1915.10.13
3,424 rows · 25,728 words · 289 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18
Τρίτη 13 Ὀκτωβρίου 1915
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου
(Ὥρα 5.15′ μ.μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσιν τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς Συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως). Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: — Ὁ Ἰω. Ν. Νταφώτης, κάτοικος Σουέζ, παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέτρον ἵνα ἐξαργυροῦνται ταχέως αἱ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐπιταγαί. — Ὁ βουλευτὴς Δράμας Ἰσμαὴλ Χουσεΐν διαμαρτύρεται διὰ τηλεγραφήματός του κατὰ τῶν κακώσεων, ἅς ὑφίστανται οἱ Ὀθωμανοὶ Δράμας καὶ Καβάλλας ὑπὸ τῶν στρατιωτικῶν. — Οἱ ἐκ Μοναστηρίου τῆς Μακεδονίας φοιτηταὶ παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν φροντιστηριακῶν τελῶν. — Οἱ βιβλιοδέται, βιβλιοπῶλαι καὶ συγγραφεῖς τῶν διδακτικῶν βιβλίων παρακαλοῦσιν νὰ ληφθῇ ἐπείγουσα νομοθετικὴ πρόνοια, ἵνα μὴ μένουν οἱ μαθηταὶ ἄνευ βιβλίων. Ὁ Ἰω. Μοσχοβίτης παρακαλεῖ ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐγκρίνῃ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὸν στρατὸν τοῦ αὐτοῦ ἐφευρεθέντος φθειροκτόνου φαρμάκου. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Δεληγιάννης, Π. Μαυρομιχάλης, Γ. Μπαλτατζῆς, Ἀλ. Καραπᾶνος, Θ. Κριμπᾶς, Σ. Τσακόπουλος, Θ. Κωτούλας, Γ. Φικιώρης, Π. Βαρβιτσιώτης, Α. Χριστόπουλος, Κ. Καζαντζῆς, Γ. Μπούσιος, Δ. Γκλαβᾶς, Χ. Μεϊντάνης, Α. Κανάρης, Ν. Βελέντζας, Γ. Σπηλιόπουλος, Φ. Μοσχούλας, Δ. Πετρακάκος, Α. Γαρουφαλιᾶς, Ν. Οἰκονόμου, Γ. Καραπαναγιώτης, Μ. Κολώνιας, Γ. Νοταρᾶς, Κ. Σοκόλης, Ι. Βογιατζῆς, Κ. Πανταζόπουλος, Δ. Μαλλιόπουλος, Π. Ἀραβαντινός, Δ. Ζαμᾶνος, Α. Σιορμανωλάκης, Ε. Βελλιανίτης Π. Βουρλούμης, Β. Ἀντωνόπουλος, Θ. Φίλιος καὶ ἄλλοι ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον 344 «περὶ συστάσεως Στρατιωτικοῦ Σχολείου Εὐελπίδων καὶ λόχου ὑποψηφίων μαθητῶν τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου». — Ἡ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει τὰς ἐκθέσεις αὑτῆς. 1) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν προσελεύσεως τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμενόντων ἐπιστράτων καὶ περὶ ἄρσεως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως τῶν μέχρι τοῦδε ἀνυποτάκτων». 2) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 425 νόμου περὶ στρατολογίας», καὶ 3) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταστάσεως Ἀξιωματικῶν παθόντων ἐν ὑπηρεσίᾳ». — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Χατζηγιάννης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτάκτων μέτρων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας». — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Γκλαβᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστασίας τῶν δασῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Γ. Πὼπ, Η. Κοπανίτσας, Π. Ἀλεξάκης, Ν. Λεωνίδας καὶ ἄλλοι ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς προθεσμιῶν πρὸς ὑποβολὴν αἰτήσεων κανονισμοῦ συντάξεως τραυματιῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν πολέμων 1912–1913». — Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Α. Χηνιάδης καὶ Δ. Γκλαβᾶς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μέτρων ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως». — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Γκλαβᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστασίας τῶν δασῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως». — Ὁ βουλευτὴς κ. Χ. Ροδοκανάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ λήψεως μέτρων ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Παπαποστόλου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ, Κρήτῃ καὶ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου Πελάγους». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Α. Παπαποστόλου, Ν. Βελέντζας, Ν. Γαρδικιώτης, Ι. Μπουρνιᾶς, Π. Ἀραβαντινὸς καὶ ἄλλοι ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ, Κρήτῃ καὶ ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου Πελάγους». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καραπαναγιώτης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ, Κρήτῃ καὶ ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου Πελάγους». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Φικιώρης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προβιβασμοῦ μονίμων ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν ἐν πολέμῳ». —Ο βουλευτὴς κ. Π. Πετρίδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ, Κρήτῃ καὶ ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου Πελάγους». — Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων — Ὁ κ. Καβαλλιεράτος ὅπως....
§2Μ. ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ἄς ἀναβληθῇ, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργός.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Ὁ κ. Μπρισιμιτζάκης ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν φοιτητῶν Σερρῶν.
§4Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Χθὲς προσῆλθε πρὸς ἐμὲ ἐπιτροπὴ φοιτητῶν ἐκ Σερρῶν, ἡ ὁποία μοὶ ὑπέβαλε ἀναφορὰν ὅπως λάβω τὴν τιμὴν νὰ τὴν ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης οἱ φοιτηταὶ ζητοῦσι ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν ἐκπαιδευτικῶν τελῶν βασιζόμενοι εἰς τὸ ὅτι ἡ χώρα αὐτῶν κατεστράφη κατὰ τὴν διέλευσιν τῶν Βουλγάρων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας ἀπήλλαξε τούτους τῶν φροντιστηριακῶν καὶ φοιτητικῶν τελῶν. Εὐελπιστῶ ὅτι καὶ κατὰ τὸ ἔτος τοῦτο τὸ Ὑπουργεῖον θέλει ἀπαλλάξῃ αὐτούς. Καταθέτω τὴν ἀναφορὰν μὲ τὴν παράκλησιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κύριοι Καλδῆς Καραπαναγιώτης καὶ Βασιλακάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πλωμαρίου. — Ὁ κ. Καλδῆς ἔχει τὸν λόγον.
§6Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπιτάξεως μετὰ τὰς τόσας συζητήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ πρὸ ἡμερῶν. Ἀλλὰ νεώτερον τηλεγράφημα τοῦ Γεωργικοῦ συνδέσμου Πλωμαρίου ἀπευθυνθὲν πρὸς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, Ὑπουργὸν Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Ὑπουργὸν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς μὲ ἀναγκάζει νὰ ἐπιληφθῶ καὶ πάλιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Τὸ ἐν λόγῳ τηλεγράφημα ἐκφραστικώτατα διεκτραγωδεῖ τὴν ἐπελθοῦσαν κατάστασιν κατὰ τὴν γενομένην ἐπίταξιν ἐν τῷ τμήματι Πλωμαρίου καὶ ἀναφέρει τὰς παρανομίας αἱ ὁποῖαι ἔλαβον χώραν κατ’ αὐτήν. Καὶ διὰ νὰ μὴ μακρολογῶ καὶ ἀπασχολῶ τὴν Βουλὴν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ν’ ἀναγνώσω τὸ τηλεγράφημα ὡς ἔχει. «Διαμέρισμα Πλωμαρίου Λέσβου ἐλαιοφόρον ἀπεγυμνώθη κτηνῶν λόγῳ ἐπιτάξεως, Μολύβου δὲ μὴ ἐλαιοφόρον καὶ πλείονα κτήνη διαθέτον οὐδαμῶς ἐθίγη. Ἐλαιοκτηματίαι ἀδυνατήσωσι συγκομίσαι ἐλαιοκαρπὸν ἐλλείψει κτηνῶν, σχεδὸν καταστρεφόμενοι καὶ δημοσίου ζημιουμένου. Ἐπίταξις ἄνευ κτηνιάτρου καὶ δημοτικοῦ Συμβουλίου μὲ ἀκαταλλήλους πραγματογνώμονας. Ἐπιταχθέντων κτηνῶν πίναξ κατατάξεων δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν. Ἐκτίμησις κτηνῶν τρίτον ἀξίας· δωδεκαήμερον ἐκρατήθησαν ἰδιοκτῆται μετὰ κτηνῶν Μυτηλήνης ὑποστάντες στερήσεις, δαπάνας, κακουχίας. Ἐκλιπαροῦμεν πληρωμὴν ἐπιταχθέντων κτηνῶν πρὸς ἀγορὰν νέων ἵνα μὴ ἀπολεσθῇ ἐλαιοκαρπός, προλαμβανομένης καταστροφῆς κτηματιῶν καὶ παῦσιν νέας ἐπιτάξεως.»
§7ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι γενικὸν κακόν.
§8Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Εἶναι γενικὸν ἀλλ’ ἕνεκεν τῶν εἰδικῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἡ νῆσος Λέσβος, διότι εὑρίσκεται εἰς ἐποχὴν συλλογῆς τοῦ ἐλαιοκάρπου, οἱ κάτοικοι δικαίως εὑρίσκονται ἐν ἀγανακτήσει. Ἤδη ἀπόκειται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐξεύρῃ τὸ μέσον καὶ θεραπεύσῃ τὸ κακόν. Ἡμεῖς καθῆκον ἔχομεν νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν ὑπὲρ τῶν οὑτωσὶ ἀδικηθέντων λόγῳ τῆς κακῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας. Προχθὲς ὁμιλῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔλεγεν ὅτι ἡ ἐπίταξις δὲν ἀπέδωκεν τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Καὶ φυσικὰ, πῶς ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποδώσῃ τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα καθ’ ἣν στιγμὴν κατὰ τοιοῦτον ἄδικον καὶ ἀπάνθρωπον τρόπον ἐνεργεῖται ἡ ἐπίταξις; Ἐφιστῶ λοιπὸν τὴν προσοχὴν τῆς Σεβαστῆς Κυβερνήσεως μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως λάβῃ πᾶν ὅ, τι ἐνδείκνυται.
§9Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις διότι τὸ περιστατικὸν αὐτὸ τῆς πατρίδος μας ἀφορᾷ σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ Κράτους. Εἶναι μία ἐκ τῶν χωρῶν, ἡ ὁποία κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀποδίδει εἰσπράξεις, κατὰ αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καθ’ ἣν στιγμὴν δὲ ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως ὅλα τὰ Κράτη προνοοῦν περὶ τῆς οἰκονομικῆς των ἀντοχῆς, εἶναι νομίζω ἄντικρυς ἀντιφατικὸν πρὸς τὰς προσπαθείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν δὲν εὑρεθῇ τρόπος, ὥστε ἡ νῆσος ν’ ἀνακουφισθῇ ἐκ τῆς ζημίας, ἣν ὑπέστη ἐκ τῆς ἐπιτάξεως. Ἡ ὑπηρεσία ἔδειξεν ὑπέρμετρον ζῆλον μόνον ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικήν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ τόπος ἔχει κτήνη διὰ τὸν στρατὸν πολλοῦ λόγου ἄξια, διὰ τοῦτο μᾶς ἀπεγύμνωσαν τελείως. Δὲν ὑπάρχει οὐδὲ ἕν καθ’ ὅλην τὴν νῆσον. Ἀπόκειται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως εὕρῃ τὸ φάρμακον ἵνα μὴ στερηθῇ τοῦ ἐλαιοκάρπου, ὄχι ἡ νῆσος ἀλλὰ τὸ Κράτος. Καθ’ ἣν στιγμὴν λαμβάνονται μέτρα κατὰ τῆς αἰσχροκερδείας τῶν τροφίμων, καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ λάδι ἐν τῇ ἀγορᾷ τῶν Ἀθηνῶν ἔφθασε 2.60, εἶναι νομίζω ἔργον ἀπρονοησίας νὰ ἀφήσωμεν νὰ χαθῇ ὁ ἐλαιόκαρπος τῆς νήσου.
§10Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀπορίαν μου πῶς οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐπιφορτισθῇ τὴν ἐπίταξιν τῶν κτηνῶν δὲν εἶχον τὴν πρόνοιαν νὰ ἐπιτάξουν τ’ ἀνάλογα κτήνη, τὰ ὁποῖα θὰ ἐχρησίμευαν εἰς τὸν στρατόν, καὶ νὰ ἐννοήσουν ὅτι, ἐὰν ἄφιναν μερικὰ κτήνη, δὲν θὰ ὠφελοῦσαν τὴν Λέσβον ἀλλὰ τὸ Κράτος, ἀφοῦ τόσον πολὺ ἠγωνίσθησαν νὰ ὠφελήσωσιν αὐτό. Γνωρίζετε ὅτι Μιτυλήνη θὰ παράξῃ περισσότερον ἀπὸ 30.000.000 ὀκάδας λάδι, ἀπὸ 1,50 ἔχομεν 45.000.000, πρὸς 12½% δὲ ἡ Κυβέρνησις θὰ εἰσπράξῃ 4.500.000 δραχ. Ἐπὶ τέλους δὲν ἔπρεπε νὰ σκεφθῶσι ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔπρεπε νὰ χάσῃ αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια σήμερον ὁπότε ἀγωνίζεται νὰ ἐξεύρῃ πόρους ὅπως ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου καὶ εἰς τὴν περίθαλψιν τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐπιστράτων; Εἶναι βέβαιον ὅτι πολλὰ τῶν ἐπιταχθέντων κτηνῶν δὲν ἐκτελοῦσι τὸν προορισμόν των καὶ καλὰ εἶναι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν ὅλων τῶν ἀκαταλλήλων.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν συσταθεῖσαν ἐπὶ τῶν ἐπιτάξεων ἐπιτροπήν. — Ὁ κ. Κριμπᾶς, ὅπως καταθέσῃ...
§12Θ. ΚΡΙΜΠΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ κ. Πρόεδρε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Ὁ κ. Βουρλούμης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐὰν προτίθεται νὰ υἱοθετήσῃ τὸ παρὰ προκατόχου Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, τὸ προνοοῦν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων ἀλεύρων. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη θέλει συντελέσῃ εἰς ὑποβιβασμὸν τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου τοῦ λαοῦ, βελτίωσιν τῆς ποιότητος αὐτοῦ, εὐχερέστερον δὲ ἐφοδιασμὸν τῶν περιφερειῶν ἐκείνων, ἔνθα δὲν ὑπάρχει ἀλευροβιομηχανία.
§14ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶναι θέμα ἐπὶ τοῦ ὁποίου μετά τινας ἡμέρας θὰ δυνηθῶ νὰ φέρω ἀπάντησιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλδῆς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν· 1) ἄν δικαιοῦνται οἱ Μητροπολῖται τῶν Νέων Χωρῶν νὰ λαμβάνωσι ἀπὸ τὰς κοινότητας ἔξοδα παραστάσεως, ἀφοῦ μισθοδοτοῦνται ὑπὸ τοῦ Κράτους ὡς καὶ ἔξοδα τῆς ἐπισκευῆς τῶν κτιρίων τῶν Μητροπόλεων, καὶ 2) ἄν ἐνέκρινεν ἀπαίτησιν τοῦ Μητροπολίτου Μιτυλήνης ἐκ 1,100 δραχ. δι’ ἔξοδα παραστάσεώς του καὶ ἑτέρων 1000 δραχ. δι’ ἔξοδα ἐπισκευῆς τῆς Μητροπόλεως Μιτυλήνης, ἀπὸ τὸ ταμεῖον τοῦ ἐν Πλωμαρίῳ ναοῦ τοῦ Ἁγ. Νικολάου.
§16Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Δὲν δικαιοῦνται νὰ λάβωσι τίποτε, διότι νομίζει τὸ Ὑπουργεῖον ὅτι δὲν ὀφείλονται ἀφοῦ οἱ ἐπίσκοποι αὐτοὶ λαμβάνουν τὸν κεκανονισμένον μισθόν, ὅπως καὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Δέλλιος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐὰν καὶ πότε πάλιν πρόκειται ν’ ἀρχίσῃ νὰ λειτουργήσῃ τὸ κληροδότημα τοῦ ἐκ Βλάτσης τῆς Μακεδονίας ἀοιδίμου Κωνστ. Βελλίου.
§18Ι. ΔΕΛΛΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὸ κληροδότημα περὶ τοῦ ὁποίου ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω τὸ ἐρώτημα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἀνήκει ὡς γνωστὸν εἰς τὸν ἐκ Βλάτσης τῆς Μακεδονίας ἀοίδιμον Βέλλιον. Τὸ κληροδότημα τοῦτο ἀνέρχεται εἰς τὸ ἔτος 1835 καὶ ἀπετελεῖτο ἀπὸ 30000 φιορινίων, τὰ ὁποῖα εἶχαν τεθῇ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βαυαρικῆς Κυβερνήσεως, ὅπως αὐτὰ τοποθετηθῶσι προσηκόντως, ἵνα ἐκ τῶν τόκων τοῦ κληροδοτήματος τούτου σπουδάζωσι δύο νέοι Μακεδόνες, ὁ εἷς ἐκ τῶν ἐγκατεστημένων Μακεδόνων εἰς Νέαν Πέλλαν, ὁ ἕτερος ἐκ Μακεδονίας. Μετά τινα χρόνον κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ διαθέτου τὸ κληροδότημα τοῦτο μετηνέχθη εἰς Ἀθήνας καὶ τὰ χρήματα ταῦτα ἐτοποθετήθησαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἀγορασθεισῶν 70 περίπου μετοχῶν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης μὲ τὴν τιμήν, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε αἱ μετοχαὶ αὐτῆς. Ἐννοεῖται ὅτι ἐπειδὴ ἡ τιμὴ τῶν μετοχῶν ἔκτοτε ηὐξήθη καὶ τὰ εἰσοδήματα τοῦ κληροδοτήματος ηὐξήθησαν καὶ οὕτω ἐγένετο δυνατόν, ὅπως πλείονες Μακεδόνες σπουδάζωσι καὶ δὴ ἐν Ἀθήναις κατὰ τὴν ἐπιθυμίαν αὐτοῦ τούτου τοῦ διαθέτου. Διεχειρίζετο δὲ τὸ κληροδότημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐπειδὴ τὸ κληροδότημα ἀνῆκε εἰς τὰ κληροδοτήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπάγονται εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας. Ὁ διορισμὸς τῶν ὑποτρόφων ἐγίνετο ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου κατὰ πρότασιν γενομένην ὑπὸ Ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ Μακεδόνων καὶ διωρισμένης παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεβάλλοντο πρότερον αἱ αἰτήσεις τῶν ζητούντων νὰ διορισθῶσιν συνοδευόμεναι ὑπὸ πιστοποιητικῶν καὶ ἐγγυητικῶν τῶν Κοινοτήτων τῆς Μακεδονίας. Ὁ τρόπος οὗτος τοῦ διορισμοῦ ἦτο σύμφωνος πρὸς τὴν θέλησιν αὐτοῦ τοῦ διαθέτου, ὅστις ἰδοὺ τὶ λέγει περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν ἐν τῷ παραρτήματι τῆς Διαθήκης αὐτοῦ, συντεταγμένῳ ἐν Βιέννῃ τῇ 31ῃ 10)βρίου 1837. «Ἡ ἐκλογὴ τοῦ ἀπὸ Νέας Πέλλης νέου θέλει γίνει παρὰ τοῦ ἐκεῖ Δήμου μὲ ψήφους καὶ μετὰ τὴν ἐκλογήν του ὀφείλει νὰ ἀπέλθῃ εἰς Ἀθήνας σὺν τῷ γράμματι τῆς ἐκλογῆς του.... ἡ δὲ ἐκλογὴ τοῦ ἐν Μακεδονίᾳ νέου θέλει γίνει ἀπὸ ἕξ τῶν πλέον τιμιωτέρων καὶ εὐσυνειδήτων πολιτῶν τοῦ τόπου, ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ τὸν διδάσκαλον»... Λοιπόν, συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα καθὼς καὶ μὲ τὸ γράμμα τῆς διαθήκης, αἱ κοινότητες, αἱ διάφοροι τῆς Μακεδονίας ἐξέλεγον τοὺς νέους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐθεώρουν καταλλήλους, ἀπέστελλον δὲ αὐτοὺς ἐφοδιάζουσαι μὲ τὰ ἀνάλογα πιστοποιητικά, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλλον δι’ αἰτήσεώς των εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἐξελέγχουσα τὰ πιστοποιητικὰ ταῦτα ἐκ τῶν ὑποβαλλόντων τὰς αἰτήσεις προέτεινεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον πρὸς διορισμὸν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐνόμιζε καταλληλοτέρους. Οὕτως ἐλειτούργει τὸ κληροδότημα τοῦτο μέχρι τοῦ ἔτους 1909 καὶ κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τοῦτο πολλαὶ δεκάδες νέων Μακεδόνων ἐξεπαιδεύθησαν διὰ τοῦ κληροδοτήματος τούτου. Ἀλλὰ κατὰ τὸ ἔτος 1909, ἐπειδὴ τὸ κληροδότημα τοῦτο, ὡς εἶπον, ὑπήγετο εἰς τὰ κληροδοτήματα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὑπήχθη καὶ αὐτὸ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΓΤϠΔ περὶ διαχειρίσεως τῶν κληροδοτημάτων τῆς 27ης Νοεμβρίου 1909. Ἐπειδὴ δ’ ὁ νόμος οὗτος ἀνέστελλε προσωρινῶς τὴν λειτουργίαν τῶν κληροδοτημάτων μέχρις ὅτου γείνῃ ἐξέλεγξις τῆς διαχειρήσεως αὐτῶν, ἔπαυσεν ἔκτοτε καὶ τοῦτο λειτουργοῦν. Ἡ ἐξέλεγξις ἐγένετο καὶ ἐδημοσιεύθη καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς. Παρατηρῶ μόνον ἐν παρόδῳ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εὗρεν ἐπαρκῆ στοιχεῖα, ὅπως ἐξελέγξῃ τὰ πέραν τοῦ 1906 ἔτη, περὶ δὲ τοῦ ἡμετέρου κληροδοτήματος σημειώνει ὅτι εὗρεν περισσεύματα ὀλίγα. Πέρυσι, τὴν 25ην Νοεμβρίου, ἐγένετο νέος νόμος «περὶ διοικήσεως τῶν ὑπὸ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας κληροδοτημάτων» καὶ ὁ νόμος οὗτος ἐν μέρει μὲν συνεπλήρωσεν, ἐν μέρει δὲ ἐτροποποίησε τὸν νόμον τοῦ 1909. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἡ διαχείρισις ὅλων τῶν κληροδοτημάτων ὑπήχθη εἰς ἓν ἰδιαίτερον τμῆμα κληροδοτημάτων, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, τοῦ ὁποίου τμήματος ὁ τμηματάρχης, οἱ γραμματεῖς καὶ ἐν γένει τὸ προσωπικὸν πληρώνεται ἐκ τῶν πόρων ὅλων τῶν κληροδοτημάτων. Ἐπειδὴ δὲ καὶ κατὰ τοὺς δύο νόμους, καὶ τὸν τοῦ 1909 καὶ τὸν τοῦ 1914, ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ ἑξῆς θὰ ἐγίνετο διὰ Διαγωνισμοῦ, μετά τινας μῆνας ἤτοι τὴν 23ην Δεκεμβρίου ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ὥριζε τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ τὸν χρόνον τῆς διεξαγωγῆς αὐτοῦ. Κατὰ τὸ Διάταγμα τοῦτο ἔδει νὰ προκηρυχθῶσι καὶ οἱ διαγωνισμοί, δι’ ὅλα τὰ κληροδοτήματα ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον δυστυχῶς δὲν προεκήρυξε μέχρι σήμερον διαγωνισμόν, παρὰ μόνον διὰ τὸ Κρίτσκειον κληροδότημα. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως φροντίσῃ ὅπως προκηρυχθῇ διαγωνισμὸς καὶ διὰ τὸ Βελλίειον κληροδότημα. Ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω παρατηρήσεις τινὰς περὶ τὸν τρόπον, τῆς διὰ διαγωνισμοῦ ἐκλογῆς τῶν ὑποτρόφων, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὸ κληροδότημα τοῦτο. Ὁ τρόπος οὗτος, Κύριοι Βουλευταί, ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα τῆς διαθήκης τοῦ Βελλίου, ἡ ὁποία ῥητῶς λέγει ὅτι οἱ ὑπότροφοι πρέπει νὰ ἐκλέγωνται ὑπὸ τῶν Κοινοτήτων αὐτῶν. Εἶναι δὲ καὶ δυσεφάρμοστος ὁ διαγωνισμὸς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, διότι πρόκειται περὶ νέων πτωχῶν, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἔλθωσιν ἐκ Μακεδονίας καὶ οἱ ὁποῖοι ἐρχόμενοι ἐνταῦθα καὶ ἐπιτυγχάνοντες ἐν διαγωνισμῷ, πρόκειται νὰ λάβωσιν 100 μόνον δραχμὰς κατὰ μῆνα. Πῶς εἶναι δυνατὸν νέοι τόσον πτωχοὶ νὰ ἔχωσι νὰ διαθέσωσι τὰ ἔξοδα τοῦ ἐρχομοῦ των, ἐκτιθέμενοι καὶ εἰς τὸν κίνδυνον μιᾶς τυχὸν ἀποτυχίας; Ἔχω δὲ ἰδιαιτέρως καὶ ἐγὼ καὶ ἐκ πείρας ἰδικῆς μου τὴν γνώμην ὅτι ὁ διαγωνισμὸς δὲν εἶναι πάντοτε τεκμήριον ἐπιτυχοῦς ἐκλογῆς, ἰδίᾳ προκειμένου περὶ νέων, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρακτικῶς κατόπιν ὡς διδάσκαλοι. Νομίζω ὅτι πλὴν τῆς ἐπιδόσεως εἰς τὰ γράμματα ἴσως διὰ τὴν ἐκλογὴν θὰ ἔπρεπε νὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἦθος καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ νέου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον διὰ διαγωνισμοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξελεγχθῇ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ, ἡ ἐκλογὴ διὰ διαγωνισμοῦ ἀντίκειται εἰς τὸ γράμμα τῆς διαθήκης καὶ ἐπειδὴ ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου τοῦ 1909 ὡς καὶ τοῦ νόμου τοῦ 1914 λέγει, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν καὶ αἱ διατάξεις τῶν κληροδοτῶν, διὰ τοῦτο νομίζω θὰ ἦτο ἴσως πρόσφορον καὶ ἐπωφελές, ἐὰν ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ εἰσαγάγῃ τροποποίησίν τινα διὰ τὸ κληροδότημα τοῦτο. Ὀφείλω νὰ εἴπω καί τινα καὶ διὰ τὰ προκύψαντα περισσεύματα ἐκ τῆς μὴ λειτουργίας ἐπὶ πενταετίαν τοῦ κληροδοτήματος. Τὰ περισσεύματα ταῦτα ἐγὼ ὑπολογίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνέρχωνται εἰς τὸ σεβαστὸν ποσὸν τῶν 60 ἢ 70 χιλιάδων δραχμῶν διότι τὸ κληροδότημα τοῦτο ἔχει περίπου 16 ἢ 17 χιλιάδας δραχμῶν ἐτήσιον εἰσόδημα. Ἡ ὁλικὴ καὶ σύγχρονος διάθεσις ὅλων τούτων τῶν χρημάτων νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σκόπιμος σήμερον, διότι εἶναι δύσκολον νὰ εὕρωμεν νέους τόσους ὁμοῦ, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχουν ὅλα τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦμεν ἀπὸ ἕνα ὑπότροφον· καὶ διὰ τοῦτο ἴσως θὰ ἦτο προτιμώτερον καὶ σύμφωνον μάλιστα καὶ πρὸς μίαν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1909, ὅπως μέγα μέρος τῶν περισσευμάτων τούτων κεφαλαιοποιηθῇ, ἵνα οἱ πόροι τοῦ κληροδοτήματος αὐτοῦ αὐξηθῶσιν.
§19Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας) Ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. βουλευτοῦ δύναται νὰ διαιρεθῇ εἰς τρία μέρη. Τὸ πρῶτον μέρος ἀφορᾷ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῶν διατάξεων τοῦ κληροδοτήματος, καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς εἶπε τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἐξετελέσθη. Οἱ λόγοι εἶναι οἱ ἑξῆς: ὅτι διὰ τοῦ νόμου τῆς 24 Νοεμβρίου τοῦ 1914 ἤρθη τὸ κώλυμα τὸ ὑφιστάμενον, πληρωθεισῶν τῶν περιπτώσεων τῶν ἀναγραφομένων εἰς τὸν νόμον τοῦ 1909, διότι ὁ νόμος τοῦ 1909 ἀπῄτει τὴν ἐξέλεγξιν. Μὴ γενομένης τῆς ἐξελέξεως ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ κληροδοτήματος. Διὰ τοῦ νόμου λοιπὸν τοῦ 1914 ἤρθη τὸ κώλυμα τοῦτο καὶ ἤδη ἐπίκειται ἡ ἀπόφασις πρὸς ἔκδοσιν τῆς ὑπὸ τοῦ μνημονευθέντος νόμου προκηρύξεως διαγωνισμοῦ ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου κληροδοτήματος. Καὶ ἐνταῦθα ἔρχεται τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἐρωτῶντος, ὁ ὁποῖος διατείνεται ὅτι τὸ σύστημα τοῦ διαγωνισμοῦ ἀντίκειται πρὸς ῥητὰς διατάξεις τῆς διαθήκης, τὸ τρίτον δὲ μέρος ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τῶν περισσευμάτων, τῶν ἐκ τῆς μὴ λειτουργίας τοῦ κληροδοτήματος προκυψάντων. Ἐν τέλει προτείνει ὁ κ. Βουλευτὴς ὅπως τὸ περίσσευμα τοῦτο κεφαλαιοποιηθῇ, καθ’ ὅσον νομίζει ὅτι δὲν εἶναι πρόσφορος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ κληροδοτήματος ὑφ’ οὕς ὅρους εὑρισκόμεθα σήμερον. Ὡς πρὸς τὰ δύο ταῦτα μέρη παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτὴν νὰ μὲ ἀφήσῃ νὰ σκεφθῶ ἐξετάζων τὰ πράγματα, ἵνα προέλθω εἰς μίαν ἀπόφασιν, εἰδοποιῶ δὲ αὐτὸν ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργείου πρέπει νὰ προκηρυχθῇ διαγωνισμὸς, ἀλλὰ μετὰ τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου, θέλω ἐξετάσει ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις εἰς τὸ Βέλλιον κληροδότημα ἢ πρέπει νὰ γίνῃ χρῆσις ὁποίαν ὑπέδειξε.
§20Ν. ΞΗΡΟΣ. Διὰ τὸ Βέλλιον κληροδότημα ἐνδιαφέρεται καὶ ἡ Φθιῶτις διότι ἔχομεν καὶ εἰς τὴν Λοκρίδα Μακεδόνας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. — Ἀναβάλλεται ἡ ἐκλογὴ τῶν μελῶν τοῦ Συμβουλίου Ἐργασίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ ἀναγραφῆς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν πιστώσεως δι’ ἀρωγὴν τοῦ ἔργου τῆς περιθάλψεως τῶν θυμάτων τῶν πολέμων 1912–1913». 2) «Περὶ παρατάσεως τῆς πρὸς ἀνανέωσιν καὶ προεξόφλησιν τῶν παλαιῶν χρεῶν πρὸς τὸ Δημόσιον προθεσμίας» καὶ 3) «περὶ κανονισμοῦ τῶν ὁρίων τοῦ δάσους Μεγαλόρευμα». — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν περὶ δασῶν νόμων».
§22Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.) Κύριε Πρόεδρε δηλῶ ὅτι ἀποδέχομαι τὴν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου προταθεῖσαν τροπολογίαν τοῦ βουλευτοῦ κ. Χρυσοχοΐδου.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (Ἀναγινώσκεται.) —Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. —Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μέτρων ὑπὲρ τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως».
§24ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχουν διανεμηθῆ αἱ τροπολογίαι.
§25Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Διενεμήθησαν αἱ τροπολογίαι. Ἐπειδὴ ὅμως παραπονοῦνται ὅτι δὲν διενεμήθησαν ἂς ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἡ τελευταία ἀναβολή.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον.
§27ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§28Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ συζητήσωμεν ἀλλὰ δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ 24 ὡρῶν ἀναβολῆς.
§29Λ. ΝΑΚΟΣ. Δέον νὰ τυπώνωνται ὅλαι αἱ τροπολογίαι τὰς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Παιδείας νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του.
§30Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πρὸς ἀποφυγὴν παρεξηγήσεως σᾶς καταθέτω τὸ νομοσχέδιον. Ἡ τροπολογία θὰ τυπωθῇ ἀμέσως, θέλω δὲ παρακαλέσῃ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ ἀποστείλετε ἀμέσως αὐτὴν πρὸς τύπωσιν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. — Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ δανείου 15 ἑκατομμυρίων δραχμῶν χρυσῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον 535 τῆς 27 Δεκεμβρίου 1914 περὶ ναυτικῆς στρατολογίας». Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπουρνιᾶς.
§33Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τὴν ὁποίαν θεωρῶ δικαιοτάτην. Διότι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου παρελείφθησαν οἱ ἔχοντες κεκτημένον δίπλωμα κυβερνήτου. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ μεταφερθῶσιν οἱ κεκτημένοι δίπλωμα πλοιάρχου εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης, δίκαιον εἶναι νὰ συγκαταλεχθῶσι καὶ οἱ διπλωματοῦχοι κυβερνῆται.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Μπουρνιᾶ τὴν ὁποίαν παρακαλεῖται ὁ Γραμματεὺς νὰ ἀναγνώσῃ. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία).
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπάρχουν τροπολογίαι τῶν κ. κ. Πετρακάκου καὶ Γκίνη. (Ἀναγινώσκονται αἱ τροπολογίαι).
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς τροπολογίας ταύτας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (Ἀναγινώσκεται).
§38Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὸ βʹ ἄρθρον ὑπάρχει κάποιο λάθος εἰς τὴν ἐκτύπωσιν. Προσετέθη παράγραφος εἰς αὐτό, ἡ ὁποία δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ 2 ἄρθρον, Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῇ τὸ λάθος νὰ διαγραφῇ δηλαδὴ ἡ παράγραφος αὕτη ἐκ τοῦ 2 ἄρθρου καὶ νὰ προστεθῇ καὶ τὸ 1 ἄρθρον.
§39Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. βουλευτοῦ εἶναι ἀκριβής. Ἀποδέχομαι τὴν τροποποίησιν ταύτην.
§40Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Βεβαίως ἡ παράγραφος αὕτη ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου πρέπει νὰ λείψῃ ἐντελῶς, διότι μοῦ φαίνεται ἄδικον ἄλλοι νὰ ὑπηρετῶσι εἰς τὸν στρατὸν καὶ ἄλλοι νὰ μὴ ὑπηρετῶσι. Διὰ τῆς διατάξεως δηλαδὴ ταύτης πρόκειται νὰ γίνουν προνομιοῦχοι ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι πλοίαρχοι ὄντες, δὲν ὑπηρέτησαν εἰς τὴν ξηρὰν καὶ μετατίθενται εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης. Ἀλλὰ εἰς τὴν θάλασσαν δὲν καλοῦνται ποτὲ καὶ οὕτω γίνονται προνομιοῦχοι. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ λείψῃ ἡ παράγραφος.
§41Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ἔχει δίκαιον ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται διακρίσεις. Ἀλλὰ ἐν προκειμένῳ πρόκειται περὶ μερικῶν ἐμποροπλοιάρχων, οἱ ὁποῖοι, ζήσαντες ἐν Τουρκίᾳ, χωρὶς νὰ παύσουν νὰ εἶναι Ἕλληνες, ἦλθον κάπως ἀργὰ ἐδῶ, καὶ ἐνεγράφησαν μὲ τὸ 27, ἢ 28 ἔτος τῆς ἡλικίας των ὡς ἐργάται τῆς θαλάσσης, θὰ ἦτο ἄδικον λοιπὸν εἰς ἡλικίαν 45 ἐτῶν νὰ ὑπηρετήσωσιν ἤδη εἰς τὸ πεζικόν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετρακάκου. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. — Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 2 ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται.
§43ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δηλῶ ὅτι τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 7 νομοσχέδιον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως «περὶ διατηρήσεως καὶ κατατάξεως τῶν ἐν τῇ νήσῳ Σάμῳ προσωρινῶς διωρισμένων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων» τὸ ἀποσύρω ὡς περιττόν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ, Κρήτῃ καὶ ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου Πελάγους».
§45Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Οὐδεὶς ἀρνεῖται κ. Βουλευταὶ ὅτι ἐπιτακτικὴ παρίσταται ἀνάγκη ἵνα ληφθῶσι μέτρα προστατευτικὰ ὑπὲρ τῶν δασῶν καὶ τῶν Νέων Χωρῶν διὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν ὀργάνωσιν σκοπεῖ νὰ εἰσαγάγῃ καὶ ἐπιφέρῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Καὶ δὲν θὰ ἐλάμβανον τὸν λόγον, ἐὰν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὑπῆρχον διατάξεις φορολογικαί, διατάξεις ἐπαυξάνουσαι τὰ φορολογικὰ βάρη τῶν κατοίκων τῶν Νέων Χωρῶν. Εἶναι γνωστόν, κ. Βουλευταί, ὅτι εἰς τὰς Νέας Χώρας ἐπικρατεῖ εἰσέτι διπλοῦν φορολογικὸν σύστημα, τὸ Τουρκικὸν καὶ τὸ Ἑλληνικόν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι διὰ τῆς διπλῆς ταύτης φορολογίας διατηροῦνται εἰς τὰς Νέας Χώρας οἱ βαρύτεροι καὶ καταθλιπτικώτεροι ἐκ τῶν Τουρκικῶν φόρων ὡς ὁ φόρος τῆς δεκάτης, ὁ φόρος τῶν αἰγοπροβάτων, ὁ κτηματικὸς φόρος, καὶ ἄλλοι, οἵτινες δυσβαστάκτως πιέζουσι τὰς λαϊκὰς καὶ ἰδίᾳ τὰς γεωργικὰς τάξεις. Ἐὰν εἰς τοὺς φόρους τούτους προσθέσῃ τις καὶ τοὺς ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰσαχθέντας θὰ κατανοήσῃ ὁπόσον δεδικαιολογημένα εἶναι τὰ ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν ἀκουόμενα παράπονα διὰ τὸ κρατοῦν ἐκεῖ φορολογικὸν σύστημα. Ταῦτα λέγων, δὲν θέλω βεβαίως νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος δὲν φορολογοῦνται ἐπαρκῶς ἢ ὅτι ἀναλογικῶς πρὸς τὰς Νέας Χώρας φορολογοῦνται ἐλαφρότερον. Ἀλλὰ θέλω νὰ τονίσω τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς διπλῆς φορολογίας ἐπιβαρύνονται ὑπερμέτρως αἱ λαϊκαὶ καὶ παραγωγικαὶ τάξεις. Καὶ διὰ τοῦτο γενικὴ ὑποβάλλεται εὐχή, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἐπιδιωχθῇ ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Καὶ ἡ εὐχὴ αὕτη προέρχεται ὄχι διότι αἱ Νέαι Χῶραι διὰ τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως θὰ πληρώνωσιν εἰς τὸ Κράτος συνολικῶς ὀλιγωτέρους φόρους τῶν ὅσων σήμερον πληρώνουσιν, ἀλλὰ διότι διὰ τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως θὰ κατανεμηθῶσι οἱ φόροι δικαιότερον καὶ θὰ ἀνακουφισθῇ σπουδαίως ὁ πτωχὸς λαός. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὑτοῦ ἐκθέσει λέγει ὅτι ἐπιβάλλονται ἐπιεικῶς φορολογικαὶ διατάξεις καὶ τοῦτο ἵνα μικρὸν κατὰ μικρὸν ἐθισθῶσιν οἱ κάτοικοι τῶν Νέων Χωρῶν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πληρώνουσιν οἱ κάτοικοι τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἵνα ἄλλαις λέξεσι βαθμιαία ἐπέλθῃ ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις. Ἀλλά, ἀφοῦ διὰ τῶν μέτρων τούτων σκοπεῖται ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις, διατὶ δὲν βλέπομεν ἐπιδιωκομένην ταύτην καὶ διὰ τῆς καταργήσεως ἢ τοὐλάχιστον τῆς ἐλαττώσεως τινῶν ἐκ τῶν ἀπὸ Τουρκοκρατίας ἰσχυόντων καταθλιπτικῶν φόρων, ἀλλὰ βλέπομεν τὴν ἀφομοίωσιν αὐτὴν συστηματικῶς καὶ κατὰ κανόνα ἐπιδιωκομένην μόνον διὰ τῆς προσθήκης νέων φόρων ἀπὸ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τοὺς ἀπὸ Τουρκοκρατίας ἰσχύοντας; Βεβαίως θὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι σήμερον δὲν εἶναι καιρὸς νὰ μεταβληθῇ τὸ φορολογικὸν σύστημα. Συμφωνῶ πρὸς τοῦτο. Ἀλλὰ θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν νὰ συμφωνήσῃ καὶ ἐκεῖνος μετ’ ἐμοῦ ὅτι δὲν εἶναι σήμερον καιρὸς νὰ ἐπιβληθῶσι νέοι φόροι ἢ ἐπαυξηθῶσιν οἱ ὑπάρχοντες ἐπὶ εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, ὡς εἶναι τὰ δασικὰ προϊόντα. Εἰς ἐποχήν, κ. Βουλευταί, κατὰ τὴν ὁποίαν πρωτοφανὴς οἰκονομικὴ καχεξία μαστίζει τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἥν ἡ ἐπιστράτευσις ἀφήρεσεν τὰς ἐργατικὰς χεῖρας καὶ αἱ οἰκογένειαι ἐστερήθησαν τῶν προστατῶν αὐτῶν, εἰς ἐποχὴν καθ’ ἥν σκεπτόμεθα πῶς νὰ ἐπέλθωμεν ἀρωγοὶ καὶ ἐπίκουροι εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν ἐπιστράτων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους ἐπὶ εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης καὶ δὴ ἐπὶ τῶν δασικῶν προϊόντων. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ἐν τῇ ἀνάγκῃ νὰ ἐξεύρῃ νέους πόρους ἵνα ἀντεπεξέλθῃ εἰς τὰς ἐκτάκτους ὄντως σημερινὰς περιστάσεις, τοὺς πόρους τούτους δέον νὰ ἀναζητήσῃ εἰς φόρους μὴ θίγοντας πλέον τὸν λαόν, διότι ὑπερμέτρως οὗτος εἶναι βεβαρυμένος διὰ τῆς κρατούσης φορολογίας. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως θελήσῃ νὰ μειώσῃ τὰς φορολογικὰς διατάξεις τοῦ Νομοσχεδίου συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ ἐπὶ τοῦ συστήματος τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν δασῶν καὶ ἰδίᾳ τοῦ ζητήματος τῆς ὑλοτομίας. Ὡς γνωστὸν ἐν Ἑλλάδι κρατεῖ τὸ σύστημα τῆς δι’ ἀδειῶν ὑλοτομίας. Τὸ σύστημα τοῦτο αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ πλημμελὲς καθίσταται αὐτόχρημα τυραννικόν, ὡς ἐκ τῶν ἀπαιτουμένων διατυπώσεων καὶ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς τῶν δασικῶν νόμων ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας. Διὰ νὰ λάβῃ τις ἄδειαν ὑλοτομίας δέον νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἕδραν ἔνθα διαμένει ὁ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας, ὁ ὁποῖος εἰς τὰς Νέας Χώρας ἐκτελεῖ καὶ χρέη δασάρχου. Θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν δασάρχην αἴτησιν, θὰ ὑποβάλῃ πιστοποιητικὸν περὶ τῆς κυριότητος τοῦ κτήματος ἔνθα πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ὑλοτομία, ὅλα χαρτοσημασμένα. Ἐν τέλει θὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἔφορον, θὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν· ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ἀδείᾳ καθορίζονται ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἡμέραι ὑλοτομίας, ἡμέραι μεταφορᾶς, ἡμέραι ἀνθρακοποιήσεως καὶ καθορίζονται ταῦτα κατὰ τοιοῦτον ἀνεπαρκῆ τρόπον, ὥστε εἶναι ἀδύνατον ὁ χωρικὸς νὰ τηρήσῃ τὰς ἐν τῇ ἀδείᾳ προθεσμίας. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνθρακοποίησιν νέα βάσανα διὰ τὸν γεωργόν. Εἶναι οὗτος ὑποχρεωμένος νὰ μεταβῇ εἰς τὸν δασάρχην, νὰ τὸν εἰδοποιήσῃ νὰ κάμῃ τὴν ἐξέλεγξιν, ἀλλ’ ὁ δασάρχης, ὅταν μάλιστα εἶναι καὶ διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας, βεβαρυμένος μὲ ὅλα τὰ καθήκοντα, τὰ πολλαπλᾶ, εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταβῇ ἀμέσως διὰ νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐξέλεγξιν. Οὕτω δὲ ὁ ἀγρότης εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἀναμένῃ ἐπὶ ἡμέρας πολλὰς ἀπέχων πάσης ἄλλης ἐργασίας. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω θερμὴν εὐχὴν καὶ παράκλησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ψηφίσεως καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου συστήσῃ εἰς τὰ ὄργανα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, ὅπως μὴ καταδυναστεύωσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἀλλὰ παρέχωσι πᾶσαν εὐκολίαν δυνατὴν εἰς τοὺς δυστυχεῖς χωρικούς. Ἀλλὰ θεωρῶ ὀρθὸν καὶ ἀπαραίτητον ὅπως τεθῇ εἰδικὴ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἄδεια ὑλοτομίας ἀπαιτεῖται μόνον ὅταν πρόκειται νὰ γίνῃ ὑλοτομία εἰς δάσος εἴτε δημόσιον, εἴτε ἰδιωτικόν. Σήμερον ὁ ἰδιοκτήτης δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκριζώσῃ ἕνα ἄγριον, θάμνον νὰ βελτιώσῃ τὸ κτῆμα του, τὸν ἐλαιῶνα του, τὸν κῆπον του. Ἐάν, κύριοι βουλευταί, τὰ βουνὰ τῆς νήσου Λέσβου, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω, εἶναι κατάφυτα καὶ πλήρη ἐλαιώνων, βεβαιωθῆτε, ὅτι τοῦτο προέρχεται ἐκ τοῦ γεγονότος, ὅτι ἄλλοτε εἶχον τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐλευθερίαν οἱ κάτοικοι νὰ βελτιώνωσι τὰ κτήματά των, νὰ ἐκριζώνωσι τὰ ἄγρια καὶ θαμνώδη φυτά, ἵνα φυτεύωσιν ἀντ’ αὐτῶν ἐλαίας. Σήμερον μὲ τοὺς νόμους περὶ δασῶν ἢ μᾶλλον μὲ τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν τῶν περὶ δασῶν νόμων, πολὺ φοβοῦμαι μήπως ἀντὶ νὰ ἴδωμεν πολλαπλασιαζομένους τοὺς ἐλαιῶνάς μας, τοὐναντίον ἴδωμεν καταστρεφόμενα τὰ κτήματά μας καὶ ἐλαττουμένην τὴν παραγωγήν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐν συνόλῳ περὶ τοῦ νομοσχεδίου· ὅταν δ’ ἔλθῃ ἡ κατ’ ἄρθρον συζήτησις ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω καὶ μερικὰς τροπολογίας.
§46Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀντικείμενον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι ἡ τροποποίησις διατάξεών τινων τοῦ περὶ δασῶν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζονται τὰ ὄργανα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς νέας χώρας. Ἐν τούτοις τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ 2ον ἄρθρον, ἀναγράφει μεταβατικὰς διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων αὐξάνεται ὁ φόρος ἐπὶ τῶν δασικῶν προϊόντων εἰς τὰς νέας χώρας. Δὲν ἀγνοῶ ὅτι μεταξὺ τῆς δασικῆς νομοθεσίας τῆς νέας Ἑλλάδος καὶ τῆς Παλαιᾶς ὑπάρχει μεγίστη διαφορά, τὸ δὲ νομοσχέδιον, ὡς ἀρχικῶς εἶχεν ὑποβληθῆ, ὡμολόγει, ὅτι ἐσκόπει, ἔστω καὶ βαθμηδὸν καὶ μάλιστα διὰ Βασ. Διαταγμάτων, νὰ ἀφομοιώσῃ τὴν δασικὴν νομοθεσίαν ὅλης τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ ἡ Βουλὴ δὲν ἀγνοεῖ, ὅτι αἱ θεοκρατικαὶ ἀντιλήψεις, αἵτινες ἐκράτουν ἐν τῇ Ὀθωμανικῇ αὐτοκρατορίᾳ περὶ τῆς ἐγγείου ἰδιοκτησίας, ὁ γεωργικὸς χαρακτὴρ τοῦ Τουρκικοῦ κράτους καὶ αἱ διομολογήσεις, αἵτινες ἐδέσμευον τὴν κυριαρχικὴν ἐλευθερίαν τῆς Αὐτοκρατορίας εἰς τὸ νὰ ἐπαυξάνῃ τοὺς δασμοὺς ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων προϊόντων, πάντα ταῦτα συνετέλουν, ὅπως μέγα μέρος τῶν φόρων ἐπιβαρύνῃ τὴν ἔγγειον παραγωγήν, διὰ τῆς δεκάτης, τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν αἰγοπροβάτων, τοῦ φόρου ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς γῆς κ.λπ. Ἀφ’ ὅτου δὲ ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ἀφωμοίωσε κατὰ τοὺς δασμοὺς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες, ὅτι ὑπάρχει ἤδη πρὸς τὸ μέρος τῆς νέας Ἑλλάδος μεγίστη ἀνισότης φορολογική. Ἡ νέα Ἑλλὰς φορολογεῖται βαρύτατα. Βεβαίως συμφωνῶ πρὸς τὸν προαγορεύσαντα κ. Συνάδελφον, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ συζητῶμεν περὶ φορολογικῶν ἰσοτήτων, αἵτινες κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπιφέρουν τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων τῆς νέας Ἑλλάδος καὶ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ἀπαιτῇ ἡ φορολογικὴ μεταβολὴ χρόνους εἰρήνης καὶ χρόνους ὁμαλούς, ὅπως ἐπέλθῃ, δὲν νομίζω, ὅτι εἶναι ἡ προσήκουσα στιγμή, ἵνα ἐπαυξήσωμεν φόρους μέλλοντας νὰ βαρύνωσι τὰ δασικὰ εἴδη καὶ ἰδίως τοὺς ἄνθρακας. Οὐδὲ φαντάζομαι, ὅτι τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ὅπερ ἔχει μεγίστην ἀνάγκην πόρων, θὰ ζητήσῃ νὰ πορισθῇ τὰ χρήματα, ὧν ἔχει ἀνάγκην, ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς δασικῆς φορολογίας τῆς νέας Ἑλλάδος, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ προέλθῃ ἕν ποσὸν 300–500.000 δρχ. δηλ. ἀσήμαντον διὰ τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιβαρύνῃ πτωχοὺς πληθυσμούς. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην χρημάτων διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς μεγάλας ἀνάγκας, ἀλλοῦ πρέπει νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της, πρὸ παντὸς εἰς τὴν ἐπαύξησιν τῆς φορολογίας τῶν κινητῶν ἀξιῶν, διότι ἀρκετὰ ἐπεβαρύνθη ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο, παραμείνῃ δὲ ἐν ἰσχύϊ ἡ Τουρκικὴ νομοθεσία, διότι μὲ ὅλας τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός, πάντοτε παραμένει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῆς Τουρκικῆς δασικῆς φορολογίας καὶ ἐκείνης, ἣν πρόκειται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τὰς νέας χώρας.
§47Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οἱ προλαλήσαντες, παρὰ τὰς γενομένας παρά τινων συναδέλφων παρατηρήσεις, δὲν ὡμίλησαν ἐντὸς τοῦ θέματος τοῦ πρώτου ἄρθρου, ὁμιλήσαντες γενικῶς περὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, διότι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, καὶ ἐκ τοῦ 1ου ἄρθρου γεννᾶται ζήτημα φορολογικόν, συνιστάμενον εἰς τὸ ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἡ νομοθεσία, ἡ ἰσχύουσα ἐν ταῖς Νέκις Χώραις, ἀφομοιοῦται τελείως διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου ὀργανικῶς πρὸς τὴν νομοθεσίαν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, προστίθεται ἐν τέλει αὐτοῦ ἡ φράσις: «ἐφόσον δὲν ὁρίζουν τί διάφορον διὰ τὰς Νέας Χώρας εἰδικαὶ διατάξεις». Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα ἐκ τῆς φράσεως ταύτης, ποία εἶναι ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ἐφαρμοζομένη ἐν ταῖς Νέκις Χώραις, καὶ δυνάμει τῆς ὁποίας φορολογοῦνται τὰ προϊόντα κεραμοποιΐας, πλινθοποιΐας καὶ ἀγγειοπλαστικῆς; Βεβαίως εἰσπράττονται φόροι ἐπὶ τῶν εἰδῶν τούτων δυνάμει τῆς Τουρκικῆς νομοθεσίας, ἀλλ’ ἔχει ἐπέλθη καὶ διάταξις ἑλληνικῆς πηγῆς, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Μακεδονίας, διὰ τῆς ὁποίας διερρυθμίσθησαν τὰ τῆς φορολογίας ταύτης. Καὶ ἤθελον εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἂν δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου, ἀφοῦ ἐπιδιώκεται ὅσον ἀφορᾷ τὰ δασικὰ προϊόντα, ἡ ἀφομοίωσις τῆς φορολογίας τῆς Παλαιᾶς πρὸς τὴν Νέαν Ἑλλάδα, καταργεῖται ἡ φορολογία ἐπὶ τῶν εἰρημένων εἰδῶν, ἀφοῦ νομοθετικῶς χαρακτηρίζονται ὡς δασικὰ προϊόντα.
§48Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Πληρώνει ἡ καύσιμος ὕλη ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι.
§49ΙΩ. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Συναδέλφου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιρροήν, διότι καὶ ἐν ταῖς νέαις χώραις φορολογεῖται ἡ καύσιμος ὕλη. Μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι πλεῖστοι βιομήχανοι μεταχειρίζονται κὸκ καὶ συνεπῶς δὲν καταβάλλουν οὐδέν. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ τὸ σημεῖον τοῦτο, διὰ νὰ μὴ γεννᾶται κατόπιν ζήτημα ἑρμηνείας. Ὁμολογουμένως εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ἑνὸς νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ φορολογίαν βαρυτέραν σχετικῶς πρὸς τὰ δασικὰ προϊόντα διὰ τὰς Νέας Χώρας, διὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα εἶναι πρωτίστης ἀνάγκης καὶ οἱ κάτοικοι τῶν νέων μερῶν δὲν ἐφαντάζοντο ποτὲ ὅτι καθ’ ὃν χρόνον αὐτοὶ σκέπτονται πῶς νὰ ζῶσιν ἡμέραν παρ’ ἡμέραν, κατὰ τοὺς κρισίμους τούτους καιρούς, ἡ Κυβέρνησίς των σκέπτεται πῶς νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς νέους φόρους. Ἀνεξαρτήτως ὅμως αὐτῆς τῆς γενικῆς γνώμης, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ κυριαρχήσῃ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κριθῇ τὸ μέτρον αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, παρατηροῦμεν ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ προκειμένῳ καὶ μία ἄλλη ἔποψις φορολογικῆς ἀδικίας. Καὶ τοῦτο διότι ἐπικρατεῖ ἀκόμη ἐνταῦθα μία ἰδέα ἐσφαλμένη, καθ’ ἣν οἱ κάτοικοι τῶν Νέων Χωρῶν φορολογοῦνται ἐλαφρότερον ἀπὸ τοὺς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὴν ἰδέαν δὲ αὐτὴν εὑρίσκομεν καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν δικαιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας, τοῦ ὑποβαλόντος ὑπὸ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον, ἐν ᾧ φέρεται ὅτι οἱ κάτοικοι τῶν νέων χωρῶν πρέπει ἠρέμα καὶ κατὰ μικρὸν νὰ συνηθίσουν εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι βαρυτέρων φόρων. Ἡμεῖς, ἐλθόντες ἐνταῦθα ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν, πρώτιστον καθῆκον εἴχομεν νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁποῖα ἐπικρατεῖ παρ’ ἡμῖν κοινὴ γνώμη καὶ νὰ καταστήσωμεν γνωστὸν ὅτι ὑπάρχουσι παράπονα ἐναντίον τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν ἐφηρμόσθη ἡ ἀρχὴ τῆς βαθμιαίας ἀφομοιώσεως τῆς φορολογικῆς νομοθεσίας. Εἴχομεν ὑποχρέωσιν τὰ παράπονα ταῦτα ἐν πρώτῃ εὐκαιρίᾳ νὰ ἐκθέσωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ δὲν ἐξεθέσαμεν ταῦτα, ὅταν πρῶτον παρουσιάσθη ἡ εὐκαιρία, ὅταν δηλαδὴ ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν εἶχεν ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον πρὸς ψήφισιν τῶν δωδεκατημορίων, καὶ δὲν ὑποβάλαμεν τότε ἀντιρρήσεις, οὔτε ὡς εὐχὴν διατετυπωμένας, διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν ἠθέλομεν, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς ὑψίστας στενοχωρίας καὶ ἀνάγκας, νὰ φανῶμεν ἡμεῖς ὅτι σκεπτόμεθα περὶ ἐλαττώσεως τῆς φορολογίας. Τὰς εὐχὰς δὲ ἐκείνας ἠδυνάμεθα νὰ διατυπώσωμεν ἐν πλήρει δικαίῳ καὶ οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ παρεξηγήσῃ ἡμᾶς, διότι θὰ ἐθέταμεν ὡς κριτήριον πάντοτε τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, διότι δὲν θὰ τὸ κρύψω, ὑπεκείμεθα, εἰς τοιαύτας παρεξηγήσεις ἐκ μέρους τῶν συναδέλφων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ ἔχωμεν ἀδελφικὰ αἰσθήματα, πρὸς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ διατυπώσωμεν ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ ψυχράνουν τοὺς ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος συναδέλφους ἡμῶν. Οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν Νεοχωριτῶν ἔφερεν ἀντίρρησίν τινα ὅταν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεφασίζετο ἡ ἐφαρμογὴ κατὰ τὸ 1915 τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ἥτις ἀποφέρει 1.800,000 περίπου δραχμῶν, ἀντὶ τοῦ νόμου περὶ σπειρομένων γαιῶν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐξασφαλίζῃ εἰς τὸ Κράτος τὸ προϋπολογισθὲν ποσὸν τῶν 4,000,000 δραχμῶν. Οὔτε τώρα θὰ φέρωμεν ἀντιρρήσεις, ὅταν κατατεθῇ, ὡς ἐδηλώθη ἤδη, νομοσχέδιον περὶ ἀπαλλαγῆς ἐν μέρει τῶν ἐπιστράτων κατοίκων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἐν τούτοις πρὸς ἀποφυγὴν ὅλων αὐτῶν τῶν παρεξηγήσεων προσεπαθήσαμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν διατύπωσιν τοιαύτης εὐχῆς καὶ τοῦτο πράξαντες ἴσως δὲν ἐξεπληρώσαμεν πλήρως τὴν ἐντολήν, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν παρὰ τῶν ἐκλογέων μας. Νομίζω ὅτι κατόπιν τῶν λεχθέντων οὐδεμία παρεξήγησις δύναται νὰ χωρήσῃ, ἡμεῖς δὲ εἶνε προφανὲς ὅτι ἂν λαμβάνωμεν ὡς ὅρον συγκρίσεως τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, πράττομεν τοῦτο ἀναγκαίως, διότι πρὸς αὐτῆς τὸ φορολογικὸν καθεστὼς πρόκειται νὰ ἀφομοιωθῶμεν. Κύριοι βουλευταί, μὲ τὴν κατάστασιν τὴν φορολογικήν, ἡ ὁποία ἐδημιουργήθη εἰς τὸ Κράτος δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ γνωρίζωμεν ἐπακριβῶς τὶ συμβαίνει, διότι ἐδημιουργήθη ποικιλωτάτη νομοθεσία, εἰς τρόπον ὥστε εἶνε δύσκολον ὁ Μακεδὼν νὰ γνωρίζῃ τὶ γίνεται ἐν Κρήτῃ, ὁ Κρὴς τὶ συμβαίνει ἐν ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου καὶ ἐν Ἠπείρῳ, καὶ ὁ ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι τὶ κρατεῖ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Θὰ καταντήσῃ νὰ ἔχωμεν ἀνάγκην ἀπὸ ἀνθρώπους εἰδικούς, οἱ ὁποῖοι νὰ γνωρίζουν τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ νὰ δύνανται μετὰ κύρους νὰ ἀποφαίνωνται περὶ αὐτῶν. Διὰ τοῦτο δὲν εἶναι παράδοξον ἂν ὑπάρχωσι μεταξὺ ἡμῶν συνάδελφοι ἔχοντες τὴν ἐσφαλμένην ἰδέαν ὅτι αἱ Νέαι Χῶραι φορολογοῦνται ἐλαφρότερον τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Τὸ ζήτημα τοῦτο χρήζει διαφωτίσεως. Λοιπόν, κύριοι, ὅταν ἀπηλευθερώθησαν αἱ Νέαι Χῶραι — καὶ δὲν λέγω κατεκτήθησαν — ἦτο πολὺ φυσικόν, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία εἰσηγήθη καὶ ἡ Βουλὴ ἡ ὁποία ἐνομοθέτησε νὰ σκεφθῇ ὅτι λαοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐξήρχοντο ἀπὸ μακρὰ ἀθλιότητα, πληθυσμοὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον ἤδη διέλθει ἀπὸ δύο πολέμους καὶ οἱ ὁποῖοι εἶχον ὡρισμένην κοινωνικὴν κατάστασιν, ὡρισμένους δὲ πόρους, ἐπιτρέποντας τὴν καταβολὴν ὡρισμένων φόρων, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῶσιν ἀμέσως εἰς τὴν φορολογίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἡ ὁποία ἐθεωρεῖτο καὶ εἶναι βαρυτέρα. Ἦτο λοιπόν, λέγω, πολὺ λογικὸν νὰ ἀποφασισθῇ καὶ νὰ κριθῇ ὅτι ἔπρεπεν ἡ βαρυτέρα φορολογικὴ νομοθεσία τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος νὰ ἐφαρμοσθῇ οὐχὶ ἀποτόμως ἀλλὰ βαθμιαίως εἰς τὰς Νέας Χώρας. Καὶ ἦτο τοῦτο ὄχι μόνον ἔργον δικαιοσύνης, ἀλλ’ καὶ ἔργον σκοπιμότητος, διότι δὲν ἀπηλευθερώθησαν αἱ Νέαι Χῶραι διὰ νὰ καταστραφῶσι οἰκονομικῶς, νὰ ἀπαιτηθῇ δὲ κατόπιν πολὺ μέγα χρονικὸν διάστημα ὅπως ἀνακτήσωσι τὸ ἀπωλεσθὲν ἔδαφος καὶ θεραπευθῶσι αἱ γενόμεναι ζημίαι. Αἱ Νέαι Χῶραι ἀπηλευθερώθησαν διὰ τοῦ τιμίου αἵματος τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου διὰ νὰ εἰσέλθωσι τὸ ταχύτερον εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου καὶ τῆς εὐημερίας. Δὲν ἀμφιβάλλομεν δὲ ὅτι οὐδεὶς ἐνταῦθα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἀντίθετον αἴσθημα. Ἡ ἀρχὴ λοιπὸν αὕτη τῆς βαθμιαίας ἀφομοιώσεως, καθ’ ἑαυτὴν ἀρίστη δὲν ἠκολούθησε δυστυχῶς ἐν τῇ πράξει τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ, διότι βλέπομεν σήμερον ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ μὴ θίγηται ἢ σχεδὸν νὰ μὴ θίγηται ἡ ἄμεσος φορολογία, ἡ ὁποία προυπῆρχεν εἰς τὰς νέας χώρας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἐφαρμόζηται ἡ ἔμμεσος φορολογία τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Καὶ δὲν ἀγνοεῖτε πάντως ὅτι ἐν Τουρκίᾳ τὰ 65% τῶν φόρων ἦσαν ἄμεσοι καὶ τὰ 35% μόνον ἦσαν ἔμμεσοι. Ἀντιθέτως συμβαίνει ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον διὰ νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς πολλὰς λεπτομερείας βλέπομεν σήμερον ὅτι μόνον ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Μακεδονία – ἀναφέρω δὲ αὐτὰς τὰς δύο ἐπαρχίας, διότι λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει πρὸς τὸν τοῦ παρόντος ἔτους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914 ἐν τῷ ὁποίῳ αἱ ἐπαρχίαι αὗται ἔχουσιν ἰδιαιτέραν μερίδα καὶ συνεπῶς εὐκολώτερον δύνασθε νὰ ἐξελέγξητε τὰ λεγόμενά μου – μόνον λέγω τὰ δύο αὐτὰ τμήματα τῆς χώρας πληρώνουσι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ἀμέσους φόρους ἀνερχομένους εἰς τριάκοντα ἑκατομμύρια, ὁλόκληρος δὲ ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία ἔχει διπλάσιον πληθυσμὸν πληρώνει 22 ἑκατομμύρια φόρους ἀμέσους. Ἤτοι ἐνῷ ἔπρεπε μὲ τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ των τὰ τμήματα ταῦτα νὰ πληρώσουν κατ’ ἀναλογίαν 11 ἑκατομμύρια, ἐπλήρωσαν 30.
§50ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς ἔχει τοὺς ἐμμέσους.
§51Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐμμέσους φόρους ἡ φορολογία ἔχει σχεδὸν ἀφομοιωθῇ ὅλη ἐκτὸς τῶν δασικῶν προϊόντων, τῶν εἰδῶν τοῦ μονοπωλείου, τῶν σιτηρῶν καὶ τῶν ἀλεύρων, ὅπου ὑπάρχει διαφορά τις μικρά. Ὡς πρὸς τὴν ἔμμεσον φορολογίαν, κύριοι συνάδελφοι, ἐὰν ἔχῃ τις νὰ εἴπῃ καὶ διαφωτίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀντιθέτως πρὸς τὴν ἐμὴν γνώμην, θὰ εἶναι ἄξιος εὐγνωμοσύνης. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, θὰ ἤθελον νὰ ἔχω ἄδικον, νὰ πεισθῶσιν δὲ οἱ ἰδικοί μου ἐκλογεῖς ὅτι ἐγὼ ἔχω ἄδικον καὶ ὅτι δὲν ὑφίστανται φορολογικὴν ἀδικίαν. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἂν τοιοῦτόν τι ὑπῆρχεν ἐγὼ θὰ ἤμην περισσότερον εὐχαριστημένος. Λοιπὸν εἶπε κάποιος τῶν κυρίων συναδέλφων ὅτι ὑπάρχει τὸ ζήτημα τῆς ἐμμέσου φορολογίας τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ παραβλέψω. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἔμμεσος φορολογία δὲν ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας; Ἐλάχισται εἶναι αἱ ἐξαιρέσεις ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, καὶ τὰς ἀνέφερα ἤδη. Νὰ τὰς ἐξηγήσω περισσότερον. Ἐπὶ τῶν ἀλεύρων ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι πληρώνεται δασμὸς 16 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν ἐνῷ ἐν τῇ Νέᾳ 10 λεπτὰ μόνον. Ἀλλὰ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ὁ δασμὸς αὐτὸς εἶναι ἀπαγορευτικὸς εἰσαγωγῆς ἀλεύρων, καὶ συνεπῶς δὲν εἰσάγονται εἰς αὐτὴν παρὰ μόνον σιτηρά, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται μὲ 9¼ περίπου κατ’ ὀκᾶν ἐν τῇ Παλαιᾷ καὶ 5 ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι. Εἰς Μακεδονίαν ἐλάχισται ποσότητες σιτηρῶν εἰσάγονται, εἰσαγομένων μόνον ἀλεύρων. Εἰς Ἤπειρον μάλιστα δὲν εἰσάγεται ποσῶς σῖτος. Ἄρα εἰς μὲν τὰς Ν. Χώρας εἰσάγεται ἄλευρον μὲ δασμὸν 10 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, εἰς δὲ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα μόνον σιτηρὰ μὲ δασμὸν 9½ λεπτῶν τὴν ὀκᾶν. Ἐὰν δὲ ἐξετάσῃ τις τὸ ζήτημα καλῶς τοῦτο, θὰ ἴδῃ ὅτι καὶ ἡ ἐπὶ ἔλαττον διὰ τὰς Ν. Χώρας διαφορὰ ἐκ τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς πεντακοσίας χιλιάδας δραχμῶν.
§52ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καὶ τῶν δύο κεφαλαίων;
§53Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Καὶ τῶν δύο κεφαλαίων. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν μονοπωλίων. Ἡ Κυβέρνησις πολὺ ὀρθῶς δὲν ἐπεξέτεινε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μονοπωλίου ἐν ταῖς Ν. Χώραις, διότι εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ἐὰν ὑπολογίσῃ τις θὰ ἴδῃ ὅτι ἀπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ τοῦ μονοπωλίου μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἀξίας τῶν ἐμπορευμάτων καὶ τῶν ἐξόδων τῆς διαχειρίσεως, δὲν ἀπομένει εἰς τὸ Κράτος παρὰ ἕν ποσὸν ὀκτὼ ἑκατομμυρίων· συνεπῶς αἱ Νέαι Χῶραι κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ πάντοτε, διότι αὐτὸν λαμβάνω ὡς βάσιν, θὰ ἐβαρύνετο μὲ 4,000,000. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ εἰσπράττει μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται τὸ δασμολόγιον τῆς πείνης καὶ τοῦ σκότους ὅπως δύναται νὰ ὀνομασθῇ τὸ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι κρατοῦν δασμολογικὸν σύστημα. Ἀπὸ δασμὸν πετρελαίου εἰς μόνον τὸ τελωνεῖον τῆς Θεσσαλονίκης θὰ ἔχωμεν ἐτησίως εἰσπράξεις 2,000,000 δραχ., διότι τώρα μὲ τὴν φοβερὰν κρίσιν καὶ τὰ μεγάλα προϋπάρχοντα ἀποθέματα εἰσπράττονται ἕν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον. Ὥστε τὸ κράτος διὰ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ μονοπωλίου ἐκεῖ οὐδὲν ζημιοῦται. Ἀπ’ ἐναντίας ἐφαρμόζεται σύστημα ἰδιαίτερον, τὸ ὁποῖον καὶ τὸν πληθυσμὸν δὲν καταπιέζει ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος δὲν βλάπτει. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μοὶ φαίνεται ὅτι προκειμένου πρώτην φορὰν ἤδη, ὅπως εἶναι ἀποφασισμένον, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ἐξετάσεως φορολογικῶν νόμων, νὰ προσπαθήσωμεν ὥστε νὰ μὴ ἐξακολουθήσῃ ἡ αὐτὴ πολιτική, τῆς ἐφαρμογῆς δηλαδὴ ὅλων τῶν ἀμέσων τουρκικῶν φόρων καὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐμμέσων τοιούτων, οἱ ὁποῖοι ἰσχύουσιν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Νὰ κρατῶνται δηλαδὴ ἐν ἰσχύϊ αἱ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι βαρύτερον φορολογοῦσι τὰς Νέας Χώρας. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὅπως ὁρισθῇ ῥητῶς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ προϊόντα αὐτὰ περὶ τῶν ὁποίων ἀνέφερον προηγουμένως, ἤτοι τὰ τῆς κεραμοποιΐας, πλινθοποιΐας καὶ ἀγγειοπλαστικῆς, διὰ τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζεται νόμος Ὀθωμανικός, νὰ τεθῇ ὅρος, λέγω, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀφομοιωθῇ καὶ κατὰ τοῦτο ἡ νομοθεσία, καταργουμένων τῶν εἰσπραττομένων φόρων. Καὶ προσέτι τὰ διὰ τοῦ 2 ἄρθρου ὁριζόμενα ποσοστὰ νὰ μὴ ὑπερβαίνουν τὰ σήμερον εἰσπραττόμενα. Αὐτὸ ἐπιβάλλει ἡ φορολογικὴ δικαιοσύνη.
§54Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τῶν Νέων Χωρῶν εἶναι ἐπεῖγον. Δὲν νομίζω ὅτι δύναται ν’ ἀναβληθῇ. Κατὰ τὰς πρώτας ἡμέρας τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς θεωρῶ ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, ὅτι πρῶτος ἐξέφρασα τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Λεσβιακοῦ λαοῦ διὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν του πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς τοῦ παλαιοῦ Κράτους, πεποιθὼς μάλιστα, ὅτι τὰ αὐτὰ αἰσθήματα εἶχον καὶ οἱ ἄλλοι τῶν Νέων Χωρῶν Ἕλληνες συνάδελφοι. Ἐὰν ὁ ἐθνικὸς ἀγὼν μὲ ἀπεμάκρυνε τῶν κόλπων τῆς γεννετείρας μου ἐπὶ μακρόν, ἔσχον ὅμως τὴν ἀνεκτίμητον ἀμοιβὴν νὰ παρακολουθήσω ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν τὰς μεγάλας, ὁμολογουμένως, θυσίας τῶν ἀδελφῶν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Λέγω ταῦτα, διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ οὔτε ἐγὼ οὔτε ἄλλοι συνάδελφοι τῶν Νέων Χωρῶν, τῶν διατυπωσάντων παράπονα τῶν ἐκλογέων αὑτῶν ἐπὶ τῇ μὴ ἀφομοιώσει, τῇ φορολογικῇ. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται νέοι φόροι, χωρὶς νὰ παύσῃ ὁ φορολογικὸς κυκεών, ὁ ὁποῖος μαστίζει τὰς Νέας Χώρας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ τοῦ φορολογικοῦ αὐτοῦ κυκεῶνος ἤκουσα ἰδίοις ὠσὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἐν τῷ Γραφείῳ αὐτοῦ νὰ εἶναι εὐχαριστημένος. Ἔλεγεν ὅτι κατὰ τὴν κρίσιμον ταύτην στιγμὴν τὸ Δημόσιο ταμεῖον ἔχει εἰσπράξεις ἀπὸ τὰς Νέας μόνον Χώρας. Τῷ ἐζήτησα τὴν ἄδειαν νὰ κάμω μίαν βέβηλον ἐπέμβασιν καὶ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι γρήγορα θὰ ξεπατωθῶσι καὶ αἱ Νέαι Χῶραι καθὼς ἐξεπατώθησαν καὶ αἱ Παλαιαὶ Χῶραι. (Χειροκροτήματα.) Κύριοι, τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον ἐπικρατεῖ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ τὸ ὁποῖον δίδει πολλὰ κέρδη εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον εἶνε ἀντισυνταγματικόν. Τὸ ἄρθρον 3 τοῦ Συντάγματος λέγει, ὅτι πάντες οἱ πολῖται εἶνε ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ ἴσα φέρουσι τὰ βάρη. Ἐὰν ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα δι’ ἐπιτροπῆς εἰδικῆς θέλει ἡ Βουλὴ πεισθῆ, ὅτι αἱ Νέαι Χῶραι βαστάζουσι βάρη ὑπέρτερα τῶν ἄλλων Χωρῶν. Ἐὰν συνάδελφός τις εἶπεν, ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι εἶνε τάχα περισσότεροι εἰς τὰς Παλαιὰς Χώρας, παρεδέχθη δὲ καὶ ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ὅτι ὁ σῖτος ἔχει δασμὸν ὀλιγώτερον ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, ἐλησμονήθη ὅμως, ὅτι ὁ δασμός, ὁ ἐπιβαρύνων τὸν σῖτον ἐν ταῖς Παλαιαῖς Χώραις καὶ ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ ὁποίου καυχῶμαι, ὅτι εἰργάσθην ὡσαύτως ὡς πολιτευτὴς Θεσσαλίας, ὁ δασμός, λέγω, οὗτος εἶναι προστατευτικὸς τῆς γεωργίας. Ὁμολογῶ, ὅτι ὁ δασμὸς οὗτος, ὅστις εὐλόγως ἐτέθη, βραδύτερον δι’ ἄλλων μέσων κατεστρατηγήθη, ἡ δὲ Θεσσαλία ἐξακολουθεῖ νὰ πάσχῃ. Ἐν τούτοις, ἐὰν πρόκειται νὰ τεθῶσι φόροι προστατεύοντες τὴν πλουτοπαραγωγὴν τῶν Νέων Χωρῶν, δὲν θὰ εἴμεθα βεβαίως ἡμεῖς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀντισταθῶμεν. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς ἐπιζητοῦμεν ἰσονομίαν καὶ ἴσα βάρη. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὑποβληθέντος καὶ λίαν προχείρως, ὅπως συνηθέστατα συμβαίνει μὲ τὴν Νομοθετικὴν ἐργασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, λίαν προχείρως, ἐπαναλαμβάνω, συνταχθέντος, καταπολεμεῖται ἡ καλλιέργεια τῆς ἐλαίας ἐν Λέσβῳ καὶ ἐν ἄλλαις Χώραις. Οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβε τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐξακολουθήσεως τῆς καλλιεργείας ταύτης ἐν Λέσβῳ καὶ ἀλλαχοῦ ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς ὡς καὶ τὸ πάλαι ὅροις. Καὶ εἴδομεν κατὰ τὰ τρία ταῦτα ἔτη τοὺς διοικητάς μας ἐν Λέσβῳ νὰ καταπολεμῶσιν, ὄχι ἐκ προθέσεως, τὴν καλλιέργειαν τῆς ἐλαίας, διότι ἐφαρμόζοντες ἐν στενῇ ἑρμηνείᾳ τὸν νόμον περὶ δασῶν ἀπηγόρευον τὴν ἀπομόνωσιν τῶν ἀγριελαιῶν, ἡ ὁποία ἀπομόνωσις εἶνε ἡ μόνη περίπου μέθοδος, τὴν ὁποίαν ἐν Λέσβῳ μετερχόμεθα πρὸς ἐπαύξησιν τοῦ ἐλαιῶνος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἀποτελῇ μίαν τῶν θεμελιωδῶν βάσεων τοῦ δημοσίου θησαυροῦ. Ἐὰν λοιπόν, καταλήγω, δὲν δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα μετὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀποφασίσωσι τὴν οἰκονομικὴν ἀφομοίωσιν τῶν Νέων Χωρῶν, ὥστε νὰ μὴ δύναται ὁ δεκατιστής, ὁ ἔχων τὰς Τουρκικὰς ἕξεις, νὰ εἰσπράττῃ ἀπὸ 10 ὀκάδας σύκων 4,50 δρ., ὅπως ἐπέδειξα τὴν σχετικὴν ἀπόδειξιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὸν Διευθυντὴν τῶν ἀμέσων φόρων κ. Μπαρλᾶν, μηδὲ νὰ εἰσπράττῃ ὁ δεκατιστὴς φόρον ἀπὸ κυψέλας, μὴ λειτουργούσας πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων, ἐάν, λέγω, δὲν ἐπέλθῃ ἡ ἀφομοίωσις, νομίζω, ὅτι οἱ βουλευταὶ τῶν Νέων Χωρῶν ἀδιακρίτως κομματικῆς ἀποχρώσεως ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀποκρούσωσι πᾶσαν φορολογίαν εἰς τὰς Νέας Χώρας.
§55Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Προκειμένου νὰ ἐπιβληθῇ νέος φόρος ἐπὶ τῶν Νέων Χωρῶν τοῦ Βασιλείου μας, ἔκρινα καὶ ἐγὼ καθῆκόν μου νὰ εἴπω μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα θεωρῶ πολὺ ἀναγκαῖα. Ὅταν πρόκηται ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς περὶ τῆς ἀνάγκης φορολογικῆς τινος μεταρρυθμίσεως ἢ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς ἐλαφρύνσεως τῶν λαϊκῶν τάξεων ἀπὸ φορολογικὰ βάρη συνηθίζεται νὰ τοῦ λέγουν συστηματικῶς: «δὲν εἶνε καιρὸς τώρα». Ἐγὼ γνωρίζω τὴν τρισχιλιετῆ ἱστορίαν τῆς Βαλκανικῆς Χερσονήσου ἐν γένει καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἰδιαιτέρως καὶ δὲν εἶδα νὰ ὑπῆρξε μέχρι σήμερον καμμία εἰρηνικὴ περίοδος τόσον μακρὰ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἐλπίσω ὅτι θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ μέλλον, ἵνα εἰμπορέσῃ κανεὶς νὰ σκεφθῇ ἡσύχως διὰ τὰ τόσον ζωτικά μας οἰκονομικὰ ζητήματα. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἂν θέλωμεν ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες πολῖται νὰ ἐπιβαρυνθῶμεν μὲ νέα οἰκονομικὰ βάρη ἢ νὰ ἐξακολουθῶμεν νὰ ἐπιβαρυνώμεθα καὶ μὲ τὰ παλαιά. Πᾶς Ἕλλην θέλει καὶ προθυμοποιεῖται νὰ εἰσφέρῃ ὑπὲρ τῆς πατρίδος του καὶ πρὸ πάντων κατὰ τὴν σημερινὴν περίστασιν, καθ’ ἣν τὸ Κράτος ἔχει ἐπειγούσας ἀνάγκας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ εἶναι, ἐὰν πρέπῃ ἢ μᾶλλον ἂν εἰμπορῇ νὰ ἐπιβαρυνθῇ τόσον ἢ καὶ περισσότερον ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Κάθε λαός, κάθε ἄνθρωπος ὅπως καὶ κάθε καράβι καὶ κάθε πρᾶγμα ἢ καὶ κάθε κτῆνος ἀκόμη ἐπὶ τέλους ἔχει ὡρισμένην δύναμιν, ὡρισμένην ἀντοχήν, ὡρισμένην χωρητικότητα καὶ δὲν δύναται νὰ σηκώσῃ περισσότερον φορτίον ἀπὸ τὴν φυσικὴν καὶ πραγματικὴν δύναμίν του. Ἐν ὅσῳ εἶναι δυνατόν, πρῶτος ἐγὼ θὰ εἴπω, ὅτι ἀφοῦ πρόκειται περὶ πατρίδος ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ πρέπει ὅλοι νὰ συνεισφέρωμεν ὑπὲρ αὐτῆς ὅ,τι δυνάμεθα. Δυστυχῶς ὅμως τὰ φορολογικὰ βάρη ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι τόσα πολλά, ὥστε νὰ μὴ βλέπω τὸ οἰκονομικὸν μέλλον μας τοὐλάχιστον ὅτι θὰ εἶναι τόσον ῥόδινον. Βλέπω τοὐναντίον ὅτι ἡ μετανάστευσις ἐξακολουθεῖ νὰ ὀγκοῦται. Καὶ ὡς διδασκόμεθα ἀπὸ τὴν ἱστορίαν, ὅλα τὰ Ἔθνη, τὰ ὁποῖα παρημέλησαν νὰ δώσουν τὴν ἀνάλογον σημασίαν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ μέγα, τὸ φορολογικὸν ζήτημα, εἶδαν τὰ κράτη των νὰ καταρρεύσουν. Μάλιστα. Ἡ ἱστορία, μᾶς διδάσκει καὶ ἡ Δημοσιονομία τὸ βεβαιώνει, ὅτι τὰ περισσότερα, ἵνα μὴ εἴπω ὅλα τὰ κράτη, δὲν κατέρρευσαν παρὰ μόνον διότι ἐπιβαρύνουν τοὺς λαούς των μὲ βάρη φορολογικὰ περισσότερα ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν δύναμίν των. Βλέπω ὅτι παρ’ ἡμῖν ἡ τάσις αὐτή, ἡ φορολογικὴ, ἐξακολουθεῖ καὶ βλέπω ἀκόμη ὅτι δυστυχῶς οἱ συμπατριῶται μου Λέσβιοι ἤρχισαν νὰ ἔχουν τάσεις πρὸς ἀθρόας μεταναστεύσεις εἰς τὴν Ἀμερικήν. Διατί; Διότι, ἁπλούστατα, δὲν δύνανται νὰ ζήσουν μὲ τὴν ἀκρίβειαν τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης. Ἐμελέτησα ὅλον αὐτὸ τὸ φλέγον ζήτημα ἐπὶ τόπου καὶ εἰς ἕνα ἕκαστον χωρίον καὶ εἶδα καὶ ἐπείσθην, ὅτι τίποτε δὲν εἰμπορεῖ νὰ κάμῃ ἕνα χωρικὸν διὰ νὰ εἰμπορέσῃ νὰ ζήσῃ. Διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἐπιβαρύνομεν τὸν χωρικὸν μὲ βαρεῖς φόρους ἐμμέσους καὶ ἀμέσους, ἔρχεται κατόπιν τὸ Κράτος διὰ νὰ τὸν ἐπιβαρύνῃ καὶ μὲ ὅλας τὰς φοβερὰς διατυπώσεις, τὰς ἀγρονομικάς, τὰς δασικάς, τὰς τελωνειακάς, τὰς διοικητικὰς ἐν γένει καὶ ἀκόμη μὲ τὰς δικαστικὰς καὶ εἰδικῶς τὰς εἰρηνοδικειακὰς εἰς τρόπον ὥστε ὄχι μόνον νὰ τὸν ἐπιβαρύνῃ οἰκονομικῶς ἀμέσως, ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως, διότι τὸν ἀπομακρύνει ἀναγκαστικῶς ἀπὸ τὴν ἐργασίαν του, τὴν παραγωγικήν. Σήμερον ἔχομεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ δασικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον πρέπει καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Γνωρίζομεν σήμερον ὅτι δυστυχῶς τὸ πνεῦμα τοῦ Ἕλληνος νομοθέτου ἀνέκαθεν — κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, καίτοι εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ γνώμη αὕτη εἶναι γενική, — ἐνεπνέετο ἀπὸ μίαν φοβερὰν δυσπιστίαν πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Νομίζει κανεὶς ὅτι ὁ Ἕλλην νομοθέτης ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσῃ ἔχει ὑπ’ ὄψει του λαὸν ἐκ λῃστῶν, κλεπτῶν καὶ λωποδυτῶν, καὶ ὄχι λαὸν ἔντιμον καὶ ἐργατικὸν, λαὸν, ὁ ὁποῖος τέλος ἔχει κἄποιαν συναίσθησιν ἐθνικῆς καὶ κοινωνικῆς ὑποστάσεως καὶ δι’ αὐτὸ τί κάμνει; Ἐπειδὴ σκέπτεται — ὁ Ἕλλην νομοθέτης — ὅτι ἀπ’ ἐδῶ πιθανὸν νὰ φύγῃ ὁ λαὸς καὶ ἀπὸ ἐκεῖ νὰ διαφύγῃ ἢ ἀπὸ ἀλλοῦ νὰ καταστρατηγήσῃ προβαίνει εἰς σύνταξιν νόμων τόσον δρακοντείων, τόσον στενῶν καὶ περιοριστικῶν, ὥστε καταντᾷ νὰ κάμνῃ νόμους ἀχρήστους, ἀνεφαρμόστους, καταστρεπτικούς. Καὶ ἔτσι εἰμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὅτι μοιάζει μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ὅταν ἠθέλησε νὰ κάνῃ ἕνα σπῆτι διὰ νὰ κατοικήσῃ ἐπειδὴ τοῦ εἶπαν ὅτι μόνον ἀπὸ τὰ παράθυρα καὶ τῆς πόρτες μπαίνουν οἱ νυκτοκλέπται καὶ οἱ λωποδύται, ἀπεφάσισε νὰ κάνῃ σπῆτι χωρὶς πόρτες καὶ χωρὶς παράθυρα, διὰ νὰ εἶναι βέβαιος ὅτι θὰ εἶναι ἀσφαλὴς μέσα εἰς τὸ σπῆτι του. Μὲ τὴν ὑφισταμένην δασικὴν νομοθεσίαν π. χ. δὲν εἰμπορεῖ κανεὶς νὰ κόψῃ ἕνα κλαδάκι, εἴτε νὰ κλαδέψῃ τὶς ἐληές του εἴτε νὰ καθαρίσῃ τὸν ἐλαιῶνα του, κ.λ.π. Ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πάῃ εἰς τὸν δασάρχην, πέντε, ἕξη, δέκα ὧρες μακρυὰ εἰς τὸν ἀστυνόμον, εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ἢ τὸν ἀγρονόμον, διὰ νὰ λάβῃ ἄδειαν, μὲ χιλίας διατυπώσεις καὶ ἔξοδα καὶ χασομέρια. Αἱ Νέαι Χῶραι, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦσαν συνειθισμέναι, καίτοι εὑρίσκοντο ὑπὸ τὸν Τουρκικὸν ζυγόν, νὰ ὑφίστανται τόσα ἔξοδα καὶ ὑποβάλλωνται εἰς τόσας διατυπώσεις διὰ ψύλλου πήδημα, ἤρχισαν νὰ δυσφοροῦν καὶ νὰ αἰσθάνωνται καὶ ἀγανάκτησιν ἀκόμη, ὅταν εἰς ἐπίμετρον προστίθεται εἰς βάρος των καὶ τὸ αὐθαίρετον καὶ βάναυσον τοῦ Δημοσίου ὑπαλλήλου καὶ νὰ ἐρωτῶνται μεταξὺ των οἱ πολῖται: «Μὰ ἐπὶ τέλους εἶναι ἀλήθεια ὅτι ἠλευθερώθημεν ἢ μήπως καὶ πάλιν ὑπεδουλώθημεν;» (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς αἰθούσης). Μὴ διαμαρτύρεσθε, παρακαλῶ. Πρέπει νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, ἂν θέλωμεν νὰ διορθώσωμεν τὴν κατάστασίν μας. Δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα πίσω ἀπὸ τὸ δάκτυλό μας. Καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, ὅτι ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς δὲν μπόρεσε νὰ ἀναπτυχθῇ, ὡς ἔπρεπε, οὔτε νὰ διακριθῇ οἰκονομικῶς εἰς τίποτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν κρύπτωμεν.
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τί λέτε;
§57Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Ἔχομεν 500 πλοῖα.
§58Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ σήμερον Ἑλληνικὴ ναυτιλία δὲν ἐδημιουργήθη ἀλλ’ οὔτε ἠνδρώθη αὕτη ἀπὸ τὸ ἐπίσημον Κράτος, διότι τοῦτο πάντοτε κατεδίωξε, δύναμαι νὰ εἴπω, τὴν ναυτιλίαν. Αὕτη ἐγεννήθη καὶ ἠνδρώθη μόνη της ἀπὸ τὸν λαὸν καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς αἰθούσης) Τέλος πάντων ἐγὼ λέγω πᾶν ὅ,τι ἔκαμεν ἢ δὲν ἔκαμε τὸ Κράτος. Δὲν κατηγόρησα τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν οὔτε τὴν Ἑλληνικὴν πατρίδα διὰ νὰ θορυβῆτε. Εἶμαι περισσότερον Ἕλλην ἀπὸ κάθε ἄλλον Ἕλληνα· ἦλθον ἐδῶ νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὰ συμβαίνοντα εἰς τὴν χώραν μας καὶ νὰ ἀναπτύξω τὰς γνώμας μου εἰλικρινῶς ἵνα καὶ Κυβέρνησις καὶ Βουλὴ καὶ κάθε πολιτευτὴς τὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν καὶ μὴ νομοθετῶμεν εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε καὶ παύσωμεν νὰ καταδιώκωμεν συστηματικῶς τὸν λαὸν καὶ ἀσυναισθήτως μὲ τοὺς φόρους ποῦ τοῦ βαρύνομεν τὴν ῥάχιν του, διότι ὁ λαὸς ὑποφέρει. Ὑπάρχει τρόπος νὰ κάμωμεν φορολογικὴν καὶ δικαστικὴν ἀκόμη νομοθεσίαν περισσότερον ἀνθρωπινήν, ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἔχομεν νὰ κάμωμεν μὲ λαὸν πατριώτην καὶ ὄχι μὲ λωποδύτας καὶ ληστάς.
§59ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἡ ἐφαρμογὴ λείπει.
§60Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ διδάξωμεν τότε τοὺς ἐφαρμόζοντας τὴν νομοθεσίαν μας καὶ ὀφείλομεν νὰ νομοθετῶμεν τοιουτοτρόπως ὥστε νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος γνωρίζει πῶς νὰ ἐφαρμόζῃ ἀμερολήπτως τὸν νόμον, διότι πράγματι ὁ Ἕλλην ὑπάλληλος καταντᾷ ἐνίοτε μάστιξ τῆς κοινωνίας καὶ ἰδίως τῶν λαϊκῶν καὶ ἀγροτικῶν τάξεων. Πλειστάκις ὁ ὑπάλληλος εἰς τὰς Νέας Χώρας προσεπάθησεν ἀκόμη καὶ νὰ χωρίσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Διότι ὅταν κανεὶς διαμαρτύρεται πρὸς τὸν ὑπάλληλον ζητῶν τὸ δίκαιόν του, ὁ ὑπάλληλος τολμᾷ καὶ τοῦ λέγει: «Σῶπα βρέ, καὶ σεῖς εἶσθε Νεοελλαδίτες, ποῦ δὲν ἐκάματε τίποτε, ἡμεῖς οἱ Παλαιοελλαδῖται ἤλθαμεν καὶ σᾶς ἐλευθερώσαμεν». (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης). Καὶ τοιουτοτρόπως δὲν κάμνουν παρὰ νὰ ποτίζουν μὲ δηλητήριον τὸν Νεοελλαδίτην ἀπέναντι τοῦ Παλαιοελλαδίτου. Ἡμεῖς οἱ ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν αἰσθανόμεθα πολὺ βαθὺ τὸ αἴσθημα καὶ πολὺ μεγάλην τὴν φιλοπατρίαν μας ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, τῆς πατρίδος μας.
§61Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Αὐτὸ ἀποδεικνύει ἡ ἀγόρευσίς σας.
§62Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα, κύριε, διότι καθ’ ἣν στιγμὴν ἕνα παιδὶ ὑποδεικνύει εἰς τὸν πατέρα του ἢ τὴν μητέρα του τὰ τυχὸν λάθη των δὲν σημαίνει ὅτι δὲν τοὺς ἀγαπᾷ ἀλλ’ ὅτι θέλει νὰ τοὺς διορθώσῃ. Ὁ ἐχθρός μου θὰ μοῦ εἰπῇ τὴν ἀλήθειαν ἢ ὁ φίλος μου; ὁ ξένος ἢ ὁ ἀδελφός μου; Ἢ μήπως σᾶς ἀρέσουν τὰ βροντόφωνα καὶ παχειὰ λόγια καὶ τὰ ἠχηρὰ καὶ αἱ τυμπανοκρουσίαι λέξεων καὶ φράσεων ὑπὲρ πατρίδος καὶ ἀρχαίων καὶ ἐνδόξων προγόνων, μὲ τὰ ὁποῖα συνειθίσατε τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν μέχρι σήμερον καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν ἀποτέλεσμα ἄλλο ἀπὸ τὸ μούδιασμα τοῦ νοῦ του; (Χειροκροτήματα). Δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ τρέφεται καὶ νὰ νανουρίζεται ἔτσι ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Μὲ τὴν ἀλήθειαν καὶ μόνην τὴν ἀλήθειαν καὶ μὲ τὴν ἐργασίαν μπορεῖ νὰ πάῃ ἐμπρὸς τὸ Ἔθνος μας.
§63Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Ὅπως τὴν λέγετε σεῖς τὴν ἀλήθειαν.
§64Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Μάλιστα. Ὅπως τὴν λέγω ἐγὼ τὴν ἀλήθειαν καὶ ὅπως νομίζω πῶς πρέπει νὰ τὴν ἀντιλαμβάνεσθε ὅλοι. Καὶ νομίζω ἀκόμη ὅτι οὔτε σᾶς ἐπιτρέπεται νὰ ἔχετε τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν περὶ τῶν προθέσεών μου, διότι ἔχομεν πατριωτικὰ αἰσθήματα καὶ ἡμεῖς ὅπως καὶ σεῖς καὶ κάθε ἄλλος καὶ τὰ ὁποῖα ἀπεδείξαμεν εἰς κάθε περίστασιν. Αὐτὰ εἶχον νὰ πῶ καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει, ἂν θέλετε νὰ δείξετε ὅτι πράγματι σκέπτεσθε ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους.
§65Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατέλθητε τοῦ βήματος πρὶν ἢ εἰδικεύσετε τὴν κατηγορίαν. Τὸ σφάλμα, τὸ ὁποῖον διαπράξατε, ἦτο νὰ υἱοθετήσετε θεωρίας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἄξιαι τοῦ βήματος, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀνταγωνισμὸς μεταξὺ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ διότι ἐὰν ἡ Νέα Ἑλλὰς ἀπέκτησε τὴν ἐλευθερίαν της, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ αἷμα τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. (Χειροκροτήματα). Ἐὰν σήμερον εἶσθε ἐλεύθεροι, βεβαίως ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς παρεσκεύασε τὴν ἐλευθερίαν σας.
§66Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Διαμαρτυρόμεθα.
§67Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Δὲν τὸ ἀρνούμεθα, μὲ παρεξηγήσατε, κ. Ὑπουργέ, διότι δὲν ἠρνήθην τὰ θυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ πάντοτε τὰς ἀνεγνώρισα.
§68Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πολὺ σᾶς ἐκτιμῶ καὶ τὸ γνωρίζετε, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσθέτω εἶναι ὅτι ἠθελήσατε νὰ υἱοθετήσετε, καὶ ἐκ τοῦ βήματος τούτου θεωρίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι ἄλλης αἰθούσης, ἴσως αἰθούσης, ἐπιτρέψατέ μοι τὴν ἔκφρασιν, καφενείου.
§69Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ τὸ ἐξηγήσετε.
§70Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἰδικείσατε, οὐδεμίαν κατηγορίαν ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἠκούσαμεν, ἐξ ἐναντίας δὲ τὰς βλέπω βεβαιουμένας. Ποία ἐργασία ἀπὸ τῆς ἀναγεννήσεως τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος; Ἀριθμήσατε τὰς πόλεις, αἱ ὁποῖαι ἠγέρθησαν. Ἐξετάσατε τὸ δίκτυον τῶν σιδηροδρόμων, τὴν ναυτιλίαν, τὰς ὁδούς, τὰς τηλεγραφικὰς γραμμάς, ζητήσατε ὅλον τὸν πλοῦτον, τὸν ὁποῖον βλέπετε ἐν μέσαις Ἀθήναις καὶ ταῖς ἐπαρχίαις καὶ σᾶς παρακαλῶ σᾶς, οἱ ὁποῖοι καυχᾶσθε ὅτι ὑπέστητε τόσα μαρτύρια, καὶ δικαίως καυχᾶσθε νὰ ρίψητε ἔπειτα εἰς τὰς Νέας Χώρας ἓν βλέμμα ἀναδρομικόν, πρὸς ὅλην ἐκείνην τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο ἐπὶ ἕνα αἰῶνα καὶ θέλετε ἴδῃ ὅτι εἶναι διάφορος ἡ θέσις. Δὲν δύνασθε νὰ καυχηθῆτε διὰ τὸν πολιτισμόν, τὸν ὁποῖον ἐφέρατε ἐδῶ καὶ δυνάμεθα νὰ καυχηθῶμεν ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ διαπλάσωμεν τὰς χώρας, τὰς ὁποίας ἀνεκτήσαμεν μέρος τῆς ἐθνικῆς μας ὑποστάσεως καὶ τῆς κληρονομίας. Ἐὰν ἔχετε διΐδῃ πολλὰ τὰ ψεκτὰ παρ’ ἡμῖν εἰδικεύσατε ταῦτα, ἀλλὰ μὴ θελήσετε νὰ κηρύξετε ἐντεῦθεν ἐμφανῆ πόλεμον μεταξὺ τῆς Νέας καὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§71Γ. ΑΔΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Μακεδονίας διαμαρτύρομαι μὲ ὅλην τὴν ψυχὴν κατὰ τῶν λόγων τοῦ κ. Βασιλακάκη, διότι γνωρίζω καὶ τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος μου καὶ ὅλας τὰς θυσίας τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, τόσον πρὸς ἀπελευθέρωσιν τοῦ Κράτους, ὅσον καὶ τῶν ἄλλων χωρῶν. Εἶναι ἑπόμενον δύο κόσμοι διάφοροι ἐρχόμενοι εἰς ἐπαφὴν νὰ αἰσθανθῶσι κἄποιαν ψυχρότητα μετὰ τοὺς πρώτους ἐναγκαλισμούς. Ὁ κόσμος τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ἔζησε ὑπὸ ἄλλας συνθήκας κοινωνικὰς, ὑπὸ ἄλλας δ’ ἡμεῖς οἱ δοῦλοι. Ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς, ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω ἐλευθερόστομον, προέβη εἰς πᾶσαν θυσίαν, ἡμεῖς δὲ οἱ ὑπόδουλοι προέβημεν εἰς θυσίας χρήματος ἀλλὰ ὄχι καὶ αἵματος. Ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι τολμῶσιν νὰ διαμφισβητήσωσιν τὰ πράγματα, δὲν ἔχουσιν ἢ νὰ ῥίψωσιν καὶ ἓν βλέμμα πρὸς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, θὰ τὴν ἴδουν μαυροφορεμένην διὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ.
§72Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐξ ὀνόματος τῆς ἡρωϊκῆς Κρήτης διὰ τὰ περὶ Παλαιᾶς Ἑλλάδος λεχθέντα. Ἡ Κρήτη καὶ αἱ Νέαι Χῶραι πρέπει νὰ αἰσθάνωνται βαθυτάτην εὐγνωμοσύνην διὰ τὰς θυσίας ἃς ὑπέστη ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς κατὰ τὴν διάρκειαν τόσων ἀγώνων.
§73Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἀναμφιβόλως μὲ παρεξήγησε.
§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁλόκληρος ἡ Βουλή.
§75Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι, διότι ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος σχεδὸν μὲ ἐχειροκρότησε (Χειροκροτήματα). Διαμαρτύρομαι ἐναντίον τῶν ὅσων εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πέραν τῶν αἰσθημάτων μου καὶ τῶν προθέσεών μου ἐπίσης καὶ ἐναντίον τοῦ ἐκ Θεσσαλονίκης βουλευτοῦ, ὅστις διέκοψε διὰ νὰ εἴπῃ ὅτι εἶπα πράγματα χωρὶς νὰ τὰ εἴπω, καὶ νὰ λαλήσῃ ἀσκόπως καὶ ματαίως. Ἐγὼ δὲν ἦλθον νὰ εἴπω ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον δὲν εἰργάσθη διόλου. Παρεμπιπτόντως τὸ κατέκρινα ὅτι δὲν εἰργάσθη ὅσον ἔπρεπεν ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως. Καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν μέχρι σήμερον ἐργασίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀδικοῦσι τὴν νοημοσύνην καὶ τὴν κρίσιν καὶ τὰς ἀρετὰς τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ. Ὅτι ἔκαμε τὸ Βασίλειον ἀρκετὰ καλά, μάλιστα· ἀλλ’ ἔκαμε ὀλιγώτερα ἀπὸ ὅσα ἔπρεπε καὶ εἰμποροῦσεν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ κάμῃ. Αὐτὸ μόνον γνωρίζω. Καὶ ἂν ἦλθον νὰ εἴπω ἐδῶ ὅτι διαχωρίζεται τὸ Ἔθνος μας εἰς Νεοελλαδίτας καὶ Παλαιοελλαδίτας, ἦλθον διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συστηματικῶς, θὰ ἔλεγε κανείς, ἐργάζονται ἐπὶ τούτῳ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ πεισθῇ περὶ τῆς ἀληθείας τῶν λεγομένων μου δὲν ἔχει παρὰ νὰ διενεργήσῃ μίαν σοβαρὰν καὶ ἀμερόληπτον ἐπιθεώρησιν εἰς τὰς Νέας Χώρας διὰ νὰ μάθῃ ὅτι ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι, ἐκτὸς ὀλίγων ἐξαιρέσεων, τίποτε ἄλλο δὲν κάμνουν παρὰ νὰ ἐμπνέουν τὴν δυσπιστίαν εἰς τοὺς Νεοελλαδίτας καὶ νὰ μὴ τοὺς λέγουν τίποτε ἄλλο περιφρονητικῶς παρὰ «ἡμεῖς σᾶς ἐλευθερώσαμεν» καὶ νὰ τοὺς τὸ κτυποῦν σὰν κολοκύθι στὸ κεφάλι. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς ἀρνηθῇ ὅτι δὲν ἐκτιμοῦμεν δεόντως τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ὁ λαὸς τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου. Ἀλλὰ ἀγαποῦμεν καὶ ἡμεῖς ἐξ ἴσου τὴν πατρίδα μας.
§76Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶσθε Ἕλληνες εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ τὴν ἀγαπᾶτε;
§77Μ. ΑΝΝΙΝΟΣ ΚΑΒΑΛΛΙΕΡΑΤΟΣ. Τὸν πατριωτισμόν σας δὲν τὸν ἠμφισβήτησε κανείς, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπητε ὅσα εἴπατε.
§78Χ. ΜΕΪΝΤΑΝΗΣ. Δὲν ἀναγνωρίζετε τὰς θυσίας τοῦ Βασιλείου;
§79Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Βεβαίως τὰς ἀναγνωρίζομεν, ἀλλ’ αὐταὶ εἶναι θυσίαι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ οὐδεὶς δύναται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ἐκεῖνος ποῦ ἐπολέμησε καὶ ἔχυσε τὸ αἷμά του, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ θέμα μου καὶ οὔτε νὰ σχετίζετε πρέπει τὰς θυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ μὲ τὰς εὐθύνας τῶν Κυβερνήσεων τοῦ Βασιλείου, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἂν διοικεῖτο καλλίτερον, ἐπιστημονικώτερον, πατριωτικώτερον θὰ εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ σήμερον περισσότερα.
§80Χ. ΜΕΪΝΤΑΝΗΣ. Ποῖον ἄλλο Βασίλειον εἰς τὸν κόσμον ἔκαμεν ὅ,τι ἔκαμεν ἡ Ἑλλὰς διὰ τοὺς ὑποδούλους της;
§81ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν καὶ νὰ ῥίψωμεν πέπλον ἐπὶ τοῦ ἐπεισοδίου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει τὸν λόγον.
§83Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐγὼ δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνασκευὴν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τῶν προλαλησάντων, διότι νομίζω ὅτι αἱ ὑπερβολαὶ φέρουσιν ἐν ἑαυταῖς τὴν καταδίκην αὐτῶν, ὅσα δὲ εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς ἐπὶ τῶν πατριωτικῶν ζητημάτων φέρουσι τύπον, τὸν τύπον τῆς ὑπερβολῆς, ὥστε ἡ ἀνασκευὴ αὐτῶν εἶναι περιττή. Ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ὅπως κρίνῃ περὶ τῶν λεχθέντων, θὰ εἶναι δὲ εὐτυχὴς ὁ κ. βουλευτὴς ἐὰν ἡ κρίσις τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐπιεικής. Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ 1 ἄρθρου εἶναι συζήτησις, ἡ ὁποία ἔδει νὰ γίνῃ ὅτε συνεζητήθη τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, διότι δὲν περιωρίσθησαν οἱ ἀγορεύσαντες εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου, ἀλλὰ συνεζήτησαν ὅλον τὸ ζήτημα τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως. Δὲν εἶναι στιγμή, Κύριοι, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο συζητήσωμεν εὐρέως. Πρόκειται σήμερον νὰ ἐφαρμόσωμεν νόμον δασικὸν εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα. Πρόκειται νὰ ἀφομοιώσωμεν ἐν μέτρῳ, μὴ βλάπτοντες τὰς Νέας χώρας, πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Παρετήρησάν τινες τῶν ἀγορευσάντων ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλεται φορολογία βαρεῖα εἰς τὰς Νέας Χώρας. Δὲν εἰξεύρω ἐὰν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὑποβληθὲν ἢ ἐὰν ἔλαβον ὑπ’ ὄψει τὸ τροπολογηθέν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἐὰν εἶχον λάβη ὑπ’ ὄψει τὸ τροπολογηθέν, τὸ ὁποῖον ἐτροπολογήθη, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω, ἀφοῦ συνεζήτησα ἐπὶ μακρὸν μετὰ βουλευτῶν τῶν Νέων Χωρῶν, δὲν ἤθελον κατακρίνει, διότι ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψει πίνακα, τὸν ὁποῖον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν τί παρατηρεῖται; ὅτι ἡ φορολογία ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς Νέας Χώρας, μετὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν διὰ τοῦ τροπολογηθέντος νομοσχεδίου ὑπέβαλον, ἡ φορολογία, λέγω, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ εἰς τὰς Νέας Χώρας ὀλίγον διαφέρει τῆς σήμερον ἐν αὐταῖς ἰσχυούσης, κατὰ πολὺ δὲ διαφέρει τῆς ἰσχυούσης ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἔχομεν φορολογίαν 9,60 τὸ κυβικὸν μέτρον ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἔχομεν 8 δραχμὰς τὸ κυβικὸν μέτρον· ὥστε βλέπετε ὅτι ἔχομεν διαφορὰν 1,60. Ποία δὲ εἶναι σήμερον ἡ φορολογία ἡ ἰσχύουσα ἐν αὐταῖς; 7,80. Ὥστε ἡ διαφορὰ εἶναι 50 λεπτά, διαφορὰ τόσον μικρὰ ὥστε δὲν πιστεύω ὅτι ἦσαν δικαιολογημένοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐνόμιζον ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐπεβάλετο βαρυτάτη φορολογία εἰς τὰς Νέας Χώρας. (Ἀναγινώσκει. «Ξυλεία ἐπὶ μὲν δημοσίων δασῶν 20,0 0 τῆς διατιμήσεως, ἐπὶ δὲ ἰδιωτικῶν δασῶν 10,0 0 τῆς διατιμήσεως». Ὥστε διαφορὰ 2 δραχμῶν ὀλιγώτερον τῆς ἰσχυούσης εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. «Ξυλάνθρακες ἐπὶ μὲν δημοσίων δασῶν 16,00 τῆς διατιμήσεως, ἐπὶ δὲ ἰδιωτικῶν δασῶν 4,0 0 τῆς δικτιμήσεως».
§84Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἦτο 21 δραχμὴ καὶ ἐγένοντο 27.
§85Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πιθανὸν ἐδῶ νὰ ἐπῆλθε μικρά τις αὔξησις. Λάβετε ὅμως ὑπ’ ὄψιν ποία ἦτο ἡ φορολογία ἡ σημερινή. «Ἄσβεστος ἐπὶ μὲν δημοσίων δασῶν 12,0 0 τῆς διατιμήσεως, ἐπὶ δὲ ἰδιωτικῶν 50, 0 τῆς δικτιμήσεως». Ἔχομεν λοιπὸν ἐλάττωσιν 20 λεπτὰ κατὰ κυβικὸν μέτρον. Ὥστε τὰ παράπονα τὰ ἰδικά σας εἶναι ὑπερβολικά, διότι ἔν τισιν ἡ αὔξησις εἶναι μικρά, ἐν ἄλλοις δὲ ἔχετε ἐλάττωσιν τῆς σήμερον ἰσχυούσης φορολογίας. Δι’ αὐτὸ ἤθελον τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ συζητηθῇ ἠρέμως. Περιορισθῶμεν λοιπὸν σήμερον εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐξετάσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ μορφὴν καὶ μὴ ἀρυσθῶμεν ἐπιχειρήματα ἐκ μιᾶς μικρᾶς αὐξήσεως ἢ ἐλαττώσεως τοῦ ἑτέρου εἴδους, ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐξενέγκωμεν ὅλας ἐκείνας τὰς ὑπερβασίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι πάντως δυσάρεστοι δι’ ὅλους.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισούτεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§87Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Κύριοι βουλευταί· δὲν θὰ θελήσω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον οἱ προλαλήσαντες ἠθέλησαν νὰ θίξωσι. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ὁ φόρος ὑπῆρξε πάντοτε δυσμενής, ὁ δὲ κόσμος, ὁ φορολογούμενος, πάντοτε μετὰ δυσαρεσκείας ἀποδέχεται τὰς αὐξήσεις τῆς φορολογίας, ἐν τούτοις ὅμως οἱ φόροι ὑπῆρξαν πάντοτε αἱ ἀνάγκαι, αἱ κοινωνικαί, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θεραπευθῶσιν αὐταί. Τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὑπ’ ὄψει, πρέπει ἀπὸ δύο ἀπόψεις νὰ κριθῇ: ἀπὸ τῆς ἀπόψεως κατὰ πόσον φορολογεῖ κερδοφόρα κεφάλαια καὶ κατὰ πόσον φορολογεῖ τὸ ἄτομον ἐν τῇ ἱκανοποιήσει τῶν ἀναγκῶν του. Καὶ ἄν τὸ ἐξετάσωμεν ἀπὸ τὰς ἀπόψεις αὐτὰς τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδωμεν ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν χρειῶν τῶν ἀτόμων, τὸ νομοσχέδιον, καλῶς προνοοῦν, ἀφήνει ἀτέλειαν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἡμεῖς, οἱ ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς ἀπεδέχετο ὅπως αἱ ἀτελεῖς διατάξεις, αἱ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιεχόμεναι, ἐξετείνοντο καὶ ἐφηρμόζοντο καὶ ἐπὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§88Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πολὺ ὀρθόν.
§89Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Ἡμεῖς εἴχομεν δυστυχῶς τὸ ἀτύχημα, ἀξιότιμοι Κύριοι, οἱ ἐκ τῆς Νέας Ἑλλάδος καταγόμενοι καὶ μὴ παρακολουθήσαντες τὴν νομοθεσίαν, νὰ ἐπισωρεύωμεν νόμους ἐπὶ νόμων νὰ ἔχωμεν δὲ καὶ τὴν διττὴν ἰδιοτροπίαν, ὁπόταν ψηφίζωμεν νέον νόμον οὐδέποτε νὰ καταργῶμεν τὸν παλαιὸν, ἀλλὰ σὺν αὐτῷ τῷ παλαιῷ νὰ συνεργάζεται καὶ ὁ νέος. Καὶ ἂν ὑπολογίσετε πόσοι ἀπό τοῦ 1832 μέχρι σήμερον ὑπάρχουν κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ψηφισθέντες δασικοὶ νόμοι θὰ ἴδητε εἰς ποίαν κατάστασιν ἀνώμαλον εὑρίσκεται ἡ δασικὴ ὑπηρεσία διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων αὐτῶν. Καὶ ἐὰν θέλετε ἐξετάσῃ ἀκριβῶς τὰ πράγματα, θὰ παρετηρεῖτε τὸ ἑξῆς περίεργον: Ἀφ’ ὅτου ἀπεφασίσθη ἡ ἐφαρμογή τῶν νόμων αὐτῶν συνολικῶς καὶ αὐστηρῶς, ἐὰν παρακολουθήσετε τὰ πινάκια τῶν δικαστηρίων, τῶν ποινικῶν, θὰ ἴδητε ὅτι χιλιάδες ἀνθρώπων ἔφθασαν μέχρι τοῦ ἑδωλίου τοῦ κατηγορημένου, ἐπειδὴ ὁ εἷς ἔκοψε ἕνα θάμνον, ὁ ἄλλος ἕνα κομμάτι πεῦκο διὰ νὰ στεγάσῃ τὴν καλύβην του καὶ πολλὰ ἄλλα τοιαῦτα. Λοιπὸν μὴ παραπονεῖσθε, διότι εἰσάγεται νομοσχέδιον ὑπὸ τοιαύτην μορφήν, ἀλλὰ ἐξετάσατε ἀκριβῶς τὸ βάθος τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὶ ἀποβλέπει. Διότι δὲν πρόκειται νὰ λέγωμεν ὅτι ὁ φόρος εἶναι τὸ ἀντικείμενον πρὸς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ἀνθρώπου, πρὸς τὴν εὐημερίαν τοῦ ἀνθρώπου, πρὸς τὰ καλὰ ἤθη, διότι ἐὰν ἐλέγομεν τοῦτο δὲν θὰ ἐλέγομεν τὴν ἀλήθειαν. Δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ ἀνυπαρξία φόρων, διότι οὗτοι εἶναι ἀναγκαῖοι. Ἡ φορολογία μέρους τῆς προσόδου εἶναι ἀναγκαία διὰ τὸ Κράτος ὅπως παράσχῃ τὰ μέσα πρὸς ἀποκατάστασιν καὶ περιφρούρησιν αὐτῆς τῆς περιουσίας. Ἐὰν αὐτὸ ἠθέλομεν νὰ μὴ τὸ κάμωμεν δὲν θὰ ἀναιροῦμεν αὐτὰς τὰς βάσεις τῶν ἐλευθέρων Κρατῶν; Ὥστε μὴ παραπονεῖσθε κατὰ τῆς φορολογίας ἀλλὰ μόνον νὰ παραπονεθῆτε κατὰ τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία θὰ ἔβλαπτε αὐτὸν τὸν παραγωγὸν, κατὰ τῆς φορολογίας, ἡ ὁποία θὰ ἀπέβαινεν ἐπιζήμιος πρὸς αὐτὴν ταύτην τὴν ὑπόστασιν τοῦ ἀτόμου. Διότι, ἐὰν τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ στερήσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκινεῖτο ἐντὸς ὡρισμένου κύκλου πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ζωτικῶν αὐτοῦ ἀναγκῶν, ἐάν, λέγω, τὸ Κράτος εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, ἀντιτιθέμενον πρὸς αὐτὸ τοῦτο τὸ Δίκαιον, τότε μάλιστα. Ἀλλὰ τοῦ Κράτους τὰ δικαιώματα πρὸς φορολογίαν περιορίζονται ἐντὸς ὡρισμένου ὁρίου. Πέραν ὅμως τοῦ ὁρίου τούτου τὸ Κράτος δικαιοῦται καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, ἀπομένει δὲ τότε νὰ ἐξετάσητε κατὰ πόσον φορολογία τις εἶναι ἐπιβλαβής εἶναι βαρεῖα διὰ τὰς κοινωνικὰς τάξεις, ἅς πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ. — Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἄς ἐξετασθῇ ποῖοι φορολογοῦνται κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὰ δάση. Καὶ φαντασθῆτε ὅτι περιουσία τοιαύτη δασική, ἡ ὁποία ἀναλογεῖ πρὸς τὴν καλλιέργειαν καὶ πρὸς τὴν ἀπόδοσιν τῶν καρπῶν, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ καταβάλῃ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θὰ καταβάλῃ πᾶσα ἄλλη περιουσία παραγωγική, εἶναι δίκαιον νὰ ἀφεθῇ ἄνευ φορολογίας, νὰ μὴ καταβάλῃ τέλος εἰς τὸ Κράτος; Βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιον, δὲν εἶναι ὀρθόν· πρέπει νὰ καταβάλῃ. Τώρα ἐὰν πρέπει νὰ καταβάλῃ αὐτὴ, πῶς θὰ φορολογηθῇ; Ἐδῶ εἶναι ἐξεταστέον τὸ ζήτημα. Εἶναι εἴδη ἐκ τῶν ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς παράγουν περιουσίας καὶ ὡς πρώτη ὕλη γίνονται ἀφορμὴ δημιουργίας κολοσσιαίων κεφαλαίων. Σεῖς εἶσθε ἀκόμη ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῆς πρώτης καταστάσεως, διότι ἀληθὴς βιομηχανία ἐπὶ Τουρκοκρατίας ἦτο τὸ ἀντικείμενον πρὸς αὐτὴν τὴν νομοθεσίαν καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κατακτητοῦ δὲν ἦτο τὸ πνεῦμα τοιοῦτον τὸ ὁποῖον προσήρμοζε πρὸς τὰς ἰδέας τὰς περιοριστικὰς καὶ τὰς κατακτητικάς. Ἐὰν ὅμως παραλληλίσετε τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν δασῶν καὶ τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς καλλιεργείας τούτων παρήγοντο εἰς τοὺς καλλιεργοῦντας τὰ δάση, θὰ ἴδητε ὅτι ὑπάρχουσι κεφάλαια ὁλόκληρα, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἐκ τῆς καλλιεργείας τῶν δασῶν καὶ τὰ κεφάλαια αὐτὰ φρονεῖτε ὅτι δὲν πρέπει νὰ φορολογηθῶσι; — Αὔριον θὰ δημιουργηθῶσι καὶ εἰς τὸν τόπον σας ὁλόκληραι βιομηχανίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὰ δασικὰ προϊόντα. Λοιπὸν νὰ μὴ φορολογηθῶσι θὰ εἶναι ἄδικον.
§90Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ποῖα λέγει νὰ μὴ φορολογηθῶσι.
§91Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Ἐὰν δὲν διεκόπτατε θὰ ἐβλέπατε ὅτι θὰ σᾶς τὸ καθώριζον ἐπακριβῶς. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ζωτικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀτόμου ἐντὸς ὡρισμένου κύκλου ἡ φορολογία εἶναι ἄδικος. Πέραν ὅμως τούτου πρέπει νὰ ἐπιβάλληται.
§92Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ποῖος ὡμίλησε κατὰ τῆς φορολογίας καὶ σεῖς ὑπεραμύνεσθε;
§93Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους. Καὶ ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ζήτημα ἐὰν καὶ κατὰ πόσον οἱ φόροι εἶναι βαρύτεροι ἀπὸ τοὺς ἐπιβαλλομένους εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Τὸ ζήτημα, τοῦτο χρήζει ἐξετάσεως, διότι ἐὰν ἐξητάζετο τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον πολλάκις ἐθίγη, τῆς δεκάτης ἢ δωδεκάτης, τοῦ συστήματος αὐτοῦ, καὶ πάλιν θὰ ἔλεγον ὅτι ἡμεῖς, οἱ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς δυσφοροῦμεν, διότι εἷς καὶ μόνος νόμος ἐξῆλθε τοῦ Κοινοβουλίου αὐτοῦ μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν, ὁ ὁποῖος εἶχε τι τὸ κοινωνικόν, τὶ τὸ ἀνθρώπινον, τὶ τὸ ὑποστηρίζον κἄπως καὶ προσανατολιζόμενον πρὸς τὴν οἰκονομολογικὴν ἐπιστήμην, ἀλλὰ δυστυχῶς ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἐφηρμόσθη. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἐὰν ἐφηρμόζετο ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν. Δυστυχῶς ὅμως βλέπετε ὅτι δι’ ἡμᾶς οἱ νόμοι ψηφίζονται μόνον ἰδανικῶς διότι δὲν ἐφαρμόζονται. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ μέχρι σήμερον ἐν Ἑλλάδι τελεσθέντα, τὰς ἀδικίας αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῆς πολλαπλῆς τῆς δασικῆς νομοθεσίας ἐν Ἑλλάδι καὶ τοῦ κυκεῶνος αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον ἐδημιούργησαν οἱ διάφοροι νόμοι, οἱ ἀπὸ τοῦ 1832 ἐφαρμοζόμενοι ἐν Ἑλλάδι, τὰ ἀδικήματα, τὰ κατάφωρα τὰ ὁποῖα προσεγένοντο εἰς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, νὰ θελήσῃ, μέχρις ὅτου ψηφισθῇ παγία νομοθεσία ἐν Ἑλλάδι, νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ὄχι τὴν φορολογικήν, ἀλλὰ τὴν ἀπαλλακτικήν, τὰ προνομιακὰ ἐκεῖνα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ προστατεύσωσι αὐτὸν τὸν χωρικόν, ὄχι τὸν καλλιεργητὴν τῶν δασῶν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ καλλιεργητοῦ τῶν δασῶν καὶ ἐζητεῖτο ἡ γνώμη μου, θὰ ἔλεγον ὅτι ὑπάρχουσι μερικὰ εἴδη φορολογήσιμα, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὸν φόρον, ὅπως εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς ῥητίνης.
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς ιῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ ἄρθρα;
§95Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Πρόκειται περὶ τῶν ἄρθρων 3, 4, 5, καὶ 6.
§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ὑποβληθῇ μία σχετικὴ τροπολογία, θὰ ἐπιφυλαχθῶ δὲ διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἐπ’ αὐτῆς, καίτοι ὁμολογῶ ὅτι ἡ πρώτη ἐντύπωσις εἶναι ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ὀρθή.
§97Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ εἶναι αἱ διατάξεις εὐεργετικαὶ νὰ ἐπεκτείνωμεν ταύτας καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα.
§98Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐθεώρησα περιττὸν, Κύριοι συνάδελφοι, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, διότι ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς λόγος γενόμενος ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐπὶ τοῦ ὅλου νομοσχεδίου, ἐγὼ δὲ νομίζω ὅτι οὐ μόνον δὲν εἶναι ψεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἶναι εὐεργετικόν, ἵνα δώσῃ μίαν τακτοποίησιν εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν φορολογίαν ἐπὶ τῶν δασῶν τῶν Νέων Χωρῶν, διότι ἕως τώρα διοικούμεθα μὲ τοὺς Τουρκικοὺς νόμους, οἱ δὲ Τουρκικοὶ νόμοι καὶ ἂν ἀκόμη ἦσαν, μολονότι δὲν ἦσαν, εὐεργετικώτεροι ἀπὸ τοὺς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῶσιν ἐπ’ ἄπειρον εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ἡ πλήρης ἀφομοίωσις δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ μόνον εἰς τὰ δάση, ἡ πλήρης ἀφομοίωσις, ἐὰν ἔπρεπε νὰ γίνῃ, θὰ ἐγίνετο εἰς ὅλους τοὺς φόρους. Περὶ αὐτοῦ νομίζω ὅτι πολλοὶ συνάδελφοι εἰς διαφόρους ὁμιλίας ἔκαμον λόγον, καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν θὰ ἔπρεπε οὕτω νὰ παρουσιάζεται ἑκάστοτε καὶ νὰ γίνεται ὀλίγος λόγος καὶ νὰ γίνωνται καὶ μερικαὶ ὑπερβολαί, καὶ ἀπέναντι τῶν ὑπερβολῶν αὐτῶν νὰ ἐπέρχωνται δικαίως ἴσως ἀγανακτήσεις συναδέλφων μας τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἐὰν πρέπῃ νὰ τεθῇ ἐπὶ τάπητος, πρέπει προπαντὸς νὰ συνεννοηθῇ μία ἐπιτροπὴ βουλευτῶν τῶν Νέων Χωρῶν μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκῃ σήμερον κατάλληλον τὸν καιρὸν ἀπὸ πολιτικῆς καὶ οἰκονομικῆς ἀπόψεως νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐπὶ τάπητος, βεβαίως ὅλοι θὰ εἴμεθα κατὰ πολὺ ἱκανοποιημένοι διότι καὶ οἰκονομικῶς, ἀλλὰ καὶ πολιτικῶς θὰ ἐξομοιωθῶσιν τὰ δύο μεγάλα τμήματα τοῦ σημερινοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Μέσα εἰς τὰ παράπονα αὐτά, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσι, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρχωσι, ὅπως καὶ εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, ἐναντίον ὑπαλλήλων καταχρωμένων τῆς ἐξουσίας των καὶ μὴ ἐκτελούντων τὰ καθήκοντά των καλῶς, βεβαίως θὰ ὑπάρξωσιν καὶ ὑπερβολαί. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἠναγκάσθη νὰ διοικήσῃ τὰς Νέας Χώρας εἰς μίαν ἐποχὴν δύσκολον καὶ ἔστειλε μεταξὺ τῶν πολλῶν ὑπαλλήλων καὶ μερικοὺς ἀναξίους τῷ ὄντι νὰ διοικήσωσι τὰς Νέας Χώρας καὶ ἔγιναν πολλὰ παράπονα καὶ πολλαὶ κακοδιοικήσεις, δὲν ἕπεται ὅτι αἱ Νέαι Χῶραι πρέπει ν’ ἀπευθύνωσι παράπονα εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα.
§99Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Διαμαρτύρομαι διότι ἐξακολουθῆτε νὰ μὲ παρεξηγεῖτε. Αὐτὸ εἶνε μία ἁπλῆ δημοκοπία ἀπέναντι τῶν συναδέλφων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία πρέπει νὰ παύσῃ.
§100Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ, δηλαδὴ νὰ κάμῃ ὅ,τι καὶ σεῖς ἐκάματε.
§101Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Ὄχι νὰ δημοκοπῇς εἰς βάρος μου.
§102Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τίθενται μεταβατικαὶ διατάξεις διὰ τὴν φορολογίαν τῶν δασικῶν προϊόντων εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ἡ φορολογία αὕτη εἶναι κατὰ μικρὸν βαρυτέρα ἀπὸ τὴν μέχρι τοῦδε ἐφαρμοζομένην, εἶναι ὅμως κατὰ πολὺ ἐλαφροτέρα ἀπὸ τὴν ἐφαρμοζομένην εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, δὲν ἔχει δέ, ἐπαναλαμβάνω, καμμίαν σχέσιν ἡ ἐπιβάρυνσις αὕτη μὲ τὰς ἄλλας ἐπιβαρύνσεις, τὰς ἐξ ἄλλων φόρων ὑπαρχούσας εἰς τὰς Νέας Χώρας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὑπάρξωσιν ἀντικείμενον ἄλλης συζητήσεως. Ἀπέναντι τῆς μικρᾶς αὐτῆς ἐπιβαρύνσεως, ἡ ὁποία γίνεται μεταξὺ τῆς ὑφισταμένης φορολογίας καὶ τῆς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θεσπιζομένης ὑπάρχουσιν διατάξεις εἰς τὰ ἑπόμενα ἄρθρα, αἱ ὁποῖαι εἶναι τῷ ὄντι εὐεργετικαί, εὐεργετικαὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως διὰ τοὺς κατοίκους, εὐεργετικαὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἐλευθέρας διαθέσεως τῶν προϊόντων τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἐλλείψει τῆς μεγάλης ἐκείνης γραφειοκρατείας, ἡ ὁποία καὶ τοὺς κατοίκους ἔκαμεν νὰ βλασφημοῦν ὅταν ἤθελον νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας των, ἀλλὰ καὶ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι οὕτω θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελέσουν καλλίτερον τὰ καθήκοντά των. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἡ μικρὰ αὕτη ἐπιβάρυνσις, ἡ ὁποία φαίνεται ἐκ πρώτης ὄψεως ὅτι εἶνε ἐπιβαρυντικὴ διὰ τοὺς κατοίκους τῶν Νέων Χωρῶν, ἐγὼ λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἐπιβάρυνσις ἀλλ’ ἐλάφρυνσις. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ γίνῃ μία διαρρύθμισις καὶ ὡς πρὸς τὴν διατίμησιν, διότι βλέπετε ὅτι ὅλαι αἱ φορολογίαι τίθενται ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τῆς διατιμήσεως ἤτοι 12, 16 καὶ 20 τοῖς ἑκατόν, καὶ οὕτω καθεξῆς. Δὲν θὰ κάμω κανένα λόγον ἐπὶ τῶν ποσοστῶν τοῦ φόρου, τὰ ὁποῖα θέτει τὸ παρὸν ἄρθρον, ἤθελον ὅμως ἡ διατίμησις αὕτη νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ παρόντι ἄρθρῳ κατὰ τρόπον δίκαιον καὶ λογικόν, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπέβαλον τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ἵνα προστεθῇ ὡς τρίτη παράγραφος εἰς τὸ ἄρθρον 2 (Ἀναγινώσκει). «Ὡς βάσις διατιμήσεως λαμβάνεται ἡ χονδρικὴ ἀγοραία τιμὴ τῶν ἀνωτέρω δασικῶν προϊόντων εἰς τὴν ἕδραν τοῦ Δασαρχείου ἢ εἰς τὸν πλησιέστερον λιμένα ἢ σιδηροδρομικὸν σταθμὸν ἢ ἕτερον κέντρον μεγάλης καταναλώσεως, ἀπὸ τὴν ὁποίαν τιμὴν ἀφαιρεῖται τὸ ἕως ἐκεῖ ἀγώγιον μεταφορᾶς ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς ὑλοτομίας κατεργασίας ἢ κατασκευῆς αὐτῶν». Προσθέτω δὲ καὶ τὴν ἑξῆς παράγραφον, ἡ ὁποία βοηθεῖ τὸν τρόπον τοῦ ὁρισμοῦ τῆς διατιμήσεως. (Ἀναγινώσκει). «Ἡ διατίμησις ὁρίζεται ἅπαξ κατ’ ἔτος ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ Νομάρχου ἢ Ὑποδιοικητοῦ, τοῦ Δασάρχου, τοῦ Οἰκονομικοῦ Ἐφόρου, τοῦ Δημάρχου καὶ τοῦ Προέδρου τοῦ Ἐμπορικοῦ Ἐπιμελητηρίου ἢ Συλλόγου». Διὰ νὰ ἐννοηθῇ ἡ ἀνάγκη τῶν προσθηκῶν τούτων, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω τί γίνεται τώρα. Ἔρχεται μία ποσότης ξυλείας εἰς ἕνα σιδηροδρομικὸν σταθμόν, ὅπου βεβαίως ἡ τιμή, ἡ ὁποία κανονίζεται εἰς τὸν σταθμόν, εἶναι πάντως ἐπιβεβαρυμένη μὲ τὸ ἀγώγιον, τὸ ὁποῖον ἐχρειάσθη, διὰ νὰ μεταφερθῇ αὐτὴ ἡ ξυλεία ἕως ἐκεῖ ἀπὸ τὸν τόπον τῆς κατασκευῆς. Ἐὰν εἰς τὸν τόπον τῆς κατασκευῆς ἐχρειάσθη ποσὸν 50 δρ. κατὰ κυβικὸν μέτρον διὰ νὰ ἀγορασθῇ καὶ κατεργασθῇ, χρειάζονται ἄλλαι 50 δραχ. διὰ νὰ μεταφερθῇ ἀπὸ τὸ δάσος μέχρι τοῦ πλησιεστέρου κέντρου. Ἐὰν πάρωμεν λοιπὸν τὸ 20% ἐπὶ τῆς διατιμήσεως τοῦ κέντρου τῆς καταναλώσεως, θὰ φορολογήσωμεν καὶ τὸ ἀγώγιον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄδικον. Πρέπει εἰς τὴν διατίμησιν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ καθαρὰ ἀξία τοῦ φορολογουμένου προϊόντος καὶ δι’ αὐτὸ ἐζήτησα νὰ προστεθοῦν αἱ δύο αὗται παράγραφοι.
§103Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Σημειώσατε ὅτι ἐδῶ πρόκειται περὶ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον σκοπεῖ τὴν ὀργάνωσιν τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν ταῖς Νέαις Χώραις. Σεῖς προτείνετε τρόπον καθορισμοῦ διατιμήσεως ἐν ταῖς Νέαις Χώραις διάφορον τοῦ τρόπου τοῦ ἰσχύοντος ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι, καὶ τότε ἐννοεῖται ὅτι ὅλαι αἱ ἐπιβαλλόμεναι φορολογίαι εἶναι κατὰ πολὺ ἐλαφρότεραι. Διότι σεῖς ὁμολογεῖτε ὁ ἴδιος, ὅτι σήμερον ἡ φορολογία ἐπιβάλλεται ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς πραγματικῆς ἀξίας, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν κομίστρων καὶ ὑπελογίσατε τὰ ἔξοδα τῆς μεταφορᾶς ἴσα πρὸς τὴν ἀξίαν. Ἑπομένως ἐὰν ἔχητε 20% ἐπὶ τῆς διατιμήσεως καὶ ὑποστηρίζητε ὅτι ἡ διατίμησις πρέπει νὰ γείνῃ ἀφαιρέσει τῶν κομίστρων, τότε ἔχετε ἐπὶ 200, ἐὰν ἀφαιρέσητε τὰ 100 τῶν κομίστρων, 40%, ἑπομένως ἡ πρότασις ὑμῶν θὰ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§104Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διατὶ ὄχι;
§105Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διότι δὲν εἶναι ἁπλοῦν πρᾶγμα νὰ μεταβάλῃ κανεὶς φορολογίαν διὰ μιᾶς προτάσεως παρεμπιπτόντως ὑποβαλλομένης. Πρόκειται περὶ ἀποδόσεως ἐκ τοῦ φόρου τούτου καὶ ἐννοεῖται ὅτι εἶναι πολλά, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, κυρίως εἰς τὰς στιγμάς, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα. Ἑπομένως ἡ πρότασις ὑμῶν θὰ ἐφαρμοσθῇ μόνον εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ τότε θὰ εἶναι ἐντελῶς ἄδικος, διότι θέλομεν ἔχῃ μίαν φορολογίαν πολὺ κατωτέραν τῆς σήμερον ἰσχυούσης ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Ἐὰν πρόκειται νὰ μεταρρυθμίσωμεν νῦν τὴν φορολογίαν τοῦ ὅλου Κράτους, τότε ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος στιγμὴ πρὸς τοιαύτην μεταρρύθμισιν.
§106Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διὰ νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν μου, στηρίζομαι καὶ ἐπὶ ἐθίμου κρατήσαντος ἐπὶ Τουρκοκρατίας, τὸ ὁποῖον ὑφίσταται μέχρι σήμερον, διότι συμφώνως μὲ τὰς μέχρι τοῦδε ἰσχυούσας διατάξεις τῆς Τουρκικῆς φορολογίας ἡ ὑλοτομία ἀπὸ δημόσια δάση φορολογεῖται ἀπὸ 10 μέχρις 25% ἐπὶ τῆς ἀξίας, «ἀναλόγως τῆς ἀποστάσεως τοῦ δάσους ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς καταναλώσεως εἰς λεύγας». Εἶναι φορολογία, ἡ ὁποία γίνεται ἀναλόγως τῆς ἀποστάσεως τοῦ δάσους ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς καταναλώσεως. Ἑπομένως αὐτὸ τὸ δίκαιον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω πολὺ σωστὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, τὸ εὑρίσκω πολὺ δικαιότερον νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Νέαν ὅπου καὶ ἕως τώρα ἐφηρμόζετο.
§107Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Βεβαίως εἶναι πλημμελέστατος ὁ τρόπος τῆς διατιμήσεως.
§108Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διατὶ νὰ μὴ τὸν διορθώσωμεν;
§109Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δυνάμεθα, ἀλλ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὄχι.
§110Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Νομίζω ὅτι καὶ ἂν ἡ στιγμὴ δὲν εἶναι κατάλληλος, δικαιούμεθα νὰ ὑποδεικνύωμεν τὰς πλημμελείας τῶν νομοσχεδίων. Ὑπάρχει καὶ ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ 2ου ἄρθρου, ἡ ὁποία μοῦ φαίνεται ἐντελῶς περιττή, διότι λέγει ὅτι ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις ὡς καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἀφοῦ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον λέγει ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις θὰ ἐφαρμοσθοῦν καὶ εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὰ καυσόξυλα, δύναται νὰ προστεθῇ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ξυλανθράκων, διότι ὅ,τι εἶναι ξυλάνθρακες, εἶναι καὶ καυσόξυλα. Ἐπίσης παρατηρῶ ὅτι ὡς δασικὸν προιὸν λαμβάνεται ἡ ἄσβεστος. Ἡ ἄσβεστος κατὰ τοσοῦτον μόνον δύναται νὰ εἶναι δασικὸν προϊόν, καθόσον ἀπαιτεῖται καύσιμος ὕλη διὰ τὴν καῦσίν της. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχουν καὶ ἄλλα τοιαῦτα προϊόντα, ὡς οἱ ὀπτόπλινθοι καὶ οἱ κέραμοι, οἱ ὁποῖοι χρειάζονται ὄχι μόνον διὰ τὰς πόλεις, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς χωρικούς. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι καλὸν εἶναι νὰ προστεθοῦν καὶ οἱ ὀπτόπλινθοι καὶ κέραμοι μὲ τὴν ἀνάλογον διατίμησιν ἐπὶ δημοσίων καὶ ἐπὶ ἰδιωτικῶν δασῶν. Διότι ἕως τώρα τί γίνεται; Ὅταν πρόκειται νὰ κατασκευασθοῦν ὀπτόπλινθοι ἐπὶ ἢ κέραμοι, μετροῦν τὰ ξύλα καὶ τὰ φορολογοῦν· ἑπομένως προτιμότερον εἶναι νὰ φορολογηθοῦν οἱ ὀπτόπλινθοι καὶ οἱ κέραμοι.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου.
§112Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, Κύριε Πρόεδρε.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (Ἀναγινώσκεται).
§114Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. συναδέλφου περὶ ἐπεκτάσεως τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου 3 καὶ 4.
§115Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ὑποβληθῇ ἡ τροπολογία εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ δὲν διστάζω νὰ εἴπω ἀπὸ σήμερον ὅτι ἡ τροπολογία εἶναι ἀξία νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει.
§116Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὸ 3ον ἄρθρον παρατηρῶ ὅτι παραχωρεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολήψεως οἰκοδομησίμου ὕλης δι’ ἀνέγερσιν καὶ ἐπισκευὴν οἰκιῶν καὶ ἀποθηκῶν εἰς τοὺς κατοίκους ἐκ δημοσίων δασῶν μὲ δικαίωμα 5% ἐπὶ τῆς διατιμήσεως. Θὰ ἤθελον αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχουν χωριά, πλησίον τῶν ὁποίων νὰ μὴ ὑπάρχῃ δημόσιον δάσος, ἀλλὰ μόνον ἰδιωτικὸν καὶ ἐπ’ ἀδείᾳ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ δάσους νὰ τοὺς ἐπιτρέπῃ νὰ ὑλοτομοῦν.
§117Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἦτο γενικὴ ἡ περὶ ἀτελείας διάταξις τοῦ ἄρθρου 3, προκειμένου περὶ δημοσίων δασῶν, διότι ὅπως εἰξεύρετε εἰς τὰ χωρία εἶναι ὅλοι ἄποροι.
§118Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ὅλοι εἶναι ἄποροι.
§119Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὅλοι εἶναι ἄποροι, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ζητεῖτε δὲν θὰ εὑρεθῇ κανεὶς ἄπορος.
§120Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἡ τροπολογία σας εἶναι νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς ὅλα. Ὑποβάλατέ την.
§121Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὴν δʹ παράγραφον λέγετε «ἀνεγνωρισμένων κοινοτικῶν δασῶν». Ἐγὼ θὰ ἐπρότεινον αὐτὴ ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένων» νὰ ἀπαλειφθῇ. Ἐφόσον εἶναι κοινοτικόν, ἡ λέξις «ἀνεγνωρισμένων» παρέλκει, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν διάκρισιν εἰς δημόσια, κοινοτικὰ καὶ ἰδιόκτητα, ὑπάρχει ἄλλος νόμος ὁ ὁποῖος προβλέπει περὶ αὐτοῦ. Ἔρχεται ἤδη τὸ ἑξῆς ζήτημα· ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀτέλειαι εἶναι τῷ ὄντι πολὺ καλαί, ἀλλὰ τὸ κυριώτερον εἶναι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ παραχωρηθοῦν. Ἀτέλειαι ὑπάρχουν καὶ ἕως σήμερον, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον νὰ τὰς ἐγκρίνῃ τὸ Ὑπουργεῖον, διότι δὲν ὑπάρχει πεποίθησις εἰς τοὺς ὑπαλλήλους. Φοβοῦνται τὰς καταχρήσεις ἐκ μέρους τῶν κατὰ τόπους μικρῶν ὑπαλλήλων καὶ διὰ τοῦτο ἕως τώρα τὸ Ὑπουργεῖον δίδει τὴν ἔγκρισιν καὶ διὰ τὴν ἐλαχίστην ἀτέλειαν. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ διὰ νὰ ζητηθῇ μία ἀτέλεια ἀπὸ μιᾶς ἐπαρχίας διὰ τοῦ δασαρχείου τῆς Νομαρχίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου καὶ νὰ ἐπιστραφῇ ὀπίσω, πόσος καιρὸς ἀπαιτεῖται καὶ πόσον ἀγανακτεῖ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην αὐτῆς. Δι’ αὐτὸ προτείνω νὰ προστεθῇ: «δι’ ὅλας τὰς ἀνωτέρω περιπτώσεις ἀτελείας ἡ νόμιμος ἄδεια ἐκδίδεται ὑπὸ τοῦ οἰκείου δασαρχείου ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ τῶν ἀπαιτουμένων πιστοποιητικῶν κατὰ τὰ εἰωθότα», Ἐὰν ἀπαιτεῖται πιστοποιητικὸν ὅτι εἶναι ἄπορος ἢ κάτοικος τοῦ χωρίου αὐτοῦ, ἢ ὅ,τιδήποτε ἄλλο, νὰ τὸ προσαγάγῃ εἰς τὸ δασαρχεῖον χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑποχρέωσιν νὰ γράψῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ ἐκδώσῃ τὴν ἄδειαν.
§122Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐπὶ τῆς δʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 3ου, Κύριε Ὑπουργέ, κάμνω μίαν παρατήρησιν σύντομον, διότι ἄλλως θὰ φέρω ὁλόκληρον τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν, ἐὰν δὲν ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ τροπολογία τῶν κυρίων συναδέλφων, ἡ ὁποία ἐπεκτείνει τὸ ζήτημα τῆς ἀτελείας. Ἡ παράγραφος δʹ πραγματεύεται περὶ ἀνεγνωρισμένων κοινοτικῶν δασῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν Θεσσαλίαν, παρὰ πᾶν δίκαιον, μετὰ 30ετίαν ὁλόκληρον τὸ Δημόσιον δι’ ἀγωγῆς κατέστησεν ἀμφισβητήσιμα ὅλα τὰ κοινοτικὰ δάση, καὶ ἰδίως τὰ τῶν Ἀγράφων. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς 30ετίας ἐξυλεύοντο ἐκ τῶν δασῶν αὐτῶν, νὰ στερηθοῦν ἤδη τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ; Τὸ Δημόσιον κατέστησεν ἀμφισβητήσιμα τὰ δάση αὐτὰ καὶ διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, δι’ ἧς προστίθεται καὶ «τῶν ἀμφισβητουμένων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου».
§123Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Ἡ αʹ παράγραφος τοῦ 3ου ἄρθρου λέγει ὅτι παρέχεται τὸ δικαίωμα τῆς ξυλεύσεως ἐκ δασῶν κειμένων ἐντὸς τῆς περιφερείας τῶν χωρίων. Αὐτὸ εἶναι ἀσαφές, διότι ὑπάρχουν χωρία τῶν ὁποίων ἡ περιφέρεια τελειώνει καὶ κατόπιν ἄρχεται τὸ δάσος ἢ τὸ δάσος κεῖται εἰς τὴν περιφέρειαν δύο χωρίων.
§124Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν κεῖται εἰς δύο περιφερείας καὶ αἱ δύο ἔχουν δικαίωμα.
§125Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ κεῖται εἰς οὐδεμίαν περιφέρειαν.
§126Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποθέσητε τὸ τοιοῦτον. Εἰμπορεῖ νὰ μὴ ἀνήκῃ εἰς δύο, ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως εἰς μίαν τουλάχιστον θὰ ἀνήκῃ.
§127Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Εἰς τὴν Χερσόνησον τῆς Κασάνδρας ὑπάρχει δημόσιον δάσος χωρὶς νὰ ἀνήκει εἰς τὴν αὐτὴν περιφέρειαν. Τί θὰ γίνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Ἐπίσης εἰς τὴν 2 παράγραφον λέγετε ὅτι παρέχεται ἡ ἄδεια εἰς τοὺς ἰδιώτας, ἀλλὰ μόνον δι’ ἀτομικὰς ἀνάγκας. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετόν. Αἱ ἀτομικαὶ ἀνάγκαι εἶναι πολλαὶ καὶ πρέπει νὰ διασαφηνισθῇ κἄπως.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται). — Ἐπὶ τοῦ 4 ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπούσιος.
§129Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 4 ἄρθρου ἔχω 2 προσθήκας τὰς ὁποίας ὑποβάλλω διὰ τῆς τροπολογίας μου. Εἰς τὴν δευτέραν κατηγορίαν «πρὸς παρασκευὴν ὑποδημάτων ἀμπέλων, σταφιδαμπέλων καὶ ὀπωροφόρων δένδρων» ὑπάρχει ἀτέλεια πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ «λαχανοκήπων», εἰς τὴν τρίτην κατηγορίαν «πρὸς ἵδρυσιν ποιμνιοστασίων καὶ περίφραξιν αὐτῶν ἢ τῶν κήπων τῶν ἀγροτῶν ἀποτελουμένη ξυλεία» νὰ προστεθῇ «ἀγρῶν καὶ ἀμπέλων», διότι καὶ αὐτὰ ἔχουσιν ἀνάγκην περιφράξεως, καί μετὰ τὸ «ξυλεία» νὰ προστεθῇ «οἷον πάσσαλοι, θάμνοι, θαμνώδεις κέδροι καὶ κλῶνοι αὐτῶν». Τὰ ἔχω εἰς τὴν τροπολογίαν μου αὐτά.
§130Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν, κύριε Πρόεδρε, ποιοῦμαι καὶ ἐγώ, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο καὶ ὁ προλαλήσας κ. συνάδελφος.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι), Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκεται). — Ἐπὶ τοῦ 5 ἄρθρου ὁ κ. Μπούσιος.
§132Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἰς τὸ 5 ἄρθρον προτείνω νὰ προστεθῇ παράγραφος αὐτοτελής, ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ προστεθῇ καὶ ὡς ἰδιαίτερον ἄρθρον. Ἡ τροπολογία μου εἶναι ἡ ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Ἐπίσης δὲν καταβάλλεται δικαίωμά τι εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὐδ’ ἀπαιτεῖται ἄδεια ὑλοτομίας ὡς πρὸς τὴν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κτηνοτροφίας καὶ ποιμνιοτροφίας ἐκκοπὴν καὶ κλάδευσιν κλώνων καὶ φυλλωμάτων παντὸς εἴδους δρυῶν ἐκ δημοσίων καὶ κοινοτικῶν δασῶν, ἢ καὶ ἐξ ἰδιωτικῶν τῇ συναινέσει τοῦ ἰδιοκτήτου, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς περιφρουρήσεως τῶν κορυφῶν αὐτῶν καὶ τῶν νεαρῶν δενδρυλλίων συμφώνως μὲ τὰς εἰδικὰς ὁδηγίας τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας». Ἀπὸ ἐπιστημονικῆς ἀπόψεως ὁρμώμενος προτείνω τοῦτο διὰ νὰ μὴ γίνεται ἡ κλάδευσις τῶν φυλλωμάτων τῶν δένδρων κατὰ τρόπον ἐπιβλαβῆ. Ὑπάρχουσι ἐν Μακεδονίᾳ θαμνώδεις ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν δὲν κλαδευθῶσι καταστρέφονται. Μὴ νομίσετε δὲ ὅτι εἰς τὰς Νέας Χώρας ἐν γένει δὲν γίνεται καταλλήλως καὶ ἡ ἐκμετάλευσις τῶν δασῶν. Ὑπάρχουσι περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας τὰ δάση εἴτε δημόσια εἴτε ἰδιωτικὰ, ἐὰν δὲν κλαδευθῶσι, καταστρέφονται, διαιροῦνται εἰς δεκαετεῖς περιόδους ἐκμεταλλεύσεως. Ἐξ ἄλλου ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν δάση πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπαλλήλους. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ ἡ παράγραφος ὡς διὰ τῆς τροπολογίας μου προέτεινα.
§133Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ συναινέσῃ νὰ προστεθῇ ἡ ἀκόλουθος παράγραφος. (Ἀναγινώσκει τροπολογίαν).
§134Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας) Δίδεται πάντοτε ἡ ἄδεια.
§135ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιτρέπεται καὶ εἰς τὰ δημόσια δάση νὰ γίνεται ἐκρίζωσις καὶ μεταφύτευσις κατὰ ὡρισμένας διατυπώσεις.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 5 ἄρθρον παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6. (Ἀναγινώσκει). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6ου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Μπούσιος.
§137Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 6 ἄρθρου ἔχω μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἄς τὴν ὀνομάσω μᾶλλον, καλυτέραν διαρρύθμισιν. Τὸ ἄρθρον 6 λέγει: (Ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀπόληψις δασικῶν προϊόντων παντὸς εἴδους ἐκ διακατεχομένων ..... κλπ. οὐχὶ μεγαλυτέρων τῶν 100 στρεμμάτων». Νομίζω ὅτι ἐπέρχεται σύγχυσις μὲ τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς διατυπώσεως καὶ ἔκαμα τὴν ἑξῆς διατύπωσιν: (Ἀναγινώσκει). «Ἡ ἀπόληψις δασικῶν προϊόντων παντὸς εἴδους ἐξ ἐκτάσεων διακατεχομένων ἢ ἰδιοκτήτων, γεωργικῶς καλλιεργουμένων ἢ καὶ μὴ καλλιεργουμένων, ἀλλ’ οὐχὶ μεγαλητέρων τῶν 100 στρεμμάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνεπτύχθησαν διὰ τεχνικῆς ἀναδασώσεως δασικαὶ συστάδες κλπ. εἶναι ἀτελεῖς». Διότι αἱ καλλιεργούμεναι ἐκτάσεις ἄν ὑπερβῶσι τὰ 100 στρέμματα γίνονται δάση.
§138Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Εἰς τὸ 6 ἄρθρον λέγετε: «ἡ ἀπόληψις δασικῶν προϊόντων παντὸς εἴδους ἐκ διακατεχομένων ἢ ἰδιοκτήτων κλπ. ἐκτάσεων κλπ. εἶναι ἀτελεῖς». Ὅταν λέγῃ ἀπόληψις δασικῶν προϊόντων, ἐννοεῖ βεβαίως τὴν ἐκρίζωσιν θάμνων καὶ ἄλλων τοιούτων εἰδῶν. Εἰς τὴν ἀπόληψιν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀνθρακοποίησις· διότι βεβαίως ὅταν ἐκριζώσῃ τις ἕνα θάμνον ἀντὶ νὰ τὸν πετάξῃ δύναται νὰ τὸν ἀνθρακοποιήσῃ.
§139ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Βεβαίως.
§140Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν παραδέχεσθε ὅτι ἐντὸς ἰδιοκτήτου καλλιεργουμένου κτήματος ἐπιτρέπεται ἡ ἐκρίζωσις ἢ ὑλοτομία ἕπεται ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἄδεια ὑλοτομίας.
§141ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πρέπει νὰ ἀναφερθῆτε εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον προβλέπει περὶ ὑλοτομίας.
§142Γ. ΚΑΛΔΗΣ. Πολὺ καλά. Κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων θὰ φέρω τροπολογίαν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 6 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7). Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται).
§144Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ὁμιλήσω, Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ 8ου ἄρθρου ἐν συνδυασμῷ καὶ πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ἐφεξῆς ἄρθρα. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἀφορᾷ εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν Μακεδονίᾳ, κατ’ ἐπέκτασιν δὲ τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15 ὁμιλοῦσι περὶ τῆς Ἠπείρου, τῆς Κρήτης καὶ τῶν Νήσων τοῦ Αἰγαίου. Ἐν Μακεδονίᾳ, ὁρίζει τὸ ἄρθρον 8, καθίσταται μία δασικὴ ἐπιθεώρησις μὲ ἕδραν τὴν Θεσσαλονίκην, δὲν λέγει ὅμως τὸ ἄρθρον καὶ ὁ νόμος ποία θὰ εἶναι ἡ ἁρμοδιότης καὶ ποία ἡ δικαιοδοσία αὐτῆς τῆς ἐπιθεωρήσεως. Ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐπιθεώρησις δὲν θὰ εἶναι ὡς προϊσταμένη ἀρχὴ ἐπὶ τῶν δασαρχείων τῆς Μακεδονίας, ἐὰν θὰ ἔχῃ ὡς ἔργον νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας τῶν δασαρχείων καὶ ἂν τὰ δασαρχεῖα θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀλληλογραφῶσιν ἀπ’ εὐθείας μὲ τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου δὲν θὰ ἔχω καμμίαν ἀντίρρησιν. Ἐπειδὴ ὅμως ὑποθέτω ὅτι σκοπὸς τῆς δασικῆς ἐπιθεωρήσεως θὰ εἶναι νὰ ἵσταται ὡς μία προϊσταμένη ἀρχὴ ἐπὶ τῶν ὑποκειμένων δασαρχείων καὶ τὰ δασαρχεῖα νὰ μὴ ἐπικοινωνῶσιν ἀπ’ εὐθείας μὲ τὸ ὑπουργεῖον ἀλλὰ διὰ τῶν ἐπιθεωρήσεων, τότε, φρονῶ, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ μία ἐπιθεώρησις εἰς τὴν Μακεδονίαν, διότι τοῦτο θὰ εἶναι πολὺ κουραστικὸν καὶ διὰ τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ διὰ τοὺς κατοίκους. Προτείνω λοιπὸν νὰ γίνῃ κἄτι τι ἀνάλογον πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ὡς τὸ εἶχεν ὑποβάλει ὁ προκάτοχος κ. Ὑπουργός. Κατὰ τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ἐγίνετο λόγος περὶ μιᾶς ἐπιθεωρήσεως μὲ τρία δασαρχεῖα. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν τρεῖς ἐπιθεωρήσεις ἁπλουστέρας, εἰς τὰς ὁποίας νὰ ὑπάγωνται τὰ δασαρχεῖα τῶν τριῶν διαμερισμάτων τῆς Μακεδονίας τῆς ἀνατολικῆς, τῆς δυτικῆς καὶ τῆς μέσης. Ἡ τροπολογία μου ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει) «Ἐν Μακεδονίᾳ καθίστανται τρεῖς δασικαὶ ἐπιθεωρήσεις: αʹ) Μέσης Μακεδονίας, περιλαμβάνουσα τὸν Νομὸν Θεσσαλονίκης, μὲ ἕδραν τὴν Θεσσαλονίκην· βʹ) Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, περιλαμβάνουσα τοὺς Νομοὺς Σερρῶν καὶ Δράμας, μὲ ἕδραν τὴν Δράμαν· γʹ) Δυτικῆς Μακεδονίας, περιλαμβάνουσα τοὺς Νομοὺς Κοζάνης καὶ Φλωρίνης, μὲ ἕδραν τὰ Γρεβενά. Εἰς ἑκάστην ἐπιθεώρησιν ὑπάγονται ἱεραρχικῶς τὰ Δασαρχεῖα, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμός, ἡ περιφέρεια, ἡ ὀνομασία καὶ ἡ ἕδρα κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Ἑκάστης ἐπιθεωρήσεως προΐσταται εἷς Ἐπιθεωρητὴς αʹ ἢ βʹ τάξεως, λαμβανόμενος μεταξὺ τῶν ἀρχαιοτέρων δασαρχῶν, ἢ δοκίμων δασαρχῶν, καὶ ἀνὰ εἷς γραμματεὺς ἢ γραφεὺς πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως· Ἑκάστου Δασαρχείου προΐσταται εἷς δόκιμος δασάρχης ἢ διευθύνων ἀρχιφύλαξ καὶ εἷς γραφεὺς αʹ ἢ βʹ τάξεως. Παρ’ ἑκάστῃ ἐπιθεωρήσει διορίζεται καὶ ἀνὰ εἷς περιοδεύων ἐπόπτης, ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δασαρχῶν ἢ δοκίμων δασαρχῶν, ὡς ἐπιθεωρητὴς βʹ τάξεως, μὲ ἕνα γραφέα βʹ τάξεως. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ἑκάστῃ ἐπιθεωρήσει ἀρχιφυλάκων δασοφυλάκων καὶ δοκίμων δασοφυλάκων, ὡς καὶ αἱ ἀπολαυαὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν, ἐποπτῶν, δασαρχῶν, ἀρχιφυλάκων, δασοφυλάκων καὶ δοκίμων δασοφυλάκων, ὁρισθήσονται διὰ τοῦ εἰρημένου Β. Διατάγματος, συμφώνως πρὸς τὴν ἰσχύουσαν δασονομικὴν ὑπηρεσίαν ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι». Αὐτήν, Κύριε Ὑπουργέ, τὴν τροπολογίαν ὑποβάλλω ὡς πρὸς τὸν 8ον ἄρθρον καὶ ἐν συναφείᾳ πρὸς ὅλα τὰ ἄλλα ἄρθρα. Ἑπομένως τὸ 9ον ἄρθρον μένει ὡς ἔχει, τὸ 10ον ἄρθρον καὶ ἡ 1η καὶ 2α παράγραφος τοῦ ἄρθρου 11 ἀπαλείφονται. Ἐπίσης ἀπαλείφεται καὶ τὸ 12ον ἄρθρον, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τροπολογίαν, τὸ δὲ ἄρθρον 13 μένει ὡς ἔχει. Ὡς πρὸς τὸ 9ον ἄρθρον, ὅπου ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀφομοιώσεως τῶν ἤδη ὑπηρετούντων ὑπαλλήλων, συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης συνάδελφος κ. Λόντος καὶ ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Δασικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν εἰς τὴν Τουρκικὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι εἴτε προσελήφθησαν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηρεσίαν, εἴτε ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ διωρίσθησαν εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν Μακεδονίας καὶ ὑπηρετοῦσιν εὐδοκίμως μέχρι σήμερον, οἱ μὲν ἀπόφοιτοι τῆς Σχολῆς Κωνσταντινουπόλεως δασολόγοι διορίζονται ὁριστικῶς μὲ ὃν προσελήφθησαν βαθμὸν τοῦ δασικοῦ ἐπόπτου ἢ δασάρχου πρώτης τάξεως, ὑπολογιζομένου τοῦ χρόνου τῆς μονιμοποιήσεώς των ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς προσλήψεως, οἱ δὲ ἀπόφοιτοι ἄλλων σχολῶν κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ διοικητικοῦ Συμβουλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας περὶ τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν, ὡς δασάρχαι πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως ἢ ὑπουργικοὶ γραμματεῖς πρώτης ἢ δευτέρας τάξεως». Ἐδῶ πρόκειται περὶ δύο καὶ μόνον προσώπων, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν θὰ ὑπάγηται εἰς τὴν πρώτην κατηγορίαν τὸ ἕτερον θὰ ὑπάγηται εἰς τὴν ἄλλην κατηγορίαν. Εἰς δὲ τὸ 18ον τελευταῖον ἄρθρον θὰ ἤθελον νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις: «ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει». Ἐὰν αἴφνης μᾶς θέσητε εἰς ἐφαρμογὴν μόνον τὰς φορολογικὰς διατάξεις τοῦ Νόμου καὶ δὲν μᾶς θέσητε εἰς ἐφαρμογὴν τὰς περὶ ἀτελειῶν διατάξεις, νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν θὰ εἶναι δίκαιον. Φρονῶ, ὅτι, ψηφιζομένου τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ὁ νόμος ἐν συνόλῳ ἢ νὰ μὴ τεθῇ καθόλου
§145Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν γνωρίζω ἂν θὰ γίνωσιν ἀποδεκταὶ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ αἱ τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ κ. Μπούσιος, ὥστε νὰ ἱδρυθῶσι τρεῖς δασικαὶ ἐπιθεωρήσεις, ὅτε θὰ εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος, ἐὰν ὅμως μείνωσιν αἱ σχετικαὶ διατάξεις ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νομίζω ὅτι ἡ διάταξις, ὅτι πρέπει τὰ γίνῃ μία δασικὴ ἐπιθεώρησις καὶ δασαρχεῖα, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς καὶ ἡ ἕδρα θὰ ὁρισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος, νομίζω ὅτι εἶναι ἀτελής. Εἰς τοῦτο προάγομαι συγκρίνων τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ τὸ πρῶτον ὡς εἶχεν ὑποβληθῆ ὑπὸ τοῦ κ. Μιχαλακοπούλου, καὶ τὸ ὁποῖον λέγει, τρία δασαρχεῖα, ἐξ ὧν τὰ δύο ἐν Θεσσαλονίκῃ. Ἄν μείνῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ὡς ἔχει, δύναται ἡ ὑπηρεσία νὰ ὁρίσῃ πάλιν τὴν ἕδραν τῶν δύο δασαρχείων ἐν Θεσσαλονίκῃ, καὶ τότε ἡ Μακεδονία ὁλόκληρος, ἡ Χαλκιδικὴ λόγου χάριν, θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μεταβαίνῃ εἰς Θεσσαλονίκην, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι φοβερόν.
§146Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἡ τροποποίησις, κ. Συνάδελφε, τοῦ νομοσχεδίου ἐγένετο κατόπιν ἰδικῶν μας παραστάσεων, φρονούντων, ὅτι δὲν ἀρκοῦσι τρία δασαρχεῖα δι’ ὅλην τὴν Μακεδονίαν. Διὰ τοῦτο ἐγένετο ἡ γενικὴ διάταξις, ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς τὸ νομοσχέδιον, δυνάμει τῆς ὁποίας θὰ ἐπιτραπῇ, εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἱδρύσῃ ὄχι μόνον τρία, ἀλλὰ εἴκοσι δασαρχεῖα, ὅσα δηλαδὴ εἶναι καὶ τώρα, θὰ μείνωσι δὲ αἱ ἕδραι ἐκεῖ ὅπου εἶναι. Ἑπομένως ὁ κίνδυνος αὐτὸς εἶναι ἀδύνατος.
§147Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ εἴπω ὅτι πάντοτε ὑφίσταται ὁ κίνδυνος. Δυνάμεθα νὰ ὁρίσωμεν τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα καὶ κατόπιν νὰ δώσωμεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πάλιν τὸ δικαίωμα διὰ Β. Διατάγματος νὰ ὁρίσῃ. Νὰ ὁρισθῶσι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει, ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ σκεφθῇ ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει γνῶσιν τί γίνεται ἐκεῖ κάτω. Ἡ ὑπηρεσία κάθηται εἰς τὴν ὁδὸν Σταδίου καὶ οἱ χωρικοὶ ἐκεῖ πηγαίνουσι τέσσαρας ἡμέρας εἰς τὴν Θεσσαλονίκην. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη αἱ ἕδραι τῶν ἀπολύτως ἀναγκαίων δασαρχείων νὰ ὁρισθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ κατόπιν νομίζω ὅτι κάλλιστα ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐν Γρεβενοῖς καὶ ἀλλοῦ. Νὰ εἴπωμεν: Καθίσταται ἐν Μακεδονίᾳ μία δασικὴ ἐπιθεώρησις μὲ ἕδραν τὴν Θεσσαλονίκην καὶ περιφέρειαν κανονισθησομένην διὰ Β. Διατάγματος, καὶ τρία δασαρχεῖα, ὅπως εἶναι τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἑδρεύει εἰς Θεσσαλονίκην, τὸ δεύτερον ἐν Πολυγύρῳ τῆς Χαλκιδικῆς καὶ τὸ τρίτον ἐν Γρεβενοῖς. Διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου κατόπιν τῆς προτάσεως τοῦ Γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ συμβουλίου δύναται νὰ ὁρισθῶσι καὶ ἄλλα δασαρχεῖα ὁσαδήποτε τὸν ἀριθμόν, μὲ ἕδραν ἣν κρίνει τὸ Ὑπουργεῖον.
§148Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἐντὸς τῆς τροπολογίας νὰ τεθῇ καὶ ἡ ἐπαρχία Ἐλασσῶνος.
§149Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Μάλιστα. Ὁπουδήποτε. Τέσσαρας ἡμέρας χρειάζεται νὰ ὑπάγῃ τις εἰς τὴν Θεσσαλονίκην!
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὑποβάλητε τροπολογίαν καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ ἐξετασθῇ.
§151Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Θὰ ὑποβάλω καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῇ αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργός.
§152Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Πολὺ καλά.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Βαλαλᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 8.
§154Ι. ΒΑΛΑΛΑΣ. Ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὰς περιφερείας τῆς δικαιοδοσίας τῶν Ἐπιθεωρήσεων εἶναι προτιμητέος ὁ διὰ Β. Διατάγματος κανονισμὸς καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ παραβλεφθῇ ἐν καιρῷ τὸ ὅτι ὑπάρχουσι τμήματα ἐν Μακεδονίᾳ τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ συγκοινωνήσωσιν πρὸς ἄλλα εὐκόλως. Ἡ Καστορία λόγου χάριν μὲ τὰ Γρεβενὰ δὲν δύναται νὰ συγκοινωνήσῃ καὶ προτιμῶ νὰ ὑπόκειται εἰς τὴν Θεσσαλονίκην παρὰ εἰς τὰ Γρεβενά.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9. (Ἀναγινώσκεται).
§156Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Ἤθελον, Κύριε Ὑπουργέ, νὰ παρακαλέσω, ὅπως καθορισθῶσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ σαφέστερον, συμφώνως πρὸς τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν, τὰ προσόντα τῶν διοριζομένων ἐν τῇ Μακεδονίᾳ καὶ ταῖς Νέαις Χώραις δασαρχῶν. Ὑπάρχουσι νόμοι κατὰ τοὺς ὁποίους οἱ δασάρχαι μετὰ προηγούμενον διαγωνισμὸν προάγονται. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ μονιμοποίησις αὐτῶν τῶν δασαρχῶν, τῶν ἐν Μακεδονίᾳ τεσσάρων, ὅπως ἀναφέρεται ἐν τῷ ἄρθρῳ, εἶναι ἀρκετή. Ἐὰν δὲ πρόκειται καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ προαχθῶσιν αὐτοί, καλὸν εἶναι καὶ συμφέρον καὶ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ὑποστῶσι τὰς δοκιμασίας, τὰς ὁποίας οἱ νόμοι οἱ διέποντες τὰ τῆς δασικῆς διοικήσεως καθορίζουσι, διότι νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δεδικαιολογημένον ἀμέσως νὰ λάβωμεν αὐτοὺς ὅλους τοὺς δασάρχας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην μόρφωσιν καὶ οὔτε ἐξῆλθον ἀπὸ Εὐρωπαϊκὰς σχολὰς ὅπως οἱ πρώην δασάρχαι, διότι οὕτως ἐπηρεάζουσιν οὗτοι τὴν σταδιοδρομίαν τῶν ἄλλων δασαρχῶν. Δίκαιον εἶναι, ἐὰν εἶναι ἱκανοί, νὰ ὑποστῶσι καὶ τὴν δοκιμασίαν τὴν ὁποίαν οἱ νόμοι καθορίζουσιν.
§157Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁ εἷς διηύθυνε τὴν ὑπηρεσίαν Θεσσαλονίκης καὶ ἤδη διευθύνει τὰ Βασιλικὰ κτήματα. Μένει εἷς μόνον.
§158Π. ΠΕΤΡΙΔΗΣ. Διατὶ νὰ μὴ ὑποστῇ τὰς δοκιμασίας, τὰς ὁποίας καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ ἐν Ἑλλάδι, ὑπέστησαν; Ὑποβάλλω καὶ τροπολογίαν.
§159Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9, διότι ἀφορᾷ μόνον ἕνα ὑπάλληλον, καὶ ὀφείλω νὰ τονίσω ὅτι αὐτὸς κέκτηται ὅλα τὰ ἐφόδια. Ὑπηρέτησεν ἐπὶ ἐννεαετίαν ὁλόκληρον εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν ἐν Μακεδονίᾳ. Ἀφ’ ἧς κατελήφθησαν αἱ Νέαι Χῶραι ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον εὐδοκίμως. Ὑπηρετεῖ ἐννέα ἔτη καὶ τρία ἔτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δώδεκα. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, ἐξετάσατε τὸ ζήτημα.
§160Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Εἶπον ὅτι ὅλας τὰς τροπολογίας ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξετάσω. Παρακαλῶ νὰ μὴ ἐπιμείνητε νὰ κάμω ἐξαίρεσιν εἰς ἕν προσωπικὸν ζήτημα.
§161Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅσα εἶπον διὰ νὰ διαφωτίσω τὴν Βουλὴν διότι ἔλαβε τὸν λόγον ὁ κ. Πετρίδης.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 10, 11 καὶ 12). Ἄρθρον 13. (Ἀναγινώσκεται).
§163Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου, κύριοι Βουλευταί, δημιουργεῖται θέσις προνομιακὴ ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων τῶν δασικῶν, τῶν διορισθέντων ὑπὸ τὸ καθεστὼς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ἀπέναντι τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων τῶν συναδέλφων των τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, καὶ δημιουργεῖται ἡ θέσις, ἡ προνομιακή, ὑπὲρ τῶν εὑρισκομένων ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ἱκανότητος καὶ ἐν ὀλιγοχρονιωτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ τῶν ἄλλων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Δασοφύλακες δύνανται νὰ προσληφθῶσιν διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, μόνον ἀπὸ τὸ δασικὸν προσωπικὸν τῶν ὑπηρετούντων ἐν Μακεδονίᾳ ὑπαλλήλων. Δὲν ἐπέρχεται, ὡς ὤφειλεν, ἡ συγχώνευσις μετὰ τῶν ὑπαλλήλων τῶν δασικῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ὥστε νὰ γίνεται ἡ προαγωγὴ κατόπιν συναγωνισμοῦ καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος τοῦ ὑλωρικοῦ προσωπικοῦ, λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, ὅτι διωρίσθησαν ἐπὶ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων ἀπὸ ἀνθρώπους εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν, μὴ εἰδικούς, προσληφθέντας ὄχι κατόπιν διαγωνισμοῦ, ἀπὸ τοὺς ἐκκαθαρισθέντας ἀπὸ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα δασικοὺς ὑπαλλήλους, ἀπὸ τοὺς προερχομένους ἀπὸ τὰς τεχνικὰς σχολὰς τῆς Τουρκίας τὰς δασικάς. Τέλος πάντων ὄχι ἀπὸ ἱκανοὺς καὶ καλοὺς καὶ ὄχι ὅπως ἀπαιτεῖ ὁ νόμος περὶ προσόντων, ὁ περὶ δασοφυλάκων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Δι’ αὐτὸ εἶναι παντελῶς ἄδικον ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους διῴκησαν οἱ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ὡς ἀρχιφύλακες δασῶν κατὰ τὸ καθεστὼς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων καὶ μέχρι σήμερον ἀκόμη διοικοῦσιν ὡς ἀρχιφύλακες ἢ δασοφύλακες τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, νὰ εἶναι αὔριον ἀνώτεροι οἱ σήμερον ὑφιστάμενοι αὐτῶν, κ. Ὑπουργέ. Τὴν τροπολογίαν μου τὴν ἔχω ὑποβάλει καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τας. (Ἀναγινώσκει) Δύνανται νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχιφύλακος δασῶν βʹ τάξεως δασοφύλακες αʹ τάξεως ἔχοντες συμπληρώσει ἑξαετῆ ἐν συνόλῳ δασικὴν ὑπηρεσίαν, ἐξ ἧς ἓν ἔτος ὡς δασοφύλακες αʹ τάξεως, ἐὰν ὑπηρέτησαν εὐδοκίμως μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου. Εἰς τὸ ἄρθρον 13ον νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις: «τοὺς βαθμοὺς ἐκείνους τοῦ ὑλωρικοῦ προσωπικοῦ, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται ἤδη ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἢ θὰ δημιουργηθοῦν ἐν τῷ μεταξὺ» καὶ νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «τὸν βαθμὸν τοῦ δασοφύλακος βʹ τάξεως», ἵνα προστεθῇ αὕτη εἰς τὸ τέλος τοῦ 13ου ἄρθρου ὡς δεύτερον ἐδάφιον».
§164ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐντόπιοι.
§165Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Ἐγὼ δὲν ζητῶ αὐτό. Ἐγὼ ζητῶ νὰ δύνανται νὰ προαχθῶσι κατόπιν διαγωνισμοῦ. Ὑπάρχει δικαιότερον πρᾶγμα ὄχι ἀπὸ τὸ προσωπικὸν, τὸ δασικὸν, τὸ εὑρισκόμενον ἐν Μακεδονίᾳ, ἀλλὰ νὰ συγχωνευθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι νὰ γίνωνται ἓν καὶ νὰ προάγωνται κατόπιν διαγωνισμοῦ; Αὕτη εἶναι ἡ τροπολογία μου ἡ θέτουσα τὰ πράγματα εἰς τὴν δικαίαν δι’ ὅλον τὸ ὑλωρικὸν προσωπικὸν τῆς χώρας θέσιν καὶ σᾶς παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ τὴν λάβητε ὑπ’ ὄψει.
§166Δ. Α. ΤΕΡΖΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ ἐξ Εὐβοίας συνάδελφος εἶναι ὀρθὴ καὶ δικαία. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν δύο πολέμων καὶ ἐντεῦθεν ἁπαξάπαντες οἱ κλάδοι τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ἐβελτιώθησαν κατὰ πολύ, πολλοὶ δὲ ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων τούτων κλάδων ἐπέτυχον δύο καὶ τρεῖς βαθμούς, καὶ μόνη ἡ δασικὴ ὑπηρεσία δὲν ἐμερίμνησε ποσῶς περὶ βελτιώσεως τοῦ δασικοῦ κλάδου, ἰδίᾳ τοῦ κατωτέρου προσωπικοῦ ἐξ οὗ ὑπάρχουσι πολλοὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 6, καὶ 7 καὶ 8 ἔτη ὑπηρετοῦσιν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Εἶναι ἀληθές, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρχιφυλάκων πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν δασοφυλάκων, εἶναι ὅμως ἀδύνατον τοῦτο, διότι κατὰ τὸν κείμενον Νόμον ἀπαιτεῖται τριετὴς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ δασοφύλακος βʹ τάξεως ὑπηρεσία καὶ ἐξετάσεις. Δυστυχῶς οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη δασοφύλακες δὲν ἔχουσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον τριετῆ ὑπηρεσίαν, παρὰ μόνον ἑνὸς ἢ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους τοιαύτην, ἑπομένως θὰ ἀπαιτηθῇ διάστημα διετὲς διὰ νὰ ἀποκτήσωσιν οὗτοι προσόντα, ὅπως καταλάβωσι τὴν θέσιν τῶν ἀρχιφυλάκων. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί ἐσκόπει ὁ συντάξας τὸ νομοσχέδιον; Ἐσκόπει νὰ περιμένῃ ἡ ὑπηρεσία δύο ἔτη διὰ νὰ ἀποκτήσωσιν προσόντα οἱ δασοφύλακες ἢ νὰ συμπληρώσῃ τὰς θέσεις τῶν ἀρχιφυλάκων δι’ ἄλλου προχείρου ὑλικοῦ; Καὶ ποῖον εἶναι τὸ ὑλικὸν αὐτό; Εἶναι, κύριοι Βουλευταί, τὸ ὑλικὸν τὸ ὁποῖον προσέλαβεν ἡ ὑπηρεσία κατὰ τὸ καθεστὼς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων προσωρινῶς καὶ ἐκτάκτως ὡς προσωπικὸν ὑπαλληλικόν, εἶναι ὑλικὸν ἀποτελούμενον ἀπὸ ἀδαεῖς τῶν δασικῶν ὑπαλλήλους· εἶναι ὑλικόν, προερχόμενον ἐκ τῶν ἀπολυθέντων κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν κατόπιν γνωμοδοτήσεων τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, εἶναι ὑλικόν, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ἐκ τῶν ἀπολυθέντων κατόπιν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων τῶν Ποινικῶν Δικαστηρίων, εἶναι τέλος ἐκεῖνο τὸ ὑλικὸν ὅπερ ἐκτάκτως καὶ προσωρινῶς προσελήφθη διὰ γραφικὰς ὑπηρεσίας τῶν δασαρχείων τῆς νέας Ἑλλάδος. Καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ νομοσχεδίου μονιμοποιοῦνται ὅλοι οὗτοι οἱ προσωρινοὶ ὑπάλληλοι ἄνευ οὐδενὸς προσόντος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχιφύλακος, παραγκωνίζονται οἱ παλαιοὶ δασοφύλακες τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἵτινες ἐν τούτοις κατὰ τὸ καθεστὼς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων εἶχον κριθῇ ἱκανοὶ νὰ ἐκτελῶσι χρέη Δασάρχου, ἐνῷ διὰ τοῦ Νομοσχεδίου τούτου δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσι ἐπαρκεῖς διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχιφύλακος! Ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται πάντοτε εὐμενῶς τὰς συστάσεις τῶν κ. βουλευτῶν θὰ ἀποδεχθῇ καὶ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Εὐβοίας Συναδέλφου διὰ νὰ μὴ γεννῶνται δυσαρέσκειαι καὶ ἀνισότητες εἰς τὰς τάξεις τῶν ὑπαλλήλων καὶ διὰ νὰ μὴ ἀπογοητεύωνται οἱ παραγκωνιζόμενοι ὑπάλληλοι, οἵτινες εὐόρκως ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των, διότι ἡ ἀπογοήτευσις τῶν ὑπαλλήλων ζημιοῖ πολὺ τὴν ὑπηρεσίαν.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15.) Ἄρθρον 16. (Ἀναγινώσκεται).
§168Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἰς ἕν κακὸν καὶ σπουδαῖον μάλιστα, τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς τὰ δάση τῆς Κρήτης εἰς τὸν νομόν Λασηθίου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Βιάννου. Ἐκεῖ ὑπάρχουν πολλὰ δάση, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἀπὸ ἐτῶν τινων ἤρχισαν νὰ κατασκευάζουν οἱ κάτοικοι κάρβουνα εἰς μεγάλας ποσότητας τὰ ὁποῖα μεταφέρουν εἰς Πειραιᾶ καὶ Θεσσαλονίκην, καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος ἤτοι εἰς Ἀλεξάνδρειαν καὶ ἀλλοῦ. Ἐνόσῳ δὲν ἐξήγοντο κάρβουνα ἐκ τῆς Νήσου ἡ παραγωγὴ τῶν ἀνθράκων ἦτο μικρά, καὶ ἡ κατανάλωσις ἐν τῇ νήσῳ μικρὰ καὶ ἑπομένως καὶ οἱ ἀνθρακεῖς δὲν εὕρισκον συμφέρον νὰ κατασκευάζωσι πολλὰ καὶ οὕτω δὲν ἐπήρχετο φθορὰ μεγάλη. Ἀφότου ὅμως ἤρχισεν ἡ ἐξαγωγὴ ἀνθράκων ἐκ τῆς Νήσου ἤρχισε καὶ νὰ γίνεται μεγάλη φθορὰ εἰς τὰ δάση. Συνείθισαν δὲ ἐσχάτως νὰ ἔρχωνται εἰδικοὶ ἀνθρακεῖς ἀπὸ τὴν Ἰκαρίαν καὶ νὰ συμφωνῶσι μὲ τοὺς ἰδιοκτήτας τῶν δασῶν τὴν κατασκευὴν ἀνθράκων καὶ οὕτω ὁλόκληροι δασικαὶ ἐκτάσεις μεταβάλλονται εἰς ἄνθρακας. Ἤθελον λοιπὸν παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν ὥστε ν’ ἀπαγορευθῇ ἐντελῶς ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἀνθράκων ἀπὸ τὴν Νῆσον, ἤτοι οὔτε εἰς τὰ διάφορα μέρη τοῦ Κράτους, καὶ ἂν δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἐπειδὴ ἡ νῆσος ἀποτελεῖ ἕν μέρος μετὰ τοῦ Βασιλείου, τοὐλάχιστον νὰ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ εἰς τὸ ἐξωτερικόν, ὅπως μὴ εὑρίσκωσι συμφέρον οἱ ἀνθρακεῖς νὰ κατασκευάζωσι μεγάλας ποσότητας ἀνθράκων, παύσῃ δὲ τοιουτοτρόπως ἡ σημερινὴ μεγάλη καταστροφὴ τῶν δασῶν. Καὶ ἐνόσῳ μὲν τὰ δάση αὐτὰ εὑρίσκωνται ἐπὶ ἐκτάσεων αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργηθῶσιν ἢ εἶναι δάση ἀγριελαιῶν καὶ δύνανται νὰ ἐμβολιασθῶσι καὶ νὰ παραχθῶσιν ἐλαῖαι, τὸ κακὸν δὲν εἶνε τόσον μέγα, ὅσον ὅταν καταστρέφουν δάση κείμενα ἐπὶ βραχωδῶν ἐκτάσεων. Διότι οὕτω μετ’ ὀλίγα ἔτη δὲν θὰ ἔχωμεν κάρβουνα οὔτε δι’ ἐπιτόπιον κατανάλωσιν. Ὅθεν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προλάβῃ τὸ κακὸν τοῦτο δι’ ἀπαγορεύσεως ἐξαγωγῆς ἀνθράκων ἐκ τῆς Νήσου εἰς τὸ ἐξωτερικόν.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 17 καὶ 18 ὡς καὶ τὸ σύνολον.) — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προστασίας τῶν δασῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐπιστρατεύσεως». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§170Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶνε ἀληθές, Κύριε πρόεδρε, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι σοφὸν πράγματι ἐν τῇ ἐμπνεύσει του, διότι δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι εἶναι ἀπότοκον τῆς πείρας ὄχι μακροῦ παρελθόντος, διότι κατὰ τοὺς δύο πολέμους ἐπειδὴ τὰ ὄργανα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας εἶχον ἐπιστρατευθῆ, δυστυχῶς δὲ ἐπῆλθον εἰς τὰ δάση ζημίαι ἀνυπολόγιστοι, ὥστε πράγματι δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι μὲ ὅλην τὴν καλὴν ἔμπνευσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ Νομοσχέδιον, θὰ ἔχῃ ἀποτελέσματα ὑπὲρ τῆς Πολιτείας καὶ θὰ προληφθῶσι μεγάλαι ζημίαι εἰς τὰ δάση. Βεβαίως εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἀπολύτως σύμφωνος, οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω ἀλλὰ ὑποβάλλω σχετικὴν μόνον τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Τὴν ὑποβάλω, κύριε Πρόεδρε, τὴν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅπως, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τὴν ἴδῃ εἶμαι πεπεισμένος ἀδιστάκτως ὅτι θέλει τὴν ἀποδεχθῆ. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπαφίεται εἰς τὸ καθῆκον καὶ εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν ἑλλήνων πολιτῶν, ἀλλ’ ὁσηνδήποτε φιλοπατρίαν καὶ ἐὰν ἔχωσι οἱ ἕλληνες πολῖται, ἐφόσον μάλιστα διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθιεροῦται τὸ περὶ μὴ πληρωμῆς, ὁσηνδήποτε φιλοπατρίαν καὶ ἄν ἔχωσι, δὲν δύναται δὲ νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν ἔχουσι συναίσθημα φιλοπατρίας, θὰ ἦτο σκόπιμον προκειμένου νὰ διατελῶσιν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ κοινοτικοῦ προέδρου ἢ ἀναπληρωτοῦ, σκόπιμον εἶναι ἡ ὑπηρεσία νὰ παραχωρήσῃ δέκα εἰδικοὺς δασολόγους, οἱ ὁποῖοι διατελοῦν ὑπὸ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν τῶν πολιτῶν. Σκόπιμον ἤθελεν εἶσθαι ἀφοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφόσον δύναται νὰ ἀποσπασθῇ δύναμις, νὰ ἀποσπασθῶσι 10 εἰδικοὶ δασολόγοι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀσκήσωσιν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν δασικῶν ὀργάνων. Εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ μακρὰ πεῖρα καὶ ὁ ζῆλος καὶ ἡ φιλοπατρία θὰ δώσωσι τὴν συναίσθησιν εἰς τοὺς δέκα αὐτοὺς εἰδικοὺς ὑπαλλήλους, προκειμένου περὶ ὑπηρεσίας τόσης μεγάλης σπουδαιότητος. Ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν καὶ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ διανεμηθῇ, πιστεύω δὲ ὅτι θὰ τὴν υἱοθετήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§171Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ λῆψις τοιούτου μέτρου καὶ διὰ τὰς Νέας Χώρας καθίσταται περιττὴ ὡς ἐκ τῆς φύσεως καὶ ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῶν τῶν πραγμάτων, διότι εἰς τὰς Νέας Χώρας δασοφύλακες δὲν ὑπάρχουσιν, ὥστε νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἐπίστρατοι ἐξ αὐτῶν. Εἰς τὰς Νέας Χώρας ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν εἶνε γενικῶς ἀνατεθειμένη εἰς τὴν χωροφυλακήν. Καὶ ἂν δὲ ὑπάρχωσί τινες οἱ ἐπιστρατευθέντες, αὐτοὶ θὰ εἶνε ἐκ τῶν προϊσταμένων ἀρχιφυλάκων, τῶν ὁποίων ἡ διὰ μὴ ἐπιστράτων ἀναπλήρωσις εἶνε ἀδύνατος. Ἐκτὸς δὲ τούτου καὶ ἂν ὑπῆρχον λόγοι τοιούτου μέτρου διὰ τὰς Νέας Χώρας δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς αὐτὰς τὸ παρὸν νομοσχέδιον καὶ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν προβλεπομένων ἐν αὐτῷ ὀργανισμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδημιουργοῦντο μόνον μετὰ τὴν ὀργάνωσιν τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, οὔτε δήμους οὔτε κοινότητας ἔχομεν ὡς λειτουργοῦν ἐν Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἔχομεν μάλιστα καὶ τὰς ἀλλοδόξους κοινότητας, αἱ ὁποῖαι φυσικὰ δὲν δύνανται νὰ διορίζωσιν ἀγροφύλακας. Θὰ ἤθελον νὰ προστεθῇ μία μεταβατικὴ διάταξις εἰς τὴν ἀρχὴν ἢ εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου λέγουσα ὅτι «ὁ παρὼν νόμος εἰς τὰς Νέας Χώρας θὰ ἐφαρμοσθῇ μετὰ τὴν ἐν αὐταῖς ἐφαρμογὴν τοῦ ἑτέρου νόμου τοῦ καθορίζοντος τὴν ὀργάνωσιν τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς Νέας Χώρας»...
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2). Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται).
§173Δ. ΛΟΝΤΟΣ. Εἰς συμπλήρωσιν τῶν λεχθέντων εἰς τὸ ἄρθρον 1 ἐπειδὴ προβλέπεται περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων, οἱ ὁποῖοι θὰ προτείνουν τὰ πρόσωπα ταῦτα, ἐπειδὴ δὲ δῆμοι καὶ κοινότητες δὲν ὑπάρχουσιν ἐκεῖ, νὰ τεθῇ ὅτι οἱ πάρεδροι θὰ προτείνουν τὰ κατάλληλα πρόσωπα διὰ τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν.
§174Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Εἰς τὰς Νέας Χώρας μὴ γενομένων δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἐκλογῶν, ἐξακολουθεῖ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ ὑπὸ τῆς δημογεροντίας. Ἵνα λοιπὸν γίνεται δυνατὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νέων νόμων πρέπει νὰ προστίθεται εἰς τὰ ψηφιζόμενα ἄρθρα τὸ «ἢ διὰ δημογερόντων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις».
§175Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ μετὰ τὸ «κατὰ πρόσκλησιν» τὸ «μετὰ κλήρωσιν» διότι εἶναι δυνατὸν νὰ προτείνωνται πρόσωπα μὴ συμπαθῶς διατεθειμένα εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 4–8 ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ θαλασσίας ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§177Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Εἶχον προτείνει τὴν τροπολογίαν «ἐπὶ πολεμικῶν πλοίων ἐν ἐνεργείᾳ».
§178Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μάλιστα.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (Ἀναγινώσκεται).
§180Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ἐνταῦθα εἶχον τροπολογίαν «ἐξαιρουμένων τῶν παρ’ αὐτῷ ὑπηρεσιῶν τοῦ Ναυτικοῦ Νοσοκομείου καὶ τῆς Φαρμακαποθήκης».
§181Π. ΓΚΙΝΗΣ. Καὶ ἐγὼ τὸ εἶχον προτείνει.
§182Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐδέχθην τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπουρνιᾶ, ἡ ὁποία ζητεῖ τὸ αὐτό.
§183Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Νὰ μὴ μεταβληθῶσιν ὅμως αἱ ἰσχύουσαι διατάξεις ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀπόρους ἀξιωματικούς.
§184Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ἐδήλωσα ὅτι δὲν μεταβάλλονται.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (Ἀναγινώσκεται).
§186Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅπως κανονισθῇ μικρὸν ἀδίκημα. Κατὰ τὸν πίνακα τὸν ἐμφαίνοντα τὰ ἔξοδα τραπέζης τῶν ἐν θαλασσίᾳ ὑπηρεσίᾳ ἀξιωματικῶν, οἱ μοίραρχοι καὶ οἱ μετ’ αὐτοὺς, λαμβάνουσι τὸ ποσὸν τὸ ἐν τῷ πίνακι ἀναγραφόμενον ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ των. Νομίζω ὅτι οἱ Κυβερνῆται συμμοριῶν ἐλαφρῶν σκαφῶν, 4 κατ’ ἐλάχιστον ὅριον, συντρέχει νὰ λαμβάνωσι καὶ αὐτοὶ ἔξοδα τραπέζης διὰ νὰ μὴ ὑστεροῦσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσιν οἱ ὁμοιόβαθμοι, ὡς κυβερνῆται. Συνεπῶς φρονῶ ὅτι μία τροπολογία εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὑπὸ τὸ πνεῦμα αὐτό, θὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καὶ φρονῶ ὅτι καὶ οἱ ἐκ τοῦ ναυτικοῦ προερχόμενοι κ. Βουλευταὶ ἰδιαιτέρως θέλουσι συντρέξει νὰ ἀρθῇ τὸ ἄδικον τοῦτο.
§187Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Δὲν δέχομαι τὴν τροπολογίαν.
§188Π. ΓΚΙΝΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν καὶ ἐγὼ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοὺς ἀποτελοῦντας ἴδιον συσσίτιον. Ἀφοῦ βελτιοῦται ἡ θέσις ὅλων, διατί οἱ κελευσταὶ οἱ ἀποτελοῦντες ἴδιον συσσίτιον νὰ ὑστεροῦν;
§189Π. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Ὄχι, ἐπιφέρει αὔξησιν.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ 4ον ἄρθρον ἀντικαθίσταται κατὰ πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ διὰ τῶν ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου καταργοῦνται πάντα τὰ ἐπιμίσθια τὰ κανονισθέντα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ͵ΓϠΙʹ (3,910) νόμου τῆς 14ης Αὐγούστου 1911 «περὶ τῆς ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ ἐκπαιδεύσεως», ὑπὲρ τῶν εἰς θέσιν Διευθυντοῦ, Καθηγητοῦ, Διδασκάλου ἢ Γυμναστοῦ Ναυτικῆς Σχολῆς διοριζομένων Ἀξιωματικῶν ἢ ὑπαξιωματικῶν, ἐκτὸς τῶν χορηγουμένων εἰς τοὺς Καθηγητὰς καὶ Διδασκάλους τῆς Σχολῆς τῶν Ναυτικῶν Δοκίμων. Ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου μόνον διὰ νόμου δύνανται νὰ κανονίζωνται ἐπιμίσθια θέσεων ἐν τῷ Πολεμικῷ Ναυτικῷ. Καταργοῦνται τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 224 τῆς 5ης Ἀπριλίου 1914, τὰ ἄρθρα 1, 3 καὶ 4 τοῦ νόμου ͵ΔΟΘʹ (4,079) τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1912, ὡς καὶ πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα νόμον, οὗτινος ἡ ἰσχὺς ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως». — Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς διετυπώθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῆς § γʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 166, ὡς ἔχει τροποποιηθῆ οὗτος διὰ τοῦ νόμου 614 τῆς 18 Ἰανουαρίου 1915». Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§191Α. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τῆς αἰτιολογικῆς του ἐκθέσεως μοὶ παρέχει τρία τινὰ πράγματα ὡς ἀληθῆ. Πρῶτον ὅτι: (Ἀναγινώσκει). «...ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις συσταθεισῶν καὶ συσταθησομένων νέων θέσεων τυγχάνει ἱκανὸς οὐ μόνον νὰ περιλάβῃ τοὺς ἀφομοιωθησομένους προσωρινῶς οἰκονομικοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλὰ καὶ νὰ καταλείπῃ πλεῖστα κενὰ δυνάμενα νὰ καταληφθῶσι διὰ διορισμοῦ ἢ προαγωγῆς ὑπαλλήλων τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου». Δεύτερον, παραδέχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι οἱ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις διωρισμένοι ὑπάλληλοι διὰ τῆς μακρᾶς αὐτῶν ὑπηρεσίας ἔχουσιν ἀποκτήσει τὴν ἀπαιτουμένην ὑπηρεσιακὴν μόρφωσιν, ὥστε εὐδοκίμως νὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν καὶ τρίτον ὅτι ἡ παῦσις τῶν ὑπαλλήλων, τῶν οὑτωσὶ εὐδοκίμως ἐργαζομένων, θὰ ἦτο ἀδικωτάτη κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατόπιν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἀρύομαι ἐκ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως, νομίζω, ὅτι περιττεύει νὰ προσθέσω ἄλλα καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν εἴχομεν τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλωμεν καὶ διὰ τῆς ὁποίας πάντες οἱ ὑπάλληλοι, οἱ διωρισμένοι ἐν ταῖς Νέαις Χώραις παραμένουσιν ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον αἱ θέσεις διατηροῦνται, διότι ἄλλως θὰ ἔκαμε κακὴν ἐντύπωσιν ἡ ἀπόλυσις ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἡ ὑπηρεσία παρεδέχθη ὡς εὐδοκιμώτατα ἐργαζομένους.
§192ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ τοὺς κυρίους ὑποβαλόντας τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἄρτι καταβὰς, νὰ ἐπιστήσωσι τὴν προσοχὴν αὑτῶν εἰς τοῦτο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τὸ τρίτον ὅπερ περὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ἐμφανίζεται εἰς τὴν Βουλήν. Διὰ τοῦ πρώτου νομοσχεδίου, ὅπερ ἀπετέλεσε τὸν νόμον 196, ὁ ἀριθμὸς τῶν δυνάμει τῶν δύο προηγουμένων παραγράφων διωρισμένων δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ τέταρτον τῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἐκτὸς τῆς Κρήτης. Τοῦτο μετερρυθμίσθη ἔπειτα ὑπὸ τοῦ νόμου 614 τοῦ 1915 εἰπόντος ὅτι ὁ ἀριθμὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ⅕. Ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἐνόμισε κατὰ συνυπολογισμὸν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν θέσεων, τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἔξω ὑπηρεσίας ὑπαλλήλων, τῶν ἐχόντων προσόντα πρὸς κατάληψιν τῶν θέσεων τῶν κενουμένων καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῶν νέων ἐπαρχιῶν τῶν ἀξίων νὰ διατηρηθῶσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ ἀπὸ τοῦ ¼ εἰς τὸ ἥμισυ, καὶ οὕτως ηὔρυνε τὸν κύκλον, ἐξ οὗ θέλουσι παραληφθῆ ὑπάλληλοι τῶν Νέων Χωρῶν, ὁσάκις κενωθῶσι θέσεις ἢ ἐὰν ὑπάρχουσι θέσεις. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν ἡ ὑπηρεσία περιωρίσθη εἰς τὸ ἥμισυ. Ὁμολογῶ, ὅτι καίτοι μὴ δυνάμενος νὰ ἀποδεχθῶ τὴν τροπολογίαν, ἣν ὑπέβαλον οἱ κύριοι βουλευταί, κινούμενοι ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι δὲν βλάπτει εἰς τίποτε, ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐχόντων τοιαῦτα προσόντα ὑπηρεσίας ἀναγνωρισθῇ μεγαλύτερος καὶ ὅτι δὲν εἶναι καὶ δίκαιον ἀνθρώπους ἤδη εἰσελθόντας καὶ ὑπηρετήσαντας ν’ ἀποκλείσῃ τις, διότι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων μεταβατικῶς ὑπηρετησάντων, ἐν ᾧ εἶχον ὁπωσδήποτε προσόντα ἐκλεγέντες ἢ ὑπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἢ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ καταλύσω τὴν διάκρισιν, τὴν πέραν τοῦ ἡμίσεως καὶ συμφώνως πρὸς τὴν τοιαύτην σκέψιν ἐκδηλῶ τὴν γνώμην μου διὰ τῆς διαγραφῆς ἐκ τῶν τελευταίων λέξεων τοῦ ἄρθρου μόνου τὸ «ἀντικαθίσταται ὡς ἑξῆς»· Ἤτοι τὸ ἄρθρον διατυποῦται ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Ἡ παράγραφος γʹ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νόμου 166 τῆς 11 Μαρτίου 1914 «περὶ ἐγκαταστάσεως Οἰκονομικῶν Ἀρχῶν εἰς τὰς προσαρτηθείσας χώρας καὶ συγκροτήσεως τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν», ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ νόμου 614 τῆς 18 Ἰανουαρίου 1915, καταργεῖται» καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει πλέον περιορισμός.
§193Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τότε οὔτε ἥμισυ οὔτε τίποτε.
§194ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ἡ διάταξις, ἡ περιορίζουσα, καταργεῖται. Ὁ περιορισμὸς τῆς παραγράφου γʹ τοῦ νόμου καταργεῖται.
§195Α. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Διὰ τῆς καταργήσεως τῆς παραγράφου παύονται οἱ ὑπάλληλοι;
§196Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι. Ἀφοῦ λέγομεν ὁ περιορισμὸς καταργεῖται.
§197Ι. ΜΠΟΥΡΝΙΑΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι μᾶλλον εὐκρινεστέρα.
§198Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Ὄχι, ἡ τροπολογία λέγει «μονιμοποιοῦνται, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μονιμοποιῶνται οἱ ἔξω τῆς ὑπηρεσίας.
§199Α. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσι θέσεις κεναί;
§200Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον θέλετε, τὸ ἀποκτᾶτε· μὴ ζητεῖτε περισσότερα. Ἡ περιοριστικὴ διάταξις τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ Νόμου 166 ὡς οὗτος ἐτροπολογήθη κ.λ.π. καταργεῖται. Τὸ «μονιμοποιοῦνται» ἔρχεται ἔπειτα ἀφ’ ἑαυτοῦ.
§201Χ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἢ νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν κ. Ὑπουργόν.
§202Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Εἶχον λάβῃ τὸν λόγον κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τοῦ πρώτου νόμου καὶ τοῦ δευτέρου. Θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ μὲ ἀκούσετε, διότι πολλοὶ τῶν κ. συναδέλφων δὲν ἀντελήφθησαν ἀκόμη τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ταύτην τὴν στιγμὴν ὑπεβάλατε. Κατὰ τὸν πρῶτον νόμον οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι τῶν Νέων Χωρῶν κατελάμβανον τὸ ¼ τῶν κενῶν θέσεων. Ἐὰν ὑπῆρχον ἑκατὸν θέσεις κεναὶ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας θὰ καταλάβωσι τὰς 25, διότι τὰς 75 θὰ τὰς καταλάβωσι οἱ τακτικοί. Κατὰ τὸν δεύτερον νόμον τὸ ἔκαμαν ⅕, τὸ δὲ ἤδη συζητούμενον νομοσχέδιον ἔχει τὸ ἥμισυ, δηλαδὴ τὰς 50 θέσεις. Τώρα καταργεῖ καὶ τὸ 50.
§203Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Μάλιστα.
§204Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὥστε δύνανται οἱ ἔκτακτοι ὑπάλληλοι ἀπεριορίστως νὰ καταλάβωσι τὰς κενὰς θέσεις πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκω κατὰ πάντα εὔρυθμον, νὰ κρίνωνται δὲ αὐτοὶ πάντοτε ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν οἱ ἀνίκανοι καὶ ὅσοι μείνωσιν αὐτοὶ νὰ καταλάβωσι τὰς θέσεις· τότε ὑπάρχει πλήρης ἡ ἀσφάλεια καὶ ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις.
§205ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Καὶ πλήρης ἡ δικαιοσύνη.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαγορεύσεως δικαιοπραξιῶν τινων ἐπὶ ἀκινήτων κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς καταστάσεως πολιορκίας».
§207Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Παρατηρήσεις τινὰς μόνον θέλω νὰ φέρω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τῶν διατάξεων αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκω κατὰ πάντα εὔστοχον. Τὸ πρῶτον ἄρθρον ὁρίζει ὅτι ἀπὸ τῆς κηρύξεως τῆς καταστάσεως πολιορκίας καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν αὐτῆς ἀπαγορεύεται ἄνευ ἐγγράφου ἀδείας τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς πᾶσα μίσθωσις, ἐκποίησις κλπ. Ἡ κατάστασις τῆς πολιορκίας εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι εὐρυτέρα καὶ στενοτέρα. Ἄλλοτε εἰσήχθη ἐν Ἀθήναις καὶ Πειραιεῖ μόνον διὰ τὰς παραβάσεις τοῦ Τύπου. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ εἰς μόνην τὴν τοιαύτην εἰσαγωγὴν ἐν μέρει τῆς καταστάσεως πολιορκίας εἰς μέρος τι τῆς ἐπικρατείας θὰ παρέπεται ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη. Τοῦτο θὰ ἦτο πολὺ αὐστηρόν. Ἀκόμη καὶ ἐκεῖ ἔνθα κηρύσσεται κατάστασις πολιορκίας γενικωτέρα, ὡς ἐν Μακεδονίᾳ θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον νὰ ἀναθέσωμεν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀρχὴν νὰ χορηγῇ τοιαύτας ἀδείας καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς ἐν καταστάσει πολιορκίας χώρας. Θὰ μοῦ εἴπητε ὅτι ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν δύναται νὰ αἴρηται ἡ ἀπαγόρευσις μετὰ τὴν εἰσαγωγήν, ἀλλὰ τὶ θὰ γίνῃ εἰς τὸ διάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ μεσολαβήσῃ μεταξὺ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῆς ἄρσεως; Πάντως τακτικώτερον θὰ ἦτο ἀντὶ νὰ αἴρηται διὰ Διατάγματος νὰ εἰσάγεται διὰ Διατάγματος, τὸ ὁποῖον νὰ κανονίζῃ καὶ τὴν περιφέρειαν, εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ἐφαρμοσθῇ. — Ἐπίσης θὰ ἦτο ὀρθὸν εἰς τὸ ἄρθρον 3 νὰ διασαφηνισθῇ ποῖον τὸ δικαστήριον τὸ ἐπιβάλλον τὰς ποινὰς ἐὰν θὰ εἶναι τὸ κοινὸν ποινικὸν δικαστήριον ἢ τὸ στρατιωτικόν. Τέλος ἔχω ἑτέραν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4. Ἀντὶ «διὰ Β. Διατάγματος ἐκδιδομένου μετ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου» ἴσως σκοπιμώτερον θὰ ἦτο νὰ ὡρίζετο διὰ Β. Δ. ἐκδιδομένου ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου», διότι εἶναι ἀσαφὲς καὶ ποῖος ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, ὁ ὁποῖος θὰ εἰσηγηθῇ τὸ Διάταγμα. Μόνον πρὸς καλυτέραν καὶ εὐστοχωτέραν διατύπωσιν τῆς διατάξεως ὑποβάλλω τὰς παρατηρήσεις αὐτάς.
§208Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον διὰ νὰ μελετηθῶσιν αἱ τροπολογίαι.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§210ΑΛ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπίσης παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ καὶ τὸ ἑπόμενον.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβολαίων συναφθέντων μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ εἰδικῶν ἀλλοδαπῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) —Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ γυναικῶν νοσοκόμων ἐν τὸ Β. Ναυτικῷ». (Ἀναγινώσκεται καὶ ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Παπαβασιλείου ἔχουσα οὕτω: (Ἀναγινώσκει). «Ἐκ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις: δʹ) Εἰς τὴν τῶν νοσοκόμων γʹ. τάξεως. εʹ). Εἰς τὴν τῶν δοκίμων νοσοκόμων». — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2). Ἄρθρον 3 (Ἀναγινώσκεται). — Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πετρακάκου ἔχουσα οὕτω: (Ἀναγινώσκει). «Ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 § 6 μετὰ τὸ: «νὰ ὦσιν ἄγαμοι ἢ χῆραι» νὰ προστεθῇ ἀντὶ τῆς φράσεως: «ἄνευ τέκνων» ἡ φράσις: «ἄνευ ἢ μεθ’ ἑνὸς τέκνου». — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (Ἀναγινώσκεται). — Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Παπαβασιλείου ἔχουσα οὕτω: (Ἀναγινώσκει). «Νὰ ἀντικατασταθῇ ἡ § αʹ ὡς ἑξῆς: «Αἱ ἐπιτυχοῦσαι εἰς τὸν διαγωνισμὸν προσλαμβάνονται ὡς νοσοκόμοι βʹ τάξεως» ἡ δὲ § βʹ. νὰ ἀντικατασταθῇ ὡς ἑξῆς: «Ὁ προβιβασμὸς νοσοκόμων βʹ. τάξεως εἰς τὴν τῆς αʹ. γίνεται κατ’ ἐκλογὴν μεταξὺ τῶν ἐχουσῶν κλπ.» — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4). Ἄρθρον 5 (Ἀναγινώσκεται). —Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 6 (Ἀναγινώσκεται) Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Παπαβασιλείου ἔχουσα οὕτω: (Ἀναγινώσκει). «Ἐκ τοῦ ἄρθρου 6 νὰ διαγραφῶσιν αἱ λέξεις: «Νοσοκόμων γʹ. τάξεως δρχ. 60» καὶ «Δοκίμων Νοσοκόμων δραχμὰς 50.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 6). (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 7–11 ὡς καὶ τὸ σύνολον αὐτοῦ) — Βʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐξαγορᾶς τῆς ἐν Τάντᾳ τῆς Αἰγύπτου οἰκίας τῆς προερχομένης ἐκ τοῦ κληροδοτήματος Π. Βασάνη». Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§212ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τούτου ἔχω νὰ ὑποβάλω ἐνταῦθα προσθήκην διὰ τὴν ἀκριβεστέραν ἔκφρασιν τῆς ἰδέας. Νὰ προστεθῇ: «πρὸς συμψηφισμὸν τῆς ὀφειλομένης αὐτῷ ἀναλογίας ἐνοικίων καὶ κατάθεσιν τοῦ ἀναλόγου ἀντιτίμου».
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη, ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκδικάσεως ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου τῶν ὑπολόγων τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ παροχῆς δανείου δραχ. 1,650,000».
§214Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἠδυνήθη νὰ συζητήσῃ ἀκόμη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐζήτησε ὑπεβλήθησαν μόλις σήμερον τὸ ἑσπέρας.
§215ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶχα δώσῃ εἰς τὸν κ. Ρέπουλην λογαριασμὸν τῶν ἀλεύρων πρὸ πολλῶν ἡμερῶν. Κατόπιν ὑπεβλήθη ἡ ὑμετέρα αἴτησις καὶ αἱ δεύτεραι πληροφορίαι ἐδόθησαν· δὲν ἔχω ὅμως καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀναβάλω.
§216Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Θὰ παρακαλέσω πολὺ καὶ θὰ παρακαλέσω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῶσι καί τινες συμπληρωματικαὶ πληροφορίαι.
§217ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ κ. βουλευτὴς ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εὗρον ἤδη κατηρτισμένον κατὰ τὴν εἴσοδόν μου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ εὗρον τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοσοῦτον ἀόριστον, ὥστε ἐνόμισα ὅτι δὲν μοῦ ἐπετρέπετο νὰ ὑποβάλω τὸ νομοσχέδιον μετὰ τοιαύτης ἀορίστου ἐκθέσεως. Ἐξήτασα λοιπὸν τὰ τῶν λογαριασμῶν καὶ ὑπέβαλον ἠτιολογημένως πάντα ἐκεῖνα, ἅτινα ἠδύναντο νὰ φωτίσωσι τὴν Βουλήν, ἐκ τούτου δὲ προήρχετο ἡ αἴτησις τοῦ ἀξιοτίμου προκατόχου μου, ὅπως δοθῶσι πληροφορίαι καὶ ἡ κατάθεσις τοῦ λογαριασμοῦ τῶν ἀλεύρων καὶ ἔπειτα αἱ ὑφ’ ὑμῶν ζητηθεῖσαι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἐπίσης κατέθηκα, διότι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ φῶς πλῆρες ἐν τῇ προκειμένῃ ὑποθέσει.
§218Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ γνωρίζω ἂν ἐπληρώθη διὰ τὰ ἄλευρα αὐτὰ τελωνειακὸς δασμὸς ἢ δὲν ἐπληρώθη.
§219ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Τοῦτο τὸ γνωρίζει ὁ προκάτοχός μου καὶ ἡ ὑπηρεσία. Διατυπώσατε μίαν ἐρώτησιν.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀναβάλλεται.
§221Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ παρεκάλουν καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ προσκαλῇ καὶ τοὺς συναδέλφους του, ὅταν συνεδριάζῃ ἡ Ἐπιτροπὴ αὕτη, διότι ἐμὲ τοὐλάχιστον ἕως τώρα δὲν μὲ προσεκάλεσεν.
§222Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἀνέφερε καὶ ἄλλοτε αὐτὴν τὴν κατηγορίαν κατὰ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ ἀπεστάλησαν 4 ἐν ὅλῳ νομοσχέδια, τὸ τῶν δωδεκατημορίων, δύο περὶ πιστώσεων καὶ τὸ παρόν. Διὰ τὰ νομοσχέδια τῶν δωδεκατημορίων καὶ τῶν πιστώσεων, ὅπως συνήθως γίνεται, ἐπειδὴ εἶναι τυπικὰ καὶ ὅπως μὴ συγκαλεῖται ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξα ἀνὰ μίαν ἔκθεσιν καὶ παρεκάλεσα τοὺς κυρίους Βουλευτὰς τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ ὑπογράψωσι κατὰ πρῶτον τὴν ἔκθεσιν ταύτην, ἀφοῦ δὲ τὴν ὑπέγραψαν, τὴν ἔστειλαν καὶ εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Συμπολιτεύσεως νὰ τὴν ὑπογράψωσι. Τὸ περίεργον δὲ εἶναι τοῦτο, ὅτι διὰ νομοσχέδια ὑποβληθέντα ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐξεφράσθησαν ἀντιρρήσεις καὶ ἠρνήθησαν νὰ ὑπογράψωσι τὰς ἐκθέσεις βουλευταὶ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως. Ὡς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἐπειδὴ τοῦτο χρήζει συζητήσεως, ἐζήτησα πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐνόμισα ἀναγκαίας ὡς Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀναγκαίας ὅπως δυνηθῇ αὕτη νὰ συζητήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ, ἀφ’ οὗ δὲ μοὶ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι αὗται θὰ συγκαλέσω τὴν ἐπιτροπὴν ἵνα ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§223Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι διὰ τὰ τρία ἄλλα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, ὁ κ. Πρόεδρος συνέταξε μίαν ἔκθεσιν μόνος του, τὴν ἔδωκεν εἰς ἕνα κλητῆρα, ὁ ὁποῖος ἐγύριζεν εἰς τοὺς διαδρόμους διὰ νὰ μαζεύσῃ ὑπογραφὰς τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ νὰ μὴ γυρίζῃ φυσικὰ ὁ ἴδιος!
§225Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἦλθεν καὶ εἰς ἐμὲ ὁ κλητὴρ νὰ ὑπογράψω καὶ ἠρνήθην εἰπὼν ὅτι εἰς τοὺς διαδρόμους δὲν βάζω ὑπογραφάς. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸ τὸ σύστημα νὰ παύσῃ ὑπάρχον, ἐφ’ ὅσον χρειάζεται νὰ ὑπάρχῃ μία ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἄλλως νὰ καταργηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη καὶ νὰ ὑπάρχῃ εἷς Πρόεδρος, ὁ ὁποῖος νὰ συντάσσῃ τὰς ἐκθέσεις καὶ νὰ τὰς στέλλῃ μὲ τοὺς κλητῆρας πρὸς ὑπογραφήν.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 395 τῆς 14ης Νοεμβρίου 1914 «περὶ παύσεως πληρωμῆς ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς εἰς τὰς ὑπηρεσίας τῶν Νέων Χωρῶν ἀπεσπασμένους δημοσίους πολιτικοὺς ὑπαλλήλους ἐν γένει». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) — Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τον νομοσχεδίου «περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τοὺς μῆνας Ὀκτώβριον, Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τῆς χρήσεως 1915». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1914 ἐκ δρ. 41,798». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον) — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως 1914 ἐκ δρ. 1.056.744 90». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον)
§227Σ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ ἑπόμενον παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ ἀποζημιώσεως ἰδιοκτητῶν ἐπιταχθέντων ἐν Πειραιεῖ κατ’ Αὔγουστον τοῦ 1914 ἐπὶ Ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων φορτίων ἀνηκόντων εἰς ἀλλοδαπούς». Ἄρθρον μόνον (Ἀναγινώσκεται).
§229Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προβλέπει περὶ πληρωμῆς ἀποζημιώσεως διὰ μερικὰς ἐπιτάξεις, αἱ ὁποῖαι διενεργήθησαν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ἀλλ’ εἶναι τόσον σύντομον καὶ τὸ νομοσχέδιον καὶ τόσον σύντομος καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τοῦ ὑπὸ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς τιθεμένου, ὥστε ἂν κανεὶς ἐπεισοδιακῶς δὲν ἔτυχε νὰ ἀκούσῃ τίποτε περὶ τῶν ἀποζημιώσεων αὐτῶν, δὲν θὰ ἦτο βέβαια εἰς θέσιν νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ποσὸν τὸ μέγα, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν ποινικὴν περίπτωσιν, ἡ ὁποία συνεξέρχεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διενήργησαν τὰς ἐπιτάξεις αὐτάς. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν γνωρίζῃ τὸ ζήτημα καὶ ἔτυχε νὰ τὸ μελετήσῃ ἐπισταμένως λαβὼν πληροφορίας παρὰ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσιακῆς ἀρχῆς, νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν, νὰ ὑποβάλῃ δὲ εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα δεικνύοντα λεπτομερῶς ποῖα ἦσαν τὰ ἐπιταχθέντα πλοῖα, τί ποσὰ σίτου καὶ ἄλλων ἐμπορευμάτων περιείχοντο εἰς τὰ πλοῖα αὐτά, ποῖοι ἦσαν οἱ φορτωταὶ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ξένοι ὑπήκοοι καὶ εἰς ποῖα κράτη ἀνήκουν, ποῖος ἦτο ὁ λιμὴν τοῦ προορισμοῦ των, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ζητεῖται νὰ καθορισθῇ ἡ ἀποζημίωσις, καὶ εἰς πόσα ἑκατομμύρια,—μάλιστα, Κύριοι, ἑκατομμύρια— ἀνέρχεται ἡ ζημία αὕτη, τὴν ὁποίαν πληρώνει τὸ Δημόσιον· συγχρόνως δὲ θὰ παρεκάλουν καὶ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν νὰ καθορίσῃ ἐὰν ὑπάρχῃ ἢ δὲν ὑπάρχῃ ποινικὴ εὐθύνη, ὡς ἐπίσης καὶ εὐθύνη πρὸς ἀποζημίωσιν εἰς βάρος τῶν ἐνεργούντων αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰς ἐπιτάξεις, διότι δὲν νομίζω ὅτι δικαιοῦται πᾶς παρελθὼν ἢ παρὼν καὶ μέλλων ὑπουργὸς νὰ διαπράττῃ τοιαύτας ἐπιτάξεις, χωρὶς νὰ ὑπέχῃ καὶ ποινικὴν εὐθύνην, ἀλλὰ καὶ εὐθύνην ἀτομικῆς ἀποζημιώσεως, καὶ διὰ νὰ καθορισθῇ αὐτὴ ἡ ἀτομικὴ εὐθύνη παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§230ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ ἀναβάλω τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, παρακαλῶ δὲ νὰ μοὶ δώσητε σημείωμα τῶν πληροφορῶν, τὰς ὁποίας ζητεῖτε νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλήν.
§231ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγκροτήσεως τοῦ ἐν Κρήτῃ συμβουλίου εἰς ἐκτέλεσιν ἔργων κοινῆς ὠφελείας».
§232Μ. ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου μέχρις ὅτου ἡ Κυβέρνησις τυπώσῃ καὶ διανείμῃ τὸ Διάταγμα, τὸ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφερόμενον, διότι ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν νὰ ζητήσωμεν νὰ ἀποσυρθῇ τοῦτο, διότι εἶναι ἄδικον, διὰ νὰ πεισθῇ δὲ ἡ Βουλὴ περὶ τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ ἴδῃ τὸ Διάταγμα, τότε δὲ καὶ θὰ ἀναπτύξωμεν πῶς ἔχουσι καὶ τὰ πράγματα.
§233Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Καθιεροῦται, Κύριε Πρόεδρε, μία φορολογία, ἡ ὁποία δὲν βαρύνει ἀναλόγως ὅλους.
§234Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἀναγκαίως θὰ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐπῆλθεν εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος κατήργησε τὸ ὅλον αὐτὸ Συμβούλιον τῆς κοινῆς ὠφελείας, καὶ πρέπει νὰ διαρρυθμισθῇ ἐκ νέου.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται.
§236Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ ὑποβληθῇ ἐκ νέου.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πλεονεξίας καὶ αἰσχροκερδείας ἐπὶ τῶν τιμῶν τροφίμων καὶ ἄλλων ἀντικειμένων ἐν καιρῷ ἐπιστρατεύσεως».
§238Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Θὰ παρεκάλουν, ἐὰν εἶναι δυνατὸν μετὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπως παραπεμφῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐντὸς συντομωτάτης προθεσμίας νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§239Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μάλιστα, ἀρκεῖ νὰ ὁρισθῇ μία προθεσμία συντομωτάτη.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁρίσω ἐπιτροπὴν μὲ προθεσμίαν μέχρι τῆς Παρασκευῆς. — Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§241Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ ἐκλέξῃ τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἡ Ἐπιτροπὴ καταρτίζεται ἐκ τῶν κ. κ. Π. Βουρλούμη, Κ. Γόντικα, Δ. Χατζηγιάννη, Α. Παπαναστασίου, Γ. Στρατούλη, Ν. Βελέντζα καὶ Π. Τσαλδάρη. — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 30 Ἀπριλίου 1915 Β. Διατάγματος «περὶ παρατάσεως τῆς προθεσμίας πρὸς προσαγωγὴν τῶν τίτλων ἀποδεικτικῶν κυριότητος κλπ. ἐπὶ ἀκινήτων κτημάτων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ παρατάσεως ἐκ νέου τῆς αὐτῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 268 τῆς 10 Μαΐου 1914 τασσομένης προθεσμίας».
§243Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου θέλω νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ στηριχθῇ καὶ ἡ τροπολογία, ἣν προτίθεμαι νὰ διατυπώσω εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Διὰ τοῦ νόμου 262, συμπληροῦντος τὴν ὀργάνωσιν τῶν Νέων Χωρῶν, ὡρίσθησαν τὰ ἑξῆς ἐν ἄρθρῳ 9. (Ἀναγινώσκει). «Χαρακτηρίζονται ὡς ἐγκαταλελειμμένα καὶ περιέρχονται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Ἑλλ. Δημοσίου ὡς ἀδέσποτα ἀκίνητα κτήματα ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, ἅτινα οἱ ἰδιοκτῆται ἢ οἱ νόμιμοι διακάτοχοι ἐγκατέλιπον ἀπελθόντες εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, ἐφόσον ὁ τὴν ἰδιοκτησίαν ἢ ἄλλο ἐμπράγματον δικαίωμα ἀξιῶν δὲν ἤθελε προσαγάγει ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου τοὺς τίτλους, ἐφ’ ὧν βασίζει τὸ δικαίωμά του, εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἐπίτροπον τῆς τοποθεσίας τοῦ κτήματος». Ἐπεβλήθη τοὐτέστιν ἡ ὑποχρέωσις εἰς πάντας τοὺς ἐγκαταλιπόντας τὰς ἰδιοκτησίας των, ἐὰν ἐπεθύμουν νὰ διατηρήσωσι ταύτας, νὰ προσκομίσωσι τοὺς τίτλους τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν ἐντὸς ἔτους, ἄλλως τεκμαίρεται ὅτι ἔχουσιν ἐγκαταλείψῃ τὰ κτήματα ταῦτα καὶ συνεπῶς, ὡς ἀδέσποτα περιέρχονται εἰς τὸ δημόσιον. Ἡ διάταξις αὕτη, ὡς πᾶς τις βλέπει, εἶναι διάταξις εὔλογος, δὲν ἔχει οὐδὲν τὸ κοινὸν πρὸς τὰ γενόμενα ἐν γειτονικαῖς χώραις, ἔνθα, ὡς εἰς τὴν Βουλγαρίαν π. χ., ἐτάχθη συντομωτάτη προθεσμία ὅπως ἐπανέλθωσιν αὐτοὶ οὗτοι οἱ ἀπελθόντες κάτοικοι, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐμπράκτως ἠμποδίζετο εἰς αὐτοὺς ἡ ἐπάνοδος, τούτων δὲ μὴ ἐπανελθόντων, ἐδημεύθησαν αἱ περιουσίαι, οὔτε πρὸς τὰ γενόμενα ἐν Τουρκίᾳ, ὅπου ὁλόκληροι πληθυσμοὶ ἐξεδιώχθησαν καὶ κατελήφθησαν αὐθαιρέτως τὰ κτήματα αὐτῶν κινητὰ καὶ ἀκίνητα. Κύριος σκοπὸς τῆς ἡμετέρας διατάξεως ἦτο ἡ διευκρίνισις καὶ παγίωσις τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας διὰ νὰ μὴ ἐπαναληφθῇ καὶ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ὅ,τι ἐγένετο ἐν Θεσσαλίᾳ, ἵνα μὴ δηλ. τὰ κτήματα ταῦτα ἀφιέμενα ἔκθετα ἐπὶ μακρὸν καθίστανται ἕρμαιον παντὸς τρίτου, ὅστις καταλαμβάνων ταῦτα ἤθελε δημιουργῇ πλαστοὺς τίτλους εἰς βάρος τοῦ τέως κυρίου καὶ εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, ἐφόσον ἐν ἐλλείψει ἐκείνου νομίμως ἤθελον περιέλθῃ εἰς αὐτό, ὡς ἀδέσποτα. Ἕνεκα τούτου ἐκρίθη ἐπιβεβλημμένον καὶ διὰ τὸ συμφέρον τῶν ἀληθῶν ἰδιοκτητῶν ἐπὶ τοιούτων ἐγκαταλελειμμένων κτημάτων νὰ ὑποχρεωθῶσι οἱ ἀξιοῦντες ἑαυτοὺς ἰδιοκτήτας ὅπως ὑποβάλωσι ἐντὸς εὐλόγου προθεσμίας εἴτε αὐτοπροσώπως εἴτε καὶ διὰ πληρεξουσίου τοὺς τίτλους αὑτῶν. Μετὰ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ἐπηκολούθησεν κατόπιν ἡ συμφωνία, περὶ ἧς ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, ἡ στηριχθεῖσα ἐπὶ τοῦ γεγονότος καθ’ ὃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, λόγῳ ἀντιποίνων, κατέλαβε καὶ ἐγκατέστησε πρόσφυγας εἰς τὰ κτήματα τῶν ἀπελθόντων Ὀθωμανῶν ἐν Μακεδονίᾳ. Ἡ ἐνέργεια αὕτη δὲν ταὐτίζεται ἐν γένει πρὸς τὴν διάταξιν, ἣν ἐξετάζομεν ἤδη, πλὴν ἐφόσον πρόκειται περὶ κτημάτων, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγκαταλειφθῇ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 9 ὁπότε τὸ δημόσιον ἀπαλλάσσεται πάσης εὐθύνης ἀποζημιώσεως, ἐν ᾧ ἄλλως χωρεῖ ἐκτίμησις καὶ ἀποζημίωσις διὰ συμψηφισμοῦ μετὰ τῶν συμβληθέντων Κρατῶν. Ἡ διάταξις αὕτη, ὡς εἶπον, τοῦ νόμου 262 εἶνε διάταξις καὶ εὔλογος καὶ δικαία. Ἡ προθεσμία τῆς διατάξεως ταύτης παρετάθη ἐπὶ ἑξάμηνον διὰ Διατάγματος νομοθετικοῦ, τὸ ὁποῖον ἤδη τίθεται ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἐξεταστέον ὅθεν κατὰ πόσον τὸ διάταγμα τοῦτο ἦτο δεδικαιολογημένον. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ εὐνοίας πρὸς τοὺς μουσουλμανικοὺς πληθυσμούς, κατόπιν τῶν δηλώσεων, ἃς ἐποιήσατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἴσως δὲ ὑπάρχουν ἄλλα βαθύτερα αἴτια, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀναζητήσωμεν. Πρὸ παντὸς ἄρχομαι ἀπὸ τῶν αἰτιολογιῶν τοῦ ὑποβληθέντος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης νομοσχεδίου. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρώτην καὶ κυριωτάτην δικαιολογίαν φέρει ὅτι δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ ἐξέλεγξις τῶν τίτλων ἐντὸς τῆς ταχθείσης ἀρχικῶς προθεσμίας. Ἀλλ’ ἡ ἐξέλεγξις δὲν περιορίζεται ὑπὸ προθεσμίας τινός, κατὰ τὸν νόμον, ὅστις μόνον τὴν ὑποβολὴν τῶν τίτλων ἠξίωσεν ἐντὸς ἔτους, ἡ ἐξέλεγξις δὲ δύναται νὰ γείνῃ ὁποτεδήποτε, ἴσως μάλιστα θὰ γείνῃ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἐφόσον, καίτοι ἐγκαίρως οἱ ἰδιοκτῆται ἤθελον ὑποβάλῃ τοὺς τίτλους αὑτῶν, δὲν ἤθελον ἀναγνωρισθῇ διοικητικῶς. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν τίτλων, ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἐγκαίρου ὑποβολῆς αὐτῶν. Καὶ ἐρωτῶ ὑπάρχει λόγος τις ἵνα ἡ προθεσμία τοῦ ἔτους θεωρηθῇ ἀνεπαρκὴς καὶ τούτου ἕνεκα παραταθῇ; Εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν ἔχομεν ὁμοίαν διάταξιν, τὸ Διάταγμα τῆς 17 Νοεμβρίου 1836, ὅπερ ἀκριβῶς τὰ αὐτὰ ἐθέσπισε περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν, ὁρίζει δὲ τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὅτι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους οἱ ἰδιοκτῆται προσκαλοῦνται νὰ φέρουν τοὺς τίτλους των καὶ ἐφόσον δὲν τοὺς φέρουν τὰ δάση λογίζονται δημόσια. Ἑπομένως ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶνε δημευτική, εἶναι ἁπλῶς κανονιστικὴ καὶ στηρίζεται ἐπὶ τοῦ ἐπίσης νομίμου τρόπου ἀποβολῆς τῆς ἰδιοκτησίας δι’ ἐγκαταλείψεως, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει ἐκ τοῦ νόμου ὡρισμένη τις προθεσμία. Ἐὰν πρόκειται περὶ κινητῶν, εὐθὺς ὡς ἀπορρίψῃ τις ταῦτα, ἀποβάλλει τὴν ἰδιοκτησίαν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ παρέλθῃ ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς. Προκειμένου ἤδη περὶ ἀκινήτων τάσσεται ἐκ τοῦ τοῦ νόμου 262 προθεσμία ἐνιαύσιος συνδεομένη μὲ τὸ γεγονὸς τῆς ἐγκαταλείψεως. Ἐὰν ἡ προθεσμία ἦτο λίαν βραχεῖα θὰ ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ἔμμεσος δήμευσις, ἀλλ’ ἐφόσον δὲν τάσσεται διόλου σύντομος, ἀποτελεῖ ἁπλοῦν τεκμήριον ἐγκαταλείψεως. Ὅταν μετὰ ἓν ἔτος ἀπὸ τοῦ Μαΐου 1914 ἐπὶ ἓν δὲ καὶ ἥμισυ ἔτος ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς εἰρήνης οἱ κύριοι οὗτοι δὲν δίδωσι σημεῖα ζωῆς, δὲν ὑπέβαλον κἂν οὔτε μίαν αἴτησιν, νομίζω ὅτι εὐλόγως δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐγκαταλιπόντες ὁριστικῶς τὰ κτήματά των. Ἄλλως τε δὲν ἠξιώσαμεν νὰ ὑποβάλουν τοὺς τίτλους αὐτῶν αὐτοπροσώπως, ἠδύναντο νὰ πράξωσι τοῦτο καὶ διὰ νομίμων πληρεξουσίων. Ἐὰν ὡς λέγουσι τινὲς αὐτῶν δὲν εἶχον πλήρεις τοὺς τίτλους ἠδύναντο νὰ ὑποβάλωσι τοὐλάχιστον τὴν αἴτησιν καὶ τοὺς λόγους, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν κατέστη αὐτοῖς δυνατὴ ἡ ὑποβολὴ τῶν τίτλων καὶ ἡ ἁρμοδία ἀρχὴ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενικῶν τοῦ δικαίου κανόνων, ἐὰν ἀπεδείκνυτο πραγματικῶς ἀδυναμία, θὰ ἐδέχετο καὶ τοῦτο ἤρκει ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἐξεδήλουν τὴν πρόθεσιν περὶ ἀναλήψεως τῶν ἐγκαταλελειμμένων ἰδιοκτησιῶν αὐτῶν ἐγκαίρως. Ἐν τῷ Διατάγματι ὅμως παρατείνεται ἡ προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν νέων αἰτήσεων, καὶ καθὼς σᾶς εἶπον, ὑπάρχουν ἴσως λόγοι ἄλλοι σοβαρώτεροι λανθάνοντες, φαινόμενοι ὄχι πλέον διὰ τῶν γραμμῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὰς γραμμὰς τοῦ νομοσχεδίου. Φαίνεται ὅτι ὑπῆρξαν αἰτήσεις ξένων Κρατῶν, καὶ ὡρισμένως τῆς Τουρκίας καὶ Βουλγαρίας.
§244Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὄχι μόνον αὐτῶν, καὶ τῆς Ρουμανίας.
§245Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐγὼ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἀπήντησα δύο μόνον ἔγγραφα, ἕν, σταλὲν τελευταῖον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον παρέδωκα εἰς τὸν διάδοχόν μου ἐπιστήσας τὴν προσοχήν του ἐπί τινων σημείων, ὡς πρὸς τὰ ὁποῖα, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἔδει νὰ ζητηθῶσι πληρέστεραι ἐξηγήσεις καὶ ἕτερον ἔγγραφον προγενέστερον, πολὺ μᾶλλον ἐμπεριστατωμένον τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον διελάμβανεν ὅτι ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἠξίου τὴν παράτασιν ταύτην, διότι καὶ αὕτη εἶχε ὑπὸ ὁμοίας συνθήκας κτήματα τῶν ἐν Θράκῃ ὁμοεθνῶν ἡμῶν (πράγματι δὲ πολὺ διαφόρους ὡς προεξέθηκα) διὸ καὶ συνίστα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἐκδοθῇ μὲν τοιοῦτον Διάταγμα, ἀλλὰ μόνον ὑπὲρ τῆς Βουλγαρίας καὶ μόνον ἐπ’ ἀνταλλάγματι. Ἐννοεῖται ὅτι ὑπὲρ τῶν Βουλγάρων μόνον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προκληθῇ τὸ Διάταγμα, διότι ἡ διάταξις τοῦ νόμου εἶνε γενικὴ ἰσχύει καὶ δι’ Ἕλληνας, καὶ διὰ Μουσουλμάνους καὶ Βουλγάρους. Ἦτο ὅμως ὀρθὸν νὰ μὴ ἐκδοθῇ τὸ Διάταγμα πρὶν ἢ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀντιπαροχή, τὴν ὁποίαν ἀξιοῦμεν παρὰ τῆς Βουλγαρίας. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἐφημερίδα ἔγκριτον, ἄριστα συντασσομένην ἐν Θεσσαλονίκῃ, τὴν «Ἑλλάδα» ἥτις ἀναγράφει ὅτι εἰς τὰς 15 Μαΐου ἡ Βουλγαρικὴ Κυβέρνησις ἐξέδωκε διαταγὴν πρὸς ἐκποίησιν διὰ δημοπρασίας τῶν δημευθέντων κτημάτων τῶν ὁμοεθνῶν ἡμῶν, ἐν’ ᾧ τὸ Διάταγμα ἡμῶν, τὸ παρατεῖνον τὴν προθεσμίαν, εἶχεν ἤδη ἐκδοθῇ ἀπὸ τῆς 30 Ἀπριλίου.
§246Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ποίας ἡμερομηνίας εἶνε ἡ ἐφημερίς;
§247Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τῆς 21 Ἰουνίου.
§248Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ Διάταγμα εἶχεν ἐκδοθῇ προτήτερα, ἦτο νομοθετικὸν καὶ ἦτο ὑπὸ τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς, ἐὰν δὲ δὲν ἐλαμβάνοντο ὅμοια μέτρα καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ, εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ μὴ τὸ υἱοθετήσῃ.
§249Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς αὐτὸ ἀκριβῶς θέλω νὰ καταλήξω, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλομεν νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν κύρωσιν τοῦ Διατάγματος.
§250Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν Βουλγαρίαν μόνον.
§251Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μόνον ἡ Βουλγαρία φαίνεται ὅτι προέβη εἰς ὡρισμένην συμφωνίαν, οὐχὶ δὲ καὶ ἄλλο Κράτος, κατὰ τὰ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης τοὐλάχιστον ὑπάρχοντα ἔγγραφα, δὲν νομίζω δὲ ὅτι καὶ διὰ τῆς ἁπλῆς τυχὸν ἀνακοινώσεως Διατάγματος, ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς κυρώσεως τῆς Βουλῆς ἀνελάμβανεν ἡ Ἑλλὰς αὐτοτελῆ ὑποχρέωσιν, ἐφόσον καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους δὲν ἀνελήφθη τοιαύτη, ἢ δὲν ἐξετελέσθη ἡ τυχὸν ἀναληφθεῖσα. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὸ Διάταγμα. Ἀλλ’ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ προτείνεται καὶ νέα παράτασις. Αὕτη νομίζω ὅτι εἶνε ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, ἐκτὸς ἄν προβληθοῦν νέοι λόγοι διπλωματικοί. Δι’ αὐτὸ πλὴν τῶν ἐγγράφων, τῶν ὁποίων ἐγίνωσκον τὴν ὕπαρξιν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἐζητήθη ἐπίσης καὶ ἀπὸ τῆς χθὲς ὑπὸ τοῦ τότε Ὑπουργοῦ καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὑπέβαλον δὲ καὶ σήμερον ἰδίαν ἔγγραφον αἴτησιν, ὅπως κατατεθῶσιν πάντα τὰ ἔγγραφα, τὰ σχετιζόμενα ἀφ’ ἑνὸς μὲν πρὸς τὰς συνεννοήσεις, τὰς ἐπελθούσας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας διὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν καὶ περιουσιῶν αὐτῶν καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος τούτου. Ἐάν, ὡς ὑποθέτω, δὲν ὑπάρχῃ ἄλλος τις λόγος, τότε θὰ φέρω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν δύναμαι νὰ διατυπώσω ὁριστικῶς, εἰμὴ μόνον μετὰ τὴν προσαγωγὴν καὶ ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν εἰρημένων ἐγγράφων. Θὰ ἔλεγον ὅτι κυροῦται τὸ Διάταγμα, ἀλλὰ ἡ διδομένη ὑπ’ αὐτοῦ παράτασις δὲν ἐφαρμόζεται ὡς πρὸς τὰ κτήματα τῶν Ὀθωμανῶν, τὰ καταληφθέντα ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως λόγῳ ἀντιποίνων πρὸς ἐγκατάστασιν προσφύγων μέχρι τῆς ὡρισμένης ἐποχῆς τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1914, ἄν δὲν ἀπατῶμαι. Ἡ τροπολογία δηλ. τὴν ὁποίαν θέλω προτείνει, ἀφοῦ λάβω ὑπ’ ὄψει μου ὅλα τὰ ἀνωτέρω στοιχεῖα, θὰ ἔχῃ ταύτην τὴν ἔννοιαν, ὅτι ἡ ἐπέκτασις τῆς προθεσμίας θὰ ὑφίσταται ἐξαίρεσιν ὡς πρὸς τὰ κτήματα ἐκεῖνα, ἅτινα κατελήφθησαν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ δημοσίου λόγῳ ἀντιποίνων, θὰ περιορίζεται δὲ ἡ ἰσχὺς τοῦ Διατάγματος εἰς τὰ λοιπὰ κτήματα, τὰ μὴ ὑπαγόμενα εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην. Ὡς πρὸς τὴν νέαν ἑξάμηνον παράτασιν, ταύτην ἀποκρούω ἐντελῶς ἐφ’ ὅσον δὲν μοὶ ἤθελε δοθῇ ἀποχρῶν λόγος, δικαιολογῶν ταύτην. Ἑπομένως σήμερον δύναται νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν, ὡς πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιταχθῶμεν ἀπὸ τοῦδε ἀπολύτως, ἀλλὰ πρὸ τῆς κατ’ ἄρθρον συζητήσεως θὰ παρακαλέσω νὰ μοῦ δοθοῦν τὰ ζητηθέντα στοιχεῖα.
§252Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ Διάταγμα προεκλήθη ὑπὸ τῆς προπροκατόχου Κυβερνήσεως, τῆς ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο δὲ ἐκκρεμὲς καὶ ἀναγκαίως ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς καὶ συνταχθῇ τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις.
§253Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρὰ τίνος ἦτο συντεταγμένον τὸ νομοσχέδιον;
§254Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρ’ ἡμῶν.
§255Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον;
§256Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρ’ ἐμοῦ. Ὁπωσδήποτε τὸ Διάταγμα αὐτό, τὸ ὁποῖον εἶχε προκληθῆ ἔμενεν ἐκκρεμές, καὶ ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς, ἦτο δυνατὸν λοιπὸν νὰ μένῃ ἐκκρεμές; Ἀναγκαίως συνετάχθη νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περιελάμβανεν ἓν ἄρθρον, ὅτι τὸ δεῖνα νομοθετικὸν Διάταγμα κυροῦται παρὰ τῆς Βουλῆς. Ὑποβαλλόμενον οὕτω τὸ νομοσχέδιον ἔδιδεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἢ ὄχι ἔπρεπε νὰ κυρώσῃ τὸ Διάταγμα. Ἀλλ’ ἐν τῷ σχετικῷ φακέλλῳ εὗρον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμε νὰ προσθέσω καὶ δεύτερον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου παρετείνετο ἡ προθεσμία, ἡ ἐνιαύσιος, ἐπὶ ἕξ μῆνας. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο φέρει ἡμερομηνίαν 9 Σεπτεμβρίου καὶ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Προέδρου τῆς πρώην Κυβερνήσεως κ. Ἐλ. Βενιζέλου, ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον Ἀποκρινόμενοι εἰς τὸ ἀπὸ 4ης Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ὑπ’ ἀριθ. 30,330 ὑμέτερον ἔγγραφον, περὶ τοῦ νομοθετικοῦ Β. Δ. τῆς 10ης Ἀπριλίου ἐ. ἔ., περὶ παρατάσεως τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 262 προθεσμίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν, ὅτι περὶ τῆς παρατάσεως ταύτης..... κ.λ.π., θεωροῦμεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνειλημμέναι ὑφ’ ἡμῶν διεθνεῖς ὑποχρεώσεις οὕτως ὥστε ἡ νομοθετικὴ κύρωσις νὰ ἐπιβάλληται ἡμῖν». Ἀναμφισβητήτως, ἀλλὰ δι’ οὓς λόγους ἐγένετο τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα, περιλαμβάνον τὴν ἐπὶ ἑξάμηνον παράτασιν, διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους ἔκρινα ὅτι ὤφειλον νὰ παρατείνω δι’ ἕξ ἔτι μῆνας, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν εἶχε κυρωθῆ τὸ Διάταγμα ὑπὸ τῆς Βουλῆς· ἠδύναντο νὰ μείνουν χωρὶς νὰ ἐνεργήσουν τι οἱ ἐνδιαφερόμενοι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι προσεκαλοῦντο ὑπὸ τοῦ Νόμου νὰ ὑποβάλουν τοὺς τίτλους των. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ Διατάγματος αὐτοῦ. Καὶ ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ τὸ ἀπορρίψῃ, δὲν ἔχω οὐδεμίαν ἀντίρρησιν, ἀλλὰ βεβαίως ἔχω ἀντίρρησιν εἰς τὸ νὰ περιλάβω ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ ἀφορῶντι τὴν κύρωσιν, τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν διετύπωσε ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου καὶ πρώην ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης. Γνωρίζω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας ὅτι ὑπῆρχε διαφωνία ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἢ τοὐλάχιστον δὲν ὑπῆρχεν ὁμόφωνος γνώμη μεταξὺ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγω εἶναι τὸ ἑξῆς: ὅτι ἀναμφισβητήτως ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν διετύπωσεν ὁ συνάδελφός μου καὶ πρώην ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει θέσιν εἰς τὸ Νομοσχέδιον αὐτό. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ἢ νὰ ἀπορρίψῃ τὸ νομοσχέδιον ἢ νὰ ψηφίσῃ αὐτὸ ὡς ἔχει, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ὅμως ἤθελον ἀποδεχθῆ τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἀφορᾷ ἕτερον ἀντικείμενον, ἐντελῶς ξένον.
§257Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀπ’ ἐναντίας, εἶναι ἐξαίρεσις ἐκ τοῦ Διατάγματος, τοῦ ἰδικοῦ σας.
§258Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι διόλου ἐξαίρεσις. Δι’ ὃν λόγον ἐδόθη ἐνιαύσιος προθεσμία λόγῳ τῆς ἀδυναμίας τῆς ἀμέσου προσαγωγῆς τῶν τίτλων καὶ διότι δὲν ἤθελεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ Ἑλληνική, νὰ πράξῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξαν οἱ ἄλλοι, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον τοὺς κατεκρίναμεν, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον ἐδόθη ἡ προθεσμία ἡ νέα, ἡ ἑξάμηνος διὰ τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος καὶ προτείνεται διὰ τοῦ 1ου ἄρθρου ἡ νέα προθεσμία τῶν ἕξ μηνῶν. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ ἡ νέα αὕτη προθεσμία θὰ παρέλθῃ ἐπίσης ἄπρακτος, ἑπομένως δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τοῦ Νόμου θὰ ἐπέλθουν πλήρη καὶ ἀκέραια. Τὸ ἄλλο θέμα εἶναι ἐντελῶς ξένον πρὸς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνεζητήθη χθές, καὶ πρὸς τὸ νομοσχέδιον καὶ πρὸς τὸ διάταγμα καὶ πρὸς τὸ νέον ἄρθρον, διὰ τοῦ ὁποίου χορηγεῖται νέα προθεσμία. Διατί ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἡ προθεσμία τοῦ ἑνὸς ἔτους;
§259Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καθ’ ὃν χρόνον ἐψηφίσθη ἡ διάταξις αὕτη, δὲν εἶχον ἀναφανῆ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν.
§260Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει τίποτε τὸ κοινόν, οὔτε τὸ ἄρθρον 9 τοῦ νόμου 262 πρὸς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπραξεν ἡ Βουλγαρικὴ καὶ Τουρκία. Ἠθελήσαμεν νὰ δώσωμεν διὰ τοῦ νομοθετήματος ἐκείνου τὸ παράδειγμα τοῦ πολιτισμοῦ. Ἡ σκέψις αὕτη ὑπηγόρευσε καὶ τὸ Διάταγμα, τὸ νομοθετικόν, ἀκριβῶς, διότι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἀντίποινα πρὸς τοὺς Βουλγάρους. Δυνάμεθα νὰ ἐπιδείξωμεν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον πολιτεύεται ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν, δυνάμεθα νὰ ἐπιδείξωμεν καὶ πάλιν ὅτι καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας τοῦ ἔτους, δίδομεν καὶ νέαν προθεσμίαν, ἐνῷ ἐκεῖνοι τί πράττουν;
§261Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Διακόπτει μὴ ἀκουόμενος).
§262Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε ἰδίας σκέψεις τὰς ὁποίας ὑπαγορεύει τὸ ἴδιον συμφέρον. Σᾶς παρακαλῶ νὰ σιωπήσητε. Τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, τῆς Ἑλληνικῆς, εἶναι νὰ πράξῃ ὅ,τι ζητεῖται ἤδη, διότι πρόκειται περὶ πεπολιτισμένου λαοῦ. Εἰς αὐτὸ ἀπέβλεπεν καὶ ἡ ἐνιαυσία προθεσμία καὶ ἡ ἑξάμηνος καὶ ἡ νέα ἡ ὁποία δίδεται σήμερον. Μοὶ λέγουν: «Τί ἐλπίζετε;» Ἀλλὰ ἐν ὅσῳ δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ διεκδικήσωμεν τὰ δίκαιά μας διὰ τῶν ὅπλων, μόνον διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ δυνάμεθα νὰ πράξωμεν ὅ,τι ἐνδείκνυται. Δὲν ἀποδίδω ἄλλην σημασίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἥν ἡ Βουλὴ δὲν θέλει πεισθῇ, ὅτι πρέπει διὰ τῆς ἠθικῆς ἡμῶν ἐπιρροῆς νὰ ὑπερασπίσωμεν ἐκείνους, τοὺς ὁποίους δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερασπισθῶμεν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀπορρίψῃ τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλω δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου συμπολίτου καὶ πρώην Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης.
§263Γ. ΠΩΠ. Ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω τοῦτο, κύριε Ρακτιβάν. Ὅταν διεδέχθητε τὴν προκάτοχον Κυβέρνησιν εὕρετε τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα πρὶν ἢ ἀπέλθετε τῆς ἐξουσίας· μὴ τυχὸν κατηρτίσατε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο μετὰ τῆς συνήθους αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως νὰ ἔλθῃ μέχρι τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐκυροῦτο;...
§264Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὅταν προσέφυγον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ ἐζήτησα νὰ μάθω κατὰ πόσον ἦσαν ἀνειλημμέναι αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος, ὁ κ. Βενιζέλος διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, ἀπήντησεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνειλημμέναι ὑποχρεώσεις. Θέλει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς διὰ τῆς τροπολογίας νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀπόρριψιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶμαι σύμφωνος. Ἐπιρρίπτω ὅμως τὰς εὐθύνας ἐπ’ αὐτοῦ διὰ τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις.
§265Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ νὰ ἐξαλείψω τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν φαίνεται ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὀφείλω νὰ τονίσω καὶ αὖθις ὅτι, ὅταν παρέλαβον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εὗρον ἐκκρεμὲς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο, δὲν εὗρον ὅμως ὅτι δι’ αὐτοῦ ὑπῆρχεν ἀνειλημμένη ὑποχρέωσις, καὶ δὲν προέκυπτε τοιαύτη κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἐφ’ ὅσον τυχὸν ἁπλῆ μόνον ἀνακοίνωσις τοῦ Διατάγματος ἐγένετο ὡς ὑπὸ τὴν αἵρεσιν τῆς Νομοθετικῆς κυρώσεως διατελοῦντος· διὸ ἠθέλησα νὰ μάθω κατὰ πόσον ὑφίσταντο ὑποχρεώσεις ἐκ θετικῆς μετὰ ξένου Κράτους συμφωνίας ἢ ὑποσχέσεως καὶ συγκεκριμένως ἂν αἱ ἀντίστοιχοι ὑποχρεώσεις, αἱ ἀπορρέουσαι ἐκ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Βουλγαρίας, ἐξεπληρώθησαν. Ἐπὶ τούτῳ ἀπηυθύνθην δι’ ἐγγράφου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον μετὰ δευτέραν ὑπόμνησιν ἀπήντησε διὰ τοῦ ἐγγράφου, ὅπε ἀνεγνώσθη καὶ ὡς ἴδετε δὲν διευκρινίζει ἐπαρκῶς τὰ ἀνωτέρω ὑποδειχθέντα σημεῖα.
§266Γ. ΠΩΠ. Τί χρονολογίαν φέρει τὸ ἔγγραφον;
§267Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. 9ην Σεπτεμβρίου φέρει χρονολογίαν.
§268Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὀφείλω ἐπίσης νὰ τονίσω τοῦτο, ὡς καὶ διὰ μακρῶν ἀνέπτυξα, ἡ δοθεῖσα προθεσμία ἦτο ἐξ’ ἀρχῆς ἐπαρκεστάτη, διὰ τῆς παρατάσεως δὲ αὐτῆς παρέχομεν μόνον τὸ μέσον πρὸς δημιουργίαν ἐκ τῶν ὑστέρων ψευδῶν τίτλων, εἰς τοῦτο δὲ θὰ συντελέσῃ ἔτι μᾶλλον ἀσφαλῶς ἡ προτεινομένη διὰ τοῦ νομοσχεδίου νέα παράτασις Δὲν φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ φανῶμεν τόσον εὐγενεῖς, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ψευδεῖς τίτλους. Ἡ τροπολογία δὲ, ἣν προανήγγειλα, ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ξένης ἀλλὰ συνέχεται οὐσιωδῶς μετὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀφοῦ δ’ αὐτοῦ μὲν ζητεῖται γενικῶς παράτασις τῆς προθεσμίας τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 262, ἐγὼ δὲ ζητῶ νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς παρατάσεως ταύτης ὡρισμένα κτήματα τὰ καταληφθέντα λόγῳ ἀντιποίνων καὶ περὶ ὧν ὑπάρχει ἡ μετὰ τῆς Τουρκίας συνεννόησις. Ἄλλως τε δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τώρα κατ’ οὐσίαν, τοῦτο θὰ ἐξετασθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων ὅταν ὑποβληθῇ συγκεκριμένως ἡ πρότασις. Ὀφείλω μόνον νὰ δηλώσω σήμερον, ὅτι δέχομαι κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον, ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν διὰ τὴν εὐρυτέραν συζήτησιν καὶ τῶν ἄλλων ἀναπτυχθεισῶν ἤδη ἐπόψεων τοῦ ζητήματος ἂν πρέπῃ νὰ διαπράξωμεν τὴν μωρίαν νὰ ἀποδώσωμεν κτήματα, ἅτινα κατέχομεν σήμερον νομίμως ἐνῷ τόσα κτήματα μᾶς κρατοῦν ἐκεῖνοι.
§269Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Προκειμένου νὰ ἀποδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν θὰ ἐπεθύμουν νὰ κανονισθῇ μία λεπτομέρεια ὡς πρὸς τὸ 9ον ἄρθρον τοῦ ἀρχικοῦ νόμου. Ἐδῶ τίθεται ἡ ἑξῆς βάσις: λέγει ὅτι ὑπάρχουσι κτήματα εἰς τὰς Νέας Χώρας ἀνήκοντα εἰς ἀνθρώπους ἐγκαταλιπόντας αὐτὰ καὶ ἀπελθόντας· δὲν ὁρίζει πότε ἀπελθόντας, τὸ ἀναφέρει ἀορίστως καὶ προσθέτει ὅτι τὰ τοιαῦτα κτήματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου ἐκείνου ἦσαν ἐγκαταλελειμμένα καὶ ἀνήκουσιν εἰς ἀπελθόντας, θὰ ἐθεωροῦντο μετὰ πάροδον ἑνὸς ἔτους ὡς περιερχόμενα εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Διαρκοῦντος τοῦ ἔτους ἐκείνου δὲν θὰ περιήρχοντο εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Ἐὰν λοιπὸν διαρκοῦντος τοῦ ἔτους ἐκείνου ἤρχοντο ἄνθρωποι ἔχοντες κτήματα εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἀπελθόντες κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ πολέμου ἢ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν ἔναρξιν τῶν ἐχθροπραξιῶν καὶ μεταβάντες εἰς Κων)πολιν καὶ διαπράξαντες ὄργια κατὰ τῶν ἡμετέρων ὁμογενῶν καὶ πρωτοστατήσαντες εἰς σφαγὰς καὶ διωγμοὺς καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπέστρεφον ἐντὸς τοῦ ἔτους εἰς τὴν Μακεδονίαν μὲ τὰ ἔγγραφά των ἀνὰ χεῖρας καὶ ἐζήτουν νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὰ κτήματά των, αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους θὰ ἔπρεπε νὰ τοὺς δεχθῶμεν. Τὶ γίνεται λοιπόν; Τοιοῦτοι κακοῦργοι ἄνθρωποι θὰ ἤρχοντο καὶ θὰ ἐπροστατεύοντο ὑπὸ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἐνῷ ἄλλοι Μουσουλμάνοι, ἀθῶοι συμπολῖταί μας, οἱ ὁποῖοι ἔτυχε νὰ ἀναχωρήσωσιν εἰς Κων)πολιν πρὸ τοῦ πολέμου ἢ καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, ἐὰν ἐπανήρχοντο ὀλίγον χρόνον μετὰ τὴν πάροδον τοῦ ἔτους, δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ ἀναλάβωσι τὰ κτήματά των. Νομίζω ὅτι εἰς τὸ νομοθέτημα τοῦτο δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ μεγάλην πολιτικὴν περίνοιαν.
§270ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἐψηφίσθη πρὸ τῶν σφαγῶν καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀποδώσητε εἰς αὐτὸν ἔλλειψιν πολιτικῆς περινοίας.
§271Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ πολιτιτὴ περίνοια ὑπῆρχεν ἀλλαχοῦ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νόμου ἔδειξε τὴν περίνοιαν ταύτην, ὅταν ἔλεγεν ὅτι οἱ Μουσουλμάνοι εἶναι καλὸν στοιχεῖον, χρήσιμον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ τοὺς περιποιηθῶμεν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πολιτικὴ περίνοια νὰ βραβεύωνται οἱ κακοῦργοι καὶ νὰ τιμωρῶνται ἄνθρωποι ἀθῶοι.
§272Γ. ΠΩΠ. Κατὰ τὸ στάδιον, τὸ μετὰ τοὺς διωγμοὺς, γνωρίζετε ἐὰν διὰ Β. Δ. ἢ ἄλλης τινὸς ἀφέσεως ἢ ἀβλεψίας ἐπετράπη καὶ εἰς αὐτὸν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ εἰς αὐτὸν τὸν κατ’ ἐξοχὴν διώκτην τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὸν Ραχμῆ– πασσᾶ παρὰ πάντα τὰ ἀντίποινα ὄχι μόνον τῶν διεθνῶν δικαίων ἀλλὰ καὶ τοῦ ἀνθρωπισμοῦ τὰ ἀντίποινα, νὰ καταλάβῃ τὰ κτήματά του;
§273Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τὸ γνωρίζω καὶ δι’ αὐτὸ ὁμιλῶ περὶ τοῦ νομοθετήματος αὐτοῦ ὡς ὁμιλῶ.
§274ΙΩ. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Πῶς ἐνοχοποιεῖτε καὶ κατηγορεῖτε συνάδελφον ἐν ἀπουσίᾳ του;
§275Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Μὴ νομίσητε ὅτι εἴμεθα τόσον ἄνανδροι ὥστε νὰ προκαλῶμεν ζητήματα ἐν ἀπουσίᾳ τῶν ὑπευθύνων. Συνειθίζομεν νὰ παλαίωμεν στῆθος πρὸς στῆθος μὲ τοὺς διαφωνοῦντας πρὸς ἡμᾶς. Ὅσα λέγω τώρα θὰ τὰ ἐπαναλάβω καὶ ὅταν εἶνε παρὼν αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ὑπονοεῖτε.
§276ΙΩ. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Ὅταν θέλετε νὰ ἐπιρρίψητε μίαν μομφὴν πρέπει νὰ προσέχητε νὰ εἶναι παρὼν ἐκεῖνος κατὰ τοῦ ὁποίου ἡ μομφὴ ἐπιρρίπτεται.
§277Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἐπιρρίπτομεν καμμίαν μομφήν. Ὁ βουλευτὴς ἔχει ὑποχρέωσιν καὶ δικαίωμα νὰ φέρῃ ὅλα τὰ ζητήματα ἐν πάσῃ στιγμῇ.
§278ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πότε ἤρχισαν οἱ διωγμοί;
§279Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος μὲ ἠρώτησε περὶ ζητήματος εἰς τὸ ὁποῖον ἀπήντησαν εἰδικῶς οἱ συνάδελφοί μου· ἐγὼ θὰ εἴπω κἄτι περισσότερον. Ἐρωτᾶτε, πότε ἤρχισαν οἱ διωγμοί; Οἱ διωγμοὶ ἤρχισαν ἀπὸ τὸ 1453· οὐδέποτε ἔπαυσαν οἱ διωγμοί. Ἐγὼ ἤμην διαρκοῦντος τοῦ πολέμου καὶ ἐν καιρῷ τῆς ἀνακωχῆς ἐν Κων)πόλει καὶ εἶδον Μουσουλμάνους ἐλθόντας ἐκεῖ ἐκ Μακεδονίας, οἱ ὁποῖοι διέπραξαν φοβερὰ ὄργια κατὰ τῶν Ἑλλήνων. Ὅτε δὲ ἀπελαθεὶς ἐκεῖθεν ἦλθον ἐδῶ εἶδον τὸν περίφημον δόκτορα Ναζὴμ, τὸν μετὰ ταῦτα φοβερὸν διώκτην τοῦ Ἑλληνισμοῦ, φυλακισμένον εἰς τὰς κεντρικὰς ἐνωμοτίας, ὅπου τὸν ἐκράτουν χωρὶς νὰ τὸν παραπέμψουν εἰς τὴν δικαιοσύνην δι’ ἔλλειψιν στοιχείων ἐνοχῆς, κατόπιν δὲ τὸν ἀφῆκαν νὰ μεταβῇ ἐκ νέου εἰς Κων)πολιν καὶ πρωτοστατήσῃ εἰς τοὺς διωγμούς. Ὅλοι οἱ τοιοῦτοι ἐντεῦθεν μεταβάντες εἰς Τουρκίαν κατέλαβον τὰ κτήματα τῶν ὁμογενῶν μας, συνετέλεσαν δὲ ὅλοι αὐτοί, ὡς καὶ ἄλλοι λόγοι τῆς ἐδῶ πολιτικῆς μας καὶ ἐχρησίμευσαν ὡς νέαι ἀφορμαί διὰ τοὺς διωγμοὺς ὡς ἡ ἀτυχὴς ἐγκατάστασις προσφύγων ὁμογενῶν ἐκ Καυκάσου ἐν Μακεδονίᾳ, ἂν καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη νέων ἀφορμῶν, διότι ἦτο τὸ πρόγραμμα τῶν Νεοτούρκων τοιοῦτον, ἀλλ’ ἐδώσαμεν καὶ ἡμεῖς φαινομενικὰς ἀφορμὰς κατόπιν. Ἀποδεικνύεται ἑπομένως ὅτι τὸ νομοσχέδιον συνετάχθη διαρκοῦντων τῶν διωγμῶν, καὶ οἱ συντάξαντες αὐτὸ εἶχον ὑπ’ ὄψιν ὅτι θὰ ὑπῆρχον τοιαῦτα ἄτομα πρωτοστατήσαντα εἰς τοὺς διωγμοὺς καὶ τὰς κακουργίας καὶ ὅτι αὐτὰ θὰ ἤρχοντο ἐδῶ, ἵνα ἐπωφεληθῶσιν ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ ὅπως ὑπῆρξε μεταξὺ ἄλλων καὶ εἷς Βέης, ὁ ὑποκινητὴς τῶν ἐν Σερβίοις σφαγῶν, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἐπανῆλθεν ἐδῶ καὶ παρέλαβε τὰ κτήματά του. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἀρχικῶς τὸ 9ον ἄρθρον τοῦ εἰρημένου νόμου, θὰ ἐξακολουθήσουν καὶ μὲ τὴν παράτασιν τῆς ἀρχικῆς προθεσμίας, ὅπως δὲ ἦτο κακὴ ἡ ἀρχικὴ αὐτοῦ ἐπιψήφισις θὰ ἦτο χειρότερον τὸ νὰ ἀνανεώσωμεν τώρα τὴν προθεσμίαν αὐτήν.
§280ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα, ὡραῖα.
§281Δ. ΡΑΛΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐδήλωσα ἤδη, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποδίδει οὐδένα χαρακτῆρα καὶ οὐδεμίαν ἔννοιαν πολιτικὴν εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, σᾶς λέγω καὶ κἄτι περιπλέον, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποφασίσει νὰ ἀπορρίψῃ τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν ἀντίρρησιν. Μένει μόνον νὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι καὶ ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου νὰ ἐκτιμήσῃ τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Προέδρου τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Ἀνεγνώσθη ἤδη τὸ ἔγγραφον, ἀλλὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἐπὶ τὸ ἔγγραφον. (Ἀναγινώσκει). «Πρὸς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον»—τὸ ὁποῖον διηύθυνε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὰς 4 Σ)βρίου ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου καὶ προκάτοχός μου· εἰς τὰς 4 Σ)βρίου οὐδὲ ὑπῆρχεν κἂν ὑπόνοια ὅτι θὰ ἐπήρχετο μία κρίσις πολιτική, ἡ ὁποία θὰ ἔφερεν ἡμᾶς εἰς τὰ ἑδώλια τῶν Ὑπουργῶν. «Ἀποκρινόμενοι εἰς τὸ ἀπὸ 4ης Σ[βρίου ἐ. ἔ. ὑπ’ ἀριθ. 30,330 ὑμέτερον ἔγγραφον, περὶ τοῦ νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος τῆς 10ης Ἀπριλίου ἐ. ἔ. — τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐξεδόθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου, νῦν ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γούναρη— «περὶ παρατάσεως τῆς ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 262 προθεσμίας, ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ ἀνακοινώσωμεν ὅτι περὶ τῆς παρατάσεως ταύτης....κ.λ.π. Θεωροῦμεν ὅτι ὑπάρχουσιν ἀνειλημμέναι ὑφ’ ἡμῶν διεθνεῖς ὑποχρεώσεις οὕτως ὥστε ἡ νομοθετικὴ κύρωσις νὰ ἐπιβάλληται ἡμῖν». Λυποῦμαι ὅτι ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν εἶναι ἐδῶ, διότι θὰ ἐπικαλούμην, τὸ κῦρος, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἔχει ἐπὶ τοὺς συναδέλφους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται διαρκῶς κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ κατὰ τοῦ Διατάγματος ἐκείνου. Δὲν γνωρίζω τίνα γνώμην θὰ εἶχεν ὁ συμπολίτης μου ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ ἔδωκα ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἐξήγησιν ἐκ τίνος ἰδέας ἀναχωρῶν εἰς τὸ ἄρθρον 1, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὴν κύρωσιν ἁπλῆν νομοθετικοῦ διατάγματος, ἐκδοθέντος ἐν ἀπουσίᾳ τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῆς, προσέθηκα τὸ 2ον ἄρθρον. Εἶπον ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ὑπὲρ τῶν πασχόντων συμπολιτῶν ἡμῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἀντιτάξωμεν εἰμὴ μόνον τὴν ἠθικὴν ἐπιρροήν μας, ἐθεώρησα ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένη ἡ παράτασις τῆς προθεσμίας, τὴν ὁποίαν ἐθεώρησεν ὡς ἀναγκαίαν ὁ νόμος 262, ἐν ἄρθρῳ 9ῳ, ὅστις ἐδημοσιεύθη τὴν 12ην Μαΐου 1914, δηλαδὴ δύο ἡμέρας μετὰ τὸ ἔγγραφον τῆς 9]22 Μαΐου 1914 τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ἔγγραφον τὸ ἀφορῶν τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν καὶ τῶν κτημάτων. Ἐὰν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ διεκδικήσωμεν, ὡς ὀφείλομεν, τὰ δικαιώματα τῶν συμπολιτῶν μας διὰ τῶν ὅπλων, βεβαίως δὲν θὰ ἐσκεπτόμην νὰ ὑποβάλω τό νομοσχέδιον· ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα ὑπὲρ αὐτῶν νὰ ἐπικαλεσθῶμεν εἰμὴ τὴν ἠθικὴν καὶ τὴν πολιτείαν ἡμῶν, τὴν εὐπρεπῆ καὶ νὰ ζητήσωμεν ἐν ἀμοιβαιότητι νὰ ἀναγνωρισθῶσιν αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ καὶ παρ’ αὐτῶν, ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ παρατείνωμεν ἐκ νέου τὴν προθεσμίαν αὐτήν, προθεσμίαν ἀναγραφομένην εἰς τὸ νομοθέτημα, τὸ ἀρχικόν, νομοθέτημα δημοσιευθὲν δύο ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνταλλαγὴν τοῦ πρώτου ἐγγράφου, τοῦ ἀφορῶντος εἰς τὴν ἀνταλλαγὴν τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν τοὺς διωγμοὺς καὶ τὴν νόσφισιν τῆς ἰδιοκτησίας αὐτῶν. Ἐὰν ἐπικαλούμενος τὰ κείμενα τὰ ἐπίσημα, ἠθέλησα νὰ ἐπανορθώσω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προκάτοχός μου καὶ συμπολίτης μου, πραγματικῶς μὲ τὸ πνεῦμα τὸ διέπον τὸν νομοθέτην τοῦ 1914 τὸν ἐκδόντα τὸν νόμον, ἔπραξα ἀκριβῶς διότι ἐθεώρουν ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπικαλεσθῶ ὑπὲρ τοῦ νέου νομοθετήματος τὰς σκέψεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐπέβαλον καὶ τὸ νομοθέτημα τοῦ 1914 καὶ αἱ σκέψεις ἐκεῖναι βεβαίως ἦσαν αὐταὶ ἐκεῖναι ἐκ τῶν ὁποίων ἐμφορούμενος διετύπωσα καὶ τὸ νομοσχέδιον, διετύπωσα καὶ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν θέλετε, ἀπορρίψατέ το, κύριοι! Δὲν ἀποδίδω κανένα χαρακτῆρα πολιτικόν, ἀλλ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς τοιοῦτον νομοσχέδιον νὰ περιληφθῇ διάταξις, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συζητηθῶσιν καὶ θὰ συζητηθῶσιν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπ’ αὐτῶν ἢ νὰ λάβῃ μίαν ἀπόφασιν ἡ διοίκησις, ἀλλὰ θὰ τὴν λάβῃ καθ’ ἥν στιγμὴν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον.
§282ΣΤ. ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. Αὔριον.
§283ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταστάσεως ἀξιωματικῶν παθόντων ἐν πολέμῳ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν) — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως προθεσμιῶν προσελεύσεως τῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ διαμενόντων ἐπιστράτων καὶ περὶ ἄρσεως τῆς ποινικῆς καταδιώξεως τῶν μέχρι τοῦδε ἀνυποτάκτων πολέμου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 425 νόμου περὶ στρατολογίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παροχῆς προθεσμιῶν πρὸς ὑποβολὴν αἰτήσεων κανονισμοῦ συντάξεως τραυματιῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν πολέμων 1912 –1913». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ περὶ ἀποδοχῆς ἐξόδων γραφείων συσσιτίου καὶ στρατωνισμοῦ ὁπλιτῶν τῆς Ἀνακτορικῆς Φρουρᾶς». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 39 τοῦ Νόμου ͵ΓΤΝΣΤʹ τοῦ 1910 περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§284Ι. ΓΙΑΝΝΑΚΙΤΣΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 538.
§285ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Δὲν ὑπεβλήθη ἔκθεσις.
§286ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αἱ ἐκθέσεις αὐτῶν ὅλων κατετέθησαν; (Θόρυβος).
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατετέθησαν αἱ ἐκθέσεις μόνον ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσθησαν. Σᾶς τὸ ἐδήλωσα προηγουμένως. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνωμαι πιστευτός.
§288ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δέν ἠκούσαμεν.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ λοιπὰ δὲν εἶναι ὥριμα. Ἐλλείψει ἄλλου ἀντικειμένου λύεται ἡ Συνεδρίασις, δι’ αὔριον τὴν 5 μετὰ μεσημβρίαν. (Ὥρᾳ 9. 40′ μ. μ.)