1916.02.08
1,932 rows · 14,244 words · 200 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ ΙΒ.ʹ
ΤΗΣ 8 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1916
Προεδρία ἀντιπροέδρου κ. Α. Κατζουράκη.
(Ὥρα 5.15′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις· νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πὼπ ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§3Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ ὑπάρχει παράλειψίς τις, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ὑποβάλητε πρὸς τὴν Βουλήν, πρὸς διόρθωσιν. Κατὰ τὴν ἀπουσίαν μου ἐκ τῆς αἰθούσης τῆς Βουλῆς, συνέβη ἐπεισόδιόν τι προσωπικόν. Παρακαλῶ θερμῶς ὑμᾶς, ὅπως διατάξητε καὶ ἀναγραφῶσιν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ αἱ ὀλίγαι λέξεις τῶν ἐστενογραφημένων πρακτικῶν, καθ’ ὃν τρόπον αὗται ὑπάρχουσιν εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικὰ, καὶ δοθῶσι πρὸς δημοσίευσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς κ. Πρωτοπαπαδάκης ἀνεκάλεσεν εὐθὺς ὡς εἶπε τὴν λέξιν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμιλήσατε, καὶ ἐξέφρασε τὴν λύπην του, διότι, ὑπὸ τὸ κράτος ὀργῆς, ἄφησε καὶ διέφυγεν αὕτη τῶν χειλέων του. Ἐγὼ δὲ εἶπον τότε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ σημειωθῇ ἡ λέξις αὕτη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικά, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὰ ἐστενογραφημένα.
§5Γ. ΠΩΠ. Τῇ ὑμετέρᾳ ἐντολῇ ἢ τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς;
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς. Ἀνακοινοῦνται τὰ ἑξῆς: —Οἱ γονεῖς τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων παρακαλοῦσιν, ὅπως οἱ ἀδελφοὶ τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν Βʹ σειρὰν ἐφεδρείας. —Οἱ ἐκ Καλαμῶν γονεῖς τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπαλλαγῶσιν τῆς στρατιωτικῆς ὑποχρεώσεως οἱ ἀδελφοὶ τῶν ἐν πολέμῳ φονευθέντων. —Οἱ συγγραφεῖς διδακτικῶν βιβλίων παρακαλοῦσιν, ὅπως μεταρρυθμισθῇ ὁ ΓΞΛʹ νόμος περὶ διδακτικῶν βιβλίων ἐπὶ τῇ βάσει μονοπωλείου τοῦ χάρτου τῶν διδακτικῶν βιβλίων. —Ὁ Γεώργιος Λάγιος καταγγέλλει τὸν ἐπιλοχίαν τοῦ 2ου Λόχου τοῦ 1ου Συντάγματος Σκαπανέων, Λέτσον, ραπίσαντα τὸν υἱόν του, στρατιώτην τοῦ ἰδίου Λόχου. — Ὁ λαὸς Γαργαλιάνων διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως σίτου καὶ ἀλεύρων. — Ἅπαντες οἱ κατάδικοι ἐν ταῖς φυλακαῖς Πύργου παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ νόμος, δι’ οὗ, οἱ ἐκτίοντες τὰ ⅔ τῆς ποινῆς των, ἐξέρχονται τῶν φυλακῶν. — Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Τριπόλεως κατάδικοι παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ ποινή των. — Αἱ οἰκογένειαι τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων τῆς Κοινότητος Στύλιας τῆς Δωρίδος, παρακαλοῦσιν, ὅπως διαταχθῇ ἡ πληρωμὴ τῆς περιθάλψεως εἰς αὐτάς. — Ὁ ἐκ Λευκάδος Βασίλειος Μήτσουρας παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὰ τρία ἀνήλικα ὀρφανὰ τοῦ ἀποθανόντος ἀδελφοῦ του. — Ὁ λαὸς Οἰτύλου διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς παντελοῦς ἐλλείψεως σίτου καὶ ἀλεύρων. — Ἡ μήτηρ τοῦ ἐν πολέμῳ φονευθέντος λοχαγοῦ Ἀναστασίου Γιώτη, παρακαλεῖ, ὅπως συμπεριληφθῇ καὶ αὕτη εἰς τὸν ψηφισθέντα νόμον 680. — Ὁ Σύλλογος τῶν Δικαστικῶν Κλητήρων τῆς περιφερείας τοῦ Πρωτοδικείου Βόλου ὑποβάλλει αἰτήματά τινα πρὸς τὴν Βουλήν. — Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Ρίου κατάδικος Γεώργιος Καούρας παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὰς ἀπολεσθείσας δύο συστημένας ἐπιστολάς του. — Αἱ ἐκ Κλενίας τῆς Κορίνθου σύζυγοι τῶν ἐπιστρατευθέντων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτάς, στερουμένας καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. — Ἡ ἐξ Ἀθηνῶν Εἰρήνη Μινάρδου παρακαλεῖ, ὅπως τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις διὰ τὸν ἐν τῇ στρατιωτικῇ ὑπηρεσίᾳ παθόντα τὰς φρένας υἱόν της. — Ὁ ἐκ Γαργαλιάνων ἔμπορος Μιχαὴλ Κωστόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως ἀναλάβῃ μονοπωλιακῶς τὴν προμήθειαν ἀλεύρων καὶ σίτου. — Τὰ Ἐργατικὰ Κέντρα Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑποδεικνύουσι διάφορα μέτρα περὶ βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ἐργατῶν κατὰ τὰς νῦν περιστάσεις. — Ὁ ἐκ Κυδωνίας τῶν Χανίων Ἰωάν. Μαλινδρέτος παρακαλεῖ, ὅπως τῷ πληρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου τὰ ἐνοίκια τῆς οἰκίας του. — Ὁ ἐκ Κισσάμου τῆς Κρήτης Πολυχρόνιος Κακαβελάκης διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ ἀνεψιοῦ του, ὡς ἐξαπατήσαντος αὐτὸν μεθ’ ἑνὸς συμβολαιογράφου. — Οἱ ποτοποιοί, φαρμακοποιοὶ καὶ μυροποιοὶ τοῦ Νομοῦ Χανίων τῆς Κρήτης παρακαλοῦσιν, ὅπως τροποποιηθῇ ὁ νόμος ΓΦΚΕʹ καὶ ΓΧΟʹ. — Ἡ μήτηρ καὶ ἀδελφὴ τοῦ ἐν πολέμῳ πεσόντος λοχαγοῦ Ἰωάννου Ζητουνιάτου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐπεκταθῇ καὶ δι’ αὐτὰς τὸ εὐεργέτημα, τὸ προβλεπόμενον εἰς τὸν νόμον 680. — Οἱ ἀνακτορικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου Αʹ παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ εὐεργέτημα τῆς συντάξεως αὐτῶν ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὰς χήρας καὶ ὀρφανὰ αὐτῶν. — Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ, ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος τῶν δικηγόρων. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. ΠΕΡ. ΜΠΟΥΤΟΣ καὶ Σ. ΚΟΥ-ΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «περὶ ἑρμηνείας τοῦ γʹ ἐδαφίου, τοῦ 13ου ἄρθρου, τοῦ 240 Νόμου». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. ΣΠ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ, Γ. ΔΟΥ-ΜΑΣ, Δ. ΤΖΩΡΤΖΟΠΟΥΛΟΣ, Μ. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον 344 «περὶ συστάσεως Στρατιωτικοῦ Σχολείου Εὐελπίδων καὶ λόχου ὑποψηφίων μαθητῶν τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Α. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Α. ΠΑ-ΛΑΙΟΛΟΓΟΣ, Γ. ΡΑΛΛΗΣ κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «περὶ παρατάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου 166». Ὁ Βουλευτὴς κ. Ι. ΚΑΡΑΜΑΛΙΚΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμου». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ, Μ. ΔΕΡΛΕΡΕΣ, Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ, Γ. Δ. ΡΑΛΛΗΣ κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως «περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς κ. ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥ-ΜΗΣ ὑποβάλλει νομοσχέδιον: «περὶ ἐκμισθώσεως τῶν δημοσίων κτημάτων». Ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς κ. Π. ΚΟΥΝΤΟΥ-ΡΙΩΤΗΣ ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1915 Β. Δ. περὶ συμπληρώσεως τοῦ 480 νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16 Ἰουλίου 1914 Β. Δ. περὶ ἀνακλήσεως ἐν καιρῷ εἰρήνης εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἐφέδρων μαχίμων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν». Ἡ ἐπὶ τῶν ΑΜΕΣΩΝ ΚΑΙ ΕΜΜΕΣΩΝ ΦΟΡΩΝ ΚΟΙΝ. ΕΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου: «περὶ διαθέσεως τοῦ φόρου 1% ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῶν Δημοσίων Ἔργων». Ἡ ἐπὶ τῆς ΔΗΜΟΣ. ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΕΩΣ ΚΟΙΝΟΒ. Ε-ΠΙΤΡΟΠΗ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου: «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου 671 καὶ περὶ ἐκλογῆς Ἐφόρων τῶν Ἐκπαιδευτικῶν καὶ Φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων Χίου κλπ.». Ὁ Βουλευτὴς κ. Μ. ΤΣΟΥΤΣΑΝΗΣ αἰτεῖ ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν ἀπουσίας. Ὁ Βουλευτὴς κ. Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ αἰτεῖ 40 ἡμερῶν ἄδειαν ἀπουσίας. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, χορηγοῦνται αἱ ἄδειαι αὗται. Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Γ. ΜΕΡΚΟΥΡΗΣ, Κ. ΓΙΟΛΔΑ-ΣΗΣ, Γ. ΤΣΙΜΑΣ, Β. ΡΟΥΦΟΣ, Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πληρώσεως κενῶν θέσεων ἐν δημοτικοῖς σχολείοις». Ὁ Πρόεδρος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διανομῆς τροφίμων κλπ.» κ. ΚΑΝΕΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Ὁ Βουλευτὴς Ψαρῶν κ. Γ. ΠΩΠ ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του ἀπὸ μέλους τῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Προϋπολογισμοῦ.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπορρίπτεται. Δὲν γίνεται δεκτή.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγένετο δεκτή.
§9Γ. ΠΩΠ. Κύριοι Συνάδελφοι, εὐχαριστῶ τὴν Βουλήν, διότι δὲν γίνεται ἀποδεκτὴ ἡ παραίτησίς μου μετὰ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων σᾶς ὑπέβαλον τὴν παραίτησιν, βεβαιῶ δὲ τοὺς κ. Συναδέλφους, ὅτι πάντοτε εὐόρκως καὶ μετὰ πίστεως θὰ ἐκτελῶ τὸ καθῆκόν μου πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ κοινοῦ σκοποῦ, ὅστις εἶναι τὸ μεγαλεῖον τῆς Πατρίδος μας. (χειροκροτήματα).
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλοὶ βουλευταὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν, ὅπως ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ ἐὰν δέχεται νὰ ἀναθεωρηθῇ ἡ ἀπόφασις αὐτῆς περὶ προσδιορισμοῦ ἡμέρας πρὸς συζήτησιν τοῦ περὶ τῆς Ἑταιρείας τοῦ Ἀεριόφωτος ζητήματος, καὶ ὡς τοιαύτη ὁρισθῇ πρὸς συζήτησιν τοῦ σοβαροῦ τούτου ζητήματος, τὸ προσεχὲς Σάββατον. Δέχεται ἡ Βουλή;
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίζεται ἡμέρα πρὸς συζήτησιν τὸ προσεχὲς Σάββατον. Ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Πολογεώργης.
§13Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἑξῆς θὰ ἔλεγον. Μίαν καὶ μόνην ἐρώτησιν ὑπέβαλον, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑπεβλήθη πρὸ τεσσάρων ἢ πέντε ἡμερῶν. Κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐδόθη ὁ ἀριθμὸς 115, σήμερον δέ, ἐνῷ ἐξηντλήθησαν αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις, αἱ προηγούμεναι, ἔχει 122 ἀριθμόν. Ἡ ἐρώτησις αὕτη ἀφορᾷ γενικώτατα συμφέροντα, ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὴν δεχθῇ, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία ἑκατομμυρίων δραχμῶν, χωρὶς νὰ βλαβῇ ἡ ὑπηρεσία. Διὰ τοῦτο, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διατάξῃ νὰ καταβάλληται περισσοτέρα φροντὶς εἰς τὴν σύνταξιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ τοιοῦτον ὀφείλεται, κ. Βουλευτά, εἰς τὸ ὅτι, μέχρι πρὸ μιᾶς ἡμέρας, συνεζητοῦντο πρῶτον αἱ ἀναφοραὶ καὶ κατόπιν αἱ ἐρωτήσεις, προσετίθεντο αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐρωτήσεων ηὔξανε, χωρὶς νὰ ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν. Τώρα ποὺ ἐλήφθη ἀπόφασις ἡμίσειαν ὥραν νὰ συζητῶνται αἱ ἀναφοραὶ καὶ ἡμίσειαν ὥραν νὰ συζητῶνται αἱ ἐρωτήσεις, θὰ ἔλθῃ πολὺ ἐνωρὶς ἡ σειρά της. Ἐὰν θέλετε, δύνασθε νὰ ζητήσητε, κατὰ τὸν Κανονισμόν, τὴν πρόταξίν της. Ἄλλως, δὲν δύναμαι νὰ κάμω τίποτε.
§15Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ὡς καὶ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων ὑπερεπληρώθησαν, ἐξωγκώθησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν οὔτε εἰς τὴν Σύνοδον τὴν παροῦσαν, ἀλλ’ οὐδὲ καὶ εἰς ἐρχομένην περίοδον νὰ συζητηθῶσιν. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν θὰ παρακαλέσω τὸ Προεδρεῖον, νὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, δηλαδή, νὰ ὁρισθῇ, ὅπως μίαν ἡμέραν συζητηθῶσι καὶ ἐξαντληθῶσιν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐπείγουσαι ἀναφοραὶ καὶ ἐρωτήσεις, διότι δὲν ἀρκεῖ, ὅτι οἱ κ. Ὑπουργοὶ δὲν ἔδωσαν οὐδεμίαν ἀπάντησιν ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῶν κατατεθεισῶν ἐρωτήσεων, δὲν ἀρκεῖ, ὅτι δὲν ἔλαβον οὐδεμίαν ὑπ’ ὄψει, ἀλλὰ καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναπτύξωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτάς, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι ἐπιτελοῦμεν ἕν καθῆκον ἔναντι ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μᾶς ἔστειλαν ἐνταῦθα. Θὰ παρεκάλουν νὰ ἐρωτήσῃ τὸ Προεδρεῖον, ἐὰν δέχεται ἡ Βουλή, νὰ καθορισθῇ ἡμέρα διὰ νὰ ἐξαντληθοῦν αἱ ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις, διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ματαιοπονοῦμεν, ἐρχόμενοι ἐδῶ καὶ ὑποβάλλοντες ἐρωτήσεις καὶ ἐπερωτήσεις...
§16ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀκριβῶς ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ κύριος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας βουλευτής, θέλω καὶ ἐγὼ νὰ παρακαλέσω, ὅπως ὁρισθῇ μία ἡμέρα, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ συζητήσωμεν τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις.
§17Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ ὅμως χρόνος συζητήσεως πέντε λεπτά.
§18Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αἱ ἐρωτήσεις καὶ αἱ ἀναφοραὶ καταναλίσκουν μίαν ὥραν, συνεπῶς τὸ νὰ γίνῃ μία εἰδικὴ συνεδρίασις πρὸς συζήτησιν αὐτῶν, ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμόν. Δι’ ἐπερωτήσεως μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συζήτησις. Προκειμένου ὅμως περὶ ἐρωτήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀποτελοῦν ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως, δύνανται νὰ ἐρωτήσουν οἱ κ. Βουλευταὶ τοὺς κ. Ὑπουργούς. Παρακαλῶ τοὺς κ. κ. Ὑπουργούς, νὰ ὁρίσωσι μίαν ὥραν νὰ προσέρχωνται οἱ βουλευταὶ εἰς τὰ Ὑπουργεῖα, ἵνα λαμβάνωσι γνῶσιν τῶν ἀπαντήσεων καὶ ἐν γένει τῶν ἐνδιαφερόντων αὐτοὺς ζητημάτων.
§19Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Τώρα ἐγένετο 11½–12.
§20Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Νὰ ὁρίσωσι μίαν ὥραν διὰ τοὺς βουλευτὰς καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ ἔχωμεν τόσας ἐρωτήσεις εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Στεφανόπουλος ἔχει τὸν λόγον, ὅπως ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Βαρθολομιοῦ. Ἀπών.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Τσίμας ἔχει τὸν λόγον.
§23Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Εἰς πάντας ἡμᾶς, κ. Βουλευταί, θὰ ἐγένοντο βεβαίως παράπονα διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἐπίταξις τῶν κτηνῶν ἐνηργήθη εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἰς τὸν Νομὸν Ἀχαϊοήλιδος ἐνεργήθη κατὰ παράδοξον ὅλως τρόπον. Ἀντὶ νὰ ἐνεργηθῇ ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους ὁ νόμος περὶ ἐπιτάξεως ὁρίζει, ἀνετέθη αὕτη εἰς κατώτερά τινα ὄργανα τῆς Χωροφυλακῆς. Δὲν ἔχω ἀκόμη τὰ στοιχεῖα ὡρισμένης καταγγελίας διὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων, ὅπου, ὡς λέγεται, ἐνεργήθη ἡ ἐπίταξις ἐντελῶς χαριστικῶς, συνεπείᾳ φιλοδωρημάτων, ἀλλ’ ἔχω νὰ καταγγείλω ὡρισμένα γεγονότα, λαβόντα χώραν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας.
§24Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν ἀφήνετε νὰ γίνωσιν ἀνακρίσεις;
§25Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Τὸ Σῶμα Στρατοῦ δὲν ἐξετέλεσε τὴν διαταγήν σας περὶ ἐνεργείας ἀνακρίσεων.
§26Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐξωδίκως τὸ ἔμαθον αὐτό, συνέπεσε νὰ ὑπάγῃ ἀλλοῦ ἡ διαταγή. Ἐστὲ βέβαιος, ὅτι θὰ ἱκανοποιηθῆτε ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος.
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἠκούσαμεν τὶ ἐλέχθη.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔδωκε τὴν πληροφορίαν εἰς τὸν κ. Βουλευτήν, ὅτι διέταξεν ἀνακρίσεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ ἠρκέσθη ὁ ρήτωρ.
§29Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι ἱκανοποιητικόν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ροῦφος; Ἀπών. Ὁ κ. Κρεστενίτης.
§31Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μετὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παραιτοῦμαι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μοσχούλας, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς χήρας Μπαγουρδῆ.
§33Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κουτρούκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κ. Μπουγέτση.
§35Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, προκειμένου προχθὲς νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ ἀναφορᾶς συμπολίτου μου τινός, ἐξηγέρθη ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ καὶ ἐζήτησεν ἡ συζήτησις νὰ γενικευθῇ καὶ νὰ γενικευθῇ, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς αἰτήσεως αὐτῆς, ἀλλ’ ἐν γένει ἐπὶ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Στρατεύματος.
§36Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρις ὅτου κατατεθῶσιν ὅλαι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζητήσατε, ὥστε, ἐπὶ τῇ βάσει ἐπισήμων δεδομένων, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν θέματος, τὸ ὁποῖον βεβαίως ἔχει τόσην σπουδαιότητα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συνεχισθῇ ἄνευ καταθέσεως ἐπισήμων ἐγγράφων;
§37Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν ἑσπέραν ταύτην νὰ προχωρήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν συζήτησιν. Πρέπει νὰ προσαχθῶσιν αἱ αἰτηθεῖσαι πληροφορίαι, διὰ τὰς ὁποίας ἔχω καταθέσει σημείωμα εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς.
§38Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα αὐτὰ διὰ τὸν ἰατρὸν τοῦ Φρουραρχείου;
§39Θ. ΚΟΥΤΡΟΥΚΗΣ. Τὸ σημείωμα αὐτό, κύριε ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας Βουλευτά, δὲν ἀφορᾷ τὸν ἰατρὸν τοῦ Φρουραρχείου, διότι, ὡς προοιμιαζόμενος σᾶς εἶπον, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ἐκείνης παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας ἐν γένει τοῦ στρατοῦ. Αὐτά, τὰ ὁποῖα ἐζήτησα, δὲν ἀνάγονται ἀποκλειστικῶς εἰς τὸν ἰατρὸν τοῦ Φρουραρχείου, διότι, ὡς ἠκούσατε, ἡ αἴτησίς μου, τοῦ νὰ προσαχθῇ σημείωμα, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ ἐμφαίνηται πόσοι ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δευτέρας, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη, συνεπείᾳ νόμου, πόσοι, ἐπαναλέγω, βοηθητικοὶ ἐκρίθησαν ἱκανοί, καὶ πόσοι ἀνίκανοι ἐκρίθησαν βοηθητικοὶ καὶ τἀνάπαλιν, ἀνάγεται εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ δὴ τοῦ παρελθόντος, δηλαδή, καθ’ ἣν ἐποχὴν εἶχον τὴν ἐξουσίαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διεσάλπισαν ἀνὰ τὸ Πανελλήνιον, ὅτι ἦλθον νὰ καταργήσωσι τὴν ἀπαισίαν συναλλαγὴν καὶ ἀνεκήρυξαν τοὺς ἑαυτούς των ἀνορθωτάς. Δὲν κρίνω ἄξιον τὸν ἰατρὸν αὐτόν, οἱασδήποτε καὶ ἂν εἶνε, περισσοτέρας προσοχῆς. Εἶπον ὅ,τι ἔπρεπε νὰ εἴπω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος ἀπεδέχθη τὰ δίκαια παράπονά μου καὶ ὑπεσχέθη, ὅτι θὰ ἐνεργήσῃ, καὶ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, ὅτι διὰ τῆς χαρακτηριζούσης αὐτὸν αὐστηρότητος, θὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι δεῖ, προκειμένου περὶ τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας. Ἔχω ὅμως τὴν γνώμην, ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλή, προκειμένου νὰ γίνῃ ἔλεγχος ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία διεξήχθη, ὅταν ἦλθον ἐκεῖνοι καὶ ὑπέσχοντο νὰ φέρουν τὸν χρυσοῦν αἰῶνα καὶ κατηγόρουν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πλεῖστα ὅσα συνεισέφεραν εἰς τὸν τόπον καὶ κατηνάλωσαν ὁλόκληρον τὸν βίον αὐτῶν ὑπὲρ τῶν κοινῶν, ἀνθρώπους ἀναμφισβητήτου κύρους καὶ πατριωτισμοῦ καὶ καθ’ ὧν δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ κανὲν παράπονον, νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος μετὰ τῆς προσηκούσης προσοχῆς καὶ αὐστηρότητος. Εἶμαι νέος βουλευτής, δὲν ἀνήκω εἰς τὸ παρελθὸν καὶ δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ἐκ λόγων προσωπικῶν ἀνέλαβον τὴν ὑπεράσπισιν ἐκείνων, οὔτε ἔχουν κἄν ἀνάγκην ὑπερασπίσεως, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διώκησαν τὴν Χώραν μέχρι σήμερον καὶ ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Προκειμένου λοιπὸν τοιαύτης σοβαρᾶς ὑποθέσεως, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἀναμείνῃ ἡ Βουλή, νὰ προσκομισθῶσι τὰ ἔγγραφα, διότι θὰ ἐπιχυθῇ τοιοῦτον φῶς, ὥστε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐτόλμησαν νὰ κατηγορήσουν τοὺς πολιτευομένους τοῦ παρελθόντος, θὰ τραπῶσιν εἰς ἄτακτον φυγήν, ὅπως ἐτράπησαν καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογάς.
§40Κ. ΑΙΓΕΙΑΛΙΔΗΣ. Καὶ δὲν ἐντράπησαν!
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως;
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Βιτάλης ἔχει τὸν λόγον, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Ἑρμουπόλει χηρῶν, μητέρων ἐπιστράτων.
§44Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι ἀναφορὰ κοινοῦ ἐνδιαφέροντος, θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, κ. Βουλευταί, ἐπί τινας στιγμάς. Μητέρες χῆραι, ἔχουσαι δύο, τρεῖς, καὶ τέσσαρας υἱοὺς εἰς τὸ Στράτευμα, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια, προκειμένου νὰ παραταθῇ ἡ ἐπιστράτευσις, νὰ τροποποιηθῇ ὁ στρατολογικὸς νόμος, καὶ συμπεριληφθῶσι διατάξεις, ἀπαλλάσσουσαι τοὺς ἔχοντας τέσσαρα τέκνα καὶ τέσσαρας ἀδελφοὺς ἐν ἐπιστρατεύσει. Τοῦτο εἶναι ζήτημα τῆς ἀποφάσεως ἡμῶν. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἔχω θερμῶς νὰ συστήσω εἰς ὑμᾶς, εἶναι, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐνδώσητε εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτήν, νὰ συντελέσητε, διὰ τῶν συστάσεών σας εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ δοθῇ τοὐλάχιστον εἰς αὐτοὺς τρίμηνος ἄδεια, διότι ὑπάρχει μήτηρ — καὶ ἔχω ἰδιαιτέραν ἀναφορὰν — ἔχουσα τέσσαρα τέκνα, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ τέταρτος, ἀξιωματικός, ἔπαθεν εἰς τὸ στράτευμα καὶ εὑρίσκεται εἰς τὸ νοσοκομεῖον· ἡ Ἀνωτάτη Ἐπιτροπὴ τὸν ἐξῄρεσεν, ἀλλὰ τὰ ἄλλα τέκνα αὐτῆς παραμένουσιν εἰς τὸ στράτευμα. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: πῶς θὰ συντηρηθῇ αὐτὴ ἡ οἰκογένεια, καθ’ ἥν στιγμὴν τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ χορηγήματος, τὸ ὁποῖον διὰ νόμου ἔχει ὁρισθῇ; Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ υἱοθετήσῃ τοὐλάχιστον τὸ μέτρον τῆς τριμήνου ἀδείας.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλαντζόπουλος.
§46Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκπληρῶν ἐντολὴν τῶν συμπολιτῶν μου, ἀναγκάζομαι νὰ καταθέσω ἀναφοράν, δι’ ἧς αὐτοὶ παραπονοῦνται, ὅτι, ἐνῷ εἰς πλείστας ἐπαρχίας διενεμήθησαν ἐκ τῶν δημοσίων ταμείων χρήματα εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων, εἰς πολλὰς ἄλλας δὲν διενεμήθησαν. Ὡς δικαιολογίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προβάλλει, ἀφ’ ἑνὸς τὸ «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος» καὶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τὰ μὲν εὔπορα ταμεῖα διανέμουν χρήματα, τὰ δὲ ἄπορα ὄχι. Τὸ δεύτερον τὸ εὑρίσκω ἄδικον, διότι ἔπρεπε τὰ περισσεύματα τῶν εὐπόρων νὰ συγκεντροῦνται εἰς τὸ κεντρικὸν ταμεῖον καὶ δι’ εἰδικῆς ὑπηρεσίας νὰ γίνεται ἀνάλογος διανομὴ εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας.
§47ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εἰς τὴν Ναύπακτον ἀπεστάλησαν 25.000 δραχμαί.
§48Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο εἶναι βοήθημα 15 ἡμερῶν, καθυστεροῦνται δὲ μηνῶν ὁλοκλήρων.
§49ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Στέλλομεν ὅ,τι δυνάμεθα. Τὸ περιπλέον εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον. Προσπαθοῦμεν σήμερον εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐδόθη οὐδὲ λεπτόν, νὰ στείλωμεν ὅ,τι δυνάμεθα, περικόπτοντες ἄλλας ἀνάγκας, ἐπίσης ἐπιτακτικάς, ὅσον καὶ αὕτη, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ γενομένου προσανατολισμοῦ. Θὰ ἐξακολουθήσωμεν δὲ τὴν τοιαύτην προσπάθειαν μέχρις οὗ πληρωθῶσι τὰ κενὰ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληρωθῶσι διὰ μιᾶς.
§50Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Εὐρυτανίαν ἐστάλησαν;
§51ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πεντήκοντα χιλιάδες δραχμῶν διὰ δέκα πέντε ἡμέρας.
§52Α. ΑΝΑΓΝΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἰς τὴν Δωρίδα;
§53ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Σᾶς εἶπον, ὅτι προεκάλεσα τηλεγραφικῶς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες οὐδὲν ἔλαβον, προτάσεις περὶ τῶν ὑποβεβλημένων αἰτημάτων. Ἔστε δὲ βέβαιοι, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τὰ κενὰ θέλουσι πληρωθῇ καθ’ ὅσον εἶναι δυνατόν, διότι μόνος ὁ Θεός, εὑρισκόμενος ἐνταῦθα, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ πολλαπλασιάσῃ τοὺς ἄρτους.
§54Ι. ΚΑΛΑΝΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, συνιστῶ ὅμως καὶ παρακαλῶ νὰ παύσῃ ἡ πληρωμὴ ἐκ τῶν εὐπόρων ταμείων εἰς ὡρισμένα διαμερίσματα, διότι τοῦτο γεννᾷ τὰ παράπονα.
§55Π. ΣΙΣΜΑΝΗΣ. Ἡ ἀνισότης τῆς διανομῆς τῶν βοηθημάτων, προὐκάλεσε τὰ παράπονα τῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες ἔλαβον εἴτε ἀνεπαρκῶς, εἴτε δὲν ἔλαβον τίποτε. Τὰ παράπονα στρέφονται κατὰ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποδίδεται ἀδιαφορία ἢ ἀμέλεια, εἰς ἐμὲ δὲ ἀπεδόθη καὶ δόλος, διότι εὑρέθη ὁ δημοδιδάσκαλος κωμοπόλεώς τινος, ὁ ὁποῖος ἔχει τρεῖς ἰδιότητας, εἶναι παπᾶς, διδάσκαλος καὶ διευθυντὴς ταμείου, ὅστις ἔπεισε τὸν κόσμον, ὅτι ἐγὼ ἐμποδίζω τὰ βοηθήματα, διότι, δῆθεν, δὲν μετέβη ἀθρόως νὰ ψηφίσῃ ὁ λαὸς τῆς κωμοπόλεως. Θὰ παρακαλέσω, λοιπόν, τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς, νὰ θεραπεύσωσι τὴν ἀνισότητα ταύτην, τὸν δὲ κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ στραφῇ κατὰ τοῦ δημοδιδασκάλου αὐτοῦ, διότι νομίζω, ὅτι εἶναι ἀνάξιος νὰ κατέχῃ τὴν ἕδραν τοῦ δημοδιδασκάλου ὁ κακοήθης οὗτος ψεύστης.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λαμπρακάκης.
§57Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ. Εἶναι γνωστὴ ἡ βαρυτάτη φορολογία τῶν ἰδιωτικῶν βοσκῶν, τὴν ὁποίαν ἐπέβαλεν ὁ νόμος 1910, ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν τότε περιστάσεων, 11% ἐπὶ τοῦ ἐτησίου μισθώματος. Ἐνῶ δὲ, προκειμένου περὶ βαρείας φορολογίας, τὰ ὄργανα τὰ βεβαιοῦντα ταύτην ὀφείλουσι μετὰ μεγάλης προσοχῆς καὶ ἐπιεικείας νὰ ἐπιμελῶνται τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς, εἰς τὰς παραπονουμένας κοινότητας καὶ εἰς πλείστας ἄλλας ἐπαρχίας, ὄχι μόνον τοῦτο δὲν συμβαίνει, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, φθάνουσι καὶ μέχρι παρερμηνείας. Διότι δι’ ἀγροὺς εἰς οὓς καλλιεργοῦσι δημητριακοὺς καρπούς, ἀπὸ τῆς συγκομιδῆς αὐτῶν, δηλαδή, ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου μέχρι τοῦ Ἰανουαρίου, ὅτε γίνεται ἡ ὄργωσις, διὰ τὴν καπνοφυτείαν, κατὰ τὸ διάστημα δὲ τοῦτο οὔτε εἰς ἐκμίσθωσιν προβαίνουσιν, ἀλλὰ τὰ ἰδικά των ζῷα βόσκουσιν εἰς τοὺς ἀγρούς των, διὰ τὴν βραχεῖαν αὐτὴν ἀγρανάπαυσιν, τὴν ἀγρανάπαυσιν τῶν 2 μηνῶν—διότι ἡ περίοδος τῶν χειμερινῶν λειβαδίων ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Ν)βρίου καὶ λήγει τὸν Ἰανουάριον—καταλογίζεται εἰς τοὺς κτηματίας νὰ πληρώσωσι φόρον λειβαδίων 11%. Τοιουτοτρόπως ὁ γεωργὸς πληρώνει διὰ τὸν αὐτὸν ἀγρόν, ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους, φόρον ἀροτριώντων, φόρον καπνοῦ καὶ φόρον λειβαδίων. Ἐνίστανται κατὰ τῶν προσκλήσεων, ἀλλὰ, δυστυχῶς, κακῶς ἐφαρμόζεται ἡ διαδικασία τοῦ νόμου, διότι οὐδέποτε καλοῦνται οἱ Πρόεδροι τῶν Κοινοτήτων, οἱ μόνοι δυνάμενοι νὰ γνωρίζωσιν, ἀλλ’ ἀντ’ αὐτῶν καλεῖται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὁ Πρόεδρος τῆς πρωτευούσης, ὅστις οὐδὲν περισσότερον τῶν ἄλλων μελῶν δύναται νὰ γνωρίζῃ καὶ τοιουτοτρόπως ἀπορρίπτονται αἱ ἐνστάσεις των, ὅσοι δὲ ἐξ αὐτῶν ἔχουσι τὴν πρόνοιαν καὶ τὰ μέσα νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἐπιτυγχάνουσι τὴν ἀπαλλαγήν των, διότι τὸ Ὑπουργεῖον διατάσσει τὴν ἐκ νέου ἐξέτασιν τῶν ὑποθέσεων. Ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι, εἴτε διότι δὲν γνωρίζουσιν, εἴτε διότι δὲν ἔχουσι προστασίαν νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, πληρώνουσι φόρον ἀδικώτατον. Ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἀτόπου, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ, νομίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δύναται διὰ μιᾶς ἑρμηνευτικῆς ἐγκυκλίου τοῦ νόμου τοῦ 1910 πρὸς τοὺς Οἰκονομικοὺς Ἐφόρους, καὶ πρὸ πάντων πρὸς τοὺς Ἐφόρους τῶν ἐπαρχιῶν, εἰς ἃς συμβαίνουν τὰ ἄτοπα, νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν κόσμον ἀπὸ τὰς ἐνοχλήσεις καὶ τὸ Ὑπουργεῖον ἀπὸ τὴν ἀέναον ἀπασχόλησιν. Ἂς ἀφήσωμεν τὸν γεωργὸν εἰς τὸ δίμηνον αὐτὸ διάστημα, διὰ τῶν ἰδίων ζώων νὰ βόσκῃ τὸν ἀγρόν του, ὕστερα ἀπὸ ἐπιστράτευσιν καὶ ἀπὸ μίαν πραγματικὴν σιτοδείαν, καὶ ὕστερα ἀπὸ δύο πολέμους. Νὰ τοῦ λέγωμεν νὰ πληρώσῃ φόρον μισθώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβεν, ἁπλῶς διότι ἐβόσκησεν ἐπὶ δύο μῆνας τὰ ζῷα του, εἶναι πρᾶγμα ἀδικώτατον. Περὶ τούτου, μετὰ τοῦ συναδέλφου κ. Μαυρομάτη, ὑπεβάλαμεν πρότασιν νόμου, ὅπως, οὐχὶ μόνον ἀπαλλαγῶσιν ἐκ τῆς ἐτησίας ἀγραναπαύσεως, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκδίκασις τῶν ἐνστάσεων νὰ μὴ γίνεται εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλ’ εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν ἀστικῶν Δήμων. Ἐλπίζω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θέλει δεχθῆ τὴν πρότασιν ταύτην.
§58Ε. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Πρὶν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος τοῦ 1910, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προβλέπων τὰς δυσχερείας καὶ τὰς ἀδικίας, ἐξέδωκεν ἑρμηνευτικὴν ἐγκύκλιον, ἡ ὁποία, λέγει: «.....». Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κ. Συνάδελφος, ἔχουσι γνῶσιν τῶν ὑπερβασιῶν τῶν ἀρχῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον αἱ ὑπερβασίαι τῶν ἀρχῶν, εἶναι καὶ αἱ ἀτέλειαι τοῦ νόμου καὶ διὰ τοῦτο ὑπεβάλαμεν πρότασιν, μετὰ τοῦ κ. Συναδέλφου, τὴν ὁποίαν ἐλπίζομεν, ὅτι θὰ υἱοθετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἀναφορῶν διὰ τὴν αὔριον. Νῦν εἰσερχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Τσελεπίδης.
§60Μ. ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου, ἐνῷ ἐφάνη λίαν γενναιόδωρος πρὸς τοὺς ἐμπόρους τῶν Ν. Χωρῶν, τοὺς ὁποίους ἀφῆκε νὰ κερδίσουν ἑκατομμύρια ὅλα εἰς βάρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου καὶ τοῦ λαοῦ τῶν Νέων Χωρῶν, προσηνέχθη ἀντιθέτως πρὸς τὸν λαὸν λίαν πιεστικῶς. Ἐνῷ διετήρησε τοὺς ἀμέσους Τουρκικοὺς φόρους καὶ ἐπέβαλεν ἀμέσως καὶ ἀποτόμως σχεδὸν ὅλους τοὺς ἐμμέσους Ἑλληνικοὺς βαρυτάτους τοιούτους, διετήρησε προσθέτως καὶ ἄλλους ἐμμέσους Τουρκικοὺς φόρους. Μὴ ἀρκεσθεῖσα δὲ εἰς ταῦτα, ἐπέβαλεν ἐκ περισσοῦ — ὁμιλῶ δὲ εἰδικῶς διὰ τὴν Χῖον — καὶ ἄλλους φόρους, ἀνυπάρκτους ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἀνυπάρκτους δὲ καὶ ἐν Ἑλλάδι. Δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ὅλου φορολογικοῦ ζητήματος τῶν Νέων Χωρῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ἄλλην συνεδρίαν θὰ ἀπασχολήσῃ ἄλλους συναδέλφους, ἐπιφανεῖς καὶ ἀριστεῖς τοῦ λόγου. Μέχρις ὅτου ὅμως λυθῇ ὁριστικῶς τὸ φορολογικὸν ζήτημα τῶν Νέων Χωρῶν, θὰ παρέλθῃ ἴσως χρόνος καὶ θὰ ἀπαιτηθῇ καὶ εἰδικὴ μελέτη. Ἀλλά, κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, οἱ πενόμενοι καὶ πεινῶντες γεωργικοὶ πληθυσμοὶ καὶ ἄλλων χωρῶν καὶ ἰδίως τῆς πατρίδος μου, ζητοῦσι προστασίαν καὶ ἀπαλλαγὴν ἀπὸ ἐπαχθῶν τινων φόρων, οἱ ὁποῖοι τοὺς πιέζουν, τοὺς ἀποπνίγουν, χωρὶς νὰ εἰσφέρουν καὶ σημαντικόν τι εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Εἶπον, ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος ἐπέβαλε φόρους, μὴ ὑπάρχοντας ἐν Τουρκίᾳ, οὔτε ἐν τῇ Παλ. Ἑλλάδι. Ἐξηγοῦμαι: Ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ἡ Κρήτη, ἡ Σάμος, τὰ Δωδεκάνησα, ἡ Χῖος, εἶχον προνόμια φορολογικά, ἐκτὸς τῶν ἄλλων προνομιῶν, τὰ ὁποῖα εἶχον. Ἡ Χῖος ἦτο ἀπηλλαγμένη τῆς δεκάτης. Οὐδὲν προϊὸν ἐπλήρωνε δεκάτην. Ἀλλ’ ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις, παρὰ τὸ προνόμιον τοῦτο τῆς Χίου, ἐπέβαλε τὴν δεκάτην τοῦ καπνοῦ. Ἐσεβάσθη τὸ προνόμιον τῆς Κρήτης, ἐσεβάσθη τὸ προνόμιον τῆς Σάμου, ἀλλὰ δὲν ἐσεβάσθη τὸ προνόμιον τῆς Χίου. Ἐπέβαλε δὲ τὴν δεκάτην τοῦ καπνοῦ, ἐνῷ καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι δεκάτη καπνοῦ δὲν ὑφίσταται. Αὐτὸ τὸ ἄδικον, αὐτὸ τὸ αὐθαίρετον, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἄρῃ. Ἔρχομαι τώρα εἰς ἕτερον ζήτημα, εἰς τὸ τοῦ φόρου τῶν ἀγροτικῶν οἰκοδομῶν. Ὑπάρχει Τουρκικὸς νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον αἱ ἀγροτικαὶ οἰκοδομαί, αἱ χρησιμοποιούμεναι διὰ τὴν ἀποθήκευσιν τῶν καρπῶν, διὰ τὰ ζῷα καὶ διὰ κατοικίαν τῶν ἀγροτῶν, ἐφ’ ὅσον αἱ τελευταῖαι αὗται ἀποφέρουσι μικράν τινα πρόσοδον, εἶναι ἀπηλλαγμέναι παντὸς φόρου. Ὁ νόμος οὗτος, ὁ Τουρκικός, ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν κατὰ τὸ 1910, ὅτε μετὰ τοῦ κ. Μπουσίου εὑρισκόμεθα εἰς τὴν Τουρκικὴν Βουλήν. Ἐτέθη δὲ εἰς ἐφαρμογὴν τμηματικῶς, κατ’ ἐπαρχίας, ἀλλ’ εἰς τὴν Χῖον δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐν τούτοις καὶ ἄν δὲν ἐφαρμοσθῇ ὁ Τουρκικός, ὑπάρχει ὁ ἀντίστοιχος Ἑλληνικὸς νόμος, καθ’ ὃν αἱ οἰκοδομαί, αἱ ἀποφέρουσαι πρόσοδον ἐτησίως κάτω τῶν 240 δραχμῶν, ἀπαλλάσσονται παντὸς φόρου. Ἐπὶ τῇ βάσει λοιπὸν τῶν δύο τούτων, καὶ ἰδίως τοῦ Ἑλληνικοῦ νόμου, ζητῶ διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς νὰ ἀπαλλαγῶσιν αἱ οἰκοδομαί, τῶν ὁποίων ἡ πρόσοδος εἶναι κάτω τῶν 240 δραχμῶν, παντὸς φόρου. Τρίτον ζήτημα εἶναι ἡ φορολογία τῶν αἰγοπροβάτων. Δὲν ἐξετάζω ἂν ἐν γένει πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ φόρος οὗτος, ἢ ἂν πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ ἡ ἰσχύς του καὶ εἰς τὴν Παλ. Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει πρέπει νὰ καταργηθῇ καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας διὰ τὰ οἰκόσιτα, αἶγα, ἀμνὸν καὶ χοῖρον, ὡς ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, καὶ λόγῳ ἰσότητος, καὶ διότι ὁ γεωργικὸς πληθυσμὸς τῶν Νέων Χωρῶν πάσχει πολὺ ἐκ τῆς διατηρήσεως τοῦ φόρου τούτου. Διότι δὲν πληρώνει μόνον 1.20 δραχμὰς δι’ ἓν τοιοῦτον οἰκόσιτον ζῷον, ἀλλὰ πληρώνει δραχμὰς 2.90. Ἀγνοοῦντες τὸ Ἑλληνικὸν σύστημα, δηλώσεως, βεβαιώσεως καὶ εἰσπράξεως τοῦ φόρου τούτου, οἱ συμπολῖταί μου ἀγρόται, θεωροῦνται, ὅτι δὲν ἐδήλωσαν ἐγκαίρως καὶ οὕτω ἐκδίδονται κατ’ αὐτῶν ἐντάλματα καὶ πληρώνουσι δραχμὰς 2.90 δι’ ἓν πρόβατον. Ὑπάρχει καὶ ἄλλο ζήτημα. Εἰς τὴν Χῖον δὲν ἔχομεν ἐκτάσεις μεγάλας γεωργικάς, ἡ γῆ εἶναι κατατετμημένη εἰς εὐτελῆ τεμάχια, διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνουν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ μίαν δραχμήν, καὶ 50 λεπτά, καὶ μέχρι πέντε λεπτῶν φόρον ἐτησίως. Μάλιστα, Κύριοι, μέχρι τοσοῦτον ἐξηυτελισμένου ποσοῦ, τῶν πέντε λεπτῶν, δι’ ἕνα ἀγρόν, ὑπάρχει ἔγγυος φόρος ἐν Χίῳ. Κατὰ δὲ τῶν τοιούτων ἰδιοκτητῶν, ἕνεκα τῆς ἀγνοίας των διὰ τὸν τρόπον τῆς καταβολῆς τοῦ φόρου τούτου, ἐγένετο χρῆσις βιαίων μέτρων. Καθ’ ἃ κατέθεσεν ἐπισήμως ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου Χίου, κατὰ τὴν ἐκδίκασιν ποινικῆς τινος ὑποθέσεως, ὁ δημόσιος ταμίας Χίου, ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ προκατόχου του εἰς τὴν Χῖον, ὑπὲρ τὰς δέκα χιλιάδας ἐντάλματα συλλήψεων διὰ τοιούτους φόρους, ἀπὸ μιᾶς δραχμῆς μέχρις εἴκοσι πέντε λεπτῶν. Καὶ ἐρωτῶ: Εἰς ποῖον ἄλλο μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐξεδόθησαν δέκα χιλιάδες ἐντάλματα ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, διὰ τοιαῦτα ποσά; Αὐτὰ ἤθελον νὰ μάθητε. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω.
§61Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Εἰς ποίαν δίκην, κ. Τσελεπίδη, τὰ κατέθεσεν αὐτὰ ὁ κ. Ταμίας Χίου;
§62Μ. ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ. Εἰς τὴν δίκην, εἰς τὴν ὁποίαν εἶσθε κατηγορούμενος ἐπὶ ἐξυβρίσει δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ διοικητικὰς καταγγελίας σας κατ’ αὐτῶν. Ἄλλο ζήτημα εἶνε τὸ τοῦ φόρου τῶν πωλουμένων ἰχθύων, διαφορετικὸν ἀπὸ τὸ τοῦ φόρου τῆς ἀδείας ἁλιείας. Καὶ ὁ φόρος οὗτος εἶναι Τουρκικός, ἀλλ’ ὡς ἐπληροφορήθην, δὲν ἐφαρμόζεται εἰς ὅλας τὰς Νέας Χώρας. Ἐφαρμόζεται ὅμως εἰς τὴν Χῖον. Ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐπαχθὴς καὶ ἀπεχθής. Οὐδὲν δὲ σημαίνει τὸ ὅτι ἦτο ἐν ἰσχύϊ ἐπὶ Τουρκοκρατίας, διότι τότε, ἕνεκα διαφόρων λόγων δὲν ἦτο τόσον ἐπαχθής, ὡς σήμερον. Τότε αἱ μαρίδες εἶχον 40 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, ἐνῷ σήμερον, μὴ οὔσης δυνατῆς ἀστυνομικῆς διατιμήσεως, ἔχουν 2.50 δραχ. καὶ δὲν δύναται πλέον νὰ ζήσῃ ὁ χωρικός. Ἔργον λοιπὸν καὶ δικαιοσύνης καὶ φιλανθρωπίας εἶναι ἡ κατάργησις αὐτοῦ. Ἕτερον ζήτημα εἶναι τὸ τῶν ἀμύδων. Τοῦτο εἶναι μὲν ζήτημα γενικόν, ἀλλ’ εἰδικῶς δι’ ἡμᾶς τοὺς Χίους, ἔχει μεγαλειτέραν σημασίαν, διότι ἔχομεν τὴν μαστίχην, τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν, ἕνεκα τῆς ὑπερπαραγωγῆς καὶ τῆς ὁποίας μέρος ἐχρησιμοποιοῦμεν εἰς τοὺς οἰκιακοὺς ἄμβυκας. Ἐπίσης δι’ αὐτῶν ἀπέσταζον οἱ χωρικοὶ τῆς Χίου τὸ ροδόσταγμα καὶ τὸ ἀνθόνερον. Ἡ βιομηχανία αὕτη ἦτο ἀνακουφιστικὴ ἔν τινι μέτρῳ, καίτοι μικρῷ, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν πτωχῶν ἀγροτῶν, ἀλλὰ καὶ ταύτης ἐστερήθησαν, ἕνεκα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τῶν ἀμβύκων. Ἀπόκειται τώρα εἰς σᾶς νὰ κρίνητε, ἂν εἶνε δίκαιον, ἂν εἶναι ὀρθόν, δι’ ἀσήμαντον κέρδος τοῦ Δημοσίου, νὰ καταστραφῇ ἡ βιομηχανία αὕτη καὶ νὰ ὑποφέρῃ ὁ γεωργικὸς πληθυσμός. Ταῦτα εἶχον καθῆκον νὰ φέρω εἰς γνῶσιν ὑμῶν καὶ νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐνέργειαν τῶν δεόντων διὰ τὴν κατάπαυσιν τῆς ἀθλίας ταύτης καταστάσεως τῶν χωρικῶν.
§63ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἡ ἀπάντησις εἶναι εὔκολος. Εὑρισκόμεθα ἀπέναντι καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἤδη, διὰ νόμου Ἑλληνικοῦ, ἐκυρώθη προσωρινῶς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἀμέσως νὰ μεταβληθῇ κατάστασις ἐπὶ ἑκατοντάδας ἐτῶν ὑφισταμένη. Τὸ θέμα μελετᾶται εἰς τρόπον ὥστε νὰ γίνῃ ὅ,τι εἶνε δυνατὸν θὰ γίνῃ, ἵνα γίνῃ ὅσον τὸ δυνατὸν εὐκολωτέρα ἡ ἀφομοίωσις. Τὰ ζητήματα δέονται μεγίστης μελέτης, πρόκειται δὲ νὰ ἐφαρμόσωμεν σύστημα φορολογίας ἀμέσου, μὴ πιέζον, ἀλλὰ καὶ ἀποδίδον· τοῦτο δὲ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ, ἂν δὲν μελετηθῶσι πάντα τὰ σχετικὰ ζητήματα καὶ δὲν διαγνωσθῇ τὸ ἔδαφος. Ἐπελήφθημεν τοῦ ἔργου καὶ ἐξακολουθοῦμεν, καθ’ ἣν ὥραν μάλιστα γενικῶς καταβάλλεται προσπάθεια περὶ ἐξευρέσεως πόρων ἀπὸ τοῦ ὅλου ἐδάφους τῆς Ἐπικρατείας. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον πρόκειται κατ’ ἀνάγκην σήμερον νὰ ἀρκεσθῆτε, εἶναι τὸ νὰ θίξωμεν ὡρισμένα τινὰ θέματα, μικροτέρας σημασίας, τὰ ὁποῖα ἴσως δὲν ἀποδειχθῇ ἀδύνατον νὰ θίξωμεν κατὰ τὴν Σύνοδον ταύτην, π. χ. τὸ θέμα τῶν οἰκοδομῶν, τὸ θέμα τῶν ἰχθύων, ἴσως δὲ καὶ τὸ θέμα τῶν ἀμβύκων, διὰ τροπολογίας ἐν νομοσχεδίῳ, ὑποβεβλημένῳ, ἀφορμῆς δοθείσης ὑπὸ τῆς Χίου. Τὴν τροπολογίαν ταύτην περιορίζομεν, ὄχι εἰς ὅλα, ἀλλ’ εἰς ὅσα εἶναι δυνατόν, δηλαδὴ δι’ ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη, διὰ τὸ ροδόσταγμα· τὸ ἀνθόνερον κλπ., δηλ. θὰ ἐπιτραπῇ νὰ γίνῃ ἐλευθέρα βιομηχανία τῶν ἀνθέων καὶ τῶν διαφόρων ἄλλων ἀρωματικῶν φυτῶν καὶ ριζῶν. Παρακαλῶ πρέπει νὰ ἀναγνωρίσητε, ὅτι εἶναι σήμερον, δυνάμει νόμου, ἐπιβεβλημένος φόρος ἐπὶ τοῦ καπνοῦ· νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον, νὰ τροποποιηθῇ οὗτος ὁ νόμος ἐσπευσμένως;
§64Μ. ΤΣΕΛΕΠΙΔΗΣ. Εἶναι δίκαιον.
§65Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τῶν θεμάτων αὐτῶν ἔχει ἐπιληφθῇ ἡ ὑπηρεσία, μελετῶνται τὰ ζητήματα μελετῶνται συστηματικῶς, ὅπου δὲ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφομοιώσωμεν, μελετῶμεν τὶ δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν, ἢ τὶ νὰ καταργήσωμεν. Ἀλλὰ κατὰ ταύτην τὴν ὥραν ἡ μεγάλη ἡμῶν φροντὶς εἶναι, νὰ μὴ ἐλαττωθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Προϋπολογισμοῦ, μάλιστα δὲ τοὐναντίον νὰ αὐξηθῶσι διὰ νέων εἰσφορῶν τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γιολδάσης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ οἱ ταμίαι ἀρνοῦνται τὴν πληρωμὴν τοῦ προσωπικοῦ τῶν Κοινοτήτων.
§67Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ὅλαι αἱ Κοινότητες εὑρίσκονται εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, ἕνεκα τοῦ ὁρισμοῦ τῶν ὁρίων. Τὰ πλεῖστα τῶν Κοινοτικῶν Συμβουλίων δὲν δύνανται νὰ συνεδριάσωσι, διότι οἱ Κοινοτικοὶ Σύμβουλοι εἶναι ἐπίστρατοι· ἐκτὸς ὅμως τούτου, τὸ κυριώτατον πάντων εἶναι, ὅτι οἱ ταμίαι, ἰδίως τῶν Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, ἀρνοῦνται νὰ πληρώσωσι τὸ προσωπικὸν τῶν Κοινοτήτων, ἐνῷ ἔχουσιν εἰσπράξει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑποχρεοῦνται νὰ καταβάλωσιν αἱ Κοινότητες. Συμβαίνει δὲ νὰ καθυστερῶσι καὶ τὸ 1914. Εἰς τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἐγένετο ἤδη ὑπόδειξις ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἔλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς μέτρον τι, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τοὺς ταμίας νὰ πληρώσωσι, διότι αἱ Κοινότητες ἔπαυσαν λειτουργοῦσαι. Ἀπελύθησαν οἱ γραμματεῖς, ἀπελύθησαν οἱ κλητῆρες, καὶ ἐν γένει ἡ ὑπηρεσία εὑρίσκεται εἰς οἰκτρὰν κατάστασιν, δὲν δύνανται δὲ αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ νὰ ἐπικοινωνήσωσι μετ’ αὐτῶν.
§68ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ πληροφορία τῆς ὑπηρεσίας, εἶναι, ὅτι οἱ ταμίαι ἀρνοῦνται νὰ πληρώσωσι μόνον ἐφόσον δὲν ἔχουσι χρήματα. Πάντως ὅμως θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Λιωνάκης καὶ Μεϊμαράκης ἀναφέρουσιν ὅτι: Εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Διευθύνσεως τῆς Παιδείας τῆς τέως Κρητικῆς Πολιτείας, εὑρίσκοντο ἐν ἰδίῳ φακέλλῳ ἀρκετὰ ἱστορικὰ ἔγγραφα τῶν Κρητικῶν ἐπαναστάσεων τοῦ 1821 καὶ 1866, ὑψίστης ἱστορικῆς σπουδαιότητος, ἐπειδὴ δὲ, ἐξ ὅσων γνωρίζουν, δὲν ἐλήφθη ἡ δέουσα μέριμνα διὰ τὴν φύλαξιν τῶν ἀρχείων τῶν Διευθύνσεων, καὶ οὕτω μέγα μέρος τῶν ἐν αὐταῖς ἐγγράφων ἐξῃφανίσθησαν, παρακαλοῦν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἄν ἐσώθησαν, τοὐλάχιστον, τὰ πολύτιμα ταῦτα ἱστορικὰ ἔγγραφα, ἂν παρελήφθησαν ταῦτα καὶ ὑπὸ ποίας ἀρχῆς παρελήφθησαν, καὶ ποῦ κατετέθησαν.
§70Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Εἰς τὸ ἀρχεῖον τῆς Διευθύνσεως τῆς Παιδείας τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, εὑρίσκοντο ἱστορικὰ ἔγγραφα, ἀποτελοῦντα τέσσαρας τόμους δεδεμένους, καὶ ἄλλα κεκλεισμένα ἐντὸς δύο φακέλλων. Τὰ ἱστορικὰ ταῦτα ἔγγραφα, μεγίστης ἀξίας, καθόσον ἀναφέρονται ταῦτα εἰς τὰς ἐπαναστάσεις τοῦ 1821 καὶ 1866, καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐκθέτονται ὑπὸ διαφόρων τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀρχηγῶν καὶ τῶν τότε προσωρινῶν Κυβερνήσεων, διάφορα ἐπαναστατικὰ γεγονότα καὶ μάχαι, γενόμεναι κατὰ τὰς περιόδους ἐκείνας, καὶ ἔγγραφα ἀρχηγῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἷον τῶν Πετροπουλάκη, Μήτσα, Κορωναίου, Βυζαντίου κλπ., καὶ ἐξ ὧν ἐξάγεται, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις ἐκεῖναι δὲν ἦσαν μόνον Κρητικαί, ἀλλ’ ἦσαν Πανελλήνιοι, βεβαίως εἶναι πολύτιμα, βεβαίως χρῄζουσιν ἰδιαιτέρας μερίμνης, ὅπως μὴ ἀπωλεσθῶσιν. Ἐπειδὴ δὲ ταῦτα ἔχουσι τοιαύτην ἱστορικὴν ἀξίαν, κ. Συνάδελφοι, καὶ ἐπειδὴ ἐπληροφορήθην, ὅτι δὲν ἐλήφθη οὐδεμία μέριμνα περὶ τοῦ ἀρχείου τῆς ὡς εἴρηται Διευθύνσεως τῆς Παιδείας, ὥστε νὰ παραληφθῶσι ταῦτα ἀσφαλῶς καὶ νὰ σωθῶσιν, ὅπως δὲν ἐλήφθη μέριμνα καὶ διὰ τὰ πλεῖστα ἀρχεῖα τῶν ἄλλων Διευθύνσεων, ἐκτὸς μόνον διὰ τὰ ἔγγραφα μιᾶς Διευθύνσεως, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν μόνον τὰ ἡμίση, τὰ δὲ ἄλλα ἔχουσιν κλαπῇ ἢ καταστραφῇ, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν ἐρώτησίν μου ταύτην πρὸς τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὄντως αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶνε ἀκριβεῖς, ὅτι δὲν ἐλήφθη καμμία μέριμνα πρὸς παραλαβὴν τῶν ἀρχείων τῆς ὡς εἴρηται Διευθύνσεως τῆς Παιδείας καὶ πρὸς φύλαξιν τῶν τοσαύτης ἀξίας ἱστορικῶν ἐγγράφων καὶ ἐὰν δὲν ἐλήφθη τοιοῦτον μέτρον, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δι’ ἄλλον μὲν Ὑπουργὸν θὰ ἦτο συγγνωστόν, διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅμως, ὅστις καὶ Κρὴς εἶναι, καὶ ἐκ τῶν λογίων, καὶ ἐκ τῶν δρασάντων κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1866, καὶ δυναμένων νὰ γνωρίζωσι ποίαν ἀξίαν ἔχουσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, θὰ ἦτο ἀσύγγνωστον, ἵνα μὴ ἄλλην λέξιν εἴπω, καὶ παρακαλῶ νὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ πρόνοιαν.
§71Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ (Ὑπουργ. Παιδείας). Ὄντως, κ. Βουλευτά, δὲν ἐλήφθη οὐδεμία πρόνοια μέχρι σήμερον. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅμως, ὅτι τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἶνε ἐξησφαλισμένα εἰς τὴν πατρίδα μας.
§72Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυστυχῶς ἐξησφαλισμένα. Ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἀποσταλεὶς, ὅπως παραλάβῃ τὸ ἀρχεῖον μιᾶς Διευθύνσεως, τῶν Ἐσωτερικῶν νομίζω, μὲ ἐβεβαίωσεν, ὅτι δὲν εὑρέθησαν οὔτε τὰ ἡμίση τῆς Διευθύνσεως ἐκείνης. Ἔπρεπεν εὐθὺς μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Κρήτης, ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξασφαλισθῶσι πάντα τὰ ἔγγραφα τῶν Διευθύνσεων, καὶ μάλιστα καὶ τὰ τῆς Διευθύνσεως τῆς Δικαιοσύνης, ἧς παράρτημα ἦτο τὸ τμῆμα τῶν ἐξωτερικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκονται μεγάλης σημασίας ἔγγραφα. Ἐκτὸς τῶν ἱστορικῶν καὶ ἄλλων λόγων, οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλλον τὴν περισυλλογὴν καὶ διαφύλαξιν τῶν περὶ ὧν πρόκειται ἐγγράφων, ὑπάρχει καὶ ἕτερος σοβαρώτερος λόγος. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν φωνάζει διαρκῶς τὸ «οὐκ ἂν λάβῃς παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος», ἐπιβάλλεται νὰ σπεύσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀδειάσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ οἰκήματα, εἰς τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο αἱ διάφοροι ἐκεῖναι Διευθύνσεις, καὶ νὰ ἐγκαταστήσῃ εἰς αὐτὰς τὰ γραφεῖα τῶν διαφόρων ἐν Χανίοις ὑπηρεσιῶν, οἷον, Νομαρχίας, Γραφεῖα Νομομηχανικοῦ κλπ., καὶ νὰ ἀπαλλαγῇ οὕτω τὸ Δημόσιον τῆς πληρωμῆς πολλῶν μεγάλων ἐνοικίων πρὸς ἰδιώτας, εἰς ἅ ὑποβάλλεται σήμερον.
§73Α. ΜΙΧΕΛΙΔΑΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἐμέ θὰ τὸ πράξω. Αὔριον ἀμέσως, τηλεγραφικῶς, θὰ ζητήσω νὰ λάβω πληροφορίας.
§74Λ. ΛΥΩΝΑΚΗΣ. Διὰ νὰ σᾶς βοηθήσω νὰ ἐξακριβώσητε ἂν δὲν ἀπωλέσθη τι ἐκ τῶν ὡς εἴρηται ἐγγράφων, σᾶς παρέχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι εἶναι πέντε τόμοι δεδεμένοι καὶ δύο φάκελλοι ἰδιαιτέρως.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μεϊμαράκης ἔχει τὸν λόγον.
§76Β. ΜΕΪΜΑΡΑΚΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου ἐκ Χανίων, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε, ἢ μόνον νὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν Σεβαστόν μοι κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας, νὰ λάβῃ ὡς τάχιον μέριμναν περὶ διατηρήσεως τῶν ἐγγράφων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν συντελέσῃ ὡς βοήθημα τοῦ ἱστορικοῦ, ὅστις θὰ θελήσῃ νὰ συγγράψῃ τὴν ἱστορίαν τῆς Κρήτης. Ἔχομεν ἄλλως καὶ ὑποχρέωσιν, ἀφοῦ δὲν εἴμεθα ἐκ τῶν τάξεων τῶν προγονοπλήκτων, νὰ διαφυλάξωμεν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ντολιόπουλος καὶ Ἀντωναρόπουλος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποίας ἀποφάσεις ἔλαβε διὰ τὰ ἄνευ Εἰρηνοδικῶν παραμένοντα Εἰρηνοδικεῖα, λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως, μεταξὺ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται καὶ τὸ τῶν Γαργαλιάνων, παραβλαπτομένων οὕτω μεγάλων συμφερόντων τῶν κατοίκων τῆς πόλεως ταύτης, ἧς καὶ οἱ συμβολαιογράφοι, καὶ ὁ γραμματεὺς τοῦ Εἰρηνοδικείου, ἔχουν ἐπιστρατευθῆ. Ὁ κ. Ντολιόπουλος. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Ἀντωναρόπουλος.
§78Π. ΑΝΤΩΝΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Γαργαλιάνων, τὸ ὁποῖον ἀπὸ ἑνὸς ἔτους μένει κλειστόν, λόγῳ ἐλλείψεως προσωπικοῦ. Ἐκτὸς δὲ αὐτοῦ, καὶ τὸ Ὑποθηκοφυλακεῖον ἀκόμη ἀργεῖ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μαλλιόπουλος.
§80Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, γνωρίζετε οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, ὅτι, κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1912, ἐκλήθησαν πολλοὶ ἔφεδροι ἀξιωματικοί, φέροντες τότε τὸν βαθμὸν τοῦ μαχίμου ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ ἢ ὑπολοχαγοῦ, ἀλλ’ ἦσαν ἰατροί, ἔφερον δὲ τὸν βαθμὸν τοῦτον πρὶν ἢ ἀποκτήσουν τὸ δίπλωμα καὶ τὴν ἄδειαν τοῦ ἰατροῦ, ὥστε νὰ κληθῶσι καὶ ὑπηρετήσωσιν εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐν τούτοις, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν εἴτε ἐξ ἀβλεφίας, εἴτε ἐξ ἄλλων λόγων, ἐκάλεσεν αὐτοὺς μὲ τὸν βαθμόν των εἰς τὴν μάχιμον ὑπηρεσίαν καὶ ὄχι εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, ὡς ὤφειλεν. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, κληθέντες καὶ προσελθόντες εἰς τὸ στράτευμα, ἵνα μὴ θεωρηθῶσιν ὡς δειλοί, ἐκ φιλοτιμίας, δὲν ἠθέλησαν νὰ ἀσκήσωσι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον, ἵνα ζητήσωσι καὶ μεταφερθῶσιν εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον. Ἔλαβον μέρος εἰς ἀμφοτέρους τοὺς εὐτυχεῖς καὶ ἐνδόξους ἡμῶν πολέμους, διεκρίθησαν κατ’ αὐτούς, ἐτελείωσαν οἱ πόλεμοι ἐκεῖνοι, ἐτελείωσεν ἡ ἐπιστράτευσις, ἀπῆλθον εἰς τὰς οἰκίας των καὶ ἐζήτησαν δι’ αἰτήσεως νὰ ταχθῶσιν εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν μετεφέρθησαν εἰς αὐτὸν καὶ ἤδη ὑπηρετοῦσι καὶ ἐν τῇ παρούσῃ ἐπιστρατεύσει ὡς μάχιμοι ἀξιωματικοί. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα ἀποδώσῃ αὐτοῖς τὸ δίκαιον, διατάσσων τὴν μεταφορὰν αὐτῶν εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον, ὅπου ἀνήκουσι, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποτελέσωσιν οὗτοι ἐξαίρεσιν ἀπὸ τοὺς ἄλλους ἰατροὺς τοὺς ὁμοιοβάθμους των.
§81Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἶναι ἄλλωστε χρησιμώτατοι οὗτοι εἰς τὸν κλάδον των.
§82Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ διατάξῃ τὴν μεταφοράν των.
§83Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δηλῶ, ὅτι ἐπιφυλάσσομαι νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα καὶ ἐφόσον ἐκ τῶν κειμένων νόμων ἐπιτρέπεται, θὰ προβῶ εἰς τὴν μεταφοράν των, διότι, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ πράξω τοῦτο διοικητικῶς καὶ χρειάζεται εἰδικὸς νόμος.
§84Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐάν, κ. Ὑπουργέ, κωλύεσθε, ἐκ τῶν κειμένων νόμων, νὰ τοὺς μεταφέρητε εἰς τὸν κλάδον των, παρακαλῶ, ἵνα διατάξητε, ὅπως προσέλθωσιν οὗτοι εἰς τὸν Οὐλαμὸν τῶν Ἐφέδρων τοὐλάχιστον, ἵνα ἐκπαιδευθῶσι καταλλήλως.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρελθούσης τῆς ὥρας, ἀναβάλλεται ἡ συζήτησις τῶν λοιπῶν ἀναφορῶν διὰ τὴν αὔριον. Ὁ βουλευτὴς κ. Βελλιανίτης, ἕνεκα οἰκογενειακῶν λόγων, ζητεῖ 40θήμερον ἄδειαν ἀπουσίας. Δέχεται ἡ Βουλή; Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, δέχεται ἡ Βουλὴ καὶ χορηγεῖ τὴν ἄδειαν. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§86Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς προγενεστέραν συνεδρίασιν εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ πρόταξις τῆς συζητήσεως περὶ φορολογίας τῶν Νέων Χωρῶν. Ἡ πρότασις ἐκηρύχθη κατεπείγουσα καὶ ὡρίσθη ἡ σημερινὴ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, ἐν τούτοις δὲν φαίνεται ἀναγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τὴν Δευτέραν, σήμερον δηλαδή, εἶχεν ἀποφασισθῆ ἡ γενίκευσις τῆς συζητήσεως, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν ἕπεται ὅτι ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, ὅτι πρέπει καὶ νὰ προταχθῇ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§88Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Λυποῦμαι, κ. Πρόεδρε, καὶ λυποῦμαι βαθέως, διότι, ἐνῷ πρὸ πολλῶν ἡμερῶν ὑπέβαλον μετ’ ἄλλων ἀξιοτίμων συναδέλφων σημείωμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐζητοῦμεν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν τὴν κατάθεσιν ὡρισμένων ἐγγράφων, ὅπως, ἔχοντες ταῦτα ὑπ’ ὄψιν, προβῶμεν εἰς τὴν ἔρευναν ὑπουργικῶν τινων πράξεων, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠμέλησεν, ὅ εἶχε καθῆκον, νὰ καταθέσῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἤδη τοῦτο: σκέπτεται ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν μὴ κατάθεσιν τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων;
§89ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ μὴ καταθέσω τοιαῦτα ἔγγραφα, ζητούμενα. Ἐβράδυνεν ἡ ὑπηρεσία νὰ ἑτοιμάσῃ τὸν σχετικὸν φάκελλον καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθην νὰ τὰ καταθέσω μέχρι σήμερον. Ἐνόμιζον, ὅτι σήμερον θὰ κατωρθοῦτο νὰ κατατεθῶσι, τοσοῦτον δὲ βέβαιος ἤμην, ὥστε ἔχω καὶ τὸ σημείωμα ἕτοιμον, ἵνα ἀπαντήσω εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι αὔριον θὰ δυνηθῶ νὰ καταθέσω ὁλόκληρον τὸν φάκελλον, καὶ ζητῶ συγγνώμην διὰ τὴν βραδύτητα.
§90Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἡ προσαγωγὴ τῶν αἰτηθέντων ἐγγράφων δὲν ἀπῄτει ἢ ἐλαχίστην ἐργασίαν. Διότι τὶ ζητῶ; Ἀντίγραφα πρακτικῶν. Καὶ ἐὰν ἔδιδε διαταγὴν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐν διαστήματι μιᾶς ὥρας θὰ ἦσαν ἕτοιμα. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι ἤδη, ἀφοῦ ὑπόσχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, ἢ νὰ ἀναβάλω τὴν ἐπερώτησίν μου. Παρακαλῶ ὅμως, πρὸ τῆς Πέμπτης, τῆς προσεχοῦς, ὅτε εἶναι ἡμέρα ἐλέγχου, νὰ εἶναι κατατεθειμένα...
§91ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ εἶναι κατατεθειμένα.
§92Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. .. ἵνα τὴν Πέμπτην ἀσκηθῇ ὁ ἔλεγχος, ἄν ὑπάρξῃ περίπτωσις ἀσκήσεως ἐλέγχου. Τοῦτο, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων, θὰ τὸ κρίνωμεν.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βοζίκης ἔχει ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἐπερωτήσεως τὸν λόγον.
§94ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Παραιτοῦμαι.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραιτεῖται ἐπίσης ὁ κ. Σπυράκης κλπ. Ὁ κ. Γάγαρης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐπερωτήσεως τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας, ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις.
§96Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Πρὸ τοῦ κ. Συναδέλφου νομίζω, ὅτι ἔχω ἐγγραφῆ ἐπὶ τῆς γενικεύσεως.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη ἐγενικεύθη ἡ συζήτησις.
§98Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Συνάδελφον, ἐπειδὴ ἀπεφασίσθη χθὲς παρ’ ὅλων τῶν συναδέλφων, ἵνα μελετηθῇ τὸ ζήτημα, καθόσον τὸ ζήτημα ἐνδιαφέρει γενικῶς ὅλας τὰς Νέας Χώρας, νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, ἵνα μελετηθῇ καλλίτερον.
§99Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ γίνῃ ἀντικείμενον ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς, παρακαλῶ, ὅπως ὑποβληθῇ, ὅπως ὁρίζει ὁ Κανονισμός.
§101Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν ἀναβολῆς.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑποβάλλεται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ὁ κ. Γάγαρης ἔχει τὸν λόγον.
§103Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς παρελθούσης Πέμπτης δι’ ὀλίγων ὡμίλησα ἐπὶ τῶν δασικῶν ζητημάτων, τῶν ἀπασχολησάντων τὴν Ἤπειρον καὶ ἐπὶ τοῦ δασικοῦ νόμου ἐν γένει...
§104Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§105Γ. ΓΑΓΑΡΗΣ. .. διότι νομίζω, ὅτι ἀμελετήτως ἐπεξετάθησαν οἱ δασικοὶ νόμοι ἐν Ἠπείρῳ καὶ ὡς ἐκ τούτου κατεπατήθησαν πανάρχαια δικαιώματα καὶ παλαιαὶ συνήθειαι, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιφέρει μεγαλειτέραν σύγχυσιν ὁ νόμος 669, ὁ ἐσχάτως ψηφισθείς. Ἐν τῇ συνεδριάσει ἐκείνῃ, εἶπον, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν, ἢ μᾶλλον κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς δευτέρας προτάσεως, ἤτοι τῆς σημερινῆς, ἤθελον ὑποβάλει συνολικῶς τὰ συμπεράσματα ἡμῶν ἐπὶ τῶν ζητημάτων τῶν φορολογικῶν καὶ τοῦ κτηματικοῦ ἐν γένει. Θεωρῶ ὅμως ἐπάναγκες, ἵνα δηλώσω, ὅτι δι’ ὅσων ὡμίλησα κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν καὶ δι’ ὅσων θὰ ἀναπτύξω σήμερον, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπικρίνω, οὐδὲ νὰ ἐλέγξω τὴν Κυβέρνησιν. Σκοπῶ ἁπλῶς νὰ γνωρίσω εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ συμβαίνοντα, καὶ ἀπὸ κοινοῦ νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν διόρθωσιν τῶν κακῶς ἐχόντων, διότι ταῦτα δὲν ἀνεφύησαν ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνῆλθεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἀλλ’ ἔσχον ὡς ἀφετηρίαν τὴν ἡμέραν, καθ’ ἥν αἱ Ἑλληνικαὶ ἀρχαὶ ἐγκαθιδρύθησαν ἐν Ἠπείρῳ· ἀνεπτύχθησαν δὲ ὀγκωδέστερα σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου, καὶ τοῦτο, ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, τῶν πλείστων οἰκονομικῶν, διοικητικῶν καὶ ἀστυνομικῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες παρενόησαν τὴν ἀποστολὴν αὐτῶν. Πλειστάκις συνέπεσεν εἰς πολλοὺς ἐκ τούτων νὰ συστήσωμεν ἐπιείκειαν πρὸς τοὺς κατοίκους, καὶ νὰ συμπεριφέρωνται πρὸς τούτους, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε μικρὸν καὶ κατ’ ὀλίγον νὰ καθοδηγήσωσι τούτους εἰς τὰ νέα οἰκονομικὰ καὶ διοικητικὰ συστήματα. Ἀτυχῶς, δὲν εἰσηκούσθημεν. Συνέπεσε δὲ καὶ τὸ κέντρον νὰ ἐφοδιάσῃ αὐτοὺς μὲ ἀνεπαρκεῖς ὁδηγίας, ὥστε εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἄρωμεν μικρὸν μέρος τῆς εὐθύνης τῶν ὑπαλλήλων τούτων καὶ νὰ συστήσωμεν συγχρόνως εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως προσέξῃ πάρα πολὺ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Νέων Χωρῶν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ παρίδωμεν, ὅτι διεπράχθησαν καὶ διαπράττονται πολλά, τὰ ὁποῖα καταμαρτυροῦσιν, ὅτι κατήλθομεν ἀπαράσκευοι εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Νέων Χωρῶν, ἐνῷ ἠδυνάμεθα νὰ παραδειγματισθῶμεν ἀπὸ ἄλλα Κράτη, τὰ ὁποῖα κατέλαβον ξένας Χώρας, ἅς διῴκησαν καὶ διοικοῦσι κατὰ συστήματα, ἐντελῶς προσιδιάζοντα πρὸς τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰς συνηθείας τῶν Χωρῶν ἐκείνων. Κατόπιν τούτων, δὲν θὰ σᾶς ἀπασχολήσω πολύ· θὰ εἰσέλθω ἀμέσως εἰς τὸ φορολογικὸν σύστημα, διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμω κατάχρησιν τοῦ χρόνου. Ἅμα τῇ καταλήψει τῆς Ἠπείρου, ἐξηκολούθησε τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον προϋπῆρχεν, ὀλίγον δὲ καὶ κατ’ ὀλίγον, ἐπῆλθον μεταβολαὶ εἰς τὸ σύστημα τοῦτο. Ἰδίως ὅμως εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν δικαστικῶν καὶ συμβολαιογραφικῶν τελῶν ὑπῆρξεν ἀμέσως καταφανὴς ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν κατοίκων· διότι κατεβάλλοντο τὰ τέλη τὰ Ἑλληνικά, συγχρόνως δὲ καὶ τὰ τέλη τοῦ Δημοσίου Ὀθωμανικοῦ Χρέους, εἰς τρόπον ὥστε ἕν πληρεξούσιον κατήντα νὰ κοστίζῃ 35 ἕως 40 φράγκα. Βραδύτερον ἐπῆλθεν ἡ τελωνειακὴ ἐπέκτασις εἰς τὴν Ἤπειρον, ἀλλ’ οἱ ἄμεσοι φόροι ἐξηκολούθησαν νὰ εἰσπράττωνται, ὅπως καὶ πρότερον, τουτέστιν, εἷς ἀγρὸς πληρώνει, κατὰ πρῶτον κτηματικὸν φόρον, κατόπιν δεκάτην καὶ κατὰ τρίτον, ἐὰν εἶναι τσιφλίκι ἢ δημόσιον κτῆμα, πληρώνει καὶ τὸ γεώμορον. Μία ἄμπελος ἐπλήρωνε τὸν κτηματικὸν φόρον, πληρώνει τὸν φόρον τοῦ οἴνου (ζιντζιριέ) καὶ κατόπιν ἤρχετο ὁ φόρος τῆς ρακῆς καὶ τώρα μετεβλήθη καὶ διὰ τοῦ φόρου ρακοκαζανίων. Συγχρόνως δὲ ἐπεβαρύνθησαν οἱ κάτοικοι διὰ τῆς ὑπεραυξήσεως τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦ 1913 ἀνήρχοντο εἰς 11%. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Εἶναι καὶ ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἀφομοίωσις καὶ ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων. Ἐπὶ παραδείγματι, ἡ εἴσπραξις τῆς δεκάτης, ἕνεκα τῆς ἀγνοίας τῶν συστημάτων ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων, ἐγίνετο κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος κατεθορύβησε καὶ ἀνεστάτωσεν ὅλον τὸν κόσμον. Τοιουτοτρόπως ἐβεβαιώθησαν τὰ ἔσοδα, χωρὶς νὰ λαμβάνουν γνῶσιν οἱ κάτοικοι, οἵτινες εἰδοποιοῦντο πάντοτε ὑπὸ τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, χωρὶς οἱ κάτοικοι νὰ λάβωσι γνῶσιν, ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτοὺς νὰ κάμωσι τὰς ἐνστάσεις ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας. Ἦλθον ἀμέσως τὰ πρωτόκολλα καὶ τὰ ἐντάλματα τῶν ταμειακῶν ὑπαλλήλων, καὶ ἠναγκάσθησαν οἱ τῆς ἀστυνομικῆς ἀρχῆς, ἀγεληδὸν νὰ ὁδηγῶσι τοὺς κατοίκους πρὸς ἀπότισιν τῶν φόρων τούτων. Ἡμεῖς πάντοτε συνεστήσαμεν, καθ’ ὃ εἴχομεν καθῆκον, ὑπομονὴν εἰς τοὺς πατριώτας μας, διότι τὸ Κράτος, πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἔχει νὰ ἐκπληρώσῃ καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις· ἀλλ’ αἱ συστάσεις ἡμῶν μέχρι τινὸς εἰσηκούοντο, κατόπιν ὅμως ἐπῆλθον καὶ ἄλλα γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέτρεψαν τὴν τάξιν καὶ συνεπῶς οἱ κάτοικοι δὲν ἠδύναντο νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐξηκολουθοῦμεν νὰ συνιστῶμεν. Καὶ πρῶτον, ἐπῆλθεν ἡ καταδίωξις ἐν Τουρκίᾳ, ἡ ὁποία ἐξηνάγκασε τοὺς Ἠπειρώτας νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰς ἑστίας των· ἐπῆλθε κατόπιν ἡ καταδίωξις ἐν Θράκῃ, διότι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν Ἠπειρωτῶν ἦτο ἐγκατεστημένον ἐκεῖ, ἐπῆλθεν ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος καὶ τόσα ἄλλα ζητήματα, ὥστε ἀπεκλείσθησαν οἱ κάτοικοι ἐν Ἠπείρῳ καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ταξειδεύσωσι καὶ ἑπομένως νὰ φέρωσι τὸ ἔσοδον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου συνετήρουν τὰς οἰκογενείας των. Γνωρίζετε δὲ κάλλιστα, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ ἔδαφος τῆς Ἠπείρου, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, εἶναι ὀρεινόν, οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων ἀποδημοῦν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ ἐκ τῶν ἐσόδων, ἅτινα προσκομίζουν ἐκεῖθεν, συντηροῦν τὰς οἰκογενείας των. Ἕνεκα δὲ τῆς ἐλλείψεως ἀσφαλείας καὶ τῶν ἄλλων καταδιώξεων, δὲν εἶνε δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῶσιν οὔτε ἡ κτηνοτροφία, οὔτε ἡ τυροκομία, οὔτε ἄλλος τις κλάδος τῆς γεωπονίας ἢ κτηνοτροφικῆς, καὶ συνεπῶς στεροῦνται οἱ κάτοικοι τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ συντηρήσωσι τὰς οἰκογενείας των. Καὶ ἂν ἀκόμη θέλουσι ν’ ἀπέλθωσιν εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν δύνανται νὰ πράξωσι τοῦτο, διότι ἐμποδίζονται ὑπὸ τοῦ Κράτους, οἱ ἔχοντες ἡλικίαν στρατεύσιμον. Ὥστε δὲν μένει σήμερον εἰς τοὺς Ἠπειρώτας ἢ νὰ μεταναστεύσουν, ἤ, θὰ εἶναι ὑπερβολὴ νὰ τὸ εἴπω, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ τὸ πιστεύσῃ ἡ Βουλή, νὰ αὐτοκτονήσουν, διότι δὲν ἔχουν τὰ μέσα οἱ περισσότεροι τῶν ἐκεῖ διαμενόντων, ὡς ἐκ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα, νὰ συντηρηθῶσιν. Εἰσερχόμεθα νῦν εἰς τὸ ζήτημα τῶν δημοσίων κτημάτων, τῶν ἐμιλιακίων, καὶ τῶν τσιφλικίων. Ἐν Ἠπείρῳ, ὡς θὰ γνωρίζετε, τὸ πλεῖστα τῶν κτημάτων, ἢ μᾶλλον ὅλα τὰ κτήματα, ἦσαν ἰδιόκτητα· ἐπῆλθεν ἡ ἐγκαθίδρυσις τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἐξ αὐτῶν τὰ πλεῖστα μετεβλήθησαν εἰς κτήματα αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, τυραννικῶς καὶ αὐθαιρέτως, ὑποχρεώσαντος τοὺς κατοίκους νὰ ὑπογράψωσιν, ὅτι ἐπώλησαν τὰ κτήματα αὐτῶν εἰς αὐτὸν τὸν ἴδιον. Πολλοὶ τῶν κατοίκων, ἢ μᾶλλον, οἱ προύχοντες, ἀντέστησαν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀντισταθῶσιν εἰς τὰ μαρτύρια καὶ τὰ βασανιστήρια καὶ ὑπέγραψαν, ὅτι ἐπώλησαν ταῦτα. Ἐπῆλθε κατόπιν ἡ πτῶσις τοῦ τυράννου, ἀλλ’ ἡ προϊσταμένη αὐτοῦ Κυβέρνησις τὰ ἐνοσφίσθη καὶ τὰ κατεπάτησεν ὡς δημοσία κτήματα. Οἱ κάτοικοι βεβαίως ἐν ἀρχῇ δὲν ἠδύναντο νὰ διαμαρτυρηθῶσιν, ἀλλά, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη διεμαρτυρήθησαν καὶ ἐντονώτερον μάλιστα κατὰ τὸ 1907, ὅτε περιῆλθον εἰς τὴν κυριότητα τοῦ προτελευταίου Σουλτάνου. Καὶ τότε βεβαίως δὲν εἰσηκούσθησαν. Κατόπιν ἔχομεν τὰ ἀγαλίκια, τὰ ὁποῖα οἱ κάτοικοι, ὅπως ἀποφύγουν τὰς ἐπιδρομὰς καὶ τὰς καταδιώξεις, ἔθετον τὰ χωρία αὐτῶν ὑπὸ τὴν προστασίαν ὡρισμένων ἀγάδων καὶ ἔδιδον ἓν μικρὸν τέλος καὶ τὸ ὁποῖον κατόπιν ἔγινε πάγιον, καὶ ὡς ἐκ τῆς ἰσχύος των, σὺν τῷ χρόνῳ, τὰ κατέστησαν τσιφλίκια. Ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἀπελευθέρωσις, οἱ κάτοικοι ἐζήτησαν νὰ περιέλθωσιν εἰς αὐτοὺς τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα οἱ τύραννοι ἀφήρπασαν ἀπὸ τοὺς πατέρας των. Καὶ μέχρι μὲν τοῦ θέρους τοῦ 1915 κατέστειλαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι Ἠπειρῶται πᾶσαν ἀξίωσιν αὐτῶν, μὴ θέλοντες νὰ δημιουργήσουν ζητήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Κατὰ τὸ θέρος ὅμως τοῦ 1915, ἕνεκα τῶν πολλαπλῶν φόρων, ἕνεκα τῆς ἀδυναμίας, ὅπως ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ Κράτους καὶ εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν ἀνάγκας, ἠναγκάσθησαν νὰ διαμαρτυρηθῶσι, καί τινες μάλιστα, ἐσχημάτισαν καὶ σώματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐξεδίωξαν τοὺς Κυβερνητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἡμεῖς, διὰ νὰ μὴ νομισθῇ, ὅτι ἀνήλθομεν εἰς τὸ βῆμα, ὅπως φανῶμεν εὐχάριστοι εἰς τοὺς συμπατριώτας μας, κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1915, ὅτε ἐγένοντο αἱ ἐξεγέρσεις αὐταί, ἐγράψαμεν καὶ συνεβουλεύσαμεν αὐτοὺς τὸ ἑξῆς: «Τὸ ζήτημα τῆς κυριότητος τῶν ἐμλιακίων, θὰ λυθῇ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, τοὐτέστι, διὰ τῆς Βουλῆς. Πᾶσα ἄλλη ἐνέργεια εἶνε ἐπιζημία εἰς τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τῆς ὑπαίθρου Χώρας. Δὲν πρέπει δὲ νὰ δίδωνται συμβουλαὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς αὐτούς, διότι πάντοτε καταλήγουσιν εἰς βάρος των. Ὑπάρχουν πολλὰ μέσα νόμιμα καὶ διὰ τῶν νομίμων μόνον μέσων ἐπιτυγχάνονται τὰ ἐπιδιωκόμενα ὠφελήματα». Οἱ κάτοικοι, ὅπως εἶπον, εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ περιέλθουν εἰς αὐτοὺς τὰ δημόσια αὐτὰ κτήματα, συγχρόνως δὲ νὰ κανονισθῶσι καὶ αἱ σχέσεις αὐτῶν, διότι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀκριβέστατοι, πληρώνουσι βαρύτατα τὸ ἔσοδον καὶ δὲν δύνανται κανεὶς νὰ ἀποκομίσῃ τίποτε ἐκ τῶν κόπων, τοὺς ὁποίους καταβάλλουσιν ἐπὶ ὁλόκληρον ἔτος, τοὐτέστιν πληρώνουσι 12% διὰ δέκατον, 30% διὰ γεώμορον καὶ συγχρόνως καταβάλλουσι καὶ τὸν σπόρον, 25%, καὶ 10½%, ἐπειδὴ δεκατίζεται τὸ κεφάλαιον τοῦ χωρικοῦ, ὁ σπόρος, ἤτοι τὸ 42%, Τοιουτοτρόπως ἐκ τοῦ γενομένου ὑπολογισμοῦ καταβάλλουσιν 77½% ἐν συνόλῳ καὶ μένει ὑπόλοιπον 22½. Λοιπόν, δὲν δύνανται νὰ ἀνθέξωσιν εἰς τὰ βάρη ταῦτα καὶ ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως λάβῃ συντομώτατα πρόνοιαν περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν ζητημάτων. Ἡμεῖς δὲ συνοψίζομεν τὰ ζητήματα ὡς ἑξῆς: 1) Νὰ καταργηθῶσιν ἀμέσως ἀπὸ τῆς 1ης Μαρτίου ἅπαντες οἱ παρανόμως εἰσπραττόμενοι Τουρκικοὶ φόροι. 2) Νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰς Κοινότητας τὰ δάση, οἱ βοσκότοποι καὶ τὰ λειβάδια ἐν γένει. 3) Νὰ κανονισθῶσιν αἱ σχέσεις μεταξὺ χωρικῶν καὶ ἰδιοκτητῶν τῶν τσιφλικίων, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν, ὅτι καὶ τὰ τσιφλίκια ταῦτα ὑπήγοντο εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν Ἰμλιακίων καὶ κατόπιν ἐπωλήθησαν εἰς ἰδιώτας. Οἱ δὲ οὕτω καταστάντες ἰδιοκτῆται εἰσὶ κύριοι καὶ νὰ λαμβάνουν, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, μόνον γεώμορον ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν, τῶν κατοίκων ἐχόντων ἰδιοκτήτους οἰκίας καὶ πλήρη κατοχὴν τῶν τε βοσκῶν καὶ δασῶν. Ὅπου δὲ οἱ ἰδιοκτῆται κατέλαβον καί τινας βοσκὰς ἢ ἄλλας ἐκτάσεις ἢ ἀπέκτησαν προνομίας, τὰς κατέλαβον ἢ ἀπέκτησαν αὐθαιρέτως. Διότι, ὡς εἶναι τοῖς πᾶσι γνωστόν, ἡ Ἤπειρος παρεδόθη εἰς τοὺς Τούρκους δυνάμει συνθήκης καὶ συνεπῶς δὲν ὑπάρχουν ἐν αὐτῇ τιμάρια. 4) Νὰ μελετηθῇ ἡ ἀπόδοσις τῶν ἐμλιακίων εἰς τοὺς κατοίκους, παρὰ τῶν ὁποίων βίᾳ ἀφῃρέθη ἡ κυριότης κατὰ τοὺς χρόνους τῆς δεσποτείας ὑπὸ τοῦ Ἀλῆ Πασσᾶ. Ἐπειδὴ ὅμως, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο σήμερον, ἕνεκα τῶν ἐξωτερικῶν περισπασμῶν, δέον νὰ ἀνακουφισθῶσιν οἱ κάτοικοι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ γεωμόρου εἰς 18%. 5) Νὰ ἐλατιωθῇ ἡ δεκάτη εἰς 5%, ὅπως καὶ ἐν Κρήτῃ, ἄχρις ὅτου μελετηθῇ, ἐὰν τὸ σύστημα τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶναι προτιμητέον. 6) Νὰ καταργηθῇ τὸ προβατονόμιον (Τζελέπ). Ἐπειδὴ δὲ δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ ἀμελετήτως ὁ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἰσχύων νόμος περὶ φορολογίας τῶν σφαζομένων ζώων, προτείνομεν τὴν ἑξῆς μεταρρύθμισιν: Τὰ οἰκόσιτα αἰγοπρόβατα νὰ ἀπαλλάσσωνται τῆς καταβολῆς προβατονομίου μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 25. Τὰ ἐπὶ πλέον τῶν 25 νὰ καταβάλλωσι δραχ. 0.25 κατὰ κεφαλήν. 7) Ἡ δεκάτη καὶ τὸ γεώμορον νὰ ἐνοικιάζωνται πολυετῶς (τοὐλάχιστον διὰ πέντε ἔτη) ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰς Κοινότητας, αἵτινες θὰ καταβάλλωσι τὸ ὡρισμένον τίμημα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τέσσαρας δόσεις. 8) Νὰ ἀφαιρεθῇ προηγουμένως ὁ σπόρος καὶ κατόπιν νὰ ληφθῇ ἡ δεκάτη καὶ τὸ γεώμορον. Διὰ τὰ ὀρεινὰ μέρη τῆς Ἠπείρου, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ ἀπόδοσις δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀνωτέρα τοῦ 1–4 κατὰ τοὺς μᾶλλον εὐνοϊκοὺς καιρούς, ὁ σπόρος νὰ ὑπολογισθῇ εἰς 28% ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς παραγωγῆς. Διὰ δὲ τὰ πεδινά, εἰς 20% ἐπὶ τῶν δημητριακῶν. Εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστης ἐπαρχίας νὰ συσταθῶσι διοικητικὰ συμβούλια, ἀποτελούμενα ἐκ τοῦ Διοικητοῦ, τοῦ Εἰρηνοδίκου, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου καὶ τριῶν προκρίτων τῆς Ἐπαρχίας, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξελέγχωσι καὶ θὰ δικάζωσιν ἁπάσας τὰς διαφορὰς διά τά δασικὰ καὶ ἀγροτικὰ ἐν γένει ζητήματα. 10) Νὰ συσταθῇ ἐν Ἠπείρῳ Ἀνωτάτη Οἰκονομικὴ Διεύθυνσις (ὅπως ὑπῆρχεν ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ ὁμοία διὰ τὰ δημόσια κτήματα), εἰς τὴν ὁποίαν θὰ καταφεύγωσιν οἱ κάτοικοι δι’ ἁπάσας τὰς διαφορὰς καὶ φιλονικείας ἢ ὑπερβασίας μετὰ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐφόρων καὶ Ταμιῶν δι’ εἰσπράξεις φόρων, ἐνοικιάσεις δεκάτης καὶ γεωμόρου, ἐνοικιάσεις λειβαδίων κλπ. Νὰ προστεθῇ δὲ εἰς ταύτην ἱκανὸν προσωπικόν, ὅπερ θὰ περιέρχηται τὰς Ἐπαρχίας πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ὑπὸ τῶν κατοίκων ὑποβαλλομένων καταγγελιῶν. 11) Νὰ περισταλῶσιν αἱ αὐθαιρεσίαι ἐνίων ἀστυνομικῶν ὀργάνων, διατασσομένου ἑνὸς ἀστυνομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ νὰ περιοδεύῃ δὶς τοῦ ἔτους ἀνὰ τὴν ὕπαιθρον χώραν πρὸς ἐξέτασιν ἐνδεχομένων παραπόνων τῶν κατοίκων. Τὸ μέτρον τοῦτο θεωρεῖται ὡς τὸ μᾶλλον ἐπεῖγον, καθότι οἱ κάτοικοι τὰ μόνα ὄργανα τῆς Πολιτείας, μεθ’ ὧν ἔρχονται εἰς ἐπαφήν, εἰσὶ τὰ ἀστυνομικὰ καὶ ἐξ αὐτῶν σχηματίζουσι τὴν ἀγαθὴν ἢ δυσμενῆ ἐντύπωσιν περὶ τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως. Ἔνθα δὲ οἱ πληθυσμοὶ εἰσὶ ἑτερογενεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ παρουσιάσωμεν εἰκόνα διοικήσεως ἐντελῶς ἀμέμπτου. Νὰ ἐπιτραπῇ διὰ Β. Δ. ἡ ἐκποίησις τσιφλικίων ἐν Ἠπείρῳ μόνον εἰς τοὺς ἐν αὐτοῖς ἐγκατεστημένους κατοίκους. Νὰ ἀπαγορευθῇ εἰς τοὺς τσιφλικιούχους νὰ ἐνοικιάζωσιν ὡς βοσκὰς, τόπους δυναμένους νὰ καλλιεργηθῶσιν, ἐὰν τοῦτο ζητήσωσιν οἱ κάτοικοι. Νὰ ἀναγνωρισθῶσιν αἱ Κοινότητες Κράψης, Προσγολίου καὶ Καρασόβου ὡς ἰδιοκτῆται τῶν γαιῶν, ὡς ἐπίσης καὶ τὰ 16 χωρία τῶν Φιλιατῶν, ἅτινα μέχρι πρὸ τριάκοντα ἐτῶν ἦσαν ἰδιόκτητα καὶ βίᾳ κατεπατήθησαν. Νὰ τροποποιηθῇ ὁ δασικὸς νόμος 699, καταργουμένης τῆς νομίμου ἀδείας διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὰ ὀλίγα ταῦτα καὶ συνοπτικῶς, διότι φρονοῦμεν, ὅτι οἱ κάτοικοι πρέπει νὰ καταστῶσιν ἐπαρκεῖς, ὥστε νὰ ζῶσιν ἐν τῷ ἰδίῳ αὐτῶν τόπῳ. Ἐὰν δὲ εἶνε ἠναγκασμένοι νὰ καταφεύγωσι πάντοτε, ὅπως μέχρι τοῦδε, εἰς τὸ ἐξωτερικόν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξουν οὔτε καὶ νὰ παρέχουν εὐρωστίαν εἰς τὸ Κράτος. Ἄλλως τε ἔχει ἀνάγκην τὸ Κράτος, αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, νὰ τοὺς καταστήσῃ τὸν βίον τοσοῦτον ἀνεκτόν, ὥστε, ὅταν λάβῃ ἀνάγκην καὶ τοὺς καλέσῃ ὑπὸ τὰ ὅπλα, νὰ εὑρίσκωνται ἐνταῦθα, διότι σήμερον πρὸς τοῖς ἄλλοις εὑρισκόμεθα πλησίον πολλῶν ἐχθρῶν, καὶ ἕως ὅτου ἔλθουν οἱ συμπατριῶται μας ἀπὸ τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἀπὸ ἄλλα μέρη, θὰ εἴμεθα νικηταὶ ἢ νικημένοι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις, ὑπογεγραμμένη ἀπὸ 17 βουλευτάς, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης γενικευθεῖσα συζήτησις διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§107ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὰ θέματα, ἅτινα ὑπεβλήθησαν πρὸ ὀλίγου εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τόσης ἀκριβολογίας, τὰ εὗρεν ὁ κ. προλαλήσας καὶ ὀλίγα, καὶ εὔκολα. Περισσότερα καὶ δυσκολώτερα τούτων ἐπὶ ζητημάτων φορολογικῶν, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω. Ὅλα τὰ θέματα τῆς κειμένης φορολογικῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν ἀθρόως διὰ νόμων ἀνεθεώρησε κατὰ 1914 ἡ τότε Κυβέρνησις, ὅλα τὰ θέματα αὐτὰ ἔρχονται καὶ τίθενται ἐνταῦθα, καθ’ ἣν στιγμὴν τὸ πρώτιστον καθῆκον Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως εἶναι ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, μὴ παραλείποντες οὔτε οἱ Κυβερνῆται, οὔτε ἡ Βουλὴ τὴν μελέτην, νὰ κατευθύνωμεν τὸ ἔργον ἡμῶν εἰς πέρας αἴσιον, ἵνα δυνηθῶμεν καὶ ἀντιμετωπίσωμεν ἐσωτερικοὺς καὶ ἐξωτερικοὺς ἐχθρούς. Ἐσωτερικοὺς μέν, τὴν ἀνώμαλον κατάστασιν, ἥτις ἐπεδεινώθη, οἰκονομικῶς μάλιστα τεραστίως, ὡς ἐκ τῆς ἐξωτερικῆς ἀνωμαλίας, ἐξωτερικοὺς δὲ ἐχθρούς, ὡς ἐκ τοῦ Πανευρωπαϊκοῦ πολέμου καὶ τῆς ῥήξεως, ἥτις κατέστησε τοὺς Μεγάλους, τοὺς ἐμπολέμους, ἀληθῶς δυσμενεῖς πρὸς τὸν βίον τὸν ἤρεμον καὶ τὸν εἰρηνικὸν τῶν Κρατῶν, τῶν θελόντων νὰ διατηρήσωσιν οὐδετερότητα. Ζητοῦμεν νὰ ζήσωμεν ἐν εἰρήνῃ, καὶ τὸ σύνολον τῶν περιστάσεων καὶ ἡ παρερμηνεία πραγμάτων καὶ δικαίων εἰσάγει εἰς τὴν Ἑλλάδα ξένας ἀξιώσεις, ξένας θελήσεις, ξένον πόδι, καὶ εἴμεθα ὑπόχρεοι πανταχόσε νὰ στρέψωμεν τὰ βλέμματα, ὅπως ἴδωμεν τί πρῶτον ἔρχεται, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ ἐξέλθωμεν τῆς δυσχερείας. Τοὺς ἐσωτερικοὺς ἡμῶν περισπασμούς, αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ἔξωθεν ταράσσοντα ἡμᾶς καὶ προερχόμενα ἐκεῖθεν, ὑπερμέτρως ἐπιτείνουσιν ἀνωμάλως τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν. Κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν ὥραν, καθ’ ἣν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς ἐξευρέσεως πόρων, καὶ πόρων ἀφθόνων, ὅσον τὸ δυνατόν, διὰ νομοθεσίας, συμβιβαζομένης πρὸς τὸ πρόγραμμα τοῦ νὰ βαρυνθῶσιν ἐλάχιστα οἱ ἀπορώτεροι καὶ βαρύτερον οἱ εὔποροι — πρόβλημα δυσχερέστατον καὶ δεόμενον πολλῆς μελέτης — ἔρχονται ἐνταῦθα προτάσεις νὰ καταλύσῃ ἡ Βουλή, καὶ ἐν μιᾷ νυκτί, καθεστώς, ὅπερ, ὅτε ἐν ἔτει 1914 καθιδρύθη, δὲν εὑρέθη τις ὅμως νὰ νομίσῃ, ὅτι ἔπρεπε νὰ παρεμποδίσῃ τὴν καθίδρυσιν αὐτοῦ, ὄχι διότι δὲν ὑπῆρχον οἱ θέλοντες νὰ ἀνακόψωσιν αὐτό, ἀλλὰ διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἤθελον τοιοῦτόν τι, ἀνεγνώρισαν, ὅτι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἡ σπουδὴ τῆς ὀργανώσεως ὁπωσδήποτε νομοθεσίας, διοικητικῆς, φορολογικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἔδει νὰ διευκολυνθῇ. Πᾶν ἄλλο ἢ ἐγκρίνω τὴν εἰσαγωγὴν τῆς νομοθεσίας ταύτης εἰς τὰς Νέας Χώρας ἐν τῷ συνόλῳ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: ἆρά γε ἦτο ἡ Κυβέρνησις, καθ’ ὃν χρόνον ἐπὶ τούτων ἐσκέπτετο, — ἢ Κυβέρνησις ἡ προηγουμένη καὶ μετ’ αὐτῆς ἡ Βουλὴ ἡ προηγουμένη — ἦτο εἰς θέσιν νὰ πράξουν ἄλλο τι ἐν τῷ συνόλῳ — ἴσως κατὰ μέρος ὑπάρχουσι καί τινα πταίσματα — ἢ ἐκεῖνο, ὅπερ ἔπραξε; Δὲν ὑπῆρχε καιρός...
§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπῆρχε.
§109ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν συνηγορῶ, ἀλλ’ ἀναγνωρίζω τὰς δυσχερείας, εἰς ἃς φαντάζομαι, ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἂν εὑρισκόμεθα τότε εἰς τὰ πράγματα, θὰ περιεπίπτομεν...
§110ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔγιναν πολλὰ περιττὰ ἔξοδα.
§111ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶπον, ὅτι δὲν συνηγορῶ, ἀλλὰ δικαιολογῶ. Ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἔφερε νὰ ψηφισθῇ νόμος τοιοῦτος, ὅστις προκαλεῖ καὶ τῶν μὴ πιεζομένων ἐκ τῶν διατάξεων αὐτοῦ τὴν δυσφορίαν. Αἰσθάνομαι ὅτι αἰσθάνεσθε, καὶ καθῆκον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ πᾶν τὸ καθ’ ἑαυτήν, ὅπως τὸ ταχύτερον μεταρρυθμισθῇ ἡ κατάστασις, ἡ οὕτω δημιουργηθεῖσα. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἔργον ἄλλης ὥρας, ἄλλης ἡσυχίας, καὶ πρὸ παντὸς πολὺ μεγάλης μελέτης. Διότι δὲν πρόκειται νὰ καταλύσωμεν καθεστώς, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ δυνηθῶμεν νὰ ἀνιδρύσωμεν· πρέπει νὰ καταλύσωμεν, ἵνα ἱδρύσωμεν, καὶ ἱδρύσωμεν καθεστώς, ὅπερ, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον, νὰ πλησιάζῃ εἰς τὸ καθεστὼς τὸ ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ, ἀφιεμένων κατὰ μέρος μόνον ἐκείνων, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἀφομοίωσιν. Παρουσιάζεται ταύτας τὰς ὥρας ἀκριβῶς ἐκεῖνο, — ἀλλὰ πολὺ δυσκολώτερον, — ὅπερ ἐνεφανίσθη καθ’ ὃν χρόνον ἡνώθη ἡ Ἑπτάνησις μετὰ τῆς Ἑλλάδος· αὐτὸ ἐκεῖνο, ὅπερ ἐνεφανίσθη καθ’ ὃν χρόνον ἡνώθη ἡ Θεσσαλία μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Πάντα τὰ ζητήματα, ἅτινα ταύτην τὴν ὥραν ἀνακινοῦνται, πάντα τὰ ζητήματα κατὰ τὴν αὐτὴν ἢ ἄλλην μορφὴν ἐνεφανίσθησαν κατὰ τὰς πρώτας ἐκείνας εὐτυχεῖς περιόδους τοῦ βίου τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Καὶ ὑπῆρξαν μακραὶ αἱ συζητήσεις, καὶ ὑπῆρξαν μακραὶ καὶ πολλαὶ αἱ παρανοήσεις· καὶ ὑπῆρξεν, ἐννοεῖται, καὶ ἀνυπομονησία, ἀλλ’ ἀνεγνώρισαν πάντες ἐπὶ τέλους, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ ταχύτητος ἀστραπιαίας — μάλιστα δὲ ὑπὸ τοὺς ὅρους, καθ’ οὓς σήμερον ἐγένετο ἡ ἕνωσις πολλῶν τμημάτων χωρῶν, ὑπὸ διαφόρους συνθήκας διακειμένων, νὰ εὐτυχήσῃ νὰ ἐπιφέρῃ ἄμεσον μεταρρύθμισιν. Τὸ γενόμενον ἦτο ἐμπειρικόν, καὶ οὕτω γενόμενον, βεβαίως, γεννᾷ ἐνοχλήσεις. Ὀφείλομεν νὰ προσπαθήσωμεν διοικητικῶς νὰ πράξωμεν ὅ,τι δυνατὸν πρὸς ἄρσιν τῶν ἐνοχλήσεων, νομοθετικῶς δὲ νὰ παρασκευάσωμεν τὸ ἔδαφος, γνωρίζοντες τὰ πράγματα καὶ ἔχοντες, οὐχὶ τὴν ἐντεῦθεν σύντομον σύμπραξιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἔξω τῆς Βουλῆς, ἐν ἐπιτροπαῖς, συνδρομὴν τῶν ἐμπείρων εἰς τὰ τῆς φορολογίας, ἵνα δυνηθῶμεν ἀπὸ κοινοῦ νὰ διατυπώσωμεν πρόγραμμα μεταρρυθμίσεως, ἀφιεμένων ἀθίκτων μόνον ἐκείνων τῶν ὁποίων εἶναι δύσκολος ἡ μεταρρύθμισις...
§112ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ζητοῦμεν.
§113ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μὲ συγχωρῆτε, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοῦτο ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ δι’ ἁπλῆς προκλήσεως τῆς προσοχῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅτε θὰ ἔδιδον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι εὐθὺς ὡς παρέλθῃ αὐτὴ ἡ ἀνώμαλος κατάστασις, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ καταρτίσωμεν τὰς ἀναγκαίας ἐπιτροπάς, — αἵτινες θέλουσι περιλάβῃ ἐκείνους ὑμῶν, οἵτινες δύνανται νὰ προσφέρωσι τὰ φῶτα αὐτῶν καὶ πρὸ παντὸς τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων, — νὰ καταρτίσωμεν τοιαύτας ἐπιτροπάς, περιλαμβανούσας ὑμᾶς καὶ τοὺς ἄλλους ἁρμοδίους, ὅπως ἐργασθῶμεν τελεσφόρως πρὸς προαγωγὴν τῆς ὑποθέσεως καὶ ἐπιλύσεως αὐτῆς. Τοιαύτη μέθοδος θὰ ἔφερεν εἰς ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, καὶ θὰ διηυκόλυνεν ἰδίως ἐκεῖνα, ἅτινα ἐνταῦθα εἰς ἀλλεπαλλήλους ἐρωτήσεις διατυπούμενα, ἐκλαμβάνονται, ὅτι εἶναι ἐπιδεκτικὰ ἀμέσου λύσεως. Ὑπάρχουν μεταξὺ αὐτῶν θέματα μικρᾶς ἀξίας, ἀλλ’ ἐν τούτοις γεννῶντα πολλὰς ἐνοχλήσεις καὶ ἐπιβάλλοντα βάρη εἴτε οὐσιαστικά, εἴτε διατυπώσεων. Ταῦτα δυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἀμέσως, ὡς π. χ. τὸ περὶ ζώων, ἐξ οὗ δύναται νὰ προκύψῃ ἀνακούφισις ὑμῶν, μετρίως ζημιουμένου τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν, οὕτω ταχέως νὰ κατορθωθῇ ἐκεῖνο, ὅπερ οὕτω συντόμως ἀνέπτυξεν ἐνταῦθα ὁ κ. Συνάδελφος, τὸ παλαιὸν ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν, εἶναι τὸ θέμα τῶν ῥάβδων, ὃν ἂν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τρόπον λύσεως ἀλλὰ σήμερον εἶναι ἀδύνατον ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους, οἱουσδήποτε ἀντιπροσώπους καὶ ἄν ἔχῃ. Ἀνάγκη λοιπὸν προπαρασκευῆς καὶ συνεργασίας, ὅπως εὕρωμεν τὴν ὁδόν, ἥτις θὰ μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τροποποίησιν μέρους τῆς νομοθεσίας, τῆς κακῶς κειμένης, δυστυχῶς ἐξ ἀνάγκης, ἐπιτρέπουσα νὰ ἀναβάλωμεν τὰ ἄλλα εἰς χρόνον εὐθετώτερον. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι εὑρισκόμεθα ἐντὸς τῆς δίνης τοῦ Πανευρωπαϊκοῦ πολέμου, ὅτι δὲν γνωρίζομεν τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη, πρὶν ἢ φροντίσωμεν περὶ νόμων, νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς σωτηρίας ἡμῶν. Μὴ πλανᾶσθε δέ, διότι ὅσον καὶ ἄν εἴμεθα ἔξω τοῦ πυρός, εὑρισκόμεθα πλησιέστατα αὐτοῦ καὶ αἰσθανόμεθα τὰς φλόγας εἰσερχομένας εἰς τὸ ἔδαφος ἡμῶν καὶ παρεμποδίζουσα ἡμᾶς νὰ μείνωμεν ἐν τῷ ἡμετέρῳ οἴκῳ ἥσυχοι. Ὅτε βλέπετε τὴν Ἑλλάδα ὑπὸ πίεσιν τοιαύτην καὶ ὑπὸ ἐλλείματα, πᾶς, ὅστις ἀκούσῃ αὐτά, καὶ θὰ τὰ ἀκούσητε κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, πρέπει νὰ ἐρωτᾶτε πῶς θὰ ἐξέλθωμεν τῆς τοιαύτης ἀνωμαλίας, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ παρασύρῃ ἡμᾶς εἰς τὴν καταστροφήν. Εἴμεθα ἐκ τῶν μικρῶν Κρατῶν, ἀλλὰ καὶ τὰ μεγάλα Κράτη, — κατὰ πολὺ ἰσχυρότερα ἡμῶν,— διέρχονται περιστάσεις, αἵτινες ἐμφαίνουσιν ἄδηλον ἑνὸς ἑκάστου τὴν τύχην τοιαύτην ἢ τοιαύτην. Ἡμεῖς δὲ εἴμεθα περιεστοιχισμένοι ὑπ’ αὐτῶν, ὑπὸ ἐπιτήρησιν, ὑπὸ διαρκῆ ἔλεγχον, ἐναντίον τοῦ Διεθνοῦς Δικαίου, ὑπὸ διαρκῆ κίνδυνον, παρὰ πάσας τὰς ἀσφαλείας καὶ τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες ἐδόθησαν εἰς ἡμᾶς, καὶ ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐργαζώμεθα ταχέως καὶ φρονίμως, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ συλλέξωμεν ἀπὸ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος, ἀπὸ τῆς καλύβης τοῦ πτωχοῦ, ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον, — ἀλλ’ ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐκείνων, τῶν ἐμπορευομένων, τῶν ἐχόντων ὁμολογίας καὶ τίτλους, τῶν κερδαινόντων πολλά, νὰ συλλέξωμεν ὅ,τι εἶναι ἀνάγκη, ὅπως κατασταθῇ δυνατὸν νὰ μὴ σταματήσῃ ἡ κίνησις τῆς Ἑλληνικῆς μηχανῆς. Ὅ,τι καὶ ἄν ταύτην τὴν ὥραν λεχθῇ ἐνταῦθα, εἶναι ὀδυνηρόν. Πρέπει νὰ ἔχητε, κ. Συνάδελφοι, ἐκεῖνο, τοὺς ὁποίους εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι τὸ πρῶτον ἐνταῦθα, ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἐθνικῆς ἐγκαταστάσεως, συναντῶ, πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι χρειάζεται πολλὴ συγκράτησις, ἰδίᾳ ἑνὸς ἑκάστου, χάριν τοῦ ὑπὲρ τῆς Χώρας ἐνδιαφέροντος, ἵνα δυνηθῆτε νὰ συνεργασθῆτε καὶ συνεισφέρητε μετὰ τῶν ἄλλων πάντων εἰς διευκόλυνσιν τῆς καταστάσεως. Ἤθελεν παραπλανήσῃ ὑμᾶς λέγων τὰ ἀρεστὰ ἐκεῖνα, ὅστις ἤθελεν ὑποσχεθῆ ταύτην τὴν ὥραν μεταρρυθμίσεις. Μὴ φαντάζεσθε, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχητε ταύτην τὴν ὥραν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὐλόγως ζητεῖτε, ἵνα τελικῶς ἐπικρατήσῃ ἐν ταῖς χώραις ὑμῶν. Διὰ τοῦτο ἐξορκίζω ὑμᾶς νὰ θελήσητε νὰ πεισθῆτε εἰς τοὺς λόγους τούτους, λόγους ἁγνῆς συνειδήσεως καὶ καρδίας πονούσης, καὶ συνεννοούμενοι πρὸς ἀλλήλους, νὰ ἔλθητε νὰ συνεξετάσωμεν κατὰ τίνα τρόπον θέλομεν δυνηθῆ τινὰ ἐξ ἐκείνων, ἅτινα κατακρίνετε, νὰ λείψωσι, τινὰ δὲ ἐξ ἐκείνων, ἅτινα ζητεῖτε, νὰ εἰσαχθῶσι, συνεννοούμενοι καὶ συνεργαζόμενοι νὰ τὰ εἰσαγάγωμεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως κατεπειγόντως ψηφισθῶσι. Τὰ ἄλλα, μοιραίως, ὅπως καὶ ἄλλα ζητήματα, θὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἄλλον χρόνον, ἀλλ’ ὄχι καὶ εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις κατὰ τῆς ἀναβολῆς;
§115Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε γενικὴν ἀναβολήν. Ἡ πρότασις λέγει ἀναβολὴν μέχρι τῆς Δευτέρας.
§117Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Παραιτούμεθα τῆς προτάσεως.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρητήθησαν τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς οἱ ὑπογεγραμμένοι.
§119Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Ἐπὶ τοῦ θέματος θὰ ὁμιλήσω.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε προηγοῦνται οἱ ἐπερωτῶντες. Ὁ κ. Ζαούσης ἔχει τὸν λόγον.
§121Γ. ΤΖΕΤΖΟΣ. Ἐπιμένομεν ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, κ. Πρόεδρε.
§122ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Παραιτούμεθα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ. Παραιτούμεθα καὶ παραιτούμεθα δὲν δύναται νὰ γίνῃ.
§124Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Ποῖον εἶναι τὸ τεκμήριον τῆς παραιτήσεως;
§125Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα 17 οἱ ὑπογράψαντες τὴν πρότασιν τῆς ἀναβολῆς. Παραιτοῦνται οἱ πέντε, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι δὲν παραιτοῦνται. Ἐγὼ δηλῶ ὅτι δὲν παραιτοῦμαι.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέψατε παρακαλῶ, νὰ ἀναγνώσω τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογεγραμμένων...
§127Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα μάλιστα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἐπιτακτικὴ ὑποχρέωσις τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Νέων Χωρῶν νὰ ὑποχωρήσωσι καὶ ἀφήσωσι τὸ θέμα αὐτὸ εἰς εὐθετώτερον χρόνον. Αὐτὴ εἶναι τοὐλάχιστον ἡ ἐμὴ γνώμη, ἐπιμένω δὲ πάντοτε ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον θὰ ηὐχόμεθα, εἶνε νὰ παρακαλοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ δεχθῇ νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπὴ καὶ νὰ προπαρασκευάσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, συνεννοουμένη μὲ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς καὶ μετὰ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Δὲν γνωρίζω ποίαν γνώμην ἔχει ἐπὶ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§128ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις τῶν ἐγγραφῶν.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐξακριβώσω προηγουμένως, ἂν οἱ ὑποβαλόντες τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ἐμμένωσιν, ἢ ἂν παραιτῶνται, καὶ κατόπιν, ἐὰν θέλητε δύνασθε νὰ ὑποβάλητε ἀπωτέραν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς ἀορίστως τῆς συζητήσεως, διὰ νὰ σχηματισθῇ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, διὰ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα· διότι ἡ μὲν πρότασις αὕτη ἀφορᾷ ἀναβολὴν μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας, ὅσα ἐξεθήκατε δ’ ὑμεῖς, ἀφορῶσιν ἀόριστον ἀναβολήν, ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ συγκροτηθῇ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή πρὸς μελέτην τοῦ ζητήματος, αὐτὴ δὲ ἡ πρότασις εἶναι ἀπωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκούσητε...
§130Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον;
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ θέσω τὸ ζήτημα, κ. Σταματιάδη. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ θέσω ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους. Λοιπόν, ἐρωτῶ, ἂν οἱ ὑπογράψαντες, ἐπιμένωσιν εἰς τὴν πρότασιν ἀναβολῆς μέχρι τῆς Δευτέρας. Ὁ κ. Καζατζῆς;
§132Κ. ΚΑΖΑΤΖΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπουρνιᾶς;
§134Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, ἀλλ’ ὄχι καὶ ὑπὲρ τοῦ σχηματισμοῦ τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπὲρ τῆς προτάσεως ἀναβολῆς μέχρι τῆς Δευτέρας, ἐρωτῶ:
§136Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑποβάλων τὴν πρότασιν αὐτήν, ὅπως ὁρίζει ὁ Κανονισμός, περὶ σχηματισμοῦ Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὴν ἐξαρτῶ πάντως ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι ὁ φυσικὸς παραστάτης καὶ ὁ φυσικὸς ὁδηγὸς αὐτῆς.
§137ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Θὰ παρακαλέσω πάντας τοὺς ὑποκινήσαντας τὸ ζήτημα τοῦτο, εἴτε οὕτως, εἴτε ἄλλως, (καὶ βλέπομεν ἀκριβῶς ἐν ταῖς ἐρωτήσεσι τοὺς ὑπογεγραμμένους) νὰ θελήσωσι νὰ ἔλθωσι μετ’ ἐμοῦ εἰς ἐπικοινωνίαν, ὅπως δυνηθῶμεν νὰ καταρτίσωμεν ἐπιτροπὰς καὶ ὑποεπιτροπὰς, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, — διότι βλέπετε εἶναι τὰ θέματα διάφορα — δυνηθησομένας νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀντιμετωπίσωμεν, νὰ ἐντοπίσωσι καὶ περιορίσωσιν αὐτὸ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ σήμερον δυνατοῦ. Θέλω φροντίσει νὰ θέσω αὐτοὺς εἰς συνάφειαν μετὰ τῶν ἁρμοδίων προϊσταμένων τῶν ὑπηρεσιῶν, νὰ προσλάβωμεν κατὰ ἐπιτροπὰς ἢ ὑποεπιτροπὰς ἐκείνους, ὅσοι θέλουσι κριθῇ χρήσιμοι ἐκ τῶν χωρῶν, ἅς ἀντιπροσωπεύουσι, καὶ νὰ προβῶμεν οὕτως εἰς ἐργασίαν, ἡ ὁποία, ἐὰν ὑπάρξῃ κοινὴ ἐπιμέλεια, θέλει δυνηθῇ μέχρι τέλους τῆς Συνόδου ταύτης νὰ ρίψῃ φῶς ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς τῆς σπουδαίας καὶ ποικίλης καὶ ἐπιτρέψῃ εἰς ἡμᾶς ἐνταῦθα ὅ,τι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίσωμεν.
§138ΕΜΜ. ΜΟΔΑΤΣΟΣ. Νὰ γίνῃ ἐπιτροπή, κ. Πρόεδρε, ἀμέσως.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, ὑπάρχει πρότασις, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας;
§140Χ. ΠΟΛΟΓΕΩΡΓΗΣ. Ἀορίστως. Ἀορίστως.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις, ὅπως εἶναι διατετυπωμένη, κ. Βουλευταί, λέγει: «μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας». Ἐν τῷ μεταξὺ δύναται νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα διὰ νὰ ἐξετασθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον. Λοιπόν, οἱ δεχόμενοι τὴν πρότασιν...
§142Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Ἔχω τὸν λόγον ἐπὶ τῆς προτάσεως;
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§144Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, καὶ ἐγὼ τὸν λόγον.
§145Γ. ΤΖΕΤΖΟΣ. Καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ.
§146Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Πρό τινων ἡμερῶν ἡ Βουλή, ἐπικειμένης ἐρωτήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς φορολογίας τῶν Νέων Χωρῶν, ἐζήτησε τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως καὶ ὥρισεν ὡς ἡμέραν συζητήσεως τὴν σημερινήν συνεδρίασιν. Ἐν τούτοις πλεῖστοι τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι αὐτοὶ οὗτοι διὰ τῶν σκέψεών των προεκάλεσαν τὴν γενίκευσιν τῆς συζητήσεως ταύτης, σήμερον ὑπέβαλον πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐζητεῖτο προσκαίρως ἡ ἀναβολὴ τῆς συζητήσεως. Νομίζω, ὅτι οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, οἱ ζητήσαντες τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ τάξαντες μάλιστα ὡς ὅριον τὴν προσεχῆ Δευτέραν, πλανῶνται ἐν τῇ ἐκτιμήσει τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπέβαλον τὴν ἀναβολὴν ταύτην. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐρχόμεθα ἐνταῦθα, εἶναι σκόπιμος καὶ ἀποβλέπει εἰς ἀποτέλεσμα, ἀποβλέπει εἴτε εἰς τὴν νομοθεσίαν, εἴτε καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πραττομένων. Βεβαίως, οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ νὰ καταναλώσωμεν τὸν χρόνον ἡμῶν εἰς ἕτερα, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον δὲν θὰ εἶνε σκόπιμον καὶ τὸ Σῶμα τοῦτο, ἐργαζόμενον ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, δὲν θὰ ἀπέβλεπεν εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα καὶ ἡ ἐργασία του θὰ ἀπέβαινεν ἐντελῶς νεκρά. Δὲν πιστεύω νὰ εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ τεθῇ ἐνταῦθα εἰς γενικὴν συζήτησιν τὸ θέμα τῆς φορολογίας τῶν Νέων Χωρῶν. Δύο τινὰ θὰ ἠδυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ ἐπιζητήσωμεν ὡς σκόπιμα. Τὸ πρῶτον θὰ ἦτο, διὰ τῆς συζητήσεως τῶν γνωμῶν, ἃς ἕκαστος θὰ συνεισέφερε, νὰ προέκυπτεν ἡ ἀλήθεια, νὰ προέκυπτε σύστημα γενικόν, εἰς τὸ ὁποῖον, προσχωροῦσα ἡ Κυβέρνησις, θὰ κατέθετε σχέδιον νόμου, ὅπως τοῦτο, κυρούμενον ὑφ’ ἡμῶν, ἀποτελέσῃ νόμον τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ τὸν ἐλαχίστην ἔχοντα πεῖραν τῶν κοινοβουλευτικῶν συζητήσεων, — ἐνῷ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν τὴν ἔχω, ἀλλ’ ἔτυχε νὰ εὑρίσκωμαι ἀλλοῦ, εἰς πολυάριθμα σωματεῖα — εἶναι δυνατὸν τὸ τοιοῦτον νὰ προκύψῃ ἐκ συζητήσεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἕκαστος θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, ὅσον σοφὴ καὶ δεδικαιολογημένη καὶ ἄν εἶναι; Ἡ ἐξέτασις τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐνδιαφέρει, εἶναι ἀνωτέρα τῶν δυνάμεων, τὰς ὁποίας διαθέτει ἀτομικῶς εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν. Ἡ ἀπαιτουμένη μελέτη πρὸς μόρφωσιν γνώμης, ἀπαιτεῖ ἰδίως πληροφορίας καὶ διαφόρους εἰδικότητας, τὰς ὁποίας εἶναι ἀδύνατον νὰ διαθέτῃ μὴ ὀργανωμένη ὑπηρεσία. Αὐτὴ μόνον δύναται νὰ συγκεντρώσῃ τὰ δεδομένα ἀκριβῶς ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων, λογικῶς σκεπτόμενος, δύναται κανεὶς νὰ βασίσῃ φορολογικὸν σύστημα. Ἡ μεταβολὴ φορολογικοῦ συστήματος εἶναι πρὸ παντὸς ἔργον Κυβερνητικὸν καὶ δὲν δύναται ἢ νὰ ἀποτελέσῃ τὴν βάσιν τοῦ Κυβερνητικοῦ προγράμματος. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι πᾶν νομοθέτημα, εἰσαγόμενον ἐνταῦθα, ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Σώματος τούτου, δύναται νὰ ὑποστῇ τροποποιήσεις καὶ μεταβολάς. Αἱ τροποποιήσεις ὅμως καὶ αἱ μεταβολαὶ δὲν δύνανται νὰ θίξωσιν αὐτὴν ταύτην τὴν οὐσίαν, αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν ὁλοκλήρου τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ, ὡς εἶπον, θέμα Κυβερνητικῆς προνοίας. Ὁ δεύτερος λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπὸ μορφὴν σκοπιμότητος θὰ ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον ἡμῶν, Κύριοι, θὰ ἦτο νὰ προκαλέσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον προσεγένετο διὰ τοῦ ὑπάρχοντος συστήματος φορολογίας, εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ἕκαστος ἐξ ἡμῶν, ὁ ὁποῖος θὰ παρήρχετο εἰς τὸ βῆμα τοῦτο, δὲν θὰ ἔκαμε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπικαλῆται τὴν Κυβερνητικὴν πρόνοιαν. Δὲν θέλω νὰ ἀποκλείσω τὸ δυνατόν, τὸ πρέπον, τό σκόπιμον, τῆς μελέτης τῶν θεμάτων τούτων ἔξω τῆς αἰθούσης ταύτης, ἀλλὰ διὰ τῆς συζητήσεως ἐνταῦθα, ὡς εἶπον πρότερον, δὲν θὰ κατωρθοῦτο τίποτε ἄλλο, παρὰ παράπονα νὰ ἀκουσθῶσι τόσα πολλά, ὥστε ἡ συστηματοποίησις αὐτῶν νὰ ἀποβῇ ἀδύνατος, καὶ θὰ εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἥν θέσιν εὑρέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ζητῇ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως. Αὐτὸς ἦτο ὁ μόνος ἁρμόδιος, ἵνα ζητήσῃ τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως καὶ ὄχι ἡμεῖς. Ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, παρὰ μόνον διὰ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς καταστάσεως. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τοῦτο ἐπετεύχθη, νομίζω, ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος εἶναι ἐντελῶς περιττή. Ὁμολογῶ, ὅτι δὲν εἶχον ποτὲ ἀμφιβολίαν, ὅτι θὰ ἀπετύγχανε, διότι ἐνυπάρχει βαθέως ριζωμένη ἐν τῇ καρδίᾳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ αἴσθησις τῆς ἀνάγκης, καὶ ὁ πόθος τοῦ νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα ἐπὶ τῷ ἐλαφρότερον, καὶ δικαιότερον. Μετὰ τὴν δήλωσιν ὅμως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις ἐνταῦθα δὲν ἔχει σκοπιμότητα, ἐφόσον δὲν πρόκειται περὶ συζητήσεως ὡρισμένου κυβερνητικοῦ συστήματος, τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσωμεν τὴν τροποποίησιν καὶ μεταβολήν, καὶ δι’ αὐτὸ ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἐζήτησα τὸν λόγον κατὰ τῆς ἀναβολῆς, κηρύσσομαι ὑπὲρ ταύτης.
§147Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Κύριοι Συνάδελφοι, πρὸ παντός, θέλω καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ νομίσητε, ὅτι διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ν. Χωρῶν τὸ πρῶτον μέλημά των μόλις εἰσῆλθον εἰς τὸ Βουλευτήριον, ἡ πρώτη φροντίς των ἦτο νὰ ζητήσωσι νὰ ἄρωσι τὰ βάρη, καὶ δὴ εἰς τὰς περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας, ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνισμὸς καὶ ὁλόκληρος ἡ φυλὴ συγκλονίζεται ἐν τῇ δίνῃ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπός· ὁ σκοπός εἶναι ἡ ἐγκαθίδρυσις καὶ ἐγκατάστασις τοῦ δικαίου. Τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, αἱ Νέαι Χῶραι προσέφερον διὰ τὴν ἐλευθερίαν τὸν τιμιώτερον τῶν φόρων, τὸν φόρον τοῦ αἵματος, καὶ ἔχουσι τὰ τέκνα των οἱ Λέσβιοι καὶ οἱ Ἠπειρῶται στρατιώτας, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσωσιν ἰσότητα. Ἀλλ’ ἕκαστον γεγονὸς ἢ ἑκάστη ἀπαίτησις ἢ ἑκάστη παράκλησις, ὅταν δὲν γίνεται τὴν στιγμὴν τὴν ψυχολογικὴν, εἶναι δυνατὸν νὰ παρεξηγηθῇ καὶ τοῦτο θέλω νὰ ἄρω ἐγώ, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς νήσου Λέσβου, ἀπό τινας συναδέλφους τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Σκοπός μας δὲν εἶναι, οὔτε ἐμοῦ, οὔτε, ὑποθέτω, τῶν λοιπῶν συναδέλφων Ἠπειρωτῶν, τὸ νὰ ἄρωμεν τὰ βάρη, νὰ ἀποτινάξωμεν τὰ βάρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἕως σήμερον, καλῶς ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τὰ ὑπεφέραμεν, καὶ σήμερον ὅτε ὑπάρχουσι 300.000 ἄνδρες εἰς τὰ σύνορα, μὲ τὰ ὅπλα ἀνὰ χεῖρας, ὑπερασπιζόμενοι ὅλων ἡμῶν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τιμήν, ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ ζητήσωμεν τὸν συγκλονισμὸν καὶ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους.
§148ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτο οὐδεὶς ἐφαντάσθη.
§149Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ὄχι. Μόνον τοῦτο παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ζητήματος, ὅτι συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος, ὅστις ἀνέφερε ταῦτα, ἐν τῇ ἐννοίᾳ, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε πρὸ ὀλίγου, εἶναι γνώμη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα καὶ ἐγώ. Ἐγὼ ὅμως ἐξέθηκα ταῦτα εἰς τὴν συνεδρίασιν, ἥτις ἐγένετο εἰς τὰ γραφεῖα τῆς πολιτικῆς Ἑταιρείας.
§150Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Ἤμην ἀπών.
§151Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Τότε θὰ τὰ μάθετε θὰ σᾶς τὰ εἶπον. Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι σκοπὸς ἡμῶν εἶναι νὰ ἐκφράσωμεν ἕν δίκαιον παράπονον, ὅτι, κατόπιν τῆς ἀναλόγου συνεισφορᾶς ἡμῶν εἰς ὅλα τὰ βάρη τοῦ Κράτους, καὶ τῆς εἰς αἷμα συνεισφορᾶς ἡμῶν, τὰ λοιπὰ βάρη, ἅτινα ἐπιβάλλει ὁ Προϋπολογισμός, πρέπει νὰ καταλογισθοῦν ἐν ἰσότητι καὶ εὐθυδικίᾳ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἀναβληθῇ διὰ δύο λόγους, πρῶτον, διότι, ὡς ἀντελήφθην, κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν χθές, τὴν λαβοῦσαν χώραν μεταξὺ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Νέων Χωρῶν, εἴμεθα πάντες ἀμελέτητοι...
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§153Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ.... διότι, ὡς ἀντελήφθην, ἐν γενικαῖς γραμμαῖς νὰ ἄρωμεν τὰ διάφορα βάρη δὲν εἶναι εὔκολον. Λοιπόν, εἴμεθα ἀμελέτητοι, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν τὰ πράγματα, πρὸ παντὸς ὅμως, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προσεγγίσωμεν πρὸς τοὺς συμπολίτας μας περισσότερον, νὰ ἐρωτήσωμεν περισσότερον τὰς ἀνάγκας αὐτῶν, νὰ ἐξετάσωμεν περισσότερον τὰς ἐπὶ τόπου ἐφαρμοζομένας διατάξεις καὶ κατόπιν, ἐν συνεργασίᾳ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβωμεν μέτρα.
§154Ι. ΑΔΑΜΙΔΗΣ. Δὲν συνεζητήσατε μεθ’ ὅλων καὶ δὲν γνωρίζετε τὴν γνώμην ὅλων;
§155Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Δὲν τοὺς γνωρίζω, οὔτε ἀνεγνώσθη κατάλογος.
§156Ι. ΑΔΑΜΙΔΗΣ. Ἑπομένως δὲν ἔπρεπε νὰ μορφώσητε γνώμην.
§157Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Ἐξαιρεῖσθε σεῖς.
§158Ι. ΑΔΑΜΙΔΗΣ. Δὲν τὸ λέγω διὰ τὸ ἄτομόν μου, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λέγητε τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Νέων Χωρῶν ἀμελετήτους, διότι ἔχουν μελετήσει πολλὰ πράγματα, ἀλλὰ θέλουν, ἐπειδὴ εἶναι νεοφώτιστοι εἰς τὰς κοινοβουλευτικὰς συζητήσεις, νὰ παρακολουθήσωσι τοὺς κοινοβουλευτικοὺς.
§159Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Βλέπετε, ὅτι τὸ ἀναγνωρίζετε μόνος σας.
§160Κ. ΚΥΡΙΤΣΗΣ. Ἕκαστος εἶχε τὴν γνώμην του ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ συσκέψει, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διακηρύσσητε.
§161Λ. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Σᾶς ἐξαιρῶ καὶ σᾶς. Σήμερον ἐδόθη ἡ ἀφετηρία τοῦ ζητήματος, ἐξεφράσθη ἡ εὐχὴ, ἡ ἐπιθυμία τῶν Νέων Χωρῶν, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει τὰ δίκαια παράπονά των, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώρισαν πάντες ὡς δίκαια, διότι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρώνουν, τὸ σύστημα τῆς διπλῆς φορολογίας, εἶναι λίαν ἐπαχθὲς, καὶ δὴ εἰς οἰκονομικὰς περιστάσεις οἷαι εἶναι αἱ σημεριναί. Τούτου δεκτοῦ γενομένου, φρονῶ, ὄχι βεβαίως συντασσόμενος μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Μπαλτατζῆ, νὰ συστηθῇ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ, συντασσόμενος ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς, νὰ ἀναβληθῇ, ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον χρόνον, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ὅλοι νὰ ἐπικοινωνήσωμεν μετὰ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας νὰ μελετήσωμεν τοὺς πίνακας τῆς ὑπηρεσίας, νὰ μελετήσωμεν τὸν ἀπολογισμὸν ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν καὶ εἰ δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὰ ἀντισταθμίσματα ἐκείνων τῶν φόρων, οὕς θὰ ἄρωμεν. Δι’ ὅλα αὐτὰ ἀπαιτεῖται μελέτη. Οὔτε μὲ σπασμωδικὰς ἐνεργείας γίνεταί τι. Χρειάζονται οἰκονομολογικαὶ γνώσεις, τὰς ὁποίας, ὁμολογῶ, ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι δὲν ἔχω, διότι ἔχω ἀνάγκην εἰδικῆς μελέτης. (χειροκροτήματα).
§162Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, κυρίως εἰπεῖν, δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπερωτήσεως, δηλαδὴ περὶ ἐλέγχου τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὸ φορολογικὸν σύστημα. Ἐπρόκειτο περὶ συστάσεως πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔλεγον πράγματι τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἔλεγον, ὅτι συγκινεῖ ὅλους τοὺς πληθυσμοὺς τῶν Νέων Χωρῶν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συγκινῇ τοὺς πληθυσμοὺς τῶν Νέων Χωρῶν, διότι ἀφ’ ἧς εἶχον τὴν τύχην νὰ ἀποκτήσωσι τὴν ἐλευθερίαν των, αἱ περιστάσεις ἦσαν τοιαῦται—καὶ δὲν παραπονοῦνται διὰ τοῦτο— ὥστε δὲν ἠδυνήθησαν νὰ εὕρωσιν οὐδεμίαν στιγμὴν ἡσυχίας. Ὁσονδήποτε ὅμως καὶ ἐὰν ἐδημιουργήθη κρίσιμος κατάστασις, διὰ τοὺς πληθυσμοὺς τῶν Νέων Χωρῶν, ἐκ τῆς διπλῆς φορολογίας, δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν καὶ τὰς κρισίμους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διέρχεται τὸ Κράτος. Καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἥν ὑποδεικνύομεν τοῦτο, διότι καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον εἴμεθα ἐδῶ, — ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λαρίσης Βουλευτὴς δὲν ἦτο — καὶ ἠδυνάμεθα κάλλιστα νὰ λάβωμεν τὸν λόγον καὶ νὰ κάμωμεν ἔλεγχον κοινοβουλευτικόν, κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία διοικεῖ τὸν τόπον· ἐν τούτοις, ὅταν ἠκούσαμεν τὰς δηλώσεις τοῦ τότε Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, κ. Ρέπουλη, ὅταν ἠκούσαμεν, ὅτι μεγάλα ἐλλείμματα βαρύνουν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ κάμωμεν λόγον καὶ περὶ τούτου, διότι συνηθίσαμεν μετ’ αὐταπαρνήσεως νὰ συνεισφέρωμεν πάντοτε ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Καὶ δὲν θὰ ἐκάμναμεν καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον λόγον, ἐὰν δὲν ἐδίδετο ἐντεῦθεν ἡ ἀφορμή. Καὶ ἐδόθη ἡ ἀφορμή, ὅταν διετυπώθησαν ἐπερωτήσεις τινές, ἀσήμαντοι, καὶ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις, μὴ ἐνοχλοῦσαι, καὶ εἶδον πλείστους τῶν συναδέλφων νὰ μὴ ἔχωσι γνῶσιν τοῦ ζητήματος καὶ νὰ νομίζωσιν, ὅτι αἱ Νέαι Χῶραι φορολογοῦνται ἐλαφρότερον ἀπὸ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Καὶ ἐξενίσθημεν πολλῷ μᾶλλον, ὅταν εἴδομεν νομοσχέδιον, κατατεθειμένον ἐνταῦθα, τὸ νομοσχέδιον περὶ ὀργανώσεως τῆς Δασικῆς Ὑπηρεσίας ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, κ. Μιχαλακόπουλον, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐλέγετο, ὅτι περιλαμβάνονται διατάξεις τινὲς φορολογικαί, τείνουσαι εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τῆς φορολογίας τῶν δασικῶν προϊόντων πρὸς τὴν φορολογίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, διὰ νὰ συνηθίσῃ καὶ ὁ κόσμος τῶν Νέων Χωρῶν νὰ καταβάλλῃ φόρους ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου καὶ νὰ συνηθίσῃ εἰς τοῦτο ἤρεμα καὶ κατὰ μικρόν, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ συναίσθημα τῆς βαρείας φορολογίας. Ὅταν, λοιπόν, ἴδωμεν, ὅτι Ὑπουργός, διὰ τῆς ὑπογραφῆς του ἤρχετο νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τῆς αἰτιολογικῆς του ἐκθέσεως, ὅτι ἡ φορολογία τῶν Νέων Χωρῶν εἶναι ἐλαφροτέρα ἀπὸ τὴν φορολογίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, δὲν ἠδυνήθημεν νὰ μὴ λάβωμεν τὸν λόγον καὶ νὰ εἴπωμεν, τότε, ὅτι παρῆλθε τὸ στάδιον, καθ’ ὃ ἡ φορολογία τῶν Νέων Χωρῶν ἦτο ἐλαφροτέρα. Βεβαίως διετυμπανίσθη πολὺ τὸ πρόγραμμα τῆς βαθμιαίας ἀφομοιώσεως τῆς φορολογίας τῶν Νέων Χωρῶν πρὸς τὴν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ χάσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς πραγματικότητος. Πάντες σχεδόν, ἐνόμιζον, ὅτι αἱ Νέαι Χῶραι ἐφορολογοῦντο ἐλαφρότερον, καὶ ἐν τούτοις ἐφορολογοῦντο, ὅπως καὶ φορολογοῦνται, πολὺ βαρύτερον. Εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο περιελαμβάνετο διάταξίς τις, καθ’ ἥν, ἐφεξῆς, διὰ Β. Δ. ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀφομοιώνῃ τελείως τὴν φορολογίαν τῶν δασικῶν προϊόντων πρὸς τὴν ἰσχύουσαν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἡ ὁποία, ὡς γνωρίζετε, εἶναι ἐλαχίστη, καὶ ὅμως ἐπολεμήσαμεν τὴν διάταξιν αὐτήν, διότι εἴχομεν πεῖραν ἐξ ἄλλης διατάξεως ὁμοίας, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ ἧς δι’ ἁπλῶν Διαταγμάτων εἰσήγοντο φορολογίαι τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὰς Νέας Χώρας. Εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1913, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ τότε Βουλὴ ἐξεχώρησε τὰ δικαιώματά της εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, καὶ εἴδομεν νὰ ἐφαρμόζωνται τὰ πράγματα ταῦτα, κατὰ τρόπον, καθ’ ὃν δὲν θὰ ἐπέτρεπεν ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία. Διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, διὰ Διατάγματος, ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ εἰσάγῃ φόρους τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν Νέαν, χωρὶς νὰ δοθῇ καὶ τὸ ἀντίστοιχον, νὰ καταργῇ φόρους. Καὶ εἴδαμεν τὸ φαινόμενον νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη πεποίθησις, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῶσιν ὅλοι οἱ φόροι καὶ νὰ μὴ καταργηθῇ κανείς, καὶ θὰ ἴδητε σειρὰν νόμων, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ αὐτὴ ἀρχὴ ἐφαρμόζεται, τὴν ὁποίαν εἰς τὸ μέλλον δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀναχθῶμεν. Εἰσήχθη — σᾶς ἀναφέρω ἓν παράδειγμα — εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, ἐνῷ δὲ ἐνταῦθα ἐτιμᾶτο τοῦτο 15 λεπτά, ἐξαιρετικῶς εἰς τὰς Νέας Χώρας, εἰς τὰς ὁποίας ἐπεβλήθη ἡ ἀφομοίωσις, ὡρίζετο εἰς 30 λεπτά. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐδημιουργήθη καθεστώς, ἐπιτρέπον ἀκέραιον τὸ ἐμπόριον τοῦ ἅλατος. Καὶ βλέπομεν, ἐν μέσῃ Θεσσαλονίκῃ, ἐμπόρους εἰδικοὺς τοῦ ἅλατος, οἱ ὁποῖοι ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, ἀντιληφθέντες, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶχεν ἅλας, ἠγόρασαν τὸ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ μονοπωλίου ὑπάρχον....
§163Ι. ΑΔΑΜΙΔΗΣ. Ὄχι. Ὁ ἐκεῖ Διευθυντὴς τοῦ Μονοπωλίου τοῦ ἅλατος, κακῶς πράξας, τὸ ἐπώλησε δὲν ἠξεύρω διὰ τίνας λόγους, καὶ εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐπετρέπετο τὸ μέτρον, εἰς δύο ἄτομα, τὰ ὁποῖα, μετὰ τὴν ἀγοράν, ὕψωσαν τὴν τιμὴν τοῦ ἅλατος εἰς 40 λεπτά, ἀκόμη δὲ κατέστησαν καὶ δυνατὸν τὸ ἐμπόριον τοῦ ἅλατος, ἐνῷ τὸ εἶχε τὸ μονοπώλιον. Θὰ ἔλθω εἰς τὸ ζήτημα αὐτό...
§164Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Τοῦτο δὲ συμβαίνει, διότι εἰσήχθη μὲν τὸ μονοπώλιον, δὲν ἐλήφθη ὅμως φροντὶς νὰ καταργηθῇ καὶ τὸ ἐμπόριον, διότι ὑπῆρχον μὲν ἀποθῆκαι ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἔπρεπεν ὅμως νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἔμποροι, οἱ ὁποῖοι θὰ τροφοδοτήσωσι τὸ ἐσωτερικόν. Τὸ μονοπώλιον εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα παντοῦ ἔχει ἀποθήκας, ὅπου οἱ παντοπῶλαι προμηθεύονται εἰς μικρὰς ποσότητας. Εἰς τὴν δυστυχισμένην Μακεδονίαν, πρέπει ὁ παντοπώλης ἀπὸ τὴν Κορυτσᾶ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Θεσσαλονίκην διὰ νὰ πάρῃ ἅλας. Δι’ αὐτὸ βλέπομεν τὸ ἄτοπον. Μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι, ἐὰν παρόντων ἡμῶν συνεζητεῖτο τοιοῦτον μέτρον, δὲν θὰ ἐγίνετο τὸ ἄτοπον καὶ ἂν ἐδεχόμεθα τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος, θὰ ἐλαμβάνομεν μέτρα, ὅπως κτυπηθῇ τὸ ἐμπόριον.
§165ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εὑρίσκοντές τι ὡς κακόν, πρέπει νὰ ὑποδεικνύητε καὶ τὴν βελτίωσιν.
§166Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἤθελον νὰ κάνω πρότασιν τοιαύτην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ διάταξις, δυνάμει τῆς ὁποίας διὰ Β. Διατάγματος, εἰσάγεται τὸ ὑπάρχον ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι καθεστὼς εἰς τὴν Νέαν, νὰ καταργηθῇ. Εἶναι ἀργὰ διὰ τὰ παιγνιόχαρτα, ἀλλὰ μένει καιρὸς διὰ τὸ πετρέλαιον καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ προλάβωμεν.
§167ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.
§168Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Διὰ τὰ πυρεῖα καὶ τὰ παιγνιόχαρτα ἔγινε.
§169ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τὸ πετρέλαιον δὲν δύναται νὰ γίνῃ.
§170Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Καὶ μονοπώλιον ἐὰν ἐγίνετο, θὰ σᾶς ἀπεδεικνύομεν διὰ τῆς συζητήσεως, ὅτι δὲν συμφέρει ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ μονοπωλίου εἰς τὸ πετρέλαιον.
§171Ν. ΓΑΤΣΟΣ. Μὰ εἰσέρχεσθε εἰς τὴν οὐσίαν.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσέρχεσθε, κ. Βουλευτά,...
§173Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὄχι.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀδικῆτε τὴν ἀντίληψίν σας. Ὁμιλήσατε ἐπὶ τῆς ἀναβολῆς, ἵνα μὴ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σᾶς ἀφαιρέσω τὸν λόγον.
§175Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Πιστεύσατε, ὅτι ἀπὸ οὐδενὸς τὸν νοῦν διῆλθεν νὰ σᾶς ἐξαναγκάσῃ πρὸς ὑποβολὴν νομοσχεδίου πλήρους. Ἡ πρόθεσίς μας εἶναι νὰ κάμωμεν σύστασιν, ὅπως ἀρχίσῃ ἡ μελέτη τοῦ ζητήματος, διότι μὴ λησμονῆτε, ὅτι παρῆλθε τριετία καὶ δὲν ἠξεύρομεν ἀκόμη ποῦ εὑρισκόμεθα.
§176Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νομίζω, ὅτι οἱ κ. Συνάδελφοι τῶν Νέων Χωρῶν, μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν πρότασιν αὐτοῦ, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀναβολήν, διότι πάντες ἀναγνωρίζομεν τὴν διαφορὰν τῆς φορολογίας καὶ τὸ βαρὺ αὐτῆς. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονῶσιν, οἱ κ. κ. Συνάδελφοι τῶν Νέων Χωρῶν, ὅτι ἀπὸ δεκαοκτὼ μηνῶν ἡ Χώρα εὑρίσκεται ὑπὸ ἀνωμαλωτάτας περιστάσεις. Πρέπει δὲ νὰ γνωρίζωσιν, ὅτι καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ὑπάρχουσι μεγάλαι διαφοραί. Σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὰ Καλάβρυτα τὸ ἅλας πωλεῖται, ὄχι πρὸς 40 λεπτά, ἀλλὰ πρὸς 70, διότι ἀκόμη δὲν κατωρθώθη νὰ εἰσαχθῇ τὸ σύστημα τῶν ἀποθηκῶν. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν, πεπειθότες, ὅτι συναισθανόμεθα τὸ βαρὺ τῆς φορολογίας.
§177Π. ΦΛΩΡΟΣ. Ἐγὼ θὰ παρεκάλουν τὸν σεβαστὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος, ἐπὶ τῆς ἀφορμῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία ἔκαμε τοὺς Ἠπειρώτας καὶ λοιποὺς κατοίκους τῶν Νέων Χωρῶν νὰ γογγύζουν, ὄχι τόσον διὰ τοὺς φόρους, ἀλλὰ διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων.
§178ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐκεῖ εἶναι τὸ μέγα κακόν!
§179Π. ΦΛΩΡΟΣ. Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἐξαπολύσῃ ἐγκύκλιον ἐντονωτάτην εἰς τὰς ἐφοριακὰς καὶ ταμειακὰς ἀρχάς, ὅπως μὴ κρίνωσι τοὺς Ἠπειρώτας καὶ λοιποὺς κατοίκους τῶν Νέων χωρῶν, συμφώνως μὲ τοὺς κατοίκους τῆς Παλ. Ἑλλάδος, καθόσον οἱ κάτοικοι τῶν Νέων Χωρῶν, μὴ γνωρίζοντες τὰς διατυπώσεις καὶ τὴν γραφειοκρατικὴν δικονομίαν, ἀναγκάζονται νὰ καταπιέζωνται, πολλάκις δὲ δικαιότατα παράπονα δὲν ἀκούονται διόλου. Ἐν ὀνόματι, λοιπόν, τοῦ στενάζοντος Ἠπειρωτικοῦ λαοῦ, σᾶς ἐξορκίζω νὰ ἐξαπολύσητε αὐστηροτάτην ἐγκύκλιον καὶ νὰ εἴπητε εἰς ὅλους, ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν Ν. Χωρῶν δὲν πρέπει νὰ κρίνωνται, ὅπως κρίνονται οἱ τῆς Παλ. Ἑλλάδος, ὅπου πλημμυροῦσιν οἱ δικηγόροι καὶ ὅπου κάθε σπῆτι ἔχει δικηγόρον. Συντάσσομαι, λοιπόν, ὑπὲρ τῆς ἀναβολῆς· ἀλλά, πρὸ παντός, αὐτὸ ζητῶ.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουν δύο προτάσεις περὶ ἀναβολῆς. Ἡ μία, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς μεταπροσεχοῦς Δευτέρας, καὶ ἡ ἄλλη, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως, σχηματισθῇ δὲ Κοινοβουλευτικὴ Ἐπιτροπή, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης αὐτῆς νὰ γίνῃ ἡ περαιτέρω συζήτησις καί, εἰ δυνατόν, ἡ διαρρύθμισις τῆς φορολογίας. Ἐκ τῶν δύο προτάσεων ἀπωτέρα εἶναι ἡ δευτέρα, ἡ μὴ ὁρίζουσα προθεσμίαν ἀναβολῆς. Ἐρωτῶ λοιπόν: Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς, ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅπως μελετηθῇ τὸ ζήτημα ὑπὸ σχηματισθησομένης ἐπιτροπῆς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ, λοιπόν, παρεδέχθη ἡ Βουλὴ τὴν ἀπωτέραν πρότασιν, κατ’ ἀνάγκην, ἀπορρίπτεται ἡ ἄλλη.
§182ΓΡ. ΕΥΣΤΡΑΤΙΑΔΗΣ. Νὰ ὁρισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐντὸς τῆς συνεδριάσεως.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, ὅπως γίνῃ συνεννόησις περὶ τῶν καταλλήλων προσώπων. (Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§184Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ Κυβέρνησις, κ. Βουλευταί, λαμβάνει τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν καταστολὴν τῆς πλεονεξίας καὶ αἰσχροκερδείας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ τὴν παροῦσαν περίοδον, ἀλλὰ δὲν ἔτυχε τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, λόγῳ τῶν ἐπελθουσῶν περιστάσεων. Σήμερον ὑποβάλλω τοῦτο ἐξ ὀνόματος τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἐμοῦ, παρακαλῶ δέ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐπείγοντος νομοσχεδίου, νὰ εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ψηφίσῃ κατ’ ἀρχὴν ἀπόψε, ὅπως δυνηθῇ μετὰ δύο ἡμέρας νὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους. Εἶναι ἐπείγουσα ἀνάγκη, ὅπως εἰς τοὺς αἰσχροκερδεῖς ἐπιβληθῇ ὁ νόμος.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
§186ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Δὲν ἀναβάλλονται αἱ ἐπερωτήσεις.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ ἀναβληθῶσι. Διακόπτομεν ἐπ’ ὀλίγον καὶ πάλιν ἐπανερχόμεθα.
§188ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται διὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τὸ ὁποῖον ἐθεώρησε λίαν κατεπεῖγον καὶ ἐδέχθη, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου, ἡ Βουλὴ τὴν ἀνάγκην τοῦ κατεπείγοντος. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§190Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ ψηφισθῇ εἰς τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως, ἀφοῦ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, οἱ παραδεχόμενοι, ὅπως κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§192ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ.
§193Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ μελετηθῇ.
§194Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Νομοσχεδίων, παραλειπομένων τῶν ἐπερωτήσεων, ἤθελον καὶ ἐγὼ κηρυχθῆ κατὰ τῆς προτάξεως τοῦ νομοσχεδίου. Εὐθὺς ὅμως, ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέτεινε νὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον, καὶ νὰ ἐξακολουθήσωσι μετὰ τοῦτο αἱ ἐπερωτήσεις, δὲν βλέπω κατὰ τί κατ’ οὐσίαν παραβλάπτονται δικαιώματά τινα, ὑπάρχοντα. Φρονῶ, ὅτι, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καταγγέλλῃ ὅτι ὑπάρχει ὑψίστη περίστασις κατεπείγοντος, ἵνα πολεμηθῇ ἡ αἰσχροκέρδεια, ὅταν ἡ Βουλὴ δι’ ἄλλου νομοσχεδίου, τοῦ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς διὰ τὴν προμήθειαν τῶν τροφίμων, προσπαθῇ νὰ συντελέσῃ εἰς αὐτὸν τὸν σκοπόν, ὕψιστον κοινωνικὸν καὶ πολιτικὸν συμφέρον ἐπιβάλλει νὰ κηρύξωμεν τὸ θέμα κατεπεῖγον, καὶ νὰ συμμορφωθῶμεν πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν νομίζω, ὅτι παρεβλάφθησαν οἱ νόμοι καὶ οἱ θεσμοί, διότι ὁ Κανονισμὸς ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ τῆς ὥρας θέλει ἀνασταλῆ, καὶ μετ’ ὀλίγα λεπτὰ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐπερωτήσεις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χάνωμεν τὸν καιρὸν ἡμῶν εἰς τοιαῦτα ὅλως τυπικὰ ζητήματα, ὑπαρχούσης τηλικαύτης κοινωνικῆς ἀνάγκης, ὅπως ἐπιψηφισθῇ κατεπειγόντως τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§195Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι εἴχομεν φθάσει εἰς τὸ τέρμα τῆς συνεδριάσεως, καὶ φοβούμενος μήπως λυθῇ ἡ συνεδρίασις, ἀνῆλθον τὸ βῆμα καὶ ὑπέβαλον τὸ νομοσχέδιον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔχῃ διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὰς ἐπερωτήσεις, δὲν ἔχω κανένα λόγον, ὅπως μὴ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου μέχρι τοῦ πέρατος τῆς συνεδριάσεως. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ, εἶναι νὰ μὴ λυθῇ ἡ συνεδρίασις, χωρὶς νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἐκεῖνοι δέ, οἱ ὁποῖοι ἐννοοῦν νὰ ἀντιδράσουν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ξένοι πρὸς τὸν τόπον ἡμῶν καὶ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὑπερτάτας, κατὰ τῆς αἰσχροκερδίας.
§196Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεὶς εἶναι ξένος ἐνταῦθα πρὸς τὸν τόπον καὶ ὅλων αἱ καρδίαι εἶναι ἀρκετὰ νεαραί, ἵνα πάλλωσιν ὑπὲρ τῶν Ἑλλήνων, καὶ κυρίως τῶν πτωχῶν, τῶν καταδυναστευομένων ὑπὸ τῶν αἰσχροκερδῶν ἀνθρώπων. Δὲν πρόκειται περὶ ἀντιδράσεως· ἀλλά, πῶς θέλετε νὰ ψηφίσωμεν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν; Ἐὰν ὑπῆρχε τόση ἀνάγκη, διατὶ δὲν ὑποβάλατε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸ δέκα ἡμερῶν; Δὲν βλέπω, λοιπόν, τὸν λόγον, διατὶ νὰ ψηφίσωμεν αὐτοστιγμεὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ διακόψωμεν τὰς ἐπερωτήσεις. (Ψηφίζεται ἡ πρότασις περὶ κηρύξεως κατεπείγοντος τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶτα ἡ ἀρχὴ αὐτοῦ)
§197Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Νὰ συστήσητε μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπήν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ περιλάβητε ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐξανέστησαν, διὰ νὰ ἀποφανθοῦν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Οὕτω πως θὰ τὸ μάθουν καὶ θὰ ἔλθουν ἐδῶ συνήγοροι.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπανερχόμεθα εἰς Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων.
§199Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τὰς ἀναβάλωμεν.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται αἱ λοιπαὶ ἐπερωτήσεις. Ἡ ἐπὶ τῆς διανομῆς τῶν τροφίμων ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον τὴν 5 μ. μ. (Ὥρᾳ 9ῃ μ. μ.)