| 4437 | Νικόλ. Στράτος | Ο | Δημ. Ζαδογιάννης | ||
| 4438 | Νικόλ. Χρυσόγελος | Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος | Ν | ||
| 4439 | Ἀλέξ. Γρίβας | Ν | Δημ. Γαύναρης | Ο | |
| 4440 | Ἰω. Τρικούπης | Ἀλέξ. Ζαΐμης | |||
| 4441 | Ἰω. Χριστοδουλιᾶς | Γεώργ. Κρεστενίτης | |||
| 4442 | Γεώργ. Τσακανίκας | Βασίλειος Ροῦφος | Ν | ||
| 4443 | Ἰω. Καλαντζόπουλος | Ν | Κωνστ. Γόντικας | Ν | |
| 4444 | Ἰω. Φαρμάκης | Ν | Ἀριστόβ. Πετμεζᾶς | ||
| 4445 | Γεώργ. Καφαντάρης | Σπήλιος Ἀγαπητός | Ν | ||
| 4446 | Γεώργ. Ἰατρίδης | Λ. Γκλαβᾶς | Ν | ||
| 4447 | Στέφ. Γρανίτσας | Ἰω. Βέρροιος | Ν | ||
| 4448 | Ἰω. Καναβός | Πολυχρόν. Πολυχρονιάδης | |||
| 4449 | Ἐμμ. Ρέπουλης | Ν | Λέων Μεσσηνέζης | ||
| 4450 | Ἀθαν. Χριστόπουλος | Παναγ. Βουρλούμης | Ν | ||
| 4451 | Εὐστ. Παπακωνσταντίνου | Ν | Γεώρ. Λαμπρινόπουλος | Ν | |
| 4452 | Παναγ. Ἀραβαντινός | Νικόλ. Συριόπουλος | Ν | ||
| 4453 | Δημ. Καλλέργης | Γεώρ. Κατσιμπίρης | Ν | ||
| 4454 | Ἰω. Τερζάκης | Ν | Νικόλ. Πετσάλης | ||
| 4455 | Σπυρ. Ἀγγελίδης | Νικόλ. Σταματιάδης | |||
| 4456 | Σωτ. Κροκιδᾶς | Ο | Παντιᾶς Κοντόσταυλος | ||
| 4457 | Παν. Φραντζῆς | Ἰωάννης Μπούρνιας | |||
| 4458 | Γ. Καρπετόπουλος | Ο | Εὐάγ. Γεωργιάδης | ||
| 4459 | Παναγ. Τσαλδάρης | Ο | Σταμ. Βακράτσας | Ν | |
| 4460 | Νικ. Τριανταφυλλᾶκος | Ο | Ἀπόστ. Ἀποστολίδης | Ν | |
| 4461 | Νικ. Δημητρακόπουλος | Ο | Ἑρρῖκος Τομπάζης | ||
| 4462 | Σπυρ. Τσακόπουλος | Ο | Γεώρ. Κοσώνας | ||
| 4463 | Βασ. Τουρκοβασίλης | Ροβέρτος Ρώμας | |||
| 4464 | Ἰω. Μπακόπουλος | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | |||
| 4465 | Παναγ. Σπυράκης | Ο | Νικόλ. Μουζάκης | ||
| 4466 | Δημ. Ράλλης | Ο | Κωνστ. Ζαβιτσιᾶνος | Ν- | |
| 4467 | Περ. Ἀλεξάκης | Ο | Γεώρ. Θεοτόκης | Ο | |
| 4468 | Στέφ. Σακελλαριάδης | Ο | Λῖνος Κογεβίνας | Ν | |
| 4469 | Βασίλ. Σεραφείμ | Εὐθ. Βελλιανίτης | |||
| 4470 | Θ. Γρηγορίου | Κωνστ. Σοκόλης | Ο | ||
| 4471 | Ἐπαμ. Δηλιγιάννης | Ο | Πέτρος Φίλιππας | ||
| 4472 | Σπυρ. Σῖμος | Ν | Ἀνδρ. Κεφαλληνός | ||
| 4473 | Ἀλέξ. Καραπᾶνος | Ο | Βασίλ. Πουλιάσης | ||
| 4474 | Σπυρ. Σπυρομήλιος | Ο | Ἠλίας Τσιτσέλης | ||
| 4475 | Ἐλευθ. Βενιζέλος | Ν | Ὄθων Τετενές | ||
| 4476 | Μιλτ. Νεγρεπόντης | Νικόλ. Χαριτᾶτος | |||
| 4477 | Γεώργ. Ζωγράφος | Σ. Ἰγγλέσης | Ν | ||
| 4478 | Πολύβ. Λαγοπάτης | Νικόλ. Ἀλιβιζᾶτος | |||
| 4479 | Κωνστ. Ῥακτιβάν | Ν | Νικόλ. Ραυτόπουλος | ||
| 4480 | Γεώργ. Στρατούλης | Ἀθ. Τυπάλδος Μπασιᾶς | Ο | ||
| 4481 | Λουκᾶς Νάκος | Ν | Λεων. Ἐμπειρῖκος | ||
| 4482 | Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης | Τριαντάφυλλος Παπαδάμ | |||
| 4483 | Λουκᾶς Κουτσοπέταλος | Κωνστ. Καλομενόπουλος | |||
| 4484 | Ἰω. Ἀθανασάκης | Θωμᾶς Σκάσης | Ν | ||
| 4485 | Ἰω. Μπρισιμιτζάκης | Ν | Σταμ. Βαφιαδάκης | ||
| 4486 | Βασίλ. Κυρέλλος | Σωκράτ. Παπαβασιλείου | |||
| 4487 | Κωνστ. Δεμερτζῆς | Νικόλ. Καμπάνης | |||
| 4488 | Δημοσθ. Σωτηρίου | Ν | Κωνστ. Ἀλαβάνος | Ν | |
| 4489 | Δημ. Κριεκούκης | Δημήτρ. Πετσετάκης | |||
| 4490 | Γεώργ. Καζανόβας | Ἀλέξ. Μαλασπίνας | Ν | ||
| 4491 | Ἰω. Γρυπονησιώτης | Ἀντώνιος Ῥεβίνθης | |||
| 4492 | Ἀριστοτέλ. Σακελλαρίου | Ν | Νικόλαος Κρίσπης | ||
| 4493 | Σπυρ. Παπαχατζῆς | Γεώργιος Γαϊτάνος | |||
| 4494 | Δημ. Διαμαντίδης | Ν | Κυρ. Μαυρομιχάλης | ||
| 4495 | Σπυρ. Θεοδωρόπουλος | Ν | Γεώρ. Μαυρομιχάλης | ||
| 4496 | Μιχ. Στελλάκης | Ο | Πέτρος Ἰατρόπουλος | ||
| 4497 | Παν. Κοσονάκος | Ο | Γεώρ. Ράλλης | ||
| 4498 | Παναγ. Α. Πετροπουλάκης | Ο | Ν. Λεωνίδας | ||
| 4499 | Δημ. Λ. Πετροπουλάκης | Α. Διομήδης | Ν | ||
| 4500 | Γεώρ. Φικιώρης | Ἀπόστ. Ἀλεξανδρῆς | |||
| 4501 | Θαλῆς Κουτούπης | Ν | Ἀλέξ. Παπαποστόλου | ||
| 4502 | Ἠλίας Κοπανίτσας | Νικόλ. Γαρδικιώτης | |||
| 4503 | Κωνστ. Χρυσοχοΐδης | Ν | Σωτ. Χατζηγάκης | ||
| 4504 | Κωνστ. Σπυρίδης | Ν | Κωνστ. Σταμούλης | ||
| 4505 | Ν. Σαρλῆς | Ν | Δημήτρ. Μαλλιόπουλος | ||
| 4506 | Δημήτρ. Χατζηγιάννης | Ν | Δημήτρ. Μπούσδρας | ||
| 4507 | Ε. Ἀναστασιάδης | Ν | Γεώρ. Σπυρόπουλος | Ν | |
| 4508 | Ἀλέξ. Κασσαβέτης | Ἀλκιβ. Θανόπουλος | Ν | ||
| 4509 | Ἰω. Γκέκας | Ν | Χρῆστος Καρᾶς | ||
| 4510 | Πελοπ. Ἀγγελίδης | Θεόδ. Φίλιος | |||
| 4511 | Μιλτ. Μπουφίδης | Α. Μιαούλης | Ν | ||
| 4512 | Κωνστ. Δημοκωστούλας | Ἰω. Μάνος | Ν | ||
| 4513 | Μιλτ. Δηλιγιάννης | Ἰάκ. Τομπάζης | Ν | ||
| 4514 | Γεώρ. Βλάχος | Ν | Ἰω. Τσιριμῶκος | Ν | |
| 4515 | Παναγ. Φλέσσας | Ἰω. Ξηρός | Ν | ||
| 4516 | Σπηλ. Ντολιόπουλος | Νικόλ. Γ. Ξηρός | |||
| 4517 | Παναγ. Μερλόπουλος | Ν | Ἀθαν. Εὐταξίας | ||
| 4518 | Χριστόδουλος Δικαῖος | Ρήγας Χατζηρρήγας | |||
| 4519 | Γεώρ. Καντιάνης | Ν | Ν. Βελέντζας | Ο | |
| 4520 | Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | Κωνστ. Λιδωρίκης | |||
| 4521 | Παναγ. Λυμπερόπουλος | Ν | Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς | ||
| 4522 | Ἀνδρ. Κοκέβης | Ν | Μιχ. Φωτιάδης | Ν | |
| 4523 | Ἀθ. Περρωτῆς | Ἰω. Δελμοῦζος | |||
| 4524 | Ἀντ. Ζησιμόπουλος | Θεμ. Παπαϊωάννου | |||
| 4525 | Δημήτρ. Γκιουλές | Δημοσθ. Βρατσάνος | |||
| 4526 | Δημήτρ. Κανελλόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Κανάρης |
1914.12.09
4,890 rows · 36,079 words · 1 table · 301 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 62.
τῆς 9 Δεκεμβρίου 1914.
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
Ὥρα 5.20′ μ. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως).
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι· — Ἡ Γεωργία χήρα Μιχαλούρου παρακαλεῖ ὅπως τῇ ἀποδοθῇ ἡ καθυστερουμένη σύνταξις τοῦ συζύγου της στρατιώτου φονευθέντος. — Οἱ κάτοικοι Βήσσιανης καὶ τῶν πέριξ διαμαρτύρονται ἐπὶ τῇ μεταθέσει τῆς ἕδρας τῶν ἀρχῶν τῆς ὑποδιοικήσεως Πωγωνίου ἀπὸ Βήσσιανης. — Ὁ Χρῆστος Κακαβέλας παρακαλεῖ ὅπως ὁ υἱός του Νικόλαος ἀνθυπασπιστὴς ἀνακτήσῃ τὴν ἀρχαιότητά του. — Ὁ Οἰκονόμου Δῆμος ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς ἐκ Λεβαδείας παρακαλεῖ ὅπως ἀρθῇ τὸ προσγενόμενον αὐτῷ ἀδίκημα τῆς ἐγγραφῆς του εἰς τὸν πίνακα Γʹ. — Ὁ Γεώργιος Τσάκωνας ἐκ Ναυπλίου παρακαλεῖ ὅπως ὁ υἱός του λοχίας περὶ τὰ 20 ἔτη ὑπηρετῶν προαχθῇ. — Ὁ ἐν Ἀθήναις Βιοτεχνικὸς Σύνδεσμος τῶν Συντεχνιῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ κανονισμοῦ νομοθετικῶς τοῦ ζητήματος τῶν παλαιῶν χρεῶν. — Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Κλαδᾶ παρακαλεῖ ὅπως ἡ Κοινότης των ὑπαχθῇ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Σπάρτης. — Ἡ Ἕνωσις τῶν Ἑλλήνων φοιτητῶν τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ Πανεπιστημιακοῦ νομοσχεδίου. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως χορηγεῖται ἄδεια ἀπουσίας 10 ἡμερῶν εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Χ. Δικαῖον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Πλατάνου τῆς Ἠλείας, δι’ ἧς ζητοῦσιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν παράτασιν τοῦ Δικαιοστασίου, ὡς πρὸς τὰς ἐκτελέσεις καὶ ἐξ ἄλλου τὸν διακανονισμὸν τῶν ἰδιωτικῶν χρεῶν, διότι ὁ λαὸς στενάζει ὑπὸ τὸ πέλμα τῆς ἐπαράτου τοκογλυφίας.
§3Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη καλύπτεται ὑπὸ 600 καὶ πλέον ὑπογραφῶν, ἀλλὰ τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι ἐκπροσωπεῖ τὴν ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τοῦ Νομοῦ Ἀχαϊοήλιδος τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω. Διὰ ταύτης ζητεῖται ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γίνῃ εἰσηγητὴς μέτρου παρατάσεως τοῦ δικαιοστασίου.
§4Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Θὰ παραταθῇ ἐπὶ 6 μῆνας. Τὰ μέτρα τὰ ἤδη ληφθέντα σχετικῶς πρὸς τὸ δικαιοστάσιον θὰ παραταθοῦν ἐπὶ 6 μῆνας.
§5Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀναγνωρίζω ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν τοῦ λαοῦ ἐκείνου, οὔτε εἶναι ἐπαρκὴς ἐγγύησις ὑπὲρ τῶν στεναζόντων ὑπὸ τὸ πέλμα τῆς τοκογλυφίας, καθὼς ἀντελήφθημεν ἐλθόντες εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν συμπολιτῶν μας τελευταῖον. Ἐὰν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπραττε τοῦτο, θὰ ἔβλεπεν ὅτι αἱ ἐκτελέσεις ἐκτελοῦνται ἀγρίως καὶ ὅτι ἄνθρωποι ὀφείλοντες 500 ἢ 600 δρ. ἐπιτάσσονται διὰ τεράστια ποσὰ καὶ ὅτι περιουσίαι ἀνερχόμεναι εἰς 30.000 ἢ 40.000 κατακυροῦνται εἰς τὸ εὐτελὲς ποσὸν τὸ ὁριζόμενον ὑπὸ τοῦ δανειστοῦ εἰς τὸ πρόγραμμα τοῦ πλειστηριασμοῦ. Ποιοῦμαι ἔκκλησιν ὑστάτην διὰ τοῦτο πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, διότι πιστεύω ἀδιστάκτως ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐλθὼν εἰς ἐπικοινωνίαν μετὰ τῶν συμπολιτῶν μας ἐσχάτως ἀντελήφθη τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν καὶ θὰ γείνῃ εἰσηγητὴς τοῦ μέτρου αὐτοῦ.
§6Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν μοῦ εἶπον τίποτε.
§7Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἴσως ἐπικοινωνήσατε μόνον μετὰ τῶν πλουσίων οἱ ὁποῖοι κινοῦν τὸ ἐμπόριον τῶν Πατρῶν εὐπραγοῦντες καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠσθάνθητε τὴν συγκίνησιν, οἵαν, ὅταν θὰ ἐβλέπατε ἀνθρώπους ῥιπτομένους εἰς τοὺς δρόμους δι’ ἐλάχιστα ποσὰ τῶν ὁποίων ἐστεροῦντο διὰ νὰ τοὺς δοθῇ ἀναστολή. Ὁμιλῶ ὄχι διὰ νὰ κολακεύσω ἀδυναμίας τῶν συμπολιτῶν μου, ἀλλὰ διότι ἀντελήφθην τὴν πραγματικήν των ἀνάγκην. Νομίζω δὲ ὅτι παράτασις, ἔστω καὶ ἑξάμηνος θὰ ὤθει εἰς εὐρυτέρας σκέψεις καὶ ἀντιλήψεις ἑτέρου μέτρου, ὅπως ἐπέλθει δι’ αὐτοῦ ὁ διακανονισμὸς τῶν χρεῶν καὶ παρασχεθῶσιν αἱ ἀνάλογοι ἐγγυήσεις, ὥστε νὰ μὴ ῥίπτωνται οἱ ἄνθρωποι εἰς τοὺς δρόμους.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ὁ κ. Βελέντζας ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Κομποτάδων.
§9Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη σχετίζεται μὲ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων.
§10Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ ἀντίγραφον καὶ θὰ τὸ μελετήσω.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ Ἠλία Ν. Σκλουφάκου καὶ τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Μηλέας τοῦ Λεύκτρου.
§12Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁλόκληρος Κοινότης ἀπευθύνεται διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Εἷς παθὼν κατὰ τὸν πόλεμον, ἐξηρέθη θεωρηθεὶς ἀνίκανος ὑπὸ τῆς Ἀναθεωρητικῆς Ἐπιτροπῆς, ἐνῷ δὲ εἶναι πτωχὸς ὑπερβολικά, δὲν ἔλαβε σύνταξιν, καίτοι ὑπέβαλε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψει ἡ ἀναφορὰ αὕτη.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Σπυρομήλιος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ Δημητρίου Μάντζαρη, αἰτουμένου τὴν παραχώρησιν ἐθνικῶν γαιῶν ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ κτήματος Μεγάλων Καλυβίων.
§14Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Ὁ συμπολίτης μου αὐτός, Δημήτριος Μάντζαρης ἐκπατρισθεὶς ἕνεκεν φόνου παραμένει ἀπὸ τοῦ 1905 ἐν Θεσσαλίᾳ, ζητεῖ δὲ ὅπως τῷ δοθῇ τὸ δικαίωμα, τὸ παρεχόμενον ἐκ τοῦ νόμου νὰ ἐγγραφῇ δι’ ἕναν κλῆρον 200 στρεμμάτων ἐκ τῶν Ζαππείων κτημάτων. Οὗτος εἶνε καὶ πολυμελὴς οἰκογενειάρχης, τοῦ ὁποίου τὰ τέκνα ἔλαβον μέρος καὶ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ πρέπει νὰ προστατευθῇ, ἀφοῦ ἄλλως τε ὑπάρχει ἡ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ, ἡ ἐπιτρέπουσα καὶ εἰς τοὺς μὴ Θεσσαλοὺς τοὺς ἐγκατεστημένους νὰ λάβωσιν ἕνα κλῆρον διὰ 200 στρέμματα. Θὰ παρακαλέσω ἵνα ἡ ἀναφορὰ αὐτή, τὴν ὁποίαν καταθέτω ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα διαταχθῇ ὁ οἰκονομικὸς ἐπίτροπος νὰ ἐγγράψῃ αὐτόν, ὅπως λάβῃ ἕνα κλῆρον, ἀφοῦ μάλιστα προσφέρεται νὰ καταθέσῃ καὶ τὸ ἀντίτιμον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Βέρροιος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ Δημητρίου Μπερδέ, παραπονουμένου ὅτι κακῶς ὑπηρετεῖ ὁ υἱός του Θεόδωρος Μπερδὲς ἐν τῷ στρατῷ, ἀφοῦ οὗτος πάσχει ἀπὸ τραχωμάτων, νόσου μεταδοτικῆς, ἀπαλλασσούσης αὐτὸν πάσης στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου. Ἐπίσης ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ Ἀποστόλου Πετροπούλου, παραπονουμένου ὅτι ὁ υἱός του Παναγιώτης Πετρόπουλος κακῶς ὑπηρετεῖ ἐν τῷ στρατῷ, ἀφοῦ πάσχει ὑπὸ ἡμιπληγίας καθ’ ὅλον τὸ δεξιὸν ἡμιμόριον τοῦ σώματός του.
§16Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι βουλευταί, νὰ καταθέσω δύο ἀναφορὰς συμπολιτῶν μου, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ὁ μέν, ὅτι ὁ υἱός του ὑπηρετῶν εἰς τὸν στρατὸν ἀπεστάλη εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν ἐν Πάτραις ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ἰατροῦ τοῦ λόχου του πρὸς ἀπαλλαγήν. Ἐξετασθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ὑγειονομικῆς εὑρέθη ὅτι πάσχει ὑπὸ τραχωμάτων, νόσου δηλονότι καθιστώσης αὐτὸν ἀνίκανον, πρὸς ὑπηρεσίαν στρατιωτικήν, διότι ἡ πάθησις αὐτοῦ εἶναι κολλητική, ὑπάρχει δὲ καὶ ῥητὴ ἐν τῷ νόμῳ διάταξις, καθ’ ἣν ἀπαλλάσσονται οἱ τραχωματίαι. Ὁ ἕτερος πατὴρ ἀναφέρεται καὶ αὐτὸς πρὸς τὴν Βουλὴν μὲ τὸ παράπονον τὸ πικρόν, ὅτι ὁ υἱός του προσβληθεὶς πρὸ διετίας ὑπὸ δεξιᾶς ἡμιπληγίας προσῆλθεν εἰς τὸν στρατόν, παρεπέμφθη ὑπὸ τοῦ ἰατροῦ εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν ἐν Πάτραις καὶ εὑρέθη ἱκανὸς διὰ βοηθητικὰς ὑπηρεσίας. Βεβαιῶ τὴν Βουλὴν ὅτι ἐπισκεφθεὶς ἀμφοτέρους κατὰ τὰς διακοπὰς τῆς Βουλῆς, εἶδον ὅτι ὁ εἷς πάσχει ὑπὸ τραχωμάτων καὶ ὁ ἄλλος ὑπὸ ἡμιπληγίας μὲ τελείαν παράλυσιν τοῦ δεξιοῦ ἡμιμορίου τοῦ σώματος, μὴ δυνάμενος νὰ κρατήσῃ εἰς τὴν δεξιὰν χεῖρα οὔτε σάρωθρον, ἵνα κάμῃ ὑπηρεσίαν τινα εἰς τὸν θάλαμον. Θὰ ἐρωτήσῃ τις ἤδη ἂν οἱ ἰατροὶ οἱ ὁποῖοι ἐξήτασαν αὐτοὺς ἔκρινον ἱκανὸν καὶ τὸν ἕναν καὶ τὸν ἄλλον; Ὄχι· Ἀμφότεροι οἱ ἰατροί, διότι ἡ ἐπιτροπὴ συνιστᾶται ἀπὸ δύο ἰατροὺς καὶ ἕνα ἀνώτερον ἀξιωματικόν, τοὺς ἔκριναν ἀνικάνους, ἀλλ’ ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς ἔλεγεν ὄχι, καὶ οὕτω αὐτοὶ κατετάχθησαν εἰς τὰς βοηθητικὰς ὑπηρεσίας. Ἐρωτῶ· εἶναι τοῦτο σύμφωνον προκειμένου περὶ παθήσεων, περὶ τῶν ὁποίων γνώμην μόνον πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἰατροί; Νομίζω ὅτι εἰς τοιαύτας περιπτώσεις ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ ἀνώτερος ἀξιωματικός, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη κατισχύει, δέον νὰ ὑπάρχῃ καὶ τρίτος ἰατρός. Τουλάχιστον τρεῖς ἰατροί, οἱ ὁποῖοι νὰ γνωμοδοτῶσι καὶ νὰ ἀποφαίνωνται. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ διαβιβάσῃ καὶ τὰς δύο ἀναφορὰς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὴν παράκλησιν, νὰ διατάξῃ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν δύο στρατιωτῶν ὑπὸ τῆς ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς, διότι καὶ ἄχρηστοι εἶναι καὶ ἐπιβλαβεῖς καὶ βάρος εἰς τὴν Πολιτείαν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλονται ἀμφότεραι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Σακελλαρίου ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Κοκκινιᾶς Πειραιῶς.
§18Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Οἱ κάτοικοι Κοκκινιᾶς τοῦ Πειραιῶς, οἱ ὁποῖοι εἶναι γνωστὸν πόσας ζημίας ἔχουν ὑποστῆ ἐκ πλημμυρῶν παρακαλοῦσιν ἵνα ληφθῇ μέριμνά τις, ὅπως διοχετεύωνται τὰ ὄμβρια ὕδατα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, εἶμαι δὲ καὶ πεπεισμένος, ὅτι θέλει διατάξει καὶ τὴν διόρθωσιν τοῦ κακοῦ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Βελλιανίτης ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ ἐν πολέμῳ τραυματισθέντος Γεωργίου Πρωτοψάλτη.
§20Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ Γεωργίου Πρωτοψάλτη καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν ἂν εἶναι ἀληθῆ τὰ λεγόμενα.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου τοῦ τέως δήμου Καρυουπόλεως. Ἐπίσης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Γυθείου.
§22Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ αἱ δύο αὐταὶ ἀναφοραὶ εἶναι σχετικαί. Αἱ κοινότητες τοῦ δήμου Καρυουπόλεως, ὑποβάλλουσι ψηφίσματα δι’ ὧν παρακαλοῦν τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ συντελέσεως τοῦ ἡμιτελοῦς τμήματος τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ ἀπὸ Ἀρεουπόλεως–Γυθείου τῆς ἑνούσης τὰς δύο ἐπαρχίας. Εἶναι ἡ δεκάτη φορὰ καθ’ ἣν ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Ἔχουσιν ἀπὸ 25ετίας ἐκτελεσθῆ τὰ 8]10 τῆς ὁδοῦ καὶ ἀπομένουσιν 7½ χιλιόμετρα. Εἶναι περίεργον διὰ 50 χιλ. δραχ. νὰ μὴ συγκοινωνῶσι δύο ἐπαρχίαι τῆς Μάνης, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν οὔτε βατὴν σχεδὸν ὁδόν, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν κατὰ τὸν χειμῶνα νὰ συγκοινωνήσωσιν ἐκ τῶν τελμάτων καὶ τῶν χειμάρρων. Δι’ ὑστάτην φορὰν ποιοῦμαι ἔκκλησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μεριμνήσῃ περὶ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς, διότι δὲν φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἀπόκληρος ὁ τόπος αὐτός. Ἐκτὸς αὐτοῦ ἔχω καὶ τηλεγράφημα τῆς κοινότητος Γυθείου. Ἐθορυβήθησαν, καὶ πολὺ δικαίως, αἱ ἐπαρχίαι Γυθείου, Οἰτύλου καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, διότι ἐδόθη διαταγὴ νὰ μελετηθῇ συμπληρωματικῶς ἡ σιδηροδρομικὴ γραμμὴ ἀπὸ Τριπόλεως εἰς Σπάρτην, ἐνῷ ἔδει νὰ διαταχθῇ τοιαύτη καὶ μέχρι Γυθείου. Νομίζω ὅτι ἀπαραιτήτως δέον νὰ δοθῇ διαταγὴ νὰ συμπληρωθῇ ἡ μελέτη καὶ μέχρι Γυθείου, καὶ ἂν ποτὲ ἤθελε εὑρεθῇ τὸ κράτος εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα καὶ τὸν σιδηρόδρομον ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπὸ πολλοῦ ἐνδεδειγμένος, διότι ὁ νομὸς Λακωνίας εἶναι ὁ μόνος νομὸς ὁ ὁποῖος στερεῖται σιδηροδρόμου καὶ τοιαύτην δήλωσιν ἐκάματε καὶ ὑμεῖς, κύριε Ὑπουργέ, ἀπὸ τοῦ βήματος, νὰ εἶναι ἑτοίμη ἡ μελέτη.
§23Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καὶ πρὸς τοὺς ὑμετέρους συμπολίτας οἱ ὁποῖοι ἀπηυθύνθησαν πρός με διὰ τηλεγραφήματος ἀπήντησα ὅτι ἡ διαταχθεῖσα συμπλήρωσις τῆς μελέτης τῆς γραμμῆς Τριπόλεως Σπάρτης οὐδόλως κωλύει τὴν συμπλήρωσιν τῆς μελέτης τῆς ἐπεκτάσεως μέχρι Γυθείου.
§24Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθω τοὐλάχιστον διὰ τὴν ὁδὸν Ἀρεοπόλεως–Γυθείου.
§25Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἂς μοῦ σταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορά.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἰδίαν ἀναφορὰν συνιστᾷ καὶ ὁ κ. Κοσονᾶκος. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Σπαρομήλιος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καρυάνης.
§27Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Καρυάνης ἀνεφέρθησαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ζητοῦσιν νὰ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῆς δεκάτης ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἕνεκα τῶν συμπλοκῶν τοῦ Παγγαίου ἐγκατέλειψαν τὸ χωρίον των, τὸ ὁποῖον καὶ κατεστράφη. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι δικαιοτάτη.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Σουδενῶν.
§29Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπ’ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων ἡ κοινότης Σουδενῶν ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐν τῇ ὁποίᾳ ἀναφέρεται ὅτι τὰ Σουδενὰ εἶναι δύο κοινότητες ὁ Ἅγιος Βασίλειος καὶ ἡ Θεοτόκος. Ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν ὑπάρχει κοινὸν δημοτικὸν Σχολεῖον καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος εἶναι γραμματεὺς καὶ εἰς τὰς δύο κοινότητας. Δυστυχῶς ὅμως ὁ δημοδιδάσκαλος λόγῳ τοῦ ὅτι ἔχει τὸ Ταχυδρομεῖον εἶναι καὶ διδάσκαλος, δὲν ἐπαρκεῖ διὰ τὰ καθήκοντα τοῦ γραμματέως οὐδεμιᾶς τῶν κοινοτήτων. Μάλιστα τελευταίως ὑπέβαλε καὶ παραίτησιν ἀπὸ τῶν καθηκόντων τοῦ γραμματέως. Δίκαιον λοιπὸν εἶναι, κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ληφθῇ πρόνοια ὥστε ὅπου ὑπάρχουσι κοινὰ δημοτικὰ σχολεῖα καὶ ὁ δημοδιδάσκαλος εἶναι γραμματεὺς εἰς πολλὰς κοινότητας καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπέβαλεν οὗτος παραίτησιν καὶ δὲν ὑπάρχει μέλος τοῦ συμβουλίου τὸ ὁποῖον νὰ γνωρίζῃ τόσα γράμματα, ὥστε νὰ δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς γραμματεύς, νὰ δύναται νὰ διορίζηται γραμματεὺς ἕν μέλος τῆς κοινότητος, τὸ ὁποῖον ἐπὶ μικροτάτῃ ἔστω ἀμοιβῇ νὰ διεξάγῃ τὴν ὑπηρεσίαν.
§30Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Νὰ διαβιβασθῇ παρακαλῶ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργόν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Θανόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Μαρίας χήρας Γ. Τομπάζη.
§32ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰ δυνατὸν ἀπόψε, διότι ἀφορᾷ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν ἀπόψε νὰ ψηφισθῇ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Καλαβρύτων Ι. Μπαλαλοῦ.
§34Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§35Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Οἱ κ. κ. Δ. Γκλαβᾶς καὶ Ἰ. Βέρροιος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Στρεβόζης.
§37Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Πρὸ δύο ἐτῶν εἶχον γίνει ἔργα εἰς τὴν θέσιν Μετόχι καὶ εἶχον προϋπολογισθεῖ εἰς 4,000 δραχμὰς ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν περιελήφθη τοῦτο εἰς τὸν νόμον οὔτε εἰς τὸ τελευταῖον συμπληρωματικὸν νομοσχέδιον, τὸ αὐξῆσαν τὰς πιστώσεις πρὸς ἀποξήρανσιν ἐνίων ἑλῶν καὶ τελμάτων. Θὰ παρακαλέσω νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἐλπίζω ὅτι θέλει λάβει ταύτην ὑπ’ ὄψιν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βέρροιος τὰ αὐτά.
§39Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν κάμνω καὶ ἐγώ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ παραπέμπεται. Ὁ κ. Γαρδικιώτης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Δοξάτου.
§41Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ καταστραφέντος κατὰ τὸν πόλεμον Δοξάτου ζητοῦσιν ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου τοῦ ἐπιτηδεύματος ὅπως καὶ παράτασιν τοῦ δικαιοστασίου. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ κανεὶς ἀμφιβάλλων περὶ τοῦ δικαίου τῶν αἰτημάτων καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ σπεύσῃ νὰ λάβῃ τὰ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς θεραπείαν τῶν ἀδικημάτων τούτων.
§42Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ, κ. Πρόεδρε, ὑπὲρ τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δοξάτου, διότι τὸ Δοξάτον εἶναι ἡ κωμόπολις ἐκείνη ἡ ὁποία πολὺ ἀκριβὰ ἐπλήρωσε τὴν ἀπελευθέρωσίν της.
§43Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά.
§44Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐλήφθη ἤδη καὶ ὑπάρχει ὑποβεβλημένον νομοσχέδιον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἑπόμεναι ἐρωτήσεις τοῦ κ. Δ. Χατζηγιάννη ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Πετροπουλάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν τῇ Γεν. ἀποθήκῃ Ὑλικοῦ Πολέμου Πειραιῶς ἐργαζομένων κοπτῶν.
§46Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπεβλήθη μία ἀναφορὰ τῶν κοπτῶν τῆς ἀποθήκης τοῦ ὑλικοῦ πολέμου ἐν Πειραιεῖ, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετήσαντες ἐπὶ 20 καὶ 25 ἔτη ἐπὶ μισθῷ, ἐσχάτως ἀπεπέμφθησαν καὶ ἐστερήθησαν καὶ τοῦ ἡμερομισθίου· ὑποβάλλουσι τὴν αἴτησιν ταύτην καὶ παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔντιμον καὶ πολύτιμον κατὰ τοὺς δύο πολέμους ὑπηρεσίαν των καὶ νὰ μεριμνήσῃ νὰ μὴ πεταχθοῦν εἰς τοὺς δρόμους, διότι εἶναι ἤδη προβεβηκότες καὶ δὲν δύνανται νὰ ἀναλάβουν ἄλλην ἐργασίαν.
§47ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θὰ τὸ ἐξετάσω.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ἡ ὑπ’ αὐτὸν ὑπηρεσία εἶναι ἐν γνώσει ὅτι ἐνταῦθα καὶ ἐπὶ τῆς ὁδοῦ Μυλλέρου ὁ ἐργοστασιάρχης αὐτοκινήτων Μάμμος ἐτοποθέτησε πρὸ μηνὸς τεράστιον μηχάνημα ἐντὸς τοῦ ἐργοστασίου του, τοῦ ὁποίου ὁ θόρυβος ἔχει ἀναστατώσει ὁλόκληρον συνοικίαν καὶ κρατεῖ τοὺς περιοίκους ἐν διαρκεῖ ἐκνευρισμῷ.
§49ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Οὐδεμίαν πληροφορίαν ἔχει ἡ ὑπ’ ἐμὲ ὑπηρεσία. Δὲν γνωρίζω ἂν τυχὸν ἔχῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ὁποία θὰ κρίνῃ ἐπὶ τοιούτων παραπόνων.
§50Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας.
§51Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ ἐξετάσω.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Μπασιᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τί ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ Σπ. Τσιλιμιοῦ διαβιβασθείσης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 15933 τῆς 12 Νοεμβρίου ἐγγράφου τῆς ἀστυνομικῆς διευθύνσεως, διότι ἐνῷ οὗτος διέπρεψε κατ’ ἀμφοτέρους τοὺς πολέμους οὐ μόνον δὲν προὐτάθη διὰ μονιμοποίησιν, ἀλλ’ οὐδὲ προήχθη εἰς ἔφεδρον ὑπολοχαγόν, οὐδ’ ἔτυχεν ἠθικῆς ἀμοιβῆς ὡς ἔτυχον καὶ αὐτοὶ οἱ νεώτεροι.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος εἶναι εἰς τὸν πίνακα Δ.
§54Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν πρόκειται νὰ μονιμοποιηθῇ, ἀλλὰ νὰ προαχθῇ ὡς ἔφεδρος, διότι αὐτὸς εἶχεν ἐκθέσεις.
§55ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ἀπὸ ἔλλειψιν ἐκθέσεως διεγράφη ἀπὸ τὸν πίνακα καὶ εἶναι εἰς τὸν πίνακα τῆς μὴ προαγωγῆς.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἂν τὸν Ἠλίαν Παλαιοδημόπουλον καὶ ἄλλους ἀνθυπασπιστὰς κεκτημένους τὰ πρὸς προαγωγὴν προσόντα ἀπὸ τὴν 29ην Ἰουνίου 1913, ὅτε ἐγένοντο προαγωγαὶ ἀνθυπασπιστῶν εἰς ἀνθυπολοχαγούς, καὶ ἐκ παραδρομῆς ἢ ἀβλεψίας τῆς ὑπηρεσίας παραλειφθέντας, προαχθέντας δὲ κατὰ τὸν Νοέμβριον τοῦ 1913, ἂν θὰ θεωρήσῃ αὐτοὺς ὡς προαχθέντας ἀπὸ τῆς 29ης Ἰουνίου 1913, ὅτε ἔδει νὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ.
§57ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι ἀρνητική, διότι ἀπὸ τὴν ἡμέραν ποῦ προεβιβάσθησαν θὰ ὑπολογισθῇ ὁ προβιβασμός.
§58Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι ἄδικον, διότι ἦσαν πρὸ τοῦ πολέμου ἀνθυπασπισταὶ καὶ ἡ ὑπηρεσία τὸ ἀνεγνώρισε. Πρόκειται περὶ 6, 7 ἀνθυπασπιστῶν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἑπομένη ἐρώτησις τοῦ κ. Μπουρνιᾶ ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διατί προήχθη ὁ ἀρχιμηχανουργὸς Δημητρόπουλος Ἀνδρ. ὅστις πρὸ ἑνὸς μόνον μηνὸς ὠνομάσθη ἀρχιμηχανουργὸς δευτέρας τάξεως, καταπατήσας τὴν ἀρχαιότητα ἄλλων ἀρχιτεχνιτῶν, οἵτινες παραμένουσιν ἀπὸ τετραετίας εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν καίτοι μετέσχον ἀμφοτέρων τῶν πολέμων.
§60Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ὄνομα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βέρροιος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν οἱ ἀνθυπασπισταὶ οἱ ἐξελθόντες τῆς Σχολῆς τῶν ὑπαξιωματικῶν θὰ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ, ὡς προήχθησαν οἱ ἀνθυπασπισταὶ καὶ οἱ ὑπαξιωματικοὶ τῆς Χωροφυλακῆς.
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἀπάντησίς μου εἶναι ἐπίσης ἀρνητική.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ποία ἡ ἀπόφασις τῆς γνωμοδοτησάσης Ἐπιτροπῆς καὶ τί ὁριστικῶς ἀπεφασίσθη ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν παρὰ τὴν ἐνταῦθα συνοικίαν Ἀλίτσης οἰκούντων, διαμαρτυρομένων ἐντονώτατα κατὰ τῆς ἐγκαταστάσεως καὶ λειτουργίας αὐτοκινήτων μηχανημάτων ἐν τῷ ξυλουργείῳ Παντ. Νίκα, ὡς θορυβώδους καὶ λίαν ὀχληρᾶς.
§64Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἶχε δοθεῖ ἄδεια ἐγκαταστάσεως εἰς τὸ ξυλουργεῖον ὑπὸ τὴν τήρησιν ὡρισμένων ὅρων. Ἤδη, προκειμένου νὰ γίνῃ ἔρευνα ἐπὶ τῶν παραπόνων τῶν περιοίκων συνεστήθη ἐπιτροπὴ ἵνα ἐξετάσῃ, ἂν πληρῶνται οἱ ὅροι οἱ ὁποῖοι ἐπεβλήθησαν. Ἡ ἐπιτροπὴ εὗρεν ὅτι ὁ θόρυβος δὲν εἶναι ὑπερβολικὸς καὶ προέτεινε τὰ μέτρα διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶν παράπονον τῶν περιοίκων. Ἐζήτησα τὴν γνώμην τοῦ εἰδικοῦ μηχανικοῦ συμβουλίου μετὰ τὴν λῆψιν τῆς ὁποίας θὰ λάβω ὁριστικὴν ἀπόφασιν πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν δικαίων αἰτημάτων τῶν περιοίκων.
§65Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ λάβῃ τὰ κατάλληλα μέτρα ἵνα μὴ θορυβῶνται οἱ περίοικοι εἰς τρόπον ὥστε νὰ μειώνηται ἡ ἀξία τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ ἤθελον συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος περὶ τοῦ ὁποίου προνοεῖ ὁ νόμος ὁ ψηφισθείς, διὰ νὰ παύσουν νὰ γίνωνται αὐτὰ τὰ ζητήματα.
§66Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εὑρίσκεται ὑπὸ ἐπεξεργασίαν.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τίνα λόγον κατὰ τοὺς ἐνεργηθέντας προβιβασμοὺς ἐφέδρων ἀνθυπιάτρων παρελείφθησαν πολλοὶ ἔφεδροι ἀνθυπίατροι ὑπηρετήσαντες ὡς τοιοῦτοι καὶ κατὰ τὸ πόλεμον τοῦ 1897 καὶ κατὰ τοὺς δύο τελευταίους πολέμους, προήχθησαν δὲ ἄλλοι νεωτέρων ἡλικιῶν, ἐνῷ καὶ οἱ πρῶτοι μετ’ ἐπιμελείας καὶ ζήλου ἐπετέλεσαν τὰ καθήκοντά των. Ἐπίσης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς παραγράφου 2 τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ νόμου 353 περὶ μονίμων ὑπαξιωματικῶν, καθ’ ἥν, ἐκ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων ὑπαξιωματικῶν οἱ μὴ ἐπιθυμοῦντες νὰ ταχθῶσιν εἰς τὸ Σῶμα τῶν μονίμων ὑπαξιωματικῶν ἐξακολουθοῦσιν ὑπηρετοῦντες ὑπὸ τοὺς ὅρους τῶν μέχρι τοῦδε ἰσχυουσῶν διατάξεων, δηλαδὴ οὗτοι θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, δυνάμει τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου ἢ θὰ ἀπολύωνται λήγοντος τοῦ χρόνου δι’ ὃν κατετάγησαν ἢ ἀνεκατετάγησαν;
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν πρώτην ἐρώτησιν παρακαλῶ νὰ μοῦ εἰδικεύσητε τὸ ὄνομα διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ ἀπαντήσω. Ὡς πρὸς τὴν δευτέραν θὰ προσπαθήσω αὔριον ν’ ἀπαντήσω.
§69Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι ἐπείγουσα διότι λήγει ἡ προθεσμία, ἐντὸς τῆς ὁποίας πρέπει νὰ δηλώσῃ μονιμότητα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετρουπουλάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἐὰν ἔλαβε μέτρα διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἁμαξιτῶν ὁδῶν Μολάων–Μονεμβασίας καὶ Μολάων–Ἐλῃᾶς καταστραφεισῶν τελείως, διακοπείσης τῆς συγκοινωνίας, καὶ ἐὰν ὁ διαταχθεὶς μηχανικὸς μετέβη ἐπὶ τόπου.
§71Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Προεκηρύχθη δημοπρασία.
§72Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῆς ὁδοῦ Μονεμβασίας–Μολάων ἀλλὰ καὶ περὶ τῆς ὁδοῦ Μολάων–Ἐλῃᾶς, ἡ ὁποία κατεστράφη καὶ διεκόπη ἡ συγκοινωνία, ἀλλὰ πρόκειται καὶ περὶ ἑτέρου ζητήματος ἀφορῶντος τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν, τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας. Πρόκειται περὶ τοῦ τέως δήμου Ζάρακος τῆς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς. Εἰς τὸν Δῆμον ἐκεῖνον δὲν ὑπάρχει εἷς τελωνοφύλαξ, καίτοι πληρώνεται οἴκημα διὰ φυλακεῖον καὶ οἴκημα διὰ ἀστυνομίαν, χωρὶς οὔτε ἀστυνομικὸς σταθμάρχης οὔτε χωροφύλαξ νὰ ὑπάρχῃ, εἶναι δὲ ὑποχρεωμένοι νὰ πηγαίνουν εἰς τὰς Σπέτσας νὰ πρακτηγάρουν καὶ νὰ πέρνουν τὰ ναυτιλιακά των. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ λάβητε μίαν πρόνοιαν ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ σᾶς ἐπισκέπτωνται συχνά. Κατὰ τοὺς μῆνας τοὺς χειμερινοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπίσης νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον λόγῳ τῆς ἀποστάσεως καὶ διότι εἶναι χιονοσκεπῆ τὰ βουνά. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ παραγγείλῃ εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰσαγγελέα νὰ μὴ προσδιορίζῃ δίκας κατὰ τοὺς τρεῖς μῆνας, διότι οἱ περισσότεροι δικάζονται ἐρήμην εἴτε ὡς κατηγορούμενοι εἴτε ὡς μάρτυρες καὶ φαντάζεσθε ποίαν σημασίαν ἔχει μία λιπομαρτυρία. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὸ ἄλλο ζήτημα τὸ ἀφορὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Αὐτοὶ εἶναι ἀποκεκλεισμένοι, ὅπως εἶπον διὰ ξηρᾶς, εἶναι ὅμως καὶ ἀπὸ θαλάσσης, διότι ἂν θέλουν νὰ ἐπικοινωνήσουν μετὰ τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ μεταβῶσιν ἢ εἰς τὸ Λεωνίδιον, τὸ ὁποῖον ἀπέχει 12 ὥρας, ἢ εἰς τὴν Μονεμβασίαν, ἡ ὁποία ἀπέχει 9 ὥρας. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ὑπουργέ, ὅπως μεριμνήσητε καὶ προσεγγίζῃ ἓν ἀτμόπλοιον εἰς τὸ Κυπαρίσσιον καὶ Ἱέρακα Ζάρακος.
§73Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ μεριμνήσω περὶ αὐτοῦ.
§74Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπίσης θὰ σᾶς παρακαλέσω, ὅπως μεριμνήσητε καὶ προσεγγίζῃ καὶ εἰς τὸ Ἀχίλλειον Ταινάρου, διότι ἐκεῖ ἡ ἀνατολικὴ πλευρὰ δὲν ἐπικοινωνεῖ εἰμὴ μόνον μὲ τὸ Γύθειον. Εἰς ὑμᾶς, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἔχω ν’ ἀπευθύνω τὴν παράκλησιν, ὅπως στείλητε ἐπὶ τέλους ἕνα χωροφύλακα. Ὅλαι αἱ κοινότητες ἐκεῖ δὲν ἔχουν ἕνα χωροφύλακα καὶ μαστίζονται ἀπὸ τοὺς κατσικοκλέπτας. Ἐννοῶ ὁλόκληρον τὸν τέως δῆμον Ζάρακος.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 35 ἐρώτησις τῶν κ. κ. Σ. Ἀναστασιάδου, Ι. Γκέκα καὶ Δ. Χατζηγιάννη ἀναβάλλεται. Οἱ κ. κ. Ι. Ξηρὸς καὶ Ι. Δελμοῦζος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ ὑπὲρ τῶν καταφόρως ζημιουμένων χορηγητῶν τοῦ ἄρτου τῶν φυλακῶν, λόγῳ τῆς ὑψώσεως τῆς τιμῆς τῶν ἀλεύρων.
§76Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ ζήτημα εἶναι γενικώτερον καὶ ἀφορᾷ καὶ ἄλλους προμηθευτὰς πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀναγομένους εἰς τὴν δικαιοδοσίαν ἄλλων Ὑπουργείων.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καντιάνης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἀπεφάσισε νὰ ἐνεργήσῃ καὶ πότε τὰς προαγωγικὰς ἐξετάσεις τῶν δημοδιδασκάλων, συμφώνως τῷ σχετικῷ Νόμῳ.
§78Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Θὰ προκληθῇ Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ καθορισθῇ ὁ τρόπος τῶν προαγωγικῶν ἐξετάσεων, καὶ μετὰ ταῦτα θὰ ἀρχίσωσιν αὐταί.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σοκόλης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτεται νὰ λάβῃ μέτρα περὶ τῆς ἐκ σεισμῶν καταστραφείσης Λευκάδος διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δικαιοστασίου.
§80Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ τὰς περιστάσεις τὰς ὁμοίας, τὰς οὐχὶ δυστυχῶς σπανίας, καθ’ ἃς τμήματα τοῦ Βασιλείου ὑπέστησαν κλονισμοὺς ἐκ σεισμικῶν δονήσεων, δὲν ἐγένετο προσφυγὴ εἰς δικαιοστάσιον οὔτε ὁ νόμος ὁ σχετικὸς περιλαμβάνει τοιοῦτόν τι. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπιεικῆ μέτρα, λαμβανόμενα σήμερον σχετικῶς μὲ τὰς διαφόρους καταδιώξεις τῶν διαφόρων ὀφειλετῶν ἐκ μέρους τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν, καθ’ ἃ ὁ νόμος ἐπιτρέπει, καὶ δίδοντες εὐρυτέραν ἀναστολήν, θὰ χρησιμεύσωσιν ἀρκούντως ἐξυπηρετικὰ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν.
§81Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις μόλις εἶχε λάβει τὰς ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τῶν καταστροφῶν, αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὤφειλε εὐθὺς ἀμέσως νὰ προβῇ εἰς τὴν λῆψιν τοῦ τοιούτου μέτρου. Διότι ἐκ τῶν ἐπισήμων πληροφοριῶν ἔχομεν ὅτι ἐξ 827 οἰκιῶν τοῦ δήμου Ἀπολλωνίων 121 καὶ μόνον ἐσώθησαν 700 σπίτια εἶναι ἀκατοίκητα καὶ ἔπεσαν κάτω. Ἐρωτᾶται. Αὐτοὶ οἱ 13.500 ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατὰ μέσον ὅρον κατώκουν εἰς τὰ σπίτια αὐτά, τί θὰ κάμουν; Ἔχομεν τὸν δῆμον Ἐξανθείας ἀπὸ 514 σπίτια, μόνον 42 ἔμειναν κατὰ τὴν ἐπίσημον ἔκθεσιν τὴν ὁποίαν ἔχω. Εἰς τὴν πόλιν τῆς Λευκάδος ἔχετε ὅλας τὰς οἰκίας βεβλαμμένας. Ἑπομένως εἶναι ὑποχρεωμένοι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐπιδιορθώσωσι κατὰ πρῶτον τὴν στέγασιν αὐτῶν, ἵνα δυνηθῶσιν νὰ ἀντεπεξέλθωσιν κατὰ τοῦ ψύχους. Ἑπομένως εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ληφθῶσι μέτρα ὅπως μὴ οἱ ἄνθρωποι καταδιωχθῶσι, καὶ δὲν νομίζω ὅτι ἀρκεῖ ἡ προσφυγὴ εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ δικαστηρίου. Ἐὰν μέχρι σήμερον μία οἱαδήποτε κυβέρνησις δὲν ἔλαβε σχετικὰ μέτρα, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι μέχρι σήμερον δὲν ἐπεγένετο ὁμοία καταστροφὴ εἰς ἄλλο μέρος, ὡς σήμερον εἰς τὴν Λευκάδα. Βεβαίως ἐγένοντο παραπλήσιαι καταστροφαὶ εἰς ἄλλα μικρὰ τμήματα τοῦ Βασιλείου, ἀλλ’ ἐδῶ πρόκειται περὶ ὁλοκλήρου νήσου, τῆς ὁποίας ὁλόκληροι πληθυσμοὶ ὑποφέρουσιν ἐκ τῆς καταστροφῆς ταύτης. Ἑπομένως λόγῳ τοῦ ἐξαιρετικοῦ τῆς καταστάσεως νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον ὅπως στεγασθῶσι πρῶτον αἱ οἰκίαι των, καὶ κατόπιν ἡ κυβέρνησις ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει. Νομίζω ὅτι καθῆκον στοιχειώδους δικαιοσύνης ἐπιβάλλει τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ δικαιοστασίου εἰς τὴν Λευκάδα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Τσακόπουλος καὶ Ἀλεξάκης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐὰν διέταξε τὴν ἐπισκευὴν τοῦ διδασκαλείου τῶν ἀρρένων Τριπόλεως.
§83Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἐν Τριπόλει, κ. Πρόεδρε, κτίριον προωρισμένον ἀνέκαθεν διὰ διδασκαλεῖον, ἀνῆκον εἰς τὸν δῆμον, ὅστις ὅμως προσέφερεν, ἀφ’ ἧς συνέστη τὸ διδασκαλεῖον ἐκεῖ, τὴν χρῆσιν εἰς τὸ δημόσιον, τὸ δὲ δημόσιον εἶχεν ἀναλάβει ἀνέκαθεν τὴν ἐπισκευὴν τοῦ κτιρίου τούτου. Κατὰ τὸ 1906 κατηργήθη τὸ διδασκαλεῖον καὶ τὸ κτίριον αὐτὸ ἔμεινε καὶ ἐχρησίμευσεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ ἐντεῦθεν πάλιν εἰς ὑπηρεσίαν τοῦ δημοσίου, διότι ἐν αὐτῷ ἐστρατωνίσθη τὸ στράτευμα, τὸ ὁποῖον ἦτο εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο μέχρι προχθές. Ἤδη ἀνεσυστήθη τὸ Διδασκαλεῖον καὶ ἐνεκατεστάθη εἰς τὸ αὐτὸ κτίριον. Ἀλλὰ τὸ κτίριον τοῦτο μετὰ 8ετῆ χρῆσιν ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου διὰ στρατῶνας ὑπέστη φθορὰν τοιαύτην, ὥστε δὲν δύναται τώρα, ὡς ἔχει, νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἦτο καὶ εἶναι προωρισμένον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον τὸ Δημόσιον, χάριν τοῦ ὁποίου ὑπέστη ὅλας αὐτὰς τὰς φθοράς, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ πληρώνῃ ἐνοίκια, διότι ἡ προσφορὰ εἶναι δωρεὰν ἐκ μέρους τοῦ δήμου Τριπόλεως, ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐπισκευήν. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον ἐπείγει ἡ ἐπισκευή, καθ’ ὅσον, καθ’ ἃς ἔχω ἐκεῖθεν πληροφορίας, τὸ πρότυπον, τὸ ὁποῖον διδάσκεται καὶ πρέπει νὰ διδάσκηται ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ καταστήματος, τὸ ἔχει ἀπομακρύνει εἰς ἄλλο οἴκημα διὰ τὸ ὁποῖον βέβαια καὶ θὰ πληρώνῃ ἐνοίκιον τὸ δημόσιον. Ἔχω λοιπὸν τὴν σύστασίν των δεδικαιολογημένην νὰ μεριμνήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ταχέως νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσις αὐτοῦ, διότι ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον κατέληξε τὸ δημόσιον νὰ πληρώνῃ τὸ ἐνοίκιον διὰ τὸ πρότυπον σχολεῖον, ἐν ᾧ ἐπὶ δεκάδας ἤδη ἐτῶν δὲν ἐπλήρωνεν ἐνοίκια διὰ τὸ κτίριον αὐτό, φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἐπεκταθῇ περισσότερον καὶ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τὸ δημόσιον νὰ ἐνοικιάσῃ καὶ ἕτερα οἰκήματα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσῃ ποσὰ ἱκανά.
§84Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Λυποῦμαι διότι δὲν θέλω παράσχει ἐγκαίρως πληροφορίας εἰς τὸν κ. συνάδελφον, διότι μόλις χθὲς περιῆλθεν ἔγγραφον τῶν οἰκείων ἀρχῶν πρὸς ἐμέ, δὲν εἶμαι ὅμως εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω κατὰ πόσον τὸ δημόσιον εὐθύνεται διὰ τὴν ἐπισκευὴν αὐτήν, καὶ κατὰ τίνα νόμιμον τρόπον καὶ διὰ τίνος πρέπει νὰ ἐνεργηθῶσιν.
§85Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κατὰ πόσον εὐθύνεται τὸ δημόσιον, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ τις ὁ ἀμφιβάλλων, ὅτι ἔχει ὅλην τὴν εὐθύνην, ἀφοῦ ἔχει αὐτὸ τὴν χρῆσιν. Τίς ἄλλος θὰ εὐθύνεται; Νομίζω ὅτι ὁ συλλογισμὸς αὐτὸς δὲν ἦτο ὀρθός.
§86Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἔκαμα συλλογισμόν, εἶπον ὅτι ἀφοῦ μελετήσω τὸ ἔγγραφον, θὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ρεδίνθης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἄν θὰ διατάξῃ τὸν ἐργολάβον Πέτρον Νομικὸν νὰ μεταβῇ καὶ ἀποπερατώσῃ τὴν παρ’ αὐτοῦ ἀναληφθεῖσαν ἐπέκτασιν καὶ ἐπιδιόρθωσιν τῆς προκυμαίας τοῦ λιμένος Λιβάδι τῆς Σερίφου, διότι ὁ ἐργολάβος οὗτος ἀναλαβὼν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐν λόγῳ ἔργου πρὸ τριετίας ἀντὶ ἐπισκευῆς καὶ ἐπεκτάσεως τῆς προκυμαίας κατέστρεψεν αὐτήν.
§88Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Τὸ Ὑπουργεῖον διέταξε τὰ προσήκοντα. Ἤδη ἡ Λιμενικὴ Ἐπιτροπὴ δέον διὰ τοῦ μηχανικοῦ της νὰ καλέσῃ τὸν ἐργολάβον, νὰ συνεχίσῃ τὸ ἔργον, ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει δὲ νὰ ζητήσῃ ὅπως κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ ἐργολάβος.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Μπούσδρας καὶ Θανόπουλος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῶν ἑξῆς ζητημάτων καὶ πράξεων τοῦ ταμίου Καρδίτσης Γκίκα Ὀρλώφ: Αʹ) ποῖον εἶναι τὸ πόρισμα τῶν ἐνεργηθεισῶν ἀνακρίσεων ἐπὶ τῆς μηνύσεως τῆς πρὸ διετίας ἐπιδοθείσης κατὰ τοῦ ταμίου τούτου ἐπὶ χαρτοπαιξίᾳ καὶ λοιπαῖς πράξεσιν ἀναρμόστοις πρὸς τὸν δημόσιον αὐτοῦ βίον. Βʹ) τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς μηνύσεως, ἥτις πρὸ ἔτους ὑπὸ τῶν κατοίκων Πιτσαρῆ ἐπεδόθη εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον κατὰ τοῦ αὐτοῦ ταμίου ἐπὶ συμπαιγνίᾳ αὐτοῦ μετὰ τοῦ ἐπιστάτου τοῦ τσιφλικίου Πιτσαρῆ καὶ ἀταξίᾳ περὶ τὴν πληρωμὴν ὀφειλομένων τοῖς χωρικοῖς. Γʹ) Διὰ τίνα λόγον ὁ αὐτὸς ταμίας πωλεῖ χαρτόσημον μόνον ἀπὸ τῆς 10½–12. Δʹ) ὁ αὐτὸς ταμίας διὰ τίνα λόγον παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου τῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων δὲν εἰσέπραξε τὸ μίσθωμα τὸ ὀφειλόμενον εἰς τὸν δῆμον Καρδίτσης διὰ τοὺς μῆνας Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον. Ἕνεκα τῆς παραβάσεως ταύτης ὁ δῆμος περιῆλθεν εἰς ἀνεπάρκειαν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεών του, καταστὰς ἕνεκα τούτου καὶ εἰς ἀποζημιώσεις ὑπόχρεως πρὸς τὴν ἑταιρείαν τοῦ φωτισμοῦ. Εʹ) Διὰ τίνα λόγον ὁ αὐτὸς ταμίας ἀρνεῖται νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὸν Δήμαρχον Καρδίτσης καὶ τὴν δημαρχικὴν ἐπιτροπὴν τὸν λογαριασμὸν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου μέχρι σήμερον, ἐν ᾧ ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεοῦται νὰ ὑποβάλλῃ τοιοῦτον λογαριασμὸν εἰς τὸ τέλος ἑκάστου μηνός.
§90Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἶνε τόσα πολλὰ τὰ ἐρωτήματα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ἀπαντήσω διὰ μιᾶς.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. κ. Μπούδρας καὶ Θανόπουλος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτιπληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) ἐὰν ἡ ἕδρα τοῦ 1ου Συντάγματος τῶν εὐζώνων παραμένει ἐν Καρδίτσῃ· 2) διὰ τίνα λόγον δὲν ἀποπερατοῦται ἡ κατασκευὴ τῶν Στρατώνων ἐν Καρδίτσῃ, ἐν ᾧ ἕνεκα τῶν καιρικῶν μεταβολῶν καὶ τὸ συντελεσθὲν ἔργον καθ’ ἑκάστην φθείρεται.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Κι’ ἐγὼ δι’ αὐτὴν καὶ διὰ τὴν ἑπομένην ἐρώτησιν δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω σήμερον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Καρᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν οἱ Διοικηταὶ Σωμάτων ἢ μονάδων στρατοῦ ἔχωσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παρέχωσι, μετὰ ἀπώλειαν ἐκδοθέντος πιστοποιητικοῦ, εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους ἕτερον τοιοῦτον προκειμένου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, θὰ τὸ ἐξετάσω, νομίζω ὅμως ὅτι δύναται ἡ χήρα νὰ ὑποβάλῃ αἴτησιν, ἵνα τῆς δοθῇ νέον πιστοποιητικόν.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Μπασιᾶς καὶ Βακράτσας παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν εἰσπράττωνται ἐν ταῖς νέαις χώραις αἱ νόμιμοι εἰσφοραὶ ὑπὲρ τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου, συμφώνως τῷ νόμῳ ͵ΓΣΚϚʹ καὶ ἰδίᾳ ἡ τοῦ δεκαλέπτου τῶν εἰσιτηρίων, πρὸς εἴσπραξιν τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἀπολύτως κώλυμα ὑπάρχει. Ἐὰν δὲ δὲν εἰσεπράχθη δύναται εὐχερῶς νὰ βεβαιωθῇ διὰ τῶν στελεχῶν τῶν εἰσιτηρίων καὶ εἰσπραχθῇ τοῦτο.
§96Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἐγένετο ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ ὁποῖον παρακαλεῖται νὰ διαταχθῶσι οἱ τελῶναι νὰ προβαίνωσιν εἰς τὴν εἴσπραξιν.
§97Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν πρόθυμον ἐνέργειαν, θέλω δὲ παρακαλέσει νὰ βεβαιωθῶσι διὰ τῶν λιμεναρχῶν ὅλα τὰ ὑποβληθέντα μέχρις ὥρας, ὥστε νὰ πληρωθοῦν καὶ αὐτά.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μπασιᾶς παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποῖον λόγον κατ’ ἀρχὴν τὸ Δημόσιον ἐκκαλεῖ ἁπάσας τὰς ἀποφάσεις ἀνεξαιρέτως τοῦ πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου τῶν ἐπιτάξεων ἐνώπιον τοῦ δευτεροβαθμίου, τοῦθ’ ὅπερ ἀντίκειται καὶ εἰς τὸν λόγον τῆς συστάσεως τοῦ Δικαστηρίου τῆς ἐπιτάξεως, ὅστις ἦτο κυρίως ἡ ταχύτης τῆς διαδικασίας, δεδομένου μάλιστα, ὅτι τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθὲν νομοσχέδιον περιεῖχε ἓν μόνον Δικαστήριον, τὸ δὲ δευτεροβάθμιον προσετέθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς ὡς μεῖζον ἐχέγγυον ὑπὲρ τῶν ἐναγόντων, δεδομένου ὅτι τὸ Δικαστήριον τῆς ἐπιτάξεως ἀπετελεῖτο μόνον ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων.
§99Α. ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρόκειται ἁπλῶς περὶ μιᾶς συστάσεως.
§100Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ἐξετάσω σοβαρῶς τὸ ζήτημα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φλέσσας παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἀπεφασίσθη διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Πηδήματος–Ἀρφαρῶν τῆς Ἀμφείας τῆς ὁποίας ἡ μελέτη ἐγένετο πρὸ πολλοῦ.
§102Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ ἐξετάσωμεν.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Παπαβασιλείου παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν καὶ Στρατιωτικῶν νὰ τὸν πληροφορήσωσι τί ἀπέγεινεν ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τοῦ Γεωργίου Α. Σαραμάση ὑποβληθείσης περὶ τὰ μέσα περίπου τοῦ παρελθόντος Σεπτεμβρίου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, δι’ ἧς ἐζήτει, ὅπως ὁ υἱός του Ἀνδρέας Σ. Σαρκμάσης κληρωτὸς τῆς κλάσεως 1915 καὶ ὑπηρετῶν εἰς τὸν βʹ λόχον τοῦ 34ου πεζικοῦ συντάγματος μετατεθῇ εἰς τὸ Ναυτικὸν καθ’ ὃ ναυτολογηθεὶς ἀπὸ τοῦ 1906 μέχρι σήμερον καὶ ἀνήκων συνεπῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς θαλάσσης καὶ ὄχι τῆς ξηρᾶς, αἰτήσεως περὶ τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἐξώδικος πληροφορία, ὅτι διαβιβασθεῖσα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀνεγνωρίσθη ὡς πρὸς τὸ ὀρθὸν αὐτῆς.
§104Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ αἴτησίς του διεβιβάσθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως γείνῃ δεκτή.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ε. Βελλιανίτης καὶ Σ. Θεοδωρόπουλος παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ᾖναι ὑποχρεωμένοι οἱ ἔχοντες δίπλωμα ἐμπορικῆς σχολῆς, νὰ προσαγάγωσι καὶ πιστοποιητικὸν τριετοῦς ἐν Τραπέζῃ ἀσκήσεως.
§106ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἡ ἀπάντησις εἶναι καταφατική.
§107Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι μία παρεξήγησις, διότι ζητεῖτε 140 διαχειριστάς, ἀλλὰ 140 ὑπαλλήλους τραπεζῶν ποῦ θὰ τοὺς εὕρητε;
§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πιθανὸν νὰ μὴ τοὺς εὕρωμεν, ἀλλ’ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐφαρμόσω τὸν νόμον ὅπως ἐψηφίσθη.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βελλιανίτης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτηται νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ τοὺς ἐπιστάτας τῶν ἐξεταστικῶν καὶ διὰ χρέη φυλακῶν, οἵτινες λαμβάνουσι μισθὸν δραχμῶν 80 μηνιαίως, ἐνῷ οἱ φύλακες λαμβάνουν 100.
§110Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Κατὰ ῥητὴν διάταξιν τοῦ νόμου δύνανται νὰ καταταχθῶσιν ὡς φύλακες εἰς τὰς νέας φυλακὰς, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασίς των εἰς τὰς παλαιὰς φυλακάς.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰγγλέσης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ ποίαν αἰτίαν δὲν ἀποπερατοῦται τὸ εἰς τὴν κωμόπολιν Δειληνάτα τῆς Κεφαλληνίας διδακτήριον, τοῦ ὁποίου ἡ οἰκοδόμησις ἔχει ἀρχίσει πρὸ πολλῶν ἐτῶν.
§112Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Αὔριον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Τσακόπουλος παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν θὰ δοθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς διοικήσεως πρὸς τὰς κοινότητας Ἀρκαδίας, αἵτινες δι’ ἔλλειψιν χρημάτων στεροῦνται τῆς γραφικῆς ὕλης.
§114Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ζαβιτσάνος ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ πρότασιν νόμου.
§116Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. (Πρόεδρος). Δι’ ὀλιγίστων, κύριοι βουλευταί, θὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν, προκειμένου νὰ ὑποβάλω πρότασιν νόμου καὶ νὰ ζητήσω τὴν ἀρωγὴν τοῦ σώματος διὰ τὴν λῆψιν μέτρων ἀληθῶς ἐπιβαλλομένων, ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ὁποίων πρόκειται, ἐν μέρει τοὐλάχιστον, νὰ ἀνακουφισθῶσι πληθυσμοὶ ἀληθῶς ἀτυχήσαντες. Ἐννοῶ τοὺς πληθυσμοὺς τῆς Λευκάδος, οἱ ὁποῖοι κατόπιν τῶν τελευταίων σεισμῶν εὑρίσκονται εἰς πλήρη ἀπόγνωσιν. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι αἱ ζημίαι καὶ αἱ καταστροφαὶ αἱ ἐπελθοῦσαι ἐκ τῶν τελευταίων σεισμῶν τῆς Λευκάδος εἶναι τοιαῦται, ὥστε οὔτε ὅμοιαι οὔτε ἀνάλογοι, οὔτε κατὰ προσέγγισιν πρὸς αὐτὰς δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἄλλαι ζημίαι καὶ καταστροφαί, ἐπίσης σοβαραί, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἐγένοντο εἰς τὸ ἡμέτερον Κράτος. Ἐκ μιᾶς προχείρου τηλεγραφικῆς ἐκθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν προτάσσεται τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἐπισκεφθέντες δημόσιοι ὑπάλληλοι τὰ σεισμόπληκτα μέρη δὲν εἶχον προφθάσει νὰ περαιώσωσιν ὅλον τὸ ἔργον αὑτῶν, δύνασθε νὰ ἔχητε τὰς ἑξῆς ἀληθεῖς καὶ λυπηρὰς πληροφορίας (Ἀναγινώσκει). «Ὁ τέως δῆμος Ἀπολλωνίων ἐξ 828 οἰκιῶν, ἃς ἔχουσι τὰ χωρία αὐτοῦ α, β κλπ. κατέρρευσαν 487, ἐβλάβησαν σημαντικῶς 203 καὶ αἱ 137 ὑπολειπόμεναι ἔπαθον μικρὰν ζημίαν. Ὁ δῆμος Εὐγήρου ἐκ τῶν 785 οἰκιῶν, ἃς ἔχουσι τὰ χωρία αὐτοῦ Βασιλικὴ κλπ. κατέρρευσαν ἐντελῶς 93,247 ὑπέστησαν βλάβας σημαντικὰς καὶ αἱ λοιπαὶ ἔπαθον βλάβας μικροτέρας». Αἱ αὐταὶ ζημίαι παρατηροῦνται εἰς ὅλους τοὺς λοιποὺς δήμους τῆς Λευκάδος περὶ τῶν ὁποίων ἀκόμη δὲν ἔχομεν ἀκριβῆ ἔκθεσιν Ὑπάρχει χωρίον, τὸ Ἀθάνι, εἰς τὸ ὁποῖον 47 σπήτια ἔπεσαν ὅλα καὶ δὲν ὑπάρχει ἕνα κεραμίδι. Εἰς τὴν πόλιν τῆς Λευκάδος μόλον ὅτι ἐκεῖ τὰ σπήτια εἶναι ἀντισεισμικά, ἔπεσαν ἀντισεισμικὰ σπήτια ἄνω τῶν ἑκατόν, ἐβλάβησαν δὲ ὅλα τὰ λοιπά.
§117Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ ἀπελπίσῃ τοὺς κατοίκους νὰ μὴ κάμουν ἀντισεισμικὰ σπήτια πλέον.
§118Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὡρισμένως. Νὰ τὰ κάμωσι καλλίτερα. Τὰ δικαστήρια τὰ δημόσια πλὴν ἑνὸς κατέρρευσαν ὅλα. Ὑπάρχουσι πληροφορίαι ἐν σχέσει πρὸς τὰς βλάβας, αἱ ὁποῖαι ἐπῆλθον εἰς τὰς δημοσίους ὁδούς, καὶ οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἀπεστάλησαν εἰς ἔρευναν αὐτῶν τῶν ζητημάτων ἀναβιβάζουσι τὴν δαπάνην εἰς τὰς 350.000 περίπου, ἡ ὁποία θ’ ἀπαιτηθῇ διὰ νὰ ἐπισκευασθῶσιν αἱ ὁδοὶ αἱ καταστραφεῖσαι, ζημίαι προελθοῦσαι ἐκ τῆς καθιζήσεως καὶ τῶν ῥωγμῶν τοῦ ἐδάφους. Μέγα μέρος τοῦ ἀκρωτηρίου Λευκάτα ἔχει πέσει ἐντελῶς, ἡ συγκοινωνία διεκόπη εἰς πολλὰ μέρη, 21 θύματα ἀπέθανον· τραυματίαι ἄπειροι, ἄνθρωποι παρεφρόνησαν ἐκ τῆς ἐντυπώσεως τὴν ὁποίαν ἔλαβον. Πρόκειται τῳόντι περὶ καταστάσεως ἐντελῶς ἐξαιρετικῆς ἡ ὁποία θὰ ἐδικαιολόγει μέτρα ἐντελῶς ἐξαιρετικά. Σημειώσατε ὅτι τὰς μέχρι τοῦδε πιστοποιουμένας ζημίας τὰς ἀναβιβάζουσιν εἰς ἑκατομμύριον οἱ ὑπάλληλοι οἱ μεταβάντες. Εἴμεθα τῆς γνώμης ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ βεβαίως τὸ δημόσιον ταμεῖον διὰ τὴν ἱκανοποίησιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἀτυχημάτων, λαμβανομένου μάλιστα ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ Λευκὰς λόγῳ τῆς κρίσεως τὴν ὁποίαν διέτρεξε καὶ διατρέχει ἡ οἰνοπαραγωγή, δηλαδὴ τὸ μόνον προιὸν τῆς νήσου, εὑρίσκετο καὶ πρὸ τῶν σεισμῶν εἰς ἀληθῆ ἀπόγνωσιν ἀπὸ οἰκονομικὴν δυσπραγίαν, εἴμεθα, λέγω, τῆς γνώμης ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπαιτήσωμεν τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο προεκαλέσαμεν καὶ ἐπετύχαμεν διὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν σύστασιν ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία θέλει προβῆ εἰς συλλογὴν πανελληνίων ἐράνων. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐν τούτῳ ἐπετέλεσε πᾶν ὅ,τι αἱ περιστάσεις ἐπέτρεπον, διότι ἔστειλεν ὅλας τὰς σκηνὰς τὰς ὁποίας εἶχε, διότι ἔστειλε καὶ ὑλικὰ πρὸς οἰκοδομήν, ἀπέστειλε καὶ γαλέταν διὰ νὰ τροφοδοτήσῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐστερήθησαν καὶ τοῦ ἐπιουσίου. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θὰ ζητήσῃ τὸν ὀβολὸν τοῦ καθενὸς βεβαίως θὰ ἐπιτύχῃ τὴν συλλογὴν ποσοῦ τοιούτου τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι δυνατὸν ἐν μέρει ν’ ἀνακουφίσῃ τοὺς ἀτυχεῖς ἐκείνους πληθυσμούς. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελεν ἀποταθῆ εἰς τὴν εὐσπλαγχνίαν τῶν πολιτῶν, νομίζω ὅτι ἡ αὐτὴ ὑποχρέωσις βαρύνει τοὺς ἀντιπροσώπους τῆς ἀτυχοῦς ἐκείνης νήσου ὅπως ζητήσωσι καὶ τὴν εὐσπλαγχνίαν τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τῆς λήψεως τῶν ἑξῆς μέτρων τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν ὑποβαλλομένην πρότασιν νόμου. Ἠθέλομεν ζητήσει ἐν πρώτοις ὅπως ἡ οἰκοδομήσιμος ὕλη ἀφεθῇ ἐλευθέρα παντὸς δασμοῦ ἵνα αἱ σεισμόπληκτοι αὐταὶ καταστροφαὶ ἤθελον ἐν μέρει διευκολυνθῇ· ἐπίσης ν’ ἀνασταλῇ πᾶσα καταδίωξις κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοὐλάχιστον τοῦ δημοσίου, δήμων, κοινοτήτων, διὰ τὸ 1915· νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς φοιτητὰς τῶν μερῶν ἐκείνων τῶν σεισμοπλήκτων νὰ ἀνανεώσωσι τὰς ἐγγραφὰς αὐτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμοιβῆς, καὶ νὰ προσφέρῃ καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὸ γλίσχρον ποσὸν τῶν 150.000 δραχμῶν. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἤθελε γίνῃ, νομίζω ὅτι ἤθελον ἐπέλθῃ μία σχετικὴ ἀνακούφισις εἰς τοὺς πρωτοφανῶς ἀτυχήσαντας ἐκείνους πληθυσμοὺς καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπουλώσωσιν ἐν μέρει τὰς πληγάς των. Εἶμαι βέβαιος ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ θὰ στέρξῃ νὰ χορηγήσῃ τὰ μέσα ταῦτα καὶ εὐσεβάστως ὑποβάλλω εὐχὴν ὅπως ἡ πρότασις νόμου αὕτη κηρυχθῇ κατεπείγουσα.
§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, θὰ παρακαλέσω νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κατεπείγοντος καὶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον, ὁπότε ἡ Κυβέρνησις θὰ δηλώσῃ ὑπὸ τίνα τύπον δέχεται τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ὅπως κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως κτηνιατρικοῦ σώματος». Παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσαγάγω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν Νόμον ΑΦΚΗʹ τοῦ 1887 περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρων τοιούτων». Κατὰ τὴν κωδικοποίησιν τοῦ νεαρωτάτου νόμου τοῦ στρατολογικοῦ, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, ἡ ὁποία διετάχθη, παρετηρήθησαν κενά τινα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ συμπληρωθῶσι δι’ ἕξ ἄρθρων, τὰ ὁποῖα προτείνονται. Τὸ τελευταῖον τὸ διαγράφω καὶ ζητῶ συγγνώμην τῆς Βουλῆς, διότι ἐκεῖ προστίθεται ἡ εἰσαγωγὴ τῆς λέξεως «θῆτες» (θής, θητός, θῆτες) διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας τὴν διετῆ ὑποχρέωσιν, ἡ ὁποία ἦτο ἐντελῶς ἐν ἀγνοίᾳ μου, ἂν καὶ φέρῃ τὴν ὑπογραφήν μου τὸ νομοσχέδιον. Διαγράφω λοιπὸν αὐτὴν τὴν διάταξιν καὶ παρακαλῶ, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις — διενεμήθη τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἶναι ἔντυπον — νὰ ψηφισθῇ σήμερον κατ’ ἀρχήν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ἀντίρρησις, ἐπαναλαμβάνω, διότι σταματᾷ ἡ κωδικοποίησις τῶν περὶ στρατολογίας.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως κηρυχθῶσι κατεπείγοντα τὰ νομοσχέδια περὶ συστάσεως κτηνιατρικοῦ σώματος, ὡς καὶ περὶ τροποποιήσεως στρατολογικῶν διατάξεων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ ἐκηρύχθησαν κατεπείγοντα. Οἱ παραδεχόμενοι ἐπίσης τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεων εἰς τὸν νόμον ᾼΦΚΗʹ τοῦ 1887 περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρων τοιούτων» ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν σήμερον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ διευθυντῶν τῶν Νομαρχιῶν». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀγορᾶς σίτου καὶ συναλλαγματικῶν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐγγυήσει τοῦ Κράτους».
§123Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν διενεμήθη, κύριε Πρόεδρε.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη.
§125Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὄχι, ὄχι. Δὲν διενεμήθη.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη. Ἐγὼ τὸ ἔχω. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ͵ΔΡΗʹ περὶ διατιμήσεως τῶν τροφίμων ἐν γένει». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς διευθύνσεως τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ νέων τηλεφωνικῶν ἐγκαταστάσεων καὶ καθορισμοῦ τηλεφωνικῶν τελῶν» (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Αʹ συζήτησις κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου περὶ Ἀνωτάτου Συμβουλίου Γεωργίας. (Ψηφίζεται εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Διοικητικῆς Διαιρέσεως καὶ Διοικήσεως τῶν Νέων Χωρῶν». Ὁ κ. Ἀγαπητὸς ἔχει τὸν λόγον.
§127ΣΠ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ δὲν προτίθεμαι νὰ ἀποκρούσω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἢ μᾶλλον τὰ δύο νομοσχέδια. Συγχρόνως θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις καὶ τῶν δύο νομοσχεδίων κ. Ὑπουργέ;
§128ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Μάλιστα.
§129ΣΠ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ὥστε συζητῶμεν ταὐτοχρόνως τὸ περὶ γενικῆς Διοικήσεως τῶν Νέων χωρῶν καὶ τὸ περὶ Διοικητικῆς διαιρέσεως τῶν Νέων Χωρῶν. Δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀμφιβολία ὅτι ὅπως ἔχῃ σήμερον ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ. Ἕκαστος Γενικὸς Διοικητὴς σήμερον εἶναι σχεδὸν Ἡγεμὼν εἰς τὴν Διοίκησιν αὐτοῦ καὶ διοικεῖ ὅπως αὐτὸς κρίνῃ ὀρθὸν μὲ τὴν ἐπιβαρυντικὴν λεπτομέρειαν, ὅτι ἕκαστος δαπανᾷ ὅπως κρίνῃ ἀναγκαῖον. Ὡς παράδειγμα τῆς διαφορᾶς τῶν ὅρων σᾶς ἀναφέρω τὴν διοίκησιν τοῦ Αἰγαίου καὶ τὴν διοίκησιν τῆς Κρήτης. Αἱ δύο αὗται διοικήσεις ἔχουσι τὸν αὐτὸν πληθυσμόν, περίπου 300 ἕως 320 χιλιάδας κατοίκων, ἔχουσι δὲ καὶ τὰς αὐτὰς εἰσπράξεις, διότι συμφώνως πρὸς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ 1914 τὸν ὑποβληθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τὰς τελευταίας αὐτοῦ δηλώσεις, ἡ Κρήτη ἔχει 9,697,000 Δραχ. εἰσπράξεις, ἡ δὲ διοίκησις Αἰγαίου μετὰ τῆς Σάμου 9,510,000 Δραχ. Ἐν τούτοις αἱ δαπάναι εἰς τὸ Αἰγαῖον μετὰ τῆς Σάμου ἀνέρχονται εἰς 2½ ἑκατομμύρια, δηλαδὴ ἡ διοίκησις Αἰγαίου ἐκ τῶν 9½ ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα εἰσπράττει, τὰ 2½ ἑκατομμύρια τὰ δαπανᾷ εἰς ἐπιτοπίους ἀνάγκας, καὶ τὰ 7 ἑκατομμύρια τὰ πέμπει εἰς τὸ Κεντρικὸν Ταμεῖον, ἡ Κρήτη ἐκ τῶν 9½ δαπανᾷ τὰ 7 ἑκατομμύρια Δρ. καὶ πέμπει τὰ 2½ ἑκατομμύρια, δηλαδὴ τὸ Αἰγαῖον δαπανᾷ τὸ ¼ καὶ ἡ Κρήτη τὰ ¾ τῶν εἰσπράξεων χάριν τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν. Ἀναφέρω τὸ παράδειγμα τοῦτο διὰ νὰ δείξω ὅτι εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις ὑπάρχει διάφορος κατάστασις ἀναλόγως τῶν ὑφισταμένων ὅρων καὶ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ Διοικητοῦ. Βεβαίως ἡ κατάστασις αὐτὴ ἦτο προσωρινὴ καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ἀπὸ ἔτους περίπου ὑπέβαλε ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τὰ προκείμενα νομοσχέδια ὅπως μεταβάλῃ τὸ καθεστώς, τὸ ὁποῖον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ. Ἀλλ’ ἐὰν εἶναι ἀνεγνωρισμένον γενικῶς ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ τὸ Διοικητικὸν καθεστώς, δὲν εἶναι ἐξ ἴσου ἀσφαλὲς καὶ ἀναμφισβήτητον τὸ τί πρέπει νὰ γίνῃ καὶ πῶς πρέπει νὰ διαρρυθμισθῇ τὸ διοικητικὸν καθεστὼς τῆς Νέας χώρας, ἤτοι τῆς χώρας, ἡ ὁποία προῆλθεν ἐκ τῆς συμπτύξεως τῆς Παλαιᾶς μετὰ τῆς Νέας Ἑλλάδος. Νομίζω ὅτι εἰς ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα τὴν σύνδεσιν τῶν Νέων χωρῶν πρὸς τὰς Παλαιᾶς ἠκολουθήσαμεν μέθοδον ὄχι ῥιζικήν. Ἀπερροφήθημεν πάντοτε ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι ἔπρεπε αἱ Νέαι χῶραι νὰ ἀφομοιωθῶσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πρὸς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ ἐσκέφθημεν πάντοτε πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ συστήματα τὰ ὑφιστάμενα εἰς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα νὰ ἐπεκταθῶσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὰς Νέας χώρας. Τοῦτο θὰ ἦτο δεδικαιολογημένον, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ προσθήκης μιᾶς Ἐπαρχίας, ἐὰν αἴφνης ἐγένετο μόνον ἡ προσάρτησις τῆς Κρήτης ἢ τῆς Ἠπείρου, ἀλλὰ τὴν σήμερον δὲν πρόκειται περὶ προσθήκης μικροῦ τμήματος εἰς τὸ Παλαιὸν Βασίλειον, πρόκειται περὶ προσθήκης ἴσης ἐκτάσεως Κράτους πρὸς τὸ Παλαιόν, ἑπομένως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον ἤτοι ὄχι μόνον πῶς πρέπει νὰ κατορθώσωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐπεκτείνωμεν τὰ συστήματα τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἴσως θὰ ἠδυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ μὴ τυχὸν ὑπάρχουσιν καὶ εἰς τὰς Νέας χώρας σημεῖα τινὰ πρὸς τὰ ὁποῖα θὰ ἦτο ἴσως ὠφελιμώτερον νὰ προσανατολίσωμεν τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἢ καὶ ἀκόμη καλλίτερον μήπως διπλασιαζομένου τοῦ Κράτους, θὰ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἐντελῶς ἄλλος τρόπος διοικήσεως, ὁ ὁποῖος νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰ δύο συγχρόνως τμήματα. Αἱ τοιαῦται σκέψεις ἔπρεπε νὰ ἐπικρατήσωσι δι’ ὅλους ἐν γένει τοὺς κλάδους τῆς διοικήσεως, τὴν Ἐκπαίδευσιν, τὴν Δικαιοσύνην, τὴν ἀσφάλειαν κτλ. Ἐν Ἰταλίᾳ προκειμένου νὰ μελετηθῶσιν αἱ ἀνάγκαι χωρῶν ἀποτελουσῶν μὲν μέρος τοῦ Κράτους ἀλλ’ ἐχουσῶν μόνον κἄπως ἰδιαίτερον χαρακτῆρα, ἤτοι τῶν ἐπαρχιῶν τῆς Νοτίου Ἰταλίας, προέβησαν πρῶτον εἰς σύστασιν ἐπιτροπῆς μεγάλης, ἡ ὁποία ἐμελέτησε ὅλα τὰ ζητήματα τὰ σχετικὰ καὶ κατόπιν ἔλαβον ἐκεῖ τὰ Νομοθετικὰ μέτρα κλιμακιδὸν προσαρμόζοντες αὐτὰ εἰς ἕν γενικὸν πρόγραμμα. Παρ’ ἡμῖν βεβαίως δὲν δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο· διότι ἀφ’ ἑνός, δὲν ἔχομεν τὸν καιρὸν νὰ συστήσωμεν ἐπιτροπὰς καὶ νὰ ἀναμένωμεν τὰς μελέτας αὐτῶν ἀλλὰ καὶ διότι ὁ Ἑλληνικὸς χαρακτὴρ δὲν συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν κατὰ τὴν σύστασιν Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι νὰ ἐργάζωνται συστηματικῶς καὶ νὰ ὑποβάλωσι ἀποτελέσματα θετικά. Θὰ ἦτο ἐν τούτοις ὀρθὸν ὁσάκις ἐμφανίζεται ζήτημα πρὸς λύσιν, νὰ σκεπτώμεθα ῥιζικώτερον καὶ γενικώτερον. Πολλοὶ θέτουσι τὸ ἐρώτημα ἐὰν πρέπῃ νὰ καταργηθῶσιν αἱ Γενικαὶ διοικήσεις, νομίζω δὲ ὅτι καὶ τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐμπνέονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς καταργήσεως αὐτῶν καὶ ἀπὸ τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ καταλήξωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν διοικοῦντα τοὺς 30 περίπου Νομάρχας, ὅσους δηλαδὴ θὰ ἔχωμεν μετὰ πλήρη ἀφομοίωσιν. Νομίζω τοῦτο οὐχὶ ὀρθόν. Προβαίνομεν δὲ οὕτω διότι ἐκ χαρακτῆρος ἐθνικοῦ ῥέπομεν πρὸς τὰ ἄκρα. Λέγουσιν ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν διοικήσεων ἀπέτυχε. Ἀλλὰ πρῶτον ἀπέτυχε; Καὶ ὅπου ἀπέτυχεν, μήπως λόγοι ἄλλοι ἐπέφερον τὴν ἀποτυχίαν, αἱ περιστάσεις π. χ. ἢ τὰ πρόσωπα ἢ ἡ ἔλλειψις ὀργανώσιως τῶν ὑπηρεσιῶν; Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον ἀποφαίνεται ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως διότι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸν ἄκρατον κοινοβουλευτισμὸν ἡμῶν.
§130Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλαξε γνώμην. Ἔκαμε νέαν ἔκθεσιν.
§131Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Δὲν τὸ ἐγνώριζον. Ὀρθῶς ὅμως ἔπραξε, διότι ἂν εἶναι ἄκρατος ὁ κοινοβουλευτισμὸς ἡμῶν, τοῦτο εἶναι σφάλμα καὶ δὲν ἔχομεν ἢ νὰ ῥίψωμεν νερὸ εἰς τὸ κρασί. Ἐξ ὅλων οὐδὲν διοικητικὸν μέτρον εἶναι ἀντικοινοβουλευτικόν, ἀρκεῖ νὰ ὁρισθῇ σαφῶς καὶ ὡρισμένως ποῖα τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας ἑκάστου ὑπαλλήλου, ὁσονδήποτε ὑψηλὰ καὶ ἂν οὗτος ἵσταται. Ἀντικοινοβουλευτικὸς ἦτο μέχρι τοῦδε ὁ θεσμὸς ὁπότε ἀπολυταρχικῶς ἐλειτούργει ἡ Γενικὴ Διοίκησις. Κατ’ ἐμὲ ἡ ἐν μέρει ἀποτυχία τοῦ θεσμοῦ ὀφείλεται καὶ εἰς τὰς περιστάσεις, ἐξ ὧν δὲν ἦτο εὔκολος ἡ ἐκ τοῦ κέντρου ἐπίβλεψις, καὶ κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς ἀνεπάρκειαν Νομοθετικῆς προνοίας διὰ τὸν καθορισμὸν τῶν λεπτομερειῶν. Ἡ ἐντύπωσίς μου εἶναι ὅτι τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ οὐσιαστικῶς πάσας τὰς Γενικὰς Διοικήσεις ἀλλὰ καὶ καταργεῖ καὶ τυπικῶς δύο ἐκ τῶν διοικήσεων, τὴν τῆς Ἠπείρου καὶ τὴν τοῦ Αἰγαίου. Δὲν ἠννόησα διατί κατὰ προτίμησιν καταργοῦνται αὐταί. Τρεῖς λόγοι ἠδύναντο νὰ ἐπιβάλωσι τὴν προτίμησιν εἰς τὴν κατάργησιν. Λόγος πληθυσμοῦ. Ἡ Κρήτη ὅμως ἔχει 335.000 κατοίκων ἀπέναντι τῆς Ἠπείρου ἐχούσης μετὰ τῆς Αὐτονόμου λωρίδος 450.000. Ἄρα δὲν εἶναι λόγος πληθυσμοῦ. Λόγος πολιτισμοῦ ἀνωτέρου ἐπιτρέποντος τὴν ἀφομοίωσιν. Ἀλλ’ ὅμως ἡ Κρήτη ἔχει πολὺ ἀνώτερον πολιτισμὸν τῆς Ἠπείρου καὶ κατὰ τὴν ἔκθεσιν τὴν εἰσηγητικὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι αὕτη ὥριμος πρὸς ἀφομοίωσιν. Ἐὰν ὁ βαθμὸς τοῦ πολιτισμοῦ ἦτο βάσις κρίσεως, ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν αἱ διοικήσεις τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Αἰγαίου. Ἀλλὰ μήπως ὁ λόγος τῆς ἀποστάσεως; Ἀλλὰ ἡ Κρήτη εἶναι πλησιεστέρα τοῦ Κέντρου καὶ εὐκολώτερον δύνανται νὰ ἐπικοινωνήσωσι πρὸς τὸν Ὑπουργὸν οἱ Νομάρχαι τῆς Κρήτης ἢ οἱ τῆς Ἠπείρου. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν ἐὰν δύο διοικήσεις ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσι καὶ δύο νὰ διατηρηθῶσιν, ἔδει νὰ καταργηθῶσιν αἱ τῆς Κρήτης καὶ τοῦ Αἰγαίου καὶ νὰ διατηρηθῶσιν αἱ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Καὶ τοῦτο πάντως ἐὰν ἐπρόκειτό τινες νὰ καταργηθῶσι, διότι ἐγὼ φρονῶ ὅτι μᾶλλον θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ εἰς τὴν Π. Ἑλλάδα, ἕνεκα δύο λόγων, πρῶτον ἕνεκα τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους καὶ δεύτερον ἕνεκεν τοῦ ἄρτι ἐφαρμοσθέντος νόμου περὶ Κοινοτήτων. Θὰ προσπαθήσω νὰ ἐξηγήσω δι’ ὀλίγων λέξεων διατί ἔχω τὴν γνώμην ταύτην. Πρὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Κοινοτήτων ὑπῆρχον ἐν Ἑλλάδι δύο διοικητικαὶ μονάδες, ὁ Δῆμος καὶ ὁ Νομός. Ὁ Δῆμος ἦτο τὸ στοιχεῖον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, τὸ κύτταρον τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ. Ὁ Νομὸς ἦτο σύνολον Δήμων καὶ ἡ πρώτη διοικητικὴ διαίρεσις μετὰ τὸν Ὑπουργόν. Ὁ Δῆμος ἦτο διοικητικὴ διαίρεσις πολὺ μεγάλη, τοῦτο ἀνεγνωρίσθη καὶ διὰ τοῦ τελευταίου νόμου καὶ ἀπεφασίσθη ἡ ὑποδιαίρεσις αὐτοῦ εἰς Κοινότητας. Τὸ παλαιὸν Κράτος ἀποτελούμενον ἐκ 2.632.000 κατοίκων διῃρεῖτο εἰς 16 Νομούς, ἕκαστος τῶν ὁποίων κατὰ μέσον ὅρον εἶχεν 160.000, κατοίκους, καὶ εἰς 445 δήμους μὲ 6.000 κατοίκους κατὰ μέσον ὅρον ἕκαστος. Ἑπομένως ὁ Ὑπουργὸς εἶχε νὰ διοικῇ 16 Νομάρχας, ἕκαστος δὲ Νομάρχης κατὰ μέσον ὅρον 30 περίπου δημάρχους. Ἀλλὰ τί συμβαίνει μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων; Ἀντὶ 445 δήμων, ἔχομεν 2627 κοινότητας μὲ μέσον ὅρον 1000 κατοίκους ἑκάστη, δηλαδὴ σήμερον ἕκαστος νομάρχης ἔχει νὰ διοικήσῃ κατὰ μέσον ὅρον 160 κοινότητας. Ἐπέρχεται ὅθεν δυσχέρεια εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Νομάρχου καὶ τὴν ἐπίβλεψιν τόσων ὑποδιαιρέσεων, διότι ἐνῷ πρὶν εἶχε νὰ ἐπιβλέψῃ 30 δημάρχους περίπου, σήμερον ἔχει 160 κοινότητας. Ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὁ δῆμος εἶναι διαίρεσις διοικητικὴ πολὺ μεγάλη, πρᾶγμα θεραπευθὲν διὰ τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων, καὶ ὁ νομὸς εἶναι διοικητικὴ διαίρεσις, ἐν σχέσει πρὸς τὸ Κράτος, πολὺ μικρὰ καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ εἰς τὸν Νομάρχην αὐτοτέλειά τις διοικητή, ἀποκέντρωσίς τις μικρά, ἡ ὁποία νὰ ἀπήλλασσε τὸν Ὑπουργὸν τῶν λεπτομερειῶν τῆς διοικήσεως. Τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ὑπέδειξα ἤτοι τὸ τῆς δυσχερείας τοῦ Ὑπουργοῦ τοῦ νὰ διοικήσῃ πολλοὺς Νομάρχας ἐπιτείνεται διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους. Ἂν ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ νέον Κράτος τὸ σύστημα τὸ Διοικητικὸν τὸ παλαιόν, δηλαδὴ Νομοῦ καὶ κοινότητος θὰ ἔχωμεν τὸ ἑξῆς ἀποτέλεσμα. Ἐπὶ 5 ἑκατομμυρίων κατοίκων, ὅσος περίπου ὑπολογίζεται ὁ πληθυσμὸς τοῦ νέου Κράτους, θὰ ἔχωμεν 30 Νομαρχίας μὲ 160 κοινότητας ἑκάστη. Ἑπομένως ἐπιτείνεται ἡ δυσχέρεια τοῦ Κέντρου τοῦ νὰ διοικῇ τόσον μέγαν ἀριθμὸν Νομαρχῶν. Τί θὰ ἦτο ὠφέλιμον νὰ ἐγίνετο; Μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ δήμου, κατὰ τὴν γνώμην μου, ἐπιβάλλεται καὶ ἡ κατάργησις τοῦ νομοῦ ὡς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτοῦ δι’ ἄλλης διοικητικῆς διαιρέσεως. Διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα ῥιζικόν, ἂς ἀρχίσωμεν τὴν διαίρεσιν ἀπὸ τοῦ κυττάρου, ἀπὸ τῆς κοινότητος τὴν ὁποίων ἐθεσπίσαμεν. Ἐὰν θελήσωμεν νὰ συνδέσωμεν ἑκάστην κοινότητα πρὸς τὴν πόλιν ἐκείνην, πρὸς ἥν εὐχερέστερον συγκοινωνεῖ θέλομεν ἀπαρτίσει ὁμάδας διοικητικάς, αἱ ὁποῖαι ἀνταποκρίνονται πρὸς τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων. Θὰ ἀπαρτίσωμεν τὰς ἐπαρχίας. Ἕκαστος συνοικισμός, ἑκάστη κοινότης πρέπει διοικητικῶς νὰ συνδεθῇ μὲ ἐκείνην τὴν πόλιν, μὲ τὴν ὁποίαν λόγῳ συγκοινωνίας συνδέεται ἐκ φύσεως, διότι εἰς τὴν πόλιν ἐκείνην πρέπει νὰ μεταβῇ ὁ χωρικός, οὐχὶ μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς διοικητικὰς αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ διὰ τὰς ἐμπορικὰς καὶ τὰς ἀτομικάς. Θὰ ἴδωμεν ὅτι ἂν θελήσωμεν νὰ σβύσωμεν ἀπὸ τὸν χάρτην τῆς Ἑλλάδος πᾶσαν ὑπάρχουσαν διαίρεσιν καὶ συμπτύξωμεν ὅλους τοὺς συνοικισμοὺς πρὸς τὰς μεγαλειτέρας πόλεις θὰ ἀποκτήσωμεν 90 περίπου ἐπαρχίας. Αὐτὴ εἶναι ἡ φυσικὴ διαίρεσις τοῦ Κράτους. Αἱ 90 πρωτεύουσαι τῶν ἐπαρχιῶν θὰ συνδεθῶσιν μετ’ ἐκείνων τῶν συνοικισμῶν, οἱ ὁποῖοι εὐχερέστερον συγκοινωνοῦσι μετ’ αὐτῶν. Μόνον λόγοι συγκοινωνίας θὰ ἐπιβάλλωσιν τὴν πρὸς μίαν ἐπαρχίαν ἐξάρτησιν ἢ σύνδεσιν ἑκάστης κοινότητος καὶ ὄχι ἄλλοι λόγοι. Φέρω ἕν παράδειγμα. Αἱ κοινότητες αἱ ὁποῖαι εἶναι ἔναντι τοῦ πορθμοῦ τοῦ Εὐρίπου, θὰ συνδεθῶσιν πρὸς τὴν Χαλκίδα, ὡς πρωτεύουσαν ἐπαρχίας καὶ οὐχὶ πρὸς τὰς Ἀθήνας. Ἐὰν τοιαύτη τις διαίρεσις ἐγένετο δεκτὴ καὶ διῃρεῖτο τὸ Κράτος εἰς 90 ἐπαρχίας, ἕκαστος ἕπαρχος θὰ εἶχε νὰ διοικήσῃ 60 περίπου κοινότητας, ἀριθμὸς ὅστις οὔτε μέγας, οὔτε δυσανάλογος εἶνε, ἀφ’ οὗ προηγουμένως οἱ Νομάρχαι διῴκουν 30 περίπου δήμους ἕκαστος. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀπόστασις μεταξὺ ἐπάρχου καὶ Ὑπουργοῦ θὰ ἦτο πολὺ μεγάλη. Δὲν θὰ εἶναι βεβαίως ποτὲ δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς νὰ διοικῇ 90 ἐπάρχους. Εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐνδιαμέσου διοικητικῆς διαιρέσεως, ἥτις νὰ χρησιμεύῃ ὡς ἐνδιάμεσον μεταξὺ Ὑπουργοῦ καὶ ἐπάρχου, ἡ τοιαύτη δὲ διοικητικὴ διαίρεσις καὶ πάλιν πρέπει νὰ βασισθῇ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας. Αἱ 90 ἐπαρχίαι πρέπει νὰ διανεμηθῶσιν εἰς ἄλλας διαιρέσεις κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα εὐκολώτερον τὴν συγκοινωνίαν ἑκάστης ἐπαρχίας μετὰ τῆς ἕδρας τῆς ἰδίας διοικήσεως. Καὶ σᾶς ἀναφέρω πάλιν τὸ παράδειγμα τῆς Χαλκίδος. Βεβαίως ἡ Χαλκὶς θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν διοίκησιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὄχι εἰς τὴν τοῦ Αἰγαίου. Ἡ Ναύπακτος θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς Πάτρας καὶ οὐχὶ εἰς τὰς Ἀθήνας. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐὰν διαιρέσωμεν τὸ Κράτος, ἀποκτῶμεν 8 διοικήσεις, Ἀθηνῶν, Πατρῶν, Ἰωαννίνων, Θεσσαλονίκης, Μυτιλήνης, Χανίων, Τριπόλεως καὶ Λαρίσσης. Ἡ διαίρεσις εἰς 8 διοικήσεις θὰ φέρῃ τὰ ἑξῆς ἀποτελέσματα. Ἐν πρώτοις δὲν εἶναι διαίρεσις διοικητικὴ πολὺ μεγάλη. Ἑκάστη διοίκησις θὰ ἔχῃ κατὰ μέσον ὅρον 600 χιλιάδες κατοίκων, δύναμαι δὲ νὰ σᾶς ἀναφέρω τὸν πληθυσμὸν τῶν μεγαλειτέρων διοικητικῶν διαιρέσεων τῶν πλειόνων Κρατῶν, δηλαδὴ τῶν διαιρέσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται εἰς πρώτην βαθμίδα μετὰ τὸ Ὑπουργεῖον. «Εἰς τὴν Πρωσσίαν 830 χιλ. κατοίκων, εἰς τὸ Βέλγιον 800 χιλ., εἰς τὴν Τουρκίαν τὸ Βιλαέτιον 650 χιλ., εἰς τὴν Ὁλλανδίαν 540 χιλ., εἰς τὴν Ἰταλίαν 490 χιλ., εἰς τὴν Γαλλίαν, τὸ ἀρροτισσεμάν, ἔχον 480 χιλ. κατοίκων, εἰς τὴν Ἱσπανίαν 420 χιλ. καὶ εἰς τὴν Παλαιὰν Βουλγαρίαν 400 χιλ. κατοίκους κλπ.» Ἑπομένως ὁ πληθυσμὸς τῶν 600 χιλ. κατοίκων κατὰ μέσον ὅρον ἑκάστης διοικήσεως παρ’ ἡμῖν, δὲν εἶναι ὑπερβολικὸς προκειμένου περὶ πρώτης διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἡ διαίρεσις εἰς ὀκτὼ διοικήσεις θὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἑξῆς ἀγαθόν· ὅτι, ἐπειδὴ εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ εὑρεθῶσιν ὀκτὼ καλοὶ διοικηταὶ ἀντὶ 30 καλῶν Νομαρχῶν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ θεσπισθῇ ποιά τις ἀποκέντρωσις. Ὁ διοικητὴς ἐξ ἄλλου θὰ περιστοιχίζηται ἀπὸ ἀνωτάτας ἀρχάς, οἷον Πρόεδρον Ἐφετῶν, ἀρχηγὸν Χωροφυλακῆς, Ἐπιθεωρητὴν τῶν δασῶν, τῶν Σχολείων κλπ., εἰς τρόπον ὥστε θὰ δύναται ἐν συνεργασίᾳ τῶν ἀνωτάτων αὐτῶν ἀρχῶν, ἴσως δὲ καὶ Συμβουλίου τινὸς αἱρετοῦ, ὅπως γίνεται εἰς ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη, ἤτοι τοῦ λεγομένου Νομαρχιακοῦ ἢ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, θὰ δύναται λέγω οὗτος νὰ λύῃ τὰ μικρὰ διοικητικὰ ζητήματα, οἷον μεταθέσεις, τιμωρίας μικράς, καὶ τόσα ἄλλα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπασχολοῦν διηνεκῶς τὴν κεντρικὴν ὑπηρεσίαν σήμερον. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ὁ Ὑπουργὸς θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλαγῇ τῶν μικρῶν διοικητικῶν ζητημάτων καὶ ν’ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ κυβερνητικὰ αὑτοῦ καθήκοντα. Θὰ εἶναι δηλονότι δυνατὸν νὰ μὴ συμβαίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προχθὲς ἀνέφερεν, δηλαδὴ οἱ Νομάρχαι νὰ μὴ τολμῶσιν εἰς οὐδὲν μέτρον διοικητικὸν νὰ προβαίνωσι. Θὰ ἔχωσι οἱ διοικηταὶ καὶ τὰ ἐφόδια τὰ προσωπικὰ ἀλλὰ καὶ τὰ ἐφόδια τὰ διοικητικά, διότι θὰ περιστοιχίζωνται ἀπὸ ἁρμοδίους ἀνωτάτους ὑπαλλήλους, ὥστε νὰ ἔχωσι τὸ κῦρος καὶ τὸ θάρρος νὰ προβαίνωσιν εἰς διοικητικὰ μέτρα δευτερεύοντα χωρὶς νὰ προσφεύγωσιν ἑκάστοτε εἰς τὸν Ὑπουργόν. Νομίζω λοιπόν, κ. Βουλευταί, ὅτι ἐὰν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ῥιζικὸν καὶ συστηματικὸν θεσπισθῶσι τὰ τῆς διαιρέσεως ὄχι μόνον τῆς καθ’ αὑτὸ διοικήσεως, ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων ἐπαναλαμβάνω κλάδων, οἷον δικαιοσύνης, ἐκπαιδεύσεως κτλ. κατὰ τρόπον ὥστε ἕκαστος πολίτης, ὁσάκις πρόκηται νὰ λύσῃ ζήτημα ἐνδιαφέρον αὐτόν, εἴτε διοικητικόν, εἴτε ἐκλογικόν, εἴτε ἐκπαιδευτικόν, εἴτε ἀτομικὸν ἐμπορικὸν νὰ μὴ ἀναγκάζηται ἀλλαχοῦ μὲν νὰ μεταβαίνῃ διὰ τὰς ὑποθέσεις του τὰς ἀτομικάς, εἰς ἄλλα κέντρα διὰ νὰ εὕρῃ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν, εἰς ἄλλα κέντρα διὰ τὴν δικαστικὴν καὶ εἰς ἄλλα διὰ τὴν θρησκευτικὴν καὶ καθεξῆς, θὰ διευκολυνθῇ ὁλόκληρος ἡ ἐθνικὴ οἰκονομία καὶ ἐξ ἄλλου καὶ ἡ διοίκησις θὰ ῥυθμισθῇ κατὰ τρόπον ῥιζικὸν καὶ ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ἐὰν οὕτως ἐφαρμοσθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιτύχῃ, ἀφοῦ ἐπέτυχεν εἰς ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ Κράτη τὰ ὁποῖα ἀνέφερον.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρομήλιος.
§133Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Μετὰ τὸν κ. Δημητρακόπουλον.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος.
§135Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ πλήρη διετίαν, κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν Ἀρχῶν εἰς τὰς νέας Χώρας, καλούμεθα νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς διοικητικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως. Ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἠκολούθησεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν διοικητικὴν ὀργάνωσιν τῶν Νέων Χωρῶν, δὲν ὑπῆρξε κατὰ τὴν γνώμην μου εὔστοχος. Ἀπεμακρύνθη ἐν πολλοῖς τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ πολιτεύματος, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου καὶ κατ’ οὐσίαν ὑπῆρξε πολλαχῶς ἐπιζήμιος εἰς τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀτυχῶς καὶ ὁ τρόπος ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον σήμερον μεθοδεύεται, τὸν ὁποῖον τοὐτέστι διὰ τῶν σήμερον ψηφιζομένων νομοσχεδίων προτείνει, δὲν εἶναι προωρισμένος νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἔτι πλέον· δὲν εἶναι κἂν προωρισμένος νὰ συνεχίσῃ ἁπλῶς τὴν κατάστασιν αὐτήν. Φρονῶ ὅτι εἶναι κεκλημένος νὰ ἐπιτείνῃ τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, κατὰ πᾶσαν δὲ πιθανότητα, ἐὰν τὰ νομοσχέδια ψηφισθῶσιν ὡς ἔχουσιν, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ περιαγάγῃ τὴν διοίκησιν τῶν νέων χωρῶν κατὰ πλεῖστα σημεῖα εἰς ἀληθὲς ἀδιέξοδον. Ὁ πρῶτος νόμος, Κύριοι, τὸν ὁποῖον ὀλίγους μῆνας μετὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν εἰς τὰς νέας χώρας ἐψηφίσαμεν, ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν, ἦτο νόμος, ὡς ἐνθυμούμεθα πάντες, ἐξαιρετικῆς φύσεως καὶ ἐξαιρετικῆς ἀποστολῆς. Διὰ τοῦτο καὶ ἐξαιρετικὰ ἐντελῶς δικαιώματα καὶ ἐξαιρετικὴν ἐξουσίαν παρεῖχεν εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς, ἐξουσίαν ἐν πολλοῖς καὶ νομοθετικήν. Ἐν τούτοις αἱ περιστάσεις ἦσαν τοιαῦται, ὥστε οὐδεὶς εὐλόγως δύναται νὰ κατακρίνῃ τὴν τοιαύτην νομοθετικὴν ἀντίληψιν. Περιστάσεις τόσον ἐξαιρετικαὶ εἶχον ἀνάγκην θεσμοῦ τόσον ἐξαιρετικοῦ καὶ εὐρύτητος δικαιοδοσίας τόσον μεγάλης. Ἀλλ’ ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀκριβές, ἕκαστος νομίζω, ἐσκέπτετο ὅτι εὐθὺς ὡς παρήρχοντο αἱ πρῶται στιγμαί, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευον ἀληθῶς τὴν ἀνάγκην τοιαύτης εὐρύτητος δικαιοδοσίας, τοιαύτης ἐξουσίας, θὰ προήρχετο νέος θεσμὸς προσωρινῆς καὶ οὗτος φύσεως, ὁ ὁποῖος θὰ ἐρρύθμιζε κανονικώτερον τὰ τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἐν τούτοις δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἦτο ἀναγκαία τοιαύτη τις νομοθετικὴ πρόνοια. Διὰ τοῦτο, ὑπὸ τὸ καθεστὼς ἐκεῖνο τὸ πρωτοφανῶς εὐρύ, τὸ ὁποῖον καὶ νομοθετικὰ ἀκόμη καθήκοντα παρεῖχεν εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς, ἔζησαν αἱ νέαι χῶραι ἐπὶ μῆνας μακρούς. Καὶ τότε μόνον ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὅτι ἔπρεπε νὰ περιστείλῃ τὴν δικαιοδοσίαν αὐτήν, ὅταν, μετὰ τὴν εὐτυχῆ ἔκβασιν τῶν πολέμων, ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ προσάρτησις τῶν νέων χωρῶν, ὅτε ἀναγκαίως θὰ ἐπεξετείνετο εἰς αὐτὰς ἡ ἰσχὺς τοῦ Συντάγματος, καὶ πάντως ἔπρεπε τοὐλάχιστον ἐντὸς τῶν συνταγματικῶν ὁρίων νὰ περισταλῇ ἡ δικαιοδοσία τῶν Γενικῶν Διοικητῶν. Τότε δέ, πέρυσι κατὰ μῆνα Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον, ὅτε ἐγένετο ἡ προσάρτησις, ὑπεβλήθησαν δύο νομοσχέδια ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἓν τὸ ὁποῖον ἐγένετο νόμος τοῦ Κράτους, ὁ ὑπ’ ἀριθ. 80, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξουσιοδότησε τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως ἑκάστοτε διὰ Β. Διαταγμάτων προκαλουμένων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπεκτείνῃ εἰς τὰς Νέας χώρας ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τοὺς Ἑλληνικοὺς νόμους. Καὶ ἕτερον τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. Ἐν τούτοις ἔτος ὁλόκληρον παρῆλθεν ἔκτοτε καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισε προσῆκον, δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ἐπιψήφισιν καὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καίτοι εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν φαίνεται φρονοῦσα καὶ ὑποστηρίζουσα ἔκτοτε, ὅτι ἦτο ἐνδεδειγμένος ὁ περιορισμὸς τῆς δικαιοδοσίας τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, καί τινων Γενικῶν Διοικήσεων ἐνεδεικνύετο ἡ μετὰ μικρὸν χρόνον κατάργησις. Ἀλλ’ ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἐψηφίζετο, ἀντιθέτως δυνάμει τοῦ νόμου 80 ἡ Κυβέρνησις προεκάλει ἑκάστοτε Β. Διατάγματα κατ’ ἀραιὰ χρονικὰ διαστήματα, δυνάμει τῶν ὁποίων ὑπηρεσίαι διάφοροι μεμονωμέναι ὑπήγοντο εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα καὶ αἱ σχετικαὶ νομοθεσίαι ἐπεξετείνοντο καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Τί συνέβη ὅμως ἐντεῦθεν; Ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ δικαιοδοσία τῶν Γενικῶν Διοικητῶν παρέμεινεν ἀνέπαφος, ὑπὸ πᾶσαν σχεδὸν τὴν εὐρύτητα τὴν ὁποίαν διέγραφεν ὁ ἀρχικὸς ἐκεῖνος νόμος, ἐκ τοῦ γεγονότος ἐξ ἄλλου ὅτι μεμονωμέναι ὑπηρεσίαι καὶ ἐνίοτε ὡρισμένα τμήματα ὑπηρεσιῶν διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπεξετείνοντο εἰς τὰς Νέας Χώρας, ἐδημιουργήθη κατάστασις ἐγγίζουσα ἐν πολλοῖς πρὸς τὴν πολιτικὴν ἀναρχίαν. Συνέβη πολλάκις κατὰ τὰ συμπεράσματα τὰ ὁποῖα συνήγαγον καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων, ἐὰν παρασταθῇ ἀνάγκη, θὰ ἔλθω εἰς λεπτομερεστέρας συζητήσεις, συνέβη πολλάκις, οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μὴ γνωρίζωσι τὰς διοικητικὰς πράξεις τῶν Γενικῶν Διοικητῶν. Συνέβη ἀντιθέτως οἱ Γενικοὶ Διοικηταὶ νὰ μὴ γνωρίζωσιν, ἢ γνωρίζοντες νὰ παραβαίνωσι τοὺς νόμους ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὴν ἰσχὺν ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπεξέτεινε διὰ Βασ. Διαταγμάτων εἰς τὰς Νέας Χώρας. Συνέβη ἐνίοτε, ὑπηρεσίαι ὑπαγόμεναι εἰς τὸ Α. ὑπουργεῖον, νὰ διευθετηθῶσι διὰ Β. Δ., προκαλουμένου ἀπὸ ἄλλον ὑπουργὸν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ. Συνέβη ἀκόμη αὐτοὶ οὗτοι οἱ ὑπουργοί, ἐπεκτείνοντες τὴν Α. ἢ Β. νομοθεσίαν νὰ λησμονήσουν τὴν ἐπέκτασιν καὶ προβῶσιν εἰς διαταγάς, εἰς ῥύθμισιν, εἰς κανονισμοὺς μισθῶν καὶ ἐπιμισθίων, κανονισμοὺς ἀντιβαίνοντας πρὸς ἐκείνους τοὺς νόμους, τῶν ὁποίων τὴν ἐπέκτασιν εἰς τὰς νέας Χώρας αὐτοὶ οὗτοι προεκάλεσαν. Συνέβη προσθέτως οἱ γενικοὶ διοικηταί, ὄχι βεβαίως πάντες, ἔχοντες τὴν εὐρύτητα ἐκείνην τῆς ἐξουσίας, νὰ κάμωσι χρῆσιν αὐτῆς οὐχὶ προσήκουσαν καὶ ἀλλαχοῦ μέν, ἰδιαίτατα ὅμως εἰς διορισμοὺς ὑπαλλήλων, στρατιᾶς ὁλοκλήρου ὑπὸ ποικίλας μορφὰς τακτικῶν, ἐκτάκτων, προσωρινῶν κατὰ ἑκατοντάδας πολλὰς ἑκασταχοῦ ἢ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης ἢ καθ’ ὑπέρβασιν τῆς ἀνάγκης. Ἡ κατάστασις αὕτη, Κύριοι, δὲν ἦτο τῶν πρώτων μηνῶν μόνον, ὅτε πᾶσα ἐπιεικὴς ἐκτίμησις θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένη. Ἀλλ’ ἐξηκολούθησε καὶ μετὰ τὴν προσάρτησιν καὶ ἐν πολλοῖς ἐξακολουθεῖ μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ὁμιλοῦμεν. Αἱ παραβάσεις τῶν νόμων ὑπῆρξαν ἀθρόαι, ὑπῆρξαν δὲ σημεῖα πολλὰ κατὰ τὰ ὁποῖα καὶ πρὸς τὸ Σύνταγμα ταῦτα συνεκρούσθησαν αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἰδικώτερον τῶν Γενικῶν Διοικητῶν. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν καθ’ ἥν μετὰ πάροδον ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τῶν νομοσχεδίων, μετὰ πάροδον δύο ὁλοκλήρων ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν Ἑλληνικῶν ἀρχῶν εἰς τὰς νέας χώρας, καλούμεθα νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς διοικητικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως, νομίζω, ὅτι καὶ λησμονοῦντες ἀκόμη τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, εὔλογον ἔχομεν ἀξίωσιν νὰ ἴδωμεν νομοπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν πληρεστέραν, ἀνταποκρινομένην πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἔχει τὸ νομοσχέδιον, συστηματικωτέραν ἐργασίαν ὄχι μόνον τιθεμένην τέρμα εἰς τὴν ὑπάρχουσαν οὐχὶ ὁμαλὴν κατάστασιν, ἀλλὰ καὶ ῥυθμίζουσαν τὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ὅλου Κράτους κατὰ τρόπον σκοπιμώτερον. Λέγω τοῦτο, διότι θεωρῶ κατ’ ἐξοχὴν ἐπιτηδείαν τὴν εὐκαιρίαν τῆς ὀργανώσεως τῶν νέων χωρῶν πρὸς ἀναδιοργάνωσιν διοικητικὴν τοῦ ὅλου Κράτους. Μετὰ πάροδον δὲ τοσούτου χρόνου, καθ’ ὅν ἐμελετήσαμεν καὶ ἐσπουδάσαμεν καὶ τὰς τῶν νέων ἐπαρχιῶν συνθήκας, ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις προβαίνουσα εἰς τὴν ὀργάνωσιν τῆς Διοικήσεως, νὰ φέρῃ συστηματικήν τινα ἐργασίαν δι’ ὁλόκληρον τὸ Κράτος ὅπως μὴ ἐπεκτείνωμεν καὶ εἰς τὰς νέας χώρας θεσμούς, τοὺς ὁποίους πιθανῶς δὲν θὰ διατηρήσωμεν εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὑποτεθῇ, ὅτι δὲν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις ἐπαρκῆ χρόνον, καὶ δὲν ἐνόμιζεν προσηκούσας τὰς περιστάσεις εἰς τοιαύτην συστηματικὴν ῥύθμισιν καὶ τοῦ Παλαιοῦ Βασιλείου, πάντως ἡ Βουλὴ ἔπρεπε νὰ διατελῇ ἐν γνώσει τῶν γνωμῶν καὶ τῶν ἰδεῶν τῆς Κυβερνήσεως, ἐν σχέσει πρὸς τὴν προσήκουσαν διοικητικὴν ὀργάνωσιν τοῦ Κράτους, ἵνα, ἐπὶ τῇ βάσει τοὐλάχιστον τούτων, γίνῃ ἡ διοικητικὴ ὀργάνωσις τῶν νέων χωρῶν κατὰ τρόπον, πρὸς τὸν ὁποῖον εἰς τὸ μέλλον θὰ εἶνε δυνατὸν νὰ ἀφομοιωθῇ καὶ τὸ Παλαιὸν Βασίλειον. Ποίας ὅμως ἰδέας ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τούτου; Νομίζει ἆρά γε, ὅτι τὸ ὑπάρχον καθεστὼς εἰς τὸ Παλαιὸν Βασίλειον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διατηρηθῇ καὶ ὑπὸ τὸ ὁποῖον νὰ βιώσῃ τὸ Κράτος; Ἔχει τοὐναντίον τὴν γνώμην, ὅτι πρέπει τοῦτο νὰ μεταρρυθμισθῇ, ὅτι ὑπὲρ τὸν νομὸν πρέπει νὰ τεθῇ ἄλλη τις διοικητικὴ διαίρεσις, ἢ ὅτι μεταξὺ νομοῦ καὶ κοινότητος πρέπει νὰ παρεμβληθῇ ἄλλη διοικητικὴ διαίρεσις; Ταῦτα πάντα εἶνε ζητήματα, τῶν ὁποίων ἡ μελέτη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως θὰ συνετέλει ὥστε νὰ πεισθῇ, ὅτι τὸ διοικητικὸν σύστημα τὸ διέπον τὸ Παλαιὸν Βασίλειον, δὲν εἶναι ἐκεῖνο ὑπὸ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ βιώσῃ τὸ Κράτος, ὥστε νὰ ἐπεκταθῇ τοῦτο καὶ εἰς τὰς νέας χώρας. Μὲ μοναδικὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τὸν νομόν, ἀνωτάτην καὶ μόνην, μὲ τοπικὴν διαίρεσιν, μὲ ὄργανον τοπικῆς δράσεως κατώτατον καὶ μοναδικὸν τὴν κοινότητα, ἔχομεν διοικητικὸν σύστημα πρωτοφανὲς καὶ εἶνε δύσκολον σπουδαίως νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι δύναται νὰ βιώσῃ τὸ Κράτος ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα καὶ νὰ ἔχῃ ἀληθινὴν διοίκησιν. Πάντως ἦτο καὶ εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ διοικητικὴ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Κράτους. Ἀκριβῶς δὲ ἡ στιγμὴ ἡ εὐτυχὴς τῆς πρώτης διοικητικῆς διοργανώσεως τῶν Νέων Χωρῶν παρεῖχε τὴν εὐκαιρίαν, εὐκαιρίαν μὴ παρουσιαζομένην συχνά, ὡς εἶνε εὐνόητον, νὰ ἀναδιοργανωθῇ τὸ ὅλον Κράτος. Βεβαίως οὐδεὶς παραγνωρίζει τὴν δυσχέρειαν τῶν περιστάσεων διὰ τοιαύτην συστηματικὴν ἐργασίαν· ἀλλ’ ἀκριβῶς ἀφοῦ ἢ οὕτως ἢ ἄλλως διετία ὁλόκληρος παρῆλθε, πεῖρα διετὴς ἐδίδαξε τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν προσηκόντων γενέσθαι, ἔπρεπε τοὐλάχιστον νὰ γνωρίσῃ ἡ Βουλὴ τὰς γνώμας καὶ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων, διότι ἐκ τούτων θὰ ἐπηρεάζετο πιθανῶς καὶ τῶν νέων χωρῶν ἡ ἐπιδιωκομένη ἤδη ὀργάνωσις. Ἀντὶ τούτων ὅμως τὰ ὁποῖα εὐλόγως ἀνέμενεν ἡ Βουλὴ τί ἔχομεν; Σύστημα διὰ τὸ ὅλον Κράτος δὲν προσάγει ἡ Κυβέρνησις. Σύστημα μεμελετημένον διὰ τὰς Νέας Χώρας ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἀρχῶν καὶ ὡρισμένης κατευθύνσεως δὲν ἔχομεν, διότι δὲν ἔχομεν οὐδὲ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς διοικητικῆς ὀργανώσεως τοῦ Κράτους. Τί δὲ προτείνεται εἰς ἡμᾶς; Προτείνεται ἓν τετραπλοῦν σύστημα διοικητικῆς ὀργανώσεως τοῦ ὅλου Κράτους. Διότι ἂν τὰ νομοσχέδια ταῦτα λάβωσιν ἰσχὺν νόμου, θὰ ἔχωμεν ἐν μὲν τῷ Παλαιῷ Βασιλείῳ νομὸν καὶ κοινότητα, εἰς τὴν Κρήτην θὰ ἔχωμεν Γενικὴν Διοίκησιν, νομὸν καὶ κοινότητα· εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου θὰ ἔχωμεν νομούς, ὑποδιοικήσεις καὶ κοινότητας· καὶ εἰς τὴν Μακεδονίαν θὰ ἔχωμεν Γενικὴν Διοίκησιν, νομούς, ὑποδιοικήσεις καὶ κοινότητας. Ἄν δέ τις ἐκ τῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε πολιτικῆς αὐτῆς ἤθελε κρίνει περὶ τῆς διαρκείας καὶ περὶ τοῦ βιωσίμου, τοῦ τετραμεροῦς, τοῦ τετραπλοῦ αὐτοῦ διοικητικοῦ συστήματος, πρωτοφανοῦς δι’ ἑνιαῖον Κράτος, δὲν δύναται νὰ παρηγορηθῇ περὶ ταχείας μελλούσης διαρρυθμίσεως τῶν πραγμάτων. Διότι ὅταν ἐπὶ μίαν διετίαν ὁλόκληρον παρέμεινεν ὅ,τι ἤδη ἔχομεν ὡς προσωρινὸν τοῦ προσωρινοῦ, ἕκαστος δύναται νὰ ἐννοήσῃ ποία τύχη ἀναμένει καὶ ποία διάρκεια, ποῖος βίος μακρὸς περιμένει τὸ νέον σύστημα. Διότι σημειώσατε, ὅτι, ἀφ’ ἧς τὸ πρῶτον ὑπεβλήθησαν τὰ νομοσχέδια πρὸ ἑνὸς ἔτους ὁλοκλήρου, ἔκτοτε ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζε τὴν ἐξουσίαν τῶν Γενικῶν Διοικητῶν περιοριστέαν, ἐνόμιζε δὲ ἀκόμη ὅτι μετὰ μικρὸν αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις, καὶ πρὸ τῶν ἄλλων ἡ Γεν. Διοίκησις Κρήτης ἔπρεπε νὰ καταργηθῶσιν. Ἔκτοτε παρῆλθεν ἔτος ὁλόκληρον, καλούμεθα ἤδη εἰς ὀργάνωσιν καὶ παγιοῦμεν τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν. Καὶ ἀκόμη διά τινος ἄρθρου, τοῦ προτελευταίου τοῦ νομοσχεδίου, λαμβάνεται πρόνοια ὅπως διὰ Β. Διατάγματος ὑπαχθῶσι καὶ ἄλλαι ὑπηρεσίαι εἰς τὰς Γεν. Διοικήσεις. Τούτου τεθέντος ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα ἂν εἶναι προσῆκον, ἂν εἶναι σκόπιμον καὶ συμφέρον εἰς τὴν χώραν νὰ υἱοθετηθῇ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διοικητικὸν σύστημα. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, Κύριοι, ἀνεξαρτήτως τῶν εἰδικωτέρων παρατηρήσεων εἰς τὰς ὁποίας, θὰ ἠδύνατό τις νὰ προβῇ ἐκ τῆς ποικιλίας τοῦ συστήματος πρὸς ἀπόκρουσιν αὐτοῦ, ὑπάρχει ἄρχουσά τις σκέψις, ἡ ὁποία μὲ προκαταλαμβάνει. Εἶμαι κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Γεν. Διοικήσεων ὅπως ἐλειτούργησαν μέχρι τοῦδε καὶ ὅπως ἐπιζητεῖται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ παγιωθῇ ἡ λειτουργία των. Δὲν εὑρίσκω κανένα ἀπολύτως λόγον δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν καὶ τοιαύτην ἔκτασιν, ὡς θεσμοῦ εἰδικοῦ διὰ τὰς νέας χώρας. Οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πέρυσι προέβαλε διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, θὰ μοῦ ἐπιτραπῇ νὰ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι σπουδαῖοι. Οἱ λόγοι περὶ διαφορῶν κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἀνατροφῆς καὶ ἀναπτύξεως, δύνανται νὰ εἶναι ἔν τισι βάσιμοι χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ ἐπηρεάσωσι τοσοῦτον μάλιστα ῥιζικῶς τὸν τρόπον καὶ τὴν ὀργάνωσιν τῆς διοικήσεως. Ἀληθὲς εἶνε μόνον ὅτι διὰ τοὺς πρώτους μῆνας, διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, ἂν θέλητε καὶ διὰ τὸ δεύτερον, ἀφοῦ ἐπερατώθη ἤδη καὶ τὸ δεύτερον, ὑπῆρχον λόγοι ἐξαιρετικοὶ οἱ ὁποῖοι ἐδικαιολόγουν τὴν προσωρινὴν ῥύθμισιν τῆς καταστάσεως, τὴν ἐγκατάστασιν Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑπὸ τόσον εὐρεῖαν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ λόγοι πολιτικῆς φύσεως βαθύτεροι δυνάμενοι νὰ δικαιολογήσωσι μονιμοποίησιν τοιούτου θεσμοῦ, ἢ διατήρησιν τούτου ἐπ’ ἀόριστον, βεβαίως δὲν ὑπάρχουσιν, οὐδ’ εἶναι δυνατὸν νὰ προβληθῶσιν. Καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα τὰ νομοσχέδια ταῦτα δὲν ἠδυνήθη νὰ προβάλῃ τοιούτους λόγους. Προκειμένου μάλιστα περὶ τῆς Κρήτης εὑρέθη εἰς καταφανῆ δυσχέρειαν νὰ δικαιολογήσῃ ἔστω καὶ τὴν προσωρινὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου θεσμοῦ, καὶ ὑπεδήλωσε τὴν ταχεῖαν αὐτοῦ κατάργησιν. Ἐν τούτοις παρῆλθεν ἔκτοτε ἔτος ὁλόκληρον, καὶ ὄχι μόνον δὲν κατηργήθη ἐν τῷ μεταξὺ ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ἀλλὰ καὶ προτείνεται προσωρινὴ αὐτῆς διατήρησις, ἀγνώστου πάλιν διαρκείας. Τὸ ἐπ’ ἐμοί, κύριοι, τὸν θεσμὸν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων ὡς διεπλάσθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἐθεώρησα ὡς ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἐπιβαλλόμενον μόνον διὰ τοὺς πρώτους μῆνας, ἢ τὸ πρῶτον ἔτος τὸ πολὺ ἀπὸ τῆς καταλήψεως τῶν νέων χωρῶν. Ἀλλ’ ἐθεώρησα τοῦτον ἀδικαιολόγητον πλέον ἐφεξῆς, μάλιστα μετὰ τὴν ὁριστικὴν προσάρτησιν τῶν νέων χωρῶν καὶ τὴν ἐπελθοῦσαν ἀποκατάστασιν ἐκεῖ τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ἑπομένως αὐτονόητον, ὅτι κατὰ μείζονα λόγον ἤδη θεωρῶ τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀπολύτως ἀδικαιολόγητον. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, κύριοι, ποῖοι λόγοι κοινωνικῆς διαφορᾶς, διαφορᾶς πολιτικῆς ἀναπτύξεως, δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν, εἴτε διὰ τὴν Μακεδονίαν, εἴτε διὰ τὴν Κρήτην, ἰδιαίτατα δὲ διὰ τὴν Κρήτην, δυνάμενοι νὰ δικαιολογήσωσι τοιαύτην θεμελιώδη διαφορὰν θεσμῶν, ἕν εἶδος Κυβερνητικῆς ἀποκεντρώσεως, τὴν ὁποίαν μόνον φυλετικαὶ διαφοραί, διαφοραὶ πολιτικῶν βλέψεων, ἠθῶν καὶ παραδόσεων θὰ ἠδύναντο νὰ δικαιολογήσωσι. Ἀκόμη ὀλιγώτερον δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν κατάργησιν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὰς Νήσους τοῦ Αἰγαίου, καὶ τὴν διατήρησιν αὐτῶν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ τὴν Κρήτην. Διατί καταργεῖτε τὴν Γεν. Διοίκησιν τῆς Ἠπείρου καὶ τῶν Νήσων τοῦ Αἰγαίου, διατηρεῖτε δὲ ταύτην εἰς τὴν Κρήτην, καὶ κρατεῖτε δι’ αὐτοῦ μακρὰν τοῦ κέντρου, ἀμιγεῖς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς προηγμένους εἰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις, εἰς κοινωνικὴν ἀνατροφὴν καὶ εἰς εὐνομίαν ἀναμφισβητήτως οὐχὶ ὀλιγώτερον ἡμῶν; Τὰ αὐτὰ σχεδὸν μετ’ ἴσης δυνάμεως θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ περὶ τῆς Μακεδονίας. Θὰ ἠδύνατο ἐκεῖ νὰ δικαιολογηθῇ ἴσως ἡ διατήρησις ὑποδιοικητῶν διὰ νὰ μειωθῇ ἡ ἀπόστασις μεταξὺ κοινότητος καὶ νομοῦ, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκω λόγον δυνάμενον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν διατήρησιν θεσμοῦ Γενικῆς Διοικήσεως ὑπὸ τοιαύτην μορφήν. Ἔχω μάλιστα τὴν γνώμην ὅτι θὰ ἦτο μᾶλλον προσήκουσα, μᾶλλον δραστικὴ ἡ διεύθυνσις τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν ἐκ τοῦ κέντρου παρὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπουργῶν. Ἀλλ’ ἂν ἡ διατήρησις, Κύριοι, τῶν Γενικῶν Διοικήσεων οὐδένα ἔχει ὑπὲρ ἑαυτῆς λόγον, κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἔχει πολλοὺς λόγους ἐναντίον αὐτῆς. Πολλοὺς λόγους ὄχι μόνον οἰκονομικῆς φύσεως εὐνοήτους, ἀλλὰ καὶ διοικητικῆς φύσεως. Διότι ἡ τάξις ἡ ἐκζητουμένη καὶ ἡ ταχύτης τῆς ἀντιλήψεως τῶν διοικητικῶν ἀναγκῶν δὲν ἐπιτυγχάνεται διὰ τῶν Γεν. Διοικήσεων. Τώρα μάλιστα μετὰ τὴν τμηματικὴν ἐπέκτασιν καὶ εἰς τὰς νέας χώρας τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας καὶ τὴν τμηματικὴν ὑπαγωγὴν τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα διὰ Βασ. Διαταγμάτων, ἐδημιουργήθη τοιαύτη σύγχυσις, ὥστε καὶ Ὑπουργοὶ καὶ Γεν. Διοικηταὶ ἀγνοοῦσιν οὐχὶ σπανίως τὴν δικαιοδοσίαν των καὶ τὰς εἰς αὐτοὺς ὑπαγομένας ὑπηρεσίας. Εἶναι δὲ εὐνόητος ἡ ἐντεῦθεν σύγχυσις καὶ ἀβεβαιότης, αἱ συγκρουόμεναι πολλάκις ἀποφάσεις καὶ διαταγαί, καὶ ἡ ἀπορία τῶν πολιτῶν ποῦ νὰ καταφύγωσι. Ἕνεκα τούτου συμβαίνει ὥστε ἀναφοραὶ ἢ ἄλλαι προσφυγαὶ τῶν πολιτῶν εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις νὰ μὴ εὑρίσκωσιν ἀκρόασιν δι’ ἔλλειψιν ἁρμοδιότητος αὐτῶν. Καὶ ἐνῷ ὑποβαλλόμεναι ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν θὰ ἔφθανον ταχύτερον, ἤδη διαγράφουσι μίαν καμπύλην διὰ τοῦ σταθμοῦ τῆς Γεν. Διοικήσεως, τῆς ὁποίας δὲν φαντάζεσθε τὴν ἔκτασιν καὶ τὸν χρόνον ὁ ὁποῖος χρειάζεται ὅπως διαγραφῇ. Ἐξεπλάγην, Κύριοι, ὅταν κατ’ αὐτὰς ἐπληροφορήθην ἐν λεπτομερείᾳ πάντα ταῦτα ἀπὸ διακεκριμένον ἐπιστήμονα τῶν νέων χωρῶν διατρίβοντα ἐν Ἀθήναις. Οἱ πολῖται προσφεύγουσι πάντοτε καὶ διὰ πᾶσαν ὑπόθεσιν εἰς τὸν Γεν. Διοικητὴν ἐκ τῆς ἀντιλήψεως — καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικῶς ὀλεθρία ἀντίληψις — ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ κυβερνήτης δι’ αὐτούς. Ὁ Γενικὸς Διοικητὴς μὴ ἔχων διὰ τὰς πλείστας τούτων ἁρμοδιότητα, ἔχει ἀνάγκην νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸ Κέντρον. Τοῦτο δὲ γίνεται ὑπὸ τοιαύτην ἀταξίαν καὶ βραδύτητα, ὥστε ἀναμφιβόλως πολὺ ταχύτερον θὰ ἐλάμβανεν ἐν πέρας ἡ προσφυγὴ τῶν πολιτῶν, ἂν ἔλειπεν ὁ σταθμὸς αὐτός, ὁ ὁποῖος κατήντησεν ἀνεξαρτήτως ἄλλων, καὶ πηγὴ ἀταξίας καὶ χρονοτριβῶν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν οἰκονομικῶν ζημιῶν, ἀνεξαρτήτως τῆς διοικητικῆς ἀταξίας, ἡ ὁποία προέρχεται ἐκ τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ὑπάρχουσι λόγοι πολιτικοὶ γενικωτέρας φύσεως κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, οἱ ὁποῖοι ἀντιδεικνύουσι τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Εἶναι σχεδὸν ψυχολογικῶς καὶ ἱστορικῶς καὶ πολιτικῶς βεβαιωμένον, ὅτι θεσμοὶ τοιοῦτοι, καὶ τοῦτο συνέβη πανταχοῦ ὑπὸ ὁμοίας περιστάσεις, θεσμοὶ κυβερνητικῆς ἀποκεντρώσεως, διότι πρόκειται καθαρῶς περὶ Κυβερνητικῆς ἀποκεντρώσεως, εἶναι πολέμιοι τῆς ἑνότητος τοῦ Κράτους. Ὑποθάλπουσι λεληθότως καὶ ἐπαναλαμβάνω, κατὰ ψυχολογικὴν ἀνάγκην τὸ πνεῦμα τοῦ τοπικισμοῦ, τὸ πνεῦμα τοῦ λεγομένου ἐπαρχιακοῦ πατριωτισμοῦ, πνεῦμα κατ’ ἐξοχὴν πολέμιον εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἑνότητος τοῦ Κράτους. Τοῦτο συνέβη πανταχοῦ ὑπὸ ὁμοίας περιστάσεις. Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ λεληθότως νὰ παρατηρηθῇ καὶ παρ’ ἡμῖν. Καὶ δυστυχῶς ἔχομεν ἀπὸ τοῦδε σημεῖα τινὰ χαρακτηριστικὰ τῶν παρατηρήσεών μου τούτων· σημεῖα τὰ ὁποῖα ὑποθαλπόμενα ὑπὸ τοιούτων θεσμῶν δυνατὸν ν’ ἀποβῶσι πολιτικῶς ὀλέθρια. Ὅσοι ἐξ ὑμῶν παρηκολουθήσατε ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὴν ἐκεῖ κατάστασιν, ὅσοι ἐμελετήσατε ταύτην καὶ ἠθελήσατε νὰ ἐμβαθύνητε εἰς αὐτήν, ὅσοι παρηκολουθήσατε τὰ ὄργανα τοῦ ἐγχωρίου Τύπου, τὰς ἐφημερίδας τὰς ἐκδιδομένας ἑκασταχοῦ τῶν Νέων Χωρῶν, ὅσοι ἐμελετήσατε τὴν ἀρθρογραφίαν αὐτῶν, ἄρθρα ἀκόμη πολιτικῶν ἀνδρῶν, θὰ ἐσχηματίσατε τὴν γνώμην, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μέχρι τοῦδε πανταχοῦ ὑπὸ ὁμοίας περιστάσεις παρετηρήθη καὶ ἐδιδάχθη καὶ ἐκυρώθη ὑπὸ τῆς πείρας, ἐκεῖ δυστυχῶς ἤρξατο ἐν ἀπόπτῳ ἴσως, ἀλλ’ ἤρξατο ὅπως δήποτε καὶ παρ’ ἡμῖν δεικνύον σημεῖα ὑποστάσεως καὶ ὑπάρξεως. Δὲν δύναμαι καὶ περιττὸν ἴσως εἶναι νὰ ἐκταθῶ περαιτέρω, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θεωρῶ ἀπολύτως ὀλισθηρὰν τὴν πολιτικὴν αὐτήν, θεωρῶ αὐτὴν ἀψυχολόγητον καὶ ἀφιλοσόφητον καὶ ἀντιπολιτικὴν ὑπὸ τὴν γενικωτέραν πολιτικὴν ἔποψιν, προωρισμένην, ἐπαναλαμβάνω, νὰ γεννήσῃ ἀναγκαίως καὶ νὰ ὑποθάλψῃ τὸν τοπικισμόν, νὰ ὑποθρέψῃ ἀντιλήψεις ἐπαρχιωτικοῦ πατριωτισμοῦ, ἀντιλήψεις πολεμίας πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς ἑνότητος τοῦ Κράτους. Τὸ πρᾶγμα δὲ εἶναι κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ἐπικίνδυνον, καθ’ ὅσον εἶναι καὶ τοῦτο παρατηρημένον, ὅτι θεσμοὶ τοιοῦτοι, ἐφ’ ὅσον παραμένουσιν, ἐπὶ τοσοῦτον δυσχερέστερον καταργοῦνται. Καὶ ἐλαφρὸν δεῖγμα τῆς ἀντιλήψεως καὶ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἔχομεν καὶ ἐν προκειμένῳ. Μελετήσατε τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν πέρυσιν ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ θὰ ἴδητε ποῖαι εἶναι αἱ ἀντιλήψεις αἱ ὁποῖαι φαίνονται ὑπαγορεύσασαι εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν προσωρινὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου εἰς τὰς νέας χώρας καὶ μετὰ πόσης δυσχερείας πειρᾶται ἡ Κυβέρνησις νὰ δικαιολογήσῃ ἑκασταχοῦ τὴν ἀνάγκην τοῦ θεσμοῦ τούτου, προλέγουσα καὶ τὴν βαθμιαίαν τούτου κατάργησιν. Βεβαίως, λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, δὲν εἶναι πολὺ ἀναγκαῖος ὁ θεσμὸς αὐτὸς εἰς τὴν Κρήτην· καὶ ὑποδεικνύει σαφῶς, ὅτι ἐκεῖ τὸ πρῶτον θὰ καταργηθῇ, ἀφοῦ διατηρηθῇ μόνον ἐπί τινα χρόνον. Ὑπέδειξεν ἀκόμη, ὅτι μετὰ ταύτην θὰ καταργηθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, μετὰ τοῦτο εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τελευταῖον εἰς τὴν Μακεδονίαν. Ἔκτοτε παρῆλθεν ὁλόκληρον ἔτος καθ’ ὃ διετηρήθη ὁ θεσμὸς πανταχοῦ. Καὶ ἤδη ὑποβάλλεται νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται μὲν εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον, διατηρεῖται δὲ εἰς τὴν Κρήτην. Νομίζω ὅτι ὅσα εἶπον διὰ τὴν ἄποψιν αὐτὴν εἶναι ἀρκετὰ ὅπως δικαιολογήσωσι τοὺς σπουδαιοτάτους ἐνδοιασμούς, τοὺς ὁποίους ἔχω καὶ τὴν θερμὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν κάμνω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν διατήρησιν τοιούτου θεσμοῦ, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις ἀπ’ εὐθείας διὰ τῶν ὀργάνων τῶν διοικητικῶν τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ, νὰ διοικήσῃ καὶ τὰς νέας χώρας. Τὸ πολὺ θὰ ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ, ἐπειδὴ ἀναχωρῶ ἀπὸ τῆς ἐκδοχῆς, ὅτι ἡ ἀπόστασις μεταξὺ κοινότητος καὶ νομοῦ εἶναι μεγάλη, διὰ τὴν Μακεδονίαν νὰ ἱδρυθῶσιν ὑποδιοικήσεις. Ἀλλ’ ἄν, κύριοι, ἀπὸ τῶν ἀπόψεων αὐτῶν ἠθέλομεν ἔλθῃ πρὸς ἄλλας ἐγγυτέρας πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, νομίζω ὅτι θέλει πεισθῇ ἡ Βουλή, πιθανώτατα θέλει πεισθῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτά, ἄν γίνωσι νόμοι τοῦ Κράτους, θὰ ἐπιτείνωσι τὴν ὑπάρχουσαν ἀδόκιμον καὶ ἄστοχον κατάστασιν καὶ ἐν πολλοῖς θὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ περιέλθωσιν αἱ Νέαι Χῶραι εἰς διοικητικὸν ἀδιέξοδον. Καὶ ἐν πρώτοις διὰ τῶν νομοσχεδίων καταργοῦνται αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις τῆς Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Θὰ ἠδυνάμην δὲ νὰ ἐρωτήσω: Εὐθὺς μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτῶν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα θὰ γείνουν νόμοι τοῦ Κράτους, τί θὰ γίνωσιν αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ὁποῖαι ἤδη ὑπάγονται εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις τῆς Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις εἶχε νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ ἀμέσως, θὰ ἐδεχόμην εὐχαρίστως τὴν διακοπήν.
§136ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ποῖαι ὑπηρεσίαι;
§137Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις πᾶσαι, καὶ συνεπῶς καὶ αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις τῆς Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου ἔχουσιν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν αὐτῶν, ἀνεξαρτήτως τῶν ὑπηρεσιῶν τῆς κυρίως διοικήσεως, καὶ ἄλλας ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, πλὴν δὲ τούτου καὶ ἄλλων ὑπουργείων διαφόρους ὑπηρεσίας. Ὑπάρχουσιν ὑπηρεσίαι τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν αἱ ὀλιγώτεραι ὅλων.
§138Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Καμία.
§139Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων κτημάτων ποῦ ὑπάγεται;
§140Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἰς τὸ κέντρον.
§141Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τῆς Μακεδονίας ναί. Ἀλλὰ καὶ τῶν λοιπῶν διοικήσεων;
§142Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα.
§143Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἓν Β. Διάταγμα ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, τῆς 31 Μαΐου ἐ. ἔ. διὰ τοῦ ὁποίου συνεχωνεύθη ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων κτημάτων τῆς Γενικῆς Διοικήσεως Μακεδονίας. Ἐξεδώσατε καὶ ἄλλο, δι’ οὗ ὑπηγάγετε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς διοικήσεις εἰς τὸ κέντρον; Ἐγὼ καθόσον γνωρίζω δὲν ἐξεδόθη τοιοῦτόν τι. Ἡ ὑπηρεσία τῶν δημοσίων κτημάτων τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Κρήτης ὑπάγεται εἰς τὸ κέντρον;
§144ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν Κρήτην δὲν ὑπάρχουσι δημόσια κτήματα, εἶναι ὅλα τελείας ἰδιοκτησίας.
§145Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐκπλήσσομαι, διότι ἐνόμιζον ὅτι ὅλαι αἱ ὑπηρεσίαι αἱ οἰκονομικαὶ διεξάγονται ὁπωσδήποτε ἐκ τοῦ κέντρου.
§146Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁπωσδήποτε ναί. Ἀλλ’ ὄχι ὅλαι. Ἔχομεν τὴν ὑπηρεσίαν τὴν σχετικὴν μὲ τὰς ἐκμισθώσεις κτημάτων διὰ χρῆσιν τοῦ δημοσίου. Αὐτὴν τὴν ἐπεξετείνατε; Ὄχι βέβαια. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλαὶ ὑπηρεσίαι ἀναγόμεναι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τοιαύτη νομίζω εἶναι ἡ ὑπηρεσία τῶν δασῶν.
§147Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Μία μόνον.
§148Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μία ἔστω, ἀλλὰ μεγίστη.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ λέγετε πολλάς. Μία καὶ μόνον.
§150Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσιν ἴσως καὶ ἄλλαι. Ἀλλ’ ἀρκεῖ αὐτὸ ὅτι ὑπάρχει μία ὑπηρεσία μὴ ὑπαγομένη εἰς τὸ κέντρον.
§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σημειώσατε, ὅτι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν δὲν ὑπάρχει ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον λέγετε.
§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ὑπηρεσίαι ἀναγόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας.
§153Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἡ ὑπηρεσία τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἀφομοιοῦται κατὰ τὸν ψηφισθέντα νόμον ἐντὸς ἑνὸς μηνός.
§154Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἀφομοιωθῇ ἐντὸς ἑνὸς μηνός· σήμερον δὲν εἶναι ἀφωμοιωμένη, καθ’ ἥν ὥραν ψηφίζομεν τὰ νομοσχέδια ταῦτα.
§155Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀφωμοιώθη ἡ ὑπηρεσία τῶν σιδηροδρόμων Μακεδονίας.
§156Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω καὶ αὐτό. Ἐγὼ θέλω ν’ ἀποδείξω τοῦτο, ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ ὑπηρεσίαι ὑπαγόμεναι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἤδη ὑπάγονται εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις. Τοῦτο δὲν δύνασθε ν’ ἀρνηθῆτε. Ἐπίσης ὑπάρχουσι πολλαὶ ὑπηρεσίαι τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, αἱ ὁποῖαι ἤδη δὲν ὑπάγονται εἰς τοῦτο, ἀλλ’ ὑπάγονται εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις.
§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Θὰ ὑπαχθοῦν ἐν τῷ μεταξύ.
§158Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Οὐδεμία ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ἀποχωρισμένη τοῦ κέντρου, ἡ δὲ ὑπηρεσία, περὶ ἧς ἐκάμετε λόγον, ὑπήχθη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὑπουργείου διὰ Β. Διατάγματος ἐκδοθέντος κατ’ Ἀπρίλιον νομίζω.
§159Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως, δὲν ἐπιμένω· ὁπωσδήποτε ἐγὼ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἕν μόνον Β. Διάταγμα, δι’ οὗ δὲν ὑπήχθησαν αἱ ὑπηρεσίαι αὐταὶ εἰς τὸ κέντρον. Δὲν σημαίνει ὅμως τοῦτο διὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐξετάζω. Ἀρκεῖ ὅτι διάφοροι ὑπηρεσίαι τοῦ ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνεξάρτητοι πρὸς τὴν κυρίως διοίκησιν, ἥτις θὰ περιέλθῃ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἰς τοὺς Νομάρχας, ὑπάγονται εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις. Ἤδη ἐγείρεται τὸ ἐρώτημα: Μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δι’ οὗ καταργοῦνται οἱ Γενικοὶ Διοικηταὶ τὶ θὰ ἀπογίνουν αἱ ὑπηρεσίαι αὐταί;
§160ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὰ Ὑπουργεῖα.
§161Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο ὑπάρχει ἀνάγκη νόμου. Μέχρις οὗ δὲ διὰ νόμου ὑπαχθῶσιν ὑπηρεσίαι εἰς τὰ ἁρμόδια ὑπουργεῖα δὲν θὰ εἶναι μετέωροι; Τὸ φυσικώτερον, ἀλλὰ καὶ τὸ μόνον ἐνδεδειγμένον ἦτο νὰ ὑπαχθῶσι πρῶτον εἰς τὰ ὑπουργεῖα καὶ κατόπιν νὰ καταργηθῶσιν οἱ Γενικοὶ Διοικηταί. Οὐχὶ δὲ νὰ καταργήσητε τὰς Γενικὰς Διοικήσεις καὶ ἔπειτα νὰ σκεφθῆτε περὶ τῆς τύχης τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν.
§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ δημοσιευθῇ ὁ νόμος ἀφοῦ πρῶτον ὑπαχθῶσιν;
§163Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναστείλωμεν τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου μέχρις ὅτου ὑπαγάγωμεν ὅλας τὰς ὑπηρεσίας ὑπὸ τὰ ὑπουργεῖα.
§164Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφανταζόμην τὴν ἀπάντησιν ταύτην, ἡ ὁποία ἀναγνωρίζουσα τὸ κακῶς γινόμενον προσπαθεῖ νὰ κολάσῃ τὰς συνεπείας του ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ σᾶς ἀπαντῶ δύο τινά. Πρῶτον θεωρεῖτε προσῆκον πρὶν ἢ κάμετε τὴν ἀφομοίωσιν πρὶν ἢ ἐπεκτείνετε εἰς τὰς νέας χώρας τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν καὶ πρὶν ἢ ὑπαγάγητε τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα, νὰ ἔρχεσθε νὰ λέγητε. «Ζητῶ νὰ καταργήσω τὰς Γενικὰς Διοικήσεις, ἀλλὰ δὲν θὰ δημοσιεύσω τὸν νόμον;» Βεβαίως δὲν ἐσκέφθητε τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ θὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι καὶ ἡ διόρθωσις, ἣν ἐκ τῶν ὑστέρων ἐπιζητεῖτε δι’ ὅσων λέγετε, δὲν εἶναι τόσον εὔκολος. Διότι αὕτη προϋποτίθησιν ἀνεξαρτήτως τῆς ἀνωμαλίας — διότι θὰ ἀναγκασθῆτε νόμον, τὸν ὁποῖον σπεύδετε νὰ ψηφίσητε καὶ τοῦ ὁποίου τὸ τελευταῖον ἄρθρον λέγει, ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μὴ τὸν δημοσιεύσητε — ἀνεξαρτήτως λέγω τῆς ἀνωμαλίας ταύτης, ἡ διόρθωσις ἣν προβάλλετε, προϋποτίθησιν, ὅτι εἶναι ἐντελῶς εὐχερὴς ἡ δυνάμει τοῦ νόμου 80 διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπέκτασις τῆς νομοθεσίας τῆς σχετικῆς καὶ εἰς τὰς νέας χώρας καὶ ἡ ὑπαγωγὴ τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς ἕκαστον τῶν ἁρμοδίων ὑπουργείων. Τοῦτο ὅμως, θὰ συνομολογήσητε καὶ σεῖς μετ’ ἐμοῦ καὶ ἕκαστος τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν, ὅτι δὲν εἶναι τόσον εὐχερές, ὅτι παρουσιάζει μεγάλας δυσχερείας, καὶ ὅτι ἔχει ἀνάγκην, καὶ χρόνου πολλοῦ καὶ πόνου μακροῦ. Τοῦτο τὸ ἀποδεικνύει ἡ μέχρι τοῦδε πορεία τῆς Κυβερνήσεως. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸν χρόνον, ὁ ὁποῖος παρῆλθεν ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος 80, ὁ ἐξουσιοδοτήσας τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως διὰ Β. Διαταγμάτων ἐπεκτείνῃ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ὁ νόμος 80 ἐψηφίσθη ἀπὸ πέρυσι τὸν Νοέμβριον, ἔδωκε δὲ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπεκτείνῃ τὰς σχετικὰς νομοθεσίας κατὰ τμήματα ἢ καθ’ ὅλου εἰς τὰς Νέας Χώρας καὶ ὑπαγάγῃ τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ ἀφομοιώσῃ ταύτας. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἐπέκτασις ἐγένετο τόσον βραδέως, ὥστε παρήρχοντο πολλοὶ ἐνίοτε μῆνες, ἵνα ἐκδοθῇ ἕν καὶ μόνον Β. Διάταγμα, ἀφομοιωτικὸν ὑπηρεσίας τινός. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ἀμέλειαν τῶν κ. κ. Ὑπουργῶν ἢ ἀδιαφορίαν διὰ νὰ ἐνεργήσωσι τὴν ἀφομοίωσιν. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῶ δυσχέρειαν· εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ δεχθῶ ὅτι ἡ δυσχέρεια αὕτη ἐπῆλθεν ἐκ τοῦ ὅτι τὰ πράγματα εἶχον ἀνάγκην μελέτης καὶ ὅτι δὲν ἦσαν τόσον ἁπλᾶ, ὥστε δι’ ἑνὸς Β. Διατάγματος νὰ εἴπωμεν ὅτι ἐπεκτείνομεν τὴν Α ἢ τὴν Β νομοθεσίαν καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας. Ὅλα ὅμως αὐτὰ ἀποδεικνύουν ὅτι, ὅταν ἔχωμεν ἐκκρεμεῖς καὶ τῶν τεσσάρων Ὑπουργείων τόσον σπουδαίας ὑπηρεσίας καὶ μὴ ἐπεκτεταμένας τὰς σχετικὰς νομοθεσίας εἰς τὰς Νέας Χώρας, δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν, χωρὶς νὰ περιπέσωμεν, δὲν θέλω νὰ εἴπω εἰς εἶδος τι ἀλογίας, ἀλλὰ βεβαίως εἰς κἄτι τι ἀνώμαλον, ψηφίζοντες νόμους, δι’ ὧν καταργοῦμεν τοὺς Γενικοὺς Διοικητὰς καὶ ἀφίνομεν ἐκθέτους τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἵνα κατόπιν μεριμνήσωμεν περὶ αὐτῶν. Εἶναι αὕτη ἀστοχωτάτη δικαιολογία ἀσυγχωρήτου ἀβλεψίας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία φέρει νομοσχέδιον καταργήσεως τῶν Γενικῶν Διοικήσεων πρὶν ἢ λάβῃ μέριμναν περὶ τῆς ἀπὸ τοῦ Κέντρου Διοικήσεως τῆς Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Οὕτω δὲ περιέρχεται εἰς τὸ δίλημμα, ἢ νὰ ἰσχύσῃ ὁ ψηφιζόμενος νόμος, ὅτε αἱ χῶραι αὗται θὰ παραμείνωσιν ἀδιοίκητοι, ἢ νὰ μὴ δημοσιευθῇ ὁ ψηφιζόμενος νόμος, ὅτε μεταβάλλεται εἰς παιδιὰν τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἔρχομαι ἤδη καὶ εἰς τὴν ἀντίθετον πλευράν. Διὰ τῶν νομοσχεδίων διατηροῦνται δύο Γενικαὶ Διοικήσεις, ἡ Γενικὴ Διοίκησις τῆς Μακεδονίας καὶ ἡ τῆς Κρήτης. Καὶ τίθεται τὸ ἀντίθετον ἐρώτημα. Ποία εἶνε ἡ δικαιοδοσία τῶν Γενικῶν τούτων Διοικητῶν; Καὶ τίνες αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ὑπαγόμεναι εἰς αὐτούς; Ἐτονίσθη καὶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, ὁ ὁποῖος ἄρτι κατῆλθε τοῦ βήματος, ὡς ἐκπροσωποῦσα καὶ τὰς ἰδέας τῆς Κυβερνήσεως, ἡ γνώμη ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῶσιν αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις καὶ νὰ μὴ παραμένωσιν ὑπὸ τὴν εὐρύτητα τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἤδη. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο εἶναι ἀκριβές, καὶ φαίνεται ὅτι εἶναι, ἐκ τῶν γνωμῶν τὰς ὁποίας ἐκθέτει ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τῶν νομοσχεδίων, ἐρωτῶ: Πῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ περιορίζεται ἡ τοιαύτη ἐξουσία τῶν Γενικῶν Διοικητῶν; Τί λέγεται ἐν αὐτῷ περὶ τῆς δικαιοδοσίας τῶν Γενικῶν Διοικητῶν καὶ περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται ἢ δὲν ὑπάγονται εἰς αὐτούς; Οὐδέν. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, καὶ περὶ τῆς ἐπιβλέψεως, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν. Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς; Ποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία ἐκείνη τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, ἡ ὁποία περιορίζεται πλέον, ὡς λέγετε, καὶ θεμελιοῦται καὶ ἀποκρυσταλλοῦται διὰ τῶν σήμερον ψηφιζομένων νομοσχεδίων; Τοῦτο οὐδαμοῦ λέγεται. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θὰ ἴδητε πολὺ καλῶς διατετυπωμένην τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Νομαρχῶν, διότι εἰσάγεται τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1845 περὶ καθηκόντων τῶν Νομαρχῶν. Ἐπίσης δὲ καθορίζεται διὰ τῶν ἑπομένων ἄρθρων ἡ δικαιοδοσία τῶν Ὑποδιοικήσεων. Ἀλλὰ περὶ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν καὶ περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς αὐτοὺς οὐδεμία ἀπολύτως διάταξις ὑπάρχει. Ἀντιθέτως μάλιστα τὸ ἄρθρον 18 τοῦ νομοσχεδίου περὶ Γενικῆς Διοικήσεως λέγει τὰ ἀκόλουθα. «Διὰ Β. Διατάγματος δύνανται νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὰς ἀμέσους διαταγὰς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ καὶ ὑπηρεσίαι μὴ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου». Ἀλλὰ ποῖαι εἶναι αἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου εἰς τὰς ὁποίας ὁρίζονται αἱ ὑπαγόμεναι εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις ὑπηρεσίαι; Οὐδαμοῦ θὰ ἀνεύρητέ τι. Τί εἶναι λοιπὸν αὐτὸς ὁ θεσμὸς τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν; Ποία εἶναι ἡ δικαιοδοσία τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, καὶ τίνας ὑπηρεσίας ὑπάγομεν εἰς αὐτούς; Θὰ ἐξακολουθήσῃ διεπομένη ἡ δικαιοδοσία αὐτῶν ἀπὸ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα τὸν Φεβρουάριον τοῦ 1913 περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν; Ἀπὸ τὸν νόμον δηλ. δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐχαράχθη εὐρυτάτη ἡ δικαιοδοσία τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, νόμον ἔν τινι μέτρῳ μόνον περιοριζόμενον ἀπὸ τὰ ἐκδοθέντα Βασ. Διατάγματα. Καὶ ποία εἶναι αὐτὴ ἡ δικαιοδοσία; Γνωρίζει αὐτὴν ἡ Κυβέρνησις; Καὶ ἐννοεῖ νὰ διατηρήσῃ αὐτὴν καὶ ἐφεξῆς; Περὶ τούτου ἤθελον νὰ ἀκούσω ἐξηγήσεις ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, νομίζω, ὅτι καὶ ἐπὶ τούτου οὐδαμῶς ἐσκέφθη, ὡς δὲν ἐσκέφθη καὶ περὶ προηγουμένης ῥυθμίσεως τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν εἰς τὰς καταργουμένας Γενικὰς Διοικήσεις τῆς Ἠπείρου καὶ τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Ποῖα λοιπὸν εἶναι τὰ καθήκοντα καὶ ἡ ἁρμοδιότης τῶν Γενικῶν Διοικητῶν δυνάμει τοῦ νόμου τούτου, καὶ τίνες αἱ εἰς αὐτοὺς ὑπαγόμεναι ὑπηρεσίαι; Ἂν ἀναγνωρίζητε εἰς τούτους ὅλους τὰς ἐξουσίας, τὰς ὁποίας τοῖς ἔχει παραχωρήσει ὁ νόμος περὶ διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶς κατεχομένων χωρῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν περιωρίσθησαν αὗται διὰ μεταγενεστέρων νόμων καὶ Βασ. Διαταγμάτων, ὄχι μόνον θὰ παγιώσητε μίαν κατάστασιν ἀβεβαιότητος καὶ ἀσταθείας, μίαν κατάστασιν πλήρη χάους, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἡ καλὴ πίστις ἀκόμη δὲν θὰ ἀρκῇ διὰ νὰ καθοδηγήσῃ τοὺς Γενικοὺς Διοικητὰς καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν διάγνωσιν τῆς ἁρμοδιότητος ἑκάστου, ἀλλὰ θὰ φθάσητε ἔν τισι σημείοις καὶ εἰς ἀντισυνταγματικότητας. Δηλαδή, ἐὰν ὑπὸ τοιαύτην ἔκτασιν ἐννοῆτε τὴν δικαιοδοσίαν τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, θὰ θέσητε ὑπὸ τὴν ἁρμοδιότητα αὐτῶν, καὶ ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εὑρίσκωνται ὑπ’ αὐτούς. Καὶ ἐν πρώτοις ἐρωτῶ τὴν Κυβέρνησιν μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ τοῦ νόμου, ποῦ ὑπάγεται ἡ ἐκκλησία τῶν νέων χωρῶν; Ποῦ ὑπάγονται οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὑπάλληλοι τῶν νέων χωρῶν; Θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητὰς μήπως; Ἀλλὰ τοῦτο θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικόν. Δὲν εἶνε δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν οὔτε εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς, οὔτε εἰς ἄλλην οἱανδήποτε ἀρχήν, πλὴν τῆς ἀρχῆς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἑλλάδος. Αὕτη εἶναι συνταγματικὴ ἀνάγκη, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος εἶναι αὐτοκέφαλος, διοικεῖται δὲ ὑπὸ Ἱερᾶς Συνόδου ἀρχιερέων. Ὑπῆρχε λοιπὸν συνταγματικὴ ὑποχρέωσις, ἅμα τῇ προσαρτήσει τῶν νέων χωρῶν, νὰ γείνῃ ἀμέσως ἡ ἐπέκτασις τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας, νὰ γείνῃ ἀμέσως ἡ ἐκκλησιαστικὴ προσάρτησις Αὐτὸ δὲν ἦτο μέτρον ὑπαγορευόμενον μόνον ὑπὸ πολιτικῶν, ὑπὸ ἁπλῶς διοικητικῶν σκέψεων, ὑπὸ σκέψεων σκοπιμότητος, ἀλλ’ ἦτο καὶ συνταγματικὴ ἀνάγκη. Δύναται, ἐρωτῶ, νὰ παραμένῃ ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος, ἡ ἐκεῖ, μακρὰν τοῦ Κράτους, ἀνεξάρτητος καὶ ξένη πρὸς αὐτό, ἄνευ τῆς ἐποπτείας τοῦ Κράτους, ἄνευ τῆς συνδρομῆς αὐτοῦ, ἄνευ ἀνωτέρας ἑνιαίας διοικήσεως; Βεβαίως οὐχί. Δύναται ὅμως νὰ ὑπαχθῇ εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς, ὡς ἀξιοῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ ψηφιζομένου νομοσχεδίου, ὑπὸ τὴν ἐκτεθεῖσαν ἔννοιαν καὶ ἔκτασιν αὐτοῦ; Ὄχι βεβαίως· διότι τοῦτο θὰ ἦτο καὶ ἀντισυνταγματικόν. Ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖον εἶναι, εἶναι συνταγματικὴ ὑποχρέωσις νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Καὶ ἔπρεπεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς προσαρτήσεως νὰ γείνῃ ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀφομοίωσις. Τοῦτο δέ, κύριοι, τὸ ὁποῖον συνταγματικὴ ὑποχρέωσις ἐπέβαλλεν καὶ ἴσης δυνάμεως, θὰ ἐτόλμων νὰ εἴπω πολιτικὴ ὑποχρέωσις, ἐπέβαλλεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Διότι ὅσα ἐγένοντο καὶ ὅσα γίνονται, ἀπ’ ἀγαθῆς πάντοτε προαιρέσεως, ὡς εἶμαι τελείως πεπεισμένος, ἐκ τοῦ σύνεγγυς μελετήσας καὶ σπουδάσας τὰ πράγματα, δὲν συνετέλεσαν οὔτε εἰς τὴν ἀνόρθωσιν τοῦ κύρους τοῦ Κράτους, οὔτε εἰς τὴν θεραπείαν τοῦ γοήτρου τῆς ἐκκλησίας εἰς τὰς νέας χώρας. Καὶ συνέβησαν ταῦτα ἐκ πεπλανημένης ἀντιλήψεως τῶν κληρικῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν πρόμαχοι καὶ τῆς θρησκείας καὶ τῆς πατρίδος, πρόμαχοι εἰς τοὺς ὁποίους κατὰ μέγα μέρος ὀφείλεται ὅ,τι ἤδη ἐπετεύχθη,ἀλλὰ καὶ ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ Κράτους, ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι ὑπῆρξαν Μητροπολῖται, οἱ ὁποῖοι ἐκ τῶν παραδόσεων τοῦ πρώην καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ἐκκλησιαστικῶς δὲν εἶδον μεταβληθέν, ἐξηκολούθησαν ἀσκοῦντες τὴν προσήκουσαν εἰς αὐτοὺς δικαιοδοσίαν, πρὸς μείωσιν τοῦ κύρους τοῦ Κράτους καὶ πρὸς δημιουργίαν προστριβῶν, δυστυχῶς φυσικῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπέθαλψαν προσηκόντως τὸ γόητρον τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλ’ εὑρίσκω τελείως δικαιολογημένην, ἢ μᾶλλον τελείως ἠτιολογημένην, πλήρως ἐξηγουμένην τὴν τακτικήν, τὴν ὁποίαν ἐτήρησαν οἱ ἐκεῖ κληρικοί, ἐν πολλοῖς ἐξηγουμένην δὲ ἐκ τῶν σφαλμάτων τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ἐφόσον ἀφέθησαν νὰ πιστεύουν, καὶ τὸ ἐπίστευον πράγματι, ὅτι, ὡς πρὸς αὐτοὺς οὐδὲν μετεβλήθη, καὶ δὲν εἶχε πράγματι μεταβληθῆ, διότι ἡ ἐκκλησιαστικὴ νομοθεσία δὲν ἐπεξετάθη ἐκεῖ καὶ ἐφόσον ἔβλεπον τοῦτο, ἦτο πολὺ φυσικὸν νὰ θεωρῶσιν, ὅτι ἡ ἔκτασις τῆς ἐξουσίας αὑτῶν παρέμεινεν ἀμείωτος καὶ ὅτι ἠδύναντο νὰ προβαίνωσιν εἰς χειροτονίας Ἐπισκόπων καὶ ἐν γένει εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν ἐξουσιῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας εἶχον ἐκ τοῦ παρελθόντος. Ἐντεῦθεν ἡ Κυβέρνησις ἐδυσφόρησεν. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξῆγεν αὐτὴν ἐκ τῆς δυσχερείας, ἐκπληροῦσα ἅμα καὶ συνταγματικὴν αὐτῆς ὑποχρέωσιν, δηλαδὴ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν νομοθεσίαν τὴν ἐκκλησιαστικήν, ἵνα καὶ αἱ νέαι Μητροπόλεις ὑπαχθῶσιν ὑπὸ τὴν φυσικὴν αὑτῶν Ἀρχήν, τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἑλλάδος, προέβη εἰς προστριβὰς ἐπὶ ἐλαττώσει τοῦ κύρους αὐτῆς καὶ τοῦ γοήτρου τῆς Ἐκκλησίας. Ἤκουσα προχθές, ἐξ ἀφορμῆς ἐρωτήσεώς τινος, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης συνάδελφος, ἤκουσα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως λέγοντος, ὅτι θὰ ἐκδοθῇ ἐπὶ τέλους ὁ τόμος τῶν Πατριαρχείων περὶ χειραφετήσεως τῶν Μητροπόλεων. Δὲν γνωρίζω ποίας ἐνεργείας ἔκαμε περὶ τούτου, ἢ ἂν ἔκαμε τοιαύτας ἡ Κυβέρνησις καὶ πότε. Γνωρίζω ἐν τούτοις ὅτι πρὸ πάσης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, εὐθὺς ὡς ἐδημιουργήθη τὸ νέον καθεστώς, μετὰ τοὺς εὐτυχεῖς πολέμους, τὸ Πατριαρχεῖον ἐξ οἰκείας προαιρέσεως ἐσκέφθη κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἠδύναντο νὰ ῥυθμισθῶσι τὰ πράγματα ἀπὸ ἐκκλησιαστικῆς ἀπόψεως, συμβιβαζομένης πρὸς τὸ νέον πολιτικὸν καθεστώς. Καὶ ἀπὸ τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους εἶχε συσταθῆ Πατριαρχικὴ Ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἐμελέτησε τὸ ζήτημα, ἡ ὁποία συνέταξεν ἔκθεσιν ἀποφανθεῖσαν ὑπὲρ τῆς χειραφετήσεως τῶν Μητροπόλεων δι’ ἰδικιτέρου συνοδικοῦ τόμου καὶ τῆς ὑπαγωγῆς τούτων εἰς τὰς αὐτοκεφάλους ἐκκλησίας τῶν κυριάρχων Κρατῶν, εἰς ἃ πολιτικῶς ὑπήχθησαν αἱ ἀπολυτρωθεῖσαι χῶραι. Ἡ ἔκθεσις δὲ αὕτη, κατὰ τὰς πληροφορίας μου, ὑπεβλήθη καὶ ἔτυχε τοῦ κύρους καὶ τῆς ἐγκρίσεως ἀμφοτέρων τῶν σωμάτων. Τί ἐνήργησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ διατί δὲν προέβη ἐπὶ διετίαν ἤδη εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν προσάρτησιν; Ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι οὐδέποτε οὐδαμόθεν ἦτο δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἀντίδρασις ἢ νὰ προβληθῇ δυσχέρειά τις ἐν τούτῳ. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις τοιαύτην, τὸ καθῆκον τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἕν· νὰ ὑποδείξῃ εὐλαβῶς εὐθὺς ἀμέσως εἰς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν τὴν συνταγματικὴν ἀνάγκην, τῆς ἀμέσου ἐκκλησιαστικῆς προσαρτήσεως καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας εἰς τὰς νέας χώρας, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλεσαν τμῆμα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ νὰ προβῇ καὶ εἰς ταύτην ἄνευ ἀναβολῆς. Καὶ ἔχω πάντα λόγον νὰ πιστεύω, ὅτι κατ’ οἰκονομίαν ἡ Μεγάλη Ἐκκλησία θὰ ἔστεργε τοῦτο καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων ἀκόμη νὰ ἐκδοθῇ ὁ τόμος τῆς χειραφετήσεως. Παρέλειψε πάντα ταῦτα ἡ Κυβέρνησις, ἐντεῦθεν δὲ προέκυψαν ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον καὶ ἐντεῦθεν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν λίαν περίεργον θέσιν, νὰ θέλωμεν νὰ ὑπαγάγωμεν ἤδη καὶ τοὺς Μητροπολίτας καὶ τοὺς ἄλλους ἐκκλησιαστικοὺς ὑπαλλήλους τῶν Νέων Χωρῶν εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς!! Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, καὶ ἐν τοῖς καθ’ ἕκαστα ἔχει ῥιζικὰς ἀτελείας. Βεβαίως δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπασχολήσω δι’ αὐτὰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὑπάρχει ἕν σημεῖον ἄρχον εἰς τοὺς εἰσαγομένους θεσμούς, περιεργότατον δὲ καὶ χαρακτηριστικὸν τῆς καταστάσεως καὶ τῶν ἀντιλήψεων, ἀπὸ τῶν ὁποίων ἄγεται ἡ Κυβέρνησις. Διότι μετ’ ἐκπλήξεώς μου εἶδον εἰς τὸ νομοσχέδιον διατάξεις, κατὰ τὰς ὁποίας οὐδὲν ἔλαττον οὐδὲν πλέον ἢ ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ καταργήσῃ πάντα ἔλεγχον ἀναγόμενον ποῦ; Ἐκεῖ ὅπου ὄχι πλέον συνταγματικὴ ὑποχρέωσις, ὄχι κοινοβουλευτικὴ εὐαισθησία, ἀλλὰ καὶ προσωπικὴ ὑποχρέωσις ἐπέβαλλε τὸν ἔλεγχον. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ καταργήσῃ τὸν ἔλεγχον εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων. Διότι περιέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας: «Οἱ Νομάρχαι, ὡς δευτερεύοντες τῶν Γενικῶν Διοικητῶν διατάκται, λογοδοτοῦσι πρὸς αὐτοὺς καὶ εὐθύνονται διὰ πᾶσαν ὑπέρβασιν πιστώσεως ἢ δαπάνην παρανόμως ἀναγνωρισθεῖσαν, κατὰ τὰς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ μνημονευομένας διατάξεις, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἀσκούσης ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου (ἄρθρον 12). «Καὶ ἄλλην διάταξιν τοῦ ἄρθρου 13. κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπεται ἡ ὑπὸ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν ἔκδοσις χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις. Τὰ τῆς λογοδοσίας δὲ τῶν λαμβανόντων χρήματα ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ καὶ τὰ τῆς εὐθύνης αὐτῶν ῥυθμίζονται κατὰ τὰς διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἀσκούσης ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου». Εἶναι ἀνάγκη, κύριοι, νὰ παρατηρηθῇ τάχα, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται ἀντίκεινται πρὸς τὸ πολίτευμα ἡμῶν, ὅτι ἀντίκεινται πρὸς πᾶσαν πολιτικὴν τάξιν; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διανοηθῇ τις, ὅτι ἡ διαχείρισις δημοσίων χρημάτων δύναται νὰ γίνῃ παρὰ ὑπευθύνων ὀργάνων, παρὰ διοικητικῶν ὀργάνων, καὶ νὰ ἀσκήσῃ αὐτὴ αὕτη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν ὀργάνων της νὰ ἐνεργήσῃ καθήκοντα Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου; Εἶναι ἀνάγκη τάχα νὰ ὑπομνήσῃ τις, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν εἶναι, ὅτι θέλει ἔλεγχον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὀργάνων ἐν γένει τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν δημοσίων χρημάτων, ἔλεγχον παρὰ σώματος ἀνεξαρτήτου, σώματος δικαστικῶς ὠργανωμένου, σώματος ἐκ μελῶν ἰσοβίων καὶ μὴ ἐξαρτωμένων ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπομνήσῃ τις διάταξιν συνταγματικὴν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου περιβάλλονται ὑπὸ ὡρισμένων προσόντων, ἀπολαύουσι τῆς ἰσοβιότητος καὶ ἀποτελοῦσιν ἀνεξάρτητον δικαστικὸν σῶμα; Καὶ ὅταν τοιοῦτοι εἶναι οἱ ἀσκοῦντες τὸν ἔλεγχον, καὶ ὅταν τοιαῦτα εἶναι κατ’ ἀπαίτησιν τοῦ Συντάγματος τὰ μέλη τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας τὰ τοιαῦτα καθήκοντα θὰ ἀσκῶσιν αὐτὰ τὰ ὄργανα τῆς Κυβερνήσεως, οἱ Γενικοὶ Διοικηταί, οἱ ἄνευ προσόντων ἐκλεγόμενοι ἀπὸ μέρους τῆς Κυβερνήσεως καὶ παρ’ αὐτῆς ἀπολυόμενοι; Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, θὰ ἀποτελέσῃ ἀκόμη κατάργησιν καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν καὶ ἄλλην μορφήν, αὐτοῦ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἑδράζεται ἡ θεμελιώδης βάσις τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν. Διότι ἐρωτῶ ὑμᾶς: Εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ τις, ἢ ἐσκέφθη τις μέχρι τοῦδε ὅπου δήποτε, ὅτι δύναται ἡ αἴθουσα τοῦ Βουλευτηρίου νὰ μεταβληθῇ εἰς Γενικὸν Λογιστήριον καὶ νὰ προσάγωνται οἱ φάκελλοι μὲ τὰ δικαιολογητικὰ τῶν δημοσίων ὑπολόγων διὰ νὰ ἐξελέγχῃ τοὺς ὑπολόγους τούτους ἡ Βουλή; Νομίζω, κύριοι, ὅτι νομοσχέδια τοιαύτης φύσεως καὶ τοιαύτης ἐκτάσεως καὶ τοιαύτης ἀποστολῆς, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν νομοσχέδια τοιαύτας διατάξεις περιέχοντα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφίζωνται· ὅτι ἡ ψήφισις ἢ μὴ τούτων δὲν εἶναι ζήτημα διαφορᾶς ἀντιλήψεων ἀντιπολιτεύσεως ἢ συμπολιτεύσεως καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιψηφίσῃ τοιοῦτο νομοσχέδιον χωρὶς νὰ καταλύσῃ τὸ πολίτευμα χωρὶς νὰ καταλύσῃ ἑαυτήν. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρομήλιος ἔχει τὸν λόγον.
§166ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐπειδὴ νομίζω ὅτι θὰ διαρκέσῃ ἡ ὁμιλία σας, δι’ αὐτὸ ἀφίνω νὰ ὁρισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἂν πρέπῃ νὰ διακόψωμεν.
§167ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁμιλήσατε καὶ διακόπτομεν κατόπιν.
§168Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§169ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι τώρα ἀμέσως. Εἶναι ἡ ὥρα ἐνωρίς. Δύναται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ κ. Σπυρομήλιος καὶ νὰ διακόψωμεν ὕστερα καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται νὰ ὁμιλήσῃ πάρα πολύ. Ἡμίσειαν ὥραν, δυνάμεθα νὰ τὴν κάμωμεν. Ἐπειδὴ δὲ βλέπω ὅτι ἀναχωροῦσι κάμποσοι, δηλῶ ὅτι εἰς τὰς 10 θὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συνεδρίασις, διότι πιθανὸν νὰ εἶναι μακρὰ αὕτη καὶ παρακαλῶ τοὺς ἀναχωροῦντας νὰ τὸ γνωρίζωσιν.
§170Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, εἶχον πάντοτε τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, παλαιός μου συμμαθητής, ἦτο σοφώτερος ἐμοῦ καὶ ἐπιμένω νὰ ἔχω τὴν γνώμην αὐτήν. Κατ’ ἀτυχῆ ὅμως σύμπτωσιν, παρ’ ὅλην τὴν πεποίθησιν ταύτην εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ συμφωνήσω, ὡς πρὸς τὴν σοφίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καὶ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ διασαφηνίσῃ μερικὰ πράγματα πολὺ σκοτεινά, τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγράφονται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ εἶναι φανερῶς ἀκατανόητα δι’ ἐμὲ καὶ διὰ πάντα ἄλλον πλὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Τὸ νομοσχέδιον, ἀσχέτως πρὸς τὰς δημιουργουμένας δι’ αὐτοῦ ὑποδιοικήσεις, ἀφορᾷ πρωτίστως τὴν κατάργησιν τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Δὲν γνωρίζω ἂν ἡ αὐτὴ τύχη περιμένῃ καὶ τὸν νομὸν Τρικκάλων ἢ τὸν νομὸν Λαρίσσης, ἀλλὰ περιορίζομαι μόνον εἰς τὸν νομὸν Ἄρτης καὶ λέγω καθαρῶς ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκτὸς τῶν διατάξεων τῶν ἄλλων περὶ τῆς ὑποδιοικήσεως, ἀποβλέπει πρωτίστως εἰς τὴν κατάργησιν τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, κύριοι βουλευταί, ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀμυνθῶ, ἐφ’ ὅσον δύναμαι, καίτοι γνωρίζω ὅτι ἡ ἄμυνά μου αὕτη ἐκ τῶν προτέρων εἶναι ἐξουδετερωμένη. Ὁ νομὸς Ἄρτης ἀπετέλεσεν ἐπὶ 32 ἔτη τὴν Ἤπειρον καὶ ἐσυμβόλισε καὶ τὸ ὄνομα αὐτῆς. Εἶχεν ὅμως τὴν ἀτυχίαν νὰ μὴ λάβῃ κανὲν ἐκ τῶν προνομίων, κανὲν ἐξ ὅλων τῶν ἀγαθῶν τὰ ὁποῖα ἔλαβον καὶ ἄλλοι νομοί. Πρωτίστως τὸ ζήτημα τῆς συγκοινωνίας. Ὁ νομὸς αὐτός, ὅπως γνωρίζετε, δυνάμει ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἐπιτροπὴ ἐκ βουλευτῶν, ἡ ὁποία μετέβη ἐκεῖ μετὰ τὰς ἐκλογὰς τῆς Βʹ Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, ἐβεβαιώθη ὅτι εὑρίσκεται εἰς τὸ χείριστον σημεῖον ὅλων τῶν νομῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται ὅτι: «Ἄρθρ. 3. Διὰ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 2 Β. Δ. δύνανται νὰ μεταβληθῶσι καὶ τὰ ὅρια τῶν συνορευόντων πρὸς τὰς νέας χώρας ὑφισταμένων νομῶν, εἴτε διὰ προσθήκης εἰς αὐτοὺς τμημάτων ἐκ τῶν νέων χωρῶν, εἴτε διὰ συγχωνεύσεως αὐτῶν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει εἴς τινα ἤ τινας τῶν ἐκ τῶν νέων χωρῶν συσταθησομένων νέων νομῶν». Τὸ ἄρθρον 3 ὁμιλεῖ περὶ συγχωνεύσεως ἢ περὶ ἀποκοπῆς τμημάτων ἄλλων νομῶν. Διὰ τῆς διατάξεως ταύτης, ὡς προεῖπον, ὁ νομὸς ὁλόκληρος συγχωνεύεται εἰς ἄλλον νομόν, ἀφοῦ ὑπάρχει ἄλλη διάταξις τοῦ ἄρθρου 13 ἡ ὁποία λέγει ὅτι οἱ ἐν Ἠπείρῳ νομοὶ ὁρίζονται εἰς δύο. Κύριοι βουλευταί, ἤθελον νὰ γνωρίζω, ἂν προηγήθη στατιστικὴ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ ἂν ἐλήφθη ἡ ἀναλογία, ἡ ὁποία ἐλήφθη καὶ διὰ τοὺς ἄλλους νομοὺς τῆς Ἑλλάδος. Ἡ κ. Ὑπουργὸς οὔτε στατιστικὴν οὔτε τὴν διαίρεσιν τῶν νομῶν αὐτῶν τῶν ἠπειρωτικῶν ὑπεδήλωσεν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμιλῶν περὶ Ἠπείρου δὲν ἐφρόντισε νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος ἢ διάταγμα περιγράφων ὁλόκληρα τὰ ὅρια. Διὰ νὰ λέγωμεν Ἤπειρον θὰ ἐννοοῦμεν ὡρισμένην τινὰ ἔκτασιν καὶ ἡ ἔκτασις αὐτή, ἐφόσον δὲν ὁρίζεται, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποδιαιρεθῇ. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησε δήλωσιν τινὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως γενομένην τὸν Ἰούνιον, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅρια πρὸς βορρᾶν δὲν εἶχε. Συγχωνεύοντες τὴν Ἤπειρον εἰς δύο νομοὺς πόθεν ἀρχίζετε καὶ ποῦ τελειώνετε; Εἶναι μία μεγάλη ἀπορία, κ. Ὑπουργέ, τὴν ὁποίαν φυσικὰ δὲν ἐπεριμένατε ὅτι ἤθελον φέρει εἰς τὸ μέσον ἐγώ, ὁ ὁποῖος σᾶς ἀναγνωρίζω καὶ ἐξακολουθῶ νὰ σᾶς ἀναγνωρίζω σοφώτερον· ἀπεβλέψατε μόνον εἰς τὸ πῶς θὰ συμπτυχθῇ εἰς νομὸς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τοῦτο τὸ ἐπετύχατε διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 3ου. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη ἀπορία. Ἐὰν ὁ νομὸς αὐτὸς τῆς Ἄρτης συγχωνευθῇ, κατ’ ἀνάγκην Νομάρχης δὲν θὰ ὑπάρχῃ καὶ θὰ ὑπαγάγητε τὸν νομὸν τοῦτον εἰς τὴν διάταξιν περὶ ὑποδιοικητῶν, θὰ διορίσητε ὑποδιοικητὴν εἰς ἐπαρχίαν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καθ’ ὅμοιον τρόπον καθ’ ὃν θὰ διορίσητε εἰς τὴν Νέαν Ἑλλάδα. Ἡ Ἄρτα, κ. Ὑπουργέ, οὐδόλως ἠδύνατο νὰ παρεντεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· ἠδύνασθε κάλλιστα νὰ ὁρίσητε τὴν ἔκτασιν τὴν Ἠπειρωτικὴν καὶ ἐπ’ αὐτῆς δύνασθε νὰ προβῆτε εἰς τὴν διαίρεσιν, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψει τὰς στατιστικάς, καὶ κατὰ τὰς στατιστικὰς δὲν δύνασθε ποτὲ νὰ διαιρέσητε τὴν Ἤπειρον, οἱανδήποτε καὶ ἂν τὴν φαντάζεσθε, εἰς δύο νομοὺς συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ νομοῦ Ἄρτης. Διότι κατὰ τὰς διαιρέσεις τὰς Τουρκικὰς ἔχομεν· Φιλιππιὰς καὶ Πρέβεζα εἷς νομός, Μαργαρίτη, Παραμυθιὰ καὶ Φιλιάτες δεύτερος νομός, Γιάννενα, Μέτσοβον, Κόνιτσα ἄλλος νομός, Ἀργυρόκαστρον, Δέλβινον, Πρεμετὴ καὶ Πογώνιον ἄλλος νομός. Ἕνας ἕκαστος ἐκ τῶν καζάδων τούτων, ἢ ἐπαρχιῶν ἔχει πληθυσμὸν ὡς ἑξῆς: Ἡ Φιλιππιὰς 21.200, ἡ Πρέβεζα 13.570 Χριστιανοὺς καὶ 2.100 Μουσουλμάνους, τὸ Μαργαρίτη 11.190 Χριστιανοὺς καὶ 17.400 Μουσουλμάνους, ἡ Παραμυθιὰ 1253 (ἀναγινώσκει). Ἐν ὅλῳ ἔχομεν 395.580, δηλαδὴ 300.000 περίπου Χριστιανοὺς καὶ 80.000 Μουσουλμάνους, καὶ ἐπειδὴ οἱ Χριστιανοὶ ἀνέρχονται εἰς 300.000 περίπου ἄνευ τῆς Αὐτονόμου, εἰς τὸν ἀριθμὸν τοῦτον, ἐὰν προσθέσητε καὶ 41.000 ποῦ ἔχει ὁ νομὸς Ἄρτης, τότε ἔχομεν 350.000 πληθυσμόν, τοῦ ὁποίου ἡ διαίρεσις ἐὰν γείνῃ ἐξ ἴσου θὰ εἶναι 175.000. Γεννᾶται ὅμως τὸ ἐρώτημα, κ. Ὑπουργέ, τί θὰ γίνῃ ἐν ᾗ περιπτώσει εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην τοὺς νομοὺς αὐτοὺς νὰ τοὺς διαιρέσητε καὶ πάλιν καὶ διατί σπεύδετε νὰ κάμητε τὴν διαίρεσιν αὐτήν, ἀφοῦ τὰ πράγματα τὰ ἐθνικὰ δὲν εἶναι ἤρεμα; Μήπως θέλητε νὰ δημιουργήσητε νέας διαφορὰς καὶ συμφορὰς εἰς τοὺς πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν πολλὰ καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ φέρουσι συγκλονισμὸν εἰς τὸ σύνολον; Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντὶ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τὴν γενικήν, μᾶς ὑποβάλλει εἰς τὴν ἀφομοίωσιν τὴν Τουρκικήν. Διὰ τῆς διατάξεως περὶ ὑποδιοικητῶν ἐπαναφέρει πάλιν τοὺς καϊμακάμηδες, τοὺς ὁποίους καὶ μόνον ἐὰν ἀκούσωμεν σήμερον εἶναι δυνατὸν νὰ καταληφθῶμεν ἀπὸ τρόμον καὶ ἀκόμη διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 6 μεταβάλλει καὶ τὴν Ἄρταν ἀπὸ Νομὸν εἰς Καϊμακαμλῆκι. Ποῖα καθήκοντα καὶ ποίας ὑπηρεσίας θὰ ἐκτελέσωσιν οἱ καϊμακάμηδες αὐτοὶ ἢ ἔπαρχοι, οἱ ὁποῖοι κατηργήθησαν ἀπὸ τὸ παλαιὸν Βασίλειον; Θὰ ἐκδίδουσιν, λέγετε, ἐδῶ εἰς κἄποιαν διάταξιν, τὰ σχετικὰ πιστοποιητικά, ἀλλὰ ποῖα; Ὅταν ὑπάρχῃ Εἰρηνοδίκης, ὅταν ὑπάρχῃ Οἰκονομικὸς Ἔφορος, ὅταν ὑπάρχωσι δήμαρχοι τοὺς ὁποίους ἔχετε ἀναγνωρίσει, ποῖα πιστοποιητικὰ θὰ ἐκδίδωσιν οἱ κύριοι ὑποδιοικηταί; Θὰ ἐκδίδουσι τὰ πιστοποιητικὰ τῶν μισθοδοσιῶν των, αἱ ὁποῖαι μισθοδοσίαι ἀνέρχονται κατὰ τοὺς ἀκριβεστέρους ὑπολογισμοὺς εἰς 115.000 δραχ. κατὰ μῆνα καὶ οὕτω προικίζετε τὸν τόπον μὲ μίαν δαπάνην περισσοτέραν, μὲ 8 καϊμακαμλήκια, ἤτοι δαπάνην 900 περίπου χιλιάδων δραχ. κατ’ ἔτος. Καταργεῖτε ἕνα νομὸν ὁ ὁποῖος συνεβόλισε τὴν Ἤπειρον καὶ ὁ ὁποῖος οὐδὲν ἀγαθὸν σχεδὸν εἶδεν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐλευθερώσεως, ἤτοι πρὸ τριάκοντα δύο ἐτῶν καὶ κατεστράφη οἰκονομικῶς καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συγκοινωνίας καὶ τὸν ὑπαγάγητε εἰς τὴν διάταξιν τῶν ὑποδιοικητῶν, χωρὶς νὰ δύνασθε τὸν νόμον τοῦτον νὰ τὸν ἐφαρμόσητε ἐπακριβῶς ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ἔστω καὶ τὸ πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας. Τὸ πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας, κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν ὁμολογίαν σας τὴν 3ην Ἰουνίου ἐνταῦθα, κατόπιν τῆς ὁμιλίας τοῦ κ. Καλλέργη, δὲν ὥριζε λεπτομερῶς τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἀνήκουσι διεθνῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα, τὰ ἐν Ἠπείρῳ. Ἐπρόκειτο περί τινος τμήματος, τὸ ὁποῖον διεπραγματεύεσθε νὰ τὸ ἀγοράσητε, νὰ τὸ χαρίσητε, νὰ τὸ στρογγυλοποιήσητε, νὰ τὸ ἀνταλλάξητε ἀντὶ 2.500.000, καὶ ἐβεβαιώσατε σεῖς ὁ ἴδιος, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρωτοκόλλου ἐκείνου, σύνορα ἐν Ἠπείρῳ δὲν ἔχομεν· τίνι τρόπῳ σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου προσδιορίζετε νομοὺς χωρὶς οὔτε τοὺς πληθυσμοὺς οὔτε τὰ σαντζάκια οὔτε τὰς διαιρέσεις οὔτε τοὺς κατοίκους οὔτε τίποτε νὰ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν; Κύριε Ὑπουργέ, ἴσως νὰ συντρέχῃ, ὡς εἶπον καὶ ἀρχικῶς, κἄτι τι ἄλλο διὰ τὴν συγχώνευσιν τοῦ Νομοῦ τούτου, καὶ τοῦτο, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶναι πολιτικὸν ἐνδιαφέρον δι’ ὡρισμένους ἐκ τῶν κ.κ. Βουλευτῶν. Ἐὰν τοῦτο σᾶς ἠνάγκασε τὸν Νομὸν αὐτὸν νὰ συμπεριλάβητε εἰς τὸν ἄλλον Νομόν, τὸν τῆς Πρεβέζης, τὸν ὁποῖον ἠδύνασθε νὰ ἱδρύσητε χωρὶς παντελῶς νὰ ἐγγίσητε τὸν παλαιόν, δηλαδὴ χωρὶς διόλου νὰ γείνῃ λόγος περὶ τοῦ Νομοῦ Ἄρτης, ἠδύνασθε νὰ δημιουργήσητε καὶ δεύτερον Νομὸν μὲ οἱανδήποτε ἔκτασιν καὶ ἂν ἠθέλετε ἐν Ἠπείρῳ, ἠδύνασθε νὰ συστήσητε τὸν Νομὸν Πρεβέζης καὶ τὸν Νομὸν Ἰωαννίνων καὶ ἂν ὁ χρόνος ἔφερε τὰ πράγματα οὕτω πως, ὥστε νὰ ἐπεκτείνητε τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Νομοῦ τούτου, δύνασθε κάλλιστα νὰ συμπεριλάβητε εἰς τοὺς δύο Νομοὺς τῆς Πρεβέζης καὶ τῶν Ἰωαννίνων καὶ ὅσην ἄλλην ἔκτασιν ἠθέλετε πρὸς βορρᾶν. Οὕτως ἔχοντες δύο Νομοὺς ἐν Ἠπείρῳ τῆς Πρεβέζης καὶ τῶν Ἰωαννίνων δύνασθε μεταγενέστερον διὰ τῆς προσθήκης τῶν ἄλλων, νὰ διαιρέσητε ἢ συγχωνεύσητε ἢ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν Νομῶν, χωρὶς παντελῶς νὰ θιγῇ ὁ Νομὸς ὁ παλαιὸς Ἄρτης. Τὸ ἐνδιαφέρον σας διὰ τὸν Νομὸν αὐτὸν ἔπρεπε νὰ εἶναι μεγαλύτερον, διότι καίτοι ἐλευθερωθείς, ἔμεινε δοῦλος μέχρι τῆς χθές, ὅτε ἐπῆλθε ἡ τελευταία πολιτικὴ μεταβολή. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι ἡμεῖς οἱ ἐκτεθέντες ὡς ἀνορθωτικοί, ὑπεσχέθημεν παρὰ πολλὰ καὶ μεγάλα εἰς τὸν Νομὸν αὐτόν. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι 42 Βασιλικὰ Διατάγματα ἔχετε ἐκδώσει περὶ συστάσεως τηλεφωνικῶν γραμμῶν ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον, ὅτι ἐδώσατε ὑπόσχεσιν ἐπεκτάσεως τοῦ σιδηροδρόμου, ὅτι ἐψηφίσατε νόμον περὶ μεταθέσεως τοῦ Τελωνείου, ὅτι ὑπεσχέθητε ἀκόμη πολλὰ ἐκ τῶν βαρῶν τῶν ἀγροτῶν νὰ ἀφαιρέσητε. Ὅλα ταῦτα ὑπεσχέθητε σεῖς καὶ ἡμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντες σᾶς, ὅταν ἐπῆλθεν ἡ μετοβολή, ἤδη δὲ πάντες ἐντελῶς ἀδίκως καὶ ἄνευ δικαιολογίας θὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ δηλώσωμεν πρὸς τὸν λαὸν ὅτι ὑπεσχέθημεν μέν, ἀλλ’ ἤδη ἀπὸ κοινοῦ συνεργαζόμενοι σᾶς ἐξαφανίζομεν ἀπὸ τὴν ὕπαρξίν σας ὡς Νομοῦ καὶ ἀπὸ πᾶσαν ἐλπίδα συνδρομῆς, ἀναπτύξεως, βοηθείας καὶ προόδου. Ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου ἐξηναγκάσθην νὰ ὁμιλήσω ἀπὸ τοῦ καθήκοντος τῆς τιμῆς τῆς μεγάλης, ἥν ἔχω, ἐκ τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς τὸν Νομὸν καὶ ἀπὸ τοῦ καθήκοντος τοῦ Ἠπειρώτου, διότι μοὶ γεννᾶται ἡ ἀπορία ἡ μεγάλη καὶ ὁ ἐνδοιασμὸς αὐτὸς θὰ μεταδοθῇ καὶ ἀλλοῦ, τί θὰ γείνῃ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν μνημονεύεται παντελῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο;
§171Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Αὐτὸ εἶναι Ἑλληνικόν.
§172Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ τμῆμα αὐτὸ θὰ ἐξακολουθήσῃ διοικούμενον στρατιωτικῶς, ἐφ’ ὅσον αἱ διεθνεῖς περιστάσεις εἶναι ὅμοιαι μὲ τὰς σημερινάς.
§173Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Θὰ ἤθελον ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μὴ ἔδιδε ἀπάντησιν.
§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄς μὴ μὲ ἠρωτᾶτε.
§175Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Ἀδιάφορον ἂν σᾶς ἠρώτησα. Θὰ ἤθελον νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀδίκημα οὔτε εἰς τὸν νομόν Ἄρτης, οὔτε εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον νὰ γεννηθῶσιν ἐνδοιασμοὶ περὶ τῆς ἀπελευθερώσεώς της, διότι τότε θὰ μὲ ἀναγκάσητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω καὶ μὲ ἀναγκάζετε, ἂν διατάξητε ἐκλογὰς εἰς ὅλην τὴν Ἤπειρον μέχρι τοῦ σημείου τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς Φλωρεντίας, ἡμεῖς οἱ Ἠπειρῶται, οἱ ἄλλοι, θὰ δημιουργήσωμεν ἄλλην κατάστασιν, θὰ προκηρύξωμεν ἐκλογὰς καὶ θὰ ἐκλέξωμεν Βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα.
§176Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φυσικώτατα.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις μέχρι τῆς 10ης ἀκριβῶς. Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. — Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης ἐκ δραχ. 105.000 δι’ ἀγορὰν τῶν παρὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν οἰκοπέδων μετὰ τῶν οἰκιῶν ἐκ δραχ. 150.000 δι’ ἐπέκτασιν τοῦ κτιρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. — Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῶν νέων χωρῶν». Ὁ κ. Σῖμος ἔχει τὸν λόγον.
§179Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὀλίγας λέξεις, κύριοι βουλευταί, ἔχω νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ τελευταίου προλαλήσαντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ κ. συνάδελφος ἔθιξεν ἕν σημεῖον τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ἀφορὸν τὴν διαρρύθμισιν τῶν ὁρίων τῶν νομῶν, καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ὁ νομὸς Ἄρτης πρέπει νὰ παραμείνῃ ἄθικτος ὡς ἔχει. Θέλω νὰ καταλογίσω μόνον ἀμνημοσύνην εἰς τὸν κ. συνάδελφον ἢ ἔλλειψιν ἐνημερότητος, καθόσον καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἕτερος συνάδελφός μου ἐξ Ἄρτης, ὁ κ. Καραπάνος, πρὸ πολλῶν ἡμερῶν, ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὑπεστηρίξαμεν τὴν γνώμην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ παραμείνωσι τὰ τοῦ νομοῦ τῆς Ἄρτης ἄθικτα.
§180ΑΛ. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν; Δέν ὑπεστήριξα νὰ παραμείνῃ ὁ νομὸς Ἄρτης ὡς ἔχει. Εἶπον νὰ παραμείνῃ ἡ Ἄρτα ὡς ἕδρα νομοῦ.
§181Σ. ΣΙΜΟΣ. Τοῦτο ἠννόουν. Νὰ παραμείνῃ ἡ Ἄρτα ὡς ἕδρα νομοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς ἀπήντησεν ὅτι θὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἀναλόγως θὰ ἀποφασίσῃ. Εἰς τὴν γνώμην μου ἐκείνην ἔρχομαι ἐπίκουρος, προσθέτων καὶ τοῦτο ἀκόμη: ὅτι ἀφοῦ, μετὰ τὴν ἐν καιρῷ διαρρύθμισιν τοῦ ζητήματος τῆς Βορείου Ἠπείρου, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ διοικητικὴ διαίρεσις νέα, ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ ἡ Ἄρτα ὡς ἕδρα νομοῦ, μὲ τὴν ἀσφαλῆ προϋπόθεσιν ὅτι κατὰ τὴν νέαν διαρρύθμισιν κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐξακολουθήσῃ παραμένουσα τοιαύτη. Βεβαίως δὲν ἔρχομαι ἐγὼ διὰ νὰ προεξοφλήσω τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ πρακτέου· ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος, ὁ προλαλήλας, προέτρεξε καὶ προεξώφλησε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀνέτρεξε μάλιστα καὶ εἰς αἴτια, ἐκ τῶν ὁποίων προκύπτει ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Κυβερνήσεως. Ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ τὴν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ μεταθέσεως τῆς ἕδρας τοῦ νομοῦ Ἄρτης, εἰς αἴτια ἀναφερόμενα εἰς συμφέροντα φίλων αὐτῆς βουλευτῶν. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἂν δύναμαι νὰ διεκδικήσω ἐγὼ τὴν τιμὴν ὅτι εἶμαι ὁ μόνος φίλος τῆς Κυβερνήσεως ἢ καὶ οἱ ἕτεροι συνάδελφοι· οὐχ’ ἧττον αἰσθάνομαι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ συναδέλφου δὲν στηρίζεται τοὐλάχιστον ἐπὶ τῆς λογικῆς, καθόσον ἐὰν ἡ Ἄρτα παραμείνῃ ὡς ἕδρα νομοῦ, δύο τινὰ θὰ προκύψωσιν: ἢ ὅ,τι ὁ κ. συνάδελφος φρονεῖ, ὅτι αὐτὸς θὰ εἶχεν ἐξ αὐτοῦ νὰ πορισθῇ πρακτικὰ ὀφέλη, ἢ ὅτι ἐγὼ δὲν ἔχω συμφέρον ν’ ἀντιμετωπίσω τοὺς ἐκλογεῖς τῆς Ἄρτης. Φοβοῦμαι πολὺ ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει ἀντιστρόφως. Καὶ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει φρονῶ ὅτι ἤθελον στερηθῇ τῆς εὐχαριστήσεως νὰ ἴδω τὸν προλαλήσαντα ἐπανερχόμενον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἐξεταστέον κατὰ τί θὰ ὠφελήσῃ τοὺς φίλους ἢ τὸν φίλον βουλευτὴν τῆς Κυβερνήσεως ἡ ὑπαγωγὴ τῆς Ἄρτης εἰς ἄλλον νομόν; Δὲν εἶναι φυσικόν, δὲν εἶναι λογικὸν ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ μῆνις τοῦ οὕτως ἀδικουμένου νομοῦ θὰ παρακολουθήσῃ ὑπὸ τὴν νέαν διαρρύθμισιν τὸν φίλον βουλευτὴν τῆς Κυβερνήσεως; Ἰδοὺ διατὶ ἰσχυρίζομαι ὅτι ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ προλαλήσαντος δὲν στηρίζεται οὐδ’ ἐπὶ τῆς λογικῆς ἀκόμη. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς ἄλλην προϋπόθεσιν· ὅτι δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις ἀποφασίζει ἐξ ἀπαιτήσεως ἄλλων συμφερόντων τοῦ Κράτους νὰ μεταθέσῃ τὴν ἕδραν τοῦ νομοῦ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως, δὲν ἐπιθυμῶ, καὶ θὰ διετύπουν μάλιστα τὴν εὐχὴν ὅπως ὡριμώτερον σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ διαρρυθμίσεως τῶν ὁρίων τῶν νομῶν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθηκα προηγουμένως· ἀλλ’ ἐάν, λέγω, τοῦτο ἤθελον ἀποφασισθῇ, δὲν βλέπω τὸν λόγον τῶν ἰερεμιάδων, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήνεγκεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι πρόκειται περὶ καταστροφῆς δῆθεν τῆς ἐπαρχίας καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο. Δυστυχῶς ὁ κ. συνάδελφος ἐλησμόνησεν ὅτι ἡ Ἄρτα εἶναι ἕδρα νομοῦ ἐπὶ 30 καὶ πλέον ἔτη, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο ὡς νομὸς οὐδὲν ὠφελήθη, ὡς ὁ ἴδιος ὡμολόγησεν, ὅτι οὐδὲν οὐδέποτε ἐγένετο εἰς τὸν νομὸν ἐκεῖνον. Δὲν γνωρίζω δὲ κατὰ τί αἱ ἐπαρχίαι, αἱ μὴ ἔχουσαι τὴν τιμὴν νὰ εἶναι ἕδραι νομοῦ ἔχουν παραμεληθῆ ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ ἔχουσι τεθῆ εἰς μοῖραν Καρός, ὡς λέγουσι. Βεβαίως δὲν ὑποθέτω ὅτι ἐν τοιαύτη ἀτυχεῖ προϋποθέσει ἡ ἐπαρχία Ἄρτης θὰ στερηθῇ ἀντιπροσώπων ἐν τῇ Βουλῇ, ὥστε νὰ ἀδικηθῇ, καθ’ ὅν σκληρὸν τρόπον ὁ κ. συνάδελφος ἠθέλησε νὰ ἰσχυρισθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἀλλ’ ὁ κ. συνάδελφος εἶπε καὶ κἄτι τι ἄλλο ἀκόμη: Ἄ, εἶπεν, ἡμεῖς ἐν ὀνόματι τῆς Κυβερνήσεως, ὑπεσχέθημεν εἰς τὴν Ἄρταν δημόσια ἔργα, τοῦτο, ἐκεῖνο, σιδηροδρόμους, κτλ. Βεβαίως, κύριοι βουλευταί, εἰς τόπον, ὁ ὁποῖος καίτοι, ὡς εἶπον προηγουμένως, ἦτο νομὸς ἐπὶ τριάκοντα καὶ πλέον ἔτη, δὲν ἀπέκτησεν οὐδὲν δημόσιον ἔργον, φυσικὸν ἦτο οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς βελτίωσιν τῶν ὅρων καὶ τῶν συνθηκῶν, ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ ὁ τόπος ἐκεῖνος. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ὡς ὑποψήφιοι τουλάχιστον, ὑπεσχέθημεν πρωτίστως νὰ μεγαλώσωμεν τὴν Ἑλλάδα καὶ κατόπιν νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν. Φρονῶ δὲ ὅτι τὴν ὑπόσχεσιν αὐτὴν τὴν ἔδωσαν ὅλοι οἱ συνάδελφοι ἐν τῇ Βουλῇ καὶ οὐχὶ ἡμεῖς ἐξαιρετικῶς. Ἀλλ’ ὅταν ἐπὶ διετίαν τὸ Κράτος ἀνέστειλε πᾶσαν ἄλλην λειτουργίαν ἐσωτερικὴν καὶ ὅταν ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁλόκληρος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἐστρατεύθησαν ὑπὲρ τοῦ μεγαλείου τοῦ Ἔθνους, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι οἱ συμπολῖταί μου Ἀρταῖοι, οἱ μᾶλλον παραπονούμενοι, διότι τὸ Κράτος ἠμέλησε νὰ ἐκπληρώσῃ ὑποχρεώσεις ἀνειλημμένας ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν. Λυποῦμαι μάλιστα, διότι ὁ κ. συνάδελφός μου, ὡς καταγινόμενος καὶ εἰς τὰ στρατιωτικά, ὡμίλησε περὶ τοῦ σιδηροδρόμου, τὸν ὁποῖον πράγματι καὶ ἡμεῖς ὑπεσχέθημεν καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ὑπὸ μελέτην. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐπελθοῦσαν μεταβολὴν τῶν πραγμάτων οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευον τὴν κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου ἐκείνου, μετετοπίσθησαν καὶ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἔργον δέον νὰ γείνῃ καὶ θὰ γείνῃ εὐτυχῶς κατ’ ἄλλην διεύθυνσιν καὶ δι’ ἄλλων συνδυασμῶν. Συνεπῶς δὲν εἶναι λογικὸν νὰ λέγωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν διετῆ περίοδον τῶν μεγάλων γεγονότων ἠμέλησε νὰ κατασκευάσῃ τὸν σιδηρόδρομον Ἀγρινίου–Ἄρτης, ὡς νὰ ἐγένοντο ἀλλαχοῦ σιδηρόδρομοι ἢ δημόσια ἔργα, καὶ μόνον ἐν Ἄρτῃ δὲν ἐγένοντο τοιαῦτα. Κύριοι συνάδελφοι, εἶμαι ὑποχρεωμένος ἐν ὀνόματι τῶν συμπολιτῶν μου νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τοῦτο, διότι οἱ συμπολῖται μου συμμετέσχον ἐνθουσιωδῶς τοῦ ἀγῶνος καὶ πολλαπλῶς, καὶ ὅτι τοιαύτη τις διαμαρτυρία δὲν ἠκούσθη ἐκ τοῦ λαοῦ Ἄρτης, ἐξ οὗ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εὑρίσκωμαι ἐνταῦθα, καὶ ὁ κ. συνάδελφος γνωρίζει καλῶς ὅτι, ὅταν εὑρισκώμεθα ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ, δὲν εἶχε τὴν τόλμην νὰ πλησιάσῃ οὔτε μέχρι τῆς γεφύρας τοῦ Ἀράχθου, ἐνῷ σήμερον ἔχει τὴν εὐτυχίαν νὰ περιέρχηται ἀνενόχλητος καὶ δι’ Ἑλληνικοῦ πλέον ἐδάφους μέχρι τῶν ἀκτῶν τοῦ Ἀδριατικοῦ! Δὲν φαντάζομαι ὅτι τὸ μέγα αὐτὸ γεγονὸς προὐξένησεν εἰς τὴν Ἄρταν δυστύχημα, διὰ τὸ ὁποῖον ἔρχεται ἐνταῦθα νὰ θρηνήσῃ!... Ἄλλως τε καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. συνάδελφος περὶ ἄλλα ἠσχολεῖτο ἀλλαχοῦ, ἡ Ἄρτα διέτρεξε καὶ ἄλλον κίνδυνον, κίνδυνον ὁ ὁποῖος προήρχετο ἐκ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, ἐκ λόγων ὑπερτέρας διοικήσεως τῆς Δικαιοσύνης. Ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως τοῦ Πρωτοδικείου Ἄρτης, καὶ τότε ἐγὼ μόνος, ὅστις εἶχον ὑπολειφθῇ ἐνταῦθα, ἔκρινα καθῆκον νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὸ δίκαιον τοῦ τόπου καὶ διετήρησε τὸ Πρωτοδικεῖον. Καὶ θὰ ἠρώτων τὸν κ. συνάδελφον· νομίζει ὅτι ἡ στέρησις τοῦ Πρωτοδικείου θὰ ἦτο ζημία μικρὰ διὰ τὴν Ἄρταν; Ἔπειτα, προκειμένου περὶ τῶν ὑποδιοικήσεων, τὰς ὁποίας κατέκρινεν ὁ κ. συνάδελφος, ἔχω τὸ δικαίωμα οὐχὶ πλέον ὡς βουλευτὴς Ἄρτης, ἀλλ’ ὡς Ἠπειρώτης, νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐμμείνῃ εἰς τὸ σύστημα τοῦτο, καθ’ ὅσον ἡ δοκιμή, τὴν ὁποίαν ὑπέστη ἡ Ἤπειρος μὲ τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, πείθει περὶ τῆς ἀνάγκης, διότι εἶναι ἡ σύστασις ἡ γεωγραφικὴ τοῦ τόπου τοιαύτη, ὥστε ἡ ὕπαρξις τῶν ὑποδιοικήσεων νὰ εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὸν τόπον. Ὡς Ἠπειρώτης, κ. συνάδελφοι, θὰ εἶχον νὰ κάμω καὶ μίαν ἀκόμη παρατήρησιν πρὸς τὸν κ. συνάδελφον. Ὡμίλησε περὶ τῶν ἐκλογῶν ἢ μᾶλλον περὶ τοῦ τί θὰ κάμῃ ἡ Βόρειος Ἤπειρος εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν διαταχθοῦν γενικαὶ ἐκλογαί. Κύριοι συνάδελφοι, ἤκουσα εὐχαρίστως τὰς δηλώσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὀφείλω, ὡς Ἠπειρώτης, θαρραλέως νὰ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὅτι εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος. Διότι ἀπὸ τετραετίας ἔχων τὴν τιμὴν ν’ ἀκολουθῶ τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἰς παρεμφερῆ περίστασιν εἶχον ἀκούσει γνώμας ἀντιθέτους πρὸς τὰς γνώμας τῆς Κυβερνήσεως, προκειμένου περὶ ἄλλης τότε ἀλυτρώτου ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος. Τὰ γεγονότα ἀπέδειξαν ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη τῆς Κυβερνήσεως ἤγαγε τὴν ὑπερήφανον ἐκείνην νῆσον εἰς τὰς ἀγκάλας τῆς μητρός της καὶ μετ’ αὐτῆς ἄλλας 7 ἀκόμη, ἴσας κατ’ ἔκτασιν καὶ κατὰ πληθυσμὸν θυγατέρας τῆς Ἑλλάδος. Εἶμαι ἐπίσης ὑπερήφανος ὅτι ἠκολούθησα τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνην, τῆς ὁποίας αἱ συνέπειαι ἤγαγον εἰς τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου εἴδομεν εἰς τὴν Β. Ἤπειρον. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι οἱ συμπατριῶται μου θὰ ἀκολουθήσουν καὶ ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰς συμβουλὰς τῆς Κυβερνήσεως. Εἶπεν ὁ ἄρτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατελθών, ὅτι τὰ ὅρια τῆς Ἠπείρου εἶναι ἀκαθόριστα. Συνομολογῶ, καὶ ἂν πρόκηται αἱ ἐκλογαὶ νὰ γίνωσι προσεχῶς καὶ δὲν γίνωσιν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἐκλογαὶ εἰς τὴν Β. Ἤπειρον, ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν καὶ ἀντιπρόσωποι τοῦ τμήματος ἐκείνου θὰ παρακαθίσουν ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐλπίζω καὶ εὔχομαι νὰ παρακαθίσουν καὶ ἀντιπρόσωποι καὶ ἐκείνου τοῦ τμήματος τῆς Ἠπείρου, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχουν περιλάβει τὰ σημερινὰ ὅρια τῆς Αὐτονόμου Ἠπείρου.
§182Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν κάμνω. Εἶναι ἀρκετὰ ὅσα ἐλέχθησαν παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου περὶ τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὔτε ἡ στιγμὴ οὔτε ἡ ὥρα κατάλληλος, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θέλει νὰ συζητηθῇ ἀπόψε τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα.
§183ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἶμαι πάντοτε ἕτοιμος δι’ οἱανδήποτε συζήτησιν πολιτικήν.
§184Σ. ΣΙΜΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ παραίτιος.
§185Α. ΚΑΡΑΠΑΝΟΣ. Δὲν σᾶς ψέγω· μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν ἔκαμον.
§186ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρὶν ἢ ἀπαντήσω, κύριοι, εἰς ὅσα ἐλέχθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων εἰς ἐπίκρισιν τῶν δύο νομοσχεδίων — διότι ὀρθῶς συζητοῦνται ἀμφότερα ὡς ἀποτελοῦντα ἓν ὅλον καὶ ἐκπροσωποῦντα τὴν διοικητικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὰς νέας χώρας — θεωρῶ ὅτι ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ ἐρώτημα τὸ τεθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἂν δὲν νομίζῃ, ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ διοικητικὴ μεταρρύθμισις εἰς τὸ ὅλον Κράτος. Ἀκριβῶς δὲ ἡ διατύπωσις τοῦ ἐρωτήματος τούτου τοῦ κ. βουλευτοῦ ἀποδεικνύει τὴν μεγάλην ἀπόστασιν ἀντιλήψεως καὶ γνωμῶν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ κ. βουλευτοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν νέων χωρῶν. Εἶναι διάφορον ὅλως τὸ ζήτημα, ἂν ἐνδείκνυται ἢ δὲν ἐνδείκνυται διοικητικὴ μεταρρύθμισις εἰς τὸ παλαιὸν Βασίλειον, βεβαίως ὅμως ἡ Κυβέρνησις δὲν νομίζει ὅτι ἐνδείκνυται ἑνιαία μεταρρύθμισις, τοὐτέστι ἓν καὶ τὸ αὐτὸ σύστημα εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Ἂν τοῦτο ἔπραττεν ἡ Κυβέρνησις, φοβοῦμαι ὅτι θὰ ἀπεδεικνύετο ἥκιστα σοφή, ἀσοφωτάτη. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας γινώσκει ἄριστα πάντων, ὅτι οἱ θεσμοὶ ὑφ’ οὓς διοικεῖται ἕκαστος λαὸς εἶναι καὶ πρέπει νὰ εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν μόρφωσιν αὐτοῦ, πρὸς τὰς παραδόσεις αὐτοῦ, πρὸς τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ, πρὸς τὰς συνηθείας αὐτοῦ. Ἰσοπέδωσις ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς θεσμοὺς πληθυσμῶν τελούντων ὑπὸ διάφορον κατάστασιν τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους προεῖπον, βεβαίως δὲν θὰ ἀπετέλει συνετὴν κυβερνητικὴν πρᾶξιν. Διὰ τοῦτο μάλιστα ἔχει λεχθῆ ὅτι οἱ θεσμοὶ ἑνὸς λαοῦ δὲν μεταδίδονται εὐκόλως εἰς ἄλλον λαόν, πλὴν ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μεταδώσῃ τις τὴν ψυχὴν τοῦ λαοῦ, τοῦ γεννήσαντος ὡρισμένον σύστημα θεσμῶν εἰς τὸν λαόν, εἰς ὃν θὰ ἐπεχείρει νὰ μεταφυτεύσῃ τούτους. Κατ’ ἴσον λόγον ἔχομεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν ἀπόστασιν, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ψυχικοῦ καὶ τοῦ διανοητικοῦ περιβάλλοντος τῶν νέων χωρῶν πρὸς τὸ περιβάλλον τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου. Ἕκαστος πολιτισμὸς ἀνέρχεται κατὰ ἐξέλιξιν τὰς βαθμίδας του, καὶ ὁ κυβερνητικὸς ἄρα πολιτισμός, ἂν μοῦ ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις τοῦ τοιούτου χαρακτηρισμοῦ, κατὰ βαθμίδας μίαν πρὸς μίαν ἀνέρχεται ἐξελισσόμενος· ἐν τῇ εἰσηγητικῇ δὲ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἢ μᾶλλον τῶν νομοσχεδίων — διότι ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις εἶναι ἑνιαία ἐφ’ ὅλων τῶν νομοσχεδίων τῶν ἀποβλεπόντων εἰς τὴν ῥύθμισιν τῶν διοικητικῶν πραγμάτων τῶν νέων χωρῶν — λέγοντες ὅτι ἀφίνομεν τὸν θεσμὸν τοῦτον προσωρινῶς, ἐκθέτομεν καὶ τοὺς λόγους, λόγους συμφώνους πρὸς ὅσα πρὸ μικροῦ ἔλεγον, ἕνεκα τῶν ὁποίων δηλοῦμεν ὅτι δὲν εἶναι ἐνδεδειγμένη ἡ κατάργησις τοῦ θεσμοῦ τῆς Γεν. Διοικήσεως εἰς ὅλας τὰς νέας χώρας. Ὁμιλοῦντες δὲ περὶ τῆς βαθμιαίας προαγωγῆς, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὅπως φθάσῃ μέχρι τῆς ὥρας καθ’ ἣν θὰ ἦτο ἐπιτετραμμένη ἡ γενικὴ ἀφομοίωσις, καταλήγομεν λέγοντες ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἰδιάζουσαι παρουσιάζονται συνθῆκαι ἐπὶ τῶν χωρῶν ἐκείνων». Καὶ προκειμένου περὶ τοῦ νόμου περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων διακρίνομεν ὅτι ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς Μακεδονίας ὑπάρχουν ἀκόμη μικρότερα τμήματα μὲ διαφορὰν ἀντιλήψεως κοινωνικῆς, μὲ διαφορὰν καταστάσεως κοινωνικῆς, μὲ διαφόρους ὅρους πολιτικοὺς καὶ κοινωνικούς, οἵτινες ἐπιβάλλουν εἰς ἡμᾶς νὰ σκεφθῶμεν ὄχι περὶ τῆς ἐξ ὁλοκλήρου διοικητικῆς ἀφομοιώσεως πρὸς τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἂν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὰς χώρας ἐκείνας καὶ μόνον τὸν θεσμὸν περὶ τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, ὡς ἔχει.
§187Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§188ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Προεκλήθη δὲ πολλάκις καὶ ἐξ ἀφορμῆς τῆς ὑποβολῆς καὶ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων καὶ ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς — νομίζω, προκειμένου περὶ τῆς διοικήσεως τῶν χωρῶν ἐκείνων — ὥστε νὰ εἴπω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσει εἰς ἑαυτὴν τὴν σκέψιν, ἂν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσῃ, ὡς ἔχει, τὸν νόμον περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων εἰς πάσας τὰς νέας χώρας, καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν αὐτοῦ, καὶ ἂν ἐνεδείκνυτο ἡ ἀνάγκη μεταρρυθμίσεως διοικητικῆς ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι. Πρὸς τὴν μεταρρύθμισιν ὅμως ταύτην δὲν παρέχει, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀρκαδίας, εὐκαιρίαν ἡ συζήτησις περὶ τῆς διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν. Εἶπον καὶ περὶ αὐτοῦ πολλάκις τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, εἶπον ὅτι βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν θεωρεῖ ὅτι καθεστὼς διοικητικῆς διαιρέσεως, δημιουργηθὲν ὑφ’ ἃς συνθήκας ἐτέλει τὸ Κράτος, ὅταν ἐδημιουργήθη, ὅτι ὀρθῶς καὶ καλῶς ἔχει καὶ σήμερον ἐν τῇ διαιρέσει αὐτῇ· λέγομεν δὲ καί τι πλέον, ὅτι ἀνεξαρτήτως τῶν ὅρων, οἵτινες ὑπηγόρευσαν τὴν κατὰ νομοὺς διαίρεσιν, ἥτις ἐγένετο ἐνταῦθα καὶ οἵτινες μετεβλήθησαν σὺν τῷ χρόνῳ, διότι καὶ οἱ ὅροι τῆς συγκοινωνίας μετεβλήθησαν καὶ ἡ ἐπικοινωνία μεταξὺ τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τῶν ἀποτελουσῶν τοὺς νομοὺς μετεβλήθη, ἀνεξαρτήτως τῶν ὅρων τούτων ἐπιβάλλει εἰς ἡμᾶς τὴν σκέψιν τῆς μεταρρυθμίσεως καὶ ἕτερος λόγος, προερχόμενος ἐκ τῆς λειτουργίας τοῦ νόμου περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων. Ἀλλ’ ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐὰν εὐχερὲς ἔργον εἶναι ὁ σχεδιασμὸς ἐπὶ τοῦ χάρτου ἑνὸς διοικητικοῦ συστήματος, δὲν νομίζω ὅμως ὅτι θὰ ἔπραττον ἔργον συνέσεως αἱ Κυβερνήσεις, αἵτινες χωρὶς νὰ ἐξετάζωσι ὑπὸ τίνας ὅρους κοινωνικοὺς καὶ πολιτικοὺς λειτουργοῦσι τὰ συστήματα τὰ διοικητικά, τὰ κρατοῦντα εἰς διαφόρους χώρας, θὰ προέβαινον ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς τούτων, χωρὶς νὰ μελετῶσι τὰ πορίσματα τῆς ἰδίας πείρας, τὰ ὁποῖα ὀφείλουσι ν’ ἀναμείνωσι, πρὸ πάντων δὲ ἡμεῖς, ἐφ’ ὅσον προχθὲς μόλις ἤρξατο ἡ λειτουργία θεσμοῦ ἀποκαθιστῶντος τὸν θεμέλιον λίθον τῆς ὅλης διοικητικῆς διαιρέσεως τῆς χώρας. Διότι ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ τῶν Δήμων καὶ Κοινοτήτων μέλλει νὰ ἐνδείξῃ εἰς ἡμᾶς ποίαν περιφέρειαν πρέπει νὰ ὁρίσωμεν διοικητικήν, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐν νῷ ὄχι ἁπλῶς διοίκησιν, ὁποία σήμερον εἶναι ἐγκατεστημένη, ὄχι τουτέστι τὸ πῶς θὰ δύναται νὰ λειτουργῇ ἡ ἐποπτεία τοῦ κέντρου διὰ τῶν Νομαρχῶν ἢ διὰ τῶν ὑποδεεστέρων τῶν Νομαρχῶν ὀργάνων ἐπὶ τῆς ὅλης Χώρας, ἀλλὰ τὸ πῶς θὰ δύναται νὰ λειτουργήσῃ ἐν αὐτοδιοικήσει περιφερείας πολὺ εὐρυτέρας τῆς σήμερον ὑφισταμένης. Ἐὰν δὲ ἔχωμεν ν’ ἀναμείνωμεν ταύτην τὴν πεῖραν ὡς πρὸς τὸ Παλαιὸν Βασίλειον, τὴν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων, ὀφείλομεν ν’ ἀναμείνωμεν καὶ τὴν πεῖραν τῆς λειτουργίας τοῦ συστήματος τοῦ εἰσαγομένου εἰς τὰς νέας Χώρας. Οὗτοι λοιπὸν εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι δὲν εἶναι ἐπίκαιρος ἡ στιγμή, ὅπως εἰσαγάγῃ σύστημα καθολικῆς διὰ τὸ Κράτος διοικητικῆς διαιρέσεως. Τί ἐπιβάλλει ὅμως τὴν Γενικὴν Διοίκησιν; Τί ἐπιβάλλει τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τούτου; Καὶ πάλιν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ λησμονῇ ὅτι πρόκειται περὶ προσωρινῆς ἀκόμη διατηρήσεως τοῦ θεσμοῦ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως. Ἀληθῶς, ὅτε τὸ πρῶτον εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, ὡς ὀρθῶς παρετήρησεν, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, αἱ ἐλπίδες τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν ὅτι διὰ τὰς Νήσους καὶ ἰδίως τὴν Κρήτην θὰ ἐνεδεικνύετο πολὺ ταχύτερον ἡ καθολικὴ διοικητικὴ ἀφομοίωσις. Ἐν τούτοις οὐ μόνον τὰ πράγματα πείθουσιν ἡμᾶς ὅτι δέον ἀκόμη ἐπὶ ἐλάχιστον τινὰ χρόνον νὰ διατηρηθῇ ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐν Κρήτῃ, ἀλλὰ καὶ εὐχὴν αὐτῆς ταύτης τῆς νήσου Κρήτης ἀποτελεῖ ἡ διατήρησις αὕτη. Ὁ τόπος ἐκεῖνος συνησθάνθη καὶ ἀντιλαμβάνεται καὶ θεωρεῖ ἀναγκαίαν τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ μέχρι τῆς ἐνεργείας τῶν Βουλευτικῶν ἐκλογῶν, διότι θέλουν τέλος πάντων καὶ ἐκεῖνοι νὰ παρακάθηνται ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν ἡ Βουλὴ καὶ εἰδικώτερον καὶ γενικώτερον θὰ ἀσχοληθῇ διὰ τὰ διοικητικὰ ζητήματα τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον καὶ ἐν τῇ διατάξει τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως διατηροῦμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν πέντε ὑφισταμένων νομῶν τῆς Κρήτης. Ἡμεῖς δὲν νομίζομεν ὅτι οἱ πέντε νομοὶ εἶναι ὀλίγοι. Κάθε ἄλλο· νομίζομεν ὅτι ἴσως εἶναι πολλοί, δὲν ἐθεωρήσαμεν ὅμως ὅτι προσῆκε σήμερον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν νομῶν, τοὺς ὁποίους κατέστησεν ἡ τέως Κρητικὴ Πολιτεία, ἀφ’ οὗ, ἐντὸς οὐχὶ μακροῦ χρόνου, θὰ παρακάθηνται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Νήσου Κρήτης, ἵνα ὁμοῦ μετὰ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος ῥυθμίσωσι τὰ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ ὅλου Βασιλείου. Δὲν γνωρίζω ἂν ἐπλανήθην ὡς πρὸς τὴν ἀντίληψιν ἰδέας τινὸς τὴν ὁποίαν ἐνόμισα ὅτι εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής· διότι ἐπικρίνων τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως μοὶ ἐφάνη ὅτι εἶπεν, ὅτι ἐπικρίνει τὴν ἀποκέντρωσιν ὡς ἱκανὴν νὰ γεννήσῃ καὶ καλλιεργήσῃ καὶ ἀναπτύξῃ τὸν τοπικὸν πατριωτισμόν, τὸν ἐπαρχιακὸν πατριωτισμόν. Ἐὰν ὀρθῶς ἀντελήφθην θὰ ἀπήντων εἰς τὸν κ. βουλευτὴν ὅτι διάφοροι ὅλως εἶναι αἱ ἰδέαι τῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποκέντρωσιν.
§189Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κυβερνητικὴν ἀποκέντρωσιν καὶ οὐχὶ διοικητικήν.
§190ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πολὺ καλῶς, καὶ εὐχαριστῶ διὰ τὴν ἐξήγησιν. Ἀλλὰ ὁ κ. συνάδελφος χαρακτηρίζων τὸ σύστημα τῶν Γενικῶν Διοικήσεων ὡς κυβερνητικὴν ἀποκέντρωσιν, παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται περὶ ἀποκεντρώσεως. Ἐφ’ ὅσον μεταδίδωνται δικαιώματα ὄχι εἰς συλλογικάς τινὰς ἐξουσίας, ἀλλ’ εἰς πρόσωπα, εἴτε Νομάρχας ὀνομάσητε ταῦτα, εἴτε Γενικοὺς Διοικητάς, τὰ ὁποῖα ἐκπροσωποῦσι τὴν ἰδέαν τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν βούλησιν αὐτῆς, δὲν ἔχετε ἀποκέντρωσιν. Ἡ συγκέντρωσις ἐξακολουθεῖ, ὁ τύπος μόνον ἀλλάσσει. Πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἔχομεν τὴν ἀποκέντρωσιν, κατὰ τῆς ὁποίας διεμαρτυρήθη ἐντόνως ἐν τῷ ἐπιλόγῳ αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, τὴν ἀποκέντρωσιν, ἥτις ἔφθασε νὰ παρασταθῇ ὅτι φθάνει μέχρι τοῦ νὰ καταλύσῃ καὶ διατάξεις συνταγματικάς, μέχρι τοῦ νὰ δώσῃ καὶ δικαιώματα Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς, καταργοῦσα τὸν ἔλεγχον αὐτοῦ ἐπὶ τῆς διαχειρήσεως τῶν ὑπολόγων τῶν Νέων Χωρῶν! Εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο ἴσως θὰ ἠδυνάμην νὰ ἀφήσω νὰ δώσῃ τὴν ἀπάντησιν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ διατάξεως ἀναγεγραμμένης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ πρωτίστως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου καὶ ἐπὶ σχετικῆς διατάξεως πρὸς τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσε, τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 11 (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον 11). Ἐὰν λοιπὸν ἡ ὑπηρεσία ἡ λογιστικὴ ἐθεώρησεν ὅτι, διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς ἐνεργείας τῶν πληρωμῶν ἔδει νὰ δώσῃ εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητὰς δικαιώματα ἐλέγχου τόσον εὐρέως, οἷα καθορίζει αὐτὰ τὸ ἄρθρον 12, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, οὐδέποτε ὅμως ἐλησμονήθη ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ὑπέχει πᾶς διαχειριστής, ὑπόχρεως ὢν νὰ ὑποβάλληται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς ὑπὸ τοῦ συντάγματος κατεστημένης ἀρχῆς τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τοῦτο, διὰ νὰ ἄρωμεν πᾶσαν αἰτίαν συγκινήσεως καὶ πᾶσαν ὑποψίαν καὶ πάντα λόγον οἱασδήποτε ἀντιρρήσεως, δὲν ἔχομεν καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἄρωμεν ἐξ ὁλοκλήρου τὸ ἄρθρον 12, παρεμβάλλοντες διάταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 11, οὕτως ὥστε νὰ λείψῃ καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 13 ἡ τελευταία φράσις «τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἀσκούσης ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου» καὶ τοῦτο πρὸς ἄρσιν πάσης παρεξηγήσεως ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρεγνώρισε καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ ἰδία ἔχει ἐπὶ τῶν διαφόρων ὑπολόγων.
§191Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ καταστήσητε διοικητικὸν ἔλεγχον. Σεῖς ἐπιθυμεῖτε τὴν ἄσκησιν ἑνὸς ἐλέγχου «διοικητικοῦ» νὰ ἀναγραφῇ, ὥστε νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία.
§192ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀκριβῶς, διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία μεταρρυθμίζω τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοῦτο. Ἐὰν εἰς τὰς ἄλλας νήσους δὲν διατηροῦμεν τὸν θεσμὸν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, τοῦτο γίνεται καὶ διὰ τοὺς λόγους τοὺς ἐκτιθεμένους ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ἀλλὰ καὶ δι’ αὐτὰ τὰ πράγματα, ἅτινα ὑποπίπτουν εἰς τὴν ἄμεσον ἀντίληψιν πάντων ἡμῶν. Προκειμένου μία ἑκάστη σχεδὸν νῆσος, ἢ προκειμένου, ἂς μὴ εἴπω ἑκάστη νῆσος, νὰ διαιρεθῶσιν αἱ νῆσοι ἐκεῖναι εἰς περιφερείας νομαρχιακάς, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος πλέον, ἀρθείσης τῆς ἀνάγκης, δι’ ἣν ἔδει νὰ ὑπάρχουν συγκεντρωμέναι εἰς χεῖρας τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὅσαι ἐξουσίαι ὑπῆρχον μεγάλαι μέχρι πρό τινος, μικρότεραι σήμερον, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος, ὅπως ἐξαναγκάσωμεν τοὺς νομάρχας τῶν ἄλλων περιφερειῶν τῶν νήσων νὰ ὑπόκηνται εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν τῆς Μυτηλήνης, ἐπὶ παραδείγματι, ἀντὶ νὰ ἔλθουν εἰς ἄμεσον σχέσιν καὶ σύνδεσμον πρὸς τὸ κέντρον, ἀφοῦ οὔτε κἂν λόγος ταχύτητος τῆς ἐνεργείας τῶν ὑποθέσεων δὲν συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς προτιμήσεως τῶν Γενικῶν Διοικητῶν ἐν ταῖς νήσοις. Οὔτε δὲ καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον, τὴν μέλλουσαν νὰ διαιρεθῇ εἰς δύο νομούς, ὡς ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον, ἐθεωρήσαμεν ἢ θεωροῦμεν ἀναγκαίαν τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς Ἠπείρου, δὲν διστάζω νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐπειδὴ ἐγεννήθησαν ἀντιρρήσεις ὡς πρὸς τὸ ὀρθὸν ἢ μὴ τῆς διαιρέσεως τῆς Ἠπείρου εἰς δύο ἢ πλείονας νομούς, ὅτι θὰ παρακαλέσωμεν τὴν Βουλήν, ὅπως ἐνῷ ἐν τῇ διατάξει τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν νομῶν, εἰς οὓς κατ’ ἀνώτατον ὅρον δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ διαιρέσῃ τὰς νέας χώρας, ὅπως μὴ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν δύο νομῶν καὶ εἰς τὴν Ἤπειρον, ἀφεθῇ δὲ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγμάτων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Διατί ὅμως διατηροῦμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐν Μακεδονίᾳ; Δὲν γνωρίζω, κύριοι, διατί ὑπάρχει εἷς κατήφορος εἰς ἀνεξέταστον ἐπίκρισιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ὡς ἀποτυχόντος καὶ εἶναι περίεργον τὸ πρᾶγμα, ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐπαινεῖται καὶ ἐγκωμιάζεται ἡ Γενικὴ Διοίκησις εἰς τὰς νέας χώρας, ἀκούεται φωνὴ ἐπικρίσεως ἐν αὐτῇ τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι.
§193Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ τὰς ἀπόψεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐγκωμιάζεται ἀλλαχοῦ, ἀναγνωρίζεται καὶ ἐνταῦθα, ὅτι ὑπάρχει δικαιοσύνη, ἀσφάλεια, ἰσότης.
§194ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἵτινες ἐπικρίνουν, λησμονοῦν, ὡς εἶπον, τὴν διαφορὰν τῶν ὅρων τῶν κοινωνικῶν, τῶν ὅρων τῶν πολιτικῶν, οἵτινες χωρίζουν τὰς χώρας ἐκείνας ἀπὸ τὸ παλαιὸν βασίλειον. Ἀλλὰ διατί παραβλέπουν ὅτι κατόπιν ἑνὸς σεισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέστησαν αἱ χῶραι ἐκεῖναι, διότι σεισμὸν σημαίνει ἡ μεταβολὴ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως, σεισμὸν σημαίνει ἡ κατάλυσις μιᾶς κατακτητικῆς κυριαρχίας καὶ ἡ ἀντικατάστασις διὰ τῆς διοικήσεως τοῦ ἐλευθερώσαντος Κράτους, διατί λησμονοῦν ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ κλονισμοὶ ἔχουν συνεπείας καὶ διατί τάχα δὲν προστρέχουν καὶ ἀλλαχοῦ καὶ δὲν ὁμολογοῦν, διότι βεβαιότατα προστρέχουν καὶ ἀναγνωρίζουν ἄριστα, πολὺ κάλλιον ἐμοῦ, ὅσα ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι, διατί δὲν προστρέχουν εἰς τὰ παραδείγματα διοικήσεως ἄλλων παρομοίων χωρῶν ὑπὸ ἄλλων Κρατῶν; Ἀλλ’ ἐὰν δὲν θέλουν νὰ προστρέξουν εἰς παραδείγματα ξένα, διατί δὲν προστρέχουν εἰς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον αὐτὴ αὕτη ἡ Ἑλλὰς παρέχει; Διῳκεῖτο ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὴν πρώτην αὐτῆς ἀποκατάστασιν εἰς βασίλειον, ὡς διοικεῖται σήμερον; Ἀποκατεστάθη εὐθὺς ἀμέσως τὸ κράτος τοῦ νόμου; Δὲν ἐγεννῶντο διαμαρτυρίαι καὶ παράπονα, μολονότι ἦτο τοσοῦτον ὁμοειδὴς ὁ πληθυσμὸς ἐνταῦθα; Μολονότι δὲν ὑπῆρχον οἱ ἔχοντες συμφέρον νὰ ὑπονομεύουν τὴν διοίκησιν; Διατί λησμονοῦν καὶ διατί παραγνωρίζουν τὰς ἀναποφεύκτους ἀνωμαλίας, ὅσαι ὑπῆρχον ὅτε ἡ Ἑλλὰς τὸ πρῶτον ἀπεκατέστη εἰς ἐλεύθερον Κράτος, διατί παραγνωρίζουν αὐτάς, προκειμένου περὶ χωρῶν, ὅπου τόσον ἀντίθετα συμφέροντα ὑπάρχουν καὶ τοιαῦται ὑποκινοῦνται ῥαδιουργίαι, αἵτινες τείνουν νὰ ὑπονομεύσουν καὶ νὰ συκοφαντήσουν τὴν ἑλληνικὴν διοίκησιν; Μοὶ ἐδόθη καὶ ἄλλοτε ἀφορμὴ νὰ εἴπω, διότι δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ ὀργανωτὴς τῆς διοικήσεως τῆς Μακεδονίας, ἦτο πρῶτος ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ὁμιλοῦν περὶ διοικήσεως τῶν νέων χωρῶν, τοὺς ἤθελον νὰ εὑρεθοῦν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ χάους ἐκείνου, νὰ καταβάλουν, ὅσας κατέβαλον οἱ πρῶτοι εὑρεθέντες ἀληθῶς εἰς τὸ χάος ἐκεῖνο προσπαθείας πρὸς ὀργάνωσιν διοικήσεως, ἵνα δοκιμάσουν τί θὰ ᾐσθάνετο ἡ συνείδησις αὐτῶν, ὅταν θὰ εἰργάζοντο μὲ τοιαύτας θυσίας καὶ τοιαύτην αὐταπάρνησιν, καὶ ἀντὶ νὰ ἀναγνωρίζηται ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν συνετέλεσαν ἤκουαν καὶ δυσφημιζόμενον τὸ ἔργον αὐτῶν καὶ καταγιγνωσκομένην εἰς αὐτοὺς ἀνεπάρκειαν πρὸς τὴν διοίκησιν! Πρέπει δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι λέγων ὅσα λέγω, δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μόνον τὰς ἐπικρίσεις τοῦ κ. συναδέλφου, τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω διὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διεξήγαγε τὴν ὅλην συζήτησιν, ἔχω ὑπ’ ὄψιν ὅλην ἐν γένει τὴν προσπάθειαν, ἡ ὁποία κατεβλήθη καὶ καταβάλλεται, ὅπως δημιουργηθῇ ἀτμόσφαιρα δυσμενὴς πρὸς τὴν ἰδέαν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ὡς λειτουργοῦν αὗται μέχρι σήμερον. Πρὸς τὸν συνάδελφον εἰδικῶς μόνον ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς σημεῖόν τι τῆς ἀγορεύσεώς του, διότι ὁ κ. βουλευτὴς παροδικῶς μόνον ἀνέφερεν ὅτι δὲν θέλει νὰ ἀσχοληθῇ καὶ εἰς τὰ τοῦ τρόπου τῆς διοικήσεως, μάλιστα δὲ καὶ εἰς τὰ τοῦ τρόπου τῶν διορισμῶν εἴτε μονίμων, εἴτε μή, εἴτε ἐκτάκτων, εἴτε τακτικῶν, μὲ τὰς διαφόρους προσωνυμίας, τὰς ὁποίας ἔχουν οἱ διωρισμένοι ὑπάλληλοι εἰς τὰς νέας χώρας. Ἐφόσον οὕτω γενικῶς διετυπώθη ἡ ἐπίκρισις, γενικῶς ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἀπαντήσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πάντα λόγον, ἔχει πᾶν δικαίωμα νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπόστασιν τῆς ἀκριβείας τοιαύτης κατηγορίας. Ἐὰν δὲ ἔλθουν ὡς ἐπιθυμεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθουν, καὶ ἐπικρίσεις ἰδιαίτεραι εἰς τὰ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, βεβαίως θὰ εἴμεθα πρόθυμοι, διότι ἔχομεν καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἀπαντήσωμεν καὶ εἰδικῶς εἰς μίαν ἑκάστην τῶν ἐπικρίσεων, αἵτινες θὰ γίνωνται. Διατί δὲ διατηροῦμεν τὸν θεσμὸν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐν Μακεδονίᾳ; Διατηροῦμεν αὐτόν, διότι αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ ἐπί τινα ἀκόμη χρόνον, μακρότερον ἐν Μακεδονίᾳ ἢ ἐν Κρήτῃ, διότι ἐν Κρήτῃ, ὡς εἶπον, ἡ ἐνέργεια τῶν ἐκλογῶν θὰ τερματίσῃ καὶ ἐκεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς Γενικῆς Διοικήσεως—ἐν Μακεδονίᾳ ἴσως— ἴσως λέγω μόνον—δὲν θὰ τεθῇ τέρμα διὰ τῆς ἐνεργείας τῶν ἐκλογῶν καὶ εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, θὰ τεθῇ τέρμα τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ πεισθῇ πλέον ἡ Κυβέρνησις ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ. Θέλομεν, κύριοι, ἑνότητα ἐνεργείας, θέλομεν ἑνότητα διοικήσεως, θέλομεν ἐποπτείαν κατὰ τοιαύτας περιφερείας. Δὲν νομίζω ὅτι δύναται κανεὶς ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν νὰ παραγνωρίσῃ τὸ κοινότατον ἐλάττωμα τῶν Ἑλληνικῶν ὑπηρεσιῶν, ἐλάττωμα κατὰ τοῦ ὁποίου καὶ πανταχοῦ ἀλλοῦ παραπονοῦνται, τὸ ὁποῖον ὅμως καὶ ἡμεῖς ἐδῶ δοκιμάζομεν οὐχὶ ὀλιγώτερον ἴσως, τὸ ἐλάττωμα τῆς βραδυπορίας. Βραδυπορεῖ ἡ ἑλληνικὴ διοίκησις καὶ βεβαίως συντέμνει τὸν χρόνον τῆς ἐνεργείας τῶν διαφόρων ὑποθέσεων, διότι ὠθεῖ πρὸς τὴν ταχυτέραν αὐτῶν ἐνέργειαν, ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι δύναται νὰ ὠθῇ ὁ ὀφθαλμὸς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Ἀντὶ δὲ νὰ συμβαίνῃ ὅ,τι προεῖπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτής, ὅτι διαγράφεται μεγάλη καμπύλη, ἕως οὗ ἔλθωσιν αἱ ὑποθέσεις εἰς τὸ κέντρον, συμβαίνει τὸ ἐναντίον, ὅτι τερματίζονται πολλαὶ ὑποθέσεις ἐκεῖ πρὶν ἔλθωσιν εἰς τὸ κέντρον, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀποφάσεως τοῦ κέντρου. Ἀλλὰ διατί παραγνωρίζετε καὶ τὴν συνήθειαν τῶν κατοίκων τῶν χωρῶν ἐκείνων; Ὑποθέσατε γεννώμενον ἕν τι ζήτημα εἴς τι διαμέρισμα τῆς χώρας ἐκείνης. Θέλετε νὰ τρέξῃ ὁ πολίτης νὰ εὕρῃ τὸν ἁρμόδιον; Θὰ κρούσῃ τὰς θύρας ὅλων τῶν Ἀρχῶν. Οὔτε δὲ θὰ κατορθώσῃ νὰ εὕρῃ ποῖος εἶναι ὁ ἁρμόδιος ν’ ἀκούσῃ τὰ παράπονά του. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε ἐγγύτερον τοῦ κέντρου αὐτὸν τὸν Γενικὸν Διοικητήν, δὲν ἔχει ἀνάγκην ὁ πολίτης νὰ κρούσῃ πολλὰς θύρας, θὰ κρούσῃ τὴν θύραν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ. Καὶ οὗτος εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν, πλὴν τῆς εἰδικῆς δικαιοδοσίας, τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, παρέχονται καὶ δικαιώματά τινα ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ἄλλων Ὑπουργείων· ὁ δὲ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον εἶναι ἀναγεγραμμένη ἡ διάταξις, καθ’ ἣν δύνανται καὶ ὁλόκληροι ὑπηρεσίαι ἄλλων Ὑπουργείων μετὰ τοῦ ἁρμοδίου προσωπικοῦ νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν εἶναι καὶ πάλιν αὐτὸς οὗτος· ὁ δὲ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐπροτιμήθη ἡ δασικὴ ὑπηρεσία μέχρι τοῦδε εἶναι, ὡς εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ συνάδελφος κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας, εἶναι καὶ πάλιν ὅτι προϊσταμένης Δασικῆς Ἀρχῆς, δυναμένη, νὰ λύῃ ἐπὶ τόπου τὰ ζητήματα, ἔχει ἐπιτακτικὴν ἀνάγκην ἰδιαίτατα ἡ Μακεδονία. Ἐὰν δὲ τὰ ζητήματα τὰ ἐκεῖ, ὅσα ἰδίως ἀντελήφθησαν οἱ σχόντες τὴν τύχην νὰ διοικήσωσι τὸν τόπον ἐκεῖνον, ἐὰν πάντα τὰ ζητήματα τὰ γεννώμενα ἐκεῖ περιμένωσιν ἑκάστοτε τὴν λύσιν ἐκ τοῦ κέντρου, τ’ ἀποτελέσματα δὲν θὰ εἶναι παντάπασιν εὐχάριστα. Μήτε πρέπει νὰ λησμονῆτε καὶ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο καὶ ἐν γένει ἐρευνῶντες τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑπάρξεως τῆς μιᾶς καὶ μόνης θύρας, διὰ νὰ εὑρίσκῃ ἐνώπιόν του ταύτην ὁ πολίτης ἀνοικτήν, μηδὲ πρέπει νὰ λησμονῆτε καὶ πάλιν τὴν διαφορὰν τῆς καταστάσεως τῆς πολιτικῆς, τῆς νοητικῆς, τῆς διοικητικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ ἀπὸ μικροῦ ἐκπαιδευόμενος εἰς τὸ ἐλεύθερον καθεστὼς πολίτης ἀπὸ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ κάτοικος τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ὁ ἐδῶ ἔρχεται καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας διὰ νὰ περατώσῃ τὴν ὑπόθεσίν του, ἐὰν εἶναι σοβαρά, ὁ ἴδιος γνωρίζει ἄριστα τὰς ὑποθέσεις του, ὁ ἐδῶ γνωρίζει πῶς θὰ διεκδικήσῃ τὸ δίκαιόν του. Ἐνῷ ὁ ἐκεῖ; Οὔτε καὶ ἐλάττωσιν τῆς ὑπουργικῆς εὐθύνης σημαίνει ἡ διατήρησις τοῦ θεσμοῦ, μολονότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ παραβλέπῃ, ὅτι τὸ ζήτημα δέον νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, περὶ τοῦ ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀναγκαία ἔτι ἡ παράτασις, ἀλλοῦ μὲν ἐπὶ ἐλαχίστους τινὰς μῆνας, ἀλλοῦ δὲ περισσοτέρους, τοῦ συστήματος τούτου· οὔτε, λέγω, ἡ εὐθύνη τοῦ Ὑπουργοῦ περιορίζεται. Αἱ Κυβερνήσεις εἶναι πάντοτε ὑπεύθυνοι διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν διοικοῦσι τὰ ὄργανα αὐτῶν, οἱουσδήποτε δὲ θεσμοὺς καὶ ἂν καταστήσητε μεταδόσεως Ὑπουργικῶν δικαιωμάτων εἰς ἄλλας ὑφισταμένας ἐξουσίας, εἰς τὰ πολιτεύματα τὰ κοινοβουλευτικά, ὑπὸ τὸ πῦρ αὐτὸ τοῦ βήματος καὶ τοῦ Τύπου, ἡ εὐθύνη ὑπάρχει πάντοτε συνεχής, ἀδιάκοπος, ἀπεριόριστος, ἰσχυρά, ἰσχυροτάτη. Ἐξουδετερώνει τάχα τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην τὸ ἀποκεντρωτικὸν σύστημα; Δύναται τοῦτο νὰ λέγηται σοβαρῶς καὶ ὑπὸ σοβαρῶν; Δὲν νομίζω λοιπὸν ὅτι δύναται τὰ ἐπιχειρήματα, ὅσα ἐλέχθησαν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου—καὶ περιορίζομαι εἰς τοῦτο μόνον, διότι δὲν ἤκουσα ἐπιχείρημά τι ἐναντίον τῶν ὑποδιοικητῶν· ἐὰν καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ εὑρεθῶσιν ἐπικρίσεις, φυσικὰ θὰ ἀπαντήσω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ—δὲν νομίζω, λέγω, ὅτι ὅσα ἐπιχειρήματα ἐλέχθησαν ἦσαν ἱκανὰ νὰ πείσωσιν ἡμᾶς ὅπως ἀποσύρωμεν κατὰ τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ συμβουλὴν τὰ νομοσχέδια ταῦτα. Ἡ Κυβέρνησις, ὡς εἶπον, θεωρεῖ ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἀναγκαιοτάτη ἡ συγκέντρωσις τῶν νημάτων τῆς ὅλης διοικήσεως, ἰδιαίτατα δὲ τῆς ἐν Μακεδονίᾳ εἰς χεῖρας ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ προσώπου, ὅπως αὐτὸ δίδῃ τὴν αὐτὴν ὤθησιν καὶ τὴν αὐτὴν πνοήν, καὶ ὅπως δίδῃ τὴν αὐτὴν κίνησιν, κίνησιν γοργήν, εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, τοσούτῳ μᾶλλον ἀναγκαίαν, ὅσῳ εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ἐνισχύσῃ τὴν πεποίθησιν εἰς τὴν χώραν ἐκείνην ἡ Ἑλληνικὴ διοίκησις ἐπὶ τοὺς νόμους αὐτῆς καὶ ἐπὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἀντιλαμβάνεται τῶν ἀναγκῶν τῶν κατοίκων ἐκείνων.
§195Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα ἔθιξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του, μὲ ἀπαλλάττουσι τῆς ἀνάγκης νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ μακρᾶς δευτερολογίας. Διότι ἔχω τὴν γνώμην, ὅτι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἠμφισβήτησα τὴν σκοπιμότητα τῶν νομοσχεδίων παρέμειναν ἄνευ ἀνασκευῆς. Εἶπον, ὅσα διετύπωσα κατὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ὄχι κυρίως διὰ νὰ ἀναδιφήσω καὶ νὰ ἐλέγξω τὸ παρελθόν, ἀλλὰ διὰ νὰ κρίνω ἐκ τοῦ παρελθόντος τὸ μέλλον. Καὶ ἄλλοτε διετύπωσα τὴν γνώμην, ὅτι δὲν νομίζω προσῆκον, τοὐλάχιστον ἄνευ ἀνάγκης, νὰ μετατρέπηται τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς εἰς ἔργον ἐλέγχου· δὲν βλέπω δὲ τὴν ἀνάγκην αὐτὴν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, καὶ διὰ τοῦτο δὲν προτίθεμαι νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν μὲ τὰ πεπραγμένα τῶν Γεν. Διοικήσεων εἰς συνεδρίασιν ἀναρμοδίαν πρὸς τοῦτο κοινοβουλευτικῶς. Θὰ ὑπάρξῃ ἴσως τοιαύτη κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀσχοληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦτον. Τὸ σπουδαῖον ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου σήμερον ἀσχολούμεθα, εἶναι ἐὰν οἱ θεσμοὶ οἱ διὰ τοῦ νομοσχεδίου θεμελιούμενοι εἶναι οἱ προσήκοντες. Κατὰ τούτων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πολλά, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὅμως, τοὐλάχιστον τῶν κυριωτέρων, δὲν ηὐτύχησα νὰ λάβω ἀπάντησιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον τὸν θεσμὸν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ὡς ἤδη ὑφίσταται οὗτος καὶ ὅπως διὰ τοῦ νομοσχεδίου θεμελιοῦται. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ δὲ τὴν διαφορὰν τὴν διοικητικήν, τὴν διαφορὰν τῆς ὀργανώσεως τῆς Διοικήσεως ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, ὅπου καὶ μὲ κυβερνητικὰ καθήκοντα περιβάλλονται ἐν πολλοῖς οἱ Γενικοὶ Διοικηταί, ὡμίλησε περὶ διαφορᾶς ἀναπτύξεως καὶ πολιτικῶν ἀντιλήψεων, περὶ διαφορᾶς τῶν ἠθῶν, τῶν παραδόσεων καὶ ἐθίμων τοῦ λαοῦ τῶν Νέων Χωρῶν, καὶ ὑπέδειξεν, ὅτι αἱ διαφοραὶ αὗται ἐνδεικνύουσι καὶ τὴν διαφορὰν τῶν θεσμῶν. Αὐτὴ εἶναι μία θεωρία, τὴν ὁποίαν οὐδαμῶς θὰ ἐξεπλησσόμην ἐὰν ἤκουον διατυπουμένην παρὰ Γερμανοῦ Ὑπουργοῦ ὁμιλοῦντος περὶ ὀργανώσεως τῆς Ἀλσατίας καὶ Λωρραίνης· παρὰ Ὑπουργοῦ Αὐστριακοῦ ὁμιλοῦντος περὶ ὀργανώσεως τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης. Ἀλλ’ ἐκπλήσσομαι ἀκούων τοιαύτας αἰτιολογίας παρ’ Ἕλληνος Ὑπουργοῦ ὁμιλοῦντος περὶ τῆς Μακεδονίας, ἔτι πλέον περὶ τῆς Κρήτης, καὶ ἀναζητοῦντος διαφορὰς πολιτικῆς ἀντιλήψεως καὶ παραδόσεων, ὅπως δικαιολογήσῃ τὴν προβαλλομένην κυβερνητικὴν καὶ οὐχὶ διοικητικὴν ἀποκέντρωσιν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὁμιλῶν οὕτω περὶ Μακεδονίας καὶ Κρήτης, ἐννόησε βεβαίως τὴν ἀσθένειαν τοῦ ἐδάφους ἐφ’ οὗ ἐστηρίζετο, καὶ διὰ τοῦτο ὡμίλησε περὶ διαφορῶν κοινωνικῆς καὶ πολιτικῆς ἀνατροφῆς καὶ ἀναπτύξεως. Ἀλλ’ ἂν διαφοραὶ τοιαῦται ἦσαν ἱκαναὶ νὰ δικαιολογήσωσι τοσοῦτον θεμελιώδη διαφορὰν θεσμῶν, ἐρωτῶ· πόσους θεσμοὺς διαφόρους ἀπ’ ἀλλήλων ἔπρεπεν εἰς τὰς διαφόρους ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος νὰ ἔχωμεν; Δὲν εἶναι αἱ τοιαῦται διαφοραί, αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε οὐδαμοῦ δύνανται νὰ λείψωσιν εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν λαόν, ἀλλ’ εἶναι λόγοι πολιτικῆς φύσεως βαθύτεροι, διαφοραὶ ἐθνικῶν παραδόσεων, πολιτικῶν ἀντιλήψεων καὶ σκοπῶν, ῥιζικαὶ διαφοραὶ πολιτικῶν ἠθῶν, αἱ δυνάμεναι νὰ δικαιολογήσωσι τοιαύτας διαφορὰς θεσμῶν, τοιαύτην κυβερνητικὴν ἀποκέντρωσιν. Ἀλλ’ οὕτως ἔχοντος τοῦ ζητήματος, τίς ἀμφιβάλλει ὅτι θὰ ἦτο παράτολμον, ἂν μή τι πλέον, Ἕλλην Ὑπουργός, ὁμιλῶν περὶ ὀργανώσεως τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Κρήτης, νὰ φέρῃ τοιαῦτα ἐπιχειρήματα, εἰς δικαιολογίαν τοιαύτης φύσεως θεσμῶν; Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, προσέθεσε καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα εἰδικῶς διὰ τὴν Κρήτην. Εἶπεν ὅτι ἡ Κρήτη ζητεῖ τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον τοιαύτη τις ἐπιθυμία διεδηλώθη οὕτως ἐμφανῶς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ ὁμιλῇ περὶ τῆς Κρήτης, ὡς ζητούσης τὴν διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἐγένετο, ἐὰν ὄντως διετυπώθη ὑπὸ τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ τοιαύτη τις ἐπιθυμία, ἐπιθυμία νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἰδιόρρυθμος διακυβέρνησις τῆς Κρήτης, θὰ ἤρχετο ἡ τοιαύτη ἐπιθυμία ὡς ἐκδήλωσις εἰς κύρωσιν τῶν φόβων, τοὺς ὁποίους εἶπον προλαβόντως. Ἀλλὰ θὰ εἶχον νὰ προσθέσω καὶ ἄλλο τι. Δὲν γνωρίζω ἐὰν ἡ Κρήτη τοιαύτην διεδήλωσεν ἐπιθυμίαν πρὸς διατήρησιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐὰν δὲν γνωρίζω τοῦτο, γνωρίζω ὅμως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς Ἕλλην ἀγνοεῖ. Γνωρίζω ὅτι, ἐὰν πολιτικοὶ λόγοι ὑπέρτεροι, ἐπιβάλλουσι τὴν ἀφομοίωσιν, τὴν κατάργησιν τῆς Γεν. Διοικήσεως, οὐδεὶς Κρὴς θὰ εὑρεθῇ ἀντίθετος εἰς τὰς περὶ τούτου ὑποδείξεις τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν ἐκ τοῦ παρελθόντος γνωρίζωμεν ὑπὸ τίνας σπουδαιοτέρας θυσίας ἐπειθάρχησεν ὁ Κρητικὸς λαὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους. Τὸ ζήτημα ἑπομένως εἶναι μόνον, ἐὰν εἶναι πολιτικῶς σκόπιμον ἡ διατήρησις τοῦ θεσμοῦ, καὶ οὐδὲν πλέον. Κατὰ τὰ λοιπά, ἓν μόνον ἀκόμη σημεῖον ἐπιθυμῶ νὰ θίξω ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὸ σημεῖον τὸ σχέσιν ἔχον πρὸς τὸν ἔλεγχον τῆς διαχειρίσεως τῶν Δημοσίων χρημάτων. Δὲν νομίζω σπουδαίαν καὶ ἀξίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἀπόπειραν δικαιολογίας τοῦ πράγματος· νομίζω ἀξίαν αὐτοῦ τὴν ἀπόφασιν τοῦ νὰ ἀποσύρῃ καὶ ν’ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐμμέσως πως παρεμβάλλεται καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶναι παρών, ἐπιθυμῶ ἐν συναφείᾳ ἰδεῶν, νὰ ζητήσω καὶ παρ’ αὐτοῦ ἐξηγήσεις τινὰς σχετικάς. Διότι φαίνεται, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ δὲν ὀφείλεται εἰς τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι εἶναι αὕτη ἀπότοκος γενικωτέρας τινὸς κυβερνητικῆς ἀρχῆς περὶ μὴ ἐξελέγξεως τῆς διαχειρίσεως τῆς χρηματικῆς τῶν Γεν. Διοικήσεων ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Διότι, ὅταν ὑπέβαλε νομοσχέδιον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα λάβῃ πίστωσιν 3.000.000 δραχμῶν, τὰ ὁποῖα θὰ διετίθεντο διὰ τὴν Διοίκησιν τῶν Νέων Χωρῶν, ἐν τῷ 2ῳ ἄρθρῳ τοῦ νομοσχεδίου τούτου περιέλαβε διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἐδίδετο ἐντολὴ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος ῥυθμίσῃ τὰ τῆς λογοδοσίας τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Καὶ ἐξεδόθη, κύριοι, τοιοῦτον Διάταγμα κατ’ ἐντολὴν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Ἐμελέτησα τὰς διατάξεις τοῦ Διατάγματος τούτου, μακροτάτας καὶ ἀναλυτικάς, ἠπόρησα δὲ ὅταν οὐδαμῶς εἶδον ἀναφερομένην ἐν τῷ ἐλέγχῳ τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ὑπολόγων, τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τὸ Διάταγμα ἀποσιωπᾷ ἐντελῶς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Θὰ μοὶ εἴπητε καταργεῖ αὐτήν; Ῥητῶς ὄχι. Ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν πρὸς ἀποσάφησιν τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, διατυπούσης τὸ Διάταγμα τοῦτο καὶ σιωπώσης πρὸς τὰς ἐξελέγξεις τῆς διαχειρίσεως τῶν δημοσίων ὑπολόγων ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶχον ἐπὶ τοῦ ἑξῆς μίαν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§196ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 11 τοῦ νομοσχεδίου τὸ καθιεροῦν τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου πρὸς ἔλεγχον τῶν Γενικῶν Διοικήσεων.
§197Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὁμιλεῖ περὶ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, ὡς δευτερευόντων διατακτῶν τῶν Ὑπουργῶν. Τὰ ἄρθρα ὅμως 12 καὶ 13 προβλέπουσιν ἄλλας περιπτώσεις διαχειρίσεως δημοσίων χρημάτων, καὶ δι’ αὐτὰς καταργοῦσι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤδη ὁμιλῶ, τὸ ζήτημα τοῦ ἐκδοθέντος Βασιλικοῦ Διατάγματος διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῶν Νέων Χωρῶν εἶναι ἄλλο. Τὸ διάταγμα τοῦτο, ὡς εἶπον, σιωπᾷ διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δημοσίων ὑπολόγων ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἕνεκα τούτου περιμένω δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν οἱ δημόσιοι ὑπόλογοι τῶν Νέων Χωρῶν ὑπέβαλον μέχρι τοῦδε τὰ δικαιολογητικά των εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρὸς ἐξέλεγξιν, συμφώνως πρὸς τὴν ὑφισταμένην νομοθεσίαν περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ. Περιμένω δήλωσιν περὶ τούτου, τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Διότι ἔχω τὴν πληροφορίαν, ὅτι τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον εἶναι μέχρι τοῦδε ξένον ὅλως πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διαχειρίσεως τῶν Νέων Χωρῶν, καίτοι παρῆλθον πρὸ πολλοῦ αἱ σχετικαὶ τοῦ νόμου προθεσμίαι διὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν δημοσίων ὑπολόγων. Καὶ μετὰ τοιοῦτον νόμον, μετὰ τοιοῦτον διάταγμα, μετὰ τοιαύτην ἀπραξίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, διότι δὲν ὑπεβλήθησαν οἱ λογαριασμοὶ τῶν δημοσίων ὑπολόγων, ἔρχεται ἡ διάταξις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἡ ὁποία κατηγορηματικῶς πλέον ἀναγράφει διάταξιν ἀποκλείουσαν τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον, διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὰ δικαιώματα τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου μετατίθενται εἰς τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς.
§198Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλή, κατὰ τὸ ἐπικρατῆσαν δόγμα, νὰ συζητήσω ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια. Κύριοι, ἤκουσα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτοῦ, ὡς ἐπίσης τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁμολογῶ δὲ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας βουλευτὴς παρέταξεν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου ἦσαν τοσοῦτον ἰσχυρά, ὥστε νὰ μὴ δύναμαι νὰ ἔχω εὐχαρίστησιν νὰ ἀποδεχθῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνέτρεψε τὰ παραταχθέντα ἐπιχειρήματα δι’ ὅσων εἶπεν. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων τῶν Νέων Χωρῶν, εἶναι νομοσχέδιον εἰσάγον μεταβατικὸν θεσμὸν ἀπὸ τῆς κειμένης ἤδη διοικητικῆς καταστάσεως ἐν ταῖς Νέαις Χώραις πρὸς τὸ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ὑπάρχον διοικητικὸν καθεστώς, εἰσάγει δὲ μεταβατικὸν καθεστώς, διότι ὁ Γενικὸς Διοικητής, ὅστις διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πλάττεται, δὲν εἶναι ὁ Γενικὸς Διοικητής, ὅστις μέχρι τοῦδε ὑφίστατο, τοὐλάχιστον κατὰ τὰς διατάξεις τὰς τυπικὰς τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐτέθη ἐν ἐνεργείᾳ ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἕνεκα ἐπιτακτικῆς ἀνάγκης τῶν περιστάσεων. Ὡς τὰ πράγματα κατηυθύνθησαν καὶ ὡς ἀνεφάνησαν ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς καταλήψεως τῶν νέων ἐκ τῆς Ἑλλάδος Ἐπαρχιῶν, εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ Κυβερνητικὴ μέριμνα, ἡ ἀπὸ τοῦ κέντρου ἐκπορευομένη, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπεκταθῇ καὶ διεισδύσῃ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς Διοικήσεως, πρὸς ἃς ἔπρεπε νὰ ἀποταθῇ ἡ νέα διοίκησις ἐν ταῖς Νέαις Χώραις. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ ὕπαρξις τῆς Στρατιωτικῆς κατοχῆς μετὰ συνυφασμένης ὑπάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Στρατιωτικοῦ Νόμου ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, ἐδημιούργησε προσωρινὴν κατάστασιν, θεσμὸν νέας πολιτείας, πρὸς τὴν ὁποίαν ἐπιτηδειότερος θεσμὸς διοικήσεως ἦτο ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὡς συμπαρέδρου τῆς Στρατιωτικῆς ἐξουσίας. Ἐπλάσθη λοιπὸν ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ὡς θεσμὸς καθολικοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, ἐνασκοῦντος ὅλας τὰς Κυβερνητικὰς ἐξουσίας δι’ ἐξουσιοδοτήσεως τοῦ κέντρου. Ἀλλ’ ἐπλάσθη ὁ θεσμὸς οὗτος, ἐπαναλαμβάνω, ὡς θεσμὸς ἐκπροσωπῶν τὴν Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν ἐπὶ χωρῶν, οὐχὶ διοικουμένων κατὰ τὴν ἐλευθέραν ἐκ τῶν θεσμῶν τῶν Ἑλληνικῶν ἐκπορευομένην θέλησιν αὐτῆς, ἀλλ’ ὡς χωρῶν διοικουμένων, κυβερνωμένων κατόπιν τῆς Στρατιωτικῆς καταλήψεως, ἀνταποκρινομένης πρὸς τὴν ἐλευθέραν καὶ κυρίαν θέλησιν τοῦ λαοῦ, τοῦ κατοικοῦντος τὰς καταληφθείσας Ἐπαρχίας. Ἀλλ’ ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν ἀμέσως εἰς τὰς χώρας ἐκείνας τοὺς θεσμοὺς τοὺς διοικητικούς, ὑφ’ οὕς καὶ μόνους εἶναι δυνατὸς αὐτόνομος καὶ ἐλεύθερος βίος λαοῦ νὰ προκύψῃ, ἀφοῦ ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καθαρῶς προσωρινός, ἦτο συνυφασμένος, ὡς εἶπον, πρὸς τὴν ἐξαιρετικὴν περίπτωσιν τῆς Στρατιωτικῆς καταλήψεως; Ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τῆς συνθήκης περὶ εἰρήνης βαθμιαίως νόμοι ἀφομοιωτικοὶ ἐπλάσθησαν. Ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία ἐξηρτήθη ἐκ τοῦ κέντρου ἐκτὸς ἐλαχίστων ἐξαιρέσεων.
§199Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οὐδεμιᾶς.
§200Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκάματε διόρθωσιν; Ἔχει καλῶς. Ἡ ἐκπαιδευτικὴ ὑπηρεσία ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ κέντρου ἐπίσης. Παραμένει μόνον ἡ Ὑπηρεσία τῶν Δασῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ὑπηρεσίαι τινὲς ἐκ τοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ἡ δὲ Δικαστικὴ λειτουργία ἐξαρτᾶται ἐντελῶς ἀπὸ τῆς Κεντρικῆς ἐξουσίας ἐν Ἀθήναις. Ἀπομένει λοιπὸν διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ ἔργου τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἡ καθαρῶς διοικητικὴ ὑπηρεσία μετ’ ὀλίγων διακλαδώσεων δύο ἄλλων Ὑπουργείων. Κατὰ συνέπειαν ἐγὼ θεωρῶ ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν περὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὡς Κεντρικοῦ Κυβερνητικοῦ Ἐπιτρόπου, ὡς πρότερον ἠδυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ὁπότε ἀπὸ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἐξεπορεύοντο αἱ Κυβερνητικαὶ ἐξουσίαι κατ’ ἐξουσιοδότησιν τοῦ Κυβερνητικοῦ θεσμοῦ. Αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις, ὡς πλάττονται διὰ τοῦ θεσμοῦ, τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὡς ἐπλάσθησαν διὰ τῆς βαθμιαίας ἐφαρμογῆς ἀφομοιωτικῶν Νόμων εἶναι διοικητικαὶ Ἐπιτροπεῖαι τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, δεδομένου ὄντος ὅτι δὲν ἀπόκειται εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις ὁ καθορισμὸς κεντρικῆς κατευθύνσεως, πολιτικῆς ἐν γένει τοῦ Κράτους ἐν ταῖς νέαις ἐπαρχίαις, ποῖον σύστημα διοικητικὸν ἐφαρμόζομεν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ ποῖον σύστημα διοικητικὸν καὶ Κυβερνητικὸν ὑπάρχει ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι; Ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἤκουσα πολλά, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ἀναγκαίαν νὰ ποιήσωμαι πρὸς τὴν Βουλὴν τοῦ Διοικητικοῦ καθεστῶτος, τοῦ Κυβερνητικοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, πρὸς τὸ ὑπάρχον ἐν ταῖς Νέαις Χώραις καὶ πλαττόμενον ἐν αὐταῖς. Κύριοι, παντὸς Κράτους θέλοντος καλῶς νὰ κυβερνᾶται καὶ ἑνότητα πολιτικὴν νὰ ἀσφαλίζῃ καὶ ἑνότητα φρονήματος Ἐθνικοῦ καὶ φυλετικοῦ νὰ ἐμπεδώνῃ, πρωτίστη πρόνοια παντὸς τοιούτου Κράτους εἶναι ἡ πλήρης Κυβερνητικὴ συγκέντρωσις. Ποικίλα ὑπάρχουν συστήματα Κυβερνήσεων διαφόρων Κρατῶν, συστήματα, τὰ ὁποῖα χωρίζονται ἀπ’ ἀλλήλων ἐκ τῶν πολιτικῶν ἀντιλήψεων, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὰς χώρας ἐκείνας, ἀντιλήψεων τελείως διακεκριμένων ἀπὸ τῶν κοινωνικῶν ἀντιλήψεων, τῶν σχετιζομένων πρὸς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις. Κράτη τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἑνιαίαν τὴν πολιτικὴν αὑτῶν κατεύθυνσιν, Κράτη τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἑνότητα φυλετικήν, ἢ ἑνότητα πολιτικῶν ἀντιλήψεων διοικητικῶν, κυβερνῶνται κατὰ τὸν ὁμόσπονδον τρόπον. Ἕτερα Κράτη τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦνται ἐκ τῶν κατακτησάντων τμημάτων καὶ κατακτηθέντων ἐπίσης ἔχουσι τὸ σύστημα τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Καὶ φέρω τὸ παράδειγμα τῶν Ὁμοσπονδιῶν τῆς Ἐλβετίας καὶ τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν. Εἰς τὴν πρώτην μορφὴν ἔχομεν ὅλα τὰ ἀποικιακὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα διὰ Γενικῶν Διοικητῶν ἢ δι’ Ἁρμοστῶν διοικοῦν τὰς μακρὰν τοῦ κέντρου ἀποικίας. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἑνότης τῆς πολιτικῆς ἀντιλήψεως εἰς τὰ τῆς κατευθύνσεως τῆς πολιτικῆς, οὐδαμοῦ ἠκούσθη, ὅτι σύστημα Γενικῆς Διοικήσεως ἐφαρμόζεται ἐν τῇ Κυβερνητικῇ ἀντιλήψει τῆς χώρας. Καὶ εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας πρίν· θέλετε ἐφαρμογὴν Γενικῆς Διοικήσεως Ἀλσατίας καὶ Λωρραίνης ἢ Βοσνίας καὶ Ἑρζεγοβίνης; Ἐγὼ προσθέτω· θέλετε ἐφαρμογὴν Γενικῆς Διοικήσεως τοῦ Ἀλγερίου ἢ τοῦ Ταγκίνου; Ὑπὸ τοιοῦτον τύπον θέλομεν νὰ διοικήσωμεν τὰς Νέας Χώρας; Καὶ παρατείνομεν τὸν θεσμὸν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὑπὸ τὸ πρόσχημα ὅτι ὑπάρχει διαφορὰ ἀντιλήψεων; Μόνον ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διαφορὰ ἀντιλήψεων, δικαιολογεῖται ὁ θεσμός, ἀλλὰ τοιαύτη διαφορὰ δὲν ὑπάρχει μεταξὺ τῶν Νέων Χωρῶν καὶ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Μία ὑπάρχει ἀντίληψις νικησάντων καὶ νικηθέντων, ἡ ἀντίληψις τοῦ ἑνιαίου τοῦ λαοῦ τοῦ ἐλευθερωθέντος ὡς καὶ τοῦ ἐλευθερωτοῦ καὶ τοῦ ἐπιθυμοῦντος νὰ ἀποκαταστήσῃ τὴν ἑνότητα καὶ νὰ αὐξήσῃ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἀπετελέσθη. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἀντιλήψεως τῆς Ἑλληνικῆς, ἑνιαία, ἱστορικὴ καὶ ἐκπροσωπουμένη διὰ τῶν ἀγώνων τῶν παλαιοτέρων καὶ τῶν νεωτέρων. Ὑπὸ τοιαύτην πολιτικὴν ἀντίληψιν, ἡ ὁποία ἐπιθυμεῖ τὴν ἑνότητα, τὸ σύστημα τῶν Γενικῶν Διοικήσεων εἶναι σύστημα τὸ ὁποῖον ἀποκεντροῖ τὴν Κυβερνητικὴν ἐξουσίαν καὶ ῥίπτει τὸ ζιζάνιον, οὗ ἐμνήσθη ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας πρῶτος. Τὸ ζιζάνιον αὐτὸ ἐπικινδυνωδέστατον διὰ τὰ ἐν Ἑλλάδι πράγματα, ὑπῆρξε καὶ ἀλλαχοῦ ἀπὸ πολλῶν δεκάδων ἐτῶν, ὅπου αἱ Γενικαὶ Διοικήσεις ἐκπροσωποῦν ἐντελῶς τὴν ἔννοιαν τῆς Κυβερνητικῆς ἀποκεντρώσεως, ὅλα δὲ τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα ἀπετελέσθησαν ἐξ ἐλευθερωθέντων τμημάτων πρὶν ὑποδούλων, ὅλα ἐζήτησαν νὰ ἑνώσωσι καὶ ἀφομοιώσωσιν ἐντελῶς τὰς ἐλευθερωθείσας Ἐπαρχίας καταργοῦντα ἐντελῶς πάντα χωρισμὸν μεταξὺ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης, ὑπενθυμίζοντα παλαιὸν πολιτικὸν χωρισμόν. Καὶ φέρω παραδείγματα τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Γαλλίαν. Ἐν Ἰταλίᾳ ἀπὸ τῆς ἑνώσεως καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τῆς Γαλλικῆς Ἐπαναστάσεως, ἀφ’ ἧς κατηργήθη ὁ τιμαριωτισμός, ἔχομεν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Νομαρχιακοῦ συστήματος, διότι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ τῆς ἀμέσου, διὰ τῆς ἀποτμηματίσεως τῶν παλαιῶν ὁρίων τῶν ἱστορικῶν Ἐπαρχιῶν, ἐδημιουργήθη καὶ ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Ἰταλικὴ ἕνωσις καὶ ἐντελῶς ἀπεσοβήθη ἡ ἐλαχίστη ἔννοια τοῦ Ἐπαρχιακοῦ πατριωτισμοῦ τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ κ. βουλευτὴς Ἀρκαδίας. Οὕτω πράττουσι τὰ Κράτη τὰ σωφρονοῦντα, ἐν Ἑλλάδι δέ, ὅπου τὸ τοπικὸν αἴσθημα ἀπὸ τῆς ἐλευθερώσεως τῆς γῆς κατόπιν μακροτάτης ἐφαρμογῆς κατωρθώσαμεν νὰ ἐξαλείψωμεν καὶ κατωρθώσαμεν νὰ παύσῃ πλέον ἡ διαίρεσις εἰς Μανιάτας καὶ Στερεολλαδίτας, εἰς Πελοποννησίους καὶ Θεσσαλούς, ἡ κατάρτισις τῶν Γενικῶν Διοικήσεων ῥίπτει τὸ ζιζάνιον τῆς ἀναπτύξεως τοπικοῦ αἰσθήματος, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὴν ἔννοιαν τῆς ἑνότητος τοῦ Κράτους. Θεμελιοῦμεν ἕν σύστημα Κυβερνητικῆς ἀποκεντρώσεως, ἀντιθέτως πρὸς τὸ σύστημα τὸ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύον τῆς Κυβερνητικῆς συγκεντρώσεως. Ἀλλὰ τί πράττομεν διοικητικῶς; Διοικητικῶς ἐν ταῖς Νέαις Χώραις δημιουργοῦμεν τὸ σύστημα τῆς διοικητικῆς συγκεντρώσεως ἀντιθέτως πρὸς τὸ ἐν Ἑλλάδι σύστημα τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ οὕτω ἔχομεν συγκρουομένας τὰς Κυβερνητικὰς καὶ τὰς διοικητικὰς ἐννοίας ἐντελῶς διαφόρως ἐφαρμοζομένας ἐν ἑκατέρᾳ τῶν χωρῶν. Ποῖος εἶναι ὁ θεσμὸς τῆς ἐν Ἑλλάδι διοικήσεως; Εἶναι ὁ θεσμὸς κατ’ ἐξοχὴν αὐτοδιοικήσεως. Τὸ σύστημα τὸ ἐπαρχιακὸν ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπῆρξε ποτὲ σύστημα διοικητικόν. Ὑπῆρξε σύστημα ἐποπτικόν. Ἀκριβῶς δὲ ἡ ἐνέργεια τῶν συστημάτων τούτων ἐν Ἑλλάδι ἔφερε τὴν ἐπέκτασιν τοῦ Νομαρχιακοῦ συστήματος, διότι ἐπὶ μακρὸν διάστημα ἐδοκιμάσθη τὸ σύστημα τὸ διοικητικὸν καὶ ἀμέσως ἀνετράπη, ὡς ἐφηρμόσθη τὸ Νομαρχιακόν, τὸ ὁποῖον ἐνέχει τὴν ἀρχὴν τῆς ἐποπτείας τῆς Νομαρχιακῆς ἐπὶ τῆς αὐτοδιοικουμένης χώρας, καὶ ἡ διοίκησις διεξήχθη πάντοτε ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τῆς Νομαρχιακῆς ἐξουσίας, ἐποπτευομένης ὑπὸ τῶν Νομαρχῶν, διότι ὁ Νομάρχης οὐδέποτε διῴκησεν, οὐδέποτε ὑπῆρξεν ὄργανον διοικητικόν. Ὑπῆρξεν ὄργανον Κυβερνητικῆς ἐποπτείας καὶ ἐκπροσωπήσεως. Ἐὰν δὲ σήμερον ὑπάρχῃ θέμα τι πρὸς συζήτησιν, τὸ θέμα τὸ πρὸς συζήτησιν εἶναι, ἐὰν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ κοινοτικὴ καὶ δημοτικὴ διοίκησις, ὡς ἐπλάσθη διὰ τοῦ νέου νόμου, ἢ εἶναι ἀνάγκη μείζονος κύκλου αὐτοδιοικήσεως, ἵνα εὐρυτέρα εἶναι ἡ ἐκπροσώπησις τῶν κοινωνικῶν ἀντιλήψεων τῶν καθ’ ἑκάστην ἡμέραν ἀναφυομένων. Ὑπῆρξα ὑποστηρικτὴς τοῦ θεσμοῦ τῆς κοινοτικῆς διοικήσεως οἷος ἐπλάσθη, ἀλλὰ ἀνέπτυξα πάντοτε, ὅτι τὸν θεσμὸν τοῦτον οὐδέποτε ἐθεώρησα, οὔτε ποτὲ θὰ θεωρήσω ὡς δυνάμενον ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐν Ἑλλάδι, διότι ὡς εἶχον τὰ πράγματα τῆς αὐτοδιοικήσεως, εἶχε βεβαίως ἐκφυλισθῆ ἐντελῶς ἡ δημοτικὴ διοίκησις, ἀλλὰ πλάττοντες τὸν θεσμὸν τῶν κοινοτήτων ἐφθάσαμεν ἀπὸ εὐρυτέρου κύκλου αὐτοδιοικήσεως εἰς στενώτερον πολύ. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ὅτι τὸ δημοτικὸν καθεστὼς ἔδει πρόρριζα νὰ καταρρεύσῃ, ὡς καθεστὼς τὸ ὁποῖον οὔτε διοίκησιν ἐξυπηρέτει, ἀλλὰ καὶ τῆς πολιτείας τὰ θεμέλια ὑπέσκαπτεν διὰ τῆς δημοτικῆς φαυλότητος, ἥτις ὑπεθάλπετο ἐν τῇ δημοτικῇ διοικήσει. Ἀλλ’ ὑπεστήριζον ὅτι ὁ στενὸς ὁρίζων τῆς κοινότητος δὲν ἦτο ὁρίζων, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ προορισμὸν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν τοπικῶν συμφερόντων. Διὰ τοῦτο ἐθεώρησα ὅτι μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς δημιουργίας αὐτοδιοικήσεως ἦτο δυνατὸν ὁ θεσμὸς τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως νὰ φέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, ὡς πρώτην βάσιν τῆς αὐτοδιοικήσεως θεραπευομένην διὰ τῆς δευτέρας καὶ πραγματικῆς βάσεως. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια τῆς διοικήσεως ἐν Ἑλλάδι. Ἐν τοσούτῳ ἡ δημοτικὴ αὐτοδιοίκησις σήμερον κατῆλθε εἰς τὴν κοινοτικὴν αὐτοδιοίκησιν, χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ ἡ δευτέρα περιφέρεια τῆς τοπικῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἐνῷ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἔννοια ἐν Ἑλλάδι, σήμερον ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἐρχόμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα, τὴν αὐτὴν ἀρχὴν τὴν διοικητικήν, ἀκούομεν δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν δηλοῦντα ὅτι ὀρρωδεῖ καὶ πρὸ τῆς ἰδέας νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ σύστημα αὐτό.
§201Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δὲν ἐγενόμην ἀντιληπτός. Δὲν εἶπον τοῦτο. Εἶπον ὅτι ἡ διαφορὰ ἀκόμη εἴς τινα διαμερίσματα εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἶναι ζήτημα ἐὰν δύναται καθ’ ὅλα τὰ διαμερίσματα νὰ ἐφαρμοσθῇ, ὡς ἔχει, ὁ νόμος τῆς συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων.
§202Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὥστε ἔχετε δισταγμούς;
§203ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι. Ἐὰν ἐβλέπατε τὸν νόμον, δι’ οὗ ἐπεκτείνεται ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων καὶ εἰς τὰς Νέας Χώρας, θὰ ἐβλέπατε καὶ ἐπιφύλαξίν τινα, κατὰ τὴν ὁποίαν δύνανται καὶ τμηματικῶς νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαί, ἴσως μάλιστα ἡ Βουλὴ κληθῇ δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ συντομεύσῃ τὴν προθεσμίαν προκειμένου περὶ τῶν νήσων, ὅπου ἐπισπεύδουσι τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Τοῦτο εἶπον, δὲν ἐννόουν δὲ ὅτι δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων. Ἡ διάταξις δέ, ἡ ὁρίζουσα ἐν τῷ νόμῳ ὅτι ἕκαστος συνοικισμὸς ἀποτελούμενος ἐκ 300 κατοίκων καὶ παρουσιάζων ὡρισμένας ἰδιότητας, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἀπαρτίσῃ ἰδίαν κοινότητα, ἡ διάταξις αὕτη, ὡς ἔχει, μοὶ ἐμβάλλει τὴν ἰδέαν, ἐὰν δὲν θὰ ἦτο προσῆκον τινὰς συνοικισμοὺς ν’ ἀφήσωμεν νὰ λειτουργήσωσι κεχωρισμένως, ἀντὶ νὰ ἑνώσωμεν δύο καὶ τρεῖς ἐξ αὐτῶν πρὸς σύστασιν μιᾶς κοινότητος.
§204Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀντιθέτως, λέγω, πρὸς τὸ ἐν Ἑλλάδι σύστημα, ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἐφαρμόζεται εἰσέτι τὸ σύστημα τὸ καθαρῶς διοικητικόν, διότι τὴν ἐλλείπουσαν τοπικὴν αὐτοδιοίκησιν ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἀναπληροῖ ἡ ἀπὸ τοῦ κέντρου ἐκπορευομένη διοίκησις, ἡ διὰ τῶν ὑποδιοικητῶν ἀσκουμένη. Ἀκριβῶς δηλονότι ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ἐφαρμόζομεν τὸ σύστημα τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, τὸ ὁποῖον ἐν Ἑλλάδι ἀπεσκορακίσαμεν ὡς σύστημα μὴ προσιδιάζον πρὸς τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ πρὸς τὰς ἀντιλήψεις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, μὴ προσιδιάζον πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, πρὸς τὴν σκοπιμότητα τοῦ σχηματισμοῦ ἐλευθέρων πολιτῶν. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, συμπεραίνω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει τὴν πλήρη ἀνωμαλίαν κυβερνητικῶν καὶ διοικητικῶν ἀρχῶν, ἐφαρμοστέαν ἐν τῇ Παλαιᾷ καὶ τῇ Νέᾳ Ἑλλάδι. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀφαιρεθῇ καὶ τὸ τελευταῖον ἴχνος κυβερνητικῆς ἐξουσίας ἀπ’ αὐτῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε πρίν, ὅτι ἡ Γενικὴ Διοίκησις ἐπέτυχεν, καὶ ὅτι εἶναι παράδοξον, ὅτι ἐντεῦθεν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι ἀκούονται ψόγοι κατὰ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, ἐνῷ οὐδεὶς ἐν ταῖς Νέαις Χώραις, οἵτινες εἶναι ὑπὸ τὰς Γενικὰς Διοικήσεις, ὑπάρχει ὁ ψέγων. Δὲν γινώσκω τί φρονοῦσιν οἱ ὑπὸ τὰς Γενικὰς Διοικήσεις, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου παραμένει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐνασκεῖται ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἔνθα ἐν τῷ κέντρῳ τῆς Πολιτείας εἶναι δυνατὴ ἡ καλλιτέρα ἀντίληψις τῶν γενομένων. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι πάντοτε ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῶν ἔργων τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία, ὅτι ὡς ἐπλάσθη ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, ὅτι, ὡς ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, συνεκέντρωσεν ὅλην τὴν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν ἐν ταῖς χερσὶ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν. Ἥρπασαν ἐξουσίας τοῦ Κέντρου, πλὴν τῶν δοθεισῶν, τινὲς ἐκ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν καὶ ἐδημιούργησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδὲ πρὸς τὸ πολίτευμα συνᾴδουσιν οὐδὲ πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Καὶ δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ἐν Μακεδονίᾳ οἱαδήποτε καὶ ἂν συνέβησαν ἀγαθὰ ἢ μὴ ἀγαθὰ ἐν τῇ σκοπιμότητι τῆς Γενικῆς Διοικήσεως — καὶ δὲν ἔχω νὰ ἐλέγξω τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῶν Γενικῶν Διοικητῶν ἐν Μακεδονίᾳ — ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ὑπῆρξαν ἐκδηλώσεις τῶν Γενικῶν Διοικητῶν, θέτουσαι αὐτοὺς ὑπεράνω τῶν θεσμῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἔλεγχος, ὅστις δύναται νὰ ἐνασκηθῇ διὰ τοὺς Γενικοὺς Διοικητὰς τῆς Μακεδονίας, ὁ ἔλεγχος δὲν δύναται νὰ ἐνασκηθῇ διὰ τὴν σκοπιμότητα, ἐὰν σκοπίμως ἢ μὴ σκοπίμως ἐνήργησαν οἱ Γενικοὶ Διοικηταί, καὶ τοιοῦτον ἔλεγχον δὲν θέλω νὰ ἐνασκήσω. Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐν Κρήτῃ ἐπεβλήθησαν φόροι διὰ διατάγματος τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ· ἐπεβλήθη φόρος 2% ἐπὶ τῶν συγκομιζομένων δημητριακῶν καρπῶν, ἐπεβλήθη φόρος 2% ἐπὶ τῶν ἐλαίων καὶ ἐλαιῶν· διετέθη φόρος τῶν λαχανικῶν καὶ ὀπωρικῶν ὑπὲρ τῶν κοινοτήτων· δηλαδὴ ἡρπάγη ἀπὸ τῆς Βουλῆς ταύτης ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ διὰ Διατάγματος τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἠσκήθη τὸ ὕπατον τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα χειρίζεται ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, καὶ συγχρόνως ἐκανονίσθησαν καὶ δαπάναι· διότι ἐδημιουργήθη ὁ θεσμὸς τῆς ἀγροφυλακῆς, θεσμός, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ δαπάνην 700 χιλιάδων δραχμῶν κατ’ ἔτος, κατὰ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἐρωτῶ· ἦσαν ταῦτα ἔργα, τὰ ὁποῖα προσῆκον εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν, ἀφοῦ δὲν προσήκουσι κἂν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄνευ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς; Καὶ καθ’ ὃν χρόνον, ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνική, ἵνα ἐπιβάλῃ φόρον, ἔχει ἀνάγκην τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, ὁ Γενικὸς Διοικητὴς κατ’ ἐξουσιοδότησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία δὲν γινώσκω καὶ ἂν τῷ ἐδόθη, ἐπιβάλλει φόρους, δημιουργεῖ δαπάνας καὶ δημιουργεῖ ὀργανισμοὺς ὁλοκλήρους! Καὶ δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐν Κρήτῃ προκαλεῖ δαπάνην 400,000 δραχμῶν ἐτησίως; Διότι ἐν Κρήτῃ ἔχομεν Ἀποστολὴν Γαλλικὴν προκαλοῦσαν δαπάνην κατὰ μῆνα 100,000 δραχμῶν, ἥτις μόνον ἕνεκα τοῦ πολέμου ἔπαυσε λειτουργοῦσα, ἄλλως θὰ ἐξηκολούθει βαρύνουσα τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους διὰ μελέτας ἔργων ἐν Κρήτῃ. Καὶ δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὅτι ἐν Κρήτῃ ὑπάρχουσι περὶ τοὺς 35 νομομηχανικοί, λαμβάνοντες 300 καὶ 500 δραχμὰς κατὰ μῆνα; Ὁ πίναξ εἶναι πρόχειρος δι’ ἐμέ, διότι ἔχει κατατεθῇ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὅταν δὲ ἔχει φθάσῃ ἡ Κρήτη νὰ προκαλῇ δαπάνην 400,000 δραχ. κατ’ ἔτος δι’ ὑπηρεσίαν διευθύνσεως δημοσίων ἔργων, οὐχὶ δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων καὶ νὰ προκληθῇ δαπάνη 800,000 δραχ. κατ’ ἔτος δι’ ἀγροφυλακήν, τῆς ὁποίας στερεῖται ἡ ἄλλη Ἑλλάς, τότε δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν: εἴμεθα ἐν ἑνότητι καὶ ὁμογενείᾳ, ἢ ὑπάρχει ὀργανισμός, ὁ ὁποῖος τείνει διὰ τῆς ἀποκεντρώσεως νὰ δημιουργήσῃ τὴν ὑπ’ αὐτὴν χώραν εἰς αὐτόνομον πολιτείαν, χειριζομένην ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ ἐλευθέρου Κράτους καὶ τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας; Καὶ τοῦτο ἄγομαι νὰ εἴπω ἀκριβῶς, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἶναι ἀνάγκη τῆς ἐπί τινα χρόνον παραμονῆς ἐν Μακεδονίᾳ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καὶ τῆς ἐπί τινα χρόνον, μέχρι τῶν ἐκλογῶν, παραμονῆς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐν Κρήτῃ, εὗρε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράτασιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐν Κρήτῃ, διὰ τῆς αἰτιολογίας ὅτι γενικὴ εὐχὴ ὑπάρχει ἐν Κρήτῃ, ὅπως διατηρηθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις. Καθόσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαί, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετάσχωσιν οἱ Κρῆτες τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἡμῶν βίου, κρίνεται ὀρθὸν νὰ διατηρηθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ἕως ὅτου ἔλθωσιν οἱ Κρῆτες βουλευταὶ καὶ δώσωσι γνώμην περὶ τῆς διοικητικῆς πολιτικῆς ἐν Κρήτῃ. Ἀλλ’ ὅταν ὁμολογεῖτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι διατηρεῖται ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι ἕνεκα τῶν περιστάσεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνεργήσωμεν ἐκλογὰς καὶ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ὅλους τοὺς Ἕλληνας παλαιοὺς καὶ νέους νὰ ἀντιπροσωπευθῶσιν ἐνταῦθα, τί σημαίνει ἡ ὁμολογία αὐτή; Ὅτι ὁ θεσμὸς αὐτὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐκπροσωπεῖ διὰ τοὺς νησιώτας ἐκείνους ἓν ἀντίδωρον διὰ τὴν ἔλλειψιν πάντων τῶν νομίμων ὠφελημάτων τῶν ἐκ τῆς συμπαρεδρεύσεως αὐτῶν ἐν τῷ Ἑλληνικῷ Κοινοβουλίῳ. Κατὰ συνέπειαν διὰ τῆς τοιαύτης ὁμολογίας ἀγόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα αὐτὸ καὶ μόνον, ὅτι διὰ τῆς παροχῆς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὡς ἀντιδώρου, ὑποθάλπεται εἰς αὐτοὺς ἀκουσίως, αἴσθημά τι φιλαυτίας, ὅτι ἔχουσιν ἐν τῇ νήσῳ καὶ διατηροῦσιν ἀκόμη τὴν θέλησιν αὐτῶν ὑπερτάτην, ἵνα μὴ μεταχειρισθῶ φράσιν, ἡ ὁποία δὲν προσήκει νὰ χρησιμοποιηθῇ. Τοιουτοτρόπως, κύριοι, διὰ τοιούτων θεσμῶν, καὶ διὰ τοιούτων αἰτιολογιῶν ἐμπράκτως ὑποθάλπομεν ἐκεῖνον τὸν φόβον ἀκριβῶς, τὸν ὁποῖον ὑπαινίχθη ὁ κ. βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας καὶ τὸν ὁποῖον καὶ ἐγὼ ὑπαινίσσομαι τὴν ἑσπέραν ταύτην, τὸν ὁποῖον οὐδεὶς θέλει νὰ ὑποθάλψῃ, ἐμπράκτως ὅμως ὑποθάλπομεν. Καὶ ὀφείλομεν νὰ μὴ ὑποθάλπωμεν τοιαύτας ἐννοίας, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν καὶ ἄλλην ἀντίληψιν, ὅτι ἐκτὸς τῶν ἀναγκῶν τῶν Ἐθνικῶν καὶ ἄλλη ὑπερτάτη ἀνάγκη, τοῦ συμφέροντος τοῦ διαχειριστικοῦ, τοῦ συμφέροντος τοῦ Κυβερνητικοῦ ἐν Ἑλλάδι, ἀποτρέπει ἐντελῶς τὴν μετάθεσιν κυβερνητικῆς ἐξουσίας ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀμεσώτατος ἔλεγχος. Ὁσάκις ἀπεπειράθημεν μέρος τῆς ἐξουσίας τῆς Κυβερνητικῆς νὰ παραδώσωμεν κατὰ ἐξουσιοδότησιν εἰς Ἐπιτροπὰς ἢ εἰς Σωματεῖα, εἴδομεν πάντοτε ὅτι τὸ πείραμα δὲν ηὐδοκίμησεν καὶ ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἡ Κεντρικὴ Διοίκησις, ἐὰν δὲν ἐγγυᾶται τὴν πλήρη σκοπιμότητα, τουλάχιστον ἐγγυᾶται τὴν τάξιν καὶ οἰκονομίαν, ἡ ἐνέργεια Ἐπιτροπῶν δὲν δύναται οὐδὲ τὴν σκοπιμότητα οὐδὲ τὴν τάξιν, οὐδὲ τὴν οἰκονομίαν τῆς ἐνεργείας τοῦ Κράτους νὰ ἔχῃ. Καὶ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ φέρω καὶ ἕτερον παράδειγμα διὰ νὰ ἐνισχύσω τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσω. Ὅτε ἀνεφύησαν τὰ ζητήματα τῶν προσφύγων καὶ ὄχι σήμερον μόνον ἀλλὰ καὶ πρὸ ἐτῶν, ὁσάκις ἐδόθη κυβερνητικὴ ἐξουσιοδότησις πρὸς Ἐπιτροπάς, δὲν ἠδύνατο νὰ εὑρεθῇ κατόπιν ὁ ἔλεγχος. Σήμερον δὲ ἐν τῇ διαχειρίσει τῶν προσφύγων εὑρίσκεται ὁ ἔλεγχος, ἀλλὰ δὲν εὑρίσκεται ἡ οἰκονομία, διότι μόνον διὰ τὸ προσωπικὸν χάριν τῆς περιθάλψεως τῶν προσφύγων ἐν Μακεδονίᾳ δαπανῶνται ἑκατοντάδες χιλιάδων δραχμῶν. Εἶναι στρατιαὶ ὁλόκληροι ὑπαλλήλων, μηχανικοὶ οἰκοδομῶν μὲ 400 δρ. κατὰ μῆνα, προσωπικὸν διαχειρίσεως προκαλοῦν δαπάνην 500.000 δραχ. μόνον ἐν Θεσσαλονίκῃ. Διατὶ τοῦτο; Διότι δὲν εἶναι ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία ἡ χειριζομένη τὰς δαπάνας. Ἡ Κυβέρνησις ἐξουσιοδότησε, ἡ Κυβέρνησις ἐποπτεύει μόνον· ἔχει ὅλην τὴν χρηστὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐποπτεύσῃ τὴν διαχείρισιν καὶ τὰ πρόσωπα ἔχουσιν ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ διαχειρισθῶσιν καλῶς τὰ χρήματα, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει κυβερνητικὴ εὐθύνη, καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχει ἄμεσος ὁ ἔλεγχος τῆς Βουλῆς, ἐκεῖ ἡ οἰκονομία ὑπὲρ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους δὲν ἀσκεῖται πάντοτε μετὰ πάσης αὐστηρότητος. Αὐτὰ εἶναι τὰ παραδείγματα, κύριοι, τὰ ὀλέθρια τῆς κυβερνητικῆς ἀποκεντρώσεως. Καὶ διὰ τοῦτο καταλήγω εἰς τὸ θέμα τοῦτο ὑποστηρίζων ὅτι, ἀφοῦ ὁ Γενικὸς Διοικητὴς ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἐν Κρήτῃ δὲν θὰ διατηρηθῇ πλέον, παρὰ μόνον ὅπως δίδῃ τὴν κατεύθυνσιν τῆς διοικητικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἀφαιρεθῇ πᾶσαν κυβερνητικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἀφαιρεθῇ τὴν ἐξουσίαν τοῦ διορίζειν καὶ παύειν ὑπαλλήλους, διότι αὕτη καὶ μόνη ἡ κυβερνητικὴ ἐξουσία παραμένει εἰς αὐτόν, ἐξουσία ὅμως, ἡ ὁποία ἔχει μεγίστην σημασίαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων αὑτοῦ καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς κυβερνητικῆς διοικητικῆς μηχανῆς ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις. Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι ἔχει ἀνάγκην Γενικοῦ Διοικητοῦ ἐν Μακεδονίᾳ, ὅπως κατευθύνῃ ἑνιαίως τὰς πολιτικὰς ἀντιλήψεις τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ. Γιγνώσκομεν, κύριοι, τὰ προβλήματα τῆς Μακεδονίας καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ κρύψωμεν τινὰ ὄπισθεν τοῦ δακτύλου ἡμῶν. Ἀναμφισβητήτως ὑπάρχουσι καὶ ἐν Μακεδονίᾳ στοιχεῖα ἀλλόφυλα, ὀλίγιστα, ἀλλ’ ὑπάρχουσι. Πρὸς ταῦτα εἶναι δεδομένη μία κυβερνητικὴ πολιτική, τὴν ὁποίαν καλεῖται νὰ ἐξασκήσῃ ἐκεῖ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημ. Ἐκπαιδεύσεως, διότι οἱ διδάσκαλοι ἐν τοῖς σχολείοις, αὐτοὶ εἶναι οἱ συντελεσταὶ τῆς κυβερνητικῆς πολιτικῆς ἐν τῇ Μακεδονίᾳ, ἡ ἐκπαιδευτικὴ δὲ πολιτικὴ εὐτυχῶς μένει εἰς τὸ κέντρον καὶ ἑπομένως ὁ Γενικὸς Διοικητὴς Μακεδονίας οὐδὲν ἔχει νὰ κάμῃ μὲ τὴν κυβερνητικὴν πολιτικήν, τὴν μόνην δυναμένην ὀρθῶς καὶ σκοπίμως καὶ μετ’ ἀποτελεσμάτων νὰ ἀσκηθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τὸ Μακεδονικόν. Τί μένει δὲ εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητήν; Ἡ ἀστυνομικὴ ἐποπτεία ὑπὲρ τῆς ἀσφαλείας τῆς χώρας, ἡ ὁποία ὀρθῶς μένει καὶ ἡ ἠθικὴ διαπαιδαγώγησις διὰ τῆς χρηστῆς διοικήσεως, διότι οἱ Ἕλληνες πολῖται, οἱ Ἕλληνες τὴν ψυχὴν καὶ τὸ φρόνημα τῆς Μακεδονίας καὶ ἂν ὑπάρξῃ ἀτέλεια ἐν τῇ διοικήσει, θὰ ἀνεχθῶσι τὴν ἀτέλειαν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἀπαράσκευον διοικητικῶς τοῦ Κράτους, ὅπως ἀντιμετωπίσῃ τόσας ἀνάγκας διοικητικὰς καὶ οἰκονομικὰς τῆς χώρας, τὰς ὁποίας ἡ προσθήκη τῶν Νέων Χωρῶν παρήγαγεν. Ἀλλὰ συγχρόνως διότι τὸ Κράτος διὰ μεγάλων ἀγώνων καὶ θυσιῶν ἐδώρησεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἀπέναντι τοῦ δώρου τῆς ἐλευθερίας θὰ ἀνεχθῶσιν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν τὰς διοικητικὰς ἀτελείας. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι πρὸς τοὺς ὁποίους θὰ στραφῇ τὸ ἐκπαιδευτικὸν ἔργον διὰ νὰ καταστήσῃ καὶ τούτους πολίτας Ἕλληνας, συναισθανομένους τὴν ἔννοιαν τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ἐκεῖνοι πρὸς τοὺς ὁποίους θὰ στραφῶσι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα διὰ νὰ καταστήσωσιν ἐμφανὲς ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμέναι οὔτε ῥᾳδιουργίαι, οὔτε ἀνθελληνικαὶ ἐνέργειαι ἐν τῇ χώρᾳ ἐκείνῃ, εἰς ἐκείνους προπάντων ὁ Γεν. Διοικητὴς θὰ ἐμπεδώσῃ τὴν Ἑλληνικὴν ἰδέαν τῆς αὐστηρότητος διὰ τοὺς μὴ ἀπολύτως εὐτάκτους καὶ τῆς προσοικειώσεως πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν ἰδέαν διὰ τῆς χρηστότητος καὶ τῆς ἱκανότητος τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλά, κύριοι, δὲν ἔχω νὰ προσάψω τίποτε εἰς τὸ προσωπικὸν τὸ διοικητικὸν τῶν Νέων Χωρῶν, ἀλλ’ εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι καὶ ὁ ἐντιμώτερος τῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ εἰς ἔργον διοικητικόν, ἂν δὲν εἶναι παρεσκευασμένος εἰς τὸ ἔργον τοῦτο. Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω, οὔτε ἔχω νὰ ἐλέγξω τὸ προσωπικὸν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων, τοῦ ὁποίου οὐδεὶς τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ ᾐτιάθη ἐνταῦθα, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀρνηθῶ, οὔτε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ προσωπικὸν αὐτὸ εἶναι τελείως ἀπαράσκευον διὰ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη νὰ ἐκτελέσῃ. Ἀκριβῶς δὲ αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι παρακρατοῦσιν ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρεσκεύασεν ἡ διοίκησις δι’ ἀτρήτων μόχθων ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν καὶ ἀνετέθη ἐκεῖ ἡ διοίκησις εἰς ὑπαλλήλους ἐκ τοῦ προχείρου στρατολογηθέντας μὲ τυπικά τινα προσόντα. Ἀλλὰ μήπως ὑπῆρξαν καὶ πάντοτε τὰ προσόντα ἐπαρκῆ; Οὐχί· ἔχομεν μίαν κατηγορίαν ὑπαλλήλων στρατολογηθέντων ἐκ δικηγόρων, ἐχόντων τοὐλάχιστον τὴν νομικὴν μόρφωσιν, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ὑπαλλήλους στρατολογηθέντας διὰ τοῦ ἀπολυτηρίου τοῦ γυμνασίου καὶ ἐρωτῶ: ποίαν μόρφωσιν δύνανται νὰ ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, ἵνα ἐκτελέσωσι διοικητικὰ καθήκοντα; εἶναι δὲ οὗτοι γραμματεῖς βʹ καὶ αʹ τάξεως, δηλαδὴ ἔχουσι λειτουργίαν πολιτειακήν, τὴν ὁποίαν ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ ἀποκτήσωσι κατόπιν διπλώματος, διαγωνισμοῦ καὶ πενταετοῦς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπωμεν καὶ τὰ ἀστεῖα, διότι καὶ ταῦτα δὲν λείπουσιν, ὑπάρχει καὶ διοικητικὸς ἐπίτροπος, τελειόφοιτος τῆς κτηνιατρικῆς. Τοῦτο δὲν λέγω ἐγώ· εἶναι ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ πίνακι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, οὐδὲν δὲ ἀνέφερα εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἀναγράφηται ἐν τῷ πίνακι. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ προσωπικὸν τῶν διοικητικῶν ὑπηρεσιῶν τῶν Νέων Χωρῶν ἔχει στρατολογηθῆ οὕτω προχείρως, ἐστρατολογήθη δὲ ἕνεκα ἀναγκῶν ὑπὸ τῶν Γεν. Διοικητῶν, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐν τούτῳ ἡ εὐθύνη ἡ κυβερνητική, ἐκεῖ, λέγω, ὅτι ἡ διοίκησις ἡ ἑλληνικὴ δὲν δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι ἐπετέλεσε πᾶν ὅ,τι ἐξ αὐτῆς ἐξηρτᾶτο, ἵνα ἀντιμετωπίσῃ τὰς διοικητικὰς ἀνάγκας τῶν Νέων Χωρῶν, καὶ εἶναι περίεργον ὅτι ἐκεῖ ἀκριβῶς, ἔνθα Ὑπουργοὶ ἐνήσκησαν τὰ ἔργα τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ, ἐκεῖ παρατηρεῖται αὐστηροτέρα ἐπιλογὴ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ προσωπικοῦ καὶ ἔλεγχος τῶν προσώπων. Ἀκριβῶς δὲ τοῦτο ἐνισχύει τὴν γνώμην, ὅτι ἀπὸ τοὺς ὑπευθύνους κυβερνήτας, οἵτινες εἶναι δοσίλογοι ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τῆς Βουλῆς, δέον νὰ ἀσκῆται τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοὺς Γεν. Διοικητὰς δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δίδηται καὶ δέον νὰ δεχθῇ τροποποίησιν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅπως ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο. Τοιουτοτρόπως θὰ ἦτο δυνατόν, ἵνα ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου ὑπάρξῃ ὁ ἔλεγχος πλήρης περὶ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐνασκοῦσι τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ περὶ τὸν διορισμὸν τῶν ἀντικαταστατῶν. Ἄν τὰ πράγματα οὕτω διευθετηθῶσιν, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, τὸ τελευταῖον ἴχνος τῆς διαχειρίσεως κυβερνητικῆς ἐξουσίας ἀπὸ μέρους τῶν Γεν. Διοικητῶν αἴρεται καὶ ἀπομένει πλέον ὁ Γεν. Διοικητὴς εἷς ἐπιθεωρητὴς διοικητικός, ὁ ὁποῖος θὰ παραμένῃ προσωρινῶς ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις μόνον διὰ νὰ ἐποπτεύῃ τὴν κατεύθυνσιν τῆς διοικητικῆς πολιτικῆς τοῦ Κράτους καὶ μόνον. Νομίζω δὲ ὅτι εἰς τοῦτο δέον νὰ περιορισθῶμεν, σαφῶς χαράσσοντες τὴν ἔννοιαν ταύτην διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τοιουτοτρόπως ἐξυπηρετοῦμεν τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ἀνέπτυξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν Μακεδονίαν, διότι αἱ ἀνάγκαι τῆς Κρήτης εἶναι ἄσχετοι ἐντελῶς πρὸς τὸ διοικητικὸν σύστημα, καὶ συγχρόνως ἀποφεύγομεν τὴν ἐγκαθίδρυσιν δι’ ἑλληνικοῦ νομοθετήματος τῆς κυβερνητικῆς ἀποκεντρώσεως ἐν χώρᾳ ἐλευθερωθείσῃ, τὴν ὁποίαν δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ διοικήσωμεν καθ’ ὃν τρόπον ἠθέλομεν διοικήσει χώραν κατακτηθεῖσαν. Κύριοι, ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὸν θεσμὸν τῆς Γεν. Διοικήσεως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσω πλήρη ἀντίθεσιν γνωμῶν πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἵνα παρασχεθῇ αὐτῇ τὸ δικαίωμα τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως ἐν ταῖς Νέαις Χώραις. Ἀναμφισβητήτως τὸ δικαίωμα ζητεῖται ὡς προσωρινὸν καὶ τοῦτο τουλάχιστον ἐξάγεται ἐκ τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως. Ἀλλά, κύριοι, νομίζω, ὅτι ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις τι πλέον ἐκείνου τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε τὴν ἄδειαν νὰ νομοθετήσῃ διὰ διαταγμάτων ὑπὸ δύο μορφάς· εἴτε λαμβάνουσα τὸ δικαίωμα τῆς ἐκδόσεως νομοθετικῶν διαταγμάτων διὰ προγενεστέρας νομοθετικῆς πράξεως τῆς Βουλῆς, εἴτε ἐκδίδουσα νομοθετικὰ διατάγματα καὶ ζητοῦσα τὴν ψῆφον ἀμνηστείας. Ἡ μέθοδος αὕτη ἐτηρήθη καὶ ἐμοῦ συμπαρεδρεύοντος ἐν τῇ Κυβερνήσει καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν δύο πολέμων, καθ’ ὅσον ἡ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη τῶν ὑπερτάτων συμφερόντων τοῦ Κράτους ἐπέβαλλε τὸ σύστημα τοῦτο, ὁμολογουμένως δὲ ἡ Βουλὴ ὑπῆρξε πρόθυμος καὶ εἰς χορήγησιν προκαταβολικῶς νομοθετικῆς ἀδείας καὶ εἰς ἀμνήστευσιν τῶν παρεκβάσεων τοῦ πολιτεύματος, λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν τὰς πολιτειακὰς ἀνάγκας. Τὸ σύστημα τοῦτο ἀπετέλεσεν ἐφαρμοσθὲν ἐπανειλημμένως καὶ συνεχῶς, προσφιλῆ συνήθειαν καὶ εἶναι ὀρθὸν τῆς συνηθείας ταύτης νὰ παραιτηθῶμεν ἐφεξῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις παύουσα νὰ ζητῇ καὶ ἡ Βουλὴ ἀρνουμένη νὰ παρέχῃ· διότι ἂν ἐξακολουθήσῃ οὕτως εἰς πᾶν ζήτημα, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ δυσχέρειάν τινα, νὰ ζητῆται ἡ ἄδεια ἡ νομοθετική, ὅπως διὰ διατάγματος λύσωμεν τοῦτο, δὲν πράττομεν ἄλλο παρὰ νὰ νοθεύωμεν τὸ πολίτευμα, νὰ καταλύωμεν τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος καὶ νὰ δίδωμεν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς ἐκ τῶν προτέρων δικαίωμα πλήρους ἀσκήσεως νομοθετικῶν ἔργων. Εὑρισκόμεθα σήμερον ἐν ὁμαλῇ ἐσωτερικῶς καταστάσει πολιτειακῇ, δὲν ὑπάρχουν αἱ ἐξωτερικαὶ ἀνάγκαι, αἵτινες ἐπεκράτουν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου, ἐν τῷ ἐσωτερικῷ σήμερον εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ζητημάτων καθαρῶς ἀναγομένων εἰς τὴν ἐνάσκησιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων, δέον ἡ Βουλὴ νὰ συζητῇ τὰ νομοθετήματα καὶ ν’ ἀποφαίνηται γνώμην ἐπὶ τῶν νομοθετημάτων. Σήμερον καλούμεθα νὰ δώσωμεν ψῆφον ἐπὶ διοικητικῆς διαιρέσεως, τὴν ὁποίαν προσωρινῶς θὰ ἐφαρμόσῃ ἡ Κυβέρνησις· θὰ ἠννόουν ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐζήτει τὴν νομοθετικὴν ταύτην ἄδειαν τὴν ἐπαύριον τῆς συνθήκης τοῦ Βουκουρεστίου ἢ τῶν Ἀθηνῶν, ἡ ὁποία ἐπεράτωσε τὰ ζητήματα, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐζητήθη τότε· τοὐναντίον μάλιστα ἡ Κυβέρνησις δυνάμει τοῦ νόμου περὶ Γεν. Διοικήσεων, τὸ δικαίωμα τῆς Νομαρχιακῆς διαιρέσεως τὸ ἀφῆκεν εἰς τὸν Γεν. Διοικητήν. Ἀλλ’ ἂν ἡ πεῖρα ἡ διετὴς δὲν ὑπῆρξεν ἐπαρκὴς διὰ τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ μορφώσῃ ὁριστικὴν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαιρέσεως τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ἂν πεῖρα διετὴς ἀσκηθεῖσα ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ δύο Ὑπουργῶν ἀλλεπαλλήλως, δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὅπως δυνηθῇ νὰ φέρῃ ἡ Κυβέρνησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰ πορίσματα ἐκ τῆς μελέτης περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ τὰ ἐπιχειρήματα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν πορισμάτων τούτων, πότε θὰ ἀποκτηθῇ αὐτὴ ἡ πεῖρα; Βεβαίως θὰ ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ πεῖραν κεκτημένην ὄχι μόνον περὶ τῆς διαιρέσεως, διότι περὶ ταύτης ὁμολογεῖ ὅτι ἔχει ἐπαρκῆ πεῖραν, ἀφοῦ ζητεῖ τὴν ἄδειαν νὰ προβῇ εἰς ταύτην, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ πεῖραν καὶ πρὸς ὑποστήριξιν τῆς διαιρέσεως αὐτῆς, διότι ἐφ’ ὅσον δὲν ἔφερε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸ σχέδιον τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ἵνα προκαλέσῃ ἐπ’ αὐτοῦ τὴν συζήτησιν, πρόδηλον εἶναι ὅτι δὲν ἔχει τὴν ἐπαρκῆ πεῖραν, τὴν ἐπαρκῆ πεποίθησιν, τὰ ἐπαρκῆ ἐπιχειρήματα, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὸ ἐπωφελὲς τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν σκοπεῖ νὰ προβῇ διὰ Β. Διατάγματος. Καὶ τὸ πρᾶγμα εἶναι βαρύτερον, διότι ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καθεστώτων νόμων, ὑπάρχει καὶ συνυφαίνεται ἡ ἔννοια τῆς ἐκλογικῆς διαιρέσεως, σήμερον δὲ δημιουργοῦντες νόμους καὶ ἔχοντες τὸ ἐκλογικὸν σύστημα τῆς νομαρχιακῆς περιφερείας, δημιουργεῖτε συγχρόνως ἐκλογικὰς περιφερείας καὶ ἡ Κυβέρνησις ζητοῦσα παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος, αὐτὴ καὶ μόνη κατ’ οἰκείαν ἔμπνευσιν καὶ κατ’ ἀπόλυτον βούλησιν, κανονίσῃ τὰς Νομαρχιακὰς περιφερείας, ζητεῖ συγχρόνως νὰ κανονίσῃ καὶ τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποφανθῶσι καὶ περὶ τῶν ἰδίων αὐτῆς ἔργων. Τοῦτο εἶναί τι πλέον ἐκείνου τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ, εἶναι τι αὐθαίρετον τὸ ὁποῖον δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ προσκομίσῃ σχέδιον προσωρινῆς διαιρέσεως τῶν Νέων Χωρῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αὐτὰ δὲ τὰ ὁποῖα διὰ Διατάγματος θὰ κανονίσῃ, νὰ τὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὥστε νὰ ἔχωμεν γνῶσιν καὶ ἡμεῖς. Θὰ ἦτο δὲ ὀρθότερον καὶ σκοπιμώτερον καὶ πρὸς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον θὰ ἀνταπεκρίνετο περισσότερον, ἂν τὸ μέτρον ἐτίθετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἐζητεῖτο ἡ διὰ Β. Διατάγματος νομοθέτησις τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, διότι ὡς ἔχουν αἱ ἐθνικαὶ περιστάσεις, παρακωλύουσι καὶ ἀναβάλλουσιν ἐπ’ ἀόριστον χρόνον μοιραίως τὴν ἐνέργειαν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἐν ᾧ δὲ οἱ πολῖται τῶν Νέων Χωρῶν δὲν ἔχουσιν ἐνταῦθα συμπαρέδρους, ὅπως ἀποφαίνωνται γνώμην περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ περὶ τῶν ἐκλογικῶν συλλόγων, ἀπεκλείσαμεν αὐτοὺς καὶ τοῦ μέσου νὰ ὑποβάλωσι δι’ ὑπομνημάτων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὰς σκέψεις καὶ τὰ δίκαια αὐτῶν καὶ τὴν κατ’ αὐτοὺς σκοπιμότητα τῆς τοιαύτης ἢ τοιαύτης διαιρέσεως. Καὶ τοιουτοτρόπως ζητεῖται διὰ τῆς διατάξεως ταύτης ἡ ὑφαρπαγὴ καὶ ἀπὸ τῆς Βουλῆς καὶ ἀπὸ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἐκφράσωσιν εὐχήν, ἀφ’ οὗ δὲν ἔχουσιν ψῆφον, ἡ ὑφαρπαγὴ ὁλοκλήρου συστήματος διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ ἡ κατασκευὴ ἐκλογικῶν περιφερειῶν. Θὰ συνεχώρουν τὴν κατασκευὴν τῆς διοικητικῆς περιφερείας λόγῳ τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν πολιτειακῶν ἀντιλήψεων, αἵτινες διέπουσιν ἡμᾶς κατὰ τοὺς χρόνους τούτους, ἀλλ’ ἡ ἀξίωσις τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως κρατήσῃ δι’ ἑαυτὴν καὶ ὑπὲρ ἑαυτῆς καὶ μόνον τὸ δικαίωμα τῆς κατασκευῆς ἐκλογικῶν περιφερειῶν, εἶναι ἀξίωσις ἥτις καὶ πρὸς τὸ πολίτευμα συγκρούεται, ἀλλὰ καὶ πρὸς πᾶσαν συνήθειαν τοῦ πολιτικοῦ βίου ἐν Ἑλλάδι (ἐπιδοκιμασίαι).
§205ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὀλίγας μόνον λέξεις ἔχω νὰ εἴπω εἰς ἀπάντησιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, πρὸ παντὸς δὲ ἔχομεν ὑποχρέωσιν δηλώσεώς τινος ἐν σχέσει πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ, περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν προσφύγων καὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ ἀσχολουμένου εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Ἐννοεῖται ὅτι καὶ περὶ τῆς διαχειρίσεως ἐκείνης δύναται ἡ Βουλὴ νὰ φέρῃ τὸν ἔλεγχον καὶ τὴν δημοσίαν συζήτησιν.
§206Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Περὶ διαχειρίσεων δὲν εἶπον· παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ.
§207ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, ἐνόησα πολὺ καλά. Εὐνόητον δέ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν προχείρους τοὺς πίνακας, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ καὶ εἰς ποῖον προσωπικὸν δαπανᾶται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτής, διότι δὲν ἔχομεν μόνον προσωπικὸν περιθάλψεως, ἀλλ’ ἔχομεν καὶ προσωπικὸν ἐγκαταστάσεως προσφύγων, δὲν δύναται δὲ νὰ ἐννοηθῇ ὡς δαπάνη συντηρήσεως πολυτελοῦς προσωπικοῦ, ἡ δαπάνη ἡ διδομένη εἰς μηχανικούς, ἔχοντας πολλαπλᾶ ἔργα ὄχι περιθάλψεως, ἀλλ’ ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων. Ταῦτα ὡς πρὸς τὸ σημεῖον τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὰ τοῦ προσωπικοῦ, τοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν προσφύγων διατιθεμένου, παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. βουλευτής, διὰ νὰ τονίσῃ τὴν ἀνάγκην μεγαλυτέρας συγκεντρώσεως ἐξουσίας εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ πάντων ἐν γένει τῶν θεμάτων. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐν σχέσει πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ Γεν. Διοικήσεων, εἶναι ἐπιχειρήματα ἐναντίον τοῦ θεσμοῦ τῆς Γεν. Διοικήσεως, ὡς οὗτος ἐλειτούργησε μέχρι τινός, δὲν νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι ἐπιχειρήματα καὶ κατὰ τοῦ θεσμοῦ, οἷος καθιστᾶται, διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ὁ κ. βουλευτὴς ἐθεώρησε μάλιστα ὅτι θὰ ἦτο προσῆκον μόνον νὰ ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τοῦ Γεν. Διοικητοῦ καὶ ἡ ἐλαχίστη ἐκείνη κυβερνητικὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν, κατὰ τὴν γνώμην του, παρέχει ἡ διάταξις ἡ παρέχουσα τὸ δικαίωμα διορισμῶν τινων. Δὲν ἔχω δισταγμὸν νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἠθέλησα νὰ ἀποφύγω τὴν συγκέντρωσιν τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς χεῖρας τοῦ Ὑπουργοῦ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω διὰ πόσους ἄλλους λόγους, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ φαινόμενον τοῦ διορίζειν τοὺς κατὰ τόπους διοικητάς, εἴτε Νομάρχας εἴτε Γεν. Διοικητὰς δὲν εἶναι πρωτοφανές, οὐδ’ εἰσάγεται μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Παντοῦ οἱ Νομάρχαι ἔχουσι δικαιώματα εἰς πολὺ εὐρύτερον κύκλον δικαιοδοσίας, ἐν τούτοις ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα σκανδαλίζει, θεωρεῖται δὲ ὅτι παρέχονται μείζονες ἐγγυήσεις, ὅταν ὁ διορισμὸς γίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ, καθισταμένων καί τινων ἄλλων ἐγγυήσεων, διότι ὁμολογῶ ὅτι εἰς τὰ ζητήματα τοῦ κατωτέρου ἰδίως προσωπικοῦ θέλω τὴν ἐξουσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ ὀλίγον τι περιορισμένην — δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ μεταρρύθμισιν τῆς διατάξεως κατὰ τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. βουλευτής. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον ζήτημα, δὲν νομίζω, ὅτι δύναται νὰ θεωρηθῇ θεωρητικῶς ὀρθὸν τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀναλαμβάνει εἰς χεῖρας αὐτῆς δικαιώματα νομοθετικὰ διὰ τῆς παραχωρήσεως εἰς αὐτὴν τοῦ δικαιώματος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως. Ἀνεξαρτήτως ὅμως τοῦ θεωρητικοῦ ζητήματος εἰς τὸ ὁποῖον δὲν εἶμαι παντάπασι σύμφωνος πρὸς τὸν κ. βουλευτήν, ἂν καὶ κατ’ οὐσίαν ἀποβλέψῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τῶν Νέων Χωρῶν, δὲν θὰ ἔχῃ κανένα λόγον ἀπολύτως διὰ νὰ ἐμπνευσθῇ καὶ τὴν ἐλαχίστην ὑποψίαν διὰ τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τοῦ δικαιώματος τούτου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ δὲν ἔχομεν καὶ ἡμεῖς καμμίαν δυσκολίαν νὰ δηλώσωμεν πρὸς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐν τῇ χρήσει τοῦ δικαιώματος τούτου βεβαίως δὲν ἔχομεν ἐν νῷ νὰ μεταβάλωμεν τὸ καθεστὼς τῆς ὑφισταμένης ἤδη διοικητικῆς διαιρέσεως ἐν τῇ Μακεδονίᾳ, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτής, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν χωρῶν ἐκείνων νὰ συμπαρεδρεύσουν ἐνταῦθα μεθ’ ἡμῶν καὶ νὰ εἴπωσι τὴν γνώμην αὐτῶν, περὶ τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ τόπου αὐτῶν, προσκομίζοντες βεβαίως καὶ περισσότερα φῶτα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Οἱ νομοὶ τῆς Μακεδονίας εἶνε πέντε, τόσοι δὲ καὶ θὰ παραμείνωσιν. Ποία μεταβολὴ θὰ γίνῃ εἰς τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν αὐτῆς, τῆς ὁποίας τὰ ὅρια δὲν ὁρίζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὅπως τὰ ἐξήγησεν ὁ κ. βουλευτής; Δὲν ἔχω δυσκολίαν καὶ πάλιν νὰ δηλώσω ὅτι θὰ γίνῃ μεταβολὴ ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς Ἐλασσῶνος. Ἄλλη οὐδεμία μεταβολὴ πρόκειται νὰ γίνῃ. Προκειμένου ὅμως περὶ τῆς Ἠπείρου εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην πρὸ μικροῦ, νὰ δηλώσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ παρακαλέσῃ, ὅπως οὔτε κἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν Νομῶν ὁρισθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἐφ’ ὅσον δὲ ζητεῖ τοσαύτην ἐξουσίαν εὐρεῖαν ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως δὲν εἶμαι ἤδη εἰς θέσιν νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ποία διοικητικὴ διαίρεσις θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν Ἤπειρον. Ὡς πρὸς τὰς νήσους καὶ πάλιν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὁρίζεται μέγιστον ὅριον διαιρέσεως εἰς τρεῖς Νομούς. Τὰ πράγματα εἶναι σαφῶς, σαφέστατα καθωρισμένα. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Κρήτην ἔκαμα τὴν δήλωσιν κατὰ τὴν πρώτην ὁμιλίαν μου ὅτι δὲν θεωροῦμεν τοὺς πέντε νομοὺς ὀλίγους, ἀλλὰ μᾶλλον πολλούς, νομίζομεν ὅμως ὅτι δὲν πρέπει νὰ θίξωμεν αὐτούς, ἕως ὅτου ἔλθωσι καὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Κρήτης ἐνταῦθα καὶ συμπαρεδρεύσωσι μεθ’ ἡμῶν. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ὁρίζωνται τὰ ὅρια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρισθῶσιν ἀκριβῆ σαφῶς. Ἐν τούτοις δηλοῦται παρ’ ἐμοῦ σαφῶς, σαφέστατα, ὅτι αἱ μὲν μεταβολαί, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐπέλθουν εἰς τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν τῆς Μακεδονίας, εἶναι οὐχὶ μεταξὺ τῶν ὑφισταμένων ἤδη νομῶν, ἀλλὰ μόνον ἡ μεταβολὴ τοῦ τελευταίου νομοῦ πρὸς τὰ ὅρια τοῦ παλαιοῦ Βασιλείου ἐν τῷ νομῷ Κοζάνης καὶ ἐν σχέσει πρὸς τὴν περιφέρειαν Ἐλασσῶνος. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἤπειρον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωμεν σαφεστέρας ἐξηγήσεις, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν νομίζει, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος νὰ μεταχειρισθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ κακῷ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οἱαδήποτε Κυβέρνησις θὰ ἐζήτει παρὰ τῆς Βουλῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὁρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν σαφῶς, ὁποῖα θὰ εἶναι τὰ ὅρια τῆς Ἠπείρου.
§208Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Φρονῶ, κύριοι, ὅτι ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἀπέδειξεν ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων ὑπῆρξε διὰ τὰς Νέας Χώρας συμφέρον. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξε διὰ μακρῶν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξε πρὸ αὐτοῦ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀχαιοήλιδος καὶ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας, ἔμειναν κατὰ τὴν κρίσιν μου ἄνευ ἀπαντήσεως. Ἐγώ, κύριοι, ἀδιστάκτως φρονῶ, ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων δὲν ὑπῆρξεν ὠφέλιμος διὰ τὰς Νέας Χώρας, δὲν ἠδυνήθην ὅμως νὰ κατανοήσω τὰς διακρίσεις, τὰς ὁποίας ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἔκαμεν μεταξὺ τῶν Νέων Χωρῶν. Ὡμίλησε περὶ τῶν Νήσων τοῦ Αἰγαίου καὶ ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ ὅτι θὰ ἦτο ὠφέλιμος ἡ κατάργησις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, διότι ἡ σχέσις μεταξὺ τῶν Νήσων καὶ τοῦ Κέντρου θὰ ἦτο εὐκολωτέρα ἢ ἡ σχέσις μεταξὺ Νήσων καὶ πρωτευουσῶν Νομοῦ, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ γίνωσι Νομοί. Ἐδικαιολόγησε τέλος πάντων διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῶν Γενικῶν Διοικήσεων ὡς πρὸς τὰς Νήσους. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν Κρήτην, ἀπολύτως οὐδέν. Διότι δὲν πιστεύω, ὅτι εἶνε ἐπιχείρημα πρὸς διατήρησιν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τῆς Κρήτης, τὸ μόνον παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λεχθέν, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἡ κατάστασις μέχρις ὅτου γίνωσιν ἐκλογαί, διότι ἂν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο εἶχεν ἀξίαν τινά, τότε ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, τότε ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τὴν Μακεδονίαν, τότε ἐφαρμόζεται καὶ διὰ τὴν Ἤπειρον.
§209Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ διὰ τὴν Παλαιὰν Ἑλλάδα ἐπίσης.
§210Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μάλιστα. Ἔμεινε λοιπὸν ἡ Μακεδονία καὶ ἡ Ἤπειρος. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Μακεδονίαν ἀνέπτυξεν ἐπιχειρήματά τινα δυνάμενα νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἰδέαν τῆς διατηρήσεως τῆς Γεν. Διοικήσεως. Ἀλλ’ ἐγώ, κύριοι, ἐνόμιζον ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα κυρίως πρὸς διατήρησιν Γενικῆς Διοικήσεως, ἤθελε τὰ συγκεντρώσῃ εἰς τὴν Γεν. Διοίκησιν τῆς Ἠπείρου. Ἀπεναντίας, ὅταν συνεζήτησε περὶ Ἠπείρου, παρῆλθε τὸ ζήτημα καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνῃ, διότι ἐκεῖ γεννᾶται δικαιοτάτη ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὸ μέτρον τὸ διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβανόμενον. Κατ’ ἐμέ, ὁ ὁποῖος νομίζω ὅτι ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων ὑπῆρξεν ἐπιβλαβὴς καὶ διὰ τὰς Νέας Χώρας καὶ διὰ τὸ Κράτος, ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἐν Ἠπείρῳ ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις, ἔχω δὲ τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ διατηρηθῇ τὸ καθεστώς, καθεστὼς δυσάρεστον, τὸ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ θίξητε τὸ καθεστὼς αὐτό. Διὰ ν’ ἀποδείξω δὲ τὴν ἀλήθειαν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου ἐπιτραπήτω μοι ἵνα δι’ ὀλίγων λέξεων ἐξετάσω τὴν ἱστορίαν τῆς Ἠπείρου. Ἔχομεν, κύριοι, ὁριστικὰ ὅρια τῆς Ἠπείρου; Δὲν γνωρίζω παρὰ τὸ πρωτόκολλον τῆς Φλωρεντίας, ἀλλὰ γιγνώσκω ὅτι ἐπὶ τοῦ πρωτοκόλλου ἐκείνου διαπραγματεύσεις ἐγένοντο πρὸς μεταβολὴν αὐτοῦ, δὲν ὑπάρχει δὲ κανὲν ἔγγραφον, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ προκύπτῃ ποῖαι αἱ ἐπελθοῦσαι μεταβολαί. Ἄρα τὰ ὅρια τῆς Ἠπείρου δὲν εἶναι καθωρισμένα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καθωρισμένα καὶ δι’ ἄλλον λόγον, διότι μετὰ τὴν Ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἐξερράγη, καὶ τῆς ὁποίας ἀποτέλεσμα εὐτυχῶς ὑπῆρξεν, ὅπως ἡ Βόρειος Ἤπειρος μὴ περιληφθῇ εἰς τὴν Ἀλβανίαν, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἤθελε καταστήσῃ αὐτὴν Ἀλβανικὴν διὰ πάντοτε, ἐπετράπη εἰς ἡμᾶς, ὠφελούμενοι τῶν περιστάσεων, ὠφελούμενοι ὅμως πρωτίστως καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐπαναστάσεως, ὅπως ἀνακαταλάβωμεν τὴν Βόρειον Ἤπειρον. Καὶ ὅτε παρουσιάσθη τὸ ζήτημα τῆς ἀνακαταλήψεως τῆς Βορείου Ἠπείρου, βεβαίως ὅλοι μετὰ χαρᾶς ἠκούσαμεν τὴν ἀγγελίαν τῆς ἀνακαταλήψεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐπιτραπήτω μοι νὰ εἴπω ὅτι ὅλοι δὲν ὑπήρξαμεν βεβαίως σύμφωνοι ὡς πρὸς τὰς δηλώσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸ τῆς καταλήψεως τῆς Ἠπείρου. Ἤθελον βεβαίως ἐννοήσει τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εὑρίσκετο, ὅπως διὰ τὴν ἀνακατάληψιν δώσῃ τὴν ἰδέαν τῆς κατ’ ἀνάγκην κατοχῆς πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, ὡς ἐκ τῆς ἀναρχίας τῆς κρατούσης ἐν Ἀλβανίᾳ. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἤθελον ἐπιθυμήσει ὅπως παρὰ τῇ δηλώσει ταύτῃ, ὑπάρχῃ καὶ δήλωσις ῥητὴ περὶ σεβασμοῦ ἀποφάσεων ἐκδοθεισῶν, διότι ὑποθέτω ὅτι ἂν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις περιωρίζετο μόνον εἰς τὸ νὰ καταδείξῃ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως, ἵνα καταλάβῃ τὴν Βόρειον Ἤπειρον, ἐκτεθειμένην εἰς τὰς προσβολὰς τῶν ἐν ἀπολύτῳ ἀναρχίᾳ εὑρισκομένων Ἀλβανῶν, ἤρκει ἡ δήλωσις αὕτη, ὅπως μὴ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις ὡς πρὸς τὴν κατάληψιν ταύτην. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε αἱ δηλώσεις αὗται ἐγένοντο δυσάρεστοι ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐπιφέρουν. Ἀλλ’ οὐδεὶς λησμονεῖ καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ πρώτη, ἡ ὁποία δὲν θὰ τὸ λησμονήσῃ, ὅτι καὶ ἄλλα Κράτη, πολὺ κραταιότερα τῆς Ἑλλάδος εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσωσιν ὅτι ἡ κατοχὴ αὐτῶν ἐπί τινος χώρας εἶναι προσωρινή, νὰ ἀναλάβωσι μάλιστα ὑποχρέωσιν πρὸς ἄλλην μεγάλην δύναμιν, περὶ ἐκκενώσεως τῆς χώρας ταύτης καὶ μ’ ὅλα ταῦτα αἱ δηλώσεις περὶ ἐγκαταλείψεως τῆς χώρας ἐλησμονήθησαν, ὡς καὶ αἱ ὑποχρεώσεις αἱ ἀναληφθεῖσαι, καὶ ἡ χώρα αὕτη, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο προσωρινῶς νὰ καταληφθῇ, σήμερον ἀποτελεῖ προτεκτορᾶτον τῆς δυνάμεως ἐκείνης. Τί ταῦτα ἀποδεικνύουν, κύριοι; Ἀποδεικνύουσιν ὅτι αἱ περιστάσεις μεταβαλλόμεναι δύνανται καὶ τὰς δηλώσεις τῶν Κυβερνήσεων νὰ μεταβάλλωσι καὶ δι’ αὐτὸ ὁμολογῶ ὅτι ἐλυπήθην σφόδρα, ὅτε ἤκουσα κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀγορεύοντος τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἄρτης, τὸν κ. Πρωθυπουργὸν διακόψαντα αὐτὸν καὶ ἐπαναλαβόντα τὰς δηλώσεις ἐκείνας. Ἐπανάληψις τῶν δηλώσεων, κατ’ ἐμέ, σήμερον ἦτο περιττή. Σήμερον τὸ ζήτημα τῆς Ἠπείρου ἐξαρτᾶται ἐκ πολὺ μεγαλυτέρων γεγονότων καὶ τὰ γεγονότα ταῦτα δύνανται νὰ δώσωσι πιθανῶς λύσιν θεραπεύουσαν τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν προσδοκίας. Ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἀπόλυτος, ἵνα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μὴ δηλώσῃ καὶ μὴ ἐπαναλάβῃ τὰς δηλώσεις, μάλιστα περὶ ἐγκαταλείψεως, διότι ἐρωτῶ· οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὰ γεγονότα, ὅσον εὐχάριστα καὶ ἂν παρουσιασθοῦν, νομίζομεν τάχα ὅτι θὰ μᾶς προσφέρουν τὴν Βόρειον Ἤπειρον, ὅταν ἡμεῖς παραιτούμεθα ταύτης; Καὶ ἂν ἡ θέσις τῶν πραγμάτων εἶναι τοιαύτη, ἐρωτῶ· διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τί πράττομεν; Πρόκειται διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὁρισθῶσι νομοὶ ἐν Ἠπείρῳ καὶ θέτω τὴν ἐρώτησιν· οἱ νομοὶ αὐτοὶ θὰ περιλάβωσι τὴν Βόρειον Ἤπειρον ἢ ὄχι; Ὄχι εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν ἑσπέραν ταύτην. Καὶ τότε εὐθὺς ὡς καταρτισθῶσι σήμερον νομοὶ μὴ περιλαμβάνοντες τὴν Βόρειον Ἤπειρον, ἐρωτῶ· ἐν τῷ καταρτισμῷ αὐτῶν τῶν νομῶν δὲν ὑπάρχει δήλωσις, σήμερον γενομένη, ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀναγνωρίζει τὴν Βόρειον Ἤπειρον, ὡς εἰς αὐτὴν ἀνήκουσαν; Κύριοι, μὴ λησμονῶμεν ὅτι πολλάκις, προκειμένου περὶ διεθνῶν σχέσεων, possession vaut titre, μὴ λησμονῶμεν τοῦτο, μὴ λησμονῶμεν ὅτι καθῆκον ἔχομεν νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς παραχωρήσεις, ὅταν τὰ πάντα εἶναι ἀμφίβολα, ὅταν οὐδεὶς ἠξεύρει τί δύναται νὰ γείνῃ αὔριον. Διότι εἶναι πιθανὸν τὰ γεγονότα νὰ λάβωσι τοιαύτην τροπήν, ὥστε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φαίνωνται σήμερον ἀδύνατα ἢ δύσκολα, αὔριον νὰ καταστῶσι πιθανὰ ἢ δυνατά. Κύριοι, οἱ Κυβερνῆται τῆς χώρας πρέπει νὰ διδαχθῶσιν ἐκ τῶν διδαγμάτων τῶν ξένων τοὐλάχιστον. Ὑπῆρξε καὶ ἐν Ἰταλίᾳ εἷς μέγας Πρωθυπουργὸς καὶ ἐρωτῶ· ἐὰν ὁ Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνος μετὰ τὴν εἰρήνην τῆς Βίλλα–Φράγκας, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς συνήνεσεν, ἤθελεν ἐγκαταλείψει πᾶσαν ἰδέαν τοῦ μεγαλείου τῆς Ἰταλίας, ἡ Ἰταλία ἤθελεν εἶσθαι ὅση εἶναι σήμερον; Ὁ Πρωθυπουργὸς ὅμως ἐκεῖνος, πότε δι’ ἐπαναστάσεως, πότε δι’ εἰσβολῶν τῶν στρατευμάτων κατώρθωσε τὴν Ἰταλίαν αὐτὴν νὰ κάμῃ μεγάλην. Μὴ λησμονῶμεν, κύριοι, ὅτι ἔχομεν καθῆκον πότε ὑποχωροῦντες, πότε τολμῶντες, νὰ ἀποβλέψωμεν μετὰ μεγίστης προσοχῆς εἰς τὰ λαμβάνοντα χώραν κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, τὴν τόσον κρίσιμον διὰ τὰ Εὐρωπαϊκὰ πράγματα. Πρέπει εἰς ταῦτα μετὰ προσοχῆς νὰ ἀποβλέπωμεν, ἀλλ’ ἡ προσοχὴ αὕτη πρέπει νὰ ἐμπνέηται πάντοτε ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν προγράμματος. Τὸ πρόγραμμα τοῦτο πρέπει νὰ εἶναι πάντοτε ἐνώπιον τῶν ὀφθαλμῶν ἡμῶν καὶ δὲν πρέπει νὰ πράξωμεν τίποτε, τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀντιβαῖνον πρὸς τὸ πρόγραμμα αὐτό. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κύριοι, τοῦ ἄνευ ἀνάγκης ὑποβαλλομένου, θὰ εὑρεθῆτε αὔριον εἰς τὴν λυπηρὰν ἀνάγκην νὰ ὁρίσητε τὰ ὅρια τῶν νομῶν. Ὑπῆρχε κανεὶς λόγος, ὁ ὁποῖος σᾶς ἐβίαζε πρὸς τοῦτο; Ἐὰν πρόκηται νὰ ἐξακολουθήσητε τὸ σύστημα τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐν Μακεδονίᾳ, ἐρωτῶ· διατί δὲν συνεχίζετε τὸ αὐτὸ σύστημα καὶ ἐν Ἠπείρῳ, ὅπως μὴ εὑρεθῆτε εἰς τὴν δυσάρεστον θέσιν νὰ ἐκφράσητε τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἔχετε περὶ αὐτῆς; Ἀναβάλλετε τὸ ζήτημα. Δὲν ἠξεύρετε μετὰ πάροδον πέντε ἢ ἓξ μηνῶν, πῶς θὰ μεταβληθοῦν τὰ γεγονότα. Ἐπιστεύσατε ὑμεῖς οἱ ἴδιοι ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, μίαν ἡμέραν νὰ ὠφεληθῆτε τῶν κατορθωμάτων τῆς ἐπαναστάσεως, ὅπως ἐπανακτήσητε τὴν Ἤπειρον; Ὄχι, δὲν τὸ ἐπιστεύσατε καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκηρύχθητε κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἐκείνης. Καὶ ἐρωτῶ· ἄνευ τῆς ἐπαναστάσεως ἡ Ἀλβανία θὰ ἦτο καὶ εἰς τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ τὸ Δέλβινον καὶ τὴν Κορυτσᾶν; Καὶ ὅταν οἱ Ἀλβανοὶ θὰ ἦσαν εἰς τὸ Ἀργυρόκαστρον, εἰς τὸ Δέλβινον καὶ εἰς τὴν Κορυτσᾶν οὐδεμία δύναμις ἑλληνικὴ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ βιάσῃ αὐτούς, ὅπως ἀποσυρθῶσιν ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων. Ὅταν λοιπὸν ἡ τύχη ἐβοήθησεν ἡμᾶς ἐπὶ τοσοῦτον, διατί νὰ πράξωμεν κάτι τι ὅπως τὴν τύχην αὐτὴν πολεμήσωμεν; Ἐξακολουθήσατε τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχετε, τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, καλὸν ἢ κακόν. Μὴ ἀναγκάζητε ὑμεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τῆς πράξεως ὑμῶν, νὰ θέσητε ἐκτὸς τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος τὴν Β. Ἤπειρον. Τὰς παρατηρήσεις ταύτας ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ θέσω ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως.
§211ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι βουλευταί, ἡ συζήτησις ἐξεφυλίσθη κατὰ τρόπον λυπηρόν. Ἀπὸ συζητήσεως περὶ Διοικήσεων τῶν Νέων Χωρῶν, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας ἔφερε ζήτημα πολιτικόν, ἔφερε τὸ ζήτημα τῆς τύχης τῆς Βορείου Ἠπείρου. Δὲν νομίζω, κύριοι, ὅτι τὴν ἑσπέραν ταύτην ἠδύνατο προσηκόντως νὰ ἀχθῇ ἡ συζήτησις αὕτη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ καθ’ ὅλον τὸν πολιτικόν μου βίον καὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἔδειξα ὅτι εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀντιμετωπίσω ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν τὴν ἐπίθεσιν ἐκείνην, ἡ ὁποία πρόκειται νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις καλῶς κατέχῃ τὰ ἑδώλια ταῦτα καὶ ἂν δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μετ’ ἐμπιστοσύνης νὰ ἐξακολουθῇ περιμένων παρ’ αὐτῆς τὴν διεύθυνσιν τῶν τυχῶν του. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας μοὶ ἔδωσεν ἀπόψε πολλὰ μαθήματα. Δὲν τοῦ ἀρνοῦμαι τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον τοῦ παρέχει καὶ ὁ μακρότερος πολιτικὸς βίος, ἀλλὰ καὶ ὁ μακρότερος ἐν γένει βίος. Ἔχει τὸ προνόμιον, τὸ ὄχι εὐχάριστον, ὑποθέτω δὲ νὰ τὸ ἀναγνωρίζῃ, τῆς ἡλικίας. Ἀλλά, κύριοι, ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅτι, ὅπως παρουσιάζονται παρ’ ἡμῖν τὰ πράγματα καὶ ὅπως τὰ πράγματα διεπλάσθησαν κατόπιν τῶν δύο πολέμων, καὶ ὅπως ἀκριβῶς ἐρρυθμίσθη προσωρινῶς τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, χρειάζεται παρὰ πολὺ μεγάλο θάρρος, περισσότερον παρ’ ὅσον ἐδικαιολογεῖτο νὰ ἔχῃ ὁ κ. βουλευτὴς Κερκύρας, ἵνα μοὶ δώσῃ τὴν ἑσπέραν ταύτην τόσον ἀφειδεῖς τὰς πολιτικὰς συμβουλὰς καὶ τὰς πολιτικὰς ὑποθήκας, τὰς ὁποίας μοὶ ἔδωσεν. Ἀξιῶ, κύριοι, ὅτι δὲν εἶχε δικαίωμα ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας νὰ μοὶ ὑπενθυμίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ὅτι καθῆκον ἡμῶν ὑπέρτατον εἶναι νὰ προσπαθήσωμεν ὅπως πραγματοποιήσωμεν τοὺς ἐθνικοὺς πόθους καὶ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη. Δὲν ἐδικαιοῦτο ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας νὰ μοὶ ἀπευθύνῃ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν ὑποθήκην, ὅταν εἶναι γνωστόν, ὅτι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ ἐπολιτεύθην εἴτε ἐν εὐρεῖ κύκλῳ εἴτε ἐν στενῷ, δὲν ἀπήλπισα ποτὲ περὶ τῆς πραγματοποιήσεως τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν καὶ κατηνάλωσα ὅλον τὸν βίον μου καὶ ὅλην τὴν δραστηριότητά μου καὶ πᾶσαν τὴν ἰκμάδα μου τὴν ψυχικὴν καὶ τὴν πνευματικὴν εἰς τὴν ἐξυπηρέτησιν αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν ἐθνικῶν ἰδεωδῶν. Ἐνόμιζον ὅτι συνετέλεσα ὑπὲρ αὐτῶν καὶ ἐν τῷ στενῷ κύκλῳ τῆς ἐνεργείας μου καὶ βραδύτερον ἐν τῷ εὐρεῖ κύκλῳ, ὡς Κυβερνήτης τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ἥν στιγμὴν, κύριοι, ἄλλοι εἶχον ἀπελπίσει ἀκριβῶς περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλληνικῆς πατρίδος, καθ’ ἥν στιγμὴν ἄλλοι ἐφρόνουν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐνέπαιζεν ἑαυτήν, ἐὰν ἠξίου σοβαρῶς, ὅτι ἤθελε δυνηθῆ διὰ τῆς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεως καὶ διὰ τοῦ ἰδίου αὐτῆς βραχίονος νὰ ἐπιλύσῃ τὰ ἐθνικὰ αὐτῆς ζητήματα, καθ’ ἥν στιγμὴν ἄλλοι ἐπίστευον ὅτι ἐνέπαιζε τὸν λαὸν ὁ πιστεύων ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο νὰ παρατάξῃ πλείονας τῶν 60 χιλιάδων ἀνδρῶν πρὸς διεκδίκησιν τῶν δικαίων αὐτῆς. (Ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα)... καθ’ ἣν στιγμήν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ ἀξίωσις ὅτι τὸ Κράτος ἠδύνατο νὰ παρατάξῃ δύναμιν περισσοτέραν τῶν 60 χιλιάδων ἐθεωρεῖτο ἐμπαιγμός, ἐθεωρεῖτο ἐξαπάτησις τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς δὲν ἠρκέσθη νὰ μοὶ δώσῃ τὴν ὑποθήκην αὐτήν, ὅτι δὲν πρέπει κανεὶς νὰ ἀπελπίζῃ περὶ τῶν ἐθνικῶν τυχῶν, ἀλλὰ μοὶ ἔδωκεν ἀκόμη καὶ ἄλλα μαθήματα, κατά τίνα τρόπον δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσιν αἱ ἐθνικαὶ αὗται βλέψεις, νὰ πραγματοποιηθῶσι τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη. Καὶ μοὶ εἶπεν ὅτι ταῦτα δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν ὁτὲ μὲν δι’ ὑποχωρήσεως ὁτὲ δὲ δι’ ὁρμῆς μεγαλειτέρας, ἄλλοτε μὲν διὰ συνεχοῦς βήματος πρὸς τὰ ἐμπρός, ἄλλοτε διὰ σταματήματος καὶ ἄλλοτε διὰ μικρᾶς ὑποχωρήσεως. Ναί, ἀξιότιμε βουλευτὰ ἐκ Κερκύρας. Ταῦτα ἐγνώριζον ἐγώ, ταῦτα γνωρίζω καὶ ταῦτα ἐφήρμοσα εἰς τὸν πολιτικόν μου βίον καὶ ὅτε ὑπῆρξεν ἀνάγκη ἀποχωρήσεως ἐκ τῆς Βορείου Ἠπείρου ἀπεχώρησα. Ἀπεχώρησα ὅτε ὑπῆρξεν ἀνάγκη, διότι εὑρέθην ἐνώπιον ἀποφάσεως ὁμοφώνου τῶν ἕξ Μεγάλων Δυνάμεων, καὶ διὰ νὰ ἐπιστρέψω οὐχὶ μετὰ μακρὸν χρόνον, καὶ νὰ ἐπιστρέψω οὐχὶ αὐτοβούλως κἄν, ἀλλὰ μὲ τὴν ἔγκρισιν τὴν ὁμόφωνον τῶν ἕξ Μεγάλων Δυνάμεων. (Νέαι ἐπιδοκιμασίαι καὶ χειροκροτήματα ῥαγδαῖα). Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς μονονουχὶ θὰ μὲ θεωρήσῃ ὑπεύθυνον διὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἑσπέρας ταύτης τὴν πολιτικήν, τὴν ἀφορῶσαν τὴν Βόρειον Ἤπειρον, διότι, ἀπαντῶν εἰς ἐρώτησιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἄρτης, εἶπον ὅτι ἡ Βόρειος Ἤπειρος διοικεῖται στρατιωτικῶς. Ναί, κύριοι! Εἶπον τοῦτο καὶ ἐμμένω εἰς τοῦτο. Ἡ Βόρειος Ἤπειρος διοικεῖται σήμερον στρατιωτικῶς καὶ ἐφ’ ὅσον ὡρισμέναι περιστάσεις δὲν ἐπέλθωσι, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ διοίκησις αὕτη. Τὸ πότε θὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ διοίκησις, αὐτὸ εἶναι ἔργον κρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία θὰ κατέχῃ τὰ ἑδώλια ταῦτα, ὅτε θὰ ἐπιστῶσιν αἱ περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας θὰ νομίσῃ ὅτι ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τῶν περιστάσεων· ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης δὲν ἐπῆλθε καμμία μεταβολὴ αὐτῶν τῶν περιστάσεων. Ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω τὴν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι τὴν Βόρειον Ἤπειρον κυβερνῶμεν σήμερον στρατιωτικῶς καὶ θὰ συνεχίσωμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τὴν διοίκησιν αὐτὴν τὴν στρατιωτικήν. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ θίξῃ καὶ ἄλλο ζήτημα, ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀπέφυγον πάντοτε καὶ προκληθεὶς νὰ θίξω ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, τὸ ζήτημα τοῦ πῶς κατωρθώθη ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς νὰ εὑρίσκηται καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ νὰ εὑρίσκηται τῇ συγκαταθέσει ὅλων τῶν Μεγάλων Δυνάμεων. Θέλω καὶ σήμερον νὰ ἀποφύγω πᾶσαν συζήτησιν περὶ τοῦ ἀγῶνος τοῦ Ἠπειρωτικοῦ. Ὑπῆρξα τόσον πολὺν καιρὸν ἐπαναστάτης, πρὶν γίνω κυβερνήτης ὠργανωμένου Κράτους, ὥστε νὰ μὴ εἶναι εὔκολον νὰ λησμονήσω κἄποιας καὶ προσωπικὰς καὶ ἀτταβιστικὰς συμπαθείας πρὸς τοὺς ἐπαναστάτας. Ἀλλά, κύριοι, δικαιοῦμαι νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ, ὅτι δὲν θὰ ἐπήρχετο καὶ πάλιν ἡ ἐπανακατάληψις τῆς Βορείου Ἠπείρου, ἐὰν δὲν ἠκολουθεῖτο ὑπὸ ἐπαναστάσεως, δικαιοῦμαι, λέγω, νὰ εἴπω, ὅτι τὸ συμπέρασμά του εἶναι ἐντελῶς παρακεκινδυνευμένον. Ἰσχυρίσθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ὅτι ἄνευ ἐπαναστάσεως, οἱ Ἀλβανοὶ θὰ κατεῖχον καὶ τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ τὴν Πρεμετὴν καὶ τὴν Κορυτσᾶν καὶ τὸ Λιασκοβίκι. Ναί, οἱ Ἀλβανοὶ θὰ κατεῖχον καὶ τὰ μέρη ταῦτα μὲ τὴν αὐτὴν δύναμιν ἢ μᾶλλον μὲ τὴν αὐτὴν ἀδυναμίαν καὶ μὲ τὴν αὐτὴν ἔλλειψιν ἐπιβολῆς, μὲ τὴν ὁποίαν κατώρθωσαν νὰ κατέχωσι τὴν μέσην καὶ τὴν Βόρειον Ἤπειρον. Γνωρίζετε τὴν συνεχῆ, τὴν ἄπαυστον ἀναρχίαν, ἡ ὁποία λυμαίνεται τὴν Ἀλβανίαν τήν τε Μέσην καὶ τὴν Βόρειον· γνωρίζετε καὶ πάλιν ὅτι ὁ Ἐσσὰτ πασσᾶς, ὁ ἐκπροσωπῶν σήμερον τὴν Ἀλβανικὴν ἰδέαν εἶναι σχεδὸν πολιορκημένος ἐν Δυρραχίῳ. Ἡ ἀναρχία δὲ αὕτη δὲν ἠδύνατο παρὰ ν’ ἀποτελέσῃ ἐπαρκῆ αἰτίαν εἰς ἐπάνοδον τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς Βόρειον Ἤπειρον. Ταῦτα, κύριοι, ἦσαν, ὅσα ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω ἀπαντῶν εἰς τὸν ἐκφυλισμόν, ὅπως εἶπον, τῆς συζητήσεως, διὰ τῆς παρεμβολῆς ἐν ὅλῃ του τῇ ἀρτιότητι σήμερον τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος ἐν τῇ Βουλῇ. Δύο λέξεις μόνον ἔχω νὰ προσθέσω ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ὅτι ἡ τόσον μακρὰ καὶ τόσον σοβαρὰ συζήτησις καταντᾷ νὰ πείθῃ τὸν ἀκροώμενον καὶ μὴ ἀναγνώσαντα τὸ νομοσχέδιον, ὅτι χωριζόμεθα ἀποτόμως ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀντιλήψεις περὶ Γενικῶν Διοικήσεων. Θὰ ἔλεγέ τις, ὅτι ἡμεῖς μὲν προσερχόμεθα ὑποστηρίζοντες εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν διοικηθῇ διὰ Γενικῶν Διοικήσεων, φέρεται πρὸς τὸν ὄλεθρον, ὅτι δὲ οἱ κύριοι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὑποστηρίζουν ἀντιθέτως, ὅτι ἐὰν ἡ Ἑλλὰς διοικηθῇ ἀπὸ Γενικὰς Διοικήσεις θὰ καταντήσῃ εἰς ὄλεθρον. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, κύριοι. Βάσιν ἔχει καὶ τὸ νομοσχέδιον τὴν κατάργησιν τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Διατηροῦνται προσωρινῶς δύο ἐξ αὐτῶν, ἐξηγήθη δὲ ὁ λόγος. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Κρήτην, ἀληθῶς κατ’ ἐμέ, ἡ προσωρινὴ διατήρησις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν πρὸς τὴν καλλιτέραν διοίκησιν τῆς νήσου, καίτοι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὰ καθήκοντα αὐτοῦ ὁ ἐντεταλμένος, τὰ ἐκπληροῖ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος ἀπέσπασε μέχρι τοῦδε τὴν πλήρη ἐπιδοκιμασίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ σᾶς εἶπον ὅτι αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἀπέχουσι πολύ· μᾶς ζητεῖται παρὰ τῶν κατοίκων ἑπομένως νὰ διατηρήσωμεν τὸν θεσμὸν μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν, διότι οἱ ἐν Κρήτῃ νομίζουσιν ὅτι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς παραμένων ἐκεῖ καὶ ἀντιλαμβανόμενος τῶν τοπικῶν ἀναγκῶν εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, ἓν εἶδος ἐπισήμου παραστάτου τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν. Ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν ἀξίωσιν αὐτὴν μιᾶς χώρας, ἡ ὁποία ἀπετέλει τέως ἰδιαίτερον Κράτος, ἠδυνάμεθα νὰ ἀπαντήσωμεν διὰ παραδοχῆς, διότι δὲν ἐνομίζομεν, ὅτι τοιαύτη ἐπιθυμία τῶν κατοίκων ἔπρεπε νὰ παροραθῇ. Διὰ τὰς ἄλλας δύο Διοικήσεις τὰς καταργουμένας, οὐδεμία τοιαύτη ἐπιθυμία τῶν κατοίκων ἐξεδηλώθη. Ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Μακεδονίαν εἰδικώτερον συνδέεται ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως πρὸς τὴν μεταβατικὴν περίοδον, τὴν ὁποίαν διερχόμεθα, πόσον δὲ χρόνον θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ περίοδος αὕτη δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ὁρίσωμεν. Δὲν εἶναι εὔκολον νὰ καταργήσωμεν τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, διότι ὁ Γενικὸς Διοικητὴς εἶναι ἐπόπτης τῆς ὅλης Διοικήσεως, εὑρισκόμενος δὲ ἐν τῷ κέντρῳ τῆς Μακεδονίας ἔχει τὴν εὐχέρειαν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, λόγῳ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως, ὁσάκις ἀναφύονται ζητήματα σπουδαιότερα, νὰ μεταβαίνῃ ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν εἰς τὸ κέντρον τῶν ὑπὸ τὴν διοίκησίν του νομῶν. Νομίζετε, ὅτι δὲν εἶναι τοῦτο τόσον σοβαρὸν πλεονέκτημα, ὥστε νὰ ἐξηγήσῃ διατί δὲν θέλομεν ἀπὸ τοῦδε νὰ καταργηθῇ ἡ Γενικὴ Διοίκησις τῆς Μακεδονίας καὶ διατί ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ λειτουργία τῆς Γενικῆς Διοικήσεως οὐχὶ ἐπ’ ἄπειρον, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς λόγος νὰ ἔχωμεν ἐν Μακεδονίᾳ τὴν Δημοτικὴν ἢ Κοινοτικὴν Διοίκησιν, τὴν Ἐπαρχιακὴν διὰ τῶν καζάδων, τὴν Νομαρχιακὴν καὶ ἐπὶ πλέον τὴν Γενικὴν Διοίκησιν. Τοῦτο θ’ ἀπετέλει πολυτέλειαν. Πιστεύω ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι θὰ φθάσωμεν νὰ ἔχωμεν, πλὴν τῆς κατωτάτης διοικήσεως, τῆς καθιερωθείσης διὰ τοῦ νόμου περὶ Κοινοτήτων, καὶ τῆς ἀνωτάτης, ἡ ὁποία θὰ εἶναι μεγαλειτέρα τοῦ σημερινοῦ νομοῦ, καὶ τρίτην κειμένην μεταξὺ τῶν δύο τούτων. Ἀλλὰ ταῦτα εἶναι θέματα τοῦ μέλλοντος, ὡς ἐξέθηκεν ὁ συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ οὐχὶ τοῦ παρόντος. Ἠθέλησα μόνον νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένωσιν ὁριστικῶς αἱ τέσσαρες ἐπάλληλοι διοικητικαὶ περιφέρειαι, ὡς αὗται λειτουργοῦσι σήμερον ἐν Μακεδονίᾳ.
§212Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀρέσκεται πάντοτε ἐν ταῖς συζητήσεσι νὰ θίγῃ τὰς χορδὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἀρέσκουσιν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ προκαλοῦσι τὰ χειροκροτήματα. Ἐλεύθεροι εἶσθε νὰ χειροκροτήσητε καὶ ἐλεύθερος εἶναι ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐξαίρῃ τὸ ἔργον αὑτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐγὼ οὔτε ἠμφισβήτησα οὔτε σκοπεύω ποτὲ οὔτε διανοοῦμαι νὰ διαμφισβητήσω. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀποδίδω εἰς αὐτὸν δικαιοσύνην, κατὰ τὸ σύστημά του, δὲν ἀπέδωκε τοιαύτην εἰς τοὺς προκατόχους του. Διότι τὸ σύστημά του ποῖον εἶναι; νὰ καταρρίπτῃ, ὅσον εἶναι δυνατόν, τοὺς προκατόχους του· οὐδὲν ἔπραξαν οἱ προκάτοχοί του· αὐτὸς ἐκ τοῦ μηδενὸς τὰ πάντα ἔπραξεν. Ἐγὼ ἠξεύρω ὅτι μόνον ὁ Θεὸς ἐκ τοῦ μηδενὸς ἔπραξε τὰ πάντα, δὲν ἠξεύρω ὅτι ἐκ τοῦ μηδενὸς πράττουσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες· ἐὰν ἐπράξατε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπράξατε καὶ τὸ ὁποῖον ἀποδίδει ὁ Ἑλληνισμὸς εἰς ὑμᾶς, τὸ ἐπράξατε διότι ηὕρετε Ἑλλάδα παρασκευασμένην στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς καὶ οἰκονομικῶς. Δύνασθε νὰ λέγητε ὅ,τι θέλετε περὶ 60 χιλιάδων ἀνδρῶν, ἀλλ’ ἐρωτῶ: ποῦ ηὕρετε τὰ ὅπλα διὰ τῶν ὁποίων ἐπολεμήσατε; ποῦ ηὕρετε τὰ πυροβόλα διὰ τῶν ὁποίων ἐπολεμήσατε; ποῦ ηὕρετε τὰ πλοῖα μὲ τὰ ὁποῖα ἐπολεμήσατε; ποῦ ηὕρετε τὰ χρήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἠδυνήθητε νὰ πολεμήσητε; ταῦτα πάντα προσεκόμισαν οἱ ἀντίπαλοι ὑμῶν· τοῦτο, ἐὰν εἶσθε δίκαιος, δὲν ἠθέλατε ἀρνηθῆ, ἀλλ’ ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἀρνηθῆτε τοῦτο, ὅπως προκαλέσητε τὰ χειροκροτήματα. Ἔχετε δόξαν τοσαύτην, δὲν σᾶς φθάνει; πρέπει νὰ αὐξήσῃ ἡ δόξα αὐτὴ διὰ προσβολῆς, διὰ περιφρονήσεως τῶν ἀντιπάλων ὑμῶν; Τὸ σύνθημά σας ἀπὸ ἄλλοτε τὸ γνωρίζομεν, γνωρίζομεν ὅτι πάντοτε προσπαθῆτε νὰ ἐξέλθητε τῶν δυσκολιῶν, τὴν φράσιν τὴν ἠκούσαμεν, τὴν ἔννοιαν τὴν ἠκούσαμεν, ἀλλὰ μήπως ἀπηντήσατε εἰς τὰ ἐπιχειρήματά μου; εἴπατε ὅτι ὁ βουλευτὴς Κερκύρας ὡμίλησε περὶ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος, ἐκ ποίων λόγων ὡρμήθην διὰ νὰ ὁμιλήσω; ὡρμήθην ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ σᾶς εἶπον ὅτι δὲν πράττετε ὀρθῶς, ἐθνικῶς διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὑμῶν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καταργεῖτε τὴν Γενικὴν Διοίκησιν τῆς Ἠπείρου καὶ εἶσθε ὑποχρεωμένος, ἅμα τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου, νὰ διαιρέσητε τὴν Ἤπειρον εἰς Νομοὺς καὶ νὰ μὴ περιλάβητε τὴν Βόρειον Ἤπειρον. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι πρᾶξις αὐτὴ ἡ ὁποία συντελεῖ εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ὀνείρων τῶν ἑλληνικῶν; Ἔχετε τὴν δήλωσιν τὴν ὁποίαν ἐκάματε, ἀρκεσθεῖτε εἰς ταύτην· τί ἀνάγκην ἔχετε νὰ προβῆτε εἰς μέτρον διοικητικόν, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι πραγματοποιεῖτε τὴν διοίκησιν ὑμῶν; Ταῦτα εἶπον, ἀφήσατε τὸ ἐπιχείρημα ἄνευ ἀπαντήσεως καὶ παρουσιάζετε ὡς δῆθεν παρεισφρῆσαν τὸ ζήτημα τῆς Ἠπείρου διὰ τῆς συζητήσεως, ἡ ὁποία δὲν ἐδικαιολόγει τὴν συζήτησιν αὐτήν. Ἐγὼ λέγω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπροκάλεσε τὴν συζήτησιν καὶ χαίρω διότι προκληθείς, εἶπον ὅσα εἶπον ταύτην τὴν στιγμήν.
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἀνανταπάντητον τὴν κατηγορίαν τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ, ὅτι θέλω νὰ ἐξευτελίζω τὸ παρελθὸν καὶ νὰ ἐξάρω τὰς ἰδικάς μου ὑπηρεσίας. Ἠμύνθην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ παραγνωρίσῃ τὸ ἔργον ἡμῶν, ῥίψας εἰς ἐμὲ τὰς εὐθύνας, διότι δὲν προήλασεν ὁ στρατὸς ἡμῶν μέχρι τοῦ Αὐλῶνος.
§214Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον αὐτό.
§215ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ εἴπατε ἄλλοτε.
§216Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ εἶπον σήμερον.
§217ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ εἴπατε ἄλλοτε καὶ ἀφοῦ τὸ εἴπατε ἄλλοτε, ἤλθατε σήμερον, συνεχίζοντες τὰς ἀντιλήψεις αὐτάς, νὰ μὲ παραστήσετε, ὡς μὴ γνωρίζοντα τί κάμνω διὰ τὴν Ἤπειρον καὶ ὅτι εἶναι κίνδυνος νὰ χάσωμεν τὴν Βόρειον Ἤπειρον, διότι τὴν διοικοῦμεν στρατιωτικῶς. Εἶχον δικαίωμα, ὅταν τὸ παρὸν κατηγορεῖτο παρ’ ὑμῶν, ὅταν ἐπεζητεῖτο, ὅπως ἐμβληθῇ ἀμφιβολία εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς, ἐὰν καλῶς διαχειρίζηται ἡ Κυβέρνησις τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα, καὶ ὅταν ἐνομίσατε ἀναγκαῖον νὰ μὲ συμβουλεύσητε νὰ μὴ λησμονῶ τὰ ἐθνικὰ ἰδεώδη, νὰ μὴ λησμονῶ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, νὰ εἴπω ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπον πρὸ μικροῦ. Βεβαίως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ἐντὸς διετίας νὰ παρασκευάσω ἐκ τοῦ μηδενὸς τὸν στρατόν, ὁ ὁποῖος ἔδωσε τὰς νίκας καὶ συνετέλεσε νὰ μεγαλώσῃ τὴν Ἑλλάδα. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι. Ἀλλ’ ὅταν λέγητε ὅτι εὗρον τὴν στρατιωτικὴν ὀργάνωσιν, διὰ τῆς ὁποίας διεπράχθησαν τὰ λαμπρὰ στρατιωτικὰ κατορθώματα τῶν δύο πολέμων, λέγετε ἀνακριβῆ πράγματα. Καὶ τὰ ὅπλα καὶ τὰ πυροβόλα τὰ εἴχατε κατὰ τὸ 1909, ὅτε εἰς τὴν Βαλκανικὴν Χερσόνησον ἐξερράγη ἡ κρίσις ἐκ τῆς προσαρτήσεως τῆς Βοσνίας καὶ Ἐρζεγοβίνης καὶ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς Βουλγαρίας εἰς ἐλεύθερον Βασίλειον καὶ ὅμως δὲν ἐτολμήσατε νὰ κάμητε τίποτε ὡς Κράτος, διότι δὲν εἶσθε παρεσκευασμένοι οὔτε στρατιωτικῶς οὔτε διπλωματικῶς νὰ πράξητε τίποτε· ἐὰν δὲ ἐγὼ εὗρον τὰς 100.000 τουφέκια καὶ τὰς 36 πυροβολαρχίας, ἐὰν κατώρθωσα εἰς διάστημα μικροῦ χρόνου νὰ συγκροτήσω τὴν στρατιωτικὴν ἀλκὴν τοῦ Ἔθνους, ἵνα ὑπὸ τὴν ἡγεσίαν τοῦ Στρατηλάτου Βασιλέως διαπραχθῶσι τὰ μεγάλα κατορθώματα τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν, διὰ τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ διὰ τὴν τιμὴν αὐτὴν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀφίνω τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ παρελθόντος νὰ διεκδικῶσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἄξιον λόγου μέρος τοῦ ἔργου τούτου. Τὸ μέρος τοῦτο εἶναι μικρόν. Διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῆτε ὅτι, ἐὰν δὲν ἐγίνοντο ὅσα ἐγένοντο ἔκτοτε, ἡ παραλυσία, ἡ ὁποία εἶχε νεμηθῇ, ὄχι μόνον τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἰδίως τὰς στρατιωτικὰς αὐτοῦ δυνάμεις, ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἐδέησε νὰ διεξαγάγω ἀγῶνα δεινόν, ὅπως ἀποδώσω εἰς τὸν στρατὸν τὸν φυσικὸν ἀρχηγόν του καὶ ὅπως ἀποκαταστήσω τὴν ἠθικὴν ἑνότητα τοῦ στρατοῦ, ἣν εἶχε διασπάσει τὸ παρελθόν.
§218Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ποῖος ἔκαμεν αὐτό;
§219ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Σεῖς ἐκάματε νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάσπασις.
§220Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἶναι ἰδικόν σας ἔργον... (Θόρυβος καὶ ἀντεγκλήσεις τινές).
§221ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Ἐπανάστασις ἦτο ἐκδήλωσις νόσου ὑπαρχούσης. Ἡ νόσος, τῆς ὁποίας εἶσθε ὑπαίτιοι, ἐξεδηλώθη διὰ τῆς Ἐπαναστάσεως, καὶ διὰ τὴν νόσον ταύτην εἶσθε ὑπεύθυνοι σεῖς οἱ διοικήσαντες τὴν Ἑλλάδα.
§222Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Μοιραίως καὶ τυχαίως. (Διαμαρτυρίαι ἐκ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως).
§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐδέησε δὲ νὰ ἐπαναφέρω ἐγὼ τὰ πράγματα καὶ ἀποκαταστήσω τὴν τάξιν.
§224Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί ἐλέγατε σεῖς περὶ τοῦ Βασιλέως τότε; Σεῖς ὑβρίζατε τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Ἐπανάστασιν. (Θόρυβος).
§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶσθε πολὺ μικρός, ὥστε νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἐγὼ δέ, ἐπαναλαμβάνω, κατώρθωσα, ὥστε καὶ εἰς τὸν στρατὸν αὐτόν, τὸν οὕτω διχασμένον, τὸν εἰς τοιαύτην περιελθόντα κατάστασιν, ὥστε νὰ εὑρίσκηται ἐν ἐπαναστάσει, νὰ ἀποδώσω τὴν γαλήνην, τὴν ἑνότητα τὴν ψυχικήν, ὅπως καταστῇ δυνατόν, ἐπανερχόμενος εἰς τοὺς στρατῶνας του, νὰ χρησιμεύσῃ εἰς χεῖρας τοῦ σημερινοῦ στρατιωτικοῦ ἀρχηγοῦ του διὰ τὴν ἔγερσιν τῶν ἀθανάτων τροπαίων τῶν δύο πολέμων. Αὐτὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἠθέλησα νὰ εἴπω. Τὰ εἶπον δέ, προκαλούμενος παρ’ ὑμῶν. Δὲν πρέπει δὲ διὰ τοῦτο νὰ ῥίπτητε εἰς ἐμὲ τὴν εὐθύνην, ἐὰν δὲν ἀφίνω ἄνευ ἀπαντήσεως τὴν ὑστάτην προσπάθειαν ὑμῶν πρὸς δυσφημισμὸν τοῦ ἔργου τοῦ γενομένου. Ἀλλὰ σεῖς ἠθελήσατε νὰ εἴπητε ὅτι ἐγὼ εὐθύνομαι, διότι ἐγένετο ἡ συζήτησις, διότι εἶπον ὅσα εἶπον, εἰς ἀπάντησιν τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἄρτης περὶ τῆς στρατιωτικῆς κατοχῆς τῆς Βορείου Ἠπείρου. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ἰσχυρίζησθε, ὅτι θέλει περιπλακῇ ἡ τύχη τῆς Βορείου Ἠπείρου, διότι κυβερνᾶται στρατιωτικῶς αὐτή, ἐνῷ ἡ ὑπόλοιπος κυβερνᾶται πολιτικῶς; Αὐτὴ ἡ διαφορὰ τῆς κατοχῆς θὰ ἐπηρεάσῃ ἐπὶ τῆς τύχης της; Νομίζετε ὅτι, ἐὰν ἄνευ ἀνάγκης καὶ ἐναντίον τῆς γενομένης δηλώσεως, καθ’ ἥν ἡ προέλασις τοῦ στρατοῦ εἰς τὴν Βόρειον Ἤπειρον σκοπὸν ἔχει τὴν ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως καὶ ὄχι τὴν ἀθέτησιν τῆς περὶ αὐτῆς ὁμοφώνου ἀποφάσεως τῶν Μ. Δυνάμεων, ἠρχόμην ν’ ἀθετήσω τὴν κεχαραγμένην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζετε ὅτι θὰ ἐξυπηρέτουν οὕτω τὰ συμφέροντα τὰ ἐθνικά; Ἐγὼ ἀξιῶ, ὅτι καὶ διὰ τῆς δηλώσεώς μου, καθ’ ἥν θὰ ἐξακολουθήσω κατέχων καὶ διοικῶν τὴν Βόρειον Ἤπειρον στρατιωτικῶς, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐπέλθῃ μεταβολὴ τῶν διεθνῶν περιστάσεων καὶ διὰ τῆς δηλώσεώς μου τῆς γενομένης κατὰ τὴν ἀνακατοχήν, ὅτι θέλω σεβασθῆ πᾶσαν ὁμόφωνον ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, ἐξυπηρετῶ ὡς ἄριστα τὰ ἐν Βορείῳ Ἠπείρῳ ἐθνικὰ συμφέροντα. Παρὰ τὰς ἐπιμόνους δὲ ἐπικρίσεις τῆς πολιτείας μου, ἔχω τὴν πεποίθησιν—καὶ ταύτην εἶμαι βέβαιος ὅτι συμμερίζεται καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ χώρα—ὅτι τὰ γενόμενα μέχρι σήμερον ὡς πρὸς τὴν Β. Ἤπειρον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καλῶς ἐγένοντο καὶ ὅτι ὅλαι αἱ πιθανότητες εἶναι ὅτι ἡ διαχείρισις αὐτῶν ἡ καλή, θὰ δειχθῇ μέχρι τέλους ἐξυπηρετικὴ τῶν ἀληθῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. (Ῥαγδαῖα χειροκροτήματα).
§226Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀληθῶς ἀνεξήγητον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατόπιν παρατηρήσεων γενομένων ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τῶν Νέων Χωρῶν, ἐθεώρησεν εὔκαιρον νὰ δώσῃ τροπὴν πολιτικὴν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ νὰ ἐλέγξῃ τὴν κατὰ τὸ παρελθὸν πολιτείαν τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων. Καὶ ἤλεγχεν αὐτὰς διότι, καίτοι κατὰ τὸ 1909 ὑπῆρχον καὶ ὅπλα καὶ πυροβόλα ἐν ταῖς ἀποθήκαις τοῦ στρατοῦ, δὲν ἐτόλμησαν αὗται νὰ κινηθῶσιν, ὅτε ἐγένετο ἡ προσάρτησις τῆς Βοσνίας καὶ τῆς Ἑρζεγοβίνης παρὰ τῆς Αὐστρίας καὶ ἐκηρύχθη ἡ Βουλγαρία ἐλεύθερον Βασίλειον. Ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ταῦτα πάντα ἐτελέσθησαν ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν πασῶν τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, θὰ ἦτο δὲ κἄπως ῥιψοκίνδυνον διὰ τὴν μικρὰν Ἑλλάδα ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὰς συντελεσθείσας τότε διεθνεῖς πράξεις. Μὴ εἶχε τὴν ἀξίωσιν νὰ κηρύξωμεν πόλεμον κατὰ τῆς Αὐστρίας διὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Βοσνίας καὶ τῆς Ἑρζεγοβίνης, ὅτε αὐτὴ ἡ παντοδύναμος Ἀγγλία ἀπεδέχθη ταύτην σιωπήσασα; Ἢ ἤθελε νὰ κηρύξωμεν πόλεμον κατὰ ταύτης καὶ πασῶν τῶν Μεγάλων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων τῶν ἀναγνωρισασῶν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλγαρίας καὶ τὴν ἀνακήρυξιν αὐτῆς εἰς ἐλεύθερον Βασίλειον; Ὑποθέτω ὅτι ἐκτιμῶν ἀκριβέστερον τὰς περιστάσεις ἐκείνας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἐβεβαίου πρὸ ὀλίγου ὅτι πρέπει νὰ τηρῶμεν ἀνάλογον πρὸς τὰς περιστάσεις στάσιν καὶ πότε μὲν νὰ βαίνωμεν μετὰ θάρρους πρὸς τὰ πρόσω καὶ πότε νὰ ὑποχωρῶμεν, δὲν θὰ συνεβούλευε νὰ πολεμήσῃ ἡ Ἑλλὰς κατὰ τὸ 1909 καθ’ ὅλης τῆς ὑφηλίου, διότι εἶχε τότε ὅπλα καὶ πυροβόλα εἰς τὰς ἀποθήκας της. Ἀλλ’ εἶναι ἡ ῥοπὴ τοῦ πνεύματός του νὰ θέλῃ νὰ δικάσῃ τὴν πολιτείαν τῶν προκατόχων Κυβερνήσεων, φρονῶν ὅτι οὕτω ἐξαίρεται τὸ ἔργον του καὶ ἡ ἰδία του πολιτεία. Καὶ κατήγγελλε τὸν βουλευτὴν Κερκύρας, διότι διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ στρατοῦ ἐπεζητήθησαν οἰκονομίαι. Ἀλλ’ ἄνευ αὐτῶν μήτε ὅπλα μήτε πυροβόλα θὰ εὕρισκεν εἰς τὰς ἀποθήκας, δι’ ὧν καὶ μόνον διεξήχθησαν οἱ δύο ἔνδοξοι πόλεμοι τοῦ 1912 καὶ 1913, διότι εἰς οὐδεμίαν νέαν προμήθειαν κατ’ αὐτοὺς καὶ πρὸς διεξαγωγὴν αὐτῶν προέβη ἡ Κυβέρνησις τοῦ κ. Βενιζέλου. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα εἶναι ὅλως ἀλλότρια πρὸς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, προεκλήθησαν δὲ ἐκ τῆς παρατηρήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1ου αὐτοῦ, δι’ οὗ καταργεῖται ἡ Γεν. Διοίκησις τῆς Ἠπείρου, διατηρεῖται δὲ ἐν Κρήτῃ καὶ Μακεδονίᾳ λόγῳ τῆς ἑνότητος τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ἡ ἑνότης τῆς διοικητικῆς ἐνεργείας καὶ ἡ ἀποφυγὴ τῆς βραδυπορίας τῆς Ἑλληνικῆς Διοικήσεως, ἐπιχειρήματα ἅτινα προέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς συνηγοροῦντα ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῆς ἐν Μακεδονίᾳ Γενικῆς Διοικήσεως, ἔδει νὰ ἐπιδιωχθῇ, διὰ τὴν διοίκησιν ἐν Ἠπείρῳ, ἔνθα ἡ κατάστασις εἶναι ἀκαθόριστος ἔτι, ν’ ἀποφύγωμεν δὲ ἐπιμελῶς τὴν στρατιωτικὴν διοίκησιν ἐν αὐτῇ, ἥτις δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κατακτηθεῖσα χώρα, ἡ κοιτὶς αὕτη τοῦ ἀκραιφνεστέρου Ἑλληνισμοῦ. Καὶ δὲν ἠδύνατο τοῦτο νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς διεθνεῖς παρεξηγήσεις, ἀφοῦ ἀνεγνωρίσθη ἡ Ἑλληνικὴ κατοχή, ὁ δὲ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἐνέχει ἐν αὐτῷ τὸ πρόσκαιρον καὶ χαρακτηρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡς προσωρινὸς καὶ διαβατικός. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῶμεν τὰς παρομαρτούσας τῇ Στρατιωτικῇ Διοικήσει ἀνωμαλίας. Πρὸς δικαιολόγησιν τῆς διατηρήσεως τῆς ἐν Κρήτῃ Γενικῆς Διοικήσεως ὁ κ. Ὑπουργός, προέβαλεν ὅτι, ἐπικειμένης τῆς εἰσόδου τῶν ἀντιπροσώπων τῆς ἡρωικῆς Κρήτης, δὲν φρονεῖ, ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν εἰς τὴν κατάργησιν νομῶν τῆς Κρήτης. Ἀλλ’ οὐδενὸς τοιούτου τὴν κατάργησιν ἐπέβαλεν ἡ κατάργησις τῆς Γενικῆς Διοικήσεως, ἥτις ἀποτελεῖ θεσμὸν ξένον πρὸς τὴν μέχρι τοῦδε διοίκησιν τῆς Κρήτης, ἀπὸ αἰῶνος ἀγωνισθείσης ἐκθύμως διὰ τὴν ἕνωσίν της μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, μὴ φεισθείσης οὐδὲ ἀγώνων οὐδὲ θυσιῶν. Πολὺ φοβοῦμαι ἐντεῦθεν ὅτι ὁ θεσμὸς τῆς Γενικῆς Διοικήσεως καθιστᾷ, ἀντὶ τῆς ἑνότητος τῆς Διοικήσεως, τὸν διχασμὸν καὶ τὴν ἀνεξέλεγκτον ἄσκησιν αὐτῆς ἐν Κρήτῃ. Καὶ αἱ σκέψεις αὗται μὲ ἄγουν εἰς τὸ γενικώτερον συμπέρασμα ὅτι, ὁ θεσμὸς τῶν Γενικῶν Διοικήσεων ἀντὶ τῆς ἑνότητος τῆς Κυβερνητικῆς ἐνεργείας, συνεπάγεται τὴν κατάτμησιν αὐτῆς μεθ’ ὅλων τῶν παρομαρτούντων ταύτῃ ἀτόπων, καὶ ὅτι ἐντεῦθεν ἐπιβάλλεται γενικῶς ἡ κατάργησις αὐτῶν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ὑπάρχει ἐγγεγραμμένος ὅπως ὁμιλήσῃ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περαιωμένη. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σπ. Σπυρομήλιος, Σ. Σακελλαριάδης, Π. Κοσονᾶκος, Π. Σπυράκης, Π. Ἀλεξάκης, Σ. Τσακόπουλος, Κ. Σοκόλης, Ε. Βελλιανίτης, Π. Τσαλδάρης, Α. Καραπάνος, Ν. Βελέντζας, Μ. Στελλάκης, Π. Πετροπουλάκης, Γ. Καρπετόπουλος, Ε. Δηλιγιάννης, Σ. Κροκιδᾶς καὶ Α. Μπασιᾶς ὑπέβαλον πρότασιν ὅπως ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου διεξαχθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. —Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Ξηρὸς καὶ Σ. Τσακόπουλος καλοῦνται ὡς ψηφολέκται. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. —Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον λέγουσι «ναί», οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι αὐτὸ λέγουσιν «ὄχι».
§228ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ. (Ἀναγινώσκει).
| Νικόλ. Στράτος | Ο | Δημ. Ζαδογιάννης | |
| Νικόλ. Χρυσόγελος | Ἀνδρ. Μιχαλακόπουλος | Ν | |
| Ἀλέξ. Γρίβας | Ν | Δημ. Γαύναρης | Ο |
| Ἰω. Τρικούπης | Ἀλέξ. Ζαΐμης | ||
| Ἰω. Χριστοδουλιᾶς | Γεώργ. Κρεστενίτης | ||
| Γεώργ. Τσακανίκας | Βασίλειος Ροῦφος | Ν | |
| Ἰω. Καλαντζόπουλος | Ν | Κωνστ. Γόντικας | Ν |
| Ἰω. Φαρμάκης | Ν | Ἀριστόβ. Πετμεζᾶς | |
| Γεώργ. Καφαντάρης | Σπήλιος Ἀγαπητός | Ν | |
| Γεώργ. Ἰατρίδης | Λ. Γκλαβᾶς | Ν | |
| Στέφ. Γρανίτσας | Ἰω. Βέρροιος | Ν | |
| Ἰω. Καναβός | Πολυχρόν. Πολυχρονιάδης | ||
| Ἐμμ. Ρέπουλης | Ν | Λέων Μεσσηνέζης | |
| Ἀθαν. Χριστόπουλος | Παναγ. Βουρλούμης | Ν | |
| Εὐστ. Παπακωνσταντίνου | Ν | Γεώρ. Λαμπρινόπουλος | Ν |
| Παναγ. Ἀραβαντινός | Νικόλ. Συριόπουλος | Ν | |
| Δημ. Καλλέργης | Γεώρ. Κατσιμπίρης | Ν | |
| Ἰω. Τερζάκης | Ν | Νικόλ. Πετσάλης | |
| Σπυρ. Ἀγγελίδης | Νικόλ. Σταματιάδης | ||
| Σωτ. Κροκιδᾶς | Ο | Παντιᾶς Κοντόσταυλος | |
| Παν. Φραντζῆς | Ἰωάννης Μπούρνιας | ||
| Γ. Καρπετόπουλος | Ο | Εὐάγ. Γεωργιάδης | |
| Παναγ. Τσαλδάρης | Ο | Σταμ. Βακράτσας | Ν |
| Νικ. Τριανταφυλλᾶκος | Ο | Ἀπόστ. Ἀποστολίδης | Ν |
| Νικ. Δημητρακόπουλος | Ο | Ἑρρῖκος Τομπάζης | |
| Σπυρ. Τσακόπουλος | Ο | Γεώρ. Κοσώνας | |
| Βασ. Τουρκοβασίλης | Ροβέρτος Ρώμας | ||
| Ἰω. Μπακόπουλος | Κ. Ἀργασάρης Λομβάρδος | ||
| Παναγ. Σπυράκης | Ο | Νικόλ. Μουζάκης | |
| Δημ. Ράλλης | Ο | Κωνστ. Ζαβιτσιᾶνος | Ν- |
| Περ. Ἀλεξάκης | Ο | Γεώρ. Θεοτόκης | Ο |
| Στέφ. Σακελλαριάδης | Ο | Λῖνος Κογεβίνας | Ν |
| Βασίλ. Σεραφείμ | Εὐθ. Βελλιανίτης | ||
| Θ. Γρηγορίου | Κωνστ. Σοκόλης | Ο | |
| Ἐπαμ. Δηλιγιάννης | Ο | Πέτρος Φίλιππας | |
| Σπυρ. Σῖμος | Ν | Ἀνδρ. Κεφαλληνός | |
| Ἀλέξ. Καραπᾶνος | Ο | Βασίλ. Πουλιάσης | |
| Σπυρ. Σπυρομήλιος | Ο | Ἠλίας Τσιτσέλης | |
| Ἐλευθ. Βενιζέλος | Ν | Ὄθων Τετενές | |
| Μιλτ. Νεγρεπόντης | Νικόλ. Χαριτᾶτος | ||
| Γεώργ. Ζωγράφος | Σ. Ἰγγλέσης | Ν | |
| Πολύβ. Λαγοπάτης | Νικόλ. Ἀλιβιζᾶτος | ||
| Κωνστ. Ῥακτιβάν | Ν | Νικόλ. Ραυτόπουλος | |
| Γεώργ. Στρατούλης | Ἀθ. Τυπάλδος Μπασιᾶς | Ο | |
| Λουκᾶς Νάκος | Ν | Λεων. Ἐμπειρῖκος | |
| Ἀλέξ. Ἀναστασιάδης | Τριαντάφυλλος Παπαδάμ | ||
| Λουκᾶς Κουτσοπέταλος | Κωνστ. Καλομενόπουλος | ||
| Ἰω. Ἀθανασάκης | Θωμᾶς Σκάσης | Ν | |
| Ἰω. Μπρισιμιτζάκης | Ν | Σταμ. Βαφιαδάκης | |
| Βασίλ. Κυρέλλος | Σωκράτ. Παπαβασιλείου | ||
| Κωνστ. Δεμερτζῆς | Νικόλ. Καμπάνης | ||
| Δημοσθ. Σωτηρίου | Ν | Κωνστ. Ἀλαβάνος | Ν |
| Δημ. Κριεκούκης | Δημήτρ. Πετσετάκης | ||
| Γεώργ. Καζανόβας | Ἀλέξ. Μαλασπίνας | Ν | |
| Ἰω. Γρυπονησιώτης | Ἀντώνιος Ῥεβίνθης | ||
| Ἀριστοτέλ. Σακελλαρίου | Ν | Νικόλαος Κρίσπης | |
| Σπυρ. Παπαχατζῆς | Γεώργιος Γαϊτάνος | ||
| Δημ. Διαμαντίδης | Ν | Κυρ. Μαυρομιχάλης | |
| Σπυρ. Θεοδωρόπουλος | Ν | Γεώρ. Μαυρομιχάλης | |
| Μιχ. Στελλάκης | Ο | Πέτρος Ἰατρόπουλος | |
| Παν. Κοσονάκος | Ο | Γεώρ. Ράλλης | |
| Παναγ. Α. Πετροπουλάκης | Ο | Ν. Λεωνίδας | |
| Δημ. Λ. Πετροπουλάκης | Α. Διομήδης | Ν | |
| Γεώρ. Φικιώρης | Ἀπόστ. Ἀλεξανδρῆς | ||
| Θαλῆς Κουτούπης | Ν | Ἀλέξ. Παπαποστόλου | |
| Ἠλίας Κοπανίτσας | Νικόλ. Γαρδικιώτης | ||
| Κωνστ. Χρυσοχοΐδης | Ν | Σωτ. Χατζηγάκης | |
| Κωνστ. Σπυρίδης | Ν | Κωνστ. Σταμούλης | |
| Ν. Σαρλῆς | Ν | Δημήτρ. Μαλλιόπουλος | |
| Δημήτρ. Χατζηγιάννης | Ν | Δημήτρ. Μπούσδρας | |
| Ε. Ἀναστασιάδης | Ν | Γεώρ. Σπυρόπουλος | Ν |
| Ἀλέξ. Κασσαβέτης | Ἀλκιβ. Θανόπουλος | Ν | |
| Ἰω. Γκέκας | Ν | Χρῆστος Καρᾶς | |
| Πελοπ. Ἀγγελίδης | Θεόδ. Φίλιος | ||
| Μιλτ. Μπουφίδης | Α. Μιαούλης | Ν | |
| Κωνστ. Δημοκωστούλας | Ἰω. Μάνος | Ν | |
| Μιλτ. Δηλιγιάννης | Ἰάκ. Τομπάζης | Ν | |
| Γεώρ. Βλάχος | Ν | Ἰω. Τσιριμῶκος | Ν |
| Παναγ. Φλέσσας | Ἰω. Ξηρός | Ν | |
| Σπηλ. Ντολιόπουλος | Νικόλ. Γ. Ξηρός | ||
| Παναγ. Μερλόπουλος | Ν | Ἀθαν. Εὐταξίας | |
| Χριστόδουλος Δικαῖος | Ρήγας Χατζηρρήγας | ||
| Γεώρ. Καντιάνης | Ν | Ν. Βελέντζας | Ο |
| Κωνστ. Κουμουνδοῦρος | Κωνστ. Λιδωρίκης | ||
| Παναγ. Λυμπερόπουλος | Ν | Ἀχιλλεὺς Παπαλουκᾶς | |
| Ἀνδρ. Κοκέβης | Ν | Μιχ. Φωτιάδης | Ν |
| Ἀθ. Περρωτῆς | Ἰω. Δελμοῦζος | ||
| Ἀντ. Ζησιμόπουλος | Θεμ. Παπαϊωάννου | ||
| Δημήτρ. Γκιουλές | Δημοσθ. Βρατσάνος | ||
| Δημήτρ. Κανελλόπουλος | Ν | Ἀλέξ. Κανάρης |
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τις μὴ ψηφοφορήσας; Ἄρχεται ἡ διαλογή. Ἐψήφισαν ἐν ὅλῳ 77· 55 ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ ἄρθρου καὶ 22 κατ’ αὐτοῦ, ἑπομένως τὸ ἄρθρον γίνεται δεκτόν.
§230Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὸ 1ον ἄρθρον ἔχει μίαν παράλειψιν. Νὰ προστεθῇ «καὶ ἡ διοίκησις τῆς Σάμου». (Ψηφίζεται τὸ 1ον ὡς ἐτροποποιήθη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 2ον).
§231Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου φράσιν «θὰ ὁρισθῶσιν ἐφ’ ἅπαξ».
§232Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ ἠδύνατο νὰ γεννηθῇ ὑποψία, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. βουλευτὴς Αἰτωλοακαρνανίας, ὅτι θὰ ἦτο δυνατόν, δεδομένης διοικητικῆς τινὸς διαιρέσεως, νὰ ἐπανέλθῃ εἰς ἄλλην διαίρεσιν ἡ Κυβέρνησις, τὸ πρᾶγμα δὲ θὰ ἔθιγε τὴν ἐκλογικὴν περιφέρειαν, διὰ τοῦτο ὁρίζομεν ὅτι ἐκδοθέντος ἅπαξ Βασ. Διατάγματος δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις δευτέρου Ρ. Διατάγματος, τροποποιοῦντος τὰ ὅρια τοῦ Νομοῦ.
§233Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρόκειται πάντοτε περὶ κανονισμοῦ προσωρινοῦ.
§234Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἔχει καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 3ον).
§235ΣΠ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Ἄν εἶνε δυνατὸν νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ περίοδος «εἴτε διὰ συγχωνεύσεως».
§236Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποσπάσητε «πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ καταρτισμοῦ τῶν ἀναγκαίων τμημάτων ἐκ τῶν νομῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος; Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ ἡ τοιαύτη διάταξις.
§237Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Πρόκειται περὶ δύο σημείων, ὅπως ἐδήλωσα ἀκριβῶς διὰ νὰ τὸ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ἡ Βουλή, ποῖαι μεταβολαὶ εἶναι ἐνδεχόμεναι εἰς τὰ ὑφιστάμενα ὅρια. Ὡς πρὸς μὲν τοὺς νομοὺς τῆς Μακεδονίας ἐδήλωσα εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρόκειται περὶ μιᾶς καὶ μόνης περιφερείας, τῆς Ἐλασσῶνος, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν περιφέρειαν τῆς Ἠπείρου, ἐκεῖ φυσικὰ πρόκειται περὶ μεταβολῆς ἐν τῷ νομῷ Ἄρτης, διότι ὁ νομὸς Ἄρτης δὲν δύναται νὰ μείνῃ ὡς ἔχει σήμερον. Διὰ τοῦτο θὰ παρακαλέσω τὸν κ. βουλευτὴν νὰ εἴπῃ ποίαν διασάφησιν ἐννοεῖ.
§238Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐννοῶ αὐτήν, ὅτι ἐὰν πρόκηται περὶ μιᾶς προσωρινῆς διαρρυθμίσεως, ὁποίαν ἐχαρακτηρίσατε ἐν γένει τὴν τοῦ νομοσχεδίου, τότε ὄχι μόνον δὲν εἶχεν ἔννοιαν ἡ τελευταία αὕτη φράσις, τῆς ἀποσπάσεως δηλαδὴ ὡρισμένων τμημάτων ἐκ τῶν νομῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ παρέλκει ἐντελῶς.
§239Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διατί;
§240Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Διότι οὐδὲν ἕτερον θὰ πράξητε εἰμὴ νὰ ἀναστατώσητε αὐτοὺς τοὺς πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι ἤθελον κατόπιν τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀποσπασθῆ ἀπὸ τοὺς νομούς, οἱ ὁποῖοι ὑφίστανται σήμερον καὶ ἀνατεθῶσιν εἰς νομοὺς οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντελῶς προσωρινοί. Διατί δὲν ἐπιφυλάσσετε αὐτὴν τὴν διαρρύθμισιν κατὰ τὸν ὕστερον χρόνον, ὅταν θὰ φθάσητε εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὁριστικῆς διοικήσεως καὶ διαιρέσεως τῶν τοιούτων νομῶν; Νομίζω ὅτι οὐδὲν ζημιοῦται τὸ νομοσχέδιον ὑμῶν ἄνευ τῆς τελευταίας διατάξεως καὶ ἀποφεύγετε οὕτω νὰ νομοθετήσητε προσωρινῶς, διότι ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς σχεδίου ὁριστικοῦ, θὰ ἐνόουν αὐτὴν τὴν διάταξιν τῆς συγχωνεύσεως ὡρισμένων τμημάτων ἐκ νομῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς προσθήκης αὐτῶν εἰς ἄλλους.
§241ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ, ὡς εἶπον, τὸ καθεστὼς τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, οἷον ἔχει σήμερον, ἐν σχέσει πρὸς τὸν νομὸν Ἄρτης. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ζητοῦμεν τὴν παροχὴν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον.
§242ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 9, καὶ 10 ἄνευ ἀντιρρήσεως). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 ὑπάρχει τροπολογία τῶν συναδέλφων κυρίων βουλευτῶν Εὐθ. Βελλιανίτη, Η. Κοπανίτσα, Π. Σπυράκη, Π. Λ. Πετροπουλάκη καὶ Θ. Μπασιᾶ, τὴν ὁποίαν παρακαλεῖται νὰ ἀναγνώσῃ ὁ κ. γραμματεύς. (ἀναγινώσκεται). Ἄρθρον 11. «Τὸ προσωπικὸν τῶν νομαρχιῶν καὶ ὑποδιοικήσεων, πλὴν τῶν γραφέων ἢ δακτυλογράφων καὶ τῶν κλητήρων διοριζομένων ὑπὸ τοῦ οἰκείου Νομάρχου ἢ ὑποδιοικητοῦ, καὶ ἀπολυομένων συνεπείᾳ προτάσεως αὐτῶν, μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν διευθυντῶν, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, διορίζεται κατὰ τὸν νόμον ͵ΓΨΒʹ περὶ προσόντων, μονιμότητος κλπ. τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς ἐτροποποιήθη καὶ συνεπληρώθη διὰ τῶν μεταγενεστέρων νόμων, μειουμένου τοῦ πρὸς ἀπόκτησιν τῶν προσόντων πρὸς προαγωγὴν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ἀπαιτουμένου χρόνου, ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀκολούθου μέχρι τοῦ γραμματέως Αʹ τάξεως κατὰ τὸ ἓν ἔτος, ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ΔΣΖʹ (4207) τοῦ 1913».
§243ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μένει ὡς ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ἄλλο μέρος;
§244ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§245Π. ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Εἶναι μία ἐγγύησις ἐπὶ πλέον.
§246ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Οἱ κύριοι βουλευταὶ ζητοῦσι μίαν ἐπὶ πλέον ἐγγύησιν ὑπὲρ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους θὰ διορίζωσιν οἱ κατὰ τόπους διοικηταί, ὅπως μὴ ἀπολύωνται παρ’ αὐτῶν. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν.
§247Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐλαττώνει καὶ τὰ προσόντα.
§248ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§249Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι μείωσις, κύριε Ὑπουργέ.
§250ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἶνε αὐτὸ τοῦτο τὸ ἄρθρον. Τὸ ἄρθρον λέγει: «Τὸ προσωπικὸν τῶν νομαρχιῶν καὶ ὑποδιοικήσεων, πλὴν τῶν γραφέων ἢ δακτυλογράφων καὶ τῶν κλητήρων, διοριζομένων καὶ ἀπολυομένων ὑπὸ τοῦ οἰκείου Νομάρχου ἢ τοῦ ὑποδιοικητοῦ». Οἱ κύριοι βουλευταὶ διαγράφουσι τὸ «καὶ ἀπολυομένων ὑπὸ τοῦ οἰκείου Νομάρχου ἢ τοῦ ὑποδιοικητοῦ» καὶ τὸ μεταβάλλουσιν οὕτως: «Καὶ ἀπολυομένων συνεπείᾳ προτάσεως αὐτῶν, μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν διευθυντῶν, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ»· καθιστῶσι δηλαδὴ ἐπὶ πλέον μίαν ἐγγύησιν. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν βλέπω νὰ ἔχῃ κώλυμα ἡ διάταξις. Ἐν τούτοις ἐφ’ ὅσον τίθεται εἷς περιορισμὸς εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ἀπολύειν τοῦ νομάρχου ἢ τοῦ ὑποδιοικητοῦ, δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ δεχθῶ αὐτό. Δέχομαι δὲ οὕτω τὸ ἄρθρον: (ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 11. «Τὸ προσωπικὸν τῶν νομαρχιῶν καὶ ὑποδιοικήσεων, πλὴν τῶν γραφέων ἢ δακτυλογράφων καὶ τῶν κλητήρων, διοριζομένων ὑπὸ τοῦ οἰκείου Νομάρχου ἢ ὑποδιοικητοῦ, καὶ ἀπολυομένων συνεπείᾳ προτάσεως αὐτῶν, μετὰ γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῶν διευθυντῶν, δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ» καὶ μένει περαιτέρω τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 ὡς τροπολογεῖται ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§252Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκα εἰς τὰς χεῖράς σας, κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς τὸ ἄρθρον 11 προστίθεται παράγραφος ὅτι: «Ἐξαιρετικῶς οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ὑπηρετοῦντες ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ταῖς παλαιαῖς νομαρχίαις τοῦ Κράτους ὑπάλληλοι ....» Θὰ τὴν δεχθῆτε εἰς τὸ ἄλλο νομοσχέδιον περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου.
§253ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ ἐπιφυλαχθῶμεν ἐκεῖ.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 ὑπάρχει τροπολογία μὴ ἐκτυπωθεῖσα εἰσέτι, τὴν ὁποίαν παρακαλεῖται νὰ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Γραμματεύς, ὑπὸ τῶν κ. κ. Ἀλιβιζάτου καὶ Ἰγγλέση (ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). «Μετὰ τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἐδαφίου προστίθεται: «Διδάκτορες καὶ τελειόφοιτοι τῆς νομικῆς, ὑπηρετοῦντες ἐν ταῖς Νέαις Χώραις ὡς γραμματεῖς βʹ τάξεως ἐν τῇ διοικητικῇ ὑπηρεσίᾳ πλέον τοῦ ἔτους, δύνανται νὰ μονιμοποιηθῶσιν, ἐὰν ὑποβληθῶσιν εἰς διαγωνισμὸν ἢ ἐὰν ἔχωσι προηγουμένως ὑπηρετήσῃ εἰς παρεμφερῆ τινα θέσιν».
§255ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν πρόκηται περὶ καταλήψεως θέσεως διὰ διαγωνισμοῦ, εἶναι περιττὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, διότι ἔχουσιν ἤδη τὸ δικαίωμα δυνάμει κειμένων νόμων. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται νὰ ἀναγνωρίσω προσόντα εἰς ὑπαλλήλους ἄλλων ὑπηρεσιῶν πλὴν τῶν νομαρχιῶν, προσόντα μειοῦντα τὴν θέσιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων συναδέλφων. Δὲν δύναμαι νὰ καταστήσω μονίμους ὑπαλλήλους μὴ ἀποκατεστημένους τοιούτους δυνάμει τῶν κειμένων νόμων ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων προσόντων. Ἐγὼ ὅμως ἐπειδὴ ὑπάρχουσι διάφορα προσόντα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι οἱ καταγόμενοι ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων — καὶ ὅταν λέγω τῶν Νέων Χωρῶν πλὴν τῆς Κρήτης, διότι περὶ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον — νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον περὶ τῶν καταγομένων ἐκ τῶν Νέων Χωρῶν καὶ ὑπηρετούντων ἤδη νὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως κατόπιν γνωμοδοτήσεως ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θὰ καταρτισθῇ διὰ Β. Διατάγματος, δύνανται νὰ κατέχωσι θέσιν μέχρι ὡρισμένου βαθμοῦ καὶ τοῦτο διότι ἠγέρθησαν παράπονα καὶ διαμαρτυρίαι ὅτι διὰ τῶν προσόντων τούτων ἀποκλείονται καὶ ἐκ τῶν κατωτάτων θέσεων, τὰς ὁποίας εὔλογον εἶναι νὰ δώσωμεν εἰς αὐτούς, ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει κίνδυνος προαγωγῆς κατωτέρων ὑπαλλήλων εἰς τοιαύτας θέσεις. Νομίζω ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ τροποποίησιν ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰς Γενικὰς Διοικήσεις καὶ Νομαρχίας καὶ ὑποδιοικήσεις πλὴν τῆς Κρήτης, μὴ καταγομένους δὲ ἐκ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος.
§256Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διατὶ ἐξαιροῦνται; ἅμα ἔχουσιν ἀπολυτήριον Γυμνασίου καὶ εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν διατί; τὰ στοιχεῖα εἶναι ἢ προσόντα κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν ἢ εὐδοκίμησις κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν.
§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἢ νὰ ἀποκτήσωσι τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἔχομεν εἰς τὴν Π. Ἑλλάδα.
§258ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δίκαιον εἶναι τοῦτο. Προκειμένου περὶ καταγομένων ἐκ τῶν χωρῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι μίαν θέσιν, θὰ ἦτο ὀρθὸν ν’ ἀποκλείσωμεν αὐτοὺς ἀπὸ τὰς κατωτέρας θέσεις καὶ νὰ μὴ καταρτίσωμεν μίαν Ἐπιτροπήν.
§259Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διατί;
§260ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διότι οἱ ἐκ τῆς Νέας Ἑλλάδος ἔχουσιν ὅλα τὰ μέσα διὰ νὰ ἀποκτήσωσιν ὅλα τὰ προσόντα.
§261Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅταν ἔγεινε τὸ κακὸν καὶ τοὺς ἐπῆρεν ἡ Πολιτεία, ὀφείλει, ἀφοῦ εὐδοκιμήσωσι, νὰ τοὺς ἔχῃ.
§262ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀναγκαία ἀπολύτως διότι θὰ γίνῃ διάκρισις τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος καὶ τῆς Νέας Ἑλλάδος, οὕτω δὲ διατυπουμένη κατ’ αἴτησιν τῆς Κυβερνήσεως, νομίζω ὅτι φράσσει τὰ στόματα ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠδύναντο νὰ ἔχωσι τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι ἐχρησιμοποιήθη αὐτὸ τὸ διάστημα, ὅπως ἡ Κυβέρνησις διὰ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν κατορθώσῃ νὰ δημιουργήσῃ φίλους της.
§263Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Συνέβη αὐτὸ ἢ ὄχι;
§264ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργός). Δὲν συνέβη οὔτε ὑποτίθεται ὅτι δύναται νὰ συμβῇ.
§265ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀφίνω εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς κίνδυνος νὰ ὁρίσῃ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ μὴ δύνανται νὰ καταλάβωσι θέσεις ἀνωτέρας τῶν Γραμματέων.
§266ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 12ου ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Νάκου.
§267Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν τὴν ἔχετε ὄψιν σας;
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ν’ ἀναγνωσθῇ. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία ἔχουσα οὕτω: «εἰς τὸ τέλος τοῦ 12ου ἄρθρου προστίθεται «δύνανται νὰ προσληφθῶσιν ὑπὸ τῶν Γενικῶν Διοικητῶν οἱ ὑπηρετήσαντες εὐδοκίμως ὑπάλληλοι».
§269Λ. ΝΑΚΟΣ. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι προσέφερον ὑπηρεσίας εἰς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν.
§270Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αὐτοὶ εἶναι οἱ χειρότεροι ἀπὸ ὅλους.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Νάκος ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12ον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13ον (Ἀναγινώσκει).
§272ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Νὰ φύγῃ τὸ «καὶ δύο ἐν Ἠπείρῳ».
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 13 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς καὶ τὸ 14ον). Ἄρθρον 15ον. (Ἀναγινώσκει)
§274ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ θὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τοῦ ἑξῆς «ὁ νόμος αὐτὸς τίθεται εἰς ἐφαρμογὴν διὰ Β. Διατάγματος ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει». (Ψηφίζεται τὸ 15ον ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται).
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Γενικῆς Διοικήσεως τῶν Νέων Χωρῶν». Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκει).
§276ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον νὰ τεθῇ «αἱ ἀποδοχαὶ τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ ὁρίζονται». (Ἀναγινώσκει).
§277Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἰς τὴν Κρήτην ὁ Γεν. Διοικητὴς 1700 δραχμάς. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2ον. (Ἀναγινώσκει).
§279ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ τεθῇ «τῆς φορολογικῆς διατιμήσεως». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὡς καὶ τὸ 3ον). Ἄρθρον 4ον (Ἀναγινώσκει).
§280ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Εἰς αὐτὸ ἔχω τροποποίησιν σύμφωνα μὲ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλοακαρνανίας. Τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τὸ ὁποῖον λέγει «εἴτε ὡς ἔκτακτοι διοριζόμενοι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Γεν. Διοικητοῦ» διαγράφεται καὶ τίθεται «ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ γραμματέως βʹ τάξεως καὶ ἄνω διὰ Β. Διατάγματος προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ μετὰ πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ καὶ γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας».
§281Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς ἔχετε δικαίωμα νὰ διορίζητε, εἰς τί θὰ χρησιμεύσῃ ἡ πρότασις τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ;
§282ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὴν ἤθελον.
§283Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὐδεμία ἐγγύησις προέρχεται.
§284ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς ἐδήλωσα προηγουμένως θέλω νὰ ἔχω ποιάς τινας ἐγγυήσεις, διατί νὰ μὴ ὑπάρχῃ διὰ τὸν διορισμὸν τοῦ α ἢ τοῦ β μία γνώμη ἐκεῖθεν; Προτιμῶ τοῦτο, παρὰ νὰ ἔχω ἐδῶ ἀθρόας αἰτήσεις δι’ αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν θέσιν. Θέλω νὰ προέρχηται μᾶλλον ἐκεῖθεν ἡ αἴτησις παρὰ ἀπ’ ἐδῶ.
§285Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχετε καὶ εὐθύνην.
§286ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ ἀφίνω λοιπὸν «ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ γραμματέως βʹ τάξεως καὶ ἄνω διὰ Β. Διατάγματος προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ μετὰ πρότασιν τοῦ Γεν. Διοικητοῦ καὶ γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4ον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 5. (Ἀναγινώσκει).
§287ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ προστεθῇ: «προτάσει τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ μετὰ τὴν γνώμην τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐργασίας». (Ψηφίζεται τὸ 4ον ἄρθρον οὕτω τροπολογούμενον).
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5ον (ἀναγινώσκει).
§289ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ γραφεῖον ἐργασίας διαγράφεται. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5ον οὕτω τροπολογούμενον, τὸ 6ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 7ον).
§290Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὐτυχῶς ἐν Κρήτῃ ὑπάρχουσιν ἄξιοι ὑπάλληλοι, ὥστε νὰ μὴ προσφύγητε εἰς ἐκτάκτους. Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 7, 8 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 9).
§291Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Εἰς αὐτὸ ὑποβάλλω τροπολογίαν. Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9 οὕτω τροπολογούμενον, τὸ ἄρθρον 10 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 11).
§292ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ θ’ ἀπαλειφθῇ τὸ 12ον, τροποποιῶ τὸ 11ον συμφώνως πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. βουλευτοῦ Ἀρκαδίας.
§293Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τὸ ἄρθρον 11ον προβλέπει διὰ τὸ μέλλον τὰς ὑποχρεώσεις τῶν Γενικῶν Διοικήσεων. Τί θὰ γείνῃ ὅμως διὰ τὰς μέχρι τοῦδε;
§294ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς). Φυσικὰ θὰ ἐξελεγχθῶσι.
§295Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τὸ παρελθὸν θὰ ληφθῇ ἄλλη μέριμνα πρὸς ἐξέλεγξιν, δὲν δύναμαι δὲ δι’ αὐτὸ νὰ σᾶς δώσω πληροφορίας εἰς ποῖον στάδιον εὑρίσκεται ἡ ἐξέλεγξις.
§296Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ γείνῃ καὶ αὐτὴ ἡ ἐξέλεγξις.
§297Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ ἐπαγγελία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὴν σημασίαν ὅτι θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς μέχρι τοῦδε διαχειρίσεως τῶν Γενικῶν Διοικήσεων.
§298Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐὰν ὑπάρχῃ νομοθετικὴ ἀτέλεια ἐν τῷ θέματι τούτῳ, θὰ εἰσαγάγωμεν διάταξιν, δι’ ἧς θὰ ὑπαχθῇ καὶ ἡ ἐξέλεγξις αὕτη εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον. (Ψηφίζεται τὸ 11 ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ 12 ἀπαλείφεται, τὸ 13 γινόμενον 12 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ 14 γινόμενον 13, τὸ 14, 15, 16, 17 ὡς ἐτροποποιήθησαν καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 18).
§299Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὑποβάλλω καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίαν ἥν σᾶς ἐγχειρίζω. (Ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ 18 οὕτω τροποποιημένον καὶ τὸ 19).
§300ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τίθεται 20όν: πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα Νόμον καταργεῖται. (Ψηφίζεται τὸ 20 καὶ τὸ σύνολον ἀναβάλλεται).
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ τὰ ἑξῆς: — Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Π. Λαγοπάτης, Π. Φλέσσας καὶ Π. Λυμπερόπουλος, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς Διευθύνσεως τοῦ Χημικοῦ Ἐργαστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν». — Ὁ βουλευτὴς κ. Στ. Γρανίτσας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ Ἀνωτάτου συμβουλίου Γεωργίας.» — Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀνδρ. Κοκκέβης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συντάξεως τῶν ἐν τοῖς κοινοῖς δημοτικοῖς Σχολείοις ὑπηρετούντων διδασκάλων κλπ». — Ὁ βουλευτὴς κ. Ι. Γκέκας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων περὶ συστάσεως φαρμακείων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Α. Σακελλαρίου ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων περὶ συστάσεως φαρμακείων». — Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως δαπάνης ἐκ δραχ. 105.000 δι’ ἀγορὰν τῶν παρὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν οἰκοπέδων μετὰ τῶν οἰκιῶν, καὶ δραχ. 150.000 δι’ ἐπέκτασιν τοῦ κτιρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. — Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκτελέσεως ὑδραυλικῶν ἔργων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. — Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Σπυράκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως φαρμακείων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Θ. Καρπετόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τῶν διατάξεων περὶ συστάσεως φαρμακείων». — Ὁ βουλευτὴς κ. Στ. Σακελλαριάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως φαρμακείων». Ὥρα 2.20 π. μ. λύεται ἡ συνεδρίασις.