1916.02.13
4,748 rows · 34,774 words · 508 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΖʹ.
ΤΗΣ 13 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1916
Προεδρία ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρα 5.40′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται εἶτα τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§3Ν. ΑΠΕΡΓΗΣ. Μετὰ τὰς ἐρωτήσεις τῶν συναδέλφων κ. κ. Γιαννουλάτου καὶ Εὐστρατιάδη περὶ συλλήψεως Ἑλλήνων ὑπηκόων ἐν Μυτιλήνῃ, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν προέβη εἰς δήλωσιν, ἡ ὁποία ἐνέχει ἀρκετὴν πολιτικὴν σημασίαν, ὅτι πρόσωπον, ὑψηλὴν κατέχον στρατιωτικὴν θέσιν παρὰ τοῖς Συμμάχοις, τὸν διεβεβαίωσεν, ὅτι τοῦ λοιποῦ οὐδεμία σύλληψις Ἕλληνος ὑπηκόου ἢ ξένου θὰ ἐνεργηθῇ, ἄνευ προγενεστέρας συνεννοήσεως μετὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ παρακαλῶ νὰ περιληφθῇ.
§4Α. ΠΟΛΕΜΙΔΗΣ. Χθὲς ἀνεκοινώθη ὑπὸ τοῦ Προεδρείου μία ἀναφορὰ ἐκ Χίου ἐναντίον μιᾶς προτάσεως νόμου, ὑποβληθείσης ὑπὸ τοῦ κ. Τσελεπίδου. Βλέπω ἤδη εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναγραφόμενον, ὅτι «Ὁ λαὸς τῆς Χίου διαμαρτύρεται κλπ». Παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ ἡ φράσις, διότι, ὅταν διαμαρτύρονται 5–10–20 ἄτομα, αὐτὰ δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὸν λαὸν τῆς Χίου, ἀλλὰ τὸν ἑαυτόν των, ἐνῷ, ὅπως εἶναι ἐδῶ γραμμένον, ἐννοεῖ, ὅτι ὅλος ὁ λαὸς εἶναι κατὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἐνῷ τοῦτο πράγματι δὲν συμβαίνει.
§5ΟΘ. ΡΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἰς τὰ πρακτικά, εἰς τὸ τέλος, λέγει, ὅτι «ἡ Βουλὴ ἀπορρίπτει τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ρουσοπούλου», ἐνῷ πράγματι ἐγένετο δεκτή, καὶ παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή.
§7Μ. ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν τροφίμων ὀφείλει ὑποχρεωτικῶς νὰ δίδῃ τὸν διὰ τοὺς Νομοὺς προωρισμένον ἑκάστοτε σῖτον καὶ ἄλευρα εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα μόνον, τὰ ὁποῖα διὰ μειοδοτικῆς δημοπρασίας ἤθελον ἀναλάβει τὴν μεταπώλησιν εἰς τὸν λαὸν εἰς εὐθηνοτέραν τιμήν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης θέλει διορθωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι αἱ προτάσεις νόμων, αἱ προταθεῖσαι ὑπὸ τῶν κ. κ. Κουνδούρου, Πωλογεώργη, Λογιάδη, Φραγκιαδάκη καὶ Λαγουδάκη καὶ πᾶσαι αἱ ὑποβληθεῖσαι προτάσεις νόμων τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, ἀπεστάλησαν εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπάς.
§9Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προστεθῇ, ὅτι κατὰ τὴν χθεσινὴν ἀγόρευσίν μου, διετύπωσα νὰ μὴ προσλαμβάνωνται ἰδιῶται εἰς τὴν εἰκοσαμελῆ ἐπιτροπήν, ὅσον καὶ εἰς τὸ ἄλλο συμβούλιον ἀπ’ εὐθείας διὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ κατόπιν ἀποφάσεως ὅλων τῶν Ἐμπορικῶν & Ναυτικῶν Ἐπιμελητηρίων τῆς Ἑλλάδος.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται, ὡς διωρθώθησαν. Ἀνακοινοῦνται τὰ ἑξῆς: Ἅπασαι αἱ Συντεχνίαι Ἀθηνῶν ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν ἐναντίον τῆς Ἑταιρείας Ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν. Οἱ κτηνοτρόφοι Ἰωαννίνων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ καταστολῆς τῆς ἐνσκηψάσης νόσου «βδέλλας» ἐπὶ τῶν προβάτων. Αἱ σύζυγοι καὶ μητέρες τῶν ἐπιστράτων Ἁλμυροῦ παρακαλοῦσιν, ὅπως ταῖς χορηγηθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ψηφισθεῖσα περίθαλψις. Ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης ἔμπορος ταμβάκου Ἰσὰκ Μπενρομπῆ παρακαλεῖ, ὅπως ἀφομοιωθῇ ἡ φορολογία τοῦ ταμβάκου πρὸς τὴν τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου. Ὁ ἐπὶ εἰκοσιπενταετίαν ἐργασθεὶς ὡς λιθογράφος ἐν τῷ Ἐθνικῷ Τυπογραφείῳ Θεόδωρος Σάρκας, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ χορηγηθῇ μηνιαία σύνταξις. Ὁ Παμμακεδονικὸς Σύλλογος τῶν διδασκάλων, παρακαλεῖ, ὅπως χαρισθῇ αὐτοῖς τὸ ἥμισυ τοῦ διὰ τὴν σύνταξιν καταβλητέου ποσοῦ. Οἱ Μακεδόνες δημοδιδάσκαλοι παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῇ ἡ διαβάθμισις τῶν τριτοβαθμίων δημοδιδασκάλων. Ὁ ἐκ Γενιτσῶν Σαμπρῆ Ἰσμαήλ, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ πληρωθῇ τὸ καθυστερούμενον ἐνοίκιον τῆς ἀποθήκης του, χρησιμοποιουμένης ὡς τοιαύτης διὰ τὰ ὑλικὰ τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἡ ἐν Ἀθήναις Πανελλήνιος Ὀδοντοϊατρικὴ Ἑταιρία παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου, ἡ ἀφορῶσα αὐτήν. Οἱ ἀγωνισταὶ τοῦ 1866 Κωνστ. Σταματάκης, καὶ Κ. Καπετανάκης, ὁπλαρχηγοί, παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς χορηγηθῇ τὸ 20δραχμον ἐπίδομα, ὅπερ τοῖς ἐδίδετο. Ὁ ἐκ Λάκκων τῆς Κυδωνίας Ἐμ. Μαναριόλης, αἰτεῖται, ὅπως μεταβιβασθῇ εἰς αὐτὸν τὸ βοήθημα τοῦ φονευθέντος υἱοῦ του. Οἱ ἐκ τῆς Χίου ἐν Πειραιεῖ ἐμποροπλοίαρχοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐκ τοῦ διὰ τὴν Χῖον προωρισμένου σίτου δοθῇ αὐτοῖς ἀνάλογον ποσόν. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ, Γ. ΡΑΛΛΗΣ, Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ, Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ κλπ. ὑποβάλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ Ἀνθυπασπιστῶν ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως τῶν στρατευσίμων ὀδοντοϊατρῶν». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ, Κ. ΖΕΡΒΟΣ, ΖΥΜΑΡΗΣ, Δ. ΚΟΛΛΑΣ καὶ Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ ὑποβάλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ΔΝΔʹ καὶ 423 περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν». (Παραπέμπονται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν).
§11ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ τροποποιήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ περὶ τῆς τιμῆς τοῦ ἅλατος ἐν Σάμῳ». 2) «Περὶ ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὴν χρῆσιν 1916 καὶ περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν τῶν δηλώσεων ἀροτριώντων κτηνῶν μεγάλων ζώων καὶ βοσκησίμων γαιῶν». 3) «Περὶ προσμετρήσεως εἰς τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὸν πρὸς προαγωγὴν ἀπαιτούμενον χρόνον τοῦ ἐν Κρήτῃ διανυθέντος χρόνου ὑπηρεσίας τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων».
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§13ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πρὶν ἢ ὑποβάλω τρία νομοσχέδια, ὀφείλω νὰ ἐπανορθώσω δήλωσιν γενομένην χθὲς πρὸς τὴν Βουλήν, διότι ἐγένετο λόγος περὶ τελώνου, καὶ τοιοῦτον γεγονὸς δὲν εἶναι γνωστόν, ὅτι δὲν ἐγένετο πρᾶξις ἀποβάσεως εἰς Μυτιλήνην πρὸς σύλληψιν τελωνειακοῦ ὑπαλλήλου τῇ 30 Ἰανουαρίου. Εἶχον ἐκ Μυτιλήνης τηλεγράφημα, ὑπὸ χρονολογίαν ν. ἔτους 9 Φεβρουαρίου, τὸ ἔγγραφον δι’ ἐκεῖνο αὐθημερὸν ἐκοινοποίησα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὥστε δὲν εἶναι κατ’ ἀκρίβειαν ὀρθὴ ἡ δήλωσις, ὅτι δὲν εἶχον περὶ τελώνου εἴδησιν τοιαύτην. Ὁ τελώνης δὲν συνελήφθη. Ἀλλὰ συνελήφθη ὑπάλληλος τοῦ Τελωνείου. Μετὰ τοῦτο, ὑποβάλλω, Κύριοι, δύο φορολογικὰ νομοσχέδια, καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, τρίτον, «περὶ προσμετρήσεως εἰς τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὸν πρὸς προαγωγὴν ἀπαιτούμενον χρόνον τοῦ ἐν Κρήτῃ διανυθέντος χρόνου ὑπηρεσίας τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων. Τὰ δύο φορολογικὰ νομοσχέδια εἶναι καὶ ἐν μέρει ἀνακουφιστικά. Τὸ πρῶτον εἶναι «περὶ αὐξήσεως τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ καὶ τιμῆς τοῦ ἅλατος ἐν Σάμῳ». Ἐν Σάμῳ ἡ τιμὴ τοῦ ἅλατος, διὰ λόγους ἰδιάζοντας, δὲν προσήκει ν’ ἀφομοιωθῇ πρὸς τὴν ἐν ταῖς ἄλλαις Νέαις Χώραις, διότι ἡ Σάμος εἶχεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐλαφροτέραν φορολογίαν, ἡ δὲ μεταπήδησις εἰς βαρεῖαν φορολογίαν φέρει στενοχωρίας. Ἀντὶ τῶν 15 λεπτῶν περιορίζεται εἰς 10 λεπτά, ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν Σάμον. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα θέματα τοῦ νομοσχεδίου, λέγω, ὅτι γίνεται μικρὰ αὔξησις τοῦ φόρου καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, ἀναβιβαζομένου τοῦ φόρου τοῦ κεκομμένου καπνοῦ διὰ τὴν 3ην ποιότητα, καὶ ἀπὸ 6 δραχμὰς εἰς 7 δραχμὰς κατὰ χιλιόγραμμον, τοῦ δὲ καπνοῦ τῶν σιγαρέττων ἀπὸ 7 εἰς 8 δραχμὰς κατὰ χιλιόγραμμιον, τοῦ δὲ καπνοῦ, τοῦ μεταβαλλομένου εἰς ταμβάκον, ἀπὸ 6 εἰς 7 δραχμὰς κατὰ χιλιόγραμμον. Τὸ αὐτὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου προνοεῖ περὶ ἐπεκτάσεως καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας τῶν ἰσχυουσῶν διατάξεων περὶ προσθέτου φόρου εἰς τὰ διὰ μηχανῶν σιγαρέττα. Αἰτιολογεῖται τὸ πρᾶγμα ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει, ὥστε ἕκαστος δύναται νὰ ἀντιληφθῇ ἀμέσως τὴν σπουδαιότητα τοῦ πράγματος. Ὑπάρχουσι καὶ διάφοροι διαβαθμίσεις. Παρακαλῶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. Ὡσαύτως ὑποβάλλω νομοσχέδιον φορολογικόν, ἐπίσης κατεπεῖγον, «περὶ ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν» διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1916 εἰς τὸ Παλαιὸν Βασίλειον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλή, ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα τὰ νομοσχέδια;
§15Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν φορολογίαν τῶν Νέων Χωρῶν, νὰ δεχθῇ νὰ μὴ κηρυχθῶσι κατεπείγοντα.
§16ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔχομεν καιρόν, καὶ ὅταν οἱ κ. Βουλευταὶ εἶναι ἕτοιμοι, τότε βεβαίως, θὰ συζητηθῶσιν.
§17Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν καὶ οὕτω θέλει ἔλθει τὸ ζήτημα μελετημένον ἐνώπιον ἡμῶν.
§18ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἄν παρατηρήσωμεν, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μεγάλη, τότε θέλομεν συναινέσει εἰς τὴν παραπομπὴν εἰς ἐπιτροπήν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Γκανίλας ἔχει τὸν λόγον.
§20Γ. ΓΚΑΝΙΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, πλέον τῶν 200 κατοίκων τῆς Κοινότητος Ἀθανάτης, τῆς Ἐπαρχίας Ἁγυιᾶς, σύρονται εἰς τὰ ποινικὰ δικαστήρια, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀποχρῶσα πρὸς τοῦτο δικαιολογία, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ δὲν θέλουν νὰ ἀναγνωρίσουν οὐδὲν νόμιμον δικαίωμα τῶν κατοίκων ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων. Διὰ τῆς τοιαύτης τῶν ἐνοικιαστῶν πιέσεως καὶ τῶν ἀνυποστάτων κατὰ τῶν κατοίκων μηνύσεων, πειρῶνται νὰ ἐξαναγκάσωσιν αὐτούς, ἵνα ἔλθωσιν εἰς συμβιβασμοὺς μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν διὰ τὴν ἐπενεχθεῖσαν ζημίαν καὶ βλάβην εἰς τὴν χορτονομὴν τῶν λειβαδίων ὑπὸ τῶν προβάτων των καὶ φέρονται οὕτω εἰς τοὺς δρόμους τῆς Ἀγυιᾶς. Οἱ κάτοικοι τῆς Κοινότητος ταύτης εἶχον δικαίωμα ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν νὰ βόσκωσι τὰ πρόβατά των εἰς τὸ χόρτον τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν λειβαδίων, ἤτοι εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς συννομῆς τοῦ χόρτου διὰ τὴν βοσκὴν τῶν προβάτων των. Τὸ δικαίωμα, λοιπόν, αὐτό, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ Τουρκικὸν Δημόσιον ἀναγνώρισε καὶ τὸ ὁποῖον ἐσυνέχισαν οἱ κάτοικοι Ἀθανάτης ἀπὸ τῆς προσαρτήσεως τῆς Θεσσαλίας μέχρι σήμερον, μόνον ὁ ἐνοικιαστὴς τῶν ἐθνικῶν λειβαδίων δὲν ἠθέλησε νὰ ἀναγνωρίσῃ. Κατώρθωσε, λοιπόν, δὲν ἠξεύρω πῶς, ν’ ἀποσπάσῃ διαταγὴν ἀποβολῆς τῶν ζώων. Ἀλλ’ εὐτυχῶς ἡ ὀξυδέρκεια καὶ ἡ διορατικότης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἦρε τὴν διαταγὴν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὰς εὐχαριστίας τῶν κατοίκων Ἀθανάτης, διότι προέβη εἰς τὴν διαταγὴν αὐτήν. Ἀλλ’ ἐὰν ἤρθη ἡ διαταγή, αἱ ἐνοχλήσεις ὅμως παραμένουσιν, τόσον δὲ περισσότερον, διότι οἱ ἄνδρες λείπουσιν εἰς τὸν στρατὸν καὶ ταλαιπωροῦνται αἱ γυναῖκες αὐτῶν. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὶν ἢ οἱ κάτοικοι Ἀθανάτης κρούσωσι τὴν θύραν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς δαπάνας κλπ., νὰ διατάξῃ τὸν Ἔφορον Ἀγυιᾶς νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος διὰ μαρτύρων, νὰ ὑποβάλῃ δὲ τὸ πόρισμα τῶν ἀνακρίσεων, διὰ νὰ κρίνῃ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἐὰν ἐκ ἀποδείξεων ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι τὸ δικαίωμα κεκτημένον αὐτὸ τῶν κατοίκων Ἀθανάτης, νὰ θεραπεύσῃ τὸ πρᾶγμα. Ἐπίσης δὲ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ θὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ καταθέσῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν λειβαδίων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα διαφιλονικεῖ τὸ Δημόσιον καὶ γίνονται διαμάχαι καὶ διαπληκτισμοὶ μεταξὺ τῶν κατοίκων αὐτῶν. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου, φρονῶ, ὅτι καὶ τὸ Δημόσιον ὠφελεῖται, αἱ Κοινότητες δέ, συμφώνως καὶ πρὸς τὸν ἰσχύοντα νόμον περὶ Κοινοτήτων, θὰ ἔχωσιν ὀλίγον αἷμα, διότι ἄνευ αἵματος δὲν δύνανται νὰ συντηρηθῶσιν. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου μοὶ παρέχεται ἡ πολύτιμος εὐκαιρία ἐπίσης νὰ παρακαλέσω τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰ δυνατόν, νὰ διατάξῃ τὸν ἐκεῖ δημόσιον κατήγορον, ἵνα μὴ ὑποβάλῃ πρὸς ἐκδίκασιν τοιαύτης φύσεως μηνύσεις, μέχρις ὅτου λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ διοικητικῶς παρὰ τοῦ Ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον περενέβη. Εἶναι δὲ γνωστόν, ὅτι κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον καὶ ἄνευ προδικασίας δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐκδίκασιν πολιτικῶν ἀπαιτήσεων. Λοιπόν, εἷς ὑπερβάλλων ζῆλος πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἑνὸς Εἰρηνοδίκου ἐνδέχεται νὰ καταδικάσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, καὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀποδείξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ προσκομισθῶσι, θεωρήσῃ ὅτι εἶναι κεκτημένον τὸ δικαίωμα τῶν κατοίκων Ἀθανάτης, δὲν ἐπιβάλλεται νὰ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι οἱ κάτοικοι; Δι’ αὐτό, λοιπόν, συντρέχει νομιμωτάτη περίπτωσις, ὅπως διατάξῃ τὸν δημόσιον κατήγορον νὰ ἀπόσχῃ τῆς ἐκδικάσεως τοιούτων μηνύσεων, μέχρις ὅτου λυθῇ τὸ ζήτημα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντὶ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 2 ἀναφορᾶς, διότι εἶχε γίνει λάθος εἰς τὴν ταξινόμησιν, συζητεῖται ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 6. Ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς μητρὸς καὶ ἀδελφῆς τοῦ ἐν πολέμῳ πεσόντος λοχαγοῦ Ἰωάννου Ζητουνιάτου, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χ. Πολογεώργης, ἀπόντος τοῦ κ. Λυμπρίτη.
§22Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Κύριοι, πρόκειται περὶ μιᾶς ἀναφορᾶς δικαιοτάτης, ἔχω δὲ καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι ἡ οἰκογένεια, ἡ ὁποία ἀναφέρεται εἰς τὴν Βουλήν, εἶχε προστάτην τὸν λοχαγὸν Ζητουνιάτην, ὅστις ἔπεσεν ἐν Μακεδονίᾳ ἐπὶ κεφαλῆς Κρητῶν, κατὰ δὲ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον ἐγένετο εἰς τὸ 1906, ἐχρησίμευσεν ὡς διδάσκαλος τῆς πολιτοφυλακῆς ἐν Κρήτῃ. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, οἱ ὁποῖοι τὸν ἐγνώρισαν ἐν Κρήτῃ, μάλιστα ἐν τοιαύτῃ ἐθνικῇ δράσει, ἡ ὁποία ἐπεσφραγίσθη διὰ τοῦ ἡρωϊκοῦ θανάτου του, θὰ συνηγορήσωσι, βεβαίως, ὑπὲρ μιᾶς δικαιοτάτης ἀναφορᾶς τῆς μητρός του καὶ τῆς ἀδελφῆς του. Γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἐψηφίσθη εἷς νόμος περὶ συντάξεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ, ὁ ὁποῖος ἐθεωρήθη ἀνεπαρκής, διότι ἡ σύνταξις, τὴν ὁποίαν ὥριζεν αὐτός ὁ νόμος, ἐθεωρήθη, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ, ἵνα συντηρηθῶσιν αἱ οἰκογένειαι τῶν πεσόντων διὰ τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος ἀξιωματικῶν. Μετ’ αὐτὸν τὸν νόμον ἐψηφίσθη ὁ ὑπ’ ἀριθμὸν 680, ὁ ὁποῖος νόμος ἔδωκε σύνταξιν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν πεσόντων ἀξιωματικῶν ἴσην πρὸς τὸν μισθόν, ὃν θὰ ἐλάμβανον κατὰ τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπεσαν, ἀλλά, δυστυχῶς, ἐλησμόνησεν ὁ νόμος οὗτος νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν οἰκογενειῶν τῶν πεσόντων ἀξιωματικῶν καὶ τὴν μητέρα καὶ τὰς ἀδελφάς, τὰς ἀγάμους, καὶ ἰδίως, τὴν μητέρα τῶν ἀξιωματικῶν τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ζητεῖ ἡ μήτηρ τοῦ Ζητουνιάτου καὶ ἡ ἀδελφή του, ἡ ἄγαμος, ἵνα ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου καὶ εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον ἄλλον προστάτην, ἢ αὐτόν, αἱ οἰκογένειαι δ’ αὐταὶ εἶναι ἐλάχισται. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀναγνωρίσῃ, ὅτι ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἶναι δικαιοτάτη καὶ θὰ τὴν παρακαλέσω, ὅπως ἀποφανθῇ, ἵνα παραπεμφθῇ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅταν θὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσιν ἀντικείμενον συντάξεις πεσόντων ἐν πολέμῳ.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§24Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὰ αὐτά, κ. Πρόεδρε, συνιστῶ καὶ ἐγώ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ὁ κ. Κανάρης.
§26Ν. ΚΑΝΑΡΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου, συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, διότι πραγματικῶς ἀναγνωρίζω, ὅτι πρέπει ὁ νόμος νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν μητέρα καὶ τὰς ἀδελφὰς καὶ θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τὸν μόνον ἁρμόδιον, νὰ υἱοθετήσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψει.
§27Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἀπαντῶν, δηλῶ, ὅτι λαμβάνεται τοιαύτη πρόνοια εἰς τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ συντάξεων.
§28Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐχαριστοῦμεν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σοκόλης ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀναφορᾶς Ζητουνιάτου, ἡ ὁποία ἀκόμη δὲν ἐτελείωσεν.
§30Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν προέβη, τὸν παρακαλῶ ὅμως νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε ψηφίσει, εἰς προγενεστέραν σύνοδον, νόμον, δι’ οὗ ἐδίδετο σύνταξις εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν πεσόντων κατὰ τὸν πόλεμον Γαριβαλδινῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ λόγους τυπικούς. Τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον δὲ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀπέρριψε σχετικὴν αἴτησιν συντάξεως, στηριζομένην ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐπειδὴ εἶναι γνωστὸν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ τὴν Βουλήν, διότι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο σχετικὸς λόγος, ὅτι τρία πρόσωπα εἶναι τὰ ἐνδιαφερόμενα εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, εἷς ἐκ Κρήτης, ὁ μακαρίτης Γερακάρης, εἷς ἐκ Κερκύρας, ὁ μακαρίτης Τοπάλης, καὶ εἷς ἐκ Πειραιῶς, ὁ μακαρίτης Βραχνός, καὶ χάριν αὐτῶν ἐψηφίσθη ὁ νόμος αὐτός, ἐρωτᾶται: τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εὑρίσκει διὰ λόγους τυπικούς, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτός, δὲν φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ ἓν νομοσχέδιον νὰ τροποποιήσωμεν τὸν ὑπάρχοντα νόμον, διὰ νὰ μὴ μείνωσιν ἀπροστάτευτοι αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν τριῶν πεσόντων αὐτῶν ἀξιωματικῶν ὑπὲρ τῆς Πατρίδος; Ἐπέρασε πολὺς καιρὸς καὶ δι’ αὐτὸ σᾶς τὸ ὑπενθυμίζω.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βαλαλᾶς.
§32Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσωμεν ν’ ἀκούωνται, κ. Πρόεδρε, οἱ κύριοι ρήτορες, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν καμμίαν κρίσιν ἐπὶ τῶν λεγομένων.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ δύναμιν εἰς τὴν φωνὴν τῶν κ. Βουλευτῶν.
§34Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ. Νὰ ἔρχωνται νὰ ὁμιλοῦν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§35Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, τῆς ἀποσταλείσης εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ μέρους τῶν δικηγόρων Θεσσαλονίκης, ὄχι διὰ νὰ συστήσω αὐτήν, ἀλλὰ, διότι περιέχει αὕτη οὐσιωδέστατον ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ καταστήσω ἐνήμερον τὴν Βουλήν. Ἐν Θεσσαλονίκῃ τὰ Δικαστήρια ὠργανώθησαν κατὰ τὸν τύπον τῶν τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου ἀπὸ 1ης Μαΐου 1914, κατηρτίσθη δὲ Σύλλογος Δικηγορικὸς ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ ἔτους 1915, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπεφάσισε τὴν κατάθεσιν τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος, δι’ ἐνσήμου· συνεπῶς, ἀπὸ 1ης Ἰανουαρίου 1915 οἱ δικηγόροι Θεσσαλονίκης πληρώνουσι φόρον ἐπιτηδεύματος δι’ ἐνσήμου. Κατὰ τὸ 1915 δὲν εἶχεν εἰσπραχθῇ φόρος ἐπιτηδεύματος ἐν Μακεδονίᾳ, εἰ μὴ κατόπιν Β. Διατάγματος τῆς 14ης Ὀκτωβρίου τοῦ ἔτους τούτου. Τὸ Β. Διάταγμα, δημοσιευθὲν κατὰ τὰ μέσα Ὀκτωβρίου, ἔδωκεν εἰς ἑαυτὸ ἀναδρομικὴν δύναμιν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ δικηγόροι ἐκλήθησαν νὰ καταβάλωσι φόρον ἐπιτηδεύματος δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, διὰ χρόνον, δηλαδή, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν εἰργάσθησαν, ἀφοῦ ὡς εἶπον, μόνον ἀπὸ τῆς 1ης Μαΐου 1914 εἰργάσθησαν τὰ Δικαστήρια, ὡς καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἦσαν δὲ διωρισμένοι ἤδη παρ’ ἄλλοις Δικηγορικοῖς Συλλόγοις τῆς Παλ. Ἑλλάδος...
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, οὐδέποτε εἰργάσθησαν.
§37Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Μάλιστα. Ὁμιλῶ διὰ τὸ 1914. Τὴν πρώτην Μαΐου ἔπρεπε ν’ ἀρχίσωσι κανονικῶς νὰ λειτουργῶσι τὰ Δικαστήρια, ἀλλὰ τότε δὲν ἠξεύρω πῶς εὑρέθησαν τὰ Δικαστήρια μόνον μὲ δικαστάς, χωρὶς νὰ εἶναι διωρισμένοι οὔτε δικηγόροι, οὔτε κλητῆρες καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον παρῆλθε τὸ διάστημα μέχρι τῶν διακοπῶν, χωρὶς νὰ ἔχουν οὐδεμίαν ἐργασίαν καθ’ ὅλην τὴν Μακεδονίαν, ἰδιαιτέρως δὲ ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἤρξατο δὲ ἡ κανονικὴ λειτουργία τῶν ἐν Θεσσαλονίκῃ Δικαστηρίων ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου μὲ τοὺς ἐξαιρετικοὺς νόμους· συνεπῶς, πράγματι, οἱ δικηγόροι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐργασθῶσι κατὰ τὸ 1914. Ἔρχεται δὲ τὸ Β. Διάταγμα περὶ φόρου ἐπιτηδεύματος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς ἑαυτὸ ἀναδρομικὴν ἰσχύν, καὶ καλοῦνται οἱ δικηγόροι νὰ πληρώσωσιν ὅλον φόρον διὰ τὸ 1914, ὅπως ἄλλοτε συνέβη καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἐπιτηδευματίας καὶ ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ συνέβη ἐκεῖνο, ὅπερ πᾶν ἄλλο ἢ δίκη ἔλεγεν ὅτι νὰ εἰσπραχθῶσιν δ: σὸν τὰ δυνατὸν περισσότερα, ἔστω καὶ διὰ παραβάσεως τοῦ τοῦ νόμου, διότι ἐγὼ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι τὸ Β. Διάταγμα τῆς 14 Ὀκτωβρίου δὲν ἠδύνατο νὰ δώσῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν, ἔλαβε δὲ τὴν ἰσχὺν τὴν ἀναδρομικὴν, δυνάμει τοῦ νόμου 80, ὁ ὁποῖος ἐσκόπει τὴν τροποποίησιν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ νόμου ΔΡΛΔ «περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν». Δὲν θέλω νὰ θεωρηθῇ ἡ Μακεδονία χώρα στρατιωτικῶς κατεχομένη, διότι εἰς τὸν νόμον 80 ὑπάρχει καὶ ἡ λέξις «προσαρτωμένης χώρας», ἠδύνατο δὲ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἐγὼ δὲ δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν, λέγω μόνον, ὅτι ὁ νόμος 80 ἐπέτρεψεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν φορολογικὸν νόμον εἰς τὰς Νέας Χώρας, ὄχι ἀναδρομικῶς, διότι ἄλλως ἔδει νὰ δεχθῶμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκχωρεῖ μέρος τοῦ νομοθετικοῦ της δικαιώματος διὰ φορολογικῶν νόμων καὶ διὰ νόμων, οἵτινες ἐπιβάλλουσι ποινάς. Τοῦτο συζητεῖται, ὡς γνωρίζετε, παρὰ τοῖς συνταγματολόγοις, ὑπάρχουσι δὲ πλεῖστοι οἱ ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἡ Βουλὴ κατ’ οὐδένα λόγον δύναται νὰ δώσῃ ἀτελικασιὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ νόμους ἐπιβάλλοντας φόρους, ἢ ἐπιβολὴν ποινῆς. Λέγω, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκχωρήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος ἐφαρμόζηται νόμος περιέχων διατάξεις περὶ ἐπιβολῆς φόρων καὶ ποινῶν, διότι τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ρητῶς, ὅτι τὰ θέματα ταῦτα κανονίζονται ρητῶς διὰ νόμου καὶ ὄχι διὰ Β. Διατάγματος. Καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο συζητεῖται. Δι’ αὐτὸ θὰ ἐπιμένω πολύ. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ, εἶνε ὅτι, ἀφοῦ ὁ νόμος 80 δὲν ἔδωκεν εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ δικαίωμα καὶ ἀναδρομικῶς νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ἀναμφισβητήτως τὸ Β. Διάταγμα τῆς 14ης Ὀκτωβρίου 1914 περιέλαβε διάταξιν ἀντισυνταγματικήν. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι οἱ δικηγόροι δὲν ὀφείλουν φόρον ἐπιτηδεύματος, ἔχω τὴν πεποίθησιν δέ, ὅτι, ἐὰν καταφύγωσιν εἰς τὰ Δικαστήρια θὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου αὐτοῦ. Γνωρίζω, ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἔλαβεν τοιαύτην ἔκτασιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ὥστε θὰ διστάσῃ πολὺ ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ δεχθῇ τὴν θεωρίαν μου, ἔστω καὶ δικαιοτάτην καὶ διότι ἐξ ἄλλου ὁ λαὸς τῆς Μακεδονίας δὲν συνήθισε νὰ καταφεύγῃ ἀμέσως εἰς τὰ Δικαστήρια ὁπότε θὰ ἐπειθαναγκάζετο ἡ Κυβέρνησις νὰ παραιτηθῇ τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου, ἐφόσον ἀναφέρεται εἰς περίοδον, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἔπρεπε νὰ πληρώσωσι.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θὰ ὑποστῶσι μεγάλην ζημίαν αὐτοί.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§40Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Δὲν εἶσθε σεῖς μέλος. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀναφέρεται εἰς ἄλλην Κυβέρνησιν καὶ ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τοὺς δικηγόρους, ἐν πάσῃ δὲ περιπτώσει, ἐπειδὴ συνέβησαν αἱ ἀνωμαλίαι αὗται, οὐδεὶς δικηγόρος μετέβη νὰ κάμῃ ἀνακοπὴν καὶ εὑρίσκονται ὅλοι τώρα ὑποχρεωμένοι μόνον νὰ πληρώσωσιν, ἀλλὰ νὰ πληρώσωσι καὶ τὸ ἀνώτατον ὅριον, διότι, ὡς εἶπον, οὐδεὶς μετέβη νὰ κάμῃ ἀνακοπὴν καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω, τοὐλάχιστον, νὰ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλωσιν ἀνακοπάς.
§41ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει ἀναφορά;
§42Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γ. Ἀναστασόπουλος.
§44Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον μετὰ συστάσεως.
§45Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν ποιοῦμαι καὶ ἐγώ.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιολδάσης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§47Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ θερμότατα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2. Ἀπών. Ὁ κ. Μηλιαρᾶς ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6.
§49ΕΜ. ΜΗΛΙΑΡΑΣ. Πρόκειται νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τῶν ἀπόρων φοιτητῶν. Τὸ τοιοῦτον ζήτημα ἔχει ἐξαντληθῆ καὶ δὲν θ’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν μοὶ εἶχεν ἐγχειρισθῆ αἴτησις νὰ καταθέσω αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅπως ὑπεσχέθη πρὸ ἡμερῶν, νὰ εἰσαγάγῃ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου οἱ ἄποροι φοιτηταί.
§50Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Ὑποβάλλω σύστασιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, ἐκτεῖνον τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ δι’ ὅλους τοὺς ἀπόρους φοιτητάς, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἔχει ὁ ἄρτος 1 καὶ 1.10 δραχ. ἡ ὀκᾶ, αὐτοὶ στεροῦνται νὰ πληρώσωσι τὰ δίδακτρά των καὶ θὰ διακόψωσι τὰ μαθήματά των, θὰ εἶναι δὲ ἀδίκημα. Δὲν ἔχει τὸ Πανεπιστήμιον νὰ ὑποστῇ μεγάλας θυσίας, ἐὰν ἐγγράψῃ αὐτούς.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μάτεσης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Εἰρήνης Μινάρδου.
§52Α. ΜΑΤΕΣΗΣ. Πρόκειται περὶ συντάξεως. Παρακαλῶ, νὰ συστηθῇ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πανταζόπουλος ἐπ’ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§54Η. ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ, κ. Πρόεδρε τὴν ἀναφοράν.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης οἱ κ. κ. Κριμπᾶς, Τσουκαλᾶς, Βελλιανίτης, Τσιτσάρας, Μερκούρης, Βιτάλης.
§56Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Συνιστῶ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σοκόλης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν Ἐργατικῶν Κέντρων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§58Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ ἀναφορά, Κύριοι, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀναφορὰ τοῦ λαοῦ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὁ ὁποῖος δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκπροσωπεῖ τὰ παράπονα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Διότι τὸ ὑπόμνημά των ἀναφέρει ὅλα ἐκεῖνα τὰ πραγματικὰ περιστατικά, τὰ ὁποῖα καλῶς γνωρίζει ἡ Βουλή. Διότι πολλάκις ἐνώπιόν της ἀνεπτύχθησαν, καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν μέριμναν αὐτῆς, ὅπως, εἰ δυνατόν, διορθωθῇ κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἡ κατάστασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἔδωκεν ἀπελπιστικὰς βεβαιώσεις, ἐπικαλουμένη τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοὺς νεκρικοὺς διαλόγους τοῦ Λουκιανοῦ ἀκόμη, διὰ νὰ δώσῃ ἀπάντησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ζητοῦν τίποτε ἄλλο, ἢ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία τοῖς ἐχορήγησεν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἰδιαίτατα δὲ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβληθῶσι μέτρα πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ οἰκονομηθῶσι τὰ χρήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χρειάζονται κυρίως διὰ τὴν περίθαλψιν τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν ὑπεβλήθη κανὲν μέτρον, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀκριβῶς σκοποῦν τὴν διόρθωσιν τῆς καταστάσεως, διότι χρειάζονται πολλὰ χρήματα καὶ τὰ χρήματα ταῦτα, ἄνευ εἰδικῆς φορολογίας, πρὸς τὸ παρὸν δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῶσιν. Ἐπειδὴ δίδεται ἡ εὐκαιρία, ἤθελον ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μέτρα τινά, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συλλεχθῶσιν ὀλίγα χρήματα, Παραδείγματος χάριν, θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ γραμματόσημον τῆς Περιθάλψεως, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον, εἶναι ὑποχρεωτικὸν ὡρισμένας ἡμέρας τοῦ ἔτους, καὶ διὰ τὰς ὑπολοίπους ἡμέρας ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους νὰ εἶναι ἐπίσης ὑποχρεωτικόν καὶ ἡ ἐξ αὐτοῦ εἴσπραξις νὰ διατίθηται ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων. Θὰ ἦτο ἐπίσης δυνατὸν, ἵνα αἱ αἰτήσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλουσιν οἱ πολῖται εἰς τὰς διαφόρους ἀρχὰς διὰ τὴν διεκπεραίωσιν τῶν ὑποθέσεών των, ὑποβληθῶσιν ἐπίσης εἰς πρόσθετον τέλος πεντήκοντα λεπτῶν...
§59ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αἱ αἰτήσεις;
§60Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα, κ. Ὑπουργὲ, διότι μὴ λησμονεῖτε, ὅτι διὰ τὰς αἰτήσεις πρὸς τὴν Δικαστικὴν Ἀρχὴν, ὁ φόρος εἶναι μιᾶς δραχμῆς. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀδικία, ὅταν θελήσωμεν, χάριν ἑνὸς τόσον ἱεροῦ σκοποῦ νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὰς αἰτήσεις μὲ ἄλλα πεντήκοντα λεπτά, χάριν τῆς Περιθάλψεως. Ποῦ θὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα;
§61ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔχετε δίκαιον κατὰ βάσιν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ὡς ἔχων μικρὰν πεῖραν, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ἤδη τὸ πεντηκοντάλεπτον, τὸ ὁποῖον διεδέχθη τὸ εἰκοσιπεντάλεπτον τὸ ἀρχικόν, προκαλεῖ γογγυσμοὺς ἀκριβῶς ἀπὸ τοὺς μικροὺς καὶ πτωχούς. Ὥστε, ἐὰν τὰ αὐξήσωμεν εἰς μίαν δραχμήν, βεβαίως θὰ διπλασιασθῶσιν οἱ γογγυσμοί. Εἰς ἄλλα, ἐὰν ζητήσητε προσθήκην, ἴσως’ ἀλλ’ εἰς τοῦτο θὰ βάλλετε κατὰ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον θέλετε.
§62Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Οἱ γογγυσμοὶ, κ. Ὑπουργέ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀκουσθῶσι διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ πεντηκονταλέπτου, θὰ ἔλθωσιν εἰς ἀντίκρουσιν ἄλλων γογγυσμῶν, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τῆς ἀκριβείας τοῦ ἄρτου. Ἑπομένως, θὰ προτείνω, ὅπως ἐπιβληθῇ εἷς πρόσθετος φόρος ἐπὶ ἑνὸς εἴδους, τὸ ὁποῖον εἶναι μὲν πρώτης ἀνάγκης, ἀλλὰ δύναταί τις καὶ νὰ περάσῃ χωρὶς αὐτό, ὅπως ἐπιβληθῇ καὶ πρόσθετος φόρος δύο δραχμῶν ἐπὶ τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ, διότι θὰ ἐπιβαρυνθῇ ἕκαστον πακέτο καπνοῦ 10 δραμίων μὲ πέντε λεπτά, ἑπομένως, ἕκαστος καπνίζων, δύναται νὰ συνεισφέρῃ καὶ αὐτὸς πέντε λεπτὰ χάριν τοῦ ἱεροῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ ἢ τὰ πρῶτα τρόφιμα, ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τῶν ὁποίων θὰ ἦτο βαρεῖα, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν εἴδη τινά, ἐπὶ τῶν ὁποίων δύναται ἀνωδύνως νὰ ἐπιβληθῇ φόρος πρόσθετος, διὰ νὰ ἔχωμεν ἕν ποσὸν χρηματικόν, μὲ τὸ ὁποῖον νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας....
§63Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὲ πόσην ἰσχύν;
§64Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ, κ. Συνάδελφε, ἐξ Ἀρκαδίας, θὰ τὸ ἴδωμεν κατόπιν, διότι, ὅταν ἐπιβληθῇ εἷς φόρος, δυσκόλως ἀναιρεῖται. Ποιούμενος ἴσως κατάχρησιν καὶ ἐξαιτούμενος τὴν ἄδειαν τοῦ κ. Προέδρου, δι’ ἕν λεπτόν, τὸ ὁποῖον μένει, ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως μελετηθῶσι καὶ τὰ ὑπόλοιπα ζητήματα τῶν ἐργατικῶν σωματείων, διότι αὐτὰ εἶναι ζητήματα Πανελλήνια, καὶ πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐν τῇ Βουλῇ καὶ θὰ ἤθελον παρακαλέσει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν θεσμῶν, τοὺς ὁποίους προτείνω νὰ ἱδρύσωμεν, διότι, βεβαίως, εἶναι μεγάλη ἀνάγκη, ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔλαβεν εἰδικὰ μέτρα καὶ συνέστησεν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν ἐξ εἰδικῶν διὰ τὴν διατίμησιν τῶν σιτηρῶν καὶ τῶν τροφίμων, ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νὰ λάβῃ ἀνάλογα μέτρα, δι’ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει εἰς τὸ ὑπόμνημά της ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Ἐργατῶν, ἡ ὁποία ἐκπροσωπεῖ ἀκριβῶς τὰ αἰτήματα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§66Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν προτίθεμαι βεβαίως νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ λάβῃ, ὅπως ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῶν Ἐργατικῶν Σωματείων καὶ τοῦ λαοῦ. Οὐχὶ ἅπαξ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡμίλησα καὶ εἶπον τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Καὶ πάλιν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ἀκριβῶς τοῦ ὑπομνήματος τῶν Ἐργατικῶν Σωματείων, νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουσι καθῆκον ἐπιτακτικόν, ἀλλὰ καὶ ἐπεῖγον, νὰ προβῶσιν εἰς μέτρα ἐφαρμογῆς ἰσότητος ἐν τῇ κατανομῇ τῶν βαρῶν, διότι, ἐνῷ αἱ λαϊκαὶ τάξεις ὑπέστησαν πάσας τὰς θυσίας καὶ τὰ βάρη τοῦ πολέμου, αἱ πλούσιαι τάξεις, οἱ ἑκατομμυριοῦχοι, ἰδίως δὲ αἱ Ἑταιρεῖαι αἱ λυμαινόμεναι τὴν Ἑλλάδα, οὐδὲν βάρος ὑπέστησαν. Ὑπάρχουσιν Ἑταιρεῖαι, καὶ ἴσως μετ’ οὐ πολὺ θὰ συζητήσωμεν καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ, ἡ Ἑταιρεία λ. χ. τοῦ Ἀεριόφωτος, ἡ ὁποία κερδίζει, Κύριοι, τρία καὶ τέσσαρα ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος. Καὶ ἐπειδὴ μετ’ ὀλίγον θὰ συζητήσωμεν, θὰ ἴδητε κατὰ ποῖον τρόπον μία Ἑταιρεία, ἀποτελουμένη ἀπὸ ὀλίγους Ἑβραίους, κερδίζει τέσσαρα ἑκατομμύρια, καὶ τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ εἰσπράξῃ οὐδ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ. Ἀπὸ δεκαετίας δὲν ἔχει δώσει δέκα χιλιάδας δραχμῶν. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἔχει καθῆκον τὸ Κράτος, τέλος πάντων, νὰ θέσῃ μίαν ἰσότητα ἐν τῇ κατανομῇ τῶν βαρῶν. Ἐπίσης φρονῶ, ὅτι καὶ τὰ λοιπὰ αἰτήματα εἶναι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον δίκαια. Καὶ διὰ τὸ ζήτημα τῶν φαρμάκων, διότι, ἐπὶ τέλους, εἷς λαός, ὁ ὁποῖος πεινᾷ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ στερῆται τῆς κινίνης. Σήμερον εἶναι καὶ εἰς τοὺς πλουσίους δύσκολον νὰ προμηθευθῶσι κινίνην. Ἐπίσης καὶ ἡ φορολογία τῶν κερδῶν ἐκ τοῦ πολέμου, διὰ τὴν ὁποίαν καὶ προχθὲς ὡμίλησα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν τὸ προσεκόμισε...
§67ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ προσκομισθῇ καὶ αὐτὸ καὶ ἄλλα.
§68Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ παρέρχεται ὁ χρόνος, χωρὶς νὰ προσκομίζεται. Φρονῶ, ὅτι τὰ αἰτήματα τῶν ἐργατῶν εἶναι καὶ λογικὰ καὶ δίκαια καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουν καθῆκον ἐπιτακτικὸν νὰ τὰ λάβουν ὑπ’ ὄψει, διότι ἡ πεῖνα ἔχει ἐξωλέστατα ἀποτελέσματα, κατὰ τὸν Ἀριστοτέλην, καὶ θέλει δημιουργήσει δυσχερείας ἀνυπερβλήτους.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας, αἱ λοιπαὶ ἀναφοραὶ ἀναβάλλονται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐρωτήσεων Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει ὁ κ. Καρπετόπουλος.
§70Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, χθὲς ὑπέβαλον εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐρώτησιν, ἀφορῶσαν τοὺς Ἕλληνας στρατευσίμους τοὺς διαμένοντας ἐν Εὐρώπῃ. Ἐπειδὴ ἡ ἐρώτησίς μου αὕτη σχετίζεται μὲ τὰ ὑβριστικὰ καὶ τὰ συκοφαντικὰ ἄρθρα, τὰ δημοσιευόμενα εἰς ἔγκριτα Εὐρωπαϊκὰ φύλλα, ἀτυχῶς, ὑπὸ Ἑλλήνων, ἐναντίον τῆς Πατρίδος μας, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐρωτήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Μερικοὶ κύριοι, τοὺς ὁποίους δὲν θὰ εἶναι ἄδικον, ἐὰν ὀνομάσω Νεοέλληνας...
§71ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θέλετε νὰ εἴπητε νέου εἴδους Ἕλληνας;
§72Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοούμεθα. Μερικοί, λέγω, διαμένοντες εἰς διάφορα Εὐρωπαϊκὰ κέντρα, καὶ ἰδίως ἐν Παρισίοις, κατὰ τοὺς τελευταίους αὐτοὺς χρόνους φαίνεται, ὅτι πολὺ ἐνδιαφέρονται διὰ τὰ ἐδῶ συμβαίνοντα καὶ μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἑκάστοτε νὰ μᾶς ἀποστέλλουν ἀνευθύνους συμβουλάς, τὰς ὁποίας οὐδείς ποτε θὰ τοὺς ἐζήτει, περὶ τοῦ τρόπου, ὁ ὁποῖος προσήκει καὶ νὰ κυβερνᾶται καὶ νὰ πολιτεύηται ἡ Ἑλλάς. Ἡ τοιαύτη ἀνάμιξις τῶν κυρίων αὐτῶν, ἢ ἔστω καὶ ἐρασιτεχνική, μοὶ ἐκίνησε τὴν προσοχήν, ὄχι δι’ ὅσα συμβουλεύουν, ἀλλὰ δι’ ὅσα ὑβριστικὰ καὶ συκοφαντικὰ γράφουν ἐναντίον παντὸς Ἕλληνος. Μοὶ ἐκίνησε τὴν προσοχὴν τοῦτο εἰς βαθμόν, ὥστε νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὄχι, ἐπαναλαμβάνω, δι’ ὅσα συμβουλεύουν, διότι περὶ αὐτοῦ δὲν πρόκειται κἄν, ἀφοῦ οὐδεὶς θὰ εἶναι διατεθειμένος νὰ τοὺς προσέξῃ, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην λέγω, νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ὅλοι αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν Εὐρώπῃ, καθ’ ὃν χρόνον ἀπὸ παντοῦ τῆς γῆς συνέρρευσαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες, ἵνα προσφέρωσι τὰς ὑπηρεσίας των εἰς τὴν Πατρίδα, ἐρωτῶ, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν ὅλοι αὐτοὶ οἱ κύριοι εἶναι νομίμως ἀπηλλαγμένοι τῆς στρατιωτικῆς αὐτῶν ὑποχρεώσεως.
§73Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Αὐτοὶ δὲν εἶναι ἄξιοι τῆς τιμῆς νὰ στρατεύωνται.
§74Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἰδιαιτέρως μοῦ ἐκίνησε τὴν προσοχὴν, νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωκῶν διὰ κάποιον κ. Μακκᾶν....
§75Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Μεγάλη τιμὴ τοῦ κάνετε νὰ τὸν ὀνομάζετε.
§76Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. .. ὅστις διαμένει ἐν Παρισίοις καὶ δημοσιογραφῶν εἰς ἔγκριτα Παρισινὰ φύλλα, γράφει, ἐπαναλαμβάνω, ἐνυπογράφως ὅ,τι ὑβριστικὸν καὶ συκοφαντικὸν διὰ τὸν τόπον. Ἐρωτῶ, λοιπόν, τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι πολὺ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, πῶς, τοὐλάχιστον, αὐτὸς ὁ τελευταῖος εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν Παρισίοις καὶ δὲν εὑρίσκεται ἐδῶ, ὅπου, ὑποθέτω, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ παρίσταται καὶ νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ;
§77Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἶναι Ἕλλην τὴν ἐθνικότητα;
§78ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δύναται νὰ εἶναι Ἕλλην αὐτός.
§79Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς κατώρθωσεν αὐτὸς νὰ παραμένῃ ἐν Παρισίοις, ἀφοῦ πέντε διέρρευσαν, ὑποθέτω, μῆνες ἀφ’ ἧς ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστράτευσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Πατρὶς ἐκάλεσεν ὅλους, τοὺς ἔχοντας ὑποχρέωσιν, νὰ προσέλθωσιν ὑπὸ τὰς σημαίας; Ἤθελον νὰ γνωρίζω, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ σπεύσῃ νὰ μοὶ δηλώσῃ, πῶς δικαιολογεῖται ἡ ἀπουσία τοῦ κυρίου αὐτοῦ; Εὑρίσκεται ἐν τάξει; Δὲν ὑπέχει στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν; Συντρέχουν ἄλλοι λόγοι, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἐδῶ;
§80Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ γνωρίσητε εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ποίαν ἐφημερίδα ἐγράφησαν καὶ τὶ γράφει ὁ κύριος αὐτός, ὁ λεγόμενος Μακκᾶς.
§81Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ φληναφήματα ἑνὸς ἐκφύλου.
§82Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος αὐτὸς, ἀτυχῶς, γράφει εἰς ἔγκριτα φύλλα τῶν Παρισίων, τὴν «Ἐπιθεώρησιν» καὶ τὸν «Χρόνον». Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω, διότι πιστεύω, ὅτι οἱ πλειότεροι ἐξ ὑμῶν θὰ τὰ ἔχετε ἀναγνώσει. Θὰ σᾶς ἀναγνώσω μόνον μέρος δι’ ἐκείνους, οἵτινες δὲν τὰ ἔχουν ἀναγνώσει.
§83Κ. ΑΙΓΕΙΑΛΙΔΗΣ. Αὐτὰ εἶναι λίβελλοι· δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάγνωσις κατὰ τὸν Κανονισμόν.
§84Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἀναγινώσκει): «Ἐκ τῶν δημοσιευθέντων δημοσιευμάτων...κλπ». Θόρυβος).
§85ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι, μὴ τὰ διαβάσετε.
§86Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιόν σας καὶ παύω...
§87Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Κύριοι Βουλευταί, καὶ ἐγώ, ὡς πᾶς Ἕλλην, ἰδὼν πρὸ καιροῦ, πρὸ δύο μηνῶν, τὰ συμβάντα ἐν Παρισίοις ἐν τῇ ἐκεῖ παρασυναγωγῇ τῶν θεωρουμένων ὡς Ἑλλήνων, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ συγκινηθῶ. Ἀλλ’ ἡ συγκίνησίς μου ἐπετάθη, ὅταν μεταξὺ τῶν ἐκεῖ συνελθόντων καὶ ἐκδόντων τὸ γνωστὸν ὑπόμνημα, τὴν γνωστὴν διαμαρτυρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον λόγον νὰ παρέμβω, διότι ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ κρίσεως δὲν εἶχον δικαίωμα νὰ εἰσέλθω, οὔτε νὰ ἐκφέρω γνώμην, ὅταν, λέγω, μεταξὺ τῶν λαβόντων μέρος ἦτο καὶ τις Μακκᾶς Λέων ὀνόματι. Τοῦτο τὸ ὄνομα ἔμαθον ἐκ δημοσιεύματος ἄλλου τινὸς Μακκᾶ, ἴσως πατρὸς τοῦ περὶ οὗ πρόκειται, ὅστις, ἀναγνωρίζων τὰ παρὰ τινων ἄλλων λεχθέντα ἐν σχέσει πρὸς τὰ τῆς παρασυναγωγῆς ἐκείνης, παρενεῖρε καὶ τοῦτο καὶ ἀπέδωκεν αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ κριθῶσι παρ’ ἐμοῦ. Τὰς αἰτιάσεις γνωρίζετε πάντες. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ ἐνδιέφερε πρώτιστα ἦτο, ὅτι ὁ υἱός του, παρ’ οὗ ἐξηνέχθησαν ὕβρεις, — δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἄλλο τι διὰ τὰς φράσεις καὶ τὴν ἰταμότητα τῆς γλώσσης τῶν ἐν τῇ παρασυναγωγῇ ἐκείνῃ — ἦτο στρατεύσιμος, παρέμεινεν ὅμως ἐν Παρισίοις, ὡς καὶ πολλοὶ ἄλλοι, ἐπ’ ἀδείᾳ. Τοῦτο ἔλεγε τὸ δημοσίευμα τοῦ πατρὸς Μακκᾶ, ὅτι ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὡς καὶ ἄλλοι τοιοῦτοι ὑπαγόμενοι εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τῶν στρατευσίμων παρέμενον ἐν Παρισίοις ἐπ’ ἀδείᾳ. Ἦτο ἑπόμενον νὰ ἐξετάσω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ κατὰ πρῶτον πῶς αὐτός, στρατεύσιμος, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ τέκνα τῶν πραγματικῶν Ἑλλήνων εὑρίσκοντο ἐκεῖ ἔνθα εὑρίσκονται καὶ ὑφίστανται τὰς κακουχίας καὶ τὰς στερήσεις, τὰς ὁποίας οἱ δοκιμάσαντες μόνον ταύτας δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσι, πῶς υἱὸς καθηγητοῦ, ἄν δὲν ἀπατῶμαι...
§88ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Χρηματιστοῦ. Ὄχι καθηγητοῦ.
§89Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν)... πῶς ὁ στρατεύσιμος οὗτος μετ’ ἄλλων Ἑλλήνων τοιούτων, εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Πατρίδος του, τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀσπαίρει αὐτόχρημα ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἡ Πατρίς του; (χειροκροτήματα ραγδαῖα ἐκ τῆς αἰθούσης). Ἦτο ἑπόμενον νὰ συγκινηθῶ καὶ διηρώτων ἐμαυτόν, ἐὰν ὑπῆρξα ὑπαίτιος, ὥστε αὐτός, ὅπως καὶ οἱ ἄλλοι, νὰ παραμένωσι μακρὰν τῆς Πατρίδος ἐν πάσῃ εὐμαρείᾳ καὶ νὰ ἐλέγχωσιν, ὡς ἐλέγχουσι, τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἔσπευσα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ νὰ ἀναζητήσω τὶς εἶναι αὐτὸς ὁ Μακκᾶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον διαμένει ἐν Παρισίοις, καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι αὐτὸς ἦτο ὑπόχρεως εἰς στράτευσιν, ὤφειλε δὲ νὰ προσέλθῃ, ὅτε καὶ οἱ λοιποὶ Ἑλληνόπαιδες, εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀλλ’ ἔτυχε δεκαπενθημέρου ἀναβολῆς προσελεύσεως ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, τὴν μὴ διευθυνομένην παρ’ ἐμοῦ.
§90Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῦ προκατόχου σας;
§91Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Μάλιστα, τοῦ ἀμέσως προκατόχου μου.
§92Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦτο ἀνεψιός του.
§93Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἐπίστρατος Μακκᾶς, διετέλει ἐν Παρισίοις συνεπείᾳ διαταγῆς τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἐπὶ 15θήμερον ἀναβληθείσης τῆς προσελεύσεως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Καὶ διηρώτησα καὶ πάλιν ἐμαυτὸν, ἀπὸ πότε ἤρχισεν ἡ ἄδεια καὶ μέχρι πότε παρετάθη; Παρετάθη ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας. Ἔληξεν ἡ προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν νόμῳ ἢ μὴ θὰ ἐγνώριζε καὶ αὐτός, ἐὰν ἐδικαιοῦτο ἢ οὐ νὰ παραμείνῃ ἐν Παρισίοις, ἢ ἂν ἔγινεν ἢ οὐ ἀνυπότακτος. Ἔληξεν ἡ προθεσμία καὶ αὐτὸς ἐξηκολούθει νὰ διαπράττῃ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ φίλος μου κ. Βουλευτὴς εἶπεν, σχετικῶς ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἔκτισιν τῆς δεκαπενθημέρου ἀδείας, διὰ τῆς μὴ προσελεύσεώς του, πράγματι, αὐτὸς κατέστη νόμῳ ἀνυπότακτος καὶ ἑπομένως ἐκεῖνο τὸ δημοσίευμα, τὸ παρὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ δοθὲν εἰς τὴν δημοσιότητα διὰ τοῦ τύπου, δὲν ἦτο ἀκριβές, ἦτο ψευδὲς — καὶ τὸ λέγω, διότι ἐδήλωσεν οὗτος, ὅτι παρέμενεν ὁ υἱός του ἐκεῖ ἐπ’ ἀδείᾳ κανονικῇ, ὡς καὶ ἄλλοι φοιτηταί. — Κύριοι Βουλευταί, οἱ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν παραμένοντες πραγματικοὶ πολῖται διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους κάλλιον ἐμοῦ γνωρίζετε, διὰ λόγους ἐξ αὐτῆς τῆς ἀνωμαλίας προερχομένους, τοὺς ὁποίους γνωρίζομεν πάντες, διὰ λόγους εἴτε οἰκονομικῆς φύσεως, εἴτε συγκοινωνίας, εἴτε, δὲν γνωρίζω, ποίας ἄλλης φύσεως, ὑστέρησαν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης πολλοὶ τῶν πρώην βουλευτῶν, ἴσως δὲ μεταξὺ ἡμῶν ὑπάρχουσι καὶ τοιοῦτοι, ἔστω καὶ μεταξὺ τῶν ὑπαρχόντων ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ἠγέρθη μία φωνή, ὅτι καὶ περὶ τῶν Ἑλλήνων αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια εὐεργετική. Ταῦτα ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, προεκάλεσε Νομοθετικὸν Διάταγμα, τὸ τῆς 5ης Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον παρέσχεν, ὡς εἶπον, οὐχὶ ἄφεσιν, ἀλλ’ εὐκολίας εἰς τοὺς διαμένοντας εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ἵνα ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας αὐτῶν καὶ συμπληρώσωσι τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὸ στράτευμα, ἀκριβῶς, ἕνεκα τῆς ἀπουσίας αὐτῶν. Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐδημοσιεύθη τὴν 5ην Δεκεμβρίου 1915, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ὡς πάντες οἱ ἀκούσαντες τὰ λεχθέντα, συνεκινήθησαν, καὶ ἐγὼ συνεκινήθην τοσοῦτον, ὥστε ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπεν ἀμέσως νὰ καλέσω τοὺς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν παραμένοντας, πραγματικοὺς Ἕλληνας, ἐπαναλαμβάνω, —κατὰ τὴν 20 ἢ 22 Ἰανουαρίου, δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, — ὅπως προσέλθωσι πάντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἀνέγραφον δέ, ὅτι πρέπει νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῶν οἰκείων Πρεσβειῶν ἢ Προξενείων καὶ μετὰ τοῦτο νὰ ἐφοδιασθῶσιν ἐκεῖθεν διὰ φύλλων πορείας, ἵνα ἐμφανισθῶσιν ἐνταῦθα. Ὁ κύριος οὗτος, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται —καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀνακαλέσω τὴν φράσιν, διότι ἡ λέξις «κύριος» δὲν τοῦ ἀνήκει —ὁ περὶ οὗ πρόκειται, λοιπόν, ἄγνωστος εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ τοιαύτην διαγωγὴν ἐπιδειξάμενος καὶ ἀνάξιος νὰ ἀναφέρηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, δὲν γνωρίζω ἐὰν προσῆλθεν εἰς τὸν Πρεσβευτὴν τῆς Ἑλλάδος, ἵνα ἐκεῖθεν λάβῃ τὸ προσῆκον φύλλον πορείας καὶ παρουσιασθῇ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐκ τῶν ἐφημερίδων πληροφοροῦμαι, ὅτι παρουσιάσθη καὶ ἐζήτησε νὰ προσαγάγῃ πιστοποιητικὰ δικαιολογητικὰ τῆς μέχρι τοῦδε βραδύτητός του, καὶ ὅτι ὁ ἐν Παρισίοις Πρεσβευτὴς τῆς Ἑλλάδος ἠρνήθη νὰ δεχθῇ ταῦτα, καὶ δὲν ἦτο δυνατόν, ἢ ὁ Πρεσβευτὴς κ. Ρωμᾶνος νὰ ἀρνηθῇ. Ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται θὰ προσέλθῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ θὰ δώσῃ λόγον ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης διὰ τὴν μέχρι τῆς 25ης Δεκεμβρίου μὴ προσέλευσίν του. Ἐὰν ὅμως τοῦτο δὲν συμβῇ, μεθ’ ὅσα ἀκούονται καὶ λέγονται ἐναντίον αὐτοῦ, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τοιοῦτος Ἕλλην. (χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γενικευθείσης τῆς συζητήσεως, συνεπεία αἰτήσεως, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§95Γ. ΠΩΠ. Προτείνω ὁ λόγος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δημοσιευθῇ ἐπὶ λέξει εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, συγχρόνως δέ, ἐπιμελείᾳ τοῦ κ. Προέδρου, νὰ δοθῇ καὶ δημοσιευθῇ εἰς ὁλόκληρον τὸν τύπον, διὰ τοῦ δελτίου τοῦ Τύπου, ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν.
§96ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§97Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἔναυλοι εἶναι εἰς ὅλους μας οἱ λόγοι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐθλίβη ἡ ψυχή του, καὶ δεδικαιολογημένως πλήρως, εἶπεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἴπῃ ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης καὶ ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ὡς ἀνῆκον εἰς τὰς κορυφὰς τοῦ στρατεύματος. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἀνυποτάκτου καὶ φυγοστράτου. Εἶναι παρήγορον, μὰ τὴν ἀλήθειαν, διὰ τὸν τόπον μας, ὅτι ὅλα τὰ ἀσύστολα ψεύδη, αἱ θρασεῖαι ὕβρεις καὶ αἱ μυσαραὶ συκοφαντίαι ἐκ πάντων καὶ κατὰ κανόνα ἐστομοῦνται ἀπὸ ἀνθρώπους ἐπιλήσμονας τοῦ τιμιωτέρου καὶ ἱερωτέρου καθήκοντος πρὸς τὴν Πατρίδα. Μόνον ἄνθρωποι, μὴ ἔχοντες Ἑλληνικὴν τὴν ψυχὴν καὶ μὲ διεφθαρμένην τὴν συνείδησιν, φεύγουσι μακράν, ἵνα ἀπὸ τοῦ ἀσφαλοῦς καὶ κατὰ τὸν ἀνανδρώτερον τρόπον πλήττωσι τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα, τῆς ὁποίας εἶναι τὰ πλέον ἀνάξια τέκνα. (Εὖγε). Ἐγὼ πρῶτος πρὸ παντὸς ἐπιθυμῶ νὰ μάθω — καὶ ἀνυπόμονος εἶμαι διὰ τοῦτο, — ἐὰν τὰ ἔγκριτα δημοσιογραφικὰ φύλλα, τὰ ἐκδιδόμενα εἰς τόπον, ὅπου τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα καὶ αἱ θυσίαι, αἱ μεγάλαι, προκαλοῦσιν, ὅπως πάντοτε, καὶ τώρα τὸν θαυμασμόν, ἐάν, λέγω, τὰ ἔγκριτα δημοσιογραφικὰ φύλλα θὰ ἐξακολουθήσωσι νὰ φιλοξενῶσι τὰς ὕβρεις καὶ τὰς συκοφαντίας ἀνάνδρου φυγοστράτου...
§98Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτιμῶ πληρέστατα, Κύριοι, τοὺς λόγους καὶ τὰ αἰσθήματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀφωρμήθη, ὁ προαγορεύσας, ἵνα ἀνακινήσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀνεκίνησεν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάξιον τῆς περιωπῆς καὶ τῶν ἀσχολιῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου νὰ συζητῇ, καὶ μάλιστα μὲ τοιαύτην ἔκτασιν, περὶ ἑνὸς φυγοστράτου οἱουδήποτε, ἀθετήσαντος τὸν ὅρκον του πρὸς τὴν Πατρίδα καὶ ὑβρίσαντος τὸν Βασιλέα του καὶ τὰς καθεστηκυίας ἀρχὰς τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀνήκουστον, διότι εὑρέθη εἷς φυγόστρατος, διαμένων ἐν Παρισίοις καὶ ὑβρίζων τὸν Βασιλέα του, νὰ ἀναγινώσκωνται αἱ ὕβρεις αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ γίνωνται αὗται ἀντικείμενον συζητήσεως. Καὶ διὰ τίνα λόγον; Πρὸς τίνα σκοπόν; Ἀλλὰ προβαίνω περαιτέρω καὶ ἀποκρούω τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία καὶ ἐξετάθη εἰς ἔδαφος ἄλλο καὶ ἐξετράπη τοῦ προσήκοντος. Διότι ἀπὸ τῆς ἀφετηρίας ἐκείνης τῶν λιβέλλων τοῦ φυγοστράτου, ἀφετηρίας ἡ ὁποία ἔσχεν ἀναμφισβητήτως εὐγενῆ τὴν ἀφορμὴν παρὰ τῷ κυρίῳ συναδέλφῳ, ἐξωθήθημεν εἰς ὑπερβασίας γενικωτέρας περὶ τῶν ἔξω Ἑλλήνων καὶ εἰς κρίσεις καὶ ἀδίκους καὶ ἀστόχους. Καὶ ὑποθέτω, ὅτι εἰς τὰς ὑπερβασίας αὐτὰς δὲν συνεκράτησεν, ὅσον ἔδει, ἑαυτόν, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν εἶναι ὀρθόν, Κύριοι, νὰ γίνεται λόγος περὶ τῶν ἔξω τοῦ Κράτους Ἑλλήνων καὶ συγχρόνως νὰ γίνωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπαινιγμοὶ καὶ διακρίσεις μεταξὺ πραγματικῶν Ἑλλήνων καὶ μὴ πραγματικῶν Ἑλλήνων καὶ νὰ ἀφήνεται τοιουτοτρόπως νὰ νοηθῇ, ὅτι οἱ ἔξω Ἕλληνες, οἱ ἁπανταχοῦ Ἕλληνες, ἡ πολύτιμος αὕτη ἐθνικὴ δύναμις, χαρακτηρίζονται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἄνευ τινος διαμαρτυρίας, ὡς μὴ Ἕλληνες...
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶπε κανεὶς αὐτά.
§100Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Διαμαρτύρομαι μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς ψυχῆς μου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοηθῇ κἄν, ὅτι ἐποιήσαμεν διάκρισιν μεταξὺ πραγματικῶν καὶ μὴ πραγματικῶν Ἑλλήνων. Ἔχω λόγους ἐγώ, ὡς καὶ πάντες, νὰ ἐκτιμῶμεν τοὺς ἔσω καὶ τοὺς ἔξω Ἕλληνας. (χειροκροτήματα).
§101Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χαίρω πολὺ διὰ τὴν δοθεῖσαν ἐξήγησιν. Πρέπει ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας συνάδελφος, ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός, χαρακτηρίσας ὡς παρασυναγωγὴν τὴν ἐν Παρισίοις συνέλευσιν τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, καὶ αἱ φωναί, αἱ ὁποῖαι ἠκούσθησαν ἀπὸ τῆς αἰθούσης, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε ἦτο δυνατὸν νὰ πιστευθῇ ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦσαν διατεθειμένοι νὰ παρεξηγήσωσι τὴν γενομένην συζήτησιν, ἦτο, λέγω, δυνατὸν νὰ πιστευθῇ, ὅτι εὗρον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀπήχησιν ἐκεῖνα τὰ δημοσιεύματα, τὰ ὁποῖα ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐν Παρισίοις συνελεύσεως ἐπλήρωσαν τὴν Ἑλληνικὴν ἀτμόσφαιραν κατὰ τῶν ἔξω Ἑλλήνων. Δυστυχῶς ὅμως καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν ἐδίστασε νὰ χαρακτηρίσῃ ἀπὸ τοῦ ἐπισήμου βήματος τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου, ὡς παρασυναγωγὴν τὴν ἐν Παρισίοις συνέλευσιν, καὶ μὴ Ἕλληνας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντεπροσωπεύθησαν παρ’ αὐτῆς. Δὲν ἐπιδοκιμάζω, Κύριοι, τὸν χαρακτηρισμὸν τοῦτον. Ἀποκρούω δὲ ὅσα ὑπεννοήθησαν ἢ ἐλέχθησαν περὶ πραγματικῶν καὶ μὴ Ἑλλήνων, ἐν σχέσει πρὸς τὴν συνάντησιν ἐκείνην. Ἐγὼ αὐτὸς ἀποδοκιμάζω καὶ κατακρίνω μετὰ πάσης αὐστηρότητος τὴν μορφὴν τοῦ διαβήματος αὐτῶν καὶ τὴν ἀνευλάβειαν, τὴν ὁποίαν ἔδειξαν οὗτοι δι’ αὐτοῦ πρὸς τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ ἀμφισβητήσω οὔτε τὰ αἰσθήματα αὐτῶν, ὡς Ἑλλήνων, οὔτε τὴν ἀξίαν καὶ τὴν χρησιμότητα αὐτῶν, ὡς δυνάμεως ἐθνικῆς.
§102Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταλέγωμαι μεταξὺ τῶν ἔξω Ἑλλήνων, αἱ περιστάσεις ὅμως μὲ ἔφεραν πρόσφυγα καὶ ἀπὸ πρόσφυγα μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν αἱ Νέαι Χῶραι, ἐκτιμῶσαι τὴν ταπεινὴν δρᾶσίν μου, νὰ μὲ στείλωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κοινοβούλιον ἄγαν ἐπιεικῶς, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ λάβω τὴν ὑψίστην τιμὴν νὰ παρακαθήσω μετ’ ἄλλων συναδέλφων ἐντὸς τοῦ ἱεροῦ τούτου περιβόλου. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ πάλλῃ ἡ καρδία μου καὶ νὰ συμπάσχῃ μετὰ τῶν ἀδελφῶν μου ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων ἐγεννήθην καὶ ἀνετράφην καὶ ἔζησα ἐν Τουρκίᾳ. Ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἔξω Ἑλλήνων, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ χωρίσητε αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνας.
§103ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τοὺς ἐχωρίσαμεν.
§104Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ὅλοι σας ἀνεγνώσατε εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐν Παρισίοις συνεκροτήθη ἕν συνέδριον ὑπὸ ἀντιπροσώπων τῶν ἔξω Ἑλλήνων.
§105Κ. ΑΙΓΕΙΑΛΙΔΗΣ. Πῶς τοὺς λέγετε ἀντιπροσώπους; Ποῖος τοὺς διώρισε;
§106Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Περιμένετε νὰ σᾶς εἴπω. Τὰ παρηκολούθησα περισσότερον ἀπὸ σᾶς, διότι παρεσύρθη τὸ ὄνομα τῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ Ἑλλήνων ψευδῶς, ἀνευλαβῶς, κιβδήλως. Περὶ τούτου πρόκειται. Ἀκριβῶς, λοιπόν, παρεξηγήθη τὸ ὄνομα τῶν ἀκραιφνεστέρων Ἑλλήνων, καὶ ὁμιλῶ περὶ τῶν Μικρασιατῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ ἕξ αἰῶνας διετήρησαν ἀλώβητον τὴν ἐθνικὴν παρακαταθήκην, τὴν γλῶσσαν καὶ τὸν ἐθνισμόν των, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὸ κράτος μαύρης δουλείας, οἱ ὁποῖοι ὑπὸ τὸ Κράτος πιέσεων καὶ κακώσεων ἀπολυταρχικοῦ καθεστῶτος, κατώρθωσαν νὰ διατηρήσωσιν ὑψηλὰ τὸ γόητρον, ὑψηλὰ τὴν ἐθνικήν των ἀποστολὴν καὶ συνείδησιν. Ὅστις ἐπεσκέφθη τὰ κυριώτερα τῆς Τουρκίας μέρη, τὴν Σμύρνην, τὴν Θεσσαλονίκην ἄλλοτε, θὰ ἐνθυμῆται τί ἐγένετο ἐκεῖ καὶ πῶς ὁ Ἑλληνισμός, συγκεκροτημένος καὶ κατ’ ἰδίαν, κατώρθωσε νὰ διατηρήσῃ τὸν ἐθνισμόν του. Αὐτὸν τὸν Ἑλληνισμὸν τὸν παρέσυραν ψευδῶς ἐν Παρισίοις, αὐτὸν τὸν Ἑλληνισμόν, ὄχι τὸν μεταβάντα ἐν Γαλλίᾳ καὶ λησμονήσαντα τὴν γλῶσσαν του καὶ ξυρίσαντα τὰ μυστάκιά του. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς μεταξὺ αὐτῶν. Ἐπειδὴ ἐγράφη, ὅτι ἀντεπροσωπεύθησαν καὶ οἱ Ἕλληνες τῆς Μ. Ἀσίας ἀπὸ κἄποιον κύριον ἄγνωστον πρὸς ἡμᾶς, ὅταν δὲ τολμῶ νὰ λέγω ἄγνωστον πρὸς ἐμέ. Θὰ εἶναι ἀγνωστότερος πρὸς ὅλους τοὺς ἄλλους, διότι ἡμεῖς παρηκολουθήσαμεν τὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν τῶν μεγάλων πατριωτῶν, τῶν μέσα καὶ ἔξω, καὶ ἔχομεν πικρὰν πεῖραν τῆς διαγωγῆς των εἰς ὅλα τὰ κέντρα, εἰς ἃ εὑρέθησαν αὐτοὶ οἱ πατριῶται. Ἔρχομαι, λοιπόν, νὰ διαμαρτυρηθῶ — καὶ δὲν ἔρχομαι μόνον νὰ διαμαρτυρηθῶ ὡς ἐκπροσωπῶν τὰς σκέψεις ὅλων τῶν ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ Ἑλλήνων διὰ τὴν κιβδηλοποίησιν τοῦ φρονήματός των καὶ τὴν ψευδῆ ἀντιπροσωπείαν, τὴν ὁποίαν ἐξ ὑφαρπαγῆς, ἢ μᾶλλον ἐν ἀγνοίᾳ των, κἄποιος κύριος ἰδιοποιήθη — ἀλλὰ προκαλῶ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Σεβαστὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εἴπῃ, ἂν οἱ πρόσφυγες ἐν Μιτυλήνῃ καὶ οἱ πρόσφυγες ἐν Χίῳ ἔστειλαν ἐκθέσεις διαμαρτυρίας διὰ τὴν κιβδηλείαν καὶ ἰδιοποίησιν τοῦ ὀνόματός των ἐν Παρισίοις, καὶ ἐκφράζοντες τὴν ἀφοσίωσίν των εἰς τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Βασιλέα. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε: ἔχετε τοιαύτας ἐκθέσεις;
§107ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐλάβομεν ἓν τηλεγράφημα ἐκ Μυτιλήνης, ἐν ᾧ διάφοροι Ἕλληνες διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀντιποιήσεως τῆς ἀντιπροσωπείας των παρὰ τῶν ἐν Παρισίοις συνελθόντων Ἑλλήνων.
§108Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἰδού, Κύριοι, αὐτὸ μὲ ἐνδιαφέρει, διότι αὐτὸ ἤθελον νὰ ὑποστηρίξω, καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Δημητρακόπουλος, οὗ ἐκτιμῶ ἄγαν τὰς γνώμας, νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι ὅλα τὰ ζητήματα τόσον μικρά, ἢ ζητήματα προερχόμενα μόνον ἐκ τῆς initiative ἑνὸς προσώπου, ἀλλ’ ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ προσώπου κρύπτονται ἄλλοι, οἵτινες συκοφαντοῦν τὴν Πατρίδα.
§109Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἂν πρῶτος ἐγὼ ἐζήτησα νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, δὲν εἶναι βεβαίως, διότι ἠθέλησα νὰ εὐρυνθῇ ὁ λόγος ἐν μέσῳ τῶν πατριωτῶν τῆς αἰθούσης ταύτης ἐπὶ τοῦ Παρισινοῦ σκανδάλου. Τὴν πρᾶξιν τοῦ ἐν Παρισίοις ὑβριστοῦ ἐπαξίως ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἀρκετὰ δ’ ἐλέχθησαν, ὥστε νὰ μὴ προσήκῃ πλέον νὰ προστεθῇ οὐδὲ λέξις. Ἐζήτησα νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, διότι καὶ ὑπὸ γενικωτέραν τινὰ μορφὴν παρουσιάζετο τὸ ὀλίσθημα. Παραπονούμεθα κατὰ τῶν Ἑλλήνων τοῦ ἐξωτερικοῦ, διότι ἀσεβοῦσι πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ διότι τὴν ὑβρίζουσιν.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὰ εἶπε; (Διαμαρτυρίαι).
§111Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ πῶς; Μία γενικότης ὁπωσδήποτε δὲν ἐδόθη δι’ ὅσων πρὸ μικροῦ ἐλέχθησαν;
§112ΦΩΝΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§113Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περιττὸν ἄλλως τε νὰ διαμαρτύρεσθε, διότι συμφωνῶ πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οἱ Ἕλληνες εἰσὶ πανταχοῦ πατριῶται. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζει....
§114Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ μεμονωμένου προσώπου, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀσχολῆται περὶ αὐτοῦ.
§115Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προσήκει ὑπόνοια οὐδ’ ἡ παραμικρὰ περὶ τῶν αἰσθημάτων τοῦ ὅλου ἔξω Ἑλληνισμοῦ. Εἶναι γνωστὸν ἀπὸ αἰώνων ἤδη, ὅτι, ἐὰν διετηρήθη ἡ Ἑλλὰς, δὲν διετηρήθη ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων μόνον τῆς ἐλευθέρας γωνίας, ἀλλὰ τῇ συνδρομῇ τῶν ἔξω Ἑλλήνων καὶ διὰ τῶν ὑπερανθρώπων αὐτῶν ἀγώνων. Δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διὰ νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἐν Παρισίοις προσώπου. Ἀλλ’ ἵνα μὴ παραξενευθῆτε ἐκ τῆς παρατηρήσεώς μου, ὅτι τὸ κακὸν τῆς ἀσεβείας του δὲν εἶναι μοναδικόν....
§116Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ. Ἡμεῖς ὅμως δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκούωμεν αὐτὰ τὰ πράγματα.
§117Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. .. παρατηρήσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται ἐν μέσαις Ἀθήναις, ἔνθα ἀστυνομία Ἀγγλογαλλική....
§118ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὶ εἶναι αὐτά;
§119Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. .. εὗρεν οἰκήματα Ἑλλήνων πολιτῶν διὰ νὰ κατοικήσῃ ἐν αὐτοῖς, διότι συμπολῖται ἡμῶν τῇ τὰ ἐμίσθωσαν, καὶ εὗρεν ἴσως Ἕλληνας διὰ νὰ λειτουργήσῃ. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ φαινομένου μάλιστα, ποίαν ἐξήγησιν δίδει ἡμῖν ἡ Κυβέρνησις; Καθὼς ἤθελον σᾶς ἐρωτήσῃ τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις, λ. χ. καὶ εἰς τὴν Αἴγυπτον, ὅταν κατηγορήθησαν αἱ ἀρχαὶ αἱ Προξενικαὶ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι μετέσχον καὶ αὐταὶ τῶν γνωστῶν ἐκείνων κατὰ τῆς ἐθνικῆς πολιτικῆς παρεκτροπῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκεῖθεν μᾶς κατηγγέλλοντο; Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας, ὁ ὁποῖος ἐπηρώτησε τὸν κ. Ὑπουργὸν διὰ τὰ ἐν Παρισίοις, ἴσως θὰ εἶχε πράξῃ καλῶς, ἐὰν εἶχε προσθέσῃ τὴν παρατήρησιν νὰ κατετίθετο ὁ φάκελλος τοῦ ὅλου ζητήματος, τοῦ ἀφορῶντος εἰδικῶς τὴν στάσιν ἐκείνην τοῦ Ἑλληνισμοῦ τῆς Αἰγύπτου, τὰ θλιβερὰ ἐπεισόδια τὰ ἐκεῖ γεννηθέντα. Διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατηγορεῖ τις τοῦ κ. Μακκᾶ....
§120Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι κύριος.
§121Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριος εἶναι, δὲν εἶναι κυρία. Λοιπόν, ὀφείλω νὰ τὸν εἴπω κύριον καὶ θέλω νὰ παραστήσω, ὅτι, ἐὰν ὁ νέος αὐτὸς παρεσύρθη, ὥστε νὰ γράψῃ κατὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ Σεπτῶν Ἑλληνικῶν προσώπων ὅσα ἀνεγνώσθησαν ἡμῖν, εἶναι διότι περισσότεροι τοῦ ἑνὸς εἶχον ἤδη πρὸ αὐτοῦ παρασυρθῆ, ὁπόταν δὲν εἴδομεν οὐδὲν ἀπολύτως μέτρον νὰ ληφθῇ ἐξ ὅσων ἠδύναντο νὰ θέσωσι φραγμὸν εἰς τὸ κακόν. Ὑβρίζετο, καὶ δὴ ὄχι ἁπλῶς, διὰ τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ὁ κύριος οὗτος, ὑβρίζετο τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἀπάτριδες ἐκεῖ ἠσέβουν τόσον κατὰ τῆς Μεγάλης Ἐκείνης Κυρίας, ἡ ὁποία ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ νὰ δώσῃ βλαστοὺς εὐγενεῖς καὶ εὐχύμους εἰς τὴν ἔνδοξον ἡμῶν Δυναστείαν, ὡμίλουν περὶ Αὐτῆς μὲ λέξεις, ἃς αἰσχύνομαι νὰ ἐπαναλάβω... (Θόρυβος καὶ φωναί: Τὶ εἶναι αὐτά;)
§122Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφώναζον οἱ ἀπάτριδες: κάτω ἡ Δράγα... (Νέαι διαμαρτυρίαι ἐξ ὅλης τῆς αἰθούσης).
§123ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κάτω. Κάτω. (Θόρυβος καὶ κωδωνοκρουσίαι τοῦ κ. Προέδρου ἐμποδίζουν νὰ ἀκουσθοῦν αἱ λέξεις τοῦ ρήτορος).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπω, κ. Βουλευτά, νὰ ἐξακολουθήσητε τὸν λόγον.
§125Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ἐπιχειρεῖ νὰ ὁμιλήσῃ).
§126ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ, διότι θὰ διακόψω τὴν συνεδρίασιν. (Ἐξακολουθοῦν αἱ φωναί: Κάτω. Κάτω).
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 7 καὶ 30′ μ. μ.)
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ συνεδρίασις.
§130Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον, ἐπὶ ζητήματος Κανονισμοῦ. Ἡ συζήτησις, καθ’ ἣν ἔλαβεν ἔκτασιν, μοὶ ὑπέμνησε τὰς ὑποχρεώσεις τῆς Βουλῆς κατὰ πρῶτον πρὸς τὸν Κανονισμόν, ἄνευ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Σώματος. Ἐγειρομένου ζητήματος Κανονισμοῦ, προέχει ἡ συζήτησις, καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Συνάδελφον, νὰ μοὶ παραχωρήσῃ τὴν θέσιν του, καὶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐπιτρέψῃ, ἵνα ἑρμηνευθῇ ὁ Κανονισμός. Ἑρμηνευτὴς καὶ εὐλαβὴς τηρητὴς τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἐξαιτοῦμαι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§132Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, κ. Βουλευταί, ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἀπηύθυνε τὴν ἐρώτησιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀπαντήσῃ ἐπὶ ὡρισμένου θέματος, ἂν ὑφίστατο στρατιωτικὴ ὑποχρέωσις ἐκείνου, ὅστις, ἐπιλανθανόμενος τῆς Ἑλληνικῆς αὑτοῦ ἰδιότητος, ἐλιβελλογράφησε κατὰ τῆς Πατρίδος, κατὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος καὶ κατὰ τῆς Ἀληθείας, εὑρίσκετο ἐν τῷ δικαιώματί του, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπήντησεν. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ἀπὸ τῆς θέσεώς μου, ἄνω ἐκεῖ, εἶπον, ὅτι δὲν προσήκει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος τῶν Ἀντιπροσώπων τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκταθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοιούτου ζητήματος, εἴτε ἐπρόκειτο περὶ ἀναξίου προσώπου, τὸ ὁποῖον ὅσα ἠκούσθησαν ἐκ Παρισίων ἔλεγεν, εἴτε περὶ Ἑλληνικῶν Κοινοτήτων, αἵτινες, βεβαίως, ἐπλανήθησαν ἀξιοθρηνήτως, ἀλλὰ τῶν ὁποίων ἡ Ἑλληνικὴ ἰδιότης δὲν ἀπεβλήθη. Καὶ ἐχώρησεν ἡ συζήτησις μέχρι τοῦ σημείου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐφρόνουν, ὅτι ἔπρεπεν ἐπὶ τέλους νὰ ζητηθῇ ἡ τήρησις τοῦ Κανονισμοῦ. Ποῖον ἦτο τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας; Εἰς ποίαν τάξιν τοῦ Κανονισμοῦ ὑπεβάλετο; Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς διῄρεσε τὰ στάδια τοῦ ἐλέγχου εἰς τρία: εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἀναφορῶν, εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐρωτήσεων καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐπερωτήσεων καὶ περιώρισε τὸν χρόνον τῆς συζητήσεως, τάξας ἡμίσειαν μὲν ὥραν διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ζητήματος τῶν ἀναφορῶν, ἴσως κυριολεκτικῶς θὰ ἔλεγέ τις «ἐκμετάλλευσιν», καὶ μετὰ τὸ πρῶτον χρονικὸν ὅριον ἡμισείας ὥρας...
§133Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὑβρίζετε, κ. Βουλευτά, ὅλους τοὺς συναδέλφους.
§134Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγετε, ἀξιότιμε κύριε συνάδελφε. Θέλω νὰ ἐξηγηθῶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐγώ, ὁ ὁποῖος εὐλαβοῦμαι τὸ Σῶμα, δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω τὴν στιγμὴν ταύτην τι, ὅπερ νὰ ἦτο μειωτικὸν αὐτοῦ. Ἀκριβῶς, διότι εὐλαβοῦμαι τὸ Σῶμα καὶ τοὺς ἐκπροσώπους, ἐννόουν, δι’ ὅσων εἶπον, νὰ μὴ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοιοῦτον χαρακτηρισμὸν τοῦ ἔργου ἡμῶν. Καὶ ἐξακολουθῶ. Μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πρώτου χρονικοῦ σταδίου τῆς ἡμισείας ὥρας, ἔρχεται τὸ δεύτερον, τὸ τεταγμένον ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ Κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει τὰ ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «Ἐν ἀρχῇ ἑκάστης συνεδριάσεως ὁ Πρόεδρος διατάσσει ν’ ἀναγνωσθῶσι κατὰ τὴν τάξιν τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν αἱ ἁπλαῖ ἐρωτήσεις, αἱ ἀναγεγραμμέναι εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Συνεδριάσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἀπαντᾷ ἀμέσως, ἐκτὸς ἂν δηλώσῃ ἢ ὅτι ἀδυνατεῖ νὰ ἀπαντήσῃ, ἢ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἀπάντησιν διά τινα ὁριζομένην ὑπ’ αὐτῆς ἡμέραν. Εἰς τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐφ’ ἑκάστης ἐρωτήσεως ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἐρωτῶντα μόνον ν’ ἀπαντήσῃ, διὰ νὰ δηλώσῃ ἂν ἡ ἀπάντησις ἦτο ἡ δέουσα εἰς τὴν ἐρώτησίν του». Τὸ χρονικὸν διάστημα ἑκάστης συζητήσεως ἐρωτήσεως ἢ ἀναφορᾶς ἑκάστου Βουλευτοῦ, εἶναι πέντε λεπτά, τὸ χρονικὸν δὲ διάστημα τῆς ἐν γένει συζητήσεως τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐρωτήσεων, εἰς ὅλας τὰς ἡμέρας καθωρίσθη ἡμίσειαν ὥραν διὰ τὰς ἀναφορὰς, ἡμίσειαν καὶ διὰ τὰς ἐρωτήσεις. Ἀλλὰ μετὰ τὸ πέρας τούτων, ἐφρόνουν, ὅτι, καίτοι τοσοῦτον ἐθίγοντο διὰ τοῦ συζητουμένου θέματος τὰ αἰσθήματα καὶ τὰ ἰδεώδη τῆς Ἑλληνικῆς Φυλῆς καὶ ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔδει νὰ ζητηθῇ πρὸς συζήτησιν καὶ καθορισθῇ ἄλλη ἡμέρα. Διότι, ἐὰν ἡμεῖς παρεβιάζομεν πρῶτοι τὸν Κανονισμόν, ἡμεῖς θὰ ἐδίδομεν τὸ σύνθημα οὐχὶ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ Ἐθνικοῦ Σώματος ἐν τῇ Ἐθνικῇ συνειδήσει. Καὶ ἐφρόνουν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, ἀλλ’ ἤκουσα, παραδόξως, ἐκφερομένην τὴν γνώμην ἢ πρότασιν ἢ καὶ σιωπηρὰν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς πρὸς γενίκευσιν τῆς συζητήσεως, καὶ ἡ παραβίασις αὕτη τοῦ Κανονισμοῦ ἔφερε τὴν ἐκτροπὴν ταύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠκούσθη θορυβοῦσα τοσοῦτον ἡ Βουλὴ καὶ ἀποδοκιμάζουσα οὐχὶ τὰς ἀγαθὰς προθέσεις τοῦ ἐντίμου συναδέλφου ἐξ Ἀττικοβοιωτίας, ἀλλὰ τὴν εἰδεχθῆ λέξιν, ἡ ὁποία ἀστοχήσασα ἐξηνέχθη. Ἀλλ’ ἀρξαμένης οὕτω πρέπει νὰ χωρήσῃ τοιαύτη συζήτησις; Ἐὰν ὑπάρχουσι συνάδελφοι φρονοῦντες τοῦτο, ἂς ὑποβάλωσιν ἐπερώτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ἂς ὁρισθῇ ἡ ἡμέρα, ἡμέρα ἥτις καθωρίσθη, ἡ ἡμέρα τῆς Δευτέρας ἢ ἡ ἡμέρα τῆς Πέμπτης. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεων, λέγει: «Ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων γίνεται τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Πέμπτην, ἀλλ’ ἐπιτρέπεται τότε καὶ γενίκευσις τῆς συζητήσεως, ὅτε τὸ χρονικὸν ὅριον τῆς τοιαύτης συζητήσεως ἐπεκτείνεται ἐπ’ ἀόριστον, μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξαντληθῇ ὅλον τὸ θέμα καὶ μέχρι τοῦ σημείου νὰ ματαιοῦται τὸ Νομοθετικὸν ἔργον (ἀναγινώσκει): «Γενικὴ συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ, ἐὰν αἰτήσωσι τοῦτο, ὁ ἐπερωτώμενος Ὑπουργός, ἢ ἐγγράφως δέκα τοὐλάχιστον βουλευταί». Ὅταν ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς λαμβάνεται ἐναντίον τοῦ Κανονισμοῦ, εἶναι ἔκνομος ἀπόφασις. Δύνασθε νὰ ζητήσητε τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, διότι ὁ Κανονισμὸς εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ πρὶν ἢ προηγηθῶσιν αἱ διατυπώσεις τῆς ὑποβολῆς τῆς περὶ μεταβολῆς προτάσεως, καθὼς ὥρισεν ὁ Κανονισμὸς, πᾶς τις, ὅστις λέγει ἢ τολμᾷ νὰ λέγῃ ἢ φρονῇ, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δύναται διὰ τῆς θελήσεως τῆς ψήφου, ἔστω καὶ 330 βουλευτῶν, νὰ ἀνατρέψῃ τὸν Κανονισμόν, διαπράττει τὴν μεγίστην ὕβριν κατὰ τοῦ Σώματος καὶ συγκλονίζει τὰ θεμέλια τῆς Πολιτείας. Τί λέγει τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Κανονισμοῦ; (ἀναγινώσκει): «Ἡ συζήτησις περιορίζεται μεταξὺ τοῦ ἐπερωτῶντος καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἐπὶ τοῦ ὡρισμένου τῆς ἐπερωτήσεως θέματος, ἀπαγορευομένης τῆς συζητήσεως ἐπὶ παντὸς ἄλλου θέματος, εἴτε ὁμοίου, εἴτε συναφοῦς, ὁπωσδήποτε...». Τονίζω τὴν λέξιν «συναφοῦς», διότι ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς συναφείας παρουσιάσθη εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν ἡ κατάστασις, ἥτις καὶ σήμερον ἐξειλίχθη κατ’ ὀλίγον διὰ τῆς μεθόδου τῆς συναφείας. (ἀναγινώσκει): «Γενικὴ συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ, ἐὰν ὁ ἐπερωτώμενος Ὑπουργὸς ἢ ἐγγράφως δέκα, τοὐλάχιστον, βουλευταὶ αἰτήσωσι τοῦτο».
§135Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁμιλεῖ περὶ ἐπερωτήσεως.
§136Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως. Ἔχομεν, λοιπόν, τὴν ἀναφοράν, τὴν ἐρώτησιν καὶ τὴν ἐπερώτησιν. Εἴχομεν νῦν ἐπερώτησιν; Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐπερώτησις, προηγήθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κανονισμός, ἡ ἔγγραφος αἴτησις δέκα βουλευτῶν; Καὶ εἶναι ἡ ἡμέρα, ἡ Πέμπτη ἢ ἡ Δευτέρα; Ἂν ἡ ἡμέρα ἦτο τῶν ἐπερωτήσεων, θὰ ἐζητεῖτο ὑπὸ δέκα βουλευτῶν, τοὐλάχιστον, ἐγγράφως ἡ γενίκευσις τοῦ ζητήματος, καὶ τότε αὐτοδικαίως θὰ ἤρχετο ἡ τοιαύτη γενίκευσις τῆς συζητήσεως. Αὐτὸς εἶναι ὁ Κανονισμός. Καὶ ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τοὺς κυρίους ἀντιπροσώπους, ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι δύνανται καὶ ὀφείλουν νὰ δίδωσι τὴν προσήκουσαν κατεύθυνσιν ἐπὶ παντός, καὶ τοιούτου μάλιστα ζητήματος, ἵνα τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ἐξ εὐλαβείας κἄν πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἀλλὰ ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τοὺς κ. Συναδέλφους, λέγων, ὅτι καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχε Κανονισμός, τοιαῦτα ἀπεριφράστως καὶ σαφῶς ὁρίζων, ὑπάρχει ὁ ἄλλος, ὁ ἄγραφος κανονισμὸς τῶν καθηκόντων ἡμῶν πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, ὅστις ἐπιβάλλει εἰς τοιαύτην συζήτησιν νὰ τεθῇ τέρμα. Καὶ μετὰ τὴν ἔκκλησιν πρὸς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς καὶ τοὺς κ. Συναδέλφους, ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ λέγω: Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμόν. Ἐφαρμόσατε τὸν Κανονισμόν, ἂν θέλετε νὰ ἔχητε Σῶμα ἀντιπροσώπων εἰς ἥν περιωπὴν ἔταξεν αὐτὸ ἡ Πολιτεία καὶ ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἑλληνισμοῦ.
§137Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Κατὰ τίνος νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμόν; Κατὰ τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου;
§138Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς κατ’ αὐτῆς... Θὰ εἴπῃ ὁ κ. Πρόεδρος: Ἐξαντληθέντος τοῦ δικαιώματος τῆς Βουλῆς, ἵνα συζητήσῃ πλειότερον τῆς μιᾶς ὥρας ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐρωτήσεων, μεταβαίνει ἡ Βουλὴ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θὰ μεταβῶμεν ἀμέσως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ εἰς τὸ ἔδαφος τῆς τάξεως καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ἄλλος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ;
§140Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλος τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, εἰ μὴ ὁ ἐρωτῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁ ἐρωτώμενος. Ἀνάμιξιν ἄλλων βουλευτῶν εἰς ἐρωτήσεις τοιαύτας δὲν ἐπιτρέπει ὁ Κανονισμός, καὶ βεβαίως ὑπῆρξε σύγχυσις ἐκ μέρους μερικῶν συναδέλφων, φρονούντων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γενικευθῇ ἡ τοιαύτη συζήτησις. Μόνον εἰς τὸ ἄρθρον 56, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς ἐπερωτήσεις, ποιεῖται μνείαν ὁ Κανονισμός, ὅτι γενικεύεται ἡ συζήτησις, ἂν ζητήσωσι τοῦτο δέκα Βουλευταί. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ προβῶμεν εἰς ἄλλα θέματα, διότι ἐπεραιώθη ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας Βουλευτοῦ.
§141Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, κ. Πρόεδρε... (Θόρυβος).
§142Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νὰ ἐξηγηθῇ, κ. Πρόεδρε, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐξηγήσῃ ὅ,τι ἀφηγήθη.
§143Γ. ΠΩΠ. Ἀφήσατε τὸν κ. Συνάδελφον, νὰ ἑρμηνεύσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ παρ’ αὐτοῦ λεχθέντα.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξακολουθήσατε, κ. Μητσόπουλε, ἐπὶ τοῦ θέματος, διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ὁποίου ἀπεφάνθη ἡ Βουλή.
§145Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἡ ἱερὰ εὐλάβεια, ἡ εὐλαβὴς καὶ ὑπερτάτη ἀγανάκτησις μετὰ τῆς ὁποίας ἠκούσατε τὰς λέξεις τῶν ἀσεβῶν, τὰς μὴ ἐξελθούσας τοῦ στόματός μου, εἰ μὴ μόνον διὰ τὴν σκληρὰν ἀπεικόνισιν τοῦ κακοῦ ἕως ἐκεῖ ὅπου πράγματι ἔχει φθάσει, εἶνε ἀγανάκτησις καὶ ἰδική μου ἐπίσης. Εἶνε ἴσως ἀνάγκη ἡ ἀλήθεια νὰ ὁμολογῆται. Καὶ λέγω τοῦτο, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ τις, ὅστις δὲν παύηται σκανδαλίζων τὰ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν πνεύματα, — καὶ τὸν γνωρίζετε ποῖος εἶναι — δὲν βλέπω ὅμως οὐδαμοῦ ἐπεμβαίνουσαν τὴν ἐξουσίαν, ἵνα προλάβῃ τὴν ἐπέκτασιν, τὴν ὁποίαν παρατηροῦμεν σήμερον, τοῦ κακοῦ, ἀπὸ τῆς Αἰγύπτου μέχρι τῶν Παρισίων. Οἱ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι — πιστεύσατε τὸ λεγόμενον— δὲν εἶναι ξένοι τῆς μομφῆς, ὅτι πολλαχοῦ ἄφησαν τὸ κακὸν νὰ κορυφωθῇ. Ἡ εὐλαβὴς ὑμῶν ἀγανάκτησις μὲ πείθει, ὅτι αἰσθάνεσθε καὶ ὑμεῖς αὐτοί, ὁποία ἀνάγκη ὑπῆρχε, κατὰ τὴν γνώμην καὶ ὑμῶν, νὰ ἐπεδεικνύετο περισσότερον σθένος ἐκ μέρους καὶ τῆς τέως καὶ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ὅταν ἔβλεπον, ἰδίως εἰς τὴν Αἴγυπτον, (ὁμιλῶ περὶ τῆς Αἰγύπτου, διότι καὶ ὁ Μακκᾶς ἐκεῖ ζῇ) ὅταν ἔβλεπον, λέγω, τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἑλλάδος νὰ πρωτοστατῶσιν εἰς τὰς πολυθρυλήτους κινήσεις, τὰς προσλαβούσας θορυβωδῶς ἀνθελληνικὸν καὶ ἀντιδυναστικὸν χαρακτῆρα. Ἐκ δὲ τοῦ στόματός μου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξήρχετο λέξις, ἡ ὁποία νὰ ἐδείκνυεν ἄλλο τί, ἢ τὴν κοινήν, καὶ ὑμῶν καὶ ἐμοῦ λατρείαν πρὸς τὴν ὑπερτάτην, — τὸ εἶπον καὶ πρότερον — Ὕπαρξιν, πρὸς τὴν Μεγάλην Κυρίαν, ἡ ὁποία νομίζει κανείς, ὅτι ἦτο προητοιμασμένη διὰ τὸν Ἑλληνισμὸν ὑπὸ τοῦ Οὐρανοῦ, ἡ ὁποία ἐναστάλγει, καὶ πρὶν ἢ γνωρίσῃ, τὴν Ἑλλάδα.... (χειροκροτήματα, ἐπευφημίαι) ... ἡ ὁποία ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ ἀναπνέῃ τὸν ἡρωϊκὸν ἀέρα, ὃν ἡμεῖς ἀναπνέομεν, καὶ τόσην καὶ τόσον βαθεῖαν ᾐσθάνθη λατρείαν καὶ πρὸς τὴν Ἑλλάδα καὶ πρὸς τοὺς Ἕλληνας ἡμᾶς, ἕνα πρὸς ἕνα, ὥστε, προσφέρουσα εἰς τὴν Πατρίδα ἡμῶν μέρος τῆς ψυχῆς Της, νὰ ἀλλάξῃ καὶ τὴν θρησκείαν Αὐτῆς ἀκόμη. (χειροκροτήματα, ἐπευφημίαι). Ἀλλὰ παρέρχομαι ὅσα ὀδυνηρὰ καὶ εἴπομεν καὶ ἠκούσαμεν, ὅπως σταματήσω μόνον εἰς τὴν ὑπόμνησιν μιᾶς χρησίμου ἀληθείας. Ἐὰν κατελήξαμεν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ εἰς τὰ ἀξιοθρήνητα ἀναγνώσματα τοῦ ἐκ Παρισίων λιβέλλου, τὰ ἐπακολουθήσαντα τὸ ἐκεῖ ἀποκληθὲν Ἑλληνικὸν Συνέδριον, λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀντεπροσωπεύθησαν εἰς αὐτὸ Ἑλληνικαὶ Κοινότητες, ὑπὸ προσώπων, τὰ ὁποῖα συνέπεσε νὰ μὴ ἦσαν Ἕλληνες πολῖται, ἀλλὰ ξένοι ὑπήκοοι, δώσαντες τὸν ὅρκον τοῦ ξένου, ἀντὶ τοῦ Ἕλληνος, τὸν ὁποῖον ἐλησμόνησαν. Εἶναι ἀναγκαῖον νὰ μὴ ἀγνοῆτε, διὰ τὴν ἐπακριβῆ ἀντίληψιν τῶν ἐκ Παρισίων ἀκουσθέντων σκανδάλων, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ ἀποτελέσαντες τὸ ἐκεῖ Συνέδριον, ἢ οἱ ὁπουδήποτε ἀλλαχοῦ δι’ ἀνάλογον σκοπὸν συνελθόντες, δὲν εἶναι ποσῶς ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ τούτου τοῦ ἐν τῇ ξένῃ ζῶντος Ἑλληνισμοῦ, δὲν εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ πλήθους τῶν 60.000 Ἑλλήνων τῆς Ἀλεξανδρείας, ἢ τῶν 40.000 τοῦ Καΐρου. Δὲν εἶναι, Κύριοι Συνάδελφοι, ἀντιπρόσωποι τῶν χιλιάδων Ἑλλήνων τῆς Μασσαλίας, τῆς Βενετίας, τῆς Σμύρνης καὶ οἱασδήποτε ἄλλης πόλεως τῶν δύο κόσμων, Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς ξενιζούσης. Ἀλλ’ εἶναι πληρεξούσιοι ἀποκλειστικῶς τῶν «Κοινοτήτων», ἤτοι τῶν κοινοτικῶν Ἀρχῶν, τῶν Ἀρχῶν τῶν Ἑλληνικῶν παροικιῶν. Καὶ αἱ Ἀρχαὶ αὐταὶ αἱ, ὡς γνωρίζομεν, λειτουργοῦσαι, πᾶν ἄλλο ἐκπροσωποῦσιν ἢ τὸ λαϊκὸν, τὸ ἐθνικὸν φρόνημα τοῦ κόσμου τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ἀντιπροσωπεύουσιν ἁπλῶς καὶ σκανδαλωδῶς ἱεραρχίας καθαιρεθείσας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἀποδεικνύωσι ποῖον εἶναι τὸ φρόνημα, τὸ πραγματικῶς διαπνέον τοὺς Ἕλληνας τοῦ ἐξωτερικοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ χωρὶς νὰ πειράζεσθε, εἶναι ἀνάγκη νὰ τὴν ἀκούσητε ἐκ στόματος ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὁ ὁποῖος ἠγωνίσθη, ἵνα σταματήσῃ τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον σήμερον θρηνεῖτε. Καί, ὅταν εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔρχονται αἱ φρικαλέαι ἐκεῖναι κραυγαὶ τῶν ἀνευλαβῶν, ἐγὼ ἐμόχθησα, ἵνα συσσωματώσω τοὺς 300.000 Ἕλληνας ὑπὲρ τῆς Ἑλληνικῆς ἰδέας, ἵνα ὦσιν ἰσχυροὶ κατὰ τῶν σκανδάλων τῆς ὀλιγαρχίας, τότε εἶδον πρᾶγμα ἀπίστευτον. Εἶδον πρόσκλησιν, ἐρχομένην μοι ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἄλλης ἐκείνης Κυβερνήσεως, διατάσσουσάν με νὰ διαλύσω τοὺς Ἕλληνας τῆς Αἰγύπτου ἀπὸ τῆς εὐγενοῦς ἰδέας τῆς συγκεντρώσεως καὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν ἠθέλησα νὰ τοὺς ὁδηγήσω, τὴν ὁποίαν δ’ αὐτοὶ ἐδέχθησαν μεθ’ ἱεροῦ ἐνθουσιασμοῦ, ὥς τινα θρησκείαν. Παρεξετράπησαν οἱ Ἕλληνες τῶν Παρισίων, διότι ἡ παρεκτροπὴ εἶχε λάβει καὶ ἄλλοθεν γενικώτερον χαρακτῆρα. Ὁ δὲ λόγος μου θέλει νὰ σᾶς ὑπομνήσῃ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπάρχει ὁ παρασύρων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν τοὺς Ἕλληνας, καὶ δὲν ὑπάρχουσιν Ἑλληνικαὶ Ἀντιπροσωπεῖαι ἀντιμαχόμεναι, δὲν ὑπάρχει κέντρον, ἐπαρκῶς γρηγοροῦν, ὥστε νὰ σταματήσῃ τὸ κακὸν τοῦτο. Εἶναι ἄρα ἀπόλυτος ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ ληφθῶσι σπουδαιότερα μέτρα. Ζητῶ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα τὰς καταγγελίας, τὰς ὑποβληθείσας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν περὶ τῆς δράσεως τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Βασιλέως ἐν Αἰγύπτῳ κατὰ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ πεσὼν τέως Πρωθυπουργός, περιήρχετο τὰς ἐκεῖ Κοινότητας, προκαλῶν αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς ἀσεβεῖς ἐκδηλώσεις, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἄν, πράγματι, μετέχωσι καὶ ἄν πράγματι πρωτοστατῶσι πολλαχοῦ καὶ Ἕλληνες ἀντιπρόσωποι εἰς αὐτὴν τὴν ἀνοσίαν κίνησιν. (Εὖγε, χειροκροτήματα).
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμοῦσιν οἱ ἐγγεγραμμένοι νὰ ἀγορεύσωσι;
§147ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ληξάσης τῆς κεκανονισμένης ὥρας, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§149Μ. ΓΟΥΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν συνεδρίασιν τοῦ παρελθόντος Σαββάτου, ἐξ ἀφορμῆς, ἄν δὲν ἀπατῶμαι, τῆς συζητήσεως τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου περὶ δανείου πρὸς διακανονισμὸν λογαριασμοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὁ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, κ. Πρωτοπαπαδάκης, ἐξέθηκε τὰ κατὰ τὴν προμήθειαν ποσότητός τινος ἀλεύρων, οὐχὶ νομίμως γενομένην, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, μετὰ μίαν ἢ δύο συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς, ὑπεβλήθη ὑπὸ συναδέλφων πρότασις περὶ παραπομπῆς τοῦ ζητήματος εἰς ἐξεταστικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Ἐν τοσούτῳ δὲν ἐγένετο καμμία ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης συζήτησις, οὔτε ἐπ’ αὐτῆς ἐλήφθη ἀπόφασις καὶ ἀπὸ πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, μοὶ ἐδόθη ἡ ἀπάντησις, ὅτι, κατὰ τὴν ἀντίληψίν του, ἡ Βουλὴ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη ἡ πρότασις, παρεδέχθη νὰ συζητηθῇ αὕτη ὁμοῦ μετὰ τοῦ σχετικοῦ περὶ δανείου νομοσχεδίου. Ἐπειδὴ ὅμως αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς πρόκειται ἴσως νὰ λήξουν ἀπόψε, ἢ μετὰ μίαν συνεδρίαν, καὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι μικρὸν ἢ ἀσήμαντον, καθόσον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ πλεῖστα ὅσα λέγονται ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἀνευθύνως, τολμῶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως, ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐρωτήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν δέχεται, ἀνακαλοῦσα τὴν τυχὸν ληφθεῖσαν ὑπ’ αὐτῆς ἀπόφασιν, ἐὰν ὑπῆρξε τοιαύτη, νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ σχηματισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς προμηθείας ἐκείνης τῶν ἀλεύρων.
§150Γ. ΠΩΠ. Ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἐν παντὶ θέματι κατὰ τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος καὶ τὴν ἐξέλιξιν τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων, ἀπετέλεσε πάντοτε ὑπόθεσιν ἐκδηλώσεως δυσπιστίας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας. Ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς τὶ σημαίνει; Ὅτι ἡ Βουλή, μὴ ἔχουσα πεποίθησιν πρὸς τὴν διοικητικὴν ἱκανότητα ἐκείνων, εἰς οὓς παρέσχε τὴν ἐμπιστοσύνην νὰ διακυβερνῶσι τὰ πράγματα τῆς Χώρας, προβαίνει ἡ ἰδία εἰς διορισμὸν ἀντιπροσώπων αὑτῆς, ἐχόντων ἀνακριτικὴν ἐνέργειαν, ἵνα ἐξακριβώσωσι θέματα ἀναγόμενα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς ἣν παρέχει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς. Λέγω τοῦτο, ὄχι διότι ἐπιθυμῶ νὰ μὴ συζητηθῇ ἀπὸ τοῦ νῦν ἡ πρότασις αὕτη, ἢ διότι θὰ εἶχον ἀντίρρησίν τινα εἰς ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως μὴ τὸ νομοσχέδιον, ἁρπαζόμενον ἀπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, κομισθῇ ἐνταῦθα, ἀλλὰ λέγω τοῦτο, ἵνα ἀποφύγωμεν ἀκριβῶς προδικασίαν, νὰ ἀποφύγωμεν συζήτησιν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι μακρὰ καὶ ἡ ὁποία θὰ ἀπασχολήσῃ, οὐ μόνον εἰς μίαν συνεδρίασιν τὴν Βουλήν. Λέγω τοῦτο συνεπῶς, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κυρίως, προκειμένου περὶ θέματος τοιούτου, θίγεται, νὰ δηλώσῃ, ἐὰν ἐπιμένῃ, ὅπως εὐθὺς ἀπόψε προταχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἡ σύστασις ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ἐὰν θέλῃ, ὅπως ὀρθῶς παρετηρήσατε, κ. Πρόεδρε, ἀπὸ τὴν προπαρελθοῦσαν συνεδρίαν, νὰ παραμείνῃ ὑπὸ ἔρευναν, ἐρχόμενον δὲ τὸ νομοσχέδιον ἐνταῦθα μετ’ εἰσήγησιν τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀναγκαιοῦντα φῶτα, ἵνα πεισθῇ ἐὰν ὄντως πρέπει νὰ προβῇ εἰς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἀφεθῇ τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους.
§151ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις, κ. κ. Συνάδελφοι, τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Δράμας περὶ προτάξεως τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως πρὸς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, μοὶ φαίνεται, ὅτι οὐ μόνον εἶναι σκόπιμος, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαιοτάτη.
§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν;
§153ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Γίνεται σήμερον πρότασις.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γίνεται πρότασις, ἵνα ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ συζητηθῇ.
§155ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπεβλήθη τοιαύτη πρότασις εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος, νομίσας, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ συζητηθῇ, ὅταν ἔλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τὸ ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, εἶπεν ὅτι θὰ συζητηθῇ μετ’ αὐτοῦ. Ἀποτελῶν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ νομοσχέδιον, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην, ἀξιότιμοι κύριοι συνάδελφοι, νὰ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐξητάσθη, ἐὰν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὑποβληθέντος αὐτῇ νομοσχεδίου, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐκκρεμὲς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν ὀρθῶς ἡρμηνεύθη ὁ νόμος, ἐὰν ἐξεπληρώθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου ἐκείνου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου κατηρτίσθη ἡ σύμβασις. Ἐξηνέχθη ἡ γνώμη ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι θὰ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ἀναβληθῇ πᾶσα συζήτησις καὶ ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, πρὶν ἢ ἐξετασθῶσι τὰ πράγματα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἡ ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ ἄρθρου 58, νομίζω, τοῦ Συντάγματος, δύναται νὰ εἶναι πρόδρομος ἐπιτροπῆς ἀνακριτικῆς, συνιστωμένης κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμον. Ἐπειδὴ ἐλέχθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρρῶν, ὅτι ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς ἐνδεικνύει πάντοτε μίαν δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Ψαρρῶν, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπὴ δύναται νὰ συσταθῇ καὶ διὰ Κυβέρνησιν, μὴ ὑφισταμένην ἤδη, δι’ Ὑπουργοὺς μὴ εὑρισκομένους ἐν τῇ Ἀρχῇ, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δύναται νὰ συσταθῇ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν καὶ ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή. Ἑπομένως, οὗτος ὁ λόγος δὲν ὑφίσταται καὶ μένει ὁ λόγος ὁ ἄλλος: Εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Ἐπιτροπήν, πρὶν ἢ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἡ μέλλουσα νὰ συσταθῇ, ἀποφανθῇ, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ἐξεπληρώθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ σύμβασις, ἡ ὁποία ὑπόκειται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ ἦτο ἀπαραίτητον νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως, διότι αὕτη σοβαρῶς θὰ ἐπηρεάσῃ τὴν γνώμην καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποβεβλημένον τὸ νομοσχέδιον, ὡς καὶ τῆς Βουλῆς.
§156Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, ἀναγνώσατε τὴν πρότασιν ὁπωσδήποτε, διὰ νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ποίας προτάσεως συζητεῖ.
§157Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ πάσης συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, ἡ Βουλὴ ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀκούσῃ ποίαν γνώμην ἔχει ἐπ’ αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ὑπεβλήθη πρὸ τριῶν ἡμερῶν, τότε δὲ εἶπον πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι θεωρῶ τὴν πρότασιν συναφῆ πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ συνάψεως δανείου μεταξὺ τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἐθν. Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος 1.650.000, ἡ δὲ Βουλὴ τότε, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἐδέχθη σιωπηρῶς τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν περὶ τῆς συναφείας τῆς προτάσεως αὐτῆς πρὸς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ διὰ τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ συζήτησις τῆς προτάσεως. Ἀλλὰ σήμερον ἐπαναφέρεται τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ συστάσεως ἀμέσως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς καὶ πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Λοιπόν, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἀγορεύουσιν οἱ κύριοι, περὶ τοῦ ἄν πρέπῃ νὰ γίνῃ σήμερον ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, πρὶν ἢ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, πρὸς ὅ συναφὴς εἶναι ἡ πρότασις.
§159Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ πρακτικά, τὰ ἐπίσημα, τί λέγουν;
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ἀναγιγνώσκει): «Ὁ Πρόεδρος ἀνακοινοῖ μετὰ τοῦτο...κλπ.». Τὴν ἑπομένην: (Ἀναγινώσκει) «Ὁ Πρόεδρος λέγει, ὅτι...κλπ.».
§161Γ. ΠΩΠ. Ὥστε δὲν ὑπάρχει πρότασις.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔλαβε τότε ἀπόφασιν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Αἰγιαλείδης ἔχει τὸν λόγον.
§164Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Χωρὶς νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν πρὸς ἀνασκευὴν τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἐξέφερεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρρῶν περὶ τοῦ ὅτι ἡ τοιαύτη ἀξίωσις τῶν βουλευτῶν νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις τῆς περὶ ἧς πρόκειται προτάσεως εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐνέχῃ ἔλλειψιν ἐμπιστοσύνης πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, λέγω, ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ ταχεῖα συζήτησις τῆς προτάσεως περὶ καταρτισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν προμήθειαν τῶν ἀλεύρων διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους. Εἶναι ἐνδεχόμενον, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀλεύρων, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς παραγγελίας αὐτῶν, οἱ ἐνεργήσαντες τὴν τοιαύτην παραγγελίαν, νὰ ὑπέπεσαν εἰς παράβασιν τοῦ νόμου, εἴτε ἐκ προθέσεως, εἴτε ἐξ ἀμελείας, διότι καὶ τὴν ἀμέλειαν ἀκόμη προβλέπει ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ἐκ τῆς ἐνεργείας των ταύτης τῆς ἀμελοῦς νὰ προῆλθε ζημία εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ προκύψῃ, ἀναμφισβητήτως καὶ ἀναποφεύκτως, ἡ ἀνάγκη τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐν τῷ νόμῳ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ὑπάρχει ἰδιάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν περιορίζεται ὁ χρόνος ἐντὸς τοῦ ὁποίου παραγράφεται τὸ ἀδίκημα τὸ τελεσθὲν ὑπὸ τῶν ὑπευθύνων Ὑπουργῶν, ὁ δὲ χρόνος οὗτος περιορίζεται εἰς διάστημα τριῶν συνόδων, ἀρχόμενος ὅμως, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ἂν ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῶν Ὑπουργῶν ἐγένετο διαρκούσης τῆς συνόδου, ἀπὸ τὴν ἑπομένην σύνοδον. Πότε, κατὰ τὰ ἀνακοινωθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Κυκλάδων ἔγγραφα, ἐγένετο ἡ ἐνέργεια τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐνήργησαν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν τῶν ἀλεύρων; Ἐγένετο κατὰ Ἰανουάριον ἡ σύνοδος τοῦ Ἰανουαρίου ἔληξεν, ἦλθε κατόπιν ἡ σύνοδος τῆς διαλυθείσης Βουλῆς καὶ ἤδη ἔχομεν τὴν σύνοδον τῆς παρούσης περιόδου. Τὶ μένει πλέον διὰ τὴν παραγραφήν; Μία καὶ μόνη σύνοδος. Νομίζετε, ὅτι ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ, ἐὰν ἀναβληθῇ ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀνακριτικὴ τῶν πραγμάτων, ἀλλ’ ἐξεταστικὴ πρὸς ἐξέτασιν εὐρυτέραν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, νομίζετε, ὅτι τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον ὑπολείπεται μέχρι τοῦ χρόνου τῆς παραγραφῆς, εἶναι ἀρκετὸν, ὥστε μέχρις οὗ συσταθῇ ἡ ἐπιτροπή, γίνωσιν αἱ ἀπαιτούμεναι ἐνέργειαι ὑπ’ αὐτῆς διὰ νὰ ἐξακριβωθῇ, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν καὶ κατόπιν συστηθῇ ἡ ἀνακριτικὴ ἐπιτροπή, μέχρις οὗ, λέγω, γίνωσιν ὅλα ταῦτα, νὰ μὴ ἐπέλθῃ ἡ παραγραφὴ τοῦ ἀδικήματος, ἐὰν τοιοῦτον ὑπάρχῃ; Ἢ νομίζετε, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἡμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐντεταλμένους, ὄχι μόνον νὰ μεριμνῶμεν καὶ ἐπιμελούμεθα ἁπλῶς τῶν συμφερόντων αὐτοῦ, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐνεργῶμεν ὅ,τι οἱ νόμοι μᾶς ἐπιβάλλουσι πρὸς καταδίωξιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν κοινῶν παρέβησαν αὐτούς, νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς οἰκίας μας, χωρίς, ἐὰν τυχὸν προκύπτωσι περιστατικὰ ἀπαιτοῦντα τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, χωρὶς νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τούτου; Καὶ μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι συνάδελφοι, ὅτι, ἐκτὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς περὶ παραγραφῆς, ἐψηφίσθη, ὄχι πρὸ πολλοῦ, καὶ ἄλλη γενικὴ διάταξις περὶ παραγραφῆς ἐν τῷ Ποινικῷ Νόμῳ, καθ’ ἥν ἡ ἐνέργεια οἱασδήποτε δικαστικῆς πράξεως, δὲν διακόπτει ἑκάστοτε τὸν χρόνον τῆς παραγραφῆς, ἀλλ’ εὐθὺς ὡς παρέλθει χρονικὸν διάστημα ὡρισμένον, μολονότι ἐγένοντο ἐν τῷ μεταξὺ διάφοροι πράξεις διακοπτικαὶ τῆς παραγραφῆς, ἐπέρχεται αὐτοδικαίως ἡ παραγραφὴ τοῦ ἀδικήματος. Δὲν νομίζετε, ὅτι ἀπέναντι τῆς εὐθύνης, ἥν ἔχομεν πρὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἀπέναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπόλογοι ἀπέναντι τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐξέτασιν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ διαφύγουν τὸ κράτος τοῦ Ποινικοῦ Νόμου οἱ ὑπεύθυνοι, ἐὰν ὄντως ὑπάρχῃ περίπτωσις καταδιώξεως; Διὰ τοῦτο, νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τῶν κ. Συναδέλφων, ὅπως προταχθῇ ἡ συζήτησις περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἐπιβεβλημένη. Ἀλλά, πλὴν τούτου, Κύριοι, ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι δὲν παρεβιάσθη ὁ νόμος μόνον, διότι δὲν ἀνετέθη ἡ ἐντολὴ τῆς ἀγορᾶς τῶν ἀλεύρων εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὡς ὁρίζει ὁ νόμος, ἢ διότι δὲν ἐγένετο διὰ δημοπρασίας, ἀλλὰ καὶ διότι, ἐνῷ ὁ νόμος 525 ἐπιτρέπει εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀναθέτῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν ἀγορὰν ἀλεύρων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, κατὰ τὰ ἀνακοινωθέντα ἔγγραφα, τὸ Κράτος ἀνέθεσεν εἰς τὴν Τράπεζαν νὰ προμηθευθῇ ἄλευρα διὰ λογαριασμὸν τρίτου προσώπου, τῇ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους. Δίδει ὁ νόμος τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐγγυᾶται ὑπὲρ ἰδιωτῶν; Ὄχι. Ἐὰν, ἑπομένως, τοιοῦτον τι προκύπτῃ ἐκ τῶν ἐγγράφων, ὑπάρχει παραβίασις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐὰν ἤδη ψηφίσωμεν προηγουμένως τὸ νομοσχέδιον περὶ δανείου, δὲν νομίζετε ὅτι, ἐκ τῶν ὑστέρων, ἐγκρίνομεν τὴν τοιαύτην παράνομον ἐνέργειαν τῶν Ὑπουργῶν καὶ καλύπτομεν τὴν παράβασιν τοῦ καθήκοντός των εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ πλέον τὶ τὸ ἀξιόποινον; Διὰ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀπὸ τοῦδε νὰ προβῶμεν εἰς ἐνέργειαν πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, πρὶν ἢ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ δανείου, ἵνα μὴ, διὰ τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως ταύτης, δώσωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων ἄφεσιν ἁμαρτιῶν εἰς τοὺς παραβάντας τὸ καθῆκόν των καὶ ζημιώσαντας τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§165Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἐπὶ τῆς ὁποίας διεξάγεται ἡ συζήτησις, ὑποβληθεῖσα ἐκ νέου, ἔχει ὡς ἑξῆς: «Προτείνομεν ὅπως συστηθῇ ἀπὸ τοῦδε ἐξεταστικὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας ἀλεύρων κατὰ Ἰανουάριον 1915 καὶ πρὸ τῆς συζητήσεως κατ’ ἀρχὴν τοῦ ὑποβεβλημένου σχετικοῦ νομοσχεδίου».
§167Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τώρα εἴμεθα ἐν τάξει.
§168Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ; Ὁρίστε.
§170Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν, (κατὰ τὴν 8ην συνεδρίασιν) ἡ Βουλὴ ἐξέδοτο ἀπόφασιν καὶ ἀπεφάσισεν ὅτι: «Αἰτήσει πολλῶν βουλευτῶν γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτή πρότασις, ὅπως ἡ γενικὴ συζήτησις διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἀεριόφωτος, ἀναβληθῇ διὰ τὸ προσεχὲς Σάββατον». Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης, διότι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι τοσοῦτον ἐπείγουσα, ὥστε δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ ὑπόθεσιν σκανδαλωδεστάτην, ἀπὸ διετίας παρέχουσαν ἀνησυχίας εἰς τὴν κοινωνίαν.
§171Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶναι αὐτὰ ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμιλεῖτε περὶ τοῦ ἀεριόφωτος; Δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα σᾶς πληροφορῶ, ὅτι ἔδωκα ἐντολὴν, ὅπως ἀνατυπωθῇ ἡ σχετικὴ ἔκθεσις τοῦ Εἰσηγητοῦ τῆς ἁρμοδίας ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ διαφωτισθῇ πλειότερον ἡ Βουλὴ καὶ θὰ εἶναι ἀναγεγραμμένον πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μετὰ τὰς διακοπάς.
§173Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Μαλλιόπουλε, δὲν ἔχετε τὸν λόγον. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ συνδράμετέ με, διὰ νὰ διευθύνω τὴν συζήτησιν, διότι ἄνευ τῆς συνδρομῆς ὑμῶν εἶναι ἀδύνατον νὰ διεξαχθῇ ἡ συζήτησις.
§175ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσητε.
§176Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω, διότι εἶμαι Εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ ἀναβάλῃ τὴν ὑπόθεσιν, δὲν θὰ ἔχω ἀντίρρησιν. (Νέος θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκα, ὅτι, πρὸς πληρέστερον διαφωτισμὸν τῆς Βουλῆς, διετάχθη ἡ ἀνατύπωσις τῆς ἐκθέσεώς σας ὡς εἰσηγητοῦ, ἐνόμιζον ὅτι δὲν θὰ εἴχατε νεωτέραν ἀντίρρησιν.
§178Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναβάλλεται ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον!
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη ἡ κεκανονισμένη ὥρα, κ. Βουλευτά, εἰς ἄλλο θέμα, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη προέχον.
§180Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, κ. Πρόεδρε, μίαν λέξιν. (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§181Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κινδυνεύομεν, κ. Πρόεδρε, νὰ χάσωμεν τὴν συνεδρίασιν.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε ὅτι εἶναι παγκυρίαρχον Σῶμα ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι ἡ θέσις τοῦ Προέδρου μὲ τὴν σκιώδη ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν, ἔχει, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ διευθύνῃ τόσον πολυάριθμον Σωματεῖον, ἐὰν εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν καὶ ἐν τῷ συνόλῳ δὲν συνδράμητε τὸ Προεδρεῖον. Ὅλοι ὁμιλοῦμεν περὶ τοῦ Κανονισμοῦ, διὰ νὰ τὸν παραβιάζωμεν ὅλοι!
§183Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, μίαν λέξιν!
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§185Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶμαι σύμφωνος πρὸς ὅ,τι εἴπατε, ἀλλὰ θέλω σᾶς παρακαλέσει, ἵνα ληφθῇ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀπόφασις. Ἔχει κηρυχθῇ, κ. Βουλευτά, κατεπείγουσα ἡ συζήτησις καὶ εἶναι πρώτη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ὁ κ. Ἀλεξανδρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§187Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἡ σύμβασις παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ συνάδελφοί τινες ἤγειρον τὸ ζήτημα τοῦ παραδεκτοῦ τῆς συμβάσεως αὐτῆς, διότι ἐφρόνουν ὅτι ἡ διατύπωσις τῆς συμβάσεως ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον καὶ ἐνόμιζον ἀκόμη, ὅτι καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ ὑποβαλόντος τὴν σύμβασιν, εἶχε καὶ αὐτὴ ἀντίθεσιν πρὸς τὴν σύμβασιν, ὅτι δέ, εἶναι ἐπικρατεστέρα ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τῆς συμβάσεως, ἐνῷ, ἐὰν ἀνεγίνωσκον τὴν σύμβασιν, θὰ ἔβλεπον, ὅτι στηρίζεται ἡ σύμβασις ἐπὶ ἐντολῶν τῶν Ὑπουργῶν καὶ ἐπὶ τοῦ νόμου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα θέματα ἐν τῇ συζητήσει ἐκείνῃ ἐξηνέχθησαν πολλαὶ γνῶμαι καὶ τινὲς τῶν συναδέλφων ὑπεστήριξαν, ὅτι ὑφίσταται ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ὑπεβλήθη πρότασις εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ περὶ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιτροπή, οὔτε ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ αὐτὴν τὴν σύμβασιν, διότι ἐκ τούτου θὰ δώσῃ ἀμνηστείαν εἰς τοὺς τυχὸν διαπράξαντας παρανομίαν τινά. Κατὰ τῶν διαφόρων τούτων συζητήσεων καὶ αἰτιολογιῶν ἀντετάχθη μόνος, ὑποστηρίξας ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ φανῇ καλῆς πίστεως πρὸς τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ὑποστηρίζει τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ συνάψῃ τὴν σύμβασιν ταύτην, ὅτι δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ εἰς συζητήσεις τοιαύτας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ κλονισθῇ ἐκ θεμελίων ἡ πίστις, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Κράτος πρὸς τὴν Τράπεζαν, καὶ ἀντιθέτως αὕτη πρὸς τοῦτο. Ἐπίσης δὲ οὐδὲν ἀπαράδεκτον ὑφίσταται τῆς συμβάσεως. Ἄν ἔλαβον χώραν παρανομίαι καὶ παραβάσεις, ἂν ὑπῆρξεν εὐθύνη, ἂν οἱ διαπράξαντες ἀδίκημα εἴτε πολιτικόν, εἴτε ποινικόν, τὸ διέπραξαν πραγματικῶς, ἡ εὐθύνη αὕτη δὲν καλύπτεται παντάπασιν ἐκ τῆς τοιᾶσδε ἢ τοιᾶσδε γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ἢ ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία θὰ ψηφίσῃ ἀποκλειστικῶς τὴν σύμβασιν. (Θόρυβος).
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ. Ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ ἐπιτραπῇ διακοπὴ εἰς ἕνα ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν, οὔτε διαλογικαὶ συζητήσεις, εἰς κανένα ἀπολύτως.
§189Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεστήριξα, λοιπόν, ὅτι ἀκώλυτον εἶναι τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δύναται νὰ συζητήσῃ, καὶ ἀκώλυτον τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς, τουτέστι, δὲν ἐθεώρησα, ὅτι αἱ δύο αὐταὶ προτάσεις, δηλαδή, τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως τῆς συμβάσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι αὐτὰ εἶναι συναφῆ καὶ τὸ ἓν καθιστᾷ ἀπαράδεκτον τὸ ἄλλο, ὅτι δύναται ἡ Βουλὴ ἀπολύτως καὶ ὁποτεδήποτε θελήσει νὰ συστήσῃ τὴν ἐπιτροπήν, ἀδιάφορον ἂν ὑπέβαλε καὶ πότε θὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἔκθεσίν της ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύμβασιν. Ἡ ἐπιτροπή, νομίζω, ὅτι, πλὴν ἑνὸς ἀντειπόντος, παρεδέχθη τοῦτο. Καὶ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ προταχθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον πολὺ ἐθορύβησε τὴν Ἑλληνικὴν Κοινωνίαν καὶ πανταχόθεν, εἴτε εἶναι πραγματικῶς βάσιμα ταῦτα, εἴτε δὲν εἶναι, ἀκούονται παράπονα, ὅτι διεπράχθησαν σκάνδαλα καὶ προῆλθον ἐξ αὐτῶν ζημίαι εἰς τὸ Δημόσιον, διότι τὸ Κράτος ἠναγκάσθη, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, νὰ ὑπερτιμήσῃ τὴν τιμὴν τῶν ἀλεύρων καὶ ἐπῆλθεν ἡ ζημία αὐτή. Νομίζω, λοιπόν, ὅτι εἶναι τῆς Βουλῆς καθῆκον νὰ σπεύσῃ καὶ συστήσῃ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ἐξακριβώσῃ, ἂν τὰ παραγγελθέντα ἄλευρα παρηγγέλθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου καὶ τίνες εἶναι οἱ παραγγείλαντες καὶ τίνες οἱ προκαλέσαντες τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου. Ἐφρόνουν, καὶ φρονῶ, ὅτι ἔχει καθῆκον νὰ σπεύσῃ, μάλιστα, ἡ Βουλὴ νὰ συστήσῃ τοιαύτην ἐπιτροπήν, χωρὶς νὰ ἀναμείνῃ παντάπασιν τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως, διότι οὐδόλως θὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν ἡ ἔκθεσις ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ὑπῆρξεν ἢ ὄχι ἀδίκημα. Τὸ πρᾶγμα εἶναι κατάφωρον, εἶμαι δὲ κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ χωρισμοῦ τῶν ζητημάτων τούτων καὶ ὑπὲρ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολογεώργης ἔχει τὸν λόγον.
§191Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν τακτικήν, κ. Βουλευταί, νὰ διαταράσσω τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ξένα πρὸς αὐτὴν ζητήματα, ἀλλὰ φρονῶ, — τὸ φρονῶ δὲ πεποιθότως καὶ ἔχω τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ συμμερισθῇ τὴν πεποίθησίν μου καὶ ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις — ὅτι, ἀφοῦ τὸ ζήτημα ἐπανῆλθεν εἰς τὴν Βουλήν, αὕτη ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ ἀπόφασιν περὶ τούτου, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναβολῆς. Ἐὰν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦνται, εὑρίσκοντο ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ καὶ ἔφερον δικαιολογημένας ἀντιρρήσεις, θὰ μᾶς ἐπετρέπετο ἴσως ν’ ἀναβάλωμεν καὶ πάλιν τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν οἱ κατηγορούμενοι δὲν εἶναι ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον, διὰ νὰ μὴ φαινώμεθα ὅτι θέλομεν νὰ δημοκοπῶμεν εἰς βάρος ἀπόντων, ἔχομεν καθῆκον νὰ προβῶμεν ἀμέσως εἰς τὸν διορισμὸν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα μετὰ πάσης λεπτομερείας, ἀλλὰ καὶ μετὰ πάσης ταχύτητος καὶ νὰ φέρῃ εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐὰν ὑπάρχωσιν ἔνοχοι, νὰ τοὺς παραπέμψῃ ἐνώπιον τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, συμφώνως μὲ τὰ πορίσματα τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν δὲ δὲν εἶναι ἔνοχοι, νὰ ἀποδοθῇ εἰς αὐτοὺς δικαιοσύνη καὶ νὰ κηρύξωμεν ἡμεῖς πρῶτοι ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ὅτι εἶναι ἀθῷοι. (χειροκροτήματα). Ὁμολογῶ, ἀδιστάκτως, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο ἴσως δὲν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς ἑσπέρας ταύτης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ ὅμως ἦλθε, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ συμμερισθῶσι τὴν γνώμην μου, ἔχομεν καθῆκον ἀπόψε νὰ λάβωμεν ἀπόφασιν περὶ τούτου. Ἡ Βουλή, εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ παραδεχθῇ μετ’ ἐμοῦ, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Ψαρρῶν Βουλευτὴς, ὅτι πᾶσα σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἀποτελεῖ δυσπιστίαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, εἶναι ἀσύστατον. Διότι προχθὲς ἀκόμη, Κύριοι Βουλευταί, διὰ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας Βουλευτοῦ κ. Στράτου, ἡμεῖς προέβημεν εἰς τὸν καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων, χωρὶς νὰ διέλθῃ εἰς τὴν διάνοιαν κανενός, ὅτι ἐπιρρίπτει ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἐλαχίστην δυσπιστίαν κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἐὰν ἡ πρότασις περὶ καταρτισμοῦ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἔχῃ σχέσιν μὲ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄλλου ζητήματος, ἐὰν δηλ. ὑποχρεούμεθα νὰ πληρώσωμεν πρὸς τὴν Τράπεζαν τὸ ποσὸν τῆς ἐπελθούσης ζημίας, ἡ ὁποία ἐξετέλεσε διαταγὴν καὶ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καταβαλοῦσα τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀλεύρων, ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ἔχει σχέσιν τοιαύτην, ὥστε νὰ μᾶς κωλύῃ νὰ προβῶμεν εἰς τὸν καταρτισμὸν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Διὰ τοῦτο, χωρὶς νὰ εἰσέλθω ποσῶς εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, διότι τὸ τοιοῦτον εἶνε πρόωρον, καθῆκον ἡμῶν θεωρῶ ἐπιτακτικόν, ἵνα ἀπόψε, τὴν ἑσπέραν ταύτην, λάβωμεν ἀπόφασιν καταρτισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ μὴ φαινώμεθα ὅτι θέλομεν νὰ συκοφαντήσωμεν τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν τοὺς πολιτικούς, τοὺς μὴ εὑρισκομένους ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λεβίδης.
§193Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Οὐδεμία, Κύριοι, ὑπῆρχεν ἀμφιβολία, ὅτι, μετὰ τὸν τοσοῦτον θόρυβον, ὅστις ἠγέρθη ἐν τῇ προκειμένῃ περιστάσει, ἀνάγκη παρίσταται ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων ἐν τῷ δικαιώματι, ὅπερ κέκτηται. Δὲν εἶναι δὲ μόνον ὁ θόρυβος περὶ τὴν συζήτησιν τοῦ θέματος, ὅπερ πολλάκις ἀπησχόλησε τὴν αἴθουσαν ταύτην. Περὶ τὸ θέμα τοῦτο κυκλοφοροῦσι πολλοὶ καὶ ποικίλοι ἄλλοι θόρυβοι καὶ περὶ ἄλλων πράξεων. Ἴσως μάλιστα οἱ θόρυβοι, οἵτινες, οὕτως εἰπεῖν, ὡς δορυφόροι ἵστανται περὶ τὸ προκείμενον ζήτημα, ἴσως, λέγω, ἐνδέχεται οὗτοι νὰ ἔχωσι καὶ βάσιν σπουδαιοτέραν. Ἠκούοντο πρὸ πολλοῦ φῆμαι, ὅτι Ὑπουργοί, ἢ πρόσωπα, ἐγγὺς κείμενα πρὸς τοὺς Ὑπουργούς, κατώρθωσαν διὰ ποικίλων μεθόδων, ἀπὸ ἄνθρωποι ντὲ μπὰς ἐξτραξιὸν καὶ μικρεμπόρων, νὰ ἀναπηδήσωσιν ἐν μέσῳ τῆς πόλεως ταύτης μεγαροῦχοι. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη νὰ γνωρίζωμεν, τάχα εὑρισκόμεθα μόνον πρὸ τῶν ἀλεύρων; Ἴσως μάλιστα κατὰ τοῦτο ὑπέχει εὐθύνην τινὰ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἤνοιξεν ὅλας ἐκείνας τὰς θύρας καὶ τὰ παράθυρα, δι’ ὧν ἠδύναντο νὰ εἰσέλθωσιν οἱ ἔχοντες τὴν δύναμιν νὰ ἐλέγξωσι ὅλας τὰς πράξεις, ἵνα προσκομίσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πάντα τὰ καταγγελθέντα, διότι, ἢ ταῦτα δὲν εἶναι ἀληθῆ, καὶ τότε συκοφαντοῦνται πρόσωπα κοινὰ καὶ πρόσωπα ὑψίστας καταλαβόντα θέσεις ἐν τῇ Πολιτείᾳ, ἢ εὑρισκόμεθα πρὸ σωρείας ἐγκλημάτων, ἀφ’ ὧν δὲν δύναται νὰ ἀπόσχῃ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία. Καὶ εἶναι συμφέρον τῶν μερίδων, τῶν ἀποτελουσῶν τὴν παροῦσαν Βουλήν, ἐὰν εὑρεθῶσιν, ἐὰν τυχὸν ὑπῆρξαν παραβάται τῶν νόμων, νὰ ἐξελεγχθῶσι καὶ νὰ τιμωρηθῶσι, διότι, εὐθὺς ὡς κλεισθῶσιν αἱ θύραι τῆς παρούσης περιόδου καὶ ἐξέλθωμεν ἐντεῦθεν πρὸς ἐκλογάς, κενοὶ τοιούτων ἀποτελεσμάτων, θέλουσιν ἔχει καὶ δικαίως, τὸ δικαίωμα οἱ ἀντίπαλοι νὰ εἴπωσιν, ὅτι: συνεκεντρώσατε ὅ,τι πλέον κορυφαῖον εἶχεν ὁ τόπος, συνεκεντρώσατε πάντας τοὺς κυβερνήσαντας τὴν Χώραν ταύτην, εἴχετε πλειοψηφίαν ἐνθουσιώδη, καὶ τὶ ἐπράξατε, καὶ τὶ ἀπεκαλύψατε; Οὐδέν. Ἴσως μάλιστα δὲν εἶναι καὶ δίκαιον νὰ ἔχωμεν ὑπὸ κατηγορίαν πολιτικοὺς ἀντιπάλους, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ ἐγείρωμεν τὴν κατ’ αὐτῶν κατηγορίαν ἐπισήμως καὶ σπουδαίως. Ἐγώ, ἀγορεύων κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, δὲν θέλω νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ἐὰν ὑπῆρξαν ἀδικήματα, ἵνα μὴ εἴπω ἐγκλήματα, διότι, δυστυχῶς, ἐκ τῆς μακρᾶς πείρας, ἥν ἔσχον, ἴσως περὶ τὴν τεσσαρακονταετίαν περίπου συνεδρεύων ἐνταῦθα, ἐκτὸς μικρῶν διακοπῶν, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον, οὐδὲ συμφέρον τὸ κατηγορεῖν πρὸ πάσης ἀνακριτικῆς πράξεως, ἢ ἀνακριτικῆς μελέτης σπουδαίας, καὶ οὐχὶ ἐπιπολαίας, καὶ παιδαριώδους. Ἐκ τῆς πείρας τῶν κοινοβουλευτικῶν πραγμάτων, ἣν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ νομίζω ὅτι ἔχω, γνωρίζω ὅτι, ὁσάκις αἱ Βουλαὶ ἐν Ἑλλάδι συνέστησαν ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς, τὸ ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἕν μέγα μηδενικόν. Ἐνθυμοῦνται οἱ ἀρναιότεροι ἐν τῇ αἰθούσῃ, ἐξ ὧν, δυστυχῶς, πλείστους δὲν βλέπω πλέον, ἀλλ’ ἀναπολῶ δύο, ἐὰν δὲν πλανῶμαι, ἐκ τῶν ἀξιοτίμων κ. Ὑπουργῶν, μεγάλην τινὰ καὶ πολυτελεστάτην ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἧς μάλιστα ὁ ἕτερος τῶν νῦν κ. Ὑπουργῶν, ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπῆρξε μέλος, ὁ δὲ παρακαθήμενος αὐτῷ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπῆρχε καὶ τότε Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Ἐνθυμοῦμαι, λοιπόν, μεγάλην τινὰ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐνετάλη παρὰ τῆς τότε πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς νὰ ἐξετάσῃ πολυθρύλλητον, ἀλλὰ καὶ σοβαρωτάτην ὑπόθεσιν, τὸ ἔλλειμμα τοῦ Ταμείου Θηβῶν, ἐγὼ δέ, τὸ πρῶτον εἰσελθὼν εἰς τὴν Βουλὴν ἐκείνην τοῦ ἔτους 1881, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκλεγῶ τότε παρ’ ὁλοκλήρου τῆς ἐπιτροπῆς εἰσηγητὴς αὐτῆς. Καὶ ἐνθυμοῦμαι, καίτοι πολλοὺς ἐνιαυτοὺς φέρω ἐπὶ τῶν ὤμων μου, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ κ. Βοζίκης, ὑπῆρξε τότε Γραμματεὺς αὐτῆς. (Γέλωτες).
§194Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Διαμαρτύρεται διὰ τὰ χρόνια, κ. Λεβίδη.
§195Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη ἀπετελεῖτο, ὀφείλω νὰ τονίσω τοῦτο, ἐκ τῶν ἐξοχωτάτων μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου. Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ὑπῆρξεν ὁ πολὺς νομομαθὴς καὶ μεγίστην κεκτημένος πεῖραν, Εἰσαγγελεὺς ἄλλοτε τῶν Ἐφετῶν, ὁ Κωνσταντῖνος Κωνσταντόπουλος. Μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα μὴ ἀναφέρω πάντα, ὑπῆρξαν ὁ Δημήτριος Βουλπιώτης, ὁ ἀξιότιμος νῦν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς εἶπον, ὁ Ἀριστομένης Βαλέττας καὶ πολλοὶ ἄλλοι. Ἡγέτης τοῦ Ἔθνους τότε ἦτο ὁ Χαρίλαος Τρικούπης. Ἡ ἐπιβολὴ τοῦ ἀνδρὸς ἦν τοσοῦτον μεγάλη, ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ εἶχεν ὅλην τὴν δύναμιν νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην. Καὶ ἔφερεν εἰς πέρας αὐτὴν, καὶ ὑπέβαλε πορίσματά τινα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἡ ἔκθεσις εἶναι δημοσιευμένη ἐν τοῖς ἐστενογραφημένοις πρακτικοῖς τῆς Βουλῆς. Ὁποῖον ὅμως ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα; Μηδέν.
§196Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, μηδέν, διότι οὐδὲν ὑπῆρξε πρὸς κατηγορίαν ἐκείνων, καθ’ ὧν ἠγέρθη τότε ὁ θόρυβος τοῦ 1882.
§197Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶπον μηδέν...
§198Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὠφείλετε ὅμως νὰ διασαφήσητε τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ ὑποληφθῇ οὐδ’ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τοῦ ὅτι οὐδὲν ὑπῆρξε πρὸς κατηγορίαν, ὄχι δὲ οὐδὲν κατώρθωσεν ἡ Ἐπιτροπή.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον, κ. Βουλευτά.
§200Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ὁμιλῶ ἕως αὔριον τὸ πρωΐ, προκειμένου νὰ ὑπερασπισθῶ ἐπιφανῆ προσωπικότητα τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, δράσασαν μεθ’ ὑπερόχου τιμῆς ἐπὶ τριάκοντα δύο ἔτη ἐνταῦθα.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατε τὸν λόγον.
§202Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα ἐτελείωσα πλέον.
§203Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀπεδείχθη ὅτι οὐδόλως ἐνείχοντο οἱ κατηγορηθέντες Ὑπουργοί. Τί ἄλλο θέλετε; Περὶ τούτου δὲ δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μὲ διακόψητε, διότι ὑμεῖς, ὡς πρεσβύτης, ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλῶς... (Ἱλαρότης).
§204Κ. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, διότι ἐγὼ τότε εὑρισκόμην πρὸς σπουδὴν ἐν Γερμανίᾳ.
§205Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. .. ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐγὼ ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς ἐδήλωσα, ὅτι οὐδ’ ἴχνος εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ὑπῆρχεν.
§206Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄρα τὸ ἀποτέλεσμα δὲν ἦτο μηδέν.
§207Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡσυχάσατε. Ὑπῆρξε δευτέρα ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ἀειμνήστου Θεοδ. Δηληγιάννη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως Τρικούπη. Καὶ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης μετέσχον διαπρεπέστατοι βουλευταί. Ἡ ἐπιτροπὴ μάλιστα ἐκείνη δὲν ἔφθασεν οὐδὲ νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν. Ἤμην καὶ ἐκείνης μέλος...
§208Σ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω καὶ μίαν μικρὰν διασάφησιν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη δὲν συνεστήθη συνεπείᾳ γνώμης τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ συνεπείᾳ αἰτήσεως τῶν Ὑπουργῶν.
§209Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Καὶ ἡ δευτέρα τῶν πραγμάτων ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἀπέληξεν εἰς μηδέν. Ἐγένοντο, Κύριοι, ἀδικήματα, διεπράχθησαν ἀξιόποινοι πράξεις παρὰ τῶν διαχειρισαμένων τὰ κοινὰ πρώην Ὑπουργῶν; Ὑπῆρξαν συναίτιοι καὶ συναυτουργοί; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Πιστεύω τε ὅμως, Κύριοι, ὅτι διὰ τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς εἰς οὐδὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα θέλετε φθάσει. Καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι ἡ μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ἀπορρεουσῶν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ μὲν ἐξεταστικαὶ δὲν ἔχουν τὴν δύναμιν τῆς ἐπιβολῆς, δὲν ἔχουσι τὴν δύναμιν, ἣν ἔχουσι τὰ δικαστήρια, τὰ ἀντλοῦντα τὴν δύναμιν αὐτῶν ἐκ τοῦ δικαστικοῦ αὐτῶν χαρακτῆρος. Οὐδὲ κατὰ τὴν συνήθειαν, καὶ τὴν ἐνταῦθα καὶ τὴν ἀλλαχοῦ, αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ εἶναι ὑπόχρεοι νὰ καταλήξωσιν εἰς σαφῆ καὶ ὡρισμένα συμπεράσματα καὶ γνώμας. Δύνανται νὰ ἐκθέσωσι τὰ πράγματα, ἀλλὰ δύνανται νὰ ἀφήσουν τὰς ἰδέας αὐτῶν ἄνευ συμπεράσματος, ἄνευ προτάσεων. Καὶ κατὰ τοῦτο ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν ἐξεταστικῶν καὶ τῶν ἀνακριτικῶν ἐπιτροπῶν. Αἱ ἀνακριτικαὶ ἐπιτροπαὶ περιβάλλονται, δυνάμει τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, δι’ ὅλων τῶν δικαιωμάτων τῆς Δικαστικῆς Ἐξουσίας. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδωσιν ἐντάλματα βιαίας προσαγωγῆς, ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ καλεῖν μάρτυρας διὰ βιαίας προσαγωγῆς, τοῦ καλεῖν τοὺς κατηγορουμένους ἢ τοὺς ἐγκαλουμένους διὰ βιαίας προσαγωγῆς. Ἔχουν δὲ καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ αἰτιολογεῖν τὰς ἀποφάσεις αὐτῶν.
§210ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Κύριε Συνάδελφε, μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διασάφησιν; Νεώτερος νόμος ἀπένειμε τοιοῦτον χαρακτῆρα καὶ εἰς τὰς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς. Ὑπάρχει νεώτερος νόμος, τῇ εἰσηγήσει τοῦ κ. Δημητρακοπούλου ψηφισθείς.
§211Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρχῃ νεώτερος νόμος. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν γνωρίζω τοῦτο. Καὶ δὲν αἰσχύνομαι ὁμολογῶν τοῦτο, διότι, ἀπέναντι τῆς πολυνομίας, ἡμεῖς εἴμεθα πολὺ μικροί, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ὅ,τι δὲν ἠσχύνθη νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἠγνόει ὁ ἀείμνηστος νομοδιδάσκαλος Β. Οἰκονομίδης, ὅστις εἶπε ποτὲ: «Γνωμοδοτῶ οὕτω κατὰ τοὺς νόμους, ἐὰν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος τις, ὃν ἐγὼ ἀγνοῶ». Ἀλλ’ ὅλοι οἱ νόμοι τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δημητρακοπούλου, ἐπὶ τοῦ προκειμένου βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχωσι τὴν δύναμιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τοῦ παλαιοῦ, καθ’ ὃν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἀνακριτικὴ ἔχει δικαιώματα σαφῆ καὶ ὡρισμένα καὶ σπουδαῖα καὶ δραστικά. Διὰ τοῦτο ἤθελον τολμήσει νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην ταύτην: Ἐὰν οἱ ὑπογράφαντες τὴν πρότασιν περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς νομίζωσι καὶ ἔχουσι τὴν πεποίθησιν, ὅτι εὑρίσκονται πρὸ ἀδικημάτων ζημιωσάντων τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἂς ὑποβάλωσι πρότασιν δι’ ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν, καθ’ ἃ ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν διαλαμβάνει, ἥτις πρότασις περὶ ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀπαράδεκτος, ἂν δὲν φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς εἴκοσι τοὐλάχιστον βουλευτῶν, καὶ ἂν δὲν ὁρίζῃ ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται, καὶ τὰς παραβιάσεις αἵτινες ἀποτελοῦν τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος.
§213Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, δὲν ἔχω νὰ θίξω ποσῶς τὴν οὐσίαν, διότι συζητεῖται εἰσέτι κανονικῶς τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως τῆς συζητήσεως. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς σημειώσω δύο καίρια σημεῖα, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς προτάξεως τῆς τοιαύτης συζητήσεως. Συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης», ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Πρωτοπαπαδάκης ἀνέπτυξεν ὁλόκληρον τὴν ἐξέλιξιν τῶν ζητημάτων καὶ ἀνέγνωσε πρὸς τὴν Βουλὴν δημόσια ἔγγραφα. Ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κυκλάδων καὶ τὸ περιεχόμενον τῶν δημοσίων ἐγγράφων καθίστων σαφές, ὅτι κάτι τὸ ἀνώμαλον δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ὑπάρχει ἐν τῇ ὑποθέσει, ἥτις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐξειλίχθη. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐκ τῆς συζητήσεως νομοσχεδίου παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνωμαλία περὶ τὴν τήρησιν τῶν νόμων, εἴτε ἐπῆλθε ζημία τοῦ Δημοσίου ἐκ τούτου, εἴτε δὲν ἐπῆλθε ζημία τοιαύτη, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τίθεται ζήτημα ἐλέγχου πλέον τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξουσίας παρὰ τῶν Ὑπουργῶν, οἵτινες εἶναι ὑπογεγραμμένοι εἰς τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς δὲ καθ’ ἣν ἀνεφύη ζήτημα ἐλέγχου, ἡ συζήτησις περὶ τῶν πεπραγμένων τῶν πρώην Ὑπουργῶν παύει νὰ σχετίζηται πλέον μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ τὴν κύρωσιν συμβάσεως, ἥτις ἀποκαθιστᾷ μόνον τὸν οἰκονομικὸν λογαριασμὸν μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τοῦ Κράτους, ἐνῷ τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀνεπτύχθησαν, ἀφορῶσι τὴν ἐνέργειαν τῆς διαχειρίσεως τῆς Ὑπουργικῆς ἐξουσίας. Κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ συσχετίσῃ τὰ δύο ταῦτα ζητήματα, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν ἔλεγχον καὶ νὰ ἀναμείνῃ ὅπως ἔλθῃ αὕτη συγχρόνως μὲ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοθετήματος. Οὕτως ἔχουν τὰ πράγματα κατὰ πᾶσαν λογικὴν ἐξέτασιν, κ. Βουλευταί. Ἀλλ’ ἐν τοῖς πράγμασι προέχει ἄλλο ζήτημα. Ἀνεφύη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ζήτημα διαχειρίσεως τῆς Ὑπουργικῆς ἐξουσίας. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀναφύεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιοῦτον ζήτημα, ἔχει ἡ Βουλὴ τὴν ὑποχρέωσιν καὶ διὰ τὴν Πολιτείαν, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐχειρίσθησαν τὸ δημόσιον ὑπούργημα, ἄτομα μὴ παριστάμενα ἐν τῇ Βουλῇ, ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν, λέγω, νὰ χωρήσῃ ἐμποδῶς πρὸς ἐξέτασιν τοῦ θέματος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ παράσχῃ τὸ θέαμα ἀναγνωσματοποιοῦ τοιούτων ὑποθέσεων. Καὶ τοιοῦτον θέαμα δύναται νὰ παρουσιάσῃ, ἐφ’ ὅσον ἀναβάλλει ἀπὸ συνεδριάσεως εἰς συνεδρίασιν καὶ ἀπὸ ἑβδομάδος εἰς ἑβδομάδα τὴν ὁριστικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τούτου. Ἐφ’ ὅσον δὲ πρόκειται περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα σχετίζονται πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ Δημοσίου, τὰ θέματα ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πολιτικοῦ βίου, τοῦ δημοσίου βίου καὶ εἶνε πολὺ ὑπέρτερα τῆς ἐξετάσεως τῆς ἀτομικῆς προσβολῆς τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου προσώπου. Τὰ θέματα, ἅτινα τίθενται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θίγουσι τὸ κῦρος, ὄχι μόνον τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ, πρὸ παντός, τὸ κῦρος τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωποῦσιν οἱ διαχειρισθέντες τὸ δημόσιον ὑπούργημα πολιτικοὶ ἄνδρες. Καὶ ἐνώπιον τοσοῦτον σοβαροῦ ζητήματος ἡ Βουλὴ ὑπονοεῖται νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις δύναται νὰ γίνῃ μετά τινας ἡμέρας, καὶ νὰ προβῇ εἰς ἔλεγχον τῆς ὑποθέσεως, ἐξ οὗ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωσι τετρωμένοι τρεῖς πολιτικοὶ ἄνδρες, τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης δυνατὸν ν’ ἀποδειχθῇ, ὡς εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι οὐδὲν τὸ τρωτὸν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἐν τῇ διαχειρίσει τῆς ἐξουσίας ὑπ’ αὐτῶν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἄποψις, εἰς τὴν ὁποίαν προσβλέπω, διότι εἶναι ἄποψις ἀφορῶσα αὐτὴν ταύτην τὴν Βουλήν. Δὲν συμμερίζομαι ὅσα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀττικοβοιωτίας κ. Πολογεώργης εἶπε, καίτοι εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε. Δὲν συμμερίζομαι, ὅτι ἔχομεν νὰ δώσωμεν λόγον, διότι ἀφήσαμεν ἀνεκκαθαρίστους αἰτιάσεις, θιγούσας τὴν ὑπόληψιν τῶν ἀτόμων ἐκείνων. Ἄλλη εἶναι ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία μὲ ἀπασχολεῖ. Ἡ Βουλὴ, καθ’ ἣν στιγμὴν καλεῖται νὰ κρίνῃ τοιαύτας αἰτιάσεις, δὲν εἶναι ἄθροισμα ἁπλοῦν βουλευτῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐκπροσώπησις ἐν ὁμάδι τῆς Πολιτείας, ἡ δὲ Πολιτεία ὅταν πρὸ αὐτῆς ἔχῃ πράξεις, αἵτινες δύνανται νὰ φέρωσι χαρακτῆρα ἀδικήματος, δὲν δύναται νὰ ὀρρωδήσῃ καὶ νὰ εἴπῃ: οὔτε καταδικάζω, οὔτε ἀθωῶ, Ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ εἶναι τολμηρὰ καὶ ἀποφασιστικὴ καὶ δικαιοκρίτις. Ὅταν προσάγηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιαύτη ὑπόθεσις, ὀφείλει ἡ Βουλή, παραμερίζουσα πᾶσαν ἄλλην συζήτησιν, νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ κύρους τῆς Πολιτείας καὶ περὶ τοῦ κύρους τῶν Ὑπουργῶν, ἀδιάφορον ἂν θὰ παρεξηγηθῇ, μὴ σκεπτομένη ὅτι θὰ δώσῃ λόγον εἰς τοὺς ἐκλογεῖς, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπέρρευσεν ἡ Βουλή, ἀλλ’ ἀποβλέπουσα εἰς τὸ ἴδιον αὐτῆς καθῆκον, νὰ ἐμφανίσῃ τὴν Πολιτείαν ἐν ὅλῃ αὐτῆς τῇ μεγαλοπρεπείᾳ καὶ νὰ εἴπῃ: «ἐλέγχω, δικάζω, ἀθωῶ ἢ καταδικάζω». Οὕτω φερομένη ἡ Βουλή, δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν Πολιτείαν ἐν πάσῃ τῇ εἰλικρινείᾳ καὶ εὐσυνειδησίᾳ αὐτῆς. Καὶ διὰ τούτους τοὺς λόγους, φρονῶ, ὅτι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ συζήτησις, ἥτις ἐξερράγη πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἔλαβε τὰς διαστάσεις, ὥστε νὰ καταλήξῃ εἰς ὑποβολὴν προτάσεως περὶ καταρτισμοῦ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ τοιαύτη πρότασις ὑπεβλήθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παρέλθῃ καὶ ἀντιπαρέλθῃ τὴν πρότασιν ταύτην, ἀλλ’ ὀφείλει ἢ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἢ ὁρίζουσα συνεδρίασιν τὴν πρώτην προσεχῆ, ὀφείλει, λέγω, νὰ καθορίσῃ τὸ ζήτημα, οὐχὶ χάριν μόνον τῶν ἀτόμων, ἅτινα τίθενται ὑπὸ αἰτίασιν, ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ τοῦ κύρους τῆς Πολιτείας, τὸ ὁποῖον καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ προστατεύσῃ ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἐνταῦθα.
§214Γ. ΠΩΠ. Κύριοι, εἶμαι, ἀληθῶς, εὐτυχής, διότι, ὑπόθεσις ἀνακινηθεῖσα ὑπ’ ἐμοῦ, συνεκίνησε βαθύτατα τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, ἥτις ἀξιοῖ νὰ προβῇ εἰς μέτρα δραστικά, ἵνα ἐπικυρώσῃ ἐκεῖνα ἀκριβῶς, τῶν ὁποίων τὴν ἐπαλήθευσιν ἐζήτησα ἐγὼ ὁ ἴδιος. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἶδον ἀναγεγραμμένον νομοσχέδιον περὶ ἐγκρίσεως συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας ἀναγνωρίζεται ὑπὸ τοῦ Κράτους ὀφειλὴ πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν 1.650.000 δραχμῶν, ὀφειλή, προελθοῦσα ἐκ ζημιῶν προμηθείας ἀλεύρων, γενομένης διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἦτο παντάπασιν ἄγνωστον εἰς ἐμέ, εἴμεθα παλαιοὶ γνώριμοι, τὸ κατεδίωκον δὲ καὶ μοὶ διέφευγεν ἀπὸ τῆς παρελθούσης περιόδου τῆς Βουλῆς. Αἰφνιδίως ἀνεκάλυψα αὐτὸ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ ὅταν ἀνυπόπτως ἐζητήθη ἡ ψήφισίς του κατὰ τὴν σειρὰν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος, παρακαλέσας τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εὐθὺς ἀμέσως, ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἄμεσον ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε, ἐν ἀφελεῖ πίστει, μὲ διέκοψε, εἰπών, ὅτι: «περὶ οὐδενὸς σοβαροῦ πρόκειται, κ. Βουλευτά, τὸ νομοσχέδιον εἶναι περυσινόν». Καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀκριβῶς: «Ἄν περυσινὸς Πρωθυπουργὸς εἶσθε σεῖς, περυσινὸς βουλευτὴς εἶμαι καὶ ἐγὼ, περυσινὸν εἶναι καὶ τὸ σκάνδαλον καὶ ἡ κλοπή, τὴν ὁποίαν καλύπτει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο». Ἐν σπουδῇ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν φθάνει πρὸς τὸ βῆμα κομίζων ἔγγραφά τινα καὶ μὲ ἠνάγκασεν ἐξ εὐλαβείας καὶ πρὸς τὰς ὑπηρεσίας του πρὸς τὴν Πατρίδα, καὶ πρὸς τὸ γῆρας αὐτοῦ, νὰ τοῦ παραχωρήσω ἀμέσως τὴν θέσιν, ἵνα ἀναπτύξῃ τοὺς πίνακας καὶ τὰ σημειώματα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐν τῷ χαρτοφυλακίῳ του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δηλοῖ πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ὑπῆρχε σφάλμα εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐκαλούμεθα ἐπιτροχάδην νὰ ἐπιψηφίσωμεν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐψήφιζεν ἡ Βουλή, ἐὰν δὲν ἐτύγχανον νὰ εὑρίσκωμαι παρὼν εἰς αὐτήν, διότι οὐδεὶς τῶν κ. Συναδέλφων ἐγνώριζε τοῦτο καὶ οὐδεὶς πρώην ἢ νῦν Ὑπουργὸς ἐγνώριζε τοῦτο. Τὸ νομοσχέδιον εἶχε λάθος εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὸ ποσόν. Ἡ Βουλὴ ἐκαλεῖτο νὰ δώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν 1.650.000, ἐνῷ τὸ δάνειον ἀνήρχετο εἰς 1.500.000...
§215Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς αὐτό.
§216Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ὡμολογήσατε, ὅτι τὸ δάνειον δὲν ἦτο 1.650.000, ἀλλὰ 1.500.000;
§217ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τελευταῖον ναί.
§218Γ. ΠΩΠ. Ἑπομένως, τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκομίσατε διὰ τὸ νομοσχέδιον ἐξ 1.650.000, ἀφεώρα ὑπόθεσιν ἀνεκκαθαρίστου λογαριασμοῦ.
§219ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§220Γ. ΠΩΠ. Καὶ ἐν τούτοις ἐλπίζατε ἀπόδοσιν τῆς καταβολῆς χρημάτων ἐξ ἀχρεωστήτου, ὅταν θὰ ἐκκαθαρίζοντο οἱ λογαριασμοί. Ἐπιτρέπεται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίζῃ δάνειον, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἀκριβῆ πίνακα; Σεῖς, εἴτε οἱασδήποτε ἄλλος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶμεν ὡς ἰδιῶται χρεωστικὴν πρᾶξιν ποσοῦ 100.000;
§221ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐφ’ ὅσον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ τις τόσον μέγα ποσόν.
§222Γ. ΠΩΠ. Ἄνευ ἐκκαθαρίσεως τοῦ λογαριασμοῦ; Τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διέκοψα ἐπανειλημμένως ἐρωτῶν καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον εἶχεν ἐνώπιόν του, προέκυπτε κλοπὴ ἀλεύρων 665.000 ὀκάδων. Ἐὰν ὑπολογίσωμεν πρὸς 60 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἀφήνω εἰς ὑμᾶς νὰ ἐξεύρητε τὸ ποσόν. Ὁ μετὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἦτο ὁ διατελέσας Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν περίοδον τῆς Πρωθυπουργίας τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν. Εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς περί τινος ἐπρόκειτο καὶ παρετήρησεν, ὡς ἠθέλησε νὰ εἴπῃ τὴν ἐπιοῦσαν, ὅτι ἐν τοῖς πρακτικοῖς ἐσημειώθη διάψευσις τῆς δηλώσεώς μου, ὅτι ἡ μὲν παραγγελία τῶν ἀλεύρων ἐν Ἀμερικῇ ἐγένετο ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου, ἡ δὲ πώλησις καὶ διάθεσις ἐν τῇ καταναλώσει τῶν ἀλεύρων τούτων ἐγένετο ἐξ ὁλοκλήρου ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Πατρῶν. Ἀλλὰ συγχρόνως τὴν ἐπιοῦσαν ἐγένετο κἄτι ἄλλο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα, μᾶς ἔλεγε: Κύριοι, χθὲς ἀκουσίως ἔδωκα ψευδεῖς λογαριασμοὺς καὶ παρεπλάνησα τὴν Βουλήν. Συγχωρεῖστε με. Οἱ πίνακες περὶ τῆς κλοπῆς ἦσαν τυχαῖον σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἀποσύρω. Ἔχω νέον σημείωμα, ἐξ οὗ ἀποδεικνύεται, ὅτι οὐδεμία κλοπὴ ἐγένετο.
§223ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσω, τὰ πράγματα νὰ λέγωνται ὡς ἐγένοντο. Δὲν εἶπον, ὅτι ἀποσύρω τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον πρὸς ἰδίαν χρῆσιν καὶ εὑρίσκεται ἐνταῦθα, ὡς τὸ ἀνέγνωσα ἀκριβῶς εἰπεῖν, οὐδὲ νὰ μνημονεύσω αὐτὸ ἔπρεπεν. Ἀπέσυρα τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους εἶχον ἐνταῦθα, διότι ἦσαν πίνακες τοῦ Σεπτεμβρίου, περιέχοντες σφάλματα, ὡς ἀπεδείχθη ἐκ τοῦ ὅτι ἐζήτησα νέους πίνακας, δείξαντας ἐν τῇ συζητήσει ὅ,τι ἤρκει ὅπως διακριθῇ τὸ λάθος, τὸ γινόμενον πρότερον, καὶ ἑπομένως, ὅτι ἡ ζημία ἀποδεικνύεται κατωτέρα κατὰ ἑκατὸν χιλιάδας περίπου, ἢ ὅσα ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον ἀφεώρα ὑπόθεσιν δανείου 1.650.000 δραχμῶν ἐπὶ λογαριασμῷ. Παρεχωρήθησαν αὗται ὑπὸ τῆς Τραπέζης, ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, ὅτι, ὅταν ἐξελεγχθῶσιν οἱ λογαριασμοί, θὰ ἀφαιρεθῶσιν τὰ τυχὸν λάθη...
§224Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ἱστορίαν τῶν πραγμάτων καὶ σεῖς, ἀπαντῶντες, εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
§225ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διότι οὕτω ἀποκαθίσταται ἡ ἀλήθεια. Ὑμεῖς δέχεσθε, ὅτι θὰ ἐχάνοντο τὰ χρήματα.
§226Γ. ΠΩΠ. Ὅταν ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν, τότε θὰ ἴδωμεν ἐὰν θὰ ἐχάνοντο. Ἐγὼ ἀναφέρω τὰ γεγονότα καὶ σεῖς μοὶ λέγετε, ὅτι πλανῶμαι ἐπ’ αὐτῶν.
§227ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐγὼ ἀνεκοίνωσα πίνακας, τοὺς ὁποίους, ἰδὼν ἐσφαλμένους, ἐδήλωσα πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι οἱ πίνακες οἱ νέοι τῆς Τραπέζης, οἵτινες ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν, φέρουσι τὸ ποσὸν μικρότερον κατὰ ἑκατὸ χιλιάδας.
§228Γ. ΠΩΠ. Δόξα τῷ Θεῷ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἴσως ἡ γλῶσσα ἡ Ἑλληνική, ὡς διατυποῦται παρ’ ἐμοῦ, δὲν ἀπηχεῖ εὐχαρίστως εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§229ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν πταίει ἡ γλῶσσα, ἀλλ’ ἡ προαίρεσις.
§230Γ. ΠΩΠ. Εἴπατε, ὅτι κατεθέσατε τοὺς πίνακας, παρακαλῶ δ’ ἡ δήλωσις αὕτη νὰ σημειωθῇ ἐκ τῶν ἐστενογραφημένων εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθηκε τοὺς πίνακας καὶ τοὺς ἀποσύρει ὡς ἐσφαλμένους. Ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, παρεμβαίνων, λίαν ὀρθῶς, συμφώνως πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν παντὸς βουλευτοῦ ἐλέγχοντος καὶ ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ τὴν ἄσκησιν τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ὅταν μάλιστα κατὰ τοιοῦτον τρόπον πλανᾶται εἷς Ὑπουργός, ὁ κ. Βοζίκης ζητεῖ νὰ ἀναιρέσῃ τὸ πρᾶγμα διὰ τοὺς πλείστους πίνακας....
§231ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶναι πλαστοί. Εἶναι τῆς Τραπέζης.
§232Γ. ΠΩΠ. Τοὺς πίνακας τῆς Τραπέζης, τοὺς μὴ ἀκριβεῖς. Βλέπετε, ὅτι ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν χειρίζομαι, δὲν ἀπηχεῖ συμφώνως πρὸς τὰς ἰδέας σας. Λοιπόν, λέγω τοῦτο. Ὅτι ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, κ. Βοζίκης, ἔλεγε: «ποῖος εἶναι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος; Ἐτιμωρήθη;». Ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου τοῦ γενομένου, ἐπιτιμώμενος μάλιστα, ἐνθυμοῦμαι καὶ τοῦτο καλῶς, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἤγειρε τὴν φωνὴν ὑπὲρ τὸ δέον, ἐπιτιμῶν ἴσως ἀπεκρίνατο: «Δὲν φωνάζω, ἵνα πτοήσω τινά, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἀκουσθῶ» καὶ οὕτω ἠκούσθη καὶ μέχρις ἐμοῦ. Εἶναι ἀκριβῆ τὰ γεγονότα ταῦτα, ὡς παράστασις τῶν λεγομένων μου. Οὕτω διέρρεον τὰ γεγονότα, ὁπότε αἰφνηδίως κομίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον πρὸς συζήτησιν. Ὑπουργὸς ἐκ τῶν συνυπευθύνων τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς κ. Τριανταφυλλάκος, καὶ ὃ εἶχε δικαίωμα, ἀλλὰ καὶ καθῆκον ἠσθάνετο ὑπογράφωσιν ἐν θέματι, εἰς τὸ ὁποῖον ἐθίγετο, ἔστω καὶ ἀμυδρῶς ἡ ἔννοια τῆς φυλάξεως τῶν ἀλεύρων, παρεκάλεσε τὴν Βουλήν, ὅπως ἀναβάλῃ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν συζήτησιν καὶ ἐπικουρῶν εἰς τὰς προσπαθείας μου ἐν τῇ ἐκδηλώσει τῆς τιμῆς ἀνθρώπου διαχειρισθέντος τὰ δημόσια πράγματα, ἄφησε τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ μεταβῇ, συναινέσει τῆς Βουλῆς, πρὸς τὴν ἐπιτροπήν. Βεβαιῶ ὑμᾶς, κ. Βουλευταί, ὅτι εἶμαι εὐτυχής, διότι αἱ ἐγκλήσεις, τὰς ὁποίας ἐποιούμην ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, δὲν ἀπεδείχθησαν στερούμεναι γνώσεων προσώπων, ἀλλ’ ἀπεδείχθησαν στηριζόμεναι ἀκριβῶς ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Οὐδέποτε καὶ ἄλλοτε ἐμνημόνευσα, ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τίνα πρόσωπα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καλῶς ἢ κακῶς διαχειρίζονται οἱανδήποτε ὑπόθεσιν, καὶ λέγων αὐτό, ἀπευθύνομαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διεδέχθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν πολιτευτής, ἐὰν τυχὸν ἀπὸ τῶν χειλέων μου ἐκφύγῃ λέξις τις ἐν τῷ ἐλέγχῳ, τὸν ὁποῖον ἀσκῶ, λέξις τις, θίγουσα πρόσωπα εἴτε ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης εὑρισκόμενα, εἴτε ἔξω τῆς αἰθούσης, πρόσωπα διαχειριζόμενα τὰ δημόσια πράγματα, θὰ θλιβῶ εἰλικρινῶς, διότι ἐλέγχονται θέματα τόσον λεπτά, θίγοντα, μοιραίως, καὶ τὴν προσωπικὴν τιμήν, ἀφοῦ περὶ ἐγκλημάτων, ὅταν ἀποκαλυφθῶσιν, ἀτιμωτικῶν θὰ πρόκειται. Ἐπιθυμῶ οὐδεὶς νὰ θίγηται καὶ ἐπαναλαμβάνω τὴν φράσιν, ἥν ἔλεγον πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τοῦ ἐν ἀποχῇ πολιτικοῦ κόμματος, ἐπιθυμῶ ἐκεῖνο, ὅπερ ἔλεγε καὶ ὁ ἥρως τοῦ Σαίκσπηρ, ὁ ποθῶν νὰ πλήξῃ τὸν Καίσαρα: «τὸ δαιμόνιον τοῦ Καίσαρος ζητῶ νὰ πλήξω, οὐχὶ τὸν Καίσαρα». Ἐὰν πέσῃ ἢ δὲν πέσῃ ἐκ τῶν ἀποκαλύψεων σῶμά τι, μοῦ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Ἀγωνιζόμεθα πάντες περὶ πραγμάτων, ἀγωνιζόμεθα πάντες περὶ ἀποκαλύψεως τῆς ἀληθείας τῶν γεγονότων, ὅταν δὲ ἡ ἀλήθεια τῶν γεγονότων ρίπτῃ τὸ φῶς αὐτῆς, πᾶς οἱανδήποτε κατέχων θέσιν, ἐπιθυμῶν, ἵνα εἰς ἡμίφως ἀσκῇ τὰ ἔργα αὑτοῦ, θὰ φανῇ ἐπτοημένος, ὅπως τὰ νυκτόβια ἐκεῖνα ὄρνεα, τὰ σαρκοβόρα, ἀλλὰ μὴ ἔχοντα τὴν δύναμιν τῶν ὀφθαλμῶν, νὰ ἀντικρίτωσι τὸν ἥλιον τῆς ἀληθείας, ὅστις εἶναι καὶ ἥλιος τιμῆς. Τούτων, Κύριοι, ἀποκαλυπτομένων, θὰ ἀποκαλυφθῶσι καὶ ἄλλα, ὅτι κακῶς ἐγένοντο κατὰ τὸ παρελθόν, κατὰ πᾶσαν ἴσως στιγμήν, διότι, ὡς γνωρίζων τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων πραγμάτων, δύναμαι νὰ καυχηθῶ, ὅτι ἐκεῖνοι μέν, οἵτινες διεδέχθησαν τοὺς Ὑπουργούς, τοὺς ὁποίους μόνοι αὐτοὶ ἐγκαλοῦσιν ὅπως λογοδοτήσωσι διὰ τὸ ζήτημα τῶν ἀλεύρων, ὑπῆρξαν ἀνίκανοι νὰ ἀποκαλύψωσι τὰ σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἐφεῦρον, ἢ μᾶλλον εὗρον κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην στιγμήν. Ὅταν ἡμεῖς ἀγωνιζώμεθα, καλοῦντες πάντας ἐπὶ τὸ ἔργον ἡμῶν τῆς διοικήσεως τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὅταν ἠθέλομεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο μέχρις ἡμῶν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου τούτου, ἢ δι’ ὑπαινιγμῶν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ νὰ διασαφηνισθῶσι μέχρις ἑνός, εἴχομεν ἀντιθέτους ἐκείνους, οἵτινες διεδέχθησαν τὴν Κυβέρνησιν κατὰ μῆνα Φεβρουάριον, κηρύσσοντας τὴν ἀγαθὴν αὐτῶν ἐν τῷ τόπῳ ἐπίδρασιν, μὴ εὑρόντας οὐδὲν διαχειριστικὸν παράπτωμα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, μὴ εὑρόντας οὐδεμίαν γωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἠσκήθη οἱαδήποτε σπατάλη, διότι, ἐὰν εὗρον τοιαύτην καὶ δὲν τὴν προσεκόμισαν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐκάλεσαν ἀπὸ τῆς θέσεώς των καὶ λόγῳ τῆς εὐθύνης των τῆς ὑπουργικῆς τὸν Εἰσαγγελέα, δὲν ὑπῆρξαν πιστοὶ πρὸς τὸν ὅρκον, οὔτε τοῦ βουλευτοῦ, ὃν ὤμοσαν, ἀλλ’ οὔτε καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, τὸν ὁποῖον ἔδωκαν πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Ἐκραυγάζομεν καὶ ἐζητοῦμεν ἐπανειλημμένως ἐνδείξεις, κινδυνεύοντες ἡμεῖς, οἵτινες ἠσκοῦμεν τὸν ἔλεγχον, νὰ χαρακτηρισθῶμεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ὡς ἐμπαθεῖς πολιτικοὶ ἄνδρες ἐξ ἰδίων ψυχικῶν ἐλαττωμάτων κατηγοροῦντες πρόσωπα, ὅτι ἡμεῖς, γράφοντες ἢ παριστῶντες ἀνύπαρκτα, κατηγορήσαμεν τὴν ἀνεπίληπτον, τὴν ἄσπιλον διαχείρισιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ ἐν συνεχείᾳ οἱ διάδοχοι τῆς Κυβερνήσεως, οἱ διαδεχθέντες τὸν ἀξιότιμον ἀπόντα ἐκ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου πολιτευτὴν Κρήτης, ἦλθον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ τούτῳ καὶ παρέστησαν ἀντιμέτωποι, ὁ ἐχθρὸς ὁ ἀπὼν τῆς σήμερον καὶ οἱ παρόντες κατήγοροι τῆς σήμερον, καὶ ἐζήτουν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θὰ ἦτο δὲ ἔλλειψις προσηλώσεως πρὸς τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἦτο ὑπόθεσις τιμῆς δι’ ἐμὲ νὰ ἀποπνίξω τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων. Ἤρχοντο καθήμενοι ὡς ἀντιπολίτευσις ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, ἐπικουροῦντες τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κοζάνης Βουλευτὴν καὶ ἐμὲ ἀπὸ τῆς θέσεως τῆς ἄλλης καὶ ἐζήτουν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ κατατεθῶσιν ἔγγραφα ὡρισμένα, ἔγγραφα δι’ αὐτὸ τοῦτο τὸ σκάνδαλον. Ὁ ἐχθρὸς καὶ ὁ κατηγορούμενος εὑρίσκετο ἐκεῖ ὡς ἀντιπολίτευσις πλειοψηφοῦσα, οἱ κατήγοροι τῆς σήμερον ἦσαν ἐδῶ ὡς Κυβερνῆται μειοψηφοῦντες, ἀλλ’ ἔχοντες τὸ κάλυμμα τῆς πλειοψηφίας, λόγῳ τῶν ἐθνικῶν γεγονότων, καὶ δὲν ἀπετολμᾶτο ἡ συζήτησις τοῦ σκανδάλου τούτου, καὶ δὲν ἀνήρχοντο, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν αἰτιάσεών των ἔψεγον τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐκ Πατρῶν πολιτευτοῦ, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐρωτήσωσι καὶ ἀπὸ τοῦ ἐμφανοῦς ἀντιτάξωσι τὸ ὅπλον τῆς ἀληθείας πρὸς τὸ ὅπλον τῆς ἀληθείας. Διατί, Κύριοι, ζητεῖτε σημειώματα ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου; Διατί δὲ τὰ σημειώματα ταῦτα τὰ ζητεῖτε σεῖς, ὅστις ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Βενιζέλου ὑπήρξατε Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; Ἡ ἐπιμονὴ καὶ ἡμῶν καὶ ἐκείνων κατίσχυσε. Δέν ἐκομίσθησαν τὰ ἔγγραφα, ὡς δὲν μοὶ ἐδόθησαν ἀκόμη καὶ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα καὶ ἡ συζήτησις δὲν ἐγένετο, ὡς ἁρμόζει εἰς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἐν τῇ παλαίστρᾳ τῆς ἰσότητος. Οὕτω ἀπέληξε τὸ θέμα εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως συστήσῃ εἰς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους, τοὺς διατυπώσαντας τὴν πρώτην πρότασιν περὶ συγκροτήσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ὅπως διατυπώσωσι νέαν. Εἶμαι ὁ πρῶτος καὶ κύριος ὑποστηρικτὴς τῆς προτάσεως αὐτῆς, δὲν ἀμφιβάλλω δὲ, ὅτι ἡ Βουλή, ἂν λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, θὰ θελήσῃ μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ θέσῃ καὶ ἐμέ, τὸν ἀποκαλύψαντα τὸ σκάνδαλον. Ἀλλ’ ἡ πρότασις αὐτή, καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθη, δὲν εἶναι ἐπαρκής, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς οὔτε καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται εἰς κατηγορίαν, δὲν εἶνε ἐπαρκὴς οὔτε καθ’ ὅν τρόπον διατυποῦται ἡ ἐνέργεια ἐκείνη, ἥν ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ. Διότι ἡ πρότασις συγκροτήσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἔχει τὸν κοινοβουλευτικὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἐδήλωσα ἀπὸ τῆς θέσεως ἐκείνης, καὶ μετὰ τὴν δήλωσιν ἐπηύξησα τὴν ἐπιθυμίαν μου διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Ἂν ἔχητε τὸ θάρρος, ὀφείλετε νὰ πράξητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς, κ. Λεβίδης, ἐὰν ἐπείσθητε ἐκ τῶν ἀνακοινωθέντων ἐνώπιον ὑμῶν, διότι ἐγὼ οὐδὲν ἀνέγνωσα ἐξ ἐκείνων, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὲ πιστεύσῃ, δὲν ἀνέγνωσα οὐδεμίαν τῶν γενομένων κατηγοριῶν, δὲν ἀνέγνωσα οὐδεμίαν τῶν γενομένων ἀπαντήσεων, διότι ἠθέλησα ἐγὼ πρῶτος, λαμβάνων γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, νὰ μορφώσω πρῶτος γνώμην καὶ εἶτα νὰ ἴδω πῶς ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μελῶν θὰ προκύψῃ ἡ ἀλήθεια. Μετὰ τοσαύτης εὐσυνειδησίας ἐργάζομαι καὶ εἶναι στιγμή, καθ’ ἥν λησμονῶ καὶ τὴν μετριοφροσύνην μου, ἥτις ἐπιβάλλεται, ἵνα ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν εἰλικρίνειαν τῶν διαθέσεών μου. Ἔπρεπε, λέγω, οἱ πεισθέντες, ὅτι ὑπάρχουν πρόσωπα, καὶ ἠριθμήθησαν τρία, ὑπὸ κατηγορίαν, τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, νὰ πράξωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέδειξεν ὁ κ. Λεβίδης καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπεδείκνυον καὶ ἐγώ, ἐὰν δὲν εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ συμπέσῃ πρὸ ἐμοῦ ἡ γνώμη τοῦ κ. Συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς. Ἔχετε ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον σᾶς δεικνύει καὶ τὸν τρόπον καὶ τὰ μέσα τῆς ἀσκήσεως τῆς κατηγορίας ἐναντίον Ὑπουργῶν. Ζητήσατε διὰ τοῦ κανονικοῦ τρόπου τὴν παραπομπὴν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὴν πεποίθησίν σας ἐγένοντο τοῦ δημοσίου πλούτου ζημιωταί. Ἤκουσα διακοπτόμενον τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀττικῆς ὑπὸ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου Λέσβου, λέγοντος: «μὴ ἀνησυχῆτε, ὑπάρχει νόμος, καθ’ ὃν ἀσκοῦνται τὰ καθήκοντα τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, περίπου καθ’ ὃν τρόπον ἀσκοῦνται τὰ δικαιώματα τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τῆς συνιστωμένης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν νόμου».
§233Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐπιτρέπετε; Εὐτυχῶς εὑρίσκομαι πρὸ τῆς ἀκριβείας τῶν πραγμάτων, διότι ὁ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς κατὰ τὸ 1911, εἶναι πολὺ ἐπιεικέστερος τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον 6 τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ περιορίσῃ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 2 ἐξουσίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνῷ ἐν τῇ ἀνακριτικῇ ἐπιτροπῇ ἡ Βουλὴ οὐδὲν δικαίωμα ἔχει νὰ περιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ποῖαι δὲ εἶναι αἱ πράξεις τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου τοῦ 1911; (ἀναγινώσκει): «Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνεργεῖ...κλπ». Ἄρα, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ νόμου τοῦ κ. Δημητρακοπούλου θέλῃ νὰ ἐνεργήσῃ ἐξέτασίν τινα, ἡ Βουλὴ δύναται κατὰ τὸ ἄρθρον 6. νὰ ἀπαγορεύσῃ τοῦτο. Διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι, ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, εὑρισκόμεθα τῷ ὄντι πρὸ ἑνὸς σοβαροῦ νομοθετήματος, ἐνᾧ, ὅταν εὑρισκώμεθα πρὸ τοῦ νόμου τοῦ κ. Δημητρακοπούλου, βεβαίως, εὑρισκόμεθα πρὸ ἐλαφροτέρου νομοθετήματος.
§234Γ. ΠΩΠ. Ἡ διακοπὴ τοῦ κ. Συναδέλφου μὲ ἀπαλλάσσει ἀπολύτως τῆς παραβολῆς τῶν δύο νόμων, δὲν μὲ ἀπαλλάσσει ὅμως ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ὀφείλομεν, συνιστῶντες τὴν περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν ἐπιτροπήν, νὰ παραπέμψωμεν τὴν ὅλην ὑπόθεσιν ἐκεῖ ὅπου ἡ Δικαιοσύνη ἡ ἀδέκαστος καὶ ὄχι ἡ Δικαιοσύνη τῶν πλειοψηφιῶν τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν ἀποδίδει τὸ φῶς καὶ τὴν ἀλήθειαν. Ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ ἔχουσι τὴν μορφὴν ἐκείνην, περὶ ἧς ὡμίλησα ἐν ἄλλῃ θέσει· δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν δικαστικὴν μορφήν, οὐδεμίαν δικαστικὴν ἀξίαν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἀφορῶσιν εἰς πολιτικὰ θέματα καὶ οὐχὶ εἰς οὐσίας ἔρευναν, καθόσον οὐδ’ αὐτὸς ὁ νομοθέτης ἠθέλησε νὰ τῆς δώσῃ τελειωτικὴν καὶ ὁριστικὴν τὴν μορφήν. Θέλετε νὰ καταρτίσητε δικαστήριον καὶ δικαστὰς κατὰ βούλησιν; Πράξατέ το, ἀλλὰ καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν θέλετε κατὰ τῶν ἀντιπάλων σας, οὓς νομίζετε ἐνόχους, νὰ συγκροτήσητε ἐπιτροπὴν συμφώνως τῷ νόμῳ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ἔχετε ἄλλην τινὰ ὑποχρέωσιν καὶ μάλιστα τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην γενικήν, ἠθικήν, ἀπόλυτον, τὴν ὁποίαν δὲν δύνασθε νὰ τὴν παρακάμψητε. Ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἶναι ἡ διατύπωσις τῆς προτάσεως κατὰ τρόπον εὐρύτερον. Ἡ πρότασις, καθ’ ὃν τρόπον ἔγινεν αὕτη, παραπέμπει κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον καὶ συγχρόνως ἐνέχει τὴν μορφὴν περιορισμοῦ τοῦ ἔργου τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι δὲν θὰ θέλετε νὰ δημιουργήσητε Εἰδικὸν Δικαστήριον διὰ τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν, τοὺς ὁποίους φρονεῖτε ἐπὶ τοσοῦτον ἐνόχους παραλείψεως, ἀλλ’ ἄν καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι θὰ εὐρύνητε τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τὴν ἑρμηνείαν, ὀφείλετε νὰ εἶσθε δίκαιοι καὶ νὰ μὴ ζητῆτε νὰ καλύψητε ὡρισμένα πρόσωπα ὄπισθεν γεγονότων ἀορίστων, ὀφείλετε νὰ ζητήσητε νὰ ἀποκαλύψητε γεγονότα ὡρισμένα καὶ ἂς ἀποκαλυφθῶσιν οἱαδήποτε πρόσωπα ὄπισθεν αὐτῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ἁρμοδιότητα διὰ τὴν προμήθειαν (γενικῶς καὶ διὰ τὴν διανομὴν γενικῶς σίτου καὶ ἀλεύρων. Μὴ θέλετε νὰ χωρίσητε τὴν μίαν; Πρόκειται περὶ τοῦ Κράτους ἀπὸ ἐμπορικῆς ἐννοίας καὶ ἐμπορικῆς ἐπιχειρήσεως. Εἶμαι καὶ ἐγὼ μικροβιομήχανος, μικροεκδότης, ἔχω καὶ ἐγὼ τὰς ζημίας ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεώς μου, ἀλλὰ καὶ τὰ κέρδη. Τὸ Κράτος συνεκρότησεν ἐμπορικὴν ἑταιρείαν, τὸ Κράτος εἶχε ζημίαν, εἶχε καὶ κέρδη, εἶναι πιθανὸν τὸ ὅλον τῆς διαχειρίσεως νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δὲν ἐχρεωκόπησεν ἠθικῶς ἡ ἐπιχείρησις καὶ δὲν ἐχρεωκόπησε καὶ ὑλικῶς, ἢ εἶναι πιθανὸν ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ χρεωκοπία τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης εἶνε καὶ ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ εἰς εὐρυτέραν ἀκτῖνα. Εἶναι τόσον ἁπλοῦν τοῦτο, τόσον σύμφωνον, ὄχι μόνον πρὸς τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ κατάστιχα τοῦ τελευταίου παντοπώλου, ὥστε δὲν θὰ ἀρνηθῆτε τὸ δίκαιον τῆς παρακλήσεώς μου. Παρακαλῶ τοὺς κ. Συναδέλφους, τοὺς ὑποβαλόντας τὴν πρότασιν, νὰ ἀποδεχθῶσιν ἐν αὐτῇ τροπολογίαν τινά, νὰ τὴν καταστήσωσιν εὐρυτέραν καὶ νὰ εἴπωσιν: «Ἡ Βουλὴ συνιστᾷ ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ θὰ ἐρευνηθῶσι πᾶσαι αἱ εἰς τὸν σῖτον ἀναγόμεναι προμήθειαι ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1915 μέχρι τῆς σημερινῆς ἡμέρας, πᾶσαι αἱ προμήθειαι τῶν ἀλεύρων καὶ πᾶσαι αἱ μέθοδοι τῆς διανομῆς αὐτῶν». Εἶναι πιθανὸν ἐκ τῆς ἐρεύνης τῶν πραγμάτων, οὕτω τιθεμένων, νὰ ἀνακαλυφθῇ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τινές, ἐξερχόμενοι πλέον τοῦ δικαιώματος τῆς ἀσυλίας τῆς βουλευτικῆς καὶ τῆς ὑπουργικῆς, ἥτις καθορίζει ἰδιαιτέραν δικονομίαν διὰ τὰς παραβάσεις τῆς ἐξουσίας, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἀποκαλυφθῶσιν ἱκανοὶ ἰδιῶται ἐνεχόμενοι εἴτε ἀμέσως, εἴτε ἐμμέσως εἰς πράξεις διαρπαγῆς τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἐὰν δὲν θέλετε νὰ πράξητε τοῦτο, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ πράξητε τὸ ἀντίθετον. Ἢ θὰ καταγγείλετε τοὺς Ὑπουργούς, περὶ τῶν ὁποίων ἔχετε ἐν τῇ ψυχῇ τὴν ὑπόνοιαν καὶ τῶν ὁποίων εἷς ἐξ ἡμῶν ἀπηρίθμησε τρεῖς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἢ θὰ ἐνεργήσητε τὴν ἀνάκρισιν καθ’ ὃν τρόπον λέγω ἐγώ, μόνον τρόπον ὅπως δώσῃ φῶς εἰς τὰ πράγματα, ἵνα μὴ διὰ τοῦ σκότους συγκαλυφθοῦν πρόσωπον ὄπισθεν τῶν πραγμάτων...
§235ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ θέματος σαφῶς ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων περιωρισμένου ἐντὸς τοῦ χρόνου τῆς διαχειρίσεως ἐκείνων, περὶ ὧν ἐκρίθη ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ὑποβληθῇ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, κατώρθωσεν ὁ κ. Συνάδελφος νὰ ἀναπτύξῃ οὕτω τὰ πράγματα ὥστε νὰ θελήσῃ νὰ συμπεριλάβῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν, περὶ ἧς προτείνεται νὰ ἐπιδοθῇ ἡ Βουλή, δι’ Ἐπιτροπῆς, καὶ ἐκείνους, οἵτινες δὲν διεχειρίσθησαν ἄλλως τε τὰ τῶν ἀλεύρων, εἰ μὴ μόνον κατὰ τοῦτο, ὅτι κατὰ Φεβρουάριον ἢ ἀρχὰς Μαρτίου, ἐξετάσαντες τὰ τότε εἰς αὐτοὺς ἐμφανισθέντα καὶ ἀπελπισθέντες περὶ τοῦ δυνατοῦ σωτηρίας ὑπὸ τῆς ζημίας, ἐσκέφθησαν νὰ δώσωσι τὸν σῖτον, καθ’ ὃν τρόπον εἶναι ἀκριβῶς ἐν τοῖς λογαριασμοῖς καὶ τοῖς ἐγγράφοις πιστοποιημένον, πρὸς τροφὴν τοῦ Στρατοῦ καὶ πρὸς πώλησιν, οὕτως ὥστε νὰ ὑποστῇ μὲν τὴν ζημίαν τὸ Κράτος, παρέχον τὸν σῖτον εὐθηνότερον εἰς τὸν Στρατόν, ἵνα οὕτω δυνηθῇ νὰ διαθρέψῃ αὐτὸν καλῶς, ν’ ἀπαλλαγῇ δὲ μέρους τῆς ζημίας, δίδον πρὸς πώλησιν εἰς ἰδιώτας τὸ ὑπόλοιπον. Ὅστις ἐξετάσει τὰ πράγματα, ἔχων ὑπ’ ὄψει πάντα τὰ ἔγγραφα, θὰ ἴδῃ ὅτι ἡ πρόνοια τῆς τότε Κυβερνήσεως ἦτο πρόνοια, τὴν ὁποίαν οὐδεμία Κυβέρνησις, πονοῦσα καὶ ἔχουσα τὸν κοινὸν νοῦν, ἔπρεπε νὰ παραβλέψῃ. Τὸ κακὸν ἦτο τετελεσμένον πλέον, τὸ παρέλαβον ἐκεῖνοι τετελεσμένον, ἠγνόουν τὰ γενόμενα καὶ οἱ ἀγνοοῦντες ἀνεγνώρισαν, ὄχι ἀκριβῶς ἐκεῖνο, ὅπερ τελεῖται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἀνεγνωρίσθη, ἀλλ’ ἐκεῖνο, ὅπερ εἰς αὐτοὺς ἐγένετο ἐκ πρώτης ὄψεως τότε γνωστόν, ὅτι ἐγένετο κακὴ περὶ τὰ τοῦ σίτου ἐργασία καὶ ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῆς κακῆς ταύτης ἐργασίας ἔπρεπε νὰ καταστῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπιζήμια εἰς τὸ Κράτος. Καὶ ἄν λέγεται ἐνταῦθα, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπὸ τοῦ προαγορεύσαντος ἐπῆλθεν ὁ διαφωτισμός, ὀφείλω νὰ διαβεβαιώσω, μετ’ ἐξέτασιν ὁλοκλήρου τοῦ φακέλλου, ὃν καὶ κατέθηκα ἐνταῦθα καὶ ὅστις εἶνε ἱκανὸς νὰ φωτίσῃ πᾶσαν ἐπιτροπὴν εἴτε ἐξεταστικήν, εἴτε ἄλλην, ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις ἐφανέρωσε τὸ πρᾶγμα τοῦτο θετικῶς καὶ προεκάλεσε τὴν γενομένην ἔρευναν, εἶναι ὁ ἔντιμος ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος, ὅστις διὰ φωτεινῆς ἐκθέσεως τῶν πραγμάτων, καὶ μόνον τῶν πραγμάτων, ἐπέδειξε τὴν κατάστασιν αὐτὴν οὕτως, ὥστε πᾶς τις δύναται σήμερον νὰ παρακολουθήσῃ τὸ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἔχων τοὺς ὀφθαλμοὺς ἀνοικτοὺς καὶ τὰ ὦτα πλήρη. Συνετέλεσεν ἵνα φωτισθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἦτο ἀδύνατον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἔλθῃ μετὰ δύο ἄλλας Κυβερνήσεις, φωτισμένος ἐπὶ ὑποθέσεως, μὴ προκαλεσάσης τὸν παραμικρὸν θόρυβον, μὴ προκαλεσάσης τὴν παραμικρὰν ὑποψίαν. Ὅτε ἤλθομεν εἰς τὰ πράγματα, κατὰ Φεβρουάριον τοῦ 1915, ἔχων νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐκεῖνα τὰ ἐκκρεμῆ, ὅσα ἦτο ὑπόχρεως ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ, ἀνέθηκα εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, εἰς ὅ τὸ θέμα τοῦτο ἀνῆκε, τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου μετ’ αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τῆς 5ης Ὀκτωβρίου 1915, προϊὸν τῆς τότε ἐξετάσεως τῶν παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ ἐγγράφων, ἐπαναλαμβάνεται αὐτολεξεὶ κατὰ τὴν νέαν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον ταύτης τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν 28ην Ἰανουαρίου 1916′ διότι τὴν ἡμέραν καθ’ ἥν τὸ νομοσχέδιον ἐπανῆλθεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἴχνος, οὐδὲ κατὰ φαντασίαν, οὐδὲ κατ’ ὄναρ ὑποψία περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ὑπῆρχεν. Αὐτὸ τὸ Γενικὸν Λογιστήριον οὐδὲν ὑπώπτευσε καὶ τὸ ὄνομα ἐκείνων, ἢ μᾶλλον ἐκείνου, ὅπερ σήμερον εἶναι τεθιμένον ἐπὶ τῆς ἐπικεφαλίδος τῆς ὑποθέσεως, τὸ ὄνομα δηλονότι «Τῶν ἀρτοποιῶν», οὐδαμῶς ἐμφανίζεται. Οἱ ἀρτοποιοὶ ἦσαν ὅλως ἄγνωστοι. Ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἐζητήθη νὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα προσαχθῶσιν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς τὰ πάντα ἀγνοούσης, τὰ προσαχθῶσιν ἔγγραφα. Ὅτε δὲ τοῦτο οὕτως ἐγένετο, εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐζήτουν πληροφορίας ἀπὸ τῆς ἀγνοούσης τὴν ὑπόθεσιν νέας Κυβερνήσεως, τῆς τρίτης μετ’ αὐτούς, ὅτι ἐκεῖνοι ἐνεφανίζοντο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐζήτουν, διὰ τῶν περὶ προσκομίσεως πληροφοριῶν αἰτήσεων αὐτῶν, πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀκατανόητον ἀποβαίνει σήμερον, μεθ’ ὅσα τελευταῖον ἀπεκαλύφθησαν ἐνταῦθα, πῶς ἐζητοῦντο ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς τότε ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ τοῦ πρώην ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, τοῦ κ. Ρέπουλη καὶ τοῦ κ. Νεγροπόντη. Τὰ ἐρωτήματα ἦσαν διατετυπωμένα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε οὐδεὶς ἀγνοῶν τὰ σήμερον γνωστά, ἠδύνατο νὰ κατανοήσῃ ὅτι πρόκειται περὶ ἄλλου πράγματος, περὶ ὑποθέσεως μὴ διεξαγομένης διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Ἐβράδυνα νὰ ἀπαντήσω σήμερον καὶ διὰ τοῦτο ἐγένοντο αἱ πρὸ ὀλίγου ἀκουσθεῖσαι διαμαρτυρίαι. Ἐζήτησα καὶ ἔχω τὰ ἔγγραφα καὶ θέλω ἀναγνώσει αὐτά, ἵνα μοὶ εἴπητε, ἂν γεννῶσι τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἄλλοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἠσχολοῦντο εἰς τὰ ἄλευρα, ἢ μόνον αὐτὸ τὸ Κράτος. (ἀναγινώσκει): «Σημείωμα τῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν (Γενικὸν Λογιστήριον). Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ παροχῆς δανείου 1.650.000 δραχμῶν». Ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν, ὅπως τῇ παρασχεθῶσιν ἐπειγόντως αἱ ἑξῆς πληροφορίαι. «1ον. Πότε ἀφίχθησαν εἰς Πειραιᾶ τὰ ἄλευρα. 2ον. Σημείωμα τῶν πωλήσεων τῶν ἀλεύρων καθ’ ἡμερομηνίαν, ποσότητα καὶ ὄνομα ἀγοραστοῦ. 3ον. Τὰς τιμὰς εἰς ἃς ἠγοράσθη καὶ ἐπωλήθη ὁ σῖτος διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 15ης Ἰουνίου. 4ον. Σημείωμα τῶν πωλήσεων σίτου ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι τῆς 15ης Ἰουνίου κατὰ ποσότητα, τιμήν, καὶ εἰς τίνας; 5ον. Διατὶ φυλάσσεται ἀκόμη ἀπόθεμα ἐκ 518.000 ὀκάδων, ἀφοῦ ἡ ποσότης δυνατὸν νὰ φθαρῇ, ἡ δὲ τιμὴ τῶν ἀλεύρων ὑψώθη; 6ον. Νὰ κατατεθῇ ὁλόκληρος ὁ φάκελλος, ὁ σχετικὸς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, ἤτοι ἡ ἀλληλογραφία μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν παραγγελίαν τῶν ἀλεύρων, διὰ τὴν διάθεσιν καὶ τὴν φύλαξιν τούτων, αἱ παραγγελίαι διαθέσεως, ἡ ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος κλπ. κλπ... Ἐν Ἀθήναις τῇ 15 Ὀκτωβρίου 1915. Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς Μιλτιάδης Μ. Νεγροπόντης». Ἀκούσατε τώρα τοῦ Ὑπουργοῦ, τοῦ ἐν τῷ προτέρῳ Ὑπουργείῳ, τοῦ κ. Ρέπουλη, τὰ ἐρωτήματα: (ἀναγινώσκει). «Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Ὀκτωβρίου 1915. Πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα, ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ ἐμφαίνωνται μετὰ τῆς αἰτιολογίας των αἱ ζημίαι, τὴν κάλυψιν τῶν ὁποίων ἀφορᾷ ἡ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης σύναψις δανείου 1.650.000, ἢ ἀναφερομένη εἰς τὸν λογαριασμὸν τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀγορασθέντων ἀλεύρων. Ν’ ἀναφέρηται τουτέστιν ἐν σημειώματι: α) τὸ σύνολον τῶν ἀγορασθέντων ἀλεύρων, β) ἡ ἀξία αὐτῶν μετὰ τοῦ ναύλου καὶ λοιπῶν ἐξόδων μέχρι τῆς ἐν Πειραιεῖ παραλαβῆς (τσίφ) γ) αἱ κατὰ καιροὺς γενόμεναι πωλήσεις, κατὰ ποσὸν, τιμὴν καὶ χρόνον δ) τὸ παρουσιασθὲν ἔλλειμμα ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ ἀγορασθέντος ποσοῦ καὶ τὸ ὑπάρχον ὑπόλοιπον, ἂν ὑπάρχῃ τοιοῦτον, ε) πᾶσα ἄλλη σχετικὴ πληροφορία περὶ ἄλλων τυχὸν προσθέτων δαπανῶν μεταφορᾶς, ἐνοικίου ἀποθηκῶν κλπ., δι’ ὧν ἐπεβαρύνθη ἡ ἀξία αὐτῶν, οὕτως ὥστε ἐκ τοῦ συνόλου τοῦ σημειώματος νὰ προκύπτῃ πόθεν προέρχεται τὸ ποσὸν τῆς ζημίας τῶν 1.650.000». Ὁ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς Ε. Ρέπουλης». Ὁ Ὑπουργός, πρὸς ὃν τοιαῦται ἀπηυθύνοντο ἐρωτήσεις, καὶ ὁ ὁποῖος παρήγγειλεν εἰς τὸ Λογιστήριον νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ἀπαντήσεις, ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τοιαῦτα λεγόμενα ὑπὸ πρώην διαχειριστοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ὑπὸ εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὅστις εἶχε τὰ πάντα εἰς τὴν διάθεσιν αὐτοῦ, ἀφοῦ ἦτο εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῆς τέως Κυβερνήσεως; Πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ ὁ νέος Ὑπουργός, ὅτι ὑπῆρχεν ἄλλο τι παρ’ αὐτὸ τὸ λεγόμενον; Ποῖος ἐξ ὑμῶν ἔχει τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ, ὅτι ταῦτα τὰ ἔγγραφα, τὰ ἔχοντα χαρακτῆρα ἐπίσημον, λόγῳ τῶν ὑπογεγραμμένων προσώπων, ἅτινα ἐν αὐτοῖς ὁμιλοῦσιν, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα δὲν διαπιστοῦσι τὴν πραγματικὴν ἀλήθειαν; Ὁ Ὑπουργὸς ἐγνώριζε μόνον ὅσα ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου περιείχοντο καὶ ταῦτα ἀνυπόπτως ἐξετέλεσεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔπραττε πρᾶξιν ἀνθρώπου ἔχοντος καθῆκον νὰ πιστοποιήσῃ τὰ πράγματα δι’ ἐκθέσεως...
§236Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ δὲν κατηγόρησα ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, οὔτε ὑπόνοιαν τοὐλάχιστον ἐξέφρασα.
§237ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Οὐδόλως ἐφαντάσθην, ὅτι ἦτο δυνατὸν ἐν τοῖς λόγοις ὑμῶν νὰ ὑπάρχῃ κατηγορία. Ἀλλὰ θέλω νὰ θέσω τὰ πράγματα σαφῆ, ὥστε νὰ δυνηθῇ ἀπὸ ταύτης τῆς ἑσπέρας ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίσῃ, ὅτι ἡ μελέτη τοῦ φακέλλου, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ κατέθηκα εἰς τὴν Βουλήν, συνδυαζομένη πρὸς τὰ ἔγγραφα, τὰ ἤδη γενόμενα γνωστά, ἡ μελέτη, λέγω, ἡ τοιαύτη, θὰ εἰσαγάγῃ τοὺς κ. Βουλευτὰς ἀπ’ εὐθείας εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα, ἅτινα ἀγνοοῦσι μέχρι ταύτης τῆς ὥρας. Καὶ θὰ ἀναγνώσω πρὸς ὑμᾶς, τὴν ἔκθεσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐμοῦ αὐτοῦ, ἥτις εἶναι ὅλη, ἔργον τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου...
§238Γ. ΠΩΠ. Ἄν καλῶς ἀντελήφθην, θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι, ὅταν ἐγὼ ὡμίλουν πρὸς ὑμᾶς περὶ ὑπάρξεως σκανδάλου εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ἀδιαφόρως ποίου σκανδάλου, σεῖς εἶσθε ἐντελῶς ἀνύποπτος περὶ τῆς ὑπάρξεως αὐτοῦ.
§239ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.
§240Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
§241ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἤμην μόνον ἐγὼ ἀνύποπτος· δι’ αὐτὸ εἶπον ἐν ἀρχῇ, ὅτι ἀπὸ τοῦ πρώτου μετέβητε εἰς τὸ δεύτερον Ὑπουργεῖον καὶ παρ’ ὀλίγον νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ τρίτον.
§242Γ. ΠΩΠ. Δηλαδή, ἦτο ἀνύποπτος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Καὶ αὐτό, ἄν θέλετε, τὸ βεβαιῶ.
§243ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἦτο ἀνύποπτος καὶ ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας μετεῖχον οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὑπὸ τὸν Πρόεδρον τῆς τότε Κυβερνήσεως, κ. Γούναρην, καὶ ὁ κ. Πρωτοπαπαδάκης...
§244Γ. ΠΩΠ. Καὶ αὐτὸ τὸ δέχομαι.
§245Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διατὶ ἦτο ἀνύποπτος;
§246ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διότι δὲν ὑπῆρχε κανὲν στοιχεῖον γνώσεως. Θὰ ἀκούσητε καὶ θὰ πεισθῆτε. Πρὸ ὀλίγου ἐγένετο σχεδὸν κατηγορία, ὅτι ἔγγραφα, ἐνταῦθα κατατεθέντα, ἀπωλέσθησαν. Ἐγένετο ἡ παράδοξος κατηγορία, ὅτι τὸ σημείωμα τοῦτο, οὗτινος ὅλον τὸ περιεχόμενον εἶναι ἐν τῇ ἀγορεύσει, ἀπωλέσθη...
§247Γ. ΠΩΠ. Πάλιν μὲ παρεξηγήσατε.
§248ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ τὸ σημείωμα εἶναι ἐδῶ.
§249Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§250ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ διακόψητε. Ἐγένετο ἡ κατηγορία τοῦ λάθους τῶν 140 χιλιάδων, τὸ ὁποῖον ἀνεκαλύφθη, χάρις εἰς τοὺς ἀγῶνας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ!...
§251Α. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καὶ ἐσώθη τὸ Δημόσιον!
§252ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κατηγορίαι σφαλεραὶ καὶ αἱ δύο. Τὸ σημείωμα εἶνε ἐδῶ, ἐγράφη δι’ ἐμέ, καὶ εἶχον τὴν εἰλικρίνειαν νὰ τὸ ἀναγνώσω ὁλόκληρον· δὲν εἶχον καμμίαν ὑποχρέωσιν· εἶναι σημείωμα δι’ ἐμὲ γραφέν, πρὸς ὁδηγίαν μου, τὰ δὲ ἄλλα ἔγγραφα, ἅτινα κατέθηκα, ἐδήλωσα τὴν ἐπιοῦσαν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐζήτησα νὰ τὰ ἀναλάβω, διότι παρετήρησα, ὅτι ἦσαν παλαιὰ καὶ ἑπομένως δὲν ἀνταπεκρίνοντο πρὸς τὴν νέαν κατάστασιν τοῦ λογαριασμοῦ, ἥτις καὶ ἐνεφάνιζεν ἐλάττωσιν ζημίας ἑκατὸν τόσων χιλιάδων. Τοῦτο ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλήν, ἔπεμψα ἀμέσως καὶ ἔλαβον τοὺς νέους πίνακας τῆς ὑποθέσεως οὔσης τερματισμένης, ἔδωκα καὶ ἐτυπώθησαν οἱ πίνακες, οἱ πίνακες εἶναι ἐνώπιον ὑμῶν, ἔχετε δὲ καὶ τὰ ἔγγραφα, ἅτινα κατέθηκεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κυκλάδων, τὰ ἔγγραφα, ἅτινα κατέθηκα ἐγώ, ἔγγραφα πλήρη μνειῶν, ὅσων εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κυκλάδων. Ἔχετε ὅμως καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον, ἀντιπαραβαλλόμενον πρὸς τὰ κατατεθέντα ἤδη καὶ πρὸς τὰ ἄλλα, ἅτινα θὰ κατατεθῶσιν ἀπόψε, ἵνα ἔχητε αὐτὰ ἕτοιμα πρὸς ἀντιπαραβολήν, ἔχετε καὶ τούτους τοὺς πίνακας τῆς Τραπέζης, εἶναι τρεῖς ἢ τέσσαρες, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ ἔχουν διαφοράν...
§253Γ. ΠΩΠ. Θὰ τὰ πάρῃ ἡ Ἐπιτροπή.
§254ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Βεβαίως, ἀλλὰ καὶ θὰ τυπωθῶσι. Ἔχετε καὶ ταῦτα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα, διότι διαφέρουν κατὰ τοὺς ἀριθμούς, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ κατηγορηθῶσι, διότι ἡ ἐργασία ἐγένετο κατ’ ἐξακολούθησιν καὶ ἀπὸ τοῦ ἑνὸς εἰς τὸ ἄλλο ὑπάρχει διαφορὰ ἀριθμῶν, ὅτε δὲ κατέληξεν ἡ ὑπόθεσις, εὑρέθη ἐκεῖνο τὸ ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἀπετέλεσε σωτηρίαν χρήματος δημοσίου, εὑρέθη δηλαδὴ ὁ τελικὸς λογαριασμός, ὅστις ἐξεκαθάρισε τὴν ὑπόθεσιν. Λοιπόν, εἰς τοὺς τρεῖς τούτους πίνακας, τοὺς ὁποίους ἔχω ἐνταῦθα καὶ καταθέτω, οὐδαμοῦ ἐμφαίνονται οἱ ἀρτοποιοί, ἐλήφθησαν δὲ ἢ κατηρτίσθησαν ὑπὸ ἀνωτέρου γραμματέως, αʹ τάξεως, τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐκ πληροφοριῶν δοθεισῶν εἰς αὐτὸν ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου γραφείου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Λοιπόν, ἀναγινώσκω τὰς ἐπιγραφάς: «Ἀγορὰ καὶ πώλησις ἀλεύρων διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου. Περίληψις ἐκ τοῦ παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ληφθέντος λογαριασμοῦ... ὁ ἐπὶ τοῦ 8ου γραφείου τοῦ 2ου Τμήματος λογιστὴς Ρουφάκης». Περίληψις ἀπ’ εὐθείας ἐκ τοῦ γραφείου ἐκείνου ἐκπορευομένη. Ἔρχεται νῦν ὁ ἄλλος πίναξ: «Προσωρινὸς λογαριασμὸς ἀγορᾶς καὶ πωλήσεως ἀλεύρων διὰ λογ)σμὸν Δημοσίου. Λογαριασμὸς παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀντίγραφον ληφθὲν παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν 12ην Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Ἐν Ἀθήναις τῇ 12 Ὀκτωβρίου 1915 ὁ παρὰ τῷ Γενικῷ λογιστηρίῳ λογιστὴς Τσολᾶκος». Τρίτον ἔγγραφον: «Περίληψις τοῦ κατὰ τὴν 12ην Ὀκτωβρίου 1915 ληφθέντος παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης λογαριασμοῦ «Προμηθείας ἀλεύρων» — μεταξὺ εἰσαγωγικῶν — «Σημείωσις: ἡ ἐκ τῆς πωλήσεως τοῦ ἐν Πειραιεῖ ἀποθέματος ζημία, ἀσφαλῶς, θὰ ὑπερβῇ τὸ ὡς ἄνω ἀναγραφόμενον ποσὸν τῶν.... Ἐν Ἀθήναις τῇ 13 Ὀκτωβρίου 1915. Ὁ παρὰ τῷ Γενικῷ Λογιστηρίῳ Λογιστὴς Τσολᾶκος». Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, οἱ πίνακες οὗτοι ἐπειγόντως νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν.
§255Γ. ΠΩΠ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν;
§256ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, μάλιστα.
§257Γ. ΠΩΠ. Εἶχον ζητήσει καὶ ἐγὼ πληροφορίας. Τὴν πρώτην πληροφορίαν ἐζήτησα ἀπὸ τῆς 2ας Φεβρουαρίου, τὴν ἐπιοῦσαν νεωτέρας καὶ πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν πάλιν. Ἀτυχῶς, ἐνῷ βλέπω, ὅτι μετὰ τόσης ἐπιμελείας καὶ σπουδῆς γίνονται οἱ πίνακες, αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐζήτησα, δὲν εὑρέθησαν. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον πράττετε, εἶναι ἔργον, ἀπευθυνόμενον πρὸς τὴν Ἐξεταστικὴν Ἐπιτορπήν, ἀλλ’ ἐγώ, ὡς βουλευτής, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ κατεθέσατε.
§258ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, νὰ μοὶ προσδιορίσητε τὰ ἔγγραφα, διότι ὁλόκληρος ὁ φάκελλος κατετέθη.
§259Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται περὶ φακέλλου, πρόκειται περὶ ἐρωτημάτων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐν τῷ δικαιώματί μου, ὡς βουλευτής, ὑπέβαλον.
§260ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διατυπώσατέ τα.
§261Γ. ΠΩΠ. Τὰ διετύπωσα καὶ τὰ διεξεπεραίωσα διὰ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς. Τὸ πρῶτον τὴν 2αν Φεβρουαρίου. Τὸ δεύτερον, ἡμέρας τινὰς ἀργότερον.
§262ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν τὸ ἔλαβον.
§263Γ. ΠΩΠ. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ σας ἐλήφθησαν. Ἔχω τὸ δικαίωμα, ὡς βουλευτής, νὰ τὰ ἀξιώσω.
§264ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ γνωρίζω καὶ θὰ τὰ κατέθετον, ἄν τὸ ἐγνώριζον, χωρὶς νὰ τὰ ἀξιώσητε. Ἐδῶ ὑπάρχει φάκελλος μετὰ τῶν ἀριθμῶν καὶ μετὰ περιλήψεως, εἰς τὴν ὁποίαν, δι’ ἐμὲ αὐτόν, κατεχώρησα εἰς τὸ περιθώριον, καὶ δύναμαι νὰ ὁδηγηθῶ, ὅπως σᾶς εἴπω τὰ γενόμενα μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἥν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυκλάδων ἦλθεν νὰ ἀναγνωρίσῃ, ὡς Ὑπουργός, ὅτι ἔπρεπε τὸ ταχύτερον νὰ σωθῇ ἀπὸ μεγαλειτέρας ζημίας τὸ Δημόσιον. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἰσῆλθεν εἰς τὴν ὁδὸν τοῦ φωτός, τὴν ἑσπέραν, καθ’ ἥν ἐνταῦθα μετὰ τοσαύτης σαφηνείας παρέλαβε τὴν Βουλὴν ὁλόκληρον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κυκλάδων καὶ ἐχειραγώγησεν αὐτήν, διὰ τῶν ἀριθμῶν, οὕς μετὰ σαφηνείας παρέθετε κατὰ τρόπον, ὥστε ἠδύνατο πᾶς τις ἐνταῦθα νὰ καυχηθῇ, ὅτι ἐκείνην τὴν ἑσπέραν ἐγένετο μαθηματικός. Τοιαύτην σαφήνειαν καὶ τοσαύτην δύναμιν εἶχον οἱ ἀριθμοὶ, οἱ οὕτω προβαλλόμενοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἕκαστος, ἀντιπαραβάλλων, νὰ κρίνῃ, τοῦτο δ’ ἔκαμε τὴν Βουλὴν εἰς πλήρη κατανόησιν τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐκίνησε δὲ καὶ τὸν Ὑπουργὸν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἅμα ἐπανελθὼν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ ζητήσῃ ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, καὶ ἐνῷ ὁ φάκελλος δὲν ἐζητήθη ὑπ’ οὐδενός, ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ καταθέσῃ αὐτὸν ἐνταῦθα, μεθ’ ὁμοίου πίνακος πρὸς τοῦτον, τὸν ὁποῖον εἰς χεῖράς μου βλέπετε.
§265Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καταθέτετε τώρα αὐτὸν, κ. Ὑπουργέ;
§266ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κατετέθη πρὸ μιᾶς ἑβδομάδος, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Πρωτοπαπαδάκη, παρεμπεσόντος ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος ἀπῃτήθη πρὸς συλλογὴν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα εἶναι κάλλιστα συνηρμολογημένα καὶ διὰ τὴν ἀντιγραφὴν εἰς διπλοῦν τοῦ πίνακος, οὗ τὸ ἕν ἀντίτυπον εἶναι ἐκεῖ καὶ τὸ ἄλλο ἐνταῦθα, ὅπως μὴ ἀπωλεσθῇ κανὲν ἐκ τῶν πολυτίμων τούτων ἐγγράφων.
§267Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, συζητεῖται σήμερον πρότασιν παραπομπῆς εἰς ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν τῆς ζημίας, ἥτις προσεγένετο εἰς τὸ Κράτος ἐκ τῆς προμηθείας, κατὰ Φεβρουάριον παρελθόντος ἔτους, ἀλεύρων. Χωρὶς νὰ εἰσέλθω βεβαίως εἰς τὴν ἔρευναν τῆς οὐσίας καὶ νὰ ἐξετάσω κατὰ πόσον ὑφίσταται ἢ οὐ εὐθύνη ὑπουργική, ἔχω καθῆκον, ἐρειδόμενος ἐπὶ ἑνὸς σημειώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν: μόνον ἡ παραγγελία τῶν ἀλεύρων ἐπέφερε ζημίαν εἰς τὸ Κράτος; Τὸ σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν λέγει, ὅτι ἀπέμειναν τρεῖς χιλιάδες σάκκοι, τελείως βεβλαμμένοι, ὑπάρχει δὲ καὶ ἔλλειμμα ἐκ 244.000 ὀκάδων ἀλεύρων. Ἑπομένως, εὑρισκόμεθα πρὸ ζημίας τοῦ Δημοσίου, οὐ μόγον ἐκ τῆς γενομένης παραγγελίας, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς κατόπιν διαχειρίσεως τῶν ἀλεύρων τούτων. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτής, μᾶς εἶπεν, ὅτι ἔλαβον χώραν καταχρήσεις κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἀλεύρων ἐν Πειραιεῖ....
§268Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§269Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Βουλευτά. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω τὶ συζητεῖται, τὸ ζήτημα τῆς προτάξεως μόνον ἢ καὶ ἡ οὐσία;
§270Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα περὶ συγκροτήσεως Ἐπιτροπῆς. Ἡ πρότασις τῶν κ. κ. Βουλευτῶν.
§271Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὥστε αὕτη σιωπηρῶς προετάχθη;
§272Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§273Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Ἐγώ, κ. Τσουκαλᾶ, εἶπον, ὅτι ἦλθον ἀπὸ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ μοὶ κατήγγειλαν, ὅτι ἐσχίζοντο σάκκοι τινὲς καὶ ἀφῃρεῖτο μέρος τῶν ἀλεύρων ἀπὸ τοὺς σάκκους, ἀμέσως δὲ ἐφρόντισα, ὅπως οἱ φύλακες, οἱ ὁποῖοι εἶχον διορισθῆ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ στρατιωτῶν φυλάκων.
§274Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶμαι συμφωνότατος. Ἄρα διεπράχθη ἕν ἀδίκημα ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ποῖος τὸ διέπραξεν; Ὄχι, βεβαίως, ὁ Ὑπουργός. Ἀλλ’ αὐτὸ οὔτε ἐμὲ ἐνδιαφέρει, οὔτε τὸ Κράτος, ἐὰν τοῦτο τὸ διέπραξεν ὁ Ὑπουργός, ἢ τὰ κατώτερα ὄργανα, τὰ ὁποῖα διεχειρίζοντο τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἕν ἀδίκημα διεπράχθη καὶ οὐδεμία ἀνάκρισις ἐγένετο, ἵνα ἐξακριβώσῃ ποῖα ἦσαν τὰ ὄργανα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐπελάθοντο τῶν καθηκόντων των. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν προμήθειαν, ἐφ’ ὅσον ἡ ζημία τοῦ Κράτους ἐπιβαρύνεται καὶ ἐκ τῆς κακῆς διαχειρίσεως τῶν ἀλεύρων.
§275Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὅλα θὰ τὰ ἐξετάσῃ.
§276Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἡ πρότασις περὶ καταρτισμοῦ ἐπιτροπῆς δὲν ἀφορᾷ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ σίτου, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν προμήθειαν.
§277Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μέχρι τῆς προκύψεως τῆς ζημίας.
§278Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὥστε μοιραίως πίπτει εἰς τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μου, διότι ἡ πρότασις, ἡ ὑποβεβλημένη, δὲν λέγει τοιοῦτόν τι, ἀλλὰ λέγει μόνον τὴν προμήθειαν. Καὶ διατί μόνον ἡ προμήθεια καὶ ὄχι καὶ ἡ διαχείρισις; Διότι, βεβαίως, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχει ὑπουργικὴ ἄμεσος εὐθύνη, ἀλλ’ ὑπάρχει εὐθύνη, προερχομένη ἀπὸ τὰ κατώτερα ὄργανα καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀναζητήσῃ τὸ Κράτους, εἴτε ἐξ ἀμελείας ἐγένετο αὕτη, εἴτε ἀπὸ σκοποῦ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὸ ζήτημα αὐτό.
§279Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Ἐδῶ εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι τὰ ἄλευρα ἐβλάβησαν. Ποῦ ἠθέλατε αὐτὰ τὰ κατώτερα ὄργανα νὰ τοποθετηθῶσι τὰ ἄλευρα διὰ νὰ μὴ χαλάσουν;
§280Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὅπου θέλουν ἂς τὰ ἐτοποθέτουν καὶ ὁπωσδήποτε ἂς ἐγίνετο ἡ φύλαξις. Ἐγὼ ἀδιαφορῶ περὶ τούτου. Εὑρίσκομαι πρὸ ἑνὸς ἀδικήματος κατὰ τοῦ Κράτους, καὶ τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ ἐρευνήσῃ τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητος ἡ ὑπόθεσις αὕτη. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν ζητῶ ἐγὼ εὐθύνας ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους Ὑπουργούς, ζητῶ ἀπὸ τὰ κατώτερα ὄργανα. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρουν τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ ἐξετάζω τὸ πρᾶγμα γενικῶς. Ἐκ τοῦ σημειώματος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐμφαίνεται, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειμμα, ὅτι ὑπῆρξαν σάκκοι τελείως βεβλαμμένοι, πῶς οὗτοι ἐβλάβησαν δὲν δύναμαι ἐγὼ νὰ τὸ γνωρίζω. Ἐγὼ μόνον ἔχω νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἐκ τούτου ὑπάρχῃ ζημία τοῦ Δημοσίου καὶ εἰς τούτου τὴν ἐξέτασιν μόνον ἐπεκτείνομαι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτό, Κύριοι. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἔρευναν καὶ ἐφ’ ὅλης τῆς προμηθείας τοῦ σίτου καὶ τῶν ἀλεύρων, καὶ εἰς τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Ψαρρῶν.
§281Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ νὰ θολώσουν τὰ νερά!
§282Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σεῖς τὸ λέγετε αὐτό.
§283Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐδῶ παρουσιάσθη μία ὡρισμένη ζημία.
§284Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ σᾶς παρουσιάσω καὶ ἐγώ, ἀμέσως, ἄλλη.
§285Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ὁ Ὑπουργός, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ ὁποίου ἐξηκριβώθη ἡ ζημία, δὲν θὰ θέλῃ νὰ ἐπεκταθῇ ὁ ἔλεγχος μέχρι τῆς ἐποχῆς, διὰ τὴν ὁποίαν σεῖς ὁμιλεῖτε, ὥστε νὰ ἐξετασθῇ ἄν τὰ κατώτερα ὄργανα διεχειρίσθησαν καλῶς τὴν ἀνατεθεῖσαν εἰς αὐτὰ ὑπηρεσίαν.
§286Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν μὲ ἐνδιαφέρει ἐμὲ τὶ ἔκαμεν εἷς ἀστυνόμος, ἢ ἐν γένει τὰ ὄργανα τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐγὼ θέλω καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ἀξιώσω νὰ μὴ σταματήσῃ ὁ ἔλεγχος εἰς τὸ ἕν σημεῖον, ἀλλὰ νὰ προχωρήσῃ, διότι, τέλος πάντων, καὶ ἡ ἀμέλεια εἶνε μία πρᾶξις, ἡ ὁποία πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, ἀνεξαρτήτως τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐπῆλθε ζημία, Κύριοι, εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον, καὶ δὲν ἐγένετο ἀνάκρισις νὰ ἴδωμεν πῶς ἐκλέπτοντο τὰ ἄλευρα. Ἐγώ, λοιπόν, θὰ ἐπεκτείνω τὴν πρότασίν μου ἐφ’ ὅλης τῆς ὑποθέσεως ἀλεύρων καὶ σίτου, συμφώνως πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ψαρρῶν καὶ θὰ δώσω κατηγορίαν ρητήν, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι δὲν ὑπῆρξεν εὐθύτης ἐν τῇ διαχειρίσει. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, οὐχὶ ἅπαξ, οὐχὶ δίς, δεκάκις ἀνῆλθε τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς καὶ ἔπλεξε τὸ ἐγκώμιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ μὲ διαδεχθῇ εἰς τὸ βῆμα, ἵνα πλέξῃ καὶ πάλιν τὸ ἐγκώμιον αὐτῆς. Ἐγώ ὅμως εἶμαι ἀπὸ χαρακτῆρος φιλελεύθερος. Καίτοι πρὸ μηνῶν καταλειπὼν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, εἶμαι ὑπεράγαν φιλελεύθερος — εἶναι παράδοξον, διότι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, οἱ στρατιωτικοί, καὶ ζητῶ συγγνώμην ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν...
§287Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ, ὁρίστε.
§288Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Οἱ στρατιωτικοὶ εἶνε ὀλίγον ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τῶν δικαιωμάτων. Ἐγώ, ἀντιθέτως, εἶμαι φιλελευθερότατος χαρακτὴρ καὶ ἴσως δι’ αὐτὸ νὰ παρῃτήθην τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ἔχω τὴν ψύχωσιν τοῦ ἐλέγχου καὶ ἐφόσον ἔχω τὴν ψύχωσιν αὐτήν, θὰ σᾶς παρακαλέσω, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, νὰ ζητήσω, χωρὶς νὰ κατηγορήσω κανένα, τὸ φῶς τοῦ ἐλέγχου. Πρόκειται περὶ διαχειρίσεως ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων καὶ ἐζήτησα ἐπανειλημμένως, ὅπως ἐπεκταθῇ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς ἐφ’ ὅλης τῆς διαχειρίσεως τῶν ἀλεύρων. Μοὶ διετυπώθη ἡ ἀντίρρησις, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία σαφὴς κατηγορία. Ἐγὼ θὰ προσκομίσω σαφῆ κατηγορίαν. Ἡμέραν τινά, Κύριοι, προσῆλθον ἐν τῇ οἰκίᾳ μου 19 ἔμποροι Πειραιῶς καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι πρόκειται νὰ γίνῃ ἡ ἐκφόρτωσις τοῦ σίτου. Ἐζήτησεν ἡ Τράπεζα, ἢ μᾶλλον εἷς ὑπάλληλος τῆς Τραπέζης, ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τὰ ζητήματα ταῦτα, δημοπρασίαν δι’ ἐνσφραγίστων προσφορῶν. Ὑπεβάλαμεν τὰς ἐνσφραγίστους προσφοράς, ἀλλ’ αὗται ἀπεσφραγίσθησαν καὶ δίδεται ἡ ἐκφόρτωσις εἰς ἄλλον, μὴ λαβόντα μέρος εἰς τὴν δημοπρασίαν. Εἶπον: Μοὶ φαίνεται παράδοξον τὸ τοιοῦτον καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς πιστεύσω. Μοὶ λέγουσι: Σᾶς τὸ βεβαιοῦμεν δέκα ἐννέα! Ἔλαβον τοὺς κυρίους τούτους καὶ μετέβην εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Συνήντησα τὸν διευθύνοντα τὴν ὑπόθεσιν κ. Λοβέρδον καὶ τοῦ λέγω: Κύριε Λοβέρδε, δέκα ἐννέα ἔμποροι εἶναι ἀπ’ ἔξω καὶ μοὶ καταγγέλλουν τὸ καὶ τό. Ἐπεθύμουν νὰ μὲ φωτίσητε. Δὲν μοὶ ἔδιδεν ὡρισμένην ἀπάντησιν. Σᾶς παρακαλῶ, προεκηρύξατε δημοπρασίαν; —Μάλιστα. —Τὰς ἀπεσφραγίσατε; —Μά, νὰ σᾶς εἰπῶ. —Σᾶς παρακαλῶ, τὰς ἀπεσφραγίσατε; Ναὶ ἢ ὄχι; —Μάλιστα. —Πῶς τὰς ἀπεσφραγίσατε; —Μά, θὰ διατάξωμεν νέαν δημοπρασίαν. —Τότε, εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ ἀνεχώρησα. Κατόπιν, μοὶ κατηγγέλθησαν νέαι ἀνωμαλίαι, τὰς ὁποίας ἀμέσως θὰ σᾶς ἐξηγήσω, καὶ τὰς ὁποίας ἐνθυμεῖται ὁ κ. Ὑπουργός...
§289Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μοὶ εἴπατε τὰ ἑξῆς: Ἐν τῇ προκηρύξει τῆς δημοπρασίας περὶ ἀναθέσεως τῆς ἐργολαβίας τῆς ἐκφορτώσεως, ὑπάρχει ρήτρα, κατὰ τὴν ὁποίαν, ὁ ἐργολάβος, ὅστις ἀναλαμβάνει καὶ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ ἀτμοπλοίου, ἔπρεπε νὰ καταθέσῃ ἐγγυοδοσίαν 100.000 δραχμῶν...
§290Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πεντήκοντα χιλιάδες ἦσαν, σεῖς τὰς ἐκάματε ὕστερα ἑκατὸν χιλιάδας.
§291Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶπεν ὁ κ. Τσουκαλᾶς, ὅτι ἔλαβε τὴν πληροφορίαν ἐκ τῆς Τραπέζης, ὅτι, ἐάν τις ἔδιδε μεῖζον ποσὸν ἐγγυήσεως, θὰ προετιμᾶτο. Εἶπον εἰς αὐτόν, ὅτι εἶχον λάβει ἀφορμὴν καὶ ἐξ ἄλλης ὁμοίας ὑποθέσεως, ὅτι διὰ νὰ ἐδίδετο τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκρίνετο ἐπαρκές, θὰ ἦτο 150.000.
§292Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ...
§293Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, ὁμιλεῖτε περὶ ζητήματος, περὶ οὗ κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα;
§294Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν κατετέθησαν.
§295Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τότε, σᾶς παρακαλῶ πολὺ πρὶν κατηγορήσητε, θέλω νὰ προλάβω ὑμᾶς, τὸν ἴδιον, νὰ μὴ ἐκφράσητε πράγματα ἀνακριβῆ ἐξ ἀγνοίας τῶν πραγμάτων. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ περιμείνητε τὰ στοιχεῖα, διότι ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα.
§296Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐζήτησα τὰ συμβόλαια ἀπὸ τῆς 27ης Ἰανουαρίου καὶ δὲν κατετέθησαν.
§297Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ, κατετέθησαν.
§298Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι ἀνεπαρκῆ. Ἐζήτησα τὰ συμβόλαια δύο κατακυρώσεων ἐκφορτώσεων τῶν ἀτμοπλοίων «Ἰωάννης Γέροντας» καὶ «Ὄθων»...
§299Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὴ εἶναι εἰδικὴ ἐκφόρτωσις. Τὸ ζήτημα τῆς δημοπρασίας γενικῆς ἐκφορτώσεως εἶναι αὐτὰ τὰ χαρτιά.
§300Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐζήτησα συγκεκριμένως, ἐκτὸς αὐτῶν, καὶ τὰς προσφορὰς τῶν μειοδοτῶν ἢ τὰ συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων κατεκυρώθη εἰς τὸν μειοδότην ἡ δημοπρασία.
§301Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἠξεύρω ἂν ἔγιναν συμβόλαια.
§302Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἔγιναν συμβόλαια.
§303Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀμφιβάλλετε, δηλαδή, περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν σημειουμένων ἐν τοῖς πρακτικοῖς τῆς δημοπρασίας; Ἔχετε ἐνώπιόν σας ἕν πρακτικὸν δημοπρασίας, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι: «παρόντων ἡμῶν τῶν τελούντων τὴν δημοπρασίαν...κλπ.». Τίνες εἶναι; Πόσοι εἶναι οἱ κύριοι αὐτοί, παρακαλῶ;
§304Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἕξ — ὀκτώ. Ἡ ἐπιτροπή.
§305Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρόντων, λοιπόν, ἕξ — ὀκτὼ κυρίων, μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀνωτάτων ὑπαλλήλων κλπ. λέγει τὸ πρακτικὸν ὅτι ἐδόθησαν αὐταὶ αἱ προσφοραὶ α, β, γ, δ. Ὑμεῖς λέγετε: — Θέλομεν νὰ ἴδωμεν καὶ τὰ ἔγγραφα τῶν προσφορῶν. Δικαίωμά σας. Ἀλλὰ περὶ τῶν προσφορῶν ἔχετε πρακτικὸν τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαιοῦν τὰς προσφοράς. Τώρα σεῖς ἀμφιβάλλετε ἐπὶ τῇ ὑποψίᾳ ὑμῶν. — τῇ δικαίᾳ ἴσως, — ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἠμπορεῖ νὰ μὴ γράφῃ τὰς πραγματικὰς προσφορὰς καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι εἷς τρίτος ἐζήτησεν ὀγδοήκοντα καὶ ἔγραψε τριάκοντα. Ἔχετε δικαίωμα νὰ ἔχητε τὴν ὑποψίαν αὐτήν, ὅτι ἡ δημοπρασία κατ’ ἄλλον τρόπον ἐνηργήθη. Ἀλλ’ ὅταν λέγητε, ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι πλήρη, πρέπει νὰ εἴπητε ὅτι τὸ πρακτικὸν, ἐν τῷ ὁποίῳ μνημονεύονται ὅλα ἓν πρὸς ἓν δὲν εἶναι ἐν τάξει.
§306Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ σᾶς ἐζήτησα νὰ καταθέσητε. Ἐὰν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιθυμῇ πληροφορίαν τινά, δύναται νὰ τὴν ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς! Δὲν ἔχω καμμίαν ἀνάγκην νὰ ὑπάγω εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐγὼ ἐζήτησα τὰς προσφορὰς καὶ τὰ συμβόλαια. Σεῖς μοῦ κατεθέσατε...
§307Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Διατὶ ἀσχολεῖσθε σεῖς;
§308Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀσχολοῦμαι, διότι θέλω νὰ παραπεμφθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Λοιπόν, θέλω ἀκριβῶς νὰ ἐξερευνήσω τὰ πράγματα αὐτά.
§309Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ σίτου δὲν ἐγένετο κατηγορία.
§310Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὴν κατηγορῶ ἐγώ. Θέλω νὰ ἐπεκταθῇ. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ μὴ τὸ πράξῃ. Ἐγὼ θὰ τὸ ἐπιμείνω, διότι ἔχω καθῆκον.
§311Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Κατηγορεῖτε καὶ ὡρισμένας ἀρχάς.
§312Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν μὲ ἀφήνετε νὰ τελειώσω, κ. Βουλευτά; Λοιπόν, κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα. Ἀκούσατε τώρα τὰ ἔγγραφα...
§313Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Συνάδελφε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε μίαν ἐπιφύλαξιν. Διὰ τῆς συζητήσεως, τὴν ὁποίαν ἤδη κάμνετε, κάμνετε μίαν ἐπερώτησιν.
§314Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὄχι. Δὲν εἰσάγω ἐπερώτησιν. Ζητῶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ὅλης ὑποθέσεως.
§315Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πολὺ καλά. Ζητήσατέ την τὴν ἐπέκτασιν ἐφ’ ὅλης τῆς διαχειρίσεως. Εἶναι δικαίωμά σας. Ἀλλὰ τοῦτο πράξαντες, προβαίνετε καὶ εἰς κἄτι τι ἄλλο. Λαμβάνετε μίαν ὑπόθεσιν, ἐφ’ ἧς κατετέθησαν ἔγγραφα, παραπονεῖσθε, ὅτι τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι πλήρη. Μοὶ λέγετε, ὅτι κατετέθη μία μόνον ἔκθεσις καὶ βλέπομεν ὅτι κατετέθησαν καὶ πρακτικὰ καὶ ἄλλα ἔγγραφα.
§316Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν κατετέθησαν αἱ προσφοραὶ καὶ τὰ συμβόλαια. Αὐτὸ μὲ ἐνδιαφέρει.
§317Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λέγετε, ὅτι δὲν κατετέθησαν αἱ προσφοραὶ καὶ τὰ συμβόλαια, ἀλλὰ κατετέθη ἡ ἔκθεσις — πολὺ καλά, δὲν ἀμφισβητῶ τοῦτο, καὶ προχωρεῖτε εἰς τὴν περαιτέρω ἀνάπτυξιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Δὲν εἶμαι ἐντεταλμένος νὰ κρίνω τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, οὔτε θέλω νὰ ἐπέμβω εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῶν συζητήσεων. Θεωρῶ ὅμως, ὅτι μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ὅστις τοσοῦτον μοὶ ἐξεδηλώσατε ἐνδιαφέρον, ἐπὶ τοῦ γεγονότος, ὅτι, διὰ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖτε, φέρετε εἰς συζήτησιν μίαν ἐπερώτησιν νέαν, τὴν ὁποίαν δύνασθε νὰ φέρητε διὰ τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐπειδὴ δὲ — καὶ τοῦτο ἀνεξαρτήτως πλέον τοῦ Κανονισμοῦ, — καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ ἔτι μᾶλλον τὴν προσοχὴν ὑμῶν καὶ τὴν λεπτότητα ὑμῶν, — ἐπειδὴ δὲ ρίπτετε ὑπονοίας περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνεργεῖτε, νομίζω, ὅτι ἔχετε ὑποχρέωσιν, ὅταν ρίπτητε ὑπονοίας, νὰ φέρητε τὴν συζήτησιν κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος νὰ ἐπιτρέπῃ, ἵνα γίνῃ συζήτησις κανονικὴ περὶ ἐκείνων, περὶ τῶν ὁποίων ρίπτεται ἡ ὑπόνοια. Κύριε Συνάδελφε, σᾶς εἶπον καὶ προχθές, ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη, — τὸ ἐπαναλαμβάνω δέ, διότι εἶναι πεποίθησίς μου ἀκράδαντος, εἶναι ὑπαγόρευσις τῆς συνειδήσεώς μου, ἀλλὰ καὶ ὑπαγόρευσις τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω, περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ συντηρήσωμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἐργαζόμεθα, — σᾶς εἶπον λοιπὸν προχθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον: Μὴ εἶσθε τόσον εὔκολος εἰς τὰς ὑποψίας καὶ ἐὰν τὸ πνεῦμα ὑμῶν ἐπιτρέπῃ νὰ συλλαμβάνητε εὐκόλως ὑποψίας, κρατήσατε δι’ ὑμᾶς αὐτάς. Εἶμαι ἐγὼ ὁ ἴδιος νὰ ἐνεργήσω οἱονδήποτε ἔλεγχον· μὴ θέτετε ὑποψίας εἰς τὰ πρόσωπα· καταστρέφετε τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πράττομεν· μὴ τὸ πράττετε· σᾶς εἶπον κἄτι τι ἐκ βάθους ψυχῆς μου. Θέλετε νὰ τὸ ἀκούσητε, ἀκούσατε.
§318Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διαφωνῶ ἄρδην πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Δὲν θεωρῶ, ὅπως εἶπεν καὶ προχθές, ὅτι ὁ ἔλεγχος ἀποτελεῖ κατ’ οὐδενὸς προσβολήν. Ὁ ἔλεγχος εἶναι καθῆκον. Πᾶς διαχειριζόμενος τὰ χρήματα τοῦ Δημοσίου ἔχει καθῆκον νὰ δίδῃ λόγον. Ζητῶ ὅμως τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ σᾶς λέγω, ἐὰν σεῖς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεχθῇ νὰ ἐπεκταθῇ ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς, ἐγὼ σταματῶ. Ἀναγκάζομαι νὰ τὸ πράξω.
§319Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐξακολουθήσατε, κ. Συνάδελφε. Εἶναι περιττόν.
§320Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀναγκάζομαι νὰ τὸ πράξω.
§321Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κάμετέ το.
§322Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Λοιπόν, ἐνηργήθη, Κύριοι, δημοπρασία δι’ ἐνσφραγίστου προσφορᾶς...
§323ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ γίνῃ περαιτέρω συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, νὰ ὑποβάλητε κανονικῶς ἔγγραφον πρότασιν περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ ἐλέγχου καὶ δι’ ἄλλο ἀντικείμενον πλὴν ἐκείνου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐδηλώσατε πρὸ ὀλίγου. Λοιπόν, νὰ ὑποβληθῇ προηγουμένως πρότασις ἔγγραφος.
§324Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω νὰ ὑποβάλω πρότασιν.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως τοιαύτη ἐπέκτασις, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ κανονικῶς πρότασις. Ὑποβάλατε πρότασιν. Βεβαίως, ὑπάρχει μία πρότασις, ἡ ὁποία εἶναι περιωρισμένη καὶ ἀφορᾷ τὴν ἔρευναν τῶν πραγμάτων ἐπὶ ὡρισμένου ἀντικειμένου καὶ ἐν ὡρισμένῳ χρόνῳ. Ἡ ἄλλη πρότασις, τὴν ὁποίαν προτείνετε σεῖς, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἡ εὐρυτέρα καὶ ἀπωτέρα, καὶ ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν, εἶναι ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων, ὄχι μόνον διὰ τὸ ὡρισμένον αὐτὸ χρονικὸν ὅριον καὶ διὰ τὸ ὡρισμένον αὐτὸ ἀντικείμενον ἐν σχέσει πρὸς τὰ 1.650.000 φράγκα διὰ τὴν προμήθειαν τοῦ σίτου, ἀλλὰ καὶ τὴν περαιτέρω διαχείρισιν τοῦ σίτου. Ὑποβάλατε πρότασιν, διὰ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως.
§326Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν πεποίθησίν σας, ἔχει ἡ ἐπέκτασις, τὴν ὁποίαν κάμνετε, δὲν ἐξυπηρετεῖ τὸν σκοπὸν ἡ ἐπιμονή σας, διότι ἴσως οὔτε σεῖς δὲν ἔχετε ὅλα τὰ ἐφόδια, διὰ νὰ καταστῆτε ἐνήμερος. Θὰ ἦτο ἴσως καλύτερον νὰ ἐγγραφῆτε, νὰ ἀφήσητε τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία τόσον ἐκράτησεν ἐπὶ τοῦ ἄλλου ἐδάφους, καὶ νὰ τὴν φέρητε δι’ εἰδικῆς ἐπερωτήσεως, καὶ τότε θὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτῆς καὶ ἡ Βουλή.
§327Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Βουλευτά, σήμερον ζητεῖται ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Ψαρρῶν, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τοῦ σίτου καὶ ἐπὶ τῶν ἀλεύρων, καὶ ἐπετράπη εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Ψαρρῶν νὰ ὁμιλήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ. Λοιπόν, ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην ταύτην, καὶ ἤδη μοὶ προετάθη...
§328Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς νέον. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρρῶν, εἶναι συναφές.
§329Γ. ΠΩΠ. Τὸ αὐτὸ πράττει ὁ κ. Βουλευτής.
§330Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι δὲν ἔχω δικαίωμα κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἐγὼ σέβομαι καὶ καταστρέφω τὸν λόγον. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Κανονισμοῦ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσω περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐπιτροπῆς.
§331ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀντιρρήσεως, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔφερον, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ συζητήσητε περαιτέρω περὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου συζητεῖτε ἤδη, δηλαδή, νὰ ἐπεκταθῇ ἡ δικαιοδοσία τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὴν ὁποίαν γίνεται συζήτησις, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν τοῦ σίτου, τὸν ὁποῖον ἐπρομηθεύθη τὸ Κράτος. Περὶ αὐτοῦ συζητοῦμεν. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς λέγετε, Κύριε Βουλευτά, εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, ἐὰν δὲν ὑποβληθῇ πρότασις. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ἔχει ὑποβληθῆ, ἀφορᾷ τὴν προμήθειαν τοῦ σίτου, τὴν ὁποίαν ζητεῖται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ψηφίσῃ ἡ Βουλή.
§332Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι αὐτὸ τὸ θέμα.
§333ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι.
§334Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐννοῶ νὰ σέβωμαι τὸν Κανονισμὸν καὶ κατέρχομαι τοῦ βήματος. (Χειροκροτήματα).
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§336Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλέχθησαν πολλά, ὥστε εἶναι εὔλογος ἡ ἀξίωσις τῆς Βουλῆς νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι πιθανώτατον νὰ καταστῇ περιττὴ πᾶσα περαιτέρω συζήτησις.
§337Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως προκύπτει ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοῦ νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ δανείου 1.650.000, προεβλήθη ἡ πρότασις περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε, ὅτι ὁπωσδήποτε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐκκρεμότης. Πρόκειται περὶ ὑποχρεώσεως καὶ ἐκπληρώσεως τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, καθόσον ἤθελε προκύψῃ μία ἀκυρότης συμβάσεως. Ἡ σύμβασις ἀφορᾷ καὶ ἄλλας προμηθείας; Ἀναμφισβητήτως, ὄχι· ἀφορᾷ εἰς μίαν, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψεν ἡ ζημία. Καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι, ὅπως διετυπώθη ἡ πρότασις περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ ψηφισθῇ.
§338Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξώκειλεν εἰς ἔδαφος ἐντελῶς ἀντικανονικόν· ἐὰν δὲ ἐζήτησα προηγουμένως νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἔπραξα τοῦτο, οὐχὶ διὰ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην αὐτῆς, ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς ὑποθέσεως, διότι ἴσως τοιαύτην δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ διατυπώσῃ, κατ’ ἐμὲ δὲ δὲν εἶναι προσῆκον νὰ διατυπώσῃ. Ἐζήτησα ὅμως νὰ ἀκούσωμεν τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἐδάφους ἄλλου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔχει καθῆκον νὰ ὁμιλήσῃ. Καὶ νομίζω, ὅτι τὸ καθῆκον τοῦτο παρέλιπεν ἡ Κυβέρνησις. Ἡ πορεία τῆς συζητήσεως ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς καὶ ἡ τροπή, ἥν ἔλαβε σήμερον, ὑπῆρξεν ἀντικανονική. Ὑπῆρξεν ἀντίθετος πρὸς τὴν προσήκουσαν κοινοβουλευτικὴν τάξιν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι ὑπῆρξεν ἀντίθετος πρὸς τὸ πολίτευμα· λυπηρὸν δὲ εἶναι ὅτι, τῇ ἀνοχῇ τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο τοῦτο. Λέγω τῇ ἀνοχῇ τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἰς πολίτευμα κοινοβουλευτικὸν ἡ Κυβέρνησις κατ’ οὐσίαν, ὡς ἡγουμένη τῆς πλειοψηφίας, εἶναι ἡ κατευθύνουσα ἐπὶ τὸ προσῆκον καὶ διευθύνουσα τὰς συζητήσεις τῆς Βουλῆς, συμφώνως πρὸς τὰ κοινοβουλευτικὰ καθεστῶτα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, σιωπῶσα, συντελεῖ ὅπως ἡ ἄλλοθεν ἀρξαμένη συζήτησις, ἀλλαχοῦ καταλήξῃ. Ἐνθυμήθητε πρὸς στιγμὴν πόθεν ἤρξατο ἡ συζήτησις καὶ ἴδετε ποῦ κατέληξε. Συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, περὶ κυρώσεως τῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης συμβάσεως, ἐκ τῆς ὁποίας προκύπτει, ὅτι τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ ζημίαν περίπου δύο ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Δύο τῶν κ. κ. Συναδέλφων ἀπηύθυναν αἰτιάσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διεχειρίσθη τὴν διανομὴν τῶν ἀλεύρων, ἐξ ἧς προῆλθεν ἡ ζημία, καὶ ἐζήτησαν τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων εἰς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν των. Ὄχι δὲ μόνον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ καὶ ἐκτὸς αὐτῆς ἐδημιουργήθη περὶ τὴν αἰτίασιν ταύτην τοιοῦτος θόρυβος, ὥστε ἐκίνησε τὴν εὔλογον ἀγανάκτησιν μέλους τῆς πρώην Κυβερνήσεως, καθ’ ἧς ἐστρέφοντο αἱ μομφαί, καὶ ἐνόμισεν ἐπιβεβλημένην τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅσα κατά τινα προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἠκούσαμεν παρ’ αὐτοῦ εἰς ἀνασκευὴν τῶν αἰτιάσεων ἐκείνων. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων συνάδελφος διὰ τῆς ἀναλυτικῆς ἐκείνης ἐκθέσεως ἀνεκοίνωσε κατὰ τὴν ἀντίληψίν του πάντα ὅσα ἀφεώρων τὴν διαχείρισιν τῆς διανομῆς καὶ διαθέσεως τῶν ἀλεύρων, ἀνέκυψεν ἀπὸ τοῦ μέσου καὶ δι’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀπολογιστικῆς ἀγορεύσεώς του, νέον ζήτημα, ἀφορῶν τὴν παραγγελίαν τῶν ἀλεύρων, ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προηγουμένως οὐδεμία ὑπόνοια ὑπῆρξεν, οὐδεμία μομφὴ διετυπώθη, τοὐλάχιστον, ἀπὸ μέρους τῶν συναδέλφων ἐκείνων, τῶν ὑποβαλλόντων τὰς αἰτιάσεις διὰ τὴν διάθεσιν καὶ διανομὴν τῶν ἀλεύρων. Καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὁμιλίας καὶ ἀναπτύξεως τῆς ἑσπέρας ἐκείνης, ὑπεβλήθη εἰς προλαβοῦσαν συνεδρίασιν πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς μόνον ὡς πρὸς τὴν παραγγελίαν τῶν ἀλεύρων, καὶ ὡρίσθη, ἵνα συζητηθῇ αὕτη συγχρόνως μετὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπεκύρου τὴν ἐπιζήμιον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου σύμβασιν. Ἐνῷ δὲ τοιουτοτρόπως ἔβαινον τὰ ζητήματα εἰς ὁμαλὴν ἐξέλιξιν, ἐξαίφνης σήμερον ζητεῖται νὰ προταχθῇ μόνη καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ νομοσχεδίου ἡ περὶ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς πρότασις. Καὶ ἐνῷ διεξάγεται μακρὰ συζήτησις περὶ προτάξεως ἢ μὴ αὐτῆς, προβάλλει καὶ προβαίνει κατ’ οὐσίαν, ἐπινεύοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ συζήτησις κατ’ οὐσίαν περὶ συστάσεως τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς! Εἶναι προφανές, Κύριοι, ὅτι τὸ σύνολον τῆς πορείας καὶ τῆς τακτικῆς ταύτης ἐνέχει τι τὸ ἀνώμαλον διὰ πάντα γνωρίζοντα καὶ παρακολουθοῦντα τὴν καθεστῶσαν καὶ παρ’ ἡμῖν καὶ ἀλλαχοῦ κοινοβουλευτικὴν τάξιν. Θὰ ἠδυνάμην ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ νὰ ἐρωτήσω τοὺς κ. Συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι ὑπέβαλον τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς διὰ τὴν γενομένην ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως παραγγελίαν τῶν ἀλεύρων, εἰς τίνα σκοπὸν ἀποβλέπει ἡ πρότασις αὕτη; Τὸ ἔδαφος αὐτῆς εἶνε σαφὲς καὶ ὡρισμένον, σαφὲς κατὰ χρόνον, ἀλλὰ σαφὲς καὶ κατὰ προσώπων’ σκοπεῖ νὰ ἐξετάσῃ κατ’ ἀντικείμενον μόνον τὴν προμήθειαν τοῦ σίτου;
§339ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τῶν ἀλεύρων.
§340Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῶν ἀλεύρων, τὴν γενομένην κατ’ Ἰανουάριον μῆνα τοῦ 1915 ἀπὸ Ὑπουργοὺς ὡρισμένους τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ μάθω περαιτέρω εἰς τίνα σκοπὸν ἀποβλέπει, ποῖος εἶναι ὁ τελικὸς σκοπός, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ σύστασις αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς;
§341Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων.
§342Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων, ἐπειδὴ μὲ διεκόψατε, κ. Βουλευτά, ἔχει καὶ εἰδικώτερον σκοπόν. Αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ δυνατὸν νὰ συγκροτηθῶσι πρὸς διαφόρους σκοπούς, ἀσχέτους πρὸς τὰς πράξεις καὶ τὰς εὐθύνας ὡρισμένης Κυβερνήσεως. Συγκροτοῦνται πολλάκις ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς καταστάσεως ὡρισμένων ὑπηρεσιῶν, πρὸς μελέτην ὡρισμένων ζητημάτων, πρὸς νομοθετικοὺς σκοπούς, πρὸς ἔρευναν τῆς καταστάσεως ὡρισμένων κλάδων τῆς γεωργίας, τῆς βιομηχανίας καὶ λοιπά.
§343Γ. ΠΩΠ. Τὸ γλωσσικὸν ζήτημα δὲν ἐνθυμεῖσθε;
§344Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. περὶ τῶν ὁποίων δὲν πρόκειται βεβαίως ἐν τῷ παρόντι. Ἄλλος κλάδος μέγας καὶ οὐσιωδέστερος τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν, εἶναι ὁ κλάδος ὁ πολιτικός, ὁ σκοπῶν τὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνήσεων, τὴν ἔρευναν τῶν πράξεων τῶν Ὑπουργῶν. Ἐρωτῶ λοιπόν: εἰς τοῦτο τείνει ἡ πρότασις τῶν κ. Συναδέλφων πρὸς συγκρότησιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς; Ἵνα ἀσκήσωσι πολιτικὸν ἔλεγχον διὰ τὰς πράξεις τῶν πρώην Ὑπουργῶν;
§345Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ὑποθέτω.
§346Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποθέτητε αὐτό, ὅταν βλέπετε πρότασιν περὶ συγκροτήσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, προορισμὸν ἐχούσης, ἵνα ἐξετάσῃ ὑπουργικὰς πράξεις. Ἀποκρούω, λοιπόν, ὡς ἀπαράδεκτον τὴν πρότασιν αὐτήν, οὕτω διατυπουμένην καὶ ἑρμηνευομένην. Καὶ ἀποκρούω αὐτήν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Πολιτεύματος ἡμῶν.
§347Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ποίαν πρότασιν; Ἐκείνην, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυκλάδων;
§348Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον οἱ κ. Συνάδελφοι καὶ τὴν ὁποίαν καλῶς ἡρμήνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Κυκλάδων. Τὴν πρότασιν, τὴν ὑποβεβλημένην, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν.
§349Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ πρωτοβουλίας βουλευτῶν. Ἀναμένω νὰ ἴδω ποῦ ἡ ἀνοχὴ τῆς Κυβερνήσεως· ποῦ τὸ ἀντισυνταγματικόν, ὅλον αὐτὸ τὸ κομβολόγιον τῶν παρανομιῶν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἠριθμήσατε.
§350Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κομβολόγιον καὶ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως δι’ αὐτὸ θὰ τὴν ἀκούσητε. Φρονῶ, ὅτι εἰς πολιτεύματα κοινοβουλευτικὰ αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς διεξάγονται ὑπὸ τὴν ἠθικὴν διεύθυνσιν καὶ τὴν ἠθικὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως. Οὐχὶ βεβαίως ἐξ ὡρισμένης διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλ’ ἐξ ἐθίμου κοινοβουλευτικοῦ, ἐκ τῆς ἀντιλήψεως, ὅτι ἡ Κυβέρνησις προΐσταται τῆς πλειοψηφίας, καὶ ἡ πλειοψηφία συμμορφοῦται πρὸς τὰς Κυβερνητικὰς ὑποδείξεις. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τηρήσεως τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, περὶ τηρήσεως τοῦ πολιτεύματος, τὴν ἠθικὴν εὐθύνην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, σιωπώσης αὐτῆς καὶ μάλιστα τῇ πρωτοβουλίᾳ βουλευτῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτρέπεται τοῦ προσήκοντος ἡ συζήτησις.
§351Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πῶς ἐξετράπη;
§352Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξετράπη. Καὶ ἰδοὺ τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προτίθεμαι νὰ ἀπαντήσω. Λέγω, λοιπόν, ὅτι ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν, οἵα ἐδόθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου Κυκλάδων εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν συζητοῦμεν, ὑπὸ τοιαύτην ἔννοιαν καὶ ὑπὸ τοιαύτην μορφήν, τοιαύτη πρότασις δὲν εἶναι προσήκουσα, δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν κοινοβουλευτικὴν τάξιν, καὶ πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν. Διὰ τίνα λόγον; Διότι ἔλεγχος κοινοβουλευτικός, ἔλεγχος πολιτικός, ἔλεγχος ἐπιδιώκων πολιτικὰς εὐθύνας, ἀσκεῖται μόνον κατὰ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Κυβερνήσεων. Δὲν ἠκούσθη ποτὲ ἔλεγχος πολιτικὸς ἐναντίον πράξεων παρελθόντων Ὑπουργῶν. Ἔλεγχος πολιτικός, συμπέρασμα καὶ κατάντημα ἔχει πολιτικὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ Κυβέρνησις, ἐκπεσοῦσα τῆς Ἀρχῆς, ἀπέτισε τὴν ὑπάτην, ἢ, ἄν θέλετε, τὴν ἐσχάτην τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν.
§353Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§354Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν καὶ ἐφ’ ὅσον ἑπομένως ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ ἐπιδιώκηται νὰ συσταθῇ ἐπὶ τῷ δεδηλωμένῳ σκοπῷ, ἵνα ἐρευνήσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ καὶ ἐξελέγξῃ πρὸς πολιτικοὺς σκοποὺς πράξεις ἐκπεσόντων Ὑπουργῶν, εἶναι ἀπαράδεκτος· διότι, τοιοῦτος ἔλεγχος δὲν ἐπιδιώκεται ἐναντίον ἐκπεσόντων Ὑπουργῶν. Ἕν μόνον παράδειγμα, ἀνάλογον, γνωρίζω εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλίας. Τὰ κατὰ τὸ ἔτος 1879 λαβόντα χώραν ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ, ὅτε ἐγένετο μακρὰ συζήτησις ἐναντίον Ὑπουργῶν ἐκπεσόντων, ἐναντίον Κυβερνήσεως ἐκπεσούσης τῆς Ἀρχῆς καὶ ἡ συζήτησις ἐκείνη κατέληξεν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅτι ἡ Βουλὴ παραδίδει τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις τῶν ἐκπεσόντων τῆς Ἀρχῆς Ὑπουργῶν εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐθνικῆς συνειδήσεως, ἡ ὁποία καὶ ἀπεδοκίμασεν αὐτούς.
§355Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ποίαν ἐποχήν;
§356Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω εἰς τὸ 1879.
§357Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἰς τὰ Σιμωνιακά.
§358Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ὁμιλῶ περὶ τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς. Καὶ ἡ ἀπόφασις ἐκείνη τῆς Βουλῆς φέρεται εἰς τὴν πολιτικὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλίας, ὡς μοναδική, ὡς ἀπόφασις καὶ ψῆφος ἀτιμώσεως· συγγραφεὺς δὲ ἐκ τῶν δοκιμωτάτων δημοσιολόγων τῆς Γαλλίας, ἀφορμὴν λαμβάνων ἐκ τῆς περιστάσεως αὐτῆς, χαρακτηρίζει τὴν ἀπόφασιν ἐκείνην τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας, οὐχὶ νομικαί, ἀλλὰ πολιτικαὶ εὐθῦναι ἐζητήθησαν ἐναντίον Ὑπουργῶν ἐκπεσόντων τῆς Ἀρχῆς, ὡς ἀντισυνταγματικήν. Καὶ διὰ τίνα λόγον; Διότι εἰς περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχουσι νὰ ἀπευθύνωσιν αἰτιάσεις καὶ μομφὰς ὡρισμένας περὶ παραβάσεως νόμων, βλάβης τῶν δημοσίων συμφερόντων κατὰ παραιτηθέντων Ὑπουργῶν, αἱ μεταγενέστεραι Βουλαί, μίαν ὀφείλουσιν ὁδὸν νὰ ἀκολουθήσωσι, τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἡ ὁποία εἶναι ξένη ἀπὸ τὰς πολιτικὰς εὐθύνας, ἡ ὁποία ἅπτεται τῶν νομικῶν εὐθυνῶν, εἴτε ποινικῶν, εἴτε ἀστικῶν εὐθυνῶν. Ἄν ἑπομένως ὑπῆρξε Κυβέρνησίς τις, ἐν τῷ παρελθόντι, ἂν ὑπῆρξαν Ὑπουργοί, οἱ Ὑπουργοὶ τοῦ Ἰανουαρίου 1915, οἱ ὁποῖοι παρέβησαν, ὡς ἰσχυρίζεσθε, τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι οὐχὶ ἐκ δολίας προαιρέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀμελείας ἔβλαψαν τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ὑπάρχει περίπτωσις νομικῆς εὐθύνης, ἀδιάφορον, ἄν ποινικῆς ἢ ἀστικῆς. Καὶ οὕτω οἱ τὰς αἰτιάσεις ταύτας ἀπευθύνοντες, καὶ διὰ τῆς προτάσεως αὐτῶν τὴν κίνησιν τῆς λειτουργίας τῆς Βουλῆς ἐπιδιώκοντες, ἔχουσι νὰ ἀκολουθήσωσιν ἄλλην ὁδὸν, ἔχουσι νὰ ἀκολουθήσωσι τὴν ὁδὸν τῆς συγκροτήσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
§359Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κατὰ τίνος;
§360Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τῶν Ὑπουργῶν.
§361Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ ποίων θεμάτων;
§362Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ συμπληρώσω; Ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα προέκυψαν ἐκ τῆς συζητήσεως. Θὰ ἔλθω δὲ ἀμέσως εἰς εἰδίκευσιν, διότι δὲν φρονῶ καὶ ἂς εἴπω τὴν κακὴν ἔκφρασιν, δὲν φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τῶν δακτύλων ἡμῶν. Ἡ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη παρὰ τῶν κ. Συναδέλφων, ζητεῖ τὴν συγκρότησιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν προμήθειαν τῶν ἀλεύρων, τὴν γενομένην κατὰ Ἰανουάριον τοῦ 1915 ὑπὸ τῶν τότε Ὑπουργῶν. Διὰ νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν ἔννοιαν καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς προτάσεως ταύτης, ἀρκεῖ νὰ ἐνθυμηθῶμεν ὅσα ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ τότε δὲν δυνάμεθα, βεβαίως, σπουδαίως νὰ ἀμφισβητήσωμεν μεταξύ μας καὶ ἐνώπιον τῆς δημοσίας γνώμης ὅτι ἀπηυθύνθησαν κατηγορίαι σαφεῖς ἐπὶ παραβάσει ὡρισμένων νόμων καὶ ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους ἐναντίον ὡρισμένων πρώην Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ δὲν θὰ εἴμεθα ἐκτὸς τοῦ ὀρθοῦ, δὲν θὰ εἴμεθα ἔξω τῆς προκειμένης συζητήσεως ἐν κοινοβουλευτικῷ μάλιστα πολιτεύματι, ἐὰν ἐπεκαλούμεθα εἰς ἑρμηνείαν συμπληρωτικὴν τῶν κατηγοριῶν καὶ ὅσα ἐν τῷ τύπῳ τῷ Κυβερνητικῷ ἐδημοσιεύθησαν ἐπὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐκείνων συζητήσεων καὶ τῶν διατυπωθεισῶν κατηγοριῶν. Καὶ ἀπὸ ὁμοίων σκέψεων ὁρμώμενος καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ἀναιρέσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὰ κατ’ αὐτοῦ ἐν τῷ τύπῳ γραφέντα διὰ τὴν κακὴν διαχείρισιν τῶν ἀλεύρων, καὶ νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἀλήθειαν, κατ’ αὐτὸν, τῶν πραγμάτων. Δὲν εἶναι, λοιπόν, δυνατὸν νὰ εἶναι ξένη πρὸς τὴν ἀντίληψιν ὑμῶν καὶ ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν πρότασιν, οἵα ἐνταῦθα διετυπώθη, ἡ ἑρμηνεία, ἡ ὁποία ἐγένετο ἐν τῷ Κυβερνητικῷ τύπῳ. Τίς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, Κύριοι, ὅτι ἀπηυθύνθησαν αἰτιάσεις δι’ ὡρισμένας πράξεις, διὰ παραβάσεις ὡρισμένων νόμων καθ’ ὡρισμένων Ὑπουργῶν κατ’ ὄνομα καὶ κατ’ ἰδιότητα καὶ ὅτι ὑπεδείχθη ἡ ἀνάγκη τῆς παραπομπῆς τούτων εἰς εἰδικὸν δικαστήριον; Οὐδεὶς βεβαίως. Ἐὰν θέλῃ τις νὰ τὸ ἀρνηθῇ, σημαίνει, ὅτι ἔχει λόγους νὰ μὴ ἀποκαλύπτῃ πάσας τὰς σκέψεις αὐτοῦ.
§363Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ποῖος;
§364Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱοσδήποτε ἤθελεν ἀρνηθῇ ταῦτα πιθανὸν νὰ ἔχῃ πολιτικοὺς λόγους, ἐπιβάλλοντας εἰς αὐτὸν ἐπιφυλάξεις. Ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ οὕτως, καὶ οὕτως μόνον ἔχει, μία ὁδὸς ὑπάρχει εὐθεῖα, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσωσι τοῦτο οἱ προτείνοντες τὴν συγκρότησιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Εἶναι ἡ ὁδὸς τῆς συγκροτήσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ὅμως διέπεται ἀπὸ ὡρισμένας διατυπώσεις τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν. Τὰς διατυπώσεις δὲ ταύτας δὲν πληροῖ ἡ ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν πρότασις. Ἀλλ’ ἂν θέλετε νὰ φύγητε ἀπὸ τὸ ἔδαφος αὐτὸ καὶ νὰ μείνητε εἰς τὸ ἄλλο ἔδαφος, τὸ ἔδαφος τῶν πολιτικῶν εὐθυνῶν, καλῶς μὲν διατυποῦται ἡ πρότασις, κακῶς ὅμως καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς ὑποβάλλεται. Διότι, ἐπαναλαμβάνω, αἱ πολιτικαὶ εὐθῦναι στρέφονται καὶ δύνανται νὰ στρέφωνται πάντοτε κατὰ τῶν ἐν ζωῇ Κυβερνήσεων. Τοῦτο εἶναι τὸ ἄτοπον, τοῦτο εἶναι τὸ ἀντικοινοβουλευτικόν. Καὶ σημειώσατε καλῶς, ὅτι προηγουμένως εἶπον, ὅτι ἡ συζήτησις ἤρχισε δι’ ἐλέγχου, ἀσκηθέντος κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἀλεύρων. Ὅτι ἡ συζήτησις αὕτη ἐγκατελείφθη, ἄνευ συμπεράσματος, ὅτι, ἀντὶ ταύτης, ἐγεννήθη ἔλεγχος κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως διὰ τὴν παραγγελίαν τῶν ἀλεύρων καὶ ὅτι μεθ’ ὅλα αὐτά, προτείνεται σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς μόνον διὰ τὴν παραγγελίαν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, καὶ οὐχὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς παρούσης. Καὶ ταῦτα, ἐνῷ ἀπηυθύνθησαν αἰτιάσεις βαρύταται ἐναντίον τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἐνῷ κατηγγέλθησαν ἐλλείμματα ἐν τῇ διαχειρίσει αὐτῆς εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, ἐνῷ καὶ αὐτὰ ἀκόμη, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυκλάδων, ἀφῆκαν τὴν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλήν, τοὐλάχιστον εἰς ἐμέ, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς διαθέσεως τῶν ἀλεύρων ἐγένετο κλοπὴ, βεβαιουμένη ἐξ ἐγγράφου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§365Π. ΠΡΩΤΟΠΑΠΑΔΑΚΗΣ. Μὲ εἰδοποίησαν κἄποτε, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτι ἐτρύπησαν σάκκους καὶ ἀφῄρεσαν ἄλευρα. Ἔγγραφον τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει.
§366Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὁ ἔλεγχος ἑπομένως καὶ ὁ κύριος ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς γένεσιν τῆς ὅλης συζητήσεως, κατάντημα τῆς ὁποίας ἦτο ἡ πρότασις αὐτή, ἀφορᾷ ἔλεγχον κατὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ ὁ ἔλεγχος οὗτος ἐγκαταλείπεται ἄνευ συμπεράσματος. Δημιουργεῖται ἔλεγχος κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ ὑποβάλλεται κατ’ αὐτῆς πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ ἀνώμαλον, τοῦτο εἶναι τὸ ἀντικανονικόν. Καὶ τοῦτο πρέπει ν’ ἀποκαταστήσῃ ἡ Κυβέρνησις, παρεμβαίνουσα εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι προσῆκον, δὲν εἶναι κοινοβουλευτικῶς δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις ἡ ὑποβεβλημένη πρὸς πολιτικὸν ἁπλῶς ἔλεγχον προηγουμένων Ὑπουργῶν διὰ τὴν παραγγελίαν τῶν ἀλεύρων, εἶναι ἀπαραιτήτως ὑποχρεωμένη νὰ συναρτήσῃ πρὸς αὐτὴν γενικωτέραν πρότασιν πρὸς συγκρότησιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, οὐ μόνον διὰ τὴν παραγγελίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν, ἥτις παρ’ αὐτῆς ἐγένετο, καὶ κατὰ τῆς ὁποίας κυρίως ἐστράφη ὁ ἔλεγχος. Τοῦτο εἶναι πολιτικῶς ἐπιβεβλημένον, εἶναι ἐπιβεβλημένον ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς κοινοβουλευτικῆς εὐαισθησίας. Ἔχομεν ἐν τῷ παρελθόντι ἱκανὰ παραδείγματα, καθ’ ἅ, συνεπείᾳ γενομένου ἐλέγχου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, συνεστήθησαν ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαί, τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτῶν τούτων τῶν ἐλεγχομένων Κυβερνήσεων. Λέγω δὲ τοῦτο, διότι ἐρρίφθη παρὰ τινος τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ συγκρότησις ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐπέχει ἀναγκαίως πολιτικὴν μομφὴν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Τοῦτο δὲν εἶναι πάντοτε ἀκριβές. Δὲν εἶναι ἰδίως ἀκριβὲς εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, κατὰ τὰς ὁποίας, ἐλεγχομένων τῶν ὑπουργικῶν πράξεων, δὲν καθίσταται δυνατὴ ἡ ἄμεσος διασάφησις τῶν αἰτιάσεων, αἰτιάσεων σπουδαίας καὶ ἐξαιρετικῆς φύσεως, καὶ αὐταὶ αἱ Κυβερνήσεις, λαμβάνουσι τὴν πρωτοβουλίαν εἰς συγκρότησιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ μὴ ἀφήσωσιν εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Βουλῆς σημεῖα σκοτεινά, δυνάμενα νὰ θίξωσι τὴν ἠθικὴν ὑπόστασιν τῆς Κυβερνήσεως. Κατὰ τὰς περιστάσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας ἐκτιμᾷ ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις, ἡ συγκρότησις τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς οὐδεμίαν μομφὴν ἐνέχει κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδαμῶς θίγει αὐτήν, ἀφοῦ ὠφείλετο εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς πρωτοβουλίαν καὶ ἀφοῦ ἡ ψήφισις αὐτῆς ὀφείλεται εἰς τὴν ἰδίαν αὐτῆς πλειοψηφίαν. Ἔχω τὴν γνώμην ἑπομένως, ὅτι εἰς ὃ σημεῖον περιῆλθον τὰ πράγματα, ἐφ’ ὅσον ὁ ἔλεγχος, ὁ ὁποῖος κατηνάλωσε τόσας συνεδριάσεις, ἀφωρμήθη κυρίως ἀπὸ τὸν ἔλεγχον πράξεων τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, παρεμπιπτόντως δὲ ἐγένετο ἀναδρομὴ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως...
§367Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἀνάγεται ὁ ἔλεγχος εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν.
§368Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἤδη Ὑπουργός, ἕν μέλος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἧς ἐλέγχετε τὴν διαχείρισιν τῶν ἀλεύρων.
§369Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν.
§370Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀποτελεῖ τὴν βάσιν, λέγετε. Ἀλλ’ ἐγὼ ἀναπτύσσω ζήτημα ξένον ἀπὸ τὴν πολιτικὴν Δικονομίαν· σᾶς ἔθιξα ἕν ζήτημα κοινοβουλευτικῆς εὐαισθησίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ κανόνα κοινοβουλευτικόν, καὶ ἑπομένως πολιτικὸν διὰ τὰ κοινοβουλευτικὰ πολιτεύματα. Καὶ ἡ ἐκ τοιαύτης ἀρχῆς ἀπορρέουσα ὑποχρέωσις τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ὑφίσταται, ἐφ’ ὅσον καὶ ἕν μέλος αὐτῆς ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε καὶ εἰς τὴν παρελθοῦσαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐγένετο ἡ διαχείρισις τῶν ἀλεύρων. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ὑπολάβῃ τις, ὅτι δι’ ὅσων λέγω θέλω νὰ θίξω, ἔστω καὶ πολιτικῶς, οὐδένα, εἴτε τῶν νῦν Ὑπουργῶν, εἴτε τῶν προγενεστέρων, ἀλλὰ τίθημι ἁπλῶς τὰ ζητήματα, ὅπως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσι κατὰ τὴν κρατοῦσαν πολιτικὴν τάξιν καὶ τὸ πολίτευμα ἡμῶν.
§371Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Κάμετε πρότασιν.
§372Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατυπῶ, δὲν εἶναι πρότασις. Δι’ ὅσων λέγω ἐκφράζω τὰς γνώμας μου καὶ δίδωμι ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα αὕτη κάμῃ πρότασιν ἐν τῷ ζητήματι προσήκουσαν, ἵνα αὐτή, ἡ ἡγουμένη τῆς πλειοψηφίας, κατευθύνῃ δεόντως τὴν συζήτησιν. Κύριοι, ἐνόμισα, ὅτι εἰς συζήτησιν τοιαύτην, οἵα ἡ προκειμένη, συζήτησιν, ἡ ὁποία ἔχει πολλαπλῆν σπουδαιότητα, ὄχι ἁπλῶς τῆς συνταγματικῆς καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως, ἀλλὰ καὶ σημασίαν ἠθικὴν καὶ πολιτικήν, εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου, ἀδιαφορῶν πρὸς τὰ πρόσωπα, τὰ ἐντεῦθεν καὶ τὰ ἐκεῖθεν. Ἐὰν δὲ εἶχον τὸ δικαίωμα, θὰ συνεβούλευον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι κεκλημένοι νὰ κατευθύνωσι τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, νὰ μὴ τερματίσωσι τὴν συζήτησιν διὰ τῆς ὑποβεβλημένης προτάσεως, ἡ ὁποία καὶ ρητῶς ἡρμηνεύθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς σκοποῦσα ἁπλῶς τὸν πολιτικὸν ἔλεγχον ὡρισμένων πράξεων τῶν Ὑπουργῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἄν ἡ πρότασις τοῦτο μόνον σκοπῇ, τοῦτο μόνον ἐπιδιώκῃ, εἶναι ματαία καὶ ἀντικοινοβουλευτική. Ἄν πράγματι σκοπῇ νὰ κατηγορήσῃ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐπὶ παραβάσει ὡρισμένων νόμων καὶ βλάβῃ τῶν δημοσίων συμφερόντων, τότε πρέπει νὰ ὑποβληθῇ πρότασις πρὸς δίωξιν αὐτῶν, πρότασις περὶ συγκροτήσεως ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Μία ὁδὸς ὑπάρχει, ὅπως παρακάμψῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ δίλημμα τοῦτο. Εἶναι ἡ ὁδός, ἡ ὁποία πολλαχόθεν ἐνδείκνυται εἰς αὐτήν. Ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ οὐσία τῆς προκειμένης συζητήσεως ἀφορᾷ ἔλεγχον αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ζητεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἐγκρίνῃ εἰς βάρος τοῦ Κράτους ζημίαν δύο περίπου ἑκατομμυρίων, ζημίαν, ὀφειλομένην, κατὰ τοὺς ἐλέγχοντας, εἰς πράξεις καὶ παραλείψεις μέλους αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν ἀλεύρων. Περὶ τούτου δύναται καὶ πρέπει, τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή. Εἰς τὰ ἔργα δὲ τῆς τοιαύτης ἐπιτροπῆς δύναται νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῆς παραγγελίας τῶν ἀλεύρων, ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, διότι οὕτω δύναται πληρέστερον νὰ ἐξελεγχθῇ ἡ ὅλη ὑπόθεσις. Τοῦτο ἀπαιτεῖ, Κύριοι, ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις. Ἴσως ἦτο ἀνάγκη ἀκόμη νὰ εἴπω, ὅτι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, τὴν προκάτοχον, τῆς ὁποίας τοσοῦτον ἠλέγχθησαν αἱ πράξεις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μὲ διαιρεῖ βαθεῖα πολιτικὴ ἀντίθεσις εἰς πλεῖστα ζητήματα καὶ σπουδαιότατα τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, ἀλλ’ ἰδιαίτατα καὶ κυρίως εἰς τὰς μεθόδους, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν τελευταίαν ταύτην τριετίαν εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν ἔθετο εἰς ἐφαρμογήν. Δὲν ἔχω οὐδένα λόγον νὰ μεταβάλω πεποιθήσεις, δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω, ὅτι ὁσημέραι αἱ πεποιθήσεις μου κρατύνονται. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ εἴπω, προκειμένου μάλιστα περὶ ζητήματος τοιαύτης φύσεως, ὅτι δὲν θὰ ἦτο πολιτικόν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο καὶ γενναῖον νὰ γίνῃ τὶ ἀντικοινοβουλευτικὸν εἰς βάρος τῶν Ὑπουργῶν ἐκείνων. Ἔχω τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ὅσῳ ἰσχυρότεραι εἶναι αἱ πλειοψηφίαι, ἐπὶ τοσοῦτο, τὰ καθήκοντα αὐτῶν ἀπέναντι τῶν μειοψηφιῶν, πολὺ περισσότερον δὲ ἀπέναντι προκατόχων Κυβερνήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπουσιάζουσι τοῦ Κοινοβουλίου, εἶναι λεπτότερα. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ παροῦσα, εἰς ταύτην τὴν περίστασιν πρέπει νὰ εἶναι μᾶλλον εὐαίσθητος εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς ὑποχρεώσεις, καὶ μᾶλλον προσεκτικὴ εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα ποτὲ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον στιγματίζονται, βεβαίως, διὰ μιᾶς τοιαύτης προτάσεως, καὶ μὴ λέγετε, ὅτι ἡ πρότασις ἀφορᾷ ἁπλῶς κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, μεθ’ ὅσα ἠκούσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ μεθ’ ὅσα ἐγράφησαν περὶ κερδοσκοπίας εἰς βάρος τοῦ Κράτους, ... μὴ δώσετε, λέγω, τὸ δικαίωμα εἰς ἐκείνους, οἵτινες διὰ τοιαύτης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς διασύρονται, νὰ σᾶς εἴπωσι μίαν ἡμέραν μεθ’ ὅλου τοῦ δικαιώματός των: Μᾶς ἐσυκοφαντήσατε καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦ τύπου. Καὶ ἔπειτα προέβητε εἰς συγκρότησιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, ὑπὸ τὸ κάλυμμα πολιτικοῦ ἐλέγχου, διότι δὲν εἴχετε τὸ θάρρος ν’ ἀντιμετωπίσητε εὐθέως τὰ πράγματα: Ὡμιλήσατε περὶ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἐνῷ κυρίως ἐκρύπτετε τὴν διάθεσίν σας νὰ μᾶς ἀποδώσητε ἀδικήματα διαπραχθέντα ὑφ’ ἡμῶν, εἴτε ἐκ δόλου, εἴτε ἐξ ἀμελείας ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Καὶ ἐξελέξατε τὴν ὁδὸν αὐτήν, διότι δὲν εἴχετε τὸ θάρρος νὰ ἀκολουθήσητε τὴν νόμιμον. Καὶ περιωρίσατε τὸν πολιτικὸν αὐτὸν ἔλεγχον εἰς τὰς πράξεις ἡμῶν, ἀπεφύγατε δὲ νὰ πράξητε τοῦτο διὰ τὰς ἰδικάς σας ἐνεργείας, αἱ ὁποῖαι κυρίως ἠλέγχθησαν. Καὶ δὲν ἔχετε τοὐλάχιστον τὴν εὐαισθησίαν καὶ τὸ θάρρος νὰ συναρτήσητε πρὸς τὸν πολιτικὸν ἔλεγχον ἡμῶν τὸν πολιτικὸν ἔλεγχον τὸν ἰδικόν σας· ἐνῷ εἴχετε πρὸ ὑμῶν βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι διετύπωσαν αἰτιάσεις ἐναντίον σας διὰ τὴν ζημίαν τοῦ Δημοσίου· οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν ἔγγραφα εἰς ἀπόδειξιν τούτων, τὰ ὁποῖα δὲν παρέσχετε, ἀλλὰ παρεκωλύσατε διὰ τῶν ἀναβολῶν τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν καὶ περιωρίσατε αὐτὴν εἰς ἐκεῖνο τὸ ἔδαφος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνομίσατε, ὅτι δύνασθε νὰ πνίξετε τοὺς ἀντιπάλους ὑμῶν. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ δοθῇ τοιοῦτον ἔδαφος ἐπιθετικῆς ἀμύνης, δὲν πρέπει νὰ δοθῇ τοιαύτη δικαιολογία ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοιοῦτον τρόπον διασύρονται εἰς δύο συνεδριάσεις καὶ εἰς τὸν τύπον ὁλόκληρον ἐπὶ τοσαύτας ἡμέρας. Ἔχω πᾶν δεδομένον νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ θὰ ἔχῃ πλήρη τὴν πολιτικὴν ἀντίληψιν, ἀλλὰ ἀκμαίαν καὶ τὴν κοινοβουλευτικὴν εὐαισθησίαν καὶ θὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπαγορεύει τὸ Πολίτευμα καὶ ἡ καθεστηκυῖα κοινοβουλευτικὴ τάξις.
§373Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀντιθέτως, Κύριοι, πρὸς τὰς πεποιθήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, φρονῶ, ὅτι ὅ,τι ἔγινε μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ σχετικοῦ ζητήματος εἶναι ἐντελῶς ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ Πολιτεύματος καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς. Οὐδόλως δύναται ὁ κ. Βουλευτής, οὔτε κατώρθωσε νὰ εὕρῃ οἱονδήποτε λόγον καὶ οἱονδήποτε ἐπιχείρημα, ὅπως καταλογίσῃ ἀντισυνταγματικότητα, ὅπως καταλογίσῃ παράβασιν τοῦ Κανονισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τοιαῦτα συμπεράσματα, οἷα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξέθηκεν ἐντεῦθεν, μετέβαλεν ἐντελῶς τὸν χαρακτῆρα τῆς προτάσεως, πρὸ τῆς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ Βουλή, καὶ μᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται περὶ προτάσεως πολιτικῆς, πρόκειται περὶ προτάσεως ἐνεχούσης μομφὴν καὶ ἤλεγξε τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν ἀναισθησίαν αὐτῆς, διότι δὲν αἰσθάνεται τὴν μομφήν, ἡ ὁποία καταγιγνώσκεται εἰς αὐτὴν διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς τοιαύτης προτάσεως. Ὑποθέτω, ὅτι εἶναι εἰς πάντας γνωστόν, ὅτι ἡ νῦν Κυβέρνησις δὲν ὑπῆρξε κατὰ τὴν 15ην Ἰανουαρίου, ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ προμήθεια τῶν ἀλεύρων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γνωρίζομεν εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε μίαν πρότασιν νομοσχεδίου περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία σύμβασις εἶχεν ὡς σκοπὸν νὰ καθορίσῃ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὸ Κράτος διὰ προμήθειαν, ἡ ὁποία ἐγένετο ὀκτὼ μῆνας πρὸ τῆς συγκροτήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τῷ καθήκοντι τούτῳ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἅμα ὡς ἐζητήθησαν πληροφορίαι περὶ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸ δάνειον ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν ἡ κύρωσις, ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ χορηγήσῃ ἅπαντα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἀναγκαῖα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ προέκυψεν ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἂν ἡ προμήθεια ἐκείνη ἐγένετο ὑπὸ ὅρους συμφέροντας διὰ τὸ Κράτος, προέκυψεν ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἂν ἡ διαχείρισις τῆς προμηθείας ἐκείνης ἐγένετο μετὰ ἐπιμελείας τοιαύτης, ὥστε νὰ μὴ προκύψῃ ζημία διὰ τὸ Κράτος. Αὐτὰ ἤθελον νὰ ἐξακριβώσωσιν οἱ κ. Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι προέβαλλον τοιαύτην ἐρώτησιν, οὐδόλως δὲ ἀναφέρουσι τι κατὰ προσώπων. Ἐὰν ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ἠγέρθη ἀγὼν διὰ τὸ ζήτημα αὐτό, αὐτό, βεβαίως, δὲν ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ καταλογίσῃ τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰς ἀμοιβαίας ἀντεγκλήσεις μεταξὺ τῶν δημοσιογραφικῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα διερμηνεύουν τὴν γνώμην τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἡ Κυβέρνησις, πρὸ παντός, εἶχε καθῆκον νὰ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸ στάδιον, ὅπως χυθῇ ἄπλετον φῶς ἐπὶ τῆς προμηθείας τοῦ σίτου, ἐπὶ τῆς κατηγορουμένης προμηθείας. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς ἡ πρότασις περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, βεβαίως, δὲν ἐνέχει μομφὴν καθ’ οἱονδήποτε, οὔτε κατὰ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ἀλλ’ οὔτε καὶ τῶν παρῳχημένων Κυβερνήσεων, ζητεῖται μόνον νὰ γνωσθῇ, ἐὰν ἐπῆλθε ζημία καὶ ὑπὸ τίνας ὅρους ἐπῆλθε. Δὲν ἐνέχει μάλιστα οὔτε χαρακτῆρα πολιτικὸν ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς καὶ διὰ τοῦτο ἀδιαφορεῖ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ καταλήξῃ ἡ ἐπιτροπή. Μετὰ τὴν ὅλην ἐξέλιξιν τοῦ ἔργου τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, τότε μόνον δύναται νὰ προκύψῃ καὶ πολιτικὴ καὶ ποινικὴ εὐθύνη. Ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, βεβαίως, εἶναι πολὺ πρόωρον νὰ ὁμιλῶ καὶ περὶ τῆς μιᾶς καὶ περὶ τῆς ἄλλης ἐκδοχῆς. Ἔχομεν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τοῦ ἄρθρου 58, ἡ ὁποία ὁρίζει περὶ ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν: «Δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς». Ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνθίσταται εἰς τὸν σχηματισμὸν τοιαύτης ἐπιτροπῆς, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας εὗρεν ὅλας ἐκείνας τὰς κατηγορίας, τὰς ὁποίας ἠρίθμησεν ἐντεῦθεν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι σήμερον ἡ Κυβέρνησις ἤθελε μετέλθῃ τρόπους καὶ μεθόδους ἀντισυνταγματικάς, καὶ ἀντικειμένας εἰς αὐτὸν τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἤθελε προσπαθήσῃ νὰ ἀποτρέψῃ τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπρότεινεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἀπὸ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων ἐπὶ οἱασδήποτε προμηθείας καὶ οἱουδήποτε γεγονότος, ἀφορῶντος τὰς ὑπηρεσίας καὶ τὰς ἐργασίας τοῦ Κράτους. Ἡ Βουλὴ ἔχει πλῆρες τὸ δικαίωμα, ἀναφαίρετον δικαίωμα, μὴ ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὴν κατεύθυνσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ δώσῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησις, νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ σχηματίσῃ γνώμας διὰ τὴν καλλιτέραν ὑπεράσπισιν τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους. Ἀφήσατε νὰ λειτουργήσῃ, ἀφήσατε νὰ συσταθῇ ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἀφήσατε νὰ ριφθῇ ἄπλετον φῶς ἐπὶ τῆς προμηθείας τῶν ἀλεύρων. Κύριοι, ἐλέχθη ἐντεῦθεν, ὅτι εἶναι πρωτάκουστον —καὶ ἐμνημονεύθησαν καὶ ἀνεδιφήθησαν καὶ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Γαλλικοῦ Κοινοβουλίου,— ὅτι εἶνε πρωτάκουστον ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ νὰ ἀφορᾷ εἰς πράξεις ἐκπεπτωκυίας Κυβερνήσεως...
§374Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πράξεις κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἀποτελοῦσιν αὐτὸ τοῦτο καταγγελίας.
§375Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ δὲν εὑρίσκω καταγγελίαν, εὑρίσκω μόνον, εἶναι ἀληθές, ὅτι οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας, ἐξήνεγκον ἰδίας γνώμας. Ἔχω τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Νέων Ψαρρῶν, ἔχω τὴν γνώμην τοῦ κυρίου πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Πρωτοπαπαδάκη, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς. Μήτε παρεῖδε καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ Συντάγματος, ἐκ τῶν καθηκόντων αὑτῆς καὶ τῆς φιλοτιμίας αὐτῆς, διότι καὶ αὐτὴν ἀκόμη ἔθιξαν. Ἀπέδειξαν ἀφιλότιμον τὴν Κυβέρνησιν κατὰ τοὺς λόγους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας. Δὲν βλέπω ποῦ ἐθίχθη ἡ ὑπόληψις καὶ ἡ φιλοτιμία τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς προτάσεως περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. Καὶ ἔλεγεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξε, δὲν ἠκούσθη ποτὲ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ κατὰ πεπτωκυίας Κυβερνήσεως. Πρῶτον δὲν ἀπευθύνεται κατὰ πεπτωκυίας Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἓν παράδειγμα καθ’ ὅλον τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον, ἀπὸ τοῦ 1864 μέχρι σήμερον, ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἐγκρινούσης τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία προΐσταται; Ἐὰν ὑπῆρχε τοιοῦτον παράδειγμα θὰ ἦτο ἀκαταλόγιστος παραμένουσα εἰς τὰ ἐδώλια τὰ Ὑπουργικά. Μόνον μικρὸς θὰ ἠδύνατο νὰ συλλάβῃ τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἔχουσα ἔννοιαν καὶ ἀπευθυνομένη κατὰ Κυβερνήσεως ἐδῶ ἱσταμένης. Τὸ πρᾶγμα εἶναι καταφανὲς καὶ τόσον εὔκολος ἡ σύλληψις τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἐξέθηκα, ὥστε, ἀληθῶς, θαυμάζει κανείς, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, τὸ ὁποῖον τὸν δεικνύει, δὲν τὸν ἀπέτρεψεν ἀπὸ τοιοῦτον σολικισμὸν σκέψεως. Εὕρετε ὅτι ὑπῆρξε σκάνδαλον, δι’ ὅτι εἰς τὸ Γαλλικὸν Κοινοβούλιον, μετὰ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως, εὑρέθη τις δημοσιολόγος νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς σκάνδαλον καὶ ὡς ἔγκλημα τὸν καταρτισμὸν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς; Προχθὲς δὲν κατηρτίσθη ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ὑποδείξει τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας; Καὶ δὲν ἤκουσα τὴν ἠχηρὰν φωνὴν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας νὰ διαμαρτυρηθῇ τότε, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα μήτε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον, ὅτε κατὰ πρῶτον, τῇ προτάσει, ἄν ὄχι τῇ ὑποστηρίξει καὶ τῇ ἀνοχῇ τῆς πρώην πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, κατηρτίσθη ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη. Πᾶσα τοιαύτη πρότασις ἐνέχει χαρακτῆρα πολιτικὸν καὶ τότε ἡ πρότασις περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, μελετημένη, ἡ ὑποβληθεῖσα ἐκ μέρους τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς διὰ τὰ σκάνδαλα τοῦ ἀεριόφωτος, καὶ ἐκείνη ἀπευθύνεται κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ φιλοτιμία δὲ ἡμῶν θέλει τρωθῆ εἰς τὰ καίρια ἐν περιπτώσει καθ’ ἥν δὲν γίνῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη.
§376Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἡ σύστασις ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς δὲν πρέπει νὰ ἐμβάλλῃ εἰς τὸν νοῦν ἡμῶν καὶ τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρόκειται πάντοτε περὶ κατηγορίας κατὰ Ὑπουργῶν. Ἀπεναντίας καὶ ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος δὲν ὁμιλεῖ ἐμφανῶς περὶ προσώπων, ὁμιλεῖ περὶ πραγμάτων: «Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ διορίζῃ ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπάς». Ἀλλ’ ἄς ἀνατρέξωμεν εἰς τὸ παρελθόν, ἵνα ἴδωμεν, ἐὰν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας στηρίζηται ἐπὶ ὀρθῆς βάσεως, ἐπὶ νομίμου βάσεως, ἐπὶ τῆς βάσεως τῶν κοινοβουλευτικῶν παραδόσεων. Ὡς εὐφυέστατα παρετήρησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἤθελεν εἶσθαι ἀληθῶς παράδοξον πρᾶγμα, Βουλή τις, ἥτις, ἵνα ὑφίσταται, προϋπάρχει τὸ δεδομένον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς, ἤθελεν εἶσθαι, λέγω, περίεργον πρᾶγμα, ἡ Βουλή, τουτέστιν ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς, νὰ συνιστᾷ ἐξεταστικὰς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὰς κατὰ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Ὑπουργῶν, τῶν ἐχόντων τὴν ἐμπιστοσύνην αὐτῆς. Πρόκειται, λοιπόν, Κύριοι, πάντοτε περὶ Ὑπουργῶν, παρελθόντων, δὲν πρόκειται δὲ, λέγω, δεδηλωμένως περὶ κατηγορίας, ἀλλὰ περὶ ἐξετάσεως ὑποθέσεως. Θέλετε νῦν νὰ λάβητε ἐκ τῆς συγχρόνου Ἑλλάδος τὴν ὑπόθεσιν τοῦ 1882 ἔτους, ἧς ἐποιησάμην μνείαν κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου; Αὕτη δὲν ἀφεώρα τοὺς τότε ὑπάρχοντας Ὑπουργούς. Θέλετε νὰ λάβητε ὡς παράδειγμα τὴν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐξελέγη, ἡγουμένου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς πλειοψηφίας τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Γόρτυνος Πολιτευτοῦ, κατὰ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη; Καὶ πάλιν τότε ἐπρόκειτο περὶ Ὑπουργῶν οὐχὶ ἐν ἐνεργείᾳ. Θέλετε νὰ λάβητε τὴν ὑπόθεσιν τῶν ἀρβυλῶν τοῦ Στρατοῦ, ἥτις προηγεῖται ἀμφοτέρων τῶν ὑποθέσεων, ἥτις δ’ ἐστρέφετο κατά τινος Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν; Καὶ περὶ τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης προκειμένου, ὁ τότε Ὑπουργὸς δὲν ἦτο ἐν ἐνεργείᾳ. Περὶ τούτου, λοιπόν, νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίθετος γνώμη, καὶ οὐχὶ δευτέρα γνώμη, ὡς λέγουσιν οἱ νεώτεροι, διότι ἡ δευτέρα γνώμη δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι καὶ ὅλως ἀντίθετος. Πρόκειται ἄρα περὶ τοῦ ἑξῆς, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρουσιασθῇ ἡ παροῦσα Βουλή, ἐμπνεομένη ἐκ πνεύματος μονομεροῦς, ἐκ πνεύματος προκαταλήψεως, ἐκ πνεύματος προστασίας τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν, εἴτε ταῦτα ἀποτελοῦσι μέρος τῆς νῦν Κυβερνήσεως, εἴτε ἀποτελοῦσι μέλη Κυβερνήσεως προκατόχου, ἐχούσης τὴν συμπάθειαν τῆς παρούσης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς. Ἵνα, λοιπόν, ἡ πρότασις, περὶ ἧς συζητοῦμεν, ὑπάρξῃ ἀπηλλαγμένη πάσης τοιαύτης προκαταλήψεως, κατὰ τὴν γνώμην μου, δέον νὰ εἶναι περισσότερον ὡρισμένη καὶ περισσότερον ἐμπεριστατωμένη. Ἡ διάταξις τοῦ νεωτέρου Συντάγματος, ὡς πρὸς τὰς ἐξεταστικὰς ἐπιτροπάς, δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰ μὴ ἀντιγραφὴ τοῦ προγενεστέρου Συντάγματος. Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὅστις νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐνδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πνεῦμα, ὑφ’ οὗ δέον νὰ διέπωνται πᾶσαι αἱ τοιούτου εἴδους ὑποθέσεις. Δὲν νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις, ἡ φέρουσα τὰς ὑπογραφὰς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, μετὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, τὸν ἐνδεικνύοντα καταφανῶς κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ συνιστῶνται αἱ τοιούτου εἴδους ἐπιτροπαί, δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἐπαρκὴς καὶ πλήρης. Δὲν νομίζω, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὸ πνεῦμα τῶν νέων ἰδεῶν, δὲν νομίζω, ὅτι βασίζεται ἐπὶ τῶν σοβαρῶν καὶ φιλελευθέρων ἀρχῶν, αἵτινες δέον νὰ πρυτανεύωσι, — καὶ δὴ ἐπὶ τοιούτων ὑποθέσεων —. Τί λέγει ἡ πρότασις αὕτη; Ὅτι θέλει συσταθῆ ἀπὸ τοῦδε ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας τῶν ἀλεύρων κατὰ Ἰανουάριον τοῦ ἔτους 1915. Οἱ συντάξαντες τὴν πρότασιν ταύτην ἔχουσιν εἰς χεῖρας αὐτῶν ὅλα τὰ ἔγγραφα τῆς ἐν λόγῳ ὑποθέσεως. Διάκεινται φιλικῶς, φιλικώτατα πρὸς τοὺς διευθύνοντας τὰ διάφορα γραφεῖα τῶν Ὑπουργείων. Νομίζω, ὅτι ἡ σοβαρότης τῶν τοιούτων ὑποθέσεων, μετὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, ὅστις ἐνδεικνύει κατὰ τίνα τρόπον δέον νὰ διαχειρίζωνται αἱ ὑποθέσεις αὗται, καθιστᾷ τὴν πρότασιν, ὡς διατυποῦται, ἀπαράδεκτον, ὡς ἀτελεστάτην. Εἶπον ὑμῖν ἄλλοι, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὁ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν ἐνδεικνύει κατὰ τίνα τρόπον, ὅπως ᾖ σοβαρὰ ἡ τοιαύτη πρότασις, πρέπει νὰ συντάσσηται. Νομίζω, λοιπόν, — ἄλλως τε, αὐτὴ εἶνε ἡ προσωπική μου γνώμη, δὲν ἀντιπροσωπεύω τὴν γνώμην ἄλλων — νομίζω, λοιπόν, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἐντελῶς ἀόριστος. Ὁ νόμος περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, λέγει, ὅτι: «Ἡ περὶ καταδιώξεως πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, ἐὰν μὴ φέρῃ τὰς ὑπογραφὰς εἴκοσι τοὐλάχιστον βουλευτῶν, καὶ μὴ ὁρίζῃ ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηρίζεται, καὶ τὴν παραβίασιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τῆς κατηγορίας». Μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν. Ἡ πρότασις περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἀποτελεῖ κατηγορητήριον. Καὶ ἐνώπιον τίνων ἀγορεύομεν, καὶ ἐνώπιον τίνων συνεδριάζομεν; Ὑπάρχει τὶς ὁ μὴ ἐννοῶν οἴκοθεν, ὅτι ὑπὸ τὴν πρότασιν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἐνδέχεται, τέλος πάντων, νὰ κρύπτηται κατηγορητήριον;
§377Γ. ΠΩΠ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ἐνίσχυσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λέγετε, ἀνερχόμενος εἰς τὸ βῆμα, προέβη εἰς τὴν δήλωσιν, ὅτι διὰ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατέθεσε, παρέχεται πλῆρες φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, φῶς, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ τὰς ἐγκλήσεις, τὰς γενομένας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διὰ τοὺς παραγγείλαντας τὰ ἄλευρα.
§378Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλά, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν καὶ ἄλλο ὑπ’ ὄψει, ὅτι ἡμεῖς, εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς, ἀντιπροσωπεύομεν ἐνταῦθα μόνον τὴν ἑτέραν τῶν γνωμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι δὲν δύναμαι ἐγὼ ποτὲ νὰ φαντασθῶ, ὅτι, ἐκτὸς τῆς γνώμης τῆς παρούσης Βουλῆς, δὲν ὑπάρχει καὶ ἑτέρα. Ἀλλ’ οὗτος ὁ λόγος μου μὲ φέρει εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι πρέπει νὰ ἀποδείξωμεν εἰς τὸν κόσμον ὅλης τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα λύσωμεν οἰκογενειακῷ τῷ τρόπῳ τὰς ὑποθέσεις ἡμῶν. Πῶς θέλετε, Κύριοι, νὰ περιορίσωμεν τὴν πρότασιν ταύτην ἐντὸς τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου μόνον, ὅταν ἡ ὑπόθεσις τῶν ἀλεύρων ἀποτελῇ σύνολον, σύνολον ἐκτεινόμενον μέχρι τῶν ἡμερῶν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου κ. Πρωτοπαπαδάκη; Ἵνα δείξωμεν, ὅτι δὲν συνεδριάζομεν, ὡς ἐν οἰκογενειακῷ κύκλῳ, ἵνα δείξωμεν, ὅτι οὐδένα φοβούμεθα, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος τῆς γνώμης ἡμῶν, καὶ νὰ εἴπωμεν: «Δεῦτε νὰ ἐξετάσητε πάντας τοὺς διαχειρισθέντας τὴν ὑπόθεσιν ταύτην». Θέλετε, Κύριοι, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ περιβληθῇ διὰ τοῦ κύρους καὶ τῆς βαρύτητος, καὶ τῆς Πανελληνίου ἐμπιστοσύνης; Ἀποφύγετε, παρακαλῶ, πάντα πλάγιον καὶ συμβιβαστικὸν σκοπόν, πάντα σκοπὸν προστατευτικόν, ἀνοίξατε τὰς θύρας τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς περὶ ὅλων, οἵτινες ἔτυχε νὰ διαχειρισθῶσι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Βεβαίως, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ τίνα τρόπον θέλουσιν ἐκτιμηθῇ αἱ πράξεις ἡμῶν. Οὗτοι, Κύριοι, εἶναι οἱ ἱστορικοὶ λόγοι, οὗτοι εἰσὶν οἱ πολιτικοὶ λόγοι, οἵτινες νομίζω ὅτι θέλουσιν ἀναγκάσῃ τὴν Βουλήν, ὀρθῶς σκεπτομένην, σκεπτομένην περὶ τῆς ἰδίας φιλοτιμίας καὶ τοῦ ἰδίου συμφέροντος, οἵτινες, λέγω, θέλουσιν ἀγάγει τὴν Βουλὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν, ἵνα ἐπιζητήσῃ, ὅπως χυθῇ ἄπλετον φῶς ἀκόμη καὶ περὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς τέκνων ἄν πρόκειται, τοὐτέστι περὶ φίλων μελῶν. Καὶ λέγω ταῦτα, Κύριοι, ἐγώ, ὅστις, βεβαίως, δὲν ἐμπνέομαι ἐξ ἐχθρικῶν λόγων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, πρὸ παντὸς δὲ ἐξ ἐχθρικῶν λόγων πρὸς τὸν ἀξιότιμον φίλον μου, τὸν ἐκ Κυκλάδων βουλευτήν. Φιμώσατε ὅμως τὰ στόματα τῶν ἀντιπάλων, φιμώσατε, παρακαλῶ, κυρίως, τὰ στόματα τῶν πολιτικῶν ἀντιπάλων, ἵνα καὶ αὐτοὶ πεισθῶσιν, ὅτι ἡ Βουλή, προβαίνουσα εἰς τὸ σοβαρὸν τοῦτο διάβημα, οὐχὶ βεβαίως τόσον σοβαρὸν ὅσον ἤθελεν εἶσθαι τὸ διάβημα ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὸν νόμον περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, φιμώσατε τὰ στόματα τῶν ἀντιπάλων καὶ δείξατε διὰ τῆς ἀποφάσεως ὑμῶν, ὅτι δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα καταδιώξωμεν τοὺς ἀντιπάλους καὶ προστατεύσωμεν τοὺς φίλους.
§379ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντιπάλων.
§380Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θέλετε νὰ κρύπτεσθε ὄπισθεν τῶν δακτύλων; Περὶ ἀντιπάλων πρόκειται. Βεβαίως, τὸ γράμμα τοῦ ἐγγράφου τούτου δὲν ὁμιλεῖ περὶ καταδιώξεως προσώπων, καὶ δὴ Ὑπουργῶν, ἀλλὰ παρὰ τὸ γράμμα, πρέπει νὰ εἰσδύσωμεν εἰς τὸ πνεῦμα, καὶ νὰ εὕρωμεν τὴν ἀληθῆ οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἡ δὲ ἀληθὴς οὐσία τῆς ὑποθέσεως στρέφεται κατὰ προσώπων, ἅτινα ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ κυβερνήσωσι τὴν Χώραν. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιμένω πιστεύων καὶ φρονῶν, ὅτι, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι διατεθειμένη νὰ προβῇ εἰς σοβαρὰν ἔρευναν, ὁποία εἶναι ἡ ἀπορρέουσα ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ἀφοῦ δὲν σκοποῦμεν νὰ καταφύγωμεν εἰς σοβαρόν τι ἔργον, τοὐλάχιστον, ἂς προσπαθήσωμεν νὰ περιφρουρήσωμεν τὴν ἀτελῆ ἡμῶν ἀπόφασιν δι’ ὅλων ἐκείνων, ἅτινα ἀπαιτοῦνται, ὅπως εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δοθῇ ὁ προσήκων σπουδαῖος καὶ δίκαιος χαρακτηρισμός.
§381ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§382Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντετάχθησαν πολλά, Κύριοι, περὶ τῶν ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι συγκροτοῦνται καθ’ ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Φαίνεται δέ, ὅτι ἢ καλῶς δὲν διετύπωσα τὰς περὶ τούτων ἰδέας μου, ἢ παρενοήθησαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον. Ἤκουσα καὶ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ συνιστῶνται μόνον κατὰ παρωχημένων Κυβερνήσεων καὶ ὅτι εἶναι τι κοινοβουλευτικῶς ἀδύνατον νὰ συγκροτηθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν πραγμάτων διὰ τὸν ἔλεγχον Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαί, ὅταν ἐπιδιώκωσι τὴν ἔρευναν τῶν ὑπουργικῶν πράξεων, εἶναι μέσον πολιτικόν, εἶναι ὅπλον πολιτικόν, τὸ ὁποῖον ἔχουσι κυρίως καὶ πρωτίστως αἱ Βουλαὶ ἐναντίον τῶν ἐν ἐνεργείᾳ Κυβερνήσεων. Αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ ἔχουσι βεβαίως καὶ ἄλλην ἀποστολήν, ἄσχετον πρὸς τὸν ἔλεγχον ὑπουργικῶν πράξεων. Συγκροτοῦνται λ. χ. πρὸς μελέτην ὡρισμένων ζητημάτων, ἀφορώντων τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, αἱ ὁποῖαι δὲν θίγουσι τὴν ἑκάστοτε Κυβέρνησιν. Καὶ ἰδοὺ περίστασις, διὰ νὰ παραλείψω ἄλλας, συγκροτηθείσης ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, οὐχὶ ἐναντίον παρωχημένης Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐναντίον ἐνεστώσης Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ εἶπον προηγουμένως, καὶ ἐπαναλέγω, ὅτι ἡ κυριωτάτη ἀποστολὴ τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, εἶναι ἡ τοῦ πολιτικοῦ ἐλέγχου τῶν Κυβερνήσεων. Τοιοῦτος ἔλεγχος νοεῖται μόνον κατὰ τῆς ἐν ἐνεργείᾳ Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἀντιτάσσουσιν εἰς τοῦτο: Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συσταθῇ τοιαύτη ἐπιτροπή, ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ Κοινοβουλίου; Ἀπαντῶ, ὅτι εἶναι δυνατὸν τοῦτο ὑπὸ διττὴν μορφήν. Ἡ πρότασις περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ὑποβάλλεται ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ὑποστηρίζεται ὑπ’ αὐτῆς, ὡς συμπέρασμα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Δυνατὸν δὲ καὶ νὰ γίνῃ δεκτή, ἀδιάφορον ἂν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, συνεπάγεται αὕτη τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ πρότασις κανονικῶς ὑπεβλήθη, κανονικῶς συνεζητήθη καὶ κανονικῶς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη περίστασις, περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἔλεγχος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Κυβέρνησις σπεύδει, αὐτὴ πλέον, μὴ θέλουσα νὰ ἀφήσῃ περαιτέρω τὴν συζήτησιν καὶ μὴ θέλουσα νὰ κάμψῃ διὰ τῆς δυνάμεως τῶν ψήφων τὴν ἀσθένειαν τῆς μειοψηφίας καὶ ὑποβάλλει αὐτὴ τὴν πρότασιν ἢ δέχεται αὐτήν, ὑποβαλλομένην, πρὸς συγκρότησιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο εἶνε ζήτημα ἐκτιμώμενον ἑκάστοτε ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, ἀναλόγως τῶν ζητημάτων καὶ ἀναλόγως τῆς τροπῆς, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ τοῦ τόνου ὑπὸ τὸν ὁποῖον διεξήχθη. Ἔχομεν δὲ καὶ ἐν τῇ κοινοβουλευτικῇ ἡμῶν ἱστορίᾳ τοιαῦτα παραδείγματα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ὁ κύριος ἐξ Ἀττικῆς Συνάδελφος εἶπον, ὅτι αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ πάντοτε γίνονται μόνον κατὰ παρωχημένων Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ἀπέδειξα ἤδη, νομίζω, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Μεμονωμένα τινὰ παραδείγματα συγκροτήσεως τοιούτων ἐπιτροπῶν πρὸς ἔρευναν πράξεων πρώην Ὑπουργῶν ὑπάρχουσιν εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἡμῶν βίον· γνωρίζω δ’ ὅτι ὑπάρχουσι δύο ἢ τρία τοιαῦτα καὶ εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν ἱστορίαν τῆς Γαλλίας. Κατακρίνονται ὅμως ὑπὸ τῆς Ἐπιστήμης, ὡς ἀδόκιμα καὶ ἀσυμβίβαστα πρὸς τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Πολιτεύματος. Ἐννοεῖται ὅτι διάφορος ὅλως εἶναι ἡ περίπτωσις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὡρισμένη ἐπιτροπή, καλῶς συγκροτηθεῖσα, νομίμως συγκροτηθεῖσα, ἐπιτροπὴ συσταθεῖσα ἀπροσώπως, λ. χ. πρὸς ἐξέτασιν ὡρισμένης διαχειρίσεως, ἢ πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς καταστάσεως ὡρισμένης ὑπηρεσίας, εὑρίσκει ἐν τῷ ἔργῳ αὐτῆς εὐθυνομένους ἢ ὁπωσδήποτε ἀναμεμιγμένους καὶ πρώην Ὑπουργούς. Εἰς τοιαύτην περίστασιν οὐδαμῶς, βεβαίως, κωλύεται, ἀλλὰ καὶ ὑποχρεοῦται νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τούτους τὸ ἔργον της. Ἀλλ’ ἡ περίστασις αὐτὴ εἶναι διάφορος. Εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν ἔχομεν εἰδικὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν ὡρισμένων ὑπουργικῶν παρανομιῶν. Εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν ἔχομεν ἐνασχόλησιν τοῦ Κοινοβουλίου μὲ τὰς πράξεις πρώην Ὑπουργῶν, δὲν ἔχομεν ὡρισμένας κατ’ αὐτῶν καταγγελίας ἐπὶ ἀθετήσει ὡρισμένων νόμων πρὸς ἰδιοτέλειαν καὶ βλάβην τῶν δημοσίων συμφερόντων, ὅπως ἔχομεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἢ μήπως φιλονικεῖτε καὶ τοῦτο; Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ κρυπτώμεθα, ὅτι ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν τοιαύτην τινὰ περίπτωσιν. Δὲν ἐπεζητήθη ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως ἐξετάσῃ πῶς ἐγένετο ἡ παραγγελία τῶν ἀλεύρων, ὅπως διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν περὶ πράγματος ἀγνοουμένου καὶ ἀσχέτου πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα. Ἄν τοῦτο ἐγένετο, ἂν οὕτως ἀπολύτως καὶ ἀπροσώπως διηυθύνετο ἡ συζήτησις, οὐδεὶς θὰ εἶχεν ἀντίρρησιν· θὰ ἠδύνατο δὲ, συνιστωμένη, ἡ ἐπιτροπὴ οὕτω, νὰ ἐξετάσῃ ὡρισμένην κατάστασιν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ δὲν θ’ ἀνέκοπτε βεβαίως τὸ ἔργον της καὶ ἂν τοῦτο ὁπωσδήποτε ἀνεφέρετο εἰς τὰς πράξεις καὶ τὰς ἐνεργείας πρώην Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι συνέβη ἐνταῦθα; Καὶ δυνάμεθα νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς πρὸς ἡμᾶς αὐτούς, μὴ ἀναγνωρίζοντες, ὅτι διετυπώθησαν ἐναντίον τριῶν πρώην Ὑπουργῶν κατηγορίαι ὡρισμέναι ἐπὶ παραβάσει τῶν νόμων καὶ ἰδιοτελείᾳ, σαφεῖς, κατηγορηματικαί, μὲ χρονολογίας, μὲ ἐγγράφους ἀποδείξεις; Καὶ ὅτι πάντα ταῦτα διηρμηνεύθησαν διὰ τοῦ κυβερνητικοῦ τύπου μετ’ ἀπειλῶν περὶ συστάσεως Εἰδικοῦ Δικαστηρίου πρὸς παραπομπὴν τῶν πρώην Ὑπουργῶν; Δυνάμεθα τώρα αὐτὴν τὴν οὐσίαν τῶν πραγμάτων, αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία κατηνάλωσεν ὁλόκληρον συνεδρίασιν, νὰ τὴν ἐκτοπίσωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι: «ἡμεῖς δὲν αἰτιώμεθα Ὑπουργούς, ἡμεῖς λέγομεν ἁπλῶς, νὰ ἐρευνηθῇ ἡ παραγγελία τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου καὶ ἂν εὑρεθῶσιν ἔνοχοι πρώην Ὑπουργοί, τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ θὰ τὸ εἴπῃ». Δὲν εἶνε σπουδαῖα ταῦτα, Κύριοι. Ἐὰν ἐμμένετε εἰς τὰς διατυπωθείσας κατηγορίας σας, ἐὰν ἐμμένετε εἰς ὅσα ἐνταῦθα ἀνεπτύξατε, εἰς ὅσα διὰ τῶν ὀργάνων ὑμῶν διηρμηνεύσατε, καθῆκον ἔχετε νὰ ἀντιμετωπίσητε τὰ πράγματα εὐθέως. Καὶ ἡ εὐθεῖα ἀντιμετώπισις τούτων θέλει τὴν συγκρότησιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς πρὸς ἐπιδίωξιν νομικῶν εὐθυνῶν ἐναντίον τῶν κατηγορηθέντων πρώην Ὑπουργῶν. Δὲν θέλετε τοῦτο; Θέλετε νὰ ἀφήσητε τὰς κατηγορίας καὶ θέλετε νὰ εἴπητε, ὅτι πρόθεσίς σας εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον νὰ ἐξετάσητε ἄνευ κατηγορίας καθ’ ὡρισμένων προσώπων, καὶ νὰ ἐξακριβώσητε τὴν κατάστασιν; Δύνασθε καὶ τοῦτο νὰ πράξητε. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ὁδὸς εἶναι νὰ ἀρχίσητε ἀπὸ τὸ προσῆκον σημεῖον.
§383ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐστρατιάδης.
§384ΓΡΗΓ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐξετράπη τοῦ θέματος, εἶναι δὲ ἐκτετραμμένη ἐκ πλάνης, πλάνης περὶ τὸν τύπον, πλάνης περὶ τὴν οὐσίαν. Ἐπολέμησαν τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὁ μὲν ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, κατὰ τύπους, πολεμήσας τὸ παραδεκτόν, ἄλλοι δὲ κατ’ οὐσίαν. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐστήριξε τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 58 τοῦ Συντάγματος, ἰσχυρισθείς, ὅτι αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ ἕνα ἔχουσι χαρακτῆρα, πολιτικὸν χαρακτῆρα, δὲν ἔχουσι ποινικὸν χαρακτῆρα, δὲν ἔχουσιν ἀνακριτικὸν χαρακτῆρα. Τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος κ. Συνάδελφος, νὰ εἴπω, ὅτι δὲν ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος εἶναι σαφές. Ὁμιλεῖ περὶ ἐξεταστικῶν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῶν, ὅταν δὲ ἄνευ περιορισμοῦ ὁμιλεῖ περὶ ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὸν πολιτικὸν ἔλεγχον τῶν Κυβερνήσεων ἐν γένει. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη γνώμη, ὅτι κατ’ οὐσίαν δὲν εὑρισκόμεθα ἐν τῷ ὀρθῷ. Καὶ ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, νομίζοντος, ὅτι οὕτω πως, ἐν οἰκογενειακῷ κύκλῳ καὶ χωρὶς νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῇ Βουλῇ τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τοιούτων πραγμάτων.
§385Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι ἐν οὕτω σοβαραῖς περιστάσεσιν, ὅταν μάλιστα συμβαίνῃ καὶ ἀντιπρόσωποι τμημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ νὰ μὴ εἶναι παρόντες ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ ἀπομακρύνωμεν καὶ τὴν παραμικροτέραν ὑπόνοιαν, ὅτι διευθετεῖται τὸ ζήτημα ἐν οἰκογενειακῷ κύκλῳ. Καὶ ἵνα μὴ τοῦτο ὑποτεθῇ, δὲν πρέπει νὰ περιορίσωμεν τὸν ἔλεγχον, ἀλλὰ νὰ ἐκτείνωμεν τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων μέχρι τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κυκλάδων διετέλει Ὑπουργός.
§386Γ. ΠΩΠ. Καὶ θὰ τὴν ἐκτείνωμεν.
§387ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ὅταν, κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἀττικῆς, ὁμιλῆτε περὶ οἰκογενειακῶν κύκλων καὶ νομίζητε, ὅτι ὡρισμένα τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ δὲν ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῇ Βουλῇ, ἐγὼ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι οὐδὲν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μένει ἄνευ ἀντιπροσωπείας ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ. Ἀπεκλείσθησαν ἐκεῖνοι μόνον, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§388Γ. ΠΩΠ. Δὲν εἶναι τοῦτο ἀκριβές. (Θόρυβος).
§389ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Καὶ ἂν κατήρχοντο εἰς τὰς ἐκλογάς, ἔχουσιν ἀπωλέσει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, κατ’ ἰσχυρότερον δὲ λόγον δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύονται ὡρισμένα τμήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§390Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ἔρχομαι, κ. Βουλευτά, προστάτης τοῦ ἀπόντος τμήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Θόρυβος). Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι πρὸ ὀλίγων στιγμῶν ἐγώ, οὐχὶ μεμφόμενος, ἀλλὰ παρατηρῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶπον, ὅτι ἴσως μετέχει εὐθύνης τινός, διότι μετὰ πάροδον τοσούτων μηνῶν, ἐνῷ τοιαῦται κατηγορίαι ἐκυκλοφόρησαν ἐν ταῖς ῥύμαις καὶ ταῖς ἀγυιαῖς τῆς Ἑλλάδος, ἐφθάσαμεν μόνον νὰ περιορίσωμεν τὸν ἔλεγχον εἰς τὰ ἄλευρα. Μὴ νομίσητε, ὅτι ἀποτεινόμενος πρὸς ἐμέ, ἀποτείνεσθε πρὸς προστάτην ἀπόντων...
§391ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Γνωρίζω, κ. Βουλευτά, ὅλην τὴν πολιτείαν σας, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν οὔτε ὑπόνοια νὰ μοὶ μείνῃ περὶ ταύτης. Ἐπολεμήθη, λέγω, λοιπόν, Κύριοι, ἡ πρότασις καὶ κατ’ οὐσίαν. Καὶ ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Νέων Ψαρρῶν Βουλευτοῦ, λέγοντος: «Ἂν ἔχητε τὸ θάρρος νὰ κατηγορήσητε, ὀφείλετε νὰ ὑπογράψητε κατηγορητήριον καὶ νὰ συστήσητε Ἐπιτροπήν». Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Ψαρρῶν δὲν θὰ ἔλαβε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀναγνώσῃ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, διὰ νὰ μάθῃ, ὅτι τὰ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν δὲν δύνανται ἁπλῶς νὰ ἀνοίξωσι τὰς θύρας τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου...
§392Γ. ΠΩΠ. Ἐγὼ σᾶς εἶπον νὰ ἐφαρμόσητε τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον;
§393ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Ἀπεδώσατε ἔλλειψιν θάρρους. Λοιπόν, κατὰ τὸν περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν νόμον, μόνη ἡ ὑπογραφὴ προτάσεως κατηγορίας κατὰ Ὑπουργῶν δὲν ἀνοίγει ἀμέσως τὰς πύλας τοῦ Εἰδικοῦ Δικαστηρίου, διότι, κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου, ἂν ἡ Βουλὴ δεχθῇ τὴν πρότασιν τὴν ὑπογεγραμμένην ὑπὸ ὡρισμένου ἀριθμοῦ βουλευτῶν πρὸς σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, τότε ἡ Βουλὴ ὁρίζει ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Τὶ ἔχετε σήμερον ὀλιγώτερον τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ ὁρισθῇ κατόπιν τοῦ κατηγορητηρίου; Ἂν ἀνεγινώσκετε τὸν νόμον περὶ ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν τοῦ 1911, θὰ ἐβλέπατε, τὰ δικαιώματα καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν. Θὰ ἐβλέπατε, ὅτι αἱ ἐξεταστικαὶ ἐπιτροπαὶ ἔχουσιν ὅλα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ Ἀνακριτής. Ἔχουσι δικαίωμα κατασχέσεως ἐγγράφων, ἔχουσι δικαίωμα βιαίας προσαγωγῆς μαρτύρων κλπ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Κατὰ τὶ ἔχει ὀλιγώτερα δικαιώματα ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔχει συσταθῆ μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς προτάσεως πρὸς κατηγορίαν; Ἀλλὰ σᾶς εἶδον ἐξανισταμένους ἐνταῦθα, διότι εἶναι ἀπόντες, διότι δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάρρος νὰ ἐγκαλῶμεν ἀπόντας, ἄνευ ἀπολογίας καὶ ἐν τούτοις ἔρχεσθε σεῖς προτείνοντες νὰ εἰσαχθῶσιν ἀμέσως εἰς Εἰδικὸν Δικαστήριον, νὰ συστήσητε ἀμέσως ἀνακριτικὴν ἐπιτροπήν. Διατί; Διὰ νὰ ἀποκλείσωμεν τὴν ἀπολογίαν; Καὶ τὶ σκοπὸν ἔχει ἡ σύστασις τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ ἧς τὴν ἑσπέραν ταύτην συζητοῦμεν; Ἔχει σκοπὸν νὰ μὴ περιορίσῃ τὰ δικαιώματα οὐδενὸς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν παρίστανται ἐνταῦθα, ἔχει σκοπὸν νὰ συλλέξῃ ἡ Βουλὴ ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ ἡ ἰδία καὶ νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω εἰς τὴν σύστασιν ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ὅταν δι’ αὐτοῦ ἐξυπηρετοῦμεν καὶ τὸν ἀγαθὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον σεῖς ἐξεθέσατε ἐνταῦθα καὶ πάντα ἄλλον σκοπὸν καὶ ἂν πρόκειται περὶ μομφῆς κατὰ πρώην Ὑπουργῶν, δὲν ἔχετε δικαίωμα ἐν ὀνόματι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπουσιάζουν, ἢ ἐν ὀνόματι τοῦ ἐλέγχου, ἢ ἐν ὀνόματι τῆς εὐρύτητος τῆς συζητήσεως, δὲν ἔχετε, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ περιορίσητε τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι τὸ ζήτημα λελυμένον, ὅτι ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἔχει ἐντελῶς ἀπεριόριστον τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ κατὰ βάθος τὸ πρᾶγμα, ὄχι μόνον ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἐνταῦθα, ἀλλὰ κατὰ τὴν οἰκείαν αὐτῆς κρίσιν, διότι ἡ ὑποβεβλημένη πρότασις εἶναι γενική, ἀφορᾷ ὡρισμένον θέμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι περιωρισμένη. Ἐξετάζουσα ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐξεταστικὴ τὶς εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἂν ὑπῆρξεν ὑπεύθυνος δι’ ὡρισμένην προμήθειαν, δι’ ὡρισμένον χρόνον, δύναται νὰ ἐλέγξῃ ἐκ τίνος ἀφετηρίας θὰ ἀρχίσῃ καὶ πῶς προῆλθεν ἡ ὑπαιτιότης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θεωροῦνται ὑπαίτιοι διὰ τὴν ζημίαν.
§394Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν ὑπῆρξαν ὑπαίτιοι.
§395ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Βεβαίως εἶναι οὐσιαστικὴ ἀπόρριψις προτάσεως καὶ θὰ εἴμεθα ὅλοι εὐτυχεῖς καὶ θὰ εἴμεθα ὑπερήφανοι νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι πράγματι ἡ διαχείρισις τῶν κοινῶν ὑπὸ τῆς νῦν Κυβερνήσεως, ὅπως καὶ ἐπὶ πάσης ἄλλης, ὑπῆρξεν οἵα ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ.
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοκοτόπουλος.
§397Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶμαι, Κύριοι Βουλευταί, ἐκ τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ἐνόμισα καθῆκον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀκούων τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, λέγοντα, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ περὶ ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, διὰ τὸν λόγον, ὅτι πρόκειται νὰ ἐλεγχθῇ κυρίως ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ἡ πολιτεία παρελθούσης Κυβερνήσεως, τοῦθ’ ὅπερ δὲν ἐπιτρέπεται. Τοῦτο ἐνόμισα, ὅτι εἶναι ἄντικρυς ἐπιζήμιον, καὶ ἀντίκειται εἰς τὸ δικαίωμα τὸ ὑπέρτατον τῆς Βουλῆς, νὰ ἐξετάζῃ τὰ πράγματα διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν, εἴτε πρόκειται περὶ νομοθετικῆς ἐνεργείας, εἴτε πρόκειται περὶ ἐλέγχου κοινοβουλευτικοῦ. Ἐκεῖνο, ὅπερ εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἀποτελεῖ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως περὶ διορισμοῦ ἐπιτροπῆς, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν στηρίζεται εἰς τὸ Σύνταγμα. Οὐδέ θὰ ὑπάρξῃ ποτὲ ἔλεγχος κοινοβουλευτικός, ὅταν γίνῃ δεκτὴ ἡ γνώμη τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ. Διότι ὁ ἔλεγχος ἐγείρεται ἰδίως καὶ συνήθως, μετὰ τὴν πτῶσιν τῶν Ὑπουργῶν, εἴτε πρόκειται περὶ πολιτικῶν εὐθυνῶν, εἴτε καὶ ποινικῶν τῶν Ὑπουργῶν καὶ μετὰ τὴν διάπραξιν, ἢ τὴν παράλειψιν, διὰ τὰς ὁποίας ἐλέγχονται οἱ Ὑπουργοί. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν, ὅτι, διότι εἷς Ὑπουργὸς παρῃτήθη, ἢ διότι δὲν εἶναι βουλευτής, δὲν ὑπέχει πλέον εὐθύνας, δι’ ὅσα ἔπραξεν ἐπιζήμια διὰ τὸ Κράτος. Οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν βουλευταὶ ἐνόμισαν, ὅτι, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκφέρῃ τὴν ψῆφον αὐτῆς πεφωτισμένως καὶ ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ πῶς ἔχουσι τὰ κατὰ τὴν ὑπόθεσιν, ἐξ ἧς προῆλθε τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ μετὰ τῆς Τραπέζης δανείου. Τίς δὲ καὶ ἐπὶ τίνι λόγῳ δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς Βουλῆς; Τὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ἡ Βουλή, θέλουσα νὰ φωτισθῇ περὶ ψήφου αὐτῆς νομοθετικῆς, στερεῖται τοῦ δικαιώματος τούτου, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ἐκ τῶν πράξεων τῶν ὁποίων προῆλθε τὸ νομοσχέδιον, ἐξέπεσαν τῆς Ἀρχῆς, ἢ δὲν εἶναι ἐδῶ παρόντες; Ἀλλὰ ποῦ τότε εἶναι ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη, καὶ ποῦ εἶναι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος; Ὀρθῶς δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπέμνησε πρὸ μικροῦ, ὅτι ἐν τῷ παρελθόντι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν συνεμορφώθη ποτὲ μὲ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, οὐδ’ ἐνθυμοῦμαι ἐγώ, τοὐλάχιστον, νὰ ὑπεστηρίχθῃ αὕτη ποτὲ ἐντεῦθεν. Καὶ ἔχομεν τὸ πρόσφατον παράδειγμα, παραιτηθέντος Ὑπουργοῦ, νὰ γίνῃ ἔλεγχος τῶν πράξεων αὐτοῦ ἐν τῇ Κυβερνήσει, καὶ νὰ διορισθῇ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας ἀρτίως διωρίσαμεν τὰ μέλη. Ἀλλὰ, λέγει, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, προχωρῶν εἰς τὰ ἐπιχειρήματά του κατὰ τῆς ὑπὸ συζήτησιν προτάσεως, δὲν εἶναι γενναῖον νὰ διορίσωμεν ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, ἀφορῶσαν εἰς ἀπόντας, ἢ εἰς Ὑπουργοὺς μὴ μετέχοντας τοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρέλθῃ ἀδιαμαρτύρητον. Διότι εἶναι μία γνώμη, τὸ πρῶτον ἀκουομένη ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς, γνώμη δὲ ὀλεθρία διὰ τὰ δικαιώματα αὐτῆς· ὀλεθρία, ἰδίως διὰ τὸ ὑπέρτατον δικαίωμά της, τὸ ὁποῖον ἔχει, τοῦ ἐλέγχου ἐκ τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης, τοῦ θεμελίου τούτου τοῦ συνταγματικοῦ καὶ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος.
§398Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ ἤρκει τότε νὰ παραιτῆται εἷς Ὑπουργός, ἢ νὰ μὴ ἐκτίθεται εἰς τὰς ἐκλογάς, διὰ νὰ ἀπαλλάσσηται τῆς εὐθύνης.
§399Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Ὑπουργοὶ ἐκ τῶν πράξεων τῶν ὁποίων προῆλθε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ διὰ τὰς πράξεις τῶν ὁποίων θέλει νὰ φωτισθῇ ἡ Βουλή, εἴτε εἶναι ἐδῶ παρόντες, εἴτε εἶναι ἀπόντες, δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεάζουν παντάπασιν τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Διότι τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ φωτισθῇ, ἢ νὰ ἐλέγξῃ, εἶναι ἐκ τοῦ Συντάγματος ἀπεριόριστον, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ματαιώσῃ αὐτὸ ἑκουσίως ἢ ἀκουσίως· πολὺ δὲ περισσότερον ὁ ἐλεγχόμενος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν «δὲν δύνασαι νὰ μοῦ ζητήσῃς λόγον τῶν πράξεών μου, διότι ἐγὼ παρῃτήθην ἀπὸ τῆς Ἀρχῆς». Ἤδη δὲ κατὰ μείζονα λόγον δὲν εἶναι βάσιμα τὰ λεχθέντα, ὅτι τοὐτέστι θὰ στερεῖται ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως γενναιοφροσύνης, ἢ ὅτι θὰ ἐξηγηθῇ ὡς πολιτικὴ καταδίωξις, ἢ ὅτι θὰ εἶναι μεροληπτικὴ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, μὴ συμμετέχοντος ἐν αὐτῇ τοῦ κόμματος περὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων τοῦ ὁποίου ἤδη πρόκειται, δὲν δύνανται νὰ λεχθῶσι ταῦτα, διότι οἱ ἐλεγχόμενοι, οὐχὶ τυχαίως, ἀλλὰ σκοπίμως καὶ ἑκουσίως εἶναι ἀπόντες ἀπὸ τῆς αἰθούσης ταύτης. Καὶ θὰ εἶναι ἐπικινδυνωδέστατον νὰ δεχθῇ τις, ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι Ὑπουργοί, εὑρισκόμενοι ἐν τῇ Ἀρχῇ, νὰ δύνανται νὰ ἔρχωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, συνιστῶντες εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ζητοῦντες τὴν ψῆφον αὐτῆς, ἐπὶ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ κυβερνητικοῦ μέτρου, νὰ βροντοφωνῶσιν, ὅτι ἀναλαμβάνουσι τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων πράξεων, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ἡ στιγμὴ τῆς ἀποδόσεως τῶν εὐθυνῶν, εἴτε ἀτομικῶς, εἴτε ὡς κόμμα ἐκπεσὸν τῆς Ἀρχῆς, νὰ ἀποσύρωνται ἐκ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς εἰς τὰ παρασκήνια, καὶ ἄφοβοι ἀνενόχλητοι, νὰ χλευάζουν τὸ ἐλεγκτικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς, νὰ περιφρονοῦν τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην, καὶ νὰ καθιστῶσι τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς νὰ τοὺς ἐλέγξῃ καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ τοὺς καταδιώξῃ μπαμπούλαν, τὸν ὁποῖον δὲν φοβοῦνται μόνον τὰ μικρὰ παιδιά, ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία! Ἡ ἀπουσία ὅμως ἑνὸς κόμματος ἐκ τῆς Βουλῆς δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ποτὲ ὡς μειοῦσα τὴν ἐκ τοῦ Συντάγματος ἐξουσίαν αὐτῆς, καὶ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων αὐτῆς. Διότι ἡ Βουλὴ εἶναι ἕν ὅλον ἀδιαίρετον· εἶναι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, λειτουργοῦσα μὲν διὰ τῶν κομμάτων, ἀλλὰ μὴ ἐπηρεαζομένη παντάπασιν ἀπὸ τῆς ἀπουσίας ἑνὸς ἢ πλειόνων ἐξ αὐτῶν. Ἡ ἀποχὴ ἑνὸς κόμματος εἶναι πολιτικὴ ἐνέργεια, ὑποκειμένη μόνον εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ λαοῦ, καὶ δὲν ἐπηρεάζει οὐδὲ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς, οὐδὲ τὸ κῦρος καὶ τὴν δύναμιν αὐτῆς. Καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἔχει βάσιν, καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὸν, οὐδὲ νὰ μείνῃ ἀναντίλεκτον τὸ ἐπιχείρημα, περὶ ἐλλείψεως παρὰ τῇ Βουλῇ γενναιοφροσύνης, καὶ περὶ ἐλλείψεως φιλοτιμίας τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἀποδεχομένης αὐτὴν τὴν ἔλλειψιν τῆς γενναιοφροσύνης...
§400Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Αὐτὰ εἶναι ἀστεῖα.
§401Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι περισσότερον ἢ ἀστεῖα καὶ τοιαῦται αἰσθηματολογίαι, διὰ τὴν κρίσιν οἱουδήποτε κόμματος. Διότι ὑπεράνω ὅλων τῶν κομμάτων καὶ τῶν κομματικῶν συμφερόντων εἶναι ἡ ὑποχρέωσις τῆς Βουλῆς, νὰ διατηρήσῃ καὶ ν’ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς, καὶ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν της, μὴ ἐπηρεαζομένη ἀπὸ τὴν ἀπουσίαν τούτου ἢ ἐκείνου τῶν ἐν τῇ Βουλῇ κομμάτων. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν δύναμαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἔχω πρόχειρον τὴν ἐπίκλησιν γνωμῶν κύρους ἀναμφισβητήτου διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀπεδείκνυον εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, περὶ τῆς συστάσεως καὶ τοῦ σκοποῦ τῶν ἐξεταστικῶν ἐπιτροπῶν, εἶναι ἐντελῶς ἀνακριβῆ. Αἱ ἐξεταστικαὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπαὶ καθ’ ὅλους τοὺς κοινοβουλευτικοὺς συγγραφεῖς, διορίζονται διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή, εἴτε διὰ νομοθετικὴν ψῆφον, εἴτε ἀνακριτικῶς, εἴτε προπαρασκευαστικῶς περὶ νομοσχεδίων, εἴτε καὶ πρὸς πολιτικὸν ἔλεγχον. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν ἐξ Ἀρκαδίας, ἀγορεύοντα, ὅτι συμμερίζομαι τὴν γνώμην τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς, διότι ἀπέβλεψα καὶ ἀποβλέπω οὐ μόνον εἰς τὸν ἀναγκαῖον καὶ ἀπαραίτητον φωτισμόν, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ γίνῃ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ περὶ δανείου ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ἀλλὰ καὶ διότι προκύπτει ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης, καὶ μεθ’ ὅσα κατήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κυκλάδων Βουλευτής, πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, προκύπτει, λέγω, ὁ ἔλεγχος, καὶ ἡ ὑπουργικὴ εὐθύνη· κατ’ ἀκολουθίαν εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλή, ὡς εἰς πᾶσαν περίστασιν, καθ’ ἣν προκύπτει ὑπουργικὴ εὐθύνη, νὰ μὴ ἀφήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτῆς τοῦ ἐλέγχου ἀνενέργητον. Δὲν θὰ εἶναι ἀξία αὐτῆς ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, ὅταν, συζητουμένου νομοσχεδίου, διὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὁποίου ἔχει ἀνάγκην νὰ φωτισθῇ, δι’ ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, καὶ ἐγειρομένου συγχρόνως ζητήματος ὑπουργικῆς εὐθύνης, νὰ λέγῃ ἡ Βουλή: «Τὰ παραμερίζω αὐτά, καὶ προχωρῶ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἀνεξετάστως». Τοῦτο θὰ εἶναι εἰλικρινῶς ἀνάξιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας καὶ παράλειψις ἐπιβαλλομένης ἀσκήσεως τῶν δικαιωμάτων της. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπεδείκνυον προσέτι ἀνενδοιάστως, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ προσαγάγω καὶ ἐπικαλεσθῶ συγγραφεῖς περὶ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, εἶναι, ὅτι, αἱ θεωρίαι τοῦ ἐξ Ἀρκαδίας κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὅλως ἀστήρικτοι, ὅτι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ τὸ δικαίωμα αὐτῆς ἐν προκειμένῳ δὲν ἔχουν οὐδὲν κώλυμα, οὐδὲν ἀπαράδεκτον. Καὶ εἶναι ἡ Βουλὴ κυρία, ὁσάκις θέλει νὰ φωτισθῇ, νὰ προβαίνῃ εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς. Ἐὰν δὲ ἐκ τῆς ἐρεύνης ἐκείνης προκύψῃ ἀναγκαῖος ὁ ἔλεγχος, προκύψῃ ἡ ζήτησις εὐθύνης, ἔχει καθῆκον ἡ Βουλή, λαμβάνουσα γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως τῆς Ἐπιτροπῆς, νὰ προβῇ εἰς τὰ περαιτέρω. Οὐδείς, λοιπόν, λόγος, κ. Βουλευταί, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν περὶ τῆς προτάσεως ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν διατήρησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς· καὶ νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλή δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ εἴπῃ καὶ θὰ εἴπῃ «γεννηθήτω φῶς!». (Χειροκροτήματα).
§402Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Φρονῶ καὶ ἐγώ, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, εἶναι ὁλοφάνερος, καὶ εἶναι ἐπιβεβλημένη ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἀπόψε καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ὡρμήθημεν εἰς τὴν μέχρι τοῦδε γενομένην συζήτησιν, ἄγομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἓν ρητόν, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι αἱ δεύτεραι γνῶμαι εἶναι σοφώτεραι, δὲν εἶναι πάντοτε ἀληθές, καὶ ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἦτο σοφωτέρα ἡ πρώτη γνώμη, ἡ ἀντίληψις, δηλ., τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Βουλή, ὅταν εὑρέθη κατὰ πρώτην φορὰν ἐνώπιον τῆς προτάσεως αὐτῆς, ἀπεφάνθη, ὅτι ἡ περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς συζήτησις θὰ εἶναι συναφὴς πρὸς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος ἤδη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Καὶ λέγω, ὅτι δὲν δύναται παρὰ νὰ εἶναι συναφής, διότι ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ τί θὰ κρίνῃ, παρακαλῶ; Θὰ μελετήσῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον, ὁ δὲ σχετικὸς φάκελλος παρεπέμφθη ἤδη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατ’ οὐσίαν, λοιπόν, ἔχετε ἤδη, τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴν ἐσχηματισμένην, μόνον τῆς λείπει ὁ τύπος. Ἐὰν θέλετε, δύνατε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τὸ ὄνομα ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή. Ἐὰν δὲν σᾶς ἀρέσῃ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπή, καὶ νομίζετε ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ δέκα ὀκτώ, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε ἀριθμητικῶς, εἴτε ποιοτικῶς, εἶναι ἀνεπαρκῆ, δύνασθε νὰ τὴν αὐξήσητε καὶ νὰ τὴν ἐνισχύσητε. Ἀλλά, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ σύστασις νέας ἐπιτροπῆς, ἐφόσον ἔχετε ἑτέραν, διότι ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἵνα φθάσῃ εἰς τὴν διατύπωσιν μιᾶς προτάσεως, ὑπὲρ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἢ κατά, κατ’ ἀνάγκην θὰ μελετήσῃ ὅλον τὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν εἰς τὴν διάθεσίν της, καὶ ὅταν μελετήσῃ αὐτὸν τὸν φάκελλον, δὲν θὰ γίνῃ ἄλλο τι, παρὰ θὰ γίνῃ ἡ ἰδία ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι, ἐφόσον δὲν πρόκειται νὰ φθάσωμεν εἰς ἐκείνας τὰς θεωρίας καὶ δὲν παρακολουθοῦμεν τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξαν διακεκριμένοι συνάδελφοι, παρὰ φθάνομεν εἰς τὸ πρακτικὸν μέρος τῆς συζητήσεως αὐτῆς, λέγω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον δὲν φθάνομεν εἰς τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινον ἄλλοι, νὰ γίνῃ ἀνακριτικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, καὶ ἔχομεν τὴν μόνιμον ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατ’ ἀνάγκην ἐκ τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, θὰ μελετήσῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον, νὰ περιορισθῶμεν εἰς αὐτήν, καὶ ἂν θέλετε, νὰ τῆς δώσωμεν καὶ εὐρύτερα δικαιώματα, ἢ νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄλλα πρόσωπα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ἐπέκτασιν τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων, κατ’ ἀνάγκην θὰ φθάσωμεν ὄχι μόνον μέχρι τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀπεκαλύφθη ἡ ζημία, ἀλλὰ καὶ μέχρι τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἐπιτροπή, λοιπόν, τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἐφόσον δὲν ἱδρύεται ἄλλη ἐπιτροπὴ μὲ ὡρισμένην ἐντολήν, θὰ ἀρχίσῃ ἀναδρομικῶς νὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ ἑπομένως θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ ἀπὸ ἄλλον Ὑπουργόν, καὶ κατ’ ἀνάγκην ἀναδρομικῶς εἰς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ὑπεγράφη ἡ παράβασις ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργόν, καὶ εἰς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐδόθη ἡ παραγγελία, ἐξ ἧς προκύπτει ἡ παρανομία καὶ εἰς τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ὑπεγράφη ὁ νόμος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ζητεῖ ἡ Τράπεζα νὰ πληρωθῇ. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι θὰ εἶναι ματαιοπονία καὶ διὰ τὴν Βουλήν, καὶ διὰ τὴν μέλλουσαν νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴν ἐπιτροπήν, νὰ ἐξετάσῃ ὡρισμένως τὸ ζήτημα τῆς παραγγελίας τῶν ἀλεύρων κατὰ Ἰανουάριον, διότι αὐτὸ τὸ ζήτημα ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ Προϋπολογισμοῦ θὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ἐὰν, λοιπόν, ἀρκεσθῶμεν εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νομίζω, ὅτι διευκολύνεται παρὰ πολὺ ἡ κατάστασις.
§403Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρακαλῶ, νὰ διασαφηνισθῇ: ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα μέχρι τῆς 31ης Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους ἐκείνου, ἢ θὰ προχωρήσῃ καὶ μέχρι πέρατος τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς;
§404Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐπιτροπὴ ἀποβλέπει εἰς τὴν ἔρευναν ὁλοκλήρου τῆς προμηθείας.
§405ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: (ἀναγινώσκει) «Προτείνεται, ὅπως...κλπ.». (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις)
§406ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Πρὶν ἢ καταρτισθῶσι τὰ ψηφοδέλτια τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ Βουλὴ ἂς προβῇ εἰς τὰ ἄλλα ἔργα της.
§407ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Λοιπόν, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§408Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλεται.
§409ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «Περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς διὰ τὴν προμήθειαν καὶ διανομὴν τροφίμων καὶ ἄλλων εἰδῶν καταναλώσεως». (Θόρυβος).
§410Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, δὲν εἶναι Βουλὴ αὐτή. Νὰ γίνῃ ἡσυχία, νὰ ἀκούσωμεν τὶ ψηφίζεται.
§411Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἤλθετε εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τὴν Νομοθετικὴν μέχρις ὅτου παρασκευασθῶσι τὰ ψηφοδέλτια. Παρακαλῶ, λοιπόν, νὰ προταχθῇ παντὸς ἄλλου ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ χθὲς ψηφισθέντος νομοσχεδίου. Ὑποβάλλω δὲ καὶ μίαν παράκλησιν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀκόμη, νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ Πρακτικὰ καὶ ἀπόψε, διὰ νὰ γίνῃ δυνατὴ ἡ ὑποβολὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ διὰ τὴν Δευτέραν.
§412ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Δεκεμβρίου 1915 νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ μεταθέσεως τῆς ἕδρας παντὸς Στρατοδικείου ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου».
§414Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλεται, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1915 νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν».
§416Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐπίσης, κ. Πρόεδρε.
§417ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ αὐξήσεως ἀριθμοῦ εἰσακτέων εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Σχολεῖον Εὐελπίδων καὶ κατατακτέων εἰς τὸν λόχον ὑποψηφίων Εὐελπίδων, ὡς καὶ περὶ καθορισμοῦ διαρκείας σχολικοῦ ἔτους».
§418Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ νὰ γίνῃ, κ. Πρόεδρε.
§419Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Νὰ γίνῃ.
§420Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς.
§421Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι σύμφωνος ὁ Ὑπουργός. Λοιπόν, αὐτὸ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5, κ. Πρόεδρε, νὰ γίνῃ. Ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἐδήλωσεν, ὅτι τὸ δέχεται.
§422Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλήν, ἄν δέχεται.
§423ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀναβολήν;
§424Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὄχι τὴν ἀναβολήν. Τὸ ψηφίζει.
§425ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον;
§426Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, μοὶ ἀνεκοινώθη, ὅτι ὑπάρχει τροπολογία καὶ προσθήκη. Περὶ τούτου δὲν μοὶ εἶπε τίποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς Ὥστε ἀναγκαίως θὰ ἀναβληθῇ. Ἐὰν οἱ κύριοι, οἱ ὑποβαλόντες τὴν τροπολογίαν, ἐπιμένωσιν εἰς αὐτήν, θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργός.
§427ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν τέσσαρες τροποποιήσεις.
§428Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν ἐπιμένωσιν, ἀναβάλλεται.
§429ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ χορηγίας εἰς ἰδιώτας ὑλικῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23ης Δεκεμβρίου 1915 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τῶν ὅρων τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ ἄλλο νομικὸν πρόσωπον τῆς προμηθείας καὶ πωλήσεως θείου ἢ θεϊκοῦ χαλκοῦ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους».
§430Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλεται, διότι ἔχει κάποιαν προσθήκην.
§431ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ΧΜΠʹ νόμου τοῦ 1877 καὶ τῶν σχετικῶν αὐτῷ μεταγενεστέρων νόμων».
§432Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἔχει μίαν τροπολογίαν αὐτό.
§433ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκει).
§434ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῇ, ὅτι καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων Νομῶν δύναται νὰ χορηγηθῇ προθεσμία πρὸς ἀναβολὴν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων. Παρακαλῶ, νὰ προστεθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις.
§435Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὴν ἔχετε γεγραμμένην;
§436ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα. Εἶναι ἐκεῖ.
§437ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτή. Δεκτή.
§438Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Γίνεται τροπολογία, εἰς τὴν ὁποίαν προστίθεται, ἐκτὸς τοῦ Νομοῦ Θεσσαλονίκης καὶ οἱ ἄλλοι Νομοὶ τοῦ Κράτους, ἀσχέτως πρὸς τὸ ἐκεῖ ὅπου εἶναι ὁ Εἰρηνοδίκης.
§439ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Καὶ οἱ ἄλλοι ἐν γένει. Ὅλοι οἱ Νομοί.
§440Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅλοι οἱ Νομοὶ τοῦ Κράτους.
§441Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅλοι οἱ Νομοὶ Μακεδονίας. Ὅπως ἔχει ἡ τροπολογία. Βάλετε καὶ τοὺς ἄλλους Νομούς. Ἄλλη τροπολογία εἶναι...
§442Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Εἰς τοὺς ἄλλους Νομοὺς τοῦ Κράτους τί θὰ γίνῃ, ὅπου δὲν εἶναι Εἰρηνοδίκης;
§443Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Περιμένετε, παρακαλῶ. Τέλος πάντων, θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Βουλευτάς, νὰ ἔχωσιν ὀλίγην ὑπομονήν! Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἀνακοινῶμεν ταὐτοχρόνως ὅλα τὰ πράγματα! Περιμένετε νὰ σᾶς ἀνακοινώσωμεν καὶ τότε νὰ προκαλῆτε. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐργασία ἄλλως. Λοιπόν, ἄλλη τροπολογία εἶναι: Θὰ μνημονευθῶσι τὰ ἄρθρα 23, 24 καὶ 25. Εἶναι διατετυπωμένον ἐδῶ εἰς τὴν τροπολογίαν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ὥστε, εἰς τὸ Θεσσαλονίκης, εἴπομεν, ὅτι θὰ προστεθῶσι: «Δράμας καὶ λοιπά» καὶ οἱ ἄλλοι Νομοὶ τῆς Μακεδονίας.
§444ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Δέχεται τὸ ἄρθρον 1ον, ὡς ἐτροπολογήθη;
§445ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§446ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2ον. (Γίνεται δεκτόν).
§447Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Γίνεται καὶ ἡ προσθήκη, ὅτι δύνανται νὰ ἐπεκταθῶσιν αἱ προθεσμίαι καὶ εἰς τοὺς ἄλλους Νομοὺς διὰ Β. Διατάγματος. Εἶναι διατετυπωμένον ἐδῶ.
§448Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ὅπου δὲν ὑπάρχει Εἰρηνοδίκης, θὰ προκληθῇ Β. Διάταγμα;
§449Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι.
§450Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Οὕτως εἴπετε. Διὰ Β. Διατάγματος.
§451Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Διὰ Β. Διατάγματος εἶπον, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη καὶ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει Εἰρηνοδίκης.
§452ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3ον, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§453ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἀναβληθείσης τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ συνόλου.
§454Γ. ΠΩΠ. Μετὰ τῆς τροπολογίας.
§455ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τῆς τροπολογίας. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων καὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ ὁρισμοῦ ἐκλογικῶν τμημάτων κλπ.». Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§456ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν.
§457ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ ἐκπτώσεως μέρους ἐκ τοῦ ἐνοικίου δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ ἔτους 1915».
§458Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλεται.
§459ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ προσωρινῆς πληρώσεως κενῶν θέσεων ἐν τοῖς Δημοτικοῖς σχολείοις κλπ.».
§460Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλεται.
§461ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ προκαταρκτικῶν καὶ συμπληρωματικῶν μαθημάτων τῶν Δημοτικῶν Σχολείων».
§462Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀναβάλλεται.
§463ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ διασώσεως τῆς Ὀλυμπίας».
§464Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλεται.
§465ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ προσωρινῆς αὐξήσεως τοῦ ποσοῦ τῶν διὰ λογαριασμὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος κυκλοφορούντων πενταδράχμων καὶ δεκαδράχμων τραπεζικῶν γραμματίων».
§466Γ. ΠΩΠ. Τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ, κ. Πρόεδρε.
§467Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀναβάλλεται.
§468Γ. ΠΩΠ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§469ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρακαλῶ, ὅπως οἱ κ. κ. Βουλευταὶ καθήσωσιν εἰς τὰς θέσεις των καὶ οἱ μὴ Βουλευταί, νὰ ἐξέλθωσιν.
§470ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω τὴν παράκλησίν μου, νὰ καθήσωσιν οἱ κ. κ. Βουλευταί.
§471Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν, ἀπόντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τυγχάνει νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος συνυπέβαλε τὸ νομοσχέδιον....
§472Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Ἁρμόδιος εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§473Γ. ΠΩΠ. Δὲν θέλετε νὰ ἀναβάλωμεν τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν;
§474Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ν’ ἀναβληθῇ.
§475Γ. ΠΩΠ. Μάλιστα.
§476ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ΔΝΖʹ, ΔΡΖʹ καὶ 293 καὶ 641 «περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις».
§477Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε. Ὑπάρχει τροπολογία.
§478Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλεται. Αὐτὸ ἔχει συζήτησιν.
§479ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν ἐχορηγήθησαν ἔκτακτοι καὶ ἀναπληρωματικαὶ πιστώσεις ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων Ἐσωτερικῶν καὶ Ναυτικῶν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1915»,
§480Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλεται.
§481ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12ης Δεκεμβρίου 1915 περὶ κατασκευῆς οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν καὶ ζακχαρωδῶν οὐσιῶν»,
§482Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐπίσης, ἀναβάλλεται.
§483ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§484Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἀναβάλλονται ὅσα εἶνε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§485ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12ης Δεκεμβρίου 1915 Β. Διατάγματος περὶ παρατάσεως τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου 668 τοῦ 1915 χορηγηθείσης προθεσμίας πρὸς καταβολὴν τῶν χρεῶν τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1912, 1913 καὶ 1914 ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας».
§486ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§487ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ συζήτησιν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νοοσχεδίου: «Περὶ χορηγήσεως προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν ἢ προεξόφλησιν παλαιῶν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον».
§488ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§489ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται εἰς αʹ συζήτησιν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ χορηγίας εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Ταμεῖον 65.000 δραχ. (ἀναβάλλεται). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ καλλιεργείας ἁλυκῶν».
§490ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δεκτόν.
§491ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχήν.
§492ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ ἀδειῶν ἐκμεταλλεύσεως ἐπὶ ἐγγυήσει». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§493ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ τῆς διὰ δημοπρασίας ἐκμισθώσεως τῶν δημοσίων κτημάτων».
§494Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§495ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτεῖται.
§496Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§497ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)
§498ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24ης Δεκεμβρίου 1915 Β. Διατάγματος περὶ συμπληρώσεως τοῦ 480 νόμου κλπ.». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§499ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ ἀνεγέρσεως κτιρίου ἐπὶ τοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀνήκοντος γηπέδου ἐν Πετρουπόλει». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§500Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἔχει ἄλλο.
§501Γ. ΠΩΠ. Τὸ περὶ αἰσχροκερδείας εἶναι εἰς πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§502Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἐψηφίσθη.
§503Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγένετο χθές.
§504ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἐπὶ πέντε λεπτὰ ἡ συνεδρίασις, διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτὰ τὴν 12ην καὶ ½ μετὰ μεσονύκτιον).
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 12 καὶ 40′) ΠΡΟΕΔΡΟΣ ὁ κ. Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗΣ
§505ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Ἐνεργεῖται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν, ὡς ψηφολεκτῶν, τῶν Βουλευτῶν κ. κ. Γ. Τσίμα καὶ Θ. Σάκκη). Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 150 καὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἑπομένως, ἐξελέγησαν μέλη τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς οἱ κάτωθι κ. Βουλευταί: Μ. Γούδας. Γ. Ἀλεξανδρόπουλος. Ν. Καλογερόπουλος. Α. Κανάρης. Ε. Δεληγιάννης. Σ. Στάης. Ν. Γάτσος. Γρ. Εὐστρατιάδης. Γ. Πὼπ. Π. Ἀγγελόπουλος. Σ. Σακελλαριάδης. Ἀναγινώσκονται τὰ Πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται).
§506ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις;
§507ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§508ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικά. Τὴν Δευτέραν, κ. Βουλευταί, ἡ συνεδρίασις θὰ γίνῃ τὸ πρωΐ εἰς τὰς 10, ἀλλὰ, παρακαλῶ, νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, οὐδ’ ἐπερωτήσεων, ἂν καὶ εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, καθόσον τὸ Τυπογραφεῖον αὔριον εἶναι κλειστόν. Μέχρι τῆς 10ης τῆς Δευτέρας εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐκτυπωθοῦν καὶ διανεμηθοῦν αἱ ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις. Ἑπομένως, ἡ συνεδρίασις θὰ ἀφορᾷ μόνον τὴν Νομοθετικὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν Δευτέραν εἰς τὰς 10 π. μ. Ὥρα 1.10′.