1916.03.07
5,063 rows · 39,060 words · 281 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΚΕʹ.
ΤΗΣ 7 ΜΑΡΤΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρα 6.25′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἰς τὰ πρακτικά, κ. Πρόεδρε, βλέπω, ὅτι ἀναγράφεται ὅτι ὁ κ. Γούδας παρεκάλεσεν, ὅπως τὸ ζήτημα τῶν γαιανθράκων ἀναγραφῇ πρῶτον τὴν Δευτέραν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη καὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ὑπόθεσις τοῦ ἀεριόφωτος.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ οὐσία εἶναι, ὅτι θὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις τοῦ ἀεριόφωτος. (Τὰ Πρακτικὰ ἐπικυροῦνται).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ ἐρίτιμος χήρα Λίνα Κυριακούλη Μαυρομιχάλη ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῆς πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν διὰ τὴν συμμετοχήν της εἰς τὸ πένθος αὐτῆς ἐπὶ τῷ θανάτῳ τοῦ ἀειμνήστου συζύγου της. Ἡ Μαρίνα χήρα Παναγ. Συνοδινοῦ παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ σύνταξις. Ἡ Ὄλγα σύζυγος τοῦ ἐπιστράτου Ἀνδρέα Μουρελάτου, κατοίκου Κονίτσης, κλητῆρος τῆς ὑποδιοικήσεως Κονίτσης, παρακαλεῖ, ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ ἀπόλυσις τοῦ συζύγου της ἐκ τῆς θέσεώς του. Οἱ κάτοικοι Πύργου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ ἐπισιτισμοῦ τῆς πόλεως ἀπ’ εὐθείας ἐκ Πειραιῶς. Ὁ Θεόδωρος Ταμπούρης παραπονεῖται διὰ τὴν μὴ ἔκδοσιν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀδείας μεταφορᾶς, ἐξαγωγῆς καὶ διαμετακομίσεως τμηματικῶς 3.000 ἀμνῶν. Οἱ καπνέμποροι Δράμας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀρθῇ ἡ ἐπίταξις τῶν καπναποθηκῶν. Ἡ Κοινότης Καλαμπάκας διαμαρτύρεται διὰ τὰς κατὰ τὴν ἐπίταξιν βιαιοπραγίας καὶ αὐθαιρεσίας τῶν Ἀρχῶν. Οἱ ἐνοικιασταὶ δεκάτης καὶ κάτοχοι ἐπιταχθείσης κριθῆς παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀναθεωρηθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Εʹ Μεραρχίας, ὡς πρὸς τὴν διατίμησιν αὐτῶν. Ἡ Κοινότης Κουμανίτσης Δράμας παρακαλεῖ, ὅπως ἡ ἐκεῖ καλλιεργημένη ἔκτασις 6.000 στρεμμάτων ἀναγνωρισθῇ ὡς ἀνήκουσα εἰς αὐτήν. Ὁ λαὸς Πάλλης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ προμήθεια τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ὁ Κωνστ. Γιαννακὸς Νομικός, ἐκ Γορτυνίας, παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνά τις περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεώς του. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Εὐξεινοπόλεως Λαρίσσης, παρακαλεῖ, ὅπως διὰ νομοθετήματος παύσῃ ἡ χρεωλυτικὴ εἴσπραξις. Οἱ γεωργοὶ Νέας Ἀγχιάλου παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς πληρωθῶσι τὰ ἐπιταχθέντα κτήνη των. Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύλου κατάδικοι παραπονοῦνται διὰ τὴν κατάστασίν των. Ἡ Μαρία χήρα Δημ. Ρογκάκου ἢ Στεφανάκου παρακαλεῖ, ὅπως μὴ στερηθῇ τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε παρὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Ὁ ἐξ Ὑπάτης Ἰωάν. Πιλιώτης, πρώην δημοδιδάσκαλος, αἰτεῖται σύνταξιν. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σκινὲ Κυδωνίας, διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως ὕδατος. Οἱ ἐργολῆπται δημοσίων ἔργων Κρήτης, ὑποβάλλουσιν ὑπόμνημα ἐν σχέσει πρὸς τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου 1% ὑπὲρ τοῦ Ταμείου Ἀμύνης τῆς Κρήτης. Οἱ κάτοικοι Φιλιατῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐνισχυθῶσιν οἰκονομικῶς. Οἱ κάτοικοι Μυλοποτάμου τῆς Κρήτης παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ νόμος προστατευτικὸς διὰ τοὺς ἀλευροβιομηχάνους. Οἱ κάτοικοι Σκινέ, τῆς Κυδωνίας, παρακαλοῦσιν, ὅπως κατασκευασθῇ ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς ἀπὸ Ἀλικιανοῦ εἰς Σκινέ. Οἱ κάτοικοι Βερροίας διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ἀδίκου ἐπιτάξεως τῶν κτηνῶν των ὑπὸ τοῦ Στρατοῦ, πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ἐκεῖ ἁμαξιτῆς ὁδοῦ. Ἡ Κοινότης Λεβαδείας ζητεῖ νὰ τῇ ἀποσταλῇ σῖτος, ἄλευρα καὶ θειϊκὸς χαλκός. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Ἀσλάναγα ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς ἀποσταλῇ θειϊκὸς χαλκός. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Φλώκας, τοῦ τέως Δήμου Πλαταμῶνος, αἰτοῦσιν, ὅπως τοῖς ἀποσταλῇ θειϊκὸς χαλκός. Οἱ κάτοικοι Μπρούφλιανης τοῦ τέως Δήμου Σπερχειάδος, αἰτοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσι τοῦ καταθλιπτικοῦ φόρου τῶν ἀμιδύκων. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος Μαραθουπόλεως τῆς Μεσσηνίας ζητοῦσιν, ὅπως τοῖς ἀποσταλῇ θειϊκὸς χαλκός. Ἡ Κοινότης Γαργαλιάνων αἰτεῖται ὅπως τῇ παραχωρηθῇ παρὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας θειϊκὸς χαλκός. Ὁ Βιοτεχνικὸς Σύνδεσμος Συντεχνιῶν Ἀθηνῶν, ὑποβάλλει ψήφισμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Ἑταιρειῶν Ἀεριόφωτος καὶ Ἠλεκτρικῆς. Ὁ ἐκ Χανίων ἔμπορος Χρ. Ἀνδρουλιδάκης παρακαλεῖ νὰ ἀποζημιωθῇ διὰ τὰς ζημίας, ἃς ὑπέστη ἐκ μειοδοτικῆς δημοπρασίας. Οἱ ἐξ Ἡρακλείου Κρήτης ἐφημέριοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπεκταθῇ ὁ νόμος ΓΦϞΣΤʹ καὶ διὰ τοὺς ἱερεῖς Κρήτης. Οἱ ἐκ Κρήτης Β. Δαλάκης καὶ Ι. Σφακιανάκης αἰτοῦσιν, ὅπως ἀρθῇ ἡ φορολογία τοῦ πετρελαίου διὰ τὰς βιομηχανικὰς ἐγκαταστάσεις. Ὁ Κτηματικὸς Σύνδεσμος Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται διὰ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἀεριόφωτος καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος. Ὁ Βουλευτὴς κ. Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου: «Περὶ μεταβολῆς τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας» μετὰ τῆς σχετικῆς ἐκθέσεως καὶ ζητεῖ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Λ. Θ. ΚΑΝΑΚΑΡΗΣ ΡΟΥΦΟΣ καὶ ΒΑΣΙΛ. Θ. ΡΟΥΦΟΣ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «Περὶ θρησκευτικῆς ὑπηρεσίας ἐν τῷ Στρατεύματι». Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου: «Περὶ Πατριωτικοῦ Συνδέσμου τῶν Ἑλληνίδων» καὶ παρακαλεῖ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν οἰκείαν Ἐπιτροπήν. Ὁ ἴδιος Βουλευτὴς κ. Λ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ παρακαλεῖ, ὅπως ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου «Περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Δημοσίας Βιλιοθήκης Κεφαλληνίας» παραπεμφθῇ εἰς τὴν οἰκείαν ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως Ἐπιτροπὴν ἀναγραφῇ δὲ καὶ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἡ ἐπὶ τῶν ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΒ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: α) «Περὶ προβιβασμοῦ μονίμων ἀξιωματικῶν, μονίμων ἀνθυπασπιστῶν ἐν πολέμῳ», βʹ) «Περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος τῆς 10 Νοεμβρίου 1915 περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ΔΡΞΛʹ 4166 περὶ προσθέτου μισθοῦ ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν ἐν ἐπιστρατεύσεις καὶ ἀξιωματικῶν κλπ. τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Ὁ Βουλευτὴς κ. Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ ζητεῖ μηνιαίαν ἄδειαν ἀπουσίας, ὅπως μεταβῇ εἰς Ἑλβετίαν. Ἐπίσης, ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΓΟΡΓΙΑΣ ζητεῖ τηλεγραφικῶς παράτασιν τῆς ἀδείας του. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, ἀμφότεραι αἱ ἄδειαι χορηγοῦνται.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§6Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Καταθέτω μερικὰς ἀπαντήσεις ἐπὶ ἐρωτήσεων ἀξιοτίμων Βουλευτῶν. Παρακαλῶ, νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ μήπως χαθῇ κανὲν ἔγγραφον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συναινέσῃ νὰ ἀναβληθῇ σήμερον ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, διὰ νὰ προταχθῇ τὸ ἐκκρεμὲς ζήτημα τοῦ φωταερίου.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§9Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἐξαιρέσει ὅμως τῆς ἐρωτήσεως περὶ Κερκύρας, ἡ ὁποία ἔχει ἀναβληθῆ διὰ σήμερον.
§10Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ τῶν μέτρων, ἅτινα ἐλήφθησαν διὰ τὴν Κέρκυραν, σχετικῶς μὲ τὴν χολέραν. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ζητήματος ἐξαιρετικῆς σημασίας, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τοὺς κ. Συναδέλφους τὰ συμβαίνοντα, ἀναγινώσκων ἐγγράφως τὰ περὶ αὐτῶν. (Ἀναγινώσκει). Προσέθετα εἰς τὰ μέτρα ταῦτα καὶ ἕτερον. Ἔστειλα καὶ δέκα ἰατροὺς Κερκυραίους, ἐκτὸς τῶν ἑτέρων ἕξ, ἵνα ἐπιβλέπωσι τὴν ὑγείαν τῶν συγχωρίων των.
§11Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Διὰ τὸ ζήτημα τῆς ἀκτοπλοΐας;
§12Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ Λοιμοκαθαρτηρίου, Κύριοι, ἠκούσατε μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι ὀλίγον ἀνώμαλος, διότι λέγει: «ἡ κάθαρσις δι’ ὅλα τὰ πλοῖα τὰ ἀναχωροῦντα ἐκ τῆς Κερκύρας, πρέπει νὰ τελῆται εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον». Ἄλλοτε εἴχομεν δύο λοιμοκαθαρτήρια: ἓν διὰ τὴν ἀνατολικὴν Ἑλλάδα, ἐδῶ, καὶ ἕτερον διὰ τὴν δυτικὴν Ἑλλάδα εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἤδη τὸ λοιμοκαθαρτήριον τῆς Κερκύρας, τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος, κατέχεται ὑπὸ τῶν ξένων στρατευμάτων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις αὐτοῦ, ὡς λοιμοκαθαρτηρίου. Τὸ Ἰατροσυνέδριον ἐν τῷ καθορισμῷ τοῦ τόπου περιωρίσθη, κατὰ φυσικὸν λόγον, εἰς ἓν λοιμοκαθαρτήριον, τὸ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου. Ἀλλ’ εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, διὰ πλοῖα πλέοντα πρὸς τὴν Κέρκυραν, νὰ κάμνωσι τὴν κάθαρσιν εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον καὶ κατόπιν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Ἤπειρον. Ὑπάρχει μία διαταγὴ ἐδῶ, ἵνα εὑρεθῇ οἱονδήποτε μέρος, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς λοιμοκαθαρτήριον, πλησίον τῆς Κερκύρας, εἴτε ἐπὶ τῆς νήσου, εἴτε ἐπὶ τῆς ἀπέναντι ἀκτῆς, ἵνα...
§13Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Εἰς τὴν Γουμενίτσαν.
§14Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν)... ἵνα ἐκτελῶνται αἱ καθάρσεις, χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ πλοίαρχοι νὰ ἔρχωνται εἰς Ἅγιον Γεώργιον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι αὐτόχρημα κωμικόν. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὁρίζεται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπιβληθῇ ἄμεσος κάθαρσις, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ δεύτερον λοιμοκαθαρτήριον πλησίον τῆς Κερκύρας.
§15Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Τὰ πλοῖα, τὰ ὑπάρχοντα ἐκεῖ, νὰ μὴ διαταχθῶσι νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ.
§16Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δύνανται νὰ μείνωσιν εἰς τὴν Κέρκυραν ἕως ὅτου καθορισθῇ ποῦ θὰ ὑπάγουν νὰ κάμουν τὴν κάθαρσίν των.
§17Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Δὲν ἀμφέβαλλον, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὑμεῖς, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως καὶ εἰς τὰς προφορικάς μου παραστάσεις μοὶ ἐξηγῆτε, ἐλάβατε ὅλα τὰ μέτρα πρὸς περιστολὴν καὶ καταπολέμησιν τῆς ἐνσκηψάσης εἰς τὴν Κέρκυραν νόσου. Ὁ σκοπὸς δὲ τῆς ἐρωτήσεώς μου ἦτο ἀφ’ ἑνός, ὅπως διὰ δηλώσεως ὑμῶν καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, γνωσθῶσι τὰ μέτρα αὐτὰ καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν ὁλόκληρον, καὶ εἰς τοὺς ἐκτὸς τῆς Κερκύρας διαμένοντας Κερκυραίους καὶ εἰς τὸν πληθυσμὸν τῆς ὡραίας νήσου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς πανικὸν ἐκ τοῦ κινδύνου τῆς νόσου καὶ ἐντεῦθεν ἐμπνευσθῇ θάρρος, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅπως, εἰ δυνατόν, ὑποβοηθήσω εἰς τὰ παρ’ ὑμῶν ληφθέντα μέτρα, ὑποδεικνύων, καθὸ γνωρίζων τὰ τῆς καταστάσεως τῆς νήσου ὅλης καὶ τῆς πόλεως ἰδίᾳ, καὶ ἕτερα —καὶ πρωτίστως ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποστολὴν ἰατρῶν. Βεβαίως, ἡ ληφθεῖσα ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως νὰ μεταβῶσιν εἰς Κέρκυραν οἱ ἔφεδροι ἰατροὶ Κερκυραῖοι, οἱ ἀπεσπασμένοι εἰς τὰ διάφορα Στρατιωτικὰ Σώματα, κατὰ πολὺ θὰ συντελέσῃ πρὸς καταπολέμησιν τῆς νόσου, νομίζω ὅμως, ὅτι πλὴν τούτων καὶ ἄλλοι ἰατροὶ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σταλῶσι διὰ νὰ παραμείνωσιν εἰς τὰ χωρία, εἰς πολλὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουσι τοιοῦτοι. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἄλλαι νόσοι λέγεται ὅτι ἀνεφάνησαν, ἢ τοὐλάχιστον φαίνεται ὅτι εἰσέδυσαν εἰς τὴν νῆσον, πρὸς πρόληψιν διαδόσεώς των καὶ καταπολέμησιν ἐν ἀρχῇ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σταλῶσιν εἰδικότητες ἐπιστημονικαί, ἰατροὶ ἐντεῦθεν ἐκ τοῦ Ἰατροσυνεδρείου ἢ τοῦ Πανεπιστημίου, ἵνα μετὰ τῶν διακεκριμένων ἰατρῶν Κερκύρας διαγνωσθῇ πρωτίστως ἡ ὕπαρξις καὶ ἡ πηγὴ τῶν νόσων καὶ ὑποδειχθῶσιν ἐγκαίρως τὰ ἐπιβαλλόμενα μέτρα. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἡ νόσος χολέρα ἦλθεν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ εἰσῆλθεν, φρονῶ, ὄχι ἐξ ἀγνοίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τὴν νῆσον. Ὅσοι εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Κέρκυραν, ἀντελήφθημεν, πράγματι, τὰς δυσκολίας, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρέθη ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ Κερκύρας, ἡ ὁποία πᾶν μέσον μετῆλθεν, ἵνα τοὐλάχιστον, ἀπολυμαίνεται ὁ ξένος στρατὸς πρὶν ἢ εἰσέλθῃ εἰς τὴν νῆσον καὶ κατώρθωσεν ἐν ἀρχῇ ὁ ἀξιότιμος Νομάρχης, εἰς τὸν ὁποῖον πᾶς ἔπαινος ὀφείλεται, νὰ ἐπιτύχῃ παρὰ τῶν Γαλλικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκυριάρχουν καὶ διηύθυνον τὰ πάντα, ὥστε νὰ ἀποβιβάζωνται οἱ Σέρβοι στρατιῶται εἰς τὴν ἀπέναντι τῆς πόλεως Κερκύρας νησῖδα Πτυχία καὶ μετὰ πενθήμερον ἐν αὐτῇ διαμονὴν νὰ μεταφέρωνται εἰς τὰ ἐκλεγέντα καὶ καταληφθέντα μέρη τῆς νήσου πρὸς στρατωνισμόν. Αὐτὸ ὅμως, τὸ σωτήριον διὰ τὴν νῆσον μέτρον, ὅπερ ἐφάνη δεχόμενος ὁ ἀρχηγὸς τῆς Γαλλικῆς δυνάμεως, διήρκεσεν ὀλίγας μόνον ἡμέρας, διότι, ἐνῷ ὑπεσχέθησαν ὅτι θὰ τηρήσωσιν οἱ κατακτηταὶ τὸ μέτρον τοῦτο...
§18ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι κατακτηταί.
§19Γ. ΠΩΠ. Ἐπιδρομεῖς ἤθελε νὰ εἴπῃ.
§20Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. ... ἀκολούθως ἀπεβίβαζον τὴν ἡμέραν, καὶ πολλάκις νύκτωρ, τὸν Σερβικὸν στρατόν, ἐλευθέρως καὶ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν πόλιν καὶ τὰς ἀκτὰς τῆς Κερκύρας, ἵνα μὴ τὸν βλέπωσιν οἱ κάτοικοι καὶ αἱ τοπικαὶ ἀρχαὶ καὶ ἐπιβλέπωσιν εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκετο. Ἦσαν ἐν πολλοῖς οἱ δυστυχεῖς κυριολεκτικῶς ἐξηντλημένοι καὶ ὡς σκελετοὶ περιπατοῦντες, πολλοὶ γυμνοὶ καὶ ἀνυπόδητοι. Ἐζητήθη ἐπὶ τέλους παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς Κερκύρας, ἵνα ἰατροὶ τῆς Ἰατρικῆς Ἑταιρείας ἐπισκέπτωνται τοὺς κατὰ δεκάδας ἡμερησίως θνήσκοντας Σέρβους στρατιώτας καὶ βεβαιῶσι τὰς ἀσθενείας, ἐξ ὧν ἀπέθνησκον, ἀλλ’ ἀπηγορεύθη σκοπίμως, ὅπως μὴ γνωσθῇ ἡ μαστίζουσα αὐτοὺς νόσος — καὶ ἄλλοι μὲν ἐρρίπτοντο εἰς ἀβαθεῖς λάκκους, καὶ ἄλλοι εἰς τὴν θάλασσαν — δι’ ὃ ἔπαυσαν οἱ κάτοικοι νὰ τρώγουν ἰχθεῖς. Ἐπεχείρησεν ἡ ἀστυνομία διὰ τῶν ἀστυάτρων νὰ ἐπιθεωρήσῃ τὰ ξενοδοχεῖα καὶ οἰκήματα, εἰς ἃ ἐνδιαιτῶνται καὶ διαμένουσι Γάλλοι καὶ Σέρβοι, ἀλλ’ ἀπηγορεύθη τοῦτο καὶ οὕτως οὐδεμία ἦτο δυνατὸν ν’ ἀσκηθῇ ἐπίβλεψις, οὐδὲ νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν ὑγείαν τῶν πτωχῶν κατοίκων τῆς νήσου, αἱ νόμιμοι καὶ πραγματικαὶ ἀρχαὶ τῆς ὁποίας κατελύθησαν. Ἐθεωρήθησαν Γαλλικὸν καὶ Σερβικὸν ἔδαφος καὶ αὐταὶ αἱ ἰδιωτικαὶ κατοικίαι, τὰς ὁποίας κατέλαβον οὗτοι, οἱ ἐπιδρομεῖς, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος. Εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι ἐπιστήμονες ἰατροὶ τῆς Ἰατρικῆς Ἑταιρείας Κερκύρας προδιέγνωσαν, ὅτι ἡ νόσος, ἥτις ἐμάστιζε τὸν Σερβικὸν στρατὸν, ἦτο ἡ χολέρα καὶ διὰ τὸν λόγον τοῦτον δὲν τὸν ἐδέχθησαν οἱ σύμμαχοί των Ἰταλοὶ, δὲν ἠδυνήθησαν ὅμως αἱ ἀρχαὶ νὰ ἀποσοβήσωσι τὴν μετάδοσιν αὐτῆς εἰς τοὺς κατοίκους, καθ’ ὅσον δὲν ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσιν οὔτε περιορισμὸν ἐπικοινωνίας, οὔτε ἐπίβλεψιν, οὔτε ἀπομόνωσιν, οὔτε καθαριότητα. Βεβαίως, ἀξιότιμε κ. Ὑπουργὲ, ἐξ ὅσων ἐγνωρίσατε εἰς τὴν Βουλὴν, εὐτυχῶς, ἐσπεύσατε νὰ λάβητε πολλὰ μέτρα κατὰ τῆς νόσου, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι θὰ ἦτο συντελεστικότερον πρὸς τοῦτο, νὰ προσετίθεντο καὶ ἕτεροι, δηλαδὴ νὰ ἀποσταλῶσιν, ὡς προεῖπον, τοῦ Ἰατροσυνεδρείου, ἢ ἐκ τοῦ Πανεπιστημίου εἰδικοὶ καὶ πεπειραμένοι ἐπιστήμονες, ἐφοδιασμένοι μὲ τὰ μέσα τῆς ἐπιστήμης, ἵνα διαγνώσωσι τὴν πηγὴν τῆς νόσου, ἥτις, λέγεται ὡς βέβαιον, ὅτι προέρχεται καὶ μετεδόθη εἰς τοὺς κατοίκους ἐκ τῶν πηγαδίων τῶν πέριξ μερῶν, ὅπου εἶναι κατεσκηνωμένος ὁ Σερβικὸς στρατός, διότι, ὡς γνωστόν, νερὰ τρεχούμενα εἰς τὰ χωρία τῆς Κερκύρας, πλὴν ὀλίγων, δὲν ὑπάρχουσι, καὶ μόνον ἡ πόλις καὶ τὰ προάστεια ἔχουν τοιαῦτα. Ἀπὸ τὰ πηγάδια δὲ ἐξ ὧν ἀντλοῦσιν ὕδωρ οἱ χωρικοὶ τῶν μερῶν ὅπου εἶναι ἐσκηνωμένοι οἱ Σέρβοι καὶ οὗτοι εἶναι μολυσμένα, μετεδόθη ἡ νόσος, ὡς καὶ ἐκ τῶν οἰκημάτων εἰς ἃ διαμένουσιν. Ἐπιβάλλεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὰ πηγάδια αὐτά, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὑδρεύονται καὶ οἱ κάτοικοι, νὰ κλεισθῶσι, κλειόμενα δὲ, ἂς φροντίσωσιν οἱ ἔχοντες τὴν μέριμναν περὶ συντηρήσεως τοῦ στρατοῦ τούτου καὶ οἱ ὁποῖοι κατέλαβον τὴν νῆσον, ὄχι ὡς κατακτηταί, ἀλλ’ ὡς ἐπιδρομεῖς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, ἂς φροντίσωσι, λέγω, νὰ προμηθευθῶσιν ἄλλοθεν ὕδωρ διὰ τὰς ἀνάγκας των, ν’ ἀπαγορευθῇ δ’ αὐστηρῶς εἰς τοὺς κατοίκους τῶν πέριξ τῆς κατασκηνώσεως τῶν Σέρβων χωρίων, καθὼς καὶ εἰς πάντα πολίτην, ἡ μετάβασις καὶ ἐπικοινωνία μετὰ τοῦ στρατοῦ τούτου. Πλὴν ὅμως τούτων, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ταχίστη πρόνοια καὶ διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τροφίμων εἰς τὴν πόλιν καὶ νῆσον τῆς Κερκύρας, ἔχουσαν μεγίστην ἔλλειψιν καὶ ἀνάγκην τούτων, τῶν ὁποίων ἀπὸ πολλοῦ ὑπάρχει παντελὴς ἔλλειψις· ν’ ἀρθῇ ἡ κρατοῦσα ἀπαγόρευσις εἰσαγωγῆς τοιούτων ἐκ τῆς Βορείου Ἠπείρου — ὅπου τοιαῦτα καὶ ἄλλοτε ἐκεῖθεν ἐπρομηθεύετο ἡ Κέρκυρα — ἰδίως δὲ κρεάτων, ὧν τοιαύτη εἶναι σπάνις, ὥστε ἀπὸ ἑβδομάδων ἐστερήθη καὶ στερεῖται τοιούτων ὁ πληθυσμὸς τῆς πόλεως καὶ ἐξοχῆς· καὶ οἱ ἀσθενεῖς ἀκόμη ἐτράφησαν μὲ χόρτα καὶ αὐγά, ὧν ἐπίσης, ἐκ τοῦ πολλαπλασιασθέντος πληθυσμοῦ, σπάνις ὑπάρχει καὶ εἰς μεγίστας πωλοῦνται τιμάς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προμηθευθοῦν κρέατα, καὶ τὰ ὀλίγα δὲ καὶ διὰ τῆς ἀτάκτου ὁδοῦ εἰσαγόμενα καὶ περισσεύοντα ἀπὸ τὸν ξένον στρατόν, προσφέρονται εἰς τιμάς, μὲ τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἀγοράζῃ ὁ πολὺς κόσμος καὶ πολλάκις εἰσὶν ἐφθαρμένα.
§21Δ. ΔΟΥΛΗΣ. Τὰ εἰσαγόμενα ἐξ Ἠπείρου σφάγια, προορίζονται διὰ τοὺς Σέρβους καὶ ὄχι διὰ τοὺς Κερκυραίους.
§22Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Θὰ τρώγῃ ὅμως καὶ ὁ Κερκυραϊκὸς πληθυσμός, ἂν ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ — καὶ ἐπιβάλλεται, χάριν τοῦ ὁμοεθνοῦς καὶ ἀναξιοπαθοῦντος Κερκυραϊκοῦ λαοῦ, ἡ ἄρσις τοῦ μέτρου τῆς ἀπαγορεύσεως — ἄλλως, ἄς ληφθοῦν τὰ κατάλληλα μέτρα παρὰ τῶν ἁρμοδίων, ὥστε νὰ χρησιμεύουν τὰ εἰσαγόμενα διὰ τὴν κατανάλωσιν τῶν Κερκυραίων. Δὲν ἀγνοοῦμεν ὅμως, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ πενία καὶ μεγίστη εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ὑπὲρ πάσας τὰς ἄλλας πάσχει ἐξ αὐτῆς ἡ Κέρκυρα. Ἡ παροχὴ ὅθεν μικροῦ βοηθήματος ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου θὰ ἦτο μεγάλη ἀνακούφισις τῶν πτωχῶν τάξεων, ἐπὶ τούτου δὲ θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ποιήσηται ἐξαίρεσιν εἰς τὴν πολλάκις ἐπαναληφθεῖσαν δήλωσίν του καὶ σπεύσῃ ν’ ἀποστείλῃ γενναῖον ποσὸν ἐκ τῆς νομοθετημένης περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων. Οἱ Κερκυραῖοι μέχρι τοῦδε δὲν ἤγειραν φωνὴν παραπόνων ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, οὐδ’ ἐζήτησαν νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις δι’ αὐτούς, ἀναλογιζόμενοι τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας τοῦ Κράτους, εἰς τὴν ἐξαιρετικὴν ὅμως περίστασιν αὐτήν, θὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ στείλῃ ποσόν, ἀνάλογον τῶν ἀναγκῶν ἐκ τῆς δεινῆς θέσεως, ἕνεκα τῆς νόσου, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ὁ Δῆμος Κερκυραίων εἶναι ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ δαπανήσῃ ἀνάλογα ποσά, ἀπαιτούμενα πρὸς ἀπολύμανσιν, καθαριότητα καὶ ἄλλα ἐπιβαλλόμενα μέτρα πρὸς καταπολέμησιν τῆς νόσου, τὸ δὲ διατεθὲν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου ποσὸν εἶναι πολὺ μικρόν, παρακαλεῖται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ διατάξῃ τὴν ἀποστολὴν καὶ ἑτέρου, ἀναλόγου πρὸς τὰς πολλὰς ἀνάγκας τῆς δημοσίου ὑγείας ἐν τῇ πόλει. Ἀλλὰ καὶ περὶ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας ἐπιβάλλει ἡ περίστασις νὰ ληφθοῦν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρα. Μέσα συγκοινωνίας τῆς Κερκύρας μὲ ἄλλας πόλεις, ὡς εἶπον, καὶ μὲ τὴν Πρωτεύουσαν λείπουν ἀπὸ πολλοῦ, ἀλλὰ καὶ ἡ μετὰ τῶν Πατρῶν καὶ Πειραιῶς συγκοινωνία εἶναι ἐλλειπεστάτη. Δὲν ὑπάρχει, εἰ μὴ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος διὰ τῆς «Μυκάλης» τῆς Ἑταιρείας Τζών, ἂν θελήσῃ νὰ ἐκτελέσῃ, τὸ ταξεῖδι, τῆς ὁποίας ὅμως οἱ ναῦλοι, ρυθμισθέντες ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων, καθιστῶσιν εἰς τοὺς πολλοὺς ἀδύνατον τὸ ταξεῖδι καὶ τὴν ἀπομάκρυνσιν, καὶ ἐὰν ἤθελον νὰ φύγουν ἐκ Κερκύρας. Ἡ ἔκτακτος δὲ περίστασις ἐπιβάλλει τὴν πύκνωσιν τῆς συγκοινωνίας τῆς Κερκύρας μετὰ τῶν λοιπῶν κέντρων, εἴτε διὰ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, εἴτε καὶ δι’ ἐπιτάκτου ἀτμοπλοίου, ὡς καὶ τὴν μέριμναν ἐκπτώσεως τῶν ναύλων, καὶ περὶ τούτων, ἐλπίζω, ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν ἡ Κυβέρνησις. Ἐπιβαλλόμενον, ἐπίσης, νὰ ληφθῇ μέτρον, εἶναι τὸ τῆς τελέσεως τῆς καθάρσεως ἐν τοῖς πέριξ τῆς νήσου, διά τε τὰ ἱστιοφόρα πλοῖα καὶ διὰ τοὺς θέλοντας καὶ ἠναγκασμένους νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἤπειρον. Πολλοὶ Ἠπειρῶται κατοικοῦν, ἀλλὰ καὶ προσωρινῶς εὑρίσκονται καὶ μένουν εἰς Κέρκυραν, ἀλλὰ καὶ καθημερινῶς καὶ δι’ ἱστιοφόρων καὶ μικρῶν ἀτμοπλοίων ἔρχονται εἰς Κέρκυραν, χάριν ἐργασιῶν ἐμπορικῶν καὶ ἐκ Κερκύρας ποιοῦνται τὰς προμηθείας, καὶ εἰς Κέρκυραν εἰσάγονται πολλὰ τῶν προϊόντων τῆς ἀπέναντι Ἠπείρου, ἀδύνατον δὲ νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ συγκοινωνία, οὐδὲ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποχρεωθῶσι τά τε ἱστιοφόρα καὶ οἱ θέλοντες ἢ ὄντες ἠναγκασμένοι νὰ μεταβῶσιν εἰς Ἤπειρον νὰ ἔλθουν καὶ τελέσουν τὴν κάθαρσιν εἰς τὸ ὁρισθὲν λοιμοκαθαρτήριον Ἅγιος Γεώργιος, παρὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ πρὸς τοιαύτην κατάλληλον μέρος εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς νήσου, καὶ τοιοῦτοι ἐνδεικνύονται, οἱ ὅρμοι Κουλούρας ἢ Κασσιώπης, ὁ καὶ καταλληλότερος πρὸς παραμονὴν τῶν τε ἱστιοφόρων καὶ ἐπιτάκτων, διότι καὶ ἀσφαλὴς εἶναι καὶ εὐρύχωρος καὶ οἰκήματα ὑπάρχουν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια ταχίστη περὶ τούτου, ὡς ἀνεγνώρισε καὶ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ὃν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσω τηλεγράφημα τῶν ἀποκλεισθέντων ἐν Κερκύρᾳ πλοιάρχων ἱστιοφόρων ἀνηκόντων εἰς διαφόρους λιμένας τοῦ Κράτους καὶ εἰς Ἠπειρωτικοὺς λιμένας....
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρήλθεν ἡ ὥρα, κ. Βουλευτά.
§24Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἀναγνωρίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν πλειότερον τοῦ ἐπιτρεπομένου χρόνου, ἀλλὰ τὸ ἀντικείμενον ἦτο γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἐπιφυλάσσομαι δὲ καὶ νὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τούτου καὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καθ’ ἃ ἔχω καθῆκον, καὶ πᾶν ἄλλο, ὅπερ ἤθελεν ἐνδειχθῇ ἐκ τοπικῆς ἀνάγκης, μέτρον, ἐὰν τὰ ληφθέντα καὶ ληφθησόμενα δὲν συντελέσουν εἰς περιστολὴν καὶ κατάπνιξιν ἐν ἀρχῇ τῆς ἐνσκηψάσης ἐπιδημίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας πάντες διατελοῦμεν ἐν ταραχῇ καὶ συγκινήσει.
§25Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι γνωστά, διότι ἐδημοσιεύθησαν καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀλλὰ δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς συσσωρεύσεως τοῦ πληθυσμοῦ, δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ πρακτικὴ αὐτῶν ἐφαρμογή, τὸ δὲ ἀδύνατον αὐτὸ ἐκσπᾷ εἰς βάρος τοῦ Κερκυραϊκοῦ πληθυσμοῦ. Πῶς θέλετε νὰ τραφῇ εἰς τόπος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἰδίαν παραγωγήν, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος προμηθεύεται τὰ εἴδη του ἀπὸ τοὺς μέλλοντας σήμερον νὰ ἀνοίξουν ἀγορὰς καὶ ὄχι μόνον νὰ τὰς ἀνοίξουν, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀγοραὶ αὐταὶ νὰ ἐπαρκέσουν εἰς ὑπερτριπλασίαν κατανάλωσιν; Ἑπομένως, πρὸ τοῦ πρακτικῶς ἀνεφαρμόστου ὅλων ἐκείνων τῶν ὑποσχέσεων, αἵτινες ἐδόθησαν, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι, ὅτι ὁλόκληρος ὁ Κερκυραϊκὸς πληθυσμὸς ὑποφέρει ἀπὸ μίαν νόσον, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ μεταφερθῇ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι, τὸ δὲ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι, ἂν ἀπαγορευθῇ καὶ ἡ ἐπικοινωνία μὲ τὴν Ἤπειρον, ἡ ὁποία σήμερον, μὲ τὸ σύστημα τῶν καθάρσεων, ἀπαγορεύεται, δὲν θὰ εἶναι δυνατὴ καμμία ἐπικοινωνία μὲ τὴν πόλιν. Διότι ναὶ μὲν ἀναγνωρίζω τὰς δυσχερείας, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἱδρύσῃ νέον λοιμοκαθαρτήριον, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: εἶναι δυνατὸν τὰ ἱστιοφόρα καὶ τὰ μικρὰ πλοῖα, ἅτινα ἐκτελοῦν τὴν ἀκτοπλοΐαν, νὰ φεύγουν ἀπὸ τοὺς Ἁγίους Σαράντα νὰ μεταβαίνουν εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ κατόπιν ἀπὸ τὴν Κέρκυραν νὰ εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ ἔλθουν εἰς τὸν Πειραιᾶ; Δὲν κατηγορῶ, βεβαίως, τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν ὅ,τι εἶχε νὰ κάμῃ, ὀφείλω δὲ καὶ ἐγὼ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὁ,τιδήποτε ἐζήτησα ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, εὗρον πρόθυμον τὴν ἀρωγήν. Ἐν τούτοις, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξεύρῃ ἄλλο μέσον. Ἐπίσης, ἤθελον παρακαλέσῃ νὰ φροντίσητε διὰ τὴν ἀποστολὴν καὶ ἄλλου ἀντιχολερικοῦ ὀροῦ...
§26Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι δι’ ὅλον τὸν πληθυσμόν.
§27Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀπεστάλησαν 150 δόσεις, ἐνῷ χρειάζονται 300. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν στρατιωτικῶν ἰατρῶν, ἐγὼ δὲν ἔχω, παρὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν δὲ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει ἀκόμη τις μὴ σταλείς, πιστεύω, ὅτι θὰ τὸν στείλῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Εὐχαριστῶ τὴν Κυβέρνησιν δι’ ὅ,τι ἔκαμεν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ εὕρῃ μίαν λύσιν, διότι θὰ ἀποκλεισθῇ ὁλόκληρος ὁ τόπος ἀπὸ πᾶσαν συγκοινωνίαν καὶ τροφοδοσίαν.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§29Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ προσωπικὸν ζήτημα. Εὐτυχῶς δὲ τὸ προσωπικὸν τοῦτο ζήτημα ἀφορᾷ ὄχι μόνον ἐμέ, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν καὶ ὁλόκληρον τὸ Ἔθνος. Πρόκειται περὶ τῆς Χειμάρρας. Ὅπως τὸ παρελθὸν μὲ συνέδεσε μετὰ τοῦ τόπου τούτου ἰδιαιτέρως καὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου, οὕτω καὶ ἀπὸ τὸ μέλλον αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποχωρισθῶμεν. Ὑπάρχουσι πληροφορίαι, φῆμαι, εἰδήσεις, ὅτι ὁ Ἰταλικὸς στρατὸς προελαύνει πρὸς Τεπελένι καὶ κατέλαβεν ὑψώματά τινα ἢ χωρία τῆς Χειμάρρας. Ὡς γνωρίζει ἡ Βουλή, ἡ τελευταία εὐχὴ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ ὑπομνήματι, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὸ Λονδῖνον, ἦτο νὰ ζητήσῃ τὴν γραμμὴν Γράμματα–Τσίκας–Τεπελενίου– Κορυτσᾶς. Τὸ ὑπόμνημα τοῦτο ἀπερρίφθη καὶ μετ’ αὐτοῦ καὶ ὁ πόθος τῶν Ἠπειρωτῶν νὰ ἑνωθῶσι τότε μὲ τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἡμεῖς τὴν ἀπόρριψιν ταύτην τῶν ἰσχυρῶν δὲν ἐδέχθημεν καὶ ἀγωνισθέντες ἐκρατήσαμεν τὴν γραμμὴν Εὐλαβῶς, ἐπὶ τῶν εἰδήσεων τούτων ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἐρώτημα: εἶναι ἀληθές, ναὶ ἢ ὄχι, ὅτι ὁ Ἰταλικὸς στρατὸς κατέλαβε τὴν δίοδον τοῦ Λυγαρά τῆς Χειμάρρας καὶ ἔφθασεν ἔξωθι τοῦ Τεπελενίου; Ἄν τοῦτο ἐγένετο, ἡ δίοδος τοῦ Λυγαρᾶ ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ ἥμισυ τῆς πτώσεως ὁλοκλήρου τῆς Ἠπείρου, ἡ δὲ ἐνδεχομένη κατάληψις τοῦ Τεπελενίου, μὲ ὁλόκληρον τὴν Ἤπειρον. Πάντες γνωρίζετε, ὅτι περὶ τὰ σημεῖα ταῦτα εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν, πάντες οἱ στρατηλάται ἐστηρίχθησαν, ὅταν δὲ ἀπώλεσαν αὐτά, ἀπώλεσαν, ὄχι μόνον τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ καὶ τὴν Μακεδονίαν. Γνωρίζετε πολὺ καλῶς, ὅτι εἰς τὸ Τεπελένιον ὁ Περσεύς, ἀπωλέσας τὴν μάχην, δὲν ἠδυνήθη νὰ στηριχθῇ εἰς τὸ Τσάγεζι (Τέμπη). Πεσόντος δὲ αὐτοῦ, ἔπεσεν ὁλόκληρος ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Ἑλλάς. Ἐπαναλαμβάνω· ὑποβάλλω, εὐλαβῶς, τὸ ἐρώτημα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἶναι ἀληθῆ τὰ γεγονότα ταῦτα, καὶ ἀκόμη, τὴν παρακαλῶ νὰ δεχθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει, λόγῳ ὅλων τῶν πιέσεων, λόγῳ ὅλων τῶν δυστυχημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπειλοῦσι τὴν Πατρίδα, δὲν δύναται νὰ ἀντιτάξῃ ἐρρωμένην ἀντίστασιν εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ ἡμεῖς οἱ κάτοικοι τῆς Β. Ἠπείρου, οἱ τόσα παθόντες, ριψοκινδυνεύσωμεν καὶ πάλιν, διότι μᾶς εἶναι προτιμότερον νὰ καταστραφῶμεν πολεμοῦντες, ἀπὸ τὸν Ἰταλικὸν στρατόν, παρὰ νὰ παραδώσωμεν τὸν τόπον μας ἀμαχητεί.
§30ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργὸς). Πρό τινων ἡμερῶν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι στρατιῶται τινές, ἀνήκοντες εἰς τὸν Ἰταλικὸν στρατὸν τοῦ Αὐλῶνος, ἔφθασαν μέχρι τοῦ σημείου τὸ ὁποῖον καλεῖται Φαγαῖον, κείμενον περὶ τὰ δύο χιλιόμετρα πρὸς βορρᾶν τῆς Παλάσσας. Μόλις τοῦτο ἐγένετο γνωστὸν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀρχὴν τοῦ τόπου, ἐστάλη ἀξιωματικὸς Ἕλλην, ὁ ὁποῖος προσεκάλεσε τὸν Ἰταλὸν λοχαγὸν νὰ ἀπέλθῃ, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ σημεῖον ἐκεῖνο ἀποτελεῖ μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Ὁ Ἰταλὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἐκτελεῖ διαταγὰς ἀνωτέρων του, ἀλλ’ οὐχ ἧττον θὰ ἀναφέρῃ πρὸς αὐτοὺς τὴν ἀνακοίνωσιν τοῦ Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ καὶ πρὸς τοῦτο προσεκάλεσε νὰ τῷ δοθῇ 24ωρος προθεσμία. Ἐκρίθη καλὸν νὰ παραχωρηθῇ ἡ ζητηθεῖσα προθεσμία αὕτη, τοσούτῳ μᾶλλον ὅσῳ τὸ ἐν λόγῳ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εἶχον φθάσει οἱ στρατιῶται οἱ Ἰταλοὶ διετέλει ὑπὸ εἶδος ἀμφισβητήσεως μεταξὺ τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Δυνάμεων, ἀφ’ ὅτου εἶχον συνέλθη ἐν Κερκύρᾳ πρὸς διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος τῶν ὁρίων τῆς Χώρας. Ἐν τούτοις, φαίνεται, ὅτι τὴν μεθεπομένην ἡμέραν ἐπανῆλθεν ὁ ἡμέτερος ἀξιωματικός, ὅπως λάβῃ ἀπάντησιν, ἐπανέλαβε δὲ αὐτὴν τὴν φορὰν τὴν πρόσκλησιν νὰ ἀφεθῇ τὸ μέρος ἐλεύθερον. Ἔκτοτε ἔχομεν τὴν εἴδησιν, ὅτι οἱ ξένοι στρατιῶται ἀπεσύρθησαν. Ὀφείλω ὅμως νὰ ἀνακοινώσω ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅταν πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος περίπου μηνὸς ἀπεβιβάσθη ὁ Ἰταλικὸς στρατός, ὁ καταλαβὼν τὸν Αὐλῶνα, ἐγένετο πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἀνακοίνωσις ἐκ μέρους τῆς Ἰταλικῆς Πρεσβείας, ὅτι ὁ Ἰταλικὸς οὗτος στρατὸς ἔχει διαταγὰς τῆς Κυβερνήσεώς του νὰ μὴ ὑπερβῇ τὰ ὅρια τῆς Βορείου Ἠπείρου, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπιδειχθῇ εἰς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν κατὰ μῆνα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, Ἰούλιον. Ἑπομένως, πλὴν τῆς ἐκ τοῦ Φαγαίου ἀποχωρήσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερα πρὸ ὀλίγου, ἔχομεν καὶ τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην τὴν ἔγγραφον, τὴν ἐπίσημον ἐκ μέρους τῆς Ἰταλικῆς Πρεσβείας, ἀντιπροσωπευούσης τὴν Κυβέρνησιν αὐτῆς. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος, τοὐλάχιστον, αἱ ἀνησυχίαι τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ περὶ τῆς πατρίδος του, δὲν εἶναι βάσιμοι καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἡ Βόρειος Ἤπειρος, ὅπως εἶναι ἤδη ὁροθετημένη, ἀποτελεῖ τοῦ λοιποῦ ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος; (Χειροκροτήματα ραγδαῖα καὶ παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ πρότασιν νόμου.
§32Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἡ εὐρεῖα περιφέρεια. Ἡ εὐρεῖα περιφέρεια δὲν ὑπάρχει νομίζω ἀντίρρησις σοβαρὰ οὐδενός... (Διαμαρτυρίαι) ....νὰ καταργηθῇ. Αὕτη διέψευσε τὰς προσδοκίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ὅσοι εἰσηγήσαντο τὸν θεσμὸν εἶχον περὶ τοῦ συστήματος τούτου, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ. Διὰ τῆς ἐκθέσεως τῆς αἰτιολογικῆς τῆς προτάσεως θὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλὴ τὰς σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ἤγαγον εἰς τὸ νὰ ἀντικαταστήσω τὴν εὐρεῖαν περιφέρειαν δι’ ἄλλης στενῆς, οὐχὶ τῆς ἐπαρχιακῆς διαιρέσεως, ἀλλ’ ἄλλης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ.
§33Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Θὰ ἀναπτύξητε τὴν πρότασιν;
§34Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δύναμαι νὰ ἀναπτύξω τὴν πρότασιν αὐτὴν κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἀλλὰ δὲν τὸ πράττω. Ἔλαβον μόνον τὸν λόγον, ἵνα παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ν’ ἀποφασίσῃ ἀπὸ τοῦδε τὴν παραπομπὴν τῆς προτάσεως εἰς ἐπιτροπὴν μαζὶ μὲ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἄλλοι ἀξιότιμοι συνάδελφοι ὑπέβαλον, ὥστε ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῇ προσεχεῖ συζητήσει τῶν προτάσεων νὰ διατελῇ ἐν γνώσει τῶν γνωμῶν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τῆς μιᾶς καὶ ἐπὶ τῆς ἑτέρας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§36Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῆς σήμερον κατηρτίσθη φέρουσα ὡς πρῶτον ἀντικείμενον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς συστάσης διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος τῶν γαιανθράκων. Ἕνεκα τῆς ὀξύτητος, τὴν ὁποίαν παρὰ τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ τῆς πρωτευούσης ἔλαβε τὸ ζήτημα τοῦ Φωταερίου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐθεώρησεν ὀρθὸν νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μεταβολὴν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ δὲν ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα φέρω ἀντίρρησιν, ἀλλ’ ἵνα παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀποφασίσῃ νὰ τερματίσῃ καὶ τὰ δύο ζητήματα.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§38Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν, ἵνα τὸ θέμα, τὸ ἀφορῶν ἐμέ, ἐξετασθῇ δεύτερον, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της, ὅτι τῇ ἐμῇ συναινέσει καὶ τῇ ἐμῇ παρακλήσει ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου κατηρτίσθη ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, ἥτις ἐπετέλεσε τὸ ἔργον αὐτῆς, ὑποβαλλοῦσα τὰ πορίσματά της εἰς τὴν Βουλήν. Εἶναι ὀρθὸν νὰ μοὶ ἀπονεμηθῇ τὸ δίκαιον, ἄν εὑρίσκεται ὑπὲρ ἐμοῦ, ἢ νὰ μὴ μοῦ ἀπονεμηθῇ, ἄν εὑρίσκεται κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ περατωθῇ ἡ ὑπόθεσις, διότι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις ἑνὸς πολιτευομένου νὰ μείνῃ ἐκκρεμὴς ἐπ’ ἄπειρον δι’ ἀναβολῶν.
§39Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος πρὸς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτήν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει κατηγορίας ἐμοῦ, ὅτι δὲ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη προέβη εἰς ἐρεύνας καὶ εἰς ἀνακριτικὰς πράξεις. Αὐτὸς ὁ φάκελλος δὲν κατετέθη, καὶ χθές, δὶς τὸν ἐζήτησα καὶ σήμερον τὴν μεσημβρίαν εἰς τὴν 1 παρὰ 15′ τὸν ἐζήτησα πάλιν, ἀλλὰ δὲν εὗρον τὸν φάκελλον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ζήτημα τῆς οὐσίας αὐτό.
§41Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διότι θὰ ζητήσω νὰ μὴ γίνῃ συζήτησις.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα, τὰ λέγετε.
§43Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἀπόψε νὰ μὴ ἔχωμεν ἐνστάσεις ἀναβολῶν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως, ἀλλ’ ἄν ἔχῃ ἀντίρρησιν ὁ κ. Τσουκαλᾶς, ἄς τὴν φέρῃ τότε.
§45Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐζήτησα τὸν φάκελλον καὶ δὲν μοὶ ἐδόθη.
§46Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν τὸν ἔχω ἐγώ.
§47Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὶ πταίω ἐγώ; Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἠμπορῶ νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις γενικὴ ἐπὶ τῶν πεπραγμένων τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§49Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ ὑπὸ κρίσιν ζήτημα τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος τυγχάνει ὑψίστης σημασίας, διότι προσβάλλονται οὐχὶ μόνον τὰ δίκαια τῶν κατοίκων τῶν πόλεων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Περιχώρων, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῶν Δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη καθυστερεῖ, καταχρωμένη, πολλὰ ἑκατομμύρια τοῦ Δημοσίου, δὲν δυνάμεθα, λοιπόν, νὰ παρίδωμεν τοιαύτην ὑπόθεσιν, καθ’ ἥν στιγμήν, τὸ Κράτος εὑρίσκεται ἐν ὀξυτάτῃ κρίσει καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, συνεχῶς, λέγει «οὐκ ἄν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Ἑπομένως, δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν κατοίκων τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, πρόκειται περὶ μεγάλων συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων καὶ ἐπιβάλλεται ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, ὅπως τὸ Κράτος λάβῃ σύντονα μέτρα. Δὲν προτίθεμαι νὰ μακρηγορήσω καὶ νὰ παραστήσω κατὰ ποῖον τρόπον ἡ Ἑταιρεία αὕτη ληστεύει, δύναμαι νὰ εἴπω, τὸ Κράτος, τὸν Δῆμον Ἀθηναίων καὶ τοὺς πολίτας. Γενικὰ ὅμως σημεῖα, ἐξαγόμενα ἐκ τῶν ἐγγράφων, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ σαφηνισθῶσι, διότι πρέπει δι’ ἀριθμῶν νὰ ἐννοηθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ Ἑταιρείας, ἥτις οὐδὲν ἱερὸν καὶ ὅσιον ἔχει, ἥτις, κερδίζουσα κολοσσιαῖα χρηματικὰ ποσά, προσπαθεῖ καὶ αὐτὰ τὰ ἱερὰ καὶ ὅσια νὰ ἐκμεταλλευθῇ. Καὶ πρῶτον, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ζημίαν, ἥτις προσεγένετο καὶ προσγίνεται εἰς τὸ Κράτος. Κατὰ τὸν νόμον περὶ φορολογίας τοῦ εἰσοδήματος τοῦ 1909, ἐπιβάλλεται φόρος 5% ἐπὶ τῶν κερδῶν, ἐπὶ τοῦ ἀποθεματικοῦ κεφαλαίου καὶ τῶν διανεμομένων τῆς μετοχῆς κερδῶν, τῶν ὑφ’ οἱονδήποτε τίτλον καταβαλλομένων ἀμοιβῶν τῶν μελῶν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τῶν διατιθεμένων εἰς σχηματισμὸν ἀποθεματικοῦ κλπ. Ἐνῷ δὲ ταῦτα ἐπιτάσσει ὁ νόμος, ἡ Ἑταιρεία διὰ ψευδῶν ἰσολογισμῶν, διὰ μεταφορᾶς κονδυλίων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κεφαλαίου εἰς τὸ ἕτερον ἀπέκρυπτε τὰ κέρδη καὶ δὲν ἀπέδιδε τὰ 5% τοῦ φόρου εἰσοδήματος πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ τὰ ἄλλα 5%, ἅτινα ὤφειλε νὰ πληρώσῃ πρὸς τὸν Δῆμον, συμφώνως τῇ συμβάσει. Καὶ ἤδη ἐξετάσωμεν: ποῖα τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρείας; Ἀληθῶς, κολοσσιαῖα. Ἡ Ἑταιρεία εἶχε κατὰ τὰ πέντε τελευταῖα ἔτη, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσολογισμῶν της, τὰ ἑξῆς καθαρὰ κέρδη, ἐπὶ ἀρχικοῦ κεφαλαίου 2.500.000 καὶ νῦν ἐπὶ κεφαλαίου 1.000.000, ἐκέρδισαν: τὸ 1910 καθαρὸν κέρδος 1.500.000, τὸ 1911 1.470.000, τὸ 1912 1.670.000, τὸ 1913 1.600.000 τὸ 1914 1.650.000...
§50Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Προχθὲς μᾶς ἔδειξαν ἰσολογισμοὺς διὰ νὰ μᾶς δείξουν, ὅτι τὰ κέρδη εἶναι ἕξ ἑκατομμυρίων δραχμῶν.
§51Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Βεβαίως, ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῶν ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν τῆς ἐμφαινομένων κερδῶν, ἐνῷ τὰ κρύφια ἀνέρχονται, ἂν οὐχὶ εἰς ἕξ ἑκατομμύρια, πάντως εἰς 4 –5 ἑκατομμύρια καὶ ἐν τούτῳ ἀκριβῶς ἔγκειται τὸ ἔγκλημα, ὅτι ἀναφέρονται κέρδη μικρότερα, ὅπως καλυφθῶσι τὰ ἀληθῆ κέρδη καὶ μὴ καταβάλωσι τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς τοῦ 1914 βλέπομεν ἀληθῶς, ὅτι τὰ διανεμηθέντα κέρδη εἶναι 600.000 περίπου, ἀλλ’ ἔχομεν ἀποθεματικὸν ηὐξημένον διὰ κρατήσεως δι’ ἀπόσβεσιν κεφαλαίου 770.000, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἀληθὲς κέρδος, ὅπερ ἔδει νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ ἐνεργητικὸν καὶ οὐχὶ εἰς τὸ παθητικόν.
§52Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Βεβαιότατα.
§53Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπίσης, ἀποκρύπτονται δι’ ἐπισφαλεῖς πιστώσεις 350.000, ἐνῷ δὲν ὑπάρχουσιν ἐπισφαλεῖς πιστώσεις καὶ δι’ ὑποτιθεμένην συναλλαγματικὴν διαφορὰν 550 χιλιάδες δραχμῶν...
§54Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ποῖος ἰσολογισμός;
§55Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τοῦ 1914.
§56Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶχε τότε συναλλαγματικὴν διαφοράν.
§57Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Βεβαίως, δὲν εἶχε. (Ἐξακολουθεῖ ἀναγινώσκων). Διὰ πρόβλεψιν δι’ ὑπερτίμησιν γαιανθράκων 600.000 δραχ. Τὰ ποσὰ ταῦτα ἐκέρδισεν ἡ Ἑταιρεία.
§58Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Εἶνε περισσότερα ἀπὸ ὅσα εἴπατε.
§59Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Βεβαίως, διότι ἀναφέρει μόνον μεγάλα κονδύλια. Ὁ ἰσολογισμὸς τοῦ 1914 ἐκεῖ φθάνει, τὰ ποσὰ δὲ ταῦτα ἡ Ἑταιρεία μετεβίβαζεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κονδυλίου εἰς τὸ ἄλλο καὶ κατώρθου νὰ ἐξαφανίζῃ τὰ κέρδη, τοιούτῳ δὲ τρόπῳ παρίστα ὡς κέρδη 500–600.000 δρχ. καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἀπέδιδε τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος. Προφανῶς, Κύριοι, εὑρισκόμεθα πρὸ καταφώρου καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου, πρὸ καταχρήσεως, ἂν δύναται νὰ ὀνομασθῇ, πρὸ ἀπάτης, ἀλλὰ διὰ νὰ καταδειχθῇ ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξηπάτα τὸ Κράτος καὶ τὸν Δῆμον, θὰ σᾶς ἀναφέρω ἁπλούστατον παράδειγμα. Ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τοῦ 1913, δημοσιευθέντι τὴν 19 Μαρτίου 1914 ἀναγράφεται ὡς παθητικὸν τὸ ἀρχικὸν κεφάλαιον 2½ ἑκατομμυρίων. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο εἶναι 5.000 μετοχαὶ πρὸς 500 δραχ. ἑκάστη, ἀλλ’ ἐκ τῶν μετοχῶν τούτων πραγματικαὶ μόνον εἰσὶ 3.220, ἐνῷ αἱ λοιπαὶ 1.780 εἶναι μετοχαὶ ἐπικαρπίας. Τὶ δὲ εἶναι αἱ μετοχαὶ ἐπικαρπίας; Εἰσὶ μετοχαί, ἃς ἡ Ἑταιρεία, καταβαλοῦσα τὸ κεφάλαιον, ἐξηγόρασεν, ἀποδίδουσα μόνον μικρὸν μέρισμα, ἐξ οὗ καὶ καλοῦνται οὕτω, καὶ τὰς μετοχὰς ταύτας, δὲν ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὸ παθητικόν, ἀλλ’ εἰσάγει εἰς τὸ παθητικὸν κεφάλαιον, ὅπερ ἀναβιβάζει εἰς 2½ ἑκατομμύρια, ἐνῷ εἶναι πράγματι 1.700.000 δραχμῶν.
§60Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐδημοσιεύθη ὁ ἰσολογισμὸς αὐτός;
§61Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐδημοσιεύθη. Ποία δὲ ἡ κατάστασις τῆς Ἑταιρείας; Τοῦτο ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ἀποθεματικοῦ τῆς Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ 1913, ἀνέρχεται εἰς 3.520.000 δραχμῶν. Δὲν προτίθεμαι νὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς πλέον, διότι τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα, νομίζω, ὅτι εἰσὶν ἐπαρκῆ.
§62Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἐκ τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ἀναφέρατε περὶ τῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρείας, εἶναι φανερὸν ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Τρικκάλων Βουλευτοῦ κ. Μαλλιοπούλου περὶ κερδῶν τριῶν ἑκατομμυρίων εἶναι ἀκριβής, καὶ ἑπομένως καὶ αὐτός, καὶ σεῖς καὶ ἐγὼ εἴμεθα σύμφωνοι. Δὲν εἶναι ἔτσι;
§63Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὁ κ. Μαλλιόπουλος εἶπε περισσότερα, παρ’ ὅ,τι λέγω, καὶ τοῦτο, διότι ὑπάρχουσι κρύφια ποσά, ἅτινα δὲν ἐμφαίνονται ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς. Καὶ ταῦτα μέν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ζημίαν, τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, φρονῶ δὲ ὅτι καθῆκον ἐπιτακτικὸν τοῦ Κράτους εἶναι, ὅπως δι’ ἐλέγχου εἰσπράξῃ τὰ καθυστερούμενα καὶ δὲν προτίθεμαι νὰ προτείνω τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δέον νὰ λάβῃ τὸ Κράτος, ὅπως, κατόπιν ἐλέγχου ἐπιτροπῆς, εἰσπράξῃ πέντε μὲν ἑκατομμύρια τοῦ Κράτους, δύο δὲ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων καὶ ἴσως ἴσα τοῦ Δήμου Πειραιῶς.
§64Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία.
§65Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Βεβαίως. Νῦν, προκειμένου περὶ Ἑταιρείας πλουσιωτάτης, Ἑταιρείας, ἥτις κολοσσιαῖα ποσὰ κερδίζει, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ παρίδωμεν τὸ πρώτιστον, ἀλλὰ καὶ στοιχειωδέστατον τοῦτο καθῆκον, ἀφοῦ ἄλλως τὸ Κράτος ἔχει μεγίστην ἀνάγκην σήμερον χρημάτων καὶ δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὰ καθυστερούμενα. Ἐπίσης δὲ καὶ ὁ Δῆμος Ἀθηναίων ὀφείλει νὰ εἰσπράξῃ τὰ πρὸς αὐτὸν καθυστερούμενα, ἅτινα μόνον διὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ὑπολογίζονται εἰς 700–800 χιλιάδας δραχμῶν. Ὑπάρχει μία ἔκθεσις τοῦ λογιστοῦ κ. Διοσκουρίδου, εἰς τὸν φάκελλον, ὁ ὁποῖος ἀναλυτικῶς ὑπολογίζει ταῦτα.
§66Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὶ λογιστὴς εἶναι;
§67Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διωρίσθη ἀπὸ τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἀπὸ τὸν κ. Μαλλιόπουλον.
§68Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διωρίσθη, ὡς εἰσηγητής, ἀπὸ τὴν τότε Κοινοβουλευτικὴν Ἐπιτροπήν.
§69Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Σχετικῶς μὲ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἰσολογισμῶν τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, δὲν ἐζητήσατε πληροφορίας ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν; Διότι ὅλοι οἱ ἰσολογισμοὶ ἐξελέγχονται ἐκεῖ πέρα.
§70Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξελέγχονται ἀρκούντως. Ἐὰν ἐξηλέγχοντο ἀρκούντως, θὰ ἐπλήρωνεν ἡ Ἑταιρεία τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ πληρώσῃ.
§71Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τὰς ἐζητήσατε;
§72Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς ἐζητήσαμεν, ἐζητήσαμεν μάλιστα καὶ λογιστήν, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἔδωκαν καὶ ἠναγκάσθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διορίσῃ ἴδιον λογιστήν, ὁ ὁποῖος προηγουμένως ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, ἦτο λογιστὴς εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον.
§73Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀφοῦ ὑπῆρχε μία δημοσία ὑπηρεσία εἰδικὴ διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τοιούτων ἰσολογισμῶν, ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπιμείνητε εἰς τὸ νὰ προσαχθῇ αὐτὸς ὁ γενόμενος ἔλεγχος.
§74Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπέμεινα τότε καὶ ἐπέμεινα καὶ ἤδη, κ. Πρόεδρε, ἀλλ’ ἔπαυσα νὰ ἐπιμένω πλέον.
§75Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία αὕτη φορᾶται καταχρωμένη καὶ ἐπὶ ἑτέρου ζητήματος. Κατὰ τὸ 1902 συνωμολογήθη σύμβασις τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, καὶ ὡς ἐμφαίνεται καὶ ὡς ἀναγράφεται καὶ εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς συνεδριάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, ἐπὶ Δημάρχου Μερκούρη, ἀναγνωρίζεται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἐξηπάτησε τὸν Δῆμον, καὶ ἐνῷ εἶχεν ἑτέραν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, δι’ ἧς παρεχώρει τὸ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα πρὸς 27 λεπτά, ἦτο δὲ ὑπόχρεως, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Διατάγματος τοῦ 1889 ἀπὸ 20ῆς Ἰουλίου, νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ Δήμου κατὰ 20%, ἔδιδε τοῦτο πρὸς 60 λεπτὰ, ἐξαπατῶσα τὰς δημοτικὰς ἀρχάς. Αὐτὸ τὸ ἐξήγησα προχθές, ἔχω δὲ καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ κ. Ἀγγελοπούλου ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφαίνεται, ὅτι ἀνεκάλυψε τὴν ἀπάτην ταύτην, ἐκ τῶν ὑστέρων ὅμως, καὶ τὴν κατήγγειλεν ὁ κ. Ἀγγελόπουλος. Ἐν τούτοις, ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἀπέκρυψε τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν εἶχε μὲ τὴν Ἑταιρείαν σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, καὶ κατώρθωσε νὰ ἐξαπατήσῃ ὁλόκληρον τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον.
§76Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Καὶ τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους.
§77Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§78Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τὶ ἀπέγινεν ἡ καταγγελία;
§79Γ. ΠΩΠ. Ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμής.
§80Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Κατεκράτησεν ὁ Δῆμος ἕν ποσόν.
§81Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κατεκράτησεν ὁ Δῆμος 150.000 δραχμῶν καὶ ἤγειρε δίκην, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δίκης ἐκείνης ἔλαβε χώραν ἡ συζήτησις ἐκείνη εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν κατάχρησιν, ἥν ἐπήνεγκεν εἰς τοὺς ἰδιώτας, νομίζω, Κύριοι Συνάδελφοι, ἐμαυτὸν ἠναγκασμένον νὰ εἴπω τινά, διότι ὑπάρχει πλάνη τις τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος θεωρεῖ, ὅτι, ἐὰν δὲν αὐξηθῇ ἡ τιμὴ τοῦ ἀεριόφωτος καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ, δὲν θὰ ὑφίσταται οὗτος ζημίαν, διότι ἐνῷ ἡ Ἑταιρεία ηὔξησε τὰς τιμάς, οὐδένα ἐρωτήσασα καὶ ἐξαπατῶσα τοὺς ἰδιώτας, ὄχι μόνον διὰ τῶν γνωμόνων, ὡς ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει τῶν πραγματογνωμόνων, ἀλλά, κυρίως, διὰ τῆς μεθόδου τῆς μὴ ἀποκαθάρσεως τοῦ φωταερίου, καὶ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς μεγάλης ποσότητος ἀτμοσφαιρικοῦ ἀέρος.
§82Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Καὶ τοὺς ἐξαπατᾷ ἀκόμη, κ. Συνάδελφε.
§83Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Βεβαίως, καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ τοὺς ἐξαπατᾷ. Διατελεῖ ὑπόχρεως νὰ καθαρίζῃ τὸ ἀεριόφως, ἐνῷ οὐδόλως ἔπραττε τοῦτο καὶ διὰ τοῦ τρόπου τούτου, οὐ μόνον ἔκλεπτε τοὺς ἰδιώτας, τὸν Δῆμον καὶ τὸ Κράτος, ἀλλ’ ἐπιπροσθέτως ἔβλαπτε τὴν ὑγείαν τῶν πολιτῶν, διότι κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὸ ἀεριόφως περιεῖχεν ὑδρόθειον καὶ ὀξείδιον τοῦ ἄνθρακος, ὅπερ εἶναι δηλητηριωδέστατον, διότι τοῦτο εἶναι δηλητηριῶδες καὶ οὐχί, ὡς πολλοὶ νομίζουσι, τὸ διοξείδιον τοῦ ἄνθρακος καὶ οὕτω τὸ ἀεριόφως περιεῖχε μονοξείδιον τοῦ ἄνθρακος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπιβλαβές, οὐ μόνον διὰ τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων, ἀλλὰ καὶ διὰ χρωματισμοὺς τῶν ἐπίπλων καὶ τῶν οἰκιῶν. Ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία κατώρθωσε νὰ κλέπτῃ τὸν Δῆμον καὶ εἶτα «τὰ ἐβόλευε καλά» κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο, ἀναφέρομαι εἰς συνεδρίαν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς Ἑταιρείας τῆς 15ης Φεβρουαρίου, καθ’ ἥν εἷς ὑπάλληλος, Κεφάλας, ἐξέσχισεν ἐνώπιον τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τὰ βιβλία αὐτοῦ καὶ ἔδωκε τὴν παραίτησίν του. Ἀνεμένετο, βεβαίως, ὅτι θὰ ἐτιμωρεῖτο ὁ ὑπάλληλος αὐτός, ἐνῷ τὸ Συμβούλιον ἀπεδέχθη ταῦτα καὶ ἀπεφάσισε νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον τὸν μισθὸν τῶν μηνῶν Ἰανουαρίου, Φεβρουαρίου καὶ Μαρτίου, οὕς διήνυσεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ νὰ δωρήσῃ τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 414, ὀφειλομένων δι’ ἐγκαταστάσεις κλπ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὀργίζεται εἷς ὑπάλληλος, σχίζει τὰ βιβλία καὶ ἡ Ἑταιρεία δὲν ἔχει τὸ θάρρος νὰ καταδιώξῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ἀλλὰ προβαίνει εἰς δωρεάς. Ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Εἰς τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Διοσκορίδης πρὸς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἀναφέρονται συγκεκριμένως τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Ἑταιρεία μετεβίβαζεν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς κονδυλίου εἰς τὸ ἄλλο, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος, ὑπολογίζονται δὲ κατὰ τὰ τέσσαρα ἔτη εἰς δρχ. 570.000 εἶναι ὁ φόρος τοῦ 5%. Ἐὰν θελήσῃ τὸ Κράτος νὰ εἰσπράξῃ τὰ καθυστερούμενα αὐτὰ χρήματα, θὰ τὰ εἰσπράξῃ καὶ δὴ ἀπὸ 30ετίας. Τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ ἡ Ἑταιρεία δύναται νὰ τὸ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος, χωρὶς ἡ Ἑταιρεία νὰ ἀντισταθῇ. Ἀφήνω τὰ ἄλλα κονδύλια, τὰ ὁποῖα ἔρχονται κατόπιν. Διὰ νὰ ἀποφύγῃ, δηλαδή, ἡ Ἑταιρεία τὸ 5% διὰ τοὺς ὑπαλλήλους, δὲν τοὺς περιελάμβανεν ὡς ὑπαλλήλους, τοὺς ἀπέκρυπτε καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκέρδιζε τὸ 5%, ἐν τούτοις ἐξέλεγξις ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους δὲν ἔγινε. Φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ εἰσπράξῃ τὰ ποσὰ ταῦτα. Ὡμίλησα σχετικῶς μὲ τὸν τρόπον, καθ’ ὅν ἡ Ἑταιρεία ἐλήστευε τοὺς ἰδιώτας, καὶ εἶπον, ὅτι ἡ λῃστεία αὐτὴ δὲν γίνεται διὰ τῶν γνωμόνων, ἀλλὰ διὰ τῆς νωθείας τοῦ ἀεριόφωτος, διὰ τοῦ ἀκαθάρτου αὐτοῦ καὶ διὰ τῆς περιεκτικότητος εἰς ἀτμοσφαιρικὸν ἀέρα. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν μόνον ἐπὶ τούτου, διότι ἄν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ Κράτος ἐπενέβαινεν ὅπως μὴ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἀερίου ἡ Ἑταιρεία αὕτη, ἀσφαλῶς, θὰ τὴν αὐξήσῃ διὰ τῆς μεθόδου ταύτης. Ὅπως δὲ καταδείξω ὅτι ἡ ἐν λόγῳ Ἑταιρεία κατεχρᾶτο διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν, ἀπηυθύνθην, Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας εἰς διαφόρους καταστηματάρχας καὶ εἰς διαφόρους πολίτας, πάντες δέ, μιᾷ φωνῇ, μοὶ εἶπον, ἐπιδείξαντές μοι καὶ τὰ βιβλία των, ὅτι, ἐνῷ μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου ἐπλήρωνον 200 λ. γ. δραχμάς, ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου, ὅτε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον, δι’ ἧς συνίστα τὴν ἐλάττωσιν τῆς καταναλώσεως τοῦ ρεύματος καὶ ἀεριόφωτος καὶ πάντες συνεμορφώθησαν, ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου, λέγω, καὶ ἐντεῦθεν, ἐνῷ ἐμειώθη ἡ κατανάλωσις, ἡ Ἑταιρεία εἰσέπραξε παρ’ αὐτῶν περισσότερα χρήματα κατὰ 5%. Σήμερον ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὴν κατανάλωσιν τῶν γραφείων μιᾶς ἐφημερίδος, τῆς «Ἑσπερινῆς». Μέχρι τοῦ Δεκεμβρίου ἐπλήρωνεν 600 δραχμὰς δι’ ἀεριόφως. Ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου ἠλάττωσε τὴν κατανάλωσιν καὶ ἡ Ἑταιρεία ηὔξησε τὴν εἴσπραξιν εἰς 1.600 δραχμὰς. Ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὸ θὰ συμβῇ ὅ,τι καὶ ἄν θελήσωμεν νὰ κάμωμεν. Αὐτὰ τὰ εἶδον εἰς βιβλία, ἡ δὲ «Ἑσπερινή» προσεφέρθη νὰ δώσῃ καὶ τὰς ἀποδείξεις αὐτῆς, τὰς ὁποίας δὲν μοὶ ἔδωκεν ἀκόμη. Εἶπον ταῦτα, διότι ἐπιθυμῶ νὰ καταλήξω εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα καὶ τοῦτο ἐνδιαφέρει τὴν Βουλήν. Ἐκτὸς ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ εἰσπράξῃ τὸ Κράτος καὶ ὁ Δῆμος τὰ ἑκατομμύρια, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀσχοληθῶ καὶ εἰς ἄλλο τι. Φρονῶ, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι νόμῳ, ἢ μᾶλλον τύποις, ἄκυρος, καὶ ἑπομένως, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ὡς ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν Ἑταιρείαν. Ἰδοὺ ποῦ ἔγκειται ἡ ἀληθὴς λύσις τοῦ ζητήματος τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου, ἐφ’ οὗ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
§84Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία σύμβασις;
§85Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἡ σύμβασις τοῦ 1907.
§86Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Τοῦ φωταερίου;
§87Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τοῦ φωταερίου, διότι ἠλεκτρικοῦ δὲν ὑπάρχει, εἶναι τύποις ἄκυρος. Ἡ σύμβασις ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς πρὸς τὴν Νομαρχίαν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 847 ἐγγράφου τοῦ Δημάρχου Ἀθηναίων τῆς 20ῆς Ἰανουαρίου 1907, ἡ δὲ Νομαρχία ἐνέκρινε ταύτην διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 750 τῆς 22ας Ἰανουαρίου 1907, δηλαδή, ἡ Νομαρχία ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ ἐνέκρινε τὴν σύμβασιν, ἄνευ ἀναμίξεως καὶ ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φύεται νομικὸν ζήτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι ἔγκυρος, διότι δὲν ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου καὶ δὲν ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, οὔτε ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Κατὰ τὸν νόμον περὶ συστάσεως Δήμων, — πρόκειται περὶ συμβάσεως τοῦ 1907, — ἡ σύμβασις αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, νὰ τελεσθῇ δὲ καὶ δημοπρασίᾳ. Ὁ νόμος τῆς 17ης Δεκεμβρίου 1833 περὶ συστάσεως τῶν Δήμων, ὁ ἐν ἰσχύϊ κατὰ τὸ ἔτος 1907, λέγει εἰς τὸ ἄρθρον 112: «εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς δημοτικῆς περιουσίας θέλουσι τηρεῖσθαι ἀπαρεγκλίτως αἱ ἐφεξῆς γενικαὶ διατάξεις· ὅλαι αἱ πωλήσεις καὶ ἐνοικιάσεις καὶ αἱ προμήθειαι τοῦ Δήμου τελοῦνται ἐπὶ δημοπρασίᾳ». Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἔχομεν παράβασιν τοῦ νόμου τῆς 26ης Μαΐου 1887, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὰ καθήκοντα τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἀνάγεται: «ἡ μελέτη παντὸς οἱουδήποτε ἔργου κοινῆς ὠφελείας κλπ.».
§88Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν ἀπαιτῶσιν ἰδιαιτέραν ἐπιτηδειότητα, γίνεται ἰδιαιτέρα διαδικασία.
§89Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι ἰδιαιτέρας ἐπιτηδειότητος;
§90Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ τὸ συζητήσωμεν.
§91Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Λοιπόν: «ἡ μελέτη παντὸς οἱουδήποτε ἔργου κοινῆς ὠφελείας δὲν δύναται νὰ γίνῃ πρὶν γνωμοδοτήσῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων. Ἐξαιροῦνται τῆς διατάξεως ταύτης τὰ ἔργα τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Ναυτικῶν» καὶ ἐν προκειμένῳ δὲν δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ τὸ ἐναντίον, πρόκειται περὶ ἔργου κοινῆς ὠφελείας, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ Συμβούλιον. Ἑπομένως, φρονῶ, ὅτι ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ τῶν ἄρθρων αὐτῶν φαίνεται σαφῶς, ὅτι ἡ σύμβασις διὰ νὰ θεωρῆται ἔγκυρος, ἔδει νὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, τούτου δὲ μὴ λαβόντος χώραν, ἡ σύμβασις αὕτη τύποις, ἢ νόμῳ εἶναι ἄκυρος. Τούτου τεθέντος, προέχει τὸ ἑξῆς ζήτημα, ὅπερ τυγχάνει ἐξεταστέον: ἐὰν ἀκυρώσωμεν τὴν σύμβασιν, τί θέλει ἐπακολουθήσῃ; Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι ἡ σύμβασις εἶναι ἄκυρος καὶ ἑπομένως ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς, πρέπει νὰ εὕρωμεν ποῖον τὸ ποσὸν, ὅπερ ὀφείλομεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἵνα ἐξαγοράσωμεν τὴν σύμβασιν; Κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1887, εἰς ἥν θὰ ἐπανέλθωμεν, ἀκυρουμένης τῆς συμβάσεως, ἀναφέρεται ἐν ἄρθρῳ 24ῳ...
§92ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη τοῦ 1911.
§93Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ ἀσχέτου ζητήματος.
§94Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1887.
§95Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα, ἡ ὁποία ἐν ἄρθρῳ...
§96Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἰσχὺν τὸ ἄρθρον 29 τῆς συμβάσεως τοῦ 1887, ἡ ὁποία κατηργήθη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1907.
§97Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ὁ Δῆμος εἴκοσι πέντε ἔτη ἀπὸ σήμερον, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1912 καὶ ἐντεῦθεν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαγοράσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Ἑταιρείας καὶ πάσας τὰς ἐγκαταστάσεις αὐτῆς. Κατὰ τὸ ἄρθρον, λοιπόν, 29 τῆς συμβάσεως ἐκείνης, θὰ λάβωμεν τὸν μέσον ὅρον τῶν κερδῶν τῶν ἑπτὰ τελευταίων ἐτῶν, τῶν κερδῶν τῶν ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν ἐξηλεγμένων καὶ ἐγκεκριμένων ἁρμοδίως κερδῶν καὶ θὰ ἀποδώσωμεν καθ’ ἕκαστον ἔτος μέχρι λήξεως τῆς συμβάσεως καὶ ἀποδίδοντες τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαγοράσωμεν καὶ νὰ λάβωμεν ὅλας τὰς ἐγκαταστάσεις καὶ νὰ περιέλθῃ ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς Ἑταιρείας εἰς τὸ Κράτος, εἰς τὸν Δῆμον. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα: Τὶ θὰ συμβῇ, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὐτή; Τὰ κέρδη τὰ ἐξηλεγμένα ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν, κατὰ τὰς ἐπισήμους βεβαιώσεις τῆς Ἑταιρείας, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη, ποικίλουν μεταξὺ 560 καὶ 700 χιλιάδων δραχμῶν...
§98Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι, λέγει, ὡς εἶπον.
§99Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πῶς λέγει ἡ σύμβασις;
§100Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὰ εἶναι εἰς τὸ παθητικόν. Δυνάμεθα ἑπομένως νὰ εἴπωμεν: Ἰδοὺ ὁ ἰσολογισμός σας. Ἄρα, βλέπετε, ὅτι ἡ ἀπάτη, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ Κράτος δύναται νὰ στραφῇ ἐναντίον της σήμερον.
§101ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἴτε τὸ ἕν, εἴτε τὸ ἄλλο.
§102Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ ποσὸν τὸ ἐκ τῶν ἰσολογισμῶν ἐξαγόμενον εἶναι 500–600.000, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ ποσὸν αὐτὸ δέον νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ κέρδος ἐκ τῆς θερμάνσεως, τῆς προερχομένης ἐκ τοῦ φωταερίου καὶ νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ ἐκ τοῦ ἠλεκτρικοῦ, διότι δὲν ἀνάγονται ταῦτα εἰς τὴν σύμβασιν, ἑπομένως θὰ φθάσωμεν εἰς 300 –350.000. Ἐὰν ἑπομένως δώσωμεν 350.000 ἐτησίως, θὰ λάβωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαγοράσωμεν τὴν σύμβασιν καὶ θὰ κερδίζωμεν 1.300.000 δραχμῶν, ἐφ’ ὅσον αὕτη, καταχρωμένη, μᾶς παρουσιάζει κέρδη μόνον 500.000, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπλήρωνε φόρον εἰσοδήματος. Ἰδοὺ δίδομεν 300 χιλιάδας, κερδίζομεν 1.600,000 ἤτοι καθαρὸν κέρδος 1.300,000 ἐτησίως, ἐκτὸς τῶν κρυφίων κερδῶν, ἅτινα ἀναβιβάζουν τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς τρία καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια, κατὰ δὲ τὸν κ. Μαλλιόπουλον εἰς πέντε ἑκατομμύρια. Διὰ τοῦτο ἐζήτησα νὰ λάβωμεν ῥιζικώτερα μέτρα, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶμεν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας μιᾶς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία εἶναι λῃστρική. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ὑπάρχει καὶ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης σπουδαιότατον ζήτημα. Ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἔχει τὰς ἐγκαταστάσεις, τὰς ἀποθήκας τοῦ κώκ, καὶ τῶν γαιανθράκων, τὰς ἀποθήκας τοῦ φωταερίου, τοὺς κώδωνας κλπ. ἐν τῷ μέσῳ τῆς πόλεως καὶ μία ὁλόκληρος συνοικία ὑφίσταται τὰ πάνδεινα, εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν σπάθην τοῦ Δαμοκλέους καὶ ἔκρηξιν, ἥτις, ἐὰν συμβῇ, θὰ ἐπιφέρῃ ἀνυπολογίστους θυσίας ἀνθρωπίνων θυμάτων, ἐπιπροσθέτως δὲ οἱ καπνοὶ δηλητηριάζουσιν, ὡς καὶ αἱ ἀναθυμιάσεις τοῦ φωταερίου καὶ βλάπτουσι τὴν ὑγείαν χιλιάδων ἀνθρώπων, τὰ δὲ βρωμερὰ ὕδατα καταστρέφουσι μίαν ὁλόκληρον συνοικίαν, ὅπερ ἀποτελεῖ ζήτημα δημοσίας ἀσφαλείας, ζήτημα δημοσίας ὑγείας, ἐπιτάσσον τὴν ἄμεσον ἀπομάκρυνσιν τῶν ἐγκαταστάσεων τούτων ἐκ τοῦ κέντρου ἐκείνου, καὶ ἐπὶ τούτου ὑπάρχει ἀναφορὰ πολλῶν δυστυχῶν κατοίκων τῆς συνοικίας ταύτης, ἐν τῇ ὁποίᾳ διεκτραγῳδοῦνται πάντα τὰ τρομερὰ ταῦτα καὶ ἡ ἀληθὴς καταστροφὴ τῶν ἀτυχῶν τούτων, διότι οὐ μόνον βλάπτονται εἰς τὴν ὑγείαν των, ἀλλὰ καὶ δὲν δύνανται νὰ διατηρήσωσι τὰ ἔπιπλά των, δὲν δύνανται νὰ διατηρήσωσι τὰ ἐνδύματά των ἐκ τοῦ χώματος καὶ τῆς κόνεως τῶν γαιανθράκων, καὶ ἐκ τούτου ἡ δικαιοτάτη αὕτη αἴτησις οὐδένα συνεκίνησεν, οὔτε ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν.
§103Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ὑγείαν των περισσότερον.
§104Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὴν ὑγείαν των. Θέλετε νὰ ἀναγνώσω τὴν ἀναφοράν; Εἶναι μικρὰ, ὑποθέτω, ὅτι εἶναι ἐντελῶς περιττὸν, διότι ὅλοι ἐννοεῖτε τὶ ὑποφέρουσιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, εὑρισκόμενοι ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως, εἶναι δὲ 5.000 πήχεις, 35.000 πήχεις ὑπολογίζουσι τὴν ἔκτασιν αὐτήν, ἀλλὰ δι’ ἐπεκτάσεως ἔγινε περίπου 56.000 πήχεις, ἤτοι ὁλόκληρος συνοικισμός. Εἰς ὅλας τὰς Εὐρωπαϊκὰς μεγαλουπόλεις, τὰ ἐργοστάσια ταῦτα ἐτέθησαν ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς πόλεως καὶ, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ ἐν Ἑλλάδι, ἐν Πάτραις, διετάχθη ἡ μεταφορὰ ἔξω τῆς πόλεως. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν ἐπ’ ἄπειρον τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ὄχι μόνον λῃστεύουσαν ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος καὶ τὸ Δῆμον, καὶ καθισταμένην ἑστίαν μολύσματος καὶ καταστροφῆς τῆς πόλεως. Ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ μεγίστην τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Ἑταιρεία αὕτη κεῖται ἐν τῷ κέντρῳ τῆς πόλεως καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ παραταθῇ ἡ κατάστασις αὐτὴ εἰς Κράτος εὐνομούμενον, ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται, ὀφείλει νὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἀπομάκρυνσιν τῆς ἐγκαταστάσεως ταύτης. Καὶ ταῦτα μὲν διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Μὴ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ κατάστασις εἰς τὸν Πειραιᾶ εἶναι καλλιτέρα. Ἡ κατάστασις εἰς τὸν Πειραιᾶ εἶναι πολὺ χειροτέρα. Αἱ καταχρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑταιρεία αὕτη διαπράττει, εἶναι δεκαπλάσιαι. Καὶ ἂν σήμερον ἀσχολούμεθα περισσότερον διὰ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν, πράττομεν τοῦτο, κατόπιν τῶν ἐγγράφων, ἅτινα εὕρομεν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐργασίας τοῦ κ. Μαλλιοπούλου, ὅστις ἠσχολήθη καὶ παρουσίασεν ἡμῖν στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βιβλίων τῆς Ἑταιρείας κλπ. Ἀτυχῶς, ὡς πρὸς τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς, δὲν δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν ἐπὶ τοιαύτης τινὸς ἐργασίας ἐπισήμου ἐξετάσεως, αἱ πληροφορίαι μου ὅμως ὅλαι εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ φρονῶ, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι πολὺ χειροτέρα τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐπικρατεῖ ἐν Ἀθήναις. Καὶ ταῦτα μέν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἀεριόφωτος. Ἀλλ’ ἠγέρθη ἕν ζήτημα κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν: Ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἠλεκτρικοῦ, τὶ ἔργον, ἆρά γε, παίζει ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ; Ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία εἰς οὐδεμίαν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸ Κράτος σύμβασιν εὑρίσκεται, οὐδὲ ἄδειαν παρὰ τοῦ Κράτους ἔλαβε. Κατὰ τὸ ἔτος 1889 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα ἀπὸ 10ης Ἰουλίου, καθ’ ὃ, εἰς τὴν τότε Ἑταιρείαν τῶν Ἐργοληψιῶν, ἐδόθη ἡ ἄδεια παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ φωτός, ἠλεκτρικῆς δυνάμεως ἐν Ἀθήναις ὑπὸ ὡρισμένους ὅρους κλπ. Ἐν τῷ Διατάγματι ἀναγράφεται ὅτι (Ἀναγινώσκει): «Ἡ παροῦσα ἄδεια οὐδόλως ἀποτελεῖ ἄδειαν ἀποκλειστικοῦ προνομίου, οὐδ’ ὑποχρέωσίν τινα τοῦ Κράτους κλπ.». Αὐτὴ εἶναι ἡ περιώνυμος σύμβασις, ἢ μᾶλλον τὸ Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπέτρεψε τὸ Κράτος εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν ἐργοληψιῶν νὰ δύναται νὰ δίδῃ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα, μὴ ἀναλαμβάνον ὑποχρέωσίν τινα τὸ Κράτος ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας ἡ Ἑταιρεία τῶν ἐργοληψιῶν μετεβίβασεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὴν Ἠλεκτρικήν, ἡ δὲ ἑταιρεία ἡ ἠλεκτρικὴ συνεβλήθη ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ ἀεριόφωτος διὰ μιᾶς, ὡς εἶπον, μυστικῆς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας κατώρθωσε νὰ ἐξαπατήσῃ καὶ τὸν Δῆμον καὶ τὸ Κράτος καὶ ἐκμεταλλεύεται πλέον τὰς πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, ἐπεκτείνουσα τὸ δίκτυον αὑτῆς καὶ εἰς ὁδούς, εἰς ἃς δὲν ἐπετράπη ὑπὸ τοῦ Διατάγματος, ὡς λ. χ., εἰς τὰς ὁδοὺς Ἀχαρνῶν κλπ. Ἐπεξέτεινε τὸ δίκτυον αὐτῆς πανταχοῦ καὶ κατώρθωσε νὰ ἀσκῇ σήμερον ἐκβιασμὸν κατὰ τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτῶν, ἐνῷ πᾶσαι αἱ πράξεις αὐτῆς εἶναι ἄκυροι, λόγῳ τοῦ ὅτι παρανόμως ἐπεξέτεινε τὰ δίκτυα αὐτῆς καὶ οὐδεμίαν ἔλαβεν ἔγκρισιν τοῦ Κράτους. Ἰδοὺ ἡ ἱστορία τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας. Πρὸ μικροῦ ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, αἰτοῦσα ἐν λευκῷ τὴν ἄδειαν, ἵνα ἐπεκτείνῃ εἰς οἱονδήποτε μέρος ἤθελε τὰς ἐγκαταστάσεις αὑτῆς. Εὐτυχῶς δὲν ἐπέτυχε τοῦτο καὶ ἀπεφύγομεν κινδύνους μεγαλειτέρους, διότι τότε θὰ ἦτο ἀδύνατον πλέον νὰ ἀπαλλαγῶμεν τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ἀνεξαρτήτως τῶν ζητημάτων τούτων, νομίζω, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ διατάξῃ τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τῶν ὑπευθύνων τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ ἀπησχόλησε καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, ἔφερον δὲ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν 20ην Αὐγούστου παρελθόντος ἔτους, καὶ ἤλεγξα δριμέως τότε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ παράλειψιν καθήκοντος, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δὲν παρέπεμψεν εἰς τὴν ἁρμοδίαν δικαστικὴν ἀρχήν, ὅπως ἐπιληφθῇ καὶ κολάσῃ τὰ ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας διαπραττόμενα ἀδικήματα κατὰ τοῦ Κράτους, τῶν Δήμων καὶ τῶν πολιτῶν. Καὶ τότε μὲν οἱ δύο Ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐδικαιολογήθησαν ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ φακέλλου, οὐδὲ τῶν ἐγγράφων, οὐδὲ τῆς ἐκθέσεως, τοῦ κ. Μαλλιοπούλου καὶ ὅτι διετέλουν ἐν ἀγνοίᾳ τῶν ἐγκληματικῶν πράξεων τῆς Ἑταιρείας, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ὅμως ἐκείνης, ἀφ’ ἧς δι’ ἐγγράφων ἀπεκάλυψα ταῦτα, νομίζω, ὅτι δύναμαι νὰ κατηγορήσω ἀμέλειαν καὶ παράλειψιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις εἶχε καθῆκον, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἔλαβε γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, εἶχε καθῆκον νὰ προβῇ εἰς ἐνέργειαν δικαστικήν, ὅπως κολάσῃ τὰ ἀδικήματα ταῦτα καὶ θέσῃ τέρμα εἰς αὐτά. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνεκοίνωσα πλεῖστα ὅσα σαφῆ σημεῖα τῶν ἐγκλημάτων ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, νομίζω, ὅτι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι δὲν ἐπετέλεσε τὸ ἐπιβεβλημένον αὐτῇ καθῆκον καὶ ἑπομένως δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ὕψος τῆς ἀποστολῆς αὐτῆς. Διεπράχθησαν δὲ κακουργήματα καὶ φόνοι, διότι ἀπέθανον ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Ἑταιρείας τρεῖς ἄνθρωποι καὶ ἡ ἀστυνομία ἀπέστειλεν ἔγγραφον πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν, διετάχθησαν ἀνακρίσεις καὶ ποῖο, νομίζετε, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως; Ἐξεδόθη βούλευμα τοῦ Συμβουλίου τῶν Πλημμελειοδικῶν παραπεμπτικὸν καὶ ἡ ὑπόθεσις εἰσήχθη πρὸς ἐκδίκασιν, πότε νομίζετε; Μετὰ ἑπτὰ ἔτη! Καὶ τὸ δικαστήριον ἀπήλλαξε τοὺς κατηγορουμένους, διότι εἶχε παραγραφῆ ἡ ὑπόθεσις. Ἑτέρα ὑπόθεσις ὁμοίας φύσεως εἰσήχθη εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν καὶ ἐκεῖ ἐχάθη. Καὶ ἔχομεν ἔγγραφον τοῦ τότε Εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ ὅτι δὲν ὑπεβλήθη μήνυσις. Δὲν ὑπεβλήθη μήνυσις ἐπὶ φόνῳ! Καὶ ἐὰν ἀπῃτεῖτο μήνυσις, ὡσεὶ τὸ Κράτος αὐτεπαγγέλτως δὲν εἶχεν ἐπιτακτικὸν καθῆκον νὰ ἐπέμβῃ, ἐφ’ ὅσον μάλιστα εἶχεν ἔκθεσιν τῆς ἁρμοδίας ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, βεβαιούσης τοῦτο. Ὥστε, κατὰ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ τότε Εἰσαγγελέως, ἐὰν αὔριον εὑρεθῇ εἷς φονευμένος, ἢ δολοφονηθῇ τις, ἡ Εἰσαγγελικὴ Ἀρχὴ θὰ ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν μέχρις οὗ ἀναστῇ ἐκ τοῦ τάφου ὁ φονευθεὶς διὰ νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν! Καὶ ἤδη ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι: Εἶναι Κράτος αὐτό; Δὲν ὤφειλε τὸ Κράτος, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐπέμβῃ; Ἔχομεν δι’ ἐλπίδος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, θὰ πράξῃ τὸ καθῆκον αὐτοῦ σήμερον, τὸ καθῆκον, ὅπερ μέχρι σήμερον παρέλειψε νὰ πράξῃ. Ἐὰν δὲ δὲν τὸ πράξῃ καὶ σήμερον, δηλῶ ἐγὼ ἐπισήμως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὅτι θὰ ἐπιδώσω μήνυσιν καὶ τοιουτοτρόπως θὰ θέσω εἰς ἰσχὺν τὸ κράτος τῶν νόμων, ὅπερ νῦν καθεύδει. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσω ἐπὶ πλέον, διότι, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπαρκῶς ἐφωτίσθη, ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς καταστάσεως ἀφορήτου, πρόκειται περὶ μιᾶς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἐτέθη πλέον ὑπεράνω τῶν νόμων. Δὲν εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὐτή. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ κατάστασις αὕτη, τότε προτιμότερον εἶναι νὰ τὸ διαλύσωμεν αὐτό. Ἐὰν φρονῆτε, ὅτι ὑπάρχει Κράτος, ὀφείλετε νὰ παραπέμψητε αὐθωρεὶ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν καὶ διὰ νομοθετικοῦ μέτρου καὶ δι’ ἐλέγχου νὰ ἐξασφαλίσητε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τοῦ Δήμου καὶ τῶν πολιτῶν καὶ νὰ εἰσπράξητε τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα κατεχράσθη ἡ Ἑταιρεία. Μόνον οὕτω θὰ ἀποκαταστήσητε τὸ κράτος τοῦ νόμου. (Χειροκροτήματα).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀγγελόπουλος Ἀθάνατος.
§106ΠΕΡ. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὰ ἀνομήματα τῆς Ἑταιρείας, περὶ ἧς πρόκειται, εἶναι τόσον πολλά, ὥστε ἤθελεν ἐπιλείψῃ ἡμῖν ὁ χρόνος, ἐὰν ἤθελον ἐξακολουθήσῃ, ἀπαριθμῶν ταῦτα. Εἰς ἐμὲ θὰ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη τὸ πρῶτον ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ ἰδίου εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Ἀθηνῶν, ὅπου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μίαν μικρὰν ἐπισκόπησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ φωταερίου, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ παρακολουθήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος καὶ νὰ σχηματίσῃ ἀκριβῆ γνώμην περὶ αὐτοῦ. Τὸ φωταέριον εἰσήχθη εἰς τὰς Ἀθήνας κατὰ τὸ 1857, ὑπὸ τοῦ ἀοιδίμου Δημάρχου Ἀθηνῶν Μπενιζέλου. Τότε τὸ φωταέριον, ὑποθέτω, ὅτι θὰ εἶχε — διότι ἐγὼ δὲν εἶχον γεννηθῆ τότε (ψιθυρισμοὶ) — τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον τὸ ράδιον, διότι ἡ εἰσαγωγή του διετιμήθη ἀντὶ 50 λεπτῶν τὸ κυβικὸν μέτρον, τουτέστιν, ἀκριβώτερον ἀπὸ ὅ,τι ἐτιμᾶτο τότε ὁ ἄρτος. Καὶ ἦτο πολυτέλεια νὰ ὑπάρχῃ ἀεριόφως εἰς τὰ Ἀθηναϊκὰ σπήτια, τὰ ὁποῖα ἐφωτίζοντο δι’ ἐλαίου ἢ πετρελαίου, ἀλλὰ καὶ τὸ πετρέλαιον τότε δὲν ἦτο ἐν χρήσει. Ἡ σύμβασις αὐτή, ἥτις χρονολογεῖται ἀπὸ 20 Μαΐου 1857, δὲν προέβλεπε περὶ πολλῶν πραγμάτων, καὶ οὐδόλως ἐπρονόει περὶ ἠλεκτρικοῦ φωτισμοῦ κλπ. Ἡ διάρκεια αὐτῆς συνεφωνήθη νὰ εἶναι πεντηκονταετής. Ἀλλά, κατὰ τὸ 1887, αἴφνης ἐγένετο παράτασις τοῦ προνομίου τῆς Ἑταιρείας, τὸ ὁποῖον ἔληγε τὸ 1908, ἤτοι 21 ὁλόκληρα ἔτη πρὸ τῆς λήξεως τοῦ προνομίου ταύτης, ἐπὶ μίαν ἀκόμη τριακονταετίαν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1908 μέχρι τοῦ 1938 ἔτους. Εἶναι περίεργον, ὅτι, καίτοι τὸ προνόμιον ἔληγε μετὰ τόσα ἔτη, ἡ ἀνανέωσις ἐγένετο τάχιστα, καὶ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκύρωσε τὴν σύμβασιν, δι’ ἧς παρετάθη, ἐξεδόθη αὐθημερόν, τῇ 24 Ἰουνίου 1887, ἅμα τῇ ὑπογραφῇ τοῦ συμβολαίου. Σπουδὴ ἀντίστροφος πρὸς τὴν γενομένην μακροχρόνιον παράτασιν. Διὰ τῆς παρατάσεως ταύτης προσετέθη διάταξις, προνοοῦσα περὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς καὶ συνεφωνήθη, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ θὰ εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν δι’ ἀερίου φωτισμὸν καὶ νὰ ἠλεκτροφωτίσῃ τὴν πόλιν, ἐὰν ὀκτὼ πόλεις Εὐρωπαϊκαί, ἴσου πληθυσμοῦ μὲ τὰς Ἀθήνας, εἶχον φωτισθῆ δι’ ἠλεκτρικοῦ φωτός, καὶ ἐὰν ἤθελεν ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐπὶ ἴσης φωτιστικῆς δυνάμεως ἡ τιμὴ τοῦ φωταερίου, συγκρινομένη πρὸς τὴν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, εἶναι ἀκριβωτέρα, ὅτε ὁ Δῆμος, ἐν ἀσυμφωνίᾳ μετὰ τῆς Ἑταιρείας, θὰ ἠδύνατο νὰ παραχωρήσῃ τὸν ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως εἰς ἄλλον, χωρὶς ἐκ τούτου νὰ γεννᾶται τῆς Ἑταιρείας δικαίωμα ἀποζημιώσεως. Πρὸς δὲ συνεφωνήθη, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1908 ὁ Δῆμος θὰ συμμετέχῃ κατὰ 5% ἐπὶ τῶν ἀκαθαρίστων εἰσπράξεων τῆς Ἑταιρείας καὶ ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ φωταερίου θὰ ἐμειοῦτο, ὅσον ἀφορᾷ τὸν Δῆμον, εἰς 22 ἢ 20 λεπτὰ ἀπὸ τοῦ 1918 καὶ λεπτὰ 35 διὰ τοὺς ἰδιώτας, τῶν δὲ ἐπὶ τῶν ὁδῶν δημοτικῶν φανῶν ἀπὸ 6 εἰς 3½ λεπτὰ κατὰ φανὸν καὶ ὥραν. Μετὰ τοῦτο, ἐπέρχεται ἡ σύμβασις τοῦ 1902, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς, τῆς προκατόχου τῆς παρούσης. Δι’ αὐτῆς εἰσήχθη ὁ ἠλεκτρικὸς φωτισμὸς διὰ τὰς ὁδούς, τὰς ὁποίας ἐδέχθη ἡ Ἑταιρεία τοῦ φωταερίου νὰ φωτίσῃ διὰ μειώσεως τοῦ δι’ ἀερίου φωτισμοῦ, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ προνόμιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὴν Ἑταιρείαν, στηρίζεται κυρίως εἰς τοῦτο, ὅτι ὁ Δῆμος εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἀνάπτῃ τοὺς φωτίζοντας τὴν πόλιν φανοὺς ἐπὶ ὡρισμένας ὥρας κατὰ τὸ ἔτος, ἤτοι 2.850 ὥρας, τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχεῖ εἰς ὀκτὼ ὥρας τὴν νύκτα, ἦτο, λοιπόν, ἀδύνατον νὰ ἠλεκτροφωτίσῃ τὴν πόλιν ὁ Δῆμος, ἐὰν δὲν συνήνει ἡ Ἑταιρεία νὰ μειώσῃ τὰς ὥρας τοῦ δι’ ἀερίου φωτισμοῦ, διότι ἄνευ τούτου θὰ εἶχε διπλοῦν δαπανηρώτατον φωτισμόν. Τοῦτο δὲ ἔπραξεν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἠλεκτροφωτίσῃ αὐτὴ ὡρισμένας ὁδοὺς τῆς πόλεως. Συγχρόνως, διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1902, ἐβελτιώθη ὁ διὰ φωταερίου φωτισμός, εἰσαχθέντος τοῦ συστήματος χιτωνίου Ἄουερ. Μετὰ τοῦτο, κατὰ τὸ 1907, ἐπῆλθεν ἡ τελευταία σύμβασις, ἥτις ἐπεξέτεινε τὴν βελτίωσιν τῶν φωτοβολίδων Ἄουερ τῶν φανῶν τῆς πόλεως ἐφ’ ὅλην τὴν πόλιν.
§107Ι. ΒΑΤΙΣΤΑΣ. Ὅταν εἰσήχθη τὸ σύστημα αὐτό, θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ εἴπητε, ποία τροπολογία ἐγένετο τότε εἰς τὴν σύμβασιν;
§108Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἐγένετο ἡ ἑξῆς: Ὁ Δῆμος ἐπλήρωνε δι’ ἕκαστον φανὸν 3½ λεπτὰ, ἀλλ’ οἱ φανοὶ ἄνευ χιτωνίου ἐδαπάνουν 160 λίτρας φωταερίου, διὰ τῆς συμβάσεως τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ χιτωνίου, περιωρίσθη ἡ δαπάνη τοῦ Δήμου εἰς 3 λεπτὰ κατὰ φανόν, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου περιωρίσθη καὶ ἡ κατανάλωσις τοῦ φωταερίου ἀπὸ 160 εἰς 105 λίτρας. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐγένετο πολὺς λόγος ὑπὸ τοῦ κ. Εἰσηγητοῦ, ὅστις ὑπεστήριξεν ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι ὁ Δῆμος ἐζημιώθη. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ παρατηρήσω, ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀκριβές, διότι εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Δῆμος, πληρώνων, κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1907, τρία λεπτὰ καθ’ ὥραν καὶ φανόν, ἀντὶ τῶν 3½, τὰ ὁποῖα ἐπλήρωνε κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1887, ὠφελήθη ἀναμφιβόλως ½ λεπτὸν καθ’ ὥραν καὶ φανόν. Βεβαίως, ὠφελήθη καὶ ἡ Ἑταιρεία, διότι, ἀντὶ νὰ δαπανᾷ 160 λίτρας ἀερίου κατὰ φανὸν, ὡς πρότερον, διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ χιτωνίου Ἄουερ, δαπανᾷ μόνον 105, οἰκονομοῦσα 55 λίτρας ἀερίου, τιμωμένας πλέον τοῦ ἡμίσεος λεπτοῦ. Ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται, ὅτι ἡ μετατροπὴ αὕτη ἦτο ἐπιζημία εἰς τὸν Δῆμον, ὅστις ὠφελήθη καταφανῶς ἐκ τε τῆς μειώσεως τῆς δαπάνης κατὰ φανὸν καὶ ἐκ τῆς βελτιώσεως τῆς ἐντάσεως τοῦ φωτισμοῦ.
§109Ι. ΒΑΤΙΣΤΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ὠφεληθῇ περισσότερον.
§110Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Θὰ τὸ ηὐχόμην.
§111Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, ὅτι ὁ Δῆμος δὲν ἐζημιώθη ἐκ τῆς μετατροπῆς αὐτῆς, διότι πληρώνει τώρα 3 λεπτά. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ διαφορά, ὅτι, κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1887, ἀπὸ 160 λίτρας ἐξωδεύει τώρα ἡ Ἑταιρεία 105 μόνον. Ἑπομένως, ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά: ὅτι, κατὰ τὴν σύμβασιν, 5.500 φανοὶ μᾶς κάμνουν 1.732 κυβ. μέτρα, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία πρὸς 22 δρχ. ἀναβιβάζεται εἰς ποσὸν κολοσσιαῖον...
§112Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἐδῶ ἔγκειται ἀκριβῶς ἡ πλάνη σας. Διότι σεῖς ὑπολογίζεται τὴν τιμὴν κατὰ κυβ. μέτρον, ἐνῷ ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ πληρώνει τὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως κατὰ φανόν.
§113Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πληρώνει 39.500, ἐνῷ μὲ τὰς προηγουμένας συμβάσεις θὰ ἐπλήρωνεν ὀλιγώτερα.
§114Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, διότι εἶναι ἁπλούστατος ὁ λογαριασμός. Ἐὰν κάμετε ὑπολογισμὸν ἐπὶ 1.000 φανῶν πρὸς 3½ λεπτὰ καὶ 1.000 φανῶν πρὸς 3 λεπτά, θὰ ἴδετε τὴν ἐπὶ ἔλαττον διαφοράν, ἀνακύπτουσαν κατὰ τρόπον ἀναμφισβήτητον.
§115Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς προηγουμένης συμβάσεως ἔχομεν διαφορὰν 160.000 λιτρῶν. Ὠφελεῖται, συνεπῶς, ἡ Ἑταιρεία 100.000.
§116Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἂν ὄχι τόσον ποσόν, πάντως ὅμως, ὠφελεῖται, Ἀλλ’ ὡς ἀπέδειξα καὶ ὁ Δῆμος ὠφελήθη ½ λεπτὸν κατὰ φανὸν καὶ ὥραν.
§117Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ὠφελεῖται ἀπὸ τὴν μεταβολήν, ἀλλ’ ὠφελεῖται περισσότερον αὐτῆς ὁ Δῆμος καὶ περισσότερος καὶ τοῦ Δήμου οἱ δημόται.
§118Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχουν σχέσιν οἱ δημόται.
§119Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Ἔχουν, διότι ἔχουσι φωτισμὸν καλλίτερον ἐκείνου, τὸν ὁποῖον εἶχον. Εἶναι σπουδαῖον τοῦτο. Λοιπόν, ὁ Δῆμος κερδίζει 82.500 ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τῆς τιμῆς τῶν φανῶν, ὡς ὁ κ. Συνάδελφος εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι, ἀντὶ νὰ πληρώνῃ 3½ λεπτά, πληρώνει 3 κατὰ φανόν. Ἐκτὸς αὐτοῦ, ἐπῆλθε κολοσσιαία διαφορὰ εἰς τὴν ἔντασιν τῶν φανῶν, καὶ ἐνῷ οἱ φανοί, οἱ καταναλίσκοντες κατὰ τὴν παλαιὰν σύμβασιν 162 λίτρας, ἔδιδον ἔντασιν 14 κηρίων, οἱ καταναλίσκοντες 105 λίτρας καὶ κατασκευασθέντες ἐξόδοις τῆς Ἑταιρείας, δίδουσιν ἔντασιν 60 κηρίων, ἤτοι 430% ἔντασιν μεγαλειτέραν, ἤτοι ἔχομεν καλλίτερον φωτισμόν. Αὐτὰ ὠφελήθησαν ὁ Δῆμος καὶ οἱ δημόται.
§120Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἐλέχθη προσέτι, ὅτι ὁ Δῆμος ἐζημιώθη, παραιτηθεὶς τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς. Βεβαίως, δὲν θὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ παραίτησις αὕτη ἦτο ἐπωφελὴς διὰ τὸν Δῆμον, ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω, ὅτι οἱ ὅροι, ὑφ’ οὓς εὑρίσκετο τότε ὁ Δῆμος, καὶ οὓς θὰ ἐκθέσω, ἀνακοινῶν τὰς μεταξὺ τῶν Ἑταιρειῶν Ἠλεκτρικῆς καὶ Ἀεριόφωτος συμβάσεις, ἦσαν τοιοῦτοι, ὥστε καθίστων τὴν παραίτησιν ταύτην ὀλιγώτερον ὀδυνηράν. Διότι, ἐκτὸς τῆς βελτιώσεως τοῦ φωτισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐπέτυχεν ὁ Δῆμος, ἐπέτυχε καὶ μείωσιν τῆς τιμῆς, τόσον δι’ ἑαυτόν, ὅσον καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας καταναλωτάς, ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω ἰδιαιτέρως, τὴν εὐχέρειαν νὰ ἠλεκτροφωτίσῃ τὴν πόλιν. Πρέπει ἐν τούτοις νὰ σημειωθῇ, ὅτι, πραγματοποιουμένης τῆς ἐξαγορᾶς, ὁ Δῆμος θὰ ἐστερεῖτο καὶ τῆς συμμετοχῆς, κατὰ 5%, εἰς τὰς ἀκαθαρίστους εἰσπράξεις τῆς Ἑταιρείας, ἥτις ἀποφέρουσα σήμερον 250 χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος, βαίνει αὔξουσα, ἀντικρύζουσα ἔν τινι μέτρῳ τὸ κέρδος, ὅπερ θὰ προσεπορίζετο ὁ Δῆμος διὰ τῆς ἐξαγορᾶς. Βεβαίως, ἐὰν ἦτο ἐλεύθερος ὁ Δῆμος, καὶ δὲν ἐδεσμεύετο ἀπὸ τὴν παράτασιν τοῦ προνομίου ἐπὶ τριάκοντα ἔτη ἀπὸ τοῦ 1907, τὴν γενομένην διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1887, θὰ ἦτο φρενοβλαβὴς νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς. Καὶ ταῦτα μὲν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν δι’ ἀερίου φωτισμόν. Τώρα, ἡ Ἑταιρεία δύναται νὰ κάμῃ πολλὰς παραβάσεις εἰς λεπτομερείας τῆς συμβάσεως καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ τοὺς καταναλωτὰς διὰ πολλῶν μέσων, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐποπτείας ἢ καὶ ἐφαρμογῆς τῆς συμβάσεως, καὶ τὸ πολὺ παραπομπῆς τῆς ὑποθέσεως εἰς τὴν Εἰσαγγελίαν...
§121Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε σύμβουλος, ὅταν ἐψηφίζετο ἡ σύμβασις καὶ εἶσθε ἐναντίον αὐτῆς.
§122Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι μόνον ἀπὸ τοῦ 1908 ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἐκλέγωμαι Δημοτικὸς Σύμβουλος Ἀθηναίων.
§123Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. Σύμβουλος ὢν τὰς συμβάσεις ταύτας κατηγορήσατε ἐνώπιον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὡς μὴ ἐπιτυχεῖς διὰ τὸν Δῆμον;
§124Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Καὶ τώρα θὰ τὰς κατηγορήσω, μὴ νομίσητε δὲ ὅτι θὰ τὰς ἐπαινέσω. Ἀλλ’ ἀλλαχοῦ ἔγκειται τὸ σφαλερὸν καὶ ἐπιβλαβὲς τῶν συμβάσεων. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἠδύνατο νὰ κάμῃ πολλὰς παραβάσεις· εἶναι ἡ φύσις τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης τοιαύτη, ὥστε νὰ δυσχεραίνῃ τὴν ἐπίβλεψιν. Ἀλλὰ περὶ τούτου θὰ σκεφθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας τίνα μέτρα πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ διὰ νὰ γίνεται ἡ ἐπίβλεψις αὐτὴ ἀρτιωτέρα. Ἤδη θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐξετάσω κεχωρισμένως τὸ ζήτημα τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, τὸ ὁποῖον ἐνέχει μεγίστην σπουδαιότητα, διότι, διὰ τῆς λύσεως αὐτοῦ, θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τὴν λύσιν τοῦ φωταερίου, ἡ ὁποία εἶναι δυσχερὴς σήμερον, ἕνεκα τῶν μετὰ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Ἑταιρείας συμβάσεων τοῦ φωταερίου. Ἐὰν κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς εἰς τὴν λογικὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τὸ ἔχωμεν, τότε, κατ’ ἀνάγκην, θὰ κατέλθῃ ἡ τιμὴ τοῦ φωταερίου καὶ θὰ σωφρονισθῇ ἡ Ἑταιρεία. Ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς τῆς πόλεως εἰσήχθη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1902. Τότε ἡ Ἑταιρεία ἐδέχθη νὰ μειώσῃ τὰς ὥρας τῆς καταναλώσεως τοῦ φωταερίου ἀπὸ 8 εἰς 3, τὸ ὑπόλοιπον δὲ τῶν 5 ὡρῶν νὰ ἠλεκτροφωτίζῃ τὴν πόλιν ἡ ἰδία. Καὶ πραγματικῶς συνήφθη ἡ σύμβασις καὶ ὁ ἠλεκτροφωτισμὸς τῆς πόλεως συνεφωνήθη ἐπὶ ἀντιτίμου 60–70 λεπτῶν κατὰ κιλοβάτ. Σημειωτέον ὅτι ἡ τότε τιμὴ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς ἦτο δραχ. 1.20 τὸ κιλοβάτ, καὶ δικαίως ἐθεωρήθη, ὅτι ἡ σύμβασις ἦτο ἐπωφελὴς διὰ τὸν Δῆμον. Ἡ σύμβασις αὕτη ἐγένετο δι’ ὀκτὼ ἔτη, λήγοντα τὸ 1910, ὅτε, ληξάσης τῆς συμβάσεως, προυτάθη εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἡ ἀνανέωσις αὐτῆς. Τότε ἐλάβομεν πληροφορίας, ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἡ Ἠλεκτρική, ἡ δικαιοπάροχος τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἀεριόφωτος, εἶχε δώσει τὸ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, διὰ τὸν φωτισμὸν τοῦ Φαλήρου, καὶ τοῦ Ξενοδοχείου της, πρὸς λεπτὰ 27 κατὰ κιλοβάτ ὥραν. Ἐνῷ δέ, κατὰ τὸ Διάταγμα, τὸ ἐπιτρέψαν αὐτῇ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς Ἀθήνας τὸ 1889, ὤφειλε νὰ παρέχῃ εἰς τὸ Δημόσιον καὶ τὸν Δῆμον τὸ ρεῦμα 20% κάτω τοῦ μᾶλλον εὐνοουμένου καταναλωτοῦ, ὅστις ἦτο ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, καὶ κατὰ συνέπειαν ἔδει νὰ χορηγήσῃ τὸ ἀναγκαιοῦν εἰς τὸν Δῆμον καὶ τὸ Δημόσιον ρεῦμα 20% κάτω τῆς τιμῆς τοῦ πρὸς τὸν Σιδ)μον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς χορηγουμένου πρὸς 27 λεπτά, διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1902, ὡς ἀνέφερον, συνεφώνει τιμὴν λεπτῶν 60–70, ἤτοι τριπλασίαν ἐκείνης, εἰς ἣν ὑποχρεοῦται νὰ τὸ χορηγήσῃ ἐκ τοῦ ἐπιτρέψαντος τὴν ἐγκατάστασιν τῆς δικαιοπαρόχου της Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας Β. Διατάγματος, ὅπερ ἐπέχει τόπον συμβάσεως καὶ ὑποχρεοῖ καὶ αὐτήν. Ὁ δόλος εἶναι προφανής, ὃν μετῆλθεν ἡ συμβληθεῖσα μετὰ τοῦ Δήμου Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος, καὶ μόνον ἡ ἄγνοια τῆς Ἑταιρείας, ἐὰν ἤθελεν ἰσχυρισθῆ καὶ ἀποδείξῃ τοιαύτην, δύναται νὰ τὴν σώσῃ. Ὅταν ἐγένετο εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἡ συζήτησις περὶ τῆς ἀνακοινώσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, ἐπρομηθεύθην τὸ συμβόλαιον τὸ μεταξὺ τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἐξ οὗ αἱ μέχρι τότε ἀόριστοι πληροφορίαι περὶ παροχῆς ρεύματος εἰς μικροτέραν τιμήν, τοῦ πρὸς τὸν Δῆμον παρεχομένου ρεύματος, μετεβάλλοντο εἰς πραγματικότητα, παρουσίασα τὸ συμβόλαιον, ἐξ οὗ ἀπεδεικνύετο ὁ δόλος τῆς ζητούσης νὰ ἀνανεώσῃ τὴν δολίαν σύμβασιν Ἑταιρείας τοῦ φωταερίου. Ὁ Δήμαρχος ἔμεινεν ἔκπληκτος, μανθάνων τὴν ὕπαρξιν τοιούτου συμβολαίου. Ἐζήτησα νὰ ἀπορριφθῶσιν αἱ προτάσεις τῆς Ἑταιρείας, ὡς ἀπαράδεκτοι, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Συνάμα δὲ ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ τότε προέβη εἰς μέτρα κατὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ φωταερίου, ἡ ὁποία ἦτο ὑπόχρεως εἰς μείωσιν τῆς τιμῆς, διότι ἦτο δικαιοδόχος τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας διὰ τὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως. Οὕτω, τὴν προσεκάλεσεν ἡ Δημοτικὴ Ἀρχή, νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὸ Διάταγμα, κανονίζουσα πλέον τὴν τιμήν, ἀνεξαρτήτως τῆς συμβάσεως, διότι ἡ σύμβασις ἦτο προφανής, ὅσον ἀφορᾷ, τοὐλάχιστον, τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς, ἄκυρος. Ἦτο προϊόν δόλου ἢ ἀπάτης. Ἡ Ἑταιρεία τοῦ φωταερίου, ἀπαντῶσα, ἰσχυρίσθη ὅτι δὲν τὴν ὑποχρεώνει τὸ συμβόλαιον τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, διότι ἡ κατανάλωσις γίνεται ἐκτὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἐνῷ τὸ Διάταγμα ὁμιλεῖ περὶ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ὅτι εἶναι παράρτημα τῆς κινήσεως τοῦ Σιδηροδρόμου καὶ συνεπῶς δὲν εἶναι φωτισμός, καὶ ἄλλα παρόμοια. Ὁ Δῆμος ἐπέμενεν, ἡ δὲ Ἑταιρεία ἠπείλησεν ὅτι θὰ ἔσβυνε τοὺς ἠλεκτρικοὺς φανούς, ἀλλ’ ὁ Δῆμος καὶ πάλιν ἐπέμεινε, καὶ ἐπὶ τῇ ἀρνήσει της προσέβη, μετὰ μακρὰς συζητήσεις ἐν τῷ Δημοτικῷ Συμβουλίῳ, εἰς σύνταξιν διακηρύξεως δημοπρασίας ἠλεκτροφωτισμοῦ τῆς πόλεως. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως ταύτης, τὴν ὁποίαν διηυκόλυνε πολὺ ὁ ἀξιόλογος Τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας κ. Σαρόπουλος, τὴν παρηκολούθει ἐκ τοῦ πλησίον εἷς ὑπάλληλος τῆς Ἑταιρείας τοῦ φωταερίου, ὅστις κατόπιν ἦτο καὶ ὑποψήφιος Βουλευτὴς ἐν Ἀττικῇ, καὶ ὁ ὁποῖος ἀπῆλθεν ἐξ Ἀθηνῶν συναποκομίσας καὶ περὶ τὸ ἓν ἑκατομμύριον τῆς Ἑταιρείας.
§125ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὁ Ψαρούτης.
§126Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τέλους, ψηφισθείσης ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου τῆς διακηρύξεως ταύτης περὶ τὸ 1912, πρὸ τῶν πολέμων, ὑπεβλήθη ἀμέσως διὰ τοῦ Νομάρχου εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπέφερε τροποποιήσεις τινάς, ὅσον ἀφορᾷ τὰς τιμάς, διότι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον εἶχεν ὡρίσει ὡς τιμὴν τοῦ ρεύματος διὰ τὴν κίνησιν 3 λεπτά, διὰ δὲ τὸν ἰδιωτικὸν φωτισμὸν τὸ ἀνώτατον ὅριον 5 λεπτὰ κατὰ ἑκατόβατον ὥρας, ἄφηνε δὲ ὡς ζητουμένην τὴν τιμὴν τῆς παροχῆς τοῦ ρεύματος πρὸς τὸν Δῆμον καὶ τὸ Δημόσιον, ἥτις ἤθελε κανονισθῆ ὑπὸ ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον προσέλθῃ εἰς τὴν δημοπρασίαν καὶ μειοδοτήσωσι. Δυστυχῶς, ἡ Ἑταιρεία παρηκολούθει τόσον ἐκ τοῦ πλησίον τὴν πορείαν τῆς διακηρύξεως ὥστε κατώρθωσε νὰ τὴν ματαιώσῃ μέχρι σήμερον. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἐν τῷ μεταξύ, ἐπειδὴ εἶχε λήξει ἡ διάρκεια τῆς συμφωνίας τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ τῆς πόλεως, τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον παρέτεινεν ἀνὰ δύο, τρεῖς μῆνας ἑκάστοτε τὴν συμφωνίαν μετ’ ἐπιφυλάξεως τοῦ Δήμου, ὅσον ἀφορᾷ τὸν προσδιορισμὸν τῆς τιμῆς, καὶ ἐπὶ τέλους, ὅταν ἐψηφίσθη ἡ διακήρυξις καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐνεκρίθη, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ παρατείνῃ ταύτην, μέχρις ἐνεργείας τῆς δημοπρασίας. Καὶ σήμερον αὐτὸ εἶναι τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον διέπει τὰς σχέσεις μεταξὺ Δήμου καὶ Ἑταιρείας, ἤτοι παράτασις τῆς συμφωνίας τῆς ἀρχικῆς τοῦ 1902, μὲ τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ δικαιώματος νὰ πληρώσῃ ὁ Δῆμος, ὄχι 60, ἀλλ’ 21½ λεπ. κατὰ κιλοβὰτ ὥραν, μέχρις ὅτου ἐνεργηθῇ ἡ δημοπρασία, ἥτις μέχρι σήμερον δὲν ἐνηργήθη. Ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Ἑταιρεία κατέφυγεν εἰς διάφορα μέσα πρὸς ματαίωσιν τῆς ἐνεργείας τῆς δημοπρασίας, καὶ δὴ κατώρθωσε νὰ παραπλανήσῃ προέδρους τινὰς Συντεχνειῶν, οἱ ὁποῖοι, μεταβαίνοντες παρὰ τῷ τότε Πρωθυπουργῷ Βενιζέλῳ, κατήγγειλον τὴν διακήρυξιν ὡς μεροληπτικὴν ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας. Τοῦτο μαθόντες τρεῖς ἕως τέσσαρες Σύμβουλοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταριθμοῦμαι, μετέβημεν παρὰ τότε κ. Πρωθυπουργῷ καὶ ἀνεπτύξαμεν τὰ ζητήματα, ὡς εἶχον, καὶ ὁμολογουμένως, ὁ τότε κ. Πρωθυπουργὸς, ἀντιληφθεὶς πῶς εἶχον πράγματι τὰ τῆς διακηρύξεως τῆς δημοπρασίας, μᾶς ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἐπεστρέφετο ὁ φάκελλος, ἵνα ἐνεργηθῇ ἡ δημοπρασία, ἀφοῦ προηγουμένως ἐτροποποιεῖτο ἐπί τινος σημείου, ἐφ’ οὗ ἐπῆλθε διάσπασις γνωμῶν. Τὸ σημεῖον τοῦτο ἀφεώρα τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἡ Ἑταιρεία τοῦ φωταερίου ἀπέκτησεν ἰδανικῶς μὲν ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ 1887, ὡς ἄνευ δικαιώματος ἀποζημιώσεως, πραγματικῶς δέ, ἐκ τῆς συμβάσεως τοῦ 1907, δηλαδή, μὲ δικαίωμα ἀποζημιώσεως, νὰ προτιμᾶτε ἐν τῷ ἠλεκτροφωτισμῷ τῆς πόλεως παντὸς ἐργολάβου ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἐν τῇ διακηρύξει ἐπέμενον καὶ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπεφάσισε νὰ τεθῇ, ὅτι ἡ ἐξακρίβωσις τῶν ἴσων ὅρων, ἐν περιπτώσει τῶν ὁποίων θὰ προετιμᾶτο ἡ Ἑταιρεία, ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ.
§127Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ ποίας συμβάσεως ἀπέκτησε τὸ δικαίωμα τῶν ἴσων ὅρων ἡ Ἑταιρεία;
§128Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Τοῦ 1907.
§129Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1887 εἶχε τὸ δικαίωμα αὐτό;
§130Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ἄνευ ἀποζημιώσεως. Ἦτο μᾶλλον ἰδανικόν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν τὸ εἶχεν ἀπολύτως, διότι ὁ Δῆμος, συμβαλλόμενος καὶ ὑποσχόμενος προτίμησιν ἐπὶ ἴσοις ὅροις, ἔστω ἄνευ ὑποχρεώσεώς του δὲν ἠδύνατο νὰ κακοπιστήσῃ καὶ νὰ λησμονήσῃ τὴν ὑποχρέωσίν του. Οὕτω λοιπόν, ἐτέθη εἰς τὴν διακήρυξιν τῆς δημοπρασίας ὑπὸ τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ προτίμησις τῆς Ἑταιρείας θὰ γίνῃ μεταξὺ αὐτῆς καὶ τοῦ τελευταίου μειοδότου ἐν τῇ δημοπρασίᾳ, καθ’ ὅσον, τοῦ Δήμου ὡς ἀτελοῦς νομικοῦ προσώπου μὴ δυναμένου νὰ συμβληθῇ, εἰ μὴ διὰ δημοπρασίας, ἐν τοιαύτῃ ἐνεργουμένῃ ἔδει νὰ ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς Ἑταιρείας τῆς προτιμήσεώς της ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἀλλ’ ὁ τότε Πρωθυπουργὸς εἶχεν ἐναντίαν γνώμην, πεισθεὶς εἰς τὰς παραστάσεις τῆς Ἑταιρείας, ἡ ὁποία ἐφρόνει ὅτι ἠδικεῖτο, ὑποστηρίζουσα ὅτι ἔδει νὰ γίνῃ προηγουμένως ἡ δημοπρασία, νὰ κατακυρωθῇ εἰς ἕνα ἐργολάβον τὸ ἔργον καὶ μετὰ τοῦτο νὰ τῆς ἀνακοινωθῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δημοπρασίας, ὅπως ἀπαντήσῃ, ἐὰν δέχηται νὰ τὸ κάμῃ ἐπὶ ἴσοις ὅροις. Ἀλλὰ τοιουτοτρόπως παρετηρήσαμεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἐργολάβος, νὰ μειοδοτήσῃ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ, διότι πᾶς ὅστις θὰ ἤρχετο νὰ κάμῃ προτάσεις θὰ ἀπεχώρει εὐθὺς ὡς ἐμάνθανεν, ὅτι οἱ ὅροι του δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ γίνωσι τελειωτικῶς δεκτοί, διότι ὡς ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὅτι θὰ ἦσαν οἱ συμφερώτεροι διὰ τῆς δημοπρασίας, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἀνεκοινοῦντο τῇ Ἑταιρείᾳ τοῦ Φωταερίου, παρ’ ἧς θὰ ἐξηρτᾶτο ἡ τύχη αὐτοῦ. Πρὸς θεραπείαν δὲ τοῦ ἀτόπου τούτου, ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν θὰ προσήρχετο οὐδεὶς ἐν τῇ γενησομένῃ δημοπρασίᾳ, ἐπροτείναμεν εἰς τὸν τότε κ. Πρωθυπουργὸν νὰ τεθῇ ἐν τῇ διακηρύξει βραβεῖον ἐκ διακοσίων καὶ τριακοσίων χιλιάδων δραχμῶν δι’ ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελε τυχὸν ἀποκλεισθῇ ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑταιρείας τῶν ἴσων ὅρων, ὅπερ καὶ ἀπεδέχθη ὁ τότε κ. Πρωθυπουργός, ὑποσχεθεὶς τὴν ταχεῖαν ἐπιστροφὴν τοῦ σχετικοῦ φακέλλου. Ἀλλ’ ἔκτοτε ὁ Δῆμος ἀναμένει τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φακέλλου, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξὺ ἀπωλέσθη. Δὲν γνωρίζω ἐὰν παρηκολούθησε τὸν ἀποδράσαντα ὑπάλληλον τῆς Ἑταιρείας, ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι, ὅτι ὁ φάκελλος δὲν ὑπάρχει.
§131ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖον Ὑπουργεῖον ἦτο ἁρμόδιον;
§132Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Τότε ἦτο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ κατόπιν τὰ τῆς Συγκοινωνίας.
§133Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἀπωλέσθη κατὰ τὴν μεταφοράν. (Γέλωτες).
§134Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Φαίνεται ἡ ἡμερομηνία τῆς ἀποστολῆς τοῦ φακέλλου;
§135Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Βεβαιότατα, οὐχὶ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἐπεξεργασία τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον προηγουμένως, τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐπεξειργάσθη τὴν διακήρυξιν καὶ ἐπέφερε μάλιστα καὶ τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἡ Ἑταιρεία ἀπεδέχθη ἀμέσως. Διότι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἀνεβίβασε τὸ ἀνώτατον ὅριον τῆς τιμῆς τοῦ ἰδιωτικοῦ φωτισμοῦ ἀπὸ πέντε λεπτὰ εἰς ἕξ, τὸ ὁποῖον ἀπεδέχθη ἡ Ἑταιρεία καὶ τὸ ἐνέκρινε, καταβιβάσασα ἔκτοτε τὴν τιμὴν τοῦ ρεύματος διὰ τὰ καταστήματα εἰς 6 λεπτὰ καὶ διὰ τὰς οἰκίας εἰς 7.
§136Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ τότε ἀνεγνωρίσθη ὅτι ἀπωλέσθη ὁ φάκελλος;
§137Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἔκτοτε ἀνεζήτουν τὸν φάκελλον, καὶ ὅτε μὲν μοὶ ἔλεγον ὅτι θὰ εἶναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ὅτε δὲ εἰς Τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ἐπὶ τέλους ἐπιστοποιήθη ὅτι ὁ φάκελλος ἀπωλέσθη.
§138Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν εἶναι γνωστὸν ποῦ ἀπωλέσθη;
§139Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι τὸν φάκελλον αὐτὸν τὸν εἶχε ζητήσει ὁ τότε Πρωθυπουργὸς κ. Βενιζέλος διὰ νὰ τὸν μελετήσῃ, ἵνα ἴδῃ κατὰ πόσον εἶναι δίκαια τὰ παράπονα τῶν Προέδρων τῶν Συντεχνειῶν, τοὺς ὁποίους παρεπλάνησεν ἡ Ἑταιρεία, παραστήσασα εἰς αὐτοὺς τεχνηέντως, ὅτι ἡ διακήρυξις ἦτο ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας. Ὁ κ. Βενιζέλος, τὸν ὁποῖον ἴδομεν τότε, μᾶς ὑπεσχέθη ὅτι, μετὰ τὴν μελέτην, θὰ ἐπιστρέψῃ τὸν φάκελλον. Καὶ βεβαίως, θὰ τὸν ἐπέστρεφεν...
§140Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας δὲν ἐλειτούργει τότε.
§141Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Βεβαίως, διότι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπεβλήθη. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀπωλέσθη ὁ φάκελλος, δὲν δικαιολογεῖται ἡ ἀδράνεια, ἡ ἔκτοτε παρατηρηθεῖσα μέχρι σήμερον, διότι ἠδύνατο κάλλιστα νὰ γίνῃ ἀντίγραφον τῆς διακηρύξεως ἐκ τῶν πρακτικῶν τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου καὶ τῆς ἐπεξεργασίας τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ νὰ διεξαχθῇ ἡ δημοπρασία, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐγένετο. Ἐὰν ἤθελε δὲ ἐνεργηθῇ δημοπρασία, θὰ εὑρισκόμεθα σήμερον εἰς λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κοινωνίαν. Διότι, ἐὰν εἶχεν διενεργηθῇ ἡ δημοπρασία, ἄμεσον αὐτῆς ἀποτέλεσμα θὰ ἦτο ἡ ἐξεύρεσις τιμῆς λογικῆς τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, κατ’ ἀνάγκην, καὶ ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ του πρὸς τὸ φωταέριον, θὰ εἶχε μειωθῆ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ φωταερίου. Ἐλέχθησαν πολλά, ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν τοῦ Δήμου μετὰ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Φωταερίου τοῦ 1907, καὶ κατεκρίθη καὶ ἴσως κατακρίνεται ἡ τότε Δημοτικὴ Ἀρχή, διότι ἐπιτηδείως καὶ πρὸς πολιτικὴν κερδοσκοπίαν τότε εἶχε διαδοθῇ, ὅτι δι’ τῆς συμβάσεως αὐτῆς παρετάθη τὸ προνόμιον τῆς Ἑταιρείας, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀνακριβές, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, τὸ προνόμιον τῆς Ἑταιρείας παρετάθη διὰ τῆς συμβάσεως τοῦ 1887 καὶ 21 ὁλόκληρα ἔτη πρὸ τῆς λήξεως αὐτοῦ. Διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι αἱ συμβάσεις τοῦ 1902 καὶ 1907 δυσκόλως ἠδύναντο νὰ εἶναι καλλίτεραι, πρέπει νὰ ἀποκαλύψω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν συνεννόησιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δύο Ἑταιρειῶν, τῆς Ἠλεκτρικῆς καὶ τῆς τοῦ Ἀεριόφωτος, συνεννόησιν αὐτόχρημα ἐγκληματικήν, συνεννόησιν ἀναγεγραμμένην εἰς ἐπίσημα συμβόλαια. Ὑπάργουν δὲ τρία τοιαῦτα: τὸ ὑπ’ ἀριθ. 104,615 τῆς 2 Ἰουλίου 1901, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 119.579 τῆς 8 Μαρτίου 1904 καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 145.635 τῆς 22 Ἰουλίου 1908 τοῦ αὐτοῦ συμβολαιογράφου Ἠλ. Γλυκοφρίδου. Ἐν τῷ συμβολαίῳ τοῦ 1901 συμβάλλεται ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία καὶ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος, ἡ ὁποία εἶχε κατορθώσει νὰ ἔχῃ ἐγκατάστασιν ἐργοστασίου παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, συμβάλλονται, λέγω, συνεννοοῦνται ἀμοιβαίως, ὡς λέγουν, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ ζημία ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ, καὶ διανέμονται τὴν πόλιν, ἤτοι ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία νὰ παράγῃ μόνη καὶ νὰ παρέχῃ τὸ ρεῦμα, νὰ τὸ μεταπωλῇ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἀεριόφωτος, ἡ ὁποία μόνη θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διανέμῃ καὶ τὸ πωλῇ εἰς τοὺς καταναλωτάς, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τοῦ φωταερίου ἤθελε παύσῃ νὰ παράγῃ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα, κλείουσα τὸ ἐργοστάσιόν της καὶ τοιουτοτρόπως παρεχωρεῖτο τὸ μονοπώλιον τῆς παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος εἰς τὴν ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν, καὶ συνεπείᾳ τούτου ὡρίσθη μεταξὺ των αὐθαιρέτως καὶ κατ’ ἀρέσκειαν ἡ τιμὴ τοῦ ρεύματος, ἀνθ’ ἧς θὰ τὸ ἐπρομηθεύετο ἡ Ἑταιρεία τοῦ Φωταερίου καὶ ἐκείνη ἀνθ’ ἧς θὰ τὸ διένειμε αὕτη. Ἀλλὰ δὲν ἔφθανε τοῦτο. Ἀλλ’ ἐκήρυξε πόλεμον κατὰ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων καὶ τοῦ Δήμου Πειραιῶς, διότι εἰς τὰς συμφωνίας ἐτέθη ὅρος, ἀπαγορεύων εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν νὰ κάμνῃ προτάσεις ἠλεκτροφωτισμοῦ εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων. Τοιαύτας ἐδικαιοῦτο νὰ κάμνῃ μόνον ἡ Ἑταιρεία τοῦ Φωταερίου, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ διέθετε τὸ ρεῦμα ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον, ὅτι ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία δὲν διέθετε μόνον τὸ ρεῦμά της πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἀεριόφωτος, ἀλλὰ διέθετε συγχρόνως καὶ τὴν ἐπιρροήν της καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της. Αὐτὸ εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὰ ἐπίσημα συμβόλαια! Νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ συμβόλαιον; (Ἀναγινώσκει) «Ἄρθρον 25....
§142Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀναγνώσατε τὰ ὀνόματα, δὲν εἶναι μυστικά.
§143Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ πρόσωπα. Λοιπόν, ἄρθρον 25: (Ἀναγινώσκει) «Κατ’ ἀκολουθίαν τῶν προηγουμένων ὅρων, ἡ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν θέλει ἐπιδιώξῃ μόνη τὰς διαπραγματεύσεις μετὰ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων διὰ τὴν ἐγκατάστασιν ἠλεκτρικοῦ δημοσίου φωτισμοῦ, ἡ δὲ Ἑλληνικὴ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία ἀπαγορεύει ἑαυτῇ τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ ἰδίας πρὸς τοῦτο προτάσεις καὶ ὑποχρεοῦται νὰ βοηθήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἀεριόφωτος διὰ τῆς ἐπιρροῆς αὐτῆς κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν διαπραγματεύσεων».
§144Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ δύο ἰδιωτικῶν Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι συμβάλλονται καὶ θέτουν ὅρους. Κατὰ τί ἔβλαψε τοῦτο τὸ Δημόσιον;
§145Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Τὸ ἔβλαψε, διότι δὲν εἶχε, παρὰ μίαν μόνον προσφορὰν καὶ ταύτην μονοπωλιακήν.
§146Λ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Διότι ἐδώσατε τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχητε ἄλλην προσφοράν, διότι ἦτο δύσκολον νὰ παρουσιασθῇ ἄλλη Ἑταιρεία νὰ δώσῃ 15.000.000.
§147Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Μολονότι διετελέσατε Δήμαρχος, δὲν ἐνθυμεῖσθε ὅτι ὁ Δῆμος δύναται νὰ ἠλεκτροφωτίσῃ τὴν πόλιν καὶ διὰ τρίτου, ἐκτὸς τῆς Ἑταιρείας τοῦ Φωταερίου. Εἶχεν ἀποκτήσει, ὡς εἶπον, τὸ δικαίωμα αὐτὸ, τῆς Ἑταιρείας τοῦ Φωταερίου δικαιουμένης νὰ προτιμηθῇ μόνον ἐπὶ ἴσων ὅρων προσφορῶν, αἵτινες ἀπεκλείοντο ὑπ’ αὐτῆς διὰ τῆς ἄνω συμφωνίας ἐπὶ βλάβῃ τοῦ Δήμου, δὲν ἀπῃτοῦντο δὲ 15 ἑκατομμύρια, ἀφοῦ τὸ κεφάλαιον τῆς Ἑταιρείας τοῦ Φωταερίου εἶναι μόνον 2.500.000.
§148Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ. Νομίζω, κ. Συνάδελφε, ὅτι πρέπει νὰ τονίσητε, ὅτι ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος εἶχεν ἐγκαταστάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ δύναται αὐτὴ νὰ ἠλεκτροφωτίσῃ τὴν πόλιν καὶ νὰ μὴ καταφύγῃ εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν.
§149Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ κάμνετε. Αὐτὸ εἶναι ἀκριβές, ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος εἶχεν ἰδίαν ἐγκατάστασιν διὰ τὸν ἠλεκτροφωτισμὸν, τὴν ὁποίαν κατεδίκασε εἰς ἀργίαν διὰ τῶν ἄνω συμβολαίων. Ἀναγινώσκω περαιτέρω: Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐκδικάσεως τοῦ Δήμου Πειραιῶς (Ἀναγινώσκει): «Ἄρθρον 26. Ἡ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν θέλει προβῇ παρὰ τῇ Διεθνεῖ Ἑταιρείᾳ τοῦ Φωταερίου, ἐχούσης τὴν παραχώρησιν τοῦ διὰ φωταερίου φωτισμοῦ τῆς πόλεως Πειραιῶς, εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα, ὅπως αὕτη ὑποχρεωθῇ νὰ μὴ παράσχῃ ἠλεκτρικὸν φωτισμὸν εἰς τὴν πόλιν ταύτην. Ἀλλ’ ἡ Ἑλληνικὴ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία ἀφ’ ἑτέρου θέλει διευκολύνει διὰ τῶν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς μέσων τὰς νῦν διεξαγομένας διαπραγματεύσεις μεταξὺ τῆς Διεθνοῦς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος καὶ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς Πειραιῶς». Ἀλλ’ ἀφοῦ συνεννοήθησαν αἱ Ἑταιρεῖαι μεταξύ των, ἵνα ἐπιδράμωσι κατὰ τῶν Δήμων, καὶ ἀφοῦ συνεφώνησαν εἰς τὰς προτάσεις, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξηνάγκαζον αὐτούς, ἐπῆλθε καὶ ποιά τις δυσπιστία μεταξύ των καὶ ἐφρόντισαν νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ μία ἀπέναντι τῆς ἄλλης. Ἵνα μὴ τυχὸν ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν, συνεφωνήθη, ὅτι ἡ Ἑταιρεία Ἀεριόφωτος δὲν δύναται νὰ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, εὐνοοῦσα τὸ φωταέριον, ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ηὔξανε τὰς τιμὰς τοῦ ἠλεκτρικοῦ, ἔπρεπε νὰ αὐξήσῃ καὶ τὰς τιμὰς τοῦ φωταερίου, καὶ ἀντιθέτως, ἄν ἐν τῷ μεταξὺ ἤθελον ἐλαττωθῇ αἱ τιμαὶ τοῦ φωταερίου, τότε ἦτο ὑπόχρεως νὰ ὑποβιβάσῃ καὶ τὰς τιμὰς τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Καὶ τοῦτο συνέβη κατὰ τὸ 1907, ὅτε διὰ συμβάσεως, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Φωταερίου καὶ τοῦ Δήμου, ἡ τιμὴ τοῦ φωταερίου ἐμειώθη ἀπὸ 36 λεπτὰ εἰς 26 καὶ συνεπείᾳ τούτου, δυνάμει τῶν ἄνω συμβολαίων, κατεβίβασεν ἡ Ἑταιρεία καὶ τὴν τιμὴν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Ἤδη ἀντιθέτως ζητοῦσιν ἀμφότεραι, συνεπεῖς πρὸς τὰς μεταξὺ τῶν συμβάσεις, νὰ αὐξήσωσι τὰς τιμὰς τοῦ τε φωταερίου καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, παραβλέπουσαι τὴν μεταξὺ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Φωταερίου σύμβασιν, δυσφοροῦσαι ὅτι τὰ κέρδη των περιορίζονται, ἐνῷ ὅταν ταῦτα ἦσαν ὑπέρμετρα, δὲν ἐσκέφθησαν νὰ μειώσωσι τὴν τιμὴν αὐτῶν εἰς τὸ νόμιμον μέτρον. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τοῦ ζητήματος. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ ἐνδιαφέρει τὰ μέγιστα τὴν πόλιν, ἐξαρτᾶται ἰδίως ἐκ τῆς δημοπρασίας, ἡ ὁποία θὰ ἐγίνετο διὰ τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν γίνεται τοιαύτη, θὰ εὑρίσκεται τὸ ζήτημα ἐκκρεμὲς καὶ ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ τοῦ φωταερίου θὰ εἶναι κυρία νὰ ταλανίζῃ καὶ πιέζῃ τοὺς καταναλωτὰς τοῦ φωταερίου καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Ἤδη ζητεῖται ὁποία θὰ εἶναι ἡ λύσις καὶ ποῖα μέτρα θὰ ἐξευρεθῶσιν, ἵνα ἀπαλλαγῇ ἡ πόλις ἀπὸ τὴν πίεσιν τῆς Ἑταιρείας ταύτης. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ἐπὶ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος παρέσχε τὸ προνόμιον τοῦ φωτισμοῦ. Ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι τοῦ 1857, ὁμιλεῖ δὲ περὶ παροχῆς προνομίου φωτισμοῦ πόλεων εἰς τὸν τότε ἀνάδοχον μέχρι 50 ἐτῶν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται εἰς πάντα ἄλλον νὰ συστήσῃ ἐν τῇ ἰδίᾳ πόλει κατάστημα πρὸς κατασκευὴν ἢ διοχέτευσιν φωτιστικοῦ ἀερίου.
§150Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ὑπάρχει εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος παραχωρεῖ τὸ προνόμιον.
§151Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ὁ νόμος δὲν λέγει πλέον τῶν ὅσων ἀνέφερον. Ἀλλ’ ἡ σύμβασις τοῦ Δήμου, τοῦ 1857, ἡ ὁποία ἐπεκυρώθη διὰ τοῦ Διατάγματος τῆς 28 Μαΐου 1857, παραχωρεῖ τὸ προνόμιον μόνον διὰ τὸν φωτισμὸν τῆς πόλεως διὰ τοῦ ἀερίου. Αὐτὸ εἶναι σημαντικὸν, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι σήμερον αἱ κολοσσιαῖαι εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον ὁ ἔντιμος προλαλήσας συνάδελφός μου, δὲν προέρχονται μόνον ἐκ τοῦ φωταερίου διὰ τὸν φωτισμόν, ἀλλὰ, κυρίως, προέρχονται ἐκ τῆς παροχῆς φωταερίου πρὸς θέρμανσιν καὶ πρὸς κίνησιν, ὡς κινητηρίου δυνάμεως, καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός. Σπουδαίως, λοιπόν, δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ἂν περιέχηται εἰς τὸ προνόμιον αὐτὸ καὶ ἡ θέρμανσις, καὶ ἡ κινητήριος δύναμις. Ἐπειδὴ δὲ ἡ κατανάλωσις τοῦ φωταερίου, τοῦ χρησιμοποιουμένου εἰς τὰς χρήσεις αὐτὰς, εἶναι ἀρκετὰ μεγάλη, δύναται κάλλιστα νὰ γίνῃ ἐνέργεια πρὸς δημοπρασίαν καὶ νὰ παραχωρηθῇ πρὸς Ἑταιρείαν, διότι μόνον τὰ ὅπλα ταῦτα ἔχομεν, δυστυχῶς, ἵνα ἀντισταθῶμεν κατὰ τῶν πλεονεκτικῶν διαθέσεων τῆς Ἑταιρείας τοῦ Φωταερίου. Ἄν ἀφαιρέσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς θερμάνσεως καὶ τὸ δικαίωμα τῆς κινητηρίου δυνάμεως ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν, βεβαίως ἡ κατανάλωσις αὐτῆς θὰ περιωρισθῇ κατὰ πολύ, συνεπῶς, καὶ τὰ κέρδη αὐτῆς, ὥστε νὰ ἐξαναγκασθῇ εἰς λογικὸν συμβιβασμόν.
§152Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἡ κινητήριος δύναμις δὲν εἶναι σπουδαία.
§153Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Μᾶλλον πλεονάζει σήμερον ἡ ἠλεκτρική, ἀλλὰ διὰ ταύτην ὁ Δῆμος καὶ τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι δεσμευμένα ὑφ’ οὐδενός. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐπισπεύσητε τὸ ἔργον τῆς δημοπρασίας, θὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, ἱκανῶς εὐχάριστον. Ἤδη, ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κοινωνίαν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Αἱ Ἑταιρεῖαι, διὰ δημοσιευθέντος εἰς τὰς ἐφημερίδας μετὰ περισσῆς ἰταμότητος ἀνακοινωθέντος, ἀγγέλλουσιν, ὅτι, καθ’ ἃ ἔχουσι δικαιώματα, θὰ αὐξήσωσι τὴν τιμὴν τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτὸς καὶ εἰδοποιοῦσι τοὺς μὴ ἀποδεχομένους τὴν αὔξησιν, ὅπως κανονίσωσι τὰ καθ’ ἑαυτούς. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω, ὅτι τοιοῦτον δικαίωμα δὲν τὸ ἔχουν. Ἐὰν διὰ τοῦ Διατάγματος τοῦ 1889, τὸ ὁποῖον παρεχώρησε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος εἰς Ἀθήνας, ἀφέθη ἐλευθερία εἰς τὴν Ἑταιρείαν νὰ ὁρίσῃ τὰς τιμάς, εἰς τὰς ὁποίας δίδει τὸ ρεῦμα εἰς τοὺς ἰδιώτας, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ αὐτὰς ἑκάστοτε, κατὰ τὸ δοκοῦν, διότι, ἄν μή τι ἄλλο, συνεφωνήθη μία σιωπηρὰ σύμβασις μεταξὺ αὐτῆς καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προέβησαν εἰς ἐγκαταστάσεις εἰς τὰς οἰκίας των καὶ τὰ ἐργοστάσιά των, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβάλουν μονομερῶς, εὐθὺς ὡς ἔλθῃ ἡ ὄρεξις εἰς τὰς Ἑταιρείας νὰ αὐξήσουν τὰς τιμάς. Ἐὰν ἡ Ἑταιρεία διὰ τὸ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα παρουσιάζει ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα, ὅπως ἀναγγέλλεται εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀρχίζουν νὰ πείθουν τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, δὲν δικαιοῦται εἰς ποιάν τινα αὔξησιν πάντως διὰ τὸ φωταέριον οὐδὲ λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ αὐξήσεως, διότι αὕτη εἶναι δεσμευμένη διὰ συμβάσεως πρὸς τὸν Δῆμον...
§154Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν ἐζητήθη τοιαύτη αὔξησις, μόνον διὰ τὸ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα ἐζητήθη.
§155Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἐγράφη, ὅτι καὶ ἡ Ἑταιρεία φωταερίου ζητεῖ τοιαύτην αὔξησιν καὶ ὁ Δήμαρχος ἀνήγγειλε τοῦτο εἰς τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, ὅπερ ὁμοφώνως ἀπέρριψε τὴν αἴτησιν. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα τὸ διαθέτει ἐπίσης ἡ Ἑταιρεία τοῦ φωταερίου, ἡ ὁποία ἀποθησαυρίζει ἀρκετὰ ἀπὸ τὸν Δῆμον.
§156Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἀφοῦ ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας τὴν σύμβασιν μεταξὺ τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς τοῦ Ἀεριόφωτος, εἴπατέ μας, τίνα γνώμην ἔχετε περὶ τῆς παροχῆς τοῦ ρεύματος τοῦ ἠλεκτρικοῦ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν Ἀεριόφωτος, ἵνα αὕτη τὸ πωλεῖ εἰς ὡρισμένην τιμήν.
§157Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξύ των, εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἡ Ἑταιρεία ἡ Ἠλεκτρικὴ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δίδῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν Ἀεριόφωτος 600.000 κιλοβὰτ ρεύματος πρὸς τιμήν, ἥτις ἀρχικῶς εἶχε κανονισθῆ εἰς 90 λεπτὰ, κατόπιν κατεβιβάσθη εἰς 50 λεπτὰ, τὰ ἐπὶ πλέον δὲ τῶν 600.000 κιλοβάτ, πρὸς 30 λεπτά. Ἀλλὰ σημειώσατε, ὅτι εἰς τὰς τιμὰς ταύτας περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἐτησία δόσις, ἡ ὁποία καταβάλλεται πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ δικτύου τῆς διοχετεύσεως, τὸ ὁποῖον μετεβίβασεν ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία πρὸς τὴν Ἑταιρείαν Ἀεριόφωτος, εἰς τρόπον ὥστε, κατὰ μέσον ὅρον, ἀσφαλῶς δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ τίμημα εἶναι 35 λεπτά, εἰς τὰ ὁποῖα περιλαμβάνεται, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τὸ χρεωλύσιον τοῦ δικτύου τῆς διοχετεύσεως. Ἀλλά, κατὰ τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν, ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἠλεκτρικοῦ φωτός, τὸ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα κατὰ κιλοβὰτ δὲν στοιχίζει περισσότερον τῶν πέντε λεπτῶν, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ τρία ἀναλογοῦν εἰς τὴν καύσιμον ὕλην. Συνεπῶς, ἐν ᾗ περιπτώσει, ἕνεκα τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ ἄνθρακος, πρέπει νὰ αὐξηθῇ ἡ τιμή, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν, κατὰ τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν, τρία λεπτὰ κατὰ κιλοβάτ, καὶ ἐπειδὴ ἐπενταπλασιάσθη ἴσως ἡ τιμὴ τοῦ ἄνθρακος, πρέπει νὰ ὑπολογίσωμεν 15 λεπτά, κατὰ τὰ ὁποῖα στοιχίζει περισσότερον εἰς τὴν Ἑταιρείαν ἡ παραγωγὴ τοῦ ρεύματος κατὰ κιλοβάτ. Ἄν καὶ εἰς τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν παρέχεται τὸ ρεῦμα εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Φωταερίου, ὑπάρχει περιθώριον ὥστε νὰ μὴ ζημειωθῇ. Βεβαίως, δύναται νὰ μὴ κερδίζῃ πολλά, ἀλλ’ ἡ Ἑταιρεία τοῦ Φωταερίου ἐκέρδισε τόσα μέχρι σήμερον, ὥστε δύναται νὰ ὑποστῇ μικρὰν θυσίαν τῶν κερδῶν της, αὐξάνουσα τὴν καταβαλλομένην τιμὴν εἰς τὴν Ἑταιρείαν, χωρὶς νὰ αὐξήσῃ τὴν πρὸς τοὺς ἰδιώτας τιμὴν τοῦ παρεχομένου ρεύματος, διὰ τὸν ὀλίγον χρόνον, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ διατρέχωμεν τὰς κρισίμους αὐτὰς περιστάσεις. Εἰς τὴν διακήρυξιν, περὶ ἧς σᾶς ὡμίλησα, ἐπρόκειτο νὰ περιληφθῇ καὶ ὅρος, ὁ ὁποῖος, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ διὰ νόμου, ὅρος, κατὰ τὸν ὁποῖον, οἱ προμηθευταὶ ρεύματος ἠλεκτρικοῦ, ἢ φωταερίου πρέπει νὰ ἔχωσι καὶ ἐργοστάσια παραγωγῆς, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ παρέχηται τοῦ λοιποῦ ἄδεια τοιαύτη. Τὸ λάθος αὐτὸ ἐπανελήφθη δὶς μέχρι τοῦδε, καὶ ἂν δὲν ἐγίνετο τὸ λάθος αὐτό, σήμερον δὲν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν κρίσιν αὐτήν, διότι θὰ εἴχωμεν μέγαν ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ τῶν παραγωγῶν ἠλεκτρικοῦ ρεύματος. Τὸ λάθος αὐτὸ ἐγένετο κατὰ πρῶτον εἰς τὴν ἠλεκτροκίνησιν τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν– Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἔχῃ ἐργοστάσιον κινήσεως, διότι, κατὰ τὸν νόμον, ἠδύνατο τὸ περὶ πλέον ρεῦμα νὰ τὸ διαθέσῃ πρὸς φωτισμὸν εἰς τὴν πόλιν. Τὸ αὐτὸ λάθος ἐπανελήφθη καὶ κατὰ τὴν ἠλεκτροκίνησιν τῶν Τροχιοδρόμων. Δὲν ἐτέθη ὡς ὑποχρέωσις τῆς Ἑταιρείας νὰ ἔχῃ ἴδιον ἐργοστάσιον, καὶ τοιουτοτρόπως ἀμφότεραι αἱ Ἑταιρεῖαι αὗται, ἥ τε τῶν Τροχιοδρόμων καὶ ἡ τῶν Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς, ἐπροτίμησαν, μὴ οὖσαι ὑπόχρεοι εἰς ἵδρυσιν ἰδίου ἐργοστασίου παραγωγῆς ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, νὰ προμηθευθῶσι τὰ ἀναγκαῖα αὐτοῖς εἰς κινητήριον δύναμιν ἀπὸ τὴν Ἠλεκτρικὴν Ἑταιρείαν καὶ τοιουτοτρόπως ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ συνεκέντρωσε πᾶσαν τὴν κατανάλωσιν, ἐγκαθιδρύθη ἐνταῦθα, ὡσεὶ τῇ εἶχε χορηγηθῆ μονοπώλιον, ὀργιάζουσαι εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, τοῦ Δήμου καὶ τῶν ἰδιωτῶν. Πρέπει νὰ προσθέσω, ἐπίσης, ὅτι τὸ Δημόσιον, ἀναγνωρίσαν — δὲν εἶνε πολὺ νὰ εἴπῃ τις — ὅτι λῃστεύεται ἀπὸ τὴν Ἑταιρείαν Φωταερίου, ἐζήτησε δι’ ἀγωγῆς του τὴν ἐπιστροφὴν παρὰ τῆς Ἑταιρείας 800 χιλιάδων δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐπὶ πλέον, διότι ἀπὸ τοῦ 1901, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει ἡ σύμβασις μεταξὺ Σιδηροδρόμων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς καὶ Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας περὶ παροχῆς τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος πρὸς 27 λεπτά, ἀπὸ τότε, λέγω, τὸ Δημόσιον ἐπλήρωνεν 96 λεπτὰ κατὰ κιλοβάτ, ἀντὶ τῶν 21½ λεπτῶν, ἅτινα ἔδει νομίμως νὰ πληρώνῃ, ἤτοι τὸ τετραπλάσιον καὶ πλέον. Ἡ ἀγωγὴ τοῦ Δημοσίου ἐξεδικάσθη καὶ τὴν ἐκέρδισε τὸ Δημόσιον εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον, εἶναι δὲ ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τοῦ Ἐφετείου. Ἐπίσης, ἡ αὐτὴ Ἑταιρεία, ὅταν ἠρνήθη νὰ δεχθῇ τὰς προτάσεις τῆς ὁ Δῆμος καὶ προεκήρυξεν οὗτος τὴν δημοπρασίαν τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ, ἤγειρεν ἀγωγὴν κατὰ τοῦ Δήμου, ζητοῦσα τὸ ἀντίτιμον συμφώνως πρὸς τὴν σύμβασιν, ἀλλ’ ὁ Δῆμος ἀντέταξε τὸν δόλον τῆς Ἑταιρείας, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ ἀπαιτῇ τὸ τριπλάσιον τοῦ νομίμου τιμήματος, ἀφοῦ, κατὰ τὸ Διάταγμα, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπέτρεψε τὴν ἐκμετάλλευσιν, δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ πλέον τοῦ 21.6. Δυστυχῶς, ἀμφότεραι αἱ ἀγωγαί, ἥ τε τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ τῆς Ἑταιρείας κατὰ τοῦ Δήμου, εὑρίσκονται ἐκκρεμεῖς, καὶ παρὰ τὰς προτροπάς μου, τὰς ὁποίας ἐπανειλημμένως ἔκαμον πρὸς τὸν Δήμαρχον κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, ὅτε δὲν ἦτο τὸ Δικαιοστάσιον, δὲν ἐξεδικάσθησαν ἀκόμη. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει του κατὰ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Δικαιοστασίου, νὰ ἐξαιρέσῃ τὰς δίκας αὐτάς. Ἴσως, ἴσως ἔπρεπε καὶ δι’ εἰδικοῦ Διατάγματος νὰ ἐξαιρέσῃ τὰς δίκας αὐτὰς τοῦ Δικαιοστασίου, ἵνα συζητηθῶσι καὶ λυθῇ, τέλος πάντων, τὸ ζήτημα αὐτό, ἐὰν ἔχῃ δίκαιον ἡ Ἑταιρεία ἢ ὁ Δῆμος, ἢ τὸ Δημόσιον. Σήμερον, ὅπως ἔχουσι τὰ πράγματα, διὰ τὸν Δῆμον, ἴσως δὲν ἐνδιαφέρει πολύ, διότι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀφ’ ἧς ἐγένετο ἡ προκήρυξις δημοπρασίας, ἡ Ἑταιρεία τοῦ Φωταερίου, ἠνόει νὰ πληρώνεται συμφώνως μὲ τὸ ποσὸν τῆς συμβάσεως τοῦ 1901 πρὸς 60 λεπτὰ τὸ κιλοβάτ. Ἀλλὰ τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπηγόρευσεν εἰς τὸν Δήμαρχον νὰ πληρώνῃ ἄνω τῶν 21.6, δηλαδή, 20% κάτω τῶν 27 λεπτῶν, τὰ ὁποῖα πληρώνει ἡ Ἑταιρεία τοῦ Σιδηροδρόμου Ἀθηνῶν — Πειραιῶς, καὶ ἐπειδὴ ἡ Ἑταιρεία δὲν τὸ ἐδέχθη, ἔκτοτε ὁ Δῆμος δὲν πληρώνει καὶ ἐσχηματίσθη ἓν ποσὸν 800 περίπου χιλιάδων δραχμῶν, τὸ ὁποῖον, ἀσφαλῶς, θὰ μείνῃ ὑπὲρ τοῦ Δήμου, ὡς ἐπιστρεπτέον εἰς συμψηφισμὸν πρὸς τὸ ἀπὸ τοῦ 1901 μέχρι σήμερον ληφθὲν ἐπὶ πλέον παρανόμως. Ἐπιβάλλεται, λοιπόν, νὰ λήξῃ τὸ ζήτημα αὐτό, διὰ νὰ κανονισθῇ πλέον ἡ τιμὴ αὕτη, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ κανονισθῇ καὶ ἡ τιμὴ τῶν ἰδιωτῶν. Αὐτὰ τὰ μέτρα, νομίζω, ὅτι θὰ εἶναι συντελεστικά, ὅπως προληφθῇ ἡ κρίσις καὶ αἱ ὑπερφίαλοι ἀξιώσεις τῆς Ἑταιρείας. Ἀλλά, νομίζω, κ. Ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αἱ ἀξιώσεις αὗται τῆς Ἑταιρείας δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν τελευταῖον παρ’ ὑμῶν προταθέντα καὶ ψηφισθέντα νόμον περὶ αἰσχροκερδείας, διότι τὰ ζητούμενα κέρδη, ὁμολογουμένως, εἶναι αἰσχροκερδῆ (Χειροκροτήματα).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μάτεσης.
§159Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἠκούσαμεν ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας συναδέλφους τὴν ἱστορικὴν ἐξέλιξιν τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων ἰδίᾳ τὰς συμβατικὰς σχέσεις τοῦ Δήμου Ἀθηναίων πρὸς τὰς Ἑταιρείας. Διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἔρευναν τῶν ζητημάτων, πρὸ παντός, εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῶσι τὰ ζητήματα. Καὶ νομίζω, ὅτι παρουσιάζεται ἡ ἀλληλουχία τῶν ὑπὸ τὴν ἑξῆς μορφήν. Ὑπάρχει ζήτημα κοινωνικόν, ἢ οἰκονομικὸν ἐν τῷ τρόπῳ τῆς παροχῆς τοῦ φωταερίου, ἢ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος εἰς τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἄξιον τῆς ἀσχολίας τοῦ Κοινοβουλίου; Ποία εἶναι ἡ νομικὴ καὶ οὐσιαστικὴ μορφή, ὑφ’ ἥν παρουσιάζεται τὸ ζήτημα; Καὶ τέλος, τίνα τὰ πρὸς θεραπείαν πρόσφορα μέσα; Ἀκούομεν ἐπὶ ἔτη ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Πρωτευούσῃ, τὸν λαὸν δυσφοροῦντα καὶ παραπονούμενον κατὰ τοῦ χειρισμοῦ, ὃν καὶ αἱ δύο Ἑταιρεῖαι μετέρχονται ἐν ταῖς συναλλαγαῖς αὐτῶν πρὸς τοὺς πολίτας, ἰδίᾳ δέ, προκειμένου περὶ τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος, κατὰ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τῶν συμβατικῶν αὐτῆς δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Δὲν πρέπει νὰ τείνῃ τις εὔπιστον οὖς εἰς πάντα παραπονούμενον ἐν τῇ κοινωνικῇ πάλῃ τῶν συμφερόντων. Ἀλλ’ ὅταν οἱ μεμψιμοιροῦντες, καὶ δυσφοροῦντες δὲν ἀποτελῶσιν ἁπλῆν μειοψηφίαν, ἀλλ’ ἐμφανίζωσι καὶ ἐκπροσωπῶσι τὴν μεγάλην πλειονότητα, τὴν ὁλότητα σχεδόν, μιᾶς κοινωνίας, εἰς τὴν τοιαύτην κοινωνικὴν κραυγὴν δύναταί τις, ἀσφαλῶς, νὰ ἀναγνωρίσῃ τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα ἑνὸς κοινωνικοῦ ζητήματος καὶ ὀφείλει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἐσωτερικῶν γνωρισμάτων αὐτοῦ, τῆς ἐσωτερικῆς αὐτοῦ ὑποστάσεως. Χωρὶς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰς ἀκουσθείσας λεπτομερείας τῶν ζητημάτων, βλέπομεν μίαν Ἑταιρείαν, ἡ ὁποία ἀπὸ πεντηκονταετίας, ἀποκλειστικῶς, νέμεται τὰς ἀπολαυὰς τῆς ἐπιχειρήσεως κατασκευῆς καὶ καταναλώσεως φωταερίου, καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς ἀποκλειστικότητος, δημιουργηθείσης ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δέον νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἐλήφθησαν ἐπαρκῶς τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα νομικῆς καὶ συμβατικῆς ἀμύνης ἐναντίον πάσης ὑπερβασίας καὶ πάσης παρεκτροπῆς. Βλέπομεν ἀφ’ ἑτέρου μίαν ἄλλην Ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας ἡ μονοπωλιακὴ ἀποκλειστικότης δὲν στηρίζεται ἐπὶ νομικῶν ἢ συμβατικῶν θεμελίων, εἶναι ὅμως τοιαύτη ἐκ τῶν πραγμάτων, ἀποτελεῖ προνόμιον κατ’ οὐσίαν, διότι αἱ περιστάσεις καὶ αἱ συνθῆκαι, ὑπὸ τὰς ὁποίας δρᾷ ὄπισθεν τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος, ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία, εἶναι τοιαῦται, ὥστε δὲν ἐπιτρέπουσιν εὐχερῶς τὸν συναγωνισμόν. Καὶ δέον νὰ ἐρευνήσωμεν, ἂν ὑπάρχωσι καὶ ἂν ἐνησκήθησαν προσηκόντως τὰ μέσα τῆς κοινωνικῆς ἀντιδράσεως καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀμύνης, δι’ ὧν ἐπέρχεται ὁ συγκερασμὸς τῆς οἰκονομικῆς καταπιέσεως. Αὗται εἰσί, Κύριοι Βουλευταί, αἱ ἀπόψεις, ὑφ’ ἃς παρουσιάζεται πρὸ ἡμῶν τὸ ζήτημα τοῦ φωταερίου καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, διὰ τὴν Πρωτεύουσαν. Ἔχομεν μίαν Ἑταιρείαν, τῆς ὁποίας, ὡς ἠκούσατε, τὰ κέρδη, κατὰ μὲν τοὺς ἰσολογισμούς, ἀνέρχονται φαινομενικῶς εἰς 600 χιλιάδας περίπου δραχμῶν ἐτησίως, κατὰ δὲ τοὺς ὑπολογισμούς, τοὺς εὑρισκομένους ἐν τῇ ἀναλύσει τῶν ἰσολογισμῶν καὶ ἐν τῇ βασάνῳ τῶν πραγμάτων, τὰ κέρδη ταῦτα ὑπερβαίνουσι τὸ 1.000.000 δραχμῶν ἐτησίως. Γινώσκομεν ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη εἶχεν ὡς ἱδρυτικὸν κεφάλαιον ποσὸν 2.500.000 καὶ ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦτο πρὸ πολλοῦ ἔχει ἀποσβεσθῆ, πρὸ πολλοῦ ἔχει ἤδη ἐπανέλθῃ εἰς τὰ θυλάκια τῶν καταβαλόντων τοῦτο κεφαλαιούχων, ὅτι πολλὰ καὶ πλούσια ὑπάρχουσιν ἀποθεματικά. Ὅτι μόνον τὸ ἐτήσιον κέρδος εἶναι ἴσον, ἢ μικρὰν ἔχει διαφορὰν, πρὸς τὰ ἀρχικῶς καταβληθέντα κεφάλαια, ὅτι τὸ κέρδος ἐξικνεῖται μέχρι τοσούτου, ὥστε οἱ ἐπιχειρηματίαι οὗτοι ἀπολαμβάνουσι καὶ ἀνανεώνουσι κατ’ ἔτος μέγιστον μέρος τοῦ κεφαλαίου αὐτῶν. Καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ ἄλλην σοβαρωτάτην ἄποψιν τοῦ θέματος. Ὅτι τὰ κέρδη ταῦτα προέρχονται, ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων χειρισμῶν, δι’ ὧν ἴσως καταδολιεύεται ἡ ἐφαρμογὴ τῶν συμβατικῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑταιρείας ἐκ τῆς διαφορᾶς μεταξὺ τῆς τιμῆς τῆς παραγωγῆς τοῦ προϊόντος πρὸς τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως αὐτοῦ εἰς τὴν κατανάλωσιν. Τότε θὰ εὕρωμεν καὶ ἐν τῷ παρελθόντι ἐξακριβούμενον, καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἀσφαλῶς ἐξακριβωθησόμενον, ὅτι τὰ κέρδη ταῦτα τῆς Ἑταιρείας θὰ αὐξάνωσιν ἐτησίως εἰς βαθμὸν καταπληκτικόν, ἐφ’ ὅσον θὰ αὐξάνῃ ἡ κατανάλωσις, θὰ αὐξάνωσιν, ἀναλόγως τῶν ἐλπίδων, τὰς ὁποίας τρέφομεν περὶ τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν. Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι Βουλευταί, μετὰ τὰ λεχθέντα: Ἦτο ἢ ὄχι ἄξιον τῆς ἀσχολίας τοῦ Κοινοβουλίου τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἀφορῶν αὐτὴν ταύτην τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ζωὴν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ; Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀξίαν καὶ τὴν χρησιμότητα τοῦ κεφαλαίου, καὶ ἑπομένως τὴν ἀνάγκην τῆς ὅσον ἔνεστι πλουσίας ἀμοιβῆς εἰς τὸ κεφάλαιον, ὅπερ καθιστάμενον παραγωγὸν διὰ τῆς ἐργασίας αὐξάνει τὴν ἀνθρωπίνην εὐμάρειαν. Ἀναγνωρίζω ἀκόμη καὶ τὴν ἀμοιβὴν πρὸς τὴν ἐργασίαν τοῦ κεφαλαιούχου, καὶ ἔτι πλέον, φρονῶ, ὅτι δέον νὰ ἀμειφθῇ καὶ αὐτὴ ἀκόμη ἡ ἀρχικὴ ἔμπνευσις καὶ ἀποφασιστικότης, ἥτις δημιουργεῖ τὰς ἐπιχειρήσεις. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀμοιβὴ τοῦ κεφαλαιούχου ὑπερβαίνῃ τὸ προσῆκον καὶ εὔλογον μέτρον, καὶ τοῦτο μάλιστα οὐχὶ ἐκ τῆς φυσικῆς φορᾶς τῆς κατὰ σύμπτωσιν ὑπερτιμήσεως προϊόντος τινός, ἀλλ’ ἐκ τεχνητῆς καὶ μονοπωλιακῆς ὀργανώσεως τῆς παραγωγῆς — τότε παράγεται μία οἰκονομικὴ δουλεία τῶν πολλῶν πρὸς τοὺς ὀλίγους, μία φορολογία ἀντιοικονομικὴ τοῦ λαοῦ, φόρος δουλείας τοῦ παρόντος πρὸς τὸ παρελθόν. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τί ἀντιπροσωπεύουσι τὰ κέρδη ταῦτα, ποῖος εἶναι ὁ οἰκονομικὸς χαρακτὴρ τῶν ποσοτήτων τούτων, τὰς ὁποίας πληρώνει ἀπὸ ἑξηκονταετίας ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν πρὸς τοὺς κεφαλαιούχους τοῦ 1857 καὶ τοὺς διαδόχους αὐτῶν; Εἰσίν, ἄρα, ἀμοιβὴ τοῦ κεφαλαίου; Ἀλλὰ τοῦτο πρὸ πολλοῦ ἤδη ἐπανῆλθεν εἰς τὰ θυλάκια τῶν καταβαλόντων. Εἶναι ἀμοιβὴ τῆς ἐργασίας; Ἀλλ’ ἡ ἐργασία πληρώνεται μεταξὺ τῶν ἐξόδων τῆς ἐπιχειρήσεως, πρὶν ἢ καθαρισθῶσι τὰ κέρδη. Εἶναι ἁπλῶς μία ἀδικαιολόγητος καὶ ἀντικοινωνικὴ ἀφαίμαξις τῆς λαϊκῆς οἰκονομίας, βαρύνουσα ἠθικῶς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, ἀφαιροῦσα ἀνεπαισθήτως ἀπ’ αὐτοῦ τὸ συναίσθημα τῆς αὐτενεργείας καὶ ἐθίζουσα αὐτὸν εἰς τὴν χείρονα πάσης ἄλλης δουλείας, τὴν οἰκονομικὴν δουλείαν. Εἶναι φορολογία, τὴν ὁποίαν δὲν καρποῦται ἡ ὁμάς, ἡ Πολιτεία, ἢ ὁ Δῆμος. Ἐλάχιστον μέρος αὐτῆς ὠφελεῖται ὁ Δῆμος διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη. Ἀλλὰ καρποῦνται ταύτην κεφαλαιοῦχοι τινές, οἱ ὁποῖοι μάλιστα, συγκεντρώσαντες, ὡς φαίνεται ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Τρικκάλων, τὰς μετοχὰς εἰς χεῖρας ἑαυτῶν, ἀλλοδαποὶ καὶ ξένοι τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος, κατοικοῦντες ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ ἀποσπῶσι κατ’ ἔτος ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου τὸ σοβαρὸν τοῦτο κεφάλαιον καὶ ἕλκουσιν αὐτὸ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Καὶ οὕτω, κατὰ τοὺς συγχρόνους αὐτοὺς αἰῶνας, ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν ὑπεβλήθη καὶ πάλιν εἰς φόρου ὑποτέλειαν πρὸς τὸν νέον τοῦτον Μηνώταυρον, ὁ ὁποῖος τὴν φορὰν ταύτην, ἐγκαθιδρυμένος ἐν τῇ Δύσει, ἁρπάζει διὰ λαβυρινθωδῶν συνδυασμῶν, ἀντὶ τῆς Ἀθηναϊκῆς νεότητος, τὸν ἱδρῶτα καὶ τὴν παραγωγικὴν ἀγωνίαν τοῦ Ἀθηναϊκοῦ λαοῦ. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τοῦ ἀκροατηρίου). Καὶ εἶναι περίεργος, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἀξία ὄντως μελέτης ἡ ψυχολογία τῶν κεφαλαιούχων αὐτῶν. Ὅταν ἐν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου εἶδον καὶ ἐπείσθησαν, ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ μονοπωλίου, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησαν, χωρὶς νὰ καταβάλωσι τὸ ἀνάλογον ἀντάλλαγμα, ἀπέφερεν εἰς αὐτοὺς ὑπέρογκον ἐτήσιον κέρδος, ἐσχημάτισαν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὴν ἰδέαν, πεποίθησιν ἴσως, τὴν ὁποίαν καὶ ἐνδομύχως ἔχουσιν, ὅτι τὰ ἐτήσια κέρδη, τὰ προσεγγίζοντα πρὸς ἑκατὸν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τοῦ ἀρχικοῦ κεφαλαίου των, ὅτι τὰ κέρδη ταῦτα εἶναι κεκτημένα δικαιώματά των, οἱονεὶ droits régaliens, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ δίδωνται πρὸς αὐτοὺς ὑποχρεωτικῶς, οὕτως ὥστε, ἐὰν ἤθελεν ἐπέλθῃ μεταβολή τις τῶν οἰκονομικῶν ὅρων, ἀνάγκη μεγαλειτέρας τινὸς δαπάνης διὰ τὴν παραγωγήν, μείωσίς τις τοῦ συνειθισμένου ποσοῦ τῶν κερδῶν, φρονοῦσι, κατὰ παράδοξον λογικήν, ὅτι ἡ μείωσις αὕτη τοῦ κέρδους ἀποτελεῖ ζημίαν. Ζημιούμεθα, μᾶς λέγουν. Ζημιοῦνται, διότι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος δὲν ἐκέρδισαν ὅσα καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἔχασαν τὴν ἀντίληψιν τῶν οἰκονομικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ φαντάζονται, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ μορφὴ τῆς συμβάσεώς των ἔγκειται εἰς τὸ ὅτι τὸ μὲν κέρδος αὐτῶν πρέπει νὰ εἶναι ἀπεριόριστον, διὰ δὲ τὰς τυχὸν ζημίας πρέπει νὰ ὦσιν ἀσύδοτοι καὶ νὰ ὑφίστανται ταύτας ὁ λαός. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς συμβατικῆς σχέσεώς των μετεμορφώθη ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐν τῇ ψυχῇ των εἰς ἔννοιαν φορολογικοῦ δικαιώματος, ἐνασκουμένου κατὰ ἐτησίας περιόδους, κεχωρισμένας ἀλλήλων.
§160Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐζήτησαν τοιαύτην αὔξησιν; Πῶς, ἀφοῦ ὑπάρχει σύμβασις;
§161Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Βεβαίως, ἐζήτησαν. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου αἴτησιν τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος, ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Ἰανουαρίου, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Δῆμος ἀπήντησεν ἀρνητικῶς, ἀντίγραφον δὲ τῆς αἰτήσεως ταύτης εὑρίσκεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. «Παρακαλοῦμεν, λέγουν, νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, καίτοι αἱ συνθῆκαι τῆς ἐκμεταλλεύσεώς μας εἶναι καταστρεπτικαί, δὲν ἐδιστάσαμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν περαιτέρω διανομὴν φωταερίου, πεποιθότες ὅτι θέλετε μᾶς παράσχῃ τὴν συνδρομήν σας, καθορίζοντες διὰ προσθέτου συμφωνίας τὴν ἐφαρμογὴν νέου καθορισθησομένου τιμήματος, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ὑπολογίζεται μέχρις ὅτου τὸ τίμημα τῶν γαιανθράκων καταστῇ λογικώτερον». Καὶ ζητοῦν, ὅπως τὸ νέον τοῦτο τίμημα ὑπολογισθῇ κατὰ λόγον τῆς αὐξήσεως τῆς κατὰ τόννον ἀξίας τοῦ γαιάνθρακος, ὡς ἐὰν τὸ ἀρχικὸν τίμημα εἶχεν ὑπολογισθῇ ἐπὶ τῆς τότε ἀξίας τοῦ γαιάνθρακος. Ἀναχωροῦσι, δηλαδή, ἀπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι, κατὰ τὴν σύναψιν τῆς συμβάσεως, εἶχε τεθῇ ὡς βάσις καὶ θεμέλιον αὐτῆς, ὅτι ἐξασφαλίζεται εἰς αὐτοὺς τὸ ὑπέρογκον ἐκεῖνο κέρδος ἐσαεί, ἢ τοὐλάχιστον ὅτι ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν ἐγγυήθη εἰς αὐτοὺς συνεχῶς καὶ ἀδιαλείπτως ἀζήμιον τὴν ἐπιχείρησιν. Εἶχον, λοιπόν, ἄδικον, λέγων πρὸς ὑμᾶς ὅτι οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐκεῖνοι ἐνόμισαν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ βιομηχανικῆς ἐπιχειρήσεως, ἐχούσης περιόδους κερδῶν καὶ περιόδους ζημίας, ἀλλὰ περὶ προνομίου εἰσπράξεως ὡρισμένου ποσοῦ ἐτησίως ἀπὸ τὸν Ἀθηναϊκὸν λαόν; Ἐλησμόνησαν, ὅτι, ὅταν ἐζήτουν ἀπὸ τὸν Δῆμον καὶ ἀπὸ τὸ Κράτος νὰ τοῖς χορηγήσῃ τὸ μονοπώλιον μιᾶς πεντηκονταετίας, ὑπελογίζετο ἡ ἀπόδοσις τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης οὐχὶ κατ’ ἐτησίας χρήσεις, ἀλλὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς χρήσεως ὁλοκλήρου τῆς πεντηκονταετίας. Θὰ ἦσαν λογικοί, ἐὰν μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἔχει σήμερον ζημίαν ἡ ἐπιχείρησίς των, — καίτοι εἶναι ἀμφίβολον, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτην, — ὅτι δὲν δύνανται νὰ παρέχωσι πλέον τὸ ἀέριον, ἄνευ τοῦ κέρδους ἐκείνου, διότι ἀντὶ τοιούτου ἀνταλλάγματος, μόνον ἐργάζονται, καὶ ἑπομένως μᾶς ἐζήτουν νὰ κανονίσωμεν σήμερον διὰ τὴν μεταβατικὴν αὐτὴν κατάστασιν τιμὴν ἐπικερδῆ δι’ αὐτούς, ἀλλ’ ὅτι θὰ εἴμεθα ἐλεύθεροι καὶ ἡμεῖς νὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις μας καὶ νὰ συμβληθῶμεν πρὸς ἄλλους, παρέχοντας ἡμῖν εὐθηνότερον τὸ προϊόν. Τοιαύτη πρότασις ἀναθεωρήσεως τῆς συμβάσεως θὰ εἶχε λογικήν τινα βάσιν. Ἐγὼ ὅμως θὰ ἐνόουν, καὶ ὅσον καὶ ἂν εἶναι γνωστόν, ὅτι τὸ ἐμπορικὸν συμφέρον δὲν ὑποκύπτει πάντοτε εἰς τὰς ἠθικὰς ὑποχρεώσεις, καὶ θὰ εἶχεν ἡ πόλις τὴν δικαίαν ἀξίωσιν ἀπὸ τοὺς κυρίους ἐκείνους, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ κεφάλαιον αὐτῶν ἀπεσβέσθη, καθ’ ἣν στιγμήν, κατόπιν, ἐδιπλασιάσθη καὶ ἐπολλαπλασιάσθη, νὰ προτείνωσι μόνοι των τὴν λύσιν τῶν τερατωδῶν αὐτῶν συμφωνιῶν, νὰ ἐζήτουν μόνοι των τὴν μείωσιν τοῦ τιμήματος, νὰ ἐζήτουν εὐλόγως ἕνα μέσον ὅρον κέρδους, ὑποχρεωτικόν δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη. Οὕτως ὥστε, ἂν τὸ κέρδος τοῦτο ἤθελεν ὑστερήσει τοῦ ὁρισθέντος μέσου ὅρου, νὰ συμπληρωθῇ διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς, ἂν δὲ τὸ κέρδος ἤθελον ὑπερβῇ τὸν ὁρισθέντα ὅρον, νὰ ἀνήκῃ κατὰ τὸ οὐσιωδέστερον μέρος εἰς τὸν λαόν. Πρὸς τοιαύτην πρότασιν εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ προβῶσιν οἱ κεφαλαιοῦχοι ἐκεῖνοι, οὐχὶ βεβαίως ἐκ τῆς συμβάσεώς των, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀνωτέρου ἐκείνου ἠθικοῦ νόμου, ἐκ τῆς ὑπερτέρας ἐκείνης ἰδέας τοῦ δικαίου ἡ ὁποία εἰς οὐδένα ἐπιτρέπει νὰ καταχρᾶται τῆς νομιμοφροσύνης καὶ ἀγαθοπιστίας ἑνὸς λαοῦ, ὅστις ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη ἀγογγύστως ἐπλούτιζεν αὐτούς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων). Ἀντὶ τούτου, ὡς ἠκούσατε, μᾶς προτείνουσι νὰ καταστήσωμεν εἰς αὐτοὺς ἀζήμιον, ἢ καὶ ἐπικερδῆ τὴν ἐπιχείρησιν, ἐφ’ ὅσον ἐπεβαρύνθη ἡ τιμὴ τῆς παραγωγῆς, νὰ ἐπανέλθωσι δὲ πάλιν εἰς τὰ ἀσυλλήπτως ὑπέρογκα ἐκεῖνα κέρδη, εὐθὺς ὡς ἀποκατασταθῇ ἡ ὁμαλότης τῶν τιμῶν τῆς παραγωγῆς. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ δημιουργηθεῖσα κατάστασις, ζήτημα κοινωνικὸν καὶ οἰκονομικόν, λόγῳ τῆς ἀντικοινωνικῆς καὶ ἀντιοικονομικῆς μορφῆς τῆς παραδόξου καὶ πρωτοτύπου ταύτης φορολογίας. Ἡ νομικὴ ἱστόρησις δὲν θὰ μὲ ἀπασχολήσει, εἰ μὴ ἐφ’ ὅσον σχετίζεται πρὸς τὴν ἔρευναν τῆς σημερινῆς νομικῆς θέσεως. Ἡμεῖς, οἱ νομικοί, ἔχομεν τὸ ἐλάττωμα ἢ προτέρημα νὰ ἐξονυχίζωμεν τὰ ζητήματα, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας νόμων καὶ συμβάσεων. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νόμου ΥΔʹ τοῦ 1857, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη τὸ προνόμιον αὐτὸ εἰς τὴν Ἑταιρείαν. Ἔχουσι παρέλθει, κ. Βουλευταί, ἑξήκοντα ἔτη ἔκτοτε. Ὁ νόμος λέγει: «Τῇ Βασιλικῇ Ἐγκρίσει, δύνανται νὰ γίνωσιν αἱ ἑξῆς παραχωρήσεις ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου, ὅστις ἤθελεν ἀναδεχθῆ τὴν σύστασιν ἐν Ἑλλάδι καταστήματος πρὸς φωτισμὸν πόλεως τινός». Δὲν θὰ ἐπιμείνω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς θερμάνσεως καὶ κινήσεως. Τὸ ἀνέπτυξαν ἐπαρκῶς οἱ ἔντιμοι προαγορεύσαντες Βουλευταὶ Ἀττικῆς, ὅτι καθαρῶς ἐκ τοῦ νόμου, καθαρῶς ἐκ τοῦ σχετικοῦ Διατάγματος, καθαρῶς ἐκ τῆς πρώτης συμβάσεως προκύπτει, ὅτι πρόκειται περὶ ἀερίου μόνον πρὸς φωτισμόν. Κατὰ τὸν εἰρημένον νόμον ΥΔʹ, ἐπιτρέπεται τῇ Β. ἐγκρίσει ἡ παραχώρησις ὑπὲρ ἐργολάβου, ὅστις ἤθελεν ἀναδεχθῆ τὴν σύστασιν καταστήματος πρὸς φωτισμὸν πόλεως τινός, δυνάμει συμφωνίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ Δήμου, ἐπιτρέπεται νὰ παραχωρηθῇ ἀποκλειστικῶς προνόμιον μέχρι 50 ἐτῶν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται εἰς πάντα ἄλλον νὰ συστήσῃ ἐν τῇ ἰδίᾳ πόλει κατάστημα πρὸς κατασκευὴν ἢ διοχέτευσιν φωτιστικοῦ ἀερίου. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη ἀσυζητητεὶ ἐνώπιον τῆς τότε Βουλῆς, εἰσηγουμένου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Δ. Βούλγαρη, ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς Γερουσίας διεξήχθη ζωηροτάτη συζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν κατεπολέμουν τὸ νομοσχέδιον ἐναντίον τοῦ παρόντος καὶ ὑπερασπίζοντος αὐτὸ Ὑπουργοῦ, οἱ γερουσιασταὶ Χριστίδης, Ψύλλας, καὶ Ρήγας Παλαμήδης. Ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης παρέχονται πρὸς ἡμᾶς στοιχεῖά τινα, ἀφορῶντα τὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. Θὰ μοῦ εἴπητε: Ἆρά γε, ἡ Βουλὴ εἶναι ὑπερτέρα τις Ἀκαδημία, καλουμένη νὰ λύσῃ ζητήματα ἑρμηνευτικὰ δικαίου; Βεβαίως, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν ἀκαδημαϊκῶς, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ ἀσχοληθῶμεν περὶ ταῦτα, ἅτινα θὰ ἦσαν ἀντικείμενα τῆς δικαστικῆς ἁρμοδιότητος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα πρόκειται νὰ θέσωμεν ἐκ τῆς ἑρμηνείας δεδομένα τινά, ἐξ ὧν νὰ φθάσωμεν εἰς ὡρισμένα πρακτικὰ συμπεράσματα. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἔλεγεν ὁ Χριστίδης: Διατὶ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοσοῦτον σοβαρὸν δικαίωμα τοῦ νὰ χορηγῇ προνόμιον μέχρι 50 ἐτῶν καὶ νὰ δεσμεύῃ ἴσως ὁλόκληρον τὸ μέλλον γενεῶν, ἐνῷ ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν δύνανται νὰ ἐπέλθωσι νέαι βιομηχανικαὶ ἐφευρέσεις; Ἐπροτάθη δὲ ἡ τροπολογία, ὅπως περιορισθῇ ἡ κατὰ χρόνον ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐντὸς 50 μόνον ἐτῶν, οὕτως ὥστε μετὰ τὴν πάροδον τῆς πεντηκονταετίας νὰ ἀρθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἀπήντησεν ὁ εἰσηγητὴς Βούλγαρης, ὑπεραμυνόμενος τοῦ νομοσχεδίου: «Τὸ Ὑπουργεῖον, μὴ δυνάμενον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τοὺς ὅρους ἄλλων μερῶν, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψει τὰς γενομένας προτάσεις καὶ παρεδέχθη ὡς συμφερώτερον καὶ ἀρκοῦντα ἀνώτατον ὅρον τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 50 ἐτῶν..., ἀκολούθως ὁ συναγωνισμὸς θέλει ὁρίσει τὰς ὠφελείας». Καὶ τώρα ἐπιθυμῶ νὰ κρίνητε, ἐὰν εἶναι ἀρκούντως σοβαρὸν τὸ νομικὸν ἐρώτημα, ὅπερ ἐγεννήθη ἐν ἐμοί. Εἶχεν, ἄρα, τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου τούτου τοῦ 1857, νὰ ὁρίσῃ ἐκ τῶν προτέρων, ἐγκρίνουσα διὰ Β. Διατάγματος τὴν νέαν σύμβασιν τοῦ 1887, πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας τριάκοντα ἔτη...
§162Γ. ΠΩΠ. Εἴκοσι ἕν.
§163Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Εἴκοσι ἕν ἔτη πρὸ τῆς λήξεως τῆς προθεσμίας παρετάθη τὸ προνόμιον ἐπὶ τριάκοντα ἀκόμη ἔτη μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης. Οὕτως ἡρμήνευσε τότε τὸν νόμον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία. Καὶ εἰς ἄλλην περίστασιν ἔδωκεν ἑρμηνείαν πολὺ εὐρυτέραν. Ἐπρόκειτο περὶ τοῦ προνομίου τοῦ ἀεριόφωτος, τὸ ὁποῖον εἶχε παραχωρηθῆ εἰς ἐπιχειρηματίαν τινὰ διὰ τὴν πόλιν τῆς Κερκύρας...
§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς λέγει τὸ κείμενον τοῦ νόμου;
§165Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω ἐκ νέου: «Τῇ Βασιλικῇ ἐγκρίσει, δύνανται νὰ γίνωσιν αἱ ἑξῆς παραχωρήσεις ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου, ὅστις ἤθελεν ἀναδεχθῆ τὴν σύστασιν καταστήματος πρὸς φωτισμὸν πόλεώς τινος, δυνάμει συμφωνίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἁρμοδίου Δήμου α) ἀποκλειστικὸν προνόμιον μέχρι 50 ἐτῶν, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀπαγορεύεται εἰς πάντα ἄλλον νὰ συστήσῃ ἐν τῇ ἰδίᾳ πόλει κατάστημα κλπ».
§166Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς λέγετε ἐφάπαξ;
§167Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ νομικὸν ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤδη ἀσχολοῦμαι. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὡς εἶπον, ἔδωκε τὴν ἑρμηνείαν εἰς τὸν νόμον κατὰ δύο μέχρι τοῦδε περιπτώσεις, ὅτι εἰς τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν δεσμεύεται ἐφάπαξ, οὕτως ὥστε μόνον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης προθεσμίας νὰ ὑφίσταται ἐκ νέου τὸ δικαίωμα, ὅπως ὁρίσῃ πάλιν μέχρι 50 ἐτῶν, ἀλλ’ ὅτι δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ πρὸ τῆς λήξεως. Ἀλλὰ πρὸ τῆς λήξεως δὲν εἶναι ἐλευθέρα ἡ δημοτικὴ ἀρχή. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, εὑρίσκει τὸν Δῆμον δεσμευμένον ἀπὸ μίαν σύμβασιν, εὑρίσκει τὸν Δῆμον ὑποκείμενον, μὲ ὅλην τὴν ὑποτιθεμένην ἐλευθερίαν τῶν ἀμοιβαίων προτάσεων καὶ διαπραγματεύσεων, ὑποκείμενον εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἐργολάβου, ὅστις ἔχει ὑπὲρ ἑαυτοῦ μακρὰν ἀκόμη περίοδον χρόνου μέχρι λήξεως τοῦ προνομίου του. Εὑρίσκει κεκλεισμένην τὴν θύραν εἰς πάντα τρίτον συναγωνιστήν. Ἐν τούτοις ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἑρμηνεύουσα τὸν νόμον, ἐνέκρινε τὴν σύμβασιν τοῦ ἔτους 1887, ἡ ὁποία συντελεσθεῖσα, ὡς εἴρηται, εἴκοσι καὶ ἓν ἔτη πρὸ τῆς λήξεως τῆς πρώτης, παρέτεινε τὴν προθεσμίαν τοῦ προνομίου ἐπὶ 30 ἔτη ἀκόμη μετὰ τὴν λῆξιν τῆς πρώτης. Ἀλλ’ εἰς ἄλλην περίπτωσιν, ὡς εἶχον ἀρχίσει νὰ λέγω ὑμῖν, πρὶν λάβω τὴν τιμὴν νὰ διακοπῶ ὑπὸ τοῦ ἐγκρίτου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, εἰς ἄλλην περίπτωσιν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία προέβη περαιτέρω. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀεριοφωτισμοῦ Κερκύρας, ἐνῷ ἀπῃτοῦντο 38 ἔτη διὰ νὰ λήξῃ τὸ προνόμιον, ἐπὶ τῇ βάσει νέας συμφωνίας τοῦ ἐργολάβου μετὰ τοῦ Δήμου Κερκύρας, ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδόθη νέον προνόμιον, ἄσχετον πρὸς τὸ πρῶτον, οὗτινος ἡ ἔναρξις ὁρίζεται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς λήξεως τοῦ πρώτου. Σκέπτεται, δηλαδὴ, ὅτι, ἀφοῦ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ προνόμιον μέχρι 50 ἐτῶν, οὐδὲν ἐκώλυε νὰ δώσῃ ἀπὸ τοῦδε νέον τοιοῦτον διὰ τὸ μέλλον. Κατὰ τὴν σειρὰν αὐτὴν τῶν ἰδεῶν, θὰ ἠδύνατο κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ δεσμευθῇ ὁ Δῆμος ἐπὶ μακροὺς αἰῶνας, ὁρίζων τὸ προνόμιον κατὰ διαφόρους διαδοχικὰς 50ετεῖς περιόδους, οὕτως ὥστε, μόλις λήξῃ ἡ πρώτη, νὰ ἀρχίζῃ ἡ ἑπομένη. Θὰ συνεμορφοῦτο τότε πρὸς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι μόνον ἡ λέξις ἔχει σημασίαν καὶ οὐχὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου. Ἠδύνατό τις ν’ ἀντείπῃ, ὅτι τὸ συμβατικὸν προνόμιον τῆς Κερκύρας εἶναι ὄντως ἄκυρον, διότι ὁ νομοθέτης ἠθέλησεν ὡς ἀφετηρίαν τῆς προθεσμίας τῶν 50 ἐτῶν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἐξεδίδετο τὸ Β. Διάταγμα, καὶ οὐχὶ χρονικὸν σημεῖον, κείμενον ἐν τῷ μέλλοντι. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς συμβάσεως τοῦ 1887 τῶν Ἀθηνῶν, ἠδύνατό τις νὰ ἀντιτάξῃ ὅτι ἡ παράτασις αὐτῆς δὲν θίγει τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου περὶ πεντηκονταετίας, διότι δίδεται 21 ἔτη πρὸ τῆς λήξεως τῆς 50ετίας καὶ παρατείνεται ἡ λῆξις ἐπὶ 30 ἔτη ἀκόμη, ἑπομένως μόνον κατὰ τὸ τελευταῖον ἔτος θὰ εἶναι ἄκυρος, διότι κατὰ τὰ 50 ἔτη ἀκριβῶς καλύπτει τὴν ἀπαίτησιν τοῦ νομοθέτου. Καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντιταχθῇ ἀκόμη, ὅτι οὐδὲν θὰ ἐκώλυε τὸν Δῆμον καὶ τὸν ἐργολάβον νὰ διαλύσωσι τὴν σύμβασιν καὶ ἀμέσως νὰ συνάψωσι νέαν, ἡ ὁποία θὰ εἶχε τότε νέαν ἀφετηρίαν, τὸν χρόνον τῆς συντάξεώς της. Ἀλλὰ τότε ὁ Δῆμος, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ὁ ἐργολάβος ἤθελον διαπράξῃ μίαν ἐπαίσχυντον συμπαιγνίαν πρὸς καταδολίευσιν τοῦ νόμου, καίτοι τηροῦντες τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Πάντως ὅμως, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελε λυθῆ ἡ πρώτη σύμβασις, μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤθελεν ἐκδοθῇ τὸ Β. Διάταγμα τὸ κυροῦν τὴν δευτέραν σύμβασιν, ἤθελε μεσολαβήσῃ διάστημα χρονικὸν, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Δῆμος ἤθελεν εἶσθαι ἐλεύθερος. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης. Παρεδέχθη κατὰ τὴν προφορικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ Βούλγαρη ἀνώτατον ὅρον 50 ἐτῶν, καὶ κατόπιν ἐλπίζει ἀπὸ τὸν συναγωνισμόν. Θέλει τοὺς Δήμους, ὅταν πρόκειται νὰ συνάψωσι νέας συμβάσεις, ἀπηλλαγμένους πάσης ὑποχρεώσεως καὶ ἐλευθέρως δυναμένους νὰ διαπραγματευθῶσι πρὸς πάντα τρίτον συναγωνιστήν. Προκειμένου εἰδικῶς περὶ τῆς συμβάσεως τῶν Ἀθηνῶν τοῦ 1887, διότι κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμὴν ἡ σύμβασις τῆς Κερκύρας ἀκαδημαϊκῶς μόνον ἐνδιαφέρει ἡμᾶς....
§168Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Διατὶ ἀκαδημαϊκῶς;
§169Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Λέγω, κατὰ τὴν παροῦσαν στιγμήν. Εἶμαι πρόθυμος νὰ συνεργασθῶ μεθ’ ὑμῶν, ἐὰν ἠθέλετε νὰ ἐρευνήσωμεν καὶ τὰ κατὰ τὴν σύμβασιν ἐκείνην. Προκειμένου, λοιπόν, εἰδικῶς περὶ τῆς συμβάσεως τῶν Ἀθηνῶν, δέχομαι, ὅτι καὶ ἡ ἀντίθετος γνώμη ἠδύνατο νὰ ἀρυσθῇ ἐπιχειρήματα ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου, τὰ ὁποῖα ἐγὼ αὐτὸς ἐμνημόνευσα ἤδη, προλαμβάνων, οὕτως εἰπεῖν, τὴν ἀντίθετον γνώμην. Ἀλλὰ, μετὰ τὸ 1887, ἐπηκολούθησαν νέαι συμβάσεις. Ἡ σύμβασις τοῦ 1902, διὰ τῆς ὁποίας μετεβλήθη τὸ σύστημα τοῦ φωτισμοῦ διὰ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν φωτοβολίδων. Καὶ ἡ σύμβασις τοῦ 1907, διὰ τῆς ὁποίας κατηργήθησαν, ὡς ἠκούσατε, διάφοροι ρῆτραι καὶ ἐστερήθη ὁ Δῆμος πολλῶν ὅπλων αὐτοῦ, καὶ δὴ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξαγορᾶς, λαβὼν ἄλλα ἀνταλλάγματα, ἀρκετὰ σοβαρά. Ὁ ἔγκριτος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς, πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξε πρὸ ἡμῶν τὴν γνώμην αὐτοῦ περὶ τῆς διοικητικῆς ἀνωμαλίας, τῆς παρουσιαζομένης εἰς τὰς συμβάσεις ταύτας. Ἐγὼ θίγω ἤδη ἕτερον ζήτημα, ἄσχετον πρὸς τὴν διοικητικὴν διαδικασίαν, ζήτημα ἐντόνου μορφῆς, ζήτημα νομικοῦ ἐλαττώματος, ἐνυπάρχοντος κατὰ τὴν βάσιν αὐτῶν τῶν εἰρημένων συμβάσεων. Ἐνθυμεῖσθε — καὶ κατέστησα ὑμᾶς προσεκτικούς, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνεγίνωσκον τὸν νόμον — ὅτι ἐπιτρέπεται ἡ παραχώρησις τῇ Βασιλικῇ ἐγκρίσει, δηλαδή, διὰ Β. Διατάγματος, ἐπὶ τῇ βάσει συμφωνίας τοῦ ἐργολάβου πρὸς τὸν Δῆμον. Κατὰ τὴν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ νόμου δοθεῖσαν ἑρμηνείαν, ἡ ἀρχὴ αὕτη διατηρεῖ τὰ δικαιώματα κηδεμονίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν Δήμων. Τὸ μονοπώλιον δὲν δίδεται αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, δὲν χορηγεῖται ὡς προνόμιον εἰς ὡρισμένον ἄτομον, ἵνα χειρισθῇ αὐτὸ κατὰ βούλησιν, ἀλλ’ εἶναι ἀδιασπάστως συμπεπλεγμένον καὶ συνυφασμένον πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν συμφωνίαν, ἥτις ἔδωκε τὸ ἔδαφος, ἐφ’ οὗ καὶ μόνον θεμελιοῦται τὸ προνόμιον. Πέραν τῶν ὁρίων καὶ τοῦ ἐδάφους τῆς συμφωνίας ἐκείνης, ἥτις ἐξηλέγχθη ἅπαξ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἥτις ὑπεβλήθη πρὸς ἔγκρισιν εἰς τὸν Βασιλέα δυνάμει τοῦ Συντάγματος καὶ κατέληξεν εἰς Β. Διάταγμα, πέραν τῶν ὁρίων ἐκείνων δὲν ὑπάρχει προνόμιον. Τὸ προνόμιον ἔγκειται ἐν τῇ συμβάσει καὶ ἡ σύμβασις αὕτη εἶναι τὸ προνόμιον. Ἄνευ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὑπὸ τὴν μορφήν, οὐχὶ τὴν διοικητικήν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν ἀνωτέραν ἐκείνην μορφὴν τῆς ἐκπροσωπήσεως τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ὡς ἐκτελεστικῆς τῶν νόμων ἐξουσίας, κινουμένης ἐντὸς τῆς εἰδικῆς ἐντολῆς, δι’ ἧς παρεχώρησεν αὐτῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μέρος τῶν ἑαυτῆς δικαιωμάτων, καὶ ἐκδηλουμένης ὑπὸ τὴν μορφὴν τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἄνευ, λέγω, τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, θὰ ἠδύναντο οἱ Δῆμοι, εὐθὺς ὡς συνῆψαν τὴν σύμβασιν, νὰ προέλθωσιν εἰς διαφόρους μεταβολὰς καὶ καταργήσεις ὅρων οὐσιωδῶν, ὅρων θεμελιωδῶν, ὅρων πληττόντων τὰ δικαιώματα τοῦ Δήμου, ἢ τῶν ἰδιωτῶν. Ἀκριβῶς τοῦτο συνέβη, Κύριοι Βουλευταί, ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἀντὶ ἀνταλλαγμάτων, τῶν ὁποίων τὴν ἀξίαν οὐδεὶς ἄλλος δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ, εἰ μὴ μόνος ὁ Βασιλεύς, ὡς ἀρχηγὸς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἐνεργῶν διὰ τῆς Κυβερνήσεως, κατηργήθησαν ὅροι τῆς συμβάσεως τοῦ 1877, περιέχοντες θεμελιώδεις ἐγγυήσεις καὶ ἀσφαλιστικὰς δικλεῖδας ὑπὲρ τοῦ Δήμου ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας. Φρονῶ, κατὰ ταῦτα, ὅτι, μὴ ἐπακολουθησάντων Β. Διαταγμάτων, προσαρμοζόντων τὸ προνόμιον τοῦ μονοπωλίου πρὸς τὰς νέας συμβάσεις, τὰς στηριζομένας ἐπὶ βάσεων ὅλως διαφόρων ἐκείνων, διὰ τὰς ὁποίας εἶχεν ἀρχικῶς δοθῆ τὸ προνόμιον, φρονῶ, Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἔχω κατὰ τοῦτο πεποίθησιν νομικὴν καὶ οὐχὶ ἐπιδεκτικὴν ἀντιθέτων ἐπιχειρημάτων, ὡς συμβαίνει ἐπὶ τοῦ προηγουμένου νομικοῦ ζητήματος, ἀλλά, τοὐναντίον, πεποίθησιν νομικὴν ἀκράδαντον, ἀνεπίδεκτον πάσης ἀντιθέτου ἑρμηνείας, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον προνόμιον διὰ τὰς τελευταίας ταύτας συμβάσεις, ἤ, ὅπερ τ’ αὐτό, δὲν ὑφίσταται πλέον σύμβασις μετὰ προνομίου.
§170Ι. ΚΑΥΤΑΤΖΟΓΛΟΥ. Ἔγκρισις Νομάρχου δὲν ὑπάρχει;
§171Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐρευνήσω, ἂν ἐτηρήθησαν αἱ διοικητικαὶ διατυπώσεις. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ προκείμενον θέμα μου. Διὰ νὰ ὑπάρχῃ προνόμιον, πρέπει τοῦτο νὰ παρακολουθῇ ὡρισμένην σύμβασιν, καὶ ἐπὶ τῆς συμβάσεως ταύτης ὁ νόμος ἀπαιτεῖ Βασιλικὴν ἔγκρισιν, δηλαδή, ἀπαιτεῖ Β. Διάταγμα. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, δὲν ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, ὡς εἶπον, τὸ ὁποῖον μετὰ βάσανον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ προσαρμόζῃ τὸ προνόμιον πρὸς τὴν νέαν σύμβασιν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ βάσεων ὅλως διαφόρων τῆς ἀρχικῆς, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ὑπάρχει πλέον προνόμιον ἐν τῇ νέᾳ συμβάσει. Διὰ τῆς νέας συμφωνίας ἐξέλιπεν ἡ αἵρεσις, ὑφ’ ἣν εἶχε χορηγηθῆ τὸ προνόμιον, ἐξέλιπεν αὐτὸ τὸ θεμέλιον τοῦ προνομίου. Ἐδημιουργήθη μία νέα νομικὴ κατάστασις. Καὶ ἐρωτᾶται: Ποία εἶναι ἡ νομικὴ κατασκευὴ αὐτῆς καὶ τίνες αἱ νομικαὶ αὐτῆς συνέπειαι; Δύναται, ἆρα, νὰ ἐπικαλεσθῇ ἡ Ἑταιρεία ἀκυρότητα τῆς δευτέρας συμβάσεως, καὶ ἑπομένως ἀναβίωσιν τῆς ἀρχικῆς μετὰ τοῦ παρακολουθοῦντος αὐτὴν προνομίου; Ἰσχυρίζεσθε, ἄρα, ὅτι συνῆψε τὴν νέαν σύμβασιν, ὑπὸ τὴν πεπλανημένην προϋπόθεσιν, ὅτι δὲν ἀπῃτεῖτο Β. Διάταγμα διὰ τὴν ἐπ’ αὐτῆς μετάθεσιν τοῦ προνομίου; Ἢ μὴ τυχόν, ὅτι συνῆψε τὴν νέαν σύμβασιν, ὑπὸ τὴν αἵρεσιν ὅτι αὕτη θὰ ἰσχύσῃ μόνον μετὰ τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς διὰ Β. Διατάγματος καὶ τὴν μετάθεσιν τοῦ προνομίου; Ἡ πρώτη ὑπόθεσις καταπίπτει ἀφ’ ἑαυτῆς, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ προβάλῃ ἄγνοιαν νόμου. Ὁ δεύτερος ἰσχυρισμὸς θὰ ἦτο ζήτημα πραγματικόν, ζήτημα ἑρμηνευτικὸν τοῦ περιεχομένου τῆς νέας συμβάσεως. Ἀλλὰ τοιαύτη ἔννοια οὐδὲ πόρρωθεν διαφαίνεται ἐν τῇ νέᾳ συμβάσει. Τοὐναντίον, ἡ τελευταία αὕτη σύμβασις τοῦ 1907, οὐδὲ κἂν ἐπαναλαμβάνει τὴν ρήτραν, τὴν περιεχομένην εἰς τὰς δύο προηγουμένας τοῦ 1902, ὅτι, καθ’ ἃ σημεῖα δὲν τροποποιεῖται, ἰσχύει ἡ παλαιὰ σύμβασις τοῦ 1887. Ἀλλ’ οὔτε καὶ ὁ Δῆμος δύναται νὰ προβάλῃ λόγον τινὰ ἀκυρότητος τῆς νέας συμβάσεως, ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἐτηρήθησαν αἱ διατυπώσεις, αἱ ἀπαιτούμεναι διοικητικῶς πρὸς νόμιμον μόρφωσιν καὶ δήλωσιν τῆς βουλήσεως αὐτοῦ, ὡς νομικοῦ προσώπου. Κατὰ συνέπειαν, ἡ νέα σύμβασις, καθὼς καὶ πᾶν ὅ,τι τυχὸν ἀπέμεινεν ἐκ τῆς παλαιᾶς, ἰσχύουσι καὶ δεσμεύουσιν ἀμφοτέρους τοὺς συμβληθέντας δι’ ἅπαντα τὸν ἐν αὐταῖς προβλεπόμενον χρόνον. Αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ Δήμου πρὸς τὴν Ἑταιρείαν, ἐν σχέσει πρὸς τὸν δημοτικὸν φωτισμόν, παραμένουσιν ἰσχυραί, ὡς ἐπίσης παραμένουσιν ἰσχυραὶ αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Ἑταιρείας πρὸς παροχὴν ἀερίου εἰς τοὺς ἰδιώτας ἐπὶ ταῖς συμβατικαῖς τιμαῖς. Ἀλλὰ τὸ προνόμιον τῆς Ἑταιρείας, τὸ μονοπώλιον, δι’ οὗ ἀπαγορεύεται εἰς πάντα ἄλλον ἡ παραγωγὴ φωταερίου καὶ παροχὴ αὐτοῦ εἰς τοὺς ἰδιώτας ἢ τὸ Κράτος, τὸ προνόμιον τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ προσαρμοσθῇ πλέον οὔτε εἰς τὴν νέαν σύμβασιν, ἥτις οὐδέποτε περιεβλήθη μὲ αὐτό, οὔτε εἰς τὰ ἀπομείναντα οἰκτρὰ συντρίμματα τῆς παλαιᾶς. Ἔμεινε μετέωρον, ἀπέπτη καὶ ἐξητμίσθη. Ὁ συναγωνισμὸς εἶναι ἐλεύθερος πρὸς πάντα ἐπιχειρηματίαν. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἠλεκτρικὸν ρεῦμα, οὐδὲν ὑπὲρ οὐδενὸς ὑφίσταται προνόμιον. Ἡ Ἑταιρεία Ἀεριόφωτος, ἀναλαβοῦσα διὰ συμβάσεως τὴν κατανάλωσιν τῆς παραγωγῆς τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, ἔχει οὐσιαστικὸν μονοπώλιον, στηριζόμενον ἁπλῶς εἰς τὴν ἔλλειψιν συναγωνισμοῦ.
§172Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εὑρίσκω ἐδῶ, εἰς ἓν σύγγραμμα πεφωτισμένον, μίαν ἀπόφασιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὑπ’ ἀριθμὸν 261, ὅτι συμβάσεις τοιαῦται, ἄνευ τῶν ἀπαιτουμένων διατυπώσεων, εἶναι ἄκυροι.
§173Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Αὐτὰ ἀφορῶσι τὸ διοικητικὸν μέρος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, δὲν ἔθιξα.
§174Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀτυχῶς, ἐγὼ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω τὴν ἀπόφασιν αὐτήν, ἡ ὁποία, νομίζω, δύναται νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα.
§175Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Εἶμαι πρόθυμος νὰ συνεργασθῶ μεθ’ ὑμῶν, ὅπως ἐρευνηθῇ καὶ τὸ σημεῖον τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ καὶ τῆς κοινωνίας. Οὕτως ἔχουσιν αἱ νομικαὶ ἀπόψεις τῶν ζητημάτων. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν συμβάσεων τούτων γεννῶνται μύρια πραγματικὰ ζητήματα. Ἠκούσατε τὸ ζήτημα τῆς νοθείας αὐτοῦ τούτου τοῦ καταναλισκομένου ἀερίου, περὶ οὗ δὲν θὰ ἐνδιατρίψω, διότι ἱκανὰ ἐλέχθησαν. Σοβαρώτατον ἐπίσης εἶναι τὸ ζήτημα τῶν γνωμόνων. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι Βουλευταί, Ἀθηναῖος πολίτης, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ παράπονα διὰ τὰς μηνιαίας καταστάσεις τῆς καταναλώσεως φωταερίου. Ὑπάρχουσιν οἱ λέγοντες, ὅτι ἀπὸ συνοικίας εἰς συνοικίαν διαφέρουσιν αἱ τιμαί. Ὑπάρχουσιν οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι καὶ δι’ ὅσας ἡμέρας ἢ μῆνας ἀπουσίαζον καὶ ἔμενεν ἡ οἰκία αὐτῶν ἀκατοίκητος, ἐχρεοῦντο μὲ ἀντίτιμον καταναλώσεως. Ὑπάρχει καὶ ὁ θρῦλος, — πρόκειται περὶ ζητημάτων τεχνικῶν, ἐφ’ ὧν δὲν ἠδυνήθην νὰ διαφωτισθῶ — ὑπάρχει ὁ θρῦλος, εὐρύτατα διαδεδομένος, ὅτι τὸ ὕδωρ, τὸ χυνόμενον ἐντὸς τοῦ γνώμονος ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Ἑταιρείας, ἔχει τὴν ἰδιότητα, ἀναλόγως τῆς ποσότητός του, νὰ αὐξάνῃ ἢ ἐλαττώνῃ τὰς στροφὰς καὶ νὰ ἐπηρεάζῃ τὴν πορείαν τοῦ δείκτου. Ὑπάρχει πάντως μία ἀλήθεια εἰς ὅλα ταῦτα, ὅτι οἱ γνώμονες δὲν λειτουργοῦσιν ὁμαλῶς.
§176Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἢ τοὐλάχιστον δὲν ἐλέγχονται.
§177Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἴσως, ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ ἀπαιτούμενος ἔλεγχος, θὰ ἐγίνετο ὁμαλωτέρα ἡ λειτουργία τῶν γνωμόνων. Ὅταν δὲ παραπονεθῇ τις εἰς τὴν Ἑταιρείαν, αὐτὴ ἀπαντᾶ, συνήθως, μὲ στεροτύπους τινὰς φράσεις: Μήπως ὁ ὑπηρέτης ἀφῆκεν ἀνοικτὴν τὴν στρόφιγγα; Μήπως διαφεύγει που τὸ ἀέριον; κλπ. Στέλλει κάποιον ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκει ἐνίοτε κἄποιον ἐλάττωμα, καὶ ἡ κατάστασις παραμένει ἡ αὐτή.
§178ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀποδίδει καὶ κάποτε...
§179Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Δὲν ἔτυχε τοιοῦτο παράδειγμα εἰς ἄμεσον ἀντίληψίν μου. Καὶ τώρα ἴσως θὰ μοὶ τεθῇ τὸ ἐρώτημα: Πῶς ὁ λαὸς οὗτος, ὁ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον καταδυναστευόμενος, δὲν ἐξηγέρθη ἐπὶ τέλους; Διατὶ ἡ Ἑταιρεία κατὰ τοιοῦτον τρόπον προκαλεῖ; Διότι θὰ ἦτο τοῦτο μία πρόκλησις τῆς λαϊκῆς ὀργῆς ἐναντίον της. Ἐνταῦθα, Κύριοι Βουλευταί, ἀνακύπτει ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν τὰ μέσα τῆς κοινωνικῆς ἀμύνης ἐπαρκῶς ὠργανωμένα. Ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ ἑξήκοντα ἤδη ἔτη συναλλάσσεται μὲ τὸ κοινὸν τοῦτο. Ἡ Ἑταιρεία γνωρίζει, εἶνε δὲ φυσικὸν νὰ γνωρίζῃ ἐὰν ἐπιμελῶς τὰ συμφέροντά της χειρίζηται — καὶ περὶ τούτου δὲν μᾶς ἔμεινε δισταγμὸς — ποῖοι εἶναι οἱ ἐπιμελεῖς. Διότι προτρέπει, συνήθως, — ἐλησμόνησα αὐτό, Κύριοι Βουλευταί, — τοὺς καταναλωτὰς νὰ μετρῶσιν ἑκάστην πρωΐαν τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ γνώμονος καὶ νὰ ἐξακριβῶσιν, ἐὰν ὑπάρχῃ διαφορὰ μέχρι τῆς ἑσπέρας, ὅπως οὕτω βεβαιωθῶσιν ἄν καλῶς λειτουργῇ ὁ δείκτης. Ἡ Ἑταιρεία εἶναι φυσικὸν νὰ γνωρίζῃ πόσοι καὶ ποῖοι ἐκ τοῦ κοινοῦ αὐτοῦ, τοῦ πολυασχόλου, τοῦ ἔχοντος τὸν ἀψίκορον ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, ποῖοι εἶναι οἱ μεθοδικοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ προβαίνωσι καθ’ ἑκάστην εἰς τοιαύτας παρατηρήσεις. Εἶναι φυσικὸν νὰ γνωρίζῃ πόσοι ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν εἰσὶν οὗτοι.
§180ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐξ αὐτῶν εἶναι καὶ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης.
§181Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Πολὺ πιθανὸν νὰ εἶναι καὶ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης, διότι τὸν γνωρίζω ἄγαν μεθοδικόν.
§182Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ὄχι. Διότι δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε αὐτό.
§183Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ἡ Ἑταιρεία δὲν θὰ εἶχε λόγον τινὰ, ἵνα ἀσχοληθῇ μὲ τοὺς μεθοδικοὺς τούτους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἐλάχιστον ποσοστὸν τοῦ ὅλου κοινοῦ. Δὲν θὰ εἶχεν ἢ νὰ προσέχῃ αὐτοὺς καὶ νὰ εἶναι ἀπέναντί των ἐν τάξει, διὰ νὰ ἀποφεύγῃ τὰ παράπονά των. Δὲν θὰ εἶχεν, ἢ νὰ ὁδηγήσῃ τοὺς ὑπαλλήλους της, ὅπως μὴ θίγωσιν αὐτούς. Ἀλλά, διατί, ἆρα, ὑποκύπτουσιν οἱ πολῖται καὶ δὲν σπεύδουσι, συνεννοούμενοι πρὸς ἀλλήλους, νὰ ἀρνηθῶσι τὴν πληρωμήν, νὰ ζητήσωσι τὴν δικαστικὴν προστασίαν; Διατὶ δὲν ἀκολουθοῦσι τὴν προτροπὴν τοῦ νομοδιδασκάλου Γέριγκ, κηρύσσοντος, ὅτι δὲν δύναται νὰ θεμελιωθῇ τὸ δίκαιον, ἐὰν ἕκαστος τῶν πολιτῶν δὲν εἶναι ἕτοιμος νὰ διεκδικῇ τὰ δικαιώματά του, ἔστω καὶ ἄν πρόκειται περὶ ἐλαχίστων; Διότι ἡ ἀδράνεια περὶ τὴν ἐπιδίωξιν τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου, ἐπιφέρει τὴν ἀμβλύτητα τοῦ περὶ τοῦ δικαίου συναισθήματος. Ἐνταῦθα, νομίζω, ὅτι δὲν συμβαίνει ἀκριβῶς τοῦτο. Δέν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς χαρακτὴρ εἶναι μοιρολατρικὸς καὶ ὅτι παραμελεῖ κατὰ κανόνα τὰ ἰδιωτικά του δικαιώματα. Ἀλλαχοῦ, καὶ ὄχι εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, δέον νὰ ζητηθῇ ἡ αἰτία τῆς ἀδρανείας. Ὑπάρχει ἕν σημεῖον, τὸ ὁποῖον φαίνεται μικρόν, καὶ ὅμως ἴσως τοῦτο ἀποτελεῖ τὴν κλεῖδα τοῦ προβλήματος. Εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκοπῆς τοῦ φωταερίου καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ῥεύματος.
§184Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τοῦτο ἔκαμαν καὶ εἰς ἐμέ, διότι ὡμίλησα ἐναντίον των.
§185Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Ὑμεῖς ὅμως ἔχετε τὸν πόθον τῆς ἐργασίας καὶ ἠδύνασθε καὶ μὲ τὸν λύχνον νὰ ἐργασθῆτε, ὅπως ὁ Δημοσθένης. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν οἱ βασίζοντες ἐπὶ τῆς μακροχρονίου διατηρήσεως τῶν συμβάσεων παροχῆς ἀερίου ἢ ρεύματος ἐπιχειρήσεις ἐμπορικὰς ἢ βιομηχανικάς. Παραλείπω τὰς ἐνοχλήσεις μιᾶς οἰκογενείας, ἡ ὁποία αἰφνιδίως δύναται νὰ εὑρεθῇ ἄνευ φωτός. Καὶ αὐτὸς ὁ οἰκογενειάρχης θὰ σκεφθῇ ἂν πρέπῃ νὰ ἀμφισβητῇ τὰς καταστάσεις διὰ μικρὰ ποσά, ὅταν κινδυνεύῃ νὰ μείνῃ χωρὶς φῶς. Ὅπου ὅμως ὑπάρχουσι σοβαρώτερα συμφέροντα, εἰς τὰ ἐμπορικὰ ἢ βιομηχανικὰ καταστήματα καταναλώσεως φωτὸς ἢ θερμαντικῆς καὶ κινητηρίου δυνάμεως, ποῖος τολμᾷ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν καταστάσεων; Ἡ ἀποκοπὴ τοῦ φωτὸς εἶναι δι’ αὐτὸν οἰκονομικὴ καταστροφή. Θὰ ἐρωτήσῃ τις: τί τὸν κωλύει νὰ καταβάλῃ μετ’ ἐπιφυλάξεως καὶ νὰ ζητήσῃ δι’ ἀγωγῆς τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ ἀχρεωστήτου; Διὰ τῆς καταβολῆς μεταβάλλεται ἡ νομική του θέσις, ὑποχρεοῦται αὐτὸς ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἀχρεώστητον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἂν ἀποφασίσῃ νὰ μετέλθῃ ἀγῶνα κατὰ τῆς πανισχύρου Ἑταιρείας, θὰ εἶναι ἐκτεθειμένος εἰς ὅλας τὰς πιέσεις, διὰ τὰς ὁποίας τὸ σχετικὸν συμφωνητικὸν δίδει τὰ μέσα εἰς τὴν Ἑταιρείαν, ἐὰν πρὸς στιγμὴν ἤθελε καθυστερήσει ἐπ’ ἐλάχιστον εἰς τὰς ὑποχρεώσεις του. Εἶναι τὸ ὅπλον ὄντως φοβερὸν εἰς χεῖρας τῆς Ἑταιρείας καὶ ἴσως, ἂν ἔλειπε τὸ ὅπλον τοῦτο, θὰ ἠδύνατο νὰ ὀργανωθῇ ἡ κοινωνικὴ ἄμυνα. Καὶ ἐνταῦθα ἐνδείκνυται ἡ ἐπέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Προκειμένου περὶ προϊόντος τῆς πρώτης ἀνάγκης, τὸ ὁποῖον ἐξομοιοῦται οἱονεὶ πρὸς τὴν στέγην, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον, ὅπως διὰ νομοθετήματος ἀναγκαστικοῦ δικαίου, διὰ νομοθετήματος δημοσίας τάξεως ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν Ἑταιρειῶν τὸ δικαίωμα τῆς ἀμέσου καὶ ἄνευ προειδοποιήσεως ἀποκοπῆς. Ἡ σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος δὲν προνοεῖ περὶ τούτου. Ἡ δὲ Ἑταιρεία τὸ δικαίωμα τῆς ἀποκοπῆς τὸ προσέλαβεν ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ καταναλωτοῦ εἰς τὸ συμβόλαιον, διὰ τοῦ ὁποίου συμφωνεῖται ἡ παροχὴ τοῦ φωταερίου. Καὶ ἐὰν δὲν ἤθελέ τις νὰ ὑπογράψῃ τὸ παρουσιαζόμενον συμβόλαιον, ἤθελε γίνει τοιαύτη παρέλκυσις τοῦ ζητήματος, ὥστε οὐδέποτε ἴσως νὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα. Δύναται ὅμως τὸ Νομοθ. Σῶμα ν’ ἀσχοληθῇ εἰς νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ δικαίωμα τοῦτο, τῆς ἀμέσου ἀποκοπῆς ἀφαιρεῖται διὰ διατάξεως δημοσίας τάξεως, ὥστε ἡ ἐν τῇ συμβάσει ὑπάρχουσα ἀντίθετος ρήτρα νὰ εἶναι αὐτοδικαίως ἄκυρος. Εἶπον, ὅτι ἡ σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Ἑταιρείας δὲν προνοεῖ περὶ τούτου. Ἄλλαι ὅμως συμβάσεις, μεταγενέστεραι — καὶ ἔχω ἐδῶ ὑπ’ ὄψει τὴν σύμβασιν τοῦ Πύργου — ἐφρόντισαν νὰ προφυλάξωσι, ἔστω καὶ μὲ σκιὰν ἀμύνης, τοὺς καταναλωτάς, καὶ ὥρισαν, ὅτι δὲν δύναται ὁ ἐργολάβος νὰ ἀποκόψῃ τὸ φῶς, εἰ μὴ μόνον μετὰ προηγουμένην πρόσκλησιν. Ἔχομεν νεωτέρας συμβάσεις, καθ’ ἃς φαίνεται, ὅτι οἱ Δῆμοι, ὁδηγηθέντες ἀπὸ τὴν συμφορὰν τῶν Ἀθηνῶν, ἐμερίμνησαν νὰ ἐνισχύσωσι κατά τι τὴν ἄμυναν ταύτην. Ἀντὶ ἁπλῆς προσκλήσεως, ἀπαιτοῦσιν αἱ συμβάσεις Ἑρμουπόλεως, Ζακύνθου, Αἰδηψοῦ, Πόρου, προηγουμένην ἔγγραφον πρόσκλησιν. Νομίζω, ὅτι δὲν ἀρκεῖ ἁπλῆ ἔγγραφος πρόσκλησις.
§186Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ εἶναι καὶ δεδικαιολογημένη.
§187Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναμείνητε, διότι ἐκεῖ θὰ φθάσω. Ἀνάγκη ἐγγράφου προσκλήσεως μετ’ εὐλόγου προθεσμίας. Ἐὰν δὲ ἡ πρόσκλησις δὲν βασίζηται ἐπὶ ἐννόμου αἰτίας, δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη, ἤ, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐνδεικνύωσι παροχὴν μακροτέρας προθεσμίας, νὰ ἐπιτρέπηται προσφυγὴ τοῦ καταναλωτοῦ ἐνώπιον τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, ὅστις νὰ λύῃ τὸ ζήτημα προσωρινῶς, μὴ βλαπτομένου τοῦ δικαιώματος τῶν διαδίκων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ ἀπαγορεύῃ τὴν ἀποκοπήν, δικαιούμενος νὰ ὑποχρεώνῃ τὸν καταναλωτὴν εἰς παροχὴν ἀναλόγου, κατὰ τὴν κρίσιν του, ἐγγυήσεως. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, νομίζω, ὅτι ἀπαλλάσσωμεν τοὺς καταναλωτὰς ἀπὸ τὸν πέλεκυν ἀπὸ τὴν σπάθην αὐτὴν τοῦ Δαμοκλέους, τὴν κρεμαμένην ἀδιαλείπτως ὑπὲρ τὴν κεφαλὴν αὐτῶν, πολλάκις ἀθώων ὄντων, πολλάκις δεδικαιολογημένων ὄντων. Μὴ ἀμφιβάλλωμεν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία θὰ ἀντιδράσῃ κατὰ παντὸς μέτρου, περιορίζοντος τὰς ἀξιώσεις της. Θὰ ἀπειλήσῃ ἴσως καὶ παῦσιν τῶν ἐργασιῶν της. Ἐσχάτως, εἰς δύο μικρὰς πόλεις τῆς Ἰταλίας, Πόρτο Μορίσιο καὶ Ὀνέλια, ἐζήτησεν ἡ Ἑταιρεία τοῦ φωταερίου αὔξησιν τοῦ τιμήματος’ καὶ ἐπειδὴ ὁ Δῆμος ἠρνήθη, ἔκλεισε τὸ ἐργοστάσιόν της, θέλουσα οὕτω νὰ μεταχειρισθῇ ἐκβιασμὸν κατὰ τοῦ Δήμου ἐκ τοῦ κινδύνου τῆς ἐξεγέρσεως τῶν πολιτῶν. Ἀλλ’ οἱ δημοτικοὶ ἐκεῖνοι ἄρχοντες οὐδόλως ἐδίστασαν. Σπεύσαντες κατέλαβον καὶ ἐκίνησαν τὸ ἐργοστάσιον. Καὶ οἱ πολῖται συνεσπειρώθησαν περὶ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς εἰς ἐπιτέλεσιν τοῦ ἔργου, ὅπως ἅπαντες ἐνταῦθα συνεσπειρώθημεν περὶ τὴν Κυβέρνησιν, προκειμένου περὶ τῆς ἐν τῇ ἀναγκαστικῇ σήμερον φορᾷ τῶν πραγμάτων τεχνητῆς προμηθείας καὶ διανομῆς τῶν τροφίμων. Καταλήγων, συμπεραίνω, ὅτι, ἐκτὸς τῶν νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων, ἅτινα ἐπιβάλλονται ὅπως καταστῇ ἐντονώτερος καὶ ἀποτελεσματικότερος ὁ ἔλεγχος, ὡς πρός τε τὴν ποιότητα τοῦ προϊόντος καὶ τὴν τιμὴν τῆς μετρήσεως τῶν μονάδων ἀπέναντι τῶν καταναλωτῶν, μετὰ σχετικῶν ποινικῶν διατάξεων, παρίσταται πρὸς τούτοις ἀνάγκη — καὶ κατὰ τοῦτο συμφωνῶ πρὸς τοὺς προαγορεύσαντας Συναδέλφους, — νὰ προκηρυχθῇ ὡς τάχιστα διαγωνισμός, θέτων τοὺς ὅρους παροχῆς φωταερίου καὶ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος διά τε τὰ δημόσια καταστήματα καὶ τοὺς ἰδιώτας εἰς τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν. Προσθέτω τοῦτο μόνον, ὅτι ἡ προκήρυξις δέον νὰ ἀντιπαρέλθῃ τελείως καὶ νὰ θεωρήσῃ λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως τοῦ προνομίου, καὶ ἑπομένως νὰ περιλάβῃ ὑπὲρ τοῦ ἀναδόχου τὸ δικαίωμα τῆς παροχῆς φωταερίου, ὄχι μόνον τοὺς θέρμανσιν καὶ κίνησιν, ἀλλὰ καὶ πρὸς φωτισμόν, διὰ τὸν ὁποῖον, ὅσον καὶ ἂν ὁ Δῆμος εἶναι δεσμευμένος ἐκ τῆς συμβάσεως, τὸ Δημόσιον καὶ οἱ ἰδιῶται εἰσὶν ἀπὸ τοῦ 1907 ἐλεύθεροι πάσης προνομιακῆς ὑποχρεώσεως ἀπέναντι τῆς Ἑταιρείας· (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γιολδάσης.
§189Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Εἶναι τελείως ἐξηντλημένον τὸ θέμα, Κύριοι Βουλευταί, καὶ φρονῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀνάγκη, ὅπως σᾶς κουράσω ἐπὶ πλέον, εἰσερχόμενος εἰς λεπτομερείας. Τόσον ὁ κ. Μαλλιόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐχρησίμευσεν ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἶχε συστηθῇ κατὰ τὴν προηγουμένην περίοδον τῆς Βουλῆς, ὅσον καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν κατόπιν, ἀνέπτυξαν τὸ θέμα τοῦτο ἐν ὅλαις αὐτοῦ ταῖς λεπτομερείαις καὶ ἀπεκάλυψαν τὴν Ἑταιρείαν λῃστεύουσαν προφανῶς καὶ καταφανέστατα τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἐγὼ πρῶτος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ προκαλέσω τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὴν ἐν γένει συμπεριφορὰν τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ἐτόνισα τὴν ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην, ὅπως ἐπιληφθῇ ἡ Δικαιοσύνη τοῦ Τόπου τῶν ἀνομημάτων, τὰ ὁποῖα διέπραξεν ἡ Ἑταιρεία ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν. Ὑπέδειξα δὲ συγχρόνως τὴν ἀνάγκην τῆς λήψεως μέτρων, ὅπως περισταλῶσιν αἱ αὐθαιρεσίαι, ὅπως καταργηθῇ ἡ ἀσυδοσία, ὅπως δημιουργηθῇ ὑπεύθυνος διὰ τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, ἡ ὁποία ἐδημιούργησε Κράτος ἐν Κράτει ἐν Ἀθήναις, διαπράξασα ὄργια, κυριολεκτικῶς, μεταβληθεῖσα, ὄχι ἁπλῶς εἰς λῃστρικήν, ἀλλ’ εἰς λῃστοπειρατικήν. Τὸ γεγονός, κ. Βουλευταί, ὅτι ἐξηγέρθησαν ἐν εἰρηνικῇ ἐπαναστάσει τὰ ὑγιέστερα στοιχεῖα τῆς Πρωτευούσης, τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσφέρουσι δαψιλῶς εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἐξηγέρθησαν καὶ διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀδικίαν, ἡ ὁποία προσγίγνεται εἰς αὐτούς, διότι, οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν τελείαν ἀδιαφορίαν τῆς Πολιτείας, τὸ γεγονὸς τοῦτο εἶναι ἱκανὸν καὶ μαρτυρεῖ καθ’ ἑαυτὸ ὁποία τις εἶναι ἡ Ἑταιρεία καὶ ὁποῖα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται νὰ ληφθῶσι παρὰ τῆς Βουλῆς καὶ κατ’ ἐξοχὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι τελευταίως ἡ Ἑταιρεία ἀπέστειλε τελεσίγραφον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ τοῦ ὁποίου ἀξιοῖ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἀεριόφωτος. Τοῦτο καὶ μόνον καταλύει τὴν σύμβασιν, ἥτις ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Ἑταιρείας. Ἐκτὸς τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα τόσον εὐφραδῶς ὁ κύριος προλαλήσας ἀνέπτυξεν ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ γεγονὸς τοῦτο τοῦ τελεσιγράφου ἀρκεῖ καὶ μόνον, ὅπως διαλύσῃ τὴν σύμβασιν, ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ Δήμου καὶ Ἑταιρείας. Ἀρκεῖ τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅπως ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ μέτρα κατὰ τῆς Ἑταιρείας καὶ προβῇ εἰς διαγωνισμόν, ὅπως ἀντικαταστήσῃ αὐτὴν δι’ ἄλλης ἑταιρείας, δι’ ἄλλων ἐπιχειρηματιῶν, οἱ ὁποῖοι εὐσυνειδητώτερον θέλουσιν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκον αὐτῶν. Ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως εἰσηγηθῇ τάχιστα τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀπαραίτητα, ὅπως περισταλῶσιν αἱ αὐθαιρεσίαι τῆς Ἑταιρείας καὶ ὄχι μόνον ὅπως τεθῇ τὸ κράτος τοῦ νόμου ἐν ἰσχύϊ, ἀλλὰ παραπεμφθῇ καὶ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἡ ὁποία, ἐπιλαμβανομένη αὐτῆς, νὰ τιμωρήσῃ τὴν Ἑταιρείαν καὶ τοὺς ἀφανεῖς, διότι ἀφανεῖς εἰσὶν οἱ διευθύνοντες αὐτήν, διὰ τὰ τόσα ἀνομήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν διέπραξαν ἐναντίον τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, ἐναντίον τοῦ Δήμου, ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ράλλης.
§191Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μετὰ τὴν μακρὰν καὶ λεπτολόγον ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἂν δὲν εἶχον νὰ προσθέσω εἰς τὸ κομβολόγιον τῶν κατηγοριῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον ἡμῶν καὶ μικρὸν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν, ἤτοι ἀπὸ τοῦ 1910, μὲ εἶχε πείσῃ ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη δὲν ἄγεται ἀπὸ καλῆς πίστεως. Κατὰ τὸ 1910, καὶ δὴ κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1910, ἐξερράγη πυρκαϊὰ ἐξ αὐτομάτου ἀναφλέξεως γαιανθράκων εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς Ἑταιρείας. Ὁ γαιάνθραξ αὐτὸς ἦτο ἠσφαλισμένος παρὰ Γαλλικαῖς Ἑταιρείαις ἐν Παρισίοις. Αἱ Ἑταιρεῖαι αὗται, προκειμένου νὰ κανονισθῇ ἡ ζημία τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος, μὲ παρεκάλεσαν νὰ ἀντιπροσωπεύσω αὐτὰς ὡς πληρεξούσιος δικηγόρος των. Πράγματι, μετέβην παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ, ἥτις ἐζήτει ὡς ἀποζημίωσιν φράγκα 14.837.38, ἰσχυριζομένη ὅτι κατεστράφησαν ἄνθρακες 4.800 τόννοι. Κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον αὐτοπροσώπως ἐν τῇ Ἑταιρείᾳ, ἀντελήφθην, ὅτι πάντα αὐτὰ τὰ ποσὰ ἦσαν ἐξωγκωμένα, ὄχι μόνον κατ’ ἀριθμόν, ἀλλὰ καὶ περαιτέρω, ἀναφορικῶς πρὸς τὴν παραγωγὴν τοῦ ἀεριόφωτος. Ἀνεκάλυψα ἐν πρώτοις τὸ ἑξῆς: ὅτι ἡ Ἑταιρεία Ἀεριόφωτος ἰσχυρίζετο, ὅτι τὸν γαιάνθρακα ἐκεῖνον ἐπλήρωσεν ἀντὶ 17 σελλινίων τὸν τόννον καὶ εἰς τὰ 17 αὐτὰ σελλίνια προσέθετεν 7 δρχ. τὸν τόννον δι’ ἔξοδα μεταφορᾶς, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ὅλη τιμὴ ἀνεβιβάζετο εἰς 28.40 τὸν τόννον, ἰσχυρίζετο δὲ ὅτι ἠγόρασε τὸν γαιάνθρακα παρὰ τῶν καταστημάτων τοῦ Νιοῦ–Κάστελ. Ἐζήτησα ἀμέσως τιμολόγιον ἐξ Ἀγγλίας, τὸ ὁποῖον νὰ ἀναφέρῃ τὰς τιμάς, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἠγόρασεν ἡ Ἑταιρεία τὸν ἐν λόγῳ ἄνθρακα, τὸ δὲ τιμολόγιον τοῦτο ἀναφέρει ὅτι τὴν 24ην Ἰουνίου ἡ αὐτὴ ποιότης τοῦ γαιάνθρακος ἐκόστιζεν 9 σελλίνια καὶ 9 πέννας, εἰς τρόπον ὥστε, προστιθεμένων καὶ τῶν 7 φρ. κατὰ τόννον τῆς μεταφορᾶς, χωρὶς νὰ γίνῃ ἔλεγχος ἐπ’ αὐτοῦ, ἡ ὅλη ἀξία τοῦ γαιάνθρακος ἦτο τότε 19 δρχ. κατὰ τόννον, ἐζήτει δὲ 28.40. Ἐξ αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ ἐπιχειρήματος καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἀπεδέχθη ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος νὰ λάβῃ ὡς ἀποζημίωσιν, κατὰ τὴν ἔκθεσίν μου, ἀντὶ τῶν 14.800, 6.000 φργ. μόνον, δύνασθε νὰ κατανοήσητε κατὰ πόσον καὶ πᾶσαι αἱ κατηγορίαι, αἱ ὁποῖαι ἀνεπτύχθησαν ἐνώπιον ἡμῶν, εἶναι ἀληθεῖς ἢ μή, καὶ μάλιστα, ὅταν ἐπρόκειτο περὶ ἑταιρειῶν ὁμοεθνῶν πρὸς αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον γεγονὸς ἀποδεικνῦον ἔτι μᾶλλον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη δὲν ὑπῆρξε πάντοτε καθαρὰ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ φωτισμοῦ, εἶναι ὅτι, ὡς εἰσηγήσατο ἐνώπιον ὑμῶν ὁ κ. Εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅταν κατὰ τὸ 1911 ἠλεκτροτεχνίτης τις, καὶ σήμερον κάτοχος Δημοτικοῦ ἀξιώματος, ἐκόμισεν ἐνταῦθα μηχάνημα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκανονίζετο ὁ γνώμων καὶ θὰ ἐξηλέγχετο κατὰ πόσον εἶναι ἀκριβὴς ἢ ὄχι ἡ Ἑταιρεία, αὕτη κατεθορυβήθη τόσον πολύ, ὥστε προσέτρεξεν εἰς τὴν τότε Κυβέρνησιν, εἰρήσθω δὲ καὶ τοῦτο πρὸς ἀπόκρουσιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ πρῶτος προλαλήσας Συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, διότι ἐπέρριψε τὴν εὐθύνην εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις, ἐνῷ ἰδίως προστάται τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς ἦσαν οἱ Κυβερνῆται τῆς ἀνορθώσεως, ὅταν, λοιπόν, ἦλθε τὸ μηχάνημα τοῦτο, ἡ Ἑταιρεία κατεθορυβήθη τόσον, ὥστε προσέτρεξε τότε καὶ ἐζήτησε τὴν ἀρωγὴν τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ρέπουλη. Ὁ κ. Ρέπουλης, ἵνα ἀποφύγῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μηχανήματος αὐτοῦ, εἰσηγήσατο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον περὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν φωτιστικῶν μηχανημάτων καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μετετράπη εἰς νόμον τὴν 14ην Αὐγούστου 1911, λαβὸν τὸν ἀριθμὸν 3003. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπιγράφεται «περὶ συστάσεως ἠλεκτρομηχανικοῦ ἐργαστηρίου πρὸς ἔλεγχον γνωμόνων φωταερίου καὶ ἠλεκτρικοῦ». Τί εἶναι ὁ νόμος οὗτος; Ὁ νόμος οὗτος δὲν ἔχει ἄλλον σκοπόν, εἰ μὴ νὰ αὐξήσῃ τὰς θέσεις καὶ δαπάνας τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὸν ἔλεγχον ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν, διότι ἡ διαδικασία αὐτοῦ εἶναι τόσον πολυτελὴς καὶ πολυδάπανος, ὥστε θὰ ἠναγκάζετο ὁ ἰδιώτης νὰ ἐξοδεύσῃ 3.000 δραχμάς, ἵνα ἀποδείξῃ μίαν ζημίαν δύο δραχμῶν μηνιαίως! Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε δὲ νὰ ἀναφέρω καὶ τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα εἶναι ἠναγκασμένος ὁ ἰδιώτης νὰ καταθέσῃ διὰ νὰ λειτουργήσῃ αὐτὸς ὁ μηχανισμός: Ἐν πρώτοις, ἀναλόγως τῆς ἐντάσεως τοῦ φωτισμοῦ, ὑπάρχει πίναξ ἐν τῷ ἄρθρῳ 2, κατὰ τὸν ὁποῖον ποικίλει τὸ ποσὸν τὸ καταβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ ἰδιώτου προκαταβολικῶς, μεταξὺ 5–200 δραχμῶν, ἵνα μόνον τῷ χορηγηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως. Ἐὰν δὲ θέλετε νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος εἰς τὴν οἰκίαν σας ἢ τὸ κατάστημά σας, καὶ μὴ μεταφερθῇ ὁ γνώμων εἰς τὸ ἐργαστήριον, εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσητε διάφορα ποσὰ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ τὸν ἐλέγξουν. Τὰ δὲ κονδύλια τῶν ὁδοιπορικῶν εἶναι τὰ ἑξῆς: Εἰς τὸν Διευθυντὴν τοῦ Γραφείου 20 δρχ., εἰς τὸν Νομομηχανικὸν 15 δρχ., εἰς τὸν Μηχανικὸν 12 δρχ., εἰς τὸν ὑπομηχανικὸν 10 δραχ. καὶ εἰς τὸν ἀρχιτεχνίτην δρχ. 7.50. Ἀθροίσατε τὰ ποσὰ ταῦτα καὶ θὰ ἴδητε ὁποῖον ποσὸν πρέπει νὰ δώσητε, ἵνα ἀποδείξητε μίαν ζημίαν δύο δραχ., ἢ καὶ 50 λεπτῶν κατὰ μῆνα. Τοιαύτη, λοιπόν, ὑπῆρξεν ἡ ἀρωγὴ ἐκ μέρους τῆς ἀνορθώσεως πρὸς τὴν Ἑταιρείαν αὐτὴν, καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς ἔπρεπε νὰ συγχαρῇ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἥτις, ἀφ’ ἧς ἀνεφύη τὸ ζήτημα τοῦτο, τόσον προθύμως ἐδέχθη τὴν συζήτησιν καὶ τόσον δραστηρίως ἐργάζεται, ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλουν περιορίσῃ εἰς τὸ μέλλον τοιαύτας ληστρικὰς πράξεις.
§192Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἴδομεν ἕως τώρα τίποτε.
§193Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐλέχθη ἐπισήμως παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ καὶ ἐλέχθη πρὸς πάσας τὰς Ἐπιτροπάς. Καὶ ἐνῷ τοιαῦται κατηγορίαι καταγγέλλονται κατὰ τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναται ἔτι μᾶλλον νὰ ἀνορθώσῃ τὰς τρίχας τῶν κεφαλῶν ἡμῶν εἶναι, ὅτι δὲν ἔχει συναίσθησιν τῆς τοιαύτης διαγωγῆς της, καὶ ἐνῷ ἡ Βουλὴ συζητεῖ περὶ τῶν καταχρήσεων τούτων, δὲν διστάζει νὰ διακηρύξῃ ὅτι θέλει αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ρεύματος καὶ τοῦ ἠλεκτρικοῦ. Ὑπὸ τοιαύτην δὲ ἔποψιν ἀναγκάζομαι νὰ εἰσέλθω καὶ τὸ σημεῖον τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν. Καὶ ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἀεριόφωτος, εἶναι βέβαιον ὅτι, ἀφοῦ ὑφίσταται σύμβασις δὲν δύναται αὕτη νὰ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν καὶ οὐδεὶς λόγος δύναται νὰ γίνῃ περὶ ταύτης. Ἀλλὰ, ὅσον ἀφορᾶ τὴν Ἑταιρείαν τὴν Ἠλεκτρικήν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἀκριβῶς τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον ζημιοῦνται σήμερον καὶ κατὰ πόσον ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς αὐξήσεως τῶν τιμῶν. Πράγματι, ἡ σύμβασις μεταξὺ τῆς Ἑταιρείας καὶ τοῦ Δήμου δὲν ὑφίσταται, σήμερον ὑπάρχει ἡ σύμβασις μεταξὺ τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας καὶ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἀεριόφωτος, ἡ σύμβασις τῆς 22 Ἰουλίου 1901, καὶ κατ’ αὐτὴν ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ παρέχῃ ρεῦμα εἰς τὴν Ἑταιρείαν τοῦ Ἀεριόφωτος, ἐπὶ τιμῇ 31 λεπτῶν κατὰ κιλοβάτ καὶ ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος νὰ πωλῇ τοῦτο πρὸς 60 λεπτά, προκειμένου περὶ καταστημάτων καὶ πρὸς 70 λεπτά, προκειμένου περὶ ἰδιωτῶν. Νομίζω, ὅτι σπουδαίως δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης συμβάσεως παρήχθη προνόμιον καὶ ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Ρωμαϊκοῦ Δικαίου. Ἐὰν παρ’ ἄλλαις νομοθεσίαις ἐπεκράτησεν ἀλλοία γνώμη, τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἐπιρροὴν παρ’ ἡμῖν, ἔνθα ἐπικρατεῖ τὸ Ρωμαϊκὸν Δίκαιον. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ τοιούτου ζητήματος, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἡ Ἑταιρεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν σήμερον, ἀφοῦ, ἀγοράζουσα πρὸς 30 καὶ πωλοῦσα πρὸς 60 καὶ 70 λεπτά, κερδίζει 30 λεπτὰ ἀπὸ τὰ καταστήματα καὶ 40 ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας. Ἀλλὰ παρουσιάζεται ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος καὶ λέγει: Αὐξήσατε τὴν τιμήν, διότι λυποῦμαι τὴν Ἑταιρείαν τὴν Ἠλεκτρικήν. Ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἀεριόφωτος, ἂς παραχωρήσῃ μέρος τῶν κερδῶν της, τῶν κολοσσιαίων, τὰ ὁποῖα ἔχει, πρὸς τὴν Ἑταιρείαν τὴν Ἠλεκτρικήν: Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐμβριθῆ μελέτην ἐδημοσίευσεν ὁ κ. Ἠλίας Ἀγγελόπουλος, ὁ ὁποῖος ἐπιλαμβάνεται πάντων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀφορώντων τὴν τιμὴν τοῦ ἠλεκτρικοῦ καὶ δὲν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πλέον ὑμᾶς περὶ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ νομοθετικὸν μέτρον, τὸ ὁποῖον θὰ ληφθῇ διὰ τὸ μέλλον, τοῦτο ἀφίεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅστις θὰ εἰσηγηθῇ ἐνώπιον ἡμῶν μέτρον νομοθετικόν. Ἡ Βουλὴ ὅμως ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος, κατόπιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐξελέγη ἀπὸ Βουλήν, ἥτις διελύθη, καὶ σήμερον ἐπανέρχεται τὸ ζήτημα, κατόπιν αἰτήσεως Βουλευτῶν. Κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἡ ἐξουσία τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, εἶναι πρὸς ἐξέτασιν μαρτύρων καὶ ἐνέργειαν ἄλλων δικαστικῶν ἔργων, νομίζω ὅμως, ὅτι, ἀφοῦ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς θὰ προσήγετο πάντοτε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅπως αὕτη ἀποφασίσῃ τί θέλει νὰ γίνῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, βεβαίως καὶ ἡ παροῦσα Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποφασίσῃ περὶ παραπομπῆς τῆς ὅλης ὑποθέσεως εἰς τὰς ἀνακριτικὰς ἀρχάς. Κατόπιν τῶν ἀνωτέρω, νομίζω, ὅτι τὸ κάλλιστον ἔργον ἡμῶν εἶναι, ὅπως σπεύσωμεν εἰς τὴν περαίωσιν τῆς συζητήσεως, ἵνα ἴδῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον μετ’ ἀδημονίας ἀναμένῃ, ἵνα ἴδῃ τὴν παραπομπὴν τοῦ ὅλου ἔργου εἰς τὰς ἀνακριτικὰς ἀρχάς. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μητσόπουλος.
§195ΧΡ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ σοφαὶ ὁμιλίαι τῶν κ. κ. Συναδέλφων ἀνέλυσαν τοσοῦτον τελείως καὶ τοσοῦτον σαφῶς τὸ νομικὸν θέμα, ἀφηγήθησαν τοσοῦτον καταλεπτῶς τὰ τῆς ὑποθέσεως ὅλης, παρέταξαν τοσούτους ἀριθμοὺς καὶ τοσοῦτον πειστικῶς, ὥστε, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσω κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, ἴσως ἡ συζήτησις θὰ παρετείνετο ἐπ’ ἄπειρον καὶ δὲν θὰ κατέληγεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον πάντες εὔχεσθε. Ἀλλ’ ἠθέλησα νὰ ἐπιστήσω ὀλίγον τὴν προσοχὴν ὑμῶν, νὰ γεννήσω ἐν ὑμῖν τὴν σκέψιν περὶ τοῦ πῶς, ἄρα, ἀντελήφθη ἡ Ἑταιρεία, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπεκάλεσαν λῃστοσυμμορίαν, κατὰ τῆς ὁποίας παρέθεσαν ὅλα τὰ ἐπίθετα, ὅσα εἶναι γνωστά, ἤθελα νὰ γνωρίζω πρὸς ποῖον κόσμον ἐφαντάσθη, ὅτι διεπραγματεύθη τὰ ζητήματα καὶ τί θὰ ἔλεγεν, ὅταν κατώρθου ἐν Ἑλλάδι νὰ φορολογῇ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν πολὺ ἀκριβώτερον παρ’ ὅσον φορολογεῖ αὐτὴ ἡ ἰδία Ἑταιρεία τοὺς Ρουμάνους, λόγου χάριν, τῶν ὁποίων ἐπίσης τὸ φωταέριον ἔχει αὕτη ἐν Βουκουρεστίῳ. Ἐν Βουκουρεστίῳ ἡ τιμὴ τοῦ φωταερίου εἶναι 14 λεπτά, ἐν Ἀθήναις 28. Ὅταν ἔβλεπεν ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἀπὸ πεντήκοντα ἐτῶν ἀπεδέχοντο τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους αὐτὴ προέτεινεν, ὅταν ἔβλεπεν, ὅτι Δήμαρχοι, ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου ἀπὸ τοῦ 1857 προήρχοντο εἰς συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι δικαιολογοῦνται κατὰ τὴν κρίσιν αὐτῶν, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι εἶναι καταστρεπτικαί, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ τύπου, τί θὰ ἔλεγε; Θὰ ἔλεγε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους της, τοὺς ὁποίους ἀπέστειλεν ἐνταῦθα καὶ οἱ ὁποῖοι ἦσαν: εἷς ἀρτοποιός τῶν περιχώρων τῶν Παρισίων, ἀποστελλόμενος ὡς μηχανικὸς καὶ ἕτερος μηχανικός, ἀναλόγου ἐπαγγέλματος, θὰ ἔλεγε πρὸς αὐτούς: ὑπάγετε εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐνεργήσατε, ὅλα εἶναι ἕτοιμα, c’ est un gardin dés bois, ὅλους θὰ τοὺς πείσητε! Δὲν θὰ ἐξετάσω λοιπόν, τὸ θέμα, ἂν ἡ πεφωτισμένη συζήτησις ἤδη κατέληξεν εἰς πεποίθησιν, εἶμαι συμφωνότατος πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους προλαλήσαντας, ἰδίᾳ πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Μάτεσην, διαφωνῶ πρὸς αὐτὸν μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν ἀποδέχομαι τὴν δυσκολίαν, τὴν ὁποίαν διαβλέπω διὰ τῶν διαπραγματεύσεων μεταξὺ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Ἑταιρείας, τὴν δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ ἠδύνατο ὁ Δῆμος νὰ ἐπανακτήσῃ τὸ προνόμιον πέραν τῆς πεντηκονταετίας, διότι ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἀνέφεραν δὲν ἀπαγορεύει τὴν ἐκ νέου ἐκχώρησιν τοῦ προνομίου εἰς τὴν αὐτὴν Ἑταιρείαν καὶ μόνον λέγει, ὅτι δύναται κατ’ ἐπανάληψιν νὰ δοθῇ τὸ προνόμιον τοῦτο. Ἤθελον, Κύριοι, πράξει καλλίτερον, ἂν κατηρχόμην εἰς πρακτικὰς προτάσεις καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἔχω νὰ ἀπασχολήσω ἡμᾶς ἐπὶ βραχύ. Οἱ κύριοι πρόεδροι τῶν συντεχνειῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ὁμιλήσω, μοὶ εἶπον ὅτι, ἂν συνεννοήσει πρὸς αὐτούς, ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τοῖς ἀνέφερεν, ὅτι ὁ νόμος περὶ αἰσχροκερδείας θὰ δύναται νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ πρᾶγμα. Δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον πράγματι ὁ περὶ αἰσχροκερδείας νόμος θὰ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλα τὰ θέματα, τὰ παρουσιασθέντα, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ὁ νόμος αὐτὸς θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τοῦτο τὸ εἰδικὸν κακόν, τὸ συμβαῖνον, θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν πώλησιν τοῦ κὼκ ἐκ τοῦ ὁποίου καὶ μόνου εἰσπράττει 1.700.000, κατωρθοῦσα δι’ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ νὰ καλύπτῃ μετὰ περισσεύματος ὅλα αὐτῆς τὰ ἔξοδα. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἀρκεσθῇ ἁπλῶς εἰς τὰς περὶ αἰσχροκερδείας διατάξεις τοῦ νόμου, ἀλλὰ νὰ προβῇ εἰς κἄτι τι περισσότερον, εἰς τὸ νὰ ἐπιτάξῃ τὸ κὼκ καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν διατίμησιν τῆς ἀξίας αὐτοῦ. Ἤθελον προτείνῃ πρὸ παντὸς νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχήν. Δὲν πρόκειται ἁπλῶς περὶ τῆς ζημίας τῆς ὑλικῆς, ἡ ὁποία ἐπέρχεται, ἀλλὰ πρόκειται ἰδιαιτέρως περὶ ὅλων τῶν καταγγελιῶν, περὶ ὅλων τῶν κακῶν καὶ τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπαριθμεῖ ὁ κ. Μαλλιόπουλος ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ, διότι λέγει ἐπὶ λέξει ὅτι: (Ἀναγινώσκει). Καὶ τὴν δωροδοκίαν αὐτὴν τὴν φθάνει, ἐν τῇ ἀναπτύξει, ἥν ποιεῖται, μέχρι τοῦ βαθμοῦ, ὥστε νὰ παραστήσῃ ὅτι ἔχει ἐπεκτείνῃ τοὺς πλοκάμους της μέχρι Θεσσαλονίκης καὶ Πατρῶν. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ πρώτη σκέψις, ἡ ὁποία γεννᾶται, εἶναι ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχήν. Τὸ δεύτερον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελον ἐπιμείνῃ, εἶναι νὰ ἐκηρύσσετο πραγματικῶς ἡ Ἑταιρεία ξένη τοῦ δικαιώματος τῆς παροχῆς ἀερίου πρὸς θέρμανσιν καὶ πρὸς παραγωγὴν κινητηρίου δυνάμεως. Ἐὰν τὸ προνόμιον τῆς ἐξασφαλίζει πράγματι διὰ τὸν φωτισμὸν, ἀναμφισβητήτως δὲν τῆς παρέχει προνόμιον πρὸς θέρμανσιν καὶ παραγωγὴν κινητηρίου δυνάμεως. Αὐτὰς τὰς πρακτικὰς προτάσεις θὰ εἶχον νὰ ἀπευθύνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα λήξῃ τι, τὸ ὁποῖον κατήντησε πραγματικῶς σκάνδαλον. Διότι εἶναι ἀπίστευτον, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ ἑξήκοντα ἐτῶν ἐξακολουθεῖ ὁ τόπος αὐτὸς νὰ παρουσιάζῃ τοῦτο τὸ παράδοξον φαινόμενον ἑνὸς ὁλοκλήρου λαοῦ, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται, ὁλοκλήρου λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἔφθασε νὰ ἀπειλήσῃ καὶ τὸ κλείσιμον τῶν καταστημάτων καὶ νὰ παρουσιάζῃ ἐπὶ πλέον συνεχῶς Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι στέργουσι τὸ κακόν, οἱ ὁποῖαι ἐπικυροῦν τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν λαμβάνουσι τὴν πρόνοιαν, ἥτις εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαία καὶ τὴν ὁποίαν ἤθελον καὶ πάλιν συστήσει. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπηλιωτόπουλος.
§197Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τῶν καταχρήσεων καὶ παραβάσεων τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἀεριόφωτος κατὰ τοῦ λαοῦ καὶ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ οὐδὲν ἐλέχθη περὶ τοῦ Πειραιῶς. Ὁ ἐξ Ἀττικῆς Συνάδελφος, συμπολίτης μου κ. Τσουκαλᾶς, εἶπεν, ὅτι δὲν εἶχε τὸν καιρὸν νὰ μελετήσῃ τὴν σύμβασιν τοῦ Πειραιῶς, καὶ δι’ αὐτὸ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἐπ’ αὐτῆς νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Τὰς αὐτὰς κατηγορίας, τὰς αὐτὰς νοθείας διαπράττει ἡ αὐτὴ Ἑταιρεία καὶ ἐν Πειραιεῖ, καὶ δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω αὐτὰ ὡς πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἐν Ἀθήναις. Εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν, εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐγγυήσεων. Ἐν Πειραιεῖ, ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεώς της, ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος, μετὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν διοχετευτικῶν σωλήνων, ἀρνεῖται νὰ χορηγήσῃ τὸ ἀεριόφως, ἂν μὴ προηγουμένως λάβῃ, ὑπὸ τύπον ἐγγυήσεως, δραχμὰς 25 ἢ 50, ὡς ἐξασφάλισιν διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀερίου καὶ τοῦ γνώμονος, διὰ τὸν ὁποῖον γνώμονα πληρώνει ἰδιαίτερον ἐνοίκιον μίαν ἢ μίαν καὶ ἡμίσειαν δραχμήν, ἀναλόγως τῶν φώτων, καὶ λαμβάνει 25 δραχμὰς ἂν τὰ φῶτα εἶναι 10, 50 δὲ ἂν εἶναι πλέον τῶν 10. Τοιουτοτρόπως, ἐὰν ὑπολογίσητε ἐπὶ τεσσάρων περίπου χιλιάδων καταναλωτῶν καὶ λάβητε τὸν μέσον ὅρον πρὸς 25 δραχμάς. Θέλετε εὕρῃ ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἔχει εἰσπράξει παρανόμως ἀπὸ τοὺς Πειραιεῖς 100 χιλιάδας δραχμῶν, τὰς ὁποίας κρατεῖ καὶ μεταχειρίζεται πρὸς ἰδίαν χρῆσιν, χωρὶς νὰ ἀποδίδῃ κανένα τόκον καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ κανὲν δικαίωμα ἐκ τῆς συμβάσεως νὰ λαμβάνῃ αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις, διότι, κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Ἑταιρείας, δὲν τῇ χορηγεῖται τοιοῦτον δικαίωμα. Τὸ ἄρθρον 24 τῆς συμβάσεως τῆς χορηγεῖ μόνον τὸ δικαίωμα νὰ ζητῇ τὴν προπληρωμὴν τοῦ ἀερίου κατὰ μῆνα, ἐνῷ αὐτὴ διὰ τοῦ τρόπου τούτου, διὰ τῆς ἐκβιάσεως, οὕτως εἰπεῖν, αὐτῆς, τὴν ὁποίαν διαπράττει εἰς τὸν Πειραιᾶ, κατώρθωσε νὰ ἔχῃ εἰς χεῖράς της πλέον τῶν 100.000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας μεταχειρίζεται, ὡς εἶπον, πρὸς ἰδίαν χρῆσιν.
§198Ι. ΒΟΓΙΑΤΖΗΣ. Χωρὶς τόκον; Πληρώνει τόκον 4%.
§199Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πληρώνει. Σᾶς διαβεβαιῶ ἐγώ, καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου ὡς Δημοτικοῦ Συμβούλου Πειραιῶς, ὅτι δὲν πληρώνει τίποτε, διότι, κατὰ Μάρτιον 1909, μᾶς ὑπέβαλε νέας προτάσεις περὶ ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον λήγει τῷ 1928 καὶ ἐζήτει παράτασιν τριακονταετῆ, ἐνῷ τότε εἶχε δεκαοκτὼ εἰσέτι ἔτη διὰ νὰ λήξῃ τὸ προνόμιόν της. Τότε δὲ τὸ πρῶτον ὑπέβαλε προτάσεις νὰ μᾶς πληρώνῃ 4% τόκον. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον, παμψηφεί, ἀπέρριψε τὰς προτάσεις ἐκείνας, διότι ἐφρόνει ὅτι ἡ Ἑταιρεία ἐζήτει, ὡς καλὴ μέλισσα, νὰ ἀφαιρέσῃ ὅ,τι καλὸν εἶχεν ἡ παλαιὰ σύμβασις καὶ νὰ μᾶς ἀπογυμνώσῃ καὶ ἡμᾶς, ὅπως καὶ τοὺς Ἀθηναίους. Ἐπανέλαβε τὴν ἀπόπειράν της καὶ ὑπέβαλε νέας προτάσεις βραδύτερον, ἀλλὰ καὶ πάλιν τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον ἀπέρριψε ταύτας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐγγυήσεως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, καὶ νομίζω, ὅτι εἶνε ἀναγκαία ἡ ταχυτάτη καὶ ἄμεσος ἐπέμβασις τοῦ Εἰσαγγελέως, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τοὺς Πειραιεῖς τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατακρατεῖ.
§200Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ποῦ εὑρίσκετε δυνατὴν τὴν παρέμβασιν τοῦ Εἰσαγγελέως;
§201Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐκβιάζει τοὺς πολίτας καὶ δὲν τοὺς δίδει ἀεριόφως, ἐὰν δὲν καταβάλουν προηγουμένως 25 ἢ 50 δραχμὰς ὑπὸ τύπον ἐγγυήσεως, καὶ τὰ χρηματικὰ ταῦτα ποσά, τὰ ὁποῖα κατακρατεῖ εἰς χεῖράς της, ἄνευ τόκου, τὰ μεταχειρίζεται πρὸς ἴδιον ὄφελος.
§202Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ ἀδίκημα, δηλαδή, εἶναι μία παράνομος κατακράτησις.
§203Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω. Ἐὰν δὲ ἐπιληφθῇ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ζητήσῃ τὰ βιβλία τῆς Ἑταιρείας, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ ὑπερβαίνει τὰς ἑκατὸ χιλιάδας. Πολλαὶ δὲ ἄλλως τῶν ἐγγυήσεων αὐτῶν μένουσιν εἰς ὄφελος τῆς Ἑταιρείας, εἴτε διότι ἄλλοι ἀποδημοῦν, εἴτε διότι ἄλλοι χάνουν τὰ διπλότυπα, εἴτε δι’ ἄλλους λόγους, καὶ τὰς ὁποίας ἡ Ἑταιρεία ὠφελεῖται. Ἐπ’ αὐτοῦ, λοιπόν, ἤθελον παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του. Ἡμεῖς πληρώνομεν ἐν Πειραιεῖ 35 λεπτὰ τὸ κυβικὸν μέτρον, ἐνῷ ἐν Ἀθήναις πληρώνουσιν 26, ὁ δὲ Δῆμος πληρώνει 4½ λεπτὰ κατὰ φανὸν καὶ καθ’ ὥραν διὰ νὰ καίῃ 140 λίτρας, ἀλλ’ ὁσάκις ἐγένετο ἐξέλεγξις, οὐδέποτε ὑπερέβησαν τὰς 104 λίτρας, τὸ ἐπὶ πλέον δὲ τὸ καταχρᾶται ἡ Ἑταιρεία, διότι πληρώνεται ἀπὸ τὸν Δῆμον, ὅτι καίει 140 λίτρας. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπεκταθῶ περισσότερον ἐπὶ ζητήματος ἐξηντλημένου, ἀφοῦ αἱ αὐταὶ καταχρήσεις, αἱ αὐταὶ παραβάσεις, αἱ ὁποῖαι συντρέχουν διὰ τὰς Ἀθήνας, συντρέχουν καὶ διὰ τὸν Πειραιᾶ.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης.
§205Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ἀνέφερον πρὸς τὴν Βουλήν, εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῶσί τινὰ ὑπ’ ὄψει παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἰδιαιτέρως παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, διὰ τὴν σημερινὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Διότι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι κυρίως ἐπρόσεξαν εἰς τὸ τὶ ἔδει νὰ γίνῃ εἰς τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἔγινε καὶ τὸ τὶ πρέπει νὰ γίνῃ εἰς τὴν αὔριον, τὸ ὁποῖον νὰ ἀφορᾷ τὴν αὔριον, ἐνῷ τὸ ζήτημα εἶναι σημερινὸν καὶ πρέπει νὰ ὑποβοηθήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ εὕρῃ λύσιν περὶ τοῦ τὶ θὰ γίνῃ σήμερον. Φρονῶ δέ, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἐπιχειρημάτων, ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω καταρξάμενος τοῦ λόγου μου, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες εἶπον, ἔχω νὰ προσθέσω καί τινα, τὰ ὁποῖα θὰ παρακαλέσω εἰδικῶς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψει, διότι εἶναι πολὺ πιθανὸν νὰ τοὺς ὑποβοηθήσωσιν εἰς τὴν ἄμεσον λύσιν τοῦ ζητήματος. Πρὸς τοῦτο πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει χρονολογικῶς ὅτι εἰς τὰ 1887 ὅταν ἔγινεν ἡ νέα σύμβασις μεταξὺ τοῦ Δήμου καὶ τῆς Ἑταιρείας, ἡ Ἑταιρεία εἶχεν ὑπ’ ὄψει της τὴν τιμὴν τῶν γαιανθράκων, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶχεν ὑπ’ ὄψει της, τὴν τιμὴν τῶν ἐγκαταστάσεων καὶ τῶν μέσων τῶν ἐπιστημονικῶν, τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ μεταχειρισθῇ διὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ φωταερίου τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθὼς ἐπὶ πλέον τὴν ἐπαύξησιν τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἀναγκαίως καὶ ἐν σχέσει μὲ τὴν μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπεκταθεῖσαν πρόοδον θὰ ἐγίνετο, διὰ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν τὰ κέρδη. Τὰ τρία ταῦτα στοιχεῖα ἀπὸ τοῦ 1887, μέχρι τοῦ 1892 ἢ τοῦ 1893, δηλαδή, ἐπὶ μίαν πενταετίαν ἢ ἑξαετίαν παραμένουσιν ἀσφαλῶς τὰ αὐτά. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ 1892 ὡς ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι τοῦ Κράτους μεταβάλλονται, τὸ συνάλλαγμα ἀρχίζει νὰ ὑπερτιμᾶται, ἑπομένως καὶ τὰ ἔξοδα τῆς Ἑταιρείας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀγορὰν τῶν πρώτων ὑλῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἀποδόσεων τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑποχρεωμένη, καθ’ ὃ Ἑταιρεία ἀλλοδαπή, νὰ ἐξάγῃ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ νὰ μεταφέρῃ τὰς δραχμὰς εἰς χρυσόν, ὑφίσταται ζημίαν. Ἑπομένως, ἔχομεν δύο ζημίας, μίαν ἐκ τῆς ὑπερτιμήσεως τοῦ γαιάνθρακος καὶ ἄλλην ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα εἶχε. Τὰ δύο ταῦτα στοιχεῖα προχωροῦσιν ἐπ’ ἄπειρον αὐξανόμενα καὶ μίαν δεκαετίαν παρουσιάζουν τοὐλάχιστον ἕνα μέσον ὅρον 50% ὀλιγώτερον. Δηλαδή, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ Ἑταιρεία κερδίζει ἕν ἑκατομμύριον, θὰ ἐξαγάγῃ 50% ὀλιγώτερον, δεδομένου ὅτι θὰ ἀγοράσῃ χρυσόν, ὃν θὰ στείλῃ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Τὸ ἴδιον θὰ συμβῇ καὶ διὰ τοὺς γαιάνθρακας. Κατὰ τὸ χρονικὸν δὲ αὐτὸ διάστημα ἡ Ἑταιρεία ὑφίσταται τὴν κολοσσιαίαν ζημίαν, ἣν δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ κατὰ τὸ 1887 καὶ δὲν ζητεῖ ἐπαύξησιν τῆς τιμῆς τοῦ φωταερίου, ἀλλ’ ἀρκεῖται εἰς ἐκείνην, ἥτις τῇ ἐδόθη εἰς τὰ 1887. Διατί; Ὄχι βεβαίως, διότι δὲν ζημιώνεται, διότι προφανῶς ζημιώνεται, ἀλλ’ εἴτε διότι ἡ ζημία της ἀφορᾷ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ ὧν ἡ ἐλάττωσις δὲν τὴν ἐνδιαφέρει, εἴτε διότι ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς καταναλώσεως ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς καταπληκτικῆς τοῦ πληθυσμοῦ. Ἑπομένως τὰ στοιχεῖα αὐτά, ἅμα λάβωμεν ὑπ’ ὄψει, βλέπομεν ὅτι ἡ Ἑταιρεία εἰς μίαν κρίσιν οἰκονομικήν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατό τις ἴσως νὰ τὴν δικαιολογήσῃ ζητοῦσαν αὔξησιν, δὲν τὸ πράττει. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπὸ τοῦ 1904 καὶ ἐντεῦθεν ἀρχίζει καὶ ἐκπίπτει ἡ τιμὴ τοῦ συναλλάγματος καὶ φθάνει εἰς τὸ ἄρτιον, οἱ ὅροι ἀναστρέφονται. Τὰ κέρδη διπλασιάζονται, διότι, ἐνῷ ἠγόραζε γαιάνθρακα κατὰ 50% ὑπερτιμημένον, λόγῳ τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος, ἐνῷ ἐξῆγε κέρδη, οὐχὶ ἀκέραια, ἤδη κερδίζει ἐξ αὐτῶν τῶν αἰτιῶν, λόγῳ τῆς πτώσεως τοῦ συναλλάγματος, ὁ δὲ πληθυσμὸς ηὔξησε κατὰ 100.000, διότι κατὰ τὴν στατιστικὴν τοῦ 1906 ἔχομεν 225.000 κατοίκων. Ἔχομεν τὰ τρία αὐτὰ στοιχεῖα ὑπὲρ τῆς Ἑταιρείας. Ἡ Ἑταιρεία τί πράττει; Κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1907 ἐλαττώνει τὴν τιμὴν κατὰ 9 λεπτά. Ἐρχόμεθα ὅμως σήμερον, ὅτε οἱ ὅροι εἰσὶ πλέον τελείως ἀντεστραμμένοι ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν κατὰ τὸ 1902. Ἔχετε ὑπερτίμησιν τῶν γαιανθράκων, ἕνεκα λόγων ἐξαιρετικῶν, ἀλλὰ παραλλήλως πρὸς τὴν ὑπερτίμησιν αὐτὴν ἔχετε αὔξησιν καταναλώσεως, ἕνεκα τοῦ ἐντὸς ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος αὐξηθέντος πληθυσμοῦ, ἐκτὸς δὲ τούτου ἔχετε τὸ κέρδος συναλλάγματος κατ’ ἀντίστροφον λόγον τοῦ ἄλλοτε, δηλαδή, τὸ κέρδος τοῦ 1.000.000 δὲν εἶναι πλέον 1.000.000 φράγκα, ἀλλὰ θὰ τὸ ὑπολογίσητε μὲ 15% ἐπὶ πλέον. Ἑπομένως, ἔχετε κέρδη ἐκ τῆς συναλλαγματικῆς διαφορᾶς, ἔχετε κέρδος ἐκ τοῦ αὐξηθέντος πληθυσμοῦ...
§206Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Μοῦ ἐπιτρέπετε; Ἐὰν μὲ τὴν παροῦσαν τιμὴν τῶν γαιανθράκων ζημιοῦται, ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ τὴν ζημιώνει ἐπὶ πλέον.
§207Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ναὶ καὶ ὄχι, διότι ἡ κατανάλωσις ἐπαυξάνουσα, δὲν ἐπαυξάνει ἀναλόγως τὰ ἔξοδα παραγωγῆς, ἀλλ’ ἐπὶ ἔλαττον, ἀλλὰ πάντως ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ συναλλάγματος. Σήμερον ἐπὶ 1.000.000 δραχμῶν, ἐξάγει 1.200.000 φράγκων. Λοιπόν, δὲν ἰσοφαρίζει αὐτὸ τὴν διαφορὰν τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων; Δὲν ἔχει οὕτω, κ. Ὑπουργέ;
§208Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Ἐγὼ ὁμιλῶ ὑπευθύνως καὶ πρέπει νὰ εἶμαι ἐπιφυλακτικός. Ἐπὶ τοῦ τελευταίου ζητήματος, νομίζω, ὅτι ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἰωαννίνων εἶναι ὀρθή, διότι ἐφ’ ὅσον ἔχετε μεγαλείτερον πληθυσμὸν καὶ ἔχετε ζημίαν, ἀναμφισβητήτως θὰ ἔχετε ζημίαν μεγαλειτέραν. Χωρὶς νὰ ἐκφέρω γνώμην οἱανδήποτε, θεωρητικῶς ἐξετάζω τὸ ζήτημα, λαμβάνετε ὑπ’ ὄψει τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ συνάλλαγμα εἶχε 1.80; Τότε εἴχομεν μίαν ζημίαν, λόγῳ τοῦ διπλασιασμοῦ τῆς τιμῆς, ἀλλὰ σήμερον, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμέ, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει, τὴν τιμὴν τοῦ γαιάνθρακος, θὰ ἔχωμεν τότε πενταπλασίαν τιμήν.
§209Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ναί, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ: ὅτε ἡ Ἑταιρεία δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει της τὸ οἰκονομικὸν καθεστώς, τὸ δημιουργηθὲν μετὰ τὸ 1887, καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον ἐζημιοῦτο, διατὶ δὲν ἐζήτει αὔξησιν;
§210Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πῶς ἠξεύρετε ὅτι ἐζημιοῦτο; Ἠλαττώθη τὸ κέρδος, ἀλλὰ δὲν εἶχε καὶ ζημίαν.
§211Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς, ὅτι, ὅταν ἔχετε μίαν σύμβασιν τοῦ 1887, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων οἰκονομικῶν ὅρων καὶ οἱ οἰκονομικοὶ αὐτοὶ ὅροι ἀλλάσσουν μετὰ πενταετίαν ἐπὶ τὰ χείρω, θεωρητικῶς δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ δεχθῆτε, ὅτι, ἂν δὲν ζημιώνεται ἡ Ἑταιρεία, τοὐλάχιστον ἐλαττοῦνται τὰ κέρδη της. Ἑπομένως, τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν αὕτη ἀπέβλεπεν εἰς κέρδη, α καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐλαττώσεως λαμβάνει κέρδη α — 1, δικαιοῦται εἰς αὔξησιν τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν ζητεῖ. Σήμερον διατὶ ζητεῖ αὔξησιν τῆς τιμῆς; Διότι σήμερον ὁ ἴδιος λόγος εἶναι. Διατὶ σήμερον ζητεῖ αὔξησιν τιμῆς; Διότι ἀλλάσσουσιν οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους σήμερον ἐργάζεται. Ἑπομένως, διατὶ τότε, ὅταν ἐπίσης ἤλλαξαν οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους εἰργάζετο καὶ τοὺς ὁποίους εἶχεν ὑπ’ ὄψει, δὲν ἐζήτει αὔξησιν; Σᾶς ἐρωτῶ. Σήμερον ζητεῖ, τότε δὲν ἐζήτει, καὶ ὄχι μόνον σήμερον ζητεῖ, ἐνῷ τότε δὲν ἐζήτει, ἀλλὰ σήμερον δὲν δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ, διότι ὅσον δήποτε καὶ ἂν ηὐξήθη ἡ τιμὴ τοῦ γαιάνθρακος, πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι αὐτὴ εἰς τὸ μεταξὺ ἔχει κέρδη ὑπερδιπλάσια ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶχε πρὸ δεκαετίας, ἕνεκα τῆς τιμῆς τοῦ φράγκου. Ἑπομένως, ὅλα αὐτὰ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα σήμερον καλύπτει καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι μυθώδη ποσά, — διότι, ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι ἐκέρδιζεν ἓν ἑκατομμύριον, ἢ ἐλάμβανεν ἑξακοσίας, σήμερον λαμβάνει ἓν ἑκατομμύριον πλέον τὴν διαφορὰν τὴν μεταξὺ δραχμῆς καὶ φράγκου,— ἑπομένως, ὅταν σήμερον ἡ Ἑταιρεία δέχεται νὰ πάρῃ τὸ κέρδος τὸ πρὸ δεκαετίας, δηλαδή, ἑξακοσίας χιλιάδας, εὑρίσκεται ἐν κέρδει, διότι πρὸ δεκαετίας, κερδίζουσα αὐτὰς τὰς 600.000, ὅσον ἦτο τὸ ἓν ἑκατομμύριον, μετατρεπόμενον εἰς φράγκα χρυσᾶ, ἐκέρδιζε· σήμερον ἀλλάσσουσιν οἱ ὅροι καὶ ζητεῖ αὔξησιν. Διατί; Νομίζω, αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ πρακτικά, ἀπὸ ἀπόψεως πρακτικῆς πρέπει νὰ ἔλθωσιν εἰς συζήτησιν μὲ τὴν Ἑταιρείαν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ τεθῶσι κάτω οἱ λογαριασμοὶ καὶ θὰ φανῇ πραγματικῶς τί ὠφελεῖται ἡ Ἑταιρεία, ἢ τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῆς διαφεύγει ἀπὸ τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ ἔχῃ καὶ τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῶν ὅρων αὐτῶν, δηλαδή, ὁμολογουμένως τοῦ ἑνός, τῆς αὐξήσεως τῆς τιμῆς τοῦ γαιάνθρακος ποὺ διαθέτει, χάνει ἀπὸ τὸν γαιάνθρακα. Τὸ δέχομαι. Ἀλλὰ κερδίζει ἀπὸ τὸ φράγκον. Κερδίζει, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ φράγκον, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ὑπερτίμησιν τῆς δραχμῆς. Ἔχει δύο ὅρους ὑπὲρ καὶ ἕνα κατά. Οἱ δύο δὲ ὑπὲρ ὅροι εἶναι τόσον πολὺ μεγάλοι, διότι κατὰ τὸ διάστημα ὁλοκλήρου δεκαετίας ἐκέρδιζε τὸ ἥμισυ ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κερδίζει σήμερον. Καὶ ἦτο εὐχαριστημένη. Σήμερον τί θὰ μείνῃ; Ἰσοφαρίζει δὲ ἡ διαφορὰ τοῦ κέρδους αὐτοῦ μὲ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ γαιάνθρακος; Αὐτὸ εἶναι ἐξεταστέον. Ἀλλ’ ἤθελον ἀκριβῶς, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, νὰ σᾶς ὑποβάλω αὐτὰς τὰς σκέψεις μὲ πλήρη πεποίθησιν, ὅτι σεῖς θὰ τὰς ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ ἤθελον νὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ πρὸ τῆς Βουλῆς, ἀκριβῶς διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ὄχι μόνον τὸ τί θὰ ἐκέρδιζεν ἡ Ἑταιρεία, ἀλλὰ τὸ τί ἦτο εὐχαριστημένη νὰ κερδίζῃ, ὅταν τὸ φράγκον εἶχεν 1.60 ἢ 1.80 καὶ ἑπομένως, ἐὰν τότε ἦτο εὐχαριστημένη μὲ αὐτὸ τὸ ποσόν, πρέπει νὰ εἶνε πολὺ περισσότερον σήμερον, ὅτε ἔχει καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν αὔξησιν τῆς ἐπὶ πλέον τιμῆς. Ἔχομεν 1 κατὰ καὶ 2 ὑπέρ, ἐνῷ πρὶν εἶχε 2 κατὰ καὶ τίποτε ὑπέρ, διότι ἠγόραζε τὸν γαιάνθρακα πρὸς 40 δραχμάς. Ἡ τιμὴ τοῦ γαιάνθρακος εἰς τὰ σελλίνια αὐτά, τὰ ἐννέα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, εἶνε γεγονὸς τῶν τελευταίων ἐτῶν ἀποτέλεσμα τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐργατικῶν νόμων ἐν Ἀγγλίᾳ, ἀλλὰ πρίν, εἰς τὰ 1887, ὁ γαιάνθραξ εἶχεν ἀνωτέραν τιμήν, καὶ ἑπομένως τοιαύτην τιμὴν εἶχεν ἡ Ἑταιρεία ὑπ’ ὄψει της, καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλ’ εἶχε καὶ μηχανήματα ἀτελῆ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, τὰ ὁποῖα ἔδωκαν καὶ ὀλιγωτέραν ἀπόδοσιν, ἐνῷ προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ἡ τιμὴ τοῦ γαιάνθρακος ἐλαττοῦται καὶ ἡ ἀπόδοσις μὲ τὰ νέα μηχανήματα αὐξάνει. Ἑπομένως καὶ εἰς αὐτὰ εἶχεν ἡ Ἑταιρεία ὠφελείας, τὰς ὁποίας θὰ ἴδωμεν ἂν τὰς ὠφελήθη καὶ ὁ λαός...
§212Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΑΘΑΝΑΤΟΣ. Μὴ λησμονῆτε, καὶ τὸ κὼκ ἀπὸ τρία λεπτὰ πωλεῖται σήμερον δώδεκα.
§213ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴκοσιν, εἴκοσιν.
§214Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐγὼ λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζω καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἐλέχθη ἀπὸ ἄλλους κ. Συναδέλφους. Αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἕτεροι ἀξιότιμοι συνάδελφοι εἶπον, δὲν τὰ ἀναφέρω ἐγώ. Ἐγὼ ἀναφέρω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισα ὅτι ἁπλῶς ἤρκουν καὶ θὰ ἀναπτυχθῶσιν εὐρέως, ὅπως τὰ λέγω ἐγώ. Ἁπλῶς τὰ ἐθίξατε ὑμεῖς. Δὲν τὰ ἀνεπτύξατε. Ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπατε σαφῶς, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὰ ἐπαναλάβω. Παρακαλοῦμεν, λοιπόν, ὅλα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα νομίζει ἡ Κυβέρνησις, νὰ συζητήσῃ μὲ τὴν Ἑταιρείαν, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἴδῃ τοὺς λογαριασμοὺς κάτω, θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅλα αὐτά, καὶ τότε εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος, ὅτι, οὐχὶ μὲ θάρρος περὶ τοῦ μέλλοντος, ἀλλὰ μὲ βεβαιότητα περὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑταιρεία νὰ μὴ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ φωτισμοῦ, διότι, ἐὰν θελήσῃ νὰ τὴν αὐξήσῃ, ὄχι μόνον δὲν στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον, ἀλλὰ παραβιάζει, ὄχι μόνον τὴν λογικήν, παραβιάζει πᾶν στοιχεῖον δικαίου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ὁ λαὸς νὰ ἐξεγερθῇ. (Χειροκροτήματα).
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γεράκης.
§216Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὁμολογουμένως, Κύριοι Βουλευταί, πρόκειται περὶ ζητήματος κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ λέγω κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, διότι ἀμέσως ἐνδιαφέρονται αἱ ἐπαρχίαι, ἀμέσως ἐνδιαφέρεται καὶ ἡ Κεφαλληνία. Τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἤκουσα καὶ τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν αἱ Ἑταιρεῖαι ἐνταῦθα Ἀεριόφωτος καὶ Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας, καὶ οἱ τρόποι, δι’ ὧν ἐπιτυγχάνονται, μὲ παρακινοῦσι νὰ πιστεύω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσι μόνον λῃσταὶ εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ συμμορίαι λῃστῶν ἐντὸς τῶν πόλεων. Ἀλλὰ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν καὶ ἀποδεχθῶμεν, ὅτι ὄντως ὑπάρχουσι λῃστρικαὶ Ἑταιρεῖαι ἐντὸς τῶν πόλεων, πρέπει νὰ ὑποδεικνύωμεν καὶ τὰς μεθόδους, διὰ τῶν ὁποίων λῃστεύεται πραγματικῶς ὁ λαός. Αἱ διάφοροι μέθοδοι ἠκούσθησαν κατ’ ἐπανάληψιν παρὰ τῶν προλαλησάντων. Εἶμαι ὅμως ὑπόχρεως νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τινὰς ἐκ τούτων, διὰ νὰ καταλήξω ἀκριβῶς εἰς ἐκεῖνο τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ καταλήξωμεν. Καὶ πρῶτον λαμβάνω ὑπ’ ὄψει τὸν πτωχὸν φωτισμόν, τὸν ὁποῖον δίδει ἡ Ἑταιρεία τοῦ ἀεριόφωτος εἰς τὰς Ἀθήνας, ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας. Τὰ κέρδη τῶν Ἑταιρειῶν αὐτῶν προέρχονται, διότι δὲν δίδουσιν ὄντως τὸν ἀπαιτούμενον φωτισμὸν εἰς τοὺς καταναλωτάς, ὁ δὲ καταναλωτὴς ἐκεῖνος, καὶ δὴ ὁ καταστηματάρχης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ φωτίζῃ τὸ κατάστημά του διὰ πέντε, λόγου χάριν, μπέκ, ἕνεκα τοῦ πτωχοῦ φωτισμοῦ, τὸν ὁποῖον δίδουσιν εἰς αὐτόν, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ μεταχειρίζηται δέκα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ μέθοδος αὐτή, Κύριοι, εἶναι καὶ ἡ μέθοδος τοῦ ὡρολογίου, ἢ τοῦ γνώμονος, διότι ὁ γνώμων ὑποδεικνύει μεγαλειτέραν κατανάλωσιν τοῦ πραγματικῶς καταναλισκομένου φωταερίου, διότι φροντίζουσιν αἱ Ἑταιρεῖαι νὰ εἰσάγωσιν ἐντὸς τῶν γκαζομέτρων ἀέρα, ἐξαγόμενος δὲ ὁ ἀὴρ ἐκ τοῦ γνώμονος, δεικνύει ἐξαγωγὴν φωταερίου μεγαλειτέραν τῆς καταναλωθείσης. Καὶ ἰδοὺ ἡ ζημία καὶ κλοπὴ τοῦ καταναλωτοῦ. Καὶ τοῦτο συμβαίνει ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀεριόφως. Ἐξετάσωμεν καὶ τί συμβαίνει διὰ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος; Ὁ μὲν φωτισμὸς τῶν πόλεων ζημιοῦται, διότι δὲν δίδεται ἡ ἀπαιτουμένη ἔντασις τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος εἰς τὸν φωτισμὸν τῶν πόλεων. Καὶ ἰδοὺ ἡ ὠφέλεια τῆς Ἑταιρείας, ἐξ ἄλλου δὲ ἡ ζημία τῶν πόλεων, ἡ ζημία τῶν κατοίκων, διότι δὲν ἔχουσι τὸν ἀνάλογον φωτισμόν, ἐξ ἄλλου δὲ ἔχομεν καὶ ἐκεῖ τοὺς γνώμονας τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, οἱ ὁποῖοι γνώμονες δεικνύουσι πάντοτε περισσότερον τοῦ καταναλισκομένου ρεύματος. Ἀλλ’ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ διαβεβαιώσω, κ. Βουλευταί, ὅτι οἰκογενειάρχαι, οἱ ὁποῖοι μετέβησαν καὶ διέμειναν εἰς τὴν ἐξοχὴν ἐπὶ δύο μῆνας, ἐπανελθόντες εἰς τὴν πόλιν, ἀπεδείχθη, ὅτι κατηνάλωσαν ἠλεκτρικὸν ρεῦμα, χωρὶς νὰ κάμωσι χρῆσιν ρεύματος κατὰ τὸ διαρρεῦσαν διάστημα τῆς ἐν τῇ ἐξοχῇ παραμονῆς των. Αὐταὶ εἰσὶν αἱ μέθοδοι, δι’ ὧν ὠφελοῦνται μέχρι σήμερον αἱ Ἑταιρεῖαι αὗται μόνον δι’ αὐτῶν τῶν μέσων. Ὠφελήθησαν καὶ ὠφελοῦνται, διότι προηγουμένως μετεχειρίζοντο λάμπες παλαιοῦ συστήματος, ἤτοι μπὲκ παπιγιόν, κατόπιν δὲ ἐγκατέστησαν τὰ μπὲκ Ἄουερ, καὶ ἐνῷ ὤφειλον πραγματικῶς νὰ ἐλαττώσωσι τὴν τιμὴν τοῦ ἀεριόφωτος κατὰ τὸ ἥμισυ, ἀφοῦ ἓν μπὲκ παπιγιὸν ἔκαιεν ἕν, τὰ δὲ μπὲκ Ἄουερ καίουσι τὸ ἥμισυ, καὶ συνεπῶς ὤφειλεν ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τιμήν, κατὰ τὸ ἥμισυ καὶ ὄχι ἀπὸ 3½ λεπτὰ νὰ κατέλθῃ εἰς 3, καθὼς ἔλεγε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Π. Ἀγγελόπουλος, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ καταβιβάσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἀεριόφωτος κατὰ 1½ ἢ τοὐλάχιστον κατὰ 1 λεπτόν, ἢ τοὐλάχιστον εἰς μίαν διαφορὰν τοιαύτην, ὥστε νὰ ὠφεληθῶσι καὶ ὁ Δῆμος καὶ οἱ καταναλωταί. Ἔχομεν ἐξ ἄλλου τὰς παλαιὰς λάμπας πυρακτώσεως καὶ τὰς εἰσαχθείσας νέας Ὠσρὰμ καὶ ἐνῷ αἱ παλαιαὶ ἐκεῖναι λάμπαι ἔκαιον ἕν, αἱ νέαι Ὠσρὰμ καίουσι τὸ ἥμισυ καὶ ἐν τούτοις, ἀντὶ νὰ ἐλαττώσωσι τὴν τιμήν, κατώρθωσαν νὰ λάβωσι καὶ νέα ἐπωφελῆ ἀνταλλάγματα παρὰ τῶν Δήμων, ὅπως ἐλαττώσωσι τὴν τιμὴν καὶ οὕτω φαινομενικῶς ἠλάττουν τὴν τιμὴν καὶ κατ’ οὐσίαν ὠφελήθησαν, οἱ δὲ Δῆμοι ἔμειναν ζημιωμένοι.
§217Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ἡ πληρωμὴ γίνεται κατὰ μέτρον.
§218Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ὥστε ἡ Δημαρχία, παρακαλῶ, ἔχει γνώμονα εἰς τὸ κέντρον διὰ νὰ μετρᾷ τὸ ἀεριόφως;
§219Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Ὁμιλεῖτε διὰ τὶς λάμπες.
§220Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἐρωτᾶτε διὰ τὶς λάμπες παπιγιὸν καὶ μπὲκ Ἄουερ;
§221Γ. ΠΕΣΜΑΖΟΓΛΟΥ. Μάλιστα, δι’ ἄλλας ὄχι.
§222Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Εἰς ἡμᾶς, εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, συμβαίνει τὸ ἀντίθετον.
§223ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὸν Εἰσαγγελέα καὶ νὰ ξεμπερδέψῃ τὸ πρᾶγμα.
§224Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Βεβαίως, ἐκεῖ θὰ καταλήξωμεν.
§225Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸν Εἰσαγγελέα.
§226Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, καὶ μεθ’ ὅλας ταύτας τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας ἔχουσιν αἱ Ἑταιρεῖαι, δίδεται τὸ πρῶτον σύνθημα σήμερον ἐντεῦθεν πρὸς αὔξησιν τῆς τιμῆς τοῦ ἀεριόφωτος καὶ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος. Ἀλλ’ ἐξετάσωμεν: δικαιοῦται ἡ Ἑταιρεία τοῦ Ἀεριόφωτος νὰ ζητήσῃ τὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς, ναὶ ἢ ὄχι; Κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν δικαιοῦται, διότι ἐκτὸς ἐκείνων, ἅπερ ἐλέχθησαν, καὶ ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία δικαιοῦται κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἀεριόφωτος ἐν περιπτώσει ὑψώσεως τοῦ συναλλάγματος, ὅτε ὑπάρχει καὶ εἰδικὴ κλίμαξ αὐξήσεως τῆς τιμῆς, δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα διὰ τῆς συμβάσεως νὰ αὐξήσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἀεριόφωτος, διότι ὑψώθησαν οἱ γαιάνθρακες ἢ ἄλλαι πρῶται ὗλαι, διότι ἂν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦτο, βεβαίως, θὰ ἀνεφέρετο ἐν τῇ συμβάσει, καὶ μὴ ὑπάρχοντος τοιούτου ἐν τῇ συμβάσει ὅρου, βεβαίως, δὲν δικαιοῦται. Ἐὰν δὲ αἱ ἠλεκτρικαὶ ἑταιρεῖαι ἤθελον, ἠδύναντο νὰ ὠφεληθῶσι καὶ ἐκ τῆς οἰκονομίας τῆς καυσίμου ὕλης καὶ νὰ ὠφεληθῶσιν ὄντως ἐκ τῆς τιμῆς, καὶ ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο, χωρὶς νὰ προστρέξωσι νὰ ζητήσωσι καὶ νὰ ἐπιβάλωσι νέαν καὶ μεγίστην φορολογίαν εἰς τὸν λαόν, διότι αἱ ἠλεκτρικαὶ ἑταιρεῖαι, ἐὰν ἤθελον, ἠδύναντο πραγματικῶς νὰ ἐλαττώσωσι τὸ ἔξοδον τῆς παραγωγῆς, μεταχειριζόμεναι τὸ νέον σύστημα μηχανῶν «Ντῖζελ», εἰς τὰς ὁποίας γίνεται χρῆσις καυσίμου ὕλης διαφόρων ἐλαίων ἀκαθάρτων. Ἡ δὲ ἐνταῦθα Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία, ἥτις ἔχει τοιαύτην σπουδαίαν ἐγκατάστασιν, εἶχε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐγκαταστήσῃ μηχανήματα «Ντῖζελ» καὶ διὰ τῶν μηχανημάτων τούτων, οὐ μόνον νὰ ἐπιφέρῃ σπουδαίαν οἰκονομίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τιμὴν τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος.
§227Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Δὲν δύναται νὰ τὰς κάμνῃ κάθε ἡμέραν τὰς ἐγκαταστάσεις.
§228Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὰς ἔχῃ ἤδη κάμῃ καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ περιμένῃ τώρα. Ὅπως ἄλλαι ἠλεκτρικαὶ ἑταιρεῖαι ἐγκατέστησαν τὰ νέα ταῦτα μηχανήματα πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ἠδύνατο καὶ αὐτὴ νὰ ἔχῃ ἐγκατεστημένα τοιαῦτα καὶ τὰ ὁποῖα θὰ ἐτροφοδοτοῦντο, ὡς σᾶς εἶπον, δι’ ἀκαθάρτων ἐλαίων καὶ ἄλλων οὐσιῶν καὶ δὲν θὰ εἶχεν ἀνάγκην γαιανθράκων. Καὶ μὴ παραξενευώμεθα, διότι δὲν εἶναι μόναι αἱ ἠλεκτρικαὶ ἑταιρεῖαι σήμερον, αἵτινες μεταχειρίζονται ἀκάθαρτον ἔλαιον, ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ὑποβρύχια, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα λέγεται ὅτι τροφοδοτοῦνται ἐξ Ἑλλάδος διὰ βενζίνης. Εἶμαι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζω, ὅτι πλοίαρχός τις, φθάσας ἐν Ἀλεξανδρείᾳ, μετὰ τὴν τορπίλλισιν τοῦ ἀτμοπλοίου του ὑπὸ Γερμανικοῦ ὑποβρυχίου, ἔλεγε: μᾶς ἐγένετο νηοψία ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Γερμανικοῦ ὑποβρυχίου καὶ ἅμα ἀνῆλθον οἱ ἀξιωματικοὶ ἐπὶ τοῦ ἀτμοπλοίου, ἀμέσως ἐζήτησαν νὰ ἀνεύρωσιν ἐκείνας τὰς ὕλας, τὰς ὁποίας εἶχον ἀνάγκην, καὶ ἰδίως ἔλαιον καὶ τρόφιμα, ἐξ ὧν βεβαίως πάντα τὰ πλοῖα εἰσὶν ἐφωδιασμένα, καὶ ἀφοῦ συνέλεξαν τὰ ἐν τῷ ἀτμοπλοίῳ ἔλαια...
§229ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔλεος, κ. Γεράκη. (Ἱλαρότης).
§230Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ. .. εἶπον εἰς αὐτόν: Τώρα ποὺ μεταβαίνετε εἰς Ἀλεξάνδρειαν, νὰ διακοινώσητε νὰ μάθωσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι Σύμμαχοι, ὅτι ἡμεῖς δὲν τροφοδοτούμεθα μὲ βενζίνην, ἀλλὰ τροφοδοτούμεθα ἀπὸ παντὸς εἴδους ἔλαια. Καὶ αὐτὰ τὰ μηχανήματα, Κύριοι, ἠδύνατο νὰ ἐγκαταστήσῃ ἡ Ἠλεκτρικὴ Ἑταιρεία καὶ αἱ λοιπαὶ Ἠλεκτρικαὶ Ἑταιρεῖαι αἱ εὑρισκόμεναι εἰς τὰς ἐπαρχίας. Καὶ ἂν εἶχον ἐγκαταστήσει τοιαῦτα μηχανήματα, βεβαίως, δὲν θὰ ἠξίουν σήμερον αὔξησιν τιμῶν, ἀλλὰ θὰ ἱκανοποιοῦντο ἐκ τῆς οἰκονομίας τῆς καυσίμου ὕλης, ἂν καὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ὀφέλη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκ τῶν διαφόρων μεθόδων. Καταλήγων, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἔχομεν καθῆκον, ἀφοῦ κηρυχθῇ περατωμένη ἡ συζήτησις, νὰ ἀποφανθῶμεν, ὅπως ὁ φάκελλος σταλῇ εἰς τὴν Εἰσαγγελικὴν Ἀρχήν, ἵνα ὅσον τάχιστα ἐπιληφθῇ τοῦ καθήκοντός της. Ἡ δὲ Κυβέρνησις, φρονῶ, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ συντόνως διάφορα νομοθετικὰ μέτρα, δι’ ὧν νὰ ἐξασφαλίζηται ὁ καταναλωτής, διότι μέχρι σήμερον οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια ἐξασφαλίσεως τῶν καταναλωτῶν, ἵνα δύνανται νὰ διεκδικήσωσι καὶ ἐπιδιώξωσι τὰ δίκαιά των οἱ ἀδικούμενοι καὶ λῃστευόμενοι παρὰ τῶν διαφόρων Ἑταιρειῶν. (Χειροκροτήματα).
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανελλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§232Α. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων, ὅ,τι ἤθελον εἴπῃ, θὰ ἦτο ἐπανάληψις τῶν λεχθέντων, δι’ ὃ περιορίζομαι νὰ ἐκφράσω εὐχήν, ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι θὰ εἶναι καὶ εὐχὴ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ εὐχή μου εἶναι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπιληφθῇ ταχέως τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἀεριόφωτος, ἵνα τελείως διαλευκανθῇ καὶ νὰ φροντίσῃ, ὅπως ἐπιστραφῶσιν ὅσα τυχὸν ἀδίκως εἰσεπράχθησαν ὑπ’ αὐτῆς παρὰ τῶν δημοτῶν Ἀθηναίων. (Χειροκροτήματα).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κανάρης.
§234Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν, νομικὴν καὶ πραγματικήν, ἀνέπτυξαν τὸ ζήτημα, παρέλκει πλέον ἄλλη συζήτησις. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οἱ προαγορεύσαντες ἐπεδίωξαν καὶ τὸ ἐπέτυχαν, ἦτο νὰ πεισθῇ ἡ Βουλή, ὅτι καταχρήσεις, καὶ δὴ βαρεῖαι καταχρήσεις, ἔλαβον χώραν εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων. Δὲν πιστεύω ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ὑπάρχῃ Συνάδελφος, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἐπείσθη, ὅτι ὄντως ἔλαβον χώραν καταχρήσεις. Ἀλλὰ πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς ἓν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα καὶ τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ παρακληθῇ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός, ἵνα, τὴν σχηματισθεῖσαν δικογραφίαν καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς τε σημερινῆς καὶ τῆς παρελθούσης συνεδριάσεως, ἀποστείλῃ εἰς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχήν, ἐν συνεννοήσει δὲ μὲ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Συνάδελφόν του, φροντίσῃ νὰ ἴδῃ, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ τὸν τελευταίως ψηφισθέντα νόμον περὶ αἰσχροκερδείας διὰ τὴν πώλησιν τοῦ κώκ, διότι πολλὰ ἑκατομμύρια εἰσπράττονται ἀπὸ τὸ κώκ. Τέλος δέ, ὁλόκληρον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ὑποθέτω δὲ ὅτι ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ μᾶς φέρῃ τάχιστα νομοθέτημα, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ τίθηται φραγμὸς διὰ τὸ μέλλον εἰς τὰς καταχρήσεις τῶν Ἑταιρειῶν. Ἂς εἶναι δὲ πεπεισμένη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τῆς Βουλῆς θὰ ψηφισθῇ πᾶν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον ἤθελε συντελέσῃ, ἵνα παύσῃ εἰς τὸ μέλλον αὐτὸ τὸ κακόν.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀργυρός.
§236Α. ΑΡΓΥΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀφ’ ὅτου πρὸ ἡμερῶν ἤρχισε καὶ ἐφ’ ὅσον ἐξακολουθεῖ ἡ προκειμένη συζήτησις, ἤρχισα νὰ κατέχωμαι ἀπὸ κάποιον συναίσθημα δυσανασχετήσεως διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἔβαινε καὶ ἐχώρει ἡ συζήτησις· διότι ἀληθῶς ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας καὶ ἐφ’ ὅσον ἔρριψα ὀλίγα βλέμματα ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς προκατόχου Βουλῆς, κ. Μαλλιοπούλου, ἀντελήφθην, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ πραγμάτων πασιφανῶν, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν χρειάζεται ἀληθῶς μακρὰ συζήτησις. Καὶ εἶναι ἀληθῶς ἐντελῶς περίεργον, ὅτι, ἀφοῦ ὑπὸ τοιούτου κατειχόμην συναισθήματος καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῆς συζητήσεως, ἔρχομαι καὶ ἐγώ, ὁ ὁποῖος σπανιώτατα λαμβάνω τὸν λόγον, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ παρατείνω τὴν δυσανασχέτησιν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄλλοι ἴσως συνάδελφοι αἰσθάνονται ἐκ τῆς προκειμένης συζητήσεως. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν ἐκτιμῶ τοὺς σοφοὺς λόγους καὶ τὰ σοφὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει τι τὸ ἐλλιπὲς εἰς τὴν συζήτησιν ταύτην. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ τὸ θάρρος νὰ ὑποθέσω, ὅτι, λαμβάνων τελευταῖος τὸν λόγον, θὰ ἔχω ἴσως νὰ συνεισφέρω κἄτι τι εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν. Θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς: ὅτι, ἐλθὼν τελευταῖον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξ Ἀμερικῆς, ἐὰν ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι, ἀναχωρήσας ἐξ Ἀμερικῆς, ἔφθανον μὲ τύφλα, μὲ δεμένα μάτια, κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, χωρὶς νὰ ἀντιληφθῶ ὅ,τι δήποτε ἄλλο καθ’ ὅλον τὸ ταξείδιον καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἐπὶ μῆνας παραμονήν μου ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἤμην πεπεισμένος μόνον ἐκ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία διεξήχθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὅτι ἀληθῶς μετέπεσα ἀπὸ τοῦ νέου εἰς τὸν παλαιὸν κόσμον, διότι ἀληθῶς μὲ ἐξέπληξεν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Ἤκουσα μεταξὺ ἄλλων, ὅτι Ἑταιρεία ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου κεφαλαίου πραγματοποιεῖ ἀπὸ τοῦ πρώτου, ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς, ἔτους, ἢ ἔστω καὶ βραδύτερον, κέρδος ἑνὸς καὶ πλέον ἑκατομμυρίου, δηλαδή, κέρδος σχεδὸν 100%, καὶ πραγματοποιεῖ τὸ κέρδος τοῦτο ἐπιχείρησις, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἐπιχείρησις ἰδιωτική, ἀλλ’ εἶναι ἐπιχείρησις τοῦ εἴδους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Ἀμερικὴν ἀποκαλεῖται ἐπιχείρησις χαρακτῆρος δημοσίας ὠφελείας. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἐπιχειρήσεων αὐτῶν ἐν Ἀμερικῇ, ὄχι τὸ Κράτος, ἀλλ’ οἱ Δῆμοι, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνήκουν τὰ ἔργα τῶν ἐπιχειρήσεων τούτων, ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως παραχώρησις διοικήσεως ἐπιβλέψεως κλπ. οἱ Δῆμοι, λέγω, ὄχι τὸ Κράτος, κρατοῦν τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτὰς σφικτὰ εἰς τὰς χεῖρας, παρακολουθοῦν τὴν ἐξέλιξίν των καὶ δὲν θὰ ἐπέτρεπον ποτὲ εἰς Ἑταιρείας τοιούτων ἐπιχειρήσεων νὰ ἐκμεταλλεύωνται, καθ’ ὃν τρόπον ἐκμεταλλεύεται ἡ Ἑταιρεία, περὶ ἧς ὁ λόγος, τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, τὸν Δῆμον καὶ τὸ Δημόσιον, καὶ δὲν θὰ ἐπέτρεπεν εἰς παρομοίας Ἑταιρείας μεγαλύτερον τόκον, δὲν εἶμαι ὑπερβολικός, ἐὰν σᾶς εἴπω, τῶν 4% ἐπὶ τῶν κεφαλαίων των. Καὶ ὅταν ἔχομεν δεδομένον παρομοίας Ἑταιρείας, κερδιζούσας ἐδῶ 100%, ἔρχεται ἀληθῶς εὐφυὴς Συνάδελφος νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νέα στοιχεῖα κρίσεως, ἔρχεται νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι καθ’ ὃν καιρὸν τὸ συνάλλαγμα ἦτο εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ νομίσματος, ἡ Ἑταιρεία δὲν παρεπονεῖτο καὶ ἑπομένως τώρα, ὅτε τὸ συνάλλαγμα εἶναι ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ νομίσματος καὶ κερδίζει ἡ Ἑταιρεία, δὲν δικαιοῦται εἰς παράπονα. Αὐτό, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, πρέπει νὰ βαρύνῃ εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σπουδαίως. Ἀλλ’ εἶναι τόσον χονδρόκοπος ἡ κατάστασις αὐτή, ἀπὸ ἀπόψεως δικαίου, ὥστε ἀληθῶς, κ. Συνάδελφοι, θὰ περιεπλανώμεθα, θὰ περιεπλανᾶτο ἡ Βουλὴ καὶ θὰ περιεπλανᾶτο ἡ κρίσις τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἤθελον προσέξῃ εἰς τοιαύτας λεπτομερείας καὶ ἄφηνον νὰ διαφύγῃ αὐτὸς ὁ μέγας λόγος, ὅτι πρόκειται περὶ ἐπιχειρήσεως δημοσίας ὠφελείας, ἡ ὁποία κερδίζει εἰς βάρος τοῦ λαοῦ ἀνεξελέγκτως 100% ἐπὶ τῶν κεφαλαίων της. Εἶναι καὶ κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔδωκε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι μετέπεσα ἀπὸ τοῦ νέου εἰς τὸν παλαιὸν κόσμον. Εἶναι τοῦτο, ὁ πολὺς λόγος, ὁ ὁποῖος ἔγινε περὶ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Ἑταιρεία. Καὶ ἐὰν ἦτο κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἤθελα νὰ συστήσω εἰς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοῦτο, ὅτι: σεβαστὰ μὲν τὰ προνόμια καὶ ἱεραὶ αἱ ἐκ τῶν συμβάσεων ὑποχρεώσεις, ἀλλὰ τὰ προνόμια καὶ αἱ συμβάσεις πρέπει νὰ παραμένουν ὡς ὄργανα ἀσκήσεως τῶν δικαίων καὶ νὰ μὴ μεταβάλλωνται ποτὲ εἰς ὄργανα ἀδικίας, ὅταν δὲ αἱ περιστάσεις περιάγουν τὰ πράγματα εἰς τὸ σημεῖον, ὥστε ὅ,τι ἐκ τῆς συμβάσεως ἐθεωρεῖτο μέχρι τινὸς δίκαιον, νὰ μεταβάλληται εἰς ἀδικίαν, αἱ συμβάσεις αὐταὶ δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα τοῦ σεβασμοῦ ἐκ μέρους τῆς Κοινωνίας καὶ ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἦτο καὶ εἷς ἄλλος λόγος, ὅστις μὲ ἔφερεν εἰς τὸ βῆμα. Θεωρῶ τὸ θέμα πολὺ γενικοῦ ἐνδιαφέροντος, ὥστε νὰ μὴ ἀφήσωμεν οἱ λοιποὶ βουλευταὶ νὰ ὁμιλήσουν περὶ τούτου μόνον οἱ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας Συνάδελφοι, καὶ κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν νὰ ἀφήσωμεν νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι πρόκειται περὶ ζητήματος τοπικοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον καὶ ἐγώ, λαμβάνων τὸν λόγον, νὰ ἐνισχύσω ὀλίγον τὴν ἀναλογίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐξ ἄλλων ἐπαρχιῶν Βουλευτῶν, τῶν λαβόντων μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἀπέναντι τῶν Βουλευτῶν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον. Ἤθελον νὰ συστήσω ἐπίσης εἰς τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Δήμων, ὄχι μόνον τοῦ τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ τῶν Δήμων ὅλης τῆς Ἑλλάδος, νὰ συστήσω τοῦτο, ὅτι: τὰ παθήματά μας ἐκ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἀεριόφωτος καὶ ἐκ τῆς Ἑταιρείας τῆς Ἠλεκτρικῆς πρέπει νὰ μᾶς γίνωσι μαθήματα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ὅτι, ἐὰν, ὅτε κατὰ τὸ 1887 συνήπτετο τὸ πρῶτον ἡ σύμβασις περὶ ἀεριόφωτος καὶ κατόπιν ἡ περὶ ἠλεκτρισμοῦ, ἐπιστεύετο ὅτι τὸ ἀεριόφως ἦτο ἡ τελευταία λέξις τῆς ἐπιστήμης καὶ ἔπειτα πάλιν ὅτι τὸ ἠλεκτρικὸν φῶς ἦτο ἐπίσης ἡ τελευταία λέξις τῆς ἐπιστήμης, δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν, ὅτι ἡ ἐπιστήμη βαίνει γοργῷ τῷ βήματι, ὅτι ἀνακαλύψεις διαδέχονται τὰς ἀνακαλύψεις, καὶ ἐφευρέσεις τὰς ἐφευρέσεις, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ συνθῆκαι, οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι μεταβάλλονται συνεχῶς, καὶ ὅτι ἑπομένως ὅ,τι ἦτο χθὲς ἀκριβόν, σήμερον εἶναι εὐθηνόν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀντίληψις τοῦ δικαίου, ἡ ἀντίληψις περί τινος πράγματος ὡς δικαίου, ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, ταχέως μεταβάλλεται, ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν οἰκονομικῶν συνθηκῶν, καὶ ἑπομένως εἰς τὰς συμβάσεις των περὶ παραχωρήσεως ἔργων δημοσίας ὠφελείας πρέπει νὰ δίδουν ἐλαστικότητά τινα. Χαίρω, ὅτι ἠκούσθη ἡ φωνὴ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ἀλλὰ χαίρω ἐπίσης, ὅτι ἤκουσα φωνήν τινα σύμφωνον πρὸς τὸ πνεῦμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἔλαβον τὸν λόγον, φωνὴ ὑπὲρ τῶν νέων ἰδεῶν, τῆς νέας προόδου, φωνὴ ὑπὲρ τῆς νέας κατευθύνσεως, τὴν ὁποίαν οἱ Δῆμοι καὶ τὸ Κράτος ὀφείλουσι νὰ δώσωσιν εἰς τὰς συμβάσεις των μετὰ τῶν Ἑταιρειῶν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς ἐπιχειρήσεις κοινῆς ὠφελείας. (Εὖγε, εὖγε. Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῶν ἀκροατηρίων).
§237Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργ. Δικαιοσ. καὶ Συγκοιν.). Ἐδήλωσα ὑμῖν, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῆς προκειμένης συζητήσεως, ἡ ὁποία δικαίως ἐξῆψε, λόγῳ τῆς σπουδαιότητος αὐτῆς, καὶ τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ ἀπέσπασεν ὁλόκληρον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὀφείλω νὰ εἶμαι ἐπιφυλακτικώτερος τῶν συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὸν λόγον ἐντεῦθεν. Καὶ κατὰ συγκυρίαν ἔχω ἐν ἐμοὶ δύο ἰδιότητας καὶ ὑπὸ τὰς δύο ταύτας ἰδιότητας ἀνῆλθον ἐπὶ τὸ βῆμα, ὅπως λαλήσω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ ἐπιφύλαξις αὕτη εἶναι ἐκ τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ νόμου ἐπιβεβλημένη πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, προκειμένου περὶ οἱασδήποτε δικαστικῆς ἐκτιμήσεως, ἤθελε δὲ παρίδει τὸ στοιχειῶδες καθῆκον αὐτοῦ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, βάλλων καὶ αὐτὸς τὸν λίθον κατ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι φωνὴν ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης καὶ τῶν ὁποίων ἡ ὑπεράσπισις δὲν ἠκούσθη. Ἴσως τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πρὸς τὴν Πολιτείαν συμπεριφορὰ αὐτῆς δὲν ὑπῆρξεν οἵα ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολλὰ, ἀναμφισβητήτως, συνεκόμισαν ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτῶν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἠθέλησε νὰ ὑποτιμήσῃ, ἀλλὰ καὶ οὐδεὶς νὰ φθονήσῃ. Ἐν τῇ ἰδιότητι, ὑπὸ τὴν ὁποίαν παρίσταμαι ἐνταῦθα, τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὀφείλω ἐπίσης νὰ εἶμαι ἐπιφυλακτικός. Ἀναμφισβητήτως, ἡ νομοθεσία ἡμῶν, ἡ ὁποία διέπει τὰς ἐπιχειρήσεις, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, εἶναι ἐντελῶς ἀτελής. Δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι εὑρισκόμεθα ἀκόμη εἰς τὸ 1867, τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐθεωρεῖτο ὡς μέγα κατόρθωμα ἡ ἔκδοσις τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ ἀδείας συνομολογήσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς βιομηχανικοῦ καταστήματος ἀεριόφωτος. Ἀληθῶς, Κύριοι Βουλευταί, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, δυνάμεθα δὲ νὰ κατακρίνωμεν, ὡς ὀρθῶς εἶπεν ἐντεῦθεν ὁ τελευταῖος λαλήσας ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, τὴν Πολιτείαν ἡμῶν διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἐπελήφθη ζητήματος τόσον σπουδαίου, διὰ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ἠνέχθη πανταχόθεν νὰ διατυποῦνται παράπονα καὶ ἐν τούτοις αἱ νόμιμοι ἐξουσίαι καὶ αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ὡς ἐντολὴν, ἐκ τῆς ἰδιότητος αὐτῶν, νὰ προασπίσουν καὶ νὰ ἀμυνθοῦν ὑπὲρ τῶν πολιτῶν, νὰ μὴ πράττωσι τίποτε ἐπὶ ὁλοκλήρους δεκαετίας. Ἀληθῶς, Κύριοι, πάντοτε ὑφίσταται ἐναντίον ὅλων τῶν Ἑταιρειῶν αὐτὴ ἡ προκατάληψις, ἡ γενική, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὴν χαρακτηρίσω οὕτω, ἡ γενικὴ προκατάληψις, ἤ, καὶ τί πλέον, ἡ γενικὴ ὑπόνοια, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρξαν κέρδη, καὶ μάλιστα ὑπερβάλλοντα, αὐτὸ δὲν ὀφείλεται εἰς μόνην τὴν ἐργασίαν ἐκ μέρους τῶν Ἑταιρειῶν, τῶν ἀναλαβουσῶν τὸν φωτισμὸν τῶν δύο πόλεων. Ἡ προκατάληψις αὐτή, ἡ ὑπόνοια αὕτη, ἡ ὁποία ὑφῆρπε καθ’ ὅλην τὴν Κοινωνίαν, ἀπὸ τριῶν ἐτῶν ἤρξατο νὰ μεταβάλληται εἰς ἐξέγερσιν. Καὶ ἐν τούτοις, κατὰ τὴν περίοδον αὐτήν, παρατηροῦμεν τὴν αὐτὴν ἀδράνειαν ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὤφειλον νὰ ἐπιληφθῶσι τῆς ὑποθέσεως ταύτης. Πολλοὶ ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι μετ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξηνέχθησαν ἐνταῦθα καὶ μετ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα, ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ παρακληθῇ νὰ ἀποστείλῃ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν πρὸς τὸν Εἰσαγγελέα. Ἐγὼ θαυμάζω ὅτι ὁ Εἰσαγγελεὺς μετὰ τόσον θόρυβον δὲν ἀφυπνίσθη. Εἶχε δὲ τὸ καθῆκον νὰ πράξῃ τοῦτο, τὸ καθῆκον, ὄχι μόνον πρὸς τοὺς παραπονουμένους, ἀλλὰ καὶ πρὸς αὐτὰς τὰς κατηγορουμένας Ἑταιρείας. Διότι, ἀναμφισβητήτως, δὲν εἶναι ἀνεκτόν, Ἑταιρεῖαι, αἱ ὁποῖαι ἐργάζονται ἐνταῦθα, ἔχουσαι πᾶσαν τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας, νὰ κατηγορῶνται δημοσίως, ὅτι προβαίνουσιν, ὄχι μόνον εἰς ἀπλήστους ἀξιώσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς ἀδικήματα, διὰ παραβάσεως τοῦ καταστατικοῦ αὐτῶν νόμου, τοῦ ὀργανισμοῦ των. Ἐφθάσαμεν δὲ μέχρι τοῦ σημείου αὐτοῦ, ὥστε νὰ διατυποῦται, ὅτι ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται ἡ ἐνέργεια καὶ ἡ λειτουργία τῶν Ἑταιρειῶν τούτων εἶναι ψευδές, εἶναι σαθρὸν καὶ παράνομον. Διότι ἠκούσατε τοὺς κ. Συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι ὅλαι αἱ συμβάσεις εἶναι ἄκυροι. Ἐὰν τοιαῦτα διετυπώθησαν, ἐφ’ ὧν δὲν εἶναι δυνατὸν προχείρως νὰ κρίνῃ τις ἀσφαλῶς καὶ ἐὰν τοιαῦτα δημοσίως συζητοῦνται, τοῦτο ὀφείλεται εἰς ἀδράνειαν τῆς Πολιτείας ἡμῶν καὶ τῶν ἀρχῶν τῶν ἐνδεδειγμένων νὰ ἀμυνθῶσιν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας καὶ τῆς Κοινωνίας καὶ ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεως τῶν Ἑταιρειῶν αὐτῶν. Ἀναγκαίως, καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὸ εἴπω, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θέλει παραπέμψει τὴν δικογραφίαν, τὴν σχηματισθεῖσαν παρὰ τῆς πρώην ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, εἴτε διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπισυνάπτων καὶ ἀκριβῆ κατάλογον τῶν συλλεγέντων ἐγγράφων. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα, αὐτὰ καθ’ ἑαυτά, ὡς διετυπώθησαν καὶ εἰς ἄλλας συνεδριάσεις, δὲν ἔχουσι δικαστικὴν ἀξίαν. Ἐπ’ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ κατηγορία τις, διότι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο ἄλλος, ἢ ἐκεῖνος, πρὸς τὸν ὁποῖον δύναται νὰ ἀποβλέπῃ ἡ καταδίωξις. Ἐπρόκειτο περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, σκοπὸν ἐχούσης διὰ τῶν ἀποδείξεων, αἱ ὁποῖαι συνελέγησαν, νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν. Ὅταν πρόκειται περὶ καταδιώξεως ἀδικημάτων, τὸ ζήτημα εἶναι ἐντελῶς διάφορον. Ἐκεῖ χρειάζεται νὰ ὑπάρξῃ ἀπαγγελία κατηγορίας, ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει. Πολλὰ ἐλέχθησαν καὶ πολλὰ ἐγράφησαν, καὶ ἔστω πολλὰ τούτων νὰ εἶναι ἀληθῆ, ἀλλὰ βεβαίως ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύσωσιν, ἢ μόνον ὡς νύξεις εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως ἀπὸ δικαστικῆς ἀπόψεως. Καὶ αὕτη μὲν εἶναι ἡ ἀποστολὴ ἡ ἐνδεδειγμένη ἤδη ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐὰν ἤθελον προσθέσει τι, ἤθελον ὑπερβῆ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχω ὑπὸ τὴν ἰδιότητά μου. Ὡς Ὑπουργὸς δὲ τῆς Συγκοινωνίας δύναμαι νὰ ἐξαγγείλω ἐντεῦθεν τὴν ἐπαγγελίαν, ὅτι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας θὰ κατατεθῇ νομοσχέδιον, παρέχον πᾶσαν ἐγγύησιν περὶ τοῦ ὅτι, ἂν ὑπάρξῃ κατάχρησις καὶ καθ’ ὅσον θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη, δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς βάρος τοῦ πληθυσμοῦ τῶν δύο πόλεων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐλλείπει ἐκ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν, εἶναι ἡ διηνεκὴς καὶ ἀδιάλειπτος ἐξέλεγξις. Διετυπώθη ἐντεῦθεν τὸ παράπονον, ὅτι εὑρίσκεται ὁ καταναλωτὴς ἐν ἀγῶνι ἀνίσῳ πρὸς τὴν Ἑταιρείαν καὶ ὑπεδείχθησαν καὶ ἀντίθετοι σκέψεις. Ἡ ἀνισότης ὀφείλεται εἰς τὴν ἀδράνειαν τῆς Πολιτείας. Ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ ἐξελέγχῃ ἀκριβῶς ὑπὲρ τῶν ἰδιωτῶν τὴν λειτουργίαν τῶν Ἑταιρειῶν. Ἐὰν εἴχομεν ἀδιάλειπτον καὶ διαρκῆ τὴν ἐξέλεγξιν δὲν θὰ ἐφοβεῖτο ὁ καταναλωτὴς ὅτι αὔριον ἡ Ἑταιρεία, καθόσον ἤθελε διατυπώσει παράπονα, ἤθελε κλείσῃ τὸν κρουνὸν ἢ τὸν λαμπτῆρα, καθιστῶσα ἀδύνατον καὶ τὸν βίον καὶ τὴν ἐργασίαν του. Τοῦτο εἶναι τὸ πρῶτον θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολεῖται τὸ ἤδη καταρτισθὲν νομοσχέδιον. Ἡ ἐπίβλεψις ἡ διαρκὴς καὶ ἀδιάλειπτος δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἀποβλέπῃ εἰς δύο τινά. Πρῶτον εἰς τὸ μέτρον τὸ γενικὸν τῆς καταναλώσεως καὶ δεύτερον εἰς τὸ ποιὸν τοῦ καταναλισκομένου. Καὶ τότε ἔχετε πλήρη ἐγγύησιν, ὅτι, ἐὰν ἐγένοντο καταχρήσεις κατὰ τὸ παρελθόν, αἱ καταχρήσεις αὗται δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσωσιν. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο ζήτημα καὶ εἶναι τοῦτο τὸ μᾶλλον προέχον, τὸ ὁποῖον παραδόξως αἱ δύο Ἑταιρεῖαι, εὑρισκόμεναι ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἢ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς ἐλλιπεῖς, ἔρριψαν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσεν ὡς ἔναυσμα, τὸ τοῦ διπλασιασμοῦ τῆς τιμῆς. Πᾶς τις ἐξεπλάγη καὶ περισσότερον ὅλων ἐξεπλάγη ἐκεῖνος, ὅστις ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ταύτην τὴν στιγμὴν πρὸς ὑμᾶς, διότι, καθ’ ὅσον εὑρίσκοντο πρὸ ἐπιτακτικῶν ἀναγκῶν, καθ’ ὅσον ἐζήτουν τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ περὶ ὧν πρόκειται Ἑταιρεῖαι, ἀφειδῶς τὴν συνδρομὴν παρέσχε πρὸς αὐτὰς ἡ Κυβέρνησις, διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, καὶ ὅταν ἐφοβοῦντο ὅτι θὰ ἦσαν ἠναγκασμέναι νὰ διακόψωσι τὰς ἐργασίας αὐτῶν δι’ ἔλλειψιν γαιανθράκων, δὲν ἐδίστασεν ἡ Κυβέρνησις νὰ παράσχῃ πρὸς αὐτὰς τὴν συνδρομήν της, ἡ ὁποία ὀφείλετο ὄχι χάρις εἰς αὐτάς, ἀλλὰ χάριν τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐστερεῖτο τοῦ φωτισμοῦ, ὁ ὁποῖος τοῦ εἶναι ἀναγκαιότατος. Καὶ ἐξεπλάγην, λέγω, ὅτε, εἰς ἀμοιβὴν τῆς συνδρομῆς καὶ εἰς ἀνταπόδοσιν τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν παρέσχε πρὸς αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις, εὑρέθημεν τὴν ἐπιοῦσαν ἀπέναντι μιᾶς διακηρύξεως, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατόν, παρὰ νὰ δημιουργήσῃ τὴν ἐξέγερσιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς τιμῆς καὶ τοῦ φωταερίου, ἀλλὰ τοῦ ἠλεκτρικοῦ ρεύματος, δὲν εἶναι δυνατόν, παρὰ νὰ ἐξετασθῇ μετὰ πάσης ἀκριβείας καὶ προσοχῆς. Ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν ἐντεῦθεν, — καὶ εὐχαριστῶ τοὺς κ. Συναδέλφους, διότι ἔλαβον τὸν κόπον νὰ διαπιστώσωσι ταῦτα, — ἔχουσι ληφθῆ καὶ θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψει παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὴν προσεχῆ Τετάρτην θέλουσι συγκεντρωθῆ ὅλαι αἱ εἰδικότητες, τὰς ὁποίας ἔχομεν. Καὶ μὴ ἔχετε καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἓν ἐπιχείρημα, ἓν καὶ μόνον ἐπιχείρημα, ἂν καὶ ἔχωμεν πολλὰ τοιαῦτα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν τιμῶν, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρισκόμεθα ἀκόμη σήμερον, ὅτι ἡ ἐξακολούθησις αὕτη θέλει ἐπιβληθῆ ἀναμφισβητήτως. Πολλὰ εἶναι τὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ· διότι νὰ εἶσθε βέβαιοι, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ διστάσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιβάλῃ τὴν πολιτείαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ὀφείλεται ἐκ μέρους Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ παραπονεθῶσι διὰ τὸν τρόπον, διὰ τὸν ὁποῖον εἰργάσθησαν παρ’ ἡμῖν. (Χειροκροτήματα).
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος.
§239Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀνέμενε νὰ ἀκούσῃ τὴν ἐπίσημον γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἀπησχόλησε τὴν Βουλήν, καὶ ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἀπησχόλει τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον. Ὁ σεβαστὸς ἐξ Ἀττικῆς πολιτευτὴς ὡμίλησεν ὑπὸ τὴν διπλῆν αὐτοῦ ἰδιότητα, ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Καὶ ὡς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, καλούμενος, ἵνα ἐπὶ τοῦ φλέγοντος τούτου ζητήματος ὑποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κοινωνίαν τῶν Ἀθηνῶν τὰ μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι διατεθειμένος νὰ προέλθῃ, εἶπε μετὰ τοῦ πολιτικοῦ σθένους, τὸ ὁποῖον τὸν διακρίνει πάντοτε, ὅτι δὲν θέλει διστάσῃ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ κράτος τοῦ νόμου, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι, ἢ θὰ φανῶσιν ἐπιλήσμονες καὶ τῆς ἠθικῆς καὶ τῶν καθηκόντων τὰ ὁποῖα ἔχουσι πρὸς τὸ Δημόσιον καὶ πρὸς τὸν λαόν, εἰς τοιαύτην μάλιστα περίστασιν. Ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔσχε τὴν ἐπιφύλαξιν, ἥτις ἥρμοζεν εἰς τὴν ἐπίσημον ἰδιότητα τοῦ προϊσταμένου τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς Ἀρχηγὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν, ὡς πολίτης καὶ ὡς πολιτευόμενος Ἀττικῆς ἔχει, διότι ἦτο δυνατὸν ἡ γνώμη αὕτη νὰ εἶχεν ἐπηρεασμὸν ἐπὶ τῶν γνωμῶν τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ὀψέποτε ἤθελε κριθῇ καὶ ἐξετασθῇ ὑπ’ αὐτῶν τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ, ἂν ἔδειξε τὴν τοιαύτην ἐπιφύλαξιν, ἁδρότατα ὅμως ὑπέδειξε καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦ Προέδρου, καὶ εἶπε καὶ ὑπέδειξεν, ὅτι ὑπόθεσις τοιαύτη, δώσασα βάσιν περὶ διαπράξεως ἀδικημάτων κατὰ τοῦ Δημοσίου, κατὰ τοῦ Δήμου, κατὰ τῶν πολιτῶν, ἔπρεπε νὰ εἶχε δώσει ἀφορμὴν εἰς τὴν Δικαιοσύνην, ἵνα λειτουργήσῃ. Ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του, κατὰ τρόπον, ὅστις δὲν εἶναι δυνατόν, ἢ νὰ ἐπισπάσηται καὶ ἐν τούτῳ τὸν θαυμασμὸν τῶν ἀκουσάντων πολιτῶν, ἐξέφρασε τὴν ἔκπληξίν του, πῶς αἱ ἁρμόδιαι καταδιωκτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἐπελήφθησαν τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσον χρόνον εἴτε ὁ τύπος, εἴτε οἱ πολῖται, εἴτε ἡ Πολιτεία καὶ ἐν τῷ παρελθόντι καὶ ἐν νῦν ὑπέδειξαν καὶ εἶπεν, ὅτι εἶναι πεπεισμένος, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος θέλει διαβιβάσῃ τὴν δικογραφίαν ταύτην εἰς τὸν κ. Εἰσαγγελέα. Καί, κατόπιν τούτων, φρονῶ, ὅτι ἐκπροσωπῶ τὸ φρόνημα ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, λέγων ὅτι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς περατοῦται καὶ ἄρχεται τὸ ἔργον τῆς Δικαιοσύνης, καὶ ἔτι ἡ Βουλὴ ὁμόφωνος ἀναμένει τὸ ἐρώτημα τοῦ Προέδρου καὶ ὁμόγνωμος θέλει ἀποδεχθῆ, ἵνα σταλῇ ἡ δικογραφία μετ’ ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν καταδιωκτικὴν ἀρχὴν τῶν Ἀθηνῶν. (Χειροκροτήματα).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύσσεται περαιωμένη ἡ συζήτησις. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως παραπεμφθῇ ἡ σχετικὴ δικογραφία εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα; (Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου μετὰ χειροκροτημάτων).
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Συζήτησις ἐπὶ τῶν πορισμάτων τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῶν γαιανθράκων. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γούδας.
§242Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Πρόεδρε. Θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, διότι ἐζήτησα τὴν ἀναβολήν.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Γούδας.
§244Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, δὲν δύνασθε νὰ μοῦ τὸν ἀφαιρέσητε.
§245Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς σᾶς ἀφαιρεῖ τὸν λόγον, κ. Βουλευτά. Ὁρίστε.
§247Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ὑπὸ κρίσιν ὑπόθεσις, ἐγένετο, κατόπιν κατηγορίας ἐμοῦ. Ἐγώ, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, κατηγόρησα παρανομίας ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, κατηγόρησα δὲ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, τότε Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. Συνεπείᾳ τῆς κατηγορίας ταύτης καὶ τῆς γενομένης συζητήσεως, ἀπεφασίσθη ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἐνώπιον τῆς ὁποίας παρεπέμφθη ἡ ὑπόθεσις. Διελύθη ἡ Βουλή, καὶ συνῆλθεν ἐκ νέου νέα Βουλή. Ἡ νέα Βουλὴ συνέστησε νέαν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐνήργησεν ἐξετάσεις, προσεκόμισε στοιχεῖα, ἐζήτησεν ἔγγραφα καὶ διαφόρους πίνακας, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τούτων, ἐγένετο ἡ εἰσήγησις, ἢ μᾶλλον ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Κατὰ τὴν Παρασκευήν, νομίζω, κατετέθη ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὁπότε ἀνῆλθον ἀμέσως εἰς τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως μοὶ χορηγήσῃ τὰ ἔγγραφα, καὶ ἴδω ἐγώ, ὁ κατηγορήσας, κατὰ πόσον εὑρίσκομαι ἐν δικαίῳ κατηγορῶν, ἢ μή. Εἶχον δηλώσει καὶ ἄλλοτε, ὅτι, ἐὰν ἐγὼ πεισθῶ, ὅτι πράγματι ἡ ἐνέργεια τοῦ κατηγορηθέντος ὑπῆρξεν ὀρθή, ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἤθελον χειροκροτήσει αὐτόν. Ὁ φάκελλος ὅμως δὲν κατετέθη, δὲν δύναταί τις δὲ νὰ μὲ κατηγορήσῃ ἐπὶ ἀμελείᾳ, διότι σήμερον εἰς τὰς 12.30′ ἦλθον ἐκ νέου καὶ ἐζήτησα τὸν φάκελλον, διατελῶν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ ὅλης τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πληροφορία μου ἐκ τοῦ Γραφείου εἶναι, ὅτι ἐζητήσατε μὲν τὸν φάκελλον εἰς τὰ 12½, σᾶς εἶπε δὲ τὸ γραφεῖον, ὅτι στέλλεται ἄνθρωπος, ἵνα φέρῃ τὸν φάκελλον, καὶ ὅτι ὁ φάκελλος ἦλθεν εἰς τὴν 1½.
§249Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἠδυνάμην νὰ περιμένω εἰς τὴν Βουλήν. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον, ὡς καὶ τὴν Βουλήν, — εἶναι ἤδη μεσονύκτιον, — νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις δι’ αὔριον τὸ ἀπόγευμα.
§250ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§251Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δυνάμεθα αὔριον νὰ ἀναβάλωμεν τὰ ἐρωτήματα καὶ τὰς ἀναφοράς, ὅπως ἐγένετο σήμερον. Ἡ ὑπόθεσις θὰ καταναλώσῃ περὶ τὰς δύο ὥρας· περὶ τὴν 7ην δὲ ἑσπερινὴν ἡ Βουλὴ θὰ ἔχῃ εἰσέλθῃ εἰς τὸ νομοθετικὸν αὐτῆς ἔργον. Βεβαίως, θὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τὸ βῆμα ὁ κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας Βουλευτής, καὶ θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι εὑρίσκεται ὑπὸ κατηγορίαν. Τέλος πάντων, εὑρίσκεται τόσον χρόνον, ἂς μείνῃ καὶ δεκαπέντε ὥρας ἀκόμη. Δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὰς μεταμεσονυκτίους ὥρας. Ἐάν, ἑπομένως, ἡ Βουλὴ προχωρήσῃ, θὰ λάβω τὸν πίλον μου καὶ θὰ ἀπέλθω, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκφέρω γνώμην, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὀρθῶς κατηγόρησα ἢ ἐπλανήθην.
§252Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σημειῶ τοῦτο, ὅτι ὁ κ. Βουλευτής, ὅτε διετύπωσε τὴν κατηγορίαν, ἠγόρευσεν ἐπὶ δύο ὥρας, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον τῆς Βουλῆς, σήμερον δὲ ὁμολογεῖ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην φωτός, διὰ νὰ πεισθῇ ὅτι ὀρθῶς ἐκατηγόρησεν.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις;
§254ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑπομένως, ὁ κ. Γούδας ἔχει τὸν λόγον.
§256Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἀπέρχομαι.
§257Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κατὰ τὸν παρελθόντα Ἀπρίλιον, ἐγένετο μία προμήθεια γαιανθράκων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς χρῆσιν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας καὶ διὰ τὰς ὑπηρεσίας τῆς μεταφορᾶς στρατευμάτων ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως. Ἡ παραγγελία αὕτη ἐγένετο διὰ 55.000 τόννους γαιανθράκων, ἐν τούτοις ὅμως δὲν κατωρθώθη νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, πλείονες τῶν 26.000 τόννων. Κατόπιν, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 19 Ὀκτωβρίου, τῆς παρελθούσης Βουλευτικῆς Περιόδου, ἐξ ἀφορμῆς ἐπερωτήσεώς τινος, γενομένης ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Τσουκαλᾶ; ἐγένετο συζήτησις καὶ ἐλέχθησαν πλεῖστα ὅσα ἐναντίον τῆς τοιαύτης προμηθείας τῶν γαιανθράκων. Ἐλέχθη, λ. χ., ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχε λόγος νὰ προβῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς προμήθειαν γαιανθράκων, ὡς προέβη, ὅτι ὑπὸ οὐδεμιᾶς ἄλλης ὑπηρεσίας ἐζητήθη τοιαύτη προμήθεια, ὅτι, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ γίνῃ τοιαύτη προμήθεια, αἴφνης, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, μετὰ πάροδον πέντε μηνῶν, ἀπαιτεῖ ἁπλῆν ἔγγραφον ὑπόμνησιν, ὅτι εἶνε ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη τοιαύτης τινὸς προμηθείας, ὅτι ἐσκέφθη διὰ λόγους ἄλλους νὰ πραγματοποιήσῃ μίαν προμήθειαν γαιανθράκων, μὴ συμφέρουσαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐλέχθη ἀκόμη, ὅτι δὲν ἐγνωμοδότησαν αἱ ἐντεταλμέναι ἀρχαί, καὶ δὴ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς τὴν τοιαύτην προμήθειαν. Ἐλέχθη, ὅτι ἡ προμήθεια αὕτη ἐγένετο χωρὶς νὰ τηρηθῶσιν αἱ συνήθεις διατυπώσεις, διατυπώσεις δημοπρασίας, αἱ συνήθως ὑφιστάμεναι, ὅτι ἡ ποιότης τῶν γαιανθράκων δὲν ἦτο καλή, ὅτι, συνεπείᾳ τῆς τοιαύτης μὴ καλῆς ποιότητος τῶν γαιανθράκων, ὑπέστημεν τὰς αὐταναφλέξεις καὶ ὅτι ἐν τέλει ἐκ τῆς ὅλης προμηθείας τῶν γαιανθράκων, ἥτις ἐστοίχισεν εἰς τὸ Δημόσιον περὶ τὰ τέσσαρα ἑκατομμύρια, δὲν ἀπεδόθη ἔργον χρήσιμον, δυνάμενον νὰ ἀντιστοιχίσῃ εἰς δαπάνην μείζονα τοῦ ἑνὸς καὶ μόνου ἑκατομμυρίου. Ταῦτα πάντα ἐλέχθησαν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς κ. Τσουκαλᾶ, τοῦ κατηγορήσαντος τὴν ὑπόθεσιν. Ἀπεφασίσθη τότε, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην, ἧς ἐμνήσθην, τῆς παρελθούσης βουλευτικῆς περιόδου, ὁ σχηματισμὸς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν γαιανθράκων, κατὰ δὲ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ἐπίσης, ἡ Βουλὴ προέβη εἰς καταρτισμὸν Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, καὶ ἡ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ἐξετάσασα τὴν ὑπόθεσιν, μελετήσασα τὰ ἔγγραφα καλῶς, προβᾶσα εἰς τὴν ἐξέτασιν μαρτύρων, προβᾶσα ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἔρευναν αὐτῶν τῶν πρωτοκόλλων τοῦ Ὑπουργείου Ναυτικῶν, καθόσον ἠμφισβητήθη καὶ ἡ γνησιότης ἐγγράφων, ἅτινα ὑπόκεινται ἐν τῷ φακέλλῳ, ἀπεκρυστάλλωσε τὸ πόρισμά της εἰς ἔκθεσιν, ἡ ὁποία διενεμήθη πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τῆς ὁποίας ἐκθέσεως τὰ πορίσματα, ἂν καὶ εἰς προκεχωρημένην ὥραν, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναπτύξω βραχύτερον, ὅσον τὸ δυνατόν, φειδόμενος καὶ τοῦ χρόνου καὶ τῆς κοπώσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται. Ἡ ὑπόθεσις τῆς προμηθείας τῶν γαιανθράκων, καίτοι ἐλέχθη ἄλλοτε ὅτι ἄρχεται ἀπὸ τῆς 25ης Νοεμβρίου 1914, ὅτε τὸ πρῶτον ἔγγραφον περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς ἀπηυθύνθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐκ τῆς ἐρεύνης τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἧς μέλος ἀπετέλουν καὶ ἐγώ, ἐδείχθη ὅτι εἶνε ὑπόθεσις, ἀρξαμένη πολὺ πρότερον τῆς ἐποχῆς ταύτης, διότι ἤδη, κατὰ τὴν 26ην Ὀκτωβρίου 1914, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ κ. Βενιζέλου, καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὄντος αὐτοῦ τούτου τοῦ κ. Βενιζέλου, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοῦ Τμήματος τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας, ἢ μᾶλλον ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Στρατοῦ, ἐνεργοῦσα ὡς ἐπιτελικὸν τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἀπέστειλεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1634 ἔγγραφον αὐτοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἐγνώριζεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὴν μελέτην, ἥτις μέχρι τῆς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶχε συντελεσθῆ ὑπὸ τῆς Ἐπιτελικῆς Ὑπηρεσίας διὰ τὴν συγκέντρωσιν στρατευμάτων ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, καθίστα δὲ γνωστὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀτμοπλοίων, ἅτινα ἔδει νὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὰς τοιαύτας μεταφοράς, καὶ καθίστα ἐπίσης γνωστὰς τὰς ἀνάγκας εἰς γαιάνθρακας, αἵτινες ἀνάγκαι ὑπελογίζοντο ὑπὸ τῆς Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας διὰ τὰς μεταφορὰς αὐτῆς. Αἱ ἀνάγκαι αὗται συνεποσοῦντο, κατὰ τὸ ἔγγραφον εἰς 11.196 τόννους. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶχε περίσσειαν, φαίνεται, ἀποταμιεύματος γαιανθράκων καὶ δι’ αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δι’ ἐγγράφου του τῆς Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας, ἀπήντησεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι διὰ τὴν ἀνάγκην, ἣν ὑπεδείκνυε τὸ προμνησθὲν ἔγγραφον αὐτοῦ, ὑπῆρχε περίσσεια γαιανθράκων καὶ συνεπῶς δὲν ἔκρινεν εὔλογον νὰ προβῇ εἰς προμήθειαν νέαν γαιανθράκων. Μετὰ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ Στρατοῦ, ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τοῦτο παρουσιάσθη, καὶ δὴ κατὰ τὴν 14ην Νοεμβρίου 1914, ἠρώτα τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν τὸ ποσὸν τῶν γαιανθράκων, τὸ ὁποῖον προωρίζετο διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν θαλασσίων στρατιωτικῶν μεταφορῶν, εὑρίσκετο ἐν ἀποθέσει, καὶ παρεκάλει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ γνωρίσῃ πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ποσὸν τοῦτο. Ἀλλ’ ἤδη ἀπὸ τοῦ πρώτου ἐγγράφου μέχρι τοῦ ἐγγράφου τούτου εἶχον παρέλθη τέσσαρες μῆνες καὶ ἑπομένως ἡ ποσότης τοῦ ἐν ταῖς ἀποθήκαις γαιάνθρακος δὲν ἦτο ἡ αὐτὴ καὶ τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ νέου ἐγγράφου του ἀνέφερεν εἰς τὴν ἐπιτελικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «Ἐν ταῖς ἀποθήκαις... κλπ». Τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι τὸ προκαλέσαν τὸ πρῶτον ἔγγραφον, ὅπερ ἄλλοτε συνεζητήθη ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐγγράφου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐξέθετεν ὅτι ἐφρόνει, ὅ τι ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν προμήθειαν τῶν γαιανθράκων καὶ ἠρώτα ἐὰν τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστρατεύσεως συνεπληρώθη. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέφερε, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 519 ἐγγράφου της, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστρατεύσεως συνεπληρώθη, ὅλος ὁ ἀριθμὸς τῶν πλοίων, ἅτινα θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν περιείχετο εἰς συνημμένον πίνακα, προσέθετε δὲ ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὕτη θὰ ἐγίνετο ἐντὸς ὀκταημέρου καὶ ὅτι θὰ ἀπῃτεῖτο ἀπόθεμα 45.000 τόννων γαιανθράκων. Δὲν ἠρκεῖτο δὲ εἰς τοῦτο μόνον τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Στρατοῦ, ἀλλ’ ὑπεδείκνυεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑπάρξῃ καὶ προσωπικὸν ἀνάλογον διὰ τὰς ἀνθρακεύσεις, ὅτι ποσότητες γαιανθράκων ἔπρεπε νὰ εὑρίσκωνται εἰς ὡρισμένους λιμένας, ἀφ’ ὧν θὰ ἐγίνετο ἡ ἐπιβίβασις, ὅτι θὰ ἀπῃτεῖτο νὰ εὑρίσκωνται εἰς τοὺς λιμένας αὐτοὺς ἀποθῆκαι, φορτηγοὶ λέμβοι, προσωπικὸν κλπ. Ἐτόνιζε δέ, ὅτι ἡ ἀκριβὴς καὶ ἐμπρόθεσμος ἐκτέλεσις τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐξαρτᾶται πολὺ ἐκ τῆς παρασκευῆς τούτων καὶ ὅτι ἀπετέλει αὕτη διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς Χώρας ζήτημα ὑψίστης σπουδαιότητος. Τὸ τόσον κατηγορηματικὸν ἔγγραφον τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Στρατοῦ ἐπέσυρε φυσικῶς τὴν προσοχὴν τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ, καὶ ὀλίγας ἡμέρας κατόπιν, τὴν 2 Δεκεμβρίου 1914, διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 222 ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐτόνιζεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ προμήθεια, ἀλλὰ παρακαταθήκη γαιανθράκων 50.000 τόννων καὶ συνίστα εἰς τὸ Ναυτικὸν Ἐπιτελεῖον, ἐν ᾗ περιπτώσει γίνῃ προμήθεια διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστρατεύσεως, νὰ προμηθευθῶσι γαιάνθρακες Κάρδιφ, οἵτινες θὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὸ Πολεμικὸν Ναυτικόν, οἱ δὲ εὑρισκόμενοι ἐν ταῖς ἀποθήκαις γαιάνθρακες κατωτέρας ποιότητος νὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν διεβιβάσθη τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μέχρι τῆς 26ης Φεβρουαρίου, καθ’ ἣν κατέλιπε τὴν Ἀρχὴν ἡ ὑπὸ τὸν κ. Βενιζέλον Κυβέρνησις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶχε προβῆ εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέμεινε σχετικὴν ἐρώτησιν πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν Βουλευτὴν ἐξ Ὕδρας, κ. Ἀθαν. Μιαούλην, ἐξετασθέντα ὡς μάρτυρα, ὁ ὁποῖος ἀπήντησεν, ὅτι, κατὰ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς τότε, καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐπιστρατευθῶσιν αἱ δυνάμεις τῆς Χώρας, ἦτο εὐχερὲς νὰ προμηθευθῶσι γαιάνθρακες ἐξ Ἀγγλίας καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ προμήθεια. Μετὰ τὴν 25ην Φεβρουαρίου, εἶναι γνωστόν, ὅτι παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου, διεδέχθη δ’ αὐτὴν ἡ ὑπὸ τὸν κ. Γούναρην Κυβέρνησις, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς προῆλθεν εἰς συνεννοήσεις μετὰ τοῦ Ναυτικοῦ Ἐπιτελείου, διότι δὲν εἶναι ἀληθές, ὅτι μετὰ πέντε μῆνας ἐσκέφθη ἡ ὑπηρεσία νὰ προβῇ εἰς τὴν προμήθειαν, διότι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου ἐξέθηκεν, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Στρατοῦ ἐκλήθη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ συνεζήτησε μετὰ τούτου πλεῖστα ὅσα ζητήματα διὰ τὴν ἐπάρκειαν τῶν ἀποθηκῶν τοῦ Βασιλικοῦ Ναυτικοῦ, καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων, διὰ τὴν προμήθειαν γαιανθράκων. Ἀποκρυστάλλωμα δὲ τῆς τοιαύτης ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν περὶ τῆς προμηθείας τῶν ἀναγκαιούντων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν γαιανθράκων, ὑπῆρξεν ἡ διαταγή, τὴν ὁποίαν τὴν 1ην Ἀπριλίου ἐξέδωκε καὶ διὰ τῆς ὁποίας παρηγγέλετο νὰ ὑποβληθῶσι πίνακες περὶ τοῦ ἀναγκαίου ὑλικοῦ διὰ τὴν παρακαταθήκην ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, ὡς καὶ πλείστων ἄλλων ὑλικῶν, τὰ ὁποῖα ἐφρόνει ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποδειχθῶσιν. Ὅντως δέ, τὸ Ναυτικὸν Ἐπιτελεῖον δι’ ἑνὸς ἐγγράφου αὐτοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, χρονολογουμένου ἀπὸ 7 Ἀπριλίου, καὶ φέροντος ἀριθμὸν 117, ἀκριβῶς, ἐκείνου τοῦ ὁποίου ἡ γνησιότης καὶ ἠμφισβητήθη ἔτι, ἐξηλέγξαμεν δὲ εἰς αὐτὰ τὰ πρωτόκολλα τὴν ἀκριβῆ χρονολογίαν καὶ καταγραφήν, ἐντὸς τοῦ βιβλίου τοῦ Πρωτοκόλλου, τοῦ ἐγγράφου καὶ τῆς προκαλεσάσης τοῦτο διαταγῆς, τὸ Γενικὸν Ναυτικὸν Ἐπιτελεῖον εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοῦ προηγηθέντος, ὑπέβαλε πίνακα ἐμφαίνοντα τὰς ἀνάγκας εἰς γαιάνθρακα καὶ τὰς ἀνάγκας εἰς λοιπὰ ὑλικὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστρατεύσεως, ὁ δὲ πίναξ ἀναφέρει, ὅτι τὸ ποσόν, τὸ ὑπάρχον εἰς τὰς ἀποθήκας, κατὰ τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1915, ἀνήρχετο εἰς 50.000 τόννους, διότι τὸ ἀκριβὲς ποσὸν ἦτο 47.000 καί τινες τόννοι, τὸ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν δι’ ἑξάμηνον δρᾶσιν πολεμικὴν τοῦ Στόλου ἦτο 150.000 τόννοι, τὸ δὲ ποσὸν τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τὴν κινητοποίησιν τῶν ἐμπορικῶν πλοίων διὰ τὴν συγκέντρωσιν τοῦ στρατοῦ ἦτο 55.000 τόνοι. Ὥστε, ἐνῷ ὑπῆρχον 50.000 τόννοι, ἀπῃτοῦντο 150.000, ἤτοι, 100.000 διὰ τὸν Στόλον καὶ 55.000 διὰ τὴν κινητοποίησιν τῶν ἐμπορικῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα προορίζονται νὰ μεταφέρωσι τὰ στρατεύματα ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως εἰς τοὺς λιμένας τῆς συγκεντρώσεως, συνάμα δὲ τὸ Ἐπιτελεῖον ῥητῶς διαστέλλει τὸ ποσὸν τῶν γαιανθράκων, τοῦ ὁποίου ὑφίσταται ἀνάγκη διὰ τὴν κινητοποίησιν τοῦ Στόλου καὶ τὸ ποσὸν τὸ χρησιμοποιηθησόμενον διὰ τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, διότι, ἂν τὸ Ἐπιτελεῖον ἐφρόνει ὅτι ἡ αὐτὴ ποιότης ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ τόσον εἰς τὰ πλοῖα τοῦ Στόλου, ὅσον καὶ εἰς τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐκτελέσωσι τὴν μεταφοράν, θὰ ἀνέφερε γενικῶς ἕνα ἀριθμὸν τόννων γαιανθράκων, οἷος θὰ ἐχρειάζετο καὶ διὰ τὰς δύο ὑπηρεσίας. Ἄλλως τε, ἡ διαστολὴ τοῦ ποσοῦ τῶν γαιανθράκων, τοῦ ἀπαιτουμένου, συνδυαζομένη πρὸς τὴν διαστολήν, τὴν ὁποίαν σαφῶς αὐτὸ τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Στόλου πρὸς τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Στρατοῦ ὑποδηλοῖ, δι’ ἧς λέγει, ὅτι καὶ κατωτέρας ποιότητος γαιάνθρακες ἠδύναντο νὰ ἀποδώσωσι τὸ αὐτὸ ἔργον, προκειμένου περὶ ἐμπορικῶν πλοίων, καταδεικνύει τὴν γνώμην του, ὅτι διὰ τὰ πλοῖα ταῦτα ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθῶσι κατωτέρας ποιότητος γαιάνθρακες, εἶναι ἄλλως τε πασίγνωστον, ὅτι μεταχειρίζονται γαιάνθρακας Νιουκάστελ καὶ Νιούπορτ καὶ Ποντοηρακλείας ἀκόμη πολὺ κατωτέρους καὶ τοῦ Νιουκάστελ. Θὰ ἠδύνατο νὰ ξενίσῃ, ὅτι τὸ ἔγγραφον, δι’ οὗ ὑποδεικνύεται ἡ ἀνάγκη, φέρει χρονολογίαν 7 Ἀπριλίου, ἐνῷ ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ Β. Πρεσβείαν πρὸς αἴτησιν προσφορῶν διὰ τὴν προμήθειαν γαιανθράκων φέρει χρονολογίαν 6ης Ἀπριλίου καὶ ἡ διαφορὰ αὕτη τῆς χρονολογίας, ξενίσασα καὶ τὴν ἐπιτροπήν, ἀπετέλεσεν ἀντικείμενον ἰδίας ἐρεύνης καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ ἐξήγησιν περὶ τῆς διαφορᾶς αὐτῆς, ἐδόθη δὲ παρ’ αὐτοῦ ἡ ἐξήγησις, ὅτι ἀπὸ τῆς 6ης Ἀπριλίου καὶ πολὺ πρότερον εὑρίσκετο εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ — προκειμένου νὰ ἀποσταλῇ τὴν ἑπομένην ἡμέραν τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐβράδυνε καθαρογραφόμενον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ — ὅστις καὶ προέβη εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς διαταγῆς. Ταῦτα εἶναι τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα μὲ τὴν αἰτίαν, ἥτις προεκάλεσε τὴν προμήθειαν τῶν γαιανθράκων. Ὥστε ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ἀναγιγνωσκομένων ἁπλῶς, εἶναι καὶ τῷ τυφλῷ δῆλον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ δυνάμενος καὶ ἐξ ἰδίας προνοίας νὰ προβῇ εἰς τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ τόσον χρησίμου, προέβη, διότι προεκλήθη ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεδείκνυον τὴν ἀνάγκην, ὅτι, κηρυσσομένης ἐπιστρατεύσεως, θὰ ἦτο ἀδύνατος ἡ συγκέντρωσις τῶν στρατευμάτων, ἕνεκα ἐλλείψεως μέσων πρὸς μεταφοράν. Ἑπομένως, δὲν νομίζω, καὶ νομίζει τοῦτο καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι δύναται, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ἐγγράφων, νὰ ὑφίσταται κἄν ὑπόνοια, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἄνευ αἰτίας, ἄνευ προκλήσεως καὶ ἄνευ ἀνάγκης προέβη εἰς τὴν προμήθειαν τῶν γαιανθράκων. Ἀλλ’ ἄς ἐξετάσωμεν τί ἐγένετο κατὰ τὴν 6ην Ἀπριλίου, ὁπότε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προέβη εἰς τὴν προμήθειαν τῶν γαιανθράκων. Πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν προμήθειαν, ἀπετάθη εἰς τὸν Ἄγγλον Ἀρχιμηχανικὸν κ. Οὐῶτσον, — ταῦτα, μὴ ἐξαγόμενα ἐξ ἐγγράφων, ἐξηκρίβωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν ἀνακρίσεων, εἰς τὰς ὁποίας προέβη, ἐκ τῶν καταθέσεων ὡρισμένων μαρτύρων, — καὶ προεκάλεσε γνωμοδότησιν αὐτοῦ περὶ τῆς καλλιτέρας ποιότητος τῶν γαιανθράκων Κάρδιφ καὶ τῶν γαιανθράκων Νιουκάστελ. Ὁ Ἄγγλος Ἀρχιμηχανικὸς ἀπήντησε πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, οὕτως ἐρωτήσαντα, ὅτι δὲν ἠσχολήθη ἐν Ἀγγλίᾳ περὶ ζήτημα γαιανθράκων καὶ ὅτι ἁρμόδιος ἦτο ὁ ἀρχιφροντιστὴς καὶ μέλος τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς κ. Στάνταν, ὅστις ἦτο καὶ ἐπιθεωρητὴς τοῦ Β. Ναυστάθμου. Πρὸς αὐτὸν ἀπετάθη ὁ τότε κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ οὗτος, προκληθεὶς διὰ τοῦ Ἀντιπλοιάρχου Τμηματάρχου τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ κ. Μαυρουδῆ, παρέδωκε σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ ἀνεφέροντο τὰ καλὰ ὀρυχεῖα Κάρδιφ, τῶν ὁποίων τὸ προϊόν εἶναι παραδεδεγμένον πρὸς χρῆσιν εἰς τὸν Βρεττανικὸν Στόλον, ἵνα ἀπὸ τούτων γένηται ἡ προμήθεια τῶν προωρισμένων διὰ τὸν ἡμέτερον Στόλον γαιανθράκων, διὰ δὲ τοὺς γαιάνθρακας Νιουκάστελ ἀπήντησεν, ὅτι, μὴ ἀσχοληθεὶς μὲ προμήθειαν γαιανθράκων Νιουκάστελ, ἠγνόει τίνα ἦσαν τὰ καλλίτερα ὀρυχεῖα.
§258Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Εἴπατε, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων ἀποδεικνύεται, ὅτι ὁ πρώην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκαμε τὴν προμήθειαν, οὐχὶ ἄνευ ἀφορμῆς καὶ οὐχὶ ἄνευ ἀνάγκης· ἤθελον νὰ μάθω, ἂν ἤθελε κάμει τὴν προμήθειαν ἄνευ ἀνάγκης, τίς ζημία θὰ προέκυπτεν εἰς τὸ Δημόσιον;
§259Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Οὐδεμία. Ἐγὼ λέγω τοῦτο, διότι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνασκευάσω μίαν πρὸς μίαν τὰς αἰτιάσεις, αἵτινες ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἀπηγγέλθησαν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀπαιτεῖται γνωμοδότησις τῶν ἁρμοδίων Τμηματαρχῶν διὰ τὴν προμήθειαν ὑλικοῦ, καὶ μολονότι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ τότε, εἶχεν ἤδη ζητήσει τὴν γνώμην τῶν ἁρμοδίων μελῶν τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς διὰ τὴν ποιότητα τῶν γαιανθράκων, εἰς τῶν ὁποίων τὴν προμήθειαν ἐπρόκειτο νὰ προβῇ, ἡ Ἐπιτροπὴ παρετήρησεν, ὅτι, καίτοι ὑπῆρχε Τμηματάρχης τῶν Ἀτμομηχανῶν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, τοιούτου Τμηματάρχου γνωμοδότησις δὲν ἀνεφέρετο οὐδαμοῦ καὶ ἐζήτησεν ἡ ἐπιτροπὴ πληροφορίας περὶ τούτου. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατέθηκε — καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἐξηκρίβωσε τὸ γεγονός, — ὅτι ὁ τότε Τμηματάρχης ἀρχιμηχανικὸς εἶχεν ἤδη καταληφθῇ ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, εἶχεν ἀποστρατευθῆ, ἕνεκα δὲ τῆς ἀποστρατείας ταύτης δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ γνωμοδότησίν τινα καὶ ναὶ μὲν παρέμεινεν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ἀλλ’ ἡ παραμονή του ἦτο ἐντελῶς τυπική, καθ’ ὅσον τὸ Διάταγμα τῆς ἀποστρατείας ἀποσταλὲν εἰς τὰ Ἀνάκτορα πρὸς ὑπογραφὴν παρέμεινεν ἀνυπόγραφον, ἕνεκα τῆς ἀσθενείας τοῦ Βασιλέως.
§260Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τῆς συντάξεως τὸ Διάταγμα, τῆς ἀποστρατείας εἶχεν ὑπογραφῆ, ἀλλὰ κατὰ τὸν νόμον δὲν ἠδύνατο νὰ παραδώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν πρὸ τοῦ Διατάγματος τῆς συντάξεως.
§261Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ὑπῆρχεν ὁ ἀρχιμηχανικὸς ὁ Ἕλλην, θὰ ἠδύνατο, οὗτος, Κύριοι Βουλευταί, νὰ θεωρηθῇ πλέον ἁρμόδιος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἷς Ἄγγλος ἀρχιμηχανικὸς καὶ εἷς Ἄγγλος ἀρχιφροντιστής, ἐκεῖνοι, οὓς τὸ Κράτος ἔταξεν ὡς βοηθοὺς καὶ ὁδηγοὺς τῶν Ἑλλήνων, ἦσαν ἀνίκανοι νὰ δώσουν πληροφορίας εἰς τὸν Ὑπουργὸν, ποίαν ἐμπιστοσύνην θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας θὰ ἔδιδεν εἷς τμηματάρχης Ἕλλην, ἕτοιμος νὰ ἀποστρατευθῇ, ἕτοιμος νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ὑπηρεσίαν; Ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας εὑρεθεὶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπηύθυνε πρὸς τὴν ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείαν τηλεγραφικὴν διαταγὴν τὴν 6ην Ἀπριλίου ὑπ’ ἀριθμὸν 19041 διὰ τῆς ὁποίας παρήγγειλεν, πρῶτον, νὰ ζητηθῶσι τιμαὶ ἀπὸ τὰ ὀρυχεῖα Κάρδιφ διὰ τὴν προμήθειαν γαιανθράκων προωρισμένων πρὸς χρῆσιν τοῦ στόλου καὶ ἀναφερομένων ἐν τῷ σημειώματι τῷ παραδοθέντι εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ Ἄγγλου Ἐπιθεωρητοῦ τῶν Ἀποθηκῶν τοῦ Στόλου Στάνταν. Προκειμένου δὲ περὶ γαιανθράκων Νιουκάστελ, παρηγγέλετο ὁ πρεσβευτὴς νὰ προβῇ εἰς τὰ ἀναγκαῖα διαβήματα παρὰ τῷ Ἀγγλικῷ Ναυαρχείῳ καὶ ζητηθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν φρεάτων καὶ τῶν ποιοτήτων γαιανθράκων Νιουκάστελ, ἅτινα ὑπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου ἐνομίζοντο προτιμότερα καὶ νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ὑπὸ τῶν τοιούτων ὀρυχείων περὶ τῶν γαιανθράκων αὐτῶν. Ταὐτοχρόνως δὲ ἔθετεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Πρεσβευτοῦ καὶ ἀριθμόν τινα ἀξιωματικῶν ἐκ τῶν ἐν ἀποστολῇ εὑρισκομένων εἰς Ἀγγλίαν, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς αὐτὸν ὡς βοηθοὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν ταύτην. Ὁ κ. Πρεσβευτής, μετά τινα χρόνον, ἀπήντησεν, ὅτι προκειμένου περὶ Κάρδιφ, μεγάλην συναντᾷ δυσκολίαν εἰς τὸ νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τιμάς, καθόσον πάσας τὰς ἐξωρυχθείσας μέχρι τότε ποσότητας εἶχεν ἐπιτάξει ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις διὰ τὴν χρῆσιν τῶν Συμμαχικῶν Στόλων· συνεπῶς οὐδὲν ἐκ τῶν ὀρυχείων Κάρδιφ, τῶν ἀναφερομένων ἐν τῷ σημειώματι τοῦ Ὑπουργοῦ, ἦτο πρόθυμον νὰ δώσῃ τιμάς, καθ’ ὅσον ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἐξαγωγὴν τῶν γαιανθράκων τούτων. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς γαιάνθρακας Νιουκάστελ, ἀνέφερεν ὁ Πρεσβευτής, ὅτι ἐζήτησεν ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου καὶ θὰ ἐλάμβανε τὴν ἀπάντησιν. Μετά τινας ἡμέρας δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος, ὁ Πρεσβευτὴς ἐπληροφόρησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅτι οἱ μὲν γαιάνθρακες Κάρδιφ, τῶν πρώτης ποιότητος ὀρυχείων, ἀπολύτως ἀπαγορεύεται νὰ ἐξαχθῶσι, περὶ δὲ τῶν γαιανθράκων Νιουκάστελ τὸ Ἀγγλικὸν Ναυαρχεῖον ἐπληροφόρησε τὸν Πρεσβευτήν, ὅτι κατάλληλοι τοιοῦτοι εἶναι οἱ γαιάνθρακες Νιούμπιγκιν, οἱ γαιάνθρακες Κοῦπεν καὶ οἱ γαιάνθρακες Ἄσιγκτον Μπόθαλ, παρὰ τῶν ὁποίων ἐζήτησε τιμὰς ἐνσφραγίστους. Σημειωτέον, ὅτι ἡ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου, ἡ πρώτη, διέτασσε τὸν Πρεσβευτὴν νὰ ζητηθῶσι τιμαὶ ἐνσφράγιστοι, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐνεργηθῇ ἕν εἶδος δημοπρασίας μεταξὺ τῶν ὀρυχείων, τὰ ὁποῖα θὰ κατωνομάζοντο ὑπὸ τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου. Μετά τινας ἡμέρας ὁ Πρεσβευτὴς δι’ ἑτέρου τηλεγραφήματος ἀνέφερε τὰς τιμάς, τὰς ὁποίας εἶχεν ἐπιτύχει, ἀνοιχθέντων πλέον τῶν φακέλλων, τῶν ὑποβληθέντων εἰς αὐτὸν ὑπὸ τῶν τριῶν τούτων ὀρυχείων καὶ κατὰ τὰς τιμὰς ταύτας, προσεφέροντο 10.000 Νιούμπιγκιν ἐπὶ τιμῇ 27 σελλινίων κατὰ τόννον «φόμπ», παραδοτέων ἀνὰ 1.000 τόννους κατὰ Μάϊον καὶ Ἰούνιον, 2.000 τόννους κατὰ Ἰούλιον καὶ 3.000 τόννους κατὰ Σεπτέμβριον. Δευτέρα προσφορὰ ἦτο ἡ προσφορὰ γαιανθράκων Κοῦπεν ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ 27 σελλινίων «φόμπ», παραδοτέων εἰς διάρκειαν τεσσάρων μηνῶν, καὶ τρίτη προσφορὰ 30.000 τόννων Ἄσιγκτον Μπόθαλ ἐπὶ τιμῇ 30 σελλινίων κατὰ τόννον, παραδοτέων ἀνὰ 10.000 τόννους κατὰ μῆνα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τοὺς γαιάνθρακας Κάρδιφ, ἀνέφερεν ἡ Πρεσβεία, ὅτι ἐξακολουθεῖ ζητοῦσα πληροφορίας καὶ προσπαθοῦσα νὰ πείσῃ τὴν Ἀγγλικὴν Κυβέρνησιν διὰ διαβημάτων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶχε προβῇ, νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ὑπὲρ ἡμῶν ἐξαγωγὴν ποσοῦ τινος γαιανθράκων Κάρδιφ. Κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπεφάσισε τὴν προμήθειαν τῶν 55 χιλιάδων τόννων γαιανθράκων, καὶ διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 23241 τηλεγραφήματός του, τῆς 24ης Ἀπριλίου, παραγγέλλει τὴν ἀγορὰν 5.000 τόννων Νιούμπιγκιν, παραδοτέων κατὰ τοὺς μῆνας Μάϊον ἢ Ἰούνιον, ἐπὶ τιμῇ 27 σελλινίων κατὰ τόννον, 20.000 Κοῦπεν ἐπὶ τῇ αὐτῇ τιμῇ παραδοτέων ἐντὸς τεσσάρων μηνῶν, δηλαδή, ἀνὰ 5.000 τόννους κατὰ μῆνα, καὶ 30.000 τόννους Ἄσιγκτον Μπόθαλ ἐπὶ τιμῇ 30 σεληνίων κατὰ τόννον, παραδοτέων ἀνὰ 10.000 τόννους κατὰ μῆνα, συμφώνως πρὸς τὴν προσφοράν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι προσεφέρθησαν διὰ τοῦ προηγουμένου τηλεγραφήματος τῆς Πρεσβείας, τοῦ ὁποίου περικοπὰς ἀνέγνωσα, 10.000 τόννοι Νιούμπιγκιν πρὸς 27 σελλίνια, 20.000 τόννοι Κοῦπεν πρὸς 27 σελλίνια καὶ 30.000 τόννοι Ἄσιγκτον Μπόθαλ πρὸς 30 σελλίνια κατὰ τόννον. Φαίνεται ἴσως ἐκ πρώτης ὄψεως, παράδοξος ἡ ἐνέργεια τοῦ Ὑπουργοῦ, προτιμήσαντος νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ 5.000 τόννους τὴν προσφορὰν τῶν γαιανθράκων Νιούμπιγκιν, οἵτινες ἦσαν εὐθηνότεροι, διότι ἦσαν 27 σελλίνια κατὰ τόννον ἀπὸ τοὺς Ἄσιγκτον Μπόθαλ, τῶν ὁποίων ἐδέχετο ἀρτίαν τὴν προσφορὰν τῶν 30.000 τόννων ἐπὶ τιμῇ 30 σελλινίων κατὰ τόννον. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἡ ἐπιτροπὴ ἐζήτησεν εἰδικὰς ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν ἐνεργήσαντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην Ὑπουργόν. Ὁ Ὑπουργὸς, καίτοι οὐσιαστικῶς ἡ ζημία αὕτη δὲν θὰ ἐπήρχετο καὶ τοῦτο καθ’ ὅσον, ὡς θὰ ἴδωμεν βραδύτερον, ἡ ὅλη ἀγορὰ ἐγένετο πρὸς 27 σελλίνια κατὰ τόννον, ὁ Ὑπουργὸς ἐδικαιολόγησε τὸ πρᾶγμα ὡς ἑξῆς: Εἶχον ἀνάγκην 55.000 τόννων γαιανθράκων, ἦτο δὲ ἀνάγκη νὰ μοὶ παραδοθῶσιν οὗτοι, ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον. Ἡ προσφορὰ τῶν γαιανθράκων Νιούμπιγκιν τῶν 10.000 τόννων, οἵτινες ἦσαν καὶ οἱ εὐθηνότεροι, προσεφέροντο ἀνὰ 1.000 μόνον τόννους εἰς τοὺς δύο πρώτους μῆνας, ἀνὰ 2.000 τόννους τὸν ἀμέσως ἑπόμενον μῆνα Ἰούλιον, καὶ ἀνὰ 3000 τόννους κατὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον. Τὸ ὀλίγον τοῦ ποσοῦ, τὸ ἀνεπαρκὲς αὐτοῦ, ὅπως ἀποτελέσῃ φορτίον, ἠνάγκασε τὸν Ὑπουργὸν νὰ προτιμήσῃ τὴν προσφορὰν τῶν γαιανθράκων Ἄσιγκτον Μπόθαλ, οἵτινες προσεφέροντο ἐν συνόλῳ εἰς 30.000 τόννους, παραδιδομένους ἀνὰ 10.000 τόννους, καὶ νὰ συμπληρώσῃ τὴν προσφορὰν ταύτην διὰ γαιανθράκων Κούπεν, ἐν τῷ συνόλῳ αὐτῶν τιμωμένων 27 σελλίνια κατὰ τόννον, καὶ ἂν ἤθελε τὸ ἥμισυ τῆς προσφορᾶς τῶν γαιανθράκων Νιούμπιγκιν ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως τῆς ἀμέσου παραδόσεως κατὰ μῆνα Μάϊον ἢ Ἰούνιον. Καὶ μολονότι δὲν ἐπῆλθε καμμία οὐσιαστικὴ ζημία, καθ’ ὅσον ἡ ὅλη προμήθεια ἐγένετο ἐπὶ τιμῇ 27 σελλινίων, ὑποβιβασθείσης κατόπιν καὶ τῆς τιμῆς τῶν γαιανθράκων Ἄσιγκτον Μπόθαλ, ἐν τοσούτῳ ἡ ἐπιτροπὴ ἀνεῦρε λίαν εὐλογοφανῆ τὴν αἰτίαν ταύτην, καθόσον, προκειμένου περὶ προμηθείας 55.000 τόννων γαιανθράκων, θὰ ἦτο ἄσκοπον νὰ διεκινδυνεύετο ἴσως καὶ ἡ μεταφορὰ ποσοτήτων ἀνὰ χιλίους τόννους καθ’ ἕκαστον μῆνα. Οὕτω, λοιπόν, διὰ τῆς διαταγῆς, τῆς ὁποίας περικοπὰς ἀνέγνωσα προηγουμένως, ἐδόθη ἡ ἔγκρισις πρὸς συνομολόγησιν τῆς ἀγορᾶς τῶν γαιανθράκων τούτων. Ἐν ταὐτῷ παρηγγέλλετο ὁ Πρεσβευτὴς νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ναυλώσεως πλοίων, καθόσον ἔκτοτε παρουσιάζοντο δυσχέρειαι καὶ δυσκολίαι περὶ τὴν ναύλωσιν πλοίων, νὰ προτιμῶνται δέ, εἰ δυνατόν, τὰ Ἑλληνικά, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἀμέσου φορτώσεως καὶ τῆς ἀποβιβάσεως εἰς τοὺς λιμένας Πειραιῶς καὶ Σαλαμῖνος ἀνὰ 500 τοὐλάχιστον τόννους ἡμερησίως. Ἐξηκολούθουν, λοιπόν, οὕτω νὰ διαμείβωνται τηλεγραφήματα μεταξὺ Ὑπουργείου Ναυτικῶν καὶ Πρεσβείας, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν προμήθειαν ταύτην καὶ πρὸς τὴν ναύλωσιν τῶν πλοίων, ὁπότε ἡ Πρεσβεία, διά τινος τηλεγραφήματός της, ἀνέφερεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι εἶχε προσφορὰν νεωτέραν πρὸς 26.5 σελλίνια τὸν τόννον διὰ 20.000 τόννους Νιουκάστελ. Ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐν τῇ μερίμνῃ του ὅπως μειώσῃ, κατὰ τὸ δυνατόν, τὴν τιμὴν τῶν γαιανθράκων, διὰ τηλεγραφήματός του ἐζήτησε πληροφορίας πρῶτον, ἐὰν οἱ ὑστέρως προσφερόμενοι οὗτοι γαιάνθρακες ἦσαν ἐκ τῶν περιεχομένων ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου, δηλαδή, ἂν ἦσαν καλῆς ποιότητος, καὶ δεύτερον ποῖαι ἦσαν αἱ ὑφιστάμεναι ὑποχρεώσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς τοὺς πωλητὰς τῶν πρώτων γαιανθράκων, οἵτινες εἶχον ἤδη ποιήσει τὰς προσφορὰς αὐτῶν. Ἡ Πρεσβεία ἀπήντησε μετ’ ὀλίγον, ὅτι, κατὰ τὴν κρατοῦσαν γνώμην ἐν Ἀγγλίᾳ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ τὸ Δημόσιον τῆς ὑποχρεώσεως, τοῦ νὰ παραλάβῃ τοὺς γαιάνθρακας, ποὺ εἶχε διαπραγματευθῆ, ἀλλ’ ὅτι ἐκ τῆς ὑποτιμήσεως τῶν τιμῶν τῶν γαιανθράκων ἐν Ἀγγλίᾳ ἤλπιζε νὰ ἐπιτύχῃ ὑποτίμησιν εἰς τὰς τιμὰς τῶν ποιοτήτων, αἵτινες εἶχον ἤδη πωληθῆ, καὶ οὕτως ἐπετεύχθη ἡ ὑποτίμησις, τῶν μὲν Ἄσιγκτον Μπόθαλ ἀπὸ 30 εἰς 27 σελλίνια, δηλ., εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν τιμήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἠγοράσθησαν οἱ γαιάνθρακες Νιούμπιγκιν καὶ οἱ γαιάνθρακες Κούπεν. Οὕτω συνετελέσθη ἡ προμήθεια αὕτη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὁριστικῶς, διατάξαντος τὴν Πρεσβείαν νὰ προβῇ εἰς τὴν ναύλωσιν πλοίων καὶ τὴν σύνταξιν τῶν σχετικῶν συμβολαίων τῆς ἀγορᾶς. Ὄντως δὲ ἠγοράσθησαν 5.000 Νιούμπιγκιν, 20.000 Κοῦπεν καὶ 30.000 Ἄσιγκτον Μπόθαλ. Ἤδη ὅμως ἡ Πρεσβεία, ἀναφέρουσα κατὰ τὴν 29ην Μαΐου ὅτι εἶχεν ἤδη προβῆ εἰς τὴν ναύλωσιν ἑνὸς ἀτμοπλοίου τοῦ Ἐμπειρίκου, ὑπὸ ὄνομα «Ἀνδρέας» χωρητικότητος 9.600 τόννων, καὶ προέβαινεν εἰς τὴν φόρτωσιν αὐτοῦ, τηλεγραφεῖ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀποστολῆς τῶν χρημάτων διὰ τὴν καταβολὴν μέρους τοῦ ναύλου καὶ διὰ τὴν ἀξίαν τοῦ πρώτου αὐτοῦ φορτίου, ὁρίζουσα τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν χρημάτων εἰς 30.000 λίρας. Ὅταν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἔφθασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὁ Ὑπουργὸς δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνέφερε τὰ τῆς ἐνεργείας του, εἰδοποίησεν ὅτι προέβη εἰς τὴν προμήθειαν 55.000 τόννων γαιανθράκων, ὧν ἡ ἀξία μετὰ τοῦ ναύλου πρὸς μεταφορὰν μέχρι Πειραιῶς θὰ ἀπήτει περὶ τὰ 4 ἑκατομμύρια δραχμῶν, ὅτι ἡ ἀναγκαία προκαταβολὴ διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀξίας τοῦ πρώτου φορτίου καὶ τοῦ τρίτου τοῦ ναύλου ἀνήρχετο εἰς 30.000 λίρας, εἰδοποίει δὲ τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ οἰκείου ἐντάλματος ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Ἀτυχῶς ὅμως, ἡ Ἐπιτελικὴ Ὑπηρεσία τοῦ Στρατοῦ, καίτοι ἐμερίμνησεν, ὡς εἴδομεν, μετ’ ἐπαινετοῦ ζήλου πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν μέσων ἐκείνων, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἄμυνα τῆς Χώρας θὰ ἐξησφαλίζετο, καὶ διὰ τῶν ὁποίων θὰ καθίστατο δυνατὴ ἡ κινητοποίησις τοῦ ἡμετέρου Στρατοῦ, ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, δὲν εἶχε λάβει οὐδεμίαν μέριμναν περὶ τῆς ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῆς σχετικῆς πιστώσεως διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν χρηματικῶν ἀναγκῶν τῆς προμηθείας ταύτης καὶ οὕτω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην, εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐγγράφου τούτου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, νὰ πληροφορήσῃ αὐτό, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀναγεγραμμένη σχετικὴ πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εὑρεθεὶς πρὸ ἀδυναμίας πληρωμῆς προχείρου, ἕνεκα τῆς μὴ ἀναγραφῆς πιστώσεως, μὴ θέλων δὲ νὰ ἐξαντλήσῃ ἴσως διὰ τὴν πληρωμὴν ταύτην τὰς γενικὰς πιστώσεις, αἵτινες ἀνεγράφοντο ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, ἐτηλεγράφησεν εἰς τὴν ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείαν, ὅπως, εἰ δυνατόν, ματαιώσῃ τὴν ἀγορὰν τῶν γαιανθράκων τούτων καὶ ἀκυρώσῃ τὰς ὑφισταμένας συμβάσεις διὰ ναύλωσιν, περιορισθῇ δὲ εἰς τὴν προμήθειαν τοῦ πρώτου φορτίου. Εἰς ἀπάντησιν ὅμως τοῦ τηλεγραφήματος τούτου, ἔλαβεν ἐκ Λονδίνου τηλεγράφημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Πρεσβεία ἀνεκοίνου τὸ ἀδύνατον τῆς ἀκυρώσεως τῆς συμβάσεως, τὸ ἀδύνατον τῆς μετατροπῆς τῶν γαιανθράκων Νιουκάστελ εἰς γαιάνθρακας Κάρδιφ, λόγῳ τοῦ ὅτι οἱ πωληταὶ ἦσαν Ἄγγλοι καὶ ἐζήτει ἀκόμη ἡ Πρεσβεία τὴν ἄμεσον ἀποστολὴν τῶν 30.000 λιρῶν πρὸς πληρωμὴν τῆς ἀξίας τοῦ πρώτου φορτίου, ἵνα μὴ ἐπιβαρυνθῇ ὁ ναῦλος διὰ ζημίας προκυπτούσης ἐξ ὑπερημερίας τοῦ ἀτμοπλοίου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπέστειλεν ἕτερον ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ τέλος δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὡς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ταμείου τοῦ Στόλου, ἀπεφασίσθη ἡ ἀναγραφὴ πιστώσεως ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ ταμείου τοῦ Στόλου δραχμῶν τεσσάρων ἑκατομμυρίων, διὰ συμπλήρωσιν τῆς ἐκ 2.500,000 ὑφισταμένης πιστώσεως διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν ὑποχρεώσεων αἵτινες ἀνελήφθησαν ἐκ τῶν συμβάσεων, ἃς ἡ ἐν Λονδίνῳ Πρεσβεία ὑπέγραψε μετὰ τῶν πωλητῶν τῶν γαιανθράκων. Ἀλλὰ ἐγεννήθη κατόπιν τὸ ζήτημα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν: Τί θὰ ἐγίνοντο οἱ γαιάνθρακες Νιουκάστελ, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐχρησιμοποίει τούτους τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν; Καὶ ἐσκέφθη ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ χρησιμοποιήσῃ τούτους εἰς τὸν Στόλον. Ὑπάρχει ἐν τῇ φακέλλῳ μία γνωμοδότησις τοῦ τότε Διευθυντοῦ τῶν Τεχνικῶν Ὑπηρεσιῶν, Πλοιάρχου Γέροντα, ὁ ὁποῖος γνωματεύει, ὅτι οἱ γαιάνθρακες Νιουκάστελ δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ πάντα τὰ ὑπηρετικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὄντως πλοῖα μὴ διαφέροντα ἀπὸ τὰ πλοῖα τὰ ἐμπορικά, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἀρχικῶς οἱ γαιάνθρακες τῆς προμηθείας ταύτης. Δεύτερον, γνωμοδοτεῖ ἐπίσης ὁ αὐτὸς ἀρχηγός, ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἠδύναντο νὰ ἀναμιχθῶσι γαιάνθρακες Νιουκάστελ μετὰ Κάρδιφ, ἐν ἀναλογίᾳ 1 πρὸς 1, θὰ ἦτο δυνατὴ ἡ χρησιμοποίησις τοῦ μίγματος τούτου καὶ ἐν αὐτοῖς τοῖς ἀτμολέβησι τῶν πολεμικῶν πλοίων, καὶ διὰ πολεμικὴν ἐνέργειαν, καὶ ὄχι μόνον δι’ ἐκτέλεσιν γυμνασίων. Συνεπῶς, μετὰ τὴν γνωμοδότησιν ταύτην, ἐλύετο καὶ τὸ ζήτημα τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν γαιανθράκων ἐπὶ τοῦ ἡμετέρου Στόλου, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν παρίστατο ἀνάγκη νὰ χρησιμοποιηθῇ οὗτος δι’ ὃν ἀρχικῶς προορισμὸν ὡρίσθη. Ἐν τοσούτῳ ἡ γενομένη ἐπιστράτευσις εὗρε τὸ Κράτος ἄνευ ἄλλων γαιανθράκων, ἐχρησιμοποιήθησαν δὲ πάντες οἱ γαιάνθρακες οὗτοι. Κατὰ ἕνα πίνακα, τὸν ὁποῖον μᾶς παρέσχε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐκ τῶν γαιανθράκων τούτων, ἐχρησιμοποιήθησαν 19.133 τόννοι ἐν συνόλῳ διὰ τὰ ἐπίτακτα ἀτμόπλοια, διὰ διαφόρους ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν χρήσεις, 2.440 τόννοι, ἤτοι ἐν συνόλῳ 20554 καὶ ὅτι ἐχρησιμοποιήθησαν ἐπίσης, ὡς δάνειον εἰς διαφόρους ἰδιωτικὰς ὑπηρεσίας, ἕν ποσὸν ἐκ 2359 περίπου τόννων. Ὥστε τὸ ὅλον ποσὸν τῶν 24000 τόννων τῶν γαιανθράκων, οἵτινες ἐκομίσθησαν ἐκ τῶν προμηθειῶν τούτων, ἐχρησιμοποιήθη, κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, ἢ δι’ ὑπηρετικὰ πλοῖα τοῦ Στόλου ἢ καὶ δι’ ἀνάγκας τῆς βιομηχανίας ἢ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, αἵτινες, εὑρεθεῖσαι ἐν στερήσει γαιανθράκων, προσέφυγον εἰς τὸ Δημόσιον καὶ παρέλαβον παρὰ τούτου ποσὸν γαιανθράκων, ὧν ἡ χορηγία πρόκειται νὰ νομιμοποιηθῇ διὰ νομοσχεδίου ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Διὰ τίνα λόγον ὅμως τὸ ὅλον ποσὸν δὲν ἐκομίσθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Ὑπηρεσίαν τῶν γαιανθράκων Νιουκάστελ; Διότι καὶ διὰ τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις παρεῖχε δυσκολίας, διότι ἤδη πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς πρώτης ἀποστολῆς ἐδήλωσεν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπει εἰ μὴ τὴν ἀποστολὴν 10.000 τόννων Κάρδιφ καὶ κατόπιν τὴν ἀποστολὴν ἑκάστου φορτίου ἐπὶ εἰδικῇ ἐγκρίσει, ἥτις θὰ ἐξεδίδετο ἐπὶ τῇ βάσει ἑκάστοτε εἰδικῆς ἀδείας. Ὥστε, ἐξ ὅσων προχείρως εἶπον, καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἱ ἔχοντες ἐν ταῖς πολιτικαῖς αὐτῶν ἀντιλήψεσι τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη καμμιᾶς προμηθείας γαιανθράκων, διὰ τὴν περίπτωσιν ἐπιστρατεύσεως, ἢ τὴν περίπτωσιν κινητοποιήσεως τῶν ἡμετέρων στρατιωτικῶν δυνάμεων, ἕνεκα τοῦ λόγου ὅτι αἱ βλέψεις αὐτῶν καὶ αἱ ἀντιλήψεις των ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ εἶναι εὐχερὴς ἡ προμήθεια γαιανθράκων ἐξ Ἀγγλίας, ἐχρησιμοποίησαν τοὺς γαιάνθρακας, τοὺς προμηθευθέντας τότε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ συντελέσωσι τὴν συγκέντρωσιν τῶν διαφόρων στρατευμάτων εἰς τοὺς διαφόρους λιμένας συγκεντρώσεως κατὰ τὴν τότε κηρυχθεῖσαν ἐπιστράτευσιν. Ἐν τοσούτῳ κατὰ τὴν 1ην Σεπτεμβρίου ὑπάρχουσιν ἔγγραφά τινα ἐν τῷ φακέλλῳ, φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ὅστις ἐχρησιμοποίησε τοὺς γαιάνθρακας τούτους εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν, διὰ τῶν ὁποίων καὶ ἐν ταῖς λέξεσιν αὐτῶν καὶ μεταξὺ τῶν γραμμῶν τῶν ἐγγράφων τούτων διαφαίνεται ποιά τις δυσπιστία περὶ τοῦ ποιοῦ τῶν γαιανθράκων τούτων, ἐκδηλωθεῖσα ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν· ἕν τῶν ἐγγράφων τούτων, λ. χ., ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Στόλου καὶ ζητοῦνται παρὰ τούτου πληροφορίαι περὶ τῆς ἀξίας τῶν γαιανθράκων, περὶ τῆς τυχὸν βλάβης, τὴν ὁποίαν δύνανται νὰ προξενήσωσιν εἰς τοὺς λέβητας τῶν πολεμικῶν πλοίων, καὶ ἐν γένει περὶ τῆς ἀξίας τῶν γαιανθράκων τούτων. Ἕτερον ἔγγραφον τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργοῦ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ἄγγλον ἀρχιμηχανικὸν καὶ ζητοῦνται παρ’ αὐτοῦ πληροφορίαι περὶ τοῦ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν οὗτοι οἱ γαιάνθρακες ἐπὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων, ἄνευ βλάβης τῶν λεβήτων τῶν πολεμικῶν πλοίων. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ ἀπαντήσεις τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, προφορικῶς ἀναπτύσσων ταύτας, ἀφοῦ ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ ἐκθέσει, διὰ μακρῶν ἡ ἐπιτροπὴ παρέχει τὰς σχετικὰς ἐξηγήσεις. Ἐν τοσούτῳ κατὰ τὸ πρῶτον δεκαήμερον Σεπτεμβρίου, καὶ δὴ κατὰ τὰς ἡμέρας μεταξὺ 6 καὶ 10 αὐτοῦ, ἀνεφάνησαν ταὐτοχρόνως καὶ ἐν Ναυστάθμῳ, καὶ ἐν Πειραιεῖ σημεῖά τινα αὐταναφλέξεων τῶν γαιανθράκων καὶ ἐλήφθησαν μὲν πάντα τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς κατάσβεσιν τῶν αὐταναφλέξεων τούτων, οὐχ ἧττον αἱ αὐταναφλέξεις αὗται ὑπῆρξαν ἓν ἐκ τῶν αἰτίων, ἅτινα ἐπροκάλεσαν ἴσως τὴν δυσπιστίαν καὶ ἐπροκάλεσαν ἴσως καὶ τὴν συζήτησιν, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς προμηθείας ταύτης τῶν γαιανθράκων. Θὰ ἠδύνατό τις δὲ νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι, ἀφοῦ οἱ γαιάνθρακες οὗτοι ὑπέστησαν αὐταναφλέξεις, κατεστράφησαν, καὶ ἐκ τῆς καταστροφῆς ταύτης προέκυψεν ὄντως ζημία τοῦ Δημοσίου. Μολονότι δὲ εἶναι βέβαιον, ὅτι οἱασδήποτε ποιότητος γαιάνθρακες ὑπὸ συνθήκας κακῆς ἀποθηκεύσεως, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποστῶσι τὸ φαινόμενον τῆς αὐταναφλέξεως, ὄχι μόνον οἱ γαιάνθρακες Μπόθαλ καὶ Κοῦπεν, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναφλεγῶσιν, ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποθηκευθῶσιν ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὥστε νὰ ἀναπτυχθῇ τοιοῦτον θερμαντικὸν παρ’ αὐτοῖς, δυνάμενον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀνάφλεξίν των, ἡ ἐπιτροπὴ ἠθέλησεν εἰδικῶς νὰ ἀσχοληθῇ ἐπὶ τῆς ζημίας, ἥτις ἠδύνατο νὰ προκύψῃ εἰς τὸ Δημόσιον ἐκ τῆς ἀναφλέξεως τῶν γαιανθράκων, καὶ ἀποταθεῖσα δι’ ἐγγράφου της εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔσχε τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι οὐδεμία ἀπώλεια γαιανθράκων ἐπῆλθε, καὶ τοῦτο, διότι ἡ ἀνάφλεξις, περιοριζομένη εἰς τὴν καῦσιν τῶν ἐκ τοῦ εἴδους τούτου τῶν γαιανθράκων ἐκπεμπομένων ἀερίων, δὲν κατεστράφη ποσῶς· συνεπῶς, ἐκ τῶν αὐταναφλέξεων, οὐδεμία προέκυψε ζημία τῶν γαιανθράκων. Ἀλλ’ ἀπέμεινεν ἤδη τὸ ζήτημα τῆς ποιότητος τῶν γαιανθράκων τούτων. Καίτοι τὸ ζήτημα τοῦτο οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ ἐπιφέρῃ εὐθύνην, καίτοι διὰ τὸ ζήτημα τῆς ποιότητος οὐδεμία ἔρευνα εὐθύνης ἠδύνατο νὰ γίνῃ ὡς πρὸς τὸν ἐνεργήσαντα τὴν προμήθειαν ταύτην Ὑπουργόν, ἀφοῦ οὗτος ἐνήργησε δι’ ἐπιτροπῆς ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ οὗτος ἐνήργησε διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ Πρεσβείας, καὶ ἀφοῦ αἱ ὁδηγίαι του πρὸς αὐτὴν ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἀπέκλειον πᾶσαν εὐθύνην αὐτοῦ—διότι αἱ ὁδηγίαι ἦσαν: νὰ προβῇ ἡ Πρεσβεία ἐπὶ τῇ βάσει ὑποδείξεως τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου—ἡ ἐπιτροπὴ ἐπείσθη ἐκ τῆς ἐρεύνης, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὅτι οἱ γαιάνθρακες Μπόθαλ καὶ Κοῦπεν, οἱ προμηθευθέντες ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, εἶναι οἱ πρώτης ποιότητος γαιάνθρακες Νιουκάστελ, ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων γίνεται χρῆσις παρὰ τοῖς ἐμπορικοῖς πλοίοις καὶ παρὰ πλείσταις Ἑταιρείαις Σιδηροδρομικαῖς ἔτι, αἵτινες ἐπιδιώκουσι τὴν χρῆσιν ἑνὸς ὑλικοῦ εὐώνου καὶ ὑλικοῦ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ἔχῃ ἀπόδοσιν ἐπαρκῆ. Ὑπάρχει ὅμως ἕν ἔτι ἔγγραφον ἐν τῷ φακέλλῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἔγγραφον δεικνῦον κάποιαν ὑποψίαν ἐπὶ τῆς ποιότητος τῶν γαιανθράκων καὶ τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη μετὰ τὰς παρατηρηθείσας αὐταναφλέξεις. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι μία γνωμοδότησις τοῦ χημικοῦ ἐπόπτου τοῦ Β. Ναυστάθμου, ὅστις διετάχθη, μετὰ τὰς αὐταναφλέξεις, αἵτινες παρετηρήθησαν εἰς τοὺς γαιάνθρακας, νὰ λάβῃ δείγματα ἐκ τῶν ἀποθηκῶν καὶ νὰ προβῇ εἰς ἐπισταμένην ἀνάλυσιν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ χημικοῦ ἐπόπτου εἶναι ἓν πολὺ περίεργον ἔγγραφον, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀσχοληθῶ ὀλίγον ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου τούτου. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ χημικοῦ ἐπόπτου, τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τὴν 3ην Ὀκτωβρίου, ἐλήφθησαν δύο δείγματα γαιανθράκων, τὸ ἓν ἐκ τῶν δειγμάτων τούτων εἶναι δεῖγμα γαιανθράκων Μπόθαλ Οὔεστ Χάρτλεϋ καὶ ἐλήφθη ἐκ τοῦ φορτίου, ὡς λέγει ἡ ἔκθεσις, τοῦ κομισθέντος διὰ τοῦ ἀ)π «Ἀνδρέας». Ἠρεύνησα ἐν ταῖς φορτωτικαῖς τοῦ πλοίου τούτου καὶ ὄντως ἐπείσθην ὅτι τοῦτο ἔφερε γαιάνθρακας, ὡς ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ χημικοῦ ἐπόπτου. Τὸ ἕτερον δεῖγμα ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἐκ τῶν ἀποθηκῶν ὁ χημικὸς ἐπόπτης καὶ τοῦ ὁποίου τὴν ἀνάλυσιν παρέχει ἐν τῇ ἐκθέσει του, παραδόξως, εἶδον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι δεῖγμα γαιανθράκων Μπόθαλ Οὔεστ Χάρτλεϋ, διότι ἀναφέρει, ὅτι ἔλαβε τὸ δεῖγμα τοῦτο ἐκ τῶν ἐλθόντων γαιανθράκων διὰ τῶν ἀτμοπλοίων «Ἰω. Βάττης» καὶ «Χρ. Μαρκέτος», εἶνε δὲ γνωστὸν ἐκ τῶν φορτωτικῶν, ὅτι τὸ ἀτμόπλοιον «Χρ. Μαρκέτος» ἐφόρτωσε κατὰ τὰ τρία τέταρτα φορτίον γαιανθράκων Νιούμπιγκιν καὶ Κοῦπεν. Ἑπομένως, μετὰ τοιαύτης ἐπιπολαιότητος ἐδόθησαν τὰ δείγματα, ὥστε ὁ χημικὸς ἐπόπτης τοῦ Β. Ναυστάθμου παρέχει τὴν ἀνάλυσιν, ἀλλ’ ἡ ἀνάλυσις αὕτη, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον δεῖγμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδοθῇ ἀσφαλῶς εἰς τοὺς γαιάνθρακας Κοῦπεν, ἀφοῦ τὸ δεῖγμα ἐλήφθη ἐκ ποσοῦ γαιανθράκων ἀναμίκτων Νιούμπιγκιν καὶ Κοῦπεν. Καὶ αἱ ἀναλύσεις αὐταί, τὰς ὁποίας συγκρίνω πρὸς τὰς ὑποδειγματικὰς ἀναλύσεις τῶν ποιοτήτων Μπόθαλ καὶ Κοῦπεν, δηλαδή, τῶν ποιοτήτων τῶν γαιανθράκων, αἵτινες ἐξητάζοντο — λέγω δὲ ὑποδειγματικάς, διότι εἶνε ἀναλύσεις παραδεδεγμέναι διὰ τοὺς γαιάνθρακας, δηλαδή, αἱ ἀναλύσεις, αἱ ὁποῖαι δίδουσι τὴν πραγματικὴν ποιότητα, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι εἶναι γαιάνθρακες Μπόθαλ ἢ Κοῦπεν — εἰς τὰ πλεῖστα σημεῖα αὗται δὲν διαφέρουσι σχεδὸν ἀπὸ τῶν ἀναλύσεων τῶν ὑποδειγματικῶν. Ἐν τῇ ἐκθέσει της ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει διὰ μακρῶν τὰ κατὰ τὴν σύγκρισιν τῶν ἀναλύσεων τούτων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ μείνω ἔκπληκτος, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔκαμον σύγκρισιν ἀναλύσεων, ἦτο τὸ ζήτημα τῶν θερμομονάδων, ἦτο τὸ ζήτημα τῶν γαιανθράκων, ὡς προωρισμένων νὰ παραγάγωσιν ἓν φαινόμενον καύσεως καὶ συνεπῶς ἓν φαινόμενον θερμάνσεως, διότι, ἐνῷ ἔπρεπεν οἱ γαιάνθρακες Μπόθαλ νὰ ἔχωσιν 7.955 θερμομονάδας, κατὰ τὴν ἀνάλυσιν ἔχομεν 6.090, ἐνῷ δὲ ἔπρεπεν οἱ γαιάνθρακες Κοῦπεν νὰ ἔχωσι θερμομονάδας 7.657, κατὰ τὴν ἀνάλυσιν ἔχομεν 5.950. Καὶ μολονότι ὁ χημικὸς ἐπόπτης ἐν εἰλικρινείᾳ ὁμολογεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει αὑτοῦ, ὅτι αἱ θερμαντικαὶ μονάδες προσδιωρίσθησαν διὰ τῆς μεθόδου Οὐάλτερ, ἥτις εἶνε ἐλαπτική, ἐξεπλάγην ἐκ τῆς μεγίστης διαφορᾶς, τὴν ὁποίαν παρουσίαζον οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν θερμομονάδων, τοὺς ὁποίους οἱ προμηθευθέντες γαιάνθρακες ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὤφειλον νὰ ἔχωσιν, ἐὰν ἦσαν γαιάνθρακες Μπόθαλ ἢ Κοῦπεν, καὶ μελετήσας τὸ ζήτημα, ἐπείσθην, ὅτι ὁ χημικὸς ἐπόπτης, ἐλλείψει ὀργάνων πρὸς ἀκριβῆ ὑπολογισμὸν τῶν θερμομονάδων, ὁμολογεῖ ἐν τῇ ἐκθέσει του, ὅτι μετεχειρίσθη μέθοδον περίπου 20% ἐπὶ μεῖον σταθεράν, συνεπῶς, ἐὰν προσθέσῃ τις εἰς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς παρεχομένους ὑπὸ τοῦ χημικοῦ ἐπόπτου ἐκ τῆς ἀναλύσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ τὸ 20%, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέχουσιν αἱ ἀναλύσεις τῶν γαιανθράκων αὐτῶν, αἱ γνωσταί, αἱ ἀναφερόμεναι εἰς τὸ ἐμπόριον, ὡς παρέχουσαι τὴν θερμαντικὴν δύναμιν τῶν γαιανθράκων.
§262ΑΘ. ΜΠΑΣΤΙΑΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, οἱ γαιάνθρακες Νιουκάστελ δὲν χρησιμοποιοῦνται διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν;
§263Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Βεβαιότατα.
§264ΑΘ. ΜΠΑΣΤΙΑΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἠμφισβητήθη τοῦτο.
§265Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ὑπὸ τοῦ κατηγορήσαντος, ὄχι ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐγὼ διαβεβαιῶ τοῦτο, ὡς πρώην ναυτικὸς καὶ ὡς ἔχων γνῶσιν τοῦ πράγματος.
§266Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ οἱ ἐξετάσαντες ἀξιωματικοὶ ἐβεβαίωσαν πάντοτε, ὅτι γίνεται χρησιμοποίησις γαιανθράκων Νιουκάστελ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν ἐμπορικῶν πλοίων. Ἐὰν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, καὶ τὸ ἐνθυμοῦμαι, κατετέθη παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ ἔγγραφον τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου Πειραιῶς, τὸ ὁποῖον βεβαιοῖ τοῦτο, μολονότι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἶχε κατατεθῆ ὑφ’ ἑνὸς τῶν ἐξετασθέντων μαρτύρων, ὅτι εἰς τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα οὐδέποτε γίνεται χρῆσις γαιανθράκων Νιουκάστελ, ἐὰν δέ ποτε χρησιμοποιῶνται οὗτοι εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἐμπορικά, χρησιμοποιοῦνται κατὰ νοθείαν.
§267Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, καὶ καλῶς ἐνθυμοῦμαι, ὄχι μόνον γαιανθράκων Νιουκάστελ γίνεται χρῆσις εἰς τὰ πλοῖα τὰ ἐμπορικά, ἀλλὰ συνήθως καὶ πολὺ κατωτέρας ποιότητος τῶν γαιανθράκων Νιουκάστελ.
§268Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Καὶ Νιούπορτ καὶ Ποντοηρακλείας γίνεται χρησιμοποίησις, ἀκόμη δὲ σήμερον χρησιμοποιεῖται καὶ λυγνίτης Κύμης. Ταῦτα εἶναι τὰ συμπεράσματα καὶ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐξήτασε τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τῶν γαιανθράκων. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶναι πεπεισμένη, ὅτι ἡ προμήθεια τῶν γαιανθράκων ἐγένετο καλῶς, ὅτι ἐγένετο πρὸς πλήρωσιν οὐσιαστικῶν ἀναγκῶν, ὅτι ἐτηρήθησαν πάντες οἱ τύποι κατὰ τὴν προμήθειαν ταύτην, ὅτι ἐπεδιώχθη τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπρομηθεύθη τοὺς καλλιτέρους, προκειμένου περὶ τῆς ποιότητος τῶν γαιανθράκων Νιουκάστελ, καὶ ὅτι ἡ μόνη μομφὴ κατὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἶναι, ὅτι δὲν ὑπερέβη τὸ ποσὸν τῶν 55.000 τόννων, διότι, ἐὰν τοῦτο ἤθελε συμβῆ καὶ ἐγίνετο μείζων προμήθεια, δὲν θὰ εὑρίσκετο ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν εἰς τὸν κίνδυνον τῆς διακοπῆς τοῦ φωτισμοῦ καὶ διακοπῆς τῶν μέσων τῆς κινήσεως. (Ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§270Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι πρωτοφανὲς γεγονός, κ. Συνάδελφοι, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, ἀπηγγέλθησαν κατηγορίαι ἐπὶ ἀγορᾷ γαιανθράκων καθ’ Ὑπουργοῦ, διετυπώθησαν δὲ αἱ κατηγορίαι αὗται κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σπάνις τῶν γαιανθράκων ἔφερεν εἰς στενοχωρίαν ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἐκατηγορούμην ἐγώ, ὡς διαπράξας τὸ ἔγκλημα νὰ ἀγοράσω γαιάνθρακας, καθ’ ἣν στιγμὴν ἡ πρόνοιά μου ἔδει νὰ δοκιμασθῇ καὶ διότι εἰς τὴν κινητοποίησιν τοῦ στρατεύματος συνετέλεσαν πολύ, οἱ ὑπ’ ἐμοῦ τοῦ κατηγορηθέντος, ἀγορασθέντες γαιάνθρακες καὶ διότι ἡ πρόνοιά μου συγχρόνως ἐξυπηρέτησεν ἐν μέτρῳ τὰς ἀνάγκας τῆς Ἑλληνικῆς Κοινωνίας, ἥτις, ἄνευ γαιανθράκων, θὰ εὑρίσκετο ἐν ἀπολύτῳ στερήσει τῶν πάντων. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐπὶ ὅσον τὸ δυνατὸν βραχύτερον χρόνον, φειδόμενος τῆς ὑπομονῆς καὶ τῆς ὥρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ συζήτησις αὕτη διεξάγεται. Θ’ ἀσχοληθῶ μὲ τὰ κύρια σημεῖα καὶ δὲν θέλω κατέλθῃ εἰς οὐδεμίαν λεπτομέρειαν, ἵνα μὴ ὑποβάλω εἰς κόπωσιν τὴν Βουλήν. Κύριοι, ἕν σημεῖον καίριον ὑπῆρξε τοῦτο, — καὶ τοῦτο ἐτονίσθη κατὰ τὴν μακρὰν συζήτησιν τῆς παρελθούσης συνόδου τῆς διαλυθείσης Βουλευτικῆς Περιόδου —: διὰ τίνα λόγον ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προέβη εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν γαιανθράκων. Ὁ φάκελλος, ὅστις εὑρίσκετο ἐνώπιον τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Ἀθ. Μιαούλη, ἦτο ἐλλιπής, περιεῖχεν ἓν καὶ μόνον ἔγγραφον τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς, τὸ ὁποῖον ἐκάλει τὸ Γεν. Ἐπιτελεῖον τοῦ Ναυτικοῦ εἰς μέριμναν ἀποθηκεύσεως γαιανθράκων καὶ τὰ δύο ἔγγραφα τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ὧν ἐζητεῖτο ἡ ἀγορὰ γαιανθράκων· τοσοῦτον δὲ ἦτο ἐλλιπὴς ὁ φάκελλος αὐτός, ὥστε ἓν ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ κυριώτερον πάντων, ἔλλειπεν ἐξ αὐτοῦ. Ὅταν προσεκόμισα τοῦτο ἐν ἐπισήμῳ ἀντιγράφῳ κεκυρωμένῳ, ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, μοὶ ἠμφισβητήθη τοῦτο, ὅτι δὲν ἦτο εἰς τὸν φάκελλον, διότι εἰς τοιοῦτον σημεῖον εἶχε φθάσει ἡ ἐμπάθεια τῆς πλειονοψηφίας τῆς τότε, ὥστε τὰ δημόσια ἔγγραφα ἦσαν κτήματα τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες κατεῖχον τὰ τότε ἑδώλια. Ἀλλ’ ἦτο ἀκόμη ἐλλειπέστατος ὁ φάκελλος, διότι ἔλλειπεν ὁλόκληρος ἡ σειρὰ τῶν ἐγγράφων, διὰ τῶν ὁποίων κατεδεικνύετο ἐντελῶς ἡ ἐπίμονος, ἡ διηνεκὴς ἐπιζήτησις ἐκ μέρους τοῦ Ἐπιτελείου τῆς προμηθείας τῶν γαιανθράκων. Καὶ διετυπώθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ κατηγορία, ὅτι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον κατετέθη, τοῦ Στρατιωτικοῦ Ἐπιτελείου πρὸς τὸν Ὑπουργόν, δὲν ἀπετέλει πρόκλησιν πρὸς ἀγορὰν γαιανθράκων, ἀλλὰ ἀπετέλει πρόκλησιν πρὸς μελέτην. Ἀλλ’ ὅταν τὸ ἕν Ἐπιτελεῖον λέγει πρὸς τὸ ἕτερον: ἔχω ἀνάγκην 50 χιλιάδων γαιανθράκων, ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀγορᾶς μόνον ἤθελεν ἱκανοποιήσει τὰς ἀνάγκας τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ μετέπειτα ἔγγραφα δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ συμπληρωματικὰ τοῦ πρώτου ἐγγράφου, διότι διὰ τοῦ πρώτου ἐγγράφου ἐτέθη ἡ βάσις, διὰ τοῦ ὁποίου ἐρωτᾶται ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου: (Ἀναγινώσκει) «Λαμβάνω τὴν τιμήν... κλπ.». Καὶ κατόπιν τοῦ ἐγγράφου τούτου, εἶναι τὸ τελευταῖον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἡρμηνεύθη ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ἐννοοῦν μελέτην. Οὕτως ἐδημιουργήθη ἡ ἱστορία αὕτη, Κύριοι Συνάδελφοι. Καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἠρώτα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ποῖον ποσὸν γαιανθράκων θεωρεῖται ἀπαραίτητον διὰ τὴν περίπτωσιν ἐπιστρατεύσεως κλπ. παρουσιάζεται, ὅτι διὰ τοῦ τελευταίου ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐπεσφράγισε τὴν ὅλην ὑπόθεσιν, παρουσιάζεται, ὡς ζητοῦν μελέτην, διότι τοῦτο ἤρεσκεν εἰς τοὺς κατηγόρους μου. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀκόμη ἀποδεικνύουν τὸ ἀσύστατον καὶ τὸ ἀνυπόστατον τῶν λοιδοριῶν, τὰς ὁποίας ἐπέρριπτον ἐπ’ ἐμοῦ, κατὰ τὴν παρερμηνείαν τῶν ἐγγράφων τὴν ἐξεπίτηδες γενομένην ἐν τῇ Βουλῇ, ἵνα παρασταθῶ ὡς κατηγορούμενος, ἀλλ’ ἡ ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς γενομένη ἀνάκρισις, ἔφερεν ὡς μάρτυρας αὐτοὺς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ὑπηρεσιῶν, οἵτινες συνέταξαν τὰ ἔγγραφα καὶ ἦσαν οἱ ἁρμόδιοι, ἵνα ἑρμηνεύσωσι καὶ παράσχωσι τὴν πλήρη ἔννοιαν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν. Καὶ προσῆλθεν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Στρατοῦ, Στρατηγὸς Δούσμανης, καὶ ἐδήλωσε καταθέσας, ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἦτο πρόκλησις πρὸς ἀγοράν. Καὶ προσῆλθεν ὁ Τμηματάρχης τῶν Μεταφορῶν, Ταγματάρχης κ. Νικολαΐδης, καὶ ἐδήλωσεν, ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἦσαν πρόκλησις πρὸς ἀγοράν, διότι ἂν ἡ ἀγορὰ αὕτη δὲν ἐγένετο, ἡ κινητοποίησις θὰ ἦτο ἀκατόρθωτος. Τοῦτο ἐβεβαιώθη καὶ ὑπὸ τοῦ Στρατηγοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ Ταγματάρχου. Τοῦτο ἐβεβαιώθη καὶ ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ναυτικοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλ’ ἀποδίδομεν μείζονα σημασίαν εἰς τὴν βεβαίωσιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Στρατοῦ, διότι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ναυτικοῦ Ἐπιτελείου ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐμπνεόμενος ὑπ’ ἐμοῦ. Ἀποδίδω, λοιπόν, μείζονα σημασίαν εἰς τὴν δήλωσιν ἐκείνου, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὰ ἔγγραφα. Θεωρεῖται, λοιπόν, σήμερον ὑπὸ τῶν ἀνωτάτων κορυφῶν τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας, ὅτι ἄνευ τῆς πράξεώς μου ἐκείνης, ἡ κινητοποίησις τοῦ Στρατοῦ θὰ ἦτο ἀδύνατος. Καὶ κλείω τὸ κεφάλαιον τοῦτο, Κύριοι, διότι ἀρκετὸν εἶναι τὸ φῶς. Δεύτερον ζήτημα: Ἠγόρασα, χωρὶς νὰ ζητήσω τὴν γνώμην τοῦ ἁρμοδίου Τμηματάρχου. Ὁ ἁρμόδιος Τμηματάρχης, Κύριοι, ἀνέμενε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅστις παρεῖχεν εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ τὸ δικαίωμα, ἵνα ἐντὸς 30 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του ἀποστρατευθῶσι, λαμβάνοντες σύνταξιν τοῦ ἀμέσως ἀνωτέρου βαθμοῦ. Ἀπέμενεν ὁ κανονισμὸς τῆς συντάξεως, ὁποῖος εἶναι ἀπαραίτητος κατὰ τὸν νόμον, ἵνα θεωρηθῇ ἐν ἀποστρατείᾳ. Παρέμεινεν ὡς Τμηματάρχης ὑπὸ προθεσμίαν συντάξεως. Αὐτοῦ τοῦ ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ δὲν ἐζήτησα τὴν γνώμην. Ἀλλὰ ποῖον κῦρος εἶχε δι’ ἐμὲ ἡ εὐθύνη τοῦ ἀποστράτου ἀξιωματικοῦ; Ἔσπευσα ὅμως νὰ ζητήσω τὴν γνώμην ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐθεώρουν ὅτι ἦτο ἁρμόδιος καὶ ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Ἄγγλου μηχανικοῦ καὶ ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Σώματος τῶν Μηχανικῶν. Ὅτε ἐγένετο ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς ἄλλης Βουλῆς, εἶπον μόνον, ὅτι ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ πλοιάρχου ἀρχηγοῦ τοῦ ἐφοδιασμοῦ. Δὲν ἐβεβαίωσα τὸ γεγονὸς, ὅτι ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ Ἄγγλου μηχανικοῦ, ὄχι διότι διέφυγε τῆς μνήμης μου, ἀλλ’ ἦτο τοιαύτη ἡ ἀτμόσφαιρα τῆς Βουλῆς, ὥστε ὅ,τι ἔλεγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐθεωρεῖτο ὡς μὴ ἀληθές, ὡσὰν νὰ ἦτο δυνατὸν εἷς τέως Ὑπουργὸς νὰ ψεύδηται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἀτμόσφαιρα, ὥστε δὲν ὑπῆρχεν οὐδεμία συνείδησις δικαίου, ὥστε ἀπέσχον νὰ μνημονεύσω γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδυνάμην πάραυτα νὰ ἀποδείξω. Ἀλλ’ ἐνώπιον τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐβεβαιώθη πλήρως τὸ γεγονός. Καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅταν οἱ δύο Ἄγγλοι ἁρμόδιοι ἀξιωματικοὶ δὲν ἠσθάνοντο εἰδικότητα διὰ νὰ μοὶ ὑποδείξωσι τὰ ἀνθρακωρυχεῖα Νιουκάστελ, ἐξ ὧν ἐγὼ θὰ ἐποριζόμην γαιάνθρακας, εἶχε τὴν ἀξίωσιν ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ τὰς γνώσεις αὐτὰς ὁ Ἕλλην ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔζησεν ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἤθελε καταλογίσῃ εἰς ἐμὲ εὐθύνην διὰ τοῦτο; Εὑρισκόμενος εἰς τοιαύτην ἄγνοιαν, ἔπραξα ὅ,τι μοὶ ἐπεβάλλετο ὑπὸ τοῦ καθήκοντός μου. Ἐστράφην εἰς τὸ Ἀγγλικὸν Ναυαρχεῖον, τὸ ἁρμοδιώτερον παντὸς ἄλλου, ἵνα δώσῃ γνώμην, καὶ ἐζήτησα τὸν κατάλογον τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταλόγου τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου ἐνήργησα τὴν ἀγοράν. Καὶ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ παρ’ ἐμοῦ λόγον περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον, ἵνα οὐχὶ τὴν εὐθύνην τὴν ἐμήν, ἀλλὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους ὑπηρετήσω, ζητοῦν νὰ καταλογισθῇ εἰς ἐμὲ ἡ εὐθύνη ὅτι δὲν ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ ὑπὸ ἀποστρατείαν ἡμετέρου ἀξιωματικοῦ, ἀλλ’ ἐδέχθην τὴν γνώμην τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου, τὸ ὁποῖον καλλίτερον παντὸς ἄλλου γινώσκει ποῖα εἶναι τὰ ἀνθρακωρυχεῖα τοῦ Κάρδιφ καὶ Νιουκάστελ. Καὶ οὕτω λύεται καὶ τὸ δεύτερον ζήτημα. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ τρίτον ζήτημα — περὶ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῆς προμηθείας δὲν κατηγορήθη τι, διότι ἡ ἐνέργεια τῆς προμηθείας διεξήχθη ὑπὸ τοῦ Πρεσβευτοῦ, διεξήχθη δὲ κατὰ τρόπον ἐν πᾶσι τακτικόν, ἐζητήθησαν ἐνσφράγιστοι προσφοραί, ἐδόθησαν καὶ εἰς τὸν μειοδότην, κατεκυρώθη τὸ πρᾶγμα — γεννᾶται ὅμως τὸ ἄλλο ζήτημα: οἱ γαιάνθρακες ὑπέστησαν αὐταναφλέξεις, οἱ γαιάνθρακες ἦσαν ἐπιβλαβεῖς, οἱ γαιάνθρακες αὐτοὶ δὲν χρησιμοποιοῦνται εἰς τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν. Διεψεύσθη κατηγορηματικῶς ἡ αἰτίασις, ὅτι οἱ γαιάνθρακες δὲν χρησιμοποιοῦνται εἰς τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν. Τὸ Ἐμπορικὸν Ἐπιμελητήριον ἐβεβαίωσεν, ὅτι εἰς τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν χρησιμοποιοῦνται, ὄχι μόνον γαιάνθρακες Νιουκάστελ, ἀλλὰ καὶ Νιούπορτ καὶ Ποντοηρακλείας ἀκόμη, ἀλλὰ καὶ ὁ Ναύαρχος κ. Δούσμανης, ὁ πλοίαρχος κ. Γέροντας καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ὁ Ἄγγλος κ. Στάντον ἐβεβαίωσαν, ὅτι εἰς τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα τῶν ξένων Κρατῶν γίνεται χρῆσις τῶν γαιανθράκων Νιουκάστελ. Τώρα πόθεν προέκυψεν ἡ αἰτίασις ὅτι οἱ γαιάνθρακες Νιουκάστελ δὲν χρησιμοποιοῦνται εἰς ξένα ἐμπορικά; Ἐνταῦθα, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ ὅτι, ἐνῷ ὑπῆρχον Ἑλληνικαὶ ὑπηρεσίαι καὶ Ἕλληνες ἀξιωματικοί, οἵτινες δύνανται νὰ καυχηθῶσιν, ὅτι ἔχουσι γνῶσιν τῶν σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς συζητουμένων ζητημάτων, περιεφρονήθη ἐντελῶς τὸ κῦρος παντὸς Ἕλληνος, δίδοντος γνώμην, καὶ ἐξήχθη εἰς περιωπὴν μυθικοῦ ἥρωος ὁ ἀξιωματικὸς τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς κ. Οὐῶτσον. Ὅ,τι ἔλεγεν ὁ κ. Οὐῶτσον ἦτο ἀναμφισβήτητον καὶ ἠδύνατο ὁ κ. Οὐῶτσον νὰ κρεμάσῃ πάντα Ἕλληνα Ὑπουργόν, φθάνει νὰ εἶχε τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὸν κρεμάσῃ! Καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀσχοληθῶ ἐπ’ ὀλίγον μὲ τὸν κύριον αὐτόν, διότι ἐλησμόνησεν ὅτι τὴν εὐσυνειδησίαν ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν καὶ ὁ βαθμὸς αὐτοῦ ὡς Ἄγγλου ἀξιωματικοῦ, καὶ ὁ πρόσθετος βαθμὸς ὡς Ἕλληνος ἀξιωματικοῦ. Ὁ κύριος αὐτός, προκληθεὶς ὑπὸ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν κ. Μιαούλη, ἀπήντησε τῇ 21ῃ Σεπτεμβρίου 1915, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «Οἱ γαιάνθρακες...κλπ.». Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις τοῦ κατ’ ἐμοῦ ἐλέγχου. Ὁ ἴδιος κύριος τὴν 10ην Σεπτεμβρίου ἰδίου ἔτους, ἕνδεκα ἡμέρας πρότερον, ἔλεγε τὰ ἑξῆς περὶ τῶν αὐτῶν γαιανθράκων Νιουκάστελ: (Ἀναγινώσκει) «Ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἐν τῷ Βρεττανικῷ Ναυτικῷ... κλπ.». Ἡ εἰκὼν τοῦ κυρίου αὐτοῦ εἶναι δισυπόστατος. Εἰς τὴν 21ην Σεπτεμβρίου κηρύσσει τοὺς γαιάνθρακας Νιουκάστελ μὴ χρησιμοποιουμένους οὐδαμοῦ εἰς ἐμπορικὰ πλοῖα, τὴν 10ην Σεπτεμβρίου ἐκήρυσσε τοὺς αὐτοὺς γαιάνθρακας μὴ χρησιμοποιουμένους εἰς λέβητας ὑδραυλωτούς, ὁποῖοι εἶναι μόνον τῶν ἀντιτορπιλλικῶν, ἀλλ’ ἐκήρυσσεν αὐτοὺς χρησιμοποιουμένους εἰς λέβητας κυλινδρικούς, κυλινδρικοὶ δὲ εἶναι οἱ λέβητες ὅλων τῶν ἀτμοπλοίων τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ καὶ ὅλων τῶν φορτηγῶν ὅλου τοῦ κόσμου! Ὅλον τὸ φορτηγὸν ἐμπορικὸν ναυτικὸν καὶ τὸ ἐπιβατικὸν ἔχει λέβητας κυλινδρικούς, ἐπρόκειτο δὲ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τοιούτους λέβητας οἱ γαιάνθρακες καὶ ὁ κύριος αὐτός, ὁ ὁποῖος ταῦτα γνωμοδοτεῖ, ἔρχεται μετὰ ἕνδεκα ἡμέρας καὶ λέγει τὸ ἀντίθετον!
§271Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Πόσα ἔπαιρνε τὸν μῆνα αὐτός;
§272Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει. Δεύτερον: ἐπίσης, γνωμοδοτεῖ, ὅτι: (Ἀναγινώσκει) «Χρησιμοποιοῦνται εἰς...κλπ.». Θέλετε τώρα νὰ μάθητε ποῖα εἶναι, ὄχι πλέον τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, ἀλλὰ ποῖα τὰ πολεμικὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τοιούτους λέβητας; Εἶναι τὰ τρία παλαιὰ θωρηκτὰ «Ὕδρα», «Σπέτσαι» καὶ «Ψαρρά», εἶναι ὁ «Κανάρης» καὶ ἄλλα πλοῖα τοῦ Στόλου μας. Κατὰ συνέπειαν, οἱ γαιάνθρακες Νιουκάστελ ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν, ὄχι μόνον εἰς ἐμπορικὰ πλοῖα, ἀλλὰ καὶ εἰς πολεμικὰ πλοῖα, ἀρκεῖ νὰ μὴ γίνῃ ἡ χρησιμοποίησις εἰς τεχνητὸν ἐμπρησμόν, τοῦ ὁποίου χρῆσις γίνεται ἐν ὥρᾳ μάχης ἢ φυγῆς, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐπρόκειτο νὰ χρησιμοποιήσω τοὺς γαιάνθρακας αὐτοὺς εἰς πολεμικὰς ἐνεργείας, διότι δὲν ἔπαθον φρενοβλάβειαν, οὔτε ἐξ ἐγγράφου μου τινός, ἢ διαταγῆς φαίνεται, ὅτι πρὸς τοιοῦτον τινὰ σκοπὸν τοὺς προώριζον. Ἀλλ’ ἔλεγε καὶ κἄτι ἄλλο ὁ κ. Οὐῶτσον, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἡ χρῆσις τῶν γαιανθράκων αὐτῶν εἰς πλοῖα ἐφωδιασμένα διὰ λεβήτων Μπάμποκ Οὔιλκοξ ἢ Μπελεβίγ. Ἠξεύρετε ποῖα εἶναι τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τοιούτους λέβητας; Αἱ τρεῖς μεγάλαι μονάδες τοῦ Ναυτικοῦ, ὁ «Ἀβέρωφ», τὸ «Κιλκὶς» καὶ ἡ «Λῆμνος». Κατὰ συνέπειαν, ἠδύναντο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τοὺς βοηθητικοὺς λέβητας τῶν τριῶν αὐτῶν πλοίων.
§273Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Ἔχουν τοιούτους λέβητας κινήσεως, οὐχὶ βοηθητικούς, τὰ πλοῖα ταῦτα.
§274Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀκόμη καλλίτερα. Ἰδοὺ ἡ εἰκὼν τοῦ κ. Ἄγγλου ἀρχιμηχανικοῦ! Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰκόνος αὐτῆς ἐδημιουργήθη ἡ κατ’ ἐμοῦ αἰτίασις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό. Ὁ κύριος Ἄγγλος ἀρχιμηχανικός, ὁ ὁποῖος ταῦτα γνωμοδοτεῖ, τὴν 17ην Σεπτεμβρίου συντάσσει ἐγκύκλιον, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψεν ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Μιαούλης καὶ ἐκοινοποίησεν εἰς τὰ πλοῖα, ἐγκύκλιον περὶ τῆς χρήσεως τῶν γαιανθράκων Νιουκάστελ ἐν τοῖς πλοίοις καὶ ὁ κύριος, ὁ ὁποῖος γνωμοδοτεῖ ὅτι δὲν ἐχρησιμοποιοῦντο οἱ γαιάνθρακες εἰς πλοῖα, αὐτὸς ἐκδίδει ἐγκύκλιον ἀποθηκεύσεως τῶν γαιανθράκων εἰς τὰ πλοῖα! Ἡ ἐγκύκλιος φέρει ἀριθμὸν 36648) 1915. Τετάρτη εἰκών: ὅτε ἤμην Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην τοῦ κανονισμοῦ τοῦ λογιστικοῦ τῶν γαιανθράκων, ἠθέλησα νὰ προνοήσω κατὰ ποῖον τρόπον θὰ καταναλωθοῦν οἱ γαιάνθρακες, ἐν ᾗ περιπτώσει θὰ ἐπεστρατεύετο ὁ στρατὸς καὶ οἱ γαιάνθρακες θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο εἰς στρατιωτικὰς ὑπηρεσίας, ἐγεννήθη ὅμως τὸ ζήτημα τοῦ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ εἰς ναυτικὰς ὑπηρεσίας. Διέταξα τὸν κ. Γέρονταν, Ἀρχηγὸν τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Ὁ κ. Γέροντας ἠρώτησε τὸν κ. Οὐῶτσον καὶ ἐγνωμοδότησεν εἰς ἐμέ, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης τοῦ κ. Οὐῶτσον, ὅτι ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῶσι μεμιγμένοι μετὰ Κάρδιφ καὶ εἰς ναυτικὰς ὑπηρεσίας. Καὶ καταθέτει ὁ κ. Γέροντας ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι τὴν γνώμην αὐτοῦ ἐμόρφωσεν ἐκ τῆς γνώμης τοῦ κ. Οὐῶτσον καὶ ὅμως ὁ κύριος αὐτὸς ἀπηρνήθη τὴν γνώμην του, ἐπειδὴ εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ δώσῃ ταύτην προφορικήν, ἐνώπιον τοῦ διαδόχου Ὑπουργοῦ καὶ λέγει, ὅτι οὔτε εἰς τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα δὲν ἐχρησιμοποιοῦντο τοιοῦτοι γαιάνθρακες! Καὶ οὕτω λήγει τὸ ζήτημα τῆς αὐταναφλέξεως, ἡ ὁποία ἱστορία ὀφείλεται εἰς αὐτὸν τὸν κύριον, ὁ ὁποῖος δύναται παρ’ ἐμοῦ νὰ ὀνομασθῇ τοὐλάχιστον ἀνόητος. Χάρις εἰς τὰ γεγονότα ταῦτα, Κύριοι, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀπασχολῶ κατὰ τοιαύτην ὥραν καὶ χάρις εἰς τὰ γεγονότα ταῦτα καὶ τὰς αἰτίας εὑρίσκομαι ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου ὑπὸ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, διότι ἁπλῶς ἐξετέλεσα τὸ καθῆκόν μου ὡς Ὑπουργός, μὴ γνωρίζων ὅτι ζητοῦνται ἐν Ἑλλάδι εὐθῦναι ἀπὸ Ὑπουργόν, διότι προενόησε. Καὶ τοῦτο τὸ γεγονὸς εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξετασθῇ πολὺ ἐν τῇ ψυχῇ ὑμῶν, ἐν τῇ διανοίᾳ ὑμῶν. Κατηγοροῦμαι, ὅτι προενόησα καὶ ζητοῦνται εὐθύναι ἀπὸ ἐμέ, διατὶ προενόησα, ὡς ἂν δὲν ἦτο καθῆκόν μου νὰ προνοήσω, ὡσεὶ δὲν ἦτο καθῆκον ἐμοῦ, ὡς κυβερνήτου καὶ ὡς διοικητοῦ ὑπηρεσίας, νὰ προνοῶ. Ἀλλὰ συνήθισαν αἱ Ἑλληνικαὶ ὑπηρεσίαι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν νὰ μὴ προνοῶσι, συνήθισαν νὰ ἀναβάλωσι, συνήθισαν νὰ μὴ λύωσι τὰ ζητήματα, ἀλλὰ νὰ τὰ μπερδεύωσι καὶ τὴν τελευταίαν στιγμὴν δι’ ἐναγωνίων τεχνασμάτων νὰ προσπαθῶσι νὰ διασωθῶσιν ἀπὸ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν παράγει ἡ ἀπρονοησία. Ὅταν δὲ αὐτὴ ἡ ψυχολογία παρήχθη περὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐκεῖνος ὁ Ὑπουργός, ὅστις φωρᾶται προνοῶν, κάθηται εἰς τὸ σκαμνὶ τοῦ κατηγορουμένου, διότι προενόησε, διότι ἀποτελεῖ ἐξαίρεσιν τοῦ κανόνος, ὁ ὁποῖος διέπει τὰ διάφορα τμήματα τῶν Ὑπουργείων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο τὸ γεγονός. Ἐγὼ κατηγορήθην διότι προενόησα. Εἶμαι κατηγορούμενος δι’ αὐτό. Ἔχω δύο ἔτη, ἀφ’ ἧς ὑπῆρξα Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, κατὰ τὰ ὁποῖα ὑφίσταμαι τὸ μαρτύριον τῶν δυσφημιῶν καὶ τῶν λοιδοριῶν τῶν τριόδων, ἀκριβῶς, διότι προενόησα. Διότι καὶ τότε, ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, εὗρον στόλον ἐν τελείᾳ παραλυσίᾳ, στόλον μὴ περιποιοῦντα τιμὴν εἰς τὸ Κράτος, στόλον μὴ ἔχοντα ποσῶς ἐφόδια, στόλον μὴ ἔχοντα οὔτε 1.000 τόννους γαιανθράκων, ἐὰν συνέβαινε τότε νὰ εὑρεθῇ εἰς ἀνάγκην νὰ δράσῃ. Καὶ εὑρέθην ἐν ἀληθεῖ ἐντροπῇ, ὅτι ὁ ναύαρχος Τῶφφνελ, ἐκτελῶν γυμνάσια ἐν Βόλῳ, ἐζήτησε γαιάνθρακας, καὶ ἐγὼ δὲν εὗρον εἰς τὰς ἀποθήκας οὐδὲν ἄλλο ἢ σκόνιν, ἐκ τῆς ἀπρονοησίας τοῦ ἀρχηγοῦ, τοῦ μεγάλου ἀρχηγοῦ τῶν Φιλελευθέρων! Εὗρον, λοιπόν, τοιαύτην κατάστασιν καὶ τοιαύτην παραλυσίαν ἐν τῇ παρασκευῇ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅταν ἐκλήθην ὡς Ὑπουργὸς αὐτοῦ, διὰ νὰ ἐκτελέσω τὸ πρὸς τὴν Πατρίδα καθῆκόν μου. Τότε δὲ, δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι ἐπὶ δύο μῆνας εἰργάσθην ὡς σκύλλος καὶ ὄχι ὡς ἄνθρωπος, ἵνα παρασκευάσω τὰ τοῦ Ναυτικοῦ καὶ δώσω ζωὴν καὶ εἰς τὰ ἄψυχα ἀκόμη. Ὅταν δὲ ὁ ναύαρχος Κουντουριώτης ὡδήγησε τὸν στόλον εἰς τὴν νίκην, παρέλαβε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν στόλον δυνάμενον νὰ ἐνεργήσῃ. Ἐὰν παρελάμβανε τὸν στόλον παρὰ τοῦ προκατόχου μου Ὑπουργοῦ, θὰ ὡδήγει αὐτὸν εἰς αὐτοκτονίαν ἀσφαλῶς. Ὅταν, κ. Βουλευταί, παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν παρὰ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως τῶν Φιλελευθέρων, εὗρον ἕνα πίνακα, τὸν ὁποῖον δὲν τολμῶ νὰ ἀναγνώσω πρὸς τὴν Βουλήν.
§275ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀναγνώσατέ τον...
§276Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν δύναμαι. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω περίληψιν ἐκείνων, τῶν ὁποίων αἱ βεβαιώσεις δὲν γίνονται ἐπὶ κινδύνῳ τοῦ Κράτους. Θὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδὲ μία κώπη εἰς τὸ Ναυτικόν. Κατὰ τὰς βεβαιώσεις τοῦ Ναυτικοῦ Ἐπιτελείου, τὰς ὁποίας ἔχω πρὸ ἐμοῦ, ἐπὶ 62 χιλιάδων χιλιογράμμων σχοινίου ἀναγκαίου διὰ τὸ Ναυτικόν, ὑπῆρχον 11.000 καὶ ἐπὶ 32.000 χιλιογράμμων σχοινίου λευκοῦ δὲν ὑπῆρχεν οὔτε ἓν χιλιόγραμμον. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις. Ὁ πίναξ τῶν ἀναγκῶν, ἕνεκα τῶν ἐλλείψεων, τὰς ὁποίας ὑποδεικνύει καὶ τὰς ὁποίας ἔχω πρὸ ἐμοῦ, πρὸς τιμὴν τοῦ Κράτους δὲν πρέπει νὰ δημοσιευθῇ. Οὕτως εὗρον τὰ τοῦ Ναυτικοῦ τότε, διότι ἦτο οἰκονομία, κατὰ τὰς τότε ἀντιλήψεις, τὸ νὰ κενῶνται αἱ ἀποθῆκαι, τὰς ὁποίας εἶχε πληρώσει ὁ προκάτοχος Ὑπουργός, ἵνα παρουσιάζωνται οἱ διάδοχοι ὡς οἰκονομοῦντες τὸ χρῆμα τοῦ Δημοσίου. Αὐτὴ ἦτο τοὐλάχιστον ἡ μοῖρα μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, νὰ εὑρίσκω παραλυσίαν ναυτικοῦ καὶ κενὰς τὰς ἀποθήκας καὶ νὰ κατηγοροῦμαι ἐπειδὴ προενόησα καὶ ἐπλήρωσα τὰς ἀποθήκας. Εἰς τὴν κατάστασιν ὅμως αὐτὴν προσετέθη καὶ ἡ ἄλλη κατάστασις, ἡ ὁποία ἐβάρυνεν ἐπ’ ἐμέ, ὅτι, δηλαδή, ἀπὸ τετραετίας κατεβλήθη προσπάθεια, ἔντονος προσπάθεια καὶ ὠργανωμένη, ἵνα ἡ κοινὴ γνώμη, ἡ δημοσία γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ στραφῇ κατὰ κανόνα πρὸς πᾶσαν λοιδωρίαν, ἡ ὁποία ἐγίνετο κατὰ παντὸς ἀντιπροσώπου. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1910, ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἥν ἡ ἐπανάστασις ἡ στρατιωτικὴ ἐξερράγη, ἤρχισεν ἐπικρατοῦν τὸ πνεῦμα, καὶ εἶναι τοῦτο τὸ συνήθως ἀπαντώμενον εἰς τὰς ἐπαναστατικὰς ἐκρήξεις, τὸ πνεῦμα τὸ συκοφαντικὸν καὶ λοίδωρον, τὸ ὁποῖον ἐνετάθη καὶ ὠργανώθη ἀπὸ τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ ὀργανώσωσι τοῦτο, ἐδημιούργησαν μίαν ψυχολογικὴν καὶ διανοητικὴν κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε νὰ εἰσδέχηται αὕτη πάντα ψόγον καὶ πᾶσαν λοιδορίαν κατὰ πάντων τῶν ἀντιπάλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν νὰ καταστήσωσι τὴν λοιδορίαν μέσον τῶν σκοπῶν των. Τοῦτο ὅμως δι’ ἐμὲ ὑπῆρξε πάντοτε ἀδιάφορον, διότι εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας ἐπιτρέπεται καὶ ἐπιβάλλεται πᾶς ἀνταγωνισμός. Ἀλλ’ ὅταν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, οἱ κατέχοντες τὴν πίστιν παρὰ τῷ δημοσίῳ φρονήματι, φροντίζουσι νὰ καταστρέψωσι τοὺς ἀντιπάλους αὐτῶν διὰ λοιδορίας ψευδοῦς, δὲν καταστρέφουσι τὰ ἄτομα, ἀλλὰ κεφάλαια μικρὰ ἢ μεγάλα, ἀδιάφορον, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῆς εἶναι κατατεθειμένα. (Παρατεταμένα Χειροκροτήματα). Παρὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν θέλει ἀναγνωρίσει ἡ Δικαιοσύνη τῆς Ἱστορίας εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν πράξεις, ὁμολογουμένως, ἐπωφελεῖς εἰς τὸ Κράτος, ἡ βλάβη τῶν ἀτόμων αὐτῶν, εἶναι βλάβη ῥιζική. Διότι γνωριζόμεθα πάντες, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, καὶ γνωρίζομεν πόσοι εἶναι οἱ διακρινόμενοι ἄνδρες καὶ πόση ἀνάγκη ὑπάρχει, καὶ πόσον μεγάλη προσπάθεια καταβάλλεται, ἵνα τὰ μεγάλα καὶ ἐπίλεκτα στοιχεῖα εἰσρεύσωσιν εἰς τὰς τάξεις τῶν λειτουργῶν τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Δὲν ἔχομεν συμφέρον νὰ συντρίβωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δι’ ἀδιαλείπτων ἀγώνων κατώρθωσαν νὰ φθάσωσιν εἰς σημεῖον ὑπέροχον καὶ δρῶσιν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου συμφέροντος. Συντρίβομεν οὕτω ἐθνικὰ κεφάλαια καὶ συντρίβοντες ἐθνικὰ κεφάλαια, συντρίβομεν αὐτὸ τοῦτο τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, ἵνα θεραπεύσωμεν ἴδιον πολιτικὸν ἢ ἀτομικὸν συμφέρον. Καὶ μεταξὺ ἐκείνων, τῶν ὁποίων ἐπειράθησαν οἱ κύριοι ἐκεῖνοι τὴν συντριβήν, ἤμην καὶ ἐγώ. Καὶ ὑπῆρξε τὸ ἔδαφος δι’ ἐμὲ προσφορώτερον, οὐχὶ διότι διέπραξά τι ἐξ ὅσων κατηγορούμην εἰς τὰς τριόδους δι’ ἀσυστάτων διαδόσεων, ἀλλὰ διότι δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι, ὅπου διώκησα, ὁ χαρακτήρ μου ὑπῆρξε Ἀσυμβίβαστος. Ὅπου διώκησα, ἠξίωσα τὴν πειθαρχίαν καὶ ὅπου διώκησα ὑπῆρξα ἄτεγκτος καὶ ἠθέλησα νὰ ἐπιβάλω τὴν γνώμην μου. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τοὺς ἐχθρούς, τοὺς πολιτικούς, τοὺς ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, προσετέθησαν καὶ οἱ ἐχθροί, τοὺς ὁποίους ἐδημιούργησεν ἡ διοίκησίς μου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, ὅτι οὐδεμία ὑπηρεσία εἶναι δυνατὸν νὰ προοδεύῃ ἂν μὴ τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον καλεῖται νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους τοὺς σχετικοὺς πρὸς αὐτήν, εἶναι ἄρτιον. Εἶχον καθῆκον, λοιπόν, νὰ πλήξω πάντα ἐπιβλαβῆ καὶ ἀνίκανον διὰ τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ πλήττων ἐκ τοῦ λόγου τούτου τὰ ἄτομα, ὑπῆρξα ἄτεγκτος καὶ ἀδιάφορος, ἐὰν ταῦτα, πληττόμενα, θὰ ἐπετίθεντο κατ’ ἐμοῦ. Προσετέθησαν, λοιπόν, οὗτοι, ὡς φορεῖς τῶν λοιδωριῶν, εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον συμφέρον πολιτικόν, ἐπιτιθέμενοι κατ’ ἐμοῦ. Καὶ εἰς τούτους τοὺς λόγους ὀφείλονται αἱ λοιδορίαι καὶ αἱ δυσφημίαι εἰς τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῆς δημοσίας γνώμης, τὸ ὁποῖον ἦτο προπαρεσκευασμένον ἐκ τῶν ἐργασιῶν τῶν ἀντιπάλων, ἵνα εὐκόλως εἰσδέχηται τοιαύτας λοιδωρίας. Ὑπῆρξαν, λοιπόν, φορεῖς τῶν λοιδωριῶν ἐκείνων τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐπλήγησαν ὑπ’ ἐμοῦ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀσχολεῖσθε εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Τὰ ζητήματα, τὰ σχετικὰ πρὸς αὐτήν, ἐλύθησαν καὶ καθωρίσθησαν ἐπαρκῶς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Νομίζω δέ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς παρέσχεν ἱκανοποίησιν εἰς ἐμέ, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ἐνδιαφέρον, ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν κοινὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν προσεπάθησαν νὰ δημιουργήσωσι κατ’ ἐμοῦ, οὐδὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ μεταβάλλῃ τὰς ἰδέας μου, διότι ἀπέδειξα διὰ τῆς μέχρι τοῦδε ἐνεργείας μου ὡς πολιτικοῦ ἀνδρός, ὅτι ἔχω τὸ θάρρος καὶ τὴν ἐμμονὴν νὰ ἀντιμετωπίζω τὰς κατ’ ἐμοῦ τρικυμίας καὶ νὰ ἀνταπεξέρχωμαι νικηφόρως κατ’ αὐτῶν. Ὡς πρὸς δὲ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν ὀρθόν, ἵνα θίξωσι τὴν προσωπικὴν τιμὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, διότι εἰς τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας ἐπλήγη ἰδιωτικὸν συμφέρον αὐτῶν, διότι τὰ ἄτομα ταῦτα οὐδεμίαν εἶχον ἄλλην γνώμην, δηλῶ εἰς τὴν Βουλήν, ἐπειδὴ ἔχω, βεβαίως, καὶ ἄλλο στάδιον νὰ διανύσω, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο οὐδὲν θὰ μεταβάλλῃ τὰς ἰδέας μου καὶ ὅτι θὰ πλήξω πᾶν ἄτομον, τὸ ὁποῖον ὁπωσδήποτε ἤθελε ταχθῆ ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ ἐναντίον τοῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος. (Χειροκροτήματα).
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τις τὸν λόγον;
§278ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις, ὑπογεγραμμένη παρὰ πολλῶν Βουλευτῶν, (Ἀναγινώσκει): «Ἡ Βουλή, πεισθεῖσα ἐκ τῶν συζητήσεων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας τῶν γαιανθράκων, ὅτι ἡ ἐνέργεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐγένετο καλῶς, μεταβαίνει εἰς ἕτερον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως».
§280ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή, δεκτή. (Ψηφίζεται ἡ πρότασις δι’ ἀναστάσεως καὶ ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τῆς Βουλῆς).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2.30′ π. μ)