1915.08.20
4.854 στίχοι · 38.648 λέξεις · 452 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5η
(Πέμπτη 20 Αὐγούστου 1915).
(Ὥρα 5.45′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτζιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κ. Κ. Οἰκονομίδης νὰ προσέλθῃ νὰ ὁρκισθῇ ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου. (Προσέρχεται οὗτος καὶ ὁρκίζεται ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου τὸν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τεταγμένον ὅρκον ἔχοντα οὕτω: «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας καὶ Ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου.»)
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: — Οἱ ἐθελονταὶ φοιτηταὶ παρακαλοῦσι τὴν Βουλήν, ὅπως ἐπεκταθῇ καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ὁ νόμος περὶ ἀτελοῦς ἐγγραφῆς των κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. — Ἡ κοινότης Τζίντζου Νιγρίτης παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῆς. — Ἡ κοινότης Χειμάρρας παρακαλεῖ ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς βουλευτὰς τῆς Βορείου Ἠπείρου νὰ παρακαθήσωσιν εἰς τὴν Βουλήν. — Τὸ Σωματεῖον τῶν σιγαροποιῶν Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ, ὅπως ὁ νόμος περὶ σιγαροποιητικῶν μηχανῶν ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν. — Οἱ κάτοικοι τῆς Καστορίας παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιστραφῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ δημοσίου κατασχεθέντα κτήματά των. — Ἡ κοινότης Χασὰν–Πασσᾶ Μεσσηνίας παρακαλεῖ ὅπως ἐπὶ διετίαν ἀπαλλαγῇ τῆς πρὸς τὸ δημόσιον πληρωμῆς τῶν φόρων. — Οἱ διδάκτορες τῆς ἰατρικῆς παρακαλοῦσιν ὅπως ἐν τῷ στρατῷ ὀνομάζονται ἔφεδροι ἀνθυπίατροι. — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Ξηρὸς καὶ Ν. Γαρδικιώτης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ νόμου 357 περὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Μ. Δαζέας Η. Πανταζόπουλος, Θ. Κριμπᾶς, Γ. Παλαμάρας, Π. Μποῦτος, Π. Μερλόπουλος καὶ Π. Φλέσσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου πρὸς προβιβασμὸν τῶν μονιμοποιηθέντων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 35 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 357 νόμου τῆς 6 Νοεμβρίου 1914 περὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν.» — Ὁ βουλευτὴς κ. Θ. Κριμπᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου πρὸς προβιβασμὸν τῶν μονιμοποιηθέντων ἐφέδρων ὑπολοχαγῶν, ἀνθυπολοχαγῶν, ἀνθυπασπιστῶν, ὑπιάτρων καὶ ἀνθυπιάτρων». — Οἱ βουλευταὶ κύριοι Λ. Κουτσοπέταλος καὶ Β. Κυρέλλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς τέλους ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πεζοδρομίων τῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν τῆς πόλεως ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀθηναίων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Νεγροπόντης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐπιβολῆς τέλους ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πεζοδρομίων τῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν τῆς πόλεως ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀθηναίων». — Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. — Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Τσαλόπουλος ζητεῖ 10ήμερον ἀπουσίας ἄδειαν. (Ἡ ἄδεια χορηγεῖται) — Ὁ βουλευτὴς κ. Ἰ. Βογιατζῆς ζητεῖ 50ήμερον ἀπουσίας ἄδειαν. (Ἡ ἄδεια χορηγεῖται). Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§4Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὰ κάτωθι νομοσχέδια: 1) «Περὶ κυρώσεως τῆς διομολογηθείσης ἰδιαιτέρας συμφωνίας Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας πρὸς διακανονισμὸν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Βουλγαρίας». 2) «Περὶ κυρώσεως τῆς διομολογηθείσης ἰδιαιτέρας συμφωνίας Ἑλλάδος καὶ Σερβίας πρὸς διακανονισμὸν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Σερβίας» καὶ 3) «Περὶ κυρώσεως τῆς διομολογηθείσης ἰδιαιτέρας συμφωνίας πρὸς διακανονισμὸν τῶν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν σχέσεων μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μαυροβουνίου». Τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Παραπέμπονται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν Ταχυδρομείων, Τηλεφώνων καὶ Τηλεγράφων. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἀναφορῶν καὶ Ἐρωτήσεων.
§6Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Χθὲς ἦτο ἀναγεγραμμένη μία αἴτησις τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Γουβετᾶ καὶ δὲν ἐξεφωνήθη. Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ αὔριον.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Μ. Στελλάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἑλίκας.
§8Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλίκας παραπονοῦνται κατὰ τῆς πράξεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ ὅτι αὐθαιρέτως μετέθεσε τὸν διδάσκαλον τοῦ χωρίου, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀφίσει ἀναμνήσεις λαμπρὰς καὶ ἀπελύθη κατόπιν ἐκθέσεως ἐπὶ ἀνικανότητι καὶ ἀνεπαρκείᾳ. Ὁ ἐπιθεωρητὴς αὐτὸς διωρίσθη καὶ πάλιν καὶ ἔχει τὴν τιμὴν νὰ τὸν ἔχῃ ἡ ἐπαρχία Λακεδαίμονος καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Τὸ ἔργον του εἶνε νὰ φέρῃ εἰς ἀναστάτωσιν τοὺς διδασκάλους ἐκ λόγων προσωπικῶν καὶ καθαρῶς ὑλικῆς ἐκμεταλλεύσεως. Τὰ κατορθώματά του ἐδημοσιεύθησαν καὶ εἰς τὴν Ἐφημερίδα, καὶ δὲν εἶχε τὸ θάρρος ὁ ἀνώτερος αὐτὸς ὑπάλληλος νὰ καταγγείλῃ τὸν γράψαντα. Ἐπὶ τῶν πράξεών του αὐτῶν ὑπάρχουν μηνύσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον. Ἐκ τῆς ἀφορμῆς τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ λάβῃ τὰ μέτρα του.
§9Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἡ καταγγελία σας εἶνε σοβαρωτάτη καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἀπὸ τῆς αὔριον θὰ διατάξω ἀνακρίσεις.
§10Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπεθύμουν νὰ ἀναγνώσω μίαν ἐπιστολήν, ἡ ὁποία περιέχει περικοπὴν σχετικὴν μ. τὸν κ. ἐπιθεωρητὴν Λακεδαίμονος καὶ θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπ’ ἐλάχιστον. Πρόκειται περὶ τῆς ἑξῆς ὑποθέσεως: Εἷς κάτοικος τῆς κοινότητος Ἁγίου Νικολάου, τέως δήμου Μελιτίνης, καταγγέλλει τὸν ἐπιθεωρητὴν αὐτόν, ὅτι ἐνῷ ἐπανειλημμένως ἔκαμε ἐπιθεωρήσεις εἰς τὴν περιφέρειαν Λακεδαίμονος εἰς τὸν Ἅγιον Νικόλαον ἐπέρασε ἀπὸ τὸ σχολεῖον χωρὶς κἄν νὰ πατήσῃ ἐντὸς αὐτοῦ, ἐνῷ πάντες οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος διεμαρτύροντο κατὰ τοῦ δημοδιδασκάλου τῆς κοινότητος. Παρεκάλεσαν τὸν ἐπιθεωρητὴν τῆς Μέσης ἐκπαιδεύσεως, διερχόμενον ἐκεῖθεν πρὸς ἐπιθεώρησιν, νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ κατάστημα τοῦ σχολείου καὶ ἀντιληφθῇ ὁ ἴδιος τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν τοῦ σχολείου καὶ τοῦ διδασκάλου. Ὄντως ὁ κ. ἐπιθεωρητὴς Χατζηγιάννης ἐπεσκέφθη τὸ σχολεῖον αὐτὸ καὶ εὗρε τὸν διδάσκαλον αὐτὸν ἀναγινώσκοντα τὴν ἁμαρτωλῶν σωτηρίαν, καὶ τοὺς μαθητὰς εἰς κατάστασιν ἀξιοθρήνητον ὑπὸ ἔποψιν ρυπαρότητος, τάξεως καὶ μορφώσεως, κατάστασιν δηλονότι, ἡ ὁποία δὲν ἁρμόζει εἰς παιδία τοῦ σχολείου. Καὶ ἐνῷ ὁ κ. Χατζηγιάννης κατήγγειλε τὴν πρᾶξιν αὐτὴν καὶ παρήγγειλεν ἐγγράφως τὸν ἐπιθεωρητὴν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως, ὄχι μόνον δὲν ἔπραξε τὰ δέοντα ὁ ἐπιθεωρητής, ἀλλὰ καὶ εἰς μὲν τὸν διδάσκαλον ὑπέδειξεν ἰδιαιτέρως νὰ ζητήσῃ ἀμοιβαίαν μετάθεσιν μετὰ τοῦ γαμβροῦ του διδασκάλου, ὑπηρετοῦντος εἰς τὸ σχολεῖον Ἄρνης, εἰς δὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐκπαιδεύσεως εἰσηγήθη περὶ τῆς ἀμοιβαίας αὐτῆς μεταθέσεως χωρὶς κἂν νὰ ποιήσηται μνείαν περὶ τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν λόγων, οἵτινες ἐπιβάλλουν τὴν τοιαύτην μετάθεσιν. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν περικοπὴν ἐπιστολῆς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ πρὸς ἕνα φίλον του.
§11Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἂν δὲν ἔχῃ μυστικὰ ἡ ἐπιστολὴ δὲν μοὶ τὴν δίδετε;
§12Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἔχετε τόσα ἄλλα στοιχεῖα ὥστε περιττεύει ἡ ἐπιστολή. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν περικοπὴν μόνον. (Ἀναγινώσκει περικοπὴν τῆς ἐπιστολῆς.) Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ αὐτοῦ, διότι διαμαρτύρονται οἱ δυστυχεῖς κάτοικοι Ἁγίου Νικολάου, οἱ ὁποῖοι δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν ἀνηνέχθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ Ἀνώτατον Συμβούλιον, ἀλλ’ οὐδὲν ἐνηργήθη.
§13Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, τὸ τηλεγράφημα τῆς κοινότητος δὲν εἶνε τίποτε ἄλλο, παρὰ μία φοβερὰ καταγγελία κατὰ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἀναφέρει ὅτι δωροδοκηθεὶς ὁ ἐπιθεωρητὴς ἐνήργησε τὴν μετάθεσιν καὶ παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον καὶ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἀνάκρισις. Καὶ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ θὰ παρακαλέσω νὰ διατάξητε νὰ ἐξετασθοῦν καὶ τὰ αἱρετὰ μέλη τοῦ συμβουλίου. Θὰ ἀποκαλυφθῶσιν ἄπειρα αἴσχη εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ συμβουλίου.
§14Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀνεγνώσθη ἐπιστολὴ πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλῶ νὰ κατατεθῇ αὕτη.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀναγνωσθὲν μέρος ἀνήκει εἰς τὴν Βουλήν.
§16Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μετὰ τὰ σκάνδαλα τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἐπιβάλλεται ὅπως διατάξητε ἀνακρίσεις καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἀποδειχθοῦν αἱ πράξεις αὗται βεβαίως θὰ ἔχωμεν ἔκπτωτον τὸν ἐπιθεωρητήν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Χριστοδουλιάς, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Ἀστακοῦ.
§18Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἡ κοινότης Ἀστακοῦ αἰτεῖται ὅπως μὴ περιληφθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπαγορεύσεως ἐξαγωγῆς τῶν Ἑλληνικῶν προϊόντων καὶ τὸ βαλανίδιον, τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ κυριωτέρα ἐξαγωγὴ ἐκ τοῦ τέως δήμου Ἀστακοῦ. Ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε θεωρηθῇ ὡς λαθρεμπόριον πολέμου μέγισται ζημίαι ἤθελον ἐπέλθῃ εἰς τὴν κοινότητα, παρακαλῶ δὲ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§19Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν αὐτήν.
§20Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, συνηγορῶ ἐνθέρμως καὶ ἐγώ.
§21Ι. ΛΕΚΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ἀνέρχομαι ἐπὶ τοῦ βήματος τοῦ Ἐθνικοῦ Κοινοβουλίου καὶ τούτου ἕνεκεν εἶναι φυσικὸν νὰ καταληφθῶ ὑπὸ συγκινήσεως. Ἡ συγκίνησίς μου, κ. Βουλευταί, προέρχεται ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἔτυχον τῆς μεγίστης εὐτυχίας νὰ ἴδω παρακαθήμενος ἐν τῷ Ἐθνικῷ Κοινοβουλίῳ, ἀντιπροσώπους τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου. Κύριοι Βουλευταί, ἕνεκεν τῆς παρελεύσεως πολλῶν χρόνων, ἀφ’ ἧς ἐπετεύχθη πραγματικῶς ἡ ἕνωσις τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, εἶχον λησμονήσει σχεδὸν τὴν εὐτυχίαν αὐτήν, τὴν μεγάλην δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἀνερχόμενος ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο δὲν ἠδυνήθην νὰ μὴ ἀναμνησθῶ ὅλων τῶν γεγονότων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν, μέχρις ὅτου δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τῆς ὑψίστης εὐτυχίας ταύτης. Ἀνεμνήσθην, κ. Βουλευταί, τῶν ἑκατομβῶν, τῶν θυσιῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστη ὁ Κρητικὸς λαός, ἀνεμνήσθην τοῦ Μελιδονίου, τοῦ Μυλοποτάμου, τῆς ὁλοκαυτώσεως τοῦ Ἀρκαδίου, τῶν σφαγῶν, τῶν θυσιῶν τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ καὶ ἦτο ἑπόμενον ἡ ἀνάμνησις τῶν γεγονότων τούτων νὰ μὲ ἐμπλήσσῃ συγκινήσεως καὶ νὰ μοὶ προξενήσῃ τὴν χαρὰν ὅτι ἠξιώθημεν ἡμεῖς σήμερον ν’ ἀπολαύσωμεν τοὺς καρποὺς τῶν ἀγώνων καὶ τῶν θυσιῶν τῶν προγόνων ἡμῶν. Ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συγκινήσεως ταύτης, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν αἰσθημάτων τούτων τῆς χαρᾶς καὶ τῆς ἀγαλλιάσεως, ἀποτείνω χαιρετισμὸν καὶ ἀσπασμὸν πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι τόσα συνεισέφερον εἰς αἷμα καὶ χρῆμα (χειροκροτήματα) διὰ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ἀποκατάστασιν, δι’ ὃ καὶ εὐγνωμονοῦμεν αὐτούς. Ἐπίσης ἀποτείνω χαιρετισμὸν καὶ ἀσπασμὸν πρὸς τοὺς συναδέλφους τῶν νέων ἐπαρχιῶν τῆς Μακεδονίας, τῆς Ἠπείρου, τῆς Σάμου καὶ τῶν λοιπῶν νήσων (χειροκροτήματα) οἱ ὁποῖοι ἠξιώθησαν τῆς αὐτῆς τύχης, τῆς αὐτῆς εὐτυχίας διὰ τῶν ἀγώνων, διὰ τῶν θυσιῶν ὅλου τοῦ Ἔθνους, πρὸ πάντων δὲ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, καὶ νὰ εὐχηθῶμεν ὅπως οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς σημερινῆς Ἑλλάδος, τύχωσι τῆς εὐτυχίας νὰ παρακαθίσωσιν καὶ εἰς τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον θὰ περιλαμβάνῃ τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, αἵτινες παραμένουσιν εἰσέτι ὑπόδουλοι. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα), ὅπερ πέποιθα ὅτι γενήσεται προσεχῶς. Κατόπιν τούτων, κύριοι, ἔρχομαι νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ συστήσω εἰς αὐτὸν ἓν ὑπόμνημα, ἀλλὰ βλέπω ὅτι ἀπουσιάζει δυστυχῶς ὁ κύριος Ὑπουργὸς καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἀναβάλω τὴν παράκλησίν μου δι’ αὔριον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται δι’ αὔριον. Ὁ κ. Β. Χαριτᾶτος, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κεφαλληνίας.
§23Β. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Καταθέτω, κ. Πρόεδρε, ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κεφαλληνίας, οἵτινες ἔπαθον ἐκ σεισμοῦ καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῶν κατοίκων τῆς Κεφαλληνίας καὶ ἰδίᾳ τῆς Πυλάρου, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοὺς τελευταίους σεισμοὺς ὑπέστησαν τὰ πάνδεινα καὶ οἱ ὁποῖοι κατεστράφησαν. Ἔκθεσις ἐπίσημος τοῦ νομομηχανικοῦ Κεφαλληνίας ἀναφέρει ὅτι πλείονες τῶν 40 οἰκιῶν κατέρρευσαν εἰς τὸ χωρίον Πύλαρος, πλεῖσται δὲ εἶνε ἑτοιμόρροποι καὶ οἱ πληθυσμοὶ τῶν χωρίων παραμένουσιν ἐν καιρῷ χειμῶνος εἰς τὸ ὕπαιθρον, μὴ ἔχοντες ἄλλην στέγην ἢ τὸν οὐρανόν. Θὰ ἐπεκτείνω τὴν παράκλησίν μου ταύτην πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τοὺς κατοίκους αὐτῆς τῆς περιφερείας, ἔνθα συνέβησαν τὰ μεγαλύτερα ἀτυχήματα, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν κατοίκων τῆς περιφερείας Ἐρυσσοῦ καὶ δὴ καὶ τῆς Ἰθάκης, οἵτινες καὶ αὐτοὶ κατὰ τοὺς τελευταίους σεισμούς, καθὼς θὰ ἔχῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὑπέστησαν οὐκ ὀλίγα ἐκ τῶν σεισμῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας, κ. Ὑπουργέ, ὅτι δὲν εἶνε ἡ πρώτη φορά, κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέρη ταῦτα ὑπέστησαν συμφοράς. Πρὸ δύο ἐτῶν τελεία καταστροφὴ ἐπῆλθεν εἰς αὐτά, οἱ ἄνθρωποι δὲ δὲν ἔχουσι πόρους ὅπως ἀνεγείρωσι νέας οἰκίας. Παρακαλῶ καὶ πάλιν, κ. Ὑπουργέ, ὅπως μεριμνήσητε περὶ τούτων διὰ νὰ μὴ μείνωσιν οἱ ἄνθρωποι ἐν ὑπαίθρῳ ἄνευ Κυβερνητικῆς προσπαθείας.
§24Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοὶ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά. Ἐπανειλημμένως ἐδήλωσα, ὅτι ὁ πόθος τῆς Κυβερνήσεως εἶνε νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς παθόντας πληθυσμοὺς, ἐφ’ ὅσον εἶνε δυνατόν.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§26Ν. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ δηλώσῃ ἐὰν θὰ λάβῃ μέτρα ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν κατοίκων τῆς Κεφαλληνίας, νὰ δηλώσῃ ἀπροκαλύπτως, ἐὰν δύναται ἢ ἂν δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ ἀρωγός, οὕτως ὥστε νὰ μὴ ἔχωσι παράπονα οἱ κάτοικοι. Διότι, κ. Ὑπουργέ, ἡ ὑπηρεσία σας πρὸ δέκα πέντε ἡμερῶν γνωρίζει τὰ ὅσα συνέβησαν ἐν Κεφαλληνίᾳ. Κατ’ ἐπανάληψιν ἐπεσκέφθην τὸν τμηματάρχην καὶ οὗτος μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι εἶνε ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς ἡ Κυβέρνησις. Λοιπὸν θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβω ἐπίσημον βεβαίωσιν διὰ νὰ λύσωσιν ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει οἱ Κεφαλλῆνες μόνοι των τὸ ζήτημα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Α. Γιαννουλᾶτος καὶ Σ. Κοσμετᾶτος συνιστῶσι τὰ αὐτά.
§28Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους κυρίους βουλευτὰς εἶνε ὅτι δὲν πρόκειται μόνον περὶ παθόντων ἐκ τῶν σεισμῶν. Ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναμετρήσῃ τὰς περιστάσεις καὶ θὰ καταλήξῃ εἰς συμπέρασμα κατὰ πόσον θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀρωγὸς ἐν γενικῷ μέτρῳ.
§29Β. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἦτο Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὁ κ. Ρέπουλης καὶ ἦσαν περιστάσεις πολὺ μικρότεραι ἐπῆλθε τὸ Κράτος ἀρωγόν, τώρα χωριὰ ὁλόκληρα κατεστράφησαν καὶ δὲν λαμβάνεται ἡ δέουσα μέριμνα. Τοὐλάχιστον ἂς μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις διὰ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα, οἱ κάτοικοι μένουν ἔξω. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἰς περιστάσεις, καθ’ ἃς τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς χειροτέραν θέσιν, ὁ τότε Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν παρέσχε ἀρκετὰς βοηθείας, καὶ οἱ κάτοικοι ζωηρὰν αἰσθάνονται εὐγνωμοσύνην διὰ τὴν ἀρωγὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως. Καὶ πάλιν παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σκιαδαρέσης ἵνα καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§31Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Εἶναι εὐχάριστον, ὅτι ἀνέρχομαι τὸ βῆμα εὐθὺς ἀμέσως μετὰ τοὺς συναδέλφους Κεφαλληνίας, ἵνα ὑποστηρίξω ἀναφοράν μου ὁμοίου θέματος. Διότι ἀπηχοῦσιν ἀκόμη οἱ λόγοι τοῦ κυρίου ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, δηλώσαντος ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶνε ἑτοίμη νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς ἀτυχεῖς σεισμοπλήκτους, ἐφ’ ὅσον τοῦτο εἶνε δυνατὸν εἰς αὐτήν. Ἡ ἀναφορά, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, στρέφεται ἀκριβῶς περὶ ἓν ἄτοπον, διὰ τὴν ἐπανόρθωσιν τοῦ ὁποίου μόνη ἡ Κυβέρνησις ἔχει ὅλην τὴν δύναμιν, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐν προκειμένῳ ἀρωγὸς εἰς τοὺς Λευκαδίους σεισμοπαθεῖς. Ζητῶ δηλαδὴ ὅπως, ἐφαρμοζομένων τῶν κειμένων νόμων, ἀνασταλῇ ἡ καταβολὴ τῶν ἀντισηκωμάτων τῶν καθυστερουμένων ὑπὸ Λευκαδίων στρατιωτῶν. Εἶνε γνωστὸν ὅτι δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΔΡΞΕʹ τοῦ 1913, ὡς οὗτος ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ νόμου 118 τοῦ ἰδίου ἔτους, οἱ καθυστερούμενοι κληρωτοί, οἵτινες προσῆλθον καὶ ὑπηρέτησαν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν, ἔλαβον δὲ μέρος εἰς τοὺς δύο πολέμους, οἱ κληρωτοὶ λέγω οὗτοι, ἔσχον τὸ δικαίωμα, ἵνα ἀπαλλαγῶσι τῆς προσθέτου ὑπηρεσίας καταβάλλοντες ὡρισμένον ἀντισήκωμα, ὅπερ δυνάμει τοῦ μεταγενεστέρως ψηφισθέντος νόμου ὡρίσθη, ὅπως καταβληθῇ κατὰ δόσεις. Ἀλλὰ διὰ τὴν νῆσον Λευκάδα ἐψηφίσθη ὁ εἰδικὸς νόμος 594 τοῦ 1915, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἀναστέλλεται καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1915 τὸ δικαστικὸν καὶ ἐκτελεστικὸν μέτρον κατὰ πάντων τῶν σεισμοπαθῶν Λευκαδίων, τῶν ἐξ οἱασδήποτε αἰτίας ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου, τῶν κοινοτήτων, λιμενικῶν ταμείων κτλ. Τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου τούτου εἶναι σαφές. Ἐν τούτοις παρηρμηνεύθη τέλεον, προκειμένου περὶ ἀναστολῆς τῆς καταβολῆς τῶν ἀντισηκωμάτων τῶν ἐν λόγῳ κληρωτῶν καὶ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία θεωρήσασα ἐκπτώτους ὅλους τοὺς Λευκαδίους, τοὺς καθυστερήσαντας τὴν δευτέραν δόσιν κατὰ τὸ 1915, τοὺς καλεῖ, ὅπως ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐπειδὴ τοῦτο προφανῶς οὔτε νόμιμον, ἀλλ’ οὔτε καὶ δίκαιον εἶνε, ἀφοῦ οἱ δυστυχεῖς ἐκεῖνοι συμπατριῶταί μου καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἀπαλλάσσονται καὶ λόγῳ ἀνωτέρας βίας δὲν εὑρίσκονται εἰς θέσιν νὰ καταβάλωσι τὴν δευτέραν τοῦ ἀντισηκώματος δόσιν, τούτου ἕνεκεν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν διὰ τῆς συζητουμένης ἀναφορᾶς μου, τὴν θερμὴν παράκλησιν, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἵνα παύσῃ καλοῦσα καὶ θεωροῦσα τούτους ἐκπτώτους, διότι δὲν προσῆλθον ἐγκαίρως νὰ καταβάλωσι τὴν δευτέραν δόσιν τοῦ ἀντισηκώματος. Ἀλλ’ ἐὰν καὶ παρὰ ταῦτα φρονῇ τυχὸν ἡ Κυβέρνησις ὅτι οἱ ταλαίπωροι οὗτοι ἴσως εἶνε ἤδη ἔκπτωτοι κατὰ νόμον, διότι οὐχὶ πάντες οἱ Λευκάδιοι, ἀλλὰ μόνον οἱ σεισμοπαθεῖς ἐξ αὐτῶν, δικαιοῦνται νὰ τύχωσι τῶν εὐεργετικῶν διατάξεων τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ ἑπομένως γεννᾶται ζήτημα περὶ τοῦ ἂν οἱ καθυστερούμενοι οὗτοι κληρωτοὶ εἶνε ἐκ τῶν σεισμοπαθῶν Λευκαδίων, καὶ πάλιν, νομίζω ὅτι αἱ ἐπελθοῦσαι πλήρεις καταστροφαὶ κατὰ Ἰούλιον ἐ. ἔ. δικαιολογοῦσι πληρέστατα τὴν ὑποβαλλομένην σήμερον αἴτησίν μου, προσδώσασαι εἰς πάντας ἐν γένει τοὺς Λευκαδίους, τὴν ἀναμφήριστον ἰδιότητα τοῦ σεισμοπαθοῦς. Ἄλλως τε εἰς τὸ μόνον ἄρθρον τοῦ νόμου 118 τοῦ 1913 ὑπάρχει τελευταῖον ἐδάφιον, κατὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἂν ἀκόμη ὁ καθυστερήσας τὰς δόσεις ἐκλήθη πρὸς κατάταξιν «ὁ οὕτω καταταγεὶς δύναται ν’ ἀπολυθῇ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, ἐὰν μετὰ τὴν κατάταξίν του καταβάλῃ ὁλόκληρον τὸ ὑπόλοιπον τοῦ ἀντισηκώματός του». Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀναντιρρήτως δὲν δύνανται σήμερον νὰ καταβάλωσι τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο τοῦ ἀντισηκώματος, λόγῳ τῆς ἐπελθούσης ἐκ τῶν σεισμῶν πλήρους καταστροφῆς καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δηλοῖ ὅτι, μὴ δυναμένη νὰ προσέλθῃ ἀρωγός, εἶνε ὅμως ἑτοίμη νὰ βοηθήσῃ τοὺς σεισμοπαθεῖς Λευκαδίους δι’ ὅλων τῶν ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα εἶνε εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῆς, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ οὐδεμία ἀντίθετος γνώμη καὶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ υἱοθετήσῃ προθύμως τὴν αἴτησιν ταύτην, ἀναγνωρίζουσα ὅτι καὶ ὑφίσταται νόμιμος καὶ δεδικαιολογημένος εἶνε ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προβάλλων ὑποστηρίζω, ὅπως χορηγηθῇ εἰς τοὺς καθυστερουμένους Λευκαδίους κληρωτοὺς, ἀναστολὴ καταβολῆς τοῦ ἀντισηκώματος καὶ ἑπομένως μὴ κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, καὶ μὴ κληθῶσιν, ὅπως ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, ἄλλως τε ἡ τοιαύτη λύσις συνάδει καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους, διότι παραμένει εἰς αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς τμηματικῆς εἰσπράξεως ἐν τῷ μέλλοντι τῶν καθυστερουμένων, ἅτινα πάντως θὰ ἐστερεῖτο ἄνευ ἄλλης τινὸς ὠφελείας, διότι οἱ καλούμενοι πάλιν ὅπως ὑπηρετήσωσιν εἶνε γεγυμνασμένοι τελείως. Καὶ οὕτω θὰ ὑποκύψῃ εἰς ζημίας τὸ Κράτος, στερουμένης ἅμα καὶ τῆς πενομένης Λευκάδος τόσων ἐργατικῶν χειρῶν ἀνθρώπων, ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τὴν τύχην των ἐγκαταλειφθέντων, οἵτινες μὴ ἔχοντες οὐδαμόθεν τὸν βοηθήσοντα, ἔχουσιν ὅμως ὅλην τὴν προθυμίαν, ὅπως ἀνεγείρωσι μόνοι τὰς ἐκ θεμελίων καταπεσούσας οἰκίας των.
§32Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν αὐτήν. Εἶνε τόσον δικαία ἡ αἴτησις αὕτη καὶ τόσον ἐπιβεβλημένη ὥστε ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ νὰ τὴν κάμῃ δεκτήν.
§33Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἡ αἴτησις εἶνε δικαιοτάτη καὶ συνιστῶ καὶ ἐγὼ αὐτήν.
§34Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ μελετηθῇ τὸ μέτρον τὸ προτεινόμενον. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς σεισμοπαθεῖς τῆς Λευκάδος ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἐρώτημα εἰς τὸ ὁποῖον σπεύδω νὰ δώσω ἀπάντησιν. Μετὰ τοὺς πρώτους σεισμοὺς τῆς Λευκάδος, ὡς εἶνε γνωστόν, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον χώραν τὸ παρελθὸν ἔτος ἡ Κυβέρνησις, ἡ τότε, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀναστολῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος, ἔσπευσε νὰ διαθέσῃ ποσὸν 125 χιλιάδων. Οἱ σεισμοὶ ἐπανελήφθησαν ἐσχάτως καὶ μέχρι τῆς ἀνόδου ἡμῶν εἰς τὴν ἀρχὴν ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως, κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, διετέθησαν ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν 36 σκηναὶ μόνον. Εὐθὺς ὡς ἀνήλθομεν εἰς τὴν ἀρχὴν διετάξαμεν νὰ δοθῇ καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς κατοίκους ξυλεία ἀγοραίας ἀξίας 50.000 δραχμῶν. Ἡ ξυλεία αὕτη νομίζω ὅτι ἐπεβιβάσθη ἤδη καὶ ἐντὸς ὀλίγου θὰ φθάσῃ εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον. Ἔκαμον τὴν λεπτομερῆ ταύτην ἔκθεσιν τῶν πραγμάτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου δημοσίευμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις, ἡ παροῦσα, κατηγορεῖται ὅτι οὐ μόνον δὲν ἔλαβε μέριμναν, ἀλλ’ ἔσπευσε νὰ ἀναστείλῃ τὰ μέτρα τὰ ληφθέντα ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως. Τὸ δημοσίευμα δὲ περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλῶ εἶνε τοῦτο· (Ἀναγινώσκει). Ἔκτακτον Παράρτημα. Τηλεγράφημα ἐξ Ἀθηνῶν. Ἀριθ. 16226, 11 Αὐγούστου 1915. Πρόεδρον Κοινότητος. Ἐφημερίδα «Ἐργάτην», Λευκάδα. «Ἀνακοινώσατε συμπολίταις ὅτι ἐνῷ κατόπιν δραστηρίων ἐνεργειῶν μας τὴν 3 Αὐγούστου Κυβέρνησις Γούναρη διέταξε δι’ ὑπ’ ἀριθμὸν 36621, ἓξ ταὐταρίθμων διαταγῶν πρὸς ἁρμοδίας ἀρχὰς ταχίστην ἀποστολὴν εἰς Λευκάδα ὑπὲρ σεισμοπαθῶν ἁπάσης τῆς ἐν ἀποθήκαις Δημοσίου εὑρισκομένης ξυλείας, σήμερον Κυβέρνησις Βενιζέλου, μόλις ἀναλαβοῦσα ἀρχήν, διέταξε δι’ ἐπειγούσης ταὐταρίθμου, ὅπως κρατηθῇ τὸ ἥμισυ ξυλείας καὶ ἀποσταλῇ ἀλλαχοῦ. Ἐντονώταται διαμαρτυρίαι ἡμῶν ἀπέβησαν μάταιαι. Βουλευταὶ Σκιαδαρέσης, Βαλαωρίτης, Βελλιανίτης».
§35Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Πᾶσα ἐνέργεια, εἰς τὴν ὁποίαν προβαίνω στηρίζεται ἐπὶ πλήρους γνώσεως τῶν πραγμάτων. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπευθυνθῶ πρὸς τοὺς συμπολίτας μου καὶ δώσω εἰς αὐτοὺς πληροφορίας ἐσφαλμένας ἢ ἀνακριβεῖς. Ὄχι, Κύριε Ὑπουργέ! Ἐκ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐξ αὐτῆς καὶ μόνης ἤντλησα τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας καὶ ἐτηλεγράφησα. Ἀλλ’ ἐπειδὴ προκαλοῦμαι ἀπὸ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν, ἀναγκάζομαι νὰ δηλώσω καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις δι’ ἓξ ταὐταρίθμων διαταγῶν της ὑπ’ ἀριθμὸν 36621 τῆς 3 Αὐγούστου 1915 διέταξεν ὄντως, ὅπως ἀποσταλῇ ἡ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Κράτους εὑρισκομένη ξυλεία εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λευκάδος, ἵνα διανεμηθῇ αὕτη πρὸς τοὺς Λευκαδίους σεισμοπαθεῖς. Καὶ ἡ μὲν πρώτη αὐτῆς διαταγὴ ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν ἐνταῦθα κ. νομομηχανικόν, ὅπως οὗτος πληροφορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν πόσα παραπήγματα δύνανται νὰ κατασκευασθῶσι διὰ τῆς ξυλείας αὐτῆς. Ἡ δευτέρα ταὐτάριθμος διαταγὴ ἐκπεραιωθεῖσα ὑπ’ ἀριθ. 11666 ἀπηυθύνθη πρὸς τὸν αὐτὸν κ. νομομηχανικόν, ὅπως παραγγείλῃ τὴν διὰ καταλλήλου πρίονος κοπὴν τῆς ξυλείας «μὴ ὑπάρχοντος τοιούτου ἐν Λευκάδι, ἔνθα ἀπεφασίσθη, ὅπως ἀποσταλῇ αὕτη ὁριστικῶς». Διὰ τρίτης ταὐταρίθμου διαταγῆς ἐκπεραιωθείσης ὑπ’ ἀριθ. 11663 πρὸς τὸν αὐτὸν κ. νομομηχανικὸν παρηγγέλετο ἡ ἀποστολὴ τῆς ξυλείας πρὸς τὴν ἀστυνομίαν Πειραιῶς. Τετάρτην ταὐτάριθμον διαταγὴν διεβίβασεν ἡ τότε Κυβέρνησις πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν διεύθυνσιν Πειραιῶς, ὅπως ἀποσταλῇ ἡ ξυλεία εἰς τὴν Λευκάδα, διὰ πέμπτης ταὐταρίθμου διαταγῆς παρηγγέλθη ἡ ἀστυνομικὴ ὑποδιεύθυνσις Λευκάδος, ὅπως παραλάβῃ τὴν ξυλείαν ταύτην καὶ δι’ ἕκτης ταὐταρίθμου πρὸς τὸν Σεβασμιώτατον Ἀρχιεπίσκοπον Λευκάδος, ἐδόθη ἐντολὴ ὅπως διανεμηθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς συσταθείσης ὑπὸ τὴν προεδρείαν αὐτοῦ καὶ ἀποτελεσθείσης ὑπὸ τοῦ κ. εἰρηνοδίκου, τοῦ κ. εἰσαγγελέως, τοῦ κ. ἐφόρου καὶ τοῦ κ. ἀστυνόμου Λευκάδος ὡς μελῶν. Καὶ ἐνῷ ταῦτα διετάσσοντο ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως τὴν 3 Αὐγούστου, τὴν 11 Αὐγούστου, τὴν ἑπομένην δηλαδὴ τῆς ἀνόδου τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἐπὶ τὴν ἀρχὴν διετάσσετο διὰ ταὐταρίθμου ἐπίσης διαταγῆς νὰ κρατηθῇ τὸ ἥμισυ τῆς ξυλείας ταύτης καὶ νὰ ἀποσταλῇ ἀλλαχοῦ.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῦ;
§37Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Εἰς τὴν Ἰθάκην. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι καὶ ἐγὼ διάκειμαι συμπαθῶς πρὸς τοὺς Ἰθακησίους, ὄχι μόνον, διότι ἔπαθον καὶ αὐτοὶ καταστροφάς, ἀλλὰ διότι εἶνε καὶ γείτονες καλοὶ τῆς Λευκάδος, πλὴν δὲν νομίζω ὅτι διὰ ταῦτα δικαιοῦται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνα πρὸς τοὺς συμπολίτας μου. Προσθέτω μάλιστα ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, διότι ἡ Κυβέρνησις ἦλθε ἀρωγὸς καὶ πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους, ἀλλ’ οὐχὶ βεβαίως ποτὲ δίδουσα τὸν ἄρτον, ὃν ἔλαβεν ἀφαιρέσασα ἀπὸ τὸ στόμα τῶν Λευκαδίων, οὐχὶ ποτὲ στεροῦσα τὸν ἕνα πεινῶντα, ἵνα δώσῃ αὐτὸν ἀργότερα πρὸς τὸν ἄλλον, διότι τότε ὑφίσταται μέγας ὁ κίνδυνος ν’ ἀποθάνωσιν ἐν τῷ μεταξὺ ἀμφότεροι ἐκ τῆς πείνης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐφρόντισεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις καὶ διέταξε μετάβασιν εἰς Λευκάδα τοῦ σεισμολόγου κ. Κτενᾶ, ὅστις ἦτο ἀπαραίτητος, ὄχι μόνον ὅπως ἀντιληφθῇ καὶ ὑποδείξῃ ἐὰν ὑφίσταται κίνδυνος, ἀλλὰ καὶ ἵνα ἐπαναφέρῃ τὴν ἐλπίδα εἰς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους κατοίκους, τοὺς φερομένους ἀκατασχέτως εἰς τὴν ἀπόγνωσιν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν — ἀπὸ τότε καὶ μέχρι σήμερον ἔχει κἂν εἴδησιν, ἐὰν μετέβη ἐκεῖσε ὁ σεισμολόγος ἢ διατί καὶ πῶς δὲν μετέβη; (Θόρυβος).
§38Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι Βουλὴ αὐτή. (Θόρυβος.)
§39Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται ὅπως ἔχητε μεγαλειτέραν τὴν προσοχὴν καὶ ἀκούητε ἐν λύπῃ καὶ κατανύξει τὴν διατραγῴδησιν ὄχι μόνον τῶν δυστυχημάτων, ἀλλὰ καὶ τῆς πλήρους ἐγκαταλείψεως τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων τῆς Λευκάδος.
§40ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τηλεγραφήσητε καὶ εἰς τὴν Ἰθάκην.
§41Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Δὲν εἶμαι ἀντιπρόσωπος ἐκ Κεφαλληνίας, ἐὰν δ’ ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμὲ ὡς πρὸς ἀντιπρόσωπον τοῦ Κράτους, τότε σᾶς ἀπαντῶ: Διατί τότε δὲν ἐτηλεγραφήσατε σεῖς; Προσθέτω ἀκόμη ὅτι ὄχι μόνον δὲν μετέβη σεισμολόγος εἰς Λευκάδα, ὄχι μόνον οὐδεμία ἁρμοδία ἀρχὴ ἐντεῦθεν μετέβη, ὅπως ἐξετάσῃ ἐπιτοπίως καὶ ἀντιληφθῇ τὸ μέγεθος τῆς ἐπισυμβάσης καταστροφῆς καθησυχάζουσα τοὺς κατοίκους καὶ παρηγοροῦσα αὐτοὺς θρηνοῦντας ἐπὶ τῶν ἐρειπίων τῆς εὐτυχίας των, ἀλλ’ ἀπῆλθον ἐκ τῆς πόλεως Λευκάδος μετὰ τῶν κατοίκων σεισμόπληκτοι καὶ αὐταὶ αἱ ἐπιτόπιοι ἀρχαὶ καὶ κατεσκήνωσαν μετ’ αὐτῶν εἰς τὸν ἐλαιῶνα. Καὶ εἶχε τὴν ἀπαίτησιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντλήσῃ πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως καὶ τῶν ζημιῶν οὐχὶ ἀπὸ ἐμὲ καὶ τοὺς συναδέλφους μου, ἀλλ’ ἀπὸ τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς, ἀλλὰ ποίας; Ἀπὸ τὰς ἀρχὰς αἵτινες, τρόμῳ συσχεθεῖσαι, κατεσκήνουν ἐκεῖ, ὅπου οὐδεμία ἐγκατάστασις τηλεγραφικὴ καὶ τηλεφωνικὴ ὑπῆρχεν, ἵνα μανθάνωσι καὶ διαβιβάσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, τὸ μέγεθος τῶν συντελουμένων ἐν τοῖς χωρίοις καταστροφῶν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν; Διότι διαρκῶς τὸ ἔδαφος ἐσείετο τότε, σείεται δὲ συχνότατα ἀκόμη καὶ σήμερον. Οὕτω παραμένουσιν οἱ δυστυχεῖς συμπολῖταί μου ἄνευ ὑλικῆς συνδρομῆς καὶ ἄνευ ἠθικῆς ἐνισχύσεως! Σώσατε ἤδη αὐτοὺς τοὺς δυστυχεῖς, κ. Ὑπουργέ, καὶ ἐὰν δὲν ἔχητε νὰ δώσητε ὑλικὴν συνδρομήν, δώσατε εἰς αὐτοὺς ἠθικὴν τοιαύτην. Δείξατε εἰς αὐτοὺς ὅτι δὲν τοὺς ἐλησμονήσατε. Δείξατε ὅτι δὲν διεγράψατε τὴν Λευκάδα ἐκ τοῦ χάρτου τῆς Ἑλλάδος, πρὶν ἢ ὁ ἐνοσσίχθων τὴν ἐξαφανίσει παρασύρων εἰς τῆς ἀβύσσου τὰ βάθη.
§42Ν. ΞΗΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐν τῇ ἀκριβείᾳ.
§43Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Διατί;
§44Ν. ΞΗΡΟΣ. Διότι κάποιος ἐπῆγε.
§45Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ποῖος παρακαλῶ;
§46Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ σᾶς τὸ εἴπῃ ὁ ἴδιος.
§47Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Μένω ὑπόχρεως διὰ τὴν πληροφορίαν! Κατόπιν τῆς καταστάσεως αὐτῆς δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο. Βλέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν ὄχι ποτὲ συγκινούμενον, ἀλλὰ ἀντιθέτως τελείως ἀδιάφορον, ἐγὼ δὲν ἔχω εἰμὴ νὰ διαμαρτυρηθῶ στεντορείως μίαν ἔτι φορὰν ἐξ ὀνόματος ὅλων αὐτῶν τῶν ἐγκαταλελειμμένων εἰς τὴν τύχην των δυστυχῶν καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀντικαταστήσῃ ἐν τῇ μερίμνῃ της τὴν Κυβέρνησιν ψηφίζουσα σχετικὴν πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ τῇ ὑποβάλω ὑπογραφεῖσαν καὶ παρὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου, ἵνα ληφθῇ πρόνοια ὅπως ἐν προσεχεῖ μέλλοντι διὰ παροχῆς χρηματικοῦ βοηθήματος οἱ σεισμόπληκτοι χρησιμοποιήσωσι τὴν σταλεῖσαν ξυλείαν καὶ στεγασθῶσι κατὰ τὸν χειμῶνα, ὅστις ἐπίκειται. Περαίνων τὸν λόγον μου τονίζω πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι οἱ ἀλλεπάλληλοι σεισμοὶ δὲν εἶναι ἀναπάλσεις τοῦ ἐδάφους, δι’ ὧν ἀνεγείρονται ἐκ νέου τὰ ἅπαξ καταστραφέντα, ἀλλὰ διαρκὴς κίνδυνος κρεμάμενος ἐπὶ τῶν κεφαλῶν τῶν κατοίκων. Τὸν κίνδυνον τοῦτον, ἐπιβάλλεται, ὅπως σύντονα λάβῃ μέτρα καὶ ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ ἀποτρέψῃ, τοὐλάχιστον ἐλαττώσῃ χορηγοῦσα ἀφ’ ἑνὸς τὰ μέσα πρὸς κατασκευὴν ἀντισεισμικῶν οἰκοδομῶν, καὶ ἐνθαρρύνουσα ἀφ’ ἑτέρου τοὺς κατοίκους, ὅπως ἐξακολουθήσωσιν ἐργαζόμενοι πρὸς ἀναστήλωσιν τῶν ἐρειπίων των, διότι ἀπεγοητεύθησαν σήμερον ἐντελῶς καὶ σεῖς εἶσθε ὑπεύθυνοι δι’ αὐτό.
§48Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἀπαντήσω, κύριοι, δι’ ὀλίγων εἰς ἠρεμώτερον τόνον, διότι εἶναι ἄλλως τε φυσικῶς ἀδύνατον εἰς ἐμὲ νὰ παρακολουθήσω τὸν κ. συνάδελφον εἰς ἔντασιν φωνῆς. Ἐὰν ἔκαμνον μνείαν τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ ἀποσταλέντος εἰς Λευκάδα, ἔπραξα τοῦτο ἀκριβῶς, διότι προκειμένου περὶ ὑποθέσεως, ἡ ὁποία προσελκύει τὸ ἐνδιαφέρον πάντων, ἐνόμισα ὅτι δὲν ἦτο πρέπον νὰ τίθηται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἡ πρόθεσις οἱασδήποτε Κυβερνήσεως, οὐδὲ νὰ ὑποδύωνται ζητήματα τοιαύτης φύσεως τὴν μορφήν, ἣν τείνουσι νὰ προσδώσωσιν οἱ συνάδελφοι. Δὲν δύναμαι εἰμὴ νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἤδη τὴν ἐπίσημον πληροφορίαν, ἣν ἠρύσθην ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξέθεσα πρὸ ὀλίγου ὅτι, οὐδεμία ἀπόφασις ἐλήφθη ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως περὶ ἀποστολῆς ὁλοκλήρου τοῦ ποσοῦ τῆς ξυλείας εἰς Λευκάδα, αὐτὸ εἶναι κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τῆς ὑπηρεσίας τὸ μόνον ἀληθές. Πλὴν ὅμως τῶν διαβεβαιώσεων τῆς ὑπηρεσίας ἀναγινώσκω καὶ τὸ πρὸς τὸν κ. νομομηχανικὸν Ἀττικοβοιωτίας ἔγγραφον ὅπως πιστωθῇ ὅτι δι’ αὐτοῦ οὐδεμία ὄντως ὁριστικὴ πρόνοια ἐλήφθη περὶ τῆς ξυλείας. (Ἀναγινώσκει τὸ ἔγγραφον). Ἡ ξυλεία, ἡ ὁποία διετέθη ἤδη ἐν μέρει διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς Λευκάδος καὶ ἐν μέρει διὰ τοὺς τῆς Ἰθάκης, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀπόλυτον ἀνάγκην στεγάσεως προήρχετο καὶ ἦτο προωρισμένη διὰ τοὺς πρόσφυγας, εἶχε δὲ διαταχθῆ ἡ δημοπρασία τῆς ξυλείας ταύτης, ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἡ προκάτοχος τὴν 3ην Αὐγούστου διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς δημοπρασίας ἵνα καταλήξῃ βραδύτερον εἰς συμπεράσματα περὶ τοῦ τόπου, εἰς τὸν ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῇ. Λέγει λοιπὸν τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν νομομηχανικὸν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας. (Ἀναγινώσκει). Ὅταν λοιπὸν ἐγὼ διεβεβαίουν τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδεμία ἐλήφθη ἀπόφασις ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἤμην ἐν τῇ ἀκριβείᾳ καὶ ὁ κ. βουλευτὴς ἐν τῷ ὑπερβάλλοντι ἐνδιαφέροντι.....
§49Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἤμην ἐν τῇ ἀκριβείᾳ. Εἶναι προσωπικὸν ζήτημα.
§50Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅπως καταγγείλῃ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν ὡς μὴ μεριμνήσασαν περὶ τῶν σεισμοπαθῶν Λευκάδος ὑπέπεσεν εἰς ἀνακρίβειαν. Ἐὰν διετέθη τὸ ἥμισυ ποσὸν τῆς ξυλείας εἰς τὴν Ἰθάκην, ἐγένετο τοῦτο, διότι καὶ ἐκεῖ παρίστατο ἀνάγκη ἀπόλυτος ξυλείας, δὲν ὑπάρχει δὲ τοιαύτη εἰς τὸν τόπον. Ὡς πρὸς τὸν γεωλόγον, παρεκλήθη ἡ Πρυτανεία τοῦ Πανεπιστημίου νὰ ἀποστείλῃ τοιοῦτον εἰς Λευκάδα πρὸς μελέτην τῶν σεισμῶν. Συνέστησα ὅπως ἐπισπευθῇ ἡ ἀναχώρησις αὐτοῦ, καὶ πράγματι, ἂν δὲν ἀνεχώρησεν ἤδη, πάντως θὰ ἀπέλθῃ σήμερον. Οὐδὲν λοιπὸν παρημέλησεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀκριβῶς δέ, ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημάτων, οὔτε ὀρθὸν εἶναι οὔτε πρέπον νὰ προσλαμβάνωσι ταῦτα ἄλλην χροιὰν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσδίδῃ τὸ ἁγνὸν ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν.
§51Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἐπειδὴ εἶναι προσωπικὸν ζήτημα νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§52ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν ζήτημα. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ὑπάρχει τοιοῦτον;
§54ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§55Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Πολὺ καλά. Αὔριον ὅμως θὰ λάβω τὸν λόγον.
§56Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω ἐὰν ὀρθῶς ἢ οὒ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διέταξε νὰ διανεμηθῇ ἡ ξυλεία μεταξὺ Λευκάδος καὶ Ἰθάκης, ἀλλὰ γνωρίζω καὶ εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὀρθῶς ἐτηλεγραφήσαμεν πρὸς τοὺς συμπολίτας μας, ὅσα ἐτηλεγραφήσαμεν. Τὰ ἐν τοῖς τηλεγραφήμασιν ἀναφερόμενα εἶναι πληροφορίαι ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐὰν ἐσφαλμένως ἐδόθησαν τοιαῦται ἐκ τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι ὑπεύθυνοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ κακῶς πληροφορήσαντες ἡμᾶς. Ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωσι κακὰς πληροφορίας εἰς ἡμᾶς, διότι ἡμᾶς ἑλκύει πρώτιστα τὸ ἐνδιαφέρον διὰ τοὺς συμπολίτας μας καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ μᾶς δώσωσιν ἐσφαλμένας πληροφορίας. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θελήσας νὰ διαψεύσῃ ἡμᾶς, ἔπραξε τοῦτο ἐσφαλμένως, διότι τότε μόνον ὤφειλε νὰ διαψεύσῃ ἡμᾶς, ὅταν εἶχεν ἀκριβεῖς πληροφορίας. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος λοιπὸν τούτου εὑρισκόμεθα ἡμεῖς ἐν τῇ ἀληθείᾳ καὶ τῷ δικαίῳ ἢ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις εἶχε τὸ θάρρος νὰ μᾶς διαψεύσῃ.
§57Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Πρέπει νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα διὰ νὰ ἀποδειχθῇ τίνες εἶναι ἐν τῷ δικαίῳ, καὶ τίνες προσπαθοῦσι νὰ μεταβάλωσι τὰ πράγματα διὰ νὰ φανῶσιν ὅτι ἐνδιαφέρονται διὰ τοὺς συμπολίτας των.
§58Σ. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως λάβῃ τὰ δέοντα μέτρα ἔναντι τῆς ἐν Λευκάδι γενομένης ἐκ τῶν σεισμῶν καταστροφῆς. Ἡ καταστροφὴ αὕτη εἶναι τόσον πλήρης, τόσον μεγάλη, ὥστε δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε ἐξάρσεως οὔτε συστάσεως. Φοβοῦμαι μόνον, μὴ τυχὸν ἡ Κυβέρνησις, ἔχουσα τὴν προσοχὴν ἐστραμμένην πρὸς ἄλλα μεγάλα ζητήματα, δὲν δώσῃ τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Δι’ αὐτὸ ἐνόμισα, ὅτι εἶχον καθῆκον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ Κερκύρας, νὰ ἐφελκύσω τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Βεβαίως τὰ μέχρι τοῦδε ληφθέντα μέτρα εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ. Καὶ πρωτίστως δέον νὰ χορηγηθῇ εἰς τοὺς σεισμοπαθεῖς βοήθημα, ἀλλὰ βοήθημα ἐπαρκὲς καὶ δυνάμενον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῶν. Δέον τὸ βοήθημα τοῦτο νὰ διανεμηθῇ συντόνως καὶ δικαίως. Συντόνως διὰ τοῦ ταχυτάτου καθορισμοῦ τῶν ζημιῶν, δικαίως διὰ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς ἐγγυωμένης ὁπωσδήποτε τὴν δικαίαν ταύτην διανομήν. Δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ τὴν Βουλήν, ἀλλὰ θεωρῶ καθῆκον καὶ πάλιν νὰ συστήσω πρὸς τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ σοβαρῶς ὑπ’ ὄψει τὸ ζήτημα τῶν σεισμοπαθῶν Λευκάδος. Τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ζητεῖ παρὰ τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ τὴν ἀνελλιπῆ ἐκτέλεσιν τῶν πρὸς αὐτὸ ὑποχρεώσεών των ἔχει καὶ αὐτὸ καθῆκον νὰ ἐκτελῇ τὰς ἔναντι τῶν πολιτῶν ὑποχρεώσεις αὐτοῦ καὶ ταύτας μὴ ἐκτελοῦν εὑρίσκεται ἐν ἠθικῇ μειώσει, ἐν ἠθικῇ πτωχεύσει ἀπέναντι αὐτῶν. Πέποιθα ὅτι ἡ Βουλὴ λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀλληλεγγύην, τὴν κρατοῦσαν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς οἰκογενείας, θέλει σπεύσει νὰ ἐγκρίνῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἤθελε εἰσηγηθῆ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπ’ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Σιλιβάνης.
§60Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κατὰ τὰ μέσα τῆς 19ης περιόδου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο πίστωσις ἢ βοήθημα εἰς τὴν κοινότητα Σιλιβάνην τῶν Καλαβρύτων ὑποστᾶσαν καθίζησιν. Τὸ νομοσχέδιον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθη. Παρακαλῶ ὅπως ἐκ νέου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑποβάλῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ μέρους ἐκείνου.
§61Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Σᾶς ἀπαντῶ, κ. βουλευτά, ὅτι θὰ μεριμνήσω.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φ. Μοσχούλας ἔχει τὸν λόγον.
§63Φ. ΜΟΣΧΟΥΛΑΣ. Οἱ πρὸ ὀλίγου κατελθόντες τοῦ βήματος κύριοι συνάδελφοι, ἐποιήσαντο συστάσεις πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς διαφόρους σεισμοπαθεῖς. Παρομοίαν ἔχω νὰ κάμω καὶ ἐγὼ σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν διὰ τοὺς ὑπὸ τῆς χαλάζης ὑποστάντας τόσας πολλὰς καὶ τρομερὰς ζημίας εἰς ὡρισμένους δήμους τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης. Νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τοὺς δυστυχεῖς τούτους, ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀνάγκη μακρᾶς μελέτης, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸν—καὶ ἔχει ὑποχρέωσιν—εἰς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν τούτους. Εὐτυχῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Πλατῆν ὑπεσχέθη ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν. Φρονῶ ὅτι πράγματι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔχει τὴν διάθεσιν νὰ διατάξῃ τὰ προσήκοντα μέτρα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω τὰ τοῦ ζητήματος διότι ἐν τῷ γραφείῳ του δὲν ὑπάρχουν τὰ σχετικὰ πρὸς αὐτὸ ἔγγραφα. Εὐτυχῶς τὰ ἔγγραφα ταῦτα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν βεβαίως ἔσπευσε νὰ διαβιβάσῃ πρὸς τὸν ταμίαν τῆς Ὀλυμπίας διαταγήν, ὅπως ἀνασταλῇ ἡ πληρωμὴ τῶν φόρων διὰ τοὺς ἀναξιοπαθοῦντας συμπολίτας ἡμῶν. Ἡ ἐπαρχία ἡμῶν δὲν ἐζήτησε ποτὲ καμμίαν συνδρομήν, ἤδη ἀναγκαζομένη προβαίνει εἰς τοιαύτην αἴτησιν. Δὲν γνωρίζω ἂν πράγματι ὑπάρχει σκέψις, ὅπως ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἀρωγὸς εἰς τοὺς συμπολίτας μου τούτους, παρατηρῶ ὅμως ὅτι διετέθησαν 50 χιλιάδες δραχμῶν ὑπὲρ ἐπαρχίας τινός, ἕτερος δὲ τῶν συναδέλφων μου ἀνέφερε προηγουμένως ὅτι διετέθησαν 7 ἑκατομμύρια. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ προσέλθῃ ἀρωγὸς καὶ εἰς τοὺς συμπολίτας μου τούτους, οἱ ὁποῖοι δεινοπαθοῦσι καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν δὲν εἶναι εἰς θέσιν σήμερον ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν αὔριον.
§64Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἔδωκα ἤδη τὴν ἀπάντησιν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας: 1) πότε μετετέθη εἰς Λοκρίδα ὁ ὑπομηχανικὸς Γ. Στάμου καὶ ἂν συνεπείᾳ νομίμου ἐνεργείας· 2) διατὶ ὁ αὐτὸς ὑπομηχανικὸς Γ. Στάμου, παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ νομομηχανικοῦ προϊσταμένου του καὶ τοῦ Ὑπουργείου, ἠρνεῖτο νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν Κ. Κῶτσον ἰδιοκτήτην ἀλεστικῆς μηχανῆς ἐν Ἀταλάντῃ, νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς δημοσίας ὁδοῦ.
§66Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ ὑπομηχανικὸς Στάμος διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας τῆς 4ης Μαΐου ἐ. ἔ. διετάχθη νὰ μεταβῇ εἰς Λοκρίδα καὶ παραλάβῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ αὐτόθι γραφείου τοῦ ὑπομηχανικοῦ παρὰ τοῦ ὑπομηχανικοῦ Καράπα διαταχθέντος νὰ μεταβῇ εἰς Καλάμας. Αἱ τοποθετήσεις αὗται ἐγένοντο ἄνευ προτάσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ χωρὶς νὰ προκληθῇ Β. Διάταγμα. Οὗτος ἐξακολουθεῖ παραμένων εἰς Ἀταλάντην, διευθύνων τὸ γραφεῖον τοῦ ὑπομηχανικοῦ Λοκρίδος. Αὗται εἶναι αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔχω ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον ἐρώτημα «διατὶ ὁ αὐτὸς ὑπομηχανικὸς Γ. Στάμου, παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Νομομηχανικοῦ προϊσταμένου του καὶ τοῦ Ὑπουργείου ἠρνεῖτο νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην ἀλεστικῆς μηχανῆς Κ. Κῶτσον ἐν Ἀταλάντῃ νὰ κάμῃ χρῆσιν τῆς δημοσίας ὁδοῦ», παρέχω εἰς τὴν Βουλὴν τῆς ἑξῆς πληροφορίαν. Ὁ Νομομηχανικὸς Φθιώτιδος παρέσχεν ἄδειαν πρὸς τὸν αἰτοῦντα, ὅπως διαβιβάσῃ ἁλωνιστικὴν μηχανὴν διὰ μιᾶς γεφύρας ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ Λοκρίδος. Τοῦτο ἔπραξεν ὁ Νομομηχανικὸς ὡς εἶχε δικαίωμα καὶ ὑποχρέωσιν ἐκ τοῦ Νόμου περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν, ὅστις παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν μηχανικὸν νὰ ἐπιτρέπῃ τὴν διάβασιν βαρέων φορτίων διὰ γεφυρῶν. Ὁ ὑπομηχανικὸς ἐν τούτοις δὲν ἐπέτρεψε τὴν διάβασιν τῆς ἁλωνιστικῆς μηχανῆς. Ἐζήτησε πληροφορίας τὸ Ὑπουργεῖον διὰ ποῖον λόγον παρεμποδίζει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς διαταγῆς τοῦ μηχανικοῦ ὁ δὲ ὑπομηχανικὸς ἀπήντησεν, ὅτι ἐπειδὴ φρονεῖ, καθ’ ἃς ἔλαβε πληροφορίας, ὅτι ὁ ῥηθεὶς ἰδιοκτήτης τῆς μηχανῆς θὰ ἀφαιρέσῃ τὰς ξυλίνας δοκοὺς τῆς στερεώσεως τῆς γεφύρας, δὲν ἐπέτρεψε τὴν διάβασιν, ἐζήτησε δὲ ὁδηγίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου περὶ τοῦ πρακτέου. Ἑτέρα ἐνέργεια ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν φαίνεται ἐκ τοῦ φακέλλου. Φαίνεται ἐν τούτοις ἐκ τῶν ἐγγράφων ὅτι μετὰ τοῦτο ἑτέρα τις ἁλωνιστικὴ μηχανὴ διῆλθε τὴν γέφυραν. Ὁ ῥηθεὶς Κῶτσος φαίνεται ὅτι διῆλθε τὴν γέφυραν διὰ τῆς μηχανῆς του πιθανῶς κρύφα ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ὑπομηχανικοῦ Στάμου.
§67Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, βεβαίως ὅταν ἀκούσητε ὁλόκληρον τὴν ἱστορίαν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς θὰ καταπλαγῆτε διὰ τὴν τόλμην, ἡ ὁποία διήκει δι’ ὅλης αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, ἵνα μὴ χαρακτηρίσω βαρύτερον τὴν πρᾶξιν, ἀπὸ μέρους τῆς ὑπευθύνου ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Κατὰ τὸν Νόμον τὸν ἰσχύοντα, δὲν δύναται νὰ μετατεθῇ ὑπάλληλος παρὰ μόνον κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ συμβουλίου καὶ διὰ Β. Διατάγματος. Γίνονται ἀποσπάσεις τινὲς δι’ ὀλίγας ἡμέρας, προκειμένου νὰ συμπληρωθῇ προσωπικὸν ἐλλεῖπον εἰς ἓν γραφεῖον ὑπομηχανικοῦ ἢ γραφεῖον κεντρικόν, οὐδέποτε ὅμως, ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὑπάρχει τὸ δεδομένον ὅτι ἐγένετο δι’ ἁπλῆς ὑπουργικῆς διαταγῆς ἀπόσπασις ὑπαλλήλου, εἰς παραμονὰς μάλιστα ἐκλογῶν, ἵνα διευθύνῃ γραφεῖον ἐκεῖ ὅπου ὑποψήφιος σύγγαμβρος τοῦ ὑπομηχανικοῦ ἐτύγχανε νὰ εἶναι εἰς ἕνα τῶν δύο συνδυασμῶν. Εἰς τὸν ἀντίθετον συνδυασμὸν Φθιώτιδος περιελήφθη ὁ κ. Βελλόπουλος, ὁ δὲ Στάμος, ὅστις εἶναι σύγγαμβρος τοῦ Βελλοπούλου, ἀπεσπάσθη δι’ ἁπλῆς Ὑπουργικῆς διαταγῆς ἀπὸ τὴν Λάρισσαν εἰς Ἀταλάντην, εἰς τὸ κέντρον τῆς ἐκλογικῆς ἐπιρροῆς τοῦ συγγενοῦς του, ἐνῷ ἄλλος ἐξωρίσθη εἰς Καλάμας, ἵνα ἐκπληρώσῃ τὶς οἶδε, τὶ ἄλλα καθήκοντα. Καὶ ὁ κ. Στάμος αὐτός, ὀργιάζων, ἐνόμισεν ὅτι εἶχε δικαίωμα ν’ ἀπαγορεύσῃ εἰς πολίτην Ἕλληνα νὰ κάμῃ χρῆσιν τῶν δημοσίων ὁδῶν, δι’ ἔργα καθαρῶς πλουτοπαραγωγικά, ἤτοι διὰ νὰ μεταφέρῃ ἁλωνιστικὴν μηχανήν, νὰ διευκολύνῃ τὸν ἁλωνισμὸν τοῦ σίτου καὶ φθηνίνῃ τὸ ψωμί, τοῦ ὁποίου γνωστὴ εἶναι ἡ ἔλλειψις. Τί γίνεται λοιπόν; Ὁ ἰδιοκτήτης τῆς μηχανῆς Κῶτσος ἀντίθετος τοῦ Βελλοπούλου μοὶ ἀνέθηκεν νὰ συντάξω ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ἐνεχείρησα εἰς τὸν νομομηχανικὸν καὶ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ μεταφέρῃ τὰς μηχανὰς διὰ τῶν ὁδῶν, προσεφέρετο δὲ διὰ τῆς ἀναφορᾶς του εἰς τὴν ἐπισκευὴν πάσης τυχὸν ἐξ οἱουδήποτε λόγου ζημίας, τοῦτο δὲ ἐγένετο ἐπίτηδες διὰ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ μηχανικὸς οὗτος ὅτι δυνατὸν νὰ προέλθῃ βλάβη. Ὁ νομομηχανικὸς σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, ὀρθῶς ποιῶν, διέταξε τὸν ὑπομηχανικὸν νὰ χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν. Ὁ ὑπομηχανικὸς ὅμως, ὁ Κωτζάμπασης αὐτός, ἠρνήθη.
§68Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ σύγγαμβρος τοῦ ὑποψηφίου.
§69Ν. ΞΗΡΟΣ. Μάλιστα. Ἠναγκάσθη συμπολίτης μου νὰ τηλεγραφήσῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ζητῶν τὴν ἐπέμβασιν αὐτοῦ. Καὶ τοῦτο εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον. Ἐνόμιζεν ὁ ἀγαθὸς φορολογούμενος ὅτι ἀποτεινόμενος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον θὰ εὕρισκε προστασίαν. Ἠπατήθη. Ἀτυχῶς κἄποιο σημείωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει ὡς παρατηρῶ ἐν τῷ φακέλλῳ, ἀπὸ τὸν τότε Ὑπουργὸν κατὰ τίνα τρόπον καὶ κατὰ τίνα εἱρμὸν διοικήσεως ἄγνωστον εἰς ἐμέ ...
§70Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ὅταν ἀναφέρετε περὶ σημειώματος πρέπει αὐτὸ νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ φακέλλῳ, ἄλλως δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τὸ ἀναφέρητε.
§71Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι τὸ ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὸν λοιπὸν φάκελλον, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσῃ. Ἀκούσατε τί λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας. Γραφεῖον Ὑπουργοῦ. Ὁ Ὑπουργὸς κ. Εὐταξίας παρακαλεῖ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ διάβασις διὰ τῆς ξυλίνης γεφύρας τῆς Ἀταλάντης τῆς ἁλωνιστικῆς μηχανῆς». (Χειροκροτήματα).
§72Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς διακόψω;
§73Ν. ΞΗΡΟΣ. Παρακαλῶ.
§74Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Τὰ χειροκροτήματα εἶνε εὔκολα. Τὰ πράγματα ὅμως εἶνε διάφορα. Ἀνηνέχθη εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὅτι ἡ μηχανὴ αὕτη διερχομένη διὰ τῆς γεφύρας ἠπείλει νὰ τὴν καταστρέψῃ. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον μοὶ ἀνέφερον ὅτι ὁ νομομηχανικὸς αὐτός, ἀντιθέτως φαίνεται ἐνδιαφερόμενος, ἐπέτρεπε τὴν δίοδον εἰς τὴν μεγάλην ταύτην ἁλωνιστικὴν μηχανήν, ἐνῷ ἀπηγόρευε τὴν διάβασιν εἰς ἄλλας τοιαύτας μικροτέρας.
§75Ν. ΞΗΡΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶνε ἀληθές· ἂν τὸ λέγητε ἐκ πληροφοριῶν ἐψεύσθησαν οἱ ὑπάλληλοί σας.
§76Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Σᾶς τὸ βεβαιῶ ἐπισήμως. Τὸ λέγω ἀπὸ μνήμης καθ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, διότι μοῦ ἔκαμεν ἐντύπωσιν καὶ ὑπάρχει διαταγὴ ἐν τῷ φακέλλῳ πρὸς τὸν μεροληπτοῦντα νομομηχανικὸν ἵνα εἰς πάντας ἐπιτραπῇ ἡ δίοδος. Ἀλλ’ ὁ κ. βουλευτής, ὁ τιλλόμενος τὰς τρίχας τῆς κεφαλῆς του διὰ τὴν τρομερὰν προσωρινὴν τοποθέτησιν τοῦ ὑπομηχανικοῦ Στάμου, τοῦ σταλέντος δῆθεν σκοπίμως πρὸ τῶν ἐκλογῶν, αὐτὴν καὶ μόνην τὴν δῆθεν παράβασιν ταύτην εὗρε νὰ καταγγείλῃ κατ’ αὐτοῦ, πληρέστατα δικαιολογουμένου ἐκ τοῦ ἀκροσφαλοῦς τῆς γεφύρας. Ἀλλὰ τί θὰ εἴπῃ διὰ τὴν σωρείαν τῶν τοποθετήσεων τοῦ προκατόχου μου, ἃς ὁ κ. Ὑπουργὸς προσωρινῶς ἐνήργησεν ἄνευ γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τὰς ὁποίας παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα πεισθῇ αὕτη.
§77Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ κ. βουλευτὴς ἐζήτησε νὰ κατατεθῇ σημείωμα ποῖαι μεταθέσεις καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐγένοντο, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον συνεστήθη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν πρῶτος νὰ διευθύνω μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις Βενιζέλου ἀπῆλθε τῆς ἀρχῆς. Θὰ καταθέσω τὸ τοιοῦτον σημείωμα, ἔδωκα δὲ ἐντολὴν νὰ γείνῃ ἐργασία λεπτομερής, ἀλλὰ σὺν τῷ σημειώματι ἐκείνῳ θὰ καταθέσω καὶ ἕτερον σημείωμα τὸ τί ἐγένετο ἀπὸ τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν παρῃτήθην, μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἀνέλαβον. (Χειροκροτήματα).
§78Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Παρακαλῶ.
§79Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε καὶ ἀφήσατε νὰ χειροκροτοῦν διότι τοῦτο μόνον γνωρίζουν.
§80Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἰς τὴν εὐφυΐαν τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν.
§81Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐζήτησα πάντοτε τὴν γνωμοδότησιν τοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ μὴ λησμονῆτε, ὅτι τὸ συμβούλιον πολλάκις δὲν συνεδριάζει ἕνεκεν ἀπουσίας τῶν ἐπιθεωρητῶν καὶ τότε τί ὀφείλει νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ ἐπειγούσης ἐνεργείας; ἀλλ’ ἂς ἀναμείνωμεν τὰ ἔγγραφα.
§82Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, εἰς τίνα τῶν συζητήσεων ἀνάγεται ἡ συζήτησις αὐτὴ καὶ κατὰ πόσον δικαιολογοῦνται δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν προλαβόντως.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὁμιλῶν κ. συνάδελφος διεκόπη καὶ δὲν ἐτελείωσε.
§84Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶνε μία συζήτησις, ἡ ὁποία ἔλαβε τὸν τύπον κατηγορίας κατὰ προκατόχου Ὑπουργοῦ, εἶδον δὲ ὅτι ἀνεμίχθη εἰς τὴν συζήτησιν ὄχι μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ ὁ κ. πρώην Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἄλλοι. Ἄν πρόκειται νὰ διεξάγωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ ἐρωτήματα ἀναμφισβητήτως δὲν θὰ ὑπάρξῃ χρόνος διὰ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν θεμάτων ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐπιβάλλεται ἡ προσοχὴ τῆς Βουλῆς. Ὁπωσδήποτε, παρακαλῶ ὑμᾶς, νὰ ἐφαρμόσητε τὸν κανονισμόν.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμεσολάβησαν δύο διακοπαί.
§86Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν δικαιολογοῦνται μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχετε ἀναγράψει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐρωτήσεων, ὅλα ὅσα λέγονται ἐνταῦθα, σᾶς προκαλῶ λοιπὸν καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν κανονισμόν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εἶχε δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ δέκα λεπτά, διότι εἶχε δύο ἐρωτήματα, δὲν ὡμίλησεν ὅμως οὔτε πέντε λεπτά, διότι διεκόπη.
§88Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅταν, κ. βουλευταί, ἐλήφθη αὐτὴ ἡ διαταγὴ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἐτραβοῦσε τὰ μαλλιά του καὶ ἔσπευσε νὰ κάμῃ ὅ,τι εἶχε κάμει πέρυσι καὶ πρόπερσι, ἐπέρασε κρυφά.
§89Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατὶ ἐπέρασε κρυφὰ πέρυσι καὶ πρόπερσι; ποῖος τὸν ἐμπόδισε;
§90Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐφέτος ἐπέρασε κρυφά· ἠναγκάσθη νὰ κάμῃ παράβασιν τοῦ νόμου παρ’ ὅλην τὴν νομοταγῆ στάσιν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησε μέχρι τοῦδε χάρις εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. νῦν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας εἰς τίνα μέτρα προέβη καὶ τί ἐνήργησε ἐναντίον τοῦ ὑπαλλήλου τοῦ οὕτω παρανόμως μένοντος, οὕτω ἐνεργοῦντος καὶ ὀργιάζοντος.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ λοιπαὶ ἀναβάλλονται δι’ αὔριον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν Ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τί ἐνήργησεν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων ἐγκλημάτων ἀπάτης καὶ καταχρήσεως κατὰ τοῦ Δημοσίου, δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ τῶν πολιτῶν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν Πειραιῶς ὡς καὶ τῶν ἐγκλημάτων ἀνθρωποκτονίας τῶν τελεσθέντων ὑπὸ τῆς ἑταιρείας ἀεριόφωτος. Ἐὰν οὐδὲν ἐνήργησεν ἡ δικαστικὴ ἀρχή, τίνα μέτρα ἔλαβε κατ’ αὐτῆς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀφοῦ ἄλλως ῥητῶς καταγγέλλονται ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι αἱ δικαστικαὶ ἀρχαὶ ἐκάλυπτον καὶ ἀπέκρυπτον τὰς ἀνθρωποκτονίας καὶ τὰ λοιπὰ τελεσθέντα ἐγκλήματα καὶ καταγιγνώσκεται ἀσύγγνωστος ἀμέλεια καὶ ἀδιαφορία τῆς εἰσαγγελικῆς ἀρχῆς περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων ταύτης.
§92Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῆς ἑταιρείας Ἀεριόφωτος καὶ Ἠλεκτρικῆς, ἥτις ἐπὶ πολλὰ ἔτη διαπράττει κολοσσιαίας καταχρήσεις εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, εἰς βάρος τοῦ δήμου Ἀθηναίων εἰς βάρος τῶν καταναλωτῶν βιομηχάνων, καταστηματαρχῶν καὶ λοιπῶν πολιτῶν. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἀλλὰ ὑπάρχουσι καὶ σημεῖα κινδύνου τῆς δημοσίου ὑγείας.
§93Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε συνάδελφε, ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Ἀγνοεῖτε ἴσως ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς παρελθούσης περιόδου εἰσήχθη τὸ ζήτημα περὶ τῶν Ἑταιρειῶν φωταερίου καὶ ἠλεκτρικῆς.
§94Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Τὸ γνωρίζω καὶ ἔχω καὶ τὴν ἔκθεσίν σας.
§95Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπῆρξα εἰσηγητὴς τῆς τότε συσταθείσης κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπέβαλον τὴν ἔκθεσιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, κατόπιν ἐρεύνης καὶ πολλῶν ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ τότε ἐπιτροπή. Ἀλλὰ διελύθη ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Βουλὴ καὶ δὲν κατωρθώθη νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἂν δέχεσθε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη, ὥστε νὰ ἔλθῃ εἰς πλέον εὔθετον καιρὸν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶνε ἀρκετὰ ἐνδιαφέρον.
§96Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δέχομαι· νῦν ὅμως δὲν θὰ θίξω τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ εἰς τὴν ἐπερώτησίν μου. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ποία ἦτο ἡ πρᾶξις τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς, καὶ τί ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τῆς Ἑταιρείας ταύτης, ἡ ὁποία προέβη εἰς πράξεις παρανόμους, δι’ ἃς ἔδει νὰ καταδιωχθῇ ποινικῶς. Τούτου ἕνεκα δὲν θὰ εἰσέλθω εἰς τὴν ἔρευναν τῶν γεγονότων, ἀλλὰ θὰ ἀναφέρω ἀκριβῶς τὰ ἐν τῇ ἐκθέσει σας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη διέπραξε πληθὺν καταχρήσεων εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου, εἰς βάρος τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, εἰς βάρος τῶν πολιτῶν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἐκβιάζει καὶ λῃστεύει τὸν κόσμον, ὅτι ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἔφθασε μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ δωροδοκήσῃ πλεῖστα ὅσα πρόσωπα καὶ δὴ δημοσίους ὑπαλλήλους, δημοτικοὺς ἄρχοντας, καὶ διὰ τῶν ἀθεμίτων τούτων μέσων κατώρθωσεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον νὰ ἐξακολουθήσῃ λῃστεύουσα καὶ τὸ Δημόσιον καὶ τὸν Δῆμον καὶ τοὺς πολίτας. Πρόκειται, κύριοι, περὶ ἑνὸς Παναμᾶ—αὐτὸ δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει ἀκριβῶς ὁ εἰσηγητὴς τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς,—ὁ ὁποῖος, ἐπιτραπήτω μοι, νὰ ἀναφέρω τί λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Ἀλλὰ πῶς κρίνεται ἡ ἀδράνεια αὕτη καὶ ἡ ἀδιαφορία τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, αἵτινες ἐπέτρεψαν καὶ ἀφῆκαν ἀχαλίνωτον τὴν Ἑταιρείαν ταύτην, νὰ παραβαίνῃ πάντα νόμον καὶ νὰ κυριαρχῇ ἐπὶ πάντων αὐτῶν; Τοῦτο δὲν εἶνε μυστήριον, ὅταν γνωρίσῃ τις, ὅτι τινὲς τῶν δημοσίων καὶ πλεῖστοι τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων, οἱ ἐπιτετραμμένοι τὸν ἔλεγχον τῆς Ἑταιρείας ταύτης καὶ δικαστικοὶ ἀκόμοι λειτουργοὶ καὶ ὑψηλὴν κατέχοντα θέσιν πρόσωπα, εἶχον παρὰ τῆς Ἑταιρείας δωρεὰν εἰς τὰς οἰκίας των ἐγκαταστάσεις φωταερίου καὶ ἠλεκτρικοῦ, πολυτίμους λάμπας, πολύφωτα καὶ ἄλλα φωτιστικὰ καὶ θερμαντικὰ εἴδη. Δὲν εἶνε παράδοξον, ἀλλὰ λυπηρὸν διὰ τὴν πολιτείαν, ὅταν πολλοὶ μάρτυρες καταθέτουσιν, ὅτι ἡ Ἑταιρεία εἶχε θέσει πλεῖστα ὅσα μέσα εἰς ἐνέργειαν πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν ἐκμεταλλεύσεών της καὶ ὅτι εἶχεν ὡς πρώτιστον μέσον τὴν δωροδοκίαν πρὸς διαφθορὰν τῶν συνειδήσεων». Δὲν διστάζω, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τὰ ἀνωτέρω, ὡς ἄλλως τὸ βεβαιοῖ καὶ ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Μαλλιοπούλου, δὲν εἶνε ἀόριστα, δὲν εἶνε ἀφῃρημένα ἀλλ’ ἐρείδονται ἐπὶ καταθέσεων 60 ὅλων εὐϋπολήπτων πολιτῶν· καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἐξάγονται ἐξ αὐτῶν τῶν βιβλίων τῆς Ἑταιρείας καὶ ὁμολογοῦνται καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑταιρείας. Καὶ ἤδη ἐρωτῶ: εἶναι Παναμᾶς, ἢ οὔ καὶ δὲν ἐπιβάλλεται νὰ παρέμβῃ ἀμέσως ἡ δικαστικὴ ἐξουσία; διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κύριοι, δὲν εἶναι Κράτος πλέον, ὅταν μία Ἑταιρεία ἐπιτυγχάνῃ νὰ τίθηται ὑπεράνω τοῦ νόμου, ὅταν τὸ Δημόσιον ζημιοῦται κολοσσιαῖα ποσά, ὅταν ὁ Δῆμος, ὅστις εὑρίσκεται εἰς κακὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ζημιοῦται κολοσσιαῖα ποσά! Σήμερον ὑπεβλήθη, κύριοι, νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν πεζοδρομίων εἰς ὄφελος τοῦ Δήμου, ἵνα οὗτος ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν κατάστασιν, καὶ ἐν τούτοις ὁ Δῆμος ζημιοῦται 600.000 δραχμὰς κατ’ ἔτος ἐκ τῆς Ἑταιρείας αὐτῆς. Καὶ πόσον νομίζετε ὅτι κερδίζει ἡ Ἑταιρεία αὐτὴ κατ’ ἔτος; 3.000.000 δραχμῶν ἐτησίως! Ἐρωτῶ: δὲν εἶναι ἐπιβεβλημένη ἡ ἄμεσος ἐπέμβασις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας; Καὶ ἐπὶ τούτου ἀκριβῶς ἐζήτησα εὐθύνην παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, καὶ λέγω: ἀφοῦ ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ κ. Μαλλιοπούλου ἐρειδομένη ἐπὶ ἑξηκοντάδος μαρτυρικῶν ἀποδείξεων, ἐρειδομένη ἐπὶ τῶν βιβλίων τῆς Ἑταιρείας, ἐρειδομένη ἐπὶ ἐπισήμων ἐγγράφων, ἀφοῦ, λέγω, ἡ ἔκθεσις αὕτη ὑπεβλήθη τὴν 15 Δεκεμβρίου, τί ἐνήργησεν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία; τί ἐνήργησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης κατὰ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἥτις παρέβη τὸ καθῆκόν της;
§97Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἀφορᾷ, ὡς διατυποῦται ἐν τῷ ἐντύπῳ, «τί ἐνήργησεν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ ἐπὶ τῶν βεβαιωθέντων ἐγκλημάτων ἀπάτης καὶ καταχρήσεων κατὰ τοῦ δημοσίου, δημοτικῆς ἀρχῆς καὶ τῶν πολιτῶν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ὑπὸ τῶν Ἑταιρειῶν ἠλεκτρικῆς καὶ ἀεριόφωτος». Ἐκ τοῦ ἐγγράφου ὅμως κειμένου τῆς ἐπερωτήσεως, ἐξάγεται ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ἀδικημάτων τῶν βεβαιουμένων διὰ τῆς ἀπὸ 15 Δεκεμβρίου 1914 ἐκθέσεως τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις εἶχεν ἐνταλθῆ τὴν ἐξέτασιν τῶν κατὰ τῶν ἀνωτέρω Ἑταιρειῶν διατυπωθεισῶν τότε ἐν τῇ Βουλῇ αἰτιάσεων. Ἡ ἔκθεσις αὕτη τοῦ εἰσηγητοῦ δὲν εὑρέθη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης, ἀμφιβάλλω δὲ καὶ ἂν εἶχεν εἰσέτι ἐκτυπωθῆ, ὅταν ἐγκατέλιπον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διότι φέρει μὲν ἡμερομηνίαν 15 Δεκεμβρίου, ἀλλ’ ὡς εἶνε γνωστὸν τὰ τοιούτου εἴδους πολυσέλιδα ἔγγραφα βραδύνουν νὰ ἐκτυπωθοῦν. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρῶτον ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐκθέσεως ἐξ ἀφορμῆς τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ βεβαίως ἐὰν ἐκ τῆς μελέτης τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἐξαγάγω, ὅτι ὑπάρχουσι πράξεις δίδουσαι χώραν εἰς δικαστικὴν καταδίωξιν, θὰ παραγγείλω τοιαύτην. Ἐὰν δὲ ἐπίσης ἐκ τῆς μελέτης ταύτης προκύψῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀμέλεια τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν, ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν πράξεων, αἱ ὁποῖαι ἦτο δυνατὸν καὶ οἴκοθεν νὰ ὑποπέσωσιν εἰς τὴν ἀντίληψιν αὐτῶν, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ θέλω ἐνεργήσει ὅ,τι δεῖ. Ἀλλ’ ἡ ἐπερώτησις ἀναφέρει «καὶ περὶ ἐγκλημάτων ἀνθρωποκτονίας τῶν τελεσθέντων ὑπὸ τῆς Ἑταιρείας ἀεριόφωτος, ἀποκρυπτομένων ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς». Ἐπὶ ἑνὸς σημείου σχετικοῦ πρὸς τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἐπερωτήσεως ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω ἄλλοτε ἐκ τῆς διαμειφθείσης ἀλληλογραφίας, δι’ ἧς ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐζήτησε διὰ τοῦ Ὑπουργείου τὴν δικογραφίαν τῆς ἀνθρωποκτονίας ἐξ ἀμελείας, συμβάσης ἐν ἔτει 1908, καὶ ἐκ τῶν δημοσιευθέντων σχετικῶς ἐν τῷ τύπῳ. Πράγματι δὲ ἐπὶ τῇ μὴ ἀνευρέσει τῆς δικογραφίας ταύτης ἀμέσως τότε ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Δεκεμβρίου παρήγγειλα τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν, ὅστις παρέπεμψε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τακτικὴν ἀνάκρισιν, ἐξητάσθησαν δὲ 18 μάρτυρες, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ ὁ νῦν συνάδελφος κ. Λυκουρέζος, τότε ὢν εἰσαγγελεὺς Πρωτοδικῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν εὑρέθησαν στοιχεῖα δυνάμενα νὰ ὑποστηρίξωσι περαιτέρω ἐνέργειαν. Αὐτὰ καὶ μόνον εἶχον νὰ εἴπω ἐξ ὅσων γιγνώσκω ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐπερώτησιν.
§98Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι πᾶσα περαιτέρω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου συζήτησις παρέλκει. Ἀκριβῶς ἡ ἔκθεσις τοῦ κ. Μαλλιοπούλου ὑπεβλήθη τὴν 15 Δεκεμβρίου, βεβαίως δὲ ἀπῃτεῖτο χρονικὸν διάστημα πρὸς ἐκτύπωσιν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός, τὸ δὲ διάστημα μεταξὺ 15 Δεκεμβρίου 1914 καὶ 20 Φεβρουαρίου 1915, ὁπότε ἀπῆλθε τοῦ Ὑπουργείου ὁ κ. Ὑπουργός, ἤτοι διάστημα 2 μηνῶν, εἶνε φυσικῷ τῷ λόγῳ μικρόν, ἵνα ἐκτυπωθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη καὶ λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἀλλὰ χαίρω, διότι ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἐνήργησε διὰ τὴν ἀδράνειαν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καθ’ ὅσον τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ὁ ἐκ Τρικκάλων βουλευτὴς ὑπέβαλε πρὸς τὸν κ. Εἰσαγγελέα διῆλθε διὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ λαβὼν γνῶσιν τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης προέβη εἰς ὅ,τι ὁ νόμος ἐπέτασσεν δι’ αὐτὰ καὶ χαίρω, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶνε ὑπόλογος δι’ οὐδέν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν διάδοχον τούτου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ἀπὸ τῆς 20 Φεβρουαρίου, ὅτε ἀνέλαβε τὴν Διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, μέχρι τῶν ἀρχῶν τοῦ μηνὸς Αὐγούστου, ὅτε ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἐρωτῶ, παρῆλθον 5 μῆνες, τί ἐνήργησεν ὁ τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἐπὶ καταχρήσεων, δωροδοκιῶν καὶ λοιπῶν ἐγκληματικῶν πράξεων, ἐπιπροσθέτως δὲ δι’ ἀνθρωποκτονίας, αἵτινες ἔλαβον χώραν καὶ γενικῶς ἐπὶ πράξεων παρανόμων, αἵτινες ζημιοῦσι σημαντικώτατα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ τῶν δήμων καὶ τῶν πολιτῶν; Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω, ἐὰν εὐαρεστῆται, ὁ κ. τέως ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργός.
§99Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς πρώτην φορὰν εἰσερχόμενος ἀγνοεῖ τὸν κανονισμόν, τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ μελετήσῃ πρὶν ὑποβάλῃ ἐπερωτήσεις. Κατὰ τῆς τέως Κυβερνήσεως δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἔλεγχος κατὰ τὸν κανονισμόν, δι’ ἐπερωτήσεων πρὸς αὐτὴν ἀπευθυνομένων, διότι ἐφ’ ὅσον ἀποτείνεται κατ’ ἐμοῦ ὡς μέλους τῆς πρώην Κυβερνήσεως, κατὰ τὸν κανονισμὸν θὰ μοῦ εἶνε καὶ ἀπηγορευμένον νὰ λάβω τὸν λόγον ὅπως ἀπαντήσω. Κατὰ συγκατάβασιν δὲ τῆς Βουλῆς πράττω τοῦτο ἤδη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ βεβαιώσῃ τὸν κ. βουλευτὴν ἂν τοιοῦτον ἔγγραφον, ἤτοι ἔκθεσις τῆς Κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου καὶ ἐντεῦθεν ἐλήφθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὡς διακόπτων δὲ παρεμπιπτόντως τὸν κ. βουλευτὴν εἶπον, οὐδέποτε κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργείας μου ἦλθε τοιοῦτον ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§100Ν. ΞΗΡΟΣ. Εἶσθε μέλος τοῦ Κοινοβουλίου τὴν ἄλλην φορὰν ποῦ ἐγένετο τὸ σούσουρο.
§101Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρεμβαίνετε ἀτόπως.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτής, ὁ ὁμιλῶν, εἶνε ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ, διότι τὸ πρόσωπον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶνε ἑνιαῖον, ἐλέγχει πράξεις καὶ ὄχι πρόσωπα.
§103Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης .......
§104Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀπευθύνεσθε πρὸς ἐμὲ ἀτόπως καὶ ἀντικανονικῶς προσωπικῶς καὶ δὲν ἀπευθύνεσθε, ὡς ὀφείλετε, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§105Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κ. βουλευτά, μίαν διακοπήν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη, τὴν ὁποίαν κακῶς ἔχετε εἰς χεῖράς σας, κ. συνάδελφε, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ δοθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη, ἡ ἔκθεσις αὕτη μόνον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐκ μέρους μου ὡς εἰσηγητοῦ ἀνεκοινώθη καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔλαβε τὰς ἀποφάσεις, διότι ἐν τῷ μεταξὺ παρῃτήθη ἡ Κυβέρνησις, διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, διελύθη κατόπιν αὕτη καὶ ἔμεινε τὸ πρᾶγμα. Καὶ ἑπομένως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσι γνῶσιν οὐδείς, διότι ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶνε ἀνακριτικὴ πρᾶξις. (Χειροκροτήματα).
§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι δά!
§107Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ ἔκθεσις αὕτη διενεμήθη εἰς τοὺς βουλευτὰς ἐδῶ.
§108Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς παρεκάλεσα ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη.
§109Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριοι βουλευταί, τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν τὴν ἔχω ἀπὸ τεσσάρων ἤδη μηνῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔλαβε γνῶσιν αὐτῆς. Τὰ ἀδικήματα, κύριοι, ταῦτα δὲν ἀνάγονται εἰς τὰ κατ’ ἔγκλησιν τιμωρούμενα ἀδικήματα, ἀλλ’ εἰς τὰ αὐτεπαγγέλτως διωκόμενα καὶ εἰς ἕνα Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐπιτρέπεται νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ἔλαβε ἐπισήμως γνῶσιν. Πόθεν ἔλαβον γνῶσιν ἐγώ;
§110Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σεῖς ἁπλούστατα. Ἐζητήσατε μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν ἐλάβατε καὶ ὡμιλήσατε.
§111Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει λάβει γνῶσιν, ἐνῷ ἐν πρώτοις εἶχε γίνει εὐρεῖα συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ ἐπὶ τῶν καταχρήσεων αὐτῶν καὶ τὰς ὁποίας ὅλος ὁ κόσμος τὰς γνωρίζει. Δὲν εἶνε δυνατὸν λοιπὸν οὕτω νὰ δικαιολογήσῃ μίαν παράλειψιν καθήκοντος ὁ κ. τέως Ὑπουργός.
§112Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Σᾶς ἔδωκα τὴν ἀπάντησιν καὶ σᾶς ὑπέδειξα τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ τὰ κάμνετε διὰ νὰ δημιουργῆτε θόρυβον.
§113Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἔπρεπε νὰ ἐπράττετε τὸ καθῆκόν σας.
§114Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶσθε ἁρμόδιος νὰ μὲ ἐλέγξητε σεῖς τότε.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σεῖς τώρα εἶσθε ἐκτὸς τοῦ κανονισμοῦ, αἱ ἀντεγκλήσεις ἀπαγορεύονται ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ.
§116Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπέμβῃ, διότι τοιαύτη γίνεται ἐπίθεσις ἐναντίον τέως Ὑπουργῶν.
§117Γ. ΠΩΠ. Εἶσθε παλαιὸν μέλος τοῦ κανονισμοῦ, κάμετε ἀντεγκλήσεις σεῖς ἐπὶ πράξεων, τὰς ὁποίας νομίζει ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι εἶσθε ὑπεύθυνος καὶ θέλετε νὰ δώσητε μαθήματα σεῖς διδάσκαλος, ὁ ὁποῖος ἀγνοεῖτε τὸν νόμον.
§118Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἀντὶ νὰ δίδετε μαθήματα, κ. Τσαλδάρη, θὰ ἔπρεπε νὰ ἐκάμνατε τὸ καθῆκόν σας.
§119ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μπράβο. (Χειροκροτήματα).
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Τσουκαλᾶς ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διατὶ ἐνῷ διὰ τὰς ὑπ’ ἀριθ. 25 τῆς συμβάσεως ὁριζομένας περιπτώσεις ἡ ἑταιρεία τῶν τροχιοδρόμων ἔδει νὰ εἰσπράττῃ 5 λεπτὰ εἰσιτήρια, εἰσπράττει 10 λεπτὰ μὴ ἔχουσα ἐκδεδομένα 5 λεπτά. Τί ἐνήργησε τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ κατὰ τῆς τοιαύτης ἐνεργουμένης καταχρήσεως τῆς ἑταιρείας εἰς βάρος τῶν ἐπιβατῶν. Διατὶ ἐνῷ διὰ τῆς συμβάσεως ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρεία νὰ ἀνεγείρῃ περίπτερα εἰς Πατήσια, Ἀνάκτορα, Μοναστηράκι καὶ Μακρυγιάννη δὲν ἀνήγειρε τοιαῦτα. Διατὶ δὲν ἐφαρμόζεται ἀπὸ 1ης Μαΐου τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἐλέγχου νέον δρομολόγιον πυκνότερον τοῦ παλαιοῦ καὶ διατὶ καθίσταται δυσχερὴς καὶ ἀτελὴς ἡ συγκοινωνία; διατὶ ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τῆς συμβάσεως ἡ ἑταιρεία ὑποχρεοῦται νὰ κατασκευάσῃ ἅπασαν τὴν γραμμὴν Φαλήρου–Φρεαττύδος διπλῆς κατεσκεύασε ταύτην μονήν; διατὶ ἐνῷ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τῆς συμβάσεως ἔδει ἀπὸ τοῦ 1908 νὰ συμπληρώσῃ τὰς γραμμὰς Δημοτικοῦ θεάτρου–Πατησίων καὶ Δημοτικοῦ Θεάτρου–Λεωφόρου Ἀλεξάνδρας δὲν κατεσκεύασε ἔτι ταύτας.
§121Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἔρχομαι, κύριοι βουλευταί, εἰς τὴν δευτέραν ταύτην ἐπερώτησιν. Πρόκειται περὶ τῆς Ἑταιρείας τῶν Τροχιοδρόμων, διότι δυστυχῶς, ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρεῖαι εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον εὑρίσκονται. Ἡ Ἑταιρεία τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὅλοι ἔχετε ἀντιληφθῆ, ὅτι καταδυναστεύει τὸν κόσμον, ὅτι συγκοινωνία δὲν ὑπάρχει καὶ οὐ μόνον τοῦτο καὶ παραβιάζει τὰς διατάξεις τῆς συμβάσεως. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν ἐπὶ συγκεκριμένων γεγονότων καὶ ἐπιθυμῶ νὰ εἴπω μερικὰ πρὶν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀπαντήσῃ.
§122Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νομίζω ὅτι σᾶς ἀπήντησα ἐπὶ κάθε μιᾶς χωριστά.
§123Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶνε ἀνάγκη νὰ κατατεθοῦν αἱ σιδηροδρομικαὶ συμβάσεις.
§124Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ κατατεθοῦν ἐν καιρῷ.
§125Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὴν σύμβασιν ταύτην, τοὐναντίον, φρονῶ ὅτι αὕτη εἶνε ἐκ τῶν ὀλίγων συμβάσεων, αἱ ὁποῖαι περιφρουροῦσι τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§126Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἶνε βαρυτάτη διὰ τὴν Ἑταιρείαν.
§127Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω, εἶνε ὅμως ἐπαχθεστάτη εἰς τὸν λαὸν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἀλλ’ ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐγένετο αὕτη, ἡ συγκοινωνία ἦτο πολὺ μικρά, ἔρχομαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι δεδικαιολογημένως ὑπεβλήθησαν τοσοῦτον βαρεῖς ὅροι, ἀλλ’ ἔτι πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἐν τῇ συμβάσει ταύτῃ λαμβάνεται πρόνοια ὅπως τὸ Κράτος δύναται νὰ τροποποιήσῃ αὐτὴν καὶ ἐπιβάλῃ ὅ,τι τὸ συμφέρον τῶν πολιτῶν ἐπιβάλλει καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν πάντες, ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἐζήτησε νὰ περιφρουρήσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους.
§128Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Πῶς ἐπιτρέπεται κατὰ τὴν σύμβασιν νὰ πληρώνῃ δέκα λεπτὰ ὁ ἀνὴρ καὶ δέκα λεπτὰ τριετὲς παιδίον; Εἶνε δικαία ἡ σύμβασις αὕτη; Συνέβη τοῦτο εἰς ἐμέ.
§129Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κατὰ τὴν σύμβασιν ταύτην εἰσεπράττοντο χρηματικὰ ποσὰ ὑπέρογκα, διότι λ. χ. ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Φάληρον πληρώνετε 25 λεπτά, ἀπὸ Ὁμονοίας εἰς Πατήσια 15 λεπτά. Ὅλοι ὅσοι ἐταξειδεύσατε εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ὄχι εἰς πόλεις ὅπως αἱ Ἀθῆναι 250 χιλιάδων κατοίκων, ἀλλ’ εἰς πόλεις πολὺ μικράς, θὰ ἴδητε πόσον μικροὶ εἶνε οἱ ναῦλοι τῶν ἐπιβατῶν, διὰ τῶν ὁποίων γίνεται ἡ συγκοινωνία. Τὸ διάστημα ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Φάληρον ἐκεῖ πληρώνεται ἀντὶ 10–15 λεπτῶν, ἐδῶ 25 λεπτά. Ἐπαναλαμβάνω χάριν τῆς ἀληθείας, δὲν πρόκειται νὰ μεμφθῶ τοὺς συντάξαντας τὴν σύμβασιν, διότι τότε αἱ δαπάναι ἦσαν πολὺ μεγάλαι, ἀκριβῶς δὲ ἡ σύμβασις προέβλεψεν ὅπως μετὰ παρέλευσιν δεκαπενταετίας δυνηθῇ νὰ ἐλαττώσῃ τὰς τιμάς. Ἀλλ’ εἶνε τοιαῦται τιμαί, αἱ ὁποῖαι ἀποκλείουσι τὸν κόσμον, ἰδίως νὰ μεταβῇ εἰς Φάληρον, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶνε διὰ τοὺς κατοίκους τῶν Ἀθηνῶν ζήτημα πολυτελείας, εἶνε ζήτημα ὑγείας, τὸ καλοκαῖρι καίεται ὁ κόσμος, ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναπνεύσῃ ἀέρα, καὶ νὰ λουσθῇ καὶ διὰ τῶν τιμῶν αὐτῶν δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ τὸ κατορθώσῃ. Ἀλλὰ μήπως ἡ Ἑταιρεία ἐπωφελεῖται αὐτῶν τῶν κερδῶν; Ὁ κόσμος εἶνε ἠναγκασμένος σαρδεληδὸν νὰ εἰσέρχηται, κατάστασις ἀφόρητος. Ὥστε ὀφείλετε πάντες νὰ ὁμολογήσητε ὅτι δὲν ἔχετε συγκοινωνίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχουσι καὶ ῥηταὶ παραβάσεις συμβάσεων καὶ πρώτη ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 25 τῆς συμβάσεως. (Ἀναγινώσκει) «Τὸ εἰσιτήριον συνεχείας κλπ.». Δηλ. ἂν ζητήσητε εἰσιτήριον συνεχείας θὰ πληρώσητε 15 λεπτά, ἐὰν ἔχητε εἰσιτήριον 10λεπτον πρέπει νὰ πληρώσητε 5λεπτον, ἡ Ἑταιρεία ὅμως δὲν ἔχει 5λεπτα εἰσιτήρια καὶ εἰσπράττει 10λεπτον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεναντίας ἐπὶ τούτου νομίζει ὅτι δὲν ἀπαιτοῦνται 5λεπτα εἰσιτήρια, ἀλλὰ ὑπάρχει καὶ ἡ διάταξις καθ’ ἣν (Ἀναγινώσκει) «Ὁ ἐπιβάτης ζητῶν εἰσιτήριον συνεχείας κλπ.». Τοιαύτην ἑρμηνείαν θέλει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν ἔχει δίκαιον, διότι ἡ διάταξις αὕτη ἀφεώρα τὴν περίπτωσιν τοῦ καθορισμοῦ τῆς συνεχείας, δηλαδὴ θέλετε νὰ λάβητε ἀπὸ τὰ Πατήσια εἰσιτήριον συνεχείας πρέπει νὰ πληρώσητε 15 λεπτά. Προκειμένου ὅμως νὰ μεταβῆτε εἰς τὰ Πατήσια, ὅταν φθάσητε εἰς τὸ σημεῖον τῶν 10λέπτων εἰσιτηρίων θὰ ἔλθῃ ὁ εἰσπράκτωρ θὰ σᾶς εἴπῃ: δώσατέ μου ἀκόμη 10 λεπτά. Αὐτὸ δὲν εἶνε σωστόν.
§130Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Νὰ ἑρμηνεύσητε τὴν διάταξιν ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν προηγουμένην παράγραφον.
§131Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. 5λεπτον εἰσιτήριον ὑπάρχει;
§132Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§133Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πῶς ἐπιτρέπεται αὐτό; Ἀναγινώσκω καὶ πάλιν τὴν διάταξιν. (Ἀναγινώσκει).
§134Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἡ διάταξις αὕτη ἐννοεῖ ὅτι ὑπάρχει 10λεπτον καὶ θὰ πληρώσῃ ὁ ἐπιβάτης 15λεπτον δι’ ἄλλην γραμμήν. Πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ ἡ διάταξις ἐκ παραλλήλου καὶ ἐν συνδυασμῷ μὲ τὴν ῥήτραν τοῦ ἄρθρου (ἀναγινώσκει). Νομίζω ὅτι εἶνε ἡ λογικὴ ἔννοια, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τοιαύτη δὲ ἑρμηνεία ἐδόθη παντοῦ εἰς ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου. Προκειμένου περὶ εἰσιτηρίων συνεχείας εἶνε μία ἔκπτωσις, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ τιμολόγιον πρὸς τὸν ἐπιβάτην νὰ πληρώσῃ ἠλαττωμένον τὸ εἰσιτήριον, ἐν ᾗ περιπτώσει κάμῃ χρῆσιν ὁλοκλήρου τῆς γραμμῆς. Ἀκριβῶς ἐπὶ τῆς λογικῆς στηρίζομαι καὶ ἐγώ, διότι κατὰ τὴν γνώμην μου ὑποθέσατε ὅτι θέλετε νὰ μεταβῆτε εἰς τὰ Πατήσια θὰ πληρώσητε 15λεπτον, ἐὰν ὅμως σταματήσητε εἰς τὸ μέσον θὰ ἔλθῃ ὁ εἰσπράκτωρ νὰ σᾶς ζητήσῃ 10λεπτον, ἐνῷ σεῖς θὰ κατέλθητε τῆς ἁμάξης. Ἑπομένως ἐὰν θέλητε νὰ ἀσπασθῶμεν τὴν δικαίαν ἑρμηνείαν θὰ καταλήξωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ἰδικόν μου καὶ νομίζω ὅτι ἀπὸ λογικῆς ἀπόψεως εἶχον δίκαιον.
§135Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ἐγὼ ἠθέλησα νὰ διαφωνήσω εἰς αὐτὸ καὶ ἀκριβῶς στηρίζομαι καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῆς λογικῆς, διότι ὑποθέσατε ὅτι θέλετε νὰ μεταβῆτε εἰς τὰ Πατήσια θὰ πληρώσητε 15 λεπτά· ἂν σταματήσητε εἰς τὸ μέσον μὲ εἰσιτήριον 10λεπτον, ἂν θελήσητε νὰ ἐξακολουθήσητε τὸ ταξείδιον, θὰ πληρώσητε ἄλλα 10 λεπτά. Ἑπομένως νομίζω ὅτι εἶχον δίκαιον ὡς πρὸς τοῦτο. Δεύτερον ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς κατασκευῆς τῶν περιπτέρων ἀναμονῆς. Ὑπάρχει διάταξις ἐν τῇ συμβάσει, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ γίνωσιν ὡρισμένα περίπτερα ἀναμονῆς· ἡ Ἑταιρεία δὲν ἔχει συμπληρώσει τὸν ἀριθμὸν αὐτόν. Ἐλλείπουσιν ἓν εἰς τὰ Πατήσια, ἓν εἰς τὸ Μοναστηράκι καὶ ἓν εἰς τοῦ Μακρυγιάννη.
§136Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὸ τῶν Πατησίων ἐνεκρίθη πρὸ ἡμερῶν.
§137Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ περίπτερον Μοναστηρακίου, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὁμολογεῖ τὴν ἔλλειψιν καὶ φαίνεται ὅτι προέρχεται ἀπὸ ἄλλον λόγον ὀφειλόμενον εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων. Καὶ διὰ τὸ δεύτερον τῶν Πατησίων, κατὰ τὴν σύμβασιν ἐξάγεται σαφῶς ὅτι πρόκειται περὶ περιπτέρων ἀναμονῆς καὶ διαφωνῶ τελείως πρὸς τὴν γνώμην σας, διότι ἡ σύμβασις λέγει ῥητῶς περίπτερα ἀναμονῆς καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι ὁμιλεῖ περὶ περιπτέρων πωλήσεως εἰσιτηρίων. Νομίζω δὲ ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν περίπτερα ὅταν βρέχῃ καὶ ὅταν εἶνε ἥλιος διὰ νὰ ἀναμένωσιν οἱ ἐπιβάται.
§138Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§139Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Μάλιστα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς πυκνώσεως τῶν δρομολογίων, τὸ ὁποῖον εἶνε ἀκριβῶς καὶ τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσε τὴν ἐπερώτησίν μου πρέπει νὰ ὁμολογήσητε ὅτι τὰ ὀχήματα εἶνε πολὺ ἀραιὰ καὶ δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ τὴν συγκοινωνίαν. Εὐτυχῶς ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἦτο σαφὴς καὶ φαίνεται ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως προβῇ εἰς τὴν πύκνωσιν, ὡς καὶ ὁ πρώην ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργός. Καὶ ἐπειδὴ ὁ σκοπὸς τῆς ἐπερωτήσεως εἶνε οὗτος δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐκφράσω τὰς εὐχαριστίας μου διότι θὰ λυθῇ τὸ πολυθρύλλητον ζήτημα αὐτὸ καὶ θὰ ἔχωμεν καλὴν συγκοινωνίαν. Ἀπομένει μία ἄλλη ἐπερώτησις: περὶ κατασκευῆς γραμμῶν Δημ. Θεάτρου–Πατησίων καὶ Δημ. Θεάτρου–Λεωφόρου Ἀλεξάνδρας. Ἐπερώτησα καὶ διὰ τὰς γραμμὰς αὐτάς, διότι ἐδῶ ἀναφέρεται ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρείας νὰ τὰς συμπληρώσῃ. Διατί δὲν τὰς συνεπλήρωσε; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ ὅτι οὐδαμοῦ ἐν τῇ συμβάσει προβλέπεται τοιαύτη ὑποχρέωσις τῆς ἑταιρείας. Διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι ἐδῶ ἔχω εἰς χεῖρας μου τὴν σύμβασιν τῆς ἑταιρείας, τὴν γενομένην τὴν 12ην Ἰουνίου 1909, καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑποθέσητε ὅτι ἐγὼ ἐτύπωσα τὴν σύμβασιν αὐτήν, διότι φέρει καὶ τὴν σφραγῖδα τοῦ φιλολογικοῦ συλλόγου Παρνασσοῦ.
§140Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκε ἡ ὑπηρεσία· φαίνεται ὅτι αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχετε εἶνε προσχέδιον τῆς συμβάσεως καὶ οὐχὶ ἡ ὁριστικὴ σύμβασις, τὴν ὁποίαν κατέθεσα εἰς τὴν Βουλήν.
§141Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Αὐτὸ εἶνε· ἀλλ’ ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς χεῖρας μου φέρει ὅλας τὰς ὑπογραφὰς τῶν Ὑπουργῶν.
§142Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἴσως ἐν τῇ Βουλῇ νὰ ἐτροποποιήθη.
§143Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πιθανόν, καὶ δι’ αὐτὸ μοῦ ἐφάνη παράξενον. Ὁπωσδήποτε ὅμως καὶ ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐδώκατε αἱ δύο αὐταὶ γραμμαὶ προβλέπονται, ἀλλὰ δὲν προβλέπονται ὀνομαστικῶς, διότι ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν μοῦ ἐδώκατε, ἀναφέρεται ἡ γραμμὴ Δημοτ. Θεάτρου–Πατησίων, ὡς γραμμὴ ἀπὸ σημείου ὁρισθησομένου εἰς Πατήσια, καὶ ἡ δευτέρα γραμμὴ Δημοτ. Θεάτρου–Λεωφόρου Ἀλεξάνδρας, ἐπίσης ἀπὸ σημείου ὁρισθησομένου ἐκ Λεωφόρου Ἀλεξάνδρας, ἑπομένως μεταβάλλεται ἡ λέξις μόνον καὶ ἀπὸ Δημοτ. Θεάτρου γίνεται ἀπὸ σημείου ὡρισμένου. Ἐπεθύμουν νὰ σᾶς ἐρωτήσω συμφώνως μὲ τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε, αὐταὶ αἱ δύο γραμμαὶ ἐγένοντο;
§144Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου τὸ ἐρώτημα, τὸ ὁποῖον μοῦ θέτετε, ἀλλὰ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μοῦ προσήχθη σχετικὸν ἔγγραφον περὶ ἀπολογίας τῆς ἑταιρείας εἰς τὴν ὁποίαν τὴν ἐκάλει ὁ πρώην Ὑπουργὸς διότι δὲν ἐξετέλεσε μέρος τι.
§145Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ. Ἐπεβλήθησαν πολλὰ πρόστιμα εἰς τὴν ἑταιρείαν διὰ τὴν μὴ κατασκευὴν γραμμῶν.
§146Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Δὲν ἔχω ἑπομένως ἐπ’ αὐτοῦ νὰ ἀσχοληθῶ καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ πράξητε ὅ,τι νομίζετε ὀρθόν. Ἤθελον νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ ἐπὶ τῶν γραμμῶν, τὰς ὁποίας ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρεία νὰ συντηρῇ καὶ τὰς ὁποίας ἀφίνει εἰς κατάστασιν ὀδυνηράν. Νὰ διατάξητε ἕνα μηχανικὸν νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα, εἰς τὰ ἀπόκεντρα ἰδίως τοῦ Πειραιῶς μέρη αἱ γραμμαὶ αὐταὶ συντηροῦνται εἰς χείριστον βαθμόν. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καί τινα ζητήματα σπουδαιότατα, ἐφ’ ὧν ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ἡ σύμβασις αὕτη ἐπιτρέπει εἰς τὸ Κράτος τὴν ἀνανέωσιν τῶν τιμολογίων, ὅταν τὰ κέρδη, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ τόκου καὶ χρεωλυσίου, ὑπερβαίνουν τὰ 6%, τὸ Ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν τὴν ἐλάττωσιν τῶν τιμῶν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἑταιρεία δὲν ζητεῖ ἔκπτωσιν τιμῶν, δὲν ζητεῖ τίποτε, καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶνε τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ ὁμιλήσω. Ἀτυχῶς δὲν ἀσκεῖται ὁ προσήκων ἔλεγχος ἐπὶ τῆς ἑταιρείας καὶ ἡ ἑταιρεία κατὰ τὸ δὴ λεγόμενον κάμνει ὅ,τι θέλει, εἰσπράττει ὅ,τι θέλει, δαπανᾷ ὅ,τι θέλει. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω ἓν γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν ἀγνοεῖτε· ἡ σύμβασις ὁρίζει ποῖα πρόσωπα ἀπολαύουν εἰσιτηρίων δωρεάν, ἀλλ’ ἡ ἑταιρεία ἐπὶ πλέον τῶν προσώπων αὐτῶν διαθέτει τριακόσια περίπου εἰσιτήρια.
§147Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἔκαμεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀποκρούει τὰς τοιαύτας χαριστικὰς πράξεις, δηλοῖ δὲ ὅτι ἐν τῷ γενησομένῳ ἐλέγχῳ θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψει τὰ εἰσιτήρια ταῦτα ὡς εἴσπραξις.
§148Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Πολὺ καλά, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ προκαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἀσκεῖται κἄπως σοβαρώτερος ὁ ἔλεγχος, διότι αἱ ἑταιρεῖαι αὗται δαπανῶσι ποσά, τὰ ὁποῖα εἶνε ἀληθῶς ἀδικαιολόγητα. Ἐφ’ ὅσον προνοεῖ ἡ σύμβασις ὅπως ὄχι μόνον τὰ τιμολόγια ἐλαττωθῶσιν, ὅταν τὸ κέρδος ὑπερβῇ τὰ 6%, ἀλλὰ καὶ τὸ Κράτος εἰσπράττῃ μετὰ τὰ 6%, διότι τὰ κέρδη τὰ ὑπερβαίνοντα διανέμονται. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα εἰς εἴσπραξιν, νομίζω ὅτι ἀπαιτεῖται ἔλεγχος καὶ ἔλεγχος αὐστηρός, φοβοῦμαι δέ, διότι τοιοῦτος ἔλεγχος δὲν ἠσκήθη ἐπαρκῶς. Πρέπει δὲ νὰ ἀσκηθῇ, διότι ὑπάρχουν μισθοδοσίαι τρομακτικαί· δύο διευθυνταὶ μὲ 1.500 δραχμὰς ὁ καθεὶς τὸν μῆνα, ἐκτὸς τῶν ποσοστῶν. Ἐπεθύμουν κ. Ὑπουργέ, νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διατάξητε νὰ ἀσκηθῇ σοβαρώτερος ἔλεγχος, διότι πρόκειται περὶ συμφερόντων τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως τὸ Κράτος ἔχει πᾶσαν τὴν ὑποχρέωσιν καὶ τὸ δικαίωμα νὰ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον καὶ δύναται οἱανδήποτε στιγμὴν ὁ Ὑπουργὸς νὰ κατάσχῃ τὰ ἔγγραφα, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὰ γραφεῖα τῆς ἑταιρείας καὶ νὰ παρακολουθήσῃ αὐτὴν μετὰ περισσοτέρας προθυμίας. Ἄλλως πρόκειται περὶ μιᾶς ἑταιρείας, ἡ ὁποία εἶνε κακῆς πίστεως, λέγω δὲ ὅτι εἶνε κακῆς πίστεως, διότι πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἀξιοτίμου τέως ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ κυρίου Μπαλτατζῆ καὶ τοῦ τέως ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργοῦ κυρίου Εὐταξίου περὶ ἑνὸς πρωτοκόλλου, φέροντος χρονολογίαν 28 Ἀπριλίου, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπογράφουν ἀφ’ ἑνὸς οἱ Ὑπουργοὶ καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ διευθυνταὶ τῆς ἑταιρείας.
§149Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ διαφωνήσω εἰς τὸ σημεῖον αὐτό.
§150Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Καὶ ὅμως εἶναι ὑπογεγραμμένον.
§151Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ἔχει δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑπογράψῃ, διότι ὑπάρχει ρήτρα, ἐκ τῆς ὁποίας ἐμφαίνεται ὅτι ἡ ἐργασία εἶνε μεμερισμένη, ἵνα μὴ ἐκ τῆς ὑπερκοπώσεως πάσχουσιν οἱ ὑπάλληλοι. Ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου διαφωνῶ ῥιζικῶς ὅτι ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ὑπογράφῃ τοιοῦτον ἔγγραφον καὶ νὰ προέλθῃ εἰς συμφωνίαν τοιαύτην παρὰ τὸν νόμον.
§152Λ. ΤΣΟΥΚΑΛΑΣ. Κύριε Ὑπουργὲ δὲν διεφωνήσαμεν, τὸ μόνον τὸ ὁποῖον λέγω εἶναι ὅτι ἡ ἑταιρεία εἶναι κακῆς πίστεως, δι’ ἐμὲ εἶναι σημεῖον κακῆς πίστεως, καὶ τὸ λέγω ὄχι διὰ νὰ κρίνω τὴν πρᾶξιν ἀλλὰ διὰ νὰ ἀρυσθῶ ἐπιχείρημα ὅτι πρόκειται περὶ ἑταιρείας κακῆς πίστεως. Διὰ νὰ τελειώσω δὲ θὰ σᾶς εἴπω περὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον εἶνε δημοσίας τάξεως. Θὰ ἀντελήφθητε ἴσως ὅτι ἡ ἑταιρεία διαθέτει ὀχήματα, τὰ ὁποῖα διατηρεῖ ἀπὸ πρωΐας μέχρι τῆς 8 ἑσπερινῆς ὥρας, εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας καὶ πρὸς τὸ μέρος τῆς ὁδοῦ Γʹ Σεπτεμβρίου. Τοῦτο δὲ διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν δαπάνην νὰ μεταφέρῃ ταῦτα εἰς τὴν ἀποθήκην, καὶ κατόπιν μεταφέρῃ ταῦτα εἰς τὰς γραμμάς. Τοποθετεῖ λέγω εἰς τὴν πλατεῖαν τῆς Ὁμονοίας καὶ πρὸς τὸ μέρος τῆς ὁδοῦ Γʹ Σεπτεμβρίου ὀχήματα, μετεβλήθη δὲ οὕτω τὸ κέντρον τῶν Ἀθηνῶν εἰς ἀποθήκην ὀχημάτων, τὰ ὁποῖα ἐμποδίζουν τὴν συγκοινωνίαν τῆς γραμμῆς, ἐμποδίζει τὴν συγκοινωνίαν τῶν ἁμαξῶν, οἱ δυστυχεῖς δὲ ἁμαξηλάται ἐπανειλημμένως ἀνέφερον καὶ παρεπονέθησαν, ἀλλὰ ἡ ἀστυνομία δὲν ἔπραξεν τίποτε. Νομίζω ὅτι ἀπό τινων ἡμερῶν ἔπαυσε τὸ κακόν, ἀλλὰ ἐπὶ μακρὸν χρόνον τοῦτο ἐγένετο, ὀφείλετε νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι ἐγένετο κατάχρησις εἰς βάρος τῆς δημοσίας τάξεως, διὰ τῆς τοποθετήσεως τῶν βαγονίων εἰς τὴν πλατείαν.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 3 τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Οἱ κύριοι Π. Ἀγγελίδης, Γ. Βλάχος, Δ. Χατζηγιάννης, Α. Κόρακας, Α. Κασσαβέτης, Κ. Σπυρίδης, Δ. Σαμσαρέλλος, Μ. Μπουφίδης, Κ. Χρυσοχοΐδης, Μ. Δηληγιάννης καὶ Κ. Δημοκωστούλας, παρακαλοῦσι τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἀνασύστασιν τοῦ δασαρχείου Ἐλασσῶνος, καταργηθέντος ὑπὸ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως.
§154Ι. ΓΙΑΜΟΥΖΗΣ. Γνωστὸν τυγχάνει ἡμῖν κύριοι βουλευταὶ ὅτι ἡ περιφέρεια Ἐλασσῶνος, εἶναι περιφέρεια δασική, ἐκ τῆς ἀναθέσεως δὲ τῆς ὑπηρεσίας τῆς δασικῆς εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἐπέρχονται μεγάλαι δυσχέρειαι εἰς τοὺς κατοίκους. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, θὰ προβῇ εἰς ἀνασύστασιν ταύτης καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν κατοίκων.
§155Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς τὰς 3 ἀναφοράς, αἵτινες εἶναι συναφεῖς.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χρυσοστάλης ἔχει τὸν λόγον.
§157Δ. ΧΡΥΣΟΣΤΑΛΗΣ. Οἱ κάτοικοι τῶν Βορείων κοινοτήτων τῆς Εὐβοίας παραπονοῦνται πρὸς ἡμᾶς τοὺς βουλευτάς των μὲ μεγάλον πόνον καὶ ἀσάλευτα ἐπιχειρήματα, ὅτι ἡ φημισμένη κτηνοτροφία των, ἡ δίδουσα εἰς τὴν πρωτεύουσαν τὰ γλυκύτατα κρέατα καὶ τὸ ἀρωματῶδες βούτυρον Χαλκίδος κινδυνεύει νὰ ἐξαλειφθῇ· καὶ ὄντως κύριοι εὑρίσκεται αὕτη εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ τέλους τῆς καταστροφῆς της, διότι πωλοῦσιν οἱ κτηνοτρόφοι τῆς Εὐβοίας καὶ ὁλοὲν πωλοῦσιν ἀθρόως καὶ ἀθρόοι τὰ αἰγοπρόβατά των εἰς τοὺς κρεοπώλας καὶ ἀπέρχονται εἰς τὴν Ἀμερικήν, καὶ ὁ λόγος καὶ ἡ ἀφορμὴ τοῦ τοιούτου ὄχι μόνον Εὐβοϊκοῦ, ἀλλ’ ἐθνικοῦ κακοῦ—διότι ἐθνικὸν κακὸν εἶνε ἡ καταστροφὴ τῆς κτηνοτροφίας—εἰσὶ τὰ ἀλλεπαλλήλως κατὰ τῶν κτηνοτρόφων μας ἀδικοσυντασσόμενα πρωτόκολλα ἀγροζημίας, ἐκ μέρους τῶν δασοφυλάκων σας, κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διὰ ψύλλου πήδημα πρωτόκολλον ἀγροζημίας συντάσσουσιν οὗτοι, εἰς τὰς δικαίας δὲ παραστάσεις τῶν χωρικῶν, διατὶ τοὺς καταδιώκουσι καὶ τοὺς τυραννοῦσιν οὕτω, οἱ δασοφύλακες ἀπαντῶσιν: «Ἔτσι λέγει ὁ νόμος». Καὶ ποῖος νόμος, κύριοι, παρεδόθη εἰς χεῖρας τῶν πλείστων ὄντων μετριώτατα ἐγγραμμάτων δασοφυλάκων μας νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ αὐτῶν; ὁ νόμος περὶ δασῶν. Ἴσως θὰ ἀγνοῆτε πολλοὶ ἐξ ὑμῶν τὶ ἐστὶ Ἑλληνικὴ περὶ δασῶν νομοθεσία, ἡ ὁποία εἶνε μία νομοθεσία κυριολεκτικῶς δασώδης καὶ χαώδης, ἀρχίζει ἀπὸ τὰ νομοθετικὰ διατάγματα τοῦ Ὄθωνος καὶ ἔκτοτε ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἐπὶ ἔτη ὀγδοήκοντα μέχρι σήμερον, ἐκ τῶν διαφόρων ἐν τῷ μεταξὺ τῆς ὀγδοηκονταετηρίδος αὐτῆς Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τελευταῖον καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐφιλοτιμήθησαν πολλοὶ ἐξ αὐτῶν νὰ νομοθετήσουν κἄτι τι περὶ δασῶν’ ἀλλὰ διὰ τῆς ἀλλεπαλλήλου ταύτης νομοθεσίας ἐδημιουργήθη μία λαβυρινθώδης δασικὴ Νομοθεσία, τῆς ὁποίας οἱ νόμοι, τὰ διατάγματα, τὰ ἄρθρα καὶ τὰ ἐδάφια, ἀλληλοσυγκρούονται καὶ ἀλληλοαναιροῦνται· ὁ δυσνόητος λοιπὸν καὶ γριφώδης αὐτὸς νόμος ἐδόθη τοῖς δασοφύλαξι νὰ ἐφαρμοσθῇ παρ’ αὐτῶν πρὸς προστασίαν τῶν δασῶν καὶ πρὸς ἀπηνῆ καταδίωξιν τῶν χωρικῶν μας εἴτε κτηνοτρόφοι εἴτε γεωργοὶ εἰσὶν οὗτοι καὶ συγκεκριμένως θὰ ἀναφέρω ὑμῖν δύο παραδείγματα. Αον. Τὸ περὶ βοσκῆς τῶν ποιμνίων ἐντὸς τῶν δασῶν καὶ Βον τὸ περὶ ξυλεύσεως καυσοξύλων. Ἀμφότερα ταῦτα ὁ νόμος ῥητῶς δὲν τὰ ἀπαγορεύει ἀλλ’ ἀφίεται ἡ ἐφαρμογή των εἰς τὴν κρίσιν καὶ ἀντίληψιν τῶν δασικῶν ἀρχῶν. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἕτερον οἱ δασοφύλακες τὸ ἐξηγοῦσι καὶ τὴν στενὴν ἀντίληψίν των καὶ κατὰ τὰς συμφεροντολογικὰς διαθέσεις των. Βοσκίζει λόγου χάριν τὸ ποίμνιόν του ὁ ποιμὴν εἰς χερσώδη πλησίον τοῦ χωρίου του ἐδάφη κεκαλυμμένα ἀπὸ μικροὺς ἀγριοθάμνους, σχοίνους, κομάρους, ἀπηγάνους καὶ λοιπά, συλλαμβάνει ὅμως τὸ ποίμνιόν του ὁ δασοφύλαξ καὶ συντάσσει πρωτόκολλον ἀγροζημίας· διότι ὁ δασοφύλαξ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι οἱ ἀπήγανοι, αἱ ἀστιβιαῖς καὶ οἱ κόμαροι ἀργότερα θὰ ἐγίνοντο δάσος καὶ πρέπει νὰ προφυλαχθῶσιν. Ὁ ἴδιος ὁ ποιμὴν κατόπιν βοσκίζει τὸ ποίμνιόν του εἰς δάσος μὲ δένδρα ὑψηλά, δρῦς, ἐλάτας, πεύκας, καστανέας, εἰς τὸ ὁποῖον δάσος τὰ ἀθῷα πρόβατα οὐδεμίαν ζημίαν δύνανται νὰ προξενήσουν, τοὐναντίον ὠφέλειαν κάμνουσιν ὡς λιπαίνοντα τὸ ἔδαφος ἐκεῖ ἔνθα παραμένουσιν, ὁ δασοφύλαξ ὅμως καὶ ἐδῶ πάλιν συλλαμβάνει τὸ ποίμνιον καὶ νέον πρωτόκολλον κατὰ τοῦ ποιμένος συντάσσεται· ὁ ἴδιος ὅμως ὁ ποιμὴν εἶνε ὑποχρεωμένος νὰ προφυλάξῃ ἀπὸ ἀγροζημίαν καὶ τοὺς κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐσπαρμένους ἀγροὺς τῆς κοινοτικῆς του περιφερείας. Τώρα ἐρωτῶ, σᾶς, κύριοι, ὅσοι κατάγεσθε ἀπὸ χωρία, ὅπως ἐγώ, διότι οἱ ἄλλοι κύριοι τῶν πόλεων καὶ οἱ Ὑπουργοὶ καὶ οἱ τμηματάρχαι, οἱ περισσότεροι μόνον νὰ ἐκλέγωσι καὶ νὰ τρώγωσι τὸ καλὸ κρέας καὶ βούτυρο ἠξεύρουσιν, ἀλλὰ πῶς ταῦτα διατηροῦνται καὶ γίνονται, ἰδέαν σαφῆ δὲν ἔχουν· σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν μετὰ τὰς ὅσας ἀνωτέρω ἠκούσατε ἀπαγορεύσεις, τί μέρος τῆς γῆς θὰ μείνῃ ἐλεύθερον βοσκῆς εἰς τὴν μικροπεριφέρειαν τοῦ ποιμένος αὐτοῦ; Καὶ ποῦ γῆς θὰ διαθρέψῃ τὸ ποίμνιόν του ὁ δυστυχὴς αὐτὸς ποιμήν; Πρέπει λοιπὸν νὰ ξεκάμῃ τὸ ποίμνιόν του καὶ νὰ πάρῃ τὰ μάτια νὰ χαθῇ εἰς τὴν Ἀμερικήν, ὅπως καὶ κάμνει ὁ δυστυχής, ναὶ ἢ ὄχι; Μήπως τοὐλάχιστον ἔχομεν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι τὰς ὠκεανώδεις πεδιάδας καὶ τοὺς ἀπεράντους λειμῶνας τῆς Εὐρώπης; Ἐκεῖθεν ὅθεν λαμβάνουσιν τοὺς νόμους περὶ δασῶν καὶ μᾶς τοὺς ξεφουρνίζουν ἐδῶ οἱ ἐκεῖ σπουδάζοντες δασοκόμοι μας, χωρὶς ὅμως ἢ ἐλάχιστα νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν των τὰς εἰδικὰς ἐδαφικὰς δασικὰς συνθήκας τῆς Ἑλλάδος. Διότι ἐκεῖ ἐν Εὐρώπῃ ἔχει χωρίσει ἡ φύσις αὐτὴ τὰ ἐδάφη τῶν δασῶν καὶ τῶν βοσκησίμων γαιῶν, ἀφοῦ ἔδωκεν ὁ Θεὸς γῆν ἀπέραντον, ὁμαλὴν, χωματώδη, πλουσίαν καὶ εὔφορον, ἐπὶ τῆς ὁποίας γῆς ἀλλαχοῦ μὲν ὑπάρχουσι δάση ἀτέρμονα, ἀλλαχοῦ δὲ πεδιάδες καὶ λειμῶνες ἀπέραντοι, ἐπὶ τῶν ὁποίων κατὰ χιλιάδας ὄχι ποιμνίων, ἀλλ’ ἀγελῶν βόσκουσι τὰ ποίμνια. Ἐνῷ ἐδῶ ἐν Ἑλλάδι, μᾶς τὰ ἔδωκεν ὁ Θεὸς ὅλα πτωχά, ἀνάκατα καὶ φύρδην μίγδην, διότι τὰ καλὰ ἰσόπεδα καὶ καματερὰ ἐδάφη, μᾶς τὰ ἐκάλυψεν ὁ Ὕψιστος μὲ θαλάσσας, μὲ λίμνας καὶ ἕλη καὶ μᾶς ἀφῆκε πρὸς κατοικίαν μόνον νήσους καὶ κορυφὰς ὀρέων, ἀράδα πετρώδεις ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, ἐλάχιστα δὲ χωματώδεις. Ἐπ’ αὐτῶν λοιπὸν τῶν ὀρέων καὶ τῶν νήσων ὡς ἐν κιβωτοῖς τοῦ Νῶε περιτριγυριζόμενοι ὑπὸ θαλασσῶν, ζῶμεν ἐν στενοχώρῳ χώρῳ καὶ συμφυρόμεθα καὶ συναγελαζόμεθα, ἂν θέλετε ἀκόμη ἐν τοῖς χωρίοις, ἕνεκα τοῦ μικροῦ χώρου, ὄντα λογικά τε καὶ ἄλογα μαζί. Ἐπὶ τοιαύτης γῆς, λοιπόν, ἡμεῖς κατοικοῦντες, ἔχομεν ἀνάγκην εἰδικῆς, τοπικῆς, καθαρῶς ἑλληνικῆς δασικῆς Νομοθεσίας. Ἔλθετε τώρα καὶ εἰς τὸ δεύτερον πράδειγμα· πηγαίνει ὁ χωρικὸς νὰ ξυλεύσῃ καυσόξυλα, κάμνων τὴν προμήθειάν του διὰ τὴν θέρμανσιν τοῦ προσεχοῦς χειμῶνος, ἀπὸ τὸ πλησίον τοῦ χωρίου του ὄχι ἀπηγορευμένον δάσος, ἀλλ’ ἀπὸ τὸ βουνό, διότι μέσα στὸ βουνὸ κατοικεῖ· στὸ βουνὸ μὲ τοὺς σχοίνους του, τοὺς πρίνους καὶ κουμάρους. Τὸν συλλαμβάνει ἐκεῖ ὁ δασοφύλαξ κόπτοντα ξύλα, ἔλα ἐδῶ, τοῦ λέγει, κάθισε τώρα στὸ σκαμνὶ νὰ σὲ μάθω ἐγὼ νὰ πληρώνῃς ταῖς ἀγριοκουμαργιαῖς γιὰ ἔβενο. Μὰ τί νὰ κάμω, φωνάζει καὶ διαμαρτύρεται ὁ χωρικός, μὲ τί εἴδους φωτιὰ νὰ ζεσταθῶ τὸν χειμῶνα κ’ ἐγὼ καὶ τὰ παιδιά μου· σεῖς μοῦ ἀπαγορεύετε νὰ θαμνεύω τοὺς ἀγρούς μου, νὰ καθαρίζω τὰς ἀγριελαίας μου, νὰ κόπτω κλαδίσκους πρὸς ὑποστήριξιν τῶν κλημάτων τῆς ἀμπέλου μου καὶ τῶν φασιολεῶν μου. Δι’ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ μὴ παραβλάπτοντα τὰ δάση, ζητεῖτε ἀδείας· μοῦ ἀπαγορεύετε ἀκόμη νὰ θερμαίνωμαι καὶ διὰ τῶν ἀγριοξύλων, μέσῳ τῶν ὁποίων ζῶ. Δώσατέ μου τοὐλάχιστον τὸ μέσον τῆς ἐν χειμῶνι θερμάνσεως τοῦ οἴκου μου, ἀλλ’ εἰς ἀπάντησιν ὁ δασοφύλαξ συντάσσει αὐστηρότερον τὸ κατὰ τοῦ χωρικοῦ πρωτόκολλον, διότι καὶ πάλιν «ἔτσι λέγει ὁ νόμος», ὁ νόμος τὸν ὁποῖον μᾶς ἐκουβάλησαν πάλιν ἐξ Εὐρώπης οἱ ἑκάστοτε τμηματάρχαι τοῦ δασικοῦ τμήματος, χωρὶς ὅμως καὶ εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν νὰ σκεφθοῦν οἱ ὑποβολεῖς τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶνε οὔτε Βέλγιον, οὔτε Ἑλβετία· διότι ἀπαγορεύεται ἐκεῖ ἡ ξύλευσις τῆς καυσοξυλείας, ἀλλ’ ἔχει ἐκεῖ καὶ ὁ πολίτης καὶ ὁ χωρικὸς ἀπ’ ἔξω ἀπὸ τὴν αὐλόθυραν τοῦ οἴκου του τὸ κὸκ πρὸς 2 λεπτά, τὸ οἰνόπνευμα πρὸς 50 λεπτά, τοὺς ξυλάνθρακας πρὸς 5 λεπτὰ καὶ τοὺς λιθάνθρακας πρὸς 1½ λεπτὸν κατὰ χιλιόγραμμον, χωριστά, τὸν ἀνθρακίτην, τὸ ἀεριόφως καὶ τόσας ἄλλας ὕλας θερμαντικάς, ποῦ ἔχουν οἱ εὐτυχισμένοι ἐκεῖνοι θνητοί, οἱ κατοικοῦντες τοὺς εὐλογημένους ἐκείνους τόπους. Ἀλλὰ σεῖς ἐδῶ τί ἀπ’ ὅλα αὐτὰ παρέχετε εἰς τὸν Ἕλληνα γεωργὸν καὶ τοῦ στερεῖτε τὸ μέσον τῆς θερμάνσεως τοῦ σπιτιοῦ του διὰ τῆς ξυλεύσεως ἀγριοξύλων; Μέσα εἰς ὅλα τὰ ἄλλα βάσανα ποῦ δὲν τὸν ἀφίνουν τὸν καϋμένον τὸν Ἕλληνα χωρικὸν νὰ σηκώσῃ κεφάλι, τὸν τρεφόμενον μὲ ἐλαίας, μὲ χόρτα, μὲ σκόρδα, μὲ ψωμοτύρι καὶ μὲ μπομπότα, ἔρχεσθε καὶ σεῖς οἱ ἁρμόδιοι τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ τοῦ στερήσητε καὶ τὴν φωτιά του, ποῦ θέλει νὰ θερμάνῃ τὸ καταπεπονημένον ἐκ τῆς ὑπερκοπώσεως καὶ τὸ κατεσκληκὸς ἐκ τῆς κακοδιαίτης σαρκίον του, διὰ νὰ τὸν κάμητε νὰ ἀποθνήσκῃ τὸν χειμῶνα ἀπὸ τὰ δύο φοβερὰ καὶ ἀπάνθρωπα τῆς ἀνθρωπότητος κακά, τὴν πεῖνα καὶ τὸ ψῦχος. Καὶ ταῦτα πάντα τὰ παθαίνει ὁ τροφοδότης ὅλων μας, ὁ γεωργός. Ἐν ᾧ χρόνῳ χειμωνώδει ὁ δασοφύλαξ εἰς τὸ φυλακεῖόν του θὰ πυρπυροῦται, πλήρη ἔχων τὴν κοιλίαν, ἴσως ἐκ τῶν κολοκούρων! καὶ χαῦνον τὸ σῶμα ἐκ τῆς δωρεὰν ὑπερθερμότητος τοῦ φυλακείου του· καὶ ἐνῷ χρόνῳ χιονοθυελλῶν, σεῖς, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ οἱ τμηματάρχαι καὶ οἱ ἐπιθεωρηταί σας καὶ ὅλο τὸ ἄλλο σμῆνος τῶν ὑπαλλήλων σας, διὰ βαρυτίμων καὶ βαρέων ἐπανωφορίων περιτετυλιγμένοι καὶ ἐπὶ παχέων ταπήτων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ σας πατῶντες καὶ διὰ πυραύνων τοῦ τελευταίου συστήματος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ σας θερμαινόμενοι, θὰ ἐξακολουθῆτε καὶ τότε νὰ ἐκπέμπητε αὐστηροτάτας διαταγὰς περὶ τῆς αὐστηροτάτης φυλάξεως τῶν δασῶν, ἐπιτυγχανομένης ἔστω καὶ μὲ τὸν ἐκ ψύξεως θάνατον τῶν χωρικῶν. Τί κακὸς καὶ ψυχρὸς ἀλήθεια χειμὼν διὰ τοὺς δουλεύοντας· ἀλλὰ καὶ τί λαμπρὸς καὶ θαλπερὸς χειμὼν διὰ τοὺς τρώγοντας. Ἀλλά! στῆτε, κύριοι ἁρμόδιοι, καὶ συνέλθετε καὶ σκεφθῆτε ὅτι κάθε τί καὶ κάθε γλέντι εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον ἔχει καὶ τὸ τέλος του. Ἔχετε τὸν νοῦν σας, λέγω, διότι ἀποδιώκοντες τοὺς χωρικούς ἐκ τῆς Ἑλλάδος διὰ τῆς τακτικῆς σας αὐτῆς, ἀποδιώκετε τὸν πλοῦτον, τὸ αἷμα καὶ τὴν ζωὴν αὐτῆς· καὶ ὅταν πλέον θὰ τὴν καταστήσητε διὰ τῆς εἰς Ἀμερικὴν φυγῆς πτωχὴν καὶ ἀναιμικήν, δὲν θὰ δύναται τότε ἡ κακομοίρα νὰ σᾶς παράσχῃ τὰ μέσα τῆς σημερινῆς ὑπαλληλικῆς σας εὐζωΐας, διότι ὅπου ἡ γεωργία προοδεύει, ἀκμάζει καὶ ἀνθεῖ καὶ ὑπὸ τῆς πολιτείας προστατεύεται, ἐκεῖ καὶ πλοῦτος περισσὸς ὑπάρχει· ὅπου τουναντίον καταδιώκεται, ναί, καταδιώκεται, καὶ γδαίρεται μάλιστα ὅπως ἐδῶ, πτώχεια καὶ κακομοιριὰ καὶ δυστυχία θὰ μᾶς παραδέρνουν πάντοτε. Θελήσατε λοιπόν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, νὰ ἐπιληφθῆτε μετὰ σπουδῆς τῆς τακτοποιήσεως τῆς διοικήσεως τῶν δασῶν· καταρτίσατε ἓν νομοσχέδιον ἑνιαῖον περὶ δασῶν· ἓν νομοσχέδιον ἑλληνικὸν καὶ ὄχι φράγκικο, ὅσῳ τὸ δυνατὸν τέλειον ἐκ τῆς ὀγδοηκονταετοῦς παρελθούσης πείρας εἰλημμένον, τὸ ὁποῖον νὰ φέρητε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσωμεν καὶ κάμωμεν νόμον τοῦ Κράτους, διὰ νὰ ἐξαλείψωμεν ἀπὸ προσώπου τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας τοὺς ἤδη ὑπάρχοντας ἐξαμβλωματικοὺς δασικοὺς νόμους. Καὶ ἐστὲ βεβαιότατοι τότε, ὅτι καὶ τὰ δάση θὰ προφυλαχθῶσι καὶ ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία θὰ προστατευθῶσιν. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ πρὶν ἢ κατέλθω τοῦ βήματος νὰ εἰσέλθω ἐπ’ ὀλίγον καὶ εἰς τὰ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου σας καὶ νὰ κάμω πρὸς ὑμᾶς μίαν σύστασιν, ὅπως συμμαζεύσητε ἐντὸς τοῦ λαβυρινθώδους ἄλλως τε Ὑπουργείου σας τὸ τμῆμα τῶν δασῶν, τὸ ὁποῖον ὡσὰν νὰ θέλετε νὰ δείξητε τὴν πρὸς αὐτὸ περιφρόνησίν σας, τὸ ἐξωρίσατε κάτω ἐκεῖ εἰς ἕνα παληοϋπερῶον μιᾶς χαρτοπαικτικῆς ἄλλοτε λέσχης, ὅπου τραβῶμεν τῶν παθῶν μας τὸν τάραχον ν’ ἀναβῶμεν ἐκεῖ ἐπάνω· ἀπεμακρύνατε ἀπὸ πλησίον σας τὸν σπουδαιότερον κλάδον τοῦ Ὑπουργείου σας διὰ νὰ διατηρῆτε ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου τμήματα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦσαν καὶ νὰ λείπουν ἢ νὰ εἶχον συγχωνευθῆ μετ’ ἄλλων τοιούτων, ὡς τὸ περὶ ἰχθυοκομίας καὶ ἄλλα. Στείλατε τὰ τμήματα αὐτὰ εἰς τὸ ὑπερῷον ἐκεῖνο· καὶ δώσατε μάλιστα εἰς τὸν τμηματάρχην τῆς ἰχθυοκομίας καὶ ἕνα τηλεσκόπιον, ἵνα οὗτος κατὰ τὰς ἀπεράντους ὥρας τῆς σχολῆς του ἀσχολῆται ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ ὑπερώου ἐκείνου καὶ μὲ τὸν ἐν τῷ οὐρανῷ ἀστερισμὸν τῶν ἰχθύων. (Χειροκροτήματα).
§158ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, κύριοι βουλευταί. Δὲν θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κ. προλαλήσαντος συναδέλφου ὅτι ἡ δασικὴ ἡμῶν νομοθεσία εἶνε ἀτελής. Φρονῶ ὅτι αὕτη περιέχει ἁπάσας τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἐὰν ἐφηρμόζοντο, ἐὰν ὑπῆρχον τὰ δασικὰ ὄργανα, τὰ δυνάμενα ν’ ἀποδώσωσι τὸ πνεῦμα ἐν τῇ πράξει, βεβαίως ὁ δασικὸς νόμος αὐτὸς θὰ ἦτο ὁ ἄριστος. Τὸ δάσος, κύριοι, ἀπὸ δύο ἀπόψεις πρέπει νὰ ἐξετασθῇ, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ οἰκονομικοῦ ὠφελήματος καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀνθρωπίνων χρειῶν. Καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ πρώτου ζητήματος ἐξεταζομένου βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἀντείπῃ, ὅτι τὸ Κράτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θεσπίσῃ νόμον, νὰ ἐπιβάλῃ διάταξιν διὰ τὴν προστασίαν τῶν δασῶν καὶ τὴν κανονικὴν ἐκμετάλλευσιν τούτων, ὅπως μὴ ἡ ἀνθρωπίνη πλεονεξία, ἡ τάσις τῶν ἀνθρώπων πρὸς πλουτισμὸν φέρει τὴν καταστροφὴν τῶν δασῶν. Ἐὰν περὶ τούτου ἐπρόκειτο, κύριοι, δὲν θὰ ἤμην ἐγώ, ὁ ὁποῖος ἤθελον ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτό, θὰ ἔλεγον δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας: καταργήσατε τοὺς νόμους τοὺς δασικούς. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἐξετασθῇ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως, τῆς ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Ἕλληνος ἰδίως χωρικοῦ καὶ ἀγρότου, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ χρησιμότης τοῦ δάσους μεταβάλλεται, τὸ δάσος καθίσταται στοιχεῖον κοινωνικῆς ζωῆς διὰ τὸν χωρικόν. Καὶ ἂν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα βεβαίως αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, αἵτινες ὑπάρχουσιν ἐν τῇ δασικῇ νομοθεσίᾳ καὶ αἱ ὁποῖαι ἕνεκα ὑπερβάλλοντος ζήλου, διότι ἐγὼ δὲν ἀποδίδω εἰς οὐδένα ὑπάλληλον εἴτε τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας εἴτε τῆς κατωτέρας διοικήσεως καὶ κακὴν πρόθεσιν, εἶνε ὁ ὑπερβολικὸς ζῆλος, ἀλλ’ ὁ ὑπερβολικὸς ζῆλος, κύριοι, ἐπιφέρει ἀδικήματα, ἐπιφέρει καταστροφὰς εἰς τοὺς χωρικοὺς καὶ ἀγρότας. Ἔχομεν νόμους, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὴν δασικὴν νομοθεσίαν, εἶνε οἱ ἑξῆς. Τὸ Β. Διάταγμα τῆς 4 Σεπτεμβρίου περὶ κανονισμοῦ τῆς βοσκῆς, τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1836 περὶ ἰδιωτικῶν δασῶν, εἶνε τὸ τῆς 4 Σεπτεμβρίου περὶ ὑλοτομίας, εἶνε ὁ νόμος ᾼΞΜΧʹ τοῦ 1888 περὶ διαιρέσεως καὶ ὁροθεσίας τῶν δασῶν. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω, εἶνε ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη περὶ ἀποτελματώσεως τῶν δασῶν, μένει δὲ ἀνεκτέλεστος, ἐν τούτοις ἡ διοίκησις ἤθελε μονομερῶς νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον αὐτὸν ἐπὶ τῶν δασῶν. Δυστυχῶς εἰς τὰς ἐκτάσεις αὐτὰς περιελήφθη δάσος, τὸ ὁποῖον μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς ἐκαλλιεργεῖτο ὑπὸ χωρικῶν, θὰ εἶμαι δὲ ἐν ἀνακριβείᾳ, ἐὰν ἔλεγον, ὅτι οἱ χωρικοὶ δὲν εἶχον πάντα τὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ δάσους, διότι τὸ Δημόσιον τοὺς ἐστέρησεν ἑνὸς δικαιώματος, τοῦ δικαιώματος τῆς ὑλοτομίας, ἐν τούτοις ἐπὶ τοῦ δάσους αὐτοῦ οἱ χωρικοὶ εἶχον δικαίωμα νὰ ξυλεύωνται, νὰ βόσκωσι τὰ ποίμνιά των καὶ νὰ καρπῶνται, τὸ δάσος δὲ αὐτὸ κεῖται εἰς τοὺς δήμους Στενῆς καὶ Δελφῶν, εἶνε ἔκτασις ἓξ ὡρῶν καὶ περιέχει δένδρα ἐκ καστανεῶν, τὰ δένδρα αὐτὰ οἱ χωρικοὶ τὰ νέμονται, τὰ καρποῦνται καὶ δύνανται νὰ ξυλεύωσι καὶ νὰ βόσκωσι ποίμνια καὶ τὸ Δημόσιον ἀνέκτησεν ὑπὲρ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξώσεως, ἀλλ’ ὁ ἐπελθὼν νόμος τοῦ 1888 διὰ μιᾶς διατάξεως ἀπηγόρευσε πάντα τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα οἱ χωρικοὶ ἐπὶ τόσον χρόνον ἐνέμοντο καὶ ἤδη ἀπαγορεύεται πᾶσα χρῆσις τοῦ δάσους. Ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν ἀπηυθύνθησαν ἐπανειλημμένως ἀναφοραὶ εἰς τὴν διοίκησιν καὶ τέλος ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀπεστάλη ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν δασῶν Δαβερώνας, ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κύριε Ὑπουργέ, νὰ λάβητε τὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ, βεβαίως δὲ πρέπει νὰ εἶνε σκληρὸς ἐκεῖνος ἐὰν δὲν συγκινηθῇ, μὲ ὅσα ὁ κ. Δαβερώνας πραγματεύεται ἐν τῇ ἐκθέσει αὐτοῦ. Λέγει ὅτι τὸ δάσος δύναται νὰ καταστήσῃ εὐτυχεῖς τόσας κοινότητας, σήμερον δὲ δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ μένῃ ἀνεκμετάλλευτον, προτείνει δὲ καὶ τὴν διανομὴν μεταξὺ τῶν χωρικῶν, ἐν τούτοις εὑρίσκει ὅτι δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν διανομὴν ἡ διοίκησις, διότι χρειάζεται εἰδικὸς νόμος. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη εἰδικοῦ νόμου, διότι ἀφοῦ ὑπάρχουσιν ὡρισμένα κεκτημένα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπηγόρευσεν ἡ ἀρχὴ ἐν τῇ δυνάμει της, φρονῶ ὅτι σήμερον, ἐὰν θέλῃ νὰ φέρῃ ἐν ἰσχύϊ αὐτόν, δὲν θὰ παραβιάσῃ τοὺς νόμους, ἐν τούτοις, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς φρονῇ ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην εἰδικῆς νομοθεσίας, θὰ παρακαλέσω τάχιστα νὰ φέρῃ νόμον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ τὸν ψηφίσῃ, διότι ὁμολογουμένως μεγάλην περιουσίαν, ἀξίας πολλῶν ἑκατομμυρίων εἰς τὸ Κράτος δύναται νὰ φέρῃ καὶ τοὺς ἀνθρώπους νὰ καταστήσῃ εὐτυχεῖς. Καὶ ταῦτα περὶ τοῦ νόμου τοῦ 1888. Ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ 1893, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ ἐδαφίῳ τετάρτῳ ἀναφέρει ὅτι ἐπὶ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν δασῶν 4% διανέμονται ὑπὲρ τῶν χωρίων, τὰ ὁποῖα κεῖνται πέριξ τοῦ δάσους. Καὶ ἐρωτῶ τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας διατὶ οὐδέποτε ἐνισχύθη καὶ ἐφηρμόσθη ὁ νόμος αὐτός, διατὶ τέλος πάντων ὅταν πρόκειται περὶ ἀγροτῶν χωρικῶν ἀπαντῶνται τόσαι δυσχέρειαι περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Εἶνε τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1893, τὸ ὁποῖον λέγει (ἀναγινώσκει) «ἐκ τῆς ἐτησίας καθαρᾶς προσόδου διατίθενται ὑπὲρ τῶν κατοίκων κλπ.». Ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις, θέλουσα νὰ προσανατολίσῃ τοὺς κατοίκους πρὸς ἰδίαν αὐτενέργειαν καὶ αὐτοτέλειαν, κατήργησε τοὺς δήμους καὶ ἀνεγνώρισε κοινότητας, ὅπως ἡ στενὴ ἐπαφὴ τῶν κατοίκων πρὸς τὰ ἔργα τῆς διοικήσεως καὶ τῆς κοινῆς ὠφελείας, ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ συνηθίσωσι νὰ ἐκτελῶσι τοιαῦτα ἔργα. Καὶ ὁ νόμος αὐτὸς ἐπέβαλεν σοβαρὰς ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς κατοίκους, ἐπηύξησε τοὺς φόρους καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀγογγύστως ὑφίστανται αὐτοὺς καὶ ἐν τούτοις τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἐμερίμνησε περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν κοινοτήτων, ἀρνεῖται νὰ δώσῃ ὅ,τι ὁ νόμος ἀνεγνώρισεν εἰς τοὺς χωρικούς. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως ἀφίσῃ πᾶσαν πρόφασιν καὶ ἐγκαταλείψῃ τὸν ἰσχυρισμὸν ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει χρήματα καὶ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ του ἀναγράψῃ τὴν πίστωσιν τῶν ὀφειλομένων πρὸς τοὺς χωρικοὺς χρημάτων, διότι, θὰ εἶνε βαρεῖα βεβαίως ἡ λέξις, αὐτὸ εἶνε κλοπὴ τῶν ἀνθρώπων. Κλέπτεται ἡ περιουσία, ἡ ὁποία τοὺς ἀνήκει. Ἀρκεῖ ὅτι τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἐπιμελεῖται τὰ κέντρα, καθίσταται τύραννος σκληρὸς εἰς τοὺς χωρικούς, ἀρκεῖ ὅτι τὸ Κράτος προσπαθεῖ, ὅπως μὴ θιχθῇ οὔτε ἓν οἴκημα μεγαλουπόλεως ἢ ἡ τελευταία καμινάδα ἐργοστασίου. Πέραν τούτων ὑπάρχει ἀγροτικὸς πληθυσμός, ὁ ὁποῖος πένεται καὶ δυστυχεῖ, ὁ ἁγνός, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος διαρκῶς ἀποκείρει. Τέλος ἐρχόμεθα εἰς τὸν Νόμον τοῦ 1899 ὅστις κυρίως διεκανόνισε τὰς εὐκολίας τῶν εὐεργετημάτων, ἅτινα οἱ χωρικοὶ δύνανται νὰ λάβωσι ἐκ τῶν δασῶν.
§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐὰν εἶνε δυνατόν, ἐπειδὴ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀπουσιάσω ἤδη, ἐὰν συναινῇ ἡ Βουλή, νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ, συνεχισθῇ δὲ μετὰ τὸ γεῦμα καὶ ψηφίσωμεν τὰ νομοσχέδια, ὥστε αὔριον νὰ μὴ ἔχωμεν συνεδρίασιν, διότι δὲν θὰ ἔχωμεν ὥριμον ἐργασίαν.
§160ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§162Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Ὁ Νόμος τοῦ 1893 πολλὰς εὐεργετικὰς διατάξεις, ἀλλὰ καὶ βαρείας ὑποχρεώσεις ἐπέβαλεν εἰς τοὺς περιοίκους τῶν δασῶν. Τὸ Κράτος ὅμως διὰ τῆς νομοθετικῆς του ἐξουσίας συναισθανόμενον τὸ ἀδίκημα, τὸ γενόμενον εἰς τοὺς χωρικοὺς διὰ τοῦ νόμου 1899, κατήργησεν ὅλας τὰς προηγουμένας διατάξεις καὶ κατήρτισε νεωτέρας τοιαύτας, δι’ ὧν ἐπετρέπετο ἀτελὴς ξυλεία καὶ συλλογὴ καυσοξύλων κλπ. ἐκ τῶν δασῶν διὰ τὴν ἀτομικὴν ὠφέλειαν τῶν κατοίκων. Αὐτὸ εἶνε τὸ ἐπώδυνον σημεῖον τῆς παρούσης ὑποθέσεως. Καὶ ὑπῆρξαν οἱ καταγγείλαντες τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς ὑφισταμένους ὑπαλλήλους ὅτι παρανομοῦσι, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ παρανομία αἱ ἐλλείψεις περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, προερχόμεναι πολλάκις ἐξ ὑπερβάλλοντος ζήλου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐκδώσῃ ἐγκύκλιον πρὸς πάσας τὰς δασικὰς ἀρχάς, δι’ ἧς ἀναφέρων ῥητῶς τὰς διατάξεις τῆς ἀτελοῦς ἐκείνης χρήσεως, ἡ ὁποία καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἐπιτρέπεται, ἀφήσῃ τοὺς ἀνθρώπους ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ἐλευθέρως ἐνασκῶσι τὰ δικαιώματα, τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ὑπῆρξαν κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ δασῶν μερικαὶ παραβάσεις, μὴ δικαιολογούμεναι ἐκ τῶν κειμένων νόμων, ἐλθοῦσαι ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, καὶ δὲν ἐγένετο πράγματι προστασία ἀπὸ μέρους τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Δὲν κακίζω τοὺς δασάρχας οὔτε τοὺς δασοφύλακας, ἀλλὰ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, διότι αὐτὴ ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους, ἐν ὅσῳ δὲ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ὑπῆρχε παράβασις τοῦ νόμου, ὤφειλε νὰ ἀπαλλάξῃ τοὺς κατηγορουμένους καὶ νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὰς δασικὰς ἀρχὰς ὅτι ἔπρεπε αἱ ἐνδιαφερόμεναι περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου νὰ ὑποδείξωσιν εἰς τοὺς δασάρχας νὰ μὴ προβαίνωσιν εἰς τοιαύτας καταγγελίας. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἦτο παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διὰ νὰ ὑποδείξω εἰς αὐτὸν τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, διότι εἶνε σκληρὰ τῳόντι ἡ τοιαύτη στάσις τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ θὰ παρεκάλουν, ὅπως ζητήσῃ τοὺς φακέλλους παρὰ τῶν ἁρμοδίων Πρωτοδικείων καὶ τοὺς μελετήσῃ, διὰ νὰ εὕρῃ στοιχεῖα καταδεικνύοντα οὐχὶ τὴν πρέπουσαν πρὸς τοὺς πολίτας διαχείρισιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Δὲν θὰ κουράσω ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν. Ἀναγκάζομαι δὲ συντέμνων ἐπὶ τοῦ παρόντος τὸν λόγον μου νὰ ἐπιφυλαχθῶ, ὅπως ἄλλοτε εὐρύτερον ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
§163Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τοῦ δασαρχείου Ἐλασσῶνος, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας εἰς τὰς Νέας Χώρας». Τὸ νομοσχέδιον εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὴν διαλυθεῖσαν Βουλήν, δὲν ἐπρόφθασεν ὅμως νὰ ψηφισθῇ. Θὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ καὶ θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς νὰ φέρητε τὰς παρατηρήσεις σας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν τὴν ἀφορῶσαν διαφόρους καταγγελίας, ἃς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς κ. Χρυσοστάλης ἀναφέρει ἐν ἀορίστῳ ἐκτάσει, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω, εὐθὺς ὡς ἤθελον προσκομισθῇ ὡρισμένα γεγονότα, διότι εἰς ἐν τοσαύτῃ ἀοριστίᾳ γενομένας καταγγελίας εἶνε ἀδύνατον νὰ δοθῇ ἀπάντησις καὶ νὰ γείνῃ σοβαρὰ συζήτησις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Εὐβοίας, τοῦ ἄρτι κατελθόντος, διὰ τὸ δάσος ἐκεῖνο, τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσεν, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσῃ σημείωσιν τῆς τοποθεσίας, δύναμαι δὲ νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν τοῦτο: Ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀτομικῶς πρεσβεύω, καὶ συνεπῶς καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ Κράτος, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δάση, καὶ τὴν ὁποίαν, ἐὰν αἱ περιστάσεις ἐπιτρέψωσι, θὰ ἐπιδιώξω νὰ πραγματοποιήσω, εἶνε ὅτι τὸ Κράτος πρέπει νὰ κρατήσῃ μόνον εὐάριθμα συμπλέγματα μεγάλων δασῶν, τὰς δὲ ὑπολοίπους δασικὰς ἐκτάσεις νὰ δώσῃ εἰς τὰς κοινότητας· ἡ γνώμη μου εἶναι ὅτι καλλίτεροι φύλακες ἀπὸ τὰς κοινότητας δὲν δύνανται νὰ ὑπάρξουν, (χειροκροτήματα) ἐννοεῖται ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν πάντοτε τοῦ Κράτους. Ἤδη δὲ ἔναρξιν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς εἶχε κάμει ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἀπελθοῦσαν Βουλήν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναδασώσεως, τὸ ὁποῖον καὶ ὑπὸ ἐκείνων ἀκόμη, οἵτινες, ἐξ ὑπερβολικοῦ βεβαίως ἐνδιαφέροντος καὶ ἀγάπης πρὸς τοὺς συμπολίτας των, κατέκρινον τὰ δασικὰ μέτρα, ὅσα ἔλαβον ὡς αὐστηρά, καὶ ὑπὸ ἐκείνων ἀκόμη ἐνεκρίθη καὶ ἐπεδοκιμάσθη καθ’ ὅλην τὴν γραμμήν. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα πρὸς κύρωσιν, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἡ ἐπελθοῦσα νόσος τῆς Α. Μεγαλειότητος ἠμπόδισε νὰ ὑπογραφῇ καὶ κατὰ τὰ κρατοῦντα κατέστη ἄκυρον. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω αὖθις τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ὅπως τὸ ἐπεξεργασθῇ. Θὰ ἦτο πρὸς τὴν πολιτικὴν ταύτην σύμφωνος ἡ ἐξέτασις τῆς αἰτήσεως καὶ τῶν πόθων, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ὁ ἄρτι καταβὰς ἀξιότιμος βουλευτὴς καὶ εὐθὺς ὡς μοὶ δώσῃ τὴν σημείωσιν τῆς τοποθεσίας τοῦ δάσους, θὰ σπεύσω νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα καὶ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς καταγγελίας, τὰς ὁποίας ἀναφέρει ὁ κ. βουλευτής, ἤδη πρὸ δύο ἐτῶν εἶχον ἀπευθύνει μακρὰν ἐγκύκλιον, τῆς ὁποίας δύναμαι νὰ δώσω ἀντίγραφον, διὰ τὰ δασικὰ ὄργανα, δύναμαι μάλιστα νὰ τοῦ ὑποδείξω καὶ τιμωρίας πλείστας πειθαρχικὰς κατὰ τῶν ὀργάνων ποινάς, κατὰ τῶν μὴ ἐκπληρούντων δηλαδὴ πιστῶς καὶ ἀκριβῶς τὸ καθῆκόν των. Ἐὰν δὲ μερικὰ δασικὰ ὄργανα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὸν νόμον, δὲν εἶνε βεβαίως λάθος τοῦ νόμου. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς ὑλοτομίας κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἵνα περαιτέρω διευκολυνθῶσιν οἱ κατασκευάζοντες τὰ σταφιδοκιβώτια. Ἐπειδὴ εἶναι ἐπεῖγον, θὰ παρεκάλουν ὅπως ἀποδεχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν, κηρύσσουσα τοῦτο κατεπεῖγον.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§165Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου σπουδαίου «περὶ ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ, Κρήτῃ καὶ ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου Πελάγους», διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ βουλευτῶν ὅλων τῶν διαμερισμάτων, ὅπως ἐξονυχισθῇ. Καὶ εἰς τὴν ἄλλην Βουλὴν τὸ ὑπέβαλον, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε νὰ ψηφισθῇ. Ἴσως ἀργότερον δυνηθῶμεν νὰ τὸ ψηφίσωμεν. Ἐπίσης νομοσχέδιον «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δενδροστοιχιῶν καὶ δημοσίων κήπων», καθὼς καὶ ἕτερον τοιοῦτον «περὶ ἀγροτικῆς ἀστυνομίας». Ἐὰν ἡ Βουλὴ συναινῇ θὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν κ. Πρόεδρον νὰ καταρτίσῃ τὴν ἐπιτροπήν.
§166ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὰ «περὶ ὀργανώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἐν Μακεδονίᾳ, Ἠπείρῳ, Κρήτῃ καὶ ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου» καὶ «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δενδροστοιχιῶν καὶ δημοσίων κήπων» παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Γεωργίας. Τὸ «περὶ ἀγροτικῆς ἀστυνομίας» παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Γεωργίας ἐνισχυομένην ὑπὸ τῶν βουλευτῶν κ.κ. Π. Πολυχρονιάδου, Ν. Βελέντζα, Ν. Ξηροῦ, Ι. Ἀθανασάκη, Δ. Μαλλιοπούλου, Β. Κυρέλλου καὶ Ζ. Ἰατροῦ. Τὸ «περὶ ἀναδασώσεως» παραπέμπεται εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν καταρτιζομένην ἐκ τῶν κ. βουλευτῶν Ἰωάν. Χριστοδουλιᾶ, Στ. Γρανίτσα, Γ. Τσακανίκα, Π. Πετρίδη, Π. Ἀραβαντινοῦ, Ι. Μπακοπούλου, Π. Ἀλεξάκη, Δ. Σωτηρίου, Δ. Κατσίνα, Γ. Κρεστενίτη, Κ. Γόντικα, Π. Πολυχρονιάδη, Γρ. Γρηγοριάδη, Ζ. Ἰατροῦ, Γ. Μαρῆ, Δ. Λόντου, Χαὴμ Κοέν, Σ. Ἱερομίχα, Κ. Σοκόλη, Α. Μπασιᾶ, Γ. Μπουσίου, Κ. Καλομενοπούλου, Φρ. Βάλληνδα, Δ. Πετρακάκου, Κ. Χρυσοχοΐδου, Π. Ἀγγελίδου, Γρ. Βαμβούρη, Μ. Δαζέα, Π. Μερλοπούλου, Γ. Νικολαΐδου, Σ. Τράκα καὶ Κ. Λιδωρίκη. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10 μ.μ.
(Ὥρα 8.25′ μ. μ.)
ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗΝ
(Ὥρα 10.20′ μ. μ.)
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Γ. Καραπαναγιώτης ἔχει τὸν λόγον.
§169Γ. ΚΑΡΑΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ κ. Πρόεδρε.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς παρεμπόδισιν τῆς ἐνεργουμένης παρὰ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας δελτιοποιήσεως τοῦ ἐπὶ πλέον εἰσπραχθέντος κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος παρακρατήματος ἐναντίον τοῦ Β. διατάγματος τοῦ ὁρίζοντος ὅτι μόνον πρὸς ἐξαγωγὴν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν ἐπιτρέπεται ἡ διάθεσις τούτου καθ’ ὅσον ἐκ τῆς πραγματοποιήσεως τῆς τοιαύτης δελτιοποιήσεως ἀπειλεῖται ραγδαία ἔκπτωσις τῶν τιμῶν τῆς σταφίδος τῆς τρεχούσης ἐσοδείας.
§171Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταί, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, λόγῳ τῆς ἐκρήξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, τοῦ ὁποίου ἄμεσος συνέπεια ἦτο ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ σταφιδοκάρπου ἐκ τῶν ἀγορῶν τῆς Αὐστρίας καὶ Γερμανίας, ἐθεωρήθη ἀναγκαία ἡ ἐπιβολὴ προσθέτου εἰσφορᾶς 15% ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου. Ἀφ’ ἑνὸς ὅμως πρὸς ἀποφυγὴν διαμαρτυριῶν διὰ τὴν πρόσθετον ταύτην φορολογίαν ἐκ μέρους τῆς Ἀγγλίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἵνα μὴ καταπιεσθῶσιν αἱ ἀγοραὶ τῆς καταναλώσεως, ἐκρίθη ἀναγκαῖον ὅπως ἐν τῷ Β. Διατάγματι ἐν ἄρθρῳ 4 ὁρισθῇ ὑποχρέωσις τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας ὅπως προβαίνῃ εἰς μεταπώλησιν ποσοῦ, ἴσου πρὸς τὴν πρόσθετον εἰσφοράν, ἀντὶ δραχμῶν 145 πρὸς ἐξαγωγήν. Τὸ μέσον τοῦτο ἦτο καθαρῶς ἵνα μὴ καταπιεσθῶσιν αἱ ἀγοραὶ τῆς καταναλώσεως κατὰ τὸ λῆξαν σταφιδικὸν ἔτος καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὸ Νομοθετικὸν Διάταγμα τῆς 6ης Σεπτεμβρίου π. ἔ. Καθ’ ὅλον τὸ ἔτος δὲν συνέβη νὰ ὑποβληθῇ τοιαύτη αἴτησις ἐξ οἱουδήποτε ἀγοραστοῦ. Κατὰ παράδοξον ὅμως τρόπον περὶ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ὅτε ἐβεβαιώθη ὅτι ἡ νέα ἐσοδεία δὲν θὰ ἦτο ἐπαρκής, ἀθρόαι ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Προνομιοῦχον αἰτήσεις πρὸς ἀγορὰν τοῦ παρακρατήματος τούτου. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ σταφιδόκαρπος τῆς Ἑνιαίας δὲν ἦτο ἐξαγώγιμος, ἰσχυρίσθη ἡ Προνομιοῦχος ὅτι τὸ «πρὸς ἐξαγωγὴν» ἐσήμαινε «πρὸς ἐλευθέραν ἐμπορίαν» καὶ συνεπῶς εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς μεταπωλήσεως διὰ δελτίων παρακρατήσεως. Τὸ ὅτι ἡ Προνομιοῦχος ἐζήτησε κατὰ τοιοῦτον παράνομον τρόπον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸ συμφέρον της δὲν μὲ ἐκπλήσσει διότι μετὰ τὴν ἀποκαλυπτικὴν ἔκθεσιν τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς περὶ τῶν μέχρι σήμερον πεπραγμένων, οὐδεμία παραμένει ἀμφιβολία εἰς πάντα παρακολουθήσαντα ταύτην, ὅτι ἡ Ἑνιαία ἐξακολουθεῖ τὴν αὐτὴν πεπατημένην ὁδόν, τὴν ὁποίαν ἀνέκαθεν εἶχε, τῆς καταδολιεύσεως δηλ. τῶν συμφερόντων τῆς παραγωγῆς. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἐμποιεῖ κατάπληξιν εἶνε ἡ ἐγκληματικὴ στάσις τῆς τέως Κυβερνήσεως καὶ ἡ δυαδικὴ ταύτης πολιτικὴ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Διότι, καθ’ ἃς θετικὰς πληροφορίας ἔχω, εἰς τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπεφάσισε τὴν μεταπώλησιν διὰ δελτιοποιήσεως τοῦ παρακρατήματος, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Δημοσίου συνεφώνησαν, ὡς ἀναφέρεται ἐν τοῖς πρακτικοῖς, κατὰ διαταγὴν τοῦ τέως Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑνιαίας ὅτι τὸ «πρὸς ἐξαγωγὴν» ἐσήμαινε «πρὸς ἐλευθέραν ἐμπορίαν». Καὶ ἐνῷ τοιαύτη ἑρμηνεία ἐδίδετο τοῦ ὅρου «πρὸς ἐξαγωγὴν» συναινούντων καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου, τὴν ὁποίαν ἀσμένως ἐδέχθησαν οἱ σύμβουλοι τῆς Ἑνιαίας, αἴφνης μετὰ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν ἔρχεται νέα διαταγὴ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται ὅλως ἀντίθετος ἑρμηνεία, ἡ ἀληθὴς τοιαύτη, καὶ ζητεῖται ἀπὸ τὴν Ἑνιαίαν νὰ μὴ ἐφαρμώσῃ τὴν ἑρμηνείαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Δημοσίου ἐδήλωσαν ὅτι κατ’ ἐντολὴν τοῦ τέως Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐδέχθησαν. Ἡ τοιαύτη δήλωσις ἐκ τῆς ὁποίας ἤντλησαν δικαιώματα οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Προνομιούχου, εἶχεν ἄμεσον ἀποτέλεσμα τὴν ὠφέλειαν τῆς Προνομιούχου καὶ τὴν βλάβην τῆς νέας ἐσοδείας, διότι πλέον δὲν ἐπρόκειτο ἵνα μὴ ἐκβιασθῶσιν αἱ ἀγοραὶ τῆς καταναλώσεως, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ προσθήκης 15 ὅλων ἑκατομμυρίων, ἅτινα ὑπὸ μορφὴν δελτίων ἐρρίπτοντο ἐκ τῆς ἐσοδείας τοῦ παρελθόντος εἰς τὴν νέαν ἐσοδείαν τῆς σταφίδος. Μήπως ὅμως παρενέπεσεν ἀπὸ τοῦ παρελθόντος ἔτους γεγονός τι βελτιοῦν τὴν ἐξωτερικὴν κατάστασιν ἢ μήπως ἡ διεθνὴς κατάστασις δὲν ἐξακολουθεῖ νὰ εἶνε τοιαύτη ὥστε νὰ ἀποκλείηται ἡ σταφὶς ἐξ ὡρισμένων ἀγορῶν; Ὅταν δὲ εἴχομεν κεκλεισμένας ἀγορὰς καταναλώσεως καὶ ἀπειλὴν μὴ εἰσαγωγῆς εἰς τὰς τῆς Ἀγγλίας, φαντάζεσθε ποῖον πλῆγμα ἐπέφερεν ἡ προσθήκη 15 ἑκατομμυρίων διὰ τῆς δελτιοποιήσεως εἰς τὴν νέαν ἐσοδείαν! Ἐνῷ δηλαδὴ πέρυσιν πρὸς ἀντιμετώπισιν τῆς καταστάσεως ταύτης καὶ ἀνακούφισιν τῆς παραγωγῆς ἡ Κυβέρνησις προνοοῦσα, ἐπέβαλε πρόσθετον εἰς εἶδος εἰσφοράν, ἐφέτος ὄχι μόνον μένει ἄνευ προστασίας τινὸς ἡ παραγωγή, ἀλλ’ ἐπιπροστίθενται εἰς τὴν νέαν ἐσοδείαν καὶ 15 ὅλα ἑκατομμύρια πρὸς ἐπιδείνωσιν τῶν πραγμάτων καὶ αὔξησιν τῆς ἐκπτώσεως τῶν τιμῶν. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην καταντᾷ ἀληθῶς ἀπορίας ἄξιον πῶς ἀνὴρ γνώστης τῆς σταφιδικῆς καταστάσεως ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν καταδολίευσιν ταύτην εἰς τὴν Προνομιοῦχον πρὸς βλάβην τῆς σταφιδοπαραγωγῆς. Διὰ τοῦτο σκοπῶν νὰ ζητήσω παρὰ τῶν ἁρμοδίων εὐθύνας θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβωσι τὴν καλωσύνην καὶ καταθέσωσι τὰ πρακτικὰ τῆς Προνομιούχου, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἀποδειχθῇ τίνες ἦσαν αἱ δηλώσεις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Δημοσίου κατὰ τὸ συμβούλιον τῆς Προνομιούχου, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἡ ἀπόφασις περὶ τῆς δελτιοποιήσεως τοῦ ποσοῦ τούτου ὡς καὶ τὴν διαταγήν, δι’ ἧς διέταττεν ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῆς ληφθείσης ἀποφάσεως περὶ δελτιοποιήσεως. Διότι ἐκ τούτων θὰ ἀποδειχθῇ ὅτι ἀφ’ ἑνὸς ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἕως Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνεφώνησε μὲ τὴν Προνομιοῦχον εἰς τὴν δελτιοποίησιν τοῦ προσθέτου τούτου παρακρατήματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μετὰ τὴν ληφθεῖσαν ἀπόφασιν ἐξέδιδεν ἐγκύκλιον ἀντίθετον πρὸς τὴν ἀπόφασιν τῆς Ἑνιαίας, τὴν ληφθεῖσαν τῇ συναινέσει τοῦ τέως Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐκτὸς ὅμως τῶν πρακτικῶν αὐτῶν, θὰ παρακαλέσω νὰ κατατεθῇ ὡσαύτως καὶ ἀκριβὴς κατάλογος τῆς εἰσπραχθείσης προσθέτου εἰσφορᾶς, ὡς καὶ κατ’ ὄνομα κατάλογος τῶν ἀγοραστῶν εἰς τοὺς ὁποίους μετεπώλησεν ἡ Ἑνιαία τὸ πρόσθετον τοῦτο παρακράτημα, τέλος νὰ κατατεθῇ τὸ ἔγγραφον τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσι μόνον ταῦτα, διότι ἐκτὸς τῶν εὐθυνῶν ἵνα καταλήξωμεν εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἀπὸ πρακτικῆς ἀπόψεως, πρὸς ἀνακούφισιν τῆς σταφιδοπαραγωγῆς: διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος ἄρσεως τοῦ προσθέτου τούτου βάρους ἐκ τῆς νέας ἐσοδείας, τοῦθ’ ὅπερ, κατὰ τὴν γνώμην μου, μετὰ τὴν γενομένην σήμερον δελτιοποίησιν θὰ ἐπετυγχάνετο, ἐὰν ὑποχρεοῦτο ἡ Προνομιοῦχος, ἡ διὰ τῆς παρερμηνείας τοῦ Β. Δ. ἐπιτυχοῦσα τὴν εἰς δελτία ἐπιβάρυνσιν τῆς νέας ἐσοδείας, νὰ ἐξαγοράσῃ δελτία παρακρατήσεως καθ’ ὅλον τὸ νέον σταφιδικὸν ἔτος, ποσοῦ ἴσου πρὸς τὸ παρὰ ταύτης μεταπωληθὲν ποσὸν τῆς προσθέτου εἰσφορᾶς τοῦ παρελθόντος ἔτους. Κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι νὰ συμβουλεύσω, ἀλλὰ μόνον προτείνω τὴν γνώμην, ὅπως εἰ δυνατὸν ὑποχρεωθῇ ἡ Ἑνιαία ἐντὸς τοῦ τρέχοντος σταφιδικοῦ ἔτους νὰ ἐξαγοράσῃ τὰ δελτία τῆς παρακρατήσεως τῶν 15, 20 ἢ 30 ἑκατομμυρίων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπεβάρυνε τὴν νέαν ἐσοδείαν, διότι οὕτω μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σωθῇ ἡ σταφιδοπαραγωγὴ ἐκ τοῦ προσθέτου τούτου βάρους, τὸ ὁποῖον ἐπέβαλε εἰς αὐτούς, δυστυχῶς, ἀνὴρ τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Γούναρη καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δώσας ἑρμηνείαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε διὰ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ δημοσίου εἰς τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέβη εἰς τὴν δελτιοποίησιν αὐτήν.
§172Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Εἶχον λάβει γνῶσιν τοῦ ζητήματος καὶ ἐζήτησα ἤδη ἀπὸ τὴν Προνομιοῦχον ὅλα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησεν ὁ κ. βουλευτής· εὐθὺς ὡς μοῦ σταλῶσι, θὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν, θὰ λάβω δὲ καὶ ἐγὼ γνῶσιν, ὥστε νὰ δύναμαι νὰ γνωρίζω τί συνέβη.
§173Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ ὁρισθῇ ἡμέρα συζητήσεως.
§174Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐθὺς ὡς λάβω τὰ ἔγγραφα θὰ τὰ καταθέσω.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθ. 7, 8, 9 καὶ 10 ἐπερωτήσεις ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Ν. Παρίτσης συνιστᾶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως λαμβάνων ὑπ’ ὄψει τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας τῆς νήσου Λέσβου, ἀναβάλῃ διὰ τὸ 1915 τὴν στρατιωτικὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἄρτι πολιτογραφηθέντων προσφύγων διδασκάλων.
§176Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ περιλάβῃ εἰς τὴν ἀναβολὴν τῆς προσελεύσεως τῶν δημοδιδασκάλων τῶν Νέων Χωρῶν, τῶν γεννηθέντων εἰς τὸ 1886 καὶ 1887, νὰ περιλάβῃ καὶ τοὺς ἄρτι πολιτογραφηθέντας πρόσφυγας δημοδιδασκάλους καὶ τοῦτο χάριν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν νήσων.
§177Π. ΔΑΓΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ἐξετάσω καὶ θὰ κάμω ὅ,τι εἶναι δυνατόν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρλῆς.
§179Ν. ΖΑΡΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ δώσῃ τέρμα εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου Βόλου, τὸ ὁποῖον ἤρξατο πρὸ πενταετίας καὶ παραμένει ἡμιτελὲς χρησιμοποιούμενον δι’ ἄλλας ἀνάγκας τῆς πόλεως καὶ μᾶλλον πρὸς ζημίαν αὐτῆς.
§180Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρεκάλεσα καὶ ἐγώ.
§181Ν. ΖΑΡΛΗΣ. Εἶναι εὐχὴ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ ὁλοκλήρου τῆς πόλεως Βόλου καὶ τῆς ἐπαρχίας, διότι ἤδη τὰ δικαστικὰ γραφεῖα στεγάζονται εἰς ἐντελῶς ἀκατάλληλα κτίρια.
§182Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὡς γνωστὸν πρὸ πέντε ἢ ἓξ μηνῶν ἐστάλη διαταγὴ πρὸς τὸν ἁρμόδιον μηχανικόν, ἵνα προβῇ εἰς σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὴν συμπλήρωσιν τοῦ ἔργου. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἐστάλη καὶ διὰ τοῦτο ἀπέστειλα τηλεγραφικὴν διαταγὴν εἰς τὸν μηχανικόν, ἵνα σπεύσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμόν, μεθ’ ὃ θὰ ἴδωμεν τί εἶνε δυνατὸν νὰ γίνῃ.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἑπομένη ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Γκάλκος συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως ἔλθῃ ἀρωγὸς τῶν κατοίκων Ζίτσης καὶ Ἰωαννίνων, ὧν τὰ σπαρτὰ καὶ αἱ ἄμπελοι κατεστράφησαν ὑπὸ χαλάζης. Ἰδίᾳ συνιστᾷ καὶ παρακαλεῖ αὐτὸν ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον πρὰς ἀπαλλαγὴν τῶν εἰρημένων κατοίκων ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης καὶ τῶν λοιπῶν φόρων.
§184Γ. ΓΚΑΛΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα καὶ ἔλθῃ ἀρωγὸς τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Ζίτσης Ἰωαννίνων, καθ, ὅσον κατὰ τὰς συγκεντρωθείσας πληροφορίας, τὰ σπαρτὰ καὶ αἱ ἄμπελοι κατεστράφησαν ὑπὸ χαλάζης κατὰ τὰ ¾. Ἰδίως δὲ παρακαλῶ αὐτόν, ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ συνεννοηθῇ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν εἰρημένων κατοίκων ἀπὸ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης καὶ τῶν λοιπῶν φόρων.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἑπομένη ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Α. Μαλαμίδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων ἐπὶ τοῦ Στρυμῶνος ποταμοῦ ἐκ τῶν πλημμυρῶν τοῦ ὁποίου καταστρέφονται εὐρύταται καὶ εὐφορώταται ἐκτάσεις τῆς πεδιάδος τοῦ νομοῦ Σερρῶν. Ἐπικαλεῖται ἰδίως τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἀμέσου ἐπισκευῆς τοῦ ἀπὸ Καρατζᾶ–Κιόνη μέχρι Γενῆ–Κιόνη ἐντεῦθεν τοῦ Στρυμῶνος τομέως μήκους 340 περίπου μέτρων. Δεῖται, λέγει, ὡσαύτως συντόνου ἐπιχωματώσεως καὶ φραγμῶν ἡ παρὰ τὸ χωρίον Ἁλῆ–Πασᾶ Στρυμωνικὴ ἔκτασις.
§186Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ διατάξω τὰ δέοντα.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καραϊσκάκης ἔχει τὸν λόγον.
§188Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἔφερον, κύριοι βουλευταί, ἐνώπιον ὑμῶν τὸ ζήτημα τὸ ἀγροτικὸν τῆς Θεσσαλίας, ἂν δὲν ἐθεώρουν τοῦτο ἐκ τῶν μᾶλλον ἐπειγόντων. Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πολλάκις διεπραγματεύθην τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ἡ γεωργικὴ κατάστασις ἐν Θεσσαλίᾳ, τὸ καλούμενον γεωργικὸν καθεστώς, ἀποτελεῖ ἀναχρονισμὸν διὰ τὴν ἐποχήν, εἰς τὴν ὁποίαν ζῶμεν. Εἰς πάντας ἡμᾶς εἶναι γνωστὴ ἡ κατάστασις αὕτη, κατὰ καιροὺς δὲ αἱ μέχρι τοῦδε Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις ἐπελήφθησαν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι πρὸ πάσης ἄλλης Κυβερνήσεως, ἡ παροῦσα ἐπελήφθη σοβαρώτερον τοῦ Θεσσαλικοῦ ζητήματος, ἐσαεὶ δὲ ὁ Θεσσαλικὸς λαὸς εὐγνωμόνως θὰ ἀναμιμνήσκηται τῶν μέχρι τοῦδε ἐνεργειῶν αὐτῆς. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα, ὅπερ τὴν στιγμὴν ταύτην δὲν θὰ ἀπασχολήσῃ μόνον τοὺς βουλευτὰς Θεσσαλίας, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ προσελκύσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς νέας Ἑλλάδος, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δεῖται τῆς ταχείας μερίμνης τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς κατὰ τὸ δυνατὸν ταχυτέρας ἐπιλύσεως αὐτοῦ. Ἀναγνωρίζονται αἱ δυσχέρειαι ὑφ’ ἃς τελεῖ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ὡς καὶ ἡ ἰδία ἐν τῇ Εἰσηγητικῇ Ἐκθέσει τοῦ περὶ ἐξώσεων τῶν κολλίγων νομοσχεδίου εἰσηγεῖται καὶ λέγει ὅτι ἐλπίζει μέχρι τοῦ προσεχοῦς ἔτους νὰ ἔχῃ δοθῇ ἐπὶ τέλους μία λύσις ὁριστικὴ τοῦ ζητήματος, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐλπίσωμεν καὶ νὰ συνενώσωμεν τὴν εὐχὴν ταύτην, ὅπως τὸ ταχύτερον, μέχρι τοῦ προσεχοῦς εἰ δυνατὸν ἔτους, ἴδωμεν τὴν ὁριστικὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου, τοῦ ἐπείγοντος. Θεωρῶ περιττὸν τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐκθέσω, κ. βουλευταί, ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τὸ τὶ λαμβάνει χώραν ἐν τῷ ἀτυχεῖ ἐκείνῳ τόπῳ, ὡς ἐκ τοῦ πεπαλαιωμένου συστήματος τῆς μεγάλης ἰδιοκτησίας. Βλέπομεν εἰσέτι μετὰ τριάκοντα πέντε ἐτῶν ἐλεύθερον βίον τῆς Θεσσαλίας, τὸν Θεσσαλὸν ἀγρότην ἀποκαλούμενον εἰσέτι διὰ τῆς βαρβαροφώνου λέξεως τοῦ κολλίγου ἢ διὰ τοῦ ὀλιγώτερον συστατικοῦ ἐπωνύμου τοῦ παρακεντέ, βλέπομεν τὴν μεγάλην ἰδιοκτησίαν ἀποκαλουμένην, διὰ τῆς ἐπίσης βαρβαροφώνου λέξεως τσιφλίκι. Θὰ ἦτο μακρὸν νὰ ἐξέθετον πρὸ ἡμῶν τὰ δεινοπαθήματα τῶν ἀγροτῶν, λόγῳ τῶν συμβολαίων, τὰ ὁποῖα οὗτοι συνάπτουσι κατὰ τὸ πλεῖστον οἱ δυστυχεῖς ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ περιεχομένου αὐτῶν μετὰ τῶν ἰδιοκτητῶν. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν στιγμὴν ταύτην ἓν τοιοῦτον συμβόλαιον, ἵνα τὸ ἀναγνώσω εἰς ἐπήκοον τῶν τυχὸν κ.κ. βουλευτῶν, ὅσοι δὲν ἀσχολοῦνται μὲ τὰ ζητήματα ταῦτα, ἵνα ἴδωσι, τὸ τί ὑφίστανται οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι πληθυσμοί. Οἱ ὅροι εἶνε βαρύτατοι. Ἀναγκάζεται ὁ Θεσσαλὸς χωρικὸς νὰ μεταβάλληται πολλάκις εἰς ἀμφίβιον, ζῶν μέσα εἰς τὰ ὕδατα, διότι ὁ ἰδιοκτήτης ἐπὶ παραδείγματι δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ κτίσῃ λόγῳ τοῦ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον ἔχει συνάψει· ἀναγκάζεται πολλάκις νὰ ὑφίσταται τὴν δεινὴν τιμωρίαν τῆς ἐξώσεως ἀπὸ τῆς οἰκίας, ἐν ᾗ ἀνετράφη, ἐν ᾗ εἶδε γεννώμενα τὰ τέκνα του καὶ τὴν ὁποίαν ἐκληρονόμησεν ἐκ τῶν πατέρων του. Τὸ τοιοῦτον ἐν παρόδῳ ὑπομιμνήσκω ὑμῖν, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν δώσητε τὴν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐνισχυθῇ δὲ ἐν καιρῷ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ ἔργον αὐτῆς. Ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς τε παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς νέας ὑφίσταται ἀγροτικὸν ζήτημα· οὐ μόνον ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ νέᾳ, ἔν τε Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ. Τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ πληθυσμοῦ ὑποφέρει ὑπὸ τοῦ θεσμοῦ τούτου, τοῦ ἀναχρονιστικοῦ, ὑπὸ τοῦ ἀγροτικοῦ καλουμένου θεσμοῦ. Ἔργον τῆς μητρὸς Ἑλλάδος δὲν εἶνε μόνον νὰ ἀνακτᾷ χώρας, ἱστορικῷ κληρονομικῷ δικαιώματι ἀνηκούσας αὐτῇ, ἀλλὰ καθῆκον ὑπέρτατον τῆς μητρὸς Ἑλλάδος εἶνε τὸ ἐκπολιτίζειν τὰς χώρας ταύτας καὶ τὸ ἀποδίδειν αὐταῖς ἀπόλυτον τὸ δῶρον τῆς ἐλευθερίας. Θὰ ἦτο παρατονία, ἐὰν τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἐπετελέσαμεν ἀγῶνα ἀπελευθερωτικὸν καὶ ἐπιφυλασσόμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐτόν, νὰ ἔχωμεν ἐν αὐτῇ τῇ ἐλευθέρᾳ, τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ ἐν τῇ τελευταῖον ἐλευθερωθείσῃ Νέᾳ Ἑλλάδι, νὰ ἔχωμεν ἀκόμη δούλους ἀδελφούς! (Χειροκροτήματα). Διότι πράγματι ὁ ἀγρότης— καὶ ὀφείλω νὰ γενικεύσω τὸ ζήτημα—οὐ μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλ’ ἐν ὅλῃ τῇ παλαιᾷ καὶ νέᾳ Ἑλλάδι τελεῖ ὑπὸ δουλείαν. Ἐν τῇ χώρᾳ ταύτῃ, ἐν τῷ τόπῳ τούτῳ τοῦ σύμπαντος, ἐν τῷ ὁποίῳ τὰ σπανιώτερα φυτὰ θάλλουσιν ἀνέκαθεν τῆς δημιουργικότητος, τῆς ἰδιοφυΐας καὶ τοῦ πνεύματος, παρατονία ἐστὶ ἡ ἐξακολούθησις τοῦ παρόντος καθεστῶτος. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ὅπως ἅμα τῇ ἐπαναλήψει τῶν ἐργασιῶν της ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ τὸ ἤδη ὑποβαλλόμενον πρὸς ψήφισιν νομοσχέδιον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως τῶν τσιφλικίων ἐπὶ τῇ βάσει πάντοτε λόγῳ τοῦ δικαίου τοῦ εἰσοδήματος, τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ἕκαστον ἐξ αὐτῶν. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀναμφιβόλως ἐμελέτησε καὶ μελετᾷ τὸ ζήτημα, διαπνέεται δὲ ὑπὸ ἀληθοῦς ἐνθέου ζήλου, ὅπως ἴδῃ μίαν ἡμέραν λυόμενον τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κυρίως ἔχω νὰ σᾶς συστήσω τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀντιπροσωπεύων τοὺς πληθυσμοὺς αὐτούς, τοὺς τελοῦντας ὑπὸ τὰς δυσμενεῖς ταύτας συνθήκας........
§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὄχι τῆς Μακεδονίας, τῆς Θεσσαλίας.
§190Γ. ΚΑΡΑΪΣΚΑΚΗΣ. Ὁλοκλήρου τῆς Ἑλλάδος ὅπου ὑφίσταται ἀγροτικὸν ζήτημα. Κάμνω λοιπὸν τὴν σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ βραδύνῃ εἰς τὴν ἀπόφασίν της ταύτην, καὶ μελετῶσα τὸ ζήτημα νὰ παραβλέψῃ τὰς τυχὸν οἰκονομικὰς δυσχερείας, αἱ ὁποῖαι ἴσως μεγαλείτεραι παρουσιάζονται ἀπὸ ὅ,τι πραγματικῶς εἶνε, ὅπως εἰσηγηθῇ εἰς τὴν προσεχῆ ἐπανάληψιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τῆς ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως, ἵνα οὕτω πως λυθῇ τὸ ταχύτερον τὸ φλέγον τοῦτο ζήτημα. (Χειροκροτήματα).
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Θ. Γοῦσκος, συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως μεριμνήσῃ συντόνως περὶ τελείας ἐξαφανίσεως τῆς πανώλους ἐν Ζακύνθῳ λαμβανομένων γενναίων μέτρων.
§192Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Ἐν Ζακύνθῳ εἶνε γνωστὸν ὅτι ἐνέσκηψε πανώλης πρὸ μηνός, ἔσχε δὲ περὶ τὰ 30 κρούσματα, ἐκ τῶν ὁποίων 5 θανατηφόρα, τηλεγραφήματα δὲ ἀλλεπάλληλα τῶν διαφόρων ἀρχῶν τῆς Ζακύνθου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπεστάλησαν καὶ παρεκάλουν τὴν σύντονον ἐνέργειαν καὶ τὴν ἀποστολὴν μικροβιολόγου καὶ συνεργείου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ τέως, πραγματικῶς ἀπέστειλεν ἀπολυμαντάς, μικροβιολόγον καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ δὲν ἦτο ἐπαρκὴς ἡ χορηγηθεῖσα πίστωσις πρὸς ἐξυγίανσιν τῆς πόλεως, ἡ ὁποία ἔχει καὶ ἀνάγκην μεγίστην, καὶ τοῦτο λόγῳ ἐλλείψεως χρήματος ἐκ μέρους τοῦ Δήμου, τοῦ ὁποίου αἱ πρόσοδοι ἔχουσι κατασχεθῆ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δείξῃ μεῖζον ἐνδιαφέρον ὑπὲρ τῆς Ζακύνθου, ἡ ὁποία ταύτην τὴν στιγμὴν πάσχει δεινῶς ἐκ πολλῶν λόγων καὶ δὴ ἐκ πενίας μήπως ἐκ τῆς ἐξαπλώσεως τῆς νόσου ἐπέλθῃ μείζων καταστροφή, ἥτις θὰ ἐπιτείνῃ τὴν πενίαν τοῦ Ζακυνθίου λαοῦ, διὰ τὸν ὁποῖον πάντες ἐνδιαφερόμεθα. Θὰ παρακαλέσω δὲ ἰδίως, ὅπως ἡ παροχὴ βοηθήματος εἶνε ὅσον τὸ δυνατὸν μεγάλη, διότι, ἂν ἐξαπλωθῇ ἡ νόσος, διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἀποκλεισθῇ ἡ νῆσος πάσης συγκοινωνίας, ὁπότε τότε καὶ τὸ προϊὸν τῆς Ζακύνθου θὰ μείνῃ ἀπώλητον καὶ συνεπῶς θέλει ἐπιδεινωθῇ ἡ πενία, ἡ ὁποία ἤδη μαστίζει τὸν τόπον.
§193Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶνε γνωστὸν ὅτι ἐλήφθησαν ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἅπαντα τὰ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης ἐπιβαλλόμενα μέτρα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ διετέθησαν δύο πιστώσεις.
§194Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Τὸ ποσὸν εἶνε μικρόν.
§195Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Κρίνεται ἐπαρκὲς ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐὰν παρασταθῇ ἀνάγκη αὐξήσεως ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ πᾶσαν μέριμναν.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γερμανὸς ὅπως ἀναπτύξῃ σύστασίν του περὶ μέτρων πρὸς βελτίωσιν τῆς ἐν Μακεδονίᾳ καταστάσεως.
§197Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν κ. βουλευταί, ἀνερχόμενος τὸ πρῶτον τὸ βῆμα τοῦτο μετὰ πολλῆς μὲν συγκινήσεως ἀλλὰ καὶ μετὰ πλείστης τῆς ἀγαλλιάσεως, ὡς ἀντιπρόσωπος χώρας, ἡ ὁποία πρὸ μικροῦ μόλις ἀπέκτησε τὸ πολυτιμότατον ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ μακρῶν χρόνων ὠνειροπώλησε, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Μακεδονία καὶ ἡ μήτηρ Ἑλλὰς πολλὰς θυσίας καὶ χρήματος καὶ αἵματος ὑπέστησαν, ἰδίως κατὰ τὰς τελευταίας δεκαετηρίδας, θὰ ἐπεθύμουν λέγω, νῦν χαιρετισμὸν μόνον νὰ ἀπευθύνω πρὸς τὸ παμπληθὲς τοῦτο κοινοβούλιον τῆς μεγαλυνθείσης καὶ δοξασθείσης Ἑλλάδος, εὐχαριστίας δὲ καὶ εὐγνωμοσύνην νὰ ἐκφράσω ἐκ μέρους τῆς ἐλευθερωθείσης χώρας πρὸς πάντας τοὺς συντελέσαντας εἰς τὴν ἀποκατάστασιν αὐτῆς, καὶ νὰ διερμηνεύσω τὴν ἄφατον ἀγαλλίασιν τῶν ἀπελευθερωθέντων κατοίκων, συνάμα δὲ καὶ τὴν εὐχήν, ὅπως πάντες νῦν ἡνωμένοι καὶ κραταιοὶ χωρήσωμεν πρὸς τὰ πρόσω καὶ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς αἰσίους οἰωνοὺς ἐργαζόμενοι ἀξιωθῶμεν νὰ ἴδωμεν καὶ τὰς ὑποδούλους χώρας ἀπελευθερουμένας καὶ σκεπομένας ὑπὸ τὸ σκῆπτρον τοῦ ἐνδόξου Στρατηλάτου καὶ δαφνοστεφοῦς Βασιλέως ἡμῶν Κωνσταντίνου τοῦ ΙΒʹ. Ἀλλ’ ὅμως, κ. βουλευταί, ἡ προβλεπομένη ὀλιγοήμερος μόνον διάρκεια τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπιβάλλει μοι εὐθὺς ἀμέσως νῦν, νὰ θίξω καὶ ζητήματά τινα πρακτικώτερα καὶ ζητήματα ὑλικώτερα, ἀφορῶντα τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἀνακούφισιν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἰδίως τῆς πατρίδος μου Μακεδονίας, διότι οὐκ ἐπὶ ψιλῇ ἐλευθερίᾳ μόνῃ ζήσεται ἄνθρωπος, καθὼς θὰ ἔλεγε τὸ γνωστὸν ρητὸν ἐφαρμοζόμενον ἐνταῦθα. Ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἡ χώρα αὕτη πρέπει νὰ τύχῃ καλλιτέρας διοικήσεως, ἔχει ἀνάγκην νὰ ληφθῶσι μέτρα ριζικώτερα καὶ διὰ νὰ διορθωθῶσι πολλὰ κακῶς νῦν ἔχοντα καὶ διὰ νὰ τεθῶσιν αἱ βάσεις τῆς οἰκονομικῆς αὐτῆς εὐεξίας, διότι σήμερον ἡ Μακεδονία πάσχει καὶ πάσχει δεινῶς. Ἡ Μακεδονία, μολονότι τριετία περίπου παρῆλθεν ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεως αὐτῆς, δὲν ἀπήλαυσεν εἰσέτι τὰ ἀγαθὰ τῆς ἐλευθερίας, δὲν ἠσθάνθη ἐπ’ αὐτῆς τὴν ἀγαθοποιὸν ἐπίδρασιν τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως καὶ δὲν εἶδεν ἐκ μέρους τῆς μητρὸς Ἑλλάδος τὸ ἐνδιαφέρον ἐκεῖνο, τὸ θερμὸν ἐκεῖνο ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἀνέμενεν ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ὅπως ἀρχίσῃ καὶ δι’ αὐτὴν μία περίοδος εὐτυχεστέρα, περίοδος προόδου καὶ ὑλικῆς εὐημερίας. Δὲν ἐξετάζει τίς πταίει καὶ ἂν πταίῃ ἢ μήπως ἄλλαι περιστάσεις δὲν ἐπέτρεψαν νὰ ληφθῶσι μέτρα ριζικώτερα καὶ ἀποτελεσματικώτερα. Ἀποβλέπει εἰς τὰ πράγματα, ἀποβλέπει εἰς τὰ ἀποτελέσματα καὶ ἐκ τούτων κρίνουσα νομίζει, ὅτι δὲν εἶνε εὐχαριστημένη. Δὲν εἶνε, κύριοι, τῆς παρούσης ὥρας, ἀφοῦ, ὡς φαίνεται, ὀλιγίστας μόνον ἡμέρας ἔχομεν νὰ διατρίψωμεν ὑπὸ τὴν στέγην ταύτην, δὲν εἶνε, λέγω, τῆς παρούσης ὥρας νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ ἀναπτύξωμεν τὰ διάφορα προβλήματα καὶ ζητήματα ἅτινα ἀναφύονται εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τῶν ὁποίων ἡ ταχεῖα ἐπίλυσις ἐπιβάλλεται καθὼς καὶ τὰ διάφορα μέτρα καὶ μέσα ἅτινα δέον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐὰν, θέλωμεν νὰ ἴδωμεν αὐτὴν ἀνακύπτουσαν, προοδεύουσαν καὶ εὐημεροῦσαν. Ἔχομεν ἄλλως τε ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένους δύο Ὑπουργοὺς καὶ ἕνα μετ’ ὀλίγον μέλλοντα ἴσως Ὑπουργόν, οἱ ὁποῖοι διῴκησαν τὴν Μακεδονίαν καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καθὼς ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζω, περιῆλθεν ὁλόκληρον τὴν Μακεδονίαν, ἐξαιρέσει τῆς Χαλκιδικῆς, καὶ ἐμελέτησε τὴν χώραν καὶ ἐγνώρισε τὰς ἀνάγκας αὐτῆς καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι τάχιστα θὰ εἰσηγήσηται μέτρων ριζικῶν καὶ μεταρρυθμιστικῶν δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας καὶ δι’ ὅλα τὰ ζωτικὰ ζητήματα τῆς χώρας. Ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς δὲν θὰ λείψωμεν ἐν καιρῷ νὰ παράσχωμεν τὰς δεούσας πληροφορίας, νὰ συζητήσωμεν τὰ πράγματα καὶ νὰ ὑποδείξωμεν τά, κατὰ τὴν γνώμην ἡμῶν, λυσιτελέστερα μέτρα. Διὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν θὰ ἐπιληφθῶ σήμερον νὰ ἐξετάσω οὔτε τὰς μεγάλας πλουτοπαραγωγικὰς πηγὰς τῆς Μακεδονίας καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἠδύναντο αὗται νὰ τύχωσι συστηματικῆς καὶ ἐπιστημονικῆς ἐκμεταλλεύσεως, διὰ νὰ καταστήσωσι τὴν χώραν ταύτην, χώραν εὐδαίμονα, χώραν πλουτοφόρον καὶ πλουσιωτάτην, δυναμένην νὰ διαθρέψῃ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα, δὲν θὰ ἐξετάσω τὸ μέγα ἀγροτικὸν καὶ κτηματικὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται σήμερον εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἐμφανισθῇ ἐντὸς ὀλίγου πολὺ ἀπειλητικώτερον καὶ σοβαρώτερον, παρὰ ὡς τοῦτο ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Θεσσαλίαν, διότι αἱ συνθῆκαι ἐνταῦθα εἶνε πολὺ πολυπλοκώτεραι καὶ δυσχερέστεραι. Δὲν θὰ ἐξετάσω τὸν κυκεῶνα τὸν ἐκπαιδευτικόν, ὁ ὁποῖος ἐσχηματίσθη εἰς τὴν Μακεδονίαν συνεπείᾳ τοῦ τελευταίου νόμου, ὁ ὁποῖος βεβαίως ὡρμᾶτο ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως καὶ ἐπρόκειτο νὰ διορθώσῃ καὶ ἄτοπα, ἐν τούτοις ὡς πρὸς τὸ προσωπικὸν ζήτημα τῆς Μακεδονίας, ἐπέφερε μεγάλας συγχύσεις, ἔρριψεν εἰς τοὺς δρόμους καθηγητάς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ δεκαετίας ἐδίδαξαν εὐδοκιμώτατα εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, διότι δὲν εἶχον τὰ τυπικὰ προσόντα τοῦ νόμου. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ νομοθέτης ὅτι οἱ καθηγηταὶ αὐτοὶ καὶ ἂν δὲν εἶχον τὰ τυπικὰ προσόντα, εἶχον ὅμως ἀποδεδειγμένην πολυετῆ εὐδόκιμον διδασκαλίαν, τὰ ὁποῖα ἦσαν πολὺ ἀνώτερα τῶν διπλωμάτων τοῦ Πανεπιστημίου. Καὶ ἠνάγκασε πολλοὺς ἐξ αὐτῶν νὰ ἔλθωσι γεγηρακότες σχεδὸν νὰ λάβωσι τὸ δίπλωμα τοῦ Πανεπιστημίου, ἄλλοι νὰ περιφέρωνται πεινῶντες χωρὶς οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ἐπίδομα, ἄλλοι δὲ ἀπὸ καθηγηταὶ νὰ γίνωσι δημοδιδάσκαλοι ἢ ἑλληνοδιδάσκαλοι καὶ ἄλλοι νὰ ἀναγκασθῶσιν, ὅπως ὅπως, νὰ ἀνεύρωσι πιστοποιητικὰ διὰ νὰ πληρωθῇ τὸ γράμμα τοῦ νόμου. Ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἐσύγχισε καὶ περιέπλεξε τὰς σχέσεις τῶν Ἐφορειῶν πρὸς τὰ σχολεῖα καὶ παρηγκώνισεν ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι μεγίστας ὑπηρεσίας προσέφερον εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ περιστάσεις λίαν χαλεπὰς καὶ ἐπικινδύνους καὶ τῶν ὁποίων ὑπηρεσιῶν τὴν ἀξίαν δὲν φαίνεται νὰ ἐξετίμησε δεόντως τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Ἐπῆλθεν οὕτω μία ἀναστάτωσις, ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ὁμολογουμένως καὶ ἄδικος διὰ τὰ πρόσωπα καὶ οὐχὶ συμφέρουσα καὶ διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν καὶ βεβαίως πρέπει νὰ ἐπανορθωθῶσι τὰ γενόμενα ἀδικήματα. Δὲν θὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς μεγάλης ζημίας, ἡ ὁποία προσγίνεται εἰς τὸν τόπον ὡς ἐκ τῆς ἀναβολῆς τῶν δημοτικῶν καὶ κοινοτικῶν ἐκλογῶν, ἕνεκα τῆς ὁποίας αἱ πλεῖσται κοινότητες διοικοῦνται καὶ σήμερον ἔτι ὡς καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας μὲ τὰς αὐτὰς κομματικὰς διαμάχας καὶ ἀντεγκλήσεις καὶ μὲ τοὺς αὐτοὺς παρέδρους, οὐχὶ αἱρετοὺς ἀλλὰ διωρισμένους καὶ ὑποκειμένους εἰς ἀπολύσεις καὶ διορισμοὺς καὶ συνεπῶς μὴ ἔχοντας τὸ ἀπαιτούμενον γόητρον καὶ τὴν ἰσχύν, μηδὲ τὸ ἐνδιαφέρον νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως πρέπει, διὰ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ συμφέροντα τῶν κοινοτήτων καὶ ὡς ἐκ τούτου ὀπισθοδρομοῦσιν αὗται ἀντὶ νὰ προοδεύωσι. Πολλὰ καὶ σοβαρὰ εἶνε τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶπον προηγουμένως, δὲν προτίθεμαι σήμερον νὰ ὑποδείξω καὶ ἀναπτύξω, ἀφοῦ ἐλλείπει ὁ πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενος χρόνος καὶ διὰ τοῦτο θὰ περιορισθῶ εἰς δύο μόνον ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἐπικαλεσθῶ σύντονον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τῶν ὁποίων τὴν ἄμεσον λύσιν θὰ ζητήσω παρὰ τῶν ἁρμοδίων κ. κ. Ὑπουργῶν. 1) Θὰ παρακαλέσω νὰ ἀρθῇ ἡ βαρυτάτη καταθλιπτικὴ φορολογία τῶν ἀμέσων φόρων, ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται σήμερον ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν ταῖς λοιπαῖς Νέαις Χώραις· καὶ 2) Νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς Χαλκιδικῆς, ἣν ἔχω τὴν τιμὴν εἰδικώτερον ν’ ἀντιπροσωπεύω. Εἶνε, κύριοι Βουλευταί, τρία περίπου ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Μακεδονία ἀπολαύει τῆς ἐλευθερίας καὶ ἀποτελεῖ μέρος τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ἐξακολουθεῖ ὄχι μόνον κατὰ τὸ πρῶτον 6μηνον ἢ κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος ἀλλὰ καὶ μέχρι σήμερον ἔτι νὰ πληρώνῃ τοὺς αὐτοὺς βαρυτάτους ἀμέσους φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπλήρωνε καὶ ἐπὶ Τουρκοκρατίας. Καὶ πρῶτα ἀναφέρω τὴν ἐπάρατον δεκάτην. Γνωρίζετε, ὑποθέτω, κύριοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξαγγελθῇ καὶ ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ ἀπελευθερωθεῖσα Μακεδονία καὶ αἱ λοιπαὶ νέαι χῶραι δὲν ἀπηλλάγησαν εἰσέτι τῆς πληγῆς ταύτης, ἀλλ’ ὅλα τὰ προϊόντα τῶν γαιῶν τὰ σιτηρὰ καὶ τὰ λοιπὰ δημητριακά, τὰ ὄσπρια, τὰ λαχανικά, τὰ βαλανίδια καὶ αὐτὰ τὰ μελίσσια πληρώνουσι δεκάτην ἢ μᾶλλον ὀγδόην, διότι φορολογοῦνται μὲ 12½ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τοῦ παραγομένου προϊόντος. Ἀλλὰ δὲν εἶνε μόνον τοῦτο, πληρώνουσι προσθέτως αἱ γαῖαι καὶ κτηματικὸν φόρον (βεργὶ) 4 ἐπὶ τοῖς χιλίοις ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. (Τὰ λαχανικὰ καὶ ὄσπρια πληρώνουσι δεκάτην στρεμματικήν). Ἕτερος βαρύτατος φόρος εἶνε ὁ τῶν αἰγοπροβάτων καὶ τῶν χοίρων (τσελέπικα). Κατὰ τὰς δοθείσας μοι πληροφορίας παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, οἱ κάτοχοι προβάτων καὶ αἰγῶν κάμνουν δήλωσιν τοῦ ἀριθμοῦ αὐτῶν κατὰ μῆνα Φεβρουάριον, ἡ ὁποία ἐξακριβοῦται ὑπὸ τῶν ἀρχῶν κατὰ μῆνα Μάρτιον καὶ πληρώνουσιν ἐτησίως καὶ κατὰ κεφαλὴν τὰ μὲν αἰγοπρόβατα ἀνὰ δρ. 1.32 (εἰς τὴν Δυτικὴν Μακεδονίαν δρ. 1.20 καὶ ἐν Κρήτῃ δρ. 0.98), οἱ δὲ χοῖροι γενικῶς δρ. 1.20 κατὰ κεφαλὴν καὶ ἐτησίως. Ἐὰν συγκρίνωμεν τοὺς φόρους τούτους πρὸς τοὺς πληρωνομένους ἐν τῇ Π. Ἑλλάδι τί θὰ ἴδωμεν; 1ον) Ὅτι τὰ αἰγοπρόβατα καὶ οἱ χοῖροι δὲν ὑποβάλλονται εἰς οὐδένα ἀπολύτως κεφαλικὸν φόρον οὔτε ἐφ’ ἅπαξ οὔτε ἐτήσιον, παρὰ μόνον, ὅσα ἐξ αὐτῶν θὰ σφαγῶσι, πληρώνουσι 1 δρ. κατὰ κεφαλὴν, ἐνῷ πάντα τὰ ἄλλα μένουσιν ἐντελῶς ἀφορολόγητα. 2ον) Ὅτι τὰ ὄσπρια, τὰ βαλανίδια, τὰ λαχανικὰ καὶ τὰ μελίσσια δὲν πληρώνουσιν ἐπίσης οὐδένα φόρον ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. 3ον) Ὅτι ἡ ἐπάρατος δεκάτη εἶνε ἄγνωστος ἐν τῇ Π. Ἑλλάδι, πληρώνεται δὲ μόνον φόρος ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν. Δὲν ἠδυνήθην νὰ κάμω σύγκρισιν ἀκριβῆ, κύριοι, οὐδὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἦτο εἰς θέσιν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἐπακριβῶς, ποία σχέσις καὶ ἀναλογία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ φόρου δεκάτης, τὸν ὁποῖον πληρώνει ὁ γεωργὸς τῆς Μακεδονίας, καὶ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, τὸν ὁποῖον πληρώνει ὁ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἐν τούτοις ἐκ προχείρων ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔκαμον μετὰ ἰδιοκτητῶν καὶ γεωργῶν εἰδημόνων, συμπεραίνω ὅτι δὲν θὰ ἀπομακρυνώμεθα πολὺ τῆς ἀληθείας, ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν μετατρεπόμενος εἰς φόρον δεκάτης δὲν ἀνέρχεται περισσότερον τῶν 4, 5 ἢ 6 τὸ πολὺ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Ἤτοι, διὰ νὰ ὁμολογήσωμεν συγκεκριμένως, ἡ παραγωγὴ ἑνὸς κτήματος, ἡ ὁποία διὰ τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν θὰ ἐπεβαρύνετο διὰ φόρου 4, 5 ἢ 6 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἐν τῇ Μακεδονίᾳ ἡ παραγωγὴ τοῦ αὐτοῦ κτήματος διὰ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης ἐπιβαρύνεται μὲ 12½ ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ τὸ 4‰, τὸ ὁποῖον πληρώνει ἰδιαιτέρως τὸ κτῆμα ὡς φόρον κτηματικόν.
§198Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ παραγωγή· ὅταν δὲν ὑπάρχει ἡ παραγωγή;
§199Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Τότε ζημιοῦται καὶ ὁ ἀγρότης ἐκεῖνος ἢ μᾶλλον καταστρέφεται· διὰ τὰ λαχανικὰ δὲ καὶ τὰ ὄσπρια πληρώνει πάντοτε δεκάτην στρεμματικὴν εἴτε ὑπάρχει παραγωγὴ εἴτε μή.
§200Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Πληρώνει ὅμως τὸν φόρον ἀροτριώντων κτηνῶν ἐν Παλ. Ἑλλάδι πάντοτε.
§201Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Ἀναλόγως τῆς ποιότητος τῆς γῆς καὶ ἀναλόγως τῆς ἀξίας τοῦ κτήνους.
§202Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Ὥστε πρέπει νὰ ὑπολογίσητε καὶ τὰ ἔτη τῆς ἀφορίας διὰ νὰ εὕρητε τὸν μέσον ὅρον.
§203Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Βεβαίως. Ἀλλ’ ἡ διαφορὰ εἶνε πάντοτε τόσον μεγάλη, ὥστε πάντως ἡ φορολογία εἰς τὰς νέας χώρας εἶνε ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ μεγαλειτέρα ἀπὸ τὴν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ καὶ ἑτέρα φορολογία πρωτάκουστος καὶ πρωτοφανής, λῃστρικὴ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἐφαρμόζεται ἐν ταῖς νέαις χώραις· εἶνε ἡ φορολογία 20 ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ἁλιευομένων ἰχθύων εἴτε τῆς θαλάσσης εἴτε τῶν γλυκέων ὑδάτων. Ἠκούσατε καλῶς, κύριοι βουλευταί; 20 τοῖς ἑκατὸν φόρον εἰσπράττει τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοὺς ἁλιευομένους ἰχθῦς· δηλαδὴ ὁ ψαρᾶς, ὁ ὁποῖος θὰ ἁλιεύσῃ 100 ὀκάδας θὰ δώσῃ εἰς τὸ Δημόσιον τὰς 20 ἢ τὸ ἀντίτιμον αὐτῶν, ἤτοι τὸ ⅕ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου του. Θὰ ὁμολογήσητε ὅτι τὸ πρᾶγμα καταντᾷ ἀπίστευτον, καὶ ὅμως οὕτως ἀκριβῶς ἔχει, καὶ ὁ ἀπαίσιος οὗτος φόρος διατηρεῖται μέχρι σήμερον. Θαῦμα εἶνε πῶς δὲν διετηρήθη καὶ ὁ κεφαλικὸς φόρος τῶν ἀνθρώπων, τὸ χαράτσι λεγόμενον. Ἐρωτῶσι λοιπὸν οἱ κάτοικοι τῆς Μακεδονίας καὶ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν: εἴμεθα καὶ ἡμεῖς Ἕλληνες πολῖται; ἀποτελοῦμεν τέκνα τῆς Μητρὸς Ἑλλάδος ἰσόβαθμα καὶ ἰσότιμα πρὸς τὰ τέκνα τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος; Ἔχομεν πάντες τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ αὐτὰ δικαιώματα; Διατί λοιπὸν νὰ ἐπιβαρυνώμεθα ἡμεῖς οἱ τῶν Νέων χωρῶν μὲ φόρους πολὺ μεγαλειτέρους; Ἐὰν τὸ Κράτος ἔχει ἀνάγκην περισσοτέρων ἐσόδων, τότε ἂς ἐπιβάλλῃ κατ’ ἀναλογίαν φόρους περισσοτέρους καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Παλ. Ἑλλάδος καὶ εἰς τοὺς τῶν Νέων χωρῶν· ἀλλὰ δὲν εἶνε δίκαιον νὰ ἐπιβαρύνωνται οὗτοι περισσότερον καὶ μάλιστα εἰς βαθμὸν τοιοῦτον· τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον οὗτοι ζῶσι σήμερον ὑπὸ συνθήκας πολὺ διαφορετικὰς καὶ πολὺ δυσμενεστέρας ὡς πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν τροφίμων, διότι ὁ βίος ἐν Μακεδονίᾳ ἐπὶ τουρκοκρατίας ἦτο εὐθηνότατος, ἦτο ἡ γῆ τῆς ἐπαγγελίας, μὲ ὅλα τὰ εἴδη, τόσον εὐθηνά, ὥστε ἐνομίσαμεν ὅλοι ὅτι ἔπρεπε νὰ τρέξωμεν εἰς Θεσσαλονίκην διὰ νὰ προμηθευθῶμεν ἐσοδείας τροφίμων καὶ ἄλλων πραγμάτων διὰ μακρὸν χρόνον. Δὲν παρῆλθε ὅμως πολὺς χρόνος καὶ ἤρχισεν ἡ ὑπερτίμησις ὡς ἐκ τῶν νέων συνθηκῶν τοῦ βίου καὶ τῆς συγκεντρώσεως πολλοῦ κόσμου. Σήμερον δὲ μολονότι αἱ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύουσαι ἔμμεσοι φορολογίαι δὲν ἐφηρμόσθησαν εἰσέτι πλήρως εἰς τὰς Νέας χώρας, ἐν τούτοις ὅλα σχεδὸν τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης ὑπερτιμήθησαν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε παρέχονται εἰς τὰς αὐτὰς τιμάς, εἰς τὰς ὁποίας τιμῶνται καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Ἦσαν συνειθισμένοι νὰ ζῶσιν ὑπὸ διαφορετικὰς συνθήκας εὐθηνίας· σήμερον δὲ μὲ τὰς φοβερὰς ὑπερτιμήσεις τῶν μέσων τοῦ βίου καὶ μὲ τὴν διατήρησιν τῶν αὐτῶν ἀπεχθῶν ἀμέσων φόρων, πάσχουσι δεινῶς καὶ ἔχουσι μέγιστον δίκαιον ν’ ἀπευθύνωσι παράπονα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ νομίζωσιν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὴν μέριμναν καὶ τὸ ἐνδιαφέρον, ὅπερ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ καὶ διὰ τοὺς κατοίκους τῶν Νέων χωρῶν καὶ δὲν ἐπεδείξατο πρὸς αὐτοὺς τὴν στοργὴν ἐκείνην, τὴν μητρικήν, τὴν ὁποίαν προσεδόκων παρὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος. Ἀναγνωρίζω, κύριοι, ὅτι εἶνε δύσκολον ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ἀδύνατον εὐθὺς ἀμέσως νὰ καταργηθῇ ἡ φορολογία τῆς δεκάτης καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς ἐν τῇ Παλ. Ἑλλάδι ἰσχυούσης εἰσέτι φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι τοῦτο θ’ ἀπήτει καὶ χρόνον μακρὸν καὶ διατυπώσεις μακράς. Τί ἐμποδίζει ὅμως εὐθὺς ἀμέσως νὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ὁ φόρος, ἂν ὄχι περισσότερον, ἔστω εἰς 8%, διατηρουμένου ἐν ἀνάγκῃ καὶ τοῦ φόρου τῶν 4‰ τοῦ κτηματικοῦ, ἀπαλλασσομένων δὲ συγχρόνως παντὸς φόρου τῶν ὀσπρίων, τῶν λαχανικῶν καὶ τῶν μελισσίων; Ἐπίσης διὰ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου νὰ καταργηθῇ ἢ νὰ ἐλαττωθῇ τοὐλάχιστον εἰς τὸ ἥμισυ ἢ εἰς τὸ τρίτον ὁ φόρος τῶν αἰγοπροβάτων καὶ τῶν χοίρων, ἀφοῦ τέλος πάντων τὸ Κράτος θεωρεῖ ἐπάναγκες νὰ φορολογῇ ἀκόμη τὰς Νέας χώρας μὲ τοὺς φόρους τούτους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τῶν ἰχθύων, τὸν πάντων ληστρικώτατον φόρον, ἢ νὰ καταργηθῇ ἐντελῶς ἢ νὰ ἐλαττωθῇ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ ἥμισυ, νὰ χρησιμεύσῃ δὲ τὸ ἔσοδον τοῦτο ὡς κεφάλαιον ἀποκλειστικὸν πρὸς λῆψιν μέτρων καὶ μέσων διὰ τὴν προαγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τῆς ἰχθυοτροφίας καὶ τὴν βελτίωσιν τῶν μέσων τῆς ἁλιείας διὰ νὰ ἴδωσι τοὐλάχιστον οἱ ἄνθρωποι ὅτι τοὺς ἐπιβαρύνει μὲν τὸ Κράτος μὲ φόρους, ἀλλὰ φροντίζει συνάμα καὶ διὰ τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγῆς, διότι μέχρι τοῦδε δὲν εἶδον ὑποστήριξιν καὶ διευκολύνσεις, ἀλλὰ τοὐναντίον δυσχερείας καὶ ἐλάττωσιν τῆς παραγωγῆς διαφόρων προϊόντων. Ἀναφέρω ὡς παράδειγμα τὰ κόμαρα καὶ τὴν μοντοβίναν (ὑπολείμματα τοῦ μέλιτος) ἐκ τῆς ἀποστάξεως τῶν ὁποίων ἡ Χαλκιδικὴ εἶχεν ἐτησίως ἓν μέγα εἰσόδημα, ἀλλὰ διὰ τοῦ νόμου, δὲν γνωρίζω τίνος, περὶ οἰνοπνεύματος, τὸ Ὑπουργεῖον παρενέβαλεν τοσαύτας δυσχερείας εἰς τὰς ἀποστάξεις τούτων, ὥστε τὸ πλεῖστον μέρος τῶν δύο τούτων προϊόντων μένει ἀχρησιμοποίητον καὶ τὸ πετοῦν ὡς ἄχρηστον. Ἔχομεν λοιπόν, κ. βουλευταί, ἐν Μακεδονίᾳ ἀφ’ ἑνὸς καταπληκτικὴν αὔξησιν τῆς τιμῆς ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς πρώτης ἀνάγκης, φόρους ἀφ’ ἑτέρου βαρυτάτους μὴ ὑπάρχοντας ἐν τῇ Παλ. Ἑλλάδι πρὸς δὲ καὶ μείωσιν τῆς παραγωγῆς διαφόρων προϊόντων καὶ ὡς ἐκ τούτου πάσχομεν δεινῶς καὶ ὁ βίος ἐν Μακεδονίᾳ κατέστη ἀβίωτος. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν θερμῶς, ὅπως ὑποβάλῃ τάχιστα μέτρα, ἵνα ἐλαττώσῃ τοὺς φόρους αὐτοὺς τοὺς ἀμέσους καὶ βαρεῖς κατὰ τὸ δυνατὸν διὰ νὰ ἀνακύψουν οἱ Μακεδόνες ἐκ τῆς κατατρεχούσης αὐτοὺς κακοδαιμονίας. Ἑτέραν ἐπερώτησιν, κ. βουλευταί, ἔχω νὰ ὑποβάλω ἀφορῶσαν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Πρὸ ὀλίγου ἐμνήσθην, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς Γενικὸς Διοικητὴς Μακεδονίας, περιῆλθεν αὐτὴν σχεδὸν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον, ἐξαιρέσει ὅμως τῆς Χαλκιδικῆς, διότι ἡ Χαλκιδικὴ εἶνε ἀπροσπέλαστος διὰ πάντα μὴ κατοικοῦντα ἐν αὐτῇ καὶ μὴ ὑποχρεωμένον ὡς ἐκ τούτου νὰ μεταβαίνῃ εἰς αὐτήν. Εἰς τὴν Χαλκιδικὴν δὲν ὑπάρχει κυρίως εἰπεῖν κανένας δρόμος οὔτε ἁμαξιτοί, οὔτε ἡμιονικοί. Ἐπὶ τουρκοκρατίας ὑπῆρχον δρόμοι ἐλεεινοὶ καὶ τρισάθλιοι, μολονότι ἐπλήρωνεν ὁ κάθε κάτοικος φόρον ὁδοποιΐας ἀπὸ τοῦ 21ου ἔτους μέχρι τοῦ 60οῦ, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὁ φόρος αὐτὸς μετεβιβάζετο εἰς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους δι’ ἄλλας ἀνάγκας. Ὁ φόρος αὐτὸς εἰσεπράχθη καὶ ὑπὸ τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως διὰ τὰ ἔτη 1912 καὶ 1913 χωρὶς νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐπίσης δι’ ὁδοποιΐαν, μόνον δὲ ἀπὸ τοῦ 1914 κατηργήθησαν. Ἀλλ’ ἐπὶ τουρκοκρατίας τοὐλάχιστον ἡ Διοίκησις ὑπεβοήθει ὅπως δήποτε τοὺς κατοίκους καὶ ἠνάγκαζεν αὐτοὺς καὶ τοὺς καθωδήγει ὥστε διὰ προσωπικῆς ἐργασίας νὰ ἐπισκευάζωσι τοὺς ὑπάρχοντας δρόμους καὶ νὰ κατασκευάζωσι μάλιστα καὶ νέους τοιούτους. Ἀφ’ ὅτου ὅμως περιῆλθεν ἡ Χαλκιδικὴ ὑπὸ τὴν Ἑλλην. Διοίκησιν, ἐσταμάτησε καὶ αὐτὴ ἡ προσωπικὴ ἐργασία. Συνεπῶς δρόμους τὸ Κράτος δὲν κατασκευάζει, οἱ ὑπάρχοντες δὲ τοιοῦτοι διὰ τῶν βροχῶν, τῶν ἀνέμων καὶ τῆς χρήσεως κατεστράφησαν καὶ σήμερον δὲν ἔχομεν ἐν Χαλκιδικῇ οὐδ’ ἕνα ἡμιονικὸν δρόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται κανεὶς νὰ ὁδοιπορήσῃ ἀκινδύνως καὶ ἀνέτως· ὅταν δὲ τὸν χειμῶνα βρέχῃ, ἡ συγκοινωνία εἰς πλεῖστα μέρη διακόπτεται τελείως καὶ ἐπὶ ὁλοκλήρους ἡμέρας, ἐξ οὗ μεγίστη βλάβη καὶ ζημία ἐπέρχεται εἰς τὰ συμφέροντα ὄχι μόνον τῶν ἰδιωτῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ Κράτους.
§204ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ εἰς τὴν Πελοπόννησον ἔχομεν τὰ ἴδια πράγματα.
§205Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί γίνεται εἰς τὴν Πελοπόννησον. Ἀλλὰ διὰ νὰ μεταβῇ τις ἀπὸ τὸ ἄκρον τῆς Χαλκιδικῆς εἰς τὴν Θεσσαλονίκην θέλει τέσσαρας ἡμέρας, ἐνῷ, ἂν ὑπῆρχεν εἷς δρόμος, θὰ ἀπῄτει μίαν καὶ ἡμίσειαν μόνον. Πέρυσι παρουσιάσθην ἐπανειλημμένως καὶ ὡμίλησα περὶ τούτου εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, εἶχε δὲ τὴν καλωσύνην καὶ διέταξε καὶ ἱδρύθη μία ἄγονος γραμμὴ θαλασσία ἀπὸ Θεσσαλονίκης μέχρις Ἁγίου Ὄρους, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν κατοικούντων εἰς τὴν παραλίαν. Ἐπετεύχθη μὲν ἀμέσως τότε ἡ πραγματοποίησις ἀλλὰ ἀργότερον ἐπὶ τοῦ τέως Ὑπουργοῦ. Ὥστε ὁ ἔπαινος ὀφείλεται κατὰ τὰ ἥμισυ εἰς τὸν νῦν Ὑπουργὸν καὶ κατὰ τὸ ἥμισυ εἰς τὸν τέως τοιοῦτον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου εἰς τὸ ἐσωτερικὸν δὲν ἐγένετο ἀπολύτως τίποτε. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεριμνήσῃ σοβαρῶς περὶ τῆς συγκοινωνίας τῆς Χαλκιδικῆς. Δὲν ζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος σιδηροδρόμους καὶ τροχιοδρόμους καὶ αὐτοκίνητα, ἀλλὰ μίαν κεντρικὴν ἀρτηρίαν καὶ πολλοὺς ἡμιονικοὺς δρόμους· ἕνα κεντρικὸν δρόμον τῆς Χαλκιδικῆς ἀρχόμενον ἀπὸ Θεσσαλονίκης καὶ διήκοντα ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον αὐτῆς, ὁ ὁποῖος ἐννοεῖται ὅτι θὰ εὐκολύνῃ ὅλα τὰ χωρία, τὰ ὁποῖα παράκεινται. Ὁ δρόμος αὐτὸς μέχρι Βασιλικῶν εἶνε ἤδη κατεσκευασμένος, ἀπὸ τὰ Βασιλικὰ δὲ καὶ πέραν εἶνε ἡμικατεσκευασμένος, ὥστε δὲν χρειάζεται διὰ νὰ φθάσῃ μέχρι Γαλατίστης παρὰ ἐλαχίστη δαπάνῃ. Ὑπάρχει μάλιστα καὶ μελέτη γενομένη ὑπὸ τοῦ κ. Ἀκάτου καὶ σταλεῖσα ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ συνεπῶς θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὴν μελέτην ταύτην καὶ νὰ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος τούτου νῦν, συγχρόνως δὲ τὴν παρασκευὴν τῆς μελέτης διὰ τὴν προέκτασιν τῆς ὁδοῦ, ἵνα διασχίσῃ τὴν Χαλκιδικήν.
§206Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπιτρέπετε; Ὑπάρχει ὁ νόμος ὁ ἰσχύων σήμερον περὶ ὁδοποιΐας— δὲν ἔχουν παρὰ νὰ τὸν ζητήσουν οἱ κάτοικοι καὶ αἱ κοινότητες καὶ προθύμως ἡμεῖς θὰ εἰσφέρωμεν τὴν βοήθειάν μας διὰ τῆς μηχανικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ ἐργασθῶσι καὶ οἱ κάτοικοι. Σήμερον ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους εἶνε δυσχερὴς καὶ δὲν εἶνε δυνατόν, τό γε νῦν ἔχον, νὰ ἔλθῃ ἀρωγόν. Διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσῃ, ὅπως ἀπευθυνθῶσιν αἱ διάφοροι κοινότητες, ὡς συνέβη καὶ διὰ πολλὰς ἄλλας φέρ’ εἰπεῖν εἰς τὴν Πελοπόννησον, ὅπου τελευταίως πολλαὶ κοινότητες ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ταῖς παράσχωμεν τὰ μέσα τῆς μηχανικῆς ὑπηρεσίας, εἰργάσθησαν δὲ οἱ κάτοικοι. Τοῦτ’ αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ, μέχρις οὗ δυνηθῇ τὸ Κράτος, ἐπαρκοῦν οἰκονομικῶς, νὰ κατασκευάσῃ τὰς κυρίας ἀρτηρίας, διότι περὶ τούτων καὶ μόνον θὰ ἀσχοληθῇ τὸ Κράτος καὶ ὄχι περὶ τῶν δευτερευουσῶν ὁδῶν.
§207Ν. ΓΕΡΜΑΝΟΣ. Ἐπιμένω, κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἐλπίζω ὅτι θὰ θελήσητε νὰ συμπληρώσητε τὴν κυρίαν ἀρτηρίαν τάχιστα, διότι δι’ αὐτῆς θὰ εὐεργετηθῇ τὰ μέγιστα ὁλόκληρος ἡ Χαλκιδική.
§208Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ μοὶ κάμητε τὴν χάριν νὰ μοὶ λύσητε μίαν ἀπορίαν. Τὴν ἰδίαν ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως ὁ κύριος Γερμανὸς τὴν ἀνέπτυξεν ὑπὸ τὸν τύπον ἐρωτήσεως. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω, ποῖον μέτρον μεταχειρίζεσθε μεταξὺ ἐρωτήσεως καὶ ἐπερωτήσεως. Ἐρωτῶ, παρακαλῶ, συνιστῶ καὶ πάλιν συνιστῶ. Τοιαῦτα τινὰ βλέπω διαρκῶς. Παρακαλῶ νὰ μοὶ λύσητε τὴν ἀπορίαν ταύτην.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων, κατὰ τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ, περιλαμβάνει πλὴν τῶν ἐπερωτήσεων καὶ τὰς συστάσεις. Διὰ τοῦτο, ὅταν εἷς τῶν κυρίων βουλευτῶν ἐπιθυμῇ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν σύστασιν, ὑποβάλλει ταύτην διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων. Ἡ σειρά, τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσιν, ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ὑποβολῆς αὐτῶν. Ἡ ἡμερησία διάταξις τῶν ἐρωτήσεων εἶναι διαφορετική. Ὁ βουλευτής, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἔχῃ ἀπάντησιν διὰ ἐρώτησιν, τὴν ὑποβάλλει διὰ τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Ε. Χατζῆς συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας· 1) νὰ ληφθῶσι σύντονα μέτρα πρὸς ἐπισκευὴν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Πρεβέζης–Ἰωαννίνων, ἀποτελούσης τὴν μοναδικὴν ἀρτηρίαν συγκοινωνίας τῆς Ἠπείρου, περιελθούσης εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν, καθιστῶσαν τὴν συγκοινωνίαν εἰς ἄκρον ἐπικίνδυνον, καὶ καθ’ ὅσον, ἐπικειμένου τοῦ χειμῶνος, κινδυνεύει νὰ διακοπῇ τελείως ἡ συγκοινωνία Ἰωαννίνων– Πρεβέζης. 2) Νὰ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς ὁδοῦ Ἰωαννίνων–Ἡγουμενίτσης καὶ Ἰωαννίνων–Ζαγορίου, αἵτινες ἀρξάμεναι ἀπὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Ἠπείρου, ἔμειναν ἡμιτελεῖς καὶ αἵτινες εἶνε ἀπαραίτητοι ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς Ἠπείρου.
§210ΕΥΑΓ. ΧΑΤΖΗΣ. Δὲν δύναμαι ἢ νὰ ἐκφράσω τὴν βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην μου, διερμηνεύων τὴν γνώμην καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων τῆς ἐλευθέρας Ἠπείρου, διὰ τὰς κολοσσιαίας θυσίας, εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη εἰς αἷμα καὶ χρῆμα ἡ μήτηρ Ἑλλάς. Νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημένον καθῆκον εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Ἠπείρου, ὅπως ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ἀποτείνωσιν τὸν ὕστατον ἀσπασμὸν πρὸς τοὺς ἥρωας τῆς Μανωλιάσας καὶ Μπιζανίου. Θεωρῶ ἐπιβεβλημένον καθῆκον νὰ ἀποτείνω ἐκ μέρους τῆς ἐλευθέρας καὶ ὑπερηφάνου Ἠπείρου εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος τὸν χαιρετισμόν, τὸν ὀφειλόμενον πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, νὰ παρακαλέσω, ὅπως διαβιβάσωσιν τὰ αἰσθήματα τῆς εὐγνωμοσύνης, τὰ ὁποῖα τρέφει ἡ ἐλευθέρα Ἤπειρος πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἡ ἐλευθέρα Ἤπειρος θὰ προσπαθήσῃ νὰ φανῇ ἀνταξία τῶν προσδοκιῶν, τὰς ὁποίας ἐστήριξεν ἡ Πατρὶς ἐπ’ αὐτῆς. (Χειροκροτήματα). Καὶ ἤδη ὅτε ἐξεπλήρωσα τὸ ἱερὸν καθῆκον ἀπέναντι τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἀπευθύνω τὸν λόγον εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὑποβάλω δικαιοτάτας καὶ εὐλογωτάτας ἀξιώσεις τῆς Ἠπείρου. Συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς ἄμεσον ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Πρεβέζης– Ἰωαννίνων. Ἡ ὁδὸς Πρεβέζης–Ἰωαννίνων εἶναι μοναδικὴ ἀρτηρία τῆς συγκοινωνίας, ἡ ὁποία ἐξυπηρετεῖ τὰς στρατιωτικὰς καὶ ἐμπορικὰς καὶ ἐν γένει πάσας τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας. Ὅπως εἶναι γνωστὸν ἡ ὁδὸς αὕτη περιῆλθεν εἰς ἀρίστην κατάστασιν κατὰ τὰς ἐπιχειρήσεις διὰ τὴν ἅλωσιν συγκοινωνίας. Δυστυχῶς ὅμως ἡ ὁδὸς αὕτη ἔμεινεν ἄνευ οὐδεμιᾶς μερίμνης. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐγένετο ἐπισκευή τις ἐπ’ αὐτῆς, ἀλλὰ τοσοῦτον ἀτελῶς, ὥστε, ἂν θελήσητε νὰ ζητήσητε τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα ἐξετελέσθησαν αἱ ἐπισκευαὶ ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων, θὰ εὕρητε τὰ μέρη αὐτὰ τῶν ἐπισκευῶν μᾶλλον κατεστραμμένα. Ἡ ὁδὸς αὕτη ἐπὶ ἐκτάσεως 100 χιλιομέτρων εὑρίσκεται εἰς ἀθλιεστάτην κατάστασιν. Ἡ συγκοινωνία κατέστη ἐπικίνδυνος, πρὸ πάντων δὲ ἡ δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνία εἶναι προβληματική. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀμέσου ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ ταύτης, ὅπως μὴ ἀποκλεισθῇ ἡ διὰ ταύτης συγκοινωνία. Δευτέρα σύστασις, τὴν ὁποίαν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας εἶνε, ὅπως διαταχθῇ καὶ ληφθῶσιν τὰ κατάλληλα μέτρα, ὅπως ἐπισκευασθῇ ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς Γουμενίτζης–Ἰωαννίνων. Ἡ ὁδὸς αὕτη κατὰ τὸ ἓν τρίτον εἶναι συντομωτέρα τῆς ὁδοῦ Πρεβέζης–Ἰωαννίνων. Πρόκειται νὰ ἀνοίξῃ ἡ ὁδὸς αὕτη νέους ὁρίζοντας εἰς τὸν πολιτισμὸν τῆς Ἠπείρου, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὅπως ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ καὶ μεριμνήσῃ, ὅπως διαταχθῇ ἡ ἐπισκευὴ τῆς ὁδοῦ ταύτης. Ἐπίσης τὴν αὐτὴν σύστασιν ἀπευθύνω πρὸς τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν ὁδὸν Ζαγορίου–Ἰωαννίνων. Τὸ Ζαγόριον εἶναι εἰς καταλληλοτάτην τοποθεσίαν τῆς Ἠπείρου. Ἐὰν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ ἐπισκεφθῇ τὸ Ζαγόριον, θὰ ἐσχημάτιζε τὴν γνώμην ὅτι τοῦτο εἶναι προωρισμένον νὰ ἀποτελέσῃ τὴν Ἐλβετίαν τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως λάβῃ σύντονα μέτρα πρὸς ἐπισκευὴν καὶ ταύτης. Νομίζω ὅτι ἡ ἀξίωσις αὕτη εἶναι δικαιοτάτη καὶ ὡς τοιαύτην τὴν ὑποβάλλω εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§211Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ὁδοῦ Πρεβέζης–Ἰωαννίνων συνετάχθη προϋπολογισμός, τοῦ ὁποίου ηὐξήθησαν αἱ δαπάναι. Ἐξετέθη τὸ ἔργον εἰς δημοπρασίαν, ὑποθέτω δὲ ὅτι τὴν προσεχῆ Κυριακὴν γίνεται δημοπρασία, ὅπως ἐπισκευασθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπισκευὴν τῶν λοιπῶν ὁδῶν τὸ ζήτημα εἶναι γενικὸν καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ δώσω τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν κύριον βουλευτήν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα καὶ εἰς τὸν προλαλήσαντα κύριον βουλευτήν.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Γαρουφαλιᾶς συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ταχεῖαν καὶ ἄμεσον ἔγκρισιν αὐτοῦ, ὅπως ἐπὶ τῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ ἰδίᾳ ἐν Ἠπείρῳ πολλῶν ἀγροκτημάτων, τῶν καλουμένων «Ἰμλιὰκ», τῶν περιελθόντων εἰς τὴν κυριότητα καὶ κατοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου, καθορίσῃ διὰ διαταγῆς αὐτοῦ προσκαίρως, ἄχρι νομοθετικῆς κυρώσεως, τὴν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀπόληψιν τῶν ποσοστῶν—γεωμόρων—ἐκ τῶν παραγομένων καρπῶν ἐν γένει εἰς 20%, ἀντὶ τῶν ἤδη καθιερωμένων 30%, ποσοστῶν ὑπερόγκων καὶ λίαν καταθλιπτικῶν, ὡς ἐπίσης συνιστᾷ καὶ τὴν προαφαίρεσιν ὑπὸ τῶν κατόχων καλλιεργητῶν τοῦ διὰ τὴν σπορὰν συνήθως διατεθειμένου ποσοῦ ἐκ τῶν παραγομένων καρπῶν, καθ’ ὅσον πρόκειται περὶ μέτρων οὐ μόνον δικαιοσύνης ἀλλὰ καὶ ἀνακουφίσεως τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ὡς καὶ ἐνισχύσεως τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς.
§213Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ σύστασίς μου νομίζω ὅτι, ἂν καὶ ἀρκετὰ περιεκτικῶς διατυποῦται ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει, δέον νὰ ἐπισπάσηται ὁπωσδήποτε τὴν προσοχὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Ἤθελον ἐρωτήσει ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ τύχω ἀπαντήσεως χωρὶς ποσῶς νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς θὰ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ διαβεβαιώσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτηται νὰ λάβῃ μέτρον τι σχετικὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§214ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν περὶ μέτρου ὡρισμένου νομίζω ὅτι δὲν εἶνε εὔκολον, ἐφ’ ὅσον ἀπόψε ὑποβάλλεται εἰς συζήτησιν. Ὁ Ὑπουργὸς ὅ,τι ἔχει νὰ βεβαιώσῃ εἶνε ὅτι θὰ μελετήσῃ τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο σύστασιν ὁ κ. βουλευτὴς καὶ φυσικὰ θὰ λάβῃ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνδείκνυνται.
§215Α. ΓΑΡΟΥΦΑΛΛΙΑΣ. Ἡ σύστασίς μου, κύριοι βουλευταί, ἀποβλέπει εἰς τὸ νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον καὶ τοῦ ἐπίσης ἁρμοδίου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ προνοήσωσι περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ καθορισμοῦ, διὰ μέτρου νομοθετικοῦ, τοῦ ποσοστοῦ, εἰς τὴν ἀπόληψιν τοῦ ὁποίου δικαιοῦται τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῶν παραγομένων προϊόντων ἐκ τῶν περιελθόντων εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Κράτους πολλῶν ἀγροκτημάτων ἔν τε Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ, τῶν κοινῶς καλουμένων «Ἰμλιὰκ», περὶ καθορισμοῦ, λέγω, τοῦ ποσοστοῦ, τὸ ὁποῖον δέον νὰ διακανονισθῇ κατὰ τρόπον μᾶλλον λογικόν, μᾶλλον δίκαιον, κατὰ τρόπον ἐξ ἴσου ἱκανοποιοῦντα, τόσον τὰ συμφέροντα τῆς μεγάλης τάξεως τῶν γεωργῶν, ὅσον καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ἰδιοκτήμονος Δημοσίου. Νομίζω ὅτι τὸ ποσοστὸν τοῦτο, ἀντὶ τοῦ ἄχρι τοῦδε καθιερωμένου εἰς 30% ἐπὶ τῶν παραγομένων καρπῶν, ποσοστοῦ λίαν ὑπερόγκου ἀληθῶς, ἀλλὰ καὶ λίαν καταθλιπτικοῦ, δύναται νὰ περιορισθῇ τοὐλάχιστον εἰς 20%, ἡ δὲ ἐφαρμογὴ τοῦ μέτρου τούτου, ἐνῷ οὐδεμίαν θετικὴν ζημίαν ἀπολύτως δύναται νὰ συνεπάγηται διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ἀντιθέτως δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς ποιάν τινα ἀνακούφισιν τοῦ πάσχοντος ὁμολογουμένως ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἐνίσχυσιν τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς, διότι εἶνε γνωστὸν, κ. βουλευταί, ὅτι ἐφ’ ὅσον ὁ ἀγρότης ἐπιβαρύνεται διὰ τῆς ἀποδόσεως σχεδὸν τοῦ ἡμίσεος τῆς παραγωγῆς τῶν προϊόντων αὐτοῦ, βεβαίως δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὸν ζῆλον, ὅπως καλλιεργῇ ἁπάσας τὰς ἐκτάσεις, αἵτινες ὑπάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ, διότι ἀναμφισβητήτως ὑπάρχουσιν ἀγροκτήματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀπείρους ἐκτάσεις χερσώδεις καὶ τὰς ὁποίας οὐδεὶς ἐκ τῶν καλλιεργητῶν ἔχει τὸ θάρρος νὰ ἀναλάβῃ νὰ καλλιεργήσῃ, διότι οὐδὲν δύναται ἐξ αὐτῶν νὰ ἀποκομίσῃ· ἔχω δὲ τὴν γνώμην ὅτι ἡ ζημία ἐκείνη, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς μειώσεως τῶν ποσοστῶν τοῦ Δημοσίου ἤτοι τῆς ἐλαττώσεως αὐτῶν κατὰ 10%, δύναται κάλλιστα νὰ ἀναπληρωθῇ καὶ καλυφθῇ ὑπὸ τῆς μείζονος προσόδου, τὴν ὁποίαν θὰ ἀποδώσωσι πλέον αἱ ἄπειροι γαῖαι, αἱ ὁποῖαι παραμένουσι χέρσοι, ἀλλ’ αἵτινες θέλουσι καλλιεργηθῆ πλέον ἐπιμελέστατα καὶ θέλουσιν ἀποδώσῃ καὶ εἰς τὸν γεωργόν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ Δημόσιον πρόσοδον ἀξίαν παντὸς ὑπολογισμοῦ ἀρκετὰ ἀξιολόγου. Διὰ τοῦτο ἔχω καὶ τὴν γνώμην, κύριοι Ὑπουργοί, ὅτι τοιοῦτον μέτρον, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς θέλει ἀνακουφίσει τὰς γεωργικὰς τάξεις, συγχρόνως θέλει ἀποτελέσει καὶ τὴν ἀπαρχὴν μιᾶς εὐαρέστου ὁπωσδήποτε, ἔστω καὶ προσωρινῶς, λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, διότι καὶ αὐτοὶ οἱ ἰδιῶται γαιοκτήμονες κατ’ ἀνάγκην θέλουσιν ἀπομιμηθῆ τὸ μέτρον τοῦτο, καθ’ ὅσον φρονῶ ὅτι οὐδεμίαν θέλει εὑρίσκει πλέον σοβαρὰν ἀπήχησιν παρὰ τῇ δικαιοσύνῃ καὶ πᾶσα παράλογος καὶ ὑπερβολικὴ ἀξίωσις αὐτῶν περὶ ἀποδόσεως μείζονος ποσοστοῦ (γεωμόρου) μετὰ τοιοῦτον, ὡς εἴρηται, θέσπισμα. Πέποιθα, ὅτι τὰς συστάσεις ταύτας θέλετε ἐκτιμήσει σπουδαίως καὶ θέλετε ὑποβάλει ἐν καιρῷ σχετικὸν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καὶ τὰς γεωργικὰς τάξεις θέλετε ἀνακουφίσει, ἀλλὰ καὶ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους ἐπίσης θέλετε ἐνισχύσει.
§216Κ. ΜΕΛΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο λέξεις.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε μέρος κ. Μελᾶ, ἑπομένως δὲν δύνασθε νὰ ὁμιλήσητε. Οἱ κ. κ. Α. Παπαζαχαρίου καὶ Δ. Δίγκας παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας: αʹ) νὰ διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Θεσσαλονίκης–Λαγκαδᾶ καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν μέχρι Σωχοῦ καὶ Νιγρίτης καὶ βʹ) νὰ διατάξῃ ἁρμόδιον ὑπάλληλον, ὅπως μελετήσῃ καὶ συντάξῃ προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης πρὸς ἀποξήρανσιν τῶν βρωμολιμνῶν Μαυρόβου καὶ Λαυτσίας τῆς ἐπαρχίας Λαγκαδᾶ.
§218Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν εὐρεῖαν ἀνάπτυξιν τῶν ἀναγκῶν τῆς Μακεδονίας ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Γερμανοῦ, δὲν θὰ ἐνδιατρίψω διὰ περισσοτέρων καὶ ἐγὼ ὁμιλῶν περὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων, ἀλλὰ θὰ περιορισθῶ μόνον, νὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὑποβάλλων αὐτῷ δύο συστάσεις, ἰδίως διὰ τὴν ἰδιαιτέραν ἐπαρχίαν μου, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐνταῦθα, τὴν ἐπαρχίαν Λαγκαδᾶ, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτάς. Ὁ κ. συνάδελφος ἀνέπτυξε πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ συγκοινωνία ἐν τῇ ἄρτι ἐλευθερωθείσῃ Πατρίδι ἡμῶν Μακεδονίᾳ εὑρίσκεται ἀκόμη ἐν οἰκτρᾷ καταστάσει καὶ ὅτι εἶνε ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ δοθῇ μεγάλη προσοχὴ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δι’ αὐτήν· διότι ὄχι μόνον οἱ κάτοικοι θὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ πρόσοδοι τοῦ Κράτους θὰ αὐξηθῶσι κατὰ πολύ. Αἱ ἐτήσιαι πρόσοδοι τοῦ Κράτους ἐκ ταύτης τῆς ἐπαρχίας ὑπερβαίνουσι νῦν τὰ δύο ἑκατομμύρια δραχμῶν. Διότι ὁ φόρος τῆς δεκάτης ὑπολογισθεὶς εἰς 200 χιλιάδας, ὑπερέβη τὰς 500 χιλιάδας, ὁ ἐπὶ τῶν κτηνῶν ὑπολογισθεὶς εἰς 100 χιλ. ὑπερέβη τὰς 300 χιλ. δραχ., ὁ τῶν λιμνῶν εἶναι περίπου 100 χιλ. δραχ. καὶ δύναται νὰ αὐξηθῇ ἔτι. Οὗτοι οἱ φόροι προστιθέμενοι εἰς τοὺς ἐκ διαφόρων ἄλλων πηγῶν ἀναβιβάζουσι τὰς προσόδους τοῦ Κράτους εἰς δύο ἑκατομμύρια καὶ πλέον. Ἡ γονιμότης τῶν μικρῶν τούτων πεδιάδων εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς γονιμότητος τῆς πεδιάδος τοῦ Ἀξιοῦ, δυναμένη νὰ παραβληθῇ πρὸς τὴν γονιμότητα τῆς θαυμασίας πεδιάδος τῶν Σερρῶν. Ἐπὶ Τουρκοκρατίας, δυστυχῶς, ὀλίγη μέριμνα ἐλαμβάνετο διὰ τὴν συγκοινωνίαν, μολονότι φόροι βαρύτατοι εἰσεπράττοντο δι’ αὐτήν· διότι ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις φροντίζουσα περισσότερον διὰ τὰς στρατιωτικὰς ὁδούς, καὶ εὐλόγως, ἐπειδὴ εἶχε μεγάλην ἀνάγκην αὐτῶν ἕνεκα τῶν πολλῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους διέτρεχεν ἡ Τουρκία τότε ἐκ τῆς διαρκῶς ἀνωμάλου πολιτικῆς καταστάσεως, δὲν ἐφρόντιζε νὰ κάμῃ καὶ ὁδοὺς ἀναγκαίας διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν κατοίκων. Χείμαρροι λοιπὸν διασχίζοντες τὴν πεδιάδα Λαγκαδᾶ καθιστῶσιν αὐτὴν διὰ τῆς πλημμύρας τῶν ὑδάτων αὐτῶν καθολοκληρίαν ἀδιάβατον κατὰ τὸν χειμῶνα, κατὰ δὲ τὴν ἄνοιξιν καλύπτοντες τὴν καλλιεργημένην γῆν καταστρέφουσι τὰ σπαρτά. Τὸ δὲ τμῆμα τοῦ Τσεκουρίου, τὸ ὁποῖον ἀρδεύεται ἀπὸ τὰ ὕδατα τῶν ὀρέων Στεφανιῶν καὶ τὸ ὁποῖον θὰ παρεῖχεν ἀφθονωτάτους δημητριακοὺς καρπούς, κατεχόμενον ὑπὸ τῶν ὑδάτων τῶν βρωμολιμνῶν Μαυρόβου καὶ Λάντζιας, ὄχι μόνον δὲν καλλιεργεῖται, ἑπομένως ζημιοῦται καὶ ὁ λαὸς καὶ τὸ Κράτος, ἀλλὰ καὶ οἱ ἐκ τῶν λιμναζόντων ὑδάτων ἀναπτυσσόμενοι ἑλώδεις πυρετοὶ καθιστῶσιν εἰς τοὺς κατοίκους πάντων τῶν ἐν αὐτῷ χωρίων τὸν βίον ἀβίωτον· διότι συνεχῶς οὗτοι πάσχουσιν ἐκ τῶν πυρετῶν, πάμπολλοι δὲ καὶ ἀποθνήσκουσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἐγκατέστησεν ἐσχάτως μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τῶν ὀθωμανῶν πρόσφυγας εἴς τινα χωρία ἐνταῦθα, ἀλλ’ οὗτοι μόλις μῆνας τινάς, ἀφ’ οὗ ἔμειναν, ἀνεχώρησαν διότι οἱ ἑλώδεις πυρετοὶ, ἐξ ὧν ἔπαθον, μετέβαλον τὰ χωρία εἰς νεκροταφεῖα. Τούτων ἕνεκα, ἀφοῦ ἡ ἐπαρχία Λαγκαδᾶ παρέχει εἰς τὸ Κράτος τόσον πλουσίας προσόδους, πρέπον εἶναι νὰ ληφθῇ μέριμνα, ὅπως διὰ μικρᾶς σχετικῶς δαπάνης περιορισθῶσιν οἱ χείμαρροι εἰς τὰς κοίτας των καὶ κατασκευασθῶσιν ὁδοί τινες ἐν αὐτῇ, ἔστω καὶ ἡμιονικοί· διότι γινώσκομεν ὅτι ἐν ταῖς παρούσαις δειναῖς ἐθνικαῖς περιστάσεσι μεγάλα χρηματικὰ ποσὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατεθῶσι δι’ εἰρηνικὰ ἔργα. Ἐὰν ταῦτα τὰ ἔργα ἐκτελεσθῶσιν, εἶμαι βέβαιος ὅτι αἱ δημόσιοι πρόσοδοι θὰ αὐξηθῶσιν ἀπὸ δύο εἰς πέντε ἑκατομμύρια δραχ. ἐτησίως ἐκ ταύτης τῆς ἐπαρχίας. Ἐπειδὴ τοῦτο εἶναι συμφέρον τοῦ Κράτους παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ· 1) νὰ ἐπισκευασθῇ ἀμέσως ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς Θεσσαλονίκης–Λαγκαδᾶ, ἥτις ἀποσχιζομένη παρὰ τὸ χωρίον Ἀειβάτι ἀπὸ τῆς ὁδοῦ Θεσσαλονίκης–Σερρῶν ἄγει εἰς Λαγκαδᾶ–Κλήσσαλι καὶ Μπεσίκια καὶ νὰ ἐπεκταθῇ αὕτη μέχρι Σωχοῦ. 2) νὰ διατάξῃ ἁρμόδιον ὑδραυλικόν, ἵνα μεταβῇ εἰς τὰς ἀνωτέρω εἰρημένας λίμνας καὶ συντάξῃ προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν ἀποξήρανσιν αὐτῶν. Ἐὰν ταῦτα ἐνεργηθῶσι, θὰ ἀποδοθῶσι χιλιάδες στρεμμάτων εὐφορωτάτης γῆς εἰς τοὺς φιλοπόνους κατοίκους καὶ ἡ πολύτιμος ὑγεία εἰς αὐτούς. Τοῦτο εἶναι καθῆκον τοῦ Κράτους, ἐπειδὴ εἶναι καὶ συμφέρον αὐτῷ. Ταύτας τὰς δύο συστάσεις λοιπὸν ὑποβάλλων τῷ ἀξιοτίμῳ Ὑπουργῷ τῆς Συγκοινωνίας, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἀκούσω, ἐὰν θὰ ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ διατάξῃ τὴν μελέτην καὶ ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τούτων.
§219Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Λαγκαδᾶ–Θεσσαλονίκης θὰ ζητήσω τὸν προϋπολογισμὸν τῆς δαπάνης ἀπὸ τὸν νομομηχανικὸν καὶ θὰ διατάξω τὰ δέοντα, ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν ὑπάρχει προσωπικὸν οὔτε εἶνε δυνατὸν νὰ διαθέσωμεν κεφάλαια.
§220Α. ΠΑΠΑΖΑΧΑΡΙΟΥ. Ἀναγνωρίζω, κύριε Ὑπουργέ, καὶ τὰς συνθήκας καὶ τὰς δυσκολίας. Οἱ κάτοικοι εἶνε πρόθυμοι διὰ προσωπικῆς ἐργασίας νὰ κατασκευάσουν τὴν ὁδόν, ἀρκεῖ ὁ νομομηχανικὸς νὰ τάμῃ τὴν ὁδόν, ἅμα δὲ διατάξῃ ἡ Κυβέρνησις, αὐτοὶ εἶνε πρόθυμοι.
§221Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ συντρέξωμεν.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀναστασιάδης συνιστᾷ ὑποβολὴν νομοσχεδίου δι’ οὗ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν διαφόρων ἐπαγγελματικῶν ἑνώσεων εἰς τὸ Γνωμοδοτικὸν Συβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας παρὰ ταῖς λιμενικαῖς ἐπιτροπείαις, εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἐργασίας παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κλπ. νὰ καθίστανται μετακλητοί.
§223Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, κατόπιν τῆς διεξαχθείσης προχθὲς συζητήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν κομίστρων. Ὁ νομοθέτης προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων ἠθέλησε νὰ συμμετάσχωσι εἰς τὸν ὀργανισμὸν καὶ ἀντιπρόσωποι τῶν παραγωγικῶν κλάδων, συμμετέχοντες τῆς διοικήσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τὰ γνωμοδοτικὰ Συμβούλια, Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶνε προφανής. Ἠθέλησεν, ἵνα ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων ἐξετάζεται καὶ ἡ ἄποψις τῶν παραγωγικῶν συμφερόντων καὶ νὰ ἐφαρμόζωνται ταῦτα πρὸς τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς πολιτείας. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς στηρίζεται τὸ Συμβούλιον τῆς ἐργασίας καὶ τὸ γνωμοδοτικὸν Συμβούλιον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλὰ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου χαλαροῦται ἕνεκα ἀδιαφορίας τῆς πολιτείας, καθόσον ἐξαρτᾶται ἡ καλὴ ἐφαρμογὴ ἐκ τῆς καλῆς θελήσεως, διότι τὸ Σωματεῖον δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα ἀμύνης ἐναντίον τῶν ἀντιπροσώπων, ἐὰν δι’ οἱονδήποτε λόγον ἤθελον ἀσκήσῃ τὴν ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ἐντολὴν, παρὰ τὰ συμφέροντα τοῦ σωματείου, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ σωματείου ἐξαντλεῖται ἐν τῇ ἀρχικῇ ἀντιλήψει τοῦ προσώπου· οὕτω π.χ. ἐλέχθη ἐνταῦθα ὅτι ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν ὑπερεμάχησε τῆς ἰδέας τῆς αὐξήσεως τῶν κομίστρων, διαμαρτύρομαι διὰ τοῦτο, διότι ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀθηνῶν τὸ πρῶτον ἔμαθεν ἐκ τῶν ἐφημερίδων περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐὰν δὲ συνέπεσεν ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ νὰ ὑποστηρίξῃ γνώμην τοιαύτην, αὐτὴ εἶνε γνώμη ἰδική του. Δὲν ἦτο δυνατὸν ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος, ὁ ὁποῖος ἔχει ἱστορίαν, ὁ ὁποῖος πρωτηγωνίσθη ἐν τῇ πρώτη γραμμῇ ὑπὲρ τῶν νέων ἰδεῶν καὶ ὑπὲρ τῆς παγιώσεως τοῦ νέου καθεστῶτος καὶ τῶν λαϊκῶν συμφερόντων νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν μέχρι τοῦδε πολιτείαν του καὶ πρὸς τὰ συμφέροντα αὐτοῦ. Τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς νομοθεσίας εἶνε διττόν, τὸ πρῶτον ὅτι τὰ παραγωγικὰ σωματεῖα εὑρίσκονται ἐν ἀδυναμίᾳ νὰ ἀνακαλέσωσι τὴν ἐντολὴν τὸ δὲ δεύτερον εἶνε ὅτι συμβαίνει νὰ ἐμφανίζηται ἡ γνώμη τῶν σωματείων ὡς ἀπαύγασμα τῆς ὁλότητος τοῦ ἑνός. Πρὸς ἄρσιν τούτων θὰ παρεκάλουν τοὺς κ.κ. Ὑπουργοὺς νὰ ὑποβάλωσι νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν παραγωγικῶν σωματείων καθίστανται μετακλητοὶ καὶ ἡ μετάκλησις αὐτῶν νὰ εἶνε ὑποχρεωτικὴ ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Κ. Μελᾶς καὶ Ν. Συριόπουλος ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, διὰ ποῖον λόγον διὰ Β. Δ. συνεστήθη ταχυδρομικὴ ἐπιθεώρησις ἐν Ἀθήναις, ἐν ᾗ ἐτοποθετήθη ὁ μέχρι τοῦδε ἐν Πάτραις τηλεγραφικὸς ἐπιθεωρητὴς κ. Κυριαζίδης, καθ’ οὗ ὑπάρχουσι καὶ ἐκκρεμεῖς κατηγορίαι, εἰς τρόπον ὥστε ἡ περιφέρεια Πατρῶν ἔμεινεν ἄνευ τηλεγραφικοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τὸ δὲ Δημόσιον πληρώνει ἐπίδομα εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τὸ ¼ τοῦ μισθοῦ, διότι μένει ἐν Ἀθήναις, συγχρόνως δὲ ὁδοιπορικὰ καὶ δεύτερον ἐπιμίσθιον 10 δραχ. τὴν ἡμέραν ὅταν λείπῃ ἐξ Ἀθηνῶν.
§225Κ. ΜΕΛΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἐὰν εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐξηγήσῃ γεγονὸς ἀναμφισβήτητον ὅσον καὶ ἀνεξήγητον, τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ἐπιθεωρητὴς τῶν τηλεγραφείων τῶν Ἰωαννίνων ὁ κ. Κυριαζίδης μετετέθη εἰς Ἀθήνας ὡς ἐπιθεωρητὴς τῶν ταχυδρομείων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ διὰ τίνος νόμου ἐγένετο ὁ μετασχηματισμός, ἡ μεταβάπτισις τοῦ τηλεγραφικοῦ ὑπαλλήλου ἐκ ταχυδρομείου, καὶ διὰ ποῖον λόγον μετεφέρθη ἡ ἕδρα του ἐκ Πατρῶν εἰς Ἀθήνας, ἔνθα εἶνε γνωστὸν ὅτι διὰ πᾶσαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξετέλει ὁ ἐπιθεωρητὴς ἀπ’ ἐδῶ εἰς τὸν νομὸν Ἀχαϊοήλιδος, θὰ ἐλάμβανεν 10 δραχμὰς ἡμερησίαν ἀποζημίωσιν καὶ τὰ ὁδοιπορικά. Δηλαδὴ ἀντὶ νὰ μένῃ εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν ἀπῄτησεν ἡ Πολιτεία, ὁ κύριος οὗτος θὰ μένῃ ἐν Ἀθήναις λαμβάνων 10 δραχμὰς ἡμερησίως καὶ ὁδοιπορικά, ἵνα ὑπάγῃ νὰ κάμῃ ὑπηρεσίαν εἰς τὸ μέρος τοῦ διορισμοῦ του. Ἡ πρᾶξις αὕτη μᾶς ἐπαναφέρει εἰς ἐποχὴν τὴν ὁποίαν ἐπιστεύσαμεν ὅλοι ὡς τελείως καταργηθεῖσαν. Ἀνήκων εἰς τὴν χορείαν τῶν βουλευτῶν τῶν Νέων χωρῶν καὶ ὅπως οἱ βουλευταὶ οὗτοι ἦλθον ἐδῶ μὲ ἁγνὰ αἰσθήματα καὶ τάσεις γενικωτέρου ἐνδιαφέροντος διὰ τὸν τόπον, νομίζω ὅτι εἶνε καθῆκόν μου καὶ καθῆκον παντὸς βουλευτοῦ νὰ ἀποκαλύπτῃ τοιαύτας πράξεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται ἐπαναλαμβανόμεναι νὰ δώσωσιν τόπον εἰς ἐπανάστασιν, ὁποία ἔγινε κατὰ τὸ 1909. Προτίθεμαι νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἄλλας παρομοίας πράξεις, διότι ὀφείλω νὰ γνωρίσω εἰς αὐτὴν ὅτι ὁ κ. Κυριαζίδης ἔλαβε παροχὴν τοσοῦτον μεγίστην εἰς ἀντάλλαγμα ὀργίων, τὰ ὁποῖα διέπραξε πρὸ τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸν νομὸν Ἀχαϊοήλιδος. Ἐσυνηθίσαμεν μετὰ τὴν ἐπανάστασιν νὰ κυβερνώμεθα ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἶχε βλέψεις μεγαλυτέρας, διότι ἐπελήφθη ζητημάτων μεγάλων καὶ ὄχι ἀπὸ Κυβέρνησιν κατατριβομένην εἰς μικρὰ καὶ ποταπὰ ζητήματα, ἅτινα συνήθως ἀπασχολοῦσι τοὺς Ὑπουργούς. Καὶ νομίζω, ὅτι ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν βουλευτῶν τῶν Νέων Χωρῶν δύναμαι νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἐπιθυμία τοῦ Ἔθνους εἶνε, ἵνα διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ ἀκολουθήσῃ πᾶσα Κυβέρνησις εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν αὐτὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἔφερε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ μέγα σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται σήμερον. (Χειροκροτήματα). Προσθέτω δὲ ἀκόμη ὅτι ὑπῆρχε γενικὸς ἐπιθεωρητής, ἀλλ’ ἐκρίθη ἀναγκαία καὶ δευτέρα θέσις.
§226Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διὰ Β. Δ. ἀπὸ 24 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. συνεστήθη ἕδρα ταχυδρομικῆς ἐπιθεωρήσεως ἐν Ἀθήναις, δι’ ἑτέρου Διατάγματος ἐτοποθετήθη ὁ κ. Κυριαζίδης ἐν Ἀθήναις ὡς ἐπιθεωρητὴς τῶν ταχυδρομείων. Ἡ μεταφορὰ αὕτη ἔχει καὶ τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ὡς διατελῶν ἐν τῷ κέντρῳ, θὰ λαμβάνῃ, καὶ λαμβάνει ἤδη ἐπίδομα ἴσον πρὸς τὸ ¼ τοῦ μισθοῦ του, δυνάμει τοῦ τελευταίου νόμου τοῦ ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἤδη εἰς τὸν ἐπιθεωρητὴν τοῦτον ἔχουσιν ἀνατεθῆ τὰ καθήκοντα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἐκτελῶν δὲ περιοδείαν, ὡς ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἰωαννίνων, εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα λαμβάνει δραχμὰς 10 δι’ ἐπίδομα καὶ τὰ ὁδοιπορικά. Τὸ τοιοῦτον βλέπω καὶ ἐγὼ ὅτι δὲν εἶνε ὀρθὸν καὶ θέλω σπεύσει εἰς ἀνάκλησιν τοῦ Διατάγματος τούτου.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος εἶνε ἀπών. Ὁ κ. Θ. Γοῦσκος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἐὰν θὰ τηρήσῃ ἐν ἰσχύϊ τὸ ἀπὸ 5 Ἰουλίου 1915 ἄκυρον Β. Δ. «περὶ τροποποιήσεως εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου Εὐελπίδων», δυνάμει τοῦ ὁποίου ἡ διοίκησις τοῦ Σχολείου παρανόμως ἐγνωμάτευσε περὶ ἀποβολῆς 20 μαθητῶν.
§228Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ Διατάγματος τῆς 5 Ἰουλίου 1915 ἐκδοθέντος ὑπὸ τοῦ τέως κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων. Τὸ Διάταγμα τοῦτο εἶνε αὐτόχρημα παράνομον καὶ εἶνε ἀπορίας ἄξιον πῶς ὑπέβαλε τοῦτο πρὸς τὸν Βασιλέα πρὸς κύρωσιν, καθ’ ὅσον τὸ Διάταγμα αὐτὸ παραπέμπει εἰς ἄρθρον τοῦ ἐκτελεστικοῦ Διατάγματος μεταρρυθμίζοντος τὸ νομοθετικόν, δηλ. τὸ Διάταγμα εἶνε νομοθετικόν, διότι μετεβλήθη ὁ νόμος. Ὁ νόμος ρητῶς λέγει εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 20: (Ἀναγινώσκει). «Οἱ ἐπιτυγχάνοντες εἰς τὰς σπουδὰς τῆς 1ης τάξεως προβιβάζονται εἰς τὴν 2αν τάξιν». Ἐδῶ ἔχομεν εἴκοσι μαθητὰς τῆς σχολῆς τελευταῖον προαχθέντας ὡς ἐπιτυχόντας κατὰ τὰς ἐξετάσεις, ἐν τούτοις ἔρχεται τὸ Διάταγμα τῆς 5ης Ἰουλίου καὶ ὁρίζει ὅτι τὴν 20 Ἰουνίου θὰ σχηματισθῇ συμβούλιον, τὰ ὁποῖον θὰ κρίνῃ ἐὰν ἔχωσι τὰ προσόντα οἱ μαθηταὶ τῆς σχολῆς, ἵνα προαχθῶσιν εἰς ἀνωτέραν τάξιν. Δηλαδὴ ἀναδρομικῶς. Φρονεῖτε ἔγκυρον τὸ Διάταγμα;
§229Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ ἔχω ὑπὸ μελέτην.
§230Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Πρόκειται νὰ ἀδικηθῶσιν 20 νέοι, τῶν ὁποίων ἡ ἐπίδοσις εἶνε γνωστή. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ἄλλων οἱ ὁποῖοι ἀπεβλήθησαν κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ περὶ τῶν νέων, τῶν ὁποίων ζητεῖται ἡ ἀποπομπὴ ἐκ τῆς Σχολῆς, ἔχω τὰς ἀρίστας πληροφορίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ ἀπολυθῶσιν, ἐνῷ ἔρχονται ἐπιτυχόντες εἰς τὰ μαθήματα.
§231Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ Διάταγμα ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν τῆς Ὑπουργείας μου, ὡμιλήσατε δὲ περὶ ἀκυρότητος νομικῆς τοῦ Διατάγματος, ἤθελον παρακαλέσει ὑμᾶς νὰ ἐξηγήσητε σαφέστερον τὴν ἰδέαν σας, καθ’ ὅσον μάλιστα ἀρχίσαντες ἀπὸ νομικῆς ἀκυρότητος κατελήξατε εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ἐὰν οἱ μαθηταὶ εἶνε καλοὶ ἢ κακοί.
§232Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Τὸ Διάταγμα αὐτὸ τροποποιεῖ τὸ ἄρθρον 142 τοῦ ὀργανισμοῦ.
§233Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ὁ ὀργανισμὸς εἶνε Διάταγμα.
§234Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Ἐνῷ ὁ νόμος δὲν σᾶς χορηγεῖ τὸ δικαίωμο νὰ τροποποιήσετε τὸν νόμον.
§235Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι τὸ ἄρθρον 142 εἶνε διάταγμα, τὸ δὲ διάταγμα δύναται νὰ τροποποιηθῇ δι’ ἑτέρου διατάγματος.
§236Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Πολὺ καλά, ἀλλὰ..........
§237Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐὰν τοῦτο εἶνε πολὺ καλά, δὲν εἶνε παλὺ καλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγετε.
§238Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Τὸ Διάταγμα τὸ πρῶτον ἔχει νομοθετικὰς διατάξεις. Ὁ νόμος, ὁ περὶ εἰσαγωγῆς μαθητῶν εἰς τὴν Σχολήν, λέγει τὰ ἑξῆς..........
§239Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν ἔχομεν τὸ ζήτημα ἀλλαγῆς νόμου διὰ Διατάγματος. Ὁμιλεῖτε περὶ τοιαύτης ἀκυρότητος. Θέσατε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον.
§240Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Οἱ ἐπιτυγχάνοντες...
§241Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἐπιτυγχάνοντες;
§242Θ. ΓΟΥΣΚΟΣ. Ὅσοι ἔλαβον τὸν βαθμόν.
§243Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐπιτυγχάνοντες εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φέρουν τὰ προσόντα κατὰ τοὺς κειμένους νόμους καὶ ὁ κείμενος νόμος εἶναι ὅτι τὰ προσόντα κανονίζονται διὰ Β. διατάγματος. Ἡ ἔννοια τοῦ ἐπιτυγχάνοντος εἶναι ἐκείνη, ἣν ἀνέφερα, ὅτι ταύτην τὴν ἐπιτυχίαν θὰ καθορίσωσι τὰ κανονιστικὰ διατάγματα καὶ τὰ κανονιστικὰ διατάγματα ἤδη θὰ καθώριζον τὰ προσόντα, ὁ κατὰ τοιοῦτον δὲ τρόπον καθορισμὸς δὲν εἶνε παράνομος. Τὴν ἔννοιαν δὲ τῆς ἐπιτυχίας θὰ τὴν καθορίσουν τὰ κανονιστικὰ διατάγματα καὶ ὅταν τὰ κανονιστικὰ διατάγματα κανονίζουσιν τὴν ἔννοιαν τῆς ἐπιτυχίας, κανονίζουσι δὲ τὸν ὅρον τῆς ὑπάρξεως στρατιωτικῶν προσόντων, δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι εἶνε παράνομον, ὅταν πρόκειται περὶ ἐπιτυχίας ἐν τῇ στρατιωτικῇ σχολῇ. Δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑπερμαχήσω τῆς ὑπερβολικῆς αὐστηρότητος, αὐστηρότητος τὴν ὁποίαν ὁμολογῶ ὅτι ὑπῆρξε ὑπερβολική, ἀλλ’ ὅσον ὑπερβολικὴ καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ αὐστηρότης καὶ ὅσα νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ μέτρα—διότι καὶ ἐγὼ ἐσκόπουν νὰ λάβω τοιαῦτα μέτρα ἵνα μετὰ πλείονος ἐλαστικότητος ἀσκῆται ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία ἐν τῇ Στρατιωτικῇ Σχολῇ—ὅταν λέγω ὅτι εἶνε ἐνδεδειγμένον τοιοῦτον τι, ἐπίσης θεωρῶ ἐνδεδειγμένον ὅταν ἔρχεσθε νὰ κατηγορεῖτε ἐδῶ, νὰ εἶσθε ἐν γνώσει ἐκείνων τῶν ὁποίων κατηγορεῖτε (χειροκροτήματα).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Α. Σίδερης καὶ Α. Κουριὲλ ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης διατὶ μέχρι σήμερον οὐδὲν ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου 1914 ἐγκλήσεως τοῦ Α. Μπεναρόγια κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐν Θεσσαλονίκης ἐκδιδομένης ἐφημερίδος «Νέα Ἀλήθεια» ἐπὶ συκοφαντίᾳ, ἁρμοδίως πρὸ ἔτους ὑποβληθείσης τῷ ἁρμοδίῳ Εἰσαγγελεῖ, εἶνε δὲ γνωστὸν ὅτι ἐπὶ τῶν συκοφαντιῶν τῆς «Νέας Ἀληθείας» ἐστηρίχθη κυρίως ἡ εἰς Νάξον ἐξορία τοῦ ἐγκαλέσαντος.
§245Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ, διότι μόλις κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἔλαβον γνῶσιν τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἔχω ἀνάγκην πληροφοριῶν ἐκ Θεσσαλονίκης.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ν. Γερμανὸς συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπισπευθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ ἐκκένωσις τῶν τριῶν σχολείων τῆς Βερροίας ἐκ τοῦ κατέχοντος αὐτὰ στρατοῦ, ὅπως δυνηθῶσι νὰ λειτουργήσωσι τὰ σχολεῖα κανονικῶς εἰς τὸ ἑξῆς.
§247Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Δηλῶ ὅτι θέλω λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις.
§248ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς ἐργασίας.
§249Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἤθελον παρακαλέσει, ἐὰν δὲν ὑπῆρχε ἀντίρρησις, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ χθὲς ὑποβληθὲν νομοσχέδιον «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρ. 35 ὑπ’ ἀριθ. 357 νόμου τῆς 6 Δεκεμβρίου παρελθόντος ἔτους περὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων καὶ ὑπηρετῶν».
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναπληρωματικῶν πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1914 ἐκ δραχ. 4,450,845.71». Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§251Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἴχομεν ζητήσει πίνακας.
§252ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Τὸ λεπτομερὲς σημείωμα, τὸ ὁποῖον ἐζητήσατε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ καὶ νὰ προσαχθῇ σήμερον. Ἐν τούτοις ἐντὸς τῆς αὔριον πιστεύω νὰ τὸ ἔχητε, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. βουλευτήν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐρευνήσῃ λεπτομερῶς τὰ κονδύλια, ἂς μεταβῇ εἰς τὰ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου, ὅπου θὰ ἐκτεθοῦν εἰς τὴν διάθεσίν του πάντα.
§253Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὸ Γραφεῖον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτων πιστώσεων ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1914 ἐκ δρ. 411,139.64».
§255Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐλέχθη ὅτι ὑπάρχει ἐνταῦθα ἓν τυπογραφικὸν λάθος, ἀλλὰ δὲν διωρθώθη ἔτι. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διορθωθῇ ὡς καὶ νὰ κατατεθῇ πίναξ τῶν σχολικῶν κτιρίων.
§256ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Πρόκειται ἐδῶ περὶ ἔργων ὁδοποιΐας, ὄχι περὶ σχολικῶν κτιρίων.
§257Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Τοῦτο τοὐλάχιστον ἐλέχθη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς, τὸν ὁποῖον παρακαλῶ νὰ δώσῃ ἐξηγήσεις.
§258Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Πρόκειται περὶ τυπογραφικοῦ λάθους, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ἢ νὰ ἴδῃ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν· ἐκαλέσαμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὸν διευθυντὴν τοῦ Λογιστηρίου καὶ μᾶς ἐπληροφόρησεν ὅτι εἶναι λάθος τοῦ ἀντιγραφέως ἀντὶ νὰ θέσῃ τὴν αἰτιολογίαν τοῦ ἀριθ. 277 τὴν ἔθεσε εἰς τὸ 276 καὶ τἀνάπαλιν.
§259ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἀξίζει, νομίζω, τὸν κόπον νὰ κάμωμεν τόσην συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφαρμογῆς προσωρινῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὴν φορολογίαν τοῦ 1915 καὶ παρατάσεων προθεσμιῶν δηλώσεων ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ μεγάλων ζώων». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§261Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, δύο παρατηρήσεις ἔχω νὰ κάμω καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ προσέξῃ εἰς αὐτάς. Ἕν ἀπὸ τὰ μεγάλα ἐλαττώματα τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν εἶνε ὅτι, ἀντὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν ἀπολαμβάνοντα τὰ εἰσοδήματα ἐκ τῆς γῆς, βαρύνει τὸν κάτοχον τοῦ ζῴου. Ἀλλ’ ἤδη δὲν πρόκειται νὰ ἐπιζητήσωμεν ἕνεκα τοῦ λόγου τούτου τὴν ἀντικατάστασιν τοῦ φόρου δι’ ἄλλου, ἤθελον, ὅμως νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἑξῆς περιπτώσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀποφεύγουν τὸν φόρον ἀκριβῶς ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον αὐτοκαλλιεργοῦσι τὰ κτήματά των, ἀλλ’ ἴσως καὶ προοδευτικώτερον ἀπὸ τοὺς μικροὺς καλλιεργητάς. Εἰς ὅσα τσιφλίκια ἐνασκεῖται ἡ καθ’ αὐτὸ καλλιέργεια, τὸ λεγόμενον κουλοῦκι, ἕνεκα λόγων οἰκονομικῶν ἀντὶ νὰ καλλιεργῶσι ὁλόκληρον τὴν ἔκτασιν δι’ ἰδίων ζῴων, καλλιεργοῦσι μέρος τῆς ἐκτάσεως δι’ ἰδίων ζῴων, 15, 20, 25, τὴν ὑπόλοιπον δὲ καλλιεργοῦσι διὰ ξένων ζῴων, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζουσι δι’ ἕνα ἢ δύο μῆνας. Οὕτω εἰς τὸν Ἔφορον θὰ δηλώσωσι τὰ 15, 20, 25 ἰδικά των ζῷα, διὰ δὲ τὰ ἄλλα δὲν θὰ πληρώσουν αὐτοί, διότι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσουν διὰ τὰ ξένα ζῷα. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ἄδικον εἶναι νὰ μὴ πληρώνουν αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουσιν, ἀλλὰ τὸ δημόσιον θὰ εἰσπράττῃ πάντοτε· ἀλλ’ οὔτε τὸ δημόσιον εἰσπράττει, διότι δὲν ἐνοικιάζουσι βόας ἀροτῆρας, ἀλλ’ ἐνοικιάζουσι ζῷα ἀγωγέων, τὰ ὁποῖα τὸ καλοκαῖρι χρησιμοποιοῦνται νὰ μεταφέρωσι τὰ ἐμπορεύματα, κατὰ δὲ τὸν χειμῶνα ἐκμισθοῦνται διὰ τὴν καλλιέργειαν. Τὰ ζῷα δὲ αὐτὰ εἶναι δηλωμένα ὡς ζῷα κάρρων καὶ πληρώνουν 10–15 δραχμὰς κατὰ ζεῦγος, ἐνῷ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων εἶναι 70 δραχμαὶ κατὰ ζεῦγος. Λοιπὸν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι καρποῦνται εἰσοδήματα μεγάλα ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν 30 ζευγαριῶν, καταντᾷ νὰ πληρώνωσι φόρον 10 μόνον ζευγαριῶν, διὰ τὰ λοιπὰ δὲ νὰ ἀποφεύγωσι τὸν φόρον. Ἐὰν ἐρωτήσητε, κ. Ὑπουργέ, τηλεγραφικῶς τὰς Ἐφορείας θὰ ἠδύνασθε νὰ πεισθῆτε περὶ τοῦ πράγματος καὶ τότε εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν νὰ καθορισθῇ ὅτι οἱ κάτοχοι μεγάλων ἐκτάσεων, οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται εἰς τὴν αὐτοκαλλιέργειαν θὰ ἐπιβαρύνωνται μὲ ὁλόκληρον τὸν φόρον τῶν ζῴων, διὰ τῶν ὁποίων ἐξασκοῦσι τὴν καλλιέργειαν. Δευτέρα παρατήρησις εἶναι ἡ ἑξῆς: Τὸ ἄρθρον 6 λέγει ὅτι ἐὰν δὲν δηλώσωσι τὰ μεγάλα ζῷα οἱ κάτοχοι ἐπιτρέπεται νὰ γίνωσι κατ’ αὐτῶν καταγγελίαι, οἱ δὲ καταγγέλλοντες λαμβάνουσιν ὡς δέλεαρ, ὡς ἀμοιβὴν ποσὸν ἴσον πρὸς τὸν ἁπλοῦν φόρον. Κύριοι βουλευταὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο πολέμων, ἐπειδὴ οἱ κάτοχοι τῶν ζῴων αὐτῶν ἦσαν ἐπίστρατοι, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ἐδήλωσαν. Αὐτὸ ἤρκεσεν εἰς τοὺς ἀστυνομικοὺς σταθμάρχας νὰ προβῶσιν εἰς ἀθρόας καταγγελίας ἀπαξαπάντων τῶν κατοίκων ἑκάστου χωρίου. Παρέστην εἰς τὴν ἐκδίκασιν τοιούτων καταγγελιῶν, 200, 300, 400, εἶδον δὲ καὶ γέροντα ὀγδοηκοντούτην νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὴν ἀστυνομίαν ἵνα δείξῃ ὅτι ἐπλήρωσε. Ἠθωοῦντο βεβαίως οὗτοι ἐν τέλει, ἀλλὰ τί σημαίνει τοῦτο; οἱ ἄνθρωποι χάριν τῆς μεταβάσεώς των εἰς τὸ Δικαστήριον ἔχασαν τὸ ἡμερομίσθιόν των, ἐταλαιπωρήθησαν κατὰ τὴν πορείαν καὶ ἐπλήρωσαν διὰ δικηγόρον. Τοῦτο γίνεται διότι οἱ καταγγέλλοντες ἔχουσι πάντοτε τὸ κέρδος.
§262Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ Δικαστήριον δὲν καταδικάζει τοὺς καταγγέλλοντας εἰς τὰ ἔξοδα;
§263Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Οὐδέποτε κατεδικάσθησαν οὗτοι εἰς τα ἔξοδα. Κύριε Ὑπουργέ. Τὸν καλεῖ ὁ πταισματοδίκης τὸν σταθμάρχην, ὁ ὁποῖος ὁρκίζεται ὅτι «καθ’ ἃς πληροφορίας ἔχω, εἶχε ζῷον», ἔρχονται οἱ μάρτυρες καὶ λέγουσι «δὲν εἶχε». Νὰ καταργηθῇ λοιπὸν ἡ ἀμοιβή, διότι πρέπει νὰ μάθωσιν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα νὰ ἀσκῶσι τὸ καθῆκόν των ἄνευ προσθέτων ἀμοιβῶν, διότι θὰ δώσωμεν χώραν εἰς νέας καταγγελίας ἀθρόας, αἱ ὁποῖαι κάθε ἄλλο συντελοῦν παρὰ εἰς τὸ νὰ ἀντιλαμβάνεται ὁ πολίτης ὅτι ἐκτελεῖται τὸ καθῆκον ἀπὸ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς πολιτείας.
§264Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀναφέρονται εἰς ἐλλείψεις ἢ πλημμελείας τοῦ νόμου, τὰς ὁποίας διαβλέπω, ἀλλ’ ἡμεῖς σήμερον δὲν θέτομεν νόμον περὶ φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, μήτε τροποποιοῦμεν τὸν κείμενον νόμον. Τὸ νομοσχέδιον παρατείνει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ὁ νόμος ἐκεῖνος εἶνε κατηργημένος ὥστε ἀντὶ νὰ συζητῶμεν καὶ νὰ μεριμνῶμεν περὶ βελτιώσεως ἔχομεν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται αὐτὸς ὁ νόμος καὶ ὁ ὁποῖος δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ διὰ τοὺς γνωστοὺς λόγους.
§265Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἡ παράτασις τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν ἀποκλείει ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ τὸν συμπληρώσῃ ἐφ’ ὅσον θὰ διαρκῇ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ.
§266Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ὑπέβαλον τροπολογίαν, κύριοι βουλευταί, ἡ ὁποία εἰσέτι δὲν ἐξετυπώθη. Θὰ ἀνέβαλον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς τροπολογίας αὐτῆς κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ σᾶς ἀναφέρω τί ἡ τροπολογία αὕτη περιλαμβάνει, διότι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔλαβον πικρὰν πεῖραν τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία χωρὶς νὰ πταίῃ πολλάκις ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός, ἐσφαλμένως χορηγεῖ εἰς αὐτὸν πληροφορίας καὶ πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ περιπέσῃ εἰς ὃ περιέπεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ μὴ δώσῃ ἐσφαλμένας πληροφορίας, ἔλαβε γνῶσιν τοῦ ἑνὸς ἐκ τῶν ἓξ ἐγγράφων, διὰ τὸν λόγον τοῦτον ἐπειδὴ πιθανὸν καὶ αὔριον νὰ μὴ διανεμηθῇ ἡ τροπολογία.......................
§267ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὴ διανεμηθῇ.
§268Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Δὲν γνωρίζω. Ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ὅπως ἔγινε καὶ τὸ ἄλλο, νὰ μὴ δώσῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας ἡ ὑπηρεσία εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἠναγκάσθην νὰ τοῦ δώσω ἐγώ.
§269ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῆς Βουλῆς.
§270Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀφίσατε τοὺς πλαγίους λόγους καὶ ἔλθετε εἰς τοὺς εὐθεῖς.
§271Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Ἀναγκάζομαι λοιπὸν δι’ ὀλίγων λέξεων νὰ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν, ἐπιφυλασσόμενος νὰ ὁμιλήσω εὐρύτερον κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἐπειδὴ δι’ ἓν ἔτος πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, ὑποβάλλω τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ δικαίως ἄλλως τε ζητῶ νὰ ἐξαιρεθῶσι τῆς φορολογίας τὰ φορτηγὰ ζῷα τῶν Λευκαδίων χωρικῶν, οἱ ὁποῖοι μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ἀντίπεραν στερεὰν καὶ καλλιεργοῦσι γαίας ἐκμισθουμένας ὑπ’ αὐτῶν καὶ τὰ ὁποῖα τὰ μεταχειρίζονται διὰ νὰ ἀροτριῶσι μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἀποφύγωσι τοὺς πολλοὺς κόπους εἰς τοὺς ὁποίους ὑποβάλλονται, μὴ μεταχειριζόμενοι τὰ ζῷα αὐτὰ εἰς ἀροτρίωσιν ξένων γαιῶν. Ὅταν ὑποβληθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ φορολογία, τότε τὸ μὲν δημόσιον δὲν ἔχει νὰ κερδίσῃ τίποτε, ἔχουσιν ὅμως οἱ χωρικοὶ νὰ ἄρωσιν ὅλα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἐπιμερίζονται μὲ τὰ κτήνη.
§272ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὰ ὁποῖα εἶνε καὶ ἀροτριῶντα.
§273Α. ΣΚΙΑΔΑΡΕΣΗΣ. Εἶνε ἀροτριῶντα μόνον ἐντὸς τῶν γαιῶν των καὶ ἐφόσον οἱ χωρικοὶ τὰ μεταχειρίζονται. Δὲν εἶνε ὅμως ἀροτριῶντα, εἶνε φορτηγά, ἔχουσιν ἵππους καὶ ἡμιόνους τοὺς ὁποίους παίρνουσι μαζί των, διότι φεύγουσι σὺν γυναιξὶ καὶ τέκνοις καὶ μεταβαίνουσι τρεῖς καὶ τέσσαρες μῆνες καὶ ἐγκαθίστανται μέσα εἰς αὐτὰ τὰ χωράφια, ὅπου εὑρίσκονται καὶ τὰ παιδιά των καὶ τὰ κατοικίδια ζῷα, ἐκεῖ πέρνουσι καὶ τοὺς ἡμιόνους. Αὐτὴ εἶνε ἡ μόνη ἀλήθεια. Τί θὰ κάμετε ἂν φορολογήσητε τὰ ζῷα αὐτά; Θὰ τοὺς ἀναγκάσητε νὰ τὰ ἔχουν δεμένα εἰς τὴν ἄκρην τοῦ χωραφιοῦ καὶ νὰ τὰ τρέφουν, ἐνῷ ἂν τὰ ἀφίσητε ἀφορολόγητα θὰ τοὺς βοηθοῦν.
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἅρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκεται).
§275Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Διὰ τοῦ συζητουμένου ἄρθρου κανονίζεται ὁ τρόπος τῆς παρατάσεως τῆς προθεσμίας τῆς δηλώσεως τῶν μὴ ἐμπροθέσμως δηλωθέντων ἀροτριώντων κτηνῶν. Διὰ τὸ ἔτος 1912 καὶ 1913 δὲν ὑπάρχει πλέον περίπτωσις ὑπαγωγῆς ἀροτριώντων ἀδηλώτων εἰς τὸ ἄρθρον 2, διότι δι’ ὅλα τὰ μὴ δηλωθέντα ζῶα ἐγένοντο μηνύσεις, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἀφοῦ οὐδεὶς ὑπάρχει, ὁ ὁποῖος παρέλειψε τὴν δήλωσιν καὶ ὁ ὁποῖος δὲν κατηγγέλθη. Διότι δὲ τὰ ἄρθρα 2–6 ἐν συνόλῳ ἀφορῶσι τὸν τρόπον τῆς παρατάσεως τῆς ἐμπροθέσμου δηλώσεως, θὰ ἀσχοληθῶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4, διὰ τοῦ ὁποίου λαμμβάνεται πρόνοια διὰ τὰ ζῶα ἐκεῖνα, τῶν ὁποίων παρελείφθη ἡ δήλωσις καὶ δι’ ἃ ἐγένοντο καταγγελίαι καὶ εἰσήχθησαν εἰς δίκην, ἐπιτρέπεται δὲ ἡ ἐμπρόθεσμος δήλωσις μετὰ τὴν καταγγελίαν κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 2. Καὶ πρῶτον διότι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 4 δὲν εἶναι σαφὴς τὴν ἔκφρασιν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διασαφήσῃ ταύτην· οὕτως ἡ φράσις «μὴ δηλώσαντος» παρακαλῶ νὰ διατυπωθῇ σαφέστερον «ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον δηλώσει», διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἕτερον σημεῖον ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, εἶναι τοῦτο. Ὅταν ἔληξεν ἡ προθεσμία τοῦ νόμου 337, δι’ οὗ εἶχε παραταθῆ ἡ προθεσμία τῆς δηλώσεως τῶν μὴ δηλωθέντων ἀροτριώντων κτηνῶν τῶν ἐτῶν 1912 καὶ 1913 καὶ ἐπηκολούθησαν πλεῖσται μηνύσεις, ἐπικειμένης τῆς ἐκδικάσεως αὐτῶν, ἡ Κυβέρνησις ἡ παραιτηθεῖσα καὶ ἡ παροῦσα, ἔσπευσε δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς πρὸς τοὺς διαφόρους δημοσίους κατηγόρους καὶ εἰσαγγελεῖς νὰ παραγγείλῃ νὰ μὴ σπεύσωσιν εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν μηνύσεων τούτων ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, διότι θὰ ἐλαμβάνετο νομοθετικὴ πρόνοια νέας παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν, ἕνεκα τῶν δυσχερῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ κάτοχοι ἀροτριώντων κτηνῶν. Ἀλλὰ τὴν διαταγὴν ταύτην ἄλλοι τῶν εἰσαγγελέων διεβίβασαν εἰς τοὺς δημοσίους κατηγόρους καὶ οὗτοι ἀπέσυραν τὰς μηνύσεις, ἄλλοι ἢ δὲν ἠθέλησαν νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν διαταγὴν ταύτην ἢ δὲν προέλαβον καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἡ ἀνισότης τῆς ὑπάρξεως φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καταδικασθῆ εἰς τὴν πληρωμὴν τοῦ διπλασίου φόρου, ἥτις ποινὴ εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς παραλείψεως τῆς δηλώσεως, πολλοὶ δὲ τῶν φορολογουμένων ἐπλήρωσαν τὸν διπλάσιον φόρον, ἐνῷ ἄλλοι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀπαλλάσσονται. Πρὸς ἄρσιν τῆς ἀνισότητας ταύτης δέον νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ καταβληθέντος διπλασίου φόρου, ἂν τοῦτο δὲ δὲν εἶναι δυνατόν, διότι μερὶς αὐτοῦ ἐδόθη εἰς τοὺς μηνυτάς, νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως οἱ καταδικασθέντες καὶ οἱ μὴ μέχρι τοῦδε πληρώσαντες τὸν διπλάσιον φόρον, εἰς τὸν ὁποῖον κατεδικάσθησαν, νὰ ἔχωσιν τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσωσι τὸν ἁπλοῦν φόρον μέχρις 25 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔτους. Καὶ ἐπὶ τρίτου σημείου τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 337, ὁ ὁποῖος παρέτεινε τὴν ἰσχὺν τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν διὰ τὸ ἔτος 1913, διάταξιν ὄντως εὐεργετικήν, ἡ ὁποία ἐσκόπει ν’ ἀπαλλάξῃ τῆς πληρωμῆς τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων τοὺς ἐπιστρατευθέντας ἢ τοὺς οἰκείους αὐτῶν. Ἐὰν ὁ νομοθέτης τοῦ 1914 ἐσκόπει νὰ ἀπαλλάξῃ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἡμίσεως φόρου ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐστρατεύθησαν ἢ καὶ τὰς οἰκογενείας αὐτῶν, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀπαλλάξῃ αὐτοὺς καὶ τοῦ ὑπολοίπου ἢ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ καταβληθέντος ὑπ’ αὐτῶν. Συνάμα δὲ θὰ παρακαλέσω ἐπὶ πλέον καὶ τοῦτο. Πολλοὶ στρατευθέντες ἢ αἱ οἰκογένειαι αὐτῶν ἀγνοοῦντες τὴν εὐεργετικὴν ταύτην διάταξιν ἔσπευσαν καὶ ἐπλήρωσαν ὁλόκληρον τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων, τὸν ὁποῖον ὤφειλον. Ὑπεβλήθησαν αἰτήσεις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν περὶ ἐπιστροφῆς τοῦ φόρου τούτου, διότι αὐτοὶ διὰ τοῦ ἄρθρ. 4 τοῦ νόμου 337 ἀπηλλάσσοντο τῆς πληρωμῆς, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν εὑρέθη πρὸ δυσχερείας τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ φόρου, διότι ἡ διάταξις τοῦ νόμου λέγει ὅτι «ἀπαλλάσσονται», ὄχι δὲ καὶ «ἐπιστρέφονται» ὁ φόρος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καὶ παρὰ τὴν ἀπαλλαγήν των ταύτην ἐπλήρωσαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως εἰς τούτους διαταχθῇ ἡ ἐπιστροφὴ τοῦ ἡμίσεως φόρου, τοῦ καταβληθέντος ὑπ’ αὐτῶν, διότι τοῦτο εἶναι δικαιότατον, καὶ διότι ἐξ ἀγνοίας τοῦ νόμου ἐπλήρωσαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ὤφειλον νὰ πληρώσωσιν. Ἐάν, δυνάμει τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 4 τοῦ νόμου 337, δὲν δύναται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τοῦ καταβληθέντος φόρου, διότι ἡ διάταξις ἐκείνη δὲν ὁμιλεῖ καθ’ ὁλοκληρίαν περὶ ἐπιστροφῆς τῶν παρὰ τὸν νόμον πληρωθέντων, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, νομίζω, ὅτι δύναται ἐν προκειμένῳ, ἐφ’ ὅσον νομοθετοῦμεν εὐεργετικὰς διατάξεις ἕνεκα τῶν δυσχερῶν περιστάσεων, τὰς ὁποίας διερχόμεθα, ἀφοῦ νομοθετοῦνται παρατάσεις προθεσμιῶν καὶ ἄλλαι διατάξεις εὐεργετικαί, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ διάταξις, διὰ τῆς ὁποίας νὰ χορηγῆται τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιστροφῆς τοῦ καταβληθέντος φόρου ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ νόμου ἐκ μέρους τῶν ἐπιστρατευθέντων, οὕς ἀνέφερα. Τοῦτο εἶναι δικαιότατον καὶ ἐλπίζω νὰ γείνῃ δεκτόν. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχα νὰ ὑποβάλω ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου.
§276ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, τὸ νομοσχέδιον θὰ παρουσιασθῇ τροποποιημένον, ἀκούω δὲ ἀπόψε τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλουσιν οἱ κ. συνάδελφοι καὶ θὰ τὰς λάβω ὑπ’ ὄψιν.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 3–6 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταβολῆς καθυστερουμένων ἐσόδων τῶν χρήσεων 1912, 1913 καὶ 1914 ἄνευ προσθέτων τελῶν καὶ τόκων ὑπερημερίας μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου 1915». Ἄρθρον μόνον. (Ἀναγινώσκεται).
§278Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν εἰς τοὺς ἤδη καταβαλόντας τὰ πρόσθετα τέλη θὰ ἐπιστραφῶσιν.
§279ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν τὰ κατέβαλε κανείς.
§280Ν. ΠΑΡΙΤΣΗΣ. Κατεβλήθησαν πολλά.
§281ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τότε θὰ εἶνε ἀνάλογος ἡ πρόνοια, μὲ τὴν ληφθησομένην καὶ διὰ τοὺς καταβαλόντας τὸν φόρον τῶν ἀροτριώντων.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ διδακτικῶν βιβλίων νόμων ͵ΓΣΗʹ καὶ 336». (Ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2).
§283Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Καθίσταται ἀναγκαῖον νὰ προσθέσωμεν καὶ ἄρθρον 3, διὰ τοῦ ὁποίου δύναται τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μειώσῃ τὸ βιβλιόσημον κατὰ 20%. Τὰ διδακτικὰ βιβλία δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐκτυπωθῶσιν αὐξηθείσης τῆς τιμῆς τοῦ χάρτου κατὰ 40%· ἑπομένως οἱ ἐκδόται ὅλοι ἐσταμάτησαν· θὰ ἀρχίσῃ τὸ σχολικὸν ἔτος καὶ βιβλία δὲν θὰ ὑπάρχουν. Εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ ἂν πρέπει νὰ μειώσῃ τὸ βιβλιόσημον εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου ἢ νὰ αὐξήσῃ τὰς τιμὰς τῶν βιβλίων, ἔκρινε δὲ ὅτι ἡ τιμὴ τῶν βιβλίων εἶναι ὑπέρογκος καὶ κατ’ ἀνάγκην πρέπει νὰ ὑποστῇ τὴν ζημίαν τὸ Δημόσιον. Προστίθεται λοιπὸν μία διάταξις, κατὰ τὴν ὁποίαν διὰ πράξεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δύναται νὰ μειωθῇ τὸ βιβλιόσημον μέχρις 20%. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἐκπαιδευομένων ἐν τῇ Ἰατρικῇ Σχολῇ τῆς Λυῶνος φοιτητῶν τῆς Ἰατρικῆς». (Ἀναγινώσκονται καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–3). Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται).
§285Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια ἐπὶ τριῶν κατηγοριῶν, τοὐτέστι μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὰς σπουδάς των, μαθητῶν οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 2 ἔτη συνεπλήρωσαν τὰς σπουδάς των, καὶ μὴ μαθητῶν ἀκόμη καὶ ἐπιτυχόντων εἰς τὸν διαγωνισμὸν τοῦ 1913. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἐγένετο παράλειψις, διότι ἔγινε καὶ ὅμοιος διαγωνισμὸς κατὰ τὸ 1914, οἱ δὲ ἐπιτυχόντες κατὰ τὸν διαγωνισμὸν ἐκεῖνον εὑρίσκοντο εἰς τὴν κατηγορίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται καὶ οἱ τοῦ 1913. Εἶναι 10. Καὶ ἐκεῖνοι ὑπέστησαν τὰς αὐτὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν καὶ οἱ τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ 1913, τοὐλάχιστον ὅ,τι ἀναφέρει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις διὰ τοὺς τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ 1913, τὸ ἔχουν ὑποστῆ καὶ οἱ τοῦ διαγωνισμοῦ τοῦ 1914. Δὲν ἀνενέωσαν τὰς ἐγγραφάς των εἰς τὸ Πανεπιστήμιον καὶ πᾶσαν συνέπειαν. Νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ παραλείψεως.
§286Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ φέρητε τὴν τροπολογίαν νὰ τὴν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§287Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τροπολογίας, πρόκειται περὶ παραλείψεως.
§288Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Μάλιστα εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§289ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5–6 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου πρὸς προβιβασμὸν τῶν μονιμοποιηθέντων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§290Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου παρακαλῶ νὰ γίνῃ προσθήκη, ἡ ὁποία εἶναι αὕτη: (Ἀναγινώσκει) «Ἐπιτρέπεται νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν μετὰ ἑξάμηνον ἀπὸ τῆς κατατάξεώς των ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν, τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΧϞΕʹ τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1861 «περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν», ἐφ’ ὅσον οἱ ἀρχαιότεροι αὐτῶν ἐν τῇ καθ’ ὅπλον ἢ σώματι σειρᾷ ἀρχαιότητος, ὡς καὶ ἐν τῇ γενικῇ ἀρχαιότητι, οἱ τυγχάνοντες ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς κεκυρωμένους πίνακας προβιβασμοῦ, ὡς προακτέοι, προάγονται». Δηλ. δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προαχθῶσι ἂν ἔχωσι ἄλλους ἀρχαιοτέρους.
§291Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Διὰ τοῦ 1ου ἄρθρου λαμβάνεται πρόνοια εἰδικὴ περὶ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ἐφέδρων ἀνθυπολοχαγῶν. Ἐλήφθη πρόνοια προκειμένου νὰ προβιβασθοῦν οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ μετὰ ἑξάμηνον ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν. Ἤθελον παρακαλέσει ὅμως ὑμᾶς νὰ διευκρινίσητε, ἂν λαμβάνηται μέριμνα καὶ διὰ τοὺς μονιμοποιηθέντας κατόπιν διαγωνισμοῦ, 38 ἀνθυπιάτρους, οἵτινες διὰ προγενεστέρου νόμου ἐτάχθησαν εἰς τὸ δεξιὸν τῶν μονιμοποιηθέντων. Ἐπεθύμουν νὰ διευκρινήσητε τὸ ζήτημα ἐν αὐτῇ τῇ Βουλῇ, διότι καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ μοὶ δώσωσι τὰς πληροφορίας αὐτάς.
§292Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἔφεδροι μονιμοποιηθέντες κατόπιν διαγωνισμοῦ περιλαμβάνονται ὅλοι ἐνταῦθα, διότι πάντες αὐτοὶ οἱ ἔφεδροι ἐμονιμοποιήθησαν, ἀφ’ οὗ ἐπροτάθησαν ἀπὸ τὰ συμβούλια καὶ ἔδωσαν ἐξετάσεις. Ἄρα αὐτοὶ εἶναι.
§293Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Διότι δὲν ἔχουσι συμπληρώσει ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν.
§294Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Μάλιστα.
§295Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγένετο νόμος 291 «περὶ κανονισμοῦ ἀρχαιότητος τῶν μονιμοποιηθησομένων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν» εἶχον λάβει καὶ τότε τὸν λόγον, ἀποκρούσας τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερε τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἀρχικῶς διετυπώθη. Ὡς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, προκειμένου νὰ κανονίσῃ τὴν σειρὰν ἀρχαιότητος τῶν μονιμοποιηθέντων πλέον διὰ τοῦ νόμου 143 ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἔλεγεν ἐν ἄρθρῳ 3: (Ἀναγινώσκει) «Ἡ σειρὰ τῆς ἀρχαιότητος τῶν μονιμοποιηθέντων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν κανονίζεται ἀναλόγως τοῦ συνόλου τῆς ἐν τῷ στρατεύματι ὑπηρεσίας αὐτῶν». Ὡς εἶχε τὸ νομοσχέδιον δὲν κατεπατεῖτο οὐδεμία ἀρχαιότης, ἀλλὰ ἐλαμβάνετο ἐν τῷ συνόλῳ ἡ ἐν τῷ στρατῷ ὑπηρεσία ὅλων τῶν ἀξιωματικῶν. Μετὰ ταῦτα κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν τροπολογία, ἡ ὁποία περιελήφθη ἐν τῷ αὐτῷ νόμῳ 291. Ἔλεγε δὲ τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὑποβάλλων τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ταχθῶσιν εἰς τὸ ἀριστερὸν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι, ὅταν ἐκηρύχθη ἡ ἐπιστράτευσις τοῦ 1912, ἦσαν ὑποξιωματικοὶ καὶ ὑπηρέτησαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ἐφέδρων ἀνθυπολοχαγῶν, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἐμονιμοποιήθησαν ὡς ἀνθυπολοχαγοί. Καὶ ἐφ’ ὅσον οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα, βεβαίως οὐδεὶς θὰ εἶνε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶχε ἀντίρρησιν, ἵνα οἱ ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοί, μονιμοποιηθέντες, τεθοῦν εἰς τὸ δεξιὸν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτουν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1912 ὡς ὑπαξιωματικοί. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ πίνακος τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ἀξιωματικῶν μονιμοποιηθέντες ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ὑπολοχαγοί, ὑπηρετήσαντες ὡς τοιοῦτοι κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1912 καὶ 1913, ἦσαν ἐλάχιστοι, διότι οἱ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ οἱ κατ’ αὐτὴν ὑπηρετήσαντες ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοί, δὲν εἶχον τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον ἔτασσεν ὁ νόμος 143, ὁ ὁποῖος ὥριζε τὰ προσόντα τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Τί δὲ συνέβη; οἱ πλεῖστοι ἐκ τῶν μονιμοποιηθέντων ἦσαν δεκανεῖς καὶ λοχίαι, οἱ ὁποῖοι ὄντως ἠνδραγάθησαν κατὰ τὸν πόλεμον, καὶ οἱ ὁποῖοι, διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἔγιναν ἀνθυπασπισταί, τινὲς καὶ ἀνθυπολοχαγοί, καὶ οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ συμβουλίου ἐκρίθησαν ἄξιοι μονιμοποιήσεως.
§296Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οὗτοι εἶναι ἐλάχιστοι.
§297Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι πολλοί. Τί δὲ συνέβη οὕτω; Συνέβη τὸ ἀντίθετον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐφοβεῖτο ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Λοχίαι καὶ ἐπιλοχίαι τοῦ στρατεύματος, ὑπηρετήσαντες ἐπὶ δεκαετίαν καὶ δεκαπενταετίαν εἰς τὸν στρατόν, οἱ ὁποῖοι γυμνάσαντες τὸν στρατὸν τὸν παρεσκεύασαν διὰ τὸν πόλεμον, οἱ ὁποῖοι, ἐνῷ εἶχον ὅλα τὰ στοιχεῖα τῆς μορφώσεως, δὲν ἠδύναντο νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ σχολεῖον τῶν ὑπαξιωματικῶν, λόγῳ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας, τὸ ὁποῖον ἐτάχθη τότε, καὶ λόγῳ τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος εἰσήγετο εἰς τὰς Στρατιωτικὰς σχολάς, ἠκολούθησαν τὴν ὁδὸν τῆς προαγωγῆς, δυνάμει τοῦ νόμου, τοῦ εὐεργετικοῦ. Ἡ ὁδὸς δὲ αὕτη εἶναι ἡ δι’ ἐξετάσεων ἀναγραφὴ ἐν πίνακι πρὸς κατάληψιν τοῦ βαθμοῦ τοῦ εὐεργετικοῦ ἀξιωματικοῦ. Ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως τοῦ 1912 εἶχε διενεργηθῆ τοιοῦτος διαγωνισμός, καὶ εἶχον ἐπιτύχη περὶ τὰς 130–150 λοχίαι ὑπαξιωματικοὶ καὶ ἀνεγράφησαν εἰς τὸν πίνακα τῆς προαγωγῆς διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἐπῆλθεν ἡ ἐπιστράτευσις τοῦ 1912. Τινὲς ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον ὑπέστησαν τὸν διαγωνισμόν, εἶχον καταλάβει τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἄλλοι δὲ ἠκολούθησαν τὸν πόλεμον μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου καὶ ἐπιλοχίου. Ἡ ἐπιστράτευσις καὶ ὁ πόλεμος ἐπεβράδυναν ἐπὶ μῆνας ὁλοκλήρους τὴν προαγωγήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐδικαιοῦντο εὐθὺς ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1912, καὶ ἐξηκολούθησαν οὕτως ὑπηρετοῦντες εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου ἢ ἐπιλοχίου. Ἐγένοντο δὲ ἀνθυπασπισταὶ διαρκούσης τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτῆς μετὰ 2 ἢ 3 μῆνας. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαξιωματικῶν τούτων θὰ εἶναι ὑπὲρ τοὺς 100, αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστρατεύσεως ἦσαν ὑπαξιωματικοὶ καὶ δύο ἢ τρεῖς μῆνας μετὰ τὴν ἐπιστράτευσιν ἐγένοντο ἀνθυπασπισταί, οἱ ὁποῖοι διῴκησαν κατὰ τοὺς δύο νικηφόρους πολέμους διμοιρίας καὶ λόχους, οἱ ὁποῖοι καὶ ἐν πολέμῳ ἐπετέλεσαν τὸ καθῆκόν των καὶ ἐν εἰρήνῃ ἐκγυμνάσαντες τοὺς στρατιώτας, τοὺς ὁποίους ὡδήγησαν εἰς τὴν νίκην. Ἐνῷ οἱ ὑπαξιωματικοὶ ἐδικαιοῦντο περισσότερα παντὸς ἄλλου ἢ ἴσου ἐπὶ τέλους πρὸς τοὺς ἐφέδρους ὑπαξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐμονιμοποιήθησαν λόγῳ τῶν ἀνδραγαθιῶν, τὰς ὁποίας ἔκαμον κατὰ τὸν πόλεμον. Οἱ ὑπαξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο ἐξ ἴσου νὰ τύχωσι τῆς ἀντιλήψεως τῆς πολιτείας, ἵνα μὴ ἀδικηθῶσι, ἐν τούτοις οὗτοι διὰ τῆς τροπολογίας ταύτης τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, περιληφθείσης εἰς τὸν νόμον 291, παρηγκωνίσθησαν, διότι ὅλοι οἱ ἔφεδροι μονιμοποιηθέντες ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ὑπὸ τὰς διαταγὰς αὐτῶν ὡς δεκανεῖς καὶ λοχίαι, τίθενται εἰς τὸ δεξιὸν αὐτῶν, καὶ μετὰ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν γίνονται ἀνθυπολοχαγοί. Αὐτοὶ δὲ οἱ ὁποῖοι ἐπὶ 10ετίαν καὶ 15ετίαν ὁλόκληρον ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατὸν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ λοχίου, αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀνθυπασπισταὶ εἰς τὸν πόλεμον, αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὸν πόλεμον ἢ ὀλίγον χρόνον μετὰ ἐγένοντο ἀνθυπολοχαγοί, ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι ἀνθυπολοχαγοί, καὶ οἱ ἔφεδροι ἀνθυπολοχαγοὶ λαμβάνουν τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἔλαβον ἄλλον βαθμὸν διαρκούντων τῶν δύο πολέμων. Καὶ τώρα ἐρωτᾶται· δὲν εἶναι δίκαιον οἱ ἀνθυπολοχαγοὶ αὐτοὶ τοῦ στρατεύματος νὰ μᾶς εἴπωσι ποίαν ἀμοιβὴν ἐλάβομεν παρὰ τῆς πολιτείας, διότι καὶ ἡμεῖς ἐξ ἴσου ἠνδραγαθήσαμεν κατὰ τοὺς δύο νικηφόρους πολέμους, καὶ ἡμεῖς ἐλάβομεν τραύματα, καὶ ἡμεῖς ὡδηγήσαμεν τὸν Ἑλληνικὸν στρατὸν εἰς τὴν νίκην καὶ τὴν δόξαν. Καὶ ταῦτα λέγοντες δὲν διατυποῦν παρὰ δίκαιον παράπονον καὶ τὸ ζητοῦν, χωρὶς βεβαίως νὰ νομίζουν ὅτι δὲν δικαιοῦνται οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ νὰ προαχθῶσι μετὰ ἑξάμηνον, διότι καὶ εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη, προαγομένους εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν διὰ τὴν ἄμεσον προαγωγήν των λέγοντες πρὸς ἡμᾶς: Ποία εἶναι ἡ ἀμοιβὴ ἐκείνη, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει ἡ πολιτεία, καὶ ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς πάντας; Ἡμεῖς δὲν ὑπηρετοῦμεν ὡς ἀνθυπασπισταὶ κατὰ τοὺς δύο πολέμους; Ἐὰν δὲ εἴχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ μὴ εἴμεθα ἀνθυπασπισταὶ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐπιστρατεύσεως (αὐτοὶ ἔγιναν ἀνθυπασπισταὶ κατὰ Νοέμβριον καὶ Δεκέμβριον τοῦ 1913) ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι, οἱ μεθ’ ὑμῶν συναγωνισθέντες καὶ πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως προαχθέντες ἀνθυπασπισταί, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον 1 ἢ 2 μονάδας περισσοτέρας κατὰ τὸν διαγωνισμόν, πρέπει νὰ τεθοῦν εἰς τὸ δεξιὸν τῶν ἐφέδρων, ἡμεῖς δὲ εἰς τὸ ἀριστερόν; Δὲν φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅτι εἶναι ἔργον δικαιοσύνης νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις καὶ δι’ αὐτούς; Τουλάχιστον ἂς συμπροβιβασθοῦν μετὰ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ μὴ παραμένουν ἀναμένοντες τὴν διετίαν, ὅτε καὶ μόνον θὰ ἀποκτήσωσι τὸ προσὸν πρὸς προαγωγήν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀφ’ οὗ λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, νὰ ἐξετάσῃ μήπως προσγίγνεται ἀδικία τις πρὸς τοὺς ἐφέδρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἀνθυπολοχαγοὶ ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ πολέμου, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπαξιωματικοὶ ἢ ἀνθυπασπισταί. Καὶ πρέπει τοὐλάχιστον ἢ νὰ τεθοῦν εἰς τὴν αὐτὴν σειρὰν ἢ νὰ συμπροβιβασθοῦν μετὰ τῶν ἐφέδρων ἀνθυπολοχαγῶν, οἱ ὁποῖοι ἀφ’ οὗ, ὡς εἶπον, τοιαῦτα δικαιώματα κέκτηνται, νὰ μὴ ἀπογοητευθοῦν, παραμένοντες ἐπὶ μίαν 2ετίαν εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν διὰ νὰ ἀποκτήσωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ταύτας ὑπ’ ὄψιν τοῦ εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὡς δικαίας καὶ σκοπούσας νὰ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην εἰς ὡρισμένην τάξιν ἀξιωματικῶν, προφανῶς ἀδικηθέντων.
§298Θ. ΚΡΙΜΠΑΣ. Ἐκ τῆς λεκτικῆς διατυπώσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου, κύριοι, ἀνακύπτει ἀσάφειά τις εἰς βάρος μερίδος μονιμοποιηθέντων ἀξιωματικῶν πρὸς διευκρίνισιν, τῆς ὁποίας ἐπικαλοῦμαι τὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἔχει διατυπωθῆ, ὁρίζει ὅτι: (Ἀναγινώσκει) («Ἔφεδροι ὑπολοχαγοί, ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ ἀνθυπασπισταί, ἔφεδροι ὑπίατροι καὶ ἀνθυπίατροι, καταταχθέντες εἰς τὸν ἐνεργὸν στρατὸν συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους 143 τῆς 21 Ἰανουαρίου 1914 καὶ 299 τῆς 1 Ὀκτωβρίου 1914 καὶ μὴ προαχθέντες ἐν τῷ ἐφέδρῳ στρατῷ πρὸ τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου στρατιωτικοῦ συμβουλίου συνταχθέντων πινάκων προθιβασμοῦ ἐφέδρων ἀξιωματικῶν, ἐπιτρέπεται νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνώτερον βαθμὸν μετὰ ἑξάμηνον ἀπὸ τῆς κατατάξεώς των ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ΧϚΕʹ τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1861 περὶ στρατιωτικῶν προβιβασμῶν κλπ.» Φαίνεται θέλει νὰ ἀποκλείσῃ ἐκ τῆς προστασίας τοῦ νόμου ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ ἐφέδρῳ στρατῷ εἶχον προαχθῆ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπολοχαγοῦ, ὡς καταταχθέντες εἰς τὸν πίνακα Γʹ. ἐμονιμοποιήθησαν ὅμως εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ ὅταν, μεταρρυθμισθέντων καὶ ἀναθεωρηθέντων τῶν πινάκων, μετεφέρθησαν εἰς τὸν πίνακα Βʹ, θεωρηθέντες παρὰ τοῦ συμβουλίου τῶν ἀντιστρατήγων ὡς ἄξιοι μονιμοποιήσεως. Οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἐμονιμοποιήθησαν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, φαίνεται ὅτι ἀποκλείονται ἐκ τῆς προστασίας τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου.
§299ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τοιαύτη ἑρμηνεία.
§300Θ. ΚΡΙΜΠΑΣ. Ἐὰν τὸ πνεῦμα τοῦ συντάκτου τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶνε τοιοῦτον, ὅμως τὸ γράμμα τοῦ ρηθέντος ἄρθρου δὲν ἀποκλείει τὴν ρηθεῖσαν ἑρμηνείαν· εἶνε βεβαίως εὐχάριστον ὅτι ἡ ἐπιθυμία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀποβλέπει εἰς τὸ πόρισμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναποδράστως φέρει ἡ ἔγγραφος διατύπωσις τῆς γνώμης του ἐν τῷ παρόντι νομοσχεδίῳ, διότι θὰ ἦτο ἀπαισίως σκληρὸν νὰ ἀποκλεισθῶσι τῆς σκέπης τοῦ νόμου ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἴσου μετὰ τῶν λοιπῶν συναδέλφων των ὑπῆρξαν συντελεσταὶ τοῦ μεγαλείου τῆς χώρας. Πρὸς διασάφισιν λοιπὸν καὶ πρὸς ἄρσιν πάση ἀμφιβολίας, προτείνω μίαν τροπολογίαν.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ σᾶς ἐδόθη, κύριε βουλευτά, ἡ ἐξήγησις, τί χρειάζεται ἡ τροπολογία;
§302Θ. ΚΡΙΜΠΑΣ. Καὶ μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω, ἐπὶ τῆς ὁποίας θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Εἶνε τὸ ἀκροτελεύτιον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει: (Ἀναγινώσκει) «Ἐφ’ ὅσον οἱ ἀρχαιότεροι αὐτῶν ἐν τῇ καθ’ ὅπλον ἢ σώματι σειρᾷ ἀρχαιότητος ὡς καὶ ἐν τῇ γενικῇ ἀρχαιότητι, ἢ τυγχάνοντες ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς κεκυρωμένους πίνακας προβιβασμοῦ, ὡς προακτέοι, προάγονται». Πράγματι διὰ τῆς διατάξεως ταύτης τίθεται φραγμὸς πρὸς δικαιολογητικὸν λόγον τοῦ νομοσχεδίου, πρὸς τὸν σκοπόν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικούς, τοὺς μονιμοποιηθέντας. Ὁ φραγμὸς οὗτος, ὁ καθιστῶν νεκρὰν τὴν προστασίαν τοῦ νόμου ἐγείρεται ἐκ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν τῶν ἐξελθόντων κατὰ τὸ 1913 ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων καὶ οἱ ὁποῖοι ἐτέθησαν εἰς τὸ δεξιὸν τῶν μονιμοποιηθέντων ἐφέδρων, οἱ μονιμοποιηθέντες ἔφεδροι δὲν δύνανται νὰ προαχθῶσι παρ’ ὅλην τὴν εἰς ἑξάμηνον ἐπιβράχυνσιν τοῦ χρόνου τῆς προαγωγῆς πρὶν ἢ προαχθῶσιν οἱ τούτων προηγούμενοι καὶ ἐκ τοῦ Σχολείου τῶν Εὐελπίδων ἐξελθόντες τότε, οἱ ὁποῖοι ὅμως διὰ νὰ προαχθῶσι δέον ν’ ἀναμένωσιν τὴν πάροδον ἑνὸς χρονικοῦ διαστήματος μέχρι τοῦ Μαρτίου τοῦ 1916, ὅτε συμπληροῦσι τὸν χρόνον τῆς προαγωγῆς των. Ὡς ἐκ τούτου νομίζω ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἐκπληροῦται καὶ πρόρριζα ἀνατρέπεται. Τὸ δῶρον καθίσταται ἄδωρον, Εὐελπιστῶ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τοὺς μονιμοποιηθέντας καὶ λοιποὺς ἐφέδρους ἀξιωματικοὺς, οἱ ὁποῖοι μετὰ τόσης στοργῆς καὶ ἀφοσιώσεως ἠκολούθησαν αὐτὸν εἰς τὸν δρόμον τῆς νίκης, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐβάδισαν ὁμοῦ κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε ἡ θεὰ Νίκη ἀσθμαίνουσα νὰ ἀκολουθῇ αὐτούς, οἱ ὁποῖοι μὲ τόσον ζῆλον ἀνῆλθον τὰ ἱστορικὰ ὑψώματα διὰ νὰ δρέψωσι τὰς νωπὰς δάφνας τῆς δόξης, ὅπως δι’ αὐτῶν στολίσωσι τὸ μέτωπον τῆς Πατρίδος, θὰ θελήσῃ νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν πολύτιμοι βοηθοὶ καὶ συνεργάται του. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχετικὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου πρώτου.
§303Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τὸ θέμα, κύριοι βουλευταί, ἀρκετὰ ἐξητάσθη καὶ ἑπομένως ἐγὼ θὰ περιορισθῶ εἰς ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρέχεται τὸ δικαίωμα προαγωγῆς εἰς ἀξιωματικοὺς ὑπολοχαγούς, ἀνθυπολοχαγούς, ἀνθυπασπιστάς, ὑπιάτρους καὶ ἀνθυπιάτρους, ὑπηρετήσαντας καὶ μὴ προβιβασθέντας κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν τοῦ 1912 καὶ 1913 μονιμοποιηθέντας ὅμως τελευταίως. Δίδεται δὲ τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς μετὰ ἑξάμηνον ἀπὸ τῆς μονιμοποιήσεως αὐτῶν χρονικὸν διάστημα. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἔχει ἤδη διαρρεύσει καὶ πρόκειται νὰ προβιβασθοῦν οὗτοι εὐθὺς ἀμέσως. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅμως ἐπέρχεται ἀσυμβίβαστόν τι ὅσον ἀφορᾷ τὴν προαγωγὴν τῶν ἰατρῶν τῶν προερχομένων μετὰ διαγωνισμόν. Ἐὰν ψηφισθῇ ὁ νόμος, ὅπως ἔχει, οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ διανύσαντες τὸ ἑξάμηνον χρονικὸν διάστημα, βεβαίως θέλουσιν ἔλθει εἰς τὸ δεξιόν, ἐνῷ εἰς τὸ δεξιὸν κατὰ προγενέστερον νόμον εἶνε ἀναγεγραμμένοι οἱ 38 ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἀπὸ διαγωνισμόν. Καὶ ἤκουσα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἰπόντος ὅτι οἱ μονιμοποιηθέντες ὑπέστησαν διαγωνισμόν. Ἀλλὰ ὁ διαγωνισμὸς οὗτος εἶνε ἁπλῆ τις δοκιμασία καὶ δὲν ὁμοιάζει πρὸς ἐκεῖνον, πρὸς τὸν ὁποῖον ὑπεβλήθησαν οἱ 38 ὑγειονομικοὶ ἀξιωματικοί, καὶ οἱ ὁποῖοι, καίτοι εἶνε εἰς τὸ δεξιόν, δικαιοῦνται προαγωγῆς μετὰ διετίαν, ἣν δὲν διήνυσαν εἰσέτι ὡς ἄγοντες σήμερον τὸν 17ον μῆνα τῆς ὑπηρεσίας των. Ἑπομένως ἵνα προαχθῶσι μετὰ ἑξάμηνον οἱ περὶ ὧν πρόκειται ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ τότε οἱ ὄντες εἰς τὸ δεξιὸν δὲν γνωρίζω πότε θὰ προαχθῶσι. Νομίζω ὅτι ἐδῶ πρέπει νὰ γείνῃ κἄτι τι, οὕτως ὥστε, ἐὰν οἱ ἔχοντες διανύσει τὸ ἑξάμηνον χρονικὸν διάστημα ἐκ τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν προαχθοῦν τώρα ἀμέσως, νὰ προαχθοῦν καὶ οἱ ἐκ διαγωνισμοῦ ἀνθυπίατροι, καίτοι δὲν συνεπλήρωσαν διετίαν λόγῳ τοῦ προγενεστέρου ὑπάρχοντος ὑπὲρ αὐτῶν νόμου. Διότι ἄλλως ἐκεῖνοι περὶ τῶν ὁποίων φροντίζετε ἰδιὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ ἑξαμήνου δὲν θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ ἀπολαύσωσιν τοῦ δώρου, διὰ τὸ ὁποῖον φροντίζετε. Νομίζω ὅτι σαφῶς ἐξηγήθην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐξετάσῃ τὴν δυσχέρειαν ταύτην ἐν σχέσει πρὸς τὴν μέλλουσαν προαγωγὴν τῶν ἰατρῶν, τῶν προερχομένων μετὰ διαγωνισμόν, καὶ τῶν ἄλλων τοιούτων ἐκ τῶν μονιμοποιηθέντων.
§304Π. ΔΑΓΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἤκουσα τὰς παρατηρήσεις τῶν κυρίων προαγορευσάντων, ἀλλὰ δὲν ἐπιδοκιμάζω ἐντελῶς ταύτας. Ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἐτόνισε τὰς μεγάλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφερον κατὰ τὸν πόλεμον οἱ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν πρέπει νὰ λέγηται περὶ μιᾶς τάξεως ὁπλιτῶν ἢ ἀξιωματικῶν, διότι κατὰ τοὺς ἐνδόξους πολέμους, τοὺς ὁποίους εἶχε τὴν εὐτυχίαν νὰ διεξαγάγῃ ὁ στρατὸς, ἅπαντες οἱ Ἕλληνες προσέφεραν τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν καὶ ὑπέστησαν θυσίας. Ἐὰν προσέφεραν ὑπηρεσίαν, οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ὑπαξιωματικοὶ τοῦ μονίμου στρατοῦ, οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ προσέφερον ἐπίσης, καὶ κατ’ ἐμέ, εἶνε ἀξιεπαινετώτεροι, καθ’ ὅσον οἱ ἀξιωματικοί, οἱ κατ’ ἐπάγγελμα, καὶ τὴν ἐξάσκησιν εἶχον ἀνωτέραν καὶ ὑποχρέωσιν μεγαλειτέραν νὰ προσφέρωσι ταύτας. Προσέφερον λοιπὸν ἅπαντες ἐξ ἴσου ὑπηρεσίας καὶ δὲν πρέπει νὰ γίνεται διάκρισις, ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ ἑνὸς ἦσαν καλλίτεραι τῶν ὑπηρεσιῶν ἑνὸς ἄλλου.
§305Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι ἐξ ἴσου πάντες ὑπηρέτησαν.
§306Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Ἡ Πολιτεία ἐξ ἴσου πάντας ἀντήμειψε καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσι παράπονα εἰς τὸν Ἑλληνικὸν στρατόν, διότι πάντας ἡ Πολιτεία τοὺς ἀντήμειψε. Οἱ ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν δὲν ἐγίνετο πόλεμος, δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ γίνωσιν ἀξιωματικοί, διότι ἦσαν εὐεργετικοί, σήμερον ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ γίνωσι καὶ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἀκόμη. Ἔδωκεν αὐτοῖς ἡ Πολιτεία ὅλα τὰ δικαιώματα, καὶ τὰ ἔδωκε δικαίως, διότι ἀντήμειψε τοὺς κόπους καὶ τὰς θυσίας των κατὰ τὸν πόλεμον. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ νομίζηται ὅτι δὲν τοὺς ἀντήμειψε. Τοὺς ἀντήμειψε καὶ θὰ ἀνταμείψῃ ἔτι πλέον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ ζήλου αὐτῶν θὰ ἀποκτήσωσι προσόντα πρὸς περαιτέρω προαγωγήν. Κατὰ τὸν παλαιότερον νόμον, τὸν πρὸ τοῦ πολέμου, δὲν ἠδύναντο οἱ εὐεργετικοὶ νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου. Σήμερον δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ συνταγματάρχου. Λοιπὸν νομίζω ὅτι εἶνε μεγάλη ἀμοιβή. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχαιότητα, ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς τοὺς ἐφέδρους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ἐμονιμοποιήθησαν, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐλύθη εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τότε Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ ἔφεδροι ἀξιωματικοί, οἱ μονιμοποιηθέντες, ἦσαν τότε ἀξιωματικοὶ κατὰ τὸν πόλεμον, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἦσαν ὑπαξιωματικοὶ ἢ ἴσως τινὲς ἀνθυπασπισταί. Λοιπὸν φυσικὰ ἔπρεπε νὰ λάβωσιν αὐτοὶ ἀρχαιότητα μεγαλυτέραν. Πῶς ἠμποροῦσεν ἐνῷ ἐκεῖνοι τότε ἔγιναν ἀνθυπασπισταί, νὰ θέσωσι κάτω αὐτῶν τοὺς ἀνθυπολοχαγοὺς καὶ τοὺς ὑπολοχαγοὺς ἀκόμη; Διότι τότε ἦσαν ἀνθυπολοχαγοὶ καὶ τοὺς ἐπροβίβασαν εἰς ὑπολοχαγούς. Ἡ αὐτὴ κατηγορία εἶνε. Οὗτοι ὅμως ἦσαν ἀξιωματικοὶ κατὰ τὸν πόλεμον.
§307Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Οἱ ἀνθυπασπισταὶ οἱ μονιμοποιηθέντες;
§308Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Οἱ ἀνθυπασπισταὶ οἱ μονιμοποιηθέντες δὲν εἶνε ἐδῶ, ἤ, ἐὰν εἶνε, θὰ εἶνε ἐλάχιστοι.
§309Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπελείφθησαν καὶ ἀνθυπολοχαγοὶ περὶ τοὺς πεντήκοντα καὶ ἀνθυπασπισταί.
§310Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Καὶ αὐτοὶ οἱ ἀνθυπασπισταὶ ἦσαν νεώτεροι τῶν μονιμοποιηθέντων.
§311Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὄχι. Ἦσαν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ, ἀλλ’ ἀρχαιότεροι μόνον.
§312Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσω. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι καλῶς ἔχει ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς μονιμοποιηθέντας, νὰ προαχθῶσι μετὰ ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἔχουσι πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἀξιωματικοῦ. Πολὺ δικαίως ἄρα. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ ἀδικήσωμεν καὶ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ μονίμου στρατοῦ, τοὺς προερχομένους ἐκ τοῦ στρατοῦ ἢ ἐκ τῶν σχολῶν, ἐθέσαμεν καὶ τὴν διάταξιν, ὅτι δὲν δύνανται, καίτοι ἔχοντες ἑξάμηνον ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ ὑπηρεσίαν, οἱ μονιμοποιηθέντες ἔφεδροι ἀξιωματικοί, νὰ προβιβασθῶσιν, ἐὰν ἀρχαιότεροι αὐτῶν, μὴ ἔχοντες τὸν πρὸς προβιβασμὸν χρόνον, δὲν προβιβάζονται συγχρόνως. Ὥστε τοιουτοτρόπως δὲν προσβάλλεται ἡ ἀρχαιότης.
§313Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τότε δὲν ἐλαττώνετε καὶ τὸν χρόνον τῶν ἄλλων;
§314Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Δὲν δύναμαι κατὰ τὸν καταστατικὸν νόμον νὰ τὸν ἐλαττώσω. Δὲν εἶνε εἰς τὴν διάθεσίν μου. Ἠλαττώθη ὁ χρόνος μετὰ τὸν πόλεμον ἀμέσως. Δὲν δυνάμεθα διαρκῶς νὰ ἐλαττώνωμεν τὸν χρόνον πρὸς προβιβασμόν. Ὁ δεύτερος προλαλήσας νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶπε, τὸ ὁποῖον ἐξήγησα τώρα. Ὡς πρὸς τὸν τρίτον προλαλήσαντα, τὸν κ. Παπαβασιλείου, ὁ ὁποῖος ἔφερε τὸ ζήτημα τῶν ἀνθυπιάτρων, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν διὰ διαγωνισμοῦ, ἔγιναν αὐτοὶ κατόπιν τῶν μονιμοποιηθέντων. Δὲν εἶνε οὕτως;
§315Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Πρό.
§316Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Ἐὰν εἶνε πρό, εἶνε πρό. Δὲν δύνανται νὰ προβιβασθῶσιν ἐκεῖνοι, ἐὰν δὲν προβιβασθῶσιν οὗτοι.
§317Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἐὰν ἔχωσι συμπεπληρωμένην ὑπηρεσίαν;
§318Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Θὰ καθίσωσι καὶ αὐτοὶ ὅσον καὶ οἱ ἄλλοι.
§319Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ζητοῦμεν.
§320Γ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Αὐτὸ ἀκριβῶς ζητοῦμεν.
§321Π. ΔΑΓΚΛΗΣ. Τὸ προσέθεσα.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὁ κ. Ζ. Ἰατροῦ ἔχει τὸν λόγον.
§323Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Ἤλπιζον, κύριοι βουλευταί, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν θὰ ἐλάμβανε ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν τροπολογίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἐρετρείας καὶ Ψαρρῶν βουλευτοῦ, καὶ δὲν θὰ ἀπέφευγε νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς ὑπίατρον, ὅστις, ἐὰν ἐλάμβανεν ὑπ’ ὄψει τὸ ὄνομα αὐτοῦ καὶ ἐζήτει τὰς ἐκθέσεις καὶ ἐζήτει τὰς πληροφορίας ἐκ τῶν Σωματαρχῶν, ὑφ’ οὓς ὑπηρέτησε, βεβαίως μεταξὺ τῶν λαμβανόντων παρὰ τῆς Πολιτείας βραβεῖα ἢ ἀριστεῖα τῆς κατὰ τὰς μάχας ἐπιδειχθείσης ἀνδρείας αὐτῶν, αὐτὸς θὰ κατεῖχε τὴν πρώτην θέσιν. Πρόκειται κύριε Ὑπουργέ, περὶ τοῦ ὑπιάτρου Μίρχου, πρόκειται περὶ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸ 1897, κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου πολέμου, ἦτο ὁ μόνος ἀξιωματικὸς ἰατρός, ὅστις καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἐκείνου παρίστατο εἰς τὴν πρώτην γραμμὴν τοῦ πυρός, εἶνε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μόνος ἐπροτάθη, νὰ μονιμοποιηθῇ ἐξ ὅλων τῶν ἰατρῶν τῶν ἐφέδρων, εἶνε ὁ ἀξιωματικὸς ἰατρὸς ἐκεῖνος, ὅστις μόνος παρ’ ὅλων τῶν ἰατρῶν προετάθη νὰ παρασημοφορηθῇ ἐπὶ ἀνδρείᾳ, εἶνε ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πάντες, ὑφ’ οὓς ὑπηρέτησε διὰ τῶν πλέον θερμῶν, τῶν πλέον θαυμαστῶν προτάσεων, ὑπεδείκνυον εἰς τὴν προϊσταμένην ἀρχήν, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος ἠδικήθη ἐν τῷ μεταξύ, καὶ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος δὲν ἔλαβε τὰ ὅσα ἕτεροι ἀξιωματικοὶ ἔλαβον, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον πρόκειται νὰ ἀναπληρώσητε ἀδικίαν, καὶ θὰ σᾶς εἴπω διατί, διότι ὁ ἀξιωματικὸς ἐκεῖνος παραιτηθεὶς μετ’ ὀλίγον τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ ὤφειλεν, ὅπως οἱ ἄλλοι ἔφεδροι παραιτηθέντες ἀξιωματικοί, ἐντὸς τῆς δεκαετίας νὰ λάβῃ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν καὶ δὲν τὸν ἔλαβε, καὶ δὲν τὸν ἔλαβεν ἅπαξ, καὶ δὲν τὸν ἔλαβε δίς, καὶ δὲν τὸν ἔλαβε καὶ μετὰ τὴν δεκαετίαν. Καὶ ἰδοὺ ποῦ ἦτο τὸ ἀδίκημα, καὶ διατί αὐτὸς ἔπρεπε νὰ τύχῃ ἰδιαιτέρας προστασίας παρ’ ὑμῶν καὶ δι’ αὐτὸ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς χρῄζει προαγωγῆς ἰδιαιτέρας. Ἐπῆλθεν ὁ πόλεμος τοῦ 1912 καὶ 1913. Ἡ ἔκβασις τοῦ πολέμου αὐτοῦ ἦτο εὐτυχής, δὲν ἠκολούθησε τὸν πρῶτον. Καὶ ἐν τούτοις αὐτὸς δὲν ὑστέρησε τοῦ νὰ ἐπιδείξῃ τὴν αὐτὴν διαγωγήν, τοῦ νὰ ἀφοσιωθῇ εἰς τὸ καθῆκον ὡς καὶ κατὰ τὴν πρώτην φοράν, νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς τῶν προϊσταμένων του, ὑφ’ οὓς ὑπηρέτησαν, προτάσεις. Καὶ τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν φρονεῖτε ὅτι πρέπει νὰ τὸν ἐγκαταλείψητε; καὶ φρονεῖτε, ὅτι δὲν εἶχε τέλος τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Πολιτείας ἀμοιβὴν τῶν ὅσων προσέφερε, καὶ ἀφοῦ μάλιστα αὐτὸς κύριε Ὑπουργέ, ἠδικήθη, καὶ ἠδικήθη προφανῶς, διότι παρελείφθη; Καὶ ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία τὸν παρέλειψε βεβαίως δὲν εἶνε ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ ἀποδώσῃ σήμερον τὴν δικαιοσύνην. Ὑμεῖς θὰ τὴν ἀποδώσητε, καὶ παρ’ ὑμῶν ζητοῦμεν τὸ δικαίωμα καὶ ὀφείλετε νὰ τὸ ἀναγνωρίσητε καὶ νὰ τὸ ἀποδώσητε.
§324Π. ΔΑΓΚΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ ἐξετάσω πάλιν τὸ ζήτημα.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). — Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς τέλους ἐπὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν πεζοδρομίων τῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν τῆς πόλεως ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀθηναίων».
§326Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Κατὰ τὴν σχετικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μοὶ ὑπεσχέθη ὅτι θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ ἐγένετο κατ’ ἀρχὴν ἀποδεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§327ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον. Νὰ τὸ διαβάσωμεν.
§328Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Ὄχι. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Προτοῦ ἀρχίσει ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν.
§329ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἔχετε τὸν λόγον.
§330Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Καθ’ ἣν ὥραν, κύριοι βουλευταί, ἐζήτουν τὸν λόγον παρὰ τοῦ κ. Προέδρου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου μὲ προέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑπέβαλε τροπολογίαν τινὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἡ τροπολογία αὕτη προφορικῶς γενομένη, δὲν γνωρίζω, ἐὰν κατετέθη ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὸ Προεδρεῖον.
§331Γ. ΠΩΠ. Ποία εἶνε ἡ τροπολογία;
§332Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Θὰ τὴν εἴπω.
§333Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν ἔχω ἐδῶ. Μετὰ τὸ ἄρθρον 4 προστίθεται 5 ἄρθρον ἔχον οὕτω: (Ἀναγινώσκει). «Προκειμένου περὶ μισθώσεων συναφθεισῶν, πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου, δικαιοῦται ὁ μισθωτὴς κτλ».
§334ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Φρονῶ, κύριοι βουλευταί, ὅτι ἡ τροπολογία αὐτὴ ἂν καὶ οὐσιαστική, ἂν καὶ ἀνατρέπει ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον, ἐν τούτοις δὲν εἶνε ἐκείνη, ἡ ὁποία νομικῶς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ καὶ λέγω νομικῶς δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, διότι πρόκειται περὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς μισθώσεως, τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, ὁ δὲ δικαστής, αὐστηρῶς ἐφαρμόζων τὸ δίκαιον, δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει ἐλαττώματα, τὰ ὁποῖα, ὡς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλων τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἔθιξε, εἶνε τὰ ἑξῆς: ὅτι δυνατὸν τὸ δικαστήριον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει, ὅτι τὸ πεζοδρόμιον εἶνε δικαίωμα τρίτου. Πῶς εἶνε δυνατὸν τὸ δικαστήριον, στηριζόμενον ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του καὶ νὰ μειώσῃ τὸ μίσθωμα καὶ νὰ διαλύσῃ τὴν μίσθωσιν ὅταν τὸ μίσθιον καταστῇ ἄχρηστον καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει ἡ χρῆσίς του εἶνε πλήρης, διότι ἡ χρῆσις τοῦ μισθίου δὲν ὑπολογίζεται, δὲν προϋποθέτει ὡς βάσιν τὴν χρῆσιν τοῦ πεζοδρομίου, διότι ἡ χρῆσις τοῦ πεζοδρομίου ἀνήκει εἰς τρίτους: Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ κυρίως τροπολογία, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ ἀκριβῶς τὴν κατεύθυνσιν εἰς τὸ νομοσχέδιον, θὰ τελειοποιήσῃ τὸ ἀτελὲς αὐτὸ κατασκεύασμα. Ἐὰν μοὶ εἴπῃ τις τὴν κυρίαν σημασίαν τοῦ νομοσχεδίου θὰ τὸν θεωρήσω σοφὸν διότι ἐγὼ δὲν τὸ ἐννοῶ καὶ θὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί. Ὅσον ἀφορᾷ λοιπὸν τὴν κυρίως τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔχω νὰ προσθέσω τὰ ἑξῆς: ὅτι ὀφείλει πρὸ τῆς συζητήσεως τῆς τροπολογίας αὐτῆς νὰ καθορίσῃ καὶ νὰ ὁρίσῃ εἰς τὸν δικαστὴν ὅτι δύναται νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ μίσθιον ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δὲν ἠθέλησε νὰ μισθώσῃ τὸ πεζοδρόμιον τὸ παρακείμενον τοῦ μισθίου. Καὶ ταῦτα μὲν ἐπὶ τῆς τροπολογίας. Ἐν τούτοις, κύριοι, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνων τὸν λόγον, θὰ παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψει τὸ ἑξῆς: ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ χωρισθῇ εἰς δύο τινὰ διακεκριμένα σημεῖα ἀπ’ ἀλλήλων, τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, ἐκ τοῦ ὁποίου γεννῶνται ὑποχρεώσεις τῶν τρίτων καὶ δικαιώματα ὑπὲρ τοῦ δήμου. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τί ἐννοεῖ ὅταν ὁμιλῇ περὶ ἐπιβολῆς τέλους καὶ ἐκμεταλλεύσεως τῶν πεζοδρομίων τῆς πόλεως, ἤτοι τοποθετήσεις καθισμάτων, δηλαδὴ παραχωρεῖ εἰς τὸν δῆμον Ἀθηναίων τὸ δικαίωμα, παραβαίνοντα πᾶσαν καλαισθησίαν τῆς πόλεως, νὰ μεταβάλῃ τὴν πόλιν τῶν Ἀθηνῶν εἰς πρατήριον καὶ τοὺς κατοίκους Ἀθηνῶν εἰς ἅλτας.
§335Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὅ,τι γίνεται σήμερον θὰ γίνεται καὶ τότε.
§336ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Σήμερον ἔχετε τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις.
§337Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶνε ἄσχετον μὲ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει αὐτὸ τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον θὰ γίνεται καὶ εἰς τὸ μέλλον. Θεωρῶν ὁ νομοθέτης, ὅτι θὰ ἦτο ἄτοπον ὁ ἰδιοκτήτης ἑνὸς κήπου, ὁ ὁποῖος ἔχει μπροστά του εὐρύτατον πεζοδρόμιον νὰ ἐνοικιάζῃ αὐτὸ εἰς τὴν διπλασίαν τιμὴν παρ’ ὅ,τι ἀξίζει, διότι εἶνε τὸ πεζοδρόμιον μισθωμένον. Ἡμεῖς νομίζομεν ὅτι τὸ μίσθωμα τοῦ πεζοδρομίου πρέπει νὰ πληρώνηται εἰς τὸν δῆμον, εἰς τὴν κοινότητα· περὶ τούτου πρόκειται.
§338ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Μὲ παρεξήγησεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἤμην ὑποστηρικτὴς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι εἶμαι ἐλεγκτὴς αὐτοῦ, ἐγὼ τοὐναντίον ἐπιχαίρω διότι ὑπεβλήθη τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§339Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐνόμιζον ὅτι εἶσθε κατὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§340ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Ὄχι. Εἶμαι καὶ ἐνθουσιωδῶς ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι οἱ ἐκμεταλλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐκμυζῶσι τὸν μικρὸν ἐπιτηδευματίαν δὲν θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ καρπῶνται καὶ τὰς περιουσίας τρίτων, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθήσω καὶ τυφλῶς τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἤκουσα τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀληθῶς μοὶ ἐπεχύθη φῶς διότι ὁμολογῶ ὅτι εὑρισκόμην ἐν πλήρει σκοτίᾳ. Ἀκριβῶς, κ. Πρόεδρε, αὐτὸ ἐσκεπτόμην καὶ ἐγώ, πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψει τὸ συμφέρον καὶ ἡ προστασία τοῦ ἐνοικιαστοῦ. Ἀκριβῶς ἐὰν δεχθῶμεν ὅτι τὸ πεζοδρόμιον εἶνε παράρτημα τοῦ μισθώματος πρέπει ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἄρδην νὰ μεταβληθῇ καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶνε ἀνεφάρμοστον καὶ δι’ αὐτὸ ἐπὶ τόσον χρόνον ζήτημα τοσαύτης σπουδαιότητος, τὸ ὁποῖον τοσάκις ἔλαβε τὴν ὁδὸν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἐν τούτοις ἐτράπη εἰς ἄτακτον φυγήν. Δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον, ἀφοῦ εἶνε ἕνα ζήτημα, τὸ ὁποῖον καταθλίβει τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, νὰ μὴ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς ἐπιτροπὴν διὰ νὰ μεταβληθῇ ἡ βάσις καὶ καταστῇ νομοσχέδιον ἐφαρμόσιμον. Παρουσιάζεται τὸ οἰκονομικὸν μέρος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ τέλος ποῖον θὰ εἶνε; Πόσα θὰ εἰσπράττῃ ὁ δῆμος, θὰ εἰσπράξῃ ἓν ἑκατομμύριον; Δὲν δύνασθε νὰ προσδιορίσητε τὸ ποσόν.
§341Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποθέσατε ἓν ἑκατομμύριον.
§342ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Αὐτὸ εἶνε εἷς φόρος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ διατεθῇ δι’ ὡρισμένον σκοπὸν καὶ ὄχι διὰ τὸ κοινὸν ταμεῖον, πρέπει νὰ διατεθῇ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου.
§343Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Περὶ αὐτοῦ θὰ σκεφθῶμεν.
§344ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Προκειμένου περὶ ἀτελείας τοῦ νομοσχεδίου ὅσον ἀφορᾷ τὴν διπλῆν ἐνοικίασιν διὰ νὰ καταλήξω εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ἀκριβῶς δίδουσαν τὴν ἀφετηρίαν τοῦ νομοσχεδίου, σᾶς λέγω τοῦτο· ὑποθέσατε ὅτι ἐπὶ τριετίαν θέλει νὰ ἐνοικιάσῃ τὸ πεζοδρόμιον ὁ παραπλεύρως ἐνοικιαστής, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι τὸ ἐνοίκιον τοῦ μισθίου λήγει μετὰ ἓν ἔτος τί θὰ γίνῃ τὸ πεζοδρόμιον αὐτό; Θὰ τὸ πάρῃ εἰς τὸν ὦμόν του καὶ θὰ φύγῃ; θὰ γίνῃ ἀφορμὴ ἐκμεταλλεύσεως τοῦ ἐνοικιαστοῦ, διότι ὁ ἐνοικιαστὴς ἐξ αἰτίας αὐτοῦ θὰ ζητήσῃ τὸν διπλασιασμόν, τὸν τριπλασιασμὸν τοῦ ἐνοικίου, διότι δὲν εἶνε ἄνθρωπος. Διότι αὐτὸς δὲν εἶνε ἄνθρωπος εἶνε ὁ Σάϋλωκ, ὁ ὁποῖος ζητεῖ καὶ λίτραν τοῦ κρέατος ἐκ τοῦ δυστυχοῦς ἐπιχειρηματίου.
§345Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὥστε καταλήγετε εἰς τὸ συμπέρασμα νὰ μὴ γίνῃ.
§346ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Νὰ γίνῃ, ἀλλὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἔλθῃ ἐπὶ τῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ πλέον φρονῶν ὅτι δὲν θὰ βραδύνῃ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, διότι οὕτω ψηφιζομένου θὰ γίνετε πρόξενοι ἀντὶ τοῦ καλοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπιζητεῖτε, μεγάλου κακοῦ.
§347Κ. ΜΕΛΑΣ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ μακρόν, ἀλλ’ ὀφείλω, ὡς ἀποτελῶν μέλος τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς τῆς πρωτευούσης, νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ νομοσχεδίου ζωτικοῦ διὰ τὴν πρωτεύουσαν. Καὶ κυριώτατα ἐκ μέρους τῆς Δημοτικῆς ἀρχῆς ἐκφράζω εὐγνωμοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐκ μέρους τοῦ Δήμου, διότι διὰ πρώτην φοράν, κ. βουλευταί, ἀπὸ συστάσεως τοῦ Βασιλείου εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων νομοσχέδιον προστατευτικὸν τοῦ δήμου Ἀθηνῶν.
§348Ζ. ΙΑΤΡΟΥ. Ὄχι δά, ἔχει ἄλλα πολλὰ πάρει ὁ Δῆμος.
§349Κ. ΜΕΛΑΣ. Κάμετε λάθος· οὐδέν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ἐπιφέρω τροπολογίας τινὰς, αἵτινες προέκυψαν κατόπιν συζητήσεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου.
§350Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑποβάλετέ τας καὶ τὰς ἀναπτύσσετε εἰς τὴν 2αν ἀνάγνωσιν.
§351Κ. ΜΕΛΑΣ. Πολὺ καλὰ. Πρώτη τροπολογία εἶνε ὅπως εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον προστεθῇ ἡ παράγραφος: (Ἀναγινώσκει) «ἢ τῆς καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον καταλήψεως ἢ χρησιμοποιήσεως». Ἡ δευτέρα τροποποίησις ἀφορᾷ διαγραφὴν φράσεως ἐκ τοῦ 3ου ἄρθρου.
§352ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Καραπάνος.
§353Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§354ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ζαρλῆς.
§355Ν. ΖΑΡΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς ἄλλας πόλεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συμπέσωσι νὰ εἶναι παράλιαι, νὰ προστεθῇ: «ἐπὶ τῶν προκυμαιῶν καὶ παραλιῶν».
§356Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα. Εἶνε ζήτημα ἐὰν δυνάμεθα νὰ ἐπεκτείνωμεν ἐπὶ τοσοῦτον τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὅσον αἱ παραλίαι δὲν ἀνήκουν εἰς τοὺς δήμους πάντοτε ἀλλὰ εἰς τὰ λιμενικὰ ταμεῖα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον πρῶτον).
§357ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2. (Ἀναγινώσκεται).
§358Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ ἀναγράφεται ὅτι τὸ δημοτικὸν συμβούλιον μόνον διὰ πράξεως ὁρίζει τὸ ποσὸν τοῦ φόρου. Τοῦτο τὸ θεωρῶ ἐπικίνδυνον καὶ θεωρῶ καλλίτερον νὰ σχηματίζηται ἐπιτροπὴ ὡς καθορίζεται καὶ ὁ φόρος τοῦ ἐπιτηδεύματος, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην νὰ συμμετέχῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς δικαστικῆς ἀρχῆς καὶ τῶν σωματείων. Ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν ταύτην, ἵνα τὴν μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπίσης νομίζω, ὅτι πρέπει διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ καθορισθῇ τὸ ἀνώτερον ὅριον τοῦ φόρου.
§359Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὑπὲρ τῆς πρώτης τροπολογίας ἀποκλίνω ἐντελῶς, ἐδήλωσα δὲ τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ φόρου, ὀφείλω νὰ δηλώσω, ὅτι ἔχω ἐντελῶς ἐναντίαν γνώμην.
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4. (Ἀναγινώσκεται).
§361Γ. ΠΩΠ. Δὲν πρόκειται, κ. Πρόεδρε, νὰ κρίνω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἰδίᾳ καθ’ ὃν τρόπον ἔθηκε ταύτην ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ὑφίσταται ἡ πλάνη ὅτι ἡ νέα αὐτὴ φορολογία θὰ βαρύνῃ ἢ τοὺς καταστηματάρχας ἢ τοὺς ἰδιοκτήτας, θὰ βαρύνῃ τοὺς καταναλωτὰς καὶ οὐδένα ἄλλον. Αὐτὴ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται ἐπίσης νὰ ἐρευνήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ἀκριβῶς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἔρχεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ 59 ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων. Κατ’ ἐμὴν γνώμην καὶ ἄνευ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τὸν δῆμον Ἀθηνῶν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ τέλους, ἀρκεῖ νὰ μὴ τὸ ἐνόμιζε τέλος, ἀλλὰ φόρον, πρόκειται δὲ περὶ θεμάτων δημοσιονομικῶν καθαρῶς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντιλαμβανόμενος ὅτι πρόκειται περὶ χρήσεως, τὸ ὠνόμασε τέλος, καλύπτων τὴν μορφὴν τοῦ καθαροῦ μέρους, τοῦ φορολογικοῦ. Ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀφοῦ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐνταῦθα περὶ καθορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου τῆς ἐπιβλητέας φορολογίας, τοῦτο δὲ γίνεται προκειμένου περὶ πάσης φορολογίας δημοτικῆς περίπου, ἀφοῦ δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν ἄλλα τινὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα δὲν θὰ ἐπέρριπτον τὸ βάρος ἐπὶ τῆς καταναλώσεως μόνον, ἐκ τούτου εἶνε δυνατὸν νὰ ληφθῶσιν τοὐλάχιστον ἐγγυήσεις ἀνάλογοι πρὸς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὴν ἐν γένει δημοτικὴν νομοθεσίαν. Κατὰ τὸν ἐσχάτως ψηφισθέντα νόμον περὶ κοινοτήτων ἐν ἄρθρῳ 4 γίνεται λόγος περὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου, ὡς ὑποκειμένης εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ Νομάρχου δυναμένου νὰ μεταρρυθμίσῃ αὐτήν. Εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Νομάρχου καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ, τὰ ἄρθρα τοῦ δημοτικοῦ νόμου, τὰ μὴ καταργηθέντα διὰ τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων, παρέχεται χρονικὴ προθεσμία εἰς τὸν Νομάρχην πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του τούτου. Μετὰ ταῦτα ἡ ὑπόθεσις ὑπάγεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει ἐπὶ τοῦ συνόλου. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀγνοῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῶν φόρων καὶ ὁ καθορισμὸς αὐτῶν ἐπιβάλλουσιν ἀναγκαίας ἐγγυήσεις, εἴτε τέλος θέλετε νὰ ὀνομάσωμεν αὐτό, ἢ φόρον, διότι πρόκειται περὶ φορολογίας. Ἡ φορολογία αὕτη, ἡ ὁποία κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν εἶνε δυνατὸν κατ’ ἐξουσιοδότησιν νὰ ἀσκῆται οὔτε ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὔτε διὰ Β. Διατάγματος, εἰς περιστάσεις τινὰς ἀσκεῖται κατ’ ἐξουσιοδότησιν ὑπὸ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ὑποβαλλομένης ὅμως εἴς τινας περιορισμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶνε ὅπως αἱ ἀποφάσεις τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου λαμβάνουσιν τὸ κῦρος κατ’ ἔγκρισιν Β. διατάγματος μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶνε ἀναπόφευκτον, ὅπως μὴ ἐγερθῶσιν παράπονα καὶ ὅπως συμπίπτῃ πρὸς τὴν καθόλου δημοτικὴν φορολογίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας εἶχον νὰ ὑποβάλω.
§362Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δύο τινὰ ἐπιδιώκει τὸ προτεινόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου μέτρον· ἀφ’ ἑνὸς ἐπιδιώκει ἕνα πόρον σημαντικὸν ὑπὲρ τῶν μεγάλων δήμων, πόρον, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται ἐν ἀπολύτῳ συμφωνίᾳ πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ῥυθμίζει εἰς νόμιμον σχέσιν μίαν κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑφίσταται διὰ τῆς συμβάσεως, τὴν ὁποίαν δὲν εἶνε εὔκολον ἀλλὰ καὶ εὐκτέον νὰ ἀνατρέψωμεν ἐπίσης. Δὲν θὰ ἀγνοῇ τις ὅτι ἡ κατάληψις τῶν πεζοδρομίων καὶ τῶν πλατειῶν ὑφίσταται παρ’ ἡμῖν ἐν πλάτει. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μέχρι σήμερον δὲν συνέβαινε παρ’ ἡμῖν καὶ τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἰς ὅλας τὰς ἄλλας χώρας, εἶνε ἁπλῶς ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτὴ δὲν ὑφίστατο εἰς οὐδὲν ἀντάλλαγμα ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ δῆμος τοῦ νὰ παραδίδῃ καὶ ἐκχωρῇ εἰς μίσθωσιν χώρους ἀνήκοντας εἰς αὐτὸν καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ εὑρίσκεται ἐν ἀμφιβολίᾳ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι πρόκειται περὶ χώρου δημοσίας χρήσεως καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ δήμου δύναται νὰ εὑρεθῇ ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς διοικήσεως τὸ ἀσκούμενον διὰ τῆς Ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Ἑπομένως ἡ ἐκμίσθωσις, τὴν ὁποίαν δύναται ὁ ἰδιώτης νὰ ἔχῃ, δύναται νὰ ἐξουδετερωθῇ διὰ τῆς Ἀστυνομικῆς ἀρχῆς. Τὸ γινόμενον σήμερον κατ’ αὐθαίρετον πλέον τρόπον ἀνάγεται ἤδη εἰς ἔννομον σχέσιν. Προστατεύεται ὁ ἰδιώτης, ὁ ἐκμεταλλευόμενος τὸν δημόσιον χῶρον καὶ καθορίζονται τὰ δικαιώματά του καὶ ὑποχρεώσεις ἐπὶ τῇ βάσει θετικῶν δεδομένων καὶ ἐκ τοῦ νόμου ἀπορρεόντων, ἀλλὰ προστατεύεται καὶ τὸ γενικώτερον συμφέρον διὰ τῆς ἐπιβολῆς ἑνὸς τέλους, ὡς ἀνταλλάγματος τῆς ὑπηρεσίας, τῆς προσφερομένης εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν. Τὸ ὠνομάσαμεν τέλος καὶ ὄχι φορολογίαν, καίτοι προκειμένου περὶ λέξεων ἡ διαφορὰ δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν σημασίαν. Ἀλλὰ ὁ φόρος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πλήττει τὴν ἰδιωτικὴν περιουσίαν, τὸ τέλος εἶνε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀναλαμβάνει τὸ Δημόσιον ἢ ὁ Δῆμος ὡς ἀντάλλαγμα ὑπηρεσίας προσφερομένης εἰς αὐτούς. Οἱ φόροι, οἱ δημόσιοι, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τοὺς ἰδιώτας ἀλλὰ εἰς τοὺς Δήμους. Χρῆσις αὐτῶν παρέχεται εἰς τοὺς ἰδιώτας καὶ ἀντὶ τῆς χρήσεως τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῆς λαμβάνει ὁ Δῆμος τὸ ἀντάλλαγμα καὶ τὸ ἀντάλλαγμα αὐτὸ καθ’ ὅλους τοὺς δημοσιονομικοὺς κανόνας δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἢ ὡς τέλος. Εἶνε δίκαιον νὰ ἐπιβληθῇ τὸ τέλος τοῦτο; Δὲν νομίζω ὅτι ἦτο ἀναγκαῖον νὰ ἀναπτύξω τὸ θέμα ἐνώπιον ὑμῶν, διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι ὑπάρχει κανεὶς ὁ δυνάμενος νὰ ἀναγνωρίσῃ ὡς δικαίωμα τοῦ νὰ καρπῶνται ἓν ἢ δύο ἄτομα χώρους, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουσιν εἰς κοινότητας ὁλοκλήρους, καὶ νὰ καρπῶνται ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιστοίχου ὑπηρεσίας προσφερομένης πρὸς τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ θὰ εἴπῃ τις ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προέβαλεν ὁ κ. βουλευτὴς Νέων Ψαρρῶν, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς δὲν θὰ πλήξῃ τὸν ἰδιοκτήτην, οὔτε κἂν τὸν ἔμπορον, τὸν ἐκμεταλλευόμενον τὸ πεζοδρόμιον, ἀλλὰ θὰ ἐπιρριφθῇ καὶ αὐτὸς ἐπὶ τῆς καταναλώσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω διάφορον γνώμην. Ἡ ἐπίπτωσις τῶν φόρων δὲν παρουσιάζει τὴν ἐλαστικότητα, τὴν ὁποίαν φοβεῖται ὁ κ. βουλευτὴς Νέων Ψαρρῶν. Δὲν εἶνε εὔκολον εἰς τοὺς καταστηματάρχας νὰ μεταβάλλωσι τὰς τιμὰς τῶν εἰδῶν, ἅτινα πωλοῦσιν, ἀναλόγως τῆς διακυμάνσεως τῶν τιμῶν αὐτῶν καὶ τῆς διακυμάνσεως τῶν ἐξόδων των. Ἀνεξαρτήτως δὲ τῶν γενικῶν ἀρχῶν ἔχομεν ἤδη πρόσφατον πεῖραν περὶ τοῦ πράγματος· ὑπέστησαν ἐπανειλημμένως αὐξομειώσεις αἱ τιμαὶ τῶν εἰδῶν καὶ ἐν τούτοις ἀπεδείχθη ὅτι οὐδεμία ἐλαστικότης εἰς τὸ εἶδος αὐτὸ τῆς ἐμπορίας ὑπάρχει καὶ δὲν ἠδυνήθησαν οἱ καταστηματάρχαι νὰ αὐξήσωσι τὰς τιμάς, ὅπως δὲν τὰς ἠλάττωσαν εἰς ἀντιστοίχους περιστάσεις. Εἶμαι βέβαιος δέ, ὅτι, καὶ ἐὰν ἐπιρριφθῇ τι εἰς τὴν κατανάλωσιν, τοῦτο θὰ εἶναι ἐλάχιστον μέρος, καὶ τὸ πλεῖστον θὰ εἶναι τῶν ἐπιχειρηματιῶν καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει βαστάσῃ μέρος τι ἡ κατανάλωσις, τὸ δικαίωμα τῆς χρήσεως τῶν πεζοδρομίων καὶ πλατειῶν δὲν ἀνήκει εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν ἀνθρώπων, ἀλλ’ εἰς ὁλόκληρον τὴν κοινωνίαν. Δὲν δύναται νὰ δαπανᾷ μερὶς τῆς κοινωνίας οὐδεμία, ἵνα ἀπολαμβάνῃ ἄλλη ὡρισμένων ἀγαθῶν ἐκ τῆς δαπάνης ταύτης προερχομένων. Ἔπειτα ἡ σκοπιμότης τῶν φόρων κρίνεται σχετικῶς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι δύναται νὰ ἐπιβληθῇ νῦν νέα φορολογία, ἵνα πλήξῃ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι βαστάζουσι καὶ σήμερον τὰ βάρη ὁλοκλήρου τῆς φορολογίας ἀγογγύστως, δὲν δύναται, λέγω, σήμερον νὰ προσφύγῃ τις εἰς τοιαύτην φορολογίαν, παραλείπων τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν νὰ ἀντλήσωμεν ταύτην ἐκεῖθεν, ὅπου εἶναι ὀρθὸν νὰ προσφέρεται, ὡς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Καὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ταύτην ἐὰν ἐρευνήσῃ τις τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει φόρος δικαιότερος τούτου. Ταῦτα κατὰ τὰς γενικὰς γραμμὰς τοῦ νομοσχεδίου. Αἱ λεπτομέρειαι δύνανται νὰ διευκρινιθῶσι διὰ τῶν παρατηρήσεων τῶν κ. κ. συναδέλφων καὶ εἶμαι διατεθειμένος νὰ μελετήσω ταύτας καὶ ἀποδεχθῶ τὰς κατὰ τὴν κρίσιν μου ὀρθάς, κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Εἶπον τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω περὶ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀττικοβοιωτίας, θέλω μελετήσει δὲ καὶ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ Ψαρρῶν.
§363Γ. ΠΩΠ. Ἡ ἰδική σας τροπολογία, ἡ ὁποία εἶναι σοβαρωτάτη, διότι πρόκειται νὰ κανονίσῃ σχέσεις ἰδιοκτητῶν καὶ μισθωτῶν, θὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν;
§364Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δίδει χώραν εἰς μείωσιν τοῦ ἐνοικίου καὶ ὄχι εἰς λῆξιν τῆς μισθώσεως.
§365Γ. ΠΩΠ. Δηλαδὴ εἰς διατάραξιν σχέσεων κανονισθεισῶν.
§366Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δίδει ἀφορμὴν νὰ κανονισθῇ διὰ νομίμων μέτρων ἡ σχέσις ἰδιοκτήτου καὶ μισθωτοῦ, διότι εἶναι πασίγνωστον ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ τῶν καταστημάτων δὲν ἐκμισθοῦσι τὰ καταστήματα μόνον, ἀλλὰ τὴν περιοχὴν αὑτῶν καὶ ἀφ’ οὗ ἡ περιοχὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάγεται εἰς τὸ αὐτὸ μίσθωμα, φυσικὰ πρέπει ἡ περιοχὴ νὰ ὑποβάλλεται εἰς τέλος.
§367Γ. ΠΩΠ. Δὲν ἐκμισθοῦνται διὰ τοῦ συμβολαίου.
§368Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑποπίπτετε εἰς τὴν αὐτὴν πλάνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπέπεσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Εὐβοίας. Δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς νομοθετοῦμεν.
§369Γ. ΠΩΠ. Αὐτὸ εἶναι θέμα μεγάλης συζητήσεως.
§370Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Περιορίζεσθε εἰς μόνην τὴν μείωσιν τοῦ μισθώματος;
§371Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§372Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ποῦ ἀναθέτετε αὐτὴν τὴν μείωσιν;
§373Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἰς τὸ Δικαστήριον.
§374Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι δικαιότερον τοῦτο ἀπὸ τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης; Ἐπὶ τούτου κ. Ὑπουργὲ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, ἵνα κατὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν ἔχετε καταλήξει εἰς συμπέρασμα κατόπιν ὡρίμου μελέτης τοῦ πράγματος. Τοῦτο, τὸ ὁποῖον λέγετε ὅτι τρίτος ἔστω καὶ δικαστὴς θὰ κανονίσῃ τοὺς ὅρους μιᾶς μισθώσεως καὶ θὰ κανονίσῃ ὁποῖον τι θὰ εἶναι τὸ μίσθωμα, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν εἶναι τι λίαν σοβαρόν. Ἡ παρέμβασις τῆς Δικαιοσύνης ρυθμιζούσης τὸ προσῆκον ἀντάλλαγμα τῆς χρήσεως ἐκεῖ, ὅπου ὁ ἕτερος τῶν συμβαλλομένων δὲν ἤθελε δεχθῇ τοῦτο καθιστᾷ σύμβασιν κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ νόμου συνομολογουμένην δηλαδὴ διάθεσιν τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως.
§375Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἐὰν εἶναι ἐπικίνδυνον κατ’ ἀρχὴν τὸ δικαίωμα τοῦ δικαστοῦ βεβαίως ἐπικίνδυνον εἶναι καὶ τοῦτο.
§376Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἤκουσα φερόμενον ὡς ἀνάλογον παράδειγμα, τὸ παράδειγμα τῆς θεομηνίας. Εἶναι ἀτυχὲς τὸ παράδειγμα, διότι τὸ γεγονὸς τῆς θεομηνίας δὲν μεταβάλλει τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως διὰ τὸ μέλλον, ἡ σύμβασις ὑπάρχει, ἡ σύμβασις ἐξετελέσθη, εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑπάρξῃ ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν δι’ ἀπαλλαγῆς τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἑνὸς τῶν συμβαλλομένων καὶ πλήρους ἀπαλλαγῆς. Εἶνε ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ὑπάρξῃ πλήρης ἀπαλλαγὴ ἀλλὰ μικροτέρα ἄλλη διὰ τὸ παρελθόν. Ὅταν ὑμεῖς παρεμβαίνητε εἰς μίαν σύμβασιν καὶ λέγετε εἰς τοὺς δύο συμβαλλομένους ὅτι, ἐπειδὴ ἐπῆλθε μεταβολὴ τῶν περιστάσεων, τὸ δίκαιον ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἔχετε συμφωνήσει τόσον, τοῦτο κατ’ ἐμὴν κρίσιν σᾶς ἐπιβάλλω νὰ ὁρίσητε τόσον, νομίζω ὅτι πράττετε τι ὑπερβολικόν.
§377Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Εἶναι λεπτὴ ἡ διαφορά.
§378Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶναι διαφοραί, αἱ ὁποῖαι, ἐπειδὴ εἶναι λεπταὶ καὶ διαφεύγουσι τὴν ἀντίληψιν εἶναι πολὺ σπουδαιότεραι ἀπὸ τὰς μεγάλας διαφοράς.
§379ΧΡ. ΒΑΣΙΛΑΚΑΚΗΣ. Διατί νὰ μὴ ζητηθῇ τὸ τέλος ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστήν;
§380Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι δὲν ἐπέρχεται τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα.
§381ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἐπεθύμουν νὰ εἴπω δύο λέξεις εἰς ἀπάντησιν τῶν ἐνδοιασμῶν, τοὺς ὁποίους διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν κατὰ τροποποίησιν σήμερον προτεινομένην, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ λύσῃ τὴν μίσθωσιν, ἀλλὰ μόνον παρέχεται εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ δικαστοῦ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ μισθώματος. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον προτείνεται ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι προφανής. Ὁ ἐνοικιάσας ἓν καφενεῖον ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνήθως χρησιμοποιοῦσι τὸ πεζοδρόμιον ἢ τὴν πλατεῖαν, τὴν πρὸ αὐτῶν, ὁ ἐνοικιάσας τὸ καφενεῖον, λέγω, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ χρησιμοποιήσῃ κινητὰ κεφάλαια διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐπιχειρήσεως του, διὰ τοῦτο δὲ καὶ συνήθως αἱ μισθώσεις αὐταὶ εἶναι μακρᾶς διαρκείας, πέντε καὶ ἓξ ἐτῶν. Ὁ νομοθέτης εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἀναχωρεῖ ἐκ τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει ὁ ἰδιοκτήτης, δὲν ἀνταποκρίνεται ἐντελῶς πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας του, ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ μέρος ἀνταλλάγματος ὀφειλομένου εἰς ἄλλον, τὸν δῆμον ἢ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον κατορθώνει ἐκ τῆς ἀτελοῦς προνοίας τοῦ νομοθέτου νὰ καρποῦται ὁ ἰδιοκτήτης. Ὅταν ἀναχωρῇ ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς θὰ ἐννοήσῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, διατί θεωρεῖται τόσον φυσικὸν παρ’ ἡμῶν, ὅπως τὴν στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ πληρώσῃ τὸ ἀντάλλαγμα τῆς χρησιμοποιήσεως τῆς πλατείας εἰς ἄλλο πρόσωπον, διατί ὁρίζομεν, ὅτι ὁ δικαστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ περιορίσῃ τὸ ἐνοίκιον διὰ τὸ μέλλον. Ἐὰν ἐπιτρέπωμεν εἰς τὸν ἰδιοκτήτην νὰ εἴπῃ: δὲν δέχομαι τοιοῦτον περιορισμόν, ζητῶ λύσιν τῆς μισθώσεως, θὰ ἐξεθέτομεν βεβαίως τὸν ἐνοικιαστὴν εἰς ἐκβίασιν ἐκ μέρους τοῦ ἰδιοκτήτου, διότι ἂν κατὰ τὸ πρῶτον ἔτος τῆς μισθώσεως, τῆς μακρᾶς, ὁ ἰδιοκτήτης εἴπῃ πρὸς τὸν ἐνοικιαστήν, φύγε διότι ἐγὼ δὲν θέλω νὰ χρησιμοποιήσῃς τὴν πλατεῖαν, βεβαίως ὁ ἰδιοκτήτης θὰ ἐξεβίαζε τὸν μισθωτὴν νὰ ἀναλάβῃ εἰς βάρος του καὶ τὸ νέον μέρος τοῦ μισθώματος, τὸ ὁποῖον περιείχετο εἰς τὸ ἀρχικῶς ὑπ’ αὐτοῦ λαμβανόμενον ἕνεκα τῆς ἀτελείας τῆς προνοίας τοῦ νομοθέτου. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Πατρῶν βουλευτὴς μετὰ τῶν ἀντιρρήσεων, τὰς ὁποίας προέβαλε διὰ τὴν ἀνάμιξιν τοῦ δικαστοῦ, ἔφερε καὶ τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ ἐκ τῆς περιπτώσεως τῆς ἐλαττώσεως τοῦ μισθώματος ἕνεκα θεομηνιῶν, διότι αὐταὶ ἀφορῶσι τὸ παρελθόν, μὴ λαβὼν ὑπ’ ὄψιν ὅτι αὗται δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσι καὶ εἰς τὸ ἑπόμενον καὶ τὸ μεθεπόμενον ἔτος. Θεωρήσατέ το λοιπὸν μίαν θεομηνίαν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος πρώην συνάδελφός σας εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον κ. Βοζίκης, διὰ τὸν ἰδιοκτήτην τὴν πρόνοιαν τοῦ νομοθέτου, ὅπως μὴ ἐπιτρέπῃ νὰ καρπῶται τὸ μίσθωμα, τὸ ὁποῖον δὲ τοῦ ἀνήκει. Εἶνε φυσικὸν λοιπὸν ὅτι θὰ ὑποστῇ ὁ ἰδιοκτήτης τὴν μείωσιν. Αὐτὰ εἶναι ὅσα εἶχον νὰ εἴπω.
§382Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς σειρᾶς τῶν σκέψεων, ἐκ τῶν ὁποίων προῆλθεν εἰς τὸ συμπέρασμα, δυνατὸν νὰ εἶναι ἀληθεῖς, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὀρθὸν εἶναι τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον προῆλθεν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὸ νομοσχέδιον προέβη κατὰ τὴν ἑξῆς σειράν: Ἔχει συναφθῆ μία σύμβασις, διὰ τῆς μισθώσεως ἔχει ἐκχωρηθῆ ἡ χρῆσις μιᾶς ἰδιωτικῆς κτήσεως· τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως γίνεται χρῆσις ἐκ μέρους τοῦ μισθωτοῦ, ἀλλὰ πέραν ταύτης γίνεται χρῆσις καὶ χώρου ἀνήκοντος εἰς τὸν δῆμον, ἔξω δὲ τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως εὑρισκομένου· κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν καθωρίσθη τὸ μίσθωμα, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν παρ’ ἑκατέρου τῶν συμβαλλομένων ὅτι θὰ γίνῃ χρῆσις καὶ τοῦ χώρου, τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν δῆμον ἢ εἰς τὸ Κράτος κατ’ ἀρχὴν μέν, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἤθελε γίνεσθαι χρῆσις καὶ ἤθελε πορίζεσθαι ὠφελήματα ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ τὴν χρῆσιν τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως, ἐπλήρωσε δὲ τὸ μίσθωμα ὄχι μόνον τῆς ἰδιωτικῆς κτήσεως εἰς τὸν ἔχοντα ταύτην ἀλλ’ ἐπλήρωσε καὶ διὰ τὸν ἔξωθι χῶρον. Ἐπέρχεται ἤδη ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιτρέπει εἰς τὸν δῆμον, ἵνα τὸν ἔξωθι χῶρον παράσχῃ ἀντὶ ἀνταλλάγματος, εἰς αὐτὸν προσποριζομένου, καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἰδιώτην, τὸν ἔχοντα τὴν ἰδιωτικὴν κτῆσιν. Τί δικαιότερον ὅπως ἐπέλθῃ μείωσις τοῦ μισθώματος; Οὐδεὶς διαφωνεῖ· ἀλλὰ τότε προβάλλει εἰς τὸ μέσον τὸ ἐρώτημα· Τίς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κανονίσῃ τὴν μείωσιν τοῦ μισθώματος καὶ θὰ κανονίσῃ οὐχὶ ἐκ λόγων ἀναγομένων εἰς τὸ παρελθὸν τὸ ὀφειλόμενον μίσθωμα, ἀλλὰ θὰ κανονίσῃ τὴν μείωσιν ταύτην τοῦ μισθώματος διὰ τὸ μέλλον; Κανονισμὸς ὅμως τῆς ἀξίας, τοῦ ποσοῦ τοῦ μισθώματος διὰ τὸ μέλλον, εἶναι σύναψις νέας συμβάσεως, διότι μεταβολὴ κατὰ τὸ οὐσιῶδες τοῦτο, τὸ κυριώτατον τοῦτο μέρος τῆς συμβάσεως κατὰ τὸ μίσθωμα, εἶναι σύναψις νέας συμβάσεως. Καὶ θέλετε ἵνα κατὰ τὴν σύναψιν τῆς νέας αὐτῆς συμβάσεως νὰ καθορίσητε εἴτε διὰ τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ, εἴτε διὰ τῆς κρίσεως οἱουδήποτε προσώπου, πάντως τρίτου, παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ συμβαλλομένου, νὰ καθορίσητε τὸ μίσθωμα ὁποῖον τι θὰ εἶναι; Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἐπέμβασις, ἥτις κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιχειρουμένη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ἐπιτετραμμένη. Θὰ ὑπῆρχεν ἄλλος τρόπος—ἂν ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος κινεῖ ὑμᾶς νὰ προέλθητε μέχρι τοῦ σημείου, μέχρι τοῦ ὁποίου προέρχεσθε, εἶναι ἐκεῖνος, ὃν ἐξέθηκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως— θὰ ὑπῆρχε τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνασθε νὰ φθάσητε εἰς αὐτό, τρόπος ὁ ὁποῖος καὶ δι’ ἄλλον λόγον θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον νὰ ἀκολουθηθῇ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει. Ποῖος ὁ τρόπος; Ἔχετε τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὴν ὠφέλειαν ἐκ τῆς χρήσεως τῶν ἔξωθεν τῶν καταστημάτων δημοτικῶν ὁδῶν καὶ πλατειῶν τὴν πορίζονται οἱ ἰδιοκτῆται; Ἐγὼ τὴν ἔχω, ἂν τὴν ἔχετε καὶ ὑμεῖς τότε ποῦ πρέπει νὰ καταλήξητε; Νὰ καταλήξητε, ἵνα τὸ τέλος αὐτὸ ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Ἐκεῖ ὀφείλετε νὰ καταλήξητε.
§383ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τοῦτο καταλήγοντες εἶσθε συνεπής.
§384Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἂν δὲ καταλήξητε εἰς τοῦτο θὰ διατηρήσητε τὴν μίσθωσιν μὲ τὸ ποσόν, μὲ τὸ ὁποῖον ἔχει συναφθῆ, θὰ ἐπιβάλλητε δὲ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τὸ τέλος.
§385ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἦτο πλέον αὐθαίρετον.
§386Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο πλέον αὐθαίρετον, θὰ ἦτο ἐν τῇ φυσικῇ σειρᾷ τῶν πραγμάτων, θὰ ἦτο ἡ συνέπεια τῆς σειρᾶς τῶν σκέψεων, εἰς τὰς ὁποίας προέρχεσθε. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι αὐθαίρετον εἶναι τὸ νὰ καθιστᾶτε ἰδιωτικὴν συμφωνίαν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ προσδιορίζηται τὸ οὐσιωδέστερον μέρος, τὸ μίσθωμα διὰ τῆς κρίσεως τρίτου, διὰ τῆς κρίσεως τοῦ δικαστοῦ. Δύνασθε νὰ ἐπιβάλητε φορολογίαν ἐκείνην, ἣν κρίνετε πρέπον νὰ ἐπιβάλητε, ἂν νομίζητε ὅμως ὅτι ὠφελεῖται ὁ ἰδιοκτήτης, πρέπει νὰ φορολογηθῇ ὁ ἰδιοκτήτης, ἂν δὲ θελήσητε νὰ ἐρευνήσητε ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ βαρυνθῇ διὰ τῆς φορολογίας σᾶς ἀπατᾷ ἡ ἀντίληψις, τὴν ὁποίαν ἔχετε, ὅτι τὴν ὠφέλειαν τὴν πορίζεται ὁ ἰδιοκτήτης καὶ τότε εἰς αὐτὸν πρέπει νὰ ἐπιβάλητε τὴν φορολογίαν.
§387Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παλαιῶν μισθώσεων οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μισθώσεων, αἱ ὁποῖαι θὰ καταρτισθῶσιν εἰς τὸ μέλλον.
§388Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πάντοτε τὴν ὠφέλειαν ἔχει ὁ ἰδιοκτήτης, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν θὰ τὴν ἐπιβάλητε, δὲν θὰ γίνῃ ἀνάγκη μεταβολῆς τῶν μισθωμάτων οὐσιώδης, ἐνῷ ἂν αὔριον μεταβῆτε εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἓν καφενεῖον προνομιακὸν καὶ θελήσητε νὰ τὸ ἐνοικιάσητε τὸ καφενεῖον αὐτὸ νομίζετε ὅτι, διότι ἐπεβλήθη ὁ φόρος εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, θὰ ζητήσῃ ἀπὸ ἡμᾶς ὀλιγώτερα; Θὰ σᾶς ζητήσῃ τὸ ἴδιον ποσὸν ἤ, ἂν ζητήσῃ τι ὀλιγώτερον, θὰ εἶναι ἐντελῶς ἀσήμαντον, ἐν ᾧ ἀντιστρόφως ἂν ἔχῃ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος εἰς αὐτὸν θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὸν νὰ ἀξιώσῃ ἐνοίκιον τοσοῦτον ηὐξημένον ὅσον εἶναι ὁ φόρος; Ἐγὼ τὸ νομίζω δυσχερὲς ἂν ὄχι ἀδύνατον. Καὶ ἂν πρόκειται νὰ προχωρήσητε κατὰ τὴν σειρὰν αὐτῶν τῶν σκέψεων, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖτε, ὀφείλετε νὰ ἐπιβάλητε τὸν φόρον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τότε θὰ ἀποφύγητε μίαν ἄλλην δυσχέρειαν. Θέτετε μίαν προθεσμίαν διὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ τέλους καὶ τὸ τέλος θὰ ἐπιβάλλεται κατ’ ἔτος, θὰ τὸ πληρώσῃ ὁ ἰδιοκτήτης ἀνεξαρτήτως τῶν δυναμένων νὰ γίνωσι μεταβολῶν τῶν μισθωτῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἂν θέλητε νὰ πραγματοποιήσητε τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε καὶ νὰ ἐξασφαλίσητε τὸν μισθωτὴν πρέπει νὰ ἐπιβάλητε τὸ τέλος εἰς τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τοιουτοτρόπως δὲν θὰ θίξητε τὴν ἀρχὴν τῆς καταρτίσεως τῶν συμβάσεων κατὰ τὰ οὐσιώδη στοιχεῖα διὰ τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τῶν συμβαλλομένων, θὰ ἐπιβάλλητε ἕνα φόρον εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος νομίζετε ὅτι ὠφελεῖται καὶ τὸ πρᾶγμα θὰ λάβῃ τὴν φυσικὴν αὐτοῦ λύσιν.
§389Γ. ΠΩΠ. Εἶμαι ἀπολύτως σύμφωνος μὲ ὅσα μετὰ τόσης εὐκολίας διετύπωσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν. Εἶχον ἀπολύτως δίκαιον παρατηρήσας εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος καὶ ἐπιστήσας τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὑποδείξας ὅτι ἡ τροπολογία, ἣν ὑπέβαλε θὰ προεκάλει ζωηρὰν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εὑρεθείσης τῆς λύσεως ταύτης, ἡ ὁποία συμπίπτει ἀφ’ ἑνὸς πρὸς τὴν ἀντίληψιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ὠφέλεια ἐκ τῆς μισθώσεως τῶν πεζοδρομείων καὶ πλατειῶν ἀνήκει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας, ἀφ’ ἑτέρου πρὸς τὴν φορολογικὴν μέθοδον, τὴν ὁποίαν σαφῶς ἐπιστημονικώτατα ἀνέπτυξε ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Πατρῶν, νομίζω ὅτι ἄνευ δισταγμοῦ πρέπει νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἡ λύσις αὕτη, ἐξευρισκομένου τοῦ καταλλήλου τρόπου, ὥστε νὰ μὴ ἐπέλθῃ σύγχυσις ἐπὶ τῶν ἤδη ὑπαρχουσῶν συμβάσεων πρὸς ἐκείνας, αἵτινες κατὰ τὸ μέλλον θὰ γείνωσι.
§390Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Ἡ αἰτιολογία τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅτι ὁ δῆμος πρέπει νὰ λάβῃ τὸ ἀντάλλαγμα τῆς χρήσεως τῶν πεζοδρομίων καὶ πλατειῶν. Ἐννοεῖτε νὰ περιλάβητε εἰς ταύτας καὶ τὰς δημοσίας ὁδοὺς καὶ πλατείας;
§391Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§392Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Νὰ σαφηνισθῇ αὐτό.
§393Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δὲν ἔχω τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν ὡς πρὸς τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ καταλήξωμεν πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Ψαρρῶν, διότι δὲν ἐπείσθην δι’ ὅσων ἀναμφισβητήτως μετ’ ἄκρας εἰλικρινείας ἐξέθηκεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Πατρῶν, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα ἢ νὰ μεταβάλωμεν τὸ τέλος εἰς φορολογίαν, ἢ νὰ διστάσωμεν νὰ ὑποβάλωμεν τὴν διάταξιν περὶ μισθώματος διὰ τὸν ἀπολύτως τυπικὸν λόγον ὅτι, διὰ τῆς διατάξεως ταύτης πρόκειται νὰ συνταχθῇ νέα μίσθωσις, ὑπὸ νέους ὅρους μάλιστα, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν λόγον μὲν θὰ ἔχωσιν οἱ συμβαλλόμενοι, ἀλλ’ ὑποκαθιστᾷ ἀπολύτως αὐτοὺς ὁ δικαστής.
§394Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διατὶ τότε δὲν φορολογεῖτε τὸν ἰδιοκτήτην;
§395Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Διότι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἄμεσον ἐκμετάλλευσιν ἀπέναντι τῆς ὁποίας ζητῶ τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζω ὡς τέλος. Ὁ ἰδιοκτήτης δύναται νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐμὲ ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην τῶν πεζοδρομίων καὶ πλατειῶν, καὶ ἑπομένως δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον θὰ φορολογήσητε ἐμὲ ὡς κύριον τοῦ οἴκου. Ἐὰν ὁ καταστηματάρχης ποιῆται χρῆσιν τῆς περιοχῆς καὶ τῶν πλατειῶν, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω ἀπολύτως σχέσιν, ἀπευθυνθῆτε πρὸς αὐτὸν καὶ λάβετε παρ’ αὐτοῦ τὸν φόρον.
§396Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐδέχθητε ἤδη ὅτι ἔχετε ὠφελήματα· τοῦτο ἔγινε δεκτόν.
§397Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀκολουθῶ ἀκριβῶς τὴν σειρὰν τῶν γεγονότων καὶ βλέπω ὅτι ἐμμέσως ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ δῆμος διὰ τῶν πεζοδρομίων καὶ πλατειῶν ὠφελεῖται ὁ ἰδιοκτήτης, ἀμέσως ὅμως ὠφελεῖται ὁ καταστηματάρχης, καὶ ἀπὸ τὸν ἀμέσως ὠφελούμενον πρέπει νὰ λάβω τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἀναμένω. Δὲν δύναμαι ἀπολύτως νὰ κατανοήσω ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος αὐτός, ὁ ὁποῖος θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς μειώσεως ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου. Ὁ κίνδυνος αὐτός, ἐὰν ὑπάρχῃ, δὲν ὑπάρχει εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν μόνον, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ εἰς κάθε περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ δικαστὴς ἀποφασίζει περὶ ἀμφισβητουμένων δικαιωμάτων. Αἴφνης εἰς τὰς πωλήσεις, ἐὰν ἐξ ἐπερχομένων γεγονότων ἀποδειχθῇ ἐλαττωματικὸν τὸ πωλούμενον ἀντικείμενον, ὁ δικαστὴς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος προσδιορίζει τὸ ἀντίτιμον, δὲν τὸ προσδιορίζουν οἱ συμβαλλόμενοι, διότι οἱ συμβαλλόμενοι εὑρίσκονται ἐν ἀντιφωνίᾳ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνήσουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶνε ἐν ἀντιδικίᾳ; Ὁ δικαστὴς εἶνε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζει κρίνων περὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, ἀφοῦ ἀκούσῃ ἑκατέρωθεν τὰ προτεινόμενα ἐπιχειρήματα. Ἑπομένως δὲν διαβλέπω κανένα κίνδυνον ἐκ τῆς ἀφέσεως τοῦ ζητήματος τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς μειώσεως εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, διότι πᾶσα δευτέρα γνώμη θὰ προήρχετο ἐκ δυσπιστίας, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχομεν πρὸς τὰ δικαστήρια.
§398Γ. ΠΩΠ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν θὰ ἔχετε σταθερὰν τὴν φορολογίαν. Ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ ἀντιλήψει σας πρόκειται περὶ τέλους καὶ ὄχι περὶ φόρου, ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ ἀντιλήψει σας πρόκειται περὶ ἀνταλλάγματος χρήσεως καὶ ὄχι περὶ φόρου, ἐφ’ ὅσον δὲν θέσητε τὴν φορολογίαν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ οἰκήματος, δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε σταθερὰν καὶ δικαίαν αὐτὴν τὴν φορολογίαν.
§399Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν πρώτοις δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ εἶνε ἀπολύτως ἀμετάβλητος. Ἀλλὰ τὰ τέλη δὲν εἶνε σταθερώτατα.
§400Γ. ΠΩΠ. Κατ’ ἀναλογίαν πρὸς τὴν χρῆσιν.
§401Α. ΠΑΠΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ. Εἶνε ἀναμφισβήτητον ὅτι τὸ τέλος δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τῷ ἰδιοκτήτῃ τῆς οἰκίας, τῆς κειμένης ἔμπροσθεν τοῦ χώρου, ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὸν δῆμον, τοῦτο δὲ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν συνάπτεται μίσθωσις καταστήματος δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων ὁ ἰδιοκτήτης οὔτε ὁ μισθωτὴς μέχρι ποίου ὁρίου θὰ γίνῃ χρῆσις τοῦ πεζοδρομίου ἢ τῆς πλατείας. Εἶνε ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ ποιούμενος χρῆσιν τοῦ πεζοδρομίου ἢ τῆς πλατείας δύναται νὰ φορολογηθῇ· αὐτὸς μόνον δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν μὲ τὰς ἀρχάς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβάλωσι τὴν φορολογίαν. Ἑπομένως δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἐγερθῇ σοβαρὰ ἀντίρρησις ὅσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν. Δύναται ὅμως νὰ ἐγερθῇ ἄλλη ἀντίρρησις, ὅσον ἀφορᾷ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἡ ἑξῆς ἀντίρρησις: ὅτι ὡς τίθεται ἡ ἀρχὴ τοῦ καθορισμοῦ τῆς μειώσεως ὑπὸ τοῦ Δικαστηρίου, θὰ ἀνοιχθῇ εὐρὺ δικαστικὸν στάδιον, τὸ ὁποῖον βέβαια δὲν θὰ ἀπολήξῃ εἰς ὄφελος ἴσως οὔτε τῶν ἰδιοκτητῶν οὔτε τῶν μισθωτῶν. Διότι ἐπὶ τῇ βάσει ποίας ἀρχῆς θὰ ἀποφασίσῃ τὸ Δικαστήριον; Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν λέγει, ὅτι θὰ γίνῃ ἀνάλογος μείωσις. Ἀλλὰ τί εἴδους ἀνάλογος; Ἀνάλογος τοῦ πληρωνομένου τέλους; τότε θὰ ἦτο ἁπλούστερον νὰ διαταχθῇ ὥστε νὰ γίνῃ ἀμέσως μείωσις ἀναλόγως τοῦ πληρωνομένου τέλους. Διότι, ἐὰν ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου εἶνε τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε εἶχεν ὁ ἰδιοκτήτης ἐκ τῆς χρήσεως ὑπὸ τοῦ ἐνοικιαστοῦ τοῦ πεζοδρομίου, διότι τὸ κέρδος ἀνῆκεν εἰς τὸν δῆμον, δέον ὅπως τοῦτο ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸν ἐνοικιαστήν, ὁ ὁποῖος τὸ εἰσπράττει. Ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἀνοίξεως δικῶν πρὸς καθορισμὸν τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐνοικίου. Ἐπειδὴ ὅμως εἶνε ἐνδεχόμενον ὁμολογουμένως κατὰ τὴν ἐνοικίασιν ὡρισμένων καταστημάτων νὰ μὴ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἐπαρκῶς τὸ κέρδος—διότι ὅσον καὶ ἂν εἶνε ἰσχυρὸς ὁ νόμος τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως βεβαίως δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ἦνε τόσον ἰσχυρὸς ὥστε εἰς κάθε περίπτωσιν νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ὅλαι αἱ περιπτώσεις αἱ ὑπὲρ καὶ αἱ κατὰ περὶ ἑνὸς ἀντικειμένου—ἐφ’ ὅσον, λέγω, εἶνε δυνατὸν νὰ μὴ ἔχῃ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἐπαρκῶς τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ προσπορισθῇ ἐκ τοῦ πεζοδρομίου, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ λύσις τῆς μισθώσεως καὶ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ἐνοικιαστήν, νὰ μειωθῇ δηλαδὴ διὰ τοῦ νόμου τὸ μίσθωμα ἀναλόγως τοῦ τέλους, νὰ ἐπιτραπῇ ὅμως ἡ λύσις τῆς μισθώσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελε θεωρηθῇ ὅτι ζημιοῦται πολὺ ὁ ἰδιοκτήτης ἢ ὁ ἐνοικιαστὴς ἐκ τοῦ ἐπιβαλλομένου τέλους. Τότε θὰ ἔχωμεν πάλιν νέον ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ ἰδιοκτήτου καὶ ἐνοικιαστοῦ καὶ θὰ κανονίζεται τὸ μίσθωμα ἀναλόγως τῆς προσφορᾶς καὶ τῆς ζητήσεως, ἄλλως θὰ ἔχωμεν δικαστικοὺς ἀγῶνας, τῶν ὁποίων τὸ τέλος θὰ εἶνε ἐπίσης ἀβέβαιον, διότι δὲν λύεται τὸ ζήτημα κατὰ ποῖον τρόπον οἱ δικασταὶ θὰ κρίνουν ὑπὲρ τῆς μειώσεως. Θὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὸ τέλος μόνον ἢ καὶ τὰ κέρδη τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐκ τοῦ ὕψους τοῦ μισθώματος, ἐὰν ταῦτα εἶνε σύμφωνα πρὸς τὴν ἀξίαν τοῦ κτήματος ἢ ὄχι;
§402Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Καὶ μίαν ἀκόμη ἐξήγησιν ἤθελον παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Λέγετε νὰ γίνῃ ἀνάλογος μείωσις μεταξὺ τέλους καὶ ἐνοικίου. Ἐννοεῖτε μείωσιν ἴσην πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ φόρου;
§403Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶναι φανερὸν τὸ πρᾶγμα καὶ ἀπορῶ πῶς σεῖς κάμνετε αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, διότι ἂν ἐλέγομεν ὅτι ἡ μείωσις θὰ εἶνε ἴση πρὸς τὸ τέλος θὰ ἐλέγομεν, ὅτι ὁλόκληρον τὸ τέλος τῶν πεζοδρομίων ἢ πλατειῶν τὸ ἀρυόμεθα ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τὸ ἐπιρρίπτομεν εἰς αὐτόν, ἐνῷ τὸ τέλος ἐπιμερίζεται μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τοῦ ἐπιχειρηματίου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὁ δικαστὴς εἶνε ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ κρίνῃ.
§404Χ. ΒΟΖΙΚΗΣ. Αὐτὸ ἤθελον νὰ σημειωθῇ.
§405ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶνε ἐλεύθερος ὁ δικαστὴς νὰ κανονίσῃ.
§406Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶχον σκοπὸν νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ 5 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου κατ’ ἐπέκτασιν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ ἠθέλησα νὰ εἴπω δύο λέξεις καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ἐπὶ τάπητος, ὡς πρὸς τὴν λύσιν τῆς μισθώσεως διὰ τῆς δικαστικῆς ἐπεμβάσεως καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιβολὴν τοῦ τέλους ἐπὶ τοῦ ἰδιοκτήτου. Εἰς ἐπικουρίαν τῆς προτάσεως τοῦ κ. βουλευτοῦ Πατρῶν δὲν θὰ φέρω οὔτε Γαλλικὰς οὔτε Γερμανικὰς νομοθεσίας, ἀλλὰ μίαν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν ἐφεξῆς θὰ ἀναγκασθῶμεν πολλάκις νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει διὰ τὸ πρακτικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον τὴν διέπει, τὴν Τουρκικήν. Ἡ Τουρκικὴ νομοθεσία, τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τὴν ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἐκείνους τῶν ὁποίων τὰ κτήματα διὰ τῆς ρυμοτομίας λαμβάνουν πρόσοψιν πλεονεκτικὴν. Ἐπιβάλλει εἰς τὰ κτήματα αὐτά, ἐκτὸς τοῦ κτηματικοῦ φόρου καὶ τοῦ εἰδικοῦ φόρου διὰ τὴν καθαριότητα τῆς πόλεως, καὶ ἕνα φόρον πρόσθετον, ἂς τὸν εἴπωμεν, πλεονεκτικῆς θέσεως διότι δὲν δύναμαι νὰ εὕρω τὴν κατάλληλον μετάφρασιν αὐτὴν τὴν ὥραν τῆς λέξεως σερεφιέ.
§407Δ. ΚΙΓΚΟΣ. Αὐτὸς τίθεται ἐφ’ ἅπαξ.
§408Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τίθεται ἐφ’ ἅπαξ, νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ κατὰ διάρκειαν.
§409Δ. ΚΙΓΚΟΣ. Αὐτὸς δὲν εἶνε φόρος.
§410Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Κατόπιν αὐτῆς τῆς μικρᾶς παρατηρήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶμαι τόσον ἁρμόδιος νὰ ἐπιμείνω περισσότερον καὶ τὴν ἀφίνω εἰς τὴν κρίσιν τῶν νομομαθῶν συναδέλφων, θέλω νὰ κάμω μίαν ἄλλην παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου. Τὴν βάσιν αὐτὴν δίδει μέχρι τινὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσίν του, ὅπου λέγει ὅτι θὰ ἠδύνατο ὁ δῆμος δι’ ἐκμισθώσεως νὰ ἐπιδιώξῃ τὸ τοιοῦτον ἀντάλλαγμα. Ὥστε διὰ τοῦ τρόπου τούτου, νομίζω, ὅτι δημιουργεῖται ἓν νέον εἶδος ἰδιωτικῆς περιουσίας τοῦ δήμου τὰ πεζοδρόμια καὶ τὰς πλατείας τὰς κατακυρώνομεν ὡς domaine privé, ὡς ἰδιωτικὴν περιουσίαν τοῦ δήμου.
§411Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§412Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διότι λέγετε ὅτι ἠδύνατο ὁ δῆμος νὰ τὸ κάμῃ αὐτό, ἀλλὰ δὲν τὸ κάμνει, διότι προσκρούει εἰς μίαν νομικὴν βάσιν.
§413Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ κάμνει, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα.
§414Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ φόρος αὐτὸς εἶνε εὐκολώτερος, εἶνε ζήτημα ἀντιλήψεως τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου νὰ σκεφθῇ ἄλλον φόρον, ὡς τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων καὶ ἐπιβάλῃ αὐτὸν ὡς καλύτερον. Δὲν δυνάμεθα ὅμως ποτὲ νὰ δεχθῶμεν ὅτι αἱ πλατεῖαι καὶ αἱ ὁδοί, εἴτε καὶ χαρασσόμεναι καὶ κατασκευαζόμεναι ὑπὸ τοῦ δήμου, δύναται νὰ ἀποτελέσωσι ἰδιωτικὴν περιουσίαν τοῦ δήμου.
§415ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διατί ὄχι;
§416Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Διότι αἱ ὁδοὶ καὶ τὰ πεζοδρόμια κατασκευάζονται διὰ τὴν χρῆσιν τῶν δημοτῶν ὅλων. Ἀλλ’ ἂς ἀφήσωμεν κατὰ μέρος αὐτὴν τὴν νομικὴν βάσιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν δέχομαι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐκ πεποιθήσεως ἐφρόνει ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ὡς βάσις τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχομεν τὸ ἄλλο πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις, ἡ σημερινή; Γίνεται ποῦ γίνεται αὐτὴ ἡ παρανομία καὶ καταπάτησις τῶν πεζοδρομίων, ἂς δημιουργήσωμεν ἕνα πόρον ὑπὲρ τῶν δήμων. Μάλιστα, ἀλλὰ δημιουργουμένου τοῦ πόρου αὐτοῦ, τί γίνεται; Καταργοῦνται τὰ πεζοδρόμια καὶ αἱ πλατεῖαι. Ἡ Κυβέρνησις εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσῃ πόρους ὑπὲρ τῶν δήμων ἢ εὑρισκομένη εἰς τὴν ἀδυναμίαν νὰ ἄρῃ μίαν ὑπερβασίαν, λέγει ὅτι τὰ πεζοδρόμια καὶ αἱ πλατεῖαι εἰς τὸ ἑξῆς θὰ εἶνε καφενεῖα, τόπος διὰ παιγνίδια, καὶ δὲν θὰ εἶνε πεζοδρόμια καὶ πλατεῖαι. Θὰ εὕρωμεν λοιπὸν σήμερον, ὅπου μετὰ μεγάλης δυσκολίας προσπαθοῦμεν νὰ περάσωμεν καὶ νὰ γλυτώσωμεν ἀπὸ τὰ αὐτοκίνητα, τὰ κάρρα καὶ τῆς σοῦστες, θὰ εὕρωμεν μεγαλειτέρας δυσκολίας, ὅταν διὰ νόμου καθορισθῇ τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν ὁ νόμος αὐτὸς εἶχε τὸν σκοπόν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀποβλέπουν μερικοὶ τελωνειακοὶ δασμοί, δηλ. ἀπὸ προστατευτικοῦ νὰ φθάσῃ μέχρις ἀπαγορευτικοῦ βαθμοῦ, τότε θὰ τὸ ἠννόουν καὶ θὰ ἔλεγον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται ἀστυνομικῶς νὰ ἀπαγορεύσῃ τὸ ἄτοπον καὶ ἐπιβάλῃ ἕνα βαρὺν δασμόν, ὥστε τὰ πεζοδρόμια καὶ αἱ πλατεῖαι νὰ κενωθοῦν. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ταμιευτικὸν σκοπόν, νὰ δημιουργήσῃ πόρον ὑπὲρ τῶν δήμων καὶ οἱ δῆμοι θὰ ἐπιβάλουν τόσον μόνον τέλος, διότι πρὸ παντὸς ἐνδιαφέρονται ταμιευτικῶς, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρύνουν πολὺ ἐκεῖνον, εἰς βάρος τοῦ ὁποίου θὰ πέσῃ αὐτὸς ὁ φόρος. Ὥστε τὴν μέχρι σήμερον ἄνομον ἀρχὴν τῆς ἀστυνομίας θὰ τὴν κάμωμεν νόμιμον.
§417Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κατὰ τοὺς συλλογισμούς σας, ἡ περιουσία αὕτη, ἡ ὁποία δὲν εἶνε ἰδιωτικῆς φύσεως διὰ τὸν δῆμον πρέπει νὰ ἀφίηται ἀπολύτως εἰς τὴν κυκλοφορίαν τοῦ πλήθους, κατὰ τοὺς αὐτοὺς συλλογισμοὺς πρέπει νὰ θεωρήσητε ὅτι καὶ ἡ στάθμευσις τῶν ἁμαξῶν πρέπει νὰ ἀπαγορεύηται, διότι καὶ αὕτη ἐμποδίζει.
§418Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἂν ἦτο δυνατόν, βεβαίως· καὶ ὁ δήμαρχος ὥρισε νομίζω πρὸς τοῦτο μίαν πλατεῖαν ἀπόκεντρον.
§419Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν ὅτι ἡ ἀντίληψις περὶ τῆς φύσεως τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας τοῦ δήμου δὲν ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν μόνον, ἀλλ’ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Παντοῦ ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ ἄδειαι σταθμεύσεως, εἰς τὰς ὁποίας ἐπιβάλλεται τέλος. Δὲν πρόκειται περὶ καινοτομίας. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶνε εἰλημμένον ἐξ ἄλλης νομοθεσίας.
§420Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὸ ἀκριβῶς θέλω, ἐγὼ θέλω νὰ καινοτομήσωμεν, κύριε Ὑπουργέ. Διατὶ ὄχι; Διότι ἄλλως θὰ ἤμεθα περιττοὶ ἡμεῖς ἐδῶ νὰ συζητῶμεν, καὶ θὰ ἤρκουν τέσσαρες ἕως πέντε νομομαθεῖς, οἱ ὁποῖοι νὰ ἀντιγράφουν ἀπὸ τὰς ξένας νομοθεσίας. Δὲν θέλω νὰ πιθηκίζωμεν διαρκῶς ἀντιγράφοντες ξένους νόμους.
§421Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μοῦ ἐπιτρέπεται; Τὸ νομοσχέδιον εἶνε εἰλημμένον ἀπὸ ξένην νομοθεσίαν, ἀλλὰ δύναται νὰ ἐρωτήσῃ τις ὑπάρχει τὸ αὐτὸ εὖρος τῶν ὁδῶν τῶν Ἀθηνῶν μὲ τὸ τῶν νομοθεσιῶν, τὰς ὁποίας ἀντιγράφομεν;
§422Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ θὰ ἠρχόμην, ἀλλ’ αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ 5ον ἄρθρον, ὅπου γίνεται ἐπέκτασις τοῦ νόμου καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας. Εἰς τὰς ἐπαρχίας δὲν ἔχομεν εὐρεῖαν ρυμοτομίαν, δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν δὲ τὰ οἰκονομικά μας μέσα νὰ κάμωμεν τόπον καὶ διὰ τὸν δρόμον καὶ διὰ τὰ πεζοδρόμια, διότι δὲν μᾶς ἐπιτρέπει ἡ ρυμοτομία νὰ κατεδαφίσωμεν κτίρια, τὰ ὁποῖα εἴτε ὁ δῆμος θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ ἀποζημιώσῃ εἴτε οἱ ἰδιοκτῆται θὰ ὑποχρεωθοῦν νὰ τὰ χάσουν, εἴτε, ἂν κάμωμεν μίαν τοιαύτην ρυμοτομίαν, θὰ ἔχωμεν πόλεις ὡς ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν ἔλεγον: «κλείσατε τὰς θύρας ὑμῶν, ἵνα μὴ ἡ πόλις ἐξέλθῃ». Ὥστε ἡ μόνη πόλις, ἡ ὁποία ἐνδιαφέρεται, εἶνε ἡ πρωτεύουσα καὶ ὑπὲρ τῆς πρωτευούσης τοῦ Κράτους ὅλοι ἐνδιαφερόμεθα διότι ἀνήκει εἰς ὅλους μας καὶ θέλομεν νὰ ἔχῃ τὴν ἀπαιτουμένην ἐλευθερίαν. Ἐγὼ θὰ παρῃτούμην ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὴν ρυμοτομίαν τῶν Ἀθηνῶν, ἐὰν ἀπηλείφετο τὸ 5ον ἄρθρον καὶ ἂς ἀφήνατε νὰ σᾶς τσακίζουν ἐδῶ τὰ κάρρα καὶ τὰ αὐτοκίνητα, ἐὰν δὲ καὶ ἡμεῖς ἐπαθαίναμεν τίποτε, θὰ παρηγορούμεθα ὅτι εὑρισκόμενοι ἐν τῇ πρωτευούσῃ ἐπάθαμεν.
§423Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὰ δημοτικὰ συμβούλια τῶν πόλεων ἐκείνων θὰ εἶνε παράφρονα;
§424Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Εἶνε φιλότιμα καὶ θέλουν νὰ ἔχουν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρους πόρους.
§425Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὑποθέσατε ὅτι πηγαίνει ἕνας καταστηματάρχης εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον καὶ ζητεῖ ἄδειαν ὑποσχόμενος ὑπέρογκον φόρον, διὰ νὰ κλείσῃ τὸ πεζοδρόμιον.
§426Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καθ’ ὅλον τὸ βάθος καὶ πλάτος, ἀφίνω καὶ εἰς ὑμᾶς περιθώριον νὰ ὁμιλήσητε.
§427Φ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διασαφίσῃ ἀκόμη περισσότερον τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν τροπολογίαν. Ἐξηγοῦμαι: ἀπαντῶν εἰς σχετικὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀρκαδίας ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἡ ἔκπτωσις τοῦ μισθώματος, ἡ ἀνάλογος, θὰ γίνεται καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη, τὰ συμβαλλόμενα.
§428ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀφίεται εἰς τὸν δικαστὴν πλήρης ἐλευθερία.
§429Φ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε· ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ ἔννοια τῆς τροπολογίας εἶνε, ἢ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ εἶνε, διάφορος. Ἐγὼ ὑπέλαβον ὅτι φρονῶ ὅτι τὸ τέλος πρέπει νὰ ἐπιβληθῇ εἰς βάρος τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ ἐφρόνουν ὅτι ἡ φράσις τῆς τροπολογίας «θὰ γίνεται ἀνάλογος ἔκπτωσις» ἔχει τὴν ἑξῆς ἔννοιαν, ὅτι θὰ γίνεται ἀνάλογος πρὸς τὸ μίσθωμα ἐν σχέσει πρὸς τὸ τέλος, τὸ ἐπιβαλλόμενον, πάντοτε ὅμως θὰ ἐπιβάλλεται εἰς βάρος τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἡ ἀναλογία δηλ. δὲν θὰ ἀφορᾷ καθόλου τὰ πρόσωπα τῶν συμβαλλομένων, ἀλλὰ θὰ ἀφορᾷ μόνον τὸ μίσθωμα ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ τέλος τὸ ἐπιβαλλόμενον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὲ προσέξῃ, διότι πρέπει ἐπὶ τέλους νὰ τεθῇ μία βάσις. Τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι ἐπιβάλλεται τέλος, χωρὶς νὰ λέγῃ ποῖος θὰ εἶνε ὁ ὑπόχρεως. Λέγεται εἰς τὴν τροπολογίαν σας ὅτι γίνεται ἀνάλογος ἔκπτωσις. Φρονεῖτε, ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ ἀνάλογος ἔκπτωσις θὰ βαρύνῃ καὶ τὸν ἰδιοκτήτην καὶ τὸν ἐκμεταλλευτήν;
§430Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἀποφανθῇ ὁ δικαστής.
§431Φ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Καλὰ ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ἓν μέτρον κρίσεως.
§432Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Θὰ ἔχῃ ὅλα τὰ περιστατικά.
§433Φ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ποῖα ὅλα; Πρέπει νὰ δώσητε ἓν μέτρον κρίσεως.
§434ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Προτείνατε μίαν τροπολογίαν, ἐὰν ἔχητε, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα.
§435Φ. ΒΑΛΛΗΝΔΑΣ. Ἐγὼ ἐζήτησα ἁπλῶς διασάφησιν διὰ μιᾶς δηλώσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καταχωρουμένης εἰς τὰ πρακτικά, ἥτις νὰ χρησιμεύσῃ καὶ πρὸς ἑρμηνείαν τοῦ νόμου. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4ον ὡς ἐτροποποιήθη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 5ον).
§436Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν λαβὼν ὑπ’ ὄψει τὰς ἀνάγκας τοῦ δήμου Ἀθηναίων καὶ τὰς παραστάσεις τῶν διοικούντων τὸν δῆμον Ἀθηναίων, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται φορολογία ὑπὲρ τοῦ δήμου Ἀθηναίων ἐπὶ τῆς χρήσεως τῶν πεζοδρομίων παρὰ τῶν καφεπωλῶν καὶ παντὸς εἴδους ἐπιτηδευματιῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ φορολογία αὕτη ἀφορᾷ καὶ τὸν δῆμον Ἀθηναίων οὐδεμία γεννᾶται ἀντίρρησις, οὔτε σκοπεύω νὰ ἐξετάσω τὴν σκοπιμότητα εἴτε τὴν χρησιμότητα τῆς φορολογίας ταύτης, ἀλλ’ εἰς τὸ νομοσχέδιον περιλαμβάνεται διάταξις περὶ ἐπεκτάσεως τῆς φορολογίας καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς δήμους τοῦ Κράτους, κατὰ τῆς διατάξεως δὲ ταύτης ἔλαβον τὸν λόγον ἵνα διαμαρτυρηθῶ, διότι, ἐὰν αἱ ἀνάγκαι τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν ἐπιβάλλουν τὴν καθιέρωσιν τῆς τοιαύτης φορολογίας, οὐδεὶς λόγος συντρέχει ὅπως ἐξομοιώσωμεν τὰς λοιπὰς πόλεις τοῦ Βασιλείου μὲ τὴν Πρωτεύουσαν. Συχνὰ ὑποπίπτομεν εἰς μίαν τοιαύτην πλάνην νομίζοντες ὅτι αἱ ἐπαρχίαι δύνανται νὰ ἐξομοιωθοῦν πρὸς τὴν πρωτεύουσαν, ἐκ τῆς πλάνης δὲ ταύτης ἐπακολουθοῦν πλεῖστα ἄτοπα καὶ πλεῖστα ἀδικήματα. Παρακαλῶ συνεπῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ τὴν διαγραφὴν τοῦ σχετικοῦ 5ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο προαπαιτεῖ διὰ τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας εἰς τοὺς λοιποὺς δήμους τοῦ Κράτους ἓν ψήφισμα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀνοίγομεν μίαν θύραν διὰ τῆς ὁποίας θὰ διέλθουν ἂν μὴ καταχρήσεις, βεβαίως ὅμως μέτρα ἀδικαιολόγητα καὶ πιεστικά. Κινδυνεύει τουτέστι νὰ ἴδωμεν ἐπιβαλλομένην αὐτὴν τὴν νέαν φορολογίαν τῶν πεζοδρομίων εἰς τοὺς λοιποὺς δήμους τοῦ Κράτους, τοὺς πολίτας καταπιεζομένους ἄνευ ἄλλου τινὸς πρακτικοῦ ὀφέλους, διότι ἡ μικρὰ αὔξησις τῶν δημοτικῶν ἐσόδων, ἡ ὁποία θὰ ἐπακολουθήσῃ εἰς οὐδὲν θὰ χρησιμεύσῃ. Ἂς ἐφαρμοσθῇ τὸ μέτρον εἰς τὴν Πρωτεύουσαν, ἂς ἴδωμεν τοὺς καρποὺς αὐτοῦ, καὶ ἔχομεν καιρὸν νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν φορολογίαν διὰ νέου νομοθετήματος εἰς τοὺς λοιποὺς δήμους τοῦ Κράτους. Ἡ Πρωτεύουσα ἐζήτησε τὴν φορολογίαν καὶ παρέχομεν αὐτῇ ταύτην, ἂς ἀναμένωμεν νὰ ζητήσουν αὐτὴν καὶ αἱ λοιπαὶ πόλεις τοῦ Βασιλείου, ἂς μὴ σπεύδωμεν.
§437ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν ἔχω σκοπόν, κύριοι βουλευταί, νὰ προτείνω τροποποιήσεις. Ὅλοι ὅσοι παρετήρησαν ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε συζητήσεως, ἂν μὴ ἑκάστη λέξις, ἑκάστη περίοδος, ἕκαστον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου τούτου, προεκάλεσεν πολλὰς παρατηρήσεις περὶ τὴν διατύπωσιν, προεκάλεσεν τόσην ἐπιστημονικὴν συζήτησιν περὶ τοῦ ἂν πρόκειται περὶ τέλους ἢ φόρου, περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστῶσι τὸ βάρος, περὶ τοῦ τρόπου τῆς μειώσεως τοῦ μισθώματος καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρονται περὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε δικαιολογεῖται πληρέστατα ἡ μεγαλυτέρα μελέτη τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν βλέπω ποῖος λόγος ἐπιβάλλει τὴν ἐπιψήφισιν τοσαύτης σπουδαιότητος νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ μεταβάλῃ κεκτημένα δικαιώματα, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς κατοίκους. Οὐδεὶς λόγος, ἐπαναλαμβάνω, ὑπάρχει νὰ ψηφισθῇ τοσοῦτον ἐπειγόντως καὶ νὰ μὴ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἢ ὁ κύριος Πρόεδρος θὰ καλέσῃ, ὥστε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν γενομένων συζητήσεων, τῶν ὑποβληθεισῶν τροποποιήσεων, νὰ καταρτισθῇ οὕτως ὥστε νὰ ἐξασφαλίζῃ ὅλων τὰ δικαιώματα.
§438Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἡ ἀφορμὴ ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὁ βαθύτερος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἡ ἀπονομὴ δικαιοσύνης, ἵνα πληρωθῇ ἀτέλεια τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐπιτρέπετο ὑπὸ τύπον δωρεᾶς νὰ περιέρχωνται εἰς ὡρισμένα ἄτομα ἀνταλλάγματα ἢ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα προήρχοντο ἀπὸ τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τῶν μεγάλων ἐν γένει πόλεων. Πρέπει ὄντως νὰ φορολογηθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουσιν ὑπέρογκα ἐνοίκια. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου θὰ πληρωθῇ ἡ ἀτέλεια τῆς νομοθεσίας καὶ θὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν κερδοσκοπίαν. Εἶναι δικαιότατον λοιπὸν τὸ μέτρον καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ τὸ ἄρθρον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5ον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§439ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ. συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προμηθείας σίτου καὶ ἀλεύρων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δι’ ἐπιτάξεως».
§440Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶμαι διατεθειμένος νὰ δώσω μεγαλυτέραν εὐρύτητα εἰς τὸ νομοσχέδιον, νὰ περιληφθῇ καύσιμος ὕλη, ξυλεία καὶ λοιπά. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ τροποποιήσεις διὰ νὰ συζητηθῶσιν κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§441Π. ΦΛΩΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ προστεθῶσιν ὁ ἀραβόσιτος καὶ οἱ δημητριακοὶ καρποί.
§442Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Νομίζω κύριε Πρόεδρε, ὅτι ὅπως ἔχει διατυπωθῇ τὸ ἄρθρον δὲν εἶνε σύμφωνον πρὸς τὸ ἄρθρον 17 τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ διατίμησις γίνεται δι’ ἀστυνομικῆς διαταγῆς. Ἡ ἀστυνομικὴ διατίμησις δὲν εἶνε δικαστικὴ ὁδός, ὅπως ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα.
§443ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο τοῦ Συντάγματος προστατεύει τὴν ἀκίνητον περιουσίαν. Ἡ λέξις ἡρμηνεύθη πάντοτε οὕτω καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὕτη ἐδόθη ἡ ἑρμηνεία. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§444ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀφομοιώσεως τῆς ἐν Χίῳ κοινοτικῆς ἐμπορικῆς σχολῆς πρὸς τὰς δημοσίας Ἐμπορικὰς Σχολὰς τοῦ Κράτους, καὶ διαχειρίσεως τῆς περιουσίας αὐτῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσωρινῆς ρυθμίσεως τῶν σχέσεων μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν τσιφλικίων καὶ τῶν ἐπιμόρτων καλλιεργητῶν μέχρι τῆς 31 Αὐγούστου 1916». Ἄρθρον 1. (Ἀναγινώσκεται).
§445Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Δὲν θὰ γίνῃ τροπολογία;
§446Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ διανείμω τροπολογίαν. Κύριε Πρόεδρε, θὰ τὸ διανείμω τροπολογημένον εἰς τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§447Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον ζητήσει τὸν λόγον καὶ τὸν ἀναβάλλω διὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν. Θὰ παρακαλέσω μόνον νὰ ἀναγραφῇ ἐκ τῶν πρώτων νομοσχεδίων, διότι εἶνε πολὺ σπουδαῖον.
§448ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 2–3 ὡς καὶ τὸ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀναστολῆς ὑποχρεώσεων τῶν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἐργαζομένων ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§449ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, αὔριον συνεδρίασιν δὲν θὰ ἔχωμεν. Τὸ Σάββατον.
§450ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ Σάββατον πέμπτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν. Ἢ τὸ πρωΐ;
§451Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ ἀπόγευμα.
§452ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν πέμπτην ἀπογευματινήν. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 2 40′ π. μ.).