Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος ΙΘ · Σύνοδος Γ› Συνεδρίαση 69

1914.12.17

5.306 στίχοι · 38.635 λέξεις · 11 πίνακες · 184 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1914.12.17
Προεδρεία
ΚΩΝΣΤ. Γ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΥ
Περίοδος
ΙΘ
Σύνοδος
Γ
Πηγή
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ (1914)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69

Τῆς 17 Δεκεμβρίου 1914.

Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.

(Ὥρᾳ 4.15′ μ. μ.)

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι: —Οἱ σιγαροποιοὶ Βόλου παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῶν σιγαροποιῶν Ἀθηνῶν. — Ἡ Ἐφορία τῆς ἐν Πύργῳ Σχολῆς τῶν ἀπόρων παίδων αἰτεῖ ὅπως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφῇ μικρά τις συνδρομή. —Οἱ Δημοδιδάσκαλοι Λέσβου διαμαρτύρονται ἐναντίον ἐπιβλαβοῦς μέτρου τῆς πληρωμῆς διὰ σύνταξιν παρελθόντων ἐτῶν. —Οἱ καπνεργάται Πύργου, παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τοῦ Συνδέσμου τῶν σιγαροποιῶν Ἀθηνῶν. — Ὁ Παμφοιτητικὸς Ἑλληνικὸς Σύλλογος, αἰτεῖ ὅπως τροποποιηθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου, ἵνα διευκολυνθῇ ἡ θέσι τῶν μεταγραφομένων. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. — Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ, ͵ΓΩΚΕʹ καὶ ͵ΓϠΞϚʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Πανεπιστημίων καὶ 221 περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου ἐγγραφῆς κλπ. τῶν φοιτητῶν». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναδασώσεων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινοῦ διορισμοῦ εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν τελειοφοίτων ἀνωτέρων Εὐρωπαϊκῶν δασικῶν Σχολῶν». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἐν γένει ἔργων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀγορᾶς σίτου, ἀλεύρων καὶ συναλλαγματικῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διδασκαλίας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν Ὀθωμανικοῖς καὶ Ἰσραηλιτικοῖς σχολείοις τῶν Νέων Χωρῶν». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ τοῦ ἐπιδόματος τῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν κτλ.» (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΔΝʹ (ὑπ’ ἀριθ. 4050) νόμου περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν φάρων ὡς οὗτος ἰσχύει». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ περὶ τροποποιήσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως διατάξεων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βελτιώσεως τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς καὶ τῆς θαλάσσης καὶ τῆς χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς τὴν χριστιανικὴν κοινότητα Ἡρακλείου παραχωρηθέντος γηπέδου πρὸς ἀνέγερσιν Πτωχοκομείου». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγήσεως πιστώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων ζημίαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑγειονομικῶν μέτρων πρὸς καταστολὴν ἐμφανισθείσης πανώλους». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποδοχῶν ἀνδρῶν ἐφεδρείας τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ διατιθεμένων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναθέσεως διαχειρίσεων Ἀστυνομικῶν Διευθύνσεων εἰς ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τῆς Χωροφυλακῆς». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως κλάσεών τινων τοῦ τελωνειακοῦ δασμολογίου». Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).

§2ΑΛ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐλάττωσις δασμῶν προστατευτικῶν εἰδῶν τινων, ἀναφερομένων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅσον κυρίως ἡ μεθοδικότης, μεθ’ ἧς γίνεται ἡ ἐλάττωσις, μεθοδικότης σκοποῦσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα εὐθηνὰ εἰς τὴν κατανάλωσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὸ νὰ μὴ πλήξῃ καιρίως καὶ ἀποτόμως τὰς βιομηχανίας. Ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν ἡ συνήθεια, ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ ἀκριβείας τοῦ βίου, νὰ θεωρῆται ἀμέσως ἡ προστασία τῶν διαφόρων δασμῶν ὡς αἰτία τῆς ἀκριβείας ταύτης. Ἐνῷ μία ἐπισταμένη τοῦ πράγματος ἐξέτασις, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι κυρίως ἡ προστασία ἡ αἰτία τῆς ἀκριβείας ταύτης, ἀλλ’ ἡ ἀμέθοδος προστασία. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Ἡ βιομηχανία μιᾶς χώρας, ὡς καὶ τῆς ἰδικῆς μας, διαιρεῖται εἰς δύο μεγάλους κλάδους, τὸν φυσικόν, οὕτως εἰπεῖν, δηλαδὴ τὰς βιομηχανίας ἐκείνας τὰς χρησιμοποιούσας ὡς πρώτας ὕλας τὰ γεωργικὰ καὶ φυσικὰ προϊόντα, τὰ εὑρισκόμενα ἐν τῷ τόπῳ, καὶ εἰς τὸν ἄλλον κλάδον τῶν βιομηχανιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι μεταχειρίζονται ὡς πρώτην ὕλην προϊόντα μὴ εὑρισκόμενα ἐν τῷ τόπῳ ἀλλ’ εἰσαγόμενα ἔξωθεν. Καὶ περὶ μὲν τοῦ πρώτου εἴδους τῶν βιομηχανιῶν δὲν πρόκειται βεβαίως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου εἴδους τῶν βιομηχανιῶν, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦσιν ὕλας ἔξωθεν εἰσαγομένας, καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς δύο μεγάλας κατηγορίας: εἰς ἐκείνας, αἵτινες χρησιμοποιλοῦσιν ὕλας ἀτελῶς εἰσαγομένας ἔξωθεν, καὶ εἰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦσιν ὕλας, εἰσαγομένας ἔξωθεν καὶ δασμολογουμένας ἐνταῦθα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν τῶν βιομηχανιῶν, τῶν χρησιμοποιουσῶν ὕλας ἀτελῶς εἰσαγομένας, βεβαίως εἶναι εὐρύτατον τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθέτου νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὅλας μὲν τὰς ἄλλας ἀπόψεις, κυρίως ὅμως τί αἱ βιομαχανίαι αὗται προσφέρουσιν, ἐν ἀναλογίᾳ τῶν ἀτελειῶν καὶ τῶν ἄλλων ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα παρέχει αὐταῖς ἡ Πολιτεία. Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν βιομηχανιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦσιν ὕλας δασμολογουμένας, βεβαίως ὀρθὸν εἶναι ὅταν γίνηται ἔκπτωσις τῶν δασμῶν τῶν προστατευτικῶν, νὰ συνεκπίπτωνται μετ’ αὐτῶν καὶ οἱ δασμοὶ τῶν ὑλῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας χρησιμοποιοῦσιν αὗται. Τοῦτο δὲ παρατηρεῖται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ ἂν τοιαύτη κρατήσῃ ἀρχή, βεβαίως ἡ πολύκροτος βιομηχανία καὶ βιοτεχνία, ἡ χρησιμοποιοῦσα ὕλας δασμολογουμένας, δύναται μετὰ ψυχραιμίας νὰ ἀτενίσῃ τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν, διότι αὕτη γίνεται ἐν μέτρῳ δικαίῳ καὶ λογικῷ. Βεβαίως ἡ γνώμη αὕτη, θεωρητικῶς διατυπουμένη εἶναι ὀρθή, ἐν τοῖς πράγμασιν ὅμως παρέχει δυσχερείας καὶ παρέχει δυσχερείας διότι ὁ ὅρος, πρώτη ὕλη, τὸν ὁποῖον συνειθίζομεν, δὲν εἶναί τι σταθερὸν καὶ συγκεκριμμένον, ἀλλ’ εἶναί τι τὸ ἐναλλασσόμενον ἑκάστοτε ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, δὲν εἶναι ἔννοια ἀπόλυτος, ἀλλ’ εἶναι ἔννοια σχετική. Ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον εἰς μίαν βιομηχανίαν θεωρεῖται ὡς πρώτη ὕλη, εἰς τὴν ἄλλην εἶναι βιομηχανικὸν προϊόν καὶ ἑπόμενον εἶναι, ἡ εὐκολία ἡ παρεχομένη διὰ τῆς ἀτελείας εἰς μίαν βιομηχανίαν, εἰς τὴν ἄλλην νὰ μὴ εἶναι συμφέρουσα. Ἐν παραδείγματι, ἐὰν ἔχωμεν ἓν ἐργοστάσιον μαλλίνων νημάτων, ἓν ἐργοστάσιον μαλλίνων ὑφασμάτων καὶ ἓν ἐργοστάσιον κατασκευῆς ἑτοίμων μαλλίνων ἐνδυμάτων, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ μὲν ἐργοστάσιον τῶν ἑτοίμων ἐνδυμάτων συμφέρον ἔχει ἵνα τελωνίζωνται εὐθηνῶς τὰ ὑφάσματα, ἐκ τῶν ὁποίων κατασκευάζει τὰ ἕτοιμα ἐνδύματα· ἀντιθέτως τὸ ἐργοστάσιον τῶν μαλλίνων ὑφασμάτων ἐπιθυμεῖ ὅπως τὰ μάλλινα νήματα εἰσάγονται εἰς τὸν τόπον ἐλαφρότερον δασμολογούμενα, τὸ δὲ ἐργοστάσιον τῶν μαλλίνων νημάτων ἐπιθυμεῖ, ὅπως ἔρια εἰσάγωνται εἰς τὸν τόπον μὲ ἐλαφρὰν δασμολόγησιν. Βλέπομεν λοιπὸν ἐν τῷ παραδείγματι τούτῳ τὴν διαφοράν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐν τῷ συμφέροντι τῶν διαφόρων βιομηχανιῶν, καὶ εἶναι ἑπόμενον ὁ νομοθέτης νὰ συναισθάνηται τὴν δυσχέρειαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ὁμολογήσωμεν, Ὁπωσδήποτε ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν θέτει ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀρκετὰ ἐνθαρρυντική, ὅτι θὰ ἐξετασθῶσιν ὅλοι αὐτοὶ οἱ παράγοντες κατὰ τὴν ὥραν τῆς διαρρυθμίσεως τῶν προστατευτικῶν δασμῶν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν, θὰ ἤθελον προτείνῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τῶν κλινοσκεπασμάτων καὶ κουβερτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρκετὰ βαρύς. Στοιχίζει 12 φρ. ἕκαστον, καὶ ὅμως φορολογεῖται πρὸς 7. 25 κατ’ ὀκᾶν, ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἕκαστον κλινοσκέπασμα ζυγίζει ἀπὸ 1–2 ὀκάδας, ὁ μέσος ὅρος εἶναι ὅτι φορολογεῖται ἕκαστον πρὸς 11 δρχ., ἤτοι 80%, ἐὰν εἶναι εὐθηνὸν τότε ἡ φορολογία καταντᾷ βαρυτέρα. Θὰ ἦτο πολὺ ὀρθὸν νὰ ἐκπεσθῇ ὁ δασμὸς αὐτός. Ἐπίσης εἶναι καὶ μία ἄλλη κλάσις τῶν βαμβακομαλλίνων κλινοσκεπασμάτων, τῶν ὁποίων ἡ μὲν ἀξία κυμαίνεται ἀπὸ 5–7 δρχ., τῶν ὁποίων ὅμως ἡ φορολογία εἶναι ἀπὸ 11–12 δρχ. κατὰ μέσον ὅρον. Ἐὰν δὲν προσκρούῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ὑφισταμένην τινὰ σύμβασιν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας εἰς τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ταῦτα εἶχον μόνον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Τάγματος τιμῆς ὑπὸ τὸ ὄνομα «Τάγμα Γεωργίου τοῦ Αʹ». Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).

§4Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θέλω εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἁπλῶς θὰ ἐπεθύμουν τοιοῦτόν τι νομοσχέδιον νὰ μὴ ὑπεβάλλετο, νὰ ἔλειπε δὲ καὶ τὸ τάγμα, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, προκειμένου περὶ χρησιμοποιήσεώς του, ὅπως χρησιμοποιεῖται σήμερον. Εἶναι ἰδέα τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε, ὑποστηρίζω δὲ καὶ σήμερον. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου θὰ κερδίσωσιν, ἐφρόντισαν διὰ τοῦ ἄρθρου 13 νὰ ἀπαλλάξωσιν ἑαυτοὺς ἐκ τοῦ μικροῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ Πολιτεία εἰς πάντα ἄλλον. Διότι ἀναγινώσκω ὅτι «τῆς καταβολῆς τοῦ δικαιώματος τούτου ἐξαιροῦνται οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Β. Αὐλὴν καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν». Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ ἐξαιρῶνται ἀπὸ τὴν φορολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς ὅλους τοὺς πολίτας Ἕλληνας, οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς τὴν πληθώραν αὐτὴν τῶν λιλιῶν, τὰ ὁποῖα δύνανται καὶ νὰ μὴ ἔχωσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη ἔχουσι τὴν φιλοδοξίαν νὰ τὰ ἀπαιτήσωσι, δὲν βλέπω διατί νὰ μὴ ὑποβληθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν, δι’ ἕκαστον τῶν νέων αὐτῶν παρασήμων, τὰ ὁποῖα θὰ προσθέσωσιν εἰς τὰ στήθη αὐτῶν. Τὸ ζήτημα ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν θὰ γλυτώσῃ ἀπὸ 4–5 χιλιάδας δραχμάς, τὰς ὁποίας θὰ καταβάλλωσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεικτικὸν τῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ παρ’ αὐτοῖς, ὅπως ὑποβάλλωσι πάντα Ἕλληνα πολίτην εἰς φορολογίαν ἐκτὸς τῶν ἰδίων ἑαυτῶν.

§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἡ διάταξις αὕτη, περὶ ἧς ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ θέσῃ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπεράνω τῶν ἄλλων πολιτῶν Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἐὰν ἐτέθη, ἐτέθη διότι εἰς τὴν σωρείαν τῶν παρασήμων, τὰ ὁποῖα ἔχει ἕκαστος ἐξ αὐτῶν, ἐὰν ὑπεβάλλετο εἰς φορολογίαν ἕκαστος ἐκ τούτων, τότε ὁ βίος αὐτῶν ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ἤθελε καταντήσει ἀληθῶς ἀβίωτος.

§6Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλειπε τὸ πρῶτον συνθετικὸν τοῦ παρασήμου! (Γέλωτες).

§7ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἤμην τῆς γνώμης νὰ πληρώνουν καὶ αὐτοὶ διὰ μίαν ἢ δύο φοράς, ὅσαι ἤθελε θεωρηθῇ καλόν, ἀλλ’ ὄχι διὰ παντός, διότι τοῦτο θὰ ἦτο μία βαρυτάτη φορολογία, ἡ ὁποία θὰ ἐδυσχέραινε τὸν βίον αὐτῶν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς.

§8Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προτείνω τὸ ἑξῆς, διὰ νὰ φθάνητε εἰς ἐξίσωσιν· νὰ πληρώνουν τὸν φόρον τοῦ Ἑλληνικοῦ παρασήμου καὶ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας διὰ τὰ ξένα.

§9ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν ταύτην.

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–12). Ἄρθρον 13 (Ἀναγινώσκεται).

§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς τὸ ἄρθρον 13 θὰ γίνῃ τροπολογία, κύριε Πρόεδρε. Νὰ προστεθῇ δηλαδὴ ἡ φράσις ὅτι: «Τῆς καταβολῆς τοῦ δικαιώματος τούτου ἐξαιροῦνται οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Βασ. Αὐλὴν καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τὰ εἰς αὐτοὺς ἀπονεμόμενα ξένα παράσημα».

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 14ον). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς μεταλλευτικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ ῥυθμίσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν μεταλλείων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταρτισμοῦ στελέχους ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐφεδρείας τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ». Ἀναβάλλεται. — Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ Κανονισμοῦ τρόπου ἀφαιρέσεως ἀποβάρου καὶ περὶ ἀπαγορεύσεως πρὸς ἀφαίρεσιν τούτου κατ’ ἀποκοπὴν ἢ κατὰ συμφωνίαν».

§13Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τίς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος;

§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.

§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1914 Β. Διατάγματος, περὶ καταρτισμοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας τῆς χρήσεως 1914».

§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, αὐτὸ διαγράφεται, κ. Πρόεδρε.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. — Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον ͵ΔΟΑʹ τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1912 περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ ἐνοριακῶν Ναῶν καὶ περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου». Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).

§18Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, — διότι δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, — ἐπειδὴ ὡς ἔχει εἶναι παραδεκτόν....

§19Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Θὰ προσθέσω: «ἐθνικῶν καὶ κοινωφελῶν».

§20Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ναί. Ἀλλὰ ἐπιβάλλεται ὅπως ἀναβάλωμεν αὐτὸ διὰ τὴν βʹ συζήτησιν δι’ αὔριον, νὰ προσθέσητε διάταξιν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν, διότι, ὡς γνωστόν, μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν καὶ τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν χειροτονίαν ἱερέων δὲν εὑρίσκομεν ἱερέα, διότι εἰς κανὲν χωρίον, εἰς καμμίαν κοινότητα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χειροτονηθῇ ἱερεύς. Οἱ γέροντες ἱερεῖς ἐξέλιπον, ὡς εἶναι γνωστόν. Μὲ ἀπολυτήριον Σχολαρχείου δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι καὶ παρακαλῶ θερμῶς ν’ ἀναβάλητε τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον, ἵνα ὑποβάλωμεν πρότασιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται νὰ χειροτονῶνται καὶ ἱερεῖς ἔχοντες ἀπολυτήριον τῆς αʹ τάξεως τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου.

§21Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ χθὲς μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ δηλώσω, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι τοιαύτην τροποποίησιν δύναμαι νὰ δεχθῶ, ἐνῷ ἔχομεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς νομοσχέδιον.

§22Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πότε;

§23Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἐν τῷ τελειοῦσθαι· θὰ τὸ εἰσαγάγωμεν τὸ νομοσχέδιον πλῆρες καὶ τότε θὰ κρίνῃ ἡ Βουλή.

§24Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πολὺ καλά, ἐὰν πρόκειται νὰ γίνῃ γενικὴ ἐργασία...

§25Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κατ’ ἀρχὴν ἐναντίαν γνώμην· κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰς λέξεις: «διαθέτωσι μέρος ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις: «Ἐθνικῶν καὶ κοινωφελῶν». Ἐπίσης νὰ προστεθῇ ὅτι εἰς τὸ Γενικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον ἀνατίθεται ἡ πληρωμὴ καὶ τῶν ἐν Θήρᾳ ἐπισκοπικῶν ναῶν, ὡς καὶ ἡ μισθοδοσία ἑνὸς ἐφημερίου καὶ ἑνὸς νεωκόρου τῶν ναῶν τούτων. Ἦσαν τρεῖς ἀρχαῖοι ναοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπλήρωνε τὸ Κράτος 700 δρχ. κατ’ ἔτος. Ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον, ἐπειδὴ δὲν ἀνεγράφη τοῦτο εἰδικῶς ἐν τῷ νόμῳ, μήτε ἀπὸ τὸ Κράτος συντηροῦνται, μήτε ἀπὸ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον.

§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τροπολογίαν. Τὴν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργέ;

§27Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπολογίαν τὴν ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Τὸ πρᾶγμα ἐπείγει, κύριε Ὑπουργέ.

§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶπον καὶ εἰς τὸν κ. Βελέντζαν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τροπολογιῶν νὰ μεταβάλωμεν σήμερον τὸν νόμον «περὶ ἐνοριῶν».

§29Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναβάλετε τοὐλάχιστον δι’ αὔριον.

§30Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.

§31Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον ἔχει ἀποκλειστικὸν καὶ ὡρισμένον σκοπόν. Ἐὰν δὲ δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνάγκης ἐξαιρετικῆς ἀποκλειστικῶς καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἐπρότεινον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἐπρότεινον ἢ νὰ ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ μέλλοντι ἤθελεν ὑποβάλει νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν. Ἡ ἀνάγκη δὲ ἡ ἐπιτακτικὴ καὶ μεγάλη καὶ ἐπείγουσα, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, εἶναι αὕτη· ὅτι πρέπει εἰς τοὺς ἐκλεγομένους ἐνοριακοὺς ἐπιτρόπους νὰ ὁρισθῶσι προσόντα τινά, καὶ μάλιστα προσόντα ἡλικίας. Ὁ νόμος τοῦ 1910 ͵ΓΦΚϚʹ ἐν ἄρθρῳ 6 ὁμιλεῖ ἀληθῶς περὶ ἡλικίας, ἀλλ’ ἡλικίας κατωτάτης πέραν τῆς ὁποίας δύναταί τις νὰ ἐκλεχθῇ ἐπίτροπος, ἀλλὰ δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀνωτέρου ὁρίου, καὶ τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, διότι κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν ἐκ τῶν λαϊκῶν ἐπιτρόπων, ἐκλέγεται ὁ ταμίας τοῦ ναοῦ· συμβαίνει δὲ πολλάκις νὰ διαχειρίζηται οὗτος κολοσσιαῖα ποσά. Γνωρίζω δὲ ἐπίτροπον λαϊκόν, ταμίαν, διαχειριζόμενον ἑκατοντάδας χιλιάδων ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων καὶ μὴ παρέχοντα καμμίαν ἀσφάλειαν περὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως. Νομίζω λοιπὸν ἀναγκαῖον ἵνα τεθῇ ἓν ὅριον ἀνώτατον, πέραν τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ ἐκλεχθῇ λαϊκὸς ἐπίτροπος, ἢ τοὐλάχιστον ταμίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμβουλίου, καὶ τοιοῦτον πρέπει νὰ εἶναι τὸ 65 ἔτος, πέραν τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ προσωπικὴ κράτησις. Διότι οὐδεμίαν ἀσφάλειαν ἔχει ὁ ναός, ὅτι ἡ διαχείρισις τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖ ὁ ἐπίτροπος γίνεται τιμίως, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει τοὐλάχιστον ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Ἔχω παρασκευάσει λοιπὸν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κατ’ αὐτὴν δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι λαϊκοὶ ἐπίτροποι οἱ ὑπερβάντες τὸ 65 ἔτος τῆς ἡλικίας των, ὡς ἐπίσης καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες κατὰ τὸ παρελθόν, πρὸ τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν, διεχειρίσθησαν ὡς ἐκκλησιαστικοὶ σύμβουλοι χρήματα ἐκκλησιαστικὰ καὶ δὲν ἀπέδοσαν λογοδοσίαν, στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐπιτροπεύειν ναούς. Οἱ τυχὸν δὲ ἐκλεγέντες τοιοῦτοι, ὅσοι δηλαδὴ ὑπερέβησαν τὸ 65ον ἔτος ἢ ὅσοι διεχειρίσθησαν ἐκκλησιαστικὰ χρήματα καὶ δὲν ἀπέδοσαν λογοδοσίαν, οὗτοι ἐκπίπτουσι τοῦ ἀξιώματος τοῦ λαϊκοῦ ἐπιτρόπου, διότι οὐδεμίαν ἀσφάλειαν παρέχουσι περὶ τῆς καλῆς διαχειρίσεως.

§32Λ. ΝΑΚΟΣ. Νὰ ζητηθῇ ἐγγύησις.

§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. — Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν χημικὸν Ι. Π. Δοανίδην». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τῆς περιουσίας τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου πρὸς κατασκευὴν ναυαρχίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου ὑπὸ τὸ ὄνομα «Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). — Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1913. Ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.

§34Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐπανόρθωσιν μόνον ἔχω νὰ κάμω εἰς μίαν λεπτομέρειαν ἀφορῶσαν τὸ κονδύλιον τῶν γραφικῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἀναγράφεται εἰς 145.500 δραχμῶν ἀπέναντι 85.000 ἢ 86.000 ἀναγραφομένων εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1912.

§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.

§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπεθύμουν νὰ δοθῇ ἐξήγησις ὅτι ἄκοντος ἐμοῦ παρεχωρήθη ἡ θέσις μου εἰς τὸν κ. Στράτον. Χθὲς νομίζω εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ λάβω ἐγὼ πρῶτος τὸν λόγον, διότι πρῶτος ἐκλήθην ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον· μετ’ ἐμὲ ἐκλήθη ὁ κ. Στράτος. Ἔπειτα ἐγὼ ἐξήγησα διατί δὲν ἠδυνάμην νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐγὼ εἶμαι συνηθισμένος νὰ ἐγγράφωμαι διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τότε καὶ μόνον ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφηται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ὅταν ἀνεγράφη ὁ Προϋπολογισμὸς μετέβην εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἐζήτησα νὰ μὲ ἐγγράψῃ. Ὁ κ. Πρόεδρος μοὶ λέγει: «Πρὸ ὑμῶν ἔχουσιν ἐγγραφῆ ἄλλοι κύριοι συνάδελφοι· εὐτυχῶς ἐκρατήθη δι’ ὑμᾶς ἡ θέσις τοῦ δευτέρου καὶ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Στράτος εὐηρεστήθη νὰ παραχωρήσῃ εἰς ἐμέ. Δὲν ἔχει οὕτω, κ. Πρόεδρε;

§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως πως: Πρῶτος ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Δημητρακόπουλος, μετὰ τοῦτον ὁ κ. Στράτος, τρίτος ὁ κ. Εὐταξίας.

§38ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ παρεχώρησε τὴν θέσιν του ὁ κ. Στράτος.

§39Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀνακαλῶ τὴν παραχώρησιν (Ἱλαρότης).

§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε νὰ μὲ ἐγγράψητε πρῶτον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.

§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος πρῶτος.

§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ μίαν ἐξήγησιν, διότι ὑπάρχει ἓν εἶδος ἐμφυλίου πολέμου μεταξύ μας. Ἐγὼ εἶχον τὴν ἐπιμέλειαν νὰ ἐγγραφῶ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ εἶχον ἐγγραφῆ δεύτερος μετὰ τὸν κ. Δημητρακόπουλον. Ὁ κ. Εὐταξίας μὲ παρεκάλεσε νὰ παραχωρήσω εἰς αὐτὸν ἐγὼ τὴν σειράν μου, τὴν ὁποίαν ἠρνήθη νὰ τῷ παραχωρήσῃ ζητηθεὶς ὁ κ. Δημητρακόπουλος. Ἐγὼ εὐχαρίστως τὴν παρεχώρησα, χθὲς ὅμως ὅτε ἐπρόκειτο ν’ ἀγορεύσῃ ὁ κ. Δημητρακόπουλος περὶ ὥραν 6½ μ. μ. ὁ κ. Εὐταξίας ὑπολογίζων ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ κ. Δημητρακοπούλου θὰ ἔληγεν τὴν 11ην, μοὶ εἶπεν ὅτι ἐπόνει ὁ λαιμός του. Ἐθεώρησα καθῆκον ὅτι ἀφ’ οὗ χθὲς ὁ κ. Εὐταξίας κατὰ τὴν δύσκολον ὥραν ἀνεκάλει τὴν παραχώρησιν, ν’ ἀνακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν παραχώρησιν σήμερον κατὰ τὴν καλὴν ὥραν. (Ἱλαρότης). Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα.

§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Στράτον, θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Εὐταξίας, ἐφ’ ὅσον ἐπιμένει.

§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Κατὰ τὸν προϋπολογισμόν, τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τροποποιηθέντα διὰ δηλώσεων ὑποβληθεισῶν τελευταίως, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τὰ μὲν τακτικὰ ἀνέρχονται εἰς 208.029.184, τὰ δὲ ἔκτακτα εἰς δρχ. 8.013.301· ἐν ὅλῳ δηλαδὴ τὰ πραγματικὰ ἔσοδα ἀνέρχονται εἰς δρχ. 216.042.485. Τὸ σύνολον τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων ἀποτελεῖ κατὰ τὴν ταξινόμησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰς ἣν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ λεγόμενα πραγματικὰ ἔσοδα, ὧν τὸ σύνολον οὕτω ἀνέρχεται εἰς δρχ. 216.042.485. Κατόπιν τῆς προσθήκης τῶν ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων ἐσόδων ἀνερχομένων εἰς δρχ. 344.001.040, ἔχομεν σύνολον ἐσόδων τοῦ 1914 ἐκ δρχ. 560.043.525. Ἀπέναντι τῶν ἐσόδων τούτων ἔχομεν ἔξοδα τακτικὰ δρχ. 235.539.445.30, ἔξοδα ἔκτακτα δρχ. 214.004.884.99 ἤτοι ἐν συνόλῳ πραγματικὰ ἔξοδα δρχ. 449.544.330.29. Εἰς τὸ σύνολον τοῦτο τῶν πραγματικῶν ἐξόδων προστίθενται τὰ ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων ἔξοδα ἀνερχόμενα εἰς δρχ. 180.087.207.92 ἤτοι ἔχομεν σύνολον ἐξόδων δρχ. 629.631.538.21 καὶ κατὰ συνέπειαν ἔλλειμμα δρχ. 69.588.013.21. Κατὰ τὰς εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις ταύτας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς γενομένας ὑπ’ αὐτοῦ ταξινομήσεις ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὸ ἔλλειμμα τῶν τακτικῶν ἐξόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἀνέρχεται εἰς δραχ. 27.510.261.30, τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων πρὸς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἀνέρχεται εἰς 205.991.583.99, ἤτοι ἐν συνόλῳ τὸ ἔλλειμμα τῶν πραγματικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ πραγματικὰ ἔξοδα ἀνέρχεται εἰς δρχ. 233.501.845.29. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μειοῦται κατόπιν τοῦ περισσεύματος, τὸ ὁποῖον ἀφίνει ἡ κατηγορία τοῦ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων, ἥτις ἀφίνει περίσσευμα ἐκ δρχ. 163.913.832.08. Αὐτὸς ὁ συμψηφισμὸς τοῦ περισσεύματος τῶν τοιούτων ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα καταλήγει εἰς μείωσιν τοῦ ἐλλείμματος εἰς δρχ. 69.588.013.21. Ὁ προϋπολογισμός, κύριοι, ἔχει ἐκτελεσθῇ κατὰ τὸ πλεῖστον καὶ ὑπολείπονται ἔτι δεκαπέντε μόνον ἡμέραι πρὸς συμπλήρωσιν πάντων τῶν δωδεκατημορίων του. Κατὰ συνέπειαν ἡ ψήφισίς του εἶναι τυπική, ἀφοῦ ὑπὸ τύπον δωδεκατημορίων ἐνεκρίθη ἤδη. Εἶναι ἐξεταστέος ὅμως, κύριοι, ὡς ἀπολογισμὸς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως οἰκονομικῆς καὶ πολιτικῆς, ἀλλ’ εἶναι ἐξεταστέον συγχρόνως καὶ τὸ πρόκριμα, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἰσάγει διὰ τὰ δημόσια οἰκονομικά. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914, προέβη εἰς μεταβολὴν τῆς ταξινομήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, μεταβολήν, ἥτις παρέσχεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νέαν λογιστικὴν μορφήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διῄρεσε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς δύο μεγάλας κατηγορίας, εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πραγματικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων ἐξόδων καὶ ἐσόδων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς κατηγορίας τῆς περιλαμβανούσης τρίτα νομικὰ πρόσωπα, καθόσον ἡ τῆς κατηγορίας ταύτης κατάταξις, εἰς τρίτης κατηγορίας ἐσόδων καὶ ἐξόδων οὐδὲν προσθέτει εἰς τὴν ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰμὴ ἑνότητα κατατάξεως, διότι ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα τὰ διαχειριζόμενα διὰ τῶν νομικῶν προσώπων τούτων, ἔν τισι μὲν εἰσάγονται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ ταμεῖα τούτων, ἔν τισι δὲ εἰσάγονται ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν ἀποδόσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, συνεπείᾳ δὲ τούτου ἡ συσχέτισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους πρὸς τὴν διαχείρισιν τῶν ταμείων παραμένει ἡ αὐτή. Ἑπομένως ἡ μεταβολὴ τῆς ταξινομήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τούτῳ καὶ ἡ κατάταξις τῆς διαχειρίσεως τῶν νομικῶν προσώπων εἰς τρίτην κατηγορίαν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, κατ’ οὐδὲν κατορθοῖ τὴν ἐπιδιωκομένην ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ μόνον βελτιοῖ τὴν ταξιθέτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εὐκολύνει τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ. Ἡ ἑνότης δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν τῇ δημοσίᾳ ἡμῶν διαχειρίσει, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ νομικὰ ταῦτα πρόσωπα ἤθελον καταργηθῆ, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ Γεωργικὸν Θεσσαλικὸν Ταμεῖον καὶ τὸ Λαχεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων ἤθελον καταργηθῆ, ἤθελον παύσῃ διατηροῦντα ἰδίαν διαχείρισιν ἐν τῇ δημοσίᾳ διαχειρίσει. Τότε μόνον ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὴν ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Εἶναι δ’ εὔλογος ἡ ἐπιδίωξις τῆς ἑνώσεως πασῶν τῶν τοιούτων διαχειρίσεων ἐσόδων καὶ ἐξόδων, πλὴν ἐλαχίστων, αἵτινες ἀπορρέουσιν ἐκ κληροδοσιῶν καὶ δωρεῶν, μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, καθόσον πάντες οἱ πόροι τῶν εἰδικῶν τούτων ταμείων εἰσάγονται εἰς ταῦτα ἐκ τῶν φόρων τῶν εἰσφερομένων δυνάμει τῆς ἐπιτακτικῆς νομοθετικῆς ἐντολῆς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, αἱ δὲ δαπάναι, ὅσαι ἐν τοῖς κεφαλαίοις τῶν ἐξόδων των ἀναγράφονται, ἐξυπηρετοῦσι σκοπὸν ἐξαιρετικῶς πολιτειακόν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου τοῦτο εἶναι τὸ ἀναμφισβήτητον, ὅτι ἡ ἵδρυσις τῶν ταμείων τούτων γενομένη κατὰ χρόνους, καθ’ οὓς ἦτο ἀνάγκη εἰδικῆς μερίμνης πρὸς ἐξυπηρέτησιν ὡρισμένων συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐπέτυχεν ἐξ ὁλοκλήρου, ἀναμφισβητήτως δὲ χρησιμεύουσι τὰ ταμεῖα ταῦτα, ὄχι μόνον ἵνα θέσωσι φραγμὸν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐχρησίμευσαν καί τι μᾶλλον ἵνα προκαλέσωσι καὶ τὰς εἰσφορὰς τὰς ἑκουσίας τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, ἰδιαίτατα δὲ διὰ τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ ὁποῖον διὰ τὸν Ἑλληνισμόν, λόγῳ τῆς ναυτικῆς τοῦ Ἔθνους ἰδιοφυίας, προὐκάλει ζωηρότερον τὸ ἐνδιαφέρον, ὡς καὶ διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ ταμεῖα αὐτά, ἄνευ βλάβης τῆς οἰκονομίας τοῦ ἡμετέρου προϋπολογισμοῦ ἱδρύθησαν καὶ ἐν τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν ηὐδοκίμησαν, φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος ἵνα χάριν ἀποκλειστικῶς θεωρητικῶν λόγων, ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους ἐπεκταθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταρρίψῃ θεσμὸν τοσούτῳ ἐπωφελῆ. Πάντως ὅμως τὰ ταμεῖα ταῦτα ἀποχωρίζοντες καὶ κατατάσσοντες ὡς τρίτην κατηγορίαν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Γενικοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὴν ἑνότητα τῆς δημοσίας διαχειρίσεως. Διὰ τὸν θέλοντα νὰ λάβῃ πλήρη εἰκόνα τῆς δημοσίας διαχειρίσεως, ἡ ταξινόμισις τοῦ προϋπολογισμοῦ περιλαμβάνει δύο ἑτέρας κατηγορίας. Μέχρι τοῦδε τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατηρτίζοντο ἄλλως. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἰσήγοντο ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἀντιθέτως ὅλα τὰ ἔξοδα. Ὑπῆρχε καὶ κίνησις κεφαλαίων, ἡ ὁποία ἐξεπροσωπεῖτο ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τοῦ Κράτους, τοῦθ’ ὅπερ ὅμως ἀπὸ χρόνου ἀνεστάλη, μὴ στηριζόμενον ἐπὶ ἰσολογισμοῦ πραγματικοῦ τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους, μὴ στηριζόμενον ἐπὶ συστήματος λογιστικοῦ πλήρους, ἀλλ’ ἐπὶ λογαριασμῶν ἐν πολλοῖς ἐσφαλμένων καὶ εἰκονικῶν. Ἀπὸ ἐτῶν τριῶν ἢ τεσσάρων εἰσήχθη τὸ σύστημα τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἀνεγράφησαν καὶ ὡς ἔσοδα τὰ συνομολογηθέντα δάνεια. Εἰσήγοντο τοιουτοτρόπως ταῦτα εἰς τὴν δημοσίαν διαχείρισιν ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀντιθέτως δὲ ἀνεγράφησαν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα αἱ ἀνάγκαι εἰς τὰς ὁποίας ἀνταπεκρίνετο ἡ συνομολόγησις τῶν δανείων. Εἰς τὸν ἔκτακτον προϋπολογισμὸν ἀνεγράφετο συγχρόνως καὶ τὸ περίσσευμα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, περίσσευμα τὸ ὁποῖον συνεχέετο ἐν πολλοῖς καὶ πρὸς τὰ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα. Τοῦ ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ ἡ ἀνάγκη ἐξέλιπεν, ἐξέλιπε δὲ ταχέως, ἐκλιπόντων τῶν περισσευμάτων ἕνεκα τῶν μεγάλων δαπανῶν τὰς ὁποίας προεκάλεσαν αἱ περιστάσεις, αἵτινες ἔληξαν αἰσίως, ἀλλ’ ἀφῆκαν ἀποτελέσματα οὐσιαστικὰ καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ διοίκησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤδη εἰσάγει τὴν ἑξῆς κεφαλαιώδη διάκρισιν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Διακρίνει τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα εἰς πραγματικὰ καὶ εἰς ἔσοδα καὶ ἔξοδα προερχόμενα ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων. Ἀφ’ ἑτέρου τὰ πραγματικὰ ἔσοδα διακρίνει εἰς τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ εἰς τὰ ἔσοδα τὰ ἔκτακτα καὶ ὁμοίως τὰ πραγματικὰ ἔξοδα διακρίνει εἰς τακτικὰ καὶ ἔκτακτα ἔξοδα. Ἀναμφισβητήτως ἀπὸ λογιστικῆς ἀπόψεως τὸ σύστημα εἶναι πλῆρες. Ἔχει βεβαίως τοῦτο ἀνάγκην ἐξελίξεώς τινος, διαρρυθμίσεώς τινος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἀλλ’ ἡ θεωρητικὴ σύλληψις τοῦ ζητήματος ἀπὸ λογιστικῆς ἀπόψεως εἶναι ὀρθή. Ἀναμφισβητήτως δὲ ὁ θέλων νὰ ἀναγνώσῃ τὸν προϋπολογισμόν, θὰ εὕρῃ εὐκολωτέραν τὴν σύλληψιν τῆς εἰκόνος τῆς δημοσίας διαχειρίσεως ἐν τῇ καταστρώσει καὶ ταξινομήσει τῶν κεφαλαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὡς ταῦτα ἔχουσι συντελεσθῇ. Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἐπίσης δύναται νὰ εὑρεθῇ πρὸ δυσχερειῶν διὰ τὴν σύγκρισιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν παλαιῶν προϋπολογισμῶν πρὸς τοὺς σημερινούς. Τοῦτο ὅμως εἶναι μικρὸν μειονέκτημα μηδαμινόν, ἀπέναντι τοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ σύστημα τοῦτο. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ, ἔνθα ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τοῦτο, προσέκρουσεν εἰς ἀντιρρήσεις θεωρητικάς, ἀλλ’ ἡ σύνοψις τῶν ἀντιρρήσεων, κυρίως δὲν ἐστράφη εἰς τὸ λογιστικὸν μέρος, ἡ σύνοψις τῶν ἀντιρρήσεων ἐστράφη, στρέφεται καὶ θὰ στρέφηται ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πορισμάτων εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον σύνταξις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἀναμφισβητήτως διὰ τὸν θέλοντα προχείρως καὶ ἄνευ βαθείας γνώσεως τῶν λογιστικῶν τοῦ Κράτους, νὰ ἀνεύρῃ τὴν οἰκονομικὴν ἀλήθειαν, ὁ προϋπολογισμὸς ὅστις εἰσήχθη εἶναι προϋπολογισμὸς δεικνύων πολὺ εὐνοϊκώτερα καὶ πολὺ αἰσιώτερα τὰ πράγματα ἀφ’ ὅ,τι ἤθελον παρασταθῇ, ἐὰν συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ σύστημα τὸ παλαιὸν τῆς ἁπλῆς ἀριθμήσεως ὅλων τῶν κονδυλίων τῶν ἐσόδων καὶ ὅλων τῶν κονδυλίων τῶν ἐξόδων. Καὶ ἀκριβῶς ἡ τοιαύτη τοῦ προϋπολογισμοῦ σύνταξις, ἀπομακρύνει πάντα κίνδυνον συγχύσεως, εἰς ὃν ἤθελε περιπέσει καὶ ὁ μετ’ ἐπιμελεστέρας ἐξακριβώσεως καὶ διονυχίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ μελετῶν τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ ἡ περὶ τούτων συζητοῦσα Βουλή. Προκειμένου περὶ τῆς ἀναγραφῆς τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Ταῦτα ὀρθῶς ἔχουσιν ἀναγραφῇ. Ἀλλὰ δύο κεφαλαιώδη σημεῖα προκαλοῦσι τὴν πλάνην, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφιλοχωρήσῃ περὶ τὴν πραγματικὴν ἐκτίμησιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἰσοζυγίου. Ὁ προϋπολογισμὸς παρέχει ἐν τῷ συνόλῳ του πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς ταμιακῆς καταστάσεως, τῆς παρουσιαζομένης μετὰ τὴν ἄθροισιν ὅλων τῶν κεφαλαίων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἡ ταμιακὴ δὲ κατάστασις καταλήγει εἰς ὁλικὸν ἔλλειμμα 69.588.013.21 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν πρὸ παντός, οὐχὶ ἡ ἐξέτασις τῆς ταμιακῆς, ἀλλὰ κυρίως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν ἡ γνῶσις, ἂν τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον ὑφίσταται, ἢ ἂν τοὐλάχιστον εἶναι τοῦτο ἐφικτὸν καὶ πότε. Ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν νὰ ἐλέγξῃ, ἂν τὸ σύνολον τῶν πραγματικῶν ἐσόδων δύναται νὰ ἀντιμετωπίζῃ νικηφόρως τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ λειτουργήσωσιν αἱ δημόσιαι λειτουργίαι, αἱ πολιτικαὶ ἐξουσίαι. Ὡς ἔχει καταρτισθῇ ὁ προϋπολογισμός, μὲ ἀντιπαράστασιν ἐξόδων τακτικῶν πρὸς ἔσοδα τακτικά, παρουσιάζεται ἔλλειμμα δρ. 27.510.261.30. Ἀλλὰ μὴ τοῦτο εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα καὶ μὴ ἡ Βουλὴ προβαίνουσα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ πεισθῇ ὅτι τὸ ἔτος 1915 θὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἔχοντες νὰ θεραπεύσωμεν ἔλλειμμα οἰκονομικὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐκ μόνον 27.510.261.30 δραχμῶν συνιστάμενον; Περὶ τούτου χρειάζεται ἐξέτασις. Τὰ δύο σημεῖα τῶν ἐξόδων τὰ καίρια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ μεταβολὴ τῆς διατάξεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ περιπλάνησις τῶν ἀριθμῶν, εἶναι τὸ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων καὶ τὸ τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν κεφαλαίων. Κύριοι· εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἀνεγράφησαν μετ’ αὐστηρᾶς περισυλλογῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅλαι ἐκεῖναι αἱ δαπάναι, αἵτινες δὲν στηρίζονται εἰς νόμους ἐπιβάλλοντας τὰς δαπάνας ταύτας, πρὸς κανονικὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, εἴτε εἰς σκοπιμότητα ἐπιβολῆς τῶν δαπανῶν, διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν αὐτῶν ὑπηρεσιῶν, ὅλαι ἐκεῖναι αἱ δαπάναι αἵτινες μὴ ὑπαγόμεναι εἰς τὰς δύο ταύτας γενικὰς κατηγορίας, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικαὶ ἐπαναλήψεως κατ’ ἔτος. Ἡ τοιαύτη διάκρισις τῶν δαπανῶν, εἶναι κατ’ ἐμὲ ἐσφαλμένη κατὰ βάσιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι δαπάνη ἔκτακτος δι’ ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ καθ’ ὅλας αὐτοῦ τὰς πολιτειακὰς ἐκφάνσεις, εἶναι πᾶσα δαπάνη ἡ ὁποία δὲν ἐπαναλαμβάνεται τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἐὰν ταύτην τὴν λογικὴν ἠθέλωμεν ἀποδεχθῆ, ἠθέλομεν φθάσει εἰς συμπεράσματα πολὺ δυσάρεστα διὰ τοῦ συστήματος τούτου, ἀλλὰ καὶ ἠθέλομεν θέσει διὰ τὴν διαχείρισιν τὴν δημοσίαν, μίαν πεπλανημένην βάσιν, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν ἴσως νὰ παρασυρθῇ τις εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πέραν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἡ ὑπεροχὴ τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα, πᾶσα δαπάνη μὴ δυναμένη νὰ ἐπαναληφθῇ κατ’ ἔτος, θὰ ἦτο ὀρθὸν ἢ δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ δι’ ἐκτάκτων πόρων ἢ δανειακῶν πόρων. Ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ πλάνη ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθάλπηται, τὴν ὁποίαν δὲν ζητεῖ νὰ ὑποθάλψῃ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑποπέσῃ πᾶς τις ἐρευνητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν θέλωμεν νὰ εὑρισκώμεθα ἐντὸς τῆς οἰκονομικῆς λογικῆς καὶ ἀληθείας, ὀφείλομεν ἵνα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα χωρίσωμεν εἰς δύο κατηγορίας. Εἰς πᾶν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντεταλμένον νὰ διαχειρίζηται σύνολον ὁμοειδῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὑπάρχει πάντοτε κεφάλαιόν τι ἐκτάκτων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται τὸ ἓν ἔτος ὑπὸ μίαν μορφὴν καὶ τὸ ἄλλο ὑπὸ ἑτέραν μορφήν, ἀλλ’ ἀνάγονται πάντοτε εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀπροβλέπτων καὶ οὐχὶ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων. Ταῦτα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἀνάγονται εἰς τὴν τακτικὴν διαχείρισιν καὶ εἶναι πρέπον καὶ ὀρθὸν ν’ ἀντιμετωπίζωνται μόνον διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων. Τοῦτο ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ὀρθὸν ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῆς καὶ πολιτικῆς. Μόνον ἐκεῖνα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα εἶναι δυνατὸν νὰ χωρισθῶσιν ὡς καθαρὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ὅσα ἀνάγονται εἰς νέας ἐγκαταστάσεις ἐν τῷ Κράτει, μὴ ἐξυπηρετοῦντα κειμένας ἤδη πολιτειακὰς λειτουργίας. Καὶ τοιαῦτα ἔξοδα εἶναι ἡ ἐκτέλεσις ἔργων ὁδοποιίας, ἡ ἐγκατάστασις Ναυστάθμου, ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων. Ταῦτα εἶναι ἔκτακτα ἔξοδα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ τὸ Κράτος διὰ τῶν τακτικῶν αὐτοῦ πόρων. Εἶναι ἔκτακτα ἔξοδα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα καθιεροῦσι μίαν κατάστασιν, ἥτις θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐπὶ ἔτη πολλὰ ὡρισμένας λειτουργίας. Καὶ εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ δαπάνη αὕτη δι’ ἐκτάκτων πόρων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία θὰ βαρύνῃ πάσας τὰς ὠφελουμένας ἐκ τούτων γενεὰς πολιτῶν. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη κατηγορία ἐκτάκτων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα δὲν φέρουσι τὸν χαρακτῆρα τοῦτον. Ταῦτα δὲ δυστυχῶς εἶναι καὶ τὰ περισσότερα. Εἶναι ταῦτα ἔξοδα μικρῶν ἐγκαταστάσεων πρὸς διευκόλυνσιν ὑπηρεσιῶν κειμένων, ὡς εἶναι παραδείγματος χάριν ἡ δαπάνη διὰ τὴν κατασκευὴν μιᾶς πτέρυγος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἢ πρὸς βελτίωσιν τοῦ κτιρίου, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ λειτουργήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ δαπάνη πρὸς κατασκευὴν μιᾶς πυριτιδαποθήκης ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἢ πρὸς ἐγκατάστασιν μιᾶς ἠλεκτρικῆς μηχανῆς πυροσβεστικῆς. Αἱ δαπάναι αὗται δὲν εἶναι ἔκτακτοι δαπάναι, ἀλλ’ εἶναι δαπάναι ἐξυπηρετήσεως τῆς λειτουργίας κειμένων ἤδη ἐγκαταστάσεων. Ὡς πᾶς οἰκογενειάρχης ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, ἤθελεν ὑπολογίσει ἓν κεφάλαιον ἀπροβλέπτων, διὰ νὰ ἐπισκευάσῃ τὸ ἓν ἔτος ἓν δωμάτιον τῆς οἰκίας του, τὸ ἕτερον ἔτος διὰ νὰ φυτεύσῃ δένδρα ἐν τῷ κήπῳ του, τὸ τρίτον ἔτος διὰ νὰ προβῇ εἰς ἕνα καλλωπισμόν, καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ τὸ Κράτος εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα ἔχει τοιαύτας ἀνάγκας καὶ πρέπει νὰ ἀναγράφῃ δαπάνην τινά, ἥτις χρησιμεύει πρὸς βελτίωσιν τῶν κειμένων ἐγκαταστάσεων. Αὐτὰ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπίζωνται διὰ δανειακῶν πόρων, διότι τὸ Κράτος οὕτω προβαῖνον εἰς ἀντιμετώπισιν τοιούτων ἐξόδων, ἤθελεν ὁδηγηθῇ εἰς οἰκονομικὴν καταστροφήν. Θὰ ὡμοίαζε τὸ Κράτος πρὸς τὸν οἰκοδεσπότην, ὅστις, μὴ δυνάμενος νὰ ἔχῃ τὸ οἰκονομικόν του ἰσοζύγιον κατ’ ἔτος ἠσφαλισμένον διὰ τῶν τακτικῶν του δαπανῶν, θὰ προέβαινεν εἰς ἐπίτευξιν τοῦ ἰσοζυγίου τούτου δανειζόμενος δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ δι’ ἔργα, τὰ ὁποῖα, εἴτε παραγωγικὰ εἴτε οὔ, ἤθελον ἐπιφέρει ἐπιβάρυνσιν μείζονα εἰς τὰ τοῦ οἴκου αὐτοῦ. Θέλω προβῇ εἰς ἀνάλυσιν τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, ἵνα πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι πρόκειται περὶ ἀθροίσματος μικρῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους ὡς συνήθεις δαπάναι, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὰς πραγματικὰς ἐκτάκτους δαπάνας, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι καταλήγουσιν εἰς ὁλικὸν ἄθροισμα κατὰ πολὺ μεταβάλλον τὴν ἄποψιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἰσοζυγίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μόνον δ’ ὅταν τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων καταταχθῇ, ὡς ἐμπρέπει, μόνον τότε θέλομεν ἔχει πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ θὰ δυνηθῶμεν νὰ στηρίξωμεν συμπεράσματα ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τοῦ κεφαλαίου τῶν δαπανῶν, ἔχομεν δευτέραν περιπλάνησιν ἐξόδων, ἐμφανιζομένην ἐν τῇ κατηγορίᾳ τοῦ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων, ἔχομεν τὴν περιπλάνησιν τῶν χρεωλυσίων. Περὶ ταύτης ὡμίλησε χθὲς ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ τονίσω καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα. Τὰ χρεωλύσια ἀποτελοῦσι βεβαίως, καταβαλλόμενα, ἀπόσβεσιν παθητικοῦ. Ἀλλ’ ἡ καταβολὴ τῶν χρεωλυσίων, εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τοῦ Κράτους. Εἶναι δυνατὸν τὰ χρεωλύσια νὰ ἀναγράφωνται ἐν τῷ κεφαλαίῳ ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ μετασχηματισμοῦ ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ὅτι τὰ χρεωλύσια δύνανται νὰ ἀντιμετωπισθῶσι διὰ πόρων πέραν τῶν συνήθων. Ἴδωμεν τί πράττει πᾶς ὅστις εὑρίσκεται ἔχων δάνεια καὶ ὅστις ἔχει ἀνάγκην νὰ κανονίσῃ τὴν οἰκονομικήν του διαχείρισιν, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐξόφλησιν τῶν δανειστῶν του. Ἐὰν δὲν εἶναι συμβεβλημένος πρὸς καταβολὴν χρεωλυσίων, θὰ φροντίσῃ ἵνα ἐκ τῶν ἐτησίων περισσευμάτων του διαθέσῃ κατὰ βούλησιν ποσά, πρὸς τμηματικὴν ἐξόφλησιν τῶν δανείων. Ἐὰν δὲ εἶναι δεσμευμένος διὰ χρεωλυσίων, θὰ προβῇ εἰς τὰς ἀναγκαίας οἰκονομίας, ἵνα περισσεύσωσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ χρεωλύσια. Ταῦτα θὰ πράξῃ πᾶς συνετὸς οἰκογενειάρχης. Αἱ ἑταιρίαι πᾶσαι ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι καλῶς διοικοῦνται — καὶ ἂν ἤθελον πράξει τὸ ἐναντίον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ συνελάμβανεν αὐτὰς ἐκ τοῦ ὠτίου — ἐὰν μὴ προβαίνωσιν εἰς ἀπόσβεσιν κανονικὴν ἐτησίως, ὄχι μόνον τῶν δανείων, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐγκαταστάσεων. Ὀφείλουσι δὲ νὰ πράξωσι τοῦτο ἐκ τῶν ἐτησίων αὐτῶν κανονικῶν πόρων, οὐχὶ διὰ δανείων, διότι ἑταιρία ἥτις ἤθελε προβῆ εἰς ἀπόσβεσιν τῶν δανείων τοιουτοτρόπως, θὰ ἤγετο εὐθὺ πρὸς τὴν χρεωκοπίαν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς ἰδιώτης ἢ ἔμπορος ἢ ἀνώνυμος ἑταιρία ἤθελεν ἐκτελέσει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῆς καὶ τοῦ συμφέροντος αὐτῆς, τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ πράξῃ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιτακτικῶν ὅρων ὑφ’ οὓς ζῇ. Διότι τὰ χρεωλύσια διὰ τὰ Κράτη δὲν ἀποτελοῦσι δαπάνην προαιρετικήν, ἣν δύνανται νὰ καταβάλωσι πρὸς τοὺς δανειστὰς ἢ οὗ ἢ νὰ ἀναβάλωσιν ὁποτεδήποτε θέλωσι. Διὰ τὸ Κράτος ἡ ὑπηρεσία τῶν χρεωλυσίων εἶναι ὑπηρεσία ἐπιτακτικὴ, εἶναι ὑπηρεσία προνομιοῦχος, διότι ἀσφαλίζεται αὕτη δι’ ἐνεχύρου, διὰ τῆς ἐκχωρήσεως δημοσίων προσόδων. Κατὰ συνέπειαν τὰ χρεωλύσια πρὸ παντὸς ἐξόδου τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰσπράττονται ὑπὸ τῶν δανειστῶν, διότι ὡς εἶπον εἶναι ἠγγυημένα. Ἐφ’ ὅσον ἄρα ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι οὑτωσὶ ἐπιτακτικὴ, ὥστε μετὰ τὴν ἐξαίρεσιν αὐτῆς ἐκ τῆς δημοσίας διαχειρίσεως, εἶναι ἐπιτετραμμένη ἡ περαιτέρω δαπάνη διὰ τὰς λοιπὰς λειτουργίας τοῦ Κράτους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς ὅτι τὰ χρεωλύσια δύνανται νὰ ἀντιμετωπισθῶσι διὰ πόρων μὴ τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων, ἀπροβλέπτων εἴτε δανειακῶν; Ἐὰν τοῦτο ἠθέλωμεν πράξει, θὰ ἐφθάνωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, τὴν πρὸ δεκάδων ἐτῶν, καθ’ ἣν διὰ συνδυασμῶν χρηματιστικῶν, ἤτοι δι’ ἑκάστοτε συνομολογουμένων δανείων, ἐξωφλοῦντο οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν κειμένων δανείων. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο ἐκτάκτου δυσχερείας καὶ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη τῶν τοιούτων οἰκονομικῶν συνδυασμῶν κατέληξεν εἰς ταχίστην ἐπέμβασιν τοῦ Διεθνοῦς Ἐλέγχου. Τοιαύτην πλάνην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσωμεν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν λογιστικῶς ἔχουσι καλῶς καταταχθῇ τὰ τῆς δημοσίας διαχειρίσεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Εἶναι ὀρθὸν νὰ προβλέψωμεν, ἵνα μὴ ἡ τοιαύτη λογιστικὴ καλὴ κατάταξις, περιπλανήσῃ καὶ παραπλανήσῃ ἡμᾶς εἰς πλάνας δεινάς, περὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς πραγματικῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τοῦ ἡμετέρου προϋπολογισμοῦ. Κύριοι, τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ ἡμετέρου προϋπολογισμοῦ ἀναλύονται εἰς δρ. 86,654,225.95 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν — ἐννοεῖται ὅτι περιλαμβάνονται εἰς τοῦτο τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ δημοσίου χρέους πλὴν τῶν χρεωλυσίων — εἰς δρ. 5,888,051 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς δρ. 10,862,387.60 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἰς δρ. 25,833,834 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας ἔχουσι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος συγκεχυμένως, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτῶν εἰσήχθησαν ἑνιαίως ὡς προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν μέσῳ δὲ τοῦ ἔτους διεχωρίσθησαν καὶ κατηρτίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, δυνάμει τοῦ γνωστοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ ὁποίου ἡ κύρωσις ἔπαυσε, εὐτυχῶς, ζητουμένη παρὰ τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον δὲ καθώρισε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, δι’ ἐπὶ πλέον τοῦ ἑξαμήνου χρονικὸν διάστημα. Ἀλλὰ τμῆμα δαπανῶν προϋπολογισμένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤδη δὲ μεταβιβασθεισῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, εἶχεν ἤδη δαπανηθῆ, κατὰ συνέπειαν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, περιέλαβε ὄγκον ἐνέχοντα ἐν ἑαυτῷ καὶ μέρος τῶν δαπανῶν, κεφάλαιά τινα τοιούτων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἔχει δαπάνας δρχ. 13,452,499 καὶ ταύτας ὀλιγωτέρας τῶν πραγματικῶν, διότι, ὡς εἶπον, ἀντίστοιχοι δαπάναι ἔχουσι καταναλωθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει δαπάνην δρ. 10,803,307, ὁ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δρ. 4,720,856, ὁ τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 48,523,440,75 καὶ ὁ τῶν Ναυτικῶν δρ. 28,800,840. Ἐν ὅλῳ ἀναγράφονται δαπάναι τακτικαὶ δρ. 235,539,445.30. Μετὰ τὸν τακτικὸν τοῦτον προϋπολογισμόν, ἔχομεν τὸν ἔκτακτον, περιλαμβάνοντα ἔκτακτα ἔξοδα ἐκ δρ. 214,004, 884.99 καὶ τὸν προϋπολογισμὸν μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων περιλαμβάνοντα ἔξοδα ἐκ δρ. 180,087,207.92 ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 394,092,092.91. Οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποδίδω δι’ ὅσων ἀνέπτυξα, πρὸς διάκρισιν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν ἀπ’ ἀλλήλων καὶ πρὸς κανονικὴν διάταξιν τῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν κατὰ μετασχηματισμὸν ἐξόδων περιλαμβανομένων χρεωλυσίων, οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι, λέγω, ὑπόκεινται εἰς ἀλλοίωσιν. Ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν καὶ εἶναι πρέπον νὰ ἀντιμετωπίζωνται δι’ ἐκτάκτων πόρων ἢ διὰ δανείων, ὡς καθαρῶς ἔκτακτα ἔξοδα, εἶναι τὰ ἑξῆς. Εἶναι τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν προσωρινῶν δανείων, ἤτοι ἔξοδα προμηθείας καὶ χαρτοσήμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἀναγράψει εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα καὶ τοὺς τόκους τῶν προσωρινῶν δανείων. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ἡ ἐξασφάλισις προσωρινῶν δανείων, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐγγράφηται εἰς τὰ κεφάλαια τῶν μετασχηματισμῶν, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τῶν τόκων τῶν προσωρινῶν δανείων δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγράφηται οὔτε εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα, οὔτε εἰς τοὺς μετασχηματισμοὺς κεφαλαίων. Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ δάνειον τῶν 250.000.000, ἐξ οὗ ἐξωφλήθησαν τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἀντὶ νὰ ἐκδοθῇ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸν Μάϊον, εἶχεν ἐκδοθῇ τὴν 1ην Ἰανουαρίου, ἤθελον ἀφαιρεθῇ αἱ δαπάναι τῶν τόκων ἀπὸ τῆς κατηγορίας τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων καὶ ἤθελον ταχθῆ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τακτικῶν. Ἡ ὑπηρεσία τῶν τόκων ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου τῶν 250.000.000, κατὰ συνέπειαν δὲ καὶ οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων, ὡς τακτικαὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, εἶναι ἀναγραπτέαι ἐν τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Αἱ προμήθειαι ὅμως καὶ τὸ χαρτόσημον ἀνάγονται εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα. Ταῦτα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρχ.6.148.697. Ὀρθῶς ἀναγράφονται, ἡ παροχὴ εἰς πολεμικὰ ταμεῖα, ἥτις ἀνέρχεται εἰς δρχ. 123.400.000 διὰ τὰ δύο ταμεῖα, ἤτοι δρχ. 33.400.000 διὰ τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ δρχ. 90.000.000 διὰ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἡ δαπάνη διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἐποίκων τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἐκ δρχ. 1.700.000. Τοιουτρόπως τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ διὰ δανείου δυνάμενα νὰ ἀντιμετωπισθῶσιν, ἀνέρχονται εἰς δρχ. 131.248.697. Ἀλλὰ προστίθενται εἰς ταῦτα τὰ ἔξοδα τῆς κατηγορίας μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων, ὁποῖα εἶναι ἡ ἐξόφλησις τῶν προσωρινῶν δανείων τῶν 40.000.000, τῶν 50.000.000, τῶν 40.000.000, νεωτέρας ἐκδόσεως, τῶν 30.000.000, ἡ ἀπόσβεσις μέρος τοῦ Γεωργικοῦ Θεσσαλικοῦ δανείου καὶ ἡ ἀπόσβεσις τοῦ πατριωτικοῦ δανείου ἐν Ἀμερικῇ. Ταῦτα ἀνέρχονται εἰς δρχ. 171.456.160. Ἐν συνόλῳ ἄρα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν παρουσιάζει σύνολον δαπανῶν ἐκτάκτων καὶ κατὰ μετασχηματισμὸν κεφαλαίων, ἐξυπηρετουμένων διὰ δανείων καὶ μὴ δυναμένων ἄλλως νὰ ἐξυπηρετῶνται ὀρθῶς εἰμὴ διὰ δανείων, ἐκ δρχ. 302.704.857. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπίσης παρουσιάζει ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ ὁποῖα μόνον διὰ δανείου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετηθῶσι. Τοιαῦτα εἶναι ἡ προμήθεια τροχαίου ὑλικοῦ τοῦ σιδηροδρόμου Πειραιῶς–Τοψίν, ἡ ἐνίσχυσις τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Παπαπουλίου, ἡ περίθαλψις προσφύγων, οἱ μισθοὶ ναυτοχωροφυλάκων ἐπιστρατευθέντων, ἡ περίθαλψις προσφύγων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ὁμοίως ἐν Ἠπείρῳ. Σύνολον δαπάνης διὰ ταῦτα προϋπολογίζεται εἰς δρχ. 20.314.460. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας περιλαμβάνει ἐπίσης δαπάνας ἀντιστοίχους πρὸς τὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οἷαι εἶναι ἡ συμπλήρωσις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ Πειραιῶς–Τοψίν, ἡ ἐνίσχυσις τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Παπαπουλίου, ἡ κατασκευὴ ἑνωτικῆς γραμμῆς Παπαπουλίου–Τοψίν, ἡ προμήθεια λυομένων παραπηγμάτων διὰ τὸ προσωπικὸν κατασκευῆς τῶν σιδηροδρόμων τούτων, ἐγκαταστάσεις ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶν γραμμῶν τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος, ἤτοι ἐν συνόλῳ δρ. 8.650.000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν παρουσιάζει ἐπίσης τὰς ἑξῆς δαπάνας, αἵτινες εἶναι ἐπίσης δανειακῶς ἀντιμετωπιστέαι. Δι’ ἔκτακτα ἔξοδα ἱματισμοῦ καὶ ἐξαρτήσεως δρχ. 7.991.471, ὑποθέτω ὅτι ἀνάγεται ἡ δαπάνη εἰς ὑλικὸν ἐπιστρατεύσεως δι’ ὅλον τὸν στρατόν.

§45Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ δαπάνη αὕτη ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν.

§46Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ἐγὼ συνεπέρανον ὅτι πρόκειται περὶ συμπληρώσεως τῶν ἀποθηκῶν — δι’ ἔκτακτα ἔξοδα ὁπλισμοῦ δρ. 825,000, δι’ ἔκτακτα ἔξοδα στρατωνισμοῦ δρ. 1,750,000 — τὰ ἔκτακτα ἔξοδα στρατωνισμοῦ προέρχονται ἐκ τῆς ἀθρόας ἐκγυμνάσεως τῶν ἐφεδρειῶν καὶ ἐκ τῆς κρατήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα τῶν ὑπηρετουσῶν ἡλικιῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 10,566,471. Ἐν συνόλῳ ἄρα οἱ τέσσαρες οὗτοι προϋπολογισμοὶ παρουσιάζουσιν ἔκτακτα ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων δρ. 342,235,788, ἅτινα εἶνε πρέπον καὶ ὀρθὸν ἵνα ἀντιμετωπίζωνται δι’ ἐκτάκτων πόρων καὶ δανείων, διότι εἶναι καθαρῶς ἔκτακτοι δαπάναι, προκληθεῖσαι ἐξ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ἢ ἀνωμαλιῶν. Τώρα βαίνομεν εἰς ἐξέτασιν τῶν ἄλλων κατηγοριῶν τῶν ἐξόδων τῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν μετασχηματισμῶν ἀναγεγραμμένων καὶ τῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων περιλαμβανομένων. Τὰ ἔξοδα ταῦτα εἶνε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς συνήθεις περιοδικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀναφαινομένας ὑπὸ ποικίλας μορφὰς ἑκάστοτε, ἀλλὰ χρησιμευούσας πρὸς ἐξυπηρέτησιν συνήθων λειτουργιῶν τοῦ Κράτους. Τοιαῦται εἶναι ἐν πρώτοις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων ἐκ δρ. 4,815,237. Ἀναμφισβητήτως ἀποτελοῦσιν οὗτοι ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναχθῇ εἰς ἔκτακτον δαπάνην. Τοιαῦται ὁμοίως εἶναι αἱ ποικίλαι ὑποχρεώσεις, ἤτοι ὁ τόκος τῆς ἐξαγορᾶς τῶν ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων ἐκ δρ. 783,640, τὰ ἔκτακτα ἔξοδα διοικήσεως δρ. 63,700, αἱ ἔκτακτοι συνδρομαὶ δρ. 205,500, διάφορα ἔκτακτα ἔξοδα, οἷον χρεωλυτικαὶ δόσεις Ζαππείων κτημάτων, ἔξοδα νομισματοποιΐας κλπ. δρ. 2, 024,587.70. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αἱ δαπάναι αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῶσι διὰ δανείων, εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀντιμετωπισθῶσι μόνον διὰ τῶν τακτικῶν προσόδων. Τοιαῦται εἶναι ἐπίσης αἱ κεκλεισμέναι καὶ διαγεγραμμέναι χρήσεις ἐκ δρ. 3,985,805.09, ἑπομένως ἔχομεν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν σύνολον δρ. 11,878,469.79 ἐκτάκτων δαπανῶν, αἵτινες εἶναι δαπάναι συνήθεις τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι οὐδέποτε ἠκούσθη ὅτι οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναχθῶσιν εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, ἢ ὅτι τὰ ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων ἔξοδα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῶσι δι’ ἄλλων πόρων, πλὴν τῶν τακτικῶν. Προσθέτως εἰς ταῦτα ἔχομεν ἐκ τῆς κατηγορίας τοῦ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων, τὰ τοκοχρεωλύσια ἀνερχόμενα εἰς δρ. 8,631, 047.92. Ἄρα ἔχομεν ἐν συνόλῳ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δαπάνην δρ. 20,503, 517.71, αἵτινες εἶναι ἀντιμετωπιστέαι διὰ τῶν τακτικῶν τοῦ Κράτους πόρων. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν αἱ τοιαῦται δαπάναι ἀνέρχονται εἰς δρ. 4.750.85, ἐκ κεκλεισμένων χρήσεων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπίσης ἔχει κεκλεισμένας χρήσεις δρχ. 61.390.65, αἵτινες ἐτάχθησαν οὐχὶ ὀρθῶς εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχουσι πυρῆνες τοιούτων δαπανῶν, αἵτινες ἀναφαίνονται πάλιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας. Διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, ἀναγινώσκω ὁλόκληρον τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἀναφέρω τοὺς τίτλους τῶν κεφαλαίων μόνον, ἵνα ἡ Βουλὴ συναγάγῃ περὶ τίνος πρόκειται καὶ τὸ σύνολον τῶν κεφαλαίων, διὰ νὰ σχηματίσωμεν τὴν εἰκόνα τὴν γενικήν. Πρόκειται περὶ δαπανῶν: (Ἀναγινώσκει) «Ἐπισκευῆς καὶ ἀνακαινίσεως Ἀνακτόρων, ὁμοίας τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας, ὁμοίας τῶν Ἀνακτόρων Κερκύρας, ἐξυγιάνσεως Ν. Φαλήρου καὶ τῶν πέριξ, συνδρομῆς εἰς πανηγυρισμὸν Ἑπτανήσου, ἀποδοχῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν χωροφυλακῆς, ἀντιμισθίας ἀλλοδαπῶν ἠλεκτρολόγων, ἐκπαιδεύσεως ἀξιωματικῶν χωροφυλακῆς ἐν ἀλλοδαπῇ, κατασκευῆς νέων τηλεγραφικῶν γραμμῶν, κεκλεισμένων χρήσεων, ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν ἐξόδων Κρήτης, μισθοδοσίας ἐκτάκτου προσωπικοῦ Κρήτης, ἀποζημιώσεως κτημάτων ἐν Ἡρακλείῳ καὶ Σπιναλόγγᾳ, ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων ἐν Κρήτῃ, κατασκευῆς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν ἐν Μακεδονίᾳ, ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων Μακεδονίας, κατασλευῆς τηλεγραφικῶν γραμμῶν Ἠπείρου, μελετῶν ἔργων Ἠπείρου, συμπληρώσεως σταθμοῦ αὐτοκινήτων ἐν Ἠπείρῳ, κατασκευῆς διαφόρων κτιρίων καὶ ἔργων αὐτόθι καὶ ὁδοποιΐας τῶν νήσων Αἰγαίου». Ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα ἀνέρχονται εἰς δρ. 50.000, 10.000, 8.000, 3.000, 1.000, ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι εἶναι περιοδικαὶ δαπάναι τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἔκτακτοι, ἐξαιρετικαί, εἶναι δαπάναι ἐξυπηρετοῦσαι τὴν συμπλήρωσιν διαφόρων κτιρίων ὑφισταμένων, εἴτε τὴν ἐπέκτασιν κτιρίων ὑφισταμένων, ἢ τὴν δημιουργίαν ἄλλων κτιρίων πρὸς μείζονα ἐξυπηρέτησιν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη λειτουργοῦσι καὶ ἔχουσιν ἀνάγκην καλλιτέρας ἐγκαταστάσεως διὰ νὰ λειτουργήσωσιν εὐδοκιμώτερον. Ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι δὲν δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δύνανται ν’ ἀντιμετωπισθοῦν διὰ δανείων, οὔτε δι’ ἐκτάκτων πόρων, ἀλλ’ εἶναι δαπάναι εἰς τὰς ὁποίας πρέπει τὸ Κράτος νὰ προβαίνῃ σωφρόνως, ὁσάκις τὸ σύνολον τῆς διαχειρίσεως τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα παρέχῃ περισσεύματα, δυνάμενα μεθοδικῶς νὰ χρησιμοποιῶνται πρὸς τὰς τοιαύτας δαπάνας. Αὐτὴ εἶναι ἡ σώφρων διαχείρισις, αὐτὴ εἶναι ἡ μεθοδικὴ διαχείρισις. Ἡ διαχείρισις καθ’ ἣν χωρὶς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ ἰσοζύγιον τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα, καλύπτομεν τακτικὰς δαπάνας διὰ δανείων, ἡ διαχείρισις αὕτη παύει νὰ εἶναι σώφρων, παύει νὰ εἶναι μεθοδικὴ καὶ ὁδηγεῖ εἰς τὸν ὄλεθρον. Τὸ σύνολον τῶν τοιούτων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέρχεται εἰς δρ. 1.760.652.45. Πράγματι ὅμως δαπάναι τινες ἐκ τούτων κατ’ οὐσίαν ἀνήκουσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ὅστις συμπληροῦται δι’ ἄλλων ἔτι δαπανῶν ἐκ δρχ. 5.772.355 ὁμοίας φύσεως, περιλαμβανομένων ἐν τοῖς κεφαλαίοις των ὑπ’ ἀριθ. 100–102 καὶ 108–162. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν βαρύνουσιν ἐπίσης δαπάναι τοιαῦται ἐκ δρχ. 69,744.90. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας βαρύνεται ἐπίσης διὰ δαπανῶν ἐκ δρχ. 594.910.28. Προορίζονται αὗται δι’ ἀμοιβὰς εἰδικῶν ἀλλοδαπῶν, δι’ ἔξοδα ὑποτρόφων ἐν Εὐρώπῃ δι’ ἐπιχορήγησιν εἰς Διεθνὲς Συνέδριον Ῥώμης, δι’ ἐγκατάστασιν μικροβιολογικοῦ ἐργαστηρίου, δι’ ἐγκατάστασιν γεωργικῶν ἱδρυμάτων Μακεδονίας, Ἠπείρου καὶ νήσων Αἰγαίου καὶ διὰ κεκλεισμένας χρήσεις. Πᾶσαι αὗται εἶναι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους συνήθεις. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περιλαμβάνει ἐπίσης τοιαύτας δαπάνας ἐκ δρχ. 10.848.464.54 ἤτοι εἶναι κεκλεισμέναι χρήσεις δρχ. 8.235.160.54, ἀποδοχαὶ ἀλλοδαπῶν ἀξιωματικῶν δρχ. 300.000, ἔξοδα μιᾶς κλάσεως ἐφέδρων δρ. 1.613.300 καὶ ἔξοδα ἐπιτεταγμένων ἀτμοπλοίων δρχ. 700.000. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ποιοῦμαι τὴν παρατήρησιν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι εἰς ὅντινα ἀριθμὸν ἀναφέρω τελείως εἰλικρινὴς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις κατ’ ἀρχὴν περιλαμβάνονται εἰς τὰς δαπάνας, αἵτινες ἀντιμετωπίζονται διὰ τῶν τακτικῶν ἐξόδων, καθὼς ἀνέπτυξα ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αὗται ἀνάγωνται εἰς διαχείρισιν τοῦ πολέμου καὶ ἐξ αὐτοῦ ἐκπορεύωνται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1914, ἦτο δυνατὸν νὰ καταβληθῶσιν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν τῶν ἀντιμετωπιζομένων διὰ δανείων, ἐφ’ ὅσον τὸ σύνολον τῶν πολεμικῶν δαπανῶν διὰ δανείων ἀντιμετωπίσθη. Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπίσης ἔχομεν σύνολον τοιούτων ἐκτάκτων δαπανῶν ἐκ δρχ. 12.234.522.53. Ὅλαι αἱ δαπάναι αὐταὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι δαπάναι, αἵτινες καθ’ ὅλους τοὺς χρόνους τοὺς πρόσθεν ἀντιμετωπίσθησαν διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους. Ἀνάγονται αὗται εἰς διαφόρους ἐγκαταστάσεις, ἄλλας μικράς, ἄλλας μεγάλας, αἵτινες εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν λειτουργίαν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, εἶναι δ’ αὗται δαπάναι δι’ ἐπιτάξεις, διὰ κεκλεισμένας χρήσεις, δι’ ἀεροπλάνα καὶ ὑδροπλάνα, δι’ ἀποδοχὰς τῆς Βρεττανικῆς Ἀποστολῆς, δι’ ἀλλοδαπὸν τεχνικὸν προσωπικόν, διὰ κατασκευὴν ναυτικῶν κτιρίων, δι’ ἐγκαταστάσεις ἀσυρμάτων, διὰ λέβητας θωρηκτῶν τύπου «Ὕδρας», δι’ ἠλεκτρικοὺς προβολεῖς. Ἐὰν εἴτε μεγάλη αἰσιοδοξία περὶ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἴτε μεγάλη σπουδὴ ἐπεκράτησεν, ὥστε αἱ δαπάναι εἰσήχθησαν ἀθρόαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δὲν παύουσιν ὅμως αὗται νὰ εἶναι δαπάναι, αἵτινες εἶναι ἀντιμετωπιστέαι μόνον διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, διότι δὲν βλέπω κατὰ τίνα λόγον οἱ μισθοὶ τῆς Βρεττανικῆς ἀποστολῆς πρέπει νὰ πληρώνωνται διὰ δανείων ἢ αἱ ἐπιτάξεις διὰ τὰ γυμνάσια, πρέπει νὰ πληρωθῶσι διὰ δανείων ἢ αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις ἢ τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀεροπλάνων καὶ ὑδροπλάνων καθ’ ὅμοιον τρόπον νὰ καλυφθῶσι. Τοιαύτης φύσεως δαπάναι εἶναι αὐταὶ ὧν τὸ ἄθροισμα φθάνει εἰς δρχ. 12.234.522.53. Μόνον μία δαπάνη ἐκ τούτων σπουδαία, ὀγκώδης ἐν τῷ συνόλῳ, εἶναι ἡ τῆς ἀγορᾶς τῶν λεβήτων τῶν παλαιῶν θωρηκτῶν, ἥτις ἀνέρχεται εἰς δρχ. 3.757.900. Αἱ δαπάναι αὗται δὲν εἶναι ἔκτακτοι. Εἶναι ἀνακαίνισις ὑφισταμένων πλοίων καὶ ἔπρεπεν ν’ ἀντιμετωπισθῶσιν ὑπὸ τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ἀνακεφαλαιῶ καὶ ἡ ἀνακεφαλαίωσις τῆς τοιαύτης διακρίσεως τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν μὲ ἄγει εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα τὰ ἀθροιστικά. Ἔχομεν δαπάνας, αἵτινες εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν τοῖς ἐκτάκτοις ἐξόδοις ἢ ἐν τῇ κατηγορίᾳ τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν κεφαλαίων καὶ αἵτινες ἀνέρχονται εἰς δρχ. 51.856.304.91 δρχ. Αἱ δαπάναι δὲ αὗται εἶναι δαπάναι αἵτινες παρὰ Κράτους συνετοῦ καὶ σωφρόνως διαχειριζομένου τὰ ἴδια δύνανται ν’ ἀντιμετωπισθῶσι μόνον διὰ τῶν τακτικῶν πόρων, εἴτε διὰ τῶν περισσευμάτων τῶν τακτικῶν πόρων. Τώρα αἱ δαπάναι αὐταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῶσιν ἐὰν τὸ κεφάλαιον περὶ οὗ εἶπον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀφαιρεθῇ, ἀφαιρεθῇ δὲ ἐπίσης καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λεβήτων τῶν θωρηκτῶν τύπου «Ὕδρας». Τότε θὰ φθάσωμεν εἰς ποσὸν δρχ. 35.694.644.37. Εἶναι αὕτη ἡ ἐπιεικεστέρα ἐκδοχὴ τῆς διακρίσεως τῶν δαπανῶν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς ἀντιλήψεις τῆς οἰκονομικῆς πλέον καταστάσεως, ἐξερχόμενοι ἐντελῶς τῆς ἀντιλήψεως τῆς ταμιακῆς καταστάσεως. Ἔχομεν ἤδη τακτικὰ ἔξοδα δρχ. 235.539.445.30. Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν ἔκτακτα ἔξοδα καὶ ἔσοδα ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων, διὰ πόρων τακτικῶν ἀντιμετωπιστέων δρχ. 51.856.304.91, ἤτοι ἐν συνόλῳ δρχ. 287.395.750.21, τὰς ὁποίας καλεῖται ν’ ἀντιμετωπίσῃ ὁ προϋπολογισμὸς τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων τοῦ Κράτους, ἀνερχόμενος εἰς δρχ. 216.042.485. Τὸ ποσὸν τοῦτο συμφώνως πρὸς τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, δύναται νὰ ἐλαττωθῇ εἰς δρχ. 271.234. 089.67 δρχ. Κατὰ συνέπειαν οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων τὸ ἔλλειμμα τὸ κατ’ ἐξοχὴν φύσεως οἰκονομικῆς, τὸ ἐνδεικνῦον τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς δημοσίας διαχειρίσεως, εἶναι ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται κατὰ τὸν μὲν πρῶτον ὑπολογισμὸν εἰς δρχ. 70.858.385.21, κατὰ δὲ τὸν δεύτερον ὑπολογισμόν, τὸν ἐπιεικέστερον εἰς δραχμὰς 54.696.724.67. Οἱανδήποτε ἐκδοχὴν θέλει λάβει ἡ Βουλή, τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι φθάνομεν εἰς ἔλλειμμα οἰκονομικὸν πολὺ ἀνώτερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, περιορίσας τοῦτο εἰς δρ. 27.510.261.30, διότι φθάνομεν κατὰ τὴν ἐπιεικεστέραν ἐκδοχὴν εἰς διπλασιασμόν, κατὰ δὲ τὴν τυπικωτέραν ἐκδοχὴν εἰς τριπλασιασμόν αὐτοῦ. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μειοῦται κατὰ 1.270.372 δρχ. κατὰ τὴν πρώτην ἐκδοχὴν καὶ αὐξάνει κατὰ 14.891.288.54 δρχ. κατὰ τὴν ἄλλην ἕνεκα τῶν διαφορῶν, τὰς ὁποίας παράγει καθ’ ἑκάτερον τῶν ὑπολογισμῶν ἡ ἀντιστοίχισις τῶν κονδυλίων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε, παρηγορῶν τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914: «ἐδανείσθημεν, ναί, ἀλλὰ διὰ τῶν δανείων τούτων δὲν ἀντιμετώπισα μόνον τὰς ἀνάγκας τοῦ πολέμου, δὲν προέβημεν μόνον εἰς αὔξησιν τῆς χώρας. Διὰ τῶν δανείων ἀντιμετώπισα καὶ ἀνάγκας τῆς περαιτέρω προπαρασκευῆς τοῦ Κράτους καὶ προσέθεσα ἐνεργητικὸν εἰς τὴν γενικὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, προσέθεσα σιδηροδρόμους, πυρομαχικά, ὁπλισμόν». Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο ἀπολύτως; Ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς βεβαίως εἶναι ὀρθόν, διότι ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς θὰ ἦτο ἄξιος ξυλίσματος ἀφθόνου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ προσήρχετο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ εἴπῃ: «ἐδανείσθην 400 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ τὰ κατηνάλωσα διὰ τὴν ἐσωτερικὴν διοίκησιν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους χωρὶς νὰ προσθέσω τίποτε». Τοιοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναμένῃ ἡ Βουλὴ παρὰ τοῦ φιλτάτου εἰς ἐμὲ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὐδεὶς ἠξίωσε ποτὲ νὰ διατυπώσῃ ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα συνωμολογήθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν διὰ σκοποὺς μὴ χρησίμους εἰς τὸ Κράτος. Ἀλλ’ ἂν δὲν δύναται ἀφ’ ἑτέρου νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, ὅτι ηὔξησε τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους, ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ φθάσῃ εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ καταρτισμοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ καταστρώσωμεν πράγματι ἰσολογισμὸν ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς ἐμπορικὴν διαχείρισιν ἢ ἑταιρίαν, διότι ὑπάρχουσι πράγματά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀποτιμηθῶσι διὰ χρημάτων, ὡς συμβαίνει ἐν πάσῃ ἐμπορικῇ διαχειρίσει. Ἐν τῷ παθητικῷ τοῦ Κράτους ὑπάρχει μέγα τι κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖται δι’ ὀγκώδους ἐτησίας χρηματικῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ ὡς κεφάλαιον δὲν δύναται νὰ ἀποτιμηθῇ. Εἶναι δὲ τοῦτο τὸ κεφάλαιον τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων καὶ τὸ κεφάλαιον τῶν πολιτειακῶν ὑποχρεώσεων. Ἐὰν ἠθέλωμεν νὰ συντάξωμεν ἀκριβῆ ἰσολογισμὸν τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν νὰ ἀναγράψωμεν εἰς τὸ παθητικὸν κεφαλαιοποίησιν τοῦ συνόλου τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, αἵτινες ἀντικρύζονται διὰ τῶν ἐτησίως ἀναγραφομένων δαπανῶν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς πολεμικῆς συντάξεως καὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας· ὡς ἐπίσης, ἐὰν ἠθέλωμεν νὰ ἀναγράψωμεν ἀντίστοιχον ἐνεργητικόν, ὀφείλομεν ν’ ἀναγράψωμεν κεφαλαιοποίησιν ἐπὶ μήκιστον τοῦ συνόλου τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἐπὶ τοῦ συνόλου τῆς περιουσίας αὐτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὀφείλει κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ νόμου πρὸς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται. Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου ἰσολογισμοῦ. Πρόκειται περὶ καταστρώσεως ἄλλου λογαριασμοῦ. Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μήπως νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τὸ κεφάλαιον τὸ ἐκ δανείων, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὸ παθητικὸν τοῦ Κράτους, εἶναι κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀντιμετωπίζεται διὰ τοῦ συνόλου τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι προσέθηκεν ἐνεργητικὸν διὰ τῶν δανείων τούτων; Βεβαίως ὄχι. Ἐν πρώτοις τὰ δάνεια ἀντικρύζονται διὰ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον σχηματίζει ἡ κεφαλαιοποίησις τῶν ἐκκεχωρημένων δι’ αὐτὰ ἐτησίων προσόδων. Τοῦτο εἶναι τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἀντικρύζει πᾶν δάνειον πραγματικῶς κατὰ τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ τὰ κινητά, τὰ ὁποῖα εἰσάγονται εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, ἀποτελοῦσι πραγματικὴν αὔξησιν τοῦ ἐνεργητικοῦ, ἐφ’ ὅσον εἶναι κινητὰ ἄφθαρτα ἢ προσοδοφόρα. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δαπανῶν πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, περὶ ἔργων παραγωγικῆς φύσεως, ὁ δανεισμὸς θὰ ἦτο πραγματικῶς παραγωγικὸς δανεισμὸς καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἐδανείσθην μέν, ἀλλ’ εἰσήγαγον εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους περιουσίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀναπτύξῃ πόρους, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ αὐξηθὲν ἐνεργητικόν. Ἐδῶ ὅμως εἰσήχθησαν πολεμοφόδια — ὀρθῶς εἰσήχθησαν—ἀλλ’ εἶναι αὔξησις τοῦ ἐνεργητικοῦ τὰ πολεμοφόδια καὶ ὁ ἐξοπλισμός; Ὄχι. Ἐὰν ἑταιρία ἐμπορικὴ ἤθελε χρησιμοποιήσῃ ταῦτα, θὰ τὰ ἀνῆγεν εἰς τὰς ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις, διότι εἶναι πράγματα ἀντικαθιστάμενα διαρκῶς, ἐν πολέμῳ δὲ ἀμέσως φθειρόμενα· ἡ ἀναγραφὴ δὲ τοιούτων ἀντικειμένων κινητῶν εἰς τὸν ἰσολογισμὸν τοῦ Κράτους, ἀπαιτεῖ τὴν ἀναγραφὴν καὶ ἰδίας προβλέψεως πρὸς ἀπόσβεσιν. Λοιπὸν ἡ θεωρία αὕτη τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐξυπηρετουμένου διὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς αὐτὸ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν δανείων τοιαύτης κινητῆς περιουσίας τοῦ Κράτους εἶναι θεωρία, ἡ ὁποία ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως δὲν ὑποθέτω ὅτι ἀνεπτύχθη σοβαρῶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ὅτι ἐχρησίμευσε μόνον ὡς εἰσήγησις ἀνάλογος ἀναπτύξεως ζωηροτέρας, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογῶν τὰ δάνεια ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς. Καὶ δὲν δύναται βεβαίως κανεὶς ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν σκοπιμότητα τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ Κράτους, οὔτε πρόκειται περὶ τοιαύτης ἀμφισβητήσεως ἤδη. Κύριοι, κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους τοῦ 1914 καταλήγει εἰς πραγματικὸν οἰκονομικὸν ἔλλειμμα 70.858.385.21 δραχ. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἐπεχείρησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἀρχομένου τοῦ ἔτους 1914 ἢ καὶ προϊόντος τοῦ ἔτους 1914; Ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις, ὅτε εὑρέθη ἀντιμέτωπος οἰκονομικῶν ἀναγκῶν, αἵτινες προέκυψαν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῶν προϊουσῶν ἀναγκῶν τῆς ἀμύνης αὐτοῦ, εὑρέθη προφανῶς ἐν τῷ διλήμματι ἂν πρέπῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1914 διὰ πόρων σταθερῶν, οἵτινες θὰ ἠγγυῶντο τὴν μὴ ἐμφάνισιν ἐλλείμματος καὶ ἐν τῷ ἀμέσως προσεχεῖ ἔτει καὶ κατὰ τὰ ἐπιόντα ἔτη, ἢ ἂν ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν προσωρινήν, παρακολουθοῦσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν φυσιολογικὴν ἐξέλιξιν τῶν ὑφισταμένων πόρων καὶ ἀφ’ ἑτέρου δανειζομένη. Παρηκολούθησε τὴν πολιτικὴν τὴν δανειστικήν, σκεπτομένη ἵνα τὰ ἐλλείμματα τοῦ 1914 καὶ τὰ πιθανὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1915 καὶ 1916 καλύψῃ διὰ δανείων, εἴτε παγίων, εἴτε προσωρινῶν, ἀφήσῃ δὲ καὶ τοὺς πόρους τοὺς κειμένους νὰ ἀναπτυχθῶσι φυσιολογικῶς, ἵνα ἄνευ περαιτέρω ἐπιβαρύνσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς περαιτέρω οἰκονομικὰς ἀνάγκας. Τὸ σχέδιον τοῦτο εἶχέ τινα λογικὴν ἐν ἀρχῇ, ἀλλ’ ἔπαυσε νὰ ἔχῃ λογικὴν ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατεφάνησαν ἔκδηλοι πλέον αἱ περιστάσεις, αἵτινες τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ σχεδίου τούτου παρεκώλυον. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὰ πράγματα μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πρὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, εἶχον ἀρχίσῃ νὰ παρουσιάζωσι παρένθετόν τινα ὀξύτητα, ἥτις δὲν ἦτο ἄπορον ἂν ἤθελε καταλήξῃ καὶ εἰς προστριβὴν θέτουσαν πάλιν εἰς ἀνησυχίαν τὴν εἰρήνην τῶν Βαλκανίων, ἀπό τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ σκεφθῇ ὅτι ὁ δανεισμὸς διὰ τῶν διεθνῶν ἀγορῶν δὲν ἦτο δυνατός. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἤτοι ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμεληθῇ τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως διὰ τῶν πόρων τῶν ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦτο ἐμφανὲς τὸν Ἰούνιον, ἦτο ἀκαταμαχήτως πλέον προφανές, διότι ἐπιβλητικῶς παρήχθη, κατ’ Αὔγουστον, ὁπότε ἡ διεθνὴς ἀγορὰ ἐκλείσθη πλέον οὐχὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος μόνον ἢ τὸ ἑπόμενον, ἀλλὰ δι’ ἀρκετὰ συναπτὰ ἔτη διὰ πάντας τοὺς μικρούς, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην προσφυγῆς εἰς αὐτῶν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης ὠφείλαμεν νὰ ἀποβάλωμεν ἀφ’ ἡμῶν πᾶσαν ἰδέαν ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς βαθμιαίας ἐξελίξεως, τῆς φυσιολογικῆς ἐξελίξεως τῶν κειμένων πόρων καὶ τῆς καλύψεως τῶν ἐλλειμμάτων διὰ δανεισμοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ ἐφαρμογῆς. Περὶ τούτου δὲ θὰ εἴπω προϊόντος τοῦ λόγου περισσότερα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τί ἔπραξεν ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν δημοσιονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν; Οὐδέν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ μίαν τάσιν πρὸς τὴν αὔξησιν τῶν ἀμέσων φόρων, μίαν δυσμενῆ διάθεσιν πρὸς τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ συμπάθειάν τινα πρὸς τὰς νεωτέρας θεωρίας. Δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ οὐδεμίαν ἀποφασιστικὴν δήλωσιν. Εἶναι γνωσταὶ αἱ νεώτεραι θεωρίαι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρυγορῶμεν. Εἶναι ὀρθαὶ αἱ θεωρίαι τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀμέσου φορολογίας ὡς δικαιοτέρας. Αἱ θεωρίαι αὗται ἐκράτησαν ἀπό καθέδρας. Ἀλλὰ πρὸς τὰς θεωρίας ταύτας ἀπόλυτον ἐφαρμογὴν μέχρι τοῦδε, οὐδὲν Κράτος ἠδυνήθη νὰ παράσχῃ. Καθ’ ὃν χρόνον δὲ οἱ σοφοὶ ὅλων τῶν χωρῶν ἀπὸ καθέδρας διδάσκουσιν ὅτι ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι ἡ μόνη δικαίως πλήττουσα καὶ ἐξ ἴσου πλήττουσα, πάντα τὰ Κράτη, τὰ ⅔ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐσόδων αὐτῶν ἔχουσι στηρίξῃ ἐπὶ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως, ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν δασμῶν, ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων ἐν συνόλῳ. Ἡμεῖς ἐξεδηλώσαμεν μίαν συμπάθειαν πρὸς τὰς νεωτέρας ἀρχάς, διότι εἶναι ἀνάγκη καθ’ ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου νὰ φαινώμεθα ὅτι εἴμεθα ἀκόλουθοι τῶν νέων ἰδεῶν, τῶν νέων ἀντιλήψεων. Εἶναι ὡραῖαι αἱ ἀρχαὶ καὶ εἶναι ὡραῖαι αἱ φράσεις αὗται, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ κρίνωμεν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὰς ἀμέσως ἐν Ἑλλάδι, ἢ νὰ ἐφαρμόσωμεν ταύτας κατ’ ἐξέλιξιν καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου. Προκειμένου περὶ τῶν ἐμμέσων φόρων, παρ’ ὅλην τὴν ἀντιπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τούτους παρουσιάζεται ὅτι ἐκδηλοῖ, οὐδὲν ἔπραξεν. Καὶ ὀρθῶς, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ τι. Ἔπραξε τοῦτο μόνον. Προέβη εἰς μεταρρυθμίσεις τινὰς δασμολογικὰς πρὸς δικαιότερον κανονισμὸν ὡρισμένων δασμῶν. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν εἰς ἀντιστάθμισμα τοῦ προφανῶς ὑπάρχοντος ἐλλείμματος; Ἢ μήπως προέβη εἰς τακτοποίησιν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῶν ἀμέσων φόρων; Δύο φορολογικὰ μέτρα ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Κυβέρνησις τάσσοντα ταύτην εἰς τὸ σύστημα τῶν ὑπὲρ τῆς ἀμέσου φορολογίας κεκηρυγμένων. Τὴν μεταβολὴν τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἔνθα ἐπρόκειτο ἄλλως τε περὶ ἀντικαταστάσεως μιᾶς ἀμέσου δι’ ἄλλης ἀμέσου φορολογίας, καὶ τὴν τροποποίησιν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος. Ὁ μὲν φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν δὲν κατωρθώθη νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὁ δὲ φόρος τοῦ εἰσοδήματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον παρηκολουθήθη μέχρι τοῦδε, ὥστε ἀντὶ νὰ βαίνῃ αὔξουσα ἡ ἀπόδοσις αὐτοῦ, βαίνει ἐλαττουμένη, ὁ φόρος δέ, ἐκ τοῦ ὁποίου ὑπελογίσθη ἀρχικῶς 1.000.000 δρχ. εἴσπραξις, ἔφθασεν εἰς 350 ἢ 400 χιλιάδας δρχ. νομίζω, καὶ βαίνει ἐλαττούμενος κατὰ ἀποδόσεις. Οὔτε διὰ τὴν κατ’ ἀπόδοσιν τακτοποίησιν τοῦ φόρου τούτου ἠσχολήθη κἂν ἡ Κυβέρνησις, ὥστε εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα δὲν ἔχομεν καμμίαν ἐκδήλωσιν ἀντιλήψεως πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ δεινοῦ τῶν ἐλλειμμάτων διὰ ῥυθμίσεως τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Νέαν Ἑλλάδα εἴχομεν καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1914 ἓν δέος ἐκδηλούμενον πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως, πρὸς τὸ φορολογικὸν σύστημα τὸ ἰσχῦον ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Μόλις ἐπεβλήθη μικρὰ δασμολογικὴ αὔξησις, ἐνεθυμήθη δὲ μόνον πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, καὶ τοιουτοτρόπως καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1914 ἀπωλέσθησαν πλέον τῶν 8.000.000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς θὰ εἰσεπράττοντο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προέβαινεν εἰς τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν, καθ’ ὃν χρόνον προσῆκε νὰ προβῇ εἰς ταύτην, ἤτοι ἀπὸ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1914. Ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν λοιπῶν ἀμέσων φόρων, ἀτολμία καὶ νωχέλεια ἐπεδείχθη. Ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος ἐφηρμόσθη ἀτελῶς. Τὰ μονοπώλια πυρείων καὶ παιγνιοχάρτων δὲν εἰσήχθησαν κἄν· μόνον τὸ μονοπώλιον τοῦ ἅλατος εἰσήχθη. Ἔχομεν ἀπώλειαν ἐσόδων ἐκ τούτου. Τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, νομίζω, ὅτι ἐν Κρήτῃ οὐδὲ εἰσήχθη κἄν.

§47Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος εἰσήχθη ἐν Κρήτῃ.

§48Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἰσήχθη.

§49Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι εἰσηγμένος.

§50Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ προϋπολογισμός σας λέγει ὅτι δὲν εἰσήχθη.

§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λάθος εἶναι.

§52Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχει μάλιστα καὶ ἀπόδοσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐν Κρήτῃ νόμου καὶ ὄχι τοῦ Ἑλληνικοῦ, οὐδὲ ἐκάματε τροποποίησιν καμμίαν εἰς τὰς δηλώσεις, ἵνα αὐξήσητε τὴν φορολογικὴν προϋπόθεσιν, διότι, ὅπως γνωρίζετε, τὸ οἰνόπνευμα ἐν Κρήτῃ δασμολογεῖται. Ἐπεδείχθη, λέγω, νωχέλεια ἀλλαχοῦ καὶ ἐπεδείχθη ἀλλαχοῦ ἀτολμία. Ἀποτέλεσμα καὶ τοῦ ἑνὸς συστήματος καὶ τοῦ ἑτέρου, ὑπῆρξεν ὅτι δὲν ἐπράξαμεν ὅ,τι ὠφείλαμεν εὐτόλμως νὰ ἐπιδιώξωμεν ἤτοι τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν. Ἀπῃτεῖτο δ’ αὕτη διὰ λόγους καθαρῶς ἐξασφαλίσεως τῆς ἑνιαίας ἀντιλήψεως τοῦ Κράτους ἐν Ἑλλάδι, παρά τε τοῖς νικηταῖς καὶ ἐλευθερωταῖς καὶ παρὰ τοῖς ἐλευθερωθεῖσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς οἰκονομικῆς ἐπιβαρύνσεως, πρὸς ἀντιμετώπισιν ἀφ’ ἑνὸς τῶν δαπανῶν τῶν κολοσσιαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ διὰ τὴν ἐξ ἴσου φορολογικὴν ἐπιβολὴν βαρῶν ἐπὶ ἐκείνους, οἵτινες ἠλευθερώθησαν ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ καὶ οἵτινες ἔχουσιν ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα ἐξ ἴσου φέρωσιν ἐν τῷ συνόλῳ τὰ οἰκονομικὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐπιτεθῇ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἀπητεῖτο ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν Νέων Χωρῶν διὰ λόγους ἐξασφαλίσεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας καὶ τῆς ἐπιτεύξεως ἐκπολιτιστικῶν ἔργων ἐν τῇ χώρᾳ, τῶν ὁποίων ἐξ ἴσου θέλουσιν ἀπολαύσει καὶ οἱ νέοι τῆς Ἑλλάδος πολῖται ὡς καὶ οἱ παλαιοί—ἢ μᾶλλον περισσότερον οἱ νέοι ἀπὸ τοὺς παλαιοὺς—. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς προέχει τὸ ζήτημα τῆς ἀμύνης καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας. Καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας, δὲν ἔχουσι μόνον νὰ αἰσθανθῶσι τὴν εὐθύνην οἱ Ἕλληνες πολῖται τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐλευθερωθεῖσαι ἐπαρχίαι τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ αἱ ἐπαρχίαι τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου ἔχυσαν ἄφθονον τὸ αἷμα αὐτῶν, πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς ὀγκωδέστατα φορολογικὰ βάρη διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν ὅλων τῶν προσπαθειῶν, αἵτινες ἀπὸ 70 ἐτῶν καταβάλλονται διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ταύτην τοῦ Γένους ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐν πλήρει συνοχῇ, εἶναι ὀρθὸν ἵνα καὶ οἱ νέοι πολῖται τῆς Ἑλλάδος συμμετάσχωσιν ἀμέσως ὅλων τῶν βαρῶν ἐκείνων, χάριν τοὐλάχιστον δικαιοτέρας κατανομῆς τῶν βαρῶν, ἅτινα πρὸς ἀπελευθέρωσιν αὐτῶν ἔχουσιν ἀναληφθῇ. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ταῦτα, κύριοι, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῆς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπετέλεσε, ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις παρέμεινε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα μὲ χεῖρας ἐσταυρωμένας, ἐντελῶς ἀναμένουσα τὸν δανεισμόν, ἵνα καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα καὶ τὴν διὰ τῆς φυσικῆς ἐξελίξεως μείζονα ἀπόδοσιν τῶν κειμένων φόρων, ἵνα αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀφ’ ἑτέρου ὑπῆρξαν καὶ γεγονότα τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν τὴν αὔξησιν τῶν βαρῶν, ἕνεκα κυβερνητικῶν σφαλμάτων, καὶ τὰ κυβερνητικὰ ταῦτα σφάλματα ἀνάγονται εἰς δύο κεφαλαιώδεις ἀρχάς. Ἐν πρώτοις τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρετάθη ὑπερμέτρως τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, προεκάλεσε τοιαύτην ἀφαίρεσιν ἑνότητος ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐπιβολῆς, ὥστε ὑπῆρξαν λανθάνουσαι δαπάναι πλεῖσται ὅσαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῶσι λεπτομερῶς καὶ αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν πραγματικὴν αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι δὲ δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν ἐὰν ἡ διοίκησις ἦτο ἐπιβλητικωτέρα ἐπὶ τῶν Νέων Χωρῶν. Μόνον, κύριοι, ἔκτακτος ὁδοποιΐα ἐν Κρήτῃ καὶ Ἠπείρῳ ἀναγράφει δαπάνην 3.000.000 δραχμῶν. Καὶ δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ: Ἦτο ἀνάγκη καθ’ ὃν χρόνον τὰ τοῦ Κράτους εὑρίσκοντο ἐν τῇ καταστάσει, ἥτις σήμερον βεβαιοῦται, καθ’ ὃν χρόνον πᾶσα ἰκμὰς ἔπρεπε νὰ περισυλλεγῇ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀμύνης τῆς χώρας, ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ κατασκευὴ ἐν Κρήτῃ δημοσίων ἔργων 1.800.000 δραχ.; Καὶ δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ: Ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ ἐπιτραπῇ ἐν Ἠπείρῳ ἡ κατασκευὴ δημοσίων ἔργων 1.200.000 δραχμῶν; Καὶ ταῦτα ἐγένοντο τῇ ἐγκρίσει τῆς Κυβερνήσεως; Ἢ ἐγένοντο τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν ἐπιτοπίων διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἠνέχθη; Καὶ διατί ἡ Κυβέρνησις ἠνέχθη τοιαύτας δαπάνας μὴ ἐξυπηρετούσας κανένα σκοπὸν ἀμυντικόν, ἀλλὰ ἐξυπηρετούσας μόνον τοπικὰς ἀνάγκας; Ὅταν δὲ ἡ Κυβέρνησις ἠνέχθη τὰς δαπάνας ταύτας, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἀνέπτυξα, ἠνέχθη καὶ φορολογίαν δι’ ἀποφάσεως Γενικοῦ Διοικητοῦ ἐπιβληθεῖσαν, εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀξιώσῃ ὅτι ἐπὶ τῶν Διοικήσεων τούτων εἶχε χεῖραν στιβαρὰν καὶ ὅτι ἤλεγχε ταύτας καὶ ἐπεβάλλετο ἐπ’ αὐτῶν καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἐπεῖχε τὴν θέσιν Κυβερνήτου ἢ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ Γενικοὶ Διοικηταὶ εἶχον διαρρήξῃ πάντα δεσμὸν πειθαρχίας ἀπὸ τοῦ Κέντρου καὶ ὅτι εἶχον μεταμορφώσῃ ἑκυτοὺς εἰς ἡγεμονίσκους εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις; Ἔκτακτα ἔργα ὁδοποιΐας καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο ὑπὸ μίαν μόνον ἔννοιαν θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐπιτρέψῃ, ἐὰν ἡ κατασκευὴ τῶν δημοσίων αὐτῶν ἔργων εἰς τὰς Νέας Χώρας συνεδυάζετο καὶ πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ θὰ ἤμην ἕτοιμος νὰ χειροκροτήσω δαπάνην ἔκτακτον διὰ κατασκευὴν δημοσίων ἔργων ἐν Μακεδονίᾳ ἀξίας καὶ 6 καὶ 8 καὶ 10 ἑκατομμυρίων καὶ συνομολόγησιν δανείου πρὸς ἀντιμετώπισιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ βλέπετε τὴν φειδωλίαν, μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσηνέχθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς Γενικὸς Διοικητὴς τῆς Μακεδονίας, ἔχων τὴν πραγματικὴν συναίσθησιν τοῦ Κυβερνήτου, ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν δύο ἑτέρας Γενικὰς Διοικήσεις, δι’ ἔργα μὴ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἄμυναν τῆς χώρας, ἀλλὰ δι’ ἔργα ἐκπληροῦντα τοπικὰς ἀνάγκας, δαπανώσας 3.000.000 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν περιστάσεων τούτων, ὑφ’ ἃς ἐγένοντο αἱ δαπάναι αὗται, ἀνεκταὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, δύναμαι νὰ ἐρωτήσω· κύριοι, τὰ τῆς ὁδοποιΐας ἐπὶ τέλους τοῦ Κράτους ἕως πότε θὰ διαβιοῦν καὶ θὰ διαχειρίζωνται οὕτως ἀνωμάλως; ἕως πότε ἡ ὁδοποιΐα τοῦ Κράτους θὰ εἶναι διανεμημένη προνομιακῶς εἰς τοὺς κατέχοντας τὴν θέλησιν διὰ νὰ ἐπιβάλλεται; Καὶ ἕως πότε ἐπὶ τέλους θὰ ὑπάρχουν ἐπαρχίαι στερούμεναι ἴχνους ὁδοποιΐας, ἐνῷ ἄλλαι εὑρίσκονται ἐν ἀπολύτῳ ἐπαρκείᾳ;

§53Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν ἐφρόντισαν οἱ βουλευταί των.

§54Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς λέγει ὅτι δὲν ἐφρόντισαν οἱ βουλευταί· καὶ ἐγὼ ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τῶν βουλευτῶν τοῦτο, εἶναι ἔργον τῶν Κυβερνήσεων. Τῶν βουλευτῶν τὸ μόνον ἔργον εἶναι νὰ ἐλέγχωσι τὸ ἔργον τῆς Κυβερνήσεως, ἔργον ὅμως αὐτῶν δὲν εἶναι νὰ παρακαλῶσι τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ παρασκηνιακῶς νὰ ἐργάζωνται· τοῦτο ἠθελήσαμεν νὰ καταπαύσωμεν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ τοιούτου πνεύματος ἤλθατε καὶ ὑμεῖς εἰς τὴν Βουλήν. Ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι τινὲς τῆς Π. Ἑλλάδος, αἵτινες ἠδύναντο νὰ φθάσωσι εἰς περιωπὴν ἑλβετικῶν καντονίων λόγῳ τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὸ ἔσχατον σημεῖον τῆς εἰκόνος τοῦ πολιτισμοῦ ἕνεκα αὐτῆς τῆς πολιτικῆς. Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη καὶ θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ἀνάγκη ὁδοποιΐας, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἴση καὶ δικαία ἡ μέριμνα καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι καταδικαστέον τὸ ἔργον τῆς πολιτείας ἐπιτρεπούσης ἢ ἀνεχομένης τὴν κατασκευὴν δημοσίων ἔργων πολυδαπάνων ἐν ἐπαρχίαις ὡρισμέναις, χωρὶς νὰ μετάσχωσι καὶ ἕτεραι τῶν αὐτῶν ὠφελημάτων, εἶναι τὸ ἔργον τοῦτο πολλαπλασίως καταδικαστέον, ὅταν αἱ δαπάναι αὗται ἐπιτρέπωνται ἐκ τῶν ἐλειμμάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς ἔχει ἔλλειμμα 70.000.000 εἶναι συγχωρημένον νὰ δαπανῶνται χρήματα δι’ ὁδοποιΐας μὴ ὑπηρετοῦντα ἄμεσον ἀναγκαίαν ἄμυναν τοῦ Κράτους; Ἐρχόμεθα, κύριοι, εἰς ἄλλο κεφάλαιον γενικωτέρας φύσεως. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς κατηγορία δαπανῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους: Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. Μισθοὶ ναυτοχωροφυλάκων δρχ. 1,031.600· ἔκτακτος δαπάνη περιθάλψεως προσφύγων ἐν τῇ Π. Ἑλλάδι δρχ. 6.000.000· περίθαλψις προσφύγων ἐν Μακεδονίᾳ δρχ. 8.880.140· περίθαλψις προσφύγων ἐν Ἠπείρῳ δρχ. 406.720. Ἐν συνόλῳ δαπάνη ἔκτακτος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δρχ. 16.318.460. Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τὴν διατήρησιν μιᾶς κλάσεως ἐφέδρων δρχ. 1.613.300· δαπάνη ἐπιτάξεως δρχ. 700.000· ἔκτακτα ἔξοδα ἱματισμοῦ κλπ. δρχ. 1.000.000. Ταῦτα ἐν ὅλῳ ἀναγράφονται εἰς δραχμὰς 7.991.471, ἀλλὰ διὰ τοὺς κληθέντας ἐπιστράτους ὑπολογίζεται ἡ δαπάνη εἰς δραχ. 1.000.000. Ἤτοι διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔκτακτος δαπάνη δραχ. 5.888.300. Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν. Ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ καὶ ναῦται δραχ. 640.000. Τροφοδοσία τούτων δρχ. 100.000· ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δρχ. 350.000· γαιάνθρακες δρχ. 3.000.000· ἱματισμὸς δρχ. 700.000· ναῦλοι καὶ ἀσφάλιστρα δρχ. 620.000· ἐπιτάξεις δρχ. 200.000· ἀποδοχαὶ ἀλλοδαπῶν πληρωμάτων δρχ. 200.000· τίμημα θωρηκτῶν «Λήμνου» καὶ «Κιλκὶς» δραχ. 66.900.000. Ἤτοι ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου Ναυτικῶν ἐν ὅλῳ δραχ. 72.710.000. Τὰ τρία Ὑπουργεῖα ἐν συνόλῳ ἔχουσιν ἐκτάκτους δαπάνας δραχ. 94.916.760. Κύριοι, ἀνέφερα τὰς δαπάνας ταύτας μὲ τοὺς τίτλους ἑκάστου κεφαλαίου διὰ νὰ ἐρωτήσω πάντα θέλοντα νὰ σκέπτηται περὶ τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων: αἱ δαπάναι αὗται εἰς τί ὀφείλονται; Μὴ αἱ δαπάναι αὐταὶ δὲν ὀφείλονται εἰς τὴν τήρησιν τοῦ Κράτους ἐν ἐπείγοντι καὶ αἰφνιδίῳ ἐξοπλισμῷ, ἐν ἐμπολέμῳ σχεδὸν καταστάσει καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1914; Ὅλαι αἱ δαπάναι τοῦ ἐξοπλισμοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ λάβω τὸν λόγον ἐν τῇ συζητήσει τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅλαι αἱ δαπάναι αὐταὶ διὰ τὴν ἄμεσον ἀγορὰν τῶν πλοίων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν τήρησιν τοῦ Ναυτικοῦ ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει, αἱ δαπάναι αὐταὶ εἰσὶ δαπάναι ἐξαιρετικαί, ὀφειλόμεναι εἰς ἐξαιρετικοὺς λόγους. Ἀλλὰ καὶ αἱ δαπάναι, αἱ ἐξαιρετικαὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ ἐπείγουσαι, ὀφείλονται εἰς παρακράτησιν ἐν τῷ στρατεύματι πλειόνων ἡλικιῶν παρ’ ἐκείνας, αἵτινες κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον ὑπηρετοῦσιν. Τοῦτο δὲ χάριν μείζονος ἀσφαλείας, διότι βεβαίως ἡ κλῆσις τῶν τριῶν κλάσεων ἐφέδρων τῆς Μακεδονίας ἦτο κλῆσις ἁπλῶς ἐπιβεβλημένη διὰ τὴν βαθμιαίαν ἄσκησιν ὅλου τοῦ ἐφεδρικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Μακεδονίας. Ἀλλ’ ἡ παρακράτησις μιᾶς ἡλικίας ἐφέδρων δι’ ὑπηρεσίαν καὶ ἡ σύγχρονος κλῆσις μιᾶς ἡλικίας κληρωτῶν, εἰσὶν μέτρα μείζονος ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ περίθαλψις τῶν προσφύγων εἶναι ἀναγκαία συνέπεια αὐτῆς τῆς καταστάσεως καὶ ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς αἰτίας πηγάζουσιν πᾶσαι αἱ δαπάναι αὗται. Ποῖα εἶναι αὐτὴ ἡ αἰτία; Εἶναι λόγοι ἐξωτερικοί. Εἶναι λόγοι οἵτινες ἀπὸ τοῦ μέσου τοῦ Νοεμβρίου ἐπέβαλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἀποβλέπῃ εἰς τὸ ἔτος 1914 ὡς ἔτος οὐχὶ εἰρηνικοῦ βίου, οὐχὶ παραγωγικοῦ βίου διὰ τὴν ἑλληνικὴν χώραν, ἀλλ’ ὡς ἔτος, καθ’ ὃ οἱ πολεμισταί, οἱ πρὸ ὀλίγου ἀφήσαντες τὸ πεδίον τῶν μαχῶν, ἤθελον κληθῆ διὰ νὰ διακόψωσιν πάλιν τὸ εἰρηνικὸν ἔργον αὐτῶν, ν’ ἀφήσωσι πάλιν πᾶν ἔργον καλλιεργείας τῆς γῆς ἢ χειροτεχνικὸν ἢ ἐπαγγελματικὸν ἔργον καὶ ἐπανέλθωσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἵνα ἀσφαλίσωσι τὴν πατρίδα αὐτῶν. Τοιαῦται ἦσαν αἱ προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀρχαῖς τοῦ 1913 καὶ αἱ προβλέψεις αὐταὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀντιμετωπίζονται διὰ τῶν δαπανῶν τούτων. Καὶ ἤθελέ τις ἐρωτήσει· αἱ ἐξωτερικαὶ προβλέψεις ἦσαν ἀναμφισβήτητοι διότι ὁ θεὸς τῶν πολέμων ἐνέσκηψεν ἀπρόσκλητος εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐνέβαλε τὴν τοιαύτην παραζάλην καὶ τοὺς τοιούτους κινδύνους ἢ μὴ οἱ ἄνθρωποι, παρὰ τὴν πρὸ δύο μηνῶν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην ἐξ ἰδίων σφαλμάτων νὰ προκαλέσωσι τὴν ἀνεμοζάλην ταύτην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ταῦτα πάντα θὰ ἀπεσοβοῦντο, κύριοι, ἐὰν τὰ πράγματα εἶχον ὀρθῶς καὶ προβλεπτικῶς κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ 1913. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεκράτησε πάντοτε ἡ ὑπηρεσιακὴ σύγχυσις καὶ ἐπεβλήθη μόνον ἡ ἀτομικὴ πρωτοβουλία τοῦ διευθύνοντος. Ἔλειψε πάντοτε ἡ ἐκ παραδόσεως ὀργάνωσις, ἡ δυναμένη νὰ καταστήσῃ τοῦτο ὀργανισμὸν ἀφ’ ἑαυτοῦ λειτουργοῦντα καὶ μὴ ὑφιστάμενον τὰς κοπώσεις τοῦ ἀτόμου. Τούτου ἕνεκα ἡ κόπωσις, ἥτις ἐπῆλθεν ἐπὶ τοὺς κυβερνῶντας τὴν χώραν, κόπωσις δεδικαιολογημένη κατὰ συνέπειαν τῶν διετῶν ψυχικῶν ἀγωνιῶν, ἐπεκράτησεν ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῶν ἀτελῶν ὑπηρεσιῶν, ἀποσθεννύουσα πᾶσαν ταχύτητα ἐνεργείας, πᾶσαν ἀποφασιστικότητα περὶ τὴν πρόβλεψιν, πᾶσαν ἀποφασιστικότητα περὶ τὴν λῆψιν τῶν μέτρων. Ἂν μὴ τοῦτο συνέβαινεν, δὲν ἠθέλομεν παραστῆ εἰς τὸ θέαμα τοῦ αἰφνιδίου ἐξοπλισμοῦ τοῦ ἀντιπάλου ἐκείνου, τοῦ πρὸ δύο μηνῶν συνομολογήσαντος μεθ’ ἡμῶν συνθήκην εἰρήνης καὶ ἀμέσως ἀποφασίσαντος ὅπως πλήξῃ ἡμᾶς καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἀπέβαινε πάλιν ἰσχυρός. Ἡ πρόβλεψις αὕτη ἔλειψεν, ἡ ἀποφασιστικότης περὶ τὰ μέτρα ἐξηφανίσθη. Καθ’ ἣν στιγμὴν δ’ ἐγένοντο προσπάθειαι ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας πρὸς ἐξοπλισμόν, ἐπεδείχθη νωχέλεια ἐνταῦθα καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡ Τουρκία εὕρισκε χρήματα, ἐνῷ ἦτο σχεδὸν χρεωκοπημένη, ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν. Τὰ ἑκατομμύρια εὑρέθησαν τότε, ὅτε παρέστη ἀνάγκη ἀπόλυτος, ἔστω καὶ μὲ τόκον 6% καὶ 2% προμήθειαν. Καὶ ἡ εὕρεσις αὐτῶν ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι ἦτο δυνατὴ μέν, ἀλλὰ δὲν ἐπετεύχθη ἐγκαίρως ὅπως ἀντιμετωπισθῇ ἡ κατάστασις. Θὰ μοῦ εἴπητε βεβαίως ὅτι εἶχε συνομολογηθῇ τὸ δάνειον τῶν 250.000.000 καὶ ὅτι εἴχετε καταστήσει τὴν Τράπεζαν ἐλευθεριωτέραν περὶ τὴν παροχὴν τοῦ χρήματος. Ἀλλὰ κατὰ μῆνα Δεκέμβριον δὲν ἀπῃτοῦντο 65.000.000 ἵνα ἀγορασθῇ πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἠσφάλιζε τὴν ἑλληνικὴν ὑπεροχὴν κατὰ θάλασσαν ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἀπῃτεῖτο μόνον προκαταβολή, προκαταβολὴ ἧς τὸ ποσὸν συνεζητεῖτο, ἥτις ἀντὶ τῶν 65.000.000 ἠδύνατο νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 25 ἢ 10.000.000. Καὶ ἡ προκαταβολὴ αὕτη, ἂν ὑπῆρχεν ἡ ἀποφασιστικότης περὶ τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου καὶ περὶ τὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τὴν Τράπεζαν, οἵα ἐξεδηλώθη διὰ τῶν τελευταίων τραπεζιτικῶν νόμων, ἡ προκαταβολὴ αὕτη θὰ εὑρίσκετο, κατόπιν δὲ θὰ συνωμολογεῖτο καὶ εὐκολώτερον τὸ δάνειον καὶ θὰ ἐξεδίδετο εὐκολώτερον ἡ δευτέρα δόσις αὐτοῦ, διότι μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς ναυτικῆς ὑπεροπλίας ἠθέλομεν ἀσφαλίσει διὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς συναλλασσομένης Εὐρώπης, τὴν εἰκόνα τῆς Ἑλλάδος, ἀπολαυούσης πλήρους ἀσφαλείας ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς σχέσεσιν. Τοῦτο δὲν ἀντελήφθησαν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνέβη, ἦτο κακὸν διὰ τὴν ἐθνικὴν ἄμυναν, συγχρόνως δὲ οὐ μόνον ἐδυσχέρανε τὸν δανεισμόν, ἀλλ’ ἀνέκοπτε καὶ πᾶσαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κίνησιν καὶ πᾶσαν ἐργασίαν, διότι ὅλος ὁ ἑλληνικὸς κόσμος εὑρίσκετο πρὸ τῆς ἀμφιβολίας ἂν θὰ εἴχωμεν πόλεμον τὴν ἐπαύριον, ἔσχε δὲ τοῦτο ὡς συνέπειαν καὶ τὴν δαπάνην τῶν 94 ἑκατομμυρίων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκπροσωπεῖται ἡ ἔλλειψις τῆς κυβερνητικῆς ταχύτητος καὶ ἀποφασιστικότητος. Καὶ ἡ δαπάνη αὕτη, ἥτις ἀνέτρεψε τὸ προσδοκώμενον περίσσευμα καὶ μετέτρεψε τοῦτο εἰς ταμειακὸν ἔλλειμμα 70.000.000, ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ὁλόκληρος εἰς βάρος τῆς εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν θὰ μοῦ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπαντῶσα ὅτι ἀπέκτησε δύο πλοῖα, διότι θὰ ἀντείπω, ὅτι ἂν προέβαινεν εἰς τὴν ταχεῖαν ἀγοράν, προλαμβάνουσα τὴν Τουρκίαν εἰς τοῦτο, ἤθελεν ἀγοράσει ἓν πλοῖον ἀντὶ τριῶν, διότι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην κατόπιν νὰ παραγγείλῃ ἓν πλοῖον διὰ τὴν μέλλουσαν παρασκευὴν τῆς χώρας, τὴν μεθοδικήν, καὶ νὰ ἀγοράσῃ ἄλλα δύο διὰ τὴν πρόχειρον, τὴν ἀτελῆ, τὴν ἀσθενῆ, τὴν ἀστείαν ἀντιμετώπισιν τῶν κινδύνων. Ὥστε ἡ δαπάνη ὑπῆρξε διπλῆ καὶ διὰ τοῦτο πραγματικῶς ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία κατηναλώθη εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν δύο θωρηκτῶν τοῦ «Κιλκὶς» καὶ τῆς «Λήμνου», εἶναι δαπάνη ἡ ὁποία ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν, διότι ἡ ἔγκαιρος πρόνοια θὰ ἀντικαθίστα ὅλα αὐτὰ διὰ τῆς ἀγορᾶς πλοίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀντιμετώπιζε τὴν πρόχειρον, ἀλλὰ καὶ τὴν ὁριστικὴν τοῦ ναυτικοῦ προγράμματος ἀνάγκην καὶ θὰ ἔδιδεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν προτεραιότητα περὶ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς προγράμματος, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου θὰ ἐκαλεῖτο ὁ ἀντίπαλος ν’ ἀμυνθῇ καὶ νὰ δαπανήσῃ, ἀλλ’ ἕως οὗ παρασκευάσῃ τὴν ἄμυνάν του ἡμεῖς θὰ εἴχωμεν τὴν ὑπεροχήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μέλαινα εἰκὼν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Κράτους, διότι ἐξεικονίζει ὁλόκληρον τὴν ἔλλειψιν τῆς κυβερνητικῆς ἀποφασιστικότητος καὶ προνοίας καὶ συγχρόνως προὐκάλεσε μίαν ἐπιβάρυνσιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἕνα κλονισμὸν εἰς τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν. Καὶ ὁ μὲν κλονισμός, ὁ δημοσιονομικός, εἶναι προφανής, διότι ἐνδεικνύεται ἐκ τῆς μειώσεως τῶν δημοσίων προσόδων, ἀλλ’ εἰς τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν δὲν εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ ὑπολογισθῇ πόσον ὁ κλονισμὸς οὗτος ἐπέδρασε καὶ πόσον τὸ σφάλμα τοῦτο ἐπηρέασε. — Ἐπιτρέπει ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, πέντε λεπτῶν διακοπήν;

§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιότατα.

§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ 5 λεπτά. Μετὰ τὴν διακοπήν. (Ὥρᾳ 6.30′ μ.μ.)

§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.

§58Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατέληξα, κύριοι, εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1914. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἤδη νὰ ἐξετάσω ἐὰν τὸ οἰκονομικὸν ἔλλειμμα τοῦ 1914 εἶναι ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ μελλούσῃ ἡμῶν διαχειρίσει καὶ γενικῶς ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1915 εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ ἀμείωτον ἢ ἠλαττωμένον καὶ πόσον ἠλαττωμένον, οὐσιωδῶς ἢ ἀνεπαισθήτως ἠλαττωμένον. Κύριοι, ὑπάρχουσιν ὡρισμέναι δαπάναι, αἵτινες εἶναι οὐ μόνον ἀνεπίδεκτοι μειώσεως, ἀλλ’ ὧν τοὐναντίον ἐπιβάλλεται ἡ αὔξησις ἕνεκα ἀκαταμαχήτων περιστάσεων. Θέλω προβῆ εἰς ἐξέτασιν τῶν κεφαλαίων ἐκείνων τῶν ἐξόδων, τῶν ὁποίων ἡ ἐξέτασις εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ σχηματίσωμεν πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, θέλω δὲ περιορισθῆ μόνον εἰς κεφαλαιώδη ἐντελῶς καὶ γενικὴν ἐξέτασιν ἐκείνων τῶν δαπανῶν, αἵτινες δὲν χρήζουσι λεπτομεροῦς ἐξετάσεως. Ἄρχομαι, κύριοι, ἀπὸ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου χρέους. Τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος ἐκπροσωπεῖται σήμερον: ἐκ τῶν παλαιῶν δανείων εἰς χρυσὸν δρχ. 482.736.000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, δρ. 260.215.500 πραγματικοῦ κεφαλαίου, κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐκ τῶν παλαιῶν δανείων εἰς τραπεζογραμμάτια δρ. 233.751.000 ὀνομαστικοῦ καὶ πραγματικοῦ κεφαλαίου, ἐκ τῶν νέων δανείων εἰς χρυσόν, ἤτοι τοῦ ἠγγυημένου τῶν 2½% τοῦ 1898, τοῦ δανείου τῶν Ἑλληνικῶν Σιδηροδρόμων καὶ τοῦ τῶν δρ. 150.000.000 τοῦ 1910 πρὸς 4%, ἅτινα ἐκπροσωποῦνται δι’ ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου δρ. 306.913.000, πραγματικοῦ δὲ δρ. 251.957.000. Ἤτοι τὸ μέχρι τοῦ πολέμου δημόσιον ἡμῶν χρέος ἀνέρχεται εἰς δρ. 1.023.400.000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου καὶ εἰς δρ. 745.923.500 κεφαλαίου πραγματικοῦ. Μετὰ τὸν πόλεμον ἔχομεν τὰ ἑξῆς βάρη. Ἔχομεν ἐξάντλησιν τῶν ἐντόκων γραμματίων, κατὰ συνέπειαν ὀφείλομεν τὸ ποσὸν ὁλόκληρον τῶν δρχ. 10.000.000, ἔχομεν συνομολόγησιν τοῦ προσωρινοῦ δανείου ἐπιτάξεως τῶν δρ. 50.000.000, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη μὲν ἐπὶ τῷ εἰδικῷ σκοπῷ ἵνα διὰ τούτου ἐξοφληθῶσιν οἱ ἐπιταξιοῦχοι τῆς τε ναυτικῆς καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐπιτάξεως καὶ ὅσοι θὰ ἐδέχωντο τοιαύτην ἐξόφλησιν προμηθευταὶ τοῦ δημοσίου εἴτε ἐν τῷ ἐσωτερικῷ εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐκτὸς ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, καθ’ ἃς διετέθη εἰς προμηθευτὰς καὶ ἐπιταξιούχους, διετέθη πράγματι εἰς κάλυψιν ἀναγκῶν τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τροποποιήσεως, ἥτις ἐγένετο εἰς τοὺς ὅρους τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, διετέθη δὲ ἐπὶ προμηθείᾳ 5%, νομίζω. Τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι 50.000.000 δρχ. Κατόπιν προσετέθησαν τὸ δάνειον τῶν 250.000.000 δρχ., ὀνομαστικόν, πραγματικὸν δὲ 219.375.000 δρχ., προκαταβολὴ τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ ἰδίου δανείου ἐκ δρχ. 11.000.000 καὶ τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 65.000.000 πρὸς 6%. Κατὰ συνέπειαν ἔχομεν μετὰ τὸν πόλεμον συνομολογηθέντα δάνεια δρχ. 386.000.000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου καὶ δρχ. 355.375.000 πραγματικοῦ. Ἄρα ἐν συνόλῳ ἡ μετὰ τὸν πόλεμον κατάστασις τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἐξωτερικοῦ χρέους τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχεται εἰς 1.409.400.000 δρχ. ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου καὶ εἰς δρχ. 1.101.298.500 κεφαλαίου πραγματικοῦ. Πέραν τῶν βαρῶν τούτων προκύπτουσι τὰ ἑξῆς βάρη: Πρῶτον: κάλυψις τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1913 ἐκ δραχμῶν 86.000.000. Δεύτερον: τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1914 ἐκ δραχ. 70.000.000. Ὑπολογίζω ταῦτα εἰς στρογγύλον ἀριθμόν, κ. Ὑπουργέ, διὰ νὰ μὴ ἀριθμῶμεν τὰς χιλιάδας.

§59Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὲ τὰς νέας δηλώσεις;

§60Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ τὰς ἀνακοινωθείσας εἰς τὴν Βουλὴν δηλώσεις. Αἱ νέαι δηλώσεις, ὑποθέτω, τὰ 70.000.000 θὰ τὰ ἀναγάγωσιν εἰς 75.000.000 δρχ. Ἀλλὰ μὴ ἔχων κανένα ἀριθμὸν νέον πρὸ ἐμοῦ στηρίζομαι εἰς τὰς μέχρι τοῦδε δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν θέλει δέ, φαίνεται, νὰ κάμῃ νέας δηλώσεις, διότι ἀφήνει ταύτας εἰς μελλούσας ἀποκαλύψεις.

§61Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀποκάλυψιν. Αἱ νέαι δηλώσεις, τὰς ὁποίας κάμνω, δὲν ἐπιφέρουσιν οὐσιώδη μεταβολὴν εἰς τὰ ἀποτελέσματα.

§62Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἀδιάθετοι πιστώσεις;

§63Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.

§64Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πῶς ἰσοφαρίζονται;

§65Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἰσοφαρίζονται διότι κατὰ τὸ πλεῖστον ὑπάρχουσι πολλαὶ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνωσιν.

§66Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἆ! Δι’ ἀναβολῆς δαπανῶν! Πάντοτε ὅμως ἡ ἀναβολὴ δαπανῶν — οὐχὶ ἡ ἀποκοπὴ δαπανῶν —εἶναι προσθήκη εἰς τὸ ἔλλειμμα, διότι αἱ δαπάναι, αἱ τινες θὰ ἀναβληθῶσιν, θὰ βαρύνουσι τὴν μέλλουσαν διαχείρισιν. Ἐὰν πρόκειται περὶ περικοπῆς δαπανῶν ὑπάρχει οἰκονομία, ὑπάρχει ἀντικατάστασις τῶν προσθέτων δαπανῶν διὰ τῆς περικοπῆς ἄλλων δαπανῶν· ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἀναβολὴ δαπανῶν — δαπανῶν τὰς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸ Κράτος — αἱ δαπάναι αὗται, αἵτινες θ’ ἀναβληθῶσιν, εἴτε θ’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1915, εἴτε ἂν εἶναι ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, τὰς ἐπιβλητικάς, τὰς ἀνακοινωθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ περιληφθῶσιν εἰς ἐκείνας καὶ θὰ καταστῶσι τοκοφόροι, ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος δὲν θὰ τὰς πληρώσῃ διὰ τῶν τακτικῶν αὑτοῦ προσόδων. Ἑπομένως τὸ ζήτημα εἶναι ἓν καὶ μόνον: ὑπάρχει περικοπὴ δαπανῶν, αἵτινες ἀντικρύζονται διὰ τῶν μελλουσῶν δηλώσεων ἢ ἀναβολή. Ὅταν ἀκούωμεν ἀναβολὴν δὲν εἶναι οἰκονομία.

§67Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὸν προσεχῆ ἀπολογισμὸν ὡς ἀδιάθετος πίστωσις, θέλετε νὰ τὸ ἀφήσω ἀναγεγραμμένον;

§68Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ δὲν μάχομαι ταύτην τὴν στιγμήν, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὴν λογιστικὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914. Οὗτος γινώσκομεν ὅτι σήμερον φθάνει εἰς ἔλλειμμα κατ’ ἐμὲ οἰκονομικὸν 70.000.000, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς ταμιακὸν 69.000.000. Πρὸς κατάρτισιν τοῦ ἐλλείμματος τούτου ἔχομεν δαπάνας ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Ἐὰν τὰς δαπάνας ταύτας ἀναβάλητε, καταστήσητε δηλαδὴ τὰς περὶ τούτων πιστώσεις ἀδιαθέτους καὶ ἀντὶ τούτων ἀναγράψητε ἄλλας δαπάνας, τὰς ὁποίας περιέχουσιν αἱ δηλώσεις ὑμῶν, τὸ μὲν ἔλλειμμα τὸ ταμιακὸν θὰ ἀπομείνῃ τὸ αὐτό, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, τῶν ὁποίων αἱ πιστώσεις θὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι, θὰ μετατεθῇ εἰς πίστωσιν τοῦ προσεχοῦς ἔτους ἢ τοῦ μεταπροσεχοῦς, κατὰ συνέπειαν τὸ βάρος τοῦ Κράτους δὲν ἐλαττοῦται, καθ’ ὅσον αἱ νέαι ὑμῶν δηλώσεις μετατοπίζουσι πιστώσεις διὰ τὸ μέλλον καὶ εἰσάγουσιν ἄλλας δαπάνας, πράγματι συνεπῶς εἰσάγουσιν ἀναβολὴν ὡρισμένων δαπανῶν τοῦ Κράτους καὶ ἄμεσον προσθήκην νέων τοιούτων.

§69Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὅλαι ἀναβολή.

§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συνεννόησις;

§71Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μὲ διακόψητε. Σᾶς εἶπον ὅτι τὰς δηλώσεις ταύτας παρακρατεῖτε διὰ τὴν τελευταίαν ὥραν. Δεχόμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν τελευταίαν ὥραν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914 ἐξειλίχθη μέχρι τοῦδε, εἴχομεν δευτέραν ἔκδοσιν, εἴχομεν τρίτην ἔκδοσιν, θὰ ἔχωμεν καὶ τετάρτην, πιθανὸν νὰ ἔχωμεν καὶ πέραν τῆς τετάρτης καὶ παράρτημα ἐκδόσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914 ἔλαβε χαρακτῆρα ἀναγνώσματος δημοσιογραφικοῦ· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914 μὴ ἐκπροσωπῶν οὔτε οἰκονομικὴν οὔτε διοικητικὴν πολιτικήν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κατάστρωσις λογαριασμῶν. Οὐδαμῶς θὰ ἐκπλαγῶμεν ἀκόμη ἂν ἐν τούτῳ ἐμφανισθῇ πρὸς ἡμᾶς μετὰ τὴν μάχην τῶν θωρηκτῶν καὶ τῶν ἀντιτορπιλλικῶν καὶ μία ἀεροπορία περὶ τὴν λογιστικήν, διότι περὶ τούτου πρόκειται καὶ διὰ τούτων δύναται νὰ ἐκδοθῇ παράρτημα τὴν τελευταίαν στιγμήν. Καὶ μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην, κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα. Ἔχομεν λοιπὸν ἔλλειμμα τοῦ 1913 ἐκ δρ.86.000.000, ἔλλειμμα τοῦ 1914 ἐκ δρ. 70.000.000· ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ δραχμῶν 70.000.000, ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις τοῦ ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου ἐκ δρ. 75.000.000· ἐξαγορὰν τῶν μετοχῶν τοῦ Λαρισσαϊκοῦ ἐκ δρ. 13.000.000.

§72Δ. ΡΑΛΛΗΣ. 15.000.000.

§73Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. 13.000.000, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν· συμπλήρωσιν τοῦ ἑνωτικοῦ Σιδηροδρόμου ἐκ δρ. 5.000.000 — διότι ἦσαν προϋπολογισμέναι δρ. 12.000.000, ἔχουσιν ἀναγραφῆ δρ. 7.000.000, ἔμειναν ὑπόλοιπον δρ. 5.000.000 — ἐνίσχυσιν τοῦ Λαρισσαϊκοῦ Σιδηροδρόμου ἄλλαι δραχ. 8.000.000· ἀγορὰν τροχαίου ὑλικοῦ δρ. 2.500.000—ἔχουσιν ὑπολογισθῆ δρ. 6.000.000, ἔχουσιν ἐγγραφῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1914 δρ. 3.500.000, μένουσι δραχ. 2.500.000 — διὰ δαπάνην καὶ συντήρησιν προσφύγων δρ. 25.000.000. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν διαφωνοῦμεν, διότι ἡ συντήρησις τῶν προσφύγων ἔχω πληροφορίας ὅτι προκαλεῖ δαπάνην δρ. 70.000 τὴν ἡμέραν, ἑπομένως ἔχομεν δρ. 25.000.000 διὰ τὸ 1915. Ἑπομένως τὸ σύνολον τοῦ χρέους τοῦ κυμαινομένου, τοῦ ἀπαρτιζομένου ἐκ τῶν ἐλλειμμάτων τῶν δύο χρήσεων καὶ τῶν ἀνειλημμένων ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῆς συντηρήσεως τῶν προσφύγων, ἥτις εἶναι ὑποχρέωσις τακτική, ἀνέρχεται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 354.500.000. Ἐκτὸς τούτου τοῦ ποσοῦ ὑπάρχει καὶ ὑποχρέωσις, ἡ συμβατική, ἐντὸς τριετίας πληρωτέα, ἡ ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ θωρηκτοῦ τύπου «Λωραίνης», ἐκ δρ. 60.000.000, κατασκευῆς, ἥτις εἶναι συμβατική, διότι ἡ σύμβασις τῆς κατασκευῆς συνδέεται πρὸς τὴν σύμβασιν τοῦ δανείου. Ἐν συνόλῳ λοιπὸν φθάνομεν εἰς τὸ ἄθροισμα τῶν δρ. 414.500.000, αἵτινες ἀπαιτοῦνται, ἵνα τὸ κυμαινόμενον χρέος τακτοποιηθῇ καὶ συγχρόνως κατασκευασθῇ καὶ τὸ θωρηκτόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε ῥητὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Γαλλικῆς βιομηχανίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν τούτων ἐκ τῶν ὁποίων αἱ πλεῖσται, ἐξαιρέσει τῆς τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, ἥτις εἶναι ἐντὸς τριετίας πληρωτέα, αἱ λοιπαὶ εἶναι πληρωτέαι ἐντὸς τοῦ 1915, ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, ἔχομεν καὶ ἑτέρας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐξαγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐξαγγέλλει τὴν μέλλουσαν μέριμναν καὶ ἔχομεν καὶ ἀνάγκην, ἥτις δὲν ἐξηγγέλθη καὶ ἥτις εἶναι ἐπιτακτικωτέρα πάσης ἄλλης. Ἔχομεν νόμον περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῶν ἔργων ἀντὶ δαπάνης 100.000.000. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ σιδηροδρομικὰ ἔργα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῶσιν; Ἀναμφισβητήτως τὰ ἔργα τὰ παραγωγικά, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβάλλωνται, ἂν ἡ μὲν ἀπόδοσις τῶν ἔργων τούτων εἶναι βραδυτέρα, ἀπωτέρα, ἡ δὲ καταβολὴ τοῦ χρήματος εἶναι ἄμεσος, ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἀμέσως τὸ χρῆμα πρὸς κατασκευὴν τῶν ἔργων. Ἀλλὰ τὰ ἔργα αὐτά, πλὴν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Σπάρτης, ὄντος φύσεως παραγωγικῆς, συγκοινωνιακῆς, τὰ λοιπὰ ἔργα εἶναι φύσεως ἐντελῶς ἀμύνης τοῦ Κράτους, εἶναι δηλαδὴ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς ἐκπολιτίσεως τῆς ὅλης χώρας καὶ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς παραγωγῆς ὅλης τῆς χώρας, κέκληνται νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς ἀμύνης τῆς χώρας. Διότι ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀγκίστης, ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Σόροβιτς, ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Ἰωαννίνων, εἶναι κατασκευὴ ἔργων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν κατὰ μίαν μονάδα ἐξυπηρετῶσι τὴν παραγωγήν, κατὰ ἑκατὸν μονάδας ἀντιμετωπίζουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας. Ἐὰν πρόκειται νὰ γείνῃ μέριμνα περὶ τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ εἶναι πλήρης, ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα τοῦ ἐφοδιασμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ ξηρᾶς δὲν εἶναι ἠσφαλισμένα, ὥστε τὰ νῶτα τοῦ στρατοῦ νὰ ἀσφαλίζωνται διὰ τῆς πλήρους συγκοινωνίας. Ἔχομεν τὰ παραδείγματα ἀφθονώτατα κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ θέαμα τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, ἀποβαίνοντος νικηφόρου, ἕνεκα τῆς εὐκινησίας, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτὸν τὸ σύνολον τοῦ γερμανικοῦ πυκνοτάτου σιδηροδρομικοῦ δικτύου ἀπέναντι τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου τῆς Ρωσσίας. Ταῦτα ἔχοντες πρὸ ἡμῶν καὶ φρονοῦντες ὅτι, ἐὰν πόλεμος ἐκραγῇ πάλιν ἐν Ἑλλάδι, δὲν θὰ εἶναι ὅμοιος πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διεξήχθη, δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ λαμβανόμενα μέτρα ἀμύνης, ἐὰν δὲν εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν ἐξησφαλισμένην ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν τῶν νώτων τοῦ στρατοῦ, διὰ πλήρους σιδηροδρομικοῦ δικτύου. Ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ἐκ τῶν ἀναγκαιοτάτων, δὲν εἶναι δαπάνη, ἡ ὁποία ἀναβάλλεται καὶ ἥτις δύναται νὰ ἀναβάλληται δι’ εὐθετωτέρους καιρούς, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ Κράτος ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ εὕρῃ πόρους πρὸς ἀντιμετώπισίν των. Εἶναι καὶ ἑτέρα δαπάνη συμφυής, εἶναι ἡ δαπάνη τοῦ Ναυστάθμου καὶ περὶ τῆς δαπάνης ἐγκαταστάσεως Ναυστάθμου ἐξηγγέλθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέριμνα. Δὲν ἐξαγγέλλεται αὕτη ἐν τοῖς προϋπολογισμοῖς τοῦ 1913 καὶ 1914, διότι ἀπαιτεῖ μελέτην, ἥτις θὰ ἀπαιτήσῃ νὰ παρέλθῃ ὁλόκληρον τὸ ἔτος 1915. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠρκέσθη διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξαγγείλῃ τὰς δαπάνας τοῦ 1914, ἀλλ’ ἐξήγγειλε καὶ ὅλας τὰς προβλέψεις τῶν δαπανῶν, αἵτινες θὰ λάβωσι χώραν καὶ μετὰ τὸ 1914. Ἀκριβῶς δὲ φρονῶ, ὅτι ἐν τῇ ἐξαγγελίᾳ τῶν δαπανῶν αὐτῶν, ἐλησμόνησε νὰ περιλάβῃ τὴν δαπάνην τοῦ Ναυστάθμου, ἥτις ἐπιβλητικῶς εἶναι ἀπαιτητέα μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη. Διότι, κύριοι, ἐὰν ἔχωμεν ναυτικὸν πρόγραμμα διὰ τὸ ὁποῖον εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ δαπανήσωμεν 200.000.000 καὶ πλέον, ἐὰν ἐφθάσαμεν εἰς νέαν δέσμευσιν τοῦ Κράτους, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ προγράμματος τούτου τῶν 200.000.000, τὸ χρῆμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δαπανᾶται, δύναμαι νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ὁμοῦ μὲ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ὁ ὑπάρχων στόλος τῆς Ἑλλάδος, εἶναι χρῆμα, τὸ ὁποῖον ῥίπτεται εἰς τὴν θάλασσαν καὶ εἰς τοὺς ἀνέμους. Ἐὰν νομίζωμεν ὅτι ἔχομεν Ναύσταθμον ἐν Σαλαμῖνι, πλανώμεθα. Ἔχομεν πρόχειρα συνεργεῖα μὲ τὰ ὁποῖα κατ’ ὀλίγον κατωρθώσαμεν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου. Ἀλλὰ διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου, ὁποῖος ἐξελίσσεται οὗτος, ἔχομεν ἀνάγκην δεξαμενῶν καὶ αἱ δεξαμεναὶ τοῦ Πειραιῶς οὐδὲν δύνανται νὰ δεχθῶσι μέγα πολεμικόν, εἶναι δὲ ἐγκαθιδρυμέναι εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε εἰσὶν ἔκθετοι εἰς πάντα κίνδυνον καταστροφῆς καὶ κατασκοπείας· δεξαμεναὶ δὲ πολεμικαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐκτεθειμέναι εἰς τὰ περίεργα ὄμματα παντὸς διαβάτου, πρέπει νὰ εἶναι ἐγκεκλεισμέναι ἐν χώρῳ ἐντελῶς φρασσομένῳ διὰ νὰ μὴ διακινδυνεύηται ἡ ἀσφάλεια τῶν δεξαμενῶν καὶ πρὸς ἀποφυγὴν κατασκοπείας. Καθ’ ἃς δὲ ἔχω πληροφορίας καὶ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἔχω τοιαύτας, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐγκατάστασις τοῦ νέου Ναυστάθμου νὰ γίνῃ μὲ δαπάνην ὀλιγωτέραν τῶν δρχ. 70.000.000. Κατὰ συνέπειαν ὑπάρχει προσθήκη νέων βαρῶν πέραν τῶν δρχ. 414.500.000, ἄλλων 170.000.000 δρχ. διὰ τὰ σιδηροδρομικὰ ἔργα, τὰ ἀσφαλίζοντα τὰς στρατιωτικὰς ἐπιχειρήσεις καὶ διὰ τὸ ναυτικὸν ἔργον, τὸ ἀσφαλίζον τὸ ὁρμητήριον τοῦ στόλου, ἄνευ τοῦ ὁποίου, δὲν δύναται οὗτος νὰ ὑπάρξῃ μήτε νὰ πολεμήσῃ. Τὰ ποσὰ ταῦτα, κύριοι, εἰσὶ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως θὰ περιληφθῶσιν εἰς ἓν δάνειον γενικώτερον ἐκδιδόμενον, εἰσὶ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐξοφληθῶσι δι’ ἑνὸς δανειακοῦ συνδυασμοῦ γενικωτέρου, εἰς ὃν θὰ περιληφθῇ καὶ τὸ ὑπόλοιπον τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ δανείου. Ἀλλὰ μέχρις οὗ καταστῇ δυνατὴ ἡ συνομολόγησις τοιούτου δανείου, τὰ ποσὰ ταῦτα εἶναι ἀμέσως τοκοφόρα, διότι τὰ ἐλλείμματα τῶν δύο προϋπολογισμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῶσιν εἰμὴ διὰ προσωρινῶν δανείων, ἅτινα θὰ εἶναι τοκοφόρα. Καὶ ἤδη ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τοιούτων ἐνεργειῶν· γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσι προσωρινὰ δάνεια, ἐζητήθη ὁ δανεισμὸς τῶν χρημάτων τῆς Ναυαρχίδος, ἐζητήθη ἡ αὔξησις τῶν ἐντόκων γραμματίων. Πάντα ταῦτα εἶναι ταμιευτικοὶ συνδυασμοὶ πρὸς κάλυψιν τοῦ συγκεχυμένου ἐλλείμματος τῶν δύο ἐτῶν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ οἰκονομικὴ μέριμνα ῥιζικὴ διὰ τῆς συνομολογήσεως μεγαλυτέρου δανείου. Ποῖον δύναται ἤδη νὰ εἶναι τὸ δάνειον πρὸς ἐξόφλησιν τοῦ κυμαινομένου χρέους καὶ τοῦ προσωρινοῦ χρέους, ἤτοι πρὸς ἐξόφλησιν χρέους ἐκ δρ. 539.500.000, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχεται τὸ κυμαινόμενον χρέος τῶν δραχ. 414.500.000, τὸ ποσὸν τοῦ δανείου ἐπιτάξεων ἐκ δραχ. 50.000.000, τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 65.000.000 δρ. καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν 10.000.000 δραχμῶν, ἔχομεν ἀνάγκην συνομολογήσεως δανείου δραχ. 620.000.000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἐὰν κατὰ τὸν δανεισμὸν ἠθέλωμεν ἐπιτύχει τοὺς ὅρους, οἵτινες ἐπετεύχθησαν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ τελευταίου δανείου τῶν δρ. 500.000.000. Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 620.000.000 δρ. ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου θὰ περιληφθῶσι πάντοτε αἱ δρ. 239.000.000, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ δανείου τῶν δραχ. 500.000.000. Κατὰ συνέπειαν ἔχομεν ἀνάγκην πραγματοποιήσεως τοῦ ὑπολοίπου δανείου καὶ προσθέτου δανείου δραχ. 380.000.000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἵνα ἐκ τούτου πορισθῶμεν δάνειον πραγματικὸν ἐκ δρ. 541.925.000, τὸ ὁποῖον καλύπτει τὸ προσωρινὸν χρέος. Ἐὰν δὲ προβῇ τὸ Κράτος, ὡς εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ προβῇ, εἰς συνομολόγησιν δανείου διὰ τὰς σιδηροδρομικὰς κατασκευὰς καὶ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ νέου Ναυστάθμου, ἔχει ἀνάγκην πρὸς κάλυψιν τῆς δαπάνης πρὸς τοῦτο ἐκ δρ. 170.000.000 πραγματικοῦ χρέους, νὰ συνάψῃ ἄλλο χρέος ὀνομαστικὸν ἐκ δρχ. 200.000.000. Κατὰ συνέπειαν ὁ δανειακὸς ἡμῶν λογαριασμός, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ χρῆμα εἶναι διαθέσιμον πρὸς δανεισμόν, θὰ ἔπρεπε διὰ τῶν δανειστικῶν συνδυασμῶν μεταξὺ τῶν ἐτῶν 1914 καὶ 1918, νὰ ἀναχθῇ εἰς κεφάλαιον 1.903.400.000 δρ. ὀνομαστικόν, δραχμῶν δὲ 1.518.223.500 πραγματικόν. Συνομολογουμένου δὲ καὶ τοῦ δανείου τῶν 200.000.000 δραχ. θὰ ἀναχθῇ εἰς κεφάλαιον ὀνομαστικὸν 2.106.400.000 δρχ., πραγματικὸν δὲ δρ. 1.693.723.500. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἡ δανειακή, ἀπὸ τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ἀπομακρυνθῇ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲ δύναται νὰ γίνῃ μείωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ χρέους, ἐὰν ἤθελον ἐπιτευχθῇ διὰ τὴν Ἑλλάδα δανειστικοὶ ὅροι καλύτεροι τῶν μέχρι τοῦδε ἐπιτευχθέντων, αὔξησις δὲ τοῦ ὀνομαστικοῦ χρέους, ἂν τοῦτο δὲν ἤθελε κατορθωθῇ. Δυστυχῶς ὅμως, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα τῆς χρηματαγορᾶς τῆς Εὐρώπης καὶ ὡς θὰ ἔχωσι ταῦτα ἐπὶ μακρὸν χρόνον, εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν μετὰ λύπης νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ θὰ θεωρήσω εὐτυχὲς γεγονὸς καὶ αἴσιον, ἐὰν πρὸς τῇ συνομολογήσει καὶ πραγματοποιήσει τοῦ ὑπολοίπου δανείου τῆς δευτέρας δόσεως τῶν 500.000.000, ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ ἔκδοσις καὶ συνομολόγησις καὶ τῶν ὑπολοίπων δανείων ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς δανειστικοῖς ὅροις. Φοβοῦμαι ὅμως ὅτι θὰ ἦτο τοῦτο λίαν αἰσιόδοξος ἐλπίς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο κακὸν πρὸ ὀλίγου χρόνου, διότι αἱ τότε περιστάσεις ἐπέτρεπον καλυτέρους ὅρους δανεισμοῦ, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν κἂν σήμερον καὶ θὰ θεωρηθῇ ὡς μέγα καὶ αἴσιον κατόρθωμα ἐάν ἤθελε τοῦτο κατορθωθῇ. Τώρα τὸ κεφάλαιον τοῦτο τοῦ δημοσίου χρέους πῶς θὰ ἐξυπηρετηθῇ; Τὰ μέχρι τοῦ πολέμου δάνεια ἡμῶν ἐπιβάλλουσιν ὑπηρεσίαν τόκου ἐκ δρ. 25.951.223. Τὰ μετὰ τὸν πόλεμον δάνεια ἤτοι ἔντοκα γραμμάτια, προσωρινὸν δάνειον ἐπιτάξεων, δάνειον τῶν 250 ἑκατομμυρίων, προκαταβολὴ δρ. 11.000.000 ἐκ τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ δανείου τῶν 500.000.000, προσωρινὸν δάνειον τῶν 65 ἑκατομμυρίων ἐπιβάλλουσι τόκους δρχ. 20.280.000. Ἀλλὰ προστιθεμένης εἰς τοῦτο τῆς σιδηροδρομικῆς ὑποχρεώσεως τῶν σιδηροδρόμων Κωνσταντινουπόλεως–Θεσσαλονίκης καὶ Λεχωνίων καὶ ἄλλων ποικίλων ὑποχρεώσεων τόκων, φθάνομεν εἰς προσθήκην ἔτι ἐνιαυσίας ὑπηρεσίας ἐκ δρχ. 4.030.000. Οὕτω τὸ σύνολον τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ τόκων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915, ἐκ τῶν πρὸ τοῦ πολέμου συνομολογηθέντων δανείων καὶ τῶν προσωρινῶν δανείων ἀνέρχεται εἰς τόκους δραχ. 50.261.223. Τώρα, κύριοι, εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ προσθέσωμεν κατ’ ἀνάγκην καὶ τοὺς τόκους ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἐξυπηρετήσωσι τὴν δανειακὴν τακτοποίησιν τοῦ κυμαινομένου χρέους ἤτοι τῶν δύο ἐλλειμμάτων καὶ τῶν ἀνειλλημμένων στρατιωτικῶν, ναυτικῶν καὶ σιδηροδρομικῶν ὑποχρεώσεων μετὰ τῶν διὰ τοὺς πρόσφυγας δαπανῶν, πλὴν τῶν ⅔ τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδήλωσεν ὅτι αἱ Ναυτικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ ὑποχρεώσεις θὰ ἐκπληρωθῶσιν ἐντὸς 3 ἐτῶν. Τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις ὑποβιβάζω εἰς ⅓, ἀλλ’ αἱ Ναυτικαὶ ὑποχρεώσεις εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι ἐπιτακτικαὶ ἐντὸς τοῦ ἔτους, διότι ἐκτὸς τοῦ θωρηκτοῦ τύπου Λωραίνης, τὸ ὁποῖον κεῖται ἔξω τοῦ λογαριασμοῦ τούτου, πρόκειται περὶ τῶν λοιπῶν ὑποχρεώσεων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ ἐν Γερμανίᾳ, Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ ναυπηγούμενα θωρηκτά, καταδρομικά, ἀντιτορπιλλικὰ καὶ καταδυόμενα. Αἱ ὑποχρεώσεις δ’ αὗται εἰσὶν ἀπαιτηταὶ ἐντὸς τοῦ ἐρχομένου ἔτους, διότι βαίνουσι πρὸς περάτωσιν ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου αἱ ναυπηγίαι, γιγνώσκομεν δὲ ὅτι τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ ναυπηγούμενα πλοῖα καθειλκύσθησαν ἤδη. Καὶ ἐὰν δὲ δὲν πρόκειται νὰ καταβάλωμεν τὸ χρῆμα τοῦτο ἀμέσως διὰ δανεισμοῦ, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δι’ ἄλλου συνδυασμοῦ ἐκαλύφθη κατὰ μέγα μέρος ἡ ταμιακὴ ἀνάγκη τῆς Ἑλλάδος καὶ κατεβλήθησαν εἰς τοὺς προμηθευτὰς τὰ χρήματα ταῦτα, πάντως ὅμως θὰ καταβληθῇ τόκος 4%. Λαμβάνων ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρὸς συνομολόγησιν ἐσωτερικοῦ δανείου δι’ ἐντόκων γραμματίων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνηθῇ τόκος ὀλιγώτερος τῶν 6%, ὅτι διὰ τὰ χρήματα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ κατασκευαζόμενα πλοῖα, θὰ πληρωθῇ τόκος 4% πρὸς τοὺς καταβαλόντας τὸ χρῆμα, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνολον τούτων τῶν δανειακῶν λογαριασμῶν, δι’ ὧν θὰ καλυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, οὐχὶ πλέον τῶν 354.500.000 δρχ. ἀλλὰ τῶν 309.000.000 μόνον, ἂν ἀφαιρέσω τὰ ⅔ τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων, φθάνομεν εἰς ὑποχρέωσιν προσθέτου καταβολῆς τόκων πρὸς κάλυψιν ὅλων τούτων κατὰ τὸ ἔτος 1915 ἐκ δρχ. 16.540.000. Τοιουτοτρόπως τὸ ποσὸν τῶν τόκων ἀνέρχεται διὰ τὸ ἔτος 1915 εἰς δρχ. 66.801.223. Τὸ χρέος τοῦτο ἅμα ὡς μετὰ 3 ἔτη ἀποβῇ δυνατὴ ἡ περάτωσις τῆς κατασκευῆς τοῦ θωρηκτοῦ τύπου «Λωραίνης» θὰ αὐξήσῃ κατὰ δρχ. 3.000.000 ἀντίστοιχα πρὸς 5% ἐπὶ τῆς ἀξίας του, διότι τὸ πλοῖον εἶναι γνωστὸν ὅτι κατασκευάζεται εἰς βάρος τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ δανείου τῶν δραχ. 500.000.000, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖται διὰ τόκου 5%. Ἐν τέλει τοῦ τρίτου ἔτους ἐπίσης αἱ ὑπόλοιποι δρχ. 45.000.000 τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης θὰ ἐπιβαρύνωσι προσθέτως διὰ τόκου πρὸς 6% ἐκ δρ. 2.700.000. Ἤτοι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν τόκων τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τὸ ἔτος 1915 ἀνέρχεται εἰς δραχ. 66.801.223, διὰ δὲ τὸ 1918 θὰ ἀνέλθῃ εἰς δραχ. 72.501.223, ἐὰν τὸ καθεστὼς τὸ δανειακὸν παραμείνῃ ὡς ἔχει ἄνευ τροπῆς του καὶ ἀντικαταστάσεως τῶν κυμαινομένων δανείων δι’ ὁριστικῶν. Ἐὰν ἠθέλωμεν φθάσει εἰς τροπὴν τῶν δανείων καὶ συνομολόγησιν δανείου μεγάλου, ὡς προεῖπον, καὶ εἰς τὴν διὰ τούτου ἐξόφλησιν τῶν ὑφισταμένων κυμαινομένων προσωρινῶν ὑποχρεώσεων, τότε φθάνομεν εἰς τοὺς ἑξῆς τόκους: Διὰ τὰς μέχρι τοῦ πολέμου ὑποχρεώσεις δρ. 25.951.223, δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου τῶν 250.000.000 δραχ. 12.500.000, δι’ ὑπηρεσίαν τῆς προκαταβολῆς τῶν δρχ. 11.000.000 δραχμὰς 550.000, διὰ σιδηροδρομικὰς καὶ ποικίλας ὑποχρεώσεις δρχ. 4.030.000, δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου τῶν 620.000.000 δραχμὰς 31.000.000· ἤτοι κατὰ τὸ 1918 αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ἐκ τῶν τόκων τοῦ δημοσίου χρέους, θὰ ἀνέλθουν εἰς δραχμὰς 74.031.223 καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου πρὸς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων καὶ ναυστάθμου θὰ ἔχωμεν προσθήκην ἔτι δρ. 10.000.000 καὶ ὁλικὴν ὑπηρεσίαν τόκων ἐκ δρ. 84.031.223. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐκ τόκων ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου κατὰ κλίμακα ἐτησίως ἕνεκα ἀνειλημμένων καὶ ἀναληπτέων ἐπιτακτικῶν ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὑποχρεώσεις ἐκ χρεωλυσίων. Ταῦτα κατὰ τὸ 1915 θὰ ἐξυπηρετηθῶσι διὰ δρχ. 9.631.047, προσυπολογιζομένου εἰς ταύτας καὶ τοῦ ποσοῦ δρ. 1.000.000, τὸ ὁποῖον μοιραίως θὰ προκύψῃ κατὰ τὸ 1915, καθόσον ἡ μείζων ἀπόδοσις, ἡ προσδοκωμένη, τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915 δι’ ὅλας τὰς προσόδους θὰ περιλάβῃ καὶ τὰς προσόδους τὰς εἰς τὴν Διεθνῆ Ἐπιτροπὴν τοῦ ἐλέγχου ὑπεγγύους, κατὰ συνέπειαν θὰ προκύψῃ ἡ βελτίωσις τοῦ χρεωλυσίου, ὑπὲρ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἔτους 1914, καθ’ ὃν αἱ πρόσοδοι αὗται ἦσαν ἠλαττωμέναι. Συνεπῶς αἱ αἴσιαι προσδοκίαι ἀποδόσεως τῶν δημοσίων προσόδων ἀναβιβάζουσι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ χρεωλυσίου τοῦ προπολεμικοῦ χρέους εἰς δρ. 9.631.047. Προσθέτομεν ἤδη· χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 250.000.000 δραχ. 1.250.000 εἰς στρογγυλὸν ἀριθμόν· χρεωλύσιον τῆς προκαταβολῆς τῶν δραχ. 11.000.000 ἄλλας δρ. 55.000. Ἐν συνόλῳ οὕτω τὸ χρεωλύσιον τοῦ 1915 θὰ ἀνέλθῃ εἰς δρ. 10.936.047, μετὰ δὲ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν δρ. 620.000.000 θὰ φθάσῃ εἰς δρ. 14.036.047 καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν δρ. 200.000.000 θὰ ἀνέλθῃ εἰς δρ. 15.036.047. Κατὰ συνέπειαν πρὸς κάλυψιν τῶν ἐπιτακτικῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀντιμετωπίζει τὸ Κράτος, τὸ χρεωλύσιον θὰ φθάσῃ εἰς δρχ. 15.036.047 κατὰ τὸ ἔτος 1918. Τώρα ἂς ἀκούσωμεν μίαν συγκεφαλαίωσιν ἵνα θέσω τὴν Βουλὴν μακρὰν τοῦ κυκεῶνος τῶν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι καὶ ἀπαγγέλλονται ταχύτατα καὶ δὲν συλλαμβάνονται ἐκ τοῦ προχείρου. Διὰ τὸ 1915 ἔχομεν πρῶτον: τόκους παγίων καὶ προσωρινῶν δανείων δρχ. 50.261.223, δεύτερον: χρεωλύσια τούτων δρχ. 10.936.047, τρίτον: τόκους κυμαινομένου χρέους δρχ. 16.540.000. Κατὰ συνέπειαν διὰ τὸ ἔτος 1915 ἔχομεν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου Χρέους ἐκ δρχ. 77.737.270· ἤτοι αὔξησις ἀπέναντι τῆς μέχρι τοῦδε ὑπηρεσίας, ἀνερχομένης εἰς δρχ. 48.149.790 κατὰ δρχ. 29.587.480. Διὰ τὴν γενικωτέραν περίπτωσιν τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν δανείων μέχρι τοῦ 1918 θὰ ἀνέλθῃ ἡ ὑπηρεσία τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεωλυσίου τοῦ δημοσίου χρέους εἰς δρχ. 99.067.270 ἐτησίως. Ἀφοῦ ἤδη μὲ παρηκολουθήσατε μετ’ ἐντεταμένης προσοχῆς εἰς τὴν ἀνάλυσιν ἢ μᾶλλον τὴν ἐξαγγελίαν τῶν ἀριθμῶν τούτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ σπουδαιότατον τῶν κεφαλαίων, τὸ τοῦ Δημοσίου Χρέους, ὅπερ προκαλεῖ καὶ τὸν πόνον τοῦ παρόντος καὶ τὴν μέριμναν περὶ τοῦ ἐπελευσομένου χρόνου, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ παρακολουθήσητε εἰς τὴν κεφαλαιώδη ἐξέτασιν τῶν λοιπῶν αὐξήσεων τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν γενικὸν συμπέρασμα περὶ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα θὰ κληθῇ ἡ χώρα νὰ ἀντιμετωπίσῃ κατὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ 1915 καὶ ἀντιληφθῶμεν ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, οἵα ἐμφανίζεται ἐν τῇ ἀναλύσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914 δύναται νὰ βελτιωθῇ κατὰ τὸ 1915 ἢ παγιοῦται, ὡς ἐμφανίζεται κατὰ τὸ 1914, καθόσον μέρος τῶν δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκτάκτως ἐγένοντο καὶ δὲν θὰ ἐπαναληφθῶσι κατὰ τὸ 1915 ἀντικαθίσταται διὰ νέων δαπανῶν, αἵτινες παγιοῦνται. Ἠθέλησα πρὸς τοῦτο νὰ εἶμαι ἀκριβέστερος καὶ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀχαϊοήλιδος κ. Γούναρη ἐζητήσαμεν πρὸ μηνὸς περίπου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σημείωμα ἐμφαῖνον κατὰ πιθανολόγησιν τὰς δαπάνας, ἃς θὰ προκαλέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμων ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐφεξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε σημείωμα δι’ ἑαυτόν, οἱ ἄλλοι κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν κατέθεσαν. Τινὲς ἐδικαιολογήθησαν ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ σημειώματος. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντεῖπεν ὅτι διενεμήθη εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα τὸ ἐρώτημά μου. Ἐν τέλει ἐδόθη ἡ δικαιολογία ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ σημείωμα κατὰ πιθανολόγησιν, διότι τότε ἔπρεπε νὰ γείνῃ προϋπολογισμὸς ὁλόκληρος. Δὲν ἠξίωσα τὸν καταρτισμὸν ὁλοκλήρου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ὁ τοῦ 1915 θὰ κατατεθῇ πάντως ἐντὸς τοῦ ἔτους 1915, καίτοι δὲν κατετέθη κατὰ τὴν Συνταγματικὴν ἐπιταγὴν ἐντὸς διμήνου ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου. Δὲν θὰ κατηγορήσω ὅτι ἐξήλθατε τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ τήρησις τῆς Συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως ἀπό τινος, ἕνεκα τῶν ἐπιτακτικῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, περιέπεσε τὴν στάθμην τῆς σκοπιμότητος. Ἐφ’ ὅσον ἐκυριάρχουν αἱ τελευταῖαι ἐθνικαὶ περιπέτειαι, ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ ἦτο συγγνωστή. Ἀλλὰ ληξασῶν τούτων διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν φέρουσι τὴν εὐθύνην κυβερνῶντες καὶ ἐλέγχοντες καὶ ψηφίζοντες. Ἐκυριάρχησε κατ’ ἔθος ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἡ περίφημος θεωρία τῆς σκοπιμότητος καὶ δυστυχῶς καὶ αὐτὴ ἡ περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ ῥήτρα τοῦ Συντάγματος περιέπεσεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῆς θεωρίας ταύτης. Δὲν θὰ ἐλέγξω ἤδη τὸ γενόμενον, διότι θεωρῶ περιττὸν νὰ καταναλώσω τὴν ὥραν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀναπτύξω ἤδη ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε ἠδύνατο μόνον νὰ θεραπευθῇ, ἐὰν τὸ Σύνταγμα ἐνεσαρκοῦτο εἰς πρόσωπον ἐνσώματον καὶ διὰ ῥοπάλου ἔπαιε πάντα ὑπεύθυνον ἐνταῦθα. Ἐν πάσει περιπτώσει ἐδόθη ἡμῖν ἡ ἐξήγησις διὰ τοῦ ἐρωτήματος: «Καὶ τί θέλετε, Κύριοι; Εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους λεπτομερῶς;» Ἀλλ’ ἔδωκα ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν ὅτι οὐδέποτε ἠκούσθη νὰ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ὀργανισμοὺς χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ νῷ τῶν συλλαμβανόντων τοὺς ὀργανισμοὺς αὐτοὺς ἢ εἰσαγόντων τούτους ἐνταῦθα εἷς πρόχειρος ὑπολογισμὸς κατὰ πιθανολόγησιν, ὑπολογισμὸς τῶν δαπανῶν τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῇ ἐκ τούτων τὸ Κράτος. Ἤλθομεν ἐνταῦθα εἰσάγοντες Νόμους ὡς σχεδιάσματα ζωγραφικῆς, χωρὶς νὰ ὑπολογίζωμεν τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν νομοθεσίαν ταύτην, χωρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι ἄνευ ἐξασφαλίσεως ἐσόδων, ἐξ ὧν αἱ δαπάναι τῶν νέων ὀργανισμῶν θὰ καλυφθῶσιν, οἱ νέοι ὀργανισμοὶ οὗτοι θὰ παραμείνωσιν ἐπὶ τοῦ χάρτου, ὡς μελανὰ στίγματα ἐπὶ λευκοῦ χάρτου, ἀλλὰ τὰς βελτιώσεις, ἃς οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι ἐπαγγέλλονται, δὲν θὰ λάβωσι τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδωσιν αἱ παροῦσαι γενεαί, διότι ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους στηρίζεται μόνον εἷς ὀργανισμὸς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει οἰκονομικοῦ ἐδάφους ὑγιοῦς εἶναι μόνον δυνατὸν νὰ στηριχθῇ βελτίωσις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι αὐτοσχεδιάζουσιν ἄνευ ἐπιγνώσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους, αὐτοσχεδιάζουσιν κατὰ τρόπον ἥκιστα σοβαρόν, αὐτοσχεδιάζουσι μόνον ὅπως λαμβάνωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ ῥίπτωσι νομοσχέδια εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου ἵνα δικαιολογῶνται δι’ ὅσα ἐμπράκτως δὲν δύνανται ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει τῆς χώρας νὰ ἐπιτελέσωσιν. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐδημιουργήθη μία βιομηχανία, ὡς προσφυῶς ἀπεκάλεσεν αὐτὴν ὁ κ. Δημητρακόπουλος, βιομηχανία νομοσχεδίων πραγματική, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε οὐδὲν ἄλλο κατώρθωσε παρὰ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον νὰ ἀσχοληθῶσι περὶ τὸ δίκαιον νὰ καταστήσῃ ἀμαθεῖς, διότι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ ἰσχύοντος νόμου, ὡς κατήντησεν ἡ νομοθεσία ἡμῶν διὰ τοῦ σωροῦ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν. Κατόπιν τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὰ νομοθετήματα αὐτῆς δὲν ἐρείδονται ἐπὶ πιθανολογήσεως οἰκονομικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ πρόχειρος ὑπολογισμός. Εἰς τοῦτο ποιοῦμαι ἐξαίρεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅστις διὰ τὰ ἰδικά του νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἦσαν ὀλιγώτερα, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ὁ ὁποῖος μὲ βοηθεῖ εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως δυνηθῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τούτων νὰ προχωρήσω εἰς τὴν μελέτην τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου. Διὰ τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα μὲ βοηθεῖ μόνον ἡ μικρὰ γνῶσις, τὴν ὁποίαν ἔχω, τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἥτις δύναται νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν εἰκόνα μιᾶς ἐξελίξεως τῶν δαπανῶν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Προκειμένου περὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θέλομεν ἔχει αὔξησιν κατὰ τὸ 1915 ἀσφαλῆ ἐπὶ τῶν συντάξεων κατὰ 2.500.000 δρ. συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐξ αὐξήσεων ὀφειλομένων εἰς τοὺς νέους νόμους κατὰ δρχ. 1.052.960, ἕνεκα τῆς τελωνιακῆς ἀστυνομίας κατὰ 50.000 δρχ., ἕνεκα μειζόνων δαπανῶν τῆς διαχειρίσεως εἰδῶν μονοπωλίων καὶ ὑπεγγύων προσόδων καὶ ταχυδρομικοῦ ἐνσήμου λόγῳ τῆς ἐπεκτάσεως τούτων εἰς τὰς Νέας Χώρας κατὰ δρχ. 1.000.000, ἕνεκα δικαστικῶν ἀποζημιώσεων κατὰ δρχ. 200.000, ἕνεκα αὐξήσεως ἀποδόσεων εἰς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, ὀφειλομένων εἰς αὔξησιν τῶν οἰκείων προσόδων, κατὰ δρχ. 1.500.000. Κατὰ συνέπειαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ ἔτος 1915 θὰ παρουσιασθῇ αὔξησις μέχρι δρχ. 6.302.960.

§74Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι ἐκ τῶν νόμων τῶν ψηφισθέντων;

§75Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ ἐκ τούτων αὔξησις ἀνέρχεται εἰς δρχ. 1.152.960 ἐν συνόλῳ, αἱ λοιπαὶ δὲ αὐξήσεις προέρχονται ἐξ αὐξήσεως τῶν ἀναγκῶν καὶ ἐξελίξεως τῶν ὑπηρεσιῶν. Κατὰ συνέπειαν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἀνακεφαλαιωθῇ διὰ τὸ ἔτος 1915 οὕτω: Τακτικὰ ἔξοδα διοικήσεως πλὴν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Δημοσίου Χρέους δρχ. 31.538.880.92 κατὰ τὸν κείμενον προϋπολογισμόν. Ἀποδόσεις δρ. 13.400.571. Ἔξοδα διοικήσεως Νέων Χωρῶν δρχ. 4.134.931. Ἄρα σύνολον τακτικῶν ἐξόδων κατὰ τὸν κείμενον προϋπολογισμὸν δρχ. 49.074.382.92. Ἄμεσος αὔξησις κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ἀνακοινωθέντα δρχ. 6.302.960. Ἔκτακτα ἔξοδα διοικήσεως, ἀντιμετωπιστέα διὰ συνήθων πόρων, συμφώνως πρὸς τὴν ἀνακοίνωσιν τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην περὶ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ἣν ἐγὼ δίδω εἰς αὐτὰ καὶ συμφώνως πρὸς τὸν κείμενον προϋπολογισμόν, δραχμὰς 7.063.232,79. Ἄρα ἐν συνόλῳ ἔξοδα διὰ τὸ 1915 δρχ. 62.440.575.71, ἅτινα μειοῦνται εἰς δρ. 60.940.575.71, ὅταν ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τὰ ἔξοδα τῆς νομισματοποιΐας, ἅτινα ἐγένοντο μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1914. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέτω ὅτι θὰ παρουσιάσῃ ἐλάττωσιν ἐξόδων κατὰ τὸ 1915. Διὰ τοῦτο ὑπολογίζω μείωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 700 χιλ. δρχ. στηριζόμενος εἰς τὴν ἀναγκαίαν μείωσιν τοῦ κεφαλαίου τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν καὶ εὐχόμενος ὅτι ἡ μείωσις αὐτὴ θέλει ἐπέλθει, διότι δὲν βλέπω αὐτὴν τὴν στιγμὴν διὰ τὸ ἔτος 1915 τόσον ὑφισταμένην τὴν ἀνάγκην τόσων μεγάλων ἐξωτερικῶν δαπανῶν. Κατὰ συνέπειαν ἐκ δρχ. 5.588.051 ἀφαιρῶ δρ. 700.000 καὶ φθάνω εἰς μορφὴν περίπου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915 ἐκ δραχμῶν 5.188.051. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης φρονῶ ὅτι ἡ ἐξέλιξις τῶν ὑπηρεσιῶν θὰ προκαλέσῃ αὔξησιν δαπάνης κατὰ 500.000 δρ., διότι ἐν τῷ ἐφετεινῷ προϋπολογισμῷ ὑπολογίζονται οἱ μισθοὶ μέρους μόνον τοῦ προσωπικοῦ διὰ μέρος τοῦ χρόνου. Κατὰ συνέπειαν μοιραίως ἡ κειμένη νομοθεσία ἄνευ ἄλλης αὐξήσεως θὰ προκαλέσῃ αὔξησιν 500.000 δραχμῶν. Ἐν συνόλῳ ἄρα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης θὰ φθάσῃ εἰς δρχ. 11.423.778.25, προστιθεμένου τοῦ εἰς χονδροὺς ἀριθμοὺς κονδυλίου τῶν αὐξήσεων εἰς τὰ λεπτομερῆ κονδύλια τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τὸν ἀποχωρισμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἀπαιτεῖ συμφώνως πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ 1914 ἔξοδα διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἐκ δρχ. 10.934.412, διὰ τὴν Κρήτην δρχ. 2.409.480, διὰ τὴν Μακεδονίαν δραχμὰς 5.315.452, διὰ τὴν Ἤπειρον δρχ. 473.462, διὰ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου δρχ. 502.200. Ἑπομένως ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ θὰ εἶναι διὰ τὸ ἔτος 1915 δρχ. 19.635.006. Ἔκτακτα ἐπίσης ἔξοδα προστίθενται κατ’ ἀναλογίαν τῶν ἐφετεινῶν ἐκ δρχ. 394.890.45 περίπου, ἑπομένως φθάνομεν εἰς διατύπωσιν προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐφετεινῶν ἐξόδων ἐκ δρχ. 20.029.896.45. Ὑπολογίζω ὅμως μίαν αὔξησιν τῆς κεντρικῆς καὶ τῆς νομαρχιακῆς ὑπηρεσίας λόγῳ αὐξήσεως προσωπικοῦ καὶ μισθοδοσιῶν ἐκ δρ. 150.000 περίπου, πιθανὸν δὲ νὰ εἶναι αὕτη καὶ μεγαλειτέρα. Ἡ ἐξέλιξις τῶν δαπανῶν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς θὰ προκαλέσῃ μοιραίως αὔξησιν δαπάνης περὶ τὰς 1.500.000 δραχ., ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ δημοσίας ὑγείας θὰ προκαλέσῃ αὔξησιν δαπάνης ἐκ δρχ. 500.000 ὁμοῦ μὲ τὴν λειτουργίαν τῶν χημικῶν ἐργαστηρίων. Φρονῶ δὲ ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς πρὶν ἢ θέσει εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον περὶ νομιάτρων εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐγκατάστασιν τῶν χημικῶν ἐργαστηρίων, διότι ὁ θεσμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀποδώσῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν κοινωνίαν εἶναι ὁ θεσμὸς οὗτος. Καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν θὰ καταστήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν ὥριμον πρὸς συζήτησιν περὶ τὰ τῶν φαρμακείων, οὕτως ὥστε θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα μετά τινα ἔτη, ὅτε ὁ ἀστυνομικὸς ἔλεγχος θὰ εἶναι ἐναργὴς ἐπὶ τῶν φαρμακείων, θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ὁπότε θὰ ἀποδώσωμεν τὰ φαρμακεῖα ἐλευθέρως εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ θὰ παύσωμεν ἱδρύοντες ταῦτα διὰ κυβερνητικῆς ἐπιταγῆς. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ λειτουργία τῶν χημικῶν ἐργαστηρίων θὰ εἶναι λειτουργία ἐξασφαλίζουσα τὰς ἀναλύσεις τοῦ κόσμου. Κατὰ τὰ ἀνωτέρω φθάνομεν εἰς προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ δαπάνας 22.179.896.45 δρχ. Ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους 1915 θὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Κρήτης ἢ ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς περιστάσεις, αἵτινες θὰ διευκολύνωσι τὴν κατάργησιν ταύτην. Ὑπολογίζω ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως ἤδη τῶν δύο Γενικῶν Διοικήσεων Ἠπείρου καὶ Νήσων τοῦ Αἰγαίου, διὰ τῆς καταργήσεως τῶν Γενικῶν Διοικήσεων Μακεδονίας καὶ Κρήτης θὰ προκύψῃ οἰκονομία 500 χιλ. δραχμῶν ἐκ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τούτων, τὸ ὁποῖον θὰ λείψῃ. Οὕτω φθάνομεν ὑπὸ τὴν πρόβλεψιν ταύτην εἰς δραχμὰς 21.679.896.45 δαπάνην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει ἔκτακτα καὶ τακτικὰ ἔξοδα δρχ. 5.315.766.28. Ὑποθέτω ὅτι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας οὐδεμίαν θὰ ἔχω ἀντίρρησιν ἂν προχείρως προσθέσω εἰς τὸν προϋπολογισμὸν του 500.000 δρ. διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὅλης τῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ἡ Βουλή.

§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Εἶναι τὸ ἀνώτατον ὅριον, διότι ἔχουν περιληφθῆ εἰς τὰς δηλώσεις ὅλαι σχεδὸν αἱ δαπάναι.

§77Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὥστε εἴμεθα σύμφωνοι. Καὶ ἐγὼ ἔφθασα εἰς ἓν ποσὸν κατὰ πιθανολόγησιν, διότι ὁμολογῶ ὅτι ἡ νομοθεσία τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶναι τοιαύτης φύσεως, ὥστε δὲν εἶναι δυνατόν, εἰς τὸν μὴ κατέχοντα τὰ ὑπηρεσιακὰ μέσα, νὰ προβῇ εἰς προϋπολογισμὸν ἀκριβῆ, διότι εἶναι καὶ ἡ προτέρα ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ μεγάλην γνῶσιν τῆς ὑπηρεσιακῆς κινήσεως, ἵνα γείνῃ ὁ ὑπολογισμός. Λοιπὸν ἐν τῷ συνόλῳ ἐπιθανολόγησα αὐτὴν τὴν δαπάνην, βλέπω δὲ ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, μολονότι σεῖς λέγετε ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ἀνώτατον ὅριον. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατέλθῃ ἡ δαπάνη θὰ εἶναι ζήτημα δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, ὥστε μέχρι τοῦδε δὲν φθάνομεν εἰς διάφορα συμπεράσματα. Φθάνομεν ἄρα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1915 ἐκ δρχ. 5.815.766.28. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς Π. Ἑλλάδος ἀνέρχονται εἰς δρχ. 13.685.845 κατὰ τὸν κείμενον προϋπολογισμόν. Τὰ τῆς Νέας Ἑλλάδος ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Κρήτη δρχ. 1.266.000· Μακεδονία δρχ. 2.293.333· Νῆσοι Αἰγαίου δρχ. 639.791, Ἤπειρος δρχ. 1.190.154. Ἐν συνόλῳ ἔξοδα τακτικὰ δρχ. 19.075.723. Κύριοι· ὡς ἔχουσι καταρτισθῇ οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ ὡς κατηρτίσθησαν καὶ αἱ δηλώσεις τροποποιοῦσαι ἀμφοτέρους, ἕνεκα τῶν λογιστικῶν διατυπώσεων ἠναγκάσθην νὰ καταρτίσω κεχωρισμένον προϋπολογισμόν, ἵνα φθάσω εἰς συμπεράσματα καὶ ἠσχολήθην εἰς ἔργον πλέον κατ’ ἀνάγκην λογιστικὸν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας. Ἐλπίζω ὅτι αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως τῶν Δημοσίων Ἔργων Κρήτης καὶ ἄλλα τινα ἔξοδα θὰ ἐλαττωθῶσιν. Ἀφαιρῶ καὶ δαπάνην τινὰ ἀναγεγραμμένην εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἥτις δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ἀφαιρῶ ἐν συνόλῳ μίαν δαπάνην 400.000 δρχ. λόγῳ μειώσεων, τὰς ὁποίας ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων Κρήτης. Φθάνω λοιπὸν εἰς τακτικὸν προϋπολογισμὸν δρχ. 18.675.723. Ἀλλὰ πρέπει εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ προστεθῇ ἀναμφισβητήτως ποσὸν δρχ. 2.500.000 διὰ τὴν συντήρησιν τῆς ὁδοποιΐας τοῦ Κράτους. Αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγεγραμμέναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1914, αἵτινες ἐμειώθησαν διὰ τῶν δηλώσεων ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρήματος, αἱ πιστώσεις αὗται εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Ὡς ἔχουσι δὲ τὰ τῆς συγκοινωνίας τοῦ Κράτους κινδυνεύομεν, ἂν μὴ προβῶμεν εἰς γενικόν τι μέτρον, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νέας κατασκευῆς ἐκεῖ, ὅπου ἔχομεν σήμερον μόνον συντήρησιν. Δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποδώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας μέχρι τοῦδε καρποὺς ἐπαρκεῖς, κατὰ συνέπειαν ἐγένοντο καταστροφαὶ ὑλικοῦ καὶ ἐφθάρησαν αἱ ἐγκαταστάσεις. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως ταύτης καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ συμφωνήσῃ εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ πιθανολογούμενον. Κατὰ συνέπειαν φθάνομεν εἰς ποσὸν δρχ. 21.175.723 διὰ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς Συγκοινωνίας ἐν ἔτει 1915. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι κατὰ τὴν ταξινόμησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχομεν τὰς δαπάνας κατασκευῶν. Τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ταῦτα ἀνέρχονται ἐφέτος διὰ τὴν Π. Ἑλλάδα εἰς δρχ. 2.277.761, διὰ τὴν Κρήτην εἰς δρχ. 1.811.500, διὰ τὴν Μακεδονίαν εἰς δρχ. 1.803.750, διὰ τὴν Ἤπειρον εἰς δρχ. 1.150.003, διὰ τὰς Νήσους τοῦ Αἰγαίου εἰς δρχ. 50.000 ἤτοι ἐν συνόλῳ εἰς δρχ. 7.093.014. Ἐξ ὅλων αὐτῶν, Κύριοι, διὰ νὰ εἶμαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὀφείλω ἵνα ἀφαιρέσω ὅλας τὰς δαπάνας κατασκευῆς ὁδῶν Κρήτης, Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου, ἤτοι δρχ. 3.200.000. Τοιουτοτρόπως φθάνω εἰς ὑπόλοιπον ἐκτάκτων ἐξόδων, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνωσιν, ἐκ δρχ. 3.893.014. Προσθέτω καὶ δρχ. 1.000.000 διὰ κατασκευὰς νέων ἔργων ἐν Νέᾳ Ἑλλάδι ἐν γένει καὶ οὕτω λίαν φειδωλῶς, διὰ τὰς κατασκευὰς ὑπολογίζω τὰς ἐκτάκτους δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας εἰς δρχ. 4.893.014. Κατὰ συνέπειαν φθάνομεν εἰς προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὸ 1915 ἐκ δρχ. 26.068.737 αἵτινες δὲν δύνανται νὰ μειωθῶσιν ἐφεξῆς: Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προσθέτω μόνον 1.000.000 δρχ. διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν τελευταίων νόμων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἐπιχορήγησιν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ διὰ τὴν ἐφαρμογὴν διαφόρων νεωτέρων νόμων περὶ Μουσείων Βυζαντινῶν, περὶ ᾨδείου Θεσσαλονίκης κτλ., ἤτοι ὅλων αὐτῶν τῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπίκειται ἡ ἐκκόλαψις ὅλων τῶν ὡραίων τεχνῶν ἐν Ἑλλάδι ἐξαπίνης. Ὅλα αὐτὰ προκαλοῦσι μίαν δαπάνην δρχ. 1.000.000 τοὐλάχιστον. Ἄρα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν δύναται νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν διὰ τὸ 1915 ἥττονα τῶν 11.873.051.90 δρχ. Σημειῶ ὅμως πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐνῷ τῶν ἄλλων Ὑπουργείων οἱ προϋπολογισμοὶ θὰ ὑποστῶσι κατά τι ἐτησίαν ἐξέλιξιν βαθμιαίαν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ὑποστῇ ἐξέλιξιν ἀπότομον, ὅταν συντελεσθῇ ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἀφομοίωσις πλήρης τῆς Νέας καὶ Π. Ἑλλάδος καὶ ὅταν ἡ νομοθεσία περὶ ἀναλήψεως ὅλων τῶν ἐκπαιδευτικῶν βαρῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους συντελεσθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα νὰ ὑπολογίσω νῦν καὶ προτιμῶ νὰ μείνω εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς θετικούς, τοὺς ὁποίους ἔχω, παρὰ νὰ ὑπολογίσω ἑκατομμύρια, τῶν ὁποίων κατ’ ἀνάγκην δὲν δύναταί τις ἐκ τῶν προτέρων νὰ συντάξῃ ἀκριβῆ λογαριασμόν. Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἰς τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ καθωρίσθη ὡρισμένη πίστωσις 52–53 ἑκατομμυρίων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν αἱ δαπάναι τοῦ στρατοῦ ἐπαγιώθησαν, ὅτι δὲ ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι δαπάνη ἥτις θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅταν θὰ ἔχῃ συντελεσθῇ πλήρης ἐξελισσόμενος, ἀντιμετωπίζει δὲ ἐν τῷ παρόντι τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ἐφεδρικῶν ἡλικιῶν τῶν Νέων Χωρῶν, ἥτις ἐν τῷ μεταξὺ συντελεῖται, ἕως ὅτου ὁ πλήρης ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐξελιχθῇ. Λοιπὸν ὑπολογίζω 53.136.740.75 δρχ. καὶ διὰ κεκλεισμένας χρήσεις 2.000.000 δρχ., δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 55.136.740.75 δρχ. διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Τώρα δὲ ἕν πρᾶγμα, κ. Πρωθυπουργέ, δὲν γνωρίζω, μήπως κάμνω λάθος, διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ νομοσχέδιά σας περὶ ἀδιαθέτων πιστώσεων.

§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν κεκλεισμένας χρήσεις.

§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν ἀφαιρῶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν 2.000,000 καὶ περιορίζομαι εἰς ὁλικὸν ἀριθμὸν δαπάνης εἰς δρχ. 53.136.740.75. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὁ λογαριασμὸς ἔχει ἄλλως. Ἐφέτος ἔχει σύνολον ἐξόδων ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν ἐκ δρχ. 41.035.366.53. Ἀλλὰ πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος νὰ ἀπαλλαγῇ ὅλων τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἵτινες δὲν ἐδικαιολογοῦντο παρὰ μόνον ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων καὶ αἵτινες ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔχουσι συνδεθῆ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ συνδυάζωνται μετὰ τῶν δαπανῶν κανονικῆς διοικήσεως. Ὑπολογίζω λοιπόν, κύριοι, ὅτι ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν 28.800.844 δρχ., εἰς ἃς ὁ τακτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀνέρχεται κατόπιν τῶν διὰ τῶν δηλώσεων γενομένων προσθηκῶν, ἀφαιρουμένων, λέγω, 5.660.000 δρχ., αἵτινες ἀντιπροσωπεύουσιν ἀξίαν ὑλικοῦ καὶ μισθοὺς τοῦ ἐπιστρατευθέντος προσωπικοῦ καὶ ἀξίαν ὑλικοῦ κινήσεως, δικαιολογούμενα ἐκ τῶν περιστάσεων, φθάνομεν εἰς προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐξ 23.140.844 δραχμῶν, προϋπολογισμὸν ὅστις δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸς μειώσεως, ἀλλ’ ὅστις διὰ τὸ 1915 φρονῶ ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἐπιδεκτικὸς καὶ σπουδαίας αὐξήσεως, ἐκτὸς μόνον ἂν περιστάσεις διεθνεῖς ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ Κράτος ἄλλην ἐνέργειαν. Ἀλλ’ ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος μετὰ τὴν παράδοσιν καὶ τὸν κατάπλουν τῶν νέων πλοίων εἰς Πειραιᾶ κατ’ ἀνάγκην πλέον θ’ αὐξήσῃ, θὰ ἐπέλθωσιν δ’ ἔξοδα κινήσεως μεγαλύτερα, ἔξοδα συντηρήσεως μεγαλύτερα. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι προσθετέαι δρχ. 400.000 διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς στρατολογίας καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στελεχῶν τῶν ἀξιωματικῶν, ἄρα θὰ φθάσωμεν εἰς μορφὴν προϋπολογισμοῦ δρχ. 23.540.844 διὰ τὴν τακτικὴν κίνησιν. Διὰ τὰς ἐκτάκτους δαπάνας ὑπολογίζω διὰ τὸ ἔτος 1915 ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον, ὀλιγώτερον τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπολογίσῃ τις. Κατὰ συνέπειαν φθάνομεν, μετὰ τοιαύτης αὐστηρότητος ὑπολογιζομένων τῶν αὐξήσεων, εἰς ἔξοδα δρχ. 25.048.844 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ τὸ ἔτος 1915. Φθάνομεν, κύριοι, τώρα εἰς τὰς συγκεφαλαιώσεις πλέον. Ἐν συνόλῳ τὰ μὲν ἔξοδα τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, καθ’ ὃν τρόπον ἐξήγγειλα ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνέρχονται εἰς δρχ. 142. 989.856.59, τὰ δὲ τῶν ὑπουργείων τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Δημοσίου Χρέους εἰς δρχ. 157.914.855.74. Ἑπομένως ἔχομεν ἔξοδα ἐν ὅλῳ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 2.000.000, τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δρχ. 298.904.712.33. Ἀπέναντι αὐτῶν ποῖα θὰ εἶναι τὰ ἔσοδα; Τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1914 μὲ τὰ ἔκτακτα εἶναι δρχ. 216.000.000. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἐξέλθω τῆς φειδοῦς, μετὰ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑπολογίσω τὰ δημόσια ἔσοδα διὰ τὸν θέλοντα νὰ διαχειρίζηται καὶ ἀποβλέπῃ εἰς διαχείρισιν συνετὴν τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀλλ’ οὔτε θὰ ἐξέλθω καὶ τῆς αἰσιοδοξίας, ἡ ὁποία πρέπει νὰ διέπῃ ἡμᾶς, ἂν ὑπολογίσω τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα εἰς δρχ. 800.000 ἐξ ἐλαίου, ἐκ τελωνειακῶν δασμῶν εἰς 3.000.000, ὥστε νὰ φθάσωμεν περίπου εἰς τὸ πρῴην καθεστώς, ἐκ τελῶν χαρτοσήμου εἰς δρχ. 1.000.000 ἕνεκα τῆς ἀναζωογονήσεως τῶν συναλλαγῶν, ἐξ οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν εἰς δρχ. 500.000, ἐκ μείζονος ἀποδόσεως τῶν μονοπωλίων καὶ τῶν φόρων κληρονομιῶν εἰς δρχ. 1.000.000, ἤτοι ἂν ὑπολογίσωμεν διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα αὔξησιν ἐσόδων ἐκ δραχμῶν 6.300.000, ἐξ ὧν πρέπει νὰ ἐκπεσθῶσιν αἱ ἀπολήψεις ἐκ στρατιωτικῶν διδάκτρων καὶ δημοτικῶν εἰσφορῶν διὰ τὴν χωροφυλακήν, ὥστε νὰ περιορισθῇ ἡ αὔξησις εἰς 5.700.000 δρχ. Διὰ δὲ τὴν Νέαν Ἑλλάδα ὑπολογίζω αὐξήσεις λόγῳ τῆς ἀφομοιώσεως ἐν Κρήτῃ ἐκ φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων δρχ. 100.000, ἐκ τελωνειακοῦ δασμοῦ 500.000 δρχ., ἐκ τοῦ καπνοῦ δρχ. 300.000 καὶ ἐξ οἰνοπνεύματος, χαρτοσήμου καὶ πυρίτιδος δραχ. 500.000, ἐν ὅλῳ δραχ. 1.400.000. Ἐκ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου ὑπολογίζω αὐξήσεις ἐκ δρχ. 500.000 ἀπὸ φόρον αἰγοπροβάτων, δρχ. 500.000 ἀπὸ φόρου δεκάτης, δρχ. 500.000 ἐξ οἰνοπνεύματος καὶ φωτιστικῶν ὑλῶν, δρχ. 500.000 ἐκ μονοπωλίων πυρείων, παιγνιοχάρτων καὶ φόρου ἐκρηκτικῶν ὑλῶν, δρχ. 1.000.000 ἐκ τελῶν χαρτοσήμου καὶ ταχυδρομικῶν ἤτοι ἐν ὅλῳ δρχ. 3.000.000. Διὰ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου ὑπολογίζω αὐξήσεις δραχ. 1.000.000 ἕνεκα ὁμοίων λόγων, ἐξ αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν δασμῶν ἐν Ἠπείρῳ, Μακεδονίᾳ καὶ ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου ὑπολογίζω δραχμὰς 8.000.000, καὶ ἐκ φόρου καταναλώσεως τοῦ καπνοῦ ἕτερα 5.000.000 δρχ., ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας εἰς 7 δρχ. κατὰ κοιλὸν ἐπὶ 1.000.000 κοιλῶν. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ὑπολογίζω αὐξήσεις ἐξ 24.100.000 δραχμῶν. Θὰ ἤμην εὐτυχής, κύριοι, ἐὰν τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ὑπῆρχον γενναιότερα. Ἐν τῇ ἰδικῇ μου ἀντιλήψει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσω εἰς ὑπολογισμὸν αἰσιώτερον τούτων τῶν εἰσπράξεων, φρονῶ δὲ ὅτι πᾶς ὑπολογισμὸς αἰσιοδοξώτερος τῶν εἰσπράξεων τούτων θὰ εἶναι ὑπολογισμὸς ὅμοιος πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἠκούσαμεν κατὰ τὴν πρώτην ἔκδοσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914, ὅτε τὰ ἔσοδα τῆς Νέας Ἑλλάδος ἕνεκα κακοῦ ὑπολογισμοῦ ὡρίσθησαν εἰς δρχ. 84.000.000, ἵνα ἔλθωμεν μετὰ 6 μῆνας καὶ μειώσωμεν ταῦτα εἰς δρχ. 78.000.000, ὁμολογοῦντες ἀρκετὰ μέγα λάθος αἰσιοδοξίας. Ἐφ’ ὅσον ἔχωμεν τὸ ὑπάρχον καθεστώς ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ κίνησις τοῦ πληθυσμοῦ τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ ἀθρόα εἰσέλευσις τῶν προσφύγων καὶ ἡ ἀθρόα ἔξοδος τῶν Μουσουλμάνων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα τὰ γεγονότα ὑπάρχωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ τόσης αἰσιοδοξίας νὰ προσβλέπωμεν εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων τῶν Νέων Χωρῶν. Οὕτω ὑπολογιζομένων τῶν πραγμάτων, κύριοι, καταλήγω εἰς ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ὡς ἑξῆς. Ἔσοδα τακτικὰ καὶ ἔκτακτα τοῦ 1914 δρχ. 216.042.485. Ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν ἐφάπαξ πραγματοποιηθέντων ἐκτάκτων εἰσπράξεων ἐκ νομισματοποιΐας, ὑποβιβάζονται τὰ ἔσοδα εἰς δρχ. 211.202.485. Προστιθεμένων δὲ τῶν ὑπολογιζομένων διὰ τὸ 1915 αὐξήσεων, ἀγόμεθα εἰς ὁλικὰ ἔσοδα τοῦ 1915 ἐκ δρχ. 235.302.485 ἤτοι ἀγόμεθα εἰς ἔλλειμμα δρχ. 63.602.227.33, ἔλλειμμα δὲ ἀναμφισβήτητον. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, κύριοι, δύναται νὰ μειωθῇ κατά τι ποσὸν λόγῳ συνδυασμῶν οἰκονομικῶν μετὰ τῶν εἰδικῶν ταμείων. Τὸ Κράτος προφανῶς θὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς ὑπὲρ τῶν δύο πολεμικῶν ταμείων ἀποδόσεις, πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν τοκοχρεωλυσίων τοῦ Δημοσίου Χρέους, ὅπερ συνωμολογήθη καὶ θὰ συνομολογηθῇ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγκῶν, ὑπὲρ ὧν προωρίσθησαν τὰ Ταμεῖα ταῦτα. Συνεπῶς θὰ διατεθῇ πρὸς τοῦτο ποσὸν δραχ. 9.990.201 ἐκ τῶν ταμείων τούτων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Οὕτω δὲ τὸ ἔλλειμμα θὰ ἐλαττωθῇ εἰς δρ. 53.612.026.33 Τοῦτο εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915 ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον δυστυχῶς κατὰ τὴν κρίσιν μου μείωσιν δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ, τὸ ὁποῖον ὅμως φοβοῦμαι, ὅτι μᾶλλον αὔξησιν δύναται νὰ προκαλέσῃ. Κύριοι, εἴδομεν τί ἐγένετο κατὰ τὸ ἔτος 1913. Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ ἐν ἔτει 1915 διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τούτου; Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ μέτρον τῆς ἀφομοιώσεως τῶν Νέων χωρῶν ἵνα ἀντιμετωπίσῃ μέρος τοῦ ἐλλείμματος, ἀλλ’ ἀκριβῶς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν μερῶν τούτων ἀφήνει τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλα πρὸς τὴν Βουλήν. Κατὰ συνέπειαν εἶναι ἀνάγκη φροντίδος καὶ διαγραφῆς δημοσιονομικοῦ σχεδίου, οἰκονομικοῦ σχεδίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ καλυφθῇ τὸ χαῖνον ἔλλειμμα τοῦ 1915 καὶ θὰ παγιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος διὰ τὸν μέλλοντα χρόνον. Τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον προσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ 1914 εἶναι σχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἀνεκόπη ἐν μέσῳ τοῦ ἔτους, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν διὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀνακόπτουσι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπηκολούθησαν. Κύριοι, λυποῦμαι νὰ εἴπω, ἀλλ’ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ τὸ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζῃ ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ δανεισμοῦ ἐλευθέρου δ’ ἐκδόσεως δημοσίου χρέους εἰς τὰς ἀγορὰς τὰς εὐρωπαϊκάς. Καὶ ὀφείλει νὰ μὴ ὑπολογίζῃ τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ 1, 2, 3 ἔτη, ἀλλὰ καὶ πέραν τῶν 5 ἐτῶν. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ εὐρωπαϊκὸς πόλεμος κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὁλόκληρον τὸ ἔτος 1915 θὰ ἐξαντλήσῃ, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὴν ἐπαύριον τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης καὶ τὸ χρῆμα δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀλλὰ καὶ ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ Κράτη, τὰ ἐμπόλεμα, θὰ ἐξαντληθοῦν, διότι οἱ νικηταὶ θὰ ἐξαντλήσωσι τὰς ἀγοράς των πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἐφοδίων τὰ ὁποῖα κατηνάλωσαν καὶ οἱ ἡττημένοι θὰ ἐξαντλήσωσι τὰς ἀγοράς των διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν πολεμικῶν ἀποζημιώσεων. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ὡς καὶ ἐν τῷ πολέμῳ τῷ ἑλληνικῷ, ποικιλία ἀναγκῶν ἐνεφανίσθη μετὰ τὸν πόλεμον, βεβαίως λόγῳ τοῦ γιγαντιαίου πολέμου, ὅστις διεξάγεται πρὸ ἡμῶν σήμερον, εἶνε ἀδύνατον νὰ ὑπολογισθῶσιν αἱ ἀνάγκαι αἱ χρηματικαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀναφυῶσι μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου τούτου. Αἱ χρηματαγοραὶ δέ, αἵτινες μετὰ δυσχερείας ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως μέρους τοῦ δανείου ἡμῶν τῶν 500 ἑκατομμυρίων, θὰ ἔχωσι νὰ καλύψωσι τόσας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσιν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τοῦ πολέμου τούτου, ὥστε βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι θὰ σκεφθῶσι κἂν νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἐκδόσεις δανείων τῶν μικρῶν Κρατῶν. Κατὰ συνέπειαν ἡ πολιτική, ἡ διὰ τοῦ δανεισμοῦ θέλουσα νὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα τῆς διαχειρίσεως σειρᾶς ἐτῶν, διὰ νὰ εὐκολύνῃ, ὅπως ἡ φυσιολογικὴ ἐξέλιξις τῶν πόρων τοῦ Κράτους ἀγάγῃ εἰς ἀπόδοσιν μείζονα, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶνε τελείως ἀδύνατος. Ἀλλ’ ἡ φυσιολογικὴ ἐξέλιξις τῶν πόρων ἡμῶν προσκόπτει καὶ εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ χρόνου ἐφαρμόζει ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας. Διότι ἡ οἰκονομικὴ καὶ φυσιολογικὴ ἐξέλιξις τῶν πόρων τῆς χώρας σημαίνει ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς τῆς τε ἀγροτικῆς καὶ τῆς βιομηχανικῆς. Καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν ἀπεργάζονται τὰ διάφορα γεωργικὰ νομοσχέδια καὶ αἱ διάφοραι γεωργικαὶ πιστώσεις, κλονίζει ἡ ἔλλειψις ἐμπιστοσύνης τοῦ κεφαλαίου πρὸς τὴν ἀγροτικὴν Ἑλλάδα. Ὡς τὰ πράγματα διεξήχθησαν μέχρι τοῦδε, παρήχθη ἐν Ἑλλάδι μία κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὸ κεφάλαιον κινδυνεύει καὶ εὑρίσκεται ἐν ἀμφιβόλῳ περὶ τῆς αὔριον καὶ ὁ ἀγρότης ἀγνοεῖ τί ἔχει σήμερον καὶ τί θὰ ἔχῃ τὴν ἐπαύριον. Ἡ κατάστασις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν χθὲς τόσον εὐγλώττως ὁ κ. Δημητρακόπουλος, δὲν ἐξελίσσεται μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, θὰ ἐξελιχθῇ μεθαύριον καὶ ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις ἔδωκε τὸν τόνον τῶν ἰδεῶν της περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν ἀκτημόνων γεωργῶν εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας διὰ τῆς παροχῆς μικρῶν ἰδιοκτησιῶν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ ἰδεολογία ἔπρεπε νὰ γίνῃ πραγματικότης. Σήμερον ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔχομεν τὸν ἀγρότην εἰς μίαν κατάστασιν ἀόριστον, μὴ θέλοντα νὰ ἀσχοληθῇ εἰς βελτίωσιν κτήματος, τοῦ ὁποίου ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ πρόσοδος δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτόν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχομεν ἐπίσης θέσει τὸν ἰδιοκτήτην εἰς κατάστασιν ἀνθρώπου, ὅστις οὐδεμίαν δαπάνην δύναται νὰ ἀποτολμήσῃ, ἐφ’ ὅσον ἀγνοῇ ποῖον εἶνε τὸ μέλλον τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ. Ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ κυμαινομένη, ἡ ὁποία καὶ διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν δὲν ἐγγυᾶται ἀγαθὸν ἀποτέλεσμα, ἡ κατάστασις αὕτη, λέγω, ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἐλάττωσιν ἀφ’ ἑνὸς τῆς ἐργατικότητος τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ τὴν διστακτικότητα τῆς τοποθετήσεως τῶν κεφαλαίων ἐπὶ τῆς γῆς. Ἀλλὰ μὴ τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν ἐγεννήθησαν καὶ ἐν τῷ βιομηχανικῷ ὀργανισμῷ; Καὶ τί πράττομεν ἐν τῇ βιομηχανίᾳ τῆς χώρας ἀπὸ καιροῦ; Ἐνεφανίσαμεν τὰς ἰδέας τοῦ σοσιαλισμοῦ ὀρθότατα μέχρις ἑνὸς μέτρου. Ἀλλ’ ἐνεφανίσαμεν τὰς ἰδέας τοῦ σοσιαλισμοῦ μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε τὸ μόνον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔσχεν ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ ὑπῆρξεν ὅτι, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν παραγωγικότητα τοῦ βιομηχανικοῦ πληθυσμοῦ, ἐτρομοκράτησε τὸ κεφάλαιον, ὥστε νὰ ἀδυνατῇ τοῦτο νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγικότητος τῆς χώρας. Καὶ ἐχρησίμευσαν αἱ ἐργατικαὶ ἰδέαι μέχρι σήμερον, ἵνα εὑρίσκωνται περὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον καὶ περὶ τὸν αὐτὸν ἡγέτην συγκεντρωμένοι οἱ ἐργάται ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ δ’ ἑτέρου ἐν τρομοκρατήσει οἱ κατέχοντες τὸ κεφάλαιον. Καὶ ἐχρησίμευσεν οὕτω ἡ προστασία αὕτη εἰς κλονισμὸν τοῦ βιομηχανικοῦ ὀργανισμοῦ τῆς χώρας καὶ εἰς μίαν συγκέντρωσιν ἐν ταὐτῷ ἐργατῶν δημαγωγουμένων καὶ κεφαλαίων τρομοκρατουμένων. Τοιαύτη εἶνε ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἐπαγγέλλεται τὴν φυσιολογικὴν ἐξέλιξιν τῶν πόρων τῆς χώρας. Καὶ δύναμαι νὰ ἐρωτήσω: παρὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην πῶς θὰ ἐξελιχθῶσιν οἱ φυσιολογικοὶ πόροι τῆς χώρας, ὅταν ἡ κατάστασις τῆς διεθνοῦς χρηματαγορᾶς δὲν διευκολύνῃ τὴν παροχὴν κεφαλαίου, οὐδὲ καὶ τὴν χρησιμοποίησιν καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ κἂν κεφαλαίου διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ἀγροτικῶν καὶ βιομηχανικῶν ὅρων τῆς χώρας; εἴχομεν λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς ἐμπόδιον τὴν κατάστασιν τὴν ἐξωτερικήν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχομεν ἐμπόδιον αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἔλεγέ τις: Τί πρέπει νὰ πράξωμεν; Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ: Ἡ Κυβέρνησις εἶνε ὑπεύθυνος νὰ ἐξαγγείλῃ τὰ ληπτέα μέτρα. Εἶπεν ὁ κ. Δημητρακόπουλος χθὲς ὅτι ὀφείλετε νὰ φέρητε τὰ μέτρα ὑμῶν, διότι ἡμεῖς καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἀντείπωμεν πρὸς τὰ μέτρα, ὅταν ταῦτα ὑποβληθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν καλοῦνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ὑποβάλωσι μέτρα πρὸς φωτισμὸν αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα αὐτῆς, νὰ ἀκούσῃ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν καὶ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποβάλλει τὰ μέτρα αὐτά, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποδείξῃ τὸ ποιητέον. Ἡμεῖς ἓν καθῆκον ἔχομεν, νὰ ὑποδεικνύωμεν μόνον ποῖον εἶναι τὸ βάραθρον, τὸ ὁποῖον χαίνει ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ οἰκονομικόν, καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξε πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας εὑρισκομένη ἐνώπιον ἐλλείμματος 63,000,000 δραχμῶν; Ὀφείλετε νὰ ἐργασθῆτε, κύριοι. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, τὰς ἰδέας αὐτῆς. Αἱ ἰδέαι αὗται δὲν γνωρίζω ἂν θὰ εἶνε φορολογικαὶ ἢ ποίας φύσεως θὰ εἶνε. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ καταστῶσιν ἀντικείμενα δημοσίας συζητήσεως καὶ νὰ ὑποβληθῶσι σήμερον, ἵνα ἐν χρόνῳ προσήκοντι ὁ ἀγὼν διεξαχθῇ ἐπὶ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. Διότι μὴ νομίζωμεν ὅτι ὁ ἀγὼν θὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τῶν συνήθων τυμπανοκρουσιῶν. Ὁ ἀγὼν ὁ ὀρθός, ὁ λελογισμένος, θὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς χώρας, διότι ἡ ἀντιμετώπισις τῶν οἰκονομικῶν ἀναγκῶν τῆς χώρας ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἔργον τιμῆς. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ μέτρα αὐτῆς, ἵνα καταστῶσι ταῦτα ἀντικείμενα δημοσίας συζητήσεως καὶ δημοσίου ἐλέγχου, καὶ ἵνα ἐπὶ τούτων διεξαχθῇ ὁ πολιτικὸς ἀγὼν μετὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς εὐθύτητος, ἥτις προσήκει εἰς πάντα πολιτικὸν ἄνδρα. Ὑπενθυμίζω δὲ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τί ἔπραξεν ὁ πολὺς Τσάμπερλαιν ἐν Ἀγγλίᾳ. Ὑπέβαλε τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ περὶ τοῦ δασμολογίου καὶ ὑπεστήριξε τοῦτο καὶ παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς καὶ ἔπεσε καὶ ἡττήθη δίς, δὲν ἐπήρκεσε δὲ εἰς αὐτὸν ἡ ζωή, ἵνα ἀποβῇ νικητὴς εἰς τὸν πολιτικὸν τοῦτον ἀγῶνα. Πρέπει νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐν τῷ συνόλῳ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς τὸ νέον.

§80Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Θὰ πέσῃ;

§81Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂν πέσῃ, τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν ἐπιδοκιμάζει αὐτό. Ἀλλά, κ. Βουλευτά, πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι, ἂν αἱ Κυβερνήσεις, πάντοτε ἔχωσιν ὑποχρέωσιν ν’ ἀνακοινώνωσι τὸ πρόγραμμα αὐτῶν, κατὰ μείζονα λόγον τὸ ἀληθὲς πρόγραμμα, τὸ ἀντιμετωπίζον τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀπέναντι μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ, μέτρων συντελεστικῶν εἰς μείωσιν τῆς ἀγάπης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς αὐτήν, θὰ ἔχῃ νὰ ἐπιδείξῃ καὶ ἔργα ἐξωτερικῆς διαχειρίσεως, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἰσοψηφήσωσι τὰ οἰκονομικὰ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς δημοτικότητός της. Δὲν εἶναι ἔργον τῶν Κυβερνήσεων νὰ δημαγωγῶσι καὶ μόνον τὰ εὐχάριστα νὰ παρουσιάζωσιν εἰς τὸν λαόν. Ἀκριβῶς δὲ ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε ἓν ἔρεισμα ἰσοζυγίσεως τῆς μειώσεως τῆς δημοτικότητος, ἔχετε καθῆκον τιμῆς πολλαπλάσιον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην Κυβέρνησιν, ἵνα ἀντιμετωπίσητε τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Τοῦτο θέτω πρὸς ὑμᾶς.

§82Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ποῖος εἶπεν ὄχι;

§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατ’ ἐξοχὴν δὲ ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἀνάγκην καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, διότι οἱ καιροὶ δὲν εἰσὶν εὐχάριστοι, οὐδὲ εἶναι εὔκολοι. Ἐξήλθομεν ἐκ δύο πολέμων νικηφόρων ἐθνικῶς, ἀλλὰ μὲ τὰς συνεπείας αὐτὰς τὰς πικράς, τὰς ὁποίας οἱ πόλεμοι πάντοτε προκαλοῦσιν οἰκονομικῶς. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις ἡ διεθνής, κατὰ πρῶτον δὲ λόγον τὰ λάθη ἡμῶν, τὰ ἐσωτερικά, δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης ἀπολαύσῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς εἰρήνης, ὡς ἀπολαύουσιν ὅλοι οἱ νικηταὶ τῶν πολέμων πάντοτε. Τοὐναντίον δυστυχῶς ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς εἰρήνης ἐρρίφθημεν εἰς νέους κινδύνους ἕνεκα ἐσωτερικῶν λαθῶν, ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως δὲ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου εὑρίσκεται τὸ Κράτος εἰς μίαν κατάστασιν, τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ποῖον εἶναι τὸ τέρμα παρὰ πᾶσαν ἀγαθὴν πρόθεσιν καὶ παρὰ πᾶσαν ἀγαθὴν προαίρεσιν. Διότι ὑπάρχουσι περιστάσεις ἀνώτεροι πάσης θελήσεως καὶ δυνάμεως ἑλληνικῆς, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ περιπλέξωσι τὰ πράγματα. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐν οὐδετερότητι μὲν ἐλπίζοντες καὶ εὐχόμενοι ὅτι ἡ δίνη τῶν περιστάσεων δὲν θὰ ρίψῃ πάλιν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῶν ἔργων τῆς εἰρήνης εἰς τὰ ἔργα τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀνωμαλίᾳ ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ ἔργα τοῦ πολέμου νὰ ἐνσκήψωσι πάλιν ἐφ’ ἡμᾶς. Κύριοι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς τὴν ῥῆσιν ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ προσώπου, τοῦ πρίγκηπος Μπύλωβ, πρώην ἀρχικαγγελαρίου τῆς Γερμανικῆς Αὐτοκρατορίας.

§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νῦν ἀπεσταλμένου εἰς Ρώμην.

§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Οὗτος λέγει: «Ἓν γεγονός, ὅπερ πρέπει νὰ ὑπολογίζηται πάντοτε ἐν τῇ πολιτικῇ εἶναι ὁ πόλεμος· οὐδεὶς ἐχέφρων ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ αὐτόν. Πᾶσα εὐσυνείδητος Κυβέρνησις προσπαθεῖ δι’ ὅλων τῶν δυνάμεών της ὅπως ἐμποδίσῃ τοῦτον, ὅσον μακροχρονίως ἐπιτρέπουσιν ἡ τιμὴ καὶ τὰ ζωτικὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ πᾶν Κράτος πρέπει νὰ διευθύνηται καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ μέρη, ὡσεὶ τὴν ἐπαύριον θὰ ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ ἕνα πόλεμον». Ταῦτα λέγει ὁ Μπύλωβ καὶ ταῦτα ἐφήρμοσεν ἡ πατρίς του. Σήμερον δ’ ὀφείλομεν κατὰ μείζονα λόγον, ἡμεῖς, οἵτινες εὑρισκόμεθα ἐν ἐπιφυλακῇ, τὴν βαθυτάτην ταύτην ἀλήθειαν νὰ ἀναγνωρίσωμεν πληρέστατα. Καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν τὰ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὀργανώσεως τυγχάνουσιν ἐργασίας συντόνου, ὀφείλομεν κατὰ μείζονα λόγον νὰ ἐπιμεληθῶμεν τῆς ῥιζικῆς, ἀνδρικῆς, τολμηρᾶς λύσεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν περιστάσεων, διότι, Κύριοι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα τὰ διεθνῆ, οἷα εἶναι ἡ θέσις τῆς Ἑλλάδος διεθνῶς, δὲν θὰ εἴμεθα κύριοι τῆς χρηματαγορᾶς, εὑρίσκοντες εὔκολον τὸν δανεισμόν. Οὐδεὶς τὸ χρῆμα θὰ δώσῃ ἄνευ ῥιζικοῦ ἡμῶν προσανατολισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἴμεθα ἕτοιμοι πρὸς πόλεμον δὲν πρέπει μόνον νὰ ἔχωμεν στρατὸν καὶ ναυτικόν, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ἡ Ἑλλὰς ἀποβῇ οὕτω παρασκευασμένη πρὸς πόλεμον, ὥστε νὰ μὴ ἐξαρτήσωμεν τὴν διαχείρισιν τῶν πολεμικῶν αὐτῆς δυνάμεων ἀπὸ τῆς θελήσεως ἐκείνου, ὅστις θὰ εὐνοήσῃ ταύτην χρηματικῶς. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα καὶ ἀκριβῶς πρὸς ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος τούτου, τῆς ἐλευθέρας κινήσεως τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα, τὸ οἰκονομικόν. Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ γεγονός, δυστυχῶς, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς δανεισμὸν καὶ εἰς δανεισμὸν παρὰ ξένου κράτους 20 ἑκατομμυρίων ἀτόκως· μὴ νομίσητε ὅτι θὰ εἶναι εὔκολον νὰ ἐξακολουθήσωσιν οἱ δανεισμοὶ παρὰ μιᾶς ἢ ἄλλης ἐμπολέμου δυνάμεως, δανεισμοὶ χρήματος διὰ τὰς καθημερινὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους, ἐφ’ ὅσον δὲν λάβῃ ὡρισμένον τύπον ἡ πολιτικὴ ἡμῶν κατεύθυνσις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχει καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα μετ’ εὐτολμίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ σοβαρότης τοῦ ζητήματος. Οὐδείς, κύριοι, δικαιοῦται ν’ ἀπελπισθῇ, πρῶτος δ’ ἐγὼ δὲν ἀπελπίζομαι, ἔχων ἔμφυτον ἐν ἐμοὶ τὴν αἰσιοδοξίαν. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὰ πάντα εἶναι δυνατά, τὰ πάντα κατορθοῦνται, ὅταν ἡ προσήκουσα ἀποφασιστικότης καὶ τὸ προσῆκον θάρρος ἐπικρατήσῃ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν χώραν ἡμῶν, εἶναι ἀναγκαῖον διὰ πᾶσαν εὐδοκίμησιν, τήν τε οἰκονομικὴν καὶ τὴν πολιτικήν, εἶναι ἡ ἐξυγίανσις, ἡ πλήρης ἐξυγίανσις τοῦ πολιτικοῦ ἐδάφους. Ὑπῆρξε γίγας τις ἄλλος, μορφὴ γιγάντιος διὰ τὴν νεωτέραν Ἑλλάδα, πολιτικὴ μορφή, ἡ ὁποία διέσχισε διὰ τῆς ὀξυνοίας αὐτῆς καὶ τοῦ βάθους τῆς διανοίας τὰ σκότη τοῦ μέλλοντος καὶ διέγραψε πρόγραμμα πολιτικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἐσωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἐσωτερικῆς ἀναμορφώσεως, τὸ ὁποῖον μετὰ μίαν ἐπανάστασιν ἐξηκολουθήσαμεν ἡμεῖς. Καὶ εἶναι ἡ μορφὴ αὕτη, ἡ μορφὴ τοῦ Χαριλάου Τρικούπη. Ὁ Τρικούπης ἐψήφισε νόμους, οἵτινες κατηργήθησαν κατόπιν, ἀλλ’ οἵτινες σήμερον ἐσυνταγματοποιήθησαν. Ἡ μορφὴ ἐκείνη ἐκάμφθη. Ἡ μορφὴ ἐκείνη, διὰ τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀπόστολος τῶν ἰδεῶν της ὑπῆρξεν ὁ ἑλληνικὸς λαός, ὁ δημιουργήσας τὴν τελευταίαν ἐσωτερικὴν ἐπανάστασιν, ὁ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην δύναμιν ὕπατος αὐτῆς δημιουργός, ἡ μορφὴ ἐκείνη ἐκάμφθη καὶ ὑπέστη μαρτύρια διὰ τῆς ἐξορίας καὶ τοῦ θανάτου μακρὰν τῆς χώρας. Διατί; Διότι τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπεχείρησε νὰ θεμελιώσῃ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν δὲν εἶχεν ἐξυγιάνει πρότερον τελείως. Ἐπέτυχε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πλείστου μέρους τῶν ἰδεῶν του ὁ Χαρίλαος Τρικούπης. Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσε νὰ ἐφαρμόσῃ, ἦτο ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τῆς λαϊκῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τοῦ Κράτους, ὡς Κράτους δικαίου. Ὑπερενίκησε διὰ τῆς δυνάμεώς του τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐστερεῖτο καὶ τῶν ἀναγκαίων ὀργάνων τῶν προϊσταμένων ὑπηρεσιῶν, ἵνα βοηθήσωσιν αὐτόν. Ἐνέπνευσε τὴν πεποίθησιν καθ’ ὥρας δυσχερεῖς αὐτός, ὁ τόσον αἰσιόδοξος, ὅστις κατὰ τὴν ὥραν τὴν δυστυχῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐτόλμα νὰ λέγῃ «ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ». Ἀλλ’ εὑρέθη ἀντιμέτωπος ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὀργανισμοῦ καταλύοντος τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἔπεσε μὴ δυνηθεὶς νὰ ἐξαλείψῃ τὸν παρασκηνιακὸν κοινοβουλευτισμόν. Ἀλλ’ ἔπεσε καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Διότι ἐν τῇ Βουλῇ ἐδικτατόρησε. Διότι γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο, αὐτοῦ πλειοψηφοῦντος, ἡ γνώμη αὐτοῦ καὶ μόνον. Ταῦτα ἦσαν τὰ δύο αἴτια, τὰ ὁποῖα κατέλυσαν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου, παρημπόδισαν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ καὶ συνέτριψαν μίαν μεγάλην ἀληθῶς πολιτικὴν διάνοιαν. Τὰ γεγονότα ταῦτα ἐγένοντο μαθήματα εἰς πάντας τοὺς μεταγενεστέρους. Ἐπανάστασις ἐν τῷ τόπῳ ἐγένετο καὶ ἡ ἐπανάστασις ἐπεζήτησεν ἀκριβῶς τὴν ἀποκατάστασιν, τὴν πλήρη, τῆς λαϊκῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνύψωσιν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ θεσμοῦ. Διότι ἂν ἡ ἐπανάστασις ἐξερράγη τὸν Αὔγουστον τοῦ 1909, ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι τὸ Κοινοβούλιον διὰ τῆς κακῆς λειτουργίας του ἐγένετο ὁ στόχος τῶν ἐπιθέσεων τῶν ἔξω τῆς Βουλῆς καὶ εἶχεν ὑποστῇ μείωσιν κύρους ἀπέναντι τοῦ λαοῦ. Μείωσιν τοῦ κύρους ὑπέστη, διότι δὲν ἀπέδιδε καρπούς. Μείωσιν τοῦ κύρους ὑπέστη τὸ κοινοβούλιον, διότι δὲν ἐνομοθέτει, ἀλλ’ ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας ἤλεγχε, κατὰ τρόπον δέ, ὅστις ἦγεν εἰς καταρράκωσιν τοῦ κύρους πασῶν τῶν ἐξουσιῶν. Ἐζήτησε λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἡ ἀποκατάστασις τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου εἶνε ἡ στερέωσις τῆς Πολιτείας. Τὸ Κοινοβούλιον εἶνε τὸ ἔρεισμα τῶν ἐλευθέρων πολιτειῶν, τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ εἶνε τὸ ἔρεισμα τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας καὶ τοιοῦτον εἶνε μόνον τὸ στηριζόμενον ἐπὶ ἀληθοῦς ἐλευθερίας Κοινοβούλιον. Ἀλλὰ ποῖοι εἶνε οἱ καρποί, οἱ ὁποῖοι ἀπεδόθησαν ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν; Ἡ προτέρα νομοθετικὴ ἀργία τοῦ Κοινοβουλίου μετεβλήθη εἰς ἐνέργειαν τοιαύτην, ὥστε ἀπὸ ἐλεγκτικοῦ κατὰ βιομηχανίαν σώματος ἐγένετο νομοθετικὸν κατὰ βιομηχανίαν σῶμα. Ψηφίζονται οἱ νόμοι ἀνὰ πεντηκοντάδα καθ’ ἡμέραν καὶ παράγεται ἡ ἐντύπωσις παρὰ τῷ λαῷ ὅτι ἀσυζητητεὶ ψηφίζονται οἱ νόμοι. Ἡ πολυνομία οὐδὲν ὠφελεῖ. Ἠθικῶς ἡ πολυνομία παρέχει τὴν ἐντύπωσιν τῆς ἀκρίτου νομοθεσίας. Ἀλλ’ ἡ πολυνομία οὐδὲν ὠφελεῖ καὶ πολιτικῶς, διότι ψηφίζοντες νόμους καὶ πληροῦντες τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐντύπων νόμων δὲν βελτιοῦμεν, κύριοι, τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Βελτιοῦμεν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὅταν δυνηθῶμεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τὴν ἐξέλιξιν αὐτῶν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὴ ἡ ἐξέλιξις καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς σωρείας τῶν ψηφιζομένων ἑκάστοτε νόμων. Ταῦτα πάντα δὲν εἶναι εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κοινοβουλίου, διότι μειοῦσι τὸ κῦρος αὐτοῦ, ὡς κατὰ διαταγὴν καὶ κατὰ τύπους βουλευομένου καὶ ψηφίζοντος. Ἀλλ’ ἐὰν τὸ κοινοβούλιον ὑπέστη ταύτην τὴν μείωσιν διὰ τῆς βιομηχανίας τῆς νομοθετικῆς, ὑπέστη μείωσιν καὶ διὰ τῆς δικτατορίας τῆς πολιτικῆς. Ἐπῆλθεν οὕτως ἡ ἐπανάστασις, συνετρίβησαν τὰ παλαιὰ εἴδωλα, συνετρίβη τὸ παλαιὸν καθεστώς. Ἐνομίσαμεν ὅτι συνετρίβη ὁ κομματικὸς ἀνταγωνισμὸς τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἐδημιουργήθη τὸ κομματικὸν καθεστὼς τοῦ παρόντος; Οὐχί. Δὲν ἐπεζητήθη ἡ κατάρριψις τῶν παλαιῶν κομμάτων ἵνα ἱδρυθῇ μονοκρατορία. Ἐζητήθη παρὰ τοῦ λαοῦ ἡ κατάργησις τοῦ παλαιοῦ καθεστῶτος ἵνα δημιουργηθῇ πολιτικὴ ἀρχῶν, πολιτικὴ ἰδεῶν, συνεταιρισμὸς ἀρχῶν. Καὶ ἀντὶ συνεταιρισμοῦ ἀρχῶν, ἐδημιουργήθη βαθμηδόν, κυρίως δὲ ἀπὸ τῆς ἐξελίξεως τῆς πολεμικῆς, δικτατορία ἀτόμου. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐξέλιξις τῶν πολέμων ἐνίσχυσε ταύτην καὶ κατέστησε συνηθείας, αἵτινες δυσκόλως θὰ ἐξαλειφθῶσιν. Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ ἐμφανισθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Καὶ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἴτε διείπετο ὑπὸ τοῦ κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ τοῦ παρελθόντος, εἴτε διέπεται ὑπὸ τοῦ δικτάτορος τοῦ παρόντος, πάντως ἔχασε τὴν ἐκλογικὴν ἐλευθερίαν, διότι ἡ ἐλευθερία αὕτη ἐρείδεται ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας πράγματι βουλήσεως καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ κομματικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ παρελθόντος οὔτε τῆς δικτατορικῆς τοῦ παρόντος πλειοψηφίας. Κατελύθη λοιπὸν ἡ ἐκλογικὴ ἐλευθερία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πράγματι καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ ἐν τῇ καταλύσει ταύτῃ τῆς πραγματικῆς ἐκλογικῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καταλύεται καὶ τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει γνώμην ἄλλην, παρὰ τὴν γνώμην ἑνὸς ἀτόμου. Ἐξεκολάφθη καθ’ ὅλον τὸ 1914, συντρεχουσῶν τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἰδιαιτέρων διαθέσεων, αἵτινες προήχθησαν ἐκ τῶν περιστάσεων ἐκείνων, ἐξεκολάφθη μονοκρατορία, ἥτις ἐδημιούργησεν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ ἀρχικαγκελαρίαν πραγματικήν, παρὰ τῇ ὁποίᾳ ἑδρεύουσι γραμματεῖς τῆς Ἐπικρατείας ἀντὶ ὑπουργῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία μετεβλήθη εἰς πολιτείαν, ἥτις διατηροῦσα τοὺς τύπους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ θεσμοῦ καὶ τῆς ἐκλογικῆς ἐλευθερίας, παρέσχε τὰ πάντα εἰς ἕνα καὶ μόνον, ὅστις καλυπτόμενος ὑπὸ τοὺς τύπους, κατ’ οὐσίαν χειρίζεται ἀρχὴν δικτατορικήν. Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁμαλὴν κατάστασιν. Ἡ δικτατορία εἶναι ἀνεκτὴ καὶ ὠφέλιμος πολλάκις, ὅταν αἱ περιστάσεις εἶναι ἐξαιρετικαὶ καὶ ὅταν ἡ χώρα ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ἔχῃ ἀνάγκην εἰς ἕνα νὰ παραδώσῃ τὴν διοίκησιν. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις ἐδείχθησαν τοσοῦτον κρίσιμοι, ὅσον ἐν Ἑλλάδι, ἀναμφισβητήτως ὁ εἷς πάντοτε ἐκράτησε τὸ σύνολον τῶν δικαιωμάτων. Ἀλλά, παρελθουσῶν τῶν περιστάσεων τούτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ συνηθίσωμεν ἡμᾶς αὐτούς, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν νόμιμον λειτουργίαν, ὅπως ἐπανέλθωμεν δ’ οὐχὶ τύποις, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξοικειώσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς τὴν νόμιμον λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες δύνανται νὰ ἐξελιχθῶσιν εἰς πράγματι ἰσχυροὺς κοινοβουλευτικοὺς παράγοντας, ἔχοντες πάντα τὰ κοινοβουλευτικὰ δῶρα πρὸς τοῦτο, φθείρουσιν ἑαυτοὺς καὶ τὸ πολίτευμα, ἐξελισσόμενοι εἰς μονοκράτορας καὶ καταλύοντες τὸ κῦρος τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Ἐφόσον δὲ ὑπάρχῃ ἐν τῇ Κυβερνήσει πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν στερεῖται, τοὐναντίον μάλιστα εὐμοιρεῖ ἀφθόνως τῶν κοινοβουλευτικῶν δώρων, θὰ εἶναι βλάβη πρὸς τὸ Κράτος ἡ ἐμμονή του εἰς τὴν ἄσκησιν τοιαύτης δικτατορικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ Ὑπουργῶν καὶ ἐπὶ Βουλῆς, δημαγωγῶν τὸν λαόν. Κύριοι, ὑπὲρ ἡμᾶς καὶ πρὸ ἡμῶν ὑπῆρξαν μορφαὶ ἐν τῇ ἱστορίᾳ, πολὺ μεγάλαι, μορφαὶ τῶν ὁποίων τὴν λάμψιν δὲν δύναται νὰ ἀτενίσῃ ὁ ἡμέτερος ὀφθαλμὸς καὶ οὐδεὶς ὀφθαλμὸς νεώτερος, ὑπῆρξαν μορφαί, αἱ ὁποῖαι ἤσκησαν δικτατορίαν καὶ δικτατορίαν ἐπιβληθεῖσαν διὰ τῆς βίας τῶν περιστάσεων καὶ τῆς βίας τῆς στρατιωτικῆς ἰσχύος. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ τολμήσῃ, ἄνευ προσβολῆς καὶ ὕβρεως τῆς ἱστορίας, νὰ ἀντιπαραβάλῃ τινὰ τῶν νεωτέρων πρὸς τὰς μορφὰς ἐκείνας. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπομνήσω εἰς πάντας τοὺς θεραπεύοντας τοιαύτας ὀρέξεις δικτατορικάς, ὅτι οὐδεμία μορφή, ἐξ ὅσων ἠθέλησαν νὰ ἀσκήσουν τὴν δικτατορίαν, ἐτερμάτισε τὸν πολιτικὸν αὑτῆς βίον κατὰ τρόπον ἀλλοῖον, παρὰ διὰ πτώσεως ἀγριωτάτης. Παύσατε ἐμμένοντες εἰς τοιαύτας ἀρχάς, διότι πᾶσα ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν ὑμῶν, θὰ ἐξαφανισθῇ, ὑμεῖς δ’ ἐὰν ἐξακολουθῆτε ἐμμένοντες εἰς τὰς τοιαύτας τάσεις, θὰ ὑποστῆτε ὅ,τι καὶ οἱ ὅμοιοι ὑμῶν ὑπέστησαν: Θὰ συντριβῆτε! (Χειροκροτήματα).

§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Εὐταξίας.

§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.

§88ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄς διακόψωμεν, κύριε Πρόεδρε.

§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 9.30′ μ. μ. (Ὥρᾳ 8 μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπὴν (Ὥρᾳ 9.45′ μ. μ.)

§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἰγγλέσης ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας 10 ἡμερῶν. (Ἡ ἄδεια χορηγεῖται). Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλετε νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ «περὶ Ταμείου Ἀμύνης».

§92Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βεβαίως.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἑξῆς: «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου συνδρομῆς εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ τὸ ἔτος 1914 καὶ περὶ ἐνισχύσεως τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ σταθερῶν πόρων». Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου ὑποβληθέντος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἔκθεσις καὶ διανεμηθέντος πρὸ ἡμερῶν. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ στέργῃ νὰ τὸ κηρύξῃ κατεπεῖγον, θὰ ἠδύνατο καὶ ἄνευ ἐγγραφῆς ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νὰ ψηφισθῇ καὶ ὑποβάλλεται τοιαύτη.

§94Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νὰ ἀναπτύξω δὲ περὶ τίνος πρόκειται. Κατὰ τὸν νόμον τὸν καταστατικὸν περὶ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἡ προμήθεια τῶν εἰδῶν καὶ σκαφῶν γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης διαδικασίας, δηλαδὴ μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἀγορὰ τῶν δύο ἀμερικανικῶν θωρηκτῶν δὲν ἐγένετο συμφώνως μὲ αὐτὰς τὰς διατάξεις, ἕνεκα διαφόρων λόγων καὶ διότι δὲν ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῆς διαδικασίας αὐτῆς. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ τακτοποιήσῃ τὸν τρόπον αὐτῆς τῆς ἀγορᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.

§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου συνδρομῆς εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ τὸ ἔτος 1914, καὶ περὶ ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ σταθερῶν πόρων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Νὰ κάμωμεν καὶ ἓν σύνολον. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9, ὑπὲρ τῶν Λευκαδίων καὶ ἐμβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.

§96Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη καὶ μία πρότασις νόμου.

§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Διετάχθη ἡ τύπωσις. Ψήφισις συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παροχῆς χρηματικοῦ βοηθήματος ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν Λευκαδίων καὶ εὐεργετικῶν καὶ προστατευτικῶν ὑπὲρ αὐτῶν μέτρων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§98Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Θέλω νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι παρὰ τοῦ κ. βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας ὑβρίσθην ὡς δημοκόπος.

§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι.

§100Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἐλέχθη· ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ἤκουσα. Θέλω νὰ διαμαρτυρηθῶ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι βουλευταί, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξετόξευσεν ὁ κ. ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας βουλευτής. Εἶπεν ὅτι πάντες οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν εἶναι δημοκόποι.

§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπε τοιοῦτόν τι.

§102Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν τὸ εἶπεν.

§103Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Τὸ εἶπεν, ὅτι εἴμεθα δημοκόποι καὶ δημαγωγοί.

§104ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄλλο εἶναι δημοκόπος καὶ ἄλλο δημαγωγός.

§105Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἐπιμένετε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν μᾶς ὕβρισεν;

§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπιμένει.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.

§108ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπῆρξα, κύριοι, μάντις κακῶν, διότι ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤδη τὴν 4 Μαρτίου 1913 προεῖπον, ποῦ θὰ κατέληγον μίαν ἡμέραν τὰ δημόσια οἰκονομικά μας, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνεχαιτίζετο ἐκ τῆς κατωφερείας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐφάνη αὐτὴ ἔκτοτε ἀποκλίνουσα. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι δὲν ἐφανταζόμην τότε ὅτι τόσον ταχέως θὰ περιηρχόμεθα ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα ἀπὸ μηνῶν ἤδη. Δὲν ἐφανταζόμην ὅτι μεθ’ ὅλα τὰ ἐν τῷ μεταξὺ συνομολογηθέντα δάνεια, τὰ ἀνερχόμενα εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων, τὰ δημόσια ἡμῶν ταμεῖα δὲν θὰ ἦσαν πλέον ἐνήμερα ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων, ἀνειλημμένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὴν καταβολὴν καὶ αὐτῶν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Δὲν ἐφανταζόμην τέλος ὅτι θὰ ἐξηναγκάζετο ὑπὸ τῆς ἐπιβολῆς τῶν πραγμάτων καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὁμολογήσῃ πρό τινος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐλλείψει χρημάτων ἐδέησε τελευταῖον νὰ συνεισφέρωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκ τοῦ πτωχοῦ των βαλαντίου διὰ τὸ συσσίτιον τῶν ὁπλιτῶν, ἵνα μὴ μείνωσιν οὗτοι νήστεις. Προεῖδον καὶ προεῖπον ἐγὼ τὴν τοιαύτην κατάστασιν μικρὸν μετὰ τὸ πέρας τοῦ πρώτου νικηφόρου ἡμῶν πολέμου κατὰ τῆς Τουρκίας, ὅτε πάντες σχεδὸν οἱ ἄλλοι ἐπίστευον, μάλιστα δὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θ’ ἀνέτελλεν ἐφεξῆς δι’ ἡμᾶς ὁ χρυσοῦς αἰών. Τότε, κύριοι, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε πάντες καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1913, διέγραψε, πλήρης αἰσιοδοξίας, τὴν εἰκόνα τοῦ διανοιγομένου εἰς ἡμᾶς οἰκονομικοῦ μέλλοντος. Τὴν αἰσιοδοξίαν του ἐκείνην ἐστήριξεν αὐτὸς εἰς δύο εὐτυχῆ γεγονότα, εἰς τὸν τότε μόλις δημοσιευθέντα προσωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1911, ὅστις εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ περίσσευμα ἐκ δώδεκα ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων δρχ., καὶ εἰς τὸ γέρας τῆς νίκης ἡμῶν κατὰ τῶν Τούρκων, τὸ ὁποῖον συνίστατο εἰς τὸν διπλασιασμὸν σχεδὸν τῆς ἡμετέρας χώρας διὰ τῆς προσαρτήσεως εἰς αὐτὴν χωρῶν, εὐφορωτάτων θεωρουμένων. Ἀλλά, κύριοι, τὸ περίσσευμα ἐκεῖνο εἶχε τὴν ἀφέλειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποδώσῃ ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν «ἐπιμελεστέραν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους», τὴν καθιερωθεῖσαν ἐν Ἑλλάδι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων, ὡς ἐκ τῆς καθόλου χρηστῆς διοικήσεως, τῆς ἔκτοτε ἐγκαθιδρυθείσης παρ’ ἡμῖν, καὶ τῆς ὑπ’ αὐτὴν προϊούσης αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιμελεστέρα διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν μας καὶ ἡ καθόλου χρηστὴ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι θὰ ἐξηκολούθουν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, προαγόμεναι μάλιστα, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις θὰ παρέμενεν ἐν τοῖς πράγμασιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄφηνεν οὕτω πως νὰ ἐννοηθῇ ὅτι κατ’ ἀνάγκην θὰ εἴχωμεν ἐφεξῆς ἀδιάπτωτον καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τοιαύτην δὲ βελτίωσιν θὰ προσετίθετο τώρα καὶ ἡ ἐπέκτασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς χώρας περιβλέπτους διὰ τὸν φυσικόν των πλοῦτον, ἐξ ὧν ἔπρεπε νὰ προσδοκῶμεν τὸν διπλασιασμὸν τοὐλάχιστον τῶν δημοσίων ἐσόδων. Φυσικὴ συνέπεια τῶν εὐτυχῶν ἐκείνων γεγονότων, ὡς ἐφαντάσθη καὶ παρέστησεν αὐτὰ τότε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχωμεν πλέον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ἐσόδων, ἀλλὰ περὶ ἐξόδων μόνον τοῦ Κράτους. Κύριον ἡμῶν μέλημα ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐφεξῆς, πῶς νὰ καταστήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἀξιόμαχον, ἵνα δυνηθῇ αὕτη νὰ διατηρήσῃ μὲν σῶα καὶ ἀκέραια τὰ ἤδη κεκτημένα, νὰ ἐπιδιώξῃ δ’ ἐν τῷ μέλλοντι τελεσφορώτερον καὶ τὴν πλήρη ἐθνικὴν ἡμῶν ἀποκατάστασιν, πῶς εἶτα ν’ ἀναπτύξωμεν καὶ προαγάγωμεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας παρ’ ἡμῖν καὶ πῶς τέλος νὰ βελτιώσωμεν πάντα κλάδον τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, χωρὶς ἐν ταὐτῷ νὰ ὀλιγωρήσωμεν καὶ τῆς ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἔθνους ἡμῶν. Δι’ ὅλης, κύριοι, τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913 διῆκε πνεῦμα ἄκρας αἰσιοδοξίας, ὅπερ ἐμὲ τοὐλάχιστον ἐνέβαλεν ἔκτοτε εἰς φόβους περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἡμῶν μέλλοντος. Τοὺς φόβους μου δ’ ἐκείνους ἔσπευσα εὐθὺς τότε νὰ ἐκδηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑποδεικνύων τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς θὰ ἐξετίθεντο τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπανεπαύετο εἰς τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπέδειξα δὲ τότε κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον ὅτι τὰ αἴσια ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1911 δὲν ὠφείλοντο τόσον εἰς τὴν ἐπιμελεστέραν διοίκησιν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὡς αὐτὸς ἐνόμιζεν, ὅσον εἰς τὰ νομοθετικὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργείου τῆς 15 Αὐγούστου 1909, δι’ ὧν πράγματι κατωρθώθη νὰ μεταβληθῇ τὸ ἐξ 11.227.283 δρχ. ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους ἐκείνου εἰς περίσσευμα 11.881.663 δραχμὰς τῆς χρήσεως τοῦ 1911. Συγχρόνως, κύριοι, ὑπέμνησα τὸ πάθημα ἡμῶν μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, ὅτε, ὡσαύτως ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι θὰ ηὔξανον κατὰ πολὺ αἱ δημόσιαι ἡμῶν πρόσοδοι, ἐσπεύσαμεν εἰς τὴν δημιουργίαν νέων δαπανῶν χάριν τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας τῆς χώρας, προσέτι δὲ χάριν τῆς βελτιώσεως τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας. Εἰ καὶ ἐφρόντισε δὲ ἡ τότε Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐσταται ὁ ἀείμνητος Χαρίλαος Τρικούπης, μετεῖχε δέ, ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀοίδιμος Π. Καλλιγᾶς, ἄνδρες βεβαίως οὐχὶ τοῦ ἀναστήματος τοῦ νῦν ἢ τοῦ προκατόχου του Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· εἰ καὶ ἐφρόντισε, λέγω, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ἐπιβάλῃ ἐγκαίρως καὶ νέους φόρους εἰς κάλυψιν τῶν νέων δαπανῶν, οὐχ’ ἧττον ἐν τοῖς πράγμασι διεψεύσθησαν αἱ προσδοκίαι της, διότι αἱ ἀποδόσεις τῆς Θεσσαλίας καὶ τῶν νέων φόρων ὑπελείφθησαν κατὰ πολὺ τῶν ὑπολογισμῶν της, ἐνῷ αἱ νέαι δαπάναι ἐπηλήθευσαν μὲ τὸ περιπλέον. Οὕτω πως ὅμως ἐξωλισθήσαμεν ἔκτοτε εἰς οἰκονομικὴν κατωφέρειαν, ἥτις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μᾶς ὡδήγησεν εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ 1893. Παραπλησία, Κύριοι, καταστροφὴ καὶ χείρων ἴσως ἐκείνης θὰ μᾶς ἀνέμενε καὶ τώρα, ἐὰν τὸ πάθημα ἐκεῖνο δὲν μᾶς ἐγίνετο μάθημα, ἐὰν καὶ τώρα μετὰ τὴν προσάρτησιν τῶν Νέων Χωρῶν ἐμεριμνῶμεν μόνον περὶ αὐξήσεως τῶν ὑφισταμένων καὶ δημιουργίας νέων δαπανῶν, χωρὶς συγχρόνως νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων, δι’ ὧν οὔτε ἡ ἐν ἔτει 1909 συντελεσθεῖσα βελτίωσις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡμῶν θὰ ἐξήρκει πλέον οὔτε μόνη ἡ προσάρτησις τῶν Νέων Χωρῶν. Διὰ τοῦτο, κύριοι, προέτρεψα τότε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποστείλῃ τὰ ἱστία τῆς αἰσιοδοξίας της καὶ ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν περιττὴν καὶ μὴ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν δαπάνην, νὰ ἔχῃ δὲ πρώτιστον καὶ κυριώτατον μέλημα τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς χώρας, χάριν τῆς ὁποίας ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς νὰ διατηρήσωμεν ἐφεξῆς ἀκμαῖα τὰ δημόσια οἰκονομικά, εἰδότες καλῶς ὅτι πᾶσα καταστροφὴ αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι θὰ ἐσήμαινε καὶ τὸν ἐθνικόν μας ὄλεθρον. Ἔλεγον δὲ τότε ἐν κεφαλαίῳ: (Ἀναγινώσκει) «Ἐὰν, Κύριοι, ἠναγκάσθην νὰ λάβω τὸν λόγον τώρα καὶ νὰ μακρηγορήσω πως περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἔπραξα τοῦτο οὐχὶ διὰ νὰ περιαυτολογήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου, ἐν ὅσῳ εἶναι καιρὸς νὰ προλάβωμεν τοῦτον» (Συνεδρ. Βουλῆς 4 Μαρτίου 1913). Δυστυχῶς, Κύριοι, δὲν εἰσηκούσθην τότε. Ἡ Κυβέρνησις, μεθυσθεῖσα, ὡς φαίνεται, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1911 καὶ ἐκ τῆς προσαρτήσεως τῶν Νέων Χωρῶν, κατελήφθη αἴφνης ὑπὸ μεγαλομανίας, τὴν ὁποίαν διετράνωσεν ἔκτοτε φροντίζουσα μόνον περὶ αὐξήσεως τῶν ὑφισταμένων καὶ δημιουργίας νέων δαπανῶν. Τὸ δὲ λυπηρότερον εἶναι ὅτι καὶ ἐν τῇ τοιαύτῃ φροντίδι αὐτῆς δὲν κατέλαβον κἂν τὴν ἐμπρέπουσαν θέσιν αἱ δαπάναι, αἱ ἀφορῶσαι κατὰ πρῶτον καὶ κύριον λόγον εἰς τὴν πολεμικὴν ἡμῶν παρασκευὴν καὶ κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῆς Χώρας. Καὶ ἐκεῖναι καὶ αὗται ἐτέθησαν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ, ἀπέναντι ἄλλων δαπανῶν, ἀναφερομένων κατ’ ἐπίφασιν μὲν εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν ἄλλων κλάδων τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου, κατ’ οὐσίαν δὲ εἰς τὴν δημιουργίαν θέσεων καὶ μισθολογίων, μὴ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, ἢ καὶ ὅλως περιττῶν. Ἔκτοτε, κύριοι, πάσης εὐκαιρίας ἐδραξάμην, ἵν’ ἀναχαιτίσω τὸ κακόν, ἐγείρων φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ πάσης παραχρηστικῆς ἢ καταχρηστικῆς διαθέσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἔκτοτε δὲν ἔπαυσα καταδεικνύων τὸ βάραθρον εἰς ὃ ἐξωθοῦντο οὕτω πως τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Δυστυχῶς ὅμως ἐλάλησα πάντοτε εἰς ὦτα μὴ ἀκουόντων. Περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπελείφθη εἰς ἐμὲ ἰδίως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914 καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναγνωσθεῖσαν παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγησιν αὐτοῦ τῇ 27 Μαΐου ἐ. ἔ. Ἔκτοτε δέ, πεισθεὶς ὅτι ὁ ἐπαπειλῶν ἡμᾶς οἰκονομικὸς κίνδυνος ἦτο ἀναπότρεπτος, ἀπέφυγον πλέον νὰ κάμω λόγον περὶ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἔκτοτε εὑρέθημεν ἀπέναντι ἐξωτερικῶν περιπλοκῶν; ἐπαπειλουσῶν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ παρασύρωσιν ἡμᾶς εἰς νέον πόλεμον. Ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις πᾶσα δημοσία συζήτησις, δυναμένη νὰ ἐκθέσῃ τὴν οἰκονομικήν μας κατάστασιν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου, θὰ ἐγίνετο μόνον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἐθνικῶν μας συμφερόντων. Διὰ τοῦτο ἔκτοτε ἐτήρησα σιγήν, ἀπέχων καὶ πάσης ἄλλης συζητήσεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἥτις εὐκόλως ἠδύνατο νὰ μετατραπῇ εἰς οἰκονομικήν. Ἐσκεπτόμην δὲ κατ’ ἐμαυτὸν καὶ ἄλλως, πρὸς τί νὰ λάβω πλέον τὸν λόγον περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἦτο ἀδύνατον ν’ ἀποσοβηθῇ ὁ ἐπικρεμάμενος εἰς ἡμᾶς κίνδυνος; ἵν’ ἀποδείξω μόνον ὅτι ἐπηλήθευσαν αἱ προβλέψεις καὶ προρρήσεις μου; Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι καὶ τώρα θ’ ἀπέφευγον νὰ πράξω τοῦτο, ἐὰν ἔμελλε νὰ ψηφισθῇ τυπικῶς μόνον ὁ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμός, ἀφοῦ μάλιστα αὐτὸς ἔχει καταντήσῃ ἤδη σχεδὸν ἀπολογισμός, ὡς πρὸ πολλοῦ ἔχει καταστῇ τοιοῦτος καὶ ὁ μήπω ψηφισθεὶς ἐν τῷ συνόλῳ προϋπολογισμὸς τοῦ 1913· διότι ἐνόμιζον ὅτι καὶ τώρα ἠδύνατο νὰ βλάψῃ ἡ οἰκονομικὴ συζήτησις. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις εἶναι καὶ προσωρινὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὡς τοιοῦτος, γινώσκων κάλλιον παντὸς ἄλλου, κατὰ πόσον εἶναι τώρα ἐπίκαιρος ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος συζήτησις, ἐπανειλημμένως προεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν εἰς αὐτὴν καὶ οὕτως ἠνάγκασε ταύτην, ἑκοῦσαν ἄκουσαν, νὰ δεχθῇ τώρα τὸ ῥιφθὲν κατὰ πρόσωπον αὐτῆς χειρόκτιον· ἀφοῦ, λέγω, ὁ κ. Πρωθυπουργός, αὐτὸς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὑπεύθυνος, ἐπέβαλεν οὕτως εἰπεῖν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ἀναγκάζομαι τώρα νὰ λύσω καὶ ἐγὼ τὴν μέχρι τοῦδε σιωπὴν καὶ νὰ μετάσχω αὐτῆς. Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι, πάντες, μεθ’ ὁποίας φιλομειδοῦς αὐταρεσκείας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῇ 27 Μαΐου ἐ.ἔ., εἰσηγούμενος τὸ πρῶτον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διεκήρυξεν ὅτι, εἰ καὶ ἦτο αὐτὸς ὁ πρῶτος ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ δύο μακροχρονίους πολέμους, ἐξαντλήσαντας οἰκονομικῶς καὶ τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν, οὐχ’ ἧττον, ὡς πρὸς τὰ τακτικὰ αὐτοῦ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ὄχι μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα ἐκ 4.162.104 δρχ. καὶ 85 λ.— διὰ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ πράγματος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπέκρυψε τότε ὅτι, ὡς πρὸς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐτοῦ, θὰ εἴχωμεν ἔλλειμμα ἐξ 176.500.289 δρχ. Ἀλλὰ τίνα σημασίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀπέναντι τοῦ περισσεύματος τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους; Κατὰ τὰς τότε ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ ἔλλειμμα αὐτό, ὡς ἔκτακτον, θὰ ἦτο παροδικόν, ἀφοῦ δὲ συνωμολογήσαμεν ἤδη τὸ δάνειον τῶν 500 ἑκατομμ., ἠδυνάμεθα κάλλιστα διὰ τούτου νὰ καλύψωμεν καὶ αὐτό, ὡς καὶ τὰ ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων ἐκτάκτων προϋπολογισμῶν τοῦ Κράτους διὰ τὰ ἔτη 1912 καὶ 1913. Ἐὰν δέ, κύριοι, καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν ἤθελεν ἐξαρκέσῃ, θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ συνομολογήσωμεν καὶ ἕτερον δάνειον ἐκ 400 ἑκατομ. δρχ. οὕτως, ὥστε δι’ ἀμφοτέρων αὐτῶν νὰ πληρώσωμεν πάσας ἡμῶν τὰς ἀνάγκας, ὄχι μόνον τὰς παρελθούσας, ἀλλὰ καὶ τὰς μελλούσας διὰ τῆς πλήρους πολεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν, διὰ τῆς κατασκευῆς ὁλοκλήρου σιδηροδρομικοῦ δικτύου καὶ διαφόρων ἄλλων δημοσίων ἔργων καὶ τέλος διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Καὶ θὰ ηὔξανον μὲν οὕτω τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, καθ’ ὅσον ἐν τῷ μέλλοντι, ἡ μὲν ὑπηρεσία τοῦ Δημοσίου Χρέους θὰ ἀπῄτει περὶ τὰ 70 ἑκατομμ., τῶν δὲ δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων αἱ δαπάναι θὰ ἀνήρχοντο εἰς 80 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμ. Ἀλλά, κύριοι, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς πάντοτε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ηὔξανον ἐν τῷ μεταξὺ καὶ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ καταπληκτικῶς· διότι, ἐνῷ θὰ ἐξηκολούθει προϊοῦσα ἡ αὐτόματος αὐτῶν αὔξησις ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, αἱ πρόσοδοι τῶν νέων ἐπαρχιῶν θὰ ἐξησφάλιζον ἐν τῷ μέλλοντι μεγάλα περισσεύματα, ἀφοῦ ἤδη κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν μεταξὺ τῶν ἐσόδων αὐτῶν ἐξ 85.863.725 καὶ τῶν ἐξόδων ἐξ 24.007.482 ὑπῆρχε πλεόνασμα 61.856.242 δρχ. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν ἐβράδυνε πολὺ ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῶν πραγμάτων ὅτι πάντα ταῦτα καπνὸς ἦν καὶ διελύθη, πομφόλυγες ἦσαν καὶ διερράγησαν. Διότι δὲν παρῆλθον πολλαὶ ἑβδομάδες ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914 εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἤρχισαν αἱ οἰκονομικαὶ στενοχωρίαι τοῦ Κράτους, καθ’ ἃς τὰ δημόσια ταμεῖα, μεθ’ ὅλον τὸ διατυμπανισθὲν περίσσευμα τῶν 4 καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμυρ. δρχ., ἐδυσκολεύοντο νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς αὐτὰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας, τὰς προβλεπομένας διὰ τοῦ τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων. Ἐγώ, κύριοι, οὐδόλως ἐξεπλάγην ἐπὶ τούτῳ, διότι, εὐθὺς ὡς ἤκουσα τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ διεξῆλθον τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων θὰ εἴχωμεν οὐχὶ περίσσευμα 4 ἑκατομμ., ὡς εἶχεν ὀνειροπολήσει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἔλλειμμα 50 ἑκατομμ. δρχ. περίπου. Τὴν πεποίθησίν μου δὲ ταύτην δὲν ἐδίστασα τότε νὰ ἐκδηλώσω ἰδιαιτέρως πρὸς διαφόρους συναδέλφους, ζητήσαντας τὴν περὶ τούτου γνώμην μου. Οἱ πολλοὶ ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἀπεθαύμασαν τότε τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐπίστευσαν εἰς τὰς διαβεβαιώσεις του, ἤρχισαν ν’ ἀνησυχῶσι διὰ τὰς ἀναφυείσας οἰκονομικὰς στενοχωρίας. Τὴν τοιαύτην δὲ ἀνησυχίαν ἔσπευσε τότε νὰ διερμηνεύσῃ καὶ ὁ ἀνεξάρτητος τύπος, δημοσιεύων εἰδήσεις οὐχὶ πολὺ ἐποικοδομητικὰς διὰ τὴν οἰκονομικὴν τοῦ Κράτους κατάστασιν, ἥτις ἐπεδεινώθη ἔτι μᾶλλον μετὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου. Τότε, κύριοι, ἠναγκάσθησαν καὶ αἱ ἐφημερίδες, αἱ διακρινόμεναι διὰ τὴν τυφλήν των ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ν’ ἀνομολογήσωσι τὸ πρᾶγμα, νὰ προσπαθήσωσι δέ, πρὸς καθησύχασιν τῆς ἐξεγερθείσης κοινῆς γνώμης, νὰ δικαιολογήσωσι τὴν κατάστασιν, κατ’ ἔμπνευσιν πάντως κυβερνητικήν, ὡς ἑξῆς. Τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας ἐχαρακτήριζον αὐταὶ ὡς ταμειακάς, ἀπέδιδον δὲ τὴν τοῦ κακοῦ αἰτίαν κυρίως καὶ κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, ὅστις ἔσχε τὸν ἀντίκτυπον καὶ εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Διότι, ἐν ᾧ συνετέλεσεν αὐτὸς εἰς τὴν μείωσιν τῶν εἰσπράξεων τοῦ δημοσίου ἡμῶν ταμείου, ὡς ἐκ τῆς χαλαρώσεως τῶν συναλλαγῶν τῆς χώρας πρός τε τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ καθ’ ἑαυτήν, συγχρόνως ἐδυσχέρανε καὶ τὴν ἔκδοσιν εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τοῦ δευτέρου ἡμίσεος τοῦ δανείου τῶν 500 ἑκατομμ., διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ ὁποίου ὑπελόγιζεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πάσας τὰς οἰκονομικὰς τοῦ Κράτους ἀνάγκας, τακτικάς τε καὶ ἐκτάκτους. Ἀλλά, κύριοι, αἱ δικαιολογίαι αὗται ἠδύναντο πρὸς στιγμὴν νὰ κατευνάσωσι τὰ αἴφνης ἐξερεθισθέντα νεῦρα τῶν ἀφελῶν καὶ εὐπίστων θαυμαστῶν τῆς εἰλικρινείας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο ὅμως ἀδύνατον νὰ μεταβάλωσι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ῥαγδαῖα ἐπερχόμενα ἤρχισαν νὰ ἐμβάλωσιν ἐπὶ τέλους εἰς ἀνησυχίαν καὶ αὐτὸν τὸν μακάριον εἰσηγητὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς δύνανται νὰ μαρτυρήσωσι περὶ τούτου διάφοροι συνάδελφοι καὶ ἀντιπολιτευόμενοι, πρὸς οὓς αὐτὸς δὲν ἀπέκρυψε τὴν τοιαύτην ἀνησυχίαν του. Καὶ πῶς ἠθέλετε νὰ εἶναι αὐτὸς ἥσυχος, ὅταν αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι τὸν διεβεβαίουν ὅτι τὰ μὲν ἔσοδα ἐμειοῦντο, τὰ δ’ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξωγκοῦντο ὁσημέραι, ἀνατρέποντα καὶ ἐκεῖνα καὶ ταῦτα πάσας τὰς περὶ αὐτῶν προβλέψεις; Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα, κύριοι, προϋπολογισμὸν ἔμελλον τὰ μὲν τακτικὰ ἔσοδα τῆς ἐνεστώσης χρήσεως ν’ ἀνέλθωσιν εἰς 224.198.027 δρχ., τὰ δὲ τακτικὰ ἔξοδα εἰς 220.035.922 δρχ. καὶ νὰ ἔχωμεν οὕτω περίσσευμα 4.162.104 δραχμῶν. Ἐνῷ τὰ μὲν ἔκτακτα ἔσοδα θ’ ἀνήρχοντο εἰς 8.263.301 δρχ., τὰ δ’ ἔκτακτα ἔξοδα εἰς 184.763.590 δρ., ἀφήνοντα οὕτως ἔλλειμμα 176.500.289 δρχ., ὅπερ μετὰ ἀφαίρεσιν τοῦ τακτικοῦ περισσεύματος θὰ κατήρχετο εἰς 172.838.184 δρχ. Ἀλλὰ τί ἀπεδείκνυον τὰ πράγματα; Ὡς πρὸς μὲν τὰ τακτικὰ ἔσοδα, θὰ εἴχωμεν ἐλάττωσιν κατὰ 16.159.576 δρχ., τούτου δ’ ἕνεκα τὸ σύνολον αὐτῶν θὰ περιωρίζετο ἐκ 224.198.027 δρ. εἰς 208.029.184 δρχ. Ὡς πρὸς δὲ τὰ τακτικὰ ἔξοδα, θὰ εἴχομεν τὴν ἑξῆς αὔξησιν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν δρχ. 3.111.730
2)» Ἐξωτερικῶν » 951.000
3)» Δικαιοσύνης » 304.015
4)» Ἐσωτερικῶν » 3.029.560
5)» Συγκοινωνίας » 1.779.159
6)» Ἐκκλησιαστικῶν » 2.095.011
7)» Ἐθνικῆς Οἰκονομίας» 586.172
8)» Στρατιωτικῶν » 2.182.704
9)» Ναυτικῶν » 6.647.887
Ἐν ὅλῳ δρχ.20.687.238

Οὕτω τὸ σύνολον τῶν τακτικῶν ἐξόδων θ’ ἀνήρχετο ἐκ 220.035.922 εἰς 240.723.160 δρχ., ἀπέναντι δὲ τῶν ἠλαττωμένων τακτικῶν ἐσόδων 208.029.184 δρχ. Θὰ εἴχωμεν, ἀντὶ τοῦ προϋπολογισθέντος περισσεύματος τῶν δρ. 4.162.104, ἔλλειμμα 32.693.976 δρχ. Ἀλλὰ θὰ εἴχωμεν καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων αὔξησιν, κατανεμομένην εἰς τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ὡς ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν δρχ.41.286.182
2)» Ἐξωτερικῶν » 400
3)» Ἐσωτερικῶν » 9.150.774
4)» Συγκοινωνίας » 1.182.814
5)» Ἐκκλησιαστικῶν » 51.986
6)» Ἐθνικῆς Οἰκονομίας» 143.874
7)» Στρατιωτικῶν » 12.415.445
8)» Ναυτικῶν » 1.648.500
Ἐν ὅλῳ δρχ.65.880.275

Οὕτω τὸ σύνολον τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων θ’ ἀνήρχετο ἐξ 184.763.590 δρχ. εἰς 250.643.865 δρχ., τὸ δ’ ἔλλειμμα μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων ἐξ 8.013.301 δρχ. θὰ ἦτο 242.630.564 δρχ., συμποσούμενον ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἐλλείμματος τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ 32.693.476 εἰς 275.324.540 δρχ., ἀντὶ τοῦ προϋπολογισθέντος ἐν ἀρχῇ ἐξ 172.338.184 δρχ., ἤτοι μίαν ἐπὶ πλέον διαφοράν ἐξ 102.986.356 δρχ. Ἐνώπιον τοιαύτης καταστάσεως εὑρεθεὶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς γενναίαν ἀβαρίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, τακτικῶν τε καὶ ἐκτάκτων, ὅπως μειώσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεποίουν εἰς πάντα τὰ μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τῶν δηλώσεών του γνωστὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ προϋπολογισμοῦ του. Διὰ τοῦτο, κύριοι, εἰσηγούμενος τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος δηλώσεις του εἰς τὴν Βουλὴν, ὡμολόγησεν (Ἀναγινώσκει): «Κατεβλήθη πᾶσα δυνατὴ προσπάθεια, ὅπως ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐξακριβωθῶσιν αἱ ἀληθεῖς ἀπαιτούμεναι δαπάναι, περικοπῶσι δὲ ἢ ἀναβληθῶσιν πᾶσαι ἐκεῖναι, αἵτινες ἢ ἦσαν ὑπολογισμέναι μὲ ὑπερβολικὴν ἄνεσιν ἢ περιεῖχον δαπάνας, αἵτινες ἠδύναντο ν’ ἀνασταλῶσιν ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας». Ἐν ἄλλαις λέξεσι διϊσχυρίσθη ὁ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐφρόντισε νὰ περικόψῃ μὲν πᾶσαν περιττὴν δαπάνην, ν’ ἀναβάλῃ δὲ πᾶσαν τοιαύτην, μὴ ἐπείγουσαν. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς ἐν πᾶσιν; Δυστυχῶς ὄχι, ὡς θ’ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον. Πρὸ τούτου ὅμως, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω παρατηρήσεις τινάς, ὡς πρὸς τὰς δηλώσεις, τὰς ἀναφερομένας εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπεδέχθη καὶ ἀνέγραψε τὴν προμνημονευθεῖσαν ἐλάττωσιν αὐτῶν, τὴν ἀνερχομένην, ὡς εἴδομεν, εἰς 16.159.576. δρχ. Ἠθέλησεν ὅμως νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀστοχίαν τῶν σχετικῶν προβλέψεών του ἐπαναλαμβάνων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅ,τι πρὶν εἶχον δημοσιεύσει αἱ ὑπουργικαὶ ἐφημερίδες, καὶ προσθέτων τώρα νέον ἐπιχείρημα, ὅτι εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων συνετέλεσε καὶ ἡ μετανάστευσις πολλῶν Μουσουλμάνων ἐκ τῶν Νέων ἡμῶν Χωρῶν, ἰδίως δ’ ἐκ Μακεδονίας. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι συνετέλεσεν ἐν μέρει καὶ ὁ λόγος οὗτος, ὡς καὶ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν εἶναι οὔτε οἱ μόνοι οὔτε οἱ κύριοι λόγοι. Ἐὰν ἐκ τῶν Νέων ἡμῶν Χωρῶν μετηνάστευσαν μυριάδες τινὲς Μουσουλμάνων, προσέφυγον ἐξ ἀντιθέτου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἑκατοστύες χιλιάδων Ἑλλήνων, ἐκδιωχθέντων διὰ τῆς βίας ἐκ Θράκης καὶ Μικρᾶς Ἀσίας, εἰς δὲ τὴν παρατηρουμένην τώρα αὔξησιν τῶν δημοσίων ἐσόδων ἐξ ἐμμέσων φόρων, ἰδίως ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι συνετέλεσαν ὁπωσδήποτε καὶ αὐτοί, ὡς καὶ οἱ ἐπανελθόντες εἰς τὰς ἑστίας των ἐπίστρατοι μετὰ τὸ πέρας τῶν δύο ἡμῶν πολέμων καὶ ὅσοι Ἕλληνες μετανάσται παρέμειναν ἔκτοτε ἐνταῦθα, μὴ δυνηθέντες, ἢ μὴ θελήσαντες νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν. Ὁ κυριώτατος ὅμως λόγος τῆς καθυστερήσεως τῶν ἐσόδων εἶναι ἡ κακὴ πρόβλεψις καὶ ὁ ἐσφαλμένος ὑπολογισμός των, ἰδίως τῶν τελωνειακῶν, κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῶν. Εἶναι δὲ διὰ τοῦτο τόσῳ μᾶλλον ἀξιοκατάκριτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσῳ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος προϋπολογισμὸς δὲν συνετάχθη, ὡς συνήθως, τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας πρὸ τῆς ἐκτελέσεώς του, ἀλλὰ τὸν πέμπτον μῆνα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς οἰκείας χρήσεως. Ἡ μεγαλειτέρα ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων καὶ ἐν τῇ Παλαιᾷ καὶ ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι παρατηρεῖται ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων· διατί τοῦτο; Διότι καὶ ἐν ἐκείνῃ καὶ ἐν ταύτῃ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἡ παρατηρηθεῖσα κατὰ τοὺς τελευταίους τοῦ παρελθόντος καὶ τοὺς πρώτους τοῦ παρόντος ἔτους μῆνας αὔξησις, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς κανονική τις καὶ μέλλουσα νὰ ἐξακολουθήσῃ καθ’ ὅλον τὸ τρέχον ἔτος. Ἀλλά, κύριοι, ἡ αὔξησις ἐκείνη ἦτο ἔκτακτος, ὀφειλομένη εἰς τὴν τότε γενομένην ἀναπλήρωσιν ὅλων τῶν κενῶν τῶν ἀποθεμάτων τοῦ ἐμπορίου, ἅτινα εἶχον ἐξαντληθῆ ἐν καιρῷ πολέμου, ὡς τοιαύτη δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἐπ’ ἄπειρον. Ὡς πρὸς δὲ τὰς Νέας Χώρας, συνέτρεχε καὶ ἕτερος λόγος, καθ’ ὃν οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν αὐταῖς, γινώσκοντες ὅτι θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἐπεβάλλετο αὔξησις δασμῶν εἰς αὐτάς, ἐφρόντισαν ἐγκαίρως νὰ προβῶσιν εἰς μεγάλας προμηθείας ὅλων τῶν εἰδῶν ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνεμένετο ἡ δασμολογικὴ αὔξησις. Φυσικὴ δὲ συνέπεια τούτου ὑπῆρξεν ἡ καταπληκτικὴ αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς καὶ τῶν τελωνικῶν εἰσπράξεων κατὰ τοὺς τελευταίους τοῦ παρελθόντος καὶ τοὺς πρώτους τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους μῆνας, ἥτις ἔσχεν ὡς ἀντίκτυπον τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν κατὰ τοὺς ἐπιόντας μῆνας. Παρατηρητέον δέ, Κύριοι, ὅτι ἡ μεγίστη ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων ἐπῆλθεν ἰδίως εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἐξαιρέσει τῆς Κρήτης, διότι ἐν αὐταῖς, πλὴν τῶν ἄλλων λόγων, συνετέλεσεν εἰς τοῦτο καὶ ὁ ἑξῆς: Ἡ ἐκ τοῦ πολέμου προκύψασα ἀναστάτωσις τῶν ἐμπορικῶν τῶν συναλλαγῶν ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ἦτο δύσκολον νὰ προΐδῃ τις, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν, ὁποία θὰ ἦτο ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐμπορίου ἐν αὐταῖς. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἄλλως δὲν εἶχεν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἀσφαλῆ δεδομένα δι’ αὐτὰς ἐκ προηγουμένων χρήσεων, ὡς ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ ἐν Κρήτῃ, ἔπρεπε δὲ ὁπωσδήποτε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914 νὰ παρουσιάσῃ περίσσευμα, τοὐλάχιστον μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, διὰ τοῦτο ἀνεγράφησαν, ὡς φαίνεται, ἐξωγκωμένα πως τὰ ἔσοδα τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀδυνατῶ νὰ ἐξηγήσω ἄλλως πως τὸ πρᾶγμα. Ἐλπίζω δέ, κύριοι, νὰ συμφωνήσῃ πᾶς τις μετ’ ἐμοῦ, ὅταν ἀναλογισθῇ ὅτι ἔχομεν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἐλάττωσιν ἐσόδων ἐπὶ προϋπολογισθέντων δραχμῶν 138.334.302 μόλις 1.598.851 δρχ., ἐν Κρήτῃ μάλιστα καὶ αὔξησιν αὐτῶν κατὰ δρχ. 499.275, ἐνῷ ἡ λοιπὴ Νέα Ἑλλὰς ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἐλάττωσιν ἐσόδων ἐπὶ προϋπολογισθέντων δρχ. 69.850.000 ὅλα 15.060.000 δρχ. Ἡ ἐλάττωσις δ’ αὕτη θὰ ἦτο πολὺ μεγαλυτέρα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπέμενε μέχρι τέλους εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ διὰ τὰς Νέας Χώρας, τὴν ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει αὐτὴ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ἠναγκάζετο νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ τῶν ἀκαταμαχήτων ἡμῶν ἐπιχειρημάτων καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς αὐτὰς τὴν διὰ ταινιῶν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ἐξ ἧς καυχᾶται αὐτὴ τώρα ὅτι ἔχει αὔξησιν ἐσόδων! Καὶ τώρα ἂς ἐξετάσωμεν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὰς ὑπ’ αὐτοῦ ἐπενεχθείσας ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων. Αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἀνέρχονται κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἐπὶ μὲν τῶν τακτικῶν ἐξόδων εἰς 5.365.000 δρχ., ἐπὶ δὲ τῶν ἐκτάκτων εἰς δρχ. 42.561.000, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 47.226.000 δρχ. Ἀλλὰ ποῖαί τινες εἶναι αὗται; Περικόπτονται οὕτω πως τῳόντι περιτταὶ δαπάναι καὶ ἀναβάλλονται ἄλλαι, μὴ ἐπείγουσαι, ὡς ἀναγινώσκομεν ἐν τῇ εἰσηγήσει τῶν δηλώσεων; Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, τὰς ἐλαττώσεις ταύτας, ἵνα κρίνητε, κατὰ πόσον εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ὁ κ. Ὑπουργός, χαρακτηρίσας αὐτάς, ὡς τὰς ἐχαρακτήρισεν. Περιέκοψεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν δραχ. 327.669 ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς τελωνειακῆς ἀστυνομίας καὶ 100.000 διὰ τὴν κατασκευὴν νέων ἀποθηκῶν ἐν τῷ Τελωνείῳ Πειραιῶς. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπέκοψεν ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τῶν προωρισμένων εἰς ἀρωγὴν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐπαρχιακῆς καὶ Δημοτικῆς Ὁδοποιΐας 1.750.000 δρχ., προσέτι δὲ ἐκ τῆς πιστώσεως διὰ μελέτην διαφόρων σιδηροδρομικῶν γραμμῶν 139.000 δρχ. Ἐν δὲ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας ἀπέκοψε τὰ ἑξῆς ποσά:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Δημόσια ἔργα1)Π. Ἑλλάδος τακτικὰ ἔξοδαδρχ.1.149.000
Δημόσια ἔργα2)» ἔκτακτα » » 3.475.000
Δημόσια ἔργα3)Κρήτης τακτικὰ » » 80.000
Δημόσια ἔργα4)Μακεδονίας » » » 230.000
Δημόσια ἔργα5)» ἔκτακτα » » 352.000
Δημόσια ἔργα6)Ἠπείρου τακτικὰ » » 40.000
Δημόσια ἔργα7)» ἔκτακτα » » 180.000
Δημόσια ἔργα8)Νήσων Αἰγαίουτακτικὰ » » 39.000

Κατὰ ταῦτα, κύριοι, ἔχομεν ἐλάττωσιν δαπανῶν ἐν μὲν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας 5.545.000 δρχ., ἐν δὲ τῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν 427.669 δρχ. καὶ ἐν τῷ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν 1.789.000 δρχ., ἤτοι ἐν συνόλῳ ὀκτὼ ὡς ἔγγιστα ἑκατομμ. δρχ. Πρόκειται δὲ περὶ δαπανῶν, κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικῶν καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνεπιδέκτων ἀναβολῆς. Διὰ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ τῆς Τελωνειακῆς Ἀστυνομίας θὰ κατεδιώκετο ἀποτελεσματικώτερον τὸ λαθρεμπόριον καὶ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσέπραττε πολλαπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδαπάνα δι’ αὐτήν. Τὸ ἴδιον θὰ συνέβαινε καὶ διὰ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν νέων ἀποθηκῶν τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς, διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐξυπηρετεῖτο ὄχι ὀλίγον καὶ τὸ ἐμπόριον. Τέλος αἱ ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας ἀναφέρονται κυρίως εἰς τὴν συντήρησιν καὶ ἀνακαίνισιν ὁδῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν, τῶν ὁποίων πᾶσα ἀναβολὴ δὲν δυσχεραίνει μόνον τὴν συγκοινωνίαν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ καθιστᾷ εὐρύτερον τὸν κύκλον τῆς καταστροφῆς, οὕτως ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι, ὅτε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἐπιδεινωθῇ ἔτι μᾶλλον ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, ν’ ἀπαιτηθῇ μείζων δι’ αὐτὴν δαπάνη. Μετὰ τὰς προεκτεθείσας ἐλαττώσεις ἐξόδων ἐπέρχονται ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι πράγματι ἁπλῆ ἀναβολὴ ἐκπληρώσεως ἀνειλημμένων ἤδη ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους, ὡς αἱ ἑξῆς. Ἐν πρώτοις ἀναβάλλεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν ἡ καταβολὴ διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημάτων Βοεβόδα, Πυργετοῦ καὶ τῶν κληρονόμων τοῦ Νεκὴπ Πασᾶ ἐκ δρχ. 200.4.187. Εἶτα δ’ ἀναβάλλεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας ἡ καταβολὴ τῶν ἑξῆς ποσῶν:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Διὰ προμήθειαν τροχαίου ὑλικοῦ Ἑλ-
λην. Σιδηροδρόμων δρχ.1.000.000
2)» πρόσθετα ἔργα Ἑλλ. Σιδηροδρόμων » 2.500.000
3)» ἐπισκευὴν καὶ ἀνακαίν. ἀνακτόρων» 250.000

Πρόκειται ἐν ὅλῳ περὶ ποσοῦ 5.754.187, τοῦ ὁποίου ἡ δαπάνη ἀναβάλλεται διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ὡς ἀναβάλλεται καὶ ἡ χορήγησις 30.000.000 δρχ. εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου, περὶ τῆς ἀπαραιτήτου ἀνάγκης τοῦ ὁποίου δὲν θεωρῶ σκόπιμον νὰ κάμω τώρα ἰδιαίτερον λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔχομεν δὲ οὕτω πως ἀναβολὴν μόνον ἐξόδων, ἀνερχομένων ἐν συνόλῳ εἰς 35.754.187 δρχ. Ἀλλὰ προβάλλεται τώρα ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ ἐρώτημα, θὰ ἐπιτρέψῃ ἆρά γε ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις νὰ καταβάλωμεν αὐτὰ τὸ ἐπιὸν ἢ τὸ μετεπιὸν ἔτος; Ἐγώ, Κύριοι, ἔχω λόγους ἀποχρῶντας ν’ ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω βραδύτερον. Ἄλλη τις ἐλάττωσις ἐξόδων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀναφερομένη εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ δεκατημορίου τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἀνερχομένη εἰς 1,000.000 δραχμὰς εἶναι ἁπλῆ λογιστικὴ πρᾶξις καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ, ὡς ἀναγκαία συνέπεια τῆς ἀντιστοίχου ἐλαττώσεως τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων. Ἐλπίζω, κύριοι, μετὰ τὴν γενομένην ὑπ’ ἐμοῦ ἐξέτασιν τῶν διαφόρων ἐλαττώσεων, τῶν ἐπενεχθεισῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἔχῃ πεισθῇ ἤδη καὶ αὐτὸς οὗτος ὅτι δὲν εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὅτε διϊσχυρίζετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι αὐταὶ ἀφεώρων ἢ εἰς τὴν περικοπὴν δαπανῶν περιττῶν ἢ μὴ ἀπαραιτήτων ἀναγκαίων ἢ εἰς τὴν ἀναβολὴν ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεων, μὴ ἐπειγουσῶν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, κύριοι, κατωρθώθη οὕτω πως νὰ παρασταθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ πολὺ μικρότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσίαζεν ὁ προϋπολογισμός, ὡς εἶχεν οὗτος ὑποβληθῇ ἀρχικῶς καὶ οὕτω νὰ μετριασθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ ἐξ αὐτοῦ ἐντύπωσις εἰς τοὺς πολλοὺς καὶ νὰ θαυμασθῇ καὶ πάλιν παρὰ τούτων ἡ παροιμιώδης πλέον καταστᾶσα εἰλικρίνεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶχε τὸ θάρρος διὰ τῶν δηλώσεών του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ὁμολογήσῃ τὰ ἑξῆς: Τὰ μὲν τακτικὰ ἔσοδα θὰ κατέλθωσιν εἰς 208.029.184, τὰ δὲ τακτικὰ ἔξοδα θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 235.539.445, ἤτοι θὰ ἔχωμεν τώρα ἀντὶ περισσεύματος 4.162.104, ὡς ἀνεγράφετο ἐν τῷ ἀρχικῷ προϋπολογισμῷ, τακτικὸν ἔλλειμμα 27.510.261. Ὡσαύτως τὰ μὲν ἔκτακτα ἔσοδα θὰ κατέλθωσιν εἰς 8.013.301 δρχ., τὰ δ’ ἔκτακτα ἔξοδα θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 214.004.884 δρχ., ἤτοι τὸ ἔκτακτον ἔλλειμμα θ’ ἀνέλθῃ ἐξ 176.500.289, ὡς ὑπελογίζετο ἐν ἀρχῇ, εἰς 205.991.583 δρχ., ὁμοῦ δὲ μετὰ τοῦ τακτικοῦ ἐλλείμματος τῶν 27.510.201 δρχ. θὰ ἔχωμεν, ἀντὶ τῶν πρὶν 172.338.184, σύνολον τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου ἐλλείμματος ἐκ 233.501.845 δρχ. Ἀλλά, κύριοι, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο διὰ τῆς ἐπικουρίας τῆς βʹ κατηγορίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς οὗτος μετεσχηματίσθη νῦν τὸ πρῶτον διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1914, κατὰ τὸ ἰταλικὸν πρότυπον, τῆς κατηγορίας τοῦ λεγομένου μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων, περιορίζεται εἰς 69.588.013. Πῶς δὲ κατορθοῦται τὸ θαῦμα τοῦτο; Ἐπάναγκες νομίζω, χάριν ἐκείνων ἰδίως, οἵτινες δὲν ἀσχολοῦνται εἰδικώτερόν πως περὶ τὰ οἰκονομικά, νὰ παράσχω ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τοῦ πράγματος. Μέχρι τοῦδε, κύριοι, εἴχομεν ἑνιαῖον προϋπολογισμόν, ἐν ᾧ ἀνεγράφοντο ὁμοῦ πάντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, τακτικά τε καὶ ἔκτακτα, διότι τὰ τελευταῖα ταῦτα ἦσαν συνήθως μικρά τινα καὶ διὰ τοῦτο ἀνάξια ν’ ἀπαρτίσωσιν ἰδιαίτερον προϋπολογισμόν. Διάκρισις τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐγίνετο τότε καὶ μόνον, ὁσάκις εἴχωμεν νὰ διαθέσωμεν μεγάλα ποσὰ ἐκ δανείων καὶ δὴ δι’ ἐκτάκτους πολεμικὰς παρασκευάς, ἢ διὰ μεγάλα δημόσια ἔργα, ὡς διὰ σιδηροδρόμους. Κατὰ τοῦτο εἴχομεν, ὡς ὑπόδειγμα, τὸν Γαλλικὸν προϋπολογισμόν, ἀφοῦ καὶ ὁ ἐν ἰσχύϊ Λογιστικὸς ἡμῶν Νόμος εἶναι κυρίως εἰπεῖν μετάφρασις ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ, εἰς δὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον ἑδράζεται, ὡς γνωστόν, ὁ προϋπολογισμός. Κατ’ ἀρχήν, κύριοι, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τὸ σχετικῶς τελειότερον σύστημα εἶναι τὸ καθιερωμένον ἐν Ἰταλίᾳ, καθ’ ὃ ὁ προϋπολογισμὸς διακρίνεται εἰς τρεῖς κατηγορίας, τὰς ἑξῆς: Ι. Πρακτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ὑποδιακρινόμενα εἰς τακτικὰ καὶ ἔκτακτα τοιαῦτα. ΙΙ. Μετασχηματισμὸν ἢ κίνησιν κεφαλαίων. — ΙΙΙ. Πράξεις διὰ λογαριασμὸν τρίτων. Τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης διακρίσεως δύναται νὰ κατανοήσῃ τις, ἀναλογιζόμενος ὅτι δι’ αὐτῆς διευκολύνονται μὲν ὁπωσδήποτε ἡ ἀκριβὴς ἐκτίμησις τῶν ἡγουμένων χρήσεων καὶ αἱ προβλέψεις διὰ τὴν μέλλουσαν τοιαύτην, γίνεται δὲ διάκρισις μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τῶν παγίων καὶ τῶν προσωρινῶν, μεταξὺ τῶν ἀποτελούντων ἀπαιτήσεις ἢ ὑποχρεώσεις πραγματικὰς καὶ τῶν συνεπαγομένων ἀλλοίωσιν τοῦ ἐνεργητικοῦ ἢ παθητικοῦ τῆς περιουσίας τοῦ Δημοσίου καὶ τέλος μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται τὸ Κράτος εἰς ἴδιον λογαριασμόν, ἢ εἰς λογαριασμὸν ἄλλων νομικῶν προσώπων. Ἀλλὰ καίτοι τοιαύτην ἔχων γνώμην περὶ τοῦ τύπου τοῦ Ἰταλικοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχ ἧττον δὲν εὑρίσκω τόσον εὔκολον, ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν μετάβασιν εἰς αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ἀνέκαθεν καθιερωμένου παρ’ ἡμῖν, ὅταν μάλιστα ἡ μετάβασις γίνεται τόσον ἀποτόμως, ὡς τώρα. Ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα ἀπαντῶσι πᾶσαι σχεδὸν αἱ προϋποθέσεις, ὑφ’ ἃς θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ καὶ νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ ἐκεῖ ὁ τύπος τοῦ Ἰταλικοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἀποφασίζουσι νὰ εἰσαγάγωσι τοῦτον· διότι δυσκολεύονται ν’ ἀποχωρισθῶσιν ἐκ τῆς μακρᾶς συνηθείας καὶ τῆς ἀρχαίας παραδόσεως τοῦ ἰδικοῦ των συστήματος. Τοὐναντίον μάλιστα ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐν Γαλλίᾳ καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Ribot ἀπεφάσισε ν’ ἀποφύγῃ τελευταῖον καὶ αὐτὴν τὴν ἀνέκαθεν καθιερωμένην διάκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ παρὰ Γάλλοις εἰς τακτικὸν καὶ ἔκτακτον. Διὸ ὑπέβαλεν αὐτὸς πρὸ μικροῦ εἰς τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ἑνιαῖον προϋπολογισμόν, εἰ καὶ διεξάγει τώρα ὁ γαλλικὸς λαὸς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ τούτου ἔπρεπεν αὐτὸς ν’ ἀναγράψῃ ἐκτάκτους πολεμικὰς δαπάνας, ἀνερχομένας εἰς χιλιάδας ἑκατομμυρίων. Ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἀναγράφονται ἐν αὐτῷ ἔξοδα δι’ ἓξ μόνον μῆνας προϋπολογιζόμενα εἰς ὀκτὼ χιλιάδας πεντακόσια ἑκατομμύρια.

§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 8½ δισεκατομμύρια;

§110ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Ἔχω δέ, κύριοι, ἐνώπιόν μου τὸ ἀπὸ 19 Δεκεμβρίου φύλλον τοῦ «Χρόνου» τῶν Παρισίων, τὸ προχθὲς ἀφικόμενον ἐνταῦθα. Ἐν αὐτῷ ἔχει δημοσιευθῆ ἡ ἀληθῶς θαυμασία εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ribot, τὴν ὁποίαν θὰ συνίστων ἰδιαιτέρως ν’ ἀναγνώσωσιν, ὡς λίαν διδακτικὴν δι’ αὐτοὺς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, μάλιστα δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ὁ τελευταῖος θὰ ἴδῃ, μεθ’ ὁποίας εὐλαβείας ὁμιλεῖ περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας ὁ κ. Ribot, ἀνομολογῶν ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔκαμε τώρα ἐν ὥρᾳ πολέμου ἔκκλησιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Γαλλίας, ἥτις ἠδυνήθη νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὸ Κράτος διὰ τὰ κολοσσιαῖα βάρη τοῦ πολέμου, ὡς ἐκ τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἐμπνέει εἰς ὅλους, ἀκριβῶς διότι ἐν καιρῷ εἰρήνης ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀποφεύγει νὰ κάμνῃ πρὸς αὐτὴν τοιαύτην ἔκκλησιν καὶ νὰ ἀναμιγνύηται καθόλου εἰς τὰ τῆς διοικήσεώς της. Ἀδύνατον, κύριοι, νὰ φαντασθῇ τις πανηγυρικωτέραν ταύτης διάψευσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρό τινος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὐθαίρετον ὅλως ἐπέμβασίν του κατὰ τῆς ἡμετέρας Ἐθνικῆς Τραπέζης· διότι αὕτη, προμηθεύσασα ἐν ὥρᾳ πολέμου ὅλα σχεδὸν τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἐξεβιάσθη ἔπειτα καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης ὑπ’ αὐτοῦ, ἵνα τῷ προκαταβάλῃ περὶ τὰ 80 ἑκατομμύρια, ὅτε δ’ ἐφοβήθη ὅτι ὁ Διοικητής της θὰ ἐδυσκολεύετο νὰ τῷ προκαταβάλῃ καὶ ἄλλα, τότε ἀπεφάσισε νὰ προβῇ, καθ’ ὃν τρόπον προέβη, εἰς τὸ κατ’ αὐτῆς γνωστὸν πραξικόπημα. Μετὰ τὴν παρέκβασιν, κύριοι, ταύτην, ἐπανερχόμενος εἰς τὸ κύριον θέμα τοῦ λόγου μου, δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω τὴν ἀπορίαν μου, πῶς αἴφνης ἀπεφασίσαμεν ἡμεῖς νὰ μεταλλάξωμεν τὸν ἡμέτερον τύπον τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς τὸν Ἰταλικόν, ἀφοῦ ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν τὰς ἀναγκαίας εἰς τοῦτο προϋποθέσεις, ὡς ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι, ὡς πρὸς τὴν ΙΙ κατηγορίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὴν τοῦ μετασχηματισμοῦ ἢ κινήσεως κεφαλαίων, νὰ παρατηρήσω τὰ ἑξῆς: Ἐν τῷ Ἰταλικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται ὑπ’ αὐτὴν ἔσοδα καὶ ἔξοδα πολλῶν ἑκατομμυρίων, μειοῦντα ἢ αὐξάνοντα τὴν περιουσιακὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους, ἔσοδα καὶ ἔξοδα, φέροντα πάγιον ἢ προσωρινὸν χαρακτῆρα, ὡς καὶ τὰ τῆς Ι κατηγορίας. Καὶ πάγιον μὲν χαρακτῆρα φέρουσι τὰ ἐκ περιουσίας κινητῆς ἢ ἀκινήτου καὶ ἐκ διαφόρων ἐπιχειρήσεων τοῦ Κράτους εἰσπραττόμενα, ἢ χάριν βελτιώσεως ἢ προσαυξήσεως αὐτῶν δαπανώμενα, προσωρινὸν δὲ χαρακτῆρα φέρουσι τὰ ἐκ δανείων προερχόμενα καὶ διατιθέμενα ἢ εἰς διαφόρους ἄλλας ἐκτάκτους ἀνάγκας, ἢ εἰς ἐξόφλησιν ὑφισταμένων χρεῶν. Καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται ἐφέτος ὑπὸ τὴν ΙΙ κατηγορίαν μεγάλα ποσά, ὡς ἔσοδα καὶ ἔξοδα, καταλήγοντα μάλιστα εἰς περίσσευμα καταπληκτικόν. Εἰς 344.001.040 δρχ. ἀνέρχονται τὰ ἔσοδα, εἰς 180.087.107 δρχ. τὰ ἔξοδα καὶ εἰς 163.913.832 δρχ. τὸ περίσσευμα. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐσόδων τὰ μὲν 343.506.160 εἶναι ἔκτακτα, προερχόμενα ἐκ δανείων, μόνον δὲ 494.880 εἶναι τακτικὰ ἔσοδα, προερχόμενα ἐξ ἐκποιήσεως ἀκινήτων κτημάτων. Ἐκ δὲ τῶν ἐξόδων τὰ μὲν 171.456.060 εἶναι ἔκτακτα, διατιθέμενα εἰς ἐξόφλησιν προσωρινῶν καὶ ἄλλων προηγουμένων δανείων, τὰ δὲ 163.913.832 διατίθενται εἰς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς Ι κατηγορίας καὶ ὑπολείπονται οὕτω 8.631.047 τακτικὰ ἔξοδα τῆς ΙΙ κατηγορίας τῆς κινήσεως κεφαλαίων, ἔχοντα ἀντίστοιχα τακτικὰ ἔσοδα, ὡς εἴδομεν, 494.880 δρχ. Κατὰ ταῦτα, μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος κατηγορίας, ὑπάρχει ἔλλειμμα δραχ. 8.136.167. Καὶ ἐφέτος μὲν καλύπτεται τὸ ἔλλειμμα τοῦτο διὰ δανείων, ἀλλὰ πῶς θὰ καλύπτηται αὐτὸ ἐν τῷ μέλλοντι; διὰ δανείων πάντοτε; Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ἀσυμφόρου τοῦ πράγματος, διότι τοῦτο θὰ ἦτο, ὡς ἐὰν ἐζήτει τις νὰ ἐπουλώσῃ μίαν πληγήν, ἀνοίγων ἄλλην βαθυτέραν, κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ κλείσῃ δι’ ἡμᾶς ἐπὶ μακρὸν καὶ ἡ θύρα τῶν δανείων. Ἔπρεπε δέ, κύριοι, ἐπὶ τέλους, χάριν τόσον ἀναξίων λόγου ποσῶν, ὁποῖα τὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς ΙΙ κατηγορίας, νὰ ἀναστατώσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἡμῶν, ἵνα μετὰ τόσης σπουδῆς εἰσαγάγωμεν τὸν Ἰταλικὸν τύπον, χωρὶς κἂν προηγουμένως νὰ μεταρρυθμίσωμεν πρὸς τοῦτο καὶ τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν Νόμον; Διότι ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ τοιαύτη μεταρρύθμισις τῆς μεταβολῆς τοῦ τύπου τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ἐφαρμοσθῇ δὲ ὁ νέος προϋπολογισμὸς οὐχὶ ἐν τῷ μέσῳ, ὡς τώρα, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ ἔτους. Ἕκαστος, κύριοι, ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ φαντασθῇ ὁποία σύγχυσις ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ κατ’ ἀνάγκην, ἀφοῦ ἐντὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς χρήσεως ἐπί τινα χρόνον, ἐφηρμόσθη τὸ ἓν καὶ μετὰ ταῦτα τὸ ἕτερον σύστημα, γίνονται δὲ αἱ ἐγγραφαὶ τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ἐσόδων καὶ τῶν ἐντελλομένων καὶ πραγματοποιουμένων ἐξόδων ὁτὲ μὲν κατὰ τὸ ἕν, ὁτὲ δὲ κατὰ τὸ ἄλλο σύστημα. Ἀλλὰ πρὸς τί ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναστάτωσις καὶ ἡ σύγχυσις; Ἡ στρατιωτική, κύριοι, ἐπανάστασις τοῦ 1909 εἶχεν οὕτως εἰπεῖν ἀναγράψῃ, ὡς σύνθημά της, τὴν εἰλικρίνειαν. Διὰ τοῦτο πάντα τὰ πύρινα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα συνέττατε καὶ ἐδημοσίευε τότε κατ’ ἐντολὴν τῆς ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συναδέλφου μου, ἔφερον πάντοτε τὸν διακριτικὸν τίτλον «ἀνάγκη εἰλικρινείας». Ὡς φαίνεται δέ, ἡ στρατιωτικὴ ἐπανάστασις, ἀφοῦ μάτην ἀνεζήτησε τὴν πλήρωσιν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης μεταξὺ τῶν ἐν Ἑλλάδι πολιτικῶν ἀνδρῶν, προσέφυγεν ἐπὶ τέλους εἰς τὸν κ. Βενιζέλον, ὃν μετεκάλεσεν ἐκ Κρήτης, ἵνα, ἀναλαμβάνων αὐτὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, διατρανώσῃ δι’ ἔργων τὴν εἰλικρίνειαν ἐν τῷ πολιτικῷ ἡμῶν βίῳ. Καὶ εἴχομεν μὲν μέχρι τοῦδε τὴν εἰλικρίνειαν, διέπουσαν πάσας τὰς ἄλλας ἐκφάνσεις τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καθυστέρει ὅμως αὐτὴ ἐπὶ τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, τούτου δ’ ἕνεκεν ἔπρεπε νὰ μετακληθῇ εἰδικὸς ἐξ Ἰταλίας ἀνήρ, ὁ ἀναδιοργανωτὴς τοῦ Γενικοῦ ἡμῶν Λογιστηρίου, ὅπως τὴν καθιερώσῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν. Τώρα ἴσως ὑπῆρξαν ἁπλοϊκοί τινες παρ’ ἡμῖν, ἀπεκδεχόμενοι παρ’ αὐτοῦ ἄλλα τινά, ὡς λ. χ. τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν Νόμου κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς νὰ εἰσάγωνται ἐγκαίρως πάντοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οἱ ἐτήσιοι Οἰκονομικοὶ Λο]σμοὶ νὰ δημοσιεύωνται τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς καὶ ὁ διοικητικὸς καὶ δικαστικὸς ἔλεγχος νὰ εἶναι ζῶν καὶ ἐνεργός. Ἀντὶ πάντων ὅμως τούτων εἴδομεν αἴφνης τὸν νέον τύπον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τὸν ὁποῖον τί κυρίως ἐπετεύχθη; Ἐθολώθησαν οὕτω πως τὰ νερά, διὰ νὰ ψαρεύσῃ εἰς αὐτὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μᾶς παρουσιάσῃ κατὰ μὲν τὴν πρώτην ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ περίσσευμα μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ 4.162.104 δρχ., βραδύτερον δὲ ἔλλειμμα ἐξ 27.910.281 δρχ. Ἀλλά, κύριοι, διὰ τοὺς πολλοὺς ἡ νέα αὕτη γλῶσσα τοῦ προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀκατάληπτος, διὸ ἀνάγκη πᾶσα νὰ τὴν μεταφράσωμεν εἰς γλῶσσαν καταληπτὴν εἰς πάντας, ἀποκαθιστῶντες οὕτω τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν προτέραν μορφήν του, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει συνταχθῇ καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1913, ὅστις μέλλει τώρα νὰ συμψηφισθῇ μετ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ κατανοήσωσιν οὕτω πως πάντες, πόσα ἀκριβῶς εἶναι τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐτοῦ, πόσον δὲ καὶ τὸ ἔλλειμμά του, καθ’ ἣν ἔννοιαν ἔχουσιν αὐτοὶ περὶ τῶν ἀντικειμένων τούτων. Πρὸς ἀποκατάστασιν, κύριοι, τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων εἰς τὴν γνωστὴν εἰς πάντας ἡμᾶς μορφήν του, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἐπαναφέρωμεν εἰς αὐτὸν τὰ κεφάλαια, τὰ ἐν συνόλῳ ἢ ἐν μέρει ἀποσπασθέντα ἐξ αὐτοῦ καὶ μετενεχθέντα εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἢ εἰς τὴν ΙΙ κατηγορίαν τῆς κινήσεως κεφαλαίων. Τὰ κεφάλαια ταῦτα εἶναι κατ’ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1913, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Τὸ ΙΖʹ κεφ. Προϊὸν ἐκποιήσεως ἀκινήτων δρχ. 494.880
2)Τὸ Κʹ κεφ. Τὰ καθυστεροῦντα ἔσοδα παρελ-
θουσῶν χρήσεων » 2.450.100
3)Τὸ ΚΑʹ κεφ. Καταλογιζόμενα εἰς βάρος τῶν
δημοσίων ὑπολόγων ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτ. Συνεδρίου.
Ἀπρόβλεπτα εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τραπεζογραμμ. » 157.000
4)Τὰ ἴδια ἔσοδα τῶν Νέων Χωρῶν » 525.100
Ἐν ὅλῳ δρχ.3.627.080

Σὺν τῇ προσθήκῃ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ ἐν τῷ νέῳ προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα τακτικὰ ἔσοδα ἀνέρχονται ἐκ 208,029,184 δρχ. εἰς 211,656.264 δρχ. Πρὸς ἀποκατάστασιν δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν ἐξόδων ὡσαύτως εἰς τὴν παλαιὰν μορφήν του, τὴν γνωστὴν εἰς πάντας ἡμᾶς, ἐπαναφέρω εἰς αὐτὸν τὰ κεφάλαια, τὰ ἐν συνόλῳ ἢ ἐν μέρει ἀποσπασθέντα ἐξ αὐτοῦ καὶ μετενεχθέντα εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἢ εἰς τὴν ΙΙ κατηγορίαν τῆς κινήσεως κεφαλαίων. Τὰ κεφάλαια ταῦτα εἶναι κατ’ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1913, τὸν ὑποβληθέντα ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ἑξῆς: Αʹ) Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν. αʹ) Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 2 τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Τόκους προσ. δαν. 40.000.000 τῆς 6]19 Δεκ. 1912 δρ.1.202.112
» » » 50.000.000 τῆς 28 Μαρτ. 1913 » 1.754.795
» » » 40.000.000 τῆς 15 Ἰουν. 1913 » 1.313.330
» » » 30.000.000 τῆς 30 Νοεμ. 1913 » 545.000
» πρὸς 6% τοῦ ἐκ 13.000.000 ἀντιτίμου ἐξαγο-
ρᾶς μετοχῶν τῶν Ἑλλην. Σιδηροδρ. καταβλ. τῷ 1915 » 780.000
Ἐν ὅλῳ δρ.5.595.237

§111Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ αὐτοὺς τοὺς τόκους ἀναγράφουν ὡς ἔκτακτα ἔξοδα;

§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.

§113Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ σᾶς διακόψω.

§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸς τί αὐτὴ ἡ διακοπή σας, κ. Ὑπουργέ; Ἀρνεῖσθε ὅτι οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1913 ἀνεγράφοντο μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1914 ἀναγράφονται μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, εἰ καὶ ἀμφότεροι αὐτοὶ οἱ προϋπολογισμοὶ ἔχουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν παρ’ ὑμῶν καὶ φέρουσι τὴν ὑπογραφήν σας;

§115Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τὸν προϋπολογισμόν, διότι ὁ τύπος αὐτὸς ζητεῖ ἀκριβῶς τὸ πῶς νὰ δώσῃ σαφεστέραν τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως.

§116Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι δά!

§117Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἄλλο ζήτημα, ἐὰν ἀμφισβητεῖτε τοῦτο.

§118ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τώρα ὅμως δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ περὶ ἑτέρου ζητήματος, τοῦ ἑξῆς. Ἐγώ, ἀφοῦ εἶπον πρὸ μικροῦ, τίνα γνώμην ἔχω κατ’ ἀρχὴν περὶ τοῦ ἰταλικοῦ τύπου τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατέκρινα τὴν ἀπότομον εἰσαγωγήν του παρ’ ἡμῖν, χωρὶς νὰ συντρέχωσιν αἱ ἀναγκαῖαι εἰς τοῦτο προϋποθέσεις, χωρὶς νὰ προηγηθῇ ἡ σχετικὴ μεταρρύθμισις τοῦ Λογιστικοῦ μας Νόμου, καὶ μάλιστα ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς οἰκονομικῆς χρήσεως, ἐπὶ ἀναστατώσει καὶ παντοδαπῇ συγχύσει τῆς ὅλης οἰκονομικῆς μας ὑπηρεσίας καὶ ἰδίως τῆς λογιστικῆς.

§119Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχετε τὴν γνώμην σας καὶ ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδικήν μου.

§120ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐγχωρεῖ κἂν δευτέρα γνώμη, ἀφοῦ ἐγὼ ὑποστηρίζω τι ἀνεπίδεκτον ὅλως ἀντιρρήσεως, ὅτι δηλαδὴ ὡρισμένα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων ὑπουργείων μετεφέρατε εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα.

§121Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ ἔκρυψα;

§122ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ μετεφέρατε, ὄχι βεβαίως διὰ νὰ τὰ κρύψητε, ἀλλὰ διὰ νὰ παρουσιάσητε οὕτω πως, ἐν τῇ διακρινούσῃ ὑμᾶς εἰλικρινείᾳ, κατ’ ἀρχὰς μὲν περίσσευμα μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὕστερον δέ, ὅτε ἐξηναγκάσθητε εἰς τοῦτο ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἔλλειμμα 27½ μόνον ἑκατομ., ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνώτερον, ὡς ἀποδεικνύω ἐγὼ τώρα, ἀποκαθιστῶν ἓν πρὸς ἓν πάντα τὰ ἀφαιρεθέντα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν ἐξόδων κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν διαφόρων ὑπουργείων εἰς τὴν θέσιν των καὶ μάλιστα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰδικοῦ σας προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913, τὸν ὁποῖον καλούμεθα τώρα νὰ ψηφίσωμεν συγχρόνως μὲ τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914. Ἐξακολουθῶ, κύριοι, ἐπαναφέρων εἰς τὴν θέσιν των μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἀφαιρεθέντα ἐξ αὐτοῦ κεφάλαια καὶ ἄρθρα.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 5.595.237
βʹ)Τὰ κεφάλαια 4 καὶ 5.
1) Χρεωλύσια εἰς χρυσὸν δρ.6.180.935
2) » » τραπεζογραμμάτ. » 2.450.112» 8.631.047
γʹ)Τὸ κεφάλαιον 17.
1) Γεν. Λογιστήριον ἀντιμισθία ἀλλο-
δαπῶν, διευθυντοῦ » 27.000
καὶ ἐκτάκτων λογιστῶν » 18.800» 45.000
δʹ)Ἀπόδοσις εἰς Ταμεῖον Ἐπαρχιακῆς καὶ Δη-
μοτικῆς Ὁδοποιΐας » 200.000
εʹ)Τὸ κεφάλαιον 24. — Ἀντιμισθία ἀλλοδα-
ποῦ ὀργανωτοῦ Τελωνιακῆς Ἀστυνομίας » 18.000
ϛʹ)Δευτέρα χρεωλυτικὴ δόσις πρὸς Ζάππειον
Ἐπιτροπὴν » 314.259
ζʹ)Τὰ κεφάλαια 48, 49 καὶ 50. -- Ἔξοδα πα-
ρελθουσῶν χρήσεων » 3.983.875
Σύνολον Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν δρ. 18.787.418
Βʹ)Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
Τὸ κεφάλαιον 16. — Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων
253.960 καὶ πρόσθετος ἀποζημίωσις ἀλλοδαποῦ
ἀνωτέρου ὑπαλλήλου καὶ ἀλλοδαπῶν φυλάκων τῶν
φυλακῶν » 54.110
Γʹ)Ὑπουργεῖον Ἐθν. Οἰκονομίας.
αʹ)Τὰ κεφάλαια 2, 9 καὶ 14. — Ἔξοδα μετακλή-
σεως ἀλλοδαπῶν εἰδικῶν δρ. 248.000
βʹ)Τὰ κεφάλαια 1, 3, 9 καὶ 9 δίς.
Ἔξοδα ἀποστολῆς ὑπαλλήλων
εἰς τὸ ἐξωτερικὸν » 97.080
γʹ)Τὰ κεφάλαια 7, 8 καὶ 10 δίς.
Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων καὶ ἄλλα 66.130» 411.210
Δʹ)Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν.
Τὰ κεφάλαια 14 καὶ 16. — Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων » 63.744
Εʹ)Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.
αʹ)Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 3.
1) Μισθοὶ ἀπεσπασμένων εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἐ-
φέδρων ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τοῦ Β.
Ναυτικοῦ δρ.1.031.600
2) Ἀλλοδαποὶ ἀξιωματικοὶ χωροφυλακῆς » 1.000.000
3) Ἀποδοχαὶ καὶ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα αὐτῶν » 80.000
4) Ἔξοδα μεταβάσεως ἀξιωματικῶν
χωροφυλακῆς εἰς ἀλλοδαπὴν » 6.000» 2.117.600
βʹ)Κεφάλαιον 8. — Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων » 56.000
γʹ)Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 10.
1) Ἀντιμισθία ἀλλοδαπῶν ἠλεκτρολόγων δρ. 24.500
2) Ἔξοδα κατασκευῆς τηλεγραφ.
καὶ τηλεφων. γραμμῶν 750.000» 774.500
δʹ)Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 15.
1) Ἐξυγίανσις Ν. Φαλήρου καὶ ἀ-
ποξήρανσις ἕλους ἁλιπ. Φαλήρου » 102.800
2) Συνδρομὴ εἰς ἐπιτροπὴν μελέ-
Εἰς μεταφορὰν δρχ. 3.579.964
Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 3.579.964
της ὑδραυλικῶν ἔργων δρ. 25.000
3) Συνδρομὴ διὰ πανηγυρισμὸν Ἑνώσεως Ἑπτανήσου » 50.000» 75.000
εʹ)Τὸ κεφάλαιον 16.
Ἐπισκευὴ καὶ κατασκευὴ κτι-
ρίων Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν » 352.500
Προσέτι διὰ μελέτην κατασκευῆς
καταστημάτων δι’ Ὑπουργεῖα » 30.000
καὶ διὰ κατασκευὴν σταθμοῦ
αὐτοκινήτων Ὑπουργείων » 30.000» 392.500
ϛʹ)Τὸ κεφάλαιον 17. — Ἐπισκευὴ καὶ κατασκευὴ
κτιρίων Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν » 99.750
ζʹ)Τὸ κεφάλαιον 18. — Ἐπισκευὴ καὶ κατασκευὴ
κτιρίων Ὑπουργείου Δικαιοσύνης » 156.100
ηʹ)Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 20.
1) Ἔκτακτα ἔργα ὁδοποιΐας δρ. 200.000
2) Ἔκτακτον προσωπικὸν δημοσίων ἔργων » 50.000» 250.000
θʹ)Ἐκ τοῦ Κεφαλαίου 22.
1) Ἐπιδιορθώσεις σιδηδρομ. καὶ
τροχιοδρομ. γραμμῶν » 50.000
2) Ἔκτακτον σιδηρ. προσωπικὸν » 55.000» 105.000
ιʹ)Νέων Χωρῶν.
1) Κρήτης » 1.986.860
2) Μακεδονίας » 1.700.272
3) Ἠπείρου » 498.000» 4.185.132
Σύνολον Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν δρ. 8.314.382

Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ ξενισθῆτε διὰ τὰ τελευταῖα ἰδίως ποσά, τὰ ὁποῖα ἀρχικῶς ἀνεγράφησαν, ὡς ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρόκειται κυρίως περὶ συντηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς ὁδῶν, ἐν μέρει δὲ καὶ περὶ κατασκευῆς τοιούτων καὶ ἄλλων δημοσίων ἔργων, ὡς ἐν Κρήτῃ, χάριν τῶν ὁποίων ἀναγράφονται ἔκτακτα ἔξοδα 1.100.000 διὰ πιστώσεις, μετενεχθείσας ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1913, καὶ 500.000 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1914. Ἐκ τῶν προσαρτωμένων πινάκων ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ μὲν πρώτη πίστωσις θ’ ἀνέλθῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς δραχ. 4.979.270, ἡ δὲ δευτέρα εἰς 3.095.400, ἤτοι αἱ δύο ὁμοῦ εἰς 8.074.670 δρχ. Εἶναι δὲ οὗτος εἷς περιπλέον λόγος, ἵνα αὗται αἱ πιστώσεις θεωρηθῶσιν ὡς τακτικαὶ καὶ οὐχὶ ὡς ἔκτακτοι. Δὲν μεταφέρω, κύριοι, ἐκ τῶν ἐκτάκτων εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τὰ τῆς περιθάλψεως τῶν προσφύγων, εἰ καὶ ἄλλοτε αὐτὰ ἀνεγράφοντο μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων, ὡς διὰ τοὺς ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας εἶχον ἀναγραφῆ τοιαῦτα 2.500.000 διὰ τὸ 1907, προσέτι δὲ 4,000,000 διὰ τὸ 1908 καὶ 3.000.000 διὰ τὸ 1909. Ἡ περίθαλψις θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ τώρα ἐπὶ ἔτη, ἕως οὗ ἀποκατασταθῶσιν οἱ πρόσφυγες, ὁπότε ὅμως θὰ ἀναγράφηται πλέον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ τοκοχρεωλύσιον διὰ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ πράγματι, ὡς ἔκτακτον, χάριν τῆς ἀποκαταστάσεώς των. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ϛʹ) Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
αʹ)Τὸ κεφάλαιον 10.—Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων δρχ. 8.235.150
βʹ)Τὸ κεφάλαιον 11.
1) Ἔξοδα ἱματισμοῦ δρ.7.991.471
2) » ὁπλισμοῦ » 825.000
3) » στρατωνισμοῦ » 1.750.000» 10.566.471
γʹ)Τὸ κεφάλαιον 23. — Ἀποδοχαὶ ἀλλοδαπῶν
ἀξιωματικῶν » 300.000
Σύνολον δρ. 19.101.621

Ζʹ) Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν.

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
αʹ)Τὸ κεφάλαιον Εʹ. — Ἔξοδα Βρεττανικῆς
ἀποστολῆς δρχ. 860.000
βʹ)Τὸ κεφάλαιον Θʹ. — Κατασκευαὶ καὶ ἔκτα-
κτοι ἐπισκευαὶ κτιρίων κλπ. » 3.496.000
γʹ)Τὸ κεφάλαιον ΚΒʹ. — Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων» 118.889
Σύνολον δρ. 4.474.889

Συγκεφαλαιῶ, κύριοι, τώρα καθ’ ὑπουργεῖον πάντα τὰ προμνημονευθέντα ποσά, τὰ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1913 τακτικά, κατὰ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914 μεταβαπτισθέντα αἴφνης εἰς ἔκτακτα ἢ εἰς ἔξοδα κινήσεως κεφαλαίων, ὡς ἑξῆς:

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
1)Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν δρχ.18,787,418
2)» Δικαιοσύνης » 54,110
3)» Ἐθν. Οἰκονομίας» 411,210
4)» Ἐκκλησιαστικῶν » 63,744
5)» Ἐσωτερικῶν » 8,314,382
6)» Στρατιωτικῶν » 19,101,621
7)» Ναυτικῶν » 4,474,889
Οὕτως ἔχομεν ἐν συνόλῳ δρχ.51,207,374

Ἄν τώρα τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ἀνερχόμενα κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ εἰς 235,539,445, θὰ ἴδωμεν ταῦτα συμποσούμενα εἰς 286,746,819. Ἀπέναντι τούτων ἔχομεν τακτικὰ ἔσοδα, ὡς ἐγὼ ὑπελόγισα αὐτὰ πρίν, 211,656,264, ὧν ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων, μένει ὑπόλοιπον 75,090,555, ὅπερ εἶναι τὸ πραγματικὸν τακτικὸν ἔλλειμμα τῆς τρεχούσης χρήσεως τοῦ 1914. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπιχειρήσω ἄλλην τινὰ ἐξέτασιν τοῦ προϋπολομισμοῦ, ὡς ἐγίνετο πάλαι ποτὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτε διωνυχίζοντο ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, ἀνευρίσκοντο δὲ οὕτω πως ἀριθμοί, ἐσφαλμένοι καθ’ ἑαυτούς, ἢ στηριζόμενοι εἰς ἐσφαλμένας προβλέψεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ὑπέδειξεν ἤδη διάφορα τοιαῦτα σφάλματα τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοιαύτη ἐξέτασις θὰ προεκάλει ὁπωσδήποτε ἀντιρρήσεις καὶ ἀτελευτήτους ἴσως συζητήσεις, ἐπροτίμησα ἐγὼ νὰ περιορισθῶ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὸ ν’ ἀποκαταστήσω δηλαδὴ τὸν ὑποβληθέντα εἰς ἡμᾶς προϋπολογισμὸν τοῦ 1914, ὡς πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδά του, εἰς τὴν παλαιὰν μορφήν του, τὴν γνωστὴν καὶ καταληπτὴν εἰς πάντας ἡμᾶς, χωρὶς νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν κανένα τῶν ἀναγραφομένων ἐν αὐτῷ ἀριθμῶν. Τοιουτοτρόπως ἀπεκαλύφθη ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα. Τὸ ἔλλειμμα, κύριοι, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἐγὼ τουλάχιστον νομίζω, νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ, ἐκτὸς ἐὰν κατώρθου τώρα ὁ κ. ὑπουργός, ἢ ἄλλος τις ν’ ἀποδείξῃ ὅτι οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἐγὼ σᾶς ἀνέφερα μέχρι τοῦδε, δὲν εἶναι οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ ὅτι τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ μετέφερα ἐκ τῶν ἐξόδων τῶν ἐκτάκτων καὶ τῶν τῆς κινήσεως κεφαλαίων εἰς τὰ τακτικά, δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένα ὡς τακτικά, τακτικώτατα ἔξοδα εἰς πάντα προηγούμενον προϋπολογισμὸν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν τοῦ 1913, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τώρα συγχρόνως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914. Προκαλῶ, κύριοι, εἰς τοῦτο καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πάντα συνήγορον τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοὺς διαβεβαιῶ ὅτι μάτην θὰ κοπιάσωσι, διότι ἀδύνατον, ἀπολύτως ἀδύνατον ν’ ἀποδείξωσιν αὐτοὶ ὅτι οἱονδήποτε τῶν κεφαλαίων ἢ ἄρθρων τῶν τακτικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐπανέφερα εἰς τὴν οἰκείαν των θέσιν, δὲν κατελέγετο ἀνέκαθεν μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων καὶ δὲν ἀνεγράφετο μεταξὺ τούτων εἰς πάντα προηγούμενον προϋπολογισμὸν. Τὸ μόνον, κύριοι, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύναντο αὐτοὶ εὐλόγως πως ν’ ἀντιτάξωσιν, εἶναι ὅτι ἔνια τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος ἐξόδων, ἰδίως τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὰς παρελθούσας χρήσεις, ἔχουσιν ἐφέτος ἐξογκωθῆ ὡς ἐκ τῆς βραδύτητος, μεθ’ ἧς ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισίς των, κατ’ ἀκολουθίαν τῶν δύο πολέμων. Τοῦτο οὐδ’ ἐγὼ ἀρνοῦμαι, ἀποδέχομαι δὲ ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θ’ ἀνακουφισθῶσιν ὁπωσδήποτε οἱ μέλλοντες ἡμῶν προϋπολογισμοί, ἀλλὰ θὰ ἐπιβαρυνθῶσιν οὗτοι ὑπὸ πολλὰς ἄλλας ἐπόψεις οὕτως, ὥστε τὸ ἔλλειμμα τῆς ἐνεστώσης χρήσεως νὰ μὴ ἐλαττωθῇ καὶ καλυφθῇ σὺν τῷ χρόνῳ, ὡς ἐλπίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ν’ αὐξήσῃ αὐτό, ὡς μαρτυροῦσι δυστυχῶς τὰ πράγματα. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, οὕτω καὶ ἐγώ, ἀκολουθῶν κατὰ τοῦτο τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν προαγορευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων, νὰ ἐξετάσω, ὁποία θὰ εἶναι ἐν τῷ μέλλοντι ἡ τύχη τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας, εἰ καὶ ἡ τοιαύτη συζήτησις ἔπρεπε νὰ γίνῃ μᾶλλον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ σύνταξις καὶ ὑποβολὴ εἰς τὴν Βουλὴν καθυστερεῖ ἔτι ἐπὶ προφανεῖ ἀθετήσει ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος.

§123Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν μέχρι τοῦδε νὰ τὸν ὑποβάλωμεν.

§124ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἠδύνασθε, κ. Ὑπουργέ, νὰ δικαιολογηθῆτε κἄπως διὰ τὴν τοιαύτην παράβασιν τοῦ Συντάγματος μόνον ἐν καιρῷ πολέμου, εἰ καὶ αἱ Κυβερνήσεις ὅλων τῶν ἐμπολέμων τὴν σήμερον Κρατῶν ἔσπευσαν νὰ συντάξωσι καὶ ὑποβάλωσιν ἐγκαίρως εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα τοὺς προϋπολογισμούς των. Ἀλλ’ ἐκεῖναι αἱ Κυβερνήσεις εὐλαβοῦνται καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἐθνικὴν ἀντιπροσωπείαν, ἐνῷ σεῖς οὐ μόνον ἐν καιρῷ πολέμου, ἀλλὰ καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ἐπὶ ἓν ἤδη ἔτος καὶ ἐπέκεινα ἔχετε μεταβάλει τὸν καταστατικὸν χάρτην τῆς Πολιτείας ἡμῶν εἰς ῥάκος, πρὸς ἐμπαιγμὸν δὲ μόνον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνομολογῶν τοῦτο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ζητεῖ παρ’ αὐτῆς συγγνώμην. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ λέγῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντάξῃ καὶ ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1915 ἐντὸς τῆς συνταγματικῆς προθεσμίας, ὀφείλει αὐτὸς καὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην ἀδυναμίαν. Μὴ πράττων δὲ τοῦτο, παρέχει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ παραδεχθῶμεν, ὡς κυριώτατον λόγον τῆς ἀδυναμίας του, τὴν κατάστασιν, τὴν δημιουργηθεῖσαν διὰ τῆς σωρείας τῶν νόμων, τῶν ψηφισθέντων καὶ ψηφιζομένων ἔτι ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιτροχάδην, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἔννοιάν τινα τῶν νέων δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται δι’ αὐτῶν εἰς τὸ Κράτος. Περὶ τούτου νομίζω ὅτι δὲν ὑπολείπεται πλέον ἀμφιβολία τις, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας περὶ σχετικῆς ἐπερωτήσεως, ὑποβληθείσης πρὸ πολλοῦ ἤδη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαϊοήλιδος συναδέλφου, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως μάτην ἀναμένουσιν οἱ ἐπερωτήσαντες μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ ἐπληροφόρει καὶ αὐτοὺς καὶ τὴν Βουλήν, εἰς πόσα θ’ ἀνέλθωσιν αἱ δαπάναι, αἱ δημιουργηθεῖσαι καὶ δημιουργούμεναι ἑκάστοτε διὰ τῶν νέων νόμων. Ἀλλ’ εἶνε, κύριοι, ἀνήκουστον νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφίζωνται τόσα νομοσχέδια, δημιουργοῦντα νέας δαπάνας ’στὰ κουτουροῦ τὸ δὴ λεγόμενον, ἤτοι χωρὶς νὰ γινώσκῃ, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν ἡ Κυβέρνησις, εἰς πόσα θ’ ἀνέλθωσιν αὐταὶ καὶ ἐὰν τὰ ὑπάρχοντα ἔσοδα τοῦ Κράτους θὰ ἐπήρκουν εἰς κάλυψίν των. Ἀρκεῖ, κύριοι, τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονὸς νὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτόχρημα παραπαίει ἐν τῷ οἰκονομικῷ ζητήματι, ὅτι δὲ ὡς ἐκ τούτου οὐδεμίαν πίστιν πλέον πρέπει νὰ παρέχωμεν ἡμεῖς εἰς τὰς διαβεβαιώσεις της περὶ αὐτομάτου δῆθεν βελτιώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τῷ μέλλοντι οὕτως, ὥστε νὰ καλυφθῇ μὲν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ μέγα ἔλλειμμα τῆς ἐνεστώσης χρήσεως, νὰ ἔχωμεν δὲ μίαν ἡμέραν οὐ μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα. Τοιαῦται διαβεβαιώσεις εἶνε καθαρὰ ὀνειροπολήματα, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται δυστυχῶς ἐν ἄκρᾳ ἀντιθέσει πρὸς τὴν πραγματικότητα. Καὶ ἡ πραγματικότης εἶνε, ὡς διϊσχυρίσθην ἐγὼ πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1914 οὐ μόνον δὲν θὰ ἐλαττωθῇ, ἀλλὰ καὶ θὰ αὐξήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ ἰδοὺ διατί. Ἐὰν τὰ ἔξοδα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων εἶνε ὀλιγώτερα ἐν τῷ μέλλοντι, ὡς εἴδομεν ἤδη, θὰ αὐξήσωσιν ὅμως πολλὰ τῶν ἄλλων ἐξόδων. Ἄν, κύριοι, ἀναλογισθῶμεν ὅτι τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914 ηὔξησαν ἀπὸ τῆς 27 Μαΐου, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη αὐτὸς εἰς τὴν Βουλήν, μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἐγένοντο αἱ περὶ αὐτοῦ δηλώσεις πρὸς ἡμᾶς, ἤτοι ἐντὸς πενταμήνου μόλις ἐκ 220.035.922 δρ. εἰς 235.539.445 δρ., ἤτοι ηὔξησαν κατὰ 15½ περίπου ἑκατομ. ὅτι δὲ ἡ τοιαύτη αὔξησις ὀφείλεται κυρίως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νέων νόμων, οἵτινες ὅμως ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσθησαν πάντες, καὶ τῶν ἄλλων δὲ ἡ ἐφαρμογὴ ἤρξατο κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν μέσῳ τοῦ ἔτους ἢ καὶ βραδύτερον· ὅταν, λέγω, ταῦτα ἀναλογισθῶμεν, ὀφείλομεν κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀποδεχθῶμεν ὅτι κατὰ τὸ προσεχὲς ἔτος, ὅτε θὰ ἐφαρμοσθῶσι πάντες οἱ νέοι νόμοι καὶ δὴ ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους αὐτοῦ, ἡ περὶ ἧς λόγος αὔξησις θὰ εἶναι τοὐλάχιστον διπλασία, ἱκανὴ αὐτὴ καὶ μόνη νὰ καλύψῃ μὲ τὸ περιπλέον τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ὑπολογίζει διὰ τὸ προσεχὲς ἔτος αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 2.000.000 δρχ. ἐκ τοῦ φόρου τῶν κληρονομιῶν, ὡς ἐτροποποιήθη οὗτος τελευταῖον, προσέτι δὲ 8.000.000 ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ διαφόρων εἰδῶν διὰ τὰς Νέας Χώρας. Ἀλλὰ τίνα σημασίαν θὰ ἔχῃ ἡ αὔξησις αὕτη ἀπέναντι τῶν δικαίων ἀξιώσεων, τὰς ὁποίας θὰ ἐγείρωσι προσεχῶς αἱ Νέαι Χῶραι, ὅταν αἰρομένης τῆς παρούσης ἀντισυνταγματικότητος, καθ’ ἣν αὐταί, ἐπ’ ἀνατροπῇ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τῆς πολιτείας ἡμῶν, δὲν ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῇ Βουλῇ, ἀποστείλωσιν εἰς ταύτην τοὺς βουλευτάς των; Οἱ βουλευταὶ οὗτοι θ’ ἀξιώσωσι πρὸ παντὸς τὴν ἀποκατάστασιν ἰσοπολιτείας μεταξὺ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος τόσον ὑπὸ ἔποψιν ἐσόδων, ὅσον καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐξόδων. Θὰ ἀξιώσωσιν, ἵνα ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις μὴ περιορισθῇ εἰς μόνους τοὺς ἐμμέσους, ὡς μέχρι τοῦδε, ἀλλ’ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους. Ὡς γνωστόν, κύριοι, ἐν ταῖς Νέαις Χώραις δὲν ἦσαν μέχρι τοῦδε ἐπαχθεῖς οἱ ἔμμεσοι φόροι καὶ ἰδίως οἱ δασμοί, ἀντὶ τούτων ὅμως ἐπεβαρύνοντο αὐταὶ δι’ ἀμέσων φόρων ὄντως δυσβαστάκτων. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν ἤδη εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ προσεπιβαρύνῃ αὐτὰς διὰ προσθέτων ἐμμέσων φόρων καὶ δασμῶν, ἀνερχομένων ἐτησίως εἰς 10,000,000 δρχ. καὶ ἐπέκεινα, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς ἀνάλογον αὐτῶν ἀνακούφισιν ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων. Τοῦτο ἐξηνάγκασεν ἤδη τοὺς νέους ἡμῶν συμπολίτας νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τῆς τοιαύτης αὐθαιρέτου φορολογικῆς ἐπιβαρύνσεώς των, ἥτις ἀνατρέπει τὴν ἰσοπολιτείαν μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν. Τοιαύτας διαμαρτυρίας ἔσχομεν καὶ ἀλλαχόθεν, ἰδίως δ’ ἐκ τῆς μητροπόλεως τῆς Μακεδονίας καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐκ Κρήτης. Ἀλλά, κύριοι, νομίζετε ὅτι θ’ ἀρκεσθῶσι καὶ οἱ μέλλοντες ἀντιπρόσωποι τῆς Νέας Ἑλλάδος εἰς ἁπλῆν διαμαρτυρίαν διὰ τὴν τοιαύτην ἀνισότητα; Ἢ πιστεύει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι θὰ θεωρήσωσιν αὐτοὶ ἐπαρκὲς τὸ ἀντάλλαγμα, τὸ ὁποῖον τόσον γενναιοδώρως παρέσχε τώρα εἰς τὰς Νέας Χώρας — ἐννοεῖται μετὰ τὰς ἐγερθείσας διαμαρτυρίας — καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον χαρίζει εἰς αὐτὰς τὸν φόρον τῆς ὁδοποιΐας καὶ τοὺς προσθέτους τῶν ἐστεγασμένων οἰκοδομῶν καὶ τῶν σφαγίων φόρους, τοὺς ἀνερχομένους μόλις καὶ μετὰ βίας εἰς ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδας δραχμῶν; Ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Νέας Ἑλλάδος θ’ ἀξιώσωσιν ἰσοπολιτείαν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐξόδων, ἀπαιτοῦντες νὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς ἀνάλογα ποσὰ πρὸς τὰ δαπανώμενα ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι διὰ τὴν διοίκησιν, τὴν παιδείαν, τὴν δικαιοσύνην καὶ τὰ δημόσια ἔργα. Δὲν θ’ ἀνεχθῶσιν αὐτοί, ἵνα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι κωμοπόλεις λ. χ., ὡς ἡ Λαρίγγοβη, ἡ Γαλάτιστα καὶ τὸ Ζαγγλιβέριον ἐν τῇ ἑλληνικωτάτῃ Χαλκιδικῇ, ἐξ ὧν αἱ δύο πρῶται εἶνε ἕδραι ἐπισκόπων, στερῶνται καὶ αὐταὶ καὶ αἱ πολυάριθμοι πέριξ αὐτῶν κῶμαι, εἰρηνοδικείων καὶ πάσης ἄλλης ἀρχῆς, ἐκτὸς ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου, ὅστις ὑπηρετῶν ἐν αὐταῖς ὡς ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, εἶνε ὁ μόνος ἐκεῖ ἀντιπρόσωπος τῆς πολιτείας. Δὲν θ’ ἀνεχθῶσιν, ἵνα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι συντηρῶνται τὰ δημοτικὰ καὶ ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τὰ γυμνάσια τῆς Νέας Ἑλλάδος διὰ τῶν δίσκων τῶν ἐκκλησιῶν καὶ διὰ κοινοτικῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς ἐξυπηρέτησιν ἄλλων τοπικῶν ἀναγκῶν, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Κράτος δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι κατωτέρας καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως τόσα ἑκατομμύρια. Δὲν θ’ ἀνεχθῶσι τέλος, ἵνα ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ ἐν Κρήτῃ δαπανῶνται ἐτησίως τόσα ἑκατομμύρια διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ τὰ δημόσια ἔργα, χωρὶς νὰ γίνεται τὸ αὐτὸ κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι. Τότε δέ, κύριοι, θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ δύναται νὰ καυχᾶται, ὡς τώρα, διὰ περισσεύματα 50 καὶ 60 ἑκατομ. δρχ. μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσωμεν κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη εἰς ἐλάττωσιν ἢ μᾶλλον εἰς αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Αὔξησιν τούτου πρέπει ν’ ἀναμένωμεν καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον: Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἄκρᾳ αἰσιοδοξίᾳ, συνδυαζομένῃ πρὸς τὴν παντελῆ διαχειριστικὴν παραλυσίαν τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος Ὑπουργείου, ὡς θ’ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον, διϊσχυρίσθη ὅτι ὁ ὁριστικὸς τούτου προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ 52 ἑκατομ. δρχ. ἐτησίως. Ἀλλά μοὶ φαίνεται ὅτι ἔκαμε τὸν λογαριασμόν, τὸ δὴ λεγόμενον, χωρὶς τὸν ξενοδόχον, καὶ ξενοδόχος εἶνε ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ νέος στρατολογικὸς νόμος, εἰς ὃν θὰ ἐπακολουθήσῃ προσεχῶς καὶ ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ. Θὰ ἔχωμεν, κύριοι, ἐφεξῆς ἀληθῆ καθολικὴν θητείαν, καθ’ ἣν ἐλάχισται μὲν θὰ εἶναι αἱ ἀπαλλαγαί, θὰ ἐκλίπωσι δὲ καὶ οἱ ἀδήλωτοι. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει, ἂν ὑπολογίσωμεν εἰς 8 ἐπὶ τοῖς χιλίοις τὴν ἐτησίαν ἀπογραφὴν τῶν στρατευσίμων, θὰ ἔχωμεν ἐπὶ 4½ ἑκατομ. πληθυσμοῦ τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος 36 χιλ. τοιούτους. Ἐὰν δὲ 30 χιλ. μόνον προσέρχωνται κατ’ ἔτος ὑπὸ τὰς σημαίας, θὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὴν διετῆ πραγματικὴν πλέον θητείαν, ἄνευ δηλαδὴ τῶν τέως ἀορίστων ἀδειῶν, μόνιμον δύναμιν στρατοῦ 60 χιλ. ἀνδρῶν, οἵτινες ὁμοῦ μετὰ τῶν στελεχῶν καὶ τῶν στρατευσίμων, τῶν ὑπαγομένων νῦν εἰς τριετῆ θητείαν, θὰ συμποσωθῶσιν εἰς 70 χιλ. περίπου. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ κανόνα ἡ ἐτησία δαπάνη ὑπολογίζεται κατὰ κεφαλὴν πρὸς 1000 δρχ., θὰ χρειασθῶμεν ἔξοδα 70,000,000 δρχ. διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Αὔξησιν ἐξόδων πρέπει ν’ ἀναμένωμεν καὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν μετὰ τὴν παράδοσιν εἰς ἡμᾶς τῶν ὑπὸ κατασκευὴν νέων μονάδων τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν ναυτικοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι διὰ τὰ δύο πολεμικὰ ἡμῶν ὑπουργεῖα ἡ ἐτησία δαπάνη θ’ ἀνέλθῃ εἰς 100 τοὐλάχιστον ἑκατομ. δρχ. Ἀλλὰ πλὴν τῆς ἀμέσου ταύτης θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῶν καὶ δι’ ἐμμέσου δαπάνης ὄχι εὐκαταφρονήτου. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκαυχήθη πρό τινων μηνῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ παρατάξῃ ἐν τῷ μέλλοντι κατὰ γῆν 500,000 ἄνδρας. Ἀλλ’ ἐσκέφθη ποτὲ αὐτὸς σοβαρῶς, πόσαι δαπάναι ἀπαιτοῦνται πρὸς πλήρη παρασκευὴν μιᾶς τοιαύτης ἐμπολέμου δυνάμεως; Ἀλλαχοῦ ὑπολογίζουσιν ὡς 2 χιλ. δρχ. κατ’ ἄνδρα, ἡμεῖς δέ, καὶ 1500 μόνον ἂν ὑπολογίσωμεν, θὰ ἴδωμεν ὅτι χρειαζόμεθα τοὐλάχιστον 750,000,000 δρχ. Ἀλλαχοῦ ὑπολογίζουσιν ἀνὰ 3 ὅπλα δι’ ἕκαστον ἄνδρα ἐν καιρῷ πολέμου. Ἂν ἡμεῖς ἀρκεσθῶμεν εἰς δύο μόνον τοιαῦτα, θὰ χρειασθῶμεν 1,000,000 ὅπλα.

§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν 12 Φεβρουαρίου 1913, ἐξακολουθοῦντος τοῦ πρώτου βαλκανικοῦ πολέμου, παρηγγέλθησαν 300,000 ὅπλα Μάνλιχερ, πλὴν τῶν 150,000, τὰς ὁποίας εἴχομεν.

§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ ἀναγκάζετε, κ. Πρωθυπουργέ, νὰ σᾶς ἀπευθύνω τώρα ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπεθύμουν ἄλλως ν’ ἀποφύγω. Παρακαλῶ, πόσα ὅπλα παρελάβετε μέχρι τοῦδε ἐξ αὐτῆς τῆς παραγγελίας;

§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι παρὰ πολλὰ δυστυχῶς.

§128ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἐπεθύμουν ν’ ἀποφύγω αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ὑμεῖς τὴν προκαλεῖτε, ἐξακολουθῶ αὐτὴν ἐπιρρίπτων εἰς ὑμᾶς τὴν εὐθύνην.

§129ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποίαν εὐθύνην; Νομίζετε ὅτι τὰ παρήγγειλα ἀργά;

§130ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ τώρα αὐτὴν τὴν εὐθύνην, ἐκ τῆς ὁποίας ὁμολογῶ ὅτι δὲν θεωρῶ ὑμᾶς ἀπηλλαγμένον, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέχετε ὑμεῖς, διότι μὲ ἀναγκάζετε τώρα νὰ σᾶς ἐρωτήσω, πόσα ὅπλα ἀκριβῶς παρελάβετε μέχρι τοῦδε, πόσα ἐπληρώσατε ἀπέναντι αὐτῶν καὶ πόσα πρέπει νὰ καταβάλητε ἀκόμη μέχρις ἀποπληρωμῆς τῆς ὅλης παραγγελίας.

§131Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μᾶς εἰπῆτε τοὐλάχιστον, ποῖα ποσὰ κατεβλήθησαν ἀπέναντι τῆς παραγγελίας.

§132ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ γνωρίσω καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Χώραν ὅτι τὸ Κράτος εἶναι ἕτοιμον νὰ ἐπιστρατεύσῃ ὁλόκληρον τὴν ἐμπόλεμον δύναμιν, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστρατεύσεως, μὲ ὅλα τὰ ἐφόδια, ἅτινα ἀπαιτοῦνται.

§133Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὔτε ὁ ἀγορεύων τὸ ἀμφισβητεῖ αὐτό.

§134ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ παρατάξωμεν τώρα καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἔχῃ βεβαίως συνταχθῇ τὸ σχέδιον ἐπιστρατεύσεως. Ἐγὼ ἐξετάζω, τί θὰ χρειασθῇ.

§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τὸ μέλλον;

§136ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα διὰ τὸ μέλλον, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ παρατάξωμεν τὰς 500,000, διὰ τὰς ὁποίας ἐκαυχήθητε ἄλλοτε παρεμβαίνοντες εἰς μίαν διαλογικὴν συζήτησιν μεταξὺ τοῦ βουλευτοῦ Ἀργολιδοκορινθίας κ. Καρπετοπούλου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.

§137Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅταν πρό τινων ἐτῶν ἦσθε Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπῆρξεν ἓν σχέδιον στρατιωτικὸν ἀληθῶς μεγαλεπήβολον. Τὸ σχέδιον δὲ ἐκεῖνο προέβλεπε δύναμιν στρατεύματος 500,000 ἀνδρῶν.

§138ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὰ εἶνε παραμύθια ἀντάξια ἴσως ἐκείνου, ὁ ὁποῖος σᾶς τὰ ἐκανονάρχησεν, ἀνάξια ὅμως ἑνὸς Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μάλιστα ὑπῆρξε καὶ ὑφιστάμενος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπαινίττεσθε τώρα. Πρόκειται, κύριοι, περὶ τοῦ τότε συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο τῆς γνώμης ὅτι ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ παρατάξῃ ἐν πολέμῳ 200 – 250 χιλ. ἀνδρῶν. Καὶ ἐξεμυκτηρίσθη μὲν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ τοιαύτη γνώμη, ὡς οὐτοπία, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἐδικαίωσαν βραδύτερον τὸν κ. Λαπαθιώτην πληρέστατα, διότι κατὰ τὸν τελευταῖον ἡμῶν πόλεμον μὲ ὅλας τὰς τότε ἀπαλλαγὰς καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀδηλώτους προσῆλθον ὑπὸ τὰς σημαίας ὡς ἔγγιστα 250 χιλ. ἀνδρῶν. Δὲν ἐννοεῖ δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, θέλων τώρα νὰ κατειρωνευθῇ τὸν τότε συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ἰσχυρισθέντα ὅτι ἠδυνάμεθα ἐπὶ πληθυσμοῦ 2,700,000 νὰ παρατάξωμεν ἐν ὥρᾳ πολέμου 200–250 χιλ. ἀνδρῶν, κατειρωνεύεται μᾶλλον τὸν νῦν προϊστάμενόν του κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις διεκήρυξεν ὅτι ἡ σημερινὴ Ἑλλὰς μὲ πληθυσμὸν 4,500,000 δύναται νὰ παρατάξῃ 500,000 ἄνδρας;

§139Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τοῦ τί πρόκειται νὰ παρατάξωμεν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητήσωμεν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸ ὀλίγου, ὑπάρχει μία ὁμολογία ὅτι οἱ δύο πόλεμοι διεξήχθησαν μὲ τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα εἶχον παραγγελθῆ ἀπὸ τοῦ 1905, διότι ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Φεβρουαρίου 1913 παρηγγέλθησαν 300.000 ὅπλα. Εἶναι πραγματικὸν αὐτό; Εἶναι πραγματικὸν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1910, ὅτε παρελάβετε τὴν ἐξουσίαν, μέχρι καὶ τῆς διεξαγωγῆς τῶν δύο πολέμων δὲν παρηγγείλατε οὔτε ἓν ὅπλον;

§140ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐλησμονήσατε ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώρας ἐν ἔτει 1910, ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς δεκαετοῦς εἰρήνης; Πῶς λοιπὸν ἠθέλετε τότε ν’ ἀσχοληθῇ αὐτὸς εἰς τὴν πολεμικὴν παρασκευὴν τῆς Χώρας;

§141ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλω νὰ ἀπαντήσω ὄχι εἰς ὑμᾶς, ἀλλ’ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Ἀρκαδίας. Εἶπον ὅτι, διαρκοῦντος τοῦ πρώτου πολέμου, ἐλήφθη πρόνοια μετὰ τὴν ἐπιτυχῆ αὐτοῦ τροπὴν περὶ παραγγελίας 300.000 ὅπλων διὰ τὰς μελλούσας ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος, δὲν εἶπον ὅτι πρὸ τῆς παραγγελίας αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1910 δὲν εἶχον παραγγείλῃ ἄλλα ὅπλα. Παρήγγειλα τότε 25.000 ἕως 30.000 ὅπλα — αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ δώσω ἀκριβῆ σημείωσιν — τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν σημείωσιν τοῦ Ἐπιτελείου ἦσαν ἀναγκαῖα, ἵνα τεθῇ ἡ ἐμπόλεμος δύναμις τῆς Ἑλλάδος εἰς κίνησιν. Αὐτὰ τὰ ὅπλα εἴχαμεν παραγγείλει. Τὰ ὅπλα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἦσαν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρήγγειλα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου.

§142ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Βενιζέλος εἶπεν ὅτι δὲν ἀπαντᾷ πρὸς ἐμέ, ἐγὼ ὅμως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντῶ πρὸς αὐτόν, ἀφοῦ εἶναι Πρωθυπουργός, νὰ μὴ ἐκδηλῶ δὲ τὸ πρὸς αὐτὸν αἴσθημά μου, καθ’ ὃν τρόπον ἐξεδήλωσεν αὐτὸς τὸ πρὸς ἐμὲ αἴσθημά του, ὄχι τόσον διότι εἶναι Πρωθυπουργός, ὅσον διότι ἐξ ἀνατροφῆς δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ συμπεριφέρωμαι πρὸς τοὺς ἄλλους ὡς αὐτός. Ἐπανέρχομαι δὲ τώρα εἰς τὸ κύριον θέμα. Ἐγὼ οὐδόλως διημφισβήτησα τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται ἐν μέλλοντι πολέμῳ νὰ παρατάξῃ 500.000 ἄνδρας, ἀλλ’ ἠθέλησα μόνον νὰ ἐξετάσω, τί θὰ ἐστοίχιζεν αὐτὴ ἡ δύναμις εἰς ἡμᾶς. Ἀφοῦ δὲ θὰ ἐπληρώνομεν διὰ τὰς παραγγελθείσας ἤδη 300 χιλ. ὅπλων πρὸς 80 δρχ. 240 ἑκατομμύρια.

§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι 240.000.000, ἀλλὰ μόνον 24.000.000.

§144ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως 24.000.000.

§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ χθὲς ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἠλλοίωσε τοὺς ἀριθμοὺς διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χρειασθῶμεν 240,000,000, δι’ ὅλα θὰ ἔπρεπε ν’ αὐτοκτονήσωμεν.

§146ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τέλος εὕρετε καὶ ὑμεῖς κἄτι τι, διὰ νὰ ξεθυμάνετε, ἀδιάφορον ἐὰν πρόκειται περὶ μιᾶς προφανοῦς παραδρομῆς τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν μόνον ὑμεῖς, κ. Πρωθυπουργέ, ἠδύνασθε, ὡς ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας σας ἴσως, νὰ ὑπολάβητε σκόπιμον καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀφορμῆς νὰ ὁμιλήσητε περὶ ἀλλοιώσεως ἀριθμῶν, δυναμένης νὰ περιαγάγῃ ὑμᾶς εἰς αὐτοκτονίαν! Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, τώρα τὴν διακοπεῖσαν σειρὰν τοῦ λόγου μου, καθ’ ἣν ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω, τί θὰ ἐστοίχιζεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἐμπόλεμος δύναμις 500,000 ἀνδρῶν. Πλὴν τοῦ 1,000,000 ὅπλων θὰ ἐχρειαζώμεθα καὶ ἀνὰ 3.000 βολὰς δι’ ἕκαστον ἄνδρα.

§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μόνον χιλίας. Ἐφ’ ὅσον ὑπολογίζετε 3.000 βολὰς δι’ ἕκαστον ἄνδρα, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς λογαριασμόν.

§148ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ στηρίζομαι εἰς συγγράμματα εἰδικά.

§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πᾶτε καλλίτερα νὰ φωτισθῆτε εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον;

§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τὸ Ἐπιτελεῖον ἔχετε νὰ φωτίζησθε ὑμεῖς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἠξεύρω δέ, μήπως πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως ἐκ μέρους ὑμῶν, ὀφειλομένης ἴσως εἰς ὑπολογισμὸν οὐχὶ κατ’ ἄνδρα, ἀλλὰ καθ’ ὅπλον, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἀλλαχοῦ ὑπολογίζουσιν ἀνὰ τρία ὅπλα κατ’ ἄνδρα. Κατὰ τὰ αὐτά, κύριοι, εἰδικὰ συγγράμματα χρειάζονται 4 τηλεβόλα ἀνὰ 1000 ἄνδρας καὶ 3,000 γομώσεις ἀνὰ τηλεβόλον. Ἂν εἰς ταῦτα προσθέσωμεν τὸν ἱματισμὸν καὶ τὴν ἐξάρτησιν, τὰ χειρουργικὰ καὶ φαρμακευτικὰ εἴδη, τὰ ἀναγκαῖα κτήνη, ἵππους καὶ ἡμιόνους, μετὰ τῶν σαγῶν, τὰ ὀχήματα καὶ αὐτοκίνητα, τὰ εἴδη στρατοπεδείας καὶ γεφυροποιΐας, τὸ ὑλικὸν μηχανικοῦ, τροφὰς καὶ νομὴν ἐν ἀποθηκεύσει, θὰ ἴδωμεν ὅτι δι’ ὅλα αὐτὰ ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 750 ἑκατομ. δρχ. χωρὶς νὰ συνυπολογίσωμεν καὶ τὰ ἀπαιτούμενα διὰ φρούρια καὶ ὀχυρωματικὰ καθόλου ἔργα.

§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ εἴχομεν αὐτὰ ὅλα εἰς τὸ παρελθόν; Δὲν ὑπολογίζετε, τί ἔχομεν τώρα;

§152ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα τώρα, εἰς ἣν θέσιν ἤμεθα πρὸ τοῦ πολέμου. Τότε εἴχομεν νὰ κάμωμεν μὲ μόνην τὴν Τουρκίαν, διατελοῦσαν ὑπὸ τοιαύτας διεθνεῖς συνθήκας, ὥστε νὰ μὴ δύναται αὐτὴ νὰ ἐπιτεθῇ καθ’ ἡμῶν. Τοὐναντίον ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐκλέξωμεν τὴν κατάλληλον στιγμήν, ἵνα ἐπιτεθῶμεν κατ’ αὐτῆς, βέβαιοι ὄντες ὅτι καὶ ἡττημένοι, δὲν θὰ ἐβλέπομεν ἡμετέρας χώρας ἐπανερχομένας εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος. Μᾶς ἐνίκησαν ἐν ἔτει 1897 οἱ Τοῦρκοι, προελάσαντες τότε μέχρι Λαμίας, ἀλλὰ τῇ ἐπεμβάσει τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἠναγκάσθησαν αὐτοὶ μετ’ ὀλίγον νὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὰ ἴδια, ἀρκεσθέντες εἰς μόνην τὴν πολεμικὴν ἀποζημίωσιν. Ἀπὸ τοῦ τελευταίου ὅμως πολέμου ἡμῶν καὶ ἐντεῦθεν ἤλλαξαν τὰ πράγματα. Ἡ Εὐρώπη ἠνέχθη ἤδη ν’ ἀνακτήσῃ ἡ Τουρκία ἐν Θράκῃ χώραν χριστιανικήν, ἀποσπασθεῖσαν ἅπαξ ἐξ αὐτῆς καὶ ἀναγνωρισθεῖσαν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Λονδίνου εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ἐδιπλασιάσθη ἡ χώρα ἡμῶν, ἐπολλαπλασιάσθησαν ὅμως καὶ οἱ ἐχθροί μας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδράττοντο ἐφεξῆς πάσης εὐκαιρίας, ἵνα ἐπιτεθῶσι καθ’ ἡμῶν καὶ διεκδικήσωσιν ὄχι μόνον τὰς νέας κτήσεις μας, ἀλλὰ καί τι πλέον τούτου, βέβαιοι ὄντες ὅτι ἡ Εὐρώπη θ’ ἀνεγνώριζε πάραυτα τὸ τετελεσμένον γεγονός. Ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὰς ἐλπίδας μας ἀνατεθειμένας εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις, δι’ ὧν καὶ μόνον θ’ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν πολλῶν καὶ παντοίων ἐχθρῶν τῶν ἐλλοχευόντων τώρα πέριξ ἡμῶν. Μὴ πλανώμεθα, κύριοι, ἡ θέσις μας ἐν μέλλοντι πολέμῳ θὰ εἶνε, ὁποία καὶ ἡ τῆς Γερμανίας τὴν σήμερον. Ὡς δὲ αὕτη διὰ μόνης τῆς ὑπεροχῆς τῆς ὑπὸ ἔποψιν διοργανώσεως, ἐκγυμνάσεως καὶ πολεμικῆς καθόλου παρασκευῆς ἀντέχει μέχρι τοῦδε κατὰ πολλαπλασίων ἐχθρῶν καὶ κατήγαγεν ἤδη τόσας νίκας, οὕτω καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ μέλλοντι θὰ κατορθώσῃ ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν πολλαπλασίων ἐχθρῶν της, ἐρειδομένη μόνον εἰς τὴν ὑπεροχήν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ ὑπὸ ἔποψιν διοργανώσεως καὶ ἐκγυμνάσεως ὁλοκλήρου τῆς μαχίμου δυνάμεώς της καὶ ὑπὸ ἔποψιν τελείας πολεμικῆς παρασκευῆς. Χάριν δὲ τῆς τοιαύτης παρασκευῆς, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐκ ἔστι σωτηρία δι’ ἡμᾶς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπαιτεῖται δαπάνη τοὐλάχιστον 750,000,000 δρχ. Δὲν ἀγνοῶ, κύριοι, ὅτι ἔχομεν ἤδη ἱκανὸν ὑλικὸν πολέμου, ἀλλὰ τούτου ἡ σημερινὴ ἀξία δὲν δύναται νὰ εἶνε ἀνωτέρα τῶν 200,000,000 δρχ., ὧν ἀφαιρουμένων ἐν ἀνάγκῃ, καὶ πάλιν μᾶς ὑπολείπεται δαπάνη 550,000,000 δρχ. Ἀλλὰ τόσον τὰ ὅπλα, ὅσον καὶ τὰ τηλεβόλα ἡμῶν μετὰ δύο πολέμους ἔχουσιν ἀποβάλῃ μέγα μέρος τῆς ἀρχικῆς μαχητικῆς των δυνάμεως· διὸ προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ χρησιμοποιηθῶσιν αὐτὰ διὰ τὴν ἐθνοφρουρὰν καὶ τὴν ἐφεδρείαν ταύτης. Μετὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔρχεται τὸ τῶν Ναυτικῶν, δι’ ὃ ἐπίσης χρειαζόμεθα ἱκανὰ ποσὰ διὰ τὴν προσαύξησιν τοῦ στόλου ἡμῶν ἐν τῷ μέλλοντι, εὐθὺς δὲ ἀμέσως διὰ νέον ναύσταθμον καὶ δεξαμενάς, ἄνευ τῶν ὁποίων κινδυνεύει νὰ καταστῇ μίαν ἡμέραν ἄχρηστος, ὅλη ἡ κατὰ θάλασσαν πολεμική ἡμῶν δύναμις. Ὅσον δήποτε δέ, κύριοι, καὶ ἂν περιορίσητε τὰς τοιαύτας ἐκτάκτους δαπάνας τῶν πολεμικῶν ὑπουργείων, δύσκολον νὰ εἶναι αὐταὶ κατώτεραι τῶν 800,000,000 δρχ., τὰ ὁποῖα θὰ καλυφθῶσι μὲν διὰ δανείου, θ’ ἀπαιτήσωσι δὲ ἐτησίως τοκοχρεωλύσιον 40,000,000 δρχ. περίπου. Πῶς δ’ ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας τῶν δύο πολεμικῶν ὑπουργείων; Ἐθαύμασα, κύριοι, τὴν ἀφέλειαν, μεθ’ ἧς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμόν, ἔλυσε τὸ προκείμενον πρόβλημα. Εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θ’ αὐξήσῃ τὰς προσόδους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς 10,000,000 δρχ., τὰς δὲ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἰς δρχ. 3,500,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 13,500,000 ἐτησίως. Ἀλλὰ καὶ εἰς 15 καὶ εἰς 20,000,000 δρχ. ἐὰν ηὔξανον αἱ πρόσοδοι τῶν δύο Ταμείων, μόλις καὶ μετὰ βίας θὰ ἐκάλυπτον αὐτὰ τὸ ἥμισυ τοῦ τοκοχρεωλυσίου τῶν 800,000,000 δρχ., τὰ ὁποῖα θὰ χρειασθῶμεν ἐν τῷ μέλλοντι, ὡς ἀπέδειξα ἤδη ἐγώ.

§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἄλλα εἶνε τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα προέβλεψεν ὁ συνάδελφος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914, διὰ νὰ γίνουν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καὶ ἄλλα εἶνε τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ διατεθῶσι δι’ εἰδικοῦ δανείου τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων τῶν 10,000,000 δρχ. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας διαθέτει τὸ Δημόσιον εἰς προίκισιν τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης δι’ ἀγορὰν εἰδῶν, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι 10,000,000 δρχ. δαπανῶνται ἐτησίως, θὰ ἴδητε ὅτι πλησιάζομεν ὄχι εἰς ἐκεῖνα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα δίδετε ὑμεῖς, ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδει ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, ἥτις εἶνε καὶ ἡ ἁρμοδία.

§154ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι, ἂν ὄχι ἀδύνατος, πάντως ὅμως πολὺ δύσκολος ἡ συζήτησις, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ τὴν παρελκύσῃ διὰ διακοπῶν, ὁποῖαι αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι ὑπ’ αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν ν’ ἀπαντήσω πρὸς αὐτόν, ἵνα μὴ ἀφήσω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, προκειμένου περὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου, ὅσον τὸ τῆς πολεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς. Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω διάκρισιν μεταξὺ ἐκτάκτων ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, γενομένων ἀμέσως παρὰ τούτου ἢ ἐμμέσως διὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καθόσον καὶ ἐκεῖνα καὶ ταῦτα προέρχονται ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πρώτης πηγῆς, ἐκ τῶν βαρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χάριν τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων ν’ ἁπλοποιηθῶσι τὰ πράγματα καὶ νὰ μάθῃ αὐτὸς ἀπεριφράστως καὶ ἀπροκαλύπτως, τί ἔχει δαπανηθῇ μέχρι τοῦδε διὰ τὴν πολεμικὴν ἡμῶν παρασκευήν, τί ὑπολείπεται ἔτι νὰ δαπανηθῇ δι’ αὐτὴν καὶ πῶς θὰ καλυφθῶσιν αὐταὶ αἱ δαπάναι, διὰ νὰ εἶναι ἥσυχος καὶ ἀσφαλὴς περὶ τοῦ μέλλοντός του. Ὑπεστήριξα, κύριοι, ὅτι διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς πολεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς ἀπαιτοῦνται, πλὴν τῶν μέχρι τοῦδε δαπανηθέντων, καὶ ἄλλα 800.000.000 δρχ., τῶν ὁποίων τὸ τοκοχρεωλύσιον θὰ ἀνέλθῃ ἐτησίως εἰς δρχ. 40.000.000 περίπου. Προσέθηκα δὲ ὅτι, καὶ ἂν αὐξήσωμεν τὰς προσόδους τῶν δύο πολεμικῶν ταμείων, οὐχὶ εἰς 13.500.000 δρχ., ὡς ἐπηγγέλθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς 20.000.000 δρχ. καὶ διαθέσωμεν αὐτὰς ὅλας ὑπὲρ τοῦ τοκοχρεωλυσίου, περὶ οὗ νῦν ὁ λόγος, καὶ οὕτω θὰ καλυφθῇ μόλις καὶ μετὰ βίας τὸ ἥμισυ τούτου, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν γενικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ θ’ αὐξήσῃ οὕτω πως ἐμμέσως τοὺς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων, ἐκτὸς τῶν ἀμέσων τακτικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα θ’ ἀνέλθωσιν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς 100.000.000 δρχ., ὡς εἴδομεν ἤδη. Καὶ νῦν ἐρωτῶ· ὑπάρχει ἁπλουστέρα καὶ σαφεστέρα ταύτης θέσις τοῦ ζητήματος; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ οὓς λόγους αὐτὸς οἶδεν, ἠθέλησε νὰ περιπλέξῃ τὸ ζήτημα θέτων αὐτὸ ἄλλως πως. Αὐτὸς διϊσχυρίσθη κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τῇ 27 Μαΐου ἐ. ἔ. ὅτι θὰ ἐχρειαζώμεθα, πλὴν τοῦ δανείου τῶν 500.000.000 δρχ., καὶ ἕτερον τοιοῦτον ἐκ δραχμῶν 400.000.000, ἵνα καλύψωμεν ὅλα τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1912, 1913 καὶ 1914, μεριμνήσωμεν δὲ συγχρόνως περὶ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων ἀξίας 116.200.000 δρχ., συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν νέων δαπανῶν διὰ τὸν Λαρισσαϊκὸν σιδηρόδρομον καὶ τὴν ἑνωτικὴν τούτου γραμμήν, περὶ κατασκευῆς διαφόρων δημοσίων ἔργων ἀξίας 35.000.000 δρχ. καὶ τέλος διὰ τοὺς πρόσφυγας, ὑπὲρ ὧν διέθετε τότε μόλις 20.000.000 δρχ. Ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς μετὰ πέντε μῆνας, ἤτοι τῇ 31 Ὀκτωβρίου, εἰσηγούμενος τὰς δηλώσεις περὶ τοῦ προκειμένου προϋπολογισμοῦ, διϊσχυρίσθη ὅτι ἀπὸ τοῦ πολέμου μέχρι τῆς πλήρους ἐκκαθαρίσεως τῶν κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἐκ τοῦ πολέμου δαπανῶν, τῶν ἔκτοτε δημιουργηθεισῶν ἀναγκῶν καὶ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν δαπανῶν διὰ σιδηροδρόμους, δημόσια ἔργα καὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας, θὰ ἐπεβαρυνώμεθα μὲ πρόσθετον δημόσιον χρέος ἐξ 755.000.000 δρχ. ἐν συνόλῳ. Ἐκ τούτων δὲ τὰ μὲν 400.000.000 δρχ. εἶναι «τὰ καθ’ αὑτὸ ἔξοδα τῶν δύο πολέμων», τὰ δὲ ὑπόλοιπα 355.000.000 δρχ. εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων ἀπὸ τοῦ ἔτους 1914 καὶ ἐφεξῆς, προσέτι δὲ διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, διὰ τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τὰ δημόσια ἔργα καὶ τέλος διὰ τὴν περίθαλψιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, περὶ τῶν ὁποίων εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ σχεδὸν ἐτετραπλασιάσθησαν αὐτοί. Καὶ ταῦτα μὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην φορὰν ἐν θαυμαστῇ ὄντως ἁρμονίᾳ πρὸς ἑαυτὸν καὶ διαφωτίζων πληρέστατα καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος! Τί ὅμως μαρτυροῦσι τὰ πράγματα, ἐξεταζόμενα μὲ γυμνοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ οὐχὶ μὲ τὰ δίοπτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἔχουσι μόνον δαπανηθῇ τὸ πενταετὲς δάνειον ἐπιτάξεως ἐκ δρχ. 50.000.000, τὸ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐκ 10.000.000 δρχ. καὶ τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ δανείου τῶν 500.000.000 δρχ., ὡς ἰσχυρίσθη αὐτός, ἀλλ’ ἔχει προεξοφληθῇ καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ τοῦ δανείου τούτου. Διότι ἐκρατήθησαν μὲν ἐξ αὐτοῦ 113.000.000 δρχ. ἐν Γαλλίᾳ διὰ τὸ ἐκεῖ ναυπηγούμενον νέον ἡμῶν θωρηκτὸν τοῦ τύπου τῆς «Λωρραίνης» καὶ δι’ ἄλλας παραγγελίας, προκατεβλήθησαν δὲ ἀπέναντι αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 65.000.000 δρχ. διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν δύο Ἀμερικανικῶν καὶ δραχ. 15.000.000 δι’ ἄλλας προσωρινὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.

§155Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. 12.000.000 δρχ. μόνον.

§156ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔστωσαν αὐτὰ καὶ 12,000,00, δρχ., ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει μετὰ τὴν τελευταίαν προκαταβολὴν τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης ἐξ 20.000.000 δρχ. θὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ ὅλου δανείου τῶν 500.000.000 δρχ. ὑπόλοιπα 3,000,000 δρχ. μόνον, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὑπολείπονται ὑποχρεώσεις πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ἐκ τούτων ἀναφέρω τώρα μόνον τὰς πασιγνώστους, ἤτοι τὰς ὑποχρεώσεις διὰ τὰ νέα πολεμικά μας σκάφη, τὰ ναυπηγούμενα ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς 70.000.000 δρχ. περίπου, προσέτι δὲ τὰ 30.000.000 δρχ., ἅτινα διετίθεντο κατὰ τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμὸν ἐντὸς τοῦ ἔτους 1914 διὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ὑπὲρ προμηθείας ὑλικοῦ πολέμου διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὰς δηλώσεις ὅμως ἀνεβλήθη ἡ διάθεσις αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος. Ἔχομεν οὕτω πως ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις 100.000.000 δρχ. περίπου, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἔξω τῶν μέχρι τοῦδε συνωμολογημένων δανείων, τῶν ἀνερχομένων εἰς 560.000.000 δραχμῶν. Κατὰ ταῦτα, κύριοι, ἐκ τῶν 755.000.000 δρχ. τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔχουσι διατεθῆ ἤδη τὰ 660.000.000, ἐρωτᾶται δὲ τώρα, εἰς τί θὰ πρωτοχρησιμοποιηθῶσι τὰ ὑπόλοιπα 95.000.000; Εἰς κάλυψιν τῶν ἀφεύκτων ἐλλειμμάτων τῶν προσεχῶν ἐτῶν, ἅτινα βεβαίως θὰ ὑπερβῶσι τὰ 250.000.000; Εἰς συμπλήρωσιν τῆς πολεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς; Εἰς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν δημοσίων ἔργων; Εἰς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ χρειασθῶσιν οὐχὶ 20.000.000 δρχ., ὡς ὑπελόγιζεν αὐτὸς τῇ 27 Μαΐου, ἀλλ’ 100.000.000 καὶ πλέον; Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, κύριοι, ὅτι ἀφήνομεν κατὰ μέρος, ἢ ἀναβάλλομεν ἐπ’ ἀόριστον τὴν συμπλήρωσιν τῆς πολεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς, καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξα ἐγώ, δὲν νομίζετε ὅτι καὶ οὕτω τὸ ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦθεν δημόσιον ἡμῶν χρέος θὰ ὑπερβῇ μέχρι τέλους τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Δὲν νομίζετε ὅτι εἰς τὰ 755.000.000 δρχ. πρέπει νὰ προστεθῶσιν ἀκόμη 300.000.000 δρχ. τοὐλάχιστον διὰ τὰ ἐλλείμματα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους καὶ ἐφεξῆς; προσέτι δὲ 100.000.000 δρχ. διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ 30.000.000 δρχ. διὰ σιδηροδρόμους, εἰς ὅσον ποσὸν περιώρισε τελευταῖον τὴν τοιαύτην δαπάνην ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς αὐτὰ καὶ ἓν σεβαστὸν ποσὸν διὰ τὸ μέρος τοῦ δημοσίου χρέους τῆς Τουρκίας, τὸ ὁποῖον ἔχει κατ’ ἀρχὴν ἐπιρρίψῃ εἰς ἡμᾶς ἡ ἐπὶ τούτῳ συνελθοῦσα διεθνὴς οἰκονομικὴ ἐπιτροπὴ ἐν Παρισίοις; Ἂν ταῦτα πάντα συνυπολογίσωμεν, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ μὲν δημόσιον ἡμῶν χρέος, τὸ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὸν πόλεμον, θὰ ὑπερβῇ μέχρι τέλους τὰ δισχίλια ἑκατομμύρια, τὸ δὲ τοκοχρεωλύσιόν του τὰ 100.000.000 δρχ. ἐτησίως. Προσθέσατε τώρα εἰς τοῦτο τὰ 100.000.000 δρχ. διὰ τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα καὶ 130.000.000 δρχ. τοὐλάχιστον διὰ τὰς λοιπὰς δαπάνας τοῦ Κράτους μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἀφομοίωσιν τῆς Νέας πρὸς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ὡς πρός τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ τότε θὰ ἴδητε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἀνερχόμενον μίαν ἡμέραν εἰς 330.000.000 δρχ. περίπου. Ἂν θελήσωμεν νὰ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ συμπληρώσεως τῆς πολεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς, ὡς ὑπέδειξα ἐγὼ πρίν, τότε τὰ ἔξοδα θὰ ἀνέλθωσιν εἰς 350.000.000 δρχ. ἐτησίως. Ἀπέναντι αὐτῶν ἔχομεν ἐφέτος ἔσοδα 211.656.000 δρχ., ὡς ὑπελόγισα αὐτὰ ἐγὼ πρίν, τὰ ὁποῖα εἶναι ζήτημα, ἐὰν θὰ φθάσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι μέχρι τῶν δρχ. 250.000.000, ὁπότε θὰ ἔχωμεν τακτικὸν ἔλλειμμα ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει περὶ τὰ 80.000.000, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ περὶ τὰ 100.000.000 δρχ.

§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μόνον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ γράφητε δύο φορὰς τὰ ἐλλείμματα· διότι ἐγράψατε ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ ἐλλείμματα καὶ εὑρίσκετε ὅτι χρειάζεται δημόσιον χρέος 2.000.000.000 δρχ. καὶ 100.000.000 δρχ. δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀφοῦ τὰ ἐγράψατε μίαν φοράν, τώρα ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ἀφοῦ θὰ ἔχητε 100.000.000 δρχ. δημοσίαν ὑπηρεσίαν, θὰ ἔχητε πάλιν ἐλλείμματα. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ μὴ τὰ γράφητε δύο φοράς. Εἶναι ἀρκετὰ καταπληκτικὰ διὰ τὸ ἀκροατήριον, ὥστε νὰ μὴ τὰ γράφητε δύο φοράς.

§158ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καταπληκτικά, κύριε Πρωθυπουργέ, διὰ πάντα παρακολουθοῦντα μετὰ προσοχῆς τινος τὴν ἀγόρευσίν μου, εἶναι αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε ὑμεῖς. Ἠθελήσατε νὰ μὲ παραστήσητε ὡς ἀντιφάσκοντα, διατί; διότι, ὡς ἰσχυρίζεσθε, ἐνῷ ὑπελόγισα ἅπαξ ἐλλείμματα, διὰ νὰ ἀναβιβάσω τὸ δημόσιον χρέος εἰς δισχίλια ἑκατομμύρια μὲ ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐξ 100.000.000 δρχ., ὕστερον ὑπολογίζω καὶ πάλιν ἐλλείμματα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τί λογικώτερον καὶ συνεπέστερον τούτου; Καὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφιβάλλῃ τις, ἔστω οὗτος καὶ Πρωθυπουργός, ὅτι τὰ ἐλλείμματα, καλυπτόμενα διὰ δανείων καὶ αὐξάνοντα οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, συναυξάνουσι καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν ἐκλείπει οὕτω πως τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξογκοῦται αὐτὸ ἔτι μᾶλλον;

§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπελογίσατε καὶ τὰ ἐν τῷ μεταξὺ χρόνῳ διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὰ 100.000.000 δρχ. Δὲν πειράζει, εἴτε 80.000.000 εἴτε 100.000.000 δρχ., τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν κάμνουν.

§160ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρωθυπουργέ, δὲν ἀμφιβάλλω διόλου ὅτι εἰς ὑμᾶς τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν κάμνει τὸ ἔλλειμμα, καὶ 80.000.000 καὶ 100.000.000 δρχ. ἂν εἶναι αὐτό· διότι τόσον ὀλίγον σᾶς μέλλει δι’ αὐτό. Ἐὰν σᾶς ἔμελλε περισσότερον, δὲν θὰ ἐπετρέπετε εἰς τοὺς Ὑπουργούς σας νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν θὰ ἐπεβάλλεσθε εἰς ταύτην νὰ ψηφίσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων δημιουργοῦνται δαπάναι δεκάδων ἑκατομμυρίων εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, δὲν θὰ ἐφέρετε δὲ τελευταῖον καὶ σεῖς ὁ ἴδιος τὰ δύο ἐκεῖνα νομοσχέδια, δι’ ὧν αὐξάνουσι μόνον τὰ μισθολόγια καθ’ ἑκατομμύρια. Εἶπον, κύριοι, πρὶν ὅτι τὰ ἐλλείμματα μόνον διὰ δανείων δύνανται νὰ καλυφθῶσι· διότι πάνθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μελλούσης καταπληκτικῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τῶν Νέων Χωρῶν οὕτως, ὥστε νὰ ἐπαρκέσωσιν αὐτὰ εἰς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου, ἐγὼ τοὐλάχιστον τὰ θεωρῶ ὡς ὄνειρα θερινῆς νυκτός. Εἰς ἐνίσχυσιν τῆς τοιαύτης αἰσιοδοξίας του ἐπεκαλέσθη αὐτὸς τὸ παράδειγμα τῆς Κρήτης, ὅπερ μετὰ πολλῆς τῆς αὐταρεσκείας ἀναφέρει πάντοτε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ καθ’ ὃ τὰ ἔσοδά της ηὔξησαν, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγένετο Ὕπατος αὐτῆς Ἁρμοστὴς ὁ Πρίγκηψ Γεώργιος μέχρι σήμερον, ἐκ 3.500.000 εἰς 9.700.000 δρχ. ὡς ἔγγιστα. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο ἀναγράφεται μὲν εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐμφαίνεται ὅμως ἐν τῇ προσωρινῇ καταστάσει τῶν ἐσόδων τῶν Νέων Χωρῶν, τῇ δημοσιευθείσῃ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν δηλώσεων, ἤτοι τῇ 23 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Ἐν αὐτῇ ἀναγράφονται κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον τὰ διάφορα ἔσοδα μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων αὐτῶν, ὡς πρὸς τὴν Μακεδονίαν, τὴν Ἤπειρον καὶ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Προκειμένου ὅμως περὶ Κρήτης παραδόξως πως ἀναγράφονται μὲν ὡσαύτως οἱ τίτλοι τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τῶν διαφόρων ἐσόδων, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ ἀριθμοί, οἱ ἐμφαίνοντες τὰ ποσὰ τῶν βεβαιώσεων καὶ εἰσπράξεων αὐτῶν. Ἰδού, κύριοι, ἡ προσωρινὴ αὕτη κατάστασις. (Ἐπιδεικνύει αὐτὴν πρὸς τὴν Βουλήν). Ὡς παρατηρεῖτε, ἡ στήλη τῶν ἀριθμῶν τῶν βεβαιωθέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἐν Κρήτῃ μένει λευκή, νομίζει δέ τις ὅτι ἔχει ἀνὰ χεῖρας ἐφημερίδα, ἐκδιδομένην ἐν ἀπολυταρχικῷ Κράτει, ἔνθα ἡ ἀσκουμένη λογοκρισία διέγραψε τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁλοκλήρους στήλας, αἱ ὁποῖαι μένουσιν οὕτως ἐν λευκῷ. Ἅμα, κύριοι, λαβὼν τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος προσωρινὴν κατάστασιν, ἔμεινα κατάπληκτος ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ πρωτοφανοῦς γεγονότος εἰς τὰ χρονικὰ ὅλων τῶν Κρατῶν, ζητήσας δὲ τηλεφωνικῶς νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, πῶς συνέβη τοῦτο, ἔλαβον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν εἶχον συγκεντρωθῆ ἀκόμη ὅλα τὰ σχετικὰ ἀποτελέσματα! Παρατηρητέον δὲ ὅτι αὐτὴ ἡ προσωρινὴ κατάστασις εἶναι τῆς χρήσεως τοῦ 1913, ἡ μόνη δημοσιευθεῖσα μέχρι τοῦδε ἐν τῇ ἐνταῦθα ἐκδιδομένῃ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλας τέσσαρας τοιαύτας ἐφημερίδας, ἐκδιδομένας εἰς τὰς ἕδρας τῶν τεσσάρων Γενικῶν Διοικήσεων τῶν Νέων Χωρῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους γνῶσιν αὐτῶν. Καὶ νῦν ἐρωτᾶται· ἐὰν μέχρι τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1914 δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1913, πῶς κατωρθώθη μετὰ 8 ἡμέρας, ἤτοι τὴν 31 Ὀκτωβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1914 καὶ νὰ παρουσιασθῶσι μάλιστα εἰς τὴν Βουλὴν τυπωμένα εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Ἐγὼ ὅμως, κύριοι, δέχομαι ὅτι ὄντως τὰ ἔσοδα τῆς Κρήτης θὰ ἀνέλθωσιν ἐφέτος εἰς 9.700.000 δρχ., ὡς ἀναγράφεται εἰς τὰς δηλώσεις. Ἀλλ’ εὑρίσκονται τώρα ἡ Μακεδονία, ἡ Ἤπειρος καὶ αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου, εἰς ἣν κατάστασιν εὑρίσκετο ἡ Κρήτη ἐν ἔτει 1898;

§161ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἡ κατάστασις τῆς Μακεδονίας ἦτο καλλιτέρα ἀπὸ τὴν τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος;

§162ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρωθυπουργέ, διέμεινα ἐπὶ ἔτη ἐν Μακεδονίᾳ, ὡς γεωργός, δύναμαι δὲ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι ἡ γεωργία ἐκεῖ εὑρίσκετο εἰς καλλιτέραν κατάστασιν ἢ ἐν αὐτῇ τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Ἡ Κρήτη ὅμως μέχρι τοῦ 1897 διετέλει ἐν πλήρει ἀναρχίᾳ, ἀπὸ δεκαετηρίδων πολλῶν εὑρισκομένη ἐν ἐπαναστάσει, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἄλλοτε μὲν κατεστρέφοντο καὶ ἠρημοῦντο τὰ κτήματα καὶ τὰ χωρία τῶν χριστιανῶν, ἄλλοτε δὲ τὰ τῶν μουσουλμάνων, ἕως οὗ κατὰ μέγα μέρος μετεβλήθη αὐτὴ εἰς ἐρείπια καὶ εἰς χέρσον γῆν. Ἐν τῷ μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως ἄπορον εἶναι, πῶς εὐθὺς τὸ πρῶτον ἔτος ἡ Κρητικὴ Πολιτεία εἰσέπραξε καὶ αὐτὰ τὰ 3.500.000 δρχ., οὐχὶ δὲ πῶς μετὰ δεκαεπταετῆ αὐτόνομον καὶ εἰρηνικὸν βίον ἔφθασαν αἱ εἰσπράξεις της εἰς ἴσον σχεδὸν ποσὸν πρὸς τὰς τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, αἵτινες μόλις πρὸ διετίας ἀπηλλάγησαν ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ. Προκειμένου δὲ ἰδίως περὶ Μακεδονίας πολὺ φοβοῦμαι, μήπως συμβῇ καὶ ἐν αὐτῇ, ὅ,τι καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεώς της. Ὡς τὰ ἔσοδα ταύτης ἠλαττώθησαν τότε πολύ, ἕνεκα τῆς μεταναστεύσεως ἐκεῖθεν πολλῶν μουσουλμάνων ἐργατικῶν, εἰς οὓς ὠφείλετο σὺν ἄλλοις καὶ ἡ καλλιέργεια τοῦ περιζητήτου σκληροῦ σίτου της, τοῦ γνωστοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα ντεβές, φόβος εἶναι μήπως συμβῇ τὸ ἴδιον τώρα καὶ ἐν Μακεδονία, ἂν ἐξακολουθήσωσι μεταναστεύοντες ἐξ αὐτῆς οἱ μουσουλμάνοι γεωργοὶ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, τῆς Χαλκιδικῆς, τῆς Καρατζόβας, τῶν Καϊλαρίων καὶ ἄλλων περιφερειῶν, οἵτινες ἔχουσι σὺν ἄλλοις προαγάγῃ καὶ τὴν καλλιέργειαν τοῦ καπνοῦ εἰς βαθμὸν ἐπίζηλον. Ἰδού, κύριοι, διατί ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ αἰσιοδοξῇ τόσον πολὺ ἡ Κυβέρνησις καὶ ν’ ἀναμένῃ μεγάλην αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τῶν νέων χωρῶν καὶ ἰδίως ἐκ τῆς Μακεδονίας κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη, κατὰ τὰ ὁποῖα τόσον ἀπειλητικὸν ἐγείρεται τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας ἐνώπιόν μας. Δυστυχῶς δὲ ὑπὲρ πάντα ἄλλον αἰσιόδοξος φαίνεται ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ δ’ αἰσιοδοξία του αὕτη ἐξώθησεν αὐτὸν μέχρι τοῦδε, ἐξακολουθεῖ δ’ ἔτι καὶ νῦν νὰ τὸν ἐξωθῇ εἰς ἀλόγιστον αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, εἰς διασπάθησιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἔχει δ’ ἐν τούτῳ μιμητὰς πάντας σχεδὸν τοὺς ὑπουργούς του. Ἡ αἰσιοδοξία, κύριοι, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔφθασεν ἤδη εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ προκαλέσῃ αὐτὸς ἐπανειλημμένως τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἵνα τῷ ὑποδείξῃ, ἔστω καὶ μίαν περίπτωσιν ἀφειδοῦς διαθέσεως τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἡ αἰσιοδοξία συνεσκότισεν, ὡς φαίνεται, ἐπὶ τοσοῦτον τὴν ἄλλως διαυγῆ διάνοιάν του, ὥστε νὰ μὴ ἐννοῇ ὅτι ἠδύνατο οὕτω πως νὰ συμβῇ εἰς αὐτόν, ὅ,τι καὶ εἰς τὸν εὑρισκόμενον ἐντὸς ὑαλίνου οἰκοδομήματος καὶ προκαλοῦντα τοὺς ἔξωθεν τούτου ἱσταμένους εἰς πετροπόλεμον! Τοὐλάχιστον ἐγὼ ἐθεώρησα τώρα ἐπιβεβλημένον εἰς ἐμὲ ν’ ἀντεπεξέλθω πρὸς τὴν τοιαύτην πρόκλησιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ τῷ ὑποδείξω οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ πολλὰς περιπτώσεις ἀφειδοῦς διαθέσεως καὶ σπατάλης ἔτι τῶν δημοσίων χρημάτων, ἀρχόμενος ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ ἴδιος, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐν ἔτει 1910. Ἀπὸ τοῦ θέρους τοῦ 1911 μέχρις ἐσχάτων οὐδεὶς ἔλεγχος ἔχει ἐνασκηθῆ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔκτοτε δέ, διαρκοῦντος ἰδίᾳ τοῦ πολέμου, ἔχουσι προκαταβληθῆ ἐπὶ ἀποδόσει λ]σμοῦ περὶ τὰ 70.000.000 δρχ. εἰς τὰ διάφορα σώματα καὶ καταστήματα στρατοῦ, ὑπὲρ τὰ 30.000.000 εἰς τὸν κ. Μπονιὲ καὶ ὡς 40.000.000 δρχ. εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν μετόπισθεν ἐν Μακεδονίᾳ. Καὶ τὰ μὲν σώματα καὶ καταστήματα στρατοῦ ἔχουσιν ὑποβάλῃ ἤδη διάφορα δικαιολογητικά, διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ὁποίων ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἀπόπειρα, ἡ ὁποία ὅμως ἐναυάγησεν, εὑρεθεῖσα πρὸ ἀδιεξόδου· διὸ ἀπεφασίσθη νὰ ἐνοικιασθῇ ἓν οἴκημα ἀντὶ 500 δρχ. τὸν μῆνα, εἰς ὃ μετακομισθέντα διὰ κάρρων ἐνεκλείσθησαν καὶ φυλάττονται τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος δικαιολογητικά. Ἐλλείπουσι δέ, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὰ δικαιολογητικὰ τόσον διὰ τὰ 30.000.000 δρχ. τοῦ κ. Μπονιέ, ὅσον καὶ διὰ τὰ 40.000.000 δρχ. τῆς ὑπηρεσίας τῶν μετόπισθεν ἐν Μακεδονίᾳ. Δι’ ἑνὸς δὲ νομοσχεδίου ἀπεφάσισεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ θέσῃ τελείαν καὶ παύλαν εἰς τὸν ἔλεγχον ὅλων αὐτῶν τῶν ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν ἀνυπαρξίαν τοῦ ὁποίου τὴν πρώτην καὶ κυρίαν εὐθύνην φέρει αὐτός, ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Ἠττήθημεν, κύριοι, ἐν ἔτει 1897 ἐν Θεσσαλίᾳ, διὰ δὲ τὴν ἐπακολουθήσασαν τότε φυγὴν ἐκεῖθεν ἐπῆλθε τοιαύτη σύγχυσις, ὥστε ἐν ἀρχῇ ἐθεωρήθη ἀδύνατος πᾶς ἔλεγχος τῆς τότε οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅμως ταχέως ἐξευρέθη ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐνηργήθη ὁ ἔλεγχος καὶ ἀπεκατεστάθη ἡ τάξις ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ τώρα, εἰ καὶ οὐδεμίαν ἧτταν καὶ φυγὴν ὑπέστημεν, οὐδ’ ἠδύνατο ἄρα νὰ ἐπέλθῃ ὡς ἐκ τούτου ἡ σύγχυσις τοῦ 1897, ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ ἔτι καὶ νῦν ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ στρατοῦ εὑρισκομένη ἐν πλήρει ἀταξίᾳ, ἣν ἐπέτεινεν ἔτι μᾶλλον ἡ διάλυσις τοῦ οἰκονομικοῦ σώματος καὶ ἡ ἀντικατάστασις τούτου διὰ τῆς ἐπιμελητείας, εἰς ἣν προσελήφθησαν ἀξιωματικοὶ παντὸς ὅπλου, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει εὑρισκόμενοι πρὸς τὴν λογιστικὴν καὶ οἰκονομικὴν καθόλου ὑπηρεσίαν. Μήπως δὲ παρόμοιόν τι δὲν συνέβη καὶ μὲ τὸ ὑλικὸν πολέμου μετὰ τὴν διάλυσιν καὶ τοῦ σώματος τούτου; Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις διὰ τὰς παροιμιώδεις πλέον καταστάσας καταχρήσεις μὲ τὰς διαφόρους προμηθείας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; τί διὰ τὰ αὐτοκίνητα, τὰ ὁποῖα κατάκεινται ἄχρηστα ἐν Πειραιεῖ, ἀφ’ ἧς ἡμέρας μετεκομίσθησαν αὐτὰ ἐκεῖσε ἐξ Ἀγγλίας; τί διὰ τοὺς γαιάνθρακας; τί διὰ τὰς ἀρβύλας, διὰ τὰ ἄλευρα, διὰ τὸ ὀρύζιον, διὰ τὰς κονσέρβας, διὰ τὴν κριθὴν καὶ τὸν χόρτον; τί διὰ τὴν τροφοδοσίαν τῶν Τούρκων αἰχμαλώτων; Πρόκειται, κύριοι, περὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐρρίφθησαν, τὸ δὴ λεγόμενον, εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ νὰ πλουτίσωσιν οὕτω πως οἱ διάφοροι γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι, μεγαλόσχημοι καὶ μικρόσχημοι προμηθευταὶ καὶ ἐργολάβοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεφύησαν αἴφνης, ὥσπερ μύκητες, περὶ τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἐξεμύζησαν δι’ αὐτοῦ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἕως οὗ ἔφθασε τοῦτο εἰς τὴν θέσιν, καθ’ ἣν δὲν ἐπαρκεῖ πλέον καὶ δι’ αὐτὸ τὸ συσσίτιον τοῦ στρατεύματος, ὡς ὡμολόγησε πρό τινος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αὐτὸς οὗτος ὁ κ. πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ δὲν εἶνε αὐτή, κ. Πρωθυπουργέ, ἀσυνείδητος σπατάλη τῶν δημοσίων χρημάτων, διὰ τὴν ὁποίαν μάλιστα οὐδένα τῶν μεγαλοσχήμων καταχραστῶν ἐσκέφθητέ ποτε νὰ καταδιώξητε; Δὲν εἶνε σπατάλη ἀσυνείδητος αἱ καταχρήσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν δύο ἀμερικανικῶν θωρηκτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα κατεβλήθη σκανδαλωδῶς τὴν τελευταίαν στιγμὴν προμήθεια 1.500.000 δρχ., προσέτι δὲ κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν τελευταίων αὐτοκινήτων; Δὲν εἶνε σπατάλη ἀσυνείδητος αἱ καταχρήσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν προμήθειαν καὶ μεταφορὰν ἐξ Ἀμερικῆς μὲν γαιανθράκων, σίτου, ἀραβοσίτου καὶ κριθῆς, ἐξ Αὐστρίας δὲ ζακχάρεως; Πάντα τὰ εἴδη ταῦτα ἦσαν κατωτέρων ποιοτήτων, τῶν εἰσαγομένων διὰ τοῦ ἐμπορίου, ἐπλήρωσε δὲ δι’ αὐτὰ τὸ δημόσιον τιμὰς ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ ἀνωτέρας. Πρόκειται περὶ ζημίας ἑκατομμυρίων καὶ ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συνεκινήθη διόλου ἐξ αὐτῆς, οὐδ’ ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπέμβασιν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀνακαλύψῃ καὶ τιμωρήσῃ τοὺς ἐνόχους. Διατί τοῦτο; Δὲν εἶνε, κ. Πρωθυπουργέ, ἀσυνείδητος σπατάλη τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ αἱ παντοῖαι καταχρήσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἱερῶν χρημάτων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς περίθαλψιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν ἀτυχῶν προσφύγων ἐν Μακεδονίᾳ, δι’ ἃς ἠναγκάσθη ἐπὶ τέλους νὰ ἐπεμβῇ αὐτεπαγγέλτως ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ εἰσαγγελικὴ ἀρχή; Δὲν εἶνε ἀσυνείδητος σπατάλη ὅλη ἡ πολυτέλεια καὶ ἡ χλιδή, ἡ ἐγκαθιδρυθεῖσα ὑφ’ ὑμᾶς εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα καὶ τὰς Γενικὰς Διοικήσεις τῶν Νέων Χωρῶν, αἱ μισθώσεις ἰδιωτικῶν κτιρίων κατὰ μυριάδας, αἱ ἐπιπλώσεις αὐτῶν καθ’ ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν καὶ τέλος τὰ πολλαπλᾶ αὐτοκίνητα; Δὲν εἶναι ἀσυνείδητος σπατάλη τὰ μισθολόγια τῶν Γενικῶν Διοικήσεων τῆς Κρήτης καὶ Μακεδονίας; Δὲν παρατηρεῖται ἡ αὐτὴ ἀσυνείδητος σπατάλη τῶν δημοσίων χρημάτων καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην δαπάνην, γινομένην ἐν ταῖς Νέαις Χώραις; Ἵνα, κύριοι, κρίνητε ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀνοίξητε τὸ τεῦχος τῶν δηλώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν σελίδι 401α. Ἰδοὺ τί ἀναγράφεται ἐν αὐτῇ περὶ τῶν ἐν Ἠπείρῳ εἰς λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου λειτουργούντων αὐτοκινήτων (ἀναγινώσκει).

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
«1)Ἔξοδα λειτουργίας αὐτοκινήτωνδρχ. 96,000
»2)Ἀμοιβαι ὑπαλ. συνεργείου » » 5,000
»3)Ἀντίτιμον βενζίνης » » 180,000
»4)Ἀντίτιμον ἐλαίου » » 40,000
»5)Ἀντίτιμον λίπους καὶ ἄλλων» » 10,000
»6)Ἐλαστικῶν » » 140,000
»7)Ἀνταλλακτικῶν εἰδῶν » » 40,000
»8)Διάφορα ἔξοδα συνεργείου » » 24,000
»9)Ποσοστὰ ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως» » 2,000
» Σύνολον 537,000»

Ἠδύνατο, κύριοι, κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ ἑταιρίαν πρόθυμον ν’ ἀναλάβῃ τὴν δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνίαν ἐν Ἠπείρῳ, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ καταβληθῶσιν εἰς αὐτὴν τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν ἐκεῖ ἁμαξιτῶν, τῆς μεταφορᾶς τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ ἐτησία τις ἐπιχορήγησις ἐξ 20–30 χιλ. δρ. τὸ πολύ. Ἡ μεγαλομανία ὅμως καὶ ἡ ἀκατάσχετος ῥοπὴ πρὸς τὴν σπατάλην ἐξώθησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ν’ ἀναλάβῃ ἡ ἰδία τὴν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, ἥτις στοιχίζει εἰς τὸ Δημόσιον ἐτησίως 537,000 δρχ., ὅσα δηλαδὴ θὰ ἤρκουν διὰ τὴν ὑπηρεσίαν δανείου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ κατασκευασθῇ ἐν Ἠπείρῳ σιδηρόδρομος.

§163Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλὰ διατί δὲν ἀνεγνώσατε καὶ ποῖαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπερβαίνουσιν αὐτὸ τὸ ποσόν, ἑπομένως δὲν εἶναι καμμία δαπάνη;

§164ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὰς δηλώσεις σας, κ. Ὑπουργέ, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ, ἀναγράφονται μόνον τὰ ἔξοδα τῶν αὐτοκινήτων τῆς Ἠπείρου, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ ἔσοδα. Ἔχω ὅμως πρόχειρον ἐνώπιόν μου τὸ φύλλον τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», εἰς τὸ ὁποῖον ἐδημοσιεύθη ἡ μονάκριβη προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων τῶν Νέων Χωρῶν τῇ 23 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Ἐν σελ. 647 αὐτοῦ ἀναγράφεται (ἀναγινώσκει): «Ἔσοδα αὐτοκινήτων δρχ. 78,695 καὶ λεπτὰ 60». Εἶσθε εὐχαριστημένος τώρα, κ. Ὑπουργέ;

§165Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πόσων μηνῶν εἶναι αὐτὴ ἡ κατάστασις, παρακαλῶ;

§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πόσων μηνῶν εἶναι;

§167ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται, κύριοι, διόλου παράδοξον, ὅτι ὁ μακάριος αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀγνοεῖ, πόσων μηνῶν εἶναι ἡ μόνη προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων τῶν Νέων Χωρῶν, τὴν ὁποίαν ἐδημοσίευσε μέχρι τοῦδε ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου του. Ἰδού, κ. Ὑπουργέ, πῶς ἐπιγράφεται ἡ κατάστασις αὐτὴ (ἀναγινώσκει): «Προσωρινὴ κατάστασις ἐσόδων Νέων Χωρῶν χρήσεως 1913 ἀπὸ συστάσεως ἑκάστου τῶν νέων Ταμείων μέχρι 30 Ἰουνίου 1914».

§168Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ ἔσοδα εἶνε πολὺ ἀνώτερα.

§169Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι αἱ εἰσπράξεις εἶναι ἄνω τῶν 600.000 δρχ. Θὰ προσκομίσω αὔριον τοὺς γενικοὺς πίνακας εἰς τὴν Βουλήν.

§170ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐάν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, τὰ αὐτοκίνητα παρουσιάζουσιν ὄντως τοιαύτας εἰσπράξεις, ἔπρεπε τοὺς σχετικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ἀπειλεῖτε τώρα νὰ προσκομίσητε εἰς τὴν Βουλήν, νὰ τοὺς ἔχητε δώσῃ ἤδη πρὸ πολλοῦ εἰς τὸν συνάδελφόν σας ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα τὰς λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὸς καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου του καὶ μὴ δημοσιεύσωσιν ἐν τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς των διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως» ὅ,τι πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνων. Ἐὰν δέ, κύριοι, ἀπεδεικνύετο ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, τότε θὰ ἔπρεπε τῇ ἀληθείᾳ νὰ οἰκτείρωμεν τὰ χάλια τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν δύο αὐτῶν ὑπουργείων. Ὅπωςδήποτε ὅμως ἐγὼ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ ἁπλοῦν σημείωμα, ἀλλ’ αὐτὰς ταύτας τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὑποβάλει ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐν Ἠπείρῳ αὐτοκινήτων, νὰ μὴ ἀμφιβάλλω περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τῶν ἐπισήμων καὶ ὑπευθύνων δημοσιευμάτων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουσιν ἔξοδα μὲν αὐτοκινήτων 537,000 δρχ., ἔσοδα δὲ 78,000 δρχ. πρὸς διατράνωσιν τῆς ἐσχάτης ἀβουλίας, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, μεθ’ ἧς ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ κατασπαταλᾷ τὰ δημόσια χρήματα καὶ καθ’ ὃν ἔτι χρόνον τὰ δημόσια ταμεῖα δυσκολεύονται νὰ καταβάλλωσι τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς καὶ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔξοδα τοῦ Κράτους. Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι διαλείμματα, κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ δημόσια ταμεῖα φαίνονται ἐνήμερα εἰς τὰς τρεχούσας τοὐλάχιστον πληρωμάς των. Εἰς τί ὅμως ὀφείλεται τοῦτο; Δυστυχῶς εἰς ἐνέσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπιζητεῖται συνήθως ἡ παράτασις τῆς ζωῆς τῶν ἐπιθανάτων. Ἐνέσεις δὲ εἶνε ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ προσωρινὰ δάνεια, αἱ προκαταβολαὶ καὶ οἱ διάφοροι οἰκονομικοὶ συνδυασμοί, εἰς οὓς προσέφυγε τελευταῖον ἡ Κυβέρνησις, προσπαθοῦσα οὕτω ν’ ἀναζωογονήσῃ, ἔστω καὶ πρὸς καιρὸν μόνον, τὴν φθίνουσαν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ Κράτους. Πρὸς τοῦτο, κύριοι, ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν αὐτὴ πρό τινος παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πλὴν τοῦ δανείου τῶν 65.000.000 δρχ., καὶ ἄλλα τινὰ μικροδάνεια, συμποσούμενα εἰς 12.000.000 δρχ., καθ’ ἃ διϊσχυρίσθη πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔλαβε προσέτι τὴν προκαταβολὴν τῶν 20.000.000 δρχ. ἐκ Παρισίων. Ἐζήτησε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ, ὡς δάνεια προσωρινά, τοὺς ἐράνους ὑπὲρ τῆς Ναυαρχίδος καὶ τὰ χρήματα τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Αὐξάνει τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐκ 10 εἰς 25.000.000 δρχ. Διὰ τῆς ὑποβληθείσης εἰς ἡμᾶς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ζητεῖ νὰ λάβῃ παρὰ ταύτης, ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης 25.000.000 δρχ. πρὸς 4% καὶ 10.000.000 δρχ. εἰς προεξόφλησιν πενταετοῦς συμμετοχῆς τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη της, τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιήσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς ἐπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ὃ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον εἰς κάλυψιν τοῦ χαίνοντος ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι, ἕως πότε θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Μήπως ὑπάρχει καμμία ἐλπὶς νὰ συνομολογήσωμεν ταχέως μέγα ἐξωτερικὸν δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου θ’ ἀνεκτῶμεν ἐπί τινα ἔτη ἄνεσιν, ἕως οὗ κατορθωθῇ ἡ ἐξυγίανσις τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν; Δυστυχῶς ὅμως ἡ θύρα τῶν ἐξωτερικῶν δανείων ἔχει κλείσῃ ἤδη δι’ ἡμᾶς ἐπὶ μακρόν, ὡς καὶ δι’ ὅλα τὰ μικρὰ Κράτη· διότι αἱ χῶραι, αἱ συνήθως δανείζουσαι αὐτά, εὑρισκόμεναι τώρα εἰς ἐμπόλεμον κατάστασιν, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης, θὰ ἔχωσι νὰ ἐπουλώσωσιν ἰδίας οἰκονομικὰς πληγὰς οὕτως, ὥστε νὰ μὴ περισσεύωσι κεφάλαια δι’ ἄλλα δάνεια ἐξωτερικά. Ἐὰν δὲ πρὸ τοῦ πολέμου αἱ Κυβερνήσεις των παρενέβαλλον πολλάκις προσκόμματα δι’ αὐτά, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ἐν καιρῷ πολέμου καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης ἐπὶ ἔτη ἴσως, θὰ τὰ ἀπαγορεύσωσι τελείως. Τί δέον γενέσθαι τότε; Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀπογυμνώνῃ δι’ ἐσωτερικῶν ἀναγκαστικῶν δανείων τὴν χώραν ἐκ τῶν ἀποθεματικῶν της κεφαλαίων, ἕως οὗ ἀφαιρέσῃ πᾶν ἔρεισμα μελλούσης οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως; Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ ἀναβάλῃ μόνον ἐπί τινα χρόνον τὴν καταστροφήν, ἵνα τὴν καταστήσῃ φοβερωτέραν καὶ συμπαρασύρῃ εἰς τὸν ὄλεθρον ὁμοῦ μετὰ τῶν δημοσίων καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ τῆς χώρας; Κύριοι, κατ’ ἀνάγκην ἀναπόδραστον θὰ καταλήξωμεν θᾶττον ἢ βράδιον εἰς ἀναστολὴν πληρωμῶν, ἡ ὁποία τώρα θὰ εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ δεινοτέρα τῆς τοῦ 1893. Τότε ἀνεστείλαμεν μόνον τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλυσίων τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ἥτις μᾶς ἐστοίχισε τὴν ἐπιβολὴν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, ἐνῷ τώρα τὰ τοκοχρεωλύσια τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δανείων θὰ παραμείνωσιν ἄθικτα, ἀφοῦ τὰς ὑπεγγύους δι’ αὐτὰ προσόδους διαχειρίζεται ἀπ’ εὐθείας ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ ἡ ἀναστολὴ θὰ γίνῃ ὡς πρὸς τὰς ἄλλας πληρωμὰς τοῦ Κράτους, κυρίως τὰς ἐσωτερικάς. Προανακρούσματα τῆς τοιαύτης ἀναστολῆς ἔχομεν ἤδη ἐν τῇ δυσκολίᾳ, μεθ’ ἧς τὸ Κράτος ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἂν δὲ τὸ κακὸν ἀναχαιτίζεται τώρα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν διὰ τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ τῶν προκαταβολῶν, μίαν ἡμέραν ὅμως θὰ ἐξαντληθῶσι καὶ τὰ ἐφόδια ταῦτα καὶ τότε θὰ ἐπέλθῃ τὸ οἰκονομικὸν χάος, οὗτινος αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι ἀνυπολόγιστοι ὄχι μόνον ὑπὸ οἰκονομικήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν καὶ ὑπὸ πολιτικήν, κυρίως δὲ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἰλιγγιῶ πρὸ τῶν συνεπειῶν τούτων. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἡμεῖς μόνοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς καὶ ἐγώ, ἤμεθα αἰσιόδοξοι διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐπρόκειτο δὲ τότε περὶ ἐλλείμματος 10–12 ἑκατομμ. καί, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ καλυφθῇ αὐτό, ἡμεῖς εἴχομεν τὸ θάρρος ν’ ἀναλάβωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν δι’ ἀποκοπῆς πάσης περιττῆς ἢ μὴ ἀπαραιτήτου δαπάνης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δι’ ἀνορθώσεως τῆς καθόλου διοικήσεως καὶ ἰδίως τῆς τῶν οἰκονομικῶν καὶ τέλος διὰ φορολογικῆς μεταρρυθμίσεως νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο εἰς περίσσευμα 12 ἑκατομμυρίων ὡς ἔγγιστα. Πρὸ τοῦ σημερινοῦ ὅμως ἐλλείμματος τῶν 75.000.000 δρχ., ὅπερ βραδύτερον δύναται ν’ ἀνέλθῃ καὶ εἰς 100.000.000 δρχ., δὲν διστάζομεν νὰ δηλώσωμεν ὅτι εἴμεθα οἱ μᾶλλον ἀπαισιόδοξοι, θαυμάζομεν δ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον τὸ θάρρος νὰ διαδεχθῶσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ ν’ ἀναλάβωσιν αὐτοὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν μας. Διότι, κύριοι, τὴν σήμερον δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τις προδιαγεγραμμένον σχέδιον, ἵνα, καλούμενος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, δυνηθῇ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ πάραυτα. Ἀνάγκη πᾶσα ν’ ἀπολαύῃ αὐτὸς καὶ τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος, νὰ ἔχῃ δὲ Ἀντιπολίτευσιν πρόθυμον νὰ τὸν ὑποβοηθήσῃ εἰς πραγμάτωσιν τοῦ σχεδίου του, χάριν τῆς κοινῆς σωτηρίας. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τὴν σήμερον κανεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν ἀντιπολιτευομένων, διαδεχόμενος τὸν κ. Βενιζέλον ἐν τῇ ἀρχῇ, νὰ τύχῃ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος; Ὅταν δ’ εὑρεθῇ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὁ νῦν Πρωθυπουργός, ὅστις πρὸ οὐδενὸς ἀποδυσπετεῖ, πρὸ οὐδενὸς ὑποχωρεῖ, προκειμένου νὰ ἐκβιάσῃ τὴν ἐπάνοδόν του εἰς τὴν ἀρχήν, ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἐν Κρήτῃ πολιτικός του βίος, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν Κυβέρνησίς τις μὲ ἀσθενῆ μάλιστα πλειονοψηφίαν, νὰ προβῇ εἰς γενναῖα καὶ ῥιζικὰ μέτρα οἰκονομικῶν καὶ φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων, δι’ ὧν καὶ μόνον ὑπάρχει ἐλπὶς ν’ ἀποσοβηθῇ ὁ ἐπαπειλῶν ἡμᾶς μέγας κίνδυνος; Ἡμεῖς, κύριοι, ἔχομεν ἐναντίαν γνώμην. Ἡμεῖς πιστεύομεν ὅτι μία τοιαύτη Κυβέρνησις οὐδένα ἄλλον προορισμὸν θὰ εἶχεν ἢ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἁπλοῦς κεραυναγωγός διὰ τὸν κ. Βενιζέλον, ἐφελκύουσα κατὰ τῆς κεφαλῆς της τὴν καταιγίδα, ἥτις τώρα ἐπισωρεύεται κατ’ αὐτοῦ, ἵνα μετὰ τὴν συντελεσθησομένην καταστροφὴν καταστήσῃ θριαμβευτικὴν τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχήν, οὐχὶ πλέον ὡς Μεσσίου καὶ δικτάτορος, ἀλλ’ ὡς παντοκράτορος. Ὁ μόνος, κύριοι, δυνάμενος νὰ προλάβῃ τώρα τὴν καταστροφὴν εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αὐτὸς ἀπολαύει τοιαύτης ἐμπιστοσύνης καὶ ἀφοσιώσεως ἐκ μέρους τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος, ὁποίας οὐδεὶς ἄλλος πολιτικὸς ἀνὴρ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Ὡς ἐκ περισσοῦ δ’ ἔσχεν αὐτὸς τὸ εὐτύχημα νὰ γίνωσιν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του οἱ δύο νικηφόροι ἡμῶν πόλεμοι καὶ νὰ διπλασιασθῇ ἡ Ἑλλάς, τὰ δὲ κατορθώματα ταῦτα ν’ ἀποδίδωνται τώρα ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ μέγα μέρος εἰς αὐτόν. Ὡς τοιοῦτος, ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐπιβολήν, ἵνα προβῇ πάραυτα εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν καὶ εἰς τὰς ἀναγκαίας φορολογικὰς μεταρρυθμίσεις, δι’ ὧν θ’ ἀπεκαθίστατο τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προυπολογισμοῦ. Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ κύριος δημιουργὸς τῆς παρούσης καταστάσεως, ὡς εἴδομεν ἤδη, αὐτὸς μόνος δύναται καὶ νὰ θεραπεύσῃ αὐτὴν τώρα. «Ὁ τρώσας καὶ ἰάσεται». Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὐτὸς καὶ μόνος θὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ Ἔθνους ἡμῶν, ἂν μὴ σπεύσῃ τώρα νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον. Ἤδη ὁλόκληρον τὸ οἰκονομικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα τρίζει ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἐάν, ὃ μὴ γένοιτο, ἐπέλθῃ ἡ οἰκονομικὴ καταστροφή, ἐπακολουθήσῃ δὲ εἰς αὐτὴν καὶ μεγάλη τις ἐθνικὴ συμφορά, οὐδεὶς θὰ ζητήσῃ λόγον οὔτε παρὰ τῶν Ὑπουργῶν του οὔτε παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐκεῖνοι καὶ αὕτη εἶναι σκεύη τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Οἱ βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας ἐξελέγησαν μὲ τὴν ἐπιτακτικὴν ἐντολήν, ἵν’ ἀκολουθήσωσι πιστῶς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ψηφίζοντες πᾶν ὅ,τι οὗτος ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν. Τοὺς διαφόρους Ὑπουργοὺς διορίζει καὶ παύει αὐτός. Κατ’ ἀκολουθίαν οὔτε ἐκεῖνοι οὔτε οὗτοι δύνανται νὰ ἔχωσιν ἰδίαν θέλησιν, οὐδὲ νὰ ὑπέχωσιν ἀμέσως εὐθύνας πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πᾶσαν εὐθύνην ὑπέχει ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις ἔχει περιβληθῇ καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν. Διὰ τοῦτο αὐτὸς καὶ μόνος θ’ ἀπολαύσῃ τῆς τιμῆς καὶ δόξης καὶ τῶν εὐλογιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, ἂν προλάβῃ τώρα τὴν καταστροφήν, αὐτὸς καὶ μόνος, ἂν ἀφήσῃ ταύτην καὶ συντελεσθῇ, θὰ ἔχῃ τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀναθέματα αὐτοῦ. Ἐάν, κύριοι, ἔλαβον σήμερον τὸν λόγον περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἔπραξα τοῦτο οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντιπολιτεύσεως, ἀφοῦ ἡμεῖς τοὐλάχιστον οὔτε ζηλεύομεν τὴν παροῦσαν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως οὔτε φιλοδοξοῦμεν νὰ τὴν διαδεχθῶμεν ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἔλαβον τὸν λόγον, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους, ἵνα ἐπιτελέσω τὸ μόνον ἐναπολειπόμενον τώρα εἰς ἐμὲ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, τὸ καθῆκον τοῦ νὰ κρούσω διὰ τελευταίαν φορὰν τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου!

§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Κουτούπης.

§172ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπή, κ. Πρόεδρε.

§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἰγγλέσης ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας 10 ἡμερῶν. (Ἡ ἄδεια χορηγεῖται). Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5′ λεπτὰ. Μετὰ τὴν διακοπήν.

§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Κουτούπης. Ἀπών. Ὁ κ. Δ. Γούναρης.

§175Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω.

§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀλεξανδρῆς. Ἀπών.

§177ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν, κ. Πρόεδρε, δι’ αὔριον τὰς 4 ἀκριβῶς.

§178Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι μετὰ τοὺς τρεῖς ἀγορεύσαντας, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἀριθμῶν τῶν δύο προϋπολογισμῶν, εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ ἔλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ διαφωτίσῃ ὁπωσδήποτε τὴν Βουλήν, σχετικῶς μὲ τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἄγεταί τις ἐκ τῆς ἐξελέγξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων. Ἀναμφισβητήτως θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαϊοήλιδος βουλευτὴς θὰ λάβῃ τὸν λόγον ὡς καὶ ἄλλοι. Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεδειγμένον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ ἡ αὐριανὴ συνεδρίασις, χωρὶς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον ἐγένοντο. Πρόκειται περὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἣν ἀναγράφει ὅτι γίνεται ὁ Κανονισμὸς, δὲν εἶναι τὸ μονολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ. Πρέπει ἀναμφισβητήτως ἡ Βουλὴ νὰ φωτισθῇ ἐπὶ ἐκείνων τῶν σημείων, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπολογισμῶν τῆς Κυβερνήσεως.

§179ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως θὰ ἦτο μονότονον αὐτὸ τὸ μονολόγιον, ὅπως τὸ ὠνόμασεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Δι’ αὐτὸ προέτεινον ἀκριβῶς νὰ διακοπῇ ἡ συνεδρίασις, ἵνα ὁμιλήσῃ πρῶτον εἷς τῶν ἀντιλεγόντων καὶ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, ὁπότε θὰ ὁμιλήσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν νομίσῃ ὅτι πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ, ὄχι διὰ νὰ ἐλέγξῃ ἂν οἱ δοθέντες ἀριθμοὶ ὑπὸ τῶν κ.κ. προαγορευσάντων εἶναι ἀκριβεῖς, ἀλλ’ ἵνα ὑποστηρίξῃ τοὺς ἰδίους του ἀριθμούς.

§180Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποστηρίζων τοὺς ἰδικούς του ἀντικρούει τοὺς ἄλλους.

§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, ἂν συναινῇ ἡ Βουλή, ἐπειδὴ εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεων, θὰ προέτεινον νὰ ἀφήσωμεν τὰς ἐπερωτήσεις καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.

§182Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ μία ἡμέρα ἐπερωτήσεων.

§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, μετὰ τὴν γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.

§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς: — Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου συνδρομῆς εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ τὸ ἔτος 1914 καὶ περὶ ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ σταθερῶν πόρων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Ἀλεξάκης, Σ. Γ. Κροκιδᾶς, Α. Κασσαβέτης, Κ. Β. Γόντικας, Ν. Ξηρός, Σ. Τσακόπουλος, Ν. Συριόπουλος, Ἰω. Δελμοῦζος, Σ. Θεοδωρόπουλος, Π. Βουρλούμης, Ι. Φαρμάκης, Π. Πολυχρονιάδης, Α. Περρωτῆς, Δ. Γκιουλές, Π. Σ. Σπυράκης, Σ. Ἀγγελίδης, Α. Θανόπουλος, Ι. Γρυπονισιώτης, Δ. Κριεκούκης, Θ. Σκάσης, Δ. Μ. Κανελλόπουλος, Α. Σακελλαρίου, Ν. Ραυτόπουλος, Ἠ. Κοπανίτσας, Π. Κ. Φλέσσας καὶ Ἰ. Καλαντζόπουλος ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ Δικολάβων», ἡ ὁποία παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α. Κανάρη, Γ. Βλάχου, Γ. Κατσιμπίρη, Π. Τσαλδάρη καὶ Σ. Τσακοπούλου. — Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τοῦ ἐκ τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων ἐσόδου ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ πολέμου παθόντων». — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Κογεβίνας καὶ Δ. Ζαβογιάννης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπονομῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν χημικὸν Ι. Π. Δοανίδην». Λύεται ἡ συνεδρίασις.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 69
2Τῆς 17 Δεκεμβρίου 1914.
3Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
4(Ὥρᾳ 4.15′ μ. μ.)
5§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι
6τὰ θεωρεῖα.
7Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι:
8—Οἱ σιγαροποιοὶ Βόλου παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’
9ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῶν σιγαροποιῶν Ἀθηνῶν.
10— Ἡ Ἐφορία τῆς ἐν Πύργῳ Σχολῆς τῶν ἀπόρων παί-
11δων αἰτεῖ ὅπως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ ἀναγραφῇ μικρά τις
12συνδρομή.
13—Οἱ Δημοδιδάσκαλοι Λέσβου διαμαρτύρονται ἐναντίον
14ἐπιβλαβοῦς μέτρου τῆς πληρωμῆς διὰ σύνταξιν παρελθόν-
15των ἐτῶν.
16—Οἱ καπνεργάται Πύργου, παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ
17ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τοῦ Συνδέσμου τῶν σιγαροποιῶν
18Ἀθηνῶν.
19— Ὁ Παμφοιτητικὸς Ἑλληνικὸς Σύλλογος, αἰτεῖ ὅπως
20τροποποιηθῇ ἡ σχετικὴ διάταξις τοῦ νόμου, ἵνα διευκολυνθῇ
21ἡ θέσι τῶν μεταγραφομένων.
22Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν
23Ἡμερησίαν διάταξιν
24τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
25— Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως
26καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ, ͵ΓΩΚΕʹ καὶ ͵ΓϠΞϚʹ
27περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Πανεπιστημίων καὶ 221 περὶ παρα-
28τάσεως τοῦ χρόνου ἐγγραφῆς κλπ. τῶν φοιτητῶν».
29(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
30— Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναδασώσεων».
31(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
32— Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσωρινοῦ
33διορισμοῦ εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν τελειοφοίτων ἀνωτέ-
34ρων Εὐρωπαϊκῶν δασικῶν Σχολῶν».
35(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
36— Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκτελέσεως
37ὑδραυλικῶν ἐν γένει ἔργων».
38(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
39— Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀγορᾶς σί-
40του, ἀλεύρων καὶ συναλλαγματικῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τρα-
41πέζης ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους».
42(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
43— Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διδασκαλίας
44τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν Ὀθωμανικοῖς καὶ Ἰσραηλιτι-
45κοῖς σχολείοις τῶν Νέων Χωρῶν».
46(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
47— Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καθορισμοῦ
48τοῦ ἐπιδόματος τῶν Ἀρχιερέων τῶν Νέων Χωρῶν κτλ.»
49(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
50— Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιή-
51σεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΔΝʹ (ὑπ’ ἀριθ. 4050) νόμου
52περὶ ἀναδιοργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν φάρων ὡς οὗτος
53ἰσχύει».
54(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
55— Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ αὐξήσεως
56τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου καὶ περὶ τρο-
57ποποιήσεως τῶν ἀφορωσῶν τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνή-
58σεως διατάξεων».
59(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
60— Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ βελτιώσεως
61τῶν ἀποδοχῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς
62καὶ τῆς θαλάσσης καὶ τῆς χωροφυλακῆς».
63(Ψηφίζεται τὸ σύνολον).
64— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
65χρησιμοποιήσεως τοῦ εἰς τὴν χριστιανικὴν κοινότητα Ἡρα-
66κλείου παραχωρηθέντος γηπέδου πρὸς ἀνέγερσιν Πτωχο-
67κομείου».
68(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
69— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
70χορηγήσεως πιστώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὑποστάντων
71ζημίαν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ὑγειονομικῶν μέτρων πρὸς κατα-
72στολὴν ἐμφανισθείσης πανώλους».
73(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
74— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
75ἀποδοχῶν ἀνδρῶν ἐφεδρείας τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ
76διατιθεμένων πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς χωροφυλακῆς».
77(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
78— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
79ἀναθέσεως διαχειρίσεων Ἀστυνομικῶν Διευθύνσεων εἰς
80ἀξιωματικοὺς καὶ ἀνθυπασπιστὰς τῆς Χωροφυλακῆς».
81(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
82— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
83μεταρρυθμίσεως καὶ συμπληρώσεως κλάσεών τινων τοῦ τε-
84λωνειακοῦ δασμολογίου».
85Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).
86§2ΑΛ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ
87ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἁπλῶς ἡ ἐλάττωσις
88δασμῶν προστατευτικῶν εἰδῶν τινων, ἀναφερομένων ἐν τῷ
89νομοσχεδίῳ, ὅσον κυρίως ἡ μεθοδικότης, μεθ’ ἧς γίνεται
90ἡ ἐλάττωσις, μεθοδικότης σκοποῦσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὸ νὰ
91καταστήσῃ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα εὐθηνὰ εἰς τὴν κατανά-
92λωσιν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὸ νὰ μὴ πλήξῃ καιρίως καὶ
93ἀποτόμως τὰς βιομηχανίας. Ἐπεκράτησε παρ’ ἡμῖν ἡ συ-
94νήθεια, ὁσάκις γίνεται λόγος περὶ ἀκριβείας τοῦ βίου, νὰ
95θεωρῆται ἀμέσως ἡ προστασία τῶν διαφόρων δασμῶν ὡς
96αἰτία τῆς ἀκριβείας ταύτης. Ἐνῷ μία ἐπισταμένη τοῦ
97πράγματος ἐξέτασις, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν εἶναι κυρίως ἡ
98προστασία ἡ αἰτία τῆς ἀκριβείας ταύτης, ἀλλ’ ἡ ἀμέθοδος
99προστασία. Καὶ ἐξηγοῦμαι.
100Ἡ βιομηχανία μιᾶς χώρας, ὡς καὶ τῆς ἰδικῆς μας, διαι-
101ρεῖται εἰς δύο μεγάλους κλάδους, τὸν φυσικόν, οὕτως εἰ-
102πεῖν, δηλαδὴ τὰς βιομηχανίας ἐκείνας τὰς χρησιμοποιούσας
103ὡς πρώτας ὕλας τὰ γεωργικὰ καὶ φυσικὰ προϊόντα, τὰ
104εὑρισκόμενα ἐν τῷ τόπῳ, καὶ εἰς τὸν ἄλλον κλάδον τῶν
105βιομηχανιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι μεταχειρίζονται ὡς πρώ-
106την ὕλην προϊόντα μὴ εὑρισκόμενα ἐν τῷ τόπῳ ἀλλ’ εἰσα-
107γόμενα ἔξωθεν. Καὶ περὶ μὲν τοῦ πρώτου εἴδους τῶν βιο-
108μηχανιῶν δὲν πρόκειται βεβαίως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ
109τοῦ δευτέρου εἴδους τῶν βιομηχανιῶν, αἱ ὁποῖαι χρησιμο-
110ποιοῦσιν ὕλας ἔξωθεν εἰσαγομένας, καὶ αἱ ὁποῖαι δύναν-
111ται νὰ ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς δύο μεγάλας κατηγορίας: εἰς
112ἐκείνας, αἵτινες χρησιμοποιλοῦσιν ὕλας ἀτελῶς εἰσαγομέ-
113νας ἔξωθεν, καὶ εἰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι χρησιμοποιοῦσιν
114ὕλας, εἰσαγομένας ἔξωθεν καὶ δασμολογουμένας ἐνταῦθα.
115Ὅσον ἀφορᾷ τὴν κατηγορίαν τῶν βιομηχανιῶν, τῶν
116χρησιμοποιουσῶν ὕλας ἀτελῶς εἰσαγομένας, βεβαίως εἶναι
117εὐρύτατον τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθέτου νὰ ἐξετάσῃ καὶ ὅλας
118μὲν τὰς ἄλλας ἀπόψεις, κυρίως ὅμως τί αἱ βιομαχανίαι αὗ-
119ται προσφέρουσιν, ἐν ἀναλογίᾳ τῶν ἀτελειῶν καὶ τῶν ἄλ-
120λων ἀνταλλαγμάτων, τὰ ὁποῖα παρέχει αὐταῖς ἡ Πολιτεία.
121Προκειμένου ὅμως περὶ τῶν βιομηχανιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι
122χρησιμοποιοῦσιν ὕλας δασμολογουμένας, βεβαίως ὀρθὸν
123εἶναι ὅταν γίνηται ἔκπτωσις τῶν δασμῶν τῶν προστατευ-
124τικῶν, νὰ συνεκπίπτωνται μετ’ αὐτῶν καὶ οἱ δασμοὶ τῶν
125ὑλῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας χρησιμοποιοῦσιν αὗται. Τοῦτο
126δὲ παρατηρεῖται εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ
127ἂν τοιαύτη κρατήσῃ ἀρχή, βεβαίως ἡ πολύκροτος βιομη-
128χανία καὶ βιοτεχνία, ἡ χρησιμοποιοῦσα ὕλας δασμολογου-
129μένας, δύναται μετὰ ψυχραιμίας νὰ ἀτενίσῃ τὴν κατά-
130στασιν ταύτην τῆς ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν, διότι αὕτη
131γίνεται ἐν μέτρῳ δικαίῳ καὶ λογικῷ. Βεβαίως ἡ γνώμη
132αὕτη, θεωρητικῶς διατυπουμένη εἶναι ὀρθή, ἐν τοῖς πράγ-
133μασιν ὅμως παρέχει δυσχερείας καὶ παρέχει δυσχερείας
134διότι ὁ ὅρος, πρώτη ὕλη, τὸν ὁποῖον συνειθίζομεν, δὲν εἶναί τι
135σταθερὸν καὶ συγκεκριμμένον, ἀλλ’ εἶναί τι τὸ ἐναλλασσό-
136μενον ἑκάστοτε ἐν τῇ βιομηχανίᾳ, δὲν εἶναι ἔννοια ἀπό-
137λυτος, ἀλλ’ εἶναι ἔννοια σχετική. Ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον
138εἰς μίαν βιομηχανίαν θεωρεῖται ὡς πρώτη ὕλη, εἰς τὴν
139ἄλλην εἶναι βιομηχανικὸν προϊόν καὶ ἑπόμενον εἶναι, ἡ εὐ-
140κολία ἡ παρεχομένη διὰ τῆς ἀτελείας εἰς μίαν βιομηχα-
141νίαν, εἰς τὴν ἄλλην νὰ μὴ εἶναι συμφέρουσα. Ἐν παραδείγ-
142ματι, ἐὰν ἔχωμεν ἓν ἐργοστάσιον μαλλίνων νημάτων, ἓν
143ἐργοστάσιον μαλλίνων ὑφασμάτων καὶ ἓν ἐργοστάσιον κα-
144τασκευῆς ἑτοίμων μαλλίνων ἐνδυμάτων, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ
145μὲν ἐργοστάσιον τῶν ἑτοίμων ἐνδυμάτων συμφέρον ἔχει
146ἵνα τελωνίζωνται εὐθηνῶς τὰ ὑφάσματα, ἐκ τῶν ὁποίων
147κατασκευάζει τὰ ἕτοιμα ἐνδύματα· ἀντιθέτως τὸ ἐργοστά-
148σιον τῶν μαλλίνων ὑφασμάτων ἐπιθυμεῖ ὅπως τὰ μάλλινα
149νήματα εἰσάγονται εἰς τὸν τόπον ἐλαφρότερον δασμολο-
150γούμενα, τὸ δὲ ἐργοστάσιον τῶν μαλλίνων νημάτων ἐπιθυ-
151μεῖ, ὅπως ἔρια εἰσάγωνται εἰς τὸν τόπον μὲ ἐλαφρὰν δασμο-
152λόγησιν. Βλέπομεν λοιπὸν ἐν τῷ παραδείγματι τούτῳ τὴν
153διαφοράν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐν τῷ συμφέροντι τῶν διαφόρων
154βιομηχανιῶν, καὶ εἶναι ἑπόμενον ὁ νομοθέτης νὰ συναισθά-
155νηται τὴν δυσχέρειαν ταύτην, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ὁμο-
156λογήσωμεν, Ὁπωσδήποτε ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν θέτει ἡ Κυ-
157βέρνησις εἶναι ἀρκετὰ ἐνθαρρυντική, ὅτι θὰ ἐξετασθῶσιν
158ὅλοι αὐτοὶ οἱ παράγοντες κατὰ τὴν ὥραν τῆς διαρρυθμί-
159σεως τῶν προστατευτικῶν δασμῶν.
160Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δασμῶν, θὰ
161ἤθελον προτείνῃ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ τῶν κλινοσκε-
162πασμάτων καὶ κουβερτῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀρκετὰ βαρύς.
163Στοιχίζει 12 φρ. ἕκαστον, καὶ ὅμως φορολογεῖται πρὸς
1647. 25 κατ’ ὀκᾶν, ἐὰν δὲ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἕκαστον
165κλινοσκέπασμα ζυγίζει ἀπὸ 1–2 ὀκάδας, ὁ μέσος ὅρος εἶναι
166ὅτι φορολογεῖται ἕκαστον πρὸς 11 δρχ., ἤτοι 80%, ἐὰν
167εἶναι εὐθηνὸν τότε ἡ φορολογία καταντᾷ βαρυτέρα. Θὰ
168ἦτο πολὺ ὀρθὸν νὰ ἐκπεσθῇ ὁ δασμὸς αὐτός.
169Ἐπίσης εἶναι καὶ μία ἄλλη κλάσις τῶν βαμβακο-
170μαλλίνων κλινοσκεπασμάτων, τῶν ὁποίων ἡ μὲν ἀξία κυ-
171μαίνεται ἀπὸ 5–7 δρχ., τῶν ὁποίων ὅμως ἡ φορολογία
172εἶναι ἀπὸ 11–12 δρχ. κατὰ μέσον ὅρον.
173Ἐὰν δὲν προσκρούῃ τὸ ζήτημα τοῦτο εἰς ὑφισταμένην
174τινὰ σύμβασιν, θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως
175λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις μου ταύτας εἰς τὴν βʹ
176συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Ταῦτα εἶχον μόνον νὰ εἴπω
177σχετικῶς πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον.
178§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, παρακα-
179λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
180Βουλὴ παρεδέχθη.
181(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 2,
182ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
183— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
184ἱδρύσεως Τάγματος τιμῆς ὑπὸ τὸ ὄνομα «Τάγμα Γεωργίου
185τοῦ Αʹ».
186Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).
187§4Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θέλω εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον
188τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος
189τούτου. Ἁπλῶς θὰ ἐπεθύμουν τοιοῦτόν τι νομοσχέδιον νὰ
190μὴ ὑπεβάλλετο, νὰ ἔλειπε δὲ καὶ τὸ τάγμα, τὸ ὁποῖον
191ὑπάρχει, προκειμένου περὶ χρησιμοποιήσεώς του, ὅπως χρη-
192σιμοποιεῖται σήμερον. Εἶναι ἰδέα τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξα
193καὶ ἄλλοτε, ὑποστηρίζω δὲ καὶ σήμερον. Παρατηρῶ ὅμως
194ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ
195οἱ ὁποῖοι πρὸ παντὸς κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου θὰ κερδίσω-
196σιν, ἐφρόντισαν διὰ τοῦ ἄρθρου 13 νὰ ἀπαλλάξωσιν ἑαυ-
197τοὺς ἐκ τοῦ μικροῦ φόρου, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ Πολι-
198τεία εἰς πάντα ἄλλον. Διότι ἀναγινώσκω ὅτι «τῆς κατα-
199βολῆς τοῦ δικαιώματος τούτου ἐξαιροῦνται οἱ ἀνήκοντες
200εἰς τὴν Β. Αὐλὴν καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὑπαγομένας εἰς
201τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν». Δὲν δύναμαι νὰ ἐν-
202νοήσω διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ ἐξαιρῶνται ἀπὸ τὴν φο-
203ρολογίαν αὐτήν, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς ὅλους τοὺς πολί-
204τας Ἕλληνας, οἱ ὑπαγόμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξω-
205τερικῶν, εἰς τὴν πληθώραν αὐτὴν τῶν λιλιῶν, τὰ ὁποῖα
206δύνανται καὶ νὰ μὴ ἔχωσιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ἤδη ἔχουσι τὴν
207φιλοδοξίαν νὰ τὰ ἀπαιτήσωσι, δὲν βλέπω διατί νὰ μὴ
208ὑποβληθῶσι καὶ αὐτοὶ εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν, δι’ ἕκα-
209στον τῶν νέων αὐτῶν παρασήμων, τὰ ὁποῖα θὰ προσθέσω-
210σιν εἰς τὰ στήθη αὐτῶν.
211Τὸ ζήτημα ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως δὲν ἔχει καμ-
212μίαν σημασίαν, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους δὲν
213θὰ γλυτώσῃ ἀπὸ 4–5 χιλιάδας δραχμάς, τὰς ὁποίας θὰ
214καταβάλλωσιν οἱ ὑπάλληλοι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτε-
215ρικῶν, ἀλλ’ εἶναι ἐνδεικτικὸν τῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία
216ἐπικρατεῖ παρ’ αὐτοῖς, ὅπως ὑποβάλλωσι πάντα Ἕλληνα
217πολίτην εἰς φορολογίαν ἐκτὸς τῶν ἰδίων ἑαυτῶν.
218§5ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὀ-
219φείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἡ διάταξις αὕτη, περὶ ἧς
220ἔκαμε λόγον ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ
221θέσῃ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν
222ὑπεράνω τῶν ἄλλων πολιτῶν Ἑλλήνων, ἀλλ’ ἐὰν ἐτέθη,
223ἐτέθη διότι εἰς τὴν σωρείαν τῶν παρασήμων, τὰ ὁποῖα
224ἔχει ἕκαστος ἐξ αὐτῶν, ἐὰν ὑπεβάλλετο εἰς φορολογίαν
225ἕκαστος ἐκ τούτων, τότε ὁ βίος αὐτῶν ἀπὸ οἰκονομικῆς
226ἀπόψεως ἤθελε καταντήσει ἀληθῶς ἀβίωτος.
227§6Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλειπε τὸ πρῶτον
228συνθετικὸν τοῦ παρασήμου! (Γέλωτες).
229§7ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἤμην τῆς γνώμης νὰ πληρώ-
230νουν καὶ αὐτοὶ διὰ μίαν ἢ δύο φοράς, ὅσαι ἤθελε θεωρηθῇ
231καλόν, ἀλλ’ ὄχι διὰ παντός, διότι τοῦτο θὰ ἦτο μία βα-
232ρυτάτη φορολογία, ἡ ὁποία θὰ ἐδυσχέραινε τὸν βίον αὐτῶν
233ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς.
234§8Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προτείνω τὸ ἑξῆς, διὰ νὰ φθάνητε εἰς
235ἐξίσωσιν· νὰ πληρώνουν τὸν φόρον τοῦ Ἑλληνικοῦ παρασή-
236μου καὶ νὰ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας διὰ τὰ ξένα.
237§9ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν ταύτην.
238§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτρο-
239πολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ
240περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
241(Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2–12).
242Ἄρθρον 13 (Ἀναγινώσκεται).
243§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Εἰς
244τὸ ἄρθρον 13 θὰ γίνῃ τροπολογία, κύριε Πρόεδρε. Νὰ προσ-
245τεθῇ δηλαδὴ ἡ φράσις ὅτι: «Τῆς καταβολῆς τοῦ δικαιώ-
246ματος τούτου ἐξαιροῦνται οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν Βασ. Αὐ-
247λὴν καὶ τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὑπαγομένας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον
248τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ τὰ εἰς αὐτοὺς ἀπονεμόμενα ξένα
249παράσημα».
250§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς
251ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν,
252παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσό-
253τεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
254(Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον
25514ον).
256Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ
257ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
258δέχθη.
259— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπε-
260κτάσεως τῆς μεταλλευτικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς Νέας Χώ-
261ρας καὶ ῥυθμίσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν μεταλλείων».
262Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρα-
263καλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
264Βουλὴ παρεδέχθη.
265— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
266καταρτισμοῦ στελέχους ὑγειονομικῶν ἀξιωματικῶν τῆς
267ἐφεδρείας τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ».
268Ἀναβάλλεται.
269— Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ
270Κανονισμοῦ τρόπου ἀφαιρέσεως ἀποβάρου καὶ περὶ ἀπαγο-
271ρεύσεως πρὸς ἀφαίρεσιν τούτου κατ’ ἀποκοπὴν ἢ κατὰ
272συμφωνίαν».
273§13Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τίς εἶναι ὁ ὑπεύθυνος;
274§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Εἶναι ὁ ἁρμό-
275διος Ὑπουργός.
276§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προ-
277τάσεως νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται
278οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
279Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
280κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1914 Β. Διατάγματος,
281περὶ καταρτισμοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑ-
282πουργείου τῆς Συγκοινωνίας τῆς χρήσεως 1914».
283§16ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι, αὐτὸ δια-
284γράφεται, κ. Πρόεδρε.
285§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
286— Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ
287προσθήκης εἰς τὸν νόμον ͵ΔΟΑʹ τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1912
288περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ ἐνοριακῶν Ναῶν καὶ
289περὶ Γενικοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου».
290Ἄρθρον 1 (Ἀναγινώσκεται).
291§18Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν
292τῆς Παιδείας ἐξ ἀφορμῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, — διότι
293δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, — ἐπειδὴ
294ὡς ἔχει εἶναι παραδεκτόν....
295§19Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησια-
296στικῶν). Θὰ προσθέσω: «ἐθνικῶν καὶ κοινωφελῶν».
297§20Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ναί. Ἀλλὰ ἐπιβάλλεται ὅπως
298ἀναβάλωμεν αὐτὸ διὰ τὴν βʹ συζήτησιν δι’ αὔριον, νὰ
299προσθέσητε διάταξιν περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ
300ἐνοριῶν, διότι, ὡς γνωστόν, μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου
301περὶ ἐνοριῶν καὶ τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ
302τὴν χειροτονίαν ἱερέων δὲν εὑρίσκομεν ἱερέα, διότι εἰς κα-
303νὲν χωρίον, εἰς καμμίαν κοινότητα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ
304χειροτονηθῇ ἱερεύς. Οἱ γέροντες ἱερεῖς ἐξέλιπον, ὡς εἶναι
305γνωστόν. Μὲ ἀπολυτήριον Σχολαρχείου δὲν ὑπάρχουσιν
306ἄνθρωποι καὶ παρακαλῶ θερμῶς ν’ ἀναβάλητε τὴν συζή-
307τησιν δι’ αὔριον, ἵνα ὑποβάλωμεν πρότασιν, διὰ τῆς
308ὁποίας ἐπιτρέπεται νὰ χειροτονῶνται καὶ ἱερεῖς ἔχοντες
309ἀπολυτήριον τῆς αʹ τάξεως τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου.
310§21Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ χθὲς μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ δη-
311λώσω, ὅτι δὲν νομίζω ὅτι τοιαύτην τροποποίησιν δύναμαι
312νὰ δεχθῶ, ἐνῷ ἔχομεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς ἐπιτροπῆς νο-
313μοσχέδιον.
314§22Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πότε;
315§23Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἐν τῷ τελειοῦσθαι· θὰ τὸ
316εἰσαγάγωμεν τὸ νομοσχέδιον πλῆρες καὶ τότε θὰ κρίνῃ ἡ
317Βουλή.
318§24Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πολὺ καλά, ἐὰν πρόκειται νὰ
319γίνῃ γενικὴ ἐργασία...
320§25Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κατ’ ἀρχὴν ἐναν-
321τίαν γνώμην· κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὰς λέξεις: «διαθέτωσι
322μέρος ὑπὲρ φιλανθρωπικῶν» νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις:
323«Ἐθνικῶν καὶ κοινωφελῶν».
324Ἐπίσης νὰ προστεθῇ ὅτι εἰς τὸ Γενικὸν Ἐκκλησια-
325στικὸν Ταμεῖον ἀνατίθεται ἡ πληρωμὴ καὶ τῶν ἐν Θήρᾳ
326ἐπισκοπικῶν ναῶν, ὡς καὶ ἡ μισθοδοσία ἑνὸς ἐφημερίου καὶ
327ἑνὸς νεωκόρου τῶν ναῶν τούτων. Ἦσαν τρεῖς ἀρχαῖοι
328ναοί, εἰς τοὺς ὁποίους ἐπλήρωνε τὸ Κράτος 700 δρχ. κατ’
329ἔτος. Ἀφ’ ἧς ἀνέλαβε τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον, ἐπειδὴ
330δὲν ἀνεγράφη τοῦτο εἰδικῶς ἐν τῷ νόμῳ, μήτε ἀπὸ τὸ Κρά-
331τος συντηροῦνται, μήτε ἀπὸ τὸ Ἐκκλησιαστικὸν Ταμεῖον.
332§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τροπολο-
333γίαν. Τὴν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργέ;
334§27Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει μίαν τροπο-
335λογίαν τὴν ἑξῆς: (Ἀναγινώσκει τὴν τροπολογίαν). Τὸ
336πρᾶγμα ἐπείγει, κύριε Ὑπουργέ.
337§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶπον καὶ εἰς τὸν κ. Βελέντζαν
338ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν διὰ τροπολογιῶν νὰ μεταβάλωμεν
339σήμερον τὸν νόμον «περὶ ἐνοριῶν».
340§29Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναβάλετε τοὐλάχιστον δι’
341αὔριον.
342§30Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.
343§31Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ νομοσχέδιον
344ἔχει ἀποκλειστικὸν καὶ ὡρισμένον σκοπόν. Ἐὰν δὲ δὲν
345ἐπρόκειτο περὶ ἀνάγκης ἐξαιρετικῆς ἀποκλειστικῶς καὶ
346ἐγὼ δὲν θὰ ἐπρότεινον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὴν μεταρ-
347ρύθμισιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ
348ἐπρότεινον ἢ νὰ ληφθῶσι ταῦτα ὑπ’ ὄψιν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουρ-
349γοῦ, εἰς τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν τῷ μέλλοντι
350ἤθελεν ὑποβάλει νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον περὶ
351ἐνοριῶν. Ἡ ἀνάγκη δὲ ἡ ἐπιτακτικὴ καὶ μεγάλη καὶ ἐπεί-
352γουσα, περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ, εἶναι αὕτη· ὅτι πρέπει εἰς
353τοὺς ἐκλεγομένους ἐνοριακοὺς ἐπιτρόπους νὰ ὁρισθῶσι προ-
354σόντα τινά, καὶ μάλιστα προσόντα ἡλικίας. Ὁ νόμος τοῦ
3551910 ͵ΓΦΚϚʹ ἐν ἄρθρῳ 6 ὁμιλεῖ ἀληθῶς περὶ ἡλικίας,
356ἀλλ’ ἡλικίας κατωτάτης πέραν τῆς ὁποίας δύναταί τις νὰ
357ἐκλεχθῇ ἐπίτροπος, ἀλλὰ δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀνωτέρου ὁρίου,
358καὶ τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, διότι κατὰ τὸν νό-
359μον περὶ ἐνοριῶν ἐκ τῶν λαϊκῶν ἐπιτρόπων, ἐκλέγεται ὁ
360ταμίας τοῦ ναοῦ· συμβαίνει δὲ πολλάκις νὰ διαχειρίζηται
361οὗτος κολοσσιαῖα ποσά. Γνωρίζω δὲ ἐπίτροπον λαϊκόν, τα-
362μίαν, διαχειριζόμενον ἑκατοντάδας χιλιάδων ἐκκλησιαστι-
363κῶν χρημάτων καὶ μὴ παρέχοντα καμμίαν ἀσφάλειαν περὶ
364τῆς καλῆς διαχειρίσεως.
365Νομίζω λοιπὸν ἀναγκαῖον ἵνα τεθῇ ἓν ὅριον ἀνώτατον,
366πέραν τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ ἐκλεχθῇ λαϊκὸς
367ἐπίτροπος, ἢ τοὐλάχιστον ταμίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ συμ-
368βουλίου, καὶ τοιοῦτον πρέπει νὰ εἶναι τὸ 65 ἔτος, πέραν
369τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ προσωπικὴ κράτησις. Διότι
370οὐδεμίαν ἀσφάλειαν ἔχει ὁ ναός, ὅτι ἡ διαχείρισις τὴν
371ὁποίαν ἐνεργεῖ ὁ ἐπίτροπος γίνεται τιμίως, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρ-
372χει τοὐλάχιστον ἡ προσωπικὴ κράτησις διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ
373τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον. Ἔχω παρασκευάσει λοιπὸν
374τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς
375Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Κατ’ αὐτὴν δὲν δύνανται
376νὰ ἐκλεχθῶσι λαϊκοὶ ἐπίτροποι οἱ ὑπερβάντες τὸ 65 ἔτος
377τῆς ἡλικίας των, ὡς ἐπίσης καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες κατὰ τὸ
378παρελθόν, πρὸ τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν, διεχειρίσθησαν ὡς
379ἐκκλησιαστικοὶ σύμβουλοι χρήματα ἐκκλησιαστικὰ καὶ δὲν
380ἀπέδοσαν λογοδοσίαν, στεροῦνται τοῦ δικαιώματος τοῦ
381ἐπιτροπεύειν ναούς. Οἱ τυχὸν δὲ ἐκλεγέντες τοιοῦτοι, ὅσοι
382δηλαδὴ ὑπερέβησαν τὸ 65ον ἔτος ἢ ὅσοι διεχειρίσθησαν
383ἐκκλησιαστικὰ χρήματα καὶ δὲν ἀπέδοσαν λογοδοσίαν,
384οὗτοι ἐκπίπτουσι τοῦ ἀξιώματος τοῦ λαϊκοῦ ἐπιτρόπου,
385διότι οὐδεμίαν ἀσφάλειαν παρέχουσι περὶ τῆς καλῆς δια-
386χειρίσεως.
387§32Λ. ΝΑΚΟΣ. Νὰ ζητηθῇ ἐγγύησις.
388§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς
389ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ
390ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρε-
391δέχθη.
392Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται.
393— Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου
394«περὶ ἀπονομῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν χημικὸν
395Ι. Π. Δοανίδην».
396(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
397— Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ
398αὐξήσεως τῆς περιουσίας τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου
399πρὸς κατασκευὴν ναυαρχίδος τοῦ Ἑλληνικοῦ Στόλου ὑπὸ
400τὸ ὄνομα «Βασιλεὺς Κωνσταντῖνος».
401(Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
402— Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ Προϋπολο-
403γισμοῦ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους τοῦ 1913.
404Ὁ κ. Ν. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
405§34Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν ἐπανόρθωσιν μόνον
406ἔχω νὰ κάμω εἰς μίαν λεπτομέρειαν ἀφορῶσαν τὸ κονδύ-
407λιον τῶν γραφικῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομι-
408κῶν, τὸ ὁποῖον ἀληθῶς ἀναγράφεται εἰς 145.500 δραχμῶν
409ἀπέναντι 85.000 ἢ 86.000 ἀναγραφομένων εἰς τὸν Προϋ-
410πολογισμὸν τοῦ 1912.
411§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
412§36ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐπεθύμουν νὰ δοθῇ ἐξήγησις ὅτι
413ἄκοντος ἐμοῦ παρεχωρήθη ἡ θέσις μου εἰς τὸν κ. Στράτον.
414Χθὲς νομίζω εἶχεν ἀποφασισθῆ νὰ λάβω ἐγὼ πρῶτος τὸν
415λόγον, διότι πρῶτος ἐκλήθην ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον· μετ’ ἐμὲ
416ἐκλήθη ὁ κ. Στράτος. Ἔπειτα ἐγὼ ἐξήγησα διατί δὲν
417ἠδυνάμην νὰ λάβω τὸν λόγον. Ἐγὼ εἶμαι συνηθισμένος
418νὰ ἐγγράφωμαι διὰ τὸν Προϋπολογισμὸν τότε καὶ μόνον
419ὅταν ὁ Προϋπολογισμὸς ἀναγράφηται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ
420Διατάξει. Ὅταν ἀνεγράφη ὁ Προϋπολογισμὸς μετέβην
421εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ἐζήτησα νὰ μὲ ἐγγράψῃ. Ὁ κ.
422Πρόεδρος μοὶ λέγει: «Πρὸ ὑμῶν ἔχουσιν ἐγγραφῆ ἄλλοι
423κύριοι συνάδελφοι· εὐτυχῶς ἐκρατήθη δι’ ὑμᾶς ἡ θέσις τοῦ
424δευτέρου καὶ τὴν ὁποίαν ὁ κ. Στράτος εὐηρεστήθη νὰ παρα-
425χωρήσῃ εἰς ἐμέ. Δὲν ἔχει οὕτω, κ. Πρόεδρε;
426§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτως πως: Πρῶτος
427ἐζήτησε τὸν λόγον ὁ κ. Δημητρακόπουλος, μετὰ τοῦτον ὁ
428κ. Στράτος, τρίτος ὁ κ. Εὐταξίας.
429§38ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μοὶ παρεχώρησε τὴν θέσιν του ὁ κ.
430Στράτος.
431§39Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀνακαλῶ τὴν παραχώρησιν (Ἱλαρότης).
432§40ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε νὰ μὲ ἐγ-
433γράψητε πρῶτον ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου
434τῶν Οἰκονομικῶν.
435§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε ἐγγεγραμμένος πρῶτος.
436§42Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὀφείλω καὶ ἐγὼ μίαν ἐξήγησιν, διότι
437ὑπάρχει ἓν εἶδος ἐμφυλίου πολέμου μεταξύ μας. Ἐγὼ εἶ-
438χον τὴν ἐπιμέλειαν νὰ ἐγγραφῶ διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ
439Προϋπολογισμοῦ καὶ εἶχον ἐγγραφῆ δεύτερος μετὰ τὸν κ.
440Δημητρακόπουλον. Ὁ κ. Εὐταξίας μὲ παρεκάλεσε νὰ
441παραχωρήσω εἰς αὐτὸν ἐγὼ τὴν σειράν μου, τὴν ὁποίαν
442ἠρνήθη νὰ τῷ παραχωρήσῃ ζητηθεὶς ὁ κ. Δημητρακόπου-
443λος. Ἐγὼ εὐχαρίστως τὴν παρεχώρησα, χθὲς ὅμως ὅτε
444ἐπρόκειτο ν’ ἀγορεύσῃ ὁ κ. Δημητρακόπουλος περὶ ὥραν
4456½ μ. μ. ὁ κ. Εὐταξίας ὑπολογίζων ὅτι ἡ ἀγόρευσις
446τοῦ κ. Δημητρακοπούλου θὰ ἔληγεν τὴν 11ην, μοὶ εἶπεν
447ὅτι ἐπόνει ὁ λαιμός του. Ἐθεώρησα καθῆκον ὅτι ἀφ’ οὗ
448χθὲς ὁ κ. Εὐταξίας κατὰ τὴν δύσκολον ὥραν ἀνεκάλει τὴν
449παραχώρησιν, ν’ ἀνακαλέσω καὶ ἐγὼ τὴν παραχώρησιν
450σήμερον κατὰ τὴν καλὴν ὥραν. (Ἱλαρότης).
451Οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα.
452§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Στράτον, θὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ.
453Εὐταξίας, ἐφ’ ὅσον ἐπιμένει.
454§44Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί. Κατὰ τὸν προϋπο-
455λογισμόν, τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ.
456Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τροποποιηθέντα διὰ δηλώσεων
457ὑποβληθεισῶν τελευταίως, τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους τὰ μὲν
458τακτικὰ ἀνέρχονται εἰς 208.029.184, τὰ δὲ ἔκτακτα εἰς
459δρχ. 8.013.301· ἐν ὅλῳ δηλαδὴ τὰ πραγματικὰ ἔσοδα ἀνέρ-
460χονται εἰς δρχ. 216.042.485. Τὸ σύνολον τῶν τακτικῶν
461καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων ἀποτελεῖ κατὰ τὴν ταξινόμησιν τοῦ
462προϋπολογισμοῦ, εἰς ἣν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκο-
463νομικῶν, τὰ λεγόμενα πραγματικὰ ἔσοδα, ὧν τὸ σύνολον
464οὕτω ἀνέρχεται εἰς δρχ. 216.042.485. Κατόπιν τῆς προ-
465σθήκης τῶν ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων ἐσόδων ἀνερ-
466χομένων εἰς δρχ. 344.001.040, ἔχομεν σύνολον ἐσόδων
467τοῦ 1914 ἐκ δρχ. 560.043.525. Ἀπέναντι τῶν ἐσόδων
468τούτων ἔχομεν ἔξοδα τακτικὰ δρχ. 235.539.445.30, ἔξοδα
469ἔκτακτα δρχ. 214.004.884.99 ἤτοι ἐν συνόλῳ πραγμα-
470τικὰ ἔξοδα δρχ. 449.544.330.29. Εἰς τὸ σύνολον τοῦτο τῶν
471πραγματικῶν ἐξόδων προστίθενται τὰ ἐκ μετασχηματισμοῦ
472κεφαλαίων ἔξοδα ἀνερχόμενα εἰς δρχ. 180.087.207.92
473ἤτοι ἔχομεν σύνολον ἐξόδων δρχ. 629.631.538.21 καὶ
474κατὰ συνέπειαν ἔλλειμμα δρχ. 69.588.013.21. Κατὰ τὰς
475εἰς τὴν Βουλὴν ἀνακοινώσεις ταύτας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
476Οἰκονομικῶν ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς γενομένας ὑπ’ αὐτοῦ
477ταξινομήσεις ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τὸ ἔλλειμμα τῶν τακτι-
478κῶν ἐξόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα ἀνέρχεται εἰς δραχ.
47927.510.261.30, τὸ ἔλλειμμα τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων πρὸς
480τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἀνέρχεται εἰς 205.991.583.99, ἤτοι ἐν
481συνόλῳ τὸ ἔλλειμμα τῶν πραγματικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ
482πραγματικὰ ἔξοδα ἀνέρχεται εἰς δρχ. 233.501.845.29.
483Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μειοῦται κατόπιν τοῦ περισσεύματος,
484τὸ ὁποῖον ἀφίνει ἡ κατηγορία τοῦ μετασχηματισμοῦ κεφα-
485λαίων, ἥτις ἀφίνει περίσσευμα ἐκ δρχ. 163.913.832.08.
486Αὐτὸς ὁ συμψηφισμὸς τοῦ περισσεύματος τῶν τοιούτων
487ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα καταλήγει εἰς μείωσιν τοῦ ἐλλείμ-
488ματος εἰς δρχ. 69.588.013.21.
489Ὁ προϋπολογισμός, κύριοι, ἔχει ἐκτελεσθῇ κατὰ τὸ
490πλεῖστον καὶ ὑπολείπονται ἔτι δεκαπέντε μόνον ἡμέραι
491πρὸς συμπλήρωσιν πάντων τῶν δωδεκατημορίων του.
492Κατὰ συνέπειαν ἡ ψήφισίς του εἶναι τυπική, ἀφοῦ ὑπὸ τύ-
493πον δωδεκατημορίων ἐνεκρίθη ἤδη. Εἶναι ἐξεταστέος ὅμως,
494κύριοι, ὡς ἀπολογισμὸς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως οἰκονομικῆς καὶ
495πολιτικῆς, ἀλλ’ εἶναι ἐξεταστέον συγχρόνως καὶ τὸ πρό-
496κριμα, τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος εἰσάγει διὰ τὰ
497δημόσια οἰκονομικά.
498Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος τὸν
499προϋπολογισμὸν τοῦ 1914, προέβη εἰς μεταβολὴν τῆς τα-
500ξινομήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ, μεταβολήν, ἥτις παρέ-
501σχεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν νέαν λογιστικὴν μορφήν.
502Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διῄρεσε τὸν προϋ-
503πολογισμὸν εἰς δύο μεγάλας κατηγορίας, εἰς τὴν κατηγο-
504ρίαν τῶν πραγματικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων καὶ εἰς τὴν κα-
505τηγορίαν τῶν ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων ἐξόδων καὶ
506ἐσόδων. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς κατηγορίας τῆς περιλαμβα-
507νούσης τρίτα νομικὰ πρόσωπα, καθόσον ἡ τῆς κατηγορίας
508ταύτης κατάταξις, εἰς τρίτης κατηγορίας ἐσόδων καὶ ἐξό-
509δων οὐδὲν προσθέτει εἰς τὴν ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ
510εἰμὴ ἑνότητα κατατάξεως, διότι ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα
511τὰ διαχειριζόμενα διὰ τῶν νομικῶν προσώπων τούτων, ἔν
512τισι μὲν εἰσάγονται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ ταμεῖα τούτων, ἔν
513τισι δὲ εἰσάγονται ἐκ τῶν κεφαλαίων τῶν ἀποδόσεων τοῦ
514προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, συνεπείᾳ δὲ τούτου ἡ συσχέ-
515τισις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους πρὸς τὴν διαχείρισιν
516τῶν ταμείων παραμένει ἡ αὐτή. Ἑπομένως ἡ μεταβολὴ τῆς
517ταξινομήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν τούτῳ καὶ ἡ κατά-
518ταξις τῆς διαχειρίσεως τῶν νομικῶν προσώπων εἰς τρίτην
519κατηγορίαν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, κατ’ οὐδὲν κατορθοῖ
520τὴν ἐπιδιωκομένην ἑνότητα τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀλλὰ
521μόνον βελτιοῖ τὴν ταξιθέτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ εὐ-
522κολύνει τὴν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ.
523Ἡ ἑνότης δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ ἐν τῇ δημοσίᾳ ἡμῶν
524διαχειρίσει, ἐν ᾗ περιπτώσει τὰ νομικὰ ταῦτα πρόσωπα
525ἤθελον καταργηθῆ, ἐν ᾗ περιπτώσει τὸ ταμεῖον τοῦ Ἐθνι-
526κοῦ Στόλου, τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης, τὸ Γεωρ-
527γικὸν Θεσσαλικὸν Ταμεῖον καὶ τὸ Λαχεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ
528Στόλου καὶ τῶν Ἀρχαιοτήτων ἤθελον καταργηθῆ, ἤθελον
529παύσῃ διατηροῦντα ἰδίαν διαχείρισιν ἐν τῇ δημοσίᾳ δια-
530χειρίσει. Τότε μόνον ἠθέλομεν ἐπιτύχει τὴν ἑνότητα τοῦ
531προϋπολογισμοῦ ἡμῶν. Εἶναι δ’ εὔλογος ἡ ἐπιδίωξις τῆς
532ἑνώσεως πασῶν τῶν τοιούτων διαχειρίσεων ἐσόδων καὶ ἐξό-
533δων, πλὴν ἐλαχίστων, αἵτινες ἀπορρέουσιν ἐκ κληροδο-
534σιῶν καὶ δωρεῶν, μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους,
535καθόσον πάντες οἱ πόροι τῶν εἰδικῶν τούτων ταμείων εἰ-
536σάγονται εἰς ταῦτα ἐκ τῶν φόρων τῶν εἰσφερομένων δυνά-
537μει τῆς ἐπιτακτικῆς νομοθετικῆς ἐντολῆς ὑπὸ τοῦ Ἑλλη-
538νικοῦ λαοῦ, αἱ δὲ δαπάναι, ὅσαι ἐν τοῖς κεφαλαίοις τῶν
539ἐξόδων των ἀναγράφονται, ἐξυπηρετοῦσι σκοπὸν ἐξαιρετι-
540κῶς πολιτειακόν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου τοῦτο εἶναι τὸ ἀναμ-
541φισβήτητον, ὅτι ἡ ἵδρυσις τῶν ταμείων τούτων γενομένη
542κατὰ χρόνους, καθ’ οὓς ἦτο ἀνάγκη εἰδικῆς μερίμνης πρὸς
543ἐξυπηρέτησιν ὡρισμένων συμφερόντων τοῦ Κράτους, ἐπέτυ-
544χεν ἐξ ὁλοκλήρου, ἀναμφισβητήτως δὲ χρησιμεύουσι τὰ
545ταμεῖα ταῦτα, ὄχι μόνον ἵνα θέσωσι φραγμὸν εἰς τὴν δια-
546χείρισιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἐχρησίμευσαν
547καί τι μᾶλλον ἵνα προκαλέσωσι καὶ τὰς εἰσφορὰς τὰς ἑκου-
548σίας τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων, ἰδιαίτατα δὲ διὰ τὸ τα-
549μεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, τὸ ὁποῖον διὰ τὸν Ἑλληνισμόν,
550λόγῳ τῆς ναυτικῆς τοῦ Ἔθνους ἰδιοφυίας, προὐκάλει ζωη-
551ρότερον τὸ ἐνδιαφέρον, ὡς καὶ διὰ τὸ ταμεῖον τῆς Ἐθνικῆς
552Ἀμύνης. Ἐφ’ ὅσον δὲ τὰ ταμεῖα αὐτά, ἄνευ βλάβης τῆς
553οἰκονομίας τοῦ ἡμετέρου προϋπολογισμοῦ ἱδρύθησαν καὶ ἐν
554τῇ λειτουργίᾳ αὐτῶν ηὐδοκίμησαν, φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει
555λόγος ἵνα χάριν ἀποκλειστικῶς θεωρητικῶν λόγων, ἡ ἔννοια
556τοῦ Κράτους ἐπεκταθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ καταρ-
557ρίψῃ θεσμὸν τοσούτῳ ἐπωφελῆ. Πάντως ὅμως τὰ ταμεῖα
558ταῦτα ἀποχωρίζοντες καὶ κατατάσσοντες ὡς τρίτην κατη-
559γορίαν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Γενικοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν
560δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐξυπηρετοῦμεν τὴν ἑνότητα τῆς
561δημοσίας διαχειρίσεως.
562Διὰ τὸν θέλοντα νὰ λάβῃ πλήρη εἰκόνα τῆς δημοσίας
563διαχειρίσεως, ἡ ταξινόμισις τοῦ προϋπολογισμοῦ περιλαμ-
564βάνει δύο ἑτέρας κατηγορίας. Μέχρι τοῦδε τὰ τοῦ προϋ-
565πολογισμοῦ τοῦ Κράτους κατηρτίζοντο ἄλλως. Εἰς τὸν
566προϋπολογισμὸν εἰσήγοντο ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἀντιθέτως
567ὅλα τὰ ἔξοδα. Ὑπῆρχε καὶ κίνησις κεφαλαίων, ἡ ὁποία
568ἐξεπροσωπεῖτο ἐν τῷ ἰσολογισμῷ τοῦ Κράτους, τοῦθ’ ὅπερ
569ὅμως ἀπὸ χρόνου ἀνεστάλη, μὴ στηριζόμενον ἐπὶ ἰσολογι-
570σμοῦ πραγματικοῦ τοῦ ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ
571Κράτους, μὴ στηριζόμενον ἐπὶ συστήματος λογιστικοῦ πλή-
572ρους, ἀλλ’ ἐπὶ λογαριασμῶν ἐν πολλοῖς ἐσφαλμένων καὶ
573εἰκονικῶν.
574Ἀπὸ ἐτῶν τριῶν ἢ τεσσάρων εἰσήχθη τὸ σύστημα τοῦ
575ἐκτάκτου προϋπολογισμοῦ, ἐνῷ ἀνεγράφησαν καὶ ὡς ἔσοδα
576τὰ συνομολογηθέντα δάνεια. Εἰσήγοντο τοιουτοτρόπως
577ταῦτα εἰς τὴν δημοσίαν διαχείρισιν ἐκ τοῦ ἐνεργητικοῦ τοῦ
578ἰσολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀντιθέτως δὲ ἀνεγράφησαν ὡς
579ἔκτακτα ἔξοδα αἱ ἀνάγκαι εἰς τὰς ὁποίας ἀνταπεκρίνετο
580ἡ συνομολόγησις τῶν δανείων. Εἰς τὸν ἔκτακτον προϋπο-
581λογισμὸν ἀνεγράφετο συγχρόνως καὶ τὸ περίσσευμα τῶν
582προηγουμένων ἐτῶν, περίσσευμα τὸ ὁποῖον συνεχέετο ἐν
583πολλοῖς καὶ πρὸς τὰ δάνεια τὰ συνομολογηθέντα. Τοῦ ἐκ-
584τάκτου προϋπολογισμοῦ ἡ ἀνάγκη ἐξέλιπεν, ἐξέλιπε δὲ
585ταχέως, ἐκλιπόντων τῶν περισσευμάτων ἕνεκα τῶν μεγά-
586λων δαπανῶν τὰς ὁποίας προεκάλεσαν αἱ περιστάσεις, αἵ-
587τινες ἔληξαν αἰσίως, ἀλλ’ ἀφῆκαν ἀποτελέσματα οὐσια-
588στικὰ καὶ διὰ τὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους καὶ διὰ τὴν
589πολιτικὴν αὐτοῦ διοίκησιν.
590Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἤδη εἰσάγει τὴν
591ἑξῆς κεφαλαιώδη διάκρισιν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Διακρίνει
592τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα εἰς πραγματικὰ καὶ εἰς ἔσοδα καὶ
593ἔξοδα προερχόμενα ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων.
594Ἀφ’ ἑτέρου τὰ πραγματικὰ ἔσοδα διακρίνει εἰς τὰ τα-
595κτικὰ ἔσοδα καὶ εἰς τὰ ἔσοδα τὰ ἔκτακτα καὶ ὁμοίως τὰ
596πραγματικὰ ἔξοδα διακρίνει εἰς τακτικὰ καὶ ἔκτακτα
597ἔξοδα. Ἀναμφισβητήτως ἀπὸ λογιστικῆς ἀπόψεως τὸ σύ-
598στημα εἶναι πλῆρες. Ἔχει βεβαίως τοῦτο ἀνάγκην ἐξελί-
599ξεώς τινος, διαρρυθμίσεώς τινος ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἀλλ’ ἡ
600θεωρητικὴ σύλληψις τοῦ ζητήματος ἀπὸ λογιστικῆς ἀπό-
601ψεως εἶναι ὀρθή. Ἀναμφισβητήτως δὲ ὁ θέλων νὰ ἀνα-
602γνώσῃ τὸν προϋπολογισμόν, θὰ εὕρῃ εὐκολωτέραν τὴν σύλ-
603ληψιν τῆς εἰκόνος τῆς δημοσίας διαχειρίσεως ἐν τῇ κατα-
604στρώσει καὶ ταξινομήσει τῶν κεφαλαίων τοῦ προϋπολο-
605γισμοῦ τῶν τε ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὡς ταῦτα ἔχουσι συντε-
606λεσθῇ. Ἀλλ’ ἀναμφισβητήτως ἐπίσης δύναται νὰ εὑρεθῇ πρὸ
607δυσχερειῶν διὰ τὴν σύγκρισιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν
608παλαιῶν προϋπολογισμῶν πρὸς τοὺς σημερινούς. Τοῦτο
609ὅμως εἶναι μικρὸν μειονέκτημα μηδαμινόν, ἀπέναντι τοῦ
610ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ σύστημα τοῦτο. Εἶναι βέβαιον
611ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ, ἔνθα ἐφηρμόσθη τὸ σύστημα τοῦτο, προσέ-
612κρουσεν εἰς ἀντιρρήσεις θεωρητικάς, ἀλλ’ ἡ σύνοψις τῶν
613ἀντιρρήσεων, κυρίως δὲν ἐστράφη εἰς τὸ λογιστικὸν μέρος,
614ἡ σύνοψις τῶν ἀντιρρήσεων ἐστράφη, στρέφεται καὶ θὰ
615στρέφηται ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν πορισμάτων εἰς τὰ ὁποῖα
616εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγάγῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον σύνταξις
617τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους.
618Ἀναμφισβητήτως διὰ τὸν θέλοντα προχείρως καὶ ἄνευ
619βαθείας γνώσεως τῶν λογιστικῶν τοῦ Κράτους, νὰ ἀνεύρῃ
620τὴν οἰκονομικὴν ἀλήθειαν, ὁ προϋπολογισμὸς ὅστις εἰσήχθη
621εἶναι προϋπολογισμὸς δεικνύων πολὺ εὐνοϊκώτερα καὶ πολὺ
622αἰσιώτερα τὰ πράγματα ἀφ’ ὅ,τι ἤθελον παρασταθῇ, ἐὰν
623συνετάσσετο ὁ προϋπολογισμὸς κατὰ τὸ σύστημα τὸ πα-
624λαιὸν τῆς ἁπλῆς ἀριθμήσεως ὅλων τῶν κονδυλίων τῶν
625ἐσόδων καὶ ὅλων τῶν κονδυλίων τῶν ἐξόδων. Καὶ ἀκριβῶς
626ἡ τοιαύτη τοῦ προϋπολογισμοῦ σύνταξις, ἀπομακρύνει πάντα
627κίνδυνον συγχύσεως, εἰς ὃν ἤθελε περιπέσει καὶ ὁ μετ’ ἐπι-
628μελεστέρας ἐξακριβώσεως καὶ διονυχίσεως τοῦ προϋπολο-
629γισμοῦ μελετῶν τὰ δημόσια οἰκονομικὰ καὶ ἡ περὶ τούτων
630συζητοῦσα Βουλή. Προκειμένου περὶ τῆς ἀναγραφῆς τῶν
631τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων οὐδὲν ἔχω νὰ εἴπω. Ταῦτα
632ὀρθῶς ἔχουσιν ἀναγραφῇ. Ἀλλὰ δύο κεφαλαιώδη σημεῖα
633προκαλοῦσι τὴν πλάνην, ἥτις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφιλοχω-
634ρήσῃ περὶ τὴν πραγματικὴν ἐκτίμησιν τοῦ οἰκονομικοῦ
635ἰσοζυγίου. Ὁ προϋπολογισμὸς παρέχει ἐν τῷ συνόλῳ του
636πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς ταμιακῆς καταστάσεως, τῆς παρου-
637σιαζομένης μετὰ τὴν ἄθροισιν ὅλων τῶν κεφαλαίων τῶν
638ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ἡ ταμιακὴ δὲ κατάστασις καταλήγει
639εἰς ὁλικὸν ἔλλειμμα 69.588.013.21 δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐν-
640διαφέρει τὴν Βουλὴν πρὸ παντός, οὐχὶ ἡ ἐξέτασις τῆς τα-
641μιακῆς, ἀλλὰ κυρίως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως. Ἐνδια-
642φέρει τὴν Βουλὴν ἡ γνῶσις, ἂν τὸ οἰκονομικὸν ἰσοζύγιον
643ὑφίσταται, ἢ ἂν τοὐλάχιστον εἶναι τοῦτο ἐφικτὸν καὶ πότε.
644Ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν νὰ ἐλέγξῃ, ἂν τὸ σύνολον τῶν
645πραγματικῶν ἐσόδων δύναται νὰ ἀντιμετωπίζῃ νικηφόρως
646τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἠδύναντο
647νὰ λειτουργήσωσιν αἱ δημόσιαι λειτουργίαι, αἱ πολιτικαὶ
648ἐξουσίαι. Ὡς ἔχει καταρτισθῇ ὁ προϋπολογισμός, μὲ ἀντι-
649παράστασιν ἐξόδων τακτικῶν πρὸς ἔσοδα τακτικά, παρου-
650σιάζεται ἔλλειμμα δρ. 27.510.261.30. Ἀλλὰ μὴ τοῦτο
651εἶναι τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα καὶ μὴ ἡ Βουλὴ προβαί-
652νουσα εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ θὰ πεισθῇ ὅτι
653τὸ ἔτος 1915 θὰ ἀντιμετωπίσωμεν ἔχοντες νὰ θεραπεύσω-
654μεν ἔλλειμμα οἰκονομικὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἐκ μόνον
65527.510.261.30 δραχμῶν συνιστάμενον; Περὶ τούτου χρει-
656άζεται ἐξέτασις. Τὰ δύο σημεῖα τῶν ἐξόδων τὰ καίρια,
657ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ἡ μεταβολὴ τῆς διατάξεως τοῦ
658προϋπολογισμοῦ καὶ ἡ περιπλάνησις τῶν ἀριθμῶν, εἶναι τὸ
659τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων καὶ τὸ τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν
660κεφαλαίων.
661Κύριοι· εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἀνεγράφησαν μετ’ αὐ-
662στηρᾶς περισυλλογῆς ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰ-
663κονομικῶν, ὅλαι ἐκεῖναι αἱ δαπάναι, αἵτινες δὲν στηρίζον-
664ται εἰς νόμους ἐπιβάλλοντας τὰς δαπάνας ταύτας, πρὸς κα-
665νονικὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, εἴτε εἰς σκο-
666πιμότητα ἐπιβολῆς τῶν δαπανῶν, διὰ τὴν κανονικὴν λει-
667τουργίαν τῶν αὐτῶν ὑπηρεσιῶν, ὅλαι ἐκεῖναι αἱ δαπάναι
668αἵτινες μὴ ὑπαγόμεναι εἰς τὰς δύο ταύτας γενικὰς κατη-
669γορίας, δὲν εἶναι ἐπιδεκτικαὶ ἐπαναλήψεως κατ’ ἔτος. Ἡ
670τοιαύτη διάκρισις τῶν δαπανῶν, εἶναι κατ’ ἐμὲ ἐσφαλμένη
671κατὰ βάσιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηρίξωμεν, ὅτι δα-
672πάνη ἔκτακτος δι’ ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον λειτουργεῖ καθ’
673ὅλας αὐτοῦ τὰς πολιτειακὰς ἐκφάνσεις, εἶναι πᾶσα δαπάνη
674ἡ ὁποία δὲν ἐπαναλαμβάνεται τὸ ἑπόμενον ἔτος. Ἐὰν ταύ-
675την τὴν λογικὴν ἠθέλωμεν ἀποδεχθῆ, ἠθέλομεν φθάσει εἰς
676συμπεράσματα πολὺ δυσάρεστα διὰ τοῦ συστήματος τού-
677του, ἀλλὰ καὶ ἠθέλομεν θέσει διὰ τὴν διαχείρισιν τὴν δη-
678μοσίαν, μίαν πεπλανημένην βάσιν, διότι θὰ ἦτο δυνατὸν
679ἴσως νὰ παρασυρθῇ τις εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι πέραν τῆς
680οἰκονομικῆς καταστάσεως τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ ἡ ὑπεροχὴ
681τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα, πᾶσα δα-
682πάνη μὴ δυναμένη νὰ ἐπαναληφθῇ κατ’ ἔτος, θὰ ἦτο ὀρθὸν
683ἢ δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ δι’ ἐκτάκτων πόρων ἢ δα-
684νειακῶν πόρων. Ἐν τούτῳ ἔγκειται ἡ πλάνη ἡ ὁποία εἶ-
685ναι δυνατὸν νὰ ὑποθάλπηται, τὴν ὁποίαν δὲν ζητεῖ νὰ ὑπο-
686θάλψῃ διὰ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεώς του ὁ κ. Ὑπουργὸς
687τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ὑποπέσῃ πᾶς
688τις ἐρευνητὴς τοῦ προϋπολογισμοῦ.
689Ἐὰν θέλωμεν νὰ εὑρισκώμεθα ἐντὸς τῆς οἰκονομικῆς
690λογικῆς καὶ ἀληθείας, ὀφείλομεν ἵνα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα
691χωρίσωμεν εἰς δύο κατηγορίας. Εἰς πᾶν Ὑπουργεῖον, τὸ
692ὁποῖον εἶναι ἐντεταλμένον νὰ διαχειρίζηται σύνολον ὁμο-
693ειδῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ὑπάρχει πάντοτε κεφάλαιόν τι
694ἐκτάκτων ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται τὸ ἓν ἔτος ὑπὸ
695μίαν μορφὴν καὶ τὸ ἄλλο ὑπὸ ἑτέραν μορφήν, ἀλλ’ ἀνάγον-
696ται πάντοτε εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀπροβλέπτων καὶ οὐχὶ
697τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων. Ταῦτα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ἀνάγον-
698ται εἰς τὴν τακτικὴν διαχείρισιν καὶ εἶναι πρέπον καὶ
699ὀρθὸν ν’ ἀντιμετωπίζωνται μόνον διὰ τῶν τακτικῶν ἐσό-
700δων. Τοῦτο ἐγένετο καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ τοῦτο εἶναι
701τὸ ὀρθὸν ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομικῆς καὶ πολιτικῆς. Μό-
702νον ἐκεῖνα τὰ ἔκτακτα ἔξοδα εἶναι δυνατὸν νὰ χωρι-
703σθῶσιν ὡς καθαρὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ὅσα ἀνάγονται εἰς
704νέας ἐγκαταστάσεις ἐν τῷ Κράτει, μὴ ἐξυπηρετοῦντα κει-
705μένας ἤδη πολιτειακὰς λειτουργίας. Καὶ τοιαῦτα ἔξοδα
706εἶναι ἡ ἐκτέλεσις ἔργων ὁδοποιίας, ἡ ἐγκατάστασις Ναυ-
707στάθμου, ἡ κατασκευὴ σιδηροδρόμων. Ταῦτα εἶναι ἔκτακτα
708ἔξοδα εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ τὸ Κράτος
709διὰ τῶν τακτικῶν αὐτοῦ πόρων. Εἶναι ἔκτακτα ἔξοδα ἐκεῖνα
710τὰ ὁποῖα καθιεροῦσι μίαν κατάστασιν, ἥτις θὰ ἐξυπηρε-
711τήσῃ ἐπὶ ἔτη πολλὰ ὡρισμένας λειτουργίας. Καὶ εἶναι ὀρ-
712θὸν νὰ ἀντιμετωπισθῇ ἡ δαπάνη αὕτη δι’ ἐκτάκτων πό-
713ρων, τῶν ὁποίων ἡ ὑπηρεσία θὰ βαρύνῃ πάσας τὰς ὠφε-
714λουμένας ἐκ τούτων γενεὰς πολιτῶν.
715Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη κατηγορία ἐκτάκτων ἐξόδων,
716τὰ ὁποῖα δὲν φέρουσι τὸν χαρακτῆρα τοῦτον. Ταῦτα δὲ
717δυστυχῶς εἶναι καὶ τὰ περισσότερα. Εἶναι ταῦτα ἔξοδα
718μικρῶν ἐγκαταστάσεων πρὸς διευκόλυνσιν ὑπηρεσιῶν κειμέ-
719νων, ὡς εἶναι παραδείγματος χάριν ἡ δαπάνη διὰ τὴν κα-
720τασκευὴν μιᾶς πτέρυγος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν
721ἢ πρὸς βελτίωσιν τοῦ κτιρίου, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται
722νὰ λειτουργήσῃ τὸ Ὑπουργεῖον, ἡ δαπάνη πρὸς κατασκευὴν
723μιᾶς πυριτιδαποθήκης ἐν τῷ Ναυστάθμῳ ἢ πρὸς ἐγκατάστα-
724σιν μιᾶς ἠλεκτρικῆς μηχανῆς πυροσβεστικῆς. Αἱ δαπάναι αὗ-
725ται δὲν εἶναι ἔκτακτοι δαπάναι, ἀλλ’ εἶναι δαπάναι ἐξυπηρε-
726τήσεως τῆς λειτουργίας κειμένων ἤδη ἐγκαταστάσεων. Ὡς
727πᾶς οἰκογενειάρχης ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ, ἤθελεν ὑπολογίσει
728ἓν κεφάλαιον ἀπροβλέπτων, διὰ νὰ ἐπισκευάσῃ τὸ ἓν
729ἔτος ἓν δωμάτιον τῆς οἰκίας του, τὸ ἕτερον ἔτος διὰ νὰ
730φυτεύσῃ δένδρα ἐν τῷ κήπῳ του, τὸ τρίτον ἔτος διὰ νὰ
731προβῇ εἰς ἕνα καλλωπισμόν, καθ’ ὅμοιον τρόπον καὶ τὸ
732Κράτος εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα ἔχει τοιαύτας ἀνάγκας
733καὶ πρέπει νὰ ἀναγράφῃ δαπάνην τινά, ἥτις χρησιμεύει
734πρὸς βελτίωσιν τῶν κειμένων ἐγκαταστάσεων.
735Αὐτὰ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμε-
736τωπίζωνται διὰ δανειακῶν πόρων, διότι τὸ Κράτος οὕτω
737προβαῖνον εἰς ἀντιμετώπισιν τοιούτων ἐξόδων, ἤθελεν ὁ-
738δηγηθῇ εἰς οἰκονομικὴν καταστροφήν. Θὰ ὡμοίαζε τὸ
739Κράτος πρὸς τὸν οἰκοδεσπότην, ὅστις, μὴ δυνάμενος νὰ ἔχῃ
740τὸ οἰκονομικόν του ἰσοζύγιον κατ’ ἔτος ἠσφαλισμένον διὰ
741τῶν τακτικῶν του δαπανῶν, θὰ προέβαινεν εἰς ἐπίτευξιν
742τοῦ ἰσοζυγίου τούτου δανειζόμενος δεξιᾷ καὶ ἀριστερᾷ δι’
743ἔργα, τὰ ὁποῖα, εἴτε παραγωγικὰ εἴτε οὔ, ἤθελον ἐπιφέρει
744ἐπιβάρυνσιν μείζονα εἰς τὰ τοῦ οἴκου αὐτοῦ.
745Θέλω προβῇ εἰς ἀνάλυσιν τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, ἵνα
746πεισθῇ ἡ Βουλὴ ὅτι πρόκειται περὶ ἀθροίσματος μικρῶν
747δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐμφανίζονται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ
748τοῦ Κράτους ὡς συνήθεις δαπάναι, αἱ ὁποῖαι οὐδεμίαν
749σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὰς πραγματικὰς ἐκτάκτους δαπάνας,
750ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι καταλήγουσιν εἰς ὁλικὸν ἄθροισμα κατὰ
751πολὺ μεταβάλλον τὴν ἄποψιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἰσοζυγίου
752τοῦ προϋπολογισμοῦ. Μόνον δ’ ὅταν τὸ σύνολον τῶν ἐξό-
753δων καταταχθῇ, ὡς ἐμπρέπει, μόνον τότε θέλομεν ἔχει
754πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως καὶ θὰ δυ-
755νηθῶμεν νὰ στηρίξωμεν συμπεράσματα ἐπὶ τῆς ἐξετάσεως
756ταύτης.
757Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τοῦ κεφαλαίου τῶν δαπανῶν, ἔχο-
758μεν δευτέραν περιπλάνησιν ἐξόδων, ἐμφανιζομένην ἐν τῇ
759κατηγορίᾳ τοῦ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων, ἔχομεν τὴν
760περιπλάνησιν τῶν χρεωλυσίων. Περὶ ταύτης ὡμίλησε χθὲς
761ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ το-
762νίσω καὶ ἐγὼ τὸ ζήτημα. Τὰ χρεωλύσια ἀποτελοῦσι βε-
763βαίως, καταβαλλόμενα, ἀπόσβεσιν παθητικοῦ. Ἀλλ’ ἡ κα-
764ταβολὴ τῶν χρεωλυσίων, εἶναι ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τοῦ
765Κράτους. Εἶναι δυνατὸν τὰ χρεωλύσια νὰ ἀναγράφωνται
766ἐν τῷ κεφαλαίῳ ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ μετασχη-
767ματισμοῦ ἐκ τοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ Κράτους, ἀλλὰ δὲν
768εἶναι ἐπιτετραμμένον ὅτι τὰ χρεωλύσια δύνανται νὰ ἀν-
769τιμετωπισθῶσι διὰ πόρων πέραν τῶν συνήθων. Ἴδωμεν τί
770πράττει πᾶς ὅστις εὑρίσκεται ἔχων δάνεια καὶ ὅστις ἔχει
771ἀνάγκην νὰ κανονίσῃ τὴν οἰκονομικήν του διαχείρισιν, ἐν
772σχέσει πρὸς τὴν ἐξόφλησιν τῶν δανειστῶν του. Ἐὰν δὲν
773εἶναι συμβεβλημένος πρὸς καταβολὴν χρεωλυσίων, θὰ φρον-
774τίσῃ ἵνα ἐκ τῶν ἐτησίων περισσευμάτων του διαθέσῃ κατὰ
775βούλησιν ποσά, πρὸς τμηματικὴν ἐξόφλησιν τῶν δανείων.
776Ἐὰν δὲ εἶναι δεσμευμένος διὰ χρεωλυσίων, θὰ προβῇ εἰς
777τὰς ἀναγκαίας οἰκονομίας, ἵνα περισσεύσωσιν ἐκεῖνα, τὰ
778ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ χρεωλύσια.
779Ταῦτα θὰ πράξῃ πᾶς συνετὸς οἰκογενειάρχης. Αἱ ἑταιρίαι
780πᾶσαι ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὅτι καλῶς
781διοικοῦνται — καὶ ἂν ἤθελον πράξει τὸ ἐναντίον, ὁ κ. Ὑπουρ-
782γὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ συνελάμβανεν αὐτὰς ἐκ
783τοῦ ὠτίου — ἐὰν μὴ προβαίνωσιν εἰς ἀπόσβεσιν κανονικὴν
784ἐτησίως, ὄχι μόνον τῶν δανείων, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπαρχου-
785σῶν ἐγκαταστάσεων. Ὀφείλουσι δὲ νὰ πράξωσι τοῦτο ἐκ
786τῶν ἐτησίων αὐτῶν κανονικῶν πόρων, οὐχὶ διὰ δανείων,
787διότι ἑταιρία ἥτις ἤθελε προβῆ εἰς ἀπόσβεσιν τῶν δανείων
788τοιουτοτρόπως, θὰ ἤγετο εὐθὺ πρὸς τὴν χρεωκοπίαν. Ἀλλ’
789ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πᾶς ἰδιώτης ἢ ἔμπορος ἢ ἀνώνυμος ἑται-
790ρία ἤθελεν ἐκτελέσει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς λογικῆς καὶ τοῦ
791συμφέροντος αὐτῆς, τὸ Κράτος εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ
792πράξῃ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπιτακτικῶν ὅρων ὑφ’ οὓς
793ζῇ. Διότι τὰ χρεωλύσια διὰ τὰ Κράτη δὲν ἀποτελοῦσι δα-
794πάνην προαιρετικήν, ἣν δύνανται νὰ καταβάλωσι πρὸς τοὺς
795δανειστὰς ἢ οὗ ἢ νὰ ἀναβάλωσιν ὁποτεδήποτε θέλωσι.
796Διὰ τὸ Κράτος ἡ ὑπηρεσία τῶν χρεωλυσίων εἶναι ὑπηρε-
797σία ἐπιτακτικὴ, εἶναι ὑπηρεσία προνομιοῦχος, διότι ἀσφα-
798λίζεται αὕτη δι’ ἐνεχύρου, διὰ τῆς ἐκχωρήσεως δημοσίων
799προσόδων. Κατὰ συνέπειαν τὰ χρεωλύσια πρὸ παντὸς ἐξό-
800δου τοῦ προϋπολογισμοῦ, εἰσπράττονται ὑπὸ τῶν δανει-
801στῶν, διότι ὡς εἶπον εἶναι ἠγγυημένα. Ἐφ’ ὅσον ἄρα ἡ
802δαπάνη αὕτη εἶναι οὑτωσὶ ἐπιτακτικὴ, ὥστε μετὰ τὴν
803ἐξαίρεσιν αὐτῆς ἐκ τῆς δημοσίας διαχειρίσεως, εἶναι ἐπι-
804τετραμμένη ἡ περαιτέρω δαπάνη διὰ τὰς λοιπὰς λειτουρ-
805γίας τοῦ Κράτους, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν ἡμεῖς
806ὅτι τὰ χρεωλύσια δύνανται νὰ ἀντιμετωπισθῶσι διὰ πόρων
807μὴ τακτικῶν ἢ ἐκτάκτων, ἀπροβλέπτων εἴτε δανειακῶν;
808Ἐὰν τοῦτο ἠθέλωμεν πράξει, θὰ ἐφθάνωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν
809ἐκείνην, τὴν πρὸ δεκάδων ἐτῶν, καθ’ ἣν διὰ συνδυασμῶν
810χρηματιστικῶν, ἤτοι δι’ ἑκάστοτε συνομολογουμένων δα-
811νείων, ἐξωφλοῦντο οἱ τόκοι καὶ τὰ χρεωλύσια τῶν κειμέ-
812νων δανείων. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο ἐκτάκτου δυσχε-
813ρείας καὶ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη τῶν τοιούτων οἰκονομικῶν συν-
814δυασμῶν κατέληξεν εἰς ταχίστην ἐπέμβασιν τοῦ Διεθνοῦς
815Ἐλέγχου.
816Τοιαύτην πλάνην δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναγνωρίσω-
817μεν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, ὁσονδήποτε καὶ ἂν λογιστι-
818κῶς ἔχουσι καλῶς καταταχθῇ τὰ τῆς δημοσίας διαχειρί-
819σεως ἐν τῷ προϋπολογισμῷ. Εἶναι ὀρθὸν νὰ προβλέψωμεν,
820ἵνα μὴ ἡ τοιαύτη λογιστικὴ καλὴ κατάταξις, περιπλανήσῃ
821καὶ παραπλανήσῃ ἡμᾶς εἰς πλάνας δεινάς, περὶ τὴν ἐκτί-
822μησιν τῆς πραγματικῆς οἰκονομικῆς δυνάμεως τοῦ ἡμετέ-
823ρου προϋπολογισμοῦ.
824Κύριοι, τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ ἡμετέρου προϋπολογι-
825σμοῦ ἀναλύονται εἰς δρ. 86,654,225.95 διὰ τὸ Ὑπουργεῖον
826τῶν Οἰκονομικῶν — ἐννοεῖται ὅτι περιλαμβάνονται εἰς τοῦτο
827τὸ κεφάλαιον τῶν ἀποδόσεων καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ δημο-
828σίου χρέους πλὴν τῶν χρεωλυσίων — εἰς δρ. 5,888,051 διὰ
829τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἰς δρ. 10,862,387.60
830διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, εἰς δρ. 25,833,834
831διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ
832παρατηρήσω ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν Ὑπουργείων τῶν
833Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας ἔχουσι κατὰ τὸ τρέχον
834ἔτος συγκεχυμένως, διότι οἱ προϋπολογισμοὶ αὐτῶν εἰσή-
835χθησαν ἑνιαίως ὡς προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
836Ἐσωτερικῶν, ἐν μέσῳ δὲ τοῦ ἔτους διεχωρίσθησαν καὶ
837κατηρτίσθη ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγ-
838κοινωνίας, δυνάμει τοῦ γνωστοῦ Β. Διατάγματος, τοῦ
839ὁποίου ἡ κύρωσις ἔπαυσε, εὐτυχῶς, ζητουμένη παρὰ τῆς
840Βουλῆς, τὸ ὁποῖον δὲ καθώρισε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
841Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, δι’ ἐπὶ πλέον τοῦ ἑξαμή-
842νου χρονικὸν διάστημα. Ἀλλὰ τμῆμα δαπανῶν προϋπολο-
843γισμένων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἤδη δὲ με-
844ταβιβασθεισῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, εἶχεν
845ἤδη δαπανηθῆ, κατὰ συνέπειαν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
846Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, περιέλαβε ὄγκον ἐνέχοντα
847ἐν ἑαυτῷ καὶ μέρος τῶν δαπανῶν, κεφάλαιά τινα τοιούτων
848τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς
849Συγκοινωνίας ἔχει δαπάνας δρχ. 13,452,499 καὶ ταύτας
850ὀλιγωτέρας τῶν πραγματικῶν, διότι, ὡς εἶπον, ἀντίστοιχοι
851δαπάναι ἔχουσι καταναλωθῆ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
852Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
853Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἔχει δαπάνην δρ. 10,
854803,307, ὁ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δρ. 4,720,856, ὁ
855τῶν Στρατιωτικῶν δρ. 48,523,440,75 καὶ ὁ τῶν Ναυτι-
856κῶν δρ. 28,800,840. Ἐν ὅλῳ ἀναγράφονται δαπάναι τα-
857κτικαὶ δρ. 235,539,445.30.
858Μετὰ τὸν τακτικὸν τοῦτον προϋπολογισμόν, ἔχομεν τὸν
859ἔκτακτον, περιλαμβάνοντα ἔκτακτα ἔξοδα ἐκ δρ. 214,004,
860884.99 καὶ τὸν προϋπολογισμὸν μετασχηματισμοῦ κεφα-
861λαίων περιλαμβάνοντα ἔξοδα ἐκ δρ. 180,087,207.92 ἤτοι
862ἐν ὅλῳ δρ. 394,092,092.91. Οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι ἐπὶ
863τῇ βάσει τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀποδίδω δι’ ὅσων
864ἀνέπτυξα, πρὸς διάκρισιν τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν ἀπ’
865ἀλλήλων καὶ πρὸς κανονικὴν διάταξιν τῶν ἐν τῷ κε-
866φαλαίῳ τῶν κατὰ μετασχηματισμὸν ἐξόδων περιλαμβανο-
867μένων χρεωλυσίων, οἱ προϋπολογισμοὶ οὗτοι, λέγω, ὑπό-
868κεινται εἰς ἀλλοίωσιν. Ἔξοδα, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν καὶ
869εἶναι πρέπον νὰ ἀντιμετωπίζωνται δι’ ἐκτάκτων πόρων
870ἢ διὰ δανείων, ὡς καθαρῶς ἔκτακτα ἔξοδα, εἶναι τὰ
871ἑξῆς. Εἶναι τὰ ἔξοδα ὑπηρεσίας τῶν προσωρινῶν δανείων,
872ἤτοι ἔξοδα προμηθείας καὶ χαρτοσήμου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
873τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει ἀναγράψει εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα
874καὶ τοὺς τόκους τῶν προσωρινῶν δανείων. Τοῦτο δὲν
875εἶναι ὀρθόν, διότι ἡ ἐξασφάλισις προσωρινῶν δανείων, εἶ-
876ναι ὀρθὸν νὰ ἐγγράφηται εἰς τὰ κεφάλαια τῶν μετασχη-
877ματισμῶν, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία τῶν τόκων τῶν προσωρι-
878νῶν δανείων δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγράφηται οὔτε εἰς τὰ
879τακτικὰ ἔξοδα, οὔτε εἰς τοὺς μετασχηματισμοὺς κεφαλαίων.
880Ἐὰν ἤθελεν ὑποτεθῇ ὅτι τὸ δάνειον τῶν 250.000.000,
881ἐξ οὗ ἐξωφλήθησαν τὰ προσωρινὰ δάνεια, ἀντὶ νὰ ἐκ-
882δοθῇ εἰς δημοσίαν ἐγγραφὴν τὸν Μάϊον, εἶχεν ἐκδοθῇ
883τὴν 1ην Ἰανουαρίου, ἤθελον ἀφαιρεθῇ αἱ δαπάναι τῶν
884τόκων ἀπὸ τῆς κατηγορίας τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων καὶ ἤθε-
885λον ταχθῆ εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν τακτικῶν. Ἡ ὑπηρε-
886σία τῶν τόκων ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου τῶν 250.000.000,
887κατὰ συνέπειαν δὲ καὶ οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων, ὡς
888τακτικαὶ ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους, εἶναι ἀναγραπτέαι ἐν
889τῷ τακτικῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐξόδων. Αἱ προμήθειαι
890ὅμως καὶ τὸ χαρτόσημον ἀνάγονται εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα.
891Ταῦτα ἀνέρχονται εἰς τὸ ποσὸν τῶν δρχ.6.148.697. Ὀρθῶς
892ἀναγράφονται, ἡ παροχὴ εἰς πολεμικὰ ταμεῖα, ἥτις ἀνέρ-
893χεται εἰς δρχ. 123.400.000 διὰ τὰ δύο ταμεῖα, ἤτοι δρχ.
89433.400.000 διὰ τὸ Ταμεῖον Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ δρχ.
89590.000.000 διὰ τὸ Ταμεῖον τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἡ δα-
896πάνη διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν ἐποίκων τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ
897ἐκ δρχ. 1.700.000. Τοιουτρόπως τὰ ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ
898προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ
899διὰ δανείου δυνάμενα νὰ ἀντιμετωπισθῶσιν, ἀνέρχονται εἰς
900δρχ. 131.248.697. Ἀλλὰ προστίθενται εἰς ταῦτα τὰ ἔξοδα
901τῆς κατηγορίας μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων, ὁποῖα εἶ-
902ναι ἡ ἐξόφλησις τῶν προσωρινῶν δανείων τῶν 40.000.000,
903τῶν 50.000.000, τῶν 40.000.000, νεωτέρας ἐκδόσεως,
904τῶν 30.000.000, ἡ ἀπόσβεσις μέρος τοῦ Γεωργικοῦ Θεσ-
905σαλικοῦ δανείου καὶ ἡ ἀπόσβεσις τοῦ πατριωτικοῦ δανείου
906ἐν Ἀμερικῇ. Ταῦτα ἀνέρχονται εἰς δρχ. 171.456.160. Ἐν
907συνόλῳ ἄρα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
908νομικῶν παρουσιάζει σύνολον δαπανῶν ἐκτάκτων καὶ κατὰ
909μετασχηματισμὸν κεφαλαίων, ἐξυπηρετουμένων διὰ δανείων
910καὶ μὴ δυναμένων ἄλλως νὰ ἐξυπηρετῶνται ὀρθῶς εἰμὴ
911διὰ δανείων, ἐκ δρχ. 302.704.857. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν
912Ἐσωτερικῶν ἐπίσης παρουσιάζει ἔκτακτα ἔξοδα, τὰ
913ὁποῖα μόνον διὰ δανείου θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξυπηρετη-
914θῶσι. Τοιαῦτα εἶναι ἡ προμήθεια τροχαίου ὑλικοῦ τοῦ σι-
915δηροδρόμου Πειραιῶς–Τοψίν, ἡ ἐνίσχυσις τῆς γραμμῆς
916Πειραιῶς–Παπαπουλίου, ἡ περίθαλψις προσφύγων, οἱ
917μισθοὶ ναυτοχωροφυλάκων ἐπιστρατευθέντων, ἡ περίθαλψις
918προσφύγων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ὁμοίως ἐν Ἠπείρῳ. Σύνολον
919δαπάνης διὰ ταῦτα προϋπολογίζεται εἰς δρχ. 20.314.460.
920Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινω-
921νίας περιλαμβάνει ἐπίσης δαπάνας ἀντιστοίχους πρὸς τὰς
922τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, οἷαι εἶναι ἡ συμπλή-
923ρωσις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ Πειραιῶς–Τοψίν, ἡ ἐνίσχυσις
924τῆς γραμμῆς Πειραιῶς–Παπαπουλίου, ἡ κατασκευὴ ἑνωτι-
925κῆς γραμμῆς Παπαπουλίου–Τοψίν, ἡ προμήθεια λυομένων
926παραπηγμάτων διὰ τὸ προσωπικὸν κατασκευῆς τῶν σιδη-
927ροδρόμων τούτων, ἐγκαταστάσεις ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶν
928γραμμῶν τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος, ἤτοι ἐν συνόλῳ
929δρ. 8.650.000. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν
930Στρατιωτικῶν παρουσιάζει ἐπίσης τὰς ἑξῆς δαπάνας, αἵ-
931τινες εἶναι ἐπίσης δανειακῶς ἀντιμετωπιστέαι. Δι’ ἔκτακτα
932ἔξοδα ἱματισμοῦ καὶ ἐξαρτήσεως δρχ. 7.991.471, ὑπο-
933θέτω ὅτι ἀνάγεται ἡ δαπάνη εἰς ὑλικὸν ἐπιστρατεύσεως
934δι’ ὅλον τὸν στρατόν.
935§45Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ
936δαπάνη αὕτη ἀφορᾷ τὴν ἐκπαίδευσιν.
937§46Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχει καλῶς. Ἐγὼ συνεπέρανον ὅτι
938πρόκειται περὶ συμπληρώσεως τῶν ἀποθηκῶν — δι’ ἔκτα-
939κτα ἔξοδα ὁπλισμοῦ δρ. 825,000, δι’ ἔκτακτα ἔξοδα
940στρατωνισμοῦ δρ. 1,750,000 — τὰ ἔκτακτα ἔξοδα στρατω-
941νισμοῦ προέρχονται ἐκ τῆς ἀθρόας ἐκγυμνάσεως τῶν ἐφε-
942δρειῶν καὶ ἐκ τῆς κρατήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα τῶν ὑπηρετου-
943σῶν ἡλικιῶν, ἤτοι ἐν ὅλῳ δρ. 10,566,471. Ἐν συνόλῳ
944ἄρα οἱ τέσσαρες οὗτοι προϋπολογισμοὶ παρουσιάζουσιν ἔκ-
945τακτα ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἐκ μετασχηματισμοῦ κεφαλαίων
946δρ. 342,235,788, ἅτινα εἶνε πρέπον καὶ ὀρθὸν ἵνα ἀντι-
947μετωπίζωνται δι’ ἐκτάκτων πόρων καὶ δανείων, διότι εἶναι
948καθαρῶς ἔκτακτοι δαπάναι, προκληθεῖσαι ἐξ ἐξαιρετικῶν
949περιστάσεων ἢ ἀνωμαλιῶν.
950Τώρα βαίνομεν εἰς ἐξέτασιν τῶν ἄλλων κατηγοριῶν
951τῶν ἐξόδων τῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν μετασχηματισμῶν
952ἀναγεγραμμένων καὶ τῶν ἐν τῷ κεφαλαίῳ τῶν ἐκτάκτων
953ἐξόδων περιλαμβανομένων. Τὰ ἔξοδα ταῦτα εἶνε ἐκεῖνα,
954τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς συνήθεις περιοδικὰς ἀνάγκας τοῦ
955Κράτους, ἀναφαινομένας ὑπὸ ποικίλας μορφὰς ἑκάστοτε,
956ἀλλὰ χρησιμευούσας πρὸς ἐξυπηρέτησιν συνήθων λειτουρ-
957γιῶν τοῦ Κράτους. Τοιαῦται εἶναι ἐν πρώτοις ἐν τῷ Ὑπουρ-
958γείῳ τῶν Οἰκονομικῶν οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων
959ἐκ δρ. 4,815,237. Ἀναμφισβητήτως ἀποτελοῦσιν οὗτοι
960ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου χρέους, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν
961νὰ ἀναχθῇ εἰς ἔκτακτον δαπάνην. Τοιαῦται ὁμοίως εἶναι
962αἱ ποικίλαι ὑποχρεώσεις, ἤτοι ὁ τόκος τῆς ἐξαγορᾶς τῶν
963ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων ἐκ δρ. 783,640, τὰ ἔκτακτα
964ἔξοδα διοικήσεως δρ. 63,700, αἱ ἔκτακτοι συνδρομαὶ δρ.
965205,500, διάφορα ἔκτακτα ἔξοδα, οἷον χρεωλυτικαὶ δόσεις
966Ζαππείων κτημάτων, ἔξοδα νομισματοποιΐας κλπ. δρ. 2,
967024,587.70. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αἱ δαπά-
968ναι αὗται εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετωπισθῶσι διὰ δανείων,
969εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀντιμετωπισθῶσι μόνον διὰ τῶν τακτικῶν
970προσόδων. Τοιαῦται εἶναι ἐπίσης αἱ κεκλεισμέναι καὶ δι-
971αγεγραμμέναι χρήσεις ἐκ δρ. 3,985,805.09, ἑπομένως
972ἔχομεν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν σύνολον δρ.
97311,878,469.79 ἐκτάκτων δαπανῶν, αἵτινες εἶναι δαπά-
974ναι συνήθεις τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι οὐδέποτε
975ἠκούσθη ὅτι οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων εἶναι δυνα-
976τὸν νὰ ἀναχθῶσιν εἰς ἐκτάκτους δαπάνας, ἢ ὅτι τὰ ἐκ
977κεκλεισμένων χρήσεων ἔξοδα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιμετω-
978πισθῶσι δι’ ἄλλων πόρων, πλὴν τῶν τακτικῶν. Προσθέτως
979εἰς ταῦτα ἔχομεν ἐκ τῆς κατηγορίας τοῦ μετασχηματισμοῦ
980κεφαλαίων, τὰ τοκοχρεωλύσια ἀνερχόμενα εἰς δρ. 8,631,
981047.92. Ἄρα ἔχομεν ἐν συνόλῳ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
982τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν δαπάνην δρ. 20,503,
983517.71, αἵτινες εἶναι ἀντιμετωπιστέαι διὰ τῶν τακτικῶν
984τοῦ Κράτους πόρων. Διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν
985αἱ τοιαῦται δαπάναι ἀνέρχονται εἰς δρ. 4.750.85, ἐκ κε-
986κλεισμένων χρήσεων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἐπί-
987σης ἔχει κεκλεισμένας χρήσεις δρχ. 61.390.65, αἵτινες
988ἐτάχθησαν οὐχὶ ὀρθῶς εἰς τὰς ἐκτάκτους δαπάνας. Εἰς τὸ
989Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπάρχουσι πυρῆνες τοιούτων
990δαπανῶν, αἵτινες ἀναφαίνονται πάλιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
991τῆς Συγκοινωνίας. Διὰ νὰ μὴ κουράσω τὴν Βουλήν, ἀνα-
992γινώσκω ὁλόκληρον τὸν κατάλογον, τὸν ὁποῖον ἔχω ἐξα-
993γάγῃ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ, θὰ ἀναφέρω τοὺς τίτλους
994τῶν κεφαλαίων μόνον, ἵνα ἡ Βουλὴ συναγάγῃ περὶ τίνος
995πρόκειται καὶ τὸ σύνολον τῶν κεφαλαίων, διὰ νὰ σχημα-
996τίσωμεν τὴν εἰκόνα τὴν γενικήν. Πρόκειται περὶ δαπανῶν:
997(Ἀναγινώσκει)
998«Ἐπισκευῆς καὶ ἀνακαινίσεως Ἀνακτόρων, ὁμοίας τοῦ
999Φρενοκομείου Κερκύρας, ὁμοίας τῶν Ἀνακτόρων Κερκύρας,
1000ἐξυγιάνσεως Ν. Φαλήρου καὶ τῶν πέριξ, συνδρομῆς εἰς πα-
1001νηγυρισμὸν Ἑπτανήσου, ἀποδοχῶν ἀλλοδαπῶν ἀξιωματι-
1002κῶν χωροφυλακῆς, ἀντιμισθίας ἀλλοδαπῶν ἠλεκτρολόγων,
1003ἐκπαιδεύσεως ἀξιωματικῶν χωροφυλακῆς ἐν ἀλλοδαπῇ,
1004κατασκευῆς νέων τηλεγραφικῶν γραμμῶν, κεκλεισμένων
1005χρήσεων, ἐκτάκτων ὑγειονομικῶν ἐξόδων Κρήτης, μισθο-
1006δοσίας ἐκτάκτου προσωπικοῦ Κρήτης, ἀποζημιώσεως κτη-
1007μάτων ἐν Ἡρακλείῳ καὶ Σπιναλόγγᾳ, ἐκτελέσεως δημο-
1008σίων ἔργων ἐν Κρήτῃ, κατασκευῆς ὁδῶν καὶ γεφυρῶν ἐν
1009Μακεδονίᾳ, ἐξόδων κεκλεισμένων χρήσεων Μακεδονίας,
1010κατασλευῆς τηλεγραφικῶν γραμμῶν Ἠπείρου, μελετῶν
1011ἔργων Ἠπείρου, συμπληρώσεως σταθμοῦ αὐτοκινήτων ἐν
1012Ἠπείρῳ, κατασκευῆς διαφόρων κτιρίων καὶ ἔργων αὐτόθι
1013καὶ ὁδοποιΐας τῶν νήσων Αἰγαίου».
1014Ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι ἐν τοῖς καθ’ ἕκα-
1015στα ἀνέρχονται εἰς δρ. 50.000, 10.000, 8.000, 3.000,
10161.000, ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι εἶναι περιοδικαὶ δαπάναι
1017τοῦ Κράτους, δὲν εἶναι ἔκτακτοι, ἐξαιρετικαί, εἶναι δαπά-
1018ναι ἐξυπηρετοῦσαι τὴν συμπλήρωσιν διαφόρων κτιρίων ὑφι-
1019σταμένων, εἴτε τὴν ἐπέκτασιν κτιρίων ὑφισταμένων, ἢ τὴν
1020δημιουργίαν ἄλλων κτιρίων πρὸς μείζονα ἐξυπηρέτησιν
1021ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη λειτουργοῦσι καὶ ἔχουσιν ἀνάγ-
1022κην καλλιτέρας ἐγκαταστάσεως διὰ νὰ λειτουργήσωσιν
1023εὐδοκιμώτερον. Ὅλαι αὐταὶ αἱ δαπάναι δὲν δύναται νὰ
1024ὑποτεθῇ ὅτι δύνανται ν’ ἀντιμετωπισθοῦν διὰ δανείων,
1025οὔτε δι’ ἐκτάκτων πόρων, ἀλλ’ εἶναι δαπάναι εἰς τὰς
1026ὁποίας πρέπει τὸ Κράτος νὰ προβαίνῃ σωφρόνως, ὁσάκις
1027τὸ σύνολον τῆς διαχειρίσεως τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ
1028τακτικὰ ἔξοδα παρέχῃ περισσεύματα, δυνάμενα μεθοδικῶς
1029νὰ χρησιμοποιῶνται πρὸς τὰς τοιαύτας δαπάνας. Αὐτὴ εἶ-
1030ναι ἡ σώφρων διαχείρισις, αὐτὴ εἶναι ἡ μεθοδικὴ διαχείρι-
1031σις. Ἡ διαχείρισις καθ’ ἣν χωρὶς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ
1032ἰσοζύγιον τῶν τακτικῶν ἐσόδων πρὸς τὰ τακτικὰ ἔξοδα,
1033καλύπτομεν τακτικὰς δαπάνας διὰ δανείων, ἡ διαχείρισις
1034αὕτη παύει νὰ εἶναι σώφρων, παύει νὰ εἶναι μεθοδικὴ καὶ
1035ὁδηγεῖ εἰς τὸν ὄλεθρον.
1036Τὸ σύνολον τῶν τοιούτων δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου
1037τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέρχεται εἰς δρ. 1.760.652.45. Πράγ-
1038ματι ὅμως δαπάναι τινες ἐκ τούτων κατ’ οὐσίαν ἀνήκουσιν
1039εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας,
1040ὅστις συμπληροῦται δι’ ἄλλων ἔτι δαπανῶν ἐκ δρχ.
10415.772.355 ὁμοίας φύσεως, περιλαμβανομένων ἐν τοῖς κε-
1042φαλαίοις των ὑπ’ ἀριθ. 100–102 καὶ 108–162.
1043Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν βαρύνουσιν ἐπί-
1044σης δαπάναι τοιαῦται ἐκ δρχ. 69,744.90. Τὸ Ὑπουργεῖον
1045τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας βαρύνεται ἐπίσης διὰ δαπανῶν ἐκ
1046δρχ. 594.910.28. Προορίζονται αὗται δι’ ἀμοιβὰς εἰδικῶν
1047ἀλλοδαπῶν, δι’ ἔξοδα ὑποτρόφων ἐν Εὐρώπῃ δι’ ἐπιχορή-
1048γησιν εἰς Διεθνὲς Συνέδριον Ῥώμης, δι’ ἐγκατάστασιν μι-
1049κροβιολογικοῦ ἐργαστηρίου, δι’ ἐγκατάστασιν γεωργικῶν
1050ἱδρυμάτων Μακεδονίας, Ἠπείρου καὶ νήσων Αἰγαίου καὶ
1051διὰ κεκλεισμένας χρήσεις.
1052Πᾶσαι αὗται εἶναι ὑπηρεσίαι τοῦ Κράτους συνήθεις. Τὸ
1053Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν περιλαμβάνει ἐπίσης τοι-
1054αύτας δαπάνας ἐκ δρχ. 10.848.464.54 ἤτοι εἶναι κεκλει-
1055σμέναι χρήσεις δρχ. 8.235.160.54, ἀποδοχαὶ ἀλλοδαπῶν
1056ἀξιωματικῶν δρχ. 300.000, ἔξοδα μιᾶς κλάσεως ἐφέδρων
1057δρ. 1.613.300 καὶ ἔξοδα ἐπιτεταγμένων ἀτμοπλοίων δρχ.
1058700.000. Ἐπὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ποιοῦ-
1059μαι τὴν παρατήρησιν, διότι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι εἰς ὅντινα
1060ἀριθμὸν ἀναφέρω τελείως εἰλικρινὴς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι
1061αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις κατ’ ἀρχὴν περιλαμβάνονται εἰς
1062τὰς δαπάνας, αἵτινες ἀντιμετωπίζονται διὰ τῶν τακτικῶν
1063ἐξόδων, καθὼς ἀνέπτυξα ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ἀλλ’ ἐφ’
1064ὅσον αὗται ἀνάγωνται εἰς διαχείρισιν τοῦ πολέμου καὶ ἐξ
1065αὐτοῦ ἐκπορεύωνται εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 1914, ἦτο δυνατὸν
1066νὰ καταβληθῶσιν εἰς τὸ κεφάλαιον τῶν δαπανῶν τῶν ἀν-
1067τιμετωπιζομένων διὰ δανείων, ἐφ’ ὅσον τὸ σύνολον τῶν
1068πολεμικῶν δαπανῶν διὰ δανείων ἀντιμετωπίσθη.
1069Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἐπίσης ἔχομεν σύ-
1070νολον τοιούτων ἐκτάκτων δαπανῶν ἐκ δρχ. 12.234.522.53.
1071Ὅλαι αἱ δαπάναι αὐταὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
1072εἶναι δαπάναι, αἵτινες καθ’ ὅλους τοὺς χρόνους τοὺς πρόσθεν
1073ἀντιμετωπίσθησαν διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους.
1074Ἀνάγονται αὗται εἰς διαφόρους ἐγκαταστάσεις, ἄλλας
1075μικράς, ἄλλας μεγάλας, αἵτινες εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν
1076λειτουργίαν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, εἶναι
1077δ’ αὗται δαπάναι δι’ ἐπιτάξεις, διὰ κεκλεισμένας χρήσεις,
1078δι’ ἀεροπλάνα καὶ ὑδροπλάνα, δι’ ἀποδοχὰς τῆς Βρεττανι-
1079κῆς Ἀποστολῆς, δι’ ἀλλοδαπὸν τεχνικὸν προσωπικόν, διὰ
1080κατασκευὴν ναυτικῶν κτιρίων, δι’ ἐγκαταστάσεις ἀσυρμά-
1081των, διὰ λέβητας θωρηκτῶν τύπου «Ὕδρας», δι’ ἠλεκ-
1082τρικοὺς προβολεῖς. Ἐὰν εἴτε μεγάλη αἰσιοδοξία περὶ τῶν
1083οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, εἴτε μεγάλη σπουδὴ ἐπε-
1084κράτησεν, ὥστε αἱ δαπάναι εἰσήχθησαν ἀθρόαι εἰς τὸ
1085ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δὲν παύουσιν ὅμως αὗται νὰ
1086εἶναι δαπάναι, αἵτινες εἶναι ἀντιμετωπιστέαι μόνον διὰ τῶν
1087τακτικῶν ἐσόδων, διότι δὲν βλέπω κατὰ τίνα λόγον οἱ
1088μισθοὶ τῆς Βρεττανικῆς ἀποστολῆς πρέπει νὰ πληρώνων-
1089ται διὰ δανείων ἢ αἱ ἐπιτάξεις διὰ τὰ γυμνάσια, πρέπει
1090νὰ πληρωθῶσι διὰ δανείων ἢ αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις ἢ
1091τὸ ἀντίτιμον τῶν ἀεροπλάνων καὶ ὑδροπλάνων καθ’ ὅμοιον
1092τρόπον νὰ καλυφθῶσι. Τοιαύτης φύσεως δαπάναι εἶναι
1093αὐταὶ ὧν τὸ ἄθροισμα φθάνει εἰς δρχ. 12.234.522.53.
1094Μόνον μία δαπάνη ἐκ τούτων σπουδαία, ὀγκώδης ἐν τῷ
1095συνόλῳ, εἶναι ἡ τῆς ἀγορᾶς τῶν λεβήτων τῶν παλαιῶν θω-
1096ρηκτῶν, ἥτις ἀνέρχεται εἰς δρχ. 3.757.900. Αἱ δαπάναι
1097αὗται δὲν εἶναι ἔκτακτοι. Εἶναι ἀνακαίνισις ὑφισταμένων
1098πλοίων καὶ ἔπρεπεν ν’ ἀντιμετωπισθῶσιν ὑπὸ τοῦ τακτι-
1099κοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐσόδων. Ἀνακεφαλαιῶ καὶ ἡ
1100ἀνακεφαλαίωσις τῆς τοιαύτης διακρίσεως τῶν ἐκτάκτων
1101δαπανῶν μὲ ἄγει εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα τὰ ἀθροι-
1102στικά. Ἔχομεν δαπάνας, αἵτινες εἶναι ἀναγεγραμμέναι ἐν
1103τοῖς ἐκτάκτοις ἐξόδοις ἢ ἐν τῇ κατηγορίᾳ τοῦ μετασχη-
1104ματισμοῦ τῶν κεφαλαίων καὶ αἵτινες ἀνέρχονται εἰς δρχ.
110551.856.304.91 δρχ. Αἱ δαπάναι δὲ αὗται εἶναι δαπάναι
1106αἵτινες παρὰ Κράτους συνετοῦ καὶ σωφρόνως διαχειριζο-
1107μένου τὰ ἴδια δύνανται ν’ ἀντιμετωπισθῶσι μόνον διὰ τῶν
1108τακτικῶν πόρων, εἴτε διὰ τῶν περισσευμάτων τῶν τα-
1109κτικῶν πόρων.
1110Τώρα αἱ δαπάναι αὐταὶ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐλαττωθῶσιν
1111ἐὰν τὸ κεφάλαιον περὶ οὗ εἶπον τῶν κεκλεισμένων χρήσεων
1112τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀφαιρεθῇ, ἀφαιρεθῇ δὲ
1113ἐπίσης καὶ τὸ κεφάλαιον τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν λεβή-
1114των τῶν θωρηκτῶν τύπου «Ὕδρας». Τότε θὰ φθάσωμεν εἰς
1115ποσὸν δρχ. 35.694.644.37. Εἶναι αὕτη ἡ ἐπιεικεστέρα
1116ἐκδοχὴ τῆς διακρίσεως τῶν δαπανῶν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία
1117διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὰς ἀντιλήψεις τῆς οἰκονομικῆς πλέον
1118καταστάσεως, ἐξερχόμενοι ἐντελῶς τῆς ἀντιλήψεως τῆς
1119ταμιακῆς καταστάσεως. Ἔχομεν ἤδη τακτικὰ ἔξοδα δρχ.
1120235.539.445.30.
1121Ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν ἔκτακτα ἔξοδα καὶ ἔσοδα ἐκ μετα-
1122σχηματισμοῦ κεφαλαίων, διὰ πόρων τακτικῶν ἀντιμε-
1123τωπιστέων δρχ. 51.856.304.91, ἤτοι ἐν συνόλῳ δρχ.
1124287.395.750.21, τὰς ὁποίας καλεῖται ν’ ἀντιμετωπίσῃ
1125ὁ προϋπολογισμὸς τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων ἐσόδων
1126τοῦ Κράτους, ἀνερχόμενος εἰς δρχ. 216.042.485. Τὸ πο-
1127σὸν τοῦτο συμφώνως πρὸς τοὺς λογαριασμούς, τοὺς ὁποίους
1128ἀνέφερον, δύναται νὰ ἐλαττωθῇ εἰς δρχ. 271.234. 089.67
1129δρχ. Κατὰ συνέπειαν οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων τὸ
1130ἔλλειμμα τὸ κατ’ ἐξοχὴν φύσεως οἰκονομικῆς, τὸ ἐνδεικνῦον
1131τὴν κατάστασιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς δημοσίας δια-
1132χειρίσεως, εἶναι ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται κατὰ τὸν μὲν
1133πρῶτον ὑπολογισμὸν εἰς δρχ. 70.858.385.21, κατὰ δὲ
1134τὸν δεύτερον ὑπολογισμόν, τὸν ἐπιεικέστερον εἰς δραχμὰς
113554.696.724.67.
1136Οἱανδήποτε ἐκδοχὴν θέλει λάβει ἡ Βουλή, τὸ ζήτημα
1137εἶναι ὅτι φθάνομεν εἰς ἔλλειμμα οἰκονομικὸν πολὺ ἀνώτερον
1138ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονο-
1139μικῶν, περιορίσας τοῦτο εἰς δρ. 27.510.261.30, διότι φθά-
1140νομεν κατὰ τὴν ἐπιεικεστέραν ἐκδοχὴν εἰς διπλασιασμόν,
1141κατὰ δὲ τὴν τυπικωτέραν ἐκδοχὴν εἰς τριπλασιασμόν
1142αὐτοῦ. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο μειοῦται κατὰ 1.270.372 δρχ.
1143κατὰ τὴν πρώτην ἐκδοχὴν καὶ αὐξάνει κατὰ 14.891.288.54
1144δρχ. κατὰ τὴν ἄλλην ἕνεκα τῶν διαφορῶν, τὰς ὁποίας
1145παράγει καθ’ ἑκάτερον τῶν ὑπολογισμῶν ἡ ἀντιστοίχισις
1146τῶν κονδυλίων τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ μετασχηματι-
1147σμοῦ κεφαλαίων.
1148Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν μᾶς εἶπε, πα-
1149ρηγορῶν τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ προϋπολο-
1150γισμοῦ τοῦ 1914: «ἐδανείσθημεν, ναί, ἀλλὰ διὰ τῶν δα-
1151νείων τούτων δὲν ἀντιμετώπισα μόνον τὰς ἀνάγκας τοῦ
1152πολέμου, δὲν προέβημεν μόνον εἰς αὔξησιν τῆς χώρας. Διὰ
1153τῶν δανείων ἀντιμετώπισα καὶ ἀνάγκας τῆς περαιτέρω
1154προπαρασκευῆς τοῦ Κράτους καὶ προσέθεσα ἐνεργητικὸν
1155εἰς τὴν γενικὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, προσέθεσα σιδη-
1156ροδρόμους, πυρομαχικά, ὁπλισμόν». Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο ἀπο-
1157λύτως; Ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς βεβαίως εἶναι ὀρθόν,
1158διότι ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς θὰ ἦτο ἄξιος ξυλίσματος
1159ἀφθόνου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ προσήρ-
1160χετο ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ εἴπῃ: «ἐδανεί-
1161σθην 400 ἑκατομμύρια, ἀλλὰ τὰ κατηνάλωσα διὰ τὴν ἐσω-
1162τερικὴν διοίκησιν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους χωρὶς νὰ προσθέσω τίποτε».
1163Τοιοῦτο δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναμένῃ ἡ Βουλὴ παρὰ τοῦ φιλ-
1164τάτου εἰς ἐμὲ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Οὐδεὶς ἠξίωσε
1165ποτὲ νὰ διατυπώσῃ ὅτι τὰ δάνεια ταῦτα συνωμολογήθησαν
1166καὶ ἐδαπανήθησαν διὰ σκοποὺς μὴ χρησίμους εἰς τὸ Κρά-
1167τος. Ἀλλ’ ἂν δὲν δύναται ἀφ’ ἑτέρου νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουρ-
1168γὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, ὅτι ηὔξησε
1169τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους, ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει νὰ φθάσῃ
1170εἰς τὴν θεωρίαν τοῦ καταρτισμοῦ ἰσολογισμοῦ τοῦ Κρά-
1171τους. Εἶναι ἀδύνατον ὅμως νὰ καταστρώσωμεν πράγματι
1172ἰσολογισμὸν ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους. Τὸ
1173Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξομοιωθῇ πρὸς ἐμπορικὴν
1174διαχείρισιν ἢ ἑταιρίαν, διότι ὑπάρχουσι πράγματά τινα,
1175τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ἀποτιμηθῶσι διὰ χρημάτων,
1176ὡς συμβαίνει ἐν πάσῃ ἐμπορικῇ διαχειρίσει. Ἐν τῷ παθη-
1177τικῷ τοῦ Κράτους ὑπάρχει μέγα τι κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον
1178ἐκπροσωπεῖται δι’ ὀγκώδους ἐτησίας χρηματικῆς ὑπηρε-
1179σίας, ἐνῷ ὡς κεφάλαιον δὲν δύναται νὰ ἀποτιμηθῇ. Εἶναι
1180δὲ τοῦτο τὸ κεφάλαιον τῶν ἐθνικῶν ὑποχρεώσεων καὶ τὸ
1181κεφάλαιον τῶν πολιτειακῶν ὑποχρεώσεων.
1182Ἐὰν ἠθέλωμεν νὰ συντάξωμεν ἀκριβῆ ἰσολογισμὸν τοῦ
1183ἐνεργητικοῦ καὶ παθητικοῦ τοῦ Κράτους, ὀφείλομεν νὰ ἀνα-
1184γράψωμεν εἰς τὸ παθητικὸν κεφαλαιοποίησιν τοῦ συνόλου
1185τῶν ὑποχρεώσεων τούτων, αἵτινες ἀντικρύζονται διὰ τῶν
1186ἐτησίως ἀναγραφομένων δαπανῶν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς
1187πολεμικῆς συντάξεως καὶ τῆς διοικήσεως τῆς χώρας· ὡς
1188ἐπίσης, ἐὰν ἠθέλωμεν νὰ ἀναγράψωμεν ἀντίστοιχον ἐνεργη-
1189τικόν, ὀφείλομεν ν’ ἀναγράψωμεν κεφαλαιοποίησιν ἐπὶ μή-
1190κιστον τοῦ συνόλου τῶν φορολογικῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἐπὶ
1191τοῦ συνόλου τῆς περιουσίας αὐτοῦ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὀφεί-
1192λει κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ νόμου πρὸς τὸ Κράτος. Ἀλλὰ περὶ
1193τούτου δὲν πρόκειται. Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου ἰσολο-
1194γισμοῦ. Πρόκειται περὶ καταστρώσεως ἄλλου λογαριασμοῦ.
1195Καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μήπως νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς
1196τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τὸ κεφάλαιον τὸ ἐκ δανείων, τὸ ὁποῖον
1197ἀποτελεῖ τὸ παθητικὸν τοῦ Κράτους, εἶναι κεφάλαιον, τὸ
1198ὁποῖον ἀντιμετωπίζεται διὰ τοῦ συνόλου τῆς ἀξίας τῶν
1199κτημάτων τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι
1200προσέθηκεν ἐνεργητικὸν διὰ τῶν δανείων τούτων; Βεβαίως
1201ὄχι. Ἐν πρώτοις τὰ δάνεια ἀντικρύζονται διὰ κεφαλαίου,
1202τὸ ὁποῖον σχηματίζει ἡ κεφαλαιοποίησις τῶν ἐκκεχωρη-
1203μένων δι’ αὐτὰ ἐτησίων προσόδων. Τοῦτο εἶναι τὸ κεφά-
1204λαιον, τὸ ὁποῖον ἀντικρύζει πᾶν δάνειον πραγματικῶς
1205κατὰ τὴν σύμβασιν. Ἀλλὰ τὰ κινητά, τὰ ὁποῖα εἰσάγον-
1206ται εἰς τὴν περιουσίαν τοῦ Κράτους, ἀποτελοῦσι πραγμα-
1207τικὴν αὔξησιν τοῦ ἐνεργητικοῦ, ἐφ’ ὅσον εἶναι κινητὰ
1208ἄφθαρτα ἢ προσοδοφόρα. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ δαπανῶν
1209πρὸς κατασκευὴν σιδηροδρόμων, περὶ ἔργων παραγωγικῆς
1210φύσεως, ὁ δανεισμὸς θὰ ἦτο πραγματικῶς παραγωγικὸς
1211δανεισμὸς καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν
1212Οἰκονομικῶν ὅτι ἐδανείσθην μέν, ἀλλ’ εἰσήγαγον εἰς τὸ
1213ἐνεργητικὸν τοῦ Κράτους περιουσίαν, ἡ ὁποία θὰ ἀναπτύξῃ
1214πόρους, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ αὐξηθὲν ἐνερ-
1215γητικόν. Ἐδῶ ὅμως εἰσήχθησαν πολεμοφόδια — ὀρθῶς εἰ-
1216σήχθησαν—ἀλλ’ εἶναι αὔξησις τοῦ ἐνεργητικοῦ τὰ πολε-
1217μοφόδια καὶ ὁ ἐξοπλισμός; Ὄχι. Ἐὰν ἑταιρία ἐμπορικὴ
1218ἤθελε χρησιμοποιήσῃ ταῦτα, θὰ τὰ ἀνῆγεν εἰς τὰς ἐπι-
1219σφαλεῖς ἀπαιτήσεις, διότι εἶναι πράγματα ἀντικαθιστά-
1220μενα διαρκῶς, ἐν πολέμῳ δὲ ἀμέσως φθειρόμενα· ἡ ἀνα-
1221γραφὴ δὲ τοιούτων ἀντικειμένων κινητῶν εἰς τὸν ἰσολογι-
1222σμὸν τοῦ Κράτους, ἀπαιτεῖ τὴν ἀναγραφὴν καὶ ἰδίας προ-
1223βλέψεως πρὸς ἀπόσβεσιν.
1224Λοιπὸν ἡ θεωρία αὕτη τοῦ ἐνεργητικοῦ ἐξυπηρετουμέ-
1225νου διὰ τῆς εἰσαγωγῆς εἰς αὐτὸ πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν
1226δανείων τοιαύτης κινητῆς περιουσίας τοῦ Κράτους εἶναι
1227θεωρία, ἡ ὁποία ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως δὲν ὑποθέτω
1228ὅτι ἀνεπτύχθη σοβαρῶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
1229νομικῶν, ἀλλ’ ὅτι ἐχρησίμευσε μόνον ὡς εἰσήγησις ἀνάλο-
1230γος ἀναπτύξεως ζωηροτέρας, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ἐνώπιον
1231τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δικαιολογῶν
1232τὰ δάνεια ἀπὸ ἀπόψεως πολιτικῆς. Καὶ δὲν δύναται βε-
1233βαίως κανεὶς ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν σκοπιμότητα τοῦ ἐξοπλι-
1234σμοῦ τοῦ Κράτους, οὔτε πρόκειται περὶ τοιαύτης ἀμφισβη-
1235τήσεως ἤδη.
1236Κύριοι, κατέληξα εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ὁ προϋπολο-
1237γισμὸς τοῦ Κράτους τοῦ 1914 καταλήγει εἰς πραγματικὸν
1238οἰκονομικὸν ἔλλειμμα 70.858.385.21 δραχ. Τὸ ἔλλειμμα
1239τοῦτο ἐπεχείρησεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ, ἀρχο-
1240μένου τοῦ ἔτους 1914 ἢ καὶ προϊόντος τοῦ ἔτους 1914;
1241Ὄχι. Ἡ Κυβέρνησις, ὅτε εὑρέθη ἀντιμέτωπος οἰκονομικῶν
1242ἀναγκῶν, αἵτινες προέκυψαν ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ Κράτους
1243καὶ ἐκ τῶν προϊουσῶν ἀναγκῶν τῆς ἀμύνης αὐτοῦ, εὑρέθη
1244προφανῶς ἐν τῷ διλήμματι ἂν πρέπῃ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ
1245ἔλλειμμα τῆς χρήσεως 1914 διὰ πόρων σταθερῶν, οἵτινες
1246θὰ ἠγγυῶντο τὴν μὴ ἐμφάνισιν ἐλλείμματος καὶ ἐν τῷ
1247ἀμέσως προσεχεῖ ἔτει καὶ κατὰ τὰ ἐπιόντα ἔτη, ἢ ἂν
1248ὤφειλε ν’ ἀκολουθήσῃ πολιτικὴν προσωρινήν, παρακολου-
1249θοῦσα ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν φυσιολογικὴν ἐξέλιξιν τῶν ὑφιστα-
1250μένων πόρων καὶ ἀφ’ ἑτέρου δανειζομένη. Παρηκολούθησε
1251τὴν πολιτικὴν τὴν δανειστικήν, σκεπτομένη ἵνα τὰ ἐλ-
1252λείμματα τοῦ 1914 καὶ τὰ πιθανὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν
12531915 καὶ 1916 καλύψῃ διὰ δανείων, εἴτε παγίων, εἴτε
1254προσωρινῶν, ἀφήσῃ δὲ καὶ τοὺς πόρους τοὺς κειμένους νὰ
1255ἀναπτυχθῶσι φυσιολογικῶς, ἵνα ἄνευ περαιτέρω ἐπιβαρύν-
1256σεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δυνηθῇ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς
1257περαιτέρω οἰκονομικὰς ἀνάγκας.
1258Τὸ σχέδιον τοῦτο εἶχέ τινα λογικὴν ἐν ἀρχῇ, ἀλλ’
1259ἔπαυσε νὰ ἔχῃ λογικὴν ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατεφάνησαν ἔκ-
1260δηλοι πλέον αἱ περιστάσεις, αἵτινες τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ
1261σχεδίου τούτου παρεκώλυον. Ἀφ’ ἧς στιγμῆς τὰ πράγματα
1262μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας πρὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου,
1263εἶχον ἀρχίσῃ νὰ παρουσιάζωσι παρένθετόν τινα ὀξύτητα,
1264ἥτις δὲν ἦτο ἄπορον ἂν ἤθελε καταλήξῃ καὶ εἰς προστρι-
1265βὴν θέτουσαν πάλιν εἰς ἀνησυχίαν τὴν εἰρήνην τῶν Βαλ-
1266κανίων, ἀπό τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ Κυβέρνησις ἦτο
1267ὑποχρεωμένη νὰ σκεφθῇ ὅτι ὁ δανεισμὸς διὰ τῶν διεθνῶν
1268ἀγορῶν δὲν ἦτο δυνατός. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ἤτοι
1269ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμεληθῇ
1270τῆς ἀντιμετωπίσεως τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως διὰ τῶν
1271πόρων τῶν ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἦτο ἐμφανὲς τὸν
1272Ἰούνιον, ἦτο ἀκαταμαχήτως πλέον προφανές, διότι ἐπιβλη-
1273τικῶς παρήχθη, κατ’ Αὔγουστον, ὁπότε ἡ διεθνὴς ἀγορὰ ἐκλεί-
1274σθη πλέον οὐχὶ διὰ τὸ τρέχον ἔτος μόνον ἢ τὸ ἑπόμενον, ἀλλὰ
1275δι’ ἀρκετὰ συναπτὰ ἔτη διὰ πάντας τοὺς μικρούς, οἵτινες
1276ἔχουσιν ἀνάγκην προσφυγῆς εἰς αὐτῶν. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς
1277ταύτης ὠφείλαμεν νὰ ἀποβάλωμεν ἀφ’ ἡμῶν πᾶσαν ἰδέαν
1278ὅτι τὸ πρόγραμμα τῆς βαθμιαίας ἐξελίξεως, τῆς φυσιολο-
1279γικῆς ἐξελίξεως τῶν κειμένων πόρων καὶ τῆς καλύψεως
1280τῶν ἐλλειμμάτων διὰ δανεισμοῦ, εἶναι δυνατὸν νὰ τύχῃ
1281ἐφαρμογῆς. Περὶ τούτου δὲ θὰ εἴπω προϊόντος τοῦ λόγου
1282περισσότερα. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις τί ἔπραξεν ἐν σχέσει
1283πρὸς τὴν ἐσωτερικὴν δημοσιονομικὴν αὐτῆς πολιτικήν;
1284Οὐδέν. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ μίαν τάσιν πρὸς
1285τὴν αὔξησιν τῶν ἀμέσων φόρων, μίαν δυσμενῆ διάθεσιν
1286πρὸς τοὺς ἐμμέσους φόρους. Ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ συμπάθειάν
1287τινα πρὸς τὰς νεωτέρας θεωρίας. Δὲν ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ
1288οὐδεμίαν ἀποφασιστικὴν δήλωσιν. Εἶναι γνωσταὶ αἱ νεώ-
1289τεραι θεωρίαι, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρυγορῶμεν. Εἶναι
1290ὀρθαὶ αἱ θεωρίαι τῆς ἐπιβολῆς τῆς ἀμέσου φορολογίας ὡς
1291δικαιοτέρας. Αἱ θεωρίαι αὗται ἐκράτησαν ἀπό καθέδρας.
1292Ἀλλὰ πρὸς τὰς θεωρίας ταύτας ἀπόλυτον ἐφαρμογὴν
1293μέχρι τοῦδε, οὐδὲν Κράτος ἠδυνήθη νὰ παράσχῃ. Καθ’ ὃν
1294χρόνον δὲ οἱ σοφοὶ ὅλων τῶν χωρῶν ἀπὸ καθέδρας διδά-
1295σκουσιν ὅτι ἡ ἄμεσος φορολογία εἶναι ἡ μόνη δικαίως
1296πλήττουσα καὶ ἐξ ἴσου πλήττουσα, πάντα τὰ Κράτη, τὰ
1297⅔ τῶν προϋπολογισμῶν τῶν ἐσόδων αὐτῶν ἔχουσι στηρίξῃ
1298ἐπὶ τῶν φόρων τῆς καταναλώσεως, ἐπὶ τῶν τελωνειακῶν
1299δασμῶν, ἐπὶ τῶν ἐμμέσων φόρων ἐν συνόλῳ. Ἡμεῖς ἐξεδη-
1300λώσαμεν μίαν συμπάθειαν πρὸς τὰς νεωτέρας ἀρχάς, διότι
1301εἶναι ἀνάγκη καθ’ ὅλας τὰς ἐκδηλώσεις τοῦ δημοσίου ἡμῶν
1302βίου νὰ φαινώμεθα ὅτι εἴμεθα ἀκόλουθοι τῶν νέων ἰδεῶν,
1303τῶν νέων ἀντιλήψεων.
1304Εἶναι ὡραῖαι αἱ ἀρχαὶ καὶ εἶναι ὡραῖαι αἱ φράσεις
1305αὗται, ἀλλὰ θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ κρίνωμεν ἂν εἶναι δυνατὸν
1306νὰ ἐφαρμόσωμεν αὐτὰς ἀμέσως ἐν Ἑλλάδι, ἢ νὰ ἐφαρμό-
1307σωμεν ταύτας κατ’ ἐξέλιξιν καὶ προϊόντος τοῦ χρόνου.
1308Προκειμένου περὶ τῶν ἐμμέσων φόρων, παρ’ ὅλην τὴν
1309ἀντιπάθειαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τούτους πα-
1310ρουσιάζεται ὅτι ἐκδηλοῖ, οὐδὲν ἔπραξεν. Καὶ ὀρθῶς,
1311διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ πράξῃ τι. Ἔπραξε τοῦτο μόνον.
1312Προέβη εἰς μεταρρυθμίσεις τινὰς δασμολογικὰς πρὸς δικαι-
1313ότερον κανονισμὸν ὡρισμένων δασμῶν. Ἀλλὰ τί ἔπραξεν
1314εἰς ἀντιστάθμισμα τοῦ προφανῶς ὑπάρχοντος ἐλλείμματος;
1315Ἢ μήπως προέβη εἰς τακτοποίησιν τοῦ φορολογικοῦ συ-
1316στήματος τῶν ἀμέσων φόρων; Δύο φορολογικὰ μέτρα ἔχει
1317νὰ ἐπιδείξῃ ἡ Κυβέρνησις τάσσοντα ταύτην εἰς τὸ σύστημα
1318τῶν ὑπὲρ τῆς ἀμέσου φορολογίας κεκηρυγμένων. Τὴν με-
1319ταβολὴν τοῦ φόρου τῶν σπειρομένων γαιῶν, ἔνθα ἐπρό-
1320κειτο ἄλλως τε περὶ ἀντικαταστάσεως μιᾶς ἀμέσου δι’
1321ἄλλης ἀμέσου φορολογίας, καὶ τὴν τροποποίησιν τοῦ
1322φόρου τοῦ εἰσοδήματος. Ὁ μὲν φόρος τῶν σπειρομένων
1323γαιῶν δὲν κατωρθώθη νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὁ δὲ φόρος τοῦ
1324εἰσοδήματος κατὰ τοιοῦτον τρόπον παρηκολουθήθη μέ-
1325χρι τοῦδε, ὥστε ἀντὶ νὰ βαίνῃ αὔξουσα ἡ ἀπόδοσις αὐ-
1326τοῦ, βαίνει ἐλαττουμένη, ὁ φόρος δέ, ἐκ τοῦ ὁποίου
1327ὑπελογίσθη ἀρχικῶς 1.000.000 δρχ. εἴσπραξις, ἔφθασεν
1328εἰς 350 ἢ 400 χιλιάδας δρχ. νομίζω, καὶ βαίνει ἐλατ-
1329τούμενος κατὰ ἀποδόσεις. Οὔτε διὰ τὴν κατ’ ἀπόδοσιν
1330τακτοποίησιν τοῦ φόρου τούτου ἠσχολήθη κἂν ἡ Κυβέρ-
1331νησις, ὥστε εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα δὲν
1332ἔχομεν καμμίαν ἐκδήλωσιν ἀντιλήψεως πρὸς ἀντιμετώπισιν
1333τοῦ δεινοῦ τῶν ἐλλειμμάτων διὰ ῥυθμίσεως τοῦ φορολογι-
1334κοῦ συστήματος. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν Νέαν Ἑλλάδα εἴχομεν
1335καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1914 ἓν δέος ἐκδηλούμενον πρὸς τὴν
1336ἰδέαν τῆς φορολογικῆς ἀφομοιώσεως, πρὸς τὸ φορολογικὸν
1337σύστημα τὸ ἰσχῦον ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Μόλις ἐπεβλήθη
1338μικρὰ δασμολογικὴ αὔξησις, ἐνεθυμήθη δὲ μόνον πρὸ ἑνὸς
1339μηνὸς ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ τὴν φορολογικὴν ἀφομοίωσιν,
1340καὶ τοιουτοτρόπως καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1914 ἀπωλέσθησαν
1341πλέον τῶν 8.000.000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλῶς θὰ
1342εἰσεπράττοντο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προέβαινεν εἰς τὴν φο-
1343ρολογικὴν ἀφομοίωσιν, καθ’ ὃν χρόνον προσῆκε νὰ προβῇ
1344εἰς ταύτην, ἤτοι ἀπὸ τὴν 1 Ἰανουαρίου 1914.
1345Ἀλλὰ καὶ περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν λοιπῶν ἀμέσων
1346φόρων, ἀτολμία καὶ νωχέλεια ἐπεδείχθη. Ὁ φόρος τοῦ οἰ-
1347νοπνεύματος ἐφηρμόσθη ἀτελῶς. Τὰ μονοπώλια πυρείων
1348καὶ παιγνιοχάρτων δὲν εἰσήχθησαν κἄν· μόνον τὸ μονοπώ-
1349λιον τοῦ ἅλατος εἰσήχθη. Ἔχομεν ἀπώλειαν ἐσόδων ἐκ
1350τούτου. Τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, νομίζω, ὅτι ἐν Κρήτῃ
1351οὐδὲ εἰσήχθη κἄν.
1352§47Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ
1353φόρος τοῦ οἰνοπνεύματος εἰσήχθη ἐν Κρήτῃ.
1354§48Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἰσήχθη.
1355§49Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι εἰσηγμένος.
1356§50Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ προϋπολογισμός σας λέγει ὅτι δὲν
1357εἰσήχθη.
1358§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λάθος εἶναι.
1359§52Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχει μάλιστα καὶ ἀπόδοσιν ἐπὶ τῇ
1360βάσει τοῦ ἐν Κρήτῃ νόμου καὶ ὄχι τοῦ Ἑλληνικοῦ, οὐδὲ
1361ἐκάματε τροποποίησιν καμμίαν εἰς τὰς δηλώσεις, ἵνα αὐ-
1362ξήσητε τὴν φορολογικὴν προϋπόθεσιν, διότι, ὅπως γνωρί-
1363ζετε, τὸ οἰνόπνευμα ἐν Κρήτῃ δασμολογεῖται.
1364Ἐπεδείχθη, λέγω, νωχέλεια ἀλλαχοῦ καὶ ἐπεδείχθη
1365ἀλλαχοῦ ἀτολμία. Ἀποτέλεσμα καὶ τοῦ ἑνὸς συστήματος
1366καὶ τοῦ ἑτέρου, ὑπῆρξεν ὅτι δὲν ἐπράξαμεν ὅ,τι ὠφείλα-
1367μεν εὐτόλμως νὰ ἐπιδιώξωμεν ἤτοι τὴν φορολογικὴν ἀφο-
1368μοίωσιν. Ἀπῃτεῖτο δ’ αὕτη διὰ λόγους καθαρῶς ἐξασφα-
1369λίσεως τῆς ἑνιαίας ἀντιλήψεως τοῦ Κράτους ἐν Ἑλλάδι,
1370παρά τε τοῖς νικηταῖς καὶ ἐλευθερωταῖς καὶ παρὰ τοῖς ἐλευ-
1371θερωθεῖσιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸν λόγον τῆς οἰκονομικῆς ἐπιβα-
1372ρύνσεως, πρὸς ἀντιμετώπισιν ἀφ’ ἑνὸς τῶν δαπανῶν τῶν
1373κολοσσιαίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ διὰ
1374τὴν ἐξ ἴσου φορολογικὴν ἐπιβολὴν βαρῶν ἐπὶ ἐκείνους, οἵ-
1375τινες ἠλευθερώθησαν ὑπὸ τοῦ ἑλληνικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ
1376καὶ οἵτινες ἔχουσιν ἐπίσης τὴν ὑποχρέωσιν ἵνα ἐξ ἴσου φέ-
1377ρωσιν ἐν τῷ συνόλῳ τὰ οἰκονομικὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν
1378ἐπιτεθῇ εἰς τοὺς κατοίκους τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἀπη-
1379τεῖτο ἡ ἐπιβάρυνσις τῶν Νέων Χωρῶν διὰ λόγους ἐξασφα-
1380λίσεως τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας καὶ τῆς ἐπιτεύξεως ἐκ-
1381πολιτιστικῶν ἔργων ἐν τῇ χώρᾳ, τῶν ὁποίων ἐξ ἴσου θέ-
1382λουσιν ἀπολαύσει καὶ οἱ νέοι τῆς Ἑλλάδος πολῖται ὡς καὶ
1383οἱ παλαιοί—ἢ μᾶλλον περισσότερον οἱ νέοι ἀπὸ τοὺς πα-
1384λαιοὺς—. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς προέχει τὸ ζήτημα τῆς ἀμύ-
1385νης καὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας.
1386Καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀκεραιότητος τῆς χώρας,
1387δὲν ἔχουσι μόνον νὰ αἰσθανθῶσι τὴν εὐθύνην οἱ Ἕλλη-
1388νες πολῖται τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ καὶ αἱ ἐλευ-
1389θερωθεῖσαι ἐπαρχίαι τῶν Νέων Χωρῶν. Ἐφ’ ὅσον δὲ αἱ
1390ἐπαρχίαι τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου ἔχυσαν ἄφθονον τὸ αἷμα
1391αὐτῶν, πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν νέων Ἐπαρχιῶν καὶ ὑπε-
1392βλήθησαν εἰς ὀγκωδέστατα φορολογικὰ βάρη διὰ τὴν ἀντι-
1393μετώπισιν ὅλων τῶν προσπαθειῶν, αἵτινες ἀπὸ 70 ἐτῶν
1394καταβάλλονται διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν ταύτην τοῦ Γένους
1395ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους ἐν πλήρει συνοχῇ, εἶναι ὀρ-
1396θὸν ἵνα καὶ οἱ νέοι πολῖται τῆς Ἑλλάδος συμμετάσχωσιν
1397ἀμέσως ὅλων τῶν βαρῶν ἐκείνων, χάριν τοὐλάχιστον δι-
1398καιοτέρας κατανομῆς τῶν βαρῶν, ἅτινα πρὸς ἀπελευθέρω-
1399σιν αὐτῶν ἔχουσιν ἀναληφθῇ.
1400Ἀλλ’ ἐν ᾧ ταῦτα, κύριοι, ἀπὸ ἀπόψεως δημοσιονομι-
1401κῆς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπετέλεσε, ἐν ᾧ ἡ Κυβέρνησις παρέ-
1402μεινε καθ’ ὅλον τὸ διάστημα μὲ χεῖρας ἐσταυρωμένας, ἐν-
1403τελῶς ἀναμένουσα τὸν δανεισμόν, ἵνα καλύψῃ τὰ ἐλλείμ-
1404ματα καὶ τὴν διὰ τῆς φυσικῆς ἐξελίξεως μείζονα ἀπόδοσιν
1405τῶν κειμένων φόρων, ἵνα αὐξήσῃ τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους,
1406ἀφ’ ἑτέρου ὑπῆρξαν καὶ γεγονότα τὰ ὁποῖα προεκάλεσαν
1407τὴν αὔξησιν τῶν βαρῶν, ἕνεκα κυβερνητικῶν σφαλμάτων,
1408καὶ τὰ κυβερνητικὰ ταῦτα σφάλματα ἀνάγονται εἰς δύο
1409κεφαλαιώδεις ἀρχάς. Ἐν πρώτοις τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον
1410παρετάθη ὑπερμέτρως τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, προεκάλεσε
1411τοιαύτην ἀφαίρεσιν ἑνότητος ἐν τῇ διοικήσει καὶ ἐπιβολῆς,
1412ὥστε ὑπῆρξαν λανθάνουσαι δαπάναι πλεῖσται ὅσαι, αἱ
1413ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῶσι λεπτομερῶς καὶ
1414αἵτινες ἀποτελοῦσι τὴν πραγματικὴν αὔξησιν τῶν δαπα-
1415νῶν τοῦ Κράτους, αἱ ὁποῖαι δὲ δὲν θὰ ἐλάμβανον χώραν
1416ἐὰν ἡ διοίκησις ἦτο ἐπιβλητικωτέρα ἐπὶ τῶν Νέων Χωρῶν.
1417Μόνον, κύριοι, ἔκτακτος ὁδοποιΐα ἐν Κρήτῃ καὶ Ἠπείρῳ
1418ἀναγράφει δαπάνην 3.000.000 δραχμῶν. Καὶ δύναταί τις
1419νὰ ἐρωτήσῃ: Ἦτο ἀνάγκη καθ’ ὃν χρόνον τὰ τοῦ Κράτους
1420εὑρίσκοντο ἐν τῇ καταστάσει, ἥτις σήμερον βεβαιοῦται,
1421καθ’ ὃν χρόνον πᾶσα ἰκμὰς ἔπρεπε νὰ περισυλλεγῇ διὰ
1422τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀμύνης τῆς χώρας, ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπι-
1423τραπῇ ἡ κατασκευὴ ἐν Κρήτῃ δημοσίων ἔργων 1.800.000
1424δραχ.; Καὶ δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ: Ἦτο ἐπιτετραμμέ-
1425νον νὰ ἐπιτραπῇ ἐν Ἠπείρῳ ἡ κατασκευὴ δημοσίων ἔρ-
1426γων 1.200.000 δραχμῶν; Καὶ ταῦτα ἐγένοντο τῇ ἐγκρί-
1427σει τῆς Κυβερνήσεως; Ἢ ἐγένοντο τῇ πρωτοβουλίᾳ τῶν
1428ἐπιτοπίων διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ ἡ Κυβέρνησις τὰ ἠνέ-
1429χθη; Καὶ διατί ἡ Κυβέρνησις ἠνέχθη τοιαύτας δαπάνας
1430μὴ ἐξυπηρετούσας κανένα σκοπὸν ἀμυντικόν, ἀλλὰ ἐξυπη-
1431ρετούσας μόνον τοπικὰς ἀνάγκας; Ὅταν δὲ ἡ Κυβέρνησις
1432ἠνέχθη τὰς δαπάνας ταύτας, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ὡς καὶ
1433εἰς ἄλλην συνεδρίασιν ἀνέπτυξα, ἠνέχθη καὶ φορολογίαν
1434δι’ ἀποφάσεως Γενικοῦ Διοικητοῦ ἐπιβληθεῖσαν, εἶναι δυ-
1435νατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀξιώσῃ ὅτι ἐπὶ τῶν Διοικήσεων
1436τούτων εἶχε χεῖραν στιβαρὰν καὶ ὅτι ἤλεγχε ταύτας καὶ
1437ἐπεβάλλετο ἐπ’ αὐτῶν καὶ ὅτι ἐπ’ αὐτῶν ἐπεῖχε τὴν θέ-
1438σιν Κυβερνήτου ἢ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ Γενικοὶ
1439Διοικηταὶ εἶχον διαρρήξῃ πάντα δεσμὸν πειθαρχίας ἀπὸ
1440τοῦ Κέντρου καὶ ὅτι εἶχον μεταμορφώσῃ ἑκυτοὺς εἰς ἡγε-
1441μονίσκους εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις; Ἔκτακτα ἔργα ὁδο-
1442ποιΐας καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τοῦτο ὑπὸ μίαν μόνον ἔν-
1443νοιαν θὰ ἠδύνατό τις νὰ ἐπιτρέψῃ, ἐὰν ἡ κατασκευὴ τῶν
1444δημοσίων αὐτῶν ἔργων εἰς τὰς Νέας Χώρας συνεδυάζετο
1445καὶ πρὸς τὰς στρατιωτικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Καὶ θὰ
1446ἤμην ἕτοιμος νὰ χειροκροτήσω δαπάνην ἔκτακτον διὰ κα-
1447τασκευὴν δημοσίων ἔργων ἐν Μακεδονίᾳ ἀξίας καὶ 6 καὶ
14488 καὶ 10 ἑκατομμυρίων καὶ συνομολόγησιν δανείου πρὸς
1449ἀντιμετώπισιν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ βλέπετε τὴν φειδωλίαν,
1450μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν προσηνέχθη
1451εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὡς Γενικὸς Διοικητὴς τῆς Μακεδο-
1452νίας, ἔχων τὴν πραγματικὴν συναίσθησιν τοῦ Κυβερνήτου,
1453ἀφ’ ἑτέρου βλέπομεν δύο ἑτέρας Γενικὰς Διοικήσεις, δι’ ἔργα
1454μὴ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ἄμυναν τῆς χώρας, ἀλλὰ δι’ ἔργα
1455ἐκπληροῦντα τοπικὰς ἀνάγκας, δαπανώσας 3.000.000
1456δραχμῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν περιστάσεων τούτων, ὑφ’ ἃς ἐγέ-
1457νοντο αἱ δαπάναι αὗται, ἀνεκταὶ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως,
1458δύναμαι νὰ ἐρωτήσω· κύριοι, τὰ τῆς ὁδοποιΐας ἐπὶ τέλους
1459τοῦ Κράτους ἕως πότε θὰ διαβιοῦν καὶ θὰ διαχειρίζωνται
1460οὕτως ἀνωμάλως; ἕως πότε ἡ ὁδοποιΐα τοῦ Κράτους θὰ
1461εἶναι διανεμημένη προνομιακῶς εἰς τοὺς κατέχοντας τὴν
1462θέλησιν διὰ νὰ ἐπιβάλλεται; Καὶ ἕως πότε ἐπὶ τέλους θὰ
1463ὑπάρχουν ἐπαρχίαι στερούμεναι ἴχνους ὁδοποιΐας, ἐνῷ ἄλ-
1464λαι εὑρίσκονται ἐν ἀπολύτῳ ἐπαρκείᾳ;
1465§53Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Δὲν ἐφρόντισαν οἱ βουλευταί των.
1466§54Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς λέγει ὅτι δὲν ἐφρόντι-
1467σαν οἱ βουλευταί· καὶ ἐγὼ ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἔρ-
1468γον τῶν βουλευτῶν τοῦτο, εἶναι ἔργον τῶν Κυβερνήσεων.
1469Τῶν βουλευτῶν τὸ μόνον ἔργον εἶναι νὰ ἐλέγχωσι τὸ ἔργον
1470τῆς Κυβερνήσεως, ἔργον ὅμως αὐτῶν δὲν εἶναι νὰ παρακα-
1471λῶσι τοὺς Ὑπουργοὺς καὶ παρασκηνιακῶς νὰ ἐργάζωνται·
1472τοῦτο ἠθελήσαμεν νὰ καταπαύσωμεν καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ
1473τοιούτου πνεύματος ἤλθατε καὶ ὑμεῖς εἰς τὴν Βουλήν.
1474Ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι τινὲς τῆς Π. Ἑλλάδος, αἵτινες
1475ἠδύναντο νὰ φθάσωσι εἰς περιωπὴν ἑλβετικῶν καντονίων
1476λόγῳ τῆς φύσεως αὐτῶν καὶ αἵτινες εὑρίσκονται εἰς τὸ
1477ἔσχατον σημεῖον τῆς εἰκόνος τοῦ πολιτισμοῦ ἕνεκα αὐτῆς
1478τῆς πολιτικῆς. Ἐὰν εἶναι ἀνάγκη καὶ θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη
1479ἀνάγκη ὁδοποιΐας, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἴση καὶ δικαία ἡ
1480μέριμνα καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι καταδικαστέον τὸ ἔργον τῆς
1481πολιτείας ἐπιτρεπούσης ἢ ἀνεχομένης τὴν κατασκευὴν
1482δημοσίων ἔργων πολυδαπάνων ἐν ἐπαρχίαις ὡρισμέ-
1483ναις, χωρὶς νὰ μετάσχωσι καὶ ἕτεραι τῶν αὐτῶν ὠφε-
1484λημάτων, εἶναι τὸ ἔργον τοῦτο πολλαπλασίως καταδικα-
1485στέον, ὅταν αἱ δαπάναι αὗται ἐπιτρέπωνται ἐκ τῶν ἐλειμ-
1486μάτων τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ὁ προϋπολογισμὸς
1487ἔχει ἔλλειμμα 70.000.000 εἶναι συγχωρημένον νὰ δαπα-
1488νῶνται χρήματα δι’ ὁδοποιΐας μὴ ὑπηρετοῦντα ἄμεσον
1489ἀναγκαίαν ἄμυναν τοῦ Κράτους;
1490Ἐρχόμεθα, κύριοι, εἰς ἄλλο κεφάλαιον γενικωτέρας
1491φύσεως. Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς κατηγορία δαπανῶν εἰς τὸν προϋ-
1492πολογισμὸν τοῦ Κράτους:
1493Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν. Μισθοὶ ναυτοχωροφυλάκων
1494δρχ. 1,031.600· ἔκτακτος δαπάνη περιθάλψεως προσφύ-
1495γων ἐν τῇ Π. Ἑλλάδι δρχ. 6.000.000· περίθαλψις προσ-
1496φύγων ἐν Μακεδονίᾳ δρχ. 8.880.140· περίθαλψις προσ-
1497φύγων ἐν Ἠπείρῳ δρχ. 406.720. Ἐν συνόλῳ δαπάνη
1498ἔκτακτος διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ δρχ.
149916.318.460.
1500Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Διὰ τὴν διατήρησιν
1501μιᾶς κλάσεως ἐφέδρων δρχ. 1.613.300· δαπάνη ἐπιτά-
1502ξεως δρχ. 700.000· ἔκτακτα ἔξοδα ἱματισμοῦ κλπ. δρχ.
15031.000.000. Ταῦτα ἐν ὅλῳ ἀναγράφονται εἰς δραχμὰς
15047.991.471, ἀλλὰ διὰ τοὺς κληθέντας ἐπιστράτους ὑπολο-
1505γίζεται ἡ δαπάνη εἰς δραχ. 1.000.000. Ἤτοι διὰ τὸ
1506Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔκτακτος δαπάνη δραχ.
15075.888.300.
1508Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν. Ἔφεδροι ἀξιωματικοὶ καὶ
1509ναῦται δραχ. 640.000. Τροφοδοσία τούτων δρχ. 100.000·
1510ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δρχ. 350.000· γαιάνθρακες
1511δρχ. 3.000.000· ἱματισμὸς δρχ. 700.000· ναῦλοι καὶ
1512ἀσφάλιστρα δρχ. 620.000· ἐπιτάξεις δρχ. 200.000· ἀπο-
1513δοχαὶ ἀλλοδαπῶν πληρωμάτων δρχ. 200.000· τίμημα
1514θωρηκτῶν «Λήμνου» καὶ «Κιλκὶς» δραχ. 66.900.000. Ἤτοι
1515ἔκτακτα ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου Ναυτικῶν ἐν ὅλῳ δραχ.
151672.710.000.
1517Τὰ τρία Ὑπουργεῖα ἐν συνόλῳ ἔχουσιν ἐκτάκτους δα-
1518πάνας δραχ. 94.916.760.
1519Κύριοι, ἀνέφερα τὰς δαπάνας ταύτας μὲ τοὺς τίτλους
1520ἑκάστου κεφαλαίου διὰ νὰ ἐρωτήσω πάντα θέλοντα νὰ
1521σκέπτηται περὶ τῶν πολιτειακῶν πραγμάτων: αἱ δαπά-
1522ναι αὗται εἰς τί ὀφείλονται; Μὴ αἱ δαπάναι αὐταὶ δὲν
1523ὀφείλονται εἰς τὴν τήρησιν τοῦ Κράτους ἐν ἐπείγοντι καὶ
1524αἰφνιδίῳ ἐξοπλισμῷ, ἐν ἐμπολέμῳ σχεδὸν καταστάσει
1525καθ’ ὅλον τὸ ἔτος 1914; Ὅλαι αἱ δαπάναι τοῦ ἐξοπλι-
1526σμοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ λάβω τὸν λόγον
1527ἐν τῇ συζητήσει τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουρ-
1528γείου τῶν Ναυτικῶν, ὅλαι αἱ δαπάναι αὐταὶ διὰ τὴν
1529ἄμεσον ἀγορὰν τῶν πλοίων, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν τήρησιν τοῦ
1530Ναυτικοῦ ἐν ἐμπολέμῳ καταστάσει, αἱ δαπάναι αὐταὶ
1531εἰσὶ δαπάναι ἐξαιρετικαί, ὀφειλόμεναι εἰς ἐξαιρετικοὺς λό-
1532γους. Ἀλλὰ καὶ αἱ δαπάναι, αἱ ἐξαιρετικαὶ τοῦ Ὑπουργείου
1533τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ ἐπείγουσαι, ὀφείλονται εἰς παρακρά-
1534τησιν ἐν τῷ στρατεύματι πλειόνων ἡλικιῶν παρ’ ἐκείνας,
1535αἵτινες κατὰ τὸν στρατολογικὸν νόμον ὑπηρετοῦσιν. Τοῦτο
1536δὲ χάριν μείζονος ἀσφαλείας, διότι βεβαίως ἡ κλῆσις
1537τῶν τριῶν κλάσεων ἐφέδρων τῆς Μακεδονίας ἦτο κλῆσις
1538ἁπλῶς ἐπιβεβλημένη διὰ τὴν βαθμιαίαν ἄσκησιν ὅλου τοῦ
1539ἐφεδρικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Μακεδονίας. Ἀλλ’ ἡ παρακρά-
1540τησις μιᾶς ἡλικίας ἐφέδρων δι’ ὑπηρεσίαν καὶ ἡ σύγχρο-
1541νος κλῆσις μιᾶς ἡλικίας κληρωτῶν, εἰσὶν μέτρα μείζονος
1542ἀσφαλείας τοῦ Κράτους. Καὶ ἡ περίθαλψις τῶν προσφύ-
1543γων εἶναι ἀναγκαία συνέπεια αὐτῆς τῆς καταστάσεως
1544καὶ ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς αἰτίας πηγάζουσιν πᾶσαι αἱ
1545δαπάναι αὗται. Ποῖα εἶναι αὐτὴ ἡ αἰτία; Εἶναι λόγοι
1546ἐξωτερικοί. Εἶναι λόγοι οἵτινες ἀπὸ τοῦ μέσου τοῦ Νοεμ-
1547βρίου ἐπέβαλλον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα ἀποβλέπῃ εἰς τὸ
1548ἔτος 1914 ὡς ἔτος οὐχὶ εἰρηνικοῦ βίου, οὐχὶ παραγωγικοῦ
1549βίου διὰ τὴν ἑλληνικὴν χώραν, ἀλλ’ ὡς ἔτος, καθ’ ὃ οἱ
1550πολεμισταί, οἱ πρὸ ὀλίγου ἀφήσαντες τὸ πεδίον τῶν μα-
1551χῶν, ἤθελον κληθῆ διὰ νὰ διακόψωσιν πάλιν τὸ εἰρηνικὸν
1552ἔργον αὐτῶν, ν’ ἀφήσωσι πάλιν πᾶν ἔργον καλλιεργείας
1553τῆς γῆς ἢ χειροτεχνικὸν ἢ ἐπαγγελματικὸν ἔργον καὶ ἐπα-
1554νέλθωσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα ἵνα ἀσφαλίσωσι τὴν πατρίδα αὐτῶν.
1555Τοιαῦται ἦσαν αἱ προβλέψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐν ἀρχαῖς
1556τοῦ 1913 καὶ αἱ προβλέψεις αὐταὶ τῆς Κυβερνήσεως ἀντι-
1557μετωπίζονται διὰ τῶν δαπανῶν τούτων. Καὶ ἤθελέ τις
1558ἐρωτήσει· αἱ ἐξωτερικαὶ προβλέψεις ἦσαν ἀναμφισβήτητοι
1559διότι ὁ θεὸς τῶν πολέμων ἐνέσκηψεν ἀπρόσκλητος εἰς τὴν
1560Ἑλλάδα καὶ ἐνέβαλε τὴν τοιαύτην παραζάλην καὶ τοὺς
1561τοιούτους κινδύνους ἢ μὴ οἱ ἄνθρωποι, παρὰ τὴν πρὸ δύο
1562μηνῶν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης, εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγ-
1563κην ἐξ ἰδίων σφαλμάτων νὰ προκαλέσωσι τὴν ἀνεμοζάλην
1564ταύτην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν; Ταῦτα πάντα θὰ ἀπεσο-
1565βοῦντο, κύριοι, ἐὰν τὰ πράγματα εἶχον ὀρθῶς καὶ προ-
1566βλεπτικῶς κατὰ τοὺς δύο τελευταίους μῆνας τοῦ 1913.
1567Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεκράτησε πάντοτε
1568ἡ ὑπηρεσιακὴ σύγχυσις καὶ ἐπεβλήθη μόνον ἡ ἀτομικὴ
1569πρωτοβουλία τοῦ διευθύνοντος. Ἔλειψε πάντοτε ἡ ἐκ παρα-
1570δόσεως ὀργάνωσις, ἡ δυναμένη νὰ καταστήσῃ τοῦτο ὀργα-
1571νισμὸν ἀφ’ ἑαυτοῦ λειτουργοῦντα καὶ μὴ ὑφιστάμενον τὰς
1572κοπώσεις τοῦ ἀτόμου. Τούτου ἕνεκα ἡ κόπωσις, ἥτις ἐ-
1573πῆλθεν ἐπὶ τοὺς κυβερνῶντας τὴν χώραν, κόπωσις δεδι-
1574καιολογημένη κατὰ συνέπειαν τῶν διετῶν ψυχικῶν ἀγω-
1575νιῶν, ἐπεκράτησεν ἐπὶ τῆς λειτουργίας τῶν ἀτελῶν ὑπηρε-
1576σιῶν, ἀποσθεννύουσα πᾶσαν ταχύτητα ἐνεργείας, πᾶσαν
1577ἀποφασιστικότητα περὶ τὴν πρόβλεψιν, πᾶσαν ἀποφα-
1578σιστικότητα περὶ τὴν λῆψιν τῶν μέτρων. Ἂν μὴ τοῦτο συ-
1579νέβαινεν, δὲν ἠθέλομεν παραστῆ εἰς τὸ θέαμα τοῦ αἰφνι-
1580δίου ἐξοπλισμοῦ τοῦ ἀντιπάλου ἐκείνου, τοῦ πρὸ δύο μη-
1581νῶν συνομολογήσαντος μεθ’ ἡμῶν συνθήκην εἰρήνης καὶ
1582ἀμέσως ἀποφασίσαντος ὅπως πλήξῃ ἡμᾶς καθ’ ἣν στιγ-
1583μὴν θὰ ἀπέβαινε πάλιν ἰσχυρός. Ἡ πρόβλεψις αὕτη
1584ἔλειψεν, ἡ ἀποφασιστικότης περὶ τὰ μέτρα ἐξηφανίσθη.
1585Καθ’ ἣν στιγμὴν δ’ ἐγένοντο προσπάθειαι ἐκ μέρους τῆς
1586Τουρκίας πρὸς ἐξοπλισμόν, ἐπεδείχθη νωχέλεια ἐνταῦθα
1587καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡ Τουρκία εὕρισκε χρήματα, ἐνῷ ἦτο
1588σχεδὸν χρεωκοπημένη, ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν.
1589Τὰ ἑκατομμύρια εὑρέθησαν τότε, ὅτε παρέστη ἀνάγκη ἀπό-
1590λυτος, ἔστω καὶ μὲ τόκον 6% καὶ 2% προμήθειαν.
1591Καὶ ἡ εὕρεσις αὐτῶν ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων ὅτι ἦτο
1592δυνατὴ μέν, ἀλλὰ δὲν ἐπετεύχθη ἐγκαίρως ὅπως ἀντι-
1593μετωπισθῇ ἡ κατάστασις.
1594Θὰ μοῦ εἴπητε βεβαίως ὅτι εἶχε συνομολογηθῇ τὸ δά-
1595νειον τῶν 250.000.000 καὶ ὅτι εἴχετε καταστήσει τὴν
1596Τράπεζαν ἐλευθεριωτέραν περὶ τὴν παροχὴν τοῦ χρήματος.
1597Ἀλλὰ κατὰ μῆνα Δεκέμβριον δὲν ἀπῃτοῦντο 65.000.000
1598ἵνα ἀγορασθῇ πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἠσφάλιζε τὴν ἑλληνικὴν
1599ὑπεροχὴν κατὰ θάλασσαν ἀπέναντι τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἀ-
1600πῃτεῖτο μόνον προκαταβολή, προκαταβολὴ ἧς τὸ ποσὸν
1601συνεζητεῖτο, ἥτις ἀντὶ τῶν 65.000.000 ἠδύνατο νὰ ἐλατ-
1602τωθῇ εἰς 25 ἢ 10.000.000. Καὶ ἡ προκαταβολὴ αὕτη, ἂν
1603ὑπῆρχεν ἡ ἀποφασιστικότης περὶ τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου
1604καὶ περὶ τὴν ἐπιβολὴν ἐπὶ τὴν Τράπεζαν, οἵα ἐξεδηλώθη
1605διὰ τῶν τελευταίων τραπεζιτικῶν νόμων, ἡ προκαταβολὴ
1606αὕτη θὰ εὑρίσκετο, κατόπιν δὲ θὰ συνωμολογεῖτο καὶ εὐ-
1607κολώτερον τὸ δάνειον καὶ θὰ ἐξεδίδετο εὐκολώτερον ἡ δευ-
1608τέρα δόσις αὐτοῦ, διότι μετὰ τὴν ἀπόκτησιν τῆς ναυτικῆς
1609ὑπεροπλίας ἠθέλομεν ἀσφαλίσει διὰ τὴν ἀντίληψιν τῆς
1610συναλλασσομένης Εὐρώπης, τὴν εἰκόνα τῆς Ἑλλάδος, ἀπο-
1611λαυούσης πλήρους ἀσφαλείας ἐν ταῖς ἐξωτερικαῖς σχέσεσιν.
1612Τοῦτο δὲν ἀντελήφθησαν κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον καὶ
1613τοῦτο, τὸ ὁποῖον συνέβη, ἦτο κακὸν διὰ τὴν ἐθνικὴν ἄμυ-
1614ναν, συγχρόνως δὲ οὐ μόνον ἐδυσχέρανε τὸν δανεισμόν,
1615ἀλλ’ ἀνέκοπτε καὶ πᾶσαν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ κίνησιν καὶ
1616πᾶσαν ἐργασίαν, διότι ὅλος ὁ ἑλληνικὸς κόσμος εὑρίσκετο
1617πρὸ τῆς ἀμφιβολίας ἂν θὰ εἴχωμεν πόλεμον τὴν ἐπαύριον,
1618ἔσχε δὲ τοῦτο ὡς συνέπειαν καὶ τὴν δαπάνην τῶν 94 ἑκα-
1619τομμυρίων, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐκπροσωπεῖται ἡ ἔλλειψις τῆς κυ-
1620βερνητικῆς ταχύτητος καὶ ἀποφασιστικότητος. Καὶ ἡ δα-
1621πάνη αὕτη, ἥτις ἀνέτρεψε τὸ προσδοκώμενον περίσσευμα
1622καὶ μετέτρεψε τοῦτο εἰς ταμειακὸν ἔλλειμμα 70.000.000,
1623ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι ὁλόκληρος εἰς βάρος τῆς εὐθύνης τῆς
1624Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν θὰ μοῦ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις ἀπαντῶσα
1625ὅτι ἀπέκτησε δύο πλοῖα, διότι θὰ ἀντείπω, ὅτι ἂν προέ-
1626βαινεν εἰς τὴν ταχεῖαν ἀγοράν, προλαμβάνουσα τὴν Τουρ-
1627κίαν εἰς τοῦτο, ἤθελεν ἀγοράσει ἓν πλοῖον ἀντὶ τριῶν,
1628διότι εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην κατόπιν νὰ παραγγείλῃ ἓν
1629πλοῖον διὰ τὴν μέλλουσαν παρασκευὴν τῆς χώρας, τὴν με-
1630θοδικήν, καὶ νὰ ἀγοράσῃ ἄλλα δύο διὰ τὴν πρόχειρον, τὴν
1631ἀτελῆ, τὴν ἀσθενῆ, τὴν ἀστείαν ἀντιμετώπισιν τῶν κιν-
1632δύνων. Ὥστε ἡ δαπάνη ὑπῆρξε διπλῆ καὶ διὰ τοῦτο πραγ-
1633ματικῶς ἡ δαπάνη, ἡ ὁποία κατηναλώθη εἰς τὴν ἀγορὰν
1634τῶν δύο θωρηκτῶν τοῦ «Κιλκὶς» καὶ τῆς «Λήμνου», εἶναι
1635δαπάνη ἡ ὁποία ἐρρίφθη εἰς τὴν θάλασσαν, διότι ἡ ἔγκαι-
1636ρος πρόνοια θὰ ἀντικαθίστα ὅλα αὐτὰ διὰ τῆς ἀγορᾶς
1637πλοίου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀντιμετώπιζε τὴν πρόχειρον, ἀλλὰ
1638καὶ τὴν ὁριστικὴν τοῦ ναυτικοῦ προγράμματος ἀνάγκην
1639καὶ θὰ ἔδιδεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν προτεραιότητα περὶ
1640τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς προγράμματος, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου
1641θὰ ἐκαλεῖτο ὁ ἀντίπαλος ν’ ἀμυνθῇ καὶ νὰ δαπανήσῃ, ἀλλ’
1642ἕως οὗ παρασκευάσῃ τὴν ἄμυνάν του ἡμεῖς θὰ εἴχωμεν τὴν
1643ὑπεροχήν. Αὐτὴ εἶναι ἡ μέλαινα εἰκὼν ἐν τῷ προϋπολο-
1644γισμῷ τοῦ Κράτους, διότι ἐξεικονίζει ὁλόκληρον τὴν ἔλ-
1645λειψιν τῆς κυβερνητικῆς ἀποφασιστικότητος καὶ προνοίας
1646καὶ συγχρόνως προὐκάλεσε μίαν ἐπιβάρυνσιν τῶν οἰκονο-
1647μικῶν τοῦ Κράτους καὶ ἕνα κλονισμὸν εἰς τὴν κοινωνικὴν
1648οἰκονομίαν. Καὶ ὁ μὲν κλονισμός, ὁ δημοσιονομικός, εἶναι
1649προφανής, διότι ἐνδεικνύεται ἐκ τῆς μειώσεως τῶν δημο-
1650σίων προσόδων, ἀλλ’ εἰς τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν δὲν
1651εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ ὑπολογισθῇ πόσον ὁ κλονισμὸς
1652οὗτος ἐπέδρασε καὶ πόσον τὸ σφάλμα τοῦτο ἐπηρέασε.
1653— Ἐπιτρέπει ἡ Βουλή, κύριε Πρόεδρε, πέντε λεπτῶν
1654διακοπήν;
1655§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαιότατα.
1656§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν ἐπὶ 5 λεπτά.
1657Μετὰ τὴν διακοπήν.
1658(Ὥρᾳ 6.30′ μ.μ.)
1659§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
1660δρίασις.
1661§58Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατέληξα, κύριοι, εἰς ὡρισμένα συμ-
1662περάσματα, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ
1663οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται ἐν τῷ προϋπολογισμῷ
1664τοῦ 1914. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ἤδη νὰ ἐξετάσω ἐὰν τὸ οἰκο-
1665νομικὸν ἔλλειμμα τοῦ 1914 εἶναι ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον ἐν
1666τῇ μελλούσῃ ἡμῶν διαχειρίσει καὶ γενικῶς ἐν τῷ προϋπο-
1667λογισμῷ τοῦ 1915 εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ ἀμείωτον
1668ἢ ἠλαττωμένον καὶ πόσον ἠλαττωμένον, οὐσιωδῶς ἢ ἀνε-
1669παισθήτως ἠλαττωμένον.
1670Κύριοι, ὑπάρχουσιν ὡρισμέναι δαπάναι, αἵτινες εἶναι
1671οὐ μόνον ἀνεπίδεκτοι μειώσεως, ἀλλ’ ὧν τοὐναντίον ἐπι-
1672βάλλεται ἡ αὔξησις ἕνεκα ἀκαταμαχήτων περιστάσεων.
1673Θέλω προβῆ εἰς ἐξέτασιν τῶν κεφαλαίων ἐκείνων τῶν ἐξό-
1674δων, τῶν ὁποίων ἡ ἐξέτασις εἶναι ἀναγκαία διὰ νὰ σχη-
1675ματίσωμεν πλήρη τὴν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως
1676τοῦ Κράτους, θέλω δὲ περιορισθῆ μόνον εἰς κεφαλαιώδη
1677ἐντελῶς καὶ γενικὴν ἐξέτασιν ἐκείνων τῶν δαπανῶν, αἵτι-
1678νες δὲν χρήζουσι λεπτομεροῦς ἐξετάσεως.
1679Ἄρχομαι, κύριοι, ἀπὸ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δημοσίου
1680χρέους.
1681Τὸ δημόσιον ἡμῶν χρέος ἐκπροσωπεῖται σήμερον: ἐκ
1682τῶν παλαιῶν δανείων εἰς χρυσὸν δρχ. 482.736.000 ὀνο-
1683μαστικοῦ κεφαλαίου, δρ. 260.215.500 πραγματικοῦ κε-
1684φαλαίου, κατὰ τοὺς πίνακας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
1685νομικῶν, ἐκ τῶν παλαιῶν δανείων εἰς τραπεζογραμμάτια
1686δρ. 233.751.000 ὀνομαστικοῦ καὶ πραγματικοῦ κεφα-
1687λαίου, ἐκ τῶν νέων δανείων εἰς χρυσόν, ἤτοι τοῦ ἠγγυη-
1688μένου τῶν 2½% τοῦ 1898, τοῦ δανείου τῶν Ἑλληνι-
1689κῶν Σιδηροδρόμων καὶ τοῦ τῶν δρ. 150.000.000 τοῦ 1910
1690πρὸς 4%, ἅτινα ἐκπροσωποῦνται δι’ ὀνομαστικοῦ κεφα-
1691λαίου δρ. 306.913.000, πραγματικοῦ δὲ δρ. 251.957.000.
1692Ἤτοι τὸ μέχρι τοῦ πολέμου δημόσιον ἡμῶν χρέος ἀνέρχε-
1693ται εἰς δρ. 1.023.400.000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου καὶ εἰς
1694δρ. 745.923.500 κεφαλαίου πραγματικοῦ. Μετὰ τὸν πό-
1695λεμον ἔχομεν τὰ ἑξῆς βάρη. Ἔχομεν ἐξάντλησιν τῶν ἐν-
1696τόκων γραμματίων, κατὰ συνέπειαν ὀφείλομεν τὸ ποσὸν
1697ὁλόκληρον τῶν δρχ. 10.000.000, ἔχομεν συνομολόγησιν
1698τοῦ προσωρινοῦ δανείου ἐπιτάξεως τῶν δρ. 50.000.000,
1699τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη μὲν ἐπὶ τῷ εἰδικῷ σκοπῷ ἵνα
1700διὰ τούτου ἐξοφληθῶσιν οἱ ἐπιταξιοῦχοι τῆς τε ναυτικῆς
1701καὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐπιτάξεως καὶ ὅσοι θὰ ἐδέχωντο τοι-
1702αύτην ἐξόφλησιν προμηθευταὶ τοῦ δημοσίου εἴτε ἐν τῷ
1703ἐσωτερικῷ εἴτε ἐν τῷ ἐξωτερικῷ, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἐκτὸς
1704ὀλιγίστων ἐξαιρέσεων, καθ’ ἃς διετέθη εἰς προμηθευτὰς
1705καὶ ἐπιταξιούχους, διετέθη πράγματι εἰς κάλυψιν ἀναγκῶν
1706τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τροποποιήσεως, ἥτις ἐγένετο εἰς
1707τοὺς ὅρους τῆς ἐκδόσεως τοῦ δανείου, διετέθη δὲ ἐπὶ προ-
1708μηθείᾳ 5%, νομίζω. Τὸ δάνειον τοῦτο εἶναι 50.000.000
1709δρχ. Κατόπιν προσετέθησαν τὸ δάνειον τῶν 250.000.000
1710δρχ., ὀνομαστικόν, πραγματικὸν δὲ 219.375.000 δρχ.,
1711προκαταβολὴ τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ ἰδίου δανείου ἐκ δρχ.
171211.000.000 καὶ τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 65.000.000
1713πρὸς 6%. Κατὰ συνέπειαν ἔχομεν μετὰ τὸν πόλεμον συνο-
1714μολογηθέντα δάνεια δρχ. 386.000.000 ὀνομαστικοῦ κεφα-
1715λαίου καὶ δρχ. 355.375.000 πραγματικοῦ. Ἄρα ἐν συνόλῳ
1716ἡ μετὰ τὸν πόλεμον κατάστασις τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἐξω-
1717τερικοῦ χρέους τῆς Ἑλλάδος ἀνέρχεται εἰς 1.409.400.000
1718δρχ. ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου καὶ εἰς δρχ. 1.101.298.500
1719κεφαλαίου πραγματικοῦ.
1720Πέραν τῶν βαρῶν τούτων προκύπτουσι τὰ ἑξῆς βάρη:
1721Πρῶτον: κάλυψις τοῦ ἐλλείμματος τοῦ 1913 ἐκ δραχμῶν
172286.000.000. Δεύτερον: τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1914 ἐκ δραχ.
172370.000.000. Ὑπολογίζω ταῦτα εἰς στρογγύλον ἀριθμόν,
1724κ. Ὑπουργέ, διὰ νὰ μὴ ἀριθμῶμεν τὰς χιλιάδας.
1725§59Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὲ τὰς νέας δηλώσεις;
1726§60Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ τὰς ἀνακοινωθείσας εἰς τὴν Βου-
1727λὴν δηλώσεις.
1728Αἱ νέαι δηλώσεις, ὑποθέτω, τὰ 70.000.000 θὰ τὰ
1729ἀναγάγωσιν εἰς 75.000.000 δρχ. Ἀλλὰ μὴ ἔχων κανένα
1730ἀριθμὸν νέον πρὸ ἐμοῦ στηρίζομαι εἰς τὰς μέχρι τοῦδε δη-
1731λώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Δὲν θέλει δέ, φαίνεται, νὰ κάμῃ
1732νέας δηλώσεις, διότι ἀφήνει ταύτας εἰς μελλούσας ἀπο-
1733καλύψεις.
1734§61Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν).
1735Δὲν ἔχομεν καμμίαν ἀποκάλυψιν. Αἱ νέαι δηλώσεις, τὰς
1736ὁποίας κάμνω, δὲν ἐπιφέρουσιν οὐσιώδη μεταβολὴν εἰς τὰ
1737ἀποτελέσματα.
1738§62Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσιν ἀδιάθετοι πιστώ-
1739σεις;
1740§63Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι.
1741§64Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πῶς ἰσοφαρίζονται;
1742§65Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἰσοφαρίζονται διότι κατὰ τὸ πλεῖ-
1743στον ὑπάρχουσι πολλαὶ δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυ-
1744νατὸν νὰ γείνωσιν.
1745§66Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἆ! Δι’ ἀναβολῆς δαπανῶν! Πάντοτε
1746ὅμως ἡ ἀναβολὴ δαπανῶν — οὐχὶ ἡ ἀποκοπὴ δαπανῶν
1747—εἶναι προσθήκη εἰς τὸ ἔλλειμμα, διότι αἱ δαπάναι, αἱ
1748τινες θὰ ἀναβληθῶσιν, θὰ βαρύνουσι τὴν μέλλουσαν δια-
1749χείρισιν.
1750Ἐὰν πρόκειται περὶ περικοπῆς δαπανῶν ὑπάρχει οἰκο-
1751νομία, ὑπάρχει ἀντικατάστασις τῶν προσθέτων δαπανῶν διὰ
1752τῆς περικοπῆς ἄλλων δαπανῶν· ἐὰν ὅμως ὑπάρχῃ ἀναβολὴ
1753δαπανῶν — δαπανῶν τὰς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀποφύγῃ τὸ
1754Κράτος — αἱ δαπάναι αὗται, αἵτινες θ’ ἀναβληθῶσιν, εἴτε
1755θ’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1915, εἴτε ἂν
1756εἶναι ἐκ τῶν ἀναγομένων εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ Κράτους,
1757τὰς ἐπιβλητικάς, τὰς ἀνακοινωθείσας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
1758τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ περιληφθῶσιν εἰς ἐκείνας καὶ θὰ κατα-
1759στῶσι τοκοφόροι, ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος δὲν θὰ τὰς πληρώσῃ
1760διὰ τῶν τακτικῶν αὑτοῦ προσόδων. Ἑπομένως τὸ ζήτημα
1761εἶναι ἓν καὶ μόνον: ὑπάρχει περικοπὴ δαπανῶν, αἵτινες
1762ἀντικρύζονται διὰ τῶν μελλουσῶν δηλώσεων ἢ ἀναβολή.
1763Ὅταν ἀκούωμεν ἀναβολὴν δὲν εἶναι οἰκονομία.
1764§67Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον αὐτὸ ἐπρόκειτο νὰ ὑπει-
1765σέλθῃ εἰς τὸν προσεχῆ ἀπολογισμὸν ὡς ἀδιάθετος πίστω-
1766σις, θέλετε νὰ τὸ ἀφήσω ἀναγεγραμμένον;
1767§68Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἐγὼ δὲν μά-
1768χομαι ταύτην τὴν στιγμήν, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὴν λογιστι-
1769κὴν κατάστασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914. Οὗτος
1770γινώσκομεν ὅτι σήμερον φθάνει εἰς ἔλλειμμα κατ’ ἐμὲ
1771οἰκονομικὸν 70.000.000, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς
1772ταμιακὸν 69.000.000. Πρὸς κατάρτισιν τοῦ ἐλλείμματος
1773τούτου ἔχομεν δαπάνας ἀναγεγραμμένας ἐν τῷ προϋπολο-
1774γισμῷ. Ἐὰν τὰς δαπάνας ταύτας ἀναβάλητε, καταστήσητε
1775δηλαδὴ τὰς περὶ τούτων πιστώσεις ἀδιαθέτους καὶ ἀντὶ
1776τούτων ἀναγράψητε ἄλλας δαπάνας, τὰς ὁποίας περιέχουσιν
1777αἱ δηλώσεις ὑμῶν, τὸ μὲν ἔλλειμμα τὸ ταμιακὸν θὰ ἀπομείνῃ
1778τὸ αὐτό, ἀλλὰ τὸ ποσὸν τῶν δαπανῶν, τῶν ὁποίων αἱ πι-
1779στώσεις θὰ μείνωσιν ἀδιάθετοι, θὰ μετατεθῇ εἰς πίστωσιν
1780τοῦ προσεχοῦς ἔτους ἢ τοῦ μεταπροσεχοῦς, κατὰ συνέπειαν
1781τὸ βάρος τοῦ Κράτους δὲν ἐλαττοῦται, καθ’ ὅσον αἱ νέαι
1782ὑμῶν δηλώσεις μετατοπίζουσι πιστώσεις διὰ τὸ μέλλον καὶ
1783εἰσάγουσιν ἄλλας δαπάνας, πράγματι συνεπῶς εἰσάγουσιν
1784ἀναβολὴν ὡρισμένων δαπανῶν τοῦ Κράτους καὶ ἄμεσον
1785προσθήκην νέων τοιούτων.
1786§69Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὅλαι ἀναβολή.
1787§70Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ συνεν-
1788νόησις;
1789§71Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ μὲ διακόψητε.
1790Σᾶς εἶπον ὅτι τὰς δηλώσεις ταύτας παρακρατεῖτε διὰ τὴν
1791τελευταίαν ὥραν. Δεχόμεθα νὰ συζητήσωμεν τὴν τελευ-
1792ταίαν ὥραν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ὁ προϋπολο-
1793γισμὸς τοῦ 1914 ἐξειλίχθη μέχρι τοῦδε, εἴχομεν δευτέραν
1794ἔκδοσιν, εἴχομεν τρίτην ἔκδοσιν, θὰ ἔχωμεν καὶ τετάρτην,
1795πιθανὸν νὰ ἔχωμεν καὶ πέραν τῆς τετάρτης καὶ παράρτημα
1796ἐκδόσεως. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914 ἔλαβε χαρακτῆρα
1797ἀναγνώσματος δημοσιογραφικοῦ· ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ
17981914 μὴ ἐκπροσωπῶν οὔτε οἰκονομικὴν οὔτε διοικητικὴν
1799πολιτικήν, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ κατάστρωσις λο-
1800γαριασμῶν. Οὐδαμῶς θὰ ἐκπλαγῶμεν ἀκόμη ἂν ἐν τούτῳ
1801ἐμφανισθῇ πρὸς ἡμᾶς μετὰ τὴν μάχην τῶν θωρηκτῶν καὶ
1802τῶν ἀντιτορπιλλικῶν καὶ μία ἀεροπορία περὶ τὴν λογιστι-
1803κήν, διότι περὶ τούτου πρόκειται καὶ διὰ τούτων δύναται
1804νὰ ἐκδοθῇ παράρτημα τὴν τελευταίαν στιγμήν. Καὶ μετὰ
1805τὴν παρέκβασιν ταύτην, κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα.
1806Ἔχομεν λοιπὸν ἔλλειμμα τοῦ 1913 ἐκ δρ.86.000.000,
1807ἔλλειμμα τοῦ 1914 ἐκ δρ. 70.000.000· ἀνειλημμένας ὑπο-
1808χρεώσεις τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης ἐκ δραχμῶν
180970.000.000, ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις τοῦ ταμείου τοῦ
1810Ἐθνικοῦ Στόλου ἐκ δρ. 75.000.000· ἐξαγορὰν τῶν μετο-
1811χῶν τοῦ Λαρισσαϊκοῦ ἐκ δρ. 13.000.000.
1812§72Δ. ΡΑΛΛΗΣ. 15.000.000.
1813§73Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. 13.000.000, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν·
1814συμπλήρωσιν τοῦ ἑνωτικοῦ Σιδηροδρόμου ἐκ δρ. 5.000.000
1815— διότι ἦσαν προϋπολογισμέναι δρ. 12.000.000, ἔχουσιν
1816ἀναγραφῆ δρ. 7.000.000, ἔμειναν ὑπόλοιπον δρ. 5.000.000
1817— ἐνίσχυσιν τοῦ Λαρισσαϊκοῦ Σιδηροδρόμου ἄλλαι δραχ.
18188.000.000· ἀγορὰν τροχαίου ὑλικοῦ δρ. 2.500.000—ἔχου-
1819σιν ὑπολογισθῆ δρ. 6.000.000, ἔχουσιν ἐγγραφῆ ἐν τῷ
1820προϋπολογισμῷ τοῦ 1914 δρ. 3.500.000, μένουσι δραχ.
18212.500.000 — διὰ δαπάνην καὶ συντήρησιν προσφύγων δρ.
182225.000.000. Εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο δὲν διαφωνοῦμεν, διότι
1823ἡ συντήρησις τῶν προσφύγων ἔχω πληροφορίας ὅτι προκα-
1824λεῖ δαπάνην δρ. 70.000 τὴν ἡμέραν, ἑπομένως ἔχομεν δρ.
182525.000.000 διὰ τὸ 1915. Ἑπομένως τὸ σύνολον τοῦ
1826χρέους τοῦ κυμαινομένου, τοῦ ἀπαρτιζομένου ἐκ τῶν ἐλ-
1827λειμμάτων τῶν δύο χρήσεων καὶ τῶν ἀνειλημμένων ὑπο-
1828χρεώσεων τοῦ Κράτους καὶ ἐκ τῆς συντηρήσεως τῶν προσ-
1829φύγων, ἥτις εἶναι ὑποχρέωσις τακτική, ἀνέρχεται εἰς τὸ
1830ποσὸν τῶν δραχ. 354.500.000. Ἐκτὸς τούτου τοῦ ποσοῦ
1831ὑπάρχει καὶ ὑποχρέωσις, ἡ συμβατική, ἐντὸς τριετίας πλη-
1832ρωτέα, ἡ ἐκ τῆς κατασκευῆς τοῦ θωρηκτοῦ τύπου «Λωραί-
1833νης», ἐκ δρ. 60.000.000, κατασκευῆς, ἥτις εἶναι συμβα-
1834τική, διότι ἡ σύμβασις τῆς κατασκευῆς συνδέεται πρὸς τὴν
1835σύμβασιν τοῦ δανείου. Ἐν συνόλῳ λοιπὸν φθάνομεν εἰς τὸ
1836ἄθροισμα τῶν δρ. 414.500.000, αἵτινες ἀπαιτοῦνται, ἵνα
1837τὸ κυμαινόμενον χρέος τακτοποιηθῇ καὶ συγχρόνως κατα-
1838σκευασθῇ καὶ τὸ θωρηκτόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε ῥητὴν
1839ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῆς Γαλλικῆς βιομηχα-
1840νίας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν τούτων ἐκ τῶν ὁποίων αἱ
1841πλεῖσται, ἐξαιρέσει τῆς τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης,
1842ἥτις εἶναι ἐντὸς τριετίας πληρωτέα, αἱ λοιπαὶ εἶναι πληρω-
1843τέαι ἐντὸς τοῦ 1915, ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, ἔχομεν
1844καὶ ἑτέρας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἐξαγγέλλει ὁ κ. Ὑπουργὸς
1845τῶν Οἰκονομικῶν καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἐξαγγέλλει τὴν μέλ-
1846λουσαν μέριμναν καὶ ἔχομεν καὶ ἀνάγκην, ἥτις δὲν ἐξηγ-
1847γέλθη καὶ ἥτις εἶναι ἐπιτακτικωτέρα πάσης ἄλλης.
1848Ἔχομεν νόμον περὶ κατασκευῆς σιδηροδρομικῶν ἔργων
1849ἀντὶ δαπάνης 100.000.000. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι τὰ
1850σιδηροδρομικὰ ἔργα εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβληθῶσιν; Ἀναμ-
1851φισβητήτως τὰ ἔργα τὰ παραγωγικά, εἶναι δυνατὸν νὰ
1852ἀναβάλλωνται, ἂν ἡ μὲν ἀπόδοσις τῶν ἔργων τούτων
1853εἶναι βραδυτέρα, ἀπωτέρα, ἡ δὲ καταβολὴ τοῦ χρήματος
1854εἶναι ἄμεσος, ἐφ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἀμέσως τὸ
1855χρῆμα πρὸς κατασκευὴν τῶν ἔργων. Ἀλλὰ τὰ ἔργα αὐτά,
1856πλὴν τῆς κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Τριπόλεως–Σπάρ-
1857της, ὄντος φύσεως παραγωγικῆς, συγκοινωνιακῆς, τὰ λοιπὰ
1858ἔργα εἶναι φύσεως ἐντελῶς ἀμύνης τοῦ Κράτους, εἶναι δη-
1859λαδὴ ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐκ παραλλήλου πρὸς τὰς ἀνάγκας
1860τῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς ἐκπολιτίσεως τῆς ὅλης χώρας καὶ
1861πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς παραγωγῆς ὅλης τῆς χώρας, κέκλην-
1862ται νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς ἀμύνης τῆς χώ-
1863ρας. Διότι ἡ κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Ἀγκίστης, ἡ
1864κατασκευὴ τοῦ σιδηροδρόμου Σόροβιτς, ἡ κατασκευὴ τοῦ
1865σιδηροδρόμου Ἰωαννίνων, εἶναι κατασκευὴ ἔργων, τὰ ὁποῖα,
1866ἐὰν κατὰ μίαν μονάδα ἐξυπηρετῶσι τὴν παραγωγήν, κατὰ
1867ἑκατὸν μονάδας ἀντιμετωπίζουσι τὴν ἀνάγκην τῆς ἀσφα-
1868λείας τῆς χώρας. Ἐὰν πρόκειται νὰ γείνῃ μέριμνα περὶ
1869τῆς στρατιωτικῆς ὀργανώσεως τῆς χώρας, δὲν εἶναι δυνα-
1870τὸν αὕτη νὰ εἶναι πλήρης, ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα τοῦ ἐφοδια-
1871σμοῦ τοῦ στρατοῦ ἀπὸ ξηρᾶς δὲν εἶναι ἠσφαλισμένα, ὥστε
1872τὰ νῶτα τοῦ στρατοῦ νὰ ἀσφαλίζωνται διὰ τῆς πλήρους
1873συγκοινωνίας. Ἔχομεν τὰ παραδείγματα ἀφθονώτατα
1874κατὰ τὸν τελευταῖον πόλεμον, ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ θέαμα
1875τοῦ γερμανικοῦ στρατοῦ, ἀποβαίνοντος νικηφόρου, ἕνεκα τῆς
1876εὐκινησίας, τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτὸν τὸ σύνολον τοῦ
1877γερμανικοῦ πυκνοτάτου σιδηροδρομικοῦ δικτύου ἀπέναντι
1878τοῦ σιδηροδρομικοῦ δικτύου τῆς Ρωσσίας. Ταῦτα ἔχοντες πρὸ
1879ἡμῶν καὶ φρονοῦντες ὅτι, ἐὰν πόλεμος ἐκραγῇ πάλιν ἐν Ἑλ-
1880λάδι, δὲν θὰ εἶναι ὅμοιος πρὸς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος διεξήχθη,
1881δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ λαμβανό-
1882μενα μέτρα ἀμύνης, ἐὰν δὲν εἴπωμεν ὅτι ἔχομεν ἐξησφαλι-
1883σμένην ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν τῶν νώτων τοῦ στρατοῦ, διὰ
1884πλήρους σιδηροδρομικοῦ δικτύου. Ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι
1885ἐκ τῶν ἀναγκαιοτάτων, δὲν εἶναι δαπάνη, ἡ ὁποία ἀνα-
1886βάλλεται καὶ ἥτις δύναται νὰ ἀναβάλληται δι’ εὐθετω-
1887τέρους καιρούς, ἀλλ’ εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν δαπανῶν, αἱ
1888ὁποῖαι ἐπιβάλλουσιν εἰς τὸ Κράτος ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ
1889εὕρῃ πόρους πρὸς ἀντιμετώπισίν των. Εἶναι καὶ ἑτέρα δα-
1890πάνη συμφυής, εἶναι ἡ δαπάνη τοῦ Ναυστάθμου καὶ περὶ
1891τῆς δαπάνης ἐγκαταστάσεως Ναυστάθμου ἐξηγγέλθη ὑπὸ
1892τῆς Κυβερνήσεως μέριμνα. Δὲν ἐξαγγέλλεται αὕτη ἐν τοῖς
1893προϋπολογισμοῖς τοῦ 1913 καὶ 1914, διότι ἀπαιτεῖ μελέτην,
1894ἥτις θὰ ἀπαιτήσῃ νὰ παρέλθῃ ὁλόκληρον τὸ ἔτος 1915.
1895Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠρκέσθη διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
1896Οἰκονομικῶν νὰ ἐξαγγείλῃ τὰς δαπάνας τοῦ 1914, ἀλλ’
1897ἐξήγγειλε καὶ ὅλας τὰς προβλέψεις τῶν δαπανῶν, αἵτινες
1898θὰ λάβωσι χώραν καὶ μετὰ τὸ 1914. Ἀκριβῶς δὲ φρονῶ,
1899ὅτι ἐν τῇ ἐξαγγελίᾳ τῶν δαπανῶν αὐτῶν, ἐλησμόνησε νὰ
1900περιλάβῃ τὴν δαπάνην τοῦ Ναυστάθμου, ἥτις ἐπιβλητικῶς
1901εἶναι ἀπαιτητέα μετὰ δύο ἢ τρία ἔτη. Διότι, κύριοι, ἐὰν
1902ἔχωμεν ναυτικὸν πρόγραμμα διὰ τὸ ὁποῖον εἴμεθα ἕτοιμοι
1903νὰ δαπανήσωμεν 200.000.000 καὶ πλέον, ἐὰν ἐφθάσα-
1904μεν εἰς νέαν δέσμευσιν τοῦ Κράτους, πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ
1905προγράμματος τούτου τῶν 200.000.000, τὸ χρῆμα τοῦτο,
1906τὸ ὁποῖον δαπανᾶται, δύναμαι νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν,
1907ὅτι ὁμοῦ μὲ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἐκπροσωπεῖ ὁ ὑπάρχων
1908στόλος τῆς Ἑλλάδος, εἶναι χρῆμα, τὸ ὁποῖον ῥίπτεται εἰς
1909τὴν θάλασσαν καὶ εἰς τοὺς ἀνέμους. Ἐὰν νομίζωμεν ὅτι
1910ἔχομεν Ναύσταθμον ἐν Σαλαμῖνι, πλανώμεθα. Ἔχομεν
1911πρόχειρα συνεργεῖα μὲ τὰ ὁποῖα κατ’ ὀλίγον κατωρθώσα-
1912μεν νὰ ἀντεπεξέλθωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου. Ἀλλὰ
1913διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου, ὁποῖος ἐξελίσσεται οὗτος,
1914ἔχομεν ἀνάγκην δεξαμενῶν καὶ αἱ δεξαμεναὶ τοῦ Πειραιῶς
1915οὐδὲν δύνανται νὰ δεχθῶσι μέγα πολεμικόν, εἶναι δὲ ἐγκα-
1916θιδρυμέναι εἰς σημεῖον τοιοῦτον, ὥστε εἰσὶν ἔκθετοι εἰς πάντα
1917κίνδυνον καταστροφῆς καὶ κατασκοπείας· δεξαμεναὶ δὲ πο-
1918λεμικαὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἐκτεθειμέναι εἰς τὰ πε-
1919ρίεργα ὄμματα παντὸς διαβάτου, πρέπει νὰ εἶναι ἐγκεκλει-
1920σμέναι ἐν χώρῳ ἐντελῶς φρασσομένῳ διὰ νὰ μὴ διακινδυ-
1921νεύηται ἡ ἀσφάλεια τῶν δεξαμενῶν καὶ πρὸς ἀποφυγὴν
1922κατασκοπείας. Καθ’ ἃς δὲ ἔχω πληροφορίας καὶ εἶμαι εἰς
1923θέσιν νὰ ἔχω τοιαύτας, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ ἐγκατάστασις
1924τοῦ νέου Ναυστάθμου νὰ γίνῃ μὲ δαπάνην ὀλιγωτέραν τῶν
1925δρχ. 70.000.000. Κατὰ συνέπειαν ὑπάρχει προσθήκη νέων
1926βαρῶν πέραν τῶν δρχ. 414.500.000, ἄλλων 170.000.000
1927δρχ. διὰ τὰ σιδηροδρομικὰ ἔργα, τὰ ἀσφαλίζοντα τὰς στρα-
1928τιωτικὰς ἐπιχειρήσεις καὶ διὰ τὸ ναυτικὸν ἔργον, τὸ ἀσφα-
1929λίζον τὸ ὁρμητήριον τοῦ στόλου, ἄνευ τοῦ ὁποίου, δὲν δύ-
1930ναται οὗτος νὰ ὑπάρξῃ μήτε νὰ πολεμήσῃ.
1931Τὰ ποσὰ ταῦτα, κύριοι, εἰσὶ ποσὰ τὰ ὁποῖα ἀναμφι-
1932σβητήτως θὰ περιληφθῶσιν εἰς ἓν δάνειον γενικώτερον ἐκ-
1933διδόμενον, εἰσὶ ποσὰ τὰ ὁποῖα θὰ ἐξοφληθῶσι δι’ ἑνὸς δα-
1934νειακοῦ συνδυασμοῦ γενικωτέρου, εἰς ὃν θὰ περιληφθῇ καὶ
1935τὸ ὑπόλοιπον τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ δανείου. Ἀλλὰ μέ-
1936χρις οὗ καταστῇ δυνατὴ ἡ συνομολόγησις τοιούτου δανείου,
1937τὰ ποσὰ ταῦτα εἶναι ἀμέσως τοκοφόρα, διότι τὰ ἐλλείμ-
1938ματα τῶν δύο προϋπολογισμῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κα-
1939λυφθῶσιν εἰμὴ διὰ προσωρινῶν δανείων, ἅτινα θὰ εἶναι το-
1940κοφόρα. Καὶ ἤδη ἔχομεν τὰ ἀποτελέσματα τοιούτων ἐνερ-
1941γειῶν· γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσι προσωρινὰ δάνεια, ἐζη-
1942τήθη ὁ δανεισμὸς τῶν χρημάτων τῆς Ναυαρχίδος, ἐζητήθη
1943ἡ αὔξησις τῶν ἐντόκων γραμματίων. Πάντα ταῦτα εἶναι
1944ταμιευτικοὶ συνδυασμοὶ πρὸς κάλυψιν τοῦ συγκεχυμένου
1945ἐλλείμματος τῶν δύο ἐτῶν, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ γίνῃ οἰκο-
1946νομικὴ μέριμνα ῥιζικὴ διὰ τῆς συνομολογήσεως μεγαλυτέ-
1947ρου δανείου. Ποῖον δύναται ἤδη νὰ εἶναι τὸ δάνειον πρὸς
1948ἐξόφλησιν τοῦ κυμαινομένου χρέους καὶ τοῦ προσωρινοῦ
1949χρέους, ἤτοι πρὸς ἐξόφλησιν χρέους ἐκ δρ. 539.500.000,
1950εἰς τὰ ὁποῖα ἀνέρχεται τὸ κυμαινόμενον χρέος τῶν δραχ.
1951414.500.000, τὸ ποσὸν τοῦ δανείου ἐπιτάξεων ἐκ δραχ.
195250.000.000, τὸ προσωρινὸν δάνειον τῶν 65.000.000 δρ.
1953καὶ τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων τῶν 10.000.000
1954δραχμῶν, ἔχομεν ἀνάγκην συνομολογήσεως δανείου δραχ.
1955620.000.000 ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἐὰν κατὰ τὸν δα-
1956νεισμὸν ἠθέλωμεν ἐπιτύχει τοὺς ὅρους, οἵτινες ἐπετεύχθη-
1957σαν κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ τελευταίου δανείου τῶν
1958δρ. 500.000.000. Ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 620.000.000
1959δρ. ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου θὰ περιληφθῶσι πάντοτε αἱ δρ.
1960239.000.000, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸ ὑπόλοιπον τῆς δευ-
1961τέρας δόσεως τοῦ δανείου τῶν δραχ. 500.000.000. Κατὰ
1962συνέπειαν ἔχομεν ἀνάγκην πραγματοποιήσεως τοῦ ὑπο-
1963λοίπου δανείου καὶ προσθέτου δανείου δραχ. 380.000.000
1964ὀνομαστικοῦ κεφαλαίου, ἵνα ἐκ τούτου πορισθῶμεν δάνειον
1965πραγματικὸν ἐκ δρ. 541.925.000, τὸ ὁποῖον καλύπτει τὸ
1966προσωρινὸν χρέος. Ἐὰν δὲ προβῇ τὸ Κράτος, ὡς εἶναι ὑπο-
1967χρεωμένον νὰ προβῇ, εἰς συνομολόγησιν δανείου διὰ τὰς
1968σιδηροδρομικὰς κατασκευὰς καὶ διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ
1969νέου Ναυστάθμου, ἔχει ἀνάγκην πρὸς κάλυψιν τῆς δαπά-
1970νης πρὸς τοῦτο ἐκ δρ. 170.000.000 πραγματικοῦ χρέους,
1971νὰ συνάψῃ ἄλλο χρέος ὀνομαστικὸν ἐκ δρχ. 200.000.000.
1972Κατὰ συνέπειαν ὁ δανειακὸς ἡμῶν λογαριασμός, ἐν ᾗ πε-
1973ριπτώσει τὸ χρῆμα εἶναι διαθέσιμον πρὸς δανεισμόν, θὰ
1974ἔπρεπε διὰ τῶν δανειστικῶν συνδυασμῶν μεταξὺ τῶν ἐτῶν
19751914 καὶ 1918, νὰ ἀναχθῇ εἰς κεφάλαιον 1.903.400.000
1976δρ. ὀνομαστικόν, δραχμῶν δὲ 1.518.223.500 πραγματι-
1977κόν. Συνομολογουμένου δὲ καὶ τοῦ δανείου τῶν 200.000.000
1978δραχ. θὰ ἀναχθῇ εἰς κεφάλαιον ὀνομαστικὸν 2.106.400.000
1979δρχ., πραγματικὸν δὲ δρ. 1.693.723.500.
1980Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ἡ δανειακή, ἀπὸ τῆς ὁποίας
1981οὐδεὶς δύναται νὰ ἀπομακρυνθῇ κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς,
1982κατὰ τὴν ὁποίαν δὲ δύναται νὰ γίνῃ μείωσις τοῦ ὀνομα-
1983στικοῦ χρέους, ἐὰν ἤθελον ἐπιτευχθῇ διὰ τὴν Ἑλλάδα δα-
1984νειστικοὶ ὅροι καλύτεροι τῶν μέχρι τοῦδε ἐπιτευχθέντων,
1985αὔξησις δὲ τοῦ ὀνομαστικοῦ χρέους, ἂν τοῦτο δὲν ἤθελε
1986κατορθωθῇ. Δυστυχῶς ὅμως, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα τῆς
1987χρηματαγορᾶς τῆς Εὐρώπης καὶ ὡς θὰ ἔχωσι ταῦτα ἐπὶ
1988μακρὸν χρόνον, εὑρίσκομαι εἰς τὴν θέσιν μετὰ λύπης νὰ
1989εἴπω, ὅτι ἐγὼ θὰ θεωρήσω εὐτυχὲς γεγονὸς καὶ αἴσιον,
1990ἐὰν πρὸς τῇ συνομολογήσει καὶ πραγματοποιήσει τοῦ ὑπο-
1991λοίπου δανείου τῆς δευτέρας δόσεως τῶν 500.000.000,
1992ἐπιτευχθῇ καὶ ἡ ἔκδοσις καὶ συνομολόγησις καὶ τῶν ὑπο-
1993λοίπων δανείων ἐπὶ τοῖς αὐτοῖς δανειστικοῖς ὅροις. Φοβοῦ-
1994μαι ὅμως ὅτι θὰ ἦτο τοῦτο λίαν αἰσιόδοξος ἐλπίς. Ἐκεῖνο
1995τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο κακὸν πρὸ ὀλίγου χρόνου, διότι αἱ
1996τότε περιστάσεις ἐπέτρεπον καλυτέρους ὅρους δανεισμοῦ,
1997δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν κἂν σήμερον καὶ θὰ θεωρηθῇ
1998ὡς μέγα καὶ αἴσιον κατόρθωμα ἐάν ἤθελε τοῦτο κατορ-
1999θωθῇ. Τώρα τὸ κεφάλαιον τοῦτο τοῦ δημοσίου χρέους πῶς
2000θὰ ἐξυπηρετηθῇ; Τὰ μέχρι τοῦ πολέμου δάνεια ἡμῶν ἐπι-
2001βάλλουσιν ὑπηρεσίαν τόκου ἐκ δρ. 25.951.223. Τὰ μετὰ
2002τὸν πόλεμον δάνεια ἤτοι ἔντοκα γραμμάτια, προσωρινὸν
2003δάνειον ἐπιτάξεων, δάνειον τῶν 250 ἑκατομμυρίων, προκα-
2004ταβολὴ δρ. 11.000.000 ἐκ τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ δανείου
2005τῶν 500.000.000, προσωρινὸν δάνειον τῶν 65 ἑκατομ-
2006μυρίων ἐπιβάλλουσι τόκους δρχ. 20.280.000. Ἀλλὰ προσ-
2007τιθεμένης εἰς τοῦτο τῆς σιδηροδρομικῆς ὑποχρεώσεως τῶν
2008σιδηροδρόμων Κωνσταντινουπόλεως–Θεσσαλονίκης καὶ Λε-
2009χωνίων καὶ ἄλλων ποικίλων ὑποχρεώσεων τόκων, φθάνομεν
2010εἰς προσθήκην ἔτι ἐνιαυσίας ὑπηρεσίας ἐκ δρχ. 4.030.000.
2011Οὕτω τὸ σύνολον τῶν ὑποχρεώσεων ἐκ τόκων τοῦ προϋ-
2012πολογισμοῦ τοῦ 1915, ἐκ τῶν πρὸ τοῦ πολέμου συνομολο-
2013γηθέντων δανείων καὶ τῶν προσωρινῶν δανείων ἀνέρχεται
2014εἰς τόκους δραχ. 50.261.223.
2015Τώρα, κύριοι, εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ προσθέσωμεν κατ’
2016ἀνάγκην καὶ τοὺς τόκους ἐκείνους, οἵτινες θὰ ἐξυπηρετή-
2017σωσι τὴν δανειακὴν τακτοποίησιν τοῦ κυμαινομένου χρέους
2018ἤτοι τῶν δύο ἐλλειμμάτων καὶ τῶν ἀνειλλημμένων στρα-
2019τιωτικῶν, ναυτικῶν καὶ σιδηροδρομικῶν ὑποχρεώσεων μετὰ
2020τῶν διὰ τοὺς πρόσφυγας δαπανῶν, πλὴν τῶν ⅔ τῶν
2021στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
2022κονομικῶν ἐδήλωσεν ὅτι αἱ Ναυτικαὶ καὶ Στρατιωτικαὶ
2023ὑποχρεώσεις θὰ ἐκπληρωθῶσιν ἐντὸς 3 ἐτῶν. Τὰς στρατι-
2024ωτικὰς ὑποχρεώσεις ὑποβιβάζω εἰς ⅓, ἀλλ’ αἱ Ναυτικαὶ
2025ὑποχρεώσεις εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι ἐπιτακτικαὶ ἐντὸς
2026τοῦ ἔτους, διότι ἐκτὸς τοῦ θωρηκτοῦ τύπου Λωραίνης,
2027τὸ ὁποῖον κεῖται ἔξω τοῦ λογαριασμοῦ τούτου, πρόκειται
2028περὶ τῶν λοιπῶν ὑποχρεώσεων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰ
2029ἐν Γερμανίᾳ, Ἀγγλίᾳ καὶ Γαλλίᾳ ναυπηγούμενα θωρη-
2030κτά, καταδρομικά, ἀντιτορπιλλικὰ καὶ καταδυόμενα.
2031Αἱ ὑποχρεώσεις δ’ αὗται εἰσὶν ἀπαιτηταὶ ἐντὸς τοῦ
2032ἐρχομένου ἔτους, διότι βαίνουσι πρὸς περάτωσιν ἐντὸς
2033τοῦ ἔτους τούτου αἱ ναυπηγίαι, γιγνώσκομεν δὲ ὅτι τὰ ἐν
2034Ἀγγλίᾳ ναυπηγούμενα πλοῖα καθειλκύσθησαν ἤδη. Καὶ
2035ἐὰν δὲ δὲν πρόκειται νὰ καταβάλωμεν τὸ χρῆμα τοῦτο
2036ἀμέσως διὰ δανεισμοῦ, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι δι’
2037ἄλλου συνδυασμοῦ ἐκαλύφθη κατὰ μέγα μέρος ἡ ταμιακὴ
2038ἀνάγκη τῆς Ἑλλάδος καὶ κατεβλήθησαν εἰς τοὺς προμη-
2039θευτὰς τὰ χρήματα ταῦτα, πάντως ὅμως θὰ καταβληθῇ
2040τόκος 4%.
2041Λαμβάνων ταῦτα ὑπ’ ὄψιν καὶ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅτι
2042πρὸς συνομολόγησιν ἐσωτερικοῦ δανείου δι’ ἐντόκων γραμ-
2043ματίων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συμφωνηθῇ τόκος ὀλιγώτερος
2044τῶν 6%, ὅτι διὰ τὰ χρήματα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὰ ἐν
2045Ἀγγλίᾳ κατασκευαζόμενα πλοῖα, θὰ πληρωθῇ τόκος 4%
2046πρὸς τοὺς καταβαλόντας τὸ χρῆμα, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὸ
2047σύνολον τούτων τῶν δανειακῶν λογαριασμῶν, δι’ ὧν θὰ κα-
2048λυφθῇ τὸ ἔλλειμμα, οὐχὶ πλέον τῶν 354.500.000 δρχ. ἀλλὰ
2049τῶν 309.000.000 μόνον, ἂν ἀφαιρέσω τὰ ⅔ τῶν στρατιωτι-
2050κῶν ὑποχρεώσεων, φθάνομεν εἰς ὑποχρέωσιν προσθέτου κατα-
2051βολῆς τόκων πρὸς κάλυψιν ὅλων τούτων κατὰ τὸ ἔτος 1915
2052ἐκ δρχ. 16.540.000. Τοιουτοτρόπως τὸ ποσὸν τῶν τόκων
2053ἀνέρχεται διὰ τὸ ἔτος 1915 εἰς δρχ. 66.801.223. Τὸ χρέος
2054τοῦτο ἅμα ὡς μετὰ 3 ἔτη ἀποβῇ δυνατὴ ἡ περάτωσις
2055τῆς κατασκευῆς τοῦ θωρηκτοῦ τύπου «Λωραίνης» θὰ αὐ-
2056ξήσῃ κατὰ δρχ. 3.000.000 ἀντίστοιχα πρὸς 5% ἐπὶ τῆς
2057ἀξίας του, διότι τὸ πλοῖον εἶναι γνωστὸν ὅτι κατασκευάζε-
2058ται εἰς βάρος τῆς δευτέρας δόσεως τοῦ δανείου τῶν δραχ.
2059500.000.000, ἡ ὁποία ὑπηρετεῖται διὰ τόκου 5%.
2060Ἐν τέλει τοῦ τρίτου ἔτους ἐπίσης αἱ ὑπόλοιποι δρχ.
206145.000.000 τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς
2062Ἀμύνης θὰ ἐπιβαρύνωσι προσθέτως διὰ τόκου πρὸς
20636% ἐκ δρ. 2.700.000. Ἤτοι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν τό-
2064κων τοῦ δημοσίου χρέους διὰ τὸ ἔτος 1915 ἀνέρχεται εἰς
2065δραχ. 66.801.223, διὰ δὲ τὸ 1918 θὰ ἀνέλθῃ εἰς δραχ.
206672.501.223, ἐὰν τὸ καθεστὼς τὸ δανειακὸν παραμείνῃ ὡς
2067ἔχει ἄνευ τροπῆς του καὶ ἀντικαταστάσεως τῶν κυμαινο-
2068μένων δανείων δι’ ὁριστικῶν. Ἐὰν ἠθέλωμεν φθάσει εἰς
2069τροπὴν τῶν δανείων καὶ συνομολόγησιν δανείου μεγάλου,
2070ὡς προεῖπον, καὶ εἰς τὴν διὰ τούτου ἐξόφλησιν τῶν ὑφι-
2071σταμένων κυμαινομένων προσωρινῶν ὑποχρεώσεων, τότε
2072φθάνομεν εἰς τοὺς ἑξῆς τόκους: Διὰ τὰς μέχρι τοῦ πολέμου
2073ὑποχρεώσεις δρ. 25.951.223, δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ δανείου
2074τῶν 250.000.000 δραχ. 12.500.000, δι’ ὑπηρεσίαν τῆς
2075προκαταβολῆς τῶν δρχ. 11.000.000 δραχμὰς 550.000, διὰ
2076σιδηροδρομικὰς καὶ ποικίλας ὑποχρεώσεις δρχ. 4.030.000,
2077δι’ ὑπηρεσίαν τοῦ νέου δανείου τῶν 620.000.000 δραχμὰς
207831.000.000· ἤτοι κατὰ τὸ 1918 αἱ ὑποχρεώσεις, αἱ ἐκ
2079τῶν τόκων τοῦ δημοσίου χρέους, θὰ ἀνέλθουν εἰς δραχμὰς
208074.031.223 καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου πρὸς
2081κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων καὶ ναυστάθμου θὰ ἔχωμεν
2082προσθήκην ἔτι δρ. 10.000.000 καὶ ὁλικὴν ὑπηρεσίαν τό-
2083κων ἐκ δρ. 84.031.223.
2084Αὐταὶ εἶναι αἱ ἐκ τόκων ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου
2085κατὰ κλίμακα ἐτησίως ἕνεκα ἀνειλημμένων καὶ ἀναλη-
2086πτέων ἐπιτακτικῶν ὑποχρεώσεων. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ
2087ὑποχρεώσεις ἐκ χρεωλυσίων. Ταῦτα κατὰ τὸ 1915 θὰ ἐξυ-
2088πηρετηθῶσι διὰ δρχ. 9.631.047, προσυπολογιζομένου εἰς
2089ταύτας καὶ τοῦ ποσοῦ δρ. 1.000.000, τὸ ὁποῖον μοιραίως
2090θὰ προκύψῃ κατὰ τὸ 1915, καθόσον ἡ μείζων ἀπόδοσις, ἡ
2091προσδοκωμένη, τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915 δι’ ὅλας τὰς
2092προσόδους θὰ περιλάβῃ καὶ τὰς προσόδους τὰς εἰς τὴν Διε-
2093θνῆ Ἐπιτροπὴν τοῦ ἐλέγχου ὑπεγγύους, κατὰ συνέπειαν
2094θὰ προκύψῃ ἡ βελτίωσις τοῦ χρεωλυσίου, ὑπὲρ τὸν προϋ-
2095πολογισμὸν τοῦ ἔτους 1914, καθ’ ὃν αἱ πρόσοδοι αὗται
2096ἦσαν ἠλαττωμέναι. Συνεπῶς αἱ αἴσιαι προσδοκίαι ἀποδό-
2097σεως τῶν δημοσίων προσόδων ἀναβιβάζουσι τὴν ὑπηρεσίαν
2098τοῦ χρεωλυσίου τοῦ προπολεμικοῦ χρέους εἰς δρ. 9.631.047.
2099Προσθέτομεν ἤδη· χρεωλύσιον τοῦ δανείου τῶν 250.000.000
2100δραχ. 1.250.000 εἰς στρογγυλὸν ἀριθμόν· χρεωλύσιον τῆς
2101προκαταβολῆς τῶν δραχ. 11.000.000 ἄλλας δρ. 55.000.
2102Ἐν συνόλῳ οὕτω τὸ χρεωλύσιον τοῦ 1915 θὰ ἀνέλθῃ εἰς
2103δρ. 10.936.047, μετὰ δὲ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου
2104τῶν δρ. 620.000.000 θὰ φθάσῃ εἰς δρ. 14.036.047 καὶ
2105μετὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ δανείου τῶν δρ. 200.000.000
2106θὰ ἀνέλθῃ εἰς δρ. 15.036.047. Κατὰ συνέπειαν πρὸς κά-
2107λυψιν τῶν ἐπιτακτικῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀντιμετωπίζει
2108τὸ Κράτος, τὸ χρεωλύσιον θὰ φθάσῃ εἰς δρχ. 15.036.047
2109κατὰ τὸ ἔτος 1918.
2110Τώρα ἂς ἀκούσωμεν μίαν συγκεφαλαίωσιν ἵνα θέσω
2111τὴν Βουλὴν μακρὰν τοῦ κυκεῶνος τῶν ἀριθμῶν, οἱ ὁποῖοι
2112καὶ ἀπαγγέλλονται ταχύτατα καὶ δὲν συλλαμβάνονται ἐκ
2113τοῦ προχείρου.
2114Διὰ τὸ 1915 ἔχομεν πρῶτον: τόκους παγίων καὶ προ-
2115σωρινῶν δανείων δρχ. 50.261.223, δεύτερον: χρεωλύσια
2116τούτων δρχ. 10.936.047, τρίτον: τόκους κυμαινομένου
2117χρέους δρχ. 16.540.000.
2118Κατὰ συνέπειαν διὰ τὸ ἔτος 1915 ἔχομεν ὑπηρεσίαν
2119τοῦ Δημοσίου Χρέους ἐκ δρχ. 77.737.270· ἤτοι αὔξησις
2120ἀπέναντι τῆς μέχρι τοῦδε ὑπηρεσίας, ἀνερχομένης εἰς δρχ.
212148.149.790 κατὰ δρχ. 29.587.480. Διὰ τὴν γενικω-
2122τέραν περίπτωσιν τοῦ μετασχηματισμοῦ τῶν δανείων μέχρι
2123τοῦ 1918 θὰ ἀνέλθῃ ἡ ὑπηρεσία τῶν τόκων καὶ τοῦ χρεω-
2124λυσίου τοῦ δημοσίου χρέους εἰς δρχ. 99.067.270 ἐτησίως.
2125Ἀφοῦ ἤδη μὲ παρηκολουθήσατε μετ’ ἐντεταμένης
2126προσοχῆς εἰς τὴν ἀνάλυσιν ἢ μᾶλλον τὴν ἐξαγγελίαν τῶν
2127ἀριθμῶν τούτων, τῶν ἀφορώντων εἰς τὸ σπουδαιότατον
2128τῶν κεφαλαίων, τὸ τοῦ Δημοσίου Χρέους, ὅπερ προκαλεῖ
2129καὶ τὸν πόνον τοῦ παρόντος καὶ τὴν μέριμναν περὶ τοῦ
2130ἐπελευσομένου χρόνου, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ παρακο-
2131λουθήσητε εἰς τὴν κεφαλαιώδη ἐξέτασιν τῶν λοιπῶν αὐξή-
2132σεων τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ σχη-
2133ματίσωμεν γενικὸν συμπέρασμα περὶ τῶν βαρῶν, τὰ ὁποῖα
2134θὰ κληθῇ ἡ χώρα νὰ ἀντιμετωπίσῃ κατὰ τὴν διαχείρισιν
2135τοῦ 1915 καὶ ἀντιληφθῶμεν ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις,
2136οἵα ἐμφανίζεται ἐν τῇ ἀναλύσει τοῦ προϋπολογισμοῦ
2137τοῦ 1914 δύναται νὰ βελτιωθῇ κατὰ τὸ 1915 ἢ παγιοῦ-
2138ται, ὡς ἐμφανίζεται κατὰ τὸ 1914, καθόσον μέρος τῶν
2139δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐκτάκτως ἐγένοντο καὶ δὲν θὰ ἐπανα-
2140ληφθῶσι κατὰ τὸ 1915 ἀντικαθίσταται διὰ νέων δαπα-
2141νῶν, αἵτινες παγιοῦνται. Ἠθέλησα πρὸς τοῦτο νὰ εἶμαι
2142ἀκριβέστερος καὶ ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ συναδέλφου ἐξ Ἀ-
2143χαϊοήλιδος κ. Γούναρη ἐζητήσαμεν πρὸ μηνὸς περίπου
2144παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ση-
2145μείωμα ἐμφαῖνον κατὰ πιθανολόγησιν τὰς δαπάνας, ἃς
2146θὰ προκαλέσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ψηφισθέντων ὑπὸ τῆς Βου-
2147λῆς νόμων ἀπὸ τοῦ 1915 καὶ ἐφεξῆς. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
2148ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν κατέθηκε σημείωμα δι’ ἑαυτόν, οἱ
2149ἄλλοι κύριοι Ὑπουργοὶ δὲν κατέθεσαν. Τινὲς ἐδικαιολογή-
2150θησαν ὅτι δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ σημειώματος. Ὁ κ. Ὑ-
2151πουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀντεῖπεν ὅτι διενεμήθη εἰς ὅλα
2152τὰ Ὑπουργεῖα τὸ ἐρώτημά μου. Ἐν τέλει ἐδόθη ἡ δικαι-
2153ολογία ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταρτισθῇ σημείωμα
2154κατὰ πιθανολόγησιν, διότι τότε ἔπρεπε νὰ γείνῃ προϋπο-
2155λογισμὸς ὁλόκληρος. Δὲν ἠξίωσα τὸν καταρτισμὸν ὁλοκλή-
2156ρου τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἀφοῦ ὁ τοῦ 1915 θὰ κατατεθῇ
2157πάντως ἐντὸς τοῦ ἔτους 1915, καίτοι δὲν κατετέθη κατὰ
2158τὴν Συνταγματικὴν ἐπιταγὴν ἐντὸς διμήνου ἀπὸ τῆς
2159ἐνάρξεως τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου. Δὲν θὰ κατηγορήσω
2160ὅτι ἐξήλθατε τοῦ Συντάγματος, διότι ἡ τήρησις τῆς
2161Συνταγματικῆς ταύτης διατάξεως ἀπό τινος, ἕνεκα τῶν
2162ἐπιτακτικῶν ἐθνικῶν ἀναγκῶν, περιέπεσε τὴν στάθμην
2163τῆς σκοπιμότητος. Ἐφ’ ὅσον ἐκυριάρχουν αἱ τελευταῖαι
2164ἐθνικαὶ περιπέτειαι, ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ ἦτο συγγνωστή.
2165Ἀλλὰ ληξασῶν τούτων διὰ τὴν τοιαύτην κατάστασιν
2166φέρουσι τὴν εὐθύνην κυβερνῶντες καὶ ἐλέγχοντες καὶ ψη-
2167φίζοντες. Ἐκυριάρχησε κατ’ ἔθος ἤδη ἐν τῇ Βουλῇ περὶ τὴν
2168ἐφαρμογὴν τῶν νόμων ἡ περίφημος θεωρία τῆς σκοπιμό-
2169τητος καὶ δυστυχῶς καὶ αὐτὴ ἡ περὶ εἰσαγωγῆς τοῦ
2170προϋπολογισμοῦ ῥήτρα τοῦ Συντάγματος περιέπεσεν εἰς
2171τὴν ἐφαρμογὴν τῆς θεωρίας ταύτης.
2172Δὲν θὰ ἐλέγξω ἤδη τὸ γενόμενον, διότι θεωρῶ περιτ-
2173τὸν νὰ καταναλώσω τὴν ὥραν τῆς Βουλῆς, ἵνα ἀναπτύξω
2174ἤδη ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔφθασεν εἰς τοιοῦτον σημεῖον,
2175ὥστε ἠδύνατο μόνον νὰ θεραπευθῇ, ἐὰν τὸ Σύνταγμα
2176ἐνεσαρκοῦτο εἰς πρόσωπον ἐνσώματον καὶ διὰ ῥοπάλου
2177ἔπαιε πάντα ὑπεύθυνον ἐνταῦθα.
2178Ἐν πάσει περιπτώσει ἐδόθη ἡμῖν ἡ ἐξήγησις διὰ τοῦ
2179ἐρωτήματος: «Καὶ τί θέλετε, Κύριοι; Εἶναι δυνατὸν νὰ
2180καταρτίσωμεν τοὺς ὑπολογισμοὺς τούτους λεπτομερῶς;»
2181Ἀλλ’ ἔδωκα ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν ὅτι οὐδέποτε ἠκού-
2182σθη νὰ καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ ὀργανισμοὺς χωρὶς νὰ
2183ὑπάρχῃ ἐν τῷ νῷ τῶν συλλαμβανόντων τοὺς ὀργανισμοὺς
2184αὐτοὺς ἢ εἰσαγόντων τούτους ἐνταῦθα εἷς πρόχειρος ὑπολο-
2185γισμὸς κατὰ πιθανολόγησιν, ὑπολογισμὸς τῶν δαπανῶν
2186τὰς ὁποίας θὰ ὑποστῇ ἐκ τούτων τὸ Κράτος. Ἤλθομεν
2187ἐνταῦθα εἰσάγοντες Νόμους ὡς σχεδιάσματα ζωγραφικῆς,
2188χωρὶς νὰ ὑπολογίζωμεν τὸ οἰκονομικὸν ἔδαφος ἐπὶ τοῦ
2189ὁποίου θὰ ἐφαρμόσωμεν τὴν νομοθεσίαν ταύτην, χω-
2190ρὶς νὰ ὑπολογίσωμεν ὅτι ἄνευ ἐξασφαλίσεως ἐσόδων, ἐξ
2191ὧν αἱ δαπάναι τῶν νέων ὀργανισμῶν θὰ καλυφθῶσιν,
2192οἱ νέοι ὀργανισμοὶ οὗτοι θὰ παραμείνωσιν ἐπὶ τοῦ χάρτου,
2193ὡς μελανὰ στίγματα ἐπὶ λευκοῦ χάρτου, ἀλλὰ τὰς βελ-
2194τιώσεις, ἃς οἱ ὀργανισμοὶ οὗτοι ἐπαγγέλλονται, δὲν θὰ
2195λάβωσι τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἴδωσιν αἱ παροῦσαι γενεαί,
2196διότι ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους στηρίζεται μόνον εἷς ὀρ-
2197γανισμὸς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει οἰκονομικοῦ ἐδάφους ὑγιοῦς εἶναι
2198μόνον δυνατὸν νὰ στηριχθῇ βελτίωσις τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ
2199Κράτους. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι αὐτοσχεδιάζουσιν ἄνευ ἐπιγνώ-
2200σεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους, αὐτοσχεδιάζουσιν κατὰ τρό-
2201πον ἥκιστα σοβαρόν, αὐτοσχεδιάζουσι μόνον ὅπως λαμβά-
2202νωσι τὴν εὐκαιρίαν νὰ ῥίπτωσι νομοσχέδια εἰς τὰ ὄμματα
2203τοῦ κόσμου ἵνα δικαιολογῶνται δι’ ὅσα ἐμπράκτως δὲν
2204δύνανται ἐν τῇ ἐσωτερικῇ διοικήσει τῆς χώρας νὰ ἐπιτε-
2205λέσωσιν. Καὶ τοιουτοτρόπως ἐδημιουργήθη μία βιομηχανία,
2206ὡς προσφυῶς ἀπεκάλεσεν αὐτὴν ὁ κ. Δημητρακόπουλος, βιο-
2207μηχανία νομοσχεδίων πραγματική, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε οὐ-
2208δὲν ἄλλο κατώρθωσε παρὰ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔτυχον
2209νὰ ἀσχοληθῶσι περὶ τὸ δίκαιον νὰ καταστήσῃ ἀμαθεῖς,
2210διότι οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν πλέον νὰ γνωμοδοτήσῃ περὶ
2211ἰσχύοντος νόμου, ὡς κατήντησεν ἡ νομοθεσία ἡμῶν διὰ τοῦ
2212σωροῦ τῶν νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἐψηφίσθησαν.
2213Κατόπιν τῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὰ νομο-
2214θετήματα αὐτῆς δὲν ἐρείδονται ἐπὶ πιθανολογήσεως οἰκο-
2215νομικῆς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ πρόχειρος ὑπολο-
2216γισμός. Εἰς τοῦτο ποιοῦμαι ἐξαίρεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν
2217Οἰκονομικῶν ὅστις διὰ τὰ ἰδικά του νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα
2218ἦσαν ὀλιγώτερα, ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πίνακα, ὁ
2219ὁποῖος μὲ βοηθεῖ εἰς τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν,
2220ὅπως δυνηθῶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν δεδομένων τούτων νὰ προ-
2221χωρήσω εἰς τὴν μελέτην τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου
2222τούτου. Διὰ τὰ λοιπὰ Ὑπουργεῖα μὲ βοηθεῖ μόνον ἡ μικρὰ
2223γνῶσις, τὴν ὁποίαν ἔχω, τῶν Δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἥτις
2224δύναται νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν εἰκόνα μιᾶς ἐξελίξεως τῶν
2225δαπανῶν ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος. Προκειμένου περὶ τοῦ Ὑ-
2226πουργείου τῶν Οἰκονομικῶν θέλομεν ἔχει αὔξησιν κατὰ
2227τὸ 1915 ἀσφαλῆ ἐπὶ τῶν συντάξεων κατὰ 2.500.000 δρ.
2228συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκο-
2229νομικῶν, ἐξ αὐξήσεων ὀφειλομένων εἰς τοὺς νέους νόμους
2230κατὰ δρχ. 1.052.960, ἕνεκα τῆς τελωνιακῆς ἀστυνομίας
2231κατὰ 50.000 δρχ., ἕνεκα μειζόνων δαπανῶν τῆς διαχειρί-
2232σεως εἰδῶν μονοπωλίων καὶ ὑπεγγύων προσόδων καὶ ταχυ-
2233δρομικοῦ ἐνσήμου λόγῳ τῆς ἐπεκτάσεως τούτων εἰς τὰς
2234Νέας Χώρας κατὰ δρχ. 1.000.000, ἕνεκα δικαστικῶν
2235ἀποζημιώσεων κατὰ δρχ. 200.000, ἕνεκα αὐξήσεως ἀπο-
2236δόσεων εἰς τὰ εἰδικὰ ταμεῖα, ὀφειλομένων εἰς αὔξησιν τῶν
2237οἰκείων προσόδων, κατὰ δρχ. 1.500.000. Κατὰ συνέπειαν
2238ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὸ ἔτος 1915
2239θὰ παρουσιασθῇ αὔξησις μέχρι δρχ. 6.302.960.
2240§74Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὄχι ἐκ τῶν νόμων τῶν ψηφι-
2241σθέντων;
2242§75Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον ὅτι ἡ ἐκ τούτων αὔξησις ἀνέρ-
2243χεται εἰς δρχ. 1.152.960 ἐν συνόλῳ, αἱ λοιπαὶ δὲ αὐξή-
2244σεις προέρχονται ἐξ αὐξήσεως τῶν ἀναγκῶν καὶ ἐξελίξεως
2245τῶν ὑπηρεσιῶν.
2246Κατὰ συνέπειαν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου
2247τῶν Οἰκονομικῶν δύναται νὰ ἀνακεφαλαιωθῇ διὰ τὸ ἔτος
22481915 οὕτω: Τακτικὰ ἔξοδα διοικήσεως πλὴν τῆς ὑπηρε-
2249σίας τοῦ Δημοσίου Χρέους δρχ. 31.538.880.92 κατὰ τὸν
2250κείμενον προϋπολογισμόν. Ἀποδόσεις δρ. 13.400.571. Ἔξο-
2251δα διοικήσεως Νέων Χωρῶν δρχ. 4.134.931. Ἄρα σύνολον
2252τακτικῶν ἐξόδων κατὰ τὸν κείμενον προϋπολογισμὸν δρχ.
225349.074.382.92. Ἄμεσος αὔξησις κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν
2254τὸν ἀνακοινωθέντα δρχ. 6.302.960. Ἔκτακτα ἔξοδα διοι-
2255κήσεως, ἀντιμετωπιστέα διὰ συνήθων πόρων, συμφώνως
2256πρὸς τὴν ἀνακοίνωσιν τὴν ὁποίαν ἐποιησάμην περὶ τῶν
2257ἐκτάκτων ἐξόδων ὑπὸ τὴν ἔννοιαν, ἣν ἐγὼ δίδω εἰς αὐτὰ
2258καὶ συμφώνως πρὸς τὸν κείμενον προϋπολογισμόν, δραχμὰς
22597.063.232,79. Ἄρα ἐν συνόλῳ ἔξοδα διὰ τὸ 1915 δρχ.
226062.440.575.71, ἅτινα μειοῦνται εἰς δρ. 60.940.575.71,
2261ὅταν ἀφαιρεθῶσιν ἐκ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων τὰ ἔξοδα τῆς
2262νομισματοποιΐας, ἅτινα ἐγένοντο μόνον κατὰ τὸ ἔτος 1914.
2263Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποθέτω ὅτι θὰ πα-
2264ρουσιάσῃ ἐλάττωσιν ἐξόδων κατὰ τὸ 1915. Διὰ τοῦτο
2265ὑπολογίζω μείωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ κατὰ 700 χιλ.
2266δρχ. στηριζόμενος εἰς τὴν ἀναγκαίαν μείωσιν τοῦ κεφα-
2267λαίου τῶν ἐξωτερικῶν δαπανῶν καὶ εὐχόμενος ὅτι ἡ μείω-
2268σις αὐτὴ θέλει ἐπέλθει, διότι δὲν βλέπω αὐτὴν τὴν στιγμὴν
2269διὰ τὸ ἔτος 1915 τόσον ὑφισταμένην τὴν ἀνάγκην τόσων
2270μεγάλων ἐξωτερικῶν δαπανῶν. Κατὰ συνέπειαν ἐκ δρχ.
22715.588.051 ἀφαιρῶ δρ. 700.000 καὶ φθάνω εἰς μορφὴν
2272περίπου τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915 ἐκ δραχμῶν
22735.188.051.
2274Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης φρονῶ ὅτι ἡ ἐξέ-
2275λιξις τῶν ὑπηρεσιῶν θὰ προκαλέσῃ αὔξησιν δαπάνης
2276κατὰ 500.000 δρ., διότι ἐν τῷ ἐφετεινῷ προϋπολογισμῷ
2277ὑπολογίζονται οἱ μισθοὶ μέρους μόνον τοῦ προσωπικοῦ διὰ
2278μέρος τοῦ χρόνου. Κατὰ συνέπειαν μοιραίως ἡ κειμένη
2279νομοθεσία ἄνευ ἄλλης αὐξήσεως θὰ προκαλέσῃ αὔξησιν
2280500.000 δραχμῶν.
2281Ἐν συνόλῳ ἄρα ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῆς
2282Δικαιοσύνης θὰ φθάσῃ εἰς δρχ. 11.423.778.25, προστιθε-
2283μένου τοῦ εἰς χονδροὺς ἀριθμοὺς κονδυλίου τῶν αὐξήσεων
2284εἰς τὰ λεπτομερῆ κονδύλια τοῦ τρέχοντος προϋπολογισμοῦ.
2285Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν μετὰ τὸν ἀποχωρι-
2286σμὸν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας ἀπαι-
2287τεῖ συμφώνως πρὸς τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ 1914 ἔξοδα
2288διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἐκ δρχ. 10.934.412, διὰ τὴν
2289Κρήτην δρχ. 2.409.480, διὰ τὴν Μακεδονίαν δραχμὰς
22905.315.452, διὰ τὴν Ἤπειρον δρχ. 473.462, διὰ τὰς νή-
2291σους τοῦ Αἰγαίου δρχ. 502.200. Ἑπομένως ὁ τακτικὸς προ-
2292ϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπὶ τῇ βά-
2293σει ταύτῃ θὰ εἶναι διὰ τὸ ἔτος 1915 δρχ. 19.635.006.
2294Ἔκτακτα ἐπίσης ἔξοδα προστίθενται κατ’ ἀναλογίαν τῶν
2295ἐφετεινῶν ἐκ δρχ. 394.890.45 περίπου, ἑπομένως φθά-
2296νομεν εἰς διατύπωσιν προϋπολογισμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν
2297ἐφετεινῶν ἐξόδων ἐκ δρχ. 20.029.896.45. Ὑπολογίζω
2298ὅμως μίαν αὔξησιν τῆς κεντρικῆς καὶ τῆς νομαρχιακῆς
2299ὑπηρεσίας λόγῳ αὐξήσεως προσωπικοῦ καὶ μισθοδοσιῶν
2300ἐκ δρ. 150.000 περίπου, πιθανὸν δὲ νὰ εἶναι αὕτη καὶ με-
2301γαλειτέρα. Ἡ ἐξέλιξις τῶν δαπανῶν τῆς δημοσίας ἀσφα-
2302λείας καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Χωροφυλακῆς θὰ
2303προκαλέσῃ μοιραίως αὔξησιν δαπάνης περὶ τὰς 1.500.000
2304δραχ., ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου περὶ δημοσίας ὑγείας θὰ
2305προκαλέσῃ αὔξησιν δαπάνης ἐκ δρχ. 500.000 ὁμοῦ μὲ
2306τὴν λειτουργίαν τῶν χημικῶν ἐργαστηρίων. Φρονῶ δὲ ὅτι
2307ὁ κ. ὑπουργὸς πρὶν ἢ θέσει εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον περὶ
2308νομιάτρων εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐγκατάστασιν τῶν
2309χημικῶν ἐργαστηρίων, διότι ὁ θεσμός, ὁ ὁποῖος θὰ ἀπο-
2310δώσῃ τὰ μέγιστα εἰς τὴν κοινωνίαν εἶναι ὁ θεσμὸς οὗτος.
2311Καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐπὶ μακρὰν σειρὰν
2312ἐτῶν θὰ καταστήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν ὥριμον πρὸς συζήτη-
2313σιν περὶ τὰ τῶν φαρμακείων, οὕτως ὥστε θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα
2314μετά τινα ἔτη, ὅτε ὁ ἀστυνομικὸς ἔλεγχος θὰ εἶναι ἐναργὴς
2315ἐπὶ τῶν φαρμακείων, θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα ὁπότε θὰ ἀποδώσωμεν
2316τὰ φαρμακεῖα ἐλευθέρως εἰς τοὺς ἐπαγγελματίας καὶ θὰ
2317παύσωμεν ἱδρύοντες ταῦτα διὰ κυβερνητικῆς ἐπιταγῆς.
2318Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ λειτουργία τῶν χημικῶν
2319ἐργαστηρίων θὰ εἶναι λειτουργία ἐξασφαλίζουσα τὰς ἀνα-
2320λύσεις τοῦ κόσμου.
2321Κατὰ τὰ ἀνωτέρω φθάνομεν εἰς προϋπολογισμὸν τοῦ
2322Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν μὲ δαπάνας 22.179.896.45
2323δρχ. Ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους 1915 θὰ πεισθῇ ἡ Κυ-
2324βέρνησις ὅτι πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Γε-
2325νικῆς Διοικήσεως Κρήτης ἢ ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς περιστά-
2326σεις, αἵτινες θὰ διευκολύνωσι τὴν κατάργησιν ταύτην. Ὑπο-
2327λογίζω ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως ἤδη τῶν δύο Γενικῶν Διοι-
2328κήσεων Ἠπείρου καὶ Νήσων τοῦ Αἰγαίου, διὰ τῆς καταρ-
2329γήσεως τῶν Γενικῶν Διοικήσεων Μακεδονίας καὶ Κρήτης
2330θὰ προκύψῃ οἰκονομία 500 χιλ. δραχμῶν ἐκ προσωπικοῦ
2331τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τούτων, τὸ ὁποῖον θὰ λείψῃ.
2332Οὕτω φθάνομεν ὑπὸ τὴν πρόβλεψιν ταύτην εἰς δραχμὰς
233321.679.896.45 δαπάνην τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
2334Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει ἔκ-
2335τακτα καὶ τακτικὰ ἔξοδα δρχ. 5.315.766.28. Ὑποθέτω
2336ὅτι παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας οὐδε-
2337μίαν θὰ ἔχω ἀντίρρησιν ἂν προχείρως προσθέσω εἰς τὸν
2338προϋπολογισμὸν του 500.000 δρ. διὰ τὴν ἐφαρμογὴν ὅλης
2339τῆς νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν ἐψήφισεν ἡ Βουλή.
2340§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς
2341Οἰκονομίας). Εἶναι τὸ ἀνώτατον ὅριον, διότι ἔχουν περι-
2342ληφθῆ εἰς τὰς δηλώσεις ὅλαι σχεδὸν αἱ δαπάναι.
2343§77Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὥστε εἴμεθα σύμφωνοι. Καὶ ἐγὼ
2344ἔφθασα εἰς ἓν ποσὸν κατὰ πιθανολόγησιν, διότι ὁμολογῶ
2345ὅτι ἡ νομοθεσία τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶναι τοιαύτης
2346φύσεως, ὥστε δὲν εἶναι δυνατόν, εἰς τὸν μὴ κατέχοντα τὰ
2347ὑπηρεσιακὰ μέσα, νὰ προβῇ εἰς προϋπολογισμὸν ἀκριβῆ,
2348διότι εἶναι καὶ ἡ προτέρα ἐφαρμογὴ τῶν νόμων, ἡ ὁποία
2349ἀπαιτεῖ μεγάλην γνῶσιν τῆς ὑπηρεσιακῆς κινήσεως, ἵνα
2350γείνῃ ὁ ὑπολογισμός. Λοιπὸν ἐν τῷ συνόλῳ ἐπιθανολό-
2351γησα αὐτὴν τὴν δαπάνην, βλέπω δὲ ὅτι εἴμεθα σύμφω-
2352νοι, μολονότι σεῖς λέγετε ὅτι τοῦτο εἶναι τὸ ἀνώτατον
2353ὅριον. Ἀλλὰ καὶ ἂν κατέλθῃ ἡ δαπάνη θὰ εἶναι ζήτημα
2354δεκάδων τινῶν χιλιάδων δραχμῶν, ὥστε μέχρι τοῦδε δὲν
2355φθάνομεν εἰς διάφορα συμπεράσματα. Φθάνομεν ἄρα εἰς τὸν
2356προϋπολογισμὸν τοῦ 1915 ἐκ δρχ. 5.815.766.28.
2357Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας τὰ τακτικὰ
2358ἔξοδα τῆς Π. Ἑλλάδος ἀνέρχονται εἰς δρχ. 13.685.845
2359κατὰ τὸν κείμενον προϋπολογισμόν. Τὰ τῆς Νέας Ἑλλά-
2360δος ἔχουσιν ὡς ἑξῆς: Κρήτη δρχ. 1.266.000· Μακεδονία
2361δρχ. 2.293.333· Νῆσοι Αἰγαίου δρχ. 639.791, Ἤπειρος
2362δρχ. 1.190.154. Ἐν συνόλῳ ἔξοδα τακτικὰ δρχ. 19.075.723.
2363Κύριοι· ὡς ἔχουσι καταρτισθῇ οἱ προϋπολογισμοὶ τοῦ
2364Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ
2365ὡς κατηρτίσθησαν καὶ αἱ δηλώσεις τροποποιοῦσαι ἀμφοτέ-
2366ρους, ἕνεκα τῶν λογιστικῶν διατυπώσεων ἠναγκάσθην νὰ
2367καταρτίσω κεχωρισμένον προϋπολογισμόν, ἵνα φθάσω εἰς
2368συμπεράσματα καὶ ἠσχολήθην εἰς ἔργον πλέον κατ’ ἀνάγ-
2369κην λογιστικὸν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας.
2370Ἐλπίζω ὅτι αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως τῶν Δημοσίων
2371Ἔργων Κρήτης καὶ ἄλλα τινα ἔξοδα θὰ ἐλαττωθῶσιν.
2372Ἀφαιρῶ καὶ δαπάνην τινὰ ἀναγεγραμμένην εἰς τὰ τα-
2373κτικὰ ἔξοδα, ἀλλ’ ἥτις δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ καὶ ἀφαιρῶ
2374ἐν συνόλῳ μίαν δαπάνην 400.000 δρχ. λόγῳ μειώσεων,
2375τὰς ὁποίας ἐλπίζω ὅτι θὰ ἐπιτύχῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὰ
2376τοῦ προσωπικοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων Κρήτης. Φθάνω
2377λοιπὸν εἰς τακτικὸν προϋπολογισμὸν δρχ. 18.675.723.
2378Ἀλλὰ πρέπει εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ νὰ προστεθῇ ἀναμφι-
2379σβητήτως ποσὸν δρχ. 2.500.000 διὰ τὴν συντήρησιν τῆς
2380ὁδοποιΐας τοῦ Κράτους. Αἱ πιστώσεις αἱ ἀναγεγραμμέναι
2381ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1914, αἵτινες ἐμειώθησαν διὰ
2382τῶν δηλώσεων ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρήματος, αἱ πιστώσεις
2383αὗται εἶναι ἀνεπαρκεῖς. Ὡς ἔχουσι δὲ τὰ τῆς συγκοινωνίας
2384τοῦ Κράτους κινδυνεύομεν, ἂν μὴ προβῶμεν εἰς γενικόν τι
2385μέτρον, νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νέας κατασκευῆς ἐκεῖ,
2386ὅπου ἔχομεν σήμερον μόνον συντήρησιν. Δὲν ἠδυνήθη νὰ
2387ἀποδώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας μέχρι τοῦδε
2388καρποὺς ἐπαρκεῖς, κατὰ συνέπειαν ἐγένοντο καταστροφαὶ
2389ὑλικοῦ καὶ ἐφθάρησαν αἱ ἐγκαταστάσεις. Ἔχομεν λοιπὸν
2390ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως ταύτης καὶ ὑποθέτω ὅτι καὶ ὁ κ.
2391Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ συμφωνήσῃ εἰς τὸ ποσὸν
2392αὐτὸ τὸ πιθανολογούμενον.
2393Κατὰ συνέπειαν φθάνομεν εἰς ποσὸν δρχ. 21.175.723
2394διὰ τὰ τακτικὰ ἔξοδα τῆς Συγκοινωνίας ἐν ἔτει 1915.
2395Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἤτοι κατὰ τὴν
2396ταξινόμησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔχομεν τὰς δαπάνας κατα-
2397σκευῶν. Τὰ ἔκτακτα ἔξοδα ταῦτα ἀνέρχονται ἐφέτος διὰ
2398τὴν Π. Ἑλλάδα εἰς δρχ. 2.277.761, διὰ τὴν Κρήτην εἰς
2399δρχ. 1.811.500, διὰ τὴν Μακεδονίαν εἰς δρχ. 1.803.750,
2400διὰ τὴν Ἤπειρον εἰς δρχ. 1.150.003, διὰ τὰς Νήσους τοῦ
2401Αἰγαίου εἰς δρχ. 50.000 ἤτοι ἐν συνόλῳ εἰς δρχ. 7.093.014.
2402Ἐξ ὅλων αὐτῶν, Κύριοι, διὰ νὰ εἶμαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ
2403τοῦ ὑπολογισμοῦ, ὀφείλω ἵνα ἀφαιρέσω ὅλας τὰς δαπάνας
2404κατασκευῆς ὁδῶν Κρήτης, Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου, ἤτοι
2405δρχ. 3.200.000. Τοιουτοτρόπως φθάνω εἰς ὑπόλοιπον ἐκτά-
2406κτων ἐξόδων, ἅτινα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γίνωσιν, ἐκ
2407δρχ. 3.893.014. Προσθέτω καὶ δρχ. 1.000.000 διὰ κατα-
2408σκευὰς νέων ἔργων ἐν Νέᾳ Ἑλλάδι ἐν γένει καὶ οὕτω
2409λίαν φειδωλῶς, διὰ τὰς κατασκευὰς ὑπολογίζω τὰς ἐκτά-
2410κτους δαπάνας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας εἰς δρχ.
24114.893.014. Κατὰ συνέπειαν φθάνομεν εἰς προϋπολογισμὸν
2412τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὸ 1915 ἐκ δρχ.
241326.068.737 αἵτινες δὲν δύνανται νὰ μειωθῶσιν ἐφεξῆς:
2414Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προσθέτω
2415μόνον 1.000.000 δρχ. διὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν τελευταίων
2416νόμων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὴν ἐκπαιδευτικὴν ἐπιχορή-
2417γησιν διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τῶν Νέων Χωρῶν καὶ διὰ τὴν
2418ἐφαρμογὴν διαφόρων νεωτέρων νόμων περὶ Μουσείων Βυ-
2419ζαντινῶν, περὶ ᾨδείου Θεσσαλονίκης κτλ., ἤτοι ὅλων αὐ-
2420τῶν τῶν νόμων, διὰ τῶν ὁποίων ἐπίκειται ἡ ἐκκόλαψις
2421ὅλων τῶν ὡραίων τεχνῶν ἐν Ἑλλάδι ἐξαπίνης. Ὅλα
2422αὐτὰ προκαλοῦσι μίαν δαπάνην δρχ. 1.000.000 τοὐλά-
2423χιστον. Ἄρα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δὲν
2424δύναται νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν διὰ τὸ 1915 ἥττονα τῶν
242511.873.051.90 δρχ.
2426Σημειῶ ὅμως πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐνῷ τῶν ἄλλων
2427Ὑπουργείων οἱ προϋπολογισμοὶ θὰ ὑποστῶσι κατά τι ἐτη-
2428σίαν ἐξέλιξιν βαθμιαίαν, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησια-
2429στικῶν ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ὑποστῇ ἐξέλιξιν ἀπότομον,
2430ὅταν συντελεσθῇ ἡ ἐκπαιδευτικὴ ἀφομοίωσις πλήρης τῆς
2431Νέας καὶ Π. Ἑλλάδος καὶ ὅταν ἡ νομοθεσία περὶ ἀνα-
2432λήψεως ὅλων τῶν ἐκπαιδευτικῶν βαρῶν ὑπὸ τοῦ Κρά-
2433τους συντελεσθῇ. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τὰ στοιχεῖα νὰ ὑπολο-
2434γίσω νῦν καὶ προτιμῶ νὰ μείνω εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς
2435θετικούς, τοὺς ὁποίους ἔχω, παρὰ νὰ ὑπολογίσω ἑκατομμύρια,
2436τῶν ὁποίων κατ’ ἀνάγκην δὲν δύναταί τις ἐκ τῶν προτέ-
2437ρων νὰ συντάξῃ ἀκριβῆ λογαριασμόν.
2438Διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν συζή-
2439τησιν τῶν στρατιωτικῶν νομοσχεδίων ἠκούσαμεν παρὰ τοῦ
2440κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἰς τὸ Γενικὸν Ἐπιτε-
2441λεῖον τοῦ στρατοῦ καθωρίσθη ὡρισμένη πίστωσις 52–53
2442ἑκατομμυρίων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ ὅτι κατὰ
2443συνέπειαν αἱ δαπάναι τοῦ στρατοῦ ἐπαγιώθησαν, ὅτι δὲ
2444ἡ δαπάνη αὕτη εἶναι δαπάνη ἥτις θὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς
2445ἀνάγκας τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ὅταν θὰ ἔχῃ συντε-
2446λεσθῇ πλήρης ἐξελισσόμενος, ἀντιμετωπίζει δὲ ἐν τῷ
2447παρόντι τὴν ἐκγύμνασιν τῶν ἐφεδρικῶν ἡλικιῶν τῶν Νέων
2448Χωρῶν, ἥτις ἐν τῷ μεταξὺ συντελεῖται, ἕως ὅτου ὁ πλήρης
2449ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ ἐξελιχθῇ. Λοιπὸν ὑπολογίζω
245053.136.740.75 δρχ. καὶ διὰ κεκλεισμένας χρήσεις
24512.000.000 δρχ., δηλαδὴ ἐν ὅλῳ 55.136.740.75 δρχ. διὰ τὸ
2452Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Τώρα δὲ ἕν πρᾶγμα, κ.
2453Πρωθυπουργέ, δὲν γνωρίζω, μήπως κάμνω λάθος, διότι δὲν
2454ἐνθυμοῦμαι τὰ νομοσχέδιά σας περὶ ἀδιαθέτων πιστώσεων.
2455§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν ἔχομεν κε-
2456κλεισμένας χρήσεις.
2457§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν ἀφαιρῶ τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν
24582.000,000 καὶ περιορίζομαι εἰς ὁλικὸν ἀριθμὸν δαπάνης
2459εἰς δρχ. 53.136.740.75.
2460Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὁ λογαριασμὸς ἔχει ἄλ-
2461λως. Ἐφέτος ἔχει σύνολον ἐξόδων ἐκτάκτων καὶ τακτικῶν ἐκ
2462δρχ. 41.035.366.53. Ἀλλὰ πρέπει ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος
2463νὰ ἀπαλλαγῇ ὅλων τῶν ἐκτάκτων δαπανῶν, αἵτινες δὲν ἐδι-
2464καιολογοῦντο παρὰ μόνον ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων καὶ
2465αἵτινες ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν
2466ἔχουσι συνδεθῆ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ συνδυάζωνται μετὰ
2467τῶν δαπανῶν κανονικῆς διοικήσεως. Ὑπολογίζω λοιπόν, κύ-
2468ριοι, ὅτι ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν 28.800.844 δρχ., εἰς ἃς ὁ τα-
2469κτικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀνέρχε-
2470ται κατόπιν τῶν διὰ τῶν δηλώσεων γενομένων προσθηκῶν,
2471ἀφαιρουμένων, λέγω, 5.660.000 δρχ., αἵτινες ἀντιπρο-
2472σωπεύουσιν ἀξίαν ὑλικοῦ καὶ μισθοὺς τοῦ ἐπιστρατευθέν-
2473τος προσωπικοῦ καὶ ἀξίαν ὑλικοῦ κινήσεως, δικαιολογού-
2474μενα ἐκ τῶν περιστάσεων, φθάνομεν εἰς προϋπολογισμὸν
2475τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐξ 23.140.844 δραχμῶν,
2476προϋπολογισμὸν ὅστις δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸς μειώσεως,
2477ἀλλ’ ὅστις διὰ τὸ 1915 φρονῶ ὅτι δὲν θὰ εἶναι ἐπιδεκτι-
2478κὸς καὶ σπουδαίας αὐξήσεως, ἐκτὸς μόνον ἂν περιστάσεις
2479διεθνεῖς ἐπιβάλωσιν εἰς τὸ Κράτος ἄλλην ἐνέργειαν. Ἀλλ’
2480ὁ προϋπολογισμὸς οὗτος μετὰ τὴν παράδοσιν καὶ τὸν κατά-
2481πλουν τῶν νέων πλοίων εἰς Πειραιᾶ κατ’ ἀνάγκην πλέον
2482θ’ αὐξήσῃ, θὰ ἐπέλθωσιν δ’ ἔξοδα κινήσεως μεγαλύτερα,
2483ἔξοδα συντηρήσεως μεγαλύτερα. Εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶ-
2484ναι προσθετέαι δρχ. 400.000 διὰ τὴν αὔξησιν τῶν ἀναγ-
2485κῶν τῆς στρατολογίας καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν στελεχῶν τῶν
2486ἀξιωματικῶν, ἄρα θὰ φθάσωμεν εἰς μορφὴν προϋπολογισμοῦ
2487δρχ. 23.540.844 διὰ τὴν τακτικὴν κίνησιν. Διὰ τὰς ἐκ-
2488τάκτους δαπάνας ὑπολογίζω διὰ τὸ ἔτος 1915 ἓν καὶ ἥμισυ
2489ἑκατομμύριον, ὀλιγώτερον τοῦ ὁποίου εἶναι ἀδύνατον νὰ
2490ὑπολογίσῃ τις. Κατὰ συνέπειαν φθάνομεν, μετὰ τοιαύτης
2491αὐστηρότητος ὑπολογιζομένων τῶν αὐξήσεων, εἰς ἔξοδα δρχ.
249225.048.844 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν
2493Ναυτικῶν διὰ τὸ ἔτος 1915.
2494Φθάνομεν, κύριοι, τώρα εἰς τὰς συγκεφαλαιώσεις πλέον.
2495Ἐν συνόλῳ τὰ μὲν ἔξοδα τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, καθ’
2496ὃν τρόπον ἐξήγγειλα ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν ἀνέρχονται
2497εἰς δρχ. 142. 989.856.59, τὰ δὲ τῶν ὑπουργείων τῶν
2498Στρατιωτικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τοῦ Δημοσίου Χρέ-
2499ους εἰς δρχ. 157.914.855.74. Ἑπομένως ἔχομεν ἔξοδα ἐν
2500ὅλῳ, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν 2.000.000, τὰ ὁποῖα ἀνέ-
2501φερα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιω-
2502τικῶν, δρχ. 298.904.712.33. Ἀπέναντι αὐτῶν ποῖα θὰ
2503εἶναι τὰ ἔσοδα; Τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ 1914 μὲ τὰ ἔκτα-
2504κτα εἶναι δρχ. 216.000.000. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν θὰ
2505ἐξέλθω τῆς φειδοῦς, μετὰ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ ὑπολο-
2506γίσω τὰ δημόσια ἔσοδα διὰ τὸν θέλοντα νὰ διαχειρίζηται
2507καὶ ἀποβλέπῃ εἰς διαχείρισιν συνετὴν τοῦ δημοσίου πλού-
2508του, ἀλλ’ οὔτε θὰ ἐξέλθω καὶ τῆς αἰσιοδοξίας, ἡ ὁποία
2509πρέπει νὰ διέπῃ ἡμᾶς, ἂν ὑπολογίσω τὴν αὔξησιν τῶν
2510ἐσόδων διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα εἰς δρχ. 800.000 ἐξ
2511ἐλαίου, ἐκ τελωνειακῶν δασμῶν εἰς 3.000.000, ὥστε νὰ
2512φθάσωμεν περίπου εἰς τὸ πρῴην καθεστώς, ἐκ τελῶν χαρ-
2513τοσήμου εἰς δρχ. 1.000.000 ἕνεκα τῆς ἀναζωογονήσεως τῶν
2514συναλλαγῶν, ἐξ οἰνοπνευματούχων ὑγρῶν εἰς δρχ. 500.000,
2515ἐκ μείζονος ἀποδόσεως τῶν μονοπωλίων καὶ τῶν φόρων
2516κληρονομιῶν εἰς δρχ. 1.000.000, ἤτοι ἂν ὑπολογίσωμεν
2517διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα αὔξησιν ἐσόδων ἐκ δραχμῶν
25186.300.000, ἐξ ὧν πρέπει νὰ ἐκπεσθῶσιν αἱ ἀπολήψεις ἐκ
2519στρατιωτικῶν διδάκτρων καὶ δημοτικῶν εἰσφορῶν διὰ τὴν
2520χωροφυλακήν, ὥστε νὰ περιορισθῇ ἡ αὔξησις εἰς 5.700.000
2521δρχ. Διὰ δὲ τὴν Νέαν Ἑλλάδα ὑπολογίζω αὐξήσεις λόγῳ
2522τῆς ἀφομοιώσεως ἐν Κρήτῃ ἐκ φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτη-
2523δευμάτων δρχ. 100.000, ἐκ τελωνειακοῦ δασμοῦ 500.000
2524δρχ., ἐκ τοῦ καπνοῦ δρχ. 300.000 καὶ ἐξ οἰνοπνεύματος,
2525χαρτοσήμου καὶ πυρίτιδος δραχ. 500.000, ἐν ὅλῳ δραχ.
25261.400.000. Ἐκ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου ὑπολο-
2527γίζω αὐξήσεις ἐκ δρχ. 500.000 ἀπὸ φόρον αἰγοπροβάτων,
2528δρχ. 500.000 ἀπὸ φόρου δεκάτης, δρχ. 500.000 ἐξ
2529οἰνοπνεύματος καὶ φωτιστικῶν ὑλῶν, δρχ. 500.000 ἐκ
2530μονοπωλίων πυρείων, παιγνιοχάρτων καὶ φόρου ἐκρη-
2531κτικῶν ὑλῶν, δρχ. 1.000.000 ἐκ τελῶν χαρτοσήμου
2532καὶ ταχυδρομικῶν ἤτοι ἐν ὅλῳ δρχ. 3.000.000. Διὰ τὰς
2533νήσους τοῦ Αἰγαίου ὑπολογίζω αὐξήσεις δραχ. 1.000.000
2534ἕνεκα ὁμοίων λόγων, ἐξ αὐξήσεως τῶν τελωνειακῶν δασμῶν
2535ἐν Ἠπείρῳ, Μακεδονίᾳ καὶ ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου ὑπο-
2536λογίζω δραχμὰς 8.000.000, καὶ ἐκ φόρου καταναλώσεως
2537τοῦ καπνοῦ ἕτερα 5.000.000 δρχ., ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐ-
2538ξήσεως τῆς φορολογίας εἰς 7 δρχ. κατὰ κοιλὸν ἐπὶ 1.000.000
2539κοιλῶν. Ἤτοι ἐν ὅλῳ ὑπολογίζω αὐξήσεις ἐξ 24.100.000
2540δραχμῶν. Θὰ ἤμην εὐτυχής, κύριοι, ἐὰν τὰ ἔσοδα τοῦ
2541Κράτους ὑπῆρχον γενναιότερα. Ἐν τῇ ἰδικῇ μου ἀντι-
2542λήψει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσω εἰς ὑπολογισμὸν αἰ-
2543σιώτερον τούτων τῶν εἰσπράξεων, φρονῶ δὲ ὅτι πᾶς ὑπο-
2544λογισμὸς αἰσιοδοξώτερος τῶν εἰσπράξεων τούτων θὰ εἶναι
2545ὑπολογισμὸς ὅμοιος πρὸς ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἠκούσαμεν
2546κατὰ τὴν πρώτην ἔκδοσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914,
2547ὅτε τὰ ἔσοδα τῆς Νέας Ἑλλάδος ἕνεκα κακοῦ ὑπολογι-
2548σμοῦ ὡρίσθησαν εἰς δρχ. 84.000.000, ἵνα ἔλθωμεν μετὰ 6
2549μῆνας καὶ μειώσωμεν ταῦτα εἰς δρχ. 78.000.000, ὁμολο-
2550γοῦντες ἀρκετὰ μέγα λάθος αἰσιοδοξίας.
2551Ἐφ’ ὅσον ἔχωμεν τὸ ὑπάρχον καθεστώς ἐν ταῖς Νέαις
2552Χώραις, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ κίνησις τοῦ πληθυσμοῦ
2553τὴν ὁποίαν προεκάλεσεν ἡ ἀθρόα εἰσέλευσις τῶν προσφύ-
2554γων καὶ ἡ ἀθρόα ἔξοδος τῶν Μουσουλμάνων, ἐφ’ ὅσον
2555ταῦτα τὰ γεγονότα ὑπάρχωσι, δὲν εἶναι δυνατὸν μετὰ τό-
2556σης αἰσιοδοξίας νὰ προσβλέπωμεν εἰς αὔξησιν τῶν ἐσόδων
2557τῶν Νέων Χωρῶν. Οὕτω ὑπολογιζομένων τῶν πραγμάτων,
2558κύριοι, καταλήγω εἰς ὑπολογισμὸν τῶν ἐσόδων ὡς ἑξῆς.
2559Ἔσοδα τακτικὰ καὶ ἔκτακτα τοῦ 1914 δρχ. 216.042.485.
2560Ἀφαιρουμένων ἐκ τούτων τῶν ἐφάπαξ πραγματοποιηθέντων
2561ἐκτάκτων εἰσπράξεων ἐκ νομισματοποιΐας, ὑποβιβάζονται τὰ
2562ἔσοδα εἰς δρχ. 211.202.485. Προστιθεμένων δὲ τῶν ὑπο-
2563λογιζομένων διὰ τὸ 1915 αὐξήσεων, ἀγόμεθα εἰς ὁλικὰ
2564ἔσοδα τοῦ 1915 ἐκ δρχ. 235.302.485 ἤτοι ἀγόμεθα εἰς
2565ἔλλειμμα δρχ. 63.602.227.33, ἔλλειμμα δὲ ἀναμφισβήτη-
2566τον. Τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, κύριοι, δύναται νὰ μειωθῇ κατά τι
2567ποσὸν λόγῳ συνδυασμῶν οἰκονομικῶν μετὰ τῶν εἰδικῶν
2568ταμείων. Τὸ Κράτος προφανῶς θὰ χρησιμοποιήσῃ τὰς ὑπὲρ
2569τῶν δύο πολεμικῶν ταμείων ἀποδόσεις, πρὸς ἐξυπηρέτησιν
2570τῶν τοκοχρεωλυσίων τοῦ Δημοσίου Χρέους, ὅπερ συνωμολο-
2571γήθη καὶ θὰ συνομολογηθῇ διὰ τὴν ἀντιμετώπισιν τῶν ἀναγ-
2572κῶν, ὑπὲρ ὧν προωρίσθησαν τὰ Ταμεῖα ταῦτα. Συνεπῶς θὰ
2573διατεθῇ πρὸς τοῦτο ποσὸν δραχ. 9.990.201 ἐκ τῶν ταμείων
2574τούτων πρὸς ἀνακούφισιν τῶν δαπανῶν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
2575Οὕτω δὲ τὸ ἔλλειμμα θὰ ἐλαττωθῇ εἰς δρ. 53.612.026.33
2576Τοῦτο εἶναι τὸ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915
2577ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον δυστυχῶς κατὰ τὴν κρίσιν μου μείω-
2578σιν δὲν δύναται νὰ ὑποστῇ, τὸ ὁποῖον ὅμως φοβοῦμαι, ὅτι
2579μᾶλλον αὔξησιν δύναται νὰ προκαλέσῃ. Κύριοι, εἴ-
2580δομεν τί ἐγένετο κατὰ τὸ ἔτος 1913. Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ
2581ἐν ἔτει 1915 διὰ τὴν κάλυψιν τοῦ ἐλλείμματος τούτου; Ἡ
2582Κυβέρνησις ἔλαβε τὸ μέτρον τῆς ἀφομοιώσεως τῶν Νέων
2583χωρῶν ἵνα ἀντιμετωπίσῃ μέρος τοῦ ἐλλείμματος, ἀλλ’ ἀκρι-
2584βῶς ὁ προϋπολογισμὸς τῶν μερῶν τούτων ἀφήνει τὸ ἔλλειμμα
2585τὸ ὁποῖον ἐξήγγειλα πρὸς τὴν Βουλήν. Κατὰ συνέπειαν εἶναι
2586ἀνάγκη φροντίδος καὶ διαγραφῆς δημοσιονομικοῦ σχεδίου,
2587οἰκονομικοῦ σχεδίου, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ καλυφθῇ
2588τὸ χαῖνον ἔλλειμμα τοῦ 1915 καὶ θὰ παγιωθῇ ἡ οἰκονο-
2589μικὴ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος διὰ τὸν μέλλοντα χρόνον.
2590Τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον προσήγαγεν ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὸ
25911914 εἶναι σχέδιον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ ἀνεκόπη ἐν
2592μέσῳ τοῦ ἔτους, ἀλλὰ τοῦ ὁποίου τὴν ἐφαρμογὴν διὰ
2593μακρὰν σειρὰν ἐτῶν ἀνακόπτουσι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα
2594ἐπηκολούθησαν. Κύριοι, λυποῦμαι νὰ εἴπω, ἀλλ’ εἶμαι
2595ὑπόχρεως νὰ τὸ εἴπω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπολογίζῃ ἡ
2596Ἑλλὰς ἐπὶ δανεισμοῦ ἐλευθέρου δ’ ἐκδόσεως δημοσίου
2597χρέους εἰς τὰς ἀγορὰς τὰς εὐρωπαϊκάς. Καὶ ὀφείλει νὰ μὴ
2598ὑπολογίζῃ τοῦτο οὐχὶ ἐπὶ 1, 2, 3 ἔτη, ἀλλὰ καὶ πέραν τῶν 5
2599ἐτῶν. Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁ εὐρωπαϊκὸς
2600πόλεμος κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ὁλόκληρον τὸ ἔτος 1915
2601θὰ ἐξαντλήσῃ, ἀλλ’ ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι
2602τὴν ἐπαύριον τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης καὶ τὸ
2603χρῆμα δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀλλὰ καὶ ὅτι ὅλα ἐκεῖνα τὰ Κράτη,
2604τὰ ἐμπόλεμα, θὰ ἐξαντληθοῦν, διότι οἱ νικηταὶ θὰ ἐξαντλή-
2605σωσι τὰς ἀγοράς των πρὸς ἀντικατάστασιν τῶν ἐφοδίων
2606τὰ ὁποῖα κατηνάλωσαν καὶ οἱ ἡττημένοι θὰ ἐξαντλήσωσι
2607τὰς ἀγοράς των διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν πολεμικῶν ἀποζη-
2608μιώσεων.
2609Ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι, ὡς καὶ ἐν τῷ πο-
2610λέμῳ τῷ ἑλληνικῷ, ποικιλία ἀναγκῶν ἐνεφανίσθη μετὰ τὸν
2611πόλεμον, βεβαίως λόγῳ τοῦ γιγαντιαίου πολέμου, ὅστις
2612διεξάγεται πρὸ ἡμῶν σήμερον, εἶνε ἀδύνατον νὰ ὑπολογι-
2613σθῶσιν αἱ ἀνάγκαι αἱ χρηματικαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀναφυῶσι
2614μετὰ τὸ τέλος τοῦ πολέμου τούτου. Αἱ χρηματαγοραὶ δέ,
2615αἵτινες μετὰ δυσχερείας ἀπέβλεπον εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ
2616ἑτέρου ἡμίσεως μέρους τοῦ δανείου ἡμῶν τῶν 500 ἑκατομ-
2617μυρίων, θὰ ἔχωσι νὰ καλύψωσι τόσας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι
2618θὰ προκύψωσιν, ἐπαναλαμβάνω, ἐκ τοῦ πολέμου τούτου,
2619ὥστε βεβαίως καὶ ἀσφαλῶς δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπολογίσω-
2620μεν ὅτι θὰ σκεφθῶσι κἂν νὰ ἀντιμετωπίσωσιν ἐκδόσεις δα-
2621νείων τῶν μικρῶν Κρατῶν. Κατὰ συνέπειαν ἡ πολιτική, ἡ
2622διὰ τοῦ δανεισμοῦ θέλουσα νὰ καλύψῃ τὰ ἐλλείμματα τῆς
2623διαχειρίσεως σειρᾶς ἐτῶν, διὰ νὰ εὐκολύνῃ, ὅπως ἡ φυσιο-
2624λογικὴ ἐξέλιξις τῶν πόρων τοῦ Κράτους ἀγάγῃ εἰς ἀπόδο-
2625σιν μείζονα, πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ
2626Κράτους, ἡ πολιτικὴ αὕτη εἶνε τελείως ἀδύνατος. Ἀλλ’
2627ἡ φυσιολογικὴ ἐξέλιξις τῶν πόρων ἡμῶν προσκόπτει καὶ
2628εἰς τὴν πολιτικήν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ χρόνου
2629ἐφαρμόζει ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς χώρας. Διότι ἡ οἰκονομικὴ
2630καὶ φυσιολογικὴ ἐξέλιξις τῶν πόρων τῆς χώρας σημαίνει
2631ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς τῆς τε ἀγροτικῆς καὶ τῆς βιο-
2632μηχανικῆς. Καὶ τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν
2633ἀπεργάζονται τὰ διάφορα γεωργικὰ νομοσχέδια καὶ αἱ
2634διάφοραι γεωργικαὶ πιστώσεις, κλονίζει ἡ ἔλλειψις ἐμπι-
2635στοσύνης τοῦ κεφαλαίου πρὸς τὴν ἀγροτικὴν Ἑλλάδα. Ὡς
2636τὰ πράγματα διεξήχθησαν μέχρι τοῦδε, παρήχθη ἐν Ἑλ-
2637λάδι μία κατάστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ τὸ κεφάλαιον
2638κινδυνεύει καὶ εὑρίσκεται ἐν ἀμφιβόλῳ περὶ τῆς αὔριον καὶ
2639ὁ ἀγρότης ἀγνοεῖ τί ἔχει σήμερον καὶ τί θὰ ἔχῃ τὴν
2640ἐπαύριον.
2641Ἡ κατάστασις αὕτη, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξεν χθὲς τό-
2642σον εὐγλώττως ὁ κ. Δημητρακόπουλος, δὲν ἐξελίσσεται
2643μόνον ἐν Θεσσαλίᾳ, θὰ ἐξελιχθῇ μεθαύριον καὶ ἐν Μακε-
2644δονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, διότι ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἡ Κυβέρνησις
2645ἔδωκε τὸν τόνον τῶν ἰδεῶν της περὶ ἀποκαταστάσεως τῶν
2646ἀκτημόνων γεωργῶν εἰς μικροὺς ἰδιοκτήτας διὰ τῆς παρο-
2647χῆς μικρῶν ἰδιοκτησιῶν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἡ ἰδεο-
2648λογία ἔπρεπε νὰ γίνῃ πραγματικότης. Σήμερον ἀφ’ ἑνὸς
2649μὲν ἔχομεν τὸν ἀγρότην εἰς μίαν κατάστασιν ἀόριστον, μὴ
2650θέλοντα νὰ ἀσχοληθῇ εἰς βελτίωσιν κτήματος, τοῦ ὁποίου
2651ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ πρόσοδος δὲν ἀνήκουσιν εἰς αὐτόν, ἀφ’
2652ἑτέρου δὲ ἔχομεν ἐπίσης θέσει τὸν ἰδιοκτήτην εἰς κατά-
2653στασιν ἀνθρώπου, ὅστις οὐδεμίαν δαπάνην δύναται νὰ
2654ἀποτολμήσῃ, ἐφ’ ὅσον ἀγνοῇ ποῖον εἶνε τὸ μέλλον τῆς
2655ἰδιοκτησίας αὐτοῦ. Ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ κυμαινομένη, ἡ
2656ὁποία καὶ διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν δὲν ἐγγυᾶται ἀγαθὸν
2657ἀποτέλεσμα, ἡ κατάστασις αὕτη, λέγω, ἔσχεν ὡς ἀποτέ-
2658λεσμα τὴν ἐλάττωσιν ἀφ’ ἑνὸς τῆς ἐργατικότητος τοῦ
2659ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ τὴν διστακτικό-
2660τητα τῆς τοποθετήσεως τῶν κεφαλαίων ἐπὶ τῆς γῆς.
2661Ἀλλὰ μὴ τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν ἐγεννήθησαν καὶ ἐν τῷ
2662βιομηχανικῷ ὀργανισμῷ; Καὶ τί πράττομεν ἐν τῇ βιομη-
2663χανίᾳ τῆς χώρας ἀπὸ καιροῦ; Ἐνεφανίσαμεν τὰς ἰδέας
2664τοῦ σοσιαλισμοῦ ὀρθότατα μέχρις ἑνὸς μέτρου. Ἀλλ’ ἐνε-
2665φανίσαμεν τὰς ἰδέας τοῦ σοσιαλισμοῦ μέχρι τοιούτου ση-
2666μείου, ὥστε τὸ μόνον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔσχεν ἡ τοι-
2667αύτη ἐφαρμογὴ ὑπῆρξεν ὅτι, ἀντὶ νὰ βελτιώσῃ τὴν παρα-
2668γωγικότητα τοῦ βιομηχανικοῦ πληθυσμοῦ, ἐτρομοκράτησε
2669τὸ κεφάλαιον, ὥστε νὰ ἀδυνατῇ τοῦτο νὰ συντελέσῃ εἰς
2670τὴν αὔξησιν τῆς παραγωγικότητος τῆς χώρας. Καὶ ἐχρη-
2671σίμευσαν αἱ ἐργατικαὶ ἰδέαι μέχρι σήμερον, ἵνα εὑρίσκων-
2672ται περὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον καὶ περὶ τὸν αὐτὸν ἡγέτην
2673συγκεντρωμένοι οἱ ἐργάται ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ δ’ ἑτέρου ἐν τρο-
2674μοκρατήσει οἱ κατέχοντες τὸ κεφάλαιον. Καὶ ἐχρησίμευσεν
2675οὕτω ἡ προστασία αὕτη εἰς κλονισμὸν τοῦ βιομηχανικοῦ
2676ὀργανισμοῦ τῆς χώρας καὶ εἰς μίαν συγκέντρωσιν ἐν ταὐτῷ
2677ἐργατῶν δημαγωγουμένων καὶ κεφαλαίων τρομοκρατου-
2678μένων.
2679Τοιαύτη εἶνε ἡ πολιτική, ἡ ὁποία ἐπαγγέλλεται τὴν
2680φυσιολογικὴν ἐξέλιξιν τῶν πόρων τῆς χώρας. Καὶ δύνα-
2681μαι νὰ ἐρωτήσω: παρὰ τὴν πολιτικὴν ταύτην πῶς θὰ ἐξε-
2682λιχθῶσιν οἱ φυσιολογικοὶ πόροι τῆς χώρας, ὅταν ἡ κατά-
2683στασις τῆς διεθνοῦς χρηματαγορᾶς δὲν διευκολύνῃ τὴν
2684παροχὴν κεφαλαίου, οὐδὲ καὶ τὴν χρησιμοποίησιν καὶ τοῦ
2685ἑλληνικοῦ κἂν κεφαλαίου διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ἀγροτι-
2686κῶν καὶ βιομηχανικῶν ὅρων τῆς χώρας; εἴχομεν λοιπὸν
2687ἀφ’ ἑνὸς ἐμπόδιον τὴν κατάστασιν τὴν ἐξωτερικήν, ἀφ’
2688ἑτέρου δὲ ἔχομεν ἐμπόδιον αὐτὴν τὴν πολιτικὴν τῆς Κυ-
2689βερνήσεως. Ἡ κατάστασις αὕτη δὲν δύναται νὰ ἐξακολου-
2690θήσῃ. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἔλεγέ τις: Τί πρέπει νὰ πράξωμεν;
2691Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ: Ἡ Κυβέρνησις εἶνε ὑπεύθυνος νὰ ἐξαγ-
2692γείλῃ τὰ ληπτέα μέτρα. Εἶπεν ὁ κ. Δημητρακόπουλος
2693χθὲς ὅτι ὀφείλετε νὰ φέρητε τὰ μέτρα ὑμῶν, διότι ἡμεῖς
2694καλούμεθα νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἀντείπωμεν πρὸς τὰ
2695μέτρα, ὅταν ταῦτα ὑποβληθῶσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Δὲν
2696καλοῦνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ἐκτὸς τῆς Κυβερνήσεως,
2697νὰ ὑποβάλωσι μέτρα πρὸς φωτισμὸν αὐτῆς. Ἡ Κυβέρνησις
2698ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὰ μέτρα αὐτῆς, νὰ ἀκούσῃ τὴν συζή-
2699τησιν τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν καὶ νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν συ-
2700ζήτησιν τῆς Βουλῆς. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑποβάλλει
2701τὰ μέτρα αὐτά, οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποδείξῃ τὸ ποιητέον.
2702Ἡμεῖς ἓν καθῆκον ἔχομεν, νὰ ὑποδεικνύωμεν μόνον ποῖον
2703εἶναι τὸ βάραθρον, τὸ ὁποῖον χαίνει ἐνώπιον ἡμῶν, τὸ οἰκο-
2704νομικόν, καὶ νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν, τί ἔπραξε
2705πρὸς ἀντιμετώπισιν τῶν περιστάσεων καὶ τῶν ἀναγκῶν
2706τῆς χώρας εὑρισκομένη ἐνώπιον ἐλλείμματος 63,000,000
2707δραχμῶν; Ὀφείλετε νὰ ἐργασθῆτε, κύριοι. Ὀφείλει ἡ Κυ-
2708βέρνησις νὰ ὑποβάλῃ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς, τὰς ἰδέας αὐ-
2709τῆς. Αἱ ἰδέαι αὗται δὲν γνωρίζω ἂν θὰ εἶνε φορολογικαὶ ἢ
2710ποίας φύσεως θὰ εἶνε. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν ἐνώ-
2711πιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ καταστῶσιν ἀντικείμενα δημοσίας
2712συζητήσεως καὶ νὰ ὑποβληθῶσι σήμερον, ἵνα ἐν χρόνῳ
2713προσήκοντι ὁ ἀγὼν διεξαχθῇ ἐπὶ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν. Διότι
2714μὴ νομίζωμεν ὅτι ὁ ἀγὼν θὰ διεξαχθῇ ἐπὶ τῶν συνήθων
2715τυμπανοκρουσιῶν. Ὁ ἀγὼν ὁ ὀρθός, ὁ λελογισμένος, θὰ δι-
2716εξαχθῇ ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐδάφους, ἐπὶ τῆς καταστάσεως
2717τῆς χώρας, διότι ἡ ἀντιμετώπισις τῶν οἰκονομικῶν ἀναγ-
2718κῶν τῆς χώρας ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἔργον
2719τιμῆς. Ὀφείλει ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀνακοινώσῃ τὰ μέτρα αὐ-
2720τῆς, ἵνα καταστῶσι ταῦτα ἀντικείμενα δημοσίας συζητή-
2721σεως καὶ δημοσίου ἐλέγχου, καὶ ἵνα ἐπὶ τούτων διεξαχθῇ
2722ὁ πολιτικὸς ἀγὼν μετὰ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς εὐθύτητος,
2723ἥτις προσήκει εἰς πάντα πολιτικὸν ἄνδρα. Ὑπενθυμίζω δὲ
2724εἰς τὴν Κυβέρνησιν τί ἔπραξεν ὁ πολὺς Τσάμπερλαιν ἐν
2725Ἀγγλίᾳ. Ὑπέβαλε τὸ πρόγραμμα αὐτοῦ περὶ τοῦ δα-
2726σμολογίου καὶ ὑπεστήριξε τοῦτο καὶ παρῃτήθη τῆς ἀρχῆς
2727καὶ ἔπεσε καὶ ἡττήθη δίς, δὲν ἐπήρκεσε δὲ εἰς αὐτὸν ἡ
2728ζωή, ἵνα ἀποβῇ νικητὴς εἰς τὸν πολιτικὸν τοῦτον ἀγῶνα.
2729Πρέπει νὰ ὑποβάλῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρ-
2730νησις ἐν τῷ συνόλῳ τὸ πρόγραμμα αὐτῆς τὸ νέον.
2731§80Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Θὰ πέσῃ;
2732§81Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἂν πέσῃ, τοῦτο θὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ἑλ-
2733ληνικὸς λαὸς δὲν ἐπιδοκιμάζει αὐτό. Ἀλλά, κ. Βουλευτά,
2734πληροφορῶ ὑμᾶς, ὅτι, ἂν αἱ Κυβερνήσεις, πάντοτε ἔχωσιν
2735ὑποχρέωσιν ν’ ἀνακοινώνωσι τὸ πρόγραμμα αὐτῶν, κατὰ
2736μείζονα λόγον τὸ ἀληθὲς πρόγραμμα, τὸ ἀντιμετωπίζον
2737τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας τῆς χώρας, ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ
2738ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀπέναντι μέτρων, τὰ ὁποῖα θὰ
2739εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ, μέτρων συντελεστικῶν εἰς μείωσιν
2740τῆς ἀγάπης τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ πρὸς αὐτήν, θὰ ἔχῃ νὰ
2741ἐπιδείξῃ καὶ ἔργα ἐξωτερικῆς διαχειρίσεως, τὰ ὁποῖα δύ-
2742νανται νὰ ἰσοψηφήσωσι τὰ οἰκονομικὰ διὰ τὴν συντήρησιν
2743τῆς δημοτικότητός της. Δὲν εἶναι ἔργον τῶν Κυβερνήσεων
2744νὰ δημαγωγῶσι καὶ μόνον τὰ εὐχάριστα νὰ παρουσιάζω-
2745σιν εἰς τὸν λαόν. Ἀκριβῶς δὲ ὑμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε ἓν
2746ἔρεισμα ἰσοζυγίσεως τῆς μειώσεως τῆς δημοτικότητος,
2747ἔχετε καθῆκον τιμῆς πολλαπλάσιον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην
2748Κυβέρνησιν, ἵνα ἀντιμετωπίσητε τὰς ἀνάγκας αὐτάς. Τοῦτο
2749θέτω πρὸς ὑμᾶς.
2750§82Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ποῖος εἶπεν ὄχι;
2751§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κατ’ ἐξοχὴν δὲ ἔχει ἡ Κυβέρνησις
2752ἀνάγκην καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὰς ἀνάγκας
2753τῆς χώρας, διότι οἱ καιροὶ δὲν εἰσὶν εὐχάριστοι, οὐδὲ εἶναι
2754εὔκολοι. Ἐξήλθομεν ἐκ δύο πολέμων νικηφόρων ἐθνικῶς,
2755ἀλλὰ μὲ τὰς συνεπείας αὐτὰς τὰς πικράς, τὰς ὁποίας οἱ
2756πόλεμοι πάντοτε προκαλοῦσιν οἰκονομικῶς. Ἀλλ’ ἡ
2757κατάστασις ἡ διεθνής, κατὰ πρῶτον δὲ λόγον τὰ λάθη
2758ἡμῶν, τὰ ἐσωτερικά, δὲν ἐπέτρεψαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἵνα
2759ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς συνομολογήσεως τῆς εἰρήνης ἀπο-
2760λαύσῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς εἰρήνης, ὡς ἀπολαύουσιν ὅλοι οἱ
2761νικηταὶ τῶν πολέμων πάντοτε. Τοὐναντίον δυστυχῶς ἀπὸ
2762τῆς ἐπαύριον τῆς εἰρήνης ἐρρίφθημεν εἰς νέους κινδύνους
2763ἕνεκα ἐσωτερικῶν λαθῶν, ἀπὸ τῆς ἐκρήξεως δὲ τοῦ Εὐ-
2764ρωπαϊκοῦ πολέμου εὑρίσκεται τὸ Κράτος εἰς μίαν κατάστα-
2765σιν, τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ἐγγυηθῇ ποῖον εἶναι τὸ
2766τέρμα παρὰ πᾶσαν ἀγαθὴν πρόθεσιν καὶ παρὰ πᾶσαν ἀγα-
2767θὴν προαίρεσιν. Διότι ὑπάρχουσι περιστάσεις ἀνώτεροι πά-
2768σης θελήσεως καὶ δυνάμεως ἑλληνικῆς, αἵτινες εἶναι δυνα-
2769τὸν νὰ περιπλέξωσι τὰ πράγματα.
2770Εὑρισκόμεθα λοιπὸν ἐν οὐδετερότητι μὲν ἐλπίζοντες
2771καὶ εὐχόμενοι ὅτι ἡ δίνη τῶν περιστάσεων δὲν θὰ ρίψῃ πά-
2772λιν τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῶν ἔργων τῆς εἰρήνης εἰς τὰ ἔργα
2773τοῦ πολέμου, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀνωμαλίᾳ ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ
2774ἔργα τοῦ πολέμου νὰ ἐνσκήψωσι πάλιν ἐφ’ ἡμᾶς.
2775Κύριοι, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην ν’ ἀναγνώσω εἰς ὑμᾶς
2776τὴν ῥῆσιν ἑνὸς μεγάλου πολιτικοῦ προσώπου, τοῦ πρίγκη-
2777πος Μπύλωβ, πρώην ἀρχικαγγελαρίου τῆς Γερμανικῆς Αὐ-
2778τοκρατορίας.
2779§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ νῦν ἀπεσταλμένου εἰς
2780Ρώμην.
2781§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα. Οὗτος λέγει: «Ἓν γεγο-
2782νός, ὅπερ πρέπει νὰ ὑπολογίζηται πάντοτε ἐν τῇ πολιτικῇ
2783εἶναι ὁ πόλεμος· οὐδεὶς ἐχέφρων ἄνθρωπος ἐπιθυμεῖ αὐτόν.
2784Πᾶσα εὐσυνείδητος Κυβέρνησις προσπαθεῖ δι’ ὅλων τῶν δυ-
2785νάμεών της ὅπως ἐμποδίσῃ τοῦτον, ὅσον μακροχρονίως ἐπι-
2786τρέπουσιν ἡ τιμὴ καὶ τὰ ζωτικὰ συμφέροντα τοῦ Ἔθνους.
2787Ἀλλὰ πᾶν Κράτος πρέπει νὰ διευθύνηται καθ’ ὅλα αὐτοῦ
2788τὰ μέρη, ὡσεὶ τὴν ἐπαύριον θὰ ὤφειλε νὰ ὑποστηρίξῃ ἕνα
2789πόλεμον».
2790Ταῦτα λέγει ὁ Μπύλωβ καὶ ταῦτα ἐφήρμοσεν ἡ πα-
2791τρίς του. Σήμερον δ’ ὀφείλομεν κατὰ μείζονα λόγον, ἡμεῖς,
2792οἵτινες εὑρισκόμεθα ἐν ἐπιφυλακῇ, τὴν βαθυτάτην ταύτην
2793ἀλήθειαν νὰ ἀναγνωρίσωμεν πληρέστατα. Καθ’ ἣν δὲ στιγ-
2794μὴν τὰ τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς ὀργανώσεως τυγ-
2795χάνουσιν ἐργασίας συντόνου, ὀφείλομεν κατὰ μείζονα λό-
2796γον νὰ ἐπιμεληθῶμεν τῆς ῥιζικῆς, ἀνδρικῆς, τολμηρᾶς λύ-
2797σεως τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν περιστάσεων, διότι, Κύριοι,
2798ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα τὰ διεθνῆ, οἷα εἶναι ἡ θέσις τῆς
2799Ἑλλάδος διεθνῶς, δὲν θὰ εἴμεθα κύριοι τῆς χρηματαγορᾶς,
2800εὑρίσκοντες εὔκολον τὸν δανεισμόν. Οὐδεὶς τὸ χρῆμα θὰ
2801δώσῃ ἄνευ ῥιζικοῦ ἡμῶν προσανατολισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ
2802εἴμεθα ἕτοιμοι πρὸς πόλεμον δὲν πρέπει μόνον νὰ ἔχωμεν
2803στρατὸν καὶ ναυτικόν, ἀλλ’ ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν, ἵνα ἡ
2804Ἑλλὰς ἀποβῇ οὕτω παρασκευασμένη πρὸς πόλεμον, ὥστε
2805νὰ μὴ ἐξαρτήσωμεν τὴν διαχείρισιν τῶν πολεμικῶν αὐτῆς
2806δυνάμεων ἀπὸ τῆς θελήσεως ἐκείνου, ὅστις θὰ εὐνοήσῃ ταύ-
2807την χρηματικῶς. Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα καὶ ἀκριβῶς πρὸς
2808ἀντιμετώπισιν τοῦ ζητήματος τούτου, τῆς ἐλευθέρας κινή-
2809σεως τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλομεν ν’ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζή-
2810τημα, τὸ οἰκονομικόν. Ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τὸ γεγονός, δυ-
2811στυχῶς, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς
2812δανεισμὸν καὶ εἰς δανεισμὸν παρὰ ξένου κράτους 20 ἑκα-
2813τομμυρίων ἀτόκως· μὴ νομίσητε ὅτι θὰ εἶναι εὔκολον νὰ
2814ἐξακολουθήσωσιν οἱ δανεισμοὶ παρὰ μιᾶς ἢ ἄλλης ἐμπολέ-
2815μου δυνάμεως, δανεισμοὶ χρήματος διὰ τὰς καθημερινὰς
2816ἀνάγκας τοῦ κράτους, ἐφ’ ὅσον δὲν λάβῃ ὡρισμένον τύπον
2817ἡ πολιτικὴ ἡμῶν κατεύθυνσις. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἔχει
2818καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὸ οἰκονομικὸν ζή-
2819τημα μετ’ εὐτολμίας, τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει ἡ σοβαρότης
2820τοῦ ζητήματος. Οὐδείς, κύριοι, δικαιοῦται ν’ ἀπελπισθῇ,
2821πρῶτος δ’ ἐγὼ δὲν ἀπελπίζομαι, ἔχων ἔμφυτον ἐν ἐμοὶ
2822τὴν αἰσιοδοξίαν. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι τὰ πάντα εἶναι δυνατά,
2823τὰ πάντα κατορθοῦνται, ὅταν ἡ προσήκουσα ἀποφασιστι-
2824κότης καὶ τὸ προσῆκον θάρρος ἐπικρατήσῃ. Ἀλλ’ ἐκεῖνο
2825τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι πρὸ παντὸς εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν
2826χώραν ἡμῶν, εἶναι ἀναγκαῖον διὰ πᾶσαν εὐδοκίμησιν, τήν
2827τε οἰκονομικὴν καὶ τὴν πολιτικήν, εἶναι ἡ ἐξυγίανσις, ἡ
2828πλήρης ἐξυγίανσις τοῦ πολιτικοῦ ἐδάφους.
2829Ὑπῆρξε γίγας τις ἄλλος, μορφὴ γιγάντιος διὰ τὴν νε-
2830ωτέραν Ἑλλάδα, πολιτικὴ μορφή, ἡ ὁποία διέσχισε διὰ
2831τῆς ὀξυνοίας αὐτῆς καὶ τοῦ βάθους τῆς διανοίας τὰ σκότη
2832τοῦ μέλλοντος καὶ διέγραψε πρόγραμμα πολιτικὸν διὰ τὴν
2833Ἑλλάδα, ἐσωτερικῆς πολιτικῆς καὶ ἐσωτερικῆς ἀναμορ-
2834φώσεως, τὸ ὁποῖον μετὰ μίαν ἐπανάστασιν ἐξηκολουθήσα-
2835μεν ἡμεῖς. Καὶ εἶναι ἡ μορφὴ αὕτη, ἡ μορφὴ τοῦ Χαριλάου
2836Τρικούπη. Ὁ Τρικούπης ἐψήφισε νόμους, οἵτινες κατηργή-
2837θησαν κατόπιν, ἀλλ’ οἵτινες σήμερον ἐσυνταγματοποιήθη-
2838σαν. Ἡ μορφὴ ἐκείνη ἐκάμφθη. Ἡ μορφὴ ἐκείνη, διὰ τὴν
2839ὁποίαν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀπόστολος τῶν ἰδεῶν της
2840ὑπῆρξεν ὁ ἑλληνικὸς λαός, ὁ δημιουργήσας τὴν τελευταίαν
2841ἐσωτερικὴν ἐπανάστασιν, ὁ ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην δύναμιν
2842ὕπατος αὐτῆς δημιουργός, ἡ μορφὴ ἐκείνη ἐκάμφθη καὶ
2843ὑπέστη μαρτύρια διὰ τῆς ἐξορίας καὶ τοῦ θανάτου μακρὰν
2844τῆς χώρας. Διατί; Διότι τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπε-
2845χείρησε νὰ θεμελιώσῃ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν δὲν εἶχεν
2846ἐξυγιάνει πρότερον τελείως. Ἐπέτυχε τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ
2847πλείστου μέρους τῶν ἰδεῶν του ὁ Χαρίλαος Τρικούπης.
2848Ἀλλ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν κατώρθωσε νὰ ἐφαρμόσῃ, ἦτο
2849ἡ πλήρης ἀποκατάστασις τῆς λαϊκῆς ἐλευθερίας καὶ ἡ
2850πλήρης ἀποκατάστασις τοῦ Κράτους, ὡς Κράτους δικαίου.
2851Ὑπερενίκησε διὰ τῆς δυνάμεώς του τὴν ἐποχήν, κατὰ τὴν
2852ὁποίαν ἐστερεῖτο καὶ τῶν ἀναγκαίων ὀργάνων τῶν προϊστα-
2853μένων ὑπηρεσιῶν, ἵνα βοηθήσωσιν αὐτόν. Ἐνέπνευσε τὴν
2854πεποίθησιν καθ’ ὥρας δυσχερεῖς αὐτός, ὁ τόσον αἰσιόδοξος,
2855ὅστις κατὰ τὴν ὥραν τὴν δυστυχῆ διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐτόλμα
2856νὰ λέγῃ «ἡ Ἑλλὰς προώρισται νὰ ζήσῃ καὶ θὰ ζήσῃ».
2857Ἀλλ’ εὑρέθη ἀντιμέτωπος ὅλων τῶν ἐλαττωμάτων τοῦ
2858ὀργανισμοῦ τῶν πολιτικῶν κομμάτων, ὀργανισμοῦ καταλύ-
2859οντος τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἔπεσε μὴ δυ-
2860νηθεὶς νὰ ἐξαλείψῃ τὸν παρασκηνιακὸν κοινοβουλευτισμόν.
2861Ἀλλ’ ἔπεσε καὶ δι’ ἄλλον λόγον. Διότι ἐν τῇ Βουλῇ ἐδι-
2862κτατόρησε. Διότι γνώμη τῆς Βουλῆς ἦτο, αὐτοῦ πλειοψη-
2863φοῦντος, ἡ γνώμη αὐτοῦ καὶ μόνον. Ταῦτα ἦσαν τὰ δύο
2864αἴτια, τὰ ὁποῖα κατέλυσαν τὸ κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου, πα-
2865ρημπόδισαν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν λαϊκῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ
2866καὶ συνέτριψαν μίαν μεγάλην ἀληθῶς πολιτικὴν διάνοιαν.
2867Τὰ γεγονότα ταῦτα ἐγένοντο μαθήματα εἰς πάντας τοὺς
2868μεταγενεστέρους. Ἐπανάστασις ἐν τῷ τόπῳ ἐγένετο καὶ
2869ἡ ἐπανάστασις ἐπεζήτησεν ἀκριβῶς τὴν ἀποκατάστασιν,
2870τὴν πλήρη, τῆς λαϊκῆς ἐλευθερίας, ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνύψωσιν
2871τοῦ κοινοβουλευτικοῦ θεσμοῦ. Διότι ἂν ἡ ἐπανάστασις
2872ἐξερράγη τὸν Αὔγουστον τοῦ 1909, ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη
2873ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι τὸ Κοινοβούλιον διὰ τῆς κακῆς λει-
2874τουργίας του ἐγένετο ὁ στόχος τῶν ἐπιθέσεων τῶν ἔξω τῆς
2875Βουλῆς καὶ εἶχεν ὑποστῇ μείωσιν κύρους ἀπέναντι τοῦ
2876λαοῦ.
2877Μείωσιν τοῦ κύρους ὑπέστη, διότι δὲν ἀπέδιδε καρ-
2878πούς. Μείωσιν τοῦ κύρους ὑπέστη τὸ κοινοβούλιον, διότι
2879δὲν ἐνομοθέτει, ἀλλ’ ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας ἤλεγχε,
2880κατὰ τρόπον δέ, ὅστις ἦγεν εἰς καταρράκωσιν τοῦ κύρους
2881πασῶν τῶν ἐξουσιῶν. Ἐζήτησε λοιπὸν ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς
2882τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου, διότι ἡ
2883ἀποκατάστασις τοῦ κύρους τοῦ Κοινοβουλίου εἶνε ἡ στερέ-
2884ωσις τῆς Πολιτείας. Τὸ Κοινοβούλιον εἶνε τὸ ἔρεισμα τῶν
2885ἐλευθέρων πολιτειῶν, τὸ Κοινοβούλιον πρέπει νὰ εἶνε τὸ
2886ἔρεισμα τῆς ἑλληνικῆς ἐλευθερίας καὶ τοιοῦτον εἶνε μόνον
2887τὸ στηριζόμενον ἐπὶ ἀληθοῦς ἐλευθερίας Κοινοβούλιον.
2888Ἀλλὰ ποῖοι εἶνε οἱ καρποί, οἱ ὁποῖοι ἀπεδόθησαν ἀπὸ τὴν
2889ἐπανάστασιν; Ἡ προτέρα νομοθετικὴ ἀργία τοῦ Κοινοβου-
2890λίου μετεβλήθη εἰς ἐνέργειαν τοιαύτην, ὥστε ἀπὸ ἐλεγ-
2891κτικοῦ κατὰ βιομηχανίαν σώματος ἐγένετο νομοθετικὸν
2892κατὰ βιομηχανίαν σῶμα. Ψηφίζονται οἱ νόμοι ἀνὰ πεντη-
2893κοντάδα καθ’ ἡμέραν καὶ παράγεται ἡ ἐντύπωσις παρὰ τῷ
2894λαῷ ὅτι ἀσυζητητεὶ ψηφίζονται οἱ νόμοι. Ἡ πολυνομία
2895οὐδὲν ὠφελεῖ. Ἠθικῶς ἡ πολυνομία παρέχει τὴν ἐντύπω-
2896σιν τῆς ἀκρίτου νομοθεσίας. Ἀλλ’ ἡ πολυνομία οὐδὲν ὠφε-
2897λεῖ καὶ πολιτικῶς, διότι ψηφίζοντες νόμους καὶ πληροῦν-
2898τες τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως δι’ ἐντύπων νόμων
2899δὲν βελτιοῦμεν, κύριοι, τὴν κατάστασιν τῆς χώρας. Βελ-
2900τιοῦμεν τὴν κατάστασιν τῆς χώρας, ὅταν δυνηθῶμεν νὰ
2901παρακολουθήσωμεν τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων καὶ τὴν ἐξέ-
2902λιξιν αὐτῶν. Δὲν εἶναι δὲ δυνατὴ ἡ ἐξέλιξις καὶ ἡ ἐφαρ-
2903μογὴ τῆς σωρείας τῶν ψηφιζομένων ἑκάστοτε νόμων.
2904Ταῦτα πάντα δὲν εἶναι εἰς τὸ ἐνεργητικὸν τοῦ Κοινοβου-
2905λίου, διότι μειοῦσι τὸ κῦρος αὐτοῦ, ὡς κατὰ διαταγὴν καὶ
2906κατὰ τύπους βουλευομένου καὶ ψηφίζοντος.
2907Ἀλλ’ ἐὰν τὸ κοινοβούλιον ὑπέστη ταύτην τὴν μείωσιν
2908διὰ τῆς βιομηχανίας τῆς νομοθετικῆς, ὑπέστη μείωσιν καὶ
2909διὰ τῆς δικτατορίας τῆς πολιτικῆς. Ἐπῆλθεν οὕτως ἡ ἐπα-
2910νάστασις, συνετρίβησαν τὰ παλαιὰ εἴδωλα, συνετρίβη τὸ
2911παλαιὸν καθεστώς. Ἐνομίσαμεν ὅτι συνετρίβη ὁ κομματικὸς
2912ἀνταγωνισμὸς τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἐδημιουργήθη τὸ κομ-
2913ματικὸν καθεστὼς τοῦ παρόντος; Οὐχί. Δὲν ἐπεζητήθη ἡ κα-
2914τάρριψις τῶν παλαιῶν κομμάτων ἵνα ἱδρυθῇ μονοκρατορία.
2915Ἐζητήθη παρὰ τοῦ λαοῦ ἡ κατάργησις τοῦ παλαιοῦ καθε-
2916στῶτος ἵνα δημιουργηθῇ πολιτικὴ ἀρχῶν, πολιτικὴ ἰδεῶν,
2917συνεταιρισμὸς ἀρχῶν. Καὶ ἀντὶ συνεταιρισμοῦ ἀρχῶν, ἐδη-
2918μιουργήθη βαθμηδόν, κυρίως δὲ ἀπὸ τῆς ἐξελίξεως τῆς πο-
2919λεμικῆς, δικτατορία ἀτόμου. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ πολιτικὴ
2920ἐξέλιξις τῶν πολέμων ἐνίσχυσε ταύτην καὶ κατέστησε συ-
2921νηθείας, αἵτινες δυσκόλως θὰ ἐξαλειφθῶσιν. Ἀλλ’ εἶναι
2922καιρὸς νὰ ἐμφανισθῇ ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων. Καὶ ἡ
2923ἀλήθεια εἶναι ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαός, εἴτε διείπετο ὑπὸ τοῦ
2924κομματικοῦ ἀνταγωνισμοῦ τοῦ παρελθόντος, εἴτε διέπεται
2925ὑπὸ τοῦ δικτάτορος τοῦ παρόντος, πάντως ἔχασε τὴν ἐκλο-
2926γικὴν ἐλευθερίαν, διότι ἡ ἐλευθερία αὕτη ἐρείδεται ἐπὶ
2927τῆς ἐλευθέρας πράγματι βουλήσεως καὶ οὐχὶ ἐπὶ τοῦ κομ-
2928ματικοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ παρελθόντος οὔτε τῆς δικτατορι-
2929κῆς τοῦ παρόντος πλειοψηφίας. Κατελύθη λοιπὸν ἡ ἐκλο-
2930γικὴ ἐλευθερία τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ πράγματι καὶ κατ’
2931οὐσίαν καὶ ἐν τῇ καταλύσει ταύτῃ τῆς πραγματικῆς ἐκλο-
2932γικῆς ἐλευθερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καταλύεται καὶ τὸ
2933κῦρος τοῦ Κοινοβουλίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει γνώμην ἄλλην,
2934παρὰ τὴν γνώμην ἑνὸς ἀτόμου. Ἐξεκολάφθη καθ’ ὅλον τὸ
29351914, συντρεχουσῶν τῶν ἐξωτερικῶν περιστάσεων, ἀλλὰ
2936καὶ τῶν ἰδιαιτέρων διαθέσεων, αἵτινες προήχθησαν ἐκ τῶν
2937περιστάσεων ἐκείνων, ἐξεκολάφθη μονοκρατορία, ἥτις ἐδη-
2938μιούργησεν ἐν τῇ Ἑλληνικῇ πολιτείᾳ ἀρχικαγκελαρίαν
2939πραγματικήν, παρὰ τῇ ὁποίᾳ ἑδρεύουσι γραμματεῖς τῆς
2940Ἐπικρατείας ἀντὶ ὑπουργῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰκὼν τῆς Ἑλ-
2941ληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ Ἑλληνικὴ πολιτεία μετεβλήθη
2942εἰς πολιτείαν, ἥτις διατηροῦσα τοὺς τύπους τοῦ κοινοβου-
2943λευτικοῦ θεσμοῦ καὶ τῆς ἐκλογικῆς ἐλευθερίας, παρέσχε
2944τὰ πάντα εἰς ἕνα καὶ μόνον, ὅστις καλυπτόμενος ὑπὸ τοὺς
2945τύπους, κατ’ οὐσίαν χειρίζεται ἀρχὴν δικτατορικήν.
2946Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν ὁμαλὴν
2947κατάστασιν. Ἡ δικτατορία εἶναι ἀνεκτὴ καὶ ὠφέλιμος
2948πολλάκις, ὅταν αἱ περιστάσεις εἶναι ἐξαιρετικαὶ καὶ ὅταν
2949ἡ χώρα ἕνεκα τῶν ἐξαιρετικῶν περιστάσεων ἔχῃ ἀνάγκην
2950εἰς ἕνα νὰ παραδώσῃ τὴν διοίκησιν. Εἰς ὅλα τὰ Κράτη,
2951εἰς τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις ἐδείχθησαν τοσοῦτον κρίσιμοι,
2952ὅσον ἐν Ἑλλάδι, ἀναμφισβητήτως ὁ εἷς πάντοτε ἐκράτησε
2953τὸ σύνολον τῶν δικαιωμάτων. Ἀλλά, παρελθουσῶν τῶν
2954περιστάσεων τούτων, εἶναι ἀνάγκη νὰ συνηθίσωμεν ἡμᾶς
2955αὐτούς, ὅπως ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν νόμιμον λειτουργίαν,
2956ὅπως ἐπανέλθωμεν δ’ οὐχὶ τύποις, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν. Εἶναι
2957ἀνάγκη νὰ ἐξοικειώσωμεν ἡμᾶς αὐτοὺς εἰς τὴν νόμιμον
2958λειτουργίαν τοῦ πολιτεύματος. Διότι ἐκεῖνοι, οἵτινες δύ-
2959νανται νὰ ἐξελιχθῶσιν εἰς πράγματι ἰσχυροὺς κοινοβουλευ-
2960τικοὺς παράγοντας, ἔχοντες πάντα τὰ κοινοβουλευτικὰ
2961δῶρα πρὸς τοῦτο, φθείρουσιν ἑαυτοὺς καὶ τὸ πολίτευμα,
2962ἐξελισσόμενοι εἰς μονοκράτορας καὶ καταλύοντες τὸ κῦρος
2963τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν. Ἐφόσον δὲ ὑπάρχῃ ἐν τῇ Κυβερ-
2964νήσει πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν στερεῖται, τοὐναντίον μά-
2965λιστα εὐμοιρεῖ ἀφθόνως τῶν κοινοβουλευτικῶν δώρων, θὰ
2966εἶναι βλάβη πρὸς τὸ Κράτος ἡ ἐμμονή του εἰς τὴν ἄσκη-
2967σιν τοιαύτης δικτατορικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἀσκεῖ ἐπὶ
2968Ὑπουργῶν καὶ ἐπὶ Βουλῆς, δημαγωγῶν τὸν λαόν.
2969Κύριοι, ὑπὲρ ἡμᾶς καὶ πρὸ ἡμῶν ὑπῆρξαν μορφαὶ ἐν τῇ
2970ἱστορίᾳ, πολὺ μεγάλαι, μορφαὶ τῶν ὁποίων τὴν λάμψιν δὲν
2971δύναται νὰ ἀτενίσῃ ὁ ἡμέτερος ὀφθαλμὸς καὶ οὐδεὶς ὀφθαλ-
2972μὸς νεώτερος, ὑπῆρξαν μορφαί, αἱ ὁποῖαι ἤσκησαν δικτα-
2973τορίαν καὶ δικτατορίαν ἐπιβληθεῖσαν διὰ τῆς βίας τῶν
2974περιστάσεων καὶ τῆς βίας τῆς στρατιωτικῆς ἰσχύος.
2975Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ τολμήσῃ, ἄνευ προσβολῆς καὶ
2976ὕβρεως τῆς ἱστορίας, νὰ ἀντιπαραβάλῃ τινὰ τῶν νεωτέρων
2977πρὸς τὰς μορφὰς ἐκείνας. Ὀφείλω ὅμως νὰ ὑπομνήσω εἰς
2978πάντας τοὺς θεραπεύοντας τοιαύτας ὀρέξεις δικτατορικάς,
2979ὅτι οὐδεμία μορφή, ἐξ ὅσων ἠθέλησαν νὰ ἀσκήσουν τὴν δι-
2980κτατορίαν, ἐτερμάτισε τὸν πολιτικὸν αὑτῆς βίον κατὰ τρό-
2981πον ἀλλοῖον, παρὰ διὰ πτώσεως ἀγριωτάτης. Παύσατε ἐμ-
2982μένοντες εἰς τοιαύτας ἀρχάς, διότι πᾶσα ἡ ὠφέλεια, τὴν
2983ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ προσκομίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Πολι-
2984τεία ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν ὑμῶν, θὰ ἐξαφανισθῇ, ὑμεῖς δ’ ἐὰν
2985ἐξακολουθῆτε ἐμμένοντες εἰς τὰς τοιαύτας τάσεις, θὰ ὑπο-
2986στῆτε ὅ,τι καὶ οἱ ὅμοιοι ὑμῶν ὑπέστησαν: Θὰ συντριβῆτε!
2987(Χειροκροτήματα).
2988§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Εὐταξίας.
2989§87ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
2990§88ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἄς διακόψω-
2991μεν, κύριε Πρόεδρε.
2992§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν
29939.30′ μ. μ.
2994(Ὥρᾳ 8 μ. μ.).
2995Μετὰ τὴν διακοπὴν
2996(Ὥρᾳ 9.45′ μ. μ.)
2997§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
2998δρίασις.
2999Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνά-
3000γνωσιν τῶν πρακτικῶν τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως.
3001(Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικά).
3002§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτι-
3003κῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται.
3004Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Ἰγγλέσης ζητεῖ ἄδειαν ἀπουσίας
300510 ἡμερῶν.
3006(Ἡ ἄδεια χορηγεῖται).
3007Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, θέλετε νὰ ψηφι-
3008σθῇ αὐτὸ τὸ «περὶ Ταμείου Ἀμύνης».
3009§92Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Βε-
3010βαίως.
3011§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ
3012ἑξῆς: «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου συνδρομῆς εἰς τὰ Ταμεῖα
3013τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ τὸ
3014ἔτος 1914 καὶ περὶ ἐνισχύσεως τοῦ ταμείου τῆς Ἐθνικῆς
3015Ἀμύνης διὰ σταθερῶν πόρων». Πρόκειται περὶ νομοσχε-
3016δίου ὑποβληθέντος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ἔκθεσις καὶ
3017διανεμηθέντος πρὸ ἡμερῶν. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ στέργῃ νὰ
3018τὸ κηρύξῃ κατεπεῖγον, θὰ ἠδύνατο καὶ ἄνευ ἐγγραφῆς ἐν
3019τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νὰ ψηφισθῇ καὶ ὑποβάλλεται
3020τοιαύτη.
3021§94Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νὰ ἀναπτύξω δὲ περὶ τίνος πρόκει-
3022ται. Κατὰ τὸν νόμον τὸν καταστατικὸν περὶ τοῦ Ταμείου
3023τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου, ἡ προμήθεια τῶν εἰδῶν καὶ σκαφῶν
3024γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένης διαδικασίας, δηλαδὴ μετὰ
3025προηγουμένην ἀπόφασιν μιᾶς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἀγορὰ τῶν δύο
3026ἀμερικανικῶν θωρηκτῶν δὲν ἐγένετο συμφώνως μὲ αὐτὰς
3027τὰς διατάξεις, ἕνεκα διαφόρων λόγων καὶ διότι δὲν ὑπῆρχεν
3028ἀνάγκη τῆς διαδικασίας αὐτῆς. Ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρ-
3029χῃ εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ τακτοποιήσῃ τὸν τρόπον αὐτῆς
3030τῆς ἀγορᾶς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια.
3031§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρόταξιν τοῦ νο-
3032μοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτάκτου συνδρομῆς εἰς τὰ Τα-
3033μεῖα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ
3034τὸ ἔτος 1914, καὶ περὶ ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνι-
3035κῆς Ἀμύνης διὰ σταθερῶν πόρων, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
3036θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3037Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακα-
3038λοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ
3039Βουλὴ παραδέχθη.
3040Νὰ κάμωμεν καὶ ἓν σύνολον. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 9, ὑπὲρ
3041τῶν Λευκαδίων καὶ ἐμβαίνομεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
3042§96Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπεβλήθη καὶ μία πρότασις
3043νόμου.
3044§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Διετάχθη ἡ τύπωσις.
3045Ψήφισις συνόλου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παροχῆς
3046χρηματικοῦ βοηθήματος ὑπὲρ τῶν σεισμοπαθῶν Λευκαδίων
3047καὶ εὐεργετικῶν καὶ προστατευτικῶν ὑπὲρ αὐτῶν μέτρων».
3048Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερ-
3049θῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
3050Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
3051σμοῦ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
3052§98Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Θέλω νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι παρὰ
3053τοῦ κ. βουλευτοῦ Αἰτωλοακαρνανίας ὑβρίσθην ὡς δημο-
3054κόπος.
3055§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐλέχθη τοιοῦτόν τι.
3056§100Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἐλέχθη· ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ ἤκουσα.
3057Θέλω νὰ διαμαρτυρηθῶ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, κύριοι βου-
3058λευταί, νὰ διαμαρτυρηθῶ ἐναντίον τῶν ὕβρεων, τὰς ὁποίας
3059ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξετόξευσεν ὁ κ. ἐξ Αἰτωλοακα-
3060ρνανίας βουλευτής. Εἶπεν ὅτι πάντες οἱ ἀνήκοντες εἰς τὴν
3061παροῦσαν Κυβέρνησιν εἶναι δημοκόποι.
3062§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶπε τοιοῦ-
3063τόν τι.
3064§102Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν τὸ εἶπεν.
3065§103Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Τὸ εἶπεν, ὅτι εἴμεθα δημοκόποι καὶ δη-
3066μαγωγοί.
3067§104ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄλλο εἶναι δημοκόπος καὶ ἄλλο
3068δημαγωγός.
3069§105Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ἐπιμένετε, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνή-
3070σεως, ὅτι δὲν μᾶς ὕβρισεν;
3071§106ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐπιμένει.
3072§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Εὐταξίας ἔχει τὸν λόγον.
3073§108ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὑπῆρξα, κύριοι, μάντις κακῶν,
3074διότι ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἤδη τὴν 4 Μαρ-
3075τίου 1913 προεῖπον, ποῦ θὰ κατέληγον μίαν ἡμέραν τὰ
3076δημόσια οἰκονομικά μας, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀνεχαιτί-
3077ζετο ἐκ τῆς κατωφερείας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐφάνη αὐτὴ
3078ἔκτοτε ἀποκλίνουσα. Ὁμολογῶ ὅμως ὅτι δὲν ἐφανταζόμην
3079τότε ὅτι τόσον ταχέως θὰ περιηρχόμεθα ὑπὸ ἔποψιν οἰκονο-
3080μικήν, εἰς ἣν θέσιν εὑρισκόμεθα ἀπὸ μηνῶν ἤδη. Δὲν ἐφαν-
3081ταζόμην ὅτι μεθ’ ὅλα τὰ ἐν τῷ μεταξὺ συνομολογηθέντα
3082δάνεια, τὰ ἀνερχόμενα εἰς πολλὰς ἑκατοντάδας ἑκατομ-
3083μυρίων, τὰ δημόσια ἡμῶν ταμεῖα δὲν θὰ ἦσαν πλέον ἐνή-
3084μερα ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ὑποχρεώσεων, ἀνει-
3085λημμένων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἀλλ’ οὐδὲ εἰς τὴν καταβολὴν
3086καὶ αὐτῶν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους. Δὲν ἐφαν-
3087ταζόμην τέλος ὅτι θὰ ἐξηναγκάζετο ὑπὸ τῆς ἐπιβολῆς τῶν
3088πραγμάτων καὶ αὐτὸς οὗτος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ ὁμολο-
3089γήσῃ πρό τινος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐλλείψει χρη-
3090μάτων ἐδέησε τελευταῖον νὰ συνεισφέρωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ
3091ἐκ τοῦ πτωχοῦ των βαλαντίου διὰ τὸ συσσίτιον τῶν ὁπλι-
3092τῶν, ἵνα μὴ μείνωσιν οὗτοι νήστεις.
3093Προεῖδον καὶ προεῖπον ἐγὼ τὴν τοιαύτην κατάστασιν
3094μικρὸν μετὰ τὸ πέρας τοῦ πρώτου νικηφόρου ἡμῶν πολέ-
3095μου κατὰ τῆς Τουρκίας, ὅτε πάντες σχεδὸν οἱ ἄλλοι ἐπί-
3096στευον, μάλιστα δὲ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι θ’ ἀνέτελλεν ἐφεξῆς
3097δι’ ἡμᾶς ὁ χρυσοῦς αἰών. Τότε, κύριοι, ὡς θὰ ἐνθυμῆσθε
3098πάντες καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμε-
3099νος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1913, διέ-
3100γραψε, πλήρης αἰσιοδοξίας, τὴν εἰκόνα τοῦ διανοιγομένου
3101εἰς ἡμᾶς οἰκονομικοῦ μέλλοντος.
3102Τὴν αἰσιοδοξίαν του ἐκείνην ἐστήριξεν αὐτὸς εἰς δύο
3103εὐτυχῆ γεγονότα, εἰς τὸν τότε μόλις δημοσιευθέντα προ-
3104σωρινὸν ἀπολογισμὸν τῆς χρήσεως 1911, ὅστις εἶχε νὰ
3105ἐπιδείξῃ περίσσευμα ἐκ δώδεκα ὡς ἔγγιστα ἑκατομμυρίων
3106δρχ., καὶ εἰς τὸ γέρας τῆς νίκης ἡμῶν κατὰ τῶν Τούρκων,
3107τὸ ὁποῖον συνίστατο εἰς τὸν διπλασιασμὸν σχεδὸν τῆς ἡμε-
3108τέρας χώρας διὰ τῆς προσαρτήσεως εἰς αὐτὴν χωρῶν, εὐ-
3109φορωτάτων θεωρουμένων.
3110Ἀλλά, κύριοι, τὸ περίσσευμα ἐκεῖνο εἶχε τὴν ἀφέ-
3111λειαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ν’ ἀποδώσῃ ἀφ’ ἑνὸς
3112μὲν εἰς τὴν «ἐπιμελεστέραν διοίκησιν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ
3113Κράτους», τὴν καθιερωθεῖσαν ἐν Ἑλλάδι, ἀφ’ ἧς ἡμέρας
3114ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν ἡ παροῦσα Κυβέρνη-
3115σις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἰς τὴν αὐτόματον αὔξησιν τῶν δημο-
3116σίων ἐσόδων, ὡς ἐκ τῆς καθόλου χρηστῆς διοικήσεως, τῆς
3117ἔκτοτε ἐγκαθιδρυθείσης παρ’ ἡμῖν, καὶ τῆς ὑπ’ αὐτὴν προϊ-
3118ούσης αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν πλούτου.
3119Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιμελεστέρα διοίκησις τῶν οἰκονομικῶν
3120μας καὶ ἡ καθόλου χρηστὴ διοίκησις ἐν Ἑλλάδι θὰ ἐξη-
3121κολούθουν καὶ ἐν τῷ μέλλοντι, προαγόμεναι μάλιστα, ἐφ’
3122ὅσον ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις θὰ παρέμενεν ἐν τοῖς πράγμα-
3123σιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄφηνεν οὕτω πως
3124νὰ ἐννοηθῇ ὅτι κατ’ ἀνάγκην θὰ εἴχωμεν ἐφεξῆς ἀδιάπτω-
3125τον καὶ τὴν βελτίωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Εἰς τοιαύτην
3126δὲ βελτίωσιν θὰ προσετίθετο τώρα καὶ ἡ ἐπέκτασις τοῦ
3127Ἑλληνικοῦ Κράτους εἰς χώρας περιβλέπτους διὰ τὸν φυ-
3128σικόν των πλοῦτον, ἐξ ὧν ἔπρεπε νὰ προσδοκῶμεν τὸν δι-
3129πλασιασμὸν τοὐλάχιστον τῶν δημοσίων ἐσόδων.
3130Φυσικὴ συνέπεια τῶν εὐτυχῶν ἐκείνων γεγονότων, ὡς
3131ἐφαντάσθη καὶ παρέστησεν αὐτὰ τότε πρὸς ἡμᾶς ὁ κ.
3132Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο νὰ πιστευθῇ, ὅτι ἡμεῖς
3133δὲν θὰ εἴχωμεν πλέον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ ἐσόδων, ἀλλὰ
3134περὶ ἐξόδων μόνον τοῦ Κράτους. Κύριον ἡμῶν μέλημα
3135ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐφεξῆς, πῶς νὰ καταστήσωμεν τὴν Ἑλ-
3136λάδα ἀξιόμαχον, ἵνα δυνηθῇ αὕτη νὰ διατηρήσῃ μὲν σῶα
3137καὶ ἀκέραια τὰ ἤδη κεκτημένα, νὰ ἐπιδιώξῃ δ’ ἐν τῷ
3138μέλλοντι τελεσφορώτερον καὶ τὴν πλήρη ἐθνικὴν ἡμῶν
3139ἀποκατάστασιν, πῶς εἶτα ν’ ἀναπτύξωμεν καὶ προαγάγω-
3140μεν κατὰ τὸ δυνατὸν τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας παρ’ ἡμῖν
3141καὶ πῶς τέλος νὰ βελτιώσωμεν πάντα κλάδον τοῦ δημο-
3142σίου ἡμῶν βίου, χωρὶς ἐν ταὐτῷ νὰ ὀλιγωρήσωμεν καὶ τῆς
3143ἐκπολιτιστικῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἔθνους ἡμῶν.
3144Δι’ ὅλης, κύριοι, τῆς εἰσηγήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ
3145τοῦ 1913 διῆκε πνεῦμα ἄκρας αἰσιοδοξίας, ὅπερ ἐμὲ τοὐ-
3146λάχιστον ἐνέβαλεν ἔκτοτε εἰς φόβους περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ
3147ἡμῶν μέλλοντος. Τοὺς φόβους μου δ’ ἐκείνους ἔσπευσα εὐθὺς
3148τότε νὰ ἐκδηλώσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑποδεικνύων
3149τοὺς κινδύνους, εἰς οὓς θὰ ἐξετίθεντο τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκο-
3150νομικά, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπανεπαύετο εἰς τὰς διαβεβαιώ-
3151σεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπέδειξα δὲ τότε
3152κατὰ τρόπον ἀναντίλεκτον ὅτι τὰ αἴσια ἀποτελέσματα τῆς
3153χρήσεως τοῦ 1911 δὲν ὠφείλοντο τόσον εἰς τὴν ἐπιμελεστέ-
3154ραν διοίκησιν τῶν Οἰκονομικῶν τοῦ Κράτους, ὡς αὐτὸς ἐνό-
3155μιζεν, ὅσον εἰς τὰ νομοθετικὰ μέτρα τοῦ Ὑπουργείου τῆς 15
3156Αὐγούστου 1909, δι’ ὧν πράγματι κατωρθώθη νὰ μεταβλη-
3157θῇ τὸ ἐξ 11.227.283 δρχ. ἔλλειμμα τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους
3158ἐκείνου εἰς περίσσευμα 11.881.663 δραχμὰς τῆς χρήσεως
3159τοῦ 1911.
3160Συγχρόνως, κύριοι, ὑπέμνησα τὸ πάθημα ἡμῶν μετὰ
3161τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας, ὅτε, ὡσαύτως ἐν τῇ πε-
3162ποιθήσει ὅτι θὰ ηὔξανον κατὰ πολὺ αἱ δημόσιαι ἡμῶν
3163πρόσοδοι, ἐσπεύσαμεν εἰς τὴν δημιουργίαν νέων δαπανῶν
3164χάριν τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς καὶ τῆς ἀναπτύξεως τῆς
3165συγκοινωνίας τῆς χώρας, προσέτι δὲ χάριν τῆς βελτιώσεως
3166τῶν διαφόρων κλάδων τῆς δημοσίας ἡμῶν ὑπηρεσίας. Εἰ
3167καὶ ἐφρόντισε δὲ ἡ τότε Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προΐσταται
3168ὁ ἀείμνητος Χαρίλαος Τρικούπης, μετεῖχε δέ, ὡς ὑπουργὸς
3169τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀοίδιμος Π. Καλλιγᾶς, ἄνδρες βεβαίως
3170οὐχὶ τοῦ ἀναστήματος τοῦ νῦν ἢ τοῦ προκατόχου του
3171Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· εἰ καὶ ἐφρόντισε, λέγω, ἡ
3172Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ ἐπιβάλῃ ἐγκαίρως καὶ νέους φόρους
3173εἰς κάλυψιν τῶν νέων δαπανῶν, οὐχ’ ἧττον ἐν τοῖς πράγ-
3174μασι διεψεύσθησαν αἱ προσδοκίαι της, διότι αἱ ἀποδόσεις τῆς
3175Θεσσαλίας καὶ τῶν νέων φόρων ὑπελείφθησαν κατὰ πολὺ
3176τῶν ὑπολογισμῶν της, ἐνῷ αἱ νέαι δαπάναι ἐπηλήθευσαν
3177μὲ τὸ περιπλέον. Οὕτω πως ὅμως ἐξωλισθήσαμεν ἔκτοτε
3178εἰς οἰκονομικὴν κατωφέρειαν, ἥτις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον μᾶς
3179ὡδήγησεν εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ 1893.
3180Παραπλησία, Κύριοι, καταστροφὴ καὶ χείρων ἴσως ἐ-
3181κείνης θὰ μᾶς ἀνέμενε καὶ τώρα, ἐὰν τὸ πάθημα ἐκεῖνο
3182δὲν μᾶς ἐγίνετο μάθημα, ἐὰν καὶ τώρα μετὰ τὴν προσ-
3183άρτησιν τῶν Νέων Χωρῶν ἐμεριμνῶμεν μόνον περὶ αὐξήσεως
3184τῶν ὑφισταμένων καὶ δημιουργίας νέων δαπανῶν, χωρὶς
3185συγχρόνως νὰ φροντίσωμεν καὶ περὶ αὐξήσεως τῶν ἐσόδων,
3186δι’ ὧν οὔτε ἡ ἐν ἔτει 1909 συντελεσθεῖσα βελτίωσις τοῦ
3187προϋπολογισμοῦ ἡμῶν θὰ ἐξήρκει πλέον οὔτε μόνη ἡ προ-
3188σάρτησις τῶν Νέων Χωρῶν.
3189Διὰ τοῦτο, κύριοι, προέτρεψα τότε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑπο-
3190στείλῃ τὰ ἱστία τῆς αἰσιοδοξίας της καὶ ν’ ἀποφύγῃ πᾶσαν
3191περιττὴν καὶ μὴ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίαν δαπάνην, νὰ ἔχῃ
3192δὲ πρώτιστον καὶ κυριώτατον μέλημα τὴν πολεμικὴν παρα-
3193σκευὴν τῆς χώρας, χάριν τῆς ὁποίας ἐπεβάλλετο εἰς ἡμᾶς
3194νὰ διατηρήσωμεν ἐφεξῆς ἀκμαῖα τὰ δημόσια οἰκονομικά,
3195εἰδότες καλῶς ὅτι πᾶσα καταστροφὴ αὐτῶν ἐν τῷ μέλλοντι
3196θὰ ἐσήμαινε καὶ τὸν ἐθνικόν μας ὄλεθρον. Ἔλεγον δὲ
3197τότε ἐν κεφαλαίῳ: (Ἀναγινώσκει) «Ἐὰν, Κύριοι, ἠναγκά-
3198σθην νὰ λάβω τὸν λόγον τώρα καὶ νὰ μακρηγορήσω πως
3199περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, ἔπραξα τοῦτο οὐχὶ διὰ
3200νὰ περιαυτολογήσω, ἀλλὰ διὰ νὰ κρούσω τὸν κώδωνα τοῦ
3201κινδύνου, ἐν ὅσῳ εἶναι καιρὸς νὰ προλάβωμεν τοῦτον»
3202(Συνεδρ. Βουλῆς 4 Μαρτίου 1913).
3203Δυστυχῶς, Κύριοι, δὲν εἰσηκούσθην τότε. Ἡ Κυβέρ-
3204νησις, μεθυσθεῖσα, ὡς φαίνεται, ἐκ τῶν ἀποτελεσμά-
3205των τοῦ ἀπολογισμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1911 καὶ ἐκ τῆς
3206προσαρτήσεως τῶν Νέων Χωρῶν, κατελήφθη αἴφνης ὑπὸ
3207μεγαλομανίας, τὴν ὁποίαν διετράνωσεν ἔκτοτε φροντίζουσα
3208μόνον περὶ αὐξήσεως τῶν ὑφισταμένων καὶ δημιουργίας
3209νέων δαπανῶν. Τὸ δὲ λυπηρότερον εἶναι ὅτι καὶ ἐν τῇ
3210τοιαύτῃ φροντίδι αὐτῆς δὲν κατέλαβον κἂν τὴν ἐμπρέ-
3211πουσαν θέσιν αἱ δαπάναι, αἱ ἀφορῶσαι κατὰ πρῶτον καὶ
3212κύριον λόγον εἰς τὴν πολεμικὴν ἡμῶν παρασκευὴν καὶ
3213κατὰ δεύτερον λόγον εἰς τὴν συγκοινωνίαν τῆς Χώρας. Καὶ
3214ἐκεῖναι καὶ αὗται ἐτέθησαν ἐν δευτέρᾳ μοίρᾳ, ἀπέναντι
3215ἄλλων δαπανῶν, ἀναφερομένων κατ’ ἐπίφασιν μὲν εἰς τὴν
3216βελτίωσιν τῶν ἄλλων κλάδων τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου,
3217κατ’ οὐσίαν δὲ εἰς τὴν δημιουργίαν θέσεων καὶ μισθολο-
3218γίων, μὴ ἀπαραιτήτως ἀναγκαίων, ἢ καὶ ὅλως περιττῶν.
3219Ἔκτοτε, κύριοι, πάσης εὐκαιρίας ἐδραξάμην, ἵν’ ἀνα-
3220χαιτίσω τὸ κακόν, ἐγείρων φωνὴν διαμαρτυρίας κατὰ
3221πάσης παραχρηστικῆς ἢ καταχρηστικῆς διαθέσεως τῶν δη-
3222μοσίων χρημάτων. Ἔκτοτε δὲν ἔπαυσα καταδεικνύων
3223τὸ βάραθρον εἰς ὃ ἐξωθοῦντο οὕτω πως τὰ δημόσια ἡμῶν
3224οἰκονομικά. Δυστυχῶς ὅμως ἐλάλησα πάντοτε εἰς ὦτα μὴ
3225ἀκουόντων.
3226Περὶ τούτου οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπελείφθη εἰς ἐμὲ
3227ἰδίως μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914
3228καὶ τὴν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀναγνωσθεῖσαν παρὰ τοῦ
3229κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἰσήγησιν αὐτοῦ τῇ 27
3230Μαΐου ἐ. ἔ. Ἔκτοτε δέ, πεισθεὶς ὅτι ὁ ἐπαπειλῶν ἡμᾶς
3231οἰκονομικὸς κίνδυνος ἦτο ἀναπότρεπτος, ἀπέφυγον πλέον
3232νὰ κάμω λόγον περὶ αὐτοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τόσῳ
3233μᾶλλον, ὅσῳ ἔκτοτε εὑρέθημεν ἀπέναντι ἐξωτερικῶν περι-
3234πλοκῶν; ἐπαπειλουσῶν ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν νὰ παρα-
3235σύρωσιν ἡμᾶς εἰς νέον πόλεμον.
3236Ἐνόμισα, κύριοι, ὅτι ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις πᾶσα
3237δημοσία συζήτησις, δυναμένη νὰ ἐκθέσῃ τὴν οἰκονομικήν
3238μας κατάστασιν εἰς τὰ ὄμματα τοῦ κόσμου, θὰ ἐγίνετο
3239μόνον ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἐθνικῶν μας συμφερόντων. Διὰ τοῦτο
3240ἔκτοτε ἐτήρησα σιγήν, ἀπέχων καὶ πάσης ἄλλης συζητή-
3241σεως ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἥτις εὐκόλως ἠδύνατο νὰ με-
3242τατραπῇ εἰς οἰκονομικήν. Ἐσκεπτόμην δὲ κατ’ ἐμαυτὸν
3243καὶ ἄλλως, πρὸς τί νὰ λάβω πλέον τὸν λόγον περὶ τοῦ οἰ-
3244κονομικοῦ ζητήματος, ἀφοῦ εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι ἦτο
3245ἀδύνατον ν’ ἀποσοβηθῇ ὁ ἐπικρεμάμενος εἰς ἡμᾶς κίνδυ-
3246νος; ἵν’ ἀποδείξω μόνον ὅτι ἐπηλήθευσαν αἱ προβλέψεις
3247καὶ προρρήσεις μου;
3248Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι καὶ τώρα θ’ ἀπέφευγον νὰ πράξω
3249τοῦτο, ἐὰν ἔμελλε νὰ ψηφισθῇ τυπικῶς μόνον ὁ ὑπὸ συζή-
3250τησιν προϋπολογισμός, ἀφοῦ μάλιστα αὐτὸς ἔχει καταν-
3251τήσῃ ἤδη σχεδὸν ἀπολογισμός, ὡς πρὸ πολλοῦ ἔχει κατα-
3252στῇ τοιοῦτος καὶ ὁ μήπω ψηφισθεὶς ἐν τῷ συνόλῳ προϋπο-
3253λογισμὸς τοῦ 1913· διότι ἐνόμιζον ὅτι καὶ τώρα ἠδύνατο
3254νὰ βλάψῃ ἡ οἰκονομικὴ συζήτησις. Ἀφοῦ ὅμως ὁ κ. Πρω-
3255θυπουργός, ὅστις εἶναι καὶ προσωρινὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐξω-
3256τερικῶν, ὡς τοιοῦτος, γινώσκων κάλλιον παντὸς ἄλλου,
3257κατὰ πόσον εἶναι τώρα ἐπίκαιρος ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος συζή-
3258τησις, ἐπανειλημμένως προεκάλεσε τὴν Ἀντιπολίτευσιν
3259εἰς αὐτὴν καὶ οὕτως ἠνάγκασε ταύτην, ἑκοῦσαν ἄκουσαν,
3260νὰ δεχθῇ τώρα τὸ ῥιφθὲν κατὰ πρόσωπον αὐτῆς χειρόκτιον·
3261ἀφοῦ, λέγω, ὁ κ. Πρωθυπουργός, αὐτὸς ὁ κατ’ ἐξοχὴν ὑπεύ-
3262θυνος, ἐπέβαλεν οὕτως εἰπεῖν εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν τὴν
3263παροῦσαν συζήτησιν, ἀναγκάζομαι τώρα νὰ λύσω καὶ ἐγὼ
3264τὴν μέχρι τοῦδε σιωπὴν καὶ νὰ μετάσχω αὐτῆς.
3265Θὰ ἐνθυμῆσθε, κύριοι, πάντες, μεθ’ ὁποίας φιλομει-
3266δοῦς αὐταρεσκείας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τῇ 27
3267Μαΐου ἐ.ἔ., εἰσηγούμενος τὸ πρῶτον τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
32681914 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διεκήρυξεν ὅτι, εἰ καὶ ἦτο
3269αὐτὸς ὁ πρῶτος ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ δύο
3270μακροχρονίους πολέμους, ἐξαντλήσαντας οἰκονομικῶς καὶ
3271τὸ Κράτος καὶ τὴν χώραν, οὐχ’ ἧττον, ὡς πρὸς τὰ τακτικὰ
3272αὐτοῦ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, εἶχε νὰ ἐπιδείξῃ ὄχι μόνον ἰσοζύ-
3273γιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα ἐκ 4.162.104 δρχ. καὶ 85 λ.—
3274διὰ τὴν ἀκρίβειαν τοῦ πράγματος.
3275Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀπέκρυψε
3276τότε ὅτι, ὡς πρὸς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐτοῦ, θὰ
3277εἴχωμεν ἔλλειμμα ἐξ 176.500.289 δρχ. Ἀλλὰ τίνα σημα-
3278σίαν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀπέναντι τοῦ πε-
3279ρισσεύματος τοῦ τακτικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους;
3280Κατὰ τὰς τότε ἐξηγήσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ ἔλλειμμα
3281αὐτό, ὡς ἔκτακτον, θὰ ἦτο παροδικόν, ἀφοῦ δὲ συνωμολο-
3282γήσαμεν ἤδη τὸ δάνειον τῶν 500 ἑκατομμ., ἠδυνάμεθα
3283κάλλιστα διὰ τούτου νὰ καλύψωμεν καὶ αὐτό, ὡς καὶ τὰ
3284ἐλλείμματα τῶν προηγουμένων ἐκτάκτων προϋπολογισμῶν
3285τοῦ Κράτους διὰ τὰ ἔτη 1912 καὶ 1913.
3286Ἐὰν δέ, κύριοι, καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ δὲν ἤθελεν ἐξαρ-
3287κέσῃ, θὰ ἠδυνάμεθα κάλλιστα, κατὰ τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ
3288συνομολογήσωμεν καὶ ἕτερον δάνειον ἐκ 400 ἑκατομ. δρχ.
3289οὕτως, ὥστε δι’ ἀμφοτέρων αὐτῶν νὰ πληρώσωμεν πάσας
3290ἡμῶν τὰς ἀνάγκας, ὄχι μόνον τὰς παρελθούσας, ἀλλὰ καὶ
3291τὰς μελλούσας διὰ τῆς πλήρους πολεμικῆς ἡμῶν παρα-
3292σκευῆς κατὰ γῆν καὶ θάλασσαν, διὰ τῆς κατασκευῆς ὁλο-
3293κλήρου σιδηροδρομικοῦ δικτύου καὶ διαφόρων ἄλλων δημο-
3294σίων ἔργων καὶ τέλος διὰ τῆς ἀποκαταστάσεως τῶν προσ-
3295φύγων.
3296Καὶ θὰ ηὔξανον μὲν οὕτω τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋ-
3297πολογισμοῦ, καθ’ ὅσον ἐν τῷ μέλλοντι, ἡ μὲν ὑπηρεσία
3298τοῦ Δημοσίου Χρέους θὰ ἀπῄτει περὶ τὰ 70 ἑκατομμ., τῶν
3299δὲ δύο πολεμικῶν Ὑπουργείων αἱ δαπάναι θὰ ἀνήρχοντο
3300εἰς 80 ὡς ἔγγιστα ἑκατομμ. Ἀλλά, κύριοι, κατὰ τοὺς
3301ὑπολογισμοὺς πάντοτε τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομι-
3302κῶν, θὰ ηὔξανον ἐν τῷ μεταξὺ καὶ τὰ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ
3303προϋπολογισμοῦ καταπληκτικῶς· διότι, ἐνῷ θὰ ἐξηκολού-
3304θει προϊοῦσα ἡ αὐτόματος αὐτῶν αὔξησις ἐν τῇ Παλαιᾷ
3305Ἑλλάδι, αἱ πρόσοδοι τῶν νέων ἐπαρχιῶν θὰ ἐξησφάλιζον
3306ἐν τῷ μέλλοντι μεγάλα περισσεύματα, ἀφοῦ ἤδη κατὰ τὸν
3307ὑποβληθέντα προϋπολογισμὸν μεταξὺ τῶν ἐσόδων αὐτῶν
3308ἐξ 85.863.725 καὶ τῶν ἐξόδων ἐξ 24.007.482 ὑπῆρχε
3309πλεόνασμα 61.856.242 δρχ.
3310Ἀλλά, Κύριοι, δὲν ἐβράδυνε πολὺ ν’ ἀποδειχθῇ διὰ
3311τῶν πραγμάτων ὅτι πάντα ταῦτα καπνὸς ἦν καὶ διελύθη,
3312πομφόλυγες ἦσαν καὶ διερράγησαν. Διότι δὲν παρῆλθον
3313πολλαὶ ἑβδομάδες ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ
3314τοῦ 1914 εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἤρχισαν αἱ οἰκονομικαὶ στε-
3315νοχωρίαι τοῦ Κράτους, καθ’ ἃς τὰ δημόσια ταμεῖα, μεθ’
3316ὅλον τὸ διατυμπανισθὲν περίσσευμα τῶν 4 καὶ ἐπέκεινα
3317ἑκατομμυρ. δρχ., ἐδυσκολεύοντο νὰ ἐπαρκέσωσι καὶ εἰς
3318αὐτὰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας, τὰς προβλεπομένας διὰ τοῦ
3319τακτικοῦ Προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων.
3320Ἐγώ, κύριοι, οὐδόλως ἐξεπλάγην ἐπὶ τούτῳ, διότι,
3321εὐθὺς ὡς ἤκουσα τῆς εἰσηγήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ
3322διεξῆλθον τὸ τεῦχος τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐσχημάτισα τὴν
3323πεποίθησιν ὅτι μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων θὰ εἴ-
3324χωμεν οὐχὶ περίσσευμα 4 ἑκατομμ., ὡς εἶχεν ὀνειροπο-
3325λήσει ὁ κ. Ὑπουργός, ἀλλ’ ἔλλειμμα 50 ἑκατομμ. δρχ.
3326περίπου. Τὴν πεποίθησίν μου δὲ ταύτην δὲν ἐδίστασα τότε
3327νὰ ἐκδηλώσω ἰδιαιτέρως πρὸς διαφόρους συναδέλφους, ζη-
3328τήσαντας τὴν περὶ τούτου γνώμην μου.
3329Οἱ πολλοὶ ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἀπεθαύμασαν τότε τὴν εἰ-
3330λικρίνειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἐπίστευσαν εἰς τὰς διαβε-
3331βαιώσεις του, ἤρχισαν ν’ ἀνησυχῶσι διὰ τὰς ἀναφυείσας οἰ-
3332κονομικὰς στενοχωρίας. Τὴν τοιαύτην δὲ ἀνησυχίαν ἔσπευσε
3333τότε νὰ διερμηνεύσῃ καὶ ὁ ἀνεξάρτητος τύπος, δημο-
3334σιεύων εἰδήσεις οὐχὶ πολὺ ἐποικοδομητικὰς διὰ τὴν οἰκο-
3335νομικὴν τοῦ Κράτους κατάστασιν, ἥτις ἐπεδεινώθη ἔτι
3336μᾶλλον μετὰ τὴν ἔκρηξιν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου.
3337Τότε, κύριοι, ἠναγκάσθησαν καὶ αἱ ἐφημερίδες, αἱ δια-
3338κρινόμεναι διὰ τὴν τυφλήν των ἀφοσίωσιν πρὸς τὴν Κυ-
3339βέρνησιν, ν’ ἀνομολογήσωσι τὸ πρᾶγμα, νὰ προσπαθήσωσι
3340δέ, πρὸς καθησύχασιν τῆς ἐξεγερθείσης κοινῆς γνώμης, νὰ
3341δικαιολογήσωσι τὴν κατάστασιν, κατ’ ἔμπνευσιν πάντως
3342κυβερνητικήν, ὡς ἑξῆς.
3343Τὰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας ἐχαρακτήριζον αὐταὶ ὡς
3344ταμειακάς, ἀπέδιδον δὲ τὴν τοῦ κακοῦ αἰτίαν κυρίως καὶ
3345κατ’ ἐξοχὴν εἰς τὸν Εὐρωπαϊκὸν πόλεμον, ὅστις ἔσχε τὸν
3346ἀντίκτυπον καὶ εἰς τὰ δημόσια ἡμῶν οἰκονομικά. Διότι,
3347ἐν ᾧ συνετέλεσεν αὐτὸς εἰς τὴν μείωσιν τῶν εἰσπράξεων
3348τοῦ δημοσίου ἡμῶν ταμείου, ὡς ἐκ τῆς χαλαρώσεως τῶν
3349συναλλαγῶν τῆς χώρας πρός τε τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ καθ’
3350ἑαυτήν, συγχρόνως ἐδυσχέρανε καὶ τὴν ἔκδοσιν εἰς δημο-
3351σίαν ἐγγραφὴν τοῦ δευτέρου ἡμίσεος τοῦ δανείου τῶν 500
3352ἑκατομμ., διὰ τοῦ προϊόντος τοῦ ὁποίου ὑπελόγιζεν ἡ Κυ-
3353βέρνησις νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς πάσας τὰς οἰκονομικὰς τοῦ Κρά-
3354τους ἀνάγκας, τακτικάς τε καὶ ἐκτάκτους.
3355Ἀλλά, κύριοι, αἱ δικαιολογίαι αὗται ἠδύναντο πρὸς
3356στιγμὴν νὰ κατευνάσωσι τὰ αἴφνης ἐξερεθισθέντα νεῦρα
3357τῶν ἀφελῶν καὶ εὐπίστων θαυμαστῶν τῆς εἰλικρινείας τοῦ
3358κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἦτο ὅμως ἀδύνατον νὰ με-
3359ταβάλωσι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ῥαγδαῖα ἐπερχόμενα
3360ἤρχισαν νὰ ἐμβάλωσιν ἐπὶ τέλους εἰς ἀνησυχίαν καὶ αὐτὸν
3361τὸν μακάριον εἰσηγητὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς δύνανται
3362νὰ μαρτυρήσωσι περὶ τούτου διάφοροι συνάδελφοι καὶ ἀν-
3363τιπολιτευόμενοι, πρὸς οὓς αὐτὸς δὲν ἀπέκρυψε τὴν τοιαύ-
3364την ἀνησυχίαν του. Καὶ πῶς ἠθέλετε νὰ εἶναι αὐτὸς ἥσυ-
3365χος, ὅταν αἱ ἁρμόδιαι ὑπηρεσίαι τὸν διεβεβαίουν ὅτι τὰ
3366μὲν ἔσοδα ἐμειοῦντο, τὰ δ’ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ
3367ἐξωγκοῦντο ὁσημέραι, ἀνατρέποντα καὶ ἐκεῖνα καὶ ταῦτα
3368πάσας τὰς περὶ αὐτῶν προβλέψεις;
3369Κατὰ τὸν ὑποβληθέντα, κύριοι, προϋπολογισμὸν ἔμελ-
3370λον τὰ μὲν τακτικὰ ἔσοδα τῆς ἐνεστώσης χρήσεως ν’ ἀνέλ-
3371θωσιν εἰς 224.198.027 δρχ., τὰ δὲ τακτικὰ ἔξοδα εἰς
3372220.035.922 δρχ. καὶ νὰ ἔχωμεν οὕτω περίσσευμα
33734.162.104 δραχμῶν. Ἐνῷ τὰ μὲν ἔκτακτα ἔσοδα θ’ ἀνήρ-
3374χοντο εἰς 8.263.301 δρχ., τὰ δ’ ἔκτακτα ἔξοδα εἰς
3375184.763.590 δρ., ἀφήνοντα οὕτως ἔλλειμμα 176.500.289
3376δρχ., ὅπερ μετὰ ἀφαίρεσιν τοῦ τακτικοῦ περισσεύματος θὰ
3377κατήρχετο εἰς 172.838.184 δρχ. Ἀλλὰ τί ἀπεδείκνυον τὰ
3378πράγματα;
3379Ὡς πρὸς μὲν τὰ τακτικὰ ἔσοδα, θὰ εἴχωμεν ἐλάττω-
3380σιν κατὰ 16.159.576 δρχ., τούτου δ’ ἕνεκα τὸ σύνολον αὐ-
3381τῶν θὰ περιωρίζετο ἐκ 224.198.027 δρ. εἰς 208.029.184
3382δρχ. Ὡς πρὸς δὲ τὰ τακτικὰ ἔξοδα, θὰ εἴχομεν τὴν ἑξῆς
3383αὔξησιν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
33841)Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν δρχ. 3.111.730
33852)» Ἐξωτερικῶν » 951.000
33863)» Δικαιοσύνης » 304.015
33874)» Ἐσωτερικῶν » 3.029.560
33885)» Συγκοινωνίας » 1.779.159
33896)» Ἐκκλησιαστικῶν » 2.095.011
33907)» Ἐθνικῆς Οἰκονομίας» 586.172
33918)» Στρατιωτικῶν » 2.182.704
33929)» Ναυτικῶν » 6.647.887
3393 Ἐν ὅλῳ δρχ.20.687.238
3394Οὕτω τὸ σύνολον τῶν τακτικῶν ἐξόδων θ’ ἀνήρχετο
3395ἐκ 220.035.922 εἰς 240.723.160 δρχ., ἀπέναντι δὲ τῶν
3396ἠλαττωμένων τακτικῶν ἐσόδων 208.029.184 δρχ. Θὰ εἴ-
3397χωμεν, ἀντὶ τοῦ προϋπολογισθέντος περισσεύματος τῶν δρ.
33984.162.104, ἔλλειμμα 32.693.976 δρχ. Ἀλλὰ θὰ εἴχω-
3399μεν καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων αὔξησιν, κατανεμομένην εἰς
3400τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα ὡς ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
34011)Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν δρχ.41.286.182
34022)» Ἐξωτερικῶν » 400
34033)» Ἐσωτερικῶν » 9.150.774
34044)» Συγκοινωνίας » 1.182.814
34055)» Ἐκκλησιαστικῶν » 51.986
34066)» Ἐθνικῆς Οἰκονομίας» 143.874
34077)» Στρατιωτικῶν » 12.415.445
34088)» Ναυτικῶν » 1.648.500
3409 Ἐν ὅλῳ δρχ.65.880.275
3410Οὕτω τὸ σύνολον τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων θ’ ἀνήρχετο
3411ἐξ 184.763.590 δρχ. εἰς 250.643.865 δρχ., τὸ δ’ ἔλλειμμα
3412μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἐκτάκτων ἐσόδων ἐξ 8.013.301 δρχ.
3413θὰ ἦτο 242.630.564 δρχ., συμποσούμενον ὁμοῦ μετὰ τοῦ ἐλ-
3414λείμματος τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ 32.693.476
3415εἰς 275.324.540 δρχ., ἀντὶ τοῦ προϋπολογισθέντος ἐν ἀρχῇ
3416ἐξ 172.338.184 δρχ., ἤτοι μίαν ἐπὶ πλέον διαφοράν
3417ἐξ 102.986.356 δρχ.
3418Ἐνώπιον τοιαύτης καταστάσεως εὑρεθεὶς ὁ κ. Ὑπουρ-
3419γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐσκέφθη νὰ προβῇ εἰς γενναίαν
3420ἀβαρίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων, τακτικῶν τε
3421καὶ ἐκτάκτων, ὅπως μειώσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἐντύ-
3422πωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐνεποίουν εἰς πάντα τὰ μέχρι τῆς
3423ἡμέρας τῆς ὑποβολῆς τῶν δηλώσεών του γνωστὰ ἀποτελέ-
3424σματα τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ προϋπολογισμοῦ του. Διὰ τοῦτο, κύ-
3425ριοι, εἰσηγούμενος τὰς περὶ ὧν ὁ λόγος δηλώσεις του εἰς τὴν
3426Βουλὴν, ὡμολόγησεν (Ἀναγινώσκει): «Κατεβλήθη πᾶσα
3427δυνατὴ προσπάθεια, ὅπως ἐν τῇ ἀναθεωρήσει τοῦ προϋ-
3428πολογισμοῦ ἐξακριβωθῶσιν αἱ ἀληθεῖς ἀπαιτούμεναι
3429δαπάναι, περικοπῶσι δὲ ἢ ἀναβληθῶσιν πᾶσαι ἐκεῖναι,
3430αἵτινες ἢ ἦσαν ὑπολογισμέναι μὲ ὑπερβολικὴν ἄνεσιν ἢ
3431περιεῖχον δαπάνας, αἵτινες ἠδύναντο ν’ ἀνασταλῶσιν ἄνευ
3432βλάβης τῆς ὑπηρεσίας». Ἐν ἄλλαις λέξεσι διϊσχυρίσθη ὁ
3433ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἐφρόντισε νὰ περικόψῃ μὲν πᾶσαν πε-
3434ριττὴν δαπάνην, ν’ ἀναβάλῃ δὲ πᾶσαν τοιαύτην, μὴ ἐπεί-
3435γουσαν. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀκριβὲς ἐν πᾶσιν; Δυστυχῶς
3436ὄχι, ὡς θ’ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον.
3437Πρὸ τούτου ὅμως, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ἀπευθύνω παρα-
3438τηρήσεις τινάς, ὡς πρὸς τὰς δηλώσεις, τὰς ἀναφερομένας
3439εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς
3440ἀπεδέχθη καὶ ἀνέγραψε τὴν προμνημονευθεῖσαν ἐλάττωσιν
3441αὐτῶν, τὴν ἀνερχομένην, ὡς εἴδομεν, εἰς 16.159.576. δρχ.
3442Ἠθέλησεν ὅμως νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀστοχίαν τῶν σχε-
3443τικῶν προβλέψεών του ἐπαναλαμβάνων ἀπὸ τοῦ βήματος
3444τούτου, ὅ,τι πρὶν εἶχον δημοσιεύσει αἱ ὑπουργικαὶ ἐφημε-
3445ρίδες, καὶ προσθέτων τώρα νέον ἐπιχείρημα, ὅτι εἰς τὴν
3446ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων συνετέλεσε καὶ ἡ μετανάστευσις
3447πολλῶν Μουσουλμάνων ἐκ τῶν Νέων ἡμῶν Χωρῶν, ἰδίως
3448δ’ ἐκ Μακεδονίας.
3449Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, ὅτι συνετέλεσεν ἐν μέρει καὶ ὁ λό-
3450γος οὗτος, ὡς καὶ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, εἰς τὴν ἐλάττω-
3451σιν τῶν ἐσόδων, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν εἶναι οὔτε οἱ μόνοι οὔτε οἱ
3452κύριοι λόγοι. Ἐὰν ἐκ τῶν Νέων ἡμῶν Χωρῶν μετηνά-
3453στευσαν μυριάδες τινὲς Μουσουλμάνων, προσέφυγον ἐξ ἀν-
3454τιθέτου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἑκατοστύες χιλιάδων Ἑλλήνων,
3455ἐκδιωχθέντων διὰ τῆς βίας ἐκ Θράκης καὶ Μικρᾶς Ἀσίας,
3456εἰς δὲ τὴν παρατηρουμένην τώρα αὔξησιν τῶν δημοσίων
3457ἐσόδων ἐξ ἐμμέσων φόρων, ἰδίως ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι
3458συνετέλεσαν ὁπωσδήποτε καὶ αὐτοί, ὡς καὶ οἱ ἐπανελθόν-
3459τες εἰς τὰς ἑστίας των ἐπίστρατοι μετὰ τὸ πέρας τῶν δύο
3460ἡμῶν πολέμων καὶ ὅσοι Ἕλληνες μετανάσται παρέμειναν
3461ἔκτοτε ἐνταῦθα, μὴ δυνηθέντες, ἢ μὴ θελήσαντες νὰ ἐπι-
3462στρέψωσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν.
3463Ὁ κυριώτατος ὅμως λόγος τῆς καθυστερήσεως τῶν
3464ἐσόδων εἶναι ἡ κακὴ πρόβλεψις καὶ ὁ ἐσφαλμένος ὑπολο-
3465γισμός των, ἰδίως τῶν τελωνειακῶν, κατὰ τὴν σύνταξιν
3466τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτῶν. Εἶναι δὲ διὰ τοῦτο τόσῳ
3467μᾶλλον ἀξιοκατάκριτος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
3468ὅσῳ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος προϋπολογισμὸς δὲν συνετάχθη,
3469ὡς συνήθως, τρεῖς ἢ τέσσαρας μῆνας πρὸ τῆς ἐκτελέσεώς
3470του, ἀλλὰ τὸν πέμπτον μῆνα ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς οἰ-
3471κείας χρήσεως.
3472Ἡ μεγαλειτέρα ἐλάττωσις τῶν ἐσόδων καὶ ἐν τῇ
3473Παλαιᾷ καὶ ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι παρατηρεῖται ἐπὶ τῶν
3474τελωνειακῶν εἰσπράξεων· διατί τοῦτο; Διότι καὶ ἐν ἐκείνῃ
3475καὶ ἐν ταύτῃ ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ
3476προϋπολογισμοῦ ἡ παρατηρηθεῖσα κατὰ τοὺς τελευταί-
3477ους τοῦ παρελθόντος καὶ τοὺς πρώτους τοῦ παρόντος ἔτους
3478μῆνας αὔξησις, ἥτις ἐθεωρήθη ὡς κανονική τις καὶ μέλ-
3479λουσα νὰ ἐξακολουθήσῃ καθ’ ὅλον τὸ τρέχον ἔτος. Ἀλλά,
3480κύριοι, ἡ αὔξησις ἐκείνη ἦτο ἔκτακτος, ὀφειλομένη εἰς τὴν
3481τότε γενομένην ἀναπλήρωσιν ὅλων τῶν κενῶν τῶν ἀποθε-
3482μάτων τοῦ ἐμπορίου, ἅτινα εἶχον ἐξαντληθῆ ἐν καιρῷ πο-
3483λέμου, ὡς τοιαύτη δὲ δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ
3484ἐπ’ ἄπειρον.
3485Ὡς πρὸς δὲ τὰς Νέας Χώρας, συνέτρεχε καὶ ἕτερος
3486λόγος, καθ’ ὃν οἱ ἐμπορευόμενοι ἐν αὐταῖς, γινώσκοντες
3487ὅτι θᾶττον ἢ βράδιον θὰ ἐπεβάλλετο αὔξησις δασμῶν εἰς
3488αὐτάς, ἐφρόντισαν ἐγκαίρως νὰ προβῶσιν εἰς μεγάλας
3489προμηθείας ὅλων τῶν εἰδῶν ἐκείνων, ἐπὶ τῶν ὁποίων
3490ἀνεμένετο ἡ δασμολογικὴ αὔξησις. Φυσικὴ δὲ συνέπεια
3491τούτου ὑπῆρξεν ἡ καταπληκτικὴ αὔξησις τῆς εἰσαγωγῆς
3492καὶ τῶν τελωνικῶν εἰσπράξεων κατὰ τοὺς τελευταίους
3493τοῦ παρελθόντος καὶ τοὺς πρώτους τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους
3494μῆνας, ἥτις ἔσχεν ὡς ἀντίκτυπον τὴν ἐλάττωσιν αὐτῶν
3495κατὰ τοὺς ἐπιόντας μῆνας.
3496Παρατηρητέον δέ, Κύριοι, ὅτι ἡ μεγίστη ἐλάττωσις
3497τῶν ἐσόδων ἐπῆλθεν ἰδίως εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἐξαιρέσει
3498τῆς Κρήτης, διότι ἐν αὐταῖς, πλὴν τῶν ἄλλων λόγων, συ-
3499νετέλεσεν εἰς τοῦτο καὶ ὁ ἑξῆς: Ἡ ἐκ τοῦ πολέμου προ-
3500κύψασα ἀναστάτωσις τῶν ἐμπορικῶν τῶν συναλλαγῶν
3501ὑπῆρξε τοιαύτη, ὥστε ἦτο δύσκολον νὰ προΐδῃ τις, ἔστω
3502καὶ κατὰ προσέγγισιν, ὁποία θὰ ἦτο ἡ εἰσαγωγὴ καὶ ἐξα-
3503γωγὴ τοῦ ἐμπορίου ἐν αὐταῖς. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἄλλως δὲν
3504εἶχεν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία ἀσφαλῆ δεδομένα δι’ αὐτὰς ἐκ
3505προηγουμένων χρήσεων, ὡς ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ ἐν
3506Κρήτῃ, ἔπρεπε δὲ ὁπωσδήποτε ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1914
3507νὰ παρουσιάσῃ περίσσευμα, τοὐλάχιστον μεταξὺ τακτικῶν
3508ἐσόδων καὶ ἐξόδων, διὰ τοῦτο ἀνεγράφησαν, ὡς φαίνεται,
3509ἐξωγκωμένα πως τὰ ἔσοδα τῶν Νέων Χωρῶν.
3510Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀδυνατῶ νὰ ἐξηγήσω ἄλλως πως
3511τὸ πρᾶγμα. Ἐλπίζω δέ, κύριοι, νὰ συμφωνήσῃ πᾶς τις
3512μετ’ ἐμοῦ, ὅταν ἀναλογισθῇ ὅτι ἔχομεν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλ-
3513λάδι ἐλάττωσιν ἐσόδων ἐπὶ προϋπολογισθέντων δραχμῶν
3514138.334.302 μόλις 1.598.851 δρχ., ἐν Κρήτῃ μάλιστα
3515καὶ αὔξησιν αὐτῶν κατὰ δρχ. 499.275, ἐνῷ ἡ λοιπὴ Νέα
3516Ἑλλὰς ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ ἐλάττωσιν ἐσόδων ἐπὶ προϋπολο-
3517γισθέντων δρχ. 69.850.000 ὅλα 15.060.000 δρχ. Ἡ ἐλάτ-
3518τωσις δ’ αὕτη θὰ ἦτο πολὺ μεγαλυτέρα, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις
3519ἐπέμενε μέχρι τέλους εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως
3520περὶ μονοπωλίου τοῦ καπνοῦ διὰ τὰς Νέας Χώρας, τὴν
3521ὁποίαν εἶχεν ὑποβάλει αὐτὴ εἰς τὴν Βουλήν, καὶ δὲν ἠναγ-
3522κάζετο νὰ ὑποχωρήσῃ πρὸ τῶν ἀκαταμαχήτων ἡμῶν ἐπι-
3523χειρημάτων καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ εἰς αὐτὰς τὴν διὰ ται-
3524νιῶν φορολογίαν τοῦ καπνοῦ, ἐξ ἧς καυχᾶται αὐτὴ τώρα
3525ὅτι ἔχει αὔξησιν ἐσόδων!
3526Καὶ τώρα ἂς ἐξετάσωμεν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουρ-
3527γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὰς ὑπ’ αὐτοῦ ἐπενεχθεί-
3528σας ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων. Αἱ ἐλαττώσεις αὗται ἀνέρ-
3529χονται κατὰ τὰς δηλώσεις τοῦ ἐπὶ μὲν τῶν τακτικῶν ἐξό-
3530δων εἰς 5.365.000 δρχ., ἐπὶ δὲ τῶν ἐκτάκτων εἰς δρχ.
353142.561.000, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 47.226.000 δρχ. Ἀλλὰ
3532ποῖαί τινες εἶναι αὗται; Περικόπτονται οὕτω πως τῳόντι
3533περιτταὶ δαπάναι καὶ ἀναβάλλονται ἄλλαι, μὴ ἐπείγου-
3534σαι, ὡς ἀναγινώσκομεν ἐν τῇ εἰσηγήσει τῶν δηλώσεων;
3535Σᾶς ἀναφέρω, κύριοι, τὰς ἐλαττώσεις ταύτας, ἵνα κρίνητε,
3536κατὰ πόσον εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ ὁ κ. Ὑπουργός, χα-
3537ρακτηρίσας αὐτάς, ὡς τὰς ἐχαρακτήρισεν.
3538Περιέκοψεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν δραχ.
3539327.669 ἐκ τοῦ κεφαλαίου τῆς τελωνειακῆς ἀστυνομίας
3540καὶ 100.000 διὰ τὴν κατασκευὴν νέων ἀποθηκῶν ἐν τῷ
3541Τελωνείῳ Πειραιῶς. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν
3542ἀπέκοψεν ἐκ τῆς πιστώσεως τῶν δύο ἑκατομμυρίων, τῶν
3543προωρισμένων εἰς ἀρωγὴν τοῦ Ταμείου τῆς Ἐπαρχιακῆς
3544καὶ Δημοτικῆς Ὁδοποιΐας 1.750.000 δρχ., προσέτι δὲ ἐκ
3545τῆς πιστώσεως διὰ μελέτην διαφόρων σιδηροδρομικῶν γραμ-
3546μῶν 139.000 δρχ. Ἐν δὲ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινω-
3547νίας ἀπέκοψε τὰ ἑξῆς ποσά:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3548Δημόσια ἔργα1)Π. Ἑλλάδος τακτικὰ ἔξοδαδρχ.1.149.000
3549Δημόσια ἔργα2)» ἔκτακτα » » 3.475.000
3550Δημόσια ἔργα3)Κρήτης τακτικὰ » » 80.000
3551Δημόσια ἔργα4)Μακεδονίας » » » 230.000
3552Δημόσια ἔργα5)» ἔκτακτα » » 352.000
3553Δημόσια ἔργα6)Ἠπείρου τακτικὰ » » 40.000
3554Δημόσια ἔργα7)» ἔκτακτα » » 180.000
3555Δημόσια ἔργα8)Νήσων Αἰγαίουτακτικὰ » » 39.000
3556Κατὰ ταῦτα, κύριοι, ἔχομεν ἐλάττωσιν δαπανῶν ἐν
3557μὲν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας 5.545.000 δρχ., ἐν
3558δὲ τῷ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν 427.669 δρχ. καὶ ἐν τῷ ἐπὶ
3559τῶν Ἐσωτερικῶν 1.789.000 δρχ., ἤτοι ἐν συνόλῳ ὀκτὼ
3560ὡς ἔγγιστα ἑκατομμ. δρχ. Πρόκειται δὲ περὶ δαπανῶν,
3561κατ’ ἐξοχὴν παραγωγικῶν καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνεπιδέ-
3562κτων ἀναβολῆς. Διὰ τῆς πλήρους ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ
3563τῆς Τελωνειακῆς Ἀστυνομίας θὰ κατεδιώκετο ἀποτελε-
3564σματικώτερον τὸ λαθρεμπόριον καὶ τὸ Δημόσιον θὰ εἰσέ-
3565πραττε πολλαπλάσια ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐδαπάνα δι’
3566αὐτήν. Τὸ ἴδιον θὰ συνέβαινε καὶ διὰ τῆς ἀνεγέρσεως τῶν
3567νέων ἀποθηκῶν τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς, διὰ τῶν ὁποίων
3568θὰ ἐξυπηρετεῖτο ὄχι ὀλίγον καὶ τὸ ἐμπόριον. Τέλος αἱ
3569ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων τῶν Ὑπουργείων τῶν Ἐσωτερικῶν
3570καὶ τῆς Συγκοινωνίας ἀναφέρονται κυρίως εἰς τὴν συντή-
3571ρησιν καὶ ἀνακαίνισιν ὁδῶν ἐθνικῶν, ἐπαρχιακῶν καὶ δη-
3572μοτικῶν, τῶν ὁποίων πᾶσα ἀναβολὴ δὲν δυσχεραίνει μόνον
3573τὴν συγκοινωνίαν τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ καθιστᾷ εὐρύτερον
3574τὸν κύκλον τῆς καταστροφῆς, οὕτως ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι,
3575ὅτε κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἐπιδεινωθῇ ἔτι μᾶλλον ἡ
3576οἰκονομικὴ ἡμῶν κατάστασις, ν’ ἀπαιτηθῇ μείζων δι’ αὐ-
3577τὴν δαπάνη.
3578Μετὰ τὰς προεκτεθείσας ἐλαττώσεις ἐξόδων ἐπέρχον-
3579ται ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι πράγματι ἁπλῆ ἀναβολὴ ἐκ-
3580πληρώσεως ἀνειλημμένων ἤδη ὑποχρεώσεων τοῦ Κράτους,
3581ὡς αἱ ἑξῆς. Ἐν πρώτοις ἀναβάλλεται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ
3582τῶν Οἰκονομικῶν ἡ καταβολὴ διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν κτημά-
3583των Βοεβόδα, Πυργετοῦ καὶ τῶν κληρονόμων τοῦ Νεκὴπ
3584Πασᾶ ἐκ δρχ. 200.4.187. Εἶτα δ’ ἀναβάλλεται ἐν τῷ
3585Ὑπουργείῳ τῆς Συγκοινωνίας ἡ καταβολὴ τῶν ἑξῆς ποσῶν:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
35861)Διὰ προμήθειαν τροχαίου ὑλικοῦ Ἑλ-
3587 λην. Σιδηροδρόμων δρχ.1.000.000
35882)» πρόσθετα ἔργα Ἑλλ. Σιδηροδρόμων » 2.500.000
35893)» ἐπισκευὴν καὶ ἀνακαίν. ἀνακτόρων» 250.000
3590Πρόκειται ἐν ὅλῳ περὶ ποσοῦ 5.754.187, τοῦ ὁποίου
3591ἡ δαπάνη ἀναβάλλεται διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος, ὡς ἀναβάλλεται
3592καὶ ἡ χορήγησις 30.000.000 δρχ. εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἐθνι-
3593κῆς Ἀμύνης διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ πολέμου, περὶ τῆς ἀπα-
3594ραιτήτου ἀνάγκης τοῦ ὁποίου δὲν θεωρῶ σκόπιμον νὰ κάμω
3595τώρα ἰδιαίτερον λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἔχομεν δὲ
3596οὕτω πως ἀναβολὴν μόνον ἐξόδων, ἀνερχομένων ἐν συνόλῳ
3597εἰς 35.754.187 δρχ. Ἀλλὰ προβάλλεται τώρα ἀφ’ ἑαυτοῦ
3598τὸ ἐρώτημα, θὰ ἐπιτρέψῃ ἆρά γε ἡ οἰκονομικὴ ἡμῶν κατά-
3599στασις νὰ καταβάλωμεν αὐτὰ τὸ ἐπιὸν ἢ τὸ μετεπιὸν ἔτος;
3600Ἐγώ, Κύριοι, ἔχω λόγους ἀποχρῶντας ν’ ἀμφιβάλλω περὶ
3601τούτου, ὡς θὰ σᾶς ἀποδείξω βραδύτερον.
3602Ἄλλη τις ἐλάττωσις ἐξόδων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν
3603Οἰκονομικῶν, ἀναφερομένη εἰς τὴν ἀπόδοσιν τοῦ δεκατη-
3604μορίου τῶν τελωνειακῶν εἰσπράξεων εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς
3605Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ ἀνερχομένη εἰς 1,000.000 δραχμὰς
3606εἶναι ἁπλῆ λογιστικὴ πρᾶξις καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναγραφῇ, ὡς
3607ἀναγκαία συνέπεια τῆς ἀντιστοίχου ἐλαττώσεως τῶν τελω-
3608νειακῶν εἰσπράξεων. Ἐλπίζω, κύριοι, μετὰ τὴν γενομένην ὑπ’
3609ἐμοῦ ἐξέτασιν τῶν διαφόρων ἐλαττώσεων, τῶν ἐπενεχθεισῶν
3610εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ
3611τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι θὰ ἔχῃ πεισθῇ ἤδη καὶ αὐτὸς οὗτος
3612ὅτι δὲν εὑρίσκετο ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὅτε διϊσχυρίζετο ἀπὸ τοῦ
3613βήματος τούτου ὅτι αὐταὶ ἀφεώρων ἢ εἰς τὴν περικοπὴν δα-
3614πανῶν περιττῶν ἢ μὴ ἀπαραιτήτων ἀναγκαίων ἢ εἰς τὴν
3615ἀναβολὴν ἐκπληρώσεως ὑποχρεώσεων, μὴ ἐπειγουσῶν.
3616Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, κύριοι, κατωρθώθη οὕτω πως νὰ
3617παρασταθῇ τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ πολὺ μι-
3618κρότερον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θὰ παρουσίαζεν ὁ προϋπολο-
3619γισμός, ὡς εἶχεν οὗτος ὑποβληθῇ ἀρχικῶς καὶ οὕτω νὰ με-
3620τριασθῇ κατὰ τὸ δυνατὸν ἡ ἐξ αὐτοῦ ἐντύπωσις εἰς τοὺς
3621πολλοὺς καὶ νὰ θαυμασθῇ καὶ πάλιν παρὰ τούτων ἡ
3622παροιμιώδης πλέον καταστᾶσα εἰλικρίνεια τοῦ κ. Ὑπουρ-
3623γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶχε τὸ θάρρος διὰ τῶν δηλώ-
3624σεών του ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ ὁμολογήσῃ τὰ ἑξῆς:
3625Τὰ μὲν τακτικὰ ἔσοδα θὰ κατέλθωσιν εἰς 208.029.184,
3626τὰ δὲ τακτικὰ ἔξοδα θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 235.539.445, ἤτοι θὰ
3627ἔχωμεν τώρα ἀντὶ περισσεύματος 4.162.104, ὡς ἀνεγρά-
3628φετο ἐν τῷ ἀρχικῷ προϋπολογισμῷ, τακτικὸν ἔλλειμμα
362927.510.261. Ὡσαύτως τὰ μὲν ἔκτακτα ἔσοδα θὰ κατέλ-
3630θωσιν εἰς 8.013.301 δρχ., τὰ δ’ ἔκτακτα ἔξοδα θ’ ἀνέλ-
3631θωσιν εἰς 214.004.884 δρχ., ἤτοι τὸ ἔκτακτον ἔλλειμμα
3632θ’ ἀνέλθῃ ἐξ 176.500.289, ὡς ὑπελογίζετο ἐν ἀρχῇ, εἰς
3633205.991.583 δρχ., ὁμοῦ δὲ μετὰ τοῦ τακτικοῦ ἐλλείμμα-
3634τος τῶν 27.510.201 δρχ. θὰ ἔχωμεν, ἀντὶ τῶν πρὶν
3635172.338.184, σύνολον τακτικοῦ καὶ ἐκτάκτου ἐλλείμμα-
3636τος ἐκ 233.501.845 δρχ.
3637Ἀλλά, κύριοι, τὸ ἔλλειμμα τοῦτο διὰ τῆς ἐπικουρίας
3638τῆς βʹ κατηγορίας τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὡς οὗτος μετε-
3639σχηματίσθη νῦν τὸ πρῶτον διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1914, κατὰ
3640τὸ ἰταλικὸν πρότυπον, τῆς κατηγορίας τοῦ λεγομένου μετα-
3641σχηματισμοῦ κεφαλαίων, περιορίζεται εἰς 69.588.013.
3642Πῶς δὲ κατορθοῦται τὸ θαῦμα τοῦτο; Ἐπάναγκες νομίζω,
3643χάριν ἐκείνων ἰδίως, οἵτινες δὲν ἀσχολοῦνται εἰδικώτερόν
3644πως περὶ τὰ οἰκονομικά, νὰ παράσχω ἐξηγήσεις τινὰς περὶ
3645τοῦ πράγματος.
3646Μέχρι τοῦδε, κύριοι, εἴχομεν ἑνιαῖον προϋπολογι-
3647σμόν, ἐν ᾧ ἀνεγράφοντο ὁμοῦ πάντα τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα,
3648τακτικά τε καὶ ἔκτακτα, διότι τὰ τελευταῖα ταῦτα ἦσαν
3649συνήθως μικρά τινα καὶ διὰ τοῦτο ἀνάξια ν’ ἀπαρτίσωσιν
3650ἰδιαίτερον προϋπολογισμόν. Διάκρισις τῶν ἐκτάκτων ἐσό-
3651δων καὶ ἐξόδων ἐγίνετο τότε καὶ μόνον, ὁσάκις εἴχωμεν νὰ
3652διαθέσωμεν μεγάλα ποσὰ ἐκ δανείων καὶ δὴ δι’ ἐκτάκτους
3653πολεμικὰς παρασκευάς, ἢ διὰ μεγάλα δημόσια ἔργα, ὡς διὰ
3654σιδηροδρόμους. Κατὰ τοῦτο εἴχομεν, ὡς ὑπόδειγμα, τὸν
3655Γαλλικὸν προϋπολογισμόν, ἀφοῦ καὶ ὁ ἐν ἰσχύϊ Λογιστι-
3656κὸς ἡμῶν Νόμος εἶναι κυρίως εἰπεῖν μετάφρασις ἐκ τοῦ
3657Γαλλικοῦ, εἰς δὲ τὸν Λογιστικὸν Νόμον ἑδράζεται, ὡς
3658γνωστόν, ὁ προϋπολογισμός.
3659Κατ’ ἀρχήν, κύριοι, συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ.
3660Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τὸ σχετικῶς τελειότερον σύ-
3661στημα εἶναι τὸ καθιερωμένον ἐν Ἰταλίᾳ, καθ’ ὃ ὁ προϋπολο-
3662γισμὸς διακρίνεται εἰς τρεῖς κατηγορίας, τὰς ἑξῆς: Ι. Πρα-
3663κτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα, ὑποδιακρινόμενα εἰς τακτικὰ καὶ
3664ἔκτακτα τοιαῦτα. ΙΙ. Μετασχηματισμὸν ἢ κίνησιν κεφα-
3665λαίων. — ΙΙΙ. Πράξεις διὰ λογαριασμὸν τρίτων.
3666Τὴν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης διακρίσεως δύναται νὰ
3667κατανοήσῃ τις, ἀναλογιζόμενος ὅτι δι’ αὐτῆς διευκολύ-
3668νονται μὲν ὁπωσδήποτε ἡ ἀκριβὴς ἐκτίμησις τῶν ἡγουμέ-
3669νων χρήσεων καὶ αἱ προβλέψεις διὰ τὴν μέλλουσαν τοιαύ-
3670την, γίνεται δὲ διάκρισις μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων,
3671τῶν παγίων καὶ τῶν προσωρινῶν, μεταξὺ τῶν ἀποτελούν-
3672των ἀπαιτήσεις ἢ ὑποχρεώσεις πραγματικὰς καὶ τῶν συν-
3673επαγομένων ἀλλοίωσιν τοῦ ἐνεργητικοῦ ἢ παθητικοῦ τῆς
3674περιουσίας τοῦ Δημοσίου καὶ τέλος μεταξὺ ἐσόδων καὶ
3675ἐξόδων, τὰ ὁποῖα διαχειρίζεται τὸ Κράτος εἰς ἴδιον λογα-
3676ριασμόν, ἢ εἰς λογαριασμὸν ἄλλων νομικῶν προσώπων.
3677Ἀλλὰ καίτοι τοιαύτην ἔχων γνώμην περὶ τοῦ τύπου
3678τοῦ Ἰταλικοῦ προϋπολογισμοῦ, οὐχ ἧττον δὲν εὑρίσκω
3679τόσον εὔκολον, ὅσον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, τὴν
3680μετάβασιν εἰς αὐτὸν ἀπὸ τοῦ ἀνέκαθεν καθιερωμένου παρ’
3681ἡμῖν, ὅταν μάλιστα ἡ μετάβασις γίνεται τόσον ἀποτόμως,
3682ὡς τώρα. Ἐν Γαλλίᾳ, ἔνθα ἀπαντῶσι πᾶσαι σχεδὸν αἱ
3683προϋποθέσεις, ὑφ’ ἃς θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ καὶ νὰ εὐδο-
3684κιμήσῃ καὶ ἐκεῖ ὁ τύπος τοῦ Ἰταλικοῦ προϋπολογισμοῦ,
3685δὲν ἀποφασίζουσι νὰ εἰσαγάγωσι τοῦτον· διότι δυσκο-
3686λεύονται ν’ ἀποχωρισθῶσιν ἐκ τῆς μακρᾶς συνηθείας καὶ
3687τῆς ἀρχαίας παραδόσεως τοῦ ἰδικοῦ των συστήματος.
3688Τοὐναντίον μάλιστα ὁ νῦν Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
3689ἐν Γαλλίᾳ καὶ πρώην Πρωθυπουργὸς κ. Ribot ἀπεφάσισε
3690ν’ ἀποφύγῃ τελευταῖον καὶ αὐτὴν τὴν ἀνέκαθεν καθιερω-
3691μένην διάκρισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ παρὰ Γάλλοις εἰς τα-
3692κτικὸν καὶ ἔκτακτον. Διὸ ὑπέβαλεν αὐτὸς πρὸ μικροῦ εἰς
3693τὴν Γαλλικὴν Βουλὴν ἑνιαῖον προϋπολογισμόν, εἰ καὶ διε-
3694ξάγει τώρα ὁ γαλλικὸς λαὸς τὸν περὶ τῶν ὅλων ἀγῶνα,
3695κατ’ ἀκολουθίαν δὲ τούτου ἔπρεπεν αὐτὸς ν’ ἀναγράψῃ ἐκ-
3696τάκτους πολεμικὰς δαπάνας, ἀνερχομένας εἰς χιλιάδας ἑκα-
3697τομμυρίων. Ἀρκεῖ, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι ἀναγράφον-
3698ται ἐν αὐτῷ ἔξοδα δι’ ἓξ μόνον μῆνας προϋπολογιζόμενα
3699εἰς ὀκτὼ χιλιάδας πεντακόσια ἑκατομμύρια.
3700§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. 8½ δισεκατομμύρια;
3701§110ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα. Ἔχω δέ, κύριοι, ἐνώ-
3702πιόν μου τὸ ἀπὸ 19 Δεκεμβρίου φύλλον τοῦ «Χρόνου» τῶν
3703Παρισίων, τὸ προχθὲς ἀφικόμενον ἐνταῦθα. Ἐν αὐτῷ ἔχει
3704δημοσιευθῆ ἡ ἀληθῶς θαυμασία εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ.
3705Ribot, τὴν ὁποίαν θὰ συνίστων ἰδιαιτέρως ν’ ἀναγνώσω-
3706σιν, ὡς λίαν διδακτικὴν δι’ αὐτοὺς καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς
3707τῶν Οἰκονομικῶν, μάλιστα δὲ ὁ κ. Πρωθυπουργός.
3708Ὁ τελευταῖος θὰ ἴδῃ, μεθ’ ὁποίας εὐλαβείας ὁμιλεῖ
3709περὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας ὁ κ. Ribot, ἀνο-
3710μολογῶν ὅτι ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἔκαμε τώρα ἐν ὥρᾳ
3711πολέμου ἔκκλησιν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν τῆς Γαλ-
3712λίας, ἥτις ἠδυνήθη νὰ ἐπέλθῃ ἐπίκουρος εἰς τὸ Κράτος διὰ
3713τὰ κολοσσιαῖα βάρη τοῦ πολέμου, ὡς ἐκ τῆς πεποιθήσεως,
3714τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἐμπνέει εἰς ὅλους, ἀκριβῶς διότι ἐν καιρῷ
3715εἰρήνης ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις ἀποφεύγει νὰ κάμνῃ πρὸς
3716αὐτὴν τοιαύτην ἔκκλησιν καὶ νὰ ἀναμιγνύηται καθόλου
3717εἰς τὰ τῆς διοικήσεώς της.
3718Ἀδύνατον, κύριοι, νὰ φαντασθῇ τις πανηγυρικωτέραν
3719ταύτης διάψευσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήμα-
3720τος τούτου πρό τινος ὁ κ. Πρωθυπουργὸς περὶ τῆς Τραπέ-
3721ζης τῆς Γαλλίας, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὴν αὐθαίρετον
3722ὅλως ἐπέμβασίν του κατὰ τῆς ἡμετέρας Ἐθνικῆς Τραπέ-
3723ζης· διότι αὕτη, προμηθεύσασα ἐν ὥρᾳ πολέμου ὅλα σχε-
3724δὸν τὰ ἀναγκαῖα κεφάλαια εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον,
3725ἐξεβιάσθη ἔπειτα καὶ ἐν καιρῷ εἰρήνης ὑπ’ αὐτοῦ, ἵνα τῷ
3726προκαταβάλῃ περὶ τὰ 80 ἑκατομμύρια, ὅτε δ’ ἐφοβήθη ὅτι
3727ὁ Διοικητής της θὰ ἐδυσκολεύετο νὰ τῷ προκαταβάλῃ καὶ
3728ἄλλα, τότε ἀπεφάσισε νὰ προβῇ, καθ’ ὃν τρόπον προέβη,
3729εἰς τὸ κατ’ αὐτῆς γνωστὸν πραξικόπημα.
3730Μετὰ τὴν παρέκβασιν, κύριοι, ταύτην, ἐπανερχόμενος
3731εἰς τὸ κύριον θέμα τοῦ λόγου μου, δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω
3732τὴν ἀπορίαν μου, πῶς αἴφνης ἀπεφασίσαμεν ἡμεῖς νὰ με-
3733ταλλάξωμεν τὸν ἡμέτερον τύπον τοῦ προϋπολογισμοῦ πρὸς
3734τὸν Ἰταλικόν, ἀφοῦ ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔχομεν τὰς ἀναγκαίας
3735εἰς τοῦτο προϋποθέσεις, ὡς ἐν Ἰταλίᾳ καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλ-
3736λίᾳ. Εἰς ἀπόδειξιν δὲ τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου, ἐπιτρέ-
3737ψατέ μοι, ὡς πρὸς τὴν ΙΙ κατηγορίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ,
3738τὴν τοῦ μετασχηματισμοῦ ἢ κινήσεως κεφαλαίων, νὰ πα-
3739ρατηρήσω τὰ ἑξῆς:
3740Ἐν τῷ Ἰταλικῷ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται ὑπ’ αὐ-
3741τὴν ἔσοδα καὶ ἔξοδα πολλῶν ἑκατομμυρίων, μειοῦντα ἢ
3742αὐξάνοντα τὴν περιουσιακὴν ὑπόστασιν τοῦ Κράτους, ἔσοδα
3743καὶ ἔξοδα, φέροντα πάγιον ἢ προσωρινὸν χαρακτῆρα, ὡς
3744καὶ τὰ τῆς Ι κατηγορίας. Καὶ πάγιον μὲν χαρακτῆρα φέ-
3745ρουσι τὰ ἐκ περιουσίας κινητῆς ἢ ἀκινήτου καὶ ἐκ διαφό-
3746ρων ἐπιχειρήσεων τοῦ Κράτους εἰσπραττόμενα, ἢ χάριν
3747βελτιώσεως ἢ προσαυξήσεως αὐτῶν δαπανώμενα, προσω-
3748ρινὸν δὲ χαρακτῆρα φέρουσι τὰ ἐκ δανείων προερχόμενα
3749καὶ διατιθέμενα ἢ εἰς διαφόρους ἄλλας ἐκτάκτους ἀνάγ-
3750κας, ἢ εἰς ἐξόφλησιν ὑφισταμένων χρεῶν.
3751Καὶ ἐν τῷ ἡμετέρῳ προϋπολογισμῷ ἀναγράφονται ἐφέ-
3752τος ὑπὸ τὴν ΙΙ κατηγορίαν μεγάλα ποσά, ὡς ἔσοδα καὶ
3753ἔξοδα, καταλήγοντα μάλιστα εἰς περίσσευμα καταπληκτι-
3754κόν. Εἰς 344.001.040 δρχ. ἀνέρχονται τὰ ἔσοδα, εἰς
3755180.087.107 δρχ. τὰ ἔξοδα καὶ εἰς 163.913.832 δρχ. τὸ
3756περίσσευμα. Ἀλλ’ ἐκ τῶν ἐσόδων τὰ μὲν 343.506.160
3757εἶναι ἔκτακτα, προερχόμενα ἐκ δανείων, μόνον δὲ 494.880
3758εἶναι τακτικὰ ἔσοδα, προερχόμενα ἐξ ἐκποιήσεως ἀκινή-
3759των κτημάτων. Ἐκ δὲ τῶν ἐξόδων τὰ μὲν 171.456.060
3760εἶναι ἔκτακτα, διατιθέμενα εἰς ἐξόφλησιν προσωρινῶν καὶ
3761ἄλλων προηγουμένων δανείων, τὰ δὲ 163.913.832 δια-
3762τίθενται εἰς κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων τῶν τακτικῶν καὶ
3763ἐκτάκτων ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς Ι κατηγορίας καὶ ὑπο-
3764λείπονται οὕτω 8.631.047 τακτικὰ ἔξοδα τῆς ΙΙ κατη-
3765γορίας τῆς κινήσεως κεφαλαίων, ἔχοντα ἀντίστοιχα τα-
3766κτικὰ ἔσοδα, ὡς εἴδομεν, 494.880 δρχ.
3767Κατὰ ταῦτα, μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων
3768τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος κατηγορίας, ὑπάρχει ἔλλειμμα δραχ.
37698.136.167. Καὶ ἐφέτος μὲν καλύπτεται τὸ ἔλλειμμα τοῦτο
3770διὰ δανείων, ἀλλὰ πῶς θὰ καλύπτηται αὐτὸ ἐν τῷ μέλ-
3771λοντι; διὰ δανείων πάντοτε; Ἐκτὸς ὅμως τοῦ ἀσυμφόρου
3772τοῦ πράγματος, διότι τοῦτο θὰ ἦτο, ὡς ἐὰν ἐζήτει τις νὰ
3773ἐπουλώσῃ μίαν πληγήν, ἀνοίγων ἄλλην βαθυτέραν, κατὰ
3774πᾶσαν πιθανότητα θὰ κλείσῃ δι’ ἡμᾶς ἐπὶ μακρὸν καὶ ἡ
3775θύρα τῶν δανείων. Ἔπρεπε δέ, κύριοι, ἐπὶ τέλους, χάριν τόσον
3776ἀναξίων λόγου ποσῶν, ὁποῖα τὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ
3777ἐξόδων τῆς ΙΙ κατηγορίας, νὰ ἀναστατώσωμεν τὸν προϋπο-
3778λογισμὸν ἡμῶν, ἵνα μετὰ τόσης σπουδῆς εἰσαγάγωμεν τὸν
3779Ἰταλικὸν τύπον, χωρὶς κἂν προηγουμένως νὰ μεταρρυθμί-
3780σωμεν πρὸς τοῦτο καὶ τὸν Λογιστικὸν ἡμῶν Νόμον; Διότι
3781ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι τῆς γνώμης, ὅτι ἔπρεπε νὰ προη-
3782γηθῇ ἡ τοιαύτη μεταρρύθμισις τῆς μεταβολῆς τοῦ τύπου
3783τοῦ προϋπολογισμοῦ, νὰ ἐφαρμοσθῇ δὲ ὁ νέος προϋπολογι-
3784σμὸς οὐχὶ ἐν τῷ μέσῳ, ὡς τώρα, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ
3785ἔτους. Ἕκαστος, κύριοι, ἐξ ὑμῶν δύναται νὰ φαντασθῇ
3786ὁποία σύγχυσις ἔπρεπε νὰ ἐπέλθῃ κατ’ ἀνάγκην, ἀφοῦ ἐν-
3787τὸς μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς χρήσεως ἐπί τινα χρόνον, ἐφηρμό-
3788σθη τὸ ἓν καὶ μετὰ ταῦτα τὸ ἕτερον σύστημα, γίνονται δὲ
3789αἱ ἐγγραφαὶ τῶν βεβαιουμένων καὶ εἰσπραττομένων ἐσόδων
3790καὶ τῶν ἐντελλομένων καὶ πραγματοποιουμένων ἐξόδων
3791ὁτὲ μὲν κατὰ τὸ ἕν, ὁτὲ δὲ κατὰ τὸ ἄλλο σύστημα. Ἀλλὰ
3792πρὸς τί ὅλη αὐτὴ ἡ ἀναστάτωσις καὶ ἡ σύγχυσις;
3793Ἡ στρατιωτική, κύριοι, ἐπανάστασις τοῦ 1909 εἶχεν
3794οὕτως εἰπεῖν ἀναγράψῃ, ὡς σύνθημά της, τὴν εἰλικρίνειαν.
3795Διὰ τοῦτο πάντα τὰ πύρινα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα συνέττατε
3796καὶ ἐδημοσίευε τότε κατ’ ἐντολὴν τῆς ὁ ἀδελφὸς τοῦ ἀξιο-
3797τίμου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συναδέλφου μου, ἔφερον
3798πάντοτε τὸν διακριτικὸν τίτλον «ἀνάγκη εἰλικρινείας».
3799Ὡς φαίνεται δέ, ἡ στρατιωτικὴ ἐπανάστασις, ἀφοῦ μάτην
3800ἀνεζήτησε τὴν πλήρωσιν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης μεταξὺ τῶν
3801ἐν Ἑλλάδι πολιτικῶν ἀνδρῶν, προσέφυγεν ἐπὶ τέλους εἰς
3802τὸν κ. Βενιζέλον, ὃν μετεκάλεσεν ἐκ Κρήτης, ἵνα, ἀναλαμ-
3803βάνων αὐτὸς τὴν Κυβέρνησιν τῆς χώρας, διατρανώσῃ δι’ ἔρ-
3804γων τὴν εἰλικρίνειαν ἐν τῷ πολιτικῷ ἡμῶν βίῳ.
3805Καὶ εἴχομεν μὲν μέχρι τοῦδε τὴν εἰλικρίνειαν, διέπου-
3806σαν πάσας τὰς ἄλλας ἐκφάνσεις τοῦ δημοσίου ἡμῶν βίου
3807ὑπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καθυστέρει ὅμως αὐτὴ ἐπὶ
3808τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν, τούτου δ’ ἕνεκεν ἔπρεπε
3809νὰ μετακληθῇ εἰδικὸς ἐξ Ἰταλίας ἀνήρ, ὁ ἀναδιοργανωτὴς
3810τοῦ Γενικοῦ ἡμῶν Λογιστηρίου, ὅπως τὴν καθιερώσῃ καὶ
3811ἐπ’ αὐτῶν. Τώρα ἴσως ὑπῆρξαν ἁπλοϊκοί τινες παρ’ ἡμῖν,
3812ἀπεκδεχόμενοι παρ’ αὐτοῦ ἄλλα τινά, ὡς λ. χ. τὴν ἀνα-
3813διοργάνωσιν τῆς λογιστικῆς ἡμῶν ὑπηρεσίας, ἐν ἀνάγκῃ δὲ
3814καὶ τὴν μεταρρύθμισιν τοῦ Λογιστικοῦ ἡμῶν Νόμου κατὰ
3815τρόπον τοιοῦτον, ὥστε καὶ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολο-
3816γισμὸς νὰ εἰσάγωνται ἐγκαίρως πάντοτε εἰς τὴν Βουλὴν καὶ
3817οἱ ἐτήσιοι Οἰκονομικοὶ Λο]σμοὶ νὰ δημοσιεύωνται τακτικῶς
3818καὶ ἀνελλιπῶς καὶ ὁ διοικητικὸς καὶ δικαστικὸς ἔλεγχος
3819νὰ εἶναι ζῶν καὶ ἐνεργός. Ἀντὶ πάντων ὅμως τούτων εἴδο-
3820μεν αἴφνης τὸν νέον τύπον τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὑπὸ τὸν
3821ὁποῖον τί κυρίως ἐπετεύχθη;
3822Ἐθολώθησαν οὕτω πως τὰ νερά, διὰ νὰ ψαρεύσῃ εἰς
3823αὐτὰ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ μᾶς πα-
3824ρουσιάσῃ κατὰ μὲν τὴν πρώτην ὑποβολὴν τοῦ προϋπολο-
3825γισμοῦ περίσσευμα μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἐκ
38264.162.104 δρχ., βραδύτερον δὲ ἔλλειμμα ἐξ 27.910.281 δρχ.
3827Ἀλλά, κύριοι, διὰ τοὺς πολλοὺς ἡ νέα αὕτη γλῶσσα τοῦ
3828προϋπολογισμοῦ εἶναι ἀκατάληπτος, διὸ ἀνάγκη πᾶσα νὰ
3829τὴν μεταφράσωμεν εἰς γλῶσσαν καταληπτὴν εἰς πάντας,
3830ἀποκαθιστῶντες οὕτω τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν προτέραν
3831μορφήν του, εἰς τὴν ὁποίαν ἔχει συνταχθῇ καὶ ὁ προϋπο-
3832λογισμὸς τοῦ 1913, ὅστις μέλλει τώρα νὰ συμψηφισθῇ μετ’
3833αὐτοῦ, διὰ νὰ κατανοήσωσιν οὕτω πως πάντες, πόσα ἀκρι-
3834βῶς εἶναι τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα αὐτοῦ, πόσον δὲ καὶ
3835τὸ ἔλλειμμά του, καθ’ ἣν ἔννοιαν ἔχουσιν αὐτοὶ περὶ τῶν
3836ἀντικειμένων τούτων. Πρὸς ἀποκατάστασιν, κύριοι, τοῦ προϋ-
3837πολογισμοῦ τῶν τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων εἰς τὴν γνω-
3838στὴν εἰς πάντας ἡμᾶς μορφήν του, ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἐπανα-
3839φέρωμεν εἰς αὐτὸν τὰ κεφάλαια, τὰ ἐν συνόλῳ ἢ ἐν μέρει ἀπο-
3840σπασθέντα ἐξ αὐτοῦ καὶ μετενεχθέντα εἰς τὰ ἔκτακτα ἔσοδα
3841καὶ ἔξοδα ἢ εἰς τὴν ΙΙ κατηγορίαν τῆς κινήσεως κεφαλαίων.
3842Τὰ κεφάλαια ταῦτα εἶναι κατ’ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν
3843τοῦ 1913, τὸν ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ ἰδίου
3844κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
38451)Τὸ ΙΖʹ κεφ. Προϊὸν ἐκποιήσεως ἀκινήτων δρχ. 494.880
38462)Τὸ Κʹ κεφ. Τὰ καθυστεροῦντα ἔσοδα παρελ-
3847 θουσῶν χρήσεων » 2.450.100
38483)Τὸ ΚΑʹ κεφ. Καταλογιζόμενα εἰς βάρος τῶν
3849 δημοσίων ὑπολόγων ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτ. Συνεδρίου.
3850 Ἀπρόβλεπτα εἰς χρυσὸν καὶ εἰς τραπεζογραμμ. » 157.000
38514)Τὰ ἴδια ἔσοδα τῶν Νέων Χωρῶν » 525.100
3852 Ἐν ὅλῳ δρχ.3.627.080
3853Σὺν τῇ προσθήκῃ τοῦ ποσοῦ τούτου τὰ ἐν τῷ νέῳ
3854προϋπολογισμῷ ἀναγραφόμενα τακτικὰ ἔσοδα ἀνέρχονται
3855ἐκ 208,029,184 δρχ. εἰς 211,656.264 δρχ.
3856Πρὸς ἀποκατάστασιν δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τα-
3857κτικῶν ἐξόδων ὡσαύτως εἰς τὴν παλαιὰν μορφήν του, τὴν
3858γνωστὴν εἰς πάντας ἡμᾶς, ἐπαναφέρω εἰς αὐτὸν τὰ κεφά-
3859λαια, τὰ ἐν συνόλῳ ἢ ἐν μέρει ἀποσπασθέντα ἐξ αὐτοῦ
3860καὶ μετενεχθέντα εἰς τὰ ἔκτακτα ἔξοδα, ἢ εἰς τὴν ΙΙ κα-
3861τηγορίαν τῆς κινήσεως κεφαλαίων. Τὰ κεφάλαια ταῦτα
3862εἶναι κατ’ αὐτὸν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1913, τὸν ὑπο-
3863βληθέντα ὑπὸ τοῦ ἰδίου κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ
3864ἑξῆς:
3865Αʹ) Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν.
3866αʹ) Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 2 τοῦ εἰδικοῦ Προϋπολογισμοῦ.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3867Τόκους προσ. δαν. 40.000.000 τῆς 6]19 Δεκ. 1912 δρ.1.202.112
3868» » » 50.000.000 τῆς 28 Μαρτ. 1913 » 1.754.795
3869» » » 40.000.000 τῆς 15 Ἰουν. 1913 » 1.313.330
3870» » » 30.000.000 τῆς 30 Νοεμ. 1913 » 545.000
3871» πρὸς 6% τοῦ ἐκ 13.000.000 ἀντιτίμου ἐξαγο-
3872ρᾶς μετοχῶν τῶν Ἑλλην. Σιδηροδρ. καταβλ. τῷ 1915 » 780.000
3873Ἐν ὅλῳ δρ.5.595.237
3874§111Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ αὐτοὺς τοὺς τόκους ἀναγράφουν
3875ὡς ἔκτακτα ἔξοδα;
3876§112ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα.
3877§113Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Πα-
3878ρακαλῶ νὰ μοῦ ἐπιτρέψητε εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ νὰ σᾶς
3879διακόψω.
3880§114ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸς τί αὐτὴ ἡ διακοπή σας, κ.
3881Ὑπουργέ; Ἀρνεῖσθε ὅτι οἱ τόκοι τῶν προσωρινῶν δανείων,
3882οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1913 ἀνεγράφοντο με-
3883ταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων, ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ
38841914 ἀναγράφονται μεταξὺ τῶν ἐκτάκτων ἐξόδων, εἰ καὶ
3885ἀμφότεροι αὐτοὶ οἱ προϋπολογισμοὶ ἔχουσιν ὑποβληθῆ εἰς
3886τὴν Βουλὴν παρ’ ὑμῶν καὶ φέρουσι τὴν ὑπογραφήν σας;
3887§115Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ διαμαρ-
3888τυρηθῶ ἐναντίον τῆς ἑρμηνείας, τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς τὸν
3889προϋπολογισμόν, διότι ὁ τύπος αὐτὸς ζητεῖ ἀκριβῶς τὸ πῶς
3890νὰ δώσῃ σαφεστέραν τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως.
3891§116Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὄχι δά!
3892§117Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἄλλο ζήτημα, ἐὰν ἀμφισβητεῖτε
3893τοῦτο.
3894§118ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τώρα ὅμως δὲν πρόκειται περὶ
3895αὐτοῦ κ. Ὑπουργέ, ἀλλὰ περὶ ἑτέρου ζητήματος, τοῦ ἑξῆς.
3896Ἐγώ, ἀφοῦ εἶπον πρὸ μικροῦ, τίνα γνώμην ἔχω κατ’ ἀρ-
3897χὴν περὶ τοῦ ἰταλικοῦ τύπου τοῦ προϋπολογισμοῦ, κατέ-
3898κρινα τὴν ἀπότομον εἰσαγωγήν του παρ’ ἡμῖν, χωρὶς νὰ
3899συντρέχωσιν αἱ ἀναγκαῖαι εἰς τοῦτο προϋποθέσεις, χωρὶς
3900νὰ προηγηθῇ ἡ σχετικὴ μεταρρύθμισις τοῦ Λογιστικοῦ
3901μας Νόμου, καὶ μάλιστα ἐν τῷ μέσῳ μιᾶς οἰκονομικῆς
3902χρήσεως, ἐπὶ ἀναστατώσει καὶ παντοδαπῇ συγχύσει τῆς
3903ὅλης οἰκονομικῆς μας ὑπηρεσίας καὶ ἰδίως τῆς λογιστικῆς.
3904§119Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχετε τὴν γνώμην σας καὶ ἐγὼ ἔχω
3905τὴν ἰδικήν μου.
3906§120ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἐγ-
3907χωρεῖ κἂν δευτέρα γνώμη, ἀφοῦ ἐγὼ ὑποστηρίζω τι ἀνε-
3908πίδεκτον ὅλως ἀντιρρήσεως, ὅτι δηλαδὴ ὡρισμένα κεφά-
3909λαια καὶ ἄρθρα τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τακτικῶν ἐξόδων
3910τῶν διαφόρων ὑπουργείων μετεφέρατε εἰς τὰ ἔκτακτα
3911ἔξοδα.
3912§121Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ ἔκρυψα;
3913§122ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τὰ μετεφέρατε, ὄχι βεβαίως διὰ νὰ
3914τὰ κρύψητε, ἀλλὰ διὰ νὰ παρουσιάσητε οὕτω πως, ἐν τῇ
3915διακρινούσῃ ὑμᾶς εἰλικρινείᾳ, κατ’ ἀρχὰς μὲν περίσσευμα
3916μεταξὺ τακτικῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ὕστερον δέ, ὅτε ἐξ-
3917ηναγκάσθητε εἰς τοῦτο ὑπὸ τῶν πραγμάτων, ἔλλειμμα
391827½ μόνον ἑκατομ., ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ
3919ἀνώτερον, ὡς ἀποδεικνύω ἐγὼ τώρα, ἀποκαθιστῶν ἓν πρὸς
3920ἓν πάντα τὰ ἀφαιρεθέντα ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν τα-
3921κτικῶν ἐξόδων κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν διαφόρων ὑπουρ-
3922γείων εἰς τὴν θέσιν των καὶ μάλιστα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ
3923ἰδικοῦ σας προϋπολογισμοῦ τοῦ 1913, τὸν ὁποῖον καλού-
3924μεθα τώρα νὰ ψηφίσωμεν συγχρόνως μὲ τὸν ὑπὸ συζήτησιν
3925προϋπολογισμὸν τοῦ 1914.
3926Ἐξακολουθῶ, κύριοι, ἐπαναφέρων εἰς τὴν θέσιν των
3927μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ
3928τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τὰ ἀφαιρεθέντα ἐξ αὐτοῦ
3929κεφάλαια καὶ ἄρθρα.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
3930 Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 5.595.237
3931βʹ)Τὰ κεφάλαια 4 καὶ 5.
39321) Χρεωλύσια εἰς χρυσὸν δρ.6.180.935
39332) » » τραπεζογραμμάτ. » 2.450.112» 8.631.047
3934γʹ)Τὸ κεφάλαιον 17.
39351) Γεν. Λογιστήριον ἀντιμισθία ἀλλο-
3936 δαπῶν, διευθυντοῦ » 27.000
3937 καὶ ἐκτάκτων λογιστῶν » 18.800» 45.000
3938δʹ)Ἀπόδοσις εἰς Ταμεῖον Ἐπαρχιακῆς καὶ Δη-
3939 μοτικῆς Ὁδοποιΐας » 200.000
3940εʹ)Τὸ κεφάλαιον 24. — Ἀντιμισθία ἀλλοδα-
3941 ποῦ ὀργανωτοῦ Τελωνιακῆς Ἀστυνομίας » 18.000
3942ϛʹ)Δευτέρα χρεωλυτικὴ δόσις πρὸς Ζάππειον
3943 Ἐπιτροπὴν » 314.259
3944ζʹ)Τὰ κεφάλαια 48, 49 καὶ 50. -- Ἔξοδα πα-
3945 ρελθουσῶν χρήσεων » 3.983.875
3946 Σύνολον Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν δρ. 18.787.418
3947Βʹ)Ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης.
3948 Τὸ κεφάλαιον 16. — Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων
3949 253.960 καὶ πρόσθετος ἀποζημίωσις ἀλλοδαποῦ
3950 ἀνωτέρου ὑπαλλήλου καὶ ἀλλοδαπῶν φυλάκων τῶν
3951 φυλακῶν » 54.110
3952Γʹ)Ὑπουργεῖον Ἐθν. Οἰκονομίας.
3953αʹ)Τὰ κεφάλαια 2, 9 καὶ 14. — Ἔξοδα μετακλή-
3954 σεως ἀλλοδαπῶν εἰδικῶν δρ. 248.000
3955βʹ)Τὰ κεφάλαια 1, 3, 9 καὶ 9 δίς.
3956 Ἔξοδα ἀποστολῆς ὑπαλλήλων
3957 εἰς τὸ ἐξωτερικὸν » 97.080
3958γʹ)Τὰ κεφάλαια 7, 8 καὶ 10 δίς.
3959 Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων καὶ ἄλλα 66.130» 411.210
3960Δʹ)Ὑπουργεῖον Ἐκκλησιαστικῶν.
3961 Τὰ κεφάλαια 14 καὶ 16. — Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων » 63.744
3962Εʹ)Ὑπουργεῖον Ἐσωτερικῶν.
3963αʹ)Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 3.
39641) Μισθοὶ ἀπεσπασμένων εἰς τὴν χωροφυλακὴν ἐ-
3965 φέδρων ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν τοῦ Β.
3966 Ναυτικοῦ δρ.1.031.600
39672) Ἀλλοδαποὶ ἀξιωματικοὶ χωροφυλακῆς » 1.000.000
39683) Ἀποδοχαὶ καὶ ὁδοιπορικὰ ἔξοδα αὐτῶν » 80.000
39694) Ἔξοδα μεταβάσεως ἀξιωματικῶν
3970 χωροφυλακῆς εἰς ἀλλοδαπὴν » 6.000» 2.117.600
3971βʹ)Κεφάλαιον 8. — Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων » 56.000
3972γʹ)Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 10.
39731) Ἀντιμισθία ἀλλοδαπῶν ἠλεκτρολόγων δρ. 24.500
39742) Ἔξοδα κατασκευῆς τηλεγραφ.
3975 καὶ τηλεφων. γραμμῶν 750.000» 774.500
3976δʹ)Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 15.
39771) Ἐξυγίανσις Ν. Φαλήρου καὶ ἀ-
3978 ποξήρανσις ἕλους ἁλιπ. Φαλήρου » 102.800
39792) Συνδρομὴ εἰς ἐπιτροπὴν μελέ-
3980 Εἰς μεταφορὰν δρχ. 3.579.964
3981 Ἐκ μεταφορᾶς δρ. 3.579.964
3982 της ὑδραυλικῶν ἔργων δρ. 25.000
39833) Συνδρομὴ διὰ πανηγυρισμὸν Ἑνώσεως Ἑπτανήσου » 50.000» 75.000
3984εʹ)Τὸ κεφάλαιον 16.
3985 Ἐπισκευὴ καὶ κατασκευὴ κτι-
3986 ρίων Ὑπουργείου Ἐξωτερικῶν » 352.500
3987 Προσέτι διὰ μελέτην κατασκευῆς
3988 καταστημάτων δι’ Ὑπουργεῖα » 30.000
3989 καὶ διὰ κατασκευὴν σταθμοῦ
3990 αὐτοκινήτων Ὑπουργείων » 30.000» 392.500
3991ϛʹ)Τὸ κεφάλαιον 17. — Ἐπισκευὴ καὶ κατασκευὴ
3992 κτιρίων Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν » 99.750
3993ζʹ)Τὸ κεφάλαιον 18. — Ἐπισκευὴ καὶ κατασκευὴ
3994 κτιρίων Ὑπουργείου Δικαιοσύνης » 156.100
3995ηʹ)Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 20.
39961) Ἔκτακτα ἔργα ὁδοποιΐας δρ. 200.000
39972) Ἔκτακτον προσωπικὸν δημοσίων ἔργων » 50.000» 250.000
3998θʹ)Ἐκ τοῦ Κεφαλαίου 22.
39991) Ἐπιδιορθώσεις σιδηδρομ. καὶ
4000 τροχιοδρομ. γραμμῶν » 50.000
40012) Ἔκτακτον σιδηρ. προσωπικὸν » 55.000» 105.000
4002ιʹ)Νέων Χωρῶν.
40031) Κρήτης » 1.986.860
40042) Μακεδονίας » 1.700.272
40053) Ἠπείρου » 498.000» 4.185.132
4006 Σύνολον Ὑπουργείου Ἐσωτερικῶν δρ. 8.314.382
4007Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ ξενισθῆτε διὰ τὰ τελευταῖα
4008ἰδίως ποσά, τὰ ὁποῖα ἀρχικῶς ἀνεγράφησαν, ὡς ἔκτακτα
4009ἔξοδα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρόκειται κυρίως
4010περὶ συντηρήσεως καὶ ἐπισκευῆς ὁδῶν, ἐν μέρει δὲ καὶ
4011περὶ κατασκευῆς τοιούτων καὶ ἄλλων δημοσίων ἔργων, ὡς
4012ἐν Κρήτῃ, χάριν τῶν ὁποίων ἀναγράφονται ἔκτακτα ἔξοδα
40131.100.000 διὰ πιστώσεις, μετενεχθείσας ἐκ τῆς χρήσεως
4014τοῦ 1913, καὶ 500.000 εἰς βάρος τῆς χρήσεως τοῦ 1914.
4015Ἐκ τῶν προσαρτωμένων πινάκων ἀποδεικνύεται ὅτι ἡ μὲν
4016πρώτη πίστωσις θ’ ἀνέλθῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς δραχ.
40174.979.270, ἡ δὲ δευτέρα εἰς 3.095.400, ἤτοι αἱ δύο ὁμοῦ
4018εἰς 8.074.670 δρχ. Εἶναι δὲ οὗτος εἷς περιπλέον λόγος, ἵνα
4019αὗται αἱ πιστώσεις θεωρηθῶσιν ὡς τακτικαὶ καὶ οὐχὶ ὡς
4020ἔκτακτοι.
4021Δὲν μεταφέρω, κύριοι, ἐκ τῶν ἐκτάκτων εἰς τὰ τακτικὰ
4022ἔξοδα τὰ τῆς περιθάλψεως τῶν προσφύγων, εἰ καὶ ἄλλοτε
4023αὐτὰ ἀνεγράφοντο μεταξὺ τῶν τακτικῶν ἐξόδων, ὡς διὰ
4024τοὺς ἐκ Βουλγαρίας καὶ Ἀνατολικῆς Ρωμυλίας εἶχον ἀνα-
4025γραφῆ τοιαῦτα 2.500.000 διὰ τὸ 1907, προσέτι δὲ 4,
4026000,000 διὰ τὸ 1908 καὶ 3.000.000 διὰ τὸ 1909. Ἡ
4027περίθαλψις θὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ τώρα ἐπὶ ἔτη, ἕως οὗ
4028ἀποκατασταθῶσιν οἱ πρόσφυγες, ὁπότε ὅμως θὰ ἀναγρά-
4029φηται πλέον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τὸ τοκοχρεωλύσιον διὰ
4030τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ δαπανηθῇ πράγματι, ὡς ἔκτακτον,
4031χάριν τῆς ἀποκαταστάσεώς των. Μεταβαίνω νῦν εἰς τὸ
4032ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
4033Ϛʹ) Ὑπουργεῖον Στρατιωτικῶν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4034αʹ)Τὸ κεφάλαιον 10.—Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων δρχ. 8.235.150
4035βʹ)Τὸ κεφάλαιον 11.
40361) Ἔξοδα ἱματισμοῦ δρ.7.991.471
40372) » ὁπλισμοῦ » 825.000
40383) » στρατωνισμοῦ » 1.750.000» 10.566.471
4039γʹ)Τὸ κεφάλαιον 23. — Ἀποδοχαὶ ἀλλοδαπῶν
4040 ἀξιωματικῶν » 300.000
4041 Σύνολον δρ. 19.101.621
4042Ζʹ) Ὑπουργεῖον Ναυτικῶν.
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4043αʹ)Τὸ κεφάλαιον Εʹ. — Ἔξοδα Βρεττανικῆς
4044 ἀποστολῆς δρχ. 860.000
4045βʹ)Τὸ κεφάλαιον Θʹ. — Κατασκευαὶ καὶ ἔκτα-
4046 κτοι ἐπισκευαὶ κτιρίων κλπ. » 3.496.000
4047γʹ)Τὸ κεφάλαιον ΚΒʹ. — Ἔξοδα παρελθ. χρήσεων» 118.889
4048 Σύνολον δρ. 4.474.889
4049Συγκεφαλαιῶ, κύριοι, τώρα καθ’ ὑπουργεῖον πάντα τὰ
4050προμνημονευθέντα ποσά, τὰ κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ
40511913 τακτικά, κατὰ δὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914
4052μεταβαπτισθέντα αἴφνης εἰς ἔκτακτα ἢ εἰς ἔξοδα κινήσεως
4053κεφαλαίων, ὡς ἑξῆς:
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
40541)Ὑπουργεῖον Οἰκονομικῶν δρχ.18,787,418
40552)» Δικαιοσύνης » 54,110
40563)» Ἐθν. Οἰκονομίας» 411,210
40574)» Ἐκκλησιαστικῶν » 63,744
40585)» Ἐσωτερικῶν » 8,314,382
40596)» Στρατιωτικῶν » 19,101,621
40607)» Ναυτικῶν » 4,474,889
4061 Οὕτως ἔχομεν ἐν συνόλῳ δρχ.51,207,374
4062Ἄν τώρα τὸ ποσὸν τοῦτο προσθέσωμεν εἰς τὰ τακτικὰ
4063ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὰ ἀνερχόμενα κατὰ τὰς δη-
4064λώσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ εἰς 235,539,445, θὰ ἴδωμεν
4065ταῦτα συμποσούμενα εἰς 286,746,819. Ἀπέναντι τούτων
4066ἔχομεν τακτικὰ ἔσοδα, ὡς ἐγὼ ὑπελόγισα αὐτὰ πρίν,
4067211,656,264, ὧν ἀφαιρουμένων ἐκ τῶν τακτικῶν ἐξόδων,
4068μένει ὑπόλοιπον 75,090,555, ὅπερ εἶναι τὸ πραγματικὸν
4069τακτικὸν ἔλλειμμα τῆς τρεχούσης χρήσεως τοῦ 1914.
4070Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐπιχειρήσω ἄλλην τινὰ ἐξέτασιν
4071τοῦ προϋπολομισμοῦ, ὡς ἐγίνετο πάλαι ποτὲ ἀπὸ τοῦ βή-
4072ματος τούτου, ὅτε διωνυχίζοντο ἐν πάσῃ λεπτομερείᾳ καὶ
4073τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα αὐτοῦ, ἀνευρίσκοντο δὲ οὕτω πως
4074ἀριθμοί, ἐσφαλμένοι καθ’ ἑαυτούς, ἢ στηριζόμενοι εἰς
4075ἐσφαλμένας προβλέψεις. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνά-
4076δελφος ὑπέδειξεν ἤδη διάφορα τοιαῦτα σφάλματα τοῦ προ-
4077κειμένου προϋπολογισμοῦ.
4078Ἀλλ’ ἐπειδὴ τοιαύτη ἐξέτασις θὰ προεκάλει ὁπωσδή-
4079ποτε ἀντιρρήσεις καὶ ἀτελευτήτους ἴσως συζητήσεις, ἐπρο-
4080τίμησα ἐγὼ νὰ περιορισθῶ εἰς τοῦτο καὶ μόνον, εἰς τὸ ν’
4081ἀποκαταστήσω δηλαδὴ τὸν ὑποβληθέντα εἰς ἡμᾶς προϋπο-
4082λογισμὸν τοῦ 1914, ὡς πρὸς τὰ τακτικὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδά
4083του, εἰς τὴν παλαιὰν μορφήν του, τὴν γνωστὴν καὶ κατα-
4084ληπτὴν εἰς πάντας ἡμᾶς, χωρὶς νὰ θέσω ὑπὸ ἀμφισβήτησιν
4085κανένα τῶν ἀναγραφομένων ἐν αὐτῷ ἀριθμῶν. Τοιουτοτρό-
4086πως ἀπεκαλύφθη ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ πραγματικὸν ἔλλειμμα.
4087Τὸ ἔλλειμμα, κύριοι, τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, ὡς ἐγὼ
4088τουλάχιστον νομίζω, νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ, ἐκτὸς ἐὰν κα-
4089τώρθου τώρα ὁ κ. ὑπουργός, ἢ ἄλλος τις ν’ ἀποδείξῃ ὅτι
4090οἱ ἀριθμοί, τοὺς ὁποίους ἐγὼ σᾶς ἀνέφερα μέχρι τοῦδε, δὲν
4091εἶναι οἱ ἀναγραφόμενοι ἐν τῷ τεύχει τοῦ προϋπολογισμοῦ,
4092ἢ ὅτι τὰ κεφάλαια καὶ τὰ ἄρθρα τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων
4093ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ μετέφερα ἐκ τῶν ἐξόδων τῶν
4094ἐκτάκτων καὶ τῶν τῆς κινήσεως κεφαλαίων εἰς τὰ τακτικά,
4095δὲν εἶναι ἀναγεγραμμένα ὡς τακτικά, τακτικώτατα ἔξοδα
4096εἰς πάντα προηγούμενον προϋπολογισμὸν καὶ εἰς αὐτὸν τὸν
4097τοῦ 1913, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν τώρα συγ-
4098χρόνως μὲ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914.
4099Προκαλῶ, κύριοι, εἰς τοῦτο καὶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν
4100Οἰκονομικῶν καὶ πάντα συνήγορον τοῦ προκειμένου προϋ-
4101πολογισμοῦ. Ἀλλὰ τοὺς διαβεβαιῶ ὅτι μάτην θὰ κοπιά-
4102σωσι, διότι ἀδύνατον, ἀπολύτως ἀδύνατον ν’ ἀποδείξωσιν
4103αὐτοὶ ὅτι οἱονδήποτε τῶν κεφαλαίων ἢ ἄρθρων τῶν τακτι-
4104κῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐπανέφερα εἰς τὴν οἰκείαν των
4105θέσιν, δὲν κατελέγετο ἀνέκαθεν μεταξὺ τῶν τακτικῶν
4106ἐξόδων καὶ δὲν ἀνεγράφετο μεταξὺ τούτων εἰς πάντα προ-
4107ηγούμενον προϋπολογισμὸν.
4108Τὸ μόνον, κύριοι, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύναντο αὐτοὶ εὐλό-
4109γως πως ν’ ἀντιτάξωσιν, εἶναι ὅτι ἔνια τῶν περὶ ὧν ὁ λό-
4110γος ἐξόδων, ἰδίως τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὰς παρελθούσας
4111χρήσεις, ἔχουσιν ἐφέτος ἐξογκωθῆ ὡς ἐκ τῆς βραδύτητος,
4112μεθ’ ἧς ἐγένετο ἡ ἐκκαθάρισίς των, κατ’ ἀκολουθίαν τῶν
4113δύο πολέμων. Τοῦτο οὐδ’ ἐγὼ ἀρνοῦμαι, ἀποδέχομαι δὲ
4114ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θ’ ἀνακουφισθῶσιν ὁπωσδήποτε
4115οἱ μέλλοντες ἡμῶν προϋπολογισμοί, ἀλλὰ θὰ ἐπιβαρυνθῶ-
4116σιν οὗτοι ὑπὸ πολλὰς ἄλλας ἐπόψεις οὕτως, ὥστε τὸ ἔλ-
4117λειμμα τῆς ἐνεστώσης χρήσεως νὰ μὴ ἐλαττωθῇ καὶ κα-
4118λυφθῇ σὺν τῷ χρόνῳ, ὡς ἐλπίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
4119κονομικῶν, ἀλλὰ τοὐναντίον ν’ αὐξήσῃ αὐτό, ὡς μαρτυ-
4120ροῦσι δυστυχῶς τὰ πράγματα.
4121Ἀναγκάζομαι, κύριοι, οὕτω καὶ ἐγώ, ἀκολουθῶν κατὰ
4122τοῦτο τὸ παράδειγμα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῶν προαγο-
4123ρευσάντων ἀξιοτίμων συναδέλφων, νὰ ἐξετάσω, ὁποία θὰ
4124εἶναι ἐν τῷ μέλλοντι ἡ τύχη τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν
4125μας, εἰ καὶ ἡ τοιαύτη συζήτησις ἔπρεπε νὰ γίνῃ μᾶλλον
4126ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1915, τοῦ ὁποίου ὅμως ἡ
4127σύνταξις καὶ ὑποβολὴ εἰς τὴν Βουλὴν καθυστερεῖ ἔτι ἐπὶ
4128προφανεῖ ἀθετήσει ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
4129§123Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διότι δὲν ἦτο δυνατὸν μέχρι τοῦδε
4130νὰ τὸν ὑποβάλωμεν.
4131§124ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Θὰ ἠδύνασθε, κ. Ὑπουργέ, νὰ δι-
4132καιολογηθῆτε κἄπως διὰ τὴν τοιαύτην παράβασιν τοῦ
4133Συντάγματος μόνον ἐν καιρῷ πολέμου, εἰ καὶ αἱ Κυβερνή-
4134σεις ὅλων τῶν ἐμπολέμων τὴν σήμερον Κρατῶν ἔσπευσαν
4135νὰ συντάξωσι καὶ ὑποβάλωσιν ἐγκαίρως εἰς τὰ νομοθετικὰ
4136σώματα τοὺς προϋπολογισμούς των. Ἀλλ’ ἐκεῖναι αἱ Κυ-
4137βερνήσεις εὐλαβοῦνται καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὴν ἐθνικὴν
4138ἀντιπροσωπείαν, ἐνῷ σεῖς οὐ μόνον ἐν καιρῷ πολέμου, ἀλλὰ
4139καὶ μετὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς εἰρήνης ἐπὶ ἓν ἤδη ἔτος
4140καὶ ἐπέκεινα ἔχετε μεταβάλει τὸν καταστατικὸν χάρ-
4141την τῆς Πολιτείας ἡμῶν εἰς ῥάκος, πρὸς ἐμπαιγμὸν δὲ
4142μόνον τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνο-
4143μολογῶν τοῦτο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ζητεῖ παρ’ αὐτῆς
4144συγγνώμην.
4145Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἀρκεῖ μόνον νὰ λέγῃ ὁ κ. ὑπουργὸς
4146τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συντάξῃ καὶ
4147ὑποβάλῃ εἰς ἡμᾶς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1915 ἐντὸς τῆς
4148συνταγματικῆς προθεσμίας, ὀφείλει αὐτὸς καὶ νὰ δικαιο-
4149λογήσῃ τὴν τοιαύτην ἀδυναμίαν. Μὴ πράττων δὲ τοῦτο,
4150παρέχει εἰς ἡμᾶς τὸ δικαίωμα νὰ παραδεχθῶμεν, ὡς κυ-
4151ριώτατον λόγον τῆς ἀδυναμίας του, τὴν κατάστασιν, τὴν
4152δημιουργηθεῖσαν διὰ τῆς σωρείας τῶν νόμων, τῶν ψηφι-
4153σθέντων καὶ ψηφιζομένων ἔτι ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιτροχά-
4154δην, χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἔννοιάν τινα τῶν νέων
4155δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται δι’ αὐτῶν εἰς τὸ
4156Κράτος.
4157Περὶ τούτου νομίζω ὅτι δὲν ὑπολείπεται πλέον ἀμφι-
4158βολία τις, μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ προαγορεύσας κ. Βουλευτὴς
4159Αἰτωλοακαρνανίας περὶ σχετικῆς ἐπερωτήσεως, ὑποβλη-
4160θείσης πρὸ πολλοῦ ἤδη ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ
4161Ἀχαϊοήλιδος συναδέλφου, εἰς τὴν ὁποίαν ὅμως μάτην ἀνα-
4162μένουσιν οἱ ἐπερωτήσαντες μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης τὴν
4163ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις θὰ ἐπληροφόρει καὶ αὐ-
4164τοὺς καὶ τὴν Βουλήν, εἰς πόσα θ’ ἀνέλθωσιν αἱ δαπάναι,
4165αἱ δημιουργηθεῖσαι καὶ δημιουργούμεναι ἑκάστοτε διὰ τῶν
4166νέων νόμων.
4167Ἀλλ’ εἶνε, κύριοι, ἀνήκουστον νὰ εἰσάγωνται εἰς τὴν
4168Βουλὴν καὶ νὰ ψηφίζωνται τόσα νομοσχέδια, δημιουργοῦντα
4169νέας δαπάνας ’στὰ κουτουροῦ τὸ δὴ λεγόμενον, ἤτοι χω-
4170ρὶς νὰ γινώσκῃ, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν ἡ Κυβέρνησις,
4171εἰς πόσα θ’ ἀνέλθωσιν αὐταὶ καὶ ἐὰν τὰ ὑπάρχοντα ἔσοδα
4172τοῦ Κράτους θὰ ἐπήρκουν εἰς κάλυψίν των.
4173Ἀρκεῖ, κύριοι, τοῦτο καὶ μόνον τὸ γεγονὸς νὰ πείσῃ
4174ἡμᾶς ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτόχρημα παραπαίει ἐν τῷ οἰκονο-
4175μικῷ ζητήματι, ὅτι δὲ ὡς ἐκ τούτου οὐδεμίαν πίστιν πλέον
4176πρέπει νὰ παρέχωμεν ἡμεῖς εἰς τὰς διαβεβαιώσεις της
4177περὶ αὐτομάτου δῆθεν βελτιώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐν
4178τῷ μέλλοντι οὕτως, ὥστε νὰ καλυφθῇ μὲν ἀφ’ ἑαυτοῦ τὸ
4179μέγα ἔλλειμμα τῆς ἐνεστώσης χρήσεως, νὰ ἔχωμεν δὲ μίαν
4180ἡμέραν οὐ μόνον ἰσοζύγιον, ἀλλὰ καὶ περίσσευμα. Τοιαῦ-
4181ται διαβεβαιώσεις εἶνε καθαρὰ ὀνειροπολήματα, τὰ ὁποῖα
4182εὑρίσκονται δυστυχῶς ἐν ἄκρᾳ ἀντιθέσει πρὸς τὴν πραγμα-
4183τικότητα. Καὶ ἡ πραγματικότης εἶνε, ὡς διϊσχυρίσθην ἐγὼ
4184πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1914 οὐ μόνον δὲν θὰ
4185ἐλαττωθῇ, ἀλλὰ καὶ θὰ αὐξήσῃ ἐν τῷ μέλλοντι, καὶ ἰδοὺ
4186διατί.
4187Ἐὰν τὰ ἔξοδα τῶν παρελθουσῶν χρήσεων εἶνε ὀλιγώ-
4188τερα ἐν τῷ μέλλοντι, ὡς εἴδομεν ἤδη, θὰ αὐξήσωσιν ὅμως
4189πολλὰ τῶν ἄλλων ἐξόδων. Ἄν, κύριοι, ἀναλογισθῶμεν ὅτι
4190τὰ τακτικὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1914 ηὔξησαν
4191ἀπὸ τῆς 27 Μαΐου, ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη αὐτὸς εἰς τὴν
4192Βουλήν, μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου, ὅτε ἐγένοντο αἱ περὶ
4193αὐτοῦ δηλώσεις πρὸς ἡμᾶς, ἤτοι ἐντὸς πενταμήνου μόλις ἐκ
4194220.035.922 δρ. εἰς 235.539.445 δρ., ἤτοι ηὔξησαν κατὰ
419515½ περίπου ἑκατομ. ὅτι δὲ ἡ τοιαύτη αὔξησις ὀφείλε-
4196ται κυρίως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νέων νόμων, οἵτινες ὅμως
4197ἀκόμη δὲν ἐφηρμόσθησαν πάντες, καὶ τῶν ἄλλων δὲ ἡ
4198ἐφαρμογὴ ἤρξατο κατὰ τὸ πλεῖστον ἐν μέσῳ τοῦ ἔτους ἢ
4199καὶ βραδύτερον· ὅταν, λέγω, ταῦτα ἀναλογισθῶμεν, ὀφεί-
4200λομεν κατ’ ἀνάγκην ν’ ἀποδεχθῶμεν ὅτι κατὰ τὸ προσε-
4201χὲς ἔτος, ὅτε θὰ ἐφαρμοσθῶσι πάντες οἱ νέοι νόμοι καὶ δὴ
4202ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους αὐτοῦ, ἡ περὶ ἧς λόγος αὔξησις
4203θὰ εἶναι τοὐλάχιστον διπλασία, ἱκανὴ αὐτὴ καὶ μόνη νὰ
4204καλύψῃ μὲ τὸ περιπλέον τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων τῶν
4205παρελθουσῶν χρήσεων.
4206Ἡ Κυβέρνησις, κύριοι, ὑπολογίζει διὰ τὸ προσεχὲς
4207ἔτος αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 2.000.000 δρχ. ἐκ τοῦ φόρου
4208τῶν κληρονομιῶν, ὡς ἐτροποποιήθη οὗτος τελευταῖον, προ-
4209σέτι δὲ 8.000.000 ἐκ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμοῦ διαφόρων
4210εἰδῶν διὰ τὰς Νέας Χώρας. Ἀλλὰ τίνα σημασίαν θὰ ἔχῃ
4211ἡ αὔξησις αὕτη ἀπέναντι τῶν δικαίων ἀξιώσεων, τὰς
4212ὁποίας θὰ ἐγείρωσι προσεχῶς αἱ Νέαι Χῶραι, ὅταν αἰρο-
4213μένης τῆς παρούσης ἀντισυνταγματικότητος, καθ’ ἣν αὐ-
4214ταί, ἐπ’ ἀνατροπῇ τοῦ καταστατικοῦ χάρτου τῆς πολιτείας
4215ἡμῶν, δὲν ἀντιπροσωπεύονται ἐν τῇ Βουλῇ, ἀποστείλωσιν
4216εἰς ταύτην τοὺς βουλευτάς των;
4217Οἱ βουλευταὶ οὗτοι θ’ ἀξιώσωσι πρὸ παντὸς τὴν ἀπο-
4218κατάστασιν ἰσοπολιτείας μεταξὺ τῆς Παλαιᾶς καὶ τῆς
4219Νέας Ἑλλάδος τόσον ὑπὸ ἔποψιν ἐσόδων, ὅσον καὶ ὑπὸ
4220ἔποψιν ἐξόδων. Θὰ ἀξιώσωσιν, ἵνα ἡ φορολογικὴ ἀφομοίω-
4221σις μὴ περιορισθῇ εἰς μόνους τοὺς ἐμμέσους, ὡς μέχρι τοῦδε,
4222ἀλλ’ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ἀμέσους φόρους.
4223Ὡς γνωστόν, κύριοι, ἐν ταῖς Νέαις Χώραις δὲν ἦσαν
4224μέχρι τοῦδε ἐπαχθεῖς οἱ ἔμμεσοι φόροι καὶ ἰδίως οἱ δασμοί,
4225ἀντὶ τούτων ὅμως ἐπεβαρύνοντο αὐταὶ δι’ ἀμέσων φόρων
4226ὄντως δυσβαστάκτων. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσεν
4227ἤδη εἰκῆ καὶ ὡς ἔτυχε νὰ προσεπιβαρύνῃ αὐτὰς διὰ προσ-
4228θέτων ἐμμέσων φόρων καὶ δασμῶν, ἀνερχομένων ἐτησίως εἰς
422910,000,000 δρχ. καὶ ἐπέκεινα, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς ἀνάλο-
4230γον αὐτῶν ἀνακούφισιν ἐκ τῶν ἀμέσων φόρων.
4231Τοῦτο ἐξηνάγκασεν ἤδη τοὺς νέους ἡμῶν συμπολίτας
4232νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατὰ τῆς τοιαύτης αὐθαιρέτου φορολο-
4233γικῆς ἐπιβαρύνσεώς των, ἥτις ἀνατρέπει τὴν ἰσοπολιτείαν
4234μεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡμῶν. Τοιαύτας διαμαρτυρίας ἔσχομεν
4235καὶ ἀλλαχόθεν, ἰδίως δ’ ἐκ τῆς μητροπόλεως τῆς Μακε-
4236δονίας καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος τοῦ κ. Πρω-
4237θυπουργοῦ, ἐκ Κρήτης.
4238Ἀλλά, κύριοι, νομίζετε ὅτι θ’ ἀρκεσθῶσι καὶ οἱ μέλ-
4239λοντες ἀντιπρόσωποι τῆς Νέας Ἑλλάδος εἰς ἁπλῆν δια-
4240μαρτυρίαν διὰ τὴν τοιαύτην ἀνισότητα; Ἢ πιστεύει ὁ κ.
4241Πρωθυπουργὸς ὅτι θὰ θεωρήσωσιν αὐτοὶ ἐπαρκὲς τὸ ἀντάλ-
4242λαγμα, τὸ ὁποῖον τόσον γενναιοδώρως παρέσχε τώρα εἰς
4243τὰς Νέας Χώρας — ἐννοεῖται μετὰ τὰς ἐγερθείσας διαμαρτυ-
4244ρίας — καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον χαρίζει εἰς αὐτὰς τὸν φόρον τῆς
4245ὁδοποιΐας καὶ τοὺς προσθέτους τῶν ἐστεγασμένων οἰκοδο-
4246μῶν καὶ τῶν σφαγίων φόρους, τοὺς ἀνερχομένους μόλις καὶ
4247μετὰ βίας εἰς ἑκατοντάδας τινὰς χιλιάδας δραχμῶν;
4248Ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Νέας Ἑλλάδος θ’ ἀξιώσω-
4249σιν ἰσοπολιτείαν καὶ ὑπὸ ἔποψιν ἐξόδων, ἀπαιτοῦντες νὰ
4250διατεθῶσιν ὑπὲρ αὐτῆς ἀνάλογα ποσὰ πρὸς τὰ δαπανώμενα
4251ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι διὰ τὴν διοίκησιν, τὴν παιδείαν,
4252τὴν δικαιοσύνην καὶ τὰ δημόσια ἔργα. Δὲν θ’ ἀνεχθῶσιν
4253αὐτοί, ἵνα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι κωμοπόλεις λ. χ., ὡς ἡ
4254Λαρίγγοβη, ἡ Γαλάτιστα καὶ τὸ Ζαγγλιβέριον ἐν τῇ ἑλ-
4255ληνικωτάτῃ Χαλκιδικῇ, ἐξ ὧν αἱ δύο πρῶται εἶνε ἕδραι
4256ἐπισκόπων, στερῶνται καὶ αὐταὶ καὶ αἱ πολυάριθμοι πέ-
4257ριξ αὐτῶν κῶμαι, εἰρηνοδικείων καὶ πάσης ἄλλης ἀρχῆς,
4258ἐκτὸς ἑνὸς ὑπενωμοτάρχου, ὅστις ὑπηρετῶν ἐν αὐταῖς ὡς
4259ἀστυνομικὸς σταθμάρχης, εἶνε ὁ μόνος ἐκεῖ ἀντιπρόσωπος
4260τῆς πολιτείας.
4261Δὲν θ’ ἀνεχθῶσιν, ἵνα καὶ ἐν τῷ μέλλοντι συντηρῶνται
4262τὰ δημοτικὰ καὶ ἑλληνικὰ σχολεῖα καὶ τὰ γυμνάσια τῆς
4263Νέας Ἑλλάδος διὰ τῶν δίσκων τῶν ἐκκλησιῶν καὶ διὰ
4264κοινοτικῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶ-
4265σιν εἰς ἐξυπηρέτησιν ἄλλων τοπικῶν ἀναγκῶν, καθ’ ὃν χρό-
4266νον τὸ Κράτος δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι
4267κατωτέρας καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως τόσα ἑκατομμύρια.
4268Δὲν θ’ ἀνεχθῶσι τέλος, ἵνα ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι καὶ ἐν
4269Κρήτῃ δαπανῶνται ἐτησίως τόσα ἑκατομμύρια διὰ τὴν
4270ὁδοποιΐαν καὶ τὰ δημόσια ἔργα, χωρὶς νὰ γίνεται τὸ αὐτὸ
4271κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἐν τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι.
4272Τότε δέ, κύριοι, θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
4273κονομικῶν θὰ δύναται νὰ καυχᾶται, ὡς τώρα, διὰ περισ-
4274σεύματα 50 καὶ 60 ἑκατομ. δρχ. μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξό-
4275δων τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἐὰν ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ δυνά-
4276μεθα νὰ ὑπολογίσωμεν κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη εἰς ἐλάττω-
4277σιν ἢ μᾶλλον εἰς αὔξησιν τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολο-
4278γισμοῦ. Αὔξησιν τούτου πρέπει ν’ ἀναμένωμεν καὶ διὰ τὸν
4279ἑξῆς λόγον:
4280Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν,
4281ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸν ἄκρᾳ αἰσιοδοξίᾳ, συνδυαζομένῃ
4282πρὸς τὴν παντελῆ διαχειριστικὴν παραλυσίαν τοῦ περὶ οὗ
4283ὁ λόγος Ὑπουργείου, ὡς θ’ ἀποδείξω μετ’ ὀλίγον, διϊσχυ-
4284ρίσθη ὅτι ὁ ὁριστικὸς τούτου προϋπολογισμὸς δὲν θὰ ὑπερβῇ
4285τὰ 52 ἑκατομ. δρχ. ἐτησίως. Ἀλλά μοὶ φαίνεται ὅτι
4286ἔκαμε τὸν λογαριασμόν, τὸ δὴ λεγόμενον, χωρὶς τὸν ξενο-
4287δόχον, καὶ ξενοδόχος εἶνε ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὁ νέος
4288στρατολογικὸς νόμος, εἰς ὃν θὰ ἐπακολουθήσῃ προσεχῶς
4289καὶ ὁ νέος ὀργανισμὸς τοῦ στρατοῦ.
4290Θὰ ἔχωμεν, κύριοι, ἐφεξῆς ἀληθῆ καθολικὴν θητείαν,
4291καθ’ ἣν ἐλάχισται μὲν θὰ εἶναι αἱ ἀπαλλαγαί, θὰ ἐκλί-
4292πωσι δὲ καὶ οἱ ἀδήλωτοι. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει,
4293ἂν ὑπολογίσωμεν εἰς 8 ἐπὶ τοῖς χιλίοις τὴν ἐτησίαν ἀπο-
4294γραφὴν τῶν στρατευσίμων, θὰ ἔχωμεν ἐπὶ 4½ ἑκατομ.
4295πληθυσμοῦ τῆς Παλαιᾶς καὶ Νέας Ἑλλάδος 36 χιλ. τοι-
4296ούτους. Ἐὰν δὲ 30 χιλ. μόνον προσέρχωνται κατ’ ἔτος
4297ὑπὸ τὰς σημαίας, θὰ ἔχωμεν ὑπὸ τὴν διετῆ πραγματικὴν
4298πλέον θητείαν, ἄνευ δηλαδὴ τῶν τέως ἀορίστων ἀδειῶν,
4299μόνιμον δύναμιν στρατοῦ 60 χιλ. ἀνδρῶν, οἵτινες ὁμοῦ
4300μετὰ τῶν στελεχῶν καὶ τῶν στρατευσίμων, τῶν ὑπαγομέ-
4301νων νῦν εἰς τριετῆ θητείαν, θὰ συμποσωθῶσιν εἰς 70 χιλ.
4302περίπου. Ἐπειδὴ δὲ κατὰ κανόνα ἡ ἐτησία δαπάνη ὑπο-
4303λογίζεται κατὰ κεφαλὴν πρὸς 1000 δρχ., θὰ χρειασθῶμεν
4304ἔξοδα 70,000,000 δρχ. διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιω-
4305τικῶν.
4306Αὔξησιν ἐξόδων πρέπει ν’ ἀναμένωμεν καὶ ἐν τῷ
4307Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν μετὰ τὴν παράδοσιν εἰς ἡμᾶς
4308τῶν ὑπὸ κατασκευὴν νέων μονάδων τοῦ πολεμικοῦ ἡμῶν
4309ναυτικοῦ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι, εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι
4310διὰ τὰ δύο πολεμικὰ ἡμῶν ὑπουργεῖα ἡ ἐτησία δαπάνη θ’
4311ἀνέλθῃ εἰς 100 τοὐλάχιστον ἑκατομ. δρχ. Ἀλλὰ πλὴν
4312τῆς ἀμέσου ταύτης θὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ προϋπολογισμὸς αὐτῶν
4313καὶ δι’ ἐμμέσου δαπάνης ὄχι εὐκαταφρονήτου.
4314Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκαυχήθη πρό τινων μηνῶν ἐν τῇ
4315αἰθούσῃ ταύτῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ παρατάξῃ ἐν τῷ μέλλοντι
4316κατὰ γῆν 500,000 ἄνδρας. Ἀλλ’ ἐσκέφθη ποτὲ αὐτὸς σο-
4317βαρῶς, πόσαι δαπάναι ἀπαιτοῦνται πρὸς πλήρη παρα-
4318σκευὴν μιᾶς τοιαύτης ἐμπολέμου δυνάμεως; Ἀλλαχοῦ
4319ὑπολογίζουσιν ὡς 2 χιλ. δρχ. κατ’ ἄνδρα, ἡμεῖς δέ, καὶ
43201500 μόνον ἂν ὑπολογίσωμεν, θὰ ἴδωμεν ὅτι χρειαζόμεθα
4321τοὐλάχιστον 750,000,000 δρχ. Ἀλλαχοῦ ὑπολογίζουσιν
4322ἀνὰ 3 ὅπλα δι’ ἕκαστον ἄνδρα ἐν καιρῷ πολέμου. Ἂν
4323ἡμεῖς ἀρκεσθῶμεν εἰς δύο μόνον τοιαῦτα, θὰ χρειασθῶμεν
43241,000,000 ὅπλα.
4325§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὴν 12 Φεβρου-
4326αρίου 1913, ἐξακολουθοῦντος τοῦ πρώτου βαλκανικοῦ πο-
4327λέμου, παρηγγέλθησαν 300,000 ὅπλα Μάνλιχερ, πλὴν
4328τῶν 150,000, τὰς ὁποίας εἴχομεν.
4329§126ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μὲ ἀναγκάζετε, κ. Πρωθυπουργέ,
4330νὰ σᾶς ἀπευθύνω τώρα ἐρώτησιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐπεθύμουν
4331ἄλλως ν’ ἀποφύγω. Παρακαλῶ, πόσα ὅπλα παρελάβετε μέ-
4332χρι τοῦδε ἐξ αὐτῆς τῆς παραγγελίας;
4333§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι παρὰ πολλὰ δυστυχῶς.
4334§128ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἐπε-
4335θύμουν ν’ ἀποφύγω αὐτὴν τὴν συζήτησιν, ἀλλ’ ἀφοῦ ὑμεῖς
4336τὴν προκαλεῖτε, ἐξακολουθῶ αὐτὴν ἐπιρρίπτων εἰς ὑμᾶς
4337τὴν εὐθύνην.
4338§129ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποίαν εὐθύνην; Νομίζετε ὅτι τὰ
4339παρήγγειλα ἀργά;
4340§130ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ τώρα αὐτὴν τὴν εὐθύ-
4341νην, ἐκ τῆς ὁποίας ὁμολογῶ ὅτι δὲν θεωρῶ ὑμᾶς ἀπηλλαγ-
4342μένον, ἀλλὰ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ὑπέχετε ὑμεῖς, διότι
4343μὲ ἀναγκάζετε τώρα νὰ σᾶς ἐρωτήσω, πόσα ὅπλα ἀκρι-
4344βῶς παρελάβετε μέχρι τοῦδε, πόσα ἐπληρώσατε ἀπέναντι
4345αὐτῶν καὶ πόσα πρέπει νὰ καταβάλητε ἀκόμη μέχρις ἀπο-
4346πληρωμῆς τῆς ὅλης παραγγελίας.
4347§131Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Νὰ μᾶς εἰπῆτε τοὐλάχιστον, ποῖα ποσὰ
4348κατεβλήθησαν ἀπέναντι τῆς παραγγελίας.
4349§132ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ μοῦ ἐπιτρέψητε νὰ γνωρίσω
4350καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τὴν Χώραν ὅτι τὸ Κράτος
4351εἶναι ἕτοιμον νὰ ἐπιστρατεύσῃ ὁλόκληρον τὴν ἐμπόλεμον
4352δύναμιν, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ σχέδιον τῆς ἐπιστρα-
4353τεύσεως, μὲ ὅλα τὰ ἐφόδια, ἅτινα ἀπαιτοῦνται.
4354§133Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Οὔτε ὁ ἀγορεύων τὸ ἀμφισβητεῖ
4355αὐτό.
4356§134ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς δυνάμεως,
4357τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ παρατάξωμεν τώρα καὶ ἐπὶ τῇ
4358βάσει τῆς ὁποίας θὰ ἔχῃ βεβαίως συνταχθῇ τὸ σχέδιον
4359ἐπιστρατεύσεως. Ἐγὼ ἐξετάζω, τί θὰ χρειασθῇ.
4360§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τὸ μέλλον;
4361§136ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Μάλιστα διὰ τὸ μέλλον, ἵνα δυνη-
4362θῶμεν νὰ παρατάξωμεν τὰς 500,000, διὰ τὰς ὁποίας
4363ἐκαυχήθητε ἄλλοτε παρεμβαίνοντες εἰς μίαν διαλογικὴν
4364συζήτησιν μεταξὺ τοῦ βουλευτοῦ Ἀργολιδοκορινθίας κ.
4365Καρπετοπούλου καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
4366§137Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅταν πρό τινων ἐτῶν ἦσθε Ὑπουρ-
4367γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὑπῆρξεν ἓν σχέδιον στρατιωτικὸν
4368ἀληθῶς μεγαλεπήβολον. Τὸ σχέδιον δὲ ἐκεῖνο προέβλεπε
4369δύναμιν στρατεύματος 500,000 ἀνδρῶν.
4370§138ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Αὐτὰ εἶνε παραμύθια ἀντάξια ἴσως
4371ἐκείνου, ὁ ὁποῖος σᾶς τὰ ἐκανονάρχησεν, ἀνάξια ὅμως ἑνὸς
4372Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μάλιστα ὑπῆρξε καὶ ὑφιστάμενος τῆς
4373Κυβερνήσεως ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὑπαινίττεσθε τώρα. Πρό-
4374κειται, κύριοι, περὶ τοῦ τότε συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν
4375Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἦτο τῆς γνώμης ὅτι ἡ
4376Παλαιὰ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ παρατάξῃ ἐν πολέμῳ 200 –
4377250 χιλ. ἀνδρῶν. Καὶ ἐξεμυκτηρίσθη μὲν τὴν ἐποχὴν ἐκεί-
4378νην ἡ τοιαύτη γνώμη, ὡς οὐτοπία, ἀλλὰ τὰ πράγματα ἐδι-
4379καίωσαν βραδύτερον τὸν κ. Λαπαθιώτην πληρέστατα, διότι
4380κατὰ τὸν τελευταῖον ἡμῶν πόλεμον μὲ ὅλας τὰς τότε ἀπαλ-
4381λαγὰς καὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀδηλώτους προσῆλθον ὑπὸ τὰς
4382σημαίας ὡς ἔγγιστα 250 χιλ. ἀνδρῶν. Δὲν ἐννοεῖ δὲ ὁ κ.
4383Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, θέλων τώρα νὰ κατειρω-
4384νευθῇ τὸν τότε συνάδελφόν μου ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν
4385Ὑπουργόν, ἰσχυρισθέντα ὅτι ἠδυνάμεθα ἐπὶ πληθυσμοῦ
43862,700,000 νὰ παρατάξωμεν ἐν ὥρᾳ πολέμου 200–250
4387χιλ. ἀνδρῶν, κατειρωνεύεται μᾶλλον τὸν νῦν προϊστάμενόν
4388του κ. Πρωθυπουργόν, ὅστις διεκήρυξεν ὅτι ἡ σημερινὴ
4389Ἑλλὰς μὲ πληθυσμὸν 4,500,000 δύναται νὰ παρατάξῃ
4390500,000 ἄνδρας;
4391§139Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τοῦ τί πρό-
4392κειται νὰ παρατάξωμεν, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητή-
4393σωμεν τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως,
4394ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερ-
4395νήσεως πρὸ ὀλίγου, ὑπάρχει μία ὁμολογία ὅτι οἱ δύο πό-
4396λεμοι διεξήχθησαν μὲ τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα εἶχον παραγ-
4397γελθῆ ἀπὸ τοῦ 1905, διότι ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς
4398Κυβερνήσεως ὅτι μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Φεβρουαρίου
43991913 παρηγγέλθησαν 300.000 ὅπλα. Εἶναι πραγματικὸν
4400αὐτό; Εἶναι πραγματικὸν ὅτι ἀπὸ τοῦ 1910, ὅτε παρε-
4401λάβετε τὴν ἐξουσίαν, μέχρι καὶ τῆς διεξαγωγῆς τῶν δύο
4402πολέμων δὲν παρηγγείλατε οὔτε ἓν ὅπλον;
4403§140ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλ’ ἐλησμονήσατε ὅτι ὁ κ. Πρω-
4404θυπουργός, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβε τὴν Κυβέρνησιν τῆς Χώ-
4405ρας ἐν ἔτει 1910, ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς δεκαετοῦς εἰρήνης;
4406Πῶς λοιπὸν ἠθέλετε τότε ν’ ἀσχοληθῇ αὐτὸς εἰς τὴν πο-
4407λεμικὴν παρασκευὴν τῆς Χώρας;
4408§141ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θέλω νὰ ἀπαντήσω ὄχι εἰς ὑμᾶς,
4409ἀλλ’ εἰς τὸν κ. βουλευτὴν Ἀρκαδίας. Εἶπον ὅτι, διαρκοῦν-
4410τος τοῦ πρώτου πολέμου, ἐλήφθη πρόνοια μετὰ τὴν ἐπι-
4411τυχῆ αὐτοῦ τροπὴν περὶ παραγγελίας 300.000 ὅπλων διὰ
4412τὰς μελλούσας ἀνάγκας τοῦ στρατεύματος, δὲν εἶπον ὅτι
4413πρὸ τῆς παραγγελίας αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1910 δὲν εἶ-
4414χον παραγγείλῃ ἄλλα ὅπλα. Παρήγγειλα τότε 25.000
4415ἕως 30.000 ὅπλα — αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναμαι νὰ
4416δώσω ἀκριβῆ σημείωσιν — τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν σημείωσιν
4417τοῦ Ἐπιτελείου ἦσαν ἀναγκαῖα, ἵνα τεθῇ ἡ ἐμπόλεμος δύ-
4418ναμις τῆς Ἑλλάδος εἰς κίνησιν. Αὐτὰ τὰ ὅπλα εἴχαμεν
4419παραγγείλει. Τὰ ὅπλα, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα, ἦσαν
4420ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρήγγειλα κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ
4421πολέμου.
4422§142ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁ κ. Βενιζέλος εἶπεν ὅτι δὲν ἀ-
4423παντᾷ πρὸς ἐμέ, ἐγὼ ὅμως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἀπαντῶ
4424πρὸς αὐτόν, ἀφοῦ εἶναι Πρωθυπουργός, νὰ μὴ ἐκδηλῶ δὲ
4425τὸ πρὸς αὐτὸν αἴσθημά μου, καθ’ ὃν τρόπον ἐξεδήλωσεν
4426αὐτὸς τὸ πρὸς ἐμὲ αἴσθημά του, ὄχι τόσον διότι εἶναι
4427Πρωθυπουργός, ὅσον διότι ἐξ ἀνατροφῆς δὲν μοὶ ἐπιτρέπε-
4428ται νὰ συμπεριφέρωμαι πρὸς τοὺς ἄλλους ὡς αὐτός. Ἐπα-
4429νέρχομαι δὲ τώρα εἰς τὸ κύριον θέμα.
4430Ἐγὼ οὐδόλως διημφισβήτησα τὴν γνώμην τοῦ κ. Πρω-
4431θυπουργοῦ, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δύναται ἐν μέλλοντι πολέμῳ νὰ
4432παρατάξῃ 500.000 ἄνδρας, ἀλλ’ ἠθέλησα μόνον νὰ ἐξε-
4433τάσω, τί θὰ ἐστοίχιζεν αὐτὴ ἡ δύναμις εἰς ἡμᾶς. Ἀφοῦ δὲ
4434θὰ ἐπληρώνομεν διὰ τὰς παραγγελθείσας ἤδη 300 χιλ.
4435ὅπλων πρὸς 80 δρχ. 240 ἑκατομμύρια.
4436§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι 240.000.000, ἀλλὰ μόνον
443724.000.000.
4438§144ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Βεβαίως 24.000.000.
4439§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ χθὲς ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκα-
4440δίας ἠλλοίωσε τοὺς ἀριθμοὺς διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ
4441Κράτους. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ χρειασθῶμεν 240,000,000,
4442δι’ ὅλα θὰ ἔπρεπε ν’ αὐτοκτονήσωμεν.
4443§146ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Τέλος εὕρετε καὶ ὑμεῖς κἄτι τι, διὰ
4444νὰ ξεθυμάνετε, ἀδιάφορον ἐὰν πρόκειται περὶ μιᾶς προφα-
4445νοῦς παραδρομῆς τῆς γλώσσης, τὴν ὁποίαν μόνον ὑμεῖς, κ.
4446Πρωθυπουργέ, ἠδύνασθε, ὡς ἐκ τῆς ἰδιοσυγκρασίας σας
4447ἴσως, νὰ ὑπολάβητε σκόπιμον καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἀφορμῆς
4448νὰ ὁμιλήσητε περὶ ἀλλοιώσεως ἀριθμῶν, δυναμένης νὰ πε-
4449ριαγάγῃ ὑμᾶς εἰς αὐτοκτονίαν!
4450Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, τώρα τὴν διακοπεῖσαν σειρὰν
4451τοῦ λόγου μου, καθ’ ἣν ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω, τί θὰ ἐστοί-
4452χιζεν εἰς ἡμᾶς ἡ ἐμπόλεμος δύναμις 500,000 ἀνδρῶν.
4453Πλὴν τοῦ 1,000,000 ὅπλων θὰ ἐχρειαζώμεθα καὶ ἀνὰ
44543.000 βολὰς δι’ ἕκαστον ἄνδρα.
4455§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μόνον χιλίας. Ἐφ’ ὅσον ὑπολογί-
4456ζετε 3.000 βολὰς δι’ ἕκαστον ἄνδρα, δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς
4457λογαριασμόν.
4458§148ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγὼ στηρίζομαι εἰς συγγράμματα
4459εἰδικά.
4460§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πᾶτε καλλίτερα νὰ φωτισθῆτε
4461εἰς τὸ Ἐπιτελεῖον;
4462§150ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀπὸ τὸ Ἐπιτελεῖον ἔχετε νὰ φω-
4463τίζησθε ὑμεῖς, ὡς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν. Δὲν ἠξεύρω
4464δέ, μήπως πρόκειται περὶ παρεξηγήσεως ἐκ μέρους ὑμῶν,
4465ὀφειλομένης ἴσως εἰς ὑπολογισμὸν οὐχὶ κατ’ ἄνδρα, ἀλλὰ
4466καθ’ ὅπλον, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἀλλαχοῦ ὑπολογίζουσιν
4467ἀνὰ τρία ὅπλα κατ’ ἄνδρα. Κατὰ τὰ αὐτά, κύριοι, εἰδικὰ
4468συγγράμματα χρειάζονται 4 τηλεβόλα ἀνὰ 1000 ἄνδρας
4469καὶ 3,000 γομώσεις ἀνὰ τηλεβόλον. Ἂν εἰς ταῦτα προσ-
4470θέσωμεν τὸν ἱματισμὸν καὶ τὴν ἐξάρτησιν, τὰ χειρουργικὰ
4471καὶ φαρμακευτικὰ εἴδη, τὰ ἀναγκαῖα κτήνη, ἵππους καὶ
4472ἡμιόνους, μετὰ τῶν σαγῶν, τὰ ὀχήματα καὶ αὐτοκίνητα,
4473τὰ εἴδη στρατοπεδείας καὶ γεφυροποιΐας, τὸ ὑλικὸν μηχα-
4474νικοῦ, τροφὰς καὶ νομὴν ἐν ἀποθηκεύσει, θὰ ἴδωμεν ὅτι δι’
4475ὅλα αὐτὰ ἀπαιτοῦνται τοὐλάχιστον 750 ἑκατομ. δρχ. χω-
4476ρὶς νὰ συνυπολογίσωμεν καὶ τὰ ἀπαιτούμενα διὰ φρούρια
4477καὶ ὀχυρωματικὰ καθόλου ἔργα.
4478§151ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ εἴχομεν αὐτὰ ὅλα εἰς τὸ πα-
4479ρελθόν; Δὲν ὑπολογίζετε, τί ἔχομεν τώρα;
4480§152ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα
4481τώρα, εἰς ἣν θέσιν ἤμεθα πρὸ τοῦ πολέμου. Τότε εἴχομεν
4482νὰ κάμωμεν μὲ μόνην τὴν Τουρκίαν, διατελοῦσαν ὑπὸ τοι-
4483αύτας διεθνεῖς συνθήκας, ὥστε νὰ μὴ δύναται αὐτὴ νὰ
4484ἐπιτεθῇ καθ’ ἡμῶν. Τοὐναντίον ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἐκλέ-
4485ξωμεν τὴν κατάλληλον στιγμήν, ἵνα ἐπιτεθῶμεν κατ’ αὐ-
4486τῆς, βέβαιοι ὄντες ὅτι καὶ ἡττημένοι, δὲν θὰ ἐβλέπομεν
4487ἡμετέρας χώρας ἐπανερχομένας εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κρά-
4488τος. Μᾶς ἐνίκησαν ἐν ἔτει 1897 οἱ Τοῦρκοι, προελάσαντες
4489τότε μέχρι Λαμίας, ἀλλὰ τῇ ἐπεμβάσει τῶν Μεγάλων
4490Δυνάμεων ἠναγκάσθησαν αὐτοὶ μετ’ ὀλίγον νὰ ἐπιστρέψω-
4491σιν εἰς τὰ ἴδια, ἀρκεσθέντες εἰς μόνην τὴν πολεμικὴν ἀπο-
4492ζημίωσιν.
4493Ἀπὸ τοῦ τελευταίου ὅμως πολέμου ἡμῶν καὶ ἐντεῦθεν
4494ἤλλαξαν τὰ πράγματα. Ἡ Εὐρώπη ἠνέχθη ἤδη ν’ ἀνα-
4495κτήσῃ ἡ Τουρκία ἐν Θράκῃ χώραν χριστιανικήν, ἀποσπα-
4496σθεῖσαν ἅπαξ ἐξ αὐτῆς καὶ ἀναγνωρισθεῖσαν διὰ τῆς συν-
4497θήκης τοῦ Λονδίνου εἰς τὴν Βουλγαρίαν. Ἀπὸ τοῦ πολέ-
4498μου καὶ ἐντεῦθεν ἐδιπλασιάσθη ἡ χώρα ἡμῶν, ἐπολλαπλα-
4499σιάσθησαν ὅμως καὶ οἱ ἐχθροί μας, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐδράττοντο
4500ἐφεξῆς πάσης εὐκαιρίας, ἵνα ἐπιτεθῶσι καθ’ ἡμῶν καὶ δι-
4501εκδικήσωσιν ὄχι μόνον τὰς νέας κτήσεις μας, ἀλλὰ καί τι
4502πλέον τούτου, βέβαιοι ὄντες ὅτι ἡ Εὐρώπη θ’ ἀνεγνώριζε
4503πάραυτα τὸ τετελεσμένον γεγονός. Ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ
4504ἐντεῦθεν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν τὰς ἐλπίδας μας ἀνατεθει-
4505μένας εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὰς ἰδίας ἡμῶν δυνάμεις, δι’
4506ὧν καὶ μόνον θ’ ἀντεπεξέλθωμεν κατὰ τῶν πολλῶν καὶ
4507παντοίων ἐχθρῶν τῶν ἐλλοχευόντων τώρα πέριξ ἡμῶν.
4508Μὴ πλανώμεθα, κύριοι, ἡ θέσις μας ἐν μέλλοντι πο-
4509λέμῳ θὰ εἶνε, ὁποία καὶ ἡ τῆς Γερμανίας τὴν σήμερον.
4510Ὡς δὲ αὕτη διὰ μόνης τῆς ὑπεροχῆς τῆς ὑπὸ ἔποψιν διορ-
4511γανώσεως, ἐκγυμνάσεως καὶ πολεμικῆς καθόλου παρα-
4512σκευῆς ἀντέχει μέχρι τοῦδε κατὰ πολλαπλασίων ἐχθρῶν
4513καὶ κατήγαγεν ἤδη τόσας νίκας, οὕτω καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ
4514μέλλοντι θὰ κατορθώσῃ ν’ ἀντιταχθῇ κατὰ τῶν πολλα-
4515πλασίων ἐχθρῶν της, ἐρειδομένη μόνον εἰς τὴν ὑπεροχήν,
4516τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ ὑπὸ ἔποψιν διοργανώσεως καὶ
4517ἐκγυμνάσεως ὁλοκλήρου τῆς μαχίμου δυνάμεώς της καὶ
4518ὑπὸ ἔποψιν τελείας πολεμικῆς παρασκευῆς. Χάριν δὲ τῆς
4519τοιαύτης παρασκευῆς, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐκ ἔστι σωτηρία
4520δι’ ἡμᾶς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἀπαιτεῖται δαπάνη τοὐλάχι-
4521στον 750,000,000 δρχ.
4522Δὲν ἀγνοῶ, κύριοι, ὅτι ἔχομεν ἤδη ἱκανὸν ὑλικὸν πο-
4523λέμου, ἀλλὰ τούτου ἡ σημερινὴ ἀξία δὲν δύναται νὰ εἶνε
4524ἀνωτέρα τῶν 200,000,000 δρχ., ὧν ἀφαιρουμένων ἐν
4525ἀνάγκῃ, καὶ πάλιν μᾶς ὑπολείπεται δαπάνη 550,000,000
4526δρχ. Ἀλλὰ τόσον τὰ ὅπλα, ὅσον καὶ τὰ τηλεβόλα ἡμῶν
4527μετὰ δύο πολέμους ἔχουσιν ἀποβάλῃ μέγα μέρος τῆς ἀρ-
4528χικῆς μαχητικῆς των δυνάμεως· διὸ προτιμότερον θὰ ἦτο
4529νὰ χρησιμοποιηθῶσιν αὐτὰ διὰ τὴν ἐθνοφρουρὰν καὶ τὴν
4530ἐφεδρείαν ταύτης.
4531Μετὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἔρχεται τὸ
4532τῶν Ναυτικῶν, δι’ ὃ ἐπίσης χρειαζόμεθα ἱκανὰ ποσὰ διὰ
4533τὴν προσαύξησιν τοῦ στόλου ἡμῶν ἐν τῷ μέλλοντι, εὐθὺς
4534δὲ ἀμέσως διὰ νέον ναύσταθμον καὶ δεξαμενάς, ἄνευ τῶν
4535ὁποίων κινδυνεύει νὰ καταστῇ μίαν ἡμέραν ἄχρηστος, ὅλη
4536ἡ κατὰ θάλασσαν πολεμική ἡμῶν δύναμις. Ὅσον δήποτε
4537δέ, κύριοι, καὶ ἂν περιορίσητε τὰς τοιαύτας ἐκτάκτους δα-
4538πάνας τῶν πολεμικῶν ὑπουργείων, δύσκολον νὰ εἶναι αὐ-
4539ταὶ κατώτεραι τῶν 800,000,000 δρχ., τὰ ὁποῖα θὰ κα-
4540λυφθῶσι μὲν διὰ δανείου, θ’ ἀπαιτήσωσι δὲ ἐτησίως τοκο-
4541χρεωλύσιον 40,000,000 δρχ. περίπου. Πῶς δ’ ἐσκέφθη ἡ
4542Κυβέρνησις ν’ ἀντιμετωπίσῃ τὰς τοιαύτας ἀνάγκας τῶν δύο
4543πολεμικῶν ὑπουργείων;
4544Ἐθαύμασα, κύριοι, τὴν ἀφέλειαν, μεθ’ ἧς ὁ κ. ὑπουρ-
4545γὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἰσηγούμενος εἰς τὴν Βουλὴν τὸν
4546ὑπὸ συζήτησιν προϋπολογισμόν, ἔλυσε τὸ προκείμενον
4547πρόβλημα. Εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θ’ αὐξήσῃ τὰς προσό-
4548δους τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης εἰς 10,000,000
4549δρχ., τὰς δὲ τοῦ Ταμείου τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου εἰς δρχ.
45503,500,000, ἤτοι ἐν ὅλῳ εἰς 13,500,000 ἐτησίως. Ἀλλὰ
4551καὶ εἰς 15 καὶ εἰς 20,000,000 δρχ. ἐὰν ηὔξανον αἱ πρό-
4552σοδοι τῶν δύο Ταμείων, μόλις καὶ μετὰ βίας θὰ ἐκάλυ-
4553πτον αὐτὰ τὸ ἥμισυ τοῦ τοκοχρεωλυσίου τῶν 800,000,000
4554δρχ., τὰ ὁποῖα θὰ χρειασθῶμεν ἐν τῷ μέλλοντι, ὡς ἀπέ-
4555δειξα ἤδη ἐγώ.
4556§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους δὲν δύνα-
4557ται νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἄλλα εἶνε τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα
4558προέβλεψεν ὁ συνάδελφος κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν,
4559εἰσηγούμενος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1914, διὰ νὰ γί-
4560νουν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνι-
4561κῆς Ἀμύνης, καὶ ἄλλα εἶνε τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα δύνανται
4562νὰ διατεθῶσι δι’ εἰδικοῦ δανείου τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνι-
4563κῆς Ἀμύνης ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πόρων τῶν 10,000,000
4564δρχ. Ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς δεκάδας ἑκατομμυρίων,
4565τὰς ὁποίας διαθέτει τὸ Δημόσιον εἰς προίκισιν τοῦ Ταμείου
4566τῆς Ἀμύνης δι’ ἀγορὰν εἰδῶν, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι
456710,000,000 δρχ. δαπανῶνται ἐτησίως, θὰ ἴδητε ὅτι πλη-
4568σιάζομεν ὄχι εἰς ἐκεῖνα τὰ ποσά, τὰ ὁποῖα δίδετε ὑμεῖς,
4569ἀλλ’ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δίδει ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, ἥτις
4570εἶνε καὶ ἡ ἁρμοδία.
4571§154ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ὁμολογῶ, κύριοι, καὶ ἐγὼ ὅτι εἶ-
4572ναι, ἂν ὄχι ἀδύνατος, πάντως ὅμως πολὺ δύσκολος ἡ συ-
4573ζήτησις, ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ζητεῖ νὰ τὴν παρελ-
4574κύσῃ διὰ διακοπῶν, ὁποῖαι αἱ μέχρι τοῦδε γενόμεναι ὑπ’
4575αὐτοῦ. Ἐν τούτοις ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν ν’ ἀπαντήσω
4576πρὸς αὐτόν, ἵνα μὴ ἀφήσω τὴν ἐλαχίστην ἀμφιβολίαν, προ-
4577κειμένου περὶ ζητήματος τόσον σπουδαίου, ὅσον τὸ τῆς
4578πολεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς.
4579Ἐγὼ δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω διάκρισιν μεταξὺ ἐκτά-
4580κτων ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, γενομέ-
4581νων ἀμέσως παρὰ τούτου ἢ ἐμμέσως διὰ τοῦ Ταμείου τῆς
4582Ἐθνικῆς Ἀμύνης, καθόσον καὶ ἐκεῖνα καὶ ταῦτα προέρ-
4583χονται ἐκ μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πρώτης πηγῆς, ἐκ τῶν βα-
4584ρῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, χάριν τοῦ ὁποίου νομίζω ὅτι
4585ἔπρεπε τέλος πάντων ν’ ἁπλοποιηθῶσι τὰ πράγματα καὶ
4586νὰ μάθῃ αὐτὸς ἀπεριφράστως καὶ ἀπροκαλύπτως, τί ἔχει
4587δαπανηθῇ μέχρι τοῦδε διὰ τὴν πολεμικὴν ἡμῶν παρα-
4588σκευήν, τί ὑπολείπεται ἔτι νὰ δαπανηθῇ δι’ αὐτὴν καὶ
4589πῶς θὰ καλυφθῶσιν αὐταὶ αἱ δαπάναι, διὰ νὰ εἶναι ἥσυ-
4590χος καὶ ἀσφαλὴς περὶ τοῦ μέλλοντός του.
4591Ὑπεστήριξα, κύριοι, ὅτι διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῆς πο-
4592λεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς ἀπαιτοῦνται, πλὴν τῶν μέχρι
4593τοῦδε δαπανηθέντων, καὶ ἄλλα 800.000.000 δρχ., τῶν
4594ὁποίων τὸ τοκοχρεωλύσιον θὰ ἀνέλθῃ ἐτησίως εἰς δρχ.
459540.000.000 περίπου. Προσέθηκα δὲ ὅτι, καὶ ἂν αὐξήσω-
4596μεν τὰς προσόδους τῶν δύο πολεμικῶν ταμείων, οὐχὶ εἰς
459713.500.000 δρχ., ὡς ἐπηγγέλθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
4598κονομικῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς 20.000.000 δρχ. καὶ διαθέσωμεν
4599αὐτὰς ὅλας ὑπὲρ τοῦ τοκοχρεωλυσίου, περὶ οὗ νῦν ὁ λόγος,
4600καὶ οὕτω θὰ καλυφθῇ μόλις καὶ μετὰ βίας τὸ ἥμισυ τού-
4601του, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ θὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν γενικὸν προϋ-
4602πολογισμὸν τοῦ Κράτους καὶ θ’ αὐξήσῃ οὕτω πως ἐμμέσως
4603τοὺς εἰδικοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν δύο πολεμικῶν Ὑπουρ-
4604γείων, ἐκτὸς τῶν ἀμέσων τακτικῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα
4605θ’ ἀνέλθωσιν ἐν τῷ μέλλοντι εἰς 100.000.000 δρχ., ὡς
4606εἴδομεν ἤδη. Καὶ νῦν ἐρωτῶ· ὑπάρχει ἁπλουστέρα καὶ σα-
4607φεστέρα ταύτης θέσις τοῦ ζητήματος;
4608Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δι’ οὓς λόγους αὐ-
4609τὸς οἶδεν, ἠθέλησε νὰ περιπλέξῃ τὸ ζήτημα θέτων αὐτὸ
4610ἄλλως πως. Αὐτὸς διϊσχυρίσθη κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ
4611συζήτησιν προϋπολογισμοῦ, ἤτοι τῇ 27 Μαΐου ἐ. ἔ. ὅτι θὰ
4612ἐχρειαζώμεθα, πλὴν τοῦ δανείου τῶν 500.000.000 δρχ.,
4613καὶ ἕτερον τοιοῦτον ἐκ δραχμῶν 400.000.000, ἵνα καλύ-
4614ψωμεν ὅλα τὰ ἐλλείμματα τῶν ἐτῶν 1912, 1913 καὶ 1914,
4615μεριμνήσωμεν δὲ συγχρόνως περὶ τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς
4616τῆς χώρας, περὶ κατασκευῆς σιδηροδρόμων ἀξίας 116.200.000
4617δρχ., συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν νέων δαπανῶν διὰ τὸν
4618Λαρισσαϊκὸν σιδηρόδρομον καὶ τὴν ἑνωτικὴν τούτου γραμ-
4619μήν, περὶ κατασκευῆς διαφόρων δημοσίων ἔργων ἀξίας
462035.000.000 δρχ. καὶ τέλος διὰ τοὺς πρόσφυγας, ὑπὲρ ὧν
4621διέθετε τότε μόλις 20.000.000 δρχ.
4622Ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς μετὰ πέντε μῆνας, ἤτοι τῇ 31
4623Ὀκτωβρίου, εἰσηγούμενος τὰς δηλώσεις περὶ τοῦ προκει-
4624μένου προϋπολογισμοῦ, διϊσχυρίσθη ὅτι ἀπὸ τοῦ πολέμου
4625μέχρι τῆς πλήρους ἐκκαθαρίσεως τῶν κατὰ τὸν πόλεμον
4626καὶ ἐκ τοῦ πολέμου δαπανῶν, τῶν ἔκτοτε δημιουργηθει-
4627σῶν ἀναγκῶν καὶ ἀναληφθεισῶν ὑποχρεώσεων, συμπερι-
4628λαμβανομένων καὶ τῶν δαπανῶν διὰ σιδηροδρόμους, δημό-
4629σια ἔργα καὶ διὰ τοὺς πρόσφυγας, θὰ ἐπεβαρυνώμεθα μὲ
4630πρόσθετον δημόσιον χρέος ἐξ 755.000.000 δρχ. ἐν συνόλῳ.
4631Ἐκ τούτων δὲ τὰ μὲν 400.000.000 δρχ. εἶναι «τὰ καθ’
4632αὑτὸ ἔξοδα τῶν δύο πολέμων», τὰ δὲ ὑπόλοιπα 355.000.000
4633δρχ. εἶναι προωρισμένα διὰ τὴν κάλυψιν τῶν ἐλλειμμάτων
4634ἀπὸ τοῦ ἔτους 1914 καὶ ἐφεξῆς, προσέτι δὲ διὰ τὴν συμ-
4635πλήρωσιν τῆς πολεμικῆς παρασκευῆς τῆς χώρας, διὰ τοὺς
4636σιδηροδρόμους καὶ τὰ δημόσια ἔργα καὶ τέλος διὰ τὴν πε-
4637ρίθαλψιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, περὶ τῶν
4638ὁποίων εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ σχεδὸν ἐτε-
4639τραπλασιάσθησαν αὐτοί.
4640Καὶ ταῦτα μὲν εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν
4641τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην φορὰν ἐν θαυμαστῇ ὄντως ἁρμο-
4642νίᾳ πρὸς ἑαυτὸν καὶ διαφωτίζων πληρέστατα καὶ τὴν Βου-
4643λὴν καὶ τὸ Ἔθνος! Τί ὅμως μαρτυροῦσι τὰ πράγματα,
4644ἐξεταζόμενα μὲ γυμνοὺς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ οὐχὶ μὲ τὰ
4645δίοπτρα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ; Ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ἔχουσι
4646μόνον δαπανηθῇ τὸ πενταετὲς δάνειον ἐπιτάξεως ἐκ δρχ.
464750.000.000, τὸ τῶν ἐντόκων γραμματίων ἐκ 10.000.000
4648δρχ. καὶ τὸ πρῶτον ἥμισυ τοῦ δανείου τῶν 500.000.000
4649δρχ., ὡς ἰσχυρίσθη αὐτός, ἀλλ’ ἔχει προεξοφληθῇ καὶ τὸ
4650ἕτερον ἥμισυ τοῦ δανείου τούτου. Διότι ἐκρατήθησαν μὲν
4651ἐξ αὐτοῦ 113.000.000 δρχ. ἐν Γαλλίᾳ διὰ τὸ ἐκεῖ ναυ-
4652πηγούμενον νέον ἡμῶν θωρηκτὸν τοῦ τύπου τῆς «Λωρραί-
4653νης» καὶ δι’ ἄλλας παραγγελίας, προκατεβλήθησαν δὲ
4654ἀπέναντι αὐτοῦ ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης 65.000.000
4655δρχ. διὰ τὴν ἀγορὰν τῶν δύο Ἀμερικανικῶν καὶ δραχ.
465615.000.000 δι’ ἄλλας προσωρινὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους.
4657§155Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. 12.000.000 δρχ. μόνον.
4658§156ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἔστωσαν αὐτὰ καὶ 12,000,00, δρχ.,
4659ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει μετὰ τὴν τελευταίαν προκατα-
4660βολὴν τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης ἐξ 20.000.000 δρχ. θὰ
4661ἔχωμεν ἐκ τοῦ ὅλου δανείου τῶν 500.000.000 δρχ. ὑπό-
4662λοιπα 3,000,000 δρχ. μόνον, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ὑπο-
4663λείπονται ὑποχρεώσεις πολλῶν ἑκατομμυρίων. Ἐκ τούτων
4664ἀναφέρω τώρα μόνον τὰς πασιγνώστους, ἤτοι τὰς ὑποχρεώ-
4665σεις διὰ τὰ νέα πολεμικά μας σκάφη, τὰ ναυπηγούμενα
4666ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γερμανίᾳ, αἱ ὁποῖαι ἀνέρχονται εἰς
466770.000.000 δρχ. περίπου, προσέτι δὲ τὰ 30.000.000
4668δρχ., ἅτινα διετίθεντο κατὰ τὸν ἀρχικὸν προϋπολογισμὸν
4669ἐντὸς τοῦ ἔτους 1914 διὰ τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύ-
4670νης ὑπὲρ προμηθείας ὑλικοῦ πολέμου διὰ τὸ ὑπουργεῖον
4671τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ τὰς δηλώσεις ὅμως ἀνεβλήθη ἡ
4672διάθεσις αὐτῶν, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος.
4673Ἔχομεν οὕτω πως ἀνειλημμένας ὑποχρεώσεις 100.000.000
4674δρχ. περίπου, αἱ ὁποῖαι μένουσιν ἔξω τῶν μέχρι τοῦδε συ-
4675νωμολογημένων δανείων, τῶν ἀνερχομένων εἰς 560.000.000
4676δραχμῶν.
4677Κατὰ ταῦτα, κύριοι, ἐκ τῶν 755.000.000 δρχ. τοῦ κ.
4678Ὑπουργοῦ ἔχουσι διατεθῆ ἤδη τὰ 660.000.000, ἐρω-
4679τᾶται δὲ τώρα, εἰς τί θὰ πρωτοχρησιμοποιηθῶσι τὰ ὑπό-
4680λοιπα 95.000.000; Εἰς κάλυψιν τῶν ἀφεύκτων ἐλλειμ-
4681μάτων τῶν προσεχῶν ἐτῶν, ἅτινα βεβαίως θὰ ὑπερβῶσι
4682τὰ 250.000.000; Εἰς συμπλήρωσιν τῆς πολεμικῆς ἡμῶν
4683παρασκευῆς; Εἰς κατασκευὴν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τῶν
4684δημοσίων ἔργων; Εἰς ἀποκατάστασιν τῶν προσφύγων, διὰ
4685τὴν ὁποίαν θὰ χρειασθῶσιν οὐχὶ 20.000.000 δρχ., ὡς ὑπε-
4686λόγιζεν αὐτὸς τῇ 27 Μαΐου, ἀλλ’ 100.000.000 καὶ πλέον;
4687Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, κύριοι, ὅτι ἀφήνομεν κατὰ μέ-
4688ρος, ἢ ἀναβάλλομεν ἐπ’ ἀόριστον τὴν συμπλήρωσιν τῆς πο-
4689λεμικῆς ἡμῶν παρασκευῆς, καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξα ἐγώ,
4690δὲν νομίζετε ὅτι καὶ οὕτω τὸ ἀπὸ τοῦ πολέμου καὶ ἐντεῦ-
4691θεν δημόσιον ἡμῶν χρέος θὰ ὑπερβῇ μέχρι τέλους τοὺς ὑπο-
4692λογισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν; Δὲν νομί-
4693ζετε ὅτι εἰς τὰ 755.000.000 δρχ. πρέπει νὰ προστεθῶσιν
4694ἀκόμη 300.000.000 δρχ. τοὐλάχιστον διὰ τὰ ἐλλείμματα
4695τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους καὶ ἐφεξῆς;
4696προσέτι δὲ 100.000.000 δρχ. διὰ τοὺς πρόσφυγας καὶ
469730.000.000 δρχ. διὰ σιδηροδρόμους, εἰς ὅσον ποσὸν πε-
4698ριώρισε τελευταῖον τὴν τοιαύτην δαπάνην ὁ κ. Ὑπουργὸς
4699τῶν Οἰκονομικῶν; Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ προσθέσητε
4700εἰς αὐτὰ καὶ ἓν σεβαστὸν ποσὸν διὰ τὸ μέρος τοῦ δημοσίου
4701χρέους τῆς Τουρκίας, τὸ ὁποῖον ἔχει κατ’ ἀρχὴν ἐπιρρίψῃ
4702εἰς ἡμᾶς ἡ ἐπὶ τούτῳ συνελθοῦσα διεθνὴς οἰκονομικὴ ἐπι-
4703τροπὴ ἐν Παρισίοις;
4704Ἂν ταῦτα πάντα συνυπολογίσωμεν, θὰ ἴδωμεν ὅτι τὸ
4705μὲν δημόσιον ἡμῶν χρέος, τὸ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ μετὰ
4706τὸν πόλεμον, θὰ ὑπερβῇ μέχρι τέλους τὰ δισχίλια ἑκα-
4707τομμύρια, τὸ δὲ τοκοχρεωλύσιόν του τὰ 100.000.000 δρχ.
4708ἐτησίως. Προσθέσατε τώρα εἰς τοῦτο τὰ 100.000.000 δρχ.
4709διὰ τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα καὶ 130.000.000 δρχ.
4710τοὐλάχιστον διὰ τὰς λοιπὰς δαπάνας τοῦ Κράτους μετὰ
4711τὴν ὁλοσχερῆ ἀφομοίωσιν τῆς Νέας πρὸς τὴν Παλαιὰν Ἑλ-
4712λάδα, ὡς πρός τε τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, καὶ τότε θὰ
4713ἴδητε τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων ἀνερχόμενον μίαν
4714ἡμέραν εἰς 330.000.000 δρχ. περίπου. Ἂν θελήσωμεν νὰ
4715μεριμνήσωμεν καὶ περὶ συμπληρώσεως τῆς πολεμικῆς ἡμῶν
4716παρασκευῆς, ὡς ὑπέδειξα ἐγὼ πρίν, τότε τὰ ἔξοδα θὰ
4717ἀνέλθωσιν εἰς 350.000.000 δρχ. ἐτησίως.
4718Ἀπέναντι αὐτῶν ἔχομεν ἐφέτος ἔσοδα 211.656.000
4719δρχ., ὡς ὑπελόγισα αὐτὰ ἐγὼ πρίν, τὰ ὁποῖα εἶναι ζή-
4720τημα, ἐὰν θὰ φθάσωσιν ἐν τῷ μέλλοντι μέχρι τῶν δρχ.
4721250.000.000, ὁπότε θὰ ἔχωμεν τακτικὸν ἔλλειμμα ἐν μὲν
4722τῇ πρώτῃ περιπτώσει περὶ τὰ 80.000.000, ἐν δὲ τῇ δευ-
4723τέρᾳ περὶ τὰ 100.000.000 δρχ.
4724§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μόνον θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ
4725γράφητε δύο φορὰς τὰ ἐλλείμματα· διότι ἐγράψατε ἐν τῷ
4726μεταξὺ χρόνῳ ἐλλείμματα καὶ εὑρίσκετε ὅτι χρειάζεται
4727δημόσιον χρέος 2.000.000.000 δρχ. καὶ 100.000.000 δρχ.
4728δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἀφοῦ τὰ ἐγράψατε μίαν φοράν, τώρα
4729ἔρχεσθε καὶ λέγετε, ἀφοῦ θὰ ἔχητε 100.000.000 δρχ. δη-
4730μοσίαν ὑπηρεσίαν, θὰ ἔχητε πάλιν ἐλλείμματα. Λοιπὸν
4731σᾶς παρακαλῶ καὶ πάλιν νὰ μὴ τὰ γράφητε δύο φοράς. Εἶ-
4732ναι ἀρκετὰ καταπληκτικὰ διὰ τὸ ἀκροατήριον, ὥστε νὰ μὴ
4733τὰ γράφητε δύο φοράς.
4734§158ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Καταπληκτικά, κύριε Πρωθυπουργέ,
4735διὰ πάντα παρακολουθοῦντα μετὰ προσοχῆς τινος τὴν ἀγό-
4736ρευσίν μου, εἶναι αὐτά, τὰ ὁποῖα λέγετε ὑμεῖς. Ἠθελή-
4737σατε νὰ μὲ παραστήσητε ὡς ἀντιφάσκοντα, διατί; διότι,
4738ὡς ἰσχυρίζεσθε, ἐνῷ ὑπελόγισα ἅπαξ ἐλλείμματα, διὰ νὰ
4739ἀναβιβάσω τὸ δημόσιον χρέος εἰς δισχίλια ἑκατομμύρια μὲ
4740ὑπηρεσίαν αὐτοῦ ἐξ 100.000.000 δρχ., ὕστερον ὑπολογίζω
4741καὶ πάλιν ἐλλείμματα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· τί λογικώτερον καὶ
4742συνεπέστερον τούτου; Καὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφιβάλλῃ τις,
4743ἔστω οὗτος καὶ Πρωθυπουργός, ὅτι τὰ ἐλλείμματα, καλυ-
4744πτόμενα διὰ δανείων καὶ αὐξάνοντα οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν
4745τοῦ δημοσίου χρέους, συναυξάνουσι καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋ-
4746πολογισμοῦ, κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δὲν ἐκλείπει οὕτω πως
4747τὸ ἔλλειμμα, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐξογκοῦται αὐτὸ ἔτι μᾶλλον;
4748§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπελογίσατε καὶ τὰ ἐν τῷ με-
4749ταξὺ χρόνῳ διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὰ 100.000.000 δρχ. Δὲν
4750πειράζει, εἴτε 80.000.000 εἴτε 100.000.000 δρχ., τὴν
4751αὐτὴν ἐντύπωσιν κάμνουν.
4752§160ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρωθυπουργέ, δὲν ἀμφι-
4753βάλλω διόλου ὅτι εἰς ὑμᾶς τὴν αὐτὴν ἐντύπωσιν κάμνει τὸ
4754ἔλλειμμα, καὶ 80.000.000 καὶ 100.000.000 δρχ. ἂν εἶ-
4755ναι αὐτό· διότι τόσον ὀλίγον σᾶς μέλλει δι’ αὐτό. Ἐὰν
4756σᾶς ἔμελλε περισσότερον, δὲν θὰ ἐπετρέπετε εἰς τοὺς
4757Ὑπουργούς σας νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν θὰ
4758ἐπεβάλλεσθε εἰς ταύτην νὰ ψηφίσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ νομο-
4759σχέδια, διὰ τῶν ὁποίων δημιουργοῦνται δαπάναι δεκάδων
4760ἑκατομμυρίων εἰς τὰ πολιτικὰ Ὑπουργεῖα, δὲν θὰ ἐφέρετε
4761δὲ τελευταῖον καὶ σεῖς ὁ ἴδιος τὰ δύο ἐκεῖνα νομοσχέδια,
4762δι’ ὧν αὐξάνουσι μόνον τὰ μισθολόγια καθ’ ἑκατομμύρια.
4763Εἶπον, κύριοι, πρὶν ὅτι τὰ ἐλλείμματα μόνον διὰ δα-
4764νείων δύνανται νὰ καλυφθῶσι· διότι πάνθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ.
4765Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν περὶ μελλούσης καταπληκτι-
4766κῆς αὐξήσεως τῶν ἐσόδων τῶν Νέων Χωρῶν οὕτως, ὥστε
4767νὰ ἐπαρκέσωσιν αὐτὰ εἰς ἀποκατάστασιν τοῦ ἰσοζυγίου,
4768ἐγὼ τοὐλάχιστον τὰ θεωρῶ ὡς ὄνειρα θερινῆς νυκτός. Εἰς
4769ἐνίσχυσιν τῆς τοιαύτης αἰσιοδοξίας του ἐπεκαλέσθη αὐτὸς
4770τὸ παράδειγμα τῆς Κρήτης, ὅπερ μετὰ πολλῆς τῆς αὐτα-
4771ρεσκείας ἀναφέρει πάντοτε καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ
4772καθ’ ὃ τὰ ἔσοδά της ηὔξησαν, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐγένετο Ὕπα-
4773τος αὐτῆς Ἁρμοστὴς ὁ Πρίγκηψ Γεώργιος μέχρι σήμερον,
4774ἐκ 3.500.000 εἰς 9.700.000 δρχ. ὡς ἔγγιστα.
4775Ἐν πρώτοις, κύριοι, ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ πο-
4776σὸν τοῦτο ἀναγράφεται μὲν εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουρ-
4777γοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἐμφαίνεται ὅμως ἐν τῇ προσω-
4778ρινῇ καταστάσει τῶν ἐσόδων τῶν Νέων Χωρῶν, τῇ δημο-
4779σιευθείσῃ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως ὀλίγας ἡμέ-
4780ρας πρὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν δηλώσεων, ἤτοι τῇ 23 Ὀκτω-
4781βρίου ἐ. ἔ. Ἐν αὐτῇ ἀναγράφονται κατὰ κεφάλαιον καὶ
4782ἄρθρον τὰ διάφορα ἔσοδα μὲ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν βεβαιώσεων
4783καὶ εἰσπράξεων αὐτῶν, ὡς πρὸς τὴν Μακεδονίαν, τὴν
4784Ἤπειρον καὶ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Προκειμένου ὅμως
4785περὶ Κρήτης παραδόξως πως ἀναγράφονται μὲν ὡσαύτως
4786οἱ τίτλοι τῶν κεφαλαίων καὶ ἄρθρων τῶν διαφόρων ἐσόδων,
4787οὐχὶ δὲ καὶ οἱ ἀριθμοί, οἱ ἐμφαίνοντες τὰ ποσὰ τῶν βε-
4788βαιώσεων καὶ εἰσπράξεων αὐτῶν. Ἰδού, κύριοι, ἡ προσω-
4789ρινὴ αὕτη κατάστασις. (Ἐπιδεικνύει αὐτὴν πρὸς τὴν
4790Βουλήν).
4791Ὡς παρατηρεῖτε, ἡ στήλη τῶν ἀριθμῶν τῶν βεβαιω-
4792θέντων καὶ εἰσπραχθέντων ἐσόδων ἐν Κρήτῃ μένει λευκή,
4793νομίζει δέ τις ὅτι ἔχει ἀνὰ χεῖρας ἐφημερίδα, ἐκδιδομένην
4794ἐν ἀπολυταρχικῷ Κράτει, ἔνθα ἡ ἀσκουμένη λογοκρισία
4795διέγραψε τὴν τελευταίαν στιγμὴν ὁλοκλήρους στήλας, αἱ
4796ὁποῖαι μένουσιν οὕτως ἐν λευκῷ. Ἅμα, κύριοι, λαβὼν τὴν
4797περὶ ἧς ὁ λόγος προσωρινὴν κατάστασιν, ἔμεινα κατάπλη-
4798κτος ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ πρωτοφανοῦς γεγονότος εἰς τὰ χρο-
4799νικὰ ὅλων τῶν Κρατῶν, ζητήσας δὲ τηλεφωνικῶς νὰ μὲ
4800πληροφορήσῃ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, πῶς συνέβη τοῦτο, ἔλα-
4801βον τὴν ἀπάντησιν, ὅτι δὲν εἶχον συγκεντρωθῆ ἀκόμη ὅλα
4802τὰ σχετικὰ ἀποτελέσματα!
4803Παρατηρητέον δὲ ὅτι αὐτὴ ἡ προσωρινὴ κατάστασις
4804εἶναι τῆς χρήσεως τοῦ 1913, ἡ μόνη δημοσιευθεῖσα μέχρι
4805τοῦδε ἐν τῇ ἐνταῦθα ἐκδιδομένῃ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνή-
4806σεως, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλας τέσσαρας τοιαύτας ἐφημε-
4807ρίδας, ἐκδιδομένας εἰς τὰς ἕδρας τῶν τεσσάρων Γενικῶν
4808Διοικήσεων τῶν Νέων Χωρῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνωμεν ἡμεῖς
4809οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους γνῶσιν αὐτῶν. Καὶ νῦν ἐρω-
4810τᾶται· ἐὰν μέχρι τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1914 δὲν ἐστάθη δυ-
4811νατὸν νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς χρήσεως
4812τοῦ 1913, πῶς κατωρθώθη μετὰ 8 ἡμέρας, ἤτοι τὴν 31
4813Ὀκτωβρίου τοῦ αὐτοῦ ἔτους νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ ἀποτε-
4814λέσματα τῆς χρήσεως τοῦ 1914 καὶ νὰ παρουσιασθῶσι μά-
4815λιστα εἰς τὴν Βουλὴν τυπωμένα εἰς τὰς δηλώσεις τοῦ κ.
4816Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;
4817Ἐγὼ ὅμως, κύριοι, δέχομαι ὅτι ὄντως τὰ ἔσοδα τῆς
4818Κρήτης θὰ ἀνέλθωσιν ἐφέτος εἰς 9.700.000 δρχ., ὡς ἀνα-
4819γράφεται εἰς τὰς δηλώσεις. Ἀλλ’ εὑρίσκονται τώρα ἡ Μα-
4820κεδονία, ἡ Ἤπειρος καὶ αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου, εἰς ἣν κα-
4821τάστασιν εὑρίσκετο ἡ Κρήτη ἐν ἔτει 1898;
4822§161ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἡ κατάστασις τῆς
4823Μακεδονίας ἦτο καλλιτέρα ἀπὸ τὴν τῆς ἰδιαιτέρας μου
4824πατρίδος;
4825§162ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρωθυπουργέ, διέμεινα
4826ἐπὶ ἔτη ἐν Μακεδονίᾳ, ὡς γεωργός, δύναμαι δὲ νὰ σᾶς
4827διαβεβαιώσω ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ὅτι ἡ γεωργία ἐκεῖ εὑ-
4828ρίσκετο εἰς καλλιτέραν κατάστασιν ἢ ἐν αὐτῇ τῇ Παλαιᾷ
4829Ἑλλάδι. Τοῦτ’ αὐτὸ συμβαίνει καὶ ὡς πρὸς τὰς νήσους τοῦ
4830Αἰγαίου. Ἡ Κρήτη ὅμως μέχρι τοῦ 1897 διετέλει ἐν πλή-
4831ρει ἀναρχίᾳ, ἀπὸ δεκαετηρίδων πολλῶν εὑρισκομένη ἐν
4832ἐπαναστάσει, ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἄλλοτε μὲν κατεστρέφοντο
4833καὶ ἠρημοῦντο τὰ κτήματα καὶ τὰ χωρία τῶν χριστιανῶν,
4834ἄλλοτε δὲ τὰ τῶν μουσουλμάνων, ἕως οὗ κατὰ μέγα μέρος
4835μετεβλήθη αὐτὴ εἰς ἐρείπια καὶ εἰς χέρσον γῆν. Ἐν τῷ
4836μέσῳ τοιαύτης καταστάσεως ἄπορον εἶναι, πῶς εὐθὺς τὸ
4837πρῶτον ἔτος ἡ Κρητικὴ Πολιτεία εἰσέπραξε καὶ αὐτὰ τὰ
48383.500.000 δρχ., οὐχὶ δὲ πῶς μετὰ δεκαεπταετῆ αὐτόνο-
4839μον καὶ εἰρηνικὸν βίον ἔφθασαν αἱ εἰσπράξεις της εἰς ἴσον
4840σχεδὸν ποσὸν πρὸς τὰς τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου, αἵτινες
4841μόλις πρὸ διετίας ἀπηλλάγησαν ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ ζυγοῦ.
4842Προκειμένου δὲ ἰδίως περὶ Μακεδονίας πολὺ φοβοῦ-
4843μαι, μήπως συμβῇ καὶ ἐν αὐτῇ, ὅ,τι καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ
4844κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη ἀπὸ τῆς ἀπελευθερώσεώς της. Ὡς τὰ
4845ἔσοδα ταύτης ἠλαττώθησαν τότε πολύ, ἕνεκα τῆς μετανα-
4846στεύσεως ἐκεῖθεν πολλῶν μουσουλμάνων ἐργατικῶν, εἰς
4847οὓς ὠφείλετο σὺν ἄλλοις καὶ ἡ καλλιέργεια τοῦ περιζητή-
4848του σκληροῦ σίτου της, τοῦ γνωστοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα ντεβές,
4849φόβος εἶναι μήπως συμβῇ τὸ ἴδιον τώρα καὶ ἐν Μακεδο-
4850νία, ἂν ἐξακολουθήσωσι μεταναστεύοντες ἐξ αὐτῆς οἱ μου-
4851σουλμάνοι γεωργοὶ τῆς Ἀνατολικῆς Μακεδονίας, τῆς Χαλ-
4852κιδικῆς, τῆς Καρατζόβας, τῶν Καϊλαρίων καὶ ἄλλων περι-
4853φερειῶν, οἵτινες ἔχουσι σὺν ἄλλοις προαγάγῃ καὶ τὴν καλ-
4854λιέργειαν τοῦ καπνοῦ εἰς βαθμὸν ἐπίζηλον.
4855Ἰδού, κύριοι, διατί ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω ὅτι δὲν
4856πρέπει νὰ αἰσιοδοξῇ τόσον πολὺ ἡ Κυβέρνησις καὶ ν’ ἀνα-
4857μένῃ μεγάλην αὔξησιν ἐσόδων ἐκ τῶν νέων χωρῶν καὶ
4858ἰδίως ἐκ τῆς Μακεδονίας κατὰ τὰ προσεχῆ ἔτη, κατὰ τὰ
4859ὁποῖα τόσον ἀπειλητικὸν ἐγείρεται τὸ οἰκονομικὸν πρόβλημα
4860τοῦ Κράτους καὶ τῆς χώρας ἐνώπιόν μας.
4861Δυστυχῶς δὲ ὑπὲρ πάντα ἄλλον αἰσιόδοξος φαίνεται ὁ
4862κ. Πρωθυπουργός, ἡ δ’ αἰσιοδοξία του αὕτη ἐξώθησεν αὐ-
4863τὸν μέχρι τοῦδε, ἐξακολουθεῖ δ’ ἔτι καὶ νῦν νὰ τὸν ἐξωθῇ
4864εἰς ἀλόγιστον αὔξησιν τῶν δαπανῶν τοῦ Κράτους, εἰς δια-
4865σπάθησιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Ἔχει δ’ ἐν τούτῳ μι-
4866μητὰς πάντας σχεδὸν τοὺς ὑπουργούς του.
4867Ἡ αἰσιοδοξία, κύριοι, τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἔφθασεν
4868ἤδη εἰς τοιοῦτο σημεῖον, ὥστε νὰ προκαλέσῃ αὐτὸς ἐπα-
4869νειλημμένως τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἵνα τῷ ὑποδείξῃ, ἔστω
4870καὶ μίαν περίπτωσιν ἀφειδοῦς διαθέσεως τῶν δημοσίων
4871χρημάτων. Ἡ αἰσιοδοξία συνεσκότισεν, ὡς φαίνεται, ἐπὶ
4872τοσοῦτον τὴν ἄλλως διαυγῆ διάνοιάν του, ὥστε νὰ μὴ ἐν-
4873νοῇ ὅτι ἠδύνατο οὕτω πως νὰ συμβῇ εἰς αὐτόν, ὅ,τι καὶ
4874εἰς τὸν εὑρισκόμενον ἐντὸς ὑαλίνου οἰκοδομήματος καὶ προ-
4875καλοῦντα τοὺς ἔξωθεν τούτου ἱσταμένους εἰς πετροπόλεμον!
4876Τοὐλάχιστον ἐγὼ ἐθεώρησα τώρα ἐπιβεβλημένον εἰς
4877ἐμὲ ν’ ἀντεπεξέλθω πρὸς τὴν τοιαύτην πρόκλησιν τοῦ κ.
4878Πρωθυπουργοῦ καὶ νὰ τῷ ὑποδείξω οὐχὶ μίαν, ἀλλὰ πολ-
4879λὰς περιπτώσεις ἀφειδοῦς διαθέσεως καὶ σπατάλης ἔτι τῶν
4880δημοσίων χρημάτων, ἀρχόμενος ἐξ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου,
4881τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ ἴδιος, ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἀνέλαβε τὴν
4882Κυβέρνησιν τῆς χώρας ἐν ἔτει 1910.
4883Ἀπὸ τοῦ θέρους τοῦ 1911 μέχρις ἐσχάτων οὐδεὶς
4884ἔλεγχος ἔχει ἐνασκηθῆ ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τοῦ Ὑπουρ-
4885γείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἔκτοτε δέ, διαρκοῦντος ἰδίᾳ τοῦ
4886πολέμου, ἔχουσι προκαταβληθῆ ἐπὶ ἀποδόσει λ]σμοῦ περὶ
4887τὰ 70.000.000 δρχ. εἰς τὰ διάφορα σώματα καὶ κατα-
4888στήματα στρατοῦ, ὑπὲρ τὰ 30.000.000 εἰς τὸν κ. Μπο-
4889νιὲ καὶ ὡς 40.000.000 δρχ. εἰς τὴν διεύθυνσιν τῆς ὑπη-
4890ρεσίας τῶν μετόπισθεν ἐν Μακεδονίᾳ.
4891Καὶ τὰ μὲν σώματα καὶ καταστήματα στρατοῦ ἔχου-
4892σιν ὑποβάλῃ ἤδη διάφορα δικαιολογητικά, διὰ τὴν ἐξέ-
4893λεγξιν τῶν ὁποίων ἐγένετο μέχρι τοῦδε ἀπόπειρα, ἡ ὁποία
4894ὅμως ἐναυάγησεν, εὑρεθεῖσα πρὸ ἀδιεξόδου· διὸ ἀπεφασί-
4895σθη νὰ ἐνοικιασθῇ ἓν οἴκημα ἀντὶ 500 δρχ. τὸν μῆνα, εἰς
4896ὃ μετακομισθέντα διὰ κάρρων ἐνεκλείσθησαν καὶ φυλάτ-
4897τονται τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος δικαιολογητικά. Ἐλλείπουσι δέ,
4898καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, τὰ δικαιολογητικὰ τόσον διὰ
4899τὰ 30.000.000 δρχ. τοῦ κ. Μπονιέ, ὅσον καὶ διὰ τὰ
490040.000.000 δρχ. τῆς ὑπηρεσίας τῶν μετόπισθεν ἐν Μα-
4901κεδονίᾳ. Δι’ ἑνὸς δὲ νομοσχεδίου ἀπεφάσισεν ὁ κ. Πρωθυ-
4902πουργὸς νὰ θέσῃ τελείαν καὶ παύλαν εἰς τὸν ἔλεγχον ὅλων
4903αὐτῶν τῶν ἑκατομμυρίων, διὰ τὴν ἀνυπαρξίαν τοῦ ὁποίου
4904τὴν πρώτην καὶ κυρίαν εὐθύνην φέρει αὐτός, ὡς ὑπουργὸς
4905τῶν Στρατιωτικῶν.
4906Ἠττήθημεν, κύριοι, ἐν ἔτει 1897 ἐν Θεσσαλίᾳ, διὰ δὲ
4907τὴν ἐπακολουθήσασαν τότε φυγὴν ἐκεῖθεν ἐπῆλθε τοιαύτη
4908σύγχυσις, ὥστε ἐν ἀρχῇ ἐθεωρήθη ἀδύνατος πᾶς ἔλεγχος
4909τῆς τότε οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὅμως
4910ταχέως ἐξευρέθη ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐνηργήθη ὁ ἔλεγχος
4911καὶ ἀπεκατεστάθη ἡ τάξις ἐν τῇ διαχειρίσει τοῦ Ὑπουρ-
4912γείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐνῷ τώρα, εἰ καὶ οὐδεμίαν ἧτταν
4913καὶ φυγὴν ὑπέστημεν, οὐδ’ ἠδύνατο ἄρα νὰ ἐπέλθῃ ὡς ἐκ
4914τούτου ἡ σύγχυσις τοῦ 1897, ἐν τούτοις ἐξακολουθεῖ ἔτι
4915καὶ νῦν ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ στρατοῦ εὑρισκομένη
4916ἐν πλήρει ἀταξίᾳ, ἣν ἐπέτεινεν ἔτι μᾶλλον ἡ διάλυσις τοῦ
4917οἰκονομικοῦ σώματος καὶ ἡ ἀντικατάστασις τούτου διὰ τῆς
4918ἐπιμελητείας, εἰς ἣν προσελήφθησαν ἀξιωματικοὶ παντὸς
4919ὅπλου, οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν ἐν οὐδεμιᾷ σχέσει εὑρισκόμε-
4920νοι πρὸς τὴν λογιστικὴν καὶ οἰκονομικὴν καθόλου ὑπηρε-
4921σίαν. Μήπως δὲ παρόμοιόν τι δὲν συνέβη καὶ μὲ τὸ ὑλι-
4922κὸν πολέμου μετὰ τὴν διάλυσιν καὶ τοῦ σώματος τούτου;
4923Τί δὲ νὰ εἴπῃ τις διὰ τὰς παροιμιώδεις πλέον κατα-
4924στάσας καταχρήσεις μὲ τὰς διαφόρους προμηθείας τοῦ
4925Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν; τί διὰ τὰ αὐτοκίνητα,
4926τὰ ὁποῖα κατάκεινται ἄχρηστα ἐν Πειραιεῖ, ἀφ’ ἧς ἡμέρας
4927μετεκομίσθησαν αὐτὰ ἐκεῖσε ἐξ Ἀγγλίας; τί διὰ τοὺς
4928γαιάνθρακας; τί διὰ τὰς ἀρβύλας, διὰ τὰ ἄλευρα, διὰ τὸ
4929ὀρύζιον, διὰ τὰς κονσέρβας, διὰ τὴν κριθὴν καὶ τὸν χόρτον;
4930τί διὰ τὴν τροφοδοσίαν τῶν Τούρκων αἰχμαλώτων; Πρό-
4931κειται, κύριοι, περὶ πολλῶν ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τὰ
4932ὁποῖα ἐρρίφθησαν, τὸ δὴ λεγόμενον, εἰς τὴν θάλασσαν, διὰ
4933νὰ πλουτίσωσιν οὕτω πως οἱ διάφοροι γνωστοὶ καὶ ἄγνω-
4934στοι, μεγαλόσχημοι καὶ μικρόσχημοι προμηθευταὶ καὶ ἐρ-
4935γολάβοι, οἱ ὁποῖοι ἀνεφύησαν αἴφνης, ὥσπερ μύκητες, περὶ
4936τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ
4937ἐξεμύζησαν δι’ αὐτοῦ τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἕως οὗ ἔφθασε
4938τοῦτο εἰς τὴν θέσιν, καθ’ ἣν δὲν ἐπαρκεῖ πλέον καὶ δι’
4939αὐτὸ τὸ συσσίτιον τοῦ στρατεύματος, ὡς ὡμολόγησε πρό
4940τινος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου αὐτὸς οὗτος ὁ κ. πρωθυπουρ-
4941γὸς καὶ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν.
4942Καὶ δὲν εἶνε αὐτή, κ. Πρωθυπουργέ, ἀσυνείδητος σπα-
4943τάλη τῶν δημοσίων χρημάτων, διὰ τὴν ὁποίαν μάλιστα
4944οὐδένα τῶν μεγαλοσχήμων καταχραστῶν ἐσκέφθητέ ποτε
4945νὰ καταδιώξητε; Δὲν εἶνε σπατάλη ἀσυνείδητος αἱ κατα-
4946χρήσεις, αἱ γενόμεναι κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν δύο ἀμερικα-
4947νικῶν θωρηκτῶν, διὰ τὰ ὁποῖα κατεβλήθη σκανδαλωδῶς
4948τὴν τελευταίαν στιγμὴν προμήθεια 1.500.000 δρχ., προ-
4949σέτι δὲ κατὰ τὴν ἀγορὰν τῶν τελευταίων αὐτοκινήτων;
4950Δὲν εἶνε σπατάλη ἀσυνείδητος αἱ καταχρήσεις, αἱ γενό-
4951μεναι κατὰ τὴν προμήθειαν καὶ μεταφορὰν ἐξ Ἀμερικῆς
4952μὲν γαιανθράκων, σίτου, ἀραβοσίτου καὶ κριθῆς, ἐξ Αὐ-
4953στρίας δὲ ζακχάρεως; Πάντα τὰ εἴδη ταῦτα ἦσαν κατω-
4954τέρων ποιοτήτων, τῶν εἰσαγομένων διὰ τοῦ ἐμπορίου,
4955ἐπλήρωσε δὲ δι’ αὐτὰ τὸ δημόσιον τιμὰς ἀσυγκρίτῳ τῷ
4956λόγῳ ἀνωτέρας. Πρόκειται περὶ ζημίας ἑκατομμυρίων καὶ
4957ὅμως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν συνεκινήθη διόλου ἐξ αὐτῆς,
4958οὐδ’ ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπέμβασιν τῆς Δικαιοσύνης, ἵνα ἀνα-
4959καλύψῃ καὶ τιμωρήσῃ τοὺς ἐνόχους. Διατί τοῦτο;
4960Δὲν εἶνε, κ. Πρωθυπουργέ, ἀσυνείδητος σπατάλη τῶν
4961δημοσίων χρημάτων καὶ αἱ παντοῖαι καταχρήσεις, αἱ γε-
4962νόμεναι κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν ἱερῶν χρημάτων τοῦ ἑλλη-
4963νικοῦ λαοῦ πρὸς περίθαλψιν καὶ ἀποκατάστασιν τῶν ἀτυ-
4964χῶν προσφύγων ἐν Μακεδονίᾳ, δι’ ἃς ἠναγκάσθη ἐπὶ τέ-
4965λους νὰ ἐπεμβῇ αὐτεπαγγέλτως ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ εἰσαγ-
4966γελικὴ ἀρχή; Δὲν εἶνε ἀσυνείδητος σπατάλη ὅλη ἡ πολυ-
4967τέλεια καὶ ἡ χλιδή, ἡ ἐγκαθιδρυθεῖσα ὑφ’ ὑμᾶς εἰς ὅλα τὰ
4968Ὑπουργεῖα καὶ τὰς Γενικὰς Διοικήσεις τῶν Νέων Χωρῶν,
4969αἱ μισθώσεις ἰδιωτικῶν κτιρίων κατὰ μυριάδας, αἱ ἐπι-
4970πλώσεις αὐτῶν καθ’ ἑκατοστύας χιλιάδων δραχμῶν καὶ
4971τέλος τὰ πολλαπλᾶ αὐτοκίνητα;
4972Δὲν εἶναι ἀσυνείδητος σπατάλη τὰ μισθολόγια τῶν Γε-
4973νικῶν Διοικήσεων τῆς Κρήτης καὶ Μακεδονίας; Δὲν παρα-
4974τηρεῖται ἡ αὐτὴ ἀσυνείδητος σπατάλη τῶν δημοσίων χρη-
4975μάτων καὶ εἰς πᾶσαν ἄλλην δαπάνην, γινομένην ἐν ταῖς
4976Νέαις Χώραις; Ἵνα, κύριοι, κρίνητε ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα,
4977σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀνοίξητε τὸ τεῦχος τῶν δηλώσεων τοῦ
4978προϋπολογισμοῦ ἐν σελίδι 401α. Ἰδοὺ τί ἀναγράφεται ἐν
4979αὐτῇ περὶ τῶν ἐν Ἠπείρῳ εἰς λ)σμὸν τοῦ Δημοσίου λει-
4980τουργούντων αὐτοκινήτων (ἀναγινώσκει).
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
4981«1)Ἔξοδα λειτουργίας αὐτοκινήτωνδρχ. 96,000
4982»2)Ἀμοιβαι ὑπαλ. συνεργείου » » 5,000
4983»3)Ἀντίτιμον βενζίνης » » 180,000
4984»4)Ἀντίτιμον ἐλαίου » » 40,000
4985»5)Ἀντίτιμον λίπους καὶ ἄλλων» » 10,000
4986»6)Ἐλαστικῶν » » 140,000
4987»7)Ἀνταλλακτικῶν εἰδῶν » » 40,000
4988»8)Διάφορα ἔξοδα συνεργείου » » 24,000
4989»9)Ποσοστὰ ἐπὶ τῆς εἰσπράξεως» » 2,000
4990 » Σύνολον 537,000»
4991Ἠδύνατο, κύριοι, κάλλιστα ἡ Κυβέρνησις νὰ εὕρῃ ἑται-
4992ρίαν πρόθυμον ν’ ἀναλάβῃ τὴν δι’ αὐτοκινήτων συγκοινωνίαν
4993ἐν Ἠπείρῳ, ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ καταβληθῶσιν εἰς αὐτὴν
4994τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως τῶν ἐκεῖ ἁμαξιτῶν, τῆς μετα-
4995φορᾶς τῶν ταχυδρομικῶν σάκκων, ἐν ἀνάγκῃ δὲ καὶ ἐτη-
4996σία τις ἐπιχορήγησις ἐξ 20–30 χιλ. δρ. τὸ πολύ. Ἡ με-
4997γαλομανία ὅμως καὶ ἡ ἀκατάσχετος ῥοπὴ πρὸς τὴν σπα-
4998τάλην ἐξώθησαν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ ν’ ἀναλάβῃ ἡ ἰδία
4999τὴν τοιαύτην ἐπιχείρησιν, ἥτις στοιχίζει εἰς τὸ Δημόσιον
5000ἐτησίως 537,000 δρχ., ὅσα δηλαδὴ θὰ ἤρκουν διὰ τὴν
5001ὑπηρεσίαν δανείου, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ κατα-
5002σκευασθῇ ἐν Ἠπείρῳ σιδηρόδρομος.
5003§163Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλὰ διατί δὲν ἀνεγνώσατε καὶ
5004ποῖαι εἶναι αἱ εἰσπράξεις, αἱ ὁποῖαι ὑπερβαίνουσιν αὐτὸ τὸ
5005ποσόν, ἑπομένως δὲν εἶναι καμμία δαπάνη;
5006§164ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Εἰς τὰς δηλώσεις σας, κ. Ὑπουργέ,
5007τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα πρὸ μικροῦ, ἀναγράφονται μόνον τὰ
5008ἔξοδα τῶν αὐτοκινήτων τῆς Ἠπείρου, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ
5009ἔσοδα. Ἔχω ὅμως πρόχειρον ἐνώπιόν μου τὸ φύλλον τῆς
5010«Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως», εἰς τὸ ὁποῖον ἐδημοσι-
5011εύθη ἡ μονάκριβη προσωρινὴ κατάστασις τῶν ἐσόδων τῶν
5012Νέων Χωρῶν τῇ 23 Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. Ἐν σελ. 647 αὐτοῦ
5013ἀναγράφεται (ἀναγινώσκει): «Ἔσοδα αὐτοκινήτων δρχ.
501478,695 καὶ λεπτὰ 60». Εἶσθε εὐχαριστημένος τώρα, κ.
5015Ὑπουργέ;
5016§165Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πόσων μηνῶν εἶναι αὐτὴ ἡ κατάστα-
5017σις, παρακαλῶ;
5018§166Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Πόσων μηνῶν εἶναι;
5019§167ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Δὲν μοὶ φαίνεται, κύριοι, διόλου
5020παράδοξον, ὅτι ὁ μακάριος αὐτὸς Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομι-
5021κῶν ἀγνοεῖ, πόσων μηνῶν εἶναι ἡ μόνη προσωρινὴ κατά-
5022στασις τῶν ἐσόδων τῶν Νέων Χωρῶν, τὴν ὁποίαν ἐδημο-
5023σίευσε μέχρι τοῦδε ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου
5024του. Ἰδού, κ. Ὑπουργέ, πῶς ἐπιγράφεται ἡ κατάστασις
5025αὐτὴ (ἀναγινώσκει): «Προσωρινὴ κατάστασις ἐσόδων
5026Νέων Χωρῶν χρήσεως 1913 ἀπὸ συστάσεως ἑκάστου τῶν
5027νέων Ταμείων μέχρι 30 Ἰουνίου 1914».
5028§168Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ ἔσοδα εἶνε πολὺ ἀνώτερα.
5029§169Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας).
5030Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι αἱ εἰσπράξεις εἶναι ἄνω τῶν
5031600.000 δρχ. Θὰ προσκομίσω αὔριον τοὺς γενικοὺς πίνα-
5032κας εἰς τὴν Βουλήν.
5033§170ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἐάν, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινω-
5034νίας, τὰ αὐτοκίνητα παρουσιάζουσιν ὄντως τοιαύτας εἰσ-
5035πράξεις, ἔπρεπε τοὺς σχετικοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους
5036ἀπειλεῖτε τώρα νὰ προσκομίσητε εἰς τὴν Βουλήν, νὰ τοὺς
5037ἔχητε δώσῃ ἤδη πρὸ πολλοῦ εἰς τὸν συνάδελφόν σας ἐπὶ
5038τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα τὰς λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ αὐτὸς καὶ
5039ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου του καὶ μὴ δημοσιεύσωσιν ἐν
5040τῇ ἐπισημότητι τῆς ἀρχῆς των διὰ τῆς «Ἐφημερίδος τῆς
5041Κυβερνήσεως» ὅ,τι πρὸ μικροῦ σᾶς ἀνέγνων. Ἐὰν δέ, κύ-
5042ριοι, ἀπεδεικνύετο ἀκριβὴς ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κ. ὑπουργοῦ
5043τῆς Συγκοινωνίας, τότε θὰ ἔπρεπε τῇ ἀληθείᾳ νὰ οἰκτεί-
5044ρωμεν τὰ χάλια τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν δύο αὐτῶν ὑπουρ-
5045γείων.
5046Ὅπωςδήποτε ὅμως ἐγὼ νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι μέχρι
5047τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ
5048προσαγάγῃ εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ ἁπλοῦν σημείωμα, ἀλλ’
5049αὐτὰς ταύτας τὰς καταστάσεις, τὰς ὁποίας ἔχει ὑποβάλει
5050ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐν Ἠπείρῳ αὐτοκινήτων, νὰ μὴ ἀμφι-
5051βάλλω περὶ τῆς ἀξιοπιστίας τῶν ἐπισήμων καὶ ὑπευθύνων
5052δημοσιευμάτων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκο-
5053νομικῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγράφουσιν ἔξοδα μὲν αὐτοκινήτων
5054537,000 δρχ., ἔσοδα δὲ 78,000 δρχ. πρὸς διατράνωσιν
5055τῆς ἐσχάτης ἀβουλίας, ἵνα μή τι ἄλλο εἴπω, μεθ’ ἧς ἡ
5056Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ κατασπαταλᾷ τὰ δημόσια χρή-
5057ματα καὶ καθ’ ὃν ἔτι χρόνον τὰ δημόσια ταμεῖα δυσκολεύ-
5058ονται νὰ καταβάλλωσι τακτικῶς καὶ ἀνελλιπῶς καὶ τὰ
5059ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔξοδα τοῦ Κράτους.
5060Εἶναι ἀληθές, κύριοι, ὅτι ὑπάρχουσι διαλείμματα,
5061κατὰ τὰ ὁποῖα τὰ δημόσια ταμεῖα φαίνονται ἐνήμερα εἰς
5062τὰς τρεχούσας τοὐλάχιστον πληρωμάς των. Εἰς τί ὅμως
5063ὀφείλεται τοῦτο; Δυστυχῶς εἰς ἐνέσεις, διὰ τῶν ὁποίων
5064ἐπιζητεῖται συνήθως ἡ παράτασις τῆς ζωῆς τῶν ἐπιθανά-
5065των. Ἐνέσεις δὲ εἶνε ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὰ προσωρινὰ
5066δάνεια, αἱ προκαταβολαὶ καὶ οἱ διάφοροι οἰκονομικοὶ συν-
5067δυασμοί, εἰς οὓς προσέφυγε τελευταῖον ἡ Κυβέρνησις, προσ-
5068παθοῦσα οὕτω ν’ ἀναζωογονήσῃ, ἔστω καὶ πρὸς καιρὸν μό-
5069νον, τὴν φθίνουσαν οἰκονομικὴν ζωὴν τοῦ Κράτους.
5070Πρὸς τοῦτο, κύριοι, ἐζήτησε καὶ ἔλαβεν αὐτὴ πρό τι-
5071νος παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, πλὴν τοῦ δανείου τῶν
507265.000.000 δρχ., καὶ ἄλλα τινὰ μικροδάνεια, συμποσού-
5073μενα εἰς 12.000.000 δρχ., καθ’ ἃ διϊσχυρίσθη πρὸ ὀλίγου
5074ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἔλαβε προσέτι τὴν
5075προκαταβολὴν τῶν 20.000.000 δρχ. ἐκ Παρισίων. Ἐζή-
5076τησε τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ λάβῃ, ὡς δάνεια
5077προσωρινά, τοὺς ἐράνους ὑπὲρ τῆς Ναυαρχίδος καὶ τὰ χρή-
5078ματα τοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
5079Αὐξάνει τὰ ἔντοκα γραμμάτια ἐκ 10 εἰς 25.000.000 δρχ.
5080Διὰ τῆς ὑποβληθείσης εἰς ἡμᾶς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνι-
5081κῆς Τραπέζης ζητεῖ νὰ λάβῃ παρὰ ταύτης, ὑπὸ τὸ πρόσ-
5082χημα ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης 25.000.000 δρχ.
5083πρὸς 4% καὶ 10.000.000 δρχ. εἰς προεξόφλησιν πεντα-
5084ετοῦς συμμετοχῆς τοῦ Κράτους εἰς τὰ κέρδη της, τὰ ὁποῖα
5085θὰ χρησιμοποιήσῃ ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς ἐπειγούσας ἀνάγ-
5086κας τοῦ Κράτους, ὃ ἐστὶ μεθερμηνευόμενον εἰς κάλυψιν τοῦ
5087χαίνοντος ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ.
5088Ἀλλά, κύριοι, ἕως πότε θὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κα-
5089τάστασις; Μήπως ὑπάρχει καμμία ἐλπὶς νὰ συνομολογή-
5090σωμεν ταχέως μέγα ἐξωτερικὸν δάνειον, διὰ τοῦ ὁποίου
5091θ’ ἀνεκτῶμεν ἐπί τινα ἔτη ἄνεσιν, ἕως οὗ κατορθωθῇ ἡ ἐξυ-
5092γίανσις τῶν δημοσίων ἡμῶν οἰκονομικῶν; Δυστυχῶς ὅμως
5093ἡ θύρα τῶν ἐξωτερικῶν δανείων ἔχει κλείσῃ ἤδη δι’ ἡμᾶς
5094ἐπὶ μακρόν, ὡς καὶ δι’ ὅλα τὰ μικρὰ Κράτη· διότι αἱ χῶ-
5095ραι, αἱ συνήθως δανείζουσαι αὐτά, εὑρισκόμεναι τώρα εἰς
5096ἐμπόλεμον κατάστασιν, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου καὶ μετὰ
5097τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης, θὰ ἔχωσι νὰ ἐπουλώσω-
5098σιν ἰδίας οἰκονομικὰς πληγὰς οὕτως, ὥστε νὰ μὴ περισ-
5099σεύωσι κεφάλαια δι’ ἄλλα δάνεια ἐξωτερικά. Ἐὰν δὲ πρὸ
5100τοῦ πολέμου αἱ Κυβερνήσεις των παρενέβαλλον πολλάκις
5101προσκόμματα δι’ αὐτά, οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ἐν
5102καιρῷ πολέμου καὶ μετὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῆς εἰρήνης
5103ἐπὶ ἔτη ἴσως, θὰ τὰ ἀπαγορεύσωσι τελείως.
5104Τί δέον γενέσθαι τότε; Θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ Κυβέρνη-
5105σις ν’ ἀπογυμνώνῃ δι’ ἐσωτερικῶν ἀναγκαστικῶν δανείων
5106τὴν χώραν ἐκ τῶν ἀποθεματικῶν της κεφαλαίων, ἕως οὗ
5107ἀφαιρέσῃ πᾶν ἔρεισμα μελλούσης οἰκονομικῆς ἀνορθώσεως;
5108Ἀλλὰ δὲν ἐννοεῖ ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ ἀναβάλῃ μόνον ἐπί
5109τινα χρόνον τὴν καταστροφήν, ἵνα τὴν καταστήσῃ φοβε-
5110ρωτέραν καὶ συμπαρασύρῃ εἰς τὸν ὄλεθρον ὁμοῦ μετὰ τῶν
5111δημοσίων καὶ τὰ κατ’ ἰδίαν οἰκονομικὰ τῆς χώρας;
5112Κύριοι, κατ’ ἀνάγκην ἀναπόδραστον θὰ καταλήξωμεν
5113θᾶττον ἢ βράδιον εἰς ἀναστολὴν πληρωμῶν, ἡ ὁποία τώρα
5114θὰ εἶναι ἀσυγκρίτῳ τῷ λόγῳ δεινοτέρα τῆς τοῦ 1893.
5115Τότε ἀνεστείλαμεν μόνον τὴν πληρωμὴν τῶν τοκοχρεωλυ-
5116σίων τῶν ἐξωτερικῶν δανείων, ἥτις μᾶς ἐστοίχισε τὴν ἐπι-
5117βολὴν τοῦ διεθνοῦς ἐλέγχου, ἐνῷ τώρα τὰ τοκοχρεωλύσια
5118τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος δανείων θὰ παραμείνωσιν ἄθικτα,
5119ἀφοῦ τὰς ὑπεγγύους δι’ αὐτὰ προσόδους διαχειρίζεται ἀπ’
5120εὐθείας ἡ Διεθνὴς Οἰκονομικὴ Ἐπιτροπή, κατ’ ἀκολουθίαν
5121δὲ ἡ ἀναστολὴ θὰ γίνῃ ὡς πρὸς τὰς ἄλλας πληρωμὰς τοῦ
5122Κράτους, κυρίως τὰς ἐσωτερικάς.
5123Προανακρούσματα τῆς τοιαύτης ἀναστολῆς ἔχομεν ἤδη
5124ἐν τῇ δυσκολίᾳ, μεθ’ ἧς τὸ Κράτος ἐκπληροῖ τὰς ὑποχρεώ-
5125σεις του. Ἂν δὲ τὸ κακὸν ἀναχαιτίζεται τώρα ἀπὸ και-
5126ροῦ εἰς καιρὸν διὰ τῶν προσωρινῶν δανείων καὶ τῶν προ-
5127καταβολῶν, μίαν ἡμέραν ὅμως θὰ ἐξαντληθῶσι καὶ τὰ
5128ἐφόδια ταῦτα καὶ τότε θὰ ἐπέλθῃ τὸ οἰκονομικὸν χάος, οὗ-
5129τινος αἱ συνέπειαι θὰ εἶναι ἀνυπολόγιστοι ὄχι μόνον ὑπὸ
5130οἰκονομικήν, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ κοινωνικὴν καὶ ὑπὸ πολιτικήν,
5131κυρίως δὲ καὶ κατ’ ἐξοχὴν ὑπὸ ἐθνικὴν ἔποψιν.
5132Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον ἰλιγγιῶ πρὸ
5133τῶν συνεπειῶν τούτων. Ὑπῆρξεν ἐποχή, καθ’ ἣν ἡμεῖς μό-
5134νοι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Οἰτύλου βουλευτὴς καὶ ἐγώ, ἤμεθα αἰ-
5135σιόδοξοι διὰ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἐπρόκειτο δὲ
5136τότε περὶ ἐλλείμματος 10–12 ἑκατομμ. καί, ἐνῷ οἱ ἄλ-
5137λοι ἐνόμιζον ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ καλυφθῇ αὐτό, ἡμεῖς εἴ-
5138χομεν τὸ θάρρος ν’ ἀναλάβωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἀφ’ ἑνὸς
5139μὲν δι’ ἀποκοπῆς πάσης περιττῆς ἢ μὴ ἀπαραιτήτου δα-
5140πάνης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δι’ ἀνορθώσεως τῆς καθόλου διοική-
5141σεως καὶ ἰδίως τῆς τῶν οἰκονομικῶν καὶ τέλος διὰ φορολο-
5142γικῆς μεταρρυθμίσεως νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο
5143εἰς περίσσευμα 12 ἑκατομμυρίων ὡς ἔγγιστα.
5144Πρὸ τοῦ σημερινοῦ ὅμως ἐλλείμματος τῶν 75.000.000
5145δρχ., ὅπερ βραδύτερον δύναται ν’ ἀνέλθῃ καὶ εἰς 100.000.000
5146δρχ., δὲν διστάζομεν νὰ δηλώσωμεν ὅτι εἴμεθα οἱ μᾶλλον
5147ἀπαισιόδοξοι, θαυμάζομεν δ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θὰ εἶχον
5148τὸ θάρρος νὰ διαδεχθῶσι τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν καὶ
5149ν’ ἀναλάβωσιν αὐτοὶ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν δημοσίων οἰκονο-
5150μικῶν μας. Διότι, κύριοι, τὴν σήμερον δὲν ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ
5151τις προδιαγεγραμμένον σχέδιον, ἵνα, καλούμενος εἰς τὴν
5152Κυβέρνησιν, δυνηθῇ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ πάραυτα. Ἀνάγκη
5153πᾶσα ν’ ἀπολαύῃ αὐτὸς καὶ τῆς ἀμερίστου ἐμπιστοσύνης
5154τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος, νὰ ἔχῃ δὲ Ἀντιπολίτευσιν
5155πρόθυμον νὰ τὸν ὑποβοηθήσῃ εἰς πραγμάτωσιν τοῦ σχεδίου
5156του, χάριν τῆς κοινῆς σωτηρίας.
5157Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τὴν σήμερον κανεὶς ἐξ ἡμῶν τῶν
5158ἀντιπολιτευομένων, διαδεχόμενος τὸν κ. Βενιζέλον ἐν τῇ
5159ἀρχῇ, νὰ τύχῃ τοιαύτης ἐμπιστοσύνης τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ
5160Στέμματος; Ὅταν δ’ εὑρεθῇ ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει ὁ νῦν
5161Πρωθυπουργός, ὅστις πρὸ οὐδενὸς ἀποδυσπετεῖ, πρὸ οὐδε-
5162νὸς ὑποχωρεῖ, προκειμένου νὰ ἐκβιάσῃ τὴν ἐπάνοδόν του
5163εἰς τὴν ἀρχήν, ὡς ἀπέδειξεν ὁ ἐν Κρήτῃ πολιτικός του
5164βίος, νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν Κυβέρνησίς τις μὲ ἀσθενῆ
5165μάλιστα πλειονοψηφίαν, νὰ προβῇ εἰς γενναῖα καὶ ῥιζικὰ
5166μέτρα οἰκονομικῶν καὶ φορολογικῶν μεταρρυθμίσεων, δι’ ὧν
5167καὶ μόνον ὑπάρχει ἐλπὶς ν’ ἀποσοβηθῇ ὁ ἐπαπειλῶν ἡμᾶς
5168μέγας κίνδυνος;
5169Ἡμεῖς, κύριοι, ἔχομεν ἐναντίαν γνώμην. Ἡμεῖς πι-
5170στεύομεν ὅτι μία τοιαύτη Κυβέρνησις οὐδένα ἄλλον προο-
5171ρισμὸν θὰ εἶχεν ἢ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἁπλοῦς κεραυναγωγός
5172διὰ τὸν κ. Βενιζέλον, ἐφελκύουσα κατὰ τῆς κεφαλῆς της
5173τὴν καταιγίδα, ἥτις τώρα ἐπισωρεύεται κατ’ αὐτοῦ, ἵνα
5174μετὰ τὴν συντελεσθησομένην καταστροφὴν καταστήσῃ
5175θριαμβευτικὴν τὴν ἐπάνοδον αὐτοῦ εἰς τὴν ἀρχήν, οὐχὶ
5176πλέον ὡς Μεσσίου καὶ δικτάτορος, ἀλλ’ ὡς παντοκράτορος.
5177Ὁ μόνος, κύριοι, δυνάμενος νὰ προλάβῃ τώρα τὴν κα-
5178ταστροφὴν εἶναι ὁ κ. Πρωθυπουργός. Αὐτὸς ἀπολαύει τοι-
5179αύτης ἐμπιστοσύνης καὶ ἀφοσιώσεως ἐκ μέρους τοῦ Ἑλλη-
5180νικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Στέμματος, ὁποίας οὐδεὶς ἄλλος πολι-
5181τικὸς ἀνὴρ παρ’ ἡμῖν ἀπὸ καταβολῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Βα-
5182σιλείου. Ὡς ἐκ περισσοῦ δ’ ἔσχεν αὐτὸς τὸ εὐτύχημα νὰ
5183γίνωσιν ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του οἱ δύο νικηφόροι ἡμῶν πόλε-
5184μοι καὶ νὰ διπλασιασθῇ ἡ Ἑλλάς, τὰ δὲ κατορθώματα
5185ταῦτα ν’ ἀποδίδωνται τώρα ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ κατὰ
5186μέγα μέρος εἰς αὐτόν.
5187Ὡς τοιοῦτος, ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν δύναμιν καὶ
5188τὴν ἐπιβολήν, ἵνα προβῇ πάραυτα εἰς πᾶσαν δυνατὴν οἰ-
5189κονομίαν καὶ εἰς τὰς ἀναγκαίας φορολογικὰς μεταρρυθμί-
5190σεις, δι’ ὧν θ’ ἀπεκαθίστατο τὸ ἰσοζύγιον τοῦ προυπολο-
5191γισμοῦ. Αὐτὸς ὑπῆρξεν ὁ κύριος δημιουργὸς τῆς παρούσης
5192καταστάσεως, ὡς εἴδομεν ἤδη, αὐτὸς μόνος δύναται καὶ νὰ
5193θεραπεύσῃ αὐτὴν τώρα. «Ὁ τρώσας καὶ ἰάσεται».
5194Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς αὐτὸς καὶ μόνος θὰ φέρῃ τὴν εὐ-
5195θύνην ἀπέναντι τοῦ ἐνεστῶτος καὶ τοῦ μέλλοντος τοῦ
5196Ἔθνους ἡμῶν, ἂν μὴ σπεύσῃ τώρα νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἐπι-
5197βαλλόμενον εἰς αὐτὸν καθῆκον. Ἤδη ὁλόκληρον τὸ οἰκονο-
5198μικὸν ἡμῶν οἰκοδόμημα τρίζει ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον. Ἐάν,
5199ὃ μὴ γένοιτο, ἐπέλθῃ ἡ οἰκονομικὴ καταστροφή, ἐπακολου-
5200θήσῃ δὲ εἰς αὐτὴν καὶ μεγάλη τις ἐθνικὴ συμφορά, οὐδεὶς
5201θὰ ζητήσῃ λόγον οὔτε παρὰ τῶν Ὑπουργῶν του οὔτε παρὰ
5202τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐκεῖνοι καὶ αὕτη εἶναι
5203σκεύη τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
5204Οἱ βουλευταὶ τῆς πλειονοψηφίας ἐξελέγησαν μὲ τὴν
5205ἐπιτακτικὴν ἐντολήν, ἵν’ ἀκολουθήσωσι πιστῶς τὸν κ. Πρω-
5206θυπουργὸν ψηφίζοντες πᾶν ὅ,τι οὗτος ὑποβάλλει εἰς τὴν
5207Βουλήν. Τοὺς διαφόρους Ὑπουργοὺς διορίζει καὶ παύει αὐ-
5208τός. Κατ’ ἀκολουθίαν οὔτε ἐκεῖνοι οὔτε οὗτοι δύνανται νὰ
5209ἔχωσιν ἰδίαν θέλησιν, οὐδὲ νὰ ὑπέχωσιν ἀμέσως εὐθύνας
5210πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Πᾶσαν εὐθύνην ὑπέχει ὁ κ.
5211Πρωθυπουργός, ὅστις ἔχει περιβληθῇ καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν.
5212Διὰ τοῦτο αὐτὸς καὶ μόνος θ’ ἀπολαύσῃ τῆς τιμῆς καὶ δό-
5213ξης καὶ τῶν εὐλογιῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου,
5214ἂν προλάβῃ τώρα τὴν καταστροφήν, αὐτὸς καὶ μόνος, ἂν
5215ἀφήσῃ ταύτην καὶ συντελεσθῇ, θὰ ἔχῃ τὰς ἀρὰς καὶ τὰ ἀνα-
5216θέματα αὐτοῦ.
5217Ἐάν, κύριοι, ἔλαβον σήμερον τὸν λόγον περὶ τοῦ οἰκο-
5218νομικοῦ ζητήματος, ἔπραξα τοῦτο οὐχὶ ἐκ πνεύματος ἀντι-
5219πολιτεύσεως, ἀφοῦ ἡμεῖς τοὐλάχιστον οὔτε ζηλεύομεν τὴν
5220παροῦσαν θέσιν τῆς Κυβερνήσεως οὔτε φιλοδοξοῦμεν νὰ τὴν
5221διαδεχθῶμεν ἐν τῇ ἀρχῇ. Ἔλαβον τὸν λόγον, ὡς ἀντιπρό-
5222σωπος τοῦ Ἔθνους, ἵνα ἐπιτελέσω τὸ μόνον ἐναπολειπόμε-
5223νον τώρα εἰς ἐμὲ καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα, τὸ καθῆκον
5224τοῦ νὰ κρούσω διὰ τελευταίαν φορὰν τὸν κώδωνα τοῦ κιν-
5225δύνου!
5226§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Κουτούπης.
5227§172ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ γίνῃ μικρὰ διακοπή, κ.
5228Πρόεδρε.
5229§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἰγγλέσης ζητεῖ ἄδειαν ἀπου-
5230σίας 10 ἡμερῶν.
5231(Ἡ ἄδεια χορηγεῖται).
5232Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5′ λεπτὰ.
5233Μετὰ τὴν διακοπήν.
5234§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνε-
5235δρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Κουτούπης. Ἀπών.
5236Ὁ κ. Δ. Γούναρης.
5237§175Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω.
5238§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀλεξανδρῆς. Ἀπών.
5239§177ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ διακόψωμεν,
5240κ. Πρόεδρε, δι’ αὔριον τὰς 4 ἀκριβῶς.
5241§178Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Φρονῶ ὅτι μετὰ τοὺς τρεῖς ἀγορεύσαν-
5242τας, οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἀριθμῶν
5243τῶν δύο προϋπολογισμῶν, εἶναι ἐνδεδειγμένον νὰ ἔλθῃ ὁ
5244κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διὰ νὰ διαφωτίσῃ ὁπωσδή-
5245ποτε τὴν Βουλήν, σχετικῶς μὲ τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ
5246ὁποῖα ἄγεταί τις ἐκ τῆς ἐξελέγξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐγέ-
5247νετο ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων. Ἀναμφισβητή-
5248τως θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχα-
5249ϊοήλιδος βουλευτὴς θὰ λάβῃ τὸν λόγον ὡς καὶ ἄλλοι.
5250Ἀλλ’ εἶναι ἐνδεδειγμένον ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Οἰ-
5251κονομικῶν, νὰ μὴ ἀφήσῃ νὰ παρέλθῃ ἡ αὐριανὴ συνεδρία-
5252σις, χωρὶς νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν
5253περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι μέχρι σή-
5254μερον ἐγένοντο. Πρόκειται περὶ τῆς γενικῆς συζητήσεως
5255τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ γενικὴ συζήτησις τοῦ προϋπολο-
5256γισμοῦ, ἣν ἀναγράφει ὅτι γίνεται ὁ Κανονισμὸς, δὲν εἶναι
5257τὸ μονολόγιον, τὸ ὁποῖον ἐξακολουθεῖ. Πρέπει ἀναμφισβη-
5258τήτως ἡ Βουλὴ νὰ φωτισθῇ ἐπὶ ἐκείνων τῶν σημείων, ἐπὶ
5259τῶν ὁποίων δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς
5260περὶ τῆς ἀκριβείας τῶν ὑπολογισμῶν τῆς Κυβερνήσεως.
5261§179ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Βεβαίως θὰ ἦτο
5262μονότονον αὐτὸ τὸ μονολόγιον, ὅπως τὸ ὠνόμασεν ὁ κ.
5263βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Δι’ αὐτὸ προέτεινον ἀκριβῶς νὰ δια-
5264κοπῇ ἡ συνεδρίασις, ἵνα ὁμιλήσῃ πρῶτον εἷς τῶν ἀντιλε-
5265γόντων καὶ συνεχισθῇ ἡ συζήτησις, ὁπότε θὰ ὁμιλήσῃ καὶ
5266ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν νομίσῃ ὅτι πρέπει
5267νὰ ὁμιλήσῃ, ὄχι διὰ νὰ ἐλέγξῃ ἂν οἱ δοθέντες ἀριθμοὶ ὑπὸ
5268τῶν κ.κ. προαγορευσάντων εἶναι ἀκριβεῖς, ἀλλ’ ἵνα ὑπο-
5269στηρίξῃ τοὺς ἰδίους του ἀριθμούς.
5270§180Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὑποστηρίζων τοὺς ἰδικούς του ἀντι-
5271κρούει τοὺς ἄλλους.
5272§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον, ἂν συναινῇ ἡ Βουλή, ἐπειδὴ
5273εἶναι ἡμέρα ἐπερωτήσεων, θὰ προέτεινον νὰ ἀφήσωμεν τὰς
5274ἐπερωτήσεις καὶ νὰ εἰσέλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν Ἡμερη-
5275σίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας.
5276§182Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρισθῇ καὶ
5277μία ἡμέρα ἐπερωτήσεων.
5278§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, μετὰ τὴν γενικὴν συζή-
5279τησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ.
5280§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς:
5281— Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ χορηγίας ἐκτά-
5282κτου συνδρομῆς εἰς τὰ Ταμεῖα τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης καὶ
5283τοῦ Ἐθνικοῦ Στόλου διὰ τὸ ἔτος 1914 καὶ περὶ ἐνισχύ-
5284σεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης διὰ σταθερῶν πό-
5285ρων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της.
5286—Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Ἀλεξάκης, Σ. Γ. Κροκιδᾶς, Α.
5287Κασσαβέτης, Κ. Β. Γόντικας, Ν. Ξηρός, Σ. Τσακόπουλος,
5288Ν. Συριόπουλος, Ἰω. Δελμοῦζος, Σ. Θεοδωρόπουλος, Π.
5289Βουρλούμης, Ι. Φαρμάκης, Π. Πολυχρονιάδης, Α. Περρω-
5290τῆς, Δ. Γκιουλές, Π. Σ. Σπυράκης, Σ. Ἀγγελίδης, Α.
5291Θανόπουλος, Ι. Γρυπονισιώτης, Δ. Κριεκούκης, Θ. Σκάσης,
5292Δ. Μ. Κανελλόπουλος, Α. Σακελλαρίου, Ν. Ραυτόπουλος,
5293Ἠ. Κοπανίτσας, Π. Κ. Φλέσσας καὶ Ἰ. Καλαντζόπουλος
5294ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ Δικολάβων», ἡ ὁποία
5295παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Α.
5296Κανάρη, Γ. Βλάχου, Γ. Κατσιμπίρη, Π. Τσαλδάρη καὶ
5297Σ. Τσακοπούλου.
5298— Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολο-
5299γίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διαθέσεως τοῦ ἐκ τοῦ
5300φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων ἐσόδου ὑπὲρ τῶν ἐκ τοῦ
5301πολέμου παθόντων».
5302— Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Λ. Κογεβίνας καὶ Δ. Ζαβογιάννης
5303ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀπο-
5304νομῆς προνομίου εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν χημικὸν Ι. Π. Δοα-
5305νίδην».
5306Λύεται ἡ συνεδρίασις.