1915.02.18
1.175 στίχοι · 8.833 λέξεις · 49 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 81
Τῆς 18 Φεβρουαρίου 1915.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
(Ὥρᾳ 6 μ. μ.).
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι δὲν σημειοῦται ἐν τοῖς πρακτικοῖς τροπολογία μου γενομένη δεκτὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον «περὶ διαθέσεως τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων ἐσόδου ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων».
§3Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὑπάρχει μία παρανόησις. Ὁ κ. βουλευτὴς ὑπέβαλε τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἐσκέφθην ποτὲ νὰ ἀποδεχθῶ. Ἐγὼ ἄλλην τροπολογίαν ἀπεδέχθην.
§4Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἐν τούτοις ἡ τροπολογία μου ἐγένετο δεκτή.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν στέργῃ τὴν ἐπικύρωσιν τῶν πρακτικῶν συνῳδὰ πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται). Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: — Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Σύρου ζητεῖ ὅπως ἡ Σῦρος γίνῃ σταθμὸς ἐναποθηκεύσεως γαιανθράκων τοῦ Κράτους. — Ὁ Σύνδεσμος τῶν Συντεχνιῶν Θεσσαλονίκης διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καπνῶν Μακεδονίας». — Οἱ κάτοικοι τῆς ἀγροτικῆς περιφερείας Χανίων ζητοῦσιν ὅπως διατηρηθῇ ἐν Κρήτῃ ὁ ὑφιστάμενος νόμος περὶ ἀγροφυλακῆς. — Ὁ Σύλλογος τῆς Τεκτονικῆς ἀδελφότητος Μεσσηνίας παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς. — Ὁ Κτηματικὸς Σύλλογος Γαργαλιάνων διαψεύδει τὰς φήμας ὅτι οἱ κτηματίαι ἀνέστειλον τὰς πληρωμὰς πρὸς ἀντιμετώπισιν περιστάσεων. — Οἱ κάτοικοι Χαλκιδικῆς παρακαλοῦσιν ὅπως ἱδρυθῇ ἐν Λαριγκόβῃ Πρωτοδικεῖον. — Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Κατσαροῦ Ἠλείας ὑποβάλλουσιν αἴτησιν μετὰ διαμαρτυρίας. — Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου χρόνου πρὸς προβιβασμὸν τῶν μονιμοποιηθέντων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. — Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταρτισμοῦ Ἀσύλου ἀνιάτων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἐρωτῶ ἤδη τὴν Βουλὴν ἂν συναινῇ ὅπως ἀναβληθῇ ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐπερωτήσεων συζήτησις. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας — Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθέσεως τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων ἐσόδου ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικήσεως τοῦ ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». Ἄρθρον 1ον (Ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§8Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις ἴσως λέγει περισσότερα τοῦ προσήκοντος καὶ εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκω ἀληθῶς φράσεις πολλὰς καὶ πομπώδεις. Ἔχω, λέγω, ἐξ ἑνὸς τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν πολλὰ λέγουσαν ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὸ παρακολουθοῦν ταύτην νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν σχεδὸν λέγει, ἔχω δ’ ἐξ ἑτέρου ὑπ’ ὄψιν μου καὶ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρακολουθεῖ τὴν ἔκθεσιν καὶ τὸ ὁποῖον περὶ οὐδενὸς προνοεῖ, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναταί τις δικαίως νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι δὲν πρόκειται κἂν περὶ βελτιώσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἀλλὰ μόνον ὅτι πρόκειται περὶ ἐξυπηρετήσεως προσώπων καὶ περὶ ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ ἀρκετὰ μεγάλου καὶ σεβαστοῦ ποσοῦ. Ἤκουσα τῶν προλαλησάντων δύο συναδέλφων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἀμφότεροι κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εὗρον ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι προωρισμένον νὰ ἀπολυτρώσῃ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, εὑρέθησαν δὲ ἀμφότεροι οἱ συνάδελφοι σύμφωνοι μὲ τὴν γνώμην τῶν εἰσηγουμένων τὸ προκείμενον νομοσχέδιον μελῶν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἀσχοληθῶ ἐπ’ ὀλίγον καὶ διὰ βραχέων μὲ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν, ἐπαναλαμβάνω, εὑρίσκω ἐκ διαμέτρου ἀντίθετον πρὸς τὰ μέτρα τὰ διαλαμβανόμενα ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, μέτρα κάθε ἄλλο παρὰ ἐξυπηρετικὰ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, διὰ τὴν ὁποίαν τόσον φαίνεται ἐνδιαφερομένη ἡ ἔκθεσις. Ἡ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου ἐπαναλαμβάνει κατὰ κόρον ὅτι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν ἐστηρίχθη ἐκεῖ, ὅπου ὑπάρχει, ὡς ἐπὶ τὸ πολύ, δι’ ἐπιδομάτων καὶ ἐπιχορηγήσεων τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι τὰ λεγόμενα ἐπιδόματα καὶ ἐπιχορηγήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ὅλη ἔκθεσις, εἶναι ἓν δέλεαρ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον νὰ ἐνδιαφέρωνται διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βεβαιωμένον ὅτι τόσον τὰ ἐπιδόματα ὅσον καὶ αἱ ἐπιχορηγήσεις, αἱ παρὰ διαφόρων Κρατῶν δοθεῖσαι εἰς τὴν ἐμπορικὴν αὐτῶν ναυτιλίαν, ἐδόθησαν ἐκεῖ καὶ ὅταν ἐπρόκειτο ἢ νὰ δημιουργηθῇ ἐμπορικὴ ναυτιλία ἢ νὰ ἀναζήσῃ μαραινομένη τοιαύτη. Ἐκεῖ ἐδόθησαν τὰ ἐπιδόματα καὶ αἱ ἐπιχορηγήσεις καὶ ὄχι ἐκεῖ ὅπου ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία ἤκμασε μόνη της, μὲ τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς συνδρομῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπαναλαμβάνει ὅμως, λέγω, κατὰ κόρον νὰ ὁμιλῇ ἡ ἔκθεσις περὶ ἐπιδομάτων καὶ ἐπιχορηγήσεων, τί ἔδωκεν ἡ Ἰταλία, τί ἔδωκεν ἡ Ἀγγλία, τί ἔδωκεν ἡ Γαλλία καὶ τί ἡ Ρωσσία καὶ τί ἴσως ἐξακολουθεῖ νὰ δίδῃ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι οὐδὲν ἔδωκαν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας· ἔδωκαν τότε, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ δημιουργήσουν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, ἢ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κρατήσουν ναυτιλίαν, ἥτις ἦτο προωρισμένη ἕνεκα διαφόρων λόγων νὰ πέσῃ. Ὅπου ἡ ναυτιλία δι’ ἄλλους λόγους, διότι ἴσως τὰ κεφάλαια ἀπεσύρθησαν ἀπὸ τὰς θαλασσίας ἐπιχειρήσεις καὶ μετεφέρθησαν εἰς τὰς χερσαίας τοιαύτας, ἐκεῖ βεβαίως διὰ λόγους ἄλλους καὶ πλουτολογικοὺς ἀλλὰ καὶ πολιτικοὺς λόγους, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην τὰ Κράτη νὰ συνδράμουν τὴν πίπτουσαν καὶ μαραινομένην τοιαύτην ἐμπορικὴν ναυτιλίαν δι’ ἐπιχορηγήσεων τοιούτων. Ὑπεστηρίχθη, λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία ἀλλοῦ καὶ διότι ἡ ἀκτοπλοΐα ἔμεινε προνόμιον ἀποκλειστικὸν τῆς ναυτιλίας τοῦ τόπου. Καὶ ἴσως μὲ τοῦτο θέλει νὰ διαστείλῃ ὅτι εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος ἡ ἀκτοπλοΐα δὲν ἀφέθη ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ναυτιλίας τοῦ τόπου, ἀλλ’ ἐπετράπη ἴσως καὶ εἰς ἄλλας ξένας ἀτμοπλοΐας νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰ παράλια. Ἴσως συνεπείᾳ συμβάσεων νὰ ἔχῃ παραχωρηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀκτοπλοΐας καὶ εἰς ἄλλα Κράτη, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω μίαν κἂν ξένην ἀτμοπλοΐαν ἐκμεταλλευομένην σήμερον τὰ ἑλληνικὰ παράλια. Ἓν μόνον γνωρίζω, ὅτι παντοῦ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ παράλια καὶ ἐν γένει τὴν ἀκτοπλοϊκὴν ὑπηρεσίαν ἐκτελοῦν μόνον τὰ ἑλληνικὰ ἀτμόπλοια καὶ οὐδὲν ἄλλο. Καὶ ἐν τούτοις τοῦτο φέρεται ὡς ἓν νέον δῶρον, τὸ ὁποῖον εἶναι προωρισμένον νὰ δοθῇ παρὰ τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν· ἀλλὰ τὸ δῶρον τοῦτο δὲν θὰ ἔλθῃ σήμερον νὰ τὸ παράσχῃ τὸ Κράτος, διότι ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων. Ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις ἰσχυρίζεται ὅτι προνοεῖ κατὰ τρόπον κατάλληλον καὶ τὸν προσήκοντα καὶ περὶ τοῦ ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ Ταμείου, τὸ ὁποῖον ἐὰν ὑφίσταται καὶ ἂν ὁπωσδήποτε ἐπαρκῆ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ναυτιλομένου κόσμου, τοῦ ἀποχωρήσαντος τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας, τοῦτο συμβαίνει μόνον καὶ μόνον, κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, διότι ὑπομιμνήσκουν οἱ θρῆνοι καὶ αἱ διαμαρτυρίαι τῶν ἀπομάχων ναυτικῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἑκάστοτε τὴν δυστυχίαν των. Ἡ ὑποστήριξις αὕτη θέλει νὰ δείξῃ μὲ τοῦτο ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, ἡ γινομένη διὰ τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ παρέχῃ, καὶ τὴν ὁποίαν δὲν παρέχει κατὰ τὸ ὅλον, εἰμὴ μόνον κατὰ ποσοστόν, καθ’ ὅσον τὸ λοιπὸν μέρος παρέχεται ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων, οἱ ὁποῖοι κάμνουν τὰς καταβολάς, καθ’ ὃν χρόνον εὑρίσκονται εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, ἡ ὑποστήριξις αὕτη, θέλει νὰ δείξῃ ἡ ἔκθεσις, οὐδέποτε ἐδόθη εἰς τὴν ναυτιλίαν, παρὰ ὅταν διεμαρτυρήθησαν ἢ ἐδόθη ὅταν ἠκούσθησαν θρῆνοι καὶ ὅτι οὐδὲν μέχρι τοῦδε ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ὅτι οὐδεμία μέχρι τοῦδε ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐλήφθη πρόνοια διὰ τοὺς ἀπομάχους ναυτιλομένους. Ἐν τούτοις εἶναι πλέον ἢ γνωστὸν ὅτι πολλάκις αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις ἠσχολήθησαν μὲ τὰ ζητήματα τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον ἐνίσχυσαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὁπωσδήποτε νὰ ἐπαρκῇ εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας τῶν ναυτιλομένων καὶ ἴσως εἶναι τὸ μόνον ἀσφαλὲς ἔρεισμα κατὰ τὰ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπηρετοῦν εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ἀφοῦ ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεμάτων στηρίζεται ἡ ἔκθεσις, ἀφίνουσα νὰ ἐννοηθῇ ὅτι οὐδεμία ἀπολύτως πρόνοια ἐλήφθη ὑπὸ τοῦ Κράτους μέχρι σήμερον διὰ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, φθάνει εἰς τὴν σκέψιν ταύτην περὶ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν. Καὶ εὑρίσκει ὅτι δὲν εἶναι δικαιολογημένη ἡ παραμονὴ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ ἐπὶ πλέον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ εὑρίσκει ἀντιθέτως ὅτι προσφορωτέρα καὶ καταλληλοτέρα εἶναι ἡ διαχείρισις τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Καὶ τοῦτο διότι δέχεται ὅτι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν εἶναι ἓν μέσον συντελεστικὸν διὰ τὴν συγκοινωνίαν, φθάνει δὲ φαίνεται εἰς τὸ πόρισμα τοῦτο, διότι ἐκ τῶν 450 ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα διαθέτει τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, δὲν γνωρίζω ἂν πλέον τῶν 50 εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν συγκοινωνίαν. Χάριν τῶν 50 λέγω, κατ’ ἀνώτατον ἀριθμὸν πλοίων, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦν τὴν συγκοινωνίαν, χάριν τῶν 50, λέγω, ἀτμοπλοίων εὑρίσκεται ὑπὸ τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον ὅτι προσφορώτερον εἶνε νὰ μετατοπισθῇ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ νὰ τοποθετηθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας,
§9Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τὰ ¾.
§10Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἔχω, δὲν εἶναι πλέον τῶν 50.
§11Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Καὶ τὰ πλεῖστα τῶν φορτηγῶν εἶναι ταχυδρομικά, ἔχουσι καταρτίσει συμβάσεις μὲ τὸ ταχυδρομεῖον.
§12Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπεριλαμβάνω καὶ τὰ ἀτμόπλοια, τὰ μεταφέροντα τὸ ταχυδρομεῖον εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 50. Ἀλλά, λέγει, ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῇ ἐκθέσει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ συμφέρον εἶναι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν νὰ ἀνήκῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τοὺς σιδηροδρόμους. Συνεργασία σιδηροδρόμων καὶ ἀτμοπλοίων καλλίτερον θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ συγκοινωνία ὡς εἰ θὰ ἦτο ἀδύνατον συνεννόησις μεταξὺ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας καὶ Ὑπουργείου Ναυτικῶν εἰς τὸ νὰ διευθύνουν ἐπὶ τὸ καλλίτερον τὰ ζητήματα τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν ἀτμοπλοίων. Ἀνέφερα, κύριοι, σχεδὸν ὅλους τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ καταδείξω πόση εἶναι ἡ δύναμις, ὅτι καθ’ ὅλου παρὰ ἰσχυρὰ δύναται νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐν τῷ σκοπῷ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐπακολουθοῦντος τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν. Ἀνέτρεξα, κύριοι, ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου συμποσούμενα εἰς 65. Δὲν εἶδον εἰς οὐδὲν ἄρθρον νὰ λαμβάνηται ποιά τις μέριμνα ὑπὲρ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. Ὅλα τὰ ἄρθρα αὐτά, κουράζοντα τὸν ἀναγνώστην, δι’ οὐδὲν ἄλλο προνοοῦν παρὰ περὶ προσώπων, κατὰ τίνα τρόπον θὰ προσληφθοῦν πρόσωπα, κατὰ τίνα τρόπον θὰ μισθοδοτῶνται, κατὰ τίνα τρόπον θὰ κατατάσσωνται πρόσωπα, κατὰ τίνα τρόπον θὰ προβιβάζωνται πρόσωπα, κατὰ τίνα τρόπον θὰ λαμβάνουν ἐπιχορηγήσεις πρόσωπα, κατὰ τίνα τρόπον θὰ λαμβάνωσιν ἐπιπροσθέτους μισθούς, καὶ ἡ μεγαλειτέρα μέριμνα τοῦ νομοσχεδίου ἐτέθη εἰς τὸ νὰ ἀναιρέσῃ ἄλλους καταστρεπτικοὺς νόμους. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν τῶν στρατιωτικῶν καὶ τῶν ἄλλων πολιτικῶν ὑπαλλήλων, τὸ νομοσχέδιον διὰ τῶν ἄρθρων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα παριστᾷ κάτι τι τὸ ἑρμαφρόδιτον μεταξὺ πολιτικοῦ καὶ στρατιωτικοῦ σώματος, πολιτικοῦ ὅταν εἶναι συμφερώτερον, στρατιωτικοῦ, ὅταν ἐπίσης εἶναι συμφερώτερον, ὁ δὲ συνδυασμὸς τῶν δύο αὐτῶν ἰδιοτήτων τοῦ νομοσχεδίου σᾶς δίδει πλήρη τὴν εἰκόνα ὅτι διὰ κάθε ἄλλο ἐσκέφθη ὁ νομοθέτης παρὰ διὰ νὰ προνοήσῃ διὰ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν. Εἶναι, κύριοι, ὡραῖον πρᾶγμα νὰ παρουσιάζηται εἷς Ὑπουργὸς ὀργανωτὴς καὶ νὰ λέγῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν κόσμον ὅλον ὅτι ἔρχομαι νὰ προνοήσω, ὕστερα ἀπὸ τόσα ἔτη ἀδιαφορίας, διὰ τὴν μεγαλυτέραν πηγὴν τοῦ πλούτου καὶ διὰ νὰ θελήσῃ νὰ τονώσῃ τὸ ἐνδιαφέρον καὶ διὰ νὰ μεταπείσῃ καὶ καταπείσῃ τοὺς ἀκούοντας νὰ ἰσχυρίζηται καὶ νὰ καταδεικνύῃ τὸ μέγεθος τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον θὰ προκύψῃ ἂν τὸ ναυτικὸν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὑποστηριχθῇ. Ἀλλ’ ὅταν πέρνῃ τις νὰ ἀναγνώσῃ τὸ νομοσχέδιον βλέπει ὅτι κάθε ἄλλο παρὰ εἰλικρινῆ εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζεται διὰ τῆς ἐκθέσεώς του ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω ὅλην τὴν ἀξίωσιν, κύριοι, ὅταν γνωρίζομεν πολὺ καλῶς ὅτι εἷς ὀργανισμὸς ἐπὶ τόσα ἔτη μόνος του, ἄνευ τῆς μερίμνης τοῦ Κράτους, ἀλλὰ στηριζόμενος μόνον καὶ μόνον εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, τὴν ὁποίαν ἐνασκεῖ ἡ ἐργατικότης καὶ ἰδιοφυΐα τοῦ Ἕλληνος, ὅταν, λέγω, ἔχωμεν αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν μας, περιμένομεν πολὺ δικαίως νὰ ἀντικρύσωμεν νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον νὰ μᾶς πείθῃ, ὅτι ἐὰν ἐσκέφθη νὰ ἀναμιχθῇ ἡ Κυβέρνησις, σκέπτεται σοβαρῶς νὰ ἀναμιχθῇ ὑπὲρ τῆς βελτιώσεως ἑνὸς ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀνιδρύθη καὶ ἐβελτιώθη μόνος του. Διότι πολὺ φοβοῦμαι, κύριοι, μὴ ἡ ἀνάμιξις αὐτὴ τοῦ Κράτους, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται, δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ ὠφελήσῃ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, ἀλλ’ ἴσως εἶναι φόβος νὰ ζημιώσῃ τοῦτο, ζημιώσῃ δὲ ἐπὶ μεγίστῃ ζημίᾳ καὶ ὑλικῶν καὶ ἐθνικῶν συμφερόντων. Δὲν ἐπερίμενε κανεὶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκεφθεῖσα νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, δὲν θὰ προσεκόμιζε νομοθετήματα πείθοντα πάντα ὅτι ὄντως πρόκειται περὶ βελτιώσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Κάθε ἄλλο παρὰ τοῦτο δεικνύει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον κατὰ τὰ πολλὰ ἄρθρα του πείθει πάντα καὶ τὸν πλέον ἀδιάφορον ὅτι δὲν πρόκειται καθόλου περὶ βελτιώσεως τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, ἀλλὰ φθάνει κανεὶς εἰς τὴν αὐστηρὰν κρίσιν, ὅτι πρόκειται περὶ ἐξυπηρετήσεως προσώπων. Καὶ ἔχω πάλιν ἀπόλυτον δίκαιον νὰ κατηγορῶ οὕτω τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι δὲν βλέπω οὐδεμίαν μέριμναν καὶ οὐδεμίαν πρόνοιαν ἀπὸ ἐκείνους, οἵτινες ἔπρεπε νὰ λάβωσι πρόνοιαν, ἂν ὄντως ἐπρόκειτο περὶ ἐνισχύσεως τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. Καὶ ἐνῷ ἀπολύτως καμμία πρόνοια δὲν λαμβάνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου μήτε περὶ τῶν μέσων καὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ τονωθῇ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, μήτε περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον μεθοδικὴ θὰ γίνεται ἡ ἐκπαίδευσις τῶν πλοιάρχων, τῶν πληρωμάτων καὶ αὐτῶν τῶν μηχανικῶν, δὲν βλέπει κανεὶς νὰ λαμβάνηται καμμία πρόνοια καὶ νὰ γίνεται σκέψις περὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἐπιτελεσθῇ μία συστηματικὴ ἀσφάλεια, ἀλλὰ προνοεῖ, ὡς προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, μόνον περὶ δημιουργίας θέσεων, ἀφήνει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ προϋπάρχωσι τὰ πρόσωπα. Δὲν γίνεται σκέψις περὶ τοῦ κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξυπηρετηθῇ ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία. Ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο παρηκολούθησα τὰς σκέψεις τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ ἦτο δικαιολογημένη ἡ ἐκ τῶν προτέρων δημιουργία προσώπων καὶ σχέσεων, ἵνα αὐτὰ ἀσχοληθῶσι μεταγενεστέρως περὶ τῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν. Θὰ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιώσω ἀπὸ τὸν ταῦτα ἰσχυριζόμενον Ὑπουργὸν νὰ μὲ πείσῃ κατὰ τίνα τρόπον πρέπει νὰ στρατολογηθῶσι τὰ πρόσωπα ταῦτα, εἴτε νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὴν ὑψίστης σημασίας ἀποστολὴν ταύτην. Ἔχω ἀνάγκην νὰ μὲ πείσῃ ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον λαμβάνεται ἡ μέριμνα περὶ τοῦ προσωπικοῦ, εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ μελέτη τῶν διαφόρων θεμάτων, τῶν ἀφορώντων τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Καὶ θὰ εἶχε βεβαίως τὸ δικαίωμα νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὴν σκέψιν ταύτην ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς—καὶ δὲν εἶναι εἷς ὁ ἁρμόδιος, ἀλλὰ τέσσαρες ἢ πέντε —ὅταν μὲ ἔπειθεν ὅτι καθ’ ὃν τρόπον στρατολογεῖται τὸ προσωπικόν, εἶναι ἐξησφαλισμένη ἡ ἐπιτυχία τῆς ὑπηρεσίας, ἥτις θὰ ἀνατεθῇ εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα. Καὶ παρακολουθῶ εἰς τὴν σκέψιν ταύτην αὐτὴν τὴν ἐπιτροπήν, τὴν πρώτην ἐπεξεργασθεῖσαν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ποῖα ἀξιοῖ νὰ εἶναι τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἐμπιστευθῇ τὴν σύνταξιν τοῦ δημοσίου δικαίου τοῦ ναυτικοῦ, ποῖα προσέτι πρόσωπα πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἀνατεθῇ τὸ βαρὺ καὶ δύσκολον αὐτὸ ἔργον; Ποίας εἰδικότητος πρόσωπα πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα θὰ ἀναθέσῃ τὴν μεγάλην ταύτην ἐργασίαν. Ὅπως εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, τὸ νομοσχέδιον στρατολογεῖ τὰ πρόσωπα ταῦτα ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν σῶμα τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, τὰ στρατολογεῖ δὲ κατὰ ἕνα ὅλως περίεργον τρόπον· Θὰ δηλώσωσιν οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ ἀπομακρυνθῶσι τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος καὶ νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὸ ἀρτισύστατον τοῦτο σῶμα, εἶναι δὲ ἔργον καὶ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ ἡ ἐπιλογὴ τῶν δηλωσάντων ἀξιωματικῶν. Καὶ ἀμέσως προκύπτει ἓν ἄτοπον, σοβαρώτατον ἄτοπον, ἄτοπον ζημιοῦν τὰ μέγιστα τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ, διότι, ἀφοῦ ἀφαιρεῖ ἕνα μέγαν ἀριθμὸν διὰ νὰ ἀποτελέσῃ τὸ λιμενικὸν σῶμα, ἐπιμένει εἰς ἄλλο ὁ κ. Ὑπουργός· ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν θέλουν νὰ προσέλθουν εἰς τὸ λιμενικὸν σῶμα, δικαιοῦται ὁ Ὑπουργὸς αὐτοδικαίως νὰ τοὺς μεταφέρῃ, δικαιοῦται δηλ. νὰ ἐπιτάξῃ τοὺς ἀξιωματικούς. Τί θὰ ἔχωμεν δὲ ὡς ἀποτέλεσμα; Τὴν ἀποψίλωσιν τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἀπὸ τοὺς καλοὺς ἀξιωματικούς. Αὕτη εἶναι ἡ πρώτη ἐμφανιζομένη μεγίστη ζημία καὶ δικαίως, ἀφοῦ τοσαύτην ἀποδίδει σημασίαν εἰς τὸ νεοσυνιστάμενον σῶμα παρὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Καὶ ἀφοῦ τοιαῦτα μέτρα λαμβάνονται καθόσον ἀφορᾷ τὴν στρατολογίαν τῶν προσώπων τούτων, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ φροντίσῃ νὰ περισυλλέξῃ τοὺς καλλιτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ καὶ τοὺς μεταφέρῃ εἰς τὸ λιμενικὸν σῶμα, γίνεται ἢ δὲν γίνεται κατάφωρος ζημία εἰς τὸ οἰκονομικὸν σῶμα τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἀφοῦ θὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τοὺς καλλιτέρους; Ἀλλὰ δὲν γίνεται μόνον ζημία εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικὸν διὰ τῆς μετατοπίσεως αὐτῆς, ἀλλὰ γίνεται ἐπίσης μεγάλη ζημία καὶ εἰς τὸ λιμενικὸν σῶμα, γίνεται δὲ ζημία, κατὰ τὴν ὁμολογίαν αὐτῆς ταύτης τῆς Ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον, ἡ ὁποία ποιεῖται ἀφορισμὸν περὶ τῆς καταλληλότητος τῶν ἀξιωματικῶν, εἴτε τῶν μαχίμων εἴτε τῶν οἰκονομικῶν ὡς ἱκανῶν διὰ λιμενικοὺς ἀξιωματικούς. Ἐξορκίζει ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ὁ εἰσηγητὴς τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ λέγει ὅτι οἱ μάχιμοι καὶ οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ διὰ κάθε ἄλλο παρὰ διὰ λιμενικὸν σῶμα εἶναι ἱκανοί. Ἰσχυρίζονται καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ὅτι τὸ σῶμα ἔχει ἀνάγκην εἰδικῶν προσώπων, κατεχόντων γνώσεις ἀνωτέρας καὶ τόσα ἄλλα στοιχεῖα, καὶ ἐν τούτοις, ἀφοῦ τοὺς ἀρνεῖται τὰς ἰδιότητας ταύτας, τὰς ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας, ἐν τούτοις ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς καταρτίζει τὸ σῶμα τοῦτο. Καὶ λέγει ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον Ἐπιτροπή: (Ἀναγινώσκει) «Προκειμένου νὰ καθορισθῶσι τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα οἱ λειτουργοὶ ὡρισμένου κλάδου δημοσίας ὑπηρεσίας ὀφείλουσι νὰ συγκεντρῶσι, πρόδηλον εἶναι ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῶσι ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθηκόντων, τὰ ὁποῖα εἰς τοὺς λειτουργοὺς τούτους ἀνατίθενται. Μελετῶντες ἤδη τὰ καθήκοντα ταῦτα, οὐχὶ βεβαίως ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παρ’ ἡμῖν κειμένης νομοθεσίας, τῆς ἀπὸ αἰώνων χρονολογουμένης, πεπαλαιωμένης ἑπομένως καὶ οὐδαμοῦ τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου ὑφισταμένης, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν, αἵτινες εἶναι ἐρρυθμισμέναι συμφώνως πρὸς τὰς νέας γενικὰς καὶ εἰδικὰς ἀντιλήψεις περὶ τῶν ἀνατιθεμένων εἰς ἑκάστην τάξιν τῶν δημοσίων λειτουργῶν καὶ δὴ τῶν τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ καθηκόντων, συνάγομεν ὅτι, οἵ τε μάχιμοι καὶ οἱ οἰκονομικοὶ Ἀξιωματικοὶ τοῦ Β. Ναυτικοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ σκόπιμον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων». Τοῦτο λέγει ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ τοῦτο ἰσχυρίζεται ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι οἱ μάχιμοι καὶ οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ σκόπιμον ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τούτων. Καὶ ἐν τούτοις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τί ἐπισυμβαίνει; Ἀκριβῶς τὸ λιμενικὸν σῶμα ἀποτελεῖται ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἀναγνωρίζει τὴν ἱκανότητα ταύτην. Οἱ κύριοι συντάξαντες τὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχουν ὑπ’ ὄψει τους ὅτι ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Βουλήν, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει μετὰ μεγαλυτέρου σεβασμοῦ νὰ ἀπευθύνωνται. Καὶ ἐξακολουθεῖ, κύριοι, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον Ἐπιτροπή, πρὸς τὴν ὁποίαν εἶναι σύμφωνος καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, διότι τοὺς εὑρίσκει ἀνικάνους τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ νὰ ἀποτελέσωσι τὸ λιμενικὸν σῶμα. (Ἀναγινώσκει): «Διότι οἱ μὲν μάχιμοι ἀξιωματικοὶ ἔχουσιν εἰδικῶς καὶ προσηκόντως καταρτισθῇ διὰ νὰ ἐκπληρῶσιν, ὡς ἄριστα, τὸ εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἔργον, ὅπερ κυριώτατα εἶναι ἔργον χειρισμοῦ πολεμικῶν ὀργάνων, ἔργον ἄντικρυς ἀντικείμενον εἰς τὸ προβαλλόμενον εἰς τὸν δημόσιον λειτουργόν, τὸν κεκλημένον τὴν ἐπιτήρησιν ἐμπορικῶν ὀργάνων καὶ συμφερόντων. Οἱ δὲ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ ἐκ τελειοφοίτων γυμνασίου ἢ καὶ ἐκ διδακτόρων τοῦ Δικαίου προερχόμενοι παρουσιάζουσιν ἀληθῶς ἐφόδια προσιδιάζοντα εἰς πάντα διοικητικὸν ὑπάλληλον λόγῳ καὶ τῆς μορφώσεως, τὴν ὁποίαν κέκτηνται καὶ τῆς πείρας τὴν ὁποίαν ἀποκτῶσιν ὡς ὑπάλληλοι τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Λιμενικῶν ἀρχῶν, δὲν ἔχουσιν ὅμως καὶ τὴν συστηματικὴν εἰδικὴν κατάρτισιν, τὴν ὁποίαν ἀπαραιτήτως προϋποθέτει ἡ σκόπιμος ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων τοῦ ἐπιμελουμένου τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἀφορωσῶν τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν διατάξεων». Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ συμβιβάζωνται τὰ πράγματα; Ἀφορισμὸς ὁλόκληρος περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν μαχίμων καὶ οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν εἰς τὸ νὰ ἀναλάβωσι τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν. Θὰ ἐπίστευε κἀνείς, ὅτι κατόπιν τοιούτων σκέψεων, ἦτο δυνατὸν νὰ καταλήξῃ ἡ Κυβέρνησις, προσκομίζουσα νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀκριβῶς εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἀποδοκιμάζει, ὅτι εἰς τοιούτους ἀξιωματικοὺς θὰ ἀνέθετε τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν προσεδόκα τὴν ἐξυπηρέτησιν μεγίστων συμφερόντων; (Ἀναγινώσκει) «Εὐνόητον ἐντεῦθεν, ὅτι πρὸς τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἐγκύκλιος, εἴτε ἡ πανεπιστημιακὴ μόνη μόρφωσις καὶ πεῖρα, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται εἰδικὴ κατάρτισις». Ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ τὸν λόγον μετ’ ὀλίγον νὰ ἀντιλέξῃ εἰς ὅσα ἐγὼ δικαίως ἰσχυρίζομαι, θὰ ἔχῃ νὰ σᾶς προβάλῃ ὡς ἰσχυρισμόν, τὸ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοί, τοὺς ὁποίους κρίνει ἐντελῶς ἀκαταλλήλους διὰ τὴν νέαν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ θὰ διδαχθῶσι. Ἀλλὰ ἐὰν ἐπιμείνῃ εἰς τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ καταφέρῃ καὶ ἄλλο τραῦμα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, θὰ διατρέξῃ τὸν κίνδυνον νὰ περιαγάγῃ εἰς κωμικότητα τὸ πρᾶγμα, διότι ἀσφαλῶς ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ἐντελῶς ξένοι, οἱ ἀξιωματικοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη, δὲν εἶναι δυνατὸν μετά τινα μαθήματα, τὰ ὁποῖα θὰ διδαχθῶσι, νὰ γίνωσιν οἷοι τοὺς ἀξιοῖ τὸ νομοσχέδιον. Δὲν γνωρίζω ποία θὰ εἶναι ἡ μεθοδικότης καὶ ἡ ἱκανότης ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θὰ διδάξωσι τοὺς γηραιοὺς ἀξιωματικούς. Εὔχομαι νὰ εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε ἀληθῶς νὰ κατορθωθῇ ἐκ τῶν ὀλίγων μαθημάτων νὰ μὴ ἀποκομίσωσιν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀποτυχίαν, τὴν πλήρη, διότι ἡ ἀποτυχία εἰς τὰ πρόσωπα εἶναι προωρισμένη νὰ ἔχῃ μεγίστην ἐπιρροὴν δι’ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, πρὸς χάριν τῶν Ὑπουργῶν, τῶν κατὰ τοιοῦτον τρόπον συνταξάντων τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸ νέον συνιστάμενον σῶμα, τὸ Λιμενικόν, ἐάν, λέγω, χαριστικῶς φερθῶ πρὸς αὐτοὺς καὶ δεχθῶ, ὅπως δὲν προσήκει, ὅτι εἶναι δυνατόν, οἱ κατ’ ἀρχὴν κρινόμενοι ἐντελῶς ἀνίκανοι διὰ τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ἐάν, λέγω, καταστῇ δυνατὸν μετὰ τὰ ὀλίγα μαθήματα, τὰ ὁποῖα θὰ διδαχθῶσι, νὰ γίνωσιν ὄντως ἀντάξιοι τῆς σοβαρότητος τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τὴν ὁποίαν εἶναι προωρισμένοι, ἐὰν χαριστικῶς φερόμενος, παρακολουθήσω εἰς τὰς σκέψεις τοὺς κ. Ὑπουργούς, τοὺς ὑποβαλόντας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσω μέχρι τοῦ σημείου νὰ δεχθῶ, ὅτι καὶ οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοί, εἴτε μάχιμοι, εἴτε οἰκονομικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ στρατολογηθῶσι ἀπὸ τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, ὅτι καὶ αὐτοί, εἰς τοὺς ὁποίους διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀνατίθεται ἡ ὅλη διεύθυνσις τῆς νέας αὐτῆς ὑπηρεσίας, διεύθυνσις ἔχουσα ἀποστολὴν νὰ ἀναπληρώσῃ, νὰ τονώσῃ, νὰ ἰσχυροποιήσῃ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶσι καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνταποκριθῶσι, διότι τοὺς ἀδικεῖ τὸ νομοσχέδιον, διότι δι’ αὐτούς, νομίζω, ὅτι ἡ προπόνησις εἰς τὰ νέα καθήκοντα περιττεύει. Εἶναι περίεργος, ἀληθῶς, ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐσυλλογίζοντο οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον, δεχόμενοι κατ’ ἀρχήν, ὅτι οἱ μάχιμοι καὶ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ δὲν εἶναι κατάλληλοι διὰ τὸ λιμενικὸν σῶμα καὶ μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει νὰ δειχθῇ ὅτι εἶναι ἀκατάλληλοι καὶ διὰ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν σύμπηξιν τοῦ νέου σώματος διὰ τῶν μαχίμων καὶ οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἔφθασε κατόπιν σκεπτόμενος ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψῃ τὸ μέγα τοῦτο χάσμα διὰ τῆς προσωρινῆς, δι’ ὡρισμένων μαθημάτων ἀξιωματικῶν εἰς τὰ ὑψηλὰ αὐτῶν καθήκοντα, ἐκπαιδεύσεως, καθήκοντα, λέγω, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνατεθειμένα εἰς τὸ Λιμενικὸν σῶμα. Δι’ ἐκείνους ὅμως τῶν ἀξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἀνωτέραν διεύθυνσιν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ ὡς καὶ τὴν διεύθυνσιν ὅλων τῶν διαφόρων τμημάτων, δι’ αὐτοὺς ἐνόμισεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀκούσωσι τὰ μαθήματα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχω ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διατί δι’ αὐτούς, τοὺς ὁποίους κατ’ ἀρχὴν θεωρεῖ στερουμένους ἐντελῶς τῶν στοιχείων καὶ τῶν γνώσεων, αἵτινες εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, διατί, λέγω, δι’ αὐτοὺς ἐνόμισεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐκπαιδευθῶσι; Διότι, ἐγὼ ὑποθέτω, ὅτι κατὰ μείζονα λόγον ἡ ἐκπαίδευσις αὐτῶν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἀνατεθῇ ἡ διεύθυνσις τῆς διοικήσεως καὶ τῶν τμημάτων, ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς ὁμολογεῖ καὶ δέχεται, καὶ ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅτι καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀκατάρτιστοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην.
§13Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν σᾶς ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ σύστασις σχολείου λοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν καὶ οὐχὶ συνταγματαρχῶν καὶ ὑποστρατήγων;
§14Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§15Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως εἰς ὡρισμένον βαθμὸν καὶ ἡλικίαν ἡ ἐκπαίδευσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Ἀφίνω δὲ κατὰ μέρος, ὅτι καὶ περὶ τούτων λαμβάνεται πρόνοια εἰς τὸ νομοσχέδιον.
§16Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Εἶναι δικαίωμά των. Ὁμολογῶ ὅτι ἀπὸ σᾶς περιέμενα ἄλλο ἐρώτημα, ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητος, τὴν ὁποίαν ἔχετε. Τὸ ὑποβληθὲν ἐρώτημα κάθε ἄλλο παρὰ σχέσιν ἔχει μὲ ὅσα ἐγὼ ἰσχυρίζομαι, διότι, ἐπειδὴ εἰς τὸν στρατὸν ἐγένετο σχολεῖον λοχαγῶν δηλαδὴ σχολεῖον ἐφαρμογῆς διὰ νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ γνώσεις, τὰς ὁποίας προϋποτίθεται ὅτι ἐκέκτηντο, ἐνομίσατε καὶ σεῖς ὅτι θὰ ἐκάλει καὶ τοὺς συνταγματάρχας. Ἀλλὰ οἱ τὸ Σχολεῖον τῶν Λοχαγῶν νομοθετήσαντες ἐγνώριζον πολὺ καλὰ ὅτι οἱ συνταγματάρχαι δὲν εἶχον ἀνάγκην ἄλλης διδασκαλίας, διότι ἐὰν ἐγνώριζον ὅτι ὑπῆρχεν ἀνάγκη σχολείου διὰ τοὺς συνταγματάρχας δὲν θὰ εἶχον οὐδεμίαν δυσχέρειαν νὰ προνοήσωσι καὶ περὶ αὐτοῦ. Ἐν προκειμένῳ ὅμως τί συμβαίνει; Οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον Ὑπουργοὶ καὶ οἱ συντάξαντες τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶσθε καὶ ὑμεῖς, εἴχετε ἀντίθετον γνώμην καὶ δι’ αὐτὸ παραξενεύομαι πῶς τοιοῦτον ἐρώτημα προῆλθε καὶ θὰ ἤθελον νὰ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ νὰ σᾶς ἀπαντήσω εἰς ὅλα ὅσα εἴπετε.
§17Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ μοῦ ἀπαντήσετε πολὺ εὐχαρίστως.
§18Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κύριοι, ἓν βλέπω, ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ἡ λιμενική, ἀποτελεῖται ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους οἱ ἁρμόδιοι δὲν ἀναγνωρίζουσιν ὡς δυναμένους νὰ διευθύνωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, τοὺς καταδικάζει ἐξ ἑνὸς καὶ ἐξ ἄλλου τοὺς προσλαμβάνει καὶ τοὺς ἐμπιστεύεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Τοῦτο δηλοῖ τὸ νομοσχέδιον ὡς εἶναι συντεταγμένον. Τὸ ἀστεῖον ὅλων, ὅπως προλέγει, εἶναι ὅτι εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους καταδικάζει ὄχι δι’ ἄλλο τι, ἀλλὰ ὡς στερουμένους τῶν ἰδιοτήτων τούτων, τῶν ἀπαραιτήτων, εἰς αὐτοὺς ἐμπιστεύεται τόσον τὴν διεύθυνσιν ὅσον καὶ τὴν διοίκησιν τῶν διαφόρων τμημάτων. Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τοιαύτη ὑπηρεσία καὶ νὰ δώσῃ τὰς ἀποδόσεις, τὰς προσδοκωμένας τοὐλάχιστον ἀπὸ τοὺς εἰσηγητὰς τοῦ νομοσχεδίου; Καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προΐδῃ τις ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀποτυχίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου, θεσμοῦ προωρισμένου κάθε ἄλλο παρὰ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν νὰ ἐξυπηρετήσῃ; Διότι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν οὐδέποτε ἠξίωσε παρὰ τοῦ Κράτους ἰδίαν ὑποστήριξιν καὶ πολὺ φοβοῦμαι μὴ τὸ ζημιώσῃ ἡ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους καὶ μάλιστα καθ’ ὃν ἐπιχειρεῖται τρόπον. Ἐάν, κύριοι, ὅπως φαίνεται τοὐλάχιστον, τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὅλου συστήματός σας ἐξαρτᾶτε ἀπὸ τὸν καταρτισμὸν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς, μεγίστην πρέπει νὰ δώσητε προσοχὴν ἀκριβῶς εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ στρατολογήσητε καὶ τὰ ὁποῖα θὰ μεταφέρητε ἐκεῖ, ἵνα ἀποτελέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν ἐκείνην τὴν μεγίστης ἀξίας. Ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου κάθε ἄλλο παρὰ τοιοῦτόν τι ἐπιχειρεῖτε. Ἀκριβῶς καταρτίζετε τὴν ὑπηρεσίαν ἀπὸ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους σεῖς μόνοι σας καλεῖτε ὡς ἀκαταλλήλους, χωρὶς οὐδεὶς πρὸς τοῦτο νὰ σᾶς προσκαλέσῃ. Φθάνει δὲ κανεὶς νὰ πιστεύῃ, ὅτι ὅταν εἰργάζοντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰργάζοντο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κάθε ἄλλο θὰ ἐσκέπτοντο παρὰ νὰ ἀναθέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν εἰς τοὺς μαχίμους εἴτε τοὺς οἰκονομικοὺς τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, ἀλλ’ εἶχον ἐν νῷ νὰ ἀναθέσωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν εἰς ἄλλα πρόσωπα ἄλλοθεν στρατευόμενα. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ πηγὴ ἐκείνη ἐξέλιπεν ἢ δὲν ὑπῆρξε πρόχειρος εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῶν προσώπων καὶ κατ’ ἀνάγκην ἐφέρθητε πάλιν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐκ τῶν προτέρων καταδικάζετε. Καὶ εἶναι, κύριοι, νὰ μὴ προκαλῇ τὴν ὀργὴν παντὸς μελετήσαντος τὸ νομοσχέδιον, ἡ διατύπωσις τῶν διατάξεων καὶ αἱ σκέψεις αἱ ἐρχόμεναι νὰ δικαιολογήσωσι τὰς διαφόρους διατάξεις, ὅταν μᾶς ὁμιλῇ περὶ βαρυσημάντου ὑπηρεσίας; (Ἀναγινώσκει) «Ὁ διευθυντὴς εἶναι ὁ παρὰ τῇ Κυβερνήσει ἀνώτατος σύμβουλος, (οὕτω τοὐλάχιστον τὸν ἀποκαλεῖτε) ἐπὶ τῶν ζητημάτων τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, ζητημάτων πρωτίστης, ὡς εἴπομεν, σημασίας οἰκονομικῆς καὶ ἐθνικῆς ἐν γένει, αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τῆς ναυτιλιακῆς τοῦ Κράτους πολιτικῆς». Τῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους! Ἐγὼ δὲν γνωρίζω, ἂν ἡ Βουλὴ ἄλλοτε ἐνομοθέτησε διὰ διεύθυνσιν ὑπηρεσίας κατὰ τρόπον τοιοῦτον, κατὰ τὸν ὁποῖον ἐπιχειροῦμεν νὰ νομοθετήσωμεν ἤδη, δημιουργοῦντες διευθυντήν, εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπιστευόμεθα τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, τὴν ναυτιλιακήν, χωρὶς ἐν ταὐτῷ νὰ σκεφθῶμεν καὶ ποῖος πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ διευθυντής, ποῖα πρέπει νὰ εἶναι τὰ περικοσμοῦντα αὐτὸν προσόντα ἀπαραιτήτως, διότι ἐν τῇ ἀποτυχίᾳ τοῦ προσώπου ἔγκειται ἡ ἀποτυχία αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας. (Ἀναγινώσκει) «Τοιαύτη ἀνωτάτη ἐν τῇ πολιτείᾳ θέσις, πολυμερῶς εὐρείας σημασίας, προσήκει προφανῶς νὰ μὴ ἀποτελῇ ὀργανικὴν θέσιν ἀπαραιτήτως πληρουμένην διὰ προσώπου λαμβανομένου ἐκ τόσου περιωρισμένου κύκλου προσώπων, ὁποῖος ὁ τῶν κατεχόντων τὰς ὀλίγας θέσεις τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοῦ λιμενικοῦ σώματος». Εἴδετε ποῦ φθάνει; Νὰ δέχηται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος, ὡς ἐστερημένος τῶν ἀπαραιτήτων προσόντων—ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἰδικὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν—κατὰ τὰ ἄλλα εἰμπορεῖ νὰ εἶναι ἄριστος ἀξιωματικὸς—ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ἀναζητήσῃ τὸν διευθυντὴν καὶ ἔξω τοῦ στενοῦ κύκλου διὰ νὰ ἔχῃ εὐρύτητα ἐπιλογῆς. Τοιαύτην σημασίαν ἀποδίδει εἰς τὸν προϊστάμενον τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς. Καὶ ἐν τούτοις, διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ συζητουμένου, ὁ διευθυντής, ὁ τοιαύτης ἀποστολῆς ὑπάλληλος, ὁ σύμβουλος τῆς πολιτικῆς τῆς ναυτικῆς τοῦ Κράτους, ὁ τόσα βάρη προωρισμένος νὰ φέρῃ καὶ τόσας εὐθύνας, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ διάνοια τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου δὲν τὸν εὕρισκε μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ, ἀλλ’ ἔδιδε δικαίωμα εὐρυτέρας ἀναζητήσεως, ἐν τούτοις, λέγω, τὸ νομοσχέδιον δὲν διστάζει νὰ τὸν προσλάβῃ ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν σῶμα τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Αἱ σκέψεις ἐξ ἑνὸς τῶν ἐπεξεργασθέντων τὸ νομοσχέδιον καὶ αἱ ἀποφάσεις, αἱ διατυπούμεναι εἰς ἄρθρα, παρουσιάζουσι τοῦ χειροτέρου εἴδους τὸν τραγέλαφον. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ κανείς, ὅτι σοβαρῶς σκεπτόμενος καὶ σοβαρῶς νομοθετῶν θὰ ἦτο δυνατὸν εἰς τοιαύτας νὰ περιέλθῃ ἀντιφάσεις, ἀντιφάσεις σκέψεων καὶ γνωμῶν, ἀντιφάσεις προδιδούσας τὴν ἀναλγησίαν καὶ μόνον ἓν ἐνδιαφέρον, νὰ δημιουργηθῇ μία νέα ὑπηρεσία κοντὰ εἰς τὰς ἄλλας, πολυτελὴς καὶ δαπανηρὰ ὑπηρεσία, εἰς βάρος αὐτοῦ τοῦ δυστυχισμένου προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἰξεύρω πότε πλέον θὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ νὰ εἴπῃ: δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βαστάσω τὰ βάρη, τὰ καθ’ ἡμέραν ἐπιπροσθέτως καὶ ἀδικαιολογήτως ἐπιπροστιθέμενα. Φθάνει τέλος πάντων ἡ δημιουργία ἡ καθημερινὴ θέσεων, ἐκεῖ ὅπου ἴσως δὲν εἶναι δίκαιον· Θὰ ἦτο καιρὸς πλέον νὰ παύσῃ καὶ πρὸς τὸ μέγιστον συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα ἀποσπῶνται ἀπὸ τὰς ὑπηρεσίας ἢ τὰς ἄλλας ἐργασίας εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἐπιδεδομένα καὶ φέρονται διαρκῶς προσκεκολλημένα εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ γίνωσι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Καθ’ ὃν τρόπον σκεπτόμεθα καὶ καθ’ ὃν τρόπον συνεχῶς νομοθετοῦμεν κινδυνεύομεν νὰ μεταβάλωμεν τὸ Κράτος ὁλόκληρον εἰς ὑπαλληλίαν καὶ τοῦτο θὰ εἶναι ἡ μεγίστη ζημία καὶ τῶν ἀτόμων, ἐπαναλέγω, καὶ τοῦ Κράτους. Νομίζω, κύριοι, ὅτι κατέδειξα ὅτι διὰ κάθε ἄλλο παρὰ διὰ τὴν βελτίωσιν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ εἶναι, προωρισμένον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι οὐδεμία ἀπολύτως πρόνοια λαμβάνεται ὑπὲρ τονώσεως τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον ἄλλως τε οὐδεμίαν τοιαύτην ἐζήτησε, καὶ δὲν τὴν ἐζήτησε φόβῳ μὴ ἡ τοιαύτη προσέγγισις τοῦ ἐπισήμου Κράτους τὸ ζημιώσῃ, διότι εἷς ὀργανισμός, οἷος ὁ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, ὅστις μόνος κατώρθωσεν ἐκεῖ νὰ ὑψωθῇ, ὥστε ἐπίφθονον νὰ κατέχῃ θέσιν, φόβος εἶναι μὴ ἀνάμιξις τοῦ Κράτους, γενομένη ἀναρμοδίως καὶ ἀκαταλλήλως, τὸν ζημιώσῃ ἐπὶ ζημίᾳ μεγίστῃ καὶ τῶν ὑλικῶν καὶ τῶν ἠθικῶν συμφερόντων τῆς χώρας. Φαίνεται δὲ ὅτι οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ὑπέλαβον τὴν Βουλὴν ὡς πολὺ ἀφελῆ ἢ ὡς μὴ διατεθειμένην νὰ συζητήσῃ ἐπὶ πασῶν τῶν πράξεων τῆς ὑποβαλούσης τὰ νομοσχέδια Κυβερνήσεως, διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, πολὺ πρέπει νὰ καταλογίσῃ κανεὶς τὴν ἀφέλειαν ἐκείνων, οἵτινες, ἐνῷ ἐξ ἑνὸς ἔλεγον ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ καὶ οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλοι διὰ λιμενικὴν ὑπηρεσίαν, ἐξ ἄλλου ὄχι μόνον στρατολογοῦν αὐτοὺς τοὺς ἀκαταλλήλους, ἀλλὰ ἀναθέτουν καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν τμημάτων εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς. Καὶ ἡ ἀφέλεια τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου δὲν σταματᾶ ἐκεῖ, προχωρεῖ ἀκόμη, διότι ἴσως ὑπολαμβάνουσιν ἐπίσης ἀφελῆ καὶ τὴν Βουλήν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 5: «Διευθυντὴς τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ τοποθετεῖται ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τοῦ λιμενικοῦ σώματος», ἀφοῦ θὰ μεταφερθῶσι τρεῖς ἕως τέσσαρες ἐξ αὐτῶν, ἔχει δικαίωμα κατὰ τὸν νόμον, νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἕναν τὴν διεύθυνσιν. Ἀκούσατε, διότι, σᾶς διαβεβαιῶ εἰλικρινῶς ὅτι μὲ φέρει εἰς τὸ βῆμα μόνον ὁ πόθος νὰ διαμαρτυρηθῶ, νὰ διαμαρτυρηθῶ εἰλικρινῶς καὶ ὑπὲρ τοῦ δικαίου. «Διευθυντὴς δύναται ἐπίσης νὰ διορισθῇ ἐπὶ βαθμῷ καὶ μισθῷ διευθυντοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, πτυχιοῦχος τῆς νομικῆς σχολῆς ἢ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, διακρινόμενος διὰ τὰς εἰδικὰς αὐτοῦ γνώσεις». Εἴδατε, κύριοι, διατυπωθεῖσαν μετὰ τοσούτου θάρρους εἰς ἄλλο νομοσχέδιον τοιαύτην προπετῆ διάταξιν; πρόκειται περὶ τοῦ διευθυντοῦ, τὸν ὁποῖον ὄχι δὲν ἐχαρακτήρισα ἐγώ, ὁποῖος πρέπει νὰ εἶναι, χαρακτηρίζει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, αὐτὸς ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου, ὁ σύμβουλος τοῦ Κράτους εἶναι ὁ διευθυντὴς τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ ἐν τούτοις τὸν προχειρίζει κατὰ τὸν εὐκολώτερον τρόπον, ἢ τὸν προσλαμβάνει ἀπὸ τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους θὰ τοποθετήσῃ εἰς τὸ Λιμενικὸν σῶμα καὶ τοὺς ὁποίους οἱ συντάκται τοῦ νομοσχεδίου κατεδίκασαν ὅτι δὲν εἶναι ἱκανοὶ ἢ ἀπὸ τὸν ἔχοντα πτυχίον Νομικῆς Σχολῆς καὶ κεκτημένον εἰδικὰς γνώσεις. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ διαπιστωθῶσιν αὐταὶ αἱ εἰδικαὶ γνώσεις; Πρέπει, κύριοι, νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὸν διευθυντὴν θὰ προκρίνῃ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐρωτῶ ἐγὼ καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς ἐκ μέρους τοὐλάχιστον τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, νὰ μοὶ εἴπῃ τίνα ἔχει ἢ τίνας ἔχει ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτοῦ, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐμπιστευθῇ;
§19Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ ἀπαντήσω ἀμέσως, ὅταν θὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος.
§20Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι, ἐὰν μὲν πρόκηται τὸν τοιοῦτον διευθυντὴν νὰ παραλάβῃ ἐκ τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν, ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐπιφυλακτικώτερος εἰς τὰς κρίσεις του περὶ τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν καὶ νὰ μᾶς πείσῃ ποῖοι εἶναι οἱ κατάλληλοι ἀξιωματικοὶ διὰ νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐποπτείαν καὶ ὄχι νὰ ἔρχηται καὶ νὰ λέγῃ διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου ὅτι εἶναι ἀνίκανοι καὶ στεροῦνται τῶν ἀπαραιτήτων στοιχείων καὶ νὰ λέγῃ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὅτι θὰ δύνανται νὰ ληφθῶσιν οἱ διδάκτορες τῆς νομικῆς ἢ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, τοὺς ὁποίους δὲν γνωρίζω ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τίνα τρόπον κατώρθωσε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του, ὥστε νὰ εἰσηγηθῇ τὸ τοιοῦτον εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον. Ἐάν, κύριοι, ὄντως εἶναι τοιαύτης ἀποστολῆς ἡ θέσις αὐτὴ καὶ εἶναι, ἀφοῦ πρόκειται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν νὰ ἐμπιστευθῶμεν μίαν πλουτοπαραγωγικὴν καὶ ἐθνικὴν δύναμιν, ἐάν, λέγω, τοιαύτη εἶναι, ὅπως προσήκει νὰ εἶναι ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἔπρεπε νὰ μὴ ἀρκεσθῇ νὰ φέρῃ διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ μᾶς λέγῃ ὅτι ὁ κάθε διδάκτωρ τῆς νομικῆς καὶ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν, τοῦ ὁποίου δὲν καθορίζει τὰ ἄλλα προσόντα παρὰ ἀφίνει εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποφανθῇ, ἐάν, λέγω, τοιαύτην ἀντίληψιν ὄντως εἶχεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τῆς θέσεως αὐτῆς καὶ κατ’ ἀναλογίαν περὶ τοῦ προσώπου, ἔπρεπε νὰ περιφρουρήσῃ τὴν θέσιν ταύτην διὰ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ὡς ἀπαραίτητα, καὶ νὰ μὴ ἀρκεσθῇ εἰς διδάκτορα τῆς νομικῆς. Καὶ ἐγὼ εἶμαι διδάκτωρ τῆς νομικῆς, διατί τάχα νὰ μὲ ἀποκλείσητε ἢ ἐδόθη ἀφορμὴ ποτὲ εἰς κἀνένα νὰ ἀφίσῃ νὰ γνωσθῶσιν ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον αἱ εἰδικαὶ γνώσεις, ποία ἀφορμὴ ἐπισήμως ἐλήφθη, ἔχετε συγγραφέα κἀνένα εἰδικόν, τὸν ὁποῖον θὰ προβάλητε καὶ θὰ εἴπητε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ εἰδικὸς καὶ ἰδοὺ ἡ εἰδικότης εἶναι ἀποδεδειγμένη διὰ τῶν ὅσων ἔγραψε καὶ ἔπραξε. Τοιαύτην βάσιν δὲν ἔχετε καὶ διὰ τοῦτο ἔρχεσθε μὲ αὐτήν, τὴν εὐκόλως παρεξηγουμένην διάταξιν, τὴν στηριζομένην εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν σας εἰς τὸ νὰ προκρίνητε οἱονδήποτε θέλετε. Εὔχομαι, αὐτός, τὸν ὁποῖον θὰ προκρίνητε, εἴτε ἀξιωματικὸν τοῦ ναυτικοῦ, εἴτε διδάκτορα τῆς νομικῆς, νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἀποστολήν του καὶ τοῦτο διὰ νὰ σᾶς καλύψῃ, δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πραξικοπεῖτε. Καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ μὴ ἐξανίσταται κἀνεὶς καὶ νὰ μὴ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ διαμαρτυρηθῇ, ὅταν βλέπῃ, ὅτι ζητοῦνται προσόντα διὰ τὸν σύμβουλον τοῦ Κράτους ὀλιγώτερα ἀπὸ τὰ προσόντα, τὰ ὁποῖα ζητοῦνται διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Διὰ τοὺς Λιμενάρχας Δʹ τάξεως, προκειμένου νὰ στρατολογήσητε τοιούτους καὶ νὰ τοὺς εἰσαγάγητε εἰς τὸ σχολεῖον τῆς ἐκπαιδεύσεως, οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον λέγουσιν, ὅτι πρέπει νὰ εἶναι διδάκτωρ τῆς νομικῆς ἢ τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν καὶ ἀπαραιτήτως νὰ γνωρίζῃ τὴν Γερμανικὴν ἢ τὴν Γαλλικήν. Αὐτὰ τὰ προσόντα θεσπίζει τὸ νομοσχέδιον, τὰ λησμονεῖ τὰ προσόντα αὐτὰ καὶ λησμονεῖ, ὅτι ἀσυγκρίτως πλέον ἔχει νὰ ἐξασφαλίσῃ διὰ τὸν διευθυντήν. Ἡ διεύθυνσις τοιούτων ὑπηρεσιῶν, ἐχουσῶν ἀποστολὴν τοιαύτην, δὲν στρατολογεῖται, καθ’ ὃν τρόπον ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον μετὰ θάρρους τονίζει τὰς ἀξιώσεις του καὶ ὑποδεικνύει τίνα ἀπαραιτήτως προσόντα πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἀναθέσῃ αὐτὴν τὴν ὑψηλήν, ὅπως σεῖς τὴν ἀποκαλεῖτε, ὑπηρεσίαν, ἀντὶ τούτου ὅμως ἔρχεσθε διστακτικοὶ καὶ ἄτολμοι καὶ μὲ μίαν γενικὴν διάταξιν καλύπτετε μυρίας ἀπορίας. Ἐγὼ δὲν ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλω, ὅτι εἶναι δυνατὸν σεῖς, νομοθετοῦντες, καθ’ ὃν τρόπον νομοθετεῖτε διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ὅτι δὲν ἔχετε τὴν εἰλικρινῆ σκέψιν καὶ ἀπόφασιν νὰ μεριμνήσητε κατὰ τὸν καταλληλότερον τρόπον περὶ τῆς ἐξευρέσεως τοῦ προσώπου. Ἔχω πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ πόθος σας διότι αὐτὸ εἶναι καὶ τὸ συμφέρον σας ὡς Ὑπουργοῦ, καὶ ἂν ἐγὼ διαμαρτύρωμαι καθ’ ὃν τρόπον διαμαρτύρομαι, ἀκριβῶς ζητῶ νὰ σᾶς περιφρουρήσω ἀπὸ ὀλίσθημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ἐμπέσητε. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον μένοντες ἀνοικτοὶ ἀπὸ τῶν προσόντων, τὰ ὁποῖα ἐπιζητεῖτε ἢ μᾶλλον δὲν ἐπιζητεῖτε, θὰ ὀλισθήσητε, διότι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἐγγύησις ἡ ἀντίληψις περὶ τῶν εἰδικῶν γνώσεων οἱουδήποτε. Δὲν εἶναι ἀρκετὸν ἐχέγγυον οἱονδήποτε πρόσωπον. Ἄλλως τε αἱ ὑπηρεσίαι δὲν δημιουργοῦνται δι’ ὡρισμένα πρόσωπα, ἀλλὰ ταῦτα στρατολογοῦνται διὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ σεῖς ἀφήνετε ἀνοικτὴν τὴν θύραν εἰς τόσον σοβαρὰν ὑπηρεσίαν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσέλθῃ πᾶς τις. Καὶ τότε ποῦ εἶναι ἡ ὑψίστη ἀποστολὴ τῆς ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν νομοθετεῖτε καὶ δι’ ἧς προοιωνίζεσθε τὴν ἐξασφάλισιν ὀνειρώδους ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ; Ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ εἰσηγηθέντες τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ δὲν εἶναι μόνον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλὰ καὶ πέντε ἕτεροι Ὑπουργοί, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅτι θὰ ἦσαν διστακτικώτεροι εἰς τὴν ὑποβολὴν νομοσχεδίων, καὶ τοῦτο θὰ ἦτο ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, ἐὰν δὲν ἐστηρίζοντο ἐκεῖ, ποῦ στηρίζει τὴν ὅλην νομοθετικὴν ἐργασίαν της ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Τὸ νομοθέτημα τοῦτο, ὡς καὶ τόσα ἄλλα ὁμοίας φύσεως, ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν προσώπων καὶ ἐπιβάρυνσιν μεγάλην, κούρασμα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο — θὰ εἶναι χαριστικὴ δι’ ἐμὲ πρᾶξις, ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἢ ἄλλος τις μὲ ἀξιώσῃ ἀπαντήσεως — στηρίζεται ἀτυχῶς εἰς τὴν παμψηφίαν, τὴν ὁποίαν σύρει ὄπισθέν της ἡ Κυβέρνησις, εἰς τρόπον ὥστε ὁ ἔλεγχος ἢ ἀδύνατος ἢ ἀσθενὴς νὰ καθίσταται, ἀλλ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἄχαρις διὰ τοὺς ἐπιτελοῦντας αὐτόν. Ἄχαρι εἶναι τὸ ἔργον τοῦ διανοουμένου νὰ ἀποτολμήσῃ νὰ τὸν ἐνασκήσῃ, διότι δὲν προσδοκᾷ, ἐὰν θὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ προσδοκᾷ, ἀνατροπὴν τῆς νομοθετικῆς αὐτῆς ἐργασίας, ἀλλ’ οὔτε ἔχει κἂν τὸ κοινοβουλευτικὸν δικαίωμα νὰ ἀξιωθῇ τοὐλάχιστον προσοχῆς παρὰ τῶν εἰσηγητῶν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ παμψηφία, ἥτις σᾶς στηρίζει εἰς τὰ ἑδώλια ἐκεῖνα, ὄχι μόνον σᾶς ἐνθαρρύνει εἰς τὸ νὰ μὴ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψει σας τοὺς ἀντιλέγοντας ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ νὰ φθάνητε μέχρι τοῦ σημείου νὰ σκέπτησθε, ἐὰν πρέπῃ νὰ τοὺς ἀξιώσητε προσοχῆς. Τοῦτο γίνεται ἐπὶ ζημίᾳ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος. Προκειμένου περὶ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ, τῆς καθαρᾶς πηγῆς τοῦ πλουτισμοῦ τοῦ Κράτους, τοῦ πρώτου φορέως τῆς Ἐθνικῆς ἰδέας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, τοῦ ἐπίσης μεγάλου παράγοντος τῆς πολεμικῆς ἐνισχύσεως, τῆς ἱκανότητος τοῦ Κράτους, ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ προσέχωμεν πολύ, παρὰ πολύ. Εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ προσέχωμεν μήπως ἐν τῇ προσπαθείᾳ τῆς βελτιώσεως διασαλεύσωμεν ἕνα ὀργανισμὸν θαυμάσιον, μίαν ναυτιλίαν εὐλογημένην, ὡς τὴν ἀποκαλεῖτε, καὶ τοῦτο, ἐπιλέγω, ἐπὶ ζημίᾳ τῶν μεγάλων προσδοκιῶν, ἃς ἔχομεν διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν.
§21Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος κ. συνάδελφος σφοδρὸν ἀπήγγειλε κατηγορητήριον κατὰ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῶν εἰσηγησαμένων αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς Ὑπουργῶν. Κατηγόρησεν ἡμῶν ὁ κ. βουλευτής, ὅτι δὲν προσηγάγομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον πρὸς ἀνόρθωσιν τῶν πραγμάτων τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, ἀλλὰ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπὲρ οὐδενὸς ἄλλου προνοεῖ ἢ μόνον περὶ ἱκανοποιήσεως προσώπων διὰ τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ δαπανῶν ἄνευ λόγου. Καὶ εἶπε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. συνάδελφος ὅτι διατρέξας τὰ 65 ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, οὐδεμίαν ἀντελήφθη μέριμναν διὰ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, ἀλλὰ διατάξεις μόνον εἶδε περὶ προσώπων, περὶ ὑπηρεσιῶν, περὶ μισθῶν, ἐπιμισθίων, λέμβων, ἀτμακάτων κτλ... Εἶδε δηλ. πολλὰ καὶ διάφορα, ἀλλ’ οὐδεμίαν μέριμναν συνήντησε δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ μᾶς ἀπασχολήσῃ, ἤτοι περὶ τοῦ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ βελτιωθῶσι τὰ πράγματα τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. Πρόσχημα ἄρα, κατὰ τὸν προαγορεύσαντα, εἶναι τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἱκανοποιηθῶσι δὲ διὰ τούτου πρόσωπα οὐ μόνον ἐπὶ βλάβῃ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, διότι, κατὰ τὸν προαγορεύσαντα, πάντοτε πρόκειται νὰ διασείσωμεν ὑπηρεσίαν καλῶς λειτουργοῦσαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ δὲν ἦτο ἀνάγκη ὁ κ. συνάδελφος νὰ διατρέξῃ ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ἵνα ἴδῃ, ὅτι δὲν ἐπρόκειτο περὶ τῶν πραγμάτων ἐκείνων, περὶ ὧν εἶπεν, ἀλλὰ τό γε νῦν ἔχον, μόνον περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ. Ὁ τίτλος τοῦ νομοσχεδίου εἶναι «περὶ διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». Περὶ ταύτης ἐπρόκειτο νὰ νομοθετήσωμεν. Προκειμένου περὶ τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ, ἀπὸ ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσωμεν, ἀπὸ τῆς ὀργανώσεως, ἐκεῖθεν δὲ νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὰ ἀντικείμενα, ὧν ἔδωκεν νύξιν ὁ κ. συνάδελφος, καὶ διὰ μακρῶν ὡμίλησαν ἕτεροι συνάδελφοι ἐν προηγουμένῃ συνεδρίᾳ. Ὀρθότατα ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὅτι πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ τῶν ζητημάτων τούτων, ἅτινα τόσον πολὺ ἐνδιαφέρουσι τὸ Κράτος ἡμῶν, ἔπρεπε νὰ μεριμνήσῃ, πρὸ παντός, περὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς διοικήσεως. Ὠφείλαμεν νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν διοίκησιν καὶ αὐτὴν νὰ ὀργανώσωμεν, ἵνα ἔχωμεν τὸ μέσον, τὸ ὄργανον, δι’ οὗ θὰ δυνηθῶμεν νὰ μελετήσωμεν τὰ ἐνδιαφέροντα τὴν ναυτιλίαν θέματα. Διὰ τοῦτο ὀρθότατα ἐσκέφθημεν, πρὸ πάσης ἐργασίας, περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῆς ὀργανώσεως ταύτης νὰ λάβωμεν μέτρα, ὡς καὶ περὶ τῆς ἀπομακρύνσεως τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ἀπὸ τοῦ πολεμικοῦ Ὑπουργείου εἰς ἕτερον, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶλλον προσήκει. Μετὰ τὴν συντέλεσιν τῆς ὀργανώσεως ταύτης θὰ γείνῃ σκέψις περὶ τῶν ἄλλων θεμάτων, περὶ ὧν ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος. Καὶ ταῦτα μὲν περὶ τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Σφοδρὸν ἐν τούτοις ἀπήγγειλε κατηγορητήριον ὁ κ. συνάδελφος κατὰ τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου, διότι περιέλαβον, ὡς εἶπε, ἐν αὐτῷ διατάξεις σκοπούσας τὴν ἱκανοποίησιν ὡρισμένων προσώπων. Καὶ εἶπε: κατὰ ποῖον τρόπον συγκροτεῖτε τὸ λιμενικὸν σῶμα; Πρόκειται νὰ πάρητε ἀξιωματικοὺς ὑπάρχοντας ἀπὸ μίαν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ τοὺς τοποθετήσητε εἰς ἄλλην. Καλὰ εἶναι ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκονται, διατί δὲν τοὺς ἀφίνετε; Καὶ προσέθεσε: Ἐὰν ἐκεῖ, ὅπου εἶναι, εἶναι ἄχρηστοι, κατὰ τί τάχα θὰ γίνωσιν χρησιμώτεροι, μετατιθέμενοι εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν; Ἀλλ’ ἡμεῖς εἴπομεν ὅτι θὰ καταρτίσωμεν σῶμα λιμενικόν, τὸ ὁποῖον παγίως θ’ ἀσχολῆται περὶ τῶν λιμενικῶν πραγμάτων, διότι σήμερον, ὡς ἔχουν τὰ πράγματα, τὰ τῆς διοικήσεως τῶν λιμένων ἐν γένει, ἔχουσιν ἀφεθῆ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου, οἵτινες ὁτὲ μὲν ὑπηρετοῦσιν ἐν τοῖς λιμεναρχείοις, ὁτὲ δὲ ἐν τοῖς πλοίοις. Καὶ εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ὅτι θὰ πάρητε τοὺς καλλιτέρους τῶν ἀξιωματικῶν, διότι θὰ τοὺς διαλέξητε, διότι ἔχετε συμφέρον, σεῖς ὁ Ὑπουργός, νὰ τοὺς διαλέξητε διὰ τὴν ὑπηρεσίαν σας. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι ὄχι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ τοὺς ἐκλέξῃ, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἐν τούτῳ ὑπάρχει διαφορά, διότι ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ παρακάθηται καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος συμφέρον ἔχει νὰ μὴ ἀφήσῃ τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι κατάλληλοι διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ναυτικοῦ, νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν.
§22Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε θὰ σᾶς δώσῃ τοὺς χειροτέρους.
§23Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὄχι, τοὺς καταλληλοτέρους, διότι ὑπάρχουν ὡρισμένοι ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ὑπηρετοῦσιν ἐν τοῖς λιμεναρχείοις. Αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς πρόκειται νὰ ἐκλέξωμεν καὶ νὰ τοὺς τοποθετήσωμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ συνιστωμένου λιμενικοῦ σώματος. Δὲν πρόκειται νὰ πάρωμεν τοὺς ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι χρήσιμοι διὰ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ. Διὰ τοῦτο θὰ ἀφεθῇ μὲν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους νὰ ὑποβάλωσιν αἰτήσεις, ὅπως μετατεθῶσιν εἰς τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀφέθη τὸ δικαίωμα νὰ δεχθῇ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὰς τοιαύτας προτάσεις, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀφέθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον νὰ μεταθέσῃ αὐτοπροαιρέτως ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι τυχὸν δὲν θὰ ἤθελον νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς λιμενικὴν ὑπηρεσίαν, νὰ μεταθέσῃ, λέγομεν, αὐτοὺς εἰς τὸ σῶμα τοῦτο, ἐφ’ ὅσον, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, οὗτοι θὰ ἦσαν κατάλληλοι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Ὥστε λοιπὸν δὲν πρόκειται νὰ πάρωμεν ἀχρήστους ἀξιωματικούς, διὰ νὰ τοὺς θέσωμεν εἰς ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἀναδιοργανώσωμεν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ σταθεροποιήσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ταύτῃ, οἱ ὁποῖοι μέχρι τοῦδε ἔδωσαν δείγματα καλῆς ἐπιδόσεως ἐν ταύτῃ. Ὅσον ἀφορᾷ διὰ τὴν ἀπορίαν, τὴν ὁποίαν ἐξεφράσατε, ὅτι οἱ εἰσηγηταὶ ἐν τῇ ἐκθέσει των λέγουσιν, ὅτι οἱ οἰκονομικοὶ ἀξιωματικοὶ δὲν ἔχουσιν ὅλην τὴν ἀναγκαίαν μόρφωσιν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, λύει αὐτὸ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σήμερον, ἐν μεταβατικῇ διατάξει, προβλέπει περὶ τῆς προπονήσεως τῶν ἀξιωματικῶν, περὶ τῆς συμπληρώσεως τῶν τυχὸν ἀναγκαίων γνώσεων αὐτῶν διὰ τὴν κατάρτισιν τῆς ὑπηρεσίας, μελλοντικῶς δὲ προβλέπει τὴν κατάρτισιν σχολῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ὡς ἀπὸ φυτωρίου θὰ λαμβάνωνται οἱ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀφοσιωθῶσιν εἰς τὴν λιμενικὴν ὑπηρεσίαν. Οὐδὲ ἦτο δυνατὸν σήμερον νὰ προβλέψωμεν διὰ νέαν ὑπηρεσίαν καὶ νὰ βαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν διὰ μεγάλης δαπάνης. Ἐὰν δὲ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς λέγητε, ὅτι ἔπρεπε νὰ προστρέξωμεν ἀλλαχοῦ, ἵνα εὕρωμεν τὸ ἀναγκαῖον προσωπικόν, ἵνα συστήσωμεν τὸ λιμενικὸν σῶμα, βεβαίως ἠθέλομεν δημιουργήσει δαπάνην μεγάλην, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι τὸ σύνολον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου σήμερον δὲν εἶναι ἀναγκαῖον ἐν τῷ ναυτικῷ καὶ τοῦτο δύναται νὰ τὸ βεβαιώσῃ ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι χωρὶς νὰ προσθέσωμεν προσωπικόν, ἀποσχίζομεν μέρος τούτου, χωρὶς νὰ δημιουργήσωμεν οὐδεμίαν νέαν δαπάνην. Καὶ μέρος μὲν τούτου τοποθετοῦμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ λιμενικοῦ σώματος, τὸ δὲ λοιπὸν μέρος διατηροῦμεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ.
§24Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐξοικονομήσεως ὑπηρεσιῶν, διότι αἱ τελευταῖαι σκέψεις σας αὐτὴν τὴν ἐντύπωσιν μοὶ ἀφήνουσιν.
§25Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Σεῖς εἴπετε ὅτι θὰ δημιουργήσωμεν δαπάνας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἐγὼ σᾶς ἀπαντῶ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός.
§26Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω κάμει λογαριασμόν.
§27Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Καὶ ἐγώ, διότι εὐτυχῶς ἢ δυστυχῶς εἶμαι καὶ ὀλίγον ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου λογιστικός. Οὐδεμία ὅθεν νέα δαπάνη δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι λαμβάνομεν ὡρισμένον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν ἀπὸ τὸ ναυτικόν, χωρὶς νὰ συμπληρώσωμεν τὰ κενά, καὶ τοὺς τοποθετοῦμεν εἰς τὸ νέον σῶμα.
§28Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ποίαν δαπάνην θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμός;
§29Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. 20.000 δρχ. ἐτησίως.
§30Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. 390.000.
§31Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὄχι. Ὑπάρχουσιν 170 ἀξιωματικοὶ τοῦ οἰκονομικοῦ, ἐξ ὧν οἱ 80 μετατίθενται ἐκ τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ εἰς τὸ λιμενικὸν σῶμα. Ἐὰν ἠθέλομεν ἐφαρμόσῃ τὸν ἰσχύοντα ἤδη νόμον περὶ λιμενικῶν ἀρχῶν εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἠθέλομεν τότε δημιουργήσει δαπάνην μεγάλην. Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι ζήτημα ὀργανώσεως. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις μέγαν ἀριθμὸν λιμεναρχείων, μέγαν ἀριθμὸν προσωπικοῦ καὶ ἡ ὑπηρεσία νὰ μὴ λειτουργῇ καλῶς. Μία ὑπηρεσία εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῇ καλῶς, ἐὰν κατὰ προσήκοντα τρόπον ὀργανωθῇ ἡ ὑπαλληλία, ἐξ ἧς αὕτη συγκροτεῖται. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, ἐπαναλαμβάνω, δὲν τὸ ἐκάμαμεν ἡμεῖς, τὸ ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ κώδικος, ἥτις ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀνθρώπους εἰδικώτατα ἐγκύψαντας εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα. Δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μου, οὔτε ἀντιποιοῦμαι τὴν πατρότητα, μόνον τὴν εὐθύνην ἀναλαμβάνω τῆς ὑπερασπίσεώς του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Εἰδικώτερον ἐνδιέτριψεν ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὸ ζήτημα τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ καὶ δικαίως, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἀνωτάτης θέσεως, τῆς ὁποίας ἡ προσήκουσα βεβαίως συμπλήρωσις πολὺ θὰ συντελέσῃ διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ ὑπ’ ὄψιν ζητήματος. Τὸ ζήτημα τῶν ἀρχηγῶν τῶν ὑπηρεσιῶν ἐνδιαφέρει πρωτευόντως τὴν ὀργάνωσιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἡμεῖς προσωπικῶς δὲν εἴμεθα τῆς γνώμης ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀρχηγοὶ ὑπηρεσιῶν νὰ ἐκλέγωνται διὰ διαγωνισμοῦ ἢ διὰ διαφόρων ἄλλων προσόντων διατυπουμένων ἐν τοῖς νομοσχεδίοις. Προκειμένου περὶ ὑπηρεσιῶν τοιούτων, περὶ ἀρχηγῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι αὐτοὶ οὗτοι οἱωνεὶ Ὑπουργοί, εἶδος μονίμων Ὑφυπουργῶν, δὲν εἶναι οἱ διαγωνισμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ σᾶς κάμουν νὰ εὕρητε τοὺς καλλιτέρους.
§32Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Ὅ,τι ἔγεινε καὶ διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας.
§33Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὸν τοιοῦτον νεωτερισμὸν ἀπεδέχθη ἡ Βουλὴ προκειμένου καὶ περὶ ψηφίσεως τοῦ νόμου περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, περὶ οὗ μὲ διέκοψεν ὁ φίλος κ. συνάδελφος. Ἀπεδέχθη διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ διευθυνταὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων ἐκλέγονται οὐχὶ διὰ προσόντων, ἀλλὰ τῇ ὑποδείξει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶμαι εὐτυχής, ὅτι δύναμαι νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος καλῶς χειρισθείς, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπέδωκε πολὺ καλὰ ἀποτελέσματα, διότι, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μνημονεύσω τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κατέλαβον τὰς λοιπὰς δύο διευθύνσεις τοῦ Ὑπουργείου, νομίζω ὅτι τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς δοθείσης ἐλευθερίας ἐξέλεξε τοὺς ἀρίστους ἐξ ἐκείνου τοῦ ὑλικοῦ, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ Κράτος μας. Ἡ μόνη ἐγγύησις διὰ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ὑπηρεσιῶν, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ζητήσῃ ἡ Βουλή, εἶναι ἡ ἐκλογὴ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὑπὸ ὅρους ἐν τῷ νόμῳ καθοριζομένους. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἔχει πᾶς τις τὸ δικαίωμα νὰ ἐλέγξῃ καὶ ζητήσῃ εὐθύνας παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν καὶ καθόσον δὲν ἤθελεν ἐκλέξῃ αὕτη τοὺς καταλληλοτέρους διὰ τὰς ἀνωτάτας ταύτας θέσεις καὶ ἤθελεν ἀστοχήσῃ εἰς τὰς ἀποφάσεις της. Αὐτὴ εἶναι ἡ προσωπική μου γνώμη (Ἐπιδοκιμασίαι). Εὔχομαι δὲ νὰ ἐπικρατήσῃ αὕτη, διότι τότε μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανώσωμεν ὑπηρεσίας ἀξίας τοῦ ὀνόματος. Δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, διὰ τῆς ἱεραρχικῆς ὁδοῦ ἀποκλειστικῶς μόνον νὰ πληρῶνται αἱ θέσεις τῶν ἀνωτάτων ἀξιωμάτων. Βεβαίως τοῦτο θὰ ἦτο εὐκταῖον. Ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν προκειμένου περὶ τῶν ἀνωτέρων διευθυντῶν ὑπηρεσιῶν, περὶ τῶν Ὑφυπουργῶν δηλ., εἰς στενὸν κύκλον ἐκλογῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι καλῶς ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡ ἀρχή, κατὰ τὴν ὁποίαν, χωρὶς νὰ ἐξαιρέσωμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ, ἐκτείνομεν κατὰ πολὺ τὸν κύκλον καὶ ἀναμένομεν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποδεχθῇ τὴν πρότασίν μας ταύτην καὶ καταστῇ αὕτη νόμος τοῦ Κράτους, ἐὰν δὲν ἠθέλομεν κάμῃ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τὴν πρέπουσαν χρῆσιν τοῦ χορηγηθέντος δικαιώματος, ἀναμένομεν, λέγομεν, τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν ἐπίκρισιν ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναται νὰ μᾶς ζητήσῃ τις εὐθύνας, οὐδὲ νὰ μᾶς ζητήσῃ ποῖα πρόσωπα εἴχομεν ἢ θὰ ἔχωμεν κατὰ νοῦν διὰ τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν.
§34Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Εἶναι πλέον ἢ κατάλληλος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον ἔχετε κατὰ νοῦν.
§35Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κ. συνάδελφε. Ἐγὼ τουλάχιστον δὲν ἔχω κἀνένα ὑπ’ ὄψει μου. Καὶ ὁ διευθυντὴς τῶν σιδηροδρόμων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, καθ’ ὅμοιον τρόπον ἐκλέγεται, τῇ ἐκλογῇ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλά, κύριοι, θὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ἐλέχθη καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἄξιον πολλῆς προσοχῆς καὶ ἐλέχθη ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἀλλὰ καὶ παρ’ ἑτέρων συναδέλφων, παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν. Πάντες ἀπεδέχθησαν, τουλάχιστον οἱ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν λαβόντες τὸν λόγον, ὅτι καλῶς σήμερον ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἀφαιρεῖται ἀπὸ τοῦ πολεμικοῦ ὑπουργείου καὶ μετατίθεται εἰς ἕτερον ὑπουργεῖον μᾶλλον κατάλληλον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην.
§36Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§37Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δισταγμοὶ μόνον ἐγεννήθησαν εἰς τὸν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτήν, ἐὰν ἔπρεπεν ἡ ὑπηρεσία αὕτη νὰ μεταφυτευθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Βεβαίως πολὺ ἐσκέφθη διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις πρὶν ἢ ἀποφασίσῃ νὰ διατυπώσῃ τὴν ἀπόφασίν της εἰς σχετικὴν πρότασιν νόμου. Περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω τί γίνεται εἰς τὰ ξένα κράτη. Εἰς οὐδὲν τῶν κρατῶν παρὰ μόνον εἰς τὴν Ἰταλίαν, καὶ ἐκεῖ δὲ σφοδρότατα ἐπικρίνεται, ὑπάρχει ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία προσκεκολλημένη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ὁ λόγος εἶνε προφανής. Χωρὶς νὰ θέλω ποσῶς νὰ κατηγορήσω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶνε Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ παρασκευάζῃ τὸν πόλεμον. Πῶς θέλετε νὰ σκεφθῇ περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὸν πλοῦτον τῆς χώρας;
§38Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Δὲν ἐσκέφθη ποτὲ τίποτε.
§39Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διὰ τοῦτο βλέπομεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὸ Boarnd of Trode, τὸ ὁποῖον εἶναι ἓν εἶδος Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, ὑπάγονται οἱ σιδηρόδρομοι καὶ ἡ ναυτιλία.
§40Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀγγλία εἶναι ὁ τόπος τῶν παραδόσεων.
§41Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἡ Ἀγγλία εἶναι ὁ τόπος τῶν πρακτικῶν ἐφαρμογῶν, κ. συνάδελφε, σᾶς ἀπαντῶ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς εἴπω τί γίνεται εἰς τὰ διάφορα ἄλλα Κράτη. Εἰς ἄλλα κράτη βεβαίως, ὅπως ἡ Νορβηγία, ἀποτελεῖ καὶ ἴδιον Ὑπουργεῖον ἡ διεύθυνσις τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας τῆς χώρας. Ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως ἐν προκειμένῳ ὑπῆρξε ὅτι σήμερον πρόκειται περὶ μεταβατικῆς τινος καταστάσεως. Ἐὰν τὸ Κράτος ἐσκέφθη νὰ τοποθετήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας σήμερον, ἐσκέφθη, κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν καλῶς καὶ ἡ ἀπόφασις αὕτη εἶναι ὀρθή, διότι ἐκεῖ πρόκειται νὰ συνεργασθῇ μετ’ ἄλλων συγγενῶν ὑπηρεσιῶν. Οὐδὲ ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία, οὐδὲ ἡ σιδηροδρομικὴ ὑπηρεσία εἶναι ξένη πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀτμοπλοΐας, διότι ἐὰν ἀποβλέψωμεν μόνον εἰς τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν, ἐκείνη βεβαίως ἔχει ἀνάγκην τῆς ἐπιβατικῆς ἀτμοπλοΐας καὶ τῶν ἄλλων μέσων τῶν θαλασσίων μεταφορῶν, διὰ τῶν ὁποίων καθίσταται εὔκολος καὶ ταχεῖα μεταφορὰ τῆς ἀλληλογραφίας καὶ ἐν γένει τοῦ ταχυδρομείου. Καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε καὶ σήμερον μέγα μέρος τῆς ὑπηρεσίας ταύτης ὅτι διεξάγεται διὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἡ ὁποία μάλιστα καὶ χονδρὰς ἐπιχορηγήσεις παρέχει, εἰ καὶ ἡ ὑπηρεσία αὕτη τῆς διευθύνσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας δὲν εἶναι σήμερον ὠργανωμένη καλῶς, ὅπως θὰ εἶναι διωργανωμένη μία διεύθυνσις ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Προκειμένου λοιπὸν περὶ τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, προκειμένου περὶ τῆς ἐπιβατικῆς ἀτμοπλοΐας, λόγοι τεχνικοὶ ἐπιβάλλουσι τὴν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας τοποθέτησιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἄλλης ἐμπορικῆς διὰ τῶν ἀτμοπλοίων κινήσεως, σπουδαῖα συμφέροντα τῆς χώρας ἐξυπηρετούσης, θὰ εἶχον νὰ ὑπομνήσω μόνον, ὅτι σήμερον μὲ τὴν ἐπέκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ χώρα, μὲ τὴν σύνδεσιν τοῦ δικτύου τοῦ σιδηροδρομικοῦ μετὰ τῆς Εὐρώπης, ὁ συνδυασμὸς τῶν μεταφορῶν διὰ θαλάσσης καὶ σιδηροδρόμων εἶναι ἓν μέσον ἰσχυρὸν διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀντιταχθῶμεν εἰς τὸν συναγωνισμὸν ἄλλων μέσων μεταφορᾶς. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας μετετέθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα ἐκεῖ εὕρῃ ἄλλας ὑπηρεσίας, οὕτως εἰπεῖν, συγγενεῖς, ἀπὸ τὰς ὁποίας θὰ φιλοξενηθῇ ἐπὶ ἀρκετὸν διάστημα χρόνου, μέχρις ὅτου ἐξελισσομένη ἡ ὑπηρεσία αὕτη δυνηθῇ νὰ ἀποτελέσῃ ἰδίαν ὑπηρεσίαν, ἴδιον ὑπουργεῖον. Καὶ ἡ ἐποχὴ αὕτη θὰ εἶναι εὐλογημένη, διότι τοῦτο θὰ σημαίνῃ, ὅτι τὰ ναυτικὰ ἡμῶν πράγματα ἐξειλίχθησαν μέχρι τοιούτου εὐτυχοῦς σημείου, ἡ ναυτιλία ἀπέβη ἐπὶ τοσοῦτον πλουτοφόρος πηγὴ τοῦ τόπου, ὥστε νὰ δικαιολογοῦν τὴν δημιουργίαν νέου Ὑπουργείου, τοῦ Ὑπουργείου τοῦ Ἐμπορίου καὶ τῆς Ναυτιλίας. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, πεποιθὼς ὅτι ἡ ἐποχὴ αὕτη δὲν θὰ εἶναι μακράν. (Χειροκροτήματα).
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 2–12). Ἄρθρον 13 (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13 ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Α. Κασσαβέτη, Κ. Σπυρίδου, Ν. Ζαρλῆ, Π. Ἀγγελίδου, Κ. Δημοκωστούλα καὶ Δ. Χατζηγιάννη.
§43Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Γίνεται δεκτή.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 14–46). Ἄρθρον 47 (Ἀναγινώσκεται).
§45Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὑπάρχουν σήμερον οἱ λιμενοφύλακες, αὐτοί ὑποβιβάζονται, ἐλαττοῦται ὁ μισθός των καί ὁρίζονται καὶ ἐξετάσεις χωρὶς νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῶν ἐξετάσεων.
§46Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δὲν ζημιοῦνται παντελῶς· τοὐναντίον ὁ μισθός των αὐξάνεται. Ὁ τρόπος τῶν ἐξετάσεων θὰ κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος.
§47Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑπάρχουσιν οἱ προερχόμενοι ἐξ ἐμποροπλοιάρχων αὐτοὶ ὑποβιβάζονται.
§48Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὄχι, διότι ὁ μισθός των μένει ὁ ἴδιος.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 47 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ψηφίζονται καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, 48–65). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως συμβάσεως μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος περὶ συνάψεως δανείου 40.000.000 φράγκων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 522 περὶ τοῦ καπνοῦ τῶν Νέων Χωρῶν καὶ τῆς φορολογίας αὐτοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). Ἀνακοινῶ ὅτι: Ὁ κ. Ἐμ. Ρέπουλης (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν) ὑποβάλλει σχέδιον νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου 258 περὶ ἐπεκτάσεως εἰς τὰς Νέας Χώρας τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου»· Ὁ βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κ. Ζαβιτζᾶνος ὑποβάλλει τὰς κάτωθι προτάσεις νόμων: 1) «Περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεών τινων τοῦ νόμου ᾼΦΙʹ τῆς 28 Μαΐου 1887 «περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας». 2) Περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ ἐνεχυροδανειστηρίου Κερκύρας», καὶ 3) «Περὶ ἀδείας διαθέσεως δημοσίας προσόδου πρὸς ἐξυπηρέτησιν δανείου διατεθησομένου πρὸς ἀνοικοδόμησιν τῶν οἰκημάτων κλπ. τῶν σεισμοπαθῶν Λευκαδίων». Αἱ προτάσεις αὗται παραπέμπονται εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν κ. κ. Θ. Παπαϊωάννου, Ι. Φαρμάκη, Λ. Κογεβίνα, Β. Πουλιάση, Π. Πολυχρονιάδου, Δ. Γκλαβᾶ καὶ Λ. Σακελλαρίου. Λύεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ αὔριον τὴν 5ην μ. μ. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.)