁποίους αἰσθάνεται διὰ τὴν παραγνώρισιν αὐτὴν τοῦ Κράτους.
§25Ι. ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ὑψῶ καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τήν φωνήν μου ὑπὲρ τῆς Εὐαγγελίας Παρασκευοπούλου, ἀξίας πάσης προσοχῆς καὶ πάσης μερίμνης ἐκ μέρους τοῦ Σώματος τούτου. Ἐάν, κ. Πρόεδρε, ἀληθεύῃ τὸ λεχθὲν ὑπὸ Γάλλου συγγραφέως τῆς Γαλλικῆς κωμῳδίας, ὅτι: «δημιουργήσατε Θέατρον καὶ καταργήσατε τὴν Ἀστυνομίαν», ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ Κράτος, ἵνα ἀνταμείβῃ τοὺς ἐργάτας τοῦ Θεάτρου, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς σκηνῆς μεταλαμπαδεύουσι τὰ φῶτα τοῦ πολιτισμοῦ, σφυρηλατοῦσι χαρακτῆρας, ἐξυψοῦσι τὰ μεγάλα ἰδανικὰ καὶ τὰ μεγάλα ἰδεώδη. Ἡ τηλικαύτη μέριμνα τοῦ Κράτους ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τοῦ Θεάτρου, ἀποτελεῖ τὸ ἀλάθητον μαρτύριον τοῦ βαθμοῦ τοῦ πολιτισμοῦ εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται τὸ Κράτος τοῦτο. Διὰ τοῦτο ἔχει τὴν ἀξίωσιν ἡ ἀναφερομένη, ἵνα τὸ Σῶμα τοῦτο, τὸ Σῶμα τῆς μεγαλυνθείσης Ἑλλάδος, δείξῃ ὅλην τὴν εὐμένειάν του πρὸς αὐτήν, τὴν πρώτην τραγῳδόν, ἡ ὁποία διὰ τῆς διδασκαλίας τῶν ἀριστουργημάτων τῆς Τέχνης ἔδωκε σπουδαίαν ὤθησιν εἰς τὸν πολιτισμὸν τοῦ τόπου. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα δώσῃ προσοχὴν εἰς τὴν ἀναφορὰν τῆς πρώτης Ἑλληνίδος τραγῳδοῦ, τῆς Εὐαγγελίας Παρασκευοπούλου.
§26Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες Συνάδελφοι περὶ τῆς Εὐαγγελίας Παρασκευοπούλου, ἐγὼ δὲν ἔχω, παρὰ μόνον νὰ ὑποβάλω τὴν σύστασιν, ὅπως, ἐὰν εἶναι ἀδύνατον, χορηγηθῇ βοήθημα μηνιαίας συντάξεως πρὸς αὐτήν, τοὐλάχιστον νὰ τῇ χορηγηθῇ ἕν βοήθημα, ὅπως δυνηθῇ καὶ μεταβῇ εἴς τινα λουτρόπολιν καὶ κατορθώσῃ νὰ ἐλαττώσῃ ὀλίγον τοὺς πόνους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πάσχει, διότι πάσχει ἀπὸ ρευματισμούς.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θούας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Σοφίας συζύγου Πάνου Ζαφειροπούλου.
§28Γ. ΘΟΥΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφερομένη πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονεῖται, ὅτι, ἐνῷ ὁ σύζυγος αὐτῆς τυγχάνει πατὴρ τεσσάρων τέκνων, ἐν τούτοις δὲν ἔτυχε τοῦ εὐεργετήματος τῆς μεταθέσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Βʹ σειρὰν τῆς ἐφεδρείας, καθ’ ὅσον τυγχάνει ἔφεδρος ἀξιωματικὸς καὶ μάλιστα τοῦ Ὑγειονομικοῦ Σώματος. Ἐπειδή, λοιπόν, ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει πρόκειται περὶ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ, ἰατροῦ, πρόκειται δὲ κατ’ αὐτὰς νὰ γίνῃ ἀπόλυσις καὶ ἑτέρων στρατιωτικῶν ἰατρῶν τῶν μεγαλειτέρων κλάσεων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐν τῷ μέτρῳ τῶν ἀπολυθησομένων ἐφέδρων ἰατρῶν, συμπεριληφθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι γονεῖς τεσσάρων τέκνων. Διότι εἶναι ἄτοπον τὸ Κράτος νὰ ἀναγνωρίζῃ τὴν τοιαύτην ἀνάγκην διὰ τοὺς ὁπλίτας καὶ νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ ταύτην διὰ τοὺς ἀξιωματικούς. Βεβαίως, οἱ λόγοι, οἵτινες ἤγαγον τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην, τοῦ νὰ μὴ ὑπηρετῶσιν οἱ γονεῖς τῶν τεσσάρων τέκνων, εἶναι λόγοι, ἀναγόμενοι εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν μεγάλων οἰκογενειακῶν ἀναγκῶν, καὶ διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω καὶ αὖθις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ἐφέδρους ἰατρούς.
§29Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ προσθέσω τὴν θερμήν μου σύστασιν καὶ παράκλησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§30Ι. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγώ, νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Ράλλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν γονέων καὶ κηδεμόνων τῶν μαθητῶν τῆς Σχολῆς τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων.
§32Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατά τι Βασιλικὸν Διάταγμα, κ. Πρόεδρε, οἱ μαθηταὶ τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων, ἐφ’ ὅσον εἶναι τέκνα στρατιωτικῶν ἢ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἀπαλλάσσονται τῆς καταβολῆς διδάκτρων, οἱ δὲ λοιποί, ἐὰν εἶναι ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων τέκνα ἢ ἀπόρων ἀνθρώπων, ὑποχρεοῦνται εἰς καταβολὴν τῶν διδάκτρων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀφοῦ ἡ καταβολὴ τῶν διδάκτρων τῶν ἀνθρώπων τούτων εἶναι ἐλαχίστη, δοθέντος ὅτι εἶναι ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ ἐν ὅλῳ οἱ μαθηταὶ εἰς τὴν Σχολήν, νὰ ληφθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ αὐτούς, τὸ ὁποῖον λαμβάνεται καὶ ἐν τῇ Σχολῇ τῶν Εὐελπίδων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ ἐκπαίδευσις εἶναι δωρεάν.
§33Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν μαθητῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Γαυρείου.
§35Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρόκειται, κ. Βουλευταί, περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν οἱ μαθηταὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Γαυρείου ὑποβάλλουσι διὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐκπαιδεύσεως. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς παραπονοῦνται οὗτοι, ὅτι ἀπεσπάσθη ὁ Ἑλληνοδιδάσκαλος, ὁ καὶ μόνος ὑπάρχων ἐκεῖ, κ. Πετρακέας, εἰς ἄλλο Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, ἄλλης ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι γνωρίζω, ὅτι αὐτὰ κανονίζονται ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, γνωρίζω δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς οὐδὲν ἄλλο ἀποβλέπει, εἰ μὴ κατὰ τίνα τρόπον νὰ ἀποτινάξῃ τὸν ζυγὸν τῆς ἀφορήτου ταύτης καταστάσεως. Ἤδη ὅμως εἶναι μία περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν πυγμήν του καὶ καλέσῃ αὐτοὺς εἰς ἀπολογίαν, πῶς, καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ γυναῖκες τῶν ἐφέδρων δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσι, πῶς τὸ Συμβούλιον διαθέτει ὁδοιπορικὰ ἔξοδα, διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Ἑλληνοδιδασκάλου τούτου, ἵνα εὐχαριστήσῃ ἄλλην ἐπαρχίαν, καὶ διατὶ νὰ ἐγκαταλειφθῶσιν οἱ μαθηταὶ τοῦ Σχολείου Γαυρείου, ἐνῷ ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα τῆς μεγαλοφυΐας τῶν Ἀνδρίων, ἕνεκα τῆς προόδου, τῆς ναυτιλίας καὶ τόσων ἄλλων κλάδων. Νομίζω, ὅτι μόλις ταύτην τὴν στιγμὴν θὰ περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ γεγονὸς τοῦτο καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλει καλέσει αὐτοὺς εἰς ἀπολογίαν, θέλει δὲ ἀνακαλέσει τὴν ἀπόσπασιν τοῦ Ἑλληνοδιδασκάλου.
§36Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Δὲν ὑπάρχει κανεὶς διδάσκαλος εἰς τὸ σχολεῖον αὐτό;
§37Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει. Ἐπὶ πλέον δὲ θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἵνα ζητήσητε ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ ἀνακληθῶσιν οἱ ἔφεδροι Ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ καθηγηταὶ εἰς τὰς θέσεις των, διότι εἶναι λυπηρόν, καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ ὑπάλληλοι τῶν Τραπεζῶν παραμένουσιν εἰς τὰς θέσεις των, οἱ ἀνώτεροι λειτουργοὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως, πληρωνόμενοι ὑπὸ τοῦ Κράτους, νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ στράτευμα.
§38Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Εἶναι κλειστὸν τὸ σχολεῖον αὐτό;
§39Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Μάλιστα. Ἡμεῖς, κ. Ὑπουργέ, εἴμεθα εὐτυχεῖς, διότι, ἀφ’ ἧς ἀνελάβατε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ὁ ἐκπαιδευτικὸς καὶ δικαστικὸς κλάδος ᾐσθάνθησαν τὴν πυγμὴν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ τὶ νὰ πράξητε τώρα ἀπέναντι τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος σᾶς δεσμεύει;
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας, ἀναβάλλονται αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ διὰ τὴν αὔριον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὰς ἐρωτήσεις. Ὁ κ. Βατίστας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἐπὶ τῶν ἑξῆς: Παρὰ τῆς Ἐπιτροπείας τοῦ λιμένος Πειραιῶς ἐψηφίσθη καὶ ἐνεκρίθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτῆς τοῦ ἔτους 1916 ποσὸν δραχμῶν 30.000, ὡς πρώτη δόσις ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων, μένον εἰσέτι ἀδιάθετον. Διατὶ δὲν διετέθη μέχρι σήμερον τὸ εἰρημένον ποσόν; Ἐπίσης, ἂν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ καὶ ἡ δευτέρα δόσις ἐκ δραχμῶν ἐπίσης 30.000 καὶ ὅπως ἀμφότερα τὰ ποσὰ ταῦτα διανεμηθῶσι πρὸ τῶν ἑορτῶν τῆς Μεγ. Ἑβδομάδος καὶ τοῦ Πάσχα πρὸς ἀνακούφισιν τῶν πασχουσῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων Πειραιῶς.
§41Ι. ΒΑΤΙΣΤΑΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§42ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἔλαβον φροντίδα.
§43Δ. ΚΑΛΛΙΜΑΣΙΩΤΗΣ. Εἰς τὰς ἀπόρους οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων Πειραιῶς διετέθη βοήθημα ὑπὸ τῆς Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς ἀπὸ τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου 1915, ἀλλὰ τὸ κονδύλιον αὐτὸ μένει ἀχρησιμοποίητον, διότι δὲν γνωρίζει ἡ Ἐπιτροπὴ ποῦ νὰ διαθέσῃ τὸ ποσόν. Ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ κατατεθῇ τὸ χρῆμα αὐτὸ εἰς τὸν ταμίαν, ὁ ὁποῖος ἔχει εἰς χεῖράς του καταστάσεις λεπτομερεῖς τῶν ἐπιστράτων Πειραιῶς, ὥστε νὰ διανεμηθῇ πρὸ τῶν ἑορτῶν τοῦ Πάσχα. Εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ καὶ δευτέρα δόσις, ὥστε νὰ ἀνακουφισθῇ τὸ δημόσιον ταμεῖον κατὰ τὸ κονδύλιον τοῦτο.
§44Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ζήτημα δὲν ἔχει ὅπως τὸ ἀνέπτυξαν οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι. Κατὰ σύστασιν τῆς Α. Μ. τῆς Σεπτῆς ἡμῶν Βασιλίσσης, ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ 1916 τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πειραιῶς ἀνεγράφη κονδύλιον 30 χιλιάδων δραχμῶν πρὸς περίθαλψιν τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων Πειραιῶς. Ἡ δικαιολογία αὕτη ἐτέθη ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι, καίτοι ἡ Α. Μ. ἡ Βασίλισσα ἐζήτησεν, ὅπως ῥητῶς διατεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπὲρ τοῦ Πατριωτικοῦ Συνδέσμου καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συσσιτίου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ὁ δι’ ὃν προωρίζετο σκοπός. Κατόπιν τούτου, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἀπὸ τῆς 2ας Ἰανουαρίου ἐνέκρινε τὸν προϋπολογισμόν, ὁ ὁποῖος καὶ ἐπεστράφη εἰς τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπήν. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ὅμως, προκειμένου νὰ διαθέσῃ τὸ ποσὸν αὐτό, εὑρέθη εἰς τὴν δυσχέρειαν, πρὸ τῆς ἑξῆς ἀμφισβητήσεως, ἀφ’ ἑνὸς ὁ Πατριωτικὸς Σύνδεσμος δι’ ἐγγράφου του, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς περιθάλψεως ἐζήτησαν νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἡ ἐν λόγῳ, λοιπόν, ἐπιτροπὴ δι’ ἐγγράφου της ἀπὸ 17ης τρ. μ. ζητεῖ, ὅπως καθορισθῇ εἰς ποῖον θὰ διατεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἐζήτησα, ὅθεν, τὸν λόγον, ὅπως συστήσω εἰς τὸν Σεβαστὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν, παρακαλῶ δέ, ὅπως διαβιβασθῇ ἡ σύστασίς μου, ἵνα ἱκανοποιηθῶσι καὶ τὰ δύο ταῦτα σωματεῖα, δηλαδή, μέρος μὲν τῶν 30.000 διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ Πατριωτικοῦ Συνδέσμου, διότι τὸ συσσίτιον κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας θὰ εἶναι πολυτιμότερον, ἢ ἡ περίθαλψις, μέρος δέ, τὸ ὁποῖον ἀφίεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διατεθῇ ὑπὲρ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς περιθάλψεως, ἡ ὁποία θέλει τὸ διανείμῃ διὰ τῶν οἰκείων ἐνοριῶν τῆς γείτονος πόλεως.
§45Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι καλλιτέρα διανομὴ τοῦ χρήματος θέλει γίνει διὰ τῶν ἐνοριακῶν ἐπιτροπῶν, ἐνισχυομένου ὅμως καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ συσσιτίου, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πλήρη κατάλογον τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐγένοντο ὅλαι αἱ τοιαῦται διανεμαί, τόσον τῶν διατεθέντων ποσῶν τοῦ Δήμου, ὅσον καὶ τῶν συλλεγέντων ἐξ ἐράνων, ὡς διενεμήθησαν καὶ αἱ δωρεαὶ ἀξιοτίμων συμπολιτῶν μας. Ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ἐψήφισε τὸ κονδύλιον τῶν 30.000 δραχμῶν, τὸ ὁποῖον ἐνεκρίθη ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλὰ κατὰ τὸν λογιστικὸν νόμον δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπή, παρὰ δι’ ὡρισμένον σκοπόν, ἐπειδὴ δὲ ἠγέρθη ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Πατριωτικοῦ Συνδέσμου, ἐζήτησεν ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ ὁδηγίας, ποῦ νὰ τὸ κατανείμῃ πολὺ πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῆς ἐρωτήσεως τῶν κ. Συναδέλφων. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως σπεύσῃ καὶ ἐκδώσῃ τὰς ὁδηγίας του, ἵνα διανεμηθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων.
§46Π. ΠΟΥΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὰς αὐτὰς συστάσεις ἔχω νὰ κάμω, ἵνα μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ διατεθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο ὑπὲρ τῶν ἐπιστράτων.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραμαλίκης ἐπὶ ἐρωτήσεώς του, ἀφορώσης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§48Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Ἡ ἀστυνομικὴ ὑποδιεύθυνσις Ζυρνόβου τῆς Δράμας κατέλαβε τοὺς καρποὺς τοὺς ἀδεσπότους τῶν ἀπελθόντων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Εἰς αὐτοὺς περιείχετο καὶ τὸ δικαίωμα τῆς δεκάτης τοῦ 1915, ὅπερ εἶχε μισθωθῇ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τοῦ φόρου αὐτοῦ, ἀνερχομένου εἰς τρισχιλίας ἕως πεντακισχιλίας ὀκάδας, καὶ οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ φόρου ἀπηυθύνθησαν εἰς τὴν Οἰκονομικὴν Ἐφορίαν καὶ ἐπέδωσαν ἀκριβεῖς καταλόγους, ἐντὸς τῶν ὁποίων περιελαμβάνετο ἀκριβῶς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, τὸ ὁποῖον δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν, ἀλλ’ ἡ Ἀστυνομικὴ Ὑποδιεύθυνσις, δὲν γνωρίζω διατί, ἀρνεῖται νὰ ἀποδώσῃ τὴν δεκάτην τῶν καταληφθέντων καρπῶν, ἀφοῦ μάλιστα οἱ ἐνοικιασταὶ ἐξεπλήρωσαν τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις των καὶ ἀφοῦ ῥητῶς ἡ οἰκονομικὴ Ἐφορία Δράμας, εἰς ἣν σχετικὰς αἰτήσεις ὑπέβαλον οἱ ἐνοικιασταί, ὑπέδειξε τῇ Ἀστυνομικῇ Ὑποδιευθύνσει Ζυρνόβου, ὅτι ὤφειλε νὰ ἀποδώσῃ τὴν δεκάτην τῶν καταληφθέντων καρπῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψει, Κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ κατάληψις αὕτη ἐγένετο κατὰ Ὀκτώβριον καὶ κατακρατεῖται δικαίωμα τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐπὶ πέντε μῆνας ὅλως ἀδικαιολογήτως. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα διατάξῃ πάραυτα, εἰ δυνατόν, τὸν ἀστυνομικὸν ὑποδιευθυντὴν νὰ ἀποδώσῃ τοὺς καρποὺς αὐτούς, διότι εἶναι ὅλως παράνομον νὰ κρατῇ καρπούς, τοὺς ὁποίους δικαιοῦνται νὰ παραλάβουν οἱ ἐνοικιασταί.
§49Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πόσους φέρουν;
§50Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Εἶναι τρεῖς ἐνοικιασταί, οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν ὁ μὲν 1.500, ὁ δὲ ἕτερος 1.000 ὀκάδας...
§51Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Διὰ ποῖον δικαίωμα τοὺς κατέσχεν;
§52Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Ὡς ἐγκαταλελειμμένους. Κατὰ τὴν συγκομιδὴν τοῦ καρποῦ καὶ μετὰ τὴν συγκομιδὴν ἔφυγον οἱ κάτοχοι· ἄλλοι μετέβησαν εἰς τὴν Βουλγαρίαν καὶ ἄλλοι ἐξετοπίσθησαν καὶ ἐγκατέλειψαν τοὺς καρπούς.
§53Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου τοιαύτη κατάληψις, οἵαν μνημονεύετε, κατέστησε τὸν κατασχεθέντα καρπὸν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, καὶ βεβαίως διετέθη ἡ περιουσία αὕτη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ ἀστυνόμος ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνήργησε κατάληψιν πράγματος χαρακτηρισθέντος ὡς ἀδεσπότου. Βεβαίως, ἐνήργησε τὴν κατάσχεσιν αὐτὴν παρέδωκε τὸ πρᾶγμα αὐτὸ εἰς τὴν ἁρμοδίαν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα τὸ διαθέσῃ. Εἶναι, λοιπόν, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας.
§54Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Ὁ ἀστυνόμος τὸ ἔχει εἰς χεῖράς του μέχρι σήμερον.
§55Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Διαταγὴ πρέπει νὰ δοθῇ, ὄχι ἀπὸ ἐμέ, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αὐτός, ἐπαναλαμβάνω, τὸ κατέλαβεν ὡς περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, διὰ νὰ τὴ φυλάξῃ. Τὴν διαχείρισιν αὐτῆς, τῆς οὕτω χαρακτηρισθείσης περιουσίας τοῦ δημοσίου, τὴν ἔχει ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία. Δὲν τὴν ἔχει αὐτός, ὡς ἀστυνόμος. Αὐτὸς εἶναι ἁπλοῦς φύλαξ. Ἂς γίνῃ ἐνέργεια παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἡ Ἐφορία δώσῃ διαταγὴν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ τὸ ἀποδώσῃ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμόδιος νὰ διατάξω νὰ ἀποδώσῃ περιουσίαν τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν αὐτός, ὡς τοιαύτην, φυλάσσει. Εἶναι ἁρμοδία ἡ ἀρχὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν τοῦ Δημοσίου. Δι’ αὐτὸ δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ ἐκδώσω τοιαύτην διαταγήν.
§56Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Ὑπέβαλον τὴν ἐρώτησιν, διότι γνωρίζω καλῶς, ὅτι ἡ Οἰκονομικὴ Ἐφορία ὑπέδειξε τῇ ἀστυνομικῇ ὑποδιευθύνσει τὴν ἀπόδοσιν.
§57Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἂς διατυπώσωσι μίαν αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ.
§58Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Τότε, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ.
§59Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἔχει ἀνάγκην αἰτήσεως.
§60Μ. ΤΣΟΥΤΣΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἡ διαταγὴ ἐστάλη πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, ὁ ὁποῖος διέταξε τὸν ἀστυνόμον νὰ ἀποδώσῃ τοὺς καρπούς, ἀλλ’ ὁ ἀστυνόμος ἀρνεῖται.
§61Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ μοὶ διατυπωθῇ ἓν ὡρισμένον παράπονον περὶ τῶν δικαιούχων εἰς τοὺς ὁποίους ἀρνεῖται ὁ ἀστυνόμος νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν διαταγήν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔστειλεν ἡ οἰκονομικὴ ἐφορία, ἵνα, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ, ζητήσω λόγον. Ἀλλὰ πρέπει νὰ εἶναι συγκεκριμένον. Δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ τῷ δώσω διαταγὴν νὰ ἀποδώσῃ οἱαδήποτε πράγματα.
§62Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Ὑπάρχει.
§63Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ποῦ εἶνε;
§64Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐφορίαν.
§65Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σᾶς λέγω νὰ γίνῃ ἐδῶ, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν περὶ τίνος πρόκειται.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραμαλίκης διὰ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Δικαιοσύνης.
§67Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, ὡς ἀπουσιαζόντων τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 17 ἐρωτήσεως.
§69Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἀπὸ τοῦ στόματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀκούομεν συνεχῶς, κ. Βουλευταί, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ ἐπιδόματα τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ ἐπιταχθέντα ζῷα. Οὐδεὶς δύναται βεβαίως νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰ λεγόμενα παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι γνωστὸν καὶ εἰς πάντας ἡμᾶς, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ τόπου δὲν εἶναι εὐάρεστος. Ἀλλὰ νὰ μὴ ἔχωμεν χρήματα, διὰ νὰ πληρώσωμεν τὰ ἐπιδόματα τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, νὰ μὴ ἔχωμεν χρήματα νὰ πληρώσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν ἐπιταχθέντων κτηνῶν τῶν οἰκογενειῶν ἐπίσης τῶν αὐτῶν ἐπιστράτων καὶ νὰ διοικώμεθα μὲ τὰ δωδεκατημόρια τοῦ Προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, βεβαίως, ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἓν σχῆμα ὀξύμωρον. Δὲν θέλω διὰ τούτου νὰ κακίσω οὔτε τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλά, νομίζω, ὅτι, ἀντὶ νὰ σπεύδωμεν βραδέως, ἔπρεπε νὰ σπεύσωμεν ταχέως, ἵνα εἰσαγάγωμεν τὸν Προϋπολογισμὸν καὶ ἵνα περιστείλωμεν τὰς δαπάνας καὶ τὴν σπατάλην τοῦ προσφάτου παρελθόντος. Ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἀντίληψις παρά τισι δημοσίοις ὑπαλλήλοις, εἶναι ἀξία θαυμασμοῦ, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, διότι δὲν ἔχομεν χρήματα οὔτε νὰ πληρήσωμεν τὴν τριακοντάδραχμον σύνταξιν ἑνὸς καταστάντος ἀναπήρου τοῦ πολέμου. Καὶ ἐπὶ τούτῳ ὑπέβαλον τὴν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν εἶναι δὲ ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Ταμίας Τριφυλίας μοὶ δίδει ἀφορμὴν ἵνα ὑπομνήσω τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐνώπιον τῆς αἰθούσης ταύτης, διότι καὶ ἄλλοτε εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρόμοιόν τι γεγονός. Ὁ Ταμίας Τριφυλίας ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ ἀπὸ τὸν Μάϊον τοῦ 1915 τὴν σύνταξιν τοῦ ἀναπήρου τοῦ πολέμου Πορικοῦ. Προσέφυγεν ἐπανειλημμένως πρὸς ἐμέ. Ἀπηυθύνθην εἰς τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ λέγει: δὲν εἶμαι ἐγὼ ἁρμοδία· προσφεύγομεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, μᾶς λέγει τὰ αὐτά, προσφεύγομεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, προσφεύγομεν εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ὅλοι λέγουσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμόδιοι καὶ ἑπομένως δὲν γνωρίζει πόθεν θὰ πληρωθῇ τὴν σύνταξίν του ὁ ἀνάπηρος τοῦ πολέμου. Διὰ τοῦτο ἠναγκάσθην νὰ ὑποβάλω ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἄν εἶναι δυνατόν, εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκονται αἱ διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν παροχὴν θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ.
§70ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κανονισμοῦ.
§71Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι τὸ ζήτημα σπουδαῖον, κ. Βουλευταί.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ ὁ πτυχιοῦχος τῆς δασονομικῆς σχολῆς ἔφεδρος λοχίας Φίλων Περικλῆς, ἔχων προταθῆ κατὰ τοὺς δύο πολέμους διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ καὶ προσκληθείς, ὅπως μαθητεύσῃ εἰς τὸν Αʹ οὐλαμὸν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ μαθητεύσας, διετάχθη νὰ ἐξέλθῃ· ἐπίσης, διατὶ ὁ τῆς αὐτῆς κατηγορίας λοχίας Ἀποστόλου Σπυρ., καίτοι ἔχων πτυχίον τῆς Γεωργικῆς σχολῆς Ἀϊδινίου, παραμένει εἰς τὴν σχολήν, δεδικαιολογημένως πάντως, ἀδικαιολογήτως δὲ διετάχθη καὶ ἐξῆλθεν ὁ Φίλων;
§73Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ ἀπαντήσω αὔριον, κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν Βουλήν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά.
§75Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρήλθεν ἡ ὥρα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκόμη πέντε λεπτά. Ὁ κ. Θούας ἔχει τὸν λόγον.
§77Γ. ΘΟΥΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτεται νὰ λάβῃ εὐεργετικόν τι μέτρον διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐφέδρους, οἱ ὁποῖοι ἀπηλλάγησαν κατὰ τὴν κλήρωσίν των, ὡς ὀρφανοὶ πατρὸς καὶ κατέβαλον τὸ ἀντισήκωμα, ὑπηρέτησαν δὲ καθ’ ὅλην τὴν ἐπιστράτευσιν καὶ ἤδη ὑπηρετοῦσιν.
§78Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὰ διάφορα αὐτὰ εὐεργετικὰ μέτρα ἀπέδωσαν 3,500 ἀπαλλαγέντας.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§80Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας κ. Λ. Τσουκαλᾶς, ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως τῆς δοσοληψίας μεταξὺ τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τῆς ἀφορώσης τὰς προμηθείας σίτου, τὰς ὁποίας ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐνήργει διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Ὁ κ. Βουλευτὴς προέβη εἰς ἐπίκρισιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν δοσοληψίαν ταύτην, παρεκάλεσα δὲ αὐτόν, νὰ ἀναβάλῃ μέχρις οὗ παρασχεθῶσιν αὐτῷ αἱ πληροφορίαι περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ δοσοληψίαι αὗται διεξάγονται. Ἤδη καταθέτω τὰς πληροφορίας αὐτάς, περιλαμβανομένας ἐν ἐπιστολῇ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν καταθέτω καὶ ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνική, ἐνεργοῦσα κατὰ τὰς ἀγορὰς σίτου, ἐνήργει διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου καὶ ἑπομένως χρεώνεται τὸ Δημόσιον μὲ τὴν τιμὴν, μὲ τὴν ὁποίαν ἀγοράζεται ὁ σῖτος, πιστώνεται τὸ Δημόσιον μὲ τὴν τιμὴν, μὲ τὴν ὁποίαν πωλεῖται ὁ σῖτος, χρεώνεται τὸ Δημόσιον μὲ τὴν τιμὴν μὲ τὴν ὁποίαν ἀγοράζει τὸν σῖτον. Ἡ διαδικασία κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ ἀγορὰ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἀγοράζεται ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἐνταῦθα διὰ δημοπρασίας, ἢ ἀγοράζεται ἐν Ἀμερικῇ, κατόπιν διαταγῆς, τὴν ὁποίαν δίδει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, συνεπείᾳ ἐντολῆς τῆς ἐπιτροπῆς. Τὴν τιμήν, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀγοραζόμενος σῖτος πρόκειται νὰ πληρωθῇ, τὴν καταβάλῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ καταβολὴ δὲ τοῦ ἀντιτίμου γίνεται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον: Ἀμέσως, ἅμα ὡς συναφθῇ ἡ ἀγοραπωλησία, κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐν τῇ Ἀμερικανικῇ ἀγορᾷ, τίθεται εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀγοραστοῦ ἡ ἀξία τοῦ φορτίου, τοῦ ἀγορασθέντος πράγματος, ἡ ἀξία ἑπομένως αὐτὴ ἐμβάζεται ἀμέσως εἰς τὴν Ἀμερικὴν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ ἀξία αὐτοῦ παραδίδεται εἰς τὸν πωλητήν, ὅταν φορτωθῇ τὸ ἐμπόρευμα ἐπὶ πληρωμῇ καὶ ὅταν ἐκδοθῶσιν αἱ φορτωτικαί, ὁ φορτωτής, παραλαμβάνων τὰς φορτωτικάς, συνοδεύει αὐτὰς μὲ πιστοποιητικὰ, κατὰ τὰ κρατοῦντα ἐκεῖ, περὶ τῆς ποιότητος τοῦ φορτίου, μεταβαίνει εἰς τὴν Τράπεζαν, παρὰ τῇ ὁποίᾳ ἔχει καταθέσει τὸ ποσὸν τῆς καταλογισθείσης ἀξίας καὶ παραδίδει τὰς φορτωτικάς, λαμβάνων τὴν ἀξίαν. Ἡ Τράπεζα ἡ ἐκεῖ προβαίνει εἰς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ φορτίου, στέλλει δὲ τὰ ἔγγραφα εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικήν, ἡ ὁποία, παραλαμβάνουσα ἐνταῦθα τὸ φορτίον τὸ πωλεῖ, πιστώνουσα τὸ Δημόσιον μὲ τὸ ἀντίτιμον, τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς πωλήσεως ταύτης εἰσπράττει. Ἡ πώλησις γίνεται εἰς τιμήν, τὴν ὁποίαν ἑκάστοτε καθορίζει τὸ Κράτος. Δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν τὸ δημόσιον καταβάλλει, καὶ ἐδῶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ, τὸ Δημόσιον καταβάλλει, ἐκτὸς τοῦ τιμήματος, καὶ 1%, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει, διὰ νὰ πληρωθῇ ἡ προμήθεια, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Ἀμερικῆς καὶ ἡ ὁποία προμήθεια εἶναι εἰς ἄλλας μὲν Τραπέζας ¼%, εἰς ἄλλας τραπέζας ½%, ἀναλόγως τῶν Τραπεζῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐνεργεῖται ἡ ἐργασία. Ἡ ἐργασία, τὴν ὁποίαν κάμνει ἡ Ἀμερικανικὴ Τράπεζα, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν εἶπον. Ἀνοίγει πίστωσιν, λαμβάνει φορτωτικάς, ἐνεργεῖ ἀσφάλειαν, λαμβάνει πιστοποιητικὰ ποιότητος, ἐξελέγχει ὑπὸ πλήρη εὐθύνην καὶ ἀποστέλλει τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἐδῶ. Ἐκτὸς αὐτῶν καταβάλλει τὰ τηλεγραφικὰ ἢ ἄλλα σχετικὰ ἔξοδα. Τὰ τηλεγραφικὰ αὐτὰ ἀνέρχονται εἰς ποσὸν ἀρκετὰ ὀγκῶδες, διότι κατά τινα πίνακα, τὸν ὁποῖον μοὶ ἔδωκεν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἀπὸ τῆς 10ης Ἰουνίου μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου ἐδαπανήθησαν διὰ τηλεγραφικὰ 87.768 δραχμῶν, ἐδαπανήθησαν ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου μέχρι 10ης Μαρτίου ἕτεραι 21.240, ἤτοι ἐν ὅλῳ 108.955 δραχ. Ἐκ τοῦ 1% πληρώνονται καὶ τὰ ἔξοδα αὐτά. Ἐξ αὐτοῦ καταβάλλεται ἐπίσης καὶ ὁ τόκος τῶν χρημάτων ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμβάζει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἰς τὴν Ἀμερικανικήν, μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν πληρώνεται εἰς τὸν πωλητήν, διότι ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνικὴ χρεώνει τὸ Δημόσιον Ταμεῖον ἀπὸ τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμβάζει τὰ χρήματα, μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ πληρώνει. Τὸ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον τὰ χρήματα μένουσι ἐκεῖ κατατεθειμένα διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, χωρὶς ὅμως ἡ Τράπεζα νὰ λαμβάνῃ τόκον ἀπὸ τὸ Κράτος ποικίλλει, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ποσὸν τῶν προμηθειῶν καὶ ἀπὸ τὰς προβλέψεις τὰς ὁποίας ἔχει κάμῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ αἱ ὁποῖαι πολλάκις φθάνουν εἰς τὸ χρονικὸν διάστημα ἀπώτερον ἀπὸ τῆς ἐποχῆς κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ πρόβλεψις, διότι ἐκεῖ σπανίως ἀγοράζεται σῖτος, ὁ ὁποῖος παραλαμβάνεται μετὰ μακρὸν χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ ἐπωφεληθῶμεν τῆς μικροτέρας τιμῆς καὶ ἐκποιήσωμεν τὰ ἄλευρα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς αὐξήσεως. Μοὶ ἐδόθη πίναξ, κατὰ τὸν ὁποῖον, ὁ μέσος ὅρος τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμειναν κατατεθειμένα τὰ χρήματα εἰς τὴν Ἀμερικήν, χωρὶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα νὰ λάβῃ τόκον δι’ ὅλας τὰς καταβολὰς τὰς γενομένας ἀπὸ τῆς 7) 20 Ἰουνίου μέχρι τῆς 6) 19 Νοεμβρίου, ὁ μέσος ὅρος, λέγω, τοῦ χρόνου κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμειναν κατατεθειμένα τὰ χρήματα, εἶναι δι’ ἕκαστον ἔμβασμα ἡμέραι 59, ἤτοι δύο μῆνες. Ὑπῆρξαν ἐμβάσματα, τὰ ὁποῖα ἔμειναν καὶ 127 ἡμέρας καὶ 112 ἡμέρας. Ἀλλ’ ὡς μέσος ὅρος τῆς παραμονῆς τῶν ἐμβασμάτων αὐτῶν μέχρι τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ καταβληθῶσι καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ ἀρχίσῃ ὑπολογιζόμενος ὁ τόκος, εἶναι δύο μῆνες. Ἑπομένως ἡ Τράπεζα κατὰ τοὺς δύο αὐτοὺς μῆνας δὲν λαμβάνει τόκον ἀπὸ τὸ Κράτος. Ὀφείλω νὰ δώσω ἐνταῦθα τὴν ἐξήγησιν, ὅτι ἡ Τράπεζα, μὴ λαμβάνουσα τόκον ἀπὸ τὸ Κράτος, βεβαίως ποιεῖται εἰς αὐτὸ μίαν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ποιεῖται εἰς τοὺς ἐμπόρους, διότι εἰς πάντα ἔμπορον, ὁ ὁποῖος ἤθελε ζητήσῃ παρ’ ἐκείνης νὰ τῷ ἀνοίξῃ πίστωσιν, ἀποστέλλουσα τὸ χρῆμα εἰς Ἀμερικήν, τὸν χρόνον ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποστέλλει τὸ χρῆμα, ἀδιάφορον πότε θὰ διατεθῇ τὸ χρῆμα, τὸν ὑπολογίζει, τὸν πιστώνει δὲ μὲ τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον διὰ τὴν κατάθεσιν αὐτὴν λαμβάνει ἐν Ἀμερικῇ ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον λαμβάνει διὰ τὸ χρῆμα ἐνταῦθα, εἶναι 6%, ὁ τόκος, τὸν ὁποῖον λαμβάνει ἐν Ἀμερικῇ, εἶναι 1½%, ὥστε εἶναι διαφορὰ τόκου 4½%, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἀπὸ πάντα ἰδιώτην καὶ τὰ ὁποῖα δὲν λαμβάνει ἀπὸ τὸ Δημόσιον ἐπὶ δύο μῆνας. Ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν ὑφίσταται ἐκ τούτου τὴν ζημίαν τοῦ τόκου πρὸς 4½%, διότι ἡ Τράπεζα τὰ χρήματα αὐτὰ τὰ ἔχει κατατεθειμένα ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου λαμβάνει τόκον 4% ἀποστέλλουσα δὲ αὐτὰ εἰς Ἀμερικήν, ὅπου λαμβάνει τόκον 1½% χάνει τόκον 2½% τὸ ἔτος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ἡ Τράπεζα ἐκ τῆς ἀποστολῆς τῶν χρημάτων. Ἑπομένως τὸ Δημόσιον ὠφελεῖται ὄχι μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι ἡ Τράπεζα δὲν λαμβάνει ἀπὸ αὐτὸ τὸν ἐπὶ πλέον τόκον, τὸν συμπεφωνημένον ἐν Ἑλλάδι, τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ λάβῃ, ἀλλὰ καὶ διότι ἡ Τράπεζα ὑφίσταται ζημίαν, μὴ λαμβάνουσα τὸν τόκον, τὸν ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐὰν δὲν εἶχε στείλει τὰ χρήματα εἰς Ἀμερικήν. Δὲν ζητεῖ δὲ οὐδὲ τὴν διαφορὰν, ἑπομένως καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ πέσῃ εἰς τὸ 1%, τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ Τράπεζα. Ἐὰν τοιουτοτρόπως ὑπολογίσωμεν, ὅτι τὸ 1% τοῦτο καταναλίσκεται εἰς τὴν προμήθειαν, τὴν πληρωνομένην εἰς τὰς Ἀμερικανικὰς Τραπέζας, εἰς τὰς δαπάνας τὰς τηλεγραφικὰς καὶ εἰς τὸν τόκον, ὑπολογίσωμεν δὲ τὸν τόκον εἰς 2½%, τοῦ διμήνου τούτου, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους, προκύπτει, ὅτι ἡ Τράπεζα κρατεῖ ὡς καθαρὰν ἰδικήν της ἀμοιβὴν περὶ τὸ 1) 8%.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπὸ αὐτὸ τὸ 1%.
§82Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ τὴν ἀξίαν παίρνει 1%, ἐκ τοῦ 1% παίρνει τὸ ⅛. Τὰ ἄλλα ⅞ τὰ διαθέτει, διότι πληρώνει ½% ἢ ¼% προμήθειαν, πληρώνει τὰ τηλεγραφικὰ, τὰ ὁποῖα εἶναι ⅒%, πληρώνει καὶ τὸν τόκον, χάνει καὶ τὴν διαφορὰν τοῦ τόκου αὐτοῦ τῶν δύο μηνῶν. Ὥστε τῆς μένει ⅛%. Μὲ ἄλλους λόγους, ἐπὶ ληψοδοσίας 100.000.000 μένουν εἰς τὴν Τράπεζα 120 χιλιάδες δραχμαί.
§83ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ⅛ τοῦ 1%;
§84Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα. Ἐπαναλαμβάνω τὸ πρᾶγμα κατ’ ἄλλην διατύπωσιν. Ἀπὸ τὸ 1%, τὸ ὁποῖον καταβάλλει τὸ Δημόσιον, τὰ ⅞ ἐξοδεύονται εἰς δαπάνας καὶ τῆς μένει τὸ ⅛ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐχάρισεν. Ἄς πάρωμεν τὸν ὑπολογισμὸν εἰς τὰ πράγματα. Λόγου χάριν, ἀπὸ 31ης Αὐγούστου μέχρι σήμερον, ἠγοράσθησαν 342.000 τόννοι καὶ 662 χιλιόγραμμα σίτου, διὰ τὰ ὁποῖα ἐπληρώθησαν 126.208 δραχμαί. Δι’ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν τὸ Κράτος ἐπλήρωσεν 1.260.000. Ἐκ τῶν 1.260.000 τὸ ⅛ ἔμεινεν εἰς τὴν Τράπεζαν, τὸ ὁποῖον ⅛ εἶναι 150.000. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται, ὅτι ἔμεινεν εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι φορτία τινὰ παρέμειναν πολὺ περισσότερον χρόνον ἀπὸ τὸν ὡρισμένον ὅρον, ὅτι ἐπληρώθη ποσὸν προμηθείας ½% εἰς τὴν Ἀμερικανικὴν Τράπεζαν. Ὥστε εἶναι δύσκολον νὰ εὕρῃ τις ἀπὸ τὰς 150 χιλιάδας, αἱ ὁποῖαι ἔμειναν εἰς τὴν Τράπεζαν ἐκ τοῦ 1.260.000, ἐὰν εἶναι ὠφέλεια ἢ ἴσως εἶναι καὶ ζημία τις.
§85Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τράπεζα καὶ ζημία εἶναι ἀντίθετα πράγματα, κ. Ὑπουργέ.
§86Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ καθ’ ὑπολογισμὸν ὠφέλεια εἶναι αὐτή. Τὸ δεύτερον ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο λόγον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, εἶναι τὸ περὶ τῆς τιμῆς τοῦ δολλαρίου. Ἡ Τράπεζα ὑπολογίζει τὸ δολλάριον, τὸ ὁποῖον διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐμβάζει εἰς τὴν Ἀμερικὴν πρὸς δραχμὰς 5 καὶ λεπτὰ 30. Ἡ μέση τιμὴ δολλαρίου ἀπὸ τῆς 1ης Ἰουνίου μέχρι τῆς 28ης Ἰανουαρίου εἶναι 5.32¼. Εἶναι ἡ μέση τιμὴ μὲ τὴν ὁποίαν πωλεῖ τὸ δολλάριον ἡ Τράπεζα κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν. Ἡ μέση τιμὴ αὐτὴ κατηρτίσθη ὡς ἑξῆς: σημειοῦνται αἱ τιμαὶ ἑκάστης ἡμέρας, ἡ τιμὴ τοῦ δολλαρίου εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνὸς, διαιρεῖται διὰ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἡμερῶν τοῦ μηνὸς, εὑρίσκεται ἡ μέση ἡμέρα τοῦ μηνὸς, συναθροίζονται οἱ μῆνες καὶ εὑρίσκεται ἡ μέση τιμή. Ἡ Τράπεζα χρεώνει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μὲ 5.30 τὸ δολλάριον· ἡ χρέωσις κατὰ τοιοῦτον τρόπον γίνεται, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὰς ἡμέρας, κατὰ τὰς ὁποίας ἐμφανίζεται ἡ ζήτησις ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους δολλαρίων, νὰ προμηθευθῇ κανεὶς τὸ ποσὸν αὐτὸ ὁλόκληρον. Ἡ Τράπεζα προμηθευομένη ὅσα εἶναι δυνατὸν νὰ προμηθεύηται δολλάρια, ἔχουσα τὴν γενικὴν ἀποθήκην πάντων τῶν διαθεσίμων δολλαρίων, θέτει αὐτὰ εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Κράτους καὶ τὰ θέτει ἐπὶ τιμῇ, οὐχὶ τῇ μέσῃ τιμῇ, μὲ τὴν ὁποίαν πωλεῖ εἰς τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἐπὶ τιμῇ κατά τι μικροτέρᾳ, διότι θεωρεῖ τὸ Κράτος ὡς πελάτην, πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ πώλησιν ἴσην μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν κάμνει πρὸς τοὺς ἰδιώτας, τοὺς μικρὰ ποσὰ ἀγοράζοντας. Καὶ διὰ τοῦτο ἔχει κεκανονισμένην τὴν μέσην τιμὴν εἰς 5.30, ἐνῷ ἡ τιμὴ εἶναι 5.32 καὶ ¼, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν βεβαίως ποία θὰ ἦτο ἡ μέση τιμή, μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπλήρωνε τὸ Δημόσιον τὸ δολλάριον, ἐὰν ἐλαμβάνετο ἡ τιμὴ κατὰ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐγίνετο ἡ πληρωμή. Ἐνοεῖται, ὅτι, ἐὰν ἐνεφανίζετο τὸ Δημόσιον τὴν ἡμέραν, καθ’ ἥν θὰ ἤθελε νὰ ἐνεργήσῃ πληρωμήν, ζητοῦν τὴν ποσότητα, τὴν ἀπαιτουμένην δολλαρίων, θὰ ἐπήρχετο κολοσσιαία ζήτησις τοῦ δολλαρίου καὶ συνεπῶς ὑπερτίμησις αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ ἐὰν δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τοῦτο, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ συστήματος τούτου, ἀλλὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν τιμὴν τοῦ δολλαρίου, οἵα ὑφίστατο, ἀνεξαρτήτως τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ζητήσεως, πάλιν ἡ τιμή, ἡ μέση τοῦ δολλαρίου, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπλήρωνε τὸ Κράτος, ἐὰν ἔκαμνε τὰ ἐμβάσματα μὲ τὴν τιμήν, ἥτις ἦτο ἡ τρέχουσα κατὰ τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐγένοντο αὐτὰ τὰ ἐμβάσματα, ἡ μέση τιμὴ θὰ ἦτο 5.30 καὶ ⅓. Ὥστε ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ τιμὴ τῶν 5.30, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Τράπεζα χρεώνει τὸ Δημόσιον, εἶναι τιμὴ οὐχὶ ὑπέρογκος, ἀλλὰ μετριασμένη ἐν σχέσει μὲ τὴν μέσην τιμήν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι μετὰ τὰς πληροφορίας ταύτας, διὰ τῶν ὁποίων καθορίζεται ὁ τρόπος καὶ οἱ ὅροι τῆς μεταξὺ Κράτους καὶ Τραπέζης συναλλαγῆς, ὡς πρὸς τὴν προμήθειαν, θὰ ἀναγνωρίσῃ ἡ Βουλή, ὅτι εἶχον δίκαιον τὴν ἑσπέραν τῆς παρελθούσης Πέμπτης, ὅτι εἶχον δίκαιον, παρακαλέσας τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀττικῆς, νὰ καταστείλῃ τὴν ἐλεγκτικὴν αὐτοῦ ὁρμὴν μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἥν θὰ ἐδίδοντο αἱ πληροφορίαι, αἵτινες πρέπει νὰ ἀποτελέσωσι τὴν βάσιν τῶν περαιτέρω κρίσεων. Ὡς ἔχουσι τὰ γεγονότα, ὡς ἔχουσιν αἱ πληροφορίαι, νομίζω, ὅτι ἔχω τὸ καθῆκον νὰ σημειώσω, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος περὶ οὐδεμιᾶς ἐπικρίσεως τῆς Τραπέζης, ἀλλὰ, ἀπεναντίας, πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἡ Τράπεζα, ὡς ἵδρυμα Ἐθνικόν, ἔσχε πλήρη τὴν ἐπίγνωσιν τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς καὶ ἐν τῷ ἔργῳ τούτῳ, τὸ ὁποῖον εἰς αὐτὴν ἀνέθηκε τὸ Κράτος, παρασχοῦσα δὲ ὑπηρεσίαν πολύτιμον, ὑπηρεσίαν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διεξαγάγωμεν τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον διεξήχθη, παρασχοῦσα ταύτην ἐμπνεομένην ἀπὸ τῆς ἰδέας τοῦ νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὡς ὁλοκληρωτικὸς παράγων τῆς ἡμετέρας κοινωνίας ἀλληλεγγύως καὶ ἀναποσπάστως μετ’ αὐτῆς συνδεδεμένη, τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας, χωρὶς νὰ ἀποβλέψῃ εἰς ὠφελήματα, δυνάμενα νὰ ἐπέλθωσιν, ἢ ζημίας, εἰς τὰς ὁποίας ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ ἐκτεθῇ.
§87Γ. ΠΩΠ. Εἰς οὐδεμίαν ζημίαν θὰ ἐξετίθετο, διότι, κατὰ τὸν νόμον, πᾶσα ζημία τῶν προμηθειῶν βαρύνει τὸ Κράτος.
§88Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως δὲν λέγω ζημίας, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκτεθῇ καὶ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος, ἀλλὰ μία Τράπεζα, ἡ ὁποία ἀναλαμβάνει ὅλας αὐτὰς τὰς φροντίδας, εἶναι ἐνδεχόμενον, ἀναλαμβάνουσα τοιαύτας φροντίδας, νὰ ὑποστῇ καὶ ζημίας ἀδήλους, τὰς ὁποίας, νομίζω, ὅτι οἱ ἐν τῇ Βουλῇ Συνάδελφοι εἶναι διατεθειμένοι νὰ παραγνωρίσωσιν, ἐκεῖνος δέ, ὁ ὁποῖος εἶναι διατεθειμένος νὰ παραγνωρίσῃ τὰς τοιαύτας ζημίας, δὲν θὰ διατελῇ ἐν γνώσει τῆς ἐπικρίσεως, τὴν ὁποίαν ἀσκοῦσι διάφορα περιστατικὰ ἐπὶ ἑνὸς ἱδρύματος, τὸ ὁποῖον ἐπιλαμβάνεται μιᾶς κολοσσιαίας ἐπιχειρήσεως, οἵα εἶναι ἡ περὶ ἧς πρόκειται...
§89Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ὠφεληθῇ πολλά.
§90Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον νὰ ἐκδηλώσω καὶ τὴν κρίσιν, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσα, περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνήργησεν ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει ἡ Τράπεζα.
§91Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§93Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, κ. Πρόεδρε.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§95Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶχον ἐγγράψῃ, Κύριοι Βουλευταί, ἐπερώτησιν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Πέμπτην καὶ καθ’ ἥν στιγμὴν ἤρχισα ἀναπτύσσων τὴν ἐπερώτησιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ, ἵνα καταθέσῃ ἔγγραφά τινα. Σήμερον προσῆλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατέθεσεν ἔγγραφα τῶν ὁποίων ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν κἄν γνῶσιν. Δὲν εἴχατε τὸ δικαίωμα, κ. Ὑπουργέ, νὰ προβῆτε εἰς τὰς δηλώσεις. Ἔπρεπε νὰ καταθέσητε τὰ ἔγγραφα καὶ ὅταν λάβωμεν γνῶσιν, εἴχατε πλῆρες τὸ δικαίωμα νὰ κάμητε τὰς δηλώσεις σας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅμως ἀνῆλθεν ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς πρὶν κἄν εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων καὶ προέβη εἰς δηλώσεις. Δὲν προτίθεμαι, βεβαίως, νὰ ἀντικρούσω τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὑφίσταται ποιά τις ἀνωμαλία· δὲν δύναται νὰ διεξάγηται ἡ συζήτησις, τοῦ ἑτέρου μὴ δυναμένου νὰ ὁμιλήσῃ. Ὠφείλατε — αὐτὴ ἡ λέξις, βεβαίως, εἶναι βαρεῖα, δὲν θέλω νὰ εἴπω αὐτήν, — εἴχατε καθῆκον, νομίζω, νὰ καταθέσητε πρῶτον τὰ ἔγγραφα, νὰ τὰ μελετήσωμεν καὶ κατόπιν νὰ προβῆτε εἰς δηλώσεις, ἀλλὰ προέβητε εἰς κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν τὸ θάρρος νὰ ἐλέγξωμεν τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ προέβητε εἰς ἀνάπτυξιν ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, τῶν ὁποίων ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν γνῶσιν. Ἐπειδὴ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει εἶναι ἐγγεγραμμένη ἐπερώτησίς μου ὑπ’ ἀριθμὸν 3, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν τοῦ Κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ὁπότε καὶ ὑπόσχομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§96Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅταν ὁ Ὑπουργὸς καταθέτῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα καὶ παρέχῃ πληροφορίας, δὲν τὰς παρέχει εἰς ὡρισμένον Βουλευτήν, ἔχει δὲ τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς ἐν πάσῃ στιγμῇ, ἐν πάσῃ ὥρᾳ, χωρὶς νὰ ὑπόκηται εἰς τὴν ἐπίκρισιν οὐδενὸς Βουλευτοῦ καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν οὐδενός, νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι νομίζει ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἀνακοινώσῃ, διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή καὶ ἡ Χώρα. Ἀπορῶ δὲ πῶς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ ἐπικρίνῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπετέλεσα, παρασχὼν εἰς αὐτὴν τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Χώρα ἦτο ἀνάγκη νὰ γνωρίσωσι. Τίς ἔδωκεν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσῃ εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ταῦτα εἶναι τὰ γεγονότα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων τῶν γεγονότων κρίνατε; (Εὖγε! Εὖγε! Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τε τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, ἐπιτελῶ τὸ καθῆκον τοῦτο, ἔχω τὴν ἀξίωσιν, Κύριοι, ἐκ τῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, ἐκ τῆς εὐλαβείας, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν πρὸς τὸν Κανονισμόν, ὁ ὁποῖος μᾶς διέπει, ἐκ τῆς εὐλαβείας πρὸς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον εἶναι καὶ ὑφίσταται καὶ κανονίζει τὰ τῆς Χώρας ἡμῶν, ἔχω τὴν ἀξίωσιν, λέγω, ἐκ τῆς εὐλαβείας, ἥτις πάντα ταῦτα κανονίζει, νὰ ἀναγνωρισθῇ, ὅτι ἐκπληρῶ καθῆκον καὶ νὰ μὴ λάβῃ τὸ θάρρος ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ μὲ ἀντικρούσῃ καὶ νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι κανονικόν. Νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι πρόκειται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ διεξάγωνται ἀγῶνες μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ Βουλευτοῦ μόνον; Νομίζει ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὅτι, ὅταν ἔφερα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἔφερα, ἵνα πολεμήσω αὐτὸν καὶ ἔπρεπε νὰ δώσω εἰς αὐτὸν τὰ ὅπλα, ἵνα πολεμήσῃ καὶ αὐτὸς ἐμέ; Νομίζει, ὅτι τὰ λεγόμενα ἐνταῦθα εἶναι διαξιφισμοὶ μεταξὺ τοῦ κ. Βουλευτοῦ καὶ ἐμοῦ; Ὄχι, δὲν εἶναι τοῦτο οἱ ἀγῶνες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Οἱ ἀγῶνες ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον φωτίζει τὰς γνώμας καὶ αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι παρέχονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα χρησιμεύσωσιν ὡς βάσις τῶν ἀγώνων, εἶναι κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ ὕψιστον καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως, καλουμένης νὰ βεβαιοῖ μὲ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχει εἰς χεῖράς της, ἵνα μὴ παραπλανῶνται οἱ συζητοῦντες κατὰ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν κατεύθυνσιν, ἀναφέροντες πράγματα, μὴ προκύπτοντα ἐκ τῶν πραγμάτων ἢ συλλεγέντα, δὲν γνωρίζω καὶ ἐγώ, πόθεν. Καὶ ἀντὶ νὰ μοὶ ἐκφράσητε τὰς εὐχαριστίας σας, ἀνήλθατε εἰς τὸ βῆμα, ἵνα μὲ ἐλέγξητε καὶ νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ἔκαμα κἄτι τι ἀκατανόητον. Κύριοι Βουλευταί, ἀπευθύνομαι εἰς τὴν συνείδησιν ὑμῶν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ συνείδησις ὑμῶν θὰ μὲ δικαιώσῃ καὶ θ’ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἔπραξα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὤφειλα νὰ πράξω. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§97Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν θὰ συμμερισθῶ τὴν ὀργὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ὁσάκις δὲν ἔχει ἐπιχειρήματα, καταφεύγει εἰς τὸ ρητορικὸν σχῆμά του.
§98ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§99Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡμίλησε κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι κοινοβουλευτικός.
§100Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κοινοβουλευτικώτατος. Ὑπερημύνθην τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχω, ἵνα ἀσκῶ τὰ καθήκοντά μου ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δὲν εἶμαι διατεθειμένος εἰς οὐδένα νὰ ἐπιτρέψω νὰ μοῦ τὸ ἀμφισβητήσῃ. (Χειροκροτήματα).
§101Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐὰν σεῖς, κ. Ὑπουργέ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχετε καθήκοντα, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς.
§102Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ παραδέχομαι.
§103Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μᾶς τὰ ἀπαγορεύσητε. Καὶ δὲν σᾶς δίδω, ἐγὼ τοὐλάχιστον, τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ ἐμποδίσητε τὸν ἔλεγχον διὰ τοῦ θυμοῦ σας καὶ τῆς ὀργῆς σας. Ἀπὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνός....
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εὐλαβέστερον νὰ ὁμιλῆτε.
§105Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἦτο εὐλαβέστερος.
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. (Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος).
§107Α. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
§108Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καθήσατε κάτω σεῖς.
§109Α. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁμιλεῖτε, χωρὶς νὰ ἔχητε τὰ στοιχεῖα.
§110Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Λοιπόν, πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος μηνὸς ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων, ἐζήτησα, ἁπλούστατα, ἕνα πίνακα τῶν ἀγορῶν καὶ τῶν πωλήσεων.
§111Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι πάλιν ἄνθρακες ὁ θησαυρός!
§112Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σεῖς εἶσθε ἰατρὸς καὶ δὲν τὰ γνωρίζετε αὐτά.
§113ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε πρὸς ἰατρόν, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει σας, ὅτι εἶναι καὶ ἄλλοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§114Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν κατέθεσε τὰ ἔγγραφα καὶ ἐγὼ ὑπέβαλον ἐπερώτησιν, ἀντὶ ὅμως νὰ τὰ καταθέσῃ, ἐζήτησε νὰ ἀναβληθῇ καὶ ἐδέχθην νὰ κατέλθω τοῦ βήματος. Σήμερον ὅμως ἦλθε καὶ προέβη εἰς ὁλόκληρον ὁμιλίαν, ἀπαντῶν ἐπὶ ζητημάτων καὶ ποιησάμενος χρῆσιν μάλιστα ἐπανειλημμένως τοῦ ὀνόματός μου. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι κανονικόν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν ὀργίζεται ὁ κ. Ὑπουργός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ πνεύματος ρητορικοῦ προσποιεῖται τὸν ὀργιζόμενον, ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν μεταβάλλονται. Ἐζήτησα καὶ ζητῶ, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων ἀναβληθῇ ἡ ἐπερώτησις ἡ ἐγγεγραμμένη ὡς τρίτη, διὰ τὴν προσεχῆ Πέμπτην, οὕτως ὥστε νὰ προέλθω εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ζητεῖ νὰ μὴ γίνῃ λόγος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διότι λέγει, ὅτι μιὰ φορὰ ποὺ σᾶς τὰ λέγω ἐγώ, πρέπει σεῖς νὰ πεισθῆτε.
§115Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό.
§116Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, θὰ ἀσκήσω ἔλεγχον.
§117Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Θὰ κάμητε καλά.
§118Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. ... καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσκομίσῃ τὰ στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θὰ ἐλέγξωμεν. Δὲν δύναται νὰ ἀποφεύγῃ τὸν ἔλεγχον, μὴ καταθέτων τὰ ἔγγραφα, οὔτε δύναται νὰ λέγῃ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.
§119Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶπον αὐτό.
§120Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πρέπει νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι δὲν εἶναι Κατῆς, εἶναι κοινοβουλευτικὸς Ὑπουργός, εἰς κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ὡς τοιοῦτος θὰ ὑποστῇ τὸν ἔλεγχον. (Χειροκροτήματα).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις ἐκ μέρους δεκαπέντε Βουλευτῶν, ὅπως προταχθῇ καὶ συζητηθῇ ἡ ὑπ’ ἀρ. 51 ἐπερώτησις.
§122ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι περιττὸν νὰ συνενωθῶσι δεκαπέντε Βουλευταὶ διὰ τοῦτο, διότι σκοπὸν ἔχω νὰ ζητήσω ἐγὼ νὰ προταχθῇ ἡ ἐπερώτησις.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις.
§124Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι μία πρότασις περὶ προτάξεως, ὄχι περὶ γενικεύσεως. Τοιοῦτόν τι δὲν ἐλέχθη.
§125Γ. ΠΩΠ. Ἐλέχθη.
§126Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτοδικαίως ἐγενικεύθη.
§127Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τότε, νὰ ἐγγράψητε καὶ ἐμέ.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§129ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ ἐπερώτησις ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Ἐπερωτᾶται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διατί ἐπὶ παραβάσει κλπ». Ὑπάρχει δὲ καὶ ἄλλη ἐπερώτησις, ἡ ὁποία πότε ἔρχεται συνημμένως καὶ πότε διακεκομμένως. Δὲν γνωρίζω εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκεται, λέγει ὅμως διὰ ποῖον λόγον, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου 262, ἀπέδωκεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὰ κτήματα εἰς τὸν Μπεϊτουλὰχ κλπ. Ὑπάρχει καὶ μία τρίτη ἐπερώτησις, ἀλλ’ αὐτὴ μεταβάλλεται καὶ τροποποιεῖται ἐνίοτε ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει: Διὰ τίνα λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν Ζάκυνθον παρεχώρησεν εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν κλπ. Ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις αὐτὴ συνεζητήθη τότε. Διατί παρεβιάσθη τί, τὸ ὁποῖον δὲν παρεβιάσθη καὶ διὰ ποῖον λόγον καὶ πῶς ἐγένετο καὶ τοῦτο ἀφορμή, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς, χολωθεὶς νὰ βλάψῃ ἐκεῖνον τὸν ὑπάλληλον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος φροντίζει νὰ πληροφορῇ περὶ τῶν ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Ὑπουργείου τὸν κύριον ἐπερωτῶντα. Εἰς τὰς δύο τῶν ἐπερωτήσεων, αἵτινες εἶναι τῆς αὐτῆς φύσεως, θὰ ἀπαντήσω. Ὅτε ἀνήλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εὗρον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ζήτημα ἀπὸ μακροῦ ἐκκρεμὲς, ἐπὶ τῶν ὀθωμανικῶν κτημάτων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, ἀλλ’ ἰδίως ἐν Μακεδονίᾳ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζητήματος συνέπεσεν ὀλίγον καιρὸν πρότερον ἐν τῇ προηγουμένῃ Βουλῇ νὰ γίνῃ συζήτησις μεταξὺ πολλῶν, ἰδίως δὲ μεταξὺ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ καὶ ἐμοῦ, ἐκείνου ἔχοντος ἄλλην γνώμην καὶ ἐμοῦ ἄλλην. Εἶναι τοσοῦτον τὸ πλῆθος τῶν ὑποθέσεων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ κτήματα τὰ καταληφθέντα, τῶν Ὀθωμανῶν συμπολιτῶν ἡμῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν μέρει καὶ ἐν Ἠπείρῳ, ὥστε ὁλόκληρος ὑπηρεσία εἶναι ἀφιερωμένη εἰς αὐτήν. Ἔχων δὲ ἤδη γνῶσιν τοῦ θέματος, εἶδον, ὅτι ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ἐνασχοληθῶ κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ὅπως δυνηθῶ ἔπειτα νὰ κατευθύνω τὴν πορείαν ἐπὶ τοῦ συνόλου ἑκάστης ὑποθέσεως, ἐκτυπουμένης κατὰ τὸν κανόνα τὸν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τιθέμενον. Ἡ περιπλοκὴ τῶν ὑποθέσεων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὰ κτήματα τῶν Ὀθωμανῶν ἐν Μακεδονίᾳ, εἶναι ἀπερίγραπτος. Ἠναγκάσθην, μελετήσας τὸ ζήτημα, συγκαλέσας συμβούλιον καὶ ἀκούσας τὴν γνώμην του, λαβὼν ὑπόμνημα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, συντεταγμένον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου Διευθυντοῦ, ἠναγκάσθην νὰ καταρτίσω πρόγραμμα πορείας, ὅπερ ἤθελεν ἀπαλλάξῃ τὸν Ὑπουργὸν, ἀλλ’ ἤθελεν ἀπαλλάξῃ καὶ τὴν Ἑλλάδα περιπλοκῶν, ὧν δυσκόλως ἀπηλλάγη πρὸ τῆς πολιτικῆς μεταβολῆς τῆς τότε. Καὶ ἐφρόντισα νὰ διατυπώσω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, τὴν ὁδηγίαν τῆς πολιτείας αὐτῆς κατὰ τρόπον ἑνιαῖον. Εἶναι ἀνάγκη, Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς τὴν σύντομον ταύτην, ἀλλὰ σαφῆ ὁδηγίαν, ὅπως θὰ εἶναι ἀνάγκη μετ’ ὀλίγον, ἀντὶ λόγων, νὰ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς τὰς πράξεις, αἵτινες προεκάλεσαν τὴν σημερινὴν ἐπερώτησιν, ὥστε νὰ ἔχητε σαφῶς πάντα ὅσα ἐπράχθησαν ἐφ’ ὅλων τῶν ὑποθέσεων τούτων καὶ νὰ δυνηθῆτε νὰ ἀντιπαραβάλητε, ὅπως ἐλπίζω ὅτι θὰ συμβῇ μὲ τὰ πραχθέντα τότε μέχρι ταύτης τῆς ἡμέρας πραττόμενα, καὶ τὰ πρότερον πραχθέντα, περὶ τῶν ὁποίων, δυστυχῶς, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ὁ λόγος, ἀφοῦ ἡ ἐπερώτησις ἐπεξετάθη καὶ ἔξω τοῦ Συνεδρίου τούτου καὶ προεκάλεσεν μακρολόγον ἄρθρον ἐν ἐφημερίδι ἀντιπροσωπευούσῃ τὸ πρώην ὑπουργικὸν καθεστώς. Ὁ νόμος 262 εἶναι τὸ πρῶτον κείμενον, ὅπερ ἠσχολήθη περὶ τῶν κτημάτων, δηλαδή, περὶ καταλήψεως τῶν ἐγκαταλειφθέντων ὑπὸ Ὀθωμανῶν, ἀπελθόντων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ ἔτος 1914 τὴν 10ην Μαΐου· ὁ νόμος ἔχει οὕτω, ἐν ἄρθρῳ 9ῳ, διότι τοῦτο εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον: (Ἀναγινώσκει) «Χαρακτηρίζονται ὡς ἐγκαταλελειμμένα καὶ περιέρχονται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, ὡς ἀδέσποτα... κλπ.». Ὁ νόμος οὗτος ταῦτα ἐν ἄρθρῳ 9ῳ εἰπών, ὥρισεν, ὅτι, ἐκδοθεὶς τὴν 10ην Μαΐου, ἀνατρέχει ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ εἰς τὴν 1ην Μαΐου. Ὡρίσθη, λοιπόν, τέρμα, ἐντεῦθεν τοῦ ὁποίου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γένηται λόγος περὶ κτημάτων καταλαμβανομένων οἱωνδήποτε, καὶ ἐκανόνισεν, ὅτι τὰ ἤδη ἐγκαταληφθέντα ὑπὸ Μουσουλμάνων ἀπελθόντων εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, θεωροῦνται ἀδέσποτα, ἐπέτρεψε δέ, ὥστε νὰ προσαχθῶσιν οἱ τίτλοι τῶν ἐχόντων ἀντιρρήσεις ἐντὸς προθεσμίας ἑνὸς ἔτους. Τούτου οὕτως ἔχοντος, ἰδοὺ τὶ περιλαμβάνουν αἱ ὁδηγίαι: (Ἀναγινώσκει) «Ὁ νόμος 262 κλπ.». Αὐταὶ εἶναι αἱ ὁδηγίαι, τὰς ὁποίας διετύπωσεν ὁ Ὑπουργὸς, εἰς τὴν ἁρμοδίαν Διεύθυνσιν, ὅπως ὑπάρχουν πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν γίνεται ἡ ἐνέργεια. Ἐπὶ ταύταις ταῖς ὁδηγίαις, ὁδηγίαις διὰ τὸν Ὑπουργὸν καὶ ὁδηγίαις διὰ τοὺς βοηθοὺς τοῦ Ὑπουργοῦ, ἤρχισεν, ἐφ’ ὅσον ἐνεφανίζοντο ὑποθέσεις, ἡ ἐξέτασις τῶν ὑποθέσεων τούτων. Καὶ μία τῶν πρώτων ἐμφανίσεων, ἦτο ἡ πρώτη, περὶ ἧς ἐπερώτησαν οἱ ὑπογράψαντες τὴν ἐπερώτησιν, ἦτο ἡ περὶ ἀποδόσεως τῶν κτημάτων ἑνὸς Βεϊδουλὰχ Βελήμπεη, κατοίκου Καστορίας, ὅστις ἐνεφανίσθη ζητῶν τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων τούτων. Πότε κατελήφθησαν τὰ κτήματα τοῦ Βεηδουλάχ; Τὰ κτήματα τοῦ Βεηδουλὰχ κατελήφθησαν τὴν 3ην Αὐγούστου 1914, δηλαδή, μῆνας μετὰ τὸν νόμον, τὰ κτήματα τοῦ Βεηδουλὰχ δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ νόμου 262, διότι ὁ νόμος 262 ὁμιλεῖ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον περὶ κτημάτων καταληφθέντων πρὸ τῆς 1ης Μαΐου. Ἄρα, ἡ περὶ τῶν κτημάτων τούτων κρίσις ἔπρεπε νὰ γένηται οὐχὶ κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, ἀλλὰ κατὰ τὰ ἄλλα κείμενα. Ἄλλα κείμενα ἦσαν ἡ συνθήκη Ἀθηνῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἄλλα κείμενα ἦσαν οἱ νόμοι οἱ Ἑλληνικοὶ καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος — Οἱ νόμοι οἱ Ἑλληνικοί, οὕς δὲν μετερρύθμισεν ὁ νόμος οὗτος, ὁ μόνος περὶ τοῦ παρελθόντος ὁμιλῶν καὶ διὰ τοῦτο θεὶς προθεσμίαν προσδιωρισμένην καὶ παρατείνας αὐτὴν μέχρι 30ῆς Αὐγούστου 1916, προθεσμίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἠδύναντο νὰ περιληφθῶσιν ὑπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ὅτι τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει λέγει ἡ λογική, λέγουσι τὰ πράγματα, λέγει ὁ κοινὸς νοῦς, ἀλλ’ ὅτι τὸ πρᾶγμα οὕτως ἔχει, δύναμαι νὰ ἀποδείξω εἰς πᾶσαν στιγμήν, ὅτι ἀνεγνώρισαν καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες κατεσκεύασαν τὸν νόμον, διότι ἔχω τὸ ἔγγραφον αὐτό, τοῦτο ἐδῶ, εἰς τὰς σημειώσεις μου, αἱ ὁποῖαι τοῦτο λέγουσιν. Ἀλλὰ τὶ συνέβη νὰ κανονισθῇ τὸ πρᾶγμα διὰ τοῦ νόμου 262, ὅστις, κατόπιν, ἔλαβε τὴν τροπολογίαν, τὶ συνέβη διὰ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνῆκον εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν καὶ τὰ ὁποῖα τυχὸν κατεσχέθησαν; Συνέβη, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα, κατὰ τὰς ὁδηγίας τῶν τότε κυβερνώντων κατελαμβάνοντο κατ’ ἄλλον τρόπον, ἢ μᾶλλον μετ’ ἄλλων προθέσεων καὶ καταλαμβανομένων τούτων οὕτως, οἱ κύριοι αὐτῶν δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὅσα ὁ νόμος 262 λέγει, δὲν ὑπέκειντο εἰς προσαγωγὴν τίτλων ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐγένετο κατάληψις τῆς ἰδιοκτησίας των καὶ πῶς ἔγινε καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἀνεξαρτήτως τοῦ νόμου 262. Ἐνεφανίσθη ὁ ἰδιοκτήτης Βεηδουλάχ Βελήμπεης καὶ ἐζήτησε τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἠναγκάσθη νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐν πάσαις αὐτῆς ταῖς λεπτομερείαις, ἀναγκασθεὶς νὰ ἀναμνησθῇ, ὅτι πρό τεσσαράκοντα ἐτῶν ἐδίκαζε δίκας, ἵνα ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, ὡς Ἐφέτης. Ἤρχισε, λοιπόν, ὁ Ὑπουργός, ὡς πολιτικός, ἀλλ’ ἤρχισε, πρὸ πάντων, ὡς ἀνήρ, ἔχων καθῆκον νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον ἐκεῖ ὅπου τὸ δίκαιον εὑρίσκεται. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀκούσητε τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκεν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας, συντόμως ἐστάλη ταχυδρομικῶς διαταγὴ πρὸς τὸν Ἔφορον νὰ ἀποδώσῃ τὰ κτήματα εἰς τὸν Βεηδουλὰχ Βελήμπεην: (Ἀναγινώσκει). Παρενθετικῶς ἐδῶ σημειώνω, ὅτι κατελήφθησαν μὲν τὰ κτήματα, ἀλλ’ ἀπεδόθησαν οἱ καρποί, διότι τοιαῦται ἦσαν αἱ ὁδηγίαι τῆς ἐγκυκλίου. Θὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς τὴν ἐγκύκλιον, θέλω δὲ εἴπη, ποία εἶναι ἡ διάκρισις μεταξὺ τῶν οὕτω καταλαμβανομένων καὶ τῶν πρώτων καταλαμβανομένων. (Ἀναγινώσκει) «Ὄτι μετὰ ταῦτα, λαβών ἐκ τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἑλληνικοῦ Προξενείου...κλπ.». Αὐτὴ ἦτο ἡ ἀπόφασις καὶ τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐπηκολούθησε συμβόλαιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθη ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὸν ὅρους τινὰς, ἵνα ἀποφύγῃ ζημίας τὸ Δημόσιον, τὰς ὁποίας ἴσως ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστῇ, διότι ἔπρεπε νὰ κηδεμονεύσῃ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀφοῦ, δυστυχῶς, τοιοῦτον ὀλίσθημα ἐγένετο. Εἶναι δὲ τὸ ὀλίσθημα τοῦτο μεταξὺ τῶν παμπόλλων, κ. Συνάδελφε. Θέλετε ἤδη ἐν ὀργῇ Κυρίου κατέλαβε τὰ ἐν Μακεδονίᾳ κτηματικὰ πράγματα, διότι εἶχε δοθῇ ἡ ἄδεια καὶ μετὰ τὸν νόμον τοῦτον νὰ καταλαμβάνωνται κτήματα, ἐδόθη αὐτὴ ἡ ἄδεια καὶ τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας, ἔχοντα τὸν συνήθη ἐν τοιαύταις περιστάσεσι ζῆλον, ἐρρίφθησαν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καταλαμβάνοντα τὴν περιουσίαν τοῦ κόσμου...
§130Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τῶν Ἑλλήνων τὴν περιουσίαν κατέλαβον οἱ Τοῦρκοι, οὐχὶ Ἑλληνικαὶ ἀρχαί. Διαμαρτύρομαι. Αἱ ἀρχαὶ ἔπραξαν τὸ καθῆκόν των.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§132Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι πράγματα αὐτὰ νὰ λέγωνται καὶ νὰ γίνωνται ἀνεκτά. (Θόρυβος).
§133ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Θὰ σᾶς δείξω, Κύριοι, μετ’ ὀλίγον...
§134Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Παρὰ τίνος ἐδόθησαν αἱ ὁδηγίαι αὐταί;
§135ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Θὰ σᾶς δώσω δείγματα τῶν γενομένων καὶ θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον, ὅτι τοιαύτη ἀκοσμία κατέκλυσε τὴν Μακεδονίαν ἐπὶ τοῦ ἱερωτάτου δικαίου τῆς ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὰ δίκαια τοῦ ἀνθρώπου, περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος διὰ πάντα, ὄχι μόνον διὰ τοὺς Ἕλληνας, διότι λέγει: «Οὐδεὶς δύναται νὰ στερηθῇ τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ», θὰ δείξω εἰς ὑμᾶς μετ’ ὀλίγον ποία ἀκοσμία ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ, μετὰ πολὺν χρόνον, δυστυχῶς, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπαγορεύει εἰς τοὺς Ἐφόρους καὶ τὰς ἄλλας ἀρχάς — ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις τὸ εἶπε — νὰ καταλαμβάνωσι κτήματα οἱαδήποτε, ἂν δὲν λάβωσιν ἄδειαν.
§136Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄνευ ἀδείας τὰ κατελάμβανον;
§137ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, μὲ γενικὴν ἀρχὴν νὰ καταλαμβάνωσι. Θέλω σᾶς δείξῃ τὶ ἐγένετο καὶ θέλω σᾶς δείξῃ πρὸς τοῖς ἄλλοις, ὅτι ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ ἀπειληθῇ διὰ τελεσιγράφου ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, — θὰ σᾶς εἴπω τὴν χρονολογίαν δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἄλλο — ὅπως ἐκδοθῇ ἡ τοιαύτη διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ νέα, ἡ ἀνακαλοῦσα, ἡ ἀπαγορεύουσα τὴν τοιαύτην λεηλασίαν τῆς ἰδιοκτησίας εἰς τὴν Μακεδονίαν, ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ γενομένη κατὰ πρόκλησιν τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ. Κατηγορεῖται ὁ Ὑπουργὸς τοῦ 1915, ὑπὸ τῶν ἐπερωτησάντων, ὅτι ἀπέδωκεν ἓν κτῆμα, ὅτι ἀπέδωκεν ἄλλο κτῆμα, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσωμεν. Ἀλλ’ ὅτε ἤρχισεν ἡ καταχρηστικὴ κατάληψις τῶν κτημάτων, μετὰ τὸν νόμον τοῦ Μαΐου τοῦ 1914, εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζῃ τις, ἂν ἀπεδόθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τῆς καταλαμβανούσης τὰ κτήματα τῶν Μουσαλιμάνων καὶ πόσα ἀπεδόθησαν;
§138Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δώδεκα.
§139ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν κατάλογον, καὶ βεβαίως, οἱ ἀκούοντες ταῦτα, τὰ ὁποῖα θέλω ἀναγνώσῃ — καὶ εἶναι ἐπίσημα, — θέλουσι κύψῃ τήν κεφαλήν.
§140Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί;
§141ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διὰ τὸν λόγον, διότι ὅλα τὰ συμβαίνοντα, ἐγένοντο ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ ὀνόματος τῆς Ἑλληνικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης.
§142Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ κύψουν τὴν κεφαλὴν ἐκεῖνοι ποὺ τὰ ἔκαμαν.
§143ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πᾶν πρᾶγμα γινόμενον ἔν τινι τόπῳ —καὶ μάλιστα ὑπὸ τῶν κυβερνητῶν τοῦ τόπου, — εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀφήσῃ ἄθικτον τὸ Ἔθνος, τὸ κυβερνώμενον· ἢ θὰ τὸ τιμήσῃ, ἢ θὰ τὸ λυπήσῃ καὶ θὰ τὸ φέρῃ εἰς κατάπτωσίν τινα, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει, ἐὰν αἰσθάνεται, ὅτι ἔχει ἠθικήν τινα εὐθύνην. Ἰδού, λοιπόν, διατὶ ἀνέγνωσα χθές, ὡς εἶδος προσῳδίας (;) περὶ τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, δημοσιογραφικὸν ἀνάγνωσμα, ἐν ὀργάνῳ ἀντιπροσωπεύοντι ἐγκύρως τὸν πρώην Πρωθυπουργόν, ἀνέγνωσα, ὅτι ἔγκλημα ἐξετελέσθη ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τῆς σήμερον, διότι, μὴ ἀντιληφθεὶς τὴν διάκρισιν ἐκείνην, καίτοι κατάγεται ἐκ Μακεδονίας, καίτοι ὑπῆρξε, — ὅπως λέγουσιν ἐκεῖνοι, διότι ἐγὼ οὐδέποτε ὑπῆρξα. — Μακεδονομάχος, ὅμως παρέδωκε τὴν Μακεδονίαν ἐκεῖ ὅπου δὲν ἀνῆκε. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἔγγραφά τινα, δοθέντα εἰς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Τουρκίας ὑπ’ αὐτοῦ ἐκείνου τοῦ Πρωθυπουργοῦ καὶ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, κατ’ ἐντολὴν αὐτοῦ, δεικνύοντα — δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς διακοινώσεως, διότι αὕτη εἶναι ἄλλο θέμα, — ὅτι ἀπέδωκα πάμπολλα κτήματα εἰς τοὺς Μουσουλμάνους. Τοῦτο, λέγω, διότι προηγήθη ἕν εἶδος τελεσιγράφου. Λοιπόν, πρὸς τὸ τελεσίγραφον ἀπαντῶν, δεικνύει, ὅτι ἀπέδωκε πολλὰ κτήματα, διότι ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην. Θέλετε νὰ γνωρίζητε τὰς τελευταίας λέξεις τοῦ τελεσιγράφου; Θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω...
§144Γ. ΠΩΠ. Ἐπιτρέπετε;
§145ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁρίστε· ἐπιτρέπεται.
§146Γ. ΠΩΠ. Καὶ τὰς χρονολογίας.
§147ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι δύο τελεσίγραφα, εἶναι ἕν τοῦ 1914 καὶ ἕν τοῦ 1915. Λοιπόν, αἱ τελευταῖαι λέξεις τοῦ τελεσιγράφου τῆς 20 Σ) βρίου 1914 ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Ἡ Ὑψηλὴ Πύλη, σπεύδουσα νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν, φρονεῖ, ὅτι δεκαήμερος προθεσμία πληρέστατα ἀρκεῖ, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μελετήσῃ τελείως αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ δεχθῇ τοὺς ἄνω διατυπουμένους ὅρους, ὅπως μὴ ἡ Ὑψηλὴ Πύλη τεθῇ εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ μετέλθῃ ἀκόλουθον πρὸς τὰ οὕτω προτεινόμενα ἐνέργειαν». Μόλις ἐλήφθη τὸ τελεσίγραφον τοῦτο...
§148Γ. ΠΩΠ. Ἐπιστολή, δηλαδή.
§149ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπίσημον ἔγγραφον, διακοίνωσις.
§150Γ. ΠΩΠ. 7) 20 Σεπτεμβρίου;
§151ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). 20ῆς Σεπτεμβρίου 1914.
§152Γ. ΠΩΠ. Νέα ἡμερομηνία;
§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ τί σημαίνει αὐτό;
§154Γ. ΠΩΠ. Δι’ ἐμὲ σημαίνει.
§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔστω.
§156Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ τοῦ 1914 ἢ 1915 ὁμιλεῖτε;
§157Γ. ΠΩΠ. Περὶ τοῦ 1914 ὁμιλῶ.
§158ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα, περὶ τοῦ 1914, διότι ἄλλο εἶναι τὸ τελεσίγραφον τοῦ 1915. Τὶ ἐγένετο, λοιπόν, τότε; Ὅτι, κατ’ ἐντολὴν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, — καὶ ἀκούσατε παρακαλῶ τὸν κατάλογον — διὰ τηλεγραφήματος ἐξαιρετικῶς ἐπείγοντος, καὶ ἐπὶ ἀποδείξει (ἀριθ. 104309 τῆς 13ης) 26 Σεπτεμβρίου 1914), ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους τῆς Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου, ἔλεγεν εἰς αὐτοὺς ταῦτα: (Ἀναγινώσκει) «Ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν ἄτοπά τινα κατὰ τὴν κατάληψιν ἐγκαταλελειμμένων κτημάτων... κλπ. Ὑπουργὸς Α. Διομήδης». Εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 24 Σεπτεμβρίου 1915. Ἡ ἀκολασία ἐξηκολούθει καὶ ἠναγκάσθην ἐγὼ νὰ τηλεγραφήσω πρὸς τοὺς Ἐφόρους καὶ τὰ ἄλλα ὄργανα, τὰ ἑπόμενα: ...
§159Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ. Διατὶ αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι δὲν ὑπήκουσαν εἰς τὰς ἀλληλοδιαδόχους διαταγὰς τῆς ὑπηρεσίας;
§160ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ δώσω ἐπαρκεῖς ἐπὶ τούτου ἐξηγήσεις, διότι δὲν γνωρίζω ἂν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξετασθῇ ὅλη ἡ ὑπόθεσις, κατὰ τρόπον πολιτικὸν καὶ διπλωματικόν.
§161Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπὸ τρόπον ἀπειθείας δύναται νὰ ἐξετασθῇ.
§162ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἰδοὺ ἡ ἐγκύκλιος, ἀριθ. 156907 τῆς 15ης Ὀκτωβρίου 1915: (Ἀναγινώσκει) «Πρὸς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους τῶν Νέων Χωρῶν, πλὴν τῆς Σάμου καὶ Κρήτης. —σημειώσατε, ὅτι πρώτην φορὰν διακρίνεται ἡ Σάμος καὶ ἡ Κρήτη, διότι πάντοτε ἐγίνετο λόγος γενικῶς περὶ τῶν Νέων Χωρῶν, καὶ ἀπορῶ, πῶς δὲν ἐγεννήθησαν ὅμοια ζητήματα καὶ εἰς τὴν Σάμον καὶ εἰς τὴν Κρήτην— «Ἐντέλομαι, ὅπως ἀπὸ τῆς λήψεως...κλπ.». Πῶς κατελαμβάνοντο τὰ κτήματα ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1914 καὶ ἐντεῦθεν; Ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς καταλήψεως; Ὅταν οἱ Ὑπουργοὶ τότε ἠναγκάζοντο νὰ δίδουν καθ’ ἡμέραν λόγον εἰς τοὺς διαμαρτυρομένους ξένους, ἠναγκάσθησαν νὰ ἐπιστήσωσι περισσότερον τὴν προσοχήν των καὶ νὰ δηλώσωσι πρὸς ξένους καὶ ἐγχωρίους, ταῦτα, τὰ ὁποῖα θέλω σᾶς ἀναγνώσῃ: (Ἀναγινώσκει) «Ἐν Ἀθήναις τῇ 11ῃ Αὐγούστου 1914...κλπ.».
§163Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίνος εἶναι τὸ ἔγγραφον αὐτό;
§164ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τοῦ κ. Διομήδη. Καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο μόνον, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἕτερον ἔγγραφον τῆς 9ης Σεπτεμβρίου 1914: (Ἀναγινώσκει) «Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν...κλπ.». Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅταν ὁ Βεηντουλὰχ, τοῦ ὁποίου τὸ κτῆμα κατελήφθη, ἐπανῆλθεν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως διετάχθη ὑπὸ τῆς ἀρχῆς νὰ τοῦ ἀποδοθῶσιν οἱ καρποί, οἱ ὁποῖοι εἶχον κατασχεθῆ, διότι δὲν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος 262, ἀλλ’ ἐφηρμόζετο τὸ πολιτικὸν τοῦτο ἔργον, τὸ ὁποῖον ἀπέβλεπεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὴν Τουρκίαν καὶ ἐφαντάζοντο, ὅσοι ἔχουσι τὴν φαντασίαν εὔφορον, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐπιτύχωσι συνεννόησιν. Ἀνέγνωσα ὑμῖν 3 ὀνόματα ἰδιοκτητῶν Μουσουλμάνων, εἰς οὓς ἀπεδόθησαν τὰ κτήματα. Θὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν ἡ Βουλὴ, εἶναι δὲ τὸ πρᾶγμα ἄξιον καὶ ἀξιοπερίεργον, νὰ ἴδῃ πόσοι κατάλογοι ἀποδόσεων συνοδεύουν τὴν διακοίνωσιν ἐκείνην, περὶ ἧς εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς τὴν Ὀθωμανικὴν Κυβέρνησιν, τὴν φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν τῶν Ὑπουργῶν τοῦ χρόνου ἐκείνου. Ἐδῶ ἔχω τὸν πίνακα, — προσέξατε δὲ καὶ ἐν τούτῳ καὶ ἐν ἄλλῳ περιεργοτάτῳ ἐγγράφῳ ἐπισήμῳ, τὸ ὁποῖον συνετάχθη, ἐμοῦ ἐπιθυμήσαντος ἐπιμόνως νὰ ἔχω πίνακας ἐπισήμους, πῶς ὅλα αὐτὰ ἀπεδίδοντο, ὄχι βεβαίως μὲ τὴν ἀκριβολογίαν αὐτήν, ἀλλὰ διὰ μιᾶς ἁπλῆς διαταγῆς, χωρὶς οὐδεὶς τίτλος νὰ προσάγηται, οὐδεμία περίπτωσις ἰδιαιτέρως νὰ ἐξετάζηται, ἀλλὰ διότι οἱ τοιοῦτοι, εἰς οὓς ἀπεδόθησαν τὰ κτήματα, ἦσαν μεγιστᾶνες Τοῦρκοι. — Εἶναι Γαλλικὸν τὸ ἔγγραφον καὶ μεταφράζω: (Ἀναγινώσκει) «Συνημμένος πίναξ...κλπ.». Ὁ κατάλογος αὐτός, ὁ ὁποῖος περιέχει, ὅπως βλέπετε, τίτλους κτημάτων κατὰ 9)10 ὁμολογεῖ λάθος. Κατὰ λάθος. Καὶ ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὴ εἶναι Ἑλληνικὴ ἔκφρασις. Μοὶ ἀνέμνησεν ἔκφρασιν, διὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἄλλοτε ἐμειδιῶμεν, ὅταν ἠκούομεν τὴν Ὀθωμανικὴν ἔκφρασιν «γιαγνὶς — ὀλντοῦ». (Γέλωτες). Ταῦτα ἔπραξαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατεσκεύασαν καὶ τὸν νόμον καὶ διῴκησαν τὴν Χώραν...
§165Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ γράφουσιν.
§166ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ γράφουσιν, ὅτι εἶναι ἀνοσιούργημα ὅτι τὰ κτήματα ἀπεδόθησαν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας...
§167ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μετὰ τὸ τελεσίγραφον ἀπεδόθησαν τὰ κτήματα;
§168ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μετὰ τὸ τελεσίγραφον, βεβαίως, ἄλλα τινὰ πρό, τὰ περισσότερα μετὰ τὸ τελεσίγραφον.
§169Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Αὐταὶ αἱ καταλήψεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, ἐγένοντο πρὸ τῶν καταπιέσεων ἐν Μ. Ἀσίᾳ;
§170ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐταὶ αἱ καταλήψεις ἐγένοντο κατὰ τὸν χρόνον, καθ’ ὃν ἐνηργοῦντο διαπραγματεύσεις, μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας διὰ νὰ γίνωσι καὶ ἀνταλλαγαὶ τῶν περιουσιῶν.
§171Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε πρὸ τῶν καταδιώξεων τῆς Μ. Ἀσίας;
§172ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ πρὸ καὶ μετὰ καὶ καθ’ ὃν χρόνον συνωμολογοῦντο οἱ ὅροι καὶ ἐφαίνετο, ὅτι θὰ κατέληγον εἰς συμπεράσματα. Ἔρχεται ἡ ὑπόθεσις τῶν ἀδελφῶν Ντουζῆ. Καὶ ἐδῶ Κύριοι, θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν ὑπομονήν σας. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἑξῆς ἔγγραφον: (Ἀναγινώσκει) «Ἐν Ἀθήναις τῇ 26 Ἰανουαρίου 1916, Πρὸς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον Ἐδέσσης. Κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ. 166621...κλπ.».
§173Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τίνος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν;
§174ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τοῦ κ. Βενιζέλου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφημερὶς γράφει, ὅτι εἶναι ἀνοσιούργημα...
§175Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εὑρίσκεται τὸ ἔγγραφον εἰς τὸν φάκελλον;
§176ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. (Συνεχίζει τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ἐγγράφου). «Καὶ δι’ ἧς...κλπ.». (Ἀναγινώσκει ἕτερον ἔγγραφον): «Λίαν ἐπεῖγον. Πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργεῖον...κλπ».
§177Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ἡ ὑπογραφή;
§178ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐλ. Κ. Βενιζέλος.
§179Α. ΣΛΗΜΑΝ. Ὁ γράψας καὶ τὸ ἄρθρον τοῦ «Κήρυκος».
§180ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγώ, μὴ σκεπτόμενος, ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσω σήμερον τὴν ἐπερώτησιν, πολὺ ἐσκέφθην, ἐὰν ἔπρεπε νὰ ἀνατρέξω εἰς ὅσα εἶπον πρὸς ὑμᾶς, τάδε τὴν ἑσπέραν, διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἤθελον περιορισθῆ εἰς ἀπάντησιν πρὸς τοὺς ἐπερωτήσαντας. Ἀλλά, μετὰ τὰ τοιαῦτα, θὰ ἦτο παράβασις καθήκοντος, ἐὰν δὲν ἀνέφερον ὅσα ἀνέφερον. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): (30 Ἰανουαρίου... διὰ τοῦ ἀπὸ 31 Δεκεμβρίου π. ἔ.... κλπ. Ὁ Ὑπουργὸς Ἐλ. Κ. Βενιζέλος). Ταῦτα τὰ ἔγγραφα εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτε συνέτασσον τὸ ἔγγραφον περὶ ἀποδόσεως.
§181Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν;
§182ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Διομήδης.
§183Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τὶ ἀπήντησεν;
§184ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διέταξε τὰ περαιτέρω.
§185Γ. ΠΩΠ. Τὶ ἀπήντησε θὰ σᾶς τὸ εἴπομεν ἡμεῖς.
§186ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τέλος πάντων, ἀφήσατε νὰ τελειώσω. Ὅταν ἐγὼ παρέλαβον τὴν ἀρχήν, ἐπὶ μῆνας ἠσχολήθην ἐρευνῶν τὰ πράγματα, μὴ θέλων νὰ ἀποφασίσω, πρὶν ἢ σχηματίσω ἐγὼ αὐτὸς γνώμην. Καὶ διὰ τοῦτο ἐκοινοποίησα τὸ ὑπ’ ἀριθ. 150.510. Καὶ ἐξηκολούθησα, καίτοι τὰ πράγματα οὕτως ἔχουν, ἐξετάζων. Καὶ ἐξήτασα λεπτομερῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως μέχρι τῆς ὑστάτης λεπτομερείας. Ἐπειθόμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει παρανομία, ἀλλὰ προετίμησα νὰ περιμείνω ἐπί τινα χρόνον καὶ νὰ καταρτίσω τὴν ἀπόφασίν μου, κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐνήργησα ἀπερισκέπτως. Κύριοι, δὲν ἠξεύρω, ἐὰν δὲν μοὶ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ εἴπω τινὰ αὐστηρότερα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ταύτην τὴν στιγμὴν πρέπει νὰ περατώσω τὸν λόγον. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀλλεπάλληλοι αἱ διενέξεις, ἀλλεπάλληλοι αἱ διακοινώσεις καὶ αἱ ἀπαντήσεις τῆς Πύλης ἀπηυθύνοντο πρὸς τὴν Ἑλλάδα, κατὰ τὸ 1914 καὶ 1915 μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ποία μεταβολὴ ὑπάρχει; Ὁ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς ἐκτὸς τῆς πρώτης ἑβδομάδος, οὐδ’ ἅπαξ εἶδε τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, οὐδ’ ἅπαξ ἤκουσε παράπονον ἢ διαμαρτυρίαν καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἠδελφώθησαν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Ἠπείρῳ Ἕλληνες καὶ Μουσουλμάνοι καὶ ἔχομεν ἐνταῦθα 26 ἀντιπροσώπους τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν Μουσουλμάνων, ἐκτὸς τῶν ἄλλων τῶν Ἰσραηλιτῶν, καὶ τιμῶμεν καὶ γεραίρομεν αὐτοὺς καὶ τιμῶσι καὶ γεραίρωσιν ἡμᾶς. (Χειροκροτήματα). Χαρακτηριστικὸν εἶναι μικρὸν γράμμα, ὅπερ ἀναδιφῶν τὰ ἔγγραφά μου εὗρον ταύτην τὴν στιγμήν, διότι ἰδιωτικόν, ὅπως εἶναι, δι’ ὅσων λέγει, δεικνύει ποῖον αἴσθημα κατέλαβε τὴν ψυχὴν διακεκριμένου Ἀλβανοῦ, τοῦ ὁποίου εἶχε καταληφθῆ τὸ κτῆμα καὶ ὑπὸ τοῦ ὁποίου παρελήφθη ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν. Δὲν ἐγνώριζον τὸν ἄνθρωπον, ἤρχετο ἔξωθεν, ἐκ Γαλλίας· χειριστὴς ἄριστος τῆς Γαλλικῆς, μοὶ ὑπέβαλε τὸ παράπονόν του, ἐφρόντισα, δὲν ὑπῆρχε σκιὰ δικαίου εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλληνικῆς ἀρχῆς καὶ ἀπέδωκα τὸ κτῆμα εἰς αὐτόν. Μετὰ τινας ἡμέρας, ἀναχωρῶν, μοὶ ἔπεμψε τὴν ἐπιστολὴν ταύτην: (Ἀναγινώσκει) «Ἀναχωρῶν διὰ τὴν πατρίδα μου, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ σᾶς ὑποβάλω τὴν ἔκφρασιν τῆς συγκεκινημένης εὐγνωμοσύνης μου, διότι ἐθέσατε τέρμα εἰς τὴν δεινὴν ἀδικίαν, τῆς ὁποίας ἤμην θῦμα, ἀποδίδοντες εἰς τὴν ὑπόθεσίν μου τὴν λύσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι σύμφωνος πρὸς τοὺς δικαίους νόμους τῆς Ἑλλάδος, προστατρίας πασῶν τῶν ἐθνικοτήτων καὶ εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν καλῶς ἐννοουμένην τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἀπέναντι τῶν Ἀλβανῶν». Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, κ. Βουλευταί.
§187Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις καὶ ἀρχίσῃ μετὰ μίαν ὥραν, διότι, κατὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω, ἡ συνεδρίασις θὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ πολύ.
§188ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, θὰ συνεχίσωμεν.
§189Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτης, ἀληθῶς, ὑποθέσεως. Πρόκειται περὶ ἀποδόσεως κτημάτων μεγίστης ἀξίας, τὰ ὁποῖα ἀπεδόθησαν ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων, τὰ ὁποῖα παρεδόθησαν ἐπὶ παραβάσει τῶν ὑπεσχημένων παρὰ πλείστων μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ ὑπόθεσις εἶναι διῃρημένη εἰς δύο ζητήματα: πρόκειται ἀφ’ ἑνὸς μὲν περὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν Κτημάτων Καστορίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ περὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἀποδόσεως κτημάτων Ἐδέσσης καὶ Καρατζόβας. Καὶ τὰς δύο ταύτας ὑποθέσεις θὰ ἐξετάσωμεν κεχωρισμένως, λαμβάνοντες, βεβαίως, ὑπ’ ὄψει τὰς γενικὰς γραμμάς, αἵτινες συμπίπτουν πρὸς τὰ δύο ταῦτα θέματα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁμιλῶν περὶ ἀποδόσεως τῶν κτημάτων, εἶπεν, ὅσον ἀφορᾷ πρῶτον τῆς Καστορίας, τοῦ Μπεηγουλάχ, ὅτι τὰ κτήματα κατελήφθησαν τὴν 3ην Αὐγούστου 1914, ἑπομένως δὲν ὑπήγοντο εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐγκαταλελειμμένων κτημάτων, διότι κατελήφθησαν μετὰ τὸν νόμον, ὅστις ἐδημοσιεύθη τὴν 10ην Μαΐου 1914.
§190Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐγκαταλελειμμένα πρὸ τῆς 1ης Μαΐου 1914.
§191Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ νόμος 262 ὁρίζει ρητῶς: (Ἀναγινώσκει) «Χαρακτηρίζονται ὡς ἐγκαταλελειμμένα...κλπ.». Ἑπομένως, εἶναι τὸ ζήτημα ἐξεταστέον, ἐὰν κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ἦσαν αὐτὰ ἐγκαταλελειμμένα.
§192Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§193Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἔχομεν τὸν νόμον αὐτόν, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος κατηργήθη διὰ νεωτέρου νόμου. Ἐὰν ἴσχυεν ὁ νόμος οὗτος, βεβαίως, θὰ ἦτο τὸ ζήτημα συζητητέον, ἐὰν εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὰ καταπατήσωμεν, διότι ὁ νόμος λέγει, ὅτι «ἐὰν ἐντὸς ἔτους δὲν προσαγάγωσι τοὺς τίτλους των». Παρετάθη κατὰ ἕξ μῆνας καὶ κατόπιν κατ’ ἄλλους ἕξ μῆνας. Ἀλλὰ κατόπιν, ὅτε ἡ Τουρκία κατεκράτησε τὰ κτήματα τὰ Ἑλληνικά, καὶ ἀπεδίωξε τοὺς Ἕλληνας, ὑπεβλήθη νέος νόμος, ὁ δὲ νέος νόμος ἐγένετο κατόπιν εὐρείας συζητήσεως, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ. Τότε ἀπετέλουν καὶ ἐγὼ μέλος τῆς Βουλῆς καὶ παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν καὶ ὡς θὰ ἴδητε ἀμέσως, ὁ νόμος, ὁ ψηφισθείς, ἀφεώρα εἰς ἀντίποινα ἢ εἰς ἀμοιβαιότητα κτημάτων, κατακρατηθέντων ὑπὸ τῆς Τουρκίας Ἑλλήνων ὑπηκόων, καὶ κτημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἴχομεν κατάσχει ἡμεῖς, ἀνήκοντα εἰς Τούρκους. Καὶ τοῦτο εἶναι ἀκριβῶς τὸ ζήτημα τὸ προέχον ἐνταῦθα, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ τὸ ὑπεκφύγῃ. Ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος, ὁ ὁποῖος ἔλεγεν...
§194ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸν ἐμνημόνευσα καὶ ἐγώ.
§195Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ναί, ἀλλ’ ἀνῆκεν εἰς προγενεστέραν ἐποχήν. «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου...κλπ.».
§196Γ. ΠΩΠ. Νὰ διακόψητε, ἕως ὅτου ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§197Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ θέλῃ νὰ ἀκούσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§198Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀκούσῃ.
§199Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀναμείνωμεν πέντε λεπτὰ καὶ ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλθῃ, θὰ προχωρήσωμεν.
§200Γ. ΠΩΠ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Συνάδελφε, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀλληλέγγυος.
§201Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐὰν ἀναλαμβάνῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀλληλεγγύην;
§202Γ. ΠΩΠ. Τὴν ἔθηκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10 μ. μ.)
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§205Γ. ΠΩΠ. Δὲν δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἡ συνεδρίασις, χωρὶς Βουλευτάς.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν Βουλευταὶ εἰς τὰ δωμάτια.
§207Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μὴ τυχὸν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναμείνωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν;
§208Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶναι κουρασμένος καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελε παρουσιασθῇ ἀνάγκη, μᾶς παρεκάλεσε νὰ τὸν εἰδοποιήσωμεν.
§209Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα ἀπεδόθησαν κατὰ δύο διαφόρους ἐποχάς, ἀπεδόθησαν δὲ ἐπὶ παραβάσει ρητῶν διατάξεων τοῦ νόμου, οὐχὶ τοῦ ἀναγνωσθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ἐκεῖνος πιθανὸν νὰ ἐπέτρεπεν, ἀλλὰ νεωτέρου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν ἀμοιβαιότητα, δηλαδή, ἐφ’ ὅσον καὶ καθ’ ὅσον οἱ Τοῦρκοι ἀποδίδουσιν εἰς ἡμᾶς κτήματα, καὶ ἡμεῖς τὰ ἀποδίδομεν εἰς αὐτούς. Τὸ τοιοῦτον δὲ ἐπιβάλλεται, ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ συμφωνίας μεταξὺ Τουρκικῆς καὶ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν ἀνακοινώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Τουρκικήν. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τὴν 13 Σεπτεμβρίου 1914 ἦλθεν εἰς συμφωνίαν μετὰ τῆς Τουρκικῆς, ὅπως τὰ κτήματα ἀποδίδωνται κατόπιν ἀμοιβαιότητος. Ὅτι τοῦτο οὕτως ἔχει, ἔχομεν ἀπόσπασμα ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον ὅμως εἶναι ὀλίγον ἀσαφές: (Ἀναγινώσκει) «Ἐφαρμόζεται...κλπ.». Καὶ ὄχι μόνον ἐπιβάλλεται ἡ ἀμοιβαιότης, ἀλλὰ καὶ ἡ δημοσίευσις εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὁ νόμος λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Ἡ πλήρωσις τοῦ ὅρου...κλπ.». Ὁ δὲ νόμος, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι ἐκ κοινῆς συμφωνίας, γενομένης μεταξὺ Ἑλληνικῆς καὶ Τουρκικῆς Κυβερνήσεως.
§210Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἀναγινώσκετε;
§211Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα· εἶναι Γαλλιστὶ γεγραμμένον, ἀλλὰ θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω ἐν μεταφράσει: (Ἀναγινώσκει) «Ἡ ἀκουσία ἀναχώρησις 50.000...κλπ.». Πρόκειται περὶ ἀνακοινώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν Ὀθωμανικήν, τὴν ὁποίαν, συμφώνως πρὸς τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀνεγνώρισεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις. Εὑρισκόμεθα, λοιπόν, ἀπέναντι νόμου ρητῶς καὶ συγκεκριμένως λέγοντος, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποδώσωμεν κτήματα εἰς τοὺς Τούρκους, ἄνευ ἀμοιβαίας καὶ ἀπὸ μέρους ἐκείνων ἀποδόσεως κτημάτων καὶ ὄχι μόνον πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς ρητὴν συμφωνίαν μεταξὺ Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ Τουρκικῆς τοιαύτης.
§212Ι. ΚΑΥΤΑΤΖΟΓΛΟΥ. Ἀποδημησάντων ἢ ἀπελθόντων;
§213Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§214ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Ἐννοεῖτε ἀποδημήσαντας ἐκείνους τοὺς πρόσφυγας τῆς Τουρκίας, οἱ ὁποῖοι ἔφυγον ἀπὸ τὴν Τουρκίαν καὶ ἦλθον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καθὼς καὶ τοὺς πρόσφυγας τοὺς Ὀθωμανούς, οἱ ὁποῖοι ἔφυγον εἰς τὴν Τουρκίαν, ἢ ἐννοεῖτε καὶ πάντας τοὺς Μουσουλμάνους, τοὺς καὶ ἤδη παραμένοντας ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπολαμβάνοντας τῆς προστασίας τῶν νόμων;
§215Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι τοὺς ἀποδημήσαντας.
§216ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Καὶ μὴ ἐπανελθόντας.
§217Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό. Τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον θέλετε ὑμεῖς, ἐσκόπουν ἐγὼ νὰ σᾶς τὸ ὑποδείξω. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθη καὶ ἐν τούτῳ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ ζήτημα, ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι οὗτοι, ἀποδημήσαντες ἐξ Ἑλλάδος, δὲν ἐσκόπουν νὰ παραμείνωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἀλλὰ προσωρινῶς ἀπῆλθον δι’ ἐκτέλεσιν ὑπηρεσίας τινὸς καὶ ἐπανῆλθον. Καὶ πρῶτον, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τῆς Καστορίας, διότι εἶναι κεχωρισμένα τὰ ζητήματα. Ἀπεδήμησαν οἱ ἰδιοκτῆται. Τοῦτο βεβαιοῦται πρῶτον ἐξ ἐγγράφου ἐπισήμου ἀρχῆς, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Καστορίας, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ ἐγγράφου τῆς 6 Ἰουλίου λέγει, ὅτι αὐτοὶ ἀπῆλθον εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ κατεσχέθησαν τὰ κτήματα. Αὐτὸ δὲν τὸ ἀρνεῖται κανείς, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἂν προσωρινῶς ἀπῆλθον ἢ μετεναστεύσαντες, ὅπως ἐφαρμοσθῇ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἐφόρου Καστορίας: (Ἀναγινώσκει). Λοιπόν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκθέσεως τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἔχομεν βεβαιωμένον, ὅτι ἀνεχώρησε μετὰ τῆς οἰκογενείας του.
§218ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἀνεχώρησε καὶ πότε συνετάχθη τὸ πληρεξούσιον;
§219Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ πληρεξούσιον συνετάγη ἐν Κωνσταντινουπόλει, μόλις ἀφίχθη ἐκεῖ.
§220Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἐνώπιον τίνος ἀρχῆς;
§221Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐνώπιον τοῦ Προξενείου τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλ’ ὁ νόμος λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Χαρακτηρίζονται ὡς ἐγκαταλελειμμένα καὶ περιέρχονται...κλπ.».
§222Δ. ΖΑΧΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ διώρισαν πληρεξούσιον διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν κτημάτων αὐτοῦ, τὰ ἐγκατέλειπον;
§223Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς.
§224Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δεύτερον, ἐνῷ αὐτοὶ ἀπεδήμησαν πρὸ τοῦ νόμου κατελήφθησαν τὰ κτήματά των. Ἐγκατελείφθησαν τὰ κτήματα πρὸ τοῦ νόμου, κατελήφθησαν δὲ μετὰ τὸν νόμον. Ἔχομεν, λοιπόν, τὴν ἔκθεσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, βεβαιοῦντος, ὅτι ἀνεχώρησε μετὰ τῆς οἰκογενείας του εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Δημάρχου Καστορίας, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ, ὅτι ὁ Βεηδουλὰχ Βελήμπεης (Ἀναγινώσκει) «ἀνεχώρησεν ἐκ Καστορίας μετὰ τὴν κήρυξιν τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου τοῦ 1912...κλπ». Ἐκτὸς τῆς βεβαιώσεως τοῦ Δημάρχου, ἔχομεν καὶ πέντε ἐνόρκους καταθέσεις, αἱ ὁποῖαι βεβαιοῦσιν ἀκριβῶς αὐτό, ὅτι ἀνεχώρησεν ἐκ Καστορίας, ὅτι, κατόπιν ἐπανῆλθεν, κατόπιν ἀνεχώρησε πάλιν εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐπανῆλθε. Καὶ αἱ πέντε αὐταὶ καταθέσεις βεβαιοῦσιν, ὅτι παρέλαβε τήν τε οἰκογένειάν του καὶ τὰ ἔπιπλα αὐτοῦ.
§225Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὅλα αὐτὰ εἰκονικά, δὲν γνωρίζετε πῶς ἔγιναν.
§226Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι ἔνορκοι ἀνακρίσεις, γενόμεναι ὑπὸ τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Καστορίας.
§227ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἔχει δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐνεργῇ ἐγκύρως ἐνόρκους ἀνακρίσεις ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος;
§228Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αἱ καταθέσεις αὗται εἶναι ἔνορκοι. Ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἔκθεσιν ἐπ’ αὐτῶν καὶ λέγει: (Ἀναγινώσκει). Λέγει, λοιπόν, ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, ὅτι ἀπεδήμησεν ὁριστικῶς...
§229ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀφοῦ ἐγύρισε πίσω;
§230Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐδῶ ἔχομεν Συνάδελφον, διὰ τὸν ὁποῖον πιστοποιοῦν ὅτι ἔφυγε καὶ ὅμως εἶναι ἐδῶ.
§231Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὰ λέγουν τὰ ἔγγραφα: (Ἀναγινώσκει). Τεθέντος, λοιπόν, ὅτι ἀπεδήμησεν ὁριστικῶς, θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου.
§232Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τοὺς τίτλους τί τοὺς ἤθελε καὶ τοὺς ἐζήτει ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης; Τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶχε σχηματίσῃ πεποίθησιν, ὅτι ἀπεδήμησεν ὁριστικῶς.
§233Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀφοῦ δὲν ξεύρεις τὸν νόμον, ἄφησε νὰ σοῦ τὸν ἐξηγήσω. Ὁ παλαιὸς νόμος ὥριζε διὰ τοὺς ἀποδημήσαντας ὁριστικῶς, διὰ τοὺς ἐγκαταλείψαντας ὁριστικῶς τὰ κτήματά των, ὅτι διὰ νὰ τὰ ἀναλάβωσιν, ἔπρεπε νὰ καταθέσωσι τοὺς τίτλους των, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐψηφίσθη ὁ νέος νόμος, ὁ ὁποῖος ὥριζεν ἀμοιβαίαν ἀπόδοσιν, ἥτις ἔπρεπε νὰ δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ἐφηρμόζετο ὁ νόμος, οὐδεὶς θὰ εἶχε νὰ ἀντείπῃ τι καὶ πολὺ ὀρθῶς ἔθηκε τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης. ζητήσας ἀπὸ τοὺς ἀποδημήσαντας νὰ προσαγάγωσι τοὺς τίτλους των, ἀλλὰ κατόπιν ἐψηφίσθη ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε τὴν ἀμοιβαίαν ἀπόδοσιν.
§234Μ. ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ. Ἔχει ὀπισθενεργὸν δύναμιν ὁ νόμος;
§235Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐψηφίσθη ὁ νόμος καὶ κατόπιν ἐδόθησαν τὰ κτήματα.
§236Μ. ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ. Ἀπὸ πέρυσι τὰ διεξεδίκουν.
§237Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἔλεγον, λοιπόν, ὅτι ἔχομεν τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Δημάρχου καὶ τὰς μαρτυρικὰς καταθέσεις. Ὀφείλω νὰ μὴ σᾶς ἀποκρύψω, ὅτι ὑπάρχει πιστοποιητικὸν τοῦ παρέδρου τῆς Ὀθωμανικῆς Κοινότητος Καστορίας, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἀνεχώρησεν, ὅπως συνοδεύσῃ τὴν οἰκογένειαν τοῦ γαμβροῦ του, μετέβη εἰς Κωνσταντινούπολιν παρέμεινεν ἐκεῖ ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας καὶ ἐπανῆλθε τὴν 10ην Ἀπριλίου 1915.
§238Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Δὲν εἶχε δημοσιευθῇ ὁ νόμος;
§239Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι, ὁ νόμος εἶναι τοῦ 1916. Καὶ τὸ πιστοποιητικὸν, λοιπόν, αὐτὸ βεβαιοῖ, ὅτι ἔφυγεν, ἀλλὰ παριστᾷ ὅτι ἔφυγε προσωρινῶς. Τούτων τεθέντων, νομίζω, ὅτι ὑφίσταται δεδομένον, ὅτι ἀνεχώρησεν, ὅτι ἀνεχώρησε δὲ ἐπὶ σκοπῷ ἀποδημίας...
§240Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἐπὶ σκοπῷ νὰ μὴ ἐπανέλθῃ;
§241Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐφευρέσεις ἐκ τῶν ὑστέρων. Ὁ νόμος δὲν ἐξετάζει ἂν θὰ ἐπανέλθῃ ἢ ὄχι, οὔτε ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ μυαλὸ ἑκάστου, ὁ νόμος ἐξετάζει ἂν ἐγκατέλειψες τὸ κτῆμα καὶ ἔφυγες. Ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ ὑπάρχει ἓν ἄλλο ζήτημα σπουδαιότατον, ὅτι δὲν ἀνῆκον κἂν εἰς αὐτὸν τὰ κτήματα ταῦτα. Καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ σπουδαιότερον μέρος, ὅτι δὲν ἀπεδόθησαν κἂν εἰς ἐκεῖνον, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνῆκον. Ἐλάχιστα ἀνήκουν εἰς αὐτόν, καὶ ὅμως, τῷ ἀπεδόθησαν κτήματα, τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι οὔτε κἂν εἶχον παρουσιασθῆ, οὔτε εἶχον φέρει τίτλους. Ἔχομεν ἐπὶ τούτου τὴν ἔκθεσιν τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Συμβουλίου εἶναι ὁ Νομικὸς Σύμβουλος κ. Τριανταφυλλάκος. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὸν κ. Τριανταφυλλάκον, διὰ τοῦ ὁποίου διατάσσει αὐτὸν, ὅπως ἐξελέγξῃ τοὺς τίτλους. Τὸ Συμβούλιον προέβη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τίτλων καὶ ἔχομεν τὸ πόρισμα τῆς ἐξετάσεως. Θὰ σᾶς ἀναφέρω κατόπιν τὰς λεπτομερείας, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἀναφέρω ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸ γενικὸν πόρισμα, ἀκριβῶς, διότι αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ σπουδαιότερον μέρος τῆς ὑποθέσεως. (Ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν προσκομισθέντων τίτλων...κλπ.». Βεβαιοῦται ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν τίτλων, ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ κατὰ τὰ ¾ ἀνῆκον εἰς ἄλλους καὶ τὰ ἀπέδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς αὐτὸν, ἐπὶ παραβάσει τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τοῦ Συμβουλίου. Θέλετε τώρα νὰ σᾶς ἐξηγήσω καὶ ἐν λεπτομερείᾳ ποίους τίτλους εἶχε καὶ ποῖα κτήματα ἀνῆκον εἰς αὐτόν; (Ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς ἐρεύνης τῶν τίτλων προέκυψεν, ὅτι...κλπ.».
§242Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Μήπως ἀναφέρονται οἰκογενειακαὶ σχέσεις τῶν διαφόρων αὐτῶν χανουμισῶν;
§243Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι, δὲν ἀναφέρεται τίποτε.
§244Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μήπως ἀνῆκον ἐξ ἀδιαιρέτου εἰς τὸν Βεϊντουλάχ; Διότι τότε περιέρχονται εἰς αὐτόν.
§245Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ ἔλεγε τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ νομικούς. Οὕτω, ἔχομεν, λοιπόν, 135 στρέμματα εἰς τὸν Βεϊντουλὰχ καὶ 450 εἰς ἄλλους, ἤτοι τὰ ¾ ἀνήκουν εἰς ἄλλους. Ἔχομεν τὸ ἄλλο χωρίον «Παλαιὸν Τσιφλίκι», ὁ Βεϊντουλὰχ ἔχει στρέμματα 47, ὁ Ἀχμὲτ στρέμματα 14 καὶ ὁ Ἰσμαὴλ 62. Εἰς τὸ χωρίον «Φωτινίτσα» δὲν ὑπάρχει Βεϊντουλάχ, ἀλλ’ ἀνήκει τὸ χωρίον εἰς τὴν Χατζηκὲ χανούμ, ἐκτάσεως 750 στρεμμάτων. Τὸ ἐπῆρε καὶ αὐτὸ ὅλον ὁ Βεϊντουλάχ. Τοῦ τὸ ἐχάρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τὸ χωρίον «Κομδίκι» φέρεται ὁ Βεϊντουλὰχ μὲ 70 στρέμματα καὶ ὁ Δησμὲρ μὲ 299 στρέμματα. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ Συμβούλιον καταλήγει εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα δὶς καὶ θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ διὰ τρίτην φοράν, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «Ἐκ τῶν προσαγομένων τίτλων προκύπτει, ὅτι ...κλπ.». Ἀφήνω, Κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ. Πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων...
§246ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, δά!
§247Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. 150 στρέμματα εἶναι ὅλα, ὅλα.
§248Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Εἶναι 135, κατόπιν 451, 47, 18, 47, 764, εἶναι ὁλόκληρα χωριά, εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι τὰ Τουρκικὰ στρέμματα εἶναι πενταπλασίας ἐκτάσεως.
§249Ι. ΑΔΑΜΙΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις εἰς αὐτό. Κατὰ τοὺς Τουρκικοὺς νόμους, δὲν ἐξαρτᾶται τὸ κτῆμα ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στρεμμάτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν συνόρων. Ὑπάρχουν πλεῖστα ὅσα παραδείγματα καὶ εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς εἰδότας, ὅτι εἷς τίτλος, περιέχων 100 στρέμματα, δύναται νὰ περιέχῃ περισσότερον ἀπὸ 5.000 στρέμματα. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Τζωρτζοπούλου, ὅτι τὸ χωρίον «Μηλιά», τοῦ ὁποίου τοὺς τίτλους εἶχον ἐγὼ ἐπὶ 17ετίαν, ἀνεφέρετο, ὅτι εἶχε 5.000 στρέμματα, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ «Μηλιά» ἔχει 35.000 καὶ ἄνω.
§250Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐσκόπουν ἀκριβῶς νὰ ἐξηγήσω τὸ ζήτημα, καὶ μὲ ἐπρόλαβεν ὁ κ. Ἀδαμίδης, ὁ ὁποῖος ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἰς τὴν Τουρκίαν δὲν ἔχουν σχέσιν αὐτά, ἀλλὰ τὰ κτήματα κανονίζονται βάσει τῶν συνόρων. Τὰ κτήματα τῆς Καστορίας ἐχορηγήθησαν εἰς κάτοχον τοῦ ¼ αὐτῶν. Καὶ εὑρισκόμεθα οὕτω πρὸ μιᾶς ὄχι πλέον παρανομίας, ἀλλὰ πρὸ μιᾶς ἐν γνώσει ζημίας καὶ δωρεᾶς ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ταῦτα μέν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κτήματα τῆς Καστορίας. Θὰ ἔλθω ἤδη εἰς τὰ κτήματα τῆς Ἐδέσσης. Ἐκεῖ δὲν ἔχομεν ἀπόδοσιν κτημάτων, ἀνηκόντων εἰς ἄλλους· ἐκεῖ οἱ τίτλοι εἶναι σαφεῖς. Ἀπεδόθησαν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὰ διεξεδίκουν. Ἐδῶ γεννᾶται πάλιν τὸ ζήτημα, ἂν καὶ κατὰ πόσον οὗτοι ἀπεδήμησαν ὁριστικῶς, ἢ προσωρινῶς. Καὶ ἔχομεν πρῶτον βεβαίωσιν τοῦ Δημάρχου Ἐδέσσης, εἰς ἀπάντησιν τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἐφορίας Ἐδέσσης. Ὁ Δήμαρχος Ἐδέσσης, Μουσουλμάνος, ἀπαντῶν εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου Ἐδέσσης, λέγει, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «Ὁ Ἀχμὲτ Ριζᾶ Μπέης...κλπ.». Ἔχομεν κατόπιν τὴν ἔκθεσιν τοῦ διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου Καρατζόβας, κ. Καραμανώλη, ἡ ὁποία λέγει: (Ἀναγινώσκει)
§251Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Δὲν λέγει, ὅτι δὲν θὰ γυρίσῃ.
§252Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ δὲν φέρω κρίσεις, ἐγὼ ἀναγινώσκω τί λέγουν τὰ ἔγγραφα. Ἔχομεν δεύτερον ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου Ἐδέσσης, ὁ ὁποῖος λέγει: (Ἀναγινώσκει).
§253Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὸ ὅτι ἀπεδήμησε, δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις· ὁ χαρακτηρισμὸς τῆς ἀποδημίας ἀμφισβητεῖται.
§254Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ποῦ ἐπῆγε; Διότι αὐτὸς ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὴν Καρατζόβαν, καταληφθεῖσαν ὑπὸ τῶν Βουλγάρων καὶ ἐπῆγεν εἰς τὰ Βοδενά.
§255Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἀναγινώσκω ἁπλῶς τὰ ἔγγραφα. Θέλετε νὰ εἴπω τι διάφορον ἀπὸ ὅ,τι λέγουσι τὰ ἔγγραφα; Τρίτον, ἔγγραφον τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ Ἐδέσσης κ. Πανουργιᾶ καὶ κ. Μέγαρη. Παρακαλῶ νὰ παρακολουθήσητε τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, διότι θὰ ἴδητε, ὅτι, ἐνῷ εἰς τὰ ὀκτὼ συνεχῆ ἔγγραφα παριστᾷ ὅτι αὐτὸς ἀνεχώρησεν, ὅτι ἀπεδήμησεν ὁριστικῶς, ὅτι παρέλαβε τὴν οἰκογένειάν του, ὅτι παρέλαβε τὰ πράγματά του, καὶ λέγει: νὰ μὴ δώσητε πίστιν εἰς τὰς παραστάσεις αὐτοῦ, ἀπό τοῦ ἐννάτου ἐγγράφου ὅμως καὶ πέραν ἀλλάζει ὕφος. Λοιπὸν, τὸ ἔγγραφον αὐτὸ λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Κατάληψις κτημάτων ἐγένετο συμφώνως...κλπ.».
§256Χ. ΠΛΑΤΣΟΥΚΑΣ. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχον ἐνοικιασμένα τὰ κτήματα ἢ ὄχι; Διότι ἐγὼ ἠξεύρω καλά, ὅτι τὰ εἶχον ἐνοικιασμένα μὲ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχον κάμῃ εἰς τὸ Συμβολαιογραφεῖον καὶ ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἀπέβαλε τοὺς ἐνοικιαστάς.
§257Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἕτερον τηλεγράφημα τοῦ αὐτοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου κ. Πανουργιᾶ: (Ἀναγινώσκει). Ἔχομεν ἑτέραν ἔκθεσιν τοῦ κ. Μέγαρη, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ὑπογεγραμμένος μὲν ὁ κ. Πανουργιᾶς, ἀλλὰ λέγει ὁ κ. Μέγαρης, ὅτι ἀναφέρεται μετὰ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ: (Ἀναγινώσκει) «Ἀναφέρομεν μετὰ τοῦ Ὑποδιοικητοῦ.... κλπ.». Ἔχομεν ἕτερον ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ κ. Μέγαρη, τὸ ὁποῖον λέγει: (Ἀναγινώσκει).
§258ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Καραμανώλης δὲν ὑπῆρξεν ἐξ ἀρχῆς ὑποδιοικητής, ὑπῆρξε πολὺ ἀργότερα καὶ δὲν θὰ ἐγνώριζε καλά.
§259Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ Ὑποδιοικητὴς φέρει βεβαίωσιν τοῦ Ὀθωμανοῦ Δημάρχου καὶ τῶν πολιτῶν, ὅτι ἀπεδήμησε μετὰ τὴν κατάληψιν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, μετὰ τῆς οἰκογενείας του.
§260Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Πότε;
§261Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὴν 18ην Σεπτεμβρίου 1914. Ἄλλο ἔγγραφον τοῦ κ. Μέγαρη, εἶναι τὸ ὄγδοον, τὸ ἔννατον, δὲν ἠξεύρω ποῖον, (Ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὰς αἰτηθείσας πληροφορίας παρὰ τοῦ ...κλπ.». Ἐνεφανίσθη δὲ μόνος του, διὰ νὰ ἐνεργήσῃ, ὡς καὶ ἄλλοι, καὶ ἐπιστραφῶσι τὰ καταληφθέντα κτήματα. Αὐτὸ εἶναι τῆς 10ης Ἰανουαρίου 1914.
§262Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Πρὸ τῆς παρελεύσεως ἔτους;
§263Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πρὸ τῆς παρελεύσεως. Βεβαίως. Ἀνεχώρησε κατὰ τὰ μέσα Ἀπριλίου 1914 καὶ ἐπανῆλθεν.
§264Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἀλληλοσυγκρούονται, κ. Συνάδελφε.
§265Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἀλληλοσυγκρούονται: (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων): «Ἐὰν μετέβη χάριν τῆς συζύγου του, δὲν γνωρίζω, οὐχ ἧττον, διὰ νὰ παραπλανήσῃ τὰς ἀρχάς...». Αὐτὰ λέγει ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Ἐδέσσης, ὁ κ. Μέγαρης. Εἶναι τὸ ἔννατον ἔγγραφον. Μέχρι τοῦδε δέ, ἐκτὸς τοῦ Μέγαρη, εἶναι ὁ Δήμαρχος, ὁ διοικητικὸς ἀντιπρόσωπος ὁ ἀστυνόμος κλπ. Εἶναι καὶ ἓν ἄλλο ἔγγραφον. Ὁ Μοίραρχος ἐπιβεβαιοῖ αὐτὰ καὶ ἀναφέρει μάλιστα καὶ λέγει ἐπιπροσθέτως ὅτι: (Ἀναγινώσκει).
§266Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μήπως ὑπάρχει κανὲν ἔγγραφον τοῦ Ἐφόρου Ἐδέσσης Ἀλεβιζάκη;
§267Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν τὸ εἶδον αὐτό. Ἔχομεν ἕτερον ἔγγραφον, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς βεβαιοῖ ὁ κ. Μέγαρης, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «Τὰ ἀνωτέρω τσιφλίκια ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἀποδημήσαντας οἰκογενειακῶς... κ. λπ.». Ἔχομεν ἕτερον ἔγγραφον, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «Ἐπειδὴ ἐξωδίκως πληροφοροῦμαι, ὅτι σκέψις γίνεται, ὅπως ἀποδοθῶσι τὰ κτήματα τῶν ἀποδημησάντων Ὀθωμανῶν, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι δὲν ἀπεδήμησαν ὁριστικῶς ἐντεῦθεν, ὀφείλω νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι μεγάλα παράπονα θὰ ἐγερθῶσιν ἐκ μέρους ἄλλων Βέηδων, καθ’ ὅσον, οἱ περὶ ὧν πρόκειται ἀπεδήμησαν ὁριστικῶς μετὰ τῶν οἰκογενειῶν των, ἐνοικιάσαντες τὰ κτήματά των». Εἰς ἄλλο, ἀναφέρει, ὅτι: «καὶ οὗτος ἀπεδήμησε μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας του, κατὰ τὸ τέλος Ἰουλίου, τὴν δὲ οἰκίαν του ἐνοικίασεν εἰς Ρουμανίζοντας Βλάχους (οἱ ἀνωτέρω ἐνοικίασαν, ὅσα κτήματα ἠδυνήθησαν, ἀγροτικὰ καὶ ἀστικά, ἀφήσαντες καὶ πληρεξουσίους· ἐὰν δὲ ἔλαβον τὸ σύνολον τῶν ἀποσκευῶν των, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, οὐχ ἧττον, κατὰ βασίμους πληροφορίας, παρέλαβον τὰ ἀξίας πράγματά των, ἐπανῆλθον δέ, κατόπιν προτροπῶν τῶν ἐνδιαφερομένων ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν οἰκογενειῶν των, τὸ πρῶτον δεκαήμερον τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου». Ἐδῶ ἔχομεν γνωμοδότησιν τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τότε. Αὐτὴ εἶναι εἰς ἀπάντησιν ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ κ. Ζωγράφου, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσε προηγουμένως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν: (Ἀναγινώσκει) «Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσωμεν ὑμῖν, ὅτι ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐμμείνωμεν ἐν τῇ ἀποφάσει ἡμῶν, καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθη αὕτη, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ μετὰ τὴν τοιαύτην ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων εἰς τοὺς ἀποδημήσαντας Ὀθωμανούς...κλπ». Ὥστε ἔχομεν τὸν τότε κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, βεβαιοῦντα ὅσα σᾶς ἀνέφερον, ὅτι πράγματι ἀπεδήμησαν, καὶ ἀρνούμενον νὰ παραδώσῃ, διότι ἀθρόως ἔσπευσαν οἱ ἄλλοι νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἀποδείξεις καὶ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων. Καὶ ἐνῷ ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, αἰφνηδίως εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς ἐγγράφου τοῦ κ. Μέγαρη, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι ἀπεδήμησαν προσωρινῶς. Τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Δραγοίμης ...
§268Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μήπως ἔχετε τὰ ἔγγραφα εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται αὐτὸ ἐδῶ; Εἶναι δύο ἔγγραφα: 155, 110.
§269Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα, μάλιστα. Τὸ ἓν εἶναι τοῦ κ. Βενιζέλου. Καὶ ἔρχεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πλέον. Καὶ τὶ λέγει; Ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ προηγούμενα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐλέγετε, κ. Μέγαρη, ὅλα εἶναι προϊὸν πλάνης καὶ προκαταλήψεως καὶ ἐκεῖνο ποὺ εἶναι σωστόν, εἶναι τὸ τελευταῖον.
§270Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Αὐτὰ εἶναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰ δύο. Ἀφοῦ συνεχῶς ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους ὁ κ. Μέγαρης ἔλεγε, ὅτι ἀπεδήμησαν ὁριστικῶς, ἐπῆραν τὴν οἰκογένειάν των, μὴ πιστεύετε εἰς αὐτούς, κατόπιν τὰ ἀνῄρεσεν ὅλα τὰ ἔγγραφα, καὶ εἶπεν, ὅτι εἶχον κἄτι δουλειές καὶ ἐπανῆλθον. Καὶ ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λέγει διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου: (Ἀναγινώσκει) «Καίπερ ὑπὸ πλάνης...κλπ». Αὐτὸ εἶναι ὀρθόν, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἄλλα ἦσαν προϊόντα πλάνης.
§271Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὀφείλω ὅμως νὰ προσθέσω, χάριν τῆς ἀκριβείας, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐστηρίχθη μόνον ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντίθετον πρὸς τὰ προηγούμενα, ἀλλὰ προεκάλεσε καὶ μίαν ἐξέτασιν ἑνὸς Τούρκου καὶ δύο Χριστιανῶν, κατ’ αἴτησιν τοῦ ἐνδιαφερομένου. Αὐτοὶ ἐβεβαίωσαν, οὐχὶ ἐνόρκως, ὡς λέγει τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἀνομωτεί, ἐβεβαίωσαν, ὅτι, πράγματι, ἀπῆλθον προσωρινῶς, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ἐπανέλθωσιν...
§272Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σπουδαία, σοβαρὰ ἀπόδειξις!
§273Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἔχομεν ὅλας τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, τὸν Ἔφορον, τὸν Ὑποδιοικητήν, τὸν Ἀστυνόμον καὶ τὸν Δήμαρχον...
§274ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν Εἰρηνοδίκην;
§275Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι τὸν Εἰρηνοδίκην· αὐτὸς ὑπέβαλε τὴν ἀνάκρισιν. Τέλος πάντων, εὕρετε ποῦ εἶναι ὁ ὅρκος. Ὑπάρχουσι τρεῖς ἀνομωτεί, εἷς Τοῦρκος καὶ δύο Χριστιανοὶ ἐνώπιον τοῦ Εἰρηνοδίκου...
§276ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ χειραψίας.
§277Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν λέγει οὔτε διὰ χειραψίας. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ἀστυνόμου.
§278Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφήσατε καὶ μερικά.
§279Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ ἀφήνω. Ἐπὶ τούτῳ ἐρειδόμενος ὁ Διευθυντὴς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι πρέπει νὰ προσθέσω, ὅτι εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως παραδώσῃ τὰ κτήματα ταῦτα, διεφώνησεν ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τόσον προκειμένου περὶ κτημάτων τῆς Καστορίας, ὅσον καὶ περὶ τῶν κτημάτων τῆς Ἐδέσσης καὶ Καρατζόβας καὶ κάτωθι τῆς διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερον, ὅτι δὲν προσυπογράφονται, διότι διαφωνοῦσιν, ὑποβάλλεται δὲ καὶ ἔκθεσις, διὰ μὲν τὰ κτήματα Καστορίας ἀπὸ τὸν εἰσηγητήν, τὸν Τμηματάρχην καὶ ἀπὸ τὸν Διευθυντήν, οἵτινες διεφώνησαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ λέγουν, ὅτι πρόκειται καθαρῶς περὶ ἀποδημήσεων καὶ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ ἀμοιβαίας ἀποδόσεως. Διεφώνησαν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν προσυπέγραψαν καὶ ὑπέβαλον εἰδικὴν ἔκθεσιν. Τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ εἰς τὰ κτήματα Ἐδέσσης καὶ Καρατζόβας. Καὶ ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τῆς διαφωνίας τῆς ὑπηρεσίας: (Ἀναγινώσκει) «Ὡς τὰ κτήματα ἔχουσιν...κλπ».
§280ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ὑπέγραψε;
§281Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ κ. Διευθυντής, ὁ κ. Σίδερης τμηματάρχης, ὁ κ. Παναγιωτόπουλος διευθυντὴς τοῦ Ὑπουργείου.
§282Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ὁ νομικὸς σύμβουλος;
§283Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ νομικὸς σύμβουλος εἶναι ἀλλοῦ. Παρ’ ὅλα ταῦτα, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρεχώρησε καὶ τὰ κτήματα ταῦτα. Ἤδη, εἶμαι, Κύριοι, ὑποχρεωμένος νὰ ἀπαντήσω εἰς τινα σημεῖα τοῦ λόγου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προσπαθῶν νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράδοσιν, ἀνηνέχθη εἰς τὸν νόμον 262, ὁ ὁποῖος πράγματι χαρακτηρίζει ὡς ἐγκαταλειφθέντα τὰ κτήματα αὐτά, ἀλλ’ ἐπιτρέπει τὴν ἀπόδοσιν, ἐφ’ ὅσον ἐντὸς τοῦ ἔτους ἤθελον προσκομισθῆ τίτλοι. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου, ἐγράφησαν καὶ τὰ δύο ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέγνωσα, τὸν ἕν, νομίζω, τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τὸ ἄλλο, νομίζω, τοῦ κ. Ζωγράφου· ἀλλὰ δὲν προτίθεμαι, βεβαίως, νὰ δικαιολογήσω τὴν πρόθεσιν, διότι ἐπρόκειτο περὶ προθέσεως. Ὁ κ. Βενιζέλος ἐπεθύμει νὰ ἀποδώσῃ τὰ κτήματα καὶ ὁ κ. Διομήδης ἠρνήθη.
§284Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι.
§285Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἔγγραφον λέγει, ὅτι «ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ περὶ ὧν...κλπ.».
§286Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρακαλῶ. Ὁ κ. Διομήδης διέταξε τὴν ἀπόδοσιν, κατόπιν ὅμως, ἀνέστειλε τὴν διαταγὴν, καὶ δι’ ἐγγράφου του ἀναφέρει τὸν λόγον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐρειδόμενος, δὲν νομίζει ἐπιτρεπομένην τὴν ἀπόδοσιν.
§287Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔγγραφον τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη.
§288Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι, τοῦ κ. Διομήδη. Ἔχω μάλιστα ἐδῶ ἕν ἐκτενέστατον ἔγγραφον.
§289Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν συνέφερε νὰ τὸ ἀναγνώσῃ αὐτό.
§290Γ. ΠΩΠ. Θὰ τοῖς εἴπωμεν ἡμεῖς.
§291Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρακαλῶ. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Διομήδους: (Ἀναγινώσκει) «Ἀριθ. 20736. 11 Φεβρουαρίου 1915. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου...κλπ.».
§292Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὥστε αὐτὸ εἶναι ἀνακλητικὸν τοῦ ἄλλου ἐγγράφου;
§293Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι· τηλεγραφικῶς διέταξαν τὴν ἀπόδοσιν καὶ κατόπιν τὴν ἀνεκάλεσαν.
§294Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ ποῦ στηρίζεται; Αὐτὸ λέγει τὸ ἐναντίον.
§295Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἶναι προηγούμενον.
§296Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὅτι εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ ἀπόδοσις καὶ κατόπιν ἀνεκλήθη, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία.
§297Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποίαν χρονολογίαν ἔχει αὐτό, κ. Τσουκαλᾶ;
§298Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. 11 Φεβρουαρίου 1915. Ἀριθμὸς 20736.
§299Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1914.
§300Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μετὰ ἕνα μῆνα μετεβλήθησαν τὰ πράγματα. Ἐν τῷ μεταξὺ ἦλθον τὰ διάφορα τηλεγραφήματα.
§301Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μίαν πληροφορίαν. Ἐὰν μετὰ τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1914 καὶ πρὸ τῆς ἐπιδόσεως τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ, τοῦ δευτέρου, ἐμεσολάβησαν ἔγγραφά τινα τῶν ἐν Μακεδονίᾳ ἀρχῶν, ἐὰν ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας, δηλαδή...
§302Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Βεβαίως,
§303Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνεγνώσατε, εἶναι προηγούμενα τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1914;
§304Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι, εἶναι κατὰ τὸ διάστημα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἴπατε, μεταξὺ 31ης Δεκεμβρίου καὶ 11ης Φεβρουαρίου.
§305Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μᾶς ἀνεγνώσατε διάφορα ἔγγραφα, ἐννέα τὸν ἀριθμόν. Αὐτὰ προηγοῦνται τῆς 31ης Δεκεμβρίου;
§306Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σᾶς εἶπον. Ἄλλα προηγοῦνται καὶ ἄλλα ἕπονται. Μεταξὺ τῶν δύο προθεσμιῶν 31ης Δεκεμδρίου καὶ 11ης Φεβρουαρίου εἶναι τὰ ἔγγραφα τοῦ Δημάρχου Ἐδέσσης, τοῦ Διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου, δεύτερον τοῦ Δημάρχου Ἐδέσσης, τρίτον τοῦ κ. Μέγαρη.
§307Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. Μέγαρης εἶναι Οἰκονομικὸς Ἔφορος;
§308Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα. Καὶ ἕτερον τοῦ κ. Μέγαρη. Ὅλα αὐτά, εἶναι ἐν τῷ μεταξὺ τῶν δύο προθεσμιῶν καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀκριβῶς ἐρειδόμενος ὁ κ. Διομήδης, ἐξέδωκε τὴν διαταγὴν τῆς ἀναστολῆς.
§309Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ τὴν ἄλλην διαταγὴν ἐξέδωκεν, ἐρειδόμενος ἐπὶ τῶν προηγουμένων ἐγγράφων τῶν ἰδίων ἀρχῶν;
§310Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι· δὲν ὑπῆρχε καμμία βεβαίωσις τῶν ἀρχῶν.
§311Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῦ ἐστηρίχθη;
§312Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν ἰδίων.
§313Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν! Ὡραῖα!
§314Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι ἄλλα ἔγγραφα, προηγούμενα τῆς διαταγῆς. Εἶναι ἔγγραφον τῆς 20 Δεκεμβρίου τοῦ κ. Μέγαρη. Αὐτὸ εἶναι μόνον. Ἐν τῷ μεταξὺ τῶν δύο προθεσμιῶν εἶναι τοῦ Δημάρχου Ἐδέσσης, τοῦ κ. Μέγαρη καὶ ὅλων τῶν ἄλλων. Καὶ διὰ τοὺς λόγους τούτους, ὁ κ. Διομήδης διεφώνησε καὶ εἶπεν, ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ παραδοθῶσιν. Καὶ ἤδη, Κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὴν νομικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Ὁ νόμος δὲν κάμνει διάκρισιν μεταξὺ προσκαίρου ἀποδημίας καὶ διαρκοῦς, ὁ νόμος ὁμιλεῖ περὶ κτημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ νόμιμοι ἢ μὴ νόμιμοι διακάτοχοι ἐγκατέλειπον, ἀπελθόντες εἰς ἀλλοδαπήν.
§315Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Ὁ νόμος ἀπαιτεῖ δύο στοιχεῖα: δὲν ἀρκεῖ ἡ ἀναχώρησις, ἀπαιτεῖ τὴν ἀποδημίαν καὶ τὴν ἐγκατάλειψιν. Ἐγκατάλειψις σημαίνει, ὅταν φύγω καὶ τὰ ἀφήσω ἔρημα.
§316Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι ἰδική σας γνώμη καὶ ὄχι τῶν πραγμάτων.
§317Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Οὐδὲν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε, ὁμιλεῖ περὶ ἐγκαταλείψεως. Ὁμιλοῦν πάντα περὶ ἀναχωρήσεως οἰκογενειῶν μετὰ μέρους ἐπίπλων. Ἀνεχώρησαν, ἀφήσαντες τοὺς ἐνοικιαστάς, κατὰ τὸν νόμον δὲ, οἱ ἐνοικιασταὶ εἶναι ἀντιπρόσωποι τῶν κυρίων καὶ ὁ ἔχων πληρεξούσιον μαρτυρεῖ, ὅτι παρίσταται ἀντιπρόσωπος καὶ ἐπιβλέπει.
§318Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἡ γνώμη αὐτή, εἶναι ἰδική σας μόνον.
§319Π. ΣΤΑΪΚΟΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§320Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ λέγετε σεῖς καὶ ὄχι ὁ νόμος. Καὶ ἤδη, νὰ δώσωμεν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον. Διὰ νὰ δώσωμεν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον, θὰ καταφύγω εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ὁ 687 καὶ ἐψηφίσθη, εἰσηγουμένου τοῦ νῦν κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, κ. Ράλλη. Ὁ νόμος αὐτὸς λέγει: (Ἀναγινώσκει). Ὅταν ὑπεβλήθη τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπετέλουν μέλος τοῦ Κοινοβουλίου καὶ παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν καὶ διετυπώθη τὸ ζήτημα σαφῶς. Τότε εἶχον ἐν Τουρκίᾳ καταληφθῆ πάντα τὰ κτήματα τῶν Ἑλλήνων, ἀπεδιώχθησαν ἐκεῖθεν οἱ Ἕλληνες ὑπήκοοι, καταληφθέντων μέχρις ἑνὸς, λόγῳ ἀντιποίνων καὶ ἡμεῖς ἠθέλομεν κρατήσῃ ταῦτα καὶ θὰ τὰ ἐδίδομεν, ἐφ’ ὅσον καὶ οὗτοι ἤθελον ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς ἴσης ἀξίας κτήματα. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ νόμου, τὴν ὁποίαν, ὄχι μόνον ὁ τότε Ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας διετύπωσεν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἀξιότιμοι Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§321ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ μεταγενεστέρως.
§322Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πρὶν ἢ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός;
§323ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μεταγενεστέρως.
§324Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Καὶ πρὸ καὶ μετά.
§325Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πρέπει νὰ ποιησώμεθα διάκρισιν μεταξὺ τῶν προθεσμιῶν. Ὑπάρχει καὶ ὁ νόμος, ὁ παλαιός, ὁ ὁποῖος ἐχορήγει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποδόσεως, αὐτό, ἄλλως τε ἐπικαλεῖται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔχομεν τὴν συζήτησιν, τὴν γενομένην, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἐπερωτήσεως Βουλευτῶν ἐνταῦθα. (Ἀναγινώσκει): «Ἐλ. Βενιζέλος. Κύριοι,...κλπ.».
§326ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Λέγει καὶ οἰκειοθελῶς.
§327Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἀναφέρεται ἐδῶ.
§328ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, γνωρίζετε, ὅτι διὰ τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπεφύλαξεν εἰς ἑαυτὴν τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσῃ ὅλους τοὺς Μουσουλμάνους τῶν Νέων Χωρῶν Ἕλληνας ὑπηκόους, ἄφησε δὲ τὴν ἐκλογὴν εἰς αὐτοὺς ἐντὸς τριῶν ἐτῶν, νὰ προτιμήσωσι τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα, τοὺς ἀνεγνώρισε δὲ ἐν τῷ μεταξὺ Ἕλληνας ὑπηκόους. Οἱ Μουσουλμάνοι, λοιπόν, οἱ δώδεκα αὐτοί, ἀνεχώρησαν τότε μὲ διαβατήρια Ἑλληνικὰ καὶ ἀφοῦ ἔφυγαν μὲ Ἑλληνικὰ διαβατήρια, θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἐγκατέλειψαν τὴν Ἑλλάδα.
§329Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. (Συνεχίζει ἀναγιγνώσκων): «Ἀνεξαρτήτως τῆς συμφωνίας...κλπ.».
§330Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὰ ἀπέδωκαν.
§331Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ πρὸ τῶν διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν.
§332ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μετά.
§333Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. (Ἀναγιγνώσκει) «Διότι ἐθεώρησεν...κλπ.». Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Βενιζέλος. Ἂς ἴδωμεν τὶ λέγουσιν οἱ ἄλλοι. Ὁ κ. Γούναρης: (Ἀναγινώσκει). «Ἡ Κυβέρνησις, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλεῖτε...κλπ.» Ὁ κ. Δραγούμης: «Φρονεῖτε, λέγει,....κλπ.». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπικαλεῖται ὀρθῶς τὸ ἄρθρον 9 τοῦ πρώτου νόμου. Δραγούμης: (Ἀναγιγνώσκει). Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Δραγούμης. Τώρα ὁ κ. Βενιζέλος. (Ἀναγινώσκει): «Ἀναγκάζομαι νὰ ἀνέλθω τὸ βῆμα...κλπ.».
§334Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὥστε αὐτὸς δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον;
§335Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὁ νόμος 262 ἠκυρώθη, ἢ εἶναι ἔγκυρος;
§336Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἠκυρώθη.
§337Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν τόν ἀποκρούει· ἐπικαλεῖται τὰ ἀντίποινα.
§338Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ ἴδωμεν παρακάτω: (Ἀναγινώσκει) «Ἐάν, λέγω, ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον ἡμῶν Μουσουλμάνοι... κλπ.».
§339Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐδῶ, λέγει τὰ ἐναντία.
§340Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἰς ποίαν ἡμερομηνίαν;
§341Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1915.
§342Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι τῆς 12ης Ὀκτωβρίου 1915. Εἶναι ὀκτὼ μῆνες. Ποιεῖται τὴν διάκρισιν, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐγένοντο διωγμοί. (Ἀναγιγνώσκει) «Καὶ περὶ ἑνὸς ἄλλου ἠθέλατε...κλπ.». Εἶναι τὰ διαβατήρια, τὰ ὁποῖα, κατὰ τόν Ὑπουργόν, ἀποτελοῦσι τίτλον ἰθαγενείας· Τὰ διαβατήρια, καθὼς γνωρίζετε, ἐκδίδονται πολλάκις ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, τῶν Προξενικῶν, κατόπιν αἰτήσεων τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν ἢ τῶν Τουρκικῶν πρὸς τὰς Ἑλληνικάς, διὰ τῶν ὁποίων οὗτοι ἀναγνωρίζουσι τὴν παραμονὴν Ἑλλήνων ἐν Τουρκίᾳ. Καὶ δι’ αὐτὸ, ἀκριβῶς, λέγει, τὰ διαβατήρια, τὰ ὁποῖα ἐκδίδονται, τὰ γνωρίζετε καὶ ἀπαντᾷ ὁ κ. Δραγούμης: «τὰ γνωρίζω καὶ τὰ ἐξετίμησα». «Ἀλλ’ ὅταν ἵσταται ἐπὶ ποδὸς ὁ νόμος, τὶ πρέπει νὰ πράξῃ ὁ ἐφαρμοστής;». Ὁ κ. Βενιζέλος λέγει, ὁ νόμος εἶναι κύριος.
§343Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὶ λέγει εἰς αὐτὰ ὁ κ. Βενιζέλος;
§344Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἐκ παραλλήλου ...κλπ». Λοιπόν, ἐπειδὴ ὁ κ. Δραγούμης ἐπικαλεῖται διαρκῶς τὸν νόμον, τοῦ λέγει: «Κύριε, νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, φέρετε νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον». Ὁ κ. Δραγούμης τὶ ἀπαντᾷ; (Ἀναγινώσκει): «Ἔρχονται, λοιπόν... κλπ.». Βλέπετε, λοιπόν, ὅτι ὁ κ. Δραγούμης ἀναγνωρίζει πλήρως, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς νόμους, ἀλλὰ τὰ ἀντίποινα, ἤτοι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει καὶ ὁ κ. Βενιζέλος, ὅτι, ἀφοῦ μᾶς ἐπῆραν ὅλα τὰ κτήματα, θὰ τοὺς πάρωμεν καὶ ἡμεῖς τὰ ἰδικά των. Αὕτη ἦτο ἡ πρώτη συνεδρίασις τῆς Βουλῆς. Τώρα ἔχομεν καὶ δύο λέξεις ἀκόμη, διὰ νὰ ἀναφέρω καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. (Ἀναγινώσκει): «Ὁ κ. Βενιζέλος... κλπ». Τὶ ἀπαντᾷ ὁ κ. Ράλλης; (Ἀναγινώσκει): «Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς...κλπ.». Καὶ ἔχομεν καὶ τρίτην δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης: (Ἀναγινώσκει) «Τὰ ζητήματα τὰ πολλαπλᾶ...κλπ.». Καὶ ψηφίζεται ὁ νόμος περὶ ἁρμοδιότητος καὶ ἔχομεν καὶ τὴν γνώμην τοῦ κ. Δραγούμη καὶ τοῦ κ. Ράλλη, ἀνομολογούντων, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι ἀπόρροια τῶν διωγμῶν τῶν Χριστιανῶν ἐν Τουρκίᾳ, ὅτι, ἀφοῦ ἐκεῖνοι κατέλαβον πάντα τὰ κτήματα ἡμῶν, ἔχομεν καὶ ἡμεῖς ὑποχρέωσιν νὰ καταλάβωμεν τὰ ἰδικά των καὶ νὰ τὰ ἀποδώσωμεν, τότε, ὅταν καὶ αὐτοὶ ἀποδώσουν τὰ ἰδικά μας. Ὁ νόμος αὐτὸς παρεβιάσθη καὶ παρεχωρήθησαν τὰ κτήματα, χωρὶς κἂν νὰ δημοσιευθῇ ἡ σχετικὴ διαταγὴ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ οὐδὲν ἔγγραφον, βεβαιοῦν, ὅτι τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν σύμφωνα, διότι ὁ νόμος οὗτος δὲν ἀφορᾷ μόνον τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐψηφίσθη, κυρίως, τῇ εἰσηγήσει τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ εἶναι συνυπεύθυνος καὶ ὤφειλε νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ συνυπογράψῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἀποδόσεως. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει συνεννόησις μεταξὺ τῶν δύο Κυβερνήσεων, ἦτο ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, ὅπως ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίσῃ διὰ πρακτικοῦ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περὶ ἀποδόσεως τῶν κτημάτων. Ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὄχι μόνον ἀντίκειται πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου καὶ τὴν οὐσίαν καὶ τὸ δίκαιον, ἀντίκειται καὶ πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν συγκρότησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἑνιαία μόνον ἠδύνατο νὰ ἀποφασίσῃ. Δὲν γνωρίζω τὶ μέρος ἔλαβον τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐγγράφων, οὐδαμοῦ ἀναφαίνεται τὸ τοιοῦτον. Φαίνεται, μόνος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, αὐτοδικαίως ἐνεργῶν, παρὰ τὸ δίκαιον καὶ παρὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀπέδωκε κτήματα μεγάλης ἀξίας καὶ ἐδημιούργησεν ἀδιέξοδον. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα καὶ δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ τὰ καλύψητε, νομίζω δέ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐάν, πράγματι, προϋπῆρξεν ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει, νομίζω, καὶ οὗτος καθῆκον νὰ δηλώσῃ, ἂν, πράγματι, εἶναι ἐν γνώσει τῶν ἐνεργειῶν τούτων, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ πρωτόκολλον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς νὰ ἀγνοῶμεν. Πάντως ὅμως, ὀφείλομεν νὰ κατηγορήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, ἐκτὸς τῶν παρανομιῶν, ἐκτὸς τῆς παραβλέψεως τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, ἐκτὸς τῆς ὑλικῆς ζημίας, προέβη καὶ εἰς αὐθαίρετον πρᾶξιν, διότι εἶχε καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§345ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ.
§346Γ. ΠΩΠ. Κύριοι Βουλευταί, πρόκειται περὶ θέματος ἐξαιρέτου ὅλως σημασίας, πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἥτις δὲν δύναται νὰ λυθῇ διὰ μαρτυρικῶν ἀποδείξεων ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ὑποθέσεως, ἥτις λύεται διὰ τῆς φωνῆς τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπερχόμενος τοῦ Κοινοβουλίου, ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών του εἰς ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἠθέλησε νὰ ἀφήσῃ, ὄχι μόνον τὴν εὐθύνην τῶν τελεσθέντων, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐπακολουθήσωσι, τὴν παράνομον ἐν παντὶ ἐνέργειαν διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο δὲν εἶναι καθ’ ἑαυτὸ ὑποχρέωσις τῶν αἰσθημάτων τῶν φιλελευθέρων, τῶν κρατούντων ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ εἶναι πρόγραμμα πορείας, ἵνα ἀπαλλάξῃ τὴν Ἑλλάδα περιπλοκῶν. Καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν — καὶ ἔχομεν πάντες ἡμεῖς ὑποχρέωσιν — νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν: ἐὰν τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος ἀντάλλαγμα ἦτο ἡ νέα ταπείνωσις ἀπέναντι τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας, ἐφ’ ὅσον, πιεζόμενοι ἐκεῖ, καταφεύγουσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος οἱ συμπολῖται καὶ συμπατριῶται ἡμῶν, ἐὰν αὐτὴ εἶναι ἡ πορεία, τὴν ὁποίαν διέγραψεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους. Ὅσον μεγίστη εἶναι ἡ πρὸς τοὺς ἀπαρτίζοντας τὴν Κυβέρνησιν ταύτην ἐκτίμησις, ὅσον μεγαλείτερον συναίσθημα εὐλαβείας καὶ σεβασμοῦ ἐμπνέει ἡ πεῖρα καὶ αἱ ὑπηρεσίαι αὐτῶν, αἱ παρασχεθεῖσαι εἰς τὴν Πατρίδα, ἐπὶ τοσοῦτον μεγαλείτερα τὰ συναισθήματα τῆς ὀδύνης καὶ καταπλήξεως, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουσι πᾶσαν ψυχὴν Ἑλληνικήν, ἐπὶ τῇ ἀποστροφῇ τοῦ ἀπελθόντος καὶ ρίψαντος τὴν ἐνέργειάν του εἰς τὴν εὐθύνην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τίνα εἶναι τὰ θέματα, κ. Βουλευταί; Πρόκειται περὶ δύο ὁμάδων κτημάτων: ἡ μία ἀνήκει εἰς τὴν Καστορίαν, ἡ ἑτέρα τῶν ὁμάδων εὑρίσκεται ἐν Ἐδέσσῃ καὶ Καρατσόβῃ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου θέματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετῆλθεν ἄλλο σκεπτικόν, ἵνα ἐκδώσῃ τὴν ἀπόφασίν του, ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν κτημάτων τῶν Τζωρτζήδων, ἄλλο σκεπτικόν, ἵνα καὶ πρὸς αὐτοὺς ἀποδώσῃ τὰ γενναῖα δῶρα τῆς γενναιοψυχίας του πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ ἡμῶν Κράτει. Τὰ κτήματα τῆς Καστορίας, ἀνήκοντα εἰς Μπέην τινά, Βαϊδουλάχ ὀνόματι, ἀπεδόθησαν, ἐνῷ ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει ἐν τοῖς ἐγγράφοις ρητὴ ἡ δήλωσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ὑπὸ νομικῶν ἀνδρῶν καταρτισθείσης, ἐπὶ τούτῳ, καὶ συνεδριαζούσης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὁ Βεηδουλάχ Βέης δὲν εἶχε κἄν δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν ἀποδοθέντων αὐτῷ κτημάτων. Ἀλλά, συγχρόνως, ὁ Βεηδουλάχ Βέης ἦτο ἐκ τῶν ἀποδημησάντων Μουσουλμάνων, τοὺς ὁποίους, εὐθὺς ἅμα ἔφθασε πρὸς αὐτοὺς ἡ σκιὰ καὶ μόνη τῆς ἐγγιζούσης σημαίας τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας μετέβαινε νικηφόρως ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς ὑποδούλους ἡμῶν ἀδελφούς, καὶ ἡ σκιὰ ἐκείνη ἦτο δι’ αὐτοὺς στιγμὴ πένθους καὶ ὀδύνης, τοὺς ἠνάγκασε νὰ φεύγωσι τῆς ἰσοπολιτείας τὰ δῶρα, τὰ ὁποῖα ἄφθονα ἔσπευσε νὰ τοῖς παράσχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὑπάρχει σειρὰ μαρτυριῶν, ὅτι ὁ μπέης οὗτος ἀπεδήμησεν, ὅτι ἐπανῆλθε τὸ 1915 καὶ ὅτι ὑπέβαλε τοὺς τίτλους του, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὑπηρεσία τῶν κτημάτων, διεφώνησε διὰ τὴν παραχώρησιν, ὅτι ὑπέγραψεν, ὑποτασσομένη, πρὸ τῆς ἐννοίας καὶ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὅτι διεφώνησεν ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος τῶν τίτλων, αὐτὴ αὕτη ἡ ἰδία ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διαφωνήσας, εἶπε: τὰ κτήματα θὰ ἀποδοθῶσιν. Ἀπέδωκε δὲ ταῦτα, βαπτίζων συνταγματικοὺς θεσμοὺς νέους, ὥστε οἱ τίτλοι, οἱ ψευδεῖς κριθέντες καὶ ἐξετασθέντες, νὰ ἐπιστραφῶσι πρὸς τοὺς Μουσουλμάνους ἐκείνους, ἵνα μὴ ἐμπέσωσιν εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς καί τινων περιέργων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἀνακαλύψῃ τὴν πλαστότητα αὐτῶν. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ Ἑλλήνων ὑπηκόων, περὶ ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ὠνειροπόλησεν ἡ ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν πραγμάτων μελέτη του, ὅπως χειροκρατούμενοι μετὰ τῶν συμπολιτῶν του, ὁδηγήσωσι τὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἐθνικῶν ὀνείρων. Καὶ ἀποδίδει τῶν κτημάτων τοὺς τίτλους, διότι, λέγει, ὅτι ἦτο πολίτης Ἕλλην ὁ Μπέης ἐκεῖνος, προκειμένου δὲ περὶ ἑνὸς πολίτου Ἕλληνος, θὰ ἦτο τερατῶδες νὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Ἑλλὰς τὸ ἄρθρον 3 τῆς Συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, τῆς περιφήμου ἐκείνης συνθήκης, εἰς ἥν, ἐὰν ὑπῆρξέ τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ στηρίξῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, μετὰ νικηφόρους δύο ἀγῶνας, τοῦτο ἦτο ἡ εἰδικὴ διάταξις περὶ ἀποδημίας τῶν Μουσουλμάνων καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν. Τοῦτο εἶναι τὸ ἓν τῶν θεμάτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Τμήματος τῶν Ἐθνικῶν Κτημάτων καὶ παρὰ τὰς διαμαρτυρίας καὶ τὴν ἄρνησιν τῆς εἰδικῆς ὑπηρεσίας, ἔδωκε τὰ κτήματα εἰς τὸν Βεηδουλὰχ Βέην, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ὑπῆρχον τίτλοι ἐπίσημοι, ὡς βεβαιοῖ τὸ εἰδικὸν τμῆμα τῆς Ἐκκαθαρίσεως ἐν τῷ αὐτῷ Ὑπουργείῳ καὶ οἱ ὁποῖοι ψευδεῖς τίτλοι διέταξεν ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστραφῶσιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τὴν ἄλλην, ἐνεργῶν κατὰ βούλησιν ἰδίαν, διότι ἠθέλησε νὰ παρουσιάσῃ μέριμναν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ ἔρχεται εἰς συμβιβασμὸν ἐξώδικον καὶ κανονίζει ποῖα εἶναι ἐκεῖνα τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ χαρίσῃ καὶ ποῖα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον συζητήσεων, νέων διαπραγματεύσεων καὶ συμβολαιογραφικῶν ἐγγράφων. Καὶ πράττει νέαν παραβίασιν εἰδικοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε πρᾶξιν, ἔστω καὶ ἐξώδικον, παρέχουσαν δικαιώματα ἀπέναντι ἄλλων ἀξιούντων τοιαῦτα, ἢ ἀπέναντι ἐκείνων, κατὰ τῶν ὁποίων ἔχει ἀξιώσεις τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν. Τὴν πρώτην παρανομίαν διαδέχεται, ἄλλη, κατὰ τρόπον ἀνήκουστον καὶ μὴ ἐπιτρεπόμενον εἰς Ὑπουργόν, κυβερνῶντα τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν ἐσκέφθη, ὡς Ὑπουργός, ἀνεμνήσθη, ὅτι διετέλεσεν Ἐφέτης καὶ ἐσκέπτετο ὡς Ἐφέτης. Εἴδομεν τὴν ἔφεσίν του ἐπὶ τοῦ πρώτου ἀντικειμένου, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἠθέλησε νὰ εἴπῃ, καίτοι δὲν εἶναι τοῦτο τὸ οὐσιῶδες, ὅτι οἱ Τζωρτῆδες αὐτοὶ οὐδόλως ἀπῆλθον τῆς Ἑλλάδος, ὅτι οἱ Τζωρτῆδες αὐτοὶ εἶναι ἄνδρες ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τοῦ ἀπηύθυναν καὶ εὐχαριστήριον ἐπιστολὴν ἐπὶ τῇ ἀποδόσει κτημάτων.
§347ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτοί.
§348Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ἐκ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὁμοιάζουν μὲ τοὺς ἐξ Ἰωαννίνων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι τὰ κτήματά των καὶ ἀπευθύνουσι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰνομικῶν εὐχαριστήρια, ὁ ὁποῖος τόσον ἐπαξίως τοῦ Ἔθνους ἐφαρμόζει τοὺς φιλελευθέρους θεσμούς.
§349ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε;
§350Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ τοὺς Συναδέλφους Μουσουλμάνους, ὅπως μὲ διακόψωσι καὶ μὲ διαφωτίσωσι, θὰ παρακαλέσω ὅμως τούτους, ἵνα μὴ παρασυρθῶσιν ἐκ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους πρὸς αὐτοὺς ἐξεφώνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Αἰσθανόμεθα τιμὴν καὶ χαίρομεν εἰλικρινῶς, διότι ἔντιμοι συμπολῖται, ὑπήκοοι Ἕλληνες, ὡς ἡμεῖς, συμπαρακάθηνται ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ. Αἰσθανόμεθα χαρὰν, ὅτι ἠθελήσατε, ἵνα εἰς τὰς ἐσωτερικὰς τοῦ Κράτους ὑποθέσεις παράσχητε πᾶσαν τὴν ἐπικουρίαν τῶν φώτων ὑμῶν, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ θεωρήσητε, ὅτι ἡ ψυχὴ ὑμῶν καὶ ἡ διάθεσις ὑμῶν ἀπολαύει, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς τὸ εἴπω, αἰσθημάτων ἀδελφικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται, καὶ τοῦτο τὸ λέγω πρὸς τιμήν σας, παρὰ νὰ εἶναι ἀλλότρια πρὸς τὰ αἰσθήματα ἡμῶν. Ἄν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ᾐσθάνθη χαρὰν καὶ ἀγαλίασιν, ὅτι ἐν ὑμῖν εἶδε πολίτας Ἕλληνας, ἀληθῶς, ἀγαλιῶ καὶ ἐγώ, ἀλλὰ δὲν θὰ ἐπιτρέψω εἰς κανένα ἐξ ὑμῶν νὰ μὴ συμπενθήσῃ, ὅταν οἱ ὁμόθρησκοι ἡμῶν, συντρίβοντες καὶ σφάζοντες Ἕλληνας ὁμογενεῖς καὶ διαρπάζοντες τὴν περιουσίαν των, τοὺς ἐξαποστέλλουσιν ἐναντίον παντὸς νόμου, ἐναντίον παντὸς δικαίου, ἵνα ἐπαιτήσωσι τὸν ἄρτον, ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ πατρίδι, ἐν τῇ πατρίδι, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὕρετε σεῖς καὶ οἱ συμπολῖται σας τὰ ἀγαθὰ τῆς ἰσοπολιτείας. (Χειροκροτήματα).
§351ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§352Γ. ΠΩΠ. Σᾶς παρεκάλεσα μάλιστα νὰ μὲ διακόψητε.
§353ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Εἰς τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν πταίομεν ἡμεῖς, ἀλλὰ πταίουν ἐκεῖναι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι ἠθέλησαν νὰ ἀνταλλάξωσιν ἐκείνους τοὺς πληθυσμούς, ὡς ἂν ἦσαν ἀρνιά. (Χειροκροτήματα).
§354Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἠξεύρω τί, Κύριοι Συνάδελφοι, νὰ θαυμάσω πρῶτον: νὰ θαυμάσω τὴν παρατήρησιν τοῦ ἐντίμου Μουσουλμάνου Συναδέλφου, ἢ τὰ χειροκροτήματα τῶν ὁμοεθνῶν Συναδέλφων; Δὲν ἀντηλλάξαμεν πληθυσμοὺς, κ. Συνάδελφοι, μᾶς ἐξεπέμψατε πληθυσμούς, κατὰ τρόπον, σημειοῦντα θηριωδίαν ἀνήκουστον καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῆς φοβερωτέρας δουλείας. Οἱ πληθυσμοί, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα ἐγώ, δὲν εἶναι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, περὶ τῶν ὁποίων ἐγεννήθησαν ἀντιλήψεις καὶ σκέψεις ἀνταλλαγῆς. Τὴν ἰδέαν τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν πρῶτος ἐγὼ τὴν ἀποκρούω καὶ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν θὰ τὴν ἀποκρούω καὶ ὀφείλετε, ἐπαναλαμβάνω, νὰ μὴ φέρητε σύγχυσιν τῶν θεμάτων. Δὲν ἀντηλλάξαμεν πληθυσμούς, μᾶς ἐστείλατε ράκη ἀνθρώπινα. (Διαμαρτυρίαι).
§355Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν τοὺς ἔστειλαν αὐτοί.
§356Γ. ΠΩΠ. Παρακαλῶ, (Θόρυβος) — Εἶναι περιττὸν νὰ ἐπωφελῆσθε μιᾶς παραδρομῆς, ἥν, φυσικῶς, μία στιγμιαία ψυχικὴ ὁρμὴ ὁδηγεῖ πρὸς τὰ χείλη, δὲν μᾶς ἐστείλατε σεῖς, μᾶς τοὺς ἔστειλαν αἱ Κυβερνήσεις τῶν ὁμοεθνῶν ὑμῶν.
§357ΜΟΥΦΤΗΣ ΕΜΙΝ ΡΑΜΙΖ. Ἄν ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἔστειλε καὶ ἡμεῖς τὸ θεωροῦμεν ἀδικώτατον, ἀλλ’ ἂν αἱ Κυβερνήσεις ἔκαμαν τὸ κακὸν νὰ κτυπήσουν τοὺς πληθυσμούς, μὴ κάμνετε καὶ σεῖς ἀντίποινα. Εἴμεθα ἐντόπιοι καὶ ἔχομεν Ἑλληνικώτατα αἰσθήματα καὶ μὴ τὰ προσβάλλετε. (Χειροκροτήματα).
§358Γ. ΠΩΠ. Ὁμιλῶ περὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἀνταλλάξωμεν, περὶ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους μᾶς ἔστειλεν, ὡς θύματα, ἡ θηριωδία ...
§359ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Αἱ τότε Κυβερνήσεις ὅλων τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν ἐνεφοροῦντο ὑπὸ τῶν αὐτῶν αἰσθημάτων, ἐπειδή, ὅμως, εἴπατε πρὸς ἐμὲ προσωπικῶς: «σεῖς μᾶς τοὺς ἐστείλατε», σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ εἶμαι Βορειοηπειρώτης, εἶμαι Ἀλβανός, ἔχω καθαρὰ Ἑλληνικὰ αἰσθήματα, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι Ἕλληνες.
§360Γ. ΠΩΠ. Ἐξεφράσθην κακῶς, οὔτε ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ παλινῳδήσω πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἔλεγον περὶ ὑμῶν, τῶν Συναδέλφων Μουσουλμάνων, τοὺς ὁποίους καὶ ἀπὸ αἰσθήματος φιλοξενίας Ἑλληνικῆς, καὶ ὡς συμπολίτας, ἔχω πᾶσαν ὑποχρέωσιν καὶ νὰ τιμῶ καὶ νὰ θεωρῶ ἐντίμους Συναδέλφους. Ἐγὼ ἠθέλησα μὲ τὰς διακοπὰς νὰ δοθῇ φῶς εἰς τὸ ζήτημα, ἀλλὰ νὰ θελήσητε νὰ χωρίζητε τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα πρὸς τιμήν σας θεωρῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχητε, μὲ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα πάντες ἡμεῖς, οἱ μὴ ἔχοντες τὴν αὐτὴν καταγωγὴν μὲ ὑμᾶς, ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν. Τοῦτο εἶπον καὶ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶνε ἀντικείμενον παρεξηγήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ ἕτερος ἐκεῖνος Μουσουλμάνος, μὲ διέκοψε, διὰ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἀντίποινα. Ἐγώ, ἀπορῶ, πῶς δὲν εἶπέ τι βαρύτερον, πῶς δὲν εἶπε: καὶ σεῖς διὰ τῶν ἀρχῶν σας, διεπράξατε δεινὰ ἐναντίον τῶν ὁμοεθνῶν μας. Ἄν ἔλεγε τοῦτο, θὰ ἤρχετο νὰ προσεπικυρώσῃ ἐκεῖνο τὸ τερατῶδες, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠκούσαμεν ἐξερχόμενον τῶν χειλέων Ἕλληνος Ὑπουργοῦ, διαμαρτυρηθέντος, ἐν δικαίᾳ ἀγανακτήσει, τοῦ ἐντίμου ἐξ Ἀρκαδίας Συναδέλφου, κ. Ἀλεξάκη. Ἀλλ’ ἡ φιλανθρωπία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὤφειλε νὰ λάβῃ γνῶσιν καὶ ἑνὸς ἐγγράφου ἐμπιστευτικοῦ, ἵνα μάθῃ, ὅτι ἐκ τῶν ἀποδοθέντων αὐτῶν κτημάτων, — δὲν ὁμιλῶ ἐγώ, ἐν τῷ ἐγγράφῳ ὁμιλεῖ ἡ ἀνακριτικὴ ἀρχή, ἐπισήμως ἀσκηθεῖσα διὰ μοιράρχου τοῦ Κράτους, ἐκ τῶν ἐντιμοτέρων στρατιωτικῶν· Καὶ θὰ ἔβλεπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἠγάλετο βλέπων ἀποκαθισταμένους εἰς τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ τοῖς ἀποδώσῃ, ἦσαν οἱ ἅρπαγες κτημάτων τοιούτων ἀπὸ χεῖρας καὶ ἰδιοκτήτας Ἑλλήνων, θὰ ἔβλεπεν ἐν τῇ ἐπισήμῳ ταύτῃ δηλώσει τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε χειροκρατουμένη ἡ πολιτική του ὁδηγήσῃ πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἐλευθερίας, ἦσαν οἱ οἰκοδομήσαντες ὅλα τὰ ἐπιστραφέντα αὐτοῖς κτήματα διὰ τῆς ἀγγαρίας τῶν ἀτυχῶν Ἑλλήνων, οἵτινες ὑπὸ τὸ βάρος τῆς δεινῆς δουλείας, ὑφίσταντο ὅ,τι σήμερον ὑφίστανται οἱ ἀτυχεῖς πληθυσμοὶ τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῆς Θράκης, οἱ ἀτυχεῖς πληθυσμοί, οἱ κατεχόμενοι ὑπὸ τῶν Βουλγάρων. Διότι αἱ θεωρίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφαρμοζόμεναι καὶ δίδουσαι τὴν τροπὴν τὴν ὁριστικὴν καὶ τὴν πορείαν εἰς τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἀφορῶσιν, οὐχὶ μόνον κτήματα, κατεχόμενα ὑπὸ Μουσουλμάνων καὶ διεκδικούμενα, ἀλλ’ ἀφορῶσι καὶ κτήματα, τὰ ὁποῖα διεκδικοῦν ἕτερα Ἔθνη, ὡς ἡ Βουλγαρία. Διανοίγετε δὲ τὴν ὁδὸν σήμερον, ἐνῷ σεῖς μόνοι τὴν εἴχατε φράξει καὶ λέγετε εἰς ὅλους αὐτοὺς: προσέλθετε, ἡ Ἑλλὰς θέλει ὑπηκόους, διότι αὐτῶν μόνον στερεῖται· ἔλθετε καὶ παραλάβετε 1.000,000 κτήματα, τὰ ὁποῖα κατέχει τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον· μὴ στενοχωρῆσθε δὲ παντάπασι διὰ τοὺς νόμους τοὺς Ἑλληνικούς, τοὺς ὁποίους ἐψηφίσαμεν, σεῖς θὰ εἶσθε κύριοι τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἰς ἓν ἑκατομμύριον ἀνερχόμενα, λυμαίνεσθε καὶ κατέχετε ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, οὐχὶ φεύγοντες ἐξ Ἑλλάδος, διότι οἱ διωγμοὶ σᾶς ἀπεδίωξαν, ἀλλὰ φεύγοντες, διότι δὲν ἠθελήσατε τὴν ἰσοπολιτείαν καὶ διότι ἐκεῖ εὕρετε ὅσα ἀτυχεῖς Ἕλληνες ἐγκατέλειπον ἀκουσίως, ἀφήνοντες πολλάκις ἐν τῇ ἑστίᾳ τῆς πατρίδος καὶ τὴν ὑστάτην ἐλπίδα τῆς μηδέποτε παλλινοστήσεως εἰς τὴν χώραν τὴν πατρικήν.
§361ΑΛΗ ΝΤΕΜΙΡ. Ἐὰν, Κύριε Συνάδελφε, ἡ Τουρκία κατέλαβε τὰ κτήματα τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν Μικρὰν Ἀσίαν καὶ δὲν τὰ ἀποδίδει, τί πταίουν διὰ τοῦτο οἱ Μουσουλμάνοι κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος; Αἱ δηλώσεις αὗται δὲν ἔχουν σχέσιν ἐπὶ τῆς πράξεως αὐτῆς. Ἀλλὰ σεῖς θέλετε νὰ κατηγορήσητε ἡμᾶς.
§362Γ. ΠΩΠ. Ποίους σᾶς;
§363ΑΛΗ ΝΤΕΜΙΡ. Πρὸ πάντων, τοὺς Ὀθωμανοὺς Βουλευτάς.
§364Γ. ΠΩΠ. Διατί; Ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τῆς Βουλῆς.
§365ΑΛΗ ΝΤΕΜΙΡ. Ἡμεῖς θέλομεν νὰ ζήσωμεν ἐνταῦθα ἡσύχως, ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἰσότητος.
§366Γ. ΠΩΠ. Δι’ αὐτὸ εἶσθε καὶ Βουλευταί, διότι ἔχετε αὐτὰς τὰς ἀντιλήψεις. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶ καὶ εἰς ἑτέρας δηλώσεις, ὅτι θὰ θλιβῶ ὁλοψύχως καὶ θὰ δυσαρεστηθῶ, ἔστω καὶ ἂν θιχθῇ Μουσουλμάνος Συνάδελφος. Θὰ ἐπείσθη ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν λόγων μου, ὅτι ἀποσκοπῶ πρὸς θέματα ἄλλα, εἰς τὰ ὁποῖα, πιθανόν, νὰ μὴ δύναται καὶ νὰ μὴ ὀφείλῃ νὰ τὰ παρακολουθήσῃ ἡ Μουσουλμανικὴ ψυχή, ἀλλὰ ὀφείλει, ἐὰν θέλῃ, νὰ μὲ παρακολουθῇ ἡ Μουσουλμανικὴ μόνον διάνοια τοῦ νομοθέτου, καὶ πρὸς αὐτὴν δὲ τὴν Μουσουλμανικὴν διάνοιαν τοῦ νομοθέτου ἀπευθυνόμενος, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐρωτήσω: γνωρίζει, ἆρά γε, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ κανόνες Διεθνοῦς Δικαίου, κεκυρωμένοι, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι κανόνας ἀνάγκης ἰσχυροτέρους τῶν κρατούντων νόμων διὰ τὰ Κράτη; Ὁ νόμος ὁ διεθνὴς τῶν ἀντιποίνων δὲν εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀγριότητος, δὲν εἶναι ὁ νόμος τῆς ἀμοιβαιότητος σφαγῶν, διώξεων, ἀτιμώσεων, εἶναι ὁ νόμος τῆς κρατήσεως τοῦ ἀψύχου ἀντικειμένου, εἶναι ὁ νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἕν Κράτος, εὐνομούμενον, ἔχει διεθνῶς ἀνεγνωρισμένον τὸ δικαίωμα, ὅπως, εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν κρατοῦνται πράγματα ὑπό τινος Κράτους, τὸ ὁποῖον ὑποτίθεται, ὅτι θέλει νὰ φαίνηται μέλος τῆς εὐνομουμένης πολιτείας τοῦ κόσμου, ὅπως κρατῇ καὶ αὐτὸ πράγματα αὐτοῦ, ὅταν δὲ ἔλθῃ καὶ ζητήσῃ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ πράγματος τούτου τὴν κατοχήν του, τὰ Κράτη, τὰ ἐφαρμόζοντα τὸ Διεθνὲς Δίκαιον τῶν ἀντιποίνων, τοῦ λέγουν: «Ὕπαγε εἰς τὴν Κυβέρνησίν σου νὰ ἀποζημιωθῇς· μετ’ ἐκείνης ἐγὼ θὰ συνεννοηθῶ». Ὅταν δὲ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον ἐντὸς τοῦ Κοινοβουλίου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἐνεθυμήθη νὰ μᾶς ὁμιλήσῃ περὶ ἀποδοθέντων κτημάτων, ἀλλὰ προσῆλθε μετὰ διακοπὴν τῆς Βουλῆς ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀνωμολόγησε τὰ ὀρθὰ καὶ τὰ δίκαια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπον πρὸ ὀλίγου. Εἶπε δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ λέξει τοῦτο: διότι πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνωσεν ὁδηγίας ἀποδόσεως κτημάτων, τὰς ὁποίας αὐτὸς συνέταξεν, ὁδηγίας, τὰς ὁποίας οὐδεμία ὑπεύθυνος ὑπηρεσία ἀκολουθεῖ, ὁδηγίας ὅμως, ὅλως ἀντιθέτους τῶν ὁδηγιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας αὐτὸς οὗτος ἑρμηνευτὴς καὶ ὑποστηρικτὴς τοῦ νόμου ἐκείνου, τοῦ ψηφισθέντος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ἀνατρέπει. Ἀκούσατε τὶ ἐρωτᾷ καὶ τὶ ἀπαντᾷ. Καὶ ἐρωτᾷ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν —νομίζει δέ τις, ὅτι θὰ ἐπρόκειτο ἀκριβῶς, ἵνα τοιαύτη τις πρόθεσις ἐκκολαφθῇ καὶ ἐμφανισθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἐρωτᾷ ὁ κ. Ὑπουργός: (Ἀναγινώσκει) «Ἀπεφασίσθη... κλπ.».
§367Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε; Εἴπατε εἴς τινα φράσιν τῆς ἀναγνώσεώς σας, ὅτι θὰ τοῦ εἴπῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του. Μήπως, — ἂν ἤκουσα καλῶς, — διὰ τούτου ἠννόει τοὺς Μουσουλμάνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπήλαυον τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος; Προσέξατε εἰς αὐτό, παρακαλῶ.
§368Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν αὐτό.
§369Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως ἠννόει, ὅτι, ἐὰν, εἴτε διὰ τῆς διαγραφῆς, εἴτε δι’ ἄλλης οἱασδήποτε πράξεως, ἔπαυε νὰ εἶναι Ἕλλην ὑπήκοος, τότε θὰ ἐφήρμοζεν αὐτὸ τὸ δίκαιον τῶν ἀντιποίνων; Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ λέγηται δίκαιον τοῦτο!
§370Γ. ΠΩΠ. Σεῖς, νομικός, λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον, τὸ μᾶλλον ἀνεγνωρισμένον διεθνὲς δικαίωμα;
§371Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πρᾶξις ἀντιποίνων, δίκαιον ἀντιποίνων, δὲν ὑπάρχει.
§372Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχουσι πράξεις Κρατῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ ἀποτελοῦσι δίκαιον. Αἱ πράξεις τῶν Κρατῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦσι δίκαιον, εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τοὺς διωγμοὺς τῶν Ἑλλήνων ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ. Πᾶσα πρᾶξις Κράτους εὐνομουμένου, εἶναι πρᾶξις δικαίου.
§373Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ ἀναγνώσητε αὐτὸ τὸ μέρος, ἐὰν ἡ ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν λέγετε, τῆς Κυβερνήσεως, λέγει, ὅτι θὰ ἀπαντᾷ εἰς τὴν Κυβέρνησίν του, μήπως μὲ τοῦτο ἐννοεῖ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ὀθωμανοῦ ὑπηκόου.
§374Γ. ΠΩΠ. Ὄχι, κ. Συνάδελφε, δὲν ὑπῆρχε τοιοῦτον πνεῦμα. Εὐτυχῶς, εἰς ἀπόκρουσιν πασῶν τούτων τῶν ὑπονοιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι πιθανὸν νὰ ἐνυπάρχωσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον χρόνον νὰ μελετήσωσι τὸν φάκελλον, τὸν δυσχερέστατον, ἄλλως τε, εἰς μελέτην, καὶ πρὸ μιᾶς μόλις ἑβδομάδος εὑρισκομένους ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔτυχον νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἵνα παρακολουθήσωσι τὴν συζήτησιν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ τελευταίου νόμου, οὐδεμία τοιαύτη ἔννοια ἐνυπῆρχεν ὁμοία ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας. Ἀλλά, πλὴν τούτου, ὑπάρχει σειρὰ κυβερνητικῶν πράξεων ὅλως ἀντιθέτων πρὸς τὰς πράξεις τῆς ἀποδόσεως τῶν δύο κτημάτων τῆς Καστορίας καὶ τῆς Ἐδέσσης, πράξεις, ἀναγόμεναι εἰς δηλώσεις αὐτοῦ τούτου τοῦ μετέχοντος νῦν ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τότε Ἀρχηγοῦ τῆς Κυβερνήσεως, πράξεις δηλώσεως ἐπὶ τῶν ὁμοίων κτημάτων τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, πράξεις δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κυκλάδων, ὑπάρχουσι ρηταὶ καὶ κατηγορηματικαί, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σχετικῶν νόμων, ἐν ἀρνήσει τῶν ἁρμοδίων ἐκείνων ὑπαλλήλων, τῶν συνυπευθύνων, δυνάμει αὐτοῦ τοῦ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμου, ἀρνηθέντων νὰ συνυπογράψωσι τὴν πρᾶξιν τὴν Ὑπουργικήν. Καὶ οὐ μόνον ἠρνήθησαν νὰ συνυπογράψωσι τὴν πρᾶξιν τὴν ὑπουργικήν, ἀλλ’ ἐσημειώθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καταδεικνύει τὸ δέος τῶν ἀνθρώπων τούτων, νὰ συμπράξωσιν εἰς γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν οὐ μόνον ἀποτελεῖ παρανομίαν κατάφωρον, ἀλλ’ ὑπῆρχεν ἐν τῇ πράξει ταύτῃ καὶ εὐθύνη βαρυτέρα ἀπέναντι τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων. Δὲν εὑρέθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἀποδόσεως τῶν κτημάτων καὶ εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς αὐτογράφου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἰδιοχείρως, μὴ εὑρίσκων ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ἵνα συντάξῃ ἔγγραφον τοιοῦτον, συνέταξε καὶ ἔδωκε τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα εἰς ἀντιγραφήν, καὶ τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα, ἀπαρτιζόμενον μόνον ἐκ Τμηματαρχῶν ὑπευθύνων, ἠρνήθη νὰ ἀντιγράψῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, διότι θὰ ἐθεωρεῖτο καὶ ἠθική, ἔστω, συνενοχὴ εἰς τὸ τελεσθὲν καὶ διότι ἤθελε διὰ τῆς τελείας ταύτης ἀρνήσεως, νὰ ἀποτρέψῃ τὸν Ἐφέτην Ὑπουργὸν ἀπὸ τὴν ἐκδήλωσιν τῆς νέας ταύτης ἐφέσεως του. Καὶ ἀντεγράφη τὸ ἔγγραφον καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς ἓν ἄλλο παρακείμενον Τμῆμα τῆς Διεκπεραιώσεως, καὶ ὑπεγράφη ὑπὸ τοῦ ἰδίου, μὴ ἀνακοινώσαντος, βεβαίως, τὰς πράξεις ταύτας εἰς οὐδένα τῶν Συναδέλφων του ἐκ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου· διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι, ἀνακοίνωσις πράξεως καὶ ἀποφάσεως τοιαύτης, θὰ εὕρισκεν ἀντίθετον, πλὴν τῆς ἱστορίας τῆς Κυβερνητικῆς ἀποφάσεως, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα, τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου καὶ τῆς Κυβερνήσεως Γούναρη, πλὴν τῶν ἀποφάσεων τῶν ὑπευθύνων ὑπαλλήλων καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἐντίμου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, μὴ δυναμένου νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἑρμηνείαν, ἥν μετὰ πάθους πατριωτικοῦ καὶ ψυχικοῦ σθένους, καταχειροκροτούμενος παταγωδῶς ὑφ’ ὅλων ἡμῶν, ἔδιδεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, ὅταν ὡμίλει περὶ Ἑλληνικῶν δικαίων, καὶ θὰ εὕρισκεν ἀντίθετον καὶ τὸν Σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως· διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συμμετάσχῃ, ὄχι μόνον ἐν πράξει παρανόμῳ, περὶ τῆς ὁποίας ὑπῆρχον, αἱ ἀποφάσεις τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμπράξῃ εἰς διαγραφὴν πορείας πολιτικῆς τοῦ Κράτους, ἡ ὁποία θὰ παρουσίαζε τὴν Ἑλλάδα, τὴν ζητοῦσαν, ἵνα, ἀντὶ τῆς πολιτικῆς τῆς οὐδετερότητος, ἔχῃ, τοὐλάχιστον, καὶ τὰ ἐκ τῆς οὐδετερότητος ἀνταλλάγματα, ἔρμαιον καὶ δούλην ταπεινὴν καὶ ἔντρομον καὶ ὑποχωροῦσαν ἐνώπιον τελεσιγράφου τῆς Ὑψηλῆς Πύλης, τὸ ὁποῖον κατὰ τρόπον, τὸν ὁποῖον δὲν θέλω νὰ χαρακτηρίσω, ἐτόλμησεν Ὑπουργός, ὑπὸ τοιαύτης πλειοψηφίας ὑποστηριζόμενος, νὰ κομίσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα προκαλέσῃ τὸ δέος αὐτῆς, λέγων, ὅτι ἀποδίδει τὰ κτήματα μετὰ σπουδῆς, ἀδιαφορῶν διὰ τὸ μέλλον, διότι οὕτως εἶναι ἀνάγκη νὰ διαγραφῇ ἡ πορεία τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἵνα ἀποφύγῃ περιπλοκὰς μετὰ τῆς Ἐπικρατείας ἐκείνης, μετὰ τῆς ὁποίας δὲν ἔχομεν, ἀτυχῶς, κανὲν σύνορον σήμερον. Εἶναι δυνατὸν Κυβερνήτης τῆς Χώρας, ἔχων πλήρη τὴν εὐθύνην, διότι δὲν εἶναι καὶ Συνάδελφος ἡμῶν ἐν λαϊκῇ ἀντιπροσωπείᾳ, νὰ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν πορείαν, ὁμοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ διαγράψῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὴν ἑσπέραν ταύτην ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐναντίον τῶν γραπτῶν νόμων, τῶν γενομένων ἀκριβῶς, ἵνα περισώσωσιν ἀδυναμίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τῆς εὑρισκομένης πολλάκις εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐνδείκνυται ἐνδοτική, ἦτο δυνατὸν προϊστάμενος Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ μετέχῃ πράξεως ἀνατρεπούσης αὐτὴν ταύτην τὴν βάσιν τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, τῆς πολιτικῆς, ἐκ τῆς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ ἀντλῶμεν τὰς δυνάμεις καὶ νέαν ἰσχύν, ἵνα ἐν καιρῷ ἐξέλθωμεν, διεκδικοῦντες τὰ δίκαια ἡμῶν, ἀδιάφοροι πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἴσως, ἀπὸ τοῦ ὁποίου μᾶς ἔρχονται διὰ τοσούτον βαρβάρων ἐνεργειῶν οἱ συμπολῖται ἡμῶν, οἱ πρόσφυγες; Ἀλλ’ ἆρά γε, διέτρεχον κίνδυνόν τινα τὰ κτήματα τῶν Μουσουλμάνων ἐκείνων; Οὐδένα κίνδυνον διέτρεχον καὶ τοῦτο εἶναι ἡ σοφία τοῦ νόμου. Εἴπομεν διὰ τοῦ νόμου πρὸς τοὺς Μουσουλμάνους: ἡ κυριότης σας ἐπὶ τῶν κτημάτων παραμένει ἀκεραία, ἀλλὰ πότε θὰ εἶναι ἰδικά σας τὰ κτήματα; Θὰ εἶναι ἰδικά σας, τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν, δυνάμει συνθήκης γενομένης ἀκριβῶς τὴν ἡμέραν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησε πρὸ τοῦ ἀπειλητικοῦ ἐκείνου ἐγγράφου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δυνάμει συνθήκης, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τεθῶσιν οἱ ὅροι τῆς ἀμοιβαιότητος, καὶ οἱ ὅροι αὐτοὶ τῆς ἀμοιβαιότητος θὰ εἶναι βεβαίως μέγα κέρδος ὑλικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἐπρόκειτο περὶ 100 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἀντηλλάσσοντο ἀπέναντι ἑνὸς δισεκατομμυρίου κτημάτων, ἀλλὰ θὰ λάβητε τὰ κτήματα ταῦτα, ὅταν εἰς ἀντίκρυσμα τῶν κτημάτων αὐτῶν θ’ ἀποδώσητε εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔφυγον ἑκουσίως, τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα αὐθαιρέτως κατελάβατε. Ἐπρόκειτο, λοιπόν, περὶ δύο Κρατῶν, ἐρχομένων εἰς συνεννόησιν, κατόπιν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἀντιποίνων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, εἰς συνεννόησιν τῆς ἀμοιβαιότητος, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἕν Κράτος θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδιώξῃ τοὺς ὁμογενεῖς τοῦ ἄλλου Κράτους καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ: «ἐγὼ δὲν ἔχω οὐδὲν νὰ πράξω μετὰ σοῦ, ἀλλὰ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, τὴν δὲ ἰδιοκτησίαν σου θὰ σοῦ τὴν ἀποζημιώσῃ τὸ Κράτος σου. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλά, διατί, ἆρά γε, ἔσπευδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ θέσῃ τοιαύτην πορείαν πραγμάτων εἰς ὑπόθεσιν, οὕτω παράδοξον;
§375Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Φρονεῖτε, ὅτι τὸ Δημόσιον κατέλαβε τὰ κτήματα αὐτὰ μετὰ τὸν νόμον 687;
§376Γ. ΠΩΠ. Βεβαιότατα, τοῦτο ἐλέχθη ῥητῶς, ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ κατελήφθησαν μετὰ τὸν νόμον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δικαίου τῶν ἀντιποίνων, ἐλέχθη τοῦτο κατὰ τὴν συνεδρίαν τῆς παρελθούσης Βουλῆς, καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὀρθῶς κατελήφθησαν καὶ τοῦτο θὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς, καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπανερχόμενος καὶ ἰδὼν ὅτι κινδυνεύει ἡ ἀνατροπὴ ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ὀρθῶς ἐπράξατε καὶ τοῦτο θὰ πράξωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὸ μέλλον. Τὰ κτήματα, λοιπόν, κατελήφθησαν, ἀνεξαρτήτως πρὸς οἱανδήποτε διάταξιν τοῦ νόμου, περὶ τοῦ ὁποίου μὲ ἐρωτᾶτε. Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐψηφίσθη ὁ νέος νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπήλλασσε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πάσης ἀνησυχίας καὶ παντὸς κινδύνου ἀποζημιώσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο οὐχὶ Ἐφέτης Ὑπουργὸς, ἀλλὰ δικαστήριον πραγματικὸν νὰ δικάσῃ περὶ τῆς ἀνάγκης ἀποζημιώσεως εἰς Μουσουλμάνους, τὰ πράγματα θὰ ἐρρυθμίζοντο συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον. Πάντα ταῦτα ἔρχεται νὰ ἀνατρέψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Νομίζουσι — καὶ ὑπάρχουσί τινες, πιστεύοντες, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνατραπῶσι ταῦτα, ἐὰν παρατηρήσωμεν μὴ τυχὸν οἱ Μουσουλμάνοι ἐκεῖνοι ἔλειψαν μόνον πέντε μῆνας καὶ τέσσαρας ἡμέρας, ἢ μὴ τυχὸν ἔλλειψαν τέσσαρα ἔτη, τέσσαρας μῆνας καὶ δύο ἡμέρας, καὶ μὴ τυχὸν δὲν ὑπάρχει διαιρετὸν εἰς τὰ κτήματα αὐτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀδιαίρετα. Ἀλλὰ νομίζω, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, νὰ μὴ πιστεύω, ὅτι σοβαρῶς τοιαῦται ἀπευθύνονται ἐρωτήσεις. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, συγχρόνως, νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἐπὶ τοιούτου θέματος δὲν δικάζομεν ἡμεῖς, ὡς ἐδίκασε καὶ ἀπεφάνθη ἤδη τὸ δικαστήριον τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ἀντίθετον ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἐδίκασαν οἱ Ὑπουργοί, οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου ἕως τὴν Κυβέρνησιν Γούναρη καὶ μέχρι σήμερον, πρὶν ἢ ἀκόμη ἀποδοθῶσι τὰ κτήματα, ὑπὸ δηλώσεως αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡμεῖς δικάζομεν, ὡς Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Ἔχοντες δὲ καὶ στήριγμα τὸν νόμον, θὰ ἦτο, ἀληθῶς, παράδοξον, ἐὰν δὲν ἐδικάζομεν καὶ συμφώνως πρὸς πλήρη καὶ ἀκεραίαν τὴν συνείδησιν ἡμῶν. Θὰ ἦτο δὲ παράδοξον, ἐάν, ἐρχόμενος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζήτει νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του — τὴν εὐθύνην τὴν νομικήν, τὴν εὐθύνην τὴν πολιτικήν, τὴν εὐθύνην τὴν ἐθνικήν — διὰ τῆς ψήφου τῆς παμψηφίας τῆς Βουλῆς. Θὰ ἦτο, ὁμολογῶ, Κύριοι, διὰ τὴν ἐμήν, τοὐλάχιστον, ἀντίληψιν, τὸ θλιβερώτερον τῶν γεγονότων, τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν νὰ σημειωθῇ ἐν τῇ Ἱστορίᾳ τοῦ ἡμετέρου Κοινοβουλίου. Ψῆφος, παρεχομένη, ἐὰν ζητηθῇ— διότι εὔχομαι νὰ μὴ ζητηθῇ, εὔχομαι δὲ νὰ μὴ ζητηθῇ, διότι φοβοῦμαι, ἐὰν κρίνω ἐκ τῶν διακοπῶν, ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ τῷ ἐδίδετο — ψῆφος τοιαύτη, ζητουμένη καὶ παρεχομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θὰ ἦτο εἷς ἐμπτυσμὸς τοῦ Κράτους, μέσῳ τοῦ αἵματος τῶν προσφύγων τῆς Θράκης καὶ τῆς Μ. Ἀσίας. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§377ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης.
§378Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐάν, Κύριοι, ὑμᾶς, τοὺς ἀντιλέγοντας εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔπεισαν τὰ ἐπιχειρήματα αὐτοῦ, δὲν ἠδυνήθησαν, ἆρά γε, νὰ πείσωσιν ὑμᾶς τὰ ἐπιχειρήματα καὶ αἱ πράξεις τοῦ προκατόχου Ὑπουργοῦ καὶ Πρωθυπουργοῦ, τοῦ κυρίου ἐκ Κρήτης πολιτευτοῦ; Ὅταν ἔχωμεν δύο Κυβερνήσεις, τοσοῦτον ἀντιθέτους πρὸς ἀλλήλας καὶ ἐπὶ ὅλων ἐν γένει τῶν ζητημάτων, καὶ ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν, βλέπωμεν ὅμως ἐξ ἀντιθέτου, ὅτι αἱ δύο αὗται Κυβερνήσεις ἐκφράζουσι καὶ ἡ μὲν καὶ ἡ ἑτέρα τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τότε μὲν ἐκείνη, σήμερον δὲ αὐτή, ὅταν βλέπωμεν, ὅτι δύο τοιαῦται Κυβερνήσεις, συμπίπτουσιν εἰς συμφωνίαν ἐπὶ θέματος, τοσοῦτον σπουδαίου, δὲν πρέπει, ἆρά γε, νὰ κλονισθῶσιν αἱ πεποιθήσεις ἐκείνων, οἵτινες εἶχον σχηματίσει τυχὸν τὴν ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν γνώμην ἐκείνην, τὴν ὁποίαν, ὑπεστήριξεν ὁ νῦν ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὅταν ἠκούσαμεν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν —παραλείπω τὰ ζητήματα τὰ νομικά — καίτοι δὲν δύναταί τις νὰ ἀποβλέψῃ ὡς πρὸς αὐτά τοσοῦτον δυσπίστως πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐπὶ μακρὰ ἔτη διεχειρίσθη τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τῆς Χώρας ταύτης — καὶ λέγω ταῦτα ἐγώ, Κύριοι, πρὸς ὑμᾶς, ὅστις ποσῶς δὲν διάκειμαι εἰς σχέσεις πολιτικὰς πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν, λέγω, ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὁμιλῇ διὰ τοιοῦτον ἐμπεριστατωμένων ἐπιχειρημάτων, οἷα εἴδομεν ἀναγραφόμενα ἐν τῷ πολυσελίδῳ ἐκείνῳ ἐγγράφῳ αὐτοῦ, ὅπερ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, μετὰ προσοχῆς ἤκουσα, ἀπέναντι, λέγω, τοιούτων ἐπιχειρημάτων, καὶ ἐάν τις εἶχε τὴν ἀντίθετον γνώμην, δὲν δύναται, τάχα, νὰ κλονισθῇ; Ἀλλ’ ὅταν, συμφώνως πρὸς ταῦτα ἔχωμεν τὰς πράξεις τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κυρίου ἐκ Κρήτης πολιτευτοῦ, ἐπίσης νομομαθοῦς ἀνδρός, ὅταν ἔχωμεν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ περιοριζόμενα, οὐχὶ εἰς λόγους ἁπλῶς, ἀλλὰ μέτρα, ἀφορῶντα ἀλλεπαλλήλους ἐπιστροφὰς τῶν κτημάτων ἐκείνων, νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι ζητήματα, ὥστε νὰ πείσωσιν ὑμᾶς, ὅτι ὀρθῶς καὶ δικαίως ἐλύθησαν τὰ συζητούμενα θέματα ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, ἀποφεύγω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν λεπτομερῆ καὶ δικανικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ προκειμένου θέματος. Ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας τῆς κοινοβουλευτικῆς, ἥν ἀπέκτησα ἐπὶ τριάκοντα καὶ ἐπέκεινα ἔτη, παρακαθήμενος ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν, ὅτι, ὅταν τοιαῦτα ἔγγραφα καὶ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα προσκομίζωνται ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης καὶ ἄλλα τοιαῦτα ἔγγραφα καὶ τοσαῦτα ἐπιχειρήματα ὑπὲρ τῆς ἑτέρας, ἐὰν δὲν εἶναι προφανῶς καὶ ἀναμφισβητήτως δεδηλωμένον τὸ δίκαιον, πάντοτε ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι. Καὶ ἐρωτῶ: Ὑπαρχουσῶν ἀμφιβολιῶν, ἔστω, ὑπὲρ τίνος, ἆρά γε, γνώμης ἔπρεπε νὰ κηρυχθῇ πᾶσα Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις; Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἐν τῇ νεωτέρα Ἱστορίᾳ τοῦ Ἔθνους ἡμῶν ἀνεγίνωσκον τὰς ἀποφάσεις τῶν μεγάλων ἐκείνων Συνελεύσεων τοῦ Ἔθνους, ὅτε τοῦτο ἀκόμη ἔνοπλον ἐμάχετο κατὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ἐζήτησα ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ τῆς Βουλῆς καὶ εὗρον, εὐτυχῶς, τὰ Πρακτικὰ τῶν μεγάλων ἐκείνων Συνεδρίων. Ἤθελον εἶσθαι τῷ ὄντι περίεργον θέαμα καὶ περίεργον σφάλμα, ἄν μετὰ τοσαῦτα ἔτη ἐλευθέρου βίου ἡ Ἑλλάς, ἡ νεωτέρα, ἤθελε καταντήσει νὰ δειχθῇ κατωτέρα τοῦ Ἔθνους — τοῦ Ἔθνους, τοῦ ἐξελθόντος ἐκ τῆς δουλείας, ὅταν τὸ Ἔθνος ἐκεῖνο διὰ τῶν ἀειμνήστων αὑτοῦ ἀνδρῶν καὶ τῶν μεγάλων ἐκείνων Ἐθνικῶν Συνεδρίων, πρὸς ἔκπληξιν τῆς πεπολιτισμένης Εὐρώπης, παρεδέχετο, ὅτι τὸ πρώτιστον καθῆκον, ὅπερ ἡ πολεμοῦσα καὶ ἔνδοξος Ἑλλὰς — ἡ καθημαγμένη Ἑλλάς — εἶχεν, ἦτο ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, τὰ Πρακτικὰ καὶ τὸ Πολίτευμα τῆς ἐν Ἐπιδαύρῳ Συνελεύσεως τῆς 1ης Ἰανουαρίου τοῦ 1822 ἔτους, ἔτους πρώτου τῆς ἀνεξαρτησίας, ὅπερ ἐν τμήματι Βʹ «περὶ τῶν γενικῶν δικαιωμάτων τῶν κατοίκων τῆς Ἐπικρατείας τῆς Ἑλλάδος», ἐν παραγράφῳ ζʹ, ἔλεγεν: «Ἡ ἰδιοκτησία, τιμὴ καὶ ἀσφάλεια ἑκάστου τῶν Ἑλλήνων, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων». Οἱ ἀοίδιμοι ἐκεῖνοι ἄνδρες τοσοῦτον ἐπίστευσαν καὶ ἐνόμισαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ καταπλήξωσι τὴν Οἰκουμένην, παρέχοντες τῷ πεπολιτισμένῳ Κόσμῳ τὴν ἀπόδειξιν καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠγέρθη πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῆς, διότι ᾐσθάνετο, ὅτι ἦτο Χώρα πεπολιτισμένη. Βλέπω, λοιπόν, λέγω, τὴν Ἑλλάδα ὁμιλοῦσαν καὶ θεσπίζουσαν πρῶτον περὶ ἰδιοκτησίας καὶ δεύτερον περὶ τιμῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν πολιτῶν. Τοσοῦτον οἱ ἀοίδιμοι ἄνδρες ἐθεώρησαν, ὅτι πρὸς ἀνάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, πρὸς εἴσοδον μεταξὺ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἦτο ἀνάγκη πρωτίστως νὰ προστατευθῇ ἡ ἰδιοκτησία. Καὶ ἄλλη πρᾶξις τῆς αὐτῆς Συνελεύσεως, ἡ Διακήρυξις τῆς 15ης Ἰανουαρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους 1822 ἔλεγεν: «Ὁ κατὰ τῶν Τούρκων πόλεμος ἡμῶν, μακρὰν τοῦ νὰ στηρίζηται εἰς ἀρχάς τινας δημαγωγικὰς καὶ στασιώδεις, ἢ ἰδιοτελεῖς μέρους τινὸς τοῦ σύμπαντος Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, σκοπούς, εἶναι πόλεμος ἐθνικός, πόλεμος ἱερός. Πόλεμος, τοῦ ὁποίου ἡ μόνη αἰτία εἶναι ἡ ἀνάκτησις τῶν δικαίων τῆς προσωπικῆς ἡμῶν ἐλευθερίας, τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς τιμῆς». Καὶ πάλιν βλέπω, ὅτι ἐνταῦθα μετὰ τὴν τιμήν, ἔχουσιν οἱ νομοθέται ἐκεῖνοι τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἔρχομαι, Κύριοι, πάλιν εἰς τὴν μεγάλην Συνέλευσιν τῆς Ἐπιδαύρου, ἥτις: «περὶ τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλλήνων», κατ’ ἄλλην ἔκδοσιν τοῦ Πολιτεύματος, ἀποφασίζει ἐν ἄρθρῳ στʹ τὰ ἑξῆς: «Ἡ ἰδιοκτησία, τιμὴ καὶ ἀσφάλεια ἑκάστου Ἕλληνος καὶ παντὸς ἀνθρώπου, ἐντὸς τῆς Ἐπικρατείας εὑρισκομένου, εἶναι ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων». Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ κείμενα, ἅτινα οἱ ἀοίδιμοι ἐκεῖνοι ἄνδρες ἐψήφιζον κατὰ τὰς μεγάλας ἡμῶν Συνελεύσεις, οἱονεί, διὰ τῶν κειμένων τούτων διακηρύσσοντες ἀνὰ σύμπαντα τὰ πεπολιτισμένα Κράτη, ὅτι, ἐὰν μὲν τότε πρὸ μικροῦ ἦσαν δοῦλοι, ἐκέκτηντο ὅμως, ὡς ἐλεύθεροι, τὰ φρονήματα, τὰς ἰδέας καὶ τὰς πεποιθήσεις τῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων. Ἤθελεν εἶσθαι λίαν παράδοξον νῦν, ὅτε μετ’ ὀλίγα ἔτη συμπληροῦται ἑκατονταετηρὶς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐὰν ἡμεῖς, μάλιστα καὶ ἀμφιβόλου ὄντος τοῦ ζητήματος, ἠθέλομεν παραδεχθῇ λύσιν τοιαύτην, ἥτις ἤθελε κλονίσει τὴν πεποίθησιν τῶν πεπολιτισμένων λαῶν καὶ τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν περὶ τοῦ ὅτι ἐνταῦθα ὑπάρχει ἰσονομία καὶ ἰσοπολιτεία, ἐλευθερία, δικαιοσύνη καὶ ἰσότης. (Εὖγε, χειροκροτήματα). Καὶ τοιαύτη μὲν εἶναι οὐχὶ ἡ νομική, βεβαίως, ἡ ξηρὰ καὶ τυπικὴ ἐξέτασις τοῦ θέματος, εἰς ἣν ἴσως καὶ ἐγώ, μᾶλλον βεβαίως, ἀπὸ τοῦ ἴσου ἤθελον δυνηθῇ νὰ εἰσέλθω, ὡς παλαιὸς καὶ ἐγὼ δικηγόρος καὶ νομικὸς τυγχάνων ἔτι. Ἀλλὰ δὲν ἐθεώρησα κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἄξιον τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ συζητῶμεν περὶ ἑρμηνείας κειμένων καὶ ἐγγράφων, τοσαύτας ἀντιρρήσεις ἐπιδεχομένων. Ἐνόμισα, ὅτι ἐθνικωτέρα καὶ πολιτικωτέρα ἔδει νὰ ὑπάρξῃ ἡ συζήτησις. Ἐνόμιζον καὶ νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ ὑψωθῇ ἐπὶ τοῦ ἐπιπέδου ἐκείνου, ἐφ’ οὗ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, ἐτόλμησα νὰ φέρω αὐτήν. Καὶ οὐ μόνον κατὰ τὸν ἱερὸν Ἀγῶνα, καὶ δὴ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος αὐτοῦ, τοιουτοτρόπως ἐπολιτεύετο ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ καὶ μετὰ ἔτη δέκα περίπου, ὅταν τὸ Κράτος συνέστησε τὴν μεγάλην ἐκείνην Ἐπιτροπὴν περὶ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν Ὀθωμανικῶν κτημάτων, καὶ τότε ἀπὸ τῶν μεγάλων καὶ ἐθνικῶν αὐτῶν ἰδεῶν ἐνεπνέετο. Γνωρίζω τὴν ἱστορίαν τῆς ἀποζημιώσεως τῶν Ὀθωμανικῶν κτημάτων, διότι ὁ πατήρ μου εἶχε τὴν τιμὴν νὰ ὑπάρξῃ ὁ πρῶτος Γραμματεὺς τῆς Ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τὴν Προεδρίαν τοῦ πάππου τοῦ Συναδέλφου κ. Ν. Καλογεροπούλου. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι καὶ τότε ὁλόκληρος ὁ πεπολιτισμένος κόσμος ἐθαύμασε τὸ ἀκριβοδίκαιον τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, ἐθαύμασε τὴν προσοχὴν καὶ τὴν δικαιοσύνην, μεθ’ ἧς οἱ τότε Ἕλληνες διεχειρίσθησαν τὰ λεπτεπίλεπτα ἐκεῖνα ζητήματα. Ἐὰν Κύριοι, ἔχωμεν τίτλους, ἵνα ἡγώμεθα τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ τῆς Ἀνατολῆς, μὴ θελήσωμεν νὰ ὑποτιμήσωμεν τὸν κυριώτατον καὶ σπουδαιότατον τῶν τίτλων ἡμῶν ἀπέναντι ἄλλων Κρατῶν Βαλκανικῶν, τὸν τίτλον τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς ἐλευθερίας, τὸν τίτλον τῆς πολιτικῆς ἰσότητος, τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς εὐνομίας. (Χειροκροτήματα). Ἐγώ, Κύριοι, τολμῶ νὰ φέρω καὶ ἐπὶ ἄλλου πάλιν, ἐπίσης ὑψηλοτέρου, ἐπιτρέψατέ μοι τὸν ἐγωϊσμόν, ἐδάφους τὴν συζήτησιν, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Μωαμεθανοί, οὐχὶ μόνον οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τοσοῦτον λαμπρῶς ἐκπροσωποῦντες τὴν ἐθνικὴν ἰδέαν, ἀλλὰ καὶ πάντες οἱ Μουσουλμάνοι, ὁλοκλήρου τῆς Νέας Ἑλληνικῆς Ἐπικρατείας, πρέπει νὰ σχηματίσωσι καὶ νὰ ἔχωσι τὴν ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι, ἑνωθέντες μεθ’ ἡμῶν, θέλουσι ζήσῃ μεθ’ ἡμῶν ὡς φίλοι καὶ ἀδελφοί. Μόνον διὰ τῶν τίτλων τούτων καὶ διὰ τῆς χρηστῆς πολιτείας ἡμῶν ἀπέναντι αὐτῶν δυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῆς Χώρας ἡμῶν καὶ πρὸς τὴν Ἀνατολὴν καὶ πρὸς τὴν Δύσιν, μόνον τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ πείσωμεν τοὺς ἐπήλυδας Μωαμεθανοὺς ἐπὶ τῶν παναρχαίων Ἑλληνικῶν Χωρῶν τοὺς κατακτητὰς ἡμῶν, ὅτι, ἑνούμενοι μεθ’ ἡμῶν, ἑνοῦνται μετ’ ἀδελφῶν, ἑνοῦνται μετὰ Κράτους, ὅπερ, ὡς πρὸς τὸν πολιτισμόν, ἡγεῖται ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Καὶ μόνον τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ πείσωμεν τοὺς Ὀθωμανοὺς Ἀλβανούς, ὅτι, ἑνούμενοι μεθ’ ἡμῶν, ἑνοῦνται οὐχὶ μετὰ ἐχθρῶν, ἀλλὰ μετὰ φίλων καὶ ὁμαιμόνων ἀδελφῶν. (Χειροκροτήματα). Διὰ τοῦτο, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀκουσθῇ ἡ ἀσθενὴς γνώμη μου καὶ ἡ ἀσθενὴς φωνή μου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελον οὐχὶ παρακαλέσῃ, ἀλλὰ ἱκετεύσῃ αὐτήν, ἀντιθέτως πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἀγαπητοῦ Συναδέλφου ἐκ Νέων Ψαρρῶν, νὰ μὴ ἀπέλθῃ τῆς συνεδριάσεως, ἱκανοποιουμένη ἐκ τῶν λόγων ἐκείνων, οἵτινες θέλουσιν ὑπερασπίσει τὰ μέτρα αὐτῆς ταῦτα, ἀλλὰ νὰ ζητήσῃ αὐτὴ αὕτη ἡ Κυβέρνησις ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Εἶναι ἴσως ἡ μοναδικὴ περίστασις, καθ’ ἣν ὀφείλει νὰ ζητήσῃ ψῆφον ἐμπιστοσύνης, ἵνα ἐξέλθῃ ἐντεῦθεν φέρουσα τὴν ὁμόθυμον γνώμην τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἐπὶ τοῦ ἐν λόγῳ ζητήματος. Δέον νὰ ἐξέλθῃ ἐντεῦθεν συνοδευομένη ὑπὸ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀποβλέπουσα εἰς τὴν ὑψίστην σημασίαν τοῦ θέματος τούτου, περιβάλλει αὐτήν, ὡς πρὸς τοῦτο, διὰ τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης αὐτῆς. (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα).
§379ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης.
§380Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περὶ τῶν αἰσθημάτων τῶν φιλελευθέρων καὶ φιλανθρώπων τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου, τοῦ ἄρτι ὁμιλήσαντος, οὐδεμίαν ποτὲ εἶχον ἀμφιβολίαν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἔχει ὀλιγώτερον ἀνεπτυγμένα τὰ αἰσθήματα ταῦτα ἀπὸ τὸν κ. Συνάδελφον. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ κ. Συνάδελφος, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ αἰσθηματολογίας, πρόκειται περὶ παραβάσεως νόμων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐγκαλεῖται, ὅτι παρέβη νόμον πρὸς ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου περιέμενον νὰ ἀκούσω τὴν φωνὴν τοῦ ἐντίμου Συναδέλφου, τὴν ὁποίαν ἀπὸ πολλοῦ χρόνου, ὑστερούμην τῆς εὐχαριστήσεως νὰ ἀκούσω, καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ πραγματικοῦ οὐδὲν εἶπεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ἢ μᾶλλον τῆς ἀπολογίας αὐτοῦ, ἔλεγεν, ὅτι παρεχώρησε τὰ κτήματα, περὶ ὧν πρόκειται, διότι καὶ ἄλλοι πρὸ αὐτοῦ παρεχώρησαν ἄλλα κτήματα εἰς ἄλλους. Ἡ τοιούτου εἴδους ἀπολογία, μοὶ ὑπενθυμίζει τὴν ἀπολογίαν κατηγορουμένου ἐνώπιον Δικαστηρίου, ὅτι διέπραξε τὴν κλοπὴν, διὰ τὴν ὁποίαν κατηγορεῖτο, ἀλλὰ τὴν διέπραξε, διότι καὶ ἄλλοι διέπραξαν τοιαύτην. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατηγόρησε τοὺς προκατόχους αὐτοῦ, διότι ἐκεῖνοι προέβησαν εἰς τὰς πράξεις, εἰς ἃς προέβησαν καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν μὲ αὐτοὺς ἐπὶ τοῦ θέματος τοῦ περὶ οὗ πρόκειται. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ὑπερασπίσω πράξεις τῶν προκατόχων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὐδέποτε ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν, οὐδέποτε συνήντησα αὐτοὺς — οὐδὲ θὰ συναντήσω αὐτούς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος σήμερον ἰσχυρίζεται, ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁμοίαν μὲ τοὺς προκατόχους του, αὐτὸς ἐπὶ ἔτη ὁλόκληρα ἐμερίμνα νὰ ἐνισχύῃ αὐτούς, ἐμερίμνα νὰ ὑπηρετῇ αὐτοὺς καὶ νὰ ἐνδυναμώσῃ αὐτούς. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ ἀπόντων, διότι δὲν θεωρῶ τοῦτο, ὅτι ἁρμόζει εἰς ἐμέ, ὅπως καὶ ἄλλοτε, ὅταν ἐγένετο λόγος καθ’ ἡμῶν ὅλων τῶν παλαιῶν ἀπόντων, διεμαρτυρήθην ἐντονώτατα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης καὶ ὠνόμασα ἀνάνδρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡμίλουν καὶ ἐπετίθεντο κατὰ σκιῶν, κατὰ ἀπόντων. Ἀκολουθῶ καὶ ἤδη τὴν αὐτὴν τακτικήν, καὶ δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ ἀπόντων, ἀλλὰ θὰ περιορίσω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπολογούμενος, ἔφερε τὴν αἰτιολογίαν τῆς πράξεως αὑτοῦ, ἡ ὁποία καὶ ἐν τῇ ἀποφάσει αὐτοῦ ἐκτενῶς ἐκτίθεται, ὅτι ἔκθεσίς τις Γραμματέως τινὸς Εἰρηνοδικείου, ἐξετάσαντος δύο μάρτυρας, ἐβεβαίου, ὅτι, οἱ περὶ ὧν πρόκειται ἰδιοκτῆται τῶν γαιῶν καὶ τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα παραχωρεῖ εἰς αὐτούς ἤδη, δὲν ἀπεδήμησαν καὶ ἰσχυρισμὸν ἐκθέσεως ἐφόρου, ὅτι, ὡς ἤδη πληροφορεῖται, πρὸ δύο μηνῶν ἢ τριῶν μηνῶν, αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας εἶχεν ὑποβάλῃ πρότερον, καὶ δι’ ὧν ἐβεβαίου, ὅτι αὐτοὶ ἀπεδήμησαν, ἦσαν ἀπόρροια πεπλανημένων πληροφοριῶν. Καὶ θὰ εἶχε τις νὰ ἐρωτήσῃ: εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἔγγραφα ἄλλα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχε βεβαιώσεις ἀρχῶν ἁρμοδίων, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται τῶν κτημάτων αὐτῶν δὲν ἀπεδήμησαν; Ἠκούσατε ὅμως τοὺς ἐντίμους Συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ἀνέγνωσαν ἔγγραφα τοῦ Διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου, τοῦ Δημάρχου τῆς πόλεως, τοῦ Ἐφόρου, οἱ ὁποῖοι πάντες βεβαιοῦν, ὁ δὲ Δήμαρχος ἐν τῷ κύκλῳ τῶν καθηκόντων αὑτοῦ, ὅτι οἱ περὶ ὧν πρόκειται ἀπεδήμησαν. Ὅτι δὲ ἀπεδήμησαν ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς μὴ ἐπανόδου αὐτῶν, ἀποδεικνύεται περιτράνως ἐξ ὅλων τῶν ἐγγράφων τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν. Ἀπεδήμησαν μετὰ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Καὶ εἶναι ἀπορίας ἄξιον, πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῇ αἰτιολογίᾳ τῆς ἀποφάσεως αὑτοῦ βεβαιοῖ ἀναληθῆ γεγονότα, τὰ ὁποῖα οὐδαμόθεν ἐκ τῶν ἐγγράφων, τῶν ἐν τῷ φακέλλῳ, ἐξάγονται, ὅτι δὲν ἀπεδήμησαν, ἀλλ’ ἔφυγε μέρος τῆς οἰκογενείας δι’ ὀλίγον καιρὸν καὶ ἐπανῆλθεν, ἐνῷ ὅλαι αἱ ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν βεβαιοῦν, ὅτι ἀπεδήμησαν μεθ’ ὅλης τῆς οἰκογενείας αὐτῶν καὶ συναπεκόμισαν ὅλα τὰ ἔπιπλα αὐτῶν. Καὶ ἠκούσατε ἀναγνωσθείσας πάσας τὰς ἐκθέσεις τοῦ τε Δημάρχου, τοῦ τε Διοικητικοῦ ἀντιπροσώπου, τοῦ τε Ἐφόρου. Δὲν ἠκούσατε ὅμως τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν παρέλειψαν οἱ κ. Συνάδελφοι ν’ ἀναγνώσουν πρὸς ὑμᾶς, τοῦ Ἀστυνόμου τῆς περιφερείας, Μοιράρχου τὸν βαθμόν. Καὶ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ ἔχητε τὴν ὑπομονήν, ἵνα ἀκούσητε καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην. (Ἀναγινώσκει): «Ὁ Ἀστυνομικὸς ὑποδιευθυντὴς... κλπ.».
§381Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλὰ δὲν ἀπεδήμησαν τὰ ἐνοικίασαν καὶ ἔφυγαν.
§382Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἰδοὺ αἰτιολογίαν, τὴν ὁποίαν πρὸς ἐμὲ φέρει πρώην Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ θέλει νὰ τὴν παραδεχθῶ! Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, — ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς διακοπῆς αὐτῆς, — ὅτι ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, εἶχε καὶ πρότερον τὴν γνώμην, ἥν ἔχει καὶ ἤδη; Ὅτε ἐζητεῖτο ἡ παραχώρησις τῶν κτημάτων αὐτῶν, ἦτο Ὑπουργὸς καὶ συνυπουργὸς τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καὶ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τῇ συμβουλῇ τοῦ τότε ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ, ἀπήντα, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ τὰ κτήματα αὐτά, διότι ὁ νόμος εἶναι κατ’ αὐτοῦ. Ἦτο ἐποχὴ μάλιστα, καθ’ ἥν ὁ Συνάδελφός του, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, κ. Ζωγράφος, ἐζήτει, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, νὰ παραχωρηθῶσι τὰ κτήματα, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τότε, συνεβούλευε τὸν Συνάδελφόν του Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν...
§383Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν μοὶ ἐζητήθη ἡ γνώμη μου ποτέ.
§384Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, διότι φύλαξ τῶν νόμων καὶ τῆς μεγάλης σφραγῖδος τοῦ Κράτους τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δίδῃ συμβουλὴν ἀλλοίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν, ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔδιδεν εἰς τὸν Συνάδελφόν του Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§385Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δύνασθε νὰ νομίζητε, ὅ,τι θέλετε, τὸ ἔγγραφον ὅμως τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη δὲν λέγει τίποτε.
§386Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι, νομίζω, κ. Βουλευταί, πρωτοφανὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον παρουσιάζεται εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνθυμῆται κανεὶς νὰ παρουσιάσῃ παράδειγμα, ὅτι ὑπῆρξε ποτέ, ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, ὑπηρεσία ὁλόκληρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσπαθῇ νὰ ἀποτρέψῃ ἐκ τοῦ ὀλισθήματος τὸν Ὑπουργόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἔβαινε, νὰ διαφωνῇ ἅπασα ἡ ὑπηρεσία πρὸς αὐτὸν μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ ἀναγκάζῃ αὐτὸν ἰδίᾳ χειρὶ νὰ γράφῃ τὴν διαταγὴν περὶ ἀποδόσεως τῶν κτημάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τεθωρακισμένος μὲ θάρρος οὐχὶ σύνηθες πρὸς τὴν κατωφέρειαν, δὲν ἐσταμάτησεν, ἀλλὰ προέβη. Καὶ προβὰς ὅμως, Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι οὐδὲν κατώρθωσεν, οὔτε δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀπόφασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπόφασις τοιαύτη, ἀπόφασις τοιαύτη εἶναι χάρτης ἄγραφος. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἰσχὺν ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐναντία τῶν νόμων; Ὁ νόμος 687 ἀπαιτεῖ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος εἰς τὰ καταληφθέντα κτήματα, ἀπαιτεῖ πρὸς τοῦτο δημοσίευσιν ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπόφασις, λοιπόν, ἡ ὁποία εἶναι μονομερὴς τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ οὐχὶ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ἀπόφασις, ἡ ὁποία στερεῖται τοῦ στοιχειώδους ὅρου τῆς ἀμοιβαιότητος καὶ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τὸν νόμον 687 δύναται νὰ ἔχῃ καμμίαν ἐπιρροήν; Μὴ πλανῶνται δὲ οἱ κ. Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι, νομίζοντες, ὅτι χαριστικὴν πρᾶξιν πρὸς αὐτοὺς ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν χειροκροτοῦσι τοῦτον. Δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω, τοιαύτη ἀπόφασις, ἄντικρυ τοῦ νόμου ἱσταμένη, νὰ ἔχῃ ἰσχύν, οὔτε εἶναι δυνατὸν τὰ κτήματα νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς πρώην κατόχους, ἐφ’ ὅσον ἐν τοῖς κτήμασιν αὐτοῖς κατοικοῦσι καὶ ἐγκατεστάθησαν πρόσφυγες. Θὰ ἀποδοθῶσι τότε, ὅταν ὅλα τὰ κτήματα τῆς αὐτῆς ἀξίας ἀποδοθῶσιν εἰς ὁμογενεῖς ἐν Θράκῃ ἢ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ. Πρὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῶσι τὰ κτήματα. Οὐδεμίαν δὲ ἰσχὺν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτη ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε μονομερῶς ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, στερούμενος ἐπιχειρημάτων, ἵνα τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ τὴν ἀπόφασιν στηρίξῃ, κατέφυγεν εἰς ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον, νομίζω, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λεχθῇ παρ’ Ὑπουργοῦ, γηράσαντος ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις πρὸς τὴν πατρίδα καὶ ὁ ὁποῖος ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὡς δικαστικὸς ὑπάλληλος ὑπηρέτησεν. Ἐπετέθη καὶ ὕβρισε τὴν Ἑλληνικὴν διοίκησιν γενικῶς, καὶ ἄνευ ἐξαιρέσεως. Εἶπεν, ὅτι ἐναντίον παντὸς δικαίου ἐναντίον παντὸς νόμου, κατελήφθησαν τὰ κτήματα τῶν Ὀθωμανῶν ἐκ τῆς ἀδίκου καὶ παρανόμου ἐνεργείας τῶν ὑπαλλήλων τῆς διοικήσεως. Εἶναι, τάχα, τοῦτο ἀκριβές; Δύναται νὰ ἐρωτήσῃ τις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τί ἐνήργησε κατὰ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους τοσοῦτον σκαιῶς ὕβρισε τὴν ἑσπέραν ταύτην; Ἐζήτησεν ἀπολογίαν παρ’ αὐτῶν, κατεδίωξεν αὐτούς, ἐτιμώρησεν, ὡς εἶχε καθῆκον, αὐτούς, τοὐλάχιστον, πειθαρχικῶς; Καὶ ἐφ’ ὅσον τοιοῦτόν τι δὲν ἔπραξεν, οὐχὶ μόνον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἐπιτεθῇ τοσοῦτον κατὰ ὑπαλλήλων ἐκπληρωσάντων τὸ καθῆκον αὐτῶν, ἀλλά, τοὐναντίον, ἔπρεπε νὰ ἐπαινέσῃ τὴν νόμιμον ἐνέργειαν αὐτῶν ἐν παντὶ καὶ πάντοτε. Τί, ἆρά γε, ἐνήργησε κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἠρνήθησαν νὰ συμπράξωσι μετ’ αὐτοῦ, μὴ θελήσαντες νὰ ἀντιγράψουν κἄν τὴν διαταγήν του; Ὁ Διευθυντὴς τοῦ Τμήματος τῶν Κτημάτων, ἐγγράφως δηλοῖ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ, εἶναι παράνομος, ἀρνεῖται δὲ νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὐτοῦ, βεβαιῶν, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Τὸ Συμβούλιον, τὸ εἰδικόν, μεριμνᾷ νὰ ἀποτρέψῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀπὸ τῆς πράξεως τῆς παρανόμου, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τοσοῦτον περισσότερον λαμβάνει θάρρος καὶ προβαίνει, γοργῷ τῷ βήματι, εἰς τὴν παράβασιν τῶν νόμων. Γνωρίζω καὶ ἀκολουθῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν. Οὐδέποτε ἠνώχλησα αὐτόν, διότι κατὰ τὸ μακρότερον παρελθόν, διϊστάμεθα ἐν τῇ πολιτικῇ, κατὰ τὸ πλησιέστερον, ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ἀφ’ ἧς ἐγένετο Πρωθυπουργὸς καὶ ἐντεῦθεν, ἐβλεπόμεθα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠνώχλησα αὐτόν, οὔτε ἐζήτησα παρ’ αὐτοῦ, οὔτε τὸν ἐπισκέφθην κατ’ ἰδίαν. Ἅπαξ καὶ μόνον, πρὸ μηνός, τὸν ἐπεσκέφθην καὶ ἐμερίμνησα νὰ τὸν ἀποτρέψω ἀπὸ πρᾶξιν, ἡ ὁποία δὲν τιμᾷ, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, ἀντὶ νὰ ἀποτραπῇ, περισσότερον ἐκτήσατο θάρρος καὶ προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε πρὸ μηνὸς ἀναπτυχθεῖσαν ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅσοι, λοιπόν, Κύριοι, περισσότεροι τάσσονται πρὸς τὴν γνώμην αὐτοῦ, τόσον μεγαλείτερον ἔχει τὸ θάρρος καὶ τόσον προβαίνει εἰς τὴν τῶν νόμων καταπάτησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἰσχυρίσθη τὴν ἑσπέραν ταύτην, ὅτι δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν ἀντίληψιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου μὲ τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς τοῦτο, τὸ ὁποῖον σήμερον ἰσχυρίζεται, διότι, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος 687, ἐβεβαίου τὴν Βουλήν, τὴν τότε, ὅτι τὴν αὐτὴν ἔχει ἀντίληψιν μὲ τὸν πρώην Πρωθυπουργόν. Καὶ λέγει ὁ κ. Δραγούμης: (Ἀναγινώσκει) «Βεβαίως, δὲν εἶναι...κλπ.». Ταῦτα ἔλεγεν, ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Βενιζέλον: «Εἴμεθα σύμφωνοι, συμφωνότατοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῶσι κτήματα, ἂν δὲν ἐκπληρωθῇ ὁ ὅρος τῆς ἀμοιβαιότητος». Αὕτη ἦτο ἡ συμφωνία. Πῶς τώρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλησμόνησε τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν διεκήρυσσε καὶ σήμερον ἰσχυρίζεται ἐντεῦθεν διάφορον ἀντίληψιν τῶν κυβερνησάντων τότε τὴν Χώραν; Δὲν θέλω νὰ δεχθῶ, — καὶ ἀποκρούω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγεται καὶ διαδίδεται καὶ οὗ ἕνεκα ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς τὴν πρᾶξιν αὐτὴν τὴν χαριστικήν. Δέν θέλω νὰ πεισθῶ ἐγώ, ὅτι, χάριν κομματικῶν συμφερόντων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὡρμήθη ἵνα προβῇ εἰς τὴν παράβασιν τοῦ νόμου. Φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι προέβη εἰς τὴν παράβασιν αὐτὴν τοῦ νόμου, ἐν γνώσει, ἐκ πείσματος, διότι ὅλοι οἱ ὑπεύθυνοι καὶ οἱ δυνάμενοι νὰ ἔχωσι γνώμην, εἶχον ἀντίθετον γνώμην! Ἀλλ’ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι οἱ Συνάδελφοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ὁποῖοι ἄλλως ῥητῶς ἐδήλωσαν, ὅταν ἐψηφίζετο ὁ νόμος 687, ὅτι θὰ ἐμμένουν εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν καὶ τότε εἶχον καὶ ὅτι θεωροῦσιν ἄκυρον τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ δὲν θὰ στερηθῇ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον τῶν κτημάτων αὐτῶν, οὐδὲ θὰ στερηθῶσι στέγης οἱ καταφυγόντες καὶ ἐγκατασταθέντες εἰς τὰ κτήματα πρόσφυγες, μέχρις οὗ ἴδωσι τὴν τύχην, ἡ ὁποία τοὺς περιμένει. Ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία καὶ αὕτη, κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων, ἐγένετο, ἀναλαμβάνοντος μόνου αὐτοῦ, ἐναντίον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, νὰ ἔρχηται εἰς συμφωνίας μετ’ ἀντιδίκων πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ νὰ παραιτῆται δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου αὐτὸς ὑπὲρ τρίτων. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγένετο ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν μεγαλειτέραν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς κειμένους νόμους.
§387ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§388Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, μετὰ τὴν μακρὰν καὶ ἐξαντλητικὴν αὐτὴν συζήτησιν, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τόσον τοὺς κατηγόρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅσον καὶ αὐτόν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ. Διότι, τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἀντιλαμβάνομαι, ὅτι ἡ συζήτησις ἡ σημερινὴ ἄλλον σκοπὸν ἐπιδιώκουσα, ἄλλον ἐπέτυχε· καὶ ὅτι ὁ ἐπιτευχθεὶς σκοπὸς εἶναι πολὺ σημαντικώτερος τοῦ ἐπιδιωχθέντος. Ἐπεδιώχθη ἀπὸ μέρους τῶν κατηγόρων νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ πεπλανημένων ἀχθεὶς γνωμῶν, ἐκ πεπλανημένων ἀντιλήψεων περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ἔσφαλεν ἀποφηνάμενος ὑπὲρ τῆς ἀποδόσεως τῶν κτημάτων εἰς τοὺς ζητήσαντας αὐτὰ ἰδιοκτήτας Μουσουλμάνους. Ἠγωνίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ σὺν αὐτῷ νὰ ἀποδείξωσιν, ὅτι καλῶς καὶ ἐντὸς τῶν νόμων ἐνήργησε. Καὶ οἱ μὲν πεισθέντες ἐκ τῶν ἰσχυρισμῶν αὐτοῦ, ἐδικαίωσαν τοῦτον, ἄλλοι δὲ ἔφερον ψῆφον ἀθωωτικήν, λόγῳ ἀμφιβολιῶν. Δὲν γνωρίζω ὅμως, ἂν ὑπῆρξέ τις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὁ μὴ μελετήσας τὸν ὄγκον ἐκεῖνον τῶν ἐγγράφων καὶ μὴ σταθμίσας τὰ διάφορα πραγματικὰ γεγονότα ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὰ κείμενα τῶν νόμων, καὶ ἐν τούτοις δυνάμενος ἐνσυνειδήτως νὰ φέρῃ γνώμην καὶ ψηφίσῃ, κρίνων οὕτως ἢ ἄλλως τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν ἠδυνήθην νὰ σχηματίσω γνώμην ἀσφαλῆ, γνώμην ὑπεύθυνον· θὰ ἦτο δὲ περίεργον, ἢ τοὐλάχιστον μεγαλοφυές, νὰ κατορθώσῃ τις ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, ὡς διεξήχθη, νὰ σχηματίσῃ ἀσφαλῆ, —τονίζω τὴν λέξιν— ἀσφαλῆ γνώμην. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐκ τῆς ὅλης αὐτῆς συζητήσεως, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, σύρεται συμπέρασμα πολὺ σπουδαιότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπεδιώκετο. Ἐπεδιώχθη νὰ ἀποδειχθῇ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀποφάσει της, ἐν τῇ δεδομένῃ αὐτῇ περιστάσει, καὶ ἀπεδείχθη, κατ’ ἐμέ, σφάλμα σπουδαιότερον εἰς ἄλλο ἀναγόμενον ζήτημα· σφάλμα κείμενον ἐκτὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔθεσαν οἱ προλαλήσαντες, σφάλμα ἄλλο, σημαντικὸν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, ἢ ἴσως μετ’ αὐτῆς καὶ τῆς προκατόχου Βουλῆς· σφάλμα, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόδειξις καὶ ἡ ἔξαρσις ὑποδεικνύουσιν ἐν ταὐτῷ καὶ τὸ μέσον τῆς ἐπανορθώσεως. Καὶ τὸ σφάλμα εἶναι τοῦτο, Κύριοι: Ὅτι ἔργον καθαρῶς δικαστικὸν ἀνετέθη καὶ διεξήχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀνετέθη καὶ διεξήχθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὡς διοικήσεως. Ἔργα καὶ καθήκοντα, διὰ τὰ ὁποῖα καλοῦνται ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων τὰ δικαστήρια, νὰ ἀσκήσωσιν, ἐκλήθησαν διοικητικαὶ ἀρχαί, ὑπάλληλοι οἰκονομικοὶ καὶ μετ’ αὐτῶν ὁ Ὑπουργός, νὰ ἐκτελέσωσιν. Ἐπὶ τούτου ἐπεθύμουν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ συντόμως νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς ἀποδόσεως τῶν κατασχεθέντων κτημάτων τῶν Μουσουλμάνων, εἶναι ζήτημα κατ’ ἐξοχὴν πολιτικόν, καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω, μόνον πολιτικόν. Δὲν εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν, εἶναι δευτερευόντως οἰκονομικόν. Ὅπως ἡ κατάληψις καὶ ἡ κατάσχεσις τῶν κτημάτων αὐτῶν εἶναι πρᾶξις κατ’ ἐξοχὴν πολιτική, τοιουτοτρόπως καὶ ἡ ἀπόδοσις ἢ μὴ ἀπόδοσις αὐτῶν εἶναι πρᾶξις κατ’ ἐξοχὴν πολιτική. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην, θὰ ἠδυνάμην νὰ στέρξω τὴν συζήτησιν ἐπὶ τούτου τοῦ ἐδάφους, πρὸς μόρφωσιν ὡρίμου γνώμης, γνώμης πολλαχόθεν ἐξαρτωμένης, βεβαίως· οὔτε ἀπὸ τοὺς ξηροὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, οὔτε ἀπὸ θεωρητικὰς ἀντιλήψεις ἢ εὐπαθεῖς αἰσθηματολογίας μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πολιτικὴν σκοπιμότητα, καὶ κυρίως ἀπὸ αὐτήν. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ κατ’ ἐξοχὴν πολιτικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς, οὐχὶ προσηκόντως ἀνεκοινώθη σήμερον ἐν τῇ Βουλῇ, ἐν μέρει μὲν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁλοκλήρως δὲ παρ’ ἄλλων ἀγορευσάντων. Καὶ δὲν ἀνεκοινώθη προσηκόντως διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἶναι ἤδη πρὸ πολλοῦ καὶ μετὰ μακρὰν συζήτησιν λελυμένον. Ὁλόκληρον συνεδρίασιν μακρὰν καὶ πεισματώδη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν κατηνάλωσε τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀποδόσεως ἢ μὴ τῶν κατασχεθέντων κτημάτων εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν Μουσουλμάνους. Ὑπὲρ τῆς πρώτης γνώμης τῆς νομοταγοῦς, —ἅς μεταχειρισθῶ τὴν λέξιν ταύτην,— ἠμύνετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπανελάμβανεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ κατανοήσῃ, πῶς τὰ ἀφαιρεθέντα ἀπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἄνευ δικαιώματος, κτήματα, ἠδύναντο νὰ κατακρατηθῶσιν ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου γνώμης ἠμύνετο ἄλλος πολιτικὸς ἀνήρ. Τὸ ζήτημα συνεζητήθη ἐν πλάτει κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τῆς παρελθούσης Βουλῆς, εἶναι δὲ χαρακτηριστικὸν τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξεν ἡ συζήτησις ἐκείνη, ἀλλὰ καὶ ἡ ὁδός, τήν ὁποίαν ἠκολούθησεν, ἵνα καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο. Ὅταν ὁ Πρόεδρος τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐπέμεινεν εἰς τὴν γνώμην ἐκείνην τῆς κατακρατήσεως τῶν κτημάτων, λόγῳ ἀντιποίνων, καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ παροῦσα, ἀντίθετον ἔχουσα γνώμην, ἐπέμεινεν ὑπὲρ τῆς ἀντιθέτου λύσεως τοῦ ζητήματος, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι διεκόπη ἡ συζήτησις, προσεκομίσθη ἐν τῷ μεταξὺ ὁ φάκελλος τῆς ὑποθέσεως, ἐξητάσθη κατ’ ἰδίαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ μετὰ ταῦτα, ἐπαναληφθείσης τῆς συνεδριάσεως, ἐξεδηλώθη πλήρης συμφωνία ἐπὶ τῶν συμπερασμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ καταλήξωμεν. Ποῖα εἶναι τὰ συμπεράσματα αὐτά; Ποῦ κατέληξεν ἐκείνη ἡ πολιτικὴ συζήτησις; Τὰ συμπεράσματα αὐτὰ ἀπεκρυσταλλώθησαν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 867, διὰ τοῦ ὁποίου μετερρυθμίσθη ὁ προηγούμενος καὶ ἐκανονίσθησαν οἱ ὅροι τῆς ἀποδόσεως τῶν κτημάτων εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας. Τοιουτοτρόπως τὸ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καθεστὼς εἶχεν οὕτω μὲ ὀλίγας λέξεις. Ὁ πρῶτος νόμος, ὁ 262, ἀπὸ ἄλλης ἀρχῆς ὁρμώμενος, κακῶς δὲ χαρακτηρισθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς δημευτικός, ἐκανόνισε τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους τὰ κτήματα τῶν ἀποδημησάντων Μουσουλμάνων χαρακτηρίζονται ὡς ἐγκαταλελειμμένα καὶ τὴν εἰς τὸ Κράτος περιέλευσιν αὐτῶν ὡς ἀδεσπότων. Ἐφήρμοσε, τουτέστιν, ἀρχήν, σύμφωνον καὶ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν Ὀθωμανικόν, ρυθμίσας τὴν τύχην τῶν ἐγκαταλελειμμένων κτημάτων ὡς ἀδεσπότων, καὶ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπιστραφῶσι ταῦτα πρὸς τοὺς προσάγοντας τοὺς τίτλους τῶν ἰδιοκτήτας. Μετὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον ἐπηκολούθησαν τὰ γεγονότα τῶν διωγμῶν καὶ ἡ κατάληψις, πλὴν τούτων καὶ ἄλλων κτημάτων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα, ἐὰν τὰ μεταγενεστέρως καταληφθέντα κτήματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐθαιρεσίας τῶν ἀντιποίνων, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου τῶν ἀντιποίνων, θὰ ἔπρεπεν ὁμοίως καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους νὰ ἐπιστραφῶσιν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος εἶχον διεξαχθῆ μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως διαπραγματεύσεις. Πρὸ τοῦ πέρατος δὲ τούτων, ἔλαβε χώραν ἡ ἐν τῇ Βουλῇ συζήτησις, ἡ ὁποία κατέληξεν εἰς τὸν νόμον 867. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου, τὰ κατασχεθέντα ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους κτήματα, ἀποδίδονται, ἄν, ἐκτὸς τῶν ὅρων τοῦ προηγουμένου νόμου 262, συντρέξῃ καὶ ὁ ὅρος τῆς ἀμοιβαιότητος, ἀποδεικνυμένης διὰ σχετικῆς δημοσιεύσεως τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Οὕτως ἐκανονίσθη ἡ τύχη οὐ μόνον τῶν πρὸ τοῦ νόμου 262 καταληφθέντων, ἀλλὰ καὶ κατὰ μείζονα λόγον τῶν μετὰ ταῦτα, διότι τὰ μετὰ ταῦτα κατελήφθησαν, λόγῳ τῶν ἀντιποίνων, περὶ ὧν κυρίως ἠγέρθη ἡ συζήτησις καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος 867. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν τότε γενομένην συζήτησιν, δὲν προτίθεμαι νὰ κρίνω κἂν τὴν συζήτησιν ἐκείνην, ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην νὰ βεβαιώσω τὸ γεγονός, ὅτι ἡ συζήτησις ἐκείνη τοῦτο εἶχε τὸ κατάντημα, εἰς τοῦτο κατέληξε τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁμοθύμως γενόμενον δεκτόν: εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐκείνου. Τοιουτοτρόπως τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς σκοπιμότητος, τὸ ζήτημα τῆς πολιτικῆς, ἥν ἔπρεπε νὰ μετέλθῃ τὸ Κράτος, τὸ ζήτημα τῶν ἀντιλήψεων ἐκείνων, εἰς τὰς ὁποίας κακῶς βεβαίως ἐπανῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναγινώσκων εἰς ἡμᾶς σήμερον προηγουμένας διακοινώσεις, τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς παρηγνωρίζει τὴν σπουδαιότητα, ἐλύθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Βουλῆς, καὶ ἐλύθη τῇ ἐπινεύσει μετὰ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἐψηφίσθη νόμος. Ἄν τὰ συμπεράσματα ἐκεῖνα ἐλέγχωνται ἤδη ἐσφαλμένα, προτείνατε τὴν μεταβολὴν τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοιαύτη ἀντίληψις παρ’ ὑμῖν δὲν ὑπάρχει, ἢ ὑπάρχουσα δὲν προβάλλεται, ζήτημα πολιτικὸν δὲν ὑφίσταται πλέον, οὐδὲ συζήτησις πολιτική. Ἀπομένει ἁπλῶς καὶ μόνον ζήτημα ἐφαρμογῆς τοῦ κειμένου νόμου. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι καθαρῶς δικαστικόν. Καὶ ἐγείρεται ἤδη ἡ ἀπορία: Δυνάμει τίνων διατάξεων καὶ πῶς ἐκαλεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ποίαν ἁρμοδιότητα εἶχεν ἡ Διοίκησις νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὴ τὸν νόμον τοῦτον, νόμον καθαρῶς δικαστικόν, νόμον, ὁ ὁποῖος, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν αὐτόν, εἶναι νόμος, ὁ ὁποῖος ἵδρυσεν ἕν ἰδιωτικὸν δικαίωμα τοῦ Κράτους, δικαίωμα κυριότητος; Εἶπεν ὁ νόμος: τὸ Κράτος ἔχει τὴν κυριότητα αὐτῶν τῶν κτημάτων, οἱ ἰδιῶται ἀναλαμβάνουσιν ἀπὸ τοῦ Κράτους τὴν κυριότητα αὐτῶν τῶν κτημάτων, ἐὰν συντρέξωσιν οἱ Α καὶ Β ὅροι. Τίνα ἁρμοδιότητα εἶχεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οἱ ὑπ’ αὐτὸν διοικητικοὶ ὑπάλληλοι νὰ ἀποφαίνωνται καὶ λύωσι διαφορὰς τοιαύτας, προσκυροῦντες τὴν ἀμφισβητουμένην κυριότητα, εἴτε εἰς τὸ Κράτος, εἴτε εἰς τοὺς ἰδιώτας; Ἐπὶ τῇ βάσει τίνος νόμου; Οὐδεὶς νόμος ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοιοῦτον δικαίωμα. Ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν λέγει τι, ἀλλ’ αἱ γενικαὶ διατάξεις λέγουσιν, ὅτι ἁρμόδια εἶναι τὰ τακτικὰ δικαστήρια καὶ ἐν τούτῳ κεῖται τὸ σφάλμα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἀνεμίχθη εἰς ὑπόθεσιν ξένην πρὸς τὴν ἰδίαν αὐτῆς ἁρμοδιότητα, ὑπόθεσιν, ἀναγομένην εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἀλλ’ εἶπον προλαβόντως καὶ ἐπεθύμουν νὰ τονισθῇ τοῦτο: ὅτι καὶ, ἄν ὑποτεθῇ, ὅτι ἀμφιβολία ἠγείρετο ἐκ τοῦ νόμου, κατ’ ἐμέ, ἡ ἀμφιβολία θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρθῇ διὰ τῶν ἀντιλήψεων, τὰς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν, καὶ ἢ νὰ ἐξεδίδετο Διάταγμα κανονίζον τὸν τρόπον τῆς ὑπαγωγῆς τῶν ὑποθέσεων τούτων εἰς τὰ δικαστήρια, ἢ νὰ ἐφέρετο νομοσχέδιον ρυθμίζον τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Οὐδέποτε ὅμως εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ κατανοήσω, ὅτι νόμοι τοιαύτης φύσεως, ἱδρυτικοὶ ἑνὸς δικαιώματος, δικαιώματος κυριότητος ὑπὲρ τοῦ Κράτους, καταλυτικοὶ τῆς κυριότητος ἑνὸς ἀτόμου, ἱδρυτικοὶ ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους καὶ προϋποθέσεις, καταλυτικοὶ ὑπὸ ἄλλους ὅρους καὶ προϋποθέσεις, ὅτι τοιοῦτοι νόμοι εἶναι δυνατόν, εἶναι ὀρθὸν καὶ σκόπιμον, νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ὑπὸ διοικητικῶν ἀρχῶν. Αἱ παρατηρήσεις αὐταὶ, εἰς τῶν ὁποίων τὴν ὀρθότητα ἔχω πλήρη πεποίθησιν, ὁδηγοῦσιν ἡμᾶς καὶ εἰς τὴν πρόσφορον λύσιν: νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξετράπημεν. Ἡ κρίσις, Κύριοι, ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τούτων ἀνῆκεν εἰς τὰ δικαστήρια, κατὰ φύσιν· ἀλλ’ ὑπάρχουσι, πλὴν τῆς θεωρητικῆς ταύτης ἀντιλήψεως, καὶ μύριοι λόγοι πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς σκοπιμότητος, ἐπιβάλλοντες καὶ ὁδηγοῦντες ἡμᾶς εἰς αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ὁδόν. Ἐγώ, τοὐλάχιστον, Κύριοι, καὶ ὑποθέτω ὁλόκληρος ἡ Βουλή, ἔχει ἀπόλυτον πεποίθησιν καὶ εἰς τὴν ἀτομικὴν ἀρετὴν καὶ εἰς τὰς ἀντιλήψεις τὰς δικαιονομικὰς καὶ δικαιολογικὰς τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ· ἀλλὰ θεωρῶ αὐτὸν ἀπολύτως ἀναρμόδιον ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀποστολῆς, ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ, ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς ἀνδρὸς πολιτικοῦ, ὡς πολιτικοῦ προσώπου, εἰς ἐπίλυσιν τοιούτων διαφορῶν. Θεωρῶ αὐτὸν ἀναρμόδιον ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, καὶ κρίνω ἔν τινι μέτρῳ, τὰ κατ’ αὐτόν, ὡς θὰ ἔκρινον περὶ ἐμαυτοῦ, ἄν εὑρισκόμην εἰς τοιαύτην τινὰ θέσιν. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, οὐδέποτε, Κύριοι, καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἔστεργον νὰ ἀναλάβω τοιαῦτα καθήκοντα καὶ ἐπιλύσω τοιαύτας διαφοράς, ἄν εὑρισκόμην εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Διότι καὶ ὁ ὀλίγον τι οἰκείως ἔχων πρὸς τὰ τοιαῦτα πράγματα, θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι διὰ νὰ ἀσχοληθῇ ἐπαρκῶς καὶ νὰ μελετᾷ ὑποθέσεις ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων, περὶ κτημάτων, ὧν ὁ ἀριθμὸς ἀνέρχεται εἰς δεκάδας χιλιάδων, ὡς ἄλλοτε ἠρίθμησεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ νὰ ἀσχοληθῇ μὲ τὴν πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ἀπονέμει τὸ δίκαιον καὶ ἐξαντλεῖ τὰ πάντα, μεταβαλλόμενος εἰς δικαστήν, βεβαίως, θὰ γίνῃ ἄχρηστος Ὑπουργός. Καὶ ἄν θέλῃ ἐξ ἄλλου στοιχειωδῶς νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ ἴδια καθήκοντα, τὰ πολιτικὰ καὶ τὰ κυβερνητικά, θὰ γίνῃ κάκιστος δικαστής. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, Κύριοι, διὰ τοὺς ὁποίους κρίνω ἀναρμόδιον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν λύσιν τοιούτων διαφορῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Οἱ ζῶντες ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι καὶ θέλοντες νὰ μελετῶσιν αὐτὸ κατ’ ἀλήθειαν, γνωρίζουσιν, ὅτι τὸ πολίτευμα τοῦτο ἔχει καὶ τὰς ἀδυναμίας του καὶ γνωρίζουσιν ἀκόμη, ὅτι καὶ αὐταὶ αἱ ἀγαθαὶ προθέσεις τῶν Ὑπουργῶν δύνανται, πολλάκις, νὰ πέσωσι θῦμα πολιτικῆς ἢ καὶ ἄλλης ἰδιοτελείας, ἐκτὸς τῆς ἀντιλήψεως αὐτῶν ἐχούσης τὴν ἕδραν της. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον καὶ ἄλλο τι ἀκόμη, εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ὁποίου μὲ κρατύνει αὐτὴ ἡ σημερινὴ ὁμιλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι, δηλ., εἶναι κατὰ φύσιν, ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἀτελείας, ἐκ τῆς ἰδίας αἰσθηματολογίας, ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ διανοητικότητος ἀναρμόδιον πολιτικὸν πρόσωπον νὰ ἐκτελέσῃ ἐν ταὐτῷ καθήκοντα καὶ καθήκοντα δικαστικά, τοιουτοτρόπως συμπλεκόμενα μὲ πολιτικὰς ἀντιλήψεις μὲ πολιτικὰς ἀδυναμίας. Ψυχολογικῶς, ἄρα, φυσικῶς, εἶναι ἀδύνατον νὰ παραμείνῃ ἀνεπηρέαστος ἐν τῇ δικαστικῇ κρίσει ἀπὸ τῶν πολιτικῶν ἀντιλήψεων. Καὶ παρηκολούθησα μετὰ προσοχῆς ὅσα εἶπε σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπεραμυνόμενος τῆς ἐνεργείας του. Ἐσυλλογίζετο, ὡς πολιτικός, καὶ ἔκρινεν ὡς δικαστής· ἀνεγίνωσκε διακοινώσεις τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, προγενεστέρας τοῦ νόμου, ἄρα, συζητηθείσας ἤδη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, καὶ ἀφήνων ἑαυτὸν ἐλεύθερον εἰς ὀργίλην διατύπωσιν πολιτικῶν γνωμῶν, ὡμίλησεν ἐν ταὐτῷ καὶ περὶ δικαιοσύνης. Τὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἡμᾶς, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἀντιλήψεις, αἱ πεποιθήσεις αἱ ἐσώτεραι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, περὶ τοῦ σκοπίμου καὶ τοῦ συμφέροντος, δὲν ἦσαν ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔδωκαν τὸν ρυθμὸν καὶ τὸν τόνον εἰς τὴν δικαστικὴν αὐτοῦ κρίσιν, ὅταν μάλιστα ἔχωμεν δεδομένον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἀρχικῶς ὑπὸ τὴν ἰσχυρὰν ἐπήρειαν τοιούτων ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι τόσον συνεζητήθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ τὰς ὁποίας ἀντιλήψεις ἀξιεπαίνως, ὅταν ἠπειλήθη ὑπουργικὴ κρίσις, ἐγκατέλειψεν, αἱ ὁποῖαι ὅμως λανθάνουσαι εἰς τὴν ψυχὴν αὐτοῦ, ἀνέθωρον καὶ πάλιν καὶ τῷ ἐπέβαλον ἢ τῷ ὑπέβαλον τὴν δοθεῖσαν λύσιν; Λέγων ταῦτα δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι φέρω τοιαύτην ἢ τοιαύτην κρίσιν περὶ τοῦ πράγματος τῆς οὐσίας τῶν συζητηθεισῶν δύο ὑποθέσεων. Διότι ὁμολογῶ ἀπροκαλύπτως, ὅτι, ἐγὼ τοὐλάχιστον, εὐσυνείδητον ψῆφον, μετὰ τὴν ἔκθεσιν ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, χωρὶς νὰ λάβω καιρὸν νὰ μελετήσω ταῦτα πάντα μετὰ τοῦ ὅλου φακέλλου, δὲν ἔχω σχηματίσῃ καὶ δὲν δίδω. Ἐπεθύμουν ἁπλῶς νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἀνέπτυξα ἤδη πρὸς τοῦτον μόνον τὸν σκοπόν. Νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν φυσικὴν ὁδὸν ἐκ τῆς ὁποίας ἐξετράπημεν, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπεμακρύνθημεν. Νὰ ἀφήσωμεν τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς νὰ τὰς κρίνωσι τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἂν δὲν θεωρῆτε ἐπαρκῆ τὸν ὑπάρχοντα νόμον, τὸν ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ἐπαρκῆ, φέρετε τροπολογίαν αὐτοῦ δι’ ἰδίου νομοσχεδίου. Ἂν θέλετε, καθιερώσατε καὶ σύντομόν τινα διαδικασίαν ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, καθιερώσατε ἰδιαιτέραν διαδικασίαν, καθιερώσατε, ἂν θέλετε, ἕνα βαθμὸν δικαιοδοσίας, καὶ τοῦτο εἶναι δυνατόν, καὶ ἀφήσατε νὰ κριθῶσιν οὕτω καὶ τὰς κεκρυμένας μέχρι τοῦδε κακὰς ὑπὸ τῆς Διοικήσεως ὑποθέσεις καὶ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι μέχρι τῆς ἐκπνεύσεως τῆς προθεσμίας ἤθελον προκύψει. Εἶναι τοῦτο καθῆκον δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν μας Μουσουλμάνων καὶ ὑπαγόρευσις ἐκ τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν ὡς Κράτους. Ἀλλ’ εἶναι καὶ μέτρον πολιτικῆς εὐθύτητος καὶ σκοπιμότητος, ἐκ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἰδίου ἡμῶν πολιτικοῦ βίου, ἵνα μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς κανένα νὰ ὑποθέτῃ καὶ νὰ πιστεύῃ, ὅτι ἐν τῇ διαχειρίσει τοιούτων ὑποθέσεων λαμβάνουσι χώραν καὶ καταχρήσεις, καταχρήσεις πολιτικαί, ἢ ἄλλης ἰδιοτελείας, αἱ ὁποῖαι οὐχὶ σπανίως γίνονται καὶ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν Ὑπουργῶν. Καὶ εἶναι αὗται κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ἐνδεχόμεναι, καθ’ ὅσον τόσον μεγάλα εἶναι τὰ περιουσιακὰ συμφέροντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων καλοῦνται νὰ κρίνωσι διοικητικαὶ ἀρχαὶ καὶ πολιτικὰ πρόσωπα. Ὅλοι αὐτοὶ οἱ λόγοι ἐπιβάλλουν, νομίζω, εἰς ἡμᾶς, Κύριοι, νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν φυσικὴν ὁδόν, τὴν ἐνδεικνυομένην ἡμῖν ἐκ τῆς φύσεως αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, τὴν στιγμὴν δὲ καθ’ ἥν ἡ πολιτικὴ ἡμῶν δικαιοσύνη εὑρίσκεται εἰς τὴν περιωπήν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, δὲν πρέπει εἰς τοῦτο νὰ διστάσωμεν. Καὶ ἔχω πάντα λόγον, ἐκ τοῦ σύνεγγυς μελετήσας τὰ πράγματα, νὰ φρονῶ, ὅτι καὶ οἱ συμπολῖται ἡμῶν Μουσουλμάνοι, οἱ ἔχοντες τὴν ἀξίωσιν νὰ κριθῶσι δικαίως καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς πολιτικῆς ἀντιλήψεως, θὰ ἔχωσιν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Δικαιοσύνην. Περιῆλθον τὰ πλεῖστα μέρη καὶ τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας καὶ ἔτυχε νὰ ἴδω πολλοὺς τῶν προκρίτων Μουσουλμάνων. Παρὰ τὰ πολλά, καὶ ἐν πολλοῖς δίκαια παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐξεδήλουν κατὰ τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἦτο φυσικὸν ἐν τῇ πρώτῃ ἐγκαταστάσει αὐτῶν, νὰ μὴ ἀνταποκριθῶσι προσηκόντως εἰς ὅλας τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις, μόνον κατὰ τῆς δικαιοσύνης δὲν εὗρον νὰ διατυπώσωσι παράπονα. Δώσατε, λοιπόν, τὰς ὑποθέσεις αὐτὰς ἐκεῖ. Θὰ ἐμπνεύσητε εἰς πάντας τὴν πεποίθησιν, ὅτι πέραν τοῦ νόμου, οὐδεμία ἀντίληψις δὲν θὰ ἐπηρεάσῃ τήν κρίσιν αὐτῶν. Διότι τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια εἶναι ὅλοι πεπεισμένοι, ἀναμφιβόλως δὲ καὶ οἱ νέοι συμπολῖται μας οἱ Μουσουλμάνοι, τὰ Ἑλληνικὰ Δικαστήρια ἄγονται ὑπὸ τῆς ἀρχῆς, ὅτι ἡ δικαιοσύνη, ἥν ἐκλήθησαν νὰ ἀπονέμωσιν, οὔτε πατρίδα ἔχει, οὔτε σημαίαν γνωρίζει. (Χειροκροτήματα).
§389Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Κατ’ ἀτυχῆ δι’ ἐμὲ συγκυρίαν διαδέχομαι τὸν Κύριον ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτήν, οὐχὶ ἵνα συμφωνήσω, ἀλλ’ ἵνα διαφωνήσω πρὸς αὐτόν, παρὰ τὴν ἀπόλυτον εὐλάβειαν, παρὰ τὴν ἀπόλυτον ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν τρέφω πρὸς τὰς γνώμας του. Πᾶς νόμος, Κύριοι Βουλευταί, ἐν φιλελευθέρῳ καὶ πεπολιτισμένῳ Κράτει, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τοιοῦτος, ἐὰν δὲν στηρίζηται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἰσότητος, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ δικαίου. Δὲν δύναμαι δὲ νὰ συμφωνήσω, ὅτι ὁ νόμος 262 περιέχει συλλήβδην τὴν ἀρετὴν ταύτην, διότι, προφανῶς, ὁ νόμος 262 δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὔτε τῆς ἐλευθερίας, οὔτε τοῦ δικαίου, ἀντιβαίνει δέ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, εἰς τὴν θεμελιωδεστάτην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὁ νόμος 262, ὅτι δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικός, καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι φέρει τὴν μορφὴν τοῦ νόμου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν ἦτο ἁρμόδιος διὰ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ὁ νόμος 262, εἶναι μέν, φαίνεται, ἱδρυτικὸς δικαιωμάτων κυριότητος ὑπὲρ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ προϋποθέτει ὅμως τὴν κατάργησιν τῶν δικαιωμάτων τῆς κυριότητος τοῦ ἰδιοκτήτου, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους, ἔχει δικαίωμα, ἐὰν νομίσῃ, ὅτι δὲν συντρέχουσιν αἱ περιπτώσεις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, νὰ ἀποδώσῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας αὐθαιρέτως ἀφῄρεσαν ἀπὸ τοὺς ἰδιοκτήτας. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον μόνον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἀποκλειστικῶς πολιτικόν. Ὁ νόμος 687, δὲν ὑπηγορεύθη ἐξ ἀνάγκης νομοθετικῆς, ἐξ ἀνάγκης πρὸς λύσιν ζητήματος τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, ἀλλ’ ἐξ ἀνάγκης πολιτικῆς. Ὅταν ἐν τῇ Μικρᾷ Ἀσίᾳ ἐδημεύοντο αἱ περιουσίαι τῶν Ἑλλήνων, ἡ τότε Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα, δυνάμει τῆς ἀρχῆς τῶν ἀντιποίνων, νὰ ψηφίσῃ νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δημεύσῃ καὶ αὐτὴ τὰ κτήματα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι, φεύγοντες ἐκ τῆς ἡμεδαπῆς, ἀπήρχοντο ἐκεῖ, ἵνα καταλάβωσι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἡρπάζοντο. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως καὶ μόνον δέον νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς τὸ ζήτημα, καὶ ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως γεννᾶται, κατ’ ἐμέ, τὸ ζήτημα, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο ἁρμόδιος αὐτὸς καὶ μόνος νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἴτε διότι δὲν ἠδύνατο, εἴτε διότι ἀκουσίως παρέλειψεν, οὐχ ἧττον, δὲν ἐδήλωσεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη ἐξεδόθη παρ’ αὐτοῦ, συνεπείᾳ γνώμης τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συνεπείᾳ ἐγκρίσεως ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις, δὲν γνωρίζω, ἄν θὰ σιωπήσῃ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, φρονῶ ὅμως, ὅτι ἓν τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις συμμερίζεται τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἡ τοιαύτη δήλωσις καὶ μόνον θέλει ἀποτελέσῃ ἐγγύησιν δι’ ἡμᾶς, ὅτι τὸ ληφθὲν μέτρον, ἡ ἀπόφασις, δηλαδή, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, θέλει ἀποτελέσῃ δι’ ἡμᾶς ἐγγύησιν, ὅτι, ὅπως λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος ὑπηγόρευσαν τὴν ἀνάγκην τῆς ψηφίσεως ἐκείνου τοῦ νόμου, ἐπίσης καὶ σήμερον λόγοι πολιτικῆς σκοπιμότητος ὑπαγορεύουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ἀποφάσεως ταύτης.
§390ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γούδας.
§391Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν εἰς τόσον προκεχωρηκυῖαν μάλιστα ὥραν, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ζητήματος ἀποδόσεως κτημάτων ἀνηκόντων εἰς κατοίκους ἑνὸς ἐκ τῶν Νομῶν τοῦ Κράτους, τοῦ ὁποίου εἶχον ἄλλοτε τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι Νομάρχης, καὶ ἐάν, ἑπομένως, δὲν ἐγνώριζον ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Θὰ προσπαθήσω νὰ εἶμαι, ὅσον τὸ δυνατόν, σύντομος, ἐξετάζων ζητήματά τινα, σχετικὰ πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, πρὸς διαφώτισιν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ ἀπόψε. Ὅταν ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Νομοῦ τῆς Θεσσαλονίκης, μετὰ μῆνα σχεδόν, ἔληξεν ἡ προθεσμία ἡ τασσομένη ὑπὸ τοῦ νόμου 262 πρὸς προσαγωγὴν τῶν τίτλων διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων, τῶν ἤδη καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἡ προθεσμία, καίτοι ἦτο ἐνιαυσία, δοθεῖσα ὑπὸ τοῦ νόμου, ἦτο καὶ ἐκρίθη ὡς βραχεῖα διὰ τὴν πραγματικὴν ἀνάγκην τῆς προσκομίσεως τῶν τίτλων, διότι μόνον ἐν τῷ καταστήματι τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης τῆς Μακεδονίας, τὸ ἐν Θεσσαλονίκῃ, ὑπῆρχον τότε 22.000 τίτλοι ὡς ἐνέχυρα κατατεθειμένα διαφόρων κτημάτων, τῶν ὁποίων ἡ μετάφρασις, οὐχὶ εἰς διάστημα ἑνὸς ἔτους δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀλλ’ οὔτε εἰς διάστημα δύο ὁλοκλήρων ἐτῶν. Συνεπῶς, οἱ δικαιοῦχοι εἰς ἀπόδοσιν κτημάτων καταληφθέντων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, οἱ ὁποῖοι ὑπεχρεοῦντο ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ προσκομίσωσι τοὺς τίτλους αὐτῶν ἐν μεταφράσει, καὶ οἱ ὁποῖοι, ἕνεκα ὑποχρεώσεων αὐτῶν πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐνεχυριάσωσι τοὺς τίτλους τῶν κτημάτων αὐτῶν, εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ ὑλικῇ νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸν νόμον. Ἐδόθη τότε ἡ διαβεβαίωσις ἐκ μέρους τῆς τότε Κυβερνήσεως, ὅτι θὰ παρετείνετο ἡ προθεσμία αὕτη. Καὶ ὄντως παρετάθη ἡ προθεσμία διὰ νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἐπικυρωθέντος ὑπὸ τοῦ νόμου 687. Μεταξὺ τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα κατελήφθησαν τότε, ἦσαν καὶ τὰ κτήματα τῆς οἰκογενείας Δουρτζῆ, τὰ ἀποτελοῦντα τὸ ἕτερον τῶν θεμάτων, ἅτινα συνεζητήθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπόψε, καὶ περὶ τῶν ὁποίων μόνον θὰ ὁμιλήσω, διότι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην γνωρίζω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Τὰ κτήματα τῆς οἰκογενείας ταύτης εἶναι πολυάριθμα, ἀλλὰ πολυάριθμα εἶναι καὶ τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας Δουρτζῆ. Ἐκ τῶν μελῶν τούτων δύο εἶναι τὰ ἀποδημήσαντα, ἐνῷ οἱ συνιδιοκτῆται τῶν κτημάτων εἶναι πλείονες. Λ. χ. εἰς τι χωρίον οἱ συνιδιοκτῆται εἶναι οἱ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει), πέντε τέκνα ἑνὸς τῶν Δουρτζήδων, ἀδελφοῦ τοῦ ἑτέρου τῶν ἀποδημησάντων, καὶ οἵτινες οὐδέποτε ἀπῆλθον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Συνεπῶς, τὰ μερίδια τούτων κακῶς κατελήφθησαν ὑπὸ τῶν οἰκείων οἰκονομικῶν ἀρχῶν, οὐδενὸς συντρέχοντος λόγου ἀπὸ τοῦ νόμου 262. Ἐπὶ ἑτέρων δὲ κτημάτων, ὀλιγωτέρων τούτων, ὑπῆρχον ἰδιοκτῆται, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἀπῆλθον τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ἐν τούτοις, εἴτε διότι αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαί, αἱ καταλαβοῦσαι τὰ κτήματα, ἠγνόουν τίνες εἶναι οἱ πραγματικοὶ ἰδιοκτῆται, εἴτε ἐξ ἄλλου τινος αἰτίου, τὰ κτήματα ταῦτα κατελήφθησαν ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν καὶ μετὰ τὴν κατάληψιν παρεχωρήθησαν εἰς τοὺς πρόσφυγας. Ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως καὶ πρὸ τῆς ἀποδημίας τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας Δουρτζήδων, ἅτινα ἀπῆλθον, συνετάχθησαν συμβόλαια ἐκμισθώσεως τῶν κτημάτων τούτων πρὸς Χαροκόπον τινὰ ἐν Θεσσαλονίκῃ....
§392Γ. ΠΩΠ. Πότε ἐγένετο ἡ ἀποδημία;
§393Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Φαίνεται ἐκ τῶν ἐγγράφων τοῦ φακέλλου.
§394Γ. ΠΩΠ. Ὅτε εἶσθε σεῖς Νομάρχης ἐν Θεσσαλονίκῃ, σᾶς εἶχεν ἀναγγελθῇ ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ γενομένη κατὰ Μάϊον τοῦ 1914 σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας;
§395Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Βεβαίως.
§396Γ. ΠΩΠ. Ἐγνωρίζετε ἑπομένως, ὅτι ἀπὸ τοῦ Μαΐου τοῦ 1915 ἴσχυε σύμβασις, κατὰ τὴν ὁποίαν, δὲν ἀνεγνωρίζετο παντάπασι τὸ δικαίωμα τὸ δοθὲν, δυνάμει τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν, καὶ τῶν συναφῶν πρὸς αὐτὴν συμβάσεων, ἵνα οἱ ἀπερχόμενοι Μουσουλμάνοι διορίζουν ἀντιπροσώπους αὐτῶν εἰς διαχείρισιν τῶν κτημάτων των.
§397Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἐν προκειμένῳ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀντιπροσώπου.
§398Γ. ΠΩΠ. Τότε θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ συμβόλαια κατηργήθησαν διὰ τῆς συμβάσεως ἐν γνώσει τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως.
§399Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Αἱ πρῶται αἰτήσεις πρὸς ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1914, διότι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1914 χρονολογοῦνται ἀναφοραὶ τῶν ἀδελφῶν Δουρτζήδων, οἵτινες ἐζήτουν τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων των. Καὶ ὁ Χαροκόπος ἀκόμη ἀπὸ τῆς 24ης Σεπτεμβρίου 1914 δι’ αἰτήσεώς του ἐζήτησε τὴν ἀπόδοσιν τῶν δύο κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐνοικιάσῃ ἀντὶ 900 λιρῶν ἐτησίως, προσκομίζων τὰ συμβόλαια τῆς μισθώσεως...
§400Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀπὸ τῶν Δουρτζήδων;
§401Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Βεβαίως, τῶν Δουρτζήδων παρισταμένων ἐκεῖ καὶ ἀναχωρησάντων μετὰ τοῦτο. Ἡ παρέμβασις τοῦ Χαροκόπου εἶναι ἕν τῶν γεγονότων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργησαν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, διότι εἶναι ἀληθές, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς καταλήψεως τῆς Μακεδονίας πλεῖστοι ὅσοι ἐπέδραμον ἐκεῖ, ἐπιθυμοῦντες νὰ ἐξεύρωσιν ἐπιχείρησιν διὰ τῆς μισθώσεως κτημάτων ἀνηκόντων εἰς Ὀθωμανούς. Εἷς ἐκ τούτων ἦτο καὶ ὁ Χαροκόπος, τὴν στιγμὴν δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Ἐδέσσης διετάχθη νὰ καταλάβῃ τὰ κτήματα τῶν Δουρτζήδων, εὗρε δὲ τὸν Χαροκόπον ἀπέναντι αὐτοῦ καὶ οὐχὶ τοὺς Δουρτζῆδες, φυσικὰ καὶ αὐτὸς ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἐφρόνει, ὅτι πρόκειται περὶ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὑπεκατέστη ἀντὶ τοῦ ἰδιοκτήτου τοῦ πραγματικοῦ διὰ νὰ ἐξαπατήσῃ τὸ Δημόσιον, διὰ νὰ ἀποσοβήσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατάληψιν τῶν κτημάτων τούτων. Ἐκ τῆς κεντρικῆς δὲ ταύτης ἐννοίας, ἡ ὁποία ἐπεκράτει ἐν τῇ ἀντιλήψει τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἐξακολουθεῖ ἡ διηνεκὴς ἄρνησίς του ἐπὶ μακρὸν διάστημα χρόνου εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων· καὶ ἄν τις μελετήσῃ μετὰ προσοχῆς τὸν φάκελλον, θὰ ἴδῃ ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν ἐγγράφων δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰ μὴ ἔγγραφα, σχετιζόμενα πρὸς τὴν διηνεκῆ τάσιν τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ὅπως ἀποτρέψῃ μίαν παρέμβασιν τοῦ Χαροκόπου, τὸν ὁποῖον ἐνόμιζεν ὡς παρεμβάντα, ἵνα ἀποσοβήσῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατάληψιν τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα τὸ Δημόσιον εἶχε δικαίωμα νὰ καταλάβῃ...
§402Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος ἠμφισβήτει τὴν παρουσίαν τῶν Δουρτζήδων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐνοικιάσεως;
§403Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὴν ἐποχήν, καθ’ ἥν ἐνεφανίσθη ὁ Χαροκόπος, δὲν ὑπῆρχον οἱ Δουρτζῆδες. Ὑπῆρχον ὅλοι οἱ ἄλλοι συγγενεῖς των, οἱ ὁποῖοι παρέμενον ἐν Ἐδέσσῃ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν συνιδιοκτῆται τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε ἀπεδήμησαν καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκόμη ἐκεῖ.
§404Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει κανὲν ἔγγραφον δι’ αὐτό;
§405Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Βεβαίως, πλεῖστα ἔγγραφα. Ἀλλ’ ἡ παρέμβασις τοῦ Χαροκόπου εἶχε καὶ ἄλλο ἀποτέλεσμα. Φαίνεται, ὅτι ὁ Χαροκόπος δὲν ἦτο ἄνθρωπός τις τυχαῖος καὶ ἐστερημένος μέσων. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Χαροκόπος ἦτο ἴσως ἰσχυρότερος τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ὁ ὁποῖος ἠμπόδιζε τὸν Χαροκόπον νὰ ἀποτρέψῃ τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κατάληψιν τῶν κτημάτων, διότι ἐν τῷ φακέλλῳ θὰ ἴδητε τηλεγραφήματα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῶν ὁποίων συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὁ Ἔφορος καὶ λέγει νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ νὰ μὴ ἀκούσῃ τὰ παράπονα, τὰ διατυπούμενα ὑπὸ τοῦ Χαροκόπου, ὅστις οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ, ἢ τὴν παρεμπόδισιν τῆς καταλήψεως τῶν κτημάτων τούτων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἅτινα ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος Ἐδέσσης ἐφρόνει, ὅτι ὄντως τὸ Δημόσιον εἶχε δικαίωμα νὰ καταλάβῃ. Ὅτι δὲ ὁ Χαροκόπος δὲν ἦτο πρόσωπόν τι ἄγνωστον καὶ ἄσχετον πρὸς τὴν τότε Κυβέρνησιν καὶ ὅτι ὁ Χαροκόπος δι’ ἀρκετὰ ἰσχυρᾶς προστασίας περιεβάλετο ὑπὸ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύεται ἐξ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον παρενέβη, ὑπὸ τοῦ Χαροκόπου ὑποκινηθέν· διότι οὐδεμία ἄλλη παρέμβασις ἔξωθεν δικαιολογεῖ ἢ ὑπάρχει ἐν τῷ φακέλλῳ, δικαιολογοῦσα τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐγένοντο συστάσεις ἐκ μέρους τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀποδοθῶσι τὰ κτήματα. Καὶ ὄντως, κατόπιν τῶν τοιούτων συστάσεων, τῶν παρεμβάσεων τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργείου ἐξεδόθη ἡ ὑπ’ ἀριθ. 155.110 τῆς 31ης Δεκεμβρίου 1914 διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, Ὑπουργοῦ ὄντος τοῦ κ. Διομήδη, διὰ τῆς ὁποίας διετάχθη ἡ ἀπόδοσις τῶν κτημάτων, παρὰ τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, ἐξακολουθοῦντος ἔτι, ἐξ αἰτίας τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας εἶχε νὰ ἀμφισβητῇ τὴν προσωρινὴν διανομήν τῶν Δουρτζήδων.
§406Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ διαταγὴ αὕτη τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἐδῶ;
§407Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Βεβαίως, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ὁ Οἰκονομικὸς Ἔφορος διετάσσετο νὰ παραδώσῃ τὰ κτήματα εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας.
§408Γ. ΠΩΠ. 31 Δεκεμβρίου 1914; ...
§409Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Μάλιστα.
§410Γ. ΠΩΠ. Τώρα, νὰ μᾶς διαβάσητε τὸ ἔγγραφον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνήρει τὴν διαταγὴν αὐτὴν καὶ διατί τήν ἀνήρει. Αὐτὸ εἶναι τοῦ Ἰανουαρίου 1915.
§411Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὅ,τι ἔγγραφα θέλετε, ὑπάρχουσι καὶ τὰ διαβάζετε ἀπὸ τὸν φάκελλον. Ἀνάγνωσιν πολὺ περισσότερον γνωρίζετε ἀπὸ ἐμέ. Ὁ φάκελλος εἶναι ἐκεῖ. Δύνασθε νὰ τὰ διαβάσητε. Ἀλλὰ καὶ παρὰ τὴν διαταγὴν ταύτην τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπως ἀποδοθῶσιν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τὰ κτήματα, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἠρνήθη νὰ τὰ ἀποδώσῃ, ἰσχυριζόμενος ἐν ἀρχῇ, ὅτι οἱ λόγοι, οἱ ἀναφερόμενοι ἐν τῇ διαταγῇ 155.110 δὲν τὸν ἔπειθον περὶ τοῦ πραγματικοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἶχον οἱ ἰδιοκτῆται, εἰς ἀνάληψιν τῶν κτημάτων των, κατόπιν δὲ διὰ διαφόρων τηλεγραφημάτων του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προσεπάθει νὰ κερδίσῃ καιρόν, ὁτὲ μὲν προφασιζόμενος τὸ βαρὺ τοῦ χειμῶνος, ὁτὲ δὲ τὰς περιστάσεις τὰς καιρικὰς ἢ ἄλλας του ἀσχολίας καὶ μὴ μεταβαίνων νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν 155.110 καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ εἰς τὰ κτήματα τοὺς ἰδιοκτήτας, τῶν ὁποίων ἡ ἰδιοκτησία εἶχεν ἤδη καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου· ἐπετιμήθη μάλιστα ἐπανειλημμένως ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ δύο τηλεγραφημάτων καὶ ἐκλήθη εἰς ἀπολογίαν, διότι δὲν ἐξετέλεσε τὴν διαταγὴν αὐτοῦ πρὸς ταχεῖαν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων. Ἐν τούτοις, κατὰ Φεβρουάριον μῆνα, ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, ὁ τότε, δι’ ἑτέρας διαταγῆς, μετέβαλε γνώμην καὶ διατάσσει νὰ μὴ ἀποδοθῶσι τὰ κτήματα.
§412Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ὄχι. Νὰ ἀνασταλῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος.
§413Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Νὰ ἀνασταλῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἐκτέλεσις τῆς προτέρας διαταγῆς, τῆς 155.110.
§414Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Αὐτεπαγγέλτως; Τί προεκάλεσεν αὐτὴν τὴν ἀνάκλησιν τῆς προτέρας διαταγῆς;
§415Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δὲν φαίνεται ἐκ τοῦ φακέλλου.
§416Γ. ΠΩΠ. Ὄχι δά! Φαίνεται. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς τὸ δώσω ἐγώ;
§417Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Μάλιστα. Νὰ μοῦ τὸ δώσητε.
§418Γ. ΠΩΠ. Θέλετε νὰ τὸ διαβάσω ἐγώ; Ἢ νὰ τὸ διαβάσητε σεῖς;
§419Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι ἡ ἀπόφασις, ποὺ ἀναστέλλει;
§420Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα, μάλιστα. Εἶναι αὐτό, πού ἐρωτᾷ ὁ κ. Ράλλης.
§421Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἄν αὐτὸ ἐξεδόθη αὐτεπαγγέλτως, ἢ ἄν προηγήθη ἄλλο ἔγγραφον. Εἶναι αὐτεπάγγελτον ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§422Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). (Συμβουλευθεὶς τὸ ἔγγραφον). Δὲν εἶναι αὐτεπάγγελτον. Ὑπάρχει ἕν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς 30ῆς Ἰανουαρίου 1915.
§423Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον συνίστα νὰ ἀποδοθῶσι, τὸ ὁποῖον ἐζήτει νὰ μάθῃ διατὶ δὲν ἐξετελέσθη ἡ προηγουμένη διαταγή, καὶ εἰς ἀπάντησιν αὐτοῦ τοῦ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐξηγεῖτο νὰ γνωσθῇ διατὶ δὲν ἐξετελέσθη αὐτή ἡ διαταγή, γίνεται ἡ ἀπόφασις αὐτή.
§424Γ. ΠΩΠ. Αὐτό, ἀκριβῶς.
§425Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἑπομένως, δὲν προεκλήθη ἕνεκα αἰτίου ἄλλου.
§426Γ. ΠΩΠ. Ἕνεκα προκλήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐρωτᾷ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διατὶ δὲν ἐφηρμόσθη ἡ διαταγή καὶ δὲν ἐφηρμόσθη.
§427Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Καὶ δὲν ἐφηρμόσθη.
§428Γ. ΠΩΠ. Ἄ! Σύμφωνοι.
§429Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἐξηκολούθει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῶσιν.
§430Χ. ΠΛΑΤΣΟΥΚΑΣ. Διατὶ ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος ἠρνεῖτο;
§431Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος εἶχε σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Δουρντζῆδες εἶχον ἀπέλθῃ. Ἡρμήνευε δὲ στενῶς τὸν νόμον καὶ ἑπομένως ἐφρόνει, ὅτι δὲν ἔπρεπε τὰ κτήματα ταῦτα νὰ ἀποδοθῶσιν.
§432Χ. ΠΛΑΤΣΟΥΚΑΣ. Λέγουσιν, ὅτι ὑπάρχει συμφέρον. Ἐχρηματίζοντο εἰς τὴν Ἔδεσσαν.
§433Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δὲν γνωρίζω. Εἶναι ἕν ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω, οὔτε δύναμαι νὰ τὸ γνωρίζω. Μετὰ τὴν ἀναστολὴν τὴν προσωρινὴν τῆς διαταγῆς ταύτης ἐξηκολούθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι διηνεκῶς προσερχόμενοι πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀναφερόμενοι εἰς αὐτὸ πρὸς ἀπόδοσιν τῆς περιουσίας, ἥτις εἶχε καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καὶ μετὰ ἐπανειλημμένην τοιαύτην προσφυγὴν τῶν κτηματιῶν, οἵτινες ἐζήτουν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων των, ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Ἐδέσσης ἐκ νεωτέρας ἐρεύνης τῶν πραγμάτων διὰ μακρᾶς του καὶ ἠτιολογημένης πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκθέσεως, συνίστα τὴν ἀπόδοσιν τούτων. Συνεπείᾳ δὲ τῆς τελευταίας ταύτης τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἐκθέσεως ἀπεδόθησαν τὰ κτήματα διὰ τῆς τελευταίας διαταγῆς, περὶ τῆς ὁποίας καὶ ἡ συζήτησις ἡ σημερινή. Εἰς τὴν ὅλην ὑπόθεσιν αὐτὴν προσῆκον εἶναι νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ λόγοι, οἵτινες ἐπροκάλουν τὴν ἀντίθετον γνώμην τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου πρότερον καὶ τήν ὑστέραν γνώμην περὶ ἀποδόσεως τῶν κτημάτων των διὰ τῆς τελευταίας αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν ἐκθέσεως ἐκφερομένην. Καὶ ἡ μία γνώμη τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου καὶ ἡ ἄλλη γνώμη τοῦ αὐτοῦ ἐφόρου ἐστηρίζετο, πάντως, ἐπὶ πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἐκεῖθεν ὁ Οἰκονομικὸς ἔφορος, καὶ αἱ πληροφορίαι αὗται ἦσαν τὸ μόνον ἔγγραφον τοῦ Δημάρχου Καρατζόβης, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγγράφου, προκειμένου περὶ τοῦ ἑνὸς τῶν δύο συνιδιοκτητῶν ἀδελφῶν, ὁ Δήμαρχος Καρατζόβης ἐπιστοποιεῖ, ὅτι, ὄντως, οὗτοι ἀπῆλθον ἐκ Καρατζόβης, εἶναι ὅμως βεβαιωμένον, ὅτι ὁ εἷς τῶν ἀδελφῶν, ὁ ὁποῖος κατῴκει ἐν Καρατζόβῃ ἀπῆλθε καὶ μετώκησεν εἰς Ἔδεσσαν. Συνεπῶς, ἡ ἀποδημία τοῦ αὐτοῦ ἀναφερομένου ὑπὸ τοῦ Δημάρχου Καρατζόβης, δὲν εἶναι ἀποδημία, οἵα ἐν τοῖς ὅροις τοῦ νόμου διαγράφεται, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀποδημίας ἀπὸ μιᾶς πόλεως εἰς ἑτέραν τῆς Ἑλλάδος. Ἔρχεται ὅμως κατόπιν ἡ ἀποδημία ἀμφοτέρων τῶν ἀδελφῶν, ἥτις ἐγένετο εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ συνεπείᾳ τῆς ὁποίας κατελήφθησαν τὰ κτήματα. Ἀμφότεροι ὅμως, κατελθόντες εἰς Θεσσαλονίκην, διὰ δηλώσεως, ἐζήτησαν τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν καὶ δι’ Ἑλληνικοῦ διαβατηρίου, ὡς Ἕλληνες ὑπήκοοι, ἀπῆλθον εἰς Κωνσταντινούπολιν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐνοικίασαν τὰ κτήματά των εἰς τὸν Χαροκόπον. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: ἡ τοιαύτη μετάβασις εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται ἐν τῷ γράμματι τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 262 καὶ ἡ μετάβασις εἰς Κωνσταντινούπολιν παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς κατάσχεσιν τῆς περιουσίας των ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου 262, δεδομένου, ὅτι τὸ ἄρθρον 9 ὁμιλεῖ περὶ ἰδιοκτητῶν ἢ νομέων, οἵτινες ἐγκατέλιπον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τὰ κτήματά των; Δὲν ἀρκεῖ νὰ ἀπέλθωσιν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ κτήματά των, ἐπειδὴ δὲ διὰ μισθώσεως ἐγκατέστησαν ἀντιπροσώπους των ἐν τῇ κυριότητι τῶν κτημάτων τούτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ ποτέ, ὡς ἐνυπάρχουσα ἡ ἔννοια τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν κτημάτων, ἡ περιεχομένη ἐν τῷ νόμῳ. Ἐν προκειμένῳ, κ. Βουλευταί, πρόκειται περὶ ἀποδόσεως, τὴν ὁποίαν ἐνήργησε, μετὰ ἐξιδιασμένης δικαιοσύνης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, ὅτι ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια τῶν Δουρτζήδων, ἡ ἄλλοτε πλουσιωτάτη, ἐπένετο ἐν Ἐδέσσῃ ἐπὶ τριετίαν. Τὸ γνωρίζω τοῦτο προσωπικῶς, οὔτε τὴν οἰκίαν εἶχον, ἡ ὁποία κατελήφθη καὶ μετεβλήθη εἰς φυλακὰς τοῦ Κράτους. Ἡ μέριμνα, ἡ ὁποία ἐπεδείχθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπὲρ τῶν δύο συμπολιτῶν, οἵτινες προσέφυγον εἰς αὐτόν, ἐπιζητοῦντες ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων καὶ ἀπονομὴν τοῦ δικαίου, θὰ ηὐχόμην νὰ ἀπενέμετο, ἐν πολὺ εὐρυτέρᾳ κλίμακι, ὑπὲρ πάντων ἐκείνων, ὧν τὰ κτήματα κατελήφθησαν καὶ οἵτινες παραπέμπονται ἤδη, κατὰ θεωρίαν, ἀναπτυχθεῖσαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια, ἵνα διεκδικήσωσι τὰ δίκαια αὐτῶν, ἵνα ζητήσωσι τὰ κτήματά των, τὰ ὁποῖα κατελήφθησαν ἄνευ νομίμου λόγου. Εἶναι δίκαιον νὰ λέγηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἰς τὰ μέλη τῆς οἰκογενείας αὐτῆς, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγκατέλειψαν τὰ κτήματα αὐτῶν, εἶναι, λέγω, δίκαιον νὰ λέγητε εἰς αὐτά: «προσφύγετε εἰς τὸ δικαστήριον, διὰ νὰ λάβητε τὰ κτήματά σας»;
§434Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πόθεν ἐξάγετε, ὅτι δὲν ἐγκατελείφθησαν τὰ κτήματα αὐτῶν; Αἱ ἐκθέσεις ὁμιλοῦν, ὅτι ἅπαντες ἀνεχώρησαν.
§435Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὁμιλοῦν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα.
§436Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖα;
§437Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 168,360 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν;
§438Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποίας ἀρχῆς;
§439Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§440Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Αἱ ἀρχαὶ αἱ τοπικαὶ διεβιβάζουν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν;
§441Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοπικῶν ἀρχῶν.
§442Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ τοπικαὶ ἀρχαί;
§443Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὰ λέγει ὁ Δουρτζῆς;
§444Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἴδιος;
§445Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Πρόκειται περὶ τῶν μελῶν τῶν ἄλλων τῆς οἰκογενείας του καὶ τῶν ὁποίων τὰ μερίδια ἀπεδόθησαν πολὺ πρὸ τούτου.
§446Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οὐδεμία ἀρχή.
§447Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας οἱ ἰδιοκτῆται. Εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μηδόλως ἀπελθόντων ἐκ τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀπελθόντων, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐπῆλθεν ἀποδημία.
§448Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περὶ αὐτῶν ὁμιλῶ. Ἄλλο θέμα δὲν ἔχομεν σήμερον. Ὅσοι δὲν ἔφυγον, ποῖος τοὺς πειράζει;
§449Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Περὶ αὐτῶν ὁμιλῶ, περὶ τῶν μὴ ἀπελθόντων.
§450Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὴ συγχέωμεν τὰ πράγματα. Νὰ μένωμεν ἐπὶ τοῦ θέματος.
§451Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔφυγον τῶν κτημάτων, λόγῳ τοῦ ἀδιανεμήτου, διότι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔφυγον καὶ εἶχον ἓν κτῆμα ἐξ ἀδιαιρέτου ἀδιανέμητον τὸ κατέλαβον καὶ ἐστερήθησαν αὐτοῦ, καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔφυγον ποτὲ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἐστερήθησαν τοῦ μεριδίου των προσωρινῶς μέχρις οὗ κανονισθῇ τὸ ζήτημα.
§452Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι πάντες.
§453Γ. ΠΩΠ. Εἶναι ἄσχετον τὸ ζήτημα τοῦτο.
§454Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅπως καὶ μὲ σᾶς εἴμεθα σύμφωνοι εἰς ὅλην τὴν γραμμήν, διότι δὲν ἠθελήσατε νὰ ἀποδώσητε τὰ κτήματα ταῦτα.
§455Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Αἱ ἀντιρρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἐνταῦθα, ὅσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τῆς κτήσεως τῶν κτημάτων τούτων, αἱ στηριζόμεναι ἐφ’ ἑνὸς ἐγγράφου ἑνὸς ἀστυνόμου, διεκτραγῳδοῦντος τὰς ἁρπαγάς, τὰς κλοπὰς καὶ τὰς ἀγγαρείας τῶν ἰδιοκτητῶν, περὶ ὧν πρόκειται, πρὸς ἀπόκτησιν τῶν κτημάτων τούτων, βεβαίως, δὲν φαντάζομαι, ὅτι δύνανται νὰ ὑποστηριχθῶσι σοβαρῶς, διότι θὰ ἠρώτων τὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὰς πληροφορίας αὐτάς: τότε, ποῦ ἐστήριξε τὰς πληροφορίας αὐτάς, τὰς ὁποίας παρέχει διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Καὶ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐρωτήσω ἐπίσης τὸν αὐτὸν ἀστυνόμον, ὁ ὁποῖος ὑπέγραψε τὸ ἔγγραφον τοῦτο: τίνες Χριστιανοὶ ἐν Καρατζόβᾳ ἠγγαρεύθησαν, διὰ νὰ κτισθῶσι τὰ οἰκήματα τῶν Μουσουλμάνων, τὰ ὁποῖα εἶχον καταληφθῆ ὑπὸ τοῦ ἀστυνόμου;
§456ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος ἀστυνόμος;
§457Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ἀστυνόμος λέγεται Γρηγοράκης.
§458Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τώρα θὰ ὑβρίσωμεν τὸν ἀστυνόμον;
§459Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχει ἐνδοξωτέρα καὶ ὡραιοτέρα ἐποχή, παρά, ὅταν ἐπῆγον οἱ Ἕλληνες ἐκεῖ.
§460Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κύριε Συνάδελφε, τὰ κτήματα τῆς Καρατζόβας, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖ ὁ ἀστυνόμος αὐτός, εἶναι κτήματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸ διαμέρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον Χριστιανοὶ δὲν ὑπάρχουν.
§461Γ. ΠΩΠ. Τοὺς ἐξώντωσαν. Δι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχουν.
§462Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μήπως τοὺς ἐξέκοψαν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ὑπάρχουν;
§463Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Πρὸ ἑξακοσίων ἐτῶν, δὲν ἠξεύρω.
§464Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπειδὴ ἐζητήσατε, πόθεν ἠρύσθη τὰς πληροφορίας του ὁ ἀστυνόμος, τὸ λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Ὁ ἐνταῦθα διοικητικὸς ἀντιπρόσωπος...κλπ.».
§465Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Εἶναι ψεῦδος. Οὐδέποτε ἐπῆγεν ἐκεῖ αὐτός.
§466Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τέλος πάντων, ὅλα ψεύματα!
§467Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἠμποροῦν, παρὰ νὰ εἶναι ἀληθῆ, μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου.
§468Γ. ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ. Οὐδέποτε ἐπάτησεν ἐκεῖ.
§469Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διατὶ δὲν καταγγέλλετε τὸν ἀστυνόμον αὐτόν, ὡς βεβαιώσαντα ψευδῆ γεγονότα;
§470Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας τῶν κτημάτων τούτων εἶναι πρὸ ὀκτὼ ἐτῶν μόνον. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ὁ κύριος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, παρὰ πάσας τὰς ἀντιρρήσεις τῆς ἰδίας αὐτοῦ ὑπηρεσίας, παρὰ πάσας τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ Διευθυντοῦ τῶν Κτημάτων τοῦ Κράτους, κ. Παναγιωτοπούλου, ὅστις ἔχει σήμερον ἀντιρρήσεις διὰ τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων καὶ δὲν εἶχε καμμίαν ἀντίρρησιν εἰς πάσας τὰς προηγηθείσας διαταγάς, τὰς ὁποίας προσυπέγραψε περὶ ἀποδόσεως τῶν κτημάτων...
§471Γ. ΠΩΠ. Ποίας διαταγάς;
§472Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πότε; Ἐκεῖ ὅπου ἦτο νόμιμος ἡ ἀπόδοσις. Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ἐξεδόθη καμμία διαταγή;
§473Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κύριε Τσουκαλᾶ, εἴτε μετὰ τὸν νόμον, εἴτε πρὸ τοῦ νόμου, ἔγινε τὸ γεγονός, ἐὰν ἐγκατέλιπον τὰ κτήματα καὶ ἀπῆλθον...
§474Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ γεγονός. Τώρα θὰ καταγγείλωμεν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι κάμνουσι τὸ καθῆκόν των.
§475Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ εἰς τὴν πρώτην διαταγὴν λέγει, ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται δὲν μετηνάστευσαν καὶ προσυπογράφει.
§476Γ. ΠΩΠ. Εἰς ποίαν διαταγήν;
§477Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Τὴν διαταγὴν περὶ ἀποδόσεως.
§478Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Βουλευτά, ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρέκβασιν; Τὸν κ. Παναγιωτόπουλον δὲν τὸν γνωρίζω σᾶς βεβαιῶ.
§479ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ἕνας λόγος πάρα πάνω νὰ μὴ πιστεύητε εἰς αὐτόν.
§480Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀρνεῖται νὰ προσυπογράψῃ, ἀρνεῖται, λόγῳ τοῦ νόμου 687. Τὴν πρώτην φοράν, ἦσαν νόμιμοι αἱ ἀποδόσεις, τὴν δευτέραν φοράν, μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου, δὲν εἶναι νόμιμοι.
§481Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συζητοῦμεν περὶ τοῦ ἂν μετηνάστευσαν ἢ ὄχι.
§482Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Συζητοῦμεν ἐὰν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρώτου νόμου, ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῶσιν.
§483Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Συζητοῦμεν, ἐὰν μετηνάστευσαν ἢ ὄχι. Εἰς τὴν πρώτην ἀπόφασιν ἐδέχθη ὡς βάσιν, ὅτι δὲν μετηνάστευσαν καὶ ταύτην τὴν βάσιν προσυπέγραψεν ὁ Διευθυντὴς τῶν Κτημάτων.
§484Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Λάθος ἔχετε. Ἡ πρώτη βάσις εἶναι ὁ πρῶτος νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον, δὲν ἠδύνατο νὰ κατάσχῃ τὸ Κράτος τὰ κτήματα. Ὁ δεύτερος νόμος ἐμποδίζει τὴν ἀπόδοσιν.
§485ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Τσουκαλᾶ, ἄν ἔχητε νὰ δευτερολογήσητε, ὁμιλήσατε κατόπιν.
§486Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἤθελον συστήσῃ ἑπομένως, εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν, ἵνα, παρὰ πᾶσαν ἀντίρρησιν τῆς σχετικῆς αὐτοῦ ὑπηρεσίας, προβῇ γενναιότερον εἰς ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων, ἐφ’ ὅσον τὰ κτήματα θὰ ἀποδίδωνται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀπολύτου δικαίου.
§487Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἦτο ὡραία πρᾶξις. Καὶ οἱ Θρᾷκες καὶ οἱ Μικρασιᾶται, τί θὰ γίνουν;
§488ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπούσιος ἔχει τὸν λόγον.
§489Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁ νόμος 262 ἐθεσπίσθη, ὡς παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς, ὡς μέτρον τοῦ Κράτους, ἐπιβαλλόμενον ἐξ ἀνάγκης ἐσωτερικῆς διαρρυθμίσεως τῶν κτηματολογικῶν διαφορῶν, αἱ ὁποῖαι παρουσιάσθησαν εἰς τὰς Νέας Χώρας μετὰ τὴν ἀνάκτησιν αὐτῶν. Ὑπῆρξαν Μουσουλμάνοι, οἱ ὁποῖοι ἠναγκάσθησαν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῶν ἐχθροπραξιῶν, νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ ἀνακτηθὲν Ἑλληνικὸν ἔδαφος καὶ τὰ κτήματα αὐτῶν ἔμειναν ἐγκαταλελειμμένα. Καθ’ ἣν ἐποχὴν, λοιπόν, ἐγένετο αὐτὸς ὁ νόμος, ἐπρόκειτο νὰ νομιμοποιηθῇ μία πρᾶξις, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο νὰ γίνῃ, διὰ νὰ μὴ περιέλθωσιν εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ πρώτου καταλαβόντος κτήματα πολύτιμα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν δικαίῳ εἰς τὸ Κράτος, ὡς ἐγκαταλελειμμένα, ὡς ἀδέσποτα κτήματα. Δὲν ἦσαν ὅμως γνωστὰ αὐτὰ τὰ κτήματα ἐκείνην τὴν ἐποχήν, οὐδὲ καθωρισμένα λεπτομερῶς, ὥστε ὁ νόμος ἐκεῖνος νὰ εἶναι ἀκριβὴς καὶ νὰ ὁρίζῃ ὅτι τὰ κτήματα τὰ τάδε, τοῦ δεῖνα καὶ τοῦ δεῖνα, ἀπελθόντων ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, ἐπὶ μὴ ἐπανόδῳ, περιέρχονται εἰς τὸ Κράτος καὶ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔτασσε προθεσμίαν ἑνὸς ἔτους, καὶ ἔλεγεν, ὅτι τὰ μέχρι σήμερον ἐγκαταλελειμμένα καὶ τὰ ἀπὸ σήμερον μέλλοντα νὰ ἀνακαλυφθῶσιν ὡς ἐγκαταλελειμμένα, θὰ περιέρχωνται εἰς τὸ Κράτος, ἐφ’ ὅσον ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ σήμερον δὲν προσέλθουν οἱ ἰδιοκτῆται, ἵνα διεκδικήσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν. Ἦτο, τρόπον τινά, μία πρόσκλησις πρὸς ἐπάνοδον τῶν ἀπελθόντων· δὲν ἦτο δήμευσις, ὡς ἐκ πρώτης ὄψεως ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ. Καὶ μάλιστα ἡ πολιτικὴ τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἦτο κατάδηλος ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ὁ ἡγούμενος τῆς τότε Κυβερνήσεως ἐπελαμβάνετο πάσης εὐκαιρίας, διὰ νὰ λέγῃ, ὅτι τὸ Μουσουλμανικὸν στοιχεῖον εἶναι ἕν στοιχεῖον πολύτιμον διὰ τὸ Κράτος μας, ὅπερ ἡμεῖς, ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως συνταγματικῆς, οὐ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συμφέροντος ἔχομεν ἀνάγκην νὰ περιποιηθῶμεν, διότι θὰ εἶναι καλοὶ πολῖται, θὰ εἶναι πολύτιμοι βοηθοί, διὰ τὴν πλουτολογικὴν ἀνάπτυξιν τῶν Νέων Χωρῶν. Αὐτὰ τὰ πράγματα εἶναι τόσον σαφῶς καθωρισμένα, ὥστε δὲν χωρεῖ καμμία ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὸν ἀρχικὸν σκοπὸν τῆς θεσπίσεως ἐκείνου τοῦ νόμου, τοῦ 262. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ὅμως ἀκόμη μέχρι σήμερον δὲν δύναται νὰ λεχθῇ, ὅτι πρόκειται νὰ παρουσιάσῃ τὰ ἀποτελέσματά του, διότι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου, δηλαδή, ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὰ κτήματα περιέρχονται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὡς ἐγκαταλελειμμένα, θεωρούμενα ὡς ἀδέσποτα, πρόκειται νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν μετὰ τὴν πάροδον τῆς προθεσμίας τοῦ νόμου, ἡ ὁποία δὲν ἔληξεν ἀκόμη, διότι παρετάθη, θὰ λήξῃ εἰς τὰ τέλη τοῦ προσεχοῦς Ἀπριλίου. Τότε μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν μίαν ἐκκαθάρισιν καὶ νὰ ἴδωμεν ποῖα ἐκ τῶν ἐγκαταλελειμμένων κτημάτων, τῶν θεωρηθέντων ὡς ἀδεσπότων, δὲν ἐζητήθησαν ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν αὐτῶν καὶ ποῖα δὲν ἐζητήθησαν καὶ πρέπει νὰ περιέλθωσιν εἰς τὸ Κράτος. Ἐὰν ἦτο αὐτὸς ὁ νόμος μόνον, ὁ 262, καὶ δὲν ὑπῆρχε νεώτερον γεγονός, νομοθετικόν, ἐγὼ λέγω, ὅτι ὅλα τὰ κτήματα τῶν Μουσουλμάνων, τὰ ὁποῖα εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως, ἐγκατελείφθησαν, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα διεκδικοῦνται παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας, ὀφείλουν νὰ ἐπιστραφῶσιν.
§490Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Βεβαίως. Τὸ λέγω καὶ ἐγὼ αὐτό.
§491Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ, κατὰ τὸ φθινόπωρον τοῦ 1914, ἐπῆλθε τὸ νεώτερον πολιτικὸν γεγονός, ὄχι πλέον νομοθετικὸν γεγονός. Τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, εὑρεθὲν πρὸ τοῦ διωγμοῦ τῶν ὁμοεθνῶν μας καὶ ἐφαρμόζον, ὄχι τόσον τὰ ἀντίποινα, τὰ ὁποῖα ἀργότερον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προέβαλεν, ἀλλὰ παρουσιάζον τὴν ἀνάγκην τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν διωκομένων ὁμογενῶν, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ στεγασθῶσι καὶ νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς κτήματα, διὰ νὰ καλλιεργῶσι καὶ νὰ τρέφωνται, προέβη εἰς τὸ μέτρον τῆς εἰς αὐτοὺς τοὺς πρόσφυγας ὁμογενεῖς παραχωρήσεως τῶν τοιουτοτρόπως προσωρινῶς θεωρηθέντων ὡς ἐγκαταλελειμμένων καὶ ἀδεσπότων κτημάτων. Ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ μεταξὺ ἤρχισαν νὰ ἔρχωνται καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν κτημάτων καὶ νὰ παρουσιάζουν τίτλους, διὰ νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον 262 καὶ νὰ ἀποδώσῃ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἤδη εἶχεν ἀρχίσῃ νὰ παραδίδῃ εἰς τοὺς πρόσφυγας, ἔφερεν εἰς τὸ μέσον τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν, τὸ ζήτημα τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν πληθυσμῶν καὶ τῆς ἀνταλλαγῆς τῶν περιουσιῶν.
§492Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἶναι μεταγενέστερον.
§493Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς βάσεως ἐστήριξεν ἡ Κυβέρνησις τῶν Φιλελευθέρων τὴν κατοχὴν καὶ τὴν μὴ ἐπιστροφὴν τῶν κτημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα κατέλαβεν ὁριστικῶς, πρὶν ἢ γίνῃ ληξιπρόθεσμος ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε τὴν κατοχὴν αὐτῶν. Αὐτὸ τὸ ζήτημα ὅμως ἔμενε νομοθετικῶς ἀκανόνιστον, καθὼς δὲ ἐνθυμοῦνται οἱ κ. κ. Συνάδελφοι, οἱ εὑρεθέντες κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ, ἀνέφερον τότε δεκαπέντε περιπτώσεις, ἢ μᾶλλον, κατηγορίας, διεκδικήσεως τῶν περιουσιῶν αὐτῶν, διότι παρουσιάζετο σειρὰ ὁλόκληρος ποικιλιῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία εὑρίσκετο ἐν ἀμφιβολίᾳ καὶ δὲν ἐγνώριζε ποῦ νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της καὶ ποῦ νὰ δώσῃ τὸ δίκαιον καὶ πῶς νὰ μὴ περιπέσῃ εἰς λάθος. Ἐνῷ, λοιπόν, καὶ τότε ὅπως καὶ σήμερον, ἐπεβάλλετο νὰ ληφθῇ κἄποια νομοθετικὴ μέριμνα, ἵνα κανονισθῇ τὸ ζήτημα ὁριστικῶς καὶ ἐπιληφθῇ σοβαρῶς τὸ Κράτος τούτου, ἡ συζήτησις περιεστράφη εἰς τὸ καθαρῶς πολιτικὸν μέρος καὶ ἐλέχθη μάλιστα, ὅπως ἀναφέρουν τὰ ἀναγνωσθέντα πρακτικά, ὅτι εἶναι ἄσχετον τὸ θέμα πρὸς τὸν νόμον 262, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει σχέσις τοῦ νόμου πρὸς τὴν κατάληψιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἕνεκα πολιτικῶν λόγων. Ἐπειδὴ ὅμως τοιουτοτρόπως δὲν ἤρετο ἐκ τοῦ μέσου ὁ νόμος 262 καὶ ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν τοῦ νόμου 262, νὰ ἐπικυρώσῃ, δηλαδή, τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα, ὡς πρὸς τὴν παράτασιν διὰ τοὺς ἓξ παρελθόντας μῆνας καὶ νὰ ἀνανεώσῃ τὴν παράτασιν δι’ ἄλλους ἓξ μῆνας, μέχρι τῆς προσεχοῦς λήξεώς της, ἐδέησε νὰ ἐπικυρωθῇ ὁ νόμος μὲ μίαν συμβιβαστικὴν λύσιν μεταξὺ τῶν δύο ἀντιλήψεων, τῆς μιᾶς, ὅτι πρέπει τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ νομοθετικῶς καὶ τῆς ἄλλης, ὅτι δὲν ἔπρεπε καὶ τὸ πολιτικὸν μέρος νὰ παροραθῇ. Καὶ ἐγένετο ὁ συμβιβασμός, ἵνα τεθῇ ἡ προσθήκη ἐκείνη, ἡ ὁποία ἤλλαξε τὴν μορφὴν τοῦ νόμου 262, λέγουσα, ὅτι τότε μόνον θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ὅταν ὑπάρξῃ ἡ ἀμοιβαιότης. Ἐτέθη, δηλαδή, ὁ ὅρος τῆς ἀμοιβαιότητος. Αὐτὸ εἶναι τὸ καθαρῶς νομοθετικὸν ζήτημα. Ἐγὼ καὶ τότε εἶπον καὶ τώρα λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὴ ἡ θεωρία τῶν ἀντιποίνων καὶ τῆς ἀμοιβαιότητος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταστρέψωμεν τὸν νόμον μὲ πολιτικὰς ἀντιλήψεις· ἐὰν θέλωμεν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα πολιτικῶς, ἂς τὸ λύσωμεν· ἀλλ’ ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ νομοθετῶμεν καὶ ἡ νομοθεσία εἶναι ἐκτὸς τῶν πολιτικῶν ἀντιλήψεων. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθὼς ἐγὼ τουλάχιστον, ἤκουσα, καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπεν, ὅτι εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, δι’ ἃς ἐγένετο ἡ συζήτησις, δὲν ἐφήρμοσε τοὺς νόμους 262 καὶ 867· εἶπεν, ὅτι καὶ αἱ δύο περιπτώσεις εἶναι περιπτώσεις διαφεύγουσαι τὰ ὅρια τῶν νόμων τούτων, εἶναι περιπτώσεις, αἵτινες κανονίζονται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν ἄλλων νόμων τοῦ Κράτους. Καὶ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως, δὲν εἶναι δυνατόν, λέγω καὶ ἐγώ, καθὼς καὶ ἄλλοι διακεκριμένοι νομομαθεῖς Συνάδελφοι, εἶπον, αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ κρίνωμεν, ἐὰν ὄντως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐφήρμοσε τοὺς νόμους τοὺς γενικούς, ὁπότε, βεβαίως, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀθῷος πάσης μομφῆς, ἢ μήπως παρέβη τὸν νόμον 262 ἢ 687, ὁπότε, βεβαίως, πρέπει νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας τῆς παραβάσεως ταύτης. Ἐκ πρώτης ὄψεως χωρὶς νὰ ἴδω τὰς λεπτομερείας πάσας καὶ μελετήσω λεπτομερῶς τὰ πράγματα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματίσω γνώμην καὶ νὰ δώσω ψῆφον ἐπὶ τοιούτου ζητήματος.
§494Γ. ΠΩΠ. Ὅτε κατελήφθησαν τὰ κτήματα καὶ τοῦ Μπεϊντουλὰχ ἐν Καστορίᾳ καὶ τῶν Τζουρτζήδων ἐν Ἐδέσσῃ, ἦσαν κατειλημμένα ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δι’ ἐπισήμων πράξεων, ὅτι τὰ μὲν κτήματα τοῦ Μπεϊντουλὰχ δὲν εἶχον χρησιμεύσει εἰς ἐγκατάστασιν προσφύγων, εἰς δὲ τὰ κτήματα τῶν Τζουρτζήδων εἶχον ἐγκατασταθῆ 901 πρόσφυγες. Ἐὰν τοῦτο δὲν σᾶς ἐπικουρήσῃ εἰς τὴν σκέψιν, τότε θὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχετε ἄλλην κατεύθυνσιν σκέψεων ὑμεῖς καὶ ἄλλην ὁ νομοθέτης.
§495Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Σεῖς εἴχατε τὴν εὐκαιρίαν νὰ μελετήσητε τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ μορφώσητε γνώμην, ἀλλὰ πάντοτε «ὀφθαλμοὶ, ὤτων πιστότεροι»· καὶ ἐγὼ ἐπιφυλάσσομαι, ἐὰν μὲ ἀναγκάσητε νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου, πρῶτον νὰ μελετήσω τὸν φάκελλον καὶ κατόπιν νὰ ἀποφανθῶ· ἐὰν δὲν θέσω τὸν δάκτυλον ἐπὶ τὸν τύπον τῶν ἥλων, δὲν θὰ εἴπω τίποτε.
§496Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν συνέβαινεν αὐτό, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον;
§497Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὰς ἐγκαταστάσεις προσφύγων συνέβησαν πολλὰ ἔκτροπα. Τοιαύτας ἀκολασίας ἡμεῖς, οἱ ἐκ Μακεδονίας Βουλευταί, γνωρίζομεν πλείστας ὅσας, καὶ ἐὰν θέλετε, δύνασθε νὰ μάθητε, ὅτι ἐτοποθετήθησαν εἰς κτήματα, ὄχι μόνον πρόσφυγες, ἀλλὰ καὶ γηγενεῖς ἐπιδρομεῖς· ἐὰν θέλετε τοιαῦτα γεγονότα, ὁρίσατέ μας μίαν ἡμέραν νὰ σᾶς φέρωμεν πλεῖστα παραδείγματα. Αὐτά, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πρέπει νὰ τὰ παραδεχθῆτε ὡς ὀρθά, ὅτι ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ πολιτικοῦ μέτρου, τοῦ ἐθνικοῦ, τοῦ πατριωτικοῦ αὐτοῦ καθήκοντος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένοντο καὶ ὑπερβασίαι καὶ ἀκολασίαι ἐκ μέρους ἐντοπίων καὶ ὑπαλλήλων, ἐκ μέρους πολλῶν, οἱ ὁποῖοι ψαρεύουν εἰς τὰ θολὰ νερά, ὅπως πάντοτε συμβαίνει. Ἐν γένει τὸ ζήτημα τὸ κτηματολογικὸν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἡ κακή τούτου διαχείρισις, ἐπέφερον τὰς συνεπείας ταύτας. Γνωρίζετε ὅλοι, ὄχι μόνον οἱ ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκ τῆς Παλ. Ἑλλάδος, διότι δὲν εἴμεθα καὶ τόσον μακρυά, ὅτι ἡ Τουρκία εἶχε κατορθώσῃ νὰ ἔχῃ μίαν βάσιν κτηματολογίου, ὄχι, βεβαίως, κτηματολόγιον, ὡς τὸ Γαλλικόν, ἀλλὰ πάντως κτηματολόγιον ἀνώτερον ἀπὸ τὸ ἀνύπαρκτον Ἑλληνικὸν Κτηματολόγιον. Αὐτὰ τὰ κατάστιχα τοῦ Τουρκικοῦ Κτηματολογίου, τὰ ὁποῖα ὁρίζουν ὅλων ἡμῶν τὰς περιουσίας, ὄχι μόνον τῶν Μουσουλμάνων, ἀλλὰ καὶ τῶν Χριστιανῶν, τοὺς ὁποίους ἀπηλευθερώσατε καὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ μεριμνήσητε, ὅπως ἐξασφαλίσητε καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τοὺς δώσητε τὰ μέσα καὶ τὴν δύναμιν, ἵνα προαγάγουν τὸν ἰδιωτικὸν καὶ ἑπομένως καὶ τὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, καὶ νὰ φανοῦν χρήσιμοι εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον τοὺς ἀπηλευθέρωσε· αὐτά, λοιπόν, τὰ κατάστιχα, τὰ πιστοποιοῦντα τὰς περιουσίας μας, τὰ ἀφῆκεν ἡ ὑπηρεσία νὰ σήπωνται εἰς τὰ ὑπόγεια τῶν Τουρκικῶν διοικητηρίων καὶ τὰ ἀφῆκεν ἀχρησιμοποίητα ἐπὶ τρία τώρα ἔτη. Ἐὰν θελήσῃ τώρα κανεὶς νὰ παρουσιάσῃ τίτλον τινὰ τῆς ἰδιοκτησίας του, πηγαίνει εἰς τὸν διερμηνέα καὶ λαμβάνει ἐν μεταφράσει ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον, βεβαίως, δὲν ἔχει καὶ μέγα κῦρος καὶ τοῦ στοιχίζει 3 δρχ., ἐνῷ τὰ βιβλία σήπονται εἰς τὸ Διοικητήριον. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, καὶ ἐπιλαμβάνομαι τῆς εὐκαιρίας κατὰ τὴν ἀποψινὴν συνεδρίασιν, ἵνα φθάσωμεν εἰς ἓν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτοῦ καὶ θερμοπαρακαλοῦμεν, ἱκετεύομεν τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα διὰ τὸ Κτηματολόγιον. Πλησίον εἰς τὸν Οἰκονομικὸν Ἔφορον, χρειάζεται εἷς ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος νὰ κρατῇ τὰ κτηματολογικὰ βιβλία. Αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος δύναται νὰ εἶναι καὶ ὁ σημερινὸς μεταφραστὴς τῶν Πρωτοδικείων, διότι αὐτὸς ἔχει αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν σήμερον, ἢ ἄλλος τις· εἶναι ἀπόλυτος ὅμως ἀνάγκη, ἵνα ὅλοι οἱ κάτοχοι κτημάτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις νὰ ἔχουν τίτλους, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὰ κτήματα ἐκεῖ δὲν εἶναι καταγεγραμμένα, ὅπως ἐδῶ, εἰς συμβόλαια, ὅπου περιλαμβάνεται ὁλόκληρον κτῆμα, καὶ κἄποτε ὁλόκληρον τσιφλίκι εἰς ἓν ἔγγραφον· ἐκεῖ εἶναι τίτλοι ἰδιοκτησίας κτηματικοί, οἱ ὁποῖοι περιλαμβάνωσι χωριστὰ ἕκαστον οἰκόπεδον, χωριστὰ τὸ οἴκημα, χωριστὰ τὸ ἐκ πέντε ἢ δύο στρεμμάτων χωράφιον, ὅλη δὲ αὐτὴ ἡ ὀγκώδης ἐργασία, εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γίνῃ, ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον, καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτηθοῦν, θὰ καλυφθοῦν πλουσιοπαρόχως, ἀπὸ ἓν μικρὸν ἀντίτιμον, τὸ ὁποῖον θὰ δίδεται ὑφ’ ἑκάστου τίτλου διδομένου εἰς τὸν κάτοχον. Διατὶ νὰ ἔχωμεν τοὺς Τουρκικοὺς τίτλους μὲ τὸν τουρᾶν τοῦ Σουλτάνου καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν Ἑλληνικὸν τίτλον μὲ τὸ μονόγραμμα τοῦ Βασιλέως μας;
§498Γ. ΠΩΠ. Θὰ ἦτο ὕβρις νὰ δοθῶσι τὰ κτήματα μὲ μονόγραμμα Ἑλληνικόν· καλλίτερον νὰ δοθῶσι μὲ τουρᾶν.
§499ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§500Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶναι, διότι, πολλαὶ ἀκολασίαι προέρχονται ἐκ τῆς ἀταξίας, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν εἰς τὰ κτηματολογικὰ ζητήματα τῶν Νέων Χωρῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ καθαρῶς πολιτικόν, νομίζω, ὅτι θὰ ἐπιτρέψητε καὶ εἰς ἐμέ, ὄχι ὡς ἀντιπρόσωπον τῶν Νέων Χωρῶν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπον τῶν Νέων αὐτῶν Ἑλληνικῶν Χωρῶν, τέως ἐν τῷ Ὀθωμανικῷ Κοινοβουλίῳ, νὰ ζητήσω, ἵνα ἀναγνωρίσητε καὶ εἰς ἐμέ, οὐχὶ ὀλιγώτερον πόνον, ἀπὸ κάθε ἄλλον, ἐπίσης πονοῦντα καὶ λυπούμενον, καὶ ἐνταῦθα καὶ ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης Ἕλληνα πολίτην, ὀλιγώτερον, λέγω, πόνον διὰ τοὺς δοκιμαζομένους ἀδελφούς μας. Ἀλλ’ ἕτερον ἑκάτερον. Φρονῶ, ὅτι, ὅπως εἶπον καὶ κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ, τὸ ζήτημα πρέπει νὰ χωρισθῇ ἀπὸ πολλὰς ἐπιρροὰς ὁλοκληρωτικῶς. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς νὰ κάμωμεν πολιτικὴν Ἑλληνικήν, ἐμπνεομένην ἀπὸ τὴν Τουρκικὴν πολιτικὴν τῆς σημερινῆς Νεοτουρκικῆς Κυβερνήσεως. Ἀφήνω κατὰ μέρος τὰς κελεύσεις τοῦ Συντάγματος, ποὺ δὲν ἀναγνωρίζει διάκρισιν μεταξὺ τοιούτου ἢ τοιούτου θρησκεύματος, Ἑλλήνων πολιτῶν. Βεβαίως, οἱ Μουσουλμάνοι πολῖται Ἕλληνες ἔχουσιν ἀνάγκην ὅλης τῆς καλῆς καὶ συντόνου προσοχῆς μας, διὰ νὰ μὴ παραπονοῦνται, ἔστω καὶ ἐὰν οἱ γνήσιοι Ἕλληνες πολῖται τῶν Νέων Χωρῶν παραπονοῦνται· διότι τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τοὺς Ἕλληνας τῶν Νέων Χωρῶν, εἶναι ζητήματα καθαρῶς οἰκογενειακά, τὰ ὁποῖα ἕνεκα τῶν περιστάσεων δυνάμεθα νὰ τὰ ἀναβάλωμεν· ἀλλὰ τὰ Μουσουλμανικὰ ζητήματα πρέπει νὰ τὰ θεωρῶμεν ἐσπευσμένως καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων περιορισμῶν, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι μόνον τὸ ζήτημα τῶν κτημάτων, εἶναι καὶ ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ μᾶς γεννήσωσιν αἱ σημεριναὶ περιστάσεις, ποὺ διατρέχομεν. Πολλὰ θὰ εἶναι τὰ ζητήματα αὐτά, κατὰ τὸ μέλλον στάδιον τοῦ ἐθνικοῦ μας ἀγῶνος, διότι δὲν γνωρίζομεν ἀκόμη ποία θὰ εἶναι ἡ ἐξέλιξις τοῦ μεγάλου πολέμου καὶ ποῖοι θὰ εἶναι οἱ παράγοντες, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχωσι τὴν πρωτοβουλίαν ἐπὶ τῆς λύσεως ὅλων τῶν ζητημάτων, ὅσα θὰ προκύψουν ἐκ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πολέμου. Πρέπει νὰ ἔχωμεν χαράξῃ μίαν πολιτικὴν τοιαύτην, ὥστε νὰ εὑρεθῶμεν ἡμεῖς ἐν τάξει ἀπέναντι τῶν καθηκόντων μας καὶ ὑποχρεώσεών μας καὶ ἐν πλήρει δικαίῳ νὰ διεκδικήσωμεν καὶ τὰ ἰδικά μας δίκαια. Καθὼς γνωρίζετε, εἰς τήν σύμβασιν τῶν Ἀθηνῶν ἐγένετο λόγος περὶ Μουσουλμανικῶν Κοινοτήτων καὶ Βακουφικῶν περιουσιῶν καὶ οὔτε τὸ Α ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων δὲν ἔχει λυθῆ μέχρι σήμερον. Ὑπάρχουσιν εἰς τάς Νέας Χώρας βακουφικαὶ περιουσίαι, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζομεν κατὰ πόσον εἶναι βακουφικαί, διότι τὸ Κράτος τὸ Τουρκικὸν διετήρει καὶ τὰ σχολεῖα καὶ ὑπάρχουσι καὶ σχολικαὶ περιουσίαι, αἱ ὁποῖαι χαρακτηρίζονται ὡς βακουφικαί. Ἐάν αὐτὸ τὸ ζήτημα καθορισθῆ, καθ’ ἃ μᾶς διαβεβαιοῖ τὸ ἁρμόδιον Τμῆμα τοῦ Κράτους, καὶ αἱ βακουφικαὶ περιουσίαι τῶν Μουσουλμάνων χωρισθῶσιν ἀπὸ τὰς μὴ βακουφικάς, πρέπει νὰ χωρισθῇ ἡ κοινότης ἡ πνευματικὴ τῶν Μουσουλμάνων, ἡ ὁποία ἔχει ὡς βάσιν, ὅπως καὶ ἡ Ἑλληνική, τὴν ἐκκλησίαν καὶ τὸ σχολεῖον, καὶ νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τὸ ἐν τῆς συμβάσεως προοριζόμενον πρόσωπον.
§501Γ. ΠΩΠ. Αἱ συμβάσεις εἶναι ἀμφοτεροβαρεῖς. Νὰ τὰς ἐφαρμόσῃ καὶ ἡ Τουρκία.
§502Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι νὰ εἶναι ἀμφοτεροβαρεῖς, διότι αὐτὸ ἀπαιτεῖ τὸ πολιτικὸν συμφέρον μας.
§503Γ. ΠΩΠ. Ὄχι, νὰ μᾶς σφάζουν καὶ ἡμεῖς νὰ λέγωμεν: «σφάξε με ἀγᾶ μου νὰ ἁγιάσω»!
§504Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Λοιπόν, αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, τά ὁποῖα ἐπιβάλλεται εἰς ἡμᾶς νὰ κανονίσωμεν, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὰ μίαν διευθέτησιν, διὰ νὰ ἔχωμεν ὅλον τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν καὶ ὅλην τὴν ἡσυχίαν τοῦ νοός πρὸς διεκδίκησιν τῶν ἰδικῶν μας ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἴσως, ὅταν ἔπρεπε νὰ διεκδικηθῶσι, δὲν διεξεδικήθησαν, ὅσον ἔπρεπεν, ἀλλά, διότι δὲν διεξεδικήθησαν τότε, δὲν ἕπεται, ὅτι πρέπει τώρα ἡμεῖς νὰ παραμελήσωμεν. Οὔτε μὲ ὅσα λέγω ἐννοῶ, ὅτι πρέπει ἐκτελέσωμεν μόνοι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ἐπιβαλλομένας ἀπὸ πολιτικῶν καὶ νομικῶν λόγων καὶ νὰ μὴ διεκδικήσωμεν τὰ δίκαιά μας ἐκεῖνα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, ὅτι πρέπει καὶ ὀφείλομεν νὰ τὰ διεκδικήσωμεν μὲ πᾶσαν θυσίαν καὶ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν, τήν ὁποίαν ἔχομεν εἰς χεῖράς μας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω καὶ λέγω, εἶναι, ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀνεξαρτήτως τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπιτάσσει ἰσότητα μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων πολιτῶν, ἔχει ἀνάγκην νὰ τάμῃ μίαν καθαρὰν ὁδόν διὰ τὸ μέλλον τῶν Ἑλλήνων Μουσουλμάνων πολιτῶν. Ὅπως ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, ἡ Αὐστρία, ἡ Ρωσσία, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι Μουσουλμάνους ἐντὸς τῶν Κρατῶν των, ἔχουν κανονίσῃ ἅπαξ διὰ παντὸς μίαν Μουσουλμανικὴν πολιτικήν, καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ τάμωμεν μίαν ἰδικήν μας, Ἑλληνικὴν Μουσουλμανικὴν πολιτικήν, διότι δὲν θὰ εἶναι μόνον οἱ σημερινοὶ Μουσουλμάνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι πολῖται τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν βλέψεις ἀπελευθερώσεως καὶ ἄλλων ἀδελφῶν, οἱ ὁποῖοι ἐν μεγαλειτέρᾳ ἀναλογίᾳ ἔχουσι Μουσουλμάνους συμπολίτας, πρέπει νὰ τάμωμεν ἀπὸ τώρα Μουσουλμανικὴν πολιτικήν, ἡ ὁποία τοὺς μὲν ἐν τῷ Κράτει εὑρισκομένους συμπολίτας μας Μουσουλμάνους νὰ τοὺς ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τὰς Νεοτουρκικὰς ἐπιδράσεις, αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται καὶ σήμερον, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους Μουσουλμάνους συμπολίτας τῶν ὑποδούλων ἀδελφῶν μας νὰ παράσχωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην, μὲ τὸ καλὸν παράδειγμα, ὅτι, ὅταν ἀπελευθερωθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι ὑπόδουλοι ἀδελφοί μας, οἱ συμπολῖται των, θὰ τύχωσι καὶ αὐτοὶ αὐτῆς ἰσότητος καὶ τῆς αὐτῆς δικαιοσύνης, τῆς τυγχάνουσι καὶ οἱ ἤδη μαζί μας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος συμπεριληφθέντες Μουσουλμάνοι συμπολῖται μας.
§505Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, διὰ νὰ συζητήσωμεν ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ πραγματικοῦ ζητήματος, πρέπει, πρὸ παντός, νὰ θέσωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ νομικὸν ζήτημα πῶς ἔχει, διότι νομίζω, ὅτι εἰς τοὺς ἀντιτεθέντας κατὰ τῆς πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τόσον ἐν τῇ Βουλῇ, ὅσον καὶ ἐν τῷ τύπῳ, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἀκριβῶς πῶς ἔχει τὸ νομικὸν ζήτημα. Πάντες ἀνεχώρησαν ἐκ τοῦ τελευταίου νόμου καὶ ὡμίλησαν ἐν ἐκτάσει περὶ τοῦ τελευταίου νόμου, ὁ ὁποῖος ὥρισε τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος. Εἶπον, ὅτι πρόκειται περὶ κτημάτων καταληφθέντων. Ἄρα, τὰ κτήματα αὐτὰ κατελήφθησαν, διότι ὑπῆρχε τότε ἡ θεωρία τῶν ἀντιποίνων, καὶ ἑπομένως, δὲν δύνανται νὰ ἀποδοθῶσι, παρὰ συμφώνως μὲ τὸν τελευταῖον νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω. Ὁ νόμος, ὁ τελευταῖος, ὁ ὑπ’ ἀριθ. 867, δὲν μετέβαλε καθόλου κατὰ τὸ λοιπὸν περιεχόμενον αὐτοῦ τὸν προηγούμενον νόμον 262. Ὁ προηγούμενος νόμος 262 ὁμιλεῖ περὶ κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγκαταλελειμμένα, ὡς ἀδέσποτα, καὶ τῶν ὁποίων οἱ ἰδιοκτῆται, οἱ νόμιμοι διακάτοχοι, διότι δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ περὶ νομίμων διακατόχων, ἀπῆλθον εἰς τήν ἀλλοδαπήν. Κατὰ τὸν προηγούμενον νόμον, τὸν 262, ἄρθρον 9ον, ἐὰν τὰ κτήματα ἐγκαταλείπονται, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται αὐτῶν ἀπέρχονται εἰς τήν ἀλλοδαπήν, ἢ οἱ νόμιμοι αὐτῶν διακάτοχοι, ἐν τοιαύτη περιπτώσει, διὰ νὰ τοὺς ἀποδοθῶσιν, ἵνα μὴ χάσωσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐπ’ αὐτῶν, εἴτε τῆς κυριότητος, εἴτε τῆς νομίμου αὐτῶν διακατοχῆς, ἔπρεπεν ἐντὸς ἔτους νὰ ὑποβάλωσι τούς τίτλους αὐτῶν. Ὁ νέος νόμος τὶ προσέθηκεν εἰς τοῦτο; Ὅτι παρέτεινε τὴν προθεσμίαν εἰς ἕξ μῆνας διὰ τῆς ἐπικυρώσεως τοῦ Διατάγματος καὶ ἐπὶ ἑτέρους ἕξ μῆνας διὰ τοῦ νόμου, ἤτοι εἶπεν, ὅτι θά γίνεται ἡ ἀπόδοσις καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος, ἡ ὁποία ἀμοιβαιότης θὰ ἐξακριβωθῇ διὰ δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι ἐξεπληρώθη ὁ ὅρος. Ἄρα, διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νέος αὐτὸς νόμος καὶ διὰ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχει παράβασις τοῦ νόμου τούτου, πρέπει νὰ πρόκειται περὶ κτημάτων ἐγκαταλελειμμένων, τῶν ὁποίων οἱ ἰδιοκτῆται ἀπῆλθον εἰς τήν ἀλλοδαπήν. Ἑπομένως, τὸ ὅλον ζήτημα, ἐὰν ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι νόμιμος ἢ μή, ἐξαρτᾶται ἐκ μόνου τοῦ πραγματικοῦ τούτου ζητήματος: πρόκειται περὶ κτημάτων ἐγκαταλελειμμένων, τῶν ὁποίων οἱ κύριοι ἀπῆλθον εἰς τήν ἀλλοδαπήν; Ἐὰν δὲν πρόκειται περὶ τοιούτων κτημάτων, ὁ νόμος 262 ἢ 687 δὲν ἔχει καμμίαν ἐφαρμογήν καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀποδεικνύει, ὅτι εἶναι νόμιμος κύριος, θὰ τὰ λάβῃ, διότι ἐνασκεῖ τὸ δικαίωμά του. Ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ στερήσῃ μόνον τοὺς ἐγκαταλείψαντας τὰ κτήματα. Τούτου τιθεμένου, ἕν μόνον εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ἐξεταστέον, ἐὰν πρόκειται περὶ ἐγκαταλελειμμένων κτημάτων, τῶν ὁποίων οἱ νόμιμοι κύριοι ἀπῆλθον εἰς τήν ἀλλοδαπήν. Τοῦτο εἶναι, βεβαίως, πραγματικόν, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν ἐγγράφων. Ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι δὲν ἔλαβον ἀφορμήν, μή σκεφθεὶς προηγουμένως, νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν, νὰ μελετήσω κατ’ ἰδίαν τὸν φάκελλον. Ἡ μελέτη μου εἶναι πρόχειρος, γενομένη κατὰ τὴν συζήτησιν ἐνταῦθα καὶ ἐξ ὅσων ἤκουσα. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, ἔχω ὡς πρὸς τοῦτο τὴν μελέτην ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἐγκύρως καὶ ὑπευθύνως ἐξήνεγκον γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι τεταγμένοι διὰ νὰ ἐκφέρουν γνώμην. Τρεῖς ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἔχομεν ἀποφάσεις δύο διαφόρων Κυβερνήσεων καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἀπολύτως καμμία διαφωνία μεταξὺ τῶν δύο διαφόρων Ὑπουργῶν, δύο διαφόρων Κυβερνήσεων. Ὑπάρχει ἡ ἀπόφασις 155.110 τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κ. Διομήδη, ἡ ὁποία ἐξεδόθη τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1914, ἡ ὁποία, ἐξετάζουσα τὰ ἔγγραφα, τὰ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης διαμειφθέντα, ἀποφαίνεται, κατηγορηματικῶς, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κτημάτων ἐγκαταλελειμμένων, τῶν ὁποίων οἱ κύριοι ἢ νόμιμοι διακάτοχοι ἀπῆλθον εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ διατάσσει τὴν ἀπόδοσιν αὐτῶν, ἀφοῦ κανονίζει ὅρους τινάς, σχετικῶς μὲ τούς πρόσφυγας, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐγκατασταθῆ ἐντός τῶν κτημάτων αὐτῶν. Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις ἐξεδόθη τὴν 31ην Δεκεμβρίου 1914. Καθ’ ὅλον τὸ χρονικὸν διάστημα μέχρι τῆς 31ης Ἰανουαρίου 1915 δὲν ἐνεφιλοχώρει εἰς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης οὐδεμία ἄλλη ἀμφισβήτησις καὶ δὲν λαμβάνει οὐδεμίαν ἄλλην ἀφορμὴν νὰ σκεφθῇ ἀντιθέτως. Τοὐναντίον δὲ μάλιστα, μακρὰ διεξάγεται ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν διαφόρων τοπικῶν ἀρχῶν τῆς Μακεδονίας περὶ διακανονισμοῦ τῶν διαφόρων ζητημάτων, ὡς πρὸς τὴν ἀπόδοσιν, καὶ ἰδίᾳ περὶ τοῦ κανονισμοῦ ἀποζημιώσεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλουν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ πληρώσουν διὰ δαπάνας, γενομένας εἰς τὰ κτήματα πρὸς ὄφελος αὐτῶν, λόγῳ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Ἔχω δὲ ὑπ’ ὄψει μου δύο ἔγγραφα τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου τῆς 28 Ἰανουαρίου, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνευ χρονολογίας, ἀλλά, βεβαίως, μεταγενέστερα τοῦ τηλεγραφήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπαντᾷ. Ἔχω, ἐπίσης, δύο ἔγγραφα τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Οἰκονομικῆς Ἐφορίας Ἐδέσσης, ὁ ὁποῖος ἀκριβῶς τὴν 26 Ἰανουαρίου ἐπαναλαμβάνει, ὅτι δὲν κατόρθωσε νὰ ἐνεργήσῃ ἀκόμη τήν ἀπόδοσιν, ἕνεκα τακτοποιήσεως διαφόρων ζητημάτων, χωρὶς νὰ κάμνῃ κανένα ἄλλον λόγον. Οἱ ἐρευνήσαντες δὲ τὸν φάκελλον τὸν σχετικόν, θὰ εὗρον ἀναμφισβητήτως καὶ ἄλλο τι. Πότε ἐγεννήθη σκέψις ἀναστολῆς τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως εἰς τήν τότε Κυβέρνησιν; Θὰ ἴδητε, ὅτι ἐγεννήθη μετὰ τὴν 30ὴν Ἰανουαρίου 1915. Τότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Βενιζέλος, στέλλει ἓν ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον τοῦ λέγει, ὅτι παραπονοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται, διότι δὲν ἐξετελέσθη ἀκόμη ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα. Καὶ λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Κατὰ ταῦτα...κλπ.». Αὐτὰ λέγει τὸ ἔγγραφον αὐτό. Καὶ τὶ ἀποδεικνύει τὸ ἔγγραφον αὐτὸ τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ; Ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ τότε Κυβέρνησις μέχρι καὶ τῆς 30ῆς Ἰανουαρίου 1915 ἐνέμενεν εἰς τήν ἀπόφασίν της, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ κτημάτων ἐγκαταλελειμμένων, ὑποκειμένων ἑπομένως εἰς τήν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 262 καὶ ὅτι ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῶσιν, ἀλλ’ ὅτι ἀνεστάλη ἡ ἐκτέλεσις διὰ τὴν τακτοποίησιν τῶν ζητημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀφεώρων τὰς δαπάνας καὶ ἄλλα τινὰ σχετικὰ μὲ τοὺς πρόσφυγας.
§506Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὰ στηρίζονται εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν ἰδίων αἰτούντων.
§507Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Βουλευτά, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς κάμω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν: Εἶναι μία μομφή, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἀποδώσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἡ ὁποία λαμβάνει ἓν ἔγγραφον ἑνὸς ἐνδιαφερομένου καὶ στηρίζεται εἰς τὸ ἔγγραφον αὐτό, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τίποτε, βεβαίως, δὲν εἶναι σοβαρὰ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Δὲν δυνάμεθα νὰ λέγωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ μίαν Κυβέρνησιν, ὅτι οὕτως ἐργάζεται, διότι σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ λέγει, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «Διὰ τοῦ ἀπὸ...κλπ.». Τὸ δὲ ἔγγραφον 155,110 τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον διέταξε τὴν ἀπόδοσιν, στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως διαφόρων ἐγγράφων, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει, ὅτι τὰ κτήματα αὐτὰ δὲν εἶναι ἐγκαταλελειμμένα καὶ οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν δὲν εἶχον ἀπέλθῃ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Μέχρι δὲ τῆς 28 Ἰανουαρίου, ὄχι μόνον δὲν λαμβάνεται ἀφορμὴ νὰ μεταβάλουν σκέψεις, ἀλλὰ τηλεγραφικῶς ἀπαντοῦν εἰς τὰς ἀρχάς καὶ σπεύδουν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, διότι παρεπονοῦντο οἱ ἰδιοκτῆται καὶ οἱ νόμιμοι διακάτοχοι, ὅτι δὲν τοὺς ἀποδίδονται, ἀφοῦ ὑπῆρχεν ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος Πρόεδρος δὲν εἶναι δυνατόν, προκειμένου μάλιστα περὶ τοιούτων ζητημάτων, νὰ μὴ διατελῇ ἐν διαρκῇ συνεργασίᾳ καὶ ἐν πλήρει γνώσει καθ’ ἑκάστην ἡμέραν τῶν συμβαινόντων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ κτήματα αὐτά, τὴν 30ὴν Ἰανουαρίου λέγει: «ἐκτελέσατε τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην». Τὸ τελευταῖον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐπακολουθεῖ καὶ τὸ ὁποῖον ἐματαίωσε τὴν ἐκτέλεσιν, ποίας εἶναι χρονολογίας; Εἶναι τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1915, δηλαδή, μετὰ τὴν τελευταίαν πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ 28 Ἰανουαρίου καὶ τὴν τελευταίαν ἐπίσημον πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπὸ 30ῆς Ἰανουαρίου. Ἀπὸ ταύτης δὲ μέχρι τῆς τελευταίας ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μεσολαβεῖ χρονικὸν διάστημα μόνον 11 ἡμερῶν. Τί συμβαίνει εἰς τὸ μεταξὺ τοῦτο χρονικὸν διάστημα; Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὸ ἔγγραφον αὐτό, βεβαίως, ὤφειλον νὰ καταδείξωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ποῖα γεγονότα ἐνεφανίσθησαν εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ καὶ τίνες σκέψεις ἐγεννήθησαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἵνα ἀναστείλῃ τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο. Θὰ ἴδῃ τις, ἐὰν ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτι ἐγεννήθησαν καὶ ἄλλα ζητήματα, κατεκρατήθησαν καὶ ἄλλα κτήματα ἰδικά μας, καὶ ἐγένετο σκέψις νὰ παρελκυσθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ λέγει τὸ ἔγγραφον: Θὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἄλλα ζητήματα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων θέλομεν ἐνεργήσῃ τὴν ἀπόδοσιν, δηλαδή, τὰ ζητήματα, τὰ ἀφορῶντα τὰς δαπάνας τῶν ἀποζημιώσεων καὶ τὰ ζητήματα τῶν προσφύγων. Καὶ καταλήγει τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τί; Θὰ σᾶς ἀναγνώσω τί λέγει τὸ ἔγγραφον, ἵνα, ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, καταλήξωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ καταλήξῃ ἡ Βουλή. (Ἀναγινώσκει). Τί ἔκαμε, λοιπόν, ἡ ἀπόφασις; Δὲν ἀνῄρεσε τίποτε ἐκ τῶν προειρημένων, ἐνέμεινεν εἰς τὰ προειρημένα, ἠθέλησε μόνον νὰ παρελκύσῃ ἐν τῷ μεταξὺ τὸ ζήτημα διὰ πολιτικοὺς λόγους. Τούτου τεθειμένου, Κύριοι, δύνασθε σήμερον νὰ ἔλθητε καὶ νὰ εἴπητε, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμόσητε τὸν τελευταῖον νόμον; Διὰ τίνα λόγον νὰ ἐφαρμόσητε τὸν τελευταῖον νόμον; Ὑπάγονται ταῦτα εἰς τὸν τελευταῖον νόμον; Ὁ τελευταῖος νόμος εἶναι συμπλήρωμα τοῦ πρώτου, διατί νὰ ἐφαρμόσω τὸν τελευταῖον νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι νόμος περὶ ἀμοιβαιότητος, ὅταν οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα; Τί εἶναι ὅλαι αὐταὶ αἱ θεωρίαι, διότι δὲν ἐλάβομεν τὰ κτήματα τῶν Ἑλλήνων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, διότι δὲν ὑπῆρχεν ὁ ὅρος τῆς ἀμοιβαιότητος; Αὐταὶ εἶναι ὡραῖαι λέξεις καὶ πράξεις, διὰ νὰ πολεμήσωμεν μίαν πρᾶξιν ἑνὸς Ὑπουργοῦ. Εἶναι ὀρθὸν καὶ δεδικαιολογημένον νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ θέλωμεν, μόνον καὶ μόνον διὰ τὸν πόλεμον ἐναντίον ἑνὸς Ὑπουργοῦ, νὰ διαστρέψωμεν τὰ πράγματα; Δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι πολιτικὴ σκοπιμότης οἱονδήποτε ζήτημα, νὰ τὸ μεταφέρωμεν εἰς ζήτημα πολιτικῆς μεταβολῆς. Τὰ ἐθνικὰ ζητήματα ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ὅλως ἄσχετα πρὸς τὴν διαπάλην τὴν μεταξύ μας.
§508Γ. ΠΩΠ. Θέλετε, λοιπόν, νὰ συζητῶμεν διὰ τὰ Εἰρηνοδικεῖα;
§509Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σεῖς νὰ συζητῆτε δι’ ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ σᾶς λέγω τοῦτο: νὰ μὴ ἀναμιγνύετε ἐν τῇ πολεμικῇ ἐναντίον ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἐθνικὸν χαρακτῆρα.
§510Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τώρα ἔρχεσθε καὶ τὰ λέγετε αὐτά.
§511Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σεῖς, κ. Συνάδελφε, ἤλθατε καὶ ὡμιλήσατε, χωρὶς νὰ διαβάσητε τίποτε. (Χειροκροτήματα). Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλοῦν, τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν νόμον 262, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκρινεν, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι κτήματα ἐγκαταλελειμμένα, καὶ οὕτω κρίνας, ὀρθῶς ἔκρινε, διότι ἔκρινεν οὕτως ὁλόκληρος ἡ Ἑλλάς, ὑποτιθεμένου, ὅτι εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα αἱ Κυβερνήσεις, ὅταν διαδέχωνται ἡ μία τὴν ἄλλην, ἐκπροσωποῦσιν ὁλόκληρον τὴν Χώραν. Μίαν παρατήρησιν ἀκόμη: Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἐμέμφθη ἀτέλειαν τοῦ νόμου, ὄχι ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς, ἀλλ’ ἀπὸ ἀπόψεως διαδικαστικῆς. Εἶπεν, ὅτι κυρίως ὅλη αὐτὴ ἡ συζήτησις, ὅλαι αὐταὶ αἱ διαφωνίαι ἐγείρονται, διότι ἡ προσοχὴ ὅλων τῶν συζητητῶν καὶ ἡ ψήφισις τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐστράφη ἁπλῶς εἰς τὸ πολιτικὸν μέρος καὶ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἕν οὐσιῶδες, τὸ διαδικαστικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπεν ἡ διαδικασία αὐτὴ νὰ μὴ εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ νὰ εἶναι εἰς χεῖρας τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλά, τῇ ἀληθείᾳ, ἀπορῶ, πῶς τόσον διακεκριμένος Συνάδελφος ἐθεώρησεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐξηρθέθησαν τὰ Δικαστήρια. Ὁ νόμος δὲν εἶπε τίποτε, τὰ δικαστήρια εἶναι πάντοτε εἰς καιρὸν καὶ ἔχουσι πάντοτε ἁρμοδιότητα νὰ ἀποφανθῶσιν ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ πότε; Ὅπως καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν εἶναι κεκλημένα τὰ δικαστήρια νὰ ἀποφαίνωνται. Ποία δὲ εἶναι ἡ περίπτωσις αὐτή; Πρῶτον, ὅταν ὑπάρχῃ διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἀντιδίκων, ὅταν ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις. Ὅταν ὑπάρχῃ διαφορά, τότε, βεβαίως, εἶναι κεκλημένα καὶ καλοῦνται τὰ δικαστήρια νὰ ἀποφανθῶσι. Καὶ ὑποθέτει κανεὶς, ὅτι, ἂν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔλυε τὸ ζήτημα ἀντιθέτως ἀπὸ τὰς ἀξιώσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ νόμιμοι διακάτοχοι τῶν κτημάτων αὐτῶν, αὐτοὶ δὲν ἠδύναντο νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ εἴπωσιν: «ἐφαρμόσατε κακῶς τὸν νόμον’ νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει περίστασις ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου 262 καὶ τοῦ 687 καὶ ἐφαρμόζετε τοὺς νόμους αὐτούς, ἐνῷ αὗται δὲν ὑπάρχουσι»; Ποῖος θὰ τοὺς ἐκώλυε νὰ προσφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια; Ἀλλὰ δὲν προσέφυγον εἰς τὰ Δικαστήρια καὶ οὔτε ἠδύναντο νὰ προσφύγωσι, διότι διαφορὰ δὲν ὑπῆρχε. Καὶ τί θὰ ἔλεγον τὰ δικαστήρια καὶ πῶς θὰ ἠδύναντο νὰ ἐπιληφθῶσι τὰ δικαστήρια; Καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἥν ἐνεφανίζετο τὸ Δημόσιον τῆς Ἑλλάδος διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐκπροσωπούμενον, καὶ ὑπέβαλε τὰς προτάσεις, ὡς ὤφειλε καὶ ὡς Δημόσιον καὶ ὡς καλῆς πίστεως, τὰς προτάσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν αἰτιολογίαν καὶ τὴν βάσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσήρχετο ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἔλεγε: τοῦτο ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τοῦ Δημοσίου, θὰ ὑπῆρχε, νομίζετε, δίκη καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ ἀποφανθῶσι τὰ δικαστήρια καὶ θὰ ἠδύναντο νὰ ἐξετάσωσιν, ἂν τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως ἢ ἄλλως; Τὰ δικαστήρια θὰ ἐδέχοντο τὴν ἀγωγήν. Πρὸς τί, λοιπόν, νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ πολυτελὴς διαδικασία, ἵνα ἐκδοθῇ ἀπόφασις, ἀφοῦ οὐδὲν θὰ ἐξήταζον τὰ δικαστήρια, ἐκτὸς πλέον, ἂν νομίζετε, ὅτι ὀφείλει τὸ Δημόσιον, παρουσιαζόμενον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, νὰ ἀποκρύψῃ τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἀρνηθῇ τὰ ἔγγραφα, νὰ διαψεύσῃ τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους αὐτοῦ.
§512Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Νὰ διαστρέψῃ....
§513Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ νὰ διαστρέψῃ τὰ πάντα, διὰ νὰ διαταχθῶσιν ἀποδείξεις καὶ ἐκδοθῇ ἀπόφασις. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀληθῶς, ἀνυψοῦμεν τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης; Νομίζετε, ὅτι τὸ γόητρον τῆς Δικαιοσύνης τὸ ἐκπροσωπεῖ μόνη ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ἢ καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις τῶν πολιτῶν καὶ πρὸ παντὸς τοῦ Δημοσίου; Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ τῆς τοιαύτης ἀπόψεως δύναται νὰ γεννηθῇ ζήτημα. Τὸ ζήτημα εἶναι τόσον ἁπλοῦν καὶ τόσον σαφές, ὥστε ἀπησχόλησε πέραν τοῦ δέοντος τὴν Βουλήν. (Χειροκροτήματα).
§514ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουσλῆς ἔχει τὸν λόγον.
§515Ρ. ΜΟΥΣΛΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα παραιτοῦμαι τοῦ λόγου.
§516ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τεφὴκ Τσέλλος.
§517ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὕστερα ἀπὸ ὅσα ἐλέχθησαν παρὰ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν εἰς ἐμὲ νὰ προσθέσω τι ἐπὶ τῆς οὐσίας τοῦ ζητήματος. Θὰ εἴπω μόνον ὅτι σήμερον ἐν Ἑλλάδι, ὑπάρχουσιν ἑκατοντάδες Μουσουλμάνοι, οἱ ὁποῖοι, καίτοι διαβιοῦσιν ἐν Ἑλλάδι, στεροῦνται τῆς ἰδιοκτησίας των. Θὰ εὐχαριστήσω ἀνεξαιρέτως πάντας τοὺς κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀγορεύσαντας, ἐν ὀνόματι ὅλων τῶν Μουσουλμάνων τῶν Νέων Χωρῶν, διὰ τὰ φιλομουσουλμανικὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἔδειξαν.
§518Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Καὶ τὰ δίκαια.
§519ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. ... καὶ τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα ἐφώναξαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Θὰ παρακαλέσω δὲ, ἐπειδὴ οἱ Μουσουλμάνοι αὐτοί, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κρατοῦνται παρὰ τοῦ Δημοσίου, εὑρίσκονται εἰς μεγάλην ἀνάγκην καὶ δυστυχοῦσι, θὰ παρακαλέσω καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως θέσῃ ἓν τέρμα εἰς τὸ ζήτημα αὐτό, διότι αὐτὸ κατήντησε πληγή. Οἱ Μουσουλμάνοι, ὅσοι ἐννοεῖται μετὰ τὴν κατάληψιν τῶν Ν. Χωρῶν ἔμειναν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔμειναν μόνον καὶ μόνον ὁρμώμενοι ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι θὰ ζήσωσιν ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι, θὰ ἀπολαύσωσι πάντων τῶν ἀγαθῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Δικαιοσύνης. (Εὖγε, χειροκροτήματα).
§520Δ. ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Παρακαλέσατε καὶ σεῖς τοὺς ἰδικούς σας, νὰ κάμωσι τὰ ἴδια.
§521ΤΕΦΗΚ ΤΣΕΛΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζω τί κάμνουν αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις καὶ ἂν καλῶς ἢ κακῶς φέρονται. Ζητῶ ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν γνωρίζω πολὺ καλά, ὅτι εἶναι φιλοδικαία, καὶ ἀπὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, τὸ ὁποῖον εἶναι πεπολιτισμένον καὶ φιλελεύθερον, νὰ ἀποδώσῃ τὸ δίκαιον, τὴν ἰσοπολιτείαν. Τίποτε ἄλλο δὲν ζητοῦμεν, καὶ τότε νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ ἔχητε Μουσουλμάνους, συνταυτίσαντας τὴν τύχην των μὲ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. (Χειροκροτήματα). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, παρακαλῶ, νὰ προσθέσω καὶ κἄτι τι. Εἰς τοὺς νόμους περὶ ἀδεσπότων κτημάτων βλέπω νὰ ἀναμιγνύηται καὶ ἡ Ἤπειρος. Νομίζω, ὅτι ὁ νομοθέτης καὶ ἡ Βουλή, ὅταν ἐγένετο ὁ νόμος, δὲν θὰ εἶχον ποτὲ ὑπ’ ὄψει τὴν Ἤπειρον. Εἰς τὴν Ἤπειρον δὲν ὑπάρχουν ζητήματα τοιαῦτα, καὶ ἂν ὑπάρχουν, δὲν πρέπει τὰ κτήματα νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐγκαταλελειμμένα, διότι οἱ Ἠπειρῶται τὰ πάντα ἠμποροῦν νὰ ἀρνηθῶσιν, ὄχι ὅμως τὴν πατρίδα των, ὥστε νὰ ἐκπατρισθῶσιν, εἴμεθα δὲ ἓν αἷμα, μία φυλή, μοιραίως χωρισθεῖσα, δὲν ἠξεύρω διατί. (Χειροκροτήματα).
§522Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀνῆλθον, κ. Βουλευταί, ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως διαβεβαιώσω τὸν τελευταῖον λαλήσαντα ἐντεῦθεν, ὅτι καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ὁμόδοξοί του δύνανται νὰ ἔχωσι πᾶσαν πεποίθησιν, οὐ μόνον πρὸς τὴν νῦν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς πᾶσαν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν. Τὸ πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ζῶμεν, ἀσφαλίζει εἰς πάντα πολίτην Ἕλληνα τὴν ἰσοπολιτείαν καὶ ἴσα δικαιώματα ἐκ τοῦ νόμου, ἡ δὲ συζήτησις, ἡ λήγουσα ἤδη, ἀποδεικνύει εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συμπολίτας ἡμῶν, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ ἐπιτελέσεως καθήκοντος, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, ὡς εἶπον, δὲν θὰ διστάσῃ νὰ ἀπονείμῃ τὸ δίκαιον. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν ἀντιθέσεις. Εἶναι δυνατὸν νὰ παρερμηνευθῇ οἱαδήποτε πρᾶξις κυβερνητική, ἀλλ’ ἐν τῷ ἀπλέτῳ φωτί, τὸ ὁποῖον ἀναλάμπει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τῇ ἐλευθέρᾳ, ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ ἐλευθέρου λόγου, μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει φωνή, ὅσῳ καὶ ἂν εἶναι ἰσχυρά, ὅπως καταπνίξῃ τὸ δίκαιον. Τὸ δίκαιον θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως, καὶ προέκυψεν ἤδη ὡς πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν. Ἐάν τις θελήσῃ, καλῇ τῇ πίστει, νὰ λάβῃ εἰς χεῖρας τὰ τέσσαρα ἔγγραφα, τὰ δύο τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ προγενέστερα, τὸ διάμεσον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ τὸ τελευταῖον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἀπονείμαντος τὸ δίκαιον πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρεπονέθησαν, θέλει πεισθῇ, Κύριοι, ὅτι, ἂν καὶ ἐβράδυνεν, ἀπενεμήθη τὸ δίκαιον, ὡς ἔδει νὰ ἀπονεμηθῇ. Οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφίσθησαν ἐπὶ τῇ ἀληθῶς δυστυχεῖ περιστάσει τῆς καταδιώξεως τῶν ὁμογενῶν ἡμῶν, ἀφοροῦν εἰς ἄλλα θέματα παρ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προκύπτουν ἐκ τῆς ἐξιστορήσεως τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡ συζήτησις. Διὰ νὰ ἐφαρμοσθοῦν ἐκεῖνοι οἱ νόμοι καὶ αἱ ρῆτραι αὐτῶν, ὡς καὶ ἡ ρήτρα περὶ τῆς ἀμοιβαιότητος, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἡ ὁριστικὴ ἀποδημία, ἡ ἐγκατάλειψις τῶν ἀκινήτων καὶ ἡ ὁριστικὴ φυγὴ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἄνευ προθέσεως ἐπαγέδου (σὰν’ ἐσπρὶ ντὲ ρετούρ). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξήτασαν καὶ οἱ δύο Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ ἀσχοληθέντες ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἶναι, ἂν αἱ οἰκογένειαι, οἱ ὁποῖαι διεξεδίκουν καὶ ἐζήτουν τὰ κτήματα, τὰ ἀνήκοντα αὐταῖς, ἐὰν αἱ οἰκογένειαι ἐκεῖναι εἶχον ἀποδημήσῃ, ἀποδεικνύεται δὲ πασιφανῶς, ἤδη ἐκ τῆς γενομένης αὐστηρᾶς ἐρεύνης, ὅτι οὐδέποτε ἀπεδήμησαν, ὅτι ἐκεῖ ἐγεννήθησαν, ἐκεῖ ἔζησαν καὶ ἐκεῖ ἐξακολουθοῦσι νὰ ζῶσιν. Αὕτη εἶναι ἡ ἀλήθεια. Πᾶν ἕτερον, τὸ ὁποῖον ἤθελέ τις νὰ εἴπῃ, ἀναμφισβητήτως διαστροφὴ εἶναι τῶν γεγονότων. Παράδοξοι εἶναι αἱ περίοδοι καὶ αἱ τροπαί, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ αἱ τροπαί, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξηγοῦνται, παρὰ μόνον ἐκ τῶν παρεμπεσασῶν περιστάσεων. Βλέπομεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν παλαῖον πρὸς τοὺς ἰδίους αὐτοῦ ὑπαλλήλους ἀρχικῶς, προσπαθοῦν νὰ πείσῃ αὐτούς, ὅτι, τέλος πάντων, πρέπει νὰ ὑπακούσουν εἰς τὰς διαταγὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐξέδωκεν ἡ κεντρικὴ ἀρχή, αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Βλέπομεν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν συνεπικουροῦν καὶ ὠθοῦν ἀκριβῶς πρὸς αὐτὴν τὴν λύσιν, τὴν τελικὴν λύσιν, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν σημερινὴν κατάκρισιν, καὶ βλέπομεν τὴν ἐξακολούθησιν αὐτῆς τῆς ὠθήσεως ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ τροπὴ τῆς διεθνοῦς πολιτικῆς μετέβαλε σκέψεις. Μὴ λησμονῆτε, Κύριοι, τὰς χρονολογίας, αἱ ὁποῖαι ἐντεῦθεν ἐμνημονεύθησαν, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ἐκ τῶν τεσσάρων αὐτῶν ἐγγράφων. Εἶναι ἡ 31η Δεκεμβρίου, εἶναι ἡ 30 Ἰανουαρίου, εἶναι ἡ 11 Φεβρουαρίου 1915. Καὶ εἶναι τόσον πρόσφατα τὰ γεγονότα καὶ τόσον πρόσφατος ἡ ἱστορία τῶν ἡμερῶν ἐκείνων, ὥστε νὰ περιττεύῃ κατὰ τοιαύτην ὥραν νὰ κατατρίβω περισσότερον τὸν χρόνον ὑμῶν. Ἀναμφισβητήτως τὴν 11ην Φεβρουαρίου, ὅταν ἐξαπεστέλετο τὸ ἔγγραφον, τὸ τελευταῖον, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπάλαιεν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους πρὸς τὰς ἀρχάς του, πρὸς τοὺς ὑφισταμένους του, διὰ τοῦ ὁποίου ἔρχεται καὶ λέγει πρὸς αὐτὰς τὰς ἀρχάς: «Ἤμαρτον, λάθος ἔκαμα, κακῶς ἐξετίμησα δι’ ὅλων ἐκείνων τῶν ἀναριθμήτων ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐξαπέστειλα πρὸς ὑμᾶς, καὶ τώρα βλέπω καθαρώτερον τὸ πρᾶγμα. Εἶναι ἡ 11 Φεβρουαρίου, Κύριοι, καὶ τὰ βλέπω καὶ ὀλίγον ἀπὸ τῆς σκοπιμότητος τοῦ πράγματος. Διότι, Κύριοι, μὴ λησμονῆτε, σεῖς, οἱ ὑφιστάμενοι μου, οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἔχομεν ἤδη 900 ἢ 901 πρόσφυγας ἐγκατεστημένους εἰς αὐτὰ τὰ κτήματα, τοὺς ὁποίους ἐγκατεστήσαμεν ἡμεῖς, ἢ μᾶλλον, τοὺς ὁποίους ἐγκατεστήσατε σεῖς». Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἀναμιμνήσκεται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν 11ην Φεβρουαρίου. Αἱ περιστάσεις ὑπῆρξαν τοιαῦται. Ὡς παρετηρήθη ἤδη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας Βουλευτοῦ, δὲν λαμβάνεται ἕν μέτρον ὁριστικόν διὰ τοῦ τελευταίου ἐγγράφου, τοῦ ἀνατρέποντος ὅλην τήν λογικήν σειράν τῶν ἐγγράφων, τῶν μέχρι τῆς σήμερον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν λαμβάνεται, βεβαίως, ἡ ὁριστικὴ λύσις, ἀλλὰ λέγει: ἀφήσατε νὰ ἴδωμεν καθαρώτερα τὰ πράγματα νὰ τὰ ἐξετάσωμεν ἀπὸ σκοπιμότητος. Διότι εἶναι δυνατὸν ἡ σκοπιμότης αὔριον νὰ μεταβληθῇ. Μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς σκοπιμότητος εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἀνορθώσεως, εἶναι μία πολιτική, ὅμως, σφαλερὰ πολιτική, ἄγουσα εἰς ἀδικίας, πολιτικὴ ἄγουσα εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν αὐτῆς τῆς Πολιτείας. Ἢ ὑπάρχει δίκαιον, ἢ δὲν ὑπάρχει δίκαιον. Ἡ σκοπιμότης εἶναι ψεῦδος, εἶναι νόθευσις καὶ δέσμευσις τοῦ δικαιώματος, ἡ σκοπιμότης, ἡ σκοπιμότης εἶναι διαστροφὴ τῶν πάντων καὶ ὡς διαστροφὴ τῶν πάντων, εἶναι διαστροφὴ καὶ τῶν αἰσθημάτων ἀκόμη! Διότι διὰ τῆς σκοπιμότητος δύναταί τις νὰ δικαιολογήσῃ καὶ τὸν κλέπτην ἀκόμη. Κύριοι, ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ νῦν, ἐπετέλεσεν αὐστηρῶς τὸ καθῆκόν του, εἶμαι δ’ εὐτυχής, δυνάμενος νὰ βεβαιώσω τοῦτο ἐντεῦθεν. Ἡ κατ’ αὐτοῦ ἐπίκρισις ὑπῆρξε πεπλανημένη. Ἐπετέλεσε τὸ καθῆκόν του αὐστηρῶς καὶ προσέφερε μίαν ἐπὶ πλέον ὑπηρεσίαν πρὸς τὸ Κράτος καὶ τήν Πολιτείαν. Διότι τὴν πρᾶξιν αὐτοῦ τὴν τελευταίαν, τήν οὕτω κατακριθεῖσαν, δυνάμεθα νὰ τήν ἐπικαλεσθῶμεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ ἀμφιβάλλουν, ὅτι δὲν κατισχύει παρ’ ἡμῖν τὸ δίκαιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλήρης ἰσοπολιτεία μεταξὺ πάντων τῶν πολιτῶν Ἑλλήνων. (Χειροκροτήματα).
§523Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ παροῦσα συζήτησις ἀνέθωρεν αἰφνηδίως κατὰ τὴν σημερινήν συνεδρίασιν συζήτησιν σοβαρωτάτην, οὕτως ὥστε εὗρεν ἡμᾶς κατ’ ἀρχὰς οὐχὶ ἐπαρκῶς παρεσκευασμένους δι’ αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις διεφωτίσθη καὶ κατ’ αὐτὴν αἰσθάνομαι τὸ καθῆκον, καθῆκον ἐπιβαλλόμενον καὶ ὑπὸ τῆς ἰδιότητός μου ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ Ἔθνους, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιτακτικῆς φωνῆς τῆς νομικῆς μου συνειδήσεως, νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐντυπώσεις τινάς, τὰς ὁποίας ἐκ τῆς συζητήσεως ἀπεκόμισα, ὅσον τὸ δυνατὸν συντόμως, διότι, πράγματι, ἡ ὥρα εἶναι προκεχωρηκυῖα. Ἐμέμφθησαν τοῦ νόμου 262 ὡς ἀντισυνταγματικοῦ. Δὲν φρονῶ, ὅτι ὑπάρχει ἀντισυνταγματικότης τις εἰς τὸν νόμον τοῦτον. Ὁ νόμος καθιεροῖ ἰδίαν τινὰ κατηγορίαν κτημάτων, ἀδεσπότων, τὰ ὀνομάζει ταῦτα «ρὲς νουλίους» καὶ ἐξαρτᾷ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀδεσπότου ἐκ τῆς μὴ ἐκπληρώσεως ὡρισμένων τινῶν τύπων. Εὐθὺς ὡς οἱ κάτοχοι τῶν κτημάτων ἤθελον παρουσιάσῃ τοὺς τίτλους αὐτῶν, ἡ ἰδιότης τοῦ ἀδεσπότου, ἡ ὑπὸ αἵρεσιν ἐγκολαφθεῖσα εἰς τὸ κτῆμα, αἴρεται καὶ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος ἀνευρίσκει τὰ δικαιώματά του. Διὰ τοῦτο δὲν εὑρίσκω τελείως δεδικαιολογημένην τὴν γνώμην τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας Συναδέλφου, ὅτι πρέπει τὰ τακτικὰ δικαστήρια νὰ ἀποφαίνωνται ἐπὶ τῆς περιπτώσεως, καθ’ ἥν ἡ ἰδιότης τοῦ ἀδεσπότου αἴρεται, ἢ μᾶλλον ἡ ἰδιότης τοῦ ἀδεσπότου εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς θεωρεῖται ὡς οὐδέποτε ὑπάρξασα. Τοῦτο συμβαίνει καὶ εἰς πολλὰς ἄλλας περιπτώσεις τοῦ ἰδιωτικοῦ δικαίου. Ἐν τῇ ἐκκρεμένῃ κληρονομίᾳ τὰ κληρονομιαῖα, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐμφανίζεται ὁ κληρονόμος, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἥν ἐμφανισθῇ ὁ κληρονόμος, τὸ Δημόσιον, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, εὑρίσκει ὅτι ὑπάρχει δικαίωμα ἐπικρατέστερον καὶ ἀποδίδει τὸ δίκαιον. Τὰ δικαστήρια, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, πότε θὰ ἐπέμβωσι; Καθ’ ἥν στιγμὴν ὁ ἰδιώτης νομίζει, ὅτι ἠδικήθη, φρονεῖ, ὅτι τὸ κτῆμά του δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν κατηγορίαν τοῦ νόμου καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ὡς ἀδέσποτον, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν μίαν περίπτωσιν ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἦσαν ἁρμόδια τὰ δικαστήρια. Δὲν εἰσέρχομαι εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἐξέτασιν, ἐὰν ἡ ἐπὶ τῆς εἰδικῆς ταύτης περιπτώσεως ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦτο σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Δικαιοσύνης, ἦτο προφυλακτικὴ τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου, σιωπῶντος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ καὶ θὰ ἀποδώσῃ τὰ κτήματα, ἦτο ὁ ἁρμόδιος νὰ ἀποφανθῇ, ἐὰν τὸ Δημόσιον εἶχε δικαιώματα ἐπ’ αὐτῶν ἢ ὄχι, καὶ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐνήργησεν, ἐνθυμηθεὶς τὸν παλαιὸν δικαστήν, καὶ τὴν ψυχὴν τοῦ δικαστοῦ ἔθηκεν ἐν τῇ ἐρεύνῃ τῶν γεγονότων καὶ ἐν τῇ διατυπώσει τῆς ἀποφάσεως. Δὲν γνωρίζω τὰς λεπτομερείας, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀπόφασίς του εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων, ὑποθέτω ὅμως, ὅτι ἡ μακρὰ αὐτοῦ πεῖρα, ἡ δικαστικὴ καὶ ἡ μακρὰ αὐτοῦ διοικητικὴ καὶ ἐθνικὴ ἐργασία, ἐνέβαλον εἰς αὐτὸν τὰ ἐπαρκῆ στοιχεῖα, ἵνα μορφώσῃ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων πεποίθησιν ἱκανοποιητικὴν διὰ τὸ Δημόσιον. Ἀλλ’ ἡ μορφή, ἡ σοβαρά, τοῦ ζητήματος ἔγκειται εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ὄψιν, καὶ ἡ πολιτικὴ αὐτοῦ ὄψις ἐμφανίζεται συνδεδεμένη μὲ νομικήν τινα ἑρμηνείαν. Αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ νόμος 867 εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔθεσε τὸ ζήτημα προχείρως εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἔρευναν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Ἀλλ’ ὁ νόμος 867 περιλαμβάνει ἐν τῷ κύκλῳ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ καὶ τοὺς Ἕλληνας ὑπηκόους ἢ μόνον ἀσχολεῖται περὶ τῶν μὴ Ἑλλήνων ὑπηκόων, περὶ τῶν Μουσουλμάνων ἐκείνων, περὶ τῶν ξένων ἐκείνων, οἵτινες, ἀποδημήσαντες, ἐγκατέλειψαν τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα; Ὁ νόμος 867 — ἐνθυμεῖσθε τὸ γράμμα αὐτοῦ — ἐφαρμόζεται ἐπὶ ὁμοεθνῶν ἄλλων Κρατῶν, ἐὰν καὶ ἐπὶ τῶν Κρατῶν τούτων ἐφαρμόζωνται οἱ ὅροι τῆς ἀμοιβαιότητος, ὡς πρὸς Ἕλληνας τὸ γένος ὑπηκόους αὐτῶν. Ἑπομένως, πρόκειται ἤδη νὰ ἐρευνηθῇ τίς ἡ ἔννοια τῆς λέξεως «ὁμοεθνῶν»; Ὁ νόμος 867 θὰ ἐφαρμοσθῇ ἀρνητικῶς, δηλαδή, δὲν θὰ δοθῇ εἰς αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νὰ παρουσιάσωσι τοὺς τίτλους των ἐντὸς τῆς προθεσμίας ἐπὶ τῶν ὁμοεθνῶν τῶν Κρατῶν ἐκείνων. Καὶ ἐρωτᾶται: οἱ Μουσουλμάνοι, γενόμενοι Ἕλληνες ὑπήκοοι, ἔστω καὶ ἂν εἶναι ὑπὸ αἵρεσιν, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν δίδομεν εἰς τοὺς Μουσουλμάνους τὸ δικαίωμα νὰ εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι καὶ τὸ δικαίωμα νὰ παρίστανται ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τοῖς δίδομεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ κατά τινα σημεῖα μόνον, κατὰ δὲ τὰ λοιπὰ τοὺς τὸ ἀφαιροῦμεν, ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, εἶναι Ἕλληνες ὑπήκοοι, ἔχουν ὅλα τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων ὑπηκόων καὶ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ ἐρώτημα: εἶναι, ἄρα, οὗτοι ὁμοεθνεῖς τῶν Μουσουλμάνων τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, ἢ εἶναι ὁμοεθνεῖς πλέον τῆς Ἑλλάδος; Ποία ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἡ διαφορά, ἡ χωρίζουσα τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὸν μὴ Ἕλληνα; Ποῖον ὑπῆρξε τὸ διακριτικὸν γνώρισμα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὥστε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ Α ὑπήκοος Ἕλλην, ὁ ἀνήκων εἰς ἄλλο θρήσκευμα, ὁ προερχόμενος ἐξ ἄλλης φυλῆς, ὅτι οὗτος εἶναι ὁμοεθνὴς πρὸς ἄλλους καὶ οὐχὶ πρὸς τοὺς Ἕλληνας; Καὶ τοῦτο τὸ λέγω, διότι συνδέεται πρὸς ἄλλην ἔννοιαν, ἰδέαν νομικήν, διεθνῆ νομικήν, τὴν ἰδέαν τῶν ἀντιποίνων. Ὁ νόμος 867, λέγουν, ἠθέλησε νὰ θεμελιώσῃ μίαν πολιτικὴν ἀντιποίνων, ἠκούσθη δὲ καὶ μία γνώμη, ὅτι τὰ ἀντίποινα δὲν εἶναι δίκαια, ὅτι τὰ ἀντίποινα εἶναι μία πρᾶξις ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ὑφίσταται νόμος διεθνής. Ἔστω καὶ ἄν δὲν εἶναι ἐξηκριβωμένον, ἔστω καὶ ἂν στηρίζηται μόνον εἰς τὴν νομικὴν συνείδησιν τῆς ἀνθρωπότητος, ὀνομάσατέ την διεθνῆ ἠθικήν, ὅπως θέλετε, εἶναι πάντοτε εἷς νόμος, ὅστις διέπει τὰς σχέσεις τῶν Ἐθνῶν, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὰ Ἔθνη νὰ προβαίνωσιν εἰς ἀντίποινα, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ ἴδια αὐτῶν συμφέροντα ἤθελον προσβληθῆ, ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς μίαν πολιτείαν πρὸς στιγμὴν νὰ θεωρήσῃ συνυπευθύνους τοὺς ἰδιώτας Κράτους τινὸς πρὸς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησίς των. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀντίποινα. Ἔχομεν, λοιπόν, ἐνταῦθα ἀντίποινα κατὰ πολιτῶν ὑπηκόων ξένου Κράτους, ἢ ἔχομεν ἀντίποινα, οὕτως εἰπεῖν, φυλετικά; Πρόκειται — ἢ ἐπρόκειτο κατὰ τὴν ἐφαρμογήν τῆς πολιτικῆς κατευθύνσεως τοῦ νόμου τούτου 867 — πρόκειται νὰ φέρωμεν τὸν ἀντιπερισπασμόν, πλήττοντες ὑπηκόους τοῦ Κράτους ἐκείνου, ἢ φέρομεν τὸν ἀντιπερισπασμὸν πλήττοντες ἰδίους ἡμῶν ὑπηκόους, ἰδίους ἡμῶν πολίτας, φερόμενοι, ὅπως ὁ σκορπιός, ὁ ὁποῖος, στενοχωρούμενος, πλήσσει αὐτὸς ἑαυτόν; Ἐπὶ τῆς πολιτικῆς ταύτης ἰδέας τῶν ἀντιποίνων, συνδεομένης πρὸς τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου εἶπον ὑμῖν, τοῦ ὁμοεθνοῦς, προκύπτει μία ἰδέα, τὴν ὁποίαν πάντες, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ ὁμοεθνὴς ἡμῶν, ὁ ἔχων τὴν ἰδιότητα τοῦ Ἕλληνος, δὲν γνωρίζεται οὔτε ἀπὸ τὴν γλῶσσαν, οὔτε ἀπὸ τὸ θρήσκευμα, οὔτε ἀπὸ τὴν καταγωγήν· ἀπὸ ἓν καὶ μόνον σημεῖον, ἀπὸ ἕνα καὶ μόνον χαρακτῆρα γνωρίζεται, ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν συνείδησιν. Καὶ λέγομεν: καθ’ ἣν στιγμὴν οἱ συμπολῖται ἡμῶν ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων τὰ κτήματα κατελήφθησαν, δυνάμει τοῦ τεκμηρίου, εἴτε τοῦ διπλοῦ, τοῦ περιέχοντος δύο στοιχεῖα, δηλαδὴ τῆς ψυχικῆς ἐγκαταλείψεως καὶ τῆς πραγματικῆς ἀπομακρύνσεως, εἴτε τοῦ ἁπλοῦ τεκμηρίου, τοῦ θεμελιοῦντος τήν ψυχήν τῆς ἐγκαταλείψεως εἰς μόνον τὸ γεγονὸς τῆς ἀπομακρύνσεως, εὐθύς, λέγω, ὡς ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα ἀποδεικνύεται, ὅτι εἰσὶ συμπολῖται ἡμῶν, ὅτι ἦσαν ὑπήκοοι Ἕλληνες, ἔπαυσαν πλέον νὰ εἶναι ὁμοεθνεῖς τῆς ἄλλης Πολιτείας καὶ εἶναι ὁμοεθνεῖς ἡμέτεροι. Δὲν δύναται, λοιπόν, ἑπομένως, καὶ ἀπὸ νομικῆς καὶ ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τούτους ὁ νόμος 867, διότι εἶναι ἐφαρμοστέος ἐπαναλαμβάνω, μόνον ἐπὶ τῶν ὁμοεθνῶν τοῦ Κράτους, καθ’ οὗ τὰ ἀντίποινα. Καὶ τὶς θέλει μᾶς βεβαιώσει, ὅτι ἀπέκτησαν αὐτοὶ, πράγματι, τὴν Ἑλληνικὴν συνείδησιν, ὥστε νὰ εἶναι ὁμοεθνεῖς ἡμῶν; Περὶ τούτου ἐπαρκὲς τεκμήριον εἶναι ἡ ἀπόκτησις ὑπ’ αὐτῶν τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηκοότητος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ δογματισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἔμφυτος εἰς τὴν ψυχὴν τῶν Ἑλλήνων — καὶ τελειώνω, Κύριοι, διὰ τοὺς δικαίως ἀνυπομονοῦντας, — τοῦ δογματισμοῦ, ὅστις θεωρεῖ συνυφασμένον καὶ ἀναπόσπαστον πρὸς τὴν ἰδέαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὸ δόγμα τῆς ἰσοπολιτείας καὶ τῆς ἐλευθερίας πρὸς πάντας, ὑπάρχει ἐν τῇ πολιτικῇ τάξει τῆς ἀναγνωρίσεως, ὡς ὁμοεθνῶν ἡμῶν, ὅλων ἐκείνων, οἵτινες μέχρι τῆς χθὲς ἦταν ὑπήκοοι ἄλλου Κράτους, ἀλλ’ οἵτινες σήμερον ἀπέκτησαν τὴν Ἑλληνικὴν συνείδησιν, ὑπάρχει, λέγω, καὶ ἄλλη τις, μεγίστη αἰτία, ἐκτὸς τοῦ δογματισμοῦ, ὁ τελειολογισμός, ἡ πεποίθησις ἡμῶν, ὅτι οὕτως ἐνεργοῦντες, ὅτι τὸν δογματισμὸν ἡμῶν οὕτως ἐφαρμόζοντες, ἐξυπηρετοῦμεν τὰ μέγιστα συμφέροντα τῆς πατρίδος καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ· δίδομεν διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὴν ἐξωτερίκευσιν τῆς ψυχῆς μας, ἀλλ’ ἐξωτερίκευσιν, ἥτις εἶναι δι’ ἡμᾶς ὄχι μόνον ὠφέλιμος, ἀλλ’ ἐξαίρει τὸν Ἑλληνισμόν, εἰς τὸ ὑπέροχον ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου πάντοτε ἐστάθη, ὡς Ἔθνος, ἔχοντος τὴν ἐξευγενιστικὴν ἀποστολὴν τοῦ νὰ διδάξῃ εἰς ὅλους τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐλευθερίας, τὰ ἀγαθὰ τῆς ἰσοπολιτείας. (Χειροκροτήματα).
§524ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Αἰγιαλείδης ἔχει τὸν λόγον.
§525ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§526ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιουσοὺφ Χακῆ.
§527ΓΙΟΥΣΟΥΦ ΧΑΚΗ. Κύριοι Βουλευταί, περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τόσον πολλὰ εἶπον οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες, ὥστε περιττὸν θεωρῶ νὰ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Σεβαστὴν Βουλήν, νὰ λάβῃ ἀποφάσεις ἀμερολήπτους, διότι εἴμεθα καὶ θὰ μένωμεν πιστοὶ πολῖται Ἕλληνες καὶ ἀφοσιωμένοι ὑπήκοοι τοῦ μεγάλου Βασιλέως μας. (Χειροκροτήματα).
§528ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§529Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ποῖα εἶναι τὰ στοιχεῖα, κ. Βουλευταί, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐρειδόμενος ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐζήτησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν; Τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Διομήδη. Καὶ ἰδοὺ τὰ ἐπιχειρήματα: Ὁ κ. Διομήδης, εἶπεν, ὅτι δὲν κατελήφθησαν καλῶς τὰ κτήματα καὶ δύνανται νὰ ἀποδοθῶσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Διομήδης, κατόπιν ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων ἐμπεριστατωμένης, εἶπεν, ὅτι κατελήφθησαν ὀρθῶς τὰ κτήματα: εἶπεν, ὅτι ἀπεδήμησαν μετὰ τῶν οἰκογενειῶν καὶ τῶν ἐπίπλων των. Ἀλλ’ ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας λέγει, ὅτι: ἐν τέλει ὅμως, εἰς τὸ αὐτὸ κατέληξεν ἀποτέλεσμα, διότι ὁ κ. Διομήδης λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Εἰς περίπτωσιν...κλπ.». Ἀλλὰ λησμονεῖ, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἴσχυεν ὁ νόμος 262.
§530Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λησμονεῖτε τὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἔθηκα ἐγώ, καὶ δι’ αὐτὸ λέγετε, ὅτι λησμονῶ.
§531Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἴσχυεν ὁ νόμος 262.
§532Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅταν ἐτέθη εἰς ἰσχὺν ὁ ἕτερος νόμος.
§533Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεδόθη τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Διομήδη, τὴν 11ην Φεβρουαρίου 1915, ἴσχυεν ὁ νόμος 262, ὁ ὁποῖος ὁρίζει, ὅτι τὰ καταληφθέντα κτήματα περιέρχονται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου καὶ ἀποδίδονται μόνον, ὅταν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους προσαχθῶσιν οἱ τίτλοι. Συνεπῶς, εἰς τὸ ἔγγραφον ὁ κ. Διομήδης ἔλεγεν, ὅτι θεωρεῖ ἐγκαταλελειμμένα τὰ κτήματα καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας ἀποδημήσαντας, ὡς τοιοῦτοι δὲ εἶχον τὸ δικαίωμα ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ προσαγάγωσι τοὺς τίτλους των...
§534ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα αὐτό.
§535Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κάμνετε ἰδικόν σας νόμον. Ὁ νόμος 262 λέγει, ὅτι ἐφαρμόζεται ἐπὶ τῶν ἐγκαταλελειμμένων κτημάτων.
§536Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ συζητῶ ἐπὶ τῆς γνώμης τοῦ κ. Διομήδη.
§537Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπ’ αὐτῆς ὁμιλῶ καὶ ἐγώ. Διασαφήσατέ το.
§538Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ προκειμένου...κλπ.». Τοὺς θεωρεῖ ὡς μεταναστεύσαντας.
§539ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παρακάτω.
§540Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε, διατὶ τοὺς λέγει περὶ ἀποζημιώσεως καὶ καλλιεργείας, ἀφοῦ ἦτο τοῦ Δημοσίου;
§541Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἐπὶ τοῦ προκειμένου, οἱ εἰρημένοι...κλπ.».
§542Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁμιλεῖ περὶ μελῶν.
§543Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. (Ἀναγινώσκει): «Συμπεριλαμβάνονται ἅπαντα τὰ μέλη...κλπ.».
§544ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἐγκαταλείψεως.
§545Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁμιλεῖ περὶ μεταναστεύσεως καὶ ἀφοῦ ὁμιλεῖ περὶ μεταναστεύσεως, καταλήγει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος 262. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει, λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει τὸ δεύτερον τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, τὸ ἔγγραφον. Δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ἐφόρου, τοῦ Ὑποδιοικητοῦ, τοῦ Διευθυντοῦ, δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει τοῦ Δημάρχου Καρατζόβης, διὰ τὸ ζήτημα τῶν κτημάτων Ἐδέσσης. Ἀπομένει τὸ ἕτερον ζήτημα τῆς Καστορίας, διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔκαμε μνείαν, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ὑπάρχει ἔγγραφον τοῦ κ. Βενιζέλου, οὔτε ἔγγραφον τοῦ κ. Διομήδη, ὑπάρχουσιν ἔγγραφα σαφῆ, κατηγορηματικὰ τῶν ἀρχῶν, τὰ ὁποῖα παραδέχονται τούτους ὡς μετανάστας· ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἐψεύσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὸ ἕτερον τῶν κτημάτων Καστορίας, διότι συμφώνως μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου, δὲν ἀνῆκεν εἰς αὐτούς.
§546Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ νόμος αὐτός, 262, ὁμιλεῖ καὶ περὶ νομῆς, διακατοχῆς, ὄχι περὶ ἰδιοκτητῶν.
§547Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει νόμιμος διακάτοχος εἰς κτῆμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει εἰς κάτοχον;
§548ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἄλλο τὸ ἕν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο.
§549Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, δὲν εἶπε τίποτε σχετικῶς πρὸς τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἀνήκουν εἰς αὐτοὺς τὰ κτήματα, καὶ ἐν τούτοις ἀπεδόθησαν. Τώρα παρουσιάζεται τὸ νομικὸν ζήτημα. Πρόκειται περὶ διαιρετοῦ ἢ ἀδιαιρέτου καὶ πῶς ἐξάγεται τοῦτο, ἀφοῦ δὲν ὑφίσταται νομεύς, κάτοχος. Πῶς, κ. Βοζίκη, ἐξάγετε αὐτό;
§550Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι κατελήφθη τὸ κτῆμα αὐτὸ ἀπὸ τὸ Δημόσιον; Νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀγορεύων εἶπεν, ὅτι κατελήφθη ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου, εἶχε σημειώσῃ, ὅτι κατελήφθη ἕξ μῆνας μετὰ τὸν νόμον.
§551Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν ἀπεδόθησαν.
§552Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ δὲν ἀποτελεῖ ἀπόδοσιν, ἀποτελεῖ μέτρον καταλήψεως.
§553Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ἀναφέρομαι εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Ἐκ τῶν προσκομισθέντων τίτλων...κλπ.». Ἐπ’ αὐτοῦ δὲν μᾶς εἶπε τίποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὰ κτήματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν προσῆλθον· ἐπιπροσθέτως δὲ τρία ἔγγραφα, τὰ ὑπ’ ἀριθ. 527, 533 καὶ 537 λέγουν, ὅτι ἀνήκουν εἰς τὸ Δημόσιον, διότι ἐπωλήθησαν εἰς τὸ Δημόσιον καὶ θὰ περιήρχοντο εἰς τὸ Κράτος. Καὶ τί λέγουσι τὰ ἔγγραφα, ὄχι εἰς τὰ σημεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεδείχθησαν, ἔνθεν κακεῖθεν περισυλλεγόμενα καὶ περιιπτάμενα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τὸν πάντοτε μετ’ ἐνθουσιασμοῦ ἀναζητοῦντα, ἵνα, εἰ δυνατόν, τὸν ἀναξιοπαθοῦντα προστατεύσῃ καὶ τὸν κινδυνεύοντα περισώσῃ, ἐπὶ θυσίᾳ πολλάκις καὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ πίστεως, τὴν ὁποίαν θὰ προσεκόμιζεν, ἐὰν μετὰ βαθύτητος μείζονος λόγῳ χρόνου, ἢ λόγῳ ἄλλων περιστατικῶν, ἐμελέτα τὰ θέματα: Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, παρασυρθεὶς ἐκ τῶν πτερύγων τῶν οὕτως ἱπταμένων πρὸς αὐτὸν ἐγγράφων, ἀνέφερεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ ἀναφέρῃ καὶ παρέλειψεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, τὰ ὁποῖα θὰ ἔπειθον πάντας περὶ τῆς ὅλης μορφῆς τοῦ ζητήματος, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψητε διὰ βραχέων νὰ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς. Δὲν νομίζω δὲ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη, εἶναι δυνατὸν νὰ μετρᾶται μὲ τοὺς λεπτοδείκτας τοῦ ὡρολογίου, δὲν εἶναι ὑπόθεσις, ἥτις δύναται νὰ τερματισθῇ διότι ἀνατέλλει ὁ ἥλιος μιᾶς ἡμέρας. Εἶναι ὑπόθεσις, ἡ ὁποία συνδυάζεται μὲ τὴν ἀνατολὴν ἢ μὲ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, ὅστις θὰ φωτίσῃ Ἑλλάδα ἐλευθέραν, δυναμένην νὰ προστατεύσῃ καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἦλθον, φεύγοντες καὶ ζητοῦντες τὸν ἥλιον τῆς ἐλευθερίας εἰς τοὺς κόλπους αὐτῆς, καὶ ἐκείνους, οἵτινες ἀναμένουσιν ἐκ Κράτους ἐλευθέρου τὴν ἀπόδοσιν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσοπολιτείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, διὰ τοῦ ἐγγράφου του, ἐπιμένων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῶσι τὰ κτήματα λέγει τοῦτο, ἀπαντῶν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις συνίστα, δι’ οὓς λόγους, ὡς θὰ ἴδητε εἰς ἄλλα ἔγγραφα, οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν συνιστῶσιν εἰς τοὺς Συναδέλφους των, διὰ νὰ λάβωσιν ἀπάντησιν, ἥτις δὲν θὰ καταστήσῃ ἀποδεκτὴν τὴν σύστασιν των, λέγει τοῦτο: (Ἀναγινώσκει) «Ἐπὶ τοῦ σημείου δὲ τούτου ἐφιστῶ ἰδιαιτέρως τὴν ὑμετέραν προσοχήν, καθότι τοῦτο πρὸ πολλοῦ ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς καθ’ ἡμᾶς ὑπηρεσίας...κλπ.». Δηλαδή, τί ὑπέπεσεν εἰς τὴν ἀντίληψιν τῆς ὑπηρεσίας καὶ ἀρνεῖται νὰ ἀποδώσῃ τὰ κτήματα τῶν Μουσουλμάνων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου; (Ἀναγινώσκει) «ὅτι οἱ Ὀθωμανοὶ καταλίποντες τὰς ἑαυτῶν οἰκογενείας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ...κλπ.». Τῆς διατάξεως τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν ἔλεγε, διὰ τῆς ἀποφάσεώς του ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἤθελεν ἐφαρμόσῃ αὐστηρῶς ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου δωρεοδόκου, διότι φρονεῖ, ὅτι αἱ ἑτεροβαρεῖς συμβάσεις συνθηκῶν εἰρήνης μεταξὺ δύο Κρατῶν, ἔχουσι διπλῆν τὴν ἐφαρμογὴν αὐστηράν, ἢ ἐν ἐπιεικῇ, ἀναλόγως τῶν ψυχικῶν διαθέσεων ἢ τῆς ὥρας τῆς εὐθυμίας, ἢ τῆς δυσθυμίας τῆς χωνεύσεως τοῦ ἑκάστοτε Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐξακολουθῶ: (Ἀναγινώσκει) «Τῆς ἀπαγορεύσεως, ἥν...κλπ.» Τοῦτο δὲν συμβαίνει ἤδη. Οἱ Μουσουλμάνοι δὲν ἐπρόκειτο, δυνάμει τῶν κρατούντων νόμων, δυνάμει τῶν συνθηκῶν, νὰ στερηθῶσι τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν, διατὶ ἔσπευδον νὰ τὴν λάβωσι πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δικαιώματος, τοῦ δοθέντος ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, τοῦ τῆς ἀμοιβαιότητος; Διότι τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ὅταν ἐνεφανίζοντο, ἵνα γίνωσιν ἐκτιμήσεις κτημάτων, θὰ συνέβαινε τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγει κατωτέρω αὐτὸ τοῦτο τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. (Ἀναγινώσκει): «Παρατηροῦμεν δὲ ἐπὶ πλέον...» — προσέξατε, Κύριοι, εἶναι ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὑφ’ ὅλων ἀνεξαιρέτως τῶν ὑποστηριζόντων τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων ἀνεγνώσθη, ἀλλ’ ὑπ’ οὐδενὸς τῶν κυρίων ἀνεγνώσθησαν τὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐγὼ ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας — «Παρατηροῦμεν δὲ ἐπὶ πλέον, ὅτι ἡ ἀπόδοσις τῶν ἐν λόγῳ κτημάτων δὲν θὰ εὕρισκεν ἐν ἁρμονίᾳ...»
§554Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας εἶναι;
§555Γ. ΠΩΠ. Εἶναι τῆς 11ης Φεβρουαρίου 1915.
§556Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἡ παραμονὴ τῆς ἀναχωρήσεως τῆς Μεραρχίας.
§557Γ. ΠΩΠ. Ἀδιάφορον. Τόσον τὸ καλλίτερον· περισσότερον ἰσχυροποιεῖ τὸ γεγονὸς τοῦτο τὸ πρᾶγμα. Δὲν γνωρίζομεν, ἐὰν ἦτο κήρυξις πολέμου, γνωρίζω, ὅτι ὅλων ὁ πατριωτισμὸς εἶχεν ὑποκαυθῆ καὶ γνωρίζω, ὅτι μετὰ συγκινήσεως ἠκούσατε τότε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ κόμματος, ἀναφωνοῦντα τὰ δεινοπαθήματα τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν καὶ λέγοντα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἑτοίμη, ἵνα ἀποδυθῇ εἰς τὸν ἀγῶνα.
§558ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Καὶ μετὰ τέσσαρας ἡμέρας ἀνῃροῦντο.
§559ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἦσαν λόγοι.
§560Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν ἦσαν λόγοι ἢ οὐ, δὲν γνωρίζω, ἐγὼ κρίνω τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὅταν ἐρχόμεθα ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ κρίνωμεν τὸ ἔργον τοῦ Βενιζέλου, πλανώμεθα, ὅτι προσκτῶμεν τι ὑπὲρ τοῦ κύρους ἢ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἡμῶν, ὅταν ἀνερχόμεθα ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου διαδηλοῦντες τί ἐπράττοντο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, τίλλοντες τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς ἡμῶν καὶ κραυγάζοντες καὶ χειροκροτοῦντες ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους.
§561ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Σεῖς παρίστασθε συνήγορος;
§562Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν πρόκειται ἐπὶ τοιούτου θέματος νὰ καταστῶ συνήγορος τοῦ Βενιζέλου, ἐγὼ, ὅστις ὑπῆρξα ὁ μόνος ἀντίπαλος αὐτοῦ καὶ ὁ ὁποῖος θὰ εἶμαι ἀντίπαλος τῶν μεθόδων, τὰς ὁποίας ἐφαρμόζει πολλάκις, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι θὰ ἐθεώρουν τιμήν μου νὰ δώσω τὴν χεῖρα εἰς τὸν Βενιζέλον, ἐν ᾗ περιπτώσει τοιαύτη πάντοτε ἠκολούθει πολιτικήν. Ἔχω τὸ θάρρος νὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν τῶν γνωμῶν μου, οὔτε εἶμαι μεστὸς τῶν ἰδεῶν ἐκ πεποιθήσεως ἀδιαφορῶν περὶ τὰ πρόσωπα· ἐὰν ἐπρόκειτο τοιαύτη νὰ ἐμφανίζηται διαρκῶς ἡ πολιτεία τοῦ ἐκ Κρήτης πολιτευτοῦ, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ ἐδίσταζον οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ γίνω ὁ ὕστατος τῶν στρατιωτῶν αὐτοῦ, ἵνα τὸν ἠκολούθουν καὶ νὰ θέτω πρῶτος τὰ στήθη μου, ὅπως ὑπεραμυνθῶ ἐκείνου.
§563ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ἔχετε στάδιον νὰ γίνετε.
§564Γ. ΠΩΠ. Ἐὰν πολιτευθῆτε καθ’ ὃν τρόπον πολιτεύεσθε, βεβαίως ἐκεῖ ὁδηγεῖτε πάντας τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν διαβλέπουσιν εἰς πρόσωπα, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν, ἐπὶ τέλους, νὰ ἴδωσι τὴν σημαίαν τῆς ἰδέας ἡγουμένην τῶν πράξεων τῆς Πολιτείας, οἱ ὁποῖοι δὲν γνωρίζουσι μὲ τοὺς λεπτοδείκτας τῶν ὡρολογίων καὶ μὲ τὸ χάσμημα αὐτῶν τὰς συζητήσεις θεμάτων ὁμοίας φύσεως. Ἀλλὰ εἶμαι, τάχα, τοῦτο μόνον τὸ ἔγγραφον, τὸ παραλειφθέν; Ἔρχεται ἄλλος Ὑπουργός, ὁ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει ἐν τῷ ἐγγράφῳ του ὁ Ὑπουργὸς τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου. Καὶ τοῦτο συμβαίνει τὴν 14ην Μαρτίου, ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ τότε καὶ πάλιν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ζωγράφος, καθ’ ὃν τρόπον ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ πρότερον, ἠναγκάσθη, ἠναγκάζετο νὰ συστήσῃ τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς υἱοθετεῖ τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερον πρὸ μικροῦ, καὶ ἐπάγεται τοῦτο: (Ἀναγινώσκει) «Κατόπιν τῆς ὑπ’ ἀριθ...». Ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα ἐξετέθησαν καὶ εἰς τὸ προηγούμενον ἔγγραφον καὶ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπονοεῖ ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτὴς καὶ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκεῖνα ἀκριβῶς, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω καὶ ἐγὼ πρὸ ὀλίγου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλά, λησμονῶν ταῦτα ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ ὁμιλῶν, ἵνα προκαλέσῃ τὴν μνήμην ἡμῶν περὶ πραγμάτων, συντόμως γενομένων, ἀφοῦ κατὰ τὸν Φεβρουάριον τοῦ παρελθόντος ἔτους ἔγιναν, ἐκήρυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἰδέαν τῆς παροχῆς ἰσοπολιτείας, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐκήρυξα, τῆς ὁποίας τὰ ἀγαθὰ οὐδέποτε ἠρνήθησαν, ὅτι ἠσθάνθησαν ἐν Ἑλλάδι εἴτε Μουσουλμάνοι ἦσαν οἱ ἀλλόθρησκοι, εἴτε εἰς οἱονδήποτε ἄλλο ἑτερόδοξον δόγμα ἀνῆκον. Ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῶν Ἐφεστίων θεῶν εἶχε τῆς φιλοξενίας τὴν θέσιν, ἡ Ἑλλὰς, βαίνουσα μετὰ τοῦ πολιτισμοῦ τῆς φιλοξενίας τὰ δωρήματα διέπλασσεν εἰς ἔννοιαν ἰσοπολιτείας δι’ ἐκείνους, οἵτινες ἦσαν ἑτερόδοξοι ἢ ἀλλοδαποί, ἀλλὰ ἤθελον ὑπὸ κοινοὺς νόμους νὰ ἀπολαύωσι τῶν ἀγαθῶν τῆς Πολιτείας ταύτης. Λέγω δὲ εἰς τοὺς Μουσουλμάνους Συναδέλφους, ὅτι ὀφείλουν νὰ ἀναγνωρίσωσιν ἐν τῷ αἰσθήματι ἀκριβῶς τῆς ἰσοπολιτείας, ὅτι, ἀμυνόμενοι ὑπὲρ τῆς ἀποδόσεως τῶν κτημάτων εἰς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπεδόθησαν, δὲν ἐργάζονται ὑπὲρ τῆς ἰσοπολιτείας, διότι τὰ κτήματα ταῦτα ἐδόθησαν ἐκείνοις, παρὰ τὸν νόμον. Δὲν θὰ δυνηθῆτε δὲ οὔτε σεῖς, οὔτ’ ἐγώ, νὰ ζήσωμεν ἐν τῇ Χώρᾳ ἀσφαλεῖς, ἄνευ τοῦ κύρους τοῦ νόμου· ἐὰν δὲ ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μεριμνῶμεν περὶ τῆς τηρήσεως τῶν νόμων, σεῖς ὀφείλετε νὰ εἶσθε εὐλαβεῖς τηρηταὶ τοῦ νόμου τούτου καὶ ἐκεῖ νὰ στηρίζητε πάσας τὰς ἐλπίδας ὑμῶν καὶ τὴν πίστιν περὶ τῆς πραγματικῆς ἰσοπολιτείας, οὐχὶ δὲ εἰς τοὺς παρερχομένους καὶ ἀντιπαρερχομένους ἀντιπροσώπους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Εἷς ἔστιν ὑπέρτατος ἀληθὴς Βασιλεύς, ὁ νόμος, ὁ Ἑλληνικός, ὁ νόμος ὁ ἀψευδής, ὁ νόμος, ὁ ἐφαρμοζόμενος πάντοτε, ὁσάκις ἡ πρὸς τὸν νόμον εὐλάβεια ἐκείνων, οἵτινες καλοῦνται νὰ ἐφαρμόσωσιν αὐτήν, ὑπάρχει καὶ οἱ ἐφαρμόζοντες τὰς ἰδέας αὐτῶν, παρὰ τὸν κρατοῦντα νόμον, κολάζονται καὶ τιμωροῦνται ἐν Ἑλλάδι. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ἑπομένως ταύτης θὰ ἐπεθύμουν κυριώτατα οἱ Μουσουλμάνοι Συνάδελφοι νὰ πεισθῶσιν, ὅτι, ἐὰν ἀποδοθῶσιν ἓν ἢ δύο κτήματα, οὐδὲν ἔχουν νὰ κερδίσουν, διότι τὰ κτήματα ἀποδίδονται παρὰ τὸν νόμον, ἀλλά, συγχρόνως, τολμῶ νὰ εἴπω εἰς αὐτοὺς, ὅτι: μὴ πιστεύσητε τὸ δυνατὸν τῆς ἀποδόσεως καὶ κτημάτων ἄλλων, ὡς ἤδη προέβη καὶ ἐζήτησε τοιαύτην διαρρύθμισιν Μουσουλμάνος Συνάδελφος καὶ ὡς ἀφῆκε νὰ ὑπονοηθῇ ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὡς ἀτυχῶς ἀφῆκε νὰ πιστευθῇ καὶ ἡ δήλωσις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ὑπάρχει ὑπὲρ τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰς πλειοψηφίας τῶν Κοινοβουλίων ἡ συνείδησις ἡ ἐθνική, ὑπαγόρευσις δὲ τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως εἶναι, ὅπως οἱ νόμοι οὗτοι τελεσθῶσι, καθ’ ὃν τρόπον διεγράφησαν καὶ δι’ ὃν σκοπὸν συνετάχθησαν. Ἀντὶ ἑπομένως ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας νὰ παραπέμπῃ τὴν μνήμην ἡμῶν πρὸς τὸν Φεβρουάριον, δὲν θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἀνέτρεχεν εἰς ἐγγυτέραν ἐποχὴν, εἰς τὸν παρελθόντα Ὀκτώβριον καὶ θὰ ἀνεύρισκεν ἐκεῖ, ὅτι τὴν ἔννοιαν τῆς ἀμοιβαιότητος αὐτὴν ἀκριβῶς θεωρεῖ ἰσοπολιτείαν καὶ αὐτὴν θεωρεῖ ἰσότητα, διότι λέγει κατὰ τὴν ἱστορικὴν ἐκείνην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς: (Ἀναγινώσκει) «Διὰ τῆς διατάξεως αὐτοῦ τοῦ νόμου, δηλαδή, ἐκείνου διὰ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἐπετρέπετο πλέον ἡ ἀπόδοσις τῶν κτημάτων, εἰ μὴ ἐπὶ τῷ ὅρῳ τῆς ἀμοιβαιότητος. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς, Κύριοι, πρόκειται νὰ καταστήσωμεν ἰσότητα, ὁ τεθεὶς ὅρος ἀποτελεῖ μέτρον δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν καθῆκον νὰ ἐφαρμόσωμεν, ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ προστατεύσωμεν τοὺς ὁμοεθνεῖς ἡμῶν καὶ ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ ἀξιώσωμεν, ὅπως καθ’ ὃν τρόπον φερώμεθα ἡμεῖς, φερθῶσι καὶ οἱ ἄλλοι πρὸς ἡμᾶς». Οὐδὲν δικαιότερον, οὐδὲν σοβαρώτερον, οὐδὲν νομιμότερον τῶν λεχθέντων, καὶ μετὰ δύο ἡμέρας, αὐστηρότερος ἔτι, ἐνθουσιωδέστερος ἀκόμη ὑπὲρ τοῦ νόμου τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ Δικαιοσύνης, λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Τὰ πολλαπλᾶ ζητήματα...κλπ.». Καὶ ὁμιλῶν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Κοζάνης, ὅστις διεμαρτύρετο διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβαιότητος, λέγει, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβαιότητος...κλπ.». Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῆς ἰσότητος κατὰ Ὀκτώβριον...
§565Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Καὶ εἶναι καὶ σήμερον.
§566Γ. ΠΩΠ. Χαίρω καὶ τὸ πιστεύω, ὅτι εἶναι καὶ σήμερον. Δὲν τὸ εἴπατε, ἢ τοὐλάχιστον, δὲν ἠννοήθη ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, δὲν ἠνοήθη τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε τὴν στιγμὴν ταύτην, ἐκ μέρους τῶν Μουσουλμάνων Συναδέλφων. Ἐπίστευσαν, ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ γενόμενον κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐπαναληφθῇ καὶ δι’ ἄλλα κτήματα, καὶ χαίρω πολύ, διότι θέλετε νὰ ἐξαγάγητε αὐτοὺς τῆς πλάνης αὐτῆς.
§567Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δύναμαι νὰ μαρτυρήσω ὑπὲρ τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων Μουσουλμάνων, ὅτι, ἐὰν εἶναί τις, ὁ ὁποῖος σέβεται τοὺς νόμους, εἶναι αὐτοί· καὶ ἀληθῶς τοὺς θαυμάζω διὰ τὴν νομιμότητα καὶ τήν μετριοφροσύνην καὶ τὴν συμπεριφοράν των...
§568Γ. ΠΩΠ. Ἀλλ’ ἔλθωμεν εἰς τὸ μικρότερον θέμα. Ἆρά γε, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἦσαν ἀποδημήσαντες; Καὶ πρῶτον περὶ τοῦ πρώτου, τοῦ τῆς Καστορίας, τοῦ Μπεϊτουλάχ. Ἀκούσατε, Κύριοι Συνάδελφοι: (Ἀναγινώσκει) «Οἰκονομικὸν Ἔφορον Καστορίας...». Τίνος εἶναι τὸ ἔγγραφον, τοῦ ὁποίου ὑπάρχει πανομοιότυπον ἄλλο αὐστηρότερον, διὰ τοῦ ὁποίου χαρακτηρίζεται, ὅτι, ὄντως, ὁ Μπεϊντουλὰχ εἶχε πρόθεσιν ἀποδημίας, ὅτι ὄντως ἡ πρόθεσις ἔπρεπε νὰ προκληθῇ, διότι καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει σημασίαν εἰς τήν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων, ἀλλὰ ποῖος λέγει, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ ἔννοια τῆς ἐπανόδου; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νῦν Βουλευτὴς Κυκλάδων τὸ λέγει τοῦτο τὴν 22 Φεβρουαρίου 1915 δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸν Ἔπαρχον Καστορίας. Ἀλλ’ ὁ Μπεϊτουλὰχ οὗτος, ὁ ἐπανελθών, ὁ οὕτω ἐπὶ ἕν ἔτος εὑρισκόμενος μακρὰν τῆς Καστορίας μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας του, τῆς Καστορίας, ἥτις ὑπάγεται εἰς τὸν Νομὸν Φλωρίνης, ὁ Μπεϊτουλὰχ οὗτος ἀπέρχεται μεθ’ ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας του καὶ μὲ ὅλα του τὰ ἔπιπλα καὶ ἐγκαθιστᾷ τὴν οἰκογένειάν του εἰς Κωνσταντινούπολιν καὶ ἐπανέρχεται μόνος ἐνταῦθα καθ’ ὃν τρόπον ἐπανῆλθον καὶ οἱ δύο Τζουρτζῆδες καλούμενοι διὰ σειρᾶς τηλεγραφημάτων τῶν ἀντιπροσώπων καὶ ἐνοικιαστῶν, οἱ ὁποῖοι τῷ ἔλεγον: σπεῦσε, διότι ἤρχισαν νὰ ἀποδίδωνται τὰ κτήματα, καὶ ἦλθε μόνος του, μὴ φέρων οὐδὲν ἐκ τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του, ἵνα τηρηθῇ ἀκριβῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ἐγγράφου τῆς 15ης Φεβρουαρίου καὶ διὰ τοῦ μεταγενεστέρου ἐγγράφου τοῦ Μαρτίου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ πρῶτος, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ δεύτερος, ἀνέφερον τοσοῦτον σαφῶς, ἵνα πρὸ τῆς παρελεύσεως τῆς τριετοῦς προθεσμίας, γίνῃ κύριος τῶν κτημάτων του, τῶν ὁποίων οὐδέποτε θὰ ἔχανε τήν ἰδιοκτησίαν καὶ ἐὰν δὲν τὰ ἐλάμβανεν ἀμέσως. Ἀλλὰ δὲν εἶχεν οὔτε κἄν τίτλον ἀποδόσεως. Ὁ δὲ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, λέγει, ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν, ἂν δὲν ἔχῃ τίτλον ἀποδόσεως. Αὐτὸς εἶναι πολίτης Ἕλλην. Δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ὁ Μπεϊτουλάχ νὰ σᾶς δείξῃ τίτλους. Νὰ τοῦ τὰ ἐπιστρέψητε ὀπίσω, διότι ἐπικαλεῖται τὸ Σύνταγμα ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ λέγει, οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως. Τοῦτο ἦτο ἀκίνητον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι λέγει εἰς ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἐπέτασσε τὰ κτήνη, δὲν λέγει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔλεγεν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων, αἱ ὁποῖαι, δυνάμει νόμου, δύνανται νὰ λάβωσι καὶ νὰ ζητήσωσι τὰ εἰς αὐτὰς ὀφειλόμενα. Τότε οὔτε τὸ Σύνταγμα, οὔτε ὁ νόμος θίγουσι τὴν ψυχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ θίγεται μόνον τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν βλέπει ἕνα Μπέην δεινῶς πάσχοντα καὶ ἐπικαλούμενον τὴν προστασίαν αὐτοῦ! Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐφέτης, γνώστης τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ὅστις, παρὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν, παρὰ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἁρμοδίου Τμήματος τοῦ Ἐλέγχου τῶν κτημάτων, τὸ ὁποῖον, ἀτυχῶς, ὅπως καὶ ἄλλαι ὑπηρεσίαι παρ’ ὀλίγον νὰ καθυβρισθῶσιν ἐνταῦθα, διότι ἀπετόλμησαν νὰ ἔχωσι γνώμην, παρ’ ὀλίγον νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι οὗτοι ἀντιστρατεύονται τὰ μεγαλεπήβολα σχέδια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἄλλων φρονημάτων ἄνθρωποι ἦσαν ἐκεῖνοι καὶ ὅτι καὶ εἰς αὐτὸ πταίει ἡ μονιμότης. Καὶ τοιουτοτρόπως ὁ Μπεϊντουλάχ, μετακαλούμενος ἐπανῆλθε μόνος, ἄνευ οἰκογενείας καὶ, χωρὶς κἂν νὰ ἔχῃ πρόθεσιν, γίνεται κύριος τῶν κτημάτων. Καὶ ἔρχομαι εἰς τοὺς δύο Μπέηδες τῆς Ἐδέσσης. Ἐνταῦθα ὁ Νομάρχης, πρώην Νομάρχης Θεσσαλονίκης καὶ νῦν Συνάδελφος, δὲν γνωρίζω ἐὰν εἶναι παρών, — θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρών, — εἶπεν, ὅτι ἐγνώρισε τοὺς δύο Μπέηδες. Ναί, τοὺς ἐγνώρισεν. Ἀλλ’ ὑπὸ ποίας περιστάσεις ἐγνώρισεν αὐτοὺς δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐγώ, Κύριοι. Δὲν κατηγορῶ, πρέπει νὰ δηλωθῇ καὶ τοῦτο, δὲν κατηγορῶ τὸν Συνάδελφόν μου κ. Γούδαν, τὸν ὁποῖον τιμῶ ἰδιαιτέρως, καὶ ὡς ἔντιμον στρατιώτην καὶ καλὸν πολίτην· ὁμιλῶ περὶ τοῦ Νομάρχου τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις διεδέχθη τὴν Κυβέρνησιν Βενιζέλου. Ὁ Τζουρτζῆς καὶ ὁ Σελιχσεδὶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπέδωσαν τὰ κτήματα, εἶναι οἱ δύο ἄνδρες τῆς Ἐδέσσης, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο οἱ σημαιοφόροι οἱ πολιτικοὶ τοῦ κόμματος...
§569Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς αὐτοὺς ἠρνήθημεν νὰ τὰ παραδώσωμεν.
§570Γ. ΠΩΠ. Ναί, καὶ εἶναι πρὸς τιμήν σας.
§571Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ἀποδείξητε ὅ,τι λέγετε.
§572Γ. ΠΩΠ. Θὰ ὁμιλήσῃ τὸ βούλευμα τοῦ Ἐφετείου Θεσσαλονίκης. Τὸ βούλευμα τοῦ Ἐφετείου Θεσσαλονίκης δὲν γνωρίζω ποίαν ἐκτίμησιν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς ὑμᾶς, εἰς ἐμὲ ὅμως εἶναι ἀδιαίρετος ἡ παροχὴ τῆς δικαιοσύνης.
§573Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Περὶ τοῦ βουλεύματος τοῦ Ἐφετείου Θεσσαλονίκης, θὰ ὁμιλήσωμεν ἐν ἐκτάσει, ὄχι διὰ νὰ πείσωμεν ὑμᾶς, ἀλλὰ τὴν Κοινωνίαν καὶ νὰ στομώσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλεύονται γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐκεῖ ἐδημιουργήθη, διὰ νὰ δυσφημήσῃ ἡμᾶς. Θὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ἐκείνου. Τώρα περὶ τοῦ θέματος θὰ ὁμιλήσωμεν, εἴτε θέλετε νὰ κατηγορήσητε τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγὼ εἶχον μέρος, εἴτε τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ κ. Δραγούμης εἶχε μέρος. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδική μας, δὲν τὰ ἀπέδωκεν, ὁ δὲ κ. Δραγούμης, πολιτευόμενος ὑποψήφιος εἰς τὴν Θεσσαλονίκην εἶχεν ἐναντίον του ὅλους τοὺς Μπέηδες. Ἐκατηγόρησαν τὴν ἐκλογὴν ὡς ἄκυρον, ἐνῷ οὐδεὶς λόγος πολιτικὸς δὲν ὑπῆρχεν.
§574Γ. ΠΩΠ. Μοὶ ἐπιτρέπετε τώρα νὰ ἐξακολουθήσω καὶ ἐγώ; Δὲν κατηγορῶ, σεῖς θὰ τὰ ἀναπτύξητε, ὅπως πάντοτε μετ’ εὐφραδείας καὶ παρρησίας καὶ θὰ λάβητε οἱανδήποτε θέλετε ἀπόφασιν. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: οἱ δύο οὗτοι ἄνθρωποι εἶχον διαρκῶς ἀντιρρήσεις παρὰ τῶν Κυβερνήσεων περὶ ἀποδόσεως τῶν κτημάτων των, ἔρχεται δὲ τὸ βούλευμα τοῦ Ἐφετείου Θεσσαλονίκης, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, κατ’ ἐμὴν γνώμην, καὶ τοῦτο μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω μέχρις ἀποδείξεως τοῦ ἐναντίου, μέχρις ἀποφάσεως τοῦ ἀκροατηρίου, κακῶς ἐξεδόθη καὶ κακῶς διατυποῖ κατηγορίας κατὰ Συναδέλφου. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὁ παραπεμπόμενος εἶναι ἀθῷος, λευκότερος περιστερᾶς, μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἀκροατήριον, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου θὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του, θὰ ἀποφανθῇ.
§575Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὴ τὸ ἐπικαλεῖσθε, ἀφοῦ ἔχετε τοιαύτην γνώμην.
§576Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ βούλευμα, ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς πολίτης.
§577Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ βούλευμα δὲν λέγει τίποτε, παρὰ μόνον, ὅτι δύναται νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§578Γ. ΠΩΠ. Τὸ βούλευμα λέγει τοῦτο: (Ἀναγινώσκει) «Ὁ κατηγορούμενος ἀφίκετο εἰς Ἔδεσσαν...κλπ.». Περὶ τούτου πρόκειται, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ κ. Γούδα. Ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει τὸ Ἐφετεῖον Θεσσαλονίκης, ὅτι, συνεπείᾳ συλλεγεισῶν μαρτυριῶν περὶ τοῦ ἂν ὁ κ. Γούδας, Νομάρχης τότε, ὑπεσχέθη ἢ οὐ διὰ πολιτικοὺς σκοποὺς πρὸς τοὺς Δουρτζῆδες καὶ Σελάχηδες τὴν ἀπόδοσιν τῶν κτημάτων, λέγει τὸ Ἐφετεῖον, ὅτι τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν οἱ δύο οὗτοι, εἶναι τὰ κτήματα ἀκριβῶς τὰ ὁποῖα κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ὡς ἐγκαταλελειμμένα. Ἑπομένως, ἔχομεν τὴν βεβαίωσιν, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁμιλῶ τώρα περὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, δὲν προέχει, — δύναται νὰ προέχῃ ἐπὶ δικαστηρίου, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ προέχῃ ἐνώπιον Σώματος, πολιτικῶς ἐρευνῶντος τὸ θέμα, — ἔχομεν τὴν βεβαίωσιν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἀπεδήμησαν, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ λεχθὲν περὶ αὐτῶν, ὅτι παρέμεινεν ἐκ τῆς οἰκογενείας των ὡρισμένος ἀριθμὸς μελῶν, περὶ οὗ ὡμίλησαν οἱ Μουσουλμάνοι Συνάδελφοι καὶ ὁ κύριος ἐκ Δράμας Συνάδελφος. Ἀλλ’ αὐτοὶ οἱ δύο ἰσχυροὶ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο καταδυναστεύοντες τοὺς Ἕλληνας τῆς Καρατζόβας καὶ τῆς Ἐδέσσης, ἔφυγον καὶ ἐπανῆλθον μόνοι, ἄνευ τῶν οἰκογενειῶν των,; ἀνῆλθον δέ, διότι ἐκεῖνοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνῆκον τὰ κτήματα, ἐκάλεσαν αὐτοὺς καὶ τοῖς ἔλεγον: «σπεύσατε νὰ ἐπωφεληθῆτε, εἶναι εὐκαιρία νὰ ἀνακτήσητε τὰ κτήματά σας», καὶ ἐπανῆλθον, ἄνευ προθέσεως ἐγκαταστάσεως. Πᾶσαι αἱ πράξεις καὶ τὰ πιστοποιητικὰ τοῦ διοικητικοῦ ἐπιτρόπου Καρατζόβας, τοῦ διοικητικοῦ ἐπιτρόπου Ἐδέσσης, τοῦ Δημάρχου Μουσουλμάνου Καρατζόβας, πιστοποιοῦσιν, ὅτι ἐκεῖνοι ἀπεδήμησαν. Τοῦτο πιστοποιοῦσιν οἱ ἀρχαὶ καὶ μετ’ αὐτῶν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ὁ Μοίραρχος, περὶ τοῦ ὁποίου ἀγαθὰ ἤκουσα καὶ ὁ ὁποῖος τὸ πιστοποιεῖ δι’ ἐγγράφου ἐμπιστευτικοῦ, πολιτικώτατα δέ, διότι ἐφρόνει, ὅτι πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἶχε πολιτικοὺς λόγους, ἵνα ἀποδώσῃ τὰ κτήματα καὶ ἐμπιστευτικῶς ἔλεγεν εἰς αὐτήν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἀπεδήμησαν καὶ ἔφυγον μὲ τὴν πρόθεσιν νὰ μὴ ἐπανέλθωσι, διότι ἔφυγον πανοικεὶ καὶ ἐπανῆλθον μετὰ ταῦτα, μόνον, ἵνα ἐφαρμόσουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν 15ην Φεβρουαρίου 1915. Ἀλλ’ ἆρά γε, δὲν ὑπάρχουν πράξεις καὶ ποῖαι εἶναι αἱ πράξεις αἱ διεθνεῖς αἱ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας γενόμεναι, καθ’ ἃς δὲν θὰ ἔχωμεν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποδώσωμεν τὰ κτήματα, εἰ μὴ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμοιβαιότητος; Προϋπάρχουν πράξεις διεθνεῖς, κυρωθεῖσαι πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου 262 καὶ εἶναι τὸ ἑξῆς περίεργον φαινόμενον, ὅτι ὁ μὲν Πρεσβευτὴς τῆς Τουρκίας ἐν Ἑλλάδι συνωμολόγει μετὰ τοῦ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὴν 10ην Μαΐου 1914 σύμβασιν, τὴν ὁποίαν δὲν ἐδέχετο νὰ συνομολογήσῃ μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, σύμβασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ δικαιώματι τῆς ἀσκήσεως τῶν ἀντιποίνων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ καταλάβῃ τὰ κτήματα ταῦτα τῶν ἀποδημησάντων Μουσουλμάνων, συνεπείᾳ δὲ τῆς πράξεως ἐκείνης ἔχομεν καὶ τοὺς μεταγενεστέρους νόμους, ἀλλ’ ἔχομεν, συγχρόνως καὶ τὴν ῥητὴν καὶ κατηγορηματικὴν ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ δήλωσιν τῆς 10ης Μαΐου 1914;
§579Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πότε ἔγινεν ἡ σύμβασις;
§580Γ. ΠΩΠ. Τὴν 10ην Μαΐου 1914.
§581Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τότε, διατὶ εὑρέθη ἡ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἡμέρας ἐκείνης, ἡ ὁποία διέταξε τὴν ἀπόδοσιν, ἄνευ ὅρου ἀμοιβαιότητος;
§582Γ. ΠΩΠ. Διότι ἐπρόκειτο περὶ σαφοῦς καὶ κατηγορηματικῆς παρεξηγήσεως. Ἐπιστεύθη, ὅτι ὁ Δουρτζῆς καὶ ὁ ἀδελφός του ἦσαν μεταξὺ τῶν μὴ ἀποδημήσαντων καὶ ἡ Ἑλλὰς εἰς πάντας τοὺς μὴ ἀποδημήσαντας ἀπέδωκε τὰ κτήματα, τοῦτο δὲ ἐπιστεύθη ἐκ ψευδῶν εἰσηγήσεων, καὶ ἀντὶ νὰ ἐρωτᾶτε ἐμέ, δύνασθε νὰ ἀναγνώσητε τὰ ἔγγραφα.
§583Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ εἰσηγήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀνέτρεψαν τὴν ἀπόφασιν;
§584Γ. ΠΩΠ. Τὰς διακοπὰς αὐτὰς, μὴ τὰς κάμνετε εἰς ἐμέ, διότι γνωρίζετε, ὅτι, ὅταν ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα, εἶμαι παρεσκευασμένος, διότι δὲν ὁμιλῶ, χωρὶς νὰ πεισθῶ...
§585Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἠμπορεῖ νὰ πεισθῆτε, ἀλλὰ παραπλανώμενος.
§586Γ. ΠΩΠ. Ἴσως νὰ ἔχω ἀδυναμίαν ἀντιλήψεως.
§587Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς λέγω, νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖα εἶναι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠκολούθησαν μετὰ τὴν 31ην Ἰανουαρίου.
§588Γ. ΠΩΠ. Ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, διὰ τῆς ὁποίας δηλοῦται σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς, ὅτι ἐπείσθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἀπεδήμησαν, καὶ δὲν τὸ λέγει μόνον ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἵνα συλλάβω ἀμφιβολίαν καὶ εἴπω μὴ τὶ ἄλλο συμβαίνει καὶ ὑπάρχει εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν προσωπικόν τι θέμα ἢ ἄλλο τί, ἀλλὰ τὸ λέγει καὶ ὁ διάδοχος Ὑπουργὸς, μετὰ ἕνα μῆνα, ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ...
§589Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, ν’ ἀναγνώσητε τὸ ἔγγραφον αὐτό, διὰ νὰ ἴδητε τὶ λέγει.
§590Γ. ΠΩΠ. Ὁ Ὑπουργὸς λέγει ἐνταῦθα ἐν τῷ ἐγγράφῳ: (Ἀναγινώσκει) «Κατόπιν τῆς διαταγῆς νὰ δοθῶσι... κλπ.».
§591Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶναι τῆς 11ης Φεβρουαρίου, τῆς ἀρνήσεως.
§592Γ. ΠΩΠ. Σεῖς, οἱ διάδοχοι, λέγετε, ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνεκοινώθησαν διὰ τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς προγενεστέρας Κυβερνήσεως, ἀναγκάζομαι νὰ ἀποδεχθῶ καὶ νὰ ἐμμείνω καὶ εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἐκείνοις περιλαμβανομένους.
§593Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι, δὲν τὸ λέγω αὐτό.
§594ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ λέγει.
§595Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐπρόκειτο νὰ ἀποδοθῶσι δύο κτήματα, τὰ ἀπέδωκεν ὁ προκάτοχός μου Ὑπουργὸς, κατόπιν ἀνέστειλεν: ἦλθε τὸ ζήτημα ἐνώπιόν μου: ὑπῆρχε μία ἐπιτροπή, ἡ ὁποία εἰργάζετο ἐπὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν, ὁ κύριος μοχλὸς τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἦτο ὁ κ. Ἐλευθεριάδης...
§596Γ. ΠΩΠ. Ὁ τμηματάρχης;
§597Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι ὁ τμηματάρχης. Ὁ τμηματάρχης κ. Παναγιωτόπουλος εἶναι εἷς τῶν καλλιτέρων καὶ ἐντιμωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ κ. Ἐλευθεριάδης, μὲ τὸν ὁποῖον ἦλθον εἰς πλήρη ῥῆξιν, μὲ τὸν ὁποῖον εἶχον καθ’ ἡμέραν καυγᾶν, μοὶ λέγει: τὰ πράγματα εἶναι τόσον περιπεπλεγμένα, ὥστε πρέπει νὰ περάσουν 50 χρόνια, διὰ νὰ καθαρίσωμεν τὴν ὑπόθεσιν. Ἐγώ, ἐφρόνουν, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀποδώσωμεν τὰ κτήματα ἐκεῖνα εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἔβλεπεν ἀδικουμένους.
§598Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Διατὶ δὲν τὰ ἀπεδίδατε;
§599Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Διότι δὲν μοὶ εἶχον παρουσιάσῃ τὰ ἔγγραφα αἱ ὑπηρεσίαι. Ἐγὼ εἶχον σχηματίσῃ τὴν γνώμην, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ εἶχον δίκαιον, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ πεισθῶσι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο ἔγραψα τὸ ἔγγραφον αὐτό, ὅτι ἀναβάλλω τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως μέχρις οὗ τὰ πράγματα μὲ πείσωσιν.
§600Γ. ΠΩΠ. Λαμβάνω, λοιπόν, τὸ ἔγγραφον τοῦ κυρίου τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ λαμβάνω ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κυκλάδων. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε τὴν γνώμην, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῶσι τὰ κτήματα, ἀλλ’ ἀγνοῶν ἴσως καὶ τὰς συμβάσεις περὶ ἀποδημήσαντων, ἐσκέφθη, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ, πρὶν ἔχῃ καὶ τὴν γνώμην καὶ ἐκείνων, οἵτινες ἐτάχθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου, ἵνα ἁρμοδίως καὶ νομίμως εἰσηγῶνται εἰς τὸν Ὑπουργόν. Καὶ ἐρωτῶ: δὲν εἶχε γνῶσιν, ἆρά γε, ὅτι μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τουρκικῆς εἶχε δηλωθῆ ῥητῶς, ὅτι τὰ κτήματα δὲν θὰ ἀπεδίδοντο πλέον ἀπὸ τῆς 20ῆς παρελθόντος ἔτους, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίζετο ὁ δεύτερος νόμος, δὲν ἀπεδίδοντο πλέον εἰς οὐδένα ἐξ ἐκείνων, ὑφ’ ὧν κατελήφθησαν; Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν δὲν θὰ ἐφαρμόζηται πλέον ὁ περὶ ἀμοιβαιότητος νόμος. Τὸ ἐγνώριζε τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀτυχῶς, τὰ κτήματα ἀπεδόθησαν, ἀτυχῶς, ἡ ἀπόδοσις τῶν κτημάτων, γενομένη ἐναντίον τῆς πολιτικῆς, ἥτις ἐπεβάλλετο, γενομένη ἐναντίον τοῦ μέλλοντος τῶν προσφύγων, ῥίπτει εἰς τοὺς δρόμους 901 ἀνθρώπους, θύματα τῶν διωγμῶν τῆς Μικρᾶς Ἀσίας. Εἶναι καὶ τοῦτο ἓν τῶν δωρημάτων τῆς παρανομίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§601Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Οἵτινες ἐδαπάνησαν ὅ,τι τοῖς εἶχεν ἀπομείνει, ἵνα βελτιώσουν τὴν κατάστασιν.
§602Γ. ΠΩΠ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι θλιβερὸν τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παραβὰς τὸν νόμον, εἶπεν, ὅτι χαράσσει νέαν πολιτικὴν πορείαν, διότι φοβεῖται τὰς περιπλοκὰς καὶ διότι τρέμει πρὸ τῶν Τουρκικῶν ἀπειλῶν καὶ τῶν τελεσιγράφων’ εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης, νέα διανοίγεται ὁδὸς διὰ τὴν Ἑλλάδα πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, εἶναι ἡ ὁδὸς τῶν δωρεῶν καὶ τῶν ὑποχωρήσεων, τῆς ταπεινώσεως καὶ τῶν λακτισμάτων! Δὲν εἶναι ἡ ὁδὸς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς ἰσότητος, ἡ ὁδὸς ἐκείνη, ἡ ὁποία διδάσκει καὶ τὸ: «ὀδόντα ἀντὶ ὀδόντος», ἀλλ’ εἶναι ἡ Χριστιανωσύνη τοῦ: «δεῖρε με, ἀγᾶ μου, γιὰ ν’ ἁγιάσω», εἶναι ἡ Χριστιανωσύνη τοῦ στρέφειν καὶ τὴν ἑτέραν παρειὰν πρὸς ῥάπισμα! Τοιαύτην πολιτικὴν πορείαν, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, χαράσσει ἡ ὁδός, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ διανοίξῃ ἡ πολιτικὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομιῶν! Μὲ θλίβει δὲ ἰδιαιτέρως τὸ γεγονός, ὅτι, ἐνῷ ἐνόμιζον, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομιῶν εἶναι ἰδίας πρωτοβουλίας, ἐνεφανίσθη αἴφνης πολιτικὴ εὐθύνη ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσα, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ θλιβερώτερον, ἡγέτην τῆς εὐθύνης ταύτης τῶν παρανομωτάτων πράξεων, τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ εἶναι διὰ τοῦτο θλιβερώτερον τὸ γεγονός, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κ. Συνάδελφος τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σκέπτεται, ἐν τῇ κοινῇ αὑτῶν εὐθύνῃ, ὅτι ἠδύναντο τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ ἐξέλθωσι τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, κομίζοντες ὡς σημαίαν τὸν θρίαμβον τῆς Ἑλληνικῆς ἰσοπολιτείας, καθ’ ἣν ὥραν καὶ καθ’ ἣν αὐγὴν παραδίδουσι διὰ τῆς πράξεως ἐκείνης, τοὺς μὲν ὁμοφίλους ἡμῶν ἐκ Μ. Ἀσίας εἰς νέας ἀνησυχίας, εἰς νέους δισταγμούς, εἰς νέους φόβους, ἐκείνους δὲ οἵτινες προσέφυγον ἐδῶ μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν, παραδίδουσιν εἰς τὴν στυγνὴν καὶ ἀπαισίαν μελαγχολίαν, ὅτι, ἄν ποτε θελήσωσι νὰ ἐπανέλθωσιν, δὲν θὰ εὕρωσιν οὔτε κτήματα ἐκεῖ, οὔτε κἂν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτήν, ἵνα ἐπανέλθωσιν, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις, ἡ μέλλουσα, θὰ σκέπτεται καθ’ ὃν τρόπον σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Στεφάνου Σκουλούδη.
§603Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, Κύριοι Συνάδελφοι, ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ ἑνὸς πολιτικοῦ κόμματος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀφῆκε καμμίαν κορυφὴν ἐν Ἑλλάδι, χωρὶς νὰ τὴν συκοφαντήσῃ, ἐγένετο ὁμιλία περὶ ἐμοῦ, ὁμιλία δέ, μὴ στηριζομένη ἐπὶ τῆς ἀληθείας, ἐπὶ ζητήματος συναφοῦς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν κτημάτων τούτων, καὶ ἐλέχθη ἄλλοτε ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ πολιτικοῦ κόμματος, ὅτι ἔδωκα ὑπόσχεσιν, μεταβιβάζων ὑπόσχεσιν τῆς Κυβερνήσεως, περὶ ἀποδόσεως αὐτῶν τούτων τῶν κτημάτων. Τοῦτο εἶναι ψευδές, κατὰ τοσοῦτον δὲ εἶναι ψευδές, ὥστε οἱ δύο τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν κτημάτων, περὶ ὧν ἐγένετο τότε λόγος, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἤμην εἰς Βοδενὰ, καὶ ἔλεγεν, ὅτι ἔδωκα τὴν ὑπόσχεσιν, εὑρίσκοντο αὐτοὶ εἰς Ἀθήνας. Ἑπομένως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσω ὑπόσχεσιν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐγὼ ἤμην εἰς Βοδενὰ καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ μένει τὸ ἑξῆς ζήτημα: Ποίαν ὑπόσχεσιν ἠδυνάμην νὰ δώσω ἐγώ, καθ’ ἣν στιγμὴν διώκουν τὸν μεγαλείτερον Νομὸν τοῦ Κράτους, μοὶ παρουσιάζοντο δὲ καθ’ ἑκάστην παράπονα διὰ τὰ κτήματα τῶν Μουσουλμάνων, τὰ ὁποῖα εἶχον καταλάβῃ οἱ ἀρχαί, κατόπιν διαταγῶν τῆς τότε Κυβερνήσεως, καὶ μοὶ διετύπουν τὰ παράπονα ταῦτα; Δὲν εἶχον ὑποχρέωσιν, ἐκ τῶν καθηκόντων μου ἀπορρέουσαν, νὰ δηλώσω πρὸς τούτους, ὅτι τὰ παράπονά των θέλουσι διαβιβασθῇ ἁρμοδίως, καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν τὰ παράπονα ἤθελον ἐξελεγχθῇ βάσιμα, θὰ ἀπεδίδοντο εἰς αὐτοὺς τὰ κτήματα; Καὶ ἀπετέλει τοῦτο ὑπόσχεσιν πρὸς κέρδος πολιτικόν; Εἶχον καθῆκον καὶ ὑποχρέωσιν νὰ διαβεβαιῶ πάντα πολίτην, ὅστις μοὶ διεβίβαζε παράπονα, ὅτι τὰ παράπονά του, θὰ ἐτύγχανον ἀκροάσεως ὑπὸ τῶν κυβερνώντων τὴν Χώραν. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ἄλλο ζήτημα: Τῆς ἀποδόσεως εἰς ἐμὲ ἐν τῷ βουλεύματι, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ψαρρῶν, τῆς εὐθύνης παραβάσεως ρητῆς διατάξεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, διὰ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν, δῆθεν, ἔδωσα εἰς αὐτούς. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω δύο λέξεις. Κατὰ τὸ περίφημον βούλευμα, τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην ἔδωκα, ἐν γεύματι, δῆθεν, ἐν καφφενείῳ, εἰς τὸ ὁποῖον παρεκάθησαν καὶ τρεῖς ὑπάλληλοι. Εἰς τίνος τὴν διαβεβαίωσιν στηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ Εἰσαγγελέως καὶ τὸ βούλευμα; Εἰς τοῦ Χαροκόπου, εἰς αὐτοῦ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῶν κτημάτων τὴν διαβεβαίωσιν, διότι μόνον αὐτὸς ἐξητάσθη, ἐνῷ εἰς τὸ γεῦμα παρεκάθητο ὁ Μητροπολίτης Ἐδέσσης, ὁ Δήμαρχος, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὁ Συνταγματάρχης Στάβαρης, ὁ στρατιωτικὸς διοικητής, ὁ ὑποδιοικητὴς Βοδενῶν, πᾶσαι αἱ ἀρχαὶ καὶ ἐνώπιον πασῶν τῶν ἀρχῶν ἔδωκα ἐγὼ τὴν ὑπόσχεσιν, ἀναφέρει δὲ τὸ βούλευμα ρητῶς, ὅτι παρεκάθησαν καί τινες ὑπάλληλοι. Οὐδεὶς τῶν ὑπαλλήλων ἔχει ἐξετασθῆ, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῆς δικογραφίας!
§604Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Εὖγε βούλευμα!
§605Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Στηρίζεται δὲ ἡ πρότασις τοῦ ἁρμοδίου Εἰσαγγελέως ἐπὶ μόνης τῆς καταθέσεως τοῦ Χαροκόπου, τοῦ ἔχοντος τὸ συμφέρον νὰ παραμένῃ ἡ ὑπόθεσις ἐκκρεμής, ἐκκρεμὴς κατὰ τοιοῦτον τύπον, ὥστε νὰ μὴ ἀποδίδωνται τὰ κτήματα εἰς τοὺς νομίμους δικαιούχους τοὺς Τζουρτζῆδες, διὰ νὰ εἶναι ὁ ἐνοικιαστὴς αὐτός, διότι αἱ ἐνοικιάσεις ἐγένοντο, προσφερομένων τῶν ἐνοικιαστῶν, ὡς προστατῶν, δῆθεν, τῶν Μουσουλμάνων, τῶν ὁποίων ἀφῃροῦντο τὰ κτήματα.
§606ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λόντος.
§607Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§608ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ οἱ κ. Βουλευταί, θὰ εἶναι καταπεπονημένοι, δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάσῃ τὴν Τετάρτην ὥραν 5.30′ μ. μ.;
§609ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§610ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν Τετάρτην, 5.30′ μ. μ. (Ὥρα 5 καὶ 15′ π. μ.)