| 1538 | Κ. Καζαντζῆς | 190 | |
| 1539 | Ἐπ. Δηλιγιάννης | 223 | |
| 1540 | Ἀλέξανδρος Κανάρης | 210 | |
| 1541 | Ν. Βελέντζας | 200 | |
| 1542 | Κ. Σοκόλης | 204 | |
| 1543 | Μ. Γούδας | 202 | |
| 1544 | Γ. Καρπετόπουλος | 205 | |
| 1545 | Κ. Λομβάρδος | 212 | |
| 1546 | Ν. Γάτσος | 199 | |
| 1547 | Ἀθ. Κριμπᾶς | 182 | |
| 1548 | Κ. Φούμης | 185 | |
| 1549 | Κ. Γεράκης | 5 | |
| 1550 | Π. Φλῶρος | 14 | |
| 1551 | Π. Κράλης | 1 | |
| 1552 | Λυκ. Τσουκαλᾶς | 4 | |
| 1553 | Σ. Σπυρομήλιος | 3 | |
| 1554 | Γ. Πὼπ | ||
| 1555 | Χουσαμεδὶν Σαΐτ | 2 | |
| 1556 | Δ. Κλωνάρης | 2 | |
| 1557 | Ἐμμ. Ὑψηλάντης | 5 | |
| 1558 | Κ. Δόσιος | 16 | |
| 1559 | Ι. Δραγούμης | 3 | |
| 1560 | Γ. Μπούσιος | 4 | |
| 1561 | Θ. Λυμπρίτης | 4 | |
| 1562 | Μ. Δερλερὲς | 1 | |
| 1563 | Ἀλῆ Ντῖνος | 1 | |
| 1564 | Σ. Βαλαωρίτης | 1 | |
| 1565 | Ι. Λεωνίδας | 1 | |
| 1566 | Π. Βερθενιώτης | 1 | |
| 1567 | Α. Καραπάνος | 2 | |
| 1568 | Λουτφῆ Ὀμέρ | 1 | |
| 1569 | Ἀβδῆ βέης | 1 | |
| 1570 | Μ. Κοφίνας | 1 | |
| 1571 | Ἰ. Μαλάχ | 1 | |
| 1572 | Χ. Κοέν | 1 | |
| 1573 | Ν. Δημητρακόπουλος | 1 | |
| 1574 | Δ. Γούναρης | 1 | |
| 1575 | Σ. Σκουλούδης | 1 | |
| 1576 | Σ. Δραγούμης | 1 | |
| 1577 | Δ. Ράλλης | 1 | |
| 1578 | Σ. Χατζηγάκης | 1 | |
| 1579 | Α. Παναγιωτόπουλος | 1 | |
| 1580 | Π. Πρωτοπαπαδάκης | 1 | |
| 1581 | Δ. Καλλιμασιώτης | 1 | |
| 1582 | Δ. Βοκοτόπουλος | 1 | |
| 1583 | Ν. Γιαννουλᾶτος | 1 | |
| 1584 | Ν. Λεωνίδας | 1 | |
| 1585 | Σ. Κουμουνδοῦρος | 1 | |
| 1586 | Ν. Λεβίδης | 1 | |
| 1587 | Δ. Καζάκης | 1 | |
| 1588 | Χ. Βοζίκης | 1 | |
| 1589 | Ἰ. Ἀντωνιάδης | 1 | |
| 1590 | Γ. Τσίμας | 1 | |
| 1591 | Γ. Γαγάνης | 1 | |
| 1592 | Γ. Τζέγτζος | 1 | |
| 1593 | Λ. Γατένιο | 1 |
1916.01.29
2,367 rows · 17,527 words · 1 table · 235 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ Εʹ.
ΤΗΣ 29 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1916
Προεδρία κ. Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗ.
(Ὥρα 5.30′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: — Ὁ ἐν Φτέρης τοῦ Δήμου Σπερχειάδος Παπαγεωργίου Σακελλάρης παρακαλεῖ, ὅπως ὁ υἱός του Διονύσιος, ἔφεδρος ἀνθυπασπιστής, μονιμοποιηθῇ. — Ὁ ἐκ Πατρῶν Ἀνδρέας Θεοδωρόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως ὁ υἱός του Ἀριστοτέλης, ἐπιλοχίας τοῦ 12ου Πεζ. Συντάγματος προαχθῇ εἰς Ἀνθυπασπιστήν. — Οἱ κάτοικοι Ἀσλάναγα παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς μονογενεῖς καὶ ὀρφανοὺς πατρός, πρωτοτόκους ἐπιστράτους. — Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Παναγ. Μπούλτας παρακαλεῖ, ὅπως ἀρχίσῃ νὰ λειτουργῇ ὁ νόμος 407 πρὸς ἐκδίκασιν ἀγωγῶν κακοδικίας. — Ὁ ἐκ Κυριακοχωρίου Ἀλέξανδρος Παπαγιάννης παρακαλεῖ, ὅπως ὁ ἀδελφός του, ἔφεδρος Ἀνθυπολοχαγός, μονιμοποιηθῇ. — Ὁ Θεόδωρος Πύρρος ἐξ Ἀθηνῶν παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῶσι σύντονα μέτρα κατὰ τοῦ Ὑπομοιράρχου τῆς Χωροφυλακῆς Κ. Μιχαλοπούλου, ὡς βιαιοπραγήσαντος κατ’ αὐτοῦ. — Ὁ ἐκ Καλυβῶν Ἀποκορώνου Παντελῆς Χατζημανωλάκης ὁπλαρχηγὸς αἰτεῖται, ὅπως τῷ χορηγηθῇ μηνιαία σύνταξις ἐκ δραχ. 60. — Ὁ Ἀναστ. Λιωνάκης, ὑπογραμματεὺς τῶν Ἐφετῶν Κρήτης, παρακαλεῖ, ὅπως τῷ κανονισθῇ μισθοδοσία ἐξ 150 δραχμῶν μηνιαίως. — Οἱ κάτοχοι ἐπιταχθέντων κτηνῶν τῆς Στενῆς τῆς Χαλκίδος παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς πληρωθῶσι τὰ ἐκ τῶν ἐπιταχθέντων κτηνῶν των ὀφειλόμενα ποσά. — Ὁ ἐκ Περιβολίου τῶν Γρεβενῶν ὑλοτόμος Νικόλαος Γιάτσιος διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ ἄρτι διορισθέντος Ἡγουμένου, ὡς ἐμποδίζοντος εἰς αὐτὸν παρανόμως τὴν ὑλοτομίαν. — Ὁ Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, κ. Π. ΑΓΓΕΛΟΠΟΥ-ΛΟΣ ὑποβάλλει πρότασιν νόμου: «Περὶ προσθέτου ὑπηρεσίας, ἐπιβαλλομένης εἰς τοὺς ἐν ὥρᾳ πολέμου ἢ ἐπιστρατεύσεως ἀνυποτάκτους». Ὁ Βουλευτὴς Λέσβου κ. Ι. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1915 Νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὴν Στρατ. Ποινικὴν Νομοθεσίαν». Ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει αἰτήσεις τῶν Εἰσαγγελέων Ἐφετῶν Λαρίσης καὶ Ἀθηνῶν, αἰτουμένων ἄδειαν τῆς Βουλῆς διὰ τὴν περαιτέρω ποινικὴν δίωξιν τῶν Βουλευτῶν Λαρίσης κ. ΡΗΓΑ Α. ΠΑΝΤΟΥ, Ἀττικοβοιωτίας κ. κ. ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑ καὶ ΧΡ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ καὶ Φλωρίνης κ. Κ. ΧΑΙΡΟΠΟΥΛΟΥ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ, Ι. ΣΧΙΝΑΣ, Δ.
ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ, Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ, Π. ΜΟΑ-
ΤΣΟΣ, Ε. ΛΑΜΠΡΑΚΑΚΗΣ, Γ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ
κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ ὀνομασίας καὶ προαγωγῆς ἐφέδρων ἰατρῶν».
§3Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα. Ὅταν προτείνουν δέκα βουλευταί, νομίζω, ὅτι.......
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ πρότασις ἔγγραφος καὶ παρουσίᾳ δέκα βουλευτῶν, ὅπως παραδεχθῇ ἡ Βουλή.
§5Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασίς μου δὲν ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ ἔγγραφος, ἀρκεῖ ὅτι δέκα βουλευταὶ συμφωνοῦσι πρὸς τὴν πρότασίν μου.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ γίνουν γνωστοὶ εἰς τὸ Προεδρεῖον οἱ δέκα βουλευταί, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως.
§7Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Οἱ ὑπογράψαντες βουλευταί, ἦσαν περισσότεροι τῶν δέκα.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ ὀνόματα τῶν ὑπογραψάντων βουλευτῶν, διὰ νὰ ἴδωμεν πόσοι εἶναι παρόντες.
§9Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθόν ν’ ἀναμείνωμεν τοὺς κ. Ὑπουργούς, οἱ ὁποῖοι, νομίζω, ὅτι θὰ ἀποδεχθῶσι τὸ κατεπεῖγον τῆς συζητήσεως τῆς προτάσεως.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄς ἀναμείνωμεν τὴν παρουσίαν τῶν κ. Ὑπουργῶν. Τὸ κατεπεῖγον δύναται νὰ γίνῃ ἐν ἑκάστῃ στιγμῇ.
§11Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ νὰ προτείνωμεν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν παρουσίαν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. (Ἀναγινώσκονται τὰ ὀνόματα τῶν βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως ἐὰν εἶναι παρόντες)
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ὡς ἄνω κ. Βουλευταὶ, ὧν τὰ ὀνόματα ἀνεγνώσθησαν, προτείνουσιν, ὅπως κηρυχθῇ κατεπείγουσα. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Χαρ. Βοζίκης.
§13ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Σᾶς εἰδοποίησα προηγουμένως ἐπὶ τῆς προτάσεως. Παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε τὴν πρότασιν, διὰ νὰ ἴδωμεν τίς εἶναι ἡ οὐσία της καὶ κατόπιν νὰ ἀποφασίσωμεν ἂν πρέπῃ νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα. Δὲν γίνεται ἐξ ὑφαρπαγῆς ἡ κήρυξις τοῦ κατεπείγοντος.
§14Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὴ εἶναι πρότασις, ἀφορῶσα τοὺς ἐφέδρους ἀνθυπιάτρους. Εἶναι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἐξητάσθη παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐπετρέπετο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ὀνομάζῃ ἐφέδρους ἀνθυπιάτρους, τοὺς κεκτημένους δίπλωμα Ἰατρικῆς, ἀσχέτως περὶ τοῦ πόσον οὗτοι ὑπηρέτησαν ἐν τῷ στρατεύματι. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν συνέστησεν οὐλαμούς, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ διδάκτορες τῆς ἰατρικῆς ἐφοίτησαν ἐπὶ τρεῖς μῆνας, καὶ οἱ βουλευταί, οἱ ὑπογράφαντες τὴν πρότασιν ταύτην, ζητοῦν, ἵνα οὗτοι ἐξέλθουν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπιάτρου, διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἰσότης μὲ ἄλλους ὀνομασθέντας, οἱ ὁποῖοι, οὔτε εἰς τὸν πόλεμον ὑπηρέτησαν, αὐτοὶ δὲ ὑπηρέτησαν καὶ εἰς τοὺς δύο πολέμους. Καὶ νῦν ζητοῦν οἱ κ. Βουλευταί, ὅπως οὗτοι ὀνομασθῶσιν ἔφεδροι ἀνθυπίατροι.
§15ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, κηρύσσεται πρότασίς τις κατεπείγουσα, σημαίνει δὲ τοῦτο, ὅτι γίνεται δεκτὴ νὰ προταχθῇ τῶν ἄλλων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγεγραμμένων προτάσεων καὶ νὰ συζητηθῇ πρώτη. Διὰ νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐγγραφὴν τῆς προτάσεως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Διὰ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, πρέπει νὰ τηρηθοῦν διατυπώσεις τινες, τὰς ὁποίας δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ. (Ἀναγινώσκει): Τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ λέγει: ὅτι «Πᾶσαι, αἱ προτάσεις νόμων ἢ περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, παραδίδονται εἰς τὸ Προεδρεῖον κλπ.». (ἀναγινώσκει). «Κατ’ ἐξαίρεσιν, δύναται σχέδιον νόμου νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν καὶ ἄνευ προηγουμένης ἐγγραφῆς αὐτοῦ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἐὰν ἐκηρύχθη κατεπεῖγον, κατὰ τὰ ἄρθρα 44 καὶ 63 καὶ διενεμήθη τετυπωμένον τοὐλάχιστον τὴν προηγουμένην ἡμέραν κλπ.». Προϋποθέτει δηλαδὴ τὸ ἄρθρον, ὅτι ἡ πρότασις θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, θὰ διανεμηθῇ καὶ κατόπιν θὰ προταχθῇ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ προταχθῇ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατυπώσεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§16Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 63 τοῦ Κανονισμοῦ, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἡ πρότασις νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Ἅμα τῇ καταθέσει της, δύναται, εἰς ἐξαιρετικὰς περιπτώσεις, νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα καί, ἐπαναλαμβάνω, χωρὶς νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ κηρύξῃ τὴν πρότασιν κατεπείγουσαν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος.
§18Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶμαι κατὰ τῆς προτάσεως νόμου· τοὐναντίον μάλιστα, θέλω ὑποστηρίξει αὐτὴν ἐνθέρμως, ὅταν, συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν, συζητηθῇ. Συμβαίνουσιν ἀπόψε δύο πράγματα ἀσυνήθη. Ἐν πρώτοις, καθ’ ἥν ὥραν τὸ Προεδρεῖον προβαίνει εἰς ἀνακοινώσεις, προκαλεῖται συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀνακοινώσεων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀσύνηθες τοὐλάχιστον, καὶ δεύτερον, ζητεῖται νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα, πρότασις νόμου, καὶ νὰ συζητηθῇ ἀμέσως, ἐνῷ ταύτην τὴν ἑσπέραν μόλις ὑπεβλήθη. Τοῦτο ἀντίκειται ρητῶς εἰς τὸν Κανονισμόν. Κατὰ τὸ ἄρθρον 43 τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): «Πᾶσαι αἱ προτάσεις νόμων ἢ προτάσεις περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, παραδίδονται εἰς τὸ Προεδρεῖον, συνοδευόμεναι ὑπὸ αἰτιολογικῆς ἐκθέσως, ἔγγραφοι καὶ ἰδιαιτέρως ὑπὸ τῶν ἐπαγόντων αὐτάς ὑπογεγραμμέναι, καταχωριζόμεναι δ’ εἰς ἰδιαίτερον βιβλίον, καθ’ ἥν ἐπάγονται τάξιν, τυποῦνται καὶ διανέμονται εἰς τοὺς βουλευτάς. Μετὰ παρέλευσιν δὲ τοὐλάχιστον εἴκοσι τεσσάρων ὡρῶν ἀπὸ τῆς διανομῆς των, ἐγγράφονται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ὑποβολῆς των». Κατωτέρω τὸ αὐτὸ ἄρθρον διατάσσει: (ἀναγινώσκει) «Δύναται ὅμως ἡ Βουλὴ, κηρύττουσα κατεπείγουσαν πρότασίν τινα, νὰ διατάξῃ νὰ προταχθῇ τῶν ἄλλων ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναγεγραμμένων προτάσεων. Διατάσσεται δηλαδὴ, ἐν τῇ τελευταίᾳ περιπτώσει, προνομιακῶς ἡ ἐγγραφὴ τῆς προτάσεως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν πρὸ τῶν ἄλλων τῶν ἐν αὐτῇ ἐγγεγραμμένων. Ὑπάρχει καὶ ἕτερον στάδιον, τοῦ κατεπείγοντος, ἐν περαιτέρῳ ἐδαφίῳ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει): «Κατ’ ἐξαίρεσιν, δύναται σχέδιον νόμου νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν καὶ ἄνευ προηγουμένης ἐγγραφῆς αὐτοῦ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἐὰν ἐκηρύχθη κατεπεῖγον κατὰ τὰ ἄρθρα 44 καὶ 63 καὶ διενεμήθη τετυπωμένον τοὐλάχιστον τὴν προηγουμένην ἡμέραν». Ἐνταῦθα δὲν ἔχομεν ἐκτύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ζητοῦμεν ἐν τούτοις, ὡς ἐὰν ὁ ἐχθρὸς τῶν κυρίων ἀνθυπιάτρων ἦτο ἐπὶ θύραις, νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ ἓν νομοσχέδιον περὶ τῶν στελεχῶν τοῦ Ὑγειονομικοῦ Σώματος τοῦ στρατοῦ, ἀπουσιάζοντος τοῦ ἁρμοδίου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργοῦ, καὶ μάλιστα ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως. Παρακαλῶ, λοιπὸν, νὰ κηρυχθῇ τοῦτο κατεπεῖγον, νὰ γίνῃ ἐκτύπωσις τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐγγραφῇ τοῦτο εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ συζητηθῇ κανονικῶς.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ, ὅπως κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ πρότασις;
§20ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται πρὸς ἐκτύπωσιν. Θὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ θὰ συζητηθῇ προνομιακῶς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Ἀθήναις Πρωτοδικῶν, αἰτοῦντος τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, περὶ ποινικῆς διώξεως τοῦ βουλευτοῦ κ. Λυκ. Τσουκαλᾶ. Παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐν Λαρίσῃ Ἐφετῶν, αἰτοῦντος τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς καταδιώξεως τοῦ βουλευτοῦ Λαρίσης κ. Ρήγα Πάντου. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει ἔγγραφον τοῦ Εἰσαγγελέως τῶν ἐνταῦθα Ἐφετῶν, διὰ τὴν περαιτέρω ποινικὴν δίωξιν τῶν βουλευτῶν κ. Χρίστου Μητσοπούλου, Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας καὶ κ. Χαιροπούλου, Βουλευτοῦ Φλωρίνης. Παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἔχει ὁ κ. Τσουκαλᾶς.
§22Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν παράκλησιν;
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§24Ν. ΚΑΛΟΓΕΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη, ἵνα δοθῶσιν εἰς ἡμᾶς ἀντίτυπα τοῦ κειμένου τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915 καὶ αἱ ἐπ’ αὐτοῦ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας. Ἐπίσης ἕτερον στοιχεῖον ἔσται ἡ διανομὴ τοῦ προσωρινοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ 1914. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως διαβιβάσητε παράκλησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἵνα διατάξῃ τὴν διανομὴν εἰς τὴν Βουλὴν τούτων, διότι ἄνευ αὐτῶν εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐπενεχθῶσιν αἱ δέουσαι τροποποιήσεις.
§25ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ, πρὸς συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων ὁρίζονται δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος, ἡ Δευτέρα καὶ ἡ Πέμπτη, αἵτινες καλοῦνται καὶ ἡμέραι κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἐὰν δὲν γίνῃ συνεδρίασις κατὰ τὴν Δευτέραν καὶ Πέμπτην, ἡ ἀμέσως ἑπομένη συνεδρίασις ἀφιεροῦται εἰς συζήτησιν τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐπερωτήσεων. Κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Κανονισμοῦ, ὁσάκις δὲν γίνεται ἡ συνεδρίασις διὰ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον τὰς ἡμέρας ταύτας, πρέπει νὰ γίνεται τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Τίνα λόγον ἔχει τοῦτο; Διὰ νὰ μὴ λείψῃ ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσηγήσατο νόμον. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγήσατο δηλώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Κατηναλώθη οὕτως ὁλόκληρος ἡ συνεδρίασις χθές, ἐνῷ ἦτο περίπτωσις κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι, ὅταν δὲν γίνῃ συνεδρίασις τὴν μίαν ἡμέραν, γίνεται ἡ συζήτησις τὴν ἑπομένην. Δέν ὁμιλεῖ διὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀναβάλλονται κατὰ τὴν Δευτέραν ἢ Πέμπτην.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἔλαβεν ἀπόφασιν περὶ ἀναβολῆς.
§27ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἔχει τοιοῦτο δικαίωμα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἔλαβεν ἀπόφασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν.
§29ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἡ χθεσινὴ ἡμέρα ἦτο κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. (Θόρυβος). Καταργεῖται οὕτω τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, καταργεῖται τὸ πολίτευμα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ ἐπιτρέψω νὰ ὁμιλήσητε ἐναντίον ἀποφάσεως εἰλημμένης ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἀφοῦ δὲν ἐζητήσατε τὸν λόγον, καθ’ ἥν στιγμὴν ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις αὕτη.
§31ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, ἵνα ὁμιλήσω σήμερον. Μέχρι τῆς ψηφίσεως τοῦ ἐν ἰσχύϊ Κανονισμοῦ, καθ’ ἑκάστην ἐπετρέπετο ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Διὰ τοῦ ψηφισθέντος τούτου Κανονισμοῦ, ἐπετράπη ὁ κυβερνητικὸς ἔλεγχος μόνον δὶς τῆς ἑβδομάδος. Δὲν φρονῶ ἑπομένως, ὅτι πρέπει, διὰ τοιούτου τρόπου, νὰ καταργηθῇ τελείως ὁ κυβερνητικὸς ἔλεγχος.
§32Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι αἱ ὑποβληθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀντιρρήσεις, εἶναι βάσιμοι. Δὲν δύναται ἡ Βουλὴ, ἄνευ προτάσεως τοῦ Προεδρείου, νὰ παραβῇ τὰς τεθειμένας διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Εἶναι λοιπὸν πρέπον νὰ ζητηθῇ τῆς Βουλῆς ἀπόφασις. Ἡ Βουλὴ ἐνασκεῖ ὡς καθῆκον, κατὰ πρῶτον λόγον τὸν ἔλεγχον ἐπὶ τῶν κυβερνητικῶν πράξεων καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἀσκεῖ τὸ νομοθετικὸν ἔργον’ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν ἤθελον αἱ περιστάσεις ἐπιτρέψει τὴν μεταβολὴν τοῦ Κανονισμοῦ, φρονῶ, ὅτι δέον νὰ τεθῇ ἡ διάταξις, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ δύναται νὰ ἀναβάλλῃ τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον, κατὰ τὴν ὡρισμένην πρὸς τοῦτο ἡμέραν, ἐὰν ὑποβάλλεται τοιαύτη πρότασις.
§33Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον, οὗτινος ἐποιήσατο μνείαν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας βουλευτής, ἔχει τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ, καὶ ἔχει τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ ἐν αὐτῇ ταύτῃ τῇ αἰθούσῃ. Ἄλλοτε ἐπεκράτει τὸ ἄτοπον, νὰ καταναλίσκωνται πολλαὶ κατὰ σειρὰν συνεδριάσεις εἰς ἔλεγχον μόνον, παρεκωλύοντο δὲ τὰ νομοθετικὰ ἔργα τῆς Βουλῆς. Συγκροτήθησαν ἐπιτροπαὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις τῆς Βουλῆς ἦτο σύμφωνος, ἀκόμη καὶ ἡ κοινωνία εἶχεν ἀσπασθῆ τὰς γνώμας ταύτας, ὅτι ὅσῳ καὶ ἄν θεωρηθῇ ἱερὸν τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, ἐπίσης πολύτιμον εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετικῶς ἐργάζεσθαι τὴν Βουλήν. Ἐπειδὴ δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ὑπερβολάς, εὑρέθη λύσις τοῦ ζητήματος, διὰ τοῦ ἄρθρου 53 τοῦ Κανονισμοῦ. Ἐὰν δὲν εἶναι τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου σαφές, ἡ ἱστορία τοῦ ἄρθρου καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου κραυγάζουσιν, ὅτι ἡ ἰδέα τοῦ Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας εἶναι ἡ ὀρθὴ καὶ ἡ ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν πραγμάτων πηγάζουσα. Ἐγὼ προβαίνω καὶ περαιτέρω, ὅτι, ἐφόσον ἰσχύει ὁ παρὼν Κανονισμός, οὐδ’ αὐτὴ ἡ Βουλή, ἄνευ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς καταργήσεως τῆς τοιαύτης τάξεως, τουτέστι τοῦ ἀναβάλλειν τὸν ἔλεγχον κατὰ τὴν ὡρισμένην ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ ἡμέραν, ὅταν ὑπάρχει ἀντίρησις. Διότι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς Βουλῆς, ἥτις, ὡς ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν ἐθνικῶν περιστάσεων, ἀποτελεῖ σχεδὸν πλήρη ὁμοφωνίαν. Ὑποθέσωμεν ὅμως, ὅτι ὑπάρχουσιν ἄλλαι περιστάσεις, αἱ περιστάσεις αἱ συνήθεις. Τίνες καταρτίζουσι τὰς ἀποφάσεις, κατὰ τὰς συνήθεις περιστάσεις; Ἡ πλειονοψηφία. Ἀλλά, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καταργεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου, διότι ἡ μειονοψηφία, ἥτις συνήθως ἐπερωτᾷ, δὲν θέλει ἔχει πλέον τὴν εὐκολίαν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐπερωτᾶν. Δὲν κατηγορῶ βεβαίως τὸ Προεδρεῖον ἐπὶ τῇ ληφθείσῃ κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, διότι τὸ Προεδρεῖον, ἐν ἀρχῇ τῶν συνεδριάσεων εὑρισκόμενον καὶ μετὰ νέον Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, προεκάλεσε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Τολμῶ μόνον νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην, ἥν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτῆς Μεσσηνίας ὑπεστήριξεν, ὅτι εἰς νέαν ὁμοίαν περίστασιν, δὲν εἶναι πρέπον νὰ συμβῇ ἐκεῖνο, ὅπερ συνέβη χθές.
§34Ι. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν δύναται νὰ λάβῃ ἀπόφασιν ἡ Βουλή, ὅπως μὴ γίνῃ συζήτησις κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν, οὔτε τὴν ἑπομένην. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶδον ἐκ τῶν πρακτικῶν, εἶναι, ὅτι δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῶσιν ἕτερα ἀντικείμενα, ἑπομένως δὲν δύναται νὰ γίνῃ σήμερον οὐδεὶς λόγος περὶ ἀποφάσεως κατὰ τὴν χθεσινὴν ἡμέραν. Εἴμεθα λοιπὸν ὑποχρεωμένοι νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, καὶ ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι τὴν ἑπομένην ἡμέραν γίνεται ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι δὲν συνεζητήθησαν κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν. Φρονῶ, λοιπόν, ὅτι, ἐφόσον δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις εἰδικὴ τῆς Βουλῆς, περὶ ἀναβολῆς τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων, ὅτι σήμερον πρέπει νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς χθές, ἀναγεγραμμένων ἐπερωτήσεων.
§35ΑΘ. ΚΡΙΜΠΑΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ἄρθρον 52 δὲν ἡρμηνεύθη προσηκόντως, διότι τὸ ἄρθρον 52, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὴν ἡμέραν τοῦ κυβερνητικοῦ ἐλέγχου, λέγει, ὅτι «πρὸς συζήτησιν τῶν ἐπερωτήσεων, ὁρίζονται δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος, ἡ Δευτέρα καὶ ἡ Πέμπτη. Ἐὰν δὲν γίνῃ συνεδρίασις κατὰ Δευτέραν ἢ Πέμπτην, ἡ ἀμέσως ἑπομένη συνεδρίασις ἀφιεροῦται εἰς συζήτησιν τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐπερωτήσεων». Ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι, ἐφόσον τὴν ἡμέραν τῆς Πέμπτης ἢ τῆς Δευτέρας ἐγένετο συνεδρίασις, εἴτε αὕτη κατηναλώθη εἰς τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον, εἴτε εἰς ἄλλην ἐργασίαν, νομίζω, ὅτι συνεπληρώθη τὸ πνεῦμα τοῦ ἄρθρου 52, διότι ἐγένετο συνεδρίασις.
§36Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀρκεῖ συνεννόησις τῆς Κυβερνήσεως μετὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, ἵνα καταργήσῃ τὰς συνεδριάσεις τῆς Δευτέρας ἢ τῆς Πέμπτης, καὶ ἑπομένως καὶ τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον. Ἐὰν τὸ γράμμα τῆς διατάξεως ἔχῃ οὕτω, ὡς ἐξηγεῖ ταύτην ὁ κ. Συνάδελφος, δύναται νὰ εἶναι ἀτέλεια τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ πνεῦμα τῆς διατάξεως. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ καταργήσῃ τὸν κυβερνητικὸν ἔλεγχον; Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, ἀμφιβαλία, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ εἶναι οἷον ἀνεπτύχθη παρὰ τῶν ἀξιοτίμων πρὸς ἐμὲ ὁμοφωνούντων, ἢ μᾶλλον πρὸς οὕς ἐγὼ ὁμοφωνῶ, διότι ἐγὼ ἦλθον τρίτος εἰς τὴν συζήτησιν. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι, ἐὰν δὲν τηρηθῇ ὁ Κανονισμὸς, ὡς τὸ πνεῦμα τοῦ Κανονισμοῦ διαγράφει, ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς ἀναιρεῖται. Ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ τονίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῆς Βουλῆς, τὴν παροῦσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὴν συνήθη τῶν πραγμάτων κατάστασιν, ποῖον εἶναι τὸ ὀρθὸν καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀρχαί, αἱ ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἀπορρέουσαι.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§38Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι εἰς τοῦτο καὶ κανεὶς δὲν θὰ ἀρνηθῇ τὴν πολύτιμον ἀξίαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν, ὑπὸ οἱανδήποτε πλειονοψηφίαν, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ περὶ μεταβολῆς, νὰ γίνεται μεταβολὴ ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἀσκεῖ ἡ Βουλή, ἐρωτῶσα, συνιστῶσα, ἐπερωτῶσα, ἐλέγχουσα, συζητοῦσα. Ὑπάρχει τις ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν, ὅστις νὰ ἔχῃ ἐναντίαν γνώμην; Ποῖον εἶναι ὅμως τὸ θέμα; Τὸ θέμα εἶναι τοῦτο: Ἐξηνέχθη γνώμη τοῦ κ. Συναδέλφου ἐξ Ἀττικῆς, ὅτι τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς εἶνε ὁ ἔλεγχος, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν καλεῖται ἐλεγκτήριον ἢ ἐλεγκτικὸν σῶμα, καὶ εἰς τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, θέλετε ἴδει ὅτι ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν νομοσχεδίων, τῶν ὑποβαλλομένων ἢ τῶν προτάσεων τῶν νόμων ὑπὸ τῶν Ὑπουργῶν ἢ τῶν Βουλευτῶν. Κατὰ τὴν χθεσινὴν ἡμέραν, ἡ Ἡμερησία Διάταξις, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, περιελάμβανε τὸ θέμα τῶν ἐπερωτήσεων καὶ ἦτο ἡ πρὸς τοῦτο καθωρισμένη ἡμέρα. Ἀλλ’ ἐπὶ τίνι δικαιώματι ἦτο δυνατὸν ν’ ἀρνηθῇ τις πρότερον τὴν εἰσήγησιν νόμων εἰς τοὺς κ. Ὑπουργούς; Καὶ ἐὰν δὲν ἀνεγράφετο τοῦτο εἰς τὸν Κανονισμόν, ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶναι ἀπαύγασμα, κατὰ τεκμήριον, τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ἐκπροσωπεῖ ἐν τῷ νομοθετικῷ ἔργῳ τὰς διαθέσεις καὶ τὰς γνώμας τῆς Βουλῆς. Καὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης συνεδριάσεως προηγεῖται ἡ εἰσήγησις τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐρωτήσεων καὶ συστάσεων πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Τὸ δικαίωμα δὲ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νόμων ἔμεινεν ἀκέραιον καὶ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ κατ’ αὐτήν, εἴτε τὴν Δευτέραν, εἴτε τὴν Πέμπτην, εἴτε τὰς ἄλλας ἡμέρας, καθ’ ἃς ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ καὶ συζητεῖ. Οἱ Ὑπουργοὶ δικαιοῦνται εἰς τὰς δηλώσεις, οἱ Ὑπουργοὶ προηγοῦνται, δὲν δύνανται νὰ συζητῶσιν ἐπὶ τῶν ὑποβαλλομένων νομοθετημάτων, δύνανται ὅμως νὰ εἰσηγῶνται καὶ πρὸς τοῦτο ἀναγινώσκω παράγρ. τοῦ ἄρθρ. 43 τοῦ Κανονισμοῦ (ἀναγινώσκει): «οἱ ὑπουργοί, εἰσάγοντες νομ)διον ἢ τὸν Προϋπολογισμὸν, δύνανται νὰ ποιῶνται προφορικὴν αὐτῶν εἰσήγησιν, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπεται οἱαδήποτε μετ’ αὐτὴν συζήτησις». Δὲν ἠρνήθη ἡ Βουλὴ χθές, οὐδ’ ἡ πλειονοψηφία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ, οὐδὲ εἷς βουλευτής, τὸ δικαίωμα χθὲς τῆς συζητήσεως τῶν ἐπερωτήσεων, ἀλλ’ ἡ Βουλή, εἴτε διότι δὲν ἔκρινε σκόπιμον τὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν Ἐπερωτήσεων, εἴτε εἶχε κουρασθῆ, διέκοψε τὴν συνεδρίασιν, διότι τῇ γνώμῃ τῆς Βουλῆς καὶ τῇ ἀποφάσει αὐτῆς διεκόπη ἡ συνεδρίασις. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἐγένετο συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων χθές, τίνα ἐλέγχετε, Κύριοι, οἱ συζητοῦντες; Ἐλέγξατε ὑμᾶς αὐτούς, διότι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν, ἐζητήθῃ ὑπὸ βουλευτῶν νὰ διακόψωμεν, ἔπρεπεν οἱ θεσμοφύλακες τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, νὰ ἐγερθῶσι καὶ νὰ εἴπωσι· «Σήμερον εἶναι τὸ ἱερὸν ἔργον τοῦ ἐλέγχου». Καὶ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρατείνωμεν τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς 10ης, 11ης ὥρας. Ἦτο δικαίωμά των. Ἀλλὰ νὰ ἐρχώμεθα σήμερον καὶ νὰ λέγωμεν, διότι χθὲς ἐγένετο σοβαρὰ συζήτησις, ὄχι συζήτησις, εἰσήγησις νομοσχεδίου, ὑπὸ Ὑπουργοῦ, ἐθίχθη τάχα τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἰς τὴν Βουλήν, ἢ εἴς τινα βουλευτήν, δὲν εἶναι ἀκριβές. Καὶ διὰ τοῦτο κρίνω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ συζήτησις περὶ ἀμφισβητήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, ἢ ὅτι ὑπῆρξε πνεῦμα ἀπὸ οἱοδήποτε σημεῖον νὰ περιορισθῇ ὁ ἔλεγχος καὶ πρέπει νὰ τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν διὰ τὴν συζήτησιν τῶν θεμάτων τῶν ἐπερωτήσεων κατὰ τὰς ὁριζομένας ἡμέρας. Ἀλλ’ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, κ. Βουλευταί, μὴ νομίζετε, ὅτι ἀπαγορεύει, καθ’ ἣν περίπτωσιν δὲν ὑπάρχει θέμα νομοθετικῆς ἐργασίας, νὰ γένηται συζήτησις, τῇ συνεναίσει τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων. Ὁ Κανονισμὸς καθώρισεν ἁπλῶς μίαν τάξιν, καθώρισε τὰς ἡμέρας καὶ τὴν τάξιν τῶν συζητήσεων καὶ καθώρισεν ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς ἑβδομάδος, πλὴν τῆς Δευτέρας καὶ Πέμπτης, διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ σήμερον ἔχῃ ἐπαρκῆ χρόνον, εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσῃ, μετὰ τὰ νομοσχέδια καὶ ἄλλα θέματα, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν. Θὰ ἦτο παράδοξον, ἂν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἤναπτε πυρκαϊὰ εἰς ἕν σημεῖον τοῦ ὁρίζοντος καὶ ὁ κίνδυνος ἐκ τῆς πυρκαϊᾶς ἐθνικῆς ἢ ἄλλης ἦτο τοιοῦτος, ὥστε νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν συζήτησιν, ἐλέγομεν, ὡς οἱ Βυζαντῖνοι: μὴ θίξωμεν τὸν Κανονισμόν· σήμερον εἶναι ἡμέρα νομοθετικῆς ἐργασίας καὶ δὲν εἶναι ἡμέρα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου ἢ ἄλλης συζητήσεως. Οἱ Κανονισμοὶ ἐτέθησαν διὰ νὰ καθορίσωσι τὴν τάξιν τῶν συζητήσεων, διότι εἰς Σῶμα πολυμελές, ἄνευ καθορισμοῦ τῆς τοιαύτης τάξεως, δὲν εἶναι δυνατὸν τίποτε νὰ ἐπιτελεσθῇ. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει διαφωνία περὶ τῶν διαθέσεων τοῦ Σώματος καὶ δέον νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἔργον ἡμῶν, διότι δὲν ἀντελήφθην ἀπὸ κανέν σημεῖον τάσιν περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου, τοῦ κοινοβουλευτικοῦ, ἢ ἐκτάσεως ἄλλης ἐργασίας. Δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν εἶπον, ὅτι ἐπερατώθη ἡ συζήτησις, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες. Συνοψίζοντες τὰ λεχθέντα, δὲν θὰ καταλήξητε, ὅτι ὑπάρχει δευτέρα γνώμη. Μία γνώμη εἶναι, ἡ γνώμη, ἡ ἀπορρέουσα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἐκ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ Σώματος. Ὁ Κανονισμὸς ἐτηρήθη. Ὁ Κανονισμὸς θὰ τηρηθῇ. Δὲν ἔχομεν ἄλλωστε μέχρι τοῦδε καὶ πολὺν καιρὸν ἐργασίας, ὥστε νὰ ἀρχίσωμεν διὰ παραβάσεως αὐτοῦ.
§39ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἐπουσιῶδες, ὥστε νὰ παραλείψω νὰ ἐξηγήσω ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, ὡς ἔχουν. Λέγω, ὅτι, κατὰ τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ, αἱ ἡμέραι Δευτέρα καὶ Πέμπτη ἀφιεροῦνται εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν γίνῃ συνεδρίασις τὴν Δευτέραν ἢ Πέμπτην, ἡ ἀμέσως ἑπομένη συνεδρίασις ἀφιεροῦται εἰς συζήτησιν τῶν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐπερωτήσεων. Καὶ ἠρώτησα: Ὁ Κανονισμὸς δὲν ὁμιλεῖ διὰ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Πέμπτην ἤθελεν ἡ συνεδρίασις ἀναλωθῇ εἰς ἄλλα θέματα, ἄσχετα πρὸς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Τί ἐννοεῖ ὁ Κανονισμός; Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐζήτησα τὴν ἑρμηνείαν τῆς Βουλῆς. Σαφῶς ὁ Κανονισμὸς ὁρίζει ὅτι τέσσαρες ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος διατίθενται διὰ τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς καὶ δύο διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀσκηθῇ. Διὰ τοῦτο κατέκρινα τὴν Κυβέρνησιν, διότι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς εἰσηγήσατο νομοσχέδια καὶ κατηνάλωσε δύο ἕως τρεῖς, δὲν ἐνθυμοῦμαι, ὥρας, διὰ τὴν εἰσήγησιν αὐτῶν, ὁ δὲ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς προέβη εἰς δηλώσεις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἰς τρόπον ὥστε κατηνάλωσαν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν. Λέγω, ὅτι τὸ πρᾶγμα τοῦτο εἶναι ἀντικανονικόν· ἀντίκειται καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὰ στοιχειώδη καθήκοντα τῆς Βουλῆς, ὅπως ἀσκῆται οἱοσδήποτε κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον προετάθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ ὑπὸ ἄλλων κ. Βουλευτῶν, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι, προκειμένου περὶ μεταβολῆς διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, διαγράφονται οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους δύναται αὕτη νὰ ἐκτελεσθῇ, ἀναγράφονται δὲ εἰς τὸ ἄρθρ. 63. Διὰ νὰ γίνῃ πρότασις περὶ τροποποιήσεως διατάξεως τοῦ Κανονισμοῦ, αὕτη ὑποβάλλεται πάντοτε μετὰ ἐκθέσεως τῆς ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπῆς, συζητεῖται δὲ καὶ ψηφίζεται εἰς δύο συνεδριάσεις, ἀπεχούσας ἀλλήλων τοὐλάχιστον δύο πλήρεις ἡμέρας. Τοιαύτη πρότασις οὐδέποτε κηρύσσεται κατεπείγουσα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ. Ὑποστηρίζετε, ὅτι παρεβιάσθη ὁ Κανονισμὸς, ὄχι ὅτι ἐτροποποιήθη. Ἑπομένως δὲν ἔχει ἐφαρμογὴν ἡ σχετικὴ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώσατε.
§41Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τοιαύτη. Ὑπάρχει μόνον ἀπόφασις ὅτι λύεται ἡ συνεδρίασις.
§42ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Οὐδὲ δύναται νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, διότι, διὰ νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην ἀπόφασιν, πρέπει προηγουμένως νὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ.
§43Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμέναι ἑκατὸν ἐπερωτήσεις ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς Δευτέρας καὶ τῆς Πέμπτης καὶ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν συνεδρίασιν δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ἐξαντλήσῃ ὁλόκληρον τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Τί θὰ γίνῃ; Σᾶς ἐρωτῶ: Τὴν ἑπομένην καὶ τὴν μεθεπομένην;
§44ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐπ’ αὐτοῦ. Αὐτὸ βεβαίως εἶναι συζητήσιμον, ἀλλὰ προϋποθέτει κανεὶς κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Δὲν προϋποθέτει τὴν κατανάλωσιν τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς εἰς ἄλλα ἔργα. Καὶ συζητῶ καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ἐλήφθη προχθὲς ἀπόφασις.....
§45ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐλήφθη ἀπόφασις.
§46ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἐλήφθη, διότι καὶ ἐν τῷ πρακτικῷ δὲν ἀναφέρεται τοιαύτη, ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελε ληφθῆ τοιαύτη, αὕτη θὰ ἀντέκειτο πρὸς τὸ γράμμα τοῦ Κανονισμοῦ. Πρέπει νὰ ἐφαρμοσθοῦν αἱ διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ διὰ νὰ καταλήξω εἰς συμπέρασμα, δὲν ἐπιμένω, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα, οὐδὲ τὸ ὑποστηρίζω, ὅτι, μὴ γενομένης συζητήσεως κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, πρέπει νὰ γίνῃ σήμερον αὕτη, ἀλλ’ ἐπιμένω εἰς τὸ ζήτημα ὅτι, προκειμένου περὶ ἀσκήσεως κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἀποφεύγῃ νὰ ποιῆται εἰσηγήσεις νόμων καὶ εἰσηγήσεις προϋπολογισμῶν, αἵτινες ἀναλίσκουσι τὴν ἡμέραν, ἀναγκάζουσι τὴν Βουλὴν νὰ παύσῃ τὰς ἐργασίας της καὶ οὕτω νὰ ἀποφεύγωμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον.
§47Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον 52 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἔχει τὴν ἱστορίαν του, ὅπως ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικοβοιωτίας, βουλευτής, διότι πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, κατὰ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἴσχυε τὸ σύστημα τοῦ νὰ ἐνεργῆται καθ’ ἑκάστην ἡμέραν κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Ὅταν ὅμως παρετηρήθη, ὅτι, διὰ τοῦ συστήματος τούτου, παρακωλύεται τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς, ἐλήφθη ἡ ἀπόφασις, ὥστε νὰ καθορισθῶσι δύο ἡμέραι τῆς ἑβδομάδος, ἡ Δευτέρα καὶ ἡ Πέμπτη, διὰ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἵνα μὴ δὲ παρακωλύηται καὶ ἡ ἐνέργεια τοῦ ἐλέγχου κατὰ τὰς δύο ταύτας ἡμέρας, προσετέθη καὶ ἡ περίπτωσις, καθ’ ἣν δύναται νὰ ἀσκῆται τὴν ἑπομένην ἡμέραν τῶν δύο τούτων ἡμερῶν. Καὶ τοῦτο πάντοτε ἐγένετο, τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀνεβάλλετο ἐξ ὡρισμένων λόγων τὴν Πέμπτην ἢ Δευτέραν ἡ ἐνάσκησις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ἐγίνετο τὴν ἑπομένην ἡμέραν οὕτω καὶ διενέμετο καὶ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτο δὲν ἔλαβε χώραν. Χθές ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἦτο, ὅπως τὴν ἑπομένην Δευτέραν ἐνασκηθῇ ὁ ἔλεγχος, ὁ κοινοβουλευτικός. Ἄλλωστε δὲν διενεμήθη καὶ ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ σήμερον, ἀσχέτως τοῦ ὅτι δὲν ἔγινε χθὲς ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος.
§48Ι. Ν. ΛΕΒΕΝΤΗΣ. Τὰ πρακτικά, κ. Πρόεδρε, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν καὶ ἐπεκυρώσαμεν, ἀποτελοῦν δημόσιον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον αὐτὸ καὶ μόνον ἀποτελεῖ τελείαν ἀπόδειξιν. Εἶναι ἄπορον πῶς εὑρίσκονται συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι αὐτὸ ἐλέχθη χθὲς καὶ ὄχι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἐν τῷ πρακτικῷ. Τοῦτο, καὶ μόνον λεγόμενον, δηλοῖ ὅτι τὰ πρακτικὰ πλαστῶς ἀποδίδουσι τὸ τί χθὲς συνέβη, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θίγει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Προεδρείου. Τὰ πρακτικὰ λέγουσιν, ὅτι ἐλύθη ἡ συνεδρίασις, χωρὶς νὰ λέγωσιν, ὅτι ἐλήφθη ἀπόφασις πότε θὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος, ὁ κοινοβουλευτικός, δηλαδὴ ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐγγεγραμμέναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς, δὲν ἤλθομεν δὲ ἡμεῖς ἐδῶ νὰ κουρελιάσωμεν τὸν Κανονισμόν, οὐδ’ ἔχομεν πρὸς τοῦτο δικαίωμα, διότι ὁ Κανονισμὸς εἶναι τύπος οὐσιώδης, εἶναι τύπος, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁδηγεῖ εἰς τὰς πράξεις μας. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν δικαίωμα νὰ κουρελιάσωμεν τὸν Κανονισμόν. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπεστήριξεν ὁ κ. Ἀναστασόπουλος, ὅτι οἱ Ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα, ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον, δὲν τὸ ἠρνήθη κανείς. Οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ πράγματι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλλωσι νομοσχέδια καὶ ν’ ἀναπτύσσωσι ταῦτα. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξ οἱουδήποτε λόγου δὲν ἐπαρκέσῃ ἡ συνεδρίασις ἐκείνη, ἵνα γίνῃ ἡ συζήτησις τῶν ἐπερωτήσεων, τότε ἔρχεται ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι αὕτη γίνεται τὴν ἑπομένην ἡμέραν. Πρέπει λοιπὸν νὰ γίνῃ συζήτησις, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ καταλύσωμεν τὸν Κανονισμὸν καὶ νὰ φανῶμεν ἀνακόλουθοι πρὸς ἑαυτούς. Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ συνέταξε τὴν δικονομίαν της καὶ τὸν Κανονισμόν της, ὑφ’ ὧν δέον νὰ διέπωνται αἱ πράξεις της, ἡμεῖς αὐτοὶ πρῶτοι πρέπει νὰ σεβώμεθα τὸ προϊὸν μας. Διότι, ἐὰν ἡμεῖς ἀσεβήσωμεν πρὸς ἑαυτούς, τί θὰ πράξουν οἱ ἄλλοι; Πρέπει λοιπόν, ἵνα εἴμεθα σύμφωνοι πρὸς ἑαυτούς, καὶ ἵνα σεβώμεθα τὰς πράξεις μας, νὰ γίνῃ σήμερον ἡ συζήτησις των ἐπερωτήσεων. Ἐὰν δὲ θέλωμεν νὰ μεταβάλωμεν τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ γίνῃ τροποποίησις, ὑφ’ οὕς ὅρους διαγράφει ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς.
§49Κ. ΔΟΣΙΟΣ. Χθὲς ὁμολογουμένως συνέβη μία παρατυπία. Νομίζω, ὅτι τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς, ὅταν ἐπερατώθη ἡ κατάθεσις τῶν νομοσχεδίων, ἔπρεπε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Τοῦτο δὲν ἐγένετο. Διαμαρτυρία ὅμως καμμία δὲν ἠκούσθη δι’ αὐτό τὸ πρᾶγμα, καὶ οὕτω ἐλύθη χθὲς ἡ συνεδρίασις. Σήμερον, νομίζω, ὅτι πᾶσα συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἶναι παράκαιρος. Τὴν Δευτέραν θὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§50Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρὰ τοῦ ἄρτι ὁμιλήσαντος ἐπὶ τοῦ θέματος, ἐπεζητήθη ἡ ἐξήγησις δύο ἀντικειμένων. Ἡ ἐξήγησις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ἐξήγησις τῶν λόγων, οὕς ἀνέπτυξα ἐπὶ τοῦ θέματος. Λυποῦμαι, διότι εἰς ἀμφότερα τὰ θέματα ὁ κ. Συνάδελφος δὲν ἐστάθη εὐτυχής! Διατί; Διότι εἰς ἐμὲ ἀπέδωκεν ὅτι καθώρισα δικαίωμα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, κατὰ πᾶσαν στάσιν ἐν τῇ Βουλῇ, νὰ ὁμιλοῦν. Δέν εἶπον τοῦτο. Εἶπον ὅτι, πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, ὡς ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς βουλευτὴς νὰ ποιῆται εἰσήγησιν προτάσεων νόμων, δύνανται καὶ οἱ Ὑπουργοὶ νὰ ποιῶνται εἰσήγησιν νομοσχεδίων. Καὶ διατί λέγω τοῦτο; Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀτυχίαν νὰ ἀριθμῶ πολλὰς Περιόδους, ὡς ἀντιπρόσωπος, ἐν τῇ Βουλῇ...
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί τὴν ἀτυχίαν;
§52Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐὰν δὲν εἶχον τὴν ἀτυχίαν ταύτην, θὰ ἐθεωρούμην καὶ ἐγὼ εἷς τῶν νέων ἀνδρῶν! (ἱλαρότης). Ἀλλ’ ἡ ἀτυχία αὕτη μοὶ ἔδωκεν ἕν ἐφόδιον, νὰ γνωρίζω τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ. Καὶ νὰ γνωρίζω τὰς περιπτώσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων τόσαι ἐγένοντο μεταβολαὶ τῶν διατάξεων τοῦ προτέρου Κανονισμοῦ, μέχρι τῆς σημερινῆς μορφῆς αὐτοῦ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ βουλευτικὸς Κανονισμὸς ἐζήτησε νὰ περιορίσῃ τὴν ἀκολασίαν τὴν κοινοβουλευτικήν, ἥτις παρεκώλυε τὸ νομοθετικὸν ἔργον καὶ καθώρισε δύο ἡμέρας καθ’ ἑβδομάδα κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλὰ παρέμειναν πάντοτε δύο τὰ στάδια ἑκάστης συνεδριάσεως. Τὸ πρὸ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως καὶ τὸ μετ’ αὐτήν. Τὸ πρῶτον στάδιον εἶναι, ὅταν ὁ κ. Πρόεδρος, ἀπὸ τῆς θέσεώς του, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, ἀναγιγνώσκει τὰς ἀναφορὰς, τὰς συστάσεις καὶ τὰς ὑποβαλλομένας ἐγγράφως ἐπερωτήσεις. Τὸ στάδιον τοῦτο εἶναι καθημερινὸν καὶ ἐν τῷ σταδίῳ τούτῳ ὑπάρχει τὸ δικαίωμα εἰς πάντα βουλευτὴν νὰ ποιῆται τὴν ὑποβολὴν προτάσεων νόμων, ὡς καὶ εἰς πάντα Ὑπουργὸν νὰ ποιῆται τὴν εἰσαγωγὴν νομοσχεδίων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι χθὲς κατηναλώθη τὸ πρῶτον στάδιον, διὰ τῆς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγήσεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ τῆς εἰσηγήσεως σοβαρωτάτων νομοσχεδίων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἤλεγξεν, ὅτι δι’ αὐτοῦ παρεκωλύθη ὁ ἔλεγχος, δὲν εἶναι ἀκριβές, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχεν εἰσέλθει ἀκόμη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὥστε νὰ συγκρουσθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου πρὸς τὴν εἰσήγησιν τῶν νομοσχεδίων. Ἦλθεν ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπερατώθη ἡ εἰσήγησις, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ Κανονισσμὸς λέγει εἰσήγησιν καὶ οὐχὶ συζήτησιν, ἥτις συζήτησις γίνεται, ὅταν ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἡ πρότασις νόμου ἢ τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως, ὅταν ἐπερατώθη τὸ ἔργον τοῦ πρώτου μέρους, ἦλθεν ἡ Ἡμερησία Διάταξις καὶ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔπρεπεν οἱ φρουροὶ καὶ θεσμοφύλακες τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου νὰ φέρουν τὸν λόγον. Ἡ Βουλή, λύσασα τὴν συνεδρίασιν κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν, παρεβίασε τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων; Ὄχι. Δέν ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως καὶ οὐδεὶς διεμαρτυρήθη. Ἐὰν ὑπῆρχον ἐπερωτήσεις ἐπὶ σοβαρῶν ζητημάτων, ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ τις καὶ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συνεδριάσεως. Ἀλλ’ ἡ Βουλή, λόγῳ τοῦ καμάτου, συνήνεσεν εἰς τὴν λύσιν τῆς συνεδριάσεως, οὐδενὸς ἀντειπόντος. Ἡ συζήτησις γίνεται ἄκαιρος καὶ ἄσκοπος τώρα. Ἐχάσαμεν χθὲς τὴν ἡμέραν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, πρέπει σήμερον διὰ τοιούτων συζητήσεων, νὰ χάσωμεν καὶ τὴν ἡμέραν τῆς νομοθετικῆς συζητήσεως;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
§54ΔΗΜ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγεννήθη ζήτημα, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, δὲν ὑφίσταται, ζήτημα ἐξασφαλίσεως τῆς ἀσκήσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κινδυνεύσῃ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, παρέχω τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι θέλω προβῆ καὶ πέρα τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Συνάδελφος ἐν τῇ ἀσκήσει τοῦ δικαιώματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, διότι φρονῶ, ὅτι ἓν τῶν κυριωτέρων ἔργων τοῦ Κοινοβουλίου, ἐν Χώρᾳ κοινοβουλευτικῶς κυβερνωμένῃ, εἶναι ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχου. Δὲν φρονῶ, ὅτι τὸ κύριον ἔργον τῆς Βουλῆς, πρὸ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ πᾶν ἄλλο, εἶναι τὸ νομοθετικόν. Ἡ Βουλή, ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, δὲν εἶναι ἁπλῶς Σῶμα Νομοθετικόν, εἶναι πρωτίστως καὶ κυρίως Σῶμα ἐλέγχου, Σῶμα, τὸ ὁποῖον καλεῖται, ἵνα, διὰ τῆς λαϊκῆς ἐκπροσωπήσεως, δι’ ἧς, ἀσκούσης τὴν ἐπιρροὴν αὐτῆς ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, φέρει μέχρι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν κυβερνητικῶν μεθόδων τὴν ἐπικράτησιν τοῦ παρὰ τῷ λαῷ ἰσχύοντος φρονήματος. Ἐν τούτῳ δ’ ἔγκειται ἡ διάταξις αὕτη καὶ ἡ ἀξία τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, ὁ τρόπος δὲ δι’ οὗ θέλει διοχετευθεῖ μέχρι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν μεθόδων αὐτῆς, ἡ παρὰ τῷ λαῷ κρατοῦσα ἀντίληψις περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν δέον νὰ κυβερνᾶται, εἶναι κυρίως ἡ ἐξασφάλισις τοῦ ὑπὸ τῶν βουλευτῶν ἀσκουμένου ἐλέγχου. Τοιαῦται εἰσὶν αἱ πεποιθήσεις, ὄχι μόνον ἐμοῦ, ἀλλὰ καὶ πάντων τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν ἀνδρῶν, πάντων μακρᾶς, μακροτάτης κοινοβουλευτικῆς ἱστορίας ἀνδρῶν, πάντων δυναμένων νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ὅτι ὑπῆρξαν ἐξ ἐκείνων, οἵτινες κατέστησαν σκόπιμον, ἀλλὰ κατέστησαν καὶ ἀνάγκην διὰ τὴν Ἑλλάδα τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸ πολίτευμα, μεταξὺ τῶν ὁποίων σπουδαιοτέραν θέσιν κατέχει ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Παρ’ οὐδενί, λοιπόν, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀποτελοῦν τὴν Κυβέρνησιν, δύναται νὰ χωρήσῃ ἡ ἰδέα ὅτι δύναταί τις νὰ παρεξηγήσῃ αὐτούς, ὡς σκοποῦντας τὸν περιορισμὸν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Καὶ δι’ αὐτὸ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, κατὰ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐνόμισαν, ὅτι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ εἴπουν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι, πράξαντες ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν οἱ δύο Ὑπουργοὶ χθές, εἰσηγηθέντες τὸν νομοσχέδιον, ἔπραξάν τι, τὸ ὁποῖον, διότι ἀπαρέσκει εἰς αὐτούς, δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ σύμφωνον μὲ τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος...
§55Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον αὐτό.
§56Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι σεῖς. Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ ὑποβάλλωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα εἰσηγούμεθα, προκειμένου δέ περὶ τῶν μέτρων τούτων, ἡ ἐπιλογὴ τοῦ χρόνου ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, ὡς ἀσκοῦντας τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, καὶ δι’ αὐτὸ καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς παρέχουσιν εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ λαμβάνωμεν τὸν λόγον ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν. Δὲν δύναται δὲ νὰ ἀρνηθῇ ἡ Βουλή, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ εἰσηγήθην, καὶ ὁ Προϋπολογισμός, τὸν ὁποῖον εἰσηγήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦσαν ἐπειγούσης ἀνάγκης. Ἀλλὰ μήπως κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ταῦτα εἰσηγούμεθα, ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ τις, ὅτι παρεβαίνομεν τὸν Κανονισμὸν καὶ τὸν κατὰ τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν μέλλοντα νὰ ἐνασκηθῇ κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον; Καί τί ἐκώλυε νὰ ἐξακολουθήσῃ κατόπιν ἡ Βουλὴ τὸ ἔργον της, συζητοῦσα τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων, τὴν κατόπιν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τὴν κατόπιν νομοθετικήν; Καὶ εἰς πᾶσαν στιγμήν, ἐάν τις ἤθελεν εἴπει ὅτι ἡμεῖς, παρεμβάντες χθές, περιωρίσαμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον, ἠθέλομεν ἐρωτήσει ὑμᾶς: Καὶ πότε θέλετε νὰ ὑποβάλωμεν τὰ νομοσχέδια; Ἡ Βουλὴ ἔχει μίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, —ἔλεγχος καὶ αὐτός,— μίαν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, μίαν νομοθετικήν. Ἡμερησίαν Διάταξιν περὶ ὑποβολῆς νομοσχεδίων δὲν ἔχει. Κάποιαν λοιπὸν θὰ σταματήσωμεν ἐξ αὐτῶν, παρεμβαίνοντες, νὰ ὑποβάλλωμεν τὰ νομοσχέδια ἡμῶν. Τοῦτο ἐπράξαμεν χθές. Ἐὰν συνέπεσε νὰ σταματήσωμεν τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων καὶ τὴν κατόπιν ἐπακολουθοῦσαν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων, τοῦτο δὲν εἶναι ἴσως τυπικόν, τοῦτο δὲν δεικνύει ὅμως, ὅτι θέλαμεν νὰ ματαιώσωμεν τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον....
§57ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Διὰ τῶν πράξεών σας ὅμως τὸν ματαιοῦτε.
§58Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ περιμένητε. Ὡμίλησαν καὶ διεμαρτυρήθησαν κατὰ τῶν μέτρων τῆς ἰδέας τῆς ματαιώσεως τοῦ ἐλέγχου καὶ θέλουσι νὰ μοῦ ἀποδώσωσι προθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπῆρξαν ἐν τῇ διανοίᾳ μου.
§59Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δεχόμεθα ὅτι δὲν εἴχετε πρόθεσιν, κ. Ὑπουργέ.
§60Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργ. Ἐσωτερ.). Λοιπόν, Κύριοι, δέχεσθε καὶ ὀφείλετε νὰ δεχθῆτε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγώ. (χειροκροτήματα). Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον δέχεσθε, δὲν εἶναι καμμία παραχώρησις, τὴν ὁποίαν μοῦ κάμνετε. Εἶναι ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν ἀλήθειαν, διότι ἡ ἀλήθεια εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγω ἐγώ. (Νέα ζωηρὰ χειροκροτήματα καὶ ἐπιδοκιμασίαι). Λοιπόν, τὶ ἐγένετο μετὰ τοῦτο; Ἐγένετο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως συζήτησις καὶ ἡ Βουλὴ ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτῆς, ἠδύνατο νὰ προχωρήσῃ, κατὰ τὸν Κανονισμόν, εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐρωτήσεων καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, παρατείνουσα εἰς οἱανδήποτε ὥραν τὴν συνεδρίασιν Ἡ Βουλή, ἐνόμισεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ λύσῃ τὴν συνεδρίασιν καὶ τὴν ἔλυσε, συμφώνως μὲ τὸν Κανονισμόν. Τοῦτο ἐπήγαγε ματαίωσιν τοῦ ἐλέγχου; Ὄχι. Ἐπήγαγεν ἀναβολὴν ἑνὸς ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐσυνεχίζετο, ἐὰν καὶ ὅταν καὶ ὅπως ὁρίζει ὁ Κανονισμός. Θὰ ἠδύνατό τις ὅμως ἐδῶ νὰ παρατηρήσῃ ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ λύῃ τὰς συνεδριάσεις αὑτῆς δι’ ἀποφάσεως τῆς ἰδίας, καθ’ ἣν στιγμὴν πρόκειται νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ματαιοῖ τὸ στάδιον τοῦ ἐλέγχου. Κύριοι, τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ γράμματος τοῦ Κανονισμοῦ. Τοῦτο δὲν δύναται νὰ συμβῇ ἐν Χώρᾳ, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐν τοιούτῳ σεβασμῷ, ἐν τῇ συνειδήσει πάντων, ἐν ταῖς ψυχαῖς πάντων, καὶ τῶν ἐντός, καὶ τῶν ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, αἱ ἀρχαὶ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἀρκεῖ εἷς καὶ μόνος βουλευτὴς νὰ ὑπάρχῃ, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον, διὰ νὰ μὴ εἶναι δυνατόν, Κυβέρνησις, σεβομένη ἑαυτήν, —καὶ ἡμεῖς ἀξιοῦμεν παρ’ ὑμῶν νὰ μᾶς κρίνητε, ὡς Κυβέρνησιν σεβομένην ἑαυτήν— νὰ δεχθῇ νὰ ὑπεκφύγῃ τὸν ἔλεγχον, λύουσα τὴν συνεδρίασιν. Δυνάμεθα δὲ νὰ δώσωμεν τὴν διαβεβαίωσιν, μετὰ τῆς ἀξιώσεως νὰ τὴν δεχθῆτε, διότι εἶναι ἀποδεκτέα, ὅτι ἔχομεν πάντες, οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, οἱ πλεῖστοι ἐκ τῆς ἱστορίας μακροτάτου κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν ἐπιτρέπομεν νὰ ἐκφράζωνται τοιαῦται περὶ ἡμῶν ὑπόνοιαι.
§61Γ. ΠΟΛΥΓΕΝΗΣ. Ὁ κ. Τσουκαλᾶς ἐπρωτοστάτει εἰς τὴν διάλυσιν τῆς συνεδριάσεως χθές. (χειροκροτήματα)
§62Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐὰν χθὲς ἔλεγεν, ὅτι θέλει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις, τὸν διαβεβαιῶ, ὅτι θὰ εἶχε τὴν ἐμὴν ὑποστήριξιν, διότι θὰ ἀπηύθυνον παράκλησιν πρὸς πάντας τοὺς συναδέλφους νὰ καθήσωσι καὶ νὰ μὴ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Τὸν διαβεβαιῶ δέ, ὅτι καὶ εἰς τὸ μέλλον εἴμεθα διατεθειμένοι νὰ παραμείνωμεν κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου μέχρι τοῦ ἀπωτάτου ὁρίου τῆς ἀνοχῆς τῶν βουλευτῶν· θέλομεν παρακαλέσει αὐτούς, κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, νὰ ἐντείνωσι τὰς δυνάμεις αὐτῶν καὶ νὰ παρημένωσιν, ὅσῳ τὸ δυνατὸν περισσότερον.
§63ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ πέμπτη φορά. Προηγοῦνται ἄλλοι. (Θόρυβος).
§65ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, ἂν ἐπιτρέπῃ.
§66ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι. (Θόρυβος).
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ θεωρεῖα νὰ τηρῶσι σιγήν, διότι θὰ διατάξω τὴν ἐκκένωσίν των. Δὲν θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς συζητήσεις καὶ τὰ θεωρεῖα.
§68Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Παρατηροῦμεν μίαν παράλειψιν, κ. Πρόεδρε.
§69Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω τὸν λόγον.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Λεβίδη, προηγεῖται ὁ κ. Γιολδάσης.
§71Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Δὲν ὁμιλῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Παρεμπιπτόντως. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι ρητὸν ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ λέγει, ὅτι: «Διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, οἱ ἀκροαταὶ ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν ἄκραν σιγήν. Ἀκροατής, ὅστις ἤθελε δείξει σημεῖα ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, εἴτε δι’ ἐπευφημήσεων καὶ χειροκροτημάτων, εἴτε διὰ κραυγῶν, ἀγορεύοντος τινὸς βουλευτοῦ, ἐκβάλλεται τῆς θέσεώς του παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κλητῆρος». Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ἄρθρον τοῦ Κανονισμοῦ, διότι, ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, οὐχὶ ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ ἂν εἶναι σύμφωνος, ἀλλὰ καὶ κατὰ τι παραπάνω ἐὰν ὑπάρχῃ, εἶναι ἀδύνατον νὰ διεξάγωνται εὐπρεπῶς καὶ κοσμίως, ὡς πρέπει, αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπέμνησα, κ. Βουλευτά, ἤδη εἰς τὸ ἀκροατήριον, ὅτι, ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπαναληφθῶσιν, ἀμέσως θὰ διαταχθῇ ἡ ἐκκένωσίς των.
§73Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ νὰ τὸ πράξητε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπαναληφθῶσιν.
§75Ν. ΛΕΒΙΔΗΣ. Θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκφράσωμεν τὴν γνώμην ἡμῶν, ἢ ὄχι;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπολύτως σύμφωνοι.
§77Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν;
§78Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ Κανονισμὸς, κ. Πρόεδρε.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ τετάρτη φορά. Ὁ κ. Γιολδάσης ἔχει τὸν λόγον.
§80Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἐὰν ἐζήτησα προηγουμένως τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, ἔπραξα τοῦτο, διότι ἤθελον νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ παρευθῇ εἰς τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία τείνει νὰ λάβῃ διαστάσεις. Εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔσπευσε νὰ παρευθῇ καὶ ἀνήρ νομιμόφρων, ὡς ὁ κ. Γούναρης, νὰ ὁμιλήσῃ, ὡς ὡμίλησε, καὶ νὰ βεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ὑποδείξῃ τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον. Ἐπειδὴ ὅμως ἠκούσθη ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου μία φωνή, φωνή, προελθοῦσα ἀπὸ παλαίμαχον συνάδελφον, τὸν κ. Ἀναστασόπουλον, ὅτι κύριον καὶ μοναδικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι ἡ νομοθετικὴ ἐργασία, νομίζω ὅτι ἔχει ὑποχρέωσιν ἡ Βουλή, ἐκπροσωποῦσα τὸν ἑλληνικὸν λαόν, ὁ ὁποῖος ἑλληνικὸς λαὸς καὶ τὴν ἀπέστειλεν ἐνταῦθα, νὰ διακηρύξῃ ὅτι οὐδέποτε θὰ ἀνεχθῇ νὰ στερηθῇ τῶν ἰδίων αὑτῆς δικαιωμάτων. Ἐὰν ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν Κυβέρνησις ἀπολυταρχικωτάτη περιώρισε τὸν κοινοβουλευτικὸν ἔλεγχον καὶ τὸν περιορισμὸν τοῦτον περιέλαβε καὶ εἰς τὸν Κανονισμόν, πρέπει πάντες νὰ εἶναι βέβαιοι, ὅτι ἡ παροῦσα Βουλὴ οὐδέποτε θὰ ἀνεχθῇ παρόμοιον περιορισμόν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καζαντζῆς.
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ καταναλώσωμεν καὶ τὴν σημερινὴν ἡμέραν, ἀφοῦ κατηναλώσαμεν καὶ τὴν χθεσινήν;
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ. Ὁ κ. Καζαντζῆς. (Εἶνε ἀπών). Πρότασις οὐδεμία ὑπάρχει, ἑπομένως ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Ἀντικείμενον αὐτῆς εἶναι ἡ ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ὑπόθεσιν τῶν γαιανθράκων. Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται ὁ κ. Τσίμας καὶ ὁ κ. Δ. Πολιουδάκης.
§84Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κ. Πρόεδρε, νὰ δηλώσω, ὅτι ἀποχωρῶ τῆς Βουλῆς, διότι καλοῦμαι νὰ ψηφίσω ἐπὶ θέματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω καὶ εἶναι ἑπομένως ἀδύνατον νὰ δώσω ψῆφον. Τὸ πρᾶγμα εἶναι τοσούτῳ ἀνώμαλον, ἀπορῶ δὲ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ θέματος τελείως ἀγνώστου.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ.
§86Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Μὲ ἀναγκάζετε νὰ ζητήσω τὰ πρακτικά, διὰ νὰ ἴδω, ἐὰν εἶναι ἀληθές, ἢ ὄχι. Τοῦτο εἶναι ἀσύγγνωστον λάθος, νὰ καλούμεθα ἐπὶ θέματος τελείως ἀγνώστου νὰ ψηφίσωμεν. Τὶ νὰ εἴπω; Ἀγνοῶ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἀπὸ οἱονδήποτε καὶ ἂν ἔρχηται ἡ πρότασις αὐτή, ὀφείλει νὰ ἐξετασθῇ, ἐὰν ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν γνώσει τοῦ θέματος.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία.
§88Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Θὰ παραιτηθῶ τοῦ ἀξιώματος τοῦ βουλευτοῦ. Ἀπέρχομαι. Δὲν εἶναι κατάστασις αὐτή. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ ἡ ψηφοφορία. Ἀπέρχομαι. Θὰ παραιτηθῶ ἀπὸ Βουλῆς, μὴ σεβομένης τὸν ἀνθρωπισμόν.
§89ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐθὺς ὡς ἕν μέλος τῆς Βουλῆς διεμαρτυρήθη....
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§91Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ δώσητε τὸν λόγον, διότι ἐγὼ ἀνέστειλα τὴν ψηφοφορίαν.
§92ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, εὐθὺς ὡς βουλευτής θέτει τὸ θέμα, ὅπως ἔθεσεν αὐτὸ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης, εἶναι ὑποχρέωσις ἡ Βουλὴ νὰ προσέξῃ, καὶ ἂν ἔτι ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος δὲν εἶχε τὸ κῦρος, ὅπερ ἔχει ὁ κ. Λυμπρίτης. Διότι, λέγει ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι δὲν ἔχει γνῶσιν τοῦ θέματος, ἐφ’ οὗ ἐκλήθη νὰ δώσῃ ψῆφον, καὶ μὴ ἔχων γνῶσιν παντελῶς τοῦ θέματος τούτου, διότι οὐδεμία ἐπὶ τούτου ἐγένετο συζήτησις, ἀρνεῖται νὰ προσχωρήσῃ εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ κληθῇ εἰς τὴν κάλπην, ὅπως ρίψῃ εἰς αὐτὴν ψῆφον, ἀγνοῶν περὶ τίνος πρόκειται. Εἰς τοὺς παρακολουθήσαντας τὴν Βουλήν, τὴν διαλυθεῖσαν, εἶναι ἐκ τῆς συζητήσεως ἐκείνης γνωστόν, ὅτι ἐδόθη ἀφορμή, μετὰ συζήτησιν, νὰ ἐξετάσῃ ἐκείνη ἡ Βουλὴ τὴν περὶ ἀνθράκων κατηγορίαν καὶ νὰ ζητήσῃ αὐτός, ἐκεῖνος, ὅστις ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῆς ἰδίας ἑαυτοῦ τιμῆς, νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ νὰ διορισθῇ ἐπιτροπὴ ἐξεταστική. Ἐκείνη ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τοῦτο, ἐκείνη ἡ Βουλὴ ἐξέλεξε τὰ μέλη, τὰ μέλλοντα νὰ ἀποτελέσωσι τὴν ἐπιτροπήν. Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς ἐξέλιπεν ἡ ἐπιτροπή, διότι τὰ ἐκλεγέντα μέλη δὲν ἐξελέγησαν πάλιν βουλευταί. Ἕνεκα τούτου προῆλθεν ἡ ἀνάγκη νέας ἐπιτροπῆς, ὁ δὲ ἐνδιαφερόμενος ἐζήτησε νὰ συγκροτηθῇ ἡ ἐπιτροπή, τῆς Βουλῆς ἐπιλαμβανομένης τῆς ὑποθέσεως καὶ προδινούσης εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς. Περὶ τούτου τοῦ θέματος ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται δι’ ἀναστάσεως ὅπως αὔριον γίνῃ ψηφοφορία.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ οὐδεμία ἀντίρρησις ἐγένετο.
§94ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Καὶ ἂν σήμερον ἔρχεται ἀντίρρησις, ὅπως ἦλθεν, ὡς ἀντίρρησις, ἥτις προὐκάλεσε συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, δι’ ὃ ἡ ἐπιτροπὴ πρόκειται νὰ ἐκλεχθῇ, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ προσέξῃ εἰς τὴν ἀντίρρησιν καὶ νὰ ἐξετάσῃ μήπως τῷ ὄντι εἶναι δύσκολος εἰς τὸν μὴ ἔχοντα παντελῶς γνῶσιν τῆς ὑποθέσεως, νὰ μετάσχῃ τῆς ψηφοφορίας. Δυσκολία, ὡς πιστεύω, δὲν θὰ ὑπάρξῃ, ἐὰν τὰ πράγματα, πρὸ τῆς ψηφοφορίας, ἐπανήρχοντο εἰς τὴν κανονικὴν θέσιν, προηγουμένης τῆς ἀναγκαίας βραχυτάτης συζητήσεως, ὅπως φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα τὴν ἔναρξιν τακτικῆς ἐκλογῆς, τῆς ψηφοφορίας ταύτης ἀνακοπτομένης.
§95Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὀφείλω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι οὐδόλως ἐνδιαφέρομαι ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως. (Θόρυβος).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ.
§97Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Οὐδεμία προσωπικὴ ἀφορμὴ μοὶ ἐδόθη, ὥστε νὰ μὴ θέλω νὰ γίνῃ ψηφοφορία ταύτην τὴν ἑσπέραν ἢ αὔριον ἢ μεθαύριον, ἀλλά, σεβόμενος τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος, τὴν συνείδησιν ἡμῶν, οἵτινες ἤλθομεν διὰ νὰ ρίψωμεν ἓν ψηφοδέλτιον, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὸν σκοπὸν καὶ τὰς ἀφορμάς, ἕνεκεν τῶν ὁποίων ἐγεννήθη ἡ τοιαύτη ψηφοφορία, ἔκαμα τὴν ἀντίρρησιν. Ταῦτα, λοιπόν, Κύριοι Βουλευταί, ἀγνοοῦντες ἡμεῖς καὶ ἵνα ἐν συνειδήσει ψηφίσωμεν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν εἴτε τὰ ἔγγραφα, ἅτινα εἰς προηγουμένην Περίοδον προεκάλεσαν τὴν τοιαύτην πρότασιν περὶ σχηματισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως τέλος πάντων, ἐν συνειδήσει, ἐρχόμενοι ἐνταῦθα, γνωρίζωμεν περὶ τίνος πρόκειται καὶ ποίαν ψῆφον πρέπει νὰ δώσωμεν, ἤ, ἐὰν δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, νὰ ἐπανέλθῃ ἡ ὑπόθεσις, ἵνα δυνηθῶμεν πάντες νὰ ἀκούσωμεν τὰς κατηγορίας καὶ ἀπολογίας. Ἔχω τόσην ὑπόληψιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὥστε ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τοὺς λόγους ἐκείνους, διὰ τῶν ὁποίων θέλει νὰ ἀντιτάξῃ τὰς κατ’ αὐτοῦ μομφάς, οὕτως ὥστε νὰ κρίνω καὶ ἐγὼ περὶ τῆς ἀνάγκης συγκροτήσεως ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑποθέσεως, ἢ νὰ ἀποφύγωμεν ταύτην. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν τὴν ἑσπέραν ταύτην, δὲν θέλει τίποτε ἀπολέσει ἡ ὑπόθεσις, ἄνευ τῆς σπουδῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξε πολὺ φιλοτίμως ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, δὲν θέλει τίποτε ἀπολεσθῇ, ἄν ἡ Βουλή, πρότερον, φωτιζομένη, ὅπως τοσοῦτον ἐπαρκῶς ὁ σεβαστός μου φίλος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέπτυξεν, ἀποφασίσῃ, ἀναβαλλομένης τῆς ψηφοφορίας, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἔλθῃ εἰς γνῶσιν της, ἡ ὑπόθεσις ἐφ’ ἧς καλεῖται εἰς ψηφοφορίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας χθὲς τὸ ἑσπέρας, ἐν τῇ φιλοτίμῳ αὐτοῦ ὁρμῇ, ἔκαμε τὴν αἴτησιν ταύτην. Τὶ φυσικώτερον; Τὶ ἁπλούστερον, παρὰ νὰ κάμῃ τὴν αἴτησιν ταύτην; Ἡ Βουλὴ ἐνόμισεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀποστερήσῃ τὸν κ. Βουλευτὴν τῆς τοιαύτης ἐξετάσεως τῆς ὑποθέσεως καὶ ἀπεφασίσθη, εὐθὺς ἀμέσως, νὰ προβῇ, ἄνευ γνώσεως τῆς ὑποθέσεως, εἰς ψηφοφορίαν. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι εἷς ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, ὅστις τυχὸν ἔδωκε τὴν γνώμην του περὶ τῆς σημερινῆς ψηφοφορίας, δὲν θὰ πεισθῇ ὅτι ἔπραξε κἄτι τί, χωρὶς νὰ τὸ σκεφθῇ, διότι ἦλθε τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν ἐντελῶς ἀνετοίμαστον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ψηφοφορίαν, διὰ μίαν ἢ δύο ἡμέρας, μέχρις ὅτου φωτισθῇ ἡ Βουλή.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λόντος.
§99Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, διότι καὶ πάλιν βλέπω, ἐγειρόμενον ζήτημα κανονισμοῦ τοῦ τρόπου τῆς συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως καὶ προηγουμένως ἠγέρθη, ἔχω δὲ τὴν γνώμην, ὅτι καὶ πρίν, καὶ τώρα κακῶς ἐγείρεται. Χθὲς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτής, ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἐξήγησε πρὸς τὴν Βουλὴν τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ᾐτήσατο, ὅπως γένηται ψηφοφορία καὶ ἐκλεγῇ ἐκ νέου ἐπιτροπὴ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἵνα προβῇ εἰς τὸν κοινοβουλευτικὸν ἐκεῖνον ἔλεγχον τῶν πράξεων, διὰ τὰς ὁποίας ἄλλοτε τῷ ἀπεδόθη μομφή. Ἐξελέγη τότε ἐκ τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἐπιτροπή, καὶ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐκείνη διελύθη, δὲν κατώρθωσεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ ἔργον της. Ἡ Βουλή, καὶ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐντόνως μάλιστα, διὰ τὴν φράσιν, τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, ἐν συνειδήσει τῶν ὅσων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, εὗρε δικαίαν καὶ σκόπιμον τὴν αἴτησίν του καὶ ἐδέχθη, ὡς ἀναγράφεται ἐν τῷ πρακτικῷ, νὰ γίνῃ σήμερον ψηφοφορία καὶ νὰ ἐκλεγῇ ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀσκήσῃ ἔλεγχον.
§100Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Διὰ νὰ ἀπαλλάξω τοῦ κόπου τὸν κ. Βουλευτήν, πρέπει νὰ δηλώσω, ὅτι ὡμίλησα περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπετέλουν μέλη τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν εὐτυχίαν νὰ εἶναι καὶ τότε, θὰ ἤμην πολὺ ἀπερίσκεπτος νὰ ὁμιλήσω.
§101ΔΗΜ. ΛΟΝΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ μὲ διακόψῃ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὡμίλησε περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀπετέλουν μέλη κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν. Καὶ ἐγὼ λέγω πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν, ὅτι χθὲς τὸ θέμα ἀνελύθη. Ἡ Βουλὴ δὲν ἠθέλησε περισσοτέρας ἐξηγήσεις καὶ ἀπεφάσισε νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἐπιτροπήν. Φρονῶ ἑπομένως, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον, σεβομένη τὰς χθεσινὰς ἀποφάσεις της, ὀφείλει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὁ κ. Βουλευτής, ἔχω νὰ παρατηρήσω....
§102Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Δὲν δέχομαι παρατηρήσεις ἀπὸ κανένα. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μοῦ κάμητε παρατήρησιν.
§103ΔΗΜ. ΛΟΝΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ...
§104Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ποτὲ δὲν θὰ σοὶ ἐπιτρέψω.
§105ΔΗΜ. ΛΟΝΤΟΣ. Μὲ συγχωρῆτε, κ. Βουλευτά. Μὲ παρεξηγήσατε. Δὲν ἠθέλησα νὰ σᾶς θίξω.
§106Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Νὰ εἶσθε κάτοχος τοῦ λόγου. (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις).
§107Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Ἡ διαγωγὴ αὐτή, εἶναι ἄκοσμος.
§108Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Εἶσθε, κ. Βουλευτά, ὁ Λόντος, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν ὁδὸν Πατησίων..... (Θόρυβος).
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ γίνῃ διακοπή.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ πέντε λεπτά.
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Νὰ ἐξέλθουν ἐκ τῶν θεωρείων οἱ χωροφύλακες, οἱ ὁποῖοι εἰσῆλθον, διότι δὲν παρίσταται καμμία ἀνάγκη. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Λόντος.
§112ΔΗΜ. ΛΟΝΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐπαναλαμβάνων τὸν λόγον μου, θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου, νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διότι παρεξηγήθην καὶ παρηρμηνεύθην, καὶ θεωρῶ ὑποχρέωσίν μου νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ εἴπω λέξεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ θίξωσι τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν.
§113ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε! Εὖγε!
§114Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Εἰς τὰ 1914, τὸν Ἰούνιον, μεταβαίνων εἰς τὴν οἰκίαν μου, διὰ τοῦ συνήθους μέσου, τοῦ τροχιοδρόμου τῆς ὁδοῦ Πατησίων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνηρχόμην εἰς τὸ τράμ, συνέβη, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνοίξῃ τὴν θύραν ὁ ἀτυχὴς εἰσπράκτωρ. Ὅταν δὲ ἤνοιξε τὴν θύραν, εἶπον ἐγὼ ἕν «τέλος πάντων». Εἶχον τὸ ἀτύχημα νὰ προηγῆται ἄλλος τις ἐμοῦ, διὰ νὰ ἀνέλθω εἰς τὸν τροχιόδρομον. Ἐστράφη οὗτος καὶ μοὶ λέγει: δὲν δέχομαι τοιαύτας φράσεις καὶ συμβουλάς. Τῷ λέγω: «δὲν ἀπευθύνομαι πρὸς σᾶς, ἀλλὰ πρὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦ τράμ». Εἰσῆλθε μέσα καὶ ἐξηκολούθει νὰ μὲ ἐνοχλῇ, διὰ φράσεων ἀτόπων. Τὸ τρὰμ ἦτο πλῆρες κυριῶν καὶ ἀνθρώπων σεβαστῶν. Ἠναγκάσθην νὰ ἐξαγάγω τὸ ἐπισκεπτήριόν μου καὶ νὰ ἐγχειρίσω πρὸς αὐτὸν τοῦτο, λέγων «ἐδῶ δὲν λύονται αἱ διαφοραί. Δεχθῆτε τὸ ἐπισκεπτήριόν μου καὶ δώσατέ μου τὸ ἰδικόν σας». «Ἐγὼ εἶμαι ὁ Λόντος, μοῦ ἀπαντᾷ — καὶ εἶμαι μεγάλος ἄνθρωπος». «Πολὺ καλά, τῷ λέγω, ἀλλὰ δώσατέ μοι τὸ ἐπισκεπτήριόν σας». Ἔσπευσα νὰ δημοσιεύσω εἰς τὴν ἐφημερίδαν «Ἑσπερινή», ὅτι Λόντος τις ἐν τῇ ἁμάξῃ τοῦ τροχιοδρόμου, ἐφέρθη πρὸς ἐμὲ ἀπρεπῶς. Ἔδωκα αὐτῷ τὸ ἐπισκεπτήριόν μου καὶ ἐζήτησα τὸ ἰδικόν του, ἀλλὰ μοῦ εἶπεν, ὅτι εἶναι Λόντος καὶ εἶναι μεγάλος ἄνθρωπος. Τὸν μεγάλον αὐτὸν ἄνθρωπον ἀνεζήτουν, ἀλλὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ τὸν εὕρω. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν σύνταξιν τῆς «Ἑσπερινῆς» νὰ δημοσιεύσῃ τὸ παρόν, ὑπέθετον δὲ ὅτι ὁ κ. Λόντος, λαβὼν τὸ ἐπισκεπτήριόν μου, δὲν ἤθελε νὰ δώσῃ λόγον διὰ τὴν διαγωγήν του ἐκείνην. Αὐτὸ ἐδημοσιεύθη ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας, εἷς δὲ Λόντος, ἀξιωματικὸς τοῦ Ναυτικοῦ ἐν ἀποστρατείᾳ, ἔγραψεν, ὅτι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ Λόντος, ὅστις ἠνώχλησε τὸν κ. Λυμπρίτην. Ἤδη, ἔχω ἀναθέσει ἀπὸ τριῶν ἡμερῶν, εἰς τὸν κ. Δερλερὲν καὶ εἰς τὸν κ. Καρπετόπουλον νὰ ἐρωτήσωσι τὸν κ. Λόντον, τὸν εὑρισκόμενον ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ, ἵνα κανονίσω καὶ ἐγὼ καὶ τὴν θέσιν ταύτην. Διὰ τοῦτο ἀπευθύνω τὴν ἐρώτησιν εἰς ὑμᾶς: Εἶσθε σεῖς ὁ Λόντος, ὅστις τότε μὲ ἠνώχλησε;
§115ΔΗΜ. ΛΟΝΤΟΣ. Ποίαν χρονολογίαν;
§116Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Τὸν Ἰούνιον τοῦ 1914.
§117ΔΗΜ. ΛΟΝΤΟΣ. Δὲν ἤμην οὔτε εἰς τὰς Ἀθήνας τότε.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ προχωρήσωμεν.
§119Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ὄχι. Θέλω ν’ ἀπαντήσω, κ. Πρόεδρε. Δὲν θὰ μοῦ ἀφαιρέσητε τὸ δικαίωμα νὰ ἀπολογηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν πλήρως, ᾐτιολογημένως, διότι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἡ Βουλὴ εἶδεν ἐμὲ ἀρκετὰ παραφερθέντα καὶ δὲν γνωρίζει ἡ Βουλὴ διατί συνέβη τοῦτο. Βλέπω λοιπὸν τὸν κ. Λόντον νὰ ζητῇ τὸν λόγον ν’ ἀντιλέξῃ εἰς ὅσα ἐγὼ εἶπον καὶ πολὺ φυσικὸν ἦτο νὰ ἀνατρέξῃ ἡ μνήμη μου εἰς ἐκεῖνον, ὅστις μὲ ἠνώχλησε. Διὰ τοῦτο ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμεν, οὐχὶ ἁρμοδίως, ἦτο τὸ ἔναυσμα τῆς ἐκρήξεως. Ζητῶ λοιπόν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ μὲ ἀμνηστεύσῃ.
§120ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§121Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Ἀπὸ τὸν κ. Λόντον δὲν ἔχω τίποτε. Εἰς δὲ τὸν κύριον ἐκεῖνον, ὅστις ἠθέλησε νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν διαγωγήν μου, δὲν δίδω οὐδεμίαν προσοχὴν, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι.
§122ΔΗΜ. ΛΟΝΤΟΣ. Καὶ ἐγώ, θεωρῶ καθῆκόν μου, νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι, κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ὁ κ. Βουλευτὴς Λαρίσης συνήντησε κύριόν τινα Λόντον ἐν τῷ τράμ, ἐγὼ ἤμην εἰς Θεσσαλονίκην, ὑπηρετῶν ὡς ἀντεισηγητὴς ἐν τῷ ἐκεῖ Στρατοδικείῳ. Ἐπίσης δὲ θεωρῶ καθῆκόν μου, νὰ ἐπαναλάβω, ὅτι τὸν κ. Βουλευτὴν ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ. Ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ θέματος, κ. Βουλευταί, ἔχω νὰ ἐπαναλάβω καὶ νὰ τονίσω, ὅτι πρόκειται περὶ εἰλημμένης ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλή, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, κ. Στράτος, χθές, ἐκτιμήσασα τοὺς λόγους τούτους, ἔσχε τὴν ἀπόφασιν σήμερον νὰ ἐκλέξῃ τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία θὰ προβῇ εἰς ἐκεῖνο τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἐκλεγεῖσα παρὰ τῆς παρελθούσης Βουλῆς, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐπιτελέσῃ. Εὑρισκόμεθα πρὸ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλή, σεβομένη ἑαυτὴν καὶ ἀκριβῶς χάριν τοῦ ταχυτέρου τερματισμοῦ τῶν ἐργασιῶν της, θέλει προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν οἱ Βουλευταί, φρονῶ, ὅτι διὰ τοῦτο ἀναγράφονται τὰ θέματα ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἡ ὁποία διανέμεται πρὸ τῆς συνεδριάσεως, οὕτως ὥστε ἕκαστος τῶν βουλευτῶν, ἀναγινώσκων τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, νὰ ἀσχολῆται περὶ τῶν θεμάτων, νὰ ἐρευνᾷ καὶ ἐξετάζῃ καὶ ἐν συνειδήσει νὰ δίδῃ τὴν ψῆφον του. Τοιουτοτρόπως καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐξητάσαμεν τὸ θέμα, εὑρέθημεν σύμφωνοι νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογήν, διότι ὁ χρόνος εἶναι πολύτιμος καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς εἶναι βαρύ, καὶ ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπιταχύνωμεν αὐτό.
§123Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι χθὲς ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας ἐζήτησεν ἐν σπουδῇ καὶ διὰ βραχέων, ἵνα καθορισθῇ ἡ ἡμέρα, ὄχι πρὸς συζήτησιν τοῦ θέματος, διότι τοιαύτη, φρονῶ, δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ἐκλογῆς τῆς προσηκούσης ἐπιτροπῆς, ὑπέβαλον εὐλαβῶς ἀπὸ τῆς θέσεώς μου πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον, ὅτι δὲν προτείνω συζήτησιν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἔδει νὰ γίνεται εἰσήγησίς τις, ἵνα τὰ τέσσαρα πέμπτα τῶν Βουλευτῶν, τὰ ὁποῖα δὲν μετέσχον τῆς συζητήσεως ἐκείνης, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχον γνῶσιν πλήρη, ἢ οὐδὲ γνῶσιν τινά ἐπὶ τοῦ ζητήματος, λάβωσι γνῶσιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἡ Βουλή, ἐν τῷ κυριαρχικῷ δικαιώματι αὑτῆς, ἀπεφάσισε, σπεύδουσα, ἀλλ’ ἀπεφάσισε, καθ’ ἣν ὑποχρέωσιν εἶχε, πρὸς προσδιορισμὸν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅταν πρὸ ὀλίγου ἐγένετο συζήτησις περὶ τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς, καὶ ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἶναι Νομοθετικὸν Σῶμα ἡ Βουλὴ καὶ πρῶτον ἔργον εἶναι ἡ ψήφισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ, δὲν εἶπον ὅτι καὶ ἐπουσιῶδες εἶναι ὁ ἔλεγχος, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι, βεβαιότατα, πρωτεῦον ἔργον εἶναι ὁ κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος. Εἶναι γνώμη του, τὴν ὁποίαν εὐλαβοῦμαι, ὅπως εὐλαβοῦμαι πάντοτε τὴν γνώμην τῶν Ἀρχηγῶν, πειθαρχῶν.
§124ΔΗΜ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶπον· οὐχὶ δευτερεῦον, ἐξ ἴσου σπουδαῖον.
§125Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπεκρούσθη, ὅτι καὶ τὸ Σύνταγμα ἀναγράφει, ὅτι τὰ ἔργα τῆς Βουλῆς εἶναι δύο, νομοθετικὰ καὶ ἔργα ἐλέγχου. Τὸ δὲ θέμα, τὸ ὁποῖον πρὸ ὀλίγου μᾶς ἀπασχολεῖ, ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καὶ τρίτον ἔργον, οὐχὶ σύνηθες, τὸ ἔργον τὸ δικαστικόν, κατὰ τὴν ἐπιτέλεσιν δὲ τοῦ ἔργου τούτου δὲν ἐπιτρέπεται ἐλαστικὴ συζήτησις, διότι τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς ἐπιτάσσει ὁ σχετικὸς νόμος περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὅστις εἶναι παράρτημα τοῦ Συντάγματος. Ποῖον εἶναι τὸ δικαστικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς; Κατὰ τὸ ἄρθρον 80 τοῦ Συντάγματος «Ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κατηγορῇ τοὺς Ὑπουργοὺς ἐνώπιον τοῦ ἐπὶ τούτου Δικαστηρίου». Τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον καθιέρου τὴν τοιαύτην διάταξιν, κατὰ πρῶτον, εἶναι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863 καὶ μέχρις οὗ γίνῃ ὁ νόμος, ὁ περὶ εὐθύνης Ὑπουργῶν, καθιεροῦντο διὰ τοῦ ἄρθρου 81, ὁ τρόπος τῆς διαδικασίας τῆς καταδιώξεως τῶν Ὑπουργῶν, τῶν ἀδικησάντων ἐν δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ, εἴτε διὰ θετικῆς πράξεως, εἴτε διὰ παραλείψεως ἀσυγγνώστου, ἐπαγαγούσης ζημίας εἰς τὸ Κράτος. Ἦλθε κατόπιν ὁ νόμος τοῦ 1887, ὁ περὶ εὐθύνης τῶν Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος καθώρισεν «ἐὰν εἴκοσι βουλευταὶ δι’ ἐγγράφου προτάσεως ὁρίσωσιν ἀκριβῶς τὰ γεγονότα, ἐφ’ ὧν στηρίζουσι τὴν κατηγορίαν κατά τινος Ὑπουργοῦ, εἴτε ἐν ἐνεργείᾳ, εἴτε καὶ μή, τότε ἡ Βουλὴ συζητεῖ καὶ μετὰ τὴν συζήτησιν ἢ προβαίνει εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ὅτε δὲν ἐπιτρέπεται πλέον, κατὰ τὸ ἄρθρον 13 τοῦ αὐτοῦ νόμου, οὐδεμία συζήτησις, οὐδὲ ἐπανέρχεται τοιαύτη, ἀποτελεῖ δὲ δεδικασμένον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως καὶ τοῦ προσώπου, ἤ, ἐγκρίνουσα τὴν κατηγορίαν, ἐκλέγει δωδεκαμελῆ ἐπιτροπήν». Ἡ ἐπὶ τοῦ θέματος συζήτησις ἐγένετο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Βουλήν, δὲν γνωρίζω δέ, ἐὰν ἡ Βουλὴ κατέληξεν ἐκ τῆς συζητήσεως εἰς τὴν τοιαύτην ἀπόφασιν, ἢ ἐκ τῆς ἀξιώσεως τῆς δικαίας τοῦ κατηγορηθέντος Ὑπουργοῦ, ἵνα ἐκλεγῇ ἐπιτροπή. Ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἀποφασισθεῖσα, εἶναι ἀνακριτική.
§126ΔΗΜ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Εἶναι ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπή.
§127Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 18 τοῦ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νόμου, εἶναι τὸ καθορίζον τὴν ἐκλογὴν τῆς ἀνακριτικῆς ἐπιτροπῆς.
§128Σ. ΣΤΑΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων.
§129Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέπεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ θέματος;
§130Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἀναμφισβητήτως.
§131Γ. ΑΝΑΣΤΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν ἐξελέγη πρὸς ἀνακριτικὴν ἐνέργειαν;
§132Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὄχι. Κατὰ τὴν συζήτησιν, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἡ ὁποία εἰς οὐδὲν κατέληξεν, ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας ὀνόμασεν, ὅτι ἦτο ζήτημα φιλοτιμίας καὶ ἀξιοπρεπείας νὰ ἐκλεγῇ ἡ ἐπιτροπή. Ἡ Βουλὴ τότε ἐνέκρινε τὴν σύστασιν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς καὶ προέβη εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν. Ἐπελθούσης τῆς διαλύσεως τῆς ρηθείσης Βουλῆς, ἐπῆλθε καὶ ἡ διάλυσις τῆς ἐπιτροπῆς. Σήμερον πρόκειται περὶ ἐπαναλήψεως τῆς παρακλήσεως αὐτοῦ, ὅπως ἐκλεγῇ ἐπιτροπή, ἀλλὰ πᾶς βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ συζητῇ, ποῖον εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐκλεγῇ ἡ ἐπιτροπή, καὶ ἂν εἷς βουλευτὴς ἐζήτησε τοῦτο, ἀναμφισβητήτως θὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογή.
§133Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατά τινα τῶν τελευταίων συνεδριάσεων τῆς ληξάσης Περιόδου τῆς Βουλῆς, ὑπεβλήθη κατ’ ἐμοῦ ἐπερώτησις, ἀναπτυχθεῖσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διὰ τῆς ὁποίας ἐπερρίφθησαν ἐναντίον μου αἰτιάσεις, ὅτι δι’ ἐνεργειῶν, σχετιζομένων πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐγενόμην αἴτιος ζημίας τοῦ Κράτους. Ὡμίλησα διὰ μακρῶν καὶ ἐξητάσθησαν ὅλαι αἱ ἀπόψεις τοῦ ζητήματος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Περὶ τὸ τέλος τῆς συζητήσεως, εἷς ἐκ τῶν τότε βουλευτῶν Ἀργολιδοκορινθίας ὑπέβαλε πρότασιν ἐκ μέρους ἑαυτοῦ καὶ ἄλλων συναδέλφων περὶ καταρτισμοῦ ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Ἡ πρότασις αὕτη ἐκ μέρους τῶν ὑποβαλόντων βουλευτῶν ἐθεωρήθη, ὡς ἀποτελοῦσα τὴν κατακλεῖδα καὶ τὸ συμπέρασμα τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς. Ἔσπευσα ἀμέσως νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν ταύτην, ἐγὼ πρῶτος, καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα ἀποδεχθῇ τὴν πρότασιν καὶ συστήσῃ ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Ἔσπευσα νὰ πράξω τοῦτο, διότι, νομίζω, ὅτι πρώτιστον καθῆκον παντὸς πολιτικοῦ ἀνδρός, σεβομένου ἑαυτόν, εἶναι νὰ θέτῃ τὰς ἰδίας πράξεις ὑπὸ τὸν ἐλεύθερον ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου καὶ ζητῇ τὸ ἀπόλυτον φῶς ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων συμφερόντων, ἅτινα ἐνηπιστεύθησαν εἰς αὐτόν. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι, ἐφόσον καὶ δέκα συνάδελφοι ἐσχημάτισαν, εἴτε ἐκ παθῶν πολιτικῶν, εἴτε ἐκ συνειδήσεως, τὴν γνώμην περὶ ἐμοῦ, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν εἶχε καταλήξει εἰς φῶς ἄπλετον, ἐνόμισα, ὅτι καθῆκον πρὸς ἐμαυτὸν, ὡς πολιτευόμενον, ἀλλὰ καὶ καθῆκον πρὸς ἐμαυτὸν, ὡς διοικήσαντα τὰ δημόσια συμφέροντα, ἦτο νὰ ζητήσω ἐπιτροπὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς ἐπιτροπῆς; Ὁ σκοπὸς εἶναι, ἵνα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐξετασθῶσι πᾶσαι αἱ λεπτομέρειαι, διαφωτισθῶσι τὰ ζητήματα μετὰ ψυχραιμίας, τὰ ὁποῖα ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει εἶναι ἀδύνατον νὰ διαφωτισθῶσι, δι’ ἐξετάσεως μαρτύρων καὶ λεπτομεροῦς ἀναγνώσεως ἐγγράφων, ἢ ἀντιπαραστάσεως καὶ ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ εἰσηγηθῇ κατόπιν εἰς τὴν Βουλήν τὰ συμπεράσματα τῆς ἐξεταστικῆς ἐργασίας της. Ὡς ἔχουσι τὰ καθ’ ἡμᾶς, βεβαίως, δὲν ἐζητήθη ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς, ἀγούσης ἀπευθείας εἰς τὸ εἰδικὸν δικαστήριον. Δὲν εἶμαι λοιπὸν κατηγορούμενος, ἀλλὰ καὶ ἂν τοιαύτη τις κατηγορία εἰσήγετο εἰς τὴν Βουλήν, θὰ ἔσπευδα νὰ ζητήσω ἀκριβῶς τὴν διαδικασίαν τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Ἀλλ’ ἐφόσον ὑπάρχει συνεστημένη δι’ ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, δύναται τὸ συμπέρασμα τῆς Ἐπιτροπῆς ταύτης, νὰ ἀγάγῃ εἰς τὴν ἔναρξιν τῆς διαδικασίας τοῦ εἰδικοῦ δικαστηρίου. Ἀκριβῶς δὲ διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ φέρει ἡ ἐνέργεια αὕτη χαρακτῆρα τινὰ προανακρίσεως τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦτο ἔχω καθῆκον πρὸς ἐμὲ αὐτόν, ὡς πολίτην, ὡς ἄτομον καὶ ὡς πολιτευόμενον νὰ ζητήσω, ἔχει καθῆκον καὶ ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ἀρνηθῇ τὴν χάριν ταύτην, ὅπως, ἄνευ ἀπωλείας χρόνου περὶ συζητήσεις, αἵτινες δύνανται νὰ διεξαχθῶσιν, ὅταν ἡ ἐπιτροπὴ προσαγάγῃ τὸ συμπέρασμα αὐτῆς, παράσχῃ εἰς ἐμὲ τὸ μέσον, ἵνα ἴδω τὴν ὑπόθεσίν μου περατωμένην, βεβαιωθῇ δὲ καὶ ἡ ἑλληνικὴ πολιτεία, ὅτι δὲν εἶχεν Ὑπουργόν, ὅστις ἐζημίωσε ταύτην κατὰ ἑκατομμύρια ὁλόκληρα. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἀτόμου μου· ἐὰν ὑπάρχωσιν ἐν τῇ Βουλῇ οἱ εἰς οὐδὲν ἀναλογιζόμενοι τὴν ἀξίαν τοῦ ἀτόμου, πάντες ὅμως ὀφείλομεν ν’ ἀναλογιζώμεθα ποία εἶναι διὰ τὴν Χώραν ἡ ἀξία τῆς ἠθικῆς ὑποστάσεως τῶν πολιτευομένων, πρὸ πάντων δὲ τῶν σχόντων τὴν τιμὴν νὰ διαχειρισθῶσι τὰ κοινὰ ἐπανειλημμένως. Δὲν εἶναι δυνατόν, οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ἡ Βουλή, σεβομένη ἑαυτήν, νὰ ἀφήσῃ ἔκθετον τὴν ὑπόληψιν ἑνὸς πρώην Ὑπουργοῦ καὶ νὰ ἀρνηθῇ εἰς αὐτὸν τὴν ταχεῖαν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης, νὰ προσενεχθῇ δ’ οὕτω, μόνον καὶ μόνον, διὰ νὰ λάβῃ τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἀκούσῃ πάλιν ὁλόκληρον τὴν ἔκθεσιν τῶν κατ’ ἐμοῦ κατηγοριῶν. Ἐὰν σκοπὸς τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀναγνωσματοποίησιν τῶν κατηγοριῶν τούτων, δύναται νὰ ὁρίσῃ συνεδρίασιν πρὸς αὐτό, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἤδη περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐξετάσεως τῶν πραγμάτων. Τί ἀπομένει εἰς τὴν Βουλήν; Ἐὰν ἡ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων ἀποδείξῃ τὴν πραγματικότητα ἢ ὄχι τῆς κατηγορίας, δύνανται ὅσοι ἐκ τῶν κ. Συναδέλφων δὲν παρεκάθηντο μεταξὺ ἡμῶν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον, νὰ λάβωσι γνῶσιν τῶν πραγμάτων, ἐπισταμένην καὶ ψυχράν, ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ὑποβάλῃ. Καὶ τότε θὰ δύνανται νὰ δικάσωσιν ἐμέ, ἀπαλλάσσοντες, ἢ νὰ δικαιώσωσι τὴν πολιτείαν, ἐὰν ἐγὼ ἔβλαψα ταύτην, κατηγοροῦντες. Φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἀπώλεσε τὸ δικαίωμα τῆς ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος, ἐὰν τὴν ἑσπέραν ταύτην ψηφίσῃ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀπέθανε, λόγῳ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν τῆς οὐσίας τῶν πραγμάτων. Τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δὲν εἶναι ἁπλῶς καὶ μόνον ἡ συγκρότησις τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ζήτημα τὸ κύριον, εἶναι ἡ κατ’ οὐσίαν ἀπονομὴ τοῦ δικαίου εἰς ἕνα πολίτην Ἕλληνα, εἰς ἕνα πρώην Ὑπουργόν, ὅστις ἤκουσε τὰς δεινοτάτας τῶν κατηγοριῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Νομίζω δέ, ὅτι ἡ Βουλή, τερματίζουσα ὅλας τὰς ὑποθέσεις, αἵτινες ἀναφαίνονται ἐνώπιον αὐτῆς, θέλει θέσει τὸν φραγμὸν εἰς τὴν ὀρθὴν ρύθμισιν τοῦ δικαιώματος τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου. Ἀλλ’ ἐὰν, κ. Συνάδελφοι, ὁρισθῇ πάλιν ἡμέρα συζητήσεως, ἵνα λάβωσι τὴν εὐχαρίστησιν οἱ κ. Συνάδελφοι, οἱ μὴ γνωρίζοντες τὴν ὑπόθεσιν, νὰ ἀκούσωσι ταύτην καὶ πάλιν, τί δύναται νὰ προκύψῃ; Μία ἐπανάληψις τῆς ἀποφάσεως πρὸς ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, δύναται νὰ προκύψῃ, δύναται δὲ νὰ προκύψῃ καί τι ἄλλο, ὡς ἐγὼ φρονῶ. Θὰ προκύψῃ, διὰ χειροκροτημάτων, ψήφισις προτάσεως, ἀπαλλασσούσης με. Ἀλλά, κ. Συνάδελφοι, τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ, τοῦτο ἱκετεύω ὑμᾶς νὰ μὴ συμβῇ, διότι ἡ ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία κατὰ τὰ δύο τρίτα ἦτο μὴ φίλα φρονοῦσα πρός ἐμέ. Δὲν θέλω δὲ νὰ πιστευθῇ, ὅτι Βουλὴ ὁμοφρόνων πολιτικῶς, Βουλή, ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβ)σιν δι’ ὁλοψηφίας, ἐχαρίσθη πρὸς ἐμέ, ὅστις ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ τιμὴ ἑνὸς πολιτευομένου δὲν δύναται νὰ εἶναι ἀντικείμενον χάριτος οἱασδήποτε. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δὲν δύναται νὰ ἀφεθῇ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον παντὸς ἔξω τῆς Βουλῆς, ὅτι Βουλή, φίλα φρονοῦσα, ἐχαρίσθη πρὸς ἐμέ. Εἶναι λοιπὸν καθῆκον πρὸς ἐμὲ καὶ τῆς Βουλῆς πρὸς ἑαυτήν, νὰ μοὶ ἀποδώσῃ τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα ἐπιληφθῇ κατόπιν ἡ Βουλή, μετὰ διαλεύκανσιν τῆς ὑποθέσεως πλήρη. Πᾶσα ἀντίθετος διαδικασία, πᾶσα διαδικασία, τείνουσα εἰς νέαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, θὰ προσθέσῃ εἰς ἐμὲ ἢ μίαν ἀπαλλαγήν, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὡς χαριστική, ἢ μίαν ἐκ δευτέρου παραπομπὴν εἰς ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, ὅπερ θὰ εἶναι ψόγος ρητός. Καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ νὰ προσέξητε, διότι τὴν πρώτην φορὰν ἐζήτησα ἐγὼ τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἀπεδέχθη ταύτην ἡ Βουλή, ἀλλὰ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ καὶ δευτέραν φοράν, κατ’ αἴτησίν μου, νὰ διατάξῃ τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Νομίζω λοιπόν, ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, ὡς ἔχει τεθῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, καὶ ὡς χθὲς ἀπεφασίσθη. Πᾶσα ἀλλοία ἀπόφασις δὲν θὰ συνετέλει πρὸς πλήρη ἀπονομὴν τοῦ δικαίου.
§134Γ. ΓΚΑΝΙΛΑΣ. Φρονῶ, κ. Πρόεδρε, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ἀποφανθῇ, ἐκλέγουσα ἐπιτροπήν, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὴν λεπτομερῆ δρᾶσιν τῆς ἐνεργείας τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐπιβάλλεται λοιπὸν νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα καὶ ἔπειτα νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§135Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, κατὰ τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, τὸ ζήτημα τῶν γαιανθράκων, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ συσταθῇ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, ἔχει ἐξετασθῆ διὰ μακρῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἠκούσθη ἡ ἀπάντησις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας ἐπὶ τῶν κατηγοριῶν τούτων καὶ ἡ τότε Βουλή, μὴ δυναμένη ἐκ τῶν ἑκατέρωθεν κατηγοριῶν, καὶ ἐκ τῆς ἑκατέρωθεν ἀμύνης, νὰ σχηματίσῃ γνώμην περὶ τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων καὶ ἀναιρουμένων, προέβη, κατόπιν προτάσεως τοῦ κ. Βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, εἰς τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπή, τῇ προτάσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ τῇ συγκαταθέσει του, ὁ ὁποῖος ἐζήτησε τὴν παραπομπὴν τοῦ ζητήματος εἰς τὴν ἐξεταστικὴν τῶν πραγμάτων ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία κατηρτίσθη ἐκ βουλευτῶν, ἡ πλειονοψηφία τῶν ὁποίων ἀνῆκεν εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα, ἐκείνης, τῆς ὁποίας τὰς ἀρχὰς ἠκολούθει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας Βουλευτής. Ἄν καὶ πάλιν ἡ Βουλὴ ἤκουσεν ἀναπτυσσόμενον τὸ ζήτημα τῶν γαιανθράκων, τὸ πολύπλοκον, καὶ τὸν ὁρμαθὸν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεγνώσθησαν, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ σχηματίσῃ γνώμην καὶ ἀποφανθῇ ἀμέσως περὶ τοῦ, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος πρώην Ὑπουργός, ἐξ ἀμελείας ἢ δόλου ἢ ἐξ οἱουδήποτε ἄλλου λόγου κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον. Ἡ ἐπανάληψις τῆς συζητήσεως, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων ἐπιτροπὴ θὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν, δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ νόμου, ἐξετάζουσα μάρτυρας καὶ ἔγγραφα, καὶ θὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, ἡ δὲ ἔκθεσις τῆς τοιαύτης τῶν πραγμάτων ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, διανεμομένη εἰς τοὺς βουλευτάς, τὰ ἔγγραφα καὶ μαρτυρίαι, κατατιθέμεναι εἰς τὴν Βουλήν, θὰ γίνωσι κτῆμα παντὸς βουλευτοῦ, ὅστις θέλει νὰ μελετήσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐν συνειδήσει. Ἡ πρότασις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, ἐπανελθόντος εἰς τὸ βῆμα καὶ ζητήσαντος τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, χωρὶς νὰ γίνῃ συζήτησις, εἶναι πρότασις, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐκτιμηθῇ ἔτι μᾶλλον, διότι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἀνήκει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς καὶ ἠδύνατο ἡ Βουλή, ἀκούουσα τὴν συζήτησιν, νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε καμμία πρόθεσις οὔτε ἀμελείας εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ δώσῃ, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ἄφεσιν τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ. Ἡ μόνη πρότασις αὐτοῦ, ζητήσαντος τὴν σύνταξιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, ἄνευ ἀντιρρήσεως καὶ προβῇ ἀμέσως ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν μελῶν τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς.
§136ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν προτίθεμαι ποσῶς νὰ ἐπέλθω εἰς τὸ ζήτημα, οὐδ’ ἐπιτρέπεται εἰς ἐμὲ νὰ ἀναμιχθῶ ποσῶς εἰς αὐτό. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ ἀποφασίσῃ, ὅ,τι ἐπιβάλλει αὐτῇ τὸ καθῆκον. Ἐγὼ κατήγγειλα μίαν πρᾶξιν. Θὰ εἶμαι εὐτυχής, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κατηγορηθεὶς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ μὴ κάμω μνείαν μιᾶς φράσεως, ἥτις διέφυγε τὸν κ. Βουλευτὴν, ὅτι ὁ κατηγορήσας, κατηγόρησεν ἐκ πάθους καὶ παρὰ πεποίθησιν...
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο δι’ ὑμᾶς.
§138ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τότε ἐγὼ κατέρχομαι, διαβεβαιῶ δὲ τὴν Βουλήν, ὅτι, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς διεχειρίσθη καλῶς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐγὼ πρῶτος θὰ τὸν χειροκροτήσω.
§139Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑπάρχει, κ. Πρόεδρε, μία πρότασις, ἡ ὁποία διετυπώθη συμφώνως πρὸς τὸν Κανονισμόν. Ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς ἐρωτήσατε, ἐὰν ἔχῃ τις τῶν κ. Βουλευτῶν τὸν λόγον, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ τὶς τὸν λόγον, θὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῆς προτάσεως. Ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν συμπερασμάτων τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὄχι ἐπὶ τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἀναμφισβητήτως εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὸν Κανονισμόν. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἵνα προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν περὶ συστάσεως ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὸ θέμα, δὲν νομίζω δέ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ γνωρίζῃ περὶ τοῦ θέματος. Ἀναγκαίως, κ. Πρόεδρε, θὰ ζητήσητε ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς, τὴν ὁποίαν οἱ ὑπογράψαντες ἔχουσι τὸ δικαίωμα ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ ὑποβάλλωσιν, ἐὰν ὑπάρχῃ τις, ὁ ὁποῖος νὰ θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν λόγον, θὰ προκαλέσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἔχει ὡς ἑξῆς: «Ἡ Βουλή, μετὰ τὰ λεχθέντα, προτείνει τὴν σύστασιν ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν γαιανθράκων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη προγενεστέρως». Ἔχουσιν ὑπογράψει περὶ τοὺς δέκα πέντε.
§141ΧΑΡ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Εἶναι αὐτή, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑπογράψει ὁ κ. Στράτος;
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§143Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κύριοι Βουλευταί, τὸ σπουδαιότατον ἐκ τῶν ἔργων τῆς Βουλῆς, ἐὰν θέλῃ νὰ παραμείνῃ, ὡς κατέστησεν αὐτὴν τὸ Σύνταγμα καὶ αἱ παραδόσεις, Σῶμα πολιτικόν, εἶναι ὁ ἔλεγχος, ὁ κοινοβουλευτικὸς καὶ κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἐλέγχου τούτου πρέπει νὰ τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Τὸ Σύνταγμα προβλέπει περὶ ἀνακριτικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐκλέγεται μετὰ συζήτησιν. Τὸ Σύνταγμα προβλέπει περὶ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται ἤδη καὶ ἡ ὁποία μετὰ συζήτησιν γίνεται. Τί ἐλέχθησαν εἰς προηγουμένην Περίοδον λήξασαν, αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον. Ἡ Βουλὴ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑποβάλλεται πρότασις περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς, ἔχει τὸ καθῆκον νὰ συστήσῃ τὴν Ἐπιτροπήν. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, ἤθελε δὲ ἀληθῶς ἐκπέσει τοῦ δικαιώματος αὐτῆς, εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν, χάριν τῆς ἰδιοτροπίας οἱουδήποτε βουλευτοῦ, ἤθελεν ἐκλέγεσθαι ἐξεταστικὴ ἐπιτροπὴ τῶν πραγμάτων, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τὸ θέμα. Ἔχει τὴν ἀξίωσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ ἀποφανθῇ μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ μετὰ τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἀποφανθῇ, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε, διατυπώσας πρότασιν περὶ συστάσεως ἐπιτροπῆς. Ἀναμφισβήτητον δικαίωμα καὶ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, συμμορφουμένου μὲ τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ, καὶ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν, τῶν ὑπογραψάντων τὴν πρότασιν, τὴν ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, εἶναι νὰ ζητήσωσιν, ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς σύστασιν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ δικαίωμα παντὸς βουλευτοῦ εἶναι νὰ ἐξετάσῃ πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεως, ἐὰν ὑπάρχῃ περίπτωσις συστάσεως ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐντεῦθεν ἐκφέρῃ διάφορον γνώμην ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν γνωρίζει οὐδὲ τὰ στοιχειώδη τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Ὑπὲρ τὴν ἀξιοπρέπειαν οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν εἶναι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητῶ καὶ τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγω, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ ἐξαλειφθῶσιν ἐκ τῆς προτάσεως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέλκουσι. Παρέλκει τὸ «μετὰ τὰ λεχθέντα», διότι τὰ λεχθέντα δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν πρότασιν περὶ ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Παρέλκει τὸ «ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν προηγουμένην Σύνοδον τῆς Βουλῆς....». Ἡ Βουλὴ, μετὰ τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Προέδρου, δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἄμεσον σύστασιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις, ὅπως τροποποιηθῇ ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν γαιανθράκων. Ὥστε διαγράφονται αἱ λέξεις «μετὰ τὰ λεχθέντα» καὶ «ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν γαιανθράκων, περὶ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη προγενεστέρως».
§145Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, σύμπασα ἡ Βουλὴ εἶναι ἑτοίμη νὰ ὑπογράψῃ τὴν πρότασιν, ἥτις ὑποβάλλεται σήμερον εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ Βουλὴ προβῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ὑποθέσεως, διὰ τῆς ὁποίας θέλει διαχυθῇ φῶς κατὰ πόσον ὑπάρχει περίπτωσις ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν, τὴν ἀφορῶσαν τὸν βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, μετὰ τὴν διαγραφὴν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Θὰ προσθέσω καὶ ἐγώ, ὅτι, ἵνα προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὰ στοιχεῖα τῆς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς τῆς παρελθούσης Περιόδου καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐκείνη ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς. Οὕτω δέ, ἔχοντες ἡμεῖς τὰ στοιχεῖα ταῦτα καὶ τὰ ἔγγραφα, θέλομεν δώσει τὴν ψῆφόν μας.
§146Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πρότασιν ἀναβολῆς ἄρα ὑποβάλλετε;
§147Θ. ΛΥΜΠΡΙΤΗΣ. Πρότασιν προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων.
§148Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Λαρίσης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται ἡ αἴτησις αὕτη νὰ παρακωλύσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἄν ἡ Βουλὴ ἤθελεν θεωρήσει ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων, δύναται νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Λυμπρίτου. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἔχει τὰ στοιχεῖα, ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὥριμος καὶ ἑπομένως ἡ πρότασις τοῦ κ. Βουλευτοῦ Λαρίσης δὲν δύναται νὰ παρακωλύσῃ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουσιν ὑποβληθῆ δύο προτάσεις. Ἡ πρώτη περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐκλογῆς μέχρι τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων καὶ ἡ δευτέρα περὶ ἐκλογῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς. Δύο προτάσεων ὑπαρχουσῶν, πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ ἀπωτέρα. Ἡ ἀπωτέρα εἶναι ἡ τῆς ἀναβολῆς καὶ ἑπομένως ἐρωτῶ τὴν Βουλήν: Δέχεται τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, μέχρι τῆς προσαγωγῆς τῶν ἐγγράφων; Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§150ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπέρριψε τὴν πρότασιν ταύτην καὶ ἑπομένως ἔρχεται δευτέρα πρότασις περὶ ἐκλογῆς τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν γαιανθράκων. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν;
§152ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Καλοῦνται ὡς ψηφολέκται οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Τσίμας καὶ Γ. Πελογονῆς, ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ὁποίων, ἄρχεται ἡ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία. Περατωθείσης τῆς ψηφοφορίας καὶ γενομένης διαλογῆς, προέκυψε τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα, ὅπερ καὶ ἐκφωνεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς). Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 231. Ἐξ ὧν ἠρνήθησαν 5. Ἔλαβον δὲ ψήφους:
| Κ. Καζαντζῆς | 190 |
| Ἐπ. Δηλιγιάννης | 223 |
| Ἀλέξανδρος Κανάρης | 210 |
| Ν. Βελέντζας | 200 |
| Κ. Σοκόλης | 204 |
| Μ. Γούδας | 202 |
| Γ. Καρπετόπουλος | 205 |
| Κ. Λομβάρδος | 212 |
| Ν. Γάτσος | 199 |
| Ἀθ. Κριμπᾶς | 182 |
| Κ. Φούμης | 185 |
| Κ. Γεράκης | 5 |
| Π. Φλῶρος | 14 |
| Π. Κράλης | 1 |
| Λυκ. Τσουκαλᾶς | 4 |
| Σ. Σπυρομήλιος | 3 |
| Γ. Πὼπ | |
| Χουσαμεδὶν Σαΐτ | 2 |
| Δ. Κλωνάρης | 2 |
| Ἐμμ. Ὑψηλάντης | 5 |
| Κ. Δόσιος | 16 |
| Ι. Δραγούμης | 3 |
| Γ. Μπούσιος | 4 |
| Θ. Λυμπρίτης | 4 |
| Μ. Δερλερὲς | 1 |
| Ἀλῆ Ντῖνος | 1 |
| Σ. Βαλαωρίτης | 1 |
| Ι. Λεωνίδας | 1 |
| Π. Βερθενιώτης | 1 |
| Α. Καραπάνος | 2 |
| Λουτφῆ Ὀμέρ | 1 |
| Ἀβδῆ βέης | 1 |
| Μ. Κοφίνας | 1 |
| Ἰ. Μαλάχ | 1 |
| Χ. Κοέν | 1 |
| Ν. Δημητρακόπουλος | 1 |
| Δ. Γούναρης | 1 |
| Σ. Σκουλούδης | 1 |
| Σ. Δραγούμης | 1 |
| Δ. Ράλλης | 1 |
| Σ. Χατζηγάκης | 1 |
| Α. Παναγιωτόπουλος | 1 |
| Π. Πρωτοπαπαδάκης | 1 |
| Δ. Καλλιμασιώτης | 1 |
| Δ. Βοκοτόπουλος | 1 |
| Ν. Γιαννουλᾶτος | 1 |
| Ν. Λεωνίδας | 1 |
| Σ. Κουμουνδοῦρος | 1 |
| Ν. Λεβίδης | 1 |
| Δ. Καζάκης | 1 |
| Χ. Βοζίκης | 1 |
| Ἰ. Ἀντωνιάδης | 1 |
| Γ. Τσίμας | 1 |
| Γ. Γαγάνης | 1 |
| Γ. Τζέγτζος | 1 |
| Λ. Γατένιο | 1 |
Ἑπομένως ἐξελέγησαν μέλη τῆς ἐξεταστικῆς τῶν πραγμάτων ἐπιτροπῆς οἱ κ. κ. Κ. Καζαντζῆς, Ἐπ. Δηλιγιάννης, Ἀλέξ. Κανάρης, Ν. Βελέντζας, Κ. Σοκόλης, Μ. Γούδας, Γ. Καρπετόπουλος, Κ. Λομβάρδος, Ν. Γάτσος, Ἀθ. Κριμπᾶς, Κ. Φούμης.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰς καὶ προτάσεις νόμων. Τὸ δεύτερον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§155Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς ἐμέ, ἐπειδή, πρόκειται περὶ νέας Βουλῆς, πολλοὶ δὲ τῶν κ. Συναδέλφων δὲν παρίσταντο κατὰ τὴν λήξασαν μοναδικὴν Σύνοδον τῆς τελευταίας Βουλευτικῆς Περιόδου, νομίζω, λέγω, ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ εἴπω ὅτι, κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς Βουλῆς, ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ περιθάλψεως τῶν ἀπόρων ἐπιστράτων. Τὴν εἰσήγησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τοῦ ἀποκρυσταλλωθέντος εἰς νόμον, ἐποιήσατο ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ὑπουργός. Δι’ ὡρισμένης διατάξεως τοῦ νόμου, κατηρτίσθησαν δύο ἐπιτροπαί, ἡ ἐπιτροπὴ ἡ πρώτη, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4, ὤφειλε νὰ συντάξῃ ἀκριβῆ κατάλογον, ἀναγράφοντα τὰ ὀνόματα τῶν ἐν ἑκάστῃ περιφερείᾳ οἰκογενειῶν, καὶ ἡ δευτέρα ἐπιτροπή, ἡ ὁποία θὰ ἐξήταζε κατὰ πόσον ἡ ἐνέργεια τῆς πρώτης ὑπῆρξεν ἀκριβής.
§156Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν μᾶς διαβάζετε...
§157Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ποῖον;
§158Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον.
§159Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ νομοσχεδίου, ἀλλὰ περὶ νόμου, ψηφισθέντος καὶ τεθέντος εἰς ἐφαρμογήν. Δυστυχῶς δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἡ ἔκδοσις Β. Διατάγματος πρὸς ἐφαρμογὴν τούτου ἐβράδυνε, διότι ὁμολογῶ ὅτι, λόγῳ τῶν ἐκλογῶν, δὲν παρηκολούθησα τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἀποδέχομαι καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι τὰ Β. Διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τούτου ἐξεδόθησαν ἐγκαίρως, ἀλλ’ ἐν πολλαῖς ἐπαρχίαις αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν συνῆλθον ἐγκαίρως, εἰδικῶς δὲ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ὀλυμπίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν καὶ κατάγομαι, ἡ δευτέρα ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐκ τοῦ νόμου εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ συνέλθῃ ἵνα ἐξελέγξῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς πρώτης ἐπιτοπίου, τῶν πρώτων τουτέστιν ἐπιτροπῶν, τῶν τοπικῶν κατὰ Δήμους, δὲν συνῆλθε καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας εἰδικῶς, ἐβράδυνεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε μέχρι σήμερον.....
§160Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἀνεστάλη;
§161Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὄχι. Ὥστε μέχρι σήμερον οὐδὲ ὀβολὸς ἐδόθη εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν δεομένων περιθάλψεως ἐπιστράτων.
§162Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ πρώτη ἐπιτροπή.
§163Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει, καὶ πολὺ ὀρθῶς, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ πρώτη ἐπιτροπή, διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου τῆς ἀποφάσεως τῆς δευτέρας ἐπιτροπῆς. Τότε ὑπάρχει τίς, ὁ ὁποῖος παρέλειψε τὸ καθῆκόν του, ὑπάρχει τὶ, τὸ ὁποῖον εἶναι κενὸν εἴτε ἐκ τοῦ νόμου, εἴτε ἐξ ἄλλης αἰτίας. Ἔλαβον τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἴσως περιῆλθε καὶ εἰς τὴν ἀκοὴν ὑμῶν, ὅτι ἐν τῷ πρώην Δήμῳ Βολάκῳ, τουτέστιν ἐν Ἀγουλινίτσῃ, αἱ γυναῖκες τῶν ἐπιστράτων ἐξετράπησαν εἰς κίνημα, οὐχὶ βεβαίως σύμφωνον πρὸς τὴν ἔννομον τάξιν. Ἐκράτησαν, ὡς γνωρίζετε, τὸ τραῖνον, διότι δὲν ἔλαβον οὐδὲ ὀβολόν, διότι οἱ σύζυγοι αὐτῶν εὑρίσκονται ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ τὰ ὅπλα, φυλάσσοντες τὸ ἔδαφος τῆς Πατρίδος καὶ τὴν τιμήν της, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι ἤθελον ἐκ τοῦ νόμου ἔχει βοήθημα, ἀλλ’ ἔμειναν ἄνευ τοιούτου, καὶ ἑπομένως στεροῦνται τῶν πρὸς τὸ ζῆν. Ἠναγκάσθην νὰ ζητήσω πληροφορίας ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ παρέστησε τὴν κατάστασιν πολὺ ἀνώμαλον.
§164ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Στενόχωρον.
§165Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Στενόχωρον. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν ὅ,τι συμβαίνει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ὀλυμπίας, συμβαίνῃ καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν Τριφυλίας, διότι εἰδικῶς ἐν Φιλιατροῖς, ὅπως ἔχω πληροφορηθῆ, πολλαὶ σύζυγοι, μητέρες τῶν ἐπιστράτων, τείνουσι τὸ ἑσπέρας ἐπαίτιδα χεῖρα εἰς τοὺς δυναμένους νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὰς ἓν βοήθημα. Ἤθελον παρακαλέσει, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἐδόθησαν εἰς ἄλλας ἐπαρχίας βοηθήματα καὶ μέχρι ποίου ποσοῦ ἐδόθησαν τοιαῦτα.
§166Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς δὲν μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετάσω, ἐὰν ἐκ τῆς ἀτελείας τυχὸν τῶν ἐπιτροπῶν δὲν κατεβλήθησαν τὰ βοηθήματα. Μοὶ ἐγένοντο παράπονα παραλείψεως ἐγγραφῆς προσώπων, δικαιουμένων εἰς βοήθημα, καὶ ταῦτα εὑρίσκονται ὑπὸ ἐκδίκασιν, εἴτε ἐνταῦθα, εἴτε εἰς σχετικὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ παράπονα, ὅτι δὲν κατηρτίσθησαν οἱ κατάλογοι, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ τὸ βοήθημα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς καταλόγους, δὲν διεβιβάσθησαν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Μοὶ διεβιβάσθησαν ὅμως πολλὰ παράπονα, ὅτι, καίτοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς καταλόγους, δὲν λαμβάνουσι βοήθημα. Βεβαίως ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι, ὅπου ἐπιτόπιαι εἰσπράξεις δὲν δίδουσιν εἰς τὰ ταμεῖα τὰ μέσα νὰ καταβάλλωσι καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποστέλλονται ἐκ τοῦ κέντρου χρήματα, καὶ ἴσως, λόγῳ ἀνεπαρκείας χρημάτων, νὰ λαμβάνωσι χώραν αὐτά. Ἀλλαγοῦ εἰς πολλὰ μέρη τὰ βοηθήματα ἔχουσι καταβληθῆ καὶ μέχρι Δεκεμβρίου. Εἴς τινα καθυστεροῦνται καὶ τῶν προηγουμένων μηνῶν. Τὸ ζήτημα τῆς καταβολῆς εἶναι ζήτημα χρημάτων. Ἐὰν ἐξ ἀνεπαρκείας χρημάτων δὲν ἐγένετο καταβολή, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι, ὁσάκις ἐγεννήθησαν παράπονα τοιαῦτα, ἔπραξε πᾶν τὸ καθ’ ἑαυτὸν, ἵνα ἐκ τῶν ἐνόντων μεριμνήσῃ περὶ χρηματικῆς ἀποστολῆς εἰς τὰ ταμεῖα, τὰ ἐντεταλμένα νὰ καταβάλωσι τὰ βοηθήματα. Τώρα, ἐὰν ὑπάρχωσι παράπονα σχετιζόμενα μὲ τὴν κατάρτισιν τοῦ καταλόγου, ἂς ὑποβληθῶσι, διὰ νὰ ἐνεργήσω.
§167Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Τὸ ζήτημα, ἐὰν δὲν περιελήφθησαν ὡρισμέναι οἰκογένειαι.....
§168Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ εἶναι ἄλλο.
§169Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. .. ἢ ὄχι ἐν τοῖς καταλόγοις, εἶναι δευτερεῦον;
§170Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως.
§171Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἐξεπληρώθησαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου.
§172Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποθέτω ναί.
§173Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Διότι παρέσχομεν μίαν ἐλπίδα εἰς τὰς οἰκογενείας ταύτας. Ἐὰν δὲν ἐψηφίζομεν τὸν νόμον τοῦτον, βεβαίως οἱ ἐπίστρατοι θὰ προσεπάθουν, κατά τινα τρόπον νὰ ἐξοικονομήσουν τὰς περιστάσεις, ἐφόσον ὅμως ἀφήκαμεν εἰς τοὺς ἐπιστράτους μίαν ἐλπίδα, νομίζω, ὅτι ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τὰς οἰκογενείας αὐτῶν.
§174Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐλπίδος, τῆς ἐκ τοῦ νόμου ἀπορρεούσης, πρόκειται περὶ τῶν παραπόνων, τῶν δικαίων, ὅτι ἄλλα μέρη ἐπῆραν καὶ τὸν Δεκέμβριον, κατὰ τὴν ρητὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνῷ ἄλλα μέρη δὲν ἐπῆραν οὔτε τὸν Ὀκτώβριον.
§175Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ζήτημα εὐπορίας τοῦ σχετικοῦ ταμείου.
§176Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Τότε νὰ χωρίσωμεν τὴν Ἑλλάδα εἰς εὔπορον καὶ μὴ εὔπορον.
§177Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ. Οἱ δικαιοῦχοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ λάβουν ἀπὸ τὰ ταμεῖα τὰ χρήματα, κατὰ τὸν νόμον. Ἐὰν τὸ σχετικὸν ταμεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον προσφεύγουν ἔχει χρήματα, τοὺς πληρώνει, ἐὰν δὲν ἔχει, ζητεῖ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ στείλῃ χρήματα. Βλέπετε αὐτὴ εἶναι ἡ φύσις τῶν πραγμάτων μεταξὺ δύο ταμείων. Τὸ ἕν, ἔχον χρήματα, ἐκπληροῖ τὰς ὑπαχρεώσεις του, χωρὶς οὐδεὶς νὰ ἐπεμβῇ, τὸ ἄλλο ζητεῖ τὴν ἐπικουρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν δύναται, στέλλει, ἐὰν εἶναι εἰς ἀδυναμίαν, δὲν στέλλει. Δὲν εἶναι διάκρισις, γενομένη, εἶναι ἡ φύσις τῶν ταμείων.
§178Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ὅπως τὸ θέτετε τὸ ζήτημα, πρέπει νὰ ἐξετασθῶσι ποῖα ταμεῖα δύνανται νὰ πληρώσουν καὶ ποῖα ὄχι.
§179Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶναι τὸ φυσιολογικὸν αὐτό. Θέλετε νὰ δώσωμεν διαταγὰς εἰς ἐκεῖνα τὰ ταμεῖα, τὰ δυνάμενα νὰ πληρώσουν, νὰ μὴ πληρώσωσι, διότι τὰ ἄλλα δὲν δύνανται; Ἐὰν ἐπιμένετε εἰς τὴν διάκρισιν, ποῦ κάμνετε, ἐκεῖ θὰ φθάσωμεν.
§180Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν κάμνω τὴν διάκρισιν. Σεῖς τὴν κάμνετε.
§181Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ ἀνακοινῶ ἕν γεγονός.
§182Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. (Δὲν ἠκούσθη).
§183Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ὁμιλήσω ἐγώ. Δὲν ἐπιτρέπω ἄλλας διακοπάς.
§184Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κ. Συνάδελφε....
§185Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐξ ὅσων εἴπατε, βεβαίως συνήγαγον πορίσματα, ὥστε νὰ ἀντικρούσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐν Τριφυλλίᾳ ἔγινε τὸ ἑξῆς παράδοξον. Διετάχθη ὁ ταμίας, ὅσα χρήματα εἶχεν ἐκ τῶν τοπικῶν εἰσπράξεων, ἐκ τῆς ἐπαρχίας, νὰ τὰ στείλῃ εἰς τὸ Ταμεῖον Μαντινείας. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ: Ἐφόσον ἡ ἐπαρχία Ὀλυμπίας ἦτο αὐτάρκης, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.....
§186Ι. ΣΠΕΝΤΖΑΣ. Ἀλλοίμονον, ἐὰν καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχήν!
§187Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο. Εἶπον ὅτι, ἐνῷ τὸ Ταμεῖον Τριφυλλίας εἶχε χρήματα νὰ πληρώσῃ τὸ βοήθημα, διετάχθη νὰ ἀποστείλῃ τὸ χρῆμα εἰς τὸ Ταμεῖον Μαντινείας.
§188Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρεξηγήσατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπον. Ὅταν εἶπον ὅτι τὸ τοπικὸν ταμεῖον ἔχει χρήματα, ἐνόουν τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν παρουσιάζεται ὁ δικαιοῦχος νὰ πληρωθῇ. Δὲν ἐνόουν ὅτι ἐκάμαμεν ἀπόφασιν, τὸ βοήθημα νὰ πληρώνηται ἐκ τῶν τοπικῶν εἰσπράξεων μόνον. Εἶναι ἡ φυσιολογικὴ λειτουργία τῶν ταμείων τὴν στιγμήν, καθ’ ἥν ἐμφανίζεται εἷς δικαιοῦχος, ἐὰν ἔχῃ χρήματα, θὰ πληρωθῇ, ἐὰν δὲν ἔχῃ, ἔστω διότι τὰ ἔστειλεν εἰς τὸ Ταμεῖον Μαντινείας, ἐπὶ παραδείγματι, δὲν θὰ πληρωθῇ βέβαια. Εἰδικῶς δὲ διὰ τὴν Τριφυλίαν ἐλήφθη πρόνοια ἐπειγόντως σήμερον,—ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μᾶς τὸ ἀνακοινοῖ ταύτην τὴν στιγμήν— ὅτι ἐδόθη διαταγὴ εἰς τὸ Λιμενικὸν Ταμεῖον νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ ταμεῖον χρήματα, ἵνα ἐξ αὐτῶν καταβληθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν περιθαλψιούχων. Γίνεται ὅ,τι εἶναι δυνατόν. Τὸ πρᾶγμα καταλήγει εἰς τοῦτο. Εἶναι ζήτημα χρήματος. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν ὁποῖον βλέπω ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου συχνότατα, καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν, προσπάθειαν μετ’ ἀγωνίας διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸ νὰ στείλῃ χρήματα.
§189Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Νὰ ληφθῇ γενικὸν μέτρον, διότι καὶ ἀπὸ τὰς Κυκλάδας ἔχω τηλεγραφήματα ἐπ’ αὐτοῦ.
§190Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ἐξ ὅσων ἀνεπτύχθησαν, ἀπεδείχθη ὅτι ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι, τῶν ὁποίων τὰ ταμεῖα ηὐπόρουν καὶ τὰ ὁποῖα ἐπλήρωσαν τὸ βοήθημα, καὶ ὑπάρχουν ἐπαρχίαι, τῶν ὁποίων τὰ ταμεῖα δὲν εἶναι ἐπαρκῆ διὰ νὰ χορηγήσουν τὸ βοήθημα καὶ δὲν τὸ ἐχορήγησαν. Εἰς τὴν Τριφυλλίαν δὲν ἐπληρώθη τίποτε. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τοὐλάχιστον νὰ σταλῇ ἕν ποσὸν χρημάτων, ὥστε νὰ πληρωθῇ τὸ ἐπίδομα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου, διότι φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἡ πεῖνα εἶναι κακὸς σύμβουλος, προκειμένου περὶ τῶν γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν γνωρίζουν ὅρια νομιμότητος, τῶν γυναικῶν τῶν ὁποίων οἱ σύζυγοι εἶναι μακρὰν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ κατὰ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἦτο δίκαιον νὰ ληφθῶσι μέτρα, ἐφόσον πεινῶσι. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ πληρώσωμεν τὸ βοήθημα τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου. Δὲν πρόκειται, κ. Βουλευταί, νὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν, ἀλλά, νομίζω, ὅτι ἐξ ὅσων θὰ ἀκούσητε, θὰ ἴδητε ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποβάλω, χωρὶς νὰ τὰ ἀναπτύξω, κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, θὰ ἔλθωσιν εἰς ἐπικουρίαν τῆς λήξεως τῆς ἀνωμαλίας, ἥτις κρατεῖ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ, καὶ ἑπομένως, ἂν μὴ κατὰ τὸ ὅλον, τοὐλάχιστον κατὰ μέρος, θὰ θεραπεύσωμεν τὰ δίκαια παράπονα τῶν ἀπόρων γυναικῶν. Ἐνόμισα λοιπόν, ὅτι εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν, μὲ τὰς μικράς μου δυνάμεις, νὰ ἐργασθῶ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικουρίαν τῶν ἀπόρων γυναικῶν, αἱ ὁποῖαι δικαίως ἀγανακτοῦσι καὶ εὑρίσκονται ἐκτὸς τῆς νομίμου τάξεως ἢ θὰ εὑρεθῶσι. Λοιπόν, λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς σεβαστῆς Κυβερνήσεως πρότασιν νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς εἰσφορᾶς, ἐφόσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις, ὑπὲρ τῆς περιθάλψεως τῶν ἀπόρων γυναικῶν, τῆς ὁποίας μόνον τὴν εἰσηγητήριον ἔκθεσιν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω. Ἐπίσης ἐνόμισα ὅτι εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ σκεφθῶ, ἐφόσον ἡ Πολιτεία ἐν τῷ παρελθόντι δὲν ἐσκέφθη ἐπαρκῶς περὶ τῶν ἀναπήρων τοῦ πολέμου. Διότι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ μελετήσω τὸν νόμον περὶ συντάξεων τῶν τραυματιῶν καὶ τῶν ἐκ τραυμάτων καταστάντων ἀναπήρων καὶ εἶδον, ὅτι δυστυχῶς ἡ Πολιτεία δὲν ἐμερίμνησεν ὡς ἔδει καὶ ὡς μεριμνῶσιν ἄλλα Κράτη, προκειμένου περὶ τῶν ἡρώων, οἱ ὁποῖοι ἐδιπλασίασαν τὴν Ἑλλάδα. Ἐσκέφθην νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως λαχείου ὑπὲρ ἀνεγέρσεως μεγάρου πρὸς συντήρησιν καὶ περίθαλψιν τῶν ἀπομάχων τοῦ πολέμου. Ἐπειδὴ ἡ ὥρα παρῆλθε, φρονῶ, ὅτι, ἀφοῦ θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ ἡ πρότασις αὕτη, θὰ μελετηθῇ παρ’ ὑμῶν, καὶ ἐὰν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ τὴν περιβάλητε διὰ τῆς νομοθετικῆς ὑμῶν ψήφου, νὰ τὴν περιβάλητε. Θὰ ἀκολουθήσητε κατὰ τοῦτο ἐκεῖνο, πού ἠκολούθησαν πολλὰ ἄλλα Κράτη, μᾶλλον ἡμῶν ἀνεπτυγμένα ἐν τῷ πολιτισμῷ. Τὴν πρότασιν ταύτην καταθέτω εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Ἤδη, ἀξιότιμοι κ. Βουλευταί, καίτοι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ἀπών, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς αἴτησιν συζύγου ἐφέδρου, ἀνήκοντος εἰς τὴν κλάσιν τοῦ 1892. Θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, νὰ μὲ ἐγγράψῃ διὰ τὴν αὔριον εἰς τὴν σειράν τῶν ἐρωτήσεων, ἵνα ἀναπτύξω τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι πάντες, νομίζω, ὅτι ἀναγνωρίζετε, ἐὰν ὄχι παρανόμως, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀδίκως, κρατοῦνται οἱ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐθνοφρουρᾶς εἰσελθόντες ἀπὸ τριῶν μηνῶν ἔφεδροι τοῦ 1892. Ἐπίσης ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Γρεβίτσης τῆς Ὀλυμπίας, διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι, καίτοι εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ κράτος οἰκονομικῆς δυσπραγίας φρικώδους, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν αἱ περιφέρειαι αὗται ὑπέστησαν μίαν θεομηνίαν ἐκ τῆς χαλάζης, διὰ τὸ ὁποῖον μάλιστα ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν τελευταίαν Σύνοδον τῆς ληξάσης Περιόδου ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς εἰσπράξεως τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐπειδὴ δὲ, καίτοι δὲν διενεμήθη τὸ ἐπίδομα εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων, ἐξακολουθεῖ ἡ καταδίωξις τῶν ἐναπομεινάντων κατοίκων, νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα, ἵνα διατάξῃ τὴν προσωρινὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου. Σχετικὴν τοιαύτην αἴτησιν ὑποβάλλω καὶ ἐκ τῶν κατοίκων Ζαχάρως, τοῦ πρώην Δήμου Ἀρήνης, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν συνεννοήσει μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐνθυμεῖται καλῶς, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον ἐψηφίσθη νομοσχέδιον περὶ ἐκποιήσεως ἐκ μέρους τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας ἵππων, ἀγρήστων διὰ τοὺς κατοίκους, ἐπ’ ἀνταλλαγῇ, ἐπειδὴ ἐκ τῆς ἐπιτάξεως δὲν κατωρθώθη εἰς πλεῖστα μέρη τῆς Πελοποννήσου νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐργασία πρὸς καλλιέργειαν τῆς γῆς. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ ἐν συνεννοήσει, ἄν εἶναι δυνατόν, μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὰ ἄχρηστα κτήνη, ὅσα πωλοῦνται ἐν δημοπρασίᾳ ἐν τῇ περιφερείᾳ τοῦ Βου Σώματος τοῦ Στρατοῦ, νὰ διατεθῶσιν ἐπὶ ἀνταλλαγῇ τῶν ἀποδείξεων, τὰς ὁποίας ἔχουν, ὅπως καλλιεργηθῇ ἡ γῆ.
§191Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Γίνεται τοῦτο. Ὅπου πωλοῦνται κτήνη, δέχονται ἀποδείξεις.
§192Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Εἰς πολλὰ μέρη δὲν δέχονται ἀποδείξεις πρὸς συμψηφισμόν.
§193Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τότε νὰ μοὶ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά.
§194Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§195ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μέλλων νὰ ἀπαντήσω δι’ ὀλίγων εἰς τὰ ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου προαγορεύσαντος λεχθέντα ἐπὶ τοῦ θέματος τῆς περιθάλψεως, ἀπαντῶ ὄχι μόνον πρὸς αὐτόν, ἀλλὰ καὶ πρὸς πάντας τοὺς ἄλλους ἀντιπροσώπους, οἵτινες ἐνεφανίσθησαν πολὺ εὐλόγως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ζητοῦντες ὁμοίας ἐξηγήσεις. Διότι νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἴσως γωνία τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ἥν δὲν συνέβη τοῦτο, τὸ ὁποῖον κατηγγέλθη ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀλλαχοῦ περισσότερον, ἀλλαχοῦ ὀλιγώτερον. Ὑπάρχουσι δὲ καὶ περιφέρειαι, αἵτινες οὐδόλως ἔλαβον χρήματα ἐκ διανομῆς ὑπὲρ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων. Τὸ πρᾶγμα εἶναι φυσικόν, καὶ ἴσως πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ταύτην τὴν ὥραν ὅτι ἐπταίσαμεν, ἐπολιτεύθημεν ἴσως, μεθ’ ὅσης ἔδει προσοχῆς, καθ’ ἥν ὥραν, μὴ ὑπολογίσαντες τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους, ἐψηφίσαμεν νόμον, δι’ οὗ ὡρίσαμεν καταβολὴν πέντε ἑκατομμυρίων δραχμῶν κατὰ μῆνα ὑπὲρ τῆς περιθάλψεως. Ἤγουν, ἐὰν διαρκέσῃ δώδεκα μῆνας ἡ αὐτὴ κατάστασις, χρειαζόμεθα δαπάνην ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Δὲν ἐσκέφθημεν ἴσως ἐπαρκῶς, ὅτι τὰ ἑξήκοντα ἑκατομμύρια ταῦτα ἀποτελοῦσιν ἴσως τὸν πρὸ ὀλίγου ἔτι καιροῦ προϋπολογισμὸν τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἐσκέφθημεν δὲ τοῦτο. — καὶ βεβαίως δὲν θὰ διστάσω νὰ ἀνομολογήσω τὸ σφάλμα τοῦτο, ἐὰν καὶ εἰς ἐμὲ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναγνωρισθῇ. — ὅτι, καθ’ ἥν ὥραν ἐψηφίζομεν, ὑπῆρχεν ἐν γνώσει, ὅτι διὰ πᾶσαν ἡμέραν παρερχομένην, πρὸς μόνην συντήρησιν τοῦ ἐν ἐπιστρατεύσει στρατοῦ ἀπαιτοῦνται 1.300.000 δρχ. Προσθέσατε εἰς τὰ ἔξοδα ταῦτα τῶν 12 μηνῶν τὰ 60.000.000 καὶ θέλετε ἴδει ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς ἄλλο τί, ἢ εἰς τοῦτο, εἰς ὅ ἐφθάσαμεν, νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὸ ἀδύνατον τῆς ἐκτελέσεως ἐκείνων, ἅτινα πάντες ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας πάντες ἡμεῖς, βουλευταὶ καὶ κυβερνῆται ἐψηφίσαμεν.
§196Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ ὅμως ὁ λαὸς φωνάζει.
§197ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ τὰ παράπονα αὐτοῦ εἶναι εὔλογα. Ἀλλά, παρακαλῶ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα καταπίπτουσιν ἀπέναντι ἐκείνης τῆς ἀπαντήσεως, ἥν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε ψιθυριζομένην ἐκεῖ, τῆς «οὐκ ἄν λάβοις παρὰ τοῦ μὴ ἔχοντος». Πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ὅσον ὑποφέρετε πάντες ὑμεῖς, ὑποβλέποντες εἰς τὰς περιφερείας, ὑποφέρομεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλ’ ἐξ ὅλης τῆς Ἑλλάδος, διότι πανταχόθεν τά παράπονα εἶναι τὰ αὐτά. Πιστεύσατε ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον αἰσθανόμεθα καὶ ἡμεῖς τὸ πρᾶγμα. Ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου ὅτι τὰ ταμεῖα, τὰ ἐπαρχιακά, τῆς περιφερείας ταύτης ἔδωκαν χρήματα, τὰ ταμεῖα, τὰ ἐπαρχιακά, τῆς ἄλλης περιφερείας δὲν εἶχον νὰ δώσωσι χρήματα καὶ δὲν ἔδωσαν· ὅτι τὰ ταμεῖα, τὰ ἐπαρχιακά, ὅσα εἶχον περίσσευμα χρήματος, ἐβοήθησαν ἄλλα ταμεῖα καὶ παρελείφθη νὰ λεχθῇ καὶ τοῦτο, ὅπερ πρέπει νὰ μνημονευθῇ, ὅτι ταμεῖα ἐπαρχιακά, διανείμαντα χρήματα εἰς τοὺς ἐν τῇ περιφερείᾳ αὐτῶν ἐπαρχιώτας, ἔστειλαν καὶ χρῆμα εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, διότι συνέπεσε νὰ εὐπορῶσι περισσότερον καὶ εὐπορήσαντα περισσότερον, ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον, τὸ κοινωνικόν, τὸ ἑλληνικόν, τὸ φιλάνθρωπον, ἐξετέλεσαν καὶ τὴν διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀφ’ ἧς ἐξηρτῶντο. Λοιπὸν τοῦτο συνέβη καὶ πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι, ὅταν ὁμιλῇ τις περὶ πασχούσης ἐπαρχίας, πρέπει νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι τὸ ταμεῖον, κατὰ σύμπτωσιν, εὑρίσκεται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ. Τὸ ταμεῖον εἶναι περιφερειακὴ ἀρχή, ἐξαρτωμένη ἐκ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Ὅ,τι πράττει, τὸ πράττει ὡς παράρτημα τοῦ δημοσίου θησαυροῦ, ὅστις εὑρίσκεται ἐνταῦθα ἐν τῷ κέντρῳ, ἀπαραλλάκτως, ὡς ἤθελε συμβῆ, ἐὰν ἐνταῦθα ἐλαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰ διάφορα ταμεῖα, τὰ ἐξαρτώμενα ἐκ τοῦ κεντρικοῦ ἐντὸς τῆς πόλεως. Τὸ κεντρικὸν ταμεῖον, ὁ θησαυρός, ὁ ἐν Ἀθήναις, εἶναι εἰς λίαν στενόχωρον θέσιν καὶ πολλάκις ἐτέθη τὸ ζήτημα ἄν καὶ ἐντεῦθεν ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ ἐπικουρία εἰς τοῦτο ἢ ἕτερόν τι ἐπαρχιακὸν ταμεῖον, καὶ πλέον ἢ ἅπαξ ἀπεδείχθη, ὅτι καὶ τὸ ταμεῖον τὸ κεντρικὸν δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ δώσῃ τὴν ἐπικουρίαν, δι’ οὓς λόγους εἶναι περιττὸν νὰ ἀναπτύξω περισσότερον ἐνταῦθα. Ἀπὸ μηνὸς ἐκεῖνοι, οἵτινες εὑρίσκονται εἰς περιφέρειαν, μὴ ἔχουσαν ἐπαρκοῦν χρῆμα, ζητοῦσιν ἀποστολὴν χρήματος. Ὅπου ὑπῆρχε καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ τοιαύτη ἐπικουρία, ἐσπεύσαμεν νὰ τὴν δώσωμεν. Εἶχον δὲ ἐντολὴν πάντες οἱ Ταμίαι νὰ ἔρχωνται ἐπίκουροι, ἐὰν τὸ ταμεῖον αὐτῶν εἶχε χρῆμα, εἰς τοὺς γείτονας. Ἀλλ’ ἐφόσον ὁ χρόνος προεχώρει καὶ ἐφόσον ὁ χρόνος προχωρεῖ, τὸ ρεῦμα τῆς ἀποστολῆς μοιραίως ἐλαττοῦται καὶ πρέπει νὰ εὐχηθῶμεν νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ νὰ στειρεύσῃ. Τοῦτο δὲν εἶναι βεβαίως παρήγορον εἰς ἐκείνους, οἵτινες πάσχουσιν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια, ἡ μεγάλη, ἡ δεινή, ἡ ὑπερτέρα ἀνάγκη. Διότι τὸ Κράτος σήμερον, ἕνεκα τῶν δύο πολέμων καὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἥτις πρέπει νὰ λογισθῇ ἴσως κατὰ τι χείρων ἢ ὁ πόλεμος, διότι παρακολουθεῖται καὶ ὑπὸ ἄλλων δεινῶν, τῶν τῆς ἀδρανείας, τῶν δύο τούτων πολέμων καὶ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἡ ἀνάγκη, ἀφῄρεσαν σχεδὸν πᾶσαν τὴν ἰκμάδα, ἥν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τῆς Ἑλλάδος, ὁ ἀπὸ μακρῶν ἐτῶν ἐν ἐλλείμματι. Ὅ,τι καὶ ἂν εἴπῃ τίς, εἶναι ἀδύνατον νὰ κατηγορήσῃ καὶ δυστυχέστατος εἶναι βεβαίως ἐκεῖνος, ὅστις ταύτην τὴν ὥραν εὑρίσκεται ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ δυστυχέστατοι εἶναι οἱ Κυβερνῆται, διότι, τὰ πάντα καταβάλλοντες ὅπως ἐπαρκέσωσιν, αἰσθάνονται καθ’ ἡμέραν, καθ’ ὥραν τὴν πρὸς τὰς τοιαύτας δαπάνας ἀδυναμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Αἰσθάνονται περισπασμοὺς πανταχόθεν καὶ δὲν ἐπαρκοῦσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τὰς πολλαπλασιασθείσας, αἵτινες πάντες βεβαίως εὐχόμεθα, τὸ ταχύτερον νὰ εὕρωσι πλήρη ἀντίληψιν, μεταβαλλομένης τῆς καταστάσεως· ἀλλ’ ἡ μεταβολὴ δὲν ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν. Διότι γνωρίζετε, ὅτι, ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις ταύτην τὴν στιγμὴν νὰ εἶχε κεκτημένην τὴν πεποίθησιν, ὅτι πᾶσα μεταβολὴ τῶν πραγμάτων, τῶν ὀργανωθέντων πρὸς ἀντιμετώπισιν κινδύνου, ὅστις μέχρι ταύτης τῆς ὥρας δὲν ἀπεδείχθη ὅτι ἐξέλιπεν, οὐδὲ μίαν ὥραν ἤθελε περιμείνει ἡ Κυβέρνησις, ἵνα ἀποστείλῃ εἰς τὰς πατρίδας αὐτῶν, τὰς ἰδιαιτέρας, τοὺς θαυμασίους ἐκείνους πολίτας, οἵτινες καρτερικοὶ ταλαιπωροῦνται ἐν τῷ στρατεύματι, ἔχοντες καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν ταλαιπωρουμένας. Εἶναι δυστυχεστάτη ἡ θέσις εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, διότι εἰς πᾶν τοιοῦτο παράπονον, γινόμενον ἐνταῦθα, δὲν δυνάμεθα ἄλλην, παρὰ ταύτην τὴν ἀπάντησιν, νὰ δώσωμεν. Ἀπὸ δύο ἑβδομάδων ἐκ περιφερείας τινός, οὐδὲν λαβούσης, μοὶ ἐζήτησαν χρήματα, διατάξας δὲ νὰ σταλῇ χρῆμα, —καὶ θὰ ὀνομάσω τὴν περιφέρειαν τῆς πόλεως Ζακύνθου,— καθημερινῶς ἐξετάζω καὶ μέχρι ταύτης τῆς στιγμῆς προσκρούω εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ στείλωμεν ἐπαρκές τι ποσὸν εἰς τὴν Ζάκυνθον. Ὅμοια ἐπαναλαμβάνονται καθ’ ἡμέραν. Μόλις ἔλθῃ ἡ αἴτησις, ἐπιμελεῖται αὐτῆς ὁ Διευθυντὴς τοῦ Γεν. Λογιστηρίου, κατὰ πάντα ἄξιος πάσης ἐμπιστοσύνης, ἀλλ’ ἡ ἐπιμέλεια αὐτοῦ ἀποβαίνει πολλάκις εἰς μάτην. Τί θέλετε νὰ πράξωμεν; Οἱοσδήποτε ἐξ ὑμῶν εὑρίσκετο, —καὶ δὲν θὰ ηὔχετο εἰς αὐτὸν τοῦτο ὁ εἷς τὰ οἰκονομικὰ ἀντιπροσωπεύων τὴν Κυβέρνησιν, — θὰ ᾐσθάνετο τὴν αὐτὴν δυσφορίαν, ἣν αἰσθάνεται ὁ ταύτην τὴν ὥραν ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς. Ὅ,τι καὶ ἂν λεχθῇ, εἶναι λόγοι πόνου, καὶ πόνου εἰλικρινοῦς. Ἀλλ’ οὐδεμία ἄλλη ἀπάντησις εἶναι δυνατόν, δυστυχῶς, νὰ δοθῇ ἐν ἀληθείᾳ, ἐκτὸς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἠναγκάσθην, ἵνα ἀνέλθω τὸ βῆμα καὶ δώσω.
§198Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Δὲν εἶναι δυνατόν. Ἡ συζήτησις δὲν ἐγενικεύθη.
§200Ε. ΓΑΡΟΥΦΑΛΙΑΣ. Ὄχι. Ἀλλ’ ἔχω ὑποβάλει σχετικὴν ἐρώτησιν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπήντησε συλλήβδην εἰς ὅλους τοὺς βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑποβάλει ἐρωτήσεις σχετικάς. Ἀλλὰ καὶ ἀπαντῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, προέβη καὶ εἰς δηλώσεις περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲν θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸν Κανονισμόν, ἀλλ’ ἀποτελεῖ δικαίωμα, ἵνα λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ συναινέσῃ, διότι δὲν ἐσυνήθισα οὔτε νὰ ματαιολογῶ, οὔτε καὶ νὰ κατηγορῶ.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ γενικευθῇ ἡ συζήτησις, κατὰ τὸν Κανονισμόν, πρέπει νὰ γίνῃ πρότασις, εἴτε ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἴτε ἐκ δέκα βουλευτῶν. Ἡ συζήτησις δὲ αὕτη δὲν ἐγενικεύθη. Ἐὰν θέλητε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν περὶ γενικεύσεως τῆς συζητήσεως, παρακαλῶ νὰ συμμορφωθῆτε μὲ τὸν Κανονισμόν. Λοιπόν, τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Βιτάλης.
§202ΛΥΚ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐγγεγραμμένος.
§203Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Καὶ ἐγώ.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων ἔχουσιν ὑποβληθῆ ἐρωτήματα ἐκ μέρους τῶν κ. κ. Πετροπουλάκη, Βαρδιτσιώτη, Καρελλᾶ, Βελέντζα, Στελλάκη, Κοσονάκου Καβαλλιεράτου καὶ ἐκ μέρους τοῦ κ. Τσουκαλᾶ. Ὁ κ. Βιτάλης, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ πρότασιν νόμου.
§205Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαπενταετίαν, κ. Βουλευταί, αἱ Βουλαί, αἱ πρόσφατοι, καθὼς καὶ αἱ πρὸ δέκα τριῶν ἐτῶν, ἐμερίμνησαν περὶ τῆς τύχης τοῦ ἐργάτου, τοῦ ὑπαλλήλου, τῆς βιομηχανίας, τῆς ναυτιλίας, γεωργίας κλπ. Καὶ εἶναι ἀληθές, ὅτι τῇ ἐποχῇ τῆς πλειονοψηφίας τοῦ ἀειμνήστου ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, χάριν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη παρ’ αὐτοῦ, κατόπιν μακρᾶς περὶ τούτου εἰσηγήσεώς μου ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ἐψηφίσθη νόμος περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ ἐπιτηδεύματος ὅλων τῶν ἄλλων κλάσεων. Ἔκτοτε αἱ κατόπιν Βουλαὶ ἐμερίμνησαν, ὥστε νὰ ἐξασφαλισθῇ τὸ ἡμερομίσθιον αὐτοῦ, ἡ ὑγεία, ἡ εὐρωστία καὶ ἀνάπαυσις τὴν ἑβδόμην ἡμέραν. Πλὴν τὰ μέτρα ταῦτα δὲν εἶναι ἀρκετά, καίτοι φιλανθρωπικά. Τοῦ νόμου δὲ τούτου θέλω σεβασθῆ, καθόσον καὶ τοιαύτην ἐντολὴν ἔχω παρὰ τοῦ ἐργάτου. Πλὴν ἔχει ἀνάγκην ὁ ἐργατικὸς κόσμος ἐν γένει, οἱ βιοπαλαισταί, ἑνὸς γενικοῦ νόμου, δραττομένης τῆς εὐκαιρίας, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν τύχην νὰ ἀντιπροσωπεύηται ὑπὸ Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἀποτελεῖται ἐξ ἐξεχόντων πολιτικῶν προσώπων, μεγάλης πείρας καὶ μὴ ἀπησχολημένων, τῶν πλείστων ἐξ αὐτῶν, εἰς σύστασιν κόμματος. Ἐπειδή, λέγω, ἡ Βουλὴ ἔχει τοιαύτην Κυβέρνησιν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω σχετικὴν πρότασιν νόμου. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπιβαρύνω τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους, τόσῳ μάλιστα, καθόσον αἱ ἐπανειλημμέναι δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν μοὶ ὑπηγόρευσαν τοῦτο. Πρόκειται περὶ συνταξιοδοτήσεως τῶν ἐργατῶν. Νὰ γίνῃ δὲ τοῦτο διὰ τοῦ αὐτοῦ συστήματος, δι’ οὗ ἡ Πολιτεία ἐφρόντισε νὰ συνταξιοδοτηθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους. Διὰ μικρᾶς καταθέσεως, νὰ λαμβάνουν σύνταξιν, ὥστε νὰ μὴ στερῶνται τοῦ ἄρτου. Πρόκειται περὶ τῶν γερόντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπερέβησαν τὸ 70ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, περὶ τῶν γερόντων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐπὶ 40 ἔτη. Ἄν ἡ Βουλὴ θέλῃ, ἂς υἱοθετήσῃ τὴν πρότασιν νόμου, ὡς καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂς ἀκολουθήσῃ τὸ ἑξῆς σύστημα, τὸ ἑλληνικόν, ἵνα μὴ εἴπω τὸ Γαλλικόν, τὸ Ἀγγλικόν, διότι ἡ Βουλὴ πρὸ πέντε ἐτῶν ἐψήφισε νόμον καὶ ἐπλήρωνεν εἰς συντάξεις ἐργατῶν τριακοσίας χιλιάδας διότι δύναται διὰ τῆς καταθέσεως τοῦ ὀβολοῦ των, καταθέτοντες, αἱ μὲν ἐργάτιδες 5–10 λεπτά, οἱ δὲ ἐργάται 10 –90 λεπτά, εἶναι ζητήματα λεπτομερειῶν, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ κανονίσῃ ἡ Βουλή, νὰ συντελέσωσιν, ὥστε νὰ λαμβάνωσιν οἱ ἐργάται σύνταξιν μηνιαίως, τόσην, ὅσην εἶναι ἡ κατάθεσις αὐτῶν ἡ ἐτησία. Δύναται μάλιστα, ἂν θέλῃ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, νὰ ἀναλάβῃ τὸ σύστημα τοῦτο, ἡ δὲ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς μόνον, ἂν θέλῃ νὰ κάμῃ ὡρισμένας οἰκονομίας, αἱ δὲ οἰκονομίαι αὗται δύνανται νὰ ἐπιτευχθοῦν εἰς αὐτὰ ταῦτα τὰ Ὑπουργεῖα. Ἐὰν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ εἰσέλθωσι τὴν πρωΐαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν των καὶ ρίψωσι ἕν βλέμμα εἰς τοὺς θαλάμους, θέλουσι παρατηρήσει ὅτι εἰς ἕκαστον θάλαμον ἐργάζεται εἷς ὑπάλληλος. Ἐξαίρεσιν ἀποτελεῖ ὁ κ. Προσωπάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ ὁποίου ἐργάζονται πολλοί. Ἐὰν οἱ κ. κ. Ὑπουργοὶ θελήσουν νὰ πυκνώσουν τοὺς ὑπαλλήλους, θὰ ἀπαλλαγῇ τὸ Κράτος πέντε καὶ δέκα οἰκιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἐνοικιασθῇ. Ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ υἱοθετήσῃ τὸ ζήτημα, μὴ ἀπελπιζομένη ἐκ τῆς κρούσεως τοῦ κώδωνος τοῦ οἰκονομικοῦ κινδύνου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι οὗτος, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς παρέστησεν εἰς ἡμᾶς χθὲς καὶ σήμερον τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς καχεξίαν, διὰ τῆς ἄλλης ὅμως χειρός, ὡς Κυβέρνησις, ὑπέβαλε νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιζητεῖται ὁ διορισμὸς τριῶν εἰσέτι ὑπαλλήλων, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν ὑπεραιμίαν ὑπαλλήλων.
§206Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ποῖον νομοσχέδιον εἶναι αὐτό;
§207Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ διανομῆς τοῦ σίτου.
§208Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐπιζητεῖται τίποτε δι’ αὐτοῦ.
§209Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Κακὴ ἀντίληψις.
§210Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κακὴ ἀντίληψις, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας ὅμως δὲν δύνασθε νὰ στηρίζητε τοιαύτας αἰτιάσεις. Τὸ νομοσχέδιον δὲν ζητεῖ τὸν διορισμὸν οὐδενὸς ὑπαλλήλου. Εἶπον, ὅτι δύνανται νὰ προσληφθοῦν τρεῖς ἰδιῶται, ἀλλ’ οἱ ἰδιῶται οὗτοι δὲν θὰ ὑπηρετῶσιν ὡς ὑπάλληλοι. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον λοιπὸν νὰ λέγητε πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναληθῆ. Ἔπρεπε νὰ ζητήσητε προηγουμένως πληροφορίας καὶ ἔπειτα νὰ μᾶς ἀπευθύνετε αἰτιάσεις ἀπὸ τοῦ βήματος.
§211Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐνόμισα, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ διορισθῶσι.
§212Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κακῶς ἐνομίσατε καὶ εἶναι πολὺ τετριμμένη ἡ αἰτίασις περὶ διορισμῶν καὶ παύσεων. Ὥστε δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἔρχεσθε καὶ νὰ ὁμιλῆτε ἐνταῦθα, ὥστε νὰ γεννᾶτε ἐντύπωσιν ἐπὶ μὴ ἀληθῶν πραγμάτων στηριζόμενος.
§213Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ ὀργισθῇ τοσοῦτον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν θὰ ἀνηρχόμην ἐπὶ τοῦ βήματος, δὲν θὰ δυνηθῆτε ὅμως νὰ διαψεύσητε, ὅτι παραπλεύρως τῆς Ἀγγλικῆς Πρεσβείας ἐνοικιάσθη οἴκημα....
§214Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μὴ προσπαθεῖτε δι’ ὑπαινιγμῶν νὰ δηλητηριάσητε ἐργασίαν, ἡ ὁποία γίνεται, καθ’ ὃν τρόπον πρέπει νὰ γίνηται. Τὸ οἴκημα ἐνοικιάσθη βεβαίως, διότι ἐκεῖ θὰ ἐγκατασταθῇ ἡ σχετικὴ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία θὰ ἀποτελεσθῇ ἐκ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Τραπέζης. Θὰ ἀποσπάσωμεν τοὺς ἀνωτάτους ὑπαλλήλους, διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς ἐργασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν γνωρίζω πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωμεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον διέπει τὸ νομοσχέδιον καὶ ὄχι αὐτό, τὸ ὁποῖον σεῖς θέλετε νὰ καταγγείλητε.
§215Κ. ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Καὶ μὲ τοιαύτην φειδὼ γίνεται ἡ ἐργασία αὕτη ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὥστε ἴσως νὰ παραβλάπτηται.
§216Α. ΒΙΤΑΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ προκαλῶ τὴν ὀργὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Διετύπωσα μίαν γνώμην, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ, ὥστε νὰ περιορισθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι εἰς τὰ ἀναγκαῖα γραφεῖα καὶ εἰς τὰ ἐξοικονομούμενα δωμάτια νὰ ἐγκατασταθῇ ἡ ἐπιτροπή. Καταθέτω τὴν πρότασιν νόμου καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐγκρίνῃ νὰ τυπωθῇ.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαζαχαρίου ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§218Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, καθόσον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶναι παρών.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Σκιαδαρέσσης, Βελλιανίτης, Βαλαωρίτης, Ζερβὸς, Σοκόλης καὶ Κόλλας, ὅπως καταθέσωσι καὶ ἀναπτύξωσιν ἀναφορὰν τῶν ἀπόρων οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων Λευκάδος.
§220Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Βεβαίως μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, θὰ νομισθῇ περιττεύουσα ἡ ἄνοδος ἐπὶ τὸ βῆμα. Ἴσως μάλιστα θεωρηθῶ καὶ ὡς καταχρώμενος τῆς προσοχῆς, μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ μὲ ἀκούει. Ἔτι δὲ μᾶλλον, ἀφοῦ ὑποχρεοῦμαι νὰ δηλώσω, ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τῆς περιθάλψεως, ἀφ’ ἧς ἦλθον ἐνταῦθα, οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλὰ καθ’ ἑκάστην, καὶ μάλιστα ἐπανειλημμένως, ἀπησχόλησα κατ’ ἰδίαν καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, καὶ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν, καὶ τὸν κ. Διευθυντὴν τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου. Δὲν πρόκειται ὅμως, Κύριοι, νὰ καταγγείλω σήμερον τὴν γενομένην παράβασιν καὶ νὰ ζητήσω τὴν ταχίστην τοῦ νόμου ἐφαρμογὴν καὶ τὴν ἀποστολὴν τῶν βοηθημάτων εἰς Λευκάδα, διὰ τοῦτον καὶ μόνον τὸν λόγον. Ἀληθῶς τὰ γεγονότα κραυγάζουσιν, ὅτι ἡ ἀνωτέρα βία ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε εἰς τὰς πλείστας τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ Κράτους, ὡς καὶ ἐν τῇ ἰδιαιτέρᾳ ἐπαρχίᾳ μου, δὲν ἐγένετο ἡ καταβολή. Τοῦτο εἶναι γνωστόν. Πρόκειται ὅμως ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ γνωρίσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ὕπαρξιν ἰδιαιτέρων τινῶν λόγων, ὧν ἕνεκεν ἐπιβάλλεται ὅπως ἐξαιρετικὴ ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν Λευκάδα, πρὸ πάσης ἄλλης ἐπαρχίας τοῦ Κράτους. Οἱ λόγοι οὗτοι καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην Περίοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐτονίσθησαν παρ’ ἐμοῦ, καὶ ἐτονίσθησαν μετὰ τόσης ἐπιμονῆς, ὥστε, ὀλίγου δεῖν, θὰ προεκάλουν ἴσως τὴν ἀγανάκτησιν αὐτῶν ἐκείνων, οἵτινες πάντοτε μετὰ τόσης προσοχῆς καὶ εὐμενείας μὲ ἠκροῶντο. Κύριοι, ἡ πρό τινων μηνῶν κατερειπωθεῖσα νῆσος τῆς Λευκάδος, εὑρίσκεται πλέον εἰς τελείαν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν, ὄχι μόνον ἐκ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν προηγηθέντων ἀλλεπαλλήλων σεισμῶν καὶ ἡ ἀσθένεια, ἥτις τὴν ἔφερε, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὸν θάνατον διὰ τῆς πείνης, ἐπεδεινώθη, ἀφότου ἐπῆλθεν ἐπιπλοκὴ τοῦ νοσήματος. Τοιουτοτρόπως εὑρισκόμεθα πρὸ τοιαύτης καταστάσεως ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἐκείνῃ, ὥστε νὰ δικαιολογῶμαι, ἐάν, καὶ μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ἐπιμένων καὶ ἱκετεύων καὶ ἐλπίζων ἀκόμη, ὑψῶ τὴν φωνήν μου καὶ ζητῶ, ἵνα παρασχεθῇ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως βοήθημά τι εἰς τοὺς ἀπέλπιδας πληθυσμοὺς τῆς Λευκάδος, ὧν οἱ προστάται εὑρίσκονται μακράν, πολὺ μακράν, εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Μακεδονίαν, ἀγογγύστως τὴν Πατρίδα ὑπηρετοῦντες καὶ φθείροντες χάριν αὐτῆς τὴν ὑγείαν καὶ τὴν ζωήν των, λησμονημένοι πέρα ἐκεῖ εἰς τὰ ψύχη καὶ τοὺς κόπους, δι’ ὧν ἐμαρτύρησαν ἐπὶ τόσους μῆνας εἰς τὸ Εʹ Σῶμα Στρατοῦ. Καὶ ἵνα μή τις νομίσῃ, ἀξιότιμοι Κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐγὼ ὑπερβάλλω τὰ πράγματα, διότι δὲν ἠκούσθη ἐκεῖθεν οὐδεμία ἄλλη φωνὴ διαμαρτυρίας, οὐδεμία κραυγὴ ὀδύνης καὶ ἀπογνώσεως, ὀφείλω νὰ γνωρίσω καὶ τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν: ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἔφθασαν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ἀπελπισίας, ὥστε πλέον νὰ μὴ διαμαρτύρωνται. Ἀπόκληροι τῆς ζωῆς, δὲν ἔχουσιν οὔτε τὴν δύναμιν νὰ κραυγάσωσι καὶ ὁ ρόγχος τῆς ἀγωνίας των δὲν φθάνει μέχρις ὑμῶν. Ἐλπίζω, ὅτι, ἂν ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει ὅλην τὴν προθυμίαν, σπεύσῃ νὰ ἐξεύρῃ καὶ τοῖς ἀποστείλῃ βοήθημά τι, θὰ τοὺς σώσῃ ἀπὸ τὸν βέβαιον θάνατον. Διότι πρόκειται, κ. κ. Βουλευταί, περὶ μιᾶς ἐπαρχίας, τῆς ὁποίας οἱ πλεῖστοι τῶν κατοίκων, καὶ μάλιστα οἱ γέροντες, αἱ γυναῖκες καὶ τὰ βρέφη, ἀφοῦ οἱ ἄνδρες αὐτῆς ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸ στράτευμα, πεινῶντες διαμένουσιν ἐν ὑπαίθρῳ, ὄχι μόνον ἄνευ προστάτου, ἀλλὰ καὶ ἄνευ στέγης, διότι τὸ Κράτος δὲν ἔχει οὔτε σκηνὰς νὰ τοὺς δώσῃ. Εἶδον ἐγὼ μητέρας, αἵτινες ἀλλόφρονες μὲ τὰ πεινῶντα βρέφη εἰς τὰς ἀγκάλας, περιέτρεχον, ἰσχναὶ καὶ ρακένδυτοι, ἀνὰ τὰς ὁδοὺς, ζητοῦσαι ἄρτον καὶ προστασίαν.
§221Γ. ΤΣΙΜΑΣ. Ἡ Λευκάς, κ. Βουλευτά, ἔχει τὸ ἀτύχημα νὰ ἔχῃ πολλοὺς ἀπόρους, ἀλλ’ ἔχει τὸ εὐτύχημα νὰ ἔχῃ καὶ πάρα πολλοὺς πλουσίους. Νομίζω ἑπομένως, ὅτι, ἀντὶ νὰ δώσῃ βοήθημα τὸ Κράτος, θὰ ἦτο πολὺ συντελεστικὸν νὰ γίνῃ εἰς τὴν Λευκάδα ἔρανος, ὅπως, διὰ κοινῆς συνεισφορᾶς, κατορθώσητε νὰ ἔλθητε ἀρωγοὶ εἰς τὰς πασχούσας οἰκογενείας.
§222Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἀμέσως. Ἐὰν ἔχητε τὴν εὐτυχίαν, ὅπως τὰ Καλάβρυτα συγκαταλέγωσι μεταξὺ τῶν κατοίκων τόσους πλουσίους, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἡ Λευκὰς δὲν ἔχει τὸ εὐτύχημα τοῦτο. Οὐδὲ θὰ ἐλαμβάνετε τὸ κόπον νὰ μὲ διακόψητε, ἐὰν ἐγνωρίζετε τὸ μέγεθος καὶ τὴν ἔκτασιν τῆς συμφορᾶς τῆς Λευκάδος. Οὐδεμία ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία θὰ ἦτο ἀρκετὴ νὰ ἐπουλώσῃ κἂν, ὄχι ποτὲ νὰ θεραπεύσῃ, τὰς πληγὰς τοῦ τόπου ἐκείνου. Ἀλλὰ σεῖς ἀγνοεῖτε τὴν δυστυχίαν μας, διότι, ὅταν ἐπῆλθον οἱ σεισμοὶ καὶ ἡ ἐπακόλουθος συμφορά, ἡ τότε Κυβέρνησις δὲν ἤκουσε τὰς εὐχὰς καὶ τὰς παρακλήσεις, τὰς ὁποίας καθημερινῶς ὑπεβάλλομεν, καὶ δὲν ἔστειλεν οὐδένα τῶν ἁρμοδίων, ἵνα ἀντιληφθῇ τὴν κατάστασιν τῶν δυστυχῶν ἐκείνων κατοίκων. Δὲν ἔστειλεν οὔτε τὸν σεισμολόγον ἀκόμη, τὸν ὁποῖον ἀπηύδησα ζητῶν. Ἡ παροῦσα ὅμως Κυβέρνησις ἐὰν δὲν ἔχῃ σήμερον τὰ μέσα, ἔχει ὅμως ὅλον τὸν ζῆλον, ὅστις, πρὸ παντός, ἀπαιτεῖται, ἵνα φανῇ ἀρωγός, ὅπως τοσάκις μοὶ ἐδηλώθη. Διὰ τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θὰ εἰσακούσῃ τῶν συστάσεων, τὰς ὁποίας καὶ σήμερον, καὶ κατ’ ἰδίαν ὑπέβαλον. Εὑρισκομένη δὲ ἀκόμη, καὶ πρὸ τῆς δηλωθείσης ἀνεπαρκείας τοῦ Κράτους, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ πάλιν δὲν θὰ ἐγκαταλείψῃ τοὺς δυστυχεῖς συμπολίτας μου, ἀλλὰ κατ’ ἐξαίρεσιν θὰ σπεύσῃ, ὅπως ἐξεύρῃ χρηματικόν τι βοήθημα ἵνα συνδράμῃ τὴν ἀγωνιῶσαν Λευκάδα.
§223Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ γίνῃ ὅ,τι δυνατόν.
§224ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ πράξωμεν ὅ,τι δυνάμεθα, ἵνα σταλῇ χρηματικόν τι βοήθημα.
§225Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, διαμαρτύρομαι συνάμα διὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐφηρμόσθη ὁ νόμος αὐτὸς τῆς περιθάλψεως. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν τὴν Βουλήν, πόσα χρήματα ἐστάλησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας διὰ τὴν περίθαλψιν ταύτην τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων καὶ εἰς ποίας ἐπαρχίας ἐστάλησαν.
§226Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κατόπιν τῶν λεχθέντων παρὰ τῶν ἀξιοτίμων κ. κ. προλαλησάντων, δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἂν ἡ διακοπή, ἡ γενομένη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, δὲν ἔδιδε λαβὴν εἴς τι, τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται πολὺ περίεργον. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ περίθαλψις εἶναί τι τὸ μὴ ὑποχρεωτικὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ διὰ φιλανθρωπίας. Αὐτὸ εἶναι δικαίωμα τοῦ πολίτου, τοῦ πάσχοντος, εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεκρίθη ὑπὸ τῆς πολιτείας ἡ παροχὴ εἰς αὐτὸν μιᾶς οἱασδήποτε συνδρομῆς. Μοὶ ἔκαμεν ὅμως ἐντύπωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτής, ὁ ὁποῖος τοὐλάχιστον μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς διεκρίνετο δι’ αἰσθήματα ὅλως ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσπαθεῖ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ἐπιδείξῃ. Θὰ ἦτο βεβαίως προτιμότερον, ὅπως ὅλη ἡ Ἑλλὰς ἀποτελῆται ἀπὸ ἑκατομμυριούχους, ὅπως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦσι τὰ Καλάβρυτα, ζήτημα τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ βεβαίως ὑπὸ ἰδιαιτέραν σημείωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅταν προσεχῶς θελήσῃ νὰ φορολογήσῃ τὰς περιουσίας τῶν πλουσίων, ἐφόσον ὅμως αὐτὴ ἡ πληθώρα τῶν ἑκατομμυριούχων δὲν παρατηρεῖται καὶ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας καὶ ἐφόσον ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὰς ἀπελπιστικὰς ἐκφράσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ προτείνω καὶ ἐγὼ τὴν λῆψιν μέτρου τινὸς σοβαρωτέρου. Νομίζω δέ, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ κάποιος φόρος, ἵνα ἐπαρκέσῃ τὸ Δημόσιον εἰς τὴν σοβαρὰν αὐτὴν ἀνάγκην τῆς περιθάλψεως τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν τῶν ἐπιστράτων, αἵτινες πραγματικῶς πεινῶσι. Προτείνω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν πρότασίν μου, ἐφόσον αὕτη θεωρήσῃ ταύτην ὡς πρακτικήν. Ἐκ τοῦ προσθέτου φόρου κοπῆς τοῦ καπνοῦ, ἐκ δύο δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν, εἰσπράττομεν κατ’ ἔτος ποσόν, κατὰ μέσον ὅρον, 2.600.000 δραχμῶν. Νὰ φορολογηθῇ μὲ πρόσθετον ἀκόμη δύο δραχμῶν, ἤτοι 5 λεπτὰ τὸ πακέτον, οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν ποσὸν δύο ἑκατομμυρίων ἑξακοσίων χιλιάδων. Νὰ διπλασιασθῇ τὸ χαρτόσημον τῆς ἀπειρίας τῶν αἰτήσεων πρὸς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσιν ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν, νὰ φορολογηθῶσι καὶ αὐτοὶ καὶ ἀντὶ πεντήκοντα λεπτῶν, νὰ γίνῃ μία δραχμὴ τὸ χαρτόσημον τῆς αἰτήσεως. Δύναται νὰ εἰσπραχθῇ ἓν μέγα ποσόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταῦτα καὶ νὰ ἐνεργηθῇ τι πρακτικὸν καὶ σκόπιμον, καθὼς καὶ ἄλλα μέτρα, ἅτινα ἐν καιρῷ δύνανται νὰ προταθῶσιν.
§227Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Κατόπιν τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἔχω νὰ προσθέσω, παρὰ μόνον, ὅτι, ἕνεκα τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξαν οἱ κ. Συνάδελφοι, πρέπει νὰ προτιμηθῇ ἡ ἐπαρχία τῆς Λευκάδος.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ληξάσης τῆς ὥρας, ἀναβάλλονται αἱ λοιπαὶ αἰτήσεις δι’ αὔριον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδοθέντος ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1915 Β. Δ. «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1915 συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, περὶ συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου δραχ. 5.000,000». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Δεκεμβρίου 1915 «περὶ κατασκευῆς οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν καὶ ζακχαρωδῶν οὐσιῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Δεκεμβρίου 1915 Β. Δ. «περὶ παρατάσεως τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου 668 τοῦ 1915 χορηγηθείσης προθεσμίας πρὸς καταβολὴν τῶν χρεῶν τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1912, 1913 καὶ 1914, ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου 1915 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τῶν ὅρων τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ ἄλλο νομικὸν πρόσωπον τῆς προμηθείας καὶ πωλήσεως θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1915 Β. Διατάγματος περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 668 περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν τινων ἐπὶ ἀκινήτων κλπ. καὶ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου καὶ τοῦ Διατάγματος τούτου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον)
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπάρχοντος ἑτέρου ἀντικειμένου συζητήσεως καὶ συναινούσης τῆς Βουλῆς, λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 5 μ. μ.
§234ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι. Ὄχι. Τὴν Δευτέραν, κ. Πρόεδρε, διότι αὔριον εἶναι τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Τὴν Δευτέραν ὥραν 5 μ. μ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 καὶ 35′ μ.μ.)