1916.01.28
1,237 rows · 9,367 words · 61 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ Δʹ.
ΤΗΣ 28 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1916
Προεδρία Ἀντιπροέδρου κ. Α. ΚΑΤΖΟΥΡΑΚΗ.
(Ὥρα 5 καὶ 30′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλῶ νὰ προσέλθουν καὶ δώσουν τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ μήπω ὁρκισθέντες Βουλευταί. (Προσέρχονται οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Θ. Χατζηδημητρίου, Α. Μαυρογορδάτος καὶ Δ. Βοκοτόπουλος, οἵτινες δίδουσι τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅρκον).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἀναγνωσθοῦν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§3Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον, παρακαλῶ, ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε, κ. Βουλευτά.
§5Χ. ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τοῖς πρακτικοῖς φέρομαι εἰπών, ὅτι ὑπάρχει καὶ καλόν τι εἰς τὰ πράγματα, ὅτι δηλαδή, ἐὰν ἡ Κέρκυρα δὲν κατελαμβάνετο ὑπὸ τῶν Γάλλων, θὰ κατελαμβάνετο ὑπὸ τῶν Ἰταλῶν, ὥστε νὰ παρουσιάζωμαι ὅτι εἶμαι καὶ εὐχαριστημένος, ὅτι κατελήφθη ἀπὸ τοὺς Γάλλους. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἐκ τοῦ ὅτι κατελήφθη ἡ Κέρκυρα ὑπὸ τῶν Γάλλων, ἐναπολείπεται ἡ ἐλπὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι θὰ ἐπιστραφῇ ταχέως ἡ Κέρκυρα εἰς αὐτήν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ συνέβαινε καὶ διὰ τοὺς Ἰταλούς, καὶ θὰ ἐκινδύνευεν ἡ Κέρκυρα καὶ τὸ Καστελλόρριζον νὰ ἔχωσι τὴν τύχην τῶν Δωδεκανήσων.
§6Χ. ΓΙΟΣΚΑΣ. Παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὰ πρακτικὰ ἀναφέρονται ὀνόματά τινὰ Βορειοηπειρωτῶν ὡς ἀρνηθέντων ψῆφον ἐμπιστοσύνης. Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω βαθυτάτην τὴν λύπην μου, ὅτι, ἐν ἀγνοίᾳ τῆς μελλούσης νὰ ὑποβληθῇ προτάσεως ἐμπιστοσύνης, εἴχομεν ἀποχωρήσει περὶ τὴν 4.30′ καὶ δὲν εἴμεθα ἐδῶ, διὰ νὰ περιβάλωμεν μὲ ἀμέριστον ἐμπιστοσύνην τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀφήσω ἀπαρατήρητον τὸ γεγονός, τὸ εὐτυχές, τῆς εἰσόδου τῶν Βορειοηπειρωτῶν ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς, χωρὶς νὰ ἀπευθύνω ἕνα θερμὸν χαιρετισμόν, τὸν ὁποῖον ἀπευθύνουν μετὰ παλμῶν αἱ καρδίαι τῶν Βορειοηπειρωτῶν, παλλόμεναι ἀπὸ τὸ πλῆκτρον τῆς ἐθνικῆς ἰδέας. (Χειροκροτήματα ζωηρά). Ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην ἡμῶν πρὸς ὑμᾶς, διὰ τὴν προστασίαν τοῦ δικαίου τῶν Βορειοηπειρωτῶν. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα). Ταυτοχρόνως, νὰ διαδηλώσω, διὰ τοῦ πανηγυρικωτέρου τρόπου, τὰς θερμοτάτας εὐχαριστίας καὶ τὴν εὐλαβῆ εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὰς περιϊπταμένας τὴν στιγμὴν ταύτην σκιὰς τῶν ἡρώων, τῶν συναγωνισθέντων μεθ’ ἡμῶν καὶ πεσόντων ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς τιμῆς, τῆς Βορειοηπειρωτικῆς. Ὁ χαιρετισμός μου, εἶναι περίπτυξις τέκνου πρὸς τὴν μητέρα, εἶναι τὸ καρδιοκτύπι τῆς λαχτάρας, ποὺ δοκιμάζει πᾶς ὁ βλέπων τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Αἱ δοκιμασίαι, αἱ πολλαπλαῖ καὶ ἀλλεπάλληλοι, ἀπὸ τῆς μιᾶς μέχρι τῆς ἄλλης μεταπτώσεως, τὰς ὁποίας διέρχεταί τις, κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας, καὶ αἱ πικρίαι τῶν ἡμερῶν αὐτῶν λησμονοῦνται τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἡ μεγάλη χαρὰ μᾶς ἀναγκάζει νὰ σᾶς ἐναγκαλισθῶμεν μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὰ στήθη σας, τὰ ὁποῖα ὀγκώνει ἡ εὐγενὴς φιλοπατρία, τὰ ἴδια αἰσθήματα ἐμφωλεύουν. Προστιθέμενοι εἰς τὸ πλευρόν σας, σύμβολον σταθερόν. Θὰ ἔχωμεν τὴν προστασίαν τῶν συμφερόντων τῆς Μεγάλης Πατρίδος. (Χειροκροτήματα).
§7Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Ὁ κ. Γιόσκας ὡμίλησεν, ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν Ἠπειρωτῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: —Αἰτήσεις τῶν κ. κ. 1) Κίμ. Ἀστερίου, βουλευτοῦ Λαρίσης, αἰτοῦντος τὴν χορήγησιν μηνιαίας ἀδείας ἀπουσίας, 2) Ἀχιλ. Ἐξάρχου, βουλευτοῦ Τρικκάλων, αἰτοῦντος τὴν χορήγησιν εἰκοσαημέρου ἀδείας ἀπουσίας, λόγῳ ἀσθενείας, 3) Ἀβδῆ Σεσμπέ, βουλευτοῦ Θεσσαλονίκης, αἰτοῦντος τὴν χορήγησιν μηνιαίας ἀδείας ἀπουσίας, καὶ 4) Κεμαλλεδὶν Σαλλίκ, βουλευτοῦ Δράμας, αἰτοῦντος τὴν χορήγησιν εἰκοσαημέρου ἀδείας ἀπουσίας. (Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, χορηγοῦνται αἱ ἄδειαι αὗται).
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὡσαύτως τὰ ἑξῆς: —Ὁ Σύνδεσμος τῶν Ἀνικάνων Συνταξιούχων Ἑλλήνων τραυματιῶν πολέμου 1912–1913 ὑποβάλλει αἴτησιν μετὰ διαφόρων αἰτημάτων. (Ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ἡ ἀναφορὰ αὕτη θέλει ἐκτυπωθῇ καὶ διανεμηθῆ). —Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Παλαιᾶς Οἰχαλίας, παρακαλεῖ, ὅπως παραχωρῶνται 30.000 ὀκάδες σίτου ἢ ἀλεύρων μηνιαίως εἰς τοὺς κτηματίας τῶν χωρίων τῆς Παλαιᾶς Οἰχαλίας. —Οἱ κάτοικοι Γκερλὶ τοῦ τέως Δήμου Ἀρμενίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποζημιωθῶσι διὰ τὰ ἐπιταχθέντα κτήνη των, στερούμενοι καὶ αὐτοῦ τοῦ ἄρτου. —Αἱ οἰκογένειαι τῶν ἐν Καλάμαις ἐπιστράτων, οἵτινες τυγχάνουσι μονογενεῖς, παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐξαιρεθῶσιν οἱ μονογενεῖς τῆς ἐπιστρατεύσεως. —Οἱ κάτοικοι τῶν ὀρεινῶν χωρίων Γρεβενῶν, Σμιξοίνα, Περιβόλι, Ἀβδέλα, Κηπουργιό, Κρανιά κλπ., παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποζημιωθῶσι διὰ τὰ ἐπιταχθέντα κτήνη των. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κ. Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμων: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 27 Δεκεμβρίου 1915 Νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὴν Στρατιωτικὴν Ποινικὴν Νομοθεσίαν». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 2 Δεκεμβρίου 1915 Νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος «περὶ μεταθέσεως τῆς ἕδρας παντὸς Στρατοδικείου ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ἢ πολέμου». καὶ 3) «Περὶ αὐξήσεως ἀριθμοῦ εἰσακτέων εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Σχολεῖον Εὐελπίδων καὶ κατακτέων εἰς τὸν λόχον ὑποψηφίων Εὐελπίδων, ὡς καὶ περὶ καθορισμοῦ διαρκείας σχετικοῦ ἔτους». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κ. Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ ὑποβάλλει σχέδιον νόμου: «Περὶ χορηγίας εἰς ἰδιώτας ὑλικοῦ τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ». Οἱ βουλευταὶ Κεφαλληνίας κ. κ. Μ. ΑΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛ-
ΛΙΕΡΑΤΟΣ. Α. ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΜΠΑΣΙΑΣ. Ν. ΡΑΥΤΟ-
ΠΟΥΛΟΣ, Κ. ΓΕΡΑΚΗΣ, Π. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ ΤΥΠΑΛ-
ΔΟΣ, Γ. ΜΑΡΚΕΤΟΣ, Ι. ΒΡΥΩΝΗΣ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου: «Περὶ Δημοτικοῦ δασμοῦ τοῦ Δήμου Ἀργοστολίου». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ ὑποβάλλει τὰ κάτωθι σχέδια νόμου: 1) «Περὶ ἐκπτώσεως μέρους ἐκ τοῦ ἐνοικίου δημοτικῶν ἢ κοινοτικῶν προσόδων τοῦ ἔτους 1915». 2) «Περὶ μεταρρυθμίσεως διατάξεων τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν ΧΜΗʹ νόμου τοῦ 1877 καὶ τῶν σχετικῶν αὐτῷ μεταγενεστέρων νόμων». 3) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τινῶν τῶν νόμων ΔΝΖʹ, ΔΡϞΖʹ 293 καὶ 641 περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων» ἐφόσον διαρκεῖ ἡ ἐπιστράτευσις». 4) «Περὶ κυρώσεως Β. Δ. ἀπὸ 6 καὶ 10 Νοεμβρίου 1915 «περὶ ὁρισμοῦ ἐκλογικῶν τμημάτων κλπ.» καὶ «περὶ ἰσχύος κλπ. τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου 258 εἰς τὰς Νέας Χώρας». 5) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 23 Δεκεμβρίου 1915 Νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τῶν ὅρων τῆς ἀναθέσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ ἄλλο νομικὸν πρόσωπον τῆς προμηθείας καὶ πωλήσεως θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους». Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κ. ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ ὑποβάλλει τὸν Προϋπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1915, ὡς διεμορφώθη διὰ προηγουμένων ἐπ’ αὐτοῦ δηλώσεων. Ἐπίσης ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδοθέντος ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1915 Β. Δ. «περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1915 συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος». «περὶ συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου δραχ. 5.000,000». 2) «Περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 12 Δεκεμβρίου 1915 «περὶ κατασκευῆς οἰνοπνεύματος ἐξ ἀμυλωδῶν καὶ ζακχαρωδῶν οὐσιῶν». 3) «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 12 Δεκεμβρίου 1915 Β. Δ. «περὶ παρατάσεως τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου 668 τοῦ 1915 χορηγηθείσης προθεσμίας πρὸς καταβολὴν τῶν χρεῶν τῶν χρήσεων τῶν ἐτῶν 1912, 1913 καὶ 1914, ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας». 4) «Περὶ κυρώσεως Συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος «περὶ παροχῆς δανείου δρχ. 1,650, 000». 5) «Περὶ χορηγήσεως προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν ἢ προεξόφλησιν παλαιῶν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον». Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§10Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 5 Νοεμβρίου 1915 Διατάγματος περὶ τῶν ὅρων τῆς ἐκθέσεως εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἢ ἄλλο νομικὸν πρόσωπον τῆς προμηθείας καὶ πωλήσεως θείου καὶ θειϊκοῦ χαλκοῦ». Ἐπίσης, σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως δύο Διαταγμάτων σχετικῶν μὲ τὰς ἐκλογάς, τὰ ἐκλογικὰ τμήματα καὶ τὰς ἐφορευτικὰς ἐπιτροπάς». Ἐπίσης, σχέδιον νόμου: «Περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων, ἕνεκα τῶν ἀναγκῶν τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστράτευσις ἐπέφερεν». Αὐτὸ εἶχεν ὑποβληθῆ καὶ εἶχε ψηφισθῆ εἰς δύο ἀναγνώσεις, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Περίοδον καὶ ἤδη ὑποβάλλεται ἐκ νέου μὲ τὴν μορφήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε, κατὰ τὴν τελευταίαν συζήτησιν. Ἐπίσης, ὑποβάλλω σχέδιον νόμου: «Περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν». Πρόκειται περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν, ἕνεκα τῆς καταστάσεως. Ἐπίσης, σχέδιον νόμου: «Περὶ κυρώσεως τοῦ νόμου «περὶ δικαιοπραξιῶν ἐπὶ τῶν ἀκινήτων». Κύριοι, προκειμένου νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν μέτρα νομοθετικά, ληπτέα διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ πλήρους ἐφοδιασμοῦ τῆς Χώρας καὶ τῶν ποικίλων εἰδῶν τῆς καταναλώσεως, εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν, νὰ δεχθῇ νὰ ἐκθέσω εἰς αὐτὴν πῶς ἔχει τὸ ζήτημα τοῦ ἐφοδιασμοῦ τῆς Χώρας. Ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ πολέμου, τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου τοῦ 1914, κατέστη δῆλον, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ἐπεκτάσεως τοῦ πολέμου, ὅτι θὰ ἐπήρχοντο δυσχέρειαι περὶ τὸν ἐφοδιασμόν, πασῶν μὲν τῶν Χωρῶν, ἰδιαιτέρως δὲ ἡμῶν, οἵτινες τόσα εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης εἰσάγομεν ἔξωθεν. Ἐπὶ τῇ προβλέψει ἢ ἐπὶ τῇ ἐμφανίσει τῶν δυσχερειῶν αὐτῶν, τὸ Κράτος παρενέβη καὶ διὰ διαφόρων νομοθετημάτων ἔλαβε πρόνοιαν, ἵνα προβῇ εἰς τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὅπως ἐπαρκέσῃ ἡ Χώρα εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῆς νέας καταστάσεως ἐδημιουργήθησαν. Καὶ πρὸς τοῦτο ἐψηφίσθησαν οἱ ἑξῆς νόμοι: Ὁ νόμος 460, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ διὰ συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου, διὰ τὰς μεταφορὰς τῶν ἑλληνικῶν προϊόντων, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ὁ νόμος 500, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἀναλάβῃ τοὺς κινδύνους τοῦ πολέμου διὰ τὰς μεταφορὰς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς, εἰς βάρος αὐτοῦ. Ἐπίσης ὁ νόμος 528, τῆς 3ης Ἰανουαρίου 1915, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπετράπη εἰς τὸ Δημόσιον, ἵνα ἀναθέσῃ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, διὰ τῶν Ὑπουργείων τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὴν ἀγορὰν σίτου καὶ ἀλεύρου ἢ ἄλλων δημητριακῶν, διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, πωληθησομένου ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Ἑλλάδι πρὸς ἰδιώτας, τοῖς μετρητοῖς, ἐπὶ τιμῇ τῆς ἀγορᾶς, αὐξανομένης κατὰ τοὺς τόκους καὶ πάντα τὰ ἔξοδα τῆς Τραπέζης, τοῦ Κράτους εὐθυνομένου πρὸς αὐτὴν διὰ πᾶσαν τυχὸν ζημίαν, ἥτις ἤθελε προκύψει. Διὰ τοῦ αὐτοῦ νόμου ἐπετράπη εἰς τὸ Δημόσιον, νὰ ἀναθέτῃ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ τὴν ἐπὶ πιστώσει, ἐπὶ παροχῇ τοιούτων εἰδῶν εἰς τοὺς συνεταιρισμούς. Ἕτερος νόμος, ὁ 663, ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιτάσσῃ καὶ νὰ διαθέτῃ πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην, διάφορα εἴδη καταναλώσεως, ἐπὶ ἀμέσῳ καταβολῇ τοῦ ἀντιτίμου. Ἕτερος νόμος, ὁ 651, ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἐξαγωγὴν εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, προϊόντων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ εἶναι χρήσιμα. Τέλος, πρὸ πάντων τούτων, ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1914, εἶχε ληφθῆ ἰδιαιτέρα πρόνοια περὶ τῶν γαιανθράκων. Καὶ ταῦτα μὲν εἶναι τὰ νομοθετικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν. Συνεπείᾳ δὲ τῶν ληφθέντων νομοθετικῶν μέτρων, ἐγένετο πρόνοια πολλαπλῆ καὶ ἐκ τῆς προνοίας ταύτης θέλω ἐκθέσει πρὸς ὑμᾶς ἐκείνην, ἥτις ἐλήφθη, ἐν σχέσει μὲ τὰ σιτηρά, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν ἐνεφανίσθη πρόβλημα, κατ’ ἐξοχὴν ἀκανθῶδες, κατ’ ἐξοχὴν δυσχερές, κατ’ ἐξοχὴν δυσεπίλυτον. Ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ πολέμου, κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1914, τὰ ἔξοδα καὶ ἡ δυσχέρεια τῆς μεταφορᾶς καὶ τῶν προμηθευτῶν ἀπεμάκρυναν τὸ ἐμπόριον ἀπὸ τῆς ἐργασίας ταύτης. Ἔδωκε λοιπὸν ἐντολὴν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, νὰ προβῇ αὐτὴ εἰς ἀγοράν, ἡ δὲ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἠγόρασε 60.000 τόννους σιτηρῶν. Βραδύτερον τὸ σιτεμπόριον τοῦ Πειραιῶς ἀνέλαβε θάρρος καὶ ἐζήτησε τὴν παρέμβασιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἵνα δι’ ἴδιον λογαριασμὸν ἐνεργήσῃ τὴν μεταφορὰν τῶν σιτηρῶν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα παρέσχε τὴν ἀρωγὴν αὐτῆς καὶ ἐπὶ προκαταβολῇ 10% ἐπὶ τοῦ ἀντιτίμου ἔκαμε προμήθειαν ἑτέρων 93.300 τόννων. Ὅταν ὅμως αἱ τιμαὶ τοῦ σίτου ἀνῆλθον εἰς τὴν Ἀμερικὴν καὶ ἐδημιουργήθησαν κίνδυνοι ζημιῶν, ὑψώθησαν δὲ καὶ οἱ ναῦλοι καὶ ἐδημιουργήθησαν κίνδυνοι ζημιῶν, ὡς ἐκ τοῦ ἐνδεχομένου ἀνοίγματος τῶν Δαρδανελλίων, τὸ ἐμπόριον ἀπέσχε καὶ τότε ἐκ νέου ἤρχισε νὰ γίνεται προμήθεια διὰ λογαριασμὸν τοῦ Δημοσίου παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Τότε ἡ Τράπεζα ἐζήτησε, ἵνα κατὰ τὴν σύναψιν περὶ προμηθείας συμφωνιῶν, συμπράξωσι καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ τοιουτοτρόπως, συμπραξάντων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἀνωτάτων ὑπαλλήλων, κατηρτίσθη μία Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀνέλαβε τὴν μέριμναν ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης περὶ τοῦ ἐφοδιασμοῦ τῆς Χώρας. Περὶ τῶν προμηθειῶν τοῦ σίτου, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς ἢ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Τραπέζης, τὸ πρῶτον, καὶ κατόπιν τῇ συμπράξει τῆς ἐπιτροπῆς ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1914, μέχρι σήμερον, ὑπάρχει πίναξ, τὸν ὁποῖον καταθέτω, καὶ ὁ ὁποῖος, τυπούμενος, θὰ δώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς λεπτομερείας ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1914 μέχρι τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1915. Δηλαδὴ ἐπὶ ἕν ἔτος ἠγοράσθησαν καὶ εἰσήχθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα 141.000 τόννοι σίτου διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους καὶ ἄλευρα, διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους, ἰσοδυναμοῦντα πρὸς πεντήκοντα ἕξ χιλιάδας τόννους. Εἰσήχθη δὲ διὰ μέσου ἰδιωτῶν καὶ ἄλλων καταστημάτων, σῖτος μὲν ἑκατὸν ὀκτὼ χιλιάδων τόννων, ἄλευρα δὲ ἀντιστοιχοῦντα εἰς σῖτον δέκα χιλιάδων τόννων. Ἐπειδὴ κατὰ τὴν 31ην Αὐγούστου 1914 μέχρι τῆς 31ης Αὐγούστου 1915 εἰσήχθησαν διακόσιαι τριάκοντα ἕξ χιλιάδες τόννοι, οἱ ὁποῖοι, ἀφαιρουμένου τοῦ ἀποθέματος τῶν δέκα ἕξ χιλιάδων τόννων, οἱ ὁποῖοι ὑπελείποντο, μὴ καταναλωθέντες, κατὰ τὴν 31ην Αὐγούστου 1915, δίδουσι τὸ ποσὸν τῶν 220.000 τόννων, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἔτους αὐτοῦ. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς καταναλώσεως εἶχε ληφθῆ πρόνοια περὶ προμηθείας καὶ εἰσαγωγῆς. Ὅτε ἐπῆλθεν ἡ ἐπιστράτευσις, αἱ ἀνάγκαι ηὔξησαν καταπληκτικῶς, ηὔξησαν κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀνέλπιστον. Ἡ αὔξησις ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐμφάνισιν ἐλλείψεως, ὥστε ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου ἤδη, ἀπὸ τοῦ τέλους Σεπτεμβρίου, ἀρχὰς Ὀκτωβρίου, παρετηρήθη ὅτι τὰ ἀναμενόμενα ποσὰ δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσουν μέχρι τῆς ἀφίξεως τῶν κατόπιν ἐρχομένων καὶ ὅτι τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπητεῖτο μέχρις ὅτου τὰ ποσά, τῶν ὁποίων θὰ διετάσσετο ἀμέσως ἡ φόρτωσις, φθάσωσιν ἐνταῦθα ἐκ Νέας Ὑόρκης, δὲν ἐκαλύπτοντο διὰ τῶν καθ’ ὁδὸν εὑρισκομένων φορτίων. Τοῦτο συνέπιπτε μὲ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἀνελάβομεν ἡμεῖς τὴν Κυβέρνησιν. Ἀμέσως παρετηρήθη ὅτι ὑπῆρχε κενόν, διότι τὰ φορτία, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἔλθωσιν, ἦσαν τόσα, ὥστε δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνου. Ἀμέσως ἐσκέφθημεν περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπικουρήσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτάς καὶ ἀπεβλέψαμεν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν σίτου ἐξ Αἰγύπτου καὶ ἐζητήσαμεν καὶ ἐπετράπη ὑπὸ τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ ἐξαγωγὴ δέκα χιλιάδων τόννων· ἀλλ’ ὅταν, ὑπὸ τῶν ἀποσταλέντων ἐκεῖ ὑπαλλήλων τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἐγένετο ἡ προμήθεια καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐξαχθῶσι, δὲν ἐπετράπη ἡ ἐξαγωγὴ καὶ ἑπομένως αὐτοὶ δὲν ἐξήχθησαν. Ἐστράφημεν τότε πρὸς τὴν Βουλγαρίαν καὶ ἀπεστάλη ἰδιαιτέρα ἀποστολή, ἵνα διαπραγματευθῇ τὴν ἐκεῖ ἀγορὰν σίτου. Ἡ ἀποστολὴ ἐκείνη ἦτο τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἔχουσα παρ’ αὐτῇ καὶ ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα διὰ τοῦ ἐκεῖ πρέσβεως, διεξαγάγῃ τὰς διαπραγματεύσεις, καὶ ὑπάλληλον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα διακανονίσῃ τὸ ἀκανθωδέστερον ζήτημα, ὅπερ ὑπῆρχεν, τῆς μεταφορᾶς. Μετὰ μακρὰς διαπραγματεύσεις, κατωρθώθη νὰ γίνῃ προμήθεια σίτου ἐκεῖ, νὰ συμφωνηθῇ δέ, ὅτι ἡ μεταφορὰ θὰ ἐγένετο διὰ παραχωρήσεως ὀκτὼ βαγονίων, καθ’ ἑκάστην, ἐκ μέρους τῆς Βουλγαρικῆς ὑπηρεσίας, προωρισμένων νὰ μεταφέρωσι σῖτον ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ τῆς Βουλγαρίας, τὰ ὁποῖα θὰ ἀντηλλάσσοντο μὲ ἡμέτερα βαγόνια εἰς Ὀξιλὰρ καὶ θὰ ἤρχοντο εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα.
§11Γ. ΠΩΠ. Κατὰ ποῖον μῆνα ἐγένετο ἡ συμφωνία αὕτη; Ἦτο ἐν πολέμῳ ἡ Βουλγαρία, ἢ ἐν ἐπιστρατεύσει;
§12Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Βεβαίως, ἦτο ἐν ἐπιστρατεύσει, διότι ταῦτα ἐγένοντο, μετὰ τὴν ἰδικήν μας ἐπιστράτευσιν. Μετὰ τοῦτο ἐζητήσαμεν σῖτον ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐζητήσαμεν νὰ παρασχεθῇ ποσότης τις, ἔστω καὶ ἐπὶ ἀκουσία ἀποδόσει. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ αὕτη, καὶ ἐπειδὴ τὸ ἐκ Βουλγαρίας ἐφόδιον ἦτο ἐντελῶς ἀσήμαντον, εὑρισκόμεθα ἐκτεθειμένοι. Ἠγόρασεν ἡ Τράπεζα δύο πλοῖα, ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκοντο ἐν πλῷ. Ἐκ τῶν πλοίων τούτων, τὸ μὲν ἕν, τὸ «Τσάμπερλαιν», ἀγορασθὲν τὴν 3 Ὀκτωβρίου 1915, περιεῖχεν ἕξ χιλιάδας τόννους, ἀλλ’ ὁ σῖτος οὗτος ἦτο βεβλαμμένος καὶ ἦτο ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πάντες ἀντελήφθησαν, διότι ἦτο σχεδὸν κατεστραμμένος. Εἶχε συμβῆ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον πυρκαϊά, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἦτο ἠγκυροβολημένον ἐν Νέᾳ Ὑόρκῃ, διὰ νὰ σβεσθῇ δὲ ἡ πυρκαϊά, εἶχε γίνει χρῆσις ὕδατος, ὄχι θαλασσίου, κατὰ τὸ ταξείδιον δὲ ἐβλάβη ἔτι μᾶλλον καὶ ἦλθεν ἐδῶ εἰς πολὺ κακὴν κατάστασιν. Ἕνεκα τούτου τοῦ λόγου ὑπάρχει δίκη ἐκκρεμής, μεταξὺ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὡς ἀγοραστρίας καὶ τοῦ πωλητοῦ, ὁ ὁποῖος ἀξιοῖ, τὴν ἀξίαν τοῦ σίτου, ἐνῷ ἡ Τράπεζα, λέγει, ὅτι εὑρίσκεται οὗτος ἐν εὐθύνη, διότι, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸν ἐπώλησεν, ὡς ἐν καλῇ καταστάσει, ἦτο ἤδη βεβλαμμένος.
§13Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νομίζω, ὅτι διετάξατε πραγματογνωμοσύνην.
§14Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι, ἐγώ. Εἶναι ζήτημα τῆς Τραπέζης αὐτό. Τὴν τράπεζαν, ἡ ὁποία ἔχει ὁλόκληρον τὸ προσωπικόν, τὸ χρήσιμον, ἵνα διεξαγάγῃ τὰς δίκας αὐτάς, ἐνδιαφέρει τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπειδὴ ἐπ’ ὀνόματι αὐτῆς διεξήχθη ἡ πρᾶξις καὶ αὕτη λέγει, ὅτι ἡ προκειμένη βλάβη βαρύνει τὸν πωλητὴν καὶ ὄχι τὸν ἀγοραστήν.
§15Δ. ΣΠΗΛΙΩΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ποιότης, νομίζω, δὲν ἦτο καλή.
§16Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω τὰς λεπτομερείας. Ἡ Τράπεζα, λέγει, ὅτι δὲν ἠγόρασε βεβλαμμένον τὸν σῖτον, ἂν βλάβη προηγήθη τῆς πωλήσεως, βεβαίως αὕτη βαρύνει τὸν πωλητήν, ἐὰν ἐπῆλθε κατόπιν, φυσικῶς βαρύνει τὸν ἀγοραστήν, τὴν Τράπεζαν, ἢ τὴν ἀσφάλειαν. Λοιπὸν δὲν ἐφανταζόμην, Κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς μνείας τῆς ἀγορᾶς τοῦ φορτίου αὐτοῦ, ἐν κακῇ καταστάσει διατελοῦντος, καὶ περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τοῦ ὁποίου ἔχει ληφθῆ ἡ δέουσα μέριμνα, ἵνα προστατευθῶσι τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, δὲν ἐφανταζόμην, λέγω, ὅτι ἤθελεν ἡ Βουλὴ μεταβληθῆ εἰς Δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὑποβάλλωνται αἱ διάφοροι ἀντιρρήσεις. Ἐγὼ ἀνακοινῶ τὰ γεγονότα. Τὰ λοιπὰ θὰ τὰ ἀποφασίσουν τὰ Δικαστήρια, εἰς τά ὁποῖα ἔχουν προσφύγει καὶ ὁ μὲν, καὶ ὁ δέ. Ὀφείλω ὅμως νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν, διατὶ παρελήφθη ὁ σῖτος καὶ δὲν ἐγκατελείφθη. Ἦτο ἀνάγκη ἀπόλυτος καὶ αὐτὸν τὸν σῖτον ἔπρεπε νὰ τὸν παραλάβῃ, διότι ἦτο ἀπόλυτος ἔλλειψις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Συγχρόνως ἠγοράσθη καὶ ἄλλο φορτίον ἐκ Καλκούτας. Κατὰ τὰς πληροφορίας μου ἦτο ἐξαιρέτου ποιότητος καὶ δὲν ἐγεννήθη ἐν αὐτῷ οὐδὲν ζήτημα. Αὐτὰ ἦσαν τὰ δύο φορτία, τὰ ὁποῖα ἠγοράσαμεν, διὰ νὰ ἐπαρκέσωμεν, εἰς τήν, αἴφνης, συνεπείᾳ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐνσκήψασαν ἔλλειψιν. Ἡ ἐκ Βουλγαρίας εἰσαγωγὴ ὑπῆρξεν ἀσήμαντος, διότι ὁλόκληρος ὁ σῖτος, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, μέχρι σήμερον, δὲν ὑπερβαίνει τοὺς 30.000 τόννους, ὥστε δὲν ὑπολογίζεται εἰς τίποτε.
§17Δ. ΒΟΚΟΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὅλη ἀγορὰ πόσοι τόννοι εἶναι;
§18Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν γνωρίζω μέχρι ποίου ποσοῦ συνεφώνησαν. Συνεφώνησαν μέχρι γενναίου ποσοῦ. Ἀμέσως τότε, σὺν τοῖς μέτροις αὐτοῖς, ἐλήφθη καὶ τὸ μέτρον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ταχείας μεταφορᾶς ἐξ Ἀμερικῆς τοῦ σίτου, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο τότε ἐκεῖ ἠγορασμένος, ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ, ἡ μεταφορὰ αὐτή, ὑπῆρχεν ἀνάγκη πλοίων. Καὶ ἐδῶ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σημειώσω εἰς ὑμᾶς μίαν ἄλλην δυσχέρειαν, ἥτις ἐνεφανίσθη διὰ τὸν ἐφοδιασμὸν τῆς Χώρας καὶ πρότερον, ἰδίως ὅμως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, περὶ τῆς ὁποίας ποιοῦμαι λόγον, τὴν δυσχέρειαν τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἀναγκαίων ἀτμοπλοίων. Βεβαίως, Κύριοι, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τοσοῦτον ἀκμάζουσα ἡ ἑλληνικὴ ναυτιλία, ἐὰν ἡ ἑλληνικὴ ναυτιλία δὲν διέθετε τὰ ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα κατ’ εὐτυχίαν, τὸ Ἔθνος ἡμῶν διαθέτει, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἐξ ὅσων ἀντελήφθην, μὴ ὢν εἰδικὸς περὶ τὰ πράγματα, ὅτι ἡ Χώρα ἡμῶν θὰ κατεδικάζετο εἰς πεῖναν, διότι, ἄλλα πλοῖα, πλὴν τῶν ἑλληνικῶν, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνευρεθῶσιν οὐδαμοῦ, οὔτε ὁ ἐν πολέμῳ εὑρισκόμενος μέγας Ἀγγλικὸς ἐμπορικὸς στόλος, οὔτε ὁ Γαλλικός, ὁ μικρότερος, οὔτε ὁ Ἰταλικός, ὁ ἀκόμη μικρότερος, οὔτε οὐδαμοῦ ἐν τοῖς οὐδετέροις, ὡς τῆς Ἀμερικῆς, Σουηδίας, Δανίας, ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῇ, διότι, συνεπείᾳ τοῦ ἀποκλεισμοῦ ὁλοκλήρου τοῦ Γερμανικοῦ ἐμπορικοῦ στόλου καὶ συνεπείᾳ τῆς χρησιμοποιήσεως ἀπείρων, φαίνεται, πλοίων, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐμπολέμων, τὰς μὴ ἐμπορικάς, τὰς πολεμικάς, συνεπείᾳ δὲ τῆς ηὐξημένης ζητήσεως πλοίων πρὸς εἰσαγωγὴν ἐξ Ἀμερικῆς εἰδῶν, μὴ ἐγκειμένων εἰς τὴν συνήθη κατανάλωσιν, ὑπῆρχε τοιαύτη ἔλλειψις πλοίων, ὥστε, ἐὰν δὲν εἴχομεν τὴν ἑλληνικὴν ναυτιλίαν, ἀπὸ τῆς ὁποίας καὶ μόνον ἐξυπηρετήθημεν, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφοδιάσωμεν τὴν Χώραν. Λέγω τοῦτο πρὸς καύχημα τῆς Χώρας, λέγω τοῦτο, διὰ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς μεγίστης σπουδαιότητος, τὴν ὁποίαν ἔχει ἐπὶ τὴν Χώραν ἡ ναυτιλία καὶ διὰ νὰ φανερώσω τὸ μέγιστον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ὅπως, παντὶ τρόπῳ, τὸν κλάδον τοῦτον περιθάλψωμεν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ ἀποκρύψω, ὅτι τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν προσέφυγε τὸ Κράτος εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, δὲν συνήντησε τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ ἀναμένῃ.
§19Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐδικαιοῦτο.
§20Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Οἱ ναῦλοι εἶχον ὑψωθῆ κατὰ τρόπον ἀπίστευτον, ἔχω δὲ ἕνα πίνακα γραφικὸν τῶν ναύλων, καθὼς καὶ τῶν τιμῶν τοῦ σίτου καὶ ἐξ αὐτοῦ προκύπτει ὅτι, ἐνῷ, κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου, τὸν Σεπτέμβριον τοῦ 1914, οἱ ἐξ Ἀμερικῆς ναῦλοι ἦσαν περὶ τὰ 20 σελλίνια, 21, 22 τὸν τόννον σίτου, οἱ ναῦλοι ἐβῆσαν διαρκῶς ὑψούμενοι, ὥστε κατὰ τὸ τέλος τοῦ Ὀκτωβρίου εὑρίσκοντα 30 σελλίνια καὶ καθ’ ἑξῆς, ἔφθαναν δὲ κατὰ τὰ τέλη τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1915 εἰς τὰ 90 καὶ σημειοῦνται ἤδη, εὑρισκόμενοι εἰς τὰ 145! (αἴσθησις).
§21Ι. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ὑπάρχει διεθνὴς κανονισμός.
§22Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Λέγω, ὅτι δὲν συνήντησα τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην νὰ ἐλπίζω, καὶ ἔθεσα ἕν γεγονός, ἄσχετον πρὸς τὴν προθυμίαν. Τώρα θὰ εἴπω περὶ τῆς προθυμίας. Τὸ γεγονός, ὅτι οἱ ναῦλοι ὑπέστησαν τοιαύτην ὕψωσιν, κάμνει, ὥστε νὰ σᾶς παράσχῃ τὴν ἔνδειξιν, ὁποία ζήτησις ὑπῆρχε πλοίων καὶ ἀποδεικνύει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, ὅτι ὑπῆρχε κολοσσιαία ἡ ζήτησις πλοίων. Ὅταν ἀπετάθη τὸ Κράτος ζητοῦν πλοῖα, διὰ νὰ ἐντείνῃ τὰς μεταφοράς του ἐξ Ἀμερικῆς, εὑρέθη πρὸ δυσχερειῶν, τὰς ὁποίας ἠδύνατο εὐκολώτερον νὰ ἐξοικονομήσῃ, ἐὰν μεγαλυτέρα ὑπῆρχεν ἡ προθυμία παρὰ πᾶσι τοῖς ἐφοπλισταῖς, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι μέγας ἀριθμὸς ἐφοπλιστῶν ἔκαμεν ὅ,τι ἠδύνατο, διὰ νὰ μειώσῃ τὰς δυσχερείας. Προσέφυγεν εἰς τὴν ἐπίταξιν τὸ Κράτος, ἀλλὰ τότε, μὴ ἐννοοῦντες οὔτε τοὺς ἐφοπλιστὰς νὰ ζημιώσωμεν, οὔτε ὑπὲρ τοῦ Κράτους νὰ συνάψωμεν ἀναγκαστικὸν δάνειον, διότι, ἐὰν, τελοῦντες πλήρη τὴν ἐπίταξιν, ἐλαμβάνομεν τὰ πλοῖα καὶ παρεπέμπομεν αὐτοὺς νὰ πληρωθῶσι τὸν ναῦλον ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου τῆς Ἐπιτάξεως, θὰ συνέβαινον δύο τινά: αὐτοὶ μὲν θὰ ἐστεροῦντο τοῦ ναύλου, ἀποτελοῦντος σπουδαῖον κεφάλαιον, ἡμεῖς δέ, τὸ Κράτος, θὰ ἐδανειζόμεθα αὐτὸ τὸ ποσόν, διότι αὐτὸν τὸν ναῦλον θὰ τὸν εἰσεπράττομεν, πωλοῦντες τὰ σιτηρά. Ἐκρίθη ὀρθόν, καὶ ἦτο ὀρθὸν, νὰ προσκληθῶσιν οἱ διάφοροι ἐφοπλισταί, ἅμα τῇ ἐπιτάξει τῶν ἀτμοπλοίων, νὰ συνάψωσι ναύλωσιν, οἵαν θὰ ἠδύναντο νὰ συνάψωσιν, ἄνευ ἐπιτάξεως, εἰς σύναψιν ναυλώσεως, ἧς συναπτομένης, θὰ ἐλύετο ἡ ἐπίταξις καὶ οὕτω ἡ ἐπίταξις θὰ ἐχρησίμευεν εἰς ἐξαναγκασμόν πρὸς σύναψιν ναυλώσεως. Ἐζητήθη ἀπὸ αὐτούς, ἵνα ἡ ναύλωσις αὕτη γίνῃ ὑπὸ ὅρους, κατὰ τὸ δυνατὸν εὐμενεῖς διὰ τὸ Κράτος. Ἐπεζητήθη μία ἔκπτωσις 15% ἐπὶ τοῦ ναύλου τοῦ τρέχοντος, τὴν ἡμέραν, καθ’ ἥν συνήπτετο ἡ ναύλωσις. Σημειώσατε, ὅτι ἡ ἔκπτωσις τῶν 15% ἡ ὀνομαστική, δὲν εἶναι 15, ἀλλ’ εἶναι ὀλιγωτέρα, διότι ἀπηλλάσσοντο τῆς μεσητείας, τὴν ὁποίαν ἐν ἰδιωτικῇ ναυλώσει θὰ ἐπλήρωνον. Δεύτερον, ἐδέχθησαν νὰ παρατείνουν δύο ἡμέρας τὸν χρόνον τῶν σταλιῶν αὐτῶν. Τρίτον, ἐδέχθησαν ὁ χρόνος τῶν σταλιῶν αὐτῶν, διὰ τῶν ὁποίων πληρώνεται τὸ πλοῖον, ἐὰν δὲν ἔχῃ ἐκφορτωθῆ ἢ φορτωθῆ, ὁ χρόνος ἐκεῖνος, νὰ πληρώνεται μὲ ἀντίτιμον, ἰσχῦον πρὸ τῆς ὑψώσεως τῶν ναύλων. Τέταρτον αἱ σταλίαι ἐκανονίζοντο, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι κατὰ τόννον, ἐνῷ μὲ τὴν ὕψωσιν τῶν ναύλων ἔλαβον καὶ αἱ σταλίαι ἀνάλογον ὕψωσιν. Διὰ τοῦ συστήματος τούτου ἐγένοντο ναυλώσεις πλοίων, καὶ διὰ τῶν οὕτω ναυλωθέντων πλοίων ἐγένετο ἡ μεταφορά. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐξακολουθεῖ μέχρι σήμερον. Διαρκῶς συλλαμβάνονται πλοῖα, διότι διαρκῶς ἐπιτείνονται αἱ ἀνάγκαι, ἐπιτείνονται δὲ αἱ ἀνάγκαι, διότι δὲν ἐμφανίζονται μόνον ἀνάγκαι σίτου, ἀλλ’ ἀπείρων ἄλλων εἰδῶν, καὶ ἐξ αὐτῶν σημειῶ, ὡς κατ’ ἐξοχὴν σημαίνοντα τὰ κάρβουνα, καὶ μὲ τὸ σύστημα αὐτὸ ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἐπιτάξεις. Εἶπον, ὅτι δὲν ἐδείχθη μεγάλη προθυμία. Καθορίζω τοῦτο, διὰ τῆς παρατηρήσεως ὅτι, ἐὰν πάντες οἱ Ἕλληνες ἐφοπλισταὶ προσεφέροντο νὰ ἀναλάβουν ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτοὺς τὴν χορηγίαν τῶν ἀτμοπλοίων των, θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ διατάξωμεν κατὰ σειρὰν τὴν τοιαύτην ὑπὸ τοῦ Κράτους χρησιμοποίησιν τῶν πλοίων, χρησιμοποίησιν, ἡ ὁποία δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι ἐπιζημία διὰ τοὺς ἐφοπλιστάς, ἀλλ’ ἡ ὁποία ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι στερεῖ αὐτοὺς πλεονεκτημάτων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκοντες, προσπαθοῦσι νὰ ἀποφύγωσι τὴν τοιαύτην χρησιμοποίησιν. Λέγω τοῦ πλεονεκτήματος, δηλαδή, ἀντὶ τοῦ ταξειδίου εἰς Ἀμερικήν, προσπαθοῦσι νὰ κάμωσι πολλὰ μικρὰ ταξείδια, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν εἰς τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, καὶ τὰ ὁποῖα ἀθροιστικῶς ἀποδίδουν μεῖζον ποσὸν ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς καταβάλλομεν διὰ τὸ ταξείδιον τῆς Ἀμερικῆς, ὅπερ, ἐπαναλαμβάνω, ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν τρέχουσαν τιμήν, μεῖον 15%. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν —καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ ἐγίνετο τοῦτο ὑφ’ ὅλων τῶν Ἑλλήνων ἐφοπλιστῶν— νὰ προσέλθουν πάντες οὗτοι νὰ δηλώσωσι τὰ πλοῖά των, νὰ τοῖς κανονίσωμεν ὑπηρεσίαν τῶν πλοίων τοιαύτην, ὥστε νὰ μὴ πίπτῃ τὸ βάρος δυσαναλόγως ἐφ’ ὡρισμένων ἀτμοπλοίων· τότε τὸ ζήτημα θὰ ἐλύετο κανονικῶς.
§23Γ. ΠΩΠ. Πῶς κατορθώνουν καὶ ἐκφεύγουν;
§24Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν τοὺς εὑρίσκομεν.
§25Γ. ΠΩΠ. Τὰ Προξενεῖα τί κάμνουν;
§26Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν τοὺς εὑρίσκουν. Δὲν τοὺς προφθάνουν.
§27Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νὰ διατάξητε ἀνάκρισιν καὶ θὰ εὕρητε αὐτά.
§28Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται νὰ διατάξωμεν ἀνάκρισιν. Ζητοῦμεν ἀπὸ τὰ Προξενεῖα. Ἀλλὰ καὶ τὰ Προξενεῖα πάλιν τὰ κρατοῦν διαρκῶς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι δίκαιον. Ἐὰν ἤρχοντο μόνοι των καὶ μᾶς ἔθετον εἰς τὴν διάθεσίν μας τὰ ἀτμόπλοιά των. Θὰ ἠδυνάμεθα νὰ τοὺς εἴπωμεν: Σὺ θὰ κάμῃς αὐτὸ τὸ ταξείδιον, σὺ θὰ κάμῃς αὐτό καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ οὕτω θὰ ἔπιπτεν ἀναλόγως τὸ βάρος εἰς ὅλους. Εἶπον λοιπόν, ὅτι δὲν ἐδείχθη μεγάλη προθυμία, καὶ τὸ καθορίζω τοῦτο, ὅτι, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ προθυμία, τὴν ὁποίαν προηγουμένως ἀνέφερα, παρὰ πᾶσι τοῖς ἐφοπλισταῖς, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γίνεται αὐτό, τὸ ὁποῖον γίνεται, αὐτὸ τὸ ἄδικον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπίταξις, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον εἶναι ὁπωσδήποτε μία ζημία καὶ βαρύνει ἐκείνους, τῶν ὁποίων συλλαμβάνονται τὰ ἐρχόμενα εἰς τὴν Ἑλλάδα πλοῖα.
§29Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αἰτία τούτου εἶναι αἱ κατὰ τόπους Προξενικαὶ Ἀρχαί.
§30Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν δυσκολεύομαι νὰ ἀναγνωρίσω καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτής, καὶ τὸ εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, ὅτι ἐν τούτῳ τῷ ἔργῳ τῆς κρατήσεως τῶν πλοίων, αἱ Προξενικαὶ ὑπηρεσίαι δὲν ἀνταπεκρίθησαν εἰς τὰς ἐλπίδας, τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ στηρίξωμεν ἐπ’ αὐταῖς. Ἄς μὴ λησμονηθῇ ὅμως, ὅτι πρόκειται καὶ περὶ προξενικῶν ὑπηρεσιῶν, ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ἀμίσθων, καὶ προξενικῶν ὑπηρεσιῶν, ἀνατεθειμένων εἰς ἀλλοδαπούς, καὶ ὅτι τοῦτο λέγων, ἀφήνω εἰς ὑμᾶς νὰ δώσητε καὶ ἑτέραν τινὰ ἑρμηνείαν διὰ τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτῶν ὡς ἀλλοδαπῶν. Ἐπυκνώθη, κατὰ τὸ δυνατόν, καὶ διὰ τῶν οὕτω πως ναυλωθέντων ἀτμοπλοίων ἡ μεταφορὰ σίτου. Ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1915 μέχρι τῆς 25 Ἰανουαρίου 1916 εἰσήχθησαν 188.511 τόννοι· ἐξ αὐτῶν οἱ 139.000 εἰσήχθησαν διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους.
§31Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Δύνασθε νὰ πληροφορήσητε τὴν Βουλήν, πόση εἶναι ἡ ἀναλογία τοῦ εἰσαχθέντος ἀριθμοῦ τόννων, αὐτὸ τὸ ἔτος, ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, ὡς καὶ τοῦ ἀντιστοίχου ἔτους;
§32Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Αὐτὸ ἀκριβῶς κάμνω. Σᾶς εἶπον, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, ποία ἦτο ἡ εἰσαγωγὴ καθ’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ἀπὸ Σεπτεμβρίου 1913 μέχρι Σεπτεμβρίου 1915. Ἐὰν σᾶς εἴπω ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους ἦτο 320.000 τόννοι, ποσὸν ἀντιστοιχοῦν εἰς ἕν ποσὸν μηνιαίας καταναλώσεως, τὸ ὁποῖον θὰ φανῇ κωμικὸν αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἰς 26.000 τόννους, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ κατανάλωσις τοῦ ἔτους, τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου. Ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου 1915 μέχρις 25ης Ἰανουαρίου 1916 εἰσήχθησαν, ὡς εἴπομεν, 188.511 τόννοι, ἤτοι μηνιαία κατανάλωσις 39.000 τόννοι. Ἀλλὰ καὶ πάλιν μὴ λάβετε αὐτοὺς τοὺς τόννους, τοῦ μέσου ὅρου τῶν μηνῶν ἀπὸ Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερον, ὡς ἀποτελοῦντας τὴν κατανάλωσιν τῶν τελευταίων τούτων ἡμερῶν, διότι ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερον, ἀπὸ μηνὸς εἰς μῆνα, γίνεται μία κατανάλωσις, ἡ ὁποία σχεδὸν εἶναι ἀπίστευτος, περὶ τῆς ὁποίας θὰ ἀποπειραθῶ μετ’ ὀλίγον νὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους. Λοιπόν, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ὅτι τὸ ποσὸν αὐτό τοῦ πρώτου ἔτους, τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον διάφορον τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσήχθη κατὰ τοὺς μῆνας Σεπτέμβριον, Ὀκτώβριον, Νοέμβριον, Δεκέμβριον καὶ μέρους τοῦ Ἰανουαρίου, δὲν εἶναι ἡ πραγματικὴ αὐτὴ διαφορά, διότι τὸν τελευταῖον μῆνα, π.χ., τὸν Δεκέμβριον, θὰ ἀκούσητε ἕνα ἀριθμόν, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς καταπλήξῃ. Ἀπὸ τῆς 22ας Δεκεμβρίου μέχρι τῆς σήμερον, ἢ μᾶλλον μέχρι τῆς 25ης Ἰανουαρίου, — εἶναι περίπου εἷς μὴν — εἰσήχθησαν ὑπὸ τοῦ Κράτους 47286 τόννοι σίτου, καὶ θὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ τὰ ἀτμόπλοια. (Ἀναγινώσκει πίνακα τῶν ἀτμοπλοίων). Τὸ ὅλον 47.286. Συγχρόνως, εἰσήχθησαν φορτία, δηλαδὴ ἰδιωτικά, μὲ τὰ ἑξῆς ἀτμόπλοια: (ἀναγινώσκει πίνακα). Τὰ ὁποῖα μᾶς κάμνουν 9.400, διότι ἡ «Νέα Ἑλλὰς» ἦτο πλήρης, ὁ «Γεράκης» καὶ ὁ «Γεράσιμος» ἦσαν μικρὰ φορτία. Τὸ ὅλον 56.000 ἀπὸ τῆς 22 Δεκεμβρίου μέχρις 28 Ἰανουαρίου, εἰσήχθησαν δὲ ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου, καὶ 20.600 τόννοι ἀλεύρι. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς 28ης Ἰανουαρίου μέχρι σήμερον, ἔχομεν ἓν φορτίον ἀλεύρι 5½ χιλιάδας τόννων καὶ ἰσοδυναμοῦν μὲ 7.000 τόννων σίτου. Τρία τμηματικὰ φορτία ἀλεύρων 5.000 τόννων καὶ ἓν φορτίον σίτου 5.000 τόννων, καὶ αὐτὸ ἦλθε χθὲς καὶ εἶναι ἀκόμη διαθέσιμον. Καὶ ἐν τούτοις μὲ ὅλην αὐτὴν τὴν κολοσσιαίαν εἰσαγωγήν, καθ’ ὅλους τοὺς μῆνας, ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου μέχρι σήμερον, ἰδίᾳ δὲ κατὰ τοὺς τελευταίους τούτους καιρούς, ἡ ζήτησις ἐξακολουθεῖ.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§34Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Προκειμένου περὶ ἐκθέσεως γεγονότων, δὲν χωρεῖ διακοπή. Ἀντιλαμβάνεσθε τὸ φαινόμενον αὐτό, εἰς τί ὀφείλεται; Βεβαίως εἰς κολοσσιαίαν αὔξησιν τῆς καταναλώσεως· ἡ ἐσοδεία ἐφέτος ὑπῆρξεν ἐλαχίστη, ἑπομένως εἷς λόγος αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως, εἶναι ἡ ἐπιστράτευσις, ἥτις οὐσιωδῶς ηὔξησε τὴν κατανάλωσιν, διότι οἱ στρατευόμενοι καταναλίσκουσι πολὺ περισσότερον· δεύτερος λόγος αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως εἶναι, ὅτι οἱ πρόσφυγες ηὐξήθησαν ἐν τῷ μεταξύ. Καὶ τοῦτο εἶναι εἷς τῶν λόγων αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως. Οἱ ξένοι στρατοί, οἱ εὑρισκόμενοι ἐν Ἑλλάδι, ὡς καὶ ἡ ἐπιμελητεία αὐτῶν, τελοῦσι τὰς προμηθείας των χωριστά, ἐν τούτοις δὲν χωρεῖ ἀμφιβολία, ὅτι καταναλίσκουσι καὶ αὐτοὶ ἐκ τοῦ ἡμετέρου σίτου. Ἕτερος ὅθεν λόγος αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως. Ἡ ὕψωσις τῆς τιμῆς ὅλων τῶν ἄλλων τροφίμων φέρει αὔξησιν τῆς καταναλώσεως τοῦ ἄρτου καὶ συνεπῶς τοῦ σίτου, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ λόγον αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως. Ἡ ποιότης τοῦ ἄρτου, ὅστις παρεσκευάζετο οὕτω, διότι, ὡς ἐκ τῆς διαρκοῦς ζητήσεως (καὶ μετ’ ὀλίγον θὰ σᾶς εἴπω, ὅταν θὰ ὁμιλήσω περὶ διανομῆς) ἀναγκάζονται νὰ δίδουν καὶ εἰς τὰ χωρία λευκὸν ἄρτον, ὁ ὁποῖος ὅμως καταναλίσκεται εἰς μεγαλυτέρας δόσεις, παρὰ ὁ συνήθης ἄρτος τῶν χωρικῶν, καὶ τοῦτο ἕτερος λόγος αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως. Ἀλλά, παρὰ πάντας τούτους τοὺς λόγους, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξηγηθῇ ἡ ζήτησις ἡ τεραστία, ἡ ὁποία ὑφίσταται, ἄν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, εἰσαχθέντος ἐν διαστήματι ἑνὸς μηνὸς τοῦ κολοσσιαίου αὐτοῦ ποσοῦ, δὲν ἔχετε νὰ κάμητε τίποτε ἄλλο διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε, ὁποία εἶναι ἡ κατάστασις, παρὰ νὰ μεταβῆτε ἐκεῖ ὅπου διατυποῦνται αἱ αἰτήσεις καὶ νὰ ἴδητε ὅτι ὅλος ὁ κόσμος ζητεῖ σῖτον. Διὰ νὰ ἐξηγηθῇ ἡ κολοσσιαία ζήτησις, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἡ ὄντως κολοσσιαία εἰσαγωγή, δέον νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει καὶ δύο ἄλλους παράγοντας, τὸν ἕνα, τὴν γεννηθεῖσαν σχεδὸν γενικὴν τάσιν πρὸς ἀποταμίευσιν, ἐπὶ ἐξασφαλίσει τοῦ μέλλοντος. Σχεδὸν εἰς ὅλας τὰς οἰκογενείας ἐγεννήθη ἡ πεποίθησις νὰ κάμωσι προμηθείας σίτου, ἵνα αὕτη ἐν στιγμῇ ἐλλείψεως σίτου, ἐπαρκέσῃ. Ὁ λόγος οὗτος ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ γνωστοῦ αἰτίου. Οὐχὶ ἅπαξ, οὐδὲ δὶς ἠπειλήθη ἡ Χώρα ἡμῶν διὰ πιέσεως, ἐκδηλουμένης διὰ δυσκολιῶν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν σιτηρῶν. Τοῦτο ἐγέννησε τὸν φόβον, ὅτι εἶναι δυνατὸν συμβῇ καὶ τέλειος ἀποκλεισμὸς τῶν σιτηρῶν, καὶ ἕκαστος σκέπτεται νὰ ἀποταμιεύσῃ ποσότητά τινα σιτηρῶν. Ἐκτὸς ὅμως αὐτοῦ, σπουδαῖος παράγων εἶναι καὶ ἡ ὑπὸ τὸ κράτος ὅλων αὐτῶν τῶν περιστάσεων ἀκάθεκτος ἀναπήδησις εἰς μέσα τάσεως πρὸς κερδοσκοπίαν. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω ὅτι τὴν τάσιν αὐτὴν πρὸς κερδοσκοπίαν, ἐκτρέφει καὶ εἷς λόγος, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω, ὁποῖον εἶναι τὸ πόρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φθάσω. Τὸν ἀνακοινῶ ὅμως ἀπὸ τοῦδε, ἵνα καὶ ἡμεῖς παρασκευάσητε ἐν τῇ διανοίᾳ ὑμῶν τὴν ἐπεξεργασίαν τοῦ θέματος. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι πωλοῦμεν τὸν σῖτον εἰς τιμὴν καταπληκτικῶς κατωτέραν ἀπὸ τὴν σήμερον τρέχουσαν εἰς τὴν Ἀμερικήν, διότι αἱ τιμαί, μὲ τὰς ὁποίας ἐπρομηθεύθημεν τὸν σῖτον, ὄχι μόνον τὸν μέχρι σήμερον εἰσαχθέντα, ἀλλὰ καὶ τὸν ὅσον οὔπω εἰσαχθησόμενον, εἶναι τοιαῦται, ὥστε μᾶς ἐπιτρέπουν νὰ πωλῶμεν πρὸς 46 λεπτὰ καὶ θὰ δυνάμεθα νὰ πωλῶμεν ἀκόμη 150.000 τόννους πρὸς 46 λεπτά, ἐνῷ ἡ τιμὴ τοῦ σίτου, ἡ μέση, ὅλου αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ καὶ τῶν 150.000 τόννων, οὕς δυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἀκόμη μὲ 46 λεπτά, ἡ τιμή, λέγω, ἡ τρέχουσα σήμερον ἐν Ἀμερικῇ, εἶναι κατὰ δέκα πέντε λεπτὰ μεγαλυτέρα. Συνεπῶς συντελοῦμεν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κερδοσκοπικοῦ πνεύματος, πωλοῦντες 46 λεπτά, ὅταν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἡ τιμὴ εἶναι 15 λεπτὰ μεγαλυτέρα καὶ ἑπομένως ὁ καθεὶς σκέπτεται ὅτι: τί θὰ κάμῃ τὸ Κράτος; Θὰ ἔλθῃ στιγμὴ ποὺ θὰ ὑψώσῃ τὴν τιμὴν καὶ θὰ κερδίσουν. Δὲν εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀνακοινώσω πόρισμα μελέτης, τὴν ὁποίαν κάμνω περὶ τοῦ μέτρου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ληφθῇ κατὰ τοῦ ἐλατηρίου τούτου τῆς κερδοσκοπίας, τοῦ προερχομένου ἐκ τῆς πωλήσεως, τῆς πολὺ εὐθηνῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ αἴτια, Κύριοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ ζήτησις. Πάντως ὅμως εἶναι ἐκτὸς ἀμφισβητήσεως, ὅτι ἕν οὐσιῶδες αἴτιον εἶναι καὶ ἡ σοβαρωτάτη αὔξησις πραγματικῶς τῆς καταναλώσεως, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὴν στιγμὴν αὐτήν, καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ μηνιαία κατανάλωσις πραγματικὴ οὔτε 45, οὔτε 50 χιλιάδων τόννων, ἕνεκα ὅλων τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἠκούσατε. Ἕνεκα τούτου ἡ πρόνοια περὶ μεταφορᾶς ἐξηκολούθησεν ὅσον ἔνεστι μεγαλυτέρα καὶ εἶναι ἤδη ἐν πλῷ, ἀποπλεύσαντα ἀπὸ τῆς 9ης μέχρι τῆς 16ης Ἰανουαρίου τρέχοντος ἔτους ἐξ Ἀμερικῆς καὶ ἀφικνούμενα ἀπὸ 5 ἕως 12 Φεβρουαρίου, καθ’ ὑπολογισμόν, ἀτμόπλοια δέκα τέσσαρα, περιέχοντα 61.000 τόννους. Τὰ ἀτμόπλοια ταῦτα ἐφορτώθησαν ἐντὸς ἑπτὰ ἡμερῶν εἰς τὴν Ἀμερικήν καὶ θὰ ἀφιχθῶσι συγχρόνως ὅλα. Ἐκτὸς αὐτῶν ἔχομεν καὶ ἀτμόπλοια, μέλλοντα νὰ ἀναχωρήσωσιν ἐξ Ἀμερικῆς, ναυλωμένα ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ μέλλοντα νὰ καταπλεύσωσι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, ἀπὸ 6, 7 Φεβρουαρίου μέχρις 7 Μαρτίου, κομίζοντα 54.000 τόννους. Πλὴν αὐτῶν, ἔχομεν καὶ ποσόν, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν ὡρίσθησαν ἀκόμη ἀτμόπλοια, 65.000 τόννων, ὥστε ἔχομεν ἐν ὅλῳ 180.000 τόννους, οὕς πάντας δυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν μὲ τὴν αὐτὴν τιμήν, τὴν ἠλαττωμένην, λόγῳ τοῦ ὅτι αὕτη ἀποτελεῖ τὴν μέσην τιμήν, διότι αἱ προμήθειαι ἐγένοντο ἐγκαίρως. Διότι σημειώσατε, ὅτι καὶ εἰς τὰς τιμὰς τῶν σιτηρῶν ἐπῆλθεν ὕψωσις. Ἔχω ἐνώπιόν μου γραφικὸν πίνακα, παρασκευασθέντα, καθ’ ὅν, ἐνῷ κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου, ἡ κατὰ τόννον εἰς δραχμὰς τιμὴ τσὶφ Πειραιᾶ ἀνέρχεται εἰς 277 δραχμάς, ἤδη ἀνέρχεται εἰς 430, σημειώσατε δὲ ὅτι ἡ ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου ὕψωσις εἶναι ἀπὸ 360 εἰς 430 καὶ ἐξακολουθεῖ ἡ ὕψωσις. Ἐφόσον, Κύριοι, αἱ προβλέψεις, αἱ γινόμεναι, ἦσαν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἐπαρκοῦν εἰς τὴν κατανάλωσιν, καὶ ἐφόσον δὲν εἶχεν ἐμφανισθῆ ἡ ἔκτακτος αὕτη ζήτησις, τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῆς Τραπέζης, ἥτις ἔχει ἀναλάβει τὴν προμήθειαν καὶ μεταφοράν, ἦτο ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερείας, ποὺ ἐξέθηκα. Ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως μὲ διαρκῶς προϊοῦσαν τὴν δυσχέρειαν, ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς. Διότι ἀπὸ τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ ἐπιστράτευσις μέχρι σήμερον ἐγεννήθη ἡ ἀνάγκη πλέον νὰ διανέμηται ὁ σῖτος, διότι δὲν ὑπῆρχεν ἐφόδιον ἐπαρκές, ἵνα ἕκαστος κατὰ βούλησιν προμηθευθῇ, καὶ ὑπῆρχε φόβος, διδομένου πλείονος εἰς τὸν ἕνα, νὰ ὑπάρξῃ ἔλλειψις τοῦ ἀπαραιτήτου εἰς τὸν ἕτερον. Ἡ ἐπιτροπή, ὅταν ἐνεφανίσθη τὸ ζήτημα τῆς διανομῆς, ἤρχισεν ἀπὸ ἕν σύστημα. Εἶπε: τὸ ἄλευρον τὸ ἀγοράζουν ἀπὸ τοὺς ἀτμομύλους καὶ τὸ ἀγοράζουν καὶ οἱ σιτέμποροι, λοιπόν θὰ δώσωμεν εἰς τοὺς ἀτμομύλους τῶν διαφόρων κέντρων τῆς Ἑλλάδος, θὰ ὑποχρεώσωμεν αὐτοὺς νὰ πωλοῦν εἰς τοὺς πελάτας των· θὰ παρακολουθῶμεν δέ, διὰ τῆς ἀστυνομίας, τὴν μεταφορὰν τοῦ πωλουμένου. Ἀνεκοίνωσε λοιπὸν εἰς τοὺς ἀτμομύλους, ὅτι «σοῦ δίδω σιτάρι· θὰ δίδῃς ἄλευρι εἰς τοὺς πελάτας καὶ θὰ μοῦ ἀνακοινώνῃς ποῦ θὰ μεταφέρεται, θὰ εἰδοποιῶ δὲ ἐγὼ τὴν ἀστυνομίαν νὰ μοῦ τηλεγραφῇ ὅτι «ἔφθασε, διότι ὑπῆρχε φόβος ὅτι οἱ ἀγοράζοντες τὸ ἄλευρι τὸ ἐκράτουν διὰ νὰ κερδοσκοποῦν. Συγχρόνως, τὰ αὐτὰ ἔπραττε καὶ διὰ τοὺς λαμβάνοντας σῖτον ἐδῶ. Τὸ σύστημα εἶναι ὡραῖον εἰς διατύπωσιν καὶ παρουσίαζε τὰς καλλιτέρας ἐλπίδας, ὅτι θὰ εὐδοκιμήσῃ. Ἐναυάγησεν ὅμως οἰκτρῶς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρακολουθηθῇ. Ἐδημιουργήθη εἷς κυκεὼν καὶ ἐναυάγησε. Σύστημα δεύτερον. Ἐσκέφθη ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ δίδῃ σιτάρι πλέον εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν μύλων πάσης τῆς Ἑλλάδος, τοὺς προσάγοντας πιστοποιητικά, καὶ τοὺς σιτεμπόρους, τοὺς ἀσκοῦντας ἐπιτήδευμα καὶ πληρώνοντας φόρον πρὸ ἑνὸς ἔτους, καὶ νὰ δίδῃ καὶ εἰς τὰς κοινότητας, πάντοτε ληφθείσης προνοίας περὶ εἰδοποιήσεως μεταφορῶν κλπ. Τὸ σύστημα τοῦτο ἐναυάγησεν οἰκτρῶς, ὅπως τὸ πρῶτον. Τρίτον σύστημα: νὰ δίδῃ εἰς τὰς κοινότητας, νὰ ἔρχωνται αἱ ἴδιαι κοινότητες νὰ λαμβάνωσι σιτάρι καὶ ἄλευρι, καὶ νὰ δίδῃ μόνον εἰς αὐτὰς καὶ ὄχι εἰς τὰ ἄτομα. Αὐτὸ ἐναυάγησεν οἰκτρότερον ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα, διότι αὐτὸ ἐνεφάνισε τὸ ἑξῆς θέαμα: Ἐξεκίνησαν ἀπὸ κάθε κοινότητα δεκάδες ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐδῶ καὶ περιεκύκλωσαν εἰς τὸν Πειραιᾶ τὸ κατάστημα τῆς Τραπέζης, ὥστε συνέβη τὸ ἑξῆς: μίαν ἡμέραν ἦλθέ τις τῶν κ. Βουλευτῶν, ὁ κ. Δούμας, καὶ μὲ παρεκάλεσε νὰ δώσω ἐντολὴν εἰς κάποιον ἐξ Ἰωαννίνων πολίτην νὰ τοῦ δώσῃ ὁ ἀστυνόμος σιτάρι. Τοῦ λέγω: «σιτάρι δὲν δίδει ὁ ἀστυνόμος, ἄλευρι ἴσως νὰ τοῦ δώσῃ, τὸ σιτάρι τὸ πωλεῖ ἡ Τράπεζα». Ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου καὶ τὸν ἐρωτῶ τί θέλει καὶ μοῦ λέγει, θέλω νὰ μοῦ δώσητε μίαν σημείωσιν εἰς τὸν ἀστυνόμον νὰ μὲ κάμῃ νὰ μπῶ εἰς τὴν Τράπεζαν, διότι εἶνε τόσος κόσμος, ὥστε δὲν ἠμπορῶ νὰ μπῶ μέσα! (Ἱλαρότης). Τόσον παταγωδῶς ἐναυάγησε τὸ σύστημα. Ἐγκατελείφθη καὶ αὐτὸ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπανῆλθεν εἰς τὸ ἀρχικὸν σύστημα. Εἶπεν εἰς τοὺς μεγάλους ἀτμομύλους: «θὰ σᾶς δώσωμεν ἄλευρι νὰ πωλῆτε εἰς τοὺς πελάτας σας, νὰ μᾶς εἰδοποιῆτε ποῦ θὰ εἰσέρχηται τὸ ἄλευρι, καὶ ἂν μὲν πρόκειται ὁ Α π.χ., ὁ ὁποῖος ἠγόρασε νὰ τὸ εἰσαγάγῃ εἰς τόπον, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχει ἤδη γίνει ἀποστολή ἀρκετή, δὲν ἐπιτρέπομεν· ἐὰν δὲν ἔχῃ γίνῃ ἀποστολή, σᾶς ἐπιτρέπομεν». Μὴ τὸ διαθέτετε σεῖς καὶ τὸ διαθέτει ἡ Ἐπιτροπή, διὰ τῆς Ἀστυνομίας, δίδουσα εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ ζητῶσιν. Αὐτὸ εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπό τινος χρόνου ἐκράτησε. Δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἐν τῇ μέχρι σήμερον ἐφαρμογῇ του λειτουργεῖ ἀπταίστως. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὅλα τὰ συστήματα ταῦτα τῆς διανομῆς, πρέπει νὰ θεωρηθῶσι ναυαγήσαντα. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἐν συνοπτικῇ περιγραφῇ ἡ μέχρι τοῦδε κατάστασις. Ἐπεράτωσα τὴν περιγραφὴν αὐτήν, διὰ τῆς ὁμολογίας ὅτι ὅλα τὰ συστήματα τῆς διανομῆς ἐναυάγησαν. Συμπληρῶ τὸ πόρισμα τῆς ἐκθέσεως, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔκαμα διὰ τῆς παρατηρήσεως, ὅτι ἐκεῖνον τὸν παράγοντα, τῆς τοιαύτης ἐντάσεως καὶ τῆς τοιαύτης ἐμφανίσεως τῆς ἀνεπαρκείας, κατὰ τοῦ ὁποίου ὀφείλομεν νὰ περιστείλωμεν τὴν κερδοσκοπίαν....
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν αἰσχροκέρδειαν.
§36Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἄς τὴν ὀνομάσωμεν οὕτω. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἐπαρκῶς, ἤδη δὲ καλούμεθα νὰ ἀντιμετωπίσωμεν εἰς τὸ μέλλον τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον ὅλοι τὸ βλέπετε ἐμφανιζόμενον ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τὸ ὁποῖον σᾶς περιέγραψα καὶ νὰ τὸ ἀντιμετωπίσωμεν ἐν μείζονι περιπλοκῇ, ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἴδομεν, διότι, μὴ λησμονῆτε, ὅτι ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ποικίλα ἄλλα εἴδη, τὰ ὁποῖα μέχρι σήμερον εἴχομεν ἐν ἐπαρκείᾳ, ἐκλείπουσιν ἤδη καὶ παρίσταται ἀνάγκη νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ εἴδη, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται μέριμνα διὰ τοῦ Κράτους...
§37ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡς ὁ ἀραβόσιτος.
§38Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ. Θὰ εὑρεθῶμεν καὶ πρὸ τῆς ἀνάγκης πλείστων ἄλλων εἰδῶν. Πρό τινων ἡμερῶν εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δώσωμεν ἐντολήν εἰς τὴν Τράπεζαν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ ἀραβοσίτου. Φοβοῦμαι, ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ ἄλλων εἰδῶν, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἔλλειψιν, ἀκόμη δὲ καὶ φαρμάκων, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἔλλειψιν ἐν τῇ Χώρᾳ, καὶ θὰ παραστῇ ἀνάγκη νὰ προμηθευθῶμεν ταῦτα διὰ τοῦ Κράτους. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν γαιανθράκων, τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τῶν ὁποίων εἶναι ἐπίσης σοβαρόν, ὡς καὶ τὸ τοῦ σίτου. Διατρέχομεν τὸν κίνδυνον μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ μείνωμεν ἄνευ φωτός, διότι ἐκλείπουσιν οἱ γαιάνθρακες. Καὶ μάλιστα, ἂν δὲν συνέπιπτε νὰ ἔλθῃ ἕν ἀτμόπλοιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας πρὸ μικροῦ, δὲν ἠξεύρω ἄν θὰ εἴχομεν σήμερον φῶτα. Εἶναι σοβαρώτατον τὸ πρόβλημα, διὰ νὰ φέρωμεν ἀπὸ τὴν Ἀμερικήν. Ἠκούσατε πρὸ ὀλίγου ποίους ναύλους ἠθέλομεν πληρώσει. Διὰ νὰ φέρωμεν γαιάνθρακας ἐκ τῆς Εὐρώπης, ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἀδείας τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως. Ὑπὲρ πάντα ταῦτα, Κύριοι, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν ἀνάγκην ἀκόμη, ἵνα διὰ τοῦ Κράτους μεριμνήσωμεν περὶ πολλῶν πραγμάτων. Εἶναι ἄλλωστε καὶ ὁ λόγος τῆς τηρουμένης ἀπέναντι ἡμῶν πολιτικῆς τῶν κρατουσῶν τῆς θαλάσσης ἐμπολέμων δυνάμεων. Διότι ἀπό τινος χρόνου ἐλήφθη ἀπόφασις, ἵνα θέσωσιν ὑπὸ περιορισμοὺς αἱ Δυνάμεις αὗται τοὺς οὐδετέρους μὲ τὴν αἰτιολογίαν ἢ πρόφασιν, ὅτι θέλουσι νὰ ἐμποδίσωσι τὸν ἐφοδιασμὸν τῶν ἐμπολέμων. Ζητεῖται οὕτω ὁ καθορισμὸς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θέλουσι νὰ χρησιμοποιήσωσιν οἱ οὐδέτεροι. Ἴσως μάλιστα αὐτὴν τὴν ἑβδομάδα μᾶς ζητηθῇ νὰ καθορίσωμεν τὸ ποσὸν τοῦ σίτου, τὸ ὁποῖον θέλομεν, ἵνα μᾶς ἐπιτραπῇ. Ζητεῖται νὰ διαβεβαιωθῇ τὸ ποσόν, τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐκ φόβου, ἵνα μὴ διατεθῇ τοῦτο ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐμπόλεμοι εἰς αὐτούς. Ἀναφέρω ἐπίσης ἕν παράδειγμα, τὸ πετρέλαιον. Ἐπίσης τὸ θεῖον. Κινδυνεύομεν νὰ μείνωμεν ἄνευ θείου. Ἡ Ἰταλία ἀρνεῖται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξαγωγὴν θείου διὰ τὴν Εὐρώπην καὶ θέλει νὰ προμηθεύσῃ ποσότητά τινα, ἡ ὁποία ἦτο καὶ κατὰ τὸ 1913, ἤτοι 15.000 τόννους, δέον δὲ νὰ προστεθῇ ὅτι τὰ πρόσωπα πρέπει νὰ ἀπολαύωσι τῆς ἐμπιστοσύνης, ὅτι δὲν θέλουν χρησιμοποιήσει τοῦτο ὡς λαθρεμπόριον, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἡμεῖς ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην τοῦ θείου, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὴν θείωσιν τῶν κτημάτων ἡμῶν. Παρόμοιον συμβαίνει διὰ τὸν θειϊκὸν χαλκόν. Ἐλπίζω ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ κάμωμεν τὴν προμήθειαν τοῦ ποσοῦ, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀνάγκην. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι παρουσιάζονται σήμερον πολλὰ ἐμπόδια καὶ πολλαὶ ἀτέλειαι, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία διεξάγει τὴν ἐργασίαν ταύτην. Διότι ἡ διεξαγωγὴ τῆς ἐργασίας ταύτης ἀνετέθη εἰς τὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία ἔχει προσωπικόν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι βεβαίως εἰδικὸν διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην καὶ τοῦ ὁποίου ἄλλως τε μέγα μέρος ἐκλήθη εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατεύματος, ἀνετέθη, λέγω, εἰς τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι εἰδικὸν διὰ τὴν διανομὴν τοῦ σίτου....
§39Γ. ΠΩΠ. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐδημοσίευσε δήλωσιν εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι οὐδεμίαν εὐθύνην φέρει, οὔτε διὰ τὸν τρόπον, οὔτε διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς διανομῆς. Ἑπομένως δηλοῖ ὅτι δὲν ἀναμιγνύεται παντάπασιν.
§40Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν φέρει εὐθύνην. Τὸ ἐδημοσίευσεν, ὅταν πλέον συνέβησαν ἐπεισόδια καὶ παράπονα ἐκ τῆς ἀναμίξεως. Λοιπόν, εἰς αὐτὴν τέλος πάντων ἀνετέθη καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὴν ἡ ἐπιλογὴ διαφόρων ἀνωτάτων δημοσίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλεσαν τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ὀργάνωσις. Ἡ ἔλλειψις λοιπὸν ὀργανώσεως ὑπῆρξεν εἷς λόγος τῶν ἀτελειῶν, αἱ ὁποῖαι ἐνεφανίσθησαν. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος ὑπῆρξε τῶν ἀτελειῶν τούτων, ὁ λόγος ὅτι οἱ διαχειριζόμενοι τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἦσαν ἐφωδιασμένοι ὑπὸ τῶν ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ἵνα ἐπιβάλωσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐν δεδομένῃ στιγμῇ ἤθελον κριθῆ χρήσιμα, ἵνα φθάσωσι πρὸς τὸν σκοπόν. Παρίσταται λοιπὸν ἀνάγκη, Κύριοι, ἵνα, κατὰ τὸ δυνατόν, ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν δυσκολιῶν, νὰ γίνῃ ὀργάνωσις τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, καὶ δὴ ὀργάνωσις αὐτῆς, ὡς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Καὶ ἀμέσως προβάλλει τὸ ἐρώτημα: Θέλομεν ὀργανώσει εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, δι’ εἰδικοῦ προσωπικοῦ, ἐπὶ τούτῳ προσλαμβανομένου; Νομίζω, τὸ πρᾶγμα, διὰ δύο λόγους, ἀποκλειστέον. Ὁ εἷς εἶναι, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν προσωπικὸν παρεσκευασμένον, ἵνα τοσοῦτο σοβαρὸν ἔργον ἐπιτελέσῃ ἐκ τοῦ προχείρου καὶ νὰ ἐγκαταστήσωμεν αὐτό, ἵνα τῷ ἀναθέσωμεν τὴν διαχείρισιν ἑκατοντάδων ἑκατομμυρίων διότι περὶ τούτου πρόκειται, καὶ περὶ οὐσιωδεστάτων διὰ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας ζητημάτων. Ὁ ἕτερος λόγος εἶναι ὅτι «αὐτὴ ἡ δουλειὰ» ἐλπίζομεν ὅτι δὲν θὰ εἶναι διαρκής, ὅτι μετ’ ὀλίγον χρόνον, μῆνας τινάς, ἴσως ἔτος, ἴσως περισσότερον, ἀλλὰ πάντως εἰς βραχὺν χρόνον, θέλει παύσει νὰ εἶναι ἀναγκαία. Ἑπομένως ἔθεσα τὴν βάσιν ἐν τῇ ὀργανώσει ταύτῃ, ὅτι πρέπει νὰ προΐσταται αὐτῆς μία ἐπιτροπή, τῆς ὁποίας νὰ συμμετάσχωσιν ἀνώτατοι ὑπάλληλοι τῶν Ὑπουργείων, τῶν ὁποίων μέγας ἀριθμὸς θὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὰ Ὑπουργεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνήκουσι καὶ θὰ ὑπηρετήσωσιν ἀποκλειστικῶς ἐν τῇ ἐργασίᾳ αὐτῇ. Θὰ ἐπιλεγῶσι δὲ μεταξὺ τῶν ἱκανωτέρων καὶ καταλληλοτέρων, ἵνα ἐπὶ τοῦτο ἐπαρκέσωσιν· ἀποκλειστικῶς θὰ ἀφιερωθῶσιν εἰς αὐτήν, παραμένοντες ὅμως δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἐκτὸς αὐτῶν, ὡς προσωπικὸν τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς, θέλουσι χρησιμεύσει καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς Τραπέζης ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον, ποικιλοτρόπως χρησιμοποιηθέντες, ἀπέκτησαν τὴν δέουσαν πεῖραν καὶ τὴν ἱκανότητα, ἵνα διαχειρίζωνται τὰ ζητήματα αὐτά. Ἡ Τράπεζα, κατ’ ἀνακοίνωσιν, γενομένην ὑπ’ αὐτῆς, δέχεται νὰ παραχωρήσῃ τὸ προσωπικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐχρησιμοποίει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ ἔργον αὐτό, καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου, τοῦ χρησιμοποιουμένου βοηθητικῶς πρὸς αὐτό, νὰ τὸ χρησιμοποιήσῃ καὶ ἐκεῖνο. Ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν ἰδεῶν κατήρτισε τὸ νομοσχέδιον. Περιέλαβον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτροπή, ἔχουσα ἀπὸ ὀκτὼ ἕως δέκα πέντε μέλη διοριζόμενα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, μεταξὺ τῶν ἀνωτάτων δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Τραπέζης, περιλαμβάνουσα δὲ καὶ κατὰ ἀνώτατον ὅρον τρεῖς ἰδιώτας, μὴ τραπεζικοὺς ὑπαλλήλους, μηδὲ τοῦ Κράτους, θὰ προΐσταται ὅλης αὐτῆς τῆς ἐπιχειρήσεως. Θὰ ἀποσπασθῶσι καὶ ὑπάλληλοι ἐκ τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἵνα ἀποτελέσωσι τὸ κατώτερον προσωπικόν. Θὰ προσληφθῶσι δ’ ὡς κατώτεροι ὑπάλληλοι καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἤθελον κριθῆ ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ὡς ἀπαραίτητοι, προϊούσης τῆς ἐργασίας αὐτῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ περιληφθῇ ὁ ὀργανισμὸς τῆς ὅλης αὐτῆς ὑπηρεσίας, διότι ὁ ὀργανισμὸς θὰ συντελεσθῇ κατόπιν τῆς μέχρι τοῦδε πείρας, ἀλλὰ καὶ κατόπιν τῶν ἐνδείξεων, αἱ ὁποῖαι θὰ προέρχωνται διαρκῶς ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐκτὸς τῆς βάσεως αὐτῆς, τῆς ἀποβλεπούσης εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιελήφθη διάταξις, ὁπλίζουσα τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, διὰ τῆς δυνάμεως ἐκείνης, ἥτις εἶναι ἀπαραίτητος, ἵνα κατορθώσῃ νὰ ἐπιβληθῇ ἐν τῇ ἐνεργείᾳ της, τῇ ἀποβλεπούσῃ εἰς τοὺς σκοπούς, διὰ τοὺς ὁποίους συνιστᾶται.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὶς θὰ προεδρεύῃ τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς;
§42Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ Πρόεδρος, λαμβανόμενος ἀπὸ ἓν ἐκ τῶν μελῶν. Ἄλλωστε αὐτὰ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα θὰ τὰ συζητήσωμεν. Λοιπόν, λαμβάνομεν πρόνοιαν ἵνα, λέγω, ὁπλίσωμεν τὴν ἐπιτροπὴν καὶ δι’ ἐκείνων τῶν ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπαραίτητοι, ἵνα αὕτη ἐκπληρώσῃ τὸ ἔργον της, καὶ διὰ διαφόρων ποινικῶν διατάξεων, τείνομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὅτι θὰ δικαιοῦται ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ προμηθεύηται τὰ μέσα ἐκεῖνα, ποὺ εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν μεταφοράν, νὰ λάβῃ πάσας τὰς πληροφορίας ἐκείνας, ἢ τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἀποθήκευσιν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν βιομηχανοποίησιν τοῦ εἴδους τοῦ ἑκάστοτε θεωρουμένου ἀπαραιτήτου διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας. Ἐπίσης ἐξησφαλίσαμεν τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον, διὰ ποινικῶν διατάξεων, καθιστῶμεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν πᾶσαι αἱ πληροφορίαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, διὰ νὰ γνωρίζῃ ὁποία τις ἡ ἐν τῷ τόπῳ ὑπάρχουσα ἑκάστοτε ποσότης τῶν διαφόρων τούτων εἰδῶν, τιμωροῦντες ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἤθελε τὸ ἀποκρύψει, πολὺ δὲ αὐστηρῶς, αὐστηρότατα ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ταῦτα ἐνεργεῖ, ἐπὶ σκοπῷ ἐμπορίας. Δι’ ἄλλης διατάξεως, ἐξησφαλίσαμεν τὴν μὴ διάθεσιν πρὸς ἄλλον σκοπὸν, ἐκείνου τοῦ εἴδους, διὰ τὸ ὁποῖον, πρὸς ὡρισμένον σκοπόν, ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, χρησιμοποιηθέν, πρόκειται νὰ μεταφερθῇ εἰς ὡρισμένον τόπον, διὰ νὰ κατανεμηθῇ ὑπὸ τοῦ ἰδίου τοῦ λαβόντος καὶ ἀντὶ τούτου ἐγένετο ἀντικείμενον κερδοσκοπίας, πωληθὲν εἰς ἔμπορον, ὁ ὁποῖος, συγκεντρῶν μεγάλα ποσά, θὰ κερδοσκοπήσῃ. Δὲν ἐπιμένω, ἀναπτύσσων τὰς λεπτομερείας τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου. Σημειῶ δὲ τὰ δύο κεντρικὰ σημεῖα, εἰς ἃ ἀποβλέπει, τὴν ὀργάνωσιν δηλαδὴ καὶ τὴν παροχὴν ἐκείνης τῆς δυνάμεως, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα τὸν σκοπόν, διὰ τὸν ὁποῖον συνιστᾶται ἐπιτελέσῃ. Εἰς ταῦτα τὰ δύο, Κύριοι, ἀποβλέπον τὸ νομοσχέδιον, ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἀπὸ τῆς κρίσεως ὑμῶν, ἀπὸ τῆς συνεργασίας ὑμῶν, ἀπεκδέχομαι τὰ πορίσματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πάντες ὑμεῖς, ἀντιλαμβανόμενοι τὰ περὶ ἡμᾶς καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, ἔχετε κατάλληλα. Θὰ γίνῃ καὶ πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν πᾶν ὅ,τι ἕκαστος ὑμῶν γνωρίζει, καὶ πᾶν ὅ,τι ἕκαστος ὑμῶν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου σκεφθῇ, διότι τὸ θέμα, Κύριοι, εἶναι ὑψίστης σοβαρότητος, νὰ τὸ ἐκθέσῃ. Ἡ βία τῶν πραγμάτων ἔφερε τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν πίεσιν ὑπερτάτων κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ὥστε νὰ τὸ ἀναγκάσῃ νὰ ὑπεισέλθῃ ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτὴν εἰς ὁλόκληρον τὸν μηχανισμόν, τὸν ἀποτελοῦντα τὸ συντηρητικὸν καὶ ἐμπορικὸν σύστημα τῆς κοινωνίας. Βεβαίως ὁ μηχανισμὸς αὐτὸς δὲν εἶναι κανονικός, ἀλλ’ εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ τὸν ἐφαρμόσωμεν. Εἶναι δημιούργημα τῆς ἐξελίξεως τῆς κοινωνικῆς, εἶναι δημιούργημα τῶν ἀπείρων, μεγίστων, συμφερόντων, τῶν συναρμολογηθέντων ὑπὸ τὴν μορφὴν ἐκείνην, ὑπὸ τὴν ὁποίαν συνέστη ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, καὶ ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐξυπηρετεῖ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ συμφέροντα. Καὶ τοιοῦτο ὂν τὸ σύστημα, τοιαύτης διαδικασίας προϊόν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αἰώνων χρονολογούμενον, τοιοῦτο, ὥστε, οὐδεὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ ἀποτελέσματα, ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας, ὑπόκειται διαρκῶς εἰς τὸν ἀμείλικτον ἔλεγχον καὶ κριτικὴν ἐκείνων, οἵτινες δὲν διαβλέπουσι τὸν σκοπὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ κοινωνία συνέστη καὶ τὸ ὁποῖον οὕτω συντελεσθέν, εἰς τοιαύτας ὑπόκειται κρίσεις καὶ τοιαύτας προκαλεῖ μομφάς καὶ ἐλέγχους. Καὶ τοιοῦτο σύστημα πρόκειται νὰ ἀντικαταστήσῃ ἐπίνοιάν τινα, τοιαύτην ἐπίνοιαν, συλληφθεῖσαν ὑπὸ τῆς βίας καὶ τῆς ἀνάγκης, τῆς βίας, τῆς οὐδὲν σκεπτομένης, τῆς ἀνάγκης τῆς ζητούσης τὴν ἄμεσον καὶ ἐν στιγμῇ ἱκανοποίησιν. Βεβαίως, ὅ,τι δήποτε καὶ ἂν πράξωσιν, αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἔργον καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ συνεισφέρητε πᾶν ὅ,τι δύνασθε, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον συντελεσθῇ. (χειροκροτήματα).
§43Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἐπεῖγον.
§44Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι. Νὰ ψηφισθῇ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συνέλθῃ ἡ Ἐπιτροπή. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§46ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ λήξαντος ἤδη δωδεκαμήνου τοῦ ἔτους 1915, ὅστις ἔσχε τὴν τύχην, ὑποβληθείς, κατὰ τὸν Φεβρουάριον, νομίζω, τοῦ 1915, νὰ τροποποιηθῇ ἐπανειλημμένως καὶ ἐπὶ τέλους νὰ μὴ ψηφισθῇ, λήξαντος τοῦ ἔτους. Τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦτον καταθέτω ἐνταῦθα, εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Εἰσήχθη εἶπον ὁ Προϋπολογισμὸς ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, τῆς κατεχούσης τὰ ἑδώλια, τὰ κυβερνητικά, κατὰ τὴν 19ην Φεβρουαρίου 1915, ὑπέστη κατὰ τὸ διάστημα τὸ μετέπειτα ὑπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως τροποποιήσεις καὶ μεταβολὰς καὶ ἐπανεισήχθη τροποποιημένος κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1915. Τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην διεδέχθη ἄλλη, ἥτις δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ προέλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, καὶ ἐπὶ τέλους, κατὰ τὴν πρώτην ἐμφάνισιν τῆς Κυβερνήσεως, τῆς σημερινῆς, ὑπὸ τὸν πρῶτον αὐτῆς Πρόεδρον, κατωρθώθη, ἀναθεωρηθεὶς ὁ Προϋπολογισμός, νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἐκ νέου κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1915. Ἀλλὰ καὶ πάλιν δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ ἔλθῃ εἰς συζήτησιν, ὡς ἐκ τῶν γνωστῶν λόγων’ σήμερον δ’ ἐπανέρχεται ἐκ τρίτου ἢ τετάρτου, ἀναθεωρηθείς. Τοῦτο τὸ τεῦχος, τὸ περιέχον τὰς μεταβολάς, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς ὑποβολῆς, κατέθηκα πρὸ μικροῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς οὗτος, κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐμφάνισιν, καὶ μετὰ τὰς ἐπενεχθείσας μεταβολὰς τῆς 17ης Αὐγούστου 1915, ἀπέληγεν εἰς ἔλλειμμα ἐν συνόλῳ δραχμῶν 287.316.506, διῃρημένος εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς τὰ πραγματικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, εἰς τὰς κινήσεις κεφαλαίου καὶ εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν πράξεων διὰ λογαριασμὸν τρίτων, δηλαδή, κατηγορίας ἀφορώσας εἰς ἱδρύματα, ἔχοντα προϋπολογισμὸν παρακαταθηκτικὸν τοῦ Δημοσίου Προϋπολογισμοῦ. Κατὰ τὴν 14ην Ὀκτωβρίου, ἡ γενομένη μεταβολὴ εἰς τὰς προβλέψεις, τὸ ἔλλειμμα τῶν 287.316.506 προεδίδασιν εἰς 309.736.012, διότι ἐγένετο προσθήκη ἐκτάκτων ἐσόδων, προκαταβολῶν δανείων καὶ ἄλλων πράξεων, τακτοποιήσεως πληρωμῶν κλπ. Ἔρχεται σήμερον ἡ πρόβλεψις, ἡ νέα, ἥτις κατ’ εὐτυχίαν τὰ πράγματα, ἐν τῇ πρώτῃ τοὐλάχιστον αὐτῶν ἐμφανίσει, παρίστησιν ὀλιγώτερον δεινά, ἀλλὰ πάντοτε δεινά. Κατὰ τὰς σημερινὰς προβλέψεις, τὰς περιεχούσας τὰς νέας μεταβολάς, καὶ ἀφοῦ ἤδη ἔληξε τὸ δωδεκάμηνον, αἱ κατηγορίαι αἱ τρεῖς ἐμφανίζουσι τοιαῦτα τὰ ἑπόμενα ἀποτελέσματα. Πρώτη κατηγορία, πραγματικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἔσοδα τακτικὰ 225.565.903, ἔκτακτα 5.181.654.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι φρονιμώτερον νὰ γίνῃ διακοπή, διαρκείας πέντε λεπτῶν, παρὰ νὰ εἶναι θόρυβος.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ θόρυβος δὲν διορθοῦται διὰ τοῦ θορύβου.
§49ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Βλέπετε ὅτι οἱ ἀριθμοὶ δὲν ἔχουσι τίποτε τὸ εὐάρεστον. Σύνολον δηλαδὴ ἐσόδων 230.747.557. Ἀπέναντι τούτων ἐν τῇ πρώτῃ κατηγορίᾳ ἔξοδα τακτικὰ 272.834.010, ἔκτακτα 267.649.558, σύνολον 540.483.569, δηλαδὴ ἐπὶ τοῦ συνόλου ἔλλειμμα τακτικῶν 47 ἑκατομμύρια 268 χιλιάδες, ἔκτακτα 262 ἑκατομμύρια 467 χιλιάδες καὶ εἰς τὸ σύνολον ἔλλειμμα 309 ἑκατομμύρια, ὡς προεῖπον, 736 χιλιάδες. Τοιαύτη ἡ πρώτη κατηγορία. Ἡ δευτέρα κατηγορία, δηλαδὴ ἡ τῆς κινήσεως κεφαλαίων, ἥτις περιλαμβάνει τὰ δάνεια...
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Περιλαμβάνει καὶ τὸ ἔλλειμμα;
§51ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὄχι. Περιλαμβάνει τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1915. Ἔσοδα τακτικὰ οὐδέν, ἔκτακτα 230.706.798, σύνολον 230.706.798. Ἔξοδα τακτικὰ 11.736.561, ἔκτακτα 98.000.000, σύνολον 109.736.561. Ἀποτέλεσμα: ὁλικὸν ἔλλειμμα ἢ πλεόνασμα: ἔλλειμμα μὲν εἰς τὰ τακτικὰ 11.736.561, πλεόνασμα δὲ εἰς τὰ ἔκτακτα 132.706.798 καὶ πλεόνασμα εἰς τὸ σύνολον ἐκ τῶν δανείων 120.970.236. Τὸ σύνολον τῆς πρώτης καὶ δευτέρας κατηγορίας ἐμφανίζει ταῦτα τὰ ἀποτελέσματα: Ἔσοδα τακτικὰ 225.565.903 ἔσοδα ἔκτακτα 235.888.452, Σύνολον 461.454.355· ἔξοδα τακτικὰ 284.570.572, ἔκτακτα 365.649.558, σύνολον 650.220.131, ὅ ἐστί, τακτικὸν 59.004.669, ἔλλειμμα ἔκτακτον 129.761.106, ἔλλειμμα συνόλου 188.765.775.
§52Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θαυμαστὰ τὰ ἔργα των.
§53ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἔρχεται ἡ τρίτη κατηγορία, ἡ τῶν εἰδικῶν ταμείων. Ἡ κατηγορία αὕτη ἀπολήγει εἰς ἰσοζύγιον, διότι πᾶν τὸ λαμβανόμενον ἐξ αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου, ἀποδίδεται. Ἔσοδα δρχ. 85.340.407, ἔξοδα ἴσον ποσόν, πλεόνασμα καὶ ἔλλειμμα ἐνταῦθα ἐλλείπουσιν, ἑπομένως μένομεν εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 188.765.775 δραχμῶν.
§54Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ θὰ εἴπῃ ἀνόρθωσις τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους!
§55ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τοῦτο τὸ κακὸν βεβαίως, κατὰ τὸ μέγιστον μέρος ὀφειλόμενον εἰς τὰς λίαν ἀνωμάλους περιστάσεις, κατὰ μέρος ὅμως εἶναι ἀπότοκον καὶ τῆς προηγουμένης καταστάσεως, τῆς ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλή, προκειμένου νὰ προνοήσῃ πρώτη αὐτὴ περὶ τοῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον ὑπερτάτη ἀνάγκη ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ ἀδιέξοδον, κατὰ τὴν περαιτέρω ἐξέτασιν τῶν ὑποβαλλομένων ἐνταῦθα θεμάτων, διὰ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ ἔτους 1916, Προϋπολογισμοῦ, ὃν ἐλπίζω μετά τινας ἡμέρας ἢ μετά τινας ἑβδομάδας νὰ δυνηθῶ νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Προσπαθῶ νὰ ὁρισθῶσιν ὅσῳ τὸ δυνατὸν σαφέστερα τὰ ἐν αὐτῷ ἀναφερόμενα, ἀλλὰ καὶ προσπαθῶ ὡσαύτως ἐν τῷ μεταξὺ νὰ προσκομίσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδια νομοθετημάτων, φορολογικῶν, ἅτινα τυγχάνουσιν ἀπαραίτητα, ἂν ἡ Ἑλλὰς μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ἐπιθυμῇ εἰλικρινῶς, νὰ μὴ εὑρεθῶμεν προσεχῶς εἰς ἡμέραν, καθ’ ἣν θὰ κάμῃ στάσιν ἡ μηχανή. Ἐν τῷ κατατεθέντι τεύχει περιλαμβάνονται λεπτομερεῖς πίνακες, εἰς πάντα προσιτοί, οἵτινες εἶναι περιττὸν ἀπὸ τοῦ βήματος ταύτην τὴν ὥραν νὰ ἐκτεθῶσιν, ἀπασχολουμένης τῆς Βουλῆς εἰς ἔργον δυσάρεστον, κάλλιον δὲ ἐκτελούμενον διὰ προσφυγῆς εἰς τοῦτο τὸ ἔντυπον, ἣν πᾶς βουλευτὴς δύναται νὰ ἐπιχειρήσῃ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ταύτην τὴν ἑσπέραν νὰ γίνεται ἔναρξις καταθέσεως νομοσχεδίων, σχετικῶν πρὸς τὸν Προϋπολογισμόν, ὅστις παρακολουθεῖται ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐσόδων, τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων, ἅτινα ἀληθῶς, ἀπαιτοῦντα πολλὴν μελέτην, παρασκευάζονται ἔτι καὶ ἅτινα βεβαίως, ἄν κρίνω ὀρθῶς, δὲν πρέπει νὰ βραδύνωμεν νὰ εἰσαγάγωμεν ἐνταῦθα ὑπὸ τὴν ὑμετέραν ψῆφον. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἀνάγκη πρὸ παντὸς νὰ κατατεθῶσιν ἐνταῦθα προτάσεις περὶ κυρώσεως Β. Διαταγμάτων, ἐκδοθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς, λόγῳ ἀνάγκης, ὅπως ταῦτα, λαμβανόμενα ὑπ’ ὄψει ὑπὸ τῆς Βουλῆς, θέσωσιν αὐτὴν εἰς θέσιν νὰ παράσχῃ τὴν συγγνώμην αὐτῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἠναγκάσθη διὰ Διαταγμάτων νὰ νομοθετήσῃ, καὶ ἐγκρίνητε, ὡς ἐλπίζω, τὰ ἤδη διαταχθέντα. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς ἐκδοθέντος ἀπὸ 9 Δεκεμβρίου 1915 Δατάγματος περὶ κυρώσεως τῆς ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1915 συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος, περὶ συνομολογήσεως προσωρινοῦ δανείου δραχμῶν 5.000.000. Ἡ ἀνάγκη ἦτο ἐπιτακτική. Χρῆμα, ὀφειλόμενον πρὸς τὸ Κράτος, ἀλλὰ καταβλητέον κατὰ περιόδους, ἦτο ἀπαραίτητον εἰς τὸ Κράτος, διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν ἡμερῶν, ἡ δὲ Ἑταιρεία, ἡ Προνομιοῦχος, ἦτο ἑτοίμη νὰ καταβάλῃ αὐτά, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον παραδόξως εἶχε φθάσει καὶ αὐτὴ ἡ Ἑλληνικὴ Ἑταιρεία Οἴνων καὶ Οἰνοπνευμάτων, ἀκολουθοῦσα τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν πραγμάτων, νὰ ζητήσῃ, ὅπως ἀρθῶσι περιορισμοὶ ἐν τῷ νόμῳ, χάριν τῆς σταφίδος τεθειμένοι, περιορισμοὶ περὶ τὴν οἰνοπνευματοποίησιν, τὴν ἐξ ἄλλων ὑλῶν, πλὴν τῆς σταφίδος. Πρὸς προιπασίαν τῆς σταφίδος εἶχον ἀπαγορευθῆ πᾶσαι αἱ ἀμυλώδεις καὶ αἱ ζακχαρώδεις ὗλαι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν οἰνοπνευμάτων. Ἡ σταφὶς ἤρχετο νῦν, μὴ ἐπαρκοῦσα πλέον εἰς τὸ ἔργον τῆς οἰνοπνευματοποιήσεως, τὸ λίαν συμφέρον εἰς αὐτήν, νὰ ζητήσῃ τὴν ἐπικουρίαν τῶν ὑλῶν τούτων καὶ νὰ παρακαλέσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταργήσῃ τὴν ἀπαγόρευσιν, ἀπαγόρευσιν μὴ ὑπάκουσαν πρὸ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος. Ἐπωφεληθεῖσα ἡ Κυβέρνησις ἐκ τούτου, ἐν ταὐτῷ ἐξέδωκε Β. Διάταγμα, ἐπιτρέπον τὴν οἰνοπνευματοποίησιν ἐξ ἀμυλωδῶν καὶ ζακχαρωδῶν οὐσιῶν. Ἐξαιρουμένων τῶν δημητριακῶν καρπῶν, ἐξ ἀσφοδέλου, ἐκ κερατίων καὶ ἄλλων ὁμοίων ὑλῶν καὶ ἐν ταὐτῷ, τοῦτο παραχωροῦσα διὰ Β. Διατάγματος, ἐπέτυχε δι’ ἄλλου Β. Διατάγματος τὸ δάνειον τῶν 5.000.000, ἢ ἀκριβέστερον, τὴν προκαταβολήν, διότι τὸ νόημα τοῦτο, τὸ ὀφειλόμενον, κατὰ τὸ τέλους τοῦ ἔτους, βεβαίως θὰ ἐπληρώνετο ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας. Τὰ δύο ταῦτα Διατάγματα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ ψηφίζουσα τὰ δύο νομοσχέδια, νὰ ἐγκρίνῃ. Ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ πρώτου Διατάγματος τὸ ὁποῖον δι’ ἰδίου νόμου ἐπιψηφίζεται, θὰ εὕρῃ ἡ Βουλὴ φαεινότατα ἐκτιθέμενα, τὰ κατὰ τὸ οἰνόπνευμα καὶ τὰ κατὰ τὴν ἀνάγκην, τὴν ἐμφανιζομένην ἐν ὑπομνήματι τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου, ἀληθῶς ἀξίῳ πάσης προσοχῆς. Φαίνεται δέ, ὅτι ἀρκεῖ ταύτην τὴν ὥραν νὰ δείξω εἰς τὴν Βουλήν, παραλαμβάνων ἐκ πίνακος, ὃν κατηρτίσαμεν, ὁποία ἦτο ἡ περίοδος τῆς οἰνοπνευματοποιήσεως, τῆς ἐκ τῆς σταφίδος μέχρι τῆς ὥρας, καθ’ ἥν ἡ σταφὶς δὲν εἶχε πλέον ἀνάγκην προστασίας, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς σπουδαιότητος τῆς γενομένης ταύτης ἐργασίας, ἐξ οὗ καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλετε ἐγκρίνει τὰ ὑφ’ ἡμῶν πραχθέντα. (ἀναγινώσκει). «Κατὰ τὸ 1911 παρήχθησαν ἐν ὅλῳ οἰνοπνεύματος ἀνύδρου ὀκάδες 5.895.408, ἐξήχθησαν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν αὐτουσίου 225.837, ἀνεμίχθησαν μετ’ οἴνου 1.993.164, διετέθησαν εἰς ποτοποιοὺς 1.642.294, μετουσιώθησαν πρὸς φωτισμὸν 1.781.454. Κατὰ τὸ 1912: 5.996.681, 894.569, 1.428.617, 1.819.297, 1.696.954. Κατὰ τὸ 1913: 6.317.545, 970.015, 1.699.025, 1.917.137, 1.831.251. Κατὰ τὸ 1914: 7.749.241, 512.066, 1.787.206, 2.975.670, 2.137. 541». Ηὐτύχησα νὰ ἔχω καὶ τὰ ἀποτελέσματα καὶ τοῦ ἄρτι λήξαντος δωδεκαμήνου τοῦ 1915, ἔχοντα ὡς ἑξῆς: Παρήχθησαν ἐν ὅλῳ ὀκάδες 8.995.726, ἐξήχθη αὐτούσιον οἰνόπνευμα εἰς ἀλλοδαπήν 1.988.752, ἀνεμίχθη μετ’ οἴνου 1.512.683, διετέθη εἰς ποτοποιοὺς 3.569.905, μετουσιώθη πρὸς φωτισμὸν 2.002.314. Ἐκτὸς τῶν διαταγμάτων τούτων, τῶν νομοθετικῶν, ὧν ζητεῖται ἤδη ἡ ἐπικύρωσις, καθῆκον ἔχω νὰ ζητήσω τὴν κύρωσιν καὶ νομοθετικοῦ Διατάγματος, τοῦ ὁποίου τὴν ἄκραν χρησιμότητα θέλει ἀντιληφθῆ ἡ Βουλή. Περὶ παρατάσεως τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου 658 τοῦ 1915 χορηγηθείσης προθεσμίας πρὸς καταβολὴν τῶν χρεῶν τῆς χρήσεως 1912, 1913, 1914, ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ ἄνευ τόκων ὑπερημερίας. Πρόκειται περὶ προστασίας τῶν ἀπόρων φορολογουμένων πολιτῶν. Μετὰ τοῦτο, Κύριοι Βουλευταί, ὑποβάλλω νομοσχέδιον ὅπερ ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν πρώτην αὐτῆς μορφήν, εὗρεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Βουλῆς τῆς διαλυθείσης, νομοσχέδιον, ἀφορῶν εἰς κύρωσιν συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος, περὶ παροχῆς δανείου 1.650.000. Ἡ σύμβασις αὕτη δὲν ὑπῆρξε δυνατὸν νὰ κυρωθῇ. Ἐπῆλθεν ἀνάγκη ν’ ἀναβληθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ψήφισις καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμές. Τὸ ὅλον ποσὸν τῶν 1.650.000 δραχμῶν, τὸ δανεισθὲν ὑπὸ τῆς Τραπέζης, ἀφορᾷ, ὡς δείκνυται ἐν τῇ ἐκθέσει, καθὼς καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, ἃς θέλω προσκομίσει, ζημίαν, ἣν ὑπέστη τὸ Δημόσιον, δι’ ἥν ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ παρεμβῇ ἡ Τράπεζα, ὅπως δυνηθῇ νὰ ἄρῃ τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην. Καταθέτω ὡσαύτως καὶ σχέδιον νόμου περὶ χορηγίας προθεσμίας πρὸς ἀνανέωσιν καὶ προεξόφλησιν παλαιῶν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον. Εἶναι καὶ τοῦτο νομοσχέδιον ἀνακουφιστικὸν τῶν φορολογουμένων καὶ πέποιθα, ὅτι θὰ ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τοσαῦτα εἶχον νὰ εἴπω. Ἐπιφυλάσσομαι δὲ προσεχῶς νὰ φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ἄλλα νομοσχέδια ἀναγκαῖα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη εἰσερχόμεθα εἰς τὴν
ΗΜΕΡΗΣΙΑΝ ΔΙΑΤΑΞΙΝ
ΤΩΝ ΑΝΑΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΕΡΩΤΗΣΕΩΝ
§57Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, κ. Συνάδελφοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ ἕν λεπτόν. Κατὰ τὴν λήξασαν Περίοδον τῆς Βουλῆς, κατόπιν ἐπερωτήσεως, εἰσαχθείσης ἐνώπιόν μου, καὶ προτάσεως, γενομένης πρὸς καταρτισμὸν ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς, ἐπὶ ἐνεργείας κατὰ τὴν προμήθειαν γαιανθράκων, ἡ Βουλή, τῇ ἐμῇ αἰτήσει, συγκατετέθη καὶ κατήρτισεν ἐπιτροπὴν πρὸς ἐξέτασιν τῆς ὑπουργικῆς ἐνεργείας. Ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης διαλύσεως τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ προβῇ εἰς τὸ ἔργον της, τὸ ἥμισυ δὲ τῶν τότε ἐκλεγέντων μελῶν, δὲν εἶναι ἤδη βουλευταί. Παρακαλῶ τὴν Βουλήν, νὰ ὁρίσῃ σήμερον ἡμέραν ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει καὶ ἐκλέξῃ ἐκ νέου ἐπιτροπήν, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ πάλιν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐπὶ τούτῳ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ, κατόπιν ἐλέγχου τῆς ἐπιτροπῆς. Τοῦτο ἀπαιτεῖ ἡ ἀξιοπρέπεια ἡ ὑπουργική. Εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς αὔριον νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα.
§58ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§60Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Παρακαλῶ ἐπίσης νὰ μὴ γίνεται σύγχυσις μεταξὺ ἐρωτήσεων καὶ ἐπερωτήσεων καὶ ἀναγράφωνται ὡς ἐπερωτήσεις ἁπλαῖ ἐρωτήσεις. Ἐκ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως, τῆς σημερινῆς, μόνον αἱ δώδεκα εἶναι πραγματικῶς ἐπερωτήσεις, αἱ ἄλλαι συστάσεις.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 5 μ.μ. τῆς αὔριον. (Ὥρα 7.40′ μ. μ.)