1915.02.11
2.388 στίχοι · 17.895 λέξεις · 148 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78.
Τῆς 11 Φεβρουαρίου 1915.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
(Ὥρᾳ 5.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: —Οἱ ἔμποροι Λαμίας παραπονοῦνται διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ ταμίου Λαμίας Γ. Τσακινοπούλου. —Διάφοροι ἐπαγγελματίαι Λαμίας παραπονοῦνται διὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ ταμίου Γ. Τσακινοπούλου. —Ὁ λαὸς Σπερχειάδος παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια καὶ κατασκευασθῇ γέφυρα ἐπὶ τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ. —Ὁ ἐκ Χίου Γεώργιος Μπουρνιᾶς παρακαλεῖ ὅπως ἡ Βουλὴ διὰ νομοθετήματος τροποποιήσῃ τὸν νόμον περὶ φυλλοξήρας ἵνα εἰσάγωνται τὰ διάφορα ἑσπεριδοειδῆ εἰς ὅλην τὴν ἄλλην Ἑλλάδα. —Οἱ κάτοικοι Βατσινιᾶς παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς δοθῇ δι’ ἐκμισθώσεως τὸ λειβάδιον Ἀφεντικὸ πρὸς βοσκὴν τῶν ζῴων των. —Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΨΞϚʹ περὶ «διανομῆς τῆς ἐπαρχιακῆς περιουσίας Λευκάδος» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. —Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Βαφειαδάκης, Κ. Καλομενόπουλος, Θ. Σκάσσης, Γ. Γαϊτάνος καὶ Π. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τῆς 2ας παραγράφου τοῦ 2ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Συμβάσεως μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων αὐτῆς εἰς τὰς Νέας Χώρας». —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Κογεβίνας, Δ. Χατζηγιάννης, Π. Φίλιππας, Ν. Ξηρός, Ν. Γαρδικιώτης, Π. Πολυχρονιάδης, Ν. Βελέντζας, Ι. Φαρμάκης καὶ Π. Πετροπουλάκης, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Συμβάσεως μεταξὺ Δημοσίου καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος «περὶ ἐπεκτάσεως τῶν προνομίων αὐτῆς εἰς τὰς Νέας Χώρας». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Χειράδων.
§3Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἀναφορὰ ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τῶν κατοίκων τῆς Κοινότητος Χειράδων εἶναι δικαία καὶ παρακαλῶ νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀποσταλῇ. Ὁ κ. Π. Σπυράκης συνιστᾷ τὰ αὐτά. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ συνοικισμοῦ Μπαλῆ, τέως δήμου Πηνείων, αἰτοῦντος τὴν ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν διαφόρων φόρων, ὡς καταστραφέντων τῶν προϊόντων των ἐκ θεομηνίας.
§5Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ συνοικισμοῦ Μπαλῆ, τέως δήμου Πηνείων τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀπευθύνεται πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ζητοῦσι δὲ διὰ ταύτης οἱ πολῖται, ὅπως, ἐπειδὴ ἐφέτος, τὸ 1914 δηλαδή, ἐξαιρετικῶς, κατεστράφησαν ὁλόκληρα τὰ κτήματά των, λόγῳ πλημμύρας τοῦ ποταμοῦ, ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας. Παρακαλῶ ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως διαβιβάσῃ ταύτην εἰς τὸν κ. Ἔφορον Ἠλείας καὶ συστήσῃ πρὸς αὐτὸν ὅπως οἱ κάτοικοι τοῦ ἐν λόγῳ συνοικισμοῦ τύχωσι προστασίας ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς των ἀπὸ τῆς φορολογίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι δικαιοτάτη ἡ αἴτησις καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Γ. Λαμπρινόπουλος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Κολλυρίου (Πύργου) διὰ τὴν διευθέτησιν τοῦ χάνδακος Μπιστούπα, ἐξ οὗ ζημιοῦται ἡ κτηματικὴ περιφέρεια 4.000 στρεμμάτων.
§7Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅπως ἡ ἀναφορὰ διαβιβασθῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψει, διότι πρόκειται περὶ ἔργου σπουδαίου, ἀλλὰ καὶ περὶ ἔργου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ μικρὰν δαπάνην.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Οἱ κ. κ. Σ. Ἀναστασιάδης καὶ Δ. Χατζηγιάννης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λασποχωρίου.
§9Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ Λασποχωρίου ζητοῦσι διὰ τῆς ἀναφορᾶς των, κ. Πρόεδρε, ὅπως μετατεθῇ ἡ ἕδρα τοῦ εἰρηνοδικείου εἰς τὸ Λασποχῶρι, ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἀπέχει μόλις μίαν καὶ ἡμίσειαν ὥραν, ἐνῷ ἤδη ἀπέχει ἀπὸ τῆς ἕδρας ὀκτὼ ὁλοκλήρους ὥρας. Θὰ παρακαλέσω ἑπομένως τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως μεριμνήσῃ καὶ ἀποδοθῇ τὸ δίκαιον εἰς τοὺς ἀναφερομένους κατοίκους τοῦ Λασποχωρίου.
§10Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὸ αἴτημα τῆς ἀναφορᾶς.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἀποστέλλεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν γεωργοεργατῶν Θεσσαλίας (παρακεντέδων).
§12Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, τὸν κύριον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ προσέξῃ ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης τῶν γεωργοεργατῶν (παρακεντέδων) τῆς Θεσσαλίας, διότι πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου ζητήματος. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἶναι ὑπογεγραμμένη ὑπὸ 600 καὶ πλέον ἐργατῶν, ἠδύνατο δὲ νὰ ὑπογραφῇ ὑπὸ χιλιάδων ἐργατῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς Θεσσαλίας, κύριε Πρόεδρε, διαιροῦνται εἰς κτηματίας καὶ εἰς ἀκτήμονας. Οἱ δὲ ἀκτήμονες πάλιν διαιροῦνται εἰς καλλιεργητὰς καὶ εἰς παρακεντέδες λεγομένους. Δὲν ὑπάρχει δὲ ἐπίσημος στατιστική, ἵνα ἐξακριβωθῇ ὁ ἀριθμὸς τούτων. Ἐὰν ὑπῆρχε, ἀσφαλῶς ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν θὰ ὑπερέβαινε τὰς 5 καὶ 6000. Ἐφ’ ὅσον δὲ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι εἰργάζοντο εἴτε κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ θερισμοῦ, εἴτε κατὰ τὸν χρόνον τῆς καλλιεργείας τῶν κτημάτων, ἔζων ὁπωσδήποτε, ἐὰν δέ, ὡς γεωργοϋπηρέται, ἔσπειραν καὶ περὶ τὰ τρία κοιλὰ σίτου, ἐλάμβανον 20–30 κοιλὰ σίτου ὡς παρασπόρι λεγόμενον. Ἀλλ’ ἀφ’ ὅτου εἰσήχθησαν εἰς τὴν Θεσσαλίαν αἱ γεωργικαὶ μηχαναί, αἱ θεριστικαὶ καὶ ἁλωνιστικαὶ μηχαναί, ἡ ἐργασία ἀφῃρέθη ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Δὲν παραπονοῦνται βεβαίως διὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν μηχανῶν οὗτοι, οὔτε ζητοῦσι τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς εἰσαγωγῆς τῶν γεωργικῶν μηχανῶν, κάθε ἄλλο. Ἀλλὰ ἔρχεται ἤδη τὸ ἐρώτημα: Τί θὰ γίνουν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί; Ἢ θὰ μείνουν ἄεργοι καὶ οὕτω θὰ πεινῶσι, ἢ θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ τραπῶσιν εἰς τὴν Ἀμερικὴν πρὸς εὕρεσιν ἐργασίας. Ὑπάρχουν ἐν Θεσσαλίᾳ μεγάλαι ἐκτάσεις γαιῶν, πλὴν τῶν κατεχομένων ὑπὸ τῶν μικροϊδιοκτητῶν ἢ τῶν κολλήγων καὶ αἵτινες δὲν μέλλουν οὔτε νὰ σπαροῦν οὔτε νὰ μείνουν χέρσοι λόγῳ ἀγραναπαύσεως. Ὑπάρχουσιν ὑπὲρ τὸ ἑκατομμύριον στρεμμάτων ἀγρῶν καλλιεργησίμων καὶ μὴ καλλιεργουμένων· ὑπάρχουσιν ἐκτάσεις καλλιεργητέαι, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ ἐπίμορτοι καλλιεργηταὶ χωρὶς νὰ τὰς καλλιεργῶσι. Δι’ αὐτὰς τὰς χέρσους ἐκτάσεις ζητεῖται νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἄνευ ἐργασίας ἐργάτας τῆς γῆς νὰ ζητοῦν πρὸς ἐνοικίασιν ἀπὸ τὸν γαιοκτήμονα μέχρι τριάκοντα στρεμμάτων δι’ ἕκαστον παρακεντὲν διὰ νὰ σπείρῃ τὸν ἄρτον τῆς χρονιᾶς του. Ὁ κ. Τετενὲς μοῦ λέγει ὅτι οὗτοι δὲν ἔχουσιν ἀροτριῶντα ζῷα, τοῦ ἀπαντῶ ὅτι πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἔχουσι μάλιστα καὶ κάρρα.
§13ΟΘ. ΤΕΤΕΝΕΣ. Τότε εἶναι κολλῆγοι, δὲν εἶναι παρακεντέδες.
§14Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κολλῆγοι ἔχουν καὶ γῆν ἔστω καὶ ξένην. Τώρα τὸ μίσθωμα τοῦ ἰδιοκτήτου θὰ εἶναι εἴτε γενικὸν διὰ τὸ στρέμμα τρεῖς δραχμὰς εἴτε τὸ τρίτον τῆς ἐσοδείας. Ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; πρῶτον θὰ καλλιεργηθῇ ἡ γῆ, θὰ ἔχωμεν ἀπόδοσιν καλλιτέραν καὶ θὰ ἔχωμεν καὶ δημοσίαν ἀσφάλειαν ἀφοῦ θὰ παύσῃ νὰ ὑφίσταται μία τάξις ἀνθρώπων, ἡ ὁποία μένει ἄεργος χωρὶς νὰ τὸ ἐπιθυμῇ. Αἱ ἐκτάσεις αἱ ἀνήκουσαι εἰς τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς εἶναι μεγάλαι, διότι ἕκαστος κολλῆγος, τοὐλάχιστον εἰς τὸν νομὸν Λαρίσσης, κατέχει ἀπὸ 600 μέχρι 1200 στρεμμάτων. Ζητοῦσι λοιπὸν οἱ παρακεντέδες ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν στρεμμάτων τῶν κολλήγων περιορισθῇ ἀπὸ 600 εἰς 500, ἀπὸ 1200 εἰς 1000.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Οἱ κολλῆγοι εἶνε σύμφωνοι;
§16Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Σύμφωνοι.
§17Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ οἱ ἰδιοκτῆται;
§18Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ. Κύριε Ὑπουργέ. Εἰς ὅσα μὲν χωρία εἶναι σύμφωνοι οἱ κολλῆγοι, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, δὲν δύναται νὰ γίνῃ τίποτε. Ἔχω παράδειγμα εἰς τὸ χωρίον μου, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης ἐκοινοποίησεν ἐξωδίκους κλήσεις, διὰ τῶν ὁποίων λέγει εἰς τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητὰς νὰ παύσωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ δίδωσι γαίας ἄνω τῶν δέκα στρεμμάτων εἴτε διὰ σπορὰν σίτου καὶ ῥόβης εἴτε διὰ καλλιέργειαν μποστανίου εἰς τοὺς παρακεντέδες. Ἀλλαχοῦ εἰς τὸ Γκερλὶ εἶναι ἀντίθετοι οἱ κολλῆγοι. Καὶ ἂν δ’ ἐκεῖ ὁ ἰδιοκτήτης, ἵνα ἐξοικονομήσῃ γαίας διὰ τοὺς παρακεντέδες, ἤθελε νὰ περιορίσῃ τὴν ἔκτασιν τῶν στρεμμάτων δι’ ἕκαστον κολλῆγον, δὲν θὰ τὸ κατώρθου μονομερῶς, διότι θὰ εὑρίσκετο ἀντιμέτωπος τοῦ νόμου, ὅστις ἀπαγορεύει τὴν ἐν τοῖς τσιφλικίοις ὑφισταμένην πραγματικὴν κατάστασιν. Δι’ αὐτὸ ἔχομεν ἀνάγκην νομοθετικοῦ μέτρου, ἐὰν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμῇ νὰ ἀπαντήσῃ δὲν θὰ ἔχωμεν δυσκολίαν νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἐξεύρωμεν τὴν λύσιν, ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπιθυμῇ νὰ ἀπαντήσῃ, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων, προτείνω νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία ἐντὸς μιᾶς ἑβδομάδος νὰ φέρῃ τὸ πόρισμά της διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ λάβωμεν ἓν μέτρον. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἀπὸ ἀπόψεως κοινωνικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς ἡ λύσις ἐνδείκνυται ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς ἣν ὑποστηρίζω, ὑπολείπεται μόνον ἡ νομικὴ παράστασις τοῦ πράγματος.
§19Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ μίαν ἐπίταξιν, οὕτως εἰπεῖν, μέρους τῶν κτημάτων τῶν ἰδιοκτητῶν διὰ νὰ δώσῃ ἀπὸ τὰ κτήματα κέρδη εἰς τοὺς ἐπιμόρτους καλλιεργητάς. Εἶναι τὸ πρᾶγμα δυσχερὲς νὰ τεθῇ μία τοιαύτη ἀρχὴ ὡς βάσις. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἐκ τῶν εὐχερῶν, οὔτε εἶμαι ὑπὲρ τῶν προσωρινῶν μέτρων, διότι τὰ προσωρινὰ εἶναι προσωρινὰ πάντοτε καὶ διότι θὰ ἠγείρομεν ἓν ἄλλο ἀγροτικὸν ζήτημα ὄχι μεταξὺ κολλήγων καὶ ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ μεταξὺ ἰδιοκτητῶν καὶ τῶν παρακεντέδων· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον οἱ ἄνθρωποι δὲν ἔχουσιν ἐργασίαν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δώσω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἠδύναντο οἱ ἄνευ ἐργασίας καλλιεργηταὶ νὰ εὕρωσιν ἐργασίαν εἰς τὴν Πελοπόννησον, ἡ ὁποία κατ’ ἔτος στερεῖται ἐργατικῶν χειρῶν. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἡ διάθεσις αὐτή, δέχομαι εὐχαρίστως νὰ γίνῃ μία ἐπιτροπὴ ἐξ ὑμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Θεσσαλίας καὶ νὰ συνεννοηθῶμεν μετὰ τῶν σταφιδοφόρων μερῶν, ὥστε νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ καὶ νὰ κερδίσωσιν ἀρκετὰ χρήματα καὶ τοιουτοτρόπως ἐργαζόμενοι ἐκεῖ θὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν πατρίδα των φέροντες κεφάλαιον πρὸς ἐργασίαν. Νομίζω ὅτι αὐτὴ θὰ ἦτο ἡ καταλληλοτέρα λύσις.
§20Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Νὰ τοὺς στείλητε εἰς τὴν Ἀμερικὴν νὰ φέρωσι χρήματα.
§21Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακεντέδες εἶναι ἢ ἀτυχήσαντες γεωργοὶ ἢ τὰ ὀρφανὰ θανόντων γεωργῶν. Σήμερον ζητοῦσι γαίας ὄχι βέβαια διὰ νὰ καταστήσωσιν αὐτὰς ἰδίας, ἀλλ’ ἐπὶ ἀνταποδόσει, ἀποδίδοντες ἢ τὸ ἥμισυ ἢ τὸ τρίτον ἢ κατὰ τὴν κρατοῦσαν τάξιν ἄλλως.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Προσωρινῶς.
§23Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς προσωρινότητος ἀλλ’ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀναγνωρίσεως μιᾶς καταστάσεως καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε ὀλίγην ὑπομονὴν νὰ ἴδητε τὴν σκέψιν μου. Ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι πραγματική. Ἐγίνετο τοῦτο μέχρι σήμερον, ἢ δὲν ἐγίνετο; ζητοῦσι παρὰ τῶν ἰδιοκτητῶν γαίας πρὸς καλλιέργειαν ἐπὶ ἀνταποδόσει μέρους ἐκ τῶν προϊόντων. Μέχρι τοῦδε ἐγένετο τοῦτο ἢ δὲν ἐγένετο; Ἀποδεικτικὸν μέσον δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα ἄλλο παρὰ τὴν λογικήν, τὴν ὁποίαν δὲν ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ. Ἡ λογικὴ ὑποβάλλει καὶ τὴν ἑξῆς σκέψιν. Ἐὰν δὲν ἐγένετο τοῦτο μέχρι σήμερον ὁ ἀριθμὸς τῶν γεωργῶν καὶ ἀρότρων ὡς καὶ ἡ καλλιεργήσιμος ἔκτασις οὐδέποτε θὰ ηὔξανον, θὰ ἦτο στάσιμος ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρότρων καὶ τῶν γεωργῶν καὶ στάσιμος καὶ σταθερὰ ἡ καλλιεργήσιμος καὶ ἡ ἀκαλλιέργητος ἔκτασις. Εἶναι στατιστικῶς βεβαιωμένον τοῦτο, ὅτι εἰς διάστημα 30 καὶ 50 ἐτῶν καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρότρων καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν γεωργῶν καὶ ἡ ἔκτασις ἡ καλλιεργήσιμος καὶ ἡ ἀκαλλιέργητος ἐπεξετάθη. Τοῦτο ἐπιβάλλει νὰ ἀποδεχθῇ τις ὅτι ὑπὲρ τῆς ἀξιουμένης προστασίας, ὑπὲρ τῆς ἀξιουμένης καλλιεργείας, ὑπὲρ τῆς ἀξιουμένης παραχωρήσεως γαιῶν, ὑπάρχει κατάστασις πραγματικὴ καθιερωθεῖσα διὰ τοῦ χρόνου. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νομοθετήματος, οὔτε παρεμβάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, χρειάζεται μία παρέμβασις παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ ὑφιστάμενος νόμος 138 ἀναγνωρίζει τὴν πραγματικὴν κατάστασιν.
§24Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἔχουσι γαίας σήμερον οἱ παρακεντέδες;
§25Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Ἔχουσιν ὅλα τὰ ἐφόδια πρὸς καλλιέργειαν καὶ δὲν ἔχουσι μόνον γαίας.
§26Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἕως τώρα τί ἔκαμον;
§27Δ. ΜΠΟΥΣΔΡΑΣ. Κατεγίνοντο εἰς ἄλλην ἐργασίαν, ἤδη ἀπέκτησαν τὰ ἐφόδια πρὸς καλλιέργειαν. Κατὰ τὴν κρατοῦσαν κατάστασιν ἐπιβάλλεται εἰς τὸν τσιφλικιοῦχον νὰ παραχωρήσῃ γαίας ἐπὶ ἀνταποδόσει, ἐὰν δὲν ἐγένετο τοῦτο ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀρότρων καὶ τῶν γεωργῶν οὐδέποτε θὰ ηὔξανεν, θὰ ἦτο σταθερός, στάσιμος ἀπὸ αἰώνων, ἀλλ’ εἶναι γεγονὸς ἀναντίρρητον, ὅτι καὶ αἱ γεωργικαὶ χεῖρες καὶ τὰ ἄροτρα ηὔξησαν καὶ ἐδιπλασιάσθησαν ἀπὸ 50 ἐτῶν, τί ἐπιβάλλεται νὰ ἀποδεχθῇ τις; ὅτι ὑπάρχει κατάστασις πραγματικὴ καθιερωθεῖσα διὰ τοῦ χρόνου, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων καὶ τὸ συμφέρον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ ἐξοικονομηθῇ ὁλόκληρος πληθυσμὸς ἐπαυξανόμενος κατ’ ἔτος. Τί ἐπιβάλλεται λοιπόν; διότι παραλείπουσιν οἱ τσιφλικιοῦχοι νὰ παραχωρήσωσι γαίας εἰς τοὺς παρακεντέδες, διὰ τῆς παραλείψεως δὲ αὐτῆς παραβιάζουσι τὴν κατάστασιν τὴν πραγματικήν, ἁρμόδιος σήμερον πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος, κατὰ τὸν νόμον, εἶναι ὁ εἰρηνοδίκης, εἶναι δὲ ἐπιβεβλημένον σήμερον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἐξηγήσῃ τὸ φαινόμενον τοῦτο ὑπηρεσιακῶς καὶ ἁρμοδίως εἰς τοὺς ὑφισταμένους αὐτοῦ ὑπαλλήλους, δὲν πρόκειται δὲ νὰ φέρωμεν ἐπήλυδας παρακεντέδες, ἵνα παραχωρήσωμεν εἰς αὐτοὺς γαίας, ἀλλὰ εἰς αὐτοὺς τούτους νὰ παραχωρηθῶσιν ἀνάλογοι γαῖαι πρὸς καλλιέργειαν. Αὐτοὶ δὲν ὑστέρησαν καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα στάδια τῆς ἀνθρωπίνης δράσεως, πολλοὶ δὲ ἔλαβον μέρος καὶ ἐξετέλεσαν ὅλα τὰ καθήκοντα τῆς Πολιτείας καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἵσταται μὲ ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας ἡ Πολιτεία διὰ τῶν κατωτέρων αὐτῆς ὀργάνων. Αὐτοὶ εὑρίσκονται ἐν τῇ ἀκμῇ τῆς ἐργατικῆς αὐτῶν ζωῆς καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ παραχωρηθῶσιν ἀνάλογοι γαῖαι εἰς αὐτούς, ἄλλως θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ἐπιδοθῶσιν εἰς ἄλλα ἔργα, πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀνάπηροι ἀκόμη ἐκ τῶν τραυμάτων τοῦ πολέμου, δὲν πρέπει δὲ νὰ φαίνηται ἄστοργος ἡ Πολιτεία πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι, λόγῳ τῶν τραυμάτων των, σύρονται ἀνάπηροι ἐπὶ τῆς γῆς.
§28Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν ταύτην, διότι οὐδέποτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ἐγὼ μετέβην μετὰ πολλῶν γεωργῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δὲν ἠθέλησε νὰ τοὺς ἀναγνωρίσῃ. Ἐντὸς τῶν 2 ἐτῶν, κ. Ὑπουργέ, ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξωσθῶσι καὶ ἐν τούτοις ἐξώσθησαν πλέον τῶν 500. Ἦλθον, κ. Ὑπουργέ, ἄλλοτε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ μοῦ εἴπατε, τί μοῦ τοὺς ἐκουβαλήσατε ἐδῶ; διατί τότε δὲν τοὺς πέρνατε εἰς τὴν Πελοπόννησον νὰ καλλιεργήσωσι τὴν σταφίδα;
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Α. Θανόπουλος, Σ. Ἀναστασιάδης, Ν. Γαρδικιώτης καὶ Σ. Θεοδωρόπουλος συνιστῶσι τὰ αὐτά.
§30Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διαφωνῶ ῥιζικῶς πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω πρότασιν νόμου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Νεμέας τῆς Στυμφαλίας.
§32Ν. ΞΗΡΟΣ. Ὅταν συνεζητεῖτο ἡ ἀναφορά μου παρεκάλεσα τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ συστήσῃ ὅπως ἐφαρμόζηται ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη περὶ καταψηφίσεως τῶν δικαστικῶν ἐξόδων εἰς τοὺς μηνυτάς, ἰδίως εἰς τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα ψευδῶς πιστοποιοῦν, αὐτὰ νὰ τιμωρῶνται.
§33Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ νόμος θὰ ἐφαρμοσθῇ.
§34Ν. ΞΗΡΟΣ. Νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χριστόπουλος συνιστᾷ τὰ αὐτά. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης.
§36Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶχον πολλοὶ καταγγελθῆ ὑπὸ τῆς Ἀστυνομίας διὰ ζῷα μὴ δηλωθέντα, ἀπεδείχθη δὲ ὅτι εἶχον δηλωθῇ.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ι. Σβολοπούλου.
§38Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ κ. κ. Σ. Θεοδωρόπουλος καὶ Λ. Κουτσοπέταλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Συνδέσμου τῶν ἐργατῶν Ἀεριόφωτος Ἀθηνῶν.
§40Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε εἶχον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Πρόκειται περὶ τῶν ἐργατῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀπελύθησαν κατόπιν δευτέρας ἀπεργίας, ἡ ὁποία εἶχε σκοπὸν τὴν ἐφαρμογὴν τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῆς Ἑταιρείας, συνυπογραψάσης καὶ τῆς Διοικήσεως ἀποτελουμένης ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τοῦ Νομάρχου. Θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπέμβῃ παρὰ τῇ Ἑταιρείᾳ, ὅπως λάβωσιν ἐργασίαν καὶ οἱ λοιποὶ ἄνευ ἐργασίας ἐργάται. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ φανῇ ἀρωγὸς πρὸς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπταισαν.
§41Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Συνιστῶ τὰ αὐτά.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν καπνεργατῶν Χανίων.
§43Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν ἐν Χανίοις καπνεργατῶν ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ταύτην καὶ θὰ ἐπιζητήσῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ ἄρθρου τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου περὶ καπνοῦ, διότι ἐκ τῶν αἰτιολογιῶν, αἱ ὁποῖαι προβάλλονται καταφαίνεται τὸ ἄστοχον αὐτοῦ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀναστασιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λαρίσσης.
§45Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀναβάλλεται.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ι. Μπρισιμιτζάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Κρήτης Ν. Ἀναστασάκη.
§47Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Ἀναστασάκη νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπήν.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Νέα Ἀμπελάκια.
§49Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀναβάλλεται.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν μαθητῶν ὑποδιδασκάλων τοῦ Διδασκαλείου Λαμίας.
§51Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὄταν εἰσήχθη τὸ Β. Διάταγμα, τὸ λαβὸν κῦρος νόμου, δι’ οὗ ἐπετράπη εἰς τοὺς ὑποδιδασκάλους ἡ φοίτησις εἰς τὰ διδασκαλεῖα, ἐδηλώθη ἔκτοτε ὅτι ἦτο δυσχερὴς ἡ θέσις αὐτῶν πρὸς ἐξακολούθησιν σπουδῶν, ἐλήφθη ὅμως ἕτερον μέτρον, νὰ θεωρηθῶσιν ἐν ἀδείᾳ καὶ ἐδόθη εἰς αὐτοὺς τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ, ὃν ἐλάμβανον. Δὲν γνωρίζω καὶ θὰ ζητήσω στατιστικὸν πίνακα περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν τῶν ἐγγραφέντων ἐκ τούτων εἰς τὰ τριτάξια διδασκαλεῖα, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἀθρόοι ἐνεγράφησαν εἰς αὐτά, ἵνα ἔπειτα ἐξασκήσωσι τὸ ἔργον τοῦ διδασκάλου. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς των οἱ ὑποδιδάσκαλοι Λαμίας ζητοῦσιν ἵνα ὁ τριετὴς χρόνος τῶν διδασκαλείων περιορισθῇ εἰς διετῆ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἡ περισσοτέρα ἐκπαίδευσις φέρει μεγαλυτέραν μόρφωσιν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν ὑποδιδασκάλων, εἰς οὓς γενικωτέρα μόρφωσις δὲν δύναται νὰ δοθῇ ἕνεκα τῶν ὀλίγων γνώσεών των, ἀλλὰ πρόκειται νὰ δοθῇ μόνον πρακτικὴ γνῶσις. Ὑποθέτω ὅτι ἡ αἴτησίς των εἶναι δικαία καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ θελήσῃ νὰ περιορίσῃ τὸν χρόνον τῆς φοιτήσεώς των εἰς διετῆ.
§52Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Νὰ μοῦ σταλῇ ἡ ἀναφορά.
§53Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὰ αὐτά.
§54Ν. ΞΗΡΟΣ. Εὑρίσκω καὶ ἐγὼ τὴν διετῆ φοίτησιν ἀρκετήν, διότι οἱ ὑποδιδάσκαλοι ἔχουσιν ἀρκετὴν διδακτικὴν πεῖραν καὶ ἀρκετὰς παιδαγωγικὰς γνώσεις καὶ παρακαλῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ αἴτησίς των.
§55Ι. ΞΗΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸ αὐτό.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Δελμοῦζος συνιστᾷ τὰ αὐτά. Ἡ ἀναφορὰ παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἀπὸ 3 Δεκεμβρίου π. ἔ. ὑπ’ ἀριθ. 168 ἀναφορᾶς τοῦ Προέδρου τῆς κοινότητος Κατακώλου καὶ τί ἡ ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσία ἐνήργησεν ὅπως ἡ Ἑταιρεία οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων διορθώσῃ τὰς προσγινομένας εἰς τὰς ὁδοὺς καὶ πλατείας ζημίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλεῖ ὅπως ἐπισπευθῇ ἡ ἐνέργεια, διότι τὸ σπουδαιότερον εἶναι ὅτι προσεβλήθη ἡ ὑγεία τῶν πολιτῶν.
§57Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Μὲ ὅλην τὴν ὠφέλειαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσιν οἱ κάτοικοι Κατακώλου, ἡ ζημία των εἶναι μεγαλυτέρα καὶ διὰ τοῦτο διὰ τῆς ἀναφορᾶς των παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως συστήσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τῶν οἴνων καὶ οἰνοπνευμάτων, ἡ ὁποία ἔχει σωρείαν ἐργασίας ἐκεῖ, νὰ προβῇ εἰς ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῆς πλατείας καὶ τῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι μετεβλήθησαν εἰς λιμνοθαλάσσας καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι νοσηρὰς ἀναθυμιάσεις καὶ ἐπιφέρουσιν ἑλονοσίαν, ἡ ὁποία ἦτο ἄγνωστος εἰς τοὺς κατοίκους.
§58Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πῶς δύναμαι νὰ ὑποχρεώσω Ἑταιρίαν νὰ ἐπισκευάσῃ ὁδοὺς καὶ πλατείας ὑπαγομένας εἰς τὸ Δημόσιον;
§59Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ Ἑταιρία αὕτη εἶναι ὑπαιτία τῆς καταστροφῆς των.
§60ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ δικαστήρια εἶναι ἁρμόδια πρὸς λύσιν τῆς διαφορᾶς.
§61Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ εἶναι ὅμως ἀρκετὴ μία ὑπόδειξις πρὸς ἄρσιν τοῦ ἀδικήματος.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης ἐρωτᾷ ἂν ἐλήφθη πρόνοια περὶ συμπληρώσεως τῶν κενῶν θέσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Αἰγίου.
§63Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἀναβάλλεται,
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ποῖα μέτρα ἔλαβε διὰ τὴν μὴ παράδοσιν εἰσέτι τῶν ἔργων τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ καὶ ὑδρεύσεως Μεγαλοπόλεως κατὰ τοῦ ἐργολάβου, ἀφοῦ πρὸ πολλοῦ παρῆλθεν ἡ προθεσμία πρὸς τοῦτο.
§65Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Προσωρινὴ παραλαβὴ τῶν ἔργων τοῦ ἠλεκτροφωτισμοῦ καὶ ὑδρεύσεως Μεγαλοπόλεως ἐγένετο κατὰ τὴν ἄνοιξιν τοῦ 1905 ὑπὸ ἐπιτροπῆς ἀποτελουμένης ὑπὸ τοῦ Νομάρχου Ἀρκαδίας, τοῦ ἠλεκτρολόγου Συροπούλου καὶ μηχανικῶν τοῦ Δημοσίου. Ἡ ἐξετάσασα τὰ ἔργα ταῦτα ἐπιτροπὴ εὗρεν ὅτι ταῦτα ἐν τοῖς πλείστοις καλῶς ἐξετελέσθησαν. Δὲν ἀνεγνώρισε μόνον μίαν ἀπαίτησιν δρχ. 6.000 τοῦ ἐργολάβου, διότι εὗρεν ὅτι ἡ ἀπαίτησις αὕτη δὲν ἐστηρίζετο ἐπὶ τῶν ἐργολαβικῶν ὅρων. Ἔκτοτε τὸ ἔργον παρεδόθη εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν, καλῶς δὲ λειτουργεῖ, διότι οὐδὲν παράπονον ἦλθεν εἰς ἡμᾶς.
§66Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ φάκελλος ὑπάρχει, κύριε Ὑπουργέ;
§67Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Βεβαίως.
§68Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰς ἐπερωτήσεις τῆς αὔριον, διότι θὰ συζητηθῇ ἡ ὑπόθεσις καὶ θὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον τὸ ἔργον ἐξετελέσθη καλῶς, κατὰ πόσον ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ἀπεφάνθη καὶ κατὰ πόσον τὸ ἔργον ἐξυπηρετεῖ τὴν πόλιν ἐκείνην ἢ ὄχι.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Σπυρόπουλος παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἐὰν θὰ ὑποχρεωθῶσιν οἱ κληροῦχοι κάτοχοι τῶν διανεμομένων χωρίων τοῦ Δημοσίου (πρώην Κ. Ζάππα) Μεγάλων Καλυβίων, Ἁγίας Κυριακῆς, Καρυῶν, Μαγουλίτσης, Μικρᾶς Πολιάνας καὶ Παπαράντζας νὰ πληρώσωσι τὴν ἀξίαν τῶν οἰκιῶν των, ὧν εἰσὶ κύριοι ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων διανοίᾳ κυρίου καὶ καλῇ τῇ πίστει, μὴ πληρώσαντες ποτὲ οὔτε λεπτὸν εἰς κανένα.
§70Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἂν διέταξε νὰ ἐπιτραπῇ ἀτελὴς ὑλοτομία εἰς τοὺς κατοίκους Μερκάδος τῆς Φθιώτιδος, τοὺς παθόντας ἐκ τῆς καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους διὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν τῶν οἰκιῶν των.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Διέταξα τὴν ὑπηρεσίαν νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος κ. Ξηρὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τίνα μέτρα ἔλαβε διὰ τὰς γενομένας καταστροφὰς εἰς τὸ χωρίον Μερκάδι τῆς Φθιώτιδος ἐκ τῆς καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους.
§74ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὸ παντὸς ἔπρεπε νὰ ἀποφανθῶσιν αἱ ἐπιτροπαί. Διεβίβασα ἀμέσως τὰ τηλεγραφήματα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας διὰ νὰ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις.
§75Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐσχηματίσθησαν ἐπιτροπαί;
§76Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπῆγε μηχανικὸς ἐπὶ τόπου.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν οἱ μισθοὶ τῶν διορισθέντων εἰς τὰ δημοσυντήρητα γυμνάσια καθηγητῶν τῶν φυσικῶν καὶ θρησκευτικῶν, εἰς οὓς ἔχει ἀνατεθῆ ἡ διδασκαλία τῶν αὐτῶν μαθημάτων καὶ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, θὰ βαρύνωσι τοὺς δήμους ἢ τὸ Δημόσιον.
§78Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπαρκοῦν οἱ δῆμοι ἔρχεται ἐπίκουρον τὸ Δημόσιον.
§79Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἀναμφισβητήτως ἡ ἀρχὴ αὕτη θὰ ἐπικρατήσῃ ἐὰν οἱ καθηγηταὶ ἀσχολοῦνται περισσότερον εἰς τὰ Γυμνάσια τῶν δήμων· ἀλλ’ οἱ καθηγηταὶ ἀσχολοῦνται—καὶ ἐπ’ αὐτοῦ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας — περισσότεραν ὥραν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα συντηροῦνται παρὰ τοῦ Δημοσίου καὶ ὀλιγωτέραν εἰς τὰ Γυμνάσια, τὰ ὁποῖα συντηροῦνται παρὰ τῶν δήμων.
§80Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αἱ πληροφορίαι σας δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβεῖς. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Γυμνασίου, ἐφ’ ὅσον ἔχουσιν ὥρας ἐλευθέρας, παρηγγέλθησαν νὰ διδάσκουν καὶ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουν πολὺ ὀλιγωτέρας ὥρας· ἀλλὰ τὸ ὅτι παρηγγέλθησαν νὰ συμπληρῶσιν εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα τὰς ὥρας τὰς ὡρισμένας εἰς αὐτοὺς δὲν σημαίνει ὅτι ἔπαυσαν νὰ εἶναι εἰδικοὶ καθηγηταὶ τοῦ Γυμνασίου.
§81Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὁ καθηγητὴς τῶν θρησκευτικῶν διδάσκει ἑπτὰ ὥρας εἰς τὰ Ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ ἓξ ὥρας εἰς τὸ Γυμνάσιον.
§82Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὀκτὼ ὥρας διδάσκει.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρατσάνος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί ὁ ἐκ Σεμάλτου τοῦ δήμου Καβάλλας Χρ. Τόλιος τοῦ Νικολάου, ἄγων 29 ἐτῶν ἡλικίαν βεβαιωμένην διὰ πιστοποιητικῶν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, ἐκλήθη καὶ ἐτάχθη ὡς ἄγων ἡλικίαν 21 ἐτῶν εἰς τὸ ἐν Δράμᾳ 21ον Σύνταγμα Πεζικοῦ.
§84Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Τὰς ζητουμένας πληροφορίας τὰς ἔλαβον ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ὥστε θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἴδιος κ. Δ. Βρατσάνος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διατί δὲν διωρίσθη δικηγόρος παρὰ τοῖς ἐν Χίῳ Πρωτοδίκαις, ὁ ἐπὶ τῆς προκατόχου Διοικήσεως τοιοῦτος Ν. Παπαδόπουλος ἔχων τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα.
§86Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει εἰς χεῖρας του ἀναφορὰν τοῦ ἐγκρίτου δικηγόρου Χίου, δικηγόρου ἐπὶ Τουρκοκρατίας Ν. Παπαδοπούλου, ὁ ὁποῖος ἀπεκλείσθη διὰ τρόπου μυστικολαθραίου ἀπὸ τοῦ νὰ ἐνασκῇ τὸ ἐπάγγελμά του ἐπὶ τῆς νέας Διοικήσεως. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσέξῃ εἰς τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἐν λόγῳ δικηγόρου, διότι μοὶ καταγγέλλεται ὅτι, ἐνῷ ἐζητήθησαν πληροφορίαι καὶ ἐδόθησαν αἱ ἄρισται παρὰ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος, ἤτοι τῶν τριῶν δικηγόρων τῆς Χίου, τοῦ συμβολαιογράφου Χίου καὶ δέκα ἐγκρίτων πολιτῶν, τὸ δικαστήριον Χίου δὲν ἠρκέσθη εἰς τὰς πληροφορίας αὐτάς, ἀλλὰ διενήργησε μυστικὰς ἀνακρίσεις ἀνωμοτεὶ καὶ ἀπὸ τὰς τριόδους ἴσως συνεκέντρωσε τὸ ὑλικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐχρειάζετο διὰ νὰ ἀποκλείσῃ τὸν ἐν λόγῳ δικηγόρον. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν δὲν προσκόπτῃ ἀλλοῦ πουθενὰ καὶ ἂν πράγματι θέλῃ νὰ ἐπανορθώσῃ ἓν ἀδίκημα γενόμενον εἰς τὸν ἐν λόγῳ δικηγόρον, νὰ στείλῃ ἐκ νέου τὰ χαρτιὰ εἰς τὸν Εἰσαγγελέα Χίου διὰ νὰ ἐξετάσῃ ἐπισταμένως ἂν πράγματι ὁ δικηγόρος οὗτος ἐξήσκησεν ἐντίμως τὸ ἐπάγγελμα καθ’ ὅλον τὸ διάστημα καὶ ἂν σήμερον δὲν ὑπηρετῇ πιθανῶς ἐκ τοπικῶν ἀντιζηλιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκληροδοτήθησαν ἀπὸ τὴν παλαιὰν Διοίκησιν.
§87Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Δυστυχῶς τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ περὶ τοῦ ἐν λόγῳ δικηγόρου δὲν συμμερίζεται τὸ δικαστήριον, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ μόνον ἀνέθηκεν ὁ νόμος νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν ὁ δικηγόρος στερούμενος πτυχίου, ἐξασκήσας δὲ μόνον ἐπὶ δεκαετίαν ἐμπράκτως τὸ ἔργον, πρέπει νὰ διατηρηθῇ. Ὁ τελευταῖος νόμος ὥρισεν ὅτι εἶναι δυνατὸν κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῆς ὁλομελείας τοῦ δικαστηρίου νὰ διορισθῇ τοιοῦτος δικηγόρος. Ὡς πρὸς τὸν περὶ οὗ πρόκειται δυστυχῶς τὸ δικαστήριον ἔκρινεν ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἠρύσθη ἐκ τῶν γενομένων ἐπισταμένως ἐξετάσεων, οὐχὶ δὲ ἐκ λαθραίων καὶ ἀνωμοτεὶ ληφθεισῶν μαρτυριῶν, ἔκρινεν ὅτι δὲν ἔχει τὰ ἀπαιτούμενα ἐφόδια ὅπως ὑπερασπίσῃ ὑποθέσεις τρίτων ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Ἡ γνωμοδότησις εἶναι ὁριστική. Προσθέτω ὅτι συνεπείᾳ ἀναφορᾶς τοῦ ἐν λόγῳ δικηγόρου ἐζήτησα πληροφορίας ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα· ὁ εἰσαγγελεὺς ἀρνεῖται ἀπολύτως ὅτι ἔλαβε χώραν τι ἔκτροπον.
§88Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Ἐπειδὴ αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ὅτι τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος, ἔδωκαν τὰς ἀρίστας πληροφορίας, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ σχετικὰ μὲ τὸν δικηγόρον τοῦτον διὰ νὰ ἐπανέλθωμεν ἐν εὐθετωτέρᾳ στιγμῇ.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δώσατε μίαν σημείωσιν.
§90Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατί ὁ ἐργολάβος ὁ ἀναλαβὼν τὴν κατασκευὴν τῆς κοινοτικῆς ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ χωρίου Στρέφι τῆς Ἠλείας μέχρι τοῦ χωρίου τούτου, τὴν κατασκευὴν ὑπονόμου ἐντὸς τῆς κωμοπόλεως Κρεκουκίου τοῦ τέως δήμου Ὀλυμπίων καὶ τὴν κατασκευὴν διαφόρων ἄλλων κοινοτικῶν ἔργων ἐντὸς τοῦ τέως δήμου Ὠλένης καὶ Ὀλυμπίων δὲν προβαίνει εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ἐργολαβίας, ἀφοῦ χρήματα ὑπάρχουσι κατατεθειμένα εἰς τὸ ἐν Πύργῳ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐκ τοῦ δημοτικοῦ φόρου ἀπὸ τοῦ σταφιδοκάρπου προωρισμένα κατὰ τὸν νόμον ͵ΒϠΛΘʹ τῆς 19 Μαΐου 1903 μόνον διὰ τὴν κατασκευὴν δημοτικῶν ἔργων.
§92Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αἱ ἐργασίαι τῆς κατασκευῆς τῆς ὑπονόμου διεκόπησαν, διότι τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀρνεῖται νὰ ἐξοφλήσῃ, καίτοι ἐξεδόθη χρηματικὸν ἔνταλμα δραχ. 2800 πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν κατασκευὴν τῆς κοινοτικῆς ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου τοῦ χωρίου Στρέφι μέχρι τοῦ χωρίου τούτου ἐζητήθησαν πληροφορίαι μετὰ τὴν λῆψιν τῶν ὁποίων θὰ ἐπανέλθω.
§93Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλα τὰ χρήματα, τὰ κατατεθειμένα εἰς τὸ ἐν Πύργῳ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν κατασκευὴν κοινοτικῶν ἔργων καὶ ἡ Τράπεζα κακῶς φέρει τὴν ἀντίρρησιν ὅτι δὲν ἐγένετο κατανομή, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ, πρέπει νὰ κληθῇ ὁ ἐργολάβος νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χριστόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διατί δὲν διωρίσθη δεύτερος διδάσκαλος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν σχολεῖον Βραχατίου, ὅπου φοιτῶσι πλείονες τῶν 250 μαθητῶν, ἐν ᾧ ὑπηρετοῦσι περισσότεροι τῶν τριῶν παρ’ ἄλλοις σχολείοις μὲ 150 μαθητάς.
§95Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Ὑποθέτω ὅτι μᾶλλον θὰ ἤθελε νὰ εἴπῃ ὁ κ. συνάδελφος, διατί δὲν διωρίσθη τέταρτος, ὄχι δεύτερος, διότι ὑπάρχουσι τρεῖς εἰς τὸ σχολεῖον αὐτό.
§96Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, τέταρτος, ἔγινε λάθος.
§97Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τέταρτος δὲν δύναται νὰ προστεθῇ, διότι δυστυχῶς δὲν ὑπάρχουσι διδάσκαλοι.
§98Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ σχολεῖον ὅμως αὐτό, κύριε Ὑπουργέ, φοιτῶσι πολλοὶ μαθηταί, πλείονες τῶν 250 καὶ πολλοὶ παραμένουσιν ἄνευ διδασκαλίας.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Βουρλούμης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐλήφθησαν μέτρα πρὸς ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως ἐξαγωγῆς θειϊκοῦ χαλκοῦ ἐξ Ἀγγλίας διὰ τὴν Ἑλλάδα, δεδομένου ὅτι ἡ ἀπαγόρευσις αὕτη ἤρθη διὰ τὴν Ἰταλίαν.
§100Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἔχομεν πρὸ καιροῦ ἐνεργήσει διὰ τὴν ἄρσιν τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλομεν ἐπιτύχει εἰς τὰς ἐνεργείας ἡμῶν.
§101Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὸν εἶναι, κύριε Ὑπουργέ, νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἐμπόρων ἐκείνων, οἵτινες ἠγόρασαν θειϊκὸν χαλκὸν παρὰ τῆς Γεωργικῆς Ἑταιρείας καὶ μεταπωλοῦσι τοῦτον εἰς ὑψωμένας τιμάς.
§102Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλήφθη πρόνοια καὶ περὶ τούτου καὶ θέλει ταχέως ὑποβληθῇ καὶ νομοσχέδιον σχετικόν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς προστασίαν τῶν κατοίκων Μερκάδος τοῦ τέως δήμου Τυμφρηστοῦ τῆς Φθιώτιδος, τῶν ὁποίων αἱ οἰκίαι ἐκ τῶν τελευταίων πλημμυρῶν καὶ τῆς καθιζήσεως τοῦ ἐδάφους, ἄλλαι μὲν τελείως κατέρρευσαν, ἄλλαι δὲ διαρραγεῖσαι κατέστησαν ἀκατοίκητοι.
§104Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ ἐρώτησίς μου εἶναι ἡ αὐτὴ μὲ τὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν ὁ κ. συνάδελφος πρὸ ὀλίγου ὑπέβαλεν. Ἤκουσα τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§105Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Μετέβη ἐκεῖ ὁ νομομηχανικός.
§106Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν μετέβη.
§107Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι μετέβη. Εἶδον μάλιστα μίαν σχετικὴν ἔκθεσιν αὐτοῦ.
§108Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἴσως μετέβη τὰς τελευταίας αὐτὰς ἡμέρας. Ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν μετέβη εἶναι δεδικαιολογημένος, διότι ὁ νομομηχανικός, ὁ ὁποῖος ἔχει ἕνα καὶ μόνον βοηθόν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς ὅλας τὰς ἀνάγκας τοῦ νομοῦ, δι’ ὃ παρακαλῶ καὶ νὰ ἐνισχύσητε αὐτόν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐδόθη ἠθικὴ ἀμοιβὴ εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην Μαμασούκαν, ὅστις κατόπιν συμπλοκῆς μετὰ τῆς λῃστοσυμμορίας Δαλαμάγκα–Τσεκούρα κατώρθωσε καὶ ἀπελευθέρωσε τὸν παρὰ τῆς συμμορίας ταύτης συλληφθέντα Διονύσιον Αὐγουστάτον.
§110ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐζητήθησαν πληροφορίαι.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διατί δὲν ἐνεργήθησαν προβιβασμοὶ ἐφέδρων ναυτῶν.
§112Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐγένοντο προβιβασμοὶ ἐφέδρων ναυτῶν κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν. Ἤδη κατόπιν τοῦ τελευταίως ψηφισθέντος νόμου οἱ τοιοῦτοι προβιβασμοὶ γίνονται μόνον κατὰ τὸν μῆνα Αὔγουστον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συνεπληρώθη ἡ ὥρα ἡ ὡρισμένη διὰ τὰς ἀναφορὰς καὶ ἐρωτήσεις. Αἱ λοιπαὶ ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§114ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οἱ κείμενοι νόμοι δὲν παρέχουσιν ἀνάλογα πρὸς τὰς περιστάσεις μέσα εἰς τὴν διοίκησιν ὥστε νὰ δύναται νὰ ἀντεπεξέλθῃ κατὰ τῆς ἐμπορικῆς κερδοσκοπίας, τῆς ἐκμεταλλευομένης ἰδίως εἴδη πρώτης βιωτικῆς ἀνάγκης. Διὰ τοῦτο λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ προμηθείας σίτου καὶ ἀλεύρων ὑπὸ τοῦ Δημοσίου δι’ ἐπιτάξεως».
§115ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὡραῖα. Ὡραῖα.
§116ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§117ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι συμφωνότατος νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, ἀλλὰ παρακαλῶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ πρότερον. (Κηρύσσεται κατεπεῖγον).
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§119Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως δικαστηρίων ἐν τῇ Βορείῳ Ἠπείρῳ». (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα). Ἡ ὀργάνωσις τῶν δικαστηρίων τούτων γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παραδεδεγμένων ἤδη κανόνων διὰ τὰς στρατιωτικῶς κατεχομένας χώρας, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ ἔργον τοῦτο ἐν προκειμένῳ ἀνατίθεται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Δεύτερον νομοσχέδιον ὑποβάλλω «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ Ἀστικοῦ νόμου τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1856», ἀναγομένων εἰς τὴν κτῆσιν τῆς Ἑλληνικῆς ἰθαγενείας καὶ εἰς ληξιαρχικὰς πράξεις γεννήσεων καὶ γάμων. Ὑπάρχει, ἐν Κερκύρᾳ ἰδίως, μέγας ἀριθμὸς Μεγιστάνων, οἵτινες παρέμειναν Ἄγγλοι ὑπήκοοι, ἀλλὰ κατὰ τὸν Ἀγγλικὸν νόμον ἐπελθούσης τῆς τρίτης γενεᾶς ἀποβάλλουσι τὴν Ἀγγλικὴν ἰθαγένειαν καὶ μένουσιν ἤδη ἀπάτριδες. Εἶναι ἐπάναγκες ὅπως ῥυθμισθῇ τὸ ζήτημα διὰ γενικωτέρας διατάξεως τιθεμένης ἐν τῷ ἀστικῷ νόμῳ, καθ’ ἣν οἱ γεννώμενοι ἐν Ἑλλάδι ἐξ ἀλλοδαπῶν γονέων καὶ μὴ ἀκολουθοῦντες τὴν ἰθαγένειαν αὐτῶν κατὰ τὸν νόμον τῆς πολιτείας εἰς ἣν ἀνήκουσιν οἱ γονεῖς των, ἀποβαίνουσι πολῖται Ἕλληνες διὰ τῆς γεννήσεως. Ἀνάλογος ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ ἀστικῷ νόμῳ ὡς πρὸς τὸν γεννηθέντα ἐν Ἑλλάδι ἐξ ἀδήλων γονέων. Πλὴν τούτου εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ ἀστικοῦ νόμου περὶ ληξιαρχικῶν πράξεων, ἰδίως τῶν γεννήσεων, οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν. Κατὰ τὰς ἐν ἰσχύϊ διατάξεις ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας πρέπει τὸ γεννώμενον νὰ δηλωθῇ συντασσομένης τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως, μετὰ τὴν πάροδον δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως δύναται νὰ γείνῃ ἡ ληξιαρχικὴ πρᾶξις. Ἐξ ἄλλου οὐδὲν ἀποτελεσματικὸν μέσον ἐξαναγκασμοῦ πρὸς ἔγκαιρον δήλωσιν καὶ σύνταξιν τῆς ληξιαρχικῆς πράξεως παρέχεται ἐκ τοῦ ἰσχύοντος νόμου. Τούτων ἕνεκα προτείνεται ἵνα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ προθεσμία τῆς δηλώσεως τῆς γεννήσεως καὶ συντάξεως ληξιαρχικῆς πράξεως ἐπεκταθῇ μέχρι τῆς τελέσεως τῆς βαπτίσεως, ταυτοχρόνως δ’ ἀπειληθῇ ποινὴ κατὰ τοῦ ἱερέως τοῦ τελοῦντος βάπτισιν ἄνευ προσαγωγῆς βεβαιώσεως ὅτι συνετάχθη ληξιαρχικὴ πρᾶξις γεννήσεως. Ἀντίστοιχοι διατάξεις ἐπιβάλλεται νὰ τεθῶσιν ὡς πρὸς τοὺς μὴ Χριστιανοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας κατοίκους τοῦ Βασιλείου, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἤδη ἱκανὸν ἀριθμόν, ὡς πρὸς αὐτοὺς δὲ τάσσεται καὶ προθεσμία δίμηνος, δυναμένη ν’ ἀναπληρώσῃ τὸ μέχρι τῆς βαπτίσεως χρονικὸν διάστημα. Τρίτον νομοσχέδιον εἶναι τὸ «περὶ τροποποιήσεων τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ καὶ τῶν περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμων». Αἱ ἄλλαι διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι εὔληπτοι οἴκοθεν δικαιολογούμεναι. Λόγῳ τῆς ἐπεκτάσεως τοῦ Βασιλείου ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι δύο ἢ τρεῖς Ἀρεοπαγῖται καὶ εἷς Ἀντισαγγελεὺς παρ’ Ἀρείῳ Πάγῳ. Ἐπίσης ὅπως συμπληρώσωμεν ταχύτερον τὰ ὑπάρχοντα κενὰ εἰς τὰ στελέχη τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ συντμηθῇ ὁ χρόνος τῆς προαγωγῆς τῶν ἐμμίσθων παρέδρων διὰ τὴν προαγωγὴν αὐτῶν εἰς δικαστάς. Δι’ ἑτέρας διατάξεως καθίσταται ἐφικτὴ ἡ προσθήκη Εἰρηνοδικῶν ἂν ὑπάρξῃ ἀνάγκη ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν εἴτε ἐν τῇ πρωτευούσῃ εἴτε ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἐπίσης μετριάζονται κατά τι τὰ προσόντα διὰ τὴν προαγωγὴν εἰς τὰς ἀνωτέρας εἰσαγγελικὰς θέσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προτελευταίαν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ ἐν τέλει τῆς εἰσηγήσεως, διότι φρονῶ ὅτι χρήζει διεξοδικωτέρας ἀναπτύξεως. Ἕτερον νομοσχέδιον καταθέτω «περὶ συστάσεως εἰδικοῦ σώματος δημοσίων κατηγόρων παρὰ τοῖς Πταισματοδικείοις». Οὕτως ἀπαλλάσσοντες τὴν χωροφυλακὴν παρὰ τοῖς εἰδικοῖς πταισματοδικείοις τῶν τοιούτων καθηκόντων, ἀποδίδομεν ἱκανοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτῆς εἰς τὰ κύρια ἔργα των, πληρέστερον δὲ θὰ ἐκτελῶνται τὰ καθήκοντα τῶν δημοσίων κατηγόρων παρ’ εἰδικῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ἕτερον νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 20 τοῦ νόμου ͵ΓϠΜΔʹ τῆς 2 Δεκεμβρίου 1911 περὶ φυγοδικίας», κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ βούλευμα τὸ διατάσσον τὴν σύλληψιν τοιχοκολλᾶται εἰς τὸ Δημαρχεῖον. Εἰς τὰς Νέας Χώρας δὲν ἔχομεν πανταχοῦ Δημαρχεῖα, προσέτι δὲ μετὰ τὸν νόμον περὶ κοινοτήτων ἡ τοιχοκόλλησις εἰς τὴν ἕδραν τῆς κοινότητος εἶναι μᾶλλον ἄσκοπος, σκοπιμωτέρα δὲ εἶναι ἡ τοιχοκόλλησις ἐν τῷ Εἰρηνοδικειακῷ καταστήματι καὶ τοῦτο προτείνεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης δι’ ἑτέρου νομοσχεδίου κανονίζονται τὰ τῆς ἐνεργείας τῶν ἀνακριτικῶν καθηκόντων ὑπὸ τῶν Ἐφετῶν κατὰ τὰς ὑποθέσεις τῆς ἰδιαζούσης δικαιοδοσίας. Τελευταῖον δι’ ἄλλου νομοσχεδίου εἰσηγούμεθα τὴν εἰσαγωγὴν ἐν τῇ Πολιτικῇ Δικονομίᾳ διατάξεων περὶ ἐκπλειστηριασμοῦ ἐπὶ τῷ τέλει τῆς ἐξασφαλίσεως τιμήματος προσήκοντος κατὰ τὰς ἀναγκαστικὰς ἐκποιήσεις. Ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐπιτευχθῇ τοιοῦτον τίμημα παρέχεται ἡ εὐχέρεια εἰς πάντα ἐνδιαφερόμενον ἐντὸς βραχυτάτης προθεσμίας νὰ καταθέσῃ τίμημα καθ’ ὡρισμένον ποσοστὸν ἀνώτερον, ἀντὶ τοῦ ὁποίου καὶ γίνεται αὐτὸς ἀγοραστής, ἐνεργεῖται δὲ ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς αὐστηροὺς ὅρους νέος πλειστηριασμὸς ἐντὸς 15 ἡμερῶν, κατὰ τὸ σύστημα περίπου τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Γαλλικὸς νόμος. Ἡ διάταξις περὶ ἧς ἐπεφυλάχθην νὰ προβῶ εἰς εὐρυτέραν ἀνάπτυξιν πρὸς τὴν Βουλὴν ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, τὰς ἐνεργουμένας δυνητικῶς μετὰ τὴν συμπλήρωσιν διετοῦς ἢ τριετοῦς ὑπηρεσίας. Ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὅτι εἶχον εἰσηγηθῇ τοιαύτην τινα διάταξιν ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ προσόντων καὶ ἀποχωρήσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, ὅπερ ἀπετέλεσε τὸν ψηφισθέντα νόμον 104. Ἡ διάταξις αὕτη ἀληθῶς δὲν ἐπεδοκιμάσθη παρὰ τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν τελευταίαν δὲ συζήτησιν ὑπεβλήθη σειρὰ ἐπιχειρημάτων, τινὰ τῶν ὁποίων ἐφάνησαν ἄξια μελέτης, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ προκατόχου μου βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Μὴ ὑπάρχοντος χρόνου νὰ συζητηθῶσι καὶ μελετηθῶσιν ἐν λεπτομερείᾳ αἱ ὑποβληθεῖσαι ἀντιρρήσεις καὶ ἐξ ἄλλου διότι τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο κατεπεῖγον καὶ δὲν ἦτο ὀρθὸν ν’ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον χάριν τῆς διατάξεως ἐκείνης, ἐδήλωσα ὅτι ἀποσύρω τὴν διάταξιν ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐπαναφέρω αὐτὴν μετὰ καὶ ἄλλων τινων τροποποιήσεων τοῦ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων νόμου, τὰς ὁποίας ἐθεώρησα ἔκτοτε χρησίμους. Ἤδη ἐπέστη ἡ ὥρα τῆς εἰσαγωγῆς τῆς τροπολογίας ταύτης, καθ’ ὅσον ἐκ τῆς γενομένης αὖθις μελέτης ἐπείσθην ἀκραδάντως ὅτι ὄχι μόνον ἐπιβλαβὴς δὲν ἦτο ἡ καινοτομία, τὴν ὁποίαν εἰσηγήθην, ἀλλὰ καὶ σύμφωνος πρὸς τὸ σύστημα τοῦ νόμου περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων καὶ συγχρόνως παγιοῖ κρείττονα τάξιν ἐν τῇ δικαιοσύνῃ. Ἡ διάταξις αὕτη συνίστατο, ἂν ἐνθυμῆται ἡ Βουλή, εἰς τὸ ἑξῆς. Διὰ τὰς μεταθέσεις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, τῶν συμπληρωσάντων διετίαν ἢ τριετίαν, κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν Διάταγμα πέμπεται ὁλόκληρος ὁ κατάλογος τῶν δικαστῶν τούτων εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας μεταθέτει οἵους κρίνει, πλὴν ὡρισμένων διατάξεων, αἵτινες ῥυθμίζουσι τὰ τῶν μεταθέσεων διὰ τοὺς ἐν Ἀθήναις ἐξ ἑνὸς καὶ εἰς μεμακρυσμένα μέρη ἀφ’ ἑτέρου ὑπηρετοῦντας δικαστάς. Διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν προτείνω ἤδη, τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀποφαίνεται ἐπὶ ὡρισμένου καταλόγου ἀποστελλομένου αὐτῷ ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, περιλαμβάνοντος ἐκείνους, τοὺς ὁποίους θεωρεῖ τὸ Ὑπουργεῖον μεταθετέους καὶ περιοριζομένου τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μὴ τὰς μεταθέσεις ἐντὸς τῶν αὐτῶν θέσεων καὶ τῶν ὑφισταμένων κενῶν τοιούτων, καθὼς καὶ τῶν θέσεων, αἱ ὁποῖαι κενοῦνται ὑποχρεωτικῶς δυνάμει τοῦ νόμου. Ταύτην τὴν διάταξιν, ἐπαναλαμβάνω, θεωρῶ ἀκριβῶς σύμφωνον πρὸς τὸ ὅλον πνεῦμα τοῦ νόμου, καθ’ ὃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀποφαίνεται ἐπὶ σχετικῶν ἐρωτημάτων τοῦ Ὑπουργείου, ἀρνεῖται δ’ εἰς αὐτὸ ὁ νόμος κατὰ πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν οἱανδήποτε πρωτοβουλίαν. Προσθέτω δὲ ὅτι ὑπὲρ τῆς ἐπαναφορᾶς τῆς προτάσεως ταύτης τελευταῖον ἐγνωμάτευσε καὶ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς. Ἐπειδὴ ὅμως ἐχαρακτηρίσθη αὖθις ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου κατὰ τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀγόρευσιν αὐτοῦ, οὐδὲν ἔλαττον ἢ ὡς ἀπόπειρα κατὰ τῆς δικαιοσύνης ἀποσοβηθεῖσα, ὁ δὲ κ. Πρόεδρος τῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης κοινοβουλευτικῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἐν τῇ ἰδίᾳ αὐτοῦ ἐκθέσει δὲν εὗρε χαρακτηρισμὸν ἐλαφρότερον ἀπὸ τὸν τοῦ ἀτόπου, μοὶ ἐπιβάλλεται ν’ ἀναπτύξω κἄπως εὐρύτερον τὰς σκέψεις μου, ἐκ τῶν ὁποίων ἄγομαι εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην καὶ εἰδικώτερον ἐν σχέσει καὶ πρὸς τὸ ὅλον συνταγματικὸν καὶ νομοθετικὸν καθεστὼς τὸ διέπον τὴν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης. Πολλάκις, κύριοι, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἠκούσθησαν αἰτιάσεις κατὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ κατὰ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, στηριζόμεναι πάντοτε εἰς ὡρισμένον γεγονός, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπεζητεῖτο νὰ συναχθῇ συμπέρασμα περὶ γενικωτέρας νοσηρότητος τοῦ δικαστικοῦ κλάδου. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν ἀξιοσημείωτον φαινόμενον ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀνέκαθεν μέχρι τῆς σήμερον ἀδιαπτώτως ἐπεδείξατο ἄκραν ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν δικαιοσύνην. Ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν πολλὰς ὑπηρεσίας, μὴ ἀναγομένας εἰς τὸν κύκλον τῶν καθηκόντων της, ἀνέθηκε τὰ τιμαλφέστερα τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου, τὴν ἐποπτείαν τῶν ἐκλογῶν, τὸ δὲ νέον Σύνταγμα καὶ τὸν ἔλεγχον τοῦ κύρους τῶν ἐκλογῶν τῆς Ἐθνικῆς Ἀντιπροσωπείας. Καὶ μετὰ τὸ Σύνταγμα δὲν ἔπαυσεν ἡ ἐμπιστοσύνη αὕτη. Βλέπομεν τὸν νόμον περὶ τῶν κοινοτήτων, βλέπομεν σειρὰν νομοθετημάτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δι’ ὧν πολλὰ νέα καθήκοντα ἐδόθησαν εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἀφίνω ὅτι εἰς ὅλα τὰ διοικητικὰ συμβούλια τῶν Ὑπουργείων συμπάρεδρα μέλη εἶναι δικαστικὰ πρόσωπα. Ταῦτα οὐδὲν ἄλλο δύνανται νὰ σημαίνωσιν ἢ ὅτι τὰ γενικώτερα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα ἐζήτησαν νὰ σύρωσιν ἐκ τῶν μεμονωμένων πράξεων δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Μάλιστα ἡ ἐκδηλουμένη ἐμπιστοσύνη δὲν περιορίζεται εἰς τὸ ἔργον τῆς δικαιοσύνης, ἀλλὰ ἀφορᾷ εἰς τὰ ὄργανα αὐτῆς κυρίως ἐφ’ ὅσον ταῦτα καλοῦνται νὰ συμπράξωσιν οὐχὶ εἰς δικαστικάς, ἀλλὰ καθαρῶς διοικητικῆς φύσεως ὑπηρεσίας. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι εἰς τὴν περιωπὴν καὶ τελειότητα, ἣν πάντες ποθοῦμεν καὶ πρὸς ἣν ὀφείλει νὰ τείνῃ ἀναντιρρήτως. Ἂν δὲν χωλαίνῃ, βραδύνει πάντως καὶ πολλάκις βραδύνει ὑπερμέτρως εἰς τὴν ἀπονομὴν τοῦ δικαίου. Δὲν φρονῶ βεβαίως ἐπίσης ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ εἶναι ἀπηλλαγμένοι τῶν ἀνθρωπίνων ἐλαττωμάτων, ἴσως καὶ ἰδιαιτέρων τινὲς ἐξ αὐτῶν, ὅτι δὲν ἐμφοροῦνται ἐνίοτε ἐκ στενῶν ἀντιλήψεων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαπράξωσι λάθη, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν πεποιθήσει ὑποστηρίζω εἶναι ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐπιρρίπτωμεν εἰς τὰ πρόσωπα τὸ βάρος τῆς εὐθύνης πάσης ἀτελείας ἐν τῇ λειτουργίᾳ τῆς δικαιοσύνης, διότι ἡ ἀτέλεια εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλας ἀφορμάς. Καὶ προχείρως, ἐπὶ τοῦ παραδείγματος τῆς καθυστερήσεως τῆς ἐκδόσεως τῶν ὁριστικῶν ἀποφάσεων καὶ τοῦ πέρατος ἐν γένει τῶν δικῶν, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ὀφείλεται τοῦτο εἰς φυγοπονίαν τῶν δικαστῶν; Ἴσως εἶναι τὸ τελευταῖον παραγωγικὸν αἴτιον ἡ φυγοπονία, ἀλλὰ ποσάκις ὁ ἐπιμελέστερος δικαστὴς δὲν εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δεχθῇ τυπικὴν ἔνστασιν, ἡ ὁποία καταστρέφει τὴν οὐσίαν ἄνευ λόγου, εἴτε νὰ διατάξῃ ἀποδείξεις ἐπὶ ἰσχυρισμοῦ, τὸν ὁποῖον καὶ ὁ ἴδιος αἰσθάνεται ψευδῆ εἴτε νὰ δεχθῇ προθεσμίαν ἐκ τοῦ νόμου διὰ γενικωτέρους λόγους χορηγουμένην, ἄσκοπον δὲ ἐν τῇ συγκεκριμένῃ ὑποθέσει. Περὶ πάντα ἄρα τὰ σημεῖα ταῦτα πρέπει νὰ στραφῇ ἡ νομοθετικὴ ἀντίληψις, ὑπεβλήθησαν δὲ ἀληθῶς καὶ ἐψηφίσθησαν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ πλείονα σχετικὰ νομοθετήματα. Ἴσως πρὸς ἐπίτευξιν ἀπολύτου ἐνημερότητος καὶ ἐντελεστέρας δικαστικῆς ἐργασίας θὰ ἐπεβάλλετο καὶ αὔξησις τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δικαστῶν, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι προσκρούει τοῦτο εἰς οἰκονομικοὺς λόγους. Ἂν ἀφίεντο τοὐλάχιστον οἱ δικασταὶ εἰς τὰ κύρια αὐτῶν καθήκοντα πιθανώτατα θὰ ἐπήρκουν, ἀλλ’ ἰδιαίτατα οἱ ἀτυχεῖς Εἰρηνοδίκαι ἐπιφορτίζονται διὰ πληθώρας ἄλλων καθηκόντων. Πρὸς αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ δέον, ὡς εἶπον, νὰ συμβουλευθῶμεν πρωτίστως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐνδείκνυται προσέτι νὰ ληφθῇ πρόνοια σὺν τῇ βελτιώσει τῶν προσόντων καὶ περὶ τῆς μισθοδοσίας, διότι ἡ γενομένη αὔξησις ἐδόθη κυρίως εἰς τοὺς ἀνωτέρους δικαστάς, οἵτινες εἶναι καὶ οἱ ὀλιγώτεροι, οἱ δὲ τὸ πρῶτον εἰσαγόμενοι πρωτοδίκαι μετὰ μίαν ἑπταετίαν ἄρχονται λαμβάνοντες τὴν αὔξησιν καὶ συμπληροῦσι ταύτην μετὰ ἐννεαετίαν, ὅλων δ’ ἐν γένει τῶν κατωτέρων δικαστικῶν λειτουργῶν, εἰρηνοδικῶν, γραμματέων καὶ ὑπογραμματέων, ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ ἄρχεται μετὰ μακρὰς προθεσμίας. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὡσαύτως μόνον ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ δυνατοῦ δύναται νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι ἡ ἄμεσος καὶ ἡ ὁλοσχερὴς ἐφαρμογὴ τῶν αὐξήσεων τοῦ νόμου θὰ ἀπῄτει δαπάνην ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου.
§120Λ. ΝΑΚΟΣ. Νὰ ἐξασφαλίσητε καὶ τὸν ἔλεγχον.
§121Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἔλεγχον ἐλήφθη μέριμνα. Μὴ λησμονῆτε τὸν νόμον ὃν πέρυσιν ἐψηφίσαμεν, στηριζόμενον εἰς τὴν Συνταγματικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν δύνανται ν’ ἀποχωρήσωσι δικασταὶ καὶ ἕνεκεν ἀνεπαρκείας. Ἀλλ’ ἵνα ἐκτιμηθῇ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν ἔτι νὰ ληφθῶσι πρὸς βελτίωσιν τῆς διοικήσεως τῆς δικαιοσύνης ἢ ἐλήφθησαν ἤδη ὅλα τὰ δυνατὰ μέτρα καὶ κατὰ πόσον ταῦτα συμπληροῦνται διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑπομνήσω δι’ ὀλίγων ποία εἶναι ἡ διοίκησις τῆς δικαιοσύνης, οἵα ἐμορφώθη ὑπὸ τῶν δύο Συνταγμάτων, τοῦ τε Συντάγματος τοῦ 1864 καὶ τοῦ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀναθεώρησιν ψηφισθέντος. Ἄγκυρα ἀσφαλείας τῆς δικαιοσύνης ἐθεωρήθη ἀπὸ τὸ 1864 ἡ ἰσοβιότης, διετυπώθη δὲ περίπου ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἰσόβιοι καὶ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως δύνανται νὰ ἀποβάλλωσι τὴν ἰδιότητα ταύτην. Ἐν τῷ ἀναθεωρηθέντι Συντάγματι ἡ διάταξις αὕτη συνεπληρώθη, ὡρίσθησαν αἱ περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας εἶναι δυνατὴ ἡ ἀποχώρησις τοῦ δικαστοῦ, εἴτε λόγῳ καταδίκης ποινικῆς, εἴτε ἕνεκα πειθαρχικῶν παραπτωμάτων ἢ νόσου ἢ ἀνεπαρκείας, ἐτηρήθη ὅμως πάντοτε ἡ αὐτὴ ἐγγύησις τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ἐπὶ πλέον ἡ ἰσοβιότης ἐπεξετάθη καὶ εἰς ὅλους ὅλους τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους μέχρι τῶν ὑπογραμματέων ὑπὸ τὸν τίτλον τῆς μονιμότητος. Μεταξὺ τῶν δύο Συνταγμάτων ἐξεδόθη ὁ νόμος τῆς ἐπαναστάσεως, ὅστις ἀνέθηκεν εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν δικαιοσύνην νὰ διοικῇ ἑαυτὴν διὰ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου. Τὸν θεσμὸν δὲ τοῦτον ἐσυνταγματοποίησεν ἐπίσης τὸ δεύτερον Σύνταγμα διὰ ῥητῆς αὐτοῦ διατάξεως ὁρίσαν ὅτι οἱ δικαστικοὶ λειτουργοὶ εἴτε ἰσόβιοι εἴτε μόνιμοι, πλὴν τῶν ὑπογραμματέων, τοποθετοῦνται, μετατίθενται καὶ προάγονται δι’ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, καταρτιζομένου καθ’ ὃν τρόπον ὁ νόμος ὁρίζει. Κατὰ ταῦτα τὴν ἀπομάκρυνσιν τοῦ δικαστοῦ, πλὴν τῆς περιπτώσεως ὁρίου ἡλικίας, ἥτις ἐπέρχεται αὐτοδικαίως, δύνανται νὰ προκαλέσωσι καὶ οἱ προμνησθέντες ἄλλοι λόγοι, νόσος, ποινικὴ καταδίκη, παραπτώματα ἢ ἀνεπάρκεια. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποινικὴν καταδίκην, εἶναι αὐτόδηλον ὅτι ὑπάρχει καταδικαστικὴ ἀπόφασις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς τρεῖς ἑτέρας περιπτώσεις τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ τὴν ἔκδοσιν δικαστικῆς ἀποφάσεως, οἱ νόμοι δ’ ἀνέθηκαν τὴν ἐκδίκασιν τῶν τοιούτων ὑποθέσεων εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετείων. Ἑπομένως εἰς τὸν Ὑπουργὸν κατὰ τὸ Σύνταγμα ἄλλο δικαίωμα δὲν δύναται νὰ δοθῇ εἰμὴ τὸ τῆς παραπομπῆς εἰς τὴν ὁλομέλειαν τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τῶν Ἐφετείων. Ἐνταῦθα δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ διοικητικοῦ Σώματος, εἰς ὃ ἀνετέθη τὸ ἕτερον τμῆμα τῆς διοικήσεως, ἀλλὰ περὶ τῶν καθαρῶς δικαστικῶν ἀποφάσεων, ὡς πρὸς τὰς ὁποίας ὁ Ὑπουργός, ὡς εἶπον, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἢ τὸ δικαίωμα μόνον τῆς παραπομπῆς. Τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο ἔχει πλῆρες ὁ Ὑπουργὸς κατὰ τὸν τελευταῖον νόμον. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰ παραπτώματα, διότι δύναται ἀσκῶν πάντοτε ἐν τελευταίῳ βαθμῷ τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν νὰ ἐπιβάλῃ ποινὴν τοιαύτην, ἥτις συνεπάγεται τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ δικαστικοῦ λειτουργοῦ ἐνώπιον τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τῶν Ἐφετείων καὶ νὰ κινήσῃ ἀκόμη πρῶτος αὐτὸς τὴν πειθαρχικὴν δίωξιν. Ἀλλ’ ἡ περὶ ἀπομακρύνσεως τοῦ δικαστοῦ ἀπόφασις ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὸ δικαστήριον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀνεπάρκειαν ἐπίσης κατὰ τὴν κανονιζομένην διαδικασίαν ὑπὸ τοῦ νόμου 104 ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἡ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία καθίσταται ἐπὶ τούτῳ ὅπως ἀποστέλλῃ ἐπιθεωρητάς, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ πράξῃ τοῦτο κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα τῆς ἐπιθεωρήσεως αὐτῆς καὶ ἂν δὲ ἔτι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς τὸ πόρισμα τοῦτο δὲν δικαιολογεῖ τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ δικαστοῦ, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ Ὑπουργὸς νὰ στηριχθῇ ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως ἐπιθεωρήσεως καὶ νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τοῦ ἁρμοδίου Ἐφετείου. Ἐπὶ πλέον ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ εἰδικὴ διάταξις, καθ’ ἣν ὁ Ὑπουργός, ὅστις ἤθελεν ἔχει οἱαδήποτε ὑπηρεσιακὰ στοιχεῖα πείθοντα αὐτὸν περὶ τῆς ἀνεπαρκείας δικαστικοῦ τινος ὑπαλλήλου, δικαιοῦται νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον. Τὰ στοιχεῖα δὲ ταῦτα δύναται νὰ ἀρυσθῇ ὁ Ὑπουργὸς ὁπωσδήποτε εἴτε ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν Εἰσαγγελέων εἴτε καὶ ἐκ διοικητικῆς ἐξετάσεως, εἰς ἣν δικαιοῦται πάντοτε νὰ προβῇ στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως καὶ τῆς διοικητικῆς ἔτι ἐπιθεωρήσεως, νὰ προκαλέσῃ ἀπόφασιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ τοῦ Ἐφετείου περὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ἐν λόγῳ ὑπαλλήλου. Ἀλλ’ ἐνῷ δύναται νομίμως νὰ κάμῃ χρῆσιν πάντων τῶν δικαιωμάτων τούτων ὁ Ὑπουργός, εἶναι ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων ἐνδεδειγμένον ὅτι μετὰ συνέσεως πρέπει νὰ προβαίνῃ εἰς ἄσκησιν αὐτῶν, καὶ τοῦτο διά τε τὴν σοβαρότητα τῆς ἐνεργείας καθ’ ἑαυτὴν καὶ ἵνα μὴ εὑρίσκεται ἀπροόπτως πρὸ ἀποφάσεως τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου ἀντιθέτου πρὸς τὴν διὰ τῆς προσκλήσεως αὐτοῦ ἐπιδιωκομένην λύσιν. Βεβαίως δὲν δικαιοῦται νὰ προεξοφλήσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ καὶ συνεχεῖς διαφωνίαι αὐτοῦ ἐπὶ τῶν προτάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι προφανὲς ὅτι δὲν θὰ ἦσαν ἐποικοδομητικαὶ διὰ τὸ γόητρον οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ οὔτε τῆς Δικαιοσύνης. Ἐντεῦθεν, ὡς εἶπον, ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ πρέπει νὰ γίνεται μετὰ περισκέψεως. Δὲν ἐννοῶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ὅτι μειοῦται τὸ δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ, ὅπερ δικαιοῦται πάντοτε ν’ ἀσκήσῃ καὶ μετ’ ἐντάσεως ἀναλόγου πρὸς τὴν σοβαρότητα τῆς ὑποθέσεως, ἀλλ’ ἐπιβάλλεται ἐκ τῶν ἀναπτυχθέντων λόγων πολλὴ προσοχὴ καὶ μέτρον ἐν τῇ χρήσει τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἀφιεμένων κατὰ μέρος τῶν περιπτώσεων τῆς παύσεως ἢ ἀποχωρήσεως, εἰς τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον ἔχουσιν ἀνατεθῇ αἱ προαγωγαὶ καὶ αἱ μεταθέσεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς προαγωγὰς δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι νὰ προκαλέσῃ τὴν ἐπὶ τούτῳ ἀπόφασιν τοῦ δικαστικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ εἶναι ὑπόχρεως ἐν τῇ περαιτέρω ἐνεργείᾳ νὰ προαγάγῃ ἐκεῖνον εἰδικῶς, ὃν ἤθελεν ὑποδείξῃ τὸ Συμβούλιον. Ὁ Ὑπουργὸς ἔχει μόνον τὸ δικαίωμα ἐὰν θέλῃ νὰ μὴ προκαλέσῃ ἢ νὰ προκαλέσῃ ἀργὰ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου καὶ ἐπὶ πλέον νὰ προκαλέσῃ τὴν πλήρωσιν τῆς κενωθείσης θέσεως διὰ μεταθέσεως ἰσοβάθμου λειτουργοῦ, ὁπότε τὴν κενουμένην θέσιν τούτου ὑποχρεοῦται πλέον νὰ πληρώσῃ μόνον διὰ προαγωγῆς. Αὐτὰ εἶναι τὰ πενιχρὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἡ δὲ κυρία κατ’ οὐσίαν ἐνέργεια ἀπομένει εἰς τὸ Δικαστικὸν Συμβούλιον. Ἑπομένως ἡ μέριμνα ἡμῶν δέον νὰ στραφῇ εἰς τοῦτο, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ῥυθμισθῶσι νομοθετικῶς τὰ τῆς προκειμένης λειτουργίας τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου κατὰ τρόπον δυνάμενον νὰ ἐξυπηρετήσῃ κάλλιον τὴν ἀρτιωτέραν συγκρότησιν τοῦ δικαστικοῦ σώματος. Ἐπὶ τούτῳ ὁ νόμος 104 εἰσήγαγε τὴν διάταξιν, καθ’ ἣν ἀπόκειται εἰς τὴν ἐλευθέραν γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου νὰ ἐκλέξῃ τοὺς καλυτέρους μετὰ τῆς ἑξῆς μόνον προσθήκης, ὅτι ἐὰν κατὰ τρεῖς συνεχεῖς προαγωγὰς ἤθελε τὸ Συμβούλιον παραλείψῃ νὰ προαγάγῃ λειτουργόν τινα προηγούμενον κατ’ ἀρχαιότητα τῶν προαχθέντων, τότε ἐπιβάλλεται εἰς αὐτὸ νὰ σκεφθῇ ἐὰν πρέπῃ καὶ νὰ ἀπομακρύνῃ τοῦτον τῆς ὑπηρεσίας ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ἦτο ἀναντιρρήτως νὰ ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸ Συμβούλιον νὰ προάγῃ τοὺς ἀρίστους, εἰς αὐτοὺς πρὸ παντὸς ἀποβλέπον. Δυστυχῶς εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀναγνωρίσω ὅτι μέχρι σήμερον τὸ Συμβούλιον δὲν ἀπέδειξεν ὅτι συνεμορφώθη ἐπαρκῶς πρὸς τὴν ἀντίληψιν καὶ ἐπιταγὴν ταύτην τοῦ νόμου, ἀλλ’ αἱ ἀποφάσεις αὐτοῦ παρέχουσι τὴν ἐντύπωσιν ὅτι πλέον τοῦ δέοντος προσηλοῦται εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος. Ἴσως αἱ ἐκ τοῦ παρελθόντος νομοθετικοῦ καθεστῶτος παραδόσεις, ἴσως καὶ μείζων τις τυπικότης προσιδιάζουσα εἰς δικαστικὴν μᾶλλον ἢ διοικητικὴν ἐνέργειαν συνέβαλον εἰς τὸ ἀποτέλεσμα.
§122Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν ἄφησε καὶ κανένα ἀπροβίβαστον!
§123Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπάρχουσιν ἐν τούτοις καὶ τέσσαρες ἀποταχθέντες. Πιθανῶς ἦσαν καὶ αἱ περιστάσεις τοιαῦται, αἵτινες ὑπηγόρευον χαλαρωτέραν τινὰ ἐνέργειαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω καθῆκον μου νὰ παρατηρήσω εἶναι ὅτι καὶ εἰς αὐτὰς ἀκόμη τὰς γενομένας ἐσχάτως ἀθρόας προαγωγάς, ἐὰν τὸ Συμβούλιον μετέβαλλε τὴν τάξιν τῆς ἀρχαιότητος θὰ ἀπετέλει μίαν ἔνδειξιν διακρίσεως, ἣν ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ τηρήσῃ μεταξὺ τῶν προβιβαζομένων, ἐφόσον δὲν ἐθεώρει πάντας ἀνεξαιρέτως ἴσους πρὸς ἀλλήλους, ἡ διάκρισις δὲ αὕτη ἤθελεν ἔχει ἐπιρροὴν διὰ τὰς μεταγενεστέρας εἰς ἀνώτερον βαθμὸν προαγωγάς. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἔτι ὑποτεθῇ, ὡς εἶπεν ὁ διακόψας με συνάδελφος, ὅτι τὸ Συμβούλιον ἤθελε καταλήγει νὰ προβιβάζῃ πάντας πρὸς ἀποτροπὴν τῆς ἐπ’ ἀνεπαρκείᾳ εἰσαγωγῆς αὐτῶν, πάλιν θὰ εἴχομεν τὸ ἀποτέλεσμα, ἐφόσον οἱ ὑστεροῦντες θὰ περιελαμβάνοντο ἐν τῇ τρίτῃ προαγωγῇ νὰ προηγῶνται αὐτῶν οἱ καλύτεροι, οὕτω θὰ εἴχομεν τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἐπιπλέουν οἱ ἄριστοι καὶ νὰ καταλαμβάνουν τὰς ἀνωτάτας θέσεις, ὅπερ καὶ καθ’ ἑαυτὸ δὲν θὰ εἶναι μικρὸν κέρδος. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὁ νόμος εἶναι πολὺ πρόσφατος, ἀλλὰ μέχρι τῆς σήμερον δὲν εἶδον μεταβολὴν οὐσιώδη εἰς τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι τοῦ Συμβουλίου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς προαγωγάς. Ἂς ἐλπίσωμεν ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου θὰ πραγματοποιηθῇ πληρέστερον εἰς τὸ μέλλον. Ὑπολείπεται ἤδη τὸ μᾶλλον ἀνιαρὸν καὶ ἐπουσιωδέστερον συνάμα στάδιον τῶν μεταθέσεων. Ἐπὶ τούτου ὁ νόμος ͵ΓΥΛΖʹ, ὁ ὁποῖος προηγήθη τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος καὶ ἑπομένως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι αἱ διατάξεις αὐτοῦ ἐπεδοκιμάσθησαν ἐμμέσως ὑπὸ τοῦ δευτέρου Συντάγματος διαλαμβάνοντος τὸ ἑξῆς σύστημα. Εἶπον ἤδη πρὸ μικροῦ, ὅτι προκειμένου περὶ πληρώσεως κενῆς θέσεως ἀνωτέρου δικαστικοῦ λειτουργοῦ, καί τοι ἥ τε προαγωγὴ καὶ ἡ μετάθεσις ἐξηρτήθη ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, ὅμως ἀφέθη πλῆρες τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν νὰ ζητήσῃ τὴν πλήρωσιν τῆς θέσεως εἴτε διὰ μεταθέσεως εἴτε διὰ προαγωγῆς. Ὡσαύτως ἐπὶ ἀμοιβαίων μεταθέσεων κατ’ αἴτησιν καὶ συναίνεσιν τῶν ἐνδιαφερομένων, εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἀπόκειται νὰ παραπέμψῃ τὰς αἰτήσεις ταύτας ἢ ν’ ἀφήσῃ ταύτας ἀνενεργήτους. Καὶ ἐπὶ τῶν μεταθέσεων, τῶν προκαλουμένων ἐξ ὑπηρεσιακῶν ἀναγκῶν, περὶ ὧν ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων προέδρων καὶ εἰσαγγελέων, αὖθις τοῦ Ὑπουργοῦ δικαίωμα εἶναι νὰ μὴ φέρῃ ταύτας εἰς τὸ Συμβούλιον καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ διατηρῶν εἰς τὰς προτέρας θέσεις αὐτῶν τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, ὧν ζητεῖται καὶ ὑπηρεσιακῶς ἡ μετάθεσις. Τοῦτο εἶναι ὀρθότατον, διότι κατ’ ἐξοχὴν τὰ ζητήματα τῶν τοποθετήσεων ἁρμοδιώτατος εἶναι νὰ ῥυθμίζῃ ὁ Ὑπουργός, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ διοικητικοὶ λόγοι τῶν ὁποίων αὐτὸς καὶ μόνον εἶναι σταθμιστής, καὶ διότι πρέπει νὰ φέρῃ καὶ αὐτὸς μέρος τοῦ βάρους τῶν ὀχλήσεων τῶν διαφερομένων ὡς κυρίως ὑπεύθυνος, κατόπιν δὲ νὰ ἔρχηται κατὰ δεύτερον λόγον τὸ Ἀνώτατον Δικαστικὸν Συμβούλιον, ἄνευ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὁποίου οὐδὲν κατ’ οὐσίαν δύναται νὰ πράξῃ ὁ Ὑπουργός. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν σχέσει πρὸς ἑτέραν διάταξιν τοῦ αὐτοῦ νόμου εἰσηγήθην καὶ ἐγένετο ἤδη δεκτὸν ὅπως ἐπὶ δικαστικοῦ λειτουργοῦ, ὅστις παυθεὶς κατὰ νόμον δύναται νὰ ἐπανέλθῃ κατόπιν γνωμοδοτήσεως μεθ’ ὡρισμένον χρόνον, ἡ παραπομπὴ τῆς περὶ τούτου αἰτήσεως πρὸς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον μὴ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἀλλ’ ἀπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐὰν θέλῃ νὰ παραπέμψῃ τὴν πρὸς ἀναδιορισμὸν γνωμοδότησιν ἢ ἂν δὲν θέλῃ νὰ μὴ παραπέμψῃ ταύτην. Βεβαίως καὶ κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν δύναται τὸ Συμβούλιον νὰ ἀπορρίψῃ τὴν αἴτησιν, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι πρέπει ὁ Ὑπουργὸς πρῶτος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα διὰ τὸν παυθέντα λειτουργὸν νὰ κρίνῃ ἐὰν ἔχῃ ἢ μὴ τὰ ἠθικὰ ἐφόδια, ὅπως προκαλέσῃ τὸν ἀναδιορισμόν του καὶ ἐν ἀποφατικῇ περιπτώσει νὰ φέρῃ αὐτὸς τὴν εὐθύνην τῆς ἀρνήσεως χωρὶς νὰ θέτῃ ὑπὸ δοκιμασίαν τὸ Συμβούλιον. Ἀλλὰ κατ’ ἀντίθεσιν τούτων, ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις τὰς ἀθρόας, τὰς γενομένας κατ’ Αὔγουστον μῆνα δυνητικῶς ἐπὶ τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν, τῶν συμπληρωσάντων διετίαν καὶ τριετίαν ἐν τῇ αὐτῇ θέσει, ἐν τῷ Νόμῳ καὶ ἰδίως ἐν τῷ ἐκτελεστικῷ Διατάγματι κρατεῖ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐξέθηκα πρὸ μικροῦ πρὸς τὴν Βουλήν, τουτέστιν ἀποστέλλεται πλήρης ὁ κατάλογος, τὸ δὲ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας ἐνεργεῖ τὰς μεταθέσεις. Τώρα τί συμβαίνει ἐν προκειμένῳ, εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοηθῇ. Οἱ ἐνδιαφερόμενοι προστρέχουσιν εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον διὰ νὰ ἐπιτύχουν ζητουμένην μετάθεσιν καὶ φυσικώτατα συσσωρεύεται ἐργασία, δημιουργοῦνται παράπονα καὶ λάθη ἐνίοτε πράγματι λαμβάνουν χώραν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται: τὸ διάφορον σύστημα, ὅπερ εἰσηγοῦμαι καὶ τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾷ τὰς μεταθέσεις ἐξ ὡρισμένου ἐρωτήματος τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς τὸ Συμβούλιον, πρῶτον ἀντιβαίνει εἰς θεμελιώδη τινα Συνταγματικὴν διάταξιν; καὶ δεύτερον ἀντίκειται πρὸς τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ προσόντων; τρίτον δὲ καὶ κατ’ οὐσίαν εἶναι σκόπιμον καὶ ἐξυπηρετικὸν τῆς δικαιοσύνης; Ἐλέχθη, ἴσως ὄχι μετὰ πολλῆς πεποιθήσεως, ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη προσκρούει εἰς τὸ ἄρθρον 90 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ τοποθέτησις τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἀνήκει εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Ἀλλ’ αὐτὸ καὶ μόνον ὅτι διαστέλλεται ἡ τοποθέτησις ἀπὸ τῆς μεταθέσεως ἀποδεικνύει ὅτι ἡ περὶ τοποθετήσεως διάταξις δὲν ἀφορᾷ τὰς μεταθέσεις. Διὰ νὰ μετατεθῇ δέ, τοὐτέστι διὰ νὰ μετακινηθῇ ἀπὸ τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν νομίμως κατέχει ὑπάλληλός τις δικαστικός, τί ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα; Διὰ νὰ γείνῃ ἡ μεταβολὴ αὕτη ἀπαιτεῖ γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου δὲν ἀπαιτεῖ ὅμως γνώμην τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου καὶ διὰ νὰ μὴ γείνῃ, διὰ νὰ παραμείνῃ εἰς τὴν αὐτὴν νόμιμον θέσιν ὁ ὑπάλληλος. Κατ’ ἀκολουθίαν ἐκ τῆς συνταγματικῆς διατάξεως δὲν φρονῶ ὅτι δύναται νὰ ἐξαχθῇ τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ συναγάγῃ ὁ κ. βουλευτής. Ἡ ἱστορία δὲ τῆς διατάξεως περὶ τοποθετήσεως αἴρει πᾶσαν περὶ τούτου ἀμφιβολίαν. Πρὸ τοῦ νέου Συντάγματος εἶχεν εἰσαχθῇ ὁ νόμος, ὁ καὶ νῦν ἰσχύων, ὁ ὁποῖος ἐκανόνιζε τὰ τῶν μεταθέσεων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τοῦ νόμου τούτου ὑπῆρξεν ἀπόφασις τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου διατυπωθεῖσα ὡς ἑξῆς: Προάγομεν τοὺς Α, Β, Γ εἰς ἐφέτας διὰ τὰς ὑπαρχούσας ἰσαρίθμους κενὰς θέσεις ἐφετῶν καὶ ἐπαφίνομεν τὴν τοποθέτησιν αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος ὡς Ὑπουργὸς τότε ἐπέμενεν ὅτι ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς προαγωγῆς περιλαμβάνεται καὶ ἡ τοποθέτησις καὶ ἐπέστρεψε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ ἀλλοίαν συγκρότησιν ἀπεφάσισε καὶ περὶ τῆς τοποθετήσεως. Ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς ἀμφιβολίας ταύτης, λέγει ῥητῶς ἡ ἐπὶ τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπή, προσετέθη εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ λέξις τοποθέτησις, τοιαύτην ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐννοῇ τὴν μετάθεσιν περὶ ἧς πρόκειται. Πλὴν τούτου ἐὰν ἐθεωρεῖτο ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς τοποθετήσεως εἶναι ἀπόλυτον καὶ ὅτι ἐφαρμόζεται ὄχι μόνον ἐπὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ δικαστικῶν λειτουργῶν ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν διοριζομένων, τότε ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὅμως κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἀνήκει εἰς τὸν Ὑπουργὸν ὑπὸ μόνην τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ καθορισμοῦ προσόντων, ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει θὰ ἐφθάνομεν εἰς τὸ ἄτοπον, ὁ μὲν Ὑπουργὸς νὰ διορίζῃ εἴς τινα θέσιν, τὸ δὲ Συμβούλιον νὰ καλῆται ὅπως τοποθετήσῃ τὸν διοριζόμενον εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν θέσιν. Εἶναι προφανὲς λοιπὸν ὅτι ἡ περὶ τοποθετήσεως διάταξις περιορίζεται εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὑπάρχουν δικαστικοὶ λειτουργοὶ διατελοῦντες ἤδη ἐν τῇ ἰσοβίῳ ἢ μονίμῳ ὑπηρεσίᾳ καὶ μήπω λαβόντες θέσιν, τοιοῦτοι δὲ εἶναι οἱ προαγόμενοι. Νομοθετικῶς εἰς τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀνετέθη καὶ ἡ τοποθέτησις τῶν εἰς πρωτοδίκας διοριζομένων ἐκ τῶν ἐμμίσθων παρέδρων. Ἡ διάταξις αὕτη δὲν περιφρουρεῖται ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, ἔχει ὅμως σκοπιμότητα διότι καὶ οἱ πάρεδροι διατελοῦν ἤδη ἐν τῇ δικαστικῇ ὑπηρεσίᾳ, διορίζονται δὲ πρωτοδίκαι προαγόμενοι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, σὺν τῇ τοιαύτῃ δὲ προαγωγῇ εἶναι εὔλογον νὰ ἀποφασίζῃ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον καὶ περὶ τῆς τοποθετήσεως ἐφ’ ὅσον ὑπὸ ὁμοίας συνθήκας οὕτω ῥυθμίζεται τὸ ζήτημα ἐπὶ τῶν λοιπῶν δικαστικῶν λειτουργῶν. Ἔλθωμεν ἤδη καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἄποψιν, τὴν τοῦ νόμου. Εἴδομεν ὅτι ἡ νέα διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅπως ὁ Ὑπουργὸς ἑκάστοτε ἀπευθύνει ἐρώτημα περιλαμβάνον τοὺς συμπληρώσαντας τὸν νόμιμον χρόνον ὑπαλλήλους, περὶ μεταθέσεως τῶν ὁποίων ἐρωτᾶται τὸ Συμβούλιον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἀποφαίνεται τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον. Κατὰ τὸν τρόπον τοῦτον ὁ Ὑπουργὸς οὐδεμίαν ἐνεργεῖ πρᾶξιν παρὰ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου, ἔχει ὅμως τὴν προσήκουσαν αὐτοβουλίαν, ὅπως πρὸς ἐνέργειαν τῆς πράξεως ταύτης ἀποτανθῇ κατὰ νόμον καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα πρὸς τὸ Συμβούλιον. Ὡς ἀνεπτύχθη δὲ καὶ ἀνωτέρω τοιοῦτον ἀκριβῶς εἶναι τὸ σύστημα καὶ τὸ ἐν γένει πνεῦμα τοῦ νόμου περὶ προσόντων, πρὸς ὃ συμβιβάζεται κάλλιστα ἡ τροποποίησις αὕτη. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οὐσιαστικῆς νομίζω ὅτι ἐντελῶς ἀκίνδυνον εἶναι, ἐνῷ ἐξυπηρετεῖ πράγματι τὴν δικαιοσύνην ἐὰν ἀφήσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα ὄχι τοῦ μετακινεῖν, ἀλλὰ τοῦ μὴ μετακινεῖν ὑπάλληλόν τινα. Ἀνέκαθεν ἐπεδιώχθη ἡ περιστολὴ τοῦ δικαιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ πρὸς μετάθεσιν, οὐδέποτε ὅμως τοῦ δικαιώματος τοῦ μὴ μεταθέτειν, διότι δὲν ὑπάρχουσι πολλαὶ περιπτώσεις, καθ’ ἃς ὑπάλληλός τις εἶναι εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν θέσιν του, πάντοτε δὲ ἐπιζητεῖται βελτίωσις, ἔχομεν δ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου, καθ’ ἣν αἱ κατ’ ἐξοχὴν εὐνοούμεναι θέσεις, ὑποβάλλονται ὑπὸ ὡρισμένην χρονικὴν περίοδον, μεθ’ ἣν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ μετάθεσις, ἤτοι αἱ θέσεις τῆς πρωτευούσης, ὡς ἀντιθέτως ὑπάρχουσι θέσεις μεμακρυσμέναι, ἐν αἷς ἡ ὑπηρεσία περιορίζεται ἐκ τοῦ νόμου εἰς ὡρισμένον χρόνον. Ἐπὶ τῶν περιπτώσεων αὐτῶν ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν δικαίωμα κτᾶται, διότι, ἐπαναλαμβάνω, ἡ μετάθεσις ῥυθμίζεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ νόμου. Πλὴν τούτου ὅμως παρεμβάλλονται καὶ πλείονες ἄλλαι εὐκαιρίαι, καθ’ ἃς εἶναι δυνατὸν δικαστὴς κατέχων μίαν θέσιν ἥττονα νὰ λάβῃ τὴν ἀνωτέραν ἄνευ τῆς θελήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Εἶναι πρωτίστως ἡ περίπτωσις τῆς προαγωγῆς ὡς καὶ ἡ τῆς μεταθέσεως ἰσοβάθμου εἰς τὴν θέσιν τοῦ προαχθέντος ὁσάκις ὁ Ὑπουργὸς ζητεῖ κατὰ πρῶτον λόγον τὴν πλήρωσιν αὐτῆς διὰ μεταθέσεως, ὁπότε μένει ἐπίσης εἰς τὸ Συμβούλιον τὸ δικαίωμα νὰ βελτιώσῃ τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, ὃν αὐτὸ ἐγκρίνει. Ἐπίσης εἶναι αἱ περιπτώσεις τῆς μεταθέσεως δι’ ὑπηρεσιακὴν ἀνάγκην, καθ’ ἃς τὸ Συμβούλιον ὁρίζει τὸν ἕτερον μεθ’ οὗ θέλει γίνει ἡ μετάθεσις ἑπομένως ἔχει τὸ στάδιον, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι Ὑπουργός τις ἐκ μεροληψίας ἀφίνει ἐπὶ μακρότερον τοῦ δέοντος δικαστήν τινα εἰς οἱανδήποτε θέσιν, εὐνοϊκὴν ἢ δυσμενῆ, ἔχει εὐκαιρίας πλείονας τῆς μιᾶς τὸ Συμβούλιον νὰ μεταθέτῃ αὐτὸν παρὰ τὴν βούλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ποῖα εἶναι ἀντιθέτως τὰ πλεονεκτήματα τῆς διατάξεως ταύτης; Ἡ ἄσκησις τῆς διοικήσεως οὐδέποτε εἶναι ἀπηλλαγμένη ὀχλήσεων καὶ παραπόνων. Πᾶσα διοικητικὴ πρᾶξις καθ’ ἑαυτὴν ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της εἶναι δεκτικὴ παρεξηγήσεων καὶ δημιουργεῖ προστριβάς, διότι στηρίζεται εἰς τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν τὴν κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον εὐρεῖαν κρίσιν τῆς διοικήσεως. Ἐὰν πρόκηται περὶ δικαστικῆς ἀποφάσεως ὁ δικαστὴς δύναται νὰ εἴπῃ εἰς τὸν διάδικον τί ζητεῖς; Νὰ πράξω τι ἐναντίον τοῦ νόμου καὶ ἐναντίον τῶν πραγμάτων ἅτινα προκύπτουσιν ἐκ τῆς δικογραφίας, ἣν καὶ πᾶς τις δύναται νὰ ἐλέγξῃ; Φυσικώτατα δικαιολογεῖται ἡ ἀπάντησις, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ ἄλλως. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ἐκτιμήσεως προσώπων καὶ ἰδιαίτατα περὶ τῆς τοποθετήσεως εἰς μίαν ἢ ἄλλην θέσιν, ἐννοεῖται ὅτι ἡ κρίσις τῆς διοικήσεως εἶναι ἔτι μᾶλλον ἐλαστική, ἑπομένως εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν καὶ αἰτήσεις πλείονας καὶ διαμαρτυρίας, ὅσον δὲ περισσότερον ἀπαλλάξωμεν αὐτὸ καὶ ἀσφαλίσωμεν ἀπὸ τοιούτων ὀχλήσεων καὶ προστριβῶν, κατὰ τοσοῦτον ἐξυψοῦται τὸ Συμβούλιον, τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἀπόλυτον ἀνάγκην διὰ τὴν προσήκουσαν διοίκησιν τῆς δικαιοσύνης. Διὰ τοὺς λόγους τούτους λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως δεχθῇ τὴν προτεινομένην νομοθετικὴν μεταρρύθμισιν. Ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων τὸ πρῶτον φέρει χαρακτῆρα κατεπείγοντος καὶ νομίζω ὅτι δύναται νὰ κηρυχθῇ τοιοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον, εἰς τὸ ὁποῖον περιέχεται ἡ προαναπτυχθεῖσα διάταξις, εὑρισκόμεθα πρὸ τῆς ἑξῆς περιστάσεως’ ὡς εἶπον, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀπεφάνθη κατ’ αὐτοῦ, τοὐναντίον δὲ ἡ ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπὴ συνέστησε τὴν ἐκ νέου εἰσαγωγήν του. Ἐν τῇ τοιαύτῃ ἄρα διχογνωμίᾳ φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι σκόπιμον ὅπως ὁ κ. Πρόεδρος καταρτίσῃ ἰδίαν Ἐπιτροπὴν ἥτις θέλει ἐπιφέρει γνώμην.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως τὸ ὑποβληθὲν ὑπ’ αὐτοῦ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως δικαστηρίων ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ» κηρυχθῇ κατεπεῖγον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§125Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὰ νομοσχέδια ταῦτα νὰ συμπεριληφθῇ καὶ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἐκ μέρους βουλευτῶν περὶ ἐλέγχου τῶν δικαστῶν.
§126Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ δύναται κάλλιστα νὰ γείνῃ ἡ σχετικὴ συζήτησις.
§127Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀπαιτεῖται νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξασφαλίζῃ τὸν ἔλεγχον.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος κ. Σ. Κροκιδᾶς παρακαλεῖ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως αὔριον Πέμπτην, ὥραν 4ην μ. μ., προσέλθωσιν ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ ἵνα ἀκούσωσι τὴν ἔκθεσιν, ἣν κατ’ ἐντολὴν τῆς ἐπιτροπῆς συνέταξε. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικήσεως τοῦ Ἐμπορικοῦ Ναυτικοῦ». Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται).
§129Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψει τῆς σπουδαιότητος τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προβάλλεται εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐλπίζω ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι θὰ ἔχωσι τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσωσι παρατηρήσεις τινάς, τὰς ὁποίας λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον διέπεται ὑπὸ τῆς πρωτίστης ἀρχῆς, τῆς κυριώδους, τῆς ἀποσπάσεως τούτου ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀρχὴν ταύτην οὐδὲν ἔχω νὰ ἀντείπω, εἶμαι τελείως σύμφωνος ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς σκοπιμωτέρας ἐξυπηρετήσεως τῶν συμφερόντων καὶ τῆς ἐξελίξεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἐπιβάλλει τὴν ἀπόσπασιν ταύτης καὶ τῶν προϊσταμένων ταύτης ὑπηρεσιῶν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Τὴν γνώμην ταύτην δὲν ἔλαβον τὴν εὐκαιρίαν νὰ σχηματίσω νῦν τὸ πρῶτον. Ὅτε εἰς τὴν Βουλὴν εἶχε γίνει εἰσήγησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Ὑπουργείου Γεωργίας, Ἐμπορίου καὶ Βιομηχανίας (ὡς ἀπεκαλεῖτο τότε), εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Τότε ὑπεστήριξα ὅτι ἔδει ἵνα ἓν τῶν τμημάτων τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ὑπάρξῃ τὸ τμῆμα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἀποσπώμενον ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ὑπεβλήθη ἐνώπιον τοῦ Σώματος φέρουσα τοιαύτην κατάρτισιν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου. Δυστυχῶς τότε κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν σκέψεις ἄλλαι ἐπικρατήσασαι παρὰ τῇ τότε Κυβερνήσει ἐπέβαλον τὴν μετατροπὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν διεγράφη πάλιν ἡ διάταξις, ἡ ἀφορῶσα τὴν ἀπόσπασιν τοῦ τμήματος ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ παρέμεινε τὸ καθεστώς, ὡς εἶχε. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἐκράτυνα ἐν ἐμοὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν λόγῳ τοῦ ὄγκου τῶν ἀσχολιῶν, τὰς ὁποίας τῷ ἐπιβάλλουν ἡ πολεμικὴ σύνταξις τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ λόγῳ ἀσυναρμολογήτου τῶν σχέσεων τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας πρὸς τὸ πολεμικὸν ναυτικόν, καθ’ ὡρισμένην ἐξέλιξιν, δὲν εἶναι ὁ φυσικὸς προστάτης τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. Τούτου ἕνεκα ἡ κτηθεῖσα πεῖρα ἐκ τῆς διοικήσεως καὶ ἡ θεωρητικὴ περὶ τοῦ πράγματος γνώμη μου εἶναι ὅτι τὸ τμῆμα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας δὲν πρέπει νὰ παραμένῃ ἐπὶ πλέον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ἔχω ἐνδοιασμοὺς ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου, εἰς ὃ ὑπάγεται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἵνα κρίνῃ τις περὶ τῆς σκοπιμότητος τῆς ὑπαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας ταύτης εἰς τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο Ὑπουργεῖον δέον νὰ σκεφθῇ πῶς ἔχουσι τὰ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, καὶ τίνες σκοποὶ ἐξυπηρετοῦνται ὑπὸ τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, ἢ μᾶλλον τίς εἶναι ὁ πρωτεύων σκοπὸς τῶν ἐν τῷ ἐμπορικῷ ναυτικῷ ἀναφερομένων συμφερόντων. Βεβαίως τὸ πλοῖον τὸ ἐμπορικὸν εἶναι ὄργανον συγκοινωνίας γενικῶς, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου εἶναι καὶ εἰς ὡρισμένας τοῦ Κράτους περιστάσεις ὄργανον ἐπικουρικὸν πολέμου. Πρὸ παντὸς ὅμως, ἐφ’ ὅσον ἐν τῇ συντάξει τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ τῆς χώρας πρωτεύει ἡ φορτηγὸς ἀτμοπλοΐα, τὸ ἐμπορικὸν πλοῖον εἶναι ὄργανον πλουτοπαραγωγικόν. Ὁ πρωτεύων δὲ χαρακτὴρ καὶ κατ’ ἀριθμὸν πλοίων καὶ κατ’ ὄγκον χωρητικότητος ἀλλὰ καὶ κατὰ συμφέρον ὑλικὸν εἶναι ὁ χαρακτὴρ τοῦ πλουτοπαραγωγικοῦ ὀργάνου. Ἐὰν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν πλοίων συμφώνως πρὸς τὰς ἤδη δημοσιευομένας στατιστικάς, ἐπὶ 466 ἐν συνόλῳ πλοίων ἐμπορικῶν συμφώνως πρὸς τὴν στατιστικὴν τῆς 1ης Ἰανουαρίου 1914 (διότι νεωτέρα δὲν ἔχει δημοσιευθῇ) τὰ 315 εἶναι τῆς φορτηγοῦ ἀτμοπλοΐας, μόνον δὲ 91 εἶναι τῆς ἐπιβατικῆς. Ἐξεταζομένων τῶν πραγμάτων ὡς ἔχουσιν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, μόνον ἡ ταχυδρομικὴ ἀτμοπλοΐα δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἀτμοπλοΐα ἥτις ἅπτεται τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ἡ φορτηγὸς ἀτμοπλοΐα εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀτμοπλοΐα ἥτις χρησιμεύει ὡς ὄργανον αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ τριτευόντως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐξυπηρετοῦσα συγκοινωνία. Ἐφ’ ὅσον μεταφέρονται ἐμπορεύματα ἐξυπηρετεῖται ἡ συγκοινωνία, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τῆς καλῶς ἐννοουμένης συγκοινωνίας, τῆς ταχυδρομικῆς, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύνανται νὰ ἐξελιχθῶσι κανονικῶς τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, μόνον ἡ ταχυδρομικὴ ἀτμοπλοΐα δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐξυπηρετεῖ τὰ συμφέροντα ταῦτα. Κατὰ συνέπειαν μᾶλλον τὰ ἀτμόπλοια τῆς ταχυδρομικῆς συγκοινωνίας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, τὰ λοιπὰ δὲ ἀτμόπλοια βεβαιότατα ἁρμοδιότερον ἤθελον ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπερ εἶναι ὁ φυσικὸς προστάτης πάσης ἐργασίας, ἥτις τείνει ἀμέσως ἢ ἐμμέσως πρὸς αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Καὶ ταῦτα μὲν γενικώτερον. Πρακτικῶς δὲ πρωτεύει τὸ ἕτερον ζήτημα· εἶναι ὀρθὸν καὶ σκόπιμον διὰ τὴν εὐδόκιμον ἐξέλιξιν ἑνὸς ὀργάνου τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου νὰ τίθεται ὑπὸ τὴν προστασίαν ἐκείνου τοῦ συνόλου τῶν ὑπηρεσιῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι τεταγμένον ἀμέσως διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Καὶ εἶναι ὀρθότερον καὶ σκοπιμώτερον ἵνα ὑπάγεται εἰς τὸ σύνολον ἐκείνων τῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐμφανισθῶσι ὡς ἀντίδικοι τοῦ ὀργάνου τούτου τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας πάσχει τὸ αὐτὸ μειονέκτημα, τὸ ὁποῖον πάσχει καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τιθεμένη πολλάκις ἐν ἀντιδικίᾳ πρὸς τὸ ὄργανον τοῦτο τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῇ καὶ νὰ ἐξελιχθῇ ὡς ὄργανον δυνάμενον νὰ ἀποσκοπήσῃ εἰς αὔξησιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, ἐφ’ ὅσον ἡ κυριαρχοῦσα ἰδέα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἡ ἰδέα, ἡ πολεμική. Ἀκριβῶς δὲ καθ’ ἣν στιγμὴν αἱ πολεμικαὶ ἀνάγκαι τῆς χώρας καλοῦν εἰς συνδρομὴν τῆς πολεμικῆς συντάξεως τῆς χώρας τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, τότε τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν δέον νὰ ἀποβλέπῃ μοιραίως εἰς ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς πολεμικῆς συντάξεως τῆς χώρας, καὶ κατ’ ἀνάγκην τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν παρουσιάζεται τότε ὡς ἀντίδικος τῶν συμφερόντων τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Καθ’ ὅμοιον τρόπον παρουσιάζονται ὡς ἀντίδικοι πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας αἱ ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῆς συγκοινωνίας, αἱ σχετιζόμεναι πρὸς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς συγκοινωνίας. Τὸ ζήτημα τῶν τιμολογίων, τὰ ζητήματα τῶν δρομολογίων, ὅλα ταῦτα, ἐφ’ ὅσον ἤθελεν ἀπαιτηθῇ ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῆς συγκοινωνίας αὐστηρῶς νὰ ἐφαρμοσθῶσι, εἶνε ζητήματα θίγοντα τὰ συμφέροντα τὰ ὑλικὰ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Κατὰ συνέπειαν δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ταχυδρομικὴν ἀτμοπλοΐαν, νὰ εὑρεθῇ ἀντίδικος εἰς αὐτά. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν φορτηγὸν ἀτμοπλοΐαν, οὐδόλως σχετίζεται ἡ ὑπηρεσία του πρὸς τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐμφανίζονται ἐν αὐτῇ. Ὁ μόνος, ἄρα, φυσικὸς προστάτης τῆς φορτηγοῦ ἀτμοπλοΐας, ἥτις κυριαρχεῖ ἐν τῇ ἐξελίξει τῆς ἀτμήρους ἡμῶν ναυτιλίας, εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ προϊστάμενος τοῦ συνόλου τῶν ὑπηρεσιῶν, αἵτινες ἐτάχθησαν ὑπὸ τῆς πολιτείας ἵνα ἐνισχύωσι τὴν ἐξέλιξιν τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ παντὸς μέσου πρὸς αὔξησιν καὶ βελτίωσιν τῶν μεθόδων, δι’ ὧν ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος θέλει προαχθῇ. Δὲν θίγεται δὲ ποσῶς τὸ ἐπιχείρημα τῆς ἐκθέσεως, ὅτι ἐπειδὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὑπάγονται οἱ λιμένες, ἡ διοίκησις τῶν λιμένων, διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ αὐτὸ ἡ μέριμνα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὑπάγεται τὸ τεχνικὸν μέρος τῶν λιμένων.
§130Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καὶ ἡ διοίκησις τῶν λιμένων.
§131Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάγονται οἱ λιμένες ἀπὸ ἀπόψεως τεχνικῆς. Ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἐπίσης ἡ ἐποπτεία τῶν λιμενικῶν ταμείων, τῆς διαχειρίσεως τῶν λιμένων. Ἄλλο εἶναι τοῦτο καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῶν λιμένων. Ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἐποπτείας, τῆς διαχειρίσεως τῶν λιμενικῶν ταμείων, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ περιέχῃ ἐν ἑαυτῷ καὶ τὴν κατεύθυνσιν τῆς τεχνικῆς ἐγκαταστάσεως τῶν λιμένων, διότι τὸ λιμενικὸν ταμεῖον διαχειρίζεται τὸν πλοῦτον, ὅστις διατίθεται διὰ τὰ λιμενικὰ ἔργα. Ἄλλο ζήτημα εἶναι ἡ ἐμπορικὴ ὀργάνωσις τῶν λιμένων καὶ ἄλλο ἡ ἀστυνομικὴ διοίκησις τῶν λιμένων. Τὰ λιμενικὰ ταμεῖα εἶναι νομικὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔταξεν ἡ Πολιτεία ἵνα συγκεντρῶσι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουσι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν λιμενικῶν ἔργων. Διὰ τοῦτο δὲ ἐτάχθησαν ὑπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπορικῆς κατευθύνσεως τῶν λιμένων, δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας.
§132Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μόνον ἡ ἀστυνομία τῶν λιμένων δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας.
§133Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἀστυνομία τῶν λιμένων καὶ ἡ διοίκησις τῶν λιμένων τώρα πρόκειται νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Μέχρι τοῦδε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἔλαβε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μόνον τὴν ἐποπτείαν τῆς διαχειρίσεως τῶν λιμένων. Τὰ λοιπὰ ἤτοι ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν λιμένων ἀπέκειτο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἥτις προΐσταται τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ἀκριβῶς τὸ κύριον ζήτημα, πρὸς τὸ ὁποῖον δέον νὰ κατευθύνωνται καὶ τὰ ἔργα, τὰ λιμενικά, καὶ ἡ διαχείρισις τῶν λιμενικῶν ταμείων, ἤτοι ἡ ἐμπορικὴ ὀργάνωσις ἑκάστου λιμένος, εἶναι ζήτημα τῆς καθαρᾶς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Διότι κύριος σκοπὸς ἑκάστου λιμένος εἶναι ἡ προαγωγὴ τῆς ναυτικῆς ἐμπορίας, τὸ δὲ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶναι ὁ φυσικὸς προστάτης πάσης πλουτοπαραγωγικῆς ἐργασίας. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τὴν γενικὴν ἀρχήν, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὀρθὸν θεωρῶ νὰ ἐκδηλώσω τὴν γνώμην, ὅτι ὀρθότερον εἶναι νὰ ἀποσπασθῇ τὸ τμῆμα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ὀρθὸν εἶναι νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Εἶναι ὀρθότερον νὰ συνιστᾶτο μία πρόσθετος διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Πρὸς τὴν γνώμην δὲ ταύτην εἶναι σύμφωνον καὶ τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον κατήρτισε τὸ σχέδιον περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ ὁποίου ἡ ἔκθεσις ἐπισυνάπτεται μετὰ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, κηρύσσεται δ’ αὕτη ὑπὲρ τῆς ὑπαγωγῆς τοῦ τμήματος ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Αὐταὶ εἶναι κυρίως αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ὑποβάλω γενικῶς. Ἔχω ἤδη νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινας ἐπὶ ἄρθρων τινῶν, δευτερευούσης ὅμως σημασίας, διότι ἐν τῷ συνόλῳ τὸ νομοσχέδιον ἔχει καλῶς, ἐὰν δὲ καὶ ἐγὼ αὐτὸς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τοῦτο ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅμοιον τρόπον ἤθελον συντάξει τοῦτο. Ἄλλως δὲ ἡ προκαταρκτικὴ ἐργασία τούτου ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἀφ’ ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ διάταξίς τις προσεγγίζουσα περισσότερον τὰς ὑπηρεσίας τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι ὑπάρχουσι στιγμαὶ ἐθνικῆς ἀνάγκης, καθ’ ἃς ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι τῆς συγκοινωνίας στρατιωτικοποιοῦνται. Καὶ οἱ σιδηρόδρομοι καὶ ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία τίθενται ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ. Ἀλλ’ οὐχὶ μόνον τὰ πλοῖα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας θὰ κληθῶσι νὰ παράσχωσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν, ἀλλὰ καὶ οἱ λιμένες τοῦ Κράτους. Οἱ κυριώτεροι καὶ ἀναγκαιότεροι τούτων πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἐπιχειρήσεις θὰ στρατιωτικοποιηθῶσι χάριν τῶν στρατιωτικῶν ἀναγκῶν. Ἵνα κατορθωθῇ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη ἡ διεύθυνσις τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας νὰ τεθῇ ἀπὸ τοῦδε ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συνδυασθῶσιν ὑπηρεσίαι ἐμπορικαὶ εἰς διάστημα μικρὸν καὶ νὰ λειτουργήσωσι κανονικῶς ὑπὸ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ στρατιωτικοῦ χαρακτῆρος καὶ νὰ μεταβληθῶσιν ἀποτόμως ὑπὸ πνεῦμα ἐντελῶς στρατιωτικόν. Ἐκ τῆς τοιαύτης ἀποτόμου μεταβολῆς ἤθελεν ἐπέλθῃ ζημία εἰς τὴν στρατιωτικὴν καὶ ναυτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν εἶναι ὀρθὸν ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως τὰ τῶν λιμεναρχῶν νὰ κανονισθῶσι διὰ μεταβολῆς προσώπων. Εἶναι πιθανόν, ὅτι πρόσωπόν τι λιμενάρχου εἶναι ἄριστον καθ’ ὅλα καὶ εὐδόκιμον εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς ἀκατάλληλον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως. Δὲν εἶναι δὲ ἁρμόδιος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἵνα κανονίσῃ τὰ περὶ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ναυτικῶν ἀναγκῶν ὡς καὶ τὰ περὶ ἐκλογῆς τῶν καταλλήλων προσώπων, τὰ ὁποῖα θὰ κληθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι πιθανὸν νὰ γνωρίζωσι πλήρως, ἵνα ἐκτελῶσι τὰ πλουτοπαραγωγὰ καθήκοντα αὐτῶν, ἀλλὰ δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν, τὰ εἰδικὰ ἐν καιρῷ πολέμου, πρὸς τὰ ὁποῖα καθήκοντα δὲν θὰ εἶναι ποσῶς ἐνηρμονισμένα. Οἱ κατάλληλοι ὅπως διαγνώσωσι τὰ προσόντα τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδώσωσι καρποὺς ὠφελίμους ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως, θὰ εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες προΐστανται τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν καλουμένων, ἵνα τὴν ἐπιστράτευσιν τῆς χώρας ὀργανώσωσι καὶ ἐπιτελέσωσι. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι, ἀφοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, τῷ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, πολλὰ συμβούλια συντίθενται — συμβούλιον προβιβασμῶν, συμβούλιον ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου — μόνον δὲ συμβούλιον μεταθέσεως καὶ τοποθετήσεως δὲν ὑπάρχει, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ σχηματισθῇ καὶ ἓν συμβούλιον τοῦ ὁποίου νὰ μετέχωσιν εἴτε οἱ ἀρχηγοὶ τῶν ἐπιτελείων εἴτε οἱ τμηματάρχαι τῶν ἐπιτελείων τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, ὁμοῦ μετὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἀνατεθῶσι πάντα τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ σχετισθῶσι πρὸς τὴν παρασκευὴν τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τὴν χρησιμότητα κυρίως τῶν λιμένων διὰ τὴν ἐπιστράτευσιν.
§134Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως.
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἡ ὀργάνωσις ἀπὸ τοῦ χρόνου τῆς εἰρήνης διὰ νὰ δύναται ἐν ὥρᾳ ἐπιστρατεύσεως νὰ ἀποδώσῃ τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους θὰ ζητήσῃ ἡ χώρα. Τοῦτο ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν καὶ νομίζω ὅτι μέχρι τῆς δευτέρας κατ’ ἄρθρον συζητήσεως ὑπάρχει χρόνος ἵνα τὸ πρᾶγμα μελετήσωσιν ὡρίμως καὶ δοθῇ ἡ λύσις, ἥτις θὰ θεωρηθῇ προσήκουσα. Ἐγὼ εἰς τὴν ὀρθότητα τῆς παρατηρήσεώς μου, χωρὶς νὰ εἶμαι ἐγωιστής, πιστεύω ἀκραδάντως, νομίζω δὲ ὅτι ὁ ὀργανισμός, ὁ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, θὰ ἀποβῇ ὠφέλιμος ἐὰν τεθῇ εἰς ἐπαφὴν πρὸς τὸ στρατιωτικὸν καὶ τὸ ναυτικὸν ἐπιτελεῖον. Ἡ ἔκθεσις, ἡ αἰτιολογικὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὑποστηρίζει ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰσάγεται οἰκονομία περὶ τὰ στελέχη τῶν λιμενικῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὅτι αὐξάνει ἡ δαπάνη διὰ τὸ κατώτερον προσωπικόν. Οἰκονομία προφανῶς δὲν εἰσάγεται. Αὔξησις δαπάνης εἰσάγεται. Δὲν κακίζω τὴν αὔξησιν τῆς δαπάνης, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι βελτίωσις ὑπηρεσιῶν καὶ ἐξέλιξις κλάδων εἶναι δυνατὸν νὰ γίνεται δι’ οἰκονομιῶν. Πᾶσα βελτίωσις ἔχει αὐτόματον τὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν. Εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, ὡς καθωρίσθη διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, περιστέλλεται διὰ τοῦ ἄρθρου 27, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν λιμενικῶν ἀξιωματικῶν, οἷος ἐδημιουργήθη. Οὐχ’ ἧττον ἐν τῇ ἐκθέσει, τῇ εἰσηγητικῇ τῶν Ὑπουργῶν, γίνεται μὲν σύγκρισις τῶν δαπανῶν, καθ’ ἃς μειοῦται ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν δαπανῶν καθ’ ἃς αὐξάνει ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἐκ τῆς συγκρίσεως ταύτης ἐνδείκνυται οἰκονομία τις συνολικὴ 70.000 δρχ., ἐν τῷ συνόλῳ λαμβανομένου τοῦ σώματος ἀξιωματικῶν καὶ λιμενοφυλάκων, ἀλλὰ ἐλησμονήθη νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν τῶν ἐπικουρικῶν, τῶν ἔξω τοῦ μισθολογίου, τῶν δαπανῶν τῶν ἀφορωσῶν κατὰ τὴν ἔκθεσιν, τὸ προσωπικὸν τῶν ἀτμακάτων καὶ τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν, δαπανῶν αἵτινες δὲν ὑπολογίζονται, ἴσως δὲν ἦτο εὔκολον νὰ ὑπολογισθῶσι. Δὲν ἦτο εὔκολον σήμερον προχείρως νὰ ὑπολογίσω ταύτας, ἀλλ’ αἱ δαπάναι αὗται αἴρουσιν ἀπὸ τοῦ μέσου τὴν θεωρουμένην οἰκονομίαν τῶν 70.000 δρχ. Ὥστε ὡς μέτρον οἰκονομίας τὸ νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ κριθῇ. Ὡς μέτρον ἐξελίξεως μιᾶς ὑπηρεσίας καὶ ἑνὸς κλάδου, ὡς τοιοῦτον δύναται νὰ κριθῇ καὶ μόνον. Ἔχω νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν ἐν σχέσει πρὸς τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὁ διευθυντὴς τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Βεβαίως δὲν ἔχω νὰ ἀντιτείνω εἰς τὰ δικαιώματα τὰ διευθυντικά, διότι τὸ ὅλον σύστημα πρὸς ὃ προσηρμόσθησαν ἤδη οἱ ὀργανισμοὶ τῶν Ὑπουργείων τείνει εἰς τὴν δημιουργίαν διευθύνσεων, ἐν ταῖς ὁποίαις πολὺ μέρος τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας λαμβάνει εἰς χεῖρας αὐτοῦ ὁ διευθυντής, ἵνα περιορίζηται ὁ Ὑπουργὸς εἰς μόνον τὸ στάδιον τῶν ἀποφάσεων καὶ εἰς τὸ στάδιον τῆς Κυβερνητικῆς μερίμνης. Δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω εἰς τοῦτο. Ἀλλὰ παρέχονται εἰς τὸν διευθυντὴν δικαιώματά τινα ἔξω τοῦ ἔργου αὐτοῦ, τοῦ διευθυντικοῦ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ γείνωνται αἴτια μεριμνῶν καὶ δι’ αὐτὸν τὸν ἴδιον καὶ διὰ τὴν σχετικὴν ὑπηρεσίαν. Ὁ διευθυντὴς δύναται νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντα ἑκάστοτε ἐπιθεωρητοῦ. Τοῦτο εἶναι λάθος. Ὁ διευθυντὴς μιᾶς ὑπηρεσίας, ὅστις εἰσηγεῖται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τὰ πάντα περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν προσώπων, πρέπει νὰ βλέπῃ τὸ προσωπικὸν καὶ δι’ ἄλλων ὀφθαλμῶν, διότι εἶναι λάθος νὰ ἔρχεται ὁ ἴδιος ἐλέγχων καὶ συγχύζων κατὰ τὰς εἰσηγήσεις αὐτοῦ πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τὰς ἰδίας αὐτοῦ ἐντυπώσεις πρὸς τὸν ἔλεγχον. Οὔτε ἔχει καὶ τὸν χρόνον ὁ διευθυντὴς νὰ ποιῆται τὸν ἔλεγχον, διότι ἐπιθεώρησις λιμενικῶν ὑπηρεσιῶν, ἤγουν ἔλεγχος προσωπικοῦ καὶ πεπραγμένων ὑπὸ τούτου, εἶνε πολυάσχολον ἔργον. Ἐὰν ὁ διευθυντὴς ἀσχοληθῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦ ἐπιθεωρητοῦ θὰ εἶναι κακὸς διευθυντής, ἐὰν δὲ ἀσχοληθῇ εἰς τὸ ἔργον τοῦ διευθυντοῦ θὰ εἶναι κακὸς ἐπιθεωρητής, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπουσιάζῃ διαρκῶς ἐκ τοῦ κέντρου διὰ νὰ ἐκτελῇ τὰς ἐπιθεωρήσεις. Ὁ ἐπιθεωρητὴς πρέπει νὰ εἶναι τὸ πρόσωπον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ κρίνῃ ἡ ὑπηρεσία ἡ κεντρικὴ τὰ τοῦ προσωπικοῦ καὶ τῆς διαχειρίσεως καὶ θὰ ἐνεργῇ τὸν ἔλεγχον τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας. Διὰ ταῦτα, ἐν περιπτώσει ἐλλείψεως ἐπιθεωρητοῦ ὀρθότερον θὰ εἶναι τὸ ἔργον αὐτοῦ νὰ ἐκτελῇ ὁ ἀρχαιότερος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ σώματος οὐχὶ δὲ ποτὲ ὁ διευθυντής. Σημειώσατε ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ σταθῇ ποτὲ διευθυντὴς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐὰν ἀφεθῶσιν εἰς αὐτὸν τὰ ἔργα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, δηλαδὴ ὅλα τὰ ἔργα τοῦ προσωπικοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν προτάσεων πρὸς προβιβασμόν, μεταθέσεων καὶ τὰ λοιπά, διότι δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος καὶ ὅλα τὰ παράπονα θὰ στραφῶσι κατὰ τῆς κεφαλῆς αὐτοῦ, ὡς δὲ συμβαίνει εἰς τὰς μὴ πειθαρχούσας ἐντελῶς κοινωνίας, ἔνθα ἡ ἔννοια τοῦ ἀντικειμενικοῦ δικαίου ὑποχωρεῖ πάντοτε εἰς τὴν ἐντύπωσιν τῆς ὑποκειμενικῆς ἀξιώσεως, πᾶσα πρᾶξις ἀντικειμενικὴ τοῦ διευθυντοῦ θὰ συντριβῇ ὑπὸ τῶν παραπόνων, τὰ ὁποῖα θὰ γεννηθῶσιν παρὰ τῶν προσώπων. Λοιπὸν ὀρθότερον θὰ εἶναι, ἐὰν θέλωμεν νὰ ἐπιτύχωμεν τὴν εὕρεσιν προσώπου, τὸ ὁποῖον ἀπὸ περιωπῆς νὰ διευθύνῃ τὰ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, νὰ κατοχυρώσωμεν τοῦτο ἀπέναντι τῶν παραπόνων τῶν τριόδων, τὰ ὁποῖα θὰ συντρίψωσι πᾶν ἄτομον ἐνεργοῦν τὸν ἔλεγχον, τὸν προσωπικόν. Ἐπίσης ἐν σχέσει πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ διευθυντοῦ ἔχω τὴν παρατήρησιν ὡς πρὸς τὸ Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον. Ὁ διευθυντὴς μετέχει τοῦ συμβουλίου τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ὡς ἐπίτροπος τοῦ Ὑπουργοῦ. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου παρέχεται εἰς τὸν διευθυντὴν καὶ πρόσθετον ἐπιμίσθιον ἑξήκοντα δραχμῶν. Θὰ ἦτο ὀρθόν, ἀφοῦ ὁ διευθυντὴς εἶναι ὁ εἰσηγητὴς πάσης ἀποφάσεως παρὰ τῷ Ὑπουργῷ καὶ εἶναι ὁ ἐπόπτης ὁ ἴδιος τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, νὰ μὴ μετέχῃ τῆς διοικήσεως τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου. Διότι τί συμβαίνει κατὰ τὸ νομοσχέδιον; οὐδεμία πρᾶξις τοῦ συμβουλίου τοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ ἄνευ ὁμοφώνου γνώμης τοῦ διευθυντοῦ. Κατὰ συνέπειαν ἔρχεται ὁ διευθυντὴς ἐπὶ μιᾶς πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς κυρίαρχος αὐτός, διότι ἡ γνώμη αὐτοῦ ἰσοῦται πρὸς τὴν τῶν πέντε. Τί δὲ ἕτερον συμβαίνει ἀκόμη; ὅτι ἐν περιπτώσει διαφωνίας τοῦ διευθυντοῦ πρὸς τὴν ἐπιτροπὴν εἰσάγεται τὸ ζήτημα παρὰ τῷ Ὑπουργῷ. Ἀλλὰ τίς ὁ εἰσάγων; ὁ διευθυντής. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἔχῃ ἀντίθεσιν γνώμης πρὸς τὸν διευθυντήν, θὰ ἔχωμεν σύγκρουσιν τῆς γνώμης αὐτοῦ οὐχὶ μόνον πρὸς τὴν τοῦ διευθυντοῦ, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν τοῦ ἐπιτρόπου τοῦ Ὑπουργοῦ παρὰ τῷ Ἀπομαχικῷ Ταμείῳ. Γεννᾶται δηλαδὴ ἄρσις τῆς ἐννοίας τῆς ἀλληλεγγύης καὶ τοῦ συνυπευθύνου. Διὰ τοῦτο ὀρθότερον θὰ εἶναι νὰ καταστήσωμεν τὸν διευθυντὴν ὡς ἁρμόδιον καὶ συνυπεύθυνον παρὰ τῷ Ὑπουργῷ διευθυντήν, ὡς εἰσηγητήν, ἄνευ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργῇ ἡ ὑπουργικὴ ὑπογραφή, νὰ κρατήσωμεν τοῦτον τελείως ἐλεύθερον ἀπὸ τῆς ἐν τῷ συμβουλίῳ τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου συνδιοικητικῆς ἀρχῆς, νὰ καθορισθῇ δ’ ἕτερος ἀξιωματικὸς ἐπίτροπος τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τοιουτοτρόπως θὰ θέσωμεν τὰ πράγματα ἔν τινι καθορισμῷ σαφεῖ εὐθυνῶν ἑκατέρωθεν. Ἐπίσης ἔχω νὰ ὑποβάλω τὴν παρατήρησιν διὰ τὴν στρατολογίαν τοῦ νέου προσωπικοῦ. Δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω κατ’ οὐδὲν διὰ τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς, τοὐναντίον μάλιστα δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι εἶμαι εὐχαριστημένος ὅτι ὑπάρχει διάταξις, διὰ τὴν ὁποίαν οὐκ ὀλίγον ἐκοπίασα, ὅταν εἶχον τὴν ἁρμοδιότητα, ἵνα πείσω τοὺς διαφόρους ἁρμοδίους, ὅτι, ἐὰν δὲν δοθῇ εἰδικὴ ἐκπαίδευσις εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ λιμενικοῦ σώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν μὲ τὰς στοιχειώδεις νομικὰς γνώσεις του νὰ ἀντιμετωπίσῃ τοῦτο τὰς ἀνάγκας τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ὁ τρόπος ὅμως, καθ’ ὃν εἰσάγονται οἱ βοηθοί, εἶναι τρόπος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ γεννήσῃ πολλὰ τὰ ἄτοπα. Εἰσάγονται οἱ βοηθοὶ ἄνευ ἐξετάσεων, διότι ἐν τῇ προσκλήσει τοῦ Ὑπουργοῦ, πᾶς ὁ θέλων ὑποβάλλει αἴτησιν καὶ μαθητεύει παρὰ τῇ Σχολῇ λαμβάνων μισθὸν βοηθοῦ Λιμενάρχου ἤτοι 120 δραχ. κατὰ μῆνα καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπηρετεῖ εἰς τὸ Λιμεναρχεῖον Πειραιῶς, λαμβάνει 150 δραχ. κατὰ μῆνα, ἐὰν δὲ μετὰ τὴν ἐκπαίδευσιν εὐδοκιμήσῃ εἰς τὰς ἐξετάσεις, τότε αὐτοδικαίως κατατάσσεται εἰς τὸ λιμενικὸν σῶμα. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἔχει διάταξίν τινα, ὅτι ἐὰν ἐμφανισθῶσιν αἰτοῦντες πλείονες τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσδιορισθεισῶν θέσεων, τότε γίνεται ἔλεγχος μεταξὺ αὐτῶν καὶ προτιμῶνται οἱ ἱκανώτεροι. Ἀλλ’ ἐὰν ἐμφανισθῶσιν αἰτοῦντες ὀλιγώτεροι τῶν προσδιορισθεισῶν θέσεων, τότε γίνονται πάντες δεκτοί. Συμβαίνει οὕτω ὥστε τὸ Κράτος νὰ δέχηται αὐτοὺς περὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ὁποίων δὲν ἤσκησεν οὐδένα ἔλεγχον καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται ὑποχρέωσις, μετὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως, νὰ ὑποστῶσιν ἐξετάσεις; Γιγνώσκομεν ὅμως ἐκ πείρας, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι διανύουσιν μακρὰν μαθητείαν γεννῶσι καὶ τὸ συναίσθημα τῆς λύπης εἰς τοὺς καλουμένους νὰ ἐξετάσωσιν αὐτούς, οὐδεὶς δέ ποτε ἀπερρίφθη. Διὰ τοῦτο ὁ μόνος τρόπος ἀσφαλείας τοῦ ἐλέγχου τῆς ἱκανότητος εἶναι ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀπολύτου ἱκανότητος. Ἅμα προσκληθῶσιν εἰς μαθητείαν καὶ ἅμα ἐμφανισθῶσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνεπίδεκτα μαθήσεως, ὀρθὸν εἶναι νὰ ἀποβληθῶσιν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ εἶναι περιττὸν τὸ Κράτος νὰ ὑποβληθῇ εἰς δαπάνην διὰ τὰ πρόσωπα αὐτά. Τὸ σύστημα τῆς μαθητεύσεως δὲν τὸ ἀποδοκιμάζω, ἀλλὰ θέλω σύστημα μαθητείας μετὰ πλήρη ἐκτίμησιν τῶν προσόντων. Βεβαίως ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς παρὰ τῶν λιμενικῶν ἀρχῶν, εἶναι ὑπηρεσία ἀνυπάρκτου ἀσκήσεως διὰ τὰ ἔργα αὐτῶν, ὀρθὸν δ’ εἶναι πρὶν δώσωμεν εἰς τοὺς νέους τούτους καὶ τὰ μυστικὰ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὰ μέσα νὰ εἶναι ἐπιβλαβεῖς ὡς δημόσιοι, ὑπάλληλοι νὰ ἐξελέγξωμεν καὶ τὸ ἦθος καὶ τὴν μάθησιν καὶ τὸν χαρακτῆρα αὐτῶν καὶ νὰ πεισθῶμεν ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσωσιν ὡς ὑπάλληλοι καὶ ἔπειτα νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτοὺς ἐπὶ μισθῷ διὰ νὰ μαθητεύσωσι, κατόπιν δὲ νὰ γίνῃ ἡ ὁριστικὴ κατάταξις εἰς τὸ λιμενικὸν σῶμα. Ὑποθέτω ὅτι οἱ ἁρμόδιοι Ὑπουργοί, ἰδιαίτατα δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θέλει λάβει ὑπὸ σημείωσιν τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι διὰ τοιούτων μικρῶν βελτιώσεων τὸ νομοσχέδιον θὰ γίνῃ ἀρτιώτερον καὶ θὰ ἐγγυηθῇ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τὴν κατάρτισιν σώματος ὅσον τὸ δυνατὸν ὑπὸ ὅρους ἀγαθοὺς καὶ αὐστηροτέρους, ἵνα δοθῶσιν οἱ καρποί, τοὺς ὁποίους ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία προσδοκᾷ ἐκ τοῦ σώματος τούτου. Ἐκτὸς τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου διὰ νὰ ἀνακοινώσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχω, ὅτι εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας δέον νὰ δοθῶσιν ὡρισμέναι ὁδηγίαι, ἵνα παύσῃ ἡ ἀδιάκοπος ἱστορία τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ περιφήμου Κώδικος τοῦ Δημοσίου Ναυτικοῦ Δικαίου καὶ ἵνα οἱ ὀργανισμοὶ τῶν ὑπηρεσιῶν ἢ τμήματα αὐτοῦ τὰ μᾶλλον ἐπείγοντα διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, συνταχθῶσι καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Τοιουτοτρόπως ἡ συζήτησις καὶ ὁ ἔλεγχος θὰ γίνῃ πληρέστερος καὶ ταχυτέρα θὰ γίνῃ ἡ θεραπεία περὶ ὡρισμένων ἀναγκῶν, αἵτινες εἶναι τοιαύτης φύσεως σήμερον ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέψωσι τὴν ἐπὶ μακρὸν ἀναβολήν. Βεβαίως ἀντιλαμβάνομαι πολὺ καλὰ ὅτι οἱ ἐντεταλμένοι ὅπως ὀργανώσωσί τι ἢ συντάξωσι νομοσχέδιον ἔχουσιν ἤδη τὴν φιλαρέσκειαν ἵνα ὑποβάλωσι τὸ νομοθέτημα τοῦτο ὀγκωδέστερον. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὑπάρχει ἡ τάσις ὅπως ἴδωμεν τὸν Κώδικα τοῦ Δημοσίου Ναυτικοῦ Δικαίου ὁλόσωμον ἐν τῇ Βουλῇ, τοῦτο γίνεται αἰτία βλάβης λόγῳ τῆς βραδύτητος. Νομίζω ὅτι ὀρθότερον εἶναι ὅπως ἀποσπάσματα αὐτοῦ ὡς ἴδια νομοσχέδια ὑποβληθῶσι καὶ ψηφισθῶσι τὸ ταχύτερον. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ θίξω ζητήματα τινὰ τῶν ὁποίων ἡ θεραπεία εἶναι λίαν ἐπιβεβλημένη. Ἐν πρώτοις εἶναι τὸ ζήτημα τῶν ἐμποροπλοιάρχων, ζήτημα τὸ ὁποῖον θίγει οὐ μόνον τὴν ἀσφάλειαν τῆς ναυσιπλοΐας, ἀλλὰ θίγει καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἀσφαλειῶν καὶ τῶν ναυτοδανείων τῶν χορηγουμένων εἰς τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, ἀλλὰ συγχρόνως θίγει καὶ τὸ ἕτερον συμφέρον, τὸ μέγα, τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, νὰ ἀντλῇ ἀπὸ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν τῆς χώρας προσωπικὸν ἔφεδρον ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερον καταρτισμένον. Ὡς ἔχουσι σήμερον τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, εἶναι ὀρθὸν νὰ θαυμάσῃ τις τὴν ἰδιοφυΐαν τοῦ Ἕλληνος ναυτιλλομένου καὶ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ἡ Πολιτεία ἐπαφίεται εἰς τὴν ἰδιοφυΐαν χωρὶς νὰ λαμβάνῃ οὐδεμίαν μέριμναν ἡ ἰδία περὶ τῆς ὀργανώσεως αὐτῆς κατὰ τρόπον ἐπιστημονικὸν καὶ προσήκοντα. Σήμερον οἱ ἐμποροπλοίαρχοι καταρτίζονται ὑπὸ ναυτοδιδασκάλων εἴτε πολιτικῶν εἴτε ἀξιωματικῶν ἀποστράτων εἴτε ἐν ἐνεργείᾳ, λαμβανόντων τὴν προσήκουσαν ἄδειαν, ἄνευ ὡρισμένης κατευθύνσεως ὑπὸ τῆς Πολιτείας, λαμβάνουσι στοιχειώδεις γνώσεις ναυτικάς, κατόπιν προσέρχονται ἐνώπιον ἐπιτροπῆς ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ καὶ ὑφίστανται ἐξετάσεις. Καθ’ ὅμοιον τρόπον οἱ ἐμπορικοὶ μηχανικοὶ καταρτίζονται προχείρως εἴτε εἰς ἐργοστάσια εἴτε εἰς νυκτερινὰς σχολὰς τοῦ Πειραιῶς, λαμβάνουσιν ἐκεῖ στοιχειώδη μόρφωσιν καὶ προσέρχονται ἐνώπιον ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δίδει εἰς αὐτοὺς πτυχίον ἐμπορομηχανικῶν. Ἐννοεῖται ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καυχηθῇ ἡ Πολιτεία, ὅτι μετὰ ἐμπιστοσύνης ἀπολύτου κρίνει καὶ τὰ ἴδια αὑτῆς διπλώματα, διότι αἱ ἐπιτροπαί, αἵτινες καταρτίζονται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, εὑρίσκονται πρὸ διλήμματος. Ἐὰν φανῶσιν αὐστηραὶ θέλουσιν ἀπορρίψει ὅλους. Ὑπάρχει παράδειγμα ἐπιτροπῆς ἐξεταστικῆς ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, ἥτις ἔδωκε δίπλωμα εἰς ἕνα μόνον ἐκ τῶν 35 προσελθόντων πρὸς ἐξέτασιν· ὅλοι οἱ ἄλλοι ἀπερρίφθησαν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ἔρχεται τὸ ἕτερον ζήτημα. Εἶναι ὑπεύθυνοι αὐτοὶ διὰ νὰ κριθῶσι τόσον αὐστηρῶς; Ὅταν ἡ Πολιτεία οὐδόλως ἐδαπάνησε καὶ οὐδόλως ἐκοπίασε διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν αὐτῶν, πῶς ἔρχεται ἡ Πολιτεία νὰ ἐξετάσῃ αὐτοὺς αὐστηρῶς, ὅταν δὲν ἐπεμελήθη ἵνα παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὰ μέσα; Ἑπομένως ἐπείγει ἡ ἀνάγκη τῆς λειτουργίας Σχολῆς Ναυτικῆς καὶ διὰ τοὺς ἐμπορομηχανικοὺς καὶ διὰ τοὺς ἐμποροπλοιάρχους. Ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη ἂν εἶναι ἐπείγουσα διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, εἶναι οὐσιωδεστάτη διὰ τὴν κατάρτισιν ἐφέδρου προσωπικοῦ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ, οὗ μέγαν ἀριθμὸν κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐστρατολογήσαμεν ἐκ τῶν ἐφέδρων τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Αἱ γνώσεις, ἃς ἔχουσιν οὗτοι ἐκ τῶν μηχανῶν τῶν ἐμπορικῶν πλοίων, δὲν δύνανται νὰ προσαρμοσθῶσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς κινήσεως τῶν πολεμικῶν πλοίων, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀτελὴς μόρφωσίς των δὲν ἐπιτρέπει τὴν κατάρτισίν των εἰς ἱκανοὺς ἵνα ἀποκτήσωσι τὰς γνώσεις, ἃς ἀπαιτεῖ ἡ ὑπηρεσία τῆς κινήσεως τῶν πολεμικῶν πλοίων. Ἀλλ’ ἐὰν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς δημιουργίας ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ἐξ ἀξιωματικῶν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, ἀνάγκη, ἥτις παρέστη κατὰ τὸν διεξαχθέντα πόλεμον καὶ ἐξ ἧς προσεδράμομεν εἰς τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ, τὸ προσωπικὸν αὐτὸ δὲν θὰ δύναται νὰ ἀφιερωθῇ εἰς ἄλλας ὑπηρεσίας πλὴν τῶν στοιχειωδῶν ὑπηρεσιῶν τῶν πλοίων, τῶν πολεμικῶν, τῶν προωρισμένων εἰς μεταφοράς. Καὶ τοῦτο, διότι δὲν ἔχουσιν ἐπαρκῆ μόρφωσιν, ἵνα ἀντιμετωπίσωσι τὰς ἀνάγκας ἔστω καὶ ἀξιωματικῶν ναυτιλίας τῶν πολεμικῶν πλοίων. Διὰ τούτους τοὺς λόγους εἶναι ἀνάγκη νὰ λειτουργήσῃ ταχέως Σχολὴ πρὸς παρασκευὴν προσωπικοῦ τοιούτου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος ἐπιβάλλων τὴν λειτουργίαν τῆς Σχολῆς. Ὁ λόγος τῆς ἀνατροφῆς. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν ταχυδρομικὰ ἀτμόπλοια καλῶς λειτουργοῦντα, πρέπει τὰ στοιχεῖα, ἅτινα θὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὰ ἐμπορικὰ πλοῖα, νὰ ἔχωσι τοιαύτην κοινωνικὴν καὶ πειθαρχικὴν ἀνατροφήν, τὴν ὁποίαν μόνον Σχολὴ μὲ στρατιωτικὸν χαρακτῆρα δύναται νὰ προσδώσῃ εἰς αὐτά. Τότε δύνανται νὰ ἀντιληφθῶσι τὴν ἔννοιαν τῆς πειθαρχίας καὶ τῆς τάξεως τῆς ἐσωτερικῆς ἐν τοῖς πλοίοις. Διότι ἡ ταχυδρομικὴ ἀτμοπλοΐα ἡμῶν καὶ ἀκτοπλοΐα χωλαίνει κατὰ τὴν ἔλλειψιν πάσης τάξεως ἐν τοῖς πλοίοις, τὴν ὁποίαν τὸ ἦθος καὶ ἡ ἀνατροφὴ τοῦ πλοιάρχου δύνανται νὰ ἐπιβάλλωσι. Εἶναι ἀνάγκη τῆς Σχολῆς διά τε τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ τὴν παρασκευὴν τοῦ ὑλικοῦ τοῦ προσήκοντος, ἵνα ἀντιμετωπισθῶσιν αἱ ἀνάγκαι τῆς σημερινῆς ἀκτοπλοΐας. Ἐκτὸς τούτου εἶναι ἀνάγκη μέτρων τινῶν ταχέως εἰσαγομένων διὰ τὴν ἐξασφάλισιν περισσοτέρας τάξεως ἐν τῇ σημερινῇ ἀκτοπλοΐᾳ. Ἡ ἑλληνικὴ ἀκτοπλοΐα εἶναι τελείως ἰδιάζουσα μὴ δυναμένη νὰ παραβληθῇ ἢ συγκριθῇ πρὸς τὴν ἀκτοπλοΐαν οἱασδήποτε ἄλλης χώρας. Ἡ ἑλληνικὴ ἀκτοπλοΐα εἶναι σύστημα ἐπιβάλλον τὴν ἀνάγκην τῆς χρησιμοποιήσεώς του ἕνεκα τῆς γεωγραφικῆς διαμορφώσεως τῆς χώρας μας. Εἰς πᾶσαν ἄλλην χώραν, ἔνθα σιδηροδρομικὸν δίκτυον λειτουργεῖ παντοῦ, ὁ ταξειδιώτης, ὁ μὴ εὑρίσκων πλήρη ἀσφάλειαν ἢ σχετικὴν ἄνεσιν ἐν ταξειδίῳ διὰ θαλάσσης, δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν σιδηροδρομικῆς γραμμῆς. Ἀλλ’ ὡς ἔχει ἡ διαμόρφωσις τῆς ἡμετέρας χώρας καὶ ὡς ἐπολλαπλασιάσθη ἡ ἀκτοπλοΐα, κατόπιν τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους, οἱ θέλοντες νὰ ταξειδεύσωσι πρέπει νὰ ταξειδεύσωσι σχεδὸν ὑποχρεωτικῶς διὰ τῆς θαλασσίας ὁδοῦ. Ἐὰν δὲ ἀλλαχοῦ ἔχουσι ληφθῇ αὐστηρὰ μέτρα διὰ τὴν τάξιν τοῦ πλοῦ καὶ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐπιβατῶν καὶ τὴν ἐνδιαίτησιν τὴν προσήκουσαν, ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα ποιεῖταί τις ὑποχρεωτικῶς χρῆσιν τοῦ δι’ ἀτμοπλοίων ταξειδίου, πρέπει ἡ Πολιτεία διὰ νόμου νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐπιβολὴν ἀστυνομικῶν μέτρων, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐνδιαίτησιν ἐντὸς ἀτμοπλοίων, διότι ἡ Νομοθεσία ἡμῶν ἔχει τοιοῦτον χάσμα, ὥστε ἐνῷ ἡ ἀστυνομικὴ ὑπηρεσία δύναται νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον πάντα ξενοδόχον ποιούμενον χρῆσιν κακοῦ ὑλικοῦ ἢ ἀκαθάρτων εἰδῶν, ἡ λιμενικὴ ὑπηρεσία οὐδὲν μέσον κολασμοῦ ἔχει κατὰ τῶν πλοιάρχων ἢ πλοιοκτητῶν, τῶν ἐνδιαιτώντων τοὺς ταξειδιώτας μέσα εἰς τὴν βρῶμαν καὶ διδόντων εἰς αὐτοὺς τροφὴν βλαβεράν. Ἐγὼ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην, ὡς Ὑπουργός, ἀπέναντι τοῦ κενοῦ αὐτοῦ νὰ δημοσιεύσω, κατόπιν ἐπιθεωρήσεως εἰς τὰς ἐφημερίδας τοὺς ἀτάκτους, διότι μόνον διὰ τῆς διαφημίσεως ἢ μᾶλλον δυσφημίσεως αὐτῶν ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ θεραπεία, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχε μέσον ἀστυνομικόν. Εἶναι ἀνάγκη ἐν πρώτοις νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ ὠργανωμένη ἐπιθεώρησις σκάφους καὶ μηχανῶν, ἰδιαίτατα δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν ἀτμοπλοίων τῶν ἑταιρειῶν — διότι ὑπάρχουσιν ἐκτὸς αὐτῶν καὶ ἰδιωτικά — εἶναι πεπαλαιωμένα. Τὰ καινουργῆ ἀτμόπλοια ἐν Ἑλλάδι μετροῦνται ἐπὶ τῶν δακτύλων τῆς μιᾶς χειρός. Ἐμφανίζονται ἑκάστοτε εἰς τὰς διαφημίσεις καινουργῆ καὶ ταχύπλοα ἀτμόπλοια, ἀλλ’ αὐτὰ δὲν εἶναι ἢ πεπαλαιωμένα, ἐκτελέσαντα τὸν προορισμόν των, ἅτινα ἀναβαπτιζόμενα καὶ χρωματιζόμενα ἐκ νέου παρουσιάζονται ταχύπλοα, ἠλεκτροφώτιστα κλπ., ἐνῷ ἔχουσι διανύσει τὸν βίον των εἰς χώρας, αἱ ὁποῖαι, ἀφ’ οὗ τὰ ἐξεμεταλλεύθησαν, τὰ πωλοῦν ἀντὶ μικρᾶς τιμῆς. Αἱ περισσότεραι ἑταιρεῖαι, πρὸ πάντων δὲ οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀτμοπλοίων, οὐδένα ποιοῦνται ἰσολογισμὸν ἢ λογαριασμόν, ὥστε νὰ εἶναι εἰς θέσιν ν’ ἀντικρύσωσι βιομηχανικήν τινα ἐκμετάλλευσιν, οὐδεμίαν ἔχουσι πρόνοιαν νὰ ἔχωσιν ἀποθεματικὸν κεφάλαιον, ἵνα ἀντικαταστήσωσι τὰ πλοῖα. Διὰ τοῦτο καταγίνονται εἰς τὴν στενωτέραν ἐκμετάλλευσιν τοῦ πλοίου, διότι ἐκλείποντος αὐτοῦ ἐκλείπει τὸ κεφάλαιον καὶ ἡ ἐλπὶς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἐπιβάτης δὲν πρέπει νὰ ὑφίσταται τὴν καταδίκην, τὴν ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν πλοίων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ λάβῃ προσήκοντα μέτρα διὰ τὴν ἀσφάλειαν τοῦ σκάφους καὶ τῶν μηχανῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιβατῶν, διότι στοιβάζονται οὗτοι ἐν τοῖς πλοίοις δίκην προβάτων, καὶ διὰ τὴν ὑγείαν καὶ ἀσφάλειαν τῶν ἐπιβατῶν. Παρ’ ὀλίγον θὰ ἐθρηνοῦμεν θῦμα τῆς τοιαύτης καταστάσεως καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ἐπιβάντα μετὰ 300 ἄλλων ἐπιβατῶν πλοίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ περιλάβῃ πλέον τῶν 60.
§136Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τὸ ἀτύχημα ἐπῆλθεν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ πλοιάρχου καὶ ὄχι ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐπιβατῶν.
§137Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτοῦ προσήραξε τὸ πλοῖον. Ἀλλὰ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει τοῦτο, ἀλλὰ μὲ ἐνδιαφέρει, ἐὰν οἱ ἐπιβάται οὗτοι ἐταξείδευσαν ἐν πλωτῷ ξενοδοχείῳ ἢ ἐὰν ἐταξείδευσαν κατὰ τρόπον βάρβαρον, διότι, ὅταν ἓν πλοῖον διαθέτον 60 κλίνας δίδῃ 300 εἰσιτήρια πρώτης θέσεως, δὲν εὑρίσκεται ἐν εἰλικρινείᾳ, ἀλλ’ ἐν ἐμπορικῇ, οὐχὶ κερδοσκοπίᾳ, ἀλλ’ αἰσχρᾷ ἐκμεταλλεύσει. Τοιαῦται καταχρήσεις ἐγίνοντο ἄλλοτε κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν πανηγύρεων, ἐγὼ δὲ εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ διατάξω τὸν λιμενάρχην Πειραιῶς νὰ ὁρίσῃ τὰς θέσεις ἑκάστου ἀτμοπλοίου διὰ διαταγῆς του καὶ συνεπῶς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐπιβατῶν, τοὺς ὁποίους θὰ δεχθῇ. Καὶ ἐφήρμοσα τὴν τακτικὴν αὐτήν, δυστυχῶς ὅμως διὰ μίαν φοράν. Ἀλλὰ τώρα τὸ πρᾶγμα ἐφαρμόζεται ἐπὶ παντὸς πλοίου καὶ παντὸς ταξειδίου. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη μέτρου νομοθετικοῦ, ἵνα ἐπιτευχθῇ ἡ ἄμεσος ὑπαγωγὴ τῶν πλοίων εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχάς. Ἐπίσης εἶναι ἀνάγκη νὰ ὀργανωθῇ ἡ ἰατρικὴ ἐπιθεώρησις, ἡ ὑγειονομικὴ ἐπιθεώρησις τῶν ἀτμοπλοίων. Τὰ ἀτμόπλοια τὰ ἐπιβατικὰ δὲν εἶναι ἢ πλωτὰ ξενοδοχεῖα. Οὕτω πρέπει νὰ τὰ ἀντιληφθῶμεν. Καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ ἐξασφαλίσει ὁ ἐπιβαίνων εἰς αὐτὰ τὴν ὑγείαν του ἀπὸ τῶν ῥυπαρῶν καλυμμάτων, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς αὐτόν καὶ ἀπὸ τῆς ῥυπαρᾶς τροφῆς. Εἶναι ἀνάγκη ἰατρικῆς ἐπιθεωρήσεως ὠργανωμένης οὐχὶ μόνον ἐν Πειραιεῖ, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς λιμένας Θεσσαλονίκης, Βόλου, Πατρῶν, Καλαμῶν, διότι οὕτω εἶναι δυνατὴ ἡ ἐνάσκησις ἐλέγχου καὶ ἡ κανονικὴ κατάστασις ἐν τοῖς πλοίοις καὶ οὐχὶ ἡ ἐξακολούθησις τῶν ἐκτρόπων, τὰ ὁποῖα πολλάκις εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνωσιν ἐν πλήρῃ ἀγνοίᾳ τῶν ἰδιοκτητῶν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν τοιαῦτα τινὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα ἐν βραχεῖ δύνανται νὰ συνταχθῶσιν, ἴσως εἶναι καὶ ἕτοιμα, νὰ ἀποσπασθῶσι τῆς συνολικῆς νομοθεσίας τοῦ δημοσίου ναυτικοῦ κώδικος καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ὅταν δὲ καὶ τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ δημοσίου ναυτικοῦ κώδηκος ἑτοιμασθῇ, τότε εἰσάγεται καὶ τοῦτο καὶ δύναται νὰ κωδικοποιηθῇ καθ’ ὃν τρόπον ἐκωδικοποιήθησαν καὶ ἄλλοι νόμοι διὰ Διατάγματος συνομολογοῦντος ὅλα πλέον τὰ σχετικὰ νομοθετήματα. Ταῦτα εἶχον ἀνάγκη νὰ εἴπω ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἑλληνικὴν ἀκτοπλοΐαν καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἑλληνικὴ ἀκτοπλοΐα εἶναι τελείως ἰδιώνυμος καὶ ὄχι μόνον γεννᾷ τὴν δυσχέρειαν καὶ τὸν κίνδυνον τῶν ἐπιβατῶν, τῶν Ἑλλήνων ἐπιβατῶν εἰς τὰ παράκτια ταξείδια, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ κάμωσιν ἄλλως ἢ διὰ τῶν ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων, ἀλλὰ γεννᾷ προσκόμματα μέγιστα καὶ διὰ τὴν λεγομένην βιομηχανίαν τῶν ξένων, τῆς ὁποίας ἐπιμελεῖται ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Διότι πρὸς τί ἡ μέριμνα καλῶν ἀτμοπλοίων ἵνα μεταφέρωσι τοὺς ξένους ἀπὸ Βριντησίου εἰς Πάτρας, ὅταν προκειμένου νὰ στείλητε ξένους εἰς τὰς ἑλληνικὰς νήσους, ἔνθα ἔχωσι νὰ ἴδωσι θαυμάσια πράγματα, ἢ εἰς ἀκτὰς τῆς Ἑλλάδος, πρέπει νὰ καταδικάσητε αὐτοὺς εἰς τὰ πλοῖα τῆς ἑλληνικῆς ἀκτοπλοΐας, τὰ ὁποῖα μεταφέρουσι συγχρόνως ἀνθρώπους καὶ βόας καὶ πρόβατα καὶ αἶγας φίρδην μίγδην πάντοτε ταξειδεύοντας; Εἶναι πρόσκομμα λοιπὸν ἡ τοιαύτη κατάστασις πραγμάτων καὶ διὰ τὴν ἀνάπαυσιν τῶν Ἑλλήνων ἐπιβατῶν, διότι πρέπει νὰ φροντίσωμεν ἐπὶ τέλους καὶ περὶ τῶν Ἑλλήνων ἐπιβατῶν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐξάσκησιν αὐτῆς τῆς βιομηχανίας τῶν ξένων, ἡ ὁποία προσκρούει εἰς τὴν ἔλλειψιν παντὸς ἀτμοπλοίου ἐξυπηρετοῦντος τὴν ἀκτοπλοΐαν, τὴν ἑλληνικήν. Κύριοι, νομίζω ὅτι δύο θέματα εἶναι ἀνάγκη νὰ θιγῶσιν. Τὸ ἓν ἔθιξε πρὸ δύο συνεδριάσεων καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κυκλάδων κ. Βαφειαδάκης, τὸ ζήτημα τῆς Ναυτικῆς Τραπέζης. Νομίζω καὶ ἐγὼ ὅτι ἡ σύμπτωσις τῆς ψηφίσεως τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης παρέχει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πᾶσαν εὐκολίαν καὶ πᾶσαν εὐκαιρίαν ἵνα ἐπιτύχῃ συζητοῦσα μετὰ τῆς Διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τὴν συγκρότησιν τοῦ προσήκοντος κεφαλαίου, ἂν οὐχὶ ἀμέσως, ἀλλ’ ἐν προσήκοντι χρόνῳ, ἐν ἀμέσως προσεχεῖ χρόνῳ, πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Τραπέζης. Τὰ ὠφελήματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς Ναυτικῆς Τραπέζης θὰ προσπορισθῇ ἡ ἐμπορικὴ ἡμῶν ναυτιλία, εἶναι παμμέγιστα, δὲν ὑπάρχει δὲ ἀνάγκη νὰ καταναλώσω χρόνον, ὅπως ἀναπτύξω ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὰ ὠφελήματα δὲ ταῦτα ἔχουσι ἐπαγγελθῆ καὶ ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Καὶ ἀκριβῶς λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι φρονῶ ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δὲν θὰ εἶναι οὐδὲ δικαιολογημένη κἂν νὰ φέρῃ τὴν ἐλαχίστην δυσχέρειαν εἰς τοιαύτην αἴτησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς μόνον ἐὰν λόγῳ τῶν διεθνῶν οἰκονομικῶν περιστάσεων, ἤθελε ζητήσει ὑπὸ προθεσμίαν τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτου αἰτήματος, καθόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα πρὸ δύο ἐτῶν ἐν συμπράξει μετὰ τῆς Τραπέζης Ἀθηνῶν, εἶχεν ὑποβάλει πλῆρες σχέδιον ἱδρύσεως Ναυτικῆς Τραπέζης, ἐμοῦ ὑπουργοῦντος καὶ ἐμοῦ διαπραγματευομένου. Ἐὰν δὲ δὲν συνέπιπτεν ἡ ἐπιστράτευσις ἠθέλομεν φθάσει ὡρισμένως εἰς συμπεράσματα, διότι αἱ δύο Τράπεζαι ἀπὸ κοινοῦ, πρωτοστατοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Βαλαωρίτου, εἶχον προβῆ εἰς ὡρισμένας προτάσεις καὶ συνεζητοῦντο οἱ ὅροι. Ἔχομεν λοιπὸν ἓν προηγούμενον, τὸ ὁποῖον καθιστᾷ ἔκδηλον τὴν ἀποδοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἀνάληψιν τοιούτου ἔργου καὶ πρὸς παροχὴν τοιαύτης ἐνισχύσεως εἰς τὴν ἀτμήρη ἡμῶν ναυτιλίαν. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι αἱ διεθνεῖς οἰκονομικαὶ περιστάσεις σήμερον ἴσως δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἄμεσον διάθεσιν κεφαλαίων διὰ τοιοῦτον σκοπόν, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον διὰ τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀναλαμβάνεται ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, θὰ ἦτο δυνατὸν ὑπὸ προθεσμίαν νὰ ἀναληφθῇ καὶ ἡ ὑποχρέωσις τῆς παροχῆς τοῦ προσήκοντος κεφαλαίου διὰ τὸν σχηματισμὸν πυρῆνος πρὸς ἵδρυσιν Ναυτικῆς Τραπέζης. Ἡ Ναυτικὴ Τράπεζα, κύριοι, ἤθελε συντελέσει, ἵνα μέγα μέρος τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα σήμερον δίδονται παρ’ Ἄγγλων κεφαλαιούχων καὶ τῶν ὁποίων οἱ καρποὶ ἀποδίδονται εἰς τὰς ξένας ἀγοράς, μέγα μέρος τῶν χρημάτων τούτων νὰ δίδηται παρ’ ἑλληνικῶν κεφαλαίων ἐν Ἑλλάδι, ἀποδιδομένων τῶν καρπῶν τῶν χρημάτων τούτων εἰς τὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς θὰ κατορθωθῇ διὰ τῆς Τραπέζης, τῆς Ναυτικῆς, νὰ ἱδρυθῇ βιώσιμον καὶ νὰ προκόψῃ τὸ τμῆμα τῶν ναυτικῶν ἀσφαλειῶν ὥστε καὶ ἕτερος κλάδος ἐργασίας ναυτιλιακῆς βαθμηδὸν νὰ ἀνθήσῃ ἐν τῇ χώρᾳ ἡμῶν καὶ κεφάλαια ἑλληνικὰ κατ’ ἐξοχήν, τὰ ὁποῖα ἀκινητοῦσι σήμερον εἰς τὰς Τραπέζας ὑπὸ τύπον καταθέσεων νὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ οἱ καρποὶ αὐτῶν νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὰ ἑλληνικὰ κεφάλαια καὶ οὐχὶ εἰς τὰς ξένας ἀγοράς. Τοιουτοτρόπως θὰ ἦτο δυνατὸν ἐκ τριῶν ἀπόψεων, τοῦ τε δανεισμοῦ, τῆς ναυτικῆς κινήσεως καὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ναυτικῆς, τὰ κεφάλαια τὰ ἑλληνικὰ νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τοῦ ναυτικοῦ ἐμπορίου τῆς χώρας καὶ τοιουτοτρόπως πράγματι ν’ ἀποτελέσωσι πραγματικὸν ἐθνικὸν πλοῦτον, ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ ὠφεληθῇ ἡ ὅλη ἑλληνικὴ κοινωνία καὶ ὄχι μόνον ἡ ἀσχολουμένη περὶ τὴν ναυτιλίαν. Καὶ παρὰ τοῦτο τὸ ἔργον, κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποβλέψῃ μετὰ σκοπιμότητος ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦδε περὶ τὸ μέγα ζήτημα τῆς ἀτμοπλοϊκῆς συγκοινωνίας ὄχι μόνον μετὰ τοῦ ἐξωτερικοῦ, ὡς ἄλλοτε ὑπῆρχεν ἡ μελέτη, ἀλλὰ καὶ μετ’ ἐκείνων τῶν λιμένων τοῦ ἐσωτερικοῦ, οἵτινες ἀποτελοῦσι σήμερον ἐξόδους ἐσωτερικοῦ ἐμπορίου, ἐθνικῆς βιομηχανίας. Ἐὰν ἡ μικρὰ Ἑλλάς, ἡ ἄλλοτε, εἶχεν ἀνάγκην νὰ διατηρῇ τὴν σημαίαν της ταχυδρομικὴν ἢ ἀκτοπλοϊκὴν τελείως τετιμημένην ἀπέναντι τῶν πόλεων καὶ τῶν πληθυσμῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀπέβλεπε μετ’ ἐθνικῶν ἐλπίδων, καὶ ἂν εἶχε τὴν ἀνάγκην ἐπίσης ἵνα δι’ ἑλληνικῶν ἀτμοπλοίων, δι’ ἑλληνικῆς σημαίας μεταφέρῃ τὴν σωρείαν τῶν ξένων, τοὺς ὁποίους μεταφέρει καθ’ ἑκάστην ἡ Ρουμανική, ἡ Βουλγαρικὴ ἀκόμη καὶ ἡ Ἰταλικὴ ἀτμοπλοΐα εἰς βάρος τῶν ἑλληνικῶν λιμένων καὶ τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν, σήμερον μετὰ τὴν μεγέθυνσιν τῆς χώρας ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπιτακτική. Εἶναι δὲ ἐντροπὴ διὰ τὴν ἑλληνικὴν χώραν, ἐφ’ ὅσον ἔχει φορτηγὸν ἀτμοπλοΐαν, ἡ ὁποία τόσον ἀκμάζει κατὰ πλοῦτον, νὰ παρουσιάζῃ τὴν τρισαθλιότητα ταύτην τῆς ἐπιβατικῆς ἀτμοπλοΐας καὶ τὴν ἔλλειψιν πάσης σοβαρᾶς ἀτμοπλοΐας, ἐξυπηρετούσης τὴν συγκοινωνίαν τῶν κυριωτέρων ἑλληνικῶν πόλεων καὶ τὴν συγκοινωνίαν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν ἀλλοδαπήν. Εἶναι ὄνειδος διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ ἐξυπηρετῆται διὰ τῆς Βουλγαρικῆς ἀτμοπλοΐας, τῆς Ρουμανικῆς καὶ τῆς Ρωσσικῆς καὶ τῆς Ἰταλικῆς ἀτμοπλοΐας, νὰ μὴ ὑπάρχῃ δὲ σοβαρὰ ἑλληνικὴ ἀτμοπλοΐα, ἡ ὁποία νὰ ἐξυπηρετῇ τὴν συγκοινωνίαν τῆς χώρας πρὸς ἐκείνους τοὺς λιμένας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἔξοδοι τῆς διεθνοῦς ἐμπορίας. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸν λιμένα τῆς Θεσσαλονίκης ἑλληνικὸν καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχομεν λιμένας ἐν τῷ Αἰγαίῳ Πελάγει καὶ τῇ Μεσογείῳ, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦνται καὶ ἐξυπηρετοῦνται ὑπὸ καθαρῶς ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, θὰ ἦτο προσῆκον, ἵνα ἡ ἑλληνικὴ σημαία φέρῃ εἰς αὐτοὺς τὴν κίνησιν τοῦ τε ἑλληνικοῦ καὶ τοῦ διεθνοῦς ἐμπορίου. Σήμερον οὐδὲν τούτων βλέπουν. Σήμερον βλέπουν μόνον τὴν φορτηγὸν ἀτμοπλοΐαν περιφέρουσαν τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ εἰσάγουσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα σωρείαν χρυσοῦ, ἀλλὰ βλέπουν πλήρη ἀπουσίαν ἐκείνου τοῦ κλάδου τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ὁ ὁποῖος θεμελιοῖ τὴν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν ἐν τῇ ἐννοίᾳ τῆς ναυτιλίας. Οἱ λιμένες Τεργέστης, Μασσαλίας, Σμύρνης, Θεσσαλονίκης, Κωνσταντινουπόλεως καὶ Πειραιῶς, πρέπει νὰ ἐξυπηρετοῦνται ὑπὸ μιᾶς ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας ἐν μὲν τῷ Αἰγαίῳ κυριαρχούσης ἐντελῶς ἐπὶ πάσης ξένης σημαίας, εἰς δὲ τοὺς λοιποὺς λιμένας συναγωνιζομένης εὐδοκίμως, ἀφοῦ ἔχει μέγιστον στοιχεῖον ἀσφαλείας τὸν Ἕλληνα πολίτην, ὁ ὁποῖος πλουτεῖ εἰς τὰς χώρας ἐκείνας.
§138Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἀπαιτοῦνται κεφάλαια.
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπαιτοῦνται βεβαίως κεφάλαια· δὲν λέγω τὸ ἐναντίον. Τὰ ἔργα δὲν δημιουργοῦνται ἐκ τοῦ μηδενός. Ἀλλ’ ἀπαιτεῖται πρὸ παντὸς ἀπόφασις κυβερνητικὴ καὶ ἀπαιτεῖται ἀπόφασις κυβερνητικὴ οἰκονομική, διότι ἐννοῶ πληρέστατα καὶ γνωρίζω πληρέστατα ὅτι τοιούτου εἴδους ταχυδρομικὴ ἀτμοπλοΐα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετῆται ἄνευ ἐπιχορηγήσεως καὶ ὡρισμένων προνομίων. Τοῦτο εἶναι γνωστόν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ διὰ τῆς συγκεντρώσεως ἁπλῶς κεφαλαίων τοιαύτη ἐπιχείρησις νὰ λειτουργήσῃ καὶ εὐδοκιμήσῃ. Ἀλλ’ ἀκριβῶς εἰς τοῦτο ἔγκειται τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐξευρέσεως τῶν πόρων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δέον νὰ διατεθῶσι διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοιαύτης ἀτμοπλοΐας· ὅταν δὲ ἀποφασίσῃ ἡ Κυβέρνησις, τὰ κεφάλαια θὰ εὑρεθῶσι, διότι τὰ κεφάλαια πλεονάζουσι. Πρὸς τοῦτο λοιπὸν ἀπαιτεῖται ἀπόφασις κυβερνητική. Καὶ δύναται ἡ ἀπόφασις αὐτὴ τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψει τὰς ἐπιχορηγήσεις, αἱ ὁποῖαι χορηγοῦνται διὰ τὴν γραμμὴν τοῦ Βρεντησίου καὶ διὰ τὴν γραμμὴν ἀκόμη τῆς Θεσσαλονίκης. Δίδονται ἐπιχορηγήσεις σήμερον διὰ τὴν συγκοινωνίαν Βρεντησίου–Πατρῶν καὶ διὰ τὴν γραμμὴν Θεσσαλονίκης διὰ νὰ μεταφέρωνται ἐπιβάται ἐπὶ ἀτμοπλοίων, τὰ ὁποῖα δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ ὀνομασθῶσι πλέον σκάφη ἀτμήρη, διότι εἶναι σκάφη φέροντα καπνοδόχους καὶ μηχανὰς μόνον, τὰ ὁποῖα εἶναι ἑστίαι νοσογόνοι καὶ μέσα μεταφορικὰ πλήρη κινδύνων διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῶν ἐπιβατῶν. Εἶναι δ’ ἐντροπὴ διὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην νὰ χρειάζεται ὁ ἐπιβάτης ἵνα μεταβῇ ἀπὸ Πειραιῶς εἰς Θεσσαλονίκην 24 ὥρας δι’ Ἑλληνικοῦ ἀτμοπλοίου, καθ’ ὃν χρόνον διὰ τοῦ Ρουμανικοῦ ἔρχεται ἐντὸς 18 ὡρῶν. Καὶ πληρώνομεν διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν ἀθλιότητα αὐτήν. Ἵνα λείψῃ ἡ ἀθλιότης ἀπαιτεῖται ἡ συγκέντρωσις τῶν παρεχομένων ἤδη ἐπιχορηγήσεων διὰ τὰς γραμμὰς Βρενδησίου–Πειραιῶς–Θεσσαλονίκης, πρόσθετοι δέ τινες παροχαὶ νὰ διατεθῶσι καὶ οὕτω θὰ ἐξευρεθῇ ἡ ἑταιρεία ἡ σοβαρά, ἵνα ἐξυπηρετήσῃ ὄχι μόνον τὴν κίνησιν, ἀλλὰ καὶ τὸν πολιτισμὸν καὶ παραστήσῃ τὴν ἑλληνικὴν σημαίαν ἠθικῶς ὑπερήφανον ἐν τῷ Αἰγαίῳ ὡς παρίσταται αὕτη ὑλικῶς ὑπερήφανος ἔν τε τῷ Ὠκεανῷ καὶ τῇ Μεσογείῳ θαλάσσῃ διὰ τῆς φορτηγοῦ ἀτμοπλοΐας.
§140Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπαναφέρω τὸν λόγον εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον, διότι τὸ δεύτερον μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἄρτι καταβάντος τοῦ βήματος συναδέλφου μᾶς ἀπεμάκρυνε τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ναὶ μὲν ἀνήγετο εἰς τὰ καθόλου ζητήματα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἥτις ἀποτελεῖ τὸ ἀντικείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν εἶχεν ἄλλην ἀξίαν, ἐκτὸς τοῦ νὰ δειχθῇ πόσον μεγάλη εἶναι ἡ σημασία τοῦ νομοθετήματος, περὶ οὗ καλούμεθα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην καὶ ψῆφον. Καθόσον τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ τὰ ὁποῖα ἐθεωρήθησαν ἄξια τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς δὲν θὰ ὑφίσταντο ὡς ζητήματα, ἐὰν ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία δὲν ἀφίνετο, ἐπὶ ὀγδοήκοντα καὶ πλέον ἔτη νὰ διευθύνεται ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Θεμελιώδης λοιπὸν ἀρχή, ἡ ὁποία συνιστᾷ τὴν ἀξίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι αὕτη, ὅτι ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία ὡς τμῆμα κυβερνητικῆς καὶ διοικητικῆς μερίμνης ἀποσπᾶται πλέον ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον ἐπὶ τόσον χρόνον δὲν ἐφάνη ἱκανὸν οὐδ’ ἦτο δυνατὸν νὰ φανῇ ἱκανόν, ὅπως ἀντιληφθῇ τὴν ἀξίαν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ὡς οἰκονομικοῦ παράγοντος, οὐδ’ ἐφάνη ἱκανὸν νὰ μεριμνήσῃ περὶ μέτρων, διὰ τῶν ὁποίων οὐχὶ κἂν θὰ προήγετο αὕτη διὰ κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν ἀλλὰ θὰ ἐπροστατεύετο εἰς τρόπον, ὥστε διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς δυνάμεων, ὡς ὀργανισμὸς βιώσιμος, ὡς ὁ μᾶλλον βιώσιμος ὀργανισμὸς μεταξὺ τῶν πλουτοπαραγωγικῶν ὀργανισμῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζεται ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν οἰκονομία, ν’ ἀναπτυχθῇ. Θεωρῶ δὲ ὅλως δευτερεῦον τὸ ζήτημα, περὶ τὸ ὁποῖον ἠσχολήθη ὁ προαγορεύσας συνάδελφος, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἡ οὕτως ἀποσπωμένη ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπηρεσία μέλλει νὰ ὑπαχθῇ ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἢ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Κατ’ ἐμὲ λόγοι συστηματικοὶ θὰ ἐπέβαλλον ὅπως καὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας καὶ τῆς ἐμπορικῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων αἱ διοικήσεις ἀπαρτίσουν ἴδιον Ὑπουργεῖον. Διότι πραγματικῶς τὸ προέχον εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν δὲν εἶναι οὔτε ὁ ὑπηρετικὸς τοῦ θαλασσίου πολέμου χαρακτήρ, ὁ ὁποῖος ὠχρίασεν, ἀφ’ ἧς ἔπαυσεν ἡ ναυτιλία νὰ εἶναι ἱστιοφόρος, καὶ ἑπομένως, ἀφ’ ἧς ἔπαυσε νὰ εἶναι ἡ ναυτικότης, ἡ ναυτιλιακὴ ἱκανότης, τὸ σπουδαιότερον ἂν μὴ τὸ μοναδικὸν προσὸν τῶν ὑπηρετούντων εἰς τὸ πολεμικὸν ναυτικόν· οὔτε ὁ ὑπηρετικὸς τῆς συγκοινωνίας χαρακτήρ, ἀλλ’ ὁ πλουτοπαραγωγικός. Ἰδιαιτέρως διὰ τὴν Ἑλλάδα ὁ χαρακτὴρ οὗτος εἶναι τόσον σημαντικός, ὅσον νομίζω ὅτι θὰ ἠδύνατό τις ἄνευ ὑπερβολῆς νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ θετικώτερος καὶ πολυτιμότερος παράγων τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας εἶναι ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία. Ταύτης καὶ μόνον ταύτης τὴν ἀνάπτυξιν καὶ τὴν πρόοδον δυνάμεθα μεθ’ ὑπερηφανείας νὰ ἐπιδεικνύωμεν, διὰ νὰ πείθωμεν περὶ τῆς ζωτικότητος τῆς φυλῆς μας, ὡς συντελεστοῦ οἰκονομικῆς ζωῆς. Διὰ τῆς ναυτιλίας μας, δυνάμεθα νὰ λέγωμεν, ὅτι εἴμεθα ἱκανοὶ νὰ συναγωνιζώμεθα πρὸς ἄλλα Ἔθνη εἰς τὸ πεδίον τῆς οἰκονομικῆς προόδου. Ἡ βιομηχανία μας, ὅσον καὶ ἂν παρουσιάζῃ εὐοιώνους τινὰς ἀπαρχάς, ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη εἰς τὰ σπάργανα καὶ δὲν δύναται νὰ καταριθμηθῇ ὡς σπουδαῖος συντελεστὴς τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Περὶ δὲ τῆς γεωργίας μας, αὕτη, ὡς ἐπροστατεύθη μέχρι τοῦδε, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς σοβαρὸς τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου συντελεστής, κυρίως μόνον ἀπὸ τῆς ἀρνητικῆς ὄψεως, διότι ἡ οἰκονομικὴ δυσπραγία τῶν γεωργικῶν τάξεων ἐξηνάγκασε πολλοὺς εἰς ἐκπατρισμόν, ἐντεῦθεν δὲ καὶ διὰ τοῦ ὑπὸ τῶν μεταναστῶν ἀποστελλομένου χρυσοῦ ἐξυπηρετήθη σπουδαίως ἡ ἐθνικὴ ἡμῶν οἰκονομία, κατωρθώθη ὥστε τὸ χρῆμα νὰ μὴ λείψῃ καθ’ ὅλην τὴν πολεμικὴν καὶ τὴν μετέπειτα περίοδον ἀπὸ τὴν κοινωνίαν καὶ νὰ μὴ αἰσθανθῶμεν τὰς δυσαρέστους συνεπείας ὑπερτιμήσεως τοῦ συναλλάγματος. Ἕνεκα τοῦ σημαντικωτάτου λοιπὸν χαρακτῆρος τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας ὡς οἰκονομικοῦ παράγοντος καὶ συντελεστοῦ τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας, ἔπρεπεν αὕτη ἀπαραιτήτως νὰ ἀποσπασθῇ ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δευτερεῦον δὲ ὅλως ζήτημα εἶναι εἰς ποῖον ἄλλο Ὑπουργεῖον θὰ ὑπαχθῇ. Καὶ ταῦτα μὲν κατ’ ἀρχήν. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς λεπτομερείας, ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἐνόμισεν ὅτι ἀνεῦρεν ἔλλειψιν εἰς τὴν διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένην ὀργάνωσιν τῆς κεντρικῆς διοικήσεως τῆς ναυτιλίας, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐναρμόνισιν τῆς λιμενικῆς ὑπηρεσίας πρὸς τὰς πολεμικάς. Ἐπρότεινε δὲ καὶ συμπλήρωσίν τινα τοῦ νομοσχεδίου, κατὰ τρόπον ὅμως πρὸς τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἠδυνάμην κατ’ ἀρχὴν νὰ συμφωνήσω, καίτοι δὲν διετύπωσέ τι συγκεκριμένον ὥστε νὰ καθίσταται ἀντιληπτὸν τί ἀκριβῶς ἐπεζήτει. Ἐπρότεινε περίπου ὅπως προκειμένου περὶ τῆς κεντρικῆς διοικήσεως τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας κατασταθῇ ἓν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ὡς καθῆκον τὴν προσαρμογὴν τῆς ὑπηρεσίας τῶν λιμένων πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐπιτελείων τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου. Ἀληθῶς ἡ λειτουργία τῶν λιμένων ἐν καιρῷ πολέμου πρέπει νὰ εἶναι ἐνηρμονισμένη πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου, ἀλλὰ δὲν φαντάζομαι ὅτι εἶναι τοῦτο ἀρκετὸς λόγος ἵνα ὑποστηρίξῃ τις ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ συμβουλευτικὸν σῶμα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, ἀπαρτιζόμενον ἐκ τῶν ἀρχηγῶν τῶν πολεμικῶν ἐπιτελείων καὶ συσκεπτόμενον μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ τὸν διευθυντὴν τῆς λιμενικῆς ὑπηρεσίας. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῶν ἐπιτελείων τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου νὰ συμβουλεύουν, ἀλλὰ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων ἔργον εἶναι νὰ μελετῶσι τοὺς ἐν καιρῷ πολέμου δυναμένους νὰ προκύψωσιν ὅρους, νὰ προπαρασκευάζωσι τὰ πρὸς ἀντιμετώπισιν τούτων δέοντα νὰ ληφθῶσι μέτρα καὶ νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν διὰ τῶν ὀργάνων τῆς λιμενικῆς ὑπηρεσίας, ὑπαγομένων κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν προϊσταμένων τῶν ἁρμοδίων πολεμικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἰδίως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ἄλλο εἶναι ὅτι αἱ ἐπιτελικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ στόλου δέον νὰ ἀκούωσι τὰς ἀντιλήψεις καὶ γνώμας τῶν ὀργάνων τῆς λιμενικῆς ὑπηρεσίας. Διότι νομίζω ὅτι τὰ ἐπιτελεῖα ἐν ταῖς μελέταις των περὶ τῶν δυνατῶν νὰ γίνωσιν ἐν καιρῷ πολέμου δέον νὰ συμβουλεύωνται ἐν γένει ἐκεῖνα τὰ ὄργανα τῶν εἰρηνικῶν ὑπηρεσιῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διαφωτίσουν περὶ τῶν ὅρων, ὑπὸ τοὺς ὁποίους πληρέστερον θὰ ἐπιτύχῃ ἡ παρασκευαστικὴ τοῦ πολέμου ἐνέργεια. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶμαι ἐναντίον τῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ παρεισαγάγωμεν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ ἓν συμβούλιον ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ ἀξιωματικούς, τῶν ὁποίων ἔργον δὲν εἶναι νὰ συμβουλεύουν, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλλωσιν ἐν τῷ κύκλῳ τῶν καθηκόντων καὶ τῆς ἁρμοδιότητός των τὰ μέτρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐν ἀπόψει τῆς εὐοδώσεως πολεμικῆς τινος ἐνεργείας. Μία ἄλλη θεμελιώδης ἀρχή, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ ἀπόσχισις ἐκ τοῦ σώματος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, τῶν λιμενικῶν βαθμοφόρων καὶ ἡ ὀργάνωσις αὐτῶν εἰς ἴδιον στρατιωτικὸν σῶμα. Μὴ εἰσερχόμενος εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν ἄρθρων, θὰ εἶχον νὰ συστήσω, ὅπως τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ νομοσχέδιον, τῆς εἰδικῆς προπαιδεύσεως τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες θ’ ἀποτελέσουν τὸ νέον λιμενικὸν σῶμα, εἰσαγάγουν καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ προκειμένου περὶ τῶν εἰς τὴν ὑπ’ αὐτοὺς ὑπηρεσίαν εἰσερχομένων νέων ὑπαλλήλων. Θεωρῶ μάλιστα ὅτι ἡ προπαίδευσις αὕτη πρέπει νὰ εἶναι γενικὴ δι’ ὅλους ἐν γένει τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους καὶ νὰ γίνεται διὰ κεντρικῆς τινος σχολῆς, ἥτις νὰ προσδίδῃ ἑνιαίαν μόρφωσιν εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν διοίκησιν, διὰ τὴν εἰδικωτέραν δὲ κατάρτισιν νὰ λειτουργοῦν ἀεννάως εἰς ἕκαστον κλάδον ἰδιαίτερα κοῦρσα. Τοῦτο θεωρῶ ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον καὶ θεμελιῶδες διὰ νὰ ἀποκτήσωμεν διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζει τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τοὺς λιμενικοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι ἀνάγκη γενικῶς ὑφισταμένη διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ὅλων τῶν Ὑπουργείων καὶ ὅλων τῶν κλάδων, θὰ ἐξυπηρετηθῇ δὲ καλύτερον διὰ τῆς ἑνιαίας μορφώσεως καὶ διὰ μιᾶς σχολῆς. Τὸ ὑπαλληλικὸν ζήτημα τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐξηντλήθη διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως. Πρὸ ταύτης ἀπαιτεῖται ἡ μόρφωσις τῶν ὑπαλλήλων. Ἐκ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἤκουσα, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω μερικὰς ἐπιφυλάξεις εἴς τινα σημεῖα, ἰδίως ὅμως εἰς τὸ ζήτημα τῆς Ναυτικῆς Τραπέζης. Βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἀφοῦ ἂν καὶ ἄσχετον ἐθίχθη ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα, εὔκαιρον θεωρῶ νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς· Βεβαίως μία Ναυτικὴ Τράπεζα θὰ ἠδύνατο νὰ φανῇ ὑπηρετικὴ εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτικήν, ἀλλὰ δὲν φρονῶ ὅτι ἡ Ναυτικὴ Τράπεζα εἶναι τόσης θεμελιώδους σημασίας, ὅση παρουσιάσθη εἰς ὑμᾶς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κυκλάδων καὶ ἀπὸ τὸν βουλευτὴν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας. Αἱ ἐπείγουσαι οἰκονομικαὶ ἀνάγκαι τῆς ναυτιλίας, κατὰ τὰς ἐμὰς γνώσεις, θὰ ἐξυπηρετοῦντο μᾶλλον διὰ νομοθετήματος προνοοῦντος περὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς θαλασσασφαλείας καὶ ἰδίως περὶ τοῦ κλάδου αὐτῆς τῆς ναυτικῆς ἀλληλασφαλείας. Διότι δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ ἡ Βουλὴ ὅτι ὄχι μόνον δὲν διευκολύνεται παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῆς Ναυτικῆς ἀλληλασφαλείας, ἀλλ’ ἐπεκτεινομένων ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τῶν διατάξεων περὶ ἀσφαλιστικῶν ἐν γένει ἑταιριῶν, δυσχεραίνεται καὶ καθίσταται ἀδύνατος ἡ ἵδρυσις τοιούτων ἀλληλασφαλιστικῶν ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι ὅμως πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ κερδοσκοπικαὶ ἐπιχειρήσεις. Ἐὰν τὸ Κράτος διηυκόλυνε διὰ τῆς νομοθεσίας του τὴν ὀργάνωσιν εὐώνου ἀσφαλείας, θ’ ἀνεκούφιζε σπουδαίως τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν καὶ θ’ ἀπέτρεπε πολλὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα κατὰ μέγα μέρος ὀφείλονται εἰς τὸ γεγονὸς ὅτι ὑπὸ δυσχερεῖς καὶ βαρεῖς ὅρους αὕτη ἐργάζεται. Ὁ προλαλήσας συνάδελφος ἤλεγξε τοὺς Ἕλληνας πλοιοκτήτας, διότι δὲν κρατοῦσιν ἀποθεματικὰ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ζημιῶν των καὶ ἀνανέωσιν τοῦ ὑλικοῦ των. Ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον πρόχειρος. Ὁ κυριώτερος θεσμὸς πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν θαλασσίων κινδύνων εἶναι ἡ ἀσφάλεια. Ἀντιθέτως θὰ ἠδύνατό τις νὰ παρατηρήσῃ ὅτι μία τραπεζιτικὴ ἐνίσχυσις τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, ἐὰν δὲν λειτουργῇ περιεσκεμμένως, μᾶλλον κακοῦ πρόξενος δύναται ν’ ἀποβῇ. Καὶ τὸ παράδειγμα εἶναι πρόχειρον. Νομίζω ὅτι ἡ διευκόλυνσις τῆς ἀγορᾶς παλαιῶν σκαφῶν, ἡ ἀπολήξασα εἰς ναυταπάτας, συμπίπτει μὲ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ ναυτικοῦ κλάδου τῆς Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης. Φοβοῦμαι μάλιστα ὅτι ἡ δρᾶσις τῆς περιφήμου Ναυτικῆς Τραπέζης, τὴν ὁποίαν ἐσχεδίαζεν ὡς Ὑπουργὸς ὁ βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, μακρὰν τοῦ νὰ σημάνῃ ὑγιᾶ ἐνίσχυσιν τῆς ναυτιλίας, δὲν θὰ ἦτο τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνον εἷς τρόπος ταμιακῆς ἐνισχύσεως τῆς Ἀθηναϊκῆς Τραπέζης, εἰς βάρος τῆς ναυτιλίας, ἓν σχέδιον δηλ. ὅμοιον πρὸς τὸ περίφημον δάνειον τῆς ἐκριζώσεως. Συνοψίζων λέγω ὅτι σήμερον τοὐλάχιστον ἡ ἐμπορική μας ναυτιλία δὲν πάσχει οὐσιωδῶς διὰ τὴν ἔλλειψιν κεφαλαίων. Προκειμένου ν’ ἀποκτηθοῦν νέα πλοῖα, εὑρίσκονται κεφάλαια, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, ἐν τῇ ξένῃ. Ἰδίᾳ ἡ Ἀγγλία παρέχει τοιαῦτα καὶ σχετικῶς εὐθηνά, ἀρκετὰ εὐθηνά. Ἄλλως τε καὶ μία Τράπεζα ἱδρυθησομένη, πόθεν θὰ λάβῃ κεφάλαια, προκειμένου πάντοτε περὶ μεγάλων κεφαλαίων, ἱκανῶν νὰ ἐξυπηρετήσουν τὴν διὰ νέων πλοίων ἐνίσχυσιν τοῦ ἐμπορικοῦ μας στόλου; Μήπως ἐκ τοῦ ἑλληνικοῦ ἀποταμιεύματος; Δὲν τὸ ὑποθέτω. Διὰ τοῦτο, χωρὶς βεβαίως νὰ εἴπω ὅτι δὲν θὰ ἐξυπηρετήσῃ σκοπόν τινα μία εἰδικὴ Ναυτικὴ Τράπεζα, ἂν καὶ δὲν γνωρίζω νὰ ὑπάρχουν εἰδικαὶ ναυτικαὶ τράπεζαι εἰς ἄλλα μέρη, ὑποστηρίζω, ὅτι σπουδαίαν ἐξυπηρέτησιν θὰ παράσχῃ εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν ἡ ταχίστη ὀργάνωσις θαλασσίου ἀσφαλείας καὶ ἐκ τῶν πρώτων ἡ ἐπίτρεψις τοῦ ἀλληλασφαλιστικοῦ κλάδου. Βεβαίως καὶ ἄλλων πραγμάτων ἔχει ἀνάγκην τὸ ἐμπορικόν μας ναυτικόν, ἀλλὰ τὸ σπουδαιότερον ἐξ ὅλων ἦτο νὰ ἀποκτήσῃ ἕνα πατέρα, διότι τοιοῦτον δὲν εἶχεν ἕως τώρα. Ἐζήτησεν ὁ προλαλήσας συνάδελφος τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν ἐμποροπλοιάρχων, ὥστε νὰ γίνουν, ὡς εἶπεν, οἰκοκύρηδες. Ἀλλὰ πολὺ δικαιότερον ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία θὰ ἠδύνατο νὰ διατυπώσῃ τὴν ἀξίωσιν πρὸς τὸ Κράτος, ὅπως δώσῃ εἰς αὐτὴν ἕνα πατέρα, ἕνα οἰκοκύρην διὰ νὰ τὴν διευθύνῃ καὶ νὰ τὴν στεγάζῃ. Τοῦτο γίνεται σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ σπουδαιότερος κλάδος τῆς παραγωγῆς μας ἀποκτᾷ ἰδικόν του οἶκον καὶ οἰκοκύρην. Αὐτὸ εἶναι τὸ σημαντικὸν καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου.
§141Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐπὶ τῶν λεχθέντων ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἐξαγωγῆς καὶ τῆς ἐπανεξαγωγῆς ἐμπορευμάτων». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω, συναινούσης τῆς Βουλῆς, ἡ ἄλλη συνεδρίασις νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν, διὰ νὰ παρακληθοῦν αἱ Ἐπιτροπαὶ νὰ συμπληρώσουν τὴν ἐργασίαν των οὐ μόνον ἐπὶ τῶν ἤδη ὑποβεβλημένων νομοσχεδίων, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν σήμερον ὑποβληθέντων δικαστικῶν τοιούτων.
§144Α. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Νὰ ψηφίσωμεν, κύριε Πρόεδρε, σήμερον καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθ. 5 «περὶ τῶν ὁμογενῶν προσφύγων».
§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς ψηφισθῇ καὶ αὐτό.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀναγνωρίσεως ὁμογενῶν προσφύγων ἐπιστημόνων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Ὁ κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸς ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «Περὶ διδακτικῶν βιβλίων». 2) «Περὶ συντάξεως καὶ ἐκδόσεως Ἐθνικῆς Βιβλιογραφίας 1821–1921». 3) «Περὶ Ἀκαδημαϊκοῦ Γυμναστηρίου, Διδασκαλείου Γυμναστικῆς καὶ Σχολικῶν Γυμναστικῶν Συλλόγων». 4) «Περὶ Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης». 5) «Περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ Νόμου περὶ ἱδρύσεως Διδασκαλείου». καὶ 6) «Περὶ ἱδρύσεως Ἀστικοῦ Σχολείου Θηλέων». —Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν στέργῃ, συμφώνως τῇ προτάσει τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι αὐτῆς μέχρι τῆς 5ης μ. μ. τῆς προσεχοῦς Δευτέρας.
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρᾳ 7 μ. μ.).