1914.12.19
3.968 στίχοι · 30.844 λέξεις · 106 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 71
Τῆς 19 Δεκεμβρίου 1914.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
(Ὥρᾳ 4.10′ μ. μ.)
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: — Ὁ ἐκ Πατρῶν Ἀναστάσιος Σίφαντος, πρώην ἀστυφύλαξ, παρακαλεῖ ὅπως τῷ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. —Οἱ ἐργάται καὶ ἐργάτιδες καπνοκοπτηρίου Θεσσαλονίκης παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῶν καπνεργατῶν Ἀθηνῶν. — Ὁ Μενέλαος Ἐμμανουϊλίδης, ἀργυραμοιβὸς ἐν Θεσσαλονίκῃ, παραπονεῖται κατὰ τῆς ἐκεῖ ἀστυνομίας. — Ὁ Ἀθανάσιος Πετσακόπουλος, ἔμπορος ἐν Μεσοβούνῳ, παρακαλεῖ ὅπως ἀποκτήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν ὑπηκοότητα. —Οἱ κάτοικοι Κάτω Διμηνίου παρακαλοῦσιν ὅπως συστηθῇ ἐκεῖ σχολεῖον. — Ἡ κοινότης Καρδιακάφτη παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ὁδοῦ Καρδιακάφτη–Καβάσιλα. — Οἱ Τοῦρκοι διδάσκαλοι Κρήτης παρακαλοῦσιν ὅπως ἐξισωθῶσι μὲ τοὺς συναδέλφους των χριστιανούς. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Τὰ πέντε πρῶτα σύνολα δὲν διενεμήθησαν. —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ σηματοτηλεγράφων». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 50 τοῦ νόμου 281 περὶ σωματείων διορίας». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσδιορισμοῦ ἐτησίας χορηγίας εἰς τὰς ἐν Καλάμαις πρώην μοναχὰς τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πειθαρχικῆς δικαιοδοσίας κατὰ τῶν μελῶν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νόμου ͵ΒΥΞΕʹ τοῦ 1897 ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 260 τοῦ 1914». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). —Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Λατομείων», (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «πρὸς διάθεσιν τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων ἐσόδου ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων».
§2Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ αὐτὸ νὰ ἀναβληθῇ.
§3Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ, διότι μία τροπολογία μου δὲν διενεμήθη.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεβλήθη. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ τοῦ δήμου Θεσσαλονίκης». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 14 ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς τὴν Χριστιανικὴν Κοινότητα Ἡρακλείου παραχωρηθέντος γηπέδου τοῦ Δημοσίου πρὸς ἀνέγερσιν Πτωχοκομείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑγειονομικῶν μέτρων πρὸς καταστολὴν ἐμφανισθείσης πανώλους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδοχῶν ἀνδρῶν ἐφεδρείας τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διατιθεμένων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναθέσεως διαχειρίσεων Ἀστυνομικῶν Διευθύνσεων εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τῆς Χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 19 ἀναβάλλεται. — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Τάγματος τιμῆς ὑπὸ τὸ ὄνομα Τάγμα Γεωργίου τοῦ Αʹ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 21 ἀναβάλλεται. — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Τὰ λοιπὰ μέχρι τῶν προϋπολογισμῶν ἀναβάλλονται. Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὁ κ. Κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§5Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριοι βουλευταί, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀριθμούς, αὐτοὶ ἐξηντλήθησαν σχεδὸν ἀπὸ τοὺς προλαλήσαντας, ἑπομένως δὲν ὑπολείπεται σχεδὸν τίποτε νὰ εἴπῃ τις περὶ τῶν ἀριθμῶν, εἰμὴ μόνον περὶ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον πάντες οἱ προλαλήσαντες, εἴτε φίλοι τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε μή, ἐξήγγειλαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὸ ὁποῖον ἄλλως τε κατὰ μικρὰν προσέγγισιν πρὸς τὴν ἀλήθειαν ἢ μᾶλλον κατὰ μεγάλην πρὸς αὐτὴν προσέγγισιν, ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἑπομένως ὡς πρὸς τοὺς ἀριθμοὺς δὲν βλέπω τί εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῇ. Μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐκ Τρικκάλων, ὁ ὁποῖος ὡμολόγησεν ὅτι ὑπάρχει νόσος τις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, ἐννοῶν φυσικὰ τὴν νόσον τοῦ ἐλλείμματος, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο δὲν θὰ ἰσχυρίζηται ὅτι ἔκαμε καμμίαν ἐφεύρεσιν, δεδομένου ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ ὡμολόγησεν. Ἠθέλησε μάλιστα νὰ χαρακτηρίσῃ τὴν νόσον καὶ τὴν ἀπεκάλεσεν ὀξεῖαν. Καὶ αὐτὸ οὐδεὶς τὸ ἀμφισβητεῖ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ ὁμολογεῖ. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι τὸ «ὀξεῖα» ὁ κ. βουλευτὴς τὸ λέγει κατ’ ἀντίθεσιν τῆς χρονίας, ἐνῷ ἡμεῖς δεχόμεθα ὅτι ἡ νόσος εἶναι ὀξυτάτη, ἀσχέτως πρὸς οἰανδήποτε ἀντίθεσιν. Ἑπομένως τὸ φάρμακον ἔπρεπε νὰ ὑποδείξῃ καὶ ὄχι τὸν χαρακτῆρα τῆς νόσου. Τὸ φάρμακον δέ, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπέδειξεν ἡ Κυβέρνησις καὶ οἱ φίλοι της, ἐρωτᾶται τίς θὰ τὸ ὑποδείξῃ; Ἀναγκαίως ἢ θὰ καταφύγωμεν εἰς δάνεια ἢ εἰς φορολογίας. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καρδίτσης, ὄχι μόνον ὡμολόγησε τὰ δάνεια, ἀλλ’ εὑρῆκε καὶ τὰ χρήματα καὶ εἶπε τί θὰ κάμωμεν αὐτὰ τὰ χρήματα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προεξέχει εἶναι ποῦ θὰ εὕρωμεν τὰ χρήματα, διότι ἅμα τὰ εὕρωμεν, βεβαίως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι θὰ χρησιμοποιηθοῦν. Τὸ ζήτημα εἶναι ποῦ εἶναι τὰ χρήματα αὐτά; Ἐλησμόνησεν ὁ κ. βουλευτὴς ὅτι εὑρισκόμεθα πρὸ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ἐλησμόνησεν ὅτι μετὰ πάροδον Κύριος οἶδε πόσων ἐτῶν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀνοιχθῇ ἡ ἀγορὰ τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ δανείσῃ χρήματα, ὄχι πλέον εἰς τὰ μεγάλα Κράτη, τὰ ἐμπόλεμα, τὰ ἐξερχόμενα κατόπιν ἐρειπίων, ἀλλὰ εἰς τὰ μικρά. Ποῦ θὰ εὑρεθοῦν αὐτὰ τὰ χρήματα; Ὑπῆρχε μία ἐλπὶς νὰ εὑρεθῶσι τὰ χρήματα αὐτὰ ἐσωτερικῶς καὶ θὰ εὑρίσκοντο ἐσωτερικῶς, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐλάμβανε μέτρα προκειμένου περὶ ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διὰ τὰς Νέας Χώρας, ἀλλὰ τοιαῦτα μέτρα δὲν ἐλήφθησαν. Ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ τὴν πολιτικὴν τῆς μιᾶς ἐκδοτικῆς Τραπέζης. Βεβαίως ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ἔχοντα οἰκονομικὰ ἀνθηρά, ἀκολουθοῦσιν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν καὶ ὅλα ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἐκδοτικῆς Τραπέζης ὑπερμαχοῦσιν, ἀλλὰ τὰ Κράτη αὐτὰ ἐξελίχθησαν εἰς τὸ σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐξελίχθησαν μέχρι σήμερον καὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην ἄλλων Τραπεζῶν, διότι τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ κερδοσκοπία ἐπὶ τοῦ χρήματος μόνα ἐφρόντιζον νὰ ἱδρύσωσι τὰ ἱδρύματα αὐτά, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται ὄχι μόνον διὰ τὸ ἐμπόριον ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν Κυβερνήσεων· ὅταν ὅμως μία Κυβέρνησις εὑρίσκηται εἰς κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις πρὸ τῆς κεκλεισμένης ἐξωτερικῆς ἀγορᾶς, ἀναγκαστικῶς θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ δοκιμάσῃ τὴν ἐσωτερικὴν ἀγοράν, ἕνεκα τούτου δὲν ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ ἄλλως πως παρὰ μόνον τὴν ἐγκαθίδρυσιν ἐν Ἑλλάδι συστήματος, τὸ ὁποῖον καὶ ἐν ἄλλαις χώραις εἰς ὁμοίας ἀνωμάλους περιστάσεις ἐφηρμόσθη, τὸ σύστημα τῶν πολλαπλῶν Ἐθνικῶν ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν. Εἶχον τὴν τιμὴν ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν ἡ Ἀμερικανικὴ Συμπολιτεία, ὅταν εὑρέθη εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, μεταξὺ βορείων καὶ νοτίων, ἄνευ χρημάτων καὶ μὲ κολοσσιαίας δαπάνας, ἔκαμε τὸ σύστημα τῶν πολλαπλῶν ἐκδοτικῶν Ἐθνικῶν Τραπεζῶν καὶ διὰ τοῦ συστήματος τούτου συνεκέντρωσεν ἐκ τῶν χρεωγράφων τοῦ Κράτους τὰ διαθέσιμα κεφάλαια ὅλα δι’ ἐμπορικὰς ἐπιχειρήσεις, διότι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν χρεωγράφων ἔδιδε τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως χαρτονομίσματος εἰς οἱονδήποτε, ὁ ὁποῖος θὰ κατέθετεν ἓν ὡρισμένον κεφάλαιον εἰς χρεώγραφα τῆς Κυβερνήσεως καὶ δι’ αὐτῶν θὰ ἦτο ἐγγυημένη ἡ πληρωμὴ τῶν χαρτονομισμάτων, τὰ ὁποῖα ἑκάστη Τράπεζα θὰ ἐξέδιδε. Διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ ἠδυνήθη ἡ Ἀμερικανικὴ Συμπολιτεία νὰ τοποθετήσῃ μέγα μέρος τῶν ἐσωτερικῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ἐπὶ πλέον εὐεργετήσασα τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν τῆς χώρας της, διότι εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ὅσαι περισσότεραι Τράπεζαι ὑπάρχουσιν εἰς ἓν Κράτος, τόσας περισσοτέρας πιστώσεις ἔχει τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία καὶ ἑπομένως τόσας μεγαλυτέρας εὐκολίας ἔχουσιν οἱ ὁπωσδήποτε ἔχοντες χρηματοληψίας μὲ τὰς ἀγοράς, ἐνῷ διὰ τοῦ συστήματος τῆς ἑνιαίας ἐκδοτικῆς Τραπέζης καὶ μάλιστα μιᾶς Τραπέζης, ἡ ὁποία συστηματικῶς προσπαθεῖ νὰ κρατήσῃ μονοπώλιον καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέπῃ ζωὴν καὶ εὐημερίαν εἰς παρόμοια ἄλλα ἱδρύματα. Τὸ ἐμπόριον πάσχει, ὑποφέρει, δὲν δύναται νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ βιομηχανία, διότι μία Τράπεζα, ὁσονδήποτε καὶ ἂν θέλῃ νὰ εὐρύνῃ τὸν κύκλον της, δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ καὶ ἑπομένως ὁ ἔμπορος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἀναπτύξῃ τὰς ἐργασίας του, δὲν δύναται νὰ ἀποτανθῇ ἀλλαχοῦ παρὰ ἐκεῖ καὶ μόνον, διότι μόνον αὐτὴ ἡ Τράπεζα τοῦ δίδει. Ἑπομένως ἔχομεν τὸ μέγιστον ἐλάττωμα τῆς μιᾶς Τραπέζης, ἐλάττωμα τὸ ὁποῖον ὄχι μόνον ἀπὸ ἀπόψεως ἐμπορικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως Κυβερνητικῆς σήμερον ἐμφανίζεται εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ θελήσῃ νὰ εὕρῃ χρήματα δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ τὰ εὕρῃ μετὰ τῆς εὐκολίας ἐκείνης, τὰ ὁποῖα ὅμως θὰ εὕρισκεν ἐὰν ἐνομοθέτει τοιαῦτα μέτρα, τὰ ὁποῖα νομοθετοῦνται καὶ ἀλλαχοῦ, ὅταν τὰ Κράτη εὑρέθησαν ὑπὸ τὰς περιστάσεις ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα ἡμεῖς σήμερον. Ἑπομένως καὶ ἂν εἰς τοῦτο ἀποδειχθῇ ὅτι εἶχε ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀκολουθήσῃ δανειστικὴν πολιτικὴν εὐθὺς κλείουσα τὰς θύρας τῆς πιστώσεως, κλείουσα τὰς θύρας εἰς τὸ κεφάλαιον, καὶ διὰ τῆς μεθόδου αὐτῆς θὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ ὄχι μόνον ἕνα ποσὸν χρηματικόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησιμοποίει διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ θὰ ηὐκόλυνε τὸ ἐμπόριον καὶ τὴν βιομηχανίαν τὴν ἑλληνικήν. Τοιαῦτα ὅμως μέτρα δὲν βλέπομεν λαμβανόμενα, ἑπομένως καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι ταῦτα ἐλαμβάνοντο, πάλιν δὲν θὰ ἀπεκλείετο ἡ φορολογία, διότι καὶ τῶν δανείων αὐτῶν θὰ εἶχεν ἀνάγκην καὶ τοκοχρεωλυσίων καὶ εἰσφορῶν, αὐτὰς δὲ τὰς εἰσφορὰς δὲν τὰς βλέπομεν ποῦ τὰς εὑρίσκει ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ὑποδεικνύει τὰ μέσα. Δὲν εὑρισκόμεθα, κύριοι, πρὸ οὐδενὸς δημοσιονομικοῦ συστήματος τῆς Κυβερνήσεως· ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐδόθησαν αἱ ἐπαγγελίαι περὶ μεταβολῆς τοῦ δασμολογίου, ἀλλὰ τὸ δασμολόγιον εἶναι ἕνα στοιχεῖον τοῦ συστήματος, δὲν ἀποτελεῖ τὸ πᾶν καὶ μὲ τὰς ἐπαγγελίας αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν περὶ ἐλαττώσεως τοῦ δασμοῦ καὶ προστασίας τῶν βιωσίμων μόνον βιομηχανιῶν βλέπομεν ὅτι κατελήξαμεν εἰς συμπέρασμα περίεργον, ὅτι δηλαδὴ ἀπὸ τὰς μὴ βιωσίμους βιομηχανίας κτυπᾶται μόνον ἡ βιομηχανία τῆς μελάνης καὶ ἡ βιομηχανία τῶν βερνικίων διὰ ὑποδήματα, αὐταὶ μόνον αἱ βιομηχανίαι εὑρέθησαν καὶ αὐτῶν ἐλαττοῦται ὁ δασμός, διότι περὶ δασμοῦ τοῦ κηροῦ δὲν δύναται νὰ γίνῃ ὁμιλία. Ὥστε στοιχεῖον τελείως ἀσημάντου συστήματος μᾶς παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις ἐδῶ καὶ πραγματικῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν πῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν στοιχείων αὐτῶν θὰ δυνηθῇ νὰ περισυλλέξῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Τὰς ἐλαττώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέφερεν εἰς εἴδη τινὰ τοῦ δασμολογίου, δὲν θὰ τὰς ἐπαναφέρῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὅπως ἀπαιτῇ πραγματικῶς ἡ ἀνάγκη τῆς ἐθνικῆς ἀγορᾶς, διότι βλέπομεν καὶ τὴν ζάκχαριν· ναὶ μὲν κατεβιβάσθη εἰς σημεῖον ἀρκετὰ σημαντικόν, ὄχι ὅμως τόσον πολὺ σημαντικόν, ὥστε νὰ ἀποτελέσῃ πράγματι ἡ ζάκχαρις ἓν στοιχεῖον ἀναπτύξεως βιομηχανιῶν, καὶ ἠδύνατο νὰ εἶναι δυνατὸν τοιοῦτον μέτρον, ὥστε πραγματικῶς νὰ ἀποτελέσῃ μίαν βάσιν ἀναπτύξεως βιομηχανίας ἐν Ἑλλάδι. Ὁ δασμὸς τῆς ζακχάρεως κατηργήθη μόνον ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως, διὰ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ περιστολὴ τοῦ λαθρεμπορίου καὶ ἑπομένως ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους· ὀφείλομεν δὲ νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἐπέτυχε τὴν καταστολὴν τοῦ λαθρεμπορίου τῆς ζαχάρεως, διότι δὲν συμφέρει μὲ τὴν τιμὴν αὐτὴν νὰ γίνῃ λαθρεμπόριον· τὸ καθῆκον ὅμως τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι μόνον νὰ αὐξάνῃ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι νὰ καθιστᾷ ἐκ παραλλήλου δυνατὴν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν βιομηχανιῶν καὶ τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ὠφελοῦνται ἐκ τῆς τοιαύτης καταργήσεως τοῦ δασμοῦ, νὰ δύνανται δὲ νὰ ὠφεληθῶσιν καὶ ἄτομα καὶ Κράτος. Τουλάχιστον καὶ διὰ τοὺς δύο φόρους περὶ ἐλαττώσεως τῆς ζακχάρεως, ὅταν ἔφερε τὸ νομοσχέδιον ἡ Κυβέρνησις, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὰς παρατηρήσεις αὐτάς, ἀλλὰ δὲν ἠκούσθην. Βεβαίως δὲν ζημιοῦται πλέον ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὸ γενόμενον ἐμπόριον, ἀλλὰ καὶ δὲν ὠφελεῖται ἀπὸ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐγίνοντο ἐὰν κατεβιβάζετο ὁ δασμὸς τῆς ζακχάρεως εἰς τὸ σημεῖον αὐτό, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἀνάπτυξις μεγάλης βιομηχανίας καὶ νὰ ὠφελῆται τὸ Κράτος, διότι εἶναι γνωστόν, ὅτι πλεῖστα ὅσα προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ ἀποτελοῦσι πολύτιμον βιομηχανίαν, ἐν Ἑλλάδι μένουσιν ἄχρηστα καὶ δὲν χρησιμοποιοῦνται καθόλου, διότι ὁ λαὸς δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ ἀναπτύξῃ τὰς μικράς, τὰς ἐλαχίστας βιομηχανίας, αἱ ὁποῖαι ἐν συνόλῳ ἀποτελοῦσι μεγάλην παραγωγήν, οἷα εἶναι ἡ βιομηχανία τῆς κατασκευῆς εἰδῶν, βάσιν ἐχόντων τὴν ζάκχαριν, ἰδίως δὲ τὴν τῶν καρπῶν, οἵτινες τόσον ἀφθονοῦσι καὶ ἐν τούτοις μένουσι κατὰ μέγα μέρος ἄχρηστοι. Ἑπομένως καὶ εἰς τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι μονομερῶς καὶ ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἐτήρησε τὰς ἐπαγγελίας αὐτῆς, τοῦτο δὲ κυρίως, διότι δὲν ἔχει πρὸ αὐτῆς ὁλόκληρον σύστημα ἕτοιμον νὰ ἐφαρμόσῃ, ἴσως πειραματίζεται· ἀλλ’ ἐρωτᾶται: εἶναι δυνατὸν ὁ πειραματισμὸς αὐτὸς νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ σοβαρὸς ἐκ μέρους μιᾶς Κυβερνήσεως ὁ πειραματισμὸς διὰ νὰ διορθωθῶσι τὰ τοῦ δασμολογικοῦ τούτου συστήματος; Ἔχομεν ἤδη ἀποτελέσματα τῶν συστημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐφηρμόσθησαν εἰς ἄλλα Κράτη καὶ ἔχομεν πλήρη γνῶσιν τῶν ἐθίμων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, τῶν κλιματολογικῶν αὐτοῦ ὅρων, τῶν γεωγραφικῶν αὐτοῦ ὅρων, τῆς χαρτογραφικῆς καταστάσεως. Ἐὰν θέλωμεν νὰ παραβάλωμεν τὴν Ἑλλάδα μὲ οἱονδήποτε Κράτος, τὸ ὁποῖον ὁμοιάζει ὑπὸ ὁμοίας ἐπόψεις, θὰ ἴδωμεν ὅτι εἰς τὰ Κράτη αὐτὰ μετεφέρθη τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ἀνέπτυξαν κολοσσιαίαν ἐμπορικὴν ἐργασίαν, τοὐναντίον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς ἀντιθέτου συστήματος, ἐπῆλθε πλήρης καταστροφὴ ὄχι μόνον πρὸς περιορισμὸν τῶν ἐργασιῶν ἀλλὰ καὶ τοῦ ἐκπολιτισμοῦ ἀκόμη τῆς χώρας, ὥστε νὰ εὑρισκώμεθα πρὸ ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐκπλήσσουν. Τοιοῦτον ἀκριβῶς ὑπῆρξε τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον κατὰ πρῶτον ἐφηρμόσθη ἐν Ἑλλάδι τὸ 1882. Ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν μετὰ τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἔφερεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ Καποδίστριας, προϋπολογισμὸς ἐρειδόμενος ἐπὶ συστήματος δὲν ὑπῆρξε εἰμὴ μόνον ὁ τοῦ ἔτους 1882. Ἀπὸ τὸ 1828 μέχρι τοῦ 1882 ἡ Ἑλληνικὴ διοίκησις εἰσάγει ἐν Ἑλλάδι διὰ πρώτην φορὰν σύστημα. Τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ γνωρίζομεν, εἶναι τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μετὰ δεκαετίαν κατέπεσε καὶ κατέπεσεν οἰκτρῶς, διότι δὲν ἦτο ἀκριβῶς σύμφωνον μὲ τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους ἀπῄτει ὁ ἑλληνικὸς λαός, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶχε τὸ προσόν, ὅτι ἦτο ἓν σύστημα. Εἰς τὰ 1882 ὁ Κυβερνήτης ἐκεῖνος εὗρε τὴν Ἑλλάδα μεγαλυνθεῖσαν διὰ τῆς Θεσσαλίας καὶ τοῦ μέρους ἐκείνου τῆς Ἠπείρου, ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο χώρα πτωχή, ἦτο μία χώρα ἐμπορικῶς καὶ οἰκονομικῶς κατεστραμμένη, διότι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἡ ἱστιοφόρος ναυτιλία ἔπαυσε νὰ εἶναι πλουτοπαραγωγὸς διὰ τὸ Κράτος πηγή, ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἀτμοπλοΐας, ἔπαυσε εἰσαγόμενος εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ χρυσός, τὸν ὁποῖον τὸ Κράτος εἶχε ἀνάγκην καὶ ἑπομένως βλέπομεν μίαν ἐποχήν, ἡ ὁποία εἶναι πραγματικῶς δυστυχὴς δι’ ὅλον τὸν τόπον. Ἐνομίσθη τότε ὅτι ἔπρεπε νὰ δοθῇ προσοχὴ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὅσον ἀφορᾷ τὴν οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν τοῦ τόπου διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ὁ τόπος παρήγαγε καὶ διέθετε, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ δοθῇ μία ὤθησις εἰς τὴν ἀνάπτυξιν ἐργασίας διὰ νὰ ἐξυψωθῇ ἡ οἰκονομικὴ εὐημερία τοῦ Κράτους. Καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν δύο ἀρχῶν ἐνεφανίσθη πρὸ τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους τὸ τότε συνταχθὲν δασμολόγιον, τὸ ὁποῖον ἔθετε ἀπαγορευτικοὺς δασμοὺς εἰς πλεῖστα ὅσα προϊόντα διὰ νὰ παύσουν νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ νὰ παύσῃ νὰ ἐξάγηται χρῆμα καὶ τὸ χρῆμα αὐτὸ νὰ κυκλοφορῇ ἐπιτοπίως. Ἐπὶ πλέον δὲ ἐδόθη μία ὤθησις εἰς μίαν ἀνάπτυξιν βιομηχανίας, ἡ ὁποία μάτην ἐζήτει τὴν προστασίαν εἰς αὐτὰ τὰ μέτρα, διότι ἡ βιομηχανία αὕτη εὕρηκε προστασίαν ἐκ τῆς νομισματικῆς διαφορᾶς, ἐπαυξανούσης τὰ κέρδη της. Ἐν τούτοις μόλις ἡ νομισματικὴ διαφορὰ ἐξέλιπε, ὄχι μόνον δὲν ἠδυνήθη νὰ ζήσῃ, ἀλλὰ ἐβλέπομεν, παρ’ ὅλον τὸν προστατευτικὸν δασμόν, τὸν ὁποῖον εἶχε, εἰσαγόμενα ἐν Ἑλλάδι ἀλλοδαπὰ προϊόντα συναγωνιζόμενα τὰ ἐγχώρια μὲ τὰς αὐτὰς τιμάς. Ἑπομένως καὶ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ δημοσιονομικόν, τὸ ἐφαρμοζόμενον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, δὲν βλέπομεν παρὰ μίαν ἀποτυχίαν πλήρη, διότι οἱ ὅροι αὐτοὶ δὲν εἶναι ἀκριβεῖς, δι’ ὧν θὰ ἠδύνατο νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ Κράτους καὶ δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, διότι δὲν ἐπρόσεξαν τότε ὅτι ὁ κύριος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος εὐημέρει, ἦτο κυρίως ἡ ναυτιλία καὶ ἡ γεωργία. Ἐκ τῶν δύο τούτων λόγων εἶχον τὴν μετανάστευσιν, ἡ ὁποία ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων ὑπάρχει εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἐγένετο τότε ἀθρόα ὅπως γίνεται σήμερον, ἀλλ’ ἐγένετο πάντοτε, ἑπομένως ὑπῆρχε πάντοτε εἰσαγωγὴ χρυσοῦ. Συνέβη δὲ τὸ περίεργον τότε ἀπὸ τοὺς οἰκονομολόγους ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι τοιοῦτον ἐμπορικὸν ἰσοζύγιον καὶ μίαν καταπληκτικὴν διαφορὰν μεταξὺ εἰσαγωγῆς καὶ ἐξαγωγῆς, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐξηγήσωσι πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ λαὸς ὁ εὐημερῶν νὰ εἰσάγῃ προϊόντα κατὰ 20.000.000 δρχ. ἀνωτέρας ἀξίας ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξήγαγεν. Ὑπῆρχον οἱ λέγοντες ὅτι τὴν νομισματικὴν ἔλλειψιν αὐτὴν τὴν καλύπτει ὁ τόπος ἀπὸ τοὺς ξένους οἱ ὁποῖοι ἔρχονται. Φαντασθῆτε, κύριοι, εἰς τί σημεῖον ὑπῆρχον αἱ οἰκονομολογικαὶ θεωρίαι τὴν περίοδον ἐκείνην. Πάντες εἶχον λησμονήσει, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶχεν εὕρῃ τὸν τρόπον νὰ εἰσαγάγῃ χρῆμα καὶ χρῆμα περισσὸν εἰς τὸν τόπον, τὸ ὁποῖον ἐκάλυπτε τὴν διαφοράν, ἣν εἶπον. Ἐν τούτοις εἰς τὴν ναυτιλίαν οὐδεμία ἐδίδετο προσοχή, μολονότι ἤδη ἤρχισεν ἀναλαμβάνουσα τὴν παλαιὰν εὔκλειαν καὶ ὅτε κατώρθωσε νὰ φθάσῃ εἰς ἀριθμὸν τόννων καὶ πλοίων σημαντικόν, τότε εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς κατεδείχθησαν τὰ ἀποτελέσματα καὶ εὐθὺς ἤρχισε καταπίπτον τὸ νόμισμα ὥστε νὰ φθάσῃ εἰς ἰσοτιμίαν. Καθ’ ἣν στιγμὴν δὲ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς συνεμερίσθη τὴν τύχην τοῦ Κράτους καὶ ἐστερήθη καὶ αὐτὸς ἐκ τῆς δυσπραγίας του, βλέπει τὸ φαινόμενον, ὅτι ἀκριβῶς τὴν στιγμὴν ἐκείνην τείνει πρὸς ἐξίσωσιν μὲ τὴν τιμὴν τοῦ χρυσοῦ. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι εἶναι ἀποκλειστικὸν ἔργον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι οὐδεμία Κυβέρνησις συνέτεινεν εἰς τοῦτο, διότι αἱ Κυβερνήσεις δὲν δύνανται νὰ δημιουργήσωσι τὸν πλοῦτον, ἀλλ’ ἁπλῶς τὸν διαρρυθμίζουσιν, ἀλλὰ διὰ νὰ τὸν διαρρυθμίσωσιν ἔπρεπε νὰ τὸν εὕρωσι καὶ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος τὸν εὑρίσκει εἶναι μόνος ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἠκολουθήθη τὸ πρόγραμμα τοῦτο διὰ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ λαοῦ, παραλλήλως ἐθεωρήθη σκόπιμον νὰ ἀρχίσῃ ἡ εἰσροὴ ξένου χρήματος ὑπὸ τὴν μορφὴν δανείων διὰ τὴν ἀνάπτυξιν ὅλων ἐκείνων τῶν πλουτοπαραγωγῶν πόρων, τοὺς ὁποίους ἐνόμισε τότε ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίξωσι διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ Κράτους. Εἰσήχθη ἡ δανειστικὴ πολιτική, ὅλα ἐκεῖνα τὰ χρήματα ἐξωδεύθησαν εἰς διαφόρους ἐργασίας, αἵτινες ἐπρόκειτο νὰ γίνωσι καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσωσι μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν τὰ ἀποτελέσματά των. Καὶ μετὰ πάροδον δέκα μόλις ἐτῶν ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἰσήχθη τὸ σύστημα αὐτό, τὸ ἀφ’ ἑνὸς μὲν προστατευτικὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ δασμολογίου καὶ τῆς προστασίας τῆς ἐγχωρίου παραγωγῆς, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δημιουργίας πλουτοπαραγωγοῦ πηγῆς διὰ τῆς χρησιμοποιήσεως δανείων — καὶ εἴδομεν ποῖα ἀποτελέσματα εἶναι — καὶ ἠκούσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸ «ἐπτωχεύσαμεν» ὑπὸ τὰ χειροκροτήματα τῆς Βουλῆς, διότι πάντοτε ἡ ἀφοσίωσις εἰς τὰ πολιτικὰ πρόσωπα ἐν Ἑλλάδι φθάνει μέχρι σημείου, ὥστε καὶ αὐτὰ τὰ λάθη νὰ χειροκροτῶνται ἀντὶ νὰ παρέρχωνται τοὐλάχιστον ἐν σιωπῇ. Ἀσχέτως τούτου βλέπομεν καὶ κἄτι τι ἀνάλογον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη σήμερον· ἡνώθη ἡ Θεσσαλία, μία χώρα πλουσία, ἐν τούτοις αἱ δαπάναι αἵτινες ἐπεβλήθησαν εἰς τὸ Κράτος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς Θεσσαλίας προεξώφλησαν ὅλα τὰ εἰσοδήματα τῆς χώρας ἐκείνης, τοὐλάχιστον διὰ μίαν εἰκοσιπενταετίαν καὶ οὕτω ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν ἀπολύτως εἶχε νὰ ὠφεληθῇ. Μία ἀπὸ τὰς πρώτας μερίμνας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἦτο ἡ χρησιμοποίησις τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν, ὅπως ὁλόκληρος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἐπόθει καὶ ὅπως ὅλοι ἤθελον. Καὶ πραγματικῶς εἰς τὰ ὅσα χρηματικὰ ποσὰ διετέθησαν διὰ τὸν στρατόν, ἐτέθησαν βάσεις ὀργανώσεως στρατιωτικῆς τῆς χώρας, ἱδρύθησαν σχολαὶ στρατιωτικαὶ πρὸς μόρφωσιν ἀξιωματικῶν καὶ προέβη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἰς πλείστας ὅσας δαπάνας καὶ πλείστας ὅσας μερίμνας διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν τῆς χώρας, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς στιγμῆς εἶδον ὅτι τὸ οἰκονομικὸν αὐτὸ πρόγραμμα ἀπετύγχανε, ἤρχισαν ἀπὸ αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ εἰς διάλυσιν· καὶ ἐνθυμούμεθα ὅλοι, κύριοι, ὅτι ἡ μόνη οἰκονομία, ἥτις ἐστάθη δυνατὸν νὰ γίνῃ ἐπὶ προϋπολογισμοῦ αὐξηθέντος ἀπὸ 50.000.000 εἰς 86.000.000, ἦτο ἡ κατάργησις τῶν στρατιωτικῶν μουσικῶν, δηλαδὴ μία δαπάνη 380.000 δρ. κατ’ ἔτος, ὁ στρατὸς διελύθη, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐτοποθετήθησαν εἰς τὴν στρατιωτικὴν ἀστυνομίαν. Καὶ οὕτω κατήντησαν τὰ ἔργα, ἅτινα ἐδημιούργησε ὁ μεγαλόνους καὶ μεγαλοφυὴς ἐκεῖνος ἀνήρ. Καὶ ὁ ἑλληνικὸς προϋπολογισμὸς κατέρρευσεν ἀκριβῶς διότι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐφηρμόσθη εἶναι ἓν σύστημα ἀντικείμενον εἰς τοὺς ὅρους, ὑπὸ τοὺς ὁποίους βιοῖ ὁ ἑλληνικὸς λαός. Ἐὰν λοιπὸν ὁλόκληρον ἔργον στηριζόμενον ἐπὶ συστήματος κατέπεσεν, ἐρωτᾶται ποίαν τύχην θὰ ἔχῃ ἓν ἔργον, ὅπερ δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδενὸς συστήματος; Ὅταν τις βαδίζῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς ὡρισμένου προγράμματος, ἀδιάφορον ἐὰν τοῦτο εἶναι καλὸν ἢ κακόν, εἶναι ὅμως πρόγραμμα καὶ βλέπομεν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προγράμματος αὐτοῦ ἐπέρχονται ἀποτελέσματα τόσον πολὺ δυσάρεστα, ἐπαναλαμβάνω, ἐρωτᾶται τί θὰ γίνῃ, ὅταν μία ὁλόκληρος ἐργασία ἀναμορφωτικὴ δὲν στηρίζεται ἐπὶ οὐδενὸς προγράμματος, ἀλλὰ κατὰ τύχην λαμβάνει μερικὰ δεδομένα καὶ συστήματα, τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι θὰ ὠφελήσωσι τὸν τόπον, τὰ φέρῃ πρὸ τῆς Βουλῆς, τὰ κάμῃ νόμον τοῦ Κράτους καὶ τὰ ἐφαρμόζῃ μὲ ἄδηλα καὶ ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποτελέσματα; Μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς παρετηρήσαμεν ὅτι ἡ τμηματικὴ ἀναθεώρησις τοῦ δασμολογίου καὶ ἡ περίεργος δὲν ἔκαμεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ μόνον νὰ ἐλαττώσῃ τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, νὰ ἐλαττώσῃ τὰ βάρη τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, χωρὶς ὅμως νὰ ὠφελήσῃ τὰς πλουτοπαραγωγικὰς δυνάμεις τῆς χώρας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἵδρυσιν ἐργασιῶν, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην καὶ ἀμεσωτάτην τὴν ἐκτέλεσιν ὁ λαός. Τοιοῦτόν τι ὅμως δὲν ἐγένετο. Ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ μιᾶς καὶ μόνης ἀπόψεως ἐξετάζει τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα φέρει εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσήγαγεν, βλέπομεν ὅτι δὲν προνοεῖ εἰμὴ μόνον περὶ τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ εἰς τὰς νέας χώρας, χωρὶς νὰ λαμβάνηται οὐδεμία πρόνοια περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ πολυτίμου αὐτοῦ προϊόντος, ὅπως εἶχον τὴν τιμὴν δὶς νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μένει ἐκκρεμὲς καὶ εἶναι πιθανὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τὸ διορθώσῃ καὶ τὸ φέρῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον συντεταγμένον ὥστε πράγματι νὰ δύναται ὁ Ἑλληνισμὸς νὰ ἐπωφεληθῇ τοῦ πολυτίμου προϊόντος. Ἀλλ’ ἀσχέτως τῶν παρατηρήσεων τούτων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ τοῦ καπνοῦ δὲν ὑπῆρξεν εἰμὴ μόνον φορολογική. Δὲν ἀποβλέπει πρὸς τὸν καπνὸν ὡς σπουδαιότατον πλουτοπαραγωγικὸν δῶρον, ἀλλ’ ἀποβλέπει μόνον ὡς πρὸς μέσον μὲ τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ αὐξηθῶσι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ ἑνὸς μεγάλου προγράμματος καὶ ἡ παροχὴ τόσων εὐκολιῶν διὰ τὴν ταξινόμησιν ἢ τὴν πώλησιν τοῦ καπνοῦ θὰ εἶναι μία ὠφέλεια οὐχὶ μόνον διὰ τὰ ἄτομα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει πλεῖστα ὅσα νὰ ὠφεληθῇ. Ἀκριβῶς τὸ αὐτὸ βλέπομεν συμβαῖνον καὶ μὲ ἕνα πόρον πλουτοπαραγωγικόν, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις διὰ μικροῦ νομοσχεδίου προεξοφλεῖ. Δὲν εἶναι βεβαίως ἐξ ἀρχῆς ὁ φόρος αὐτὸς μέγας, ἀλλ’ εἶναι πόρος ὁ ὁποῖος κατήντησεν εἰς τὰ διάφορα Κράτη σπουδαιότατον εἰσόδημα καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ ἀποδώσῃ ἐπίσης. Καὶ θὰ ἦτο δυνατὸν οὐχὶ μόνον ἀπὸ ἀπόψεως φορολογικῆς ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως πλουτοπαραγωγικῆς νὰ ἀποδώσῃ πλείστας ὠφελείας. Εἶναι τὸ ζήτημα τῶν προνομίων εὑρεσιτεχνίας. Ἔχομεν μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς 8 ἐν ὅλῳ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν περὶ ἀπονομῆς προνομίου. Τὰ ζητήματα τῶν προνομίων ἀφορῶσι κυρίως τὴν ἵδρυσιν ἐν τῷ τόπῳ βιομηχανιῶν, ἀλλ’ ἡ ἵδρυσις αὐτῶν τῶν βιομηχανιῶν, ἡ στηριζομένη ἐπὶ τῆς λέξεως προνόμιον εὑρεσιτεχνίας, νομίζει τις ὅτι ἀπολύτως ἀφορᾷ εἰς ἐφευρέσεις ἐπιστημονικὰς μεγάλας, ὅτι ἀφορᾷ εἰς ζητήματα ἐπιστημονικὰ καταπληκτικά, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Τὸ ζήτημα τῶν προνομίων δὲν ἀφορᾷ εἰμὴ μόνον τὴν ἵδρυσιν βιομηχανιῶν, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν ὅτι ὠφελοῦνται σήμερον ἐκ τῆς ἀπομιμήσεως τῶν ξένων ἐφευρέσεων, εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς τὰ ἀποτελέσματα κυρίως, ἀλλ’ εἰς τὸ πῶς νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδοθῶσιν ἕτεραι βιομηχανίαι, αἵτινες θὰ τοὺς συναγωνισθῶσιν. Ὅταν ἔχωμεν ὡρισμένην βιομηχανίαν, τὴν χρωματοποιΐαν, ἡ ὁποία ἐν Ἑλλάδι κατώρθωσε νὰ γίνῃ μονοπώλιον ἑνὸς καὶ βλέπομεν τὰς ὠφελείας τὰς ὁποίας ἔχει, ἐννοεῖται ὅτι ἂν τρίτος κατορθώσῃ νὰ λάβῃ προνόμιον εὑρεσιτεχνίας εἴτε ἡμεδαπός, εἴτε ἀλλοδαπὸς καὶ ἱδρύσῃ βιομηχανίαν, θὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον συναγωνισμὸν μὲ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀπομιμεῖται τὰ προϊόντα χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδὲν δικαίωμα. Σημειωτέον δὲ ὅτι ἀσχέτως τῆς ἀπὸ πλουτοπαραγωγικῆς ἀπόψεως τοῦ ζητήματος, ἔχομεν τὸ ζήτημα τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Τὰ προνόμια εἰς ὅλον τὸν κόσμον δίδουν ὠφέλειαν, ἔχομεν δ’ ὑπ’ ὄψιν ὅλους τοὺς πίνακας τῶν εἰσπράξεων ὅλων τῶν Κρατῶν. Ἡ Γερμανία εἰσπράττει ὑπὲρ τὰ δέκα ἑκατομμύρια. Ἡ Δανία, ἥτις εἶναι μικρὸν Κράτος, εἰσπράττει ὑπὲρ τὰς 800.000 δρχ. Ἡ Ἱσπανία, τὴν ὁποίαν θεωροῦμεν ὅλοι ἐσφαλμένως ὡς χώραν μὴ βιομηχανικήν, εἰσπράττει περὶ τὰς 600.000 δρχ. Ἐνῷ λοιπὸν ἔχωμεν πάντα ταῦτα, διατί ἡμεῖς νὰ τὰ προεξοφλῶμεν μικρὸν κατὰ μικρὸν χωρὶς νὰ εἰσαγάγωμεν νόμον γενικόν, ὁ ὁποῖος καὶ ἀπὸ πλουτοπαραγωγικῆς ἀπόψεως τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους εἶναι ὠφελιμώτατος. Τὰ προνόμια πληρώνουσι κατὰ μέσον ὅρον 60 φράγκα κατ’ ἔτος ἕκαστον. Τὸ δεύτερον ἔτος τὸ διπλάσιον, τὸ τρίτον τὸ τριπλάσιον, δηλαδὴ ὑπάρχει πρόοδος γεωμετρικὴ μὲ συντελεστὴν τὸ ἀρχικὸν τέλος. Ἑπομένως μετὰ 15 ἔτη θὰ ὑπάρχῃ ἓν ἔσοδον, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἔχωμεν 100 προνόμια, τὸ ὁποῖον θὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 500.000 δρχ. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό. Δὲν πρόκειται μόνον ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὸ Κράτος ὠφελείας, ἀλλὰ νὰ ἱδρύσωμεν καὶ βιομηχανίας, διότι ἐκεῖνος ὅστις θὰ πάρῃ τὸ προνόμιον θὰ πρέπῃ καὶ νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ ἐπιτοπίως. Θὰ εἶναι βέβαιον ὅτι εἴτε τὸ ποσὸν εἴτε ὁ κόπος θὰ τὸν ἀναγκάσωσι νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ καὶ θὰ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ ἱδρύσῃ βιομηχανίαν, ἡ ὁποία θὰ δώσῃ ὠφελήματα καὶ εἰς αὐτὸν καὶ εἰς τὸ Κράτος. Αὐτὸς εἶναι ὁ τρόπος δι’ οὗ κατορθώνουν τὰ Κράτη νὰ πλουτίζουν τοὺς πολίτας καὶ ἀφοῦ τοὺς πλουτίζουν τότε τοὺς φορολογοῦν. Ἔχομεν καθῆκον νὰ πλουτίσωμεν τὸν λαὸν καὶ ἀφοῦ τὸν πλουτίσωμεν πρέπει νὰ τὸν φορολογήσωμεν. Εἰς τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις, δὲν βλέπω εἰμὴ τάσεις πρὸς φορολογίαν. Οὐδαμοῦ βλέπω τάσιν πρὸς ἀνάπτυξιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων τῆς χώρας. Αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι κἄτι τι εἰς τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, ἀφοῦ μάλιστα ἡμεῖς τὴν βοηθοῦμεν μὲ τὰς ἀσθενεῖς μας δυνάμεις νὰ κάμῃ τὸ καθῆκον της καὶ οὐδόλως ἀντιτιθέμεθα εἰς μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι εἶναι ὠφέλιμα, ἀλλ’ ἐὰν δὲν εἰσακουώμεθα βεβαίως δὲν εἶναι λάθος ἰδικόν μας. Ὅταν λοιπὸν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν πλουτοπαραγωγικῶν δυνάμεων, περὶ τῶν ὁποίων σήμερον οὐδεμία γίνεται ἐνέργεια καὶ συγκρίνωμεν αὐτὴν πρὸς τὴν ἐνέργειαν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸς τὸ παρελθόν, βλέπω ὅτι τὸ μὲν παρελθὸν ἐφρόντισε περὶ τούτου καὶ εἶναι ἀδιάφορον ἂν ἀπέτυχεν, ἐνῷ τὸ σημερινὸν καθεστὼς οὐδόλως φροντίζει. Ἑπομένως πῶς θὰ ἐπιτύχῃ; Ἐὰν ἐκεῖνος ὅστις ἐφρόντισεν ἀπέτυχε, δὲν ἕπεται ἐξ αὐτοῦ ὅτι ἐκεῖνος ὅστις δὲν θὰ φροντίσῃ θὰ ἐπιτύχῃ. Ἔχει καθῆκον νὰ λάβῃ τὰ μέτρα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα νομίζει ὅτι θὰ ἐπιτελέσῃ, τὸ παρακάτω εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν λαόν. Τοιαῦτα μέτρα ὅμως μέχρι σήμερον δὲν βλέπομεν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν συνεζητεῖτο τὸ ζήτημα περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νομίσματος εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ ὑπεδεικνύετο ὅτι ἔχομεν καθῆκον πρὸ παντὸς νὰ προστατεύσωμεν εἰς τὰς χώρας μας τὸν χρυσόν, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς μὲ διέκοψε καὶ μὲ ἠρώτησεν εἰς τί χρησιμεύει τοῦτο. Μετὰ δύο ἡμέρας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκε τὴν ἀπάντησιν ὑποβαλὼν τὴν σύμβασιν μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν καὶ ἐτόνισεν ἐπανειλημμένως ὅτι κύριος σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι πῶς νὰ κρατήσῃ τὸν χρυσὸν εἰς τὸν τόπον. Τοῦτο, ὁμολογῶ, ὅτι μὲ ἐξέπληξε, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν πολὺ ὀρθῶς ποιῶν, εἶχε καθῆκον νὰ φροντίσῃ περὶ τοῦ πῶς θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ μείνῃ ὁ χρυσὸς ἐν τῷ τόπῳ, διότι αὐτὸ εἶνε τὸ ἀπαραίτητον, ἡ οἰκονομία ἡ στηριζομένη ἐπὶ τῇ βάσει ὅλων αὐτῶν τῶν νομισματικῶν καὶ τῶν ταμιευτικῶν, οὕτως εἰπεῖν, διατάξεων, εἶναι ἡ πρώτη βάσις, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀποβλέπῃ τὸ Κράτος. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀρεστὸς πρὸς τὸν λαὸν καὶ τὴν κοινὴν γνώμην ὁ κάμνων οἰκονομίας. Σήμερον ἀρέσκει ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐλαχίστην τηρεῖ φειδὼ εἰς τὰ δημόσια χρήματα. Ἀλλ’ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος περισυλλέγει τοῦ Κράτους τὰ οἰκονομικά, ἔχει ἐναντίον αὐτοῦ τὴν δημοσίαν γνώμην, διότι τὸν κατηγοροῦν ὅτι δὲν ἔχει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀρέσκει, ἀλλ’ ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ὁμολογίαν τῶν εἰδικῶν, τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὅτε μετὰ τὸν πρῶτον ἀτυχῆ πόλεμον ἐγένετο περισυλλογὴ τῶν οἰκονομικῶν, ἐγένετο πᾶσα προσπάθεια ὅπως μὴ σπαταληθῇ τὸ δημόσιον χρῆμα, καὶ παρουσιάσθη ἀκριβῶς τὸ Κράτος ἔχον ἀκμαῖα τὰ οἰκονομικά του, τῇ βοηθείᾳ πάντοτε τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἐργασίας του καὶ παρουσίασε ἐκεῖνο τὸ ἠθικόν, τὸ ὁποῖον παρουσίασε κατὰ τὰ εὐτυχῆ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν. Εἶνε πραγματικῶς ἀξία πάσης προσοχῆς ἡ ὁμολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ὡμολόγησεν ὅτι πραγματικῶς ἐγένετο μεγάλη καὶ εὐσυνείδητος ἐργασία πρὸς οἰκονομίαν καὶ πρὸς περισυλλογὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους. Καὶ ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ οἰκονομικά, τὰ στερεά, ἔδωσαν ἀφορμήν, ὥστε μετὰ τῆς μεγαλειτέρας εὐκολίας νὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς δυσκόλους περιστάσεις ὅλα ἐκεῖνα τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα τῆς ἐχρειάζοντο. Μάλιστα δέ, ὄχι μόνον ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐπαναστάσεως, ἡ πρὸ ὑμῶν, ἐν πλήρει ἐπαναστάσει, κατώρθωσεν ἀκριβῶς, διότι ὑπῆρχον οἰκονομικὰ ἐν πλήρει περισυλλογῇ, νὰ εὕρῃ ἐκεῖνο τὸ δάνειον τῶν 110,000.000 δραχ., τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1862, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς μεταπολιτεύσεως νὰ εὕρῃ, οὐδὲ ὀβολόν, διότι πρὸ αὐτῆς δὲν ὑπῆρξεν ἡ περισυλλογή, ἡ ὁποία προϋπῆρξεν ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὸ διάστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πάντες κατηγοροῦμεν, δὲν εἰξεύρω διατί, ἴσως ἐκ προκαταλήψεως, εἶναι ὅμως γεγονός, τὸ ὁποῖον ἐπισήμως πλέον ἐβεβαιώθη ἀπὸ στόματος αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι δὲ περίεργον πρᾶγμα ὅτι ἐν τῇ ἱστορίᾳ πάντοτε τοιαύτην ῥοπὴν λαμβάνουν τὰ πράγματα. Ὅταν κατεσπατάλησε τὸν δημόσιον πλοῦτον ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἐποχὴ τοῦ Λουδοβίκου ΙΕʹ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως, ἐνεφανίσθη ὁ Νέκερ, ἀλλ’ ἡ ἐργασία του ὅλη ἐκείνη ἡ οἰκονομική, ἡ ὁποία ἔτεινεν εἰς τὴν περισυλλογὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ἀπέβη ἐπὶ ματαίῳ, διότι τὸ δημόσιον φρόνημα δὲν ἐπέτρεπεν οὐδεμίαν προσοχὴν πρὸς οἱονδήποτε ἄνδρα, ὁ ὁποῖος ἀπέβλεπεν εἰς ἓν καὶ μόνον, εἰς τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους περισυλλογήν. Τὸ ἑλληνικὸν Κράτος εἶχεν ἐπίσης εὕρῃ τὸν Νέκερ αὐτοῦ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως. Οὐδεὶς τὸν ἐπρόσεξεν, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι οὐδεὶς τὸν ἐπρόσεξε, δὲν ἕπεται ὅτι τὸ ἔργον του δὲν μένει ἀκέραιον, δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ὑπῆρξεν αὐτὸς καὶ ὅτι δὲν εἰργάσθη πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος.
§6Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ποῖος εἶνε αὐτός;
§7Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Φαντασθῆτε ὅποιον θέλετε, ἐκτὸς ἂν ἀμφισβητῆτε τὴν ὕπαρξίν του. Ἀκριβῶς δὲ τὸ πρῶτον ἔργον τῆς περισυλλογῆς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, κατόπιν ἑνὸς πολέμου καταστρεπτικοῦ καὶ κατόπιν μιᾶς γενικῆς κατακραυγῆς ὑπῆρξεν ἡ κατάδειξις, ὅτι ὁ τόπος ἔχει ἄρτια οἰκονομικὰ καὶ τότε ἀκριβῶς ἱδρύθησαν διὰ τὴν στρατιωτικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας τὰ ταμεῖα ἐκεῖνα τὰ ἰδιαίτερα τὰ ὁποῖα δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον σήμερον ἐξακολουθεῖ νὰ κρατῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Τότε τὰ ταμεῖα ἐκεῖνα εἶχον προφανῆ λόγον ὑπάρξεως. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς γενικῆς καταστροφῆς. Ὁ κόσμος ὅλος ἐνόμιζεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει πόρους, ἑπομένως, καθ’ ἣν στιγμὴν καθίστατο ἀναγκαία ἡ στρατιωτικὴ τῆς χώρας παρασκευὴ ἔπρεπε νὰ καταδειχθῇ κατὰ τρόπον ἐναργέστατον καὶ ἡλίου φαεινότερον ὅτι ὁ τόπος δύναται νὰ διαθέσῃ χρήματα πρὸς τοὺς σκοποὺς αὐτούς. Καὶ τότε ὑπῆρξε πράγματι ὁ λόγος αὐτὸς καὶ ἐδόθησαν αὐτοὶ οἱ πόροι καὶ τότε ἐτέθησαν εἰς τὴν διάθεσιν τὰ δάνεια τοῦ πρώτου τῶν 20.000.000 δρ. τὰ ὁποῖα ἐχρησιμοποιήθησαν πρὸς τοὺς σκοποὺς αὐτοὺς. Ἀλλὰ τότε τὸ ποσὸν τῶν 20.000.000 δρ. ἦτο μέγιστον, διότι τὸ Κράτος ἐξήρχετο ἐξ ἐρειπίων καὶ ἑπομένως εἶχε συμφέρον καὶ καθῆκον νὰ καταδείξῃ ὅτι δύναται πραγματικῶς νὰ πληρώσῃ τὰ ποσὰ αὐτά, ἀλλὰ σήμερον, ὅτε ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ εἶναι σταγὼν ἐν τῷ ὠκεανῷ, ἐρωτᾶται: διατί ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει νὰ ἔχῃ τὰ ταμεῖα αὐτὰ χωριστά; Συμβαίνει ὄχι μόνον τὸ περίεργον ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως οὐσιαστικῆς. Τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης λαμβάνει τὸ δέκατον τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων. Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται τελωνειακαὶ εἰσπράξεις 70.000.000 δρ. Τὸ δέκατον ἀναγράφεται ὡς ποσοστὸν εἰσπραττόμενον ἐν τῷ Ταμείῳ τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἀλλ’ ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ; Ὄχι. Καὶ τί γίνεται; Ἔχομεν 70.000.000 δρ. τελωνειακῶν εἰσπράξεων πλὴν 7.000.000 δρ. τοῦ Ταμείου Ἀμύνης, ἑπομένως γίνεται μία πλάνη περὶ 7.000.000 δρ. ὁλόκληρα. Δὲν βλέπω δὲ κανένα λόγον ὑπάρξεως τῶν ταμείων. Ἐκτὸς ὅμως τούτου προκειμένου περὶ ταμείων, παρατηρῶ ὅτι ἀναγράφεται τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς καταναλώσεως τοῦ ζύθου. Ὑπάρχει τοιοῦτον δικαίωμα σήμερον;
§8Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μέχρι τῆς 10 Ἰουλίου ὑπῆρχεν εἰς τὰς νέας χώρας.
§9Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἑπομένως τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀναφέρετε, διότι ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸν ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχοντα φόρον ὡς ἀντικατεστάθη. Αὐτὰ εἶνε ἑπομένως τὰ ἄτοπα ἐκ τῆς ὑπάρξεως ταμείων χωριστῶν σήμερον ὅτε οὐδεὶς λόγος πλέον ὑπάρξεως ὑπάρχει. Ἐκτὸς τούτου ἡ Κυβέρνησις, τοὐλάχιστον καθόσον ὑπεσχέθη, πρὸς αὔξησιν τῶν πόρων τοῦ Κράτους δὲν μᾶς ἔφερεν ὄχι μόνον τὸν φόρον τῶν κληρονομιῶν ἀσφαλῆ, ἀλλὰ καὶ ἄλλον πόρον τὸν ὁποῖον δὲν βλέπω εἰς τὸν προϋπολογισμόν, τὸν πόρον τῆς νομισματοποιΐας, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ἐφαρμοσθῇ εἰς τὰς νέας χώρας.
§10Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τὰ 1915.
§11Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ τὸ ἔχητε ὅμως αὐτὸ τὸ ἔσοδον;
§12Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1915.
§13Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ναί, ἀλλὰ ἀπὸ νίκελ. Ἐγὼ σᾶς ὁμιλῶ περὶ ἀργύρου.
§14Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ τὸ ἀναγράψω, ἅμα ὡς πραγματοποιηθῇ, ὄχι ἐκ τῶν προτέρων.
§15Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐκτὸς τούτου ἔχετε τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης τῆς παιδείας εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς παιδείας, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἠρώτησα τὸν κ. Ὑπουργὸν ποῖα μέτρα ἔλαβε διὰ τὰ δημοτικὰ σχολεῖα τῶν Νέων Χωρῶν, τὰ μὴ δυνάμενα νὰ λειτουργήσουν σήμερον ἐλλείψει διδασκάλων, ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ ἑλληνικοῦ νόμου καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπήντησεν ὅτι ἔλαβε μέτρα διοικητικά, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κρατήσῃ τὸ νῦν καθεστώς. Ἀλλ’ ἠρώτησα κατὰ ποῖον τρόπον θὰ πληρωθῶσιν οἱ μισθοὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, ἐκτὸς ἐκείνης τῆς μικρᾶς φορολογίας τῆς προσωπικῆς, τῆς κεφαλικῆς, ἡ ὁποία ἐπεβάλλετο εἰς τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων, δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς οὐδένα ὅτι τὸ κονδύλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν τοὺς συνετήρει. Ἐρωτᾶται λοιπόν, ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὸ κονδύλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν θὰ πληρώσῃ τοὺς διδασκάλους αὐτούς, διατί δὲν ἀναγράφεται τακτικῶς εἰς τὸ κονδύλιον τῆς Ἐκπαιδεύσεως τὸ ποσὸν αὐτό; Ἀκριβῶς λοιπὸν εἶπον οἱ κ.κ. βουλευταὶ ἐξ Ἀρκαδίας καὶ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ὅτι δὲν βλέπομεν οὐδὲν μέσον, μὲ τὸ ὁποῖον θὰ θεραπευθῇ ἡ νόσος, τῆς ὁποίας τὸν χαρακτηρισμὸν ἀνέλαβε νὰ μᾶς δώσῃ ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων. Τὸν χαρακτηρισμὸν αὐτὸν οὐδεὶς ἄλλος εὑρῆκεν, ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ, πρόκειται περὶ τῆς θεραπείας καὶ περὶ ταύτης οὔτε ὁ κ. βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων οὔτε ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπε λέξιν. Ἐκτὸς ὅμως τούτου, ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως παντὸς οἱουδήποτε συστήματος φορολογικοῦ, ἐκτὸς τῆς ἐλλείψεως παντὸς οἱουδήποτε συστήματος δημοσιονομικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Βουλήν, ἔχομεν καὶ μερικὰ περίεργα πράγματα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις, προκαλέσασα οὕτως εἰπεῖν ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύσῃ ὄχι μόνον διότι εἶναι ζητήματα μεγάλα, διότι εἶναι ζητήματα δύσλυτα, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν προτέρων νὰ γνωρίζωμεν ποίαν τροπήν, ποίαν ἔκτασιν θέλουσι λάβει. Ἐν τούτοις τὰ ζητήματα ταῦτα προεκλήθησαν, ὑπάρχουσι σήμερον ἐκκρεμῆ, πῶς θὰ λυθῶσι; Μήτε τὰ γενικά, ἀλλὰ μήτε τὰ μικρὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν πλουτοπαραγωγικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ λαοῦ, διὰ τὰ ὁποῖα ἐψηφίσαμεν σωρείαν νομοσχεδίων, μήτε ἐκεῖνα τὰ βλέπομεν ἐφαρμοζόμενα, διότι ἡ Κυβέρνησις ἀνέστειλε τὰ μέτρα ἐκεῖνα λόγῳ οἰκονομίας. Ὅλοι οἱ τῆς ἀντιπολιτεύσεως περιμένουσι ν’ ἀκούσωσιν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἐν λεπτομερείᾳ καὶ νὰ μάθωσι τί σκέπτεται νὰ κάμῃ, ἵνα θεραπεύσῃ τὴν νόσον, πῶς θὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα, διότι ἂν πρόκηται τοῦτο νὰ γίνῃ διὰ δανείων καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι θὰ εἶναι πραγματοποιήσιμον, πάλιν τὸ ζήτημα θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ὑπάρχῃ, διότι τὰ δάνεια θέλουσι τόκους, θέλουσι χρεωλύσια. Παραμένομεν λοιπὸν εἰς κἄτι τι, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς χαῶδες καὶ τὸ χαῶδες τοῦτο δὲν εἶναι πρὸς ὄφελος τοῦ Κράτους. Ναὶ μὲν ὁμολογεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι εὑρῆκεν ἐλλείμματα, ναὶ μὲν δὲν προσεπάθησε νὰ κρύψῃ τὰ ἐλλείμματα ταῦτα, καίτοι ἐκεῖνος ὁ μετασχηματισμὸς τῶν κεφαλαίων ἐνέχει ποιάν τινα τοιαύτην προαίρεσιν, ἐν τούτοις δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὅλην τὴν καλὴν πρόθεσιν νὰ φανῇ εἰλικρινής, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ εἰλικρίνεια, ἔχομεν ἀνάγκην χάριν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, χάριν ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους θ’ ἀποταθῶμεν ἵνα ἔχωμεν τὰ χρήματα, νὰ γίνῃ γνωστὸν τί θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις καὶ πῶς θὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα ταῦτα. Ὅταν ταῦτα εἴπῃ τότε δύναται νὰ ἀποκαλῇ ἑαυτὴν εἰλικρινῆ καὶ τότε θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ζητήσῃ τὴν πρόθυμον συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων καὶ ὑπολογίζῃ κατὰ πόσον τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως εἶναι τ’ ἁρμόζοντα, εἶναι τὰ προσήκοντα. Ὥστε χωρὶς νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ τίποτε νεώτερον ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον οἱ προλαλήσαντες, νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς προέχει τὸ ζήτημα κατὰ τίνα τρόπον θὰ καλυφθῶσι τὰ ἐλλείμματα καὶ κατὰ τίνα τρόπον σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις παραλλήλως μὲ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβάλῃ καὶ τὰς ἐλαττώσεις τῆς φορολογίας τὰς ὁποίας ὥρισε, κατὰ πόσον σκέπτεται διὰ τὴν ἀνάπτυξιν ὄχι μόνον τῶν πόρων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ τῆς πλουτοπαραγωγῆς τῆς χώρας, ἡ ὁποία κατὰ πρῶτον λόγον ἐνδιαφέρει, διότι ἄνευ αὐτοῦ οὔτε πόρους δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν οὔτε Κράτος νὰ ὑπάρχῃ.
§16Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις, κύριοι, δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἡ δημοσία οἰκονομικὴ διαχείρισις, ἐξαρτᾶται δ’ ἐκ τῶν περιστάσεων ἡ ἄποψις, ἡ ὁποία ἑκάστοτε προέχει κατὰ τὴν ἐξέτασιν αὐτήν. Ὅταν ἡ δημοσία διαχείρισις ἐξελίσσηται ὁμαλῶς καὶ εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπὸ τὴν ἐπήρειαν γεγονότων ἐκτάκτων, εἶναι φυσικὸν νὰ μὴ ἐξετάζηται, νὰ μὴ ἐξετάζηται τοὐλάχιστον πρωτίστως ὡς ἁπλοῦν φαινόμενον ἀριθμητικόν· ἄλλαι ἀπόψεις ἐπικρατοῦν. Ἡ ἔρευνα τῶν γενικῶν ἀρχῶν τοῦ φορολογικοῦ δικαίου, τὸ μέτρον τῆς ἰσότητος, ὅπερ διέπει τὰς σχέσεις τῶν πολιτῶν πρὸς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἡ συγκρότησις τῶν οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι διατίθενται χάριν αὐτῶν, ἐφελκύουν κατὰ πρῶτον λόγον τὴν προσοχήν. Δὲν συμβαίνει ὅμως τὸ ἴδιον καὶ εἰς περιστάσεις ἀνωμάλους. Ὅταν τὸ Κράτος εὑρίσκηται ὑπὸ τὴν πίεσιν μιᾶς παγκοσμίου, ὡς ἡ σημερινή, οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς κρίσεως, πολὺ περισσότερον ὅταν τὸ Κράτος αὐτὸ ἔχει μόλις πρὸ ὀλίγου ἐξέλθει ἀπὸ σειρὰν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων, εἶναι φυσικὸν νὰ θελήσῃ κατὰ πρῶτον λόγον ν’ ἀναμετρήσῃ τὴν ὑλικήν του ἐπάρκειαν ὑπὸ τὴν στενοτέραν ταμιακήν της ἐκδοχήν, ν’ ἀναμετρήσῃ τοὺς πόρους του καὶ τὰς δαπάνας του ἀνεξαρτήτως τῆς φύσεως καὶ τῆς προελεύσεως αὐτῶν. Λέγω ταῦτα διότι ὑποστηρίζω ὅτι πάντες οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως συνάδελφοι παρεῖδον τὴν διάκρισιν ταύτην καὶ ἠθέλησαν διὰ τῆς συγχύσεως τῆς ταμιακῆς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν ἄποψιν ν’ ἀντλήσουν τὸ ὑλικόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηρίξουν οἰκοδόμημα σαθρόν. Πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν διάκρισιν ταύτην ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ διαστείλωμεν σαφῶς τὰς δύο ταύτας ἀπόψεις, ἐὰν θέλωμεν νὰ καθορίσωμεν μετ’ ἀκριβείας τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τοῦ Κράτους καὶ μετὰ δικαιοσύνης νὰ ἐλέγξωμεν τοὺς ὑπευθύνους δι’ αὐτήν. Θὰ ἐξετάσω καὶ ἐκ παραλλήλου καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην ἄποψιν. Τὰ ἐλλείμματα, κύριοι, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἡμῶν χρονολογοῦνται ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως τῆς πολεμικῆς κρίσεως. Ἡ προηγουμένη περίοδος μέχρι τοῦ 1912 κλείει μὲ πλήρη ταμιακὴν ἐξίσωσιν. Τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1908 καὶ 1909 ἐκ δρχ. 16.550.400 καθὼς καὶ τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1912 ἐκ δρχ. 35.612.469— ἔχετε δὲ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ περίοδος αὕτη διῆλθε κατὰ τὸ πλεῖστον μὲ ἐμπόλεμον κατάστασιν — τὰ ἐλλείμματα ταῦτα ἐκαλύφθησαν διὰ τῶν ταμιακῶν περισσευμάτων τῶν δύο χρήσεων τοῦ 1910 καὶ 1911, περισσευμάτων ἀνελθόντων εἰς δρχ. 93.364.000. Τοιουτοτρόπως, ἂν θέλωμεν νὰ καθορίσωμεν ἐκ τῆς δημοσίας διαχειρίσεως τὸ ἔλλειμμα τοῦ Κράτους, τὸ σημερινόν, δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰς δύο ἑπομένας χρήσεις, εἰς τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1913 βασιζόμενον ἐπὶ ἀπολογιστικῶν δεδομένων καὶ εἰς τὸ πιθανὸν ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ 1914. Τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1913 ὑπελογίσθη εἰς 87.000.000 δρχ., τὸ δὲ ἔλλειμμα τῆς τρεχούσης χρήσεως εἰς δρχ. 69.588.013, ἐμειώθη δὲ διὰ τῶν χθεσινῶν δηλώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰς δρ. 58.921.000. Ὁπωσδήποτε καὶ ἂν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τοὺς ἀρχικοὺς ὑπολογισμούς, οὓς οὐδεὶς ἠμφισβήτησε, τὸ ἔλλειμμα τῶν δύο χρήσεων ἀνέρχεται εἰς 136.588.013 δρχ. Ἔχομεν ὅμως καὶ ἄλλας ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐμφανίζονται, εἰς τὴν δημοσίαν διαχείρισιν, ὅπως σήμερον παρουσιάζονται, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ ἐμφανισθῶσι κἂν εἰς τὴν ἀμέσως ἑπομένην καὶ εἰς τὴν μεθεπομένην χρῆσιν, ἀλλὰ θὰ ἐμφανισθοῦν εἰς ἀλληλοδιαδόχους χρήσεις ἐντὸς τριετίας καὶ πέραν. Αἱ ὑποχρεώσεις δὲ αὗται εἶναι ὑποχρεώσεις πληρωμῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἤδη ἀναλάβει τὸ Κράτος καὶ θὰ ἐκπληρώσῃ καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ χρονικὸν διάστημα. Παρέσχε πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ ὑποχρεώσεις αὗται τοῦ Κράτους ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 11,229,090. Καὶ ἴσως ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν εἰς ταύτας, διὰ νὰ εἴμεθα ἐν πλήρει ἀκριβείᾳ, τὴν δαπάνην πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ Λαρισσαϊκοῦ σιδηροδρόμου ἐκ 13.000.000 δρχ. καὶ τὴν δαπάνην κατασκευῆς τῆς ἑνωτικῆς γραμμῆς Παπαπουλίου–Γιδᾶ ἐκ δρχ. 8.000.000. Ὁπωσδήποτε ἔχομεν ἔλλειμμα ταμιακὸν οὐχὶ τῆς παρούσης χρήσεως, ἀλλ’ ἔλλειμμα ταμιακὸν τῶν δύο χρήσεων τοῦ 1913 καὶ 1914 ἐκ τῶν ἀνειλημμένων ἤδη ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους ἐκ δρ. 380 ἑκατομμ. Αὗται εἶναι σήμερον αἱ ταμιακαὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι δὲν πρόκειται νὰ ἐκπληρωθοῦν οὔτε κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν οὔτε κατὰ τὴν ἑπομένην, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐκπληρωθοῦν, καθὼς εἶπον, ἐντὸς τριετίας καὶ πέραν ταύτης. Θὰ ἦτο περιττὸν νὰ εἴπω ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἐξεύρῃ τοὺς πόρους διὰ νὰ φανῇ ἐνήμερον ἀπέναντι τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ· ἡ γνώμη αὕτη, κύριοι, τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ πολιτική της ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ὑπῆρξε σαφής. Καὶ διὰ στόματος τοῦ Προέδρου αὐτῆς καὶ διὰ στόματος τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν ὅτι ἓν εἶναι τὸ μέσον, ἡ προσφυγὴ εἰς ἐκτάκτους πόρους, εἰς τὸν δανεισμόν. Ἀπέναντι τῆς πολιτικῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἠκούσαμεν προβαλλομένην καμμίαν ἄλλην ἀπὸ τοὺς ἀγορεύσαντας ἐκ τῆς ἀντιθέτου πτέρυγος. Δὲν ἠκούσαμεν ὑποδεικνυόμενον ἕτερον τρόπον μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς χώρας, μᾶλλον σύμφωνον πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνικῆς ἡμῶν οἰκονομίας. Εἶναι γνωστοὶ οἱ τρόποι, κύριοι, κατὰ τοὺς ὁποίους βάρη ἔκτακτα ὀφειλόμενα εἰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις καλύπτονται. Εἶναι γνωστοὶ καὶ κατὰ θεωρίαν, εἶναι γνωστοὶ καὶ εἰς τὴν πρᾶξιν. Οἱ τρόποι αὐτοὶ εἶναι ἐπίσης ἔκτακτοι, ὅπως καὶ τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα προκαλοῦν τὰς δαπάνας ταύτας. Εἶναι ἡ προσφυγὴ τοῦ Κράτους εἰς πόρους ἐκτάκτους. Οἱ πόροι δὲ οἱ ἔκτακτοι ἀνάγονται εἰς δύο τινά· εἰς φορολογίαν ἔκτακτον καὶ εἰς δάνειον. Καὶ εἶναι περίεργον ὅτι ἐξ ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν νὰ χαράξῃ τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, διὰ νὰ ἀντιτάξουν εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν των πολιτικήν, ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἐχάραξε σαφῆ τὴν ἰδίαν της πολιτικήν, δὲν ἦλθε κανεὶς οὐδὲ κατὰ θεωρίαν κἂν νὰ ὑποστηρίξῃ ἕτερον τρόπον, δὲν ἀνῆλθε κανεὶς εἰς τὸ βῆμα ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν προσφυγὴν εἰς τὸ ἕτερον τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ καλυφθῶσι τὰ ταμιακὰ ἐλλείμματα, τὴν προσφυγὴν εἰς προσθέτους φόρους. Ἴσως δύναμαι νὰ ὑποδείξω ὡς ἐξαίρεσιν τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην. Ἐγώ, κύριοι, ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ὑπεστήριξα ὅτι καὶ τὸ μέσον τοῦτο δὲν πρέπει νὰ παροραθῇ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην, ὄχι διότι ἔχω τὴν ἁπλοϊκότητα νὰ πιστεύω ὅτι εἶναι δυνατὸν διὰ τοῦ μέσου τούτου νὰ ἀντικρύσωμεν ὄγκον τόσον μέγαν, ἀλλὰ διότι φρονῶ ὅτι καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ πρέπει νὰ ἐπιδιώξῃ ἡ πολιτεία τὴν ἐφαρμογὴν μιᾶς ἀρχῆς θεμελιώδους, τὴν ἀρχὴν τῆς ἐξισώσεως τῶν θυσιῶν καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιήσωμεν τὸ μέσον τοῦτο λίαν τελεσφόρως δι’ ὑποχρεώσεις τῆς πολιτείας, κοινωνικῆς, κυρίως, φύσεως. Ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ προχωρήσω ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου. Ἡ ἀνάπτυξις τοιούτων ἰδεῶν δὲν εἶναι σήμερον ἐπίκαιρος μετὰ τὴν τροπήν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συζήτησις. Λέγω λοιπὸν ὅτι πάντες συνεφώνησαν εἴτε ῥητῶς, εἴτε σιωπηρῶς, ὅτι μία καὶ μόνη ὑπάρχει προσφυγὴ πρὸς κάλυψιν τῶν ταμιακῶν ἐλλειμμάτων τοῦ Κράτους, ἡ προσφυγὴ εἰς τὸ δάνειον. Ἀλλὰ δυστυχῶς, κύριοι, ἀποβλέποντες μόνον εἰς ἕνα σκοπὸν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πῶς νὰ διασύρουν τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ κλονίσουν τὴν πολιτικήν της θέσιν ἀπέναντι τῆς χώρας, ἔσπευσαν νὰ προβοῦν εἰς προσθήκην ἄτοπον, προσθήκην, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ πρόρρησις ἄκαιρος καὶ ἀδικαιολόγητος φανταστικῶν καλῶν. Δὲν θὰ εὕρῃ τὸ Κράτος, εἶπον, τὰ μέσα τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ δανείου...
§17Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§18Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Τότε ἀπαλλάσσω ὑμᾶς τῆς κατηγορίας. Δὲν θὰ εὕρῃ, εἶπον, τὸ Κράτος τὸ ἑλληνικὸν τὰ μέσα νὰ ἀντικρύσῃ διὰ δανείου τὰς ὑποχρεώσεις του. Αἱ χρηματαγοραὶ τῆς Εὐρώπης θὰ κλείσουν διὰ τὸ ἑλληνικὸν δημόσιον διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, αἱ χρηματαγοραὶ τῆς Εὐρώπης θὰ κλείσουν διὰ τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, διότι νικηταὶ καὶ ἡττημένοι θὰ σπεύσουν νὰ καταβάλλουν πᾶσαν προσπάθειαν πρὸς ἐπούλωσιν τῶν ἰδίων πληγῶν καὶ δὲν θὰ εἶναι πρόθυμοι νὰ παράσχουν τὸ χρῆμά των εἰς συνδρομὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, κύριοι βουλευταί, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ εἰς τί τάχα ἀπέβλεψεν ἡ πρόρρησις αὕτη καὶ τίνα σκοπὸν πρακτικὸν καὶ χρήσιμον ἐσκόπουν νὰ ἐξυπηρετήσουν; Ἀνεγνώρισαν ὅτι εἷς μόνον ὑπάρχει τρόπος καλύψεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, τὸ δάνειον, ἔσπευσαν δὲ συγχρόνως νὰ ἐμβάλουν τὴν ἀθυμίαν καὶ τὴν ἀποκαρτέρησιν εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ· ἔσπευσαν νὰ ἐμβάλουν τὴν ἀποκαρτέρησιν καὶ τὴν ἀθυμίαν, ἀβάσιμα λέγοντες καὶ ἐπὶ κενοῦ εἰκασιῶν στηριζόμενοι. Δὲν θὰ κλείσουν, περὶ τούτου εἶναι πᾶς τις βέβαιος, κύριοι βουλευταί, αἱ χρηματαγοραὶ τῆς Εὐρώπης διὰ τὸ ἑλληνικὸν Δημόσιον· ὄχι διότι θὰ σπεύσουν νὰ μᾶς παράσχουν δωρεὰν τὸ χρῆμά των οἱ ἔχοντες τοῦτο, ἀλλὰ διότι ἔγκειται ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν ἡ τοποθέτησις εἰς ἀσφαλεῖς χεῖρας τοῦ χρήματός των, διότι ἔγκειται ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῶν δημιουργία σχέσεων πρὸς μίαν Ἑλλάδα ἔχουσαν περίβλεπτον πολιτικὴν θέσιν. (Ἐπιδοκιμασίαι). Ἀλλὰ πρέπει κυρίως, κύριοι βουλευταί, νὰ μακαρίσωμεν τὰς προσωρινὰς ταμιακάς μας ὑποχρεώσεις, διότι μᾶς παρέσχον ἀναμφισβήτητα δεδομένα διὰ νὰ ἴδωμεν ποίαν ἐμπιστοσύνην τρέφουν ἐκτὸς τῆς χώρας εἰς τὴν ὑλικήν μας ἐπάρκειαν, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν θὰ φθάσωμεν εἰς ἀπρόσκοπτον ἐξομάλυνσιν τῶν λογαριασμῶν μας καὶ διὰ νὰ δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν εἰς τὰς προβλέψεις ἡμῶν διὰ τὸ μέλλον ἐπὶ θετικῶν δεδομένων καὶ ὄχι ἐπὶ ἁπλῶν εἰκασιῶν. Διότι, καθ’ ἣν στιγμήν, κύριοι βουλευταί, ὁ πόλεμος ὁ διεθνὴς εὑρίσκετο εἰς ὀξύτατον σημεῖον, εὐθὺς ὡς ὑπέδειξεν ἡ Ἑλλὰς τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη προσωρινῶς, πορισμοῦ χρημάτων, ἔσπευσαν μετὰ πάσης προθυμίας αἱ ξέναι χρηματαγοραὶ νὰ τῆς παράσχουν τὸ ἀναγκαῖον χρῆμα. Οἱ προαγορεύσαντες συνάδελφοι, κύριοι βουλευταί, ἠσχολήθησαν κυρίως εἰς τὸν προσδιορισμὸν τοῦ τακτικοῦ ἐλλείμματος τῆς παρούσης χρήσεως καὶ τοῦ τακτικοῦ ἐλλείμματος τῶν ἑπομένων χρήσεων. Καὶ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ ἀναμνησθῶ καὶ πάλιν τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἔθεσα εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ λόγου μου, ὅτι ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἐπεκράτησεν ἀληθῶς πλήρης σύγχυσις μεταξὺ τῆς οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ τῆς ταμιακῆς. Τὸ ἰσοζύγιον, κύριοι βουλευταί, τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ ἰσορροπία δηλ. τῶν κανονικῶν καὶ συνήθων πόρων τοῦ Κράτους καὶ τῶν κανονικῶν καὶ συνήθων αὐτοῦ δαπανῶν εἶναι ἔννοια, ἀναποσπάστως συνδεδεμένη πρὸς τὸν κανονικὸν βίον τοῦ Κράτους. Ὀφείλω δὲ νὰ ἐξηγήσω ποίαν σημασίαν ἀποδίδω εἰς τοῦτο. Τὸ πάγιον φορολογικὸν βάρος μιᾶς χώρας πρέπει ν’ ἀντικρύζῃ παγίας καὶ σταθερὰς δαπάνας τοῦ Κράτους ὑπὸ κανονικὰς καὶ συνήθεις περιστάσεις. Ὅταν, κύριοι βουλευταί, ὁ τακτικὸς προϋπολογισμός, ὁ ὁποῖος καὶ αὐτὸς ἐπηρεάζεται ἐκ τῶν ἐκτάκτων γεγονότων, ὅταν περιστάσεις ἔκτακτοι τροποποιήσωσι τὴν ὅλην οἰκονομίαν τῆς χώρας καὶ τὴν ἰδιωτικὴν καὶ τὴν δημοσίαν, αἱ περιστάσεις αὗται θὰ ἔχουν βεβαίως ἀντίκτυπον καὶ ἐπὶ τῶν δημοσίων προσόδων καὶ θὰ ἐπέλθῃ μείωσις τῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἡ μείωσις αὕτη ἔχει πρόσκαιρον χαρακτῆρα. Καὶ ἔχομεν ἤδη ἁπτὸν τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐνώπιόν μας, ἔχομεν ἤδη τὴν ἐξέλιξιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ ἐξερράγη ἡ παγκόσμιος κρίσις, ἔχομεν τὴν ἄμεσον καὶ ἀπότομον κατάπτωσιν, ἥτις ἐπῆλθε ἅμα τῇ ἐκρήξει αὐτῆς. Τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐντεῦθεν προέκυψεν, εἶναι ἔλλειμμα καθαρῶς παροδικόν, ὅπως θ’ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον. Ἀλλὰ ἠγέρθη καὶ ἐνταῦθα τὸ ζήτημα κατὰ τίνα τρόπον ὀφείλει τὸ Κράτος καὶ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀντικρύσῃ τὸ φανταστικὸν αὐτὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ; Προεκάλεσαν τὴν Κυβέρνησιν οἱ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως συνάδελφοι νὰ φέρῃ τὸ δημοσιονομικόν της πρόγραμμα, δι’ οὗ θὰ ἀντικρύσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο καὶ τῆς παρούσης καὶ τῶν ἑπομένων χρήσεων. Προεκάλεσαν μὲ ἄλλους λόγους τὴν Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ σύστημα παγίας φορολογίας, ἐπιβαλλομένης ἐπὶ τοῦ λαοῦ διὰ νὰ ἀντιτάξουν εἰς αὐτὸ ἕτερον σύστημα παγίων ἐπίσης καὶ σταθερῶν φορολογικῶν βαρῶν. Εἶμαι βέβαιος, κύριοι, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει οἱ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως συνάδελφοι ἤθελον κληθῆ νὰ ρυθμίσουν αὐτοὶ ἀμέσως τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅτι ἤθελον ἐγκαταλείψει εἰς τὸ κατώφλιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν μίαν τοιαύτην πολιτικήν, διότι δὲν θὰ ὑπῆρχεν ἀληθῶς ὀλεθριωτέρα ταύτης πολιτική, ἐνδεικνυομένη ἀπὸ πάσης ἀπόψεως καὶ ἀπὸ τῆς οἰκονομικῆς καὶ ἀπὸ τῆς κοινωνικῆς. Διότι ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς; Ποῖα θὰ ἦσαν τ’ ἀποτελέσματα ἂν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε φέρει ἐνώπιον ἡμῶν σύστημα παγίων καὶ σταθερῶν φορολογικῶν βαρῶν, ὅπως ἀντικρύσῃ ἔλλειμμα παροδικόν; Ἡ μείωσις, κύριοι, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τῶν ἐκτάκτων γεγονότων εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι μικρὰ ἢ μεγάλη, ἀναλόγως τῶν αἰτίων τῶν ἐξωτερικῶν, τὰ ὁποῖα τὴν προεκάλουν καὶ τῆς διαρκείας αὐτῶν. Ὑπελόγισαν ταῦτα εἰς πολλὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, εἰς 70 ἑκατομμύρια, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πολιτικῆς ταύτης θὰ ἦτο νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μὲ πρόσθετον καὶ πάγιον βάρος 70.000.000 δρχ., ἀλλὰ βάρος τὸ ὁποῖον παρερχομένης τῆς κρίσεως θὰ ἐπεκάθητο ἐπὶ τῶν ὤμων τοῦ λαοῦ ἀναιτίως πλέον καὶ ἀδίκως.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τότε θὰ ἠλάττωνε τὸ Κράτος τοὺς φόρους.
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ηὔξανον αἱ δαπάναι.
§21Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ἀναντιρρήτως ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων διὰ τῆς φορολογίας πέραν τοῦ ἀναγκαιοῦντος ποσοῦ θὰ ἐπέφερεν ἀνάλογον αὔξησιν τῶν δαπανῶν καὶ τοιουτοτρόπως ἡ πρόσκαιρος οἰκονομικὴ ἀνωμαλία τοῦ δημοσίου ταμείου θὰ μετεβάλλετο εἰς κανονικὴν κατάστασιν, ἥτις θὰ παρετείνετο καὶ μετὰ τὴν πολεμικὴν κρίσιν δυσχεραίνουσα τὴν περισυλλογὴν τῆς ἰδιωτικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας. Καὶ θὰ ἦτο μόνον αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχεν ἡ κάλυψις ἑνὸς παροδικοῦ ἐλλείμματος διὰ τακτικοῦ φορολογικοῦ βάρους; Διὰ νὰ ἔχωμεν ἐκ τῆς προσθέτου ταύτης καὶ παγίας φορολογίας τὴν ἀπόδοσιν τῶν ἀπαιτουμένων 70.000.000 δραχμῶν, ὡς εἶπον οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοι, τὸ φορολογικὸν βάρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν θὰ ἀνήρχετο εἰς τὸ ποσὸν μόνον αὐτό, ἀλλ’ εἰς πολὺ ἀνώτερον. Ἡ ἰσχύουσα φορολογία, πρὸς τὴν ὁποίαν ἔχει ἐξοικειωθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἔχει ἐξοικειωθῇ ὁ φορολογούμενος, δὲν ἔχει ἀρτίαν τὴν ἀπόδοσιν αὐτῆς καὶ αἱ εἰσπράξεις τῶν δημοσίων ἐσόδων παρουσιάζουν μείωσιν πολλάκις ἐπίφοβον. Φαντασθῆτε εἰς ποῖον ποσὸν θὰ ἔπρεπε νὰ ἀνέλθῃ ἡ νέα φορολογία διὰ νὰ ἔχῃ ἀπόδοσιν πραγματικὴν 70.000.000 δρχ. Τὸ πάγιον φορολογικὸν βάρος θὰ ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ εἶναι διπλάσιον, θὰ ἔπρεπε δι’ ἔλλειμμα παροδικὸν νὰ τεθῇ βάρος 140.000.000 δρχ. ἵνα ἔχωμεν ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις τὴν ἀπόδοσιν τῶν 70.000.000 δρχ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον τὸ σφάλμα τῆς πολιτικῆς ταύτης καὶ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ὀλεθρία συνέπεια. Ἐν τῇ προθυμίᾳ, κύριοι, καὶ τῇ σπουδῇ μετὰ τῆς ὁποίας τοιοῦτον δημοσιονομικὸν σύστημα ἤθελε συνταχθῇ, καὶ ἐν τῇ προθυμίᾳ καὶ τῇ σπουδῇ, ὅπως εἰς τὸ δημοσιονομικὸν τοῦτο σύστημα ἐξευρεθῇ ὁ προχειρότερος τρόπος ταμιακῶν εἰσπράξεων, αἱ ἀρχαὶ αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ διέπουν πᾶν φορολογικὸν δίκαιον εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ἤθελον ὑποστῆ βαθύτατον πλῆγμα. Γνωρίζετε τὴν ἀνισότητα, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ εἰς βάρος τῶν ἀδυνάτων οἰκονομιῶν εἰς τὸ ἰσχῦον φορολογικόν μας σύστημα. Τὴν ἀνισότητα ἀκριβῶς αὐτὴν θὰ ἐπέτεινεν ἀκόμη πλειότερον ἡ ἐπιβολὴ τῶν προσθέτων φόρων ἐκ δρχ. 140.000.000, διότι καὶ οἱ φόροι αὐτοὶ θὰ ἐπεβάλλοντο ὅπως καὶ μέχρι τοῦδε ἐπὶ τῶν αὐτῶν εἰδῶν ἐξ ὧν τώρα πορίζεται τὰς προσόδους του τὸ Κράτος, θὰ ἐπεβάλλοντο ἐπὶ τῶν ἀσθενῶν οἰκονομιῶν καὶ τῶν λαϊκῶν τάξεων, αἱ ὁποῖαι κύπτουν καὶ ἤδη ὑπὸ τὸ φορολογικὸν βάρος καὶ αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν ἐθνικήν μας δύναμιν. Αὐτά, κύριοι, τὰ ἀποτελέσματα ἠθέλομεν ἔχει, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐσκέπτετο νὰ ἀντικρύσῃ τὸ ἔλλειμμα τὸ παροδικὸν τῶν 70.000.000 — ὁμιλῶ πάντοτε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀριθμῶν, τοὺς ὁποίους μᾶς παρέσχον οἱ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς βεβαίως δὲν τοὺς ἀποδέχομαι — καὶ διὰ δημοσιονομικοῦ συστήματος ἐπιβάλλοντος παγίαν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πρὸς ἀποφυγὴν ἀκριβῶς τοιούτου ἀτόπου ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ μόνη ἐνδεδειγμένη· διότι τὸ ἔλλειμμα εἶναι καθαρῶς ταμιακόν, εἶναι ἔλλειμμα καθαρῶς ἔκτακτον, ὀφειλόμενον εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις, κατ’ ἀνάγκην ὀφείλει καὶ νὰ καλυφθῇ διὰ μόνον τῶν πόρων ἐκείνων, διὰ πόρων ἐκτάκτων ὀφείλει νὰ καλυφθῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴν εὑρεθῇ μετὰ τὴν πάροδον τῆς κρίσεως ἡ ἐθνική μας οἰκονομία βεβαρυμένη διὰ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ὤφειλε νὰ βαστάσῃ. Καὶ δὲν ὤφειλε νὰ βαστάσῃ διότι οἱ πόροι τοῦ Κράτους, ὅπως ἔχουν σήμερον, εἶναι ἱκανοὶ νὰ ἀποδώσουν ὅλον τὸ ποσὸν τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὰς κανονικάς του δαπάνας, ὑπὸ κανονικάς, ἐννοεῖται, καὶ ὁμαλὰς περιστάσεις. Καὶ διὰ νὰ κρίνωμεν, κύριοι περὶ τούτου ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὴν εἰκόνα τοῦ κανονικοῦ βίου τῆς δημοσίας ἡμῶν οἰκονομίας, ἔχομεν ἐπίσης ὑπ’ ὄψιν μας καὶ τὴν εἰκόνα τοῦ βίου αὐτῆς ὑπὸ ἀνωμάλους συνθήκας. Ὁ ἀρχικὸς προϋπολογισμὸς συνετάχθη ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι ἡ κρίσις ἤθελε διαρρεύσει ὑπὸ ὁμαλὰς περιστάσεις. Ὁ ἔκτακτος προϋπολογισμὸς συνετάγη ὅταν ἡ κρίσις εἶχεν ἐκραγῆ καὶ εἶχον ἐκδηλωθῆ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς. Διὰ νὰ κρίνωμεν λοιπὸν περὶ τῶν κανονικῶν δυνάμεων τῆς δημοσίας μας οἰκονομίας, ὅπως ἀντικρύσῃ τὰς συνήθεις δαπάνας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμὸν καὶ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον αἱ δι’ αὐτοῦ προβλεφθεῖσαι εἰσπράξεις ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντικρύσουν τὰς προβλεφθείσας τακτικὰς δαπάνας. Ἔχομεν, κύριοι, ἐν τῷ ἀρχικῷ προϋπολογισμῷ ἔξοδα τακτικὰ 220.035.922 δρ., ἔχομεν ὅμως καὶ ἕτερα ἔξοδα τακτικὰ οὐχὶ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει εἰς αὐτὰ ὁ καθιερωθεὶς νῦν τύπος τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Ἀλλὰ πρέπει, κύριοι, νὰ εἴπω προηγουμένως δύο λέξεις καὶ περὶ τοῦ τύπου τούτου. Ἐν τῇ εἰσηγητικῇ μου ἐκθέσει διὰ μακρῶν ἀνέλυσα τὰ τρωτὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα ἀνεῦρον εἰς τὸν νέον τύπον τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπέκρινα δὲ τὴν ματαίαν προσπάθειαν πρὸς ἀποκατάστασιν ἑνιαίου προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς συγχωνεύσεως τῶν προϋπολογισμῶν τῶν εἰδικῶν ταμείων εἰς τὸν γενικὸν προϋπολογισμόν, διότι θὰ ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτευχθῇ ἑνότης προϋπολογισμοῦ ἄνευ λογιστικῆς ἀταξίας, ἄνευ παρερμηνειῶν, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ταμιακὴ ἑνότης. Αἱ εἰδικαὶ διαχειρίσεις, αἱ ἔχουσαι αὐτοτελῆ ὕπαρξιν, δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ διέπωνται ὑπὸ εἰδικῶν προϋπολογισμῶν. Δὲν παρέλειψα νὰ προσθέσω ὅτι καὶ εἰς τὴν πατρίδα τοῦ νέου τύπου, τὴν Ἰταλίαν, ἔδωκεν οὗτος ἀφορμὰς εἰς παρεξηγήσεις, κατὰ τὸν πρακτικὸν αὐτοῦ χειρισμόν, παρεξηγήσεις ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπῆρξαν τινές, οἱ ὁποῖοι ἐξέφρασαν τὴν εὐχὴν περὶ ἐπανόδου εἰς τὸν ἁπλοῦν παλαιὸν τύπον τὸν γνωστὸν καὶ εἰς ἡμᾶς. Ἐν τούτοις εἶναι ἀναμφισβήτητον τὸ γεγονός, κύριοι, ὅτι μόνον ἐν τῷ ἰταλικῷ τύπῳ δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν σαφῆ τὴν εἰκόνα τῆς δημοσίας οἰκονομίας· διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν ὅμως τοῦτο πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὰ τακτικὰ ἔσοδα ὡς καὶ τὰ τακτικὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν, δὲν ἀναγράφονται ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τὴν κοινῶς ἀποδιδομένην παρ’ ἡμῖν, ὅτι αἱ τακτικαὶ δαπάναι αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι αἱ μόναι, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀντικρύσῃ ὁ προϋπολογισμὸς διὰ τῶν τακτικῶν αὐτοῦ ἐσόδων. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἄλλα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγεγραμμένα κατὰ τὴν φύσιν αὐτῶν εἰς ἑτέρας κατηγορίας καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι μὲν φύσεως ἐκτάκτου, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνονται κατὰ πᾶν ἔτος καὶ τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ κατηγορία τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ περιθωρίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρουσιάζῃ ἀπέναντι τῶν ἄλλων τακτικῶν δαπανῶν. Ἔχομεν λοιπὸν 220.000.000 δρ. τακτικὰ ἔσοδα κατὰ τὴν ἔννοιαν τὴν ἀποδιδομένην ἐν τῷ τύπῳ τῷ νέῳ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, ἔχομεν ὅμως καὶ ἔξοδα δραχμὰς 20.000.000, τὰ ὁποῖα λόγῳ τῆς φύσεως αὐτῶν, λόγῳ τοῦ ποσοῦ αὐτῶν τοῦ σχετικῶς μικροῦ, λόγῳ τῆς περιοδικῆς των ἐπαναλήψεως, εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος νὰ τὰ ἀντικρύζῃ διὰ τῶν τακτικῶν του πόρων. Καὶ εἶναι ταῦτα (ἀναγινώσκει): «τὸ χρεωλύσιον, οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων, οἱ τόκοι τοῦ δανείου τῆς ἐξαγορᾶς τῶν κλπ.». Ταῦτα πάντα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχμῶν 20.264.000. Ἔχομεν λοιπὸν ἐν ὅλῳ ἔξοδα τακτικὰ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν πάντες ἐννοοῦμεν, ἔξοδα δηλαδή, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ καλύπτωνται διὰ τακτικῶν πόρων ἐκ 240.204.264 δρ. Ἀπέναντι αὐτῶν ἔχομεν ἔσοδα τακτικὰ προϋπολογισθέντα 138.234.000 δρ. τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ 86.000.000 δρ. τῆς Νέας, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 224.000.000. Ὑπάρχουν ὅμως ἐπίσης καὶ ἄλλα ἔσοδα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τακτικῶν ἐσόδων κατὰ τὸν νέον τύπον, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐπαναλαμβάνονται καθ’ ἕκαστον ἔτος κατὰ τὸ αὐτὸ ποσόν, ὑπὸ ἄλλην ὅμως μορφήν. Ἔχομεν λοιπὸν καὶ ἕτερα ἔσοδα ἐκ δρ. 3.918.080. Θεωρῶ περιττὸν νὰ ἀναφέρω ταῦτα καὶ νὰ ὑποδείξω ὅτι καὶ ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τακτικῶν ἐσόδων.
§22Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι τὰ ἐκ δημοσίων κτημάτων;
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων...
§24Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ ἐκ γαιῶν καὶ φυτειῶν καὶ λοιπά.
§25Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα. Καὶ οὕτω τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνέρχονται εἰς 228.116. 204 δρ. ἀπέναντι προβλεπομένων ἐξόδων 244.000.204 δρ. Ἤτοι ἔχομεν προβλεπόμενον πραγματικὸν ἔλλειμμα κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ προϋπολογισμοῦ δρ. 12.138.159. Ἡ χρῆσις 1914 διήνυσεν, κύριοι, ἓν ὁλόκληρον ἑξάμηνον ὑπὸ ὁμαλὴν περίοδον, τῆς ὁποίας ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα. Δυνάμεθα ἑπομένως νὰ στηριχθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν διὰ νὰ κρίνωμεν ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα καὶ τῆς δευτέρας ἑξαμηνίας, ἂν καὶ αὐτὴ ὁμοίως ἤθελε διαρρεύσει ἀπροσκόπτως καὶ ἄνευ τῆς νέας πολεμικῆς περιπλοκῆς. Ἔχομεν, κύριοι, ἔσοδα τακτικὰ κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν, δηλαδὴ μέχρι τῆς 30 Ἰουνίου εἰσπραχθέντα ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι 54.766.000 δρ., ἔχομεν ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ 17.447.000 δρ., ἐν τοῖς Νήσοις τοῦ Αἰγαίου 2.997.000 δρ. Ἔχομεν περὶ τὰ 55 ἑκατομμύρια ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν. Καθ’ ὅλην, κύριοι, τοὐλάχιστον τὴν τελευταίαν περίοδον, τὴν ὁποίαν ἐπιμελῶς ἐμελέτησα, αἱ εἰσπράξεις ἀκολουθοῦν κλίμακα ἀπολύτως σταθεράν· ἔχουν τὸ ποσοστὸν αὐτῶν κυμαινόμενον ἀπαρεγκλίτως σχεδὸν περὶ τὰ ἑξῆς ὅρια ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι: κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν εἰσπράττονται 36% τῶν ὅλων τῆς χρήσεως εἰσπράξεων, κατὰ τὴν δευτέραν ἑξαμηνίαν 47% καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τῆς διαχειρίσεως μέχρι τοῦ τέλους τῆς χρήσεως εἰσπράττονται 17% εἶναι ὅρος ἀπαρέγκλιτος καθ’ ὅλην τὴν τελευταίαν, δύναμαι νὰ εἴπω, δεκαετίαν. Ἐὰν ἠθέλομεν ἀναγάγει τὸ ποσὸν τὸ εἰσπραχθὲν τῶν 55 ἑκατομ. δρ. τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος τῆς πρώτης χρήσεως, ἀλανθάστως, δύναμαι νὰ εἴπω, εἰς τὸ ὁλικὸν ποσόν, τὸ ὁποῖον ἤθελε δώσει ἡ χρῆσις εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἀπέναντι τῶν προβλεφθέντων τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος 138 ἑκατομ. δρ., ἔχομεν ἀπόδοσιν 152 ἑκατομ. δραχ. Καὶ εἰς τὰ 152 ταῦτα ἑκατομμύρια, — εἶναι τὰ τακτικὰ ταῦτα ἔσοδα τὰ κατὰ τὸν τύπον τοῦ προϋπολογισμοῦ, — ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν τὴν εἴσπραξιν τῶν ἑτέρων τακτικῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἰς τήν κατηγορίαν τῶν ἐκτάκτων, ἤτοι τὰς δραχμὰς 3.392.980, θὰ ἔχωμεν ὁλικὸν ποσὸν τακτικῶν εἰσπράξεων κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως, ἐὰν τὰ πράγματα καλῶς ἔβαινον 155.392.980 δρ. Αὐτὰ θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὴν εἴσπραξιν τῶν τακτικῶν ἐσόδων κατὰ τὸ τέλος αὐτῆς, ἐὰν ἡ χρῆσις ὁμαλῶς ἐξελίσσετο. Ἐπροβλέφθησαν ἐν ταῖς νέαις χώραις 85 ἑκατομμύρια. Ἐξ ὅλου τοῦ νέου τμήματος τοῦ Κράτους εἰσεπράχθησαν κατὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν 21 ἑκατομμύρια περίπου. Ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ εἴσπραξις ἐν ταῖς νέαις χώραις ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν αὐτὴν κλίμακα, ὅπως καὶ εἰς τὸ παλαιὸν Κράτος, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὸ ποσοστὸν κατὰ τὰ δύο τελευταῖα τμήματα τῆς χρήσεως ἤθελεν εἶσθαι κατὰ πολὺ ἀνώτερον τῶν ἐν τῷ παλαιῷ Κράτει, καὶ ὅτι τὸ εἰσπραχθὲν ποσὸν τῶν 21 ἑκατομμυρίων δρ. ἐκπροσωπεῖ ποσοστὸν μικρότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωποῦσι τὰ 55 ἑκατομμύρια εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα. Καὶ ἔχω, κύριοι, περὶ τούτου, ὑποθέτω, πλῆρες δίκαιον· διότι ὅλον τὸ νέον τμῆμα τῆς χώρας εἶναι τμῆμα καθαρῶς γεωργικὸν καὶ αἱ εἰσπράξεις εἰς αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν, εἰμὴ μετὰ τὴν συγκομιδὴν τῶν καρπῶν· δὲν εἶναι δὲ μόνον οὗτος ὁ λόγος, ὅτι αἱ εἰσπράξεις τῆς χώρας, ἡ ὁποία ἀντλεῖ τοὺς πόρους αὐτῆς ἐκ τῆς γεωργίας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνουν πρὸ τῆς συγκομιδῆς τῶν καρπῶν ἀλλὰ καὶ διότι οἱ φόροι οἱ ἐπιβαρύνοντες τὰς νέας χώρας εἶναι κατὰ πρῶτον λόγον φόροι ἐπὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς· δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εἰσπραχθοῦν πρὶν γίνῃ ἡ συγκομιδή. Ἔχομεν 30 ἑκατομμύρια φόρους ἐκ τῆς ἐγγείου παραγωγῆς ἐν ταῖς νέαις χώραις, δὲν περιλαμβάνεται δὲ ἴσως οὔτε ὀβολὸς ἐξ αὐτοῦ μεταξὺ τῶν 21 ἑκατομμυρίων. Τὰ 30 ἑκατομμύρια ταῦτα ἤθελον εἰσπραχθῆ ὅλα, ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι φόροι, ὅταν οἱ ἀγρόται καὶ οἱ γεωργοὶ ἤθελον ἀναλάβει, μετὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς σπορᾶς των, θὰ ἀπέδιδον εἰσπράξεις μεγαλειτέρας. Παρ’ ὅλα ταῦτα περιορίζομαι εἰς τὸ ποσὸν τὸ προβλεφθέν, τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς ἤθελε προκύψει κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως καὶ λέγω ὅτι καὶ ἂν ἐκ τῆς νέας Ἑλλάδος ἠθέλομεν ἔχει 85 ἑκατομμύρια, ποῖον θὰ ἦτο τὸ σύνολον τῶν εἰσπράξεων; 241 ἑκατομμύρια κατὰ τὸ τέλος τῆς χρήσεως, ἀπέναντι 240 ἑκατομμυρίων δαπανῶν προβλεφθεισῶν διὰ τὴν χρῆσιν. Ἀποδεικνύουσιν οἱ ὑπολογισμοί μου οὗτοι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν ἐν τῇ σημερινῇ του συνθέσει, ὑπὸ περιστάσεις ὁμαλάς, εἰς τὰς ὁποίας καὶ μόνον ὀφείλομεν νὰ ἀποβλέψωμεν, καλύπτει πλήρως τὰς δαπάνας αὐτοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν οἱ ὑπολογισμοί μου ἦσαν ἐσφαλμένοι κατά τι, τὸ σφάλμα των δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ περιορίζηται εἰς ποσόν, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἔχει ἀνάγκην ὑποβολῆς δημοσιονομικοῦ συστήματος νέου ἵνα ἀντικρυσθῇ· θὰ ἦτο ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ ἤρκει νὰ καλύψῃ ὁ παράγων ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς ὑπελόγισε, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς θέλει νὰ ὑπολογίσῃ, ὅτι ἡ νέα χώρα ἤθελεν ἀποκατασταθῆ τέλος πάντων ὑπὸ κράτος γαλήνης καὶ ἐλευθερίας, ὥστε νὰ ἀναπτύξῃ τοὺς πόρους της, τοὺς παραγωγικούς, νὰ ἀναπτύξῃ τὸν πλοῦτον αὐτῆς. Τότε θὰ εἴχομεν τοιαύτην φυσιολογικὴν αὔξησιν εἰσπράξεων ἐκ τῶν κειμένων φόρων, ὥστε τὸ μικρὸν ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε τυχὸν προκύψει ἐξ ἐσφαλμένου ὑπολογισμοῦ, νὰ ὑπερκαλυφθῇ. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ κανονικὴ σύνθεσις τοῦ ὅλου προϋπολογισμοῦ, αὐταὶ εἶναι αἱ δαπάναι, τὰς ὁποίας εἶναι ὑπόχρεως νὰ ἀντικρύσῃ καὶ ὄχι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ γεγονότων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ ἐπιδράσουν—ἐξαιρετικῶς—ὡς βάρος ἔκτακτον ἐπὶ τῆς δημοσίας διαχειρίσεως. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε, κύριοι βουλευταί: δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ σκεφθῇ ἡ πολιτεία καὶ περὶ μειώσεως τῶν δαπανῶν; Δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ προβῇ εἰς οἰκονομίας; Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ περιστείλῃ τὴν σπατάλην; Δὲν θὰ ἀπασχολήσω, κύριοι, ὑμᾶς μὲ ὑπολογισμούς. Ἔχω κάμει καὶ ἐγὼ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτούς, τοὺς ὁποίους ἠκούσαμεν παρὰ πολλῶν συναδέλφων ἐπαναλαμβανομένους· οὔτε εἶναι χρήσιμον νὰ κουράζω τὴν Βουλὴν δι’ ἀσκόπων ἐπαναλήψεων. Ἐξέφρασα, κύριοι, πρὸς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς μετὰ πάσης δυνατῆς συντομίας τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχω περὶ τῆς σπατάλης εἰς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους. Ἰσχυρίζομαι ὅτι εἶναι ἡ προχειροτέρα κατηγορία, τὴν ὁποίαν πᾶς βουλευτής, θέλων νὰ ἐλέγξῃ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπευθύνει κατ’ αὐτῆς· εἶναι ἡ προχειροτέρα κατηγορία, ἀλλ’ εἶναι συγχρόνως καὶ ἡ μᾶλλον ἀπατηλή, διότι στηρίζεται ἀληθῶς ἐπὶ ἐξωτερικῶν τινων στοιχείων, τὰ ὁποῖα πείθουσι τοὺς μᾶλλον ἁπλουστέρους ὅτι ὑπάρχει σπατάλη, ἐνῷ δὲν πρόκειται παρὰ περὶ φυσιολογικῆς αὐξήσεως τῶν δαπανῶν. Εἰσήχθη, κύριοι, εἰς τὴν Βενετίαν, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτής, εἰδικὴ ὑπηρεσία τῶν κυνηγῶν τῶν περιττῶν δαπανῶν. Ἐὰν ἡ ὑπηρεσία αὕτη, κύριοι βουλευταί, ἐλειτούργει ἐν Βενετίᾳ ὡς ἐλειτούργησε παρ’ ἡμῖν ὁ ἔλεγχος τῶν περιττῶν δαπανῶν, ἔπρεπεν ἀσφαλῶς νὰ καταργηθῇ ὡς περιττὴ δαπάνη· διότι σοβαρὸς ἔλεγχος, κύριοι, τῶν περιττῶν δαπανῶν δὲν δύναται νὰ στηρίζηται ἐπὶ γυμνῶν ἀριθμητικῶν φαινομένων· δὲν δύναταί τις νὰ λέγῃ ὅτι σπαταλᾶται τὸ δημόσιον χρῆμα ἁπλῶς καὶ μόνον, διότι αἱ δαπάναι αὐξάνονται. Ὅσον προάγεται ὁ πλοῦτος τῆς χώρας, ὅσον τὸ κράτος εἶναι ὑπόχρεον νὰ ἀντιμετωπίζῃ τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας, ὅσον αἱ νέαι ἀντιλήψεις καὶ αἱ στρατιωτικαὶ ὑποχρεώσεις ἐκπληροῦνται, τὸ Κράτος αὐξάνει ἀναμφιβόλως τὰς δαπάνας του, καὶ ἐὰν ἐπὶ τοιούτων ἀριθμῶν θέλωμεν νὰ στηριχθῶμεν, πᾶσα Κυβέρνησις δύναται νὰ κατηγορηθῇ ἐπὶ σπατάλῃ. Ἡ ἀπόδειξις τῶν περιττῶν δαπανῶν ἔγκειται εἰς τοῦτο καὶ μόνον, ὅτι διατίθενται κατὰ τρόπον χαριστικὸν διὰ τὰς δημοσίους ὑπηρεσίας ποσὰ ὑπέρτερα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς αὐτῶν. Ἐφ’ ὅσον τοιαύτη κατηγορία δὲν προσάγεται, εἶναι ἀδύνατον νὰ φαντασθῇ τις ὅτι ἐλέγχει μετὰ σκοπιμότητος ἐπὶ σπατάλῃ τὴν Κυβέρνησιν. Ἠκούσαμεν, κύριοι, τρεῖς ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι ἐπροξένησαν ῥίγη, ἵνα μεταχειρισθῶ ἔκφρασιν προλαλήσαντος συναδέλφου. Ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων ἐν Κρήτῃ ἀνῆλθεν ἀπὸ 1700 εἰς 3100, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Γόρτυνος καὶ ῥῖγος ἀληθῶς καὶ συγκίνησις διέδραμε ἀνὰ τὴν Βουλὴν καὶ περισσότερον ἀνὰ τὸ ἀκροατήριον. Καὶ ἦσαν οἱ 3100, οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, οἱ ἀγροφύλακες, οἱ ὁποῖοι πρότερον ὑπηρέτουν μέν, δὲν ὑπήγοντο δὲ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐσκέφθη ἡ ὑπηρεσία ὅτι ἔπρεπε νὰ τοὺς περιβάλῃ μὲ τὸν τίτλον τοῦ δημοσίου λειτουργοῦ, καὶ τὸ τυπικὸν αὐτὸ γεγονὸς ἔγεινεν ἀφορμὴ νὰ γεννηθῇ ῥῖγος διὰ σπατάλην ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καθ’ ὃν χρόνον ὁ τίτλος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου διὰ τοὺς ἀγροφύλακας δὲν ἐστοίχισεν οὔτε ὀβολὸν εἰς τὸ Κράτος. Ἀνέφεραν καὶ δεύτερον ἀριθμόν. Ἡ γραφικὴ ὕλη τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνῆλθε, εἶπον, ἀπὸ 70.000 δραχ. εἰς 482.000 δραχ., καὶ νέον ῥῖγος διέτρεξε τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἀκροατήριον. Ἔσπευσεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας, διότι ὀφείλεται εἰς πλάνην αὐτοῦ, ἔσπευσε νὰ διορθώσῃ τὴν πλάνην του καὶ νὰ δηλώσῃ, ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 482,000 δρχ. δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν γραφικὴν ὕλην, δὲν διετέθη χάριν αὐτῆς, ἀλλ’ εἶναι δαπάνη τῆς ἐν γένει ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ προὐβλήθη καὶ τρίτος ἀριθμός, ὁ τῆς ὑπηρεσίας τῶν αὐτοκινήτων ἐν Ἠπείρῳ καὶ ἀπεδείχθη τί; ὅτι ἐνῷ ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν δραχμαὶ 560,000, ἡ ὑπηρεσία ἀπέδωκεν πλεόνασμα, ἀπέδωκεν 600,000 δραχ. Καὶ οὕτω ἔφθασαν ζητοῦντες νὰ δημιουργήσουν κατηγορίαν ἐπὶ σπατάλῃ χάριν παροδικῶν ἐντυπώσεων ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ἔφθασαν εἰς τὸ νὰ ἐλέγξουν ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξυπηρετοῦν μόνον κοινωνικὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ ἄμεσα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἀποδίδουσαι συγχρόνως περίσσευμα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. Αὐταὶ ἦσαν αἱ κατηγορίαι. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθησαν εἰς τοῦτο οἱ ἀντιπολιτευόμενοι συνάδελφοι, ὅπως θέλοντες νὰ ἐλέγξουν τὴν Κυβέρνησιν δι’ ἔλλειψιν δημοσιονομικοῦ συστήματος. Δὲν ἠρκέσθησαν νὰ ἐγκαλέσουν αὐτὴν ἐπὶ σπατάλῃ ἀνυπάρκτῳ. Ηὔρυναν τὸν κύκλον τοῦ ἐλέγχου καὶ τῶν παρατηρήσεων αὐτῶν καὶ εἶπον ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δημοσιονομικὸν σύστημα, δὲν ἔχει πολιτικὴν παραγωγικήν, δὲν ἔχει πολιτικὴν οἰκονομικήν, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἴσως οὐδεμίαν πολιτικήν. Δὲν ἔχει δημοσιονομικὸν σύστημα, ἔχει ἄθροισμα δημοσιονομικῶν μέτρων, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος, ἔχει ἰδέας δημοσιονομικάς, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας συνάδελφος. Ἴσως, κύριοι, νὰ διϊστάμεθα ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ δημοσιονομικοῦ συστήματος. Ἐάν, λέγοντες σύστημα δημοσιονομικόν, ἐννοῶμεν τὴν ἀπότομον ἀνατροπὴν τοῦ δημοσιονομικοῦ καθεστῶτος, ἀσφαλῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει τοιοῦτον δημοσιονομικὸν σύστημα. Διότι δὲν ἔλαβε πράγματι δυναμίτιδα ἵνα θέση αὐτὴν ὑποκάτω καὶ προβῇ εἰς ἀνατίναξιν τοῦ ὑπάρχοντος οἰκοδομήματος. Ἀλλ’ ἐὰν δημοσιονομικὸν σύστημα δύναται νὰ ὀνομασθῇ ἡ βαθμιαία καὶ μεθοδικὴ τροποποίησις τοῦ φορολογικοῦ ἡμῶν δικαίου ἐπὶ τῇ βάσει ἑνιαίας ἀντιλήψεως, τὸ δημοσιονομικὸν αὐτὸ σύστημα τὸ ἔχει ἡ Κυβέρνησις, δυστυχῶς δὲ μόνη ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ποῖον εἶναι τὸ δημοσιονομικὸν σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, κύριοι; Τὸ εἶπεν ὁ κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτής. Εἶναι τὸ σύστημα τῶν νεωτέρων δημοσιονομικῶν ἰδεῶν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σήμερον θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς ἀνεγνωρίσθη, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει εἰς τὸ πῶς, τὸ φορολογικὸν βάρος εἰς τὸ σύνολον αὐτοῦ δι’ ἕκαστον φορολογούμενον, νὰ ἀντιστοιχῇ πρὸς τὰς οἰκονομικάς του δυνάμεις. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον εἶχεν ὑποβάλει ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐψήφισε τὸν νόμον τῶν σπειρομένων γαιῶν, πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἔτεινε ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ψηφίζουσα τὰς δασμολογικὰς μεταρρυθμίσεις καὶ μελετῶσα κατὰ τὸν μᾶλλον ἐνδεδειγμένον τρόπον τὴν ῥιζικὴν ἀναθεώρησιν τοῦ δασμολογικοῦ ἡμῶν συστήματος. Εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔτεινε ἡ Κυβέρνησις, ὅταν κατήργει τὰ προνόμια τῆς φορολογικῆς ἀσυδοσίας τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, εἰς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔτεινε ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ἐψήφιζε τὸν νόμον περὶ φορολογίας τῶν κληρονομιῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐφορολόγησε τὸ κληρονομικὸν δικαίωμα μὲ ποσοστὸν 26 τοῖς ἑκατόν. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι, τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε εἰσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις, ἀποδεικνύοντα, ὅτι τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ἀνήγγειλεν καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς σημαίαν τῆς πολιτικῆς της, δὲν τὸ συνέταξεν ἁπλῶς ὡς δόλωμα ψήφων, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐφαρμόζει. Δὲν ἔχει, εἶπον, ἡ Κυβέρνησις πολιτικὴν ἐν γένει. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ τὸ ἐπαναλάβω, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ ἕν πρόγραμμα πολιτικόν, αὐτὸ εἶναι μόνον τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ παραγωγική της πολιτικὴ δὲν κρύπτει τὴν κατεύθυνσιν, εἰς τὴν ὁποίαν τείνει. Τὴν ἐδήλωσε ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν πραγματοποιεῖ σήμερον, εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῶν ἀκτημόνων καλλιεργητῶν εἰς μικροϊδιοκτήτας καὶ ἡ δημιουργία αὐτονόμων μονάδων γεωργικῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἐπαρκῶν πρὸς συντήρησιν τῆς γεωργικῆς οἰκογενείας· ἀλλ’ ἔχει ὡς πρόγραμμα αὐτῆς οὐ μόνον τὴν ἀποκατάστασιν ἁπλῶς τῶν ἀκτημόνων, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐνίσχυσιν γενικῶς τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς καὶ ἰδίως τῆς μικρᾶς διὰ συνεταιρισμοῦ, διὰ ἱδρύσεως Τραπέζης Γεωργικῆς Πίστεως, διὰ τῆς Γεωργικῆς ἐκπαιδεύσεως, διὰ τῆς προνοίας, τὴν ὁποίαν ἤδη καὶ ἐν τῇ συμβάσει μετὰ τῆς Ἐθν. Τραπέζης ἔλαβεν. Μήπως δὲν ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐργατικὴν πολιτικήν; Πρώτη, κύριοι, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀπέβλεψεν εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας κατὰ τρόπον σύμφωνον πρὸς τὸ σύγχρονον πνεῦμα. Αἱ παλαιαὶ Κυβερνήσεις ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι τὸ κεφάλαιον δεῖται ἰδικιτέρων περιποιήσεων ὅπως μὴ φυγαδευθῇ, οὐδέποτε ἐσκέφθησαν περὶ προστασίας τῆς ἐργατικῆς τάξεως. Καὶ τὸ μὲν κεφάλαιον δὲν ἐφυγαδεύθη, οὔτε κίνδυνος ὑπῆρχε νὰ φυγαδευθῇ· δὲν εἶναι τόσον εὔκολος ἡ μετακίνησις αὐτοῦ ἀπὸ χώρας εἰς χώραν ὅσον λέγεται· ἐφυγαδεύθησαν ὅμως, χάρις εἰς τὴν κυβερνητικὴν ἀστοργίαν, αἱ ἐργατικαὶ χεῖρες, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἰσχὺν τοῦ τόπου, οὐχὶ μόνον τὴν οἰκονομικήν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐθνικήν. Ἐὰν καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐξηκολούθει νὰ ἐπιδεικνύῃ τὴν αὐτὴν ἀναλγησίαν ἀπέναντι τῆς ἐργασίας, ἐὰν δὲν ἐπήρχετο ἡ ῥύθμισις τῶν ἀναγκῶν καὶ σχέσεων γενικῶς μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν παραγόντων τοῦ πλούτου, ἠθέλομεν ἔχει ὡς ἄφευκτον ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ὁμαλῶς ἐπετεύχθη, δὲν θὰ ἐπετυγχάνετο καὶ θὰ εἴχομεν συγκρούσεις καὶ κλονισμούς, οἱ ὁποῖοι ἀσφαλῶς οὐδὲ τὴν ἰδιωτικὴν οἰκονομίαν, οὐδὲ τὸ δημόσιον συμφέρον, ἀλλ’ οὐδὲ τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν συμφέρον ἤθελον ἐξυπηρετήσει. Ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ εἰς πάντα τὰ σημεῖα τοῦ δημοσίου βίου σαφῆ πολιτικήν· ἔχει τὴν ἐκπαιδευτικὴν αὐτῆς πολιτικήν, ἔχει τὴν τραπεζιτικήν της πολιτικήν, ἔχει τὴν στρατιωτικήν, τὴν διοικητικήν, τὴν ἐξωτερικήν της πολιτικήν. Δύναμαι ὅμως, κύριοι, νὰ ἐρωτήσω· ἀπέναντι τῆς σαφοῦς ταύτης πολιτικῆς εἰς πάντα τὰ σημεῖα τῆς Κυβερνήσεως, ποῖα εἶναι τὰ πολιτικὰ προγράμματα, τὰ ὁποῖα ἑτέρωθεν προβάλλονται; Ποῖα εἶναι τὰ συστήματα, τὰ ὁποῖα ἀντιτάσσονται ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως; Κύριοι βουλευταί, πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς. Ἦτο ὀρθὸν οἱ ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως συνάδελφοι ν’ ἀτενίσωσι μετὰ παρρησίας τὰ πράγματα. Ἐὰν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς περιέβαλε δι’ ἀγάπης τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἐὰν ὁ πολιτικὸς ἡμῶν βίος παρίσταται ἑτεροσκελής, τοῦτο δὲν ὀφείλεται μόνον εἰς ἁπλῆν ἀντίδρασιν κατὰ τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος, δὲν ὀφείλεται ἴσως κἂν εἰς τοὺς θριάμβους τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἀναμφιβόλως θὰ ἦτο αὐτὸ καὶ μόνον ἱκανὸν νὰ δικαιολογήσῃ τὸν φανατισμὸν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ὀφείλεται κυρίως εἰς τὸ ὅτι ἐν τῷ δημοσίῳ ἡμῶν βίῳ ἔχομεν ἁπλῶς ἕν θετικὸν σημεῖον, μίαν θετικὴν πολιτικήν, ἀπέναντι δὲ αὐτῆς ἄρνησιν μόνον, πλήρη ἄρνησιν. Εἶναι δυστύχημα ἀληθῶς διὰ τὴν χώραν, εἶναι δυστύχημα διὰ τὸν πολιτικόν μας βίον, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τὴν τελευταίαν περίοδον δὲν ἀνεπτύχθη ἕτερον πρόγραμμα. Ἄν ἐξαιρέσῃ τις ἴσως τὸ δημοσιονομικὸν πρόγραμμα τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἴσως ἀκόμη καὶ τὸ πρόγραμμα τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Φθιώτιδος, προγράμματα ἀποτελοῦντα ἕν τμῆμα μόνον πολιτικῆς πραγματοποιηθείσης, κανὲν ἴχνος ζωῆς ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐξεδηλώθη. Ἀφ’ ὅτου τὰ ἀτελῆ ἐκεῖνα δημοσιονομικὰ προγράμματα ἀνεφάνησαν, νομίζει τις ὅτι ἐστείρευσαν αἱ πηγαὶ τῶν ἰδεῶν καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τότε εἶχον ἀναπτύξει ἄρτια διὰ τὴν περίστασιν δημοσιονομικὰ προγράμματα, ἐκεῖνοι ἔκτοτε ἐσίγησαν καὶ μετεβλήθησαν ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην ἀληθῶς εἰς ἰχθεῖς. Εἶναι δυστύχημα, κύριοι, ἀληθῶς ὅτι τοιουτοτρόπως ὁ πολιτικὸς βίος τῆς χώρας παρίσταται ἀνισοσκελής. Δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ πολιτικὰ κόμματα νὰ ὑπάρχουν ἄνευ ὡρισμένων προγραμμάτων καὶ ἄνευ ὡρισμένων ἰδεῶν. Διότι μόνον πέριξ τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν εἶναι δυνατὸν ἡ πάλη ἡ κομματικὴ νὰ ἐξυψωθῇ ὑπεράνω τῶν προσωπικῶν ἀνταγωνισμῶν, εἰς ἀπρόσωπον ἅμιλλαν. Τὰ πρόσωπα, τὰ ἀπαρτίζοντα τὰ κόμματα, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγνοοῦν πολλὰ πολλὰς τῆς χώρας ἀνάγκας, εἰς τὰς λεπτομερείας των τοὐλάχιστον, δύνανται νὰ ἀγνοοῦν τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκπαιδευτικῆς πολιτικῆς, τὰς λεπτομερείας τῆς γεωργικῆς πολιτικῆς. Ἀλλ’ εἰς τὰ κόμματα δὲν ἐπιτρέπεται ἄγνοια ἐν οὐδενὶ σημείῳ τοῦ δημοσίου βίου, τὰ κόμματα ὀφείλουν νὰ μὴ ἀγνοοῦν ἐν ταῖς γενικαῖς ἀρχαῖς τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἐξυπηρετήσουν τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας καλούμενα εἰς τὴν ἀρχήν. Εἶναι, κύριοι, ἄχαρις ὁ ἀγὼν ὅταν διεξάγηται ἄνευ τοιούτων ἰδεῶν. Εἶναι ἄχαρις ὁ ἀγὼν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅταν προσπαθῇ ν’ ἀρυσθῇ τὴν λαϊκὴν εὔνοιαν ἐκ τῆς φθορᾶς καὶ τῆς προστριβῆς τῆς διὰ τοῦ χρόνου ἐπερχομένης, εἶναι ἄχαρις ὁ πολιτικὸς βίος, ὅταν προσπαθοῦσι νὰ ῥίψωσι εἰς τὸν λαὸν καὶ νὰ ὑποθάλψωσι εἰς αὐτὸν τὴν δυσπιστίαν μόνον πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ οὐδὲν πλέον. (Χειροκροτήματα).
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ ἔχει τὸν λόγον.
§27Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914 δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ οὐδετέρας τῶν ἀπόψεων, ἀφ’ ὧν ἡ Βουλὴ καθῆκον ἔχει νὰ συζητῇ τὸν προϋπολογισμόν. Οὔτε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς διαχειρίσεως τοῦ ἔτους, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ, οὔτε ἀπὸ τῆς ἀπόψεως καὶ τῆς ἐν αὐτῷ ἀποτυπουμένης πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἀπόψεως δὲν δύναται νὰ ἐξετασθῇ, διότι οἱ ἀριθμοὶ αὐτοῦ εἶναι ἀπολύτως ἐπισφαλεῖς. Ὅταν ὑπεβλήθη τῇ 27 Μαΐου ἐνεστῶτος ἔτους, ἐσημείου περίσσευμα τῆς τακτικῆς διαχειρίσεως 4.136.000 δραχ., διὰ τῶν δηλώσεων τῆς 30ῆς Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ., τὸ περίσσευμα μετεβλήθη εἰς ἔλλειμμα 27.550.000 δρχ., τὸ ἔλλειμμα ηὔξησε διὰ τῶν χθεσινῶν δηλώσεων εἰς 29.251.000 δρχ. Διαφορὰ 32 σχεδὸν ἑκατομμυρίων ἐπὶ συνόλου 200 ἑκατ. ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοὺς ἀριθμοὺς πᾶσαν ἀσφάλειαν ὥστε νὰ μὴ δύνανται ν’ ἀποτελέσωσι τὸ ἀντικείμενον οἱασδήποτε κριτικῆς ἐρεύνης. Δὲν κατηγορῶ διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργόν. Εὑρισκόμεθα εἰς περίοδον μελέτης τῶν πραγμάτων, καθ’ ἣν πᾶσα ἀσφαλὴς πρόβλεψις εἶναι ἀδύνατος. Ἐπῆλθον ἄλλως καὶ ἔκτακτοι περιστάσεις διαψεύσασαι καὶ τὰ ἀρχικῶς ἐπιτυχῶς προβλεφθέντα. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος καθιστᾷ ματαίαν τὴν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης συζήτησιν. Εὑρισκόμεθα εἰς τὰ μέσα τοῦ τελευταίου μηνὸς τοῦ ἔτους. Ἡ διαχείρισις ἐξετελέσθη ὁλόκληρος. Καὶ τὸ ἔργον τῆς Βουλῆς καλουμένης νὰ κρίνῃ τὰς διαχειριστικὰς πράξεις, τὰς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένας, ἵνα δεχθῇ ἢ ἀπορρίψῃ ἢ τροποποιήσῃ αὐτάς, εἶναι πλέον μάταιον. Διότι αὗται ἐξετελέσθησαν. Ἡ ματαίωσις τοῦ ἔργου τῆς Βουλῆς βαρύνει τὴν Κυβέρνησιν. Ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ τέλους Μαΐου ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμόν, διατί δὲν ἔφερεν αὐτὸν εἰς συζήτησιν; Εἶναι περιττὸν νὰ ἐξάρω τὴν σημασίαν τῆς ἐγκαίρου συζητήσεως καὶ ψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Θεωρῶ περιττὸν νὰ τονίσω τὴν βαρυτάτην ὑποχρέωσιν, ἣν πρὸς τοῦτο ἔχει πᾶσα Κυβέρνησις, ἦτο τοῦτο μία ἀπὸ τὰς μομφὰς κατὰ τοῦ παρελθόντος, ὅτι ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγίνετο μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς διαχειρίσεως. Οὐδέποτε ὅμως ὅπως τώρα εἰς τὸ τέλος. Εἶναι ἀνάγκη νὰ νοηθῇ ὅτι καὶ τώρα ὑφίσταται ἡ αὐτὴ ὑποχρέωσις καὶ ἐπιβάλλεται ἡ αὐτὴ μομφὴ καὶ μεγαλυτέρα διότι τὸ πρᾶγμα ἐχειροτέρευσε. Δὲν δύναμαι νὰ μεμφθῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι δὲν ηὐλαβήθη τὸ Σύνταγμα, μὴ ὑποβαλοῦσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1915 ἐντὸς διμήνου ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Συνόδου. Ἦτο τοῦτο ἐπιβεβλημένον. Καὶ ἦτο δυνατὸν ἀφοῦ εἴχομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914, εἰς ὃν ἠδύναντο νὰ γίνουν αἱ ἀπαιτούμεναι μεταβολαὶ ἵνα συνταχθῇ ὁ τοῦ 19 6. Δὲν πιστεύω ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μὴ ὑπέβαλεν αὐτὸν φοβούμενος μὴ οἱ ἀριθμοί του νὰ μὴ εἶναι ἀκριβεῖς, τόσην εὐαισθησίαν διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν ἀριθμῶν δὲν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργός. Ἦτο ἐπιβεβλημένη μεῖζον εὐλάβεια πρὸς τὸ Σύνταγμα ἰδίως ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων, ἃς λίαν εὐρέως ἡρμήνευσαν, προέβησαν εἰς τόσας παραβάσεις, ὥστε ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία περὶ τοῦ ἂν ἐμπνέωνται ἀπὸ τὸν ἐπιβαλλόμενον πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον σεβασμόν. Θεωρῶ ἀπαραίτητον νὰ μεταβληθῇ καὶ ἡ ἔναρξις τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους, ὥστε ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ καθίσταται δυνατὴ πρὸ αὐτῆς, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ χρόνου τῆς ἐνάρξεως τῆς βουλευτικῆς Συνόδου κατὰ τὸ φθινόπωρον. Ἡ μεταρρύθμισις αὕτη εἶναι ἐπιβεβλημένη. Γνωρίζω τὰς δυσχερείας αὐτῆς. Ἀλλὰ δυσχερείας τυπικάς. Ἀλλὰ καὶ δυσχερείας οὐσιαστικάς, συνδεομένας μὲ τὴν ἐποχὴν τῆς εἰσπράξεως διαφόρων προσόδων. Δὲν εἶναι ὅμως ἀνυπέρβλητον. Καὶ συνιστῶ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ πράγματος μετὰ τῆς ἀποφάσεως νὰ τὴν προαγάγῃ εἰς πέρας. Θὰ παρέλθουν βεβαίως δύο ἢ τρία ἔτη ἵνα ῥυθμισθῶσι τὰ πάντα, ὥστε νὰ γένηται δυνατὸν τὸ πρᾶγμα ἄνευ συγχύσεως. Ἀλλὰ εἶναι ἀναγκαῖον. Οὔτε καὶ ἀπὸ τῆς ἄλλης ἀπόψεως, τῆς εὐρείας, τῆς οἰκονομικῆς ἢ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξετασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914. Καὶ διότι συζητεῖται ὅταν ἐξετελέσθη, ὥστε δὲν ἐκπροσωπεῖ πολιτικὴν ἀλλὰ διαχείρισιν. Ἀλλὰ καὶ διότι ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε ὅτι δὲν ἀντιπροσωπεύει τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Διότι αὕτη δὲν ἀπεκρυσταλλώθη ἀκόμη εἰς ὡρισμένα μέτρα, ἕνεκα τῆς μεταβατικῆς περιόδου, τὴν ὁποίαν διανύομεν. Δὲν ἐλέγχω τὴν Κυβέρνησιν διότι θέλει νὰ θέση ὡς βάσιν τῆς πολιτικῆς αὐτῆς μελέτην τῆς καταστάσεως. Θὰ συνίστων μάλιστα εἰς αὐτὴν μείζονα ἐφεκτικότητα κατὰ τὸ στάδιον τῆς μελέτης. Ἐφεκτικότητα ἀπὸ διττῆς ἀπόψεως. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐξαγγελίας ἀποφάσεων καὶ τῆς ἀπόψεως τῆς ἐκτιμήσεως μερικῶν δεδομένων ὡς πραγματικῶν καὶ τῆς ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν λήψεως μέτρων. Ὅλοι ἐνθυμούμεθα τὴν συζήτησιν περὶ δασμολογικῆς ἀφομοιώσεως. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέκρουσε πᾶσαν ἄμεσον σκέψιν περὶ αὐτῆς. Ἡμεῖς προεβάλομεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπισπεύσεως καὶ τὴν ἄμεσον διαρρύθμισιν τῶν πραγμάτων κατὰ τρόπον ἄγοντα βαθμιαίως μὲν ἀλλὰ θετικῶς καὶ ἐν ὡρισμένῃ σειρᾷ μέτρων ἐν τῇ ἀφομοιώσει. Βραχὺς παρίσταται χρόνος καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγε αὐτὴν καὶ δὴ ἄνευ τῆς σειρᾶς ταύτης τῶν μέτρων τῶν ἀπαραιτήτων. Καὶ ἐδημιούργησε κατάστασιν θέτουσαν εἰς ἀμφίβολον θέσιν τὴν ἄμεσον φορολογίαν τῶν νέων χωρῶν, ἡ ὁποία χρήζει μὲν μεταρρυθμίσεως, δὲν πρέπει ὅμως νὰ πληγῇ ἐν τῇ καθολικῇ αὐτῆς ὑποστάσει, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀναγνωρίζεται χάριν τῆς φορολογικῆς δικαιοσύνης, ὅτι πρὸς αὐτὴν πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν. Ὅλοι ἐνθυμούμεθα τὰς περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως. Προσήχθη σύμβασις μονοπωλίου μεθ’ ὡρισμένης ἑταιρίας. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε, ὅτι δέχεται μὲν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, ὅτι δύναται νὰ ἐγκαταλείπῃ αὐτὴν, ὅτι δύναται ἴσως νὰ καταλήξῃ εἰς ἄσκησιν τοῦ μονοπωλίου, ἀλλ’ οὐδεμίαν δέχεται συζήτησιν περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ μονοπωλίου. Ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ πρόγραμμα αὐτῆς. Μετὰ βραχὺν χρόνον τὸ μονοπώλιον ἐγκατελείφθη καὶ ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν τὸ σύστημα τῆς διὰ ταινιῶν φορολογίας. Ἀλλὰ καὶ ὡρισμένας προβλέψεις, μήπω ἐξακριβωθείσας, ἐχρησιμοποίησεν ὡς βάσεις παγίας εἰσαγωγῆς δαπανῶν, ἐνῷ ἓν εἶναι ἀμφίβολον ἂν καὶ πῶς θὰ ἐπαρκέσωμεν, τῶν προβλέψεων διαψευδομένων. Διὰ τοῦτο συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν μείζονα ἐφεκτικότητα, διαρκούσης τῆς μελέτης τῆς καταστάσεως, ἀλλὰ καὶ μείζονα σπουδὴν καὶ συμπλήρωσιν τῆς μελέτης, ὥστε νὰ γίνεται δυνατὴ νὰ καθορίσῃ τὴν πολιτικήν της. Δὲν περιορίζω τὰς δυσχερείας καὶ τὰς ἀντικειμενικὰς καὶ ὑποκειμενικὰς ἐν τῇ ἀνεπαρκείᾳ τοῦ προσωπικοῦ. Ἀλλ’ ἡ σπουδὴ ἐπιβάλλεται διότι ἡ βραδύτης ἐγκυμονεῖ σπουδαίους κινδύνους. Ἰδίως τὴν λῆψιν μέτρων ἐν ἀσυμπληρώτῳ μελέτῃ ὑπὸ μορφὴν προσωρινότητος μέτρων, τὰ ὁποῖα καὶ συνεπείας πολὺ περισσότερον βλαβεράς, παρὰ τὰς προβλεπομένας, δύνανται νὰ ἔχωσιν καὶ τὴν ὁριστικὴν ῥύθμισιν νὰ δυσχεράνωσι μέχρι τοῦ σημείου νὰ καταλείπωσι ἐν πολλοῖς ἀδύνατον αὐτήν. Ἀλλὰ καὶ ὡς μετ’ ὀλίγον θὰ ἀναπτύξω ἡ σπουδὴ ἐπιβάλλεται ἐκ τῆς ἀμέσου ἀνάγκης τῆς ἀντιμετωπίσεως τῶν δύο μεγάλων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ὀρθοῦνται πρὸ παντός, ὅστις ἤθελεν μελετήσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914 ἐμφανίζει ἐνώπιον ἡμῶν δύο μέγιστα προβλήματα, προβλήματα, περὶ τῶν ὁποίων καθῆκον ἔχομεν νὰ ἀπασχοληθῶμεν μετὰ πάσης σοβαρότητος. Τὰ προβλήματα ταῦτα ἀφορῶσι τὸ μέλλον, τὸ ἐγγύτατον τὸ μέν, τὸ ἀμέσως ἀπώτερον τὸ δέ. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914 καὶ αἱ συνοδεύσασαι αὐτὸν δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς γενικῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, δίδουσι τὰς γενικὰς γραμμὰς τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τοῦ Κράτους ἐν τῷ ἀμέσως προσεχεῖ μέλλοντι. Καὶ παρουσιάζονται τὰ δύο μεγάλα προβλήματα. Πρῶτον τὸ τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἀπαιτουμένων κεφαλαίων ἵνα ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἤδη ἐξετελέσθησαν ἢ ἀπετέλεσαν ἀναληφθείσας ὑποχρεώσεις ἢ εἶνε ἀναπότρεπτοι. Καὶ δεύτερον τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ὑπηρετηθῶσιν αἱ τακτικαὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, αἱ προκύψασαι ἐκ τῆς ἀναλήψεως τῶν βαρῶν τούτων ἀλλὰ καὶ ἐκ τῆς ἀναποτρέπτου, τῆς οὕτως εἰπεῖν, μηχανικῆς ἐξελίξεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν αὐτῶν. Ἵνα καθορίσωμεν τὴν σημασίαν τῶν προβλημάτων τούτων, ἀνάγκη νὰ σχεδιάσωμεν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ὑπολογισμὸν τῆς, μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ὑφισταμένης ἐκκρεμότητος, καταστάσεως. Καὶ πρὸς τοῦτο ἂς λάβωμεν ὡς βάσιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914. Ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος ἔχει συνταχθῆ κατὰ σύστημα νέον. Τὸ σύστημα αὐτὸ ἐνεδύθη, καθ’ ἃ ἐξαγγέλουσιν οἱ κατασκευασταί του, ἵνα παρέχῃ μεγαλειτέραν εὐχέρειαν εἰς ἐκτίμησιν τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Μέχρι τοῦδε ὁ προϋπολογισμὸς ἦτό τι πολὺ ἁπλοϊκόν. Εἶχε ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἀδιακρίτως καὶ ὑπέκειτο εἰς μίαν κρίσιν, πολὺ ἀφελῆ. Εἶχε περισσότερα ἔσοδα; Ἦτο ἀπόδειξις καλῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Εἶχε περισσότερα ἔξοδα; Ἦτο ἀπόδειξις κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Τὸ πολὺ πολὺ ἂν εἰς τὰ ἔσοδα περιελαμβάνετο δάνειόν τι, αὐτὸ ἀφῃρεῖτο καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπολοίπου καθωρίζετο ἡ κρίσις. Καὶ χωρίζει τὰ ἔσοδα εἰς διαφόρους κατηγορίας ὅπως καὶ τὰ ἔξοδα. Διότι ὑπάρχουν ἔσοδα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι κἂν ἔσοδα. Ὅπως ὑπάρχουν καὶ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶνε κἂν ἔξοδα. Εἶναι ἁπλῆ ἀλλαγὴ μορφῆς στοιχείων περιουσίας. Ὑπάρχουν καὶ πραγματικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τακτικά, καλυπτέα ἀμοιβαίως κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ὑπάρχουν καὶ ἔκτακτα, περὶ ὧν ἐπιβάλλεται ἄλλη μέριμνα καὶ ἄλλη διαχείρισις. Ὑπάρχουν καὶ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ὧν ἡ διαχείρισις γίνεται χωριστὰ δι’ εἰδικῶν ἐπὶ τούτῳ ἐγκατεστημένων διαχειριστικῶν ὀργάνων, ἐχόντων περιουσιακὴν οὕτως εἰπεῖν αὐτοτέλειαν. Ὅλα αὐτὰ τὰ διακρίνει εἰς χωριστὰς κατηγορίας ὁ ἐφετεινὸς προϋπολογισμός. Καὶ συνεπῶς οἱ ἀριθμοί του ἔχουν ἄλλην ἔννοιαν πολὺ διάφορον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ ἀριθμοὶ τῶν προηγουμένων. Ὁμιλοῦσιν ἄλλην γλῶσσαν. Εἶναι ἡ γλῶσσα αὕτη σαφεστέρα; Οἱ ἀριθμοί, οἱ θετικώτεροι τῶν πραγμάτων, εἶναι περίεργον πῶς ὅταν χρησιμοποιοῦνται εἰς τὰ δημόσια οἰκονομικὰ γίνονται τὸ ἐπισφαλέστερον τῶν πραγμάτων, Ἐκ τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης παραστάσεως αὐτῶν εἰμπορεῖ νὰ ἀγάγωσιν εἰς ἀντίθετα συμπεράσματα. Καὶ διὰ τοῦτο ἐπιβάλλεται μεγίστη προσοχὴ πρὶν ἢ ἐκτιμηθῶσι νὰ κατανοηθῇ τὸ σύστημα, καθ’ ὃ ἐκτίθενται. Διὰ νὰ ἐννοήσητε τοῦτο ἀνοίξατε τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐν σελίδι ιγʹ τῆς εἰσαγωγῆς θὰ ἴδητε ἐφαρμογὴν τοῦ νέου συστήματος τῆς νέας γλώσσης εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1913. Ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς ἔχει ὡρισμένους ἀριθμούς. Αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ μὲ τὴν γλῶσσαν τοῦ 1913, εἰς ἣν ἔχουν διατυπωθῆ, παρουσιάζουν ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ δρ. 127.108.233. Ἐφαρμόσατε εἰς αὐτούς, ὅπως πράττει ἐν τῇ σελίδι αὐτῇ ὁ κ. Ὑπουργός, τὴν νέαν γλῶσσαν. Καὶ οἱ ἴδιοι ἀριθμοὶ σᾶς λέγουν ὅτι τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων γίνεται μόνον δραχ. 44.174.412. Βλέπετε διαφορὰν γλώσσης; Μόλις 83 ἑκατομ. Δὲν δυσκολεύομαι νὰ δηλώσω, ὅτι θεωρητικῶς, ὡς σύλληψις εἶναι καλλίτερος ὁ νέος τύπος. Ἀπαλλάττει τὸν μελετῶντα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀπὸ τὸν κόπον μερικῶν ὑπολογισμῶν, ἀναγκαίων, ἵνα κρίνῃ αὐτὴν καὶ θεμελιώσῃ τὰ συμπεράσματά του. Ὑπολογισμῶν εὐχερῶν διὰ πάντα εἰδικῶς καταγινόμενον. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἀρνηθῇ οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὁ νέος τύπος ἥκιστα συντελεῖ εἰς τὴν σαφήνειαν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τὸν μὴ εἰδικῶς καταγινόμενον. Καὶ προκειμένου περὶ προϋπολογισμοῦ δέον ν’ ἀποβλέπωμεν ὄχι μόνον εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῶν εἰδικῶν, ἀλλὰ κυρίως εἰς τὴν ἁπλῆν κρίσιν τῶν πολλῶν, ἥτις εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχῃ εὐχερῆ τὴν κατανόησιν αὐτοῦ. Αὐτοὶ πληρώνουν καὶ πρέπει νὰ μανθάνουν τί γίνονται τὰ χρήματά των καὶ ποία κατάστασις δημιουργεῖται διὰ τὸ μέλλον, μέλλον, τὸ ὁποῖον αὐτοὺς θὰ βαρύνῃ. Φοβοῦμαι ὅτι μὲ τὴν νέαν μορφὴν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ κατὰ τοὺς γενικοὺς αὐτοῦ ἀριθμούς, κατὰ τοὺς ὁποίους ὑπέκειτο εἰς τὴν ἀντίληψιν καὶ τοῦ ἁπλουστέρου πολίτου κατὰ τὸ παλαιὸν σύστημα, θὰ εἶναι ἀπρόσιτος εἰς πάντα μὴ εἰδικὸν κατὰ τὸ νέον σύστημα. Ἀκούσατε λ. χ. πῶς ἀναλύεται ἐν τῇ εἰσαγωγῇ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914 τὸ πρὸ ὀλίγου μνημονευθὲν ἔλλειμμα τοῦ 1913 ἐκ δραχ. 127.108.233. Κατὰ τὴν παλαιὰν γλῶσσαν ἐμάνθανεν ὁ πολίτης ὅτι θὰ λείψῃ αὐτὸ ἐκ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, τώρα ἀκούει ὅτι ἔχει ἔλλειμμα μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων δρ. 44.174.412. Ἔλλειμμα μεταξὺ ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων δρ. 202,710.181, συνεπῶς ἔλλειμμα ἐν συνόλῳ ἐν τῇ κατηγορίᾳ τῶν πραγματικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων 246.885.284 δρ. Ἀλλὰ ἔχει καὶ περίσσευμα ἐν τῇ κατηγορίᾳ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίου δρ. 119.777.050, ὧν ἐκπιπτομένων προκύπτει τὸ ἔλλειμμα τῶν δρ. 127.108.233. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπητε πόσοι ἐκ τῶν πολιτῶν θὰ κατανοήσωσι τὴν δευτέραν γλῶσσαν; Ἀλλὰ ἔχει καὶ πολὺ τὸ ἐπικίνδυνον ἡ γλῶσσα αὐτή. Κατὰ τὴν ἀφελῆ γλῶσσαν τῶν ἁπλοϊκῶν ἀνθρώπων ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἠσθάνοντο τὴν ἀνάγκην νὰ ἰσοζυγίζουν αἱ δαπάναι πρὸς τὰ ἔσοδα ἀνεξαρτήτως τῆς αἰτίας αὐτῶν. Δὲν εἶχον κατηγορίας ἐκτάκτων ἐξόδων, τὰς ὁποίας νὰ παραπέμπουν εἰς κάλυψιν ἀλλαχοῦ. Δὲν εἶχον κατηγορίας δαπανῶν ἐκ μετασχηματισμοῦ, τὰς ὁποίας νὰ μὴ θεωρῇ δαπάνας. Ἤδη μετὰ τὴν νέαν γλῶσσαν ἀνοίγεται ἡ εὐκολία εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ μετατοπίζουν δαπάνας εἰς τὰς κατηγορίας αὐτὰς καὶ νὰ ὁμιλοῦν περὶ ἰσοζυγίων ἢ περισσευμάτων, ἐκεῖ ὅπου ἡ παλαιὰ γλῶσσα θὰ ἐβεβαίου ἐλλείμματα. Καὶ δύνασθε νὰ κατανοήσητε εὐχερῶς ποῖος κίνδυνος ὑπάρχει ἐν τῇ εὐκολίᾳ αὐτῇ. Ἀπόδειξις ἔστω ὁ ἐφετεινὸς προϋπολογισμός. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐβεβαίωσε περὶ αὐτοῦ κατὰ μὲν τὸν Μάϊον ὅτι ἔχει περίσσευμα τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων 11.163.000 δρχ., κατὰ δὲ Ὀκτώβριον ὅτι ἔχει ἔλλειμμα 27.050.000 δρχ. Ἀλλὰ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὰ συμπεράσματα αὐτὰ ἐχαρακτήρισεν ἐκτάκτους δαπάνας ὅλα ὅσα περιέλαβον εἰς τὰ κεφάλαια 250–265 τοῦ ἐφετεινοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, 85–88 τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, 100–162 τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, 231–284 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, 101–103 τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, 106–114 τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἰς τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὰ κεφάλαια ΚΑ–ΚΘ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Αἱ δαπάναι αὗται ἀνέρχονται εἰς πολλὰ ἑκατομμύρια. Βεβαίως μεταξὺ αὐτῶν αἱ πλεῖσται εἶναι ἔκτακτοι. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ πολλαὶ αἱ ὁποῖαι οὐδὲν ἔκτακτον φέρουσι, λ. χ. οἱ μισθοὶ τῶν πάσης φύσεως ὀργανωτῶν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, αἱ δαπάναι τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοὐλάχιστον κατὰ μέρος, οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων τῶν ἀντικατασταθέντων διὰ παγίων. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ μὴ προσήκοντος χαρακτηρισμοῦ τακτικῶν δαπανῶν ὡς ἐκτάκτων, διευκολύνοντος τὴν ἐμφάνισιν κρείττονος καταστάσεως, ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι τὸ ὁποῖον παραβλέπεται ἐντελῶς. Ὑπάρχει ποσόν τι ἐκτάκτων δαπανῶν τὸ ὁποῖον ἐπαναλαμβάνεται κατ’ ἔτος. Ἐν πάσῃ μεγάλῃ διαχειρίσει ὑπάρχουσι παροδικῶς παρουσιαζόμεναι ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ὅμως, κατανεμόμεναι ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων καὶ διὰ τῆς δεξιᾶς διαχειρίσεως, ἐμφανίζονται κατ’ ἔτος ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ἀλλὰ κατὰ τὸ αὐτὸ ποσόν, τὰς δαπάνας ταύτας καίτοι κατὰ τὴν φύσιν ἑκάστης ἐκτάκτου ἤτοι παροδικὰς κατὰ τὸ αὐτὸ ποσόν, ὅμως κατ’ ἔτος ἐμφανιζομένας, δέον νὰ καλύπτωσι τὰ τακτικὰ ἔσοδα. Ἂν αὗται μένωσιν ἄνευ καλύμματος ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων δημιουργοῦσι σπουδαῖον κίνδυνον ἀληθείας τοῦ προϋπολογισμοῦ. Καὶ τοῦτο παραβλέπει τελείως ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμός, μετ’ ἀγωνιώδους προσπαθείας ἀπομακρύνων τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ πᾶσαν παροδικὴν δαπάνην, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἂν τὸ ἄλλο ἔτος δὲν θὰ ἀντικατασταθῇ ὑπὸ ἄλλης, ἐπίσης παροδικοῦ ἀλλ’ ἀναλόγου ποσοῦ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ σφάλματος τούτου συνετελέσθη καὶ τὸ πολὺ μεγαλύτερον νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ χρεωλύσια τοῦ δημοσίου χρέους, ὡς καλυπτέα ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν τῷ ὑπολογισμῷ τοῦ ἐλλείμματος τῶν 27 ἑκατομμυρίων, ὡς καὶ ἐν τῷ κατὰ Μάϊον πλεονάσματι τῶν 4 ἑκατομ., δὲν περιέλαβε τὴν δαπάνην τῶν χρεωλυσίων. Καὶ εἶναι ταῦτα μέγα ποσόν. Ἀνέρχονται διὰ τὸ 1913 εἰς δρχ. 7.036.552 διὰ τὸ εἰς χρυσὸν χρέος καὶ εἰς δρχ. 2.446.283 διὰ τὸ εἰς τραπεζικά, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς δρχ. 9.482.835 καὶ εἰς δρχ. 6.180.735 καὶ 2.450.112 ἤτοι δρχ. 8.621.047 διὰ τὸ 1914. Ταῦτα ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν περιλαμβάνει εἰς τὸ ἔλλειμμα τῶν 27 ἑκατομμυρίων. Θεωρεῖ ταῦτα ὡς ἐκτάκτους δαπάνας; Ὄχι βέβαια. Θεωρεῖ αὐτὰ ὡς ἔχοντα ἀντίστοιχον αὔξησιν περιουσίας ἐν τῇ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τοῦ χρέους; Καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Διότι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη ἀπώλεια περιουσίας, ἐφ’ ἣν κατὰ τεκμήριον ἀντιστοιχοῦν τὰ χρεωλύσια. Ἡ ἀποσβεστέα κατ’ ἔτος ποσότης τῶν δαπανῶν εἰς ἃς ἐχρησίμευσαν τὰ δάνεια. Ἐλάττωσις ἀξίας, φθορὰ ἐγκαταστάσεων εἰς τοιαῦτα ἐδαπανήθησαν. Ἡ προβλεφθεῖσα ἐπανάληψις τῆς δαπάνης καὶ ἐπιβεβλημένη ἐλευθερία πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτῆς εἶναι τὸ διαθετέον ποσὸν διὰ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τοῦ σημερινοῦ χρέους. Εἶναι τοῦτο στοιχειώδης παρατήρησις παροραθεῖσα. Ἰδού, κύριοι, οἱ κίνδυνοι ἐκ τοῦ νέου συστήματος, ἐκ τῆς νέας γλώσσης τῶν ἀριθμῶν. Ὄχι θεωρητικοί, ἐνδεχόμενοι. Ἀλλὰ πραγματικοί. Μεγάλη ποσότης δαπανῶν ἐχαρακτηρίσθησαν ἔκτακτοι καὶ παρεπέμφθησαν εἰς κάλυψιν ἔξω τῶν τακτικῶν πόρων. Παρωράθη ἐντελῶς ὅτι καὶ ἂν κατὰ τὴν ὡρισμένην μορφήν, ὑφ’ ἣν ἐφέτος ἐμφανίζεται, εἶναι περιοδική, κατὰ τὸ ποσὸν πάντως εἶναι σταθεραὶ κατ’ ἔτος. Δαπάναι ἐτήσιοι ἐτέθησαν ἔξω τοῦ τακτικοῦ, διότι ἐκρίθησαν ὅτι δὲν ἀποτελοῦν μείωσιν περιουσίας. Παρωράθη δὲ ἡ ἀνάγκη ἀποσβέσεως τῶν χρεῶν διὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἐκ νέου συνάψεως αὐτῶν κατὰ περιόδους πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν αὐτῶν ἢ ἀναλόγων ἀναγκῶν περιοδικῶς ἐμφανιζομένων. Καὶ οὕτω ὁ προϋπολογισμὸς ἐμφανίζεται πολὺ διάφορος μὲ τὴν νέαν γλῶσσαν παρ’ ὅ,τι θὰ ἐνεφανίζετο μὲ τὴν παλαιὰν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔλλειμμα θὰ ἀνεβιβάζετο ὄχι εἰς 27 ἑκατομμύρια ἀλλ’ εἰς πολὺ περισσότερα. Ἠκούσατε τοὺς ὑπολογισμοὺς τῶν προλαλησάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι τὰ ἀνεβίβασαν εἰς 70 καὶ πλέον ἑκατομμύρια. Καὶ ἤδη, διὰ νὰ ἴδωμεν τὰ προβλήματα τῶν ὁποίων ἐμνήσθην πρὸ μικροῦ, ἂς ὑπολογίσωμεν ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἀπαιτηθῶσι διὰ νὰ ἐκκαθαρισθῇ ἡ κατάστασις ἡ ἐκκρεμής. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ Μάϊον εἶπεν ὅτι ἐκτὸς τῶν 500 ἑκατομ. τοῦ συναφθέντος ἤδη δανείου θὰ ἀπαιτηθῶσι καὶ ἄλλα 400 ἑκατομμύρια. Ἐκ τῶν 500 ἑκατομ. ἐλήφθησαν τὰ 250 ἄρα ὑπολείπονται ἀκόμη ἀπαιτούμενα, κατὰ τὰς τότε δηλώσεις, ἕτερα 650 ἑκατομ. Ἔκτοτε ὅμως ἐπῆλθον μεταβολαί, ὥστε κατὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν δηλώσεων ὁ κ. Ὑπουργὸς προέβη εἰς ἄλλας ἀνακοινώσεις· εἶπεν ὅτι ἐκτὸς τῶν ἤδη συνωμολογημένων χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 375.000.000 δρχ., περιλαμβάνονται 250.000.000 τοῦ πρώτου ἡμίσεως τοῦ δανείου καὶ 50.000.000 τῆς ἐπιτάξεως, τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 65.000.000 καὶ 10.000.000 ἐντόκων γραμματίων, ἐκτός, λέγει, τῶν 375.000.000 αὐτῶν ἔχομεν νὰ ἀντικρύσωμεν καὶ τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1913 δρχ. 86.000.000, τοῦ 1914 δρχ. 69.000.000, τὰς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις, τὰς ἐντὸς τριετίας ἐκτελεστέας, ἀνερχομένας εἰς δρχ. 75.000.000, τοῦ Ταμείου τοῦ Στόλου, δρχ. 70.000.000 τοῦ Ταμείου Ἀμύνης καὶ δρχ. 69.000.000 διὰ τὸ τίμημα τοῦ θωρηκτοῦ τοῦ τύπου «Λωρραίνης» καὶ 20.000.000 δρχ. διὰ τὰ ἐν ἐκτελέσει δημόσια ἔργα, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρχ. 389.000.000. Εἰς αὐτὰ δὲν περιλαμβάνονται 161.000.000 δρχ. διὰ δημόσια σιδηροδρομικὰ ἔργα, ἀναγκαῖα κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ Μάιον, οὔτε δαπάναι ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων, ὑπολογισθεῖσαι τότε εἰς 29.000.000 δρχ., ἤτοι ἐν ὅλῳ δρχ. 181.000.000. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ εἰς 889.000.000 δὲν περιλαμβάνονται πολλὰ κονδύλια ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατὰ Μάιον εἶχον περιληφθῇ εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι τὰ 380.000.000 ἐκπροσωποῦσιν ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις, ἐνῷ ὑπάρχουσι καὶ ἀνάγκαι ἔξω αὐτῶν κείμεναι, λ. χ. συμπλήρωσις προμηθειῶν, περίθαλψις καὶ ἐγκατάστασις προσφύγων μέχρι τέλους, κατασκευὴ ναυστάθμου κλπ. ἔχομεν συμπέρασμα ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀνάγκην νὰ αὐξήσωμεν τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος κατὰ 380.000.000 δρχ. καὶ 181 ἑκατομ. καὶ 130 ἴσως ἀκόμη ἑκατομ. ἤτοι ἐν ὅλῳ κατὰ 700 περίπου ἑκατομμύρια πραγματικά, ἐκτὸς τῶν 65 ἑκατομ. τοῦ προσωρινοῦ δανείου, τῶν 50 ἑκατομ. τοῦ πενταετοῦς τῆς ἐπιτάξεως καὶ τῶν 10 ἑκατομ. τῶν ἐντόκων γραμματίων, ἤτοι θὰ ἀπαιτηθῇ νὰ δανεισθῶμεν 800–830 ἑκατομμύρια πραγματικά, ἵνα ἐκκαθαρίσωμεν τὴν ἐκκρεμῆ κατάστασιν καὶ ἐπιχειρηθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἑδραίωσιν τῆς οἰκονομίας τῆς χώρας. Ἰδού, κύριοι, τὸ πρῶτον πρόβλημα, πρόβλημα σοβαρώτατον, διότι ἄνευ τῆς ἐπιλύσεως αὐτοῦ ἡ χώρα ἄγεται εἰς τὸ ἀδιέξοδον. Διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ εὑρεθῇ τὸ Κράτος εἰς ἀνικανότητα νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, πολλαί, αἱ πλεῖσται τῶν ὁποίων ἀνάγονται καὶ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν ἀπὸ κινδύνων ὑψίστης σημασίας. Κανένα δὲν διαφεύγει ἡ δυσχέρεια τῆς ἐξευρέσεως χρημάτων ἅμα τῇ λήξει τῆς μεγάλης ἱστορικῆς κρίσεως ἡ ὁποία σήμερον μαστίζει τὸν κόσμον. Αἱ ἀνάγκαι τῶν μεγάλων Κρατῶν, τῶν περιπεπλεγμένων εἰς τὸν μέγαν ἀγῶνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι τόσας πληγὰς νὰ ἐπουλώσωσι καὶ τόσα κενὰ νὰ πληρώσουν ἔν τε τῇ δημοσίᾳ καὶ ἐν τῇ κοινωνικῇ αὐτῶν οἰκονομίᾳ, θὰ καταστήσωσι σπάνια τὰ κεφάλαια, τὰ δυνάμενα νὰ διατεθῶσιν ἔξω τῶν Κρατῶν αὐτῶν. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, ὅτι ἡ ἐπακολουθήσουσα τὴν μεγάλην ἱστορικὴν κρίσιν ἐκκαθάρισις, θὰ στηρίξῃ τὴν ἐλπίδα περιόδου τινὸς ὁπωσοῦν μακρᾶς εἰρήνης, ὅτε θὰ ἐπιτρέψῃ καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ παρατείνωμεν ὁπωσοῦν τὴν περίοδον τῆς ἐκτελέσεως ἐκείνων ἐκ τῶν δαπανῶν, ἃς πρὸ ὀλίγου ἐμνημόνευσα, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ἀφορῶσι τὴν παρασκευὴν ἡμῶν, διὰ περιπετείας, οἵας δύναται νὰ προκαλέσουν διεθνεῖς περιπλοκαί. Ἀλλ’ ὡς εἴδατε ἐλάχιστον μέρος τοῦ ποσοῦ ἀφορᾷ τοιαύτας δαπάνας, μὴ ἀποτελούσας ἀνειλημμένας ἤδη ὑποχρεώσεις. Ὥστε καὶ ἡ τυχὸν παράτασις, ἣν πιθανὸν νὰ ἐπιτρέψωσιν αἱ περιστάσεις, ἐλάχιστα μειοῖ τὴν δυσχέρειαν τοῦ προβλήματος. Καὶ θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιμετωπίσωμεν αὐτά, δὲν δυνάμεθα ὅμως βεβαίως νὰ ἐπιδράσωμεν ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν ἔξω ἀγορῶν, πρὸς ἃς θὰ ἀπευθυνθῶμεν. Δυνάμεθα ὅμως καὶ ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν ἵνα διαρρυθμίσωμεν τὰ καθ’ ἡμᾶς οὕτως ὥστε νὰ εἴμεθα ὅσον οἷον τε εὐπρόσδεκτοι. Πρὸς τοῦτο ἕν ὑπάρχει μέσον. Νὰ διαρρυθμίσωμεν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν πράγματα, οὕτως ὥστε νὰ γεννᾶται ἐξ αὐτῶν ἑδραία ἡ πεποίθησις παρὰ πᾶσι, ὅτι καὶ αἱ δυνάμεις τῆς χώρας εἶναι ἐπαρκεῖς ἀλλὰ καὶ ἡ διαρρύθμισις τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ᾗ τελείως ἐξησφαλισμένη καὶ ἐπαρκὴς ἐπὶ τὰς ἀναληφθησομένας ὑποχρεώσεις. Καὶ τοῦτο ἐπιβάλλει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ δεύτερον τῶν προβλημάτων. Πῶς καὶ διὰ ποίων μέσων θὰ ἀντικρύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους τὰς οἰκονομικὰς, οἷαι θὰ διαμορφωθῶσι μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως τῆς ἐκκρεμοῦς; Ἐπιτρέψατέ μοι πρὸς τοῦτο νὰ θέσω εἰς ἀριθμοὺς τὸ πρόβλημα. Ἂς ἴδωμεν ποῖαι θὰ εἶναι αἱ πιθαναὶ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν, αἱ ἐπὶ πλέον τῶν ἤδη ὑφισταμένων. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ εἶναι κατὰ προσέγγισιν, ἀλλὰ καὶ ὅτι εἶναι ἀρκετοὶ ἵνα δώσωσιν εἰκόνα τοῦ προβλήματος, διότι εἶναι τόσον ὀγκώδης ἡ ποσότης, ὥστε ὅση καὶ ἂν ἤθελε προκύψῃ ἐκ τῶν πραγμάτων διαφορά, δὲν μεταβάλλεται ἡ θέσις τοῦ προβλήματος. Κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὰς δηλώσεις ἐλλείπουσιν 27 ἑκατομ. μέχρι χθές, 29 ἑκατομ. σήμερον, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται τὰ χρεωστάσια καὶ ἔκτακτοί τινες δαπάναι κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβανόμεναι κατὰ ποσόν, ὡς πρὸ ὀλίγου ἀνέπτυξα, αἱ ὁποῖαι ὡς καὶ τὰ χρεωστάσια πρέπει νὰ καλύπτωνται ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Ἂν ὑπολογίσωμεν ταῦτα εἰς 12 ἑκατομ. δὲν σφαλλόμεθα βεβαίως. Τὸ δημόσιον ὑπάρχον χρέος θὰ ἀπαιτήσῃ ἐπὶ πλέον 11 ἑκατομ., διότι ἡ ἀναγεγραμμένη ὑπηρεσία αὐτοῦ εἶναι μικροτέρα τῆς ἀπαιτηθησομένης κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος κατὰ τὸ ποσὸν τοῦτο. Διότι 5 ἑκατομ. τόκοι ἔχουσιν ἀναγραφῆ εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα. Τὸ νέον δημόσιον χρέος διὰ τὰς ἀνειλημμένας ἤδη ὑποχρεώσεις δραχ. 380 ἑκατομ. θὰ ἀπαιτήσῃ δραχμὰς 22.800.000. Τὸ περαιτέρω δημόσιον χρέος, τὴν ἀνάγκην τοῦ ὁποίου πρὸ ὀλίγου ἐγκωμίασα, θὰ ἀπαιτήσῃ περὶ τὰ 18 ἑκατομμύρια. Ἐν ὅλῳ ὅθεν θὰ ἀπαιτήσῃ ἐπὶ πλέον τῶν σήμερον ἀναγραφομένων ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημοσίου χρέους περὶ τὰ 52.000.000 δρχ. Αἱ πάγιαι στρατιωτικαὶ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνέλθωσιν εἰς δρχ. 52.000.000 κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, σημειοῦνται διὰ τὸ 1914 ἐν ταῖς δηλώσεσι μὲ μόνον δρχ. 38.000.000. Ἄρα θὰ ἔχωμεν αὔξησιν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δρχ. 12.000.000, μειουμένων ὅμως βαθμηδὸν τῶν ἄλλων, ὥστε ἡ αὔξησις νὰ ᾖ 5.000.000 δρχ. Αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἅμα ὡς συμπληρωθῶσιν αἱ μονάδες τοῦ στόλου θὰ αὐξήσωσι κατὰ 2 ἑκατομ., ὑπολογιζομένων τῶν ἐφετεινῶν ὡς ἐκτάκτως ἐξωγκουμένων διὰ τὴν ἀνωμαλίαν τῶν περιστάσεων καὶ διὰ τοῦτο θεωρουμένης ἐπαρκοῦς τῆς σχετικῆς μικρᾶς αὐτῆς αὐξήσεως. Αἱ συντάξεις ἐκ τοῦ πολέμου, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 4 καὶ πλέον ἑκατομμύρια, ἀναγράφονται μόνον μὲ 1½ ἑκατομ., ὥστε δέον νὰ προστεθῶσι 3 ἑκατομ. ἀκόμη, τὰ ὁποῖα μόλις θὰ ἐπαρκέσωσι. Καὶ ὅταν ἔχωμεν μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ἀνάγκην νὰ ἔχωμεν ἐπὶ πλέον περὶ τὰ 102 ἑκατομ., εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπιβληθῶσι συνεπεία τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἐψηφισμένων νόμων καὶ ἐκ τῆς ἐξελίξεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἀπαιτηθησόμεναι. Μετὰ τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας ἐζητήσαμεν νὰ καταθέσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς σημείωμα τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀπαιτηθῶσι κατὰ τοὺς ψηφισθέντας νόμους καὶ τὰ ὑποβεβλημένα νομοσχέδια. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατέθεσε σημείωμα περὶ μόνον τῶν τοιούτων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου του, ἀνερχομένων, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, εἰς δρχ. 1.200.000, διὰ τοὺς νόμους ὅμως καὶ τὰ νομοσχέδια τῶν ἄλλων Ὑπουργείων οὐδὲν κατέθεσεν. Εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως τοῦτο. Διότι καταδεικνύει ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ἔχον νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ νὰ ἐπιλύσῃ τὸ πρόβλημα τῆς καλύψεως τῶν δαπανῶν, δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψιν τὰς καθ’ ἑκάστην ψηφιζομένας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι οὕτω καθίστανται δῆλον, ὅτι ψηφίζονται ἄνευ οὐδεμιᾶς προηγουμένης ἐρεύνης περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ καλυφθῶσι. Εἶναι τοῦτο δυσαρεστότατον σύμπτωμα, ἄξιον νὰ ἐπισύρῃ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ψηφίζουσα τὰ διάφορα νομοσχέδια πρέπει νὰ μάθῃ ὅτι διὰ τὰς δαπάνας τὰς ὁποίας αὐτὰ προκαλοῦσι δὲν ὑπάρχει ἡ μέριμνα περὶ καλύψεως αὐτῶν καὶ ἡ πρὸ τῆς ψηφίσεως πεποίθησις περὶ τούτου. Ὁπωσδήποτε αἱ δαπάναι αὗται κατὰ τοὺς ἐψηφισμένους νόμους, τὰ νομοσχέδια καὶ τὴν ἐξέλιξιν τῶν ὑπηρεσιῶν, ἀναγκαίως θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 10 ἑκατομ., ὅταν μάλιστα λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι διὰ τῶν δηλώσεων ἐγένοντο μειώσεις τῶν δαπανῶν ἐξ ἁπλῆς ἀναβολῆς, ἐπιβληθείσης ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, δὲν ἔχουσι δὲ ἀναγραφῇ πολλαὶ δαπάναι δι’ ὁλόκληρον τὸ ἔτος, ὡς δημιουργηθεῖσαι μετὰ τὴν ἔναρξιν αὐτοῦ. Ἵνα πεισθῶμεν περὶ τούτου ἐκτὸς τοῦ 1.210.000 δρ. τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀρκεῖ νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει τὰς δαπάνας τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν Νέων Χωρῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τὰς Νέας Χώρας πλὴν τῆς Κρήτης, δι’ ἣν σημειοῦνται δρ. 4.446.890, ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρ. 544.204 διὰ τὴν Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν, τῶν δρ. 70 χιλ. διὰ τὰς Νήσους καὶ 100 χιλ. διὰ τὴν Σάμον. Εἶναι πρόδηλον ὅτι αὗται θὰ αὐξήσωσι σημαντικῶς καὶ ῥαγδαίως. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἐκ τῶν λόγων τούτων ἀναγκῶν τοῦ μέλλοντος, δέον νὰ προστεθῶσι καὶ τὰ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ δημοσίου χρέους βάρη τοῦ συναφθησομένου πρὸς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῆς διαμέσου περιόδου, τῆς μέχρι τῆς ἰσοζυγίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν πάντα ταῦτα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψει, ἔχομεν κατάδηλον ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους, αἱ μετὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ἐκκρεμοῦς ἤδη καταστάσεως, θὰ ἀπαιτήσωσι περὶ τὰ 120 ἑκατ. δρ. ἐπὶ πλέον τῶν ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμῷ ἀναγραφομένων ἐσόδων. Καὶ οὕτω τὸ δεύτερον πρόβλημα εἶναι πῶς καὶ κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐξευρεθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα. Καὶ ἐκ τῆς εὐστόχου λύσεως τοῦ προβλήματος τούτου εὕρηται καὶ ἡ λύσις τοῦ πρώτου, ἤτοι ἡ ἐξεύρεσις τῶν ἀναγκαίων πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως κεφαλαίων. Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη ποῖαι εἶναι αἱ σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, ποῖαι αἱ ἰδέαι αὐτῆς περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν θὰ ἐξευρεθῶσι τὰ ποσὰ ταῦτα; Εἶπον ἀρχόμενος ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ ἐφετεινῷ προϋπολογισμῷ καὶ ταῖς ἀνακοινώσεσιν αὐτῆς πρὸς τὴν Βουλὴν δὲν ἐμφανίζει τὴν οἰκονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν. Καὶ τοῦτο διότι ἔχει ἀνάγκην τῆς μελέτης τῆς νέας καταστάσεως, ἥτις ἐδημιουργήθη μετὰ τοὺς πολέμους, ἵνα γίνηται δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ἡ προσήκουσα διαρρύθμισις αὐτῆς. Συνέστησα τὴν ὅσον ἔνεστι ταχυτέραν συμπλήρωσιν τῆς μελέτης τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐπεκαλέσθην καὶ ἕνα ἐκ τῶν λόγων, δι’ οὓς θεωρῶ ἐπιβεβλημένην τὴν σπουδὴν περὶ τὴν συμπλήρωσιν τῆς μελέτης, τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου ἀντιμετωπίσεως τῶν δύο μεγίστων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα πρὸ μικροῦ ἐξέθηκα. Καὶ ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν. Ποία εἶναι ἡ στάσις αὐτῆς ἀπέναντι τῶν δύο τούτων προβλημάτων; τὸ τῆς ἐξευρέσεως τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς καταστάσεως κεφαλαίων ἄνευ ἀμέσου ἐπιβολῆς. Ἔχομεν ἐλλείμματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἐκκρεμεῖς ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις 380 ἑκατομμύρια δρ. Ταῦτα πρέπει νὰ εὑρεθῶσιν. Ἡ ἀνάγκη αὐτῶν εἶναι ἄμεσος. Ἀλλ’ ἡ εὕρεσις αὐτῶν ἤρτηται ἐκ τῆς καθόλου οἰκονομικῆς καταστάσεως, αὕτη δὲ ἤρτηται ἐκ τῆς λύσεως τοῦ δευτέρου προβλήματος. Ἐπὶ τούτων οὐδεμίαν ἔχομεν δήλωσιν τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι λυπηρὸν τοῦτο. Καὶ τὰ μάλιστα ἀνησυχητικὸν διὰ τὸ μέλλον. Δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς ἀφ’ ὅτου ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη πρὸ δυσχερειῶν ἵνα ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς στοιχειωδεστέρας ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Ἐχαρακτηρίσθη τοῦτο ταμιακὴ δυσχέρεια. Ὁ χαρακτηρισμὸς δὲν ἦτο βεβαίως ἀκριβὴς ὑπό τινα ἔννοιαν. Περὶ ταμιακῆς δυσχερείας, ἀποτελούσης ἀντίθεσιν πρὸς τὴν οἰκονομικήν, γίνεται λόγος ὅταν προσωρινῶς τὸ ταμεῖον, ἕνεκα τῆς μὴ εἰσρεύσεως εἰς αὐτὸ πόρων ἀναμενομένων, ἀσφαλῶν, δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ. Ὅταν οἱ ἀναμενόμενοι πόροι εἶναι δάνεια, εἶναι ἀμφίβολον ἂν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ δυσχέρεια ταμιακή, ὅταν μάλιστα τὰ δάνεια δὲν συνήφθησαν ἀκόμη, μεγίστη δὲ ἡ περὶ τούτου ἀμφιβολία, ὅταν ἡ σύναψις αὐτῶν ἤρτηται ἐξ ἀδήλων περιστάσεων. Ἀλλὰ πάντως ἵνα γίνῃ λόγος περὶ ταμιακῆς δυσχερείας, εἶνε ἐπιβεβλημένον νὰ ὑπάρχωσι καὶ πόροι πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν προσδοκωμένων δανείων. Ὅταν καὶ οὗτοι ἐλλείπουσι τότε ἡ δυσχέρεια δὲν εἶνε ταμιακὴ ἀλλὰ οἰκονομική. Ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς χώρας, ἐξ ἧς θὰ ληφθῶσι τὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα προσδοκῶνται, ἵνα ἐξαχθῇ τὸ ταμεῖον τῆς δυσχερείας, οὐδαμῶς δικαιολογεῖ τὸν χαρακτηρισμὸν τῆς κρίσεως, τῆς ταμιακῆς, ὅταν μάλιστα ἤδη ἐμφανίζεται σύστημα μαρτυροῦν τὴν κρατήσασαν ἀποτελεσματικὴν μέριμναν, ἵνα ἡ ἀνεπάρκεια τῶν πόρων τοῦ Κράτους ἐκλείπῃ. Δὲν θὰ παρέλθῃ χρόνος πολὺς καὶ θὰ ἐμφανισθοῦν καὶ νέαι, αἱ δυσχέρειαι αἱ προσωρινῶς παρακαμφθεῖσαι. Καὶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ δὲν δύναμαι νὰ μὴ μνημονεύσω τὴν ἔλλειψιν πάσης ἀνακοινώσεως πρὸς τὴν Βουλὴν περὶ τῶν 20 ἑκατομμυρίων, τῶν ἐκ Γαλλίας ἀποσταλέντων. Παρά τινος καὶ πῶς καὶ ὑπὸ ποίους ὅρους ἐδόθησαν ταῦτα; Ἡ Κυβέρνησις προκειμένης ἄλλης συζητήσεως ἐν παρόδῳ ἐξήγγειλεν ὅτι ἐστάλησαν ἐκ Γαλλίας 20 ἑκατομ. δρ. Ἀνέγνωμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας τὴν ἐπίσημον ἀνακοίνωσιν ὅτι ἐδόθησαν ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ οὐδὲν ἄλλο. Δὲν νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι τοιαύτη πρὸς τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν στάσις εἶνε παράλειψις μὴ συμβιβαζομένη μὲ τὰ καθήκοντα οὔτε αὐτῆς οὔτε ἐκείνης; Ἀλλ’ αὐτὰ προσωρινῶς παρέκαμψαν τὴν δυσχέρειαν, ὅπως προσωρινὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔχωσι καὶ ὅσα ἄλλα παρομοίας φύσεως μέτρα ἤθελον ληφθῆ. Ἡ δυσχέρεια θὰ ἀνακύψῃ ἐκ νέου ἂν δὲν ἀντιμετωπίσῃ μετὰ ἀποφασιστικότητος ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἔχει καθῆκον ὑπέρτατον ἡ Κυβέρνησις νὰ καθορίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θὰ ἰσοζυγίσῃ τὸν πόρον τοῦ Κράτους τοῦ τε ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος πρὸς τὰς δαπάνας τάς τε ἀμέσους καὶ τὰς μελλούσας νὰ προέλθωσιν ἐκ τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς καταστάσεως. Δὲν ἀξιοῖ τις παρ’ αὐτῆς νὰ ἐπιφέρῃ ἀμέσως τὴν ἰσοζύγισιν ταύτην, βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ περίοδος ἐξυγιάνσεως τῶν οἰκονομικῶν. Ἀλλὰ ἡ περίοδος αὕτη εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον ἰδίας πολιτικῆς, ἡ ὁποία νὰ περιλαμβάνῃ τὰ μέτρα, δι’ ὧν θὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς δυσχερείας, βαθμηδὸν διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν μέτρων αὐτῶν μειουμένων μέχρι ὁριστικῆς ἀποκαταστάσεως τῆς ἰσοροπίας. Τοιαύτην πολιτικὴν δὲν ἐμφανίζει, τοιαύτην πολιτικὴν δὲν φαίνεται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις. Μετὰ σπουδῆς ψηφίζομεν νόμους αὐξάνοντες καταπληκτικῶς τὰς δαπάνας. Καὶ μᾶς παρέχεται ἡ πληροφορία ὅτι οὐδεμία ἐκρατήθη σημείωσις τοῦ ποσοῦ αὐτῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Δὲν ἐξετάζω τὸ σκόπιμον τῶν δαπανῶν αὐτῶν. Ἀλλ’ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχε ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς φιλοτιμίας ἑκάστου Ὑπουργοῦ πρὸς ἐμφάνισιν νομοθετικῆς ἐργασίας ψήφισις μέτρων ἐπιβαρυνόντων τὸν κινδυνεύοντα νὰ σταματήσῃ ἐκ τῆς χωλότητος προϋπολογισμόν, ἄνευ οὐδεμιᾶς κατατάξεως τῶν μέτρων τούτων κατὰ τὴν προσήκουσαν σειράν, ὥστε νὰ συναντῶσι καὶ τὰ πρὸς πραγματοποίησιν οἰκονομικὰ μέσα καταλλήλως παρασκευασθέντα, δὲν εἶναι ἐμφανὴς ἀπόδειξις τῆς ἐλλείψεως πάσης πολιτικῆς καὶ τῆς ἐλλείψεως καὶ τῆς ἰδέας ἀκόμη ὅτι ἐκ τούτου ἀνάγκη πολιτικῆς; Καὶ δὲν αἰσθάνεται πᾶς τις ὅτι τοιαύτη ἀμελέτητος ἐνέργεια ἐκθέτει τὴν χώραν εἰς τὸν κίνδυνον νὰ ἴδῃ ἑαυτὴν ἐν ἀνεπαρκείᾳ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς μᾶλλον ἐπιτακτικὰς ὑποχρεώσεις αὐτῆς, συνεπείᾳ τῆς ἀκαίρου ἀναλώσεως τῶν ὑλικῶν αὐτῆς πόρων ἐπὶ σκοποὺς δευτερεύοντας, μὴ πραγματοποιουμένους οὐδ’ αὐτούς, ἕνεκα ἀνεπαρκείας μέσων, μὲ μόνον ἀποτέλεσμα τὴν κληροδότησιν ἐκ τῆς ἀποτυχούσης ἀποπείρας φυτοζωουσῶν ὑπηρεσιῶν, ἀποτελουσῶν ἁπλῶς παράσιτα ἐκμυζῶντα τὰς οἰκονομικὰς δυνάμεις τῆς χώρας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς παραπέμπει μετὰ τῆς διακρινούσης αὐτὸν αἰσιοδοξίας εἰς τὰς ἀναμενομένας αὐξήσεις τῶν ἀποδόσεων τῶν ὑφισταμένων προσόδων τοῦ Κράτους. Οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ συνομολογήσω τὴν πιθανότητα τῶν αὐξήσεων τούτων. Καὶ τὸ μέχρι τῆς ἐκρήξεως τῆς εὐρωπαϊκῆς κρίσεως ἀποτέλεσμα τοῦ 1914 ἦτο τὸ πρῶτον ἔτος τῆς μετὰ τὸν πόλεμον γαλήνης, κατὰ τὸ ὁποῖον, εὐλόγως αἰσιώτατον μετὰ τὴν ἐπιτυχῆ ἔκβασιν τῶν δύο πολέμων, πᾶς τις διέβλεπεν, ὁ τόπος ἐχώρισε μετὰ θάρρους εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐκ τῆς οἰκονομικῆς καχεξίας τῶν ἐτῶν τοῦ πολέμου κενῶν. Εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ φραγμὸς εἰς τὴν νομοθετικὴν φιλοτιμίαν τῶν διαφόρων τμημάτων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων ἐν τῇ εὐγενεῖ ἀληθῶς ἁμίλλῃ των νὰ μὴ ἀφήσουν τίποτε καὶ ἔξω τῆς πεφωτισμένης προνοίας των. Πρέπει νὰ νοηθῇ ὅτι ἡ εὐγενὴς αὐτὴ ἅμιλλα, ἐκδηλουμένη ὡς ἐξεδηλώθη μέχρι τοῦ νῦν, φέρει ὅλα τὰ ἐξωτερικὰ γνωρίσματα διασπαθίσεως ἀδεσπότου περιουσίας. Καὶ πρέπει νὰ σταματήσῃ, νὰ μελετηθοῦν συστηματικῶς αἱ ἀνάγκαι τοῦ μέλλοντος καὶ νὰ κανονισθῇ ἡ σειρὰ τῆς ἐξυπηρετήσεως αὐτῶν κατὰ τὴν σπουδαιότητα ἑκάστης, καταδήλου ὄντος ὅτι σύγχρονος ἱκανοποίησις εἶναι ἀδύνατος. Καὶ συγχρόνως νὰ μελετηθῇ σοβαρῶς ὡς ἀνάγκη τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἐσόδων, ὥστε ταῦτα νὰ ἀποβῶσιν ἐπαρκῆ. Καὶ ἐν τούτῳ ἠκούσαμεν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θεωρεῖ ὄχι εὔθετον τὸν χρόνον διὰ τὰς ἐνδεικνυομένας φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις τὰς ἐγγυωμένας ἑδραιοτέραν τὴν στερέωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν διὰ τὴν ἐνδεχομένην ἥττονα προσκαίρως ἀπόδοσιν. Ἐν τούτῳ διαφωνῶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐν ὑγιᾷ οἰκονομικῇ καταστάσει ἐπαρκείας, φυσικῶς ἐξελισσομένῃ, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ γίνωσιν αἱ φορολογικαὶ μεταρρυθμίσεις, αἱ δυνάμεναι προσκαίρως νὰ διαταράξωσιν αὐτήν. Ἐν ἀνωμάλῳ ὅμως οἰκονομικῇ καταστάσει, καθ’ ἣν ἐπιβάλλεται ἀναγκαίως περίοδός τις χρόνου ἐξυγιάνσεως βραχείας ἢ μακρᾶς διαρκείας, ἦτο μᾶλλον ἐνδεδειγμένον νὰ γίνωσιν αἱ μεταρρυθμίσεις, αἱ ἀσφαλίζουσαι ἑδραιότερον τὸ μέλλον. Διότι καὶ ἂν ἐπάγωνται μικρὰν πρόσκαιρον διατάραξιν, περὶ ταύτης θὰ μεριμνήσωσι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πάντως θὰ ληφθῶσι διὰ τῶν ὑφισταμένων καὶ ἀνεξαρτήτως αὐτῆς ἀνωμαλιῶν. Διότι ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ μεταρρυθμίσεων, ἔχομεν βεβαίως πάντες ὑπ’ ὄψιν ὄχι ἀπολύτως μειώσεις φορολογίας ἀλλὰ διαρρυθμίσεις τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἀποληγούσας, χάρις εἰς τὴν κρείττονα κατανομὴν τῶν βαρῶν, εἰς μείζονα ἀπόδοσιν ἐπὶ τέλους. Διότι ἡ ἀποδοτικότης τῆς φορολογίας ἐν τῷ συνόλῳ εἶναι στενῶς συνηρτημένη μετὰ τῆς εὐστοχίας τοῦ συστήματος, τῆς ἐκδηλουμένης ἐν τῇ ἀναλογωτέρᾳ κατανομῇ τῆς ἐπιβαρύνσεως. Καὶ προκειμένου περὶ τῶν μεταρρυθμίσεων τῶν φορολογικῶν, τῶν προοριζομένων νὰ δώσωσι τὴν ὁριστικὴν μορφὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, καὶ ἵνα μελετηθῶσι τὰ περὶ τούτων θεωρῶ ἀδύνατον τὴν πραγματοποίησιν αὐτῶν ἄνευ συνδυασμοῦ πρὸς τὴν διοικητικὴν μεταρρύθμισιν. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἂν δὲν ἐπικρατήσωσιν ἐν τῇ διοικητικῇ ὀργανώσει τῆς χώρας ἄλλαι ἀρχαὶ ἀπὸ τὰς μέχρι τοῦδε κρατησάσας εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν καὶ ὑγιᾶ οἰκονομικὴν κατάστασιν. Εἶναι νομίζω εὔθετος ὁ καιρὸς ἵνα μελετηθῶσι τὰ περὶ τούτων καὶ τεθῶσιν αἱ βάσεις ἐφ’ ὧν μόνον δύναται νὰ στηριχθῇ ἑδραίως τὸ μέλλον. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι τότε μόνον θὰ ἐπιτευχθοῦν αἴσια οἰκονομικῶς ἀποτελέσματα, ὅταν εἰσαχθῇ σύστημα διοικητικόν, θέτον τὸν πολίτην εἰς τὴν θέσιν ν’ ἀντιληφθῇ ἐκ τῆς ἰδίας του ἐνεργείας τὸν φόρον οὐχὶ ὡς ἐπιβάρυνσιν ἐπὶ ξένου πρὸς αὐτὸν σκοποῦ, ἀλλὰ ὡς εἰσφορὰν διὰ τὰ αὐτὸν διαφέροντα. Καὶ ἵνα γίνῃ τοῦτο ἀνάγκη νὰ ὀργανωθῇ ἡ χώρα κατὰ περιφερείας οἷαι τὸ δυνατὸν τῆς ὑπάρξεως κοινῶν συμφερόντων τῶν κατοικούντων αὐτὰς ἐνδεικνύουσι. Ἀνάγκη νὰ δημιουργηθῇ ἡ εὐχέρεια εἰς τοὺς ἐν τῇ περιφερείᾳ κατοικοῦντας, ἵνα διὰ τῆς ἰδίας αὐτῶν βουλήσεως ἀπ’ εὐθείας ἐκδηλουμένης καὶ ὄχι κατ’ ἀπόφασιν ἀντιπροσώπων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἐπεκτείνωσι τὸν κύκλον τῆς ὁμαδικῆς των δράσεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπιβάλωσιν εἰς ἑαυτοὺς τὴν εἰσφορὰν τῶν πρὸς τοῦτο μέσων. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ εἰσαχθῇ σύστημα διοικητικόν, ἐπιτρέπον νὰ γεννηθῶσιν αὐτοδιοικούμενοι κύκλοι μὲ ζωὴν πραγματικήν, τὴν ζωὴν τὴν ὁποίαν δίδει μόνη ἡ ὕπαρξις κοινῶν συμφερόντων, ἡ συνείδησις τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν καὶ ἡ θέλησις τῆς πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῶν ἐργασίας διὰ τῆς διαθέσεως ἐξ ἰδίων τῶν πρὸς τοῦτο μέσων. Μέχρι τοῦδε ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ διοίκησις ὀργανοῦται διὰ νόμων καὶ διὰ τῶν ἑκάστοτε αὐτοσχεδιασμάτων τῶν εἰσηγητῶν τῶν σχετικῶν νόμων. Καὶ κατεσκευάσαμεν χαρτίνους ὀργανισμούς, ἔχοντας μόνην αὐτὴν ἐν τῇ φαντασίᾳ τῶν αὐτοσχεδιαστῶν των. Εἶναι καιρὸς νὰ ἀφήσωμεν καὶ τὴν πραγματικότητα νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ δημιουργικὸν αὐτῆς ἔργον παρέχοντες μόνον μετὰ προθυμίας τὴν κύρωσιν τοῦ Κράτους εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐνεργείας αὐτῆς. Εἶναι καιρὸς νὰ παράσχωμεν εἰς τοὺς πολίτας ἐὰν καὶ ὅπου καὶ ὅταν ἔχωσι τὴν συνείδησιν κοινῶν ἀναγκῶν τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐνεργήσωσιν ἰδίᾳ βουλήσει καὶ ἐξ ἰδίων μέσων πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῶν. Ὁ νομὸς καθιστάμενος νομικὸν πρόσωπον προικιζόμενον μὲ ὄργανα αὐτοδιοικήσεων διὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν οἰκούντων αὐτὸν ὁριζόμενα, νὰ δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν κύκλον τῆς δράσεως αὐτοῦ, τῇ ἀποφάσει τῶν οἰκούντων αὐτόν. Ἐκ τῆς ἀποφάσεως ταύτης νὰ ἐξαρτηθῇ ὄχι μόνον ἡ ἀνάληψις ἔργων ἐκ τῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους ἐπιχειρουμένων, ἐπὶ ἐκχωρήσει ἀναλόγων προσόδων τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάληψις ἔργων ἀφορώντων τὰς κοινὰς ἐκείνας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας οἱ οἰκοῦντες τὸν νομὸν ἤθελον κρίνει, τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι ἤθελον ἀποφασίσει νὰ εἰσφέρωσι. Ὑπὸ τὸν νομὸν μικροτέρα περιφέρεια, ὀνομάσατέ την δῆμον ἢ ὅπως θέλετε, θὰ δώσῃ τὴν εὐχέρειαν δημιουργίας παρομοίων ζωντανῶν ὀργανισμῶν ἀναπτυσσομένων ἀναλόγως τῶν ἑκασταχοῦ ἀναγκῶν, τῆς συνειδήσεως αὐτῶν καὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν πρὸς ἱκανοποίησιν αὐτῶν ἀπαραιτήτων ὀργάνων καὶ ὑλικῶν μέσων, τῆς περὶ τούτων κρίσεως ἀνατιθεμένης εἰς τοὺς οἰκοῦντας τὴν περιφέρειαν. Τέλος ἡ κοινότης, ἤτοι ὁ ὀργανισμὸς τοῦ ἑνὸς συνοικισμοῦ θὰ ἀφεθῇ εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας τὸν συνοικισμόν, ἐκδηλοῦντας τὴν θέλησιν αὐτῶν ἐντὸς τῶν ὑπὸ τῶν νόμων τιθεμένων ὁρίων, νὰ δημιουργηθῇ καὶ διαπλασθῇ ἐκεῖ, ὅπου ὑπῆρχεν ἡ συνείδησις κοινῶν ἀναγκῶν καὶ οἵαν αὗται καὶ τὸ διαθέσιμον πρὸς χρησιμοποίησιν ὑλικόν, τὸ προσωπικὸν καὶ τὸ οἰκονομικόν, ἐνδεικνύουσι. Ἔχω τὴν πεποίθησιν, κύριοι, ὅτι, διὰ νομοθεσίας διοικητικῆς ἐπὶ τῶν ἀρχῶν τούτων ἐρειδομένης, θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν δημιουργίαν ὀργανισμῶν ζωντανῶν κατωτέρων τοῦ Κράτους, ἐξ αὐτοῦ τῆς κυριαρχικῆς ἐξουσίας ἀρυομένων τὴν ἐπιβολήν, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἰδίων στοιχείων ἐμπνεομένων τὴν ψυχὴν καὶ τὴν κίνησιν. Βεβαίως τοιαύτη νομοθεσία δὲν θὰ παραγάγῃ ἀμέσως τοὺς καρπούς της καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ὁμοιομόρφως. Ἡ πρόοδος ὅμως τῆς Χώρας, ἡ ἐν παντὶ σημείῳ ἐκδηλουμένη, πρόοδος πνευματικὴ καὶ πρόοδος ὑλική, μοὶ δίδει σταθερὰν τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θὰ παρέλθῃ μακρὸς χρόνος, ὅτε ὁ εἷς μετὰ τὸν ἄλλον θ’ ἀνακύψωσιν ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῶν δυνάμεων οἱ ζωντανοὶ αὐτοὶ ὀργανισμοὶ βοηθοῦντος τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς των, τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ὁμαδικῶν ἀναγκῶν. Καὶ θὰ γίνῃ δυνατὸν διὰ τῶν ὀργανισμῶν τούτων φυσιολογικῶς λειτουργούντων, νὰ διαρρυθμισθῶσι προσηκόντως τὰ τῆς ἀμέσου φορολογίας, περιερχομένης βαθμηδὸν εἰς αὐτούς, ἀναδεχομένους καὶ τὰς ἀντιστοίχους ἐπιβαρύνσεις τοῦ Κράτους διὰ τῆς ἀναδοχῆς πολλῶν ἐκ τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἤδη ἀτελῶς τὸ Κράτος ἐπιτελεῖ. Διότι ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἀμέσου διαθέσεως ὑπὲρ τῶν περιφερειακῶν ἀναγκῶν καὶ εὐχερέστερον θὰ τίθενται ἢ θὰ αὐξάνωνται, δικαιότερον θὰ κατανέμεται καὶ ἀσφαλέστερον θὰ βεβαιοῦται καὶ πληρέστερον θὰ εἰσπράττηται πᾶς φόρος ἐξ ἐκείνων πρὸς τοὺς ὁποίους τόσον δυσμενῶς διάκειται παρ’ ἡμῖν ὁ φορολογούμενος, πᾶς ἄμεσος φόρος. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ σοβαρωτάτου ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως διαπαιδαγωγήσεως ἀποτελέσματος τοιούτου συστήματος. Εἶναι καιρός, κύριοι, ὁ πολίτης νὰ ἀρχίσῃ ἐρωτώμενος καὶ ἀποφασίζῃ καὶ περὶ πραγμάτων καὶ ὄχι μόνον περὶ προσώπων. Εἶναι καιρὸς νὰ τεθῇ ὄχι μόνον πρὸ τοῦ ἐρωτήματος τίς ὁ καταλληλότερος ἵνα ἀντ’ αὐτοῦ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν ἀφορώντων αὐτόν, ἀλλὰ καὶ πρὸ τοῦ ἄλλου σοβαρωτέρου τὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀποφασίζει περὶ τῶν διαφερόντων αὐτὸν καὶ περὶ τῆς πρὸς ἐνέργειαν αὐτῶν εἰσφορᾶς. Μόνον ὅταν τεθῇ πρὸ τοῦ ἐρωτήματος αὐτοῦ θὰ ἀποκτήσῃ τὴν συνείδησιν τῆς αὐτοβουλίας του ἀλλὰ καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς εὐθύνης του. Καὶ μὲ αὐτὰ τὰ δύο θὰ αἰσθανθῇ ὅτι αὐτὸς εἶνε ἡ δύναμις, ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἀπορρέουν τὰ πάντα ἀλλὰ καὶ αὐτὸν βαρύνουν πᾶσαι αἱ συνέπειαι τῆς τυχὸν ἀστοχίας του. Ἀλλὰ περὶ τούτων δὲν πρόκειται ἤδη. Τὰς ἰδέας ταύτας ἔρριψα, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι μόνον ἐπὶ τῆς βάσεως διοικητικοῦ συστήματος, ἐμπνεομένου ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν, θὰ γίνῃ δυνατὴ προσήκουσα διαρρύθμισις τῆς φορολογίας, διὰ τῆς καταλλήλου διαρρυθμίσεως τῶν ἀμέσων φόρων. Ταῦτα ὅμως, ἀποτελοῦντα παρέκβασιν, ἀφορῶσι τὴν ὁριστικὴν κατεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, ἣν νομίζω ἐνδεδειγμένην, ἵνα καὶ ἡ διοίκησις προαχθῇ καὶ τὰ οἰκονομικὰ ἑδραιωθῶσιν, ἀλλὰ τὰ προβλήματα τὰ δύο, τὰ μεγάλα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα, ἀλληλένδετα ὀρθοῦνται πρὸ ἡμῶν ἀπειλητικὰ καὶ ἀξιοῦσι τὸν ἄμεσον καθορισμὸν τῆς πολιτικῆς, τὴν ὁποίαν θὰ ἀκολουθήσῃ τὸ Κράτος κατὰ τὴν μεταβατικὴν περίοδον τῆς ἐξυγιάνσεως, περίοδον τῆς ὁποίας εἶναι ἐπιβεβλημένον νὰ χαραχθῶσιν ἀπὸ τοῦ νῦν πάντες οἱ σταθμοί, τόσον ὡς πρὸς τὰς αὐξήσεις τῶν δαπανῶν, τῶν ὁποίων δύναται νὰ γίνῃ κατανομή, ὅσον καὶ ὡς πρὸς τὰς αὐξήσεις τῶν προσόδων, οὕτως ὥστε, ἀποκαθισταμένης ὅσον οἷόν τε ταχύτερον τῆς ἰσοζυγίσεως, θὰ γίνεται δυνατὸν νὰ συμβαδίζωσιν ἀμφότερα ταῦτα ἰσοτελῶς εἰς τὴν περαιτέρω ἐξέλιξίν των. Περὶ τούτου, περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς μεταβατικῆς αὐτῆς περιόδου τῆς ἐξυγιάνσεως οὐδὲν ἀνακοινοῖ ἡ Κυβέρνησις πεῖθον ὅτι ἔχει τοιαύτην. Ἔχομεν πάντως ἀκλόνητον πεποίθησιν ἐπὶ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν τῆς χώρας, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ἐπὶ πάσας τὰς ἀνάγκας καὶ μετ’ ἀνέσεως νὰ παράσχῃ τὰ μέσα εἰς τὸ Κράτος, ἵνα ἐκτελέσῃ τοὺς σκοποὺς αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἵνα ἡ οἰκονομικὴ αὐτὴ δύναμις τῆς χώρας ὑπάρξῃ καὶ προαχθῇ ἔχει ἀνάγκην ἀπὸ δύο τινά. Τὸ Κράτος νὰ τῆς παράσχῃ πάσας ἐκείνας τὰς ἐξυπηρετήσεις τῶν ὁμαδικῶν ἀναγκῶν, ἐφ’ ἃς οὐδεμία ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Ἀλλὰ παρ’ αὐτὸ καὶ ὑπὲρ αὐτὸ ἔχει ἀνάγκην ἡ ἐξυπηρέτησις τῆς κοινωνίας νὰ ἀποτραπῇ πᾶσα ἀδεξία καὶ ἄστοχος διαρρύθμισις τῶν τοῦ Κράτους οἰκονομικῶν καὶ καθ’ ἑαυτὰ καὶ ἐν τῇ ἐπαφῇ των πρὸς αὐτὴν διὰ τῆς ἀτέχνου φορολογίας. Διότι ἀδεξία καὶ ἄστοχος διαρρύθμισις τούτων θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνακύψῃ. Ἀλλὰ πρὸς τοῦτο χρειάζεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συνέστησα πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· χρειάζεται ἐργασία, οἵαν δυστυχῶς, δὲν ἐμφανίζει ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ χρειάζεται καὶ ἀπὸ μέρους τοῦ Κοινοβουλίου, ὅσον ἔνεστι πλήρης συναίσθησις τῶν προσηκόντων αὐτῷ δικαίων, ὧν ἡ ἄσκησις ἀποτελεῖ ὑπέρτατον καθῆκον. Διότι διὰ τῆς ἀσκήσεως αὐτῶν συγκρατεῖται μὲν εἰς τὰς παραβάσεις, κεντρίζεται δὲ πρὸς τὴν ὀρθὴν κατεύθυνσιν. Ἀλλὰ χρειάζεται ὑπὲρ ἀμφότερα ταῦτα καὶ τῆς δημοσίας γνώμης ζωντανὴ ἐμφάνισις ἐν τῇ παρακολουθήσει πάσης πολιτικῆς ἐνεργείας μετὰ ἀμειλίκτου κριτικοῦ πνεύματος. Τοῦ πνεύματος τούτου ἡ ἐμφάνισις ἀποτελεῖ τὴν μόνην ἀπόδειξιν τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὑγείας τῆς δημοσίας γνώμης, τῆς δημοσίας γνώμης, ἡ ὁποία μόνη, ὅταν ὑπὸ τοιούτου πνεύματος ἐμπνέηται, εἶναι ὁ κύριος παράγων παντὸς ἐλευθέρου πολιτεύματος. Ἄνευ τοιούτου πνεύματος, διέποντος τὴν δημοσίαν γνώμην, ἡ λειτουργία παντὸς ἐλευθέρου πολιτεύματος καθίσταται τύπος κενός, χρήσιμος μόνον νὰ ἐπαναπαύσῃ τοὺς ἀφελεστέρους, τῶν ὁποίων ἡ ἀντίληψις δὲν εἰσδύει πέραν τῆς ἐπιφανείας καὶ μὲ τὴν εὐχὴν τὴν διάπυρον ἵνα καὶ οἱ τρεῖς οὗτοι παράγοντες τῆς προόδου τῆς χώρας ὑπάρχουσιν ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ. Ἡ χώρα ἐργάζεται, προάγεται, ἀκμάζει καὶ μετὰ πεποιθήσεως ἀτενίζει πρὸς αἴσιον τὸ μέλλον. Οἱ διαχειριζόμενοι τὰ τοῦ Κράτους, καθῆκον ἔχουσι ζωογονούμενοι ἀπὸ τὴν αὐτὴν ἔμπνευσιν νὰ καταστήσωσι τὸ Κράτος ἀντάξιον τῶν προόδων τούτων, ὅπερ θὰ εἶναι ἀντάξιον καὶ τῶν πόθων καὶ τῶν ἀγώνων τῶν γενεῶν τοῦ παρελθόντος ἀλλὰ καὶ τῆς μεγαλουργοῦ δράσεως τῆς γενεᾶς τῆς παρούσης.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὴν 9½ μ. μ. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρᾳ 9.40′ μ. μ.)
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται ν’ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται). Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Θὰ ψηφισθῶσι μερικὰ σύνολα νομοσχεδίων. — Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 7 τοῦ νόμου 116 τῆς 30 Δεκεμβρίου 1913 περὶ στρατιωτικῶν) συντάξεων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον. — Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ στολῆς τῶν μὴ ἐν ἐνεργείᾳ ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν πρὸς ἐκδίκασιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων ἐν ταῖς Νέαις Χώραις» καὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 258». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
§30Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ «περὶ μεταλλευτικῆς ἐρεύνης τῶν Νέων Χωρῶν» παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. — Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντιμισθίας ἰδιωτῶν προσλαμβανομένων ὡς καθηγητῶν ἐν τοῖς Στρατιωτικοῖς Σχολείοις» (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§32Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι, ὅπως ἀπαντήσω εἰς τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας καὶ ὅπως ὑπεραμυνθῶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν. Πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσιαστικὴν ἔρευναν τοῦ θέματος, ὅπερ ἀπασχολεῖ ἡμᾶς, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀμυνθῶ καὶ τοῦ νέου τύπου, τὸν ὁποῖον ἐμφανίζει ἐφέτος διὰ πρώτην φορὰν ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ν’ ἀντικρούσω τὰς διαφόρους κατηγορίας, αἵτινες ἐξηνέχθησαν κατὰ τοῦ τύπου τούτου, πρὸ πάντων δὲ τὴν κατηγορίαν ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ὡς διαμορφοῦται σήμερον ἐπὶ τῆς βάσει τοῦ τύπου, τὸν ὁποῖον εἰσηγάγομεν, περιπλανᾷ ἢ παραπλανᾷ τὸν ἀναγνώστην καὶ ὅτι ὁ τύπος οὗτος δίδει λαβὴν εἰς συγκαλύψεις τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τὴν κατηγορίαν αὐτὴν θεωρῶ ἀπολύτως ἀδικαιολόγητον, τὴν θεωρῶ ἀδικαιολόγητον, διότι ἐξ ἐναντίας ὑποστηρίζω ὅτι ὁ τύπος ὡς σήμερον ὑπάρχει, εἶνε τύπος, ὁ ὁποῖος δίδει πιστοτέραν τὴν εἰκόνα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως καὶ ἀντοχῆς, τὴν ὁποίαν ἔχει πραγματικῶς ὁ προϋπολογισμός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ τῶν ταμιακῶν ἀποτελεσμάτων, εἰς τὰ ὁποῖα καταλήγει κατ’ ἀκολουθίαν τῶν διαφόρων ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ Κράτος διαρκούσης τῆς χρήσεως. Ποία εἶναι ἡ διήκουσα ἀρχὴ τοῦ τύπου τούτου; Εἶναι ὅτι αἱ δαπάναι τοῦ Κράτους ἔχουσι διττὸν χαρακτῆρα, εἶναι δαπάναι πάγιαι, δαπάναι μόνιμοι, εἶναι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσι μόνον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ὅλου ὀργανισμοῦ τῆς Πολιτείας, ὡς ἐμφανίζεται οὗτος ἐν ταῖς διαφόροις ὑπηρεσίαις. Αἱ δαπάναι αὗται εἶναι σαφεῖς, ἡ ἐξακρίβωσις δὲ αὐτῶν δὲν δύναται νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς πολλὰς ἀμφισβητήσεις. Αἱ δαπάναι αὗται ἐπίσης δὲν εἶναι συνήθως μεταβληταὶ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, ὑφίστανται δὲ μόνον τὴν μεταβολὴν ἐκείνην, ἡ ὁποία κεῖται εἰς αὐτὴν τὴν φυσικὴν καὶ ὁμαλὴν ἀνάπτυξιν τῶν ὑπηρεσιῶν. Αἱ δαπάναι αὗται πρέπει πάντοτε νὰ καλύπτωνται ἐκ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ Κράτους, τῶν κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβανομένων, τῶν πόρων τῶν προερχομένων ἐκ τῶν πηγῶν τῶν ἐσόδων τῶν ὀφειλομένων, εἰς τὸ ὅλον δημοσιονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχει χώρα τις. Αἱ εἰσπράξεις, τὰς ὁποίας ἀποδίδουσι τὰ τοιαῦτα δημόσια ἔσοδα παρουσιάζουν αὐτὸ τοῦτο τὴν δύναμιν τὴν ἐνιαυσίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν κατὰ τὸ ἔτος ἀντοχήν του. Τὰ ἔσοδα ταῦτα δίδουν τὴν εἰκόνα τὴν πραγματικὴν καθ’ ὡρισμένην τινὰ χρονικὴν περίοδον. Ἐπὶ τῆς ἀποδόσεως τῶν τοιούτων προσόδων πρέπει νὰ στηρίζηται ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, πᾶν δὲ ἔσοδον, τὸ ὁποῖον ὀφείλεται εἰς ἄλλην πηγὴν πλὴν αὐτῆς, εἶναι ἔσοδον κατὰ κανόνα, τὸ ὁποῖον ἔχει διάφορον καταγωγὴν καὶ ἀσκεῖ κατ’ ἀνάγκην ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ μέλλοντος. Ἀλλ’ ἐνῷ τὰ τακτικὰ ἔξοδα πρέπει νὰ καλύπτωνται πάντως ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων τῶν ἐκ τῶν μονίμων καὶ παγίων πηγῶν προερχομένων, οὐδόλως ἕπεται ἐντεῦθεν οὐδὲ συνάγεται ἐκ τοῦ τύπου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς εἶναι ὑποβεβλημένος, ὅτι μόνον αἱ δαπάναι αἱ τακτικαὶ πρέπει νὰ καλύπτωνται ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ὅτι πᾶσα ἄλλη δαπάνη, μὴ ὀφειλομένη εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ κειμένου ὀργανισμοῦ τῆς Πολιτείας καὶ τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὅτι πᾶσα ἄλλη δαπάνη πρέπει νὰ καλύπτηται ἐκ πόρων ἐκτάκτων, ἐκ πόρων προερχομένων ἐκ δανείων. Διότι πλὴν τῶν δαπανῶν τῶν τακτικῶν, ἔχομεν καὶ ἄλλας δαπάνας, τὰς ἀπροβλέπτους δαπάνας τοῦ ἔτους, δαπάνας ἐπίσης ὀφειλομένας εἰς τὴν ἐφαρμογὴν νέου τυχὸν συστήματος διοικητικοῦ ἢ εὐρυτέρων ἐγκαταστάσεων. Αἱ δαπάναι αὗται, αἱ ἀπρόβλεπτοι καὶ ἔκτακτοι, οὐδόλως ἕπεται ἐκ τοῦ τύπου, ὃν παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμός, ὅτι πρέπει νὰ καλύπτωνται πάντοτε ἐξ ἐκτάκτων πόρων προερχομένων ἐκ δανείων. Ἀπαντᾶται εἰς ὅλας τὰς χώρας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι προηγμένον τὸ λογιστικὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπό τινα μορφὴν παραλλάσσουσαν ἔν τισιν, ἡ αὐτὴ ἀρχή, ἣν περιέχει ὁ τύπος ὁ προκείμενος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τοῦτο βλέπομεν ὅτι ὑπάρχει ἐν Ἰταλίᾳ, τοῦτο ὑπὸ παρεμφερῆ τινα μορφὴν ὑπάρχει ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ. Ἀποτελεῖ δὲ τὸ λεγόμενον consolidated fund. Τὸ αὐτὸ ὑπάρχει καὶ ἐν Πρωσσίᾳ καὶ εἰς τὰ διάφορα Γερμανικὰ Κράτη. Ὁ σκοπὸς δέ, ὃν διώκει ἡ διαμόρφωσις αὕτη, εἶναι ὅτι, ἀφοῦ καλυφθῶσιν αἱ διάφοροι πάγιαι καὶ σταθεραὶ δαπάναι, πρέπει πάντως νὰ ἀπομένῃ ὑπόλοιπον, ἵνα ὑπάρχῃ πλεόνασμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐπιτρέπῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ καλύπτῃ τὰς ἀπροβλέπτους δαπάνας, αἱ ὁποῖαι χωρὶς νὰ εἶναι καθαρῶς ἔκτακτοι δαπάναι ἀναφερόμεναι εἰς νέας ἐγκαταστάσεις, ἢ ἀνανεώσεις ὑλικοῦ, δαπάναι, αἱ ὁποῖαι σχεδὸν πάντοτε καλύπτονται δι’ ἐκτάκτων πόρων, εἶναι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται πάντοτε εἰς πᾶσαν μεγάλην διαχείρισιν, μάλιστα δὲ τὴν τοῦ Κράτους. Καὶ μᾶς δεικνύει ἀκριβῶς ὁ τύπος αὐτὸς ὅτι τὰ τακτικὰ ἔσοδα δὲν ἐπαρκοῦν ἐνδεχομένως διὰ τὴν κάλυψιν αὐτῶν τῶν ἀπροβλέπτων δαπανῶν καὶ θέτει τὸν δάκτυλον ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ καὶ καταδεικνύει σαφῶς τὸ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς διὰ νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ μέλλουσα ἐπιβάρυνσις τοῦ προϋπολογισμοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ ὑπάρχῃ συγκάλυψις δαπανῶν, ἀφοῦ ἀκριβῶς καταδεικνύεται σαφέστερον ὅτι τὰ ἔσοδά σας δὲν ἐπαρκοῦσι διὰ τὰς ἀνάγκας ὅλας ἢ ὅτι ἔχετε ἀνάγκην νὰ προστρέξητε καὶ εἰς ἄλλας ἐσόδων πηγάς. Δέχομαι ὅτι ὑπάρχει ἴσως ἀμφιβολία περὶ τὸν χαρακτηρισμὸν ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς δαπάνης ἂν πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν τάδε ἢ τάδε κατηγορίαν καὶ μολονότι κατὰ θεωρίαν εἶνε ἀναμφισβητήτως ὀρθότερον νὰ κατατάσσηται τὸ χρεωλύσιον εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς λεγομένης κινήσεως κεφαλαίων χωρὶς ἐντεῦθεν νὰ λέγω ὅτι πρέπει καὶ νὰ καλύπτηται καὶ ἐκ πόρων μὴ τακτικῶν.
§33Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὲ τὸ σύστημα τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν ἀδιακρίτως ἔχετε ἐκτάκτους δαπάνας καὶ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἔτος ἐπαναλαμβάνονται. Πῶς θὰ γείνῃ ἡ διάκρισις αὐτῶν, τὴν ὁποίαν δὲν δίδει ὁ τύπος, τὸν ὁποῖον δίδετε;
§34Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι περὶ τοῦ χαρακτηρισμοῦ ταύτης ἢ ἐκείνης τῆς δαπάνης δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι χρειάζεται πολὺ ἐσκεμμένη ῥύθμισις τοῦ ζητήματος τῆς ἐκτάκτου δαπάνης καὶ δι’ αὐτὸ δέχομαι ὅτι πρέπει καὶ ἐκεῖναι αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι χωρὶς νὰ εἶναι ἀπολύτως τακτικαί, ἐπαναλαμβάνονται ὑπὸ διάφορον μορφὴν σχεδὸν κατ’ ἔτος καὶ αὐταὶ πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας.
§35Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Πῶς θὰ διακρίνῃ ὁ μελετῶν τὸν προϋπολογισμόν σας, ποίας δαπάνας θεωρεῖτε πληρωτέας ἐκ τῶν τακτικῶν προσόδων καὶ ποίας ὄχι;
§36Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τὴν κίνησιν κεφαλαίων δὲν περιέλαβον παρὰ μόνον τὸ χρεωλύσιον καὶ τὴν ἀγορὰν ἀκινήτων.
§37Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δύνανται νὰ εἶναι καὶ ἄλλαι. Εἰς τὸν παρόντα προϋπολογισμὸν δὲν ὑπάρχουσι, δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν εἰς ἄλλον.
§38Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὴ εἶναι συζήτησις μᾶλλον θεωρητική. Ἰσχυρίζομαι λοιπόν, ὅτι ἐκ τοῦ τύπου τοῦ προϋπολογισμοῦ οὐδόλως παραλλάσσει ἡ εἰκὼν οὔτε συγκαλύπτονται τὰ ἀποτελέσματα, ἔχετε δὲ τὸ ὁλικὸν ταμιακὸν ἀποτέλεσμα τῆς διαχειρίσεως, ταὐτοχρόνως δὲ σᾶς καταδεικνύει καὶ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν. Ταῦτα περὶ τοῦ τύπου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐνδιατρίψω εὐρύτερον ἐπὶ μομφῆς, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ἀγορεύων ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας, μομφῆς, ὅτι ὑπάρχει παντελὴς ἔλλειψις δημοσιονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας μέμφεται τὴν Κυβέρνησιν διότι ἐξακολουθεῖ νὰ διέπῃ τὴν χώραν ὁλόκληρον, σύστημα φορολογικὸν ποικιλώτατον καὶ διότι δὲν ἐσπεύσαμεν ἀμέσως νὰ καταστήσωμεν ἑνιαῖον τὸ φορολογικὸν σύστημα εἴτε ἐπεκτείνοντες τὸ ἐδῶ σύστημα εἰς τὰς νέας χώρας, εἴτε ἐφαρμόζοντες τὸ ἐκεῖ ἐδῶ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας μελετητὴς καὶ τῆς ἱστορίας καὶ τῆς οἰκονομικῆς μάλιστα ἱστορίας, δύναται νὰ ὑποστηρίζῃ τοιαύτας θεωρίας. Πῶς ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας δὲν βλέπει ὅτι κείμενόν τι φορολογικὸν σύστημα χώρας τινός, δὲν εἶναι αὐθαίρετον προϊὸν τοῦ νομοθέτου, ἀλλ’ εἶναι προϊὸν ἐξελίξεως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν τοῦ τόπου καὶ χρόνου, ἔχων τὴν δικαιολογητικήν του βάσιν τὸ κείμενον αὐτὸ φορολογικὸν σύστημα, ἣν δὲν δύνασθε αὐθαιρέτως νὰ μεταβάλητε, διότι μόνον θέλετε νὰ μεταβάλητε. Πῶς δὲν ἀποδέχεται ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὅτι τὸ εἰσακτέον φορολογικὸν σύστημα εἰς χώραν τινὰ δὲν εἶναι πάντοτε δυνατὸν νὰ στηρίζηται εἰς μόνην τὴν βούλησιν τοῦ νομοθέτου, ἀλλ’ ὅτι ἡ βούλησις ἀκριβῶς τοῦ νομοθέτου πρέπει νὰ προσαρμοσθῇ εἰς τὰς συνθήκας τὰς οἰκονομικὰς καὶ εἰς τοὺς ὅρους τοὺς κοινωνικούς, δεδομένης τινὸς χώρας καὶ δεδομένου τινὸς χρόνου. Μετὰ 50 ἐτῶν βίον ἑνώσεως, δὲν ἔχομεν κἄν κατορθώσει, ἀδικαιολογήτως φρονῶ σήμερον, νὰ ἔχωμεν ἑνιαῖον φορολογικὸν σύστημα μὲ τὴν Ἑπτάνησον καὶ νομίζετε ὅτι σήμερον μετὰ ἑνὸς ἔτους ζωὴν θὰ ἦτο δυνατὸν νά....
§39Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σφάλμα ἔγινε κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἀρχικῆς ἀφομοιώσεως.
§40Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. ... νὰ ἑνοποιήσωμεν ὁλόκληρον τὸ φορολογικὸν σύστημα τῆς νέας Ἑλλάδος, ἡ ὁποία ἔζησεν, ἐβίωσε καὶ προήχθη ὑπὸ συνθήκας ἐντελῶς διαφόρους τῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὸ λοιπὸν Βασίλειον; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἰσχυρίζεται ὅτι δὲν ἔχομεν καμμίαν σαφῆ δημοσιονομικὴν πολιτικήν. Ἐκπλήττομαι διὰ τὴν ἀντίληψιν ταύτην, διότι, ἐὰν τοὐλάχιστον ἀντιλαμβάνωμαι ὀρθῶς, τί θὰ εἰπῇ δημοσιονομικὸν σύστημα, νομίζω ὅτι δημοσιονομικὴ πολιτικὴ ὑπάρχει, ὅταν ὑπάρχῃ καὶ ὡρισμένη τις εἰς τὴν φορολογικὴν νομοθεσίαν κατεύθυνσις. Καὶ νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔδειξεν ἐμπράκτως ποία εἶνε ἡ φορολογικὴ κατεύθυνσις, ἡ ὁποία τὴν διέπει. Καὶ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω ὅτι αἱ μειώσεις αἱ δασμολογικαί, αἱ ὁποῖαι φέρουσι μαθηματικῶς μείωσιν βάρους 8,000,000 ἀπὸ τὸν λαόν, ἀναφερόμεναι δὲ εἰς εἴδη εὐρείας καταναλώσεως, χωρὶς ἐξ ἄλλου νὰ φέρουν καὶ μείωσιν εἰς τὰς εἰσπράξεις, διότι ἀκριβῶς ἡ μείωσις εἶχεν ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν αὔξησιν τῶν εἰσπράξεων ὡς ἐκ τῆς μείζονος καταναλώσεως, ἀποτελοῦν στοιχεῖα τοὐλάχιστον νομίζω, δημοσιονομικοῦ συστήματος. Ἡ δασμολογικὴ αὕτη κατεύθυνσις ἔχει ἤδη ἀποτυπωθῆ εἰς σειρὰν νόμων. Ἡ κατεύθυνσις αὕτη δὲν λαμβάνεται ὡς ἀπαρτίζουσα καὶ αὐτὴ ἓν στοιχεῖον δασμολογικῆς πολιτικῆς; Ἀλλὰ κατηγορεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαιοήλιδος βουλευτὴς ὅτι, ἐνῷ ὑπεστηρίζομεν ἄλλοτε ὅτι δὲν θὰ προεβαίνομεν εἰς δασμολογικὴν ἀφομοίωσιν, ἐν τούτοις προέβημεν ἀποτόμως εἰς ταύτην. Εἰς τοῦτον ἔχω νὰ ἀπαντήσω δύο τινά. Ἀληθῶς δὲν ἐπροτιθέμεθα νὰ προβῶμεν εἰς φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, διότι δὲν ἐκρίνομεν σκόπιμον νὰ μεταφέρωμεν καὶ εἰς τὰς νέας ἡμῶν χώρας τὸ οἰκονομικὸν καθεστώς, τὸ ὁποῖον θὰ ἐδημιούργει ἐκεῖ δασμολόγιον στηριζόμενον ἐπὶ τῶν βάσεων καὶ τῶν πλημμελειῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἀναμφισβητήτως τὸ ἡμέτερον δασμολόγιον, καὶ εἴχομεν τὴν σκέψιν τῆς διὰ συνομολογήσεως ἐμπορικῶν συμβάσεων βαθμιαίας μεταρρυθμίσεως τοῦ δασμολογίου καὶ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὰς νέας χώρας τοῦ οὕτως ἑκάστοτε τροποποιουμένου δασμολογίου, ἀφοῦ θὰ καθίστατο οἰκονομικῶς ἀρτιώτερον. Καὶ τούτου ἐκάμαμεν ἤδη ἔναρξιν, διότι ἡ ἐμπορικὴ σύμβασις μετὰ τῆς Αὐστρίας, ἀφορμωμένη ἐκ τοιούτων ἀρχῶν, ὡς ἤδη καὶ εἰς ἄλλην περίπτωσιν εἶπον, συνήφθη καὶ ὑπεγράφη. Ἐὰν ὅμως καθυστερῇ ἡ ὑποβολὴ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν, τοῦτο ὀφείλεται βεβαίως εἰς αἴτια ἐκτὸς ἡμῶν κείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς ἐλέγξῃ. Θὰ ἔπρεπεν ἑπομένως, ἐὰν ἐμμένομεν σταθεροὶ εἰς τὴν ἀρχικήν μας ἰδέαν, νὰ ἀναμείνωμεν μακρὰ ἴσως ἔτη, ἕως οὗ δυνηθῶμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν πολιτικήν μας ἐκείνην. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναμείνωμεν, καὶ νὰ μείνωμεν ἐπὶ μακρὰν ἴσως σειρὰν ἐτῶν ἀποκεχωρισμένοι ἀπὸ τῆς νέας Ἑλλάδος καὶ νὰ ἔχωμεν δύο τμήματα εἰς τὴν ἐπικράτειαν στηριζόμενα ἐπὶ οἰκονομικῆς διαφόρων βάσεων. Ἀφ’ ἧς λοιπὸν ἐβεβαιώθημεν περὶ τοῦ ἀκατορθώτου τῆς πραγματοποιήσεως τῆς ἀρχικῆς ἰδέας, κατίδομεν τὴν ἀνάγκην τῆς ἀμέσου ἐφαρμογῆς τοῦ ὑφισταμένου δασμολογίου καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Ἀλλὰ βεβαίως ἀπορῶ διατί ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαιοήλιδος ἐκπλήσσεται διότι δὲν ἐξηγγείλαμεν αὐτὴν τὴν ἐπικειμένην δασμολογικὴν ἀφομοίωσιν.
§41Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον διατί δὲν ἐξηγγείλατε, ἀλλ’ εἶπον ὅτι δὲν εἶσθε ἐπιφυλακτικοὶ εἰς τὸ νὰ μὴ ἐξαγγέλλητε ὑποσχέσεις.
§42Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀξιότιμε κ. βουλευτά, δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἐξαγγείλωμεν ἀκριβῶς τὴν δασμολογικὴν ἀφομοίωσιν, διότι ἡ ἀναγγελία αὕτη θὰ εἶχεν ἀποτελέσματα οἰκονομικῶς καὶ ταμιακῶς ὀλέθρια. Ἀκριβῶς δὲ ἐξηγγείλαμεν τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν καθ’ ἣν ἡμέραν, καὶ ἦτο δυνατὴ ἡ ὑποβολὴ αὐτῆς εἰς τὴν Βουλήν.
§43Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν σᾶς ἤλεγξα διατί δὲν ἐξηγγείλατε τοῦτο πρότερον, ἀλλὰ σᾶς συνέστησα νὰ εἶσθε μᾶλλον ἐπιφυλακτικοὶ ἐν τῇ ἐξαγγελίᾳ τῶν γνωμῶν, εἰς τὰς ὁποίας ἐκτίθεσθε, ὅπως συμπληρώσητε τὴν ἔννοιάν σας, καὶ ὡς παράδειγμα εἶπον ὅτι εἶσθε ἐναντίον τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐζήτουν τοῦτο, καὶ ἀπεκρούσατε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπροτείνομεν, τὴν μετὰ τὴν λῆψιν τῶν ἀναγκαίων μέτρων βαθμιαίαν κατεύθυνσιν πρὸς τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, ὅτι δὲ κατόπιν διεψεύσθητε ἐν τῇ γνώμῃ ὑμῶν καὶ προέβητε εἰς τὴν ἀφομοίωσιν ἀποτόμως ἄνευ τῆς λήψεως τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα μὴ ληφθέντα, ἐκθέτουσιν εἰς κίνδυνον τὴν ἄμεσον φορολογίαν τῶν χωρῶν ἐκείνων. Αὐτὰ εἶπον ἐγώ. Δὲν σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἐξηγγείλατε πρότερον τὴν ἀφομοίωσιν. Αὐτὸ ἠννόουν τὸ ἀπότομον, τὴν μὴ λῆψιν τῶν μέτρων ἐκείνων.
§44Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐμέμφθη ἡμᾶς προσθέτως ἐν σχέσει πάντοτε πρὸς τὴν δασμολογικήν μας πολιτικήν, διότι ἐπολιτεύθημεν, ὡς ἐπολιτεύθημεν ἐν Θεσσαλονίκῃ κατὰ τὸν χρόνον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ δασμολογίου ἀναφορικῶς πρὸς τὰ ἀποθέματα. Καὶ εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς καὶ ἐλέχθη κατὰ κόρον ὑπὸ πολλῶν ὅτι ἐζημιώσαμεν τὸ δημόσιον ταμεῖον, δὲν ἠξεύρω καὶ ἐγὼ πόσα ἑκατομμύρια, πρὸ πάντων ἐκ τῆς προγενεστέρας εἰσαγωγῆς ζακχάρεως, διότι μόνον κυρίως περὶ τοῦ εἴδους τούτου ἐπρόκειτο.
§45Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων ὡμίλησε διὰ μακρῶν περὶ ἀποθεμάτων.
§46Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶπεν ὅτι ἐζημιώθημεν. Ἐν τούτοις παρὰ τὰ ἐξαγγελλόμενα τότε μεγάλα ἀποθέματα, τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν κατανάλωσιν διετίας ἢ τριετίας, ἐν τούτοις παρατηροῦμεν ἐν τοῖς πράγμασιν ὅτι ἤδη ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς ἤρξατο πάλιν ἡ εἰσαγωγὴ ζακχάρεως ἀθρόα ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἡ ὁποία κατ’ Ὀκτώβριον μῆνα ἔφθασε μάλιστα εἰς 726000 ὀκάδας. Ἑπομένως ἡ ζημία, τὴν ὁποίαν ὑπέστημεν, ἦτο ἴσως μηδέν, διότι τὰ ἀποθέματα, ὡς φαίνεται, δὲν ἦσαν τόσον μεγάλα, διὰ νὰ ἀρχίσῃ πάλιν ἡ εἰσαγωγὴ ἀμέσως κατόπιν. Δὲν θέλω νὰ ἐνδιατρίψω περισσότερον περὶ τὰ ἄλλα σημεῖα τῆς δασμολογικῆς πολιτικῆς ἡμῶν, διότι ἄλλοι συνάδελφοι ὡμίλησαν περὶ τούτων καὶ ὡμίλησαν πειστικῶς. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύνασθε τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος, ὅστις ἀποτελεῖ τὸν πρῶτον φωτεινὸν σταθμὸν τῆς δικαιοτέρας ἐπιθέσεως τῶν βαρῶν ἐπὶ τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, οὔτε τὸν φόρον ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ γενικῶς βῆμα πρὸς ἀρτιωτέραν κατάρτισιν τοῦ συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων, νὰ τὰ θεωρήσητε ὡς μὴ ἀποτελοῦντα στοιχεῖα προγράμματος δημοσιονομικοῦ, ἔχοντος σαφῆ κατεύθυνσιν, καὶ δηλοῦντος κατηγορηματικῶς ὁποία εἶνε ἡ ῥοπὴ τῆς νομοθεσίας ἡμῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς ἐμέμφθη τὴν Κυβέρνησιν καὶ δι’ ἄλλο τι, ὅτι δὲν ἔχει ὡρίμους ἰδέας καὶ τὸ ἄωρον αὐτῶν τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως προκύπτει, κατ’ αὐτόν, ἐκ τοῦ ὅτι μετεβλήθησαν οὐσιωδῶς πολλάκις νομοθετικὰ μέτρα παρ’ αὐτῆς εἰσαχθέντα πρὸς ψήφισιν εἰς τὴν Βουλήν. Καὶ ὡς τοιαῦτα ἀνέφερε καὶ τὴν φορολογίαν τῶν κληρονομιῶν καὶ τὴν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ καὶ ἄλλα τινὰ δευτερεύοντα. Τὴν ἐνίοτε μεταβολὴν τῶν γνωμῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὰ νομοσχέδια, τὰ παρ’ αὐτῆς ὑποβαλλόμενα, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὴν θεωρῶ διόλου μομφήν. Ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἰδεῶν, ἡ ὁποία ἐλευθέρως δύναται νὰ γίνῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, φωτίζεται ἡ Κυβέρνησις καὶ φωτίζεται πᾶς τις καὶ ὀφείλει νὰ φωτίζηται. Ἡ ἐπίδρασις αὕτη τῆς συζητήσεως δεικνύει ἁπλούστατα τὴν ἔλλειψιν πείσματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως προκειμένου περὶ θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τοσαύτην σπουδαιότητα, καὶ τὰ ὁποῖα θίγουν τόσα συμφέροντα καὶ τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ῥυθμίσουν σχέσεις ἀναφερομένας εἰς νέους πληθυσμούς. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω καὶ ἐγὼ πῶς θὰ ἔπρεπε τότε νὰ χαρακτηρισθῇ τὸ ἀλλαχοῦ εἰς μᾶλλον ἡμῶν κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς προηγμένας πολιτείας συμβαῖνον, ὅπου παρατηρεῖται πολλάκις, νομοθετήματα ὑψίστης σημασίας, τόσον ἐν Γαλλίᾳ ὅσον καὶ ἐν Γερμανίᾳ, καὶ ἀναφέρω τὸν φόρον τοῦ εἰσοδήματος ἐν Γαλλίᾳ, τὸν φόρον τοῦ οἰνοπνεύματος ἐν Γερμανίᾳ, τὸν φόρον τῶν κληρονομιῶν ἐπίσης, νὰ ὑφίστανται αὐτὸ τοῦτο τὰς μεταμορφώσεις τοῦ Ὀβιδίου, ἕως οὗ καταλήξωσιν εἰς νόμους τοῦ Κράτους καὶ ἀποτελέσωσι τμῆμα τοῦ κειμένου δικαίου. Ὑπῆρξε τοῦτο μομφὴ κατὰ τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐδέχθησαν τὴν συζήτησιν καὶ ἀπεδέχθησαν καὶ ἄρδην μεταβολὴν πολλάκις τῆς ἀρχικῆς βάσεως, ἅμα ὡς ἐφωτίσθησαν ἐπαρκῶς κατόπιν τῆς ἐνώπιόν των γενομένης συγκρούσεως τῶν συμφερόντων καὶ τῶν ἀντιλήψεων καὶ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐλευθέρως διενηργοῦντο; Ἐνέχει τοῦτο τί τὸ μεμπτόν; Ἀλλ’ ὅλοι οἱ προαγορεύσαντες ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἰς ἕν σημεῖον συνέπιπτον πάντες. Ὅτι αἱ γενόμεναι δαπάναι ἡμῶν εἶναι μεγάλαι, ὅτι προβαίνομεν μετὰ σπατάλης εἰς τὴν μονονουχὶ διασπάθισιν τοῦ δημοσίου χρήματος καὶ ὅτι ἰδιαιτέρως βεβαίως αἱ δαπάναι τῆς πολιτικῆς διοικήσεως, διότι περὶ αὐτῶν μόνον πρόκειται καὶ περὶ αὐτῶν μόνον ὡμίλησαν, εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ δικαιολογοῦν τὴν κατηγορίαν, καὶ αἱ δαπάναι τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον καὶ αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν, αἱ δαπάναι δηλ. τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Ἂν θελήσῃ τις ὅμως νὰ ἐρευνήσῃ ἐγγύτερον τὰ σημεῖα τῆς κατηγορίας, θέλει πεισθῇ ὅτι οἱ θρῦλοι αὐτοὶ εἶναι θρῦλοι μόνον, μὴ στηριζόμενοι ποσῶς ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων. Δὲν ἔχω διόλου τὸν σκοπὸν νὰ κουράσω τὴν Βουλήν, ἀπαριθμῶν εἰς αὐτὴν τὰ διάφορα κεφάλαια τῶν διαφόρων δαπανῶν καὶ τὰς συγκρίσεις τούτων πρὸς τὰς ἀντιστοιχούσας δαπάνας προηγουμένων ἐτῶν, περιορίζομαι δὲ μόνον νὰ συγκρίνω συνολικῶς κατὰ κατηγορίαν δαπανῶν. Καὶ περιορίζομαι εἰς σύγκρισιν μόνον τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ παρόντος πρὸς προϋπολογισμοὺς ἀπωτέρους, πρὸς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1912 καὶ πρὸς προϋπολογισμὸν τῆς λεγομένης προεπαναστατικῆς ἐποχῆς, δηλ. τοῦ 1909. Καὶ βλέπομεν ὅτι ἀνάγοντες καὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν χρήσεων ἐκείνων εἰς τὸν τύπον, ὃν ἔχει ὁ προϋπολογισμὸς ὁ παρών, διὰ νὰ μὴ συγκρίνωμεν ἀνόμοια, βλέπομεν ὅτι ἐπὶ συνόλου τακτικῶν δαπανῶν κατὰ τὸ 1909, ἐξ 129.000.000 δρ. τὸ δημόσιόν μας χρέος ἀπήρτιζε ποσοστὸν 25% τῆς ὅλης δαπάνης, ἡ πολιτικὴ διοίκησις 39%, ἡ τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων 20%. Κατὰ τὸ 1912 τὸ δημόσιον χρέος ἐπὶ δαπάνης τακτικῆς 142.000.000 δρ. ἀπήρτιζεν 25%, ἡ πολιτικὴ διοίκησις 38%, ἡ δὲ πολεμικὴ 22%. Κατὰ τὸ 1914 ὁ προϋπολογισμὸς ἡμῶν, μεθ’ ὅλα τὰ αὐξηθέντα τακτικὰ ἔξοδα, τὰ ἐκπροσωποῦντα τὰς σημερινὰς ἀνάγκας, τὰ ὁποῖα περιέχει ἡ κατηγορία τῶν τακτικῶν δαπανῶν,—περιλαμβάνω δὲ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα καὶ τὰ πλεῖστα ἐκείνων τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἀνέφερον ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τακτικῶν, δηλ. κυρίως τὰ χρεωλύσια καὶ τοὺς τόκους τῶν προσωρινῶν δανείων,—ἔχομεν ἐπὶ συνόλου τακτικῶν δαπανῶν 254 ἑκατομ. δρ. δημόσιον χρέος κατὰ τὸ 1914 ἴσον πρὸς 22% ἀπέναντι 25% ἄλλοτε, ἡ πολιτικὴ διοίκησις ἀποτελεῖ μόνον 33%, ἐνῷ ἄλλοτε ἦτο 39%, ἀπ’ ἐναντίας δὲ ἡ διοίκησις τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων, κατὰ τὸ τακτικὸν αὐτῶν ἐννοεῖται μέρος, 30%, ἀντὶ τῶν 20% ἄλλοτε. Οἱ ἀριθμοὶ οὗτοι μᾶς ἀποδεικνύουν ὅτι ἐπὶ τοῦ συνόλου τῶν δαπανῶν ἡμῶν, τῶν διατιθεμένων διὰ τὴν πολιτικὴν διοίκησιν, ἡ ἀναλογία εἶνε πολὺ ὀλιγωτέρα ἐκείνης, ἡ ὁποία διετίθετο ἄλλοτε. Καὶ διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ τὰς δαπάνας τὰς διοικητικὰς αὐτῆς, δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ μακρόν. Εἶναι ἀνάγκη ὅμως νὰ ἐνδιατρίψω λεπτομερέστερον περὶ τὰς δαπάνας τῶν νέων χωρῶν καὶ ταύτας ὅμως συνολικῶς θὰ τὰς ἐξετάσω. Τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς πολιτικῆς διοικήσεως τῆς νέας Ἑλλάδος, ὡς σημειοῦται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ εἶναι 24,870,000 δρ. καὶ τὰ ποσὰ ταῦτα εἶναι σχεδὸν ὅλα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὰς νέας χώρας. Μικρά τινα κονδύλια δαπανῶν δὲν περιλαμβάνονται ἐν αὐτοῖς, διότι κατ’ ἀνάγκην ἐγένετο ἡ δαπάνη ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπολογισθῇ ἀκριβῶς τί ἐκ τούτων ἀναλογεῖ διὰ τὰς νέας χώρας. Τὰ κονδύλια ταῦτα εἶναι κυρίως ἡ δαπάνη χωροφυλακῆς Ἠπείρου καὶ νήσων τοῦ Αἰγαίου. Ἔχομεν δὲ ἔσοδα ἐξ ἄλλου τακτικὰ ἐκ τῶν νέων χωρῶν, μετὰ τὴν ὑποβίβασιν τούτων διὰ τῶν δηλώσεων, 71 ἑκατομ. δρ. δηλ. μᾶς ἀφίνουν αἱ νέαι χῶραι καθαρὸν ὑπόλοιπον πλεόνασμα 46 ἑκατομ. δρ., τὸ ὁποῖον ὑπόλοιπον μένει ἐλεύθερον πρὸς διάθεσιν διὰ τὰ γενικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, διὰ τὰς στρατιωτικὰς αὐτοῦ δαπάνας καὶ διὰ τὰς δαπάνας περιθάλψεως τῶν προσφύγων, διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους. Καὶ κατηγοροῦσιν ἡμᾶς οἱ μὲν ὅτι δὲν προέβημεν εἰς ἐπαρκῆ ἔργα ἐν ταῖς νέαις χώραις, ἔργα ὁδοποιΐας κυρίως, οἱ δὲ ὅτι προέβημεν εἰς πολλά, δυσαναλόγως πρὸς τὰ μέσα ἡμῶν. Κύριοι, ἔχω σημείωμα τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων ὁδοποιΐας τῆς Μακεδονίας, τὸ ὁποῖον δίδει εἰκόνα τῆς γενομένης ἐκεῖ ἐργασίας, ἐμφαίνεται δὲ ἐξ αὐτοῦ ὅτι προέβημεν εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἐθνικῶν ἀρτηριῶν Σερρῶν, Δράμας, Καβάλλας, Σόροβιτς, Κοζάνης, Καστορίας, Φλωρίνης μέχρι Λαρίσσης. Διὰ τὴν ἐργασίαν ταύτην ἐδαπανήθησαν μέχρι τοῦδε διὰ λογαριασμὸν τῆς χρήσεως 1914 δρχ. 930,000 καὶ ἡ δαπάνη αὕτη συνετελέσθη διότι ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς διὰ πλείστους ὅσους λόγους, κοινωνικούς, ἐμπορικούς, ἐθνικούς, αἱ ὁδοὶ αὗται νὰ μὴ ἐγκαταλειφθῶσι καὶ καταστραφῶσιν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐπίσης δαπάνην διὰ πρόχειρον συντήρησιν ἄλλων 16 ὁδῶν ἐν Μακεδονίᾳ, διὰ τὰς ὁποίας ἐδαπανήσαμεν ἤδη 170.000 δρ. Ἔχομεν δὲ καὶ κατασκευὴν ὁδῶν διὰ στρατιωτικὰς συγκοινωνίας καὶ κατασκευὴν γεφυρῶν, δι’ ἃς αἱ δαπάναι ἀνέρχονται διὰ τὸ 1914 εἰς 1.060.000 δρ. καὶ αἵτινες ἐγένοντο καὶ συνεχῶς. Ἀλλ’ εἰς τὴν Μακεδονίαν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἔργα μόνον ὁδοποιΐας. Ὠφείλομεν νὰ προβῶμεν καὶ εἰς κατασκευὴν ὡρισμένων τινῶν δημοσίων κτιρίων, σχολείων, πρὸ πάντως διοικητηρίων, ἀστυνομικῶν σταθμῶν, ἐπιδιόρθωσιν φυλακῶν, διὰ τὰ ὁποῖα ἐδαπανήσαμεν ἤδη 270.000 δρ. Ἔχομεν εἰς τὴν Ἤπειρον τὴν δαπάνην διὰ τὰ πολυθρύλητα αὐτοκίνητα, περὶ ὧν τοσοῦτος ἐγένετο λόγος καὶ τοσαύτη κατάκρισις. Ὅταν ὁ ἄλλοτε γενικὸς διοικητὴς Ἠπείρου κ. Γ. Χρ. Ζωγράφος συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῆς δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνίας, τὴν ἰδέαν αὐτὴν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐπέμεινεν εἰς αὐτήν, θεωρῶν ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ ἐγκαταλειφθῇ ἡ συγκοινωνία τῆς Ἠπείρου εἰς τὰ μέσα τὰ ἀρχέγονα, τὰ ὁποῖα διετίθεντο τότε πρὸς ἐξυπηρέτησιν αὐτῆς. Καὶ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς τῆς Ἠπείρου σχεδὸν μόνος ἐπιμεληθεὶς τοῦ ἔργου τούτου, διότι ἔτρεφεν ἰδιαιτέραν στοργὴν πρὸς αὐτὸ καὶ ἀνέμενε πολλὰ ἐντεῦθεν ἀγαθά, πολλὰ ἐκ τῆς ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας, ἐπεστάτησε μετ’ ἐπιμελείας εἰς αὐτήν. Οὕτω ἔχομεν συγκοινωνίαν Ἰωαννίνων–Φιλιππιάδος–Πρεβέζης Ἰωαννίνων–Δελβενάκι–Ἀργυροκάστρου, Ἰωαννίνων–Δελβενάκι– Ἁγίων Σαράντα, Ἰωαννίνων–Πρεμετῆς καὶ Ἰωαννίνων–Κορυτσᾶς ὅσον οὔπω. Τὴν συγκοινωνίαν αὐτὴν ἐθεωρήσαμεν ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον νὰ ἔχωμεν καὶ ἐθεωρήσαμεν ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς Ἠπείρου καλῶς ἔπραξε καὶ ἔτυχε τῆς ἀπολίτου ἐγκρίσεως ἡμῶν. Ἐὰν ἐφέτος ἀναγράφεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ βουλευτὴς Φθιώτιδος καὶ τὸ ὁποῖον ὑπερβαίνει τὰς 500,000 δρ., τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἡ δαπάνη ἡ ἐτησία. Ἡ δαπάνη αὕτη ἀνεγράφη ἕνεκα προνοίας· διότι ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ γίνωσιν αἱ διάφοροι προμήθειαι διὰ τὴν συντήρησιν ὅλης αὐτῆς τῆς ὀργανώσεως ἐπὶ μακρότερον χρόνον τοῦ ἔτους, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχωμεν τὴν προμήθειαν κατόπιν, ἕνεκα λόγων ἐκτὸς ἡμῶν κειμένων. Καὶ ἡ δαπάνη ἡ ἐτησία ἀνέρχεται μόνον εἰς 161.000· τὸ δὲ σύνολον τῆς εἰσπράξεως τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ τρέχοντος ἔτους ἀνέρχεται εἰς 194.000 δρ. Ἑπομένως ἔχομεν ἤδη περίσσευμα 33,000 δρ. ὑπὲρ τὰ ἔξοδα διὰ τὴν πρώτην ἑξαμηνίαν.
§47ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὥστε αὐταὶ αἱ δημοσιεύσεις ἐδῶ πέρα, αἱ ἐπίσημοι τοῦ Ὑπουργείου, εἶναι ἄλλαι;
§48Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὸς ὁ πίναξ ὁμιλεῖ περὶ δαπάνης. Αὐτὸς ἀναφέρεται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1913.
§49ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἶναι ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον.
§50Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀναφέρεται εἰς τὸ 1913 αὐτός.
§51ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὄχι.
§52Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐξετάσατε καλλίτερον. Εἶναι τοῦ 1913. Αὐτὰ δὲ τὰ ὁποῖα ἀναφέρω τώρα εἶναι τὰ τελευταῖα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας.
§53ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αἱ δηλώσεις ὅμως, τὰς ὁποίας ὑπεβάλατε χθὲς ἀναγράφουσιν ὅτι ἔχομεν ἔσοδα 350.000 δρ.
§54Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διπλασιάσατε τὰς 194,000 δρ. τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ 1914 καὶ ἔχετε τὸ ποσὸν τῶν δρ. 350,000.
§55ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἀναφέρεται ὅμως εἰς τὰς δηλώσεις καὶ δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ μαντεύσωμεν.
§56Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Αἱ δηλώσεις μου λέγουσι διὰ τὸ ἔτος ὁλόκληρον 350,000 δρ.
§57ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω ἐνταῦθα τὴν ἐστενογραφημένην ἀγόρευσίν μου, κατὰ τὴν ὁποίαν μὲ διεκόψατε ὅταν εἶπον ἐγὼ ὅτι ἔχομεν ἔξοδα 537,000 δρ. καὶ εἴπετε ὑμεῖς· «ἀλλὰ διατί δὲν ἀναγινώσκετε καὶ πόσαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπερβαίνουσιν αὐτὸ τὸ ποσόν· ἑπομένως δὲν εἶναι καμμία δαπάνη», καὶ τώρα ἔρχεσθε ἀπέναντι τῶν 537000 νὰ μᾶς ἀναφέρητε περὶ ἐτησίας δαπάνης 161 χιλ. δρ.
§58ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαιότατα. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ δαπάνη αὐτὴ τῶν 500.000 δρ. ἀναφέρεται εἰς δαπάνην προμηθείας διὰ τὸ μέλλον, εἶναι δαπάνη ἐκ προνοίας, δὲν ἀναφέρεται εἰς τὴν ὑπολογιζομένην δαπάνην διὰ τὴν κατανάλωσιν τοῦ ἔτους μόνον. Προέβημεν εἰς προμήθειαν ἐπιβαλλομένην ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως.
§59ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἀναφέρει οὔτε ἀγορὰν αὐτοκινήτων, οὔτε αὐτά, ἀλλὰ ἔξοδα.
§60Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλ’ ἔρχομαι καὶ εἰς τὴν Κρήτην περὶ τῆς ὁποίας ἐγένετο καὶ ἡ μακροτέρα συζήτησις καὶ ἐπὶ τῶν δαπανῶν τῆς ὁποίας ἀπηγγέλθη ἡ δριμυτέρα μομφή. Κύριοι, τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς Κρήτης ἀνέρχονται ἐφέτος εἰς 7.128.000 δρ., τὰ δὲ ἔκτακτα ἔξοδα εἰς 1.900.000 δρ. Τὰ τακτικὰ ἔσοδα αὐτῆς εἶναι 9.800.000 δρ. καὶ ἑπομένως ἔχομεν διαφορὰν ἐπὶ πλέον 772.000 δρ., αἵτινες ἀποτελοῦν πλεόνασμα ὑπὲρ τῶν γενικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Ἐρευνῶντες ὅμως τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κρήτης πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι ἡ Κρήτη ἦλθε πρὸς ἡμᾶς ὡς συντεταγμένη ἤδη πολιτεία, ἔχουσα πλήρη αὑτῆς τὸν διοικητικὸν ὀργανισμὸν καὶ οὐχὶ ὡς χώρα, ἡ ὁποία νῦν τὸ πρῶτον ἐπρόκειτο παρ’ ἡμῶν νὰ ὀργανωθῇ, διὰ συστήματος, τὸ ὁποῖον νῦν εἰσηγάγομεν τὸ πρῶτον. Τὴν Κρήτην παρελάβομεν, ἄνευ βάρους τινὸς ἐκ δημοσίου χρέους, διότι οὐσιαστικῶς οὐδὲν ἔχει τοιοῦτον ἐκ τῆς προηγουμένης αὐτῇ ζωῆς. Τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὰς Δυνάμεις κατ’ ἀκολουθίαν τῆς προκαταβολῆς τῆς γενομένης πρὸς τὴν Κρήτην ἄλλοτε ἐκ τεσσάρων ἑκατομμυρίων, εὑρίσκονται αὐτούσια ὡς περιουσία τοῦ κοινωφελοῦς ταμείου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ δημόσιον ἵδρυμα. Ἐξ ἄλλου τὸ ποσοστὸν τοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβεν ἀπὸ τὸ δημόσιον χρέος τῆς Τουρκίας εὑρίσκονται σχεδὸν ἀπεσβεσμένον καὶ μόνον ὀλίγαι ἑκατοντάδες χιλιάδων ὑπολείπονται ἀκόμη πρὸς τελικὴν ἐξόφλησιν. Τῆς Κρήτης ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων κατὰ 1911, μόλις ἔφθανεν εἰς τὰς δραχ. 6.000.000 καὶ κατὰ τὸ 1914, δηλαδὴ μετὰ τρία ἔτη, ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων αὐτῆς ὑπερβαίνει τὰς δραχ. 10.000.000, θὰ ὑπερβῇ δὲ καὶ τὰ δώδεκα ἑκατομμύρια μετὰ τὴν ἤδη συντελεσθεῖσαν δασμολογικὴν ἀφομοίωσιν. Παρατηροῦμεν δηλ. ἁλματικὴν πρόολον τῶν ἐσόδων αὐτῆς. Ἡ Κρήτη, ἕνεκα ἀκριβῶς τῆς ἱστορίας αὑτῆς καὶ τῆς συνεχοῦς ἀνωμαλίας, ὑφ’ ἣν ἔζη, δὲν κατώρθωσε νὰ πληρώσῃ καὶ ἐκείνας ἀκόμη τὰς στοιχειώδεις ἀνάγκας συγκοινωνίας, τὰς ὁποίας τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ Ἑλληνισμοῦ εἶχον κατορθώσει νὰ ἔχωσιν. Ἡ Κρήτη ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδὲ ἓν χιλιόμετρον τηλεγραφικῆς γραμμῆς καὶ μόνον 80 χιλιόμετρα ὁδῶν· παρὰ τὴν λεγομένην ἀμέλειαν ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ἐν τῷ παλαιῷ τμήματι τοῦ Βασιλείου, ἐν τούτοις καὶ αὐτὴ ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς ἔχει ὁδοὺς συντετελεσμένας μήκους χιλιομέτρων 7744· ἡ Κρήτη εἶναι ἴση πρὸς τὸ ὄγδοον τῆς Ἑλλάδος κατ’ ἔκτασιν καὶ πληθυσμόν· ὤφειλεν ἑπομένως κατ’ ἀναλογίαν νὰ εἶχε καὶ αὐτὴ τοὐλάχιστον 800–1000 χιλιόμετρα ὁδούς· ἀλλὰ δὲν εἶχε παρὰ μόνον ὀγδοήκοντα, διότι ἡ ἀνώμαλος αὐτῆς ἱστορία δὲν ἐπέτρεψε τὴν κατασκευήν. Ἡ Ἑλλὰς ἔχει 13000 χιλιόμετρα σύρματος τηλεγραφικοῦ· ἡ Κρήτη δὲν ἔχει κανέν. Πρὸ τῆς καταστάσεως αὐτῆς, ἥτις ἐζημίου ὀφθαλμοφανῶς τὴν χώραν, αἱ Κρητικαὶ Συνελεύσεις ἤδη ἀπὸ μακροῦ εἶχον ἀρχίσει νὰ σκέπτωνται καὶ αὐταὶ πῶς θὰ ἀποκτήσῃ καὶ ἡ χώρα ἐκείνη τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα κάθε πεπολιτισμένος τόπος ἔχει, μέσα συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν μέσα πολυτελείας, ἀλλὰ μέσα αὐτὸ τοῦτο αὐτοσυντηρήσεως, διότι ἡ ἔλλειψις ἀκριβῶς ἀρτηριῶν συγκοινωνίας κατεβίβαζε τὸ ἐπίπεδον τὸ οἰκονομικὸν τῆς Κρήτης, εἶχε δὲ ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι αὐτὰ τὰ γεωργικὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἐκεῖ ἀποτελοῦν εἰς πολλοὺς νομοὺς πολύτιμα προϊόντα, μὴ δυνάμενα νὰ ἐξαχθῶσι πρὸς τοὺς λιμένας, κατεστρέφοντο ἐπὶ ζημίᾳ προφανεῖ τῆς οἰκονομίας τῆς νήσου. Αἱ ἀποδόσεις ὡς ἐκ τούτου τῶν φόρων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν ἠδύναντο νὰ εἶναι οἷαι θὰ ἦσαν, ἐὰν ὅλων τῶν προϊόντων ἐγένετο ἡ προσήκουσα ἐκμετάλλευσις. Καὶ αἱ Κρητικαὶ Συνελεύσεις εἶχον ψηφίσει διάφορα δημόσια ἔργα, πρὸ πάντων ὁδοποιΐας, τῶν ὁποίων ὅμως ἡ ἐκτέλεσις ἀνεβάλλετο καὶ αἱ σχετικαὶ πιστώσεις μετεφέροντο ἀπὸ χρήσεως εἰς χρῆσιν ἕνεκα τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ἑκάστοτε προϋπολογισμοῦ πρὸς κάλυψιν αὐτῶν. Ὅταν ὅμως ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων ηὐξήθη κατὰ 35% ἐντὸς διετίας, δι’ ἐπιβολῆς προσθέτου φορολογίας ἀνελθὼν ἀπὸ 6 ἑκατομ. εἰς 9.500.000, νομίζετε ὅτι ἡ ἐκτέλεσις στοιχειωδῶν δημοσίων ἔργων ὁδοποιΐας καὶ γεφυρῶν, ἡ ἐκτέλεσις 500.000 μέτρων συρμάτων τηλεγραφικῶν, ὅτι ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἀφοῦ τὰ βάρη τῆς ἐκτελέσεως θὰ ἔφερεν αὐτὴ ἡ ἰδία διὰ τῆς αὐξήσεως κατὰ 35% τῆς φορολογίας αὐτῆς, εἶναι ἀδικαιολόγητος;
§61ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν τὴν εὑρίσκομεν ἀδικαιολόγητον δαπάνην, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν νὰ μᾶς δώσητε μίαν ἐξήγησιν διὰ τὸν πίνακα πρῶτον τὸν δημοσιευθέντα ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας καὶ τὸν ἐμφαίνοντα· «πρὸς ἐκτέλεσιν δημοσίων ἔργων διαρκοῦντος τοῦ οἰκονομικοῦ ἔτους τοῦ 1914, διὰ πιστώσεων μετενεχθεισῶν ἐκ τῆς χρήσεως 1913 Κρήτης, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 4.578.000 δρ.». Ἀκολούθως δι’ ἕτερον πίνακα ἐπίσης ἀναφερόμενον εἰς τὰ δημόσια ἔργα Κρήτης, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη τοῦ 1914 ἀνέρχεται εἰς 3.000.095 δρ., δηλαδὴ ἐν συνόλῳ 8.000.000 δρ., τόσα ἑκατομμύρια ἐξηγήσατε πῶς μετηνέχθησαν ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1913 εἰς τὴν χρῆσιν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος τοῦ 1914, πῶς δὲ θὰ καλυφθῶσι τὰ 8.000.000 δρ.;
§62Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ 8.000.000 δρ.
§63ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὸ ἀναγράφετε αὐτὸ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας.
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ Συνέλευσις τῆς Κρήτης εἶχε ψηφίσει σειρὰν δημοσίων ἔργων ἀπὸ τετραετίας, ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ εἶναι τὰ ἀναγραφόμενα εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἀπὸ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1910 μετηνέχθησαν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1913 καὶ οὕτω καθεξῆς. Εἶναι ἔργα ἐψηφισμένα ὑπὸ τοῦ τόπου καὶ ἀναγράφονται.
§65ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ ποῖον ταμεῖον θὰ καταβληθῶσι τὰ 8 ἑκατομμύρια;
§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἔχετε νὰ κάμητε ἔλεγχον νὰ τὸν κάμητε ὄχι εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν Κρητικὴν Συνέλευσιν. Διὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν τῶν ἔργων δὲν εἴμεθα ἡμεῖς δοσίλογοι.
§67ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πόθεν θὰ καλυφθῶσιν αὐτά;
§68Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀδιάθετος πίστωσις καθ’ οἱονδήποτε τρόπον ψηφισθεῖσα ἔχει ἐπέκτασιν ὅτι δὲν ἀναγράφεται εἰς τοὺς γενικοὺς προϋπολογισμούς. Μόνον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν φάρων εὑρίσκομεν πίστωσιν ἀδιάθετον διὰ νὰ αὐξάνωσι τὰ ἔσοδα.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐδόθη πίστωσις 8.000.000 δρχ.
§70Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μόνον 1.600.000 δρχ.
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐδόθη 1.600.000 δρχ. πίστωσις πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ὑπὸ τῆς Κρητικῆς Συνελεύσεως ἐψηφισμένων ἔργων.
§72Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους;
§73Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα· ὁ ὁποῖος ὅμως περιλαμβάνει καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Κρήτης, ἀνερχόμενον εἰς 10.000.000 δρχ. περίπου· ἑπομένως μένει περίσσευμα, μετὰ τὴν κάλυψιν ὅλων τῶν τακτικῶν δαπανῶν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων ἔργων, ὑπὲρ τὰς 800.000 δρχ.
§74Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διὰ τὴν ἀπόδοσιν εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους;
§75Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαιότατα. Σημειωτέον δὲ ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῆς Κρήτης περιλαμβάνει καὶ ὅλην τὴν δαπάνην τῆς Κρητικῆς χωροφυλακῆς καὶ ὁλόκληρον τὴν δαπάνην τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως. Καὶ μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν ὅλων αὐτῶν τῶν δαπανῶν ἐν τοιαύτῃ πληρότητι μένουν 800.000 δρχ. ἐλεύθεραι διὰ τὰ γενικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους.
§76Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτὸν ἀναφέρεται;
§77Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἀναφέρεται εἰδικῶς διότι τὸ ταμεῖον εἶναι συγχωνευμένον, ἔχομεν ἤδη ἀπὸ ἔτους ἑνότητα ταμιακήν, ἑπομένως ὅλα τὰ ἔσοδα συρρέουν εἰς ἕν.
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ταμεῖον τῆς Κρήτης κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συγχωνεύσεως ἀπέδωκε περίσσευμα 800.000.
§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰσήχθη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτό;
§80Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.
§81ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν συνάδελφόν μου, διότι νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιληφθῇ.
§82Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρέπει νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐγὼ λέγω τοῦτο· ὅτι ὑπάρχει μία πίστωσις ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἀναφερομένη εἰς τὴν ὁδοποιΐαν τῆς Κρήτης, πίστωσις, ἡ ὁποία μετεφέρθη ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913 τῆς Κρήτης, εἶναι μεταφορὰ πιστώσεως, αὐτὴ ἡ πίστωσις ἔπρεπε νὰ ἀντικρύζηται ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς χρήσεως τοῦ 1913. Ὅπως εἰσαχθῇ ἡ δαπάνη τοῦ 1914 ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ καὶ τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον.
§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τῆς λογιστικῆς τάξεως, ἀλλὰ καὶ τῆς οὐσιαστικῆς.
§84Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κύριοι, ἐξηγγέλθησαν μομφαὶ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχει αὐξήσῃ ὑπερμέτρως τὰς δαπάνας τῆς διοικήσεως. Ἐκ τῆς συγκρίσεως ὅμως καὶ μελέτης τῶν ἀριθμῶν ἡ μομφὴ αὕτη ἀποδεικνύεται μὴ ἀληθής. Ἰσχυρίζομαι δὲ ὅτι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰς δαπάνας ἐκείνας μόνον διὰ τὴν πολιτικὴν διοίκησιν καὶ τὴν ὀργάνωσιν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπήρκουν ἄλλοτε. Ἡ ἀνάγκη τῆς δημοσίας δαπάνης ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐννοίας τῆς δημοσίας ὠφελείας, τῆς ὠφελείας δηλαδὴ τῆς δαπάνης διὰ τὴν ὅλην κοινωνίαν, ἡ ἔννοια δὲ αὕτη δὲν εἶναι ἔννοια παγία καὶ μόνιμος, ἀλλὰ μεταβλητὴ ἑκάστοτε. Δὲν δυνάμεθα δὲ σήμερον νὰ δεχθῶμεν ὅτι μόνον ἐκεῖναι αἱ δαπάναι τῆς πολιτικῆς διοικήσεως, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἐνηργοῦντο διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅτι μόνον εἰς αὐτὰς τὰς δαπάνας ὀφείλομεν καὶ νὰ περιορισθῶμεν, διότι διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, διὰ τῆς πυκνώσεως τοῦ πληθυσμοῦ, διὰ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ πνευματικοῦ καὶ τοῦ ἠθικοῦ ἐπιπέδου τοῦ λαοῦ, διὰ τῆς ἐκπαιδεύσεως, αἱ ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας ἐν συνόλῳ ἔχουσιν εὐρυνθῇ σημαντικώτατα καὶ δὲν ἐπιτρέπεται σήμερον νὰ ἀρκούμεθα μὲ τὴν στοιχειώδη ἐκείνην ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων τῆς πολιτείας, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἄλλοτε, διότι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι διὰ τὴν προαγωγὴν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, διὰ τὴν συγκοινωνίαν, διὰ τὴν διοίκησιν, ἡ μέριμνα τοῦ Κράτους πρέπει νὰ εἶναι οἵα καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Ἄλλοτε τὸ Κράτος, εὑρισκόμενον ἴσως ὑπὸ τὴν ἐπίδρασιν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν σύμφωνοι καὶ πρὸς τὰς περὶ τούτου σχετικὰς ἰδέας τῆς κοινωνίας, περιωρίζετο ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὐτοῦ τῇ διοικητικῇ μόνον εἰς τὴν καταστολήν. Ἀλλὰ σήμερον εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ Κράτος ὄχι μόνον νὰ ἔχῃ τὴν πολιτικὴν τῆς καταστολῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὴν πολιτικὴν τῆς προνοίας. Ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος νὰ μὴ ἔχῃ μόνον στενὰ τὰ ὅρια τῆς δράσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ εὐρύνῃ ταῦτα, ἐπεμβαῖνον διὰ τῶν ὀργάνων του εἰς τὴν ῥύθμισιν σχέσεων καὶ ζητημάτων, ὁποίαν αὐτὴ ἡ σύγχρονος ἀντίληψις τῆς κοινωνίας ἀξιοῖ. Ὀφείλομεν, παραλλήλως πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν καὶ τὴν κραταίωσιν τῆς πολεμικῆς ἡμῶν δυνάμεως, νὰ ἐνισχύσωμεν καὶ τὰς δυνάμεις τὰς ἠθικὰς καὶ οἰκονομικὰς τῆς χώρας, διὰ νὰ μὴ συντελῆται μονομερὴς μόνον ἐργασία, ἀλλ’ ἐκ παραλλήλου βαίνουσαι νὰ ἐνισχύωνται ὅλαι αἱ δυνάμεις ἡμῶν. Θὰ ἐρωτήσῃ τις ὅμως, βεβαίως παραδεχόμεθα ὅτι ἡ πολιτικὴ αὐτὴ τῆς προνοίας εἶναι πολιτικὴ ἐπιβαλλομένη σήμερον ὑπ’ αὐτῶν τῶν πραγμάτων καὶ τῶν συγχρόνων ἀντιλήψεων, ἀλλ’ εἶναι τάχα ἐπίκαιρος ἡ πολιτικὴ αὕτη καὶ δὲν δύναται ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἡ κατ’ ἀνάγκην ἐπαγομένη δαπάνας, νὰ ἀναβληθῇ εἰς χρόνους ὁμαλωτέρους; Καὶ ἀπαντῶ εἰς τὸ ἐρώτημα τοῦτο σαφέστατα ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς προνοίας καὶ ἡ πολιτικὴ τῆς ὀργανώσεως τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῆς ἐνισχύσεως διὰ τοῦ Κράτους, ὅλων ἐκείνων τῶν παραγόντων, οἱ ὁποῖοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐνίσχυσιν τῆς χώρας, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ πλούτου αὐτῆς, διὰ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ἠθικοῦ καὶ ὑλικοῦ αὐτῆς ἐπιπέδου, ὅτι ὅλαι αἱ δαπάναι αὐταὶ εἶναι ἐπιβαλλόμεναι καὶ ὅτι ὅλας αὐτὰς τὰς δαπάνας δὲν ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰς ἀναβάλῃ διὰ περιστάσεις δῆθεν εὐθετωτέρας, διότι δὲν εὑρίσκεται σήμερον ἡ Ἑλλάς, ἐν τῇ νέᾳ αὐτῆς διαμορφώσει ὑπὸ τὰς ἄλλοτε συνθήκας, ἀποκεχωρισμένη δηλαδὴ ὅπως ἄλλοτε καὶ μακρὰν τῶν λοιπῶν Κρατῶν. Σήμερον ἕνεκα αὐτῆς τῆς ἐπικοινωνίας καὶ γειτνιάσεως αὐτῆς πρὸς τοὺς περιοίκους λαούς, ἕνεκα τοῦ ἐντόνου καὶ ἀδιαλείπτου συναγωνισμοῦ, εἰς ὃν εἰσέρχεται τὸ Κράτος, εἰς ὃν ἀγῶνα καὶ πρέπει νὰ ἐπικρατήσῃ, ἡ Ἑλλὰς ἔχει καθῆκον ὄχι μόνον νὰ ἀποβλέπῃ εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀκεραιότητος αὐτῆς, πολιτικῆς καὶ ἐδαφικῆς, ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως νὰ γεννήσῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀκολουθεῖ πραγματικὴν ἐκπολιτιστικὴν πολιτικήν, δημιουργοῦσα ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἀγαθά, τὰ ὁποῖα ἀξιοῖ σήμερον ὁ λαός. Δι’ αὐτὸ τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον ν’ ἀναλάβῃ ὅλας αὐτὰς τὰς δαπάνας χωρὶς νὰ ἐπηρεάζεται ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ἕνεκα λόγων πανευρωπαϊκῶν, εὑρίσκεται προσωρινῶς ὑπὸ ταμιακὰς στενοχωρίας. Ἡ παρατηρουμένη αὔξησις ὅμως παρ’ ἡμῖν τῶν δημοσίων δαπανῶν ἔχει καὶ ἄλλον τινὰ λόγον. Εἰς τὰ πλεῖστα τῶν Κρατῶν, τὰ ὁποῖα ἔχουν συντετελεσμένην τὴν ὀργάνωσίν των, αἱ περισσότεραι διοικητικαὶ δαπάναι, αἱ ἀφορῶσαι ἐνίσχυσιν τῆς χώρας, ἐνεργοῦνται ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους διοικήσεων. Καὶ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξήγγειλε τὴν ὀργάνωσιν ταύτην τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως ἤδη, ὅταν εἰσηγήθη τὸ νομοσχέδιον περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων, τὸ αὐτὸ ἀνέφερον καὶ ἐγὼ κατὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Δὲν εἶναι ἑπομένως τίποτε τὸ νέον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλε σήμερον ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀχαϊοήλιδος, εἰπὼν ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ παρ’ ἡμῖν ὀργάνωσις τοπικὴ εὐρυτέρα τῆς ὑπαρχούσης. Ἡ μὴ ὕπαρξις ὅμως εἰσέτι παρ’ ἡμῖν ὀργανώσεως τοιαύτης εἶναι μία τῶν αἰτιῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων παρατηρεῖται ἐν τῷ γενικῷ προϋπολογισμῷ ἐξόγκωσις δαπανῶν. Μόνον ἡμεῖς ἐξ ὅλων τῶν Κρατῶν, μικρῶν καὶ μεγάλων, γειτονικῶν καὶ μή, εἴμεθα οἱ παρουσιάζοντες δαπάνας τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως μόνον 20% ἀπέναντι τοῦ ὅλου τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἐνῷ παρατηροῦμεν ἀλλαχοῦ ὄχι μόνον εἰς τὰ μεγάλα Κράτη, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ἄλλα, τὰ πλησίον ἡμῶν κείμενα, ὅτι τὰ τοπικὰ ἔξοδα ἀνέρχονται εἰς ὑπὲρ τὸ ἥμισυ τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους. Ποῦ ὀφείλεται τοῦτο; Ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὸ ὅτι ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς δὲν βαρύνεται μὲ δαπάνας καθαρῶς τοπικῆς φύσεως, αἱ ὁποῖαι καὶ ἕνεκα ψυχολογικῶν κυρίως λόγων πρέπει νὰ ψηφίζωνται καὶ νὰ καλύπτωνται ὑπ’ αὐτῶν τῶν κατὰ τόπους ὀργανώσεων, αἱ ὁποῖαι καὶ θὰ ἠδύναντο καὶ μείζονας ἐπιβαρύνσεις νὰ ἐπιβάλωσιν, ἐφ’ ὅσον θὰ ἐπρόκειτο τὰ ἐντεῦθεν ἔσοδα νὰ ἔχωσιν ἀμέσως ἁπτὸν ἀποτέλεσμα εἰς ὄφελος τοῦ τόπου. Μὴ ἔχοντες ὅμως τὴν ὀργάνωσιν αὐτὴν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἐμφανίσωμεν ὅλας τὰς δαπάνας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ τὰς καλύψωμεν διὰ τῶν προσόδων ὅλου τοῦ Κράτους. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτιον, δι’ ὃ παρατηρεῖται παρ’ ἡμῖν αὔξησις τῶν δαπανῶν, ἡ ὁποία δὲν θὰ παρετηρεῖτο ἐὰν καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπῆρχεν ὀργάνωσις, ὁποία ἀλλαχοῦ ὑπάρχει, βοηθοῦσα σπουδαίως τὸ Κράτος εἰς τὴν καλλιτέραν ἐξυπηρέτησιν καὶ θεραπείαν ἀναγκῶν, ἃς σήμερον ἀπ’ εὐθείας ἀναλαμβάνει τὸ Κράτος. Οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες ἐκ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐρευνῶντες τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν καὶ ἀποδεχόμενοι τὸ ὀλικὸν ἔλλειμμα περίπου, οἷον τὸ παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμός, ὁ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, καταλήγουν ἐρευνῶντες τὰ διάφορα στοιχεῖα αὐτοῦ, ὅτι τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ εἶναι ἀνησυχητικὸν φαινόμενον, διότι, λέγουν, εἶναι νόσημα ὀργανικόν, τὸ ὁποῖον ὡς σάραξ θὰ κατατρώγῃ τοὺς προϋπολογισμούς, βαρῦνον συνεχῶς ἐπὶ τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ κατηγορηματικῶς καὶ σαφῶς ὅτι τὸ ἔλλειμμα αὐτό, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ ἐφετεινὸς προϋπολογισμός, δὲν εἶναι ὀργανικὸν νόσημα τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, δὲν εἶναι σάραξ, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ καταφάγῃ τὴν ἰκμάδα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἶναι σύμπτωμα πρόσκαιρον, ἀπορρέον ἐκ τῆς ὅλης καταστάσεως, ἐκ τῆς ὅλης ἱστορίας τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914. Ἐξετάζοντες τὴν ἱστορίαν τοῦ ἐλλείμματος, εὑρίσκομεν ὅτι ὀφείλεται τοῦτο εἰς μερικὰ καὶ καθολικὰ αἴτια, τὸ μὲν εἰς μειώσεις σημαντικὰς τῶν εἰσπράξεων, τὸ δὲ εἰς αὐξήσεις δαπανῶν. Ἂν δὲν εἴχομεν τὴν μείωσιν τῶν εἰσπράξεων, τὰς ὁποίας μετὰ σαφηνείας ἀνέλυσεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας καὶ εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς, καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἀναπτύσσω τὸ ζήτημα, ἂν εἴχομεν τὰς εἰσπράξεις, τὰς ἀπολύτως ἱκανοποιητικὰς τῆς πρώτης ἑξαμηνίας τοῦ ἔτους, αἱ ὁποῖαι ἐσημείωσαν ρεκὸρ ἀπέναντι ὅλων τῶν ἀντιστοίχων εἰσπράξεων τῶν προηγουμένων ἐτῶν, θὰ εἴχομεν ἔσοδα δημόσια τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος ὑπὲρ τὰ 152.000.000 δρ., ποσόν, τὸ ὁποῖον βεβαίως οὐδέποτε ἐφαντάσθησαν οἱ προκάτοχοί μου Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἡ αὔξησις αὐτὴ σημειοῦται μόλον ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι εὑρίσκοντο ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίδρασιν τῆς καταστάσεως, προέρχεται δὲ πρὸ πάντων ἐκ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως, μόλον ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἀμφισβητήσητε ὅτι καὶ ἡ κατανάλωσις αὐτὴ δὲν εὑρίσκεται εἰς τὸ ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ εὑρίσκετο ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ κρίσις, ἡ ὁποία δὲν ἔπαυσεν ὑπάρχουσα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν δύο Βαλκανικῶν πολέμων. Ἄν εἴχομεν εἰσπράξεις, οἵας τὰς προέβλεπεν ἀρχικῶς ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἷαι ἀπεδείχθησαν κατόπιν ἐξ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, βεβαίως τὸ ἔλλειμμα δὲν θὰ ἦτο ἀνησυχητικόν, οὐδὲ διὰ τοὺς ἐπικρίνοντας ἡμᾶς. Ἀλλὰ ἡ ἀπότομος μεταβολὴ τῶν πραγμάτων, ἡ ἀπότομος στάσις τῶν ἐργασιῶν κατ’ ἀκολουθίαν τῆς ἀνακοπῆς τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου καὶ τοῦ φόβου καὶ τῆς περισυλλογῆς, ἡ ὁποία κατέλαβε τοὺς πάντας, βεβαίως ἐπέδρασε καὶ ἐπέδρασε βαθύτατα ἐπὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀλλὰ φυσικὰ ἐπέδρασε βαθύτερον ἐπὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος ἡ ὁποία εἶχε προσθέτως καὶ ὁλόκληρον ὄγκον προσφύγων καὶ ῥεῦμα μεταναστευτικὸν ἐκ τοῦ εὐπορωτέρου πληθυσμοῦ αὐτῆς. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐξηγήσητε τὸ ἔλλειμμα ὡς ὀργανικὸν νόσημα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν αἱ ἀποδόσεις τῶν φόρων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηριζόμεθα, ἀπέβαινον μικρότεραι ἐκείνων τὰς ὁποίας ὑπελογίζομεν, θὰ ἦτο τοῦτο σημεῖον ἄξιον προσοχῆς. Ἀλλ’ ὅλαι αἱ ἀποδόσεις ὅλων τῶν δημοσίων ἐσόδων εἶναι ἀνώτεραι ἐκείνων τὰς ὁποίας ὑπελογίζομεν καὶ ἐκείνων τὰς ὁποίας ἐὰν θέλητε ἀκόμη ἠδυνάμεθα νὰ ἐλπίζωμεν. Ἀλλ’ ἐπίσης καὶ ἕνεκεν ἄλλου λόγου δὲν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν τὸ ἔλλειμμα ὡς ὀργανικόν, ἀλλὰ μόνον συμπτωματικόν. Ὀφείλεται τάχα εἰς τόσον μεγάλην αὔξησιν τῶν δαπανῶν τῆς πολιτικῆς διοικήσεως; Ἢ ὀφείλεται εἰς αἴτια ἀναπότρεπτα, τὰ ὁποῖα εἶναι εἰς πάντας ἀντιληπτά, αἴτια καθολικοῦ χαρακτῆρος, ἀφ’ ὧν δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς μόνοι νὰ μείνωμεν ἀνεπηρέαστοι; Ἄλλα Κράτη, ὅταν ἐξέρχωνται κρισίμου περιόδου τῆς ἱστορικῆς αὐτῶν ζωῆς, δύνανται νὰ ἔχωσιν ὡς ἄμεσον πολιτικὸν σκοπὸν τὴν περισυλλογὴν καὶ τὴν ἐπούλωσιν ὅλων ἐκείνων τῶν πληγῶν, τὰς ὁποίας διανοίγωσιν οἱ πόλεμοι καὶ ἡ γενικὴ οἰκονομικὴ ἀνωμαλία, ἥτις παρακολουθεῖ τούτους. Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν τύχην. Ἦτο ἠναγκασμένη ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ἱστορικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος διέπει αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἐμφανίσεώς της εἰς τὴν ζωήν, ἀκολουθοῦσα τὰ διδάγματα τὰ ὁποῖα τῆς δίδει αὐτὴ ἡ ἱστορία της, ἦτο ἠναγκασμένη κατὰ τὸν πρῶτον πόλεμον νὰ παρασκευάζηται διὰ ἐνδεχόμενον δεύτερον πόλεμον καὶ μετὰ τὴν λῆξιν τοῦ δευτέρου ἦτο ἠναγκασμένη ὄχι νὰ ἐφησυχάσῃ, ὄχι νὰ κοιμηθῇ ἐπὶ τῶν δαφνῶν της, ὄχι νὰ ζητήσῃ νὰ ἀναπαύσῃ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των καὶ ἐμόχθησαν ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τῆς πατρίδος, ὑπὲρ τῆς δημιουργίας νέας μείζονος Ἑλλάδος, ἀλλ’ ἦτο ἠναγκασμένη ἄγρυπνος νὰ μένῃ φρουρὸς τῶν κτηθέντων καὶ νὰ παρασκευάζηται ἀόκνως ὅπως καταστήσῃ τὸ καθεστὼς ἀπρόσβλητον καὶ ὅπως διατηρήσῃ τὰ δίκαια αὐτῆς ἐντελῶς ἄθικτα ἀπὸ πάσης ἐπιβουλῆς. Καὶ ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἐπεβάλλοντο ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἱστορικῶν νόμων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἠμέλησεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμήν, ἀλλ’ ἀμέσως ἀπὸ τῆς πρώτης ὥρας ἐζήτησε νὰ προπαρασκευάσῃ καὶ ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων ἀναβιβάζεται ἀπὸ 20% τοῦ ὅλου τῶν δαπανῶν, ὅπως ἦτο ἄλλοτε, εἰς 30%, φθάνομεν δὲ ἐφέτος εἰς δαπάνας τακτικὰς μὲν 78.000.000 διὰ τὰ πολεμικὰ Ὑπουργεῖα. Καὶ ἡ δαπάνη αὐτὴ εἶναι ἡ δαπάνη ἡ παγία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ ἡ δαπάνη αὕτη σήμερον δὲν εἶναι ἐπαρκὴς καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιορισθῇ μόνον ἡ μέριμνά μας ἐντὸς τῶν ὁρίων τούτων. Ἔχομεν δὲ ὡς ἐκ τούτου ἐκτάκτους δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ὑπερβαινούσας τὰ 25.000.000 καὶ αἵτινες ἀφορῶσιν εἰς τὴν πέραν τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ συγκρότησιν δι’ ἐφέτος τῆς δυνάμεως ἡμῶν. Ἀλλ’ ἔχομεν ἐφέτος χορηγίας εἰς τὰ ταμεῖα Ἀμύνης καὶ Στόλου ἐκτὸς παντὸς συνήθους μέτρου ἕνεκα τῆς ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῆς ἀθρόας προμηθείας καὶ αἱ χορηγίαι αὗται ἀνέρχονται εἰς 123.000.000 δρχ. Ἔχομεν δηλαδὴ διὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν τοῦ 1914 δαπάνας καθαρῶς πολεμικοῦ χαρακτῆρος 237 ἑκατομμύρια, δαπάνας δηλ. ὑπερόγκους, δι’ ὧν ἐμπράκτως διαδηλοῦται ἡ μέριμνα τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς ἀμέσου συγκροτήσεως τῶν δυνάμεων ἡμῶν συμφώνως πρὸς τὰς ἐπιταγὰς τῶν περιστάσεων. Καὶ ἡ δαπάνη αὕτη τῶν 237.000.000, ἐκ τῶν ὁποίων 171 ἑκατομ. κατεβλήθησαν ἤδη καὶ ἐπληρώθησαν ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου, τόσον ἐκ τῶν ἐκτάκτων πόρων, τοὺς ὁποίους εἶχε τοῦτο, ὅσον καὶ ἐκ τῶν συνήθων καὶ τακτικῶν ἐσόδων, ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι εἶναι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο διότι οἱαδήποτε αὐτῶν παράλειψις θὰ ἦτον ἀσύγγνωστος ἀμέλεια. Εἶναι ὅμως δαπάναι αἱ ὁποῖαι καὶ τὸν ἰσχυρότερον προϋπολογισμὸν δὲν ἠδύναντο ἢ νὰ κάμψωσιν, ἔστω καὶ προσκαίρως. Ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ πῶς θὰ δημιουργήσωμεν ὑπὲρ τοῦ Κράτους ὅλας ἐκείνας τὰς κατ’ ἄνθρωπον βεβαιότητας, ὅτι θὰ δυνηθῇ ἡ Ἑλλὰς μὲ ἤρεμον συνείδησιν καὶ μὲ αὐτοπεποίθησιν, στηριζομένην εἰς ἐπίγνωσιν τῆς δυνάμεως, νὰ ἀντιμετωπίσῃ οἱονδήποτε ἐνδεχόμενον. Ὅλαι αὗται εἶναι δαπάναι ἀποβλέπουσαι πῶς κατὰ τὸ δυνατὸν ταχέως νὰ δημιουργήσωμεν μαχητικὴν δύναμιν στηριζομένην ἐπὶ τοῦ νόμου τῆς γενικῆς στρατολογίας, τοῦ μὴ δεχομένου ἀπαλλαγάς, τοῦ ἀποκρούοντος τὰς ἐξαιρέσεις, τοῦ ἀσφαλίζοντος ὀργανισμὸν ἐπιστρατεύσεως ἔχοντος ὅλα τὰ ἐφόδια τὰ ὁποῖα τοιαύτη μαχητικὴ δύναμις πρέπει νὰ ἔχῃ. Ὅλα αὐτὰ δὲν ἠδύναντο νὰ γίνωσιν εἰμὴ δι’ ἀθρόας δαπάνης ὄχι κἂν διὰ βαθμιαίας. Καὶ μόνον διότι εἴχομεν τὴν ἀντίληψιν ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ἐπιτακτικῶς νὰ προβῶμεν εἰς ὅλας αὐτὰς τὰς κολοσσιαίας δαπάνας ἀθρόως ὑπὲρ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς εἰρήνης, μόνον δι’ αὐτὸ εἴδομεν καμπτόμενον τὸν προϋπολογισμόν. Ἀλλὰ προϋπολογισμὸς καμπτόμενος ἐκ τοιούτων αἰτίων, ἐρωτῶ εἶνε προϋπολογισμὸς νοσηρός; Ἀποδεικνύει νόσημα ὀργανικὸν εἰς τὸ ὅλον σύστημα ἡμῶν, νόσημα, τὸ ὁποῖον γεννᾷ εἰς ἡμᾶς φόβον καὶ ἀνησυχίαν; Ἐρωτῶ δὲ καί τι πλέον. Πῶς εἶνε δυνατὸν νὰ νομίζητε καὶ ποῦ ἀπηντήθη μέχρι τοῦδε ὅτι ἐλλείμματα προερχόμενα ἐκ τοιούτων αἰτίων ἐκαλύφθησαν διὰ τακτικῶν πόρων; Τοιαῦται δαπάναι, αἱ ὁποῖαι διὰ νὰ συντελεσθοῦν ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου καὶ ἀθρόως ἀπαιτοῦν κεφάλαια, μὲ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ τροφοδοτηθῇ ὁ προϋπολογισμός, ποῦ ἀπηντήθη ὅτι αἱ δαπάναι αὗται καλύπτονται διὰ τακτικῶν πόρων καὶ δὲν καταλήγουσιν εἰς ἔλλειμμα; Ἀλλ’ οὐχὶ μόνον τὰ Κράτη τὰ ἀτυχήσαντα καὶ ἐξελθόντα πολέμου ἀτυχοῦς ἠναγκάσθησαν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν 5 καὶ 6 νὰ ἀντιμετωπίσωσι τὰ ἔξοδα τῆς πολεμικῆς ἐκκαθαρίσεως, ὄχι τὰ ἔξοδα τὰ ἐκ καταβολῆς πολεμικῶν ἀποζημιώσεων διὰ δανεισμοῦ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἤγαγον εἰς ἐλλείμματα ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν καὶ τὰ ὁποῖα ἐλλείμματα καλύπτονται διὰ νέας προσφυγῆς εἰς δάνεια, ἀλλὰ καὶ Κράτη ἐξελθόντα νικηφόρα ἐκ μεγάλων πολέμων, πολέμων οἱ ὁποῖοι ἐδημιούργησαν αὐτὰ εἰς πραγματικὰς Μ. Δυνάμεις, καὶ τὰ κράτη ἐκεῖνα ἠναγκάσθησαν ἐπὶ σειρὰν ὅλων ἐτῶν νὰ φέρωσι τὸ βάρος ἐλλειμμάτων. Πολὺ δὲ μᾶλλον τοῦτο κατ’ ἀνάγκην ἕπεται, ὅταν τὰ Κράτη ἀναγκάζωνται καὶ μετὰ τὸν πόλεμον ἀμέσως εἰς ἐκτέλεσιν καὶ νέων πολεμικῶν δαπανῶν πρὸς νέαν αὐτῶν καὶ πλήρη ἐξάρτυσιν. Δὲν ἐξένισε δὲ οὐδένα τοῦτο· δὲν ἐξένισε τοῦτο ὄχι μόνον τοὺς πρακτικοὺς πολιτικοὺς ἄνδρας, ἀλλὰ δὲν ἐξένισεν οὐδὲ αὐτὴν τὴν θεωρίαν, ἡ ὁποία μελετῶσα τὰ ζητήματα κατέδειξεν ὅτι ὀρθῶς ἡ δημοσιονομικὴ πολιτική, ἡ ὁποία δέον νὰ χαραχθῇ ὑπὸ τῶν κρατῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς περίοδον πολεμικήν, διὰ τὴν μεταπολεμικὴν περίοδον, δὲν εἶναι ἡ πολιτικὴ φορολογίας, ἀλλ’ εἶναι πολιτικὴ δανείων. Ὀλίγα εἶναι τὰ Κράτη, ἴσως ἓν καὶ μόνον μοναδικόν, τὰ ὁποῖα ἔχουν τοιαύτην ὀργάνωσιν κοινωνικὴν καὶ τοιοῦτον ὄγκον ἀποταμιεύσεως καὶ τοιοῦτο σύστημα φορολογικόν, στηριζόμενον ἐπὶ ἐλαστικῆς βάσεως, ὥστε νὰ δύνανται δι’ αὐτομάτου ἀνυψώσεως ὡρισμένων φορολογικῶν ὅρων νὰ ἀπολαμβάνωσι μέρος ἐκείνων τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν αἱ πολεμικαὶ δαπάναι. Τὸ παράδειγμα τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι μοναδικόν. Ὅλα τὰ ἄλλα Κράτη δὲν προστρέχουσιν εἰς τοῦτο, δὲν προστρέχουσιν οὐδὲ εἰς τὴν κατανάλωσιν, τὴν ὁποίαν ἀφίνουσιν ἄθικτον. Ἀκριβῶς κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τῆς κρίσεως, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει κόπωσις, ἀντεδείκνυται οἱαδήποτε ἐπιβάρυνσις τῆς καταναλώσεως. Καὶ νομίζετε, ὅταν ἔχωμεν παραδείγματα οὕτω μεγάλα κείμενα πρὸ ἡμῶν, ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἀμφισβητήσωμεν, ὅτι θὰ ἔπρεπε τυχὸν ἀλλοία νὰ εἶναι ἡ τηρητέα πολιτική; Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν εἰσήγησίν μου ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχὶ ἐπὶ τῶν δηλώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀρχικὴν εἰσήγησιν, ἐτόνιζα καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐδίστασεν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν σαφῶς νὰ δηλώσῃ, ὅτι ἀπεδέχεται τὸ ἔλλειμμα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπέλθῃ, διότι κατ’ ἀνάγκην ἡ Ἑλλὰς εἶναι ὑποχρεωμένη ἐπὶ σειράν τινα ἐτῶν νὰ προβῇ εἰς τοιαύτας δαπάνας, αἱ ὁποῖαι πρέπει οὕτως ἀθρόως νὰ γίνωσιν, ὥστε κατ’ ἀνάγκην νὰ προστεθῇ εἰς τὸ δημόσιον χρέος διὰ τὰς προμηθείας καὶ πρόσθετον τοιοῦτο διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων, καὶ τοῦτο δὲν δύναται νὰ μᾶς ταράξῃ· τοῦτο δὲν δύναται νὰ ταράξῃ καὶ τὴν χώραν. Οἱ κύριοι προαγορεύσαντες, διὰ νὰ καταδείξωσι τὴν κατωφέρειαν, εἰς ἣν φερόμεθα, ἐζήτησαν νὰ δώσωσι τὴν εἰκόνα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915. Εἰς ταῦτα θὰ μοὶ ἐπιτρέψωσιν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ μὴ θελήσω νὰ τοὺς παρακολουθήσω. Ὅταν μετ’ ὀλίγας ἑβδομάδας, διότι ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου ἐλπίζω ὅτι θὰ ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1915, ὅταν μετ’ ὀλίγας ἑβδομάδας ὑποβάλω τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1915, τότε θὰ δώσω καὶ ἐγὼ τὴν εἰκόνα, τὴν ὁποίαν ἡ χρῆσις τοῦ 1915 θὰ ἔχῃ καθ’ ἡμᾶς.
§85ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸν ὑποβάλητε τὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς τῆς συνταγματικῆς προθεσμίας;
§86Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ἠδυνάμην νὰ τὸν ὑποβάλω ἐντὸς τῆς συνταγματικῆς προθεσμίας καὶ ζητῶ συγγνώμην παρὰ τῆς Βουλῆς διὰ τὴν καθυστέρησιν αὐτήν. Δὲν κατέστη δυνατόν. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε δὲν σᾶς τὸ ἀποκρύπτω, εἶναι ὡς νὰ μοὶ ζητεῖτε τὴν σελήνην. Ἀλλὰ στηριζόμενοι οἱ προαγορεύσαντες εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς ὁποίους ἔδωκα περὶ τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων ἡμῶν καὶ χειριζόμενοι τούτους ἕκαστος κατὰ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν του, παρουσίασαν εἰκόνα τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ ὁποία ἀναλόγως πάλιν τῆς ἰδιοσυγκρασίας τοῦ ἀκούοντος κάμνει ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἐντύπωσιν. Δὲν συμφωνῶ ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ μὲ τοὺς ἀξιοτίμους προαγορεύσαντας. Ἡ εἰκὼν τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους, ὅταν θὰ ἐξελιχθῇ πλήρως, δὲν θὰ εἶναι εἰκών, ἡ ὁποία θὰ παρέχῃ καὶ αὐτὴ τί τὸ ἐκπληκτικὸν καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω διατί. Εἶπον ὅτι ἐν πρώτοις ἔχομεν νὰ καλύψωμεν τὸ ἔλλειμμα τῶν χρήσεων 1913 καὶ 1914, τὸ ὁποῖον εἶναι περίπου 150.000.000. Εἶπον δὲ ὅτι θὰ ἔχωμεν περίπου 225.000.000 ὑποχρεώσεις ἀνειλημμένας νὰ ἐκπληρώσωμεν ἐντὸς χρονικῆς περιόδου τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν περίπου. Τινὲς τῶν κυρίων συναδέλφων περιωρίσθησαν μόνον εἰς τὰ ποσὰ ταῦτα, ἄλλοι ὑπερέβησαν καὶ τὰ ποσὰ αὐτὰ καὶ προκανονίζοντες τὴν δρᾶσιν τῶν Ἑλληνικῶν Κυβερνήσεων ἐπὶ μίαν δεκαετίαν περίπου καθώρισαν τὸ ποσὸν τοῦ δημοσίου χρέους εἰς ὑπὲρ τὰ δύο δισεκατομμύρια. Δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοιούτων μελλοντικῶν δεδομένων σήμερον. Ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ἔλλειμμα τῶν 150.000.000 δρ., διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φροντίσωμεν, ἔχομεν προσθέτως δαπάνην ἀνειλημμένην 225.000.000 δραχ., ἐκτελεστὴν δὲ ἐντὸς προθεσμίας, ἡ ὁποία ὅμως ἐννοεῖται καλῶς ὅτι δύναται νὰ εἶναι καὶ ὑπὲρ τὴν τριετίαν ἢ τετραετίαν, διὰ λόγους ἀνεξαρτήτους ἡμῶν. Κατὰ τὸ 1912 τὸ ὀνομαστικὸν κεφάλαιον τοῦ δημοσίου ἡμῶν χρέους ἀνήρχετο εἰς δραχ. 1.041.000.000 καὶ ἡ κατὰ κεφαλὴν ἐπιβάρυνσις ἦτο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος 385 δρ. Μετὰ τὸν πόλεμον, δηλ. εἰς τὰ 1914 ἡ τοκοχρεωλυτικὴ ὑπηρεσία περιλαμβάνουσα ὅλα τὰ κεφάλαια αὐτῆς, ἀνέρχεται εἰς 55.000.000 δρ. περίπου καὶ τὸ σύνολον τοῦ ὀφειλομένου ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου ἀνέρχεται εἰς δραχ. 1.391.000.000, ἡ ἐπιβάρυνσις δὲ κατὰ κεφαλὴν πίπτει ἀπὸ 385 ἕως 278 δρ. καὶ ἡ ὑπηρεσία γίνεται μόνον 10.50 κατὰ κεφαλήν. Ἔχομεν δηλ. σήμερον σημαντικὴν μείωσιν τῆς ἐπιβαρύνσεως. Ἐὰν εἰς τὸ 1915 θεωρήσωμεν ὡς πραγματοποιηθησόμενον ὁλόκληρον τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ δανείου τῶν 250.000.000 δρ., θὰ ἔχωμεν σύνολον ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου χρέους 1.570.000.000 δρ. καὶ ἀναλογίαν κατὰ κεφαλὴν 312 δρ. καὶ ἀναλογίαν ὑπηρεσίας κατὰ κεφαλὴν 135 δρ. Τὸ βάρος βλέπετε ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι μικρότερον τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου ὑπάρχοντος. Ὅταν θὰ συμπληρωθῇ τὸ Δημόσιον ἡμῶν χρέος διὰ τῆς πραγματοποιήσεως ὅλων τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν ὅλων τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων, θὰ ἔχωμεν σύνολον ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου δρ. 1.940.000 καὶ ἡ κατὰ κάτοικον ἐπιβάρυνσις θὰ εἶναι 380 δρ., δηλ. θὰ ἔχωμεν πάλιν ἐπιβάρυνσιν, ἡ ὁποία θὰ εἶναι κατωτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἴχομεν πρὸ τοῦ πολέμου. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἔχωμεν κἂν τόσην ἐπιβάρυνσιν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, διότι δέον νὰ μὴ λησμονῶμεν σπουδαιότατον κεφάλαιον τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν, τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων διὰ νὰ τροφοδοτήσουν τὰ ἔκτακτα. Καὶ τὸ βάρος αὐτό, τὸ ὁποῖον σήμερον ἐνίαι 10 ἑκατομμυρίων, αὔριον θὰ ἀνέλθῃ αὐτομάτως εἰς 12 ἴσως καὶ πλέον ἑκατομμύρια, αὐτὸ τὸ βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν πρόκειται νὰ μένῃ πάντοτε διαθέσιμον πρὸς κάλυψιν διαφόρων δαπανῶν τρεχουσῶν τῶν πολεμικῶν ταμείων, ἀλλὰ πρόκειται νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δανείων, ἅτινα πρὸς ἐκπλήρωσιν ἀκριβῶς τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ταμείων συνομολογοῦνται. Καὶ βλέπομεν ὅτι τὸ σύνολον τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ, ὅταν θὰ ἔχωμεν πραγματοποιημένον ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες, θὰ ἀνέρχηται εἰς 87.000.000 δρ. ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σήμερον τρέχοντος τόκου, ἀλλ’ ὅτι ἐκ τῶν 87.000.000 δρ. πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ 10 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα σήμερον ἤδη ἀποτελοῦν βάρος τοῦ προϋπολογισμοῦ, συνυπολογιζόμενον εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα. Οὕτω δὲ θὰ ἔχωμεν 77 ἑκατομμυρίων ὑπηρεσίαν τοκοχρεωλυτικήν, ἤτοι ὑπὲρ τὸ σημερινόν, τὸ ὁποῖον εἶναι δραχ. 53.500.000, θὰ ἔχωμεν 23.500.000 δρ. πρόσθετον βάρος. Νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ δημόσιον χρέος, τὸ ὁποῖον θὰ βαρύνῃ κατὰ κεφαλὴν 380 δρ. καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι κατ’ ἀναλογίαν τῆς νέας ἐκτάσεως τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ, κατώτερον τοῦ πρὸ τοῦ πολέμου βαρύνοντος ἡμᾶς, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ Δημόσιον Χρέος, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπερβολικόν. Ἐὰν μάλιστα θέλετε ἀναδράμει εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ θελήσητε νὰ ἐξετάσητε τὴν ἱστορίαν τοῦ πρώτου τμήματος τοῦ δανείου ἡμῶν καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ δευτέρου τμήματος τοῦ δανείου, θὰ εὑρεθῆτε βεβαίως πρὸ εἰκόνος, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ τμήματος τοῦ δανείου τοῦ πρώτου. Τὸ πρῶτον τμῆμα, τὸ πρὸ τοῦ πολέμου ὑπάρχον, κατηναλώθη κατὰ 150.000.000 δρ. εἰς ἔργα δημόσια, εἰς ἔργα συγκοινωνίας. Καὶ ἴσως κατὰ ἄλλα 50.000.000 δρ. διὰ προμηθείας στρατιωτικάς. Τὸ ὑπόλοιπον κατηναλώθη σχεδὸν ὁλόκληρον εἰς κάλυψιν δαπανῶν μὴ παραγωγικῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα δέ, εἰς ὃ κατέληξε τὸ δημόσιον ἐκεῖνο χρέος, ἦτο ἡ νέα αὔξησις τοῦ δημοσίου χρέους λόγῳ πολεμικῆς ἀποζημιώσεως μετὰ τῶν συνεπειῶν αὐτῆς. Τὸ δεύτερον τμῆμα τοῦ δανείου ἔχει ὑπὲρ αὐτοῦ νὰ ἐπιδείξῃ ἄλλο ἐνεργητικόν, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὴν δαπάνην, τὴν ὁποίαν ἀπῄτησαν οἱ δύο πόλεμοι, οἱ ὁποῖοι ὅμως ὑπῆρξαν νικηφόροι, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ δηλ. ὅτι ἐχρησίμευσεν, ὡς δαπάνη παραγωγῆς τῆς ἀνακτήσεως τῶν νέων ἡμῶν χωρῶν, ἔχει προσθέτως νὰ ἐπιδείξῃ ὅτι δημιουργεῖ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος καὶ πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαίων αὐτῆς καὶ τῆς ἀκεραιότητός της πρὸς δημιουργίαν ὅλης ἐκείνης τῆς δυνάμεως, ἥτις δίδει τὴν ἠρεμίαν καὶ τὴν γαλήνην, τὰ στοιχεῖα δηλαδὴ τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν πρόοδον καὶ ἐργασίαν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐκπολιτιστικὴν ἀνάπτυξιν τῆς χώρας, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τὴν δημιουργίαν ναυτικῆς δυνάμεως, οἵαν δὲν ἠξεύρω ἂν τὰ τολμηρότερα ὄνειρα οἱουδήποτε ἐξ ἡμῶν ἐφαντάσθησαν ποτέ, ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ δημιουργίαν μαχητικῆς δυνάμεως, ὁμοίαν τῆς ὁποίας δὲν εἶδεν ἄλλοτε ὁ Ἑλληνισμός, ἀφ’ ὅτου ὑπάρχει. Καὶ νομίζετε ὅτι Δημόσιον χρέος τοιαύτην ἐκπροσωποῦν ἀξίαν, νομίζετε ὅτι Δημόσιον χρέος τοιοῦτον κακῶς ἐξεπλήρωσε τὸν προορισμόν του; Νομίζετε ὅτι Δημόσιον χρέος ἐκπροσωποῦν τοιαύτας ἀξίας καὶ δημιουργοῦν ὑπὲρ ἡμῶν τοιαῦτα θετικὰ κεφάλαια εἰρήνης, ὅτι τὸ Δημόσιον αὐτὸ χρέος καὶ τὰ ἐκ τοῦ Δημοσίου αὐτοῦ χρέους ἀπορρέοντα βάρη, νομίζετε ὅτι δὲν θὰ γίνωσι δεκτὰ παρὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ προθύμως, ἀφοῦ θὰ γνωρίζῃ οὗτος ὅτι χάρις εἰς αὐτὰ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐχορήγησε, δύναται νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ μέλλον μετὰ πάσης ἠρεμίας καὶ πάσης κατ’ ἄνθρωπον βεβαιότητος; Δὲν νομίζετε, ὅτι ὅταν ἀποκτᾷ δι’ αὐτῶν ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς τὴν συνείδησιν ὅτι δύναται νὰ ἐπιδοθῇ ἀταράχως εἰς τὰ παραγωγικὰ αὐτοῦ ἔργα καὶ ν’ ἀναπτύξῃ ὅλην τὴν ἐργατικότητα, ὅλην τὴν ἀποταμιευτικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει, ὅταν, λέγω, θὰ γνωρίζῃ πάντα ταῦτα νομίζετε ὅτι δὲν θὰ φέρῃ προθύμως ὅ,τι θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ τὴν ἐξυπηρέτησιν ὅλων αὐτῶν τῶν βαρῶν; Ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μεμφόμενος τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν ὅτι ἡ αἰσιοδοξία των εἶναι μοιρολατρική, ὅτι εἶναι τυφλὴ πίστις εἰς τὸ πεπρωμένον. Καὶ ἀπαντῶ σαφῶς καὶ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Ἀρκαδίας καὶ εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἡ αἰσιοδοξία τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἡ αἰσιοδοξία τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀσιατικὴ μοιρολατρεία, εἶναι ἐνσυνείδητος κισιοδοξία, εἶναι αἰσιοδοξία στηριζομένη ἐπ’ αὐτῶν τῶν δεδομένων, δεδομένων μάλιστα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκε χρονικὴ περίοδος ἀνώμαλος, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἐπιτρέπεται κἆν νὰ στηρίξῃ τις κρίσιν ἀσφαλῆ, ἀλλὰ τὰ δεδομένα αὐτὰ τῆς ἀνωμάλου αὐτῆς περιόδου ὑπῆρξαν οὕτως ἱκανοποιητικά, ὥστε ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ἔχομεν τὴν πίστιν τὴν βαθεῖαν, ὅτι ἡ χώρα ἡμῶν ἔχει ὅλην τὴν ὁρμὴν τὴν ἀπαιτουμένην καὶ ὅλην τὴν ἐσωτερικὴν δύναμιν διὰ νὰ ὠθῇ τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν πάντοτε πρὸς τὰ ἐμπρός, ἔχει τὴν δύναμιν νὰ βοηθήσῃ, ὥστε ὁ Ἑλληνικὸς Λαὸς νὰ ἐπιδείξῃ καὶ κατὰ τὰ ἔτη τῆς εἰρήνης, τὰ ὁποῖα ἐλπίζομεν ὅτι θὰ εἶναι μακρά, τὰς αὐτὰς ἰσχυρὰς ἀρετάς, τὰς ὁποίας ἐπέδειξεν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῶν μαχῶν καὶ αἱ ὁποῖαι ἠσφάλισαν εἰς αὐτὸν τὴν δόξαν. (Χειροκροτήματα).
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θεοτόκης.
§88Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μετὰ προσοχῆς, κύριοι, παρηκολούθησα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνόμιζον δέ, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀνελθὼν εἰς τὸ βῆμα, ἤθελε θεωρήσει ὅτι πρώτιστον αὐτοῦ καθῆκον ἦτο νὰ ἀνασκευάσῃ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεπτύχθησαν. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ ἐλπίς μου αὕτη καὶ ὁ φόβος μου οὗτος δὲν ἐπραγματοποιήθη καὶ ἤρξατο ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦ νέου τύπου τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὡσεὶ εὑρίσκετο πρὸ κατηγορίας διὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ νέου τούτου τύπου, ἀνέπτυξε τὰς ἐπὶ τούτου θεωρίας, λησμονῶν ὅτι οἱ πλεῖστοι τῶν ἀγορευσάντων ἢ τινὲς ἐξ αὐτῶν δὲν ἔφεραν τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ νέου τύπου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλ’ ἔφερον τὸ ζήτημα ἐπὶ τῶν καταχωρήσεων, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τοὺς διαφόρους προϋπολογισμούς, διότι, ἂν ὁ νέος τύπος κατὰ θεωρίαν δὲν εἶναι δεκτικὸς ἐπικρίσεως, δὲν εἶναι δεκτικὸς ἐπικρίσεως ὑπὸ τὸν ἀπαράβατον ὅρον ὅπως ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ περιλαμβάνωνται ὅλα τὰ τακτικὰ ἔσοδα, ἀλλὰ περιλαμβάνονται καὶ ὅλα τὰ τακτικὰ ἔξοδα. Καὶ εὑρέθη ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν οὐχὶ μόνον ἀπέναντι τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλ’ ἀπέναντι τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἠναγκάσθη πιεζόμενος ὑπὸ τῶν μέν, πιεζόμενος μᾶλλον ὑπὸ τοῦ ἑτέρου, νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι ἔξοδά τινα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ καταχωρισθῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν τακτικῶν ἐξόδων, δὲν κατεχωρίσθησαν καὶ ὅτι ἐκ τῆς μὴ ἀναγραφῆς αὐτῶν ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ προέρχεται τὸ ἑξῆς συμπέρασμα, ὅτι ἐνῷ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνήρχετο εἰς 27.500.000 δρ., πράγματι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀνέρχεται εἰς δραχμὰς 55.000.000 κατὰ τοὺς μέν, εἰς δραχ. 44.000.000 κατὰ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πλειονοψηφίας. Διότι δὲν εἶναι δυνατόν, κύριοι, νὰ μὴ παραδεχθῇ τις, ὅτι τὰ χρεωλύσια πρέπει νὰ ἀναγράφωνται εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, διότι τὰ χρεωλύσια παρ’ ἡμῖν δὲν εἶναι μόνον ἐλάττωσις τῶν χρεῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἶναι ἐπιβεβλημένη ὑποχρέωσις, ὅπως ἀναγράφωνται εἰς τοὺς τακτικοὺς προϋπολογισμούς, διότι ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων ἀφαιροῦνται. Ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ παραδεχθῇ τις, ὅτι οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων προωρισμένοι ἵνα μεταβληθῶσιν, ὅταν αἱ περιστάσεις μεταβληθῶσιν, εἰς διαρκῆ δάνεια, ὅτι οἱ τόκοι οὗτοι πρέπει νὰ ἐγγραφῶσι εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ὅπως δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ, ὅτι αἱ δαπάναι πρὸς συντήρησιν τῶν κτιρίων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὸ Κράτος, δαπάναι, αἱ ὁποῖαι σκοπὸν ἔχουσι τὴν διατήρησιν τῆς περιουσίας τοῦ Κράτους, πρέπει νὰ ἐγγραφῶσι εἰς τὸν τακτικὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων. Ἅπασαι αὗται αἱ ἐγγραφαὶ εἶναι τόσον βέβαιον καὶ ἀναμφισβήτητον, ὅτι πρέπει νὰ ἐγγραφῶσιν, ὥστε δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ ὀρθὸν τῶν παρατηρήσεων τῶν γενομένων, ἐκ τοῦ ὀρθοῦ δὲ τῶν παρατηρήσεων τούτων προκύπτει τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀντὶ νὰ εἶναι 27.000.000 εἶναι 44.000.000 δρ., κατὰ τὴν ἀπόδειξιν δὲ τὴν δοθεῖσαν παρὰ τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀνέρχεται εἰς 55.000.000 δρ. καὶ πλέον. Καὶ λέγω ὅτι τοῦτο εἶναι σημαντικόν, διότι ἡ προσοχὴ ἡμῶν κυρίως δὲν πρέπει νὰ στραφῇ πρὸς τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν καὶ ἑπομένως ὅλη ἡ προσπάθεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ἀποδείξῃ τὸ εὔλογον τῆς ὑπάρξεως τοιούτων ἐκτάκτων βαρῶν, ὅλη αὐτὴ ἡ προσπάθεια, κατ’ ἐμέ, ἦτο περιττή. Ἡ συζήτησις, ἡ ὁποία διεξάγεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ποῖος εἶναι ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, διότι ἐπὶ τοῦ τακτικοῦ τούτου προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ βασισθῶμεν, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους· ἄρα ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ πρέπει νὰ γίνῃ, εἶναι δὲ σπουδαιότατον, ἐὰν ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς ἀφήνει ἔλλειμμα 27.500.000 δρ. ἢ ἀφήνει πραγματικὸν ἔλλειμμα 55.000.000 δρ., διότι καθ’ ὅσον τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ αὐξάνει, κατὰ τοσοῦτον δυσχεραίνεται ἡ θέσις τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ. Καὶ ἐξήτασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ ζήτημα τοῦ ἐλλείμματος καὶ διὰ μακρῶν ἠσχολήθη ὅπως ἀποδείξῃ ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο εἶναι παροδικόν. Ἀλλ’ ἐνῷ προσεπάθησε νὰ ἀποδείξῃ τοῦτο, μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων λεπτῶν, λησμονήσας τὴν κατ’ αὐτὸν δοθεῖσαν ἀπόδειξιν, ἀνεγνώρισεν ὅτι τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ἐπὶ πολλὰ ἔτη εἶναι πάγιον, ἀνεγνώρισεν ὅτι οὐδὲν Κράτος μετὰ πολέμους ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὰ ἐλλείμματα. Εἶπεν ὅτι ἓν Κράτος κατώρθωσε τοῦτο. Καὶ ἐρωτῶ: Ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἕπεται ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ πρῶτον, ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶναι παροδικόν. Καὶ ἠσχολήθησαν καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειοψηφίας καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως ἀποδείξωσιν ὅτι τὸ ἔλλειμμα εἶνε παροδικόν. Προσεπάθησαν, βασιζόμενοι ἐπὶ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων, τῶν προκυψασῶν ἐκ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι ἄνευ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἔλλειμμα δὲν θὰ ὑπῆρχε· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἐβασίσθησαν ὁ μὲν κύριος εἰσηγητὴς ἐπὶ τῶν ἐσόδων τῶν 6 πρώτων μηνῶν, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τῶν ἐσόδων τῶν 7 μηνῶν, καὶ βεβαίως ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι ἀκριβέστερος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει, τῇ δικαιολογητικῇ τῶν δηλώσεων, τῶν ὑποβληθεισῶν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαντᾷ τις τὰ ἑξῆς: «Τὸ ποσὸν τοῦτο τῶν 27.500.000 δρ. ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914». Εἴδομεν ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀνέρχεται πλέον ὄχι εἰς 27.500.000 δρ., ἀλλ’ εἰς 44.000.000 κατὰ τὸν κ. εἰσηγητὴν τῆς πλειοψηφίας, εἰς 55.000.000 κατὰ τοὺς ῥήτορας τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Καὶ προσθέτει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν: «καὶ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο προέρχεται κυριώτατα διότι συνεπείᾳ τῆς καταστάσεως κατ’ ἀνάγκην ὑπελείφθησαν αἱ εἰσπράξεις, αἵτινες ἐὰν ἐβάδιζον ὅπως καὶ κατὰ τὴν αʹ ἑξαμηνίαν τοῦ ἔτους, θὰ ἐξουδετέρουν καὶ θὰ ὑπερέβαινον τὰς τακτικάς μας δαπάνας». Ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθές. Ἀλλ’, ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, τίθεται ἀμέσως τὸ ἐρώτημα: Διατί ἀσχολεῖσθε νὰ ἀποδείξητε ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1915 δὲν θὰ εἶναι ἀνώτερον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1914; Ὑπάρχουσι πολλοὶ οἱ πιστεύοντες ὅτι ἡ ἀνώμαλος αὕτη κατάστασις εἶναι προωρισμένη ἐντὸς ἐλαχίστου χρόνου νὰ παύσῃ; Ἀλλ’ ἂν δὲν εἶναι προωρισμένη νὰ παύσῃ, γεννᾶται τὸ ἐρώτημα: πῶς κατάστασις ἐξωτερικὴ δυσάρεστος ἐπὶ 5 μῆνας ἐπέφερεν ὡς ἀποτέλεσμα ἔλλειμμα 50.000.000 δρ.; πῶς αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἂν πρόκηται νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ ὅλον τὸ ἔτος, δὲν θὰ ἐπιφέρῃ ἔλλειμμα πολὺ ἀνώτερον τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1914; Μεταχειρίζομαι τὸ ἐπιχείρημα ὑμῶν, ὅπως ἀποδείξω ὅτι ὅλα, ὅσα προσεπαθήσατε νὰ ἀποδείξητε, πολεμοῦνται παρ’ ὑμῶν, πολεμοῦνται παρὰ τῆς ἰδέας ὅτι ἡ ἐξωτερικὴ κατάστασις εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία ἐπέφερε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1914. Ὑποθέσατε πρὸς στιγμὴν τὴν κατάστασιν παρατεινομένην ἐφ’ ὅλον τὸ ἔτος. Θὰ ἔχετε κατ’ ἀνάγκην ἔλλειμμα πολὺ ἀνώτερον τοῦ 1914. Δὲν δύνασθε νὰ ἐξέλθητε ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου, καὶ δι’ αὐτὸ συναισθανόμενοι, ὅτι ἦτο δύσκολον νὰ ἐξέλθητε, ἐγκατελείψατε τὴν ἰδέαν τοῦ παροδικοῦ, λησμονήσαντες ὅτι κατηναλώσατε ἡμίσειαν ὥραν πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ παροδικοῦ τοῦ ἐλλείμματος, καὶ παρεδέχθητε ὄχι βεβαίως τὸ διαρκές, ἀλλὰ παρεδέχθητε τὴν ἀνάγκην, ὅπως τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐπαναλαμβάνηται ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ὅπως ἐπανελήφθη εἰς ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα εὑρέθησαν ἐκτεθειμένα εἰς δαπάνας ἐκτάκτους, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη καὶ τὸ ἡμέτερον Κράτος. Ἀλλά, κύριοι, φρονῶ ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ἡμᾶς εἶναι τοῦτο: πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὰ ἐλλείμματα τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, τὰ ἀνερχόμενα εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐγὼ πρὸς στιγμὴν λαμβάνω τὰ δεδομένα αὐτοῦ ὡς δεδομένα ἀκριβῆ, καίτοι δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι ὑπάρχουσι δαπάναι μὴ προβλεφθεῖσαι ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀναγράφει, αἱ ὁποῖαι κατ’ ἀνάγκην ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου θὰ πραγματοποιηθῶσι, διότι ἐὰν εἶναι ἀκριβὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὅτι οὐδέποτε ἡ Ἑλλὰς εἶχε ναυτικόν, ὁποῖον σήμερον ἔχει, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι πρὸς συντήρησιν, διατήρησιν, ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ ναυτικοῦ, θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένοι ἐντὸς βραχυτάτου χρόνου νὰ προβῆτε εἰς μεγάλας δαπάνας πρὸς καταρτισμὸν ναυστάθμου, πρὸς κατασκευὴν δεξαμενῶν, δαπάνας, αἱ ὁποῖαι τοὐλάχιστον θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 70 ἢ 80 ἑκατομμύρια. Ἰδοὺ δαπάναι, τὰς ὁποίας κατ’ ἀνάγκην θὰ προσθέσητε εἰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀναγράφετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας, καὶ τὰς ὁποίας ἐγὼ παραδέχομαι πρὸς στιγμὴν ὡς ἀκριβεῖς. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν: εἴχετε τὴν ἀπαίτησιν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ἐλλείμματα τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ καὶ νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως ταῦτα κανονισθῶσιν ἀμέσως; Εἴχετε τὴν ἀπαίτησιν ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐφαρμόσῃ δημοσιονομικὴν πολιτικὴν ἐπιτρέπουσαν τὴν κάλυψιν τῶν ἀναγκῶν τούτων; Καὶ τίς ὑπεστήριξε τοῦτο; Ὑπεστηρίχθη ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑποχρέωσιν ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν δὲν πρέπει νὰ συγχέῃ μὲ ταμιακὴν στενοχωρίαν, διότι δὲν πρόκειται περὶ τοιαύτης. Ταμιακὴ στενοχωρία εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία προέρχεται ἐξ ἐλλείψεως προσόδων, αἱ ὁποῖαι εἶναι βέβαιαι, τὰς ὁποίας περιμένει τις αὔριον. Καὶ ἔχομεν τὸ παράδειγμα τῶν παλαιῶν Κυβερνήσεων. Πολλάκις αἱ Κυβερνήσεις κατὰ Νοέμβριον εὑρίσκοντο εἰς δυσκολίας ταμιακάς, ἀλλ’ ἐγνώριζον ὅτι κατὰ Ἰανουάριον ἤθελον λάβει μέρος τῶν πλεονασμάτων, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐκάλυπτον τὰς δυσκολίας αὐτάς, καὶ τότε ἀπηυθύνοντο εἰς τὸν Ἔλεγχον, ὅπως παρ’ αὐτοῦ λάβωσιν προκαταβολικῶς ποσόν τι, ἵνα ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζοντο. Ἀλλὰ μήπως πρόκειται περὶ τούτου σήμερον; Περιμένετε αὔριον ποσά, ὅπως καλύψητε τὰς ἀνάγκας, πρὸ τῶν ὁποίων εὑρίσκεσθε; Καὶ λησμονεῖτε ὅτι δὲν παρῆλθεν πολὺς χρόνος, ἀφ’ ἧς εὑρέθητε εἰς τὴν μεγίστην στενοχωρίαν; Διότι ὑποθέτω ὅτι ἄνευ μεγάλης στενοχωρίας δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν ὁμολογίαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἡ κατάστασις ἦτο τοιαύτη, ὥστε οἱ ἀξιωματικοὶ ἠναγκάσθησαν νὰ συνεισφέρωσιν ὅπως ἐπαρκέσωσιν εἰς τὸ σιτηρέσιον τῶν ἀνδρῶν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἀνήγγειλε χθὲς διὰ πρώτην φοράν, μετὰ παρέλευσιν ὁλοκλήρου μηνός, ὅτι ἔλαβε παρὰ τῆς Γαλλίας δάνειον 20.000.000 ἄνευ προμηθείας, ἄνευ τόκου ἢ ὅρου, δὲν ἤκουσα καλῶς.
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι προκαταβολὴ ἀπέναντι τοῦ δευτέρου μέρους τοῦ δανείου, τὴν ὁποίαν, μὴ δυναμένων τῶν Τραπεζῶν νὰ τὴν κάμουν, τὴν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης.
§90Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, τρέχων ἴσως τὸν κίνδυνον νὰ κινήσω ὀλίγον τὴν ὀργήν του, ὅπως ἔλαβον τὴν ἀτυχίαν εἰς ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν, νὰ εἴπω εἰς αὐτόν, ὅτι ἐάν τις παρακολουθήσῃ τὰ γραφόμενα ἐν ταῖς Γαλλικαῖς ἐφημερίσιν, καὶ τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξάγεται ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἐλήφθη ἐκ τῆς πιστώσεως, ἐκ τῆς ὁποίας ἐλήφθησαν 250.000.000, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθησαν εἰς τὸ Βέλγιον καὶ 80.000.000, τὰ ὁποῖα ἐδανείσθησαν εἰς τὴν Σερβίαν. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ τοῦ εἴπω ὅτι ἤθελον προτιμήσει οἱανδήποτε λύσιν, ἔστω καὶ ἐκβίασιν τῆς Τραπέζης, ἵνα δώσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο, ἀπὸ τὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνήγγειλεν. Ἡ Ἑλλάς, κύριοι, εἶναι οὐδετέρα, ἐκήρυξε τὴν οὐδετερότητα αὐτῆς. Κατ’ ἐμὲ ἡ οὐδετερότης αὕτη τῆς ἐπέβαλε τὸ καθῆκον ἵνα ἀποφύγῃ πᾶσαν οἱανδήποτε ὑπόνοιαν περὶ τῆς διαγωγῆς αὐτῆς. Ἀρκοῦμαι εἰς ταῦτα. Θὰ ἠδυνάμην πολλὰ περισσότερα νὰ προσθέσω...
§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ ἀρχίσατε, ἐξακολουθήσατε.
§92Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἄ, ὄχι, θὰ σταματήσω ἐδῶ, διότι τρέχω τὸν κίνδυνον, ἐὰν δὲν σταματήσω ἐδῶ, νὰ ἔχω μίαν ἐπίθεσιν, ἣν εἶχον τὴν τελευταίαν φορὰν καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἀτυχῶς δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀπαντήσω, διότι ὁ συνάδελφός μου ἐξ Ἀττικῆς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ διότι δὲν ἠδυνάμην κατὰ τὸν Κανονισμόν, ἐπὶ τρεῖς φορὰς νὰ ὁμιλήσω. Κατηγορήθην τότε παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ διὰ γλώσσης δριμυτάτης, ὅτι ἐνῷ εἶχον παρασκευάσει στρατόν, οἷον ἠδυνάμην, δὲν ἔκαμον χρῆσιν αὐτοῦ.
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι.
§94Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα, ἀκριβῶς αὐτὸ εἴπετε.
§95ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, δὲν σᾶς κατηγόρησα διότι δὲν ἐχρησιμοποιήσατε τὴν δύναμιν, σᾶς εἶπον ὅτι δὲν τὴν ἐχρησιμοποιήσατε, διότι δὲν ἦτο χρησιμοποιήσιμος, διότι δὲν ἦτο παρασκευασμένη πρὸς πόλεμον καὶ τὸ ἀπήντησα αὐτὸ ὅτε εἴπατε ὅτι εἴχετε παρεσκευασμένην πρὸς πόλεμον τὴν Ἑλλάδα.
§96Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ ὅτι ἡ δύναμις ἦτο παρεσκευασμένη, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν εἰς τὴν ἐξουσίαν παράφρων, ὁ ὁποῖος νὰ νομίζῃ ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ κινήσῃ πόλεμον ὅλων τῶν εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, διότι ἐπρόκειτο περὶ ἀποφάσεως ὅλων τῶν Δυνάμεων. Καὶ ἑπομένως καὶ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ δύναμις αὕτη ἦτο διπλασία ἢ τριπλασία, δὲν ἤμην παράφρων, ὥστε νὰ κηρύξω τὸν πόλεμον. Ἀλλ’ ἡ αὐστηρότης αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐπετρέπετο εἰς αὐτόν; Κύριοι, μὴ λησμονῶμεν, ὅτι παρέστημεν μάρτυρες εἰς μίαν ἱστορικὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ταύτης, εἰς μίαν ἱστορικὴν συνεδρίασιν, ὅπου ὁ Πρωθυπουργός, ἐπιτραπήτω μοι ἡ λέξις, ἐκήρυξε τὸν πόλεμον πρὸς τὴν Τουρκίαν, διότι κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶχε δηλώσει ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ χύσῃ δάκρυα μαζὺ μὲ τοὺς ὑπὸ τῆς Τουρκίας κατεδιωκομένους, ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει ἵνα ἐπιμείνῃ ὅπως οἱ ἐκδιωχθέντες παρὰ τῆς Τουρκίας ἐπανέλθωσιν εἰς τὰς ἑστίας των, ὅπως τὰ κτήματα αὐτῶν ἀποδοθῶσιν εἰς αὐτούς, ὅπως πᾶσα ἀποζημίωσις ἀποδοθῇ αὐτοῖς. Προσέθηκε δὲ μάλιστα ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις καθῆκον ἔχει ἵνα ζητήσῃ ἐκτέλεσιν ὅρων συνθηκῶν, τὰς ὁποίας ἡ Τουρκία ἀμελεῖ νὰ ἐκτελέσῃ. Καὶ ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ὅλοι, ὅσοι ἐξήλθομεν ἐκ τῆς συνεδριάσεως ἐκείνης, ἀνεχωρήσαμεν μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς λέγων ταῦτα, εἶχε παρασκευάσει καὶ διπλωματικὸν ἔδαφος καὶ οἰκονομικὸν ἔδαφος καὶ στρατιωτικὸν ἔδαφος. Δυστυχῶς ἐκ τῶν τριῶν τούτων ἓν μόνον ἦτο παρεσκευασμένον, τὸ στρατιωτικόν, ἔλειπον τὰ δύο ἄλλα. Καὶ ἐν ἐλλείψει τῶν δύο συνέβη τὸ ἑξῆς, ὅτι μετὰ παρέλευσιν 48 ὡρῶν εἴδομεν, παρὰ τὴν ἔντονον γλῶσσαν, τὴν πατριωτικήν, τὴν ἐκ πατριωτισμοῦ ἐμπνεομένην γλῶσσαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, εἴδομεν ἄτονόν τινα διακοίνωσιν πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία ἦτο προωρισμένη νὰ λήξῃ εἰς τί; Εἰς τὴν συμφωνίαν, τὴν ἐπελθοῦσαν πρὸς ἀνταλλαγὴν προσφύγων, ἀνταλλαγὴν προσφύγων ἀναχωρησάντων ἐθελουσίως ἐκ τῶν ἑστιῶν των πρὸς δυστυχεῖς πρόσφυγας, ἐκδιωχθέντας παρὰ τῆς Τουρκίας. Ἠδυνάμην τοῦτο νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ἐὰν αἱ περιστάσεις μοὶ ἐπέτρεπον νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἀλλὰ μήπως ἐγὼ κατηγορῶ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διότι ἠκολούθησε τὴν πολιτικὴν αὐτήν; Ἴσως κατηγορῶ αὐτὸν διὰ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε, ἀλλὰ διὰ τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε, νομίζω ὅτι δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ τὸν κατηγορήσω, διότι ἔθνος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐξέλθει ἐκ δύο πολέμων, ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ ζητήσῃ ὅπως κατορθώσῃ ἐπί τινα καιρὸν τοὐλάχιστον, νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πολλὰς πληγὰς τῶν πολέμων ἐκείνων καὶ μόνον μετὰ τὴν ἐπούλωσιν αὐτῶν νὰ ἐξακολουθήσῃ βαδίζον τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ βαδίζῃ. Ἀλλὰ ταῦτα λέγων, κύριοι, προσπαθῶ νὰ ἀποδείξω τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει δι’ ἡμᾶς τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι ὁ στρατὸς καλός, καὶ οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ τοῦτο, δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητηθῇ ὅτι κινητήριος δύναμις τοῦ πολέμου εἶναι τὸ χρῆμα καὶ ὅτι ἐν ἐλλείψει χρήματος πολλὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ συλλάβῃ τις, δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ πραγματοποιηθῶσι. Πρὸς παρασκευὴν αὐτοῦ τοῦ σχεδίου ἐπικαλούμεθα τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ γεννᾶται τὸ ζήτημα, τί δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ πράξῃ; Κατ’ ἐμέ, ὤφειλε νὰ μὴ περιορισθῇ εἰς τὸν νόμον περὶ κληρονομιῶν, εἰς τὴν μερικὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν εἰς τὰς νέας χώρας, ὤφειλε νὰ προβῇ περαιτέρω, νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς δυσκολίας, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται. Οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ δυνάμενος νὰ ἔχῃ τὴν λογικὴν ἀξίωσιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο διὰ μιᾶς νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα. Τοῦτο εἶναι ἀδύνατον. Τὸ ἔλλειμμα θέλει καλυφθῇ διὰ τῆς παρόδου τοῦ χρόνου, ἀλλ’ ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ καὶ νὰ ἀναγνωρίσωμεν τὸ καθῆκον τὸ ἐπιβεβλημένον εἰς ἡμᾶς, ἵνα παντὶ σθένει προσπαθήσωμεν ὅπως τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐλαττώσωμεν. Ἀλλ’ εἶναι τάχα τοιαύτη ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἠκολούθησε; Ἡ Κυβέρνησις περιωρίσθη νὰ εὐκολύνῃ διὰ συνδυασμῶν τὴν τοποθέτησιν τῶν ἐντόκων αὐτῆς γραμματίων καὶ εἴδομεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ νόμου κατορθώσασαν ὅπως, τὰ χρήματα, τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν ναυαρχίδα, τὰ χρήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον τῶν ἀξιωματικῶν, ἐπιτραπῇ ὅπως ἐνδυθῶσιν εἰς τὰ ἔντοκα γραμμάτια· πρόκειται περὶ τῶν ἐντόκων γραμματίων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐκδοθῶσι μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἔγκρισιν τῆς συμβάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο, μετὰ τὸν νόμον τὸν ἐπιτρέψαντα τὴν αὔξησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων. Καὶ ἐρωτῶ: ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια τῶν 15 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται εἰς τὸ μέλλον εἰς αὐτὴν νὰ ἐκδώσῃ, ἦτο δυνατὸν νὰ τοποθετηθῶσιν, ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ τοποθετηθῶσι διὰ τῶν χρημάτων τῆς Ναυαρχίδος καὶ τοῦ ταμείου τῶν Ἀποστράτων ἀξιωματικῶν; Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι θὰ ἤθελον ἵνα τὰ χρήματα ταῦτα μείνωσιν εἰς διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, διότι ὑποθέτω ὅτι ἐὰν ἡ στιγμὴ παρουσιάζετό ποτε δὲν θὰ ὑπῆρχε κανεὶς ὁ ἀμφισβητῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ἵνα κάμῃ χρῆσιν καὶ τῶν χρημάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ μήπως περιωρίσθη εἰς ταῦτα ἡ Κυβέρνησις; Εἴδομεν ἡμέραν τινὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νόμον περὶ συνεταιρισμῶν καὶ εἴδομεν ἀργότερα σύμβασιν μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Τράπεζαν 25 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα, τῇ προσθήκῃ τῶν 15 ἑκατομμυρίων τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Κρήτης καὶ τῇ προσθήκῃ 10 ἑκατομμυρίων, προκυπτόντων ἐκ τῆς προεξοφλήσεως τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα διὰ τῆς συμβάσεως τὸ κράτος θὰ ἔχῃ ἐν τῷ μέλλοντι, θὰ ἀποτελέσωσι κεφάλαιον 50 ἑκατομμυρίων πρὸς σύστασιν Γεωργικῆς Τραπέζης. Καὶ ἐγὼ λέγω, κύριοι, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑποστηρίξω τοῦτο, ὅτι ὑφ’ ἃς εὑρισκόμεθα σήμερον περιστάσεις καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ἐγκαταλείψῃ καὶ Γεωργικὴν Τράπεζαν καὶ ὅλα τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀναβληθῶσι, καὶ νὰ τηρήσῃ αὐτὰ τὰ χρήματα, ὅπως ἔχῃ κεφάλαιον ἐν δεδομένῃ στιγμῇ. Δύναται νὰ ἀναβληθῇ ἡ σύστασις Γεωργικῆς Τραπέζης, ἀλλὰ δὲν δύνανται νὰ ἀναβληθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ὁποῖαι, ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, δύνανται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας. Καὶ σημειώσατε ὅτι ἐγὼ προβαίνω ἔτι περαιτέρω· ἐγὼ κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἡ Βουλὴ αὕτη συνεδριάζει οὐδὲν ἕτερον πράττει ἢ νὰ ψηφίζῃ νομοσχέδια, τῶν ὁποίων ἕκαστον προκαλεῖ δαπάνας, καὶ πράττει τοῦτο οὐχὶ ὅταν αἱ αἰσιόδοξοι προβλέψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐπετρέποντο, διότι εὑρίσκετο ἀπέναντι τῶν εἰσπράξεων τῶν πρώτων μηνῶν τοῦ ἔτους, λησμονῶν ὅτι ἦτο φυσικὸν μετὰ παρέλευσιν δύο πολέμων, νὰ ἐπέλθῃ διὰ μιᾶς μία μεγίστη κατανάλωσις ἢ μία μεγίστη προμήθεια εἰδῶν, τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα κατ’ ἀνάγκην ἔπρεπε νὰ εἶναι ἡ αὔξησις τῶν ἐσόδων τοῦ δημοσίου. Τοιοῦτόν τι ἐπαρουσιάσθη καὶ μὲ τὸν ἀτυχῆ πόλεμον τοῦ 1897, ἀλλ’ ἂς ἐξετάσῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ θὰ ἴδῃ ὅτι τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐπαρουσιάσθη ἐπὶ ἓν ἔτος, ἀλλὰ τὸ δεύτερον ἔτος δὲν ἔδωκε τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἶχε δώσει τὸ πρῶτον ἔτος. Τὸ ἴδιον θέλει συμβῆ καὶ σήμερον. Ἀλλὰ λέγω: ἐπετρέπετο ἐν ὅσῳ αἱ εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου ἔβαινον καλῶς νὰ γίνῃ μέχρι τινὸς ἡ ἁθρόα ψήφισις τῶν νομοσχεδίων τῶν προκαλούντων δαπάνας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ: μετὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ πολέμου ἐπετρέπετο νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὸ σύστημα αὐτό; Καί, κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀναφέρω παρὰ μόνον δύο παραδείγματα, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσατε νόμον περὶ αὐξήσεως μισθῶν τῶν ἀξιωματικῶν· ἀποτέλεσμα τοῦ νόμου τούτου εἶναι αὔξησις δαπάνης εἰς δρ. 1.130.000. Καὶ δὲν λέγω ὅτι δὲν πρέπει νὰ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ προβῆτε εἰς τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν ὅλων τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κράτους, ὅπως προέβητε, ἔπρεπε νὰ ἀρχίσητε ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὄχι νὰ ἀφήσητε αὐτοὺς τελευταίους, ἀλλὰ λέγω ὅτι αἱ περιστάσεις εἶναι τοιαῦται, ὥστε οὐδεμία δαπάνη ἔπρεπε νὰ γίνῃ, καὶ δὲν θὰ εἶχον δυσκολίαν ἐγὼ ἀντιπολιτευόμενος νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι καλὸν θὰ ἦτο ἵνα ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου ἀναβάλλεται ἡ ἐκτέλεσις ὅλων τῶν νόμων τῶν προκαλούντων δαπάνας.
§97Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ ἀπὸ τῆς 28 Νοεμβρίου.
§98Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅλων τῶν νόμων;
§99Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι ὅλων. Τῶν πολιτικῶν ὑπουργείων.
§100Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ λέγω ὅλων, ἀδιακρίτως, ὄχι διότι δὲν ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη αὐξήσεως τῶν δαπανῶν, ὄχι διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐγὼ δὲν παραδέχομαι ὅτι αἱ δαπάναι αὗται πρέπει νὰ αὐξήσωσι διότι ἡ Ἑλλὰς ἔλαβε μίαν νέαν τροπήν, μίαν νέαν θέσιν, ἐδιπλασιάσθη, δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος, ὁ λόγος εἶναι ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ βίου καθίστανται ὁσημέραι ἐπαχθέστεραι καὶ ὅτι μισθοί, οἱ ὁποῖοι ἐκανονίσθησαν πρὸ τριακονταετίας, δὲν εἶναι πλέον ἐπαρκεῖς ὅπως θεραπεύσωσι τὰς ἀνάγκας αὐτάς, καὶ ἑπομένως ἐπέρχεται ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως—ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ διατί αὔξησις νὰ γίνῃ ἐφέτος, ὅταν εὑρισκώμεθα εἰς τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικήν, τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, ἐγὼ ἤθελον εἰπεῖ ὅτι ἀτυχὴς ἦτο ἡ ἰδέα τῆς συστάσεως τῶν δύο νέων Ὑπουργείων. Οἱ ἄνδρες, οἱ προϊστάμενοι τῶν Ὑπουργείων αὐτῶν, εἶναι ἐκτάκτου ἱκανότητος, ἐκτάκτου δραστηριότητος, καὶ τὸ ἀπέδειξαν διὰ τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμον· ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι παρ’ ὅλην τὴν ἱκανότητα αὐτῶν, παρ’ ὅλην τὴν δραστηριότητα, παρ’ ὅλην τὴν ἐργατικότητα, δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ πράξωσι τίποτε, διότι, ὅπως δράσωσιν, ἀπαιτοῦνται χρήματα, ὅταν δὲ δὲν θὰ ὑπάρχωσι χρήματα εἶναι περιττὴ ἡ σύστασις τῶν Ὑπουργείων, διότι ὅταν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας δὲν χορηγηθῶσι πιστώσεις δύναται νὰ ἦναι ἱκανὸς ὅσον θέλει, ἀλλὰ θὰ περιορισθῇ εἰς σχέδια, καὶ δι’ αὐτό, κύριοι, ἐκπλήσσομαι, ὅταν καθ’ ἡμέραν ἀκούω τοὺς κ. βουλευτὰς ἐπερωτῶντας τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας: —τί γίνεται αὐτὴ ἡ ὁδός; διατί δὲν κατασκευάζεται ἡ ἄλλη; διατί δὲν θεραπεύεται τοῦτο; Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς μετ’ ἀταραξίας μεγάλης, ἡ ὁποία τιμᾷ τὸ ψύχραιμον τοῦ χαρακτῆρός του, ἀπαντᾷ πάντοτε: —διετάχθησαν οἱ μηχανικοὶ ὅπως καταρτίσωσι τὰ σχέδια! Πολὺ φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι τὰ σχέδια ταῦτα θὰ περικλείσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰ ὡραῖα ἑρμάρια, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν του, ἀλλ’ ὅτι θὰ μείνωσιν ἁπλᾶ σχέδια, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπὶ τέλους θὰ ἐννοήσῃ ὅτι, ὅταν θὰ πρόκειται περὶ πιστώσεων, πρέπει νὰ ἔχῃ νόμον καὶ πιστώσεις δὲν θὰ σᾶς χορηγήσῃ. Τὸ ἴδιον πάθημα θὰ πάθῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, θὰ λείψωσιν αἱ πιστώσεις. Καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, ἵνα ἐκφράσω τὴν ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν νομοσχέδια τινὰ παρήγαγον εἰς ἐμέ. Καὶ πρῶτον ἐψηφίσαμεν ἡμέραν τινὰ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου πᾶσαι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀνήκουσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Καὶ ἐρωτῶ εἶναι δυνατὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ψηφίζηται, ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς ὁ συζητούμενος, ὁ πρὸ τῆς Βουλῆς εὑρισκόμενος, παρουσιάζει ἔλλειμμα 50.000.000 δρ.; Ποίας ἀδιαθέτους πιστώσεις θὰ δώσητε; θὰ περιορισθῆτε νὰ δώσητε ἓν ἔνταλμα, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσαχθῇ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ὅταν ὅμως τὸ ἔνταλμα τοῦτο θὰ πρόκειται νὰ ἐξαργυρωθῇ, ἡ ἀπάντησις, ἡ ὁποία θὰ δοθῇ εἶναι ὅτι δὲν ὑπάρχουσι χρήματα. Καὶ ἤθελον ἐννοήσει ἕτερον νομοσχέδιον, νομοσχέδιον ὅμως, τοῦ ὁποίου, ὁμολογῶ, ὅτι παρ’ ὅλην τὴν δεινὴν ῥητορικὴν ἱκανότητα τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν κατώρθωσα νὰ λάβω γνῶσιν, δηλαδὴ ἐὰν ἠννόησα, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, δὲν ἦτο βεβαίως τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου ἐποιήσατο λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναβὰς ἡμέραν τινὰ εἰς τὸ βῆμα μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀσχολεῖται πρὸς ἐξυγίανσιν τῶν οἰκονομικῶν τῶν δήμων καὶ τῶν κοινοτήτων, πρὸς κατάργησιν τῶν διαπυλίων τελῶν. Καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι ὅλοι ἐπεριμέναμεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο προωρισμένον πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῶν Δήμων, μετ’ ἐκπλήξεως δὲ ἠκούσαμεν, ὅτι ἐπρόκειτο τίποτε περισσότερον τίποτε ὀλιγώτερον ἡ Κυβέρνησις νὰ πάρῃ ὅλας τὰς προσόδους τῶν Δήμων, διότι αἱ πρόσοδοι τῶν Δήμων, αἱ σπουδαιότεραι, τῶν μεγάλων Δήμων τοὐλάχιστον, εἶναι αἱ πρόσοδοι αἱ προερχόμεναι ἐκ τῆς φορολογίας τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων. Ἡ Κυβέρνησις πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ἐξεῦρεν ὅτι πρέπει νὰ πάρῃ αὐτὰς τὰς προσόδους καὶ ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ ὄχι μόνον τὴν πληρωμὴν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν ἀπώλειαν τῶν ἐσόδων αὐτῶν πρὸς κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῶν ἀναγκαίων δι’ ἄλλας κοινότητας. Καὶ ἠρώτων ἐμαυτὸν μετὰ τὴν εἰσήγησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ποῖον εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα, ὅπερ δίδει εἰς αὐτοὺς τοὺς Δήμους; Οἱ Δῆμοι δὲν ἔχουσιν ὑποχρεώσεις, πρόκειται νὰ ζήσωσι, πρόκειται νὰ ἔχωσι τὰς δαπάνας φωτισμοῦ, καθαριότητος καὶ λοιπὰς ἐπιβεβλημένας δαπάνας; εἰς ἕνα τῶν μεγαλειτέρων μάλιστα Δήμων οἱ δημόται τοῦ μεγάλου αὐτοῦ δήμου περιμένωσι πολλὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ γίνωσι. Ἀπέναντι τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ γίνωσι καὶ τὰ ὁποῖα μετ’ ἀνησυχίας περιμένωσι ἐδόθη εἰς αὐτοὺς ἡ ἀναγγελία ὅτι πρόκειται νὰ χάσωσι τὰς εἰσπράξεις αὐτῶν. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐννοεῖται, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν κατάστασιν τῶν Δήμων μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐσόδων αὐτῶν, τῶν ἐσόδων τῶν ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ λόγου τούτου προερχομένων καὶ εἶπεν εἰς τὸ μέλλον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ οὐδεμία φορολογία ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς Δήμους νὰ θέσωσι ἀμέσους φόρους ὅπως ἐξοικειωθῶσι πρὸς αὐτούς· καὶ τότε ἐγὼ ἐρωτῶ: ἀντὶ ἡ Κυβέρνησις ν’ αὐξήσῃ τὰς προσόδους της διὰ δημεύσεως περιουσιῶν αὐτῶν τῶν Δήμων καὶ ἔν τισι διὰ τῆς αὐξήσεως αὐτῶν, διατί δὲν προβαίνει ἡ ἰδία εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἀμέσων φόρων; Ἐδειλίασεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ τόσον ἰσχυρά, ἡ δυναμένη τὰ πάντα νὰ ἐπιχειρήσῃ, ἀπέναντι τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἀμέσων φόρων καὶ ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τὴν ἐπιβολὴν αὐτῶν τῶν φόρων; Διότι ἄλλως δὲν ἐξηγεῖται τὸ πρᾶγμα ὡς ἐκ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τῶν Δήμων καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἐμμέσων φόρων. Αὐτὰ εἶναι κύριοι τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις προσπαθεῖ νὰ αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους. Κύριοι, εὑρισκόμεθα πρὸ καταστάσεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ γεννήσῃ πολλοὺς φόβους. Ἡ ἐξωτερικὴ κατάστασις εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδεὶς δύναται ἀσφαλῶς νὰ εἴπῃ τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα. Δύνασθε νὰ διϊσχυρίζεσθε ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος εἶναι πολιτικὴ οὐδετερότητος, ἀλλ’ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν καὶ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἔχων ἀνωτέραν θέσιν παντὸς ὡς πρὸς τὰ ζητήματα ταῦτα, δὲν δύναται νὰ βεβαιώσῃ ὅτι δὲν δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ τὸν βιάσωσι, παρὰ τὴν θέλησιν αὐτοῦ, νὰ ἐξέλθῃ τῆς οὐδετερότητος αὐτῆς, διότι δὲν ἐξέρχεταί τις τῆς οὐδετερότητος ὅταν θέλῃ, ἀλλὰ πολλάκις ἐξέρχεται τῆς οὐδετερότητος καὶ ὅταν ἄλλοι τὸν βιάζωσι. Ἐὰν ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ πέριξ ἡμῶν λαμβάνοντα χώραν τί παρατηροῦμεν; Παρατηροῦμεν ἀφ’ ἑνὸς πρωθυπουργὸν ὁμόρου Κράτους μὴ δυσκολευόμενον καθ’ ἑκάστην νὰ ἀναγγέλλῃ ὅτι θέλησις τοῦ Κράτους του εἶναι ὅπως καταλάβῃ μέρη ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος κατεχόμενα, οὐχὶ μόνον κατακτηθέντα διὰ τοῦ αἵματος, διὰ τῶν ἐνδόξων ἀγώνων τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ μέρη, ἔνθα ὁ ἐθνισμὸς τῶν κατοίκων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ παρ’ οὐδενός. Ἔχομεν ἀφ’ ἑτέρου διωγμούς, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔπαυσαν ποτέ, παρ’ ἄλλης ἐπικρατείας, διωγμούς, οἱ ὁποῖοι ἐντείνονται καθ’ ἑκάστην. Ἔχομεν ἐκ τρίτου κατάστασιν, ἡ ὁποία, κατ’ ἐμέ, ἐμβάλλει εἰς πολλὰς ἀνησυχίας, δὲν ἔχω δὲ δυσκολίαν νὰ ὁμολογήσω ὅτι θὰ ἐπροτίμων νὰ ἔχω ὡς γείτονα τὴν ἀναρχίαν τὴν ἀλβανικήν, παρὰ τὴν τάξιν κατακτητῶν, αἵτινες κατακτήσεις δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον σημεῖον θὰ σταματήσωσι. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἡ περιβάλλουσα ἡμᾶς καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ἐπιβάλλει, ἵνα μετὰ προσοχῆς παρακολουθήσωμεν τὰ γεγονότα, καί ἵνα εἴμεθα πάντοτε ἕτοιμοι, πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν δυνάμεθα ἕτερόν τι νὰ πράξωμεν, διότι παρῆλθεν ὁ χρόνος τῆς ἐνεργείας, ἐὰν δὲν δυνάμεθα ἕτερόν τι νὰ πράξωμεν, πρέπει νὰ προσπαθήσωμεν διὰ πάσης δυνατῆς οἰκονομίας, ὅπως πορισθῶμεν τοὐλάχιστον μέσα τινά, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν στιγμὴν διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα λίαν σπουδαῖα, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν στερούμενοι ἐντελῶς ἐκείνων τῶν μέσων, ἄνευ τῶν ὁποίων ὁ καλλίτερος στρατὸς τοῦ κόσμου δὲν δύναται νὰ δράσῃ. (Χειροκροτήματα).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἰσχύοντα κανονισμόν.
§102ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ σύνταγμα λέγει, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ψηφίζεται ἅπαξ κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα εἰς τμήματα καὶ εἰς τέσσαρας διαφόρους ἡμέρας καθ’ ὑπουργεῖον καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Θὰ ψηφίσωμεν κατ’ ἄρθρον καὶ κεφάλαιον, ἐφόσον πρόκειται περὶ διαφόρων Ὑπουργείων καὶ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἑπομένως προηγεῖται ἡ ψήφισις τῶν ἐσόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913 καὶ μετ’ αὐτὸν ἔρχεται τοῦ 1914.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις προϋπολογισμοῦ ἐσόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1913. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸς κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα ὁ Προϋπολογισμὸς ἐσόδων τοῦ 1913).
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δι’ αὔριον θὰ ἤθελα νὰ γνωρίζωσι οἱ κ. βουλευταὶ ὅτι θὰ συζητηθῇ τὸ περὶ βελτιώσεως τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων καὶ περὶ κοινοτήτων.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΓΨΒʹ νόμου. «περὶ προσωπικοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ὡς πρὸς τὰ προσόντα τῶν Ἀρχειοφυλάκων». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς: — Οἱ βουλευταὶ κ. Ν. ΞΗΡΟΣ καὶ Θ. ΠΑΠΑΙΩ-ΑΝΝΟΥ ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως κτηνιατρικοῦ σώματος». — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 50 τοῦ νόμου 281 «περὶ Σωματείων διορίας». — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ βελτιώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν πολιτικῶν ὑπουργείων». Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12.15′.