1916.02.11
2.794 στίχοι · 21.001 λέξεις · 284 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΕʹ.
ΤΗΣ 11 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1916
Προεδρία ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρᾳ 5.45′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις; Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς ἔγγραφα: Ὑπάρχει πρότασις, ὅπως διορισθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ πρὸς ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος τῆς προμηθείας τῶν ἀλεύρων, τῆς ἐνεργηθείσης ὑπὸ τῶν κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1915 διατελεσάντων Ὑπουργῶν. Ἡ πρότασις αὕτη ἀνεκοινώθη χθὲς τὸ ἑσπέρας εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι συναφὴς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ συνάψεως δανείου 1.650.000 τοῦ Κράτους μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἡ πρότασις αὕτη θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν, τὴν διακοπεῖσαν, τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐκ μέρους τοῦ Ἰταλοῦ Βουλευτοῦ Ρ. Γκάλλι ἐλήφθη τὸ κάτωθι τηλεγράφημα: «Ἐπιτραπείτω μοι νὰ σᾶς εὐχαριστήσω διὰ τὴν διαμαρτυρίαν σας’ ὁ Βουλευτὴς Κερκύρας ἠδύνατο νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι οἱ πρόγονοί του ὤφειλον εἰς τὴν Βενετίαν τὴν ἐπὶ αἰῶνα ἐλευθερίαν. Ἡ ἔνδοξος Κρήτη καὶ ἡ μεγαλυνθεῖσα Ἑλλὰς θὰ εὕρωσι παρὰ τῇ Ἰταλίᾳ, τῷ Βασιλεῖ καὶ τῇ Κυβερνήσει ἀκαλυώτους φίλους.
Μετὰ βαθυτάτου Σεβασμοῦ
ΡΟΒΕΡΤΟΣ ΓΚΑΛΛΙ.
Εἰς τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ἐστάλη ἡ ἑξῆς ἀπάντησις: Βουλευτὴν Ροβέρτον Γκάλλι Ρώμην Ἦτο καθῆκόν μου στοιχειῶδες νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τῆς ἐξεγερθείσης συνειδήσεώς του πρὸ τῆς νέας παραβιάσεως τοῦ ἐδάφους τῆς ἰδιαιτέρας του Πατρίδος. Συγκεκινημένος ἐκ τῆς διαβεβαιώσεώς σας, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ βασίζηται ἐπὶ τῆς φιλίας τῆς Α. Μεγαλειότητος, τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Μεγάλου Ἰταλικοῦ Ἔθνους, ἐκφράζω τὴν εἰλικρινῆ ἐπιθυμίαν νὰ ἴδω διατηρουμένας τὰς ἀγαθὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν δύο Κρατῶν καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ πιστεύσητε τὰ καλίτερα ἀτομικά μου αἰσθήματα. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ν. ΓΙΑΝΝΟΥΛΑΤΟΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ Νόμου 402 «περὶ προσωπικοῦ τῶν Σχολείων τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τῶν Νέων Χωρῶν κλπ.». Ὁ Βουλευτὴς κ. Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ ὑποβάλλει τροποποίησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς πληρώσεως τῶν θέσεων ἐν τοῖς Δημοτικοῖς Σχολείοις κλπ.». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, Α. ΜΠΑ-
ΣΙΑΣ, Γ. ΤΣΙΜΑΣ, Ι. ΛΟΓΓΟΣ, Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ, Α. ΚΑ-
ΝΑΡΗΣ, Ν. ΡΑΥΤΟΠΟΥΛΟΣ, Π. ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ, Γ.
ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΙΟΥ κλπ. ὑποβάλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ δεκελάβων». Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΜΠΑΣΙΑΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ΓΧΟΘʹ ὡς ἐτροποποιήθη τοῦτο διὰ τοῦ ἄρθρου 31 καὶ γʹ τοῦ Νόμου 505 καὶ τῶν ἄρθρων 416 τοῦ Νόμου 604» Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. ΜΑΤΕΣΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς διὰ τὴν προμήθειαν τροφίμων κλπ.». Ἡ ἁρμοδία Κοινοβ. Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου: «Περὶ πλεονεξίας καὶ αἰσχροκερδείας». Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν Λαρίσης, αἰτουμένου τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν περαιτέρω ποινικὴν δίωξιν τῶν βουλευτῶν Τρικκάλων κ. κ. Θ. Θεοδοσοπούλου καὶ Π. Μπασδέκη. Ἡ αἴτησις αὕτη παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§3Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶμαι ἐγγεγραμμένος μετ’ ἄλλων συναδέλφων, διὰ νὰ ὁιλήσω ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν συγγραφέων τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν, ἡ τάξις μου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει δὲν μεταβάλλεται Ἡ ἀναφορὰ εἶναι ὑπ’ ἀριθμὸν 24. Χθὲς ἐξέπεσον τρεῖς, ἐξαντληθεῖσαι· Ἔγινεν ὑπ’ ἀριθ. 23, διότι παρεισέφρησαν ὁ κ. Γάγαρης καὶ κἄποιος ἄλλος καὶ ὁ κ. Σοκόλης μετὰ οὐλαμοῦ ἀξιοτίμων συναδέλφων. Καὶ προκειμένου μὲν περὶ τοῦ κ. Σοκόλη, ὑπάρχει ἀπόφασις περὶ προτάξεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ πρόταξις ἐρωτήσεως οὐδαμοῦ κατὰ τὸν Κανονισμὸν ἐπιτρέπεται. Προκειμένου περὶ ἐπερωτήσεως, δύνανται νὰ ζητήσωσι δέκα βουλευταί, διὰ νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ τὶ θὰ γίνῃ. Προκειμένου περὶ ἐρωτήσεως ὅμως, μόνον οἱ Ὑπουργοὶ δύνανται νὰ ζητήσωσι τὴν πρόταξιν. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῇ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν συνεδρίασιν νὰ λάβητε τὴν καλωσύνην νὰ μοῦ τὸ ὑπομνήσητε, διὰ νὰ φροντίσω νὰ διορθωθῇ. Ὑπάρχει πρότασις, ὑπογεγραμμένη παρὰ πολλῶν βουλευτῶν, ὅπως ἡ ὑπ’ ἀριθ. 97 ἐρώτησις τῶν βουλευτῶν κ. κ. Γούδα, Καραμαλίκη, πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης, ὡς ἔχουσα κατεπείγοντα χαρακτῆρα.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν υἱοθετῇ τὴν πρότασιν, νὰ τὴν ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν, ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ, διότι εἶναι ἀντικανονική.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πετροπουλάκης.
§9Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τηλεγραφήματα ἀπεστάλησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ λαοῦ Οἰτύλου, ἀφορῶντα τὴν ἀποστολὴν σίτου. Εὐχαριστῶ τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐμερίμνησε περὶ προμηθείας σίτου εἰς τὸν Νομὸν Λακωνίας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ εὐχαριστήσω αὐτήν, διότι δὲν ἐμερίμνησε καὶ περὶ τῆς ταχείας ἀποστολῆς αὐτοῦ. Παρακαλῶ, λοιπόν, ταχέως νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἀποστολῆς. Ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶναι ἐδῶ, ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία παρακαλεῖται νὰ διατάξῃ τὴν ταχεῖαν ἀποστολὴν σίτου εἰς τὸν Νομὸν Λακωνίας, διότι λαμβάνομεν ἐκεῖθεν ἀλλεπάλληλα τηλεγραφήματα.
§10Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἡ αἴτησις εἶναι συναφής· διὰ νὰ μὴ ἀπασχολούμεθα, κάμνω τὴν δήλωσιν, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς ἐμὲ καὶ εἰς τὸν κ. Ἀναγνωστόπουλον εἶχε τὴν εὐγένειαν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅ τι θὰ ἀποστείλῃ ἄλευρα, πρέπει νὰ στείλῃ τέλος πάντων, διότι δὲν πρέπει νὰ περιοριζώμεθα μόνον εἰς τὴν καλὴν θέλησιν, διότι ὁ λαός δὲν ἔχει ἀνάγκην τῆς καλῆς θελήσεως, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην ἄρτου. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ καλῶς τοῦτο καὶ νὰ μὴ στηριζώμεθα εἰς ὑποσχέσεις.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε τὸν λόγον πρὸς τὸ παρόν, παρακάτω εἶναι σειρά σας.
§12Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Προεξοφλῶ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπέντζος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ πρότασιν νόμου.
§14Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἡ ὑποβολὴ προτάσεων νόμων παρακωλύει τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἐλέχθη χθὲς τὸ ἑσπέρας, τοὐναντίον, νομίζω, ὅτι διευκολύνει τὸ ἔργον τὸ νομοθετικὸν τῆς Κυβερνήσεως. Ὅταν μάλιστα συμβαίνῃ νὰ μὴ γεννᾷ μακρὰς συζητήσεις ἡ ὑποβαλλομένη πρότασις νόμου. Ἐκ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ὁρμώμενος, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πρότασιν νόμου, ἀφορῶσαν τὴν μονιμοποίησιν τῶν κατ’ ἔτος ψηφιζομένων παρὰ τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου Φιλιατρῶν πόρων πρὸς συντήρησιν τοῦ ἐκεῖ Γυμνασίου. Τὸ λειτουργοῦν ἐκεῖ Γυμνάσιον συντηρεῖται δαπάναις τῆς Κοινότητος, ψηφιζομένων κατ’ ἔτος παρὰ τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου εἰδικῶν πόρων. Ἀλλὰ καίτοι ἡ Κοινότης Φιλιατρῶν περὶ πολλοῦ ἔχει τὴν διατήρησιν τοῦ Γυμνασίου καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ γεννηθῇ, ὅτι κατ’ ἔτος θέλουσι ψηφίζεσθαι οἱ φόροι αὐτοί, ἐν τούτοις εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ διδακτικοῦ προσωπικοῦ ὑπάρχει ποιά τις ἀμφιβολία, ἐνδοιασμός τις....
§15Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ αὐτὸ παθαίνομεν καὶ ἡμεῖς.
§16Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Κατὰ συνέπειαν, εἶναι ἀνάγκη, ἐὰν γίνεται καὶ τοῦτο εἰς τὸ Γύθειον, νὰ τὸ κάμητε καὶ σεῖς. Πρέπει διὰ νόμου νὰ βεβαιώσητε καὶ νὰ ἑδραιώσητε εἰς αὐτοὺς τὴν πεποίθησιν, ὅτι οὐδεμία ἀμφιβολία δύναται νὰ γεννηθῇ περὶ τῆς λειτουργίας τοῦ Γυμνασίου, ὥστε μετὰ μεγαλειτέρου ζήλου καὶ προθυμίας νὰ ἐξασκοῦν τὰ καθήκοντά των οἱ ἐν τῷ Γυμνασίῳ διδάσκοντες καθηγηταί.
§17ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλετε πρότασιν νόμου;
§18Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Πρότασιν νόμου, μάλιστα. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἑτέραν πρότασιν νόμου, γενικωτέρου ταύτην χαρακτῆρος, πρότασιν νόμου περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας.
§19Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Νὰ συναντηθῆτε μὲ τοὺς Κρῆτας Βουλευτάς, διότι καὶ ἡμεῖς σκεπτόμεθα περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαῖον.
§20Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Θὰ εἶναι εὐτύχημα.
§21Μ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ τὴν ἔχω ἑτοιμάσῃ, θὰ τὴν καταθέσω διὰ νὰ τὴν υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§22Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς, δὲν γνωρίζω τὶ ἐγένετο εἰς τὴν Κρήτην, ἀλλ’ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του, παρουσίασε πολλὰ κενά, διὰ τὰ ὁποῖα, ἴσως–ἴσως εἶναι ἐπιβεβλημένον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μεταρρυθμίσῃ ῥιζικῶς τὸν νόμον αὐτόν, ἀλλ’ ἡ ῥιζικὴ μεταρρύθμισις εἰς τὰς σημερινὰς περιστάσεις ἔκρινα, ὅτι θὰ εἶναι δυσχερής· ἐὰν ὅμως εἶναι δυσχερὴς ἡ ῥιζικὴ μεταρρύθμισις, εἶναι ἐπίσης δυσχερής, ἐὰν μὴ δυσχερεστέρα ἡ παράλειψις πάσης προνοίας νομοθετικῆς ἐπὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ὁ νόμος αὐτὸς καταστρατηγεῖται εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε δύναμαι ἀσφαλῶς νὰ εἴπω, ὅτι οἱ καταστρατηγοῦντες αὐτόν, μένουν ἀτιμώρητοι ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ὅπου ἰσχύει τοὐλάχιστον ὁ νόμος αὐτός. Ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς ὑποχρεοῖ τὸν δικαστὴν νὰ καθορίζῃ ἀποζημίωσιν ὑπὲρ τοῦ ζημιωθέντος, ἀλλ’ ἐνῷ ἐπιβάλλει εἰς τὸν δικαστὴν τὴν τοιαύτην ὑποχρέωσιν, οὐδὲν ἀναφέρει ὁ νόμος περὶ τοῦ τίνι τρόπῳ θὰ λάβῃ τὴν ἀποζημίωσιν ὁ ζημιούμενος. Καὶ οὕτω διὰ ζημίαν πέντε, δέκα, ἔστω ἑκατὸν δραχμῶν, ἔχει ἀνάγκην νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι καὶ δύσκολα καὶ δαπανηρά. Ὁ νόμος ἐπιβάλλει πρόστιμα καὶ σύλληπτρα, ἀλλά, δυστυχῶς, τὰ πρόστιμα καὶ τὰ σύλληπτρα δὲν δύνανται νὰ πληρωθῶσιν ἀπὸ ὅλα τὰ πρόσωπα διὰ τοῦ ἀναγκαστικοῦ μέσου τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, τοῦ εὐκόλου τούτου μέσου. Τὴν πληρωμὴν τῶν συλλήπτρων καὶ προστίμων ἀποφεύγουν οἱ παρήλικες, ἀποφεύγουν αἱ γυναῖκες, ὡς καὶ οἱ ἀνήλικες, πρὸς καταστρατήγησιν δὲ τοῦ νόμου, ἐννοεῖτε, ὅτι τὸ πνεῦμα τὸ Ἑλληνικόν, εὗρεν, ὡς κτηνοτρόφοι νὰ παρουσιάζωνται γέροντες, παιδιὰ καὶ γυναῖκες καὶ τοιουτοτρόπως, μὴ ὑποκείμενοι οὗτοι εἰς ἀναγκασμὸν πληρωμῆς διὰ προσωπικῆς κρατήσεως, καταστρέφονται τὰ κτήματα, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδεὶς ὁ λογοδοτῶν...
§23Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ γυναῖκες εἶναι ἀσύδοτοι;
§24Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Μάλιστα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, διότι αὐτὴ εἶναι μέσον ἐκτελέσεως εὔκολον. Νὰ παραπέμπωνται εἰς τὸν κλητῆρα καὶ χωροφύλακα διὰ νὰ κατάσχῃ τὰς περιουσίας, εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ γίνῃ...
§25Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
§26Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Μάλιστα.
§27Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, ἀφορᾷ δὲ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους. Καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν περίοδον συνεζητήθη καὶ ἐψηφίσθη νόμος, ὅπως χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον καί, ἐὰν ἐπιτύχῃ ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του, νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα. Νὰ ὁρίσωμεν, λοιπόν, μίαν ἡμέραν νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἶναι συμφέρον γενικόν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν.
§28Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἐπιτρέψατέ μοι, ἐκ τῆς μικρᾶς πείρας μου, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, διὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον εἶναι ἀδύνατον. Νόμος ριζικῶς περὶ ἀγροφυλακῆς εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ. Ἂς μεταρρυθμίσωμεν τουλάχιστον αὐτὰς τὰς ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι θίγουσιν αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ νόμου καὶ ἂς εὐχηθῶμεν εἰς ἄλλην σύνοδον νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον νόμον.
§29Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὁ νόμος αὐτός, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη, ἐθαυματούργησε. Νὰ ἐπεκτείνητε τὰς διατάξεις του καὶ εἰς τὸν Νομόν σας.
§30Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Συνάδελφε, ηὐτύχησα νὰ ἔχω εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα τοιοῦτον, τῇ ἐπινεύσει τοῦ τότε σεβαστοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐξασφάλισις τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἀγροφύλακος. Εἰπέτε μοι, εἰς τὶ συντελεῖ ὁ ἀγροφύλαξ, ὅταν ἔρχεται ἐνώπιόν σας ὁ ζημιώσας καὶ δὲν δύναται νὰ τὸν πιάσῃ κανεὶς νόμος;
§31Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Εἶναι ὑποχρεωμένοι ὅλοι οἱ ποιμένες...
§32Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ἄλλο αὐτό.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναπτύξητε, κ. Βουλευτά, τὴν πρότασιν, ἄνευ διαλογικῶν συζητήσεων.
§34Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Νὰ τὸ μελετήσητε αὐτό.
§35Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ὁ νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς ὁρίζει προθεσμίας, ἐντὸς τῶν ὁποίων πρέπει νὰ διενεργῆται ἡ προδικασία τῆς εἰσαγωγῆς ἐνώπιον τοῦ ἀκροατηρίου, ἀλλ’ ἀπομένει γράμμα κενόν καὶ δὲν ἐκτελεῖται, καὶ ὡς πρόχειρον δικαιολογίαν ἡ καταδιωκτικὴ ἀρχὴ ἔχει τὴν ἀνεπάρκειαν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἀστυνομικῶν γραφείων. Ὡς γνωρίζετε, εἰς τὰ πλεῖστα μέρη, τοὐλάχιστον τῆς Πελοποννήσου, σκιὰ μόνον ἀστυνομίας ὑπάρχει. Πραγματικὴ ἀστυνομία δὲν ὑπάρχει, εἷς ἀστυνόμος εἶναι μὲ ἕνα βαθμοφόρον καὶ πολλάκις λείπει ὁ ἀστυνόμος καὶ μένει ὁ βαθμοφόρος. Λαμβάνω, λοιπόν, τὴν τιμήν, ὅπως παρακαλέσω νὰ τύχῃ ἡ πρότασις τῆς ἐγκρίσεώς σας.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε σχετικῶς αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐπεκαλέσθητε διὰ τὴν Κρήτην;
§37Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἐπεκαλέσθην νόμον ἰσχύοντα ἐν Κρήτῃ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ. Ὁ κ. Π. Ἀντωναρόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος.
§39Π. ΑΝΤΩΝΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος ἀνέπτυξεν ἀρκετὰ σαφῶς τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὴν ἀγροτικὴν ἀσφάλειαν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ πρότασιν νόμου, παρακαλῶν τὴν Βουλὴν νὰ υἱοθετήσῃ αὐτήν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαγουδάκης ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ἀναπτύξῃ καὶ καταθέσῃ ἀναφοράν.
§41Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Θεωρῶ ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι σήμερον κατορθῶ, κατόπιν ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐκ Ρεθύμνης, νὰ φέρω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ μιᾶς ἐρωτήσεώς μου, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον πρὸ δώδεκα ἡμερῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τῆς ὁποίας ἡ σειρὰ δὲν ἦλθεν ἀκόμη, οὐδ’ ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ ἔλθῃ καθ’ ὅλην τὴν παροῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεώς μου αὐτῆς δύναται, μοὶ φαίνεται, νὰ ἀπαντήσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ δὲ πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ, ἐὰν γνωρίζῃ τὶ συμβαίνει.
§42ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Περὶ τίνος πρόκειται;
§43Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως, τὴν ὁποίαν ἐφηρμόσατε πρὸ πολλοῦ διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἐλαίου, τῶν χαρουπίων καὶ τῶν ἄλλων προϊόντων τῆς νήσου Κρήτης.
§44ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Χθὲς ἔδωκα ἄδειαν ἐξαγωγῆς 130.000 στατήρων χαρουπίων, τὰ ὁποῖα ἤδη ταξειδεύουν.
§45Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐλαιόλαδον, δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀπαγορευτικὴ διάταξις, διότι τὸ λάδι εἶναι τόσον πολὺ εἰς τὴν Κρήτην, ὥστε δύναται νὰ γίνεται καὶ ἐξαγωγὴ ἐξ αὐτοῦ πολλῶν χιλιάδων ὀκάδων. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι, ὄχι μόνον ἐξαγωγὴ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ καὶ ἐξαγωγὴ ἐκ τῆς νήσου Κρήτης εἰς τὸ λοιπὸν Ἑλληνικὸν Βασίλειον· αὐτὴν τὴν πληροφορίαν ἔχω.
§46ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ σᾶς πληροφορήσω αὔριον ἀσφαλέστερον.
§47Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ χαροῦπι, κ. Ὑπουργέ, αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ ἀπαγορεύηται νὰ ἐξάγηται.
§48Γ. ΠΩΠ. Ἐπιτρέπετε μίαν ἐρώτησιν; Ἔμεινε παρακαταθήκη χαρουπίων ἐν Κρήτῃ, ἢ συνεκομίσθη ὁλόκληρον ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων;
§49Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Εἰς ὅλα τὰ κέντρα τὰ ἐμπορικὰ ὑπάρχουν παρακαταθῆκαι χαρουπίων, ἀρκετὰ μεγάλαι, ἡ δ’ Ἑταιρεία δὲν ἠγόρασε, παρὰ μόνον ἕν φορτίον.
§50ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Προκειμένου περὶ τῆς ἐξαγωγῆς προϊόντων ὡρισμένων, τὰ ὁποῖα, δυστυχῶς, δὲν εἶναι βέβαιον ἂν θὰ φθάσουν εἰς τοὺς προορισμούς των, λόγῳ τοῦ ὅτι αἱ θάλασσαί μας δὲν εἶναι ἐλεύθεραι, ἀλλ’ ἐν αὐταῖς εὑρισκόμεθα ὑπὸ εἶδός τι ἀστυνομικῆς ἐπιβλέψεως, ὑπάρχουσι τὰ προσκόμματα διὰ τὰ ἐμπορεύματα, ἅτινα εἶναι περιζήτητα πρὸς διατροφήν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχουσι διὰ τὰ ἄλλα. Σᾶς εἶπον, ὅτι χθὲς ἐδόθη ἄδεια μεταφορᾶς χαρουπίων ἐπὶ αἰτήσεως Κρητός, τὴν ὁποίαν μάλιστα ὑπεστήριξέ τις τῶν συναδέλφων, ἦτο δὲ ἤδη δεδομένη ἡ ἄδεια. Πᾶσα εὐκολία δίδεται διὰ τὴν ἐξαγωγήν.
§51Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Τότε διατὶ ἔγινεν ἡ ἀπαγορευτικὴ διάταξις;
§52ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Διὰ λόγους ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς, ὅταν πρόκειται περὶ ἐξαγωγῆς εἰδῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι περιζήτητα διὰ τὴν διατροφήν.
§53Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ ἐμποδίζεται τὸ ἐμπόριον ἐν Κρήτῃ, ἰδίως τοῦ χαρουπίου, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἐὰν δὲ τὸ Κράτος ἔχῃ ἀνάγκην αὐτοῦ, δύναται νὰ τὸ ἐπιτάξῃ, ἀλλὰ νὰ τὸ πληρώσῃ.
§54ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Γίνεται ἐξαγωγή.
§55Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Διὰ νὰ γίνῃ ἐξαγωγή, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αἴτησις πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ νὰ λαμβάνηται εἰδικὴ ἄδεια, πρᾶγμα, δηλαδή, τὸ ὁποῖον δυσκολεύει πολὺ τὸ ἐμπόριον.
§56Δ. ΠΟΛΙΟΥΔΑΚΗΣ. Δι’ οἱονδήποτε προϊὸν ὑπάρχει ἀπαγόρευσις. Ἔχω πληροφορίαν, ὅτι ἐκρατήθησαν τρόφιμα, προοριζόμενα διὰ τὸν Πειραιᾶ, καὶ ἀπηγορεύθη νὰ φύγῃ τὸ πλοῖον καὶ καταστρέφεται τὸ ἐμπόρευμα. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον. Ἄλλως εἰπεῖτε, ὅτι μᾶς ἔχετε εἰς ἀποκλεισμόν.
§57ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ ἐν Κρήτῃ γίνεται ὅ,τι γίνεται καθ’ ὅλον τὸ Βασίλειον. Ὁ ἀποκλεισμός, ὁ ἀσκούμενος μέχρι τοῦ Κορινθιακοῦ κόλπου, γεννᾷ ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα. Προσθέσατε καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἐξαγωγῆς προϊόντων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὸν τόπον, καὶ ἔχετε τὴν αἰτιολογίαν τῆς καταστάσεως.
§58Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Μετὰ τὴν διαλογικὴν αὐτὴν συζήτησιν, ἔρχομαι ἐπὶ τοῦ θέματος.
§59Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ ἐπιτρέπετε διακοπάς, κ. Λαγουδάκη.
§60Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Ἔρχομαι, λοιπόν, ἐπὶ τοῦ θέματος. Ὑποβάλλω μίαν ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ρεθύμνης, ὁ ὁποῖος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀδικαιολόγητον αὐτὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύεται ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐλαίου, ἰδιαιτέρως δὲ συνιστῶ ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§61ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εὐχαριστῶ.
§62Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Ἐπίσης ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν ἀναφοράν, σπουδαιοτάτην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ Στρατεύματος, οἱ ὁποῖοι μένουν ἀκόμη μὲ τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον εἶχον ἐν καιρῷ πολέμου. Πρόκειται, Κύριοι Βουλευταί, περὶ ἑκατοντάδος, ἴσως καὶ ὀλιγωτέρων, ὑπαξιωματικῶν τοῦ Στρατεύματος, οἱ ὁποῖοι ἠγωνίσθησαν εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πυρὸς καὶ ἐτραυματίσθησαν καὶ ἐπολέμησαν γενναίως διὰ τὴν ἔνδοξον Ἱστορίαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐκεῖνοι, καθ’ ἥν ἐποχὴν προήγοντο ἄλλοι συνάδελφοί των, ἄλλοι μὲν ἐξ αὐτῶν ἦσαν εἰς τὰ νοσοκομεῖα, ὡς τραυματίαι, μὲ τοὺς λοχαγούς των καὶ δὲν ἐπροτάθησαν διὰ προβιβασμόν, ἄλλοι μετετέθησαν εἰς ἄλλα σώματα στρατιωτικά, καὶ τὰ τελευταῖα αὐτὰ σώματα δὲν ἐγνώριζον τὴν δρᾶσιν των ἐν τῷ πολέμῳ καὶ ἄλλοι δι’ ἄλλους λόγους δὲν ὑπέβαλον ἐγκαίρως αἴτησιν καὶ πιστοποίησιν τῆς ἐν πολέμῳ δράσεώς των, διὰ νὰ προαχθῶσιν. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι σχεδὸν ὅλοι τελειόφοιτοι τοῦ Γυμνασίου, εἶναι δέ τινες καὶ φοιτηταί, πρέπει νὰ προαχθῶσι, διότι αὐτὸ θὰ εἶναι δι’ αὐτοὺς ἡ ἀμοιβὴ τῆς Πατρίδος.
§63Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑποβάλλεται ἀναφορὰ καὶ συγχρόνως γίνεται καὶ ἀνάπτυξις, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τὸν Κανονισμὸν ἀπαγορεύεται.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλοντες νὰ κρίνητε τὸν Κανονισμόν, παραβιάζετε τὸν Κανονισμόν. Δέν δύνασθε νὰ διακόψητε τὸν ἀγορεύοντα. Δέν ἔχετε τὸν λόγον.
§65Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Λοιπόν, δὲν εἶναι οὐδὲ ὀρθὸν, οὐδὲ δίκαιον, οἱ ὑπαξιωματικοὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμα των ὑπὲρ τῆς μεγαλυνθείσης Ἑλλάδος, νὰ μένωσιν ἀκόμη μὲ τὸν βαθμόν, τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ ἐν καιρῷ πολέμου.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συντομώτερα, κ. Λαγουδάκη.
§67Κ. ΛΑΓΟΥΔΑΚΗΣ. Διὰ τοῦτο, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ὅπως συστήσητε τὴν αἴτησιν αὐτὴν τῶν ἀδίκως παραμενόντων εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν ὑπαξιωματικῶν, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ σχετικὸν νομοσχέδιον περὶ προαγωγῆς αὐτῶν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Βουλευτά, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§69Α. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 53 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι ἔχει ὁ Βουλευτὴς μόνον, προκειμένου περὶ προτάσεως νόμου, τὸ δικαίωμα, ὅταν θέλῃ νὰ τὴν ἀναπτύξῃ συγχρόνως, σὺν τῇ ὑποβολῇ νὰ κάμῃ καὶ τὴν ἀνάπτυξιν.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὸ ἄρθρον 53, ὅπερ ἐπικαλεῖσθε, λέγει αὐτό, ποὺ λέγετε. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 56 λέγει, ὅτι ὁ βουλευτής, ἀφοῦ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἔχει δικαίωμα νὰ καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τὴν ἀναφοράν. Ἦτο ἐγγεγραμμένος ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα, ἀναπτύσσει τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν κατέθεσεν. Ὁ Κανονισμὸς μόνον ὁρίζει, ὅτι ἔχει δικαίωμα πέντε λεπτῶν διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν ἀναφοράν του.
§71Μ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ εἴπω δύο λέξεις σχετικῶς μὲ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου τῆς Ρεθύμνης. Εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο οἱ ἔμποροι τῆς πόλεως λέγουν, ὅτι ὑπάρχουν 3.000.000 ὀκάδες ἐλαίου ἀπωλήτου εἰς τὴν πόλιν, ἐκ τοῦ ὁποίου μόνον 300.000 ὀκάδες χρειάζονται διὰ τὴν ἐπιτόπιον κατανάλωσιν, ζητοῦν δὲ, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ πώλησις καὶ φόρτωσις τοῦ ὑπολοίπου ἐκ τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ. Ἀλλ’ αὐτό, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὸ Ρέθυμνον, συμβαίνει καὶ καθ’ ὅλην τὴν Κρήτην. Ὑπάρχουν περὶ τὰ 15.000.000 ὀκάδες ἐλαίου ἀπωλήτου, ἀξίας 20.000.000 δραχμῶν περίπου. Ἐάν, λοιπόν, ἡ ἀπαγορευτικὴ διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξαχθῇ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον τῆς ποσότητος αὐτῆς, οἱ κάτοικοι δὲν δύνανται νὰ θεραπεύσωσι τὰς μεγαλειτέρας οἰκονομικὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Ἡ μεγαλειτέρα δ’ ἀνάγκη διὰ τὴν Κρήτην, εἶναι ἡ ἀγορὰ τοῦ σίτου. Διότι ἡ Κρήτη, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή, παράγει διὰ τοὺς ἑπτὰ μόνον μῆνας δημητριακά, διά τοὺς 5 δὲ ὑπολοίπους πρέπει νὰ προμηθευθῇ αὐτὰ ἔξωθεν. Καὶ στέλλει, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, περὶ τὰ 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια φράγκα εἰς τὸ ἐξωτερικὸν διὰ τὴν ἀγορὰν τοῦ σίτου καὶ τῶν ἀλεύρων· ἐφέτος μὲ τὰς ὑψωμένας τιμὰς πρέπει νὰ στείλῃ περὶ τὰ 10.000.000. Ἑπομένως, ἐὰν δὲν πωληθῇ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐλαίου, ἡ Κρήτη δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ἐξεύρῃ τὰ 10.000.000, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀγοράσῃ τὸν ἄρτον. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λαμβάνῃ τοιαῦτα μέτρα, ὥστε καὶ αἱ στρατιωτικαὶ προβλέψεις τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ἱκανοποιῶνται, ἀλλὰ τὰ μέτρα νὰ εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἀφήνωσι τὴν εὐκαιρίαν καὶ εἰς τοὺς Κρῆτας νὰ θεραπεύωσι τὰς ἀπολύτους καὶ ἀναποφεύκτους ἀνάγκας αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω νὰ περιορισθῇ ἡ ἀπαγόρευσις εἰς τὸ ἥμισυ.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γάτσος, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§73Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν ὑπάρχει Ἕλλην, οὔτε ἐντός, οὔτε ἐκτὸς τῆς αἰθούσης ταύτης, ὅστις νὰ μὴ γνωρίζῃ τὰς μεγάλας καὶ ἀνυπερβλήτους οἰκονομικὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας διέρχεται ἡ χώρα. Ἡ διεθνὴς σύρραξις ἐκλόνισε τὰ θεμέλια τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν οἰκοδομήματος, θεμέλια, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, ὑπεσκαμμένα ἐκ τῶν προτέρων ἐκ τῆς σπατάλης καὶ τῆς διασπαθίσεως τῆς ἀσυστόλου, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν. Διὰ τοῦτο, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ μετὰ τῆς Βουλῆς ὅλος ὁ Ἑλληνισμός, μετ’ ἄκρας συγκινήσεως σᾶς ἀκούει καθ’ ἑκάστην ἡμέραν, ἐγειρόμενον ἐκ τῆς θέσεως ταύτης καὶ βεβαιοῦντα εἰς τὴν Βουλὴν σαφῶς, ὅπως πρέπει νὰ πράττῃ πᾶς ἔντιμος πολιτευόμενος, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς χώρας εἶναι δυσχερεστάτη. Μᾶς λέγετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι αἱ φλόγες τοῦ διεθνοῦς πολέμου περιλείχουσι τοὺς τοίχους καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας οἰκοδομήματος’ εὔχομαι νὰ σταματήσῃ μέχρις αὐτοῦ, ἂν καὶ ἐγένετο ἀπόπειρα ὑπὸ τυχοδιωκτικῆς πολιτικῆς, ἵνα ἡ πυρὰ περιτυλίξῃ καὶ αὐτὸ τὸ οἰκοδόμημά μας. Σᾶς ἀκούομεν μετὰ συγκινήσεως, καὶ δονεῖται ἡ φωνή σας ἐξ ἱερᾶς συγκινήσεως, νὰ λέγητε ὅτι θέλομεν 50 ἑκατομ. καθ’ ἕκαστον μῆνα διὰ τὴν διαβίωσιν τοῦ στρατοῦ, πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ τὴν συντήρησιν τῶν προσφύγων καὶ ἄλλα πολλὰ διὰ τὴν συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων καὶ ἄλλα πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ ἀντιτίμου τῶν ἐπιτάξεων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιτακτικά, διότι ἡ ἐπίταξις δὲν βαρύνει μόνον τὰς λαϊκὰς τάξεις, ἀλλ’ ἡ ἀναπλήρωσις τῶν κτηνῶν, τῶν ἀφαιρεθέντων, ἔχει σπουδαίαν ἐπίπτωσιν καὶ ἐπὶ τῆς πλουτοπαραγωγικῆς δυνάμεως τῆς χώρας. Ὅλα ταῦτα, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἀναγνωρίζω καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀνῆλθον τὸ βῆμα, ἵνα σᾶς ἐπιτιμήσω διατί δὲν σπεύδετε νὰ ἱκανοποιήσητε τὰς ἀνάγκας τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, ἀναγνωρίζω, ἐπαναλαμβάνω, τὰς δυσχερείας καὶ ἀναγνωρίζω, ὅτι τὸ ἔργον εἶναι ὑπέρτερον πάσης οἰκονομικῆς δυνατότητος καὶ πάσης προσπαθείας. Ἐκλήθητε ἀναμφισβητήτως, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς δυσχερεστάτας τοῦ Ἔθνους περιστάσεις, ἵνα προσφέρητε τὰ πολύτιμα ἐφόδια τῆς πείρας σας, τῶν φώτων σας καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ σας, διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἀναμένει ἐναγωνίως τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν θά κατατεθῶσιν εἰς αὐτὴν καὶ θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὅλα τὰ οἰκονομολογικὰ μέτρα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπιζητηθῇ ἡ αὔξησις τῶν προσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλά, ταὐτοχρόνως, καὶ ἡ οἰκονομία καὶ ἡ περιστολὴ τῶν δαπανῶν.
§74Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ δή, κυρίως, οἰκονομίαι καὶ κατάργησις περιττῶν θέσεων.
§75Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, κ. Ὑπουργέ τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι ἐκ τῶν δυσχερεστάτων· εὑρίσκεσθε πρὸ ἑνὸς διλήμματος, ἢ νὰ διαλύσητε τὴν ἐπιστράτευσιν, ἢ νὰ συντηρήσητε τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων. Καὶ ἐπειδὴ τὸ πρῶτον μέρος τοῦ διλήμματος εἶναι συνυφασμένον μετὰ μεγίστων ἐθνικῶν συμφερόντων, δὲν δύνασθε νὰ τὸ διχάσητε. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ἀφήσητε ἄθικτον τὸ δεύτερον; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων, ὄχι, διότι διακινδυνεύει ἡ δημοσία τάξις, ὄχι διότι μειοῦται τὸ ἠθικὸν παράστημα τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ἐγκαταλείψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλους λόγους. Ἡ ἐλλοχεύουσα δημοκοπία ἤρξατο νὰ τὸ ἐκμεταλλεύηται, λάβετε δ’ ὑπ’ ὄψει, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ δημοκοπία, κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν ὑψώθη εἰς περιωπὴν ἐπιστήμης, διότι κατῆλθεν, ἐκμεταλλευσμένη ὅλους τοὺς πόθους, ὅλας τὰς ἀνάγκας, ὅλην τὴν ἄγνοιαν, ὅλα τὰ ἔνστικτα, τὰ ὁποῖα συγκινοῦν τοὺς λαούς. Γνωρίζετε δὲ πάντες, καλλίτερον ἐμοῦ δὲ τὸ γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ὑπάρχει μέγα δίδαγμα τῆς ἱστορίας ὅλων τῶν Ἐθνῶν καὶ ὅλων τῶν ἐποχῶν, καὶ δίδαγμα τῆς Ἑλληνικῆς Ἱστορίας, τῆς ὁποίας, δυστυχῶς, αἱ σελίδες γέμουσι δημοκοπικῶν ἐνεργειῶν, ὅτι ἡ δημοκοπία καιροφυλακτεῖ τὴν δυστυχίαν τοῦ λαοῦ, ἵνα τὴν ἐκμεταλλευθῇ. Τὸ δίδαγμα αὐτὸ μᾶς διδάσκει πολλὰ καὶ τοῦτο ἐγένετο κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, ἀνεκινήθησαν ὅλα τὰ προβλήματα καὶ δὲν διωρθώθη οὐδέν, οὐχὶ διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διορθωθῶσι πολλά, ἀλλὰ διότι ἤθελον νὰ ἔχωσι τὸ θῦμα ἀσπαῖρον πάντοτε ὑπὸ τοὺς γαμψοὺς ὄνυχας τῆς δημοκοπίας. Τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων ἤρχισε νὰ τὸ ἐκμεταλλεύηται ἡ δημοκοπία καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ληφθῇ μέτρον. Ταῦτα πάντα ἔχων ὑπ’ ὄψει, ὑποβάλω μίαν πρότασιν, διότι φρονῶ, ὅτι δὲν θὰ θεωρηθῇ ὡς ἔλλειψις εὐπρεπείας καὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἄνδρα φιλελεύθερον, ἂν προσκομίσω καὶ ἐγὼ εἰσφορὰν εἰς τὸ μέγα ἔργον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ λύσωμεν. Ὡς γνωρίζετε, Κύριοι Βουλευταί, αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐπιστράτων διαιροῦνται εἰς δύο κατηγορίας: εἰς οἰκογενείας τῶν κατοίκων τῶν πόλεων καὶ εἰς οἰκογενείας τῶν κατοίκων τῆς ὑπαίθρου χώρας. Ἡ θέσις ἡμῶν, τῶν κατοίκων τῶν πόλεων, τῶν ἐπιστρατευομένων, εἶναι δυσχερεστάτη, διότι ὁ κάτοικος τῆς πόλεως, ἀπερχόμενος ὡς ἐπίστρατος, συμπαρασύρει ὅλον τὸ οἰκονομικόν του οἰκοδόμημα. Τοῦτο δὲν συμβαίνει εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς συνοικισμούς, — καὶ τὸ λέγω τοῦτο εἰς ἔπαινον τῶν ἀγροτῶν — οὐ μόνον διότι ἡ κοινωνικὴ ἀλληλεγγύη εἶναι πάρα πολὺ ἀνωτέρα, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ ἀπερχόμενος ἀγρότης ἀφήνει ἕν ἀπόθεμα, διότι καὶ ἡ ἐντατικὴ καλλιέργεια...
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἡ θέσις αὐτή.
§77Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Τί εἶναι αὐτά; (Θόρυβος καὶ διαμαρτυρίαι).
§78Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ μὲ ἀκούσωσι μετὰ προσοχῆς μέχρι τέλους, διότι ἡ πρότασίς μου σκοπεῖ νὰ διακανονίσῃ τὴν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων τῶν χωρικῶν διαμερισμάτων.
§79Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Διαμαρτύρομαι.
§80Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Μὴ διαμαρτύρεσθε. Ἡ πρότασίς μου ἀφορᾷ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς κάμῃ νὰ μείνητε ἔκπληκτος, ἐνῷ θὰ ἔχῃ ἡ διαμαρτυρία σας ἐπίπτωσιν ἐπὶ τῆς τύχης τῆς πολιτικῆς δι’ αὐτὰ ποὺ λέγετε.
§81Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μὴ κάμνετε διακρίσεις...
§82Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Ὀρθὸν εἶναι, ἵνα διευκολύνωμεν καὶ τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ μὲν Κράτος νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων τῆς ὑπαίθρου χώρας, αἱ δὲ πόλεις νὰ ἀναλάβωσιν ἐκ τῶν ἰδίων ἐράνων τὴν συντήρησιν τῶν ἐπιστράτων τῶν ἰδίων οἰκογενειῶν. Κατὰ τοὺς δύο παρελθόντας πολέμους, τὸ Κράτος, καίτοι εἶχε μεγάλην οἰκονομικὴν εὐεξίαν ἐκ τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα συνωμολόγει, δὲν ἀνέλαβε τὴν συντήρησιν τῶν ἐπιστράτων. Αἱ μεγάλαι πόλεις, καὶ ἀναφέρω τὴν γενέθλιον πόλιν, τὸν Βόλον, συνέστησαν ἐπιτροπάς, αἵτινες δι’ ἐράνων συνετήρησαν τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων. Προτείνω, λοιπόν, τὸ ἀκόλουθον: Ἐζήτησα παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σημείωμα μὲ πληροφορίας διὰ τὸν Βόλον καὶ εἶδον, ὅτι τὸ Κράτος εἰσπράττει ἐκ τῆς πόλεως Βόλου 150.000 δραχμῶν ἐκ φόρου οἰκοδομῶν, 208.000 δραχ. ἐξ ἐπιτηδευμάτων. Ἐσκέφθην, λοιπόν, ὅτι κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ταύτην δὲν ἔδωκε κανεὶς τίποτε σχεδὸν καὶ δὲν ἔδωκε, οὐχὶ διότι ἠλαττώθη τὸ αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης, ἢ τὸ αἴσθημα τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν Πατρίδα, ἀλλὰ διότι ἀνέλαβε τὸ Κράτος, νόμιμον ὑποχρέωσιν πρὸς συντήρησιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων. Ἐὰν θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ καταρτίσῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται νὰ ἐπιβληθῇ φορολογία ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν καὶ τοῦ ἐπιτηδεύματος καὶ ἔχετε καὶ μίαν ἐπιτροπήν, ἀποτελουμένην ἐκ τοῦ Μητροπολίτου καὶ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν καὶ τῶν Διευθυντῶν τῶν Τραπεζητικῶν Καταστημάτων, θὰ ἔχωμεν ἀληθῆ γνῶσιν τῶν περιουσιῶν αὐτῶν, θὰ ἔχωμεν εὕρῃ ἀκριβοδικαίαν φορολογίαν, ἡ ὁποία νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐφ’ ὅσον θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐπιστράτευσις. Διότι μὴ νομίζετε, ὅτι μὲ ὅλα τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θὰ ἔχετε τὴν ἀπόδοσιν ἀμέσως· θὰ τὴν ἔχετε βραδύτερον. Ἴσως νὰ μοὶ ἀντείπῃ κανείς, ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὰ φορολογικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἔχουσιν ἐπίπτωσιν ἐπὶ τῆς νέας φορολογίας τῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ φορολογηθοῦν, θὰ ἄρωμεν τὸ ἀδίκημα διὰ τῆς ἴσης μεθόδου, νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς ἄνω φορολογουμένους νὰ χρησιμοποιήσωσι τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου αὐτοῦ ὡς ἀπόδειξιν τῆς ἄρσεως τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου τοῦ ἐπιβληθησομένου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως...
§83Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς λογαριασμούς σας ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸ ποσὸν, τὸ διαθέσιμον, τὸ ὁποῖον εἶναι κατατεθειμένον ἐπ’ ὀνόματι τοῦ πρώην Πρωθυπουργοῦ εἰς τὴν Τράπεζαν;
§84Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Τοῦτο ἀπησχόλησε καὶ ἐμέ. Δὲν τὸ ἔχω ὅμως εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μου. Τὸ ποσὸν αὐτὸ πρέπει νὰ διατεθῇ ὑπὲρ τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, διότι διὰ τὰς πόλεις, σᾶς εἶπα τὴν γνώμην μου. Ἐὰν δὲν ἀποδεχθῆτε τὴν γνώμην ταύτην, βελτιωμένην κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς πείρας σας, τὸ ζήτημα τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων καὶ τῶν προσφύγων θὰ λάβῃ τραγικὰς διαστάσεις. Ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου ταύτης θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ληξάσης τῆς ὥρας τῶν ἀναφορῶν, εἰσερχόμεθα εἰς τὰς ἐρωτήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: «Περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως τῆς νομοθεσίας τῶν Πανεπιστημίων». «Περὶ προσθηκῶν καὶ τροποποιήσεων εἰς τοὺς νόμους ΓΨΛʹ καὶ 479 περὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας».
§86Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς Παιδείας). Ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ παρατάσεως τοῦ νόμου περὶ διορισμοῦ τῶν καθηγητῶν, τῶν προταθέντων παρὰ τῶν οἰκείων Σχολῶν, συμπεριέλαβα καὶ μερικὰς διατάξεις εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφορώσας τὴν εὐεξίαν τῶν Πανεπιστημίων μας. Αἱ διατάξεις αὗται εἶναι τὸ μὲν προσθῆκαι, τὸ δὲ μεταβολαὶ, ἔτι δὲ προσαρμονήσεις τῶν ἰδιαιτέρων νόμων καὶ ὑπεβλήθησαν ὑπὸ τῶν οἰκείων Σχολῶν καὶ ὑπὸ τῆς Συγκλήτου, καὶ εἶναι ἀποτέλεσμα πείρας. Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλή, τῆς ὁποίας τὰ πλεῖστα μέλη εἶναι τρόφιμοι τοῦ ἀνωτάτου ἐκπαιδευτηρίου, θὰ περιβάλῃ μετὰ στοργῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διὰ νὰ ἀνυψωθῇ τὸ ἀνώτατον ἐκπαιδευτήριον εἰς τὴν περιωπὴν τὴν ἐμπρέπουσαν, συμφώνως μὲ τὰ πολεμικὰ τρόπαια, τὰ ὁποῖα ἐδόξασαν τὴν Ἑλλάδα. Ὑποβάλλω, ἕν ἄρθρον, σχέσιν ἔχον μὲ τὴν Δημοτικὴν Ἐκπαίδευσιν. Δι’ αὐτοῦ σκοπεῖται νὰ γίνῃ ἐπάρκεια εἰς τοὺς διδασκάλους τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως καὶ προσέτι λαμβάνεται πρόνοια, τὴν ὁποίαν οἱ ἀξιότιμοι κ. Βουλευταὶ Μακεδονίας θὰ ἐκτιμήσωσι.
§87Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰς λοιπὰς χώρας δὲν γίνεται ἐπέκτασις;
§88Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Μάλιστα. Ἐπίσης ὑποβάλλω καὶ δύο ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν ἀρχαιολογικὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτεῖται καμμία δαπάνη, παρὰ μόνον γίνεται προσφορωτέρα τῆς ὑπηρεσίας ἐκτέλεσις.
§89Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Μὲ τὰ ἄλλα νομοσχέδια δὲν γίνεται δαπάνη;
§90Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Δὲν εἶσθε παρών, ὅταν ἔκαμα τὴν εἰσήγησιν. Ἀφοῦ θὰ προσθέσωμεν καθηγητάς, βεβαίως γίνεται δαπάνη.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καταθέτει τὸ κάτωθι νομοσχέδιον: «Περὶ ἀνεγέρσεως κτιρίων ἐπὶ τοῦ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον ἀνήκοντος γηπέδου ἐν Πετρουπόλει».
§92ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι νομοσχέδιον, ἐπιτρέπον δαπάνην τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἐν Πετρουπόλει, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς τὸ Κράτος, ὅπως ἀνεγείρῃ αὕτη ἐν τῷ περιβόλῳ καταστήματα διὰ τὴν Πρεσβείαν καὶ διὰ τοὺς Ἕλληνας, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην περιθάλψεως. Ὥστε τὸ Κράτος, οὐ μόνον δὲν θὰ δαπανήσῃ, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ καὶ οἰκονομίαν τὸ ἐνοίκιον τῆς Πρεσβείας. Μετὰ ταῦτα, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐρωτήσεων.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βιτάλης.
§94Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῶν Φιλελευθέρων, ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κρήτης πολιτευτὴς κ. Βενιζέλος, μεταξὺ τῶν ἄλλων νόμων, τοὺς ὁποίους ηὐτύχησε νὰ ψηφίσῃ ἐν τῇ Βουλῇ μετὰ τὸν Βουλγαρικὸν πόλεμον, ἐψήφισε καὶ τὸν τῆς στρατιωτικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας ἡμῶν. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς στρατολογίας ἐπιδιώκει τίνι τρόπῳ οἱ πλησιέστεροι Νομοὶ νὰ πλησιάζωσι πρὸς τὰ σύνορα. Εὑρέθη ὅμως εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἀναπόδραστον νὰ τοποθετήσῃ τοὺς Κυκλαδίους, δηλαδή, τὸ Στρατολογικὸν Γραφεῖον Κυκλάδων, εἰς Δράμαν καὶ Σέρρας. Δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔπραξε τοῦτο τιμῆς ἕνεκεν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἔχουσι τὴν ἀρίστην ἰδέαν διὰ τὴν δρᾶσιν τῶν Κυκλαδίων κατὰ τοὺς δύο πολέμους, δὲν γνωρίζω διατὶ οἱ τότε ἀξιότιμοι συνάδελφοι, ὅσοι δὲν ἦσαν στρατιωτικοί, μὴ ἀντιληφθέντες αὐτὴν τὴν τοποθέτησιν κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν διεμαρτυρήθησαν. Ὁπωσδήποτε, τὸ γεγονὸς εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι οἱ Κυκλάδιοι παραμένουσιν φυλάσσοντες τὴν μεθόριον γραμμὴν ἔκτοτε. Μόνον ἐκεῖνοι ἐξ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι συνέπεσε νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὸν στρατόν, καὶ δὴ εἰς μεθόριον γραμμήν, ζῶντες εἰς προχώματα ὀχυρωματικά, μόνον ἐκεῖνοι δύνανται νὰ λάβωσιν ἰδέαν, τὶ ὑποφέρουσιν ἔκτοτε. Ἐν τούτοις μετὰ καρτερίας ὑφίστανται τὸ ὑψηλὸν τοῦτο καθῆκον καὶ τιμητικὸν ἄλλως τε, τῆς διαφυλάξεως τῶν συνόρων ἡμῶν. Ἡ κόπωσις ὅμως μοιραίως ἐπῆλθεν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸ γνωρίζῃ, κατὰ τὴν 6ην καὶ 7ην Ἰανουαρίου, διότι συνέπεσε τὴν στιγμὴν ἐκείνην νὰ τὸν ἐνοχλῶ διά τινα ὑπόθεσιν. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ παράτασις τῆς διαμονῆς αὐτῶν δὲν εἶναι δικαία. Συνεπῶς, λαμβάνω τὴν τιμήν, νὰ ὑποβάλω δύο τινὰ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς: ἢ νὰ ἀποφασίσῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν Μεραρχίαν ἐκείνην τῆς μεθορίου γραμμῆς δι’ ἄλλης τινός, μενούσης ἐν τῇ πόλει τῇ πλησιεστέρᾳ, ἵνα μὴ ἐπέλθῃ μεγάλη κίνησις, ἢ οἱ προσερχόμενοι εἰς τὸν στρατὸν κληρωτοὶ ἐκ τῶν Κυκλάδων, νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς στρατολογικὴν περιφέρειαν, ἀναλόγως τῆς γεωγραφικῆς θέσεως. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ ὑμᾶς, διότι καὶ τὸ ζήτημα εἶναι λεπτόν, ἐλπίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ὁποίου δικαίως ἡ δύναμις βαρύνει, θέλει λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα.
§95Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὶ σχέσιν ἔχω ἐγώ;
§96Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Εἶναι καὶ ζήτημα οἰκονομικὸν καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστοδουλιάς.
§98Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἔλαβον ἀπάντησιν καὶ παραιτοῦμαι.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπέντζας.
§100Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁμολογῶ ὅτι θὰ ηὐχόμην νὰ μὴ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος, περὶ οὗ πρόκειται. Συμπολῖται μου παραπονοῦνται, ὄχι διότι δὲν ἔλαβον ἐπίδομα, ἀλλὰ διότι δὲν ἔλαβον αὐτοί, ἐνῷ ἄλλοι ἔλαβον. Θὰ ηὐχόμην ἡ ἀνισότης αὐτὴ νὰ μὴ παρετηρεῖτο, ὥστε νὰ μὴ εὑρισκόμην εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ κάμω συστάσεις εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ μεριμνήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§101ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐμερίμνησα.
§102Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ἐστάλησαν καὶ εἰς τὴν Ἀγουλινίτσαν;
§103ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀπόψε ἔδωκα τὸν πίνακα εἰς τὸ Λογιστήριον, ἵνα συμπληρώσῃ τὰ κενά, διότι ἀποκλειστικῶς καθ’ ἡμέραν ἀσχολούμεθα, ὅ, τι θὰ οἰκονομήσωμεν, νὰ τὸ στείλωμεν εἰς τὰς περιφερείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔλαβον ἐπίδομα. Στέλλονται εἰς τὸ κέντρον τῶν περιφερειῶν, κατόπιν παραγγελίας, καὶ ἐκ τοῦ κέντρου γίνεται ἡ διανομὴ καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν. Αὐτὸ δὲ γίνεται ὁμοιομόρφως δι’ ὅλους τοὺς Νομούς.
§104Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ.
§105ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ παραιτοῦμαι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιολδάσης.
§107Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ἐρώτησις, ἡ ἀφορῶσα τὴν Μεγαρίδα, δὲν ἔχει θέσιν, διότι ἤδη ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε ν’ ἀποκαταστήσῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των, ὥστε νὰ ἐκλείψῃ πᾶν παράπονον ἐκ Μεγαρίδος. Ἤθελον ὅμως ἐρωτήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἐὰν σκέπτηται νὰ πληρώσῃ ἐκ τοῦ ἐγκεκριμένου πίνακος τὰ κενά, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν εἰς τὴν Χωροφυλακήν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ὑπαξιωματικῶν εἰς τὴν Χωροφυλακήν, εἶναι ἐπίσης γνωστόν, ὅτι ἐγένοντο ἐξετάσεις, καθ’ ἃς προσῆλθον πολλοὶ μορφωμένοι νέοι μὲ διπλώματα καὶ λοιπά. Λοιπόν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτεται νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ ταῦτα, ἤ, ἐὰν δὲν τὸν ἀπησχόλησε μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς τὸ ζήτημα τοῦτο, θὰ τὸν παρακαλέσω νὰ φροντίσῃ περὶ αὐτοῦ καὶ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν ἐξετάσεις καὶ οἵτινες, ἀναμένοντες νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν Χωροφυλακήν, ἐγκατέλειψαν τὰς ἐργασίας των καὶ μένουν μετέωροι.
§108Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὡς γνωρίζετε, κ. Βουλευτά, αὐτοὶ ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ ἐπειδὴ ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην ὑπαξιωματικῶν, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ συμπληρώσω τὰ κενά.
§109Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὑπάρχουν καὶ μὴ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸν στρατόν.
§110Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐὰν ὑπάρχουν, νὰ τοὺς καλέσωμεν. Ἄς παραμείνῃ τὸ καθεστὼς ὡς ἔχει.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν, ὅτι εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Ἠπείρου, καὶ δὴ ὡρισμένως εἰς τὰ περὶ τὴν Πρέβεζαν καὶ Φιλιππιάδα, ἐνέσκηψεν ἡ ἀπαισία νόσος εὐλογία ἢ γκλαμπάτσα, ἐξ ἧς χιλιάδες προβάτων ἀποθνήσκουσι καθ’ ἑκάστην καὶ ἐὰν κατέβαλε τὰς δεούσας προσπαθείας πρὸς ἐξοικονόμησιν τοῦ εἰδικοῦ φαρμάκου ἀρρενοπτέρης, πρὸς σωτηρίαν τῆς μαστιζομένης κτηνοτροφίας.
§112Π. ΦΛΩΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας περὶ τοῦ ἑξῆς: Πρὸ μηνὸς περίπου, πλεῖστοι ἐκ τῶν ἐν Ἠπείρῳ κτηνοτρόφων ἐζήτησαν δι’ ἐπιστολῶν τὴν συνδρομήν μου, ὅπως παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν καὶ φροντίσῃ περὶ τῆς προμηθείας τῆς ἀρρενοπτέρης, εἰδικοῦ φαρμάκου κατὰ τῆς δυστομιάσεως, ἤτοι τῆς εὐλογίας, τῆς νόσου ἐκείνης, τῆς ἀπαισίας, τῆς ἐνσκηψάσης ἐπὶ τῆς κτηνοτροφίας τῆς Ἠπείρου. Τὸ ἔδαφος τῆς Ἠπείρου εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἄγονον, διαρρέεται ὅμως ὑπὸ ποταμῶν, οὕτως ὥστε καθίσταται προσφυέστατον εἰς τὴν κτηνοτροφίαν. Τούτου ἕνεκα οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ ἐπεδόθησαν εἰς τὴν κτηνοτροφίαν καὶ εὑρισκόμεθα πρὸ ἑνὸς πλούτου ἀγνώστου διὰ τοὺς πολλούς, ὄχι ὅμως καὶ διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος, αἰσθανόμενος τὴν γλυκύτητα τοῦ πλούτου αὐτοῦ, ἔχεται εὐχαρίστως τοῦ φόρου τοῦ προβατονομίου. Καὶ οὕτω βλέπομεν, ὅτι εἰς τὴν Ὑποδιοίκησιν Ἰωαννίνων, κατὰ στατιστικήν, ἣν ἔλαβον παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὑπάρχουν πρόβατα 197.327, εἰς τὴν Ὑποδιοίκησιν Κονίτσης 30.628, εἰς τὴν Ὑποδιοίκησιν Μετσόβου 25.138, εἰς τὴν Ὑποδιοίκησιν Παραμυθίας 29.759, εἰς τὴν Ὑποδιοίκησιν Φιλιατῶν 5.200, Πρεβέζης 28.000, Φιλιππιάδος 49.000, Μαργαριτίου 16.827, ἤτοι, ἐν ὅλῳ εἰς τοὺς Νομοὺς Ἰωαννίνων καὶ Πρεβέζης ὑπάρχουσι 471.883 πρόβατα, ἐξ ὧν εἰσπράττει τὸ Δημόσιον περὶ τὸ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἐκ τοῦ φόρου τῶν προβατονομίων, καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει τὸν θησαυρὸν αὐτόν, τὸν κεκρυμμένον. Περὶ αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ ἤθελον ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν καὶ διατάξῃ τὴν προμήθειαν τοῦ εἰδικοῦ φαρμάκου τῆς ἀρρενοπτέρης. Ἡ ὑπηρεσία, εἰς ἣν εἶχον ἔκτοτε καταφύγει, μοὶ προέβαλλε τὰς δυσχερείας, ἕνεκα τῶν ὁποίων εἶναι ἀδύνατος ἡ κατασκευὴ τοῦ φαρμάκου αὐτοῦ, καθ’ ὅτι γίνεται δι’ αἰθέρος, ὁ ὁποῖος σήμερον σπανίζει. Ἀλλ’ ἐὰν διὰ τοὺς ἐμπόρους ἡ προμήθεια φαρμάκων εἶναι δύσκολος, διὰ τὸ Κράτος ὅμως, ἐὰν θέλῃ νὰ προμηθευθῇ, εἶναι δυνατή...
§113Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἴπατε, ἐὰν θέλῃ τὸ Κράτος. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι τὸ Κράτος θέλει, ὅσον θέλετε καὶ σεῖς, διὰ νὰ μὴ εἴπω ὅτι θέλει περισσότερον. Τὸ Ὑπουργεῖον παρέσχεν ἑκάστοτε πρὸς τοὺς ἐνδιαφερομένους κτηνοτρόφους τὰ τῶν ἐπιζωοτικῶν νόσων, πρὸς καταστολὴν ὅμως τῆς νόσου ταύτης, καὶ ἰδίως τῆς δυσταμιάσεως χρειάζεται τὸ εἰδικὸν φάρμακον ἀρρενοπτέρη, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῇ παρ’ ἡμῶν, καὶ πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἔξωθεν, ὡς φάρμακον δ’ ἔξωθεν εἰσαγόμενον, ὑφίσταται τὴν τύχην τῶν πλείστων ἔξωθεν εἰσαγομένων φαρμάκων, ἕνεκα τοῦ πολέμου. Ἀπετάθημεν εἰς τοὺς ἐν Γαλλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ Πρέσβεις καὶ τοὺς παρεκαλέσαμεν, ἵνα διὰ καταλλήλων ἐνεργειῶν ἐπιτύχουν νὰ ἐξαχθῇ εἰς Ἑλλάδα τὸ φάρμακον τοῦτο. Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς δὲν κατέστη τοῦτο δυνατόν. Ἐπὶ ἐλάχιστον χρόνον εἶμαι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας ποὺ εἶμαι, ἡ ὑπηρεσία μοὶ ἔφερε 2–3 ἔγγραφα καὶ ὑπέγραψα, ὑπομνηστικὰ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι δὲν ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχῃ ἡ καλὴ θέλησις, διὰ νὰ προμηθευθῇ τις φάρμακα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου π. ἔ. ἀποσταλείσης αἰτήσεως πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπὸ τῶν ἐν Ἀντὶς–Ἀμπέμπα τῆς Ἀβυσσηνίας Ἑλλήνων, δι’ ἧς αἰτοῦνται νὰ διορισθῇ Πρόξενος πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων των, καὶ τὶ ἐπὶ ταύτης σκέπτεται.
§115Π. ΦΛΩΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν μιᾶς αἰτήσεως, ἀπευθυνθείσης ὑπὸ τῶν ἐν Ἀντὶς Ἀμπέμπα Ἑλλήνων. Πρόκειται περὶ τοῦ ἑξῆς: Οἱ ἐν Ἀντὶς Ἀμπέμπα Ἕλληνες ὑπέβαλον ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Αὐγούστου αἴτησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ ἧς αἰτοῦνται τὴν τοποθέτησιν ἐκεῖ Ἕλληνος Προξένου πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων των.
§116ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἔλαβον γνῶσιν τῆς αἰτήσεως ταύτης. Ἡ προστασία τῶν συμφερόντων τῶν Ἑλλήνων ἐν τῇ πόλει ἐκείνῃ, ἐν Ἀντὶς Ἀμπέμπα, ἦτο ἀνατεθειμένη εἰς τὸν Πρέσβυν τῆς Ρωσσίας, ὅστις μάλιστα ἐσχάτως παρεπονέθη διὰ τὴν ἔλλειψιν πειθαρχίας ἐκ μέρους τῶν προστατευομένων του. Πρὶν ἢ προβῇ εἰς λῆψιν ἀποφάσεως περὶ ὁριστικῶν μέτρων ἡ Κυβέρνησις, ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ ἀποστείλῃ ἴδιον ὑπάλληλον, ὅπως ἐξετάσῃ τὰ τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων, τουτέστι περὶ τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν, περὶ τῶν ἐπαγγελμάτων καὶ περὶ τῆς καταστάσεως αὐτῶν ἐν γένει, — διότι οὐδὲ περὶ τοῦ ἀριθμοῦ των ὑπάρχουσι πληροφορίαι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ — καὶ πρὸς τούτοις νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ὑφίσταται ἀνάγκη νὰ διορισθῇ ἐκεῖ εἰδικὸς ἀντιπρόσωπος τοῦ Κράτους. Τοιαύτην ἐδώκαμεν ἐντολὴν εἰς τὸν ἐπὶ τούτῳ σταλέντα ἐξ Αἰγύπτου προξενικὸν ὑπάλληλον, καὶ εὐθὺς ὡς λάβομεν τὰς πληροφορίας ταύτας, θέλομεν προβῆ εἰς τὰ κατάλληλα μέτρα.
§117Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἦτο ἄγνωστος ὁ ἀριθμὸς τῶν Ἑλλήνων ἐκεῖ;
§118ΣΤ. ΣΚΟΥΛΟΥΔΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἄγνωστος, διότι, ὡς ἴσως ἠξεύρετε, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τῆς Ἀφρικῆς ὁ πληθυσμὸς τῶν μικροπόλεων εἶναι κυμαινόμενος. Ὁσάκις παρουσιάζονται ἐργασίαι ἐπικερδεῖς, ὁ πληθυσμὸς αὐξάνει, ὁσάκις ὑπάρχει ἔλλειψις ἐργασίας, ὁ πληθυσμὸς ἐλαττοῦται. Τούτου ἕνεκα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ὑπάρχουν πληροφορίαι ἀκριβεῖς περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκεῖ Ἑλλήνων.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλῶρος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν θὰ διατάξῃ τὴν ἄμεσον ἐνέργειαν τῶν δεόντων πρὸς τοποθέτησιν διδασκάλων καὶ διδασκαλίσσης ἐν τῇ Κοινότητι Λεσινίτσης, ἥτις, καίτοι ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἶχε τοιούτους, νῦν ἔχει τὰ σχολεῖα της κεκλεισμένα.
§120Π. ΦΛΩΡΟΣ. Ἐκ τρίτου θέλω ἐνοχλήσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ τὸ ζήτημα τῆς Λεσινίτσης. Ἡ Κοινότης Λεσινίτσης εἶναι ἐκ τῶν Βλαχοφώνων. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἶχε τρεῖς διδασκάλους καὶ δύο διδασκαλίσσας. Δυστυχῶς, ὁ Ἕλλην ἐπιθεωρητὴς Ζαγορίου καὶ Κουρέντων δὲν ἐπέστησε τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ μόνον μία διδασκάλισσα ἀπεστάλη εἰς τὴν Κοινότητα Λεσινίτσης, χωρὶς νὰ προνοήσῃ καὶ περὶ διδασκάλων, καὶ ἡ ὁποία μάλιστα διδασκάλισσα δὲν συμμορφοῦται καὶ πρὸς τοὺς νόμους, καθότι ἀποβάλλει παιδιὰ ἓξ ἐτῶν καὶ θέλει νὰ δέχεται μικρότερα...
§121Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργὸς Παιδείας). Γνωρίζετε, ὅτι διδασκάλων ὑπάρχει μεγάλη ἔλλειψις καὶ δι’ αὐτὸ μάλιστα ὑπέβαλον καὶ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§122Π. ΦΛΩΡΟΣ. Τὸ γνωρίζομεν, κ. Ὑπουργέ, καὶ σᾶς εὐχαριστοῦμεν διὰ τὴν πρόνοιαν, ἥν ἐλάβατε, διότι ἡμεῖς πρὸ παντὸς θὰ αἰσθανθῶμεν τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τοῦ καλοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Τρουλινὸς δι’ ἐρωτήσεώς του, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἡ ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσία σκέπτεται περὶ προαγωγῆς τῶν ἐφέδρων ἀνθυπασπιστῶν ἐκείνων, οἵτινες, κεκτημένοι τὰ προσόντα, ὅπως εἰσαχθῶσιν εἰς τοὺς ἐκτάκτους οὐλαμοὺς τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ὡς τυγχάνοντες λ. χ. ἐπιστήμονες, τελειόφοιτοι Πανεπιστημίου ἢ δημοδιδάσκαλοι, δὲν εἰσέρχονται εἰς τοὺς οὐλαμοὺς τούτους, ἐφ’ ὅσον τὸ ἀπὸ 5ης Δεκεμβρίου 1915 Β. Διάταγμα περὶ συστάσεως τῶν ἄνω οὐλαμῶν ὁμιλεῖ μόνον περὶ ὁπλιτῶν καὶ οὕτω ἀποκλείονται οἱ ἔφεδροι ἀνθυπασπισταὶ καὶ ἂν ἀκόμη κέκτηνται τὰ προσόντα, ἅτινα ὁρίζει τὸ εἰρημένον Διάταγμα διὰ τοὺς εἰρημένους οὐλαμούς.
§124Ν. ΤΡΟΥΛΛΙΝΟΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου ἀφορᾷ, Κύριοι Βουλευταί, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Κατὰ τὸ ἀπὸ 5ης Δεκεμβρίου 1915 Β. Διάταγμα περὶ συστάσεως οὐλαμῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, εἰς τὸν οὐλαμὸν αὐτὸν εἰσέρχονται μόνον ὁπλῖται καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχουν τὰ ἐν τῷ Διατάγματι προσόντα, δηλαδή, δικηγόροι, τελειόφοιτοι τῆς Νομικῆς καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι. Ἀλλὰ ἐν τῷ στρατῷ ὑπάρχουσιν ἔφεδροι ἀνθυπασπισταί, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ τρία ἔτη, οἵτινες ἀποκλείονται τοῦ οὐλαμοῦ αὐτοῦ, περὶ οὗ ὁμιλεῖ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα, διότι κατ’ αὐτὸ εἰσέρχονται μόνον ὁπλῖται καὶ μετὰ τὴν ἐκπαίδευσίν των ἐξέρχονται μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Θὰ συμβῇ δὲ τὸ ἑξῆς ἄτοπον. Μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ὡρισμένου χρόνου πρὸς ἐκπαίδευσίν των αὐτοὶ οἱ ὁπλῖται, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται νῦν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ἀνθυπασπιστῶν θὰ ἐξέλθωσι μὲ ἀνώτερον βαθμόν. Δίκαιον λοιπὸν θὰ ἦτο καὶ οἱ ἔφεδροι ἀνθυπασπισταί, ἐφόσον καὶ αὐτοὶ ἔχουσι τὰ ἐν τῷ Β. Διατάγματι ὁριζόμενα προσόντα νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τοὺς οὐλαμούς. Θὰ ἤθελον δὲ παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν τί σκέπτεται νὰ κάμῃ περὶ αὐτῶν.
§125Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἀναγνωρίζω τὴν σύστασίν σας καὶ λαμβάνων ἀφορμὴν ἐκ τῆς ἐρωτήσεώς σας ταύτης, δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς καὶ τοὺς κ. Βουλευτάς, ὅτι εἶναι αὐτόχρημα δίκαιον, διότι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι διοικοῦνται σήμερον ὑπ’ ἀνθυπασπιστῶν, θὰ γίνωσιν αὔριον ἀνθυπολοχαγοί. Διὰ τοῦτο, λοιπόν, λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως διὰ Νομοθετικοῦ Διατάγματος, ὅπερ θὰ εἰσαχθῇ πρὸς κύρωσιν, προαχθῶσιν οὗτοι.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσίμας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) Πόσοι ἔκτακτοι οἰκονομικοὶ ὑπάλληλοι προσελήφθησαν ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου 1912 καὶ ἐντεῦθεν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν νέων χωρῶν. 2) Τίνα προσόντα εἶχεν ἕκαστος τούτων καὶ ποία ἡ ἀνατεθεῖσα αὐτοῖς ὑπηρεσία. 3) Πόσοι ἐκ τούτων ἐμονιμοποιήθησαν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων ἐκθέσεων ἕκαστος. 4) Ποῖον τὸ μέρος τῆς καταγωγῆς ἑκάστου μονιμοποιηθέντος. 5) Ὑπῆρχον καὶ ποῖαι αἰτήσεις ἄλλων προσώπων πρὸς διορισμὸν εἰς τοιαύτας θέσεις, τίνα προσόντα εἶχον οὗτοι καὶ διατὶ δὲν διωρίσθησαν.
§127Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι, λόγῳ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων τῆς χώρας, ἐπέστη ἀνάγκη αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Εἶμαι ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν ὑπαλλήλων τούτων, τῶν ἐκτάκτων, κατὰ τὸ 1912, δὲν ἐγένετο μετὰ προσοχῆς, κατωρθώθη δὲ νὰ παρεισφρύσωσι μεταξὺ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ἄνθρωποι, ἐντελῶς ἀγράμματοι καί τινες ἀμφιβόλου ἠθικῆς ὑποστάσεως. Ἔχω ἐπιστολὰς ἐκ Θεσσαλονίκης ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ Στρατοῦ, οἵτινες μοὶ γράφουν, ὅτι προσελήφθησαν καφετζῆδες, παπουτσῆδες, μπαλωματῆδες ὡς τελωνειακοὶ ὑπάλληλοι. Καὶ θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπὸ τὴν βίαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν προσελήφθησαν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκλογή, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα, ἐφ’ ὅσον οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἐδοκιμάσθησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς διαρρευσάσης τετραετίας ἢ τριετίας, ἡ ἐπιτροπή, εἰς ἣν ἀνετέθη ἡ ἐξέλεγξις τῶν προσόντων αὐτῶν, ἔπρεπε μετὰ πολλῆς προσοχῆς νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς, ὥστε αἱ δημόσιαι ὑπηρεσίαι καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, οἵτινες θὰ καταλάβωσι τὴν ἀνωτάτην ἱεραρχίαν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, νὰ εἶναι ἄξιοι αὐτῆς. (ἐπιδοκιμασίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ). Ἔχω πληροφορίαν, ὅτι ὁ ἔλεγχος αὐτὸς καὶ ἡ ἐκλογὴ δὲν ἐγένετο ὡς ἔδει. Καὶ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν ταμειακῶν καὶ ἐφορειακῶν ὑπηρεσιῶν, ἔχω σημείωμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἡ μονιμοποίησις τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν δὲν ἐγένετο εἰσέτι, ἀλλ’ ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ ἐξέλεγξις τοῦ καταλόγου. Τοῦτο τὸ ἐγνώριζον, διότι ὁ διευθυντὴς τοῦ τμήματος τούτου, ἐπιθυμεῖ, πράγματι, νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ ἀπορρίψῃ ὅ,τι σαπρόν. Ἀλλά, δυστυχῶς, δὲν συνέβη τοῦτο καὶ διὰ τὸν τελωνειακὸν κλάδον, διὰ τὸν κλάδον, δηλαδή, διὰ τὸν ὁποῖον πρὸ παντὸς ἀπαιτοῦνται προσόντα, ἀπαιτεῖται ἠθική, τιμιότης...
§128ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε. Εὖγε.
§129Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Ἔχω ἐπιστολάς, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἄνθρωποι, στερούμενοι ἀπολυτηρίου Ἑλληνικοῦ Σχολείου, κατέλαβον τελωνειακὰς θέσεις, ἐνῷ ἐξ ἑτέρου φοιτηταὶ καὶ ἄλλοι μορφωμένοι πολῖται δὲν ἐγένοντο δεκτοί. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν σεβαστὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως θελήσῃ νὰ ζητήσῃ τὴν σύστασιν νέας ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων τούτων, διότι διακεκριμένος Συνταγματάρχης μοὶ γράφει, ὅτι (ἀναγινώσκει): «ἐὰν ἔλθῃ ἐδῶ ἀνώτερος ἐπιθεωρητὴς καὶ ἐξετάσῃ τὰ γενόμενα, θὰ ἀποκαλυφθῶσι πραγματικὰ αἴσχη. Ἠδικήθησαν ἐξόχως μορφωμένοι ὑπάλληλοι ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν, μὲ τρεῖς γλώσσας καὶ ἔμειναν ἄλλοι, ἀγράμματοι καὶ μπαλωματῆδες». Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ταῦτα καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς, ἥτις νὰ ἐξελέγξῃ ἐπὶ τῇ βάσει τίνων προσόντων εἰσήχθησαν οὗτοι ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. (χειροκροτήματα ἐν τῇ αἰθούσῃ).
§130ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε. Εὖγε.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσίμας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν προτίθεται νὰ λάβῃ μέτρον τι ὑπὲρ τῶν προσληφθέντων ἐκτάκτων ἱερέων εἰς τὰ διάφορα Συντάγματα τοῦ Στρατοῦ.
§132Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Ἡ δευτέρα ἐρώτησίς μου ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶναι γνωστόν, ὅτι δι’ ἔλλειψιν μονίμων ἱερέων ἐν τῷ στρατῷ, παρέστη ἀνάγκη προσλήψεως ἐφημερίων. Μεταξὺ τῶν προσληφθέντων κληρικῶν ὑπάρχουσι διαπρεπεῖς κληρικοὶ οἵτινες ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν μετ’ ἰδιαιτέρου ζήλου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς προσφερομένας ὑπ’ αὐτῶν ὑπηρεσίας.
§133Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ἐννοῶ ποῦ θὰ καταλήξετε, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι ἐν πρώτοις θὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῶν μετασχόντων εἰς τοὺς πολέμους, ταύτην δὲ τὴν πρόνοιαν λαμβάνω, δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς ὥρας, τῆς ὡρισμένης διὰ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διατὶ δὲν κατετέθησαν τὰ διὰ τῆς ἀπὸ 23ης Ἰανουαρίου ἐ. ἔ. αἰτήσεώς του ζητηθέντα ἔγγραφα δημοπρασίας ἀνεγέρσεως Δικαστικοῦ Μεγάρου Πατρῶν.
§135ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀπαντῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν, τὸν ἐπερωτήσαντα, ὅτι, κατὰ σημείωσιν τῆς ὑπηρεσίας, σταλεῖσαν ταύτην τὴν ἑσπέραν, δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοιαύτη αἴτησις.
§136Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, ὅτι τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν ὑπέμνησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι εἶχε βραδύνει νὰ καταθέσῃ ζητηθέντα παρ’ ἐμοῦ ἔγγραφα. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπεσχέθη, ὅτι πρὸ τῆς Πέμπτης θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὄντως καὶ κατέθηκε χθές. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι, συμφώνως τῷ ἄρθρῳ 58 τοῦ Κανονισμοῦ, ἐπερώτησις περὶ καταθέσεως ἐγγράφων προηγεῖται κατὰ τὴν συζήτησιν πάσης ἄλλης. Παρακαλῶ, λοιπόν, τὸν κ. Πρόεδρον νὰ μὲ δώσῃ τὸν λόγον, ἵνα ἀναπτύξω τὴν ἐπερώτησίν μου.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, ἔχετε τὸν λόγον, κ. Ἀλεξάκη.
§138Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σκοπός, Κύριοι Βουλευταί, τῆς καταθέσεως ἐπισήμων ἐγγράφων, ἦτο καὶ εἶναι, ὁ ἔλεγχος τῶν πράξεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοὺς προβιβασμοὺς τοῦ τε Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ τῶν ἀρτίως προαχθέντων εἰς τὴν θέσιν τοῦ Τμηματάρχου καὶ Ἐπιθεωρητοῦ Βʹ τάξεως, Γραμματέων Αʹ τάξεως. Ἡ μελέτη τῶν κατατεθέντων ἐγγράφων μὲ ἤγαγεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν δὲν παρέβη τὸν νόμον, ἀλλὰ παρέβη τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ προστατεύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἄξιοι προαγωγῆς καὶ λόγῳ τῆς πολυετοῦς αὐτῶν ὑπηρεσίας, καὶ λόγῳ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῶν καὶ λόγῳ τιμίας διαχειρίσεως κατὰ τὴν πολυετῆ αὐτῶν ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς δὶς παρέλειψε νὰ προαγάγῃ ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος συμπληροῖ μετ’ ὀλίγον τριακονταετῆ ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν, ὑπηρεσίαν δὲ ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ Γραμματέως Αʹ τάξεως δεκαετῆ παρὰ ἕνα μῆνα, προήγαγε δὲ γραμματεῖς, ἔχοντας ἐν ὅλῳ ὑπηρεσίαν δεκαετῆ καὶ δεκαπενταετῆ, ἐν τῷ τελευταίῳ δὲ βαθμῷ ὑπηρεσίαν διετῆ. Ἠθέλησα νὰ ἐρευνήσω τίνες εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἔπεισαν τὸν κ. Ὑπουργὸν, ὥστε νὰ παραλείψῃ τὸν περὶ οὗ πρόκειται ὑπάλληλον ἐκ τῶν προαγωγῶν, τοῦ τε Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, καὶ τελευταῖον τὴν προαγωγὴν αὐτοῦ εἰς Τμηματάρχην. Παρετήρησα μετὰ λύπης, ὅτι, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον τὸ ὑπηρεσιακὸν ἐπὶ τῆς προαγωγῆς τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, ἦσαν τέσσαρες ὑποψήφιοι. Ὁ λαβὼν τὰς πλείονας ψήφους τοῦ Συμβουλίου τούτου ἦτο ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος παρελείφθη, καίτοι τὸ Συμβούλιον ηὔχετο νὰ προτιμηθῇ οὗτος πάντων τῶν ἄλλων. Δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, ὅτι αἰσθηματικοὶ πολλάκις λόγοι καὶ λόγοι σχέσεων εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὠθοῦσι τοὺς διαχειριζομένους τὴν ὑπερτάτην ἐξουσίαν, ὥστε νὰ μὴ προτιμῶσι τοὺς ὑποδεικνυομένους ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τοὺς ἔχοντας πράγματι τὰ προσόντα, διὰ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις τὰς ἀνωτέρας. Τοῦτο συνέβη καὶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ὁ προτιμηθεὶς ὑπάλληλος ἦτο ἰδιαίτερος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ Γραμματεύς...
§139ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1910, οὕτω καὶ σήμερον δὲν προσέλαβον ἰδιαίτερον γραμματέα. Προσέλαβον καὶ ἔχω σήμερον ἰδιαίτερον γραμματέα ἕνα τῶν γραμματέων τοῦ Ὑπουργείου, διότι κατ’ ἀρχὴν εἶμαι ἐναντίος τῆς προσλήψεως γραμματέως ἰδιαιτέρου ἐκτὸς τοῦ Ὑπουργείου. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐτήρησα καὶ θὰ τηρήσω.
§140Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἦτο δημόσιος ὑπάλληλος, δὲν προσελήφθη ἔξωθεν, ἀλλὰ ἔργα μέχρι τῆς προαγωγῆς του δὲν ἐνήργει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι αὐτός, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἦτο ὑπάλληλος τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν θέλω νὰ προσθέσω καὶ ἄλλην πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι καὶ ἄλλοι δεσμοὶ συνδέουν τὸν κ. Ὑπουργὸν πρὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, ὅτι δηλαδὴ τυγχάνει κουμπάρος του, ἀλλὰ δὲν ἐγγυῶμαι περὶ τῆς ἀκριβείας τῆς πληροφορίας ταύτης. Καί, Κύριοι Βουλευταί, παρελείφθη ὁ Γραμματεὺς Αʹ τάξεως, ὁ Γοργίας Χαροκόπος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου τὸ Συμβούλιον εἶχε γνωματεύσει νὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Ἡ πλειοψηφία δὲ τοῦ Συμβουλίου, τῇ προτάσει τοῦ καθηγητοῦ κ. Ἀνδρεάδου, ἐξέφρασε καὶ τὴν εὐχήν, ὡς ἐμφαίνεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, ἵνα οὗτος προαχθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου. Παρήλθε τοῦτο καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς προὐτίμησε τὸν ἰδιαίτερόν του γραμματέα καὶ κουμπάρον. Τὸ αὐτὸ Συμβούλιον, κατὰ Νοέμβριον μῆνα, συνῆλθε καὶ αὖθις, ἵνα ἀποφανθῇ ἐὰν πρέπει ἐκ τῶν Γραμματέων Αʹ τάξεως νὰ προταθῶσι διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ Τμηματάρχου καὶ τοῦ Ἐπιθεωρητοῦ. Τὸ Συμβούλιον κατήρτισε δύο πίνακας. Εἰς τὸν πρῶτον κατεχώρει τοὺς ἀριστεῖς τῶν ὑπαλλήλων καὶ εἰς τὸν δεύτερον πίνακα ἀνέγραφε τοὺς ἠθητικοὺς, οὕτως εἰπεῖν, ὑπαλλήλους. Ὁ Χαροκόπος, ὡς ἦν ἑπόμενον, εἶναι ἐν τῷ πρώτῳ πίνακι καὶ ἔχει τὴν μείζονα ὑπηρεσίαν πάντων τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων. Ἔχει τοιαύτας σημειώσεις παρὰ τῆς ὑπηρεσίας, τῶν ὁποίων στεροῦνται πάντες οἱ ἄλλοι. Ὁ Χαροκόπος παραλείπεται εἰς τοὺς προβιβασμούς, δὲν προάγεται, προάγονται δὲ καὶ ἐκ τοῦ δευτέρου πίνακος, ἀκόμη καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶχον λάβει δύο καὶ τρεῖς ψήφους μελανὰς ἐκ τοῦ ὑπηρεσιακοῦ Συμβουλίου. Ἐπληροφορήθην, Κύριοι Βουλευταί, πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Διατάγματος τῆς προαγωγῆς, μόλις ἐπανελθὼν ἐκ τῆς πατρίδος μου, ὅτι ὁ Χαροκόπος παραλείπεται ἀπὸ τοὺς προβιβασμούς, ὁ ὁποῖος ὁμολογῶ εἶναι καὶ ἰδιαίτερος συμπολίτης μου. Ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον μετ’ ἀξιοτίμου συναδέλφου ἐξ Ἀρκαδίας καὶ ἐξ ὀνόματος ὀκτὼ ἄλλων βουλευτῶν ἐξ Ἀρκαδίας, νὰ μεταβῶ παρὰ τῷ κ. Ὑπουργῷ καὶ νὰ ζητήσωμεν πληροφορίας, ἂν πράγματι ὁ Χαροκόπος παραλείπεται ἀπὸ τοὺς προβιβασμούς. Ἠκούσαμεν ἔκπληκτοι, ὅτι εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργόν, παραστήσαντες εἰς αὐτόν, ὅτι διαπράττει ἀδίκημα διὰ τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, νὰ ἐπανορθώσῃ, διότι ἦτο καιρὸς, τὸ ἀδίκημα. Μᾶς ἀπήντησεν, ὅτι ἤδη ὑπεγράφη τὸ Διάταγμα τῆς προαγωγῆς. Ὑπεδείξαμεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα καὶ νὰ διορθώσῃ αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐφάνη ἄκαμπτος καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ μόλις ἐξήλθομεν τοῦ Ὑπουργείου, ἐπληροφορήθημεν, ὅτι ἐστάλη εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον παραχρῆμα τὸ Διάταγμα πρὸς δημοσίευσιν καὶ αὐθωρεὶ ἐντὸς ὥρας ἐκοινοποιοῦντο καὶ αἱ προαγωγαὶ εἰς τοὺς προαχθέντας. Ἡ τοιαύτη σπουδὴ μὲ κατέπληξε. Παρεκαλέσαμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ μᾶς εἴπῃ ποίαν γνώμην ἔχει περὶ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἀπήντησεν, ὅτι ἦτο μεταξὺ τῶν προαχθησομένων ἐν τῷ καταλόγῳ καὶ ἤθελε προαγάγει αὐτόν, ἀλλὰ μετέβαλε γνώμην, διότι — ἀκούσατε, Κύριοι Βουλευταί, παρακαλῶ, μετὰ προσοχῆς — προσῆλθεν ἐνώπιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου κ. Ἀνδρεάδης — αὐτὸς οὗτος, ὅστις προέτεινεν εἰς τὸ Συμβούλιον, προκειμένου περὶ τῆς θέσεως τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, νὰ ἐκφράσῃ τὸ Συμβούλιον εὐχήν, ἵνα οὗτος καταλάβῃ τὴν θέσιν — καὶ εἶπεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὁ κ. Ἀνδρεάδης, ὅτι τῷ ἀνεκοίνωσε πρόσωπον, μεγάλην κατέχον θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι πρὸ 25 ἐτῶν ὁ ὑπάλληλος Χαροκόπος ὑπέπεσεν εἰς παράπτωμα ὑπηρεσιακόν. — Μοὶ προσέθηκεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὀνομάσῃ τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἔδωκε τὰς πληροφορίας πρὸς τὸν κ. Ἀνδρεάδην, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ εἶδος τοῦ παραπτώματος, οὔτε τὸν χρόνον αὐτοῦ. Καὶ ὅτε ὁ Χαροκόπος, πληροφορηθεὶς ταῦτα, διενοήθη νὰ καταγγείλῃ τοὺς συκοφαντήσαντας αὐτὸν καὶ συνέταξε μάλιστα μήνυσιν, τὴν ὁποίαν ἐπέδειξεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξανέστη κατὰ τῆς τόλμης τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ ζητήσαντος νὰ προστατεύσῃ τὴν τιμήν του. Εἶναι ἀληθῆ αὐτά, κ. Ὑπουργέ;
§141ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ ὁμιλήσω.
§142Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ ὑπάλληλος ἀπέναντι τῆς ἀγανακτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, δὲν εἶχε τι ἄλλο νὰ πράξῃ, εἰ μὴ νὰ ξεσχίσῃ τὴν μήνυσιν, τὴν ὁποίαν συνέταξε. Προσέθηκε μάλιστα ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἰδιαιτέραν ἐκείνην ἐπίσκεψιν, ὅτι τὰς πληροφορίας τοῦ κ. Ἀνδρεάδου, τὰς ἐθεώρει ὡς ἀορίστους καὶ οὐδεμίαν ἐχούσας ἀξίαν, καὶ μάλιστα τὸ σημείωμα, τὸ ὁποῖον τοῦ ἔστειλε, τὸ ἔρριψεν εἰς τὸν κάλαθον, διότι δὲν ἔδιδε σημασίαν εἰς πληροφορίαν τοσοῦτον ἀόριστον καὶ κατὰ χρόνον, καὶ κατὰ ποιόν, καὶ εἰς τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον διεβίβαζε τὰς πληροφορίας αὐτὰς εἰς τὸν κ. Ἀνδρεάδην. Ἀλλά, καίτοι τοιαύτην ἀξίαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι διεβιβάσθησαν εἰς αὐτὸν διὰ τοῦ κ. Ἀνδρεάδου, οὐχ ἧττον ἡ ἀγανάκτησις διὰ τὸ θάρρος τοῦ ὑπαλλήλου τὸ νὰ καταγγείλῃ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι διέσπειραν ψευδεῖς εἰδήσεις καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ ἀμυνθῇ κατὰ τῶν τοσοῦτον ὑπούλως ἐπιτιθεμένων κατ’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὑπῆρξεν ἔγκλημα, ἡ ἀγανάκτησις ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ἀπεφάσισε τὴν προγραφὴν αὐτοῦ καὶ τὸν ἀφήρεσεν ἀπὸ τὸν κατάλογον τῶν προαχθέντων. Δὲν θέλω, Κύριοι Βουλευταί, νὰ ὁμιλήσω διὰ τὴν ἐπιπολαιότητα τοῦ κυρίου καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος μετέβη καὶ διεβίβαζε τοιαύτας ἀοριστίας, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν δύναμιν νὰ διακρίνῃ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δι’ αὐτοῦ διεβίβαζον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς πληροφορίας τὰς ἀνυποστάτους, τὰς ψευδεῖς, ἵνα καταστρέψωσιν ἕνα ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος διήνυσε τὸν βίον του ὅλον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῆς Πατρίδος. Δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ ἀκόμη ἀσφαλῶς τὶς εἶναι ὁ μεταδώσας τὰς πληροφορίας αὐτὰς πρὸς τὸν κ. Ἀνδρεάδην, καὶ διὰ τοῦ κ. Ἀνδρεάδου πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐὰν λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὀνομάσῃ τὸ πρόσωπον, τὸ μεγάλην κατέχον θέσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ καὶ πλειστάκις ἀνελθὸν εἰς τὰ ὕπατα τῆς Πολιτείας ἀξιώματα, θὰ εἶμαι εἰς θέσιν, βεβαιῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ ἀποκαλύψω τὰ ἐλατήρια, ἐξ ὧν ὡρμήθη ἐκεῖνο τὸ μεγάλην κατέχον θέσιν πρόσωπον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ἵνα ἐπιτεθῇ τοσοῦτον δολίως κατὰ πτωχοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἀδίκημα ἔκαμε κατ’ αὐτοῦ, εἰ μὴ προσεπάθησε νὰ προστατεύσῃ καὶ ἐπροστάτευσε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ ἐμπνεύσῃ τὸν χόλον καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ μεγάλου ἐκείνου προσώπου. Καὶ τὸ μεγάλον ἐκεῖνο πρόσωπον διενοήθη: πῶς εἶναι δυνατὸν εἷς ὑπαλληλίσκος νὰ ἀντιστρατευθῇ εἰς τὰς ὑποθέσεις αὐτοῦ τούτου; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἰδίαν γνώμην καὶ ἰδίαν θέλησιν νὰ συναισθάνεται τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀπέναντι τοῦ Κράτους καὶ ἀπέναντι τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ὅταν τὸ μέγα ἐκεῖνο πρόσωπον ἐζήτει νὰ ξεσχισθοῦν οἱ νόμοι, ἵνα ὠφεληθῇ αὐτό; Δὲν λέγω εἰδικῶς, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποίαν ὠφέλειαν προσεδόκα ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐζήτει. Ἐὰν δὲν θελήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀποκαλύψῃ τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, βεβαιῶ τὴν Βουλήν, ὅτι θὰ τὸ ἀποκαλύψω ἐγώ, καὶ ἀποκαλύπτων τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο, θὰ ἀναφέρω καὶ θὰ ἀποδείξω δι’ ἐγγράφων τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα τὸ πρόσωπον αὐτὸ ἐδημιούργησε τὴν συκοφαντίαν αὐτὴν καὶ διεβίβασε ταύτην διὰ τοῦ ἐν καλῇ πίστει εὑρισκομένου κ. Καθηγητοῦ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα οὕτω ρίψῃ τὸ δηλητήριον καὶ παραπείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παραλείψῃ, κατὰ τὴν κρίσιν μου, — ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τοῦ εἴπω, — ἕν καθῆκον τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ προαγάγῃ ὑπάλληλον, τοσαύτας ὑπηρεσίας προσενεγκόντα. Ἔχω εὐτυχῶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ τρεῖς πρώην Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν ἤδη κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δηλ. 4. Δὲν νομίζω, ὅτι, ἐπικαλούμενος τὴν μαρτυρίαν αὐτῶν, θὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἀλλοίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ περὶ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς μᾶς εἶπεν ἰδιαιτέρως, εἶχε μέχρις οὗ παρουσιάσθη τὸ μέγα ἐκεῖνο πρόσωπον καὶ διεβίβασε διὰ τοῦ κ. Καθηγητοῦ τὰς πληροφορίας, περὶ ὧν πρότερον ὡμίλησεν. Καὶ θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ ἤδη ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ σεβαστοῦ μοι ἀρχηγοῦ, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὡς πρώην ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν μαρτυρίαν τοῦ κ. Καλογεροπούλου, τοῦ ὁποίου, εὐτυχῶς, ἔχω καὶ ἔγγραφον ἔνορκον κατάθεσιν περὶ τοῦ ποιοῦ ἐν γένει τοῦ Χαροκόπου. Εἶχε τὴν ἀτυχίαν ὁ ὑπάλληλος οὗτος νὰ καταδιώκεται ἀπὸ ἐτῶν, καὶ ὅσοι ὑπῆρξαν Βουλευταὶ εἰς τὴν διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅτε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἦτο ὁ ἔντιμος ἤδη Δήμαρχος Ἀθηναίων, θὰ ἐνθυμοῦνται τὰ λαβόντα χώραν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ καὶ θὰ ἐνθυμοῦνται, ὅταν ἐζητήθη λόγος παρὰ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ, ἀξιοτίμου ἤδη Δημάρχου Ἀθηναίων, εἰς ποίαν δύσκολον εὑρέθη θέσιν. Ἔχω ἀνὰ χεῖρας ἔγγραφα τῶν κατόπιν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργῶν, διὰ τῶν ὁποίων ἐξαίρεται ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, ἔχω ἀποφάσεις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι, ἀφοῦ, δυστυχῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐβεβαίωσε τὴν Βουλήν, ὅτι τὸν φάκελλον, τὸν ἀφορῶντα τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸν εὕρῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα τὸν καταθέσῃ, ὅπως ἐζήτησα, ἐμερίμνησα ἐγὼ πλέον καὶ ἔλαβα ἀντίγραφα τῶν ἀποφάσεων, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ στείλουν τὸν φάκελλον ἐκεῖθεν, καὶ ἐκ τῶν ἀποφάσεων ἐκείνων θὰ ἴδητε, Κύριοι, ὅτι ἀπὸ εἴκοσιν ἐτῶν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος διώκεται, διότι, δυστυχῶς δι’ αὐτόν, δὲν εἶχε κανένα νὰ τὸν προστατεύσῃ. Εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον ἐχρημάτισεν ὡς οἰκονόμος κατὰ τὸ 1897. Ὁ διευθυντὴς τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐνόμισεν, ὅτι ὁ ὑπαλληλίσκος αὐτὸς ἔπρεπε νὰ εἶναι ὄργανον αὐτοῦ, νὰ ὑπογράφῃ ἀποδείξεις παραλαβῆς κλπ., οὐχὶ τὰς πραγματικάς, ἀλλ’ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ὁ κ. Διευθυντὴς παρεῖχεν εἰς αὐτόν. Ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς ἀνεφέρθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς καὶ κατ’ ἐπανάληψιν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, λέγων: «Μὴ ζητήσητε παρ’ ἐμοῦ λογοδοσίαν, διότι τίποτε δὲν διαχειρίζομαι. Ὁ Διευθυντής, καταργήσας τὸν νόμον, ἀνέλαβε μόνος τὴν διαχείρισιν, δὲν εἶμαι ἀρεστὸς εἰς αὐτόν, δὲν ὑπογράφω ἀποδείξεις παραλαβῆς». Εἶνε ἀλληλογραφία, Κύριοι Βουλευταί, μεγάλη, πολύμηνος, φάκελλος ὀγκώδης, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρέθη, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύναμαι τίποτε ἄλλο νὰ εὕρω, ἔλαβον τὰ ἀντίγραφα τῶν ἀποφάσεων, ὡς εἶχον δικαίωμα νὰ ζητήσω ταῦτα, τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον λέγει: (ἀναγινώσκει) «Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν Οἰκονόμον Γ. Χαροκόπον, οὗτος, ὡς ἐκ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων καταδεικνύεται, ὡς ἐκ τῆς παρεμβάσεως τοῦ Διευθυντοῦ, οὔτε παρέλαβέ τι, οὔτε διεχειρίσθη. Ἑπομένως, γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἐὰν οὗτος, ὁ Χαροκόπος, εἶναι ὑπόλογος εἰς λογοδοσίαν διὰ διαχείρισιν, ἣν ὁ μὲν ἀμέσως αὐτοῦ προϊστάμενος παρεκώλυσε ν’ ἀναλάβῃ, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, οὗτινος τὴν παρέμβασιν πολλάκις ἐπεκαλέσθη, ἀπέσχε νὰ φέρῃ ἐν καιρῷ εὐθέτῳ τὴν διασαλευθεῖσαν τάξιν ἐν τῇ λειτουργίᾳ τοῦ καταστήματος, διατάσσον μὲν τὸν Διευθυντὴν ν’ ἀπόσχῃ τοιαύτης ἀναρμοδίου διαχειρίσεως, ἐγκαθιστῶν δὲ πραγματικῶς ἐν τῇ δράσει τὸν Γ. Χαροκόπον, ὅστις ὡς ἐκ τῆς ἀντιδράσεως τῶν προϊσταμένων του περιῆλθεν εἰς πλήρη ἀπραξίαν, οὐδὲν ἀπέναντι τῶν ἀδυνάτων δυνάμενος νὰ πράξῃ». Καὶ παρακατιών: «Ἀποδέχεται ὁμοφώνως τὰς προτάσεις τοῦ Εἰσηγητοῦ, δι’ ὃ κηρύσσεται ὀρθῶς ἔχουσα ἡ διαχείρισις τοῦ Χαροκόπου». Ἐξεδόθη ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διὰ τῆς ὁποίας ὁ οἰκονόμος ἐκηρύσσετο ἀνεύθυνος πάσης διαχειρίσεως, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον κατέφυγε, δὲν ἔδωσε καμμίαν προσοχὴν εἰς τὰς αἰτήσεις, καὶ ἠναγκάσθη, ἵνα μὴ εὑρεθῇ ἐκτεθειμένος ἀπέναντι τῆς διαχειρίσεως, νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀντὶ νὰ διατάξῃ τὸν Διευθυντὴν νὰ παύσῃ νὰ παραβαίνῃ τὸ καθῆκόν του, ἀπεδέχθη τὴν παραίτησιν τοῦ ὑπαλλήλου τούτου. Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον καὶ καταλογίζει εἰς τὸν Διευθυντήν, ὁ ὁποῖος πρὸς ἴδιον ὄφελος διεχειρίζετο, καταλογίζει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἰς αὐτὸν δραχμὰς 1.200, καὶ ἀμέσως παρακαλεῖται καὶ ἐπανέρχεται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ Χαροκόπος, διοριζόμενος Βʹ τάξεως Ὑπουργικὸς Γραμματεύς. Ἀλλ’ ἔχω, Κύριοι Βουλευταί, ἀνὰ χεῖρας, ἔγγραφον τοῦ πρώην Τμηματάρχου τοῦ Τμήματος τῶν Δημοσίων Κτημάτων, κ. Ἀναστασιάδου, τὸν ὁποῖον, νομίζω, ὅτι ὁ σεβαστὸς Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν προήγαγεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ὡς ἑξῆς χαρακτηρίζει τὸν ἀδικηθέντα ὑπάλληλον· γράφει εἰς τὸν τέως Γενικὸν Γραμματέα καὶ ἤδη Ἀντιπρόεδρον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου: (ἀναγινώσκει) «Ἐν Ἀθήναις τῇ 30 Ὀκτωβρίου 1915, Ἀξιότιμε κ. Γενικὲ Γραμματεῦ, Διευθύνας ἐπ’ ἀρκετὰ ἔτη τὸ Τμῆμα τῶν Κτημάτων, αἰσθάνομαι, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ γνωρίσω ὑμῖν, ὅλως ἰδιωτικῶς, τὴν περὶ τοῦ Γραμματέως κ. Χαροκόπου γνώμην μου, ἐπικειμένων τῶν προαγωγῶν τῶν Γραμματέων εἰς Τμηματάρχας. — Εὐθὺς ὡς ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν, παρετήρησα μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ περὶ τοὺς χιλίους φακέλλους καταπατήσεων δημοσίων κτημάτων παρερριμένους καὶ κονιορτοβριθεῖς. Οὐδεὶς τῶν Γραμματέων ἀνελάμβανεν, ἢ ἦτο εἰς θέσιν νὰ ἐκκαθαρίσῃ τὴν τεραστίαν ταύτην ἐργασίαν. Εὐτυχῶς, προθυμότατος ἐφάνη ὁ ἀνωτέρω Γραμματεύς, ὁ ὁποῖος μετὰ μεγάλου ζήλου καὶ πόνου ὑπὲρ τῶν δημοσίων συμφερόντων ἐρρίφθη εἰς τὴν ἐκκαθάρισιν ταύτην, ἐργαζόμενος καὶ πέραν τῶν κεκανονισμένων ὡρῶν καὶ πολλοὺς φακέλλους καὶ οἴκοι ἐπεξεργαζόμενος καὶ μελετῶν. Κατὰ τὰς σχετικὰς διοικητικὰς ἐνεργείας ἐπίσης ἔδειξεν ὁ ἀνωτέρω Γραμματεὺς ἀξιέπαινον ἀνεξαρτησίαν χαρακτῆρος, διαρκῶς προσηλούμενος πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐκ τῆς γενομένης ἐργασίας τοῦ κ. Γραμματέως προέκυψεν, ὥστε αἱ μὲν τῶν ὑποθέσεων νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὸ Ἀρχεῖον, διότι πᾶσα περαιτέρω διοικητικὴ ἐνέργεια ἦτο ματαία, αἱ δὲ νὰ διεκπεραιωθῶσιν αἰσίως εἰς ὄφελος τοῦ Δημοσίου, ἀποφυγόντος ἐπιτυχῶς τὰς συνεπείας τῆς παραγραφῆς.— Οὕτω δὲ ὁ κατ’ ἐξοχὴν δυσχερὴς κλάδος τῶν καταπατήσεων ἐτακτοποιήθη θαυμασίως, ἡ δὲ σχετικὴ ὑπηρεσία διεξήγετο ἔκτοτε ταχέως καὶ ἀπροσκόπτως, χάριν εἰς τὰς ὄντως λίαν ἀξιεπαίνους ταύτας προσπαθείας τοῦ Γραμματέως Χαροκόπου. «Φρονῶν, λοιπόν, ὅτι οἱ οὕτω ἐργαζόμενοι ὑπάλληλοι δέον νὰ ἀμείβωνται ἀναλόγως ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ ὅτι ἀκόμη οἱ διατελέσαντες ἀρχηγοὶ τῶν ὑπηρεσιῶν ἔχουν τὸ καθῆκον, ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, νὰ ἐξάρουν τὰς ἐξαιρετικὰς τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων ὑπηρεσίας πρὸς τὸ Κράτος, ἐνόμισα, ὅτι ἔδει νὰ συμμορφωθῶ καὶ ἐγὼ πρὸς τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. «Δέξασθε, παρακαλῶ, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς ἐξαιρέτου ὑπολήψεώς μου.
ΗΛΙΑΣ ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ».
Τοιοῦτον ὑπάλληλον παρέλειψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοὺς προβιβασμούς. Δὲν θὰ σᾶς κουράσω, ἂν σᾶς ἀναγνώσω μὲ πέντε λέξεις καὶ τὴν κατάθεσιν καὶ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ἔχει, ὡς φρονῶ, ὁ κ. Καλογερόπουλος, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. (ἀναγινώσκει) «Ἀπ.— Ἡ γνώμη, ἥν πεποιθότως διατυπῶ, εἶναι, ὅτι ὁ ἰδιότης κατήγορος κ. Χαροκόπος εἶναι ὑπάλληλος μορφωμένος τελείως, εἰς ἄκρον φιλόπονος μετ’ ἀντιλήψεως ὀξείας, ὅτι δέ, ὁσάκις ὁ Τμηματάρχης τοῦ Δασικοῦ Τμήματος ἦτο ἐπ’ ἀδείᾳ ἢ δι’ ἄλλους λόγους ἀπουσίαζεν, ὁ κ. Χαροκόπος, ἀναπληρῶν αὐτόν, διεξήγαγεν ἄριστα τὴν ὑπηρεσίαν ὁλόκληρον λίαν ἐπιτυχῶς καὶ ὅτι οὐδέποτε μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ περιέλθω εἰς τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῆς ὑπηρεσιακῆς του ἠθικῆς καὶ ἐντιμότητος. Μόνον ἅπαξ ὁ τέως ὑπομοίραρχος Νέστωρ Στεφάνου ἦλθεν ἐμπιστευτικῶς νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ὁ Χαροκόπος εἶναι καταχραστής, χωρὶς νὰ μοὶ ὁρίσῃ μίαν οἱανδήποτε κατάχρησιν, κατόπιν δέ, συνεπείᾳ δικαστικῆς ἀνακρίσεως, ἀπεδείχθη, ὅτι καταχραστὴς ἦτο αὐτὸς ὁ Ν. Στεφάνου, ἰδιοποιηθεὶς ἀρκετὰ ποσὰ ξυλανθράκων καὶ ἐκπλειστηριάσματα τοιούτων εἰδῶν, ὅτι δὲ ἐφωράθη καταχραστὴς διὰ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Γραμματέως κ. Χαροκόπου καὶ διὰ τοῦτο κατεδικάσθη ἁρμοδίως εἰς φυλάκισιν καὶ εἰς ἀπόταξιν, ἐζήτει δὲ νὰ ἀπομακρυνθῇ τῆς ὑπηρεσίας ἐκεῖνος, ὅστις παρημπόδιζεν αὐτὸν εἰς τὰς χρηματικάς του ἐπιχειρήσεις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ». Ὥστε τὰ κατὰ Χαροκόπον ριπτόμενα βέλη τοσοῦτον ἀτίμως καὶ δολίως παρὰ τῶν προσώπων τῶν κατεχόντων ὑψηλὴν καὶ μεγάλην ἐν τῇ κοινωνίᾳ θέσιν, δὲν εἶναι σημερινά, ἀλλ’ ἀπὸ πολλοῦ, καὶ ὅπως τότε κλέπτης ἔδωσε κακὰς εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πληροφορίας, οὕτω καὶ ἤδη γίνεται, κ. Ὑπουργέ. Καὶ δὲν θὰ ἐπεκταθῶ, ἵνα ὀνομάσω λόγους καὶ αἴτια, ἀναμένων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐὰν λάβω καὶ νέαν ἀνάγκην, τότε θὰ κατέλθω, ἵνα ὀνομάσω πρόσωπα καὶ πράγματα, αἴτια καὶ αἰτιατά. Ἤδη ἀφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἐνεργείας, ὅσον ἀφορᾷ τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§143ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ ὑπάλληλος, ὁ μὴ προβιβασθείς, εἶναι καὶ παλαιὸς καὶ ἱκανὸς καὶ ἐπιμελὴς καὶ οὐδεὶς λόγος μέχρις ἐμοῦ ἔφθασεν, ὅστις νὰ δύναται νὰ μὲ πείσῃ, ὅτι δὲν εἶναι καὶ τίμιος. Ὥστε ἐν τούτῳ διὰ μιᾶς φράσεως συμφωνῶ μὲ τὸν πρὸ ὀλίγου κατελθόντα τοῦ βήματος, ὅστις κατηνάλωσε πολλὴν ὥραν, δι’ ἐμέ, διὰ νὰ μὲ πείσῃ περὶ πραγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶχον διάφορον γνώμην. Ἐν τῇ κρίσει, ἥτις ἐγένετο κατὰ τὸν νόμον περὶ προσόντων, τῇ διπλῇ, ἐντὸς ὀλίγου χρονικοῦ διαστήματος, ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον κατά νόμον γνωμοδοτεῖ, ἐκρίθη μεταξὺ τῶν προακτέων. Καὶ κατὰ μὲν τὴν πρώτην περίοδον, τὴν ἀναγομένην εἰς τὸ Ἐθνικὸν Τυπογραφεῖον, μετὰ καὶ ἄλλων τεσσάρων ἢ πέντε, οὗτος καὶ ὁ ἕτερος, ὁ νῦν Διευθυντὴς τοῦ Τυπογραφείου, ἐκρίθησαν ὡς ἐξ ἴσου κατάλληλοι διὰ νὰ προαχθῶσιν...
§144Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μίαν ψῆφον ἐπὶ πλέον ὁ Χαροκόπος.
§145ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, Παρακαλῶ. Καὶ βεβαίως, εἷς ἐκ τῶν δύο θὰ προήγετο. Εἰς τὴν γνωμοδότησιν, τὴν περὶ τῶν δύο τούτων, ἄλλοι μὲν κριταὶ ἐτάχθησαν, ὁμοφώνως συστήσαντες καὶ περὶ τῶν δύο, ὑπὲρ τοῦ ἑνός, καὶ ἄλλοι ὑπὲρ τοῦ ἑτέρου, ὡς προτιμητέου. Σημειώσατε, ὅτι ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προκαλέσῃ τὴν δοκιμασίαν, ἐπιβάλλει εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν δοκιμασίαν, καὶ εὐλογώτατα, ἀφήνει τὸν Ὑπουργὸν ἐλεύθερον, κατ’ ἰδίαν κρίσιν, αὐτὸς νὰ ἀποφασίσῃ. Ἀλλὰ νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο. Τὸ εἶπεν ἐν παρόδῳ ὁ κ. Βουλευτής, ὁ ἐπερωτήσας, καὶ εἶναι ἀκριβές, ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν ταύτην, τὴν πρώτην, καθ’ ἣν διῃρέθησαν ὡς πρὸς τὴν προτίμησιν οἱ κριταί, ὁ καθηγητὴς κ. Ἀνδρεάδης μετὰ ἑτέρου τῶν κριτῶν, τοῦ κ. Φαρμακοπούλου, τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου, ἔδειξαν προτίμησιν πρὸς τὸν κ. Γεώργιον Χαροκόπον, ἥτις εἶναι καὶ δεδηλωμένη ἐν τῷ πρακτικῷ. Σημειώσατε, — διότι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν θέλετε ἀκούσει — ὅτι ὁ καθηγητὴς κ. Ἀνδρεάδης, ὅλως ξένος πρὸς τὸν Χαροκόπον, ἐκ τῶν δύο ἐγνωμοδότησε καὶ ὑπὲρ τῶν δύο ἐξ ἴσου, ἀλλ’ ἐθεώρησεν αὐτὸν προτιμητέον.
§146Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἦτο ὁ ἄλλος;
§147ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὁ κ. Χαϊμαντᾶς, ὁ σημερινὸς Διευθυντὴς τοῦ Τυπογραφείου. Οἱονδήποτε ἐρωτήσετε ἐνταῦθα, τὸν γνωρίζει. Ἄλλοι ἐκ τῶν κριτῶν, καὶ ἰδίως ὁ Διευθυντὴς ὁ ἁρμόδιος, ἔλεγεν, ὅτι καὶ οἱ δύο εἶναι καλοί, ἀλλὰ νομίζουσιν, ὅτι πρέπει νὰ προτιμηθῇ ὁ Χαϊμαντᾶς. Ὁ Ὑπουργὸς γιγνώσκων, ὅσα ἐγίγνωσκον, καὶ βλέπων, ὅσα ἔβλεπον, καὶ κρίνων, ὅσα ἠδυνάμην νὰ κρίνω, ἐπροτίμησα τὸν Χαϊμαντᾶν, καίτοι ὁ κ. Ἀνδρεάδης καὶ ὁ κ. Φαρμακόπουλος προετίμων τὸν Χαροκόπον. Ἀλλὰ κρατήσατε, παρακαλῶ, τὸ ὄνομα τοῦ κ. Ἀνδρεάδη. Ταῦτα συνέβαινον κατὰ τὴν 23ην Ὀκτωβρίου 1915. Μετά τινα καιρόν, κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1915, ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ κριθῇ ἡ τύχη ἀνωτέρων Γραμματέων Αʹ τάξεως, ἐχόντων τὰ προσόντα τῆς προαγωγῆς. Συνεκροτήθη τὸ Συμβούλιον, ἐγνωμοδότησε τὸ Συμβούλιον, ἐγνωμοδότησε δὲ μετὰ πολλῆς προσοχῆς· ὑπῆρξε κατὰ μέγα μέρος εἰς τοὺς πλείστους ὁμόφωνον, εἴς τινας, ὄχι ὁμόφωνον, καὶ ἔπλασε διάκρισιν, ἡ ὁποία ἐν τῷ νόμῳ δὲν ὑπάρχει, κατὰ τὴν ὁποίαν προέταξεν ἕνα πίνακα, δηλοῦν διὰ τούτου, ὅτι αὐτό, καίτοι ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους τοὺς θεωρεῖ κατά τι ἀνωτέρους, ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ κατὰ τοῦτο, καίτοι τοῦτο δὲν προβλέπεται ἐν τῷ νόμῳ, εἶναι μάλιστα ἀνώμαλον, καὶ ἐν τῷ ἑτέρῳ περιέλαβε καὶ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἢ δὲν εἶχον τελείαν ὁμοφωνίαν, ἢ ἦσαν κατώτεροι. Ἐνθυμήθητε πάντοτε, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ. Ὁ Ὑπουργὸς ἐθεώρησε τοὺς δύο πίνακας ὡς ἕνα καὶ ἠσχολήθη εἰς τὸ νὰ ἐκλέξῃ, εἶχε δὲ τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχῃ πλειάδα ὑπαλλήλων ἀνωτέρων Αʹ τάξεως, τοὺς ὁποίους συνήντησε τότε, συνήντησε δὲ καὶ ἐν ἔτει 1910, ὅτε προΐστατο τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ κρίσις τοῦ Ὑπουργοῦ ἐξ ἀρχῆς κατὰ βάθος ἀπέκλινεν εἰς τὸ νὰ προτιμήσῃ τὰ νέα στοιχεῖα διὰ τοῦ κανόνος τῆς ἐκλογῆς, καὶ νὰ μὴ παραλείψῃ τὴν ἀρχαιότητα ὅπου ἦτο ἡ ἀρχαιότης συνηνωμένη μετὰ ἱκανότητος, χρηστότητος καὶ ἐπιμελείας καὶ κατὰ τὴν πρώτην κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, —διότι τρὶς ἠναγκάσθη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπόθεσιν, μηκύνας τὸν χρόνον, διότι ἤθελε νὰ πράξῃ ὅσον τὸ δυνατὸν καταλλήλως, — οὗτος δηλαδή, ἐνῷ ἔχων νὰ ἐκλέξῃ μεταξὺ δύο ἐπίσης προτεινομένων, τοῦ μὲν εἰς τὸν πρῶτον πίνακα, τοῦ δὲ δευτέρου εἰς τὸν δεύτερον, καὶ λόγῳ ἱκανότητος, καὶ λόγῳ ἐπιμελείας, ἐσημείωσεν ἐν τῇ τάξει τῶν ἀρχαιοτέρων, ὡς πρακτέον, τὸν Χαροκόπον, καὶ ὁ Χαροκόπος εἶχε δύο ἔτη ὀλιγώτερα ὑπηρεσίας ἀπὸ τὸν ἄλλον, ὅστις εἶχεν 29 ἔτη καὶ ὁ Χαροκόπος 27.
§148Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος;
§149ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἶναι ὁ κ. Δάσιος. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τούτου μετ’ ὀλίγον. Οὕτω τὰ πράγματα εἶχον καὶ ὑπὸ ταύτας τὰς σκέψεις παρέτεινε τὸν χρόνον ὁ Ὑπουργὸς, ὅτε ἡμέραν τινά—σημειωτέον καὶ τοῦτο, νὰ μὴ τὸ παραλείψω τώρα, ἐπιπροσθέτως ὁ κ. Δάσιος, διὰ τὸν ὁποῖον ἔλαβον ἔξω συστάσεις, συστάσεις ἀνδρὸς ἀξίου νὰ κρίνῃ καὶ τὸν ὁποῖον ὠνόμασε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Βουλευτής, συνέπεσε νὰ ἔχῃ ὑφιστάμενον τὸν κ. Χαροκόπον, καθ’ ὃν χρόνον ἦτο Τμηματάρχης. Ἀνάλογα τοιαῦτα ἔπραξε καὶ εἰς ἐμὲ— οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἡμέραν τινὰ ἐμφανίζεται πρὸς ἐμὲ ὁ κ. καθηγητὴς κ. Ἀνδρεάδης ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔδειξε προτίμησιν πρὸς τὸν Χαροκόπον, καὶ μοὶ λέγει —σημειώσατε, ὅτι ὁ κ. Ἀνδρεάδης εἶνε εὐσυνείδητος μέχρις ἀφελείας...
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὶ εἶναι;
§151ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εὐσυνείδητος. Δὲν θέλω νὰ βλάψω τὸν ἄνθρωπον.
§152Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐὰν δὲν ἦτο ἀφελής, δὲν θὰ ἤρχετο. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§153ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ μοὶ λέγει, ὅτι ἐγὼ ἐψήφισα τὸν κ. Χαροκόπον καὶ δὲν ἔχω οὐδένα λόγον νὰ μεταμεληθῶ, ἀλλ’ ἀπεναντίας, καθ’ ὁδὸν εἶδον ἄνδρα περιωπῆς μεγάλης καὶ ἄξιον πάσης τιμῆς, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐνθυμεῖται, ὅτι πρὸ χρόνων ἐγένετο λόγος τις περὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ κ. Χαροκόπου, γεννήσας τότε ποῖόν τι σκάνδαλον, τὸ ὁποῖον ὅμως ἐνθυμεῖται, ὅτι συνέβη, χωρὶς νὰ ἐνθυμῆτε παντελῶς περὶ τίνος ἐπρόκειτο. Ἀπήντησα εἰς τὸν κ. Ἀνδρεάδην,: τοῦτο εἶναι τόσον ἀόριστον, ὥστε οὐδεὶς πρέπει νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψει. Νὰ ἐνθυμῆται κανείς, ὅτι ἤκουσε περὶ σκανδάλου ἢ εἰς τὸν τύπον ἢ ἔξω—καὶ αὐτὸ ποὺ ἀκούει τις συχνότατα καὶ αὐτὸ εἶναι ἀνάξιον προσοχῆς....
§154Γ. ΠΩΠ. Τὴν ἀνωνυμογραφίαν τὴν διεδέχθη ἡ προφορικότης. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τοῦ εἴπητε.
§155ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, διότι δὲν εἶπε ποῖος εἶναι· καὶ ἂν ἐγνώριζον, δὲν θὰ τὸ ἔλεγον, διότι ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος μοὶ τὰ εἶπε, τὰ εἶπεν εἰλικρινῶς καὶ ὑπερμέτρως στενοχωρηθείς, ὁ κ. Ἀνδρεάδης. Καὶ προσέθετεν ὁ κ. Ἀνδρεάδης, ὅτι τοῦτο δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει καὶ διὰ νὰ ἐπαναπαυθῇ ἡ συνείδησίς του, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ τεθῇ τοῦτο εἰς τὴν πλάστιγγα διὰ τὸν κ. Χαροκόπον, καὶ δὲν ἐτέθη εἰς τὴν πλάστιγγα. Ὅτε, ἐνῷ εἶχον ἐκκρεμὲς τὸ σημείωμα, τὸ περιλαμβάνον τὸ ὄνομα τοῦ κ. Χαροκόπου, ὅστις προηγεῖτο, καίτοι κατὰ διετίαν νεώτερος τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δασίου, διότι ἐστάθμισα τὰ τῆς ἱκανότητος κατὰ τρόπον, ὅστις ἐδείκνυε καὶ περισσοτέραν ἀντοχήν, ἀλλ’ ἴσως ἦτο καὶ ἱκανώτερος, ἐνῷ οὕτως εἶχεν ὁ πίναξ, εἰσέρχεται διὰ μιᾶς εἰς τὸ γραφεῖον μου ὁ κ. Χαροκόπος, Γραμματεὺς Αʹ τάξεως, κριθεὶς ἀπὸ τὸν κριτήν του, καὶ ἄρχεται παραπόνου λίαν ἐντόνου κατὰ τοῦ κ. Ἀνδρεάδου, τοῦ κριτοῦ του, τοῦ τοσοῦτον εὐσυνειδήτως ἀποκαλύψαντος καὶ ζητήσαντος νὰ μὴ τύχῃ καὶ πάθῃ τι ὁ Χαροκόπος, καὶ ἐξημμένος κατεφέρετο κατ’ αὐτοῦ καὶ ἐκράτει ἓν ἔγγραφον ἐν φακέλλῳ ἀνοικτῷ καὶ μοὶ λέγει: ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν θὰ ὑπάγω νὰ τὸν καταμηνύσω.
§156Γ. ΠΩΠ. Ποῦ τὸ ἔμαθεν ὁ Χαροκόπος;
§157ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι νὰ τὸ γνωρίζω ποῦ τὸ ἔμαθε.
§158Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐπιτρέπετε;
§159ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§160Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τοῦ παρηγγείλατε.
§161ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μετέπειτα παρήγγειλα.
§162Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ προσῆλθεν ἐνώπιόν σας νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τοῦ ἀδικήματος.
§163ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρεῖτε. Τὸ σημείωμά μου δὲν εἶχεν ἀνακοινωθῇ εἰς οὐδένα. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ μὲ διακόπτητε.
§164Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἐπαναλάβω πλέον νὰ σᾶς διακόψω.
§165ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Λέγω, λοιπόν, καὶ παρακαλῶ νὰ τὸ σημειώσητε, διότι τοῦτο ἐγένετο κατὰ σύστασιν, ὅτι συνέπεσε κατὰ τὸ 1910 ὡς Πρωθυπουργὸς ἐκκαθαριστής, νὰ κρίνω περὶ ἐκκαθαρίσεως ἢ μὴ τοῦ κ. Χαροκόπου, καὶ καίτοι δὲν πιστεύω νὰ ἀμφιβάλλητε, εἰς τοιαύτας ὥρας ἐκκαθαρίσεως γίνεται συζήτησις πολλαπλῆ, καίτοι ὑπῆρχεν ἡ κατακραυγὴ κατὰ τοῦ κ. Χαροκόπου, ὅτι ἀναμιγνύεται εἰς καταμηνύσεις, εἰς τὴν ἐποχὴν τὴν περίφημον τοῦ τότε Τμηματάρχου τῶν Δασῶν Σαμίου, ὅστις ἐξεκαθαρίσθη, καίτοι ὅλα ταῦτα εἶχον προταθῆ· μετὰ τοσαύτης προσοχῆς ἐξήτασα τὴν ὑπόθεσιν, ὥστε δὲν ἀφῆκα νὰ στραφῇ ἡ πλάστιγξ εἰς βάρος τοῦ Χαροκόπου, τὸν ὁποῖον πρώτην φορὰν συνήντων κριτὴς ἐγώ, εὑρισκόμενον ἐκεῖ, ὅτε βλέπω τὸν Χαροκόπον μετὰ μηνύσεως κατὰ τοῦ κριτοῦ του, τὸν ὁποῖον ἠγγάρευσεν ἡ Πολιτεία διὰ νὰ κρίνῃ, εἰς φάκελλον ἑτοίμην νὰ ὑπάγῃ νὰ τὴν παραδώσῃ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα, ὡς ἔλεγεν. Ἐγὼ ἔξαλλος ἐξηγέρθην καὶ τοῦ εἶπον: ἐχάλασες τὴν θέσιν σου, τώρα, λέγω, δὲν ἐνθυμεῖσαι αὐτὴν τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν παρέμεινες εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἔκρινα ἀκριβοδικαίως κατὰ τοῦτο. Λέγει: Κύριε Ὑπουργέ, Κύριε Ὑπουργέ, τὴν σχίζω τὴν μήνυσιν, τὴν σχίζω τὴν μήνυσιν. Ἀλλὰ τὸ κακὸν ἦτο τετελεσμένον, ἡ ἐντύπωσις ἦτο ἀρκετή. Δὲν ἦτο δυνατόν, μετὰ ταῦτα, Ὑπουργός, ἔχων ὑποχρέωσιν νὰ κρατήσῃ τὴν θέσιν καὶ νὰ προστατεύσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται καὶ δυσανασχετοῦντες ἔρχονται ἀπ’ ἔξω, διὰ νὰ κρίνωσι, νὰ ὑφίστανται ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα συμβαίνουσιν εἰς τοὺς κριτάς. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψω εἰς ἄνθρωπον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔλθῃ πρὸς ἐμὲ αὐτόν, νὰ εἴπῃ ὅσα εἶπε καὶ νὰ αὐθαδιάσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον κατὰ τῶν νόμων, καὶ νὰ αὐθαδιάσῃ κατὰ τῶν κριτῶν καὶ εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπογράψω καὶ διὰ μιᾶς παραβάσεως τῶν κανόνων τῆς ἀρχῆς προσέτρεξα εἰς τὸν ἀρχαιότερόν του τὸν κ. Δάσιον, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ αὐτὸς ἄξιος νὰ κριθῇ προακτέος, ὡς ἐργατικὸς καὶ τίμιος καὶ ἐπιμελής.
§166Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Εἰς ποῖον πίνακα ἦτο τῆς προαγωγῆς, ἢ μετὰ ποῖον πίνακα;
§167ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ πίναξ ἦτο αὐθαίρετος, μόλις προήχθη τὸν ἐθεώρησα αὐθαίρετον κατασκεύασμα καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἦτο εἷς ἢ τρεῖς ἢ καὶ δέκα, ὁ νόμος λέγει, ὅτι τὴν κρίσιν τὴν ἔχει ὁ Ὑπουργός, μὴ δεσμευόμενος.
§168Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ εἶπον πρῶτος ἐγώ.
§169ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶπον, ὅτι δὲν τὸ εἴπατε. Ὁπωσδήποτε τὸ τονίζω ἐγώ. Τὸ ζήτημα ἐνταῦθα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, εἶνε τὸ ἦθος τοῦ ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἶνε ἕτοιμος νὰ καταγγέλλῃ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τῶν συναδέλφων του τοῦ Ὑπουργείου. Βεβαίως, ἔχει τι τὸ ἀσθενικὸν κατὰ τὸ ἦθος. Καὶ τοσοῦτον αὐτὴ ἡ ἀσθένεια εἶναι ῥιζωμένη εἰς αὐτόν, ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ εἰς ἐμὲ εἶπεν ὅτι θὰ καταγγείλῃ καὶ εἶχεν ἑτοίμην τὴν μήνυσιν. Ἀλλὰ καὶ μετὰ ταῦτα εἰς οὐδεμίαν ἐνέργειαν προέβη, ἐφρόντισε δὲ νὰ δείξῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραιτήσῃ τὸ ἦθος τοῦτο. Θὰ ἀναγνώσω αὐτοῦ τοῦ εἴδους δήλωσιν ἐξ ἐπισήμου ἐγγράφου, τὴν ὁποίαν θέλετε ἀκούσει. (ἀναγιγνώσκει): «9 Δεκεμβρίου 1915... Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ἀναγινώσκεται ἐπιστολὴ τοῦ κ. Ἀνδρεάδου, ἔχουσα οὕτω... κλπ.».
§170Ν. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑΚΟΣ. Διατὶ τὸ ἀνεκοίνωσεν;
§171ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν εἶμαι κριτὴς ἐγώ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν πράξεών μου· τὰ ἄλλα δύνασθε νὰ συζητῆτε ὅπου θέλετε· ἐγὼ φέρω ὅλην τὴν εὐθύνην καὶ ἐγὼ θὰ εἴπω καὶ ὅσα εἶναι ἀπαραίτητα, ὅπως πεισθῶσι πάντες, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου τὴν βαθεῖαν, ἦτο ὀρθὸν καὶ καλῶς ἐγένετο. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ ἐκ τῶν μελῶν κ. Ἀνδρεάδου πρὸς τὸν Πρόεδρον, εἶναι μεθ’ ἡμέρας: (ἀναγινώσκει): «Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως, ἀναγινώσκεται ἐπιστολὴ τοῦ κ. Ἀνδρεάδου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ἔχουσα οὕτως: «Φίλε κ. Γενικὲ Γραμματεῦ,... κλπ, Παρασκευή, ἑσπέρας 26ης. Περιεχόμενον δηλώσεως τοῦ κ. Χαροκόπου: «Ἀξιότιμε κύριε, Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς τιμῆς μου, ὅτι οὐδέποτε πρὸ τοῦ 1880... Ἀθῆναι 26 Νοεμβρίου 1915. Προθυμότατος κλπ.». Εἶτα δὲ ὁ κ. Ἀνδρεάδης, καταθέτει δήλωσίν του ἔχουσαν ὡς ἑξῆς: «Κύριε Πρόεδρε, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Προέδρου τοῦ Συμβουλίου καὶ τοῦ Γ. Χαροκόπου... κλπ.».
§172Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὰ λέγει ὁ κ. Ἀνδρεάδης.
§173ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν τὰ λέγω ἐγώ. Τὰ ἀναγινώσκω ἐξ ἐπισήμου πρακτικοῦ.
§174Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Σύμφωνοι.
§175ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). (Ἐξακολουθεῖ τὴν ἀνάγνωσιν): «Κατεδίωξα καὶ τοὺς πιστεύσαντας εἰς αὐτάς. καί... καὶ αὐτὸν τὸν κ. Μπενάκην, οὗτινος ἐφείσθην, λόγῳ τῆς ἡλικίας καὶ τῶν δακρύων κλπ.». Ἀπέναντι τούτων ἦτο στοιχειῶδες καθῆκον διὰ τὸν Ὑπουργόν, ὅστις ἔπρεπε νὰ προαγάγῃ τὸν ἕνα ἐκ τῶν δύο, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐδῶ, τὸν ἐν παντὶ κρείττονα, ἦτο στοιχειῶδες καθῆκον νὰ προαγάγῃ ἐκεῖνον, ὅστις εἶχε τὴν κεφαλὴν κάτω καὶ οὐδὲν ἔπραξε καὶ οὐδένα ἠνώχλησε καὶ οὐδένα ὕβρισε καὶ οὐδένα ἠπείλησε διὰ μηνύσεων καὶ ἐσεβάσθη τοὺς κριτάς του, ἐκεῖνον τὸν ἀρχαιότερον τῶν δύο νὰ προτιμήσῃ καὶ προαγάγῃ.
§176Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νομίζω, Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς συνωμολόγησεν ἐν παντὶ ὅσα ἐξέθηκα προηγουμένως εἰς τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Ἡ διαφωνία ἤχθη μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰς λεπτομερείας ἀσχέτους πρὸς τὰ καθήκοντα αὐτοῦ. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι παρέλειψεν αὐτὸν καὶ ἔφερεν ἄλλον, ὁ ὁποῖος εἶχε καὶ ἀρχαιότητα μεγαλειτέραν αὐτοῦ, καὶ ἴσως τὸ Συμβούλιον παρεσύρθη καὶ νομίζει ὅτι οἱ ὀκτώ, ἢ δέκα, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν, εἶναι ἀρχαιότεροι τοῦ Χαροκόπου...
§177ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). — Δὲν εἶπον αὐτό.
§178Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅπως τὸ εἴπατε, ἴσως οὕτω θὰ ἐκληφθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἷς καὶ μόνος ἦτο ἀρχαιότερος, τὸν ὁποῖον ἀνέσκαψεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τὸν πίνακα τὸν δεύτερον, τὸν ὁποῖον, ὅσον καὶ ἂν θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι ὁ νόμος δὲν ποιεῖται διάκρισιν, τότε τὶ θέλομεν τοὺς πίνακας καὶ τὰ συμβούλια τὰ ὑπηρεσιακά, ἅτινα ἔγιναν; Καὶ εἶπεν ἐξ ἀρχῆς ὅτι δὲν παραβαίνει τὸν νόμον. Ἀλλ’ ὅταν δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰς γνωματεύσεις αὐτὰς τῶν Συμβουλίων, πρὸς τί τὰ διατηρεῖτε; Καὶ ὅταν τὰ συμβούλια ἐκεῖνα χωρίζουν τοὺς ὑπαλλήλους εἰς ἀρίστους καὶ εἰς βοηθητικούς, καὶ σεῖς λαμβάνετε ἐκ τοῦ τελευταίου πίνακος καὶ προάγετε καὶ ἀφήνετε τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς τὸν πρῶτον πίνακα, διὰ ποῖον λόγον τὰ διατηρεῖτε τὰ Συμβούλια; Καὶ ἓν ἄλλο ἀκόμη, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ὅτι σᾶς διέφυγε τὴν μνήμην καὶ τὸ εἴπατε. Εἴπατε, ὅτι ἐκράτησεν εἰς τὴν γνώμην ὑμῶν ἡ ἰδέα νὰ προαγάγητε τοὺς νεωτέρους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους εὑρίσκετε στοιχεῖα προόδου. Ἐὰν ἐνθυμῆσθε καλῶς, κ. Ὑπουργέ, εἰς ἡμᾶς εἴπατε ὅλως τὸ ἐναντίον, ὅτι ἐν τῇ γνώμῃ ὑμῶν ἐπικρατεῖ ἡ ἰδέα νὰ προβιβάσητε τοὺς καλοὺς καὶ ἀρχαίους ὑπαλλήλους καὶ ὅτι εἰς πλείστους ἐξ αὐτῶν εἴχατε εἴπει, ὅτι δὲν θὰ προαχθοῦν, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπερπηδήσουν τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, οἵτινες ἐγήρασαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ὅτι ἔχουν ἐκεῖνοι καιρὸν εἰς προαγωγήν. Αὐτὰ εἴπατε τότε, τὰ ὁποῖα, βεβαίως, σᾶς διέφυγον. Δὲν θὰ καταγίνω ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐκεῖ ὅπου ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι, ἡ αἰτιολογία, τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὴν μὴ προαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου, ὅτι ἐχολώθη, διότι εὑρέθη ὑπάλληλος νὰ τολμήσῃ νὰ διανοηθῇ νὰ ἀμυνθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς τιμῆς αὐτοῦ. Καὶ ἐρωτῶ πάντας ὑμᾶς: ὅταν τοσοῦτον ὑπούλως διαχέωνται διὰ τοῦ κ. Καθηγητοῦ συκοφαντίαι κατὰ ὑπαλλήλων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν ἀξίωσιν ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος νὰ μείνῃ μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας, ἵνα ἡ συκοφαντία φέρῃ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἐπὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος νὰ καταγγείλῃ τὸν συκοφάντην, ἵνα ἀποδειχθῇ ἡ ἀθωότης αὐτοῦ; Ὑπῆρξαν, εἶπον, καὶ προγενέστεραι συκοφαντίαι περὶ τοῦ Χαροκόπου καὶ κατηγγέλθησαν καὶ παρεπέμφθησαν καὶ ἤδη ἀκόμη, ἂς ἀκούσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, πρὸ ὀλίγου ἐδημοσιεύθη βούλευμα τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, διὰ τοῦ ὁποίου παρεπέμφθη ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν Δαβερώνης ἐπὶ συκοφαντίᾳ κατὰ τοῦ Χαροκόπου, διότι αὐτὸς κατώρθωσε νὰ ἁρπάσῃ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ Χαροκόπος εἰς τὸ Τμῆμα τῶν Δασῶν καὶ διὰ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑποβάλει ἴδιον νομοσχέδιον καὶ ἔλαβε τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου δίδει τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς εἰς Τμηματάρχας ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι Βουλευτής τις ἐκ Πατρῶν ὡμίλει κατὰ τοῦ Χαροκόπου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν: (ἀναγινώσκει) «Ὁ Χαροκόπος διετηρήθη, κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, μόνον, διότι εἶναι χρηστὸς καὶ ἱκανὸς ὑπάλληλος. Εἶχε τὴν πρωτοφανῆ ὑπερηφάνειαν νὰ μὴ ζητήσῃ τὴν συνδρομὴν οὐδενός, ἵνα διατηρηθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διετηρήθη δ’ ἐν αὐτῇ μόνον διὰ τοὺς ἄνω λόγους». Καὶ αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀνέκαθεν καὶ σφαγιάζει ἤδη ἕνα ὑπάλληλον τοιοῦτον, διὰ τὸν ὁποῖον γενικῶς, παγκοίνως κρατεῖ ἡ ἀρίστη γνώμη, διότι εὑρέθη ἐπιπόλαιος ἄνθρωπος νὰ γίνῃ ὄργανον συκοφαντῶν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ δημοσίας ἐκπαιδεύσεως, διότι δὲν νομίζω, ὅτι κατέχουσι θέσεις ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ ἐπαξίως ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι γίνονται ὄργανα, νὰ διοχετεύωνται συκοφαντίαι κατὰ ὑπαλλήλων ἐντίμων, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δὲν τὸν προβιβάζει, διότι ἐγεννήθη αὐτὴ ἡ ἱστορία, τὴν ὁποίαν διεβίβασε μὲ τοιαύτην ἐπιπολαιότητα ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου. Εἶναι πρωτοφανῆ τὰ ἀνακοινωθέντα ὡς αἰτιολογία παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν μὴ προαγωγὴν τοῦ ὑπαλλήλου...
§179Γ. ΠΩΠ. Πολλοὶ τῶν κ. Συναδέλφων φαντάζονται, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς θέσεως.
§180Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Περὶ δέκα.
§181ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἐφρόντισα νὰ διαστείλω καὶ εἶπον, ὅτι εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν ἦσαν δύο θέσεις, εἰς τὴν δευτέραν ὅμως πολλαί. Μάλιστα καθιερώθη ὁ κανὼν ἐκλογῆς καὶ ἀρχαιότητος καὶ τὸν μείζονα ἀριθμὸν τῶν προαγωγῶν ἔδωκα εἰς τὴν ἐκλογήν, εἰς δὲ τὴν ἀρχαιότητα τὸ ἓν τρίτον.
§182Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Εἷς ἦτο ἀρχαιότερος τοῦ Χαροκόπου.
§183ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Μεταξὺ Δασίου καὶ Χαροκόπου προηγεῖτο ὁ Δάσιος.
§184Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ πίναξ εἶναι τοῦ Συμβουλίου. Ἐὰν δὲν δίδετε ἀξίαν εἰς τοὺς πίνακας, διατὶ δημιουργεῖται ἡ ὑπηρεσία καὶ πρὸς τὶ ὁ νόμος, ὅστις ἐδημιούργησε τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην; Ἐὰν εἶναι ἄχρηστος ἡ ὑπηρεσία αὐτή, ὀφείλετε νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον πρὸς κατάργησιν ταύτης, ζητοῦντες τὴν ψῆφον τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ οὐδέποτε θὰ λησμονήσω τὴν ἐπιπολαιότητα καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ὅστις οὕτως ἐγένετο ὄργανον ἀνθρώπων δολίων καὶ μὴ ἐχόντων τὸ θάρρος νὰ παρουσιασθῶσι μόνοι, ἀλλὰ κρυπτομένων καὶ ριπτόντων τὸ δηλητήριον κατὰ παντός, ὅστις παρουσιάζει πρόσκομμα κατ’ αὐτῶν. Θὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ προσώπου ἐκείνου, γνωστοῦ καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ὑμᾶς, καὶ θὰ εἴπω τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἔρριψε τὰ δηλητηριώδη βέλη κατ’ ἐντίμου ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον κατέστησε μὲ αὐτὴν τὴν καταδίωξιν, οὐχὶ μόνον νευροπαθῆ, ἀλλ’ ἴσως καὶ κἄτι περισσότερον.
§185Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἵνα καταλήξῃ εἰς ἀποτέλεσμα ἀγαθὸν ἡ συζήτησις, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ὑποσχεθῇ, ὅτι θὰ διορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, καὶ θὰ προαγάγῃ τὸν Χαροκόπον; Ἡ προαγωγὴ τοῦ κ. Χαροκόπου εἶναι δεδικαιολογημένη. Εἶναι διαπρεπέστατος ὑπάλληλος καὶ τιμᾷ τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλά, κατόπιν τῶν λεχθέντων, ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ παύσῃ καὶ ἡ συζήτησις.
§186Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐν ὅσῳ δὲν θὰ δηλώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι θὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, δὲν θὰ παύσωμεν διαμαρτυρόμενοι.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Βαζίκης, Τσακόπουλος, Φλέσσας, Μαλιακόπουλος, Σοκόλης, Στελλάκης, ἀπουσιάζουσι. Ὁ κ. Σπυράκης ἔχει τὸν λόγον.
§188Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Δὲν ἀπομένει ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς πλημμελοῦς ἐνεργείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς ἀπολογίας του, ἐμφαίνεται περιτράνως τὸ συντελεσθὲν πραξικόπημα. Μετὰ τὰ λεχθέντα δὲ ὑπὸ τοῦ κ. Συναδέλφου, δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς ἔρευναν τῶν λεπτομερειῶν. Εἰς ἐμὲ ἀπομένει ἡ λυπηρά, ἡ ἀλγεινή, δύναμαι νὰ εἴπω, ἐντύπωσις περὶ τῆς ἀδιαφορίας ἣν ἔδειξεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ τεταγμένος ὑπὸ τοῦ νόμου ὡς προστάτης, φρουρὸς καὶ θεματοφύλαξ τῶν νομίμων συμφερόντων τῶν ὑπαλλήλων του, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ ἐλαφρότης, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνήργησεν ὁ κ. Καθηγητής, ὁ ὁποῖος ἔμαθε παρὰ κυρίου, κατέχοντος ὑψηλὴν θέσιν ἐν τῇ Πολιτείᾳ, παραπτώματά τινα. Ταῦτα μοὶ ὑπενθυμίζουσι τὰ γυναικάρια τῶν συνοικιῶν, τὰ ὁποῖα, μὴ ἔχοντα ἄλλα νὰ ἀσχοληθῶσι, δημιουργοῦσι κατηγορίας τῶν γειτόνων των. Κύριοι Συνάδελφοι, ὁ κ. Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ἠθέλησε νὰ μηνύσῃ τὸν κ. Ἀνδρεάδην, τοῦτο δὲ ἤγειρε τὴν μῆνιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τὴν δυσφήμησιν τοῦ κ. Ἀνδρεάδη, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ συγχαρῇ αὐτόν, διότι, συκοφαντούμενος ὑπάλληλος ἦτο ἀδύνατον νὰ στέρξῃ νὰ μὴ ἀποδείξῃ τὴν ἀθωότητά του. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἔπρεπε νὰ συγχαρῶσι τὸν ὑπάλληλον τοῦτον, καὶ ὄχι νὰ τοῦ εἴπωσιν, ὅτι ἐφέρθη αὐθαδῶς, διότι ἤθελε νὰ μηνύσῃ τὸν κ. Ἀνδρεάδην, ὁ ὁποῖος μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν, ἐνῷ ἦτο κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ ὑπαλλήλου αὐτοῦ, κατόπιν ἐγένετο δυσμενὴς πρὸς αὐτόν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ὑπῆρξαν ἄλλοι λόγοι καὶ αἰτίαι, αἱ ὁποῖαι ἤγαγον τὸν κ. Ἀνδρεάδην εἰς τὰς νεωτέρας ἀποφάσεις του. Ἓν γνωρίζω: ἐλπίζω, εὔχομαι καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο, διότι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ, ἔστω καὶ τὸ ἐλάχιστον βάρος εἰς τὸν μακρὸν καὶ ὄντως ἄσπιλον βίον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀδίκημα, ὅπερ καὶ τὸν ὑπάλληλον κατέστρεψε καὶ τὴν συνείδησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ βαρέως θὰ βαρύνει.
§189Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ ἐκ μέρους τῶν κ. Βουλευτῶν δὲν δύνανται νὰ ζητῶνται ὑποσχέσεις ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ προβιβάσῃ ὡρισμένους ὑπαλλήλους, διότι θὰ μεταβληθῇ εἰς ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἡ Βουλή. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ἀλεξάκη, δὲν ἀπομένει δευτέρα γνώμη, ὅτι πρόκειται περὶ ἀρίστου ὑπαλλήλου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ κατέγνωσε καχυποψίαν τινά, τοῦτο ὅμως δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἐργατικότητα τοῦ ὑπαλλήλου καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὅπως, εἰ δυνατόν, δώσῃ εὐκαιρίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ θελήσῃ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ἄριστον τοῦτον ὑπάλληλον.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις δέκα Βουλευτῶν περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν γενίκευσιν;
§191ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§192Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶναι σπουδαιότατον τὸ ζήτημα.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν πρότασιν.
§194Γ. ΠΩΠ. Εἶναι δικαίωμά μας ἡ γενίκευσις.
§195Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ ζήτημα, δὲν εἶναι ζήτημα προσωπικόν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη.
§197Γ. ΠΩΠ. Κύριοι Συνάδελφοι, πρόκειται περὶ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤλπιζον, καὶ μετ’ ἐμοῦ πολλοὶ συνάδελφοι, ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἔσπευδε καὶ μόνον εἷς ἐὰν ὑπῆρχεν ὁ ἐπερωτῶν, νὰ ζητήσῃ τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐξετέθησαν ἐνώπιον ὑμῶν, κ. Βουλευταί, δὲν εἶναι οὔτε συνήθη, οὔτε ἀφορῶσιν ἕν ἄτομον, ἀλλὰ ἡ διάθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ὁποίου, παραδόξως, ἡ μακρὰ πεῖρα, ἡ κοινοβουλευτικὴ εὐαισθησία δὲν φαίνεται θιχθεῖσα ἐκ τῆς προκλήσεως, τὴν ὁποίαν ἐλάχιστοι τὸν ἀριθμὸν ἐπερωτῶντες ἀπηύθυναν, ἵνα ζητήσωσι τὴν κατὰ τὸν Κανονισμὸν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως, προεκάλεσεν, ὅπως δέκα ἢ ἕνδεκα, ἄν δὲν πλανῶμαι, συνάδελφοι, εἷς ἐπὶ πλέον τῶν ἀπαιτουμένων ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ, ζητήσωσι τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως. Τοῦτο εἶνε δικαίωμα τῶν δέκα βουλευτῶν. Ἐὰν ἐναπέκειτο ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς νὰ κανονίζωσι ποῖαι τῶν συζητήσεων εἶναι ἐκεῖναι, οἱ ὁποῖαι προκαλοῦσι γενικὸν τὸ ἐνδιαφέρον τῆς Βουλῆς, τότε, βεβαίως, δὲν θὰ ὑπῆρχε δικαίωμα μειοψηφίας ἐν τοῖς Κοινοβουλίοις. Ὅταν δὲ ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ παρέχεται εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἑνὸς καὶ μόνου, ὅστις ἴσως δὲν δύναται νὰ εἶναι καὶ πάντοτε βουλευτής, ὅταν παρέχεται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ εἰς τὸν ἐγκαλούμενον καὶ πάντοτε ὑπόλογον Ὑπουργόν, τὸν ἐλεγχόμενον, νὰ ζητῇ, ἄνευ τῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως, θὰ ἦτο ἀνατροπὴ καὶ τῆς ἐννοίας τοῦ Πολιτεύματος καὶ τῆς ἐννοίας τῆς ἀποδόσεως εὐθυνῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ, νὰ μὴ ἰσοφαρίζῃ τοὐλάχιστον ἡ γνώμη δέκα ἀνθρώπων, ἐχόντων δικαίωμα νὰ ἐλέγξωσι καὶ νὰ κατηγορήσωσι, πρὸς τὴν γνώμην ἑνός, ἔχοντος ὑποχρέωσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ λογοδοτῇ ὁσάκις ἐλέγχεται καὶ ἐλέγχεται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἀληθῶς, σκληρὸν τρόπον, καθὼς ἤλεγξεν ὁ ἔντιμος συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας.
§198Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνήθως ἀνέρχονται τὸ βῆμα. Τὴν στιγμὴν ὅμως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνέρχεται καὶ βλέπομεν μετὰ πόσης ἐπιμονῆς ὑποστηρίζει τὸ ἄδικον, τὸ προσγενόμενον εἰς ἕνα πολίτην, νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ δώσῃ πολὺ μεγάλην προσοχὴν καὶ πολὺ μεγάλην ἐκτίμησιν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνέρχεται πρὸς τὸ θεαθῆναι ἐπὶ τοῦ βήματος ἐκείνου, μήτε ἐπερωτᾷ, μήτε κουράζει τὴν Βουλὴν δι’ ἐπερωτήσεων καὶ διὰ συστάσεων. Ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ μὴ λάβῃ τόσην ἔκτασιν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἠκούσαμεν ἀπόψε. Ἀξιοῦμεν ὅμως νὰ δίδηται περισσότερος σεβασμὸς πρὸς τοὺς Βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγήρασαν ἐπὶ τοῦ βήματος, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσώπευσαν ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὰς ἐπαρχίας των καὶ οἱ ὁποῖοι, ὅταν κατηγοροῦσι καὶ ἀποδεικνύουσι τὸ ἀληθὲς τῆς κατηγορίας των, δικαιοῦνται νὰ λαμβάνωσι τὴν δέουσαν ἱκανοποίησιν, ἔστω καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι συντρέχουσιν ἐλαφρυντικαὶ περιπτώσεις ἐκ μέρους τῶν ἀδικησάντων. Ἑπομένως, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὄχι μόνον καθῆκον εἶχε πρὸς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ καὶ ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν σεβαστόν, ὅστις ὀφείλεται πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἀρκαδίας, νὰ δηλώσῃ, ὅτι εἶχε κατὰ νοῦν καὶ σκοπεύει νὰ ἐπανορθώσῃ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον τρανῶς ἀπεδείχθη ἀπόψε ὅτι ἐγένετο εἰς δημόσιον ὑπάλληλον, ἀδιάφορον ἐὰν εἶναι συμπολίτης τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ἢ ὄχι.
§199Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Τὸ πρῶτον παρεβιάσθη ὁ Κανονισμός, διότι εἰσήλθομεν εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Οἱ ἐπερωτῶντες εἶχον ἐπερώτησιν, διατὶ δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον προεῖχε.
§200Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα καὶ ἐπὶ τῶν ἐγγράφων ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀλεξάκης.
§201Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Τὸ ἄρθρον 57 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι ὅταν ζητήσῃ τις τὴν κατάθεσιν ἐγγράφων καὶ ἐπερωτήσῃ, τότε θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ἡ ἐπερώτησις ὡς πρῶτον θέμα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ἐπερώτησις βουλευτοῦ διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν ἐγγράφων ἢ τὴν παράλειψιν τῆς παροχῆς πληροφοριῶν ἐντὸς ἕξ ἡμερῶν συζητεῖται ὡς πρῶτον θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως εἰς τὴν πρώτην μετὰ τὴν ὑποβολήν των συνεδρίασιν κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἔδει νὰ εἶναι, λοιπόν, σήμερον πρῶτον τὸ θέμα τῆς ἐπερωτήσεως διὰ τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων καὶ ὄχι τὸ ζήτημα διὰ τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. Ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τοῦ σχετικοῦ ἐδαφίου εἶναι ἡ ἑξῆς: ἐπερωτᾷ τις διατὶ δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα, εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ Πρόεδρος εἰς τήν νέαν συνεδρίασιν, ὡς πρῶτον θέμα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, νὰ θέσῃ αὐτὴν ἐπερώτησιν, καὶ δι’ αὐτὸ ὑπέβαλον τὴν γνώμην, ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ προτάξῃ αὐτὸ τὸ θέμα τῆς κυρίας ἐπερωτήσεως. Εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ συζητήσωμεν μόνον αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον τῆς μὴ καταθέσεως ἢ τῆς καταθέσεως τῶν ἐγγράφων. Εἶναι ρητὴ ἡ διάταξις καὶ δὲν ὑπάρχει ἐναντία γνώμη. Ἐὰν μελετήσῃ τις τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ τοῦ ἐδαφίου, θὰ πεισθῇ, νομίζω, ἀναμφισβητήτως, ὅτι ὄχι ὀρθῶς εἰσήλθομεν εἰς τήν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως τῆς ἐπερωτήσεως, καὶ περὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ δὲν ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, ἀπεφάνθη μόνον ὁ κ. Πρόεδρος, θελήσας νὰ ἀλλάξῃ τήν σειρὰν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ ἀφήσῃ τόσας ἐπερωτήσεις ἐπὶ τόσας ἡμέρας, ἐπὶ μῆνας σχεδόν, ἀναβαλλομένας διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐρχόμεθα νὰ δώσωμεν τήν προτίμησιν εἰς προσωπικὰ ζητήματα, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν τόσα ἄλλα ζητήματα φορολογικά, οἰκονομικά, ἐξωτερικὰ καὶ ἄλλα. Ὅλα ἐτέθησαν ἐκποδών, ἵνα ἔλθωσι τὰ προσωπικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν τήν Βουλήν ὁλόκληρον τήν ἑσπέραν ταύτην. Δὲν ἀρκεῖ δὲ μία παραβίασις τοῦ Κανονισμοῦ, ἐρχόμεθα νὰ παραβιάσωμεν αὐτὸν ἐκ δευτέρου...
§202Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἶναι ζητήματα προσωπικά.
§203Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἔχετε ἰδέαν τοῦ ἐλέγχου.
§204Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τὸ ἕτερον, τὸ ζήτημα, ὅτι πρέπει νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, ὡσὰν νὰ μή ἤρκουν αἱ ἀγορεύσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον οἱ κ. Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ἀπησχόλησαν τήν Βουλήν ἐπὶ ὥρας ὁλοκλήρους. Ἔρχεται τὸ ζήτημα, ἐφ’ ὅσον τὸ ἐζήτησαν δέκα βουλευταί, ἀρκεῖ αὐτὸ καὶ μόνον, ἵνα γενικευθῇ ἡ συζήτησις; Ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τοιαύτη φρονῶ. Καὶ ἡ γνώμη τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι τίποτε; Οἱ δέκα βουλευταὶ ἐζήτησαν, ἀλλ’ ἡ Βουλή θὰ ἀποφασίσῃ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει (ἀναγινώσκει): «Γενική συζήτησις δύναται νὰ γίνῃ... κλπ.». Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι: ἐγὼ θέλω νὰ γενικευθῇ, νομίζετε, ὅτι θὰ γενικευθῇ ἀμέσως;
§205ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως, βεβαίως.
§206Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Ὄχι, πρέπει νὰ τὸ θέλῃ ἡ Βουλή.
§207Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Οὕτω καταργεῖται ὁ ἔλεγχος.
§208Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Νομίζω, οὕτω, ὅτι ἐγένοντο δύο παραβιάσεις τοῦ Κανονισμοῦ: ἡ πρώτη παραβίασις, ὅτι ἐτέθη εἰς συζήτησιν ἡ οὐσία τῆς ὑποθέσεως, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ τεθῇ μόνον τὸ ἀντικείμενον, διατὶ δὲν κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα καὶ δευτέρα ἡ γενίκευσις.
§209Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί,....
§210Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα Κανονισμοῦ, ἐπὶ τίνος ὁμιλεῖτε;
§211Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν γνωρίζω, κ. Βουλευταί, κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο ἡ συζήτησις τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην, εἶναι τοῦτο, ὅτι ἐγένετο συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας, ὅτι διὰ μακρῶν ἐξήγησεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἡ Βουλή ἐδέχθη τήν ἐπερώτησιν ταύτην ὡς προταχθεῖσαν, ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἤρχισε συνεπῶς ἡ συζήτησις. Ἀρξαμένης τῆς συζητήσεως, ἐζητήθη παρὰ δέκα βουλευτῶν ἡ γενίκευσις αὐτῆς. Τούτου γενομένου, ἐκ τῆς αἰτήσεως καὶ μόνης τῶν δέκα βουλευτῶν, ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη.
§212Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Ὄχι. Ὄχι.
§213Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ σᾶς διαβάσω τὸν Κανονισμὸν (ἀναγινώσκει): «Ἡ συζήτησις περιορίζεται...κλπ.». Ἡ συζήτησις γίνεται μεταξὺ ἐπερωτῶντος καὶ ἐπερωτωμένου. Ἐν ὅμως τὸ ζητήσῃ ὁ Ὑπουργός, ἢ δέκα Βουλευταί, δι’ αὐτῆς καὶ μόνης τῆς αἰτήσεως, ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη, χωρὶς νὰ χρειάζηται ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§214Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἄλλως, καταργεῖται ὁ ἔλεγχος.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Κανονισμοῦ, ἡ συζήτησις δύναται νὰ γενικευθῇ, ἐὰν τὸ ζητήσουν δέκα Βουλευταί. Ἑπομένως, ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη.
§216Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Δὲν τὸ εἶπεν ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸν Κανονισμόν. Θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν.
§217Γ. ΠΩΠ. Ὁ κ. Συνάδελφος ὁμιλεῖ μόνος, δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή, κ. Πρόεδρε.
§218Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§219Γ. ΠΩΠ. Δὲν ὑπάρχει ζήτημα Κανονισμοῦ.
§220Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Νὰ ἑρμηνεύσῃ ἡ Βουλὴ τὸν Κανονισμόν.
§221Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἡ Βουλὴ μεταβάλλει τὸν Κανονισμὸν ὑπὸ ὡρισμένας διατυπώσεις, δὲν δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε σεῖς τὴν γνώμην σας.
§222Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ φέρητε τὰ πράγματα εἰς τὴν τάξιν.
§223Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν θέματος....
§224Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε, πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ Κανονισμός.
§225Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἔχετε καθῆκον, κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν.
§226Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ συζήτησις ἐγενικεύθη, Κύριε Πρόεδρε;
§227Κ. ΑΙΓΙΑΛΕΙΔΗΣ. Δὲν ἐγενικεύθη, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἐτέθη ὑπὸ ἀμφιβολίαν, ἐὰν τοιαύτη ἢ τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τοῦ Κανονισμοῦ, ὀφείλετε νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§228Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, νὰ ἀφήσουν τὸν κ. Πρόεδρον, ὅστις ἐφορεύει ἐπὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ λύῃ τὰ ἀναφυόμενα ζητήματα τοῦ Κανονισμοῦ, ὥστε νὰ μή γεννῶνται καθ’ ἑκάστην στιγμὴν τοιαῦτα ζητήματα, διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰς ἐργασίας μας. Ὁ Κανονισμὸς ἔχει διατάξεις, ἔχει καὶ προηγούμενα ἐκ τῶν μέχρι σήμερον ἰσχυσάντων. Πάντοτε λαμβάνονται ὑπ’ ὄψει τὰ προηγούμενα, τῶν ὁποίων θεματοφύλαξ εἶναι ὁ Πρόεδρος. Παρακαλῶ νὰ ἔχητε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν Πρόεδρον καὶ τοὺς ἑκάστοτε καθημένους εἰς τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου βουλευτάς, καὶ νὰ ἀφήνητε αὐτοὺς νὰ ἐφαρμόζουν τὸν Κανονισμόν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, Κύριοι Συνάδελφοι, δὲν θέλει συμβῆ οὐδεμία δυσχέρεια, καὶ οὐδεμία ἀταξία, ἄν ταύτην τὴν ὁδὸν ἀκολουθήσωμεν. Ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἄν γεννῶνται ἀταξίαι, γεννῶνται διότι πάντες ἐπιλαμβανόμεθα τοῦ νὰ ἐκτελέσωμεν ἔργα Προέδρου. Παρετήρησα, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν μας, πολλοὶ τῶν κ. κ. Συναδέλφων λαμβάνουν τὸν λόγον, διὰ νὰ ὁμιλήσουν ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ὑπάρχουν, Κύριοι, ζητήματα Κανονισμοῦ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰ ζητήματα τοῦ Κανονισμοῦ καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ Προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον μελετᾷ καὶ ἔχει γνῶσιν τοῦ Κανονισμοῦ, νὰ τὸν ἐφαρμόζῃ, κατὰ τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχει, καὶ ἡ ὁποία θὰ εἶναι πάντοτε ἡ ἀντίληψις, ἡ μόνη συντελοῦσα εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐργασιῶν, καὶ νὰ μὴ φέρητε προσκόμματα εἰς τὰς συζητήσεις διὰ τῶν ζητημάτων τοῦ Κανονισμοῦ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ κ. κ. Συνάδελφοι νὰ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν, ὅτι τὰ Θέματα τοῦ Κανονισμοῦ δὲν εἶναι θέματα, τὰ ὁποῖα, λαμβάνων τις ἀνὰ χεῖρας τὸν Κανονισμόν, δύναται νὰ τὰ λύῃ. Πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅτι αἱ ἐργασίαι, αἱ κοινοβουλευτικαί, πανταχοῦ, καὶ παρ’ ἡμῖν, διεξάγονται κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐμπνέεται ἀπὸ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνέπνευσε καὶ τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀποδίδηται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κυρίως ἐπὶ μακρὰ ἔτη ἐφήρμοσαν τὰ τοῦ Κανονισμοῦ καὶ παρέστησαν καὶ εἶδον ἐφαρμοζόμενον τὸν Κανονισμόν. Διότι εἶναι τοῦτο κεφάλαιον τῆς παραδόσεως, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ τὸ θέτωμεν ὑπὸ ἀμφιβολίαν καὶ ἀμφισβήτησιν, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωμεν νὰ γεννηθῇ τάξις καὶ ἕξις, ἡ ὁποία θὰ εἶναι τὸ σπουδαιότερον κεφάλαιον τῶν ἐργασιῶν μας. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Συναδέλφους, νὰ μή φέρωσι καθ’ ἑκάστην ζητήματα Κανονισμοῦ.
§229ΧΡ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τολμήσω νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία κατώρθωσεν, ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης θυέλλης, νὰ καθησυχάσῃ τὰ πνεύματα ἀμέσως, ὑπὸ τίνος ἰδέας κατέχεται διὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κανονισμοῦ;
§230Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῆς ἑρμηνείας τοῦ Κανονισμοῦ. Νομίζω, ὅτι ὁ καλύτερος θεματοφύλαξ τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος, ἐμπνεόμενος ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ προστατεύσῃ τὴν συζήτησιν, θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον του πολὺ καλλίτερον. Διότι, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἁρμοδία ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποδείξῃ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Κανονισμοῦ, διότι δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ δυσπιστία εἰς τὰς περὶ τούτου ἰδέας της.
§231ΧΡ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Προέδρου, ἀλλ’ ἀφοῦ ἀναμφισβητήτως ἐπεκράτησε, καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θεωρεῖται τρόπον τινά μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχει, βεβαίως, κἄποιος συνδυασμὸς τῶν δύο ἐξουσιῶν. Ἐγὼ ἠρώτησα διὰ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, ἐπειδὴ ὑπάρχει πλέον ζήτημα οὐσίας, ὄχι τύπου, καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐπιβολὴ τῆς Κυβερνήσεως θέλει δώσει τέρμα εἰς κἄτι τι, τὸ ὁποῖον κατήντησε θύελλα πραγματική, διὰ τοῦτο ἐτόλμησα νὰ ἐρωτήσω ποίαν γνώμην ἔχει ἡ Κυβέρνησις, ὡς πρὸς τὸ προκῦψαν αὐτὸ ζήτημα. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον καὶ ἂν ἠρώτησα περὶ τούτου, τοῦτο ἐγένετο, διότι τὸ ζήτημα τοῦτο κατήντησε ζήτημα οὐσίας. Πρόκειται περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου, ὁ Κανονισμὸς ἔχει ἄρθρα σαφῆ, ὅτι ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐντὸς ὁρίων ἐννοεῖται κεκανονισμένων.
§233Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος, διότι δὲν πρόκειται... (Ἐγειρόμενος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποχωρεῖ).
§234Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ φύγητε;
§235ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα.
§236Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, διεπράξατε παρανομίαν... (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§239Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑπὸ συζήτησιν ἐπερωτήσεως, διότι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν, εἶναι μεγίστης ὑπηρεσιακῆς σημασίας, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω καὶ πολιτικῆς σημασίας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀνέγνωσεν ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη, ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος διήνυσεν 27 συναπτὰ ἔτη ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, ὁ ὁποῖος ἐπεδείξατο μεγίστην ἱκανότητα καὶ ἐντιμότητα, καὶ ὁ ὁποῖος ἐπανειλημμένως προήσπισε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Πρόκειται ἡ προαγωγὴ τῶν ὑπαλλήλων, προήχθησαν ἐννέα ἕως δέκα, παρελείφθη δὲ οὗτος καὶ παρελείφθη ἐνῷ εἶχεν εἴκοσιν ἑπτὰ ὁλόκληρα ἔτη ὑπηρεσίας, προήχθησαν δὲ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον 12, 15 καὶ 17 ἔτη. Ἠγέρθη τὸ ζήτημα, διατὶ παρελείφθη ὁ ὑπάλληλος αὐτός; Διότι ὁ κ. Ἀνδρεάδης, ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου, μέλος τοῦ Συμβουλίου, εἶπεν, ὅτι ἀνώτερον πρόσωπον ἐν τῇ Πολιτείᾳ τοῦ εἶπεν, ὅτι πρὸ 25 ἐτῶν ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς διέπραξε σφάλμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ εἶχεν ἀπολυθῇ. Αὐτὸ τὸ ἐδήλωσεν ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου. Ἐρωτᾶται ἀπὸ τὸ Συμβούλιον: ποῖον εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ κατέχον τοιαύτην θέσιν καὶ ποῖον εἶναι τὸ παράπτωμα τοῦ ὑπαλλήλου; Δὲν γνωρίζω, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἀπαντᾷ. Δὲν γνωρίζω, δὲν ἐνθυμεῖσθε, δὲν λέγετε τὸ πρόσωπον, προκειμένου περὶ ἀνωτάτου ὑπαλλήλου; Νομίζω, ὅτι φυσικὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ζητήσω τὴν ἱκανοποίησιν τῆς τιμῆς καὶ νὰ καταγγείλω τὸ γεγονὸς αὐτό. Ἡ πρᾶξις αὐτή, Κύριοι Βουλευταί, ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τοιαύτη, ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπεφάσισεν ἀπὸ τῆς μιᾶς εἰς τὴν ἄλλην στιγμήν, νὰ μὴ προαγάγῃ αὐτήν. Σᾶς ἐρωτῶ, φαίνεται φυσικὸν τὸ πρᾶγμα τοῦτο; Ὄχι. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τούτου. Δὲν εἶναι ἀκριβῆ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Πρόκειται περὶ ἑτέρου σπουδαιοτάτου ζητήματος. Ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἀντετάχθη εἰς τὴν παρανομίαν, ἣν ἐσκόπει νὰ διαπράξῃ, ἢ μᾶλλον διέπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τῇ αἰτήσει τοῦ ὑψίστης σημασίας κατέχοντος ὑπηρεσίαν προσώπου. Καὶ ἐπειδὴ ἀντετάχθη ὁ ὑπάλληλος, ἐξυφάνθη ἡ σκευωρία διὰ νὰ τεθῇ ἐκποδὼν ὁ ὑπάλληλος καὶ νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν παρανομίαν, ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ Κράτους. Εἶναι σπουδαιότατον ζήτημα. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὸν Χαροκόπον, πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, ὑπερασπιζόμενος τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, εἶναι δυνατὸν νὰ καταδιώκηται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐν συνεννοήσει μετ’ ἄλλου προσώπου καὶ νὰ ζητῶσι νὰ καταπατήσωσι τοὺς νόμους καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Θὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι πολὺ ὀρθῶς ἔπραξα, ἀναλαβὼν τὸ ἔργον τοῦτο. Ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τοῦ φακέλλου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται ποῖον εἶναι τὸ πρόσωπον, τὸ ὁποῖον κατέχει ὑψίστην θέσιν καὶ ποῖα συμφέροντα παρεῖδεν ὁ ὑπάλληλος αὐτός. Καὶ ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐπρόκειτο νὰ καταδείξω τοῦτο, διὰ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐξῆλθεν ἀμέσως, διότι δὲν εἶχεν οὐδένα λόγον νὰ ἀπέλθῃ ὁ κ. Ὑπουργός, διότι θὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἀντέστη εἰς πρᾶξιν παράνομον, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἤθελε νὰ ἐνεργήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μετ’ ἄλλου προσώπου, τοῦ προσώπου τοῦ ὑψίστην κατέχοντος θέσιν καὶ ἐγένετο σκευωρία κατὰ τοῦ ὑπαλλήλου. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἀπῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ ὑμᾶς: εἶναι ἐπιτετραμμένον, εἶναι κοινοβουλευτικὸν εἰς ἕνα Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐλεγχθῇ διὰ ζημίαν τοῦ Κράτους, διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, νὰ ἀπέρχηται, ὡς ἀπῆλθεν; Εἶναι κοινοβουλευτικὸν τοῦτο; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ οὕτω ἔλεγχος τῶν βουλευτῶν πρὸς τοὺς Ὑπουργούς; Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ φυγομαχίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀκριβῶς ἀπῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, διότι ἐγνώριζεν, ὅτι εἶχον ζητήσει τὸν φάκελλον καὶ ἐγνώριζε τὶ θὰ βγῇ ἀπὸ τὸν φάκελλον. Πῶς, δηλ., ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐζήτησε νὰ καταπατήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε νὰ ἀπέλθῃ. Δὲν θὰ προχωρήσω, διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἶναι παρών, διότι πρόκειται περὶ βαρυτάτης κατηγορίας, τὴν ὁποίαν ἀπήγγειλα. Ὀφείλω ὅμως νὰ διαμαρτυρηθῶ...
§240Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι ἄλλη κατηγορία αὐτή;
§241Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα.
§242Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Διατὶ δὲν τὴν καθιστᾶτε ἀντικείμενον ἐπερωτήσεως;
§243Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ τὴν καταστήσω. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω, διότι κατηγορῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ προσώπου τοῦ ὑψηλὴν κατέχοντος θέσιν καὶ ἐπὶ σκοπῷ καταπατήσεως τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, διέπραξε τὴν σκευωρίαν. Εἶναι βαρυτάτη ἡ κατηγορία, δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω, ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ εἰς τὴν Βουλήν, διότι, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι κοινοβουλευτικὴ ἡ πρᾶξις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ συλληφθῇ παρανομῶν, καὶ ἀπέρχεται καθ’ ὃν τρόπον ἀπῆλθεν. Βεβαίως, δὲν εἶναι προσβολὴ κατ’ ἐμοῦ, εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συμμερισθῇ τὴν διαμαρτυρίαν ταύτην.
§244ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς νευρικὴν κατάστασιν εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπεχώρησεν.
§245Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διατί, ὅταν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἀπεχώρησε; Διότι εἶδε τὸν φάκελλον;
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βοζίκης. Ἀπών. Ὁ κ. Σπυράκης.
§247Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὡμίλησεν.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τουρκοβασίλης. Ἀπών.
§249Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον νὰ εἴπω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Ἀττικοβοιωτίας, ἐμὲ τοὐλάχιστον, μὲ συνεκίνησαν βαθύτατα. Ὁμολογῶ, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν διὰ πρώτην φορὰν ἐπληροφορούμην ἀπὸ τῆς συζητήσεως, τῆς ἀρξαμένης ἐν τῇ Βουλῇ διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου βουλευτοῦ Ἀρκαδίας κ. Ἀλεξάκη. Εἰς τὰς κατηγορίας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐ μόνον δὲν ἦτο ἐπαρκὴς ἀπὸ τυπικῆς ἐννοίας, ἀλλ’ ἀνέτρεπον καὶ τὰς βάσεις τὰς κοινωνικάς, οὕτως εἰπεῖν, καὶ τὰς ἀντιλήψεις περὶ σχέσεων πολιτῶν, προϊσταμένων καὶ ὑφισταμένων, ὑπὸ ἀνδρῶν, κατεχόντων θέσιν ἐξαιρετικήν. Προσετέθησαν νέαι κατηγορίαι, αἱ κατηγορίαι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς. Εἶναι προφανές, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῷ θέματι τούτῳ, οὔτε πρέπει, οὔτε δύναται νὰ ὑποβάλῃ ζήτημα ὑπουργικῆς ἀλληλεγγύης. Ὡς διετυπώθη ἡ ὑπόθεσις, διετυπώθη ὡς προσωπικὴ μομφὴ ἐναντίον ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως διὰ πράξεις, αἵτινες οὔτε δύνανται, οὔτε πρέπει νὰ βαρύνωσιν ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν, ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς κοινοβουλευτικῆς, τῆς ὑπουργικῆς ἀλληλεγγύης. Ἀλλὰ διὰ τὴν συνέχισιν συζητήσεως τοιαύτης, ἔχομεν πάντες ὑποχρέωσιν νὰ εὑρισκώμεθα ἐνώπιον τοῦ ἐγκαλουμένου Ὑπουργοῦ καὶ νὰ ἀκούσωμεν αὐτοῦ συνεχίζοντος τὰς δηλώσεις του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου θέματος τῆς κατηγορίας.
§250Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι ἀντικείμενον συζητήσεως, ἂν ὑπάρχῃ ἄλλη κατηγορία. Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ θέμα συζητήσεως. Ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τῆς ἀφορώσης εἰς τὴν παράλειψιν τοῦ προβιβασμοῦ ἑνὸς ὡρισμένου ὑπαλλήλου, ἐπ’ αὐτοῦ θὰ συζητήσωμεν.
§251Γ. ΠΩΠ. Ἀναμφισβητήτως, περὶ τούτου πρόκειται.
§252Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Πέραν αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει θέμα συζητήσεως, ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησεν εἰς τὰ λεχθέντα. Σχετικῶς πρὸς τὸ δεύτερον τοῦτο θέμα, δὲν εἶχε καμμίαν ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσῃ.
§253Γ. ΠΩΠ. Πρόκειται, κατ’ ἐμὴν ἀντίληψιν, περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας κατηγόρησε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐξ αἰσθηματικῶν λόγων μᾶλλον ἀφ’ ἑνός, καὶ ἐκ λόγων ἀντιλήψεως καθήκοντος ὑπουργικοῦ τοιαύτης φύσεως, ὥστε νὰ ἀνατρέπῃ τὰς βάσεις κοινωνικῶν συνθηκῶν, προέβη εἰς ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον, ὁμολογῶ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ ἐμὲ συνεκίνησε βαθύτατα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἐπεκτείνων τὴν κατηγορίαν, παρετήρησεν, ὅτι οὐχὶ αἰσθηματικοὶ λόγοι μόνον, οὐχὶ λόγοι ἀνατροπῆς τῶν ὅρων τῆς πολιτικῆς καὶ κοινωνικῆς ἐμφανίσεως τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά, προεκάλεσαν τὸ ἀδίκημα, ἀλλ’ ὄπισθεν τῶν προσχημάτων τούτων κρύπτεται αἰτία βαρυτέρα, κρύπτεται παρανομία, καὶ τὸ βαρύτερον πάντων, κρύπτεται σκευωρία, δημιουργία συκοφαντίας μεταξὺ τοῦ μυστηριώδους αὐτοῦ ὑπερόχου προσώπου καὶ τοῦ τιμωρήσαντος τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον Ὑπουργοῦ, διὰ τῆς φοβερωτέρας τῶν τιμωριῶν, τῆς ἀνακοπῆς τοῦ μέλλοντός του, τῆς καταδίκης του, τῆς φοβερᾶς, ἥτις τὸν προήγαγεν εἰς πρᾶξιν νευρικότητος ἀληθῶς ἀξίας πάσης μομφῆς. Ἐπὶ τούτου, τοῦ δευτέρου ζητήματος, ὀρθῶς ἔπραξεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς ἀνάπτυξιν ταύτης. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ δευτέρου τούτου ζητήματος ἔχομεν ἀνάγκην τῆς παρουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου τούτου ζητήματος, ἀκριβῶς εἶπον, ὅτι δὲν δύναται νὰ χωρήσῃ βεβαίως ὑπουργικὴ ἀλληλεγγύη. Ἵνα συμπεράνω, κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἐπὶ ζητήματος τοιαύτης ὑψίστης σημασίας ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ἀπὸ τοῦ νῦν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ὅπως τὴν προσεχῆ Δευτέραν μὴ θεωρηθῇ τερματισθεῖσα ἡ παροῦσα συζήτησις. Πρώτη ἐπερώτησις ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς προσεχοῦς Δευτέρας νὰ ἐγγραφῇ ἡ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικοβοιωτίας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ἐπερώτησις. Ἐλπίζω, ὅτι οὔτε ἡ Κυβέρνησις, θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ Βουλὴ θὰ θελήσῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν εἰσήγησίν μου ταύτην.
§254Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἄν καλῶς ἀντελήφθην, Κύριοι, τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Ψαρρῶν, ἀναμφισβητήτως, πρέπει νὰ ἀποδώσῃ τις εἰς αὐτὴν τὴν πρόθεσιν τῆς ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως...
§255Γ. ΠΩΠ. Συνεχίσεως διὰ τὴν Δευτέραν, τὸ αὐτὸ εἶνε.
§256Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης)... καὶ ὅτι ἠθέλησε νὰ προβάλῃ ἢ τοὐλάχιστον νὰ προαναγγείλῃ μίαν πρότασιν ἀναβολῆς. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, Κύριοι, ὅτι ἐδόθη πολιτικὸς χαρακτὴρ εἰς τὴν ἐπερώτησιν ταύτην καὶ ὅτι ἐντεῦθεν εἶναι ἐνδεδειγμένον ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως, ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπησχόλησαν αὐτήν. Καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς διετύπωσεν ἐντεῦθεν πρὸ ὀλίγου, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἐπὶ τοῦ μὴ προβιβασμοῦ ὡρισμένου ὑπαλλήλου, ἀποβλέπουν εἰς ἕν καὶ τὸ αὐτὸ θέμα. Ἄλλοι ἦσαν οἱ λόγοι, διὰ τῶν ὁποίων ἠθέλησαν οἱ προλαλήσαντες, ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας καὶ ἄλλοι, νὰ ἐξηγήσωσι διατὶ δὲν προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ ὑπαλλήλου Χαροκόπου ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Εἰς τοὺς λόγους ἐκείνους προσέθηκεν ἄλλους τινὰς ὁ ἕτερος λαλήσας ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ἀλλ’ εἶναι ἓν τὸ θέμα καὶ ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀπήντησεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἀπεδόθη, ὡς εἶπον, χαρακτὴρ πολιτικός· ἡ Κυβέρνησις ἀποκρούει τὴν ἀναβολὴν, παρακαλῶ δὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ λάβωσι τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἀνεκινήθη διὰ τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, παρακαλῶ, λέγω, τοὺς κ. Βουλευτὰς ἐκείνους, ὅπως ἐξακολουθήσωσι τὴν συζήτησιν μέχρι πέρατος αὐτῆς, διότι, ἀναγκαίως ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ τοιοῦτος πολιτικὸς χαρακτὴρ ἀπεδόθη εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἐκείνην, δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἐντεῦθεν, ἄνευ ψήφου ἐμπιστοσύνης.
§257ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§258Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα τῆς ἀλληλεγγύης εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως ἡμῶν αὐτῶν. Δυνάμεθα ἡμεῖς τὴν ἀλληλεγγύην νὰ τὴν ἐπεκτείνωμεν ἐπὶ πάσης πράξεως οἱασδήποτε, καὶ δηλοῦμεν, ὅτι ἀναλαμβάνομεν ὁλόκληρον τὴν εὐθύνην τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ του, ἐν τῇ ἁρμοδιότητί του, ἐν τῷ δικαιώματι τῆς κρίσεώς του, προέβη εἰς τὸν προβιβασμὸν ἄλλου ὑπαλλήλου ἢ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐξετίμων οἱ κ. κ. Συνάδελφοι, οἱ διατυπώσαντες τὴν ἐπερώτησιν καὶ λαλήσαντες ἐπ’ αὐτῆς. Οὗτοι ἐνόμιζον, ὅτι ἔπρεπεν ἄλλον ἢ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον προήγαγεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ προαγάγῃ. Οὕτω τεθέντος τοῦ ζητήματος, ἀναμφισβητήτως, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, νὰ φθάσωμεν εἰς ὁριστικὸν ἐπ’ αὐτῆς συμπέρασμα ἀπὸ τοῦδε. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξέλθωμεν ἐντεῦθεν, χωρὶς νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον διεχειρίσθη τὸ ζήτημα αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§259Γ. ΠΩΠ. Ὁ σεβαστὸς φίλος μου κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, προέβαλεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ἀπροσδοκήτως, δύναμαι νὰ εἴπω, ὑπόθεσιν πολιτικοῦ ζητήματος καὶ ἀνήγαγεν εἰς θέμα ὑπουργικῆς ἀλληλεγγύης, καθ’ ὃ ἄλλως τε εἶχε δικαίωμα, ὑπόθεσιν προσωπικήν, ἀφορῶσαν ἕνα τῶν συναδέλφων του. Θὰ ἦτο ἐν ἡμέραις ἄλλαις ἀπροσδόκητος ἡ δήλωσις αὕτη, καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ διεξαγάγωμεν τὴν συζήτησιν, ἀδιαφοροῦντες ἐντελῶς περὶ τῶν συνεπειῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν δυνατὸν νὰ προκληθῶσιν, ἀλλ’ ἐν ἡμέραις τοιαύταις διὰ θέμα φύσεως ὁμοίας δι’ ἐκπλήρωσιν καθήκοντος τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἐχούσης ἄλλο ἐν τῷ παρόντι θέματι τοὐλάχιστον, εἰ μὴ νὰ ζητήσῃ καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ καθήκοντος ἑαυτῆς καὶ ἐν ὀνόματι τῆς φιλανθρωπίας τὴν ἀπόδοσιν δικαίου εἰς ὑπάλληλον τοῦ Κράτους, νομίζω, ὅτι ὑπερβάλλομεν τὰ πράγματα. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Συναδέλφους, τοὺς ἀνακινήσαντας τὸ θέμα, καὶ τοὺς συναδέλφους, ὡς ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικοβοιωτίας, τοὺς ἔχοντας νὰ προβάλωσι νέα θέματα, βαρύνοντα τὴν ὑπουργικὴν πρᾶξιν, νὰ ἀποφύγωσι νὰ πράξωσι τοῦτο, νὰ παραιτηθῶσι δὲ τοῦ λόγου, μὴ ἐπιμένοντες εἰς τὴν ἀναβολήν, οὔτε εἰς τὴν περαιτέρω συζήτησιν καὶ νὰ τερματισθῇ οὕτως ἡ ὑπόθεσις. Βεβαιωθῆτε δέ, ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ τὴν ἱστορίαν τοῦ ὁποίου μετὰ συγκινήσεως ἤκουσα, ὅτι ὑπέστη, ἂς ὑποστῇ καὶ τὴν ὑστάτην ταύτην καταδίκην, ὅτι ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε τὴν φιλανθρωπίαν νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ, διότι ὁ εἷς τῶν κ. Ὑπουργῶν, ὁ κυρίως ὑπεύθυνος, λαβὼν τὸν πῖλον του, ἀπῆλθεν, οἱ δὲ κύριοι Συνάδελφοί του, ἐκπροσωποῦντες τὸ σύνολον τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, ἀνέλαβον νὰ ἀναγάγωσιν εἰς ζήτημα πολιτικὸν τὴν οἰκτρὰν καὶ ἀξιοθρήνητον αὐτὴν ὑπόθεσιν. Ἐλπίζω, ὅτι οἱ κ. Συνάδελφοι θὰ θελήσωσι νὰ ἀκούσωσι τὴν παράκλησίν μου, καὶ παραιτούμενοι τοῦ λόγου, νὰ ἀποφύγωσι τὴν περαιτέρω συζήτησιν ἐπὶ θέματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐδόθη μορφὴ ὄγκου πλειοψηφίας, ζητούσης μεταξὺ τῶν ἄλλων νὰ θρυμματίσῃ καὶ ἕνα ὑπάλληλον δυστυχῆ, τοῦ Κράτους.
§260Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί,...
§261ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπὸ τοῦ βήματος.
§262Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διατί; Ἡ φωνή μου ἀκούεται καὶ ἐντεῦθεν. Θὰ ηὔχετο κανεὶς νὰ μὴ καθιεροῦτο μέχρι τοσούτου βαθμοῦ ἡ ἕξις τοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος ὁμιλεῖν. Εἰς ἄλλας Βουλάς, ὡς λ. χ. ἐν Ἰταλίᾳ, δὲν ὑπάρχει κἂν βῆμα. Καὶ τοῦτο εἶναι σωτήριον. Διότι οὐδὲν ἄλλο περιορίζει τόσον καλῶς τὸ ῥητορικὸν πλάτος καὶ τὸν στόμφον. Λοιπόν, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἔχει ποσῶς ὡς ἐτέθη παρὰ τοῦ ῥήτορος καὶ ὡς ἐπ’ αὐτοῦ ἀπήντησε μέλος τῆς Κυβερνήσεως. Διὰ ποῖον ζήτημα, θυμωθείς, ἀπῆλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ὅ,τι τὸν ὤργισεν, ὥστε νὰ ἀναχωρήσῃ, δὲν ἦτο ἡ παράτασις τοῦ λόγου ἐπὶ τοῦ θέματος, ἂν ἠδικήθη ὁ ὑπάλληλος παρ’ αὐτοῦ καὶ ἂν ἦτο ἐπιβεβλημένον τὸ ἀδίκημα νὰ ἐπανορθωθῇ. Ὡς πρὸς τοῦτο μάλιστα θὰ ὁμολογήσητε, ὅτι, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶχε θελήσῃ νὰ φανῇ μικρόν τι εὐκαμπτώτερος καὶ εἰς τὰς ἱκεσίας εὐηκοώτερος, ἀσφαλῶς, Κύριοι, τὸ ζήτημα ἤθελεν ἔχει λυθῆ ἤδη ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς. Διότι τί ἀνεμένομεν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ἁπλῶς νὰ ἄφηνεν ἡμῖν μίαν ἐλπίδα, ὅτι ἐν τῇ δικαιοσύνῃ του ἤθελεν ἐπαναθεωρήσῃ τὴν ὑπόθεσιν τοῦ κ. Χαροκόπου, καὶ ὅτι ἴσως ἤθελεν αὕτη λυθῆ κατὰ τὴν εὐχὴν τῶν κ. Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ τὴν συμβουλήν μου. Τὸ ζήτημα, λέγω, ἔχει ἄλλως, καὶ ἡ ἀναχώρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐγένετο ἐξ ἄλλης αἰτίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, θυμωθείς, ἀπεχώρησε τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θύελλα εἶχεν ἐγερθῆ ἐν τῇ Βουλῇ, ἑκάστου ζητοῦντος νὰ εὐρυνθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ὥστε νὰ ὁμιλήσωσι περισσότεροι ῥήτορες, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐπετύγχανεν ἀκόμη νὰ συμβουλευθῇ ἐπαρκῶς τὸν Κανονισμόν, ὥστε νὰ ἀποφανθῇ ἐν τάχει, ἂν τοῦτο ἦτο δυνατόν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισεν, εὐτυχῶς, ἐκ τῶν ὑστέρων μετὰ τὴν διακοπήν, ὑποσχεθείς, ὅτι ἦτο πληρέστατον τὸ δικαίωμα τῶν δέκα συμφωνούντων Βουλευτῶν, νὰ ἐπιβάλλωσι γενίκευσιν τῆς συζητήσεως καὶ παρὰ τὴν συγκατάθεσιν τῆς πλειοψηφίας, ὅταν θὰ τὸ ἔκρινον ἀναγκαῖον. Ἐξ οὗ ἄλλως τε καὶ τώρα ὁμιλοῦμεν. Συνέβη, ἀκριβῶς, τοῦτο. Εὑρίσκετο ἀκόμη εἰς τὴν ἕδραν αὐτοῦ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε ἐγώ, ἐπιθυμῶν νὰ δοθῇ ἕν τέρμα εἰς τὴν ἐγερθεῖσαν καταιγίδα, καὶ εἰς τὸ πανδαιμόνιον, ἐτόλμησα νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἐὰν θὰ ἦτο δυνατόν, νὰ ὑποδείξῃ αὐτὸ ἐπειγόντως τί φρονεῖ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ ἂν ἔχωσιν οἱ δέκα Βουλευταὶ τὸ δικαίωμα νὰ γενικεύσωσι τὴν κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν συζήτησιν, ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔπαυσε νὰ εἶναι τυπικὸν καὶ κατήντα νὰ εἶναι οὐσιωδεστάτης φύσεως, ἀφοῦ προέκειτο περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου, τῶν συναδέλφων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν σιγησάντων εἰς τὴν ἐρώτησίν μου, ὥστε δικαίως νὰ φαίνηται, ὅτι δὲν ἀπεδοκίμαζον τὴν αἴτησιν τῶν δέκα Βουλευτῶν, ὅπως ἐξακολουθήσῃ ἡ κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπίθεσις, ὁ κ. Ὑπουργός, δικαίως, θιχθείς, καὶ ἀξιοπρεπῶς ποιῶν, ἠγέρθη καὶ ἀνεχώρησε παραχρῆμα μετ’ ὀργῆς. Οὐχί, λοιπόν, διότι θὰ ἐξηκολούθει ἡ συζήτησις κατ’ αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς τελεσθείσης ἀδικίας, ἀλλὰ διότι παρετήρησεν, ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον δὲν εἶχεν εἰς τοῦτο ἀντίρρησιν, καὶ δὲν εἶχε θελήσῃ, ὅπερ χειρότερον, νὰ προβῇ εἰς δηλώσεις οἱασδήποτε, καλύπτουσας ὁπωσδήποτε τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν τοῦ κατέγνωσαν οἱ ὁμιλήσαντες. Ὥστε συμπεραίνει τις, μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ὤκνει τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην τοῦ συναδέλφου. Γεγονός, ἐμφανῶς ὑποδηλοῦν ἐν μέσῳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τὸ εἶδος τῆς ἐξαρθρώσεως ὑφ’ ἧς κατέχεται. Καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ ἐξάρθρωσις αὕτη εἶνε ἐκείνη, ἥτις καὶ ἠνάγκασε, πολὺ ὀρθῶς, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀποχωρήσῃ, ἔστω καὶ ἂν ἤγγισε τὴν Βουλήν. Ἡμεῖς ὅμως οἱ ἄλλοι, ἀναλογιζόμενοι ὁπόσον σκληραὶ εἶναι αἱ περιστάσεις τῆς σήμερον καὶ ὁπόσον δειναὶ αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι, περὶ ὧν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μεριμνήσῃ, ὁπόσον δὲ μεγάλη εἶναι, πραγματικῶς, ἡ εὐθύνη ὑπουργικῆς κρίσεως, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν, ὅτι μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπιστρατεύσεως χρειάζονται 470.000.000, καὶ μόνον διὰ τὴν περίθαλψιν ἄλλα 60.000.000, ἡμεῖς, λέγω, οἱ ὁποῖοι ἀντιλαμβανόμεθα, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τὰ ἐξεύρῃ καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ πρὸς τοῦτο τὴν ἐργασίαν του, εἴμεθα προθυμότατοι δι’ αὐτὸν καὶ μόνον καὶ δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον νὰ συγχωρήσωμεν αὐτόν.
§263Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι ἡ Κυβέρνησις υἱοθετεῖ τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ θέτει πολιτικὸν ζήτημα, νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ μὴ προχωρήσω εἰς τὴν συζήτησιν, ἀπόντος μάλιστα τοῦ ὑπευθύνου κ. Ὑπουργοῦ. Βεβαίως, εἰς μίαν Κυβέρνησιν, ἔχουσαν τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς, εἶναι εὔκολον νὰ καλύπτῃ ὄπισθεν αὑτῆς οἱανδήποτε παρανομίαν καὶ βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους...
§264Ι. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Δὲν ἐσυνήθεισεν ὁ πατήρ μου νὰ παρανομῇ ποτέ.
§265Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ παρατήρησίς σας δὲν εἶναι ὀρθή. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου, ἀδικηθέντος καταφώρως καὶ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ζήτημα πολιτικόν, διότι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ μίαν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν εἰς ἓν πρόσωπον. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐζήτησαν νὰ συσχετίσουν, τὸ ζήτημα τῆς παρανομίας ἐπὶ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἐσκέφθη νὰ ἀσκήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἕνεκεν τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ σκευωρία αὕτη, τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ φέρω ἐν τῇ Βουλῇ κεχωρισμένως, συνεπείᾳ ἐπερωτήσεως. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἑνὸς προσώπου, ἑνὸς ὑπαλλήλου, ἀτυχῶς, ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι ἁρμοδία ἡ Βουλὴ νὰ δικάσῃ τὸν ὑπάλληλον τοῦτον καὶ ἑπομένως παραιτοῦμαι τοῦ λόγου, δηλῶν, ὅτι θὰ φέρω τὴν ὑπόθεσιν ταύτην δι’ ἐπερωτήσεως.
§266Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸ θέμα δὲν θὰ εἰσέλθω, διότι ἀρκετὰ ἐξηνέχθησαν. Τώρα, βεβαίως, ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἔχει νέα γεγονότα νὰ παρουσιάσῃ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ εἶναι ἡ αὐτή, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξήγγειλε τὴν ἀπάντησιν. Δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω οὔτε μὲ τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῶν μέν, οὔτε θὰ κρίνω τὴν ἀπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...
§267Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μὴ λέγετε ἀπολογίαν.
§268Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἄς εἴπω τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ, εἶναι ἡ ἔκφρασις ἀτυχής. Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ ζητήματος. Ἕν πρᾶγμα ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἄγαν ἐν τῇ συνειδήσει μου ἐκτιμώμενον ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφον, κ. Τσουκαλᾶν, τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, κατόπιν τῶν δηλώσεων τοῦ σεβαστοῦ μοι φίλου καὶ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, κ. Ράλλη, ὅτι ἀναλαμβάνει, λόγῳ τῆς ἀλληλεγγύης τῶν μελῶν, τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τῆς πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐδήλωσεν οὗτος, ὅτι θέλει θέσει ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἵνα συγκαλύψῃ διὰ τῆς πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς τὴν πρᾶξιν του. Ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπαρτίζεται ἀπὸ ἀνθρώπους ἄλλης ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐδῶ, ἵνα εἶναι ἕτοιμοι εἰς πᾶν ἁμάρτημα τῆς Κυβερνήσεως νὰ καλύπτωσιν αὐτήν. Ἐὰν ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ σύρῃ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης ὑπὲρ αὐτῆς, θὰ τὸ ἔχῃ· ἐὰν δὲν εἶναι, δὲν θὰ τὸ ἔχῃ. Δηλαδή, ὁ σκοπὸς τῆς ἀνόδου μου εἰς τὸ βῆμα, εἶναι νὰ ὑπεραμυνθῶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς.
§269ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δέν ἐθίχθη ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς.
§270Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Μόνον αὐτὸ τὸ ζήτημα ἤθελον νὰ τεθῇ εἰς τὴν θέσιν του.
§271Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Συγκοινωνίας). Τὰ παρ’ ἐμοῦ λεχθέντα, σχετικῶς μὲ τὴν ἀλληλεγγύην τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπέβλεπον εἰς ἀπάντησιν θεωρίας τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Βουλευτοῦ Ψαρρῶν, ἡ ὁποία ἐνόμιζον, ὅτι ἦτο ἐντελῶς ἐσφαλμένη. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρρῶν εἶπε, πρὸ ἐμοῦ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀφορᾷ προσωπικῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἑπομένως ἐθεώρει, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἐπερωτῶν ἢ οἱ ἐπερωτῶντες ἐχαρακτήρισαν ὡς καθαρῶς προσωπικόν, καὶ εἰς αὐτὸν ἀπήντησα, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἀλληλεγγύης εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλά, βεβαίως, δὲν ἠθελήσαμεν διὰ τῆς θεωρίας, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα καὶ ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ μόνη ὀρθή, σχετικῶς μὲ τὴν ἀλληλεγγύην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ καλύψωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ὅσον δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ καλυφθῇ παρ’ ἡμῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός του, ἐντὸς τοῦ δικαιώματός του, προετίμησε διὰ τὴν προαγωγὴν τὸν ἕνα ὑπάλληλον ἀντὶ τοῦ ἄλλου. Μήτε σκοπὸς ἐξουθενώσεως τοῦ ἄλλου, τοῦ παραλειφθέντος κατὰ τὰς προαγωγὰς ὑπαλλήλου, ὑπῆρχε, μήτε κίνδυνος γενικωτέρων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἦτο μόνον μία προσωπικὴ ἐκτίμησις ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ τόσης, ἀληθῶς, πειθοῦς διετύπωσεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντῶν εἰς τοὺς ἐπερωτήσαντας ἢ εἰς τὸν ἐπερωτήσαντα ἀξιότιμον φίλον μου κ. Ἀλεξάκην, ἦσαν τόσον εἰλικρινῆ, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποδώσῃ τις εἰς τοὺς λόγους του οἱανδήποτε ὑστεροβουλίαν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὡς ἀρχὴν νὰ μὴ περιορίζῃ τὰ δικαιώματα τῆς συζητήσεως καὶ ταῦτα λέγω εἰς ἀντίκρουσιν τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ ἑτέρου ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ διὰ τοῦτο, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἤθελεν ἕκαστος ἐξ ὑμῶν ἀποδώσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 58 τοῦ Συντάγματος, ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει προδιάθεσις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἢ ἐκ μέρους ἐπαρκοῦς ἢ ἱκανοῦ ἀριθμοῦ Βουλευτῶν, νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, νὰ δεχθῇ τὴν γενίκευσιν αὐτῆς, καὶ διὰ τοῦτο, ἐπανερχόμενοι, μετὰ τὸ διάλειμμα, τὸν γενόμενον μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ κατευνασμοῦ τῶν πνευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξήφθησαν, ἐν μὴ δέοντι, ἐζητήσαμεν, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ ἔλαβον τὸν λόγον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ συζήτησις ἔλαβε τροπήν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ θίξῃ τὴν φιλοτιμίαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ νὰ μὴ θεωρηθῇ δέ, ὡς ἐλέχθη, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἕνεκεν τῆς πλειοψηφίας, ἡ ὁποία περιστοιχίζει αὐτήν, θέλει νὰ καλύψῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης τὸ θέτομεν σαφῶς καὶ καθαρῶς ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, προβαίνει εἰς ἕτερα θέματα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως».
§272Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, Κύριε Πρόεδρε, διότι, ζήτημα, ἁπλῶς ὑπηρεσιακόν, προκληθὲν ἐξ ἑνὸς τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐχαρακτηρίσθη παρὰ τοῦ σεβαστοῦ μοι φίλου, ὡς ζήτημα κυβερνητικόν, καὶ τίθεται ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἐγώ, ἐπερωτήσας, ἐμέμφθην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, οὐχὶ ἐπὶ παραβάσει νόμου, καὶ ἐκεῖθεν ἠρξάμην, ἀλλ’ ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος στοιχειώδους, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς τάξεως καὶ περὶ τῆς ὑπηρεσίας, τῆς ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντελεστέρας, τοῦ Ὑπουργείου, μὴ ἀδικῶν τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ προστατεύων αὐτούς. Ἐν τῷ θέματι τούτῳ, τὸ ὁποῖον ἀνέπτυξα, νομίζω, ὅτι ἀπέδειξα τρανώτατα ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδίκησε. Δὲν ἐνεκάλεσα αὐτὸν ἐπὶ παραβάσει τοῦ νόμου. Ἐνεκάλεσα αὐτὸν ἐπὶ ἀδικήματι, τὸ ὁποῖον διέπραξε καθ’ ὑπαλλήλου εὐόρκως ἐκτελοῦντος τὸ καθῆκόν του. Λυποῦμαι, διότι, ὡς ἦλθε τὸ ζήτημα, δὲν δύναμαι νὰ ἐκφράσω ἐμπιστοσύνην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ διὰ τοῦτο ἐγώ, ὁ ὁποῖος πάντοτε εἶχον τὸ θάρρος, μὴ πτοηθείς ποτέ, νὰ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην μου, καὶ ἤδη, τιθεμένου ζητήματος, ὡς μὴ ὤφειλε, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ καταψηφίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§273Γ. ΠΩΠ. Κύριοι Βουλευταί, εὑρισκόμεθα ἀπροσδοκήτως ἐνώπιον πολιτικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον, βεβαίως, δὲν προεκλήθη ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων, τῶν ἐπερωτησάντων τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ πολιτικὸν ζήτημα προεκλήθη κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος, εἰς ἐμὲ τοὐλάχιστον, τὸν παρακολουθοῦντα τοὺς κοινοβουλευτικοὺς ἡγέτας μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ στοργῆς καὶ ἐκτιμήσεως πρὸς ἐκείνους, οἵτινες συντείνουν εἰς τὴν διάπλασιν αὐτῶν, φαίνεται ἥκιστα ἁρμόζων. Ὁ εἷς τῶν ἀντιπροσώπων εὑρίσκεται καὶ παρακάθηται ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ, ὁ δ’ ἕτερος ἀπῆλθε κατὰ τρόπον, ὅστις ἐμφανίζει μᾶλλον τιθεμένην ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου τὴν φιλαρέσκειαν τὴν ὑπουργικήν, ζητοῦσαν ἐμπιστοσύνην καὶ ὄχι αὐτὴν ταύτην τὴν θυσίαν τοῦ θύματος. Γνωρίζετε τὰς ἐγκλήσεις, ὅπως παράσχητε ἐμπιστοσύνην; Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν, ὅτι ἔχει νὰ ἀναπτύξῃ θέματα καὶ ζητήματα σχετικὰ πρὸς τὴν ἀπώλειαν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, καὶ ἠξίωσε, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα, ἵνα ὁ ἐγκαλούμενος Ὑπουργὸς παραμείνῃ εἰς τὴν θέσιν, ἣν κατέχει, ἀποτελῶν μέλος τῶν εἰσηγουμένων τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ τὴν ὁποίαν κατέχει, ὡς κατέχουσι πάντες οἱ Ὑπουργοὶ τῶν κοινοβουλευτικῶν Κρατῶν, θέσιν ἑδωλίου ἐγκαλουμένου καὶ ὑπέχοντος τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ καθῆκον νὰ ἀπολογῆται καὶ ἐξηγῇ πᾶσαν πρᾶξιν αὐτοῦ, ἥτις τυχὸν θὰ ἤρχετο εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὴν γνώμην ἢ πληροφορίαν ἀντιπροσώπου τινὸς τοῦ Ἔθνους. Ὑπάρχει ἐν τῇ ἀντιλήψει οἱουδήποτε ὑμῶν, Κύριοι Συνάδελφοι, δικαιοτέρα ἀξίωσις ταύτης; Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, παρέχουσα τὴν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν φιλαρέσκειαν τοῦ ἀπόντος μέλους αὐτῆς, ἀνῄρεσε διὰ τῆς προτάσεως, καθ’ ὃν τρόπον τὴν διετύπωσε, καὶ αὐτὴν ταύτην τὴν ἔννοιαν τῆς ὑπουργικῆς ἀλληλεγγύης. Ὅταν προβάλλωνται προτάσεις ἐμπιστοσύνης, αἱ προτάσεις εἶναι ἁπλαῖ, δὲν ἀναφέρονται εἰς πρόσωπα, δὲν ὑπάρχει Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, Ἐσωτερικῶν, Συγκοινωνίας, ὑπάρχει μόνον Κυβέρνησις. Οὕτω κατανοεῖται ἡ ὑπουργικὴ ἀλληλεγγύη, Τὸ ἄλλο, εἶναι ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς ἕνα Ὑπουργόν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, ὄχι μόνον δὲν θεωρεῖ ἐν ἴσῃ πρὸς αὐτὴν μοίρᾳ ἀπέναντι τῆς πλειοψηφίας, ἀλλ’ ἀντιθέτως ἀντὶ νὰ ἱκανοποιῇ τὴν φιλαρέσκειάν του, τὸν ἐκθέτει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ζητεῖ ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν συγγνώμην αὐτῆς. Ἡ πρότασις, καθ’ ὃν τρόπον ὑπεβλήθη, εἶναι πρότασις παροχῆς ἐμπιστοσύνης πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα εἶναι λεπτομέρειαι ἐνώπιον τοῦ ὅλου ζητήματος. Τὸ ὅλον ζήτημα εἶναι τοῦτο: ὅτι δὲν ἐτέθη ζήτημα πολιτικὸν ὑπὸ οὐδενὸς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες διετύπωσαν γνώμην κατὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὸ ζήτημα τὸ πολιτικὸν ἐνεφανίσθη αἰφνηδίως, ὡς ὑπουργικὴ ἀλληλεγγύη, ἀπολήξασα εἰς σύμπραξιν τοῦ Νομοθετικοῦ Σώματος διὰ τὴν ἀδικίαν, τὴν προσγενομένην εἰς ὑπάλληλον καὶ διὰ λόγους, τοὺς ὁποίους ἀπέφυγεν, ὀρθῶς πράττων, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐκθέσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ὑποβάλῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὸ μαρτύριον τοῦτο τοῦ χωρισμοῦ καὶ τῆς περιβολῆς δι’ ὅλως κεχωρισμένης ἐμπιστοσύνης, παρεχομένης αὐτῷ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέρχηται αὐτοβούλως καὶ ζητῇ ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μειοῖ τὸ κῦρος τῶν μελῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα χωρίζει ἑαυτῆς καὶ τὸ ἐκθέτει κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐνώπιον τῆς πλειοψηφίας καὶ ἐπικαλεῖται ὑπ’ αὐτῶν καὶ μόνων συγχωροχάρτια, ἐν πεποιθήσει, ὅτι αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ταῦτα εἰσηγουμένη, δὲν ἔχει ἀνάγκην πιστοποιητικοῦ καλῆς διαγωγῆς. Θὰ παρακαλέσω συγχρόνως, ὅπως, εἰ δυνατόν, οὔτε ἡ πρότασις αὕτη, οὔτε γενικωτέρα πρότασις τεθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσφεύγωμεν ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς θέματα πολιτικῆς ἐμπιστοσύνης. Ὑπάρχουν μεγαλείτερα ζητήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ταχέως καὶ ἄκουσα εἴτε ὑπὸ τῆς φορᾶς τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἴτε καὶ μόνη, ἔχουσα ἀνάγκην καὶ νέων στηριγμάτων, θὰ προβάλῃ ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ζητήσῃ, οὐχὶ ἴσως ἅπαξ καὶ δίς, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς ταύτης. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιμείνῃ εἰς τὴν οὕτω διατυπωθεῖσαν πρότασιν ἐμπιστοσύνης, εἰς ἐμὲ ἐπιβάλλεται τοῦτο νὰ πράξω: οὐχὶ νὰ ἀρνηθῶ ψῆφον, οὐχὶ νὰ δώσω ψῆφον, ἀλλὰ νὰ μὴ μετάσχω παντάπασι ψηφοφορίας, ἀντιτιθεμένης καὶ ἀνατρεπούσης ἄρδην τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου τῶν Ὑπουργῶν.
§274Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν Ψαρρῶν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ, πῶς ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησεν ἄρδην νὰ ἀνατρέψῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐξήσκησε τὸ δικαίωμα μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐρύτητος, ἠκούσαμεν δὲ τὸν ἔλεγχον αὐτόν, ἀληθῶς, μὲ Ἰώβιον ὑπομονήν, χωρὶς νὰ εἴπωμεν λέξιν, ἐξηνέχθησαν μάλιστα καὶ λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἥρμοζε νὰ ἐξενεχθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος, πρὸς συνάδελφον, ὁ ὁποῖος, ἀληθῶς, ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν του, δικαιοῦται εἰς περισσότερον σεβασμόν–Ἀλλ’ εἰσερχόμενος εἰς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔθιξε τελευταίως ὁ κ. Βουλευτὴς Ψαρρῶν, θὰ τοῦ παρατηρήσω, ὅτι ἡ εὐστροφία τοῦ πνεύματος, τὴν ὁποίαν ὅλοι θαυμάζομεν, τὸν ἔφερεν εἰς ἀντίφασιν πρὸς ἑαυτόν. Διότι, ἐνῷ, κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του μᾶς ἔλεγεν, ὅτι «θέλετε νὰ καλύψητε διὰ τῆς ἀλληλεγγύης τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν», ὅταν διετυπώσαμεν, ὡς διετυπώσαμεν, τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως, τώρα μᾶς λέγει, ὅτι «εἶνε ἀδύνατον νὰ ἀποβάλητε τὴν ἀλληλεγγύην». Τέλος πάντων πρέπει νὰ ἐκλέξητε καὶ ἡμεῖς εἴμεθα πρόθυμοι νὰ διατυπώσωμεν τὴν πρότασιν μὲ τὴν ἀλληλεγγύην. Θέλετε ἀτομικῶς; Σᾶς ὑποβάλλομεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἀφήνομεν δ’ εἰς ὑμᾶς τὴν ἐκλογήν, διότι, νομίζομεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθῃ ἐντεῦθεν ἡ Κυβέρνησις μὲ μειωμένον τὸ γόητρον, ἔστω καὶ ἑνὸς μέλους αὐτῆς. Ἐννοοῦμεν, ὅτι εἴμεθα συνάδελφοι καὶ ὅτι τιμώμεθα διὰ τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν τῷ ἀτόμῳ ἑνὸς ἑκάστου ἡμῶν αὐτῶν καὶ ἐν τῷ συνόλῳ. Ἂν διετυπώθη ἡ πρότασις τῆς ἐμπιστοσύνης ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐγένετο τοῦτο, διότι ἡμεῖς ἀπεβάλλομεν τὴν ἰδέαν τῆς ἀλληλεγγύης, ἔστω καὶ ἐν πράξει τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ διότι θέλομεν νὰ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς εἶπεν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι πολιτικόν. Ἀφήνω, ὅτι ἐχαρακτηρίσθη, ὡς ζήτημα πολιτικὸν καὶ παρὰ τῶν ἄλλων, καὶ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅστις διετύπωσε τὴν πρότασιν, διότι, ὅταν ὡμίλουν περὶ πράξεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ἐπῆλθε ζημία εἰς ἐθνικὰ συμφέροντα, δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ λεχθῇ τίποτε ἄλλο, διὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς πολιτικὸν ζήτημα. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ πολιτικόν, εἶναι ζήτημα ἐκτιμήσεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις αἰσθάνεται ἑαυτὴν ὀπωσδήποτε θιγομένην ὑπὸ μιᾶς κατηγορίας, ἥτις διατυποῦται ἐντεῦθεν, κατὰ τοσοῦτον, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον πρὸς τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην της.
§275Γ. ΠΩΠ. Οὐδέποτε ἠμφισβήτησα τὸ δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως ἵνα θέτῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἠθέλησα μόνον νὰ ἀποτρέψω τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως φέρῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης διὰ πρᾶξιν, οὔτε ἐκ τῆς ὑπουργικῆς ἀλληλεγγύης προερχομένην, οὔτε διὰ τὸ ἄτομον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§276Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εὑρίσκεται ἐν δικαίῳ, θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης, κατόπιν τοῦ ἐλέγχου, ὁ ὁποῖος ἐγένετο, διότι, θέτουσα ζήτημα ἐμπιστοσύνης πρὸς ὑμᾶς, οἱ ὁποῖοι ἐστάλημεν παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὲ ἐντολὴν, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς ὑποστήριξιν τῆς ὑφισταμένης Κυβερνήσεως, ὑποστήριξιν, ἥτις ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν, αὐτὴν τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος, ἀρνεῖται εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου. Τοῦτο πράττουσα ἡ Κυβέρνησις, μᾶς θέτει εἰς τὸ δίλημμα ἢ νὰ παραιτηθῶμεν τοῦ ἐλέγχου τῶν κυβερνητικῶν πράξεων, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ σωτηρία τῆς Πατρίδος, καὶ ὅστις εἶναι δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ, ἢ νὰ παρίδωμεν τὴν ἐντολήν, ἥν ἐλάβομεν καὶ ἥτις, ὡς εἶπον, ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν, αὐτὴν τὴν σωτηρίαν τῆς Πατρίδος, κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν. Θέτουσα ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸ τὸ δίλημμα, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι φέρεται πολὺ σκληρῶς πρὸς ἡμᾶς. Ἐγώ, ὅστις ἐστάλην ὑπὸ τῶν συμπολιτῶν μου μὲ ἐντολήν, ὅπως, ἀντὶ πάσης θυσίας, ὑποστηρίξωμεν τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἔχω τὸ καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι, καίτοι ἔχω ἐκδεδηλωμένην γνώμην ὑπὲρ τοῦ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, θέλω ὑπερψηφίσει τῆς Κυβερνήσεως, διότι μὲ τοιοῦτον πρόγραμμα ἐξετέθημεν καὶ ἐστάλημεν παρὰ τῶν συμπολιτῶν μας ἐνταῦθα.
§277Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐσκόπουν, κ. Πρόεδρε, ἀκριβῶς, νὰ εἴπω, ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς διετύπωσε καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὀφείλω ὅμως νὰ ἄρω μίαν ἀνακρίβειαν, ἥτις ἐλέχθη καὶ μίαν παρεξήγησιν προφανῶς, ἥτις ἔλαβε χώραν, τοῦ ἀξιοτίμου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν κατηγόρησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι διέπραξε πρᾶξιν παράνομον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους. Εἶπον, ὅτι διέπραξε πρᾶξιν παράνομον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ὅτι ἀντέστη ὁ διαταχθεὶς ὑπάλληλος, ἐξ οὗ καὶ ὁ χόλος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ ἑτέρου προσώπου, τοῦ ὑψίστην κατέχοντος θέσιν. Ἑπομένως, δὲν κατηγόρησα πρᾶξιν τελεσθεῖσαν, ἀλλ’ ἀπόπειραν πράξεως.
§278Θ. ΤΟΥΡΚΟΒΑΣΙΛΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅταν ἐνεγράφημεν, ἵνα ἐπερωτήσωμεν τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, δὲν ἐσκοποῦμεν νὰ ἐλέγξωμεν αὐτὸν ἐπὶ παρανομίᾳ, ἐσκοποῦμεν νὰ ἐλέγξωμεν αὐτόν, ὅτι, πεισθεὶς εἰς κακὰς εἰσηγήσεις καὶ ἐκ κακῆς ἀντιλήψεως, ἠδίκησεν ἕνα ὑπάλληλον. Δυστυχῶς, ἡ συζήτησις ἔλαβε τοιαύτην τροπήν, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ νομίσῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης. Ἡ εὐπρέπεια δὲν μοὶ ἐπιτρέπει νὰ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσεν ἡ πρότασίς μου, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναμαι νὰ μὴ δώσω ψῆφον ἐμπιστοσύνης εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης μου. Διὰ τοῦτο θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον.
§279Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ προέκυψε ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ἐγὼ δηλῶ, ὅτι ἐμόρφωσα ἀπόλυτον πεποίθησιν περὶ τοῦ γενομένου ἀδικήματος ἐναντίον τοῦ συμπολίτου μου καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ἀφορῶν τὴν πρᾶξιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ καταψηφίσω αὐτόν.
§280ΣΤΥΛ. ΚΩΣΤΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπειδὴ ἐπεκράτησε τὸ σύστημα νὰ δικαιολογῆται ἡ ψῆφος ὑπὸ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἐπιτρέψατέ μοι, νὰ εἴπω, ὅτι, ὁ κ. Ἀλεξάκης ἐν τριτολογίᾳ, νομίζω, τελευταῖον, ἐτόνισεν, ὅτι δὲν κατηγορεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ παρανομίᾳ, δὲν παρεβίασεν, εἶπεν, ὁ κ. Ὑπουργὸς κείμενον νόμον, ἀλλὰ μόνον ἠθικὸν καθῆκον, τὸ ὁποῖον εἶχε, νὰ προαγάγῃ ἕνα ὑπάλληλον. Καὶ ὅταν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔφερον τὴν κατηγορίαν, ὑποστηρίζουσιν, ὅτι δὲν παρεβιάσθη ὁ νόμος, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς εὑρίσκεται ἐν τάξει ἀπέναντι τοῦ νόμου, πῶς ἔρχονται νὰ κατηγορήσωσι τὸν Ὑπουργὸν καὶ νὰ προκαλέσωσι ζήτημα ἐμπιστοσύνης κατὰ Ὑπουργοῦ, ὃν δὲν κατηγόρησαν; Ὄχι, λοιπόν, διότι ἀπεστάλημεν ὑπὸ τῶν ἐκλογέων μας μὲ περιωρισμένην ἐντολὴν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν Κυβέρνησιν, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας συνάδελφος, ἀλλά, διότι δὲν εὑρίσκομεν τὴν Κυβέρνησιν παρανομοῦσαν ἐν τῷ συγκεκριμένῳ τούτῳ ζητήματι, θέλω ἐκφράσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην μου πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διότι οἱ Ὑπουργοὶ δὲν κατηγορήθησαν ἐπὶ παραβιάσει οὐδενὸς νόμου.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω, λοιπόν, τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς τεθείσης προτάσεως ἐμπιστοσύνης, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα, ἐκφράζουσα τὴν ἐμπιστοσύνην της πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, προβαίνει εἰς ἕτερα θέματα τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, παρακαλοῦνται, νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι).
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (χειροκροτήματα). Ἐρωτῶ ἤδη τὴν Βουλήν, ἐὰν συναινῇ νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§283ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 10 καὶ 50′ μ. μ.)