| 898 | Ὁ κ. Κ. Ζαβιτζιᾶνος | 182 | |
| 899 | Ὁ κ. Ι. Δέλλιος | 93 | |
| 900 | Ὁ κ. Ν. Βάρβογλης | 7 | |
| 901 | Εὑρέθησαν δὲ καὶ λευκὰ ψηφοδέλτια | 24 |
1915.08.03~1
985 στίχοι ·
7.919 λέξεις ·
1 πίνακας ·
61 παρεμβάσεις
Η ημερομηνία συμπίπτει με άλλη συνεδρίαση· συνεπώς η παραπομπή φέρει #1.
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 1Η
(Δευτέρα 3 Αὐγούστου 1915).
(Ὥρα 10.45′ π. μ.)
Προεδρία κ. Ν. Γαρδικιώτου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν δήλωσιν τοῦ βουλευτοῦ κ. Ἐλευθερίου Βενιζέλου, καθ’ ἣν οὗτος ἀποδέχεται τὴν ἐκλογήν του ὡς βουλευτοῦ ἐν τῷ νομῷ Ἀττικοβοιωτίας. Παρακαλεῖται ὁ μὴ ὁρκισθεὶς βουλευτὴς Θεσσαλονίκης κ. Ἀλβ. Κουριέλ, ὅπως προσέλθῃ καὶ δώσῃ τὸν τεταγμένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὅρκον. (Προσέρχεται εἶτα ὁ κληθεὶς κ. Βουλευτὴς καὶ ὁρκίζεται ὡς ἑξῆς: «Ὀμνύω εἰς τὸν Θεὸν τοῦ Ἰσραὴλ καὶ εἰς τὴν Ἱερὰν Αὐτοῦ Βίβλον νὰ φυλάξω πίστιν εἰς τὴν Πατρίδα καὶ εἰς τὸν Συνταγματικὸν Βασιλέα, ὑπακοὴν εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἐκπληρώσω εὐσυνειδήτως τὰ καθήκοντά μου».
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν διὰ ψηφοδελτίων μυστικὴν ψηφοφορίαν πρὸς ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου αὐτῆς, ὅπερ εἶνε καὶ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως.
§3Γ. ΠΩΠ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, παρακαλῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ. Εἰς τὸ ἄρθρον 82 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἀναγράφεται ὅτι, προκειμένου νὰ γίνῃ μυστικὴ διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορία, ἐκφωνοῦνται τὰ ὀνόματα τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴν τάξιν τοῦ ὀνόματος τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἐκλέγονται οὗτοι. Εἰς τὸν κατάλογον τῶν νέων βουλευτῶν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψει, παρατηροῦμεν ὅτι ἐκ τοῦ στοιχείου Β κατ’ ἀλφαβητικὴν σειράν, ἐλλείπουσι τὰ ὀνόματα βουλευτῶν ἐκλεγέντων ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Πρόεδρον ὅπως παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἐξηγήσεις ἕνεκα τίνος λόγου ἐγένετο ἡ παράλειψις ἀντιπροσώπων πολιτῶν Ἑλλήνων ἀποτελούντων ἐκλογικὸν σύλλογον, ἔχοντα τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἐν τῇ Βουλῇ καὶ διατὶ δὲν ἀνεγράφησαν τὰ ὀνόματά των ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴν σειράν τῆς ἐκλογικῆς περιφερείας ἐξ ἧς προέρχονται.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς μοὶ ἔπεμψε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 36372 ἐγγράφου του ἔγγραφα τῶν Μητροπολιτῶν Δρυϊνουπόλεως, Δελβίνου καὶ Κορυτσᾶς, Καστελλορίζου καὶ Τενέδου, δι’ ὧν ἐδηλοῦτο ὅτι ἐξελέγησαν βουλευταὶ μὲν Ἀργυροκάστρου οἱ κ. κ. Γεώργιος Χρηστάκης Ζωγράφος, Δημήτριος Δούλης καὶ Κυριάκος Κυρίτσης, Λιασκοβικίου ὁ κ. Βασίλειος Σωτηριάδης, Δελβίνου οἱ κ.κ. Ἠλίας Μπουζίνας καὶ Βασίλειος Λέζος, Κορυτσᾶς οἱ κ.κ. Βασίλειος Κόνδης, Ἐπαμεινώνδας Χαρισιάδης, Ἐφραὶμ Γκίνης, Ἰωάννης Δάρδας καὶ Κωνσταντῖνος Σκενδέρης, Κολώνιας ὁ κ. Χρῆστος Δ. Πήλικας, Πρεμετῆς ὁ κ. Θεμιστοκλῆς Ἀδαμίδης, Τεπελενίου ὁ κ. Πέτρος Ζάππας, Χειμάρρας ὁ κ. Νικόλαος Σπυρομήλιος, Ἴμβρου ὁ κ. Ἀθανάσιος Ναγόπουλος καὶ Τενέδου ὁ κ. Κωνσταντῖνος Σφαέλος. Ἐπειδὴ συμφώνως μὲ τὸν Συνταγματικὸν χάρτην καὶ τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς τὰ προσαχθέντα πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν τῆς Βορείου Ἠπείρου δὲν ἦσαν κατὰ τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους συντεταγμένα, δὲν ἠδυνάμην νὰ τοὺς ἀναγράψω ἐν τῷ καταλόγῳ, οὐδὲ νὰ ζητήσω νὰ ἐκφωνηθοῦν τὰ ὀνόματά των. Μὲ ὅλην τὴν λύπην, τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι, προκειμένου περὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἠναγκάσθην πρὸ τῆς σκληρᾶς ἀνάγκης, ἡ ὁποία προβάλλεται ἐκ καθαρῶς συνταγματικῶν λόγων, νὰ μὴ ἀναγράψω τὰ ὀνόματα τῶν ἐν λόγῳ κυρίων βουλευτῶν.
§5Γ. ΠΩΠ. Δὲν θὰ ἀπασχολήσω ἐπὶ μακρὸν τὴν Βουλήν, κύριοι συνάδελφοι, καίτοι τὸ θέμα εἶνε ἐξαιρέτως σημαντικόν. Ὁμολογῶ ἀληθῶς ὅτι μὲ κατέπληξεν ὁ τρόπος τῆς εἰσηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἐποιήσατο ἐνώπιον ἡμῶν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν πρᾶξιν μὲν αὐτοῦ, παραλείψαντος τὴν ἐγγραφὴν βουλευτῶν, ἐκλεγέντων δικαιώματι τοῦ λαοῦ τῆς Βορείου Ἠπείρου, καὶ συγχρόνως νὰ προσκομίσηται, ὡσεὶ ἐπίκουρον εἰς τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἔγγραφον τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει ἐξ ὁλοκλήρου ἡ παράλειψις τῆς ἐνεργείας ἐκλογῶν, καθ’ ὃν τρόπον ἠθέλησε ταύτας ὁ θεμελιώδης ἡμῶν νόμος καὶ ἐν τῇ Βορείῳ Ἠπείρῳ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶπεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπέτρεψεν οὔτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὔτε εἰς αὐτὸν ὅπως ἀναγράψῃ τὰ ὀνόματα τῶν βουλευτῶν τῆς Βορείου Ἠπείρου ἐν τῷ καταλόγῳ, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναγράφονται τὰ ὀνόματα πάντων ἡμῶν, κύριοι συνάδελφοι. Ἀλλὰ διάταξις τοιαύτη τοῦ Συντάγματος οὐδεμία ὑπάρχει, τοὐναντίον ἐπιτακτικὴ τοῦ Συντάγματος ἐντολὴ εἶνε ὅπως πάντες οἱ πολῖται Ἕλληνες ἀσκοῦσι τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου αὐτῶν. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἤθελε προσκομίσει ἐνώπιον ἡμῶν νόμους, δι’ ὧν θὰ κατεδείκνυεν ὅτι παρατύπως ἐγένοντο αἱ ἐκλογαί, τοῦτο θὰ τὸ συζητήσωμεν ἐὰν φθάσωμεν εἰς ἀπόφασιν ἐξελέγξεως τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς ταύτης. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ διατάξεως συνταγματικῆς, καθ’ ὃν τρόπον ἔθηκε τὸ ζήτημα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τῇ εἰσηγήσει τῆς ὑπευθύνου Κυβερνήσεως....
§6Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ δὲν ἔγινε τῇ εἰσηγήσει τῆς Κυβερνήσεως.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ἐγὼ εἶπον τοιοῦτόν τι.
§8Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ ὑπεύθυνος Κυβέρνησις περιωρίσθη νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὰ ἔγγραφα ἐκ τῶν ὁποίων προέκυπτεν ὅ,τι ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων καταδηλοῦται, ἐγένετο δὲ ὁ καθορισμὸς τῶν ἀξιοτίμων κυρίων, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα ἐν τοῖς ἐγγράφοις ἀνεφέροντο, κατὰ διαφόρους ἐπαρχίας τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἡ Κυβέρνησις οὐδὲν ἕτερον ἔπραξε καὶ εἰς οὐδεμίαν προῆλθε συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὁ ὁποῖος ἐξέφρασε σήμερον τὰς γνώμας τὰς ἑαυτοῦ.
§9Γ. ΠΩΠ. Μὲ εὐχαριστεῖ ἰδιαιτέρως ἡ δήλωσις τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διότι ἐνδεικνύει αὕτη ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ περιορίσῃ τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν πρᾶξιν, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς περιώρισε τὴν εὐθύνην αὐτοῦ εἰς τὴν θεωρίαν. Καὶ εἶναι κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον εὐάρεστος ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ὅσον ἐμφανίζει ἐπερχομένην τὴν μετάνοιαν διὰ παράλειψιν γενομένην ἐναντίον ρητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος. Ἡ Κυβέρνησις, μὴ διατάξασα τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐν τῇ Βορείῳ Ἠπείρῳ, ἀφῄρεσεν αὐθαιρέτως τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου ἀπὸ πολίτας Ἕλληνας, ἔχοντας ἴσα πρὸς ἡμᾶς δικαιώματα, στρατευομένους, φορολογουμένους, ὑπαγομένους εἰς τὴν αὐτὴν δικαιοσύνην, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάγεται τὸ ἐλεύθερον Κράτος, ἀποτελοῦντας τέλος συνέχειαν ὁμοιομόρφου πολιτείας, ὄντας μέλη τῆς αὐτῆς Ἐπικρατείας. Διότι τὸ Σύνταγμα ρητῶς μνημονεύει ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν ἐχόντων πρὸς τοῦτο δικαίωμα πολιτῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς Β. Ἠπείρου ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἐκτὸς πλέον ἐὰν ὑπήχθησαν εἰς τὴν τάξιν τῶν κατὰ νόμον ἐστερημένων τοῦ δικαιώματος τούτου, ὡς τελούντων ὑπὸ κηδεμονίαν ἐπειδὴ παράφρονας καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἔξω αὐτῆς ἀπεκάλεσαν ἐν ἀρχῇ τοῦ ἀγῶνός των τοὺς ὑπὲρ πατρίδος ἐν Β. Ἠπείρῳ ἀγωνισθέντας. Ἂν ἡ μετάνοια τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθ’ ὃν τρόπον διετύπωσε τὴν διακοπήν, ἣν ἀπηύθυνεν εἰς τὰς παρατηρήσεις μου, ἀπετέλει ἔμμεσον δήλωσιν, ὅτι προθύμως θὰ συνηγόρει νῦν, ὅπως μὴ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου ἀπὸ τὴν Βόρειον Ἤπειρον, τότε θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἀπασχολῶ ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ φοβοῦμαι ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν θὰ ἔχῃ τὸ θάρρος ὅπως διὰ νέας πράξεως ἀναιρέσῃ τὰς συνεπείας τῆς πρώτης ἐκείνης πράξεως, ἥτις ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου ἀπὸ πολίτας ἕλληνας καὶ καθυπέταξεν αὐτούς, ὡσεὶ ἀποίκους, ὡσεὶ δορυαλώτους, δουλεύοντας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἵτινες ἀγωνιζόμενοι δὲν ἀπέδωκαν ἁπλῶς εἰς ἑαυτοὺς τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλ’ ὑπῆρξαν οἱ αἰώνιοι συνεχισταὶ τῆς μεγάλης ἰδέας τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος. (χειροκροτήματα). Ἀληθῶς ἐξίσταταί τις, κύριοι συνάδελφοι, τὸν νοῦν καὶ διαμαρτύρεται ἡ ψυχή, ὅταν εὑρίσκηται μέσῳ καταστάσεως πνευμάτων καὶ ψυχῶν διατεθειμένων πρὸς πᾶν γενναῖον, νὰ παρουσιάζηται ἡ ἐπίσημος Ἑλλάς, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐμφανίζουσα ἐντεῦθεν τὴν ἰδέαν τῆς ἐγκαταλείψεως καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐμφανίζουσα κρυφίως ἢ φανερῶς τὴν ἔννοιαν τῶν παραχωρήσεων. Θὰ ἐνόμιζέ τις ὅτι εὑρισκόμεθα ἐνώπιον ὁμοιομόρφου πολιτικῆς, ὑπὸ ἄλλον τύπον ὅμως ἐμφανιζομένης, πολιτικῆς ἥτις ὑπὲρ ἐκείνων μέν, οἵτινες προτείνουσι τὰς παραχωρήσεις, ἔχει τοῦ θάρρους καὶ τῆς γενναιότητος τὴν συγγνώμην διὰ τὰς ἰδέας των, ἀλλ’ ὑπὲρ ἐκείνων οἵτινες θὰ πιστευθῶσι διὰ τῶν πράξεών των, ὅτι ἔχουσι τὴν ἰδέαν τῆς ἐγκαταλείψεως, οὐδ’ αὕτη δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ συγγνώμη (εὖγε! εὖγε!). Ὀφείλομεν δέ, κύριοι βουλευταί, νὰ χωρίσωμεν τὸ θέμα, διότι εἶναι διφυὴς ἡ μορφὴ τοῦ θέματος. Πρόκειται ἀφ’ ἑνὸς περὶ τῆς ἀναιρέσεως τοῦ δικαιώματος τῶν πολιτῶν τῆς Βορείου Ἠπείρου ὅπως ἐκλέγωσιν ἀντιπροσώπους αὐτῶν, ὡς πάντες ἡμεῖς οἱ ὅμοιοι εἰς δικαιώματα καὶ ὅμοιοι εἰς ὑποχρεώσεις πολῖται Ἕλληνες καὶ ἀποστείλωσιν αὐτοὺς μέσῳ τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Τοῦτο εἶνε τὸ ἓν θέμα, τὸ συνταγματικόν. Πρόκειται ἀφ’ ἑτέρου — καὶ τοῦτο εἶνε τὸ ἕτερον ζήτημα τὸ καθαρῶς τυπικόν, τὸ ὅλως δευτερεῦον—τὸ περὶ τῆς κατὰ νόμον τυπικῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν ἐκείνων. Καὶ ἐνταῦθα ἀναφέρομαι εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐρευνήσας δὲν εὗρε νόμιμα τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν ἐκείνων καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀνέγραψεν αὐτοὺς εἰς τὸν κατάλογον. Δὲν γνωρίζω πόθεν ἤντλησε τὴν δύναμιν τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς νὰ ἀντιποιηθῇ δικαιώματα ἀνήκοντα ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Διότι ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία ἀποξενωθεῖσα τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν καὶ ἐκπέμψασα τὴν κρίσιν περὶ κύρους αὐτῶν εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, βεβαίως οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ ἀποστερηθῇ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν συνταγματικὴν σύστασίν της καὶ ἀπορρεόντων ἐξ αὐτῆς ταύτης τῆς αὐτονομίας τοῦ Σώματος, ἐκ τῆς ὁποίας ἤρτηται καὶ ὁ καταρτισμὸς αὐτῆς. Εἰς τὸ δικαστήριον τὸ εἰδικὸν τῆς ἐξελέγξεως τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν, δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔρευνα ἄλλης τινὸς ἐκλογῆς, πλὴν ἐκείνων διὰ τὰς ὁποίας ὑπεβλήθη ἔνστασις. Οὔτε ἐζήτησεν οὔτε ἠδύνατο νὰ ἐξετάσῃ τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς τῆς Β. Ἠπείρου καὶ ἑπομένως εἰς τὴν Βουλὴν ἀπομένει ἀκέραιον δικαίωμα διὰ τοιαῦτα θέματα ἡ δικαστικὴ ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν πρωτοβουλία της. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι πρώτην φορὰν προβάλλεται τὸ θέμα οὕτω ἐνώπιον ἡμῶν, τοῦ Συντάγματος ἀναγράφοντος ὡς ἐλεγκτικὸν δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἀπομεῖναν μόνον τὸ περὶ ἐκπτώσεως ἐκ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος, λόγῳ ἀσυμβιβάστου κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ 10 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Πρώτην δ’ οὕτω φορὰν καλεῖται καὶ ἡ Βουλὴ ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ἔργα τοῦ δικαστικοῦ αὐτῆς ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν δικαιώματος. Ἀλλ’ ἀκριβῶς ὁ περιορισμός, ὁ τεθεὶς εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὥστε νὰ μὴ δύναται τὸ εἰδικὸν δικαστήριον νὰ ἐξέλθῃ πέραν τῶν διαγεγραμμένων καὶ ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου ὁρίων, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὴν εἰδικῶς τηρηθεῖσαν διάταξιν τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ 70οῦ ἄρθρου τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος, ἀφήνει προφανῶς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὡς εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, θίγουσι θέματα ὑψίστης σημασίας, σημασίας ἀναγομένης, ὄχι μόνον εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐθνικὴν ἀποστολὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Καὶ συνεπῶς ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης δυνάμεθα ἐκ τῆς πείρας, τῆς ἀντλουμένης ἐκ τοῦ πραγματικοῦ τούτου καὶ ἐμφανισθέντος γεγονότος, νὰ ρυθμίσωμεν τὸ νέον τοῦτο ζήτημα, ὅπερ ἐμφανίζεται ὑπὸ τὴν διπλῆν σημασίαν, ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ μνημονεύσω πρὸ μικροῦ. Εἶνε δὲ εὐλόγως νέον τὸ θέμα, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὴν ἀντίληψιν τοῦ νομοθέτου νὰ ἐπέλθῃ ποτὲ ἡ ἰδέα ὅτι θὰ ὑπῆρχον ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἐτόλμων νὰ ἀποστερήσωσι τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν εἰς πολίτας Ἕλληνας. Ἀλλοίμονον δὲ ἐὰν ἐτίθετο τοιαύτη ποτὲ ἀρχὴ καὶ ἡ Βουλὴ ἡμῶν ἀπεδέχετο ὅτι, ὀρθῶς καὶ συνταγματικῶς ἀπεκλείσθησαν οἱ Ἠπειρῶται πολῖται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποστολῆς ἀντιπροσώπων εἰς τὴν Βουλήν. Τότε ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο ὑπόδουλος εἰς τὴν ἑκάστοτε ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ μία Κυβέρνησις θὰ ἠδύνατο διὰ παραλείψεων ἐν τῇ δημοσιεύσει τοῦ Διατάγματος τῆς προκηρύξεως τῶν ἐκλογῶν, νὰ ἀφήσῃ ἐπαρχίας ὁλοκλήρους ἄνευ ἀντιπροσώπων, ἢ ἐπὶ τῷ προσχήματι πλαστότητος προσώπων τῶν ἀπογραφικῶν πινάκων, νὰ δύνανται αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεσι νὰ μὴ δίδωσι τὸ δικαίωμα, ὅπως ἑκάστη ἐκλογικὴ περιφέρεια ἀποστέλλῃ ἀριθμὸν βουλευτῶν ἀνάλογον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν δημοτῶν αὐτῆς. Τοιοῦτον δὲ προηγούμενον θὰ ἀπετέλει ἡ ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς ἀποδοχὴ τῆς ἀκυρώσεως τοῦ δικαιώματος καὶ οὐχὶ τῆς κατὰ νόμιμον τύπον ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν τῆς Β. Ἠπείρου, τοῦ δικαιώματος τοῦ Ἠπειρωτικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον κατέκτησεν ἁπλῶς δικαιώματι ἐπαναστάσεως, ἀλλὰ καὶ ἀναγνωρίσεως τῆς Πολιτείας, ἀφομοιωσάσης πρὸς τὸ σύνολον τῆς ἐπικρατείας τὴν ἀνακτηθεῖσαν χώραν. Ἀλλὰ νομίζω ἐπίσης, ὅτι τὸ θέμα τοῦ συνταγματικοῦ δικαιώματος τῶν Ἠπειρωτῶν πρέπει νὰ κριθῇ πρὶν ἢ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, διότι ἀνάγεται καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, ἀσχέτως ἐπαναλαμβάνω— καὶ τοῦτο ἐπιθυμῶ νὰ ἐννοηθῇ καλῶς—τοῦ κατὰ τύπους ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν ἐκείνων. Διότι τὸ κατὰ τύπους ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς αὐτῶν, θὰ λυθῇ μεταγενεστέρως, ἀφοῦ πρότερον θεσπισθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγειν διὰ τοὺς οἰκοῦντας τὴν Β. Ἤπειρον. Τὸ ζήτημα δὲ τοῦ κατὰ θεωρίαν πάντοτε ἀναφερομένου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν εἶνε ὑπόθεσις ἀναγομένη εἰς τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς. Διότι ἐὰν δὲν ἔχωμεν ἐπακριβῶς καθωρισμένον τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καθωρισμένην τὴν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, οὔτε δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν ποῖα εἶνε τὰ ⅘ τοῦ κατωτάτου ὁρίου αὐτῆς, ὅπως οὕτω ἔχωμεν ἀποφάσεις ἐγκύρους καὶ ρυθμίζωμεν τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν ὅταν καὶ τοιαύτη ἀπαιτεῖται. Βεβαίως ἐν τῇ ψυχῇ καὶ διανοίᾳ ἐνίων βουλευτῶν ἐμβάλλεται ἡ σκέψις ὅτι, δὲν εἶνε σήμερον καιρὸς νὰ θίγωνται θέματα τοσοῦτον ἴσως λεπτῆς διπλωματικῆς φύσεως. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω ἐγὼ πρῶτος εἰς θέματα τοιαῦτα, πρὶν ἢ νομίσῃ ὅτι εἶνε καιρὸς ἡ Κυβέρνησις, ἢ ἐκεῖνοι οἵτινες μετὰ κύρους δύνανται νὰ διαδεχθῶσιν αὐτήν, ὅπως προσκομίσῃ αὐτὰ ἐνώπιον τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἐπιμένω εἰς ἔρευναν τοῦ θέματος ἀκριβῶς ἀπὸ δημοσίου δικαίου, ἀπὸ ἐσωτερικοῦ δικαίου. Καὶ σκέπτομαι ἀκριβῶς ὅπως μετὰ τὴν συζήτησιν, ἐὰν κρίνω τοῦτο σκόπιμον ἀπὸ καθαρῶς διπλωματικῆς ἐπιφυλάξεως, νὰ διατυπώσω πρότασιν περὶ κύρους τοῦ δικαιώματος τῆς Β. Ἠπείρου εἰς τὴν ἀποστολὴν βουλευτῶν καὶ περὶ ἀριθμοῦ βουλευτῶν ἀσχέτως πρὸς τὴν κατὰ τύπους ἔγκυρον παράστασιν τῶν ἐκλεγέντων βουλευτῶν. Ἡ συζήτησις, ἧς πάντοτε ἡ πρότασις ἀποτελεῖ συμπέρασμα, θὰ μᾶς ὑποδείξῃ ποίαν ὁδὸν ὀφείλομεν πάντες νὰ ἀκολουθήσωμεν καὶ πρὸς κύρωσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ λαοῦ τῆς Β. Ἠπείρου, ὑπομνηματίζοντες τοῦτο διὰ τοῦ καθορισμοῦ τοῦ κατὰ θεωρίαν πάντοτε ὑφισταμένου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, προκειμένου νὰ λαμβάνωνται ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Οὕτω τὴν μέσην ταύτην ὁδὸν ἀκολουθοῦντες, ὄχι μόνον διατηροῦμεν ἄθικτα τὰ δικαιώματα τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, ἀλλὰ καὶ ἐμμέσως, ὡς ὀφείλομεν καὶ καθ’ ὃ ἔχει δικαίωμα ἡ Ἐθνικὴ Ἀντιπροσωπεία, διαμαρτυρόμεθα καὶ κατ’ ἐκείνων οἵτινες ἐγκαταλείπουν ἐν ὀνόματι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δικαιώματα ἐθνικὰ καὶ κατ’ ἐκείνων οἵτινες φαντάζονται παραχωρήσεις ἐθνικῶν δικαιωμάτων. (χειροκροτήματα).
§10Κ. ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν θὰ εἰσέλθω καθόλου εἰς τὸ ζήτημα τὸ Συνταγματικὸν ἢ τὸ πολιτικὸν τοῦ καταρτισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε καλῶς μὴ διατάξασα ἐκλογὰς ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ, ἢ ἂν ἔπραξε κακῶς, διότι ἦτο κυρία νὰ γνωρίζῃ ὡς ἐκ τῆς διπλωματικῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἐὰν ἔπρεπε ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ διατάξῃ ἐκλογάς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Φρονῶ ὅμως ὅτι εἰς στιγμήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀμφισβητεῖται ἡ ἑνότης τοῦ Ἔθνους καὶ τὸ ἀδιάσπαστον τοῦ Κράτους, θὰ εἶνε διαμαρτυρία τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας ἡ ἀποδοχὴ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Β. Ἠπείρου ὡς τμήματος τῆς Ἑλλάδος ἀναποσπάστου, μία ἔντονος διαμαρτυρία τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, μία ἐκδήλωσις τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος τὴν ἔστειλεν ἐνταῦθα ἀδιακρίτως κομματικῶν μερίδων καὶ φρονημάτων. Προτείνω τὴν ἀποδοχὴν τῶν βουλευτῶν τῆς Β. Ἠπείρου διὰ βοῆς καὶ ἄνευ συζητήσεως. (χειροκροτήματα).
§11Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς τῶν βουλευτῶν τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου νὰ γίνῃ μετ’ ὀλιγωτέρας θέρμης καὶ ὀλιγωτέρας διεξοδικῆς συζητήσεως, διότι καὶ ἀπὸ ἐσωτερικῆς καὶ ἀπὸ ἐξωτερικῆς ἀπόψεως εὑρισκόμεθα εἰς οὐχὶ ὁμαλὴν κατάστασιν καὶ βεβαίως δὲν θὰ παρουσιάσωμεν καλὸν θέαμα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμῶν ἐμφανίσεως ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, ἂν κατατριβώμεθα περὶ λέξεις χωρὶς νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰ πράγματα. Ὁ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον βουλευτὴς Ν. Ψαρῶν κ. Πὼπ ἠθέλησε, μὲ τὴν ἀνακίνησιν τοῦ ζητήματος τῆς ἀποδοχῆς τῶν βουλευτῶν αὐτῶν, νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περίπου ὅλον τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα. Ὁπόταν θέλωμεν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τοιαῦτα ζητήματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας καὶ ἐπιβάλωμεν εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς τὴν μέλλουσαν κατεύθυνσιν τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐσωτερικῶν ζητημάτων. Σήμερον δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τί ἔπραξεν ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος καὶ τί ἡ σημερινὴ ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν εἰς αὐτὰ τὰ τμήματα. Ὅταν ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ ἐψήφισε τὸν νόμον περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν εἰς τὰς Νέας Χώρας ἦτο Μάρτιος τοῦ 1914, ἀκριβῶς ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἡ Β. Ἤπειρος ἠγωνίζετο τὸν ἀπέλπιδα ἀγῶνα περὶ τῆς Ἑλληνικότητός της. Ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅστις ὡμίλει περὶ ὅλων τῶν Νέων Χωρῶν δὲν γίνεται μνεία περὶ τῶν Νομῶν Θεσσαλονίκης, Σερρῶν, Δράμας, Κοζάνης κλπ., ὥστε νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀφοῦ γίνεται μνεία ὡρισμένων Νομῶν ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπεκτάσεώς του ἀπὸ τῶν Νομῶν τοῦ τέως Βασιλείου μόνον εἰς τοὺς Νομοὺς ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων γίνεται μνεία ἐν τῷ νόμῳ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1914. Ἐκεῖ ὅμως γίνεται μνεία περὶ ὅλων τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐπεξετάθη ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν εἰς ὅλας τὰς Νέας Χώρας μὲ μερικὰς περιωρισμένας διατάξεις. Ἡ Κυβέρνησις ἡ εὑρεθεῖσα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, ἀποτέλεσμα τῶν ὁποίων εἶνε ἡ σύγκλησις τῆς παρούσης Βουλῆς, δὲν ἐθεώρησε καλὸν ἢ δὲν ἐτόλμησε νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτὸν τὸν νόμον καὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ τῶν τριῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Ἄρα ἐκ τῆς μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ταύτας χώρας, ἕπεται ὅτι ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα ἐκ τῶν κατοίκων τῶν Ἑλληνικῶν αὐτῶν χωρῶν νὰ ἐκλέξωσι καὶ αὐταὶ τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ τοὺς ἀποστείλωσιν ἐνταῦθα ἵνα κοινῇ συσκεπτώμεθα περὶ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν πραγμάτων τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Κράτους εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκουσιν οὗτοι ὀνόματι καὶ πράγματι; Κατὰ τί θὰ ἐδικαιούμεθα ἡμεῖς νὰ συζητήσωμεν περισσότερον περὶ τῶν πραγμάτων τῶν Ἑλληνικῶν ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῶν Χωρῶν τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τῶν Νήσων τοῦ Αἰγαίου; Μήπως αὐτοὶ δὲν στρατολογοῦνται, δὲν φορολογοῦνται, δὲν δικάζονται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων; Ἀφοῦ λοιπὸν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀφομοίωσις τοῦ Κράτους, ἐπεκταθέντος καὶ εἰς τὰς χώρας τῆς Β. Ἠπείρου κατόπιν τῆς ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων κατοχῆς καὶ ἀνακατοχῆς αὐτῶν, δὲν βλέπω διατί νὰ γίνῃ τόσον μεγάλη συζήτησις καὶ διατὶ ὁ κ. Πρόεδρος λαβὼν τὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἐξελέγησαν οἱ Βουλευταὶ αὐτοί, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν ἐξελέγησαν, δὲν ἐθεώρησε τὸ ζήτημα τυπικὸν ὥστε νὰ ἐγγράψῃ τοὺς βουλευτὰς αὐτοὺς εἰς τὸν κατάλογον, καὶ ἂν ἐγίνετο ἔνστασις ἐκ μέρους τοῦ κυριάρχου σώματος τῶν ἀντιπροσώπων, ἡμῶν, τότε, ἐὰν ἐθεωροῦντο διαγραπτέοι νὰ τοὺς διεγράφομεν. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν δικαιοῦται οὔτε τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τὰ προσαγόμενα παρὰ τῶν διαφόρων Πρωτοδικείων νὰ ἐξελέγχῃ, οὔτε κἂν τὰ ἔγγραφα δι’ ὧν ἐξελέγησαν οἱ βουλευταὶ τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τῶν Νήσων, καθ’ οἱονδήποτε τρόπον καὶ ἂν συνετάγησαν τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ διεξήχθησαν αἱ ἐκλογαὶ εἰς τὰ τμήματα ἐκεῖνα.
§12Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὥστε ἂν ἔφερον πληρεξούσια καὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐφόρων ἔπρεπε νὰ τοὺς δεχθῶμεν;
§13Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Νὰ μὴ λέγητε πράγματα μὴ συμβιβαζόμενα μὲ τὴν ὑπόθεσιν διὰ τὴν ὁποίαν ὁμιλῶ. Ἀποδίδετε μεγάλην σημασίαν εἰς τὴν ὕπαρξιν οἰκονομικῶν ἐφόρων. Θὰ ἔχητε ἴσως πολλὰς σχέσεις μετ’ αὐτῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκλέγωμεν τοὺς ἀντιπροσώποις καὶ νὰ τοὺς φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν εἶνε δικαίωμα ὅπερ ὁρίζεται ὑπὸ τυπικῶν νόμων, ἀλλὰ δικαίωμα ἐξασκούμενον ὑφ’ Ἑλλήνων ἐντὸς Κράτους Ἑλληνικοῦ. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος ψηφίζεται ὑπὸ μιᾶς Βουλῆς διὰ νὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ μὴ χάσῃ οὐδεὶς τὸ ἐκλογικόν του δικαίωμα, τοῦ νὰ μὴ ὑπάρξῃ παράπονον περὶ μὴ χρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Δὲν εἶναι ἡ προσαγωγὴ τῶν ἐγγράφων ὁ τίτλος, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν βουλευτὴν νὰ παρακαθήσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ὁ τίτλος ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα παρακαθήσεως εἰς τὴν Βουλὴν εἶνε ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ παρὰ τῶν δικαιούχων ἐκλογέων. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν ἐγένετο καὶ περὶ τούτου ἔχομεν πειστήρια ἔγγραφα δὲν δικαιούμεθα, λέγω, οὔτε τὸ τυπικὸν μέρος τοῦ ζητήματος αὐτοῦ νὰ συζητήσωμεν καὶ ἀμφισβητήσωμεν. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἔπαυσεν ἡ ξενικὴ κυριαρχία, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἤρθη ἀπὸ ὅλας τὰς νέας Ἑλληνικὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουσι σήμερον εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, ἡ κυριαρχία τοῦ Σουλτάνου, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἀποκαθίσταται διὰ τῆς στρατιωτικῆς Ἑλληνικῆς κατοχῆς ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία. Ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐπαρχίαι, αἱ ἀνήκουσαι εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον καὶ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου κατὰ τὸν κατάλογον τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν, ἔχουσι τὸ δικαίωμα διὰ τὴν ἐκλογὴν καὶ διὰ τὴν ἀνάδειξιν ἀριθμοῦ βουλευτῶν, προβλεπομένου ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος καὶ ὑπὸ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἀναλόγως τῆς ἐκλογικῆς βάσεως, τὴν ὁποίαν ἐτάξαμεν καὶ διὰ τὰς γενικὰς ἐκλογάς. Τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησε χρέος της, ὅπως ὤφειλε νὰ τὸ πράξῃ, νὰ ἐπιστατήσῃ αὐτὴ εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν αὐτῶν, ἐφαρμόζουσα τὸν ἐν ἰσχύϊ νόμον τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου καὶ διὰ τὰς Νέας χώρας, αὐτὸ δὲν ἀφαιρεῖ καθόλου τίποτε ἀπὸ τὴν ὑπόστασιν καὶ ἀπὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μείνωσιν οἱ βουλευταὶ συνάδελφοι ἀντιπρόσωποι τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τῶν τριῶν νήσων. Ἐὰν εὑρίσκητε σεῖς διαφορὰν μεταξὺ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐξελέγησαν οἱ βουλευταὶ τῆς Β. Ἠπείρου, καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐξελέγησαν οἱ ἄλλοι βουλευταί, ἐγὼ εὑρίσκω διαφορὰν μεταξὺ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐξελέγησαν οἱ βουλευταὶ τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου καὶ οἱ βουλευταὶ τῶν Νέων Χωρῶν. Εἰς τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὸ παλαιὸν Βασίλειον, ἐθεωρήθησαν ὡς ἐκλογεῖς οἱ δημόται, εἰς τὰς χώρας αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὰς νέας ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος ἐθεωρήθησαν ὡς ἐκλογεῖς οἱ κάτοικοι. Ἰδοὺ μία διαφορά. Ἔπειτα εἰς μὲν τὸ παλαιὸν Βασίλειον ὑπῆρχον ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαί, εἰς τὰς νέας χώρας δὲν ὑπῆρχον ἐφορευτικαὶ ἐπιτροπαί.
§14ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐψηφίσθη νόμος.
§15Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ διὰ τοῦ νόμου τοῦ ἐκλογικοῦ ἐθεώρησε καλὸν νὰ νομοθετήσῃ αὐτὴν τὴν διαφοράν, χάριν διευκολύνσεως τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐθεώρησε καλόν, λέγω, νὰ ἐπεκτείνῃ ἐν αὐταῖς τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος παρουσιάζει διαφορὰν ἀπέναντι τοῦ ἐν ταῖς παλαιαῖς χώραις ἐφαρμοζομένου ἐκλογικοῦ νόμου καὶ αὐτὴ δὲν τὸν ἐφήρμοσεν εἰς τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τῶν τριῶν νήσων, αὐταὶ ἐδικαιοῦντο καὶ ἄνευ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ ἐκλέξωσι τοὺς ἀντιπροσώπους των καὶ νὰ τοὺς ἀποστείλωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ δὲν θεωρῶ ὅτι ἠδυνάμεθα κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ πρώτου ὁμιλήσαντος νὰ τάμωμεν μέσην τινὰ ὁδὸν εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἡ μέση ὁδὸς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπέδειξεν οὐχὶ τόσον σαφῶς ὁ πρῶτος ὁμιλήσας....
§16Γ. ΠΩΠ. Σαφέστατα.
§17Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἐγὼ ἀντελήφθην ὅτι πρόκειται περὶ τῆς κατ’ ἀρχὴν ἀποδοχῆς τῶν βουλευτῶν αὐτῶν καὶ περὶ τοῦ συζητησίμου τῆς τυπικῶς γενομένης νομίμως ἢ μὴ ἐκλογῆς. Ἐγὼ καὶ αὐτὴν τὴν ἐκδοχὴν τὴν ἀπορρίπτω καὶ δὲν τὴν θεωρῶ συζητήσιμον. Τί θὰ ἐγίνετο παρακαλῶ ἐὰν εἰς τὸν νομὸν Κοζάνης, ὁπόθεν ἐγὼ ἐκλέγομαι, δὲν ἐφηρμόζετο ὁ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμος; ἔπρεπε καὶ ἐκεῖ νὰ περιμένωμεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς διατάξῃ νὰ κάμωμεν ἐκλογάς; (θόρυβος). Δὲν ἐκάμαμεν δύο ἔτη ἐκλογὰς διότι ἐσεβάσθημεν τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα σεῖς ἑκάστοτε προεβάλλετε, ὅτι ἐπέβαλλον τὴν ἀποχὴν ἀπὸ ἐκλογῶν, παρ’ ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα πάντες εἴχομεν καὶ ὠφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν ἀπὸ 1ης Σεπτεμβρίου 1913. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐκλέγονται διπλάσιοι ἀντιπρόσωποι, καθ’ ἣν ἐποχὴν οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοὶ δικαιοῦνται ἐὰν θέλωσιν, ὄχι μόνον ἐναντίον ἐκείνου τοῦ νόμου καὶ ἄλλων διαφόρων νόμων ψηφισθέντων ἐν τῇ ἀπουσίᾳ των, ἀλλὰ καὶ ἐναντίον τοῦ θεμελιώδους νόμου τῆς Πολιτείας, αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, νὰ ἔχωσιν ἀντιρρήσεις, δὲν βλέπω κατὰ τὶ θὰ δεσμεύσῃ ἡμᾶς τοὺς ἡμίσεις βουλευτὰς τῆς ὅλης Ἑλλάδος ἡ ἐφαρμογὴ ἢ ἡ μὴ ἐφαρμογὴ ἑνὸς νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ παρελθοῦσα Βουλή. (θόρυβος). Κύριοι, σᾶς εἰδοποιῶ ὅτι καὶ εἰς τὸν θόρυβον ἔρχομαι καὶ εἰς τὰς θορυβώδεις συζητήσεις εἶμαι ἐξοικειωμένος ἀπὸ ἄλλην Βουλήν, ἀλλὰ μοὶ ἀρέσκει νὰ συζητῶ μὲ ἀπάθειαν καὶ ἡσυχίαν. Ποῖον τρόπον θέλετε νὰ ἐκλέξωμεν; ἂν θέλητε τὸν θόρυβον καὶ εἰς αὐτὸν ἔρχομαι.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μὲ τὴν λογικήν.
§19Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ἡ λογικὴ εἶνε πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πᾶς τις τὸ βγάζει ἀπὸ τὸ μυαλό του καὶ τὸ ἐφαρμόζει ὅπως θέλει. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐθνικοῦ συμφέροντος, δὲν πρόκειται περὶ τύπων κοινοβουλευτικῶν σήμερον, καθ’ ἣν στιγμὴν σᾶς προβάλλουσι παραλόγους ἀξιώσεις, δὲν ἐπιρρίπτω δὲ οὐδεμίαν εὐθύνην εἰς τὰς Κυβερνήσεις καὶ τὰ κόμματα τὰ πολιτικά, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔξωθεν τοῦ Κράτους εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους προβάλλονται ἄδικοι καὶ παράλογοι ἀξιώσεις περικοπῆς Ἑλληνικῶν ἐδαφῶν ἑπομένως καὶ ἐλάττωσις τοῦ κύρους τῶν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων ἐκλεγέντων βουλευτῶν, δὲν νομίζω ὅτι εἶνε πολιτικὸν συμφέρον ἡμῶν, ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ ἐπεκτείνωμεν αὐτὰς ἐκείνας τὰς παραλόγους ἀξιώσεις εἰς βάρος τοῦ Κράτους, καὶ ἐπὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν, ἐπαρχιῶν εἰς βάρος τῶν ὁποίων, δὲν παρουσιάζεται σήμερον οὐδεμία τοιαύτη παράλογος καὶ ἄδικος ἀξίωσις, ἀλλ’ ἀνήκει αὕτη ἤδη εἰς τὸ παρελθόν. Ἐφ’ ὅσον ὑπεβλήθη εἰς τὸ παρελθὸν καὶ ἐφ’ ὅσον κατόπιν ἐπηκολούθησεν ἀγών, ἀγὼν ἐθνικός, ὁ ὁποῖος ἀπέληξεν εἰς ἀνακατοχὴν τῶν ἐδαφῶν αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς εἰς αὐτὰ ὅλων τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τοῦ λοιποῦ τμήματος τοῦ Κράτους, ἐφ’ ὅσον δὲν προβάλλωνται τοιαῦται ἀξιώσεις καὶ ἐφ’ ὅσον προβάλλωνται εἰς βάρος ἄλλων ἐδαφῶν κινδυνευόντων, δὲν δύναμαι νὰ φαντασθῶ ὅτι θὰ ὑπάρξῃ βουλευτής, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ψηφίσῃ ὑπὲρ τῆς ἀμέσου καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἄλλης συζητήσεως ἀποδοχῆς τῶν 19 Βουλευτῶν ἐκ τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων. Τὸ Ἐθνικὸν συμφέρον, τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους ἐπιτάσσει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀποδοχή, ὅσον τὸ δυνατὸν ἄνευ συζητήσεως καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν ἄνευ ἀντεγκλήσεων τῶν πολιτικῶν μερίδων αἱ ὁποῖαι ἐκ περιτροπῆς διεχειρίσθησαν τὸ ζήτημα τοῦτο.
§20Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ ζήτημα, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν στιγμὴν ταύτην εἶνε τοῦτο. Οἱ κύριοι, τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα περιλαμβάνονται ἐν τοῖς ἐγγράφοις, ἅτινα διεβιβάσθησαν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, δύνανται νὰ παρακαθήσωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὡς νομίμως ἐκλεγέντες βουλευταί; Καὶ τῆς λύσεως τοῦ ἐρωτήματος τούτου προηγεῖται τὸ ἕτερον ἐρώτημα. Ἐπεχειρήθησαν ἐκλογαὶ κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἐν Ἑλλάδι κρατοῦντας, περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν; Ἐκ τῆς λύσεως δὲ τοῦ δευτέρου τούτου ἐρωτήματος ἤρτηται ἡ λύσις τοῦ πρώτου. Ἡ ἀπάντησις εἰς τὸ δεύτερον ἐρώτημα εἶνε ἀνενδοιάστως ἀποφατική. Διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἐπεχειρήθησαν ἐν ταῖς χώραις, περὶ τῶν ὁποίων πρόκειται, ἐκλογαὶ κατὰ τοὺς νόμους τοὺς Ἑλληνικούς, τὴν εὐθύνην φέρει ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ δώσωμεν εὐθύνας περὶ τῆς πράξεως τὴν ὁποίαν ἐπεχειρήσαμεν. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ἤδη ἐν ᾧ εὑρισκόμεθα σταδίῳ τῶν ἐργασιῶν μας, οὐδὲν ἕτερον δύναται νὰ συζητηθῇ παρὰ τὸ παρεμπῖπτον ἐν τῇ ψηφοφορίᾳ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου ζήτημα, ἐὰν οἱ περὶ ὧν πρόκειται κύριοι δύνανται νὰ θεωρηθοῦν μέλη τοῦ Ἑλληνικοῦ Κοινοβουλίου. Εὐθύνας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξε καὶ διὰ τὸ ὁποῖον εἶνε πρόθυμος νὰ παράσχῃ εὐθύνας ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο κατάλληλος καὶ ἡ πρέπουσα, ἐν τάξει οὔσης τῆς συζητήσεως, δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ζητήσητε ἤδη. Τοῦτο μόνον ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλήν: Τίνες ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν —ἀδιαφόρως ἂν καλῶς ἢ κακῶς σκεφθεῖσαν, διότι εἶνε ζήτημα εὐθύνης, περὶ τοῦ ὁποίου εἶπον ὅ,τι εἶχον νὰ εἴπω — τινες ἦσαν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα ἐνεργήσῃ κατὰ τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐνήργησεν; Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισε —καὶ φέρει τὴν εὐθύνην τῆς γνώμης ταύτης— ὅτι δὲν ὑπῆρχε νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἠδύνατο νὰ διατάξῃ ἐκλογὰς ἐν τῇ Βορείῳ Ἠπείρῳ. Ἐντελῶς ἀνεξαρτήτως τῆς διεθνοῦς θέσεως τῆς χώρας ταύτης, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε νόμος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιχειρηθῶσιν ἐκλογαὶ ἐν τῇ Βορείῳ Ἠπείρῳ. Δὲν ὑπῆρχε δὲ νόμος, διότι καὶ διὰ τὰς προσαρτηθείσας νέας χώρας ἐγένετο ἀναγκαῖον νὰ ψηφισθῇ νόμος, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κοζάνης· ὁ νόμος ὅμως οὗτος ἐψηφίσθη καθ’ ἣν ἐποχὴν αἱ περὶ ὧν πρόκειται χῶραι δὲν εὑρίσκοντο ἐν σχέσει τοιαύτῃ πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ὥστε νὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι περιλαμβάνονται ἐν τῷ νόμῳ. Ἐφ’ ὅσον, λοιπόν, δὲν ὑπῆρχε νόμος, ἐνομίσαμεν ὅτι καθῆκον ἡμῶν ἦτο νὰ μὴ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ἐκλογῶν. Ἤδη ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ σκεφθῇ καὶ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τῶν χωρῶν ἐκείνων τὴν νομοθεσίαν τὴν Ἑλληνικήν, τὴν περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, ἀπόκειται δὲ εἰς αὐτὴν νὰ κρίνῃ καὶ κάτι τι πλειότερον: Ἐὰν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ θεωρήσῃ τὰς γενομένας ἐκεῖ ἐκλογὰς ὡς ἐγκύρους, καὶ ἂν ἐτελέσθησαν κατὰ τρόπον ἐντελῶς ἀλλοῖον ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον διαγράφουσιν οἱ Ἑλληνικοὶ νόμοι, καὶ νὰ ἐγκρίνῃ ἐκ τῶν ὑστέρων τοὺς ἐκλεχθέντας οὕτω βουλευτὰς καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ παρακαθήσωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Περὶ τοῦ ζητήματος τούτου τίνα ὁδὸν δέον νὰ ἀκολουθήσῃ ἡ Βουλή, δὲν θέλω τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ἐκφράσω γνώμην. Περὶ τούτου, ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ οὐχὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, ἀλλ’ ὅταν ὑποβληθῇ εἰς αὐτὴν κατάλληλος πρότασις, ὅταν ἡ Βουλὴ θὰ εἶνε εἰς θέσιν νὰ ἐπιληφθῇ τῶν νομοθετικῶν της καθηκόντων. Αὕτη εἶνε ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, ἡ ὁποία ἐνδείκνυται ἐκ τῶν πραγμάτων. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ὅτι τὴν εὐθύνην φέρομεν ἀκεραίαν, ἀλλὰ δὲν εἶνε ἡ στιγμὴ ὅπως κατὰ τὸν Κανονισμὸν συζητήσωμεν περὶ τῆς εὐθύνης ταύτης. Δὲν λείπω δὲ νὰ εἴπω —καὶ λέγων τοῦτο νομίζω ὅτι διερμηνεύω τὴν γνώμην ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς —ἃς μοὶ ἐπιτραπῇ αὐτὸ— ὅτι τὰ αἰσθήματα, ἐκ τῶν ὁποίων ἀπέρρευσεν ἡ ἐκδηλωθεῖσα ἐπιθυμία τῶν προλαλησάντων, ἵνα γίνωσι δεκτοὶ οἱ περὶ ὧν πρόκειται κύριοι, ὡς βουλευταὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τὰ αἰσθήματα, λέγω, ταῦτα εἶνε κοινὰ εἰς πάντας (χειροκροτήματα). Τὰ συναισθήματα ταῦτα συμμερίζονται πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθήμενοι. Ἀλλὰ καὶ πέραν τούτων τὰ αἰσθήματα ταῦτα συμμερίζονται καὶ οἱ ἐντολεῖς τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένων. Τὰ αἰσθήματα ταῦτα συμμερίζονται καὶ πέραν τῶν ἐντολέων, τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ παρακαθημένων καὶ πάντες ἐκεῖνοι, οἵτινες, Ἕλληνες ὄντες, ἑλληνικὴν ἔχουσι τὴν ψυχήν. (Χειροκροτήματα).
§21Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐνόμιζον, κύριοι, ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς ἤθελε συζητήσει τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ ἔποψιν. Προετίμησεν ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ συζητήσῃ τοῦτο ὑπὸ τὴν δικονομικὴν αὐτοῦ ἔποψιν καί, ἐννοήσας ὅτι ἡ ἐντύπωσις ἐκ τοιαύτης συζητήσεως δὲν ἠδύνατο νὰ εἶνε ἀρεστὴ εἰς τὴν Βουλήν, ἐπέρανε τὸν λόγον δι’ ἐπιλόγου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐξῆρε τὰ αἰσθήματα τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶνε τὸ ἑξῆς: Εἴτε ἐκ πταίσματος τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐξ ὀρθῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐνεργείας—δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι εἰς τοῦτο συμμερίζομαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι σήμερον δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος περὶ εὐθυνῶν—δὲν δύναταί τις νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι συνεπείᾳ τῆς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ δὲν ἐνηργήθησαν ἐκλογαὶ κατὰ τοὺς τύπους τοὺς ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν νόμων ἀπαιτουμένους. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον τίθεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς εἶνε τὸ ἑξῆς: Ἡ ἔλλειψις τῶν τύπων εἶνε δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ ὅπως ἀπαγορεύσωμεν τὴν εἴσοδον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν παρὰ τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ τῶν τριῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου ἐκλεγέντων βουλευτῶν; Αὐτὸ εἶνε τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐξετάσητε. Εἰς τὴν ἐξέτασιν δὲ τοῦ ζητήματος τούτου πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα καὶ ἐρωτῶ: Ἀπέναντι τῶν κινδύνων, τοὺς ὁποίους πανταχόθεν διατρέχουσι τὰ συμφέροντα ταῦτα, εἶνε ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ὅταν παρουσιάζωνται ἀντιπρόσωποι τῆς Βορείου Ἠπείρου, ὅταν παρουσιάζωνται ἀντιπρόσωποι τῶν τριῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, νὰ εἴπῃ τις εἰς αὐτούς: «Πρέπει νὰ ἐξέλθητε ἐκ τῆς Βουλῆς»; Δὲν ἐννοοῦμεν ποίαν σημασίαν θὰ δώσωσιν οἱ ἐπιβουλευόμενοι τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῆς Βουλῆς; (χειροκροτήματα). Δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ νὰ εἴπωσιν ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ δὲν ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ κατοχὴ τῆς Βορείου Ἠπείρου εἶναι ὁριστική, ὅτι τὴν κατοχὴν τῆς Βορείου Ἠπείρου οὐδεὶς δύναται πλέον νὰ ἀμφισβητήσῃ; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶνε δυνατὸν τοῦτο νὰ εἴπωσι;
§22Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ψηφίσατε νόμον...
§23Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἀπέναντι τοῦ κινδύνου τούτου μᾶς λέγει ὁ κ. Πρωθυπουργός: «Ψηφίσατε νόμον». Ποίαν ἀνάγκην νόμου ἔχομεν, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅταν ἀναμφισβητήτως εἶναι γνήσιοι ἀντιπρόσωποι τῶν μερῶν ἐκείνων οἱ παρακαθήμενοι τὴν στιγμὴν ταύτην ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Τὴν πεποίθησιν ταύτην τὴν ἔχομεν ὅλοι. Βεβαίως εἶναι παράτυπος ἡ ἐκλογὴ αὐτῶν, ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ ὅτι οἱ τύποι πρέπει νὰ ὑποκύψωσι πρὸ τῆς ἐθνικῆς ἀνάγκης καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ἵνα, λησμονοῦσα τοὺς τύπους, ἐπικυρώσῃ τὴν ἐκλογήν. (χειροκροτήματα).
§24Γ. ΠΩΠ. Μὲ ἐπαναφέρει ἐπὶ τὸ βῆμα ἰδιαιτέρως ἡ ἀπάντησις, ἣν ἐποιήσατο ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι πρὸ τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος Κοζάνης κ. Μπούσιος λαβὼν τὸν λόγον, ἐσκέφθη νὰ συστήσῃ ἡμῖν μακρηγορῶν νὰ ἔχωμεν συντομίαν. Καὶ ἐνθυμούμενος τὴν ἱστορίαν ἐκείνου ὅστις καθ’ ἕξιν μακρηγορῶν, ἔλεγεν περί τινος ἄλλου: «Τί φλύαρος ἄνθρωπος, ὅλο μὲ διακόπτει», δὲν ἠθέλησα νὰ διακόψω αὐτὸν παντάπασι ἀγορεύοντα, καίτοι ἐστρέβλωσε τὰς ἐννοίας τῆς ἀγορεύσεώς μου. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις μετ’ ἀγαστῆς συντομίας ἤθελε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ὅσα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν, μοῦ δίδεται ἀφορμὴ ἴσως νὰ ἐκταθῶ πέραν τῆς ὑποβολῆς ἁπλῶς τῆς προτάσεως, ἣν ἐσκόπουν νὰ καταθέσω εἰς τὸ Προεδρεῖον καὶ συγχρόνως νὰ σκέπτωμαι, ὅτι περιττεύει ἡ ὑποβολὴ προτάσεως τοιαύτης. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἤρξατο φανταζόμενος ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ζητηθῶσι παρ’ αὐτοῦ εὐθῦναι. Γνωρίζω καὶ τὰ κοινοβουλευτικὰ νόμιμα, γνωρίζω καὶ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγκαλοῦνται αἱ ὑπεύθυνοι Κυβερνήσεις, γνωρίζω δὲ συγχρόνως ποῖον εἶνε τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ κατέφευγον, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἐπρόκειτο νὰ ζητήσωμεν εὐθύνας διὰ τοιαύτην παράλειψιν ἐκ μέρους τῶν μελῶν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ τὸ εὔθικτον ἐν τῇ ἀντιλήψει τῶν εὐθυνῶν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, παρέσχεν εἰς αὐτὸν τὸ αἴσθημα ὅτι πρόκειται περὶ τοιούτου τινός. Δύναμαι νὰ τὸν ἀπαλλάξω τῆς συγχύσεως καὶ ταραχῆς ἐπὶ τοιαύτῃ ἀπειλῇ, ὅπως δύναμαι συγχρόνως νὰ τὸν διαβεβαιώσω ὅτι εἶνε περιττὸν νὰ βεβαιώσῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι εἶνε ἕτοιμος ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ ἐν πάσῃ περιπτώσει εὐθύνας. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀρνηθῶσιν αἱ Κυβερνήσεις νὰ παρέχωσιν εὐθύνας, καὶ δὲν ἀποτελεῖ γενναιότητα ἀξίαν θαυμασμοῦ, τὸ λέγειν ὅτι εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δώσωμεν εὐθύνας. Δὲν εἶνε δικαίωμα, ἀλλὰ ὑποχρέωσις τῶν Ὑπουργῶν, καθ’ ἣν περίπτωσιν πρόκειται νὰ ἐγκληθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ν’ ἀποδίδωσι τὰς εὐθύνας δι’ ἃς πράξεις ἢ παραλείψεις ἐγκαλοῦνται. Καὶ τοῦτο ὅσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τὸ ἀναγόμενον εἰς καθαρῶς τυπικὴν συζήτησιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον μέρος, εἶνε ἀληθῶς εὐτύχημα ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως συνέπεσεν ἀπολύτως μὲ τὴν γνώμην μου, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς παραλείψεώς της ἐφαίνετο ὅτι ἔχει γνώμην ὅλως ἀντίθετον καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες συνέταξαν τὸ Πολίτευμα καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου συνύφανον τοὺς Κοινοβουλευτικοὺς θεσμούς, ἐν τούτοις ὁ αὐτὸς κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι τὸ θέμα δύναται νὰ λυθῇ προσεχῶς διὰ νομοθετικῆς πράξεως. Ἀλλὰ τοῦτο ἀποτελεῖ ἀκριβῶς ὁμολογίαν, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀναγνωρίζει, ὅτι ἡ εἰσήγησις τοιαύτης νομοθετικῆς πράξεως εἶνε σύμφωνος πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀναγνωρίζων δὲ τοῦτο, ἀναγνωρίζει συγχρόνως, ὅτι εἶνε ὑπαρκτὸν καὶ ἀναφαίρετον συνταγματικῶς τὸ δικαίωμα τῶν οἰκούντων τὴν Β. Ἤπειρον, ὅπως ἐκλέξωσιν ἀντιπροσώπους αὐτῶν διὰ τὸ Βουλευτήριον. Τούτου γενομένου κατ’ ἀρχὴν ἀποδεκτοῦ, ἐὰν ἐπικυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ ἢ ὄχι, οὐδόλως ἐνδιαφέρει. Ἡμεῖς ἐδῶ δὲν ἤλθομεν νὰ συζητήσωμεν καὶ δὲν ἤθελον κἂν συζητήσει περὶ τοῦ τυπικῶς ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν ἐκ τοῦ τρόπου τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἐκλογῆς. Ἐγὼ ἤθελον νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀμφισβητηθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Β. Ἤπειρον τῆς ἀποστολῆς ἀντιπροσώπων δυνάμει τοῦ Συντάγματος, ὅπερ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς ἐκείνην κατεχομένην νομίμως ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, διεθνῶς ἀναγνωρισθείσης τῆς νομιμότητος ταύτης καὶ συνεπῶς ἀποτελούσης ἀναπόσπαστον μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ εἰς τοῦτο εὑρέθη σύμφωνος ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀποδεχθεὶς τὴν διὰ νόμου ἐπίλυσιν τῆς ἀμφισβητήσεως. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ θέμα. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κριθῶσι πρῶτον αἱ ἐκλογαὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἠπείρου ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, βεβαίως δὲν θὰ ἤμουν ἐγὼ ὁ ἀποτολμῶν νὰ δώσω ψῆφον ἐγκρίσεως διὰ τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς καὶ θὰ ἐθεώρουν τυπικῶς ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν κρινομένην ἀπὸ τοῦ τυπικῶς ἐγκύρου ἢ ἀκύρου αὐτῆς. Ἀλλὰ θὰ εἶχον συγχρόνως τὸ ἀνυπέρβλητον καθῆκον, ὅπως θὰ εἶχον πάντες τὸ καθῆκον, νὰ μὴ ἀφαιρέσωσι διὰ τῆς ψήφου των τὸ δικαίωμα τῆς ἀποστολῆς βουλευτῶν, ὡς ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ τῆς Β. Ἠπείρου. Τοῦτο ἔθεσα ἐξ ἀρχῆς σαφῶς καὶ ἐχώρισα τὸ ζήτημα. Οἱ ἐκ τῆς Β. Ἠπείρου βουλευταὶ δὲν θὰ δύνανται μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς των νὰ παρακαθίσωσι ἐν μέσῳ ἡμῶν. Ἀλλὰ πρότερον θὰ ἀνεγνωρίζετο ὡς συνταγματικῶς ὑπαρκτὴ ἡ ἐκλογή των, κανονιζομένου οὕτω, ὅτι ἡ Β. Ἤπειρος εἶχε καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποστείλῃ ἀντιπροσώπους ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἐν τῇ προτάσει, τὴν ὁποίαν ἀγορεύων ἐδήλωσα, ὅτι θὰ ἐπεθύμουν νὰ μορφώσω, μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως, θὰ ἀνεφέρετο εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, ὅπως οὕτω προβῶμεν εἰς τὰ ἔργα ἡμῶν πρὸ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς. Θὰ ἦτο δυνατὸν δηλονότι νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἡ διεξαγωγὴ τῆς συζητήσεως μὲ ἔπειθε περὶ τοιαύτης ἀνάγκης, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τεθῇ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς πρότασις, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ μετὰ τὰ λεχθέντα, δεχομένη ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν ἀνέρχεται εἰς 332, ὥστε εἰς τὸν ἀριθμὸν αὐτῶν νὰ ἐνυπάρχωσι σιωπηρῶς καὶ 16 βουλευταὶ τῆς Β. Ἠπείρου, προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου, τῶν Ἀντιπροέδρων καὶ τῶν Γραμματέων αὐτῆς. Αὕτη εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος. Οὐδένα θίγει, ἀλλ’ ἀποδίδει τὰ δικαιώματα αὐτῆς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν, κανονίζει τὴν θέσιν της σύμφωνον πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ἐμμέσως διαδηλοῖ τοὺς ἐθνικοὺς πόθους τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας, οἱ ὁποῖοι εἶνε ὄντως οἱ πόθοι ὁλοκλήρου τῆς Ἐθνικῆς ψυχῆς. (Χειροκροτήματα).
§25Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι παρὰ πᾶσαν πρωτοτυπίαν καὶ τὰς μεγάλας ὁμολογουμένως δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἐμφαίνει τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἤδη ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν, δύναται νὰ κανονισθῇ τοῦτο κατὰ τὸν ἀκόλουθον τρόπον: Ἐφ’ ὅσον λόγοι πολιτικῆς φύσεως, κωλύοντες τὴν παραδοχὴν τῶν βουλευτῶν τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων, δὲν προβάλλονται ἁρμοδίως—καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἐπέστησα τὴν προσοχήν μου εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ—ἡμεῖς οἱ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως διαβλέπομεν λόγους πολιτικῆς καὶ ἐθνικῆς φύσεως, ἐπιτάσσοντας τὴν ἀποδοχὴν τῶν βουλευτῶν τούτων. Ἀλλὰ δὲν ἀρκοῦσι βεβαίως οἱ λόγοι οὗτοι. Ἐκτὸς τοῦ ζητήματος τοῦ πολιτικοῦ καὶ ἐθνικοῦ ὑπάρχει καὶ ζήτημα ἐσωτερικοῦ δικαίου. Ζήτημα Συνταγματικόν, ζήτημα πολιτεύματος καὶ κειμένης νομοθεσίας. Δὲν εἶνε δὲ εὔκολον, οὔτε ὀρθὸν νὰ παραβλέπηται ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος τούτου καὶ νὰ συνιστᾶται ἡ διὰ βοῆς παραδοχὴ τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ λαοῦ ὡς μελῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶνε Συνταγματικῶς καὶ νομίμως συγκεκροτημένον. Ἔχω ἐν τούτοις τὴν γνώμην, ὅτι φαινομενικῶς μόνον ὑπάρχει δυσχέρεια, φύσεως Συνταγματικῆς. Δυσχέρειαι ὑπάρχουσι πολλαὶ καὶ σπουδαῖαι αἱ ὁποῖαι ὅμως ἀναλύονται, κατ’ ἐμέ, ἢ τοὐλάχιστον δύνανται νὰ ἀναλυθῶσιν εἰς δυσχερείας, φύσεως νομοθετικῆς, εἰς δυσχερείας ἑπομένως, οἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ τεθῶσιν ἐκποδὼν οὐχὶ δι’ ἁπλῆς, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἐπεκτάσεως εἰς τὴν Β. Ἤπειρον τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, ἀλλὰ δι’ εἰδικοῦ νομοθετήματος.
§26Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Τοῦτο ἐννοῶ.
§27Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τιθέμενοι ἐκποδὼν τὰς δυσχερείας ταύτας καὶ νομιμοποιοῦντες τὴν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν τῆς Β. Ἠπείρου, θὰ ἐπιτύχωμεν τὴν νόμιμον καὶ ἔγκυρον καὶ Συνταγματικὴν συγκρότησιν τοῦ Σώματος. Συμφώνως πρὸς ταῦτα θὰ ἐδεχόμην τὴν γνώμην, ὅπως καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην παρακαθήσωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Β. Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων καὶ συμμετάσχωσι τῆς ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου, ὑπὸ τὴν πρόθεσιν τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλῃ εἰδικὸν νομοθέτημα, ἐξομαλύνον τὰ ὑφιστάμενα νομικὰ κωλύματα καὶ φέρον τὴν γενομένην ἐκλογὴν ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς τὰς Συνταγματικὰς ἀπαιτήσεις.
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκ τῶν γνωμῶν αἵτινες ἠκούσθησαν, κύριοι βουλευταί, δὲν ἦτο ἀληθῶς ἡ μᾶλλον ἐκπληκτική, ἡ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ. Ἀπεδείχθη ὅτι ἐκπληκτικωτέρα ἔτι μέλλει νὰ ἀποβῇ ἡ τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀρκαδίας, προτείναντος νὰ δεχθῶμεν τοὺς βουλευτὰς τῆς Β. Ἠπείρου νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ Προεδρείου, νὰ κρίνωσι περὶ τῆς τύχης τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑποδείξωσι τὸν σχηματισμὸν τῆς νέας Κυβερνήσεως, τούτων πάντων ὅμως γινομένων ὑπὸ μίαν προϋπόθεσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀναλάβῃ βραδύτερον νὰ εἰσηγηθῇ τὴν νομιμοποίησιν, ἔστω καὶ ἂν δὲν εἶνε βέβαιον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἔχῃ καμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ πράξῃ, ἢ καὶ ἐὰν τοῦτο δὲν συνέβαινε ὅτι θὰ εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀρχήν, ἵνα τὸ πράξῃ. Εἶνε ἴσως περίεργον, κύριοι βουλευταί, ὅτι μετὰ τὰς ἐκλογὰς ἀνέρχομαι τὸ βῆμα διὰ νὰ συμφωνήσω τοὐλάχιστον μὲ τὴν Κυβέρνησιν, οὕτως ὥστε, ἀρχομένης τῆς νέας αὐτῆς Περιόδου τῆς Βουλῆς, νὰ φανῇ ὅτι ἡ κυρία Ἀντιπολίτευσις εὑρίσκεται ἐν συμφωνίᾳ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν. Κύριοι βουλευταί, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπησχόλησεν ἐπὶ τόσην ὥραν εἶναι ἁπλούστατον. Ἐκλογὰς ἐν Β. Ἠπείρῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν διέταξεν, ἐκλογαὶ εἰς τὴν Β. Ἤπειρον δὲν διεξήχθησαν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν διέταξεν ἐκλογὰς εἰς τὴν Β. Ἤπειρον διὰ πολιτικοὺς βεβαίως λόγους, τῶν ὁποίων, ἂν καὶ δὲν εἶνε βεβαίως ἡ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ γείνῃ σχετικὴ συζήτησις, ἀναγνωρίζω ὅλην τὴν σοβαρότητα. Ἐὰν θὰ ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα καὶ εὐθύνας ἄλλας πλὴν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὸν λαὸν διὰ τῆς γενομένης ἐκλογῆς, καὶ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς, θὰ ἤμην συνήγορος τῆς ἐνεργείας της, καὶ μόνον θὰ εὕρισκον, ἂν τὰ δημοσιευθέντα εἰς τὸν Τύπον εἶνε ἀκριβῆ, ὅτι ὑπῆρξε πταῖσμα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ὅτι οὐχὶ διὰ βολιδοσκοπήσεων ἀλλὰ δι’ ἐνεργείας τοιαύτης, ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν διαμαρτυρίαν τῶν Δυνάμεων, ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦ ἂν θὰ γείνωσιν ἐκλογαὶ ἢ ὄχι. Ἀλλὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶνε ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Τὸ ζήτημα λοιπόν, κύριοι βουλευταί, ἐπαναλαμβάνω, εἶνε τόσον ἁπλοῦν, ὥστε δὲν δύναται νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ περισσότερον καιρόν. Ἐκλογὰς ἐν Β. Ἠπείρῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν διέταξεν, ἐκλογαὶ δὲν διεξήχθησαν. Ἐὰν ἡ Βουλή, ἀφοῦ καταρτισθῇ, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κρίνῃ ὅτι ἡ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἡ τότε γενομένη, δὲν ἦτο ὀρθή, ἢ τοὐλάχιστον ὅτι νῦν, ὡς ἐκ τῆς μεταβολῆς τῶν περιστάσεων, ἐνδείκνυται ἵνα ἐν Β. Ἠπείρῳ διεξαχθῶσιν ἐκλογαί, δὲν ἔχει ἢ νὰ ἐκδηλώσῃ τὴν γνώμην της, καὶ βεβαίως θὰ συγχωρήσῃ αὐτήν, ἢ βεβαίως ἡ Κυβέρνησις θὰ ἀποχωρήσῃ, ἐὰν δὲν εἶνε σύμφωνος. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, θεωρουμένων ἱκανῶν τῶν λεχθέντων, θεωρουμένου ὅτι τὰ λεχθέντα ἐν ἐπιλόγῳ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀντιπροσωπεύουν τὴν γνώμην ὅλων ἡμῶν καὶ τῶν ἔξω τοῦ Κοινοβουλίου ἄλλως εὑρισκομένων, περὶ τῶν πόθων, οἵτινες μᾶς διαπνέουν ὡς πρὸς τὴν Β. Ἤπειρον, δεδομένου μάλιστα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ εἴπω ἐγώ, ὅτι εἶμαι ἀκραδάντως πεπεισμένος, ὅτι μόνον κολοσσιαῖα λάθη θὰ ἠδύναντο νὰ μᾶς ἀπομακρύνωσιν ἀπὸ τὴν Β. Ἤπειρον, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν μετέβημεν «κουτουροῦ», κατὰ τὴν κοινὴν ἔκφρασιν, ὅπου εὑρισκόμεθα ἐκ παραλλήλου μὲ ἄλλους εὑρισκομένους ἐκεῖ, ἔχοντας πολὺ περισσοτέραν δύναμιν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ὑπερασπίσωσι τὰ ἴδια δικαιώματα, μετὰ πάντα ταῦτα ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ ἀρκοῦντα τὰ εἰρημένα καὶ θὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας της, δηλαδὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου αὐτῆς.
§29Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Πρώτην φορὰν κύριοι, εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν ἐθνῶν καὶ εἰς τὴν ἱστορίαν τῶν Κρατῶν ἐμφανίζεται ζήτημα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁλόκληροι ἐπαρχίαι αἱ ὁποῖαι θέλουσι νὰ ἀποτελέσωσι μέρος ἑνὸς κράτους, δὲν δύνανται νὰ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ Κράτους αὐτοῦ, δὲν δύνανται ν’ ἀποστείλωσιν ἀντιπροσώπους νὰ συμπαρεδρεύσωσι μὲ τοὺς ἀντιπροσώπους ἐνταῦθα δι’ ἐφαρμογὴν τύπων. (Διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§30Ν. ΞΗΡΟΣ. Διαμαρτυρόμεθα.
§31Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Αὐτὸ λέγετε.
§32Ν. ΞΗΡΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Δὲν λέγομεν αὐτό.
§33Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Λέγετε σεῖς ὅτι διὰ ν’ αὐξηθῶσι τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος, ἀπαιτεῖται νὰ προσέξωμεν εἰς τὴν δικονομίαν, νὰ προσέξωμεν εἰς τοὺς τύπους, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται τὸ μοναδικὸν παράδειγμα ἐν τῇ παγκοσμίῳ ἱστορίᾳ, κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐπαρχίαι μὴ ἀνήκουσαι εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, θέλουσι ν’ ἀποτελέσωσι μέρος αὐτοῦ. Εἰς κανὲν Κράτος, κύριοι, δὲν ἐνεφανίσθη αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ εἰς τοῦτο μόνον ἡ Ἑλλὰς εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρῃ μιμητάς. Ὅταν ἐγένετο ἡ Ἐπανάστασις τοῦ 1821, δὲν ἐγένετο κανεὶς νόμος. Ὅταν ἐπὶ ὁλόκληρον ἑκατονταετηρίδα ἀπὸ τῆς Ἐπαναστάσεως τοῦ 1821 ἐπολέμησε τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος, εἰς ἓν καὶ μόνον ἀπέβλεψεν: εἰς τὸ πῶς νὰ μεγαλυνθῇ, εἰς τὸ πῶς νὰ αὐξηθῇ τὸ Κράτος καὶ ὄχι ἐπὶ ποίας βάσεως θὰ γίνῃ ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου τὸ Κράτος καὶ τὰ ὅρια αὐτοῦ θὰ αὐξηθῶσιν ἢ μεγαλυνθῶσι.
§34Ν. ΞΗΡΟΣ. Τὴν ἐξεχάσατε τὴν Κρήτην ὅμως εἰς τὰ 1912.
§35Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἔχομεν, κύριοι, ἀπ’ αὐτῆς ταύτης τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Κράτους αὐτὴν τὴν ἱστορίαν, ἡ ὁποία ἐμφανίζεται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν. Ἔχομεν τὴν Συνέλευσιν τῆς Ἐπιδαύρου, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος ἀντιπρόσωποι ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔλαβον μέρος ἀντιπρόσωποι καὶ ἀπὸ τὰ μέρη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οὔτε καὶ πόρρωθεν κἄν θὰ ἠδύναντο νὰ φαντασθῶμεν ὅτι θ’ ἀποτελέσωσι μέρος τοῦ νέου ἐλευθέρου Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἔχομεν τὴν Συνέλευσιν τοῦ Ἄστρους ὅπου συνέβη τὸ ἴδιον· ἔχομεν τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1864 εἰς τὴν ὁποίαν προσῆλθον εἰς τὴν Βουλὴν ἀντιπρόσωποι Ἑλληνικῶν ἀποικιῶν, δὲν ἐζητεῖτο δὲ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν Ἑλληνικῶν νόμων διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἦλθον καὶ συμπαρήδρευσαν· μόνον σήμερον ἐπειδὴ τὸ σύνολον σχεδὸν τῆς Βουλῆς ἀποτελεῖται ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία φέρει τὴν εὐθύνην αὐτῶν τῶν πραγμάτων καὶ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀντιπολίτευσιν, ἡ ὁποία μέλλει αὔριον ἴσως νὰ φέρῃ αὐτήν, εὑρισκόμεθα μία ἐλαχίστη ὁμὰς ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, οἱ ὁποῖοι ἐκ καθήκοντος τοὐλάχιστον διαμαρτυρόμεθα ὡς πρὸς τὸ μοναδικὸν αὐτὸ παράδειγμα, ἀποτελοῦν τιμὴν τὴν ὁποίαν δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ μιμηθῶμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ξένα κράτη θὰ ἠδύναντο νὰ μιμηθῶσιν. Ἐὰν ἡμεῖς ἀπεμιμούμεθα τοὺς ξένους νόμους διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτοὺς εἰς τὸν τόπον μας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν αὔξησιν τῆς Ἑλληνικῆς Πατρίδος, μόνον ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ δώσωμεν παράδειγμα, διότι μόνον ἡμεῖς ἔχομεν χώρας, αἵτινες δὲν ἀνήκουν εἰς τὴν Ἑλλάδα, αἵτινες ἀπομένουσι μὲ ὅλην τὴν προθυμίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ φρονήματος καὶ νὰ ζητῶσιν ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ἀποτελέσωσι μέλος τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς Πατρίδος, ἡμεῖς δὲ νὰ ζητῶμεν ἀναγνώρισιν τύπων, νόμων, διὰ νὰ ἀποκρούσωμεν τοιαῦτα αἰσθήματα, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐξηγήσω. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ βάσις τοῦ ζητήματος. Εἶνε δὲ πραγματικῶς λυπηρὸν ὅτι ὀχυρούμεθα ὄπισθεν τύπων, ὅτι ὀχυρούμεθα ὄπισθεν νόμων, διὰ νὰ ἀποκρούσωμεν πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἀμφιβάλλω ἐξ ὅλων ἡμῶν καὶ ἐξ ὅλων τῶν Ἑλλήνων, δὲν εἶνε δυνατὸν παρὰ βαθέως, βαθύτατα νὰ ἔχῃ χαράξῃ ἐν τῇ καρδίᾳ του. Ἔχομεν τὴν ψυχρὰν λογικήν, ἔχομεν τὸν ψυχρὸν τύπον, τὸν ὁποῖον φέρομεν εἰς ἀντιπερισπασμὸν πρὸς τὸ ἀγαθὸν αἴσθημα παντὸς Ἕλληνος. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριοι, ἐὰν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον ζήτημα. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐρευνήσωμεν καὶ τυπικῶς τὸ ζήτημα τοῦτο, θέλομεν παρατηρήσῃ ὅτι ἁπλῶς ἡ συμπαρέδρευσις τῶν ἐκλεγέντων βουλευτῶν, ἡ ἄδεια ἡ ὁποία ἐδόθη εἰς αὐτοὺς νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν, αὐτὸ ἀρκεῖ νὰ εἶνε βουλευταὶ καὶ νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς νὰ ἔχωσιν ὅλα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ βουλευταὶ ἀσχέτως τύπων.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Πιστεύω ὅτι μετὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δέχεται ἡ Βουλή.
§37ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἔχει περαιωθῆ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ κανεὶς εἰς τὴν συζήτησιν. Δέν ὑπάρχει πρότασις.
§39Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν ἐγώ. Νὰ γίνῃ ἐκλογὴ τοῦ Προέδρου.
§40ΖΗΣΗΣ ΙΑΤΡΟΥ. Ἡ ἔγκρισις τῆς Βουλῆς ὅσον ἀφορᾷ τοὺς βουλευτὰς Ἠπείρου καὶ Νήσων εἶνε ὁριστική; Τοὺς ἀποπέμπετε;
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι.
§42ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἠρκέσθη εἰς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγκρίνει αὐτά.
§44Γ. ΜΠΟΥΣΙΟΣ. Θὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προέδρου;
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι, δὲν ὑπάρχει λόγος.
§46Γ. ΜΠΑΛΤΑΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§47Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑπεβλήθη ἡ πρότασίς μου;
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι. Κηρύσσω περαιωμένην τὴν συζήτησιν. Ἡ Βουλὴ προβαίνει εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου αὐτῆς. Παρακαλῶ νὰ προσέλθωσιν ὡς ψηφολέκται οἱ κύριοι Σ. Τσακόπουλος καὶ Ν. Ξηρός. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. (Ἐνεργεῖται ἡ διὰ ψηφοδελτίων μυστικὴ ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ Προέδρου, ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῶν βουλευτῶν κ. κ. Σ. Τσακοπούλου καὶ Ν. Ξηροῦ).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Ἄρχεται ἡ διαλογή. (Διενεργεῖται ἡ διαλογὴ ὑπὸ τῶν ψηφολεκτῶν).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπερατώθη ἡ διαλογή. (Ἀναγινώσκει)· Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 306. Ἐξ ὧν ἔλαβον ψήφους:
| Ὁ κ. Κ. Ζαβιτζιᾶνος | 182 |
| Ὁ κ. Ι. Δέλλιος | 93 |
| Ὁ κ. Ν. Βάρβογλης | 7 |
| Εὑρέθησαν δὲ καὶ λευκὰ ψηφοδέλτια | 24 |
Ἑπομένως ὁριστικὸς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐξελέγη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας Βουλευτὴς κ. Κ. Ζαβιτσιάνος, ὅστις καὶ παρακαλεῖται νὰ καταλάβῃ τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου. (Κατέρχεται ἐκ τῆς ἕδρας ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης καὶ ἀνέρχεται ἐπ’ αὐτῆς, ὑπὸ τὰ ζωηρὰ χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων, ὁ κ. Κ. Ζαβιτσιάνος).
§51Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Βαθεῖαν αἰσθάνομαι εὐγνωμοσύνην, Κύριοι βουλευταί, διὰ τὴν ἐπιδειχθεῖσαν πρὸς ἐμὲ ἐμπιστοσύνην ὑμῶν, ἰδιαιτέραν δὲ ὅλως δοκιμάζω χαράν, διότι μετὰ μακρὰν περίοδον ἐνδόξου ἐθνικῆς σταδιοδρομίας ἡ ὑμετέρα ψῆφος καλεῖ ἐμὲ ὅπως τὸ πρῶτον διευθύνω τὰς ἐργασίας τοῦ νομοθετικοῦ σώματος τῆς Μεγάλης Ἑλλάδος καὶ ὅπως χαιρετίσω ἐξ ὀνόματος τῶν ἀντιπροσώπων τῶν Παλαιῶν μερῶν, τοὺς πολιτίμους συναδέλφους, τοὺς ὁποίους ὁ λαὸς τῶν Νέων μερῶν ἀπέστειλεν ὅπως παρακαθήσωσι μεθ’ ἡμῶν ἐν τῷ Συνεδρίῳ τούτῳ. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα). Προφανῶς κύριοι, μεγάλη εἶναι ἡ ἀποστολὴ ἡμῶν καὶ βαρεῖαι αἱ ὑποχρεώσεις μας ἐφ’ ὅσον εἴπέρ ποτε κρίσιμοι εἶναι αἱ πανταχόθεν περιβάλλουσαι ἡμᾶς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν, ἐν ὀνόματι τῶν ὑψίστων συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἁρμονικὴν καὶ εἰλικρινῆ συνεργασίαν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς, πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἐθνικῶν ἡμῶν βλέψεων. Ὁμολογῶ δέ, Κύριοι, ὅτι ἀπείρως εὐτυχῆ ἤθελον θεωρήσει ἑαυτόν, ἐὰν αἱ ἐθνικαὶ περιστάσεις ἐπέτρεπον ἐν τῷ μέλλοντι τῷ προσεχεῖ, ὅπως πλὴν αὐτῶν χαιρετίσω ὑπὸ τὴν αὐτὴν ἰδιότητα ὄχι μόνον τοὺς ἐκ τυπικῶν λόγων μὴ παρακαθήσαντας ἀντιπροσώπους τῆς Βορείου Ἠπείρου καὶ τῶν Νήσων τοῦ Αἰγαίου, ἀλλὰ καὶ ὅλους τοὺς βουλευτὰς τῶν ἄλλων ἐκείνων μερῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων μετὰ δικαιώματος δύνανται νὰ ἀτενίσωσιν αἱ Ἑλληνικαὶ βλέψεις. (Εὖγε! εὖγε! καὶ παρατεταμένα χειροκροτήματα πανταχόθεν). Τὸ μέγεθος ἀκριβῶς τῆς ἀποστολῆς ἡμῶν καὶ τὸ βάρος τῶν ὑποχρεώσεών μας ἀναλογιζόμενος ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι δὲν θὰ ἤρκει ἡ ἄπειρος καλὴ θέλησις ὑπὸ τῆς ὁποίας κατέχομαι, ἵνα ἀναλάβω τὸ ἀπονεμηθέν μοι τιμητικὸν ἀξίωμα, ἐὰν δὲν εἶχον τυφλὴν τὴν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς εὐμενείας πάντων τῶν κυρίων βουλευτῶν. Ἐπὶ τῆς πεποιθήσεως ταύτης στηριζόμενος, ἐπικαλοῦμαι ἀμέριστον τὴν συνδρομὴν ὑμῶν, ἵνα ἀπροσκόπτως διεξαχθῇ καὶ εὐοδωθῇ τῆς Βουλῆς τὸ ἔργον. Εὐτυχῆ ἤθελον θεωρήσει ἐμαυτόν, κύριοι, ἐὰν εἰς τὴν ὑπὸ τοιούτους ὅρους διεξαχθησομένην ἐργασίαν ἤθελον συνεισφέρει τὴν ἐμὴν σύμπραξιν, ἀνταξίως τῆς προσγενομένης μοι τιμῆς, διὰ τὴν ὁποίας ἐγκαρδίως σᾶς εὐχαριστῶ. (Παρατεταμμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν θεωρείων).
§52ΧΡ. ΧΑΤΖΗΠΕΤΡΟΣ. Νὰ εὐχαριστήσωμεν τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἡ Βουλὴ ἀποδέχεται.
§54Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, διὰ τῆς ὁποίας ἐξεδηλώθη ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν τρέφει ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται ὑποχρεωμένη νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησιν αὑτῆς εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα. Παρακαλῶ ἑπομένως τὴν Βουλὴν νὰ διακόψῃ μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλει ἀρθῇ ἡ ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου ἐπερχομένη Κυβερνητικὴ κρίσις.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§56Π. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ζήτω ὁ Βενιζέλος! (Ζητωκραυγαὶ ζωηραί).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἀνταποκρίνομαι εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου, ἐὰν εἴπω, ὅτι βεβαίως ἡ Βουλὴ θὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας αὑτῆς, ἀλλὰ πρὶν ἢ λάβῃ τοιαύτην ἀπόφασιν, ὀφείλει νὰ καταρτισθῇ εἰς Σῶμα. Ἄνευ τούτου δὲν δύναται νὰ λάβῃ οἱανδήποτε ἀπόφασιν.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως, διότι καὶ ἄλλοτε ἐγένετο τοῦτο.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δέχεται τὴν πρότασιν τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως).
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 12 45′ μ.μ.)