1915.09.28
1,037 rows · 8,623 words · 17 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11Η
(Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 1915).
(Ὥρα 5.5′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτζιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: Διὰ Β. Διατάγματος, δημοσιευθέντος ἐν τῷ ὑπ’ ἀριθ. 332 φύλλῳ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησις τοῦ τέως Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ διωρίσθη δὲ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ κ. ΑΛΕΞ. ΖΑΪΜΗΣ. — Ὡσαύτως δι’ ὁμοίων Β. Διαταγμάτων ἐγένοντο δεκταὶ αἱ παραιτήσεις τῶν τέως Ὑπουργῶν: τῆς Δικαιοσύνης κ. Κ. Ρακτιβάν, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως κ. Ἰωάν. Τσιριμώκου, τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Γεωρ. Καφαντάρη, τῶν Οἰκονομικῶν κ. Ἐμμ. Ρέπουλη, τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κ. Ἀνδ. Μιχαλακοπούλου, τῆς Συγκοινωνίας κ. Δ. Διαμαντίδου, τῶν Στρατιωτικῶν κ. Π. Δαγκλῆ, Ἀντιστρατήγου καὶ τῶν Ναυτικῶν κ. Ἀθ. Μιαούλη, Πλοιάρχου. Ἀντὶ τῶν ὁποίων διωρίσθησαν Ὑπουργοί: τῆς Συγκοινωνίας καὶ προσωρινῶς τῆς Δικαιοσύνης ὁ κ. Δ. Ράλλης, τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας καὶ προσωρινῶς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ὁ κ. Γεώρ. Θεοτόκης, τῶν Οἰκονομικῶν ὁ κ. Στέφ. Δραγούμης, τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Δημ. Γούναρης, τῶν Στρατιωτικῶν ὁ Ὑποστράτηγος κ. Ἰωάν. Γιανακίτσας, τῶν Ναυτικῶν ὁ Ἀντιναύαρχος κ. Παῦλος Κουντουριώτης. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§2ΑΛ. ΖΑΪΜΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Κυβέρνησις προσερχομένη ἅμα τῷ καταρτισμῷ αὐτῆς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θεωρεῖ καθῆκόν της νὰ δηλώσῃ μετὰ ἐπισταμένην ἔρευναν τῆς διεθνοῦς καταστάσεως, ἥτις εἶνε νῦν κατ’ ἐξοχὴν περίπλοκος, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτῆς στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάσεων, ἐφ’ ὧν ἐστηρίζετο ἡ πολιτική, ἣν ἠκολούθει ἡ Ἑλλὰς ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου· πρὸς κρείσσονα δ’ ἐξασφάλισιν τῶν ζωτικῶν τοῦ Ἔθνους συμφερόντων, ἡ οὐδετερότης ἡμῶν ἔσται τόγε νῦν ἔνοπλος, ἡ δὲ πορεία ἡμῶν εἰς τὸ μέλλον προσαρμοσθήσεται πρὸς τὰ γεγονότα, ὧν τὴν ἐξέλιξιν θὰ παρακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις μετὰ προσοχῆς ἀδιαπτώτου. Ἡ Κυβέρνησις πέποιθεν ἐπὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ τοὺς χαλεποὺς τούτους καιρούς.
§3ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἐξέλιξις, ἣν ἔλαβον τὰ ἡμέτερα πράγματα ἀπὸ ἑνὸς ἑπταμήνου, ἀποδεικνύουν ὅτι εὑρισκόμεθα ἔξω τῆς βάσεως τοῦ ἐλευθέρου ἡμῶν κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, διότι ἐὰν εἰς τὴν Ἐθνικὴν κυριαρχίαν ἀναγνωρίζεται ἀκόμη τὸ δικαίωμα τῆς ρυθμίσεως τῶν ἐσωτερικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, ὅ,τι ἀφορᾷ τὰς ἐξωτερικὰς αὐτῆς σχέσεις καὶ τὴν ρύθμισιν τῆς Ἐθνικῆς πολιτικῆς, εὑρισκόμεθα ἐνώπιον παραγνωρίσεως καὶ τῆς ψήφου τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀλλὰ καὶ τῆς διὰ τῶν ἐκλογῶν ἐκδηλωθείσης ἐτυμηγορίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. (Εὖγε, εὖγε). Ἀλλ’ ἐπὶ τούτου κύριοι, δὲν πρόκειται νὰ ἐνδιατρίψω τὴν στιγμὴν ταύτην. Ἡ κατάστασις ὡς ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, εἶνε κρισιμωτέρα πάσης ἄλλης ἴσως, ἣν ἀντιμετώπισεν ἡ χώρα ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς παλιγγενεσίας. Ἐν μέσῳ δὲ τοιαύτης καταστάσεως θὰ ἦτο ἐκτάκτως τολμηρὸν νὰ ἐπιζητήσῃ τις τὴν λύσιν τόσον ἀκανθωδῶν προβλημάτων κατατρίβων τὴν χώραν εἰς ἐσωτερικοὺς ἀνταγωνισμοὺς καὶ καθιστῶν αὐτὴν ὀλιγώτερον ἱκανὴν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσχερείας τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν διὰ τῆς ἐμφανίσεως τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ταύτης μετὰ τὴν ψῆφον, ἣν αὕτη ἔδωκε πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν, τὸ σῶμα τοῦτο ἔπαυσε κατ’ οὐσίαν ὂν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἐθνικῆς κυριαρχίας, μεταβάλλεται δὲ εἰς ἁπλῆν συνέλευσιν, εἰς σύλλογον θὰ ἠδυνάμην νὰ εἴπω προκρίτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νομίζω, κύριοι, ὅτι ἐκπληρῶ ὑπέρτατον καθῆκον καὶ πρὸς τὴν χώραν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτῆς ἐὰν, παρελθὼν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀναπτύξω ὅλους ἐκείνους τοὺς ἐνδοιασμοὺς καὶ τὰς ἀνησυχίας, τὰς ὁποίας ἔχω διὰ τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ μὴ ἐντελῶς καθωρισμένη, διὰ τῶν δηλώσεων τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου αὐτῆς, ἤθελεν ἀπομακρυνθῆ οὐσιωδῶς τῆς βάσεως ἐφ’ ἧς ἑδράζεται ἡ ἐμὴ πολιτική. Περὶ τῆς συνθήκης τῆς συμμαχίας μετὰ τῆς Σερβίας αἱ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως οὐδένα ἔκαμαν λόγον· εἶμαι ὑποχρεωμένος καὶ ἐγὼ νὰ μὴ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο. Θὰ κάμω μάλιστα ἄλλο τι καλλίτερον, δι’ ἀφαιρέσεως θὰ φθάσω ὑποθέτων ὅτι ἡ συνθήκη συμμαχίας δὲν εἶχε ποτὲ συνομολογηθῆ μετὰ τῆς Σερβίας καὶ θὰ εἴπω: δύναται, κύριοι, ν’ ἀμφισβητηθῇ οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν ὅτι ἡ στερεά, ἡ ἀσφαλὴς βάσις τῆς ἐξωτερικῆς, τῆς Ἐθνικῆς ἡμῶν πολιτικῆς ἔπρεπε καὶ πρέπει νὰ εἶνε ἡ διατήρησις ἀντὶ πάσης θυσίας τῆς ἰσορροπίας, τῆς ἰσοδυναμίας, ἂς εἴπω τὴν λέξιν, τῆς κατασταθείσης διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου; Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ἐφρόνησα καὶ φρονῶ πάντοτε ὅτι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου διπλῆ γνώμη δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν χώραν. Οὐχὶ μόνον αἱ ἀλλεπάλληλοι Κυβερνήσεις ἀλλὰ καὶ αἱ ἔφεδροι Κυβερνήσεις πρέπει ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νὰ ἔχωσι παγίας ἀντιλήψεις, ἐντελῶς συμπιπτούσας, διότι οὕτω καὶ μόνον θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ ἀποφεύγωνται παρεξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι, ἐμφιλοχωρήσασαι ἀλλαχοῦ, προεκάλεσαν ἴσως ἐπιστράτευσιν, τὴν ὁποίαν ἀντιμετωπίζομεν διὰ τῆς σημερινῆς ἡμῶν ἐπιστρατεύσεως. Ὑποθέτω λοιπόν, λέγω, ὅτι ἡ συνθήκη συμμαχίας δὲν εἶχε ποτὲ συνομολογηθῆ μετὰ τῆς Σερβίας, καὶ ἐρωτῶ. Δυνάμεθα νὰ ἐπιτρέψωμεν, δύναται τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς ἓν ἐκ τῶν κρατῶν τοῦ Αἵμου ὅπως, παρεμβαῖνον εἰς τὸν μέγαν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, συντελέσῃ καὶ διὰ ἰδίας αὐτοῦ δυνάμεως ὅπως, ἓν μὲν τῶν κρατῶν τούτων, τὰ ὁποῖα συναπαρτίζουσι καὶ ἐξασφαλίζουσι τὴν ἔννοιαν τῆς ἰσορροπίας, συντριβῇ ἀποτελεσματικώτερον, αὕτη δέ, ἡ Βουλγαρία, αὐξηθῇ ὀγκωδέστερον; Εἶνε φυσική, κύριοι, μετὰ δεύτερον πόλεμον ἡ προσπάθεια ὅπως ἀποφευχθῇ καὶ τρίτος, ἀλλὰ τὸ πρόβλημα πρέπει νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὑπὸ τοῦ Ἔθνους κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἀνδρικῶς. Τὸ πρόβλημα δέ, ὅπως ἀντιλαμβάνομαι ἐγώ, εἶνε ὄχι ἂν πρέπει νὰ πολεμήσωμεν ἢ πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὸν πόλεμον, ἀλλὰ πότε ὀφείλομεν, διότι συμφέρει εἰς ἡμᾶς, νὰ κάμωμεν τὸν πόλεμον ἐφ’ ὅσον δυστυχῶς ἓν τῶν κρατῶν τοῦ Αἵμου τὰς ἐθνικὰς αὑτοῦ διεκδικήσεις διευθύνει πρὸς πάντα τὰ σημεῖα τοῦ ὁρίζοντος καὶ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τὰς Ἐθνικὰς αὑτοῦ διεκδικήσεις διευθύνει πρὸ πάντων πρὸς τὰ σύνορα ἡμῶν, διότι καὶ μείζων καὶ πλουσιωτέρα εἶνε ἡ χώρα ἐκείνη, τὴν ὁποίαν, κατέχοντες ἡμεῖς ἐν Μακεδονίᾳ, βλέπομεν ἐπιβουλευομένην ὑπὸ τοῦ γείτονος, παρὰ ἡ χώρα ἐκείνη, ἣν κατέχουσιν οἱ ἄλλοι Βαλκανικοὶ λαοί. Ἐρωτᾶται λοιπόν. Ὅταν ἔχωμεν τοιοῦτον γείτονα, εἶνε δυνατὸν νὰ πιστεύσητε ὅτι ὁ πόλεμος, ὁ κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὁ πόλεμος μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας, δύναται νὰ ἀποφευχθῇ; Ἐὰν δὲν εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ ἀπαντήσητε μετ’ ἐμοῦ ὅτι ὁ πόλεμος δὲν εἶνε δυνατὸν ν’ ἀποφευχθῇ, ὅτι ὁ πόλεμος ἐὰν δὲν γίνῃ σήμερον θὰ γίνῃ αὔριον ἢ μεθαύριον, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς γνώμης εἶνε τοῦτο. Πρέπει καὶ ἐὰν δὲν εἴχομεν σήμερον συνθήκην μετὰ τῆς Σερβίας νὰ ἀφήσωμεν ὅπως συντριβῇ τελειωτικῶς τὸ Κράτος ἐκεῖνο, τὸ συντελοῦν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς ἰσορροπίας, νὰ αὐξηθῇ ὑπερμέτρως ὁ ἄμεσος ἀντίζηλος διὰ νὰ ἐπιπέσῃ καθ’ ἡμῶν αὔριον, ἐστερημένων πλέον καὶ συμμάχων καὶ φίλων ὅπως κατορθώσῃ νὰ ἐξοντώσῃ καὶ ἡμᾶς; Ἡ ἀπάντησις, κύριοι, εἰς τὰ ἐρωτήματα ταῦτα τῆς ἀδημονίας τῆς Ἐθνικῆς ψυχῆς δὲν θὰ ἦτο ἀμφίβολος, τὸ ἀναγνωρίζω, ἂν δὲν παρενέπιπτε παράγων τις, παράγων ἀληθῶς σοβαρός, ὁ παράγων τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν συμφωνοῦν μετὰ τῆς γνώμης μου, ἀναγνωρίζουσιν ὅτι δὲν ἔπρεπε ποτὲ νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τὴν Βουλγαρίαν νὰ συντρίψῃ τὴν Σερβίαν μόνην, ἵνα στραφῇ ἔπειτα καθ’ ἡμῶν, ἀλλὰ φρονοῦν ὅτι ἐπειδὴ ἡ Βουλγαρία ἐπιτιθεμένη κατὰ τῆς Σερβίας συμπράττει μεθ’ ἑνὸς τῶν συνδυασμῶν τῶν Μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, συμφέρον ἡμῶν εἶνε νὰ ἀναβάλωμεν τὴν κρίσιν, νὰ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν λογαριασμῶν ἡμῶν μετὰ τοῦ γείτονος ἐκείνου, ὁ ὁποῖος δὲν ἀμφισβητεῖ ὅτι ἔχει τοιούτους ἐθνικοὺς λογαριασμοὺς μεθ’ ἡμῶν, νὰ τὴν ἀναβάλωμεν λέγω μετὰ τὸ πέρας τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Καὶ ἔχω νὰ ἐξετάσω, κύριοι, ἂν ἀληθῶς ὁ παράγων οὗτος, ὁ τόσον σοβαρός, πρέπει νὰ κάμῃ ἡμᾶς νὰ ἐνδοιάσωμεν ὡς πρὸς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι συνεζητήθη κατ’ ἐπανάληψιν ὄχι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλ’ ἔξω αὐτῆς τὸ ζήτημα, τοῦ ποῖος τελικῶς θὰ εἶνε ὁ νικητὴς ἐν τῷ μεγάλῳ Εὐρωπαϊκῷ πολέμῳ, συνεζητήθη ἐπίσης καίτοι παρεγνωρίσθη συχνάκις ἡ ἀξία τοῦ ζητήματος τούτου ποῖος συμφέρει εἰς ἡμᾶς νὰ εἶνε νικητὴς ἐν τῇ μεγάλῃ ταύτῃ πάλῃ, τῇ διεξαγομένῃ ἐν τῷ κόσμῳ σχεδὸν σύμπαντι. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὸ πρῶτον πρόβλημα δὲν εἶμαι βεβαίως ἁρμόδιος νὰ δώσω ἀπάντησιν κατηγορηματικήν. Ἀμφιβάλλω ἂν ὑπάρχῃ τις ἐπὶ τῆς γῆς, ὁ δυνάμενος νὰ εἴπῃ ἀσφαλῶς ποία μέλλει νὰ εἶνε ἡ ἔκβασις τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Ἀλλὰ συνέβη, κύριοι, ὥστε ἐκ τῶν γνωμῶν ὡρισμένων παρ’ ἡμῖν στρατιωτικῶν κύκλων, ἐκ τῶν ἁρμοδιωτέρων ἀληθῶς ὅπως ἔχωσι γνώμην, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τὰς σπουδὰς αὐτῶν ἔκαμον ἐν Γερμανίᾳ, οἱ ὁποῖοι φυσικὸν ἦτο νὰ μάθουν ὄχι νὰ ἐκτιμοῦν ἁπλῶς, ἀλλὰ νὰ θαυμάζουν τὴν ὀργάνωσιν τῆς Γερμανίας καὶ τὴν παρασκευὴν τὴν Γερμανικήν, τήν τε ἄλλην καὶ ἰδίως τὴν στρατιωτικήν, συνέβη, λέγω, ἐκ τῶν γνωμῶν τῶν στρατιωτικῶν τούτων κύκλων, συντελούσης καὶ τῆς ξένης προπαγάνδας, ἡ ὁποία ὡς ὄργανον αὐτῆς μετεχειρίσθη μέρος τοῦ παρ’ ἡμῖν τύπου, νὰ ἐμβληθῇ ἡ γνώμη ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ἐκβάσεως τοῦ πολέμου, τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ, δὲν εἶνε κἂν ζήτημα ἀμφίβολον, εἶνε ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται παρὰ νὰ λυθῇ ὡρισμένως ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς τῶν Εὐρωπαϊκῶν συνδυασμῶν, ἐκείνου εἰς τὸν ὁποῖον μετέχει ἡ Γερμανία. Εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, κύριοι, ὅτι ἡ παρασκευὴ καὶ ἡ ὀργάνωσις, ἡ Γερμανική, εἶνε ἀληθῶς θαυμασταὶ ἀλλ’ ἐὰν ἡ ὀργάνωσις αὕτη, ἡ παντοδαπὴ καὶ ἄλλη, ἰδίᾳ δὲ ἡ στρατιωτικὴ δὲν κατώρθωσε κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας τοῦ πολέμου, ὅτε ἀντεμετώπισε πολεμίους οὐχὶ κἂν ἐξ ἴσου, παρεσκευασμένους, δυστυχῶς διὰ πολλοὺς ἐξ αὐτῶν, οὐδὲ ἐπαρκῶς κἂν παρεσκευασμένους, ἂν δὲν κατώρθωσε, λέγω, κατὰ τοὺς πρώτους μῆνας νὰ ἐπιτύχῃ ἀποφασιστικὰ ἀποτελέσματα, φρονῶ—καὶ δὲν εἶνε ἀνάγκη νὰ εἶνε κανεὶς στρατιωτικὸς διὰ νὰ κρίνῃ ἐπὶ τῶν μεγάλων γραμμῶν τῶν ζητημάτων τούτων—φρονῶ, ὅτι, ἀμέσου καὶ κεραυνοβόλου ἐπιτυχίας μὴ ἐπιτευχθείσης ἐν ἀρχῇ, ἡ τελικὴ ἔκβασις τοῦ ἀγῶνος δὲν ἠμπορεῖ τοὐλάχιστον παρὰ εἶνε ἐντελῶς ἀμφίβολος διὰ τὸν συνδυασμόν, οὗ μετέχει ὁ Γερμανικὸς κολοσσός, διότι ὁ ἕτερος τῶν Εὐρωπαϊκῶν συνδυασμῶν ἀντλεῖ ἀπὸ δεξαμενῶν καὶ ἀνθρωπίνης δυνάμεως καὶ οἰκονομικῆς δυνάμεως, διπλασίων ἐκείνων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἀντλεῖ ὁ ἕτερος. Ὅσον δὲ παρέρχεται ὁ χρόνος καὶ ὅσον δίδεται ἡ εὐκαιρία πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀτελοῦς ἀρχικῶς παρασκευῆς τῶν ἄλλων κατὰ τοσοῦτον ἡ ἀσφαλὴς ὑπό τινων ὑποτιθεμένη νίκη τοῦ ἑνὸς τῶν συνδυασμῶν καθίσταται μᾶλλον ἀμφίβολος. Ἀλλά, κύριοι, ὅ,τι τὴν στιγμὴν ταύτην ὀφείλει νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς εἶνε τοῦτο· ἀμφιβόλου οὔσης τῆς ἐκβάσεως συμφέρει εἰς ἡμᾶς σήμερον νὰ καθαρίσωμεν τοὺς ἐκκρεμεῖς λογαριασμοὺς πρὸς τὸν γείτονα ἢ συμφέρει ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῶν βραδύτερον; Βεβαίως δὲν λέγει τις ὅτι ἡ Ἑλλάς, μικρὸν κράτος καὶ μικρὰν διαθέτουσα στρατιωτικὴν δύναμιν, θὰ δυνηθῇ ἐν τῷ πολέμῳ, τῷ Εὐρωπαϊκῷ, νὰ εἰσφέρῃ εἰσφορὰν ἀποφασιστικὴν διὰ τὴν γενικὴν αὐτοῦ ἔκβασιν. Ἀλλά, κύριοι, ἡ Ἑλλὰς ἂν ἤθελεν ἀκολουθήσῃ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην, δὲν θὰ ἐπρόκειτο νὰ ἀναμιχθῇ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον οὔτε κἂν θὰ ἐπρόκειτο νὰ ἐκστρατεύσῃ μέχρι τοῦ Δουνάβεως, θὰ ἐπρόκειτο μόνον νὰ παραμείνῃ μὲ τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας δηλοῦσα πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὴν νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀντεπιτεθῇ κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Εἰς τὸ θέατρον δὲ τοῦτο τοῦ πολέμου, τὸ νοτιανατολικόν, ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσφέρῃ ἡ Ἑλλάς, θὰ ἦτο ἀξία λόγου, θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ οὐσιώδη ἀποτελέσματα. Ὅπως ἡ Βουλγαρία, μικρὸν κράτος κατορθώνει διὰ τῆς ἐνδεχομένης μετοχῆς της νὰ παράσχῃ πλεονεκτήματα κολοσσιαῖα διὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου ἐν τῷ θεάτρῳ τούτῳ, τῷ νοτιανατολικῷ, εἰς τὴν μερίδα τὴν ἑτέραν τῶν ἀντιμαχομένων δυνάμεων, οὕτω καὶ ἡ Ἑλλάς, μετέχουσα ὅπως παρακωλύσῃ τὴν Βουλγαρίαν ἀπὸ τοῦ νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Σερβίας, θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσφέρῃ ἀποφασιστικὴν συνδρομὴν τόσον ἀποφασιστικήν, ὥστε νὰ εἶνε τις βέβαιος ὅτι καὶ ἂν πρὸς τὸ βόρειον μέρος τοῦ θεάτρου τούτου τοῦ πολέμου, τοῦ νοτιοανατολικοῦ, οἱ σύμμαχοι ἡμῶν Σέρβοι ἠναγκάζοντο νὰ ὑποχωρήσωσι, θὰ ἦτο ἀδύνατον εἰς τοὺς ἀντιπάλους ἡμῶν νὰ φθάσωσιν εἰς τὰ νότια μέρη τοῦ θεάτρου τούτου τοῦ νοτιανατολικοῦ, μέρη, τὰ ὁποῖα θὰ κατείχοντο παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, παρὰ τῶν λειψάνων τοῦ ὑποχωροῦντος τυχὸν Σερβικοῦ στρατοῦ καὶ παρὰ τῆς δυνάμεως τῆς ξένης, ἥτις θὰ ἤρχετο εἰς ἐπικουρίαν ἡμῶν. Θὰ ἦτο ἀδύνατον στρατός τις μέγας νὰ φθάσῃ ἐξυπηρετούμενος ὑπὸ τῆς μιᾶς καὶ μόνης σιδηροδρομικῆς γραμμῆς, καθ’ ὃν χρόνον αἱ ἡμέτεραι δυνάμεις θὰ ἐξυπηρετοῦντο ἀφθόνως διὰ τῆς θαλασσίας ὁδοῦ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τῆς Καβάλλας. Ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν στερεὰν ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν ἦτο ἡ ἔκβασις τοῦ πολέμου εἰς τὰ λοιπὰ μέτωπα, αἱ διαπραγματεύσεις τῆς εἰρήνης θὰ εὕρισκον τὴν Ἑλλάδα ἔχουσαν προχωρήσει εἰς τὸ Βουλγαρικὸν ἔδαφος, πάντως δὲ κατέχουσαν τοὐλάχιστον μετὰ τῶν συμμάχων της ἀκέραιον τὸ ἴδιον αὐτῆς ἔδαφος καὶ εἰς τὸ συνέδριον τῆς εἰρήνης μὲ τοιαύτην κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἡ Ἑλλὰς θὰ παρεκάθητο ὑποστηριζομένη ὑπὸ τεσσάρων ἔτι μεγάλων Δυνάμεων, συμμάχων ἤδη αὐτῆς. Ἀλλά, κύριοι, κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐξετάσω τὸ πρᾶγμα καὶ ἀπὸ ἄλλης ἀκόμη ἀπόψεως. Εἶπον, ὅτι ἐξητάσθη ἐν τῷ τύπῳ καὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ γνώμῃ καὶ ποῖος συνέφερε ἡμᾶς νὰ εἶνε ὁ νικητής, ὁ τελικός, ἐν τῷ μεγάλῳ τούτῳ πολέμῳ. Ἡ ξενικὴ προπαγάνδα ἐπεχείρησε νὰ πείσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.....
§4Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ποία ἐκ τῶν δύο;
§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτι τὸ συμφέρον τῆς χώρας εὑρίσκεται εἰς τὴν ἧτταν τῶν δυτικῶν Δυνάμεων καὶ εἰς τὴν ἐπικράτησιν τοῦ συνδυασμοῦ, τοῦ ὁποίου μετέχει ἡ Τουρκία καὶ τοῦ ὁποίου μετέχει ἤδη ἡ Βουλγαρία. Ἐφθάσαμεν δέ, κύριοι, νὰ ἴδωμεν χαιρετιζομένας μετὰ χαρᾶς ἀποτυχίας εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῶν Δαρδανελλίων. Ἡ ἐθνικὴ ψυχὴ ἐν τούτοις, κύριοι, δὲν ἐπλανήθη ποτὲ καὶ εἶνε ἀδύνατον σήμερον ἰδίως νὰ πλανηθῇ, σήμερον, ὅτε πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο τάσσεται ὁριστικῶς καὶ ἡ Βουλγαρία. Ἡ νίκη τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως σήμερον, ἐάν, τῆς Βουλγαρίας μετεχούσης εἰς τὸν πόλεμον, ἠναγκαζόμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ μετάσχωμεν αὐτοῦ, ἡ νίκη, λέγω, τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως θὰ ἐξυπηρέτει τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα περισσότερον ἀπὸ ὅ,τι ἦτο δυνατόν, ὄχι αἰσιόδοξοι πολιτικοὶ ἄνδρες, ἀλλὰ κορυβαντιῶντες θὰ ἔλεγον ποιηταί, νὰ φαντασθῶσι καὶ νὰ ἐλπίσωσιν. Ἧττα τοῦ συνδυασμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀνῆκε καὶ ἡ Βουλγαρία θὰ ἐσήμαινεν ὁριστικῶς θάψιμον τῶν βλέψεων καὶ ἀξιώσεων τοῦ κράτους τούτου ἐπὶ τῆς ἡγεμονίας ἐν τῇ Βαλκανικῇ, θὰ ἐσήμαινε καὶ ἐδαφικὸν αὐτῆς περιορισμὸν ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ, ἐνῷ συγχρόνως θὰ ἐσήμαινεν ἐπέκτασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους καὶ εἰς τὴν ἀπέναντι ἀκτήν, τὴν Μικρασιατικήν, καὶ εἰς τὴν Βαλκανικὴν Χερσόνησον. Ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς εἶμαι βέβαιος ὅτι πάλιν θὰ λέγῃ μέσα του: κύτταξε τὸν αἰσιόδοξον πόσον τανύει τὰ πτερά του καὶ ποίας ἀπόψεις μᾶς διανοίγει. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κερκύρας, ὅτι πολὺ εὐλογώτερον θὰ ἠδύνατο νὰ μυκτηρίσῃ τὰς ἐλπίδας μου καὶ προβλέψεις μου ἂν κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πρὸς τὴν Τουρκίαν πρώτου πολέμου ἔλεγον εἰς αὐτόν, ἐὰν τὸ ἐγνώριζα καὶ ἐγώ, ὅτι ἀπὸ τοῦ Παπαπουλίου θὰ μετετίθεντο τὰ σύνορα ἡμῶν εἰς τὸν Νέστον, παρὰ ὅσον δύναμαι σήμερον νὰ προκαλέσω τὸν σκεπτικισμόν του λέγων εἰς αὐτόν, ὅτι τὰ σύνορα ἀπὸ τοῦ Νέστου θὰ ἠδύναντο νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὸν Μαίανδρον καὶ τὸν Ἕρμον. Ἀλλ’ ἀντιθέτως ποῖαι θὰ εἶνε αἱ συνέπειαι τῆς νίκης τοῦ συνδυασμοῦ ἐκείνου, τοῦ ὁποίου μετέχουν ἡ Τουρκία καὶ Βουλγαρία, ποῖα θὰ εἶνε τὰ ἀποτελέσματα διὰ τὰ Ἐθνικὰ ἡμῶν συμφέροντα; Ἐνίσχυσις τῆς Τουρκίας, ἐνίσχυσις, ἡ ὁποία ἄλλοτε δὲν θὰ μὲ ἀνησύχει, ἀλλ’ ἡ ὁποία μὲ ἀνησυχεῖ ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπεκράτησε τὸ Νεοτουρκικὸν καθεστὼς ἐν Τουρκίᾳ. Καὶ δὲν δύναται παρὰ νὰ μὲ ἀνησυχῇ ὑπερμέτρως διότι γνωρίζετε ὅτι πρὸς τὴν ἐπικράτησιν αὐτῶν θὰ συνδεθῇ ἡ καταστροφὴ τοῦ ὑπολοίπου Ἑλληνισμοῦ, τὸ ἐκρίζωμα τοῦ ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνισμοῦ. Πρὸς τὴν νίκην ταύτην, θὰ συνδεθῇ ἡ συντριβὴ τῆς Σερβίας, ἑνὸς ἐκ τῶν παραγόντων τῆς Βαλκανικῆς ἰσορροπίας· πρὸς τὴν νίκην ταύτην θὰ συνδεθῇ ἡ ὑπερεξόγκωσις τῆς δυνάμεως τῆς Βουλγαρίας. Λέγεται, κύριοι, καὶ γνωρίζω τοῦτο, ὅτι ὁ συνδυασμὸς οὗτος ἢ τοὐλάχιστον ἓν τῶν μελῶν αὐτοῦ, τὸ καὶ διευθῦνον, ὑπόσχεται εἰς ἡμᾶς ὅτι οὐδὲν ἔχομεν νὰ χάσωμεν, ὑπόσχεται εἰς ἡμᾶς τὴν ἐδαφικὴν ἀκεραιότητα. Γνωρίζω ἀκόμη ὅτι ὑπόσχεται εἰς ἡμᾶς καὶ ἐπέκτασιν ἐν νοτίῳ Ἀλβανίᾳ, μικρὰν βεβαίως, διότι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ δὲν πιστεύω νὰ εὑρίσκηταί τις διατιθέμενος νὰ ἴδῃ τὸ Ἑλληνικὸν κράτος ἐπεκτεινόμενον καὶ πέραν τοῦ σημείου ἐκείνου, ὅπου ἡ δρᾶσις τοῦ Ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ δίδει εἰς ἡμᾶς ἑδραῖα θεμέλια εἰς περαιτέρω ἐκπολιτιστικὴν ἐργασίαν. Ἐάν, κύριοι, συμβουλευθῆτε τὸν χάρτην, θὰ ἰδῆτε ὅτι τὸ τμῆμα τοῦτο εἶνε πολὺ μικρὸν μετὰ τὴν κατάληψιν τῆς Βορείου Ἠπείρου ὑφ’ ἡμῶν. Ἀκόμη ἀνεγνωρίσαμεν ὅτι ἡ περιοχὴ Δοϊράνης–Γευγελῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ ἀληθῶς τὴν κλεῖδα τῶν Μακεδονικῶν μας συνόρων, πρέπει νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἤκουσα λεγόμενον ἐπίσης καὶ παρ’ ἄλλων ἀνευθύνων..........
§6Γ. ΠΩΠ. Τὰ πρῶτα, τὰ ὑπεσχέθησαν ὑπευθύνως;
§7ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ πρῶτα τὰ ἤκουσα ἀπὸ πρόσωπον κατέχον ἐπίσημον θέσιν, αὐτὰ δὲ τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω τὰ ἤκουσα ἀπὸ πρόσωπα μὴ κατέχοντα ἐπίσημον θέσιν. Ἤκουσα νὰ λέγηται, ὅτι ὑπόσχονται εἰς ἡμᾶς τὸ Μοναστήριον, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδέποτε πραγματικῶς ἐγένετο λόγος, καὶ τὰ Δωδεκάνησα καὶ τὴν Κύπρον. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν τοὺς ἀφελεῖς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπίστευον ὅτι ἡ μεταβολὴ καὶ εἰς τὸ καθεστώς, τὸ νησιωτικόν, θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ παρὰ τὴν θέλησιν τῶν κυριαρχουσῶν τῆς θαλάσσης Δυνάμεων. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ θὰ ἤμην εὐτυχὴς ἐάν, ἀκολουθοῦντες ἄλλην πολιτικὴν ἢ ἐκείνην, ἣν εἰσηγήθην, ἐφθάναμεν ὄχι νὰ πάρωμεν νέα νησιά, ἀλλὰ νὰ διατηρήσωμεν ἀπὸ παντὸς κινδύνου τὰ νησιά, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀνήκουν σήμερον. Ὑπάρχουν λοιπὸν οἱ λέγοντες: Ἀφοῦ πρὸς ἡμᾶς ὑπόσχονται τὴν ἐδαφικήν μας ἀκεραιότητα, μᾶς δίδουν μάλιστα καὶ τὴν κλεῖδα τῆς Δοϊράνης καὶ Γευγελῆς καὶ μικράν τινα ἐπέκτασιν πρὸς τὴν νότιον Ἀλβανίαν, διατί δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς ταῦτα διὰ νὰ μὴ ἀντιμετωπίσωμεν κινδύνους οὐδενὸς πολέμου; Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις, κύριοι, δὲν ἠμπορεῖ εἰς τὴν ἐρώτησιν αὐτὴν νὰ εἶνε ἀμφίβολος. Ἡ ἀκεραιότης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους θίγεται καιριώτατα κατὰ τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ σχέσις αὐτοῦ πρὸς τὰ ἀντίζηλα κράτη ἐν τῇ χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου, ἡ ἀποκατασταθεῖσα διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου, ἤθελεν ἀνατραπῆ οὐσιωδῶς. Θὰ ἦτο ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνον διὰ τὸ ἐθνικὸν μέλλον ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἐστερεῖτο καὶ μικροῦ τινος τμήματος τῆς χώρας αὐτῆς, καθ’ ἣν στιγμὴν καὶ οἱ ἄλλοι λαοὶ θὰ περιωρίζοντο κατ’ ἀνάλογον βαθμόν. Ἀλλὰ σήμερον ὅτε ἡ μὲν Ἑλλὰς δὲν πρόκειται νὰ σμικρυνθῇ ἀλλὰ καὶ μικρά τινα ψυχία πρόκειται νὰ λάβῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀπὸ τῆς τραπέζης αὐτῆς, τὴν ὁποίαν ἀνοίγει ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, πρόκειται νὰ λάβῃ ὁ ἀντίζηλος ἀνάπτυξιν κολοσσιαίαν, ἐρωτῶ, κύριοι, ὅταν θὰ ἔχῃ ἐκλείψῃ ἡ Σερβία, ὅταν ἡ Βουλγαρία θὰ ἔχῃ ὑπερεξογκωθῆ διὰ τῆς καταλήψεως μεγάλου ἢ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ μέρους τῆς Σερβικῆς Μακεδονίας διὰ τῆς ἐξόδου αὐτῆς, ὅπως λέγεται, τῆς ὄχι ἀπιθάνου, πρὸς τὴν Ἀδριατικήν, ἐρωτῶ, λέγω, ποία θὰ εἶνε ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος ἀπέναντι τοιαύτης ρυθμίσεως τῶν Βαλκανικῶν πραγμάτων; Εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῇ ἡ χώρα εἴτε αὔριον εἴτε μετὰ δύο ἔτη, ὅτε, ἐκλειπούσης τῆς ὑποσχέσεως αὐτῆς, ὅτι δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν Βουλγαρίαν σήμερον νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ἡ Βουλγαρία θὰ ἤθελε νὰ ἐξοφλήσῃ τοὺς μεθ’ ἡμῶν λογαριασμούς; Θὰ ἔχωμεν, κύριοι, νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν πόλεμον, τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν σήμερον, ἐν συμμαχίᾳ, πλέον πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, ταύτην μὲν σύμμαχον τῆς Αὐστρίας, τῆς Τουρκίας καὶ τῆς Γερμανίας — δὲν λέγω ταῦτα διὰ νὰ εἴπω ὅτι οἱ σύμμαχοι θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν πόλεμον, λέγω μόνον τοῦτο, ὅτι θὰ δύναται καὶ διπλωματικῶς νὰ ἐρείδεται ὁ ἀντίπαλος ἡμῶν ἐπὶ τριῶν Δυνάμεων — θὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν ρῆξιν μὲ τὴν Βουλγαρίαν, τοιαύτην θέσιν ἔχουσαν πολιτικὴν καὶ διπλωματικήν, ἡμεῖς ἐστερημένοι συμμάχων, ἀλλὰ καὶ φίλων, διότι οὐδένα θὰ ἔχωμεν πλέον τοιοῦτον. Ὁ κόμβος τοῦ ζητήματος, κύριοι, ἔγκειται ἐδῶ. Δὲν πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ πόλεμος ἢ ὄχι, τὸ ζήτημα εἶνε πότε θὰ ἀντιμετωπισθῇ ὁ πόλεμος οὗτος μετὰ μεγαλειτέρων ἐλπίδων ἐπιτυχίας μετὰ μικροτέρων φόβων, κινδύνων καὶ καταστροφῶν. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ φρίττω πρὸ τῆς θέσεως, ἡ ὁποία ἤθελε δημιουργηθῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐὰν αἱ προβλέψεις μου ἤθελον ἐπαληθεύσῃ, ἐάν, συντριβομένης σήμερον τῆς Σερβίας, ἠθέλομεν ἤδη πρὸς τὰ βόρεια ἡμῶν σύνορα ἐκτεινόμενον ἓν Κράτος οὐσιωδῶς ἰσχυρότερον ἡμῶν· δὲν δύναμαι δὲ νὰ ὑποθέσω ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐμπειρία τῆς παρούσης Κυβερνήσεως καὶ ὁ πατριωτισμὸς τῶν ἀποτελούντων αὐτὴν μελῶν, δύναται νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κατάστασιν μόνον διὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν εἶνε πιθανὸν αὕτη νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἀρχήν, εἰς τὸν χρόνον τοῦ παρόντος πολέμου· δὲν θὰ ἦτο ἄξιον παντάπασιν ἀνδρῶν τῆς περιωπῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, νὰ μὴ ἀποβλέψωσι καὶ πρὸς τὸ μέλλον καὶ δὴ τὸ ἄμεσον μέλλον, τὴν αὔριον ἴσως. Κύριοι, ἡ Κυβερνητικὴ ὑμῶν δήλωσις δὲν παρέχει εἰς ἡμᾶς ἀσφαλὲς κριτήριον, ὅπως γνωρίσωμεν ποία ἔσται ἡ πολιτικὴ ὑμῶν. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τὴν ἀοριστίαν ταύτην. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ θέσω ὡς δεδομένον καὶ ὅτι εἶνε δυνατὸν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐν τῇ περαιτέρω ἐξελίξει τῶν πραγμάτων, νὰ εὕρῃ ὅτι ἡ οὐδετερότης εἴτε ἔστω καὶ ἔνοπλος, πρέπει νὰ διατηρηθῇ μέχρι τέλους καὶ ἂν ἀκόμη ἡ Βουλγαρία ἐξήρχετο τῆς οὐδετερότητος καὶ ἐπετίθετο κατὰ τῆς Σερβίας. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ θὰ ζητήσω συγγνώμην ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως, ἂν ἀπευθύνω συμβουλὰς τινας, εἰς τὰς ὁποίας δὲν θὰ εἶχον δικαίωμα οὔτε ἐκ τῆς ἡλικίας μου ἀκόμη, ἀλλ’ εἰς τὰς ὁποίας μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα τὸ περιστατικὸν ὅτι ἀνταποδίδω ὀφειλὴν εἰς δύο ἐκ τῶν ἐξεχόντων, τῶν ἀποτελούντων τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας βουλευτήν, καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀχαϊοήλιδος βουλευτήν, ἐλπίζων ὅτι καὶ τὰ λοιπὰ μέλη θὰ μοῦ συγχωρήσουν, ἐὰν νομίζουν ὅτι μοῦ ἐπιτρέπεται ἐξοφλῶν τὴν ὀφειλὴν ταύτην, νὰ ἀπευθύνω συμβουλὰς τινας. Ἀλλ’ ἐάν, λέγω, ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι ἐν τῇ ἐξελίξει τῶν πραγμάτων ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔκρινεν ἐπιβεβλημένον νὰ μετάσχῃ εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ εἰς περίπτωσιν ἀκόμη μετοχῆς τῆς Βουλγαρίας, θὰ ἔλεγον εἰς αὐτὴν τοῦτο· «Ἂς μὴ πλανώμεθα· οὐδετερότητα βεβαίως τηροῦμεν, καὶ θὰ ἔλεγον μάλιστα ὅτι ἡ οὐδετερότης ἡμῶν δύναται νὰ ἐμφανίζεται καὶ ὡς φιλικὴ πρὸς τὴν ἑτέραν τῶν ὁμάδων, ἂν ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διὰ τὴν ὕπαρξιν τῆς συμμαχίας ἡμῶν μετὰ τῆς Σερβίας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἡ οὐδετερότης ἡμῶν δὲν ἦτο δυνατὸν ἀνέκαθεν παρὰ νὰ εἶνε φιλικὴ καὶ εὔνους. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ οὐδετερότης ἡμῶν, ἡ ἔνοπλος, ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶνε ἀπὸ διαθέσεως καὶ συμφώνως πρὸς τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν εὔνους πρὸς τὸ ἕτερον μέρος, ἔργῳ ὅμως καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματός της, ἡ οὐδετερότης ἡμῶν δὲν εἶνε παρὰ ἀποκλειστικῶς ὠφέλιμος εἰς τὸν ἀντίθετον σύνδεσμον. Καὶ θέλοντες, κύριοι, καὶ ἂν δὲν εἴχομεν εἰλικρινεῖς διαθέσεις οὐδετερότητος, τὰς ὁποίας δὲν ἀμφισβητῶ καθόλου ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐὰν ἠθέλομεν τυχόν, ὅπως παράσχωμεν εἰς τὸν ἕτερον συνδυασμὸν μείζονα συνδρομήν, δὲν θὰ ἠδυνάμεθα ἄλλο τι νὰ πράξωμεν πέραν τούτου, τὸ ὁποῖον πράττομεν. Λέγω τοῦτο διὰ νὰ εἴπω ὅτι, ἡ ὑπηρεσία τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς ἐμμονῆς αὐτῆς, τῆς ἐνδεχομένης, ἐν τῇ οὐδετερότητι, μέχρι τέλους θέλει παράσχει πρὸς τὸν Αὐστρογερμανικὸν συνδυασμόν, ἡ ὑπηρεσία αὕτη εἶνε μεγάλη καὶ ἡ ὑπηρεσία εἶνε εὔλογον καὶ φυσικόν, ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ ἀναλόγων ἀνταλλαγμάτων. Ἤκουσα λεγόμενον ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν ἕτερον συνδυασμόν, διότι θὰ ἐξετιθέμεθα οὕτως εἰς τὴν μῆνιν τοῦ ἄλλου. Δὲν εἶμαι καθόλου σύμφωνος εἰς τοῦτο. Ἐὰν ἐξετιθέμεθα εἰς τὴν μῆνιν τοῦ ἑτέρου συνδυασμοῦ, τηροῦντες εὐμενῆ οὐδετερότητα μέχρι τέλους καὶ ἐνδεχομένως μὴ σπεύδοντες εἰς βοήθειαν τῆς Σερβίας, δὲν θὰ ἐκτεθῶμεν διότι, προσφέροντες τὰς ὑπηρεσίας ταύτας ἀθελήτως εἰς τὸν ἕτερον συνδυασμόν, ἐφροντίσαμεν νὰ λάβωμεν καὶ ἀνταλλάγματα· ἡ μῆνις αἰτίαν θὰ εἶχεν ὅτι διὰ τῆς πολιτείας ἡμῶν, ἐξυπηρετοῦμεν τὸν ἕτερον συνδυασμὸν ὄχι διότι ἠθελήσαμεν νὰ ἐκπορισθῶμεν ὠφέλειάν τινα ἐκ τῆς πολιτείας ἡμῶν ταύτης, ἣν νομίζομεν, κατὰ τὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐπιβάλλουσι τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, θὰ ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ἂν τοιαύτη ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἡμῶν μέχρι τέλους ἤθελε διαρρυθμισθῇ ὑπὸ τῶν πραγμάτων, θὰ ἦτο ἐπιβεβλημένον ὅπως ἐκπορισθῇ τὸ Κράτος τὰς ὠφελείας ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἶνε δυνατὸν νὰ ἐκπορισθῇ ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν, τὰς ὁποίας προσφέρει, οὐχὶ διότι θέλει νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν ἕτερον συνδυασμόν, ἀλλὰ διότι νομίζει ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὰ ἴδια συμφέροντα. Εἶνε καθημερινὸν τὸ φαινόμενον τῶν κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐν πολέμῳ μένοντα οὐδέτερα χάριν ἰδίων συμφερόντων, ἀσφαλίζουν ἀνταλλάγματα καὶ διὰ τὴν οὐδετερότητα καὶ μόνην. Ἀλλὰ ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀνταλλάγματα ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνόμιζον ἐπιβεβλημένον ὅπως φροντίσωμεν νὰ ἀσφαλίσωμεν; Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω, ἐν τούτῳ, ὅτι τὴν ἐπιδίωξιν τῶν ἀνταλλαγμάτων αὐτῶν θὰ ἤθελον καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον, ὅπως διὰ τῆς ὑπευθύνου ὁδοῦ καὶ δι’ εὐθύνης τῶν ἁρμοδίων νὰ διομολογηθῇ πᾶν τι, τὸ ὁποῖον εἶνε δυνατὸν νὰ διομολογηθῇ, διότι καὶ ἡ εὐθύνη διὰ τοιαύτας συνεννοήσεις καὶ διὰ τὰ τυχὸν ἀποτελέσματα αὐτῶν, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπιπέσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ γνωρίζω ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις τοὐλάχιστον δὲν θὰ ἤθελε νὰ ἀποφύγῃ τοιαύτας εὐθύνας, ὅπως ἐπιρρίψῃ αὐτὰς ἀλλαχοῦ. Θὰ ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἐπέλθῃ συνεννόησις πρὸς τὸν συνδυασμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον, ἔστω καὶ ἀθελήτως, θὰ ἐξυπηρετοῦμεν διὰ τῆς τοιαύτης πολιτικῆς μας, πρῶτον μὲν διὰ νὰ μάθωμεν ποῖα εἶνε τὰ ἐδαφικὰ ἀνταλλάγματα, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλγαρία πρόκειται νὰ λάβῃ διὰ τῆς συμμετοχῆς εἰς τὸν πόλεμον τοῦτον, διότι ἡ γνῶσις τούτου δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ὑμᾶς, ὡς στοιχεῖον ἀσφαλές, ἵνα κρίνετε, ἐὰν οἱ φόβοι καὶ αἱ ἀνησυχίαι, τὰς ὁποίας ἔχω, εἶνε τοσοῦτον βάσιμοι, ὡς ἐγὼ φρονῶ, ἢ εἶνε ὑπερβολικῶς χρωματισμέναι. Δεύτερον, διὰ νὰ καθορισθῶσιν ἀσφαλέστερον τὰ ἀνταλλάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ λάβωμεν ἡμεῖς, ἡ ἐπέκτασις δηλαδὴ πρὸς τὴν νότιον Ἀλβανίαν, ἡ παραχώρησις τῶν κλειδῶν τῆς Δοϊράνης–Γευγελῆς, τὰς ὁποίας, ἄλλως τε νομίζω ὅτι ἔχομεν καθῆκον νὰ σπεύσωμεν νὰ καταλάβωμεν ἐγκαίρως, μὴ ἀναβάλλοντες τοῦτο μετὰ τὸ πέρας τοῦ πολέμου. Τρίτον θὰ ἐζήτουν ὅπως ἡ ἐγγύησις, ἡ ὁποία μᾶς δίδεται διὰ τὴν ἀκεραιότητα τῆς χώρας, μὴ περιορισθῇ μόνον εἰς τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ὁπότε θὰ εἶνε ἐλαχίστης ἀξίας, ἀλλὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ σειράν τινα ἐτῶν, ἂς εἴπω μίαν δεκαετίαν, ὥστε τὴν ἐπιούσαν τῆς λήξεως τοῦ πολέμου νὰ μὴ εὑρισκώμεθα πρὸ φόβου τρίτου πολέμου καθ’ ἡμῶν, μονομαχίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ἵνα μᾶς δοθῇ καὶ ὁ χρόνος νὰ ἀναπτύξωμεν καὶ ὀργανώσωμεν καὶ τοὺς πόρους τῶν νέων ἡμῶν κτήσεων καὶ τὰς στρατιωτικὰς ἡμῶν δυνάμεις, ὥστε νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὴν μονομαχίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ διεξαχθῇ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς γείτονος χώρας ἄνευ πλέον φίλων καὶ ἄνευ συμμάχων. Θὰ ἔλεγον ἀκόμη, ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον καὶ ἀνάλογον πρὸς τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέχομεν, τηροῦντες μέχρι τέλους τὴν οὐδετερότητα ἡμῶν, ἐὰν ζητοῦμεν ὅπως διὰ τῆς παρεμβάσεως τῆς Αὐστρίας καὶ Γερμανίας ἐπιβληθῇ ἡ ἀνταλλαγὴ τῶν πληθυσμῶν τῶν δύο χωρῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ ἐκτάσεως πολλῶν ἑκατοντάδων χιλιομέτρων πρόκειται νὰ συνορεύουν τοῦ λοιποῦ, ὅπως οἱ μὲν Βουλγαρικοὶ πληθυσμοί, οἱ ζῶντες ἀκόμη ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, μεταφερθῶσιν εἰς τὴν Βουλγαρίαν, οἱ Ἑλληνικοὶ δὲ πληθυσμοί, οἱ ζῶντες ἀκόμη καὶ μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς καταστροφὰς ἐν Βουλγαρίᾳ, μεταφερθῶσιν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους. Θὰ ἦτο τοῦτο, κύριοι, μία ἐκ τῶν καλλιτέρων ἐγγυήσεων ὅτι τὸ καθεστώς, τὸ Βουλγαρικόν, οἷον θὰ προήρχετο ἐκ τοῦ παρόντος πολέμου, θ’ ἀνεγνωρίζετο ὅπως δήποτε εἰλικρινῶς ὑπὸ τῶν ἐνδιαφερομένων Κρατῶν καί, τοὐλάχιστον, θὰ ἔλειπεν ἀπὸ τὸν ἀντίπαλον τὸ μέγα ἐπιχείρημα ὅτι ἀγωνίζεται πρὸς πραγματοποίησιν ἀξιώσεων, αἱ ὁποῖαι στηρίζονται τάχα ἐπὶ ἐθνολογικῶν βάσεων. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι ἐὰν οὐδὲ τοῦτο ἤθελε γίνῃ, ἐὰν ἠθέλομεν ἀφεθῇ, φερόμενοι ὑπὸ τῶν περιστάσεων, νὰ φθάσωμεν μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ πολέμου τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ εἰς διαρρύθμισιν τῶν Βαλκανικῶν πραγμάτων, οἵαν ἐγὼ τὴν προβλέπω ἀσφαλῶς, μὲ τὴν ἰσορροπίαν τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου ἀνατραπεῖσαν, μὲ Βουλγαρίαν οὐσιωδῶς ἰσχυροτέραν τῆς Ἑλλάδος, θὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἀγωνίαν τῆς ἐθνικῆς ψυχῆς, διὰ τὴν ἔκβασιν τῆς ἀναποτρέπτου συγκρούσεως, ἡ ὁποία θὰ καταστήσῃ ἀβίωτον τὸν βίον τῆς χώρας ταύτης. Δὲν θέλω, κύριοι, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τὴν τόσον κρίσιμον, νὰ ὑπάρξω πικρὸς πρὸς οὐδένα, δὲν ποθῶ νὰ παρεξηγηθῶ, ἐὰν εἴπω πρὸς ὑμᾶς· Προσέξατε, ποίαν τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων παρέλαβε παρ’ ὑμῶν τὴν Ἑλλάδα καὶ ποίαν τὴν παραδίδει πρὸς ὑμᾶς, προσέξατε μήπως τὴν παραδώσητε ἀργότερον ἐλάσσονα. Ἔχω ἀκόμη ἀνάγκην ὅμως νὰ ὑπομνήσω ὅτι, ὅτε κατὰ Φεβρουάριον εἰσηγήθην τὴν γνώμην τῆς μετοχῆς ἡμῶν εἰς τὸν πόλεμον χάριν εὐρυτάτων ἐδαφικῶν ἀνταλλαγμάτων ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, τὸ κυριώτερον τῶν ἐπιχειρημάτων, τὸ ὁποῖον ἀντετάχθη κατὰ τῆς πολιτικῆς μου, ἦτο ὁ Βουλγαρικὸς κίνδυνος. Ὁ Βουλγαρικὸς κίνδυνος ἐθεωρεῖτο τοσοῦτον μέγας καὶ τοσοῦτον δεινὸς καὶ τοσοῦτον ὀφείλων ν’ ἀπορροφᾷ ἐντελῶς πᾶσαν τὴν σκέψιν καὶ πᾶσαν τὴν δραστηριότητα τοῦ Ἔθνους, ὥστε δὲν ἐκρίνετο κἂν ἐπιτετραμμένον νὰ γίνῃ σκέψις περὶ παραχωρήσεως ἐκ μέρους ἡμῶν δύο χιλιάδων χιλιομέτρων ἐδάφους ἐθνικοῦ ἐν Βαλκανίοις ἐπὶ ἀνταλλάγματι πεντηκονταπλασίῳ ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, διότι ὑπεστηρίζετο ὅτι πᾶσα ἡ προσοχὴ ἡμῶν θὰ ἔπρεπε νὰ εἶνε εἰς τὰ Βαλκάνια, ὅτε οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶνε ἡ αὔξησις ἡμῶν ἀλλαχοῦ θὰ ἦτο δεινὸν τὸ πρᾶγμα ἂν ἐν τοῖς Βαλκανίοις ἐβλέπομεν τὴν Βουλγαρίαν αὐξανομένην ἐδαφικῶς καὶ ἐνισχυομένην ἀπέναντι ἡμῶν. Καὶ σήμερον δὲ πάλιν, ὅτε εἰσηγοῦμαι τὴν γνώμην ὅτι εἰς τὴν Βουλγαρίαν δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψωμεν διὰ τῆς μετοχῆς της εἰς τὸν πόλεμον νὰ ἀσφαλίσῃ κολοσσιαῖα ἐδαφικὰ ἀνταλλάγματα ἄνευ ἀντιστοίχων ὑπὲρ ἡμῶν ἀνταλλαγμάτων, σήμερον ὅτε διὰ τῆς ἀντιθέσεως εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ Βουλγαρία πρὸς τὰς τέσσαρας τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἐν περιπτώσει νίκης θὰ ἐβλέπομεν τὸν Βουλγαρικὸν κίνδυνον ἐξατμιζόμενον, θὰ ἐβλέπομεν τὸν ἱστορικὸν ἀγῶνα τὸν διεξαγόμενον μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Βουλγάρων ἀπὸ δεκατριῶν ὅλων αἰώνων, τὸν μέχρι σήμερον ἐκκρεμῆ καὶ ἀμφίρροπον, λαμβάνοντα λύσιν ὁριστικὴν ἴσως ἢ τοὐλάχιστον διὰ μακρότατον χρόνον, ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, σήμερον, λέγω πάλιν ὑπάρχουσιν ἐνδοιασμοὶ κατὰ τῆς πολιτικῆς τῆς ἐμῆς καὶ λησμονεῖται ὅτι ὁ βουλγαρικὸς κίνδυνος εἶνε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἔπρεπε ν’ ἀποτελῇ τὸν γνώμονα πάσης ἡμῶν ἐνεργείας. Κύριοι ἐτελείωσα. Εἶπον ὅ,τι ἔκρινα, ὅ,τι ὤφειλον νὰ εἴπω. Αἰσθάνομαι ὅτι ἐξεπλήρωσα οὕτως καθῆκον, τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπεβάλλετο κατὰ τὴν κρισιμωτάτην ταύτην στιγμὴν τοῦ Ἐθνικοῦ μας βίου. Ἐπεχείρησα νὰ δείξω ποῖοι θὰ ἦσαν οἱ κίνδυνοι, οἱ κολοσσιαῖοι, ἐκ τῆς ἐνδεχομένης ἐφαρμογῆς πολιτικῆς ἄλλης παρὰ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν. Ἐπεχείρησα ἀκόμη νὰ ὑποδείξω κατὰ τίνα τρόπον ἐφαρμογὴ ἄλλης πολιτικῆς τοσοῦτον ἐπικινδύνου, κατ’ ἐμέ, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνος ὑπὸ ὡρισμένας προϋποθέσεις. Τοῦτο πράξας, ἐξεπλήρωσα καθῆκον. Εἶνε περιττὸν νὰ προσθέσω ὅτι οὐδεὶς θερμότερον ἐμοῦ καὶ τῶν φίλων μου εὔχεται εἰς τὸν Θεόν, ὅπως τὰ πράγματα ἀποδείξωσιν, ὅτι ἐγὼ πλανῶμαι εἰς τὰς προβλέψεις μου καὶ ὅτι ὑμεῖς διαγινώσκετε ὀρθότερον τὸ μέλλον (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§8Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ δηλώσεις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ αἱ ἐντελῶς ἐξαιρετικαὶ περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐμφανίζεται αὕτη ἐνώπιον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, δὲν παρέχουσι κατὰ τὰς ἡμετέρας πολιτικὰς ἀντιλήψεις ἐλεύθερον ἔδαφος πρὸς συζήτησιν. Πρὸς τὴν συζήτησιν δηλονότι ἐκείνην πρὸς τὴν ὁποίαν ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν ἤθελεν ὁδηγήσει ἡμᾶς ἡ ἄσκησις τῶν κοινοβουλευτικῶν προνομιῶν. Ἀλλὰ πρὸς τὰ ἐθνικὰ ἐκεῖνα ζητήματα, πρὸς τὰ ὁποῖα συνδέεται ἡ ἄρτι ἐπελθοῦσα Κυβερνητικὴ μεταβολή, ἡμεῖς εἴχομεν δεδηλωμένας γνώμας. Κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, ἀφορμὴν λαβόντες ἐκ τῶν σαφῶν καὶ ἀπροκαλύπτων δηλώσεων τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, ὑπεδείξαμεν τότε τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν ἡμετέραν γνώμην θὰ ἦτο δυνατὸν ἡ ἀτόπως καὶ ἀντικοινοβουλευτικῶς ἀνοιχθεῖσα συζήτησις νὰ ἀποβῇ καὶ σκόπιμος καὶ ὑπηρετικὴ εἰς μόρφωσιν εὐσυνειδήτων γνωμῶν καὶ ἀληθῶν πεποιθήσεων ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ τῶν μεγίστων ἀληθῶς ἐθνικῶν ζητημάτων. Σήμερον ὅμως πρὸς τὴν ὑπόδειξιν ἡμῶν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο τότε ἐκ τῆς πολιτείας τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, δὲν νομίζομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν. Διότι εὑρισκόμεθα ἤδη ἀπέναντι Κυβερνήσεως, τῆς ὁποίας αἱ συντομώταται, πρὸς τὴν Βουλὴν δηλώσεις, οὐδαμῶς ἅπτονται τῶν ζητημάτων ἐκείνων. Ἐλάβομεν δὲ καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τονίσωμεν, ὅτι ἐπὶ ζητημάτων τοιαύτης φύσεως καὶ εἰς περιστάσεις οὑτωσὶ ἐξαιρετικὰς καὶ κρισίμους, τὰ ὅρια τῶν ἀνακοινώσεων χαράσσει ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις, καὶ ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων διεξάγεται ἡ συζήτησις· δὲν δικαιοῦται δὲ ἡ Βουλὴ νὰ ἀπαιτήσῃ ἀνακοινώσεις καὶ στοιχεῖα μείζονα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἤθελε θεωρήσει προσῆκον νὰ ἀνακοινώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν. Συζήτησις ἑπομένως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἐπὶ τῶν μεγάλων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ὀρθοῦνται ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους, καὶ ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διαχείρισις τῶν ὁποίων συνέχει τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, δὲν δύναται, νομίζω, νὰ διεξαχθῇ ἀκινδύνως. Ὅ,τι ἐν ἄλλῳ χώρῳ ἢ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὸ ἄλλους περιορισμούς, θὰ ἦτο δυνατὸν ἢ ἐνδεδειγμένον, πρὸς πλήρη διαφώτισιν τῶν προβλημάτων τούτων πρὸς σχηματισμὸν ὑπευθύνου γνώμης καὶ ψήφου ἐπ’ αὐτῶν, ἀποβαίνει ἀληθῶς ἐπικίνδυνον σήμερον ὑπὸ τὴν ἐλευθερίαν δημοσίας κοινοβουλευτικῆς συνεδριάσεως. Θὰ ἠδυνάμην μάλιστα νὰ προσθέσω, ὅτι τὸ ἐγγύς, ἀλλὰ καὶ τὸ πρόσφατον, παρελθόν, ἂν μὴ καὶ τὸ σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν συμβαῖνον, παρέσχε καὶ παρέχει τὴν πικρὰν πεῖραν, ὅτι συζητήσεις τοιαῦται καὶ αὐθόρμητοι ἀκόμη κυβερνητικαὶ δηλώσεις, ἐξώκειλαν εἰς ἀμετροεπείας καὶ εἰς ὑπερβασίας, αἱ ὁποῖαι ὥπλισαν ἐπικινδύνως τοὺς ἐχθροὺς τῆς πατρίδος ἢ τοὺς ἔχοντας τυχὸν ἀντίθετα πρὸς ἡμᾶς συμφέροντα, καὶ ἔβλαψαν καὶ θὰ βλάψωσι τὴν διαχείρισιν τῆς ἐθνικῆς ὑποθέσεως. (Χειροκροτήματα). Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις, κύριοι, νομίζομεν ὅτι ἡ μὴ ἄσκησις τῶν κοινοβουλευτικῶν προνομίων πρὸς ἐλευθέραν συζήτησιν τῶν τοιούτων προβλημάτων, καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν ἀπὸ τούτων ἀπορρεουσῶν φυσικῶν ἐγγυήσεων, εἶνε κακὸν μικρότερον τῶν κινδύνων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἀπειλεῖ ἡ ἐλευθερία τῆς δημοσίας συζητήσεως τοιούτων ζητημάτων εἰς τοιαύτας κρισίμους περιστάσεις. Καὶ ὅτι κατ’ ἀκολουθίαν ἡ πρὸς τὴν ὑπεύθυνον τοῦ Κράτους Κυβέρνησιν, οὑτωσὶ ἐμφανιζομένην ὑπὸ τὰς γενικὰς προγραμματικὰς ὑποσχέσεις τῆς προστασίας τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, παροχὴ τῆς συνδρομῆς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀμερίστου, ἄνευ τοῦ προσήκοντος ἐν τοῖς καθέκαστα ἐλέγχου, ἀποτελεῖ, κατὰ τὴν ἡμετέραν ἀντίληψιν, καθῆκον ἐθνικόν. Διότι ἡ αἴτησις πλειόνων ἐξηγήσεων καὶ ἡ παροχὴ πλειόνων στοιχείων, ἥτις θὰ ἦτο ἀναγκαία πρὸς σχηματισμὸν ὑπευθύνου γνώμης δι’ ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἀνεμίχθησαν ἀμέσως εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐθνικῶν ὑποθέσεων κατὰ τὰς κρισίμους ταύτας στιγμάς, καὶ ἡ ἐπὶ τοιούτων βάσεων συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἔχω ἀκράδαντον τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἠλάττουν τὴν δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ θὰ ἠλάττουν ταύτην εἰς στιγμάς, καθ’ ἃς ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ αὔξησιν τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων, πρὸς τὴν ὁποίαν πάσῃ δυνάμει πρέπει νὰ ἐνεργήσῃ ἀδιαίρετος ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀπὸ τοιούτων ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν καὶ πεποιθήσεων ἀφορμώμενοι, κύριοι, μετὰ τῆς εὐαρίθμου πολιτικῆς μερίδος τῶν προοδευτικῶν, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ διερμηνεύω τὰς γνώμας, τασσόμεθα παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως παράσχωμεν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν ἀμέριστον, πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ σκοποῦ ἐκείνου, τὸν ὁποῖον αἱ σύντομοι προγραμματικαὶ δηλώσεις ὑπέδειξαν, μὲ τὴν στερρὰν ἐλπίδα ὅτι ὑπὸ τὴν διαχείρισιν αὐτῆς καὶ ὑπὸ τὴν ἀδιαίρετον συνδρομὴν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αἱ ἐθνικαὶ βλέψεις θὰ εὕρωσι τὴν προσήκουσαν διερμήνευσιν καὶ θὰ ἐπιβραβευθῶσιν ἐν τῷ προσήκοντι μέτρῳ τὰ δίκαια καὶ οἱ ἀγῶνες καὶ αἱ ὑπέρταται θυσίαι τοῦ Ἑλληνισμοῦ. (Χειροκροτήματα).
§9Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἡ θέσις μου, κύριοι, εἶνε δύσκολος καθ’ ἣν στιγμὴν ὑποχρεοῦμαι νὰ λάβω τὸν λόγον· ὄχι ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀττικῆς, ἀλλ’ ἵνα ἐπιμείνω εἰς τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἡ θέσις μου εἶνε δύσκολος, διότι σκέπτομαι ὅτι καθῆκον ἔχω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψει τὰς εὐθύνας, τὰς ὁποίας ἐν’ ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως ὁμιλῶν ἔχω. Καὶ ἀναμιμνησκόμενος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, καθῆκον ἔχω ὑπέρποτε νὰ μὴ λησμονήσω, ὅτι ὁ ὑπεύθυνος Κυβερνήτης εἶνε ὑπόχρεως, ὁμιλῶν πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ὄχι μόνον πρὸς αὐτήν, ἀλλὰ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν Εὐρώπην, πολὺ νὰ προσέχῃ εἰς τὰς δηλώσεις αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἔχω ἐπιτακτικὸν καθῆκον ἵνα διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῶν λεχθέντων παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. βουλευτὴς παρέστησεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔπαυσε νὰ εἶνε κυρίαρχον Σῶμα, ὅτι μετεβλήθη εἰς ἁπλοῦν Σύλλογον, Σύλλογον ἀσχολούμενον περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων τῆς χώρας, καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι οὐδέποτε ἡ Βουλὴ ἔπαυσε νὰ εἶνε κυρίαρχον σῶμα καὶ ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Πρροέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύουσιν ὁποῖον σεβασμὸν ἔχομεν πρὸς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Διότι ὅτε μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἐξέφρασε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει τύχῃ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώριζε τὸ κυρίαρχον δικαίωμα τῆς Βουλῆς. Καὶ δὲν ἔχει ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα ἵνα ἀρνηθῇ τὴν ὑποστήριξιν, τὴν ὁποίαν παρ’ αὐτῆς ζητοῦμεν; Καὶ ἐν τῇ ἀρνήσει ταύτῃ δὲν ὑπάρχει ἐξάσκησις τοῦ μεγαλειτέρου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ; Ἀλλ’ εὐθὺς ὡς ὑποθέτετε τὴν Βουλὴν ἐγκαταλείπουσαν ὑποστήριξιν γνωμῶν, τὰς ὁποίας ἐκ πεποιθήσεως ὑποστηρίζετε, εὐθὺς ὡς ὑποθέσετε τὴν Βουλὴν ἐγκαταλείπουσαν τὴν πολιτικήν, ἣν διεγράψατε, θεωρεῖτε ὅτι ἡ Βουλὴ μετεβλήθη εἰς ἁπλοῦν σύλλογον, σύλλογον ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἀσχοληθῇ, ἐὰν θέλῃ, περὶ πολιτικῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη δὲν βαρύνει ἐπὶ τῶν τυχῶν τῆς χώρας. Κατὰ τῆς θεωρίας ταύτης διαμαρτύρομαι ἀπολύτως. Δὲν εἶνε δυνατόν, κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὰ καθέκαστα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς βουλευτοῦ. Ὁ κ. βουλευτὴς ἠγόρευσε μὲ τὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ὡς βουλευτής, ἀλλ’ ἐννοεῖ κάλλιστα ὅτι μοῦ εἶνε ἐντελῶς ἀπηγορευμένον νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἀνασκευὴν ὅλων τῶν παρ’ αὐτοῦ λεχθέντων. Θέλω ὅμως ἐξετάσει μίαν μόνην ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε ἵνα ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐκφέρω εἰλικρινῶς τὴν γνώμην μου. Ἅπασα ἡ ἀγόρευσις του κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς περιεστράφη εἰς τοῦτο· Ἡ Ἑλλὰς θέλει εὑρεθῆ θᾶττον ἢ βράδιον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῆς Βουλγαρίας. Ὁ πόλεμος αὐτὸς εἶνε ἄφευκτος. Εἶνε ἡ σύγκρουσις δύο φυλῶν κεχωρισμένων ἀπὸ αἰώνων, καὶ αἱ ὁποῖαι διεκδικοῦσι δικαιώματα παρ’ αὐτῶν θεωρούμενα ἀπαράγραπτα. Ἔθηκε δὲ ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ζήτημα, τοῦ πολέμου ὄντος βεβαίου, τί εἶνε προτιμότερον νὰ περιμείνωμεν τὸ τέλος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, τρέχοντες τὸν κίνδυνον τότε νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸν πόλεμον ἢ προτιμότερον εἶνε ἵνα ἐπιληφθῶμεν ἀμέσως τοῦ πολέμου τούτου; Αὐτὴ εἶνε ἡ βάσις τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικῆς, τοῦ ὑποστηρίζοντος ὅτι ὁ ἄμεσος πόλεμος ἐπιβάλλεται ὑπὸ τῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Καὶ ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ βάσις αὕτη δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὰ πράγματα. Δὲν εἶνε ἀκριβὲς ὅτι ἡ Βουλγαρία εἶνε σήμερον ἀσθενεστέρα τῆς Βουλγαρίας τῆς αὔριον, διότι δὲν πρόκειται σήμερον ἡ Ἑλλὰς νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῆς Βουλγαρίας μόνης, νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῆς Βουλγαρίας, ἐν συμμαχίᾳ ἔστω μετὰ τῆς Σερβίας, πρόκειται νὰ πολεμήσῃ κατὰ τῆς Βουλγαρίας, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ὑπάρχει κραταιότατος Εὐρωπαϊκὸς συνδυασμὸς καὶ πρόκειται κατὰ τῆς Βουλγαρίας νὰ πολεμήσῃ, στηριζομένη ἐπὶ ἑτέρου συνδυασμοῦ. Καὶ ἐννοεῖται ὅτι ὁ κ. βουλευτὴς εἶνε ἐλεύθερος νὰ προβῇ εἰς οἱασδήποτε θέλει προβλέψεις ἐπὶ τῆς ἐκβάσεως τοῦ πολέμου. Εἶνε ἀδύνατον ὅμως εἰς προβλέψεις βασιζόμενοι νὰ γνωρίζωμεν ποῖον θὰ εἶνε τὸ τέρμα τοῦ πολέμου καὶ τίς ἐκ τῶν δύο εὐρωπαϊκῶν συνδυασμῶν θὰ νικήσῃ. Οὐδεὶς ὑπάρχει ἐν Εὐρώπῃ, ὅστις ἀσφαλῶς νὰ δύναται νὰ εἴπῃ τοῦτο. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἶνε ἀδύνατον, ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐξετάσῃ ὑπὸ ποίας συνθήκας ἤθελε διεξαχθῆ σήμερον ὁ κατὰ τῆς Βουλγαρίας πόλεμος. Ποῖαι εἶνε αἱ δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι εἶνε δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῶσι σήμερον ἀπὸ τὸ ἓν μέρος πρὸς τὸ ἕτερον; Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπέφυγε νὰ θίξῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς. Ἀλλ’ εἶνε τὸ κύριον ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετασθῇ διότι εἶνε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλει λύσῃ τὸ ἕτερον, ἐὰν εἶνε κατάλληλος ἡ στιγμὴ ὅπως ἐπιληφθῶμεν τοῦ κατὰ τῆς Βουλγαρίας πολέμου. Αὐτό, κύριοι, εἶνε τὸ κύριον θέμα καὶ τὸ θέμα τοῦτο ἀπέφυγε νὰ ἐξετάσῃ ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς βουλευτής, καὶ εἶνε τὸ θέμα τοῦ ὁποίου ἡ ἐξέτασις ἐπιβάλλεται διότι ἐκ τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ πρόκειται νὰ προκύψῃ ἀσφαλῶς ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν. Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι, ἐξεδηλώθη σαφῶς, εἶνε ἡ πολιτικὴ τῆς ἐνόπλου οὐδετερότητος, ἐκ τῆς ὁποίας δὲν θέλομεν ἐξέλθει παρὰ ὅταν Ἑλληνικὰ συμφέροντα ὑποχρεώσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἐξέλθῃ ἐκ ταύτης. Ἐν τῇ ἀποφάσει ἡ Κυβέρνησις ἐμπνέεται καὶ θὰ ἐμπνευσθῇ ἀπολύτως ὑπὸ ἑλληνικῶν συμφερόντων. Ἐὰν ποτὲ ἴδωμεν ὅτι τὰ συμφέροντα ταῦτα διακυβεύονται καὶ κινδυνεύουν, τότε θέλομεν ἀποφασίσει νὰ ἐξέλθωμεν ἐκ τῆς οὐδετερότητος. Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ταῦτα δὲν κινδυνεύουσιν, ἐνόσῳ ἡ ἐπέμβασις ἡμῶν δύναται ἴσως νὰ γεννήσῃ μεγαλειτέρους κινδύνους, θέλομεν καταβάλλει πᾶσαν προσπάθειαν ὅπως τοὺς μεγαλειτέρους τούτους κινδύνους ἀποφύγωμεν. Κύριοι, λυποῦμαι, ὅτι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου, δὲν δύναμαι νὰ ἐκταθῶ περισσότερον· καθῆκον ἔχω νὰ σκεφθῶ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ ἡ εὐθύνη αὐτὴ μὲ ἀναγκάζει νὰ περιορισθῶ εἰς τὰς ὀλίγας ταύτας λέξεις, λέξεις αἱ ὁποῖαι εἶχον ἕνα μόνον σκοπόν· ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀμυνθῶ ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς καὶ θέσω ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα ἐν τῇ θέσει ἐκείνῃ εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τεθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Τσουκαλᾶς.
§11Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τόσον ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς καὶ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιμελῶς ἀπέφυγον νὰ ἐπαναφέρωσι τὸ ζήτημα τῆς Ἑλληνοσερβικῆς συνθήκης. Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἀλλ’ ἕτερον ζήτημα σπουδαιότατον ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Ἀρχηγὸς τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον οὐχὶ ἅπαξ, οὐχὶ δίς, ἀλλὰ τετράκις ἴσως ἐπανέλαβε, τὸν ἀπὸ Βουλγαρίας κίνδυνον. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα, ἰδοὺ ἡ βάσις τῆς συζητήσεως, ἰδοὺ ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ ἀποδυθῶμεν εἰς τὸν μᾶλλον ἐπικίνδυνον ἀγῶνα. Ἐπιτραπήτω μοι ἐπὶ τούτου νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις. Δὲν πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ὑφίσταται κίνδυνος μεταβολῆς τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου καὶ τῶν συνθηκῶν τῆς ἰσορροπίας τοῦ Αἵμου, πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν διὰ τῆς πολιτικῆς, ἣν προτιθέμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν, τῆς ἐξόδου δηλαδὴ ἐκ τῆς οὐδετερότητος, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον τοῦτον. Ἑπομένως ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐρείδεται ἐπὶ ἄλλης βάσεως. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ Σερβία ἀγωνίζεται μόνη; Ὑπάρχει ἄραγε Βαλκανικὸν ζήτημα; Ἡ Σερβία τυγχάνει οὖσα σύμμαχος τῆς Τετραπλῆς Συνεννοήσεως, πᾶσα δὲ ἐχθρικὴ πρᾶξις κατὰ τῆς Σερβίας ἀποτελεῖ ἐχθρικὴν πρᾶξιν κατὰ τῆς Τετραπλῆς· Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τὴν Βουλγαρίαν, ἐν σχέσει πρὸς τὰς Δυνάμεις τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Ἐπίθεσις ἑπομένως τῆς Βουλγαρίας κατὰ τῆς Σερβίας δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ τοπικὴ καὶ Βαλκανική, ἐπίθεσις κατὰ τῆς Σερβίας σημαίνει ἐπίθεσιν καὶ κατὰ τῶν ὄπισθεν αὐτῆς Δυνάμεων τῆς Τετραπλῆς Συνεννοήσεως. Τούτου τεθέντος λάβωμεν ἑκατέραν τῶν περιπτώσεων καὶ δὴ διὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὑπερισχύσωσιν αἱ Κεντρικαὶ Αὐτοκρατορίαι· εἶνε προφανὲς ὅτι ὅταν καὶ ἡ Βουλγαρία ταχθῇ ἐνόπλως μετ’ αὐτῶν, ὡς εὑρίσκεται ἤδη, εἶνε προφανές, λέγω, ὅτι ἡ Βουλγαρία θὰ αὐξηθῇ μειουμένης τῆς Σερβίας καὶ θὰ καταστῇ βεβαίως παράγων ἀνώτερος ἐν τῇ Βαλκανικῇ Χερσονήσῳ. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐρωτῶ ποία εἶνε ἡ μᾶλλον συμφέρουσα δι’ ἡμᾶς περίπτωσις· νὰ ταχθῶμεν μετὰ τῶν Δυνάμεων τῆς Τετραπλῆς Συνεννοήσεως ἢ νὰ τηρήσωμεν τὴν οὐδετερότητα; Ἐὰν ταχθῶμεν μετὰ τῶν Δυνάμεων τῆς Τετραπλῆς Συνεννοήσεως προφανῶς ἡττωμένης ταύτης θὰ μειωθῶμεν ἔτι μᾶλλον καὶ θὰ μειωθῶμεν ἐπὶ κέρδει τῆς Βουλγαρίας διότι βεβαίως, αἱ Κεντρικαὶ αὐτοκρατορίαι νικῶσαι, θὰ τιμωρήσωσιν ἡμᾶς ἐχθρικῶς κινηθέντας. Τοὐναντίον ἂν τηρήσωμεν αὐστηρὰν οὐδετερότητα, αἱ Κεντρικαὶ Αὐτοκρατορίαι, βεβαίως θὰ τηρήσωσιν εὐμενεστέραν θέσιν ἔναντι ἡμῶν καὶ ἑπομένως εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν κατισχύσωσιν αἱ Κεντρικαὶ Αὐτοκρατορίαι ἡ αὐστηρὰ οὐδετερότης ἔσται ὁδὸς καλλιτέρα τῆς ἐνόπλου μετὰ τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως συγκρούσεως. Εἰς τὴν ἑτέραν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἤθελον νικήσει αἱ Δυνάμεις τῆς Τετραπλῆς Συνεννοήσεως ἡ Βουλγαρία θέλει ἐλαττωθῆ κατά τε τὸ ἔδαφος καὶ τὴν ἰσχὺν αὐτῆς, ἡ δὲ Ἑλλὰς διατηροῦσα τὴν αὐστηρὰν οὐδετερότητα δύναται νὰ μειωθῇ εἰς ὄφελος τῆς Βουλγαρίας; κατὰ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον νικήσει αἱ Δυνάμεις τῆς Τετραπλῆς. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν μετὰ τὸν πόλεμον θὰ αὐξηθῇ ἡ Βουλγαρία. Πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν διὰ τῆς πολιτείας ἡμῶν εἶνε ἐνδεχόμενον νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον καὶ εἰς ἑκατέραν τῶν περιπτώσεων θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὸν κίνδυνον, ἐὰν τηρήσωμεν αὐστηρὰν οὐδετερότητα. Ὁ κίνδυνος εἶνε ἄλλος· εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελον κατισχύσει αἱ Δυνάμεις τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως θὰ αὐξηθῇ οὐχὶ ἡ Βουλγαρία, ἀλλ’ ἡ Σερβία· ἡ Σερβία θὰ καταστῇ παράγων ἰσχυρώτερος. Δὲν εἶνε λοιπὸν ὁ κίνδυνος ἀπὸ τῆς Βουλγαρίας, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς Σερβίας. Συνεπῶς τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ ταχθῶμεν ἐνόπλως πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἑνὸς τῶν διαμαχομένων ἢ νὰ τηρήσωμεν αὐστηρὰν οὐδετερότητα δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐπίδρασιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς συνθήκας τοῦ Αἵμου καὶ τῆς ἰσορροπίας τῶν Δυνάμεων ἐν τῇ Βαλκανικῇ. Ἀλλ’ ἐνῷ τοιαύτη συζήτησις ἔλαβε χώραν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Δευτέραν καὶ κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, πάλιν μένει ἓν σημεῖον σκοτεινόν, τὸ ὁποῖον μετ’ ἐπιμελείας ἀπέφυγαν νὰ θίξωσι, τὸ ζήτημα τῆς Ρουμανίας. Περὶ τῆς Ρουμανίας οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Λησμονοῦμεν ὅτι μετὰ τὸν πόλεμον τοῦ 1913, ἡ Ρουμανία τηρήσασα τὴν οὐδετερότητά της ἐν γένει ἐπέβαλλε τὰς θελήσεις αὐτῆς. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρεκάλουν τὸν κ. ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ποῖαι αἱ πληροφορίαι τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς στάσεως τῆς Ρουμανίας, διότι ἐὰν ἡ Ρουμανία ἤθελεν ταχθῇ πρὸς τὸ μέρος τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἀντεπεξέλθωμεν ἡμεῖς; Θὰ ἀντιτάξωμεν τὸν καταπεπονημένον Σερβικὸν στρατὸν καὶ τὰς 50,000 ἢ ἔστω καὶ 100,000 Ἀγγλογάλλων, τῶν ἀποβιβαζομένων ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἐναντίον τῆς Βουλγαρίας, τῆς Ρουμανίας καὶ τῶν 250,000 Αὐστρογερμανῶν; Ἐὰν τοὐναντίον ἡ Ρουμανία ταχθῇ παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Δυνάμεων τῆς Συνεννοήσεως, τὰ πράγματα βεβαίως μεταβάλλονται ἄρδην διὰ τὸ μέτωπον τοῦτο. Ἐν τούτοις μετ’ ἀπορίας εἶδον ὅτι οὔτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς παρελθούσης Δευτέρας, οὔτε κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην ἐλέχθη τί περὶ τῆς Ρουμανίας, ὡσανεὶ ἡ Ρουμανία τυγχάνει παράγων ἀπορριπτέος, ὡσανεὶ ἡ Ρουμανία εἶναι κρατίδιον τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ στρέψῃ τὴν πλάστιγγα τοῦ πολέμου. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν δὲν γνωρίζομεν ποίαν στάσιν θὰ τηρήσῃ ἡ Ρουμανία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ τις, διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ συζήτησις ἐγένετο ἐπὶ βάσεως πεπλανημένης. Ὁ Εὐρωπαϊκὸς τύπος ἀναφέρει ὅτι ἡ Ρουμανία τάσσεται πρὸς τὸ πλευρὸν τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, ἡμεῖς βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ βεβαιώσωμεν τοῦτο. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀληθές, ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος, τασσομένης παρὰ τὸ πλευρὸν τῆς Συνεννοήσεως, εἶναι βεβαίως τὰ μάλα ἐπισφαλὴς καὶ ἐπικίνδυνος. Ἀλλὰ καὶ ἐπὶ ἄλλου ζητήματος ἐπεθύμουν νὰ προσθέσω δύο λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς βουλευτὴς ὡμίλησε περὶ ἀνταλλαγμάτων· καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου πλεῖστα δίδονται ἡμῖν ἀνταλλάγματα. Οἱ Γερμανοί, ἢ μᾶλλον οἱ Γερμανόφιλοι ὁμιλοῦσι περὶ Δωδεκανήσων καὶ αἱ Δυνάμεις τῆς Τετραπλῆς περὶ ἀνταλλαγμάτων ἐν Μ. Ἀσίᾳ. Ἀλλ’ ἐν ᾧ, κύριοι, ταῦτα οὕτως ἔχουσιν, ἀποδεικνύεται ὅτι οὔτε οἱ μέν, οὔτε οἱ δὲ εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ δώσωσι τὰ τοιαῦτα ἀνταλλάγματα, διότι κατὰ θάλασσαν μὲν ὑπερέχουσι σήμερον οἱ Ἄγγλοι καὶ οἱ Γάλλοι, κατὰ ξηρὰν δὲ οἱ Γερμανοί. Καὶ οἱ μὲν γερμανόφιλοι δίδουσιν ἡμῖν τὰ Δωδεκάνησα, διὰ τὴν κατάληψιν τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται ἰσχυρὸς στόλος. Τοῦτο πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δίδουσιν ἡμῖν ἀνταλλάγματα ἐν Μ. Ἀσίᾳ. Ἡ Μ. Ἀσία εἶναι χώρα χερσαία, ἠπειρωτικὴ καὶ θὰ ἀνήκῃ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις θὰ εἶναι κατὰ ξηρὰν νικητής. Τὸ ζήτημα ἑπομένως δὲν εἶναι ζήτημα ἀνταλλαγμάτων· τὸ ζήτημα εἶναι ποῖος ἐκ τῶν μεγάλων συνδυασμῶν θὰ ὑπερισχύσῃ. Ἰδοὺ τὸ ζήτημα τὸ σπουδαῖον. Ὁ ἀξιότιμος τέως κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔχει τὴν γνώμην ὅτι εἶναι πιθανὸν νὰ κατισχύσουν αἱ Δυνάμεις τῆς Τετραπλῆς. Βεβαίως οὐδεὶς δύναται ἀπὸ τοῦδε νὰ προβῇ εἰς γνώμην ποία ἐκ τῶν δύο ὁμάδων θὰ κατισχύσῃ. Νῦν εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν μὲν τῇ θαλάσσῃ κατισχύει ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Γαλλία, ἐπίσης δὲ εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφισβητήσεως ὅτι κατὰ ξηρὰν ὑπερισχύει ὁ ἕτερος συνδυασμός. Ἰδοὺ ἡ κατ’ ἐξοχὴν δυσμενὴς θέσις τῆς Ἑλλάδος· ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἐφοβεῖτο τὴν θάλασσαν, ἠδύνατο βεβαίως, τασσομένη παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν, νὰ διεκδικήσῃ μετὰ τῆς Βουλγαρίας παρὰ τῶν Δυνάμεων τὰ ἀνταλλάγματα. Ἀτυχῶς ὅμως ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς μᾶλλον δυσμενεῖς συνθήκας. Ἐνῷ ἡ Βουλγαρία καὶ ἡ Σερβία τυγχάνουσι χῶραι χερσαῖαι, ὑποκείμεναι εἰς τὸν ἀπὸ ξηρᾶς κίνδυνον καὶ οὐχὶ ἀπὸ θαλάσσης, ἡ Ἑλλὰς εἶναι χώρα ὑποκειμένη καὶ εἰς τὸν ἀπὸ ξηρᾶς καὶ τὸν ἀπὸ θαλάσσης κίνδυνον. Τούτου τεθέντος καὶ δεδομένου ὅτι ὁ ἀπὸ θαλάσσης κίνδυνος εἶναι ἄμεσος, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δύναται νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐνόπλου ἐπεμβάσεως ὑπὲρ τῶν Κεντρικῶν Αὐτοκρατοριῶν. Ἀπομένει ἄρα ἡ ὁδὸς ἢ τῆς ἐνόπλου παρεμβάσεως ἡμῶν ὑπὲρ τῆς Τετραπλῆς Συνεννοήσεως, ἢ τῆς ἐμμονῆς ἡμῶν ἐν αὐστηρᾷ οὐδετερότητι. Σᾶς ἀνέπτυξα τοὺς κινδύνους εἰς τοὺς ὁποίους θὰ εὑρεθῶμεν, ἐὰν τεθῶμεν παρὰ τὸ πλευρὸν τῶν Δυνάμεων τῆς Τετραπλῆς Συνεννοήσεως. Ἐφ’ ὅσον ὑπερισχύει κατὰ ξηρὰν ἡ Γερμανία, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν τὰ στρατεύματα αὐτῆς φθάνοντα εἰς Ἀθήνας. Ἔχομεν ἄλλωστε τὸ σκληρὸν παράδειγμα τοῦ παρελθόντος πολέμου τοῦ 1897. Εἴχομεν καὶ τότε τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τῆς θαλάσσης. Ὁ Τουρκικὸς στόλος δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Ἑλλησπόντου, καὶ ἐν τούτοις ἡττηθέντες κατὰ ξηρὰν εἴδομεν τὸν Τουρκικὸν στρατὸν ἀφιχθέντα μέχρις Λαμίας, καὶ θὰ ἔφθανε ἀσφαλῶς μέχρις Ἀθηνῶν ἐὰν δὲν ὑπῆρχον Αὐτοκράτορες καὶ Μεγάλαι Δυνάμεις. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ὑπάρχει Μεγάλη Δύναμις νὰ μᾶς σώσῃ, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν Γερμανίαν νικῶσαν καὶ ἰσχύουσαν κατὰ ξηράν, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν Ρουμανίαν μὴ ἐκδηλουμένην, ἐφ’ ὅσον εἶναι πιθανότης ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ Ρουμανία δὲν θὰ εἶναι ὑπὲρ τῆς Τετραπλῆς Συνεννοήσεως, δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσέλθωμεν εἰς ἕνα τοιοῦτον ἀγῶνα. Ἀλλ’ ἐνῷ λέγω ταῦτα, ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι συμφωνῶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου εἰς ἓν σπουδαιότατον σημεῖον. Κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας ἐδημοσιεύθη εἴδησις βεβαιωθεῖσα καὶ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Πρεσβευτοῦ τῆς Ἀγγλίας, ὅτι μυστικὴ ὑφίσταται συνθήκη μεταξὺ τῆς Γερμανίας καὶ Βουλγαρίας, καὶ τὴν ὁποίαν ἔχουσι συνυπογράψει καὶ αἱ Δυνάμεις τῆς Αὐστροουγγαρίας καὶ Τουρκίας, καὶ ὅτι κατὰ τὴν συνθήκην ταύτην παραχωροῦνται εἰς τὴν Βουλγαρίαν ἡ Σερβικὴ Μακεδονία, ἡ Ἀλβανία καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Μακεδονία. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι δὲν δίδω πίστιν εἰς ταῦτα, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι μία εἴδησις, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν συγκίνησιν καὶ τὴν ἀγωνίαν ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, διότι οὐδὲν πλέον οὐδὲν ἔλαττον πρόκειται περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς ὑπάρξεως τοῦ Κράτους. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ διαφωτίσῃ τὴν κοινὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ εἰδήσεως εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε ριφθείσης, ἀλλὰ πρόκειται περὶ εἰδήσεως ἡ ὁποία προεβλήθη παρὰ ξένου Πρεσβευτοῦ, καὶ ἡ εἴδησις αὕτη, ἐὰν βεβαιωθῇ, βεβαίως δύναται νὰ μεταβάλῃ πᾶσαν σκέψιν καὶ πάντα ὑπολογισμόν. Διότι προκειμένου νὰ παραδώσωμεν ὁλόκληρον τὴν Ἑλληνικὴν Μακεδονίαν, προκειμένου νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ παλαιὰ σύνορα, βεβαίως δὲν ἔχομεν πλέον νὰ ἐλπίσωμεν οὐδὲν ὡς Κράτος, καὶ ἐπιβάλλεται πλέον ὅπως ἀπεγνωσμένως χωρήσωμεν εἰς ἕνα ἀγῶνα πρὸς σωτηρίαν πλέον τοῦ γένους καὶ τῆς φυλῆς. Δὲν προτίθεμαι κύριοι, νὰ ἐξαναγκάσω οὐδὲ νὰ ἐκβιάσω τὴν Κυβέρνησιν ὅπως προβῇ εἰς ὁμολογίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ παραβλάψωσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις φρονῇ ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις ἐπὶ τούτου, δύναται βεβαίως ν’ ἀντιπαρέλθῃ ἐν σιγῇ τὴν ἐρώτησιν ταύτην, ἐὰν ὅμως δὲν παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὀρθὸν ἤθελεν εἶσθαι ἐὰν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ Κοινοβουλίου τούτου διεφωτίζετο ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς Λαός, ἐπὶ ζητήματος, ἐπαναλαμβάνω, ἀφορῶντος τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς.
§12Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν, εἰς ἀπάντησιν τῆς ἐρωτήσεως τοῦ προαγορεύσαντος κ. βουλευτοῦ, ὅτι κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν οὐδεμία συνθήκη οἵαν ἀνέφερε περὶ παραδόσεως τῆς Ἑλληνικῆς Μακεδονίας πρὸς τὴν Βουλγαρίαν ὑπεγράφη ἢ ὑφίσταται. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι ἀνεκοινώθησαν εἰς ἐμὲ φῆμαι περὶ τοιαύτης μυστικῆς συνθήκης, δύναμαι ὅμως νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἐσχημάτισα τὴν γνώμην, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει ἐκ τοιαύτης εἰδήσεως κίνδυνος.
§13Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ συναίσθησις, κύριοι βουλευταί, ἡ ὁποία βαρύνει ἐπὶ τῶν διαχειριζομένων τὰ κοινά, δὲν μοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἐπεκταθῶ ἐπὶ ὅλων τῶν σημείων ἰδίως τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτής. Αἰσθάνομαι ἐν τούτοις ἐπιβεβλημένον νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ ἰσχυρισμοῦ ὅτι ἀπὸ ἑπταμήνου, ὡς ἂν δὲν ἀπατῶμαι εἶπεν, ἡ Βουλὴ ἔχασε τὴν κατὰ τὸ πολίτευμα θέσιν αὑτῆς. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναφέρω εἰς τὴν ἀνάμνησιν ὑμῶν τὰ γεγονότα οἷα ἐξειλίχθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, τὴν ὁποίαν ὑπαινίσσεται ὁ κύριος βουλευτής. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς δύναται νὰ λέγῃ ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἔχασε τὴν δύναμιν ἡ ὁποία κατὰ τὸ πολίτευμα ἀνήκει εἰς αὐτήν. Τὰ γεγονότα, τὰ ὁποία κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς τότε παραιτήσεως αὐτοῦ ἔλαβον χώραν, μαρτυροῦν πᾶσαν εὐλάβειαν πρὸς τοὺς κανόνας οἱ ὁποῖοι διέπουν τὸ πολίτευμα. Ἐξησκήθησαν δὲ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποία κατὰ τὸ πολίτευμα ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἕτερον τῆς πολιτείας παράγοντα ἐντὸς τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους τὸ πολίτευμα διαγράφει. Ἐὰν δὲ περιστάσεις ἐντελῶς προσωπικαὶ τοῦ ἀνευθύνου παράγοντος ἐδημιούργησαν πρόσκαιρον ἀδυναμίαν αὐτοῦ ἵνα παράσχῃ τὴν κατὰ τὸ πολίτευμα ἀπαραίτητον σύμπραξιν εἰς τὴν συναγωγὴν τῶν συμπερασμάτων τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης ἐκλογῆς, ἐκ τούτου δὲ ἐπῆλθεν ἀναβολὴ ἐπί τινα χρόνον, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ τις, ὁ ὁποῖος ἐκ τούτου νὰ φρονῇ ὅτι δύναται νὰ στηρίξῃ αἰτίασιν καθ’ οἱουδήποτε. Ἀλλὰ καὶ τὸ τελευταῖον ἀπό τινων ἡμερῶν γενόμενον τί ἕτερον παρουσιάζει παρὰ τὴν εὐλάβειαν τῆς ἐνώπιον ἡμῶν ἐμφανιζομένης Κυβερνήσεως πρὸς τὸ πολίτευμα καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Κοινοβουλίου; Ἐμφανιζομένη ἐνώπιον ὑμῶν ἡ Κυβέρνησις ἐξέθηκε τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, τὰς ὁποίας γενικὰς γραμμὰς ἐνόμισεν ὅτι εἶνε ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκθέσῃ καὶ παρέχει οὕτως εἰς ὑμᾶς εὐκαιρίαν ἵνα ἐκδηλώσητε τὴν γνώμην σας καὶ δώσητε τὴν ψῆφον ὑμῶν σύμφωνα πρὸς τὰς ὑμετέρας πεποιθήσεις. Τί ἐμποδίζει ὑμᾶς ἵνα εἰς τοῦτο προβῆτε; Ἡ ἐμφάνισις τῆς Κυβερνήσεως ἐνώπιόν σας τίνα ἄλλην ἔννοιαν ἔχει παρὰ τὴν εὐλάβειαν πρὸς τὸ πολίτευμα; Τὴν κατάστασιν τὴν κοινοβουλευτικὴν διὰ τὴν κυβέρνησιν ἡ ὁποία κατηρτίσθη; Καὶ εἶνε δυνατόν, οὕτω ἔχοντος τοῦ πράγματος, νὰ αἰτιαθῇ τις τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ἀντιλαμβάνεται ὡς ἀπολέσασαν τὴν ἐξουσίαν αὑτῆς καὶ ὡς ἀποτελοῦσαν τὸ πολὺ πολὺ ἓν σωματεῖον ἐγκρίτων Ἑλλήνων πολιτῶν; Νομίζω, κύριοι, ὅτι καθῆκον ἔχομεν οἱ ἀποτελοῦντες τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἀποκρούσωμεν τὴν τοιαύτην τῶν πραγμάτων ἀντίληψιν, ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξασκήσῃ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νομίζει ἐνδεδειγμένον τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Τὴν σημασίαν καὶ τὴν δύναμιν τῶν δικαιωμάτων τούτων, ἐμφανιζομένη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς αὐτὴν ἐκθέτουσα τὰς δηλώσεις ἀκριβῶς, ἀναγνωρίζει ἡ Κυβέρνησις. Δὲν μοὶ εἶνε ἐπιτετραμμένον, κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς εἶπεν ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰς γνώμας αὐτοῦ, ἀξιῶν ὅμως ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς σεβασθῇ καὶ τὰς γνώμας ἡμῶν. Ἐὰν ἡμεῖς διαχειριζώμεθα σήμερον τὰ κοινά, τοῦτο συμβαίνει διότι εἴμεθα πεπεισμένοι ὅτι αἱ γνῶμαι ἡμῶν ἀνταποκρίνονται πληρέστερον εἰς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἐὰν κατέχωμεν τὴν ἀρχήν, τὴν κατέχομεν ἵνα τὰ συμφέροντα ταῦτα ἐξυπηρετήσωμεν. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ τις οὐδὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, οὐδὲ ἔξω αὐτῆς, ὅστις νὰ φαντάζηται ὅτι ἕτερός τις λόγος ἤγαγεν ἡμᾶς ἐπὶ τὴν ἀρχήν. Κατὰ τὰς κρισίμους περιστάσεις, τὰς ὁποίας διατρέχομεν, ἡ κατοχὴ τῆς ἀρχῆς εἶνε μαρτύριον, τοῦ ὁποίου τὸ βάρος δύνανται νὰ ἐκτιμήσωσι μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὴν ἀρχήν. Ἡ πεποίθησις ὅμως ὅτι ἐνεργοῦντες καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργοῦμεν ἐξυπηρετοῦμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, ἐξυπηρετοῦμεν ταῦτα διὰ τῆς ἐφαρμογῆς πολιτικῆς, ἡ ὁποία νομίζομεν ὅτι σώζει τὴν χώραν ἥτις, ἂν ἄλλη ἐφηρμόζετο πολιτική, θὰ διέτρεχε τὸν κίνδυνον τῆς καταστροφῆς, ἡ πεποίθησις αὕτη δίδει εἰς ἡμᾶς τὸ θάρρος νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ πράγματα ὅπως καὶ ν’ ἀντιμετωπίσωμεν καὶ τὰς γνώμας καὶ τὰς πεποιθήσεις τῶν ἀντιφρονούντων εἰς ἡμᾶς. (Χειροκροτήματα).
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται λήξασα.
§15Α. ΖΑΪΜΗΣ. (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ στέρξῃ, ὅπως διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς Δευτέρας ὅπως δοθῇ καιρὸς μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης πρὸς ὑποβολὴν τῶν ἀναγκαίων νομοθετημάτων.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως, ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν διακοπήν. Νὰ ἐπικυρωθοῦν τὰ πρακτικὰ τῶν δύο τελευταίων Συνεδριάσεων. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῶν δύο τελευταίων Συνεδριάσεων, 21ης καὶ 22ας Σεπτεμβρίου).
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 6.40′ μ. μ.).