1916.03.18
2,758 rows · 20,513 words · 331 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΛΕʹ.
ΤΗΣ 18 ΜΑΡΤΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρα 6.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν Πρακτικῶν;
§2Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, ἐν τῇ πρώτῃ σελίδι, εἶναι σημειωμένον, ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ προστατεύωνται ὑπὸ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Πιστεύω, ὅτι ἡ πεῖρα μου δὲν θὰ ἐπέτρεπε νὰ εἴπω, προκειμένου περὶ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, τοιοῦτόν τι, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ, οὕτω πως, ὅτι: πρέπει νὰ ὦσι μόνιμοι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: Ὁ λαὸς Πάργας διαμαρτύρεται διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ τουρκιστὶ λεγομένου Μπατζέλι. Οἱ κάτοικοι Γαυρείου Ἄνδρου παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ ἐκεῖ τελωνοσταθμαρχεῖον προαχθῇ εἰς Ὑποτελωνεῖον γʹ τάξεως. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Χανίων διαμαρτύρεται διὰ τὴν μελετωμένην τροποποίησιν τοῦ περὶ ἀγροφυλακῆς νόμου. Οἱ ἐν Γευγελῇ πρόσφυγες παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν, εὑρισκομένων εἰς τὴν μεθόριον γραμμήν. Ὁ Κωνσταντῖνος Ἀλεξᾶκος ἀναφέρει διαφόρους καταχρήσεις, γενομένας εἰς βάρος τοῦ Νεκροταφείου Ἀθηνῶν, γενομένας ὑπὸ τοῦ Ἐφόρου αὐτοῦ Ἀντ. Λαγκαδᾶ. Οἱ οἰκογένειαι τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων Βοστίνης παρακαλοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ ὁ Ταμίας Ἰωαννίνων καὶ ταῖς πληρώσῃ τὸ ποσὸν τῆς περιθάλψεως. Οἱ ἐκ Μετσόβου Γ. καὶ Ε. Ντάλας, συνταξιοῦχοι τῆς Τουρκοκρατίας, παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἀποδοθῇ ἡ ὡς καὶ πρότερον σύνταξίς των. Ὁ ἐκ Καρουτῶν τῆς Δωρίδος Ἀντ. Κατσαρέλης παραπονεῖται διὰ τὴν ἀπόλυσίν του ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ταχυδρομικοῦ Γραφείου Καρουτῶν. Ὁ Βουλευτὴς κ. Λ. ΡΟΥΦΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ λιμενικῶν ἀρχῶν διατάξεων». Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τῶν Ἀνθυπομοιράρχων καὶ Ἀνθυπασπιστῶν ἐνωμοταρχῶν τῆς Χωροφυλακῆς». Ὁ κ. Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας) ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 8 τῶν νόμων ΓΩΚΓʹ καὶ ΓΩΚΒʹ». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ, Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ, Σ. ΕΠΤΑΚΟΙΛΗΣ καὶ Δ. ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ λιμενικῶν ἀρχῶν διατάξεων». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ, Π. ΠΕΤΡΟ-
ΠΟΥΛΑΚΗΣ, Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ, Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ,
Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ, Σ. ΚΡΙΤΣΕΛΗΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συντάξεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΠΕΤΡΑΛΙΑΣ, Γ. ΡΑΛΛΗΣ, Γ.
ΔΟΥΜΑΣ, Α. ΒΟΤΣΑΡΗΣ, Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ, Γ. ΤΖΕ-
ΤΖΟΣ, Δ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ, Π. ΣΤΑ-
ΪΚΟΣ, Ν. ΚΥΝΑΡΗΣ, Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ, Χ. ΚΑ-
ΡΑΣ, Γ. ΤΣΙΜΑΣ κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Δ)βρίου Β. Δ. «περὶ ἐφέδρων Δοκίμων Διαχειριστῶν». Ἐπίσης, ἀνακοινῶ, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ τὴν πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως λαχείου διὰ τὴν ἀνέγερσιν Μεγάρου τῶν Ἀπομάχων» κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Ν. Λεβίδου, Κ. Λομβάρδου, Γ. Μπαλτατζῆ, Γ. Καρπετοπούλου, Χρ. Μητσοπούλου, Λ. Τσουκαλᾶ, Σπυρ. Δηληγιάννη, Μιλτ. Καβαλλιεράτου. Ὁ κ. Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια, ἅτινα παραπέμπονται εἰς τὰς ἁρμοδίας Ἐπιτροπάς: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ νόμου
ΔΝΖ».
2) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 617 περὶ ἀσκήσεως τῶν ἰατρικῶν ἐπαγγελμάτων ἐν ταῖς Νέαις Ἑλληνικαῖς Χώραις». 3) «Περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 641 τοῦ 1915, περὶ συμπληρώσεως κλπ. διατάξεων τοῦ ΔΝΖʹ νόμου τοῦ 1912 «περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Ὁ κ. Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου «περὶ ἐνοριακῶν ναῶν καὶ τῆς περιουσίας αὐτῶν». Ὁ κ. Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν) ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδων μετὰ οἰκιῶν δι’ ἐπέκτασιν τοῦ κτιρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν». Τὰ νομοσχέδια ταῦτα παραπέμπονται εἰς τὰς οἰκείας Ἐπιτροπάς. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Ι. Δραγούμης ἔχει τὸν λόγον.
§4Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔλαβον τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκην, ἐκ μέρους τῶν προσφύγων τῆς Γευγελῆς, οἱ ὁποῖοι παρακαλοῦν τὰ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει): «Παρακαλοῦμεν, ὅπως ἡ Σεβαστὴ Κυβέρνησις λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῶν προσφύγων Γευγελῆς καὶ περιφερείας ἐγκατεστημένων εἰς μεθόριον γραμμὴν ἀπὸ καταλήψεως αὐτῆς ὑπὸ Σέρβων, εὑρισκομένων δὲ ἤδη μεταξὺ δύο πυρῶν, ἕνεκα γινομένων συμπλοκῶν, πρὸς διάσωσιν αὐτῶν ἀπὸ τελείας καταστροφῆς». Ἓν μέρος τῶν κατοίκων Γευγελῆς, ἀπὸ τῆς καταλήψεως τῆς πόλεως ὑπὸ τῶν Σέρβων κατὰ τὸ 1912 κατέφυγον εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐγκατεστάθησαν εἰς τὰ σύνορα. Αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς εὑρίσκονται τώρα μεταξὺ δύο πυρῶν, διότι εὑρίσκονται εἰς τὴν ζώνην τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων τῶν συμμάχων, συμπλεκομένων μὲ τοὺς Γερμανοβουλγάρους. Νομίζω, ὅτι εἶναι ζήτημα φιλανθρωπίας νὰ ἡ Κυβέρνησις ὅλα τὰ μέτρα, ὅπως σώσῃ αὐτοὺς τοὺς πρόσφυγας ἀπὸ τῆς καταστροφῆς. Νὰ γίνουν δὶς πρόσφυγες εἶναι μέγα κακὸν δι’ αὐτούς, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε δὲν ὑπάρχει ἄλλη λύσις, ὡς φαίνεται. Οἱ πληθυσμοὶ αὐτοὶ πολλὰ πάσχουν δεινά, ὄχι μόνον ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς τοῦ Βουλγαρικοῦ. Εἶναι δύο εἰδῶν τὰ δεινοπαθήματα, τὰ ὁποῖα πάσχουν οἱ Ἕλληνες ἐκεῖ, τὰ δεινοπαθήματα, τὰ ὁποῖα ὑφίστανται οὗτοι ἐντὸς τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐδάφους ἐκ μέρους τῶν Βουλγαρικῶν ἀρχῶν καὶ Βουλγάρων κομιτατζήδων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖ ἄρχοντες, καὶ δεύτερον τὰ δεινοπαθήματα, τὰ ὁποῖα πάσχουν οἱ Ἕλληνες τῆς Μακεδονίας, τῆς παραμεθορίου ζώνης, ἐκ μέρους τῶν Βουλγάρων κομιτατζήδων, οἵτινες εἰσέρχονται εἰς τὰ διάφορα σημεῖα τῶν συνόρων, σημεῖα τῆς ζώνης, ἥτις ἀφέθη ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ ἐλευθέρα διὰ τὰς πολεμικὰς ἐπιχειρήσεις. Προκειμένου περὶ τῆς πρώτης κατηγορίας, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω τὰ ἑξῆς, ὅτι εἰς τὸ Κρούσοβον, εἰς τὸ διάστημα τῶν τελευταίων μηνῶν, δηλαδή, ἀπὸ τῆς καταλήψεως τοῦ Κρουσόβου ὑπὸ τῶν Βουλγάρων, ἐσημειώθησαν τρεῖς φόνοι Ἑλλήνων ἐν μέσῃ ἀγορᾷ. Τοῦ μὲν πρώτου τὸ ὄνομα δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω σήμερον, τῶν δύο ἄλλων τὰ γνωρίζω, ὁ μὲν εἷς ὀνομάζεται Πέτρος Μπάμπης, ὁ δὲ ἕτερος Νικόλαος Κασούρας. Ἐκτὸς τούτου, ἔχω νὰ ἀναφέρω, ὅτι ὁ ἀρχιερατικὸς ἐπίτροπος Γευγελῆς, ὀνόματι Ἀνανιάδης, ἀπήχθη εἰς ἄγνωστον διεύθυνσιν ὑπὸ τῶν Βουλγαρικῶν ἀρχῶν. Ἐζητήθησαν πληροφορίαι ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως διὰ μέσου τοῦ Βερολίνου περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ. Ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις ἀπήντησεν, ὅτι εἶχε στείλει αὐτὸν ἡ Βουλγαρικὴ εἰς τὸ μοναστήριον τοῦ Ρίλου καὶ παρεκλήθη ἡ Γερμανικὴ Κυβέρνησις, ὅπως μὴ πάθῃ τι ὁ ἀπαχθής. Δὲν γνωρίζομεν ὅμως, ἂν ἐγένετο τῷ ὄντι ἡ ἐγκάθειρξις εἰς τὴν μονὴν τοῦ Ρίλου ἢ ὄχι, καὶ διατί. Ἐπίσης ἀγνοεῖται ἀπὸ πολλῶν μηνῶν ἡ τύχη τοῦ ἱερέως τῶν Κοτσάκων. Δὲν γνωρίζομεν ἂν ζῇ ἢ ἀπέθανεν, ἢ ἐγκαθείρχθη καὶ αὐτός. Αὐτὰ καὶ πολλὰ ἄλλα τοιαῦτα συνέβησαν εἰς τὸ Κρούσοβον καὶ Μοναστήριον καὶ Γευγελῆν καὶ συμβαίνουν καθ’ ἡμέραν, νομίζω δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ ζητήσῃ πληροφορίας καὶ νὰ ἀξιώσῃ ἀπὸ τοὺς γείτονάς μας νὰ φέρωνται καλλίτερον πρὸς τοὺς Ἕλληνας. Εἶναι τὸ ἐλάχιστον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ζητήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπὸ αὐτούς, διὰ τὴν στάσιν τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία δὲν τοὺς βλάπτει, βεβαίως. Ὡς πρὸς τὰ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους συμβαίνοντα, δηλαδή, τὴν δευτέραν κατηγορίαν τῶν δεινοπαθημάτων, ἔχω νὰ ἀναφέρω τὰ ἑξῆς δύο: Πρῶτον, εἰς τὸ Σέχοβον, χωρίον ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, οἱ Βούλγαροι, εἰσελθόντες, ἐκακοποίησαν τοὺς κατοίκους καὶ μετὰ τοῦτο διώρισαν Μουχτάρην. Ἐν τίνι δικαιώματι οἱ Βούλγαροι εἰσέρχονται εἰς Ἑλληνικὰ χωρία καὶ διορίζουν Μουχτάρηδες; Δεύτερον, κατά τινας πληροφορίας, Γερμανοβουλγαρικὰ ἀεροπλάνα ἔρριψαν βόμβας εἰς τὸ Τζάγεζι ἐπὶ Ἑλληνικῶν κατασκηνώσεων, ἐνῷ ἦτο γνωστόν, ὅτι εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο δὲν ὑπῆρχον κατασκηνώσεις τῶν συμμάχων, ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι αὐτὰς τὰς καταστροφὰς τὰς ἐπέφερον Βούλγαροι καὶ ὄχι Γερμανοί, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι ἔρριψαν τὰς βόμβας Γερμανοί, ἐν γνώσει ὄντες, ὅτι ἐκεῖ κατεσκήνουν Ἕλληνες. Εἶναι δὲ πιθανώτατον νὰ ἐπέβαινον Βούλγαροι ἀξιωματικοὶ ἐπὶ τῶν Γερμανικῶν ἀεροπλάνων καὶ νὰ προέβησαν ἐν γνώσει εἰς τὰς καθ’ Ἑλλήνων καταστροφὰς ταύτας. Νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον, Κύριοι, νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως οἱ Βούλγαροι, οἱ εἰσελθόντες εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, λάβωσι τὸν κόπον νὰ ἀπέλθωσιν, ἐπὶ δὲ τοῦ Βουλγαρικοῦ ἐδάφους οἱ Βούλγαροι νὰ συμπεριφέρωνται καλλίτερον πρὸς τοὺς Ἕλληνας.
§5Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς αὐτὰς συστάσεις ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπὸ τῆς χθὲς ἑσπέρας, ἔλαβον καὶ ἐγὼ τὸ τηλεγράφημα, τὸ ἀναγνωσθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου. Φαίνεται, ὅτι ἡ θέσις τῶν προσφύγων αὐτῶν εἶναι ἐξαιρετικῶς δεινή καὶ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, πρέπει νὰ εἶναι ἄμεσα, διὰ νὰ τοὺς σώσῃ.
§6ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἔφερε πρὸς τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοῦ βήματος, εἶναι γνωσταὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ 4–5 ἡμερῶν, αἱ πληροφορίαι, αἱ ἀφορῶσαι τὴν κατάστασιν τῶν προσφύγων εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Τόσον δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅσον καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῶν βιαιοπραγιῶν, τὰς ὁποίας Βούλγαροι διέπραξαν εἴτε εἰς τὴν Βουλγαρικὴν Μακεδονίαν κατ’ Ἑλλήνων, εἴτε εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὰς δεούσας παραστάσεις, ὅσον ἠδύνατο ἐντόνως καὶ πρὸς αὐτὴν τὴν Βουλγαρικὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὰς συμμάχους αὐτῆς δυνάμεις. Τὸ ζήτημα διατελεῖ ἐκκρεμές, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ ἔχωμεν ἀπάντησιν. Ἂς ἐλπίζωμεν, ὅτι ἡ ἀπάντησις θὰ εἶναι ἱκανοποιητική.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγουδάκης ἔχει τὸν λόγον.
§8Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ὀλίγα τῆς ὥρας λεπτὰ, καθόσον πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, τόσον σπουδαίου, ὅσον καὶ σοβαροῦ, διότι πρόκειται περὶ ζητήματος γενικοῦ ἐνδιαφέροντος. Πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας τῆς ζακχάρεως. (Διαμαρτυρίαι καὶ θόρυβος)
§9Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι παντάπασιν ἐπεῖγον.
§10Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Εἶναι τὰ μάλιστα ἐπεῖγον, διότι ἐνδιαφέρει ὅλον τὸν κόσμον. (Θόρυβος).
§11ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε. (Διαμαρτυρίαι).
§12ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε θὰ ὁμιλήσω καὶ Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ζακχάρεως. (Θόρυβος).
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφ’ ὅσον, κ. Βουλευτά, ζητοῦσι καὶ ἄλλοι τῶν κ. Συναδέλφων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος, δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω νὰ ἐξακολουθήσητε. Δὲν τὸ θεωρῶ ἐπεῖγον τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἐξακολουθήσητε.
§14Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Ὀλίγας λέξεις, κ. Πρόεδρε, θὰ εἴπω. (Θόρυβος).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ ἐπιμένετε, εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν θεωρῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπεῖγον. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Θεωρεῖ τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς τῆς ζακχάρεως ἐπεῖγον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὸν λόγον ὁ κ. Βουλευτής;
§16ΠΑΝΤΕΣ ΣΧΕΔΟΝ ΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὸ ἐπεῖγον τοῦ ζητήματος. Ὁ κ. Κράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§18Π. ΚΡΑΛΛΗΣ. Ἔχομεν καὶ τρίτον τηλεγράφημα σήμερον ἐκ Θεσσαλονίκης τοῦ Συνδέσμου τῶν Συντεχνιῶν, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: «Πρόεδροι Συντεχνιῶν, Σωματείων, συνελθόντες σήμερον, μετὰ διοικητικῶν συμβουλίων, εὑρίσκουσι δηλώσεις Κυβερνήσεως ὅλως ἀνεπαρκεῖς. Ἐπαναλάβατε παρακαλοῦμεν διαβήματα ἐντονώτερα πρὸς καθησύχασιν λαοῦ». (Διαμαρτυρίαι).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν Ὁ κ. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τηλεγραφικὴν ἀναφορὰν ἐξ Ἄνδρου περὶ ἀλεύρων.
§20Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Πρόκειται, κ. Βουλευταί, περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται οἱ ἀναφερόμενοι διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τῶν ἀλεύρων, τὴν κακὴν ποιότητα αὐτῶν, καθὼς καὶ περὶ τῆς ζακχάρεως. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν μὲ τὴν σύστασιν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, προκειμένου περὶ τῶν Κυκλάδων, λόγῳ τῆς κακῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων. Προσέτι δέ, παρακαλῶ, ὅπως λάβῃ μέριμναν καὶ ἀποκρυσταλλωθῇ, τέλος πάντων, μία ἀπόφασις περὶ τῆς πωλήσεως τῆς ζακχάρεως, καθ’ ὅσον καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν σήμερον πολὺς κόσμος ἔτρεχεν ἀπὸ τῆς Ἀστυνομίας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ προμηθευθῇ ζάκχαριν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπαμίχας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Δελβίνου.
§22Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Δελβίνου, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, ἔχει ἔλθει πρὸ δύο μηνῶν, δυστυχῶς ὅμως, ἡ σειρά της τὴν ἔφερε μόλις σήμερον πρὸ ἡμῶν. Καὶ ἐπειδὴ τὰ τρία ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα παραπονοῦνται οἱ κάτοικοι τοῦ Δελβίνου, δὲν εἶναι ἔτι λελυμένα, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι, παρὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Τὸ πρῶτον παράπονον τῶν κατοίκων εἶναι, ὅτι ὁ Δήμαρχος τῶν Ἁγίων 40, χρησιμοποιῶν τὴν ἰδιότητά του διὰ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον σῖτον, ἐζήτησεν αὐτὸν ὡς Δήμαρχος, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πεινώσης Βορείου Ἠπείρου, καὶ οὕτω ὁ σῖτος τῷ παρεχωρήθη διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 183 (Ὑπουργ. πρωτοκόλλου) καὶ ἡμερομηνίας 5ης Ἰανουαρίου 1916 τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πρὸς τὴν Νομαρχίαν Κερκύρας. Παραπονοῦνται δεύτερον, οἱ κάτοικοι, ὅτι ὁ λαβὼν Δήμαρχος τὸν σῖτον αὐτὸν, ὁ ὁποῖος, τιμολογηθεὶς εἰς τὴν Κέρκυραν πρὸς 46.85 λεπτὰ, εἰς τοὺς Ἁγίους 40, μὲ ὅλα τὰ ἔξοδα, ὑπολογίζεται, ὅτι ἐστοίχισαν ἀπὸ 54–55 λεπτά, τὸν ἐπώλησε πρὸς 67 καὶ 68 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν. Παραπονοῦνται προσέτι, ὅτι ἄλευρα μεταποιημένα ἀπὸ αὐτὸν τὸν σῖτον, τὰ ὁποῖα ἐστοίχιζον ἐν τῇ ἀποθήκῃ τοῦ Δημάρχου ἐν Ἁγ. 40 πρὸς 77 ἕως 78 λεπτά, ὁ κ. Δήμαρχος τὰ ἐπώλησε πρὸς 88 λεπτὰ χονδρικῶς.
§23ΓΡ. ΤΣΟΓΚΑΣ. Ὁ Δήμαρχος αὐτὸς εἶναι καὶ ἔμπορος.
§24Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. Εἶσθε βέβαιος, ὅτι τὰ ἐπῆρεν ὡς Δήμαρχος;
§25Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ. Ὁ κ. Γάγαρης καὶ ὁ κ. Τσόγκας πρέπει νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀνέφερον ἀριθμὸν τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Νομάρχην Κερκύρας. Ἐκ σιτοφορτίου «Σαλαμῖνος» παραχωρήσατε ἐπὶ κεκανονισμένοις ὅροις καὶ τιμήματι Δημάρχῳ Ἁγίων Σαράντα Ἰω. Κουρεμένῳ δι’ ἀνάγκας Βορ. Ἠπείρου διακοσίους τόννους σίτου. Ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη». Ἀλλὰ διὰ τὰ δύο αὐτὰ ζητήματα ὑπάρχει καὶ καταγγελία ἐνώπιον τοῦ Εἰσαγγελέως τοῦ Ἀργυροκάστρου, ὥστε δὲν μᾶς ἐνδιαφέρουν καὶ ἡ δικαιοσύνη θὰ ἀποφανθῇ. Μᾶς μένει, Κύριοι, τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι σοβαρώτερον. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἥν ἡ Κυβέρνησις παραχωρεῖ σῖτον διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν ἀτμομύλους εἰς τὴν Ἤπειρον, τὸν πηγαίνουν εἰς τὴν Κέρκυραν, ἐκεῖ δέ, καταχρώμενοι τοῦ γεγονότος, ὅτι δὲν ἔχομεν ἐν Ἠπείρῳ ἀτμομύλους, κρατοῦν τὸ σιτάρι καὶ δίδουν ὅσον θέλουν, τὸ πωλοῦν ὅσον θέλουν καὶ μένουν ἀνεξέλεγκτοι. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ φροντίσῃ νὰ μάθῃ τί ποσὸν δὲν ἐστάλη εἰς τοὺς Ἁγίους Σαράντα ἀπὸ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα ἐδόθησαν δι’ αὐτούς, διότι καὶ ἄλλοι ἔμποροι παραπονοῦνται ὅτι δὲν ἐστάλη ὅ,τι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀρχικῶς διετέθη. Ἄν τὸ ποσὸν αὐτὸ εὑρίσκεται εἰς τοὺς ἀτμομύλους ἐν Κερκύρᾳ, νὰ κατασχεθῇ καὶ ἐὰν σήμερον αἱ περιστάσεις δὲν ἐπιτρέπουν τὴν ἀποστολὴν σίτου ἐκεῖθεν, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας, ὅτι εἰς τὴν προσεχῆ εὐκαιρίαν, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ, νὰ πάῃ τὸ σιτάρι ἐκεῖ, δὲν πρέπει νὰ πωληθῇ ὑπερτιμημένον, ἂν κατὰ τὴν περίοδον ἐκείνην ἤθελεν ὑπερτιμηθῇ. Εἰς τὸ ὑπόμνημα, τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν μετὰ τῶν δεκαπέντε Συναδέλφων μου Κορυτσᾶς καὶ Ἀργυροκάστρου νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν 1ην Φεβρουαρίου μεταξὺ τῶν ἄλλων αἰτημάτων...
§26Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπόμνημα ὑπεβάλατε ἢ καταγγελίαν;
§27Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ. Ὑπόμνημα.
§28Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἔγινε καμμία διοικητικὴ ἀνάκρισις;
§29Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι μέχρι τῆς εἰσόδου μας εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τοὺς Ἁγίους Σαράντα ὑφίστατο Δήμαρχος, ὄχι ὅμως καὶ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὁ ὁποῖος ἐνήργει, ὅπως ἤθελε. Τελευταίως, ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε μέτρα νὰ διορίσῃ Δημάρχους, ὅπως καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας.
§30Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν διὰ τὴν κατάχρησιν τοῦ σίτου ἔγινεν ἀνάκρισις κατὰ τοῦ Δημάρχου.
§31Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ. Πιστεύω, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξεν ἀνάκρισιν, ἐζήτησα τὰ ἔγγραφα, ἀλλὰ δὲν ἦλθον ἀκόμη. Εἰς τὸ ὑπόμνημα ἐκεῖνο εἴχομεν ζητήσει διὰ τὸν Νομὸν Ἀργυροκάστρου, ὁ ὁποῖος ἔχει τοὺς Ἁγίους Σαράντα ὡς ἐπίνειον καὶ στερεῖται ἀτμομύλων, ὑδρομύλους ἔχει, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ παραχωρηθοῦν ἄλευρα εἰς ὅλους τοὺς ἐμπόρους, ἢ, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ γίνῃ κέντρον ἐφοδιασμοῦ καὶ νὰ πωλῆται σῖτος, διότι οἱ χωρικοὶ δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ πάρουν ἄλευρα Κερκύρας, νὰ γίνεται ὅμως τακτικὴ διανομή, σχηματιζομένης ἐπιτροπῆς. Ὅπως ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ δεχθῇ τὰ ἄλλα αἰτήματα, ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ δεχθῇ καὶ αὐτό.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κυρίτσης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§33Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, Κύριοι Συνάδελφοι, θὰ συνίστων γενικῶς καὶ θὰ ἐκφράσω εὐχήν, ἥτις, ἐλπίζω, νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς ἐπιθυμίαν ὅλων ἡμῶν, τοιαῦτα ζητήματα, οἷον τὸ ἐν τῇ ἀναφορᾷ, ἥν ἀνέλαβε νὰ ὑποστηρίξῃ ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος, νὰ μὴ ἤρχοντο εἰς τὴν Βουλὴν οὕτω ἀστήρικτα καὶ γυμνὰ, ὥστε νὰ θίγωνται ὑπολήψεις καὶ προσβάλλωνται κεκτημένα διὰ πολυχρονίου ἐντίμου ἐργασίας καὶ ὑπηρεσιῶν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ὀνόματα δι’ ἀναφορῶν ἀπευθυνομένων εἰς τὴν Βουλήν, εἰς τὰς ὁποίας ἀορίστως οἱ ἀναφερόμενοι καὶ ἐκ προσωπικῶν ἀντιπαθειῶν ἢ ἀντιζηλιῶν ἐπιτίθενται κατὰ προσώπων, προστιθεμένου μάλιστα, ὅτι ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὑπεβλήθη καὶ μήνυσις. Θὰ ἦτο δὲ σκόπιμον καὶ ἐὰν καὶ ἐλαχίστου εἴχοντο ἀληθείας, οἱ κύριοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται διὰ τῆς ἀναφορᾶς πρὸς τὴν Βουλὴν παραπονούμενοι καὶ ζητοῦντες, νὰ προσάψωσι μομφὴν κατὰ ἑνὸς μέλους ὑγειοῦς καὶ εὐϋπολήπτου τῆς κοινωνίας τῶν Ἁγίων Σαράντα, νὰ ἀναμείνωσιν, ἂν ἀληθῶς κατέφυγον εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν καὶ τὴν δικαιοσύνην, τὰ πορίσματα τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἁρμοδίων καὶ νομίμων τούτων ἐνεργειῶν...
§34Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ. Παρακαλῶ ...
§35Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Δὲν σᾶς διέκοψα, ἀξιότιμε φίλε καὶ Συνάδελφε, ὅταν ἠγορεύετε, καὶ δὲν ἐπιτρέπω διακοπάς· δύνασθε νὰ δευτερολογήσητε, ἐὰν ἔχετε ἀντιρρήσεις. Ἐπειδὴ ὅμως ἠκολούθησεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος καὶ φίλος τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν καὶ τὸ σύστημα νὰ ὑποστηρίζῃ τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἀναφοράν, διὰ τῆς ὁποίας ἐκτίθενται ὅσα ἐν αὐτῇ, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἀπαθέστερον ἐξήταζε τὰ ζητήματα καὶ ἤρχετο ὡς ἀπαθὴς συζητητής, διερευνῶν πρότερον τὴν ἀναφοράν, εἰσχωρῶν καὶ εἰς τὸν σκοπόν, ὅν ἐπιδιώκει, πιθανότατα, καλῇ τῇ πίστει τῶν ὑπογραψάντων καὶ καταγγελλόντων, θὰ συνίστα αὐτὸς ὁ ἴδιος καὶ εἰς ἑαυτὸν καὶ εἰς τοὺς ὑπογράψαντας, ὅτι ἔδει νὰ ἀναμείνουν τὴν διοικητικὴν καὶ τὴν ποινικὴν ἀνάκρισιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ θὰ συστήσω καὶ τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ τὸ ὑπαιτιαζόμενον ἔντιμον πρόσωπον θὰ ἐπιθυμῇ. Διότι δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀξιοτίμου Δημάρχου Ἁγίων Σαράντα μόνον, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον ἀπολαύει τῆς ὑπολήψεως τῆς κοινωνίας ἐν τῇ ὁποία ζῇ, τοῦ ὁποίου καὶ θίγεται ἡ ὑπόληψις καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς, οἱ ἀντιλέγοντες προσάγομεν τηλεγραφήματα τῆς κοινωνίας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔχει αὐτὸν Δήμαρχον, καὶ ὅλων σχεδὸν τῶν ἐμπόρων, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τοὺς Ἁγίους Σαράντα, ἀναιρούντων καὶ διαψευδόντων τὰ ἐν τῇ ἀναφορᾷ ἐλαχίστων ἐμπόρων καὶ μερικῶν ἰδιωτῶν τῆς πόλεως Δελβίνου καὶ τότε καὶ μόνον θὰ ἦτο πρέπον καὶ σκόπιμον νὰ γίνῃ, ἐὰν ὑπῆρχον στοιχεῖα, ἡ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς ἀναφορᾶς συζήτησις. Ἔρχομαι ὅμως καὶ εἰς τὰ δι’ αὐτῆς ἀναφερόμενα γενικῶς καὶ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου ἀναπτυχθέντα. Ὁ Δήμαρχος αὐτὸς δὲν προκύπτει, ὅτι ὑπέβαλε καμμίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Δημάρχου, ὡς δὲν ἠδύνατο καὶ νὰ ὑποβάλῃ. Ὁ Δήμαρχος αὐτὸς εἶναι Δήμαρχος, ἐκλεγεὶς κατὰ τὸ σύστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπεκράτησεν εἰς τὰ στρατιωτικῶς κατεχόμενα μέρη, παρὰ τῆς Στρατιωτικῆς ἀρχῆς καὶ ἀκολούθως παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, διότι ἐκρίθη, ὅτι ἦτο ὁ καταλληλότερος διὰ τὸ ὑπούργημα τοῦτο, εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἐπὶ τῆς Αὐτονόμου Ἠπείρου εἶχε περιβάλει δι’ ὅλης τῆς ἐμπιστοσύνης, ὄχι μόνον διὰ τὴν τιμητικὴν θέσιν τοῦ Δημάρχου, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς ἀναθέσεως πολλῶν ἄλλων καὶ ἐμπίστων καὶ οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν ὁ ἡγούμενος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως τῆς Αὐτονόμου Ἠπείρου καὶ ἡ ὁλομέλεια τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, καὶ ὅστις ἀπήλαυε καὶ πρότερον καὶ ἤδη τῆς ἐκτιμήσεως τῆς κοινωνίας τῶν Ἁγίων Σαράντα καὶ ὅλης τῆς κοινωνίας, εἰς τὴν ὁποίαν ζῇ, καὶ τὸν περιέβαλε διὰ τῆς ἐκτιμήσεως καὶ ἐμπιστοσύνης καὶ ἡ διαδεξαμένη τὴν Αὐτόνομον Κυβέρνησιν τῆς Βορ. Ἠπείρου, Στρατιωτικὴ Διοίκησις, καὶ ἤδη ὁ Διοικητικὸς Ἐπίτροπος καὶ τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον, ἐγκρίναν τὴν περὶ διορισμοῦ του ὡς Δημάρχου πρότασιν αὐτοῦ. Εἰς τοὺς Ἁγίους Σαράντα καὶ δι’ ὅλον τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Ἠπείρου εἶχον ἀνάγκην σίτου, ὁ οὕτω διορισμένος Δήμαρχος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι καὶ ἔμπορος, ἀποτελῶν μέλος καὶ νῦν τῆς ἐμπορικῆς κοινωνίας τῆς ἑδρευούσης ἐν Ἁγίοις Σαράντα, «Κουρεμένος καὶ Σιὰ» δὲν ἀπετάθη αὐτός, ὡς μοι ἐγένετο γνωστόν, ἀλλὰ φίλος, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔγραψεν ἡ ἐμπορικὴ ἐπωνυμία, ἵνα συστήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δοθῇ σῖτος καὶ εἰς αὐτήν, ὅπως ἐδόθη καὶ εἰς ἄλλους ἐμπόρους ἐν Ἁγίοις Σαράντα, καὶ δὲν θὰ μὲ διαψεύσῃ εἰς τοῦτο ὁ κ. Συνάδελφος, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, διότι ἀνεφέρθη εἰς αὐτό, ὅτι ἦτο καὶ Δήμαρχος ὁ αἰτῶν, παρήγγειλεν εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ Ἐπιτροπήν, νὰ δοθῇ σῖτος καὶ εἰς αὐτόν, βεβαίως, ὄχι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ Δημάρχου, ἀλλ’ ὡς ἐμπορικοῦ οἴκου, καὶ εἰς τὸν ἔμπορον ἔδωκεν ἡ ἐπιτροπή. Ποία τώρα εἶναι ἡ δικανικὴ ἀξίωσις τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀναφοράν; Ὅτι, ἐπειδὴ τὸ μέλος τῆς ἐπωνυμίας, εἰς ἣν ἐχορηγήθη σῖτος, ἦτο Δήμαρχος, ἔπρεπε νὰ πωλήσῃ ὅσον τῷ ἐστοίχιζε καὶ μὴ ὑπολογίσῃ ὠφέλειαν, τὴν ἐπιτρεπομένην εἰς πάντα ἔντιμον ἔμπορον. Ἔπρεπε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Κέρκυραν, νὰ φροντίσῃ νὰ παραλάβῃ τὸν σῖτον, νὰ παραμείνῃ νὰ ἀλεσθῇ, νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἀνερχομένην εἰς πολλὰς δεκάδας χιλιάδας δραχμῶν, νὰ τὸν μεταφέρῃ εἰς Ἁγ. Σαράντα καὶ νὰ τὸν πωλήσῃ, χωρὶς ὠφέλειάν τινα, δωρεὰν προσφέρων τὸν τόκον τῶν προκαταβληθέντων χρημάτων, ἀπασχολήσεις, δαπανήματα, προσωπικὰς μεταβάσεις καὶ διαμονῆς εἰς Κέρκυραν καὶ τὰς ἐκ πολλῶν αἰτίων δυνατὰς νὰ προκύψωσι ζημίας. Ἀλλὰ καὶ ποία εἶναι ἡ τιμή, εἰς ἣν ἐπωλήθη παρ’ αὐτοῦ ὁ σῖτος καὶ τὸ ἄλευρον καὶ ποία ἡ διαφορὰ πρὸς ἄλλους ἐμπόρους πωλήσαντας τοιαῦτα; Ἀφοῦ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι ἔμπορος καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα αὐτὴν ἐπρομηθεύθη ἀπὸ τὸ Δημόσιον τὸν σῖτον, ὄχι πρὸς φιλανθρωπίαν μόνον καὶ ὡς ἐντολοδόχος τοῦ Δημοσίου πρὸς διανομὴν καὶ πώλησιν, ἐπώλησεν εἰς τιμὴν ἀνωτέραν ἀπὸ ὅ,τι ἐπώλουν οἱ ἄλλοι ἔμποροι, ἢ ὑπεβίβασαν τὰς τιμὰς καὶ ἐπώλησαν εἰς ὀλιγωτέραν παρ’ ὅ,τι πρότερον ἐπωλοῦντο τὰ ἄλευρα ἐν Ἁγίοις Σαράντα;
§36Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Περὶ ποίου πρόκειται; Μὰ συγχωρεῖτε, διότι ἀπουσίαζον.
§37Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ Δήμαρχος Ἁγίων Σαράντα, καὶ μέλος ἐμπορικῆς Ἑταιρείας «Κουρεμένος καὶ Σιὰ» καταγγέλλεται, ὅτι ἀπηύθυνε τηλεγραφικὴν αἴτησιν, ζητῶν, ὡς Δήμαρχος, νὰ τῷ χορηγήσητε σῖτον, καὶ ὅτι ὑμεῖς, ὡς Ὑπουργός, τῷ ἐχορηγήσατε τοιοῦτον ὡς εἰς Δήμαρχον.
§38Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ τὴν Κέρκυραν, δηλαδή.
§39Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Μάλιστα, ἀπὸ τὴν Κέρκυραν, καὶ ὅτι τῷ ἐπετρέψατε νὰ πάρῃ τὸν σῖτον αὐτόν...
§40Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Φυσικά.
§41Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Κέρκυραν, νὰ παραμείνῃ, νὰ φροντίσῃ νὰ ἀλεσθῇ, νὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν του εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ παραλάβῃ τὸ ἐμπόρευμα, νὰ τὸ μεταφέρῃ εἰς Ἁγίους Σαράντα, νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς προβλεπομένας καὶ ἀπροβλέπτους ζημίας καὶ κινδύνους, χωρὶς οὐδὲν δι’ αὐτὰ νὰ ὑπολογίσῃ καὶ βαρύνῃ τὸ ἐμπόρευμα;
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι. Τὰ ἔξοδα ἤθελον ἐπιβαρύνει τὸ ἐμπόρευμα.
§43Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Καὶ τὰ χρήματα, τὰ προκαταβληθέντα παρ’ αὐτοῦ διὰ τὴν ἀγοράν, δαπανήματα καὶ ἀπασχολήσεις, διαμονῆς εἰς Κέρκυραν καὶ λοιπά, θὰ ἐθεωροῦντο, δωρεὰν διατιθέμενα;
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐνήργει ὡς Δήμαρχος;
§45Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ὄχι, ἐνήργει ὡς ἔμπορος.
§46Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σεῖς οὕτω λέγετε.
§47Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον τοῦτο, τὸ ἐναντίον, τὸν καταγγέλλουν οὕτω, καὶ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῷ ἔδωκε δωρεὰν νὰ διανείμῃ τὸν σῖτον καὶ νὰ μὴ κερδίσῃ τίποτε, δηλαδή, νὰ μὴ ἐπιβαρύνῃ τὸ ἐμπόρευμα καὶ μὲ τὰ ὡς εἴρηται, ἀποτελοῦντα τὴν νόμιμον τοῦ ἐμπόρου ὠφέλειαν.
§48Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔδωκε τίποτε δωρεάν. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἐά, ἔκαμέ τι σχετικόν, — διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐνθυμοῦμαι προχείρως — διεβίβασε τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον αὐτὸς ἔκαμεν, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Κερκύρας, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Κερκύρας τῷ ἔδωκε σῖτον. Τώρα ὑπὸ ποίαν ἰδιότητα τῷ ἔδωκεν, ὡς ἐμπόρου, ἢ ὡς Δημάρχου, δὲν γνωρίζω.
§49Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι Βουλευταί, ὁ σῖτος οὗτος ἐλήφθη, ὁ σῖτος αὐτὸς ἐδόθη πρὸς ἄλεσιν εἰς τὰ ἐργοστάσια τῆς Κερκύρας καὶ καθ’ ὅσον ἠλέθετο, διότι τμηματικῶς ἐγένετο τοῦτο, λόγῳ τῶν πολλῶν ἐργασιῶν τῶν ἀλευρομύλων, καὶ κατὰ μικρὰς ποσότητας παρεδίδετο εἰς τὴν ἐπωνυμίαν, ὡς καὶ εἰς ἄλλους ἐμπόρους, μετεφέρετο διὰ πλοιαρίων καὶ ἐπωλεῖτο εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Ἁγίων Σαράντα. Ἡ ἀγορά, ὁ φόρος, τὰ ἔξοδα ἐν γένει, ὑπολογιζόμενα, ἀνεβίβαζον τὴν ἀξίαν τῶν ἐν λόγῳ ἀλεύρων εἰς λεπτὰ 82 ὡς ἔγγιστα κατ’ ὀκᾶν, ἐπωλήθησαν δὲ πρὸς 85 λεπτὰ καὶ ὄχι 88 καὶ 90 λεπτά, ὡς ἀνακριβῶς ἀναφέρει τὸ τηλεγράφημα, ὅπερ ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος, διαψεύδουν δὲ τήν τε ἀναφορὰν καὶ τὰ παρ’ αὐτοῦ ὑποστηριχθέντα τὰ τηλεγραφήματα τῶν ἀξιοτίμων ἐμπόρων Ἁγίων Σαράντα, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐξουσιοδοτοῦσι νὰ βεβαιώσωμεν τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀληθείας τῶν ὑποστηριζομένων πανδήμως καὶ τὰ τηλεγραφήματα ταῦτα καταθέτω, ἵνα ἡ διοικητικὴ ἀρχή, ἄν νομίζῃ — καὶ ὑποβάλλω τὴν εὐχήν, νὰ τὸ πράξῃ— νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν, χάριν αὐτῆς τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ὑπαιτιαζομένου καὶ τιμωμένου διὰ τῆς ἀνατεθείσης αὐτῷ ἀρχῆς. Κατ’ ἀκολουθίαν τούτων, ἐπιβεβαιουμένων καὶ ἐπιμαρτυρουμένων ὑπὸ τῶν ἐμπόρων Ἁγίων Σαράντα, τόσον ὁ ἀραβόσιτος, ὅσον καὶ τὰ ἄλευρα, καὶ ὁ σῖτος ἐπωλήθησαν παρὰ τῆς ἐπωνυμίας «Κουρεμένος καὶ Σιὰ» μὲ τὴν μικρὰν ὠφέλειαν τῶν 2–3 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἔμποροι, — καὶ θὰ τὸ γνωρίζῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος, — ἐπώλουν πρότερον πρὸς 90 καὶ 100 λεπτὰ τὰ ἄλευρα καὶ πρὸς 68 καὶ 70 λεπτὰ τὸν σῖτον, ἔφθασε δὲ σήμερον νὰ πωλῆται καὶ πρὸς 100 καὶ 110 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν. Δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλειότερον τὴν Βουλὴν μὲ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ ἐξετάσῃ περὶ τοῦ ἀξιοτίμου Δημάρχου Ἁγίων Σαράντα καὶ περὶ τῆς ἐν τῷ ἐμπιστευθέντι αὐτῷ ἀξιώματι καὶ περὶ τῆς πατριωτικῆς ἐν γένει δράσεως αὐτοῦ.
§50Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅλη αὐτὴ ἡ ἱστορία τῆς ἐξελίξεως τῆς ἀναφορᾶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἕνα ἔχει κύριον σκοπόν, τὸν ἐμπορικὸν ἀνταγωνισμὸν καὶ τὴν αὐτὴν πάλιν ἔχει ἀφορμήν. Ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ κατηγορῶν τὸν Δήμαρχον, νομίζω, ὅτι δὲν εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ, διότι αὐτός, πρὸ τοῦ Δημάρχου, ἔλαβε παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σῖτον, τὸν ὁποῖον μετέφερεν εἰς Κέρκυραν, καὶ ἀπὸ τὴν Κέρκυραν, ἀφοῦ τὸν μετέβαλεν εἰς ἄλευρα, τὸν μετέφερεν εἰς Ἁγίους Σαράντα. Πρόκειται, λοιπόν, καθαρῶς περὶ ἐμπορικοῦ ἀνταγωνισμοῦ, ἡ Βουλὴ δὲ δὲν πρέπει παντελῶς νὰ ἀπασχολῆται μὲ τοιούτου εἴδους ζητήματα.
§51Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ σημειώσῃ, ὅτι δὲν κατηγορῶ ἐγώ, ὡς εἶπεν ὁ κ. Σπυρομήλιος, ἀλλὰ ἄλλος τις κατηγορεῖ. Ἐπίσης, παρακαλῶ, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἀναφορά, περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο ὑπὸ τῶν κ.κ. Κυρίτση καὶ Σπυρομήλιου λόγος, δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸ Δελβίνον, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Σαράντα, τὸ δὲ ζήτημα τῆς μηνύσεως εἶναι ἄλλο ζήτημα καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένον μάλιστα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν ὑπ’ ἀριθμὸν 39.
§52Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἡ μήνυσις δὲν ἐγένετο ἀπὸ κατοίκους Ἀργυροκάστρου, ἀλλ’ ἀπὸ ἕνα καὶ μόνον, τὸν Βασίλειον Οἰκονόμου.
§53Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ. Ἐπίσης, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸν σῖτον δὲν τὸν ἔλαβεν ὁ κατηγορούμενος ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ ἐμπόρου, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἰδιότητα... Δημάρχου, καὶ ὅτι δὲν εἶναι δεκτόν, ἔστω καὶ ἂν ὡς ἔμπορος τὸν ἔλαβε, νὰ κερδίζῃ ἀπὸ αὐτὸν 20 καὶ 25%, διότι ὁ σῖτος δὲν εἶναι μεταξωτά.
§54Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Δὲν ὠφελήθη, παρὰ τρία λεπτά.
§55Θ. ΜΠΑΜΙΧΑΣ. Ἔχω ἔγγραφον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει τὴν ἀρχικὴν τιμὴν τοῦ σίτου καὶ σημείωσιν τῆς Ἀστυνομίας Κερκύρας. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητῶ, εἶναι τοῦτο: νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις, ὥστε νὰ γίνῃ ἀποθήκη σίτου εἰς Ἁγίους Σαράντα.
§56Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀποθήκη σίτου ἔγινεν εἰς τοὺς Ἁγίους Σαράντα καὶ ἐζητήθη καὶ ἐστάλησαν διακόσιοι τόννοι. Ποῖον δὲ ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα; Νὰ συμβοῦν αὐτά, τὰ ὁποῖα συνέβησαν.
§57Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ κάμητε κέντρον ἐφοδιασμοῦ διὰ τὴν Βόρειον Ἤπειρον τοὺς Ἁγίους Σαράντα, διὰ νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ ὅλα αὐτά.
§58Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μανθάνω, ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ἐγένετο λόγος περὶ τῆς ζακχάρεως.
§59ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπόπειρα λόγου ἐγένετο.
§60Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω τὶ γίνεται μὲ τὴν ζάκχαριν, διὰ νὰ γνωρίζουν καὶ ἡ Βουλὴ καὶ πάντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Εἶναι ἐκ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς τυπικὴν μελέτην τοῦ φαινομένου, τὸ ὁποῖον πρὸ ἡμῶν ἐξελίσσεται. Ὑπῆρχεν ἔλλειψις ζακχάρεως. Πρὸ μακροῦ, πολὺ μακροῦ χρόνου, ἐλήφθη πρόνοια, ἵνα ἐφοδιασθῇ ἡ Χώρα διὰ ζακχάρεως, διὰ τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου. Καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἐν συνεννοήσει μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, παρηκολούθησε τὴν ἐργασίαν τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου, τείνοντος εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον. Διάφοροι ἔμποροι, συνεννοηθέντες πρὸς ἀλλήλους, ἐπρομηθεύθησαν μεγάλας ποσότητας ζακχάρεως ἐν τῇ Ἀμερικῇ καὶ ἀπήρτισαν τρία ὁλόκληρα φορτία. Διὰ τὰ φορτία αὐτὰ ἐδόθησαν πλοῖα καὶ τοιουτοτρόπως ἀπέπλευσαν ἐξ Ἀμερικῆς τὰ τρία ταῦτα φορτία, τὸ ἓν 4.600 τόννων, τὸ ἄλλο 4.000 καὶ τὸ τρίτον 3.100. Πρὸ τῆς ἀφίξεως τῶν φορτίων τούτων, ἀφίχθη τὸ ἀτμόπλοιον «Θεμιστοκλῆς», ἐπιβατικὸν ὑπερωκεάνειον, τὸ ὁποῖον εἶχε ποσότητα ζακχάρεως περὶ τὸ 1.000.000 ὀκάδων. Θὰ εἶχεν ἀφιχθῆ πρὸ τοῦ φορτίου αὐτοῦ τὸ πρῶτον τῶν τριῶν φορτίων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα, ὁ «Μ. Ἐμπειρῖκος», περιέχων 4.600 τόννους. Ἀλλὰ τὸ πλοῖον αὐτὸ ἐκρατήθη ἐν Μάλτᾳ, ἀνεμένετο δὲ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον. Ἐγένετο σκέψις τὶ πρέπει νὰ γίνῃ μὲ τὸ 1.000.000 τοῦ «Θεμιστοκλῆ». Ἐὰν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἐκυκλοφόρει φυσιολογικῶς, ἦτο ἀρκετώτατον δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ μέχρι τῆς ἀφίξεως τοῦ «Μ. Ἐμπειρίκου» χρονικὸν διάστημα. Διότι 1.000.000 ὀκ. ἤρκει διὰ τὴν Χώραν διὰ χρονικὸν διάστημα σχεδὸν μηνός. Αἱ κερδοσκοπικαὶ ὅμως τάσεις δὲν ἄφηναν νὰ κυκλοφορήσῃ τὸ 1.000.000. Ἐγένετο τότε σκέψις νὰ ἐπιτάξωμεν τὸ ποσὸν αὐτὸ καὶ νὰ διαθέσωμεν 300.000 ὀκ. ὑπὲρ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, αἱ ὁποῖαι ἐστεροῦντο τελείως ζακχάρεως, καὶ 700.000 ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν. Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον Πειραιῶς προσεφέρθη νὰ βοηθήσῃ εἰς τὴν διανομὴν τοῦ διὰ τὰς ἐπαρχίας προωρισμένου ποσοῦ, πωλοῦν αὐτὸ εἰς τοὺς ἐμπόρους τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, τῶν ὁποίων τὴν ἰδιότητα, ὡς ἐμπόρων, ἠδύνατο τὸ Ἐπιμελητήριον νὰ γνωρίζῃ καὶ οὕτω θὰ ἐνήργει τὴν ἀνάλογον διανομὴν καὶ κατὰ χώρας, ἀλλὰ καὶ κατὰ πρόσωπα. Ἐνῷ ταῦτα παρεσκευάζοντο καὶ εἶχε δοθῆ ἡ διαταγὴ τῆς ἐπιτάξεως, ἔρχεται ἡ εἴδησις, ὅτι ὁ «Ἐμπειρῖκος» ἀφέθη ἐλεύθερος εἰς τὴν Μάλταν. Ἦτο φανερόν, ὅτι, ὅταν ἔφθανεν ὁ «Ἐμπειρῖκος», θὰ εἴχομεν, ἐκτὸς τοῦ 1.000.000 τοῦ «Θεμιστοκλέους» καὶ ἄλλους 4.600 τόννους, καὶ ἡ φυσικὴ σκέψις ἦτο νὰ δεχθῇ πᾶς τις, ὅτι εἶναι περιττὴ πᾶσα ἀνάμιξις. Ἐσταμάτησα, τούτου ἕνεκα, τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιτάξεως, διότι ἐπρόκειτο τὴν ἑπομένην νὰ καταπλεύσῃ ὁ «Ἐμπειρῖκος». Ἀλλ’ ὁ «Ἐμπειρῖκος» ἐκρατήθη εἰς τὴν Μῆλον. Ἠρχίσαμεν τότε ἐνεργοῦντες νὰ ἀφεθῇ τὸ πλοῖον καὶ ἀπὸ τὴν Μῆλον, ἐπειδὴ δὲ παρήρχοντο μία καὶ δύο ἡμέραι, ἕως οὗ ἀφεθῇ καὶ ἐγεννῶντο ἀμφιβολίαι πόσον θὰ διαρκέσῃ αὐτὴ ἡ ἐκκρεμότης, πάλιν ἠρχίσαμεν χωροῦντες πρὸς τὴν ἐπίταξιν, τοὐλάχιστον τῶν 300.000 ὀκάδων διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Ἀλλὰ πάλιν, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐπίταξις, ἀφέθη ὁ «Ἐμπειρῖκος» ἐλεύθερος καὶ ἀφίκετο εἰς Πειραιᾶ. Ἅμα ἔφθασεν εἰς Πειραιᾶ, πᾶς τις ἐπίστευεν, ὅτι πᾶσα ἀνάμιξις ἦτο περιττή. Εἴχομεν 4.600 τόννους, δηλαδὴ σχεδὸν 4 ἑκατομμύρια ὀκάδας καὶ ἓν ἑκατομμύριον ἀπὸ τὸν «Θεμιστοκλῆν», ἐν ὅλῳ πέντε ἑκατομμύρια, διότι τίποτε ἀπὸ αὐτὰ δὲν εἶχε διατεθῆ. Τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ἀρκετὸν διὰ τὴν Χώραν, ὅσον γενναίως καὶ ἂν ὑπολογίσῃ τις τὴν κατανάλωσιν, διὰ πέντε ἕως ἕξ μῆνας. Σημειώσατε δέ, ὅτι τὰ δύο ἄλλα πλοῖα, «Μαλέας» καὶ ἡ Κικὴ Ἠσαΐα», εἶχον περάσει τὸ Γιβραλτάρ, ὥστε ἤρχοντο καὶ ἄλλοι 7–8000 τόννοι. Οὕτω πως τις θὰ ἐπίστευεν, ὅτι φυσικὸν ἦτο, ἄν ἀφίετο ἐλευθέρα ἡ ζάκχαρις, νὰ πωληθῇ εἰς ὅποιον θέλει νὰ τὴν ἀγοράσῃ, ἡ μόνη ἀνάγκη ἦτο νὰ γίνῃ μόνον μία διατίμησις, ἡ ὁποία καὶ ἐκανονίσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἦσαν πέντε ἑκατομμύρια ὀκάδες εἰς τὸν Πειραιᾶ. Ἀλλὰ ζάκχαριν δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀγοράσῃ κανείς, οὔτε διὰ νὰ ἑτοιμάσῃ ἕνα καφέ. Διότι δὲν ἠδύνατο μὲν νὰ ἀποκρυβῇ ἡ ζάκχαρις, ἀλλ’ ἐξηφανίζοντο οἱ ἰδιοκτῆται. Ἐζήτουν, οἱ ἔχοντες ἀνάγκην ζακχάρεως, ἀπὸ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἐφέρετο εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ πλοίου ὡς παραλήπτης, ἀλλ’ αὐτὸς ἔλεγεν, ὅτι τὴν ἐπώλησεν. Εἰς ποῖον; Εἰς τὸ Α, ὁ Α τὴν μετεπώλησε καὶ οὕτω δὲν εὑρίσκετο ὁ πωλήσων. Ἐπάλαιεν ὁ κόσμος νὰ ἀγοράσῃ ζάκχαριν καὶ δὲν εὕρισκε. Τότε, ἀπεφασίσαμεν νὰ τὴν ἐπιτάξωμεν ὁλόκληρον, δηλαδή, 5 ἑκατομμύρια ὀκ., νὰ δώσωμεν περίπου πέντε ἑκατομμύρια δραχ. καὶ νὰ τὴν διανείμωμεν. Προέβημεν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ μᾶς δώσῃ τὰ χρήματα καὶ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔστερξεν. Ὅταν ἐπληροφορήθησαν τοῦτο οἱ ἐνδιαφερόμενοι, παρουσιάσθη ὁ Διευθυντὴς τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης, διότι τὸ φορτίον τοῦ «Ἐμπειρίκου» τὸ εἶχε φέρει ἡ Λαϊκὴ Τράπεζα διὰ λογαριασμὸν διαφόρων ἐμπόρων, καὶ εἶπεν, ὅτι ἀναλαμβάνει νὰ διατεθῇ ἡ ζάκχαρις αὐτή, χωρὶς νὰ τὴν ἐπιτάξωμεν, κατὰ τὸν τρόπον πρὸς τὸν ὁποῖον θὰ συνεφωνοῦμεν. Διεπραγματεύθημεν τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἐνεργήσῃ αὐτὴν τὴν πώλησιν, διότι, σημειώσατε, ὅτι ἡ ἐπίταξις ἐσχετίζετο καὶ μέ τινα ζητήματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἴχομεν τὴν δέουσαν προπαρασκευήν. Ἡ ζάκχαρις εἶναι λίαν λεπτὸν εἶδος καὶ ἡ τοποθέτησις καὶ ἀποθήκευσις αὐτῆς παρουσίαζε δυσχερείας. Ὁ διευθυντής, λοιπόν, τῆς Λαϊκῆς Τραπέζης μᾶς εἶπεν, ὅτι ἐξ ὀνόματος ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνῆκε τὸ φορτίον, θὰ ἐδέχετο νὰ τὸ διαθέσῃ συμφώνως μὲ τὰς συμφωνίας, τὰς ὁποίας ἠθέλομεν κάμῃ. Ἐζήτησα ἀπὸ αὐτὸν πρῶτον, νὰ διατεθῶσι 500.000 ὀκάδες κατὰ τὰς ἐντολάς, τὰς ὁποίας θὰ δώσῃ ἡ Ἀστυνομία, εἰς τοὺς παντοπώλας καὶ ἄλλους καταναλωτὰς Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Ἐκ τοῦ ὑπολειπομένου θὰ κρατηθῶσιν ἕτεραι 500.000 ὀκ. εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς. Τὸ δὲ ὑπόλοιπον νὰ τὸ διαθέσῃ ἡ Τράπεζα καὶ οἱ κάτοχοι ἐμπορικῶς καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἀνέλαβεν ἐπὶ πλέον ἡ Τράπεζα τὴν ὑποχρέωσιν, ἅμα ὡς διετίθετο ὑπ’ αὐτῆς τὸ ποσὸν τοῦτο, νὰ μᾶς ἀνακοινώσῃ εἰς ποίους ἐμπόρους θὰ πωληθῇ καὶ εἰς ποίους τόπους θὰ μεταφερθῇ. Τοιουτοτρόπως, ἡ ἐπιτροπὴ θὰ γνωρίζῃ εἰς χεῖρας ποίων θὰ περιέλθῃ αὐτὴ ἡ ζάκχαρις καὶ ποῦ θὰ τὴν μεταφέρωσι. Θὰ γίνῃ οὕτω πως φυσικῶς ἡ διανομὴ ἀνὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐὰν, ἕνεκα τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς διανομῆς, ἤθελον ὑπάρξῃ ἐλλείμματα εἴς τινα μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα τυχὸν δὲν θὰ γίνῃ ἡ προσήκουσα ἀποστολή, θὰ δοθῶσιν ἐκ τῶν 500.000, τὰς ὁποίας δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐφυλάξαμεν. Ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς. Ἡ διατίμησις, τὴν ὁποίαν εἴχομεν κάμῃ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἦλθεν ὁ «Θεμιστοκλῆς», ἢ μετὰ μίαν, δύο ἡμέρας, ἦτο 1.05 εἰς τὸν Πειραιᾶ. Τὸ 1.05 σημαίνει 1.55. Πεντήκοντα λεπτὰ εἶναι ὁ φόρος. Ἀλλ’ αὐτοὶ παρετήρησαν, ὅτι 1.05 δὲν εἶναι ἀρκετόν, διότι οἱ ὑπολογισμοί, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὑπελόγισεν εἰς 1.05, ἔθετον ὡς βάσιν κόστους 95 λεπτά, μέσον ὅρον, διότι εἴχομεν ἐκ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μίαν ἀνακοίνωσιν πόσον ἐπωλήθησαν διάφοροι μερίδες ζακχάρεως, ἐξ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι περιείχοντο εἰς τὸν «Θεμιστοκλῆ». Ὑπῆρχον δὲ εἰς τὸν «Θεμιστοκλῆ» μερίδες, αἱ ὁποῖαι ἔφθανον ὀλίγον ἄνω τῶν 95 λεπτῶν, ἢ ὀλίγον κάτω. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε βάλῃ ὡς μέσον ὅρον τὸ 95. Αὐτοὶ ἰσχυρίσθησαν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ μέγιστος ὅρος, ὁ ὁποῖος ἦτο εἰς τὴν δραχμήν. Ἐπεκαλέσθησαν δὲ καὶ ἕνα ἄλλον λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῇ ἀκριβώτερον ἡ τιμή, τὸν λόγον, ὅτι ἐν Ἀμερικῇ ὑψώθη σπουδαίως ἡ τιμὴ τῆς ζακχάρεως, διότι, φαίνεται, ὅτι πράγματι, ὑψώθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ποὺ ἐφόρτωσαν μέχρι σήμερον. Πόσον ὑψώθη ἐκεῖ, δὲν δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ τελείως. Ἴσως 30–40 λεπτά. Ἐπῆλθε πάντως μία ὕψωσις. Ἐπεκαλοῦντο, λοιπόν, πάντα ταῦτα, καὶ ἔλεγον νὰ γίνῃ ὕψωσις καὶ νὰ τεθῇ ὡς βάσις τὰ δέκα λεπτά· ὡς βάσις κόστους καὶ νὰ τοῖς δοθῇ μία δεκάρα κέρδος. Ἐδέχθημεν τὸ τοιοῦτον καὶ διότι εἶχον βάσιν τινὰ τὰ ὑπ’ αὐτῶν λεγόμενα, ἀλλὰ καὶ διότι ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ μία διέξοδος. Οὕτω διερρυθμίσθη, λοιπόν, τὸ ζήτημα τῆς ζακχάρεως. Οἱ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ παντοπῶλαι καὶ ἄλλοι ζακχαροπλάσται καὶ τὰ λοιπὰ καταστήματα δύνανται, λαμβάνοντες ἐντολὴν τῆς Ἀστυνομίας, νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν, νὰ καταβάλωσι 1.10 καὶ νὰ μεταβῶσι νὰ παραλάβωσιν ἀπὸ τὸ Τελωνεῖον τὴν ἀναγκαιοῦσαν ζάκχαριν.
§61Γ. ΠΩΠ. 1.60.
§62Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). 1.60. Ἐπάνω–κάτω.
§63Γ. ΠΩΠ. Καὶ θὰ τὴν πωλῶσι δύο.
§64Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§65Γ. ΠΩΠ. Ἀστυνομικὴν διατίμησιν ἐκάματε;
§66Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως.
§67Γ. ΠΩΠ. Πόσον;
§68Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναλόγως τῆς ποιότητος, 1.70 καὶ 1.75, 1.70 ἡ κοινή, καὶ 1.75 ἡ καραμέλλα διὰ τὴν λιανικὴν πώλησιν. Λοιπόν, αὐτοί, μεταβαίνοντες, θὰ λαμβάνωσι τὴν ζάκχαριν εἰς αὐτὴν τὴν τιμήν, θὰ πληρώνωσι τὰ τελωνειακὰ καὶ τοὺς ἄλλους φόρους, θὰ τὴν φέρωσιν εἰς Ἀθήνας καὶ θὰ τὴν πωλῶσιν. Ἤδη, τοῦτο γίνεται. Ἡ Ἀστυνομία δίδει ἐντολὰς καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ καὶ καταβάλλουσι τὸ ἀντίτιμον εἰς τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν καὶ παραλαμβάνουσιν. Πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως, ὑπεχρεώθησαν οἱ ἔμποροι αὐτοὶ ἐδῶ, οἱ παντοπῶλαι, ὄχι μόνον νὰ ἔχωσι τὴν διατίμησιν ὅλων τῶν εἰδῶν, τῶν περιλαμβανομένων ἐν τῇ διατιμήσει, τοιχοκολλημένην εἰς τὸ κατάστημά των, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, τῆς ὀρύζης, τοῦ καφέ, καὶ τῶν ἄλλων τοιούτων εἰδῶν νὰ ἔχωσι τὸν ἀριθμὸν τῆς τιμῆς εἰς ἕν μόνον μέγεθος, ὅπως εἶναι εἰς τὰ καταστήματα. Ταῦτα ἐγένοντο διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὸν Πειραιᾶ. Ἔχομεν καὶ 500 χιλιάδας ὀκάδας, διὰ νὰ συμπληρώσωμεν τὰ ἐνδεχόμενα κενά. Τώρα, μένει τὸ ὑπόλοιπον, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ὑπόσχεσιν, ἡ ὁποία ἐδόθη, θὰ πωληθῇ διὰ τοῦ ἐμπορίου εἰς τὰς διαφόρους ἀγορὰς τῆς Ἑλλάδος.
§69Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Δὲν ὑπάρχει εἰς τὰς ἐπαρχίας καθόλου.
§70Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ γνωρίζω. Δὲν μοὶ παρέχετε τίποτε νέον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας.
§71Δ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις.
§72Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὰς ἀνακοινώσεις μου, διότι ἐγὼ σᾶς λέγω τί ἔγινε καὶ σεῖς μοῦ λέγετε ἐκεῖνο, ποὺ δὲν ἔγινε. Λοιπόν, ἐγένετο συμφωνία, ὅτι θὰ μᾶς ἀνακοινωθῶσιν ἐντὸς τῆς σήμερον, ἢ μέχρι τῆς πρωΐας τῆς αὔριον, τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀγοράσωσι, ἀπὸ τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν ἐκπροσωποῦσαν τοὺς κατέχοντας αὐτὴν τὴν ζάκχαριν.
§73Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Διὰ τὰς ἐπαρχίας.
§74Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δι’ ὁπουδήποτε, εἴτε ἔμποροι χονδρικοὶ τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν εἶναι αὐτοί, εἴτε ἔμποροι τῶν ἐπαρχιῶν; Καὶ ἐὰν μὲν εἶναι ἔμποροι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, θὰ τὴν μεταφέρωσιν, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀδείας, διότι ἤρθησαν αἱ ἀπαγορεύσεις τῆς μεταφορᾶς. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι τῶν Ν. Χωρῶν, ἐπειδὴ παρατηρεῖται μία τάσις μεγάλης ἐξαγωγῆς πρὸς τὰ ἐκεῖ, θὰ μεταφέρωσι, κατόπιν τῶν ἀδειῶν τοῦ Ὑπουργείου, κατὰ τὰ εἰωθότα. Θὰ σταματήσῃ, δηλαδὴ, ἡ παροχὴ ἀδειῶν, ὅταν ἐξαχθῇ μία ὡρισμένη ποσότης διὰ κάθε ἡμέραν.
§75Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Νὰ τὸ ἀναγγείλητε αὐτό, διὰ νὰ μὴ κερδοσκοπήσωσιν.
§76Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, νὰ μὴ λέγητε γνώμας, πρὶν ἀκούσητε τὶ ἔκαμον. Λοιπόν, θὰ κάμωμεν τὴν εἰδοποίησιν αὐτὴν αὐτοστιγμεί, ὅτι εἰς τὰς ἐπαρχίας μετεφέρθησαν ποσότητες ζακχάρεως. Θὰ εἰδοποιηθῶσι τηλεγραφικῶς αἱ τοπικαὶ ἀρχαί, ὅτι ὁ Α, Β, Γ μετέφερον ἐκεῖ ζάκχαριν καὶ θὰ ὑποχρεωθῶσιν αἱ τοπικαὶ ἀρχαὶ νὰ παρακολουθήσωσι τὴν ποσότητα, ἡ ὁποία ἤθελε μεταφερθῇ, ὥστε, ἐὰν ὑπάρξῃ ποσότης περισσοτέρα εἰς τὸν τόπον, παρ’ ὅση χρειάζεται, θὰ τὴν ἠξεύρωμεν καὶ θὰ τὴν πάρωμεν νὰ τὴν στείλωμεν ἀλλαχοῦ. Ἐπίσης, διὰ τὰς ποσότητας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀγορασθῶσι καὶ θὰ τοποθετηθῶσιν ἐν Ἀθήναις ὑπὸ τῶν ἐμπόρων τῆς χονδρικῆς πωλήσεως, θὰ λάβωμεν τὴν πληροφορίαν, ποῖος τὰς ἔχει, ὥστε, ἐν ᾗ περιπτώσει, εἴς τινας ἐπαρχίας δὲν στέλλεται, θὰ ἔχωμεν τὴν σημείωσιν αὔριον τὸ πρωΐ, ὅτι ὁ δεῖνα καὶ δεῖνα ἔμπορος τοῦ Πειραιῶς ἠγόρασε καὶ ἔχει ζάκχαριν καὶ ἐὰν δὲν δίδῃ αὐτὴν εἰς τοὺς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐμπόρους, τοὺς μὴ προμηθευθέντας ἀπ’ εὐθείας, θὰ ὑπάγωσι νὰ ζητήσωσιν· ἐὰν δὲν τοὺς δώσωσι, θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ αἰσχροκερδείας, θὰ τὸν ἐξαναγκάσῃ νὰ τοὺς δώσῃ, εἴτε παραλήπτης εἶναι, εἴτε ἔμπορος, ἀγοράσας ἀπὸ τὸν παραλήπτην. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἤρξατο γενομένη ἡ διανομὴ τῆς ζακχάρεως. Ἐλήφθη καὶ ἕτερον μέτρον. Ἐτηλεγραφήθη εἰς ὅλας τὰς Ἀστυνομίας τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ τιμή, μὲ τὴν ὁποίαν ἀγοράζεται ἡ ζάκχαρις ἐν Πειραιεῖ, εἶναι αὐτή καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς αὐτῆς, νὰ κάμωσι καὶ αὐταὶ τὰς διατιμήσεις, λαμβάνουσαι ὑπ’ ὄψει τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς καὶ ἐν γένει ὅσα ἐπιβαρύνουσι τὸ ἐμπόρευμα μέχρι τοῦ τόπου τῆς σχετικῆς περιφερείας. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ σύστημα καὶ αἱ ἐγγυήσεις, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη διὰ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῆς ζακχάρεως. Ὑπῆρχε ζήτημα ἐκλογῆς μεταξὺ αὐτοῦ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργείας καὶ τοῦ τρόπου τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπιτάξεως. Σᾶς ἀνέφερον τὴν δυσκολίαν τῆς παραλαβῆς, τῆς ἀποθηκεύσεως, τοὺς κινδύνους αὐτούς. Προσθέτω, ὅτι, ἐὰν τὸ Κράτος ἐπέτασσε πέντε ἑκατομμύρια ὀκάδας ζακχάρεως, τὶ ἤθελε τὴν κάμῃ; Θὰ τὴν ἐπώλει κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, διότι ἔπρεπε νὰ τὴν δώσῃ εἰς τοὺς ἐμπόρους τῆς χονδρικῆς πωλήσεως, οἵτινες θὰ τὴν διέθετον περαιτέρω. Διότι διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀπ’ εὐθείας πώλησιν πρὸς τὴν κατανάλωσιν, δὲν εἶχε τὰ ἀπαιτούμενα ὄργανα. Τὸ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων, ὅπως αὕτη προβῇ εἰς τὴν περαιτέρω λιανικὴν πώλησιν, ἦτο σκέψις, ἡ ὁποία ἐπῆλθεν εἰς ἡμᾶς. Ἀλλά, ὅπως δύνασθε εὐκόλως νὰ ἐννοήσητε, θὰ ἀπῃτεῖτο μία διαπραγμάτευσις μὲ τὴν Ἑταιρείαν τῶν Μονοπωλίων, ἡ ὁποία θὰ ἀπῄτει, ἔστω καὶ μίαν ἡμέραν ἢ δύο, νὰ σκεφθῇ ὑπὸ ποίους ὅρους θὰ ἀναλάβῃ αὐτή. Δεύτερον, θὰ ἀπῃτεῖτο νὰ παραλάβῃ τὴν ζάκχαριν ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ, νὰ ἐνεργήσῃ μεταφορὰς αὐτὴ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἡμεῖς δὲ ἐπειγόμεθα ἀπὸ τὸν κόσμον, ὁ ὁποῖος ἤθελεν αὐτοστιγμεὶ ζάκχαριν. Εἶναι δυνατὸν τὸ σύστημα τῆς διὰ τῆς Ἑταιρείας Μονοπωλίου πωλήσεως νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ πρέπει νὰ προπαρασκευασθῶμεν. Αὐτὴ ἡ προπαρασκευὴ γίνεται ἤδη. Ὁπόταν δὲ ἔλθωσι τὰ ἄλλα φορτία, θὰ δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ σύστημα αὐτό. Σημειωτέον, ὅτι δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα τόσον εὐχερές, ὅσον νομίζετε, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, διότι καὶ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Μονοπωλίου θὰ κάμῃ καὶ ἐκείνη τὴν κερδοσκοπίαν της. Ἐὰν τὰ ἐξέθεσα ταῦτα, τὰ ἐξέθεσα, διότι ἔχω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει της, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ περιστάσεων ἐκτάκτων καὶ ἐν τοῖς πράγμασι καὶ ἐν τῇ ψυχολογικῇ διαθέσει. Εἶναι παράδειγμα κλασσικὸν ἀνωμάλου ψυχολογικῆς καταστάσεως, τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη ἐνώπιόν μου τὴν ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν, πιστεύσας ὅτι θὰ ἴσχυον οἱ συνήθεις φυσικοὶ νόμοι καὶ ἰδὼν ὅτι εἶχον ἐνώπιόν μου πέντε ἑκατομμύρια ὀκ. ζακχάρεως, εἶπον, ἂς ἀφεθῇ ἐλευθέρα. Τὸ φαινόμενον, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη ἤδη, ὅτι ὑπῆρχον 5 ἑκατομμύρια ὀκάδες ζακχάρεως καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀγοράσῃ τις διὰ νὰ ψήσῃ ἕνα καφέ, αὐτὸ, εἶναι φαινόμενον, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ, ὅτι τοῦτο θὰ ἐγένετο εἰς οἱουσδήποτε χεῖρας καὶ ἂν περιήρχετο, δὲν ἦτο εἰς χεῖρας ἑνός. Χθὲς μοὶ εἶπεν ὁ ὑπάληλος τοῦ Ὑπουργείου, ὅτι εἶδεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν αἴτησιν ἐξαγωγῆς ποσότητος ζακχάρεως, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ὑπέβαλε τὴν αἴτησιν, τὴν εἶχεν ἀγοράσει ἀπὸ ἕνα, ὁ ὁποῖος εἶναι εἰσαγωγεύς. Ἡ αἴτησις φέρει ἓξ ὀπισθογραφήσεις, δηλαδὴ, ὁ Α τὴν εἰσήγαγε, τὴν ἠγόρασεν ὁ Β ἀπὸ τὸν Α καὶ μέχρις ὅτου φθάσῃ νὰ τὴν ζητήσῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ τὴν ἐξαγάγῃ καὶ εἶχεν ὑποβάλει αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον’ ἐπέρασεν ἀπὸ ἓξ χέρια. Μὴ νομίζετε, ὅτι ἡ κράτησις ἐγένετο ἀπὸ ἕνα ἢ δύο, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν τὴν πάρῃ, θέλει τὴν κρατήσῃ, διὰ νὰ ὠφεληθῇ· τί θὰ ὠφεληθῇ, μὴ ἐρωτᾶτε, καὶ ἂν ἀνώμαλος εἶναι ἡ κατάστασις, μὴ ἐρωτᾶτε, βλέπουν ἀόριστον κέρδος καὶ μεθύσκονται. Διότι, ἐὰν τὴν ζάκχαριν τὴν ἀφήναμεν εἰς τὴν ἀγορὰν ἐλευθέραν διατιμήσεως, θὰ ἔφθανε τέσσαρας δραχμὰς ἡ ὀκᾶ, αὔριον θὰ ἤρχετο τὰ φορτία τῆς ζακχάρεως, καὶ θὰ ἐπωλεῖτο 1.50 ἡ ὀκᾶ καὶ θὰ ἔχανον. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ἐὰν ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν ζάκχαριν, θὰ τὴν πωλήσωσι πρὸς τέσσαρας δραχμὰς τὴν ὀκᾶν καὶ κατόπιν θὰ χάσωσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ κερδοσκοπικὴ μέθοδος. Πρῶτον ἔχομεν καθῆκον, νὰ ἀντιδράσωμεν, κατὰ τὸ δυνατόν, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ζάκχαριν, τοὐλάχιστον, ἅμα ὡς γίνῃ ὅ,τι συνεφωνήσαμεν καὶ ἔλθωσι καὶ τὰ ἄλλα φορτία, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἄλλα εἰς τὸ Ὀρὰν καὶ ἄλλα ἐντεῦθεν τοῦ Γιβραλτάρ, θὰ ἐπέλθῃ ὁ κορεσμὸς τῆς Χώρας, διότι, ὅταν ἔλθωσι καὶ ἑπτὰ ἑκατομμύρια ὀκάδες ζακχάρεως, θὰ φθάσωσι καὶ θὰ ἐπέλθῃ ὁ κορεσμός. (Χειροκροτήματα).
§77ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας, ποῦ θὰ ἀπευθυνθῶσιν;
§78Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας οἱ μικρέμποροι ἔχουν νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι αὔριον ἢ ἀπόψε θὰ ἀνακοινωθῶσιν ἀπὸ τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν, ὅτι ἠγόρασαν τὴν ἐν λόγῳ ζάκχαριν, ὅσοι δ’ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐκ τῶν ἐν Πειραιεῖ ἐμπόρων ζακχάρεως, θὰ τὴν δώσωσιν, αὐτοὶ δὲ, ἐὰν δὲν δώσωσι, θὰ ἐξαναγκασθῶσιν ἀπὸ τὴν Ἀστυνομίαν. Αὐτὸς ὁ κατάλογος θὰ τοιχοκολληθῇ εἰς τὰ γραφεῖα τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ὥστε πᾶς τις ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας θὰ ἠξεύρῃ ὅτι ὁ Α, ὁ Β, ὁ Γ ἔμπορος ἔχει ζάκχαριν. Ἐὰν μεταβῇ εἰς τὸν ἔμπορον καὶ δὲν λάβῃ ζάκχαριν, θὰ ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἐξαναγκάσῃ νὰ τοῦ δώσῃ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐρωτήσεων
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§81Α. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔκαμε δηλώσεις. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§84Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν αὐριανὴν συζήτησιν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω δύο λέξεις.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των.
§86Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως, εἰ δυνατόν, δώσῃ μίαν ὁριστικὴν ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν κατέθεσα. Ἡ ἐρώτησις εἶναι ἡ ἑξῆς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Στρατιωτικῶν...
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, παρακαλῶ, εἰς τὰς θέσεις σας, θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν.
§88Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἅμα ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστράτευσις, κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ἐκλήθη καὶ ἡ ἡλικία τοῦ Πλάτωνος Βλάχου, τελωνοφύλακος, ὁ ὁποῖος ἀμέσως προσῆλθεν...
§89Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὶ νὰ κάμω, κ. Ὑπουργέ;
§91Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Νὰ διακόψητε.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, εἰς τὰς θέσεις σας.
§93Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Νὰ φύγουν οἱ κύριοι ἀπὸ ἐκεῖ.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, εἰς τὰς θέσεις σας.
§95Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἡ ζάκχαρις καταπραΰνει τὰ νεῦρα.
§96Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δὲν ἀκούω, κ. Βουλευτά. Ἐὰν δὲν γίνῃ ἡσυχία, δὲν ἀκούω.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, νὰ μὴ ἀπασχολοῦν τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς, ὅταν ἀγορεύουν ἄλλοι ἀπὸ τοῦ βήματος.
§98Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς ἡμᾶς τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ συνεννοούμεθα μὲ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς ἐν τῇ συνεδριάσει. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. Εἶναι ἐντροπή.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν μίαν παρασυναγωγὴν ἐδῶ, νὰ καθήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των. Καθίσματα εἶναι, διὰ νὰ κάθωνται.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ καλὰ λέγει.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Γεράκη.
§102Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ ὁριστικήν τινα ἀπάντησιν εἰς τὴν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ἔχω καταθέσει. Πρόκειται περὶ τοῦ Πλάτωνος Βλάχου τελωνοφύλακος, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτει εἰς τὸ Τελωνεῖον Πειραιῶς κατὰ τὸν Σεπτέμβριον, ὅτε ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστράτευσις. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προκάτοχος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε νὰ ἀποστείλῃ προσωπικὰς διαταγὰς εἰς ἕκαστον τῶν τελωνοφυλάκων τῶν ὑπηρετούντων ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς, ἵνα μὴ καταταχθῶσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μέχρι νεωτέρας διαταγῆς. Ὁ τελωνοφύλαξ αὐτὸς ὅμως, ὑπείκων εἰς τὴν φωνὴν τῆς Πατρίδος του, ἔσπευσε καὶ κατετάγη εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, οἱ δὲ λοιποὶ τελωνοφύλακες παρέμειναν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς καὶ ἔκτοτε παραμένουσι, κατὰ διαταγὴν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Αὐτὸς δέ, ἐπειδὴ εἶχε καταταχθῆ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ κατὰ τὴν 5ην Ὀκτωβρίου 1915, ὑπέβαλεν αἴτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ Βʹ Σώματος Στρατοῦ, ἐπισυνάψας ἐν τῇ αἰτήσει καὶ τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 142004 διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶν δι’ αὐτῆς, ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διατάξῃ καὶ αὐτὸν νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν ἐν Πειραιεῖ θέσιν του. Ἀλλὰ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης. Φρονῶ ὅθεν, κ. Ὑπουργέ, ὅτι εἶναι ἄδικον αὐτὸς μὲν νὰ παραμένῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, οἱ δὲ λοιποὶ συνάδελφοί του νὰ παραμένωσιν ἔκτοτε ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς.
§103Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγγράφως καὶ λεπτομερῶς.
§104Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γρίβας.
§106Β. ΓΡΙΒΑΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας λείπει, θὰ ὁμιλήσω πρὸς τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν. Ἡ κωμόπολις Σοφάδων, Κύριοι Βουλευταί, ἦτο χωρίον, ἀλλὰ τὸ χωρίον τοῦτο ἐντὸς δεκαπέντε ἐτῶν ἔκαμε τοιαύτην καταπληκτικὴν πρόοδον, ὥστε μετεβλήθη τελείως εἰς μίαν ὡραίαν πολίχνην, μὲ ἐμπορικὰ καταστήματα, καφενεῖα, πανδοχεῖα, ρυμοτομίαν, πλατείας καὶ ὁδούς. Πρὸς τούτοις δέ, συνέστη ἑβδομαδιαία ἀγορὰ τὴν Κυριακήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἀπὸ τὰ διάφορα χωριὰ, καὶ κυρίως ἀπὸ τοὺς Δήμους Ταμασίου καὶ Τηλεφωνικοῦ, μεταβαίνουσι πρὸς πώλησιν τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἀγορὰν τῶν ἀναγκαιούντων αὐτοῖς τροφίμων. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, συμβαίνει μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ ἔαρος καὶ τοῦ θέρους. Ἐν καιρῷ χειμῶνος ὅμως, δὲν εἶναι δυνατόν, διότι ἔξωθι τῆς κωμοπόλεως Σοφάδων διέρχεται ποταμός τις, μὴ ὑπαρχούσης δὲ γεφύρας, εἶναι ἀδύνατος ἡ διάβασις τῶν κατοίκων καὶ ἑπομένως ματαιοῦται ἐντελῶς ἡ συγκοινωνία καὶ οἱ μὲν κάτοικοι τῆς κωμοπόλεως Σοφάδων δὲν δύνανται νὰ διαβῶσι τὸν ποταμὸν καὶ νὰ μεταβῶσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των πρὸς καλλιέργειαν αὐτῶν, οἱ δὲ κάτοικοι τοῦ Δήμου Ταμασίου, ἐπίσης, δὲν δύνανται νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν κωμόπολιν διὰ τὰς πολιτικὰς καὶ ποινικὰς ὑποθέσεις των, διότι, δυστυχῶς, ὑπάγονται εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Σοφάδων καὶ ἕνεκα τῶν πολιτικῶν καὶ ποινικῶν ὑποθέσεών των, μεταβαίνουσι συχνάκις εἰς τὴν πολίχνην, ἀλλ’ ἐν καιρῷ χειμῶνος ἡ διάβασις εἶναι ἀδύνατος. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἐμπόδιον εἰς τὴν κωμόπολιν. Εἴς τι χωρίον τοῦ Δήμου Ταμασίου, ἐπὶ τῆς ὁδοῦ, ὑπάρχει μικρὸν ἕλος 50 μέτρων. Ἐπὶ τοῦ ἕλους τούτου εἶναι κατασκευασμένη ἀρχαία ὁδός, ἡ ὁποία, ὡς καὶ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο γεφυρίδιον, λόγῳ τῆς πολυκαιρίας καὶ λόγῳ τῆς συνεχοῦς χρήσεως, κατέρρευσεν. Ἕνεκα, λοιπόν, τοῦ λόγου τούτου, δὲν δύνανται οἱ κάτοικοι τοῦ τέως Δήμου Ταμασίου νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν κωμόπολιν Σοφάδων διὰ τὰς πολιτικὰς καὶ ποινικὰς ὑποθέσεις· ἀλλὰ πρέπει νὰ σημειώσητε, ὅτι τὸ χωρίον τοῦτο ἀνήκει εἰς τὸν νῦν Βουλευτὴν κ. Μαλλιόπουλον, τσιφλικοῦχον. Τὸ χωρίον τοῦτο, ὡς καὶ ἕτερόν τι, δίδουν εἰς τὸν κ. Μαλλιόπουλον ἐτησίως 40.000 δραχ. Δυστυχῶς, ὁ κ. Μαλλιόπουλος, καίτοι δύναται νὰ λέγῃ πρὸς τὸν λαόν, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐξώδευσεν 20.000 φράγκα, ἐν τούτοις διὰ τὸ χωρίον τοῦτο, διὰ τοὺς δυστυχεῖς γεωργούς, οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουν, διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰς διαφόρους γεωργικὰς ἐργασίας των, δὲν δύναται νὰ ἐξοδεύσῃ οὔτε 500 δραχμάς. Ἔρχομαι, λοιπόν, νὰ παρακαλέσω τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν γέφυραν διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἐπικοινωνήσῃ ὁλόκληρος ὁ λαὸς ἐκεῖνος, ὅπως καὶ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ δαπανήσῃ τὸ εἰρημένον μικρὸν ποσόν, ἀφοῦ ὁ κ. Μαλλιόπουλος ἀρνεῖται διαρρήδην. Ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω πρὸς τούτοις τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν νὰ φορολογήσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, διὰ νὰ κατασκευάσωσι, τοὐλάχιστον, εἰς τὰς ἰδιοκτησίας των, ξυλίνας γεφύρας, εἰς τὰ ρυάκια, τοὺς χειμάρρους καὶ τοὺς χάνδακας. Ἑπομένως, θὰ παρακαλέσω τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ὑποβάλῃ ἓν μικρὸν νομοσχέδιον, τοὐλάχιστον, διὰ τὴν Θεσσαλίαν, διότι οἱ γεωργοὶ περισσότερον κινδυνεύουν εἰς τοὺς χάνδακας καὶ τοὺς χειμάρους, παρὰ εἰς τοὺς ποταμούς. Ἡ ὁδὸς Ἀγράφων, Κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ σπουδαιοτέρα ὁδὸς τῆς Θεσσαλίας, θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁδός, ἡ ὁποία θὰ συνδέσῃ τὴν ἐπαρχίαν Καρδίτσης μετὰ τῆς Εὐρυτανίας. Ἡ ὁδὸς αὕτη ὀφείλεται εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ νῦν Βουλευτοῦ κ. Κων. Τερτίπη, καὶ τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ ἐχαράχθη ἡ ὁδὸς μέχρι τῆς θέσεως Τσαμάκι. Δυστυχῶς, ἐγένοντο μόνον τρία χιλιόμετρα, τὸ δὲ ὑπόλοιπον μέχρι Μισὲ–Νικόλα, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἐξ ὀκτὼ χιλιομέτρων, μένει ἀνεκτέλεστον. Οἱ κάτοικοι τῶν μερῶν ἐκείνων εὑρίσκονται ἐν ἀπελπιστικῇ καταστάσει, διότι οἱ κάτοικοι ἀσχολοῦνται εἰς πολλὰς ἐργασίας, κυρίως ὅμως, παράγουσιν ἐξαίρετον οἶνον καὶ καθ’ ἡμέραν μεταφέρουν τὸν οἶνον εἰς τὴν Καρδίτσαν, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ὁδὸς δὲν ὑπάρχει, ὑποφέρουν τὰ πάνδεινα καθ’ ὁδὸν καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Σεβαστὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν σύστασιν διὰ τὴν ὁδὸν ταύτην.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεράκης ἔχει τὸν λόγον.
§108Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καίτοι ἡ ἐρώτησις, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, εἶναι παράκαιρος, καθ’ ὅσον πᾶσα ἐνέργεια, ὑποθέτω, ὅτι ἐγένετο ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, μ’ ὅλα ταῦτα, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν ταύτην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, διὰ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖα τὰ ληφθέντα μέτρα παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Πρὸ δεκαπέντε ἡμερῶν τὸ ἀτμόπλοιον «Θεμιστοκλῆς» ἐκόμισεν ἐξ Ἀμερικῆς ὑπὲρ τοὺς 400 ἢ 500 τόννους χάρτου ἐντύπου διαφόρων ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι εἶχον συλλεχθῆ ἀπὸ τὰ διάφορα νοσοκομεῖα καὶ φιλανθρωπικὰ καταστήματα τῆς Ἀμερικῆς. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ποῖα μέτρα ἐλήφθησαν καὶ τί ἐγένετο ὁ χάρτης αὐτός.
§109Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχω τὰ σημειώματά μου ἐδῶ, παρακαλῶ, νὰ ἀναβάλητε δι’ αὔριον.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φίλιος. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Κράλλης. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Πολυζώπουλος.
§111Α. ΠΟΛΥΖΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκανίλας. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Κυρίτσης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν θὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως ὑπὸ τῆς Πολιτείας δοθῇ ἠθικὴ ἀμοιβὴ καὶ εἰς τοὺς ἐπιζήσαντας ἀξιωματικούς, τοῦ πολλὰς παρασχόντος ὑπηρεσίας κατὰ τὸν Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον στρατιωτικοῦ σώματος τῶν Ἑλλήνων ἐρυθροχιτώνων.
§113Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Θὰ εἶμαι συντομώτατος, κ. Βουλευταί, διότι ἔγκριτοι Συνάδελφοι καὶ τοῦ βήματος τούτου παλαίμαχοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ λάβωσι τὸν λόγον μετ’ ἐμέ καὶ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Ἡ ἐρώτησις, περὶ ἧς πρόκειται, ἀπευθύνεται πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφορᾷ δὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Σώματος τῶν Ἑλλήνων Ἐρυθροχιτώνων, τοὺς ἀγωνισθέντας κατὰ τὸν Ἑλληνοτουρκικὸν πόλεμον. Ὑπὸ ποίας ἐμπνεύσεις καὶ πατριωτικὸν ἐνθουσιασμὸν ἐσχηματίσθη τὸ ἐξ ἐπιλέκτων Σῶμα τοῦτο, τοῦ ὁποίου ἡγεῖτο ἀλησμόνητος ἱπποτικὴ μορφή, ἡ τοῦ ἀειμνήστου Ἀλεξάνδρου Ρώμα, ὁ ὁποῖος ἔδρασεν ἐπωφελῶς καὶ ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ ἐν τῇ πολιτικῇ, καθὼς καὶ καθ’ ὅλας τὰς πολεμικὰς περιστάσεις τῆς Πατρίδος, εἶναι εἰς ὅλους γνωστὸν καὶ δὲν κρίνω ἀναγκαῖον καὶ σκόπιμον νὰ προσθέσω τι εἰς τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου καὶ τῶν συναγωνισθέντων συμπολεμιστῶν αὐτοῦ τὴν δρᾶσιν. Τὸ Σῶμα τῶν Ἐρυθροχιτώνων, κατὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1912–13, κατηρτίσθη στρατιωτικώτατα καὶ εἰς αὐτὸ κατετάγησαν, ὡς ἀξιωματικοί, ἐπίλεκτοι συμπολῖται, ἐνθουσιώδεις πατριῶται, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκαλοῦντο νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν, ἀλλ’ εἰς τοὺς ὁποίους ἐγεννήθη, ὁ πατριωτικὸς ἐνθουσιασμός, ὁ ἔμφυτος εἰς τοὺς Ἕλληνας, νὰ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς, καθὼς μετέσχον, ὡς ὁπλῖται ἐθελονταὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν εἶχον στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι ἐνεφοροῦντο ὑπὸ τῶν αὐτῶν ὡς καὶ οἱ ἀξιωματικοί των, εὐγενῶν πατριωτικῶν αἰσθημάτων. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἀναφέρων τὰ ὀνόματα τῶν μετασχόντων ὡς ἀξιωματικῶν, διότι εἶναι πασίγνωστα, ὡς ἐπίσης, καὶ περιγράφων λεπτομερῶς τὴν δρᾶσιν αὐτοῦ, διότι εἶναι γνωστὴ εἰς τὸ Πανελλήνιον αὕτη τὸ πρῶτον ἐν Μακεδονίᾳ, παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ ἐνδόξου ἡμῶν στρατοῦ. Τὸ Σῶμα τοῦτο ἠγωνίσθη εἰς τὴν μάχην τῆς Σιατίστης, αὐτὸ κατέλαβε τὰ μεταξὺ Σιατίστης καὶ Γρεβενῶν χωρία, ἅτινα ἐχρησιμοποιοῦντο ὡς κέντρα τῶν ἐπιχειρήσεων τοῦ περιβοήτου Μπεκήρ, αὐτὸ ἀνεκατέλαβε τὰ Γρεβενά, ἅτινα εἶχον ὑποστῆ τὰς φρικωδεστέρας καταπιέσεις ὑπὸ τῶν ὀπαδῶν τοῦ Μπεκήρ, καὶ ἀφοῦ ἐκαθάρισεν ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς τὰ μεταξὺ Γρεβενῶν–Μετσόβου τμήματα, παρέσχεν ἐνίσχυσιν εἰς τὴν φρουρὰν Μετσόβου, τὸ ὁποῖον ἠπείλησε διὰ καταστροφῆς ὁ Μπεκήρ. Ἐκεῖθεν διετάχθη ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτοῦ εἰς περαιτέρω ἐν Ἠπείρῳ δρᾶσιν, ἐν συμπράξει μετὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, βαδίσαν πρὸς τὸν Δρίσκον, ἐν συνδεδυασμένῃ κινήσει, μὲ τὸ ὑπὸ τὸν Συνταγματάρχην Μαθιόπουλον Σῶμα Στρατοῦ, μὲ διαταγὴν νὰ ἐπιτεθοῦν κατ’ αὐτοῦ τὴν 26ην Νοεμβρίου 1912 καὶ τὸν ὁποῖον κατέλαβον μετὰ συνεχῆ ἀγῶνα 68 ὡρῶν. Ἀλλ’ ἠναγκάσθη νὰ τὸν ἐγκαταλείψῃ, ὑποκῦψαν εἰς τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα ἐλλείψεως πολεμοφοδίων ἐκ τῆς μὴ ἐγκαίρου ἀποστολῆς ἐνισχύσεων, εὑρεθὲν πρὸ πολυαρίθμων καὶ συνεχῶς ἐνισχυομένων ἐχθρικῶν δυνάμεων, διότι δὲν ἐπετέθη ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους τὸ κύριον Σῶμα Ἠπείρου, καὶ ἀφοῦ ἀπώλεσε τὸ ἥμισυ σχεδὸν τῶν ἀνδρῶν του κατὰ τὴν ἱστορικὴν καὶ ἔνδοξον διὰ τὸ Σῶμα αὐτὸ καὶ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἀνδρείαν μάχην ταύτην παρὰ τὴν θρυλλικὴν λίμνην τῶν Ἰωαννίνων. Εἰς τὸν Δρίσκον εὗρον τὸν ἔνδοξον καὶ ἡρωϊκὸν θάνατον ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ Μαβίλης, ὁ Γερακάρης, ὁ Βραχνός, ὁ Καταλάνος καὶ ὁ Τοπάλης — τὸ μονογενὲς ἄρρεν τέκνον τοῦ ὁποίου ἔμεινεν ὀρφανὸν ἄνευ περιουσίας, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον θὰ παρακαλέσω ἰδιαιτέρως τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ προστατευθῇ διὰ μονίμου μέχρι περατώσεως τῶν σπουδῶν του βοηθήματος, — καὶ ἐτραυματίσθησαν ὁ Ἀρχηγὸς Ρώμας, ὁ Βέργης, ὁ Γκισδάκης, ὁ Σκορδαρᾶς, ὁ Χατζηκυριάκος, ὁ Δοξογιάννης, ὁ Βραχάκης καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Διὰ δὲ τῆς ἡρωϊκῆς ἐπιθέσεως καὶ μακρᾶς ἀντιστάσεώς του, ἔσωσε τὴν 2αν Μεραρχίαν, διότι ἀνεχαιτίσθη ὁ ὑπὸ τὸν Τζαβὶτ Τουρκικὸς στρατὸς νὰ βαδίσῃ κατ’ αὐτῆς, ἀλλὰ δὲν ἐπέφερε τὸ κατὰ τὸ ἀρχικὸν σχέδιον τοῦ Ἀρχηγείου σκοπούμενον διὰ τῆς κατὰ τοῦ Δρίσκου ἐπιθέσεως, καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο νὰ ἀπασχοληθῇ ὁ ἐχθρὸς διὰ τῆς ἐπιθέσεως ταύτης, τὸ δὲ κύριον Σῶμα Στρατοῦ νὰ κάμῃ τὴν γενικὴν ἔφοδον κατὰ τῶν Ἰωαννίνων, ἀλλ’ ἡ ἐπίθεσις αὐτὴ δὲν ἔλαβε χώραν, παρ’ ὅλην τὴν παραταθεῖσαν ὑπὸ τῶν λεοντοκάρδων ἐρυθροχιτώνων μάχην καὶ τὴν θυσίαν ἑκατοντάδων ἡρωϊκῶν μαχητῶν ἐξ αὐτῶν.
§114Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ δρᾶσις τοῦ Λαρισσαϊκοῦ δὲν ἀνήκει εἰς τοὺς Γαριβαλδινούς, δὲν ἦτο ἡ δρᾶσις τοῦ Δρίσκου μόνον, ἥτις ἠμπόδισε τὸν Τζαβίτ, διότι ἦτο τὸ Κοτοδράκι, τὸ ὁποῖον ἠγωνίσθη ἕξ ἡμέρας πρὸ τοῦ Δρίσκου καὶ διότι ἦσαν πολὺ ἄλλοι συνταγματάρχαι. Αὐτὰ τὰ λέγω, χάριν τῆς Ἱστορίας.
§115Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Δὲν θέλω, ἀξιότιμε κ. Συνάδελφε, νὰ ὑποτιμήσω τὴν δρᾶσιν οὐδενὸς δι’ ὅσων εἶπον, καὶ θὰ παρακαλέσω μάλιστα ὑμᾶς, τὸν γνωρίζοντα καὶ λεπτομερείας παρ’ ἐμοῦ παραλειπομένας, καὶ τὴν δρᾶσιν καὶ ἄλλων, ὅταν κρίνητε κατάλληλον τὴν περίστασιν νὰ συνηγορήσητε νὰ ἀναγνωρισθῶσιν οἱ ἀγῶνες καὶ τούτων: Ἡ ἐρώτησίς μου ὅμως, ἀφορᾷ μόνον εἰς τὴν δρᾶσιν τῶν ἐρυθροχιτώνων καὶ περὶ ταύτης καὶ τούτων ἀνῆλθον τὸ βῆμα νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν.
§116Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τὴν δρᾶσιν των, τὴν γνωρίζομεν καὶ τὴν ἐπαινοῦμεν.
§117Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἀλλ’ οἱ ἄνδρες οὗτοι, οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Σώματος τῶν Ἐρυθροχιτώνων, οἵτινες ἔδρασαν, ὡς ἔδρασαν, ἀπὸ τὸ εὐγενὲς τῆς φιλοπατρίας αἴσθημα καὶ μόνον ἐλαυνόμενοι, δὲν ἐπεζήτησαν οὐδὲ ἐπεδίωξαν εἴτε αἱ οἰκογένειαι τῶν φονευθέντων, εἴτε αὐτοὶ οἱ τραυματισθέντες καὶ οἱ μὴ τραυματισθέντες ἀναγνώρισιν ἀπὸ τὸ Κράτος δικαιώματος ἠθικῆς ἀμοιβῆς, πολὺ δὲ ἔλαττον ἄλλης τινός— καὶ μόνον ὑπὲρ τοῦ ἀνηλίκου ὀρφανοῦ τέκνου τοῦ Τσικάλη συνεστήθη ἡ ὀφειλομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους πρὸς συντήρησιν καὶ ἐκπαίδευσίν του συνδρομή,— καὶ αὐτήν, εἶμαι βέβαιος, ὅτι δὲν θὰ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ εἰσηγηθῇ νὰ χορηγηθῇ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν,— ἀλλ’ εἰς τοὺς τραυματισθέντας καὶ ἐπιζήσαντες καὶ εἰς τοὺς μετασχόντας μετ’ αὐτῶν εἰς τὸν πόλεμον ἀξιωματικοὺς ἐρυθροχίτωνας, δὲν πιστεύω, νὰ ὑπάρχῃ ὁ ἀντιφρονῶν, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ παράσχῃ ἠθικήν τινα ἀμοιβήν, ἡ ὁποία, ἐνῷ θὰ ἱκανοποίει τούτους, θὰ πρόκειται ὡς ὑπόδειγμα διὰ τοὺς μεταγενεστέρους καὶ ὡς τοιαύτας ἠθικὰς ἀμοιβὰς, λαμβάνω τὴν τιμήν, νὰ προτείνω καὶ συστήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν ἀπονομὴν εἰς ἅπαντας τούτους παρασήμου, τὸ ὁποῖον ἀπενεμήθη εἰς ὅλους τοὺς μετασχόντας τῶν ἐνδόξων ἡμῶν πολέμων, ἐνεργῶς καὶ διακριθέντας ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ, καθὼς καὶ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ δικαιώματος νὰ παρίστανται εἰς τὰς τελετὰς καὶ τὰς ἐθνικὰς ἑορτὰς, φέροντες τὴν στολήν των.
§118Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀξιωματικὸς ἐπληγώθη καὶ δὲν ἐμονιμοποιήθη.
§119Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Καὶ διὰ τοῦτο, ὑμεῖς, ἀξιότιμε κ. Συνάδελφε, ἐκλεγέντες Βουλευταί, μετὰ τὰ ἔνδοξα πολεμικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ὀφείλονται εἰς τὴν ἀνδρείαν καὶ φιλοπατρίαν τῶν συντελεσάντων εἰς αὐτὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἐξύψωσαν τὸ ἐθνικὸν φρόνημα καὶ τιμηθέντες νὰ παρακαθήσωμεν ἐνταῦθα, ὀφείλομεν νὰ ὑποδεικνύωμεν εἰς τοὺς ἁρμοδίους πᾶν ὅ,τι ὀφείλεται εἰς ἐκείνους καὶ τὸ ὁποῖον, ἕνεκα τῶν ἐπακολουθησασῶν ἐκτάκτων περιστάσεων εἰς τὸ Κράτος, παρελείφθη. Τὸ πραγματικὸν πολεμικὸν παράσημον τῶν γενναίων ἀνδρῶν, διὰ τὴν ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἱκανοποίησιν τῶν ὁποίων ὑπέβαλον τὴν προκειμένην ἐρώτησιν, ἀποτελοῦσιν αἱ πληγαὶ ἐκ τῶν ἐχθρικῶν σφαιρῶν ἐπὶ τοῦ σώματος αὐτῶν. Ἐνόμισα ὅμως ἐπιβαλλόμενον εἰς ἐμέ, ὅστις παρηκολούθησα τὴν δρᾶσιν αὐτῶν καὶ τοῦ Σώματός των εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς Βορείου Ἠπείρου, εἰς τὸν ὁποῖον προσέφερον πολλὰς ὑπηρεσίας, νὰ κάμω εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν τὴν σύστασιν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν περὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Σώματος τῶν Ἐρυθροχιτώνων, διὰ τῆς ἀπονομῆς παρασήμου, ἀφοῦ εἰς τοὺς ἁπλοῦς πολίτας ἐδόθησαν μετάλλεια καὶ ἀναγνωρίσεις δικαιώματος νὰ φέρωσι τὴν στολήν των κατὰ τὰς ἐθνικὰς τελετὰς καὶ ἑορτάς.
§120Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν φονευθέντων Μαβίλη καὶ λοιπῶν.
§121Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Συμφωνῶ, ἀξιότιμε Συνάδελφε, καὶ δίκαιον καὶ πρέπον εἶναι τὸ Κράτος νὰ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν φονευθέντων ἀξιωματικῶν τοῦ Σώματος τῶν Ἑλλήνων Ἐρυθροχιτώνων, προστατευομένων πρωτίστως ἐξ αὐτῶν, τῶν ἀπορωτέρων. Περιωρίσθην ὅμως, ὡς ὤφειλον, εἰς τὴν ἐρώτησιν, ὡς διατυποῦται, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐξέτεινα τὸν λόγον καὶ περὶ τῆς ὀφειλομένης παρὰ τοῦ Κράτους εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν φονευθέντων συνδρομῆς, καὶ μόνον εἰδικῶς περὶ τῆς τοιαύτης διὰ τὸ ὀρφανὸν τέκνον τοῦ ἀειμνήστου Τσικάλη ἔκαμα σύστασιν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰς τοῦτον δ’ ἀπόκειται νὰ λάβῃ τὴν πρόνοιαν καὶ μεριμνήσῃ καὶ περὶ τῶν οἰκογενειῶν ἐκείνων, ἀποδιδομένης οὕτω τῆς ὀφειλομένης εἰς τὴν μνήμην αὐτῶν ἐκτιμήσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τζέτζος.
§123Γ. ΤΖΕΤΖΟΣ. Κάμνω καὶ ἐγὼ τὴν σύστασιν αὐτήν. Νομίζω, ὅτι μία τοιαύτη δικαία ἀμοιβὴ ἐπιβάλλεται.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλιφρονᾶς. Ὁ κ. Πολυγένης.
§125Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μετὰ τὰς εὐγλώττους συστάσεις τῶν κ. κ. Συναδέλφων, περιττεύει πᾶς λόγος.
§126Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν κάμνω.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀδαμίδης. Ἀπών. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 40 τοῦ 641 νόμου τοῦ 1915 περὶ συμπληρώσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων». Ἐπίσης, σχέδιον νόμου «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ ΔΝΖʹ νόμου». Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 617». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ ἀγορᾶς οἰκοπέδων πρὸς ἐπέκτασιν τοῦ κτιρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καταθέτει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓΦΡΣΤʹ».
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας
§129Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως, συμφώνως πρὸς προηγηθεῖσαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, περὶ συζητήσεως σήμερον προτάσεων νόμων, μεταξὺ τῶν πρώτων τοιούτων, προταχθῶσιν ἡ «περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας» καὶ ἡ «περὶ δημοτικοῦ δασμοῦ Ἀργοστολίου».
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κατὰ σειράν.
§131Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ συζήτησις προτάσεων νόμων, πρέπει νὰ προβῶμεν κατὰ σειράν.
§132Χ. ΚΑΡΑΣ. Ὑπεβλήθησαν τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια εἰς τὴν Ἐπιτροπήν;
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις προτάσεων νόμων, κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχει πρότασις, ὅπως κηρυχθῇ κατεπείγουσα καὶ συζητηθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 86 πρότασις «περὶ ἐπαναφορᾶς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας τῆς ἐπαρχίας». (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι.
§135ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἀπερρίφθη.
§137Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐζητήθη ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ἐπ’ αὐτῆς. (Θόρυβος).
§138ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§140Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν) Ἡ πρότασις νόμου, τῆς ὁποίας ζητοῦσι τὴν πρόταξιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ἀφορᾷ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ σπουδαίως τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐμελέτησε καὶ μελετᾷ τὸ ζήτημα, ζήτημα ἐκ τῶν σοβαρωτάτων, τὰ ὁποῖα καλοῦνται νὰ ἀπασχολήσωσιν αὐτήν. Πρὶν ἢ ἡ Κυβέρνησις συμπληρώσῃ τὰς μελέτας αὐτῆς καὶ εὑρεθῇ εἰς τὴν θέσιν νὰ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ πορίσματα, εἰς τὰ ὁποῖα προῆλθε, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προταχθῇ καὶ συζητηθῇ ἐν τῇ αἰθούσῃ ἡ ὑπὸ τῶν κ. Συναδέλφων ὑποβληθεῖσα πρότασις. (Χειροκροτήματα).
§141ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§142Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ πρότασις νόμου, περὶ ἧς πρόκειται, θίγει ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον, κατὰ φυσικὸν λόγον, ἀνήκει εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τῆς Κυβερνήσεως. Παρακαλεῖ, λοιπόν, ἡ Κυβέρνησις τοὺς Συναδέλφους, τοὺς ὑπογράψαντας τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως, νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν εἰς αὐτὴν καὶ νὰ μὴ ζητήσωσι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§143Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ τὸ ζήτημα τῆς μεταρρυθμίσεως τοῦ παρ’ ἡμῖν ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ ὅτι θέλει ὑποβάλει ἴδιον σχέδιον νόμου, θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ δηλώσω, ὅτι, τὸ ἐπ’ ἐμοί, δὲν ἐπιμένω πλέον εἰς τὴν αἴτησιν περὶ προτάξεως τῆς σχετικῆς προτάσεως νόμου, ἐλπίζω δέ, ὅτι καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνυπογράψαντες Συνάδελφοι, μεθ’ ὧν προέβημεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς σχετικῆς προτάσεως, ἐπὶ τῷ σκοπῷ τοῦ νὰ ὑποδείξωμεν τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην ἰδιαιτέρας προνοίας ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος καὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἡ πρότασίς μας ἠδύνατο νὰ εἶναι διατετυπωμένη πλήρως, ἵνα υἱοθετηθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ συμφωνήσωσι πρὸς τὴν γνώμην μου, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι τοιαῦτα σοβαρὰ μέτρα, οἷον τὸ προκείμενον, ἔχουσι πρωτίστως ἀνάγκην τῆς κυβερνητικῆς κυρώσεως κατὰ τὴν ὑποβολήν των. Ἐπιτραπήτω μοι, ἐν τούτοις, νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχήν, ὅπως ἡ Σεβαστὴ Κυβέρνησις ἐσπευσμένως ἐπιληφθῇ τῆς μελέτης τῆς διαρρυθμίσεως τοῦ ἐκλογικοῦ μας συστήματος, ὑποβάλῃ δὲ κατὰ τὴν παροῦσαν Σύνοδον, τὸ ὅπερ ἤθελε προκρίνῃ σχέδιον νόμου, καθ’ ὅσον τὸ μέχρι τοῦδε ἐπικρατοῦν ἐν πολλοῖς, ἀπεδείχθη, ὡς νοθεῦον τὴν ἀληθῆ γνώμην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὴν ἀντιπροσωπευομένην καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας.
§144Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἀναιρεῖ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκλογῆς.
§145Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ διότι οἱ συνδυασμοὶ συντελοῦσιν εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῶν προσώπων τῶν προσκειμένων οὐχὶ ὑπὸ τῶν ἐντεταλμένων ψηφοφόρων, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τοῦ ἐπιβαλλομένου ἑκάστοτε ἰσχυροῦ ἀρχηγοῦ τῶν συνδυασμῶν ἢ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς πλειοψηφίας.
§146Γ. ΠΩΠ. Δύο λέξεις ἔχω νὰ εἴπω, ἀπευθυνόμενος εἰς παρατήρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν περιωρίσθη νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις μελετᾷ καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὰ πορίσματα τῆς μελέτης της εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐπεξέτεινε τὰς σκέψεις του, δηλώσας, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας εἶναι ἀντικείμενον καθαρῶς κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας...
§147Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶπον, ὅτι εἶναι θέμα τοιαύτης σοβαρότητος, ὥστε ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, φυσικὸν εἶναι, ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν συναίσθησιν τῆς σοβαρότητος τούτου, νὰ θελήσῃ νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν αὐτοῦ.
§148Γ. ΠΩΠ. Τοῦτο λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μεταβάλλει τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν οὐσίαν τοῦ θέματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρετήρησεν, εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ πρωτοβουλία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκείνη, ἥτις θὰ κανονίσῃ τὴν ρύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἐν τῷ Κράτει. Δὲν θέλω, οὐδ’ εἶναι καιρός, οὐδὲ ἦτο σκοπὸς τῆς συζητήσεως νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ τῆς οὐσίας, ἀλλά, φρονῶ, ὅτι, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ὑπάρχει πλήρης ἀντίθεσις γνωμῶν μεταξὺ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος καὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἰσηγήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Θέμα τοιαύτης φύσεως δὲν εἶναι θέμα κυβερνητικῆς πρωτοβουλίας. Εἶναι θέμα, ἀναγόμενον εἰς τὴν πρωτοβουλίαν καὶ τὴν γνώμην αὐτοῦ τούτου τοῦ Κοινοβουλίου, καθ’ ὃν τρόπον διετύπωσα ἐγώ, ἐπανειλημμένως, τὴν γνώμην μου καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν ἀνεθεωρεῖτο τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὴν Βʹ Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην εἰς οὐδεμίαν πρᾶξιν, ἀφορῶσαν τὰ τῆς αὐτονομίας τῆς Βουλῆς, ὡς εἰς θέματα ἀναγόμενα εἰς τὸν Κανονισμόν, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνώμην, οὐδὲ πρωτοβουλίαν ἐπὶ θεμάτων, ἅτινα ἀνάγονται εἰς αὐτὸν τοῦτον τὸν σχηματισμὸν τοῦ Κοινοβουλίου. Τὸ θέμα εἶναι ὑψίστης σημασίας, Κύριοι Συνάδελφοι. Ἡ μεταβολὴ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος ἀποτελεῖ ἀφετηρίαν ἢ τῆς ἀναπλάσεως τῆς Χώρας, ἐὰν μέχρι τοῦδε ἀπέτυχον αἱ διάφοροι μεταβολαὶ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ἢ πρόκειται νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Χώραν εἰς καταστροφήν. Πρόκειται περὶ τῆς συστάσεως αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Πρόκειται περὶ τῆς συστάσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶναι ἡ ἑτέρα τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ἀποδίδουσα τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν εἰς τὴν Χώραν. Ὅταν εἰσηγοῦντο, κατὰ τὸ παρελθόν, θέματα τοιαῦτα αἱ Κυβερνήσεις, δὲν ὑπῆρξαν ἄνδρες κοινοβουλευτικοί, οἵτινες νὰ μὴ ἠμύνθησαν, νὰ μὴ διεμαρτυρήθησαν, διότι τὴν πρωτοβουλίαν ὁμοίων ζητημάτων ἤρχετο νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις. Ἕν ἐκ τῶν μελῶν τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ Δικαιοσύνης Ὑπουργός, τοιαύτας εἶχε σκέψεις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὁμοίων σκέψεων διεμαρτυρήθη καὶ κατὰ τὸ 1889 καὶ προσφάτως κατὰ τὸ 1906, ὅταν αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἀνέλαβον τὴν πρωτοβουλίαν εἰσηγήσεων ὁμοίων νομοθετημάτων. Ἐπίεζον τὰς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς διὰ τῆς γνώμης αὐτῶν, θέτουσαι ζητήματα ἐμπιστοσύνης. Ζητήματα ἐμπιστοσύνης δὲ εἶναι πάντα τὰ θέματα, τὰ ἀναγόμενα εἰς τοιοῦτον ὕψος μονομερίας, αἱ δὲ Βουλαὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν αὐτοβουλίαν, ἀλλ’ ἀναγκάζονται, πρὸς ἀποφυγὴν κινδύνων ὑπουργικῆς μεταβολῆς, νὰ ὑποτάσσωνται εἰς τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ὤφειλε νὰ ἔχῃ πρόκλησιν εἰς ψηφοφορίαν, ἐὰν δὲ δηλωθῇ τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, δὲν θὰ σημαίνῃ καὶ θέσιν ζητήματος ἐμπιστοσύνης ἐν τῇ συζητήσει καὶ τῇ ψηφίσει νομοθετήματος, μέλλοντος νὰ μεταβάλῃ τὸ ἐκλογικὸν σύστημα, δηλαδή, νὰ δώσῃ εἰς τὴν Χώραν Βουλήν, δυναμένην νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς μεγάλας ἀνάγκας, αἵτινες πολιορκοῦσι τὴν Χώραν καὶ αἵτινες βαρύτεραι θὰ ἐμφανισθῶσι κατὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ νέου Σώματος, τὸ ὁποῖον θὰ διαδεχθῇ τὸ Σῶμα, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔδωκε τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Ἄς ἐλπίσωμεν, ὅτι θὰ συμπέσωμεν ἐπὶ τῆς γνώμης ταύτης μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ὀνόματος τῆς ὁποίας ὡμίλησεν. Ἡ σύμπτωσις δὲ τῆς γνώμης ταύτης κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θὰ δώσῃ ἐλευθερίαν εἰς τοὺς Βουλευτάς, ἵνα, κατὰ συνείδησιν ψηφίζοντες, ἢ καταργήσωσι ἐκεῖνο τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον συνεκρότησε τὴν Βουλὴν ταύτην, ἢ φέρουσι σύστημα ἄλλο, τὸ ὁποῖον κατὰ συνείδησιν θὰ κρίνωσι καὶ οὐχὶ ὑπὸ τὴν πίεσιν ὑπουργικῆς ἐμπιστοσύνης, ὡς δυναμένης νὰ προβιβάσῃ τὰ συμφέροντα τῆς Χώρας.
§149Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν θὰ ἐλάμβανον, Κύριοι Συνάδελφοι, τὸν λόγον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὸν πρὸ ἐμοῦ λαλήσαντα κ. Βουλευτὴν Ψαρρῶν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀπαντήσεως ἐπὶ τῶν ὑπ’ αὐτοῦ λεχθέντων. Ἐὰν λαμβάνω τὸν λόγον, τὸ πράττω, διότι ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκθέσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην, ἥν ἔχω περὶ τῆς κοινοβουλευτικότητος τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἐποιησάμην. Διότι, οὐδὲν πλέον, οὐδὲν ἔλαττον, ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρρῶν ἔκρινεν εὔλογον νὰ καταγνώσῃ εἰς ἐμὲ παραγνώρισιν κοινοβουλευτικότητος διὰ τῆς δηλώσεως, εἰς ἥν πρὸ ὀλίγου προῆλθον, ἔκρινε, δηλαδή, εὔλογον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ ἠμφισβήτησα ἀπὸ τὸ Κοινοβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφανθῇ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον ἐπὶ τῶν συμπερασμάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὴν μελέτην αὑτῆς ἤθελεν ὑποβάλῃ εἰς αὐτό. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλει περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐνῷ ὡμίλει περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ἀπεχώριζε τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν Βουλήν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοιοῦτος ἀποχωρισμὸς δὲν σημαίνει κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἥν ὁμιλοῦμεν περὶ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντες ἐνώπιον ἡμῶν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἐκ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς; ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει περὶ αὑτὴν συγκεκροτημένην τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς· ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς. Τὴν Κυβέρνησιν, κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα, τὴν ἔχει ἡ Βουλή, συμπιπτούσης καὶ τῆς γνώμης τοῦ ἑτέρου παράγοντος. Ὅσα εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, ἠδύναντο νὰ εἶναι ὀρθά, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ Κυβερνήσεως ἄλλοθεν ἀπορρεούσης καὶ οὐχὶ ἐμφανιζούσης αὐτὴν ταύτην τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δηλαδή, τὴν Βουλήν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ὅμως νὰ λέγῃ τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐμφανίζουσαν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔχῃ γνώμην, ἀλλὰ τὴν πρωτοβουλίαν πρέπει νὰ λαμβάνῃ ἡ Βουλή, ὡς ἂν ἡ Βουλὴ εἶναι ἕτερόν τι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι ἐμφανίζουσαν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, δῆλον ὅτι τὴν Βουλήν; Ἰδού, Κύριοι, ἡ παραγνώρισις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Χώρας. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος χωρίζει, ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν Βουλήν, ἐκεῖνος παραγνωρίζει τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα καὶ ἰδού διατί: ἡ Κυβέρνησις παριστῶσα τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ὁμιλοῦσα πρὸς τὴν Βουλήν, ὁμιλεῖ ὡς Βουλὴ καὶ ὄχι ὡς ἕτερον τι, ἔξωθεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἐλθὸν καὶ ὑπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης ἀνεκτὸν ἁπλῶς γενόμενον ἢ ὑποβοηθούμενον ἐν τῇ ἐκτελέσει τοῦ ἔργου αὑτοῦ. Νομίζω, ὅτι ταῦτα εἶναι ἐπαρκῆ, ἵνα καταδείξωσιν, ὅτι, ἐὰν παρά τινος ἐγένετο παραγνώρισις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ μηχανισμοῦ, ἡ παραγνώρισις αὕτη ἐγένετο παρὰ τοῦ κ. Συναδέλφου, ὅστις ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ ἐμὲ, ὡς παραγνωρίσαντα τὴν κοινοβουλευτικὴν ἔννοιαν τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Συνάδελφος, ἐνόμισε πρέπον νὰ ἐξετάσῃ καὶ ἕτερον ζήτημα: ὁποίαν στάσιν θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐν σχέσει πρὸς τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας θὰ εἰσηγηθῇ; Θὰ θέσῃ εἰς τὰς προτάσεις ταύτας ζήτημα ἐμπιστοσύνης; Τὸ ζήτημα, οὕτω τιθέμενον, εἶναι ζήτημα, μὴ ὑφιστάμενον ἐν τοῖς πράγμασι, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ὑπάρξῃ ἐν τοῖς πράγμασιν, ὅταν ἡ Κυβέρνησις προέλθῃ εἰς τὰς προτάσεις αὐτῆς, δὲν δύναται δὲ οὐδεὶς νὰ ἀποτείνῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρόκλησιν, ὅταν θὰ κάμῃ τὰς προτάσεις της, ποίαν στάσιν θὰ λάβῃ πρὸς τὰς προτάσεις, τοιαύτην ἢ τοιαύτην, καὶ ποίαν θὰ δώσῃ σημασίαν εἰς τὴν ἀποδοχὴν ἢ ἀπόκρουσιν τῶν προτάσεων αὐτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ὡμίλησε καὶ περὶ ἄλλου τινός, ὡμίλησε περὶ ἐλευθερίας συνειδήσεως ἐν τῇ ἐκτιμήσει ἑνὸς μέτρου καὶ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία συνειδήσεως παρὰ τῇ Βουλῇ, καθ’ ἥν στιγμὴν ἡ Κυβέρνησις πρὸς ὡρισμένον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ζητεῖ τὴν ψῆφον αὐτῆς, λαμβάνει ὡρισμένην στάσιν καὶ συνάγει ὡρισμένα συμπεράσματα, ἐκ τῆς ἀποδοχῆς ἢ ἀπορρίψεως τῶν προτάσεων αὐτῆς. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὴν δήλωσιν, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ θεωρῇ τις τόσον τὴν συνείδησιν τῶν Βουλευτῶν εὔκολον καὶ ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ ζητημάτων σοβαρωτάτων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύῃ τις, ὅτι ἐκβιάζεται ἡ συνείδησις τῶν Βουλευτῶν, προκειμένου περὶ ζητημάτων τοιαύτης σοβαρότητος, οἷον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, ἐκβιάζεται ἡ συνείδησις τῶν Βουλευτῶν διὰ τῆς γνώμης τῆα Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν δύναται νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ἀρχῇ, ἐὰν αἱ προτάσεις αὐτῆς δὲν γίνωσι δεκταί. Οἱ κ. κ. Βουλευταί, καλούμενοι νὰ ἀποφασίσωσι περὶ ζητημάτων, οἷον τὸ περὶ οὗ πρόκειται, βεβαίως, θὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει τὴν σοβαρότητα αὐτῶν, δὲν νομίζω δέ, ὅτι, προκειμένου περὶ ζητήματος, πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ ὁποίου πάντες εἴμεθα σύμφωνοι, εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ὅτι θέλει πιεσθῇ καὶ καμφθῇ ἡ συνείδησις τῶν Βουλευτῶν, ἐκ τῆς ἰδέας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει συναγάγῃ τοιαῦτα ἢ τοιαῦτα συμπεράσματα, ὡς πρὸς τὴν ἑαυτῆς θέσιν ἐκ τῆς ψήφου αὐτῶν. Ἐὰν εἶπον ταῦτα, τὰ τελευταῖα, τὰ εἶπον, ἵνα ἀποκρούσω τοιαύτην ἐκτίμησιν τῆς Βουλευτικῆς ἐνεργείας, δὲν ἔχουσι δὲ οὐδεμίαν σχέσιν, βεβαίως, μὲ τὴν στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ θὰ κρατήσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ περὶ τῆς ὁποίας εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ζητῆται ἀπὸ σήμερον νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις.
§150Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνέπεσεν ἐνίοτε καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης νὰ συμφωνήσω πρὸς τὴν γνώμην τοῦ ἐγκρίτου ἐκ Ψαρρῶν κ. Συναδέλφου, οὗτινος, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἐκτιμῶ ὑπερβαλλόντως τὰ φῶτα. Ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀγαπητὸς Συνάδελφος νὰ διαφωνήσω πρὸς τὰς γνώμας, ἃς πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκεν. Ὅτε τὸ πρῶτον συνεζητήθη καὶ ἐγένετο ἡ μεταβολὴ τοῦ ἐκλογικοῦ καθεστῶτος, ἡ εὐρεῖα περιφέρεια, κατὰ τὸ ἔτος 1886, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅτε, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Δηληγιάννη, ἐπανῆλθε τὸ πρώην καθεστὼς τῆς στενῆς περιφερείας, καὶ ὅταν, μετὰ ταῦτα, ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Θεοτόκη, ἐπανῆλθεν ἡ εὐρεῖα περιφέρεια, πάντοτε τὰς προτάσεις ταύτας εἰσηγήσαντο αἱ Κυβερνήσεις. Ἂν δὲ ὑποτεθῇ πρὸς στιγμήν, ὅτι δὲν εἶχον αὗται τὴν ὑλικὴν, οὕτως εἰπεῖν, πρωτοβουλίαν τῶν προτάσεων, ὄπισθεν, ὅμως, τῆς ὑλικῆς πρωτοβουλίας τῶν προτάσεων περὶ μεταβολῆς τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν ἵστατο προφανέστατα ἡ πνευματικὴ πρωτοβουλία τῶν Κυβερνήσεων. Διότι, τῷ ὄντι, ἂν ὑπάρχῃ θέμα, ἐφ’ οὗ τὴν γνώμην, τὴν πρωτεύουσαν, καὶ τὴν πρωτοβουλίαν δέον νὰ ἔχωσιν αἱ Κυβερνήσεις, βεβαίως, ἓν ἐκ τῶν θεμάτων τούτων εἶναι καὶ ἡ μεταβολὴ τῶν ἐκλογικῶν συστημάτων. Εἶναι τοσοῦτον σοβαρὰ τὰ ζητήματα ταῦτα, ὥστε δὲν δύναταί τις εὐχερῶς, νομίζω, καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων ἀκαταγωνίστων νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀντίθετον γνώμην. Εἶναι σπουδαιότατον τὸ ζήτημα τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος καὶ διὰ πολλοὺς μὲν ἄλλους λόγους, κυρίως δὲ διὰ τὸν καθορισμὸν καὶ τὴν διαίρεσιν τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν. Καὶ ἐὰν μὲν τὸ ζήτημα ἀνεφαίνετο, ὅτε τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἦτο μικρόν, ἠθέλομεν ἔχει τὸ παρελθὸν, ὅπερ ἤθελεν ὁδηγήσει ἡμᾶς, ὡς κείμενον, περὶ τῆς νέας διαιρέσεως τῆς Ἐπικρατείας. Ἀλλ’ ἀφοῦ συνέπεσε τὸ Κράτος νὰ εὐρυνθῇ, ὑπάρχει τὸ σπουδαιότατον ζήτημα: κατὰ τίνα τρόπον θέλουσι διαιρεθῇ αἱ περιφέρειαι ἐν ταῖς Νέαις Χώραις; Εἶναι τὸ ζήτημα τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε ἀμφιβάλλω, ἄν τις τῶν κ. Βουλευτῶν φρονῇ, ὅτι, καὶ ἐν πληρεστάτῃ ἐπιθυμίᾳ ἐν πληρεστάτῃ ἐφέσει ἐργαζόμενοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ὀρθὸν καὶ σπουδαῖον ἀποτέλεσμα. Ἰδοὺ εἷς σπουδαιότατος λόγος, δι’ ὅν δὲν εἶναι δυνατόν, νομίζω, ἡ Βουλὴ νὰ ἀξιώσῃ, ὅπως αὕτη διὰ τῶν μελῶν αὑτῆς ἡγηθῇ τοῦ τοιούτου ζητήματος, τῆς μεταβολῆς τῆς περιφερείας Διὰ τοῦτο, ὅταν φίλος Συνάδελφος ἔσχε τὴν καλωσύνην νὰ μὲ ἐπισκεφθῇ κατ’ οἶκον, ἵνα ζητήσῃ ὅπως ὑπογράψω τὴν πρότασιν ταύτην, ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν εἶναι σύμφωνος ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἡ ἰδιότης τοῦ ἐπισκεφθέντος με προσώπου καὶ ὡς ἠδυνήθην, τέλος πάντων, ἐκ τῶν λόγων αὐτοῦ νὰ ἐννοήσω, μὲ εἶχον μᾶλλον πείσει, οὐχὶ, βεβαίως, ἀσφαλῶς, ὅτι ἦτο σύμφωνος ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν μεταβολὴν τοῦ καθεστῶτος τοῦ ἐκλογικοῦ. Ἀλλ’ ἐμπνεόμενος ὑπὸ τῶν ἰδεῶν, ἃς πρὸ μικροῦ ἐξήνεγκον, ἠρνήθην νὰ ὑπογράψω τὴν πρότασιν, καὶ ἡ ὑπογραφή μου δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν ὑπογραφῶν τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, οἵτινες ὑπέγραψαν αὐτὴν τὴν πρότασιν. Ἀλλ’ ὅταν πάλιν σήμερον εἶδον τοιαύτην ἐπιμονήν, ὅπως προταχθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὁμολογῶ, ὅτι ἐπίστευσα, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἵστατο ὄπισθεν τῆς τοιαύτης ἐνεργείας. Πλὴν, παραδόξως, ἀκούομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ πρόσφορον τὴν περίστασιν, ὅπως προβῇ εἰς τὴν μεταβολὴν τοῦ ἐκλογικοῦ καθεστῶτος, καὶ ἴσως κατὰ τοῦτο δὲν ἔχει ἄδικον. Κύριοι, ἐκφράζων τὴν προσωπικὴν γνώμην μου, ὀφείλω νὰ δηλώσω καὶ πάλιν, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν θέλω παύσει παρέχων τὴν ψῆφόν μου καὶ τὴν μικρὰν ἐμπιστοσύνην, δηλαδή, οὐχὶ μικράν, μεγάλην ἐμπιστοσύνην, μικρά, διότι περιορίζεται εἰς τὸ ἄτομόν μου, τὴν προσωπικήν, τέλος πάντων, ἐμπιστοσύνην μου δὲν θέλω παύσει παρέχων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ εὐθὺς, ὡς προβάλλεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὀφείλω νὰ δηλώσω δι’ ἴδιον καὶ ἀτομικὸν λογαριασμὸν, ὅτι διὰ τῆς ψήφου μου θέλω ὑποστηρίξει τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ διότι ἔχω πλήρη ἐμπιστοσύνην πρὸς αὐτήν, προκειμένου περὶ πολλῶν καὶ ποικίλων καὶ μεγάλων ζητημάτων’ διότι πρῶτον, φρονῶ, ὅτι ὁ καταρτισμὸς τῶν τοιούτων Κυβερνήσεων, οὔτε εἰς τὴν Χώραν, οὔτε εἰς τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα προσιδιάζει, καὶ δεύτερον, διότι ἔχω ἀφορμὰς νὰ μὴ ἔχω πλήρη καὶ ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὡς εἶναι κατηρτισμένη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὑπάρχει τὸ ὕψιστον ἐθνικὸν ζήτημα, δι’ ὅπερ ἐσχηματίσθη ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐγώ, ἔχων ὡρισμένην γνώμην, διότι τὴν γνώμην ταύτην ἠσπάζετο καὶ ὁ ἀείμνηστος ἀρχηγὸς ἡμῶν, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι διὰ τῆς ψήφου μου θέλω παρέχει τὴν ἐμπιστοσύνην μου, ἧς βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἀνάγκην. Ἀπέναντι τοῦ ἐθνικοῦ ζητήματος, εἰς ὃ ἡ Κυβέρνησις ἀπεδέχθη τὰς γνώμας ἐκείνας, καθ’ ἅς, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ συνέφερεν εἰς τὸ ἡμέτερον Ἔθνος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν οὐδετερότητα, ἀπέναντι τοῦ ὑψίστου τούτου ζητήματος, ὅλα τὰ ἄλλα, κατ’ ἐμέ, εἰσὶ δευτερευούσης σημασίας, ὠχριῶσι. Καὶ ὅταν οὕτω τίθενται τὰ ζητήματα, ὅταν πρόκειται περὶ ἐμπιστοσύνης τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν πρόκειται περὶ ἑνός, ἔστω δύο Ὑπουργῶν, θεωρούντων τὸ ζήτημα τοῦτο οὐχὶ πρέπον νὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν ὥραν ταύτην εἰς συζήτησιν ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγώ, ἐκφράζων τὴν γνώμην μου, θέλω ταχθῇ παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως, καίτοι αὕτη δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐμῆς ψήφου.
§151Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἂν παρέχω τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὴν παρέχω οὐχὶ ἐξ ἐλεημοσύνης, ἀλλὰ ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ὅτι εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ὑποστηρίζει τὴν ὑγιεστέραν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὸ Ἔθνος.
§152Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἄν τοῦτο λέγετε δι’ ἐμέ, δὲν ἔχετε οὐδόλως δίκαιον, διότι ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι παρέχω τὴν ἐμπιστοσύνην μου ἐξ ἐλεημοσύνης.
§153Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἴπατε τοῦτο ρητῶς, ἀλλ’ αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων σας, ἀφοῦ λέγετε, ὅτι, ἂν καὶ διαφωνεῖτε εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τούτοις δίδετε πρὸς αὐτὴν ψῆφον ἐμπιστοσύνης.
§154Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε ὅπως θέλετε, ὄχι ὅμως δι’ ἐμέ. Τοῦτο δὲν θὰ σᾶς τὸ ἐπιτρέψω.
§155Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅτι παρέχω τὴν ἐμπιστοσύνην μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἠκολούθησε τὴν πολιτικὴν αὐτὴν εἰς τὸ μέγα ἐξωτερικὸν ζήτημα. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα ζητήματα, εἶναι ζητήματα λεπτομερειῶν καὶ ζητήματα οἰκογενειακά, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως, οὐδέποτε θὰ θελήσῃ νὰ κανονίσῃ παρὰ τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ὅταν πεισθῇ ὅτι ἡ θέλησις αὕτη εἶναι ἡ ὀρθοτέρα. Εἴδομεν δὲ πολλάκις, ὅτι εἰς νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰσήγαγεν, ἐδέχθη προθύμως τροποποιήσεις Βουλευτῶν καὶ ἐτροποποίησε ταῦτα κατὰ τὴν ὀρθὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν κυρίων Ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Λοιπόν, νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τίποτε νὰ μᾶς χωρίζῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἐθνικὸν ζήτημα, οὔτε ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας. Τώρα ἔρχομαι εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἑνὸς τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ τὴν παραδεχθῇ, διότι ἡ μελέτη τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ συμβάλῃ πολὺ εἰς τὴν ἐπιτυχῆ λύσιν τοῦ ζητήματος. Διότι δὲν θὰ ἀρνηθῆτε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει τὰ περισσότερα στοιχεῖα διὰ νὰ μελετήσῃ τὸ σοβαρὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, καὶ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ συμπεράσματα αὑτῆς καὶ ποδηγετήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ὑγιεστέρας ἀποφάσεις. Λοιπόν, ἡ ζητουμένη σήμερον ἀναβολὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι δεδικαιολογημένη. Τώρα, ἂν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος προκύψῃ διαφωνία μεταξὺ τῆς πλειοψηφίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν κατὰ ποῖον τρόπον κανονίζεται. Ὥστε οἱ φόβοι τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Ψαρρῶν, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτὴν τὸ σύστημα τὸ ἐκλογικόν, τὸ ὁποῖον τῆς ἀρέσκει, εἶναι φόβοι ἐντελῶς ἀδικαιολόγητοι. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλω νὰ τονίσω, Κύριοι Βουλευταί, εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, ὄχι τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀναλάβει ὁλόκληρος ἡ Βουλή, δὲν πιστεύω δὲ νὰ λέγω ὑπερβολήν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲ εἷς Βουλευτὴς ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ὅστις δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος.
§156Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διατὶ προεξοφλεῖτε τὴν γνώμην ὅλων;
§157Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι διαφωνεῖτε’ ἐγώ, τοὐλάχιστον, μὲ ὅσους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω, δὲν εὗρον κανένα, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ συμφωνῇ εἰς τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ δηλωθῇ, Κύριοι Βουλευταί, εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι διὰ τὴν λύσιν τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ ζητήματος δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ μόνον τὸ ζήτημα τοῦ διακανονισμοῦ τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν, ἀλλὰ κυρίως ὀφείλει νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, διότι τὸ ζήτημα τῆς ἀλλαγῆς τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν δὲν λύει τὸ ζήτημα. Κυρίως τὸ ζήτημα θὰ τὸ λύσῃ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν δὲν θὰ ἐξευρεθῇ νέον σύστημα ἐκλογικόν, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καταπέσουν οἱ συνδυασμοὶ καὶ θὰ λείψουν τὰ χρίσματα, βεβαίως, ὑγιὲς ἐκλογικὸν σύστημα δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποκτήσωμεν. Τὰ λέγω ταῦτα, ἴσως παρακαίρως, ἀλλὰ διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι κατὰ τὴν μελέτην τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλήν, πρέπει νὰ ἀσχοληθῇ, ὄχι μόνον ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν τῶν ἐκλογικῶν περιφερειῶν, ἀλλὰ κυρίως διὰ τὴν ἀλλαγὴν τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος.
§158Σ. ΣΤΑΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἐπειδὴ καὶ ἐγὼ εἶμαι ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν τῆς προτάξεως, δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἀναμένω τὰς τῆς Κυβερνήσεως δηλώσεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου λίαν προσεχῶς.
§159Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Οὐδείς, κ. Βουλευταί, ἠθέλησε νὰ κλονίσῃ τὸ κῦρος τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἵσταται τόσον καλῶς εἰς τὴν θέσιν της, ὥστε οὐχὶ οἱ ὑπογράψαντες 65, ἀλλὰ καὶ 165 δὲν θὰ κλονίσωσι τὴν θέσιν της. Ἀλλ’ οὐδ’ ὑπῆρχεν εἰς τὴν συνείδησιν οὐδενὸς ἐξ ἡμῶν τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν ταύτην πρόθεσις νὰ δυσχεράνωμεν τὰ ἔργα τῆς Κυβ)σεως’ ἐνομίσαμεν ὅμως, ὅτι καὶ ἕκαστος ἐξ ὧν ὡρμᾶτο σκέψεων, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἅτινα δύναται νὰ ἐγκαταλείψῃ ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶνε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ἀνάγκην ταχείας μελέτης καὶ ἔχομεν ἀνάγκην ταχέως νὰ ἐπιληφθῶμεν τοῦ ζητήματος τούτου. Διότι, Κύριοι, καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ τὰ νομοθετήματα καὶ τὰ πάντα ἐξαρτῶνται ἐκ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν σχηματίζεται τὸ Κοινοβούλιον. Ἡ Βουλὴ αὑτὴ, τὴν στιγμήν, ἂν σύγκειται ἐκ 330, πιθανῶς νὰ ἔχῃ ἐν τῇ συνειδήσει αὑτῆς, διὰ τοῦ ἡμίσεος τῶν μελῶν της, ὅτι ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἀντιπροσωπεύεται ὁ Ἑλληνικὸς λαός, δὲν εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον παρουσιάζει ἡ σημερινὴ Βουλή. Εἶναι νόμιμος ἡ Βουλὴ αὐτή, διότι ἐξῆλθεν ἐπὶ τῇ βάσει κειμένου νόμου, τὸν ὁποῖον πάντες πρέπει νὰ σεβασθῶμεν, ἀλλὰ δὲν δύναται κανεὶς ἐν τῇ συνειδήσει ἡμῶν νὰ ἐμβάλῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ σκεφθῶμεν, ἂν δὲν ὑπάρχῃ τρόπος βελτίων, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑπογραμμὸς τοῦ Κοινοβουλίου. Τούτου τεθέντος, δὲν πρέπει νὰ λογισθῇ οὐδέποτε ἡ πρᾶξις ἡμῶν τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν ταύτην, ὡς πρᾶξις σκοποῦσα νὰ δυσχεράνῃ τὴν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως.
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐδόθη τοιαύτη ἔννοια.
§161Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀλλὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι ἴσως ἀρκετὸς χρόνος καθ’ ὃν ὑπεβάλομεν, ἡ Κυβέρνησις δὲν γνωρίζω, ἂν ἔλαβεν ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν. Δύο λόγοι ἠδύναντο νὰ πείσουν αὐτὴν νὰ μὴ τὴν λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν. Ὁ εἷς λόγος εἶνε, ὅτι δὲν εὗρεν ἐν αὐτῇ διατάξεις, πειθούσας αὐτὴν περὶ τῆς καλῆς καταρτίσεως τῆς προτάσεως· δεύτερος λόγος εἶναι, ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ τελείως ἐναντίαν γνώμην. Δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ εἶναι ἐναντίον τῆς προτάσεως ταύτης, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἐν τῇ προτάσει ταύτῃ δὲν εἶναι οὐσιώδεις αἱ λεπτομέρειαι, ἃς αὕτη περιέχει. Ἐγὼ θὰ τὰς παρέγραφον πάσας ταύτας, ὡς ἤλπιζον ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, παραγράφουσα πάσας τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, θὰ συνεζήτει τὴν ἀρχήν, ἂν εἶνε ὀρθὸν νὰ μεταβάλωμεν τὸ σύστημα, ὅπερ δίδει Βουλήν, ὡς εἶναι συγκεκροτημένη καὶ χωρὶς νὰ δυσαρεστηθῇ κανεὶς τῶν 331 Βουλευτῶν, εἶναι ἀδύνατον οὑτωσὶ συζητοῦντες, ἐπερωτῶντες, ἐρωτῶντες νὰ νομοθετήσωσι, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι αὐτὴ ἡ βραδύτης τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν: ἡ Βουλὴ συμπληροῖ τὸν τρίτον μῆνα καὶ οὐδεμίαν ἐργασίαν ἔκαμε. Κατετρίβη καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο, εἰς τὸ περὶ ζακχάρεως, σίτου, ἀλεύρων, ζητημάτων ὄντως σοβαρῶν, διότι πρόκειται περὶ τῆς συντηρήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὅσον σοβαρὰ καὶ ἂν εἶναι, δὲν εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ λύσωσι τριακόσιοι Βουλευταί, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις· καὶ ἐπὶ τούτων οὐδεὶς θὰ ἐσκέπτετο νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην του, ἀλλ’ ἀφήναμεν τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἰσηγήσατο τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἀπῃτοῦντο καὶ μόνον τροποποιήσεις τινὲς ἐγένοντο, συμπληροῦσαι ἴσως κατά τι τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ τοῦτο, νομίζω, ὡς εἶπον, ὅτι ἡ συγκρότησις τῆς Βουλῆς ταύτης εἶναι εἷς λόγος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ πείσῃ τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐπείγουσα εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς τοῦ ἐκλογικοῦ συστήματος. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος, ὁ ὁποῖος θὰ κάμῃ αὐτὴν νὰ σπεύσῃ: οἱ καιροὶ οὐ μενετοὶ καὶ ἡ Ἑλλὰς διατρέχει κινδύνους σοβαρωτάτους, εἷς δὲ τῶν ὑψίστων κινδύνων, τοὺς ὁποίους διατρέχει, εἶναι νὰ ἴδωμεν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας τὴν Κυβέρνησιν ἐγκαταλείπουσαν τὰ ἑδώλιά της. Τοῦτο φυσικὰ θὰ ἐπέφερε τὴν ἀνάγκην τῆς προσφυγῆς ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅπως ἐκ νέου ὁρίσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους αὑτοῦ καὶ ἰδοὺ ὅτι θέλομεν εὑρεθῇ ἀπέναντι μιᾶς περιστάσεως, καθ’ ἣν ὑπὸ σύστημα ἐκλογικόν, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν καὶ τὴν συνείδησιν ἴσως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐφ’ ὅσον ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύομεν τὴν θέλησιν, τὴν βούλησιν, τὰς σκέψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι τὸ προσῆκον, θέλει κληθῇ ἐν τούτοις ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του καὶ νὰ προτείνῃ τοὺς ἀντιπροσώπους του, σύστημα, τὸ ὁποῖον, σᾶς εἶπον, ἀντίκειται εἰς ἀρκετὰ σεβαστὸν ἀριθμὸν Βουλευτῶν, καὶ ἴσως εἰς ἀνάλογον ἀριθμὸν ἐκλογέων, ἂν μὴ καὶ πλειόνων. Ἰδού, λοιπόν, Κύριοι, εἷς ἄλλος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ ζήτημα δὲν εἶναι τοσοῦτον ἐπουσιῶδες, ὥστε νὰ σταλῇ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Δὲν ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δώσῃ ἡμῖν τὴν ἐλπίδα, τοὐλάχιστον, ὅτι προσεχὴς ἔσται ἡ ὑποβολὴ τοιούτου μέτρου. Δὲν ζητῶ νὰ μᾶς ὁρίσῃ, ἂν κατὰ ταύτην ἢ ἄλλην τινὰ Σύνοδον τῆς Βουλῆς, διότι, ὡς ἔχει τὸ Σύνταγμά μας διαρρυθμισθῆ, αἱ Σύνοδοι δύνανται νὰ παρατείνωνται ὅσον θέλει ἡ Κυβέρνησις. Ἔχει δὲ μεταβληθῆ τὸ Σύνταγμα κατὰ τρόπον ὀλίγον παράδοξον ἀπὸ ὅ,τι ἄλλοτε ἦτο. Δὲν συνέτεινα εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ εὐτυχῶς. Ἀλλά, τούτων τῶν περιστάσεων λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν, ἐπιμένω εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν ἐπιμείνει εἰς τὴν πρόταξιν τῆς προτάσεώς μας, πρόταξιν, ἡ ὁποία δὲν θέλει χρησιμεύσει εἰς οὐδὲν ἄλλο, παρά, ἵνα βεβαιωθῶμεν, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεώς μας εἶναι ἀποδεκτή, αἱ δὲ λεπτομέρειαι, βεβαίως, θὰ μείνωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Καὶ βεβαίως οὐδεὶς ἐσκέφθη, οὐδὲ ἐφαντάσθη δι’ ὅλων τῶν παρεμβαλλομένων λεπτομερειῶν ἐν τῷ σχεδίῳ ἐκείνῳ, ὅτι θέλει δεσμευθῆ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία, βεβαίως, ἀντιπροσωπεύει τὴν θέλησιν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τούτῳ ἐξαιτοῦμαι τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι προσεχὴς ἔσται ἡ περὶ τούτου μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως.
§162Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις θέλει σπεύσει, ὅσον εἶναι δυνατόν, εἰς τὴν μελέτην αὐτοῦ καὶ τὴν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβολὴν τῶν πορισμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ καταλήξῃ.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς προτάσεως;
§164ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται καὶ παραπέμπεται ἡ πρότασις εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη πρότασις, ὑπογεγραμμένη παρὰ πολλῶν, ὅπως συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 84 πρότασις νόμου «περὶ αὐξήσεως ἀριθμοῦ τῶν εἰσακτέων εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Σχολεῖον Εὐελπίδων».
§166Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐδέχθη νὰ προτιμηθῶσι κατὰ Παρασκευὴν αἱ προτάσεις νόμων, κατὰ τὴν συζήτησιν, εἶχεν ὑπ’ ὄψει της, ὅτι δὲν θὰ ἠσχολεῖτο ἡ Βουλὴ εἰς συζητήσεις ἐπὶ προτάξεως τῶν προτάσεων νόμων. Εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω, ὅτι, ἐὰν γίνωνται προτάσεις περὶ προτάξεως προτάσεων νόμων, ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ τὴν πρόταξιν οἱασδήποτε προτάσεως.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν περὶ προτάξεως;
§168ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπορρίπτεται. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 74 πρότασις νόμου ἀναβάλλεται, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν νόμων ΑΦΚΖʹ καὶ ΓΨΚΗʹ περὶ διαχειρίσεως τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κεφαλληνίας καὶ ἱδρύσεως δι’ αὐτῆς φιλανθρωπικῶν καταστημάτων» (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως ταύτης).
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ τοῦ δημοτικοῦ δασμοῦ τοῦ Δήμου Ἀργοστολίου» (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–7, ὡς καὶ τὸ σύνολον τῆς προτάσεως ταύτης).
§171Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 77 καὶ 78, ἐπίσης ἀναβάλλονται, διότι ἀφορῶσι στρατιωτικὰ ζητήματα.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ προσθήκης εἰς τὸ ἄρθρον 8 τῶν νόμων ΓΩΚΓʹ (3823) καὶ ΓΩΚΕʹ (3825)».
§173Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, τί ἀφορᾷ ἡ πρότασις αὕτη, διότι ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸ γραφεῖον ἀντίτυπον καὶ ἔχουν ἐξαντληθῆ;
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε, νὰ ἀκούσητε. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις καὶ γίνεται δεκτὴ κατ’ ἀρχήν).
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ διαθέσεως τοῦ φόρου 1% ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῶν Δημοσίων Ἔργων».
§176Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐπικειμένης ἀφομοιώσεως τῶν δημοσίων ἔργων ἐν Κρήτῃ πρὸς τὰ δημόσια ἔργα ἐν γένει τοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔχει πλέον λόγον καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ κατ’ ἀρχὴν συζήτησις τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 671 καὶ περὶ ἐκλογῆς ἐφόρων τῶν ἐκπαιδευτικῶν καὶ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων καὶ ἐπιτρόπων τοῦ Μητροπολιτικοῦ καὶ τῶν ἐνοριακῶν ναῶν Χίου». (Ψηφίζεται εἰς αʹ ἀνάγνωσιν)
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 519, περὶ τοῦ ἐν Τήνῳ ἱεροῦ ναοῦ τῆς Εὐαγγελιστρίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ συστήσω ἐπιτροπὴν διὰ τὴν πρότασιν νόμου «περὶ συστάσεως λαχείου διὰ τὴν ἀνέγερσιν Μεγάρου Ἀπομάχων»;
§180ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται, λοιπόν, ἡ πρότασις. Εἰσερχόμεθα εἰς τὰ νομοσχέδια. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ λιμενικῶν ἀρχῶν διατάξεων». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 1ον)
§182Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ἀφοῦ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπονέμεται τὸ δίκαιον εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατεῖχον δημοσίας θέσεις ἐν Κρήτῃ καὶ εἰργάσθησαν ἐπὶ δεκαοκτὼ ἔτη καὶ πλέον λίαν εὐδοκίμως, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, ὅπως ὑποβάλω ὑπ’ ὄψιν ὑμῶν μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας λαμβάνεται πρόνοια καὶ προλαμβάνεται ἕν ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συμβῇ εἰς ἕνα τῶν ὑπαλλήλων τῆς αὐτῆς ὑπηρεσίας, ὁ ὁποῖος εἶμαι βέβαιος, ὅτι διέφυγε τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Πρόκειται περὶ ἑνὸς γραμματέως τοῦ Λιμεναρχείου Χανίων. Ἡ θέσις αὕτη εἶχε δημιουργηθῆ διὰ νόμου ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, ὁ δὲ κατέχων τὴν θέσιν ταύτην κέκτηται τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ὑπολογισταὶ τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου.
§183Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Πολὺ καλά, ἔχω καὶ ἐγὼ πληροφορίας, ὅτι εἶναι πολὺ καλὸς ὑπάλληλος. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ προνοήσω.
§184Ν. ΒΛΙΑΜΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν, ἵνα τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τοὺς τέσσαρας Λιμενάρχας Σάμου, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν ὑπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως.
§185Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ναυτικῶν). Ὑποβάλατε τὴν πρότασίν σας καὶ θὰ τὴν μελετήσω εἰς τὴν Βʹ ἀνάγνωσιν.
§186Γ. ΠΩΠ. Τὸ μέτρον εἶναι δικαιότατον καὶ δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς, εἰ μὴ νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα.
§187Μ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχουσι, κ. Πρόεδρε, ἀντιρρήσεις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργός; Διότι, ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀντιρρήσεις, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ τὸ ψηφίσῃ, θέλω νὰ ὁμιλήσω.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχουν. Ὁ κ. Λυμπρίτης.
§189Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχωσιν ἀμφιβολίαι εἰς τὴν Βουλήν...
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον (Ἀναγινώσκεται).
§191Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἀντὶ τῆς λέξεως «κατατάσσονται», ἤθελον νὰ τεθῇ «δύνανται νὰ κατατάσσωνται». Νὰ εἶναι δυνητικὸν μόνον. Τὴν τροπολογίαν αὐτὴν θὰ ἤθελον νὰ φέρω.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλαι αἱ τροποποιήσεις εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ μελετηθῶσι καὶ θὰ συζητηθῶσιν εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἑπομένως, ἐψηφίσθη κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου· «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1915 Β. Διατάγματος περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 668 περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν τινων ἐπὶ ἀκινήτων κλπ. καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου καὶ τοῦ Διατάγματος τούτου». Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν, ἄνευ ἀντιρρήσεως).
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Βαλαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§196Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐν σχέσει πρὸς τὰ ἀκίνητα ἔχομεν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις περιοριστικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐκπροσωποῦνται διὰ δύο νόμων πρὸς τὸ παρὸν καὶ διὰ ποικίλων Β. Διαταγμάτων. Ὁ πρῶτος νόμος, ὁ 430, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὡς ἰσχύει σήμερον, διὰ τῶν ὑπαρχόντων Β. Διαταγμάτων, ἐμποδίζει τὴν ἐκποίησιν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων καὶ περιορίζει, — δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν ὑπάρχῃ Β. Διάταγμα, — τὴν μίσθωσιν εἰς διάρκειαν πενταετῆ μόνον. Διὰ τοῦ νεωτέρου νόμου, κωλύεται ἡ ἐκποίησις τῶν ἀστικῶν κτημάτων καὶ ἡ μίσθωσις αὐτῶν ἀδείᾳ τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν. Ἐὰν ἀναγνώσῃ τις τοὺς δύο αὐτοὺς νόμους, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποία ἐν Μακεδονίᾳ ὑπάρχει κατάστασις, θὰ εἶναι βεβαίως πολὺ δύσκολον ἔργον νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτούς. Πρέπει νὰ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν ἀναγινώσκοντα, ὅτι ὁ δεύτερος νόμος ἐγένετο κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῆς ἐξόδου τῶν Ἀγγλογάλλων εἰς τὰ Μακεδονικὰ ἐδάφη, εἰς ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐνομίσθη, ὅτι ἦτο δυνατὸν διὰ νόμου ἰδικοῦ μας νὰ ἐμποδισθῶσιν οἱ Ἀγγλογάλλοι ἀπὸ τοῦ νὰ λάβωσιν ὑπὸ μίσθωσιν, ἢ νὰ ἀγοράσωσιν ἀκίνητα. Πόσον τοῦτο ἀπεδείχθη ἐσφαλμένον ἐκ τῶν πραγμάτων, εἶναι τοῖς πᾶσι πλέον γνωστόν, διότι, ὄχι μόνον κτήματα καὶ ἀκίνητα καταλαμβάνουσιν οἱ Σύμμαχοι οἱ εὑρισκόμενοι ἐν Μακεδονίᾳ, ἀλλὰ καὶ πολίτας Ἕλληνας συλλαμβάνουσι, παρὰ τὴν θέλησιν τῶν ἰδικῶν μας, καὶ ἐν γένει εἰπεῖν, ἡ κυριαρχία ἡ ἐθνικὴ ἔχει πολὺ μειωθῆ. Τὸ ὄφελος, λοιπόν, τὸ ὁποῖον ἀνεμένετο ἀπὸ τὸν νόμον αὐτόν, δὲν ὑπάρχει. Ἔμεινε μόνον ἕν ἄτοπον, τὸ ἄτοπον τοῦ νὰ ἀναγκάζωνται οἱ ἰδιοκτῆται, εἴτε πρόκειται νὰ ἐκποιήσωσιν, εἴτε πρόκειται νὰ μισθώσωσι, νὰ ἀναφέρωνται εἰς τὰς ἀρχάς, καὶ ἐπειδὴ ἡ διεκπεραίωσις τοιούτων ὑποθέσεων δὲν εἶναι εὔκολος, ἐδημιουργήθη μία τάξις προσώπων, τὰ ὁποῖα ἔκαμνον αὐτὴν τὴν δουλειά, ὅπως συνέβαινεν ἄλλοτε καὶ περὶ τῶν διαβατηρίων, διότι, δυστυχῶς, ὁσάκις τίθενται τοιαῦται παρ’ ἡμῖν νομοθετικαὶ διατυπώσεις, γεννῶνται τοιαῦτα ἄτοπα, τὰ ὁποῖα ἐκσπῶσιν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ λαοῦ. Ὑπάρχει δὲ καὶ ἕν ἄλλο ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ, καὶ τὸ ἄτοπον εἶναι, ὅτι πολλοὶ, βαρυνόμενοι καὶ μὴ δυνάμενοι νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὰς διατυπώσεις αὐτάς, ἀποφεύγουσι νὰ συντάξωσι καὶ συμβόλαια, διὰ τοῦ τρόπου δὲ τούτου ζημιοῦται καὶ τὸ Δημόσιον, διότι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε στατιστικὴν περὶ τῆς διαφορᾶς κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν συμβολαίων, θὰ ἴδῃ ὅτι οὐχὶ ὀλίγη ζημία προκύπτει εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐκ τούτων τῶν δυσχερειῶν, καὶ ἐπὶ πλέον δὲ στενοχωροῦνται οἱ πολῖται, οἱ ὁποῖοι, μὴ συμμορφούμενοι πρὸς τὸν νόμον, ἐνδέχεται ἡμέραν τινὰ καὶ νὰ καταδιωχθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσι, διότι ὁ νόμος ἐπιβάλλει ποινάς.
§197Θ. ΣΑΚΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Συμβαίνει καὶ ἕν ἄλλο ἄτοπον: πολλοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην ἀπόλυτον νὰ ἐκποιήσωσι τὰ ἀκίνητά των, ἀναγκάζονται νὰ κάμωσιν ἕν χρεωστικὸν εἰκονικὸν, νὰ τὸν βάλωσι τὸν πιστωτὴν αὐτὸν νὰ τοὺς κάμῃ ἀγωγήν, κατάσχεσιν κλπ.
§198Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὥστε τὸ κακὸν εἶναι βαθύτερον καὶ βαρύτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ νομίζω. Δὲν εἶναι δὲ παράδοξον νὰ εὑρεθῶμεν πρὸ καταγγελιῶν, διότι μέγας εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα μολονότι εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ μεταβῶσι καὶ ζητήσωσι τὰς ἀδείας, ἕνεκεν τῶν δυσχερειῶν αὐτῶν, δὲν μεταβαίνουσι νὰ ζητήσωσι τὰς ἀδείας καὶ ἐκτίθενται εἰς ποινικὴν καταδίωξιν· ἐρωτῶ δέ: τὶ θὰ πράξωσι τὰ δικαστήρια, ἐάν, εἴτε ἐκ πείσματος, εἴτε ἐκ κακίας καταγγελθῇ πολίτης τις; Θὰ τὸν καταδιώξωσι. Καὶ βλέπομεν, ὅτι τόσαι δυσχέρειαι, τόσοι κίνδυνοι, τόσαι ζημίαι τοῦ δημοσίου δὲν ἔχουν κανὲν ἀντιστάθμισμα, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, δὲν εἴμεθα πλέον εἰς θέσιν νὰ ἐμποδίζωμεν τοὺς Ἀγγλογάλλους νὰ καταλαμβάνωσιν ἢ νὰ ἐκμισθῶσι τὰ κτήματα ἐκεῖνα, ὅπου εὑρίσκονται. Ἰδού, λοιπόν, διατί νομίζω, ὅτι παρῆλθεν ἡ ἐποχή, καθ’ ἥν ἠδυνάμεθα νὰ φρονῶμεν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δύναται νὰ ὠφελήσῃ. Ἡ πεῖρα αὐτὴ ἀπεκτήθη βέβαια διὰ τῶν πραγμάτων καὶ συνεπῶς ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, — διότι εἰς τοῦτον ὑπάγεται τὸ νομοσχέδιον, — θὰ δεχθῇ, ὅπως ἐξαλειφθῇ πλέον αὐτὸς ὁ νόμος καὶ μὴ ὑπάρχῃ, διότι οὐδένα ἐκπληροῖ σκοπόν.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 4ον. (Γίνεται δεκτόν). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§202Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἐψηφίσθη καὶ ἐν τῷ συνόλῳ, κ. Πρόεδρε;
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§204Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Τότε θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, ἤτοι νὰ καταργήσῃ τὰς ἀπαγορεύσεις διὰ Β. Διατάγματος.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτον ἀντικείμενον τῆς Νομοθετικῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, εἶναι Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ ἀδειῶν ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει». Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται).
§206ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν.
§207Γ. ΠΩΠ. Δὲν τὸ ἀναβάλλομεν, κ. Πρόεδρε αὐτό;
§208Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§209Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἀφοῦ λείπει ὁ κ. Ὑπουργός, νὰ ἀναβληθῇ.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατὶ νὰ ἀναβληθῇ; Ἀναβάλλεται κατ’ ἐπανάληψιν.
§211Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλα νομοσχέδια, κ. Πρόεδρε, θὰ συζητήσωμεν;
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὸς τὸ παρόν, δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω, ἐὰν θὰ ἐξακολουθήσωμεν.
§213Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις τί λέγει;
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ συνεννοηθῶ. Ὁ κ. Ρουσόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§215ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔχω τὸ ἐλάττωμα ἴσως ἐκ φύσεως νὰ μὴ εἶμαι καχύποπτος καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐφαντάσθην, ὡς πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτό, οὔτε ὑστεροβουλίας, οὔτε πλαγίους σκοπούς, οὔτε δάκτυλον κρυπτόμενον εἰς τοὺς ἐμπνεύσαντας, ἢ ἐμφυσήσαντας αὐτό· τοὐναντίον, μᾶλλον κατέχομαι ἀπὸ μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασαν ἄλλοι Συνάδελφοι, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι σοφὸν καὶ θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον, διατὶ εἶναι σοφόν. Δηλῶ, ὅτι τὸ εὑρίσκω σκόπιμον, ἀναγκαῖον, ἐπίκαιρον, δόκιμον, διότι εἶναι ἀνωτέρας πλουτοπαραγωγικῆς σημασίας, καθ’ ὅσον ἀνοίγει νέας ἐργασίας, βάζει, οὕτως εἰπεῖν, ἀτμὸν εἰς τὴν ἐργασίαν καὶ τὴν παραγωγήν, καθ’ ὅσον πρόκειται, κατὰ κύριον λόγον, περὶ ἀνθράκων. Τὸ κλειδὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι οἱ ἄνθρακες, οἱ ὁποῖοι αὐτὴν τὴν φορὰν εἶναι πράγματι θησαυρὸς καὶ ὄχι τὸ ἀντίθετον. Εἶναι προφανές, ὅτι τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι τὸ σπουδαιότατον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπρότεινα εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ, νὰ συγχωνεύσῃ ὅλον τὸ νομοσχέδιον, διότι αὐτό εἶναι τὸ σοφώτερον τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον 9ον εἶναι ἡ βάσις. Τὸ ἄρθρον δὲ 9ον ἀφορᾷ εἰς τὰς καυσίμους ὕλας, τὰς ἐν Ἑλλάδι. Ποῦ δὲ ἔγκειται τὸ σοφὸν τοῦ νομοσχεδίου; Τὸ σοφὸν τοῦ νομοσχεδίου ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι καταργεῖ τὰς πολλὰς διατυπώσεις καὶ ἐπιταχύνει τὴν εὐκολίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως· ἐνῷ, δηλαδή, τὰ ἄλλα ἄρθρα αὑτοῦ εἰσάγουν νέας διατυπώσεις, ἐπιβραδυνούσας τὰ πράγματα, τὸ ἄρθρον 9ον, τὸ σοβαρώτατον αὐτὸ ἄρθρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγὼ προτείνω νὰ συγχωνευθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἔχει ὡς ἑξῆς:...
§216Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ἄρθρον 9.
§217ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνω, ὅπως ὅλον τὸ νομοσχέδιον, νὰ γίνῃ τὸ ἄρθρον 9.
§218Γ. ΠΩΠ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ αὐτό· θὰ γίνῃ τὸ ἄρθρον 9 ἕνα δηλαδή;
§219ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν βʹ συζήτησιν.
§220Γ. ΠΩΠ. Ἅμα φθάσωμεν εἰς τὸ 9ον ἄρθρον.
§221ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Προκειμένου, λοιπόν, περὶ ἐξορύξεως καυσίμου ὕλης, ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, κατὰ τὸ ἄρθρον 9ον τοῦ νομοσχεδίου: (Ἀναγινώσκει). «...δικαιοῦται, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου Μεταλλείων, ἐν ᾗ ὁρίζονται οἱ ὅροι, νὰ ἐκδίδῃ ἄδειαν διαρκείας ἑνὸς ἔτους, εἰς οἱονδήποτε αἰτητήν, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐξορύξεως, τοὐλάχιστον, 3.000 τόννων καὶ ἐφ’ ὅσον οἱ τυχὸν προγενέστεροι αἰτηταὶ δὲν ἤθελον ζητήσει πρὸ τῆς παρελεύσεως μηνὸς ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου ἄδειαν ἐπὶ ἐγγυήσει. Εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου τούτου κατατίθεται ἐγγύησις, τοὐλάχιστον, δραχμῶν 5.000, καταπίπτουσα ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου, ἐν περιπτώσει μὴ ἐξορύξεως τοῦ ὁρισθέντος ποσοῦ. Ὑπαρχούσης ἐκκρεμοῦς αἰτήσεως ἐκδόσεως ἀδείας ἐπὶ ἐγγυήσει, δὲν ἐκδίδεται Ὑπουργικὴ ἄδεια ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ χώρου». Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον 9ον, ἐὰν δὲ αὐτὸ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ μεταλλεύματα, ὄχι μόνον εἰς τὰς καυσίμους ὕλας, θὰ διευκολύνωμεν πολὺ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πλούτου τῆς Χώρας· ἀκριβῶς δὲ εἷς λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐξεμεταλλεύθησαν ἕως τώρα τοὺς ὀρυκτοὺς πλούτους τῆς Χώρας, εἶναι αἱ μεγάλαι διατυπώσεις. Κάποιος ἐκ τῶν κ. Συναδέλφων δὲν ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ, διατὶ βραδύνει τὸ Δικαστήριον τῶν Μεταλλείων. Ἀκριβῶς, θὰ σᾶς εἴπω πῶς εἶναι τὸ διοικητικὸν αὐτὸ δικαστήριον τῶν μεταλλείων. Αὐτὸ ἀπαρτίζεται ἀπὸ πέντε μέλη, ἀπὸ δύο δικαστάς, ἀπὸ ἕνα ὑπάλληλον, ἀπὸ ἕνα Νομικὸν Σύμβουλον καὶ ἀπὸ ἕνα Γενικὸν Γραμματέα, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ ἄλλην ἐργασίαν, συνεδριάζουσιν ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, μετατίθενται ἐν τῷ μεταξύ, τότε ἔρχονται εἰς συζήτησιν αἱ ὑποθέσεις. Σήμερον δὲν ἐκδικάζονται πολλαὶ ὑποθέσεις, διότι εἶναι πολλοὶ ἐπίστρατοι καὶ ἔτσι θὰ βραδύνωσι πολὺ νὰ ἐκδικασθῶσιν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι τῆς βραδυκινησίας καὶ διότι ἔχουν καὶ ἄλλας ἐργασίας τὰ μέλη τοῦ Δικαστηρίου, ἐνῷ, ἐὰν περιορισθῶμεν εἰς τὸ ἄρθρον 9, θὰ κατορθώσωμεν ἴσως διὰ τῆς προσωρινότητος αὐτῆς νὰ δημιουργηθῇ ἴσως μία μονιμότης, διότι πολλάκις τοιαῦται προσωρινότητες γίνονται διαρκεῖς. Ἀλλὰ, καὶ ἂν περιορισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὰς καυσίμους ὕλας, εἶναι πολὺ σοφὸν καὶ σπουδαῖον, διότι δὲν ὑστερεῖ πολὺ ἡ Ἑλλὰς εἰς καυσίμους ὕλας. Ἐὰν δὲν ἔχωμεν τόσον σπουδαίους ἄνθρακας ὡς τοὺς Ἀγγλικοὺς λιθάνθρακας καὶ ἀνθρακίτας τῆς Οὐαλλίας, ἔχομεν ὅμως τοὺς λιγνίτας ἢ φαιάνθρακας ἢ ὀρφνάθρακας, διότι εὑρίσκεται ἡ Ἑλλὰς ὑπὸ γεωλογικὴν ἔποψιν, εἰς νεωτέραν περίοδον. Ἔχομεν τοὺς λιγνίτας αὐτοὺς ἤτοι ξυλίτας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀρκετὰ διαδεδομένοι, ἔχομεν τοιούτους εἰς Σέρρας, εἰς Λαμπάνιτσαν, εἰς Κορυτσᾶν, εἰς Κύμην, εἰς Ὠρωπὸν καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη. Αὐτοὶ εἶναι ἀνώτεροι, ὑπὸ θερμαντικὴν δύναμιν, τοῦ ξύλου, ὑστεροῦσι δὲ τῶν λιθανθράκων, δὲν εἶναι ὅμως διὰ πέταμα, σήμερον μάλιστα κατέστησαν πολύτιμοι, ὡς ἐκ τῆς δυσκολίας τῆς προμηθείας ἄλλων γαιανθράκων. Ἀλλὰ καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἡ βιομηχανία, ἡ ὁποία δὲν τοὺς ἐξετίμα, ἠναγκάσθη νὰ μεταρρυθμίσῃ τὰς ἐσχάρας αὑτῆς καὶ καμίνους καὶ νὰ μεταχειρισθῇ αὐτούς. Γεννᾶται μάλιστα ἓν ζήτημα: θὰ δυνηθῇ ἴσως ἡ βιομηχανία νὰ χρησιμοποιήσῃ τοὺς γηγενεῖς αὐτοὺς μονίμως, καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τοὺς ξένους ἄνθρακας, διὰ νὰ μὴ τοὺς ἔχωμεν καὶ εἰς τὸ μέλλον ἀνάγκην καὶ θὰ κατασταθῶμεν οὕτως αὐτάρκεις, ὑπὸ ἔποψιν καυσίμου ὕλης, τὸ ὁποῖον εἶναι πλέον ἢ σπουδαῖον. Ἀλλὰ θὰ καταβληθῇ καὶ προσπάθεια νὰ βελτιωθῇ ἡ θερμαντικὴ αὐτῶν δύναμις; Μάλιστα. Συνάδελφοί τινες, ὑπέβαλον αἴτησιν προνομίου, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετασθῇ καὶ μετὰ ποίων ἄλλων καυσίμων ὑλῶν ἀνάμιξις ἐπιφέρει τὴν αὔξησιν τῆς θερμαντικῆς ἱκανότητος, δύνανται δὲ νὰ κατασκευασθῶσι πληθάνθρακες καὶ ἀνθρακόπλινθοι (μπρικέτες). Προσέτι θὰ τοὺς ὑποβάλουν εἰς ξηρὰν ἀπόσταξιν, θὰ βγάλουν φωταέριον, καύσιμα ἔλαια, παραφίνας καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ δευτερεύοντα προϊόντα τῆς ξηρᾶς ἀποστάξεως τῶν ὀρυκτῶν καυσίμων ὑλῶν. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου 9 δίδεται εὐκολία ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν τῶν καυσίμων ὑλῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ θὰ δώσωσιν ἀτμόν εἰς τὴν ἐργασίαν. Ἀλλὰ καίτοι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τόσον καλόν, θὰ ἤθελον παρακαλέσει, διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι εἰς τὸ βῆμα, νὰ ὑποβάλω ἀπὸ τοῦδε δύο τροποποιήσεις μικρὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ πρώτη εἶναι διὰ τὴν προθεσμίαν ἑνὸς μηνὸς, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τοὺς πρώτους αἰτήσαντας, ὄχι αἰτητάς, δὲν εἶναι δόκιμος ἡ λέξις αὐτή. Οἱ πρῶτοι αἰτήσαντες εἶναι συνήθως, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, οἱ ἀνευρῶντες καὶ δηλώσαντες τὸ μεταλλεῖον, πτωχοὶ χωρικοὶ συνήθως, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ εἶναι στρατεύσιμοι ἢ ἀσθενεῖς, δὲν θὰ ἔχωσι δὲ καιρὸν νὰ συνεννοηθῶσι μὲ τὰ κεφάλαια, ὥστε νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν ὑπόθεσιν. Εἶναι δίκαιον, εἶναι φιλάνθρωπον, νὰ δώσωμεν περισσοτέραν προθεσμίαν, νὰ τὴν παρατείνωμεν ἐπὶ τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας, δηλαδὴ, ἡ λέξις «μηνιαία» νὰ γίνῃ «τετράμηνος».
§222Γ. ΠΩΠ. Θὰ γίνῃ κατ’ ἀνάγκην, ἕως ὅτου ψηφισθῇ τὸ δικαιοστάσιον.
§223ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ θεωρηθῶμεν, ὅτι θέλομεν νὰ πάρωμεν τὴν ἐκμετάλλευσιν ἀπὸ τοὺς πτωχοὺς καὶ νὰ τὴν δώσωμεν εἰς τοὺς κεφαλαιούχους καὶ τὰς ἑταιρείας· ἔπειτα, διὰ τὸ ζήτημα ποὺ λέγει, νὰ χάνῃ τὴν ἐγγύησιν, ἐὰν δὲν ἐξορύξῃ 3.000 τόννους, αὐτὸ εἶναι ὀρθόν. Ὑπάρχει ὅμως, σπανιωτάτη μέν, ἀλλὰ οὐχὶ ἀδύνατος περίστασις νὰ μὴ ἐξαρκῇ τὸ ὀρυκτόν, νὰ ἐξαντληθῇ. Ὅθεν, πρέπει νὰ προσθέσωμεν ἐκεῖ: «ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουν ὗλαι». Αὐτὰς τὰς δύο τροποποιήσεις εἶχον καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὰς δεχθῇ, σᾶς βεβαιῶ δὲ, κ. Συνάδελφοι, ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὸν τύπον αὐτόν, θὰ ἐνισχύσῃ τὴν παραγωγήν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάτεσης ἔχει τὸν λόγον.
§225Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Θὰ ἀναπτύξω τροπολογίας ἐπὶ τῶν κατόπιν ἄρθρων, διὰ νὰ μὴ ἐπανέρχωμαι.
§226Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Παρακαλῶ, ἕν, ἕν ἄρθρον, διότι θὰ περιπλακῶμεν. Ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου δὲν ἔχω καμμίαν τροπολογίαν. Θέλω νὰ ἀκούσω μόνον...
§227Γ. ΠΩΠ. Μίαν διασάφησιν μόνον. Ἐγένετο παρεξήγησις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον εἶναι κέρδος ἰδιοκτήτου. Ἐπὶ τούτου πρέπει νὰ γίνῃ μία σαφεστέρα δήλωσις, ὅτι πρόκειται περὶ κέρδους ἰδιοκτήτου.
§228Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Βεβαίως. Φυσικά.
§229Γ. ΠΩΠ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐγένετο παρεξήγησις.
§230Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Ἐθν. Οἰκονομίας). Σεῖς ἐννοεῖτε τὸ ἑξῆς:...
§231Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἐννοῶ κέρδος ἰδιοκτήτου.
§232Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Σεῖς ἐννοεῖτε νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν διάκρισιν κέρδους, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ μεταλλεῖον, νὰ χωρίσωμεν ἕν μέρος, ὡς κατ’ ἀνάγκην ἀνῆκον εἰς τὸν βιομήχανον, εἰς τὸν ἐπιχειρηματίαν. Τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον κατατίθεται διὰ νὰ τὸ ἀναλάβῃ ὁ ἰδιοκτήτης, εἶναι τὸ ὑπολειπόμενον μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ ὁ βιομήχανος καὶ τοῦ προσήκοντος εἰς αὐτόν, ὡς βιομήχανον, κέρδους.
§233Γ. ΠΩΠ. Διὰ νὰ μὴ γίνεται παρεξήγησις.
§234Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Αὕτη εἶναι ἡ ἔννοια.
§235Γ. ΠΩΠ. Φθάνει ἡ ἑρμηνεία αὐτή.
§236Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν τὴν τροπολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἔχει γενικωτέραν τινὰ μορφὴν καὶ δύναται καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὸ ὡρισμένον ἄρθρον, ἀλλὰ δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ λεχθῇ, διότι δὲν θὰ γίνῃ μεγάλη ἀνάπτυξις.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις γίνεται ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου.
§238Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Εἰς τὸ 1ον ἄρθρον. Φέρομεν τὰς τροπολογίας τοῦ ὅλου νομοσχεδίου. Αὐτὸ γίνεται μέχρι σήμερον. Ἀλλ’ ἐὰν ἐπιθυμῆτε νὰ ἀναβάλλωμεν, ὅταν θὰ ἔλθῃ τὸ σχετικὸν ἄρθρον, ἐπιφυλάττομαι.
§239Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Καλλίτερον ἔτσι.
§240Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἔχετε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου;
§241Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ὄχι, ἔχω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὅλου.
§242Γ. ΠΩΠ. Ἐπὶ τῶν Νέων Χωρῶν;
§243Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν, ἀλλὰ δὲν τὴν τοποθετῶ ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου, τὴν τοποθετῶ ἐπὶ τοῦ 11ου ἄρθρου.
§244Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου.
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βογιατζῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου.
§246Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν παρατήρησίν τινα, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ προσδοκωμένου κέρδους, τοῦ ἀναφερομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν τὸ κέρδος τοῦ μεταλλείου.
§247Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἐδήλωσα ἤδη περὶ τούτου.
§248Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Δὲν ἤκουσα.
§249Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἔκαμα τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ἡ ὁποία νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά, ὅτι, ὅταν ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον θὰ κατατεθῇ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἐννοοῦμεν τὸ κέρδος, τὸ προσῆκον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν, δηλαδή, ὄχι μόνον τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας ὑφίσταται ὁ ἐπιχειρηματίας, ἀλλὰ καὶ τοῦ κατὰ φυσικὸν λόγον προσήκοντος κατὰ τὴν συνήθη ἐκτίμησιν τῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων κέρδους τοῦ ἐπιχειρηματίου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐξηγήθην σαφῶς.
§250Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐγὼ δὲν ἐξηγήθην καλῶς. Θὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ ἴσως προέλθετε εἰς πλέον σαφεῖς ἐξηγήσεις.
§251Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ναί, ναί.
§252Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ διακρίνωμεν τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης, ἀσχέτως πρὸς τὴν ἐκμετάλλευσιν.
§253Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Αὐτὸ εἶπον.
§254Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ἀσχέτως, πρὸς τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον φέρει ἡ ἐπιχείρησις.
§255Γ. ΠΩΠ. Περὶ αὐτοῦ πρόκειται.
§256Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Τὸ κέρδος τοῦ ἰδιοκτήτου εἶναι ὁπωσδήποτε βέβαιον καὶ ὡρισμένον, διότι εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ πορισθῇ διὰ μισθώσεως.
§257Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Αὐτὸ ἀκριβῶς, εἶπον.
§258Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ἀλλ’ εἴπατε, ὅτι θὰ ἀφαιρέσωμεν τὰς δαπάνας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ δαπανῶν, κ. Ὑπουργέ.
§259Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὄχι. Ὅταν ἐνοικιάζῃ κανεὶς τὸ μεταλλεῖον, ὁ ἐνοικιαστὴς σκέπτεται ὡς ἑξῆς: Θὰ πάρω αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον, θὰ κάμω ἔξοδα, θὰ ἔχω ἔσοδα, πρέπει νὰ μοὶ μείνουν, ὄχι μόνον ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξώδευσα, ἀλλὰ καὶ ἕν κέρδος ἐπὶ τοῦ μισθώματος καὶ τὸ ἐπὶ πλέον αὐτοῦ δίδω εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Λοιπόν, ὁμιλοῦντος τοῦ 1ου ἄρθρου περὶ κέρδους, ἐπιφυλαττομένου εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἐννοεῖται τὸ κέρδος, τὸ προσῆκον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἐννοεῖται τὸ κέρδος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προκύπτει, ὄχι μόνον, ἀφοῦ ἀφαιρεθῶσι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ὁ ἐπιχειρηματίας θὰ κάμῃ, ἀλλὰ καὶ τὸ κατὰ τοὺς συνήθεις κανόνας προσῆκον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας κέρδος. Τοῦτο τὸ ποσόν, τὸ ἐκπροσωπεῖ ἐν ἄλλαις περιστάσεσι, τὸ λεγόμενον μίσθωμα, τὸ καταβαλλόμενον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην.
§260Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τί πειράζει, ἐὰν τεθῇ ἡ λέξις αὐτή;
§261Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Διότι μίσθωμα, ἐννοεῖ μίσθωσιν. Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν μίσθωμα.
§262Γ. ΠΩΠ. Μόνον κέρδος ἰδιοκτήτου δύναται νὰ λεχθῇ.
§263Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Δύνασθε νὰ εἶσθε βέβαιος, ὅτι, ὅπως τὸ διεσάφησα, δὲν θὰ μείνῃ καμμία ἀμφιβολία εἰς κανένα.
§264Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ὥστε τὸ νομοσχέδιον ἐννοεῖ τὸ κέρδος τοῦ ἰδιοκτήτου, ἀσχέτως ὅλως πρὸς τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως;
§265Γ. ΠΩΠ. Βεβαίως.
§266Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Τὸ ἀνέλυσα.
§267Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἑρμηνείαν καὶ τὸ καθώρισεν ὁ ἄνθρωπος.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀγγελόπουλος.
§270Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ 7ον ἐδάφιον: (Ἀναγινώσκει). Διορθῶ τὰς λέξεις: ἀντὶ τοῦ «ὑπὲρ οὗ ἡ ἄδεια», θέτω «περὶ οὗ πρόκειται». Εἰς τὸ 10ον ἐδάφιον, τὸ τελευταῖον τῆς σελίδος, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Ἐὰν μετὰ παρέλευσιν ἔτους.... κλπ.» προσθέτω «ἢ ἡ τυχὸν ὑποβληθεῖσα ἀπερρίφθη».
§271Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Κύριοι Βουλευταί, ἐν τῷ 2ῳ ἄρθρῳ περιέχει τι τὸ ἀδύνατον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἐπιτευχθῇ ὁ σκοπὸς τούτου εἰς πολλὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν μεταλλεῖα, διότι εἰς αὐτὸ ὁρίζεται, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τούτων ἀποφαίνεται τὸ εἰδικὸν μεταλλευτικὸν συμβούλιον... ἡ προκειμένη ἄδεια». Ἐν ταὐτῷ ὅμως θέτει καὶ ἕνα περιορισμόν, κατὰ τὸν ὁποῖον, δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ κάτω τῶν χιλίων τόννων τὸ ἐξαχθησόμενον. Ἀλλ’ ὑπάρχουν πολλὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι μεταλλεῖα καὶ τὰ ὁποῖα, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως συγκοινωνίας, δὲν εἶναι εὔκολον, ἢ μᾶλλον εἶναι ἀδύνατον, νὰ μεταφέρωσι τὸ ἐξαχθησόμενον τοῦτο ποσόν. Καὶ ὡς παράδειγμα σᾶς φέρω τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων. Ἐκεῖ ὑπάρχουν τρία ἢ τέσσαρα μεταλλεῖα λιγνίτου. Ὑπάρχει σιδηρόδρομος, ὁ ὁποῖος μόνον 10 τόννους τὴν ἡμέραν δύναται νὰ μεταφέρῃ, ἐργαζόμενος δὲ καθ’ ὅλον τὸ ἔτος καὶ μεταφέρων ἀποκλειστικῶς τοιοῦτον μετάλλευμα, θὰ μεταφέρῃ 300 τόνους. Παρακαλῶ νὰ ἀπαλειφθῇ ὁ περιορισμὸς οὗτος καὶ τὸ Συμβούλιον νὰ κανονίζῃ, ἂν ἀλόγως τοῦ τόπου, ἔνθα κεῖται τὸ μεταλλεῖον, καὶ τὸ ἐξαχθησόμενον μετάλλευμα. Εἶναι πρᾶγμα δικαιότατον. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὑφίσταται αὐτὸς ὁ περιορισμός.
§272Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὑπάρχει ὁ ἑξῆς λόγος: Ἐὰν εἰσηγούμεθα τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ εἰσηγούμεθα ἐκ τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἐξόρυξις μεταλλεύματος, καὶ ἰδίως γαιανθράκων ἢ λιγνιτῶν. Κατὰ τὶ ἐπισπεύδεται τὸ νομοσχέδιον; Κατὰ τοῦτο: ὅτι θὰ ὑποβληθῶσιν ὀλίγαι αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι προχείρως θὰ γίνωσι δεκταί· ἀλλ’ ἑκάστη αἴτησις καὶ διὰ τὴν πρόχειρον αὐτῆς ἀποδοχήν, ἀπαιτεῖ μίαν ἐπεξεργασίαν. Ἐκεῖναι, λοιπόν, αἱ ἐκμεταλλεύσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσήμαντοι καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀποδώσωσι μέγα ποσόν, δὲν πρέπει νὰ συντρέξωσι μὲ τὰς ἄλλας, διότι θὰ ἐπισωρευθοῦν διὰ τὰς προσωρινὰς παραχωρήσεις τόσαι αἰτήσεις, ὅσαι ἔχουν συσσωρευθῇ καὶ διὰ τὰς ὁριστικὰς καὶ θὰ πελαγώσωμεν πάλιν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορίσωμεν τὰς αἰτήσεις δι’ ἐπιλογῆς, δὲν δύναται δὲ τοιαύτη ἐπιλογὴ νὰ ἐπιτευχθῇ, παρὰ διὰ τῆς ἐπιλογῆς τῶν σημαντικωτέρων· ἐάν, λοιπόν, ἐθέσαμεν χιλίους τόννους, τὸ ἐθέσαμεν, διότι θέλαμεν νὰ μείνωσι τόσαι αἰτήσεις, ὅσαι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι δεκταί, προσωρινῶς, ἐξεταζομένων τῶν πραγμάτων. Ἐὰν δεχθῶμεν αἰτήσεις μὲ οἱονδήποτε ποσόν, τότε θὰ ἔχωμεν τὸ ἀποτέλεσμα νὰ συσσωρευθοῦν ὅλαι αἱ αἰτήσεις, αἱ ὁριστικαί, ὡς αἰτήσεις προσωριναί, καὶ τὸ δικαστήριον αὐτὸ θὰ πελαγώσῃ πάλιν. Διὰ τοῦτο, λοιπόν, ἐθέσαμεν, ὅτι μόνον ἐκεῖναι αἱ αἰτήσεις θὰ ἐξετασθῶσιν, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἄξιοι λόγου εἰς ποσότητα.
§273Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην ποσότητος μεγάλης λιγνίτου. Δὲν καταλαμβάνω, τὶ θὰ ζημιωθῇ τὸ Κράτος, ἐὰν δὲν θέσῃ ὅρια καὶ τὸ Συμβούλιον νὰ ἀποφανθῇ, ἄλλως τε δὲν θὰ εἶναι καὶ μεγάλη διαδικασία. Ἄς ἐξαρτηθῇ αὐτὸ ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου.
§274Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Θὰ πελαγώσῃ, σᾶς εἶπον, τὸ Συμβούλιον, ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν αἰτήσεων. 1.000, ποὺ ἐθέσαμεν, δὲν εἶναι ὀλίγον. Ἄλλως τε, αὐτὸ ποὺ ἀναφέρατε, τὸ μεταλλεῖον τῶν Καλαβρύτων, ἔχει 3.600 καὶ ὄχι 360.
§275Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2ον, λέγει: (Ἀναγινώσκει): «Ἐὰν μετὰ παρέλευσιν...κλπ.». Ὁρίζεται ἓν ἔτος μετὰ τὴν λῆξιν τῆς διετοῦς ἀδείας. Ὑποθέτω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὁ τυχὸν ἔχων βάσιμα δικαιώματα προτεραιότητος ἐπί τινος μεταλλείου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐδόθη ἄδεια ἐκμεταλλεύσεως, θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἢ ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς χορηγήσεως τῆς ἀδείας, νὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς χορηγήσεως τῆς ἀδείας ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει καὶ νὰ φέρῃ τὰς ἀντιρρήσεις του, ὥστε ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους δὲν ἤθελεν ἐμφανισθῆ, νὰ ἐπιστρέφηται ἡ ἐγγύησις καὶ ὄχι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς δοθείσης ἐγγυήσεως.
§276Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἶναι ὑπερβολικόν.
§277Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Ὄχι, διότι τὸ πρῶτον ἔτος ἀρκεῖ.
§278Γ. ΠΩΠ. Τὴν ἐγγύησιν ἢ τὸ κέρδος τὸ κατατεθὲν πρὸς ἐγγύησιν;
§279Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι σκόπιμος ἡ τροπολογία, ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς ἔτους, ἵνα ἐμφανισθῶσιν οἱ ἔχοντες ἐπικρατέστερα δικαιώματα, εἶναι ἐπαρκής, ἐὰν δὲν ἐμφανισθῇ, ἂς τὰ χάνῃ.
§280Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Νομίζω, ὅτι εἶναι ὑπερβολικὸν νὰ συντομεύσωμεν περισσότερον τὴν προθεσμίαν τῆς παραγραφῆς.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 3ον. (Ἀναγινώσκεται).
§282Γ. ΔΟΥΜΑΣ. Παρακαλῶ, εἰς τὸ τέλος «ἢ δημοσίων ἔργων» νὰ προστεθῇ «ἐντὸς τριῶν μηνῶν».
§283Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἶναι ἐπικίνδυνον αὐτό, διότι γεννᾶται τὸ ἑξῆς ζήτημα: Δύναται νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ κατόπιν παραχώρησις, εἶναι ἔγκυρος, ἐνᾧ δὲν σκοπεῖται αὐτό.
§284Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. (Ἀναγινώσκει). «Ἐν περιπτώσει ἀμφιβολίας...κλπ.». Ἀλλ’ αἱ ἀμφιβολίαι θὰ ὑπάρχουν πάντοτε καὶ χάριν τῶν ἀμφιβολιῶν τούτων ὁρίζεται ἡ ἐγγύησις, ἡ ὁποία καταβάλλεται. Θὰ ἦτο σκοπιμώτερον ἴσως ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου νὰ εἶχεν ὡς ἑξῆς: «Ἐν περιπτώσει αἰτιολογημένης ἀπορριπτικῆς τῆς αἰτήσεως ἀποφάσεως... κλπ.», διότι αἱ ἀμφιβολίαι πάντοτε ὑπάρχουν.
§285Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Θὰ ἐπέφερε διατυπώσεις, διότι τὸ νομοσχέδιον ἔχει τὴν περίπτωσιν αὐτήν. Τὸ Συμβούλιον καλεῖ τὸν ἐνδιαφερόμενον καὶ τοῦ λέγει: ἔχεις ἀμφιβολίας; Δύνανται νὰ ἀρθῶσι δι’ ἐπιτοπίου ἐξετάσεως. Ἔχεις διάθεσιν νὰ καταθέσῃς τὰς 300 δραχμάς, διὰ νὰ ὑπάγῃ μηχανικός, νὰ κάμῃ ἐξέτασιν; Διότι, ἐὰν ἄλλως, θὰ εἶναι κατόπιν ἓν εἶδος ἐφέσεως καὶ θὰ εἶναι ἀπώλεια χρόνου. (Γίνεται δεκτὸν εἶτα τὸ ἄρθρον 3 καὶ 4)
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον. (Ἀναγινώσκεται).
§287Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἰς τὸ ἐδάφιον 3ον, ἀντὶ «κηρύσσεται ἔκπτωτος...», τίθεται «κηρύσσεται...κλπ.». Προστίθεται, ὡς 2ον ἐδάφιον: «ἐὰν πρὸ τῆς ἐγκρίσεως... κλπ.». Εἶναι μία ἐπιεικὴς διάταξις δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ὑπὸ ὅριον ἐκπτώσεως λαβὼν τὴν προσωρινὴν παραχώρησιν, δὲν κατώρθωσε νὰ ἐξαγάγῃ ὅλον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον καθωρίσθη, ἐξήγαγεν ὅμως τὸ ἥμισυ καὶ ἀπεκόμισε αὐτό. Προσθέτω δέ, ἐὰν δώσῃ ἐγγυοδοσίαν καὶ διὰ τὸ ὑπόλοιπον, τότε δύναται νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία δι’ ἄλλον τόσον χρόνον.
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5ον, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6ον. Ὁ κ. Τερτίπης.
§290Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐκτὸς τῶν ἐχόντων συμφέρον ἢ ὑστεροβουλίαν, νὰ προσπαθήσωσι νὰ μὴ ἐκτελέσωσι τὴν ἐργασίαν, ἐὰν τὸ μεταλλεῖον ἢ τὸ ὀρυχεῖον δὲν ἔχει τόσην ποσότητα, ἐὰν αἱ ἀρχικαὶ ἐργασίαι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, δὲν ἀποδείξωσι στρώματα τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἐξορυχθῶσι ποσὰ τοιαῦτα, ὥστε νὰ συμπληρωθῇ ποσὸν χιλίων τόννων, τὶ θὰ συμβῇ; Τί θὰ γίνῃ ὁ δαπανήσας κολοσσιαία ποσά, ἐὰν δὲν εὑρίσκῃ στρώματα, ἔχοντα τόσην ποσότητα, ὥστε νὰ ἐξορύξῃ τὴν ἀνάλογον πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ποσότητα; Ἢ, ἐὰν ὁ εἰδικὸς μηχανικός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιβλέψῃ τὰς ἐργασίας, εἶναι ἀδαὴς καὶ δὲν ἀκολουθήσῃ τὰ στρώματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀγάγουν αὐτὸν εἰς τὸ ἐσωτερικόν τοῦ μεταλλείου, ἵνα ἐξορύξῃ ἀνάλογον ποσόν, ὁ ὑποβληθεὶς εἰς τόσα ἔξοδα δὲν εἶναι ἄδικον νὰ θεωρηθῇ ἔκπτωτος; Εἶναι ἐνδεχόμενον, Κύριοι, οὔτε τὸ ἥμισυ ποσὸν νὰ μὴ ἐξορύξῃ. Πρέπει, λοιπόν, νὰ κηρύσσηται οὗτος ἔκπτωτος καὶ νὰ χάσῃ τὰς δαπάνας τῆς ἐγκαταστάσεως; Τοῦτο παρεμβάλλει δυσχερείας εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν. Οὐδεὶς θὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐκτεθῇ εἰς τοιοῦτον κίνδυνον δαπανῶν ὑπερόγκων. Εἶναι ὅμως ἐνδεχόμενον ἄλλως, μὲ τὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν καὶ μὲ ὀλίγον περισσότερα χρήματα τοῦ διαδόχου τοῦ ἐκμεταλλευτοῦ, νὰ ὠφεληθῇ οὗτος τὸ μεταλλεῖον, ἐνῷ ὁ πρῶτος, δαπανήσας χιλιάδας δραχμῶν δι’ ἐρεύνας καὶ ἐγκαταστάσεις, γίνεται ἔκπτωτος.
§291Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἡ παρατήρησίς σας εἶναι σοβαρά, ἀλλὰ προβλέπεται, ὅτι ἡ προσωρινὴ ἄδεια εἶναι διαρκείας μόνον δύο ἐτῶν. Κατ’ αὐτὴν τὴν περίοδον ἐπιβάλλεται ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐξορύξῃ τὴν ποιότητα χιλίων, τοὐλάχιστον τόννων. Ἐάν δὲν τοὺς ἐξορύξῃ; Ἔχομεν δύο πράγματα: τὴν ἐξόρυξιν τῆς ποσότητος, ἣν ὑποχρεοῦται, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὸν χρόνον, κατ’ ὃν τοῦ ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐξορύξεως. Καὶ ὡς πρὸς τὰ δύο, τοῦ παρέχομεν εὐκολίας. Ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ ἐξορύξῃ χιλίους τόννους, ἀλλ’ ἐξορύξῃ τὸ ἥμισυ, παρατείνομεν τὴν προθεσμίαν διὰ τοὺς ἑτέρους πεντακοσίους τόννους, ὑποχωροῦμεν δὲ καὶ ὡς πρὸς τὴν προθεσμίαν, διότι, ἀντὶ τῶν δύο ἐτῶν, τοῦ δίδομεν καὶ ἄλλο ἕν. Εἶναι ἀρκεταί, νομίζω, εὐκολίαι.
§292Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐὰν αἱ ἐγκαταστάσεις εἶναι τόσον σοβαραί, ὥστε νὰ πείθωσι τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι ὁ ἐκμεταλλευτής...
§293Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Τὸ ἥμισυ νὰ τὸ κάμωμεν ⅓. Νὰ εἴπωμεν, ὅτι καὶ τὸ ⅓ ἐὰν ἀποκομίσῃ τις, νὰ δύναται νὰ δοθῇ παράτασις ἴση πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἀρχικῆς παραχωρήσεως;
§294Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Τώρα, ὡς πρὸς τὴν ἀποκόμισιν τοῦ μεταλλεύματος ἐκ τοῦ τόπου τῆς ἐξαγωγῆς, τοῦ δεδηλωμένου, ὁ ἐκμεταλλευτὴς ὑποχρεοῦται ἐντὸς χρόνου τινὸς νὰ τὸ μεταφέρῃ. Πρὸς τοῦτο, φυσικά, θὰ ἐπιδιώξῃ σιδηροδρομικούς σταθμούς, ἢ παραλίας. Γνωρίζομεν τὰ ἀτελῆ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἐν τῇ Χώρᾳ μας. Οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι πεπεισμένος τις περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διὰ νὰ κατασκευάσῃ ὁδὸν πρὸς μεταφορὰν τοῦ μεταλλεύματος εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως, ὁδόν, ἡ ὁποία θὰ τοῦ κοστίσῃ πολὺ καὶ θὰ ἀπαιτήσῃ καὶ χρόνον πρὸς κατασκευήν της. Ὁ ὅρος, λοιπόν, τῆς μεταφορᾶς δύναται νὰ ἀπαλειφθῇ.
§295Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὡς πρὸς τὰς μεταρρυθμίσεις, δέχομαι, ὅτι καὶ τὸ τρίτον, ἐὰν ἀποκομίσῃ τις, δύναται νὰ διπλασιασθῇ ὁ χρόνος, δηλαδή, νὰ φθάσῃ ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας μέχρι χρόνου ἴσου πρὸς τὸν τῆς ἀρχικῆς παραχωρήσεως.
§296Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Ὁ ἔχων μεγαλείτερον ποσόν, θὰ προβῇ εἰς δαπάνες ἀναλόγους. Ἐὰν ἱκανοποιῆται ὁ ἐκμεταλλευτής, θὰ ἐπισπεύσῃ τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ, διὰ νὰ μεταφέρῃ καὶ λάβῃ χρήματα. Δὲν χρειάζεται καὶ ὁ ὅρος αὐτός.
§297Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Σᾶς εἶπα τὶ δέχομαι, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἄρω παντελῶς τὸν περιορισμόν, διότι ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τῆς παραμελήσεως. Δὲν πρέπει, ἄλλως τε, νὰ ἔλθωσιν ὅλοι καὶ νὰ ὑποβάλωσιν αἰτήσεις, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινῆς παραχωρήσεως, διότι τότε θὰ πελαγώσωμεν. Φοβοῦμαι, μάλιστα, ὅτι ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἐπροχώρησα πέραν τοῦ δέοντος.
§298Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. Αἱ τροπολογίαι μου στηρίζονται ἐπὶ διαφόρου ἀρχῆς. Αὐτὰ θὰ τὰ δαπανήσωμεν, χωρὶς νὰ εἴμεθα βέβαιοι, περὶ τοῦ ὀρυχείου, ἐὰν ἔχῃ ποσότητα τοιαύτην, ὥστε νὰ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς μεγάλας δαπάνας. Προσθέτω καὶ τὸ ἑξῆς, ἀκόμη: Ὅτι, ἐὰν τὸ μετάλλευμα αὐτό, οἱ γαιάνθρακες εὑρίσκωνται ἐν ὑποτιμήσει καὶ δὲν δύνανται νὰ συναγωνισθῶσι μὲ τοὺς ἔξω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ἐὰν ὁ γαιάνθραξ, ὁ ὁποῖος ἔρχεται ἀπὸ τὸ Κάρδιφ εἶναι εὐθηνότερος...
§299Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον χάθηκε.
§300Κ. ΤΕΡΤΙΠΗΣ. .. νὰ περιμένω τὴν κατάλληλον εὐκαιρίαν νὰ τὸν πωλήσω, χωρὶς νὰ χάσω καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐδαπάνησα, ἐνῷ οὕτω μὲ ὑποχρεώνετε, πλὴν τῶν ἄλλων ζημιῶν, νὰ τὸν πωλήσω καὶ εἰς μικροτέραν τιμήν.
§301Γ. ΔΟΥΜΑΣ. Δὲν θὰ εἶναι δίκαιον νὰ ἀποζημιωθῇ, κατόπιν πραγματογνωμοσύνης;
§302Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὄχι, διότι ἐπεμβαίνομεν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ πρώτου δηλωτοῦ.
§303Γ. ΔΟΥΜΑΣ. Τὴν ἄδειαν θὰ τὴν δώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον.
§304Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Λέγομεν, ὅτι ἡ ἄδεια δὲν δίδει δικαίωμα. Ἐὰν ἐγένοντο ἐγκαταστάσεις, θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ κανὼν περὶ ὠφελίμου διαχειρίσεως ἀλλοτρίων, κατὰ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον. Αὐτή, ὅμως, καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἄδεια, δὲν δίδει δικαίωμα.
§305ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6ον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7ον. Ὁ κ. Μηλιαρᾶς.
§307Ε. ΜΗΛΙΑΡΑΣ. Παρατηρῶ τό ἑξῆς: ὅτι αἱ ἐνστάσεις ἐκδικάζονται ὑπὸ Συμβουλίου, ἀπαρτιζομένου ὑπὸ τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Παρατηρεῖται μία ἀνομοιογένεια μεταξὺ τῆς ἐκδικάσεως τῶν αἰτήσεων καὶ τῆς ἐκδικάσεως τῶν ἐνστάσεων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ τεθῇ τροπολογία, οὕτως ὥστε καὶ αἱ ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται, ὅσον ἀφορᾶ τὰς αἰτήσεις διὰ τὴν παραχώρησιν ἀδειῶν πρὸς ἐκμετάλλευσιν ἐπὶ ἐγγυήσει, νὰ ἐκδικάζωνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐκδικάζονται καὶ αἱ αἰτήσεις. Δηλαδή, νὰ ἐκδικάζωνται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον καθορίζεται ὑπὸ τοῦ νόμου 186, καὶ τὸ ὁποῖον Συμβούλιον παρέχει μείζονα ἐχέγγυα περὶ τοῦ ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης θέλει γίνεται ταχυτέρα, διότι ἀποτελεῖται ἀπὸ εἰδικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι πεῖραν καὶ θεωρητικὴν μόρφωσιν διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Ἤδη, διὰ τοῦ ἄρθρου 7, σχηματίζεται Συμβούλιον πολυμελέστατον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ ἀποτελοῦσι τὸ δικαστήριον διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων. Εἶναι τόσον πολυμελὲς τὸ δικαστήριον διὰ τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐνστάσεων, ὥστε εἶναι πιθανὸν νὰ προκύψωσι χρονοτριβαὶ διὰ τὴν χορήγησιν τῆς ἀδείας, καὶ συνεπῶς ἡ χορήγησις ἀδείας, συνεπείᾳ τῆς ἐνστάσεως, ἡ ὁποία θὰ ὑποβάλλεται, θὰ ματαιοῦται, διότι θὰ παρέρχεται ἀρκετὸς χρόνος κατὰ τὴν ἐκδίκασιν αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, ἡ αἴτησις ἐκδικάζεται ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τοῦ νόμου 186, ἄρθρον 1ον, δίκαιον εἶναι νὰ γίνῃ τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον 7ον, ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἐνστάσεις ἐκδικάζονται... κλπ.». Θὰ ἐκδικάζωνται ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ἕνα Ἐφέτην καὶ ἀπὸ ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ἐκδίκασις τῶν τῶν ἐνστάσεων θὰ γίνεται ταχυτέρα καὶ ὁμαλωτέρα.
§308Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Συμβούλιον τοῦτο κατηρτίσθη διὰ τῆς προσθήκης τοῦ Διοικ. Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἶναι διότι ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀναθέσωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἰδίους, οἱ ὁποῖοι ἐξεδίκασαν τὰς πρώτας παραχωρήσεις μόνους, χωρὶς νὰ συμπράξῃ καὶ ἄλλος, καὶ διὰ τοῦτο ἐθέσαμεν τὰ μέλη τοῦ Διοικ. Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνωτέρους ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου. Ἔπρεπε πάντως κάποιος ἄλλος νὰ προστεθῇ, ἢ νὰ ἀνατεθῇ ἡ ἐκδίκασις εἰς ἄλλο δικαστήριον.
§309Ε. ΜΗΛΙΑΡΑΣ. Ἐὰν ἐκλείψῃ τὸ Συμβούλιον διὰ μεταγενεστέρου νόμου;
§310Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Τότε θὰ προβλέψῃ ὁ νέος νόμος.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7ον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8ον.
§313Γ. ΔΟΥΜΑΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 8ῳ, μετὰ τὰς λέξεις «καθὼς καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως», νὰ τεθῇ: ἐφ’ ὅσον ἡ ἀφαίρεσις τούτων δὲν παραβλάπτει τὴν εἰς τὸ μέλλον ἐπιχείρησιν. Ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἐγκαταστάσεων δὲν δίδει τὸ δικαίωμα νὰ καταστρέψῃ τὸ μεταλλεῖον.
§314ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ ἀφαίρεσις, ἐννοεῖται, ἄνευ βλάβης τῆς οὐσίας.
§315Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ποιοῦμαι τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ἡ ὁποία θὰ γραφῇ εἰς τὰ Πρακτικά: «Ἐφ’ ὅσον ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἐγκαταστάσεων γίνεται ἄνευ ἰδίου συμφέροντος καὶ ἐκ κακοβουλίας, ἐπὶ βλάβῃ τοῦ μεταλλείου, βεβαίως, δὲν ἐπιτρέπεται. Ἐφαρμόζεται ἡ γενικὴ ἀρχὴ τοῦ Ἀστικοῦ δικαίου, καθ’ ἥν, αἱ ἀφαιρέσεις τῶν ἐγκαταστάσεων γίνονται πρὸς ἱκανοποίησιν συμφέροντος ἰδίου, ἀξίου προστασίας καὶ ὄχι διὰ νὰ καταστραφῇ. Θὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ἀρχαὶ τοῦ Ἀστικοῦ δικαίου περὶ καλῆς πίστεως κατόχου».
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8ον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9ον.
§318Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἔχω μίαν τροποποίησιν: «προκειμένου περὶ... κλπ.». Δὲν ἐπιφυλάσσεται τίποτε εἰς τὸ Δικαστήριον τῶν Μεταλλείων. Ἐννοεῖται, ὅτι τὸ κέρδος θὰ κατανεμηθῇ μὲ τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, μὲ τὴν ὁποίαν καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων μεταλλείων.
§319Γ. ΠΩΠ. Ἀκριβῶς, τὴν τροπολογίαν ταύτην εἶχον σκοπὸν νὰ προτείνω, διότι, ἂν πρόκειται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν τῇ πράξει, θὰ ἐφαρμοσθῇ κυρίως ἐν τῇ ἐξορύξει καυσίμου ὕλης, ἀκριβῶς δὲ οἱ ἔχοντες μεταλλεῖα τοιαῦτα, ὡς γνωστόν, εἶναι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κυρίως εἶναι μᾶλλον πτωχοί, αὐτοὶ δὲ εἶχον παροραθῆ ἐντελῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἔσχον δὲ τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω παρατηρήσεις τινὰς ἰδιαιτέρως πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἵνα μὴ ἀπασχολῶ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργόν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀποδεκταὶ καὶ βλέπω, ὅτι διετυπώθησαν καὶ ἐν εἴδει τροπολογίας. Καταντᾷ ὅμως νὰ εἶναι δῶρον ἄδωρον, διότι ἔχομεν ἀφ’ ἑνὸς δυνητικὴν διάταξιν: δύναται ὁ Ὑπουργός, ἐνῷ δὲ πρόκειται ἀκριβῶς περὶ τῶν μεταλλείων, τὰ ὁποῖα κυριώτατα θὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν, δὲν δίδεται εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τὸ δίκαιον, τὸ ὅλον, ἢ τοὐλάχιστον τὰ ¾ τοῦ κέρδους τῶν τόννων, ἀλλὰ μόνον τὸ ἥμισυ. Ὅταν δὲ λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν, ὅτι πρόκειται περὶ κέρδους ἰδιοκτήτου, ὅταν γνωρίζῃ ποῖον εἶναι τὸ σύνηθες μίσθωμα τοιούτων μεταλλείων καυσίμου ὕλης, ὅταν δὲ γνωρίζῃ ἐπίσης ὁποία εἶναι ἡ αὔξησις τοῦ κέρδους, τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ μεταλλεύματος, θὰ ἴδῃ, ὅτι δὲν ἀπομένει εἰς τὸν ἀτυχῆ αὐτὸν ἰδιοκτήτην τίποτε, καὶ ἴσως, μετὰ ἓν ἔτος, ὅτε θὰ ἐξορυχθῶσι κατ’ ἀνάγκην 3.000 τόννοι, δὲν ☐ ☐ξαντλήσωσι τὸ μεταλλεῖον. Δι’ αὐτὸ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν, τὴν μὲν διάταξιν νὰ μὴ τὴν ἔχῃ δυνητικήν, πλὴν δὲ τούτου, νὰ ὁρισθοῦν, τοὐλάχιστον, τὰ ¾ τοῦ εἰκαζομένου κέρδους, διότι εἶναι ζήτημα ἀρχῆς καὶ ὁμοιομορφίας τοῦ νομοσχεδίου. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, παρατηρήσεις αἰσθήματος δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας.
§320ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ γνωρίζω, ἐὰν ἡ τροπολογία μου ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§321Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὄχι, διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον εἴπατε, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐπεῖγον.
§322ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θέσατε δίμηνον, τοὐλάχιστον.
§323Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Μάλιστα, δίμηνον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα τὸ 10 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 11ον).
§324Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἰς τὸ ἄρθρον 11ον, ἔχω νὰ προσθέσω βʹ ἐδάφιον, ὡς ἑξῆς: «Τὸ αὐτὸ ἰσχύει...κλπ.». Ὑπάρχει καὶ ἡ τροπολογία τῶν κ. κ. Κράλλη, Μάτεση καὶ Ἀπέργη, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ.
§325Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἰδοὺ περὶ τίνος πρόκειται. Κατὰ τὴν κατάληψιν ἐξεδόθη, ἅμα τῇ ἀφίξει τοῦ Διαδόχου, ἐγκύκλιος, ἡ ὁποία εἶπε: καλῶ ὅλους νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐργασίας των. Δυνάμει δὲ καὶ τῆς ἐγκυκλίου, ἀλλὰ καὶ δυνάμει αὐτῶν τῶν κανόνων τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶχε γίνει ἡ προσάρτησις, ἴσχυον οἱ νόμοι τοῦ προηγουμένου Κράτους, ἄρα, ἴσχυον οἱ Ὀθωμανικοὶ νόμοι μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς προσαρτήσεως. Συνεπείᾳ τῆς ἐγκυκλίου ἐκείνης, οἱ ἔχοντες ἀνακαλύψει μεταλλεῖον, πεισθέντες ἐκ τῆς δηλώσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ βέβαιοι ὄντες, ὅτι ἐφηρμόζοντο ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν οἱ Ὀθωμανικοὶ νόμοι, προσῆλθον καὶ ἐδήλωσαν πρὸς τοὺς τότε Γενικοὺς Διοικητὰς τὰ μεταλλεῖα, συμφώνως πρὸς τοὺς Τουρκικοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἐφήρμοζον αἱ Ἑλληνικαὶ Ἀρχαί. Τοῦτο διήρκεσε μέχρι τῆς 8ης Φεβρουαρίου 1913, διότι τότε ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἠρνήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τοὺς δηλωτὰς ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ὅταν ἦλθεν ὁ νόμος περὶ ἐκδικάσεως τῶν αἰτήσεων, εὗρε τὰς ἐν λόγῳ αἰτήσεις ἐκκρεμεῖς. Καὶ ἐπρονόησαν μὲν κατόπιν διὰ τοῦ νόμου 186 περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐκκρεμῶν αἰτήσεων εἰς τὰς Νέας Χώρας, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποβληθῆ, διαρκούσης τῆς Τουρκικῆς διοικήσεως πρὸς τὰς Τουρκικὰς ἀρχάς, τὰς αἰτήσεις ὅμως, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποβληθῆ πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Ἀρχάς, τὰς ἀφῆκαν μετεώρους, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ μετέτρεψαν τοὺς δηλώσαντας τότε εἰς ἁπλοῦς ἰσχυριζομένους. Καὶ ἐπῆλθεν ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νόμου 186 καὶ λέγει, ὅτι ὅλοι οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἀνεκάλυψαν μεταλλεῖον ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Στρατοῦ καταλήψεως μέχρι σήμερον, δύνανται νὰ ὑποβάλουν ἐνσφραγίστους αἰτήσεις καὶ αὗται θὰ ἀνοιχθῶσι μετὰ τρεῖς μῆνας, ἂν δὲ εὑρίσκονται συμπίπτοντες οἱ αἰτοῦντες, ἔχουσι δικαιώματα συγκυριότητος ἐπὶ τῶν αἰτήσεων. Τὶ συνέβη, λοιπόν; Ἐδῶ ἦτο ἡ παγίς. Οἱ ἐν γνώσει ὄντες τῶν ὑποβεβλημένων αἰτήσεων ἤδη πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς Ἀρχάς, ἀντέγραψαν τὰς αἰτήσεις αὐτάς, ἔθεσαν ἐνσφραγίστους προσφορὰς, ὅπως ἔθεσαν καὶ οἱ πραγματικῶς αἰτήσαντες καὶ εὑρέθησαν διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς συγκύριοι ἐπὶ τῶν μεταλλείων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἄλλος ἀνεκάλυψεν, ἄλλος ἐδήλωσε καὶ ἄλλος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὰ ὠφελήματα καὶ τὰ δικαιώματα. Ἔχω παραδείγματα, ὅτι συνέπεσαν αἰτήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντίγραφα καθαρὰ τῶν αἰτήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι εἶχον ὑποβληθῆ. Εἶναι δὲ φυσικόν, διότι αὐτὰ εἶναι δημόσια ἔγγραφα, οἱοσδήποτε δὲ δύναται νὰ τὰ ἀναγνώσῃ. Μήπως ὑπάρχει νόμος τις, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι αἱ αἰτήσεις αὗται διὰ τὰ μεταλλεῖα εἶναι μυστικαί; Πᾶς τις, ὁ ὁποῖος μετέβαινε, διαρκούσης τῆς Ἑλληνικῆς καταλήψεως, ἠδύνατο νὰ τὰς ἴδῃ, διότι ὑπῆρχεν ἡ δεδιότης, ὅτι ἡ αἴτησις, ἡ ὑποβληθεῖσα, προσέδιδε δικαίωμα· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ κατέστρεψεν ὁ νόμος 186. Τώρα, λοιπόν, διὰ νὰ διορθώσωμεν αὐτὸ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ὁ νομοθέτης ἴσως τὸ ἔκαμεν ἐκ παραδρομῆς, δὲν ἔχομεν, παρὰ νὰ ἐξομοιώσωμεν διὰ τὴν προσωρινὴν αὐτὴν ἐκμετάλλευσιν, νὰ ἐξομοιώσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδήλωσαν πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς ἀρχάς, διαρκούσης τῆς Ἑλληνικῆς καταλήψεως, πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον δηλώσει πρὸς τὰς Ὀθωμανικὰς ἀρχάς. Δὲν βλέπω διατὶ νὰ ἀδικήσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, πεισθέντες εἰς τὰς καλῆς πίστεως δηλώσεις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, προέθησαν εἰς τὸ νὰ καταστήσωσι τὸ μυστικόν των κοινόν εἰς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἐπωφελήθησαν ἐκ τούτου.
§326Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ὁ κ. Συνάδελφος ἀνέπτυξε τὴν γενομένην πρὸς ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν, ἀδικίαν. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐγένετο ἀδικία, εἶναι ἐνδεχόμενον καὶ νὰ μὴ ἐγένετο, δὲν εἶναι ἡ στιγμὴ νὰ κρίνωμεν περὶ τούτου. Ἤδη ἔχομεν τὴν ἑξῆς κατάστασιν: δι’ ὡρισμένους ἀνθρώπους ὑπῆρχε νόμος, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδὲν δικαίωμα. Ἕτερος νόμος ὥρισεν, ὅτι ἄλλοι ἄνθρωποι ἔχουσιν ὡρισμένον δικαίωμα· ἤδη ζητεῖται, κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι δὲν θὰ ἔχωσιν οὐδὲν δικαίωμα, νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς δικαίωμα, ἔστω καὶ προσωρινόν καὶ ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα, νὰ προσβάλλωμεν τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο. Ἐννοεῖται, ὅτι ταῦτα δὲν εἶναι δυνατόν νὰ γίνωσι, καὶ μάλιστα διὰ τροπολογίας εἰς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον δὲν ἀφορᾷ τὸ θέμα, περὶ τὸ ὁποῖον στρέφεται ἡ τροπολογία.
§327Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἀφοῦ, κ. Πρόεδρε, ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δέχεται τὴν τροπολογίαν, τὴν ἀποσύρω.
§328Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Εἰς τὸ ἄρθρον 12 προτείνεται ἡ ἑξῆς τροπολογία: (Ἀναγινώσκει). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 12, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὡσαύτως ψηφίζεται καὶ τὸ ἄρθρον 13 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14).
§329Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἐπειδὴ, κ. Ὑπουργέ, τὸ χρονικὸν διάστημα εἶναι διετές καὶ ὡρισμένον, ὁ ἔχων τὴν ἄδειαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τὴν πρόσκαιρον, δύναται νὰ μὴ ἔχῃ τὰ μέσα νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ. Πρέπει ἑπομένως νὰ ὁρισθῇ ἕν χρονικὸν διάστημα τῆς ἀρχῆς τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἐν τῷ μεταξὺ νὰ εὕρῃ ἕνα κεφαλαιοῦχον.
§330Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Τοῦτο θὰ ὁρισθῇ διὰ τῆς πράξεως τῆς παραχωρήσεως. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 14)
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 5½ μ. μ. (Ὥρα 10 καὶ 50′ μ. μ.)