| 2274 | Σύνταξις ἐπὶ ὁλικῆς διαρκοῦς | Σύνταξις ἐπὶ θανάτου | Τί δικαιοῦνται οἱ δικαιοῦχοι | ||||||
| 2275 | Ἐργάτης | ἀνικανότητος | ἐπὶ θανάτου | ||||||
| 2276 | 30 ἐτῶν | Νόμος | Ποσοστὰ | Ἐτησία | Τὸ ὅλον | Ἐτησία | Ἐφάπαξ | ||
| 2277 | |||||||||
| 2278 | Γερμανὸς | 1911 | 762.90 | 11345 | 720 | 13000 | |||
| 2279 | (Μ. 610.60) | ||||||||
| 2280 | Βέλγος | 1903 | ½ | 600 | 9500 | 12600 | 30% τῆς ἐτησίας μισθοδοσίας | ||
| 2281 | ἀπὸ τὸν θάνατον ἕως 65 ἐτῶν. | ||||||||
| 2282 | Ἄγγλος | 1906 | ½ | 600 | 9500 | 3750 | |||
| 2283 | Ρουμᾶνος | 1912 | ⅔ | 800 | 13400 | 7680 περ. | ⅗ ἡμερομ. μέχρι συμπληρώσεως | ||
| 2284 | 16 ἐτῶν τέκνου· ἔπειτα τὸ ⅕ διὰ | ||||||||
| 2285 | χήραν. | ||||||||
| 2286 | Γάλλος | 1898 | ⅔ | 800 | 13400 | 720 | 13000 | 60% τοῦ ἐτησίου μισθοῦ. | |
| 2287 | Ἰταλὸς | 1904 | 7200 | 6000 | 5 ἐτησίους μισθοὺς (ἄρθρ. 9 § 5). | ||||
| 2288 | Ἕλλην | ΒΩΜΑʹ 1900 | ½ | (26 ἡμ.) 504 | 7980 | 504 | 7980 | ½ ἡμερ. μὲ ἐλαττ. | |
| 2289 | Νομοσχ. 1914 | 6300 | 5250 | 5 ἐτῶν μισθοὺς ἕως 5000 σὺν τῷ | |||||
| 2290 | ¼ τῆς ὑπερβάσεως. |
1914.11.25
4,230 rows · 32,290 words · 1 table · 313 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 56
Τῆς 25ης Νοεμβρίου 1914.
(Τρίτη, ὥρᾳ 5.10′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Οἱ κάτοικοι Μετσόβου παρακαλοῦσιν ὅπως ἀκυρωθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς ἐξέλεγξιν τῆς ἡλικίας τῶν ὑπηρετούντων στρατιωτῶν· Οἱ κάτοικοι Πρεβέζης παρακαλοῦσιν ὅπως ἀνοιχθῶσι τὰ σχολεῖα τῶν πέριξ χωρίων· Οἱ δικαστικοὶ κλητῆρες Ναυπλίου παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν· Ὁ λαὸς τοῦ Μεγάλου Κεσερλὶ παρακαλεῖ ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ καπνοῦ· Οἱ κάτοικοι Σερρῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῆς καταβολῆς φόρου ἐπιτηδεύματος διὰ μίαν τριετίαν· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Χαλικοπούλων παρακαλεῖ ὅπως ἡ κοινότης των ὑπαχθῇ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον Πρεβέζης· Ἡ Ἕνωσις τῶν φοιτητῶν ὑποβάλλει ὑπόμνημα ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ Πανεπιστημίων· Τὸ Σωματεῖον τῶν σιγαροποιῶν καὶ καπνεργατῶν Ἀθηνῶν – Πειραιῶς παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τοῦ Συνδέσμου τῶν τεχνιτῶν ἀρβυλοποιῶν· Οἱ κάτοικοι τοῦ τέως δήμου Κορινθίων παρακαλοῦσιν ὅπως ὁ ἐκεῖ οἰκονομικὸς ἔφορος μὴ ἀναμιγνύηται εἰς τὴν ἔκτασιν τὴν μεταξὺ τῆς περιφερείας Ξυλοκερίζης καὶ τῆς περιφερείας Λεύκων· Ἡ κοινότης Ἀγόριανης διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς ἀποφάσεως τοῦ εἰδικοῦ Δικαστηρίου Σπάρτης πρὸς ἐκδίκασιν τῶν προσφύγων ἐπὶ τοῦ χωρισμοῦ τῶν ὁρίων· Ὁ Γυμναστικὸς Σύλλογος Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῇ ἄλλο οἰκόπεδον πρὸς ἐγκατάστασίν του· Οἱ καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι διαφόρων μερῶν τῆς νέας Ἑλλάδος παραπονοῦνται διὰ τὴν μὴ ἀναγνώρισιν τῆς προτέρας των ὑπηρεσίας· Οἱ κάτοικοι Ζαγκλιβερίου παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ξύλευσις ἐλευθέρως· Ὁ Σύνδεσμος τῶν τεχνιτῶν εἰδῶν ἐξαρτύσεως καὶ ὑποδήσεως στρατοῦ παρακαλεῖ ὅπως δίδεται εἰς αὐτοὺς ἐργασία· Οἱ ἁμαξηλάται καὶ καρραγωγεῖς Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν ὑπερτίμησιν τοῦ σανοῦ καὶ τῆς βρώμης. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Σκουροχωρίου ζητούντων τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ καὶ τῶν γεφυρῶν τῶν πρὸ τοῦ χωρίου των κειμένων.
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Σκουροχωρίου. Ἀναφέρεται εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Κατὰ τὸν Ἀπρίλιον εἶχε μεταβῆ ἐκεῖ ὁ νομομηχανικὸς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ εἶχε συστήσει εἰς τὴν κοινότητα ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἐπιχωμάτωσιν τῆς ὁδοῦ ἀπὸ τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ μέχρι τοῦ χωρίου Σκουροχωρίου. Ἡ κοινότης προέβη εἰς τὴν ἐπιχωμάτωσιν καὶ ἐπίστευεν ὅτι θὰ προέβαινεν ἡ Ὑπηρεσία εἰς τὴν ἐπιχαλίκωσιν, ἀλλ’ ἔκτοτε, καίτοι παρῆλθεν ἑξαμηνία, δυστυχῶς παρ’ ὅλας τὰς ὑποδείξεις καὶ συστάσεις ἐκ μέρους τῆς κοινότητος οὐδεμία ἐργασία ἐγένετο, οὕτως ὥστε νὰ γίνῃ ἡ ἐπιχαλίκωσις τῆς ἐπιχωματώσεως τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῶν πλημμυρῶν θέλει καταστραφῆ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως λάβῃ μέτρα, διότι ἀσφαλῶς ὡς ἐκ τῶν βροχῶν θέλει καταστραφῆ ἡ ἐπιχωμάτωσις καὶ οἱ χωρικοὶ θέλουσι προβῆ πάλιν εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτήν. Ἄλλως τε δὲ πρέπει νὰ νοηθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς ὅτι πρέπει νὰ ἐκπληρώσῃ ὁ μηχανικὸς τὸ καθῆκον αὐτοῦ, διότι, κύριε Ὑπουργέ, μερικοὶ ἐκ τῶν μηχανικῶν προβαίνουσιν εἰς τὴν μελέτην ἰδιωτικῶν ἐργασιῶν, δηλαδὴ οἰκιῶν καὶ ἄλλων, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἀσχολοῦνται εἰς τὰ κυρίως δημόσια ἔργα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Κύριον αὐτὸν τὸ καθῆκόν του, διότι ἡ ἀναφορὰ θὰ βραδύνῃ νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Χριστοδουλιᾶς «ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ τραυματίου πολέμου Βασιλείου Νικολοπούλου».
§4Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω ἀναφορὰν τοῦ τραυματίου πολέμου Β. Νικολοπούλου. Αὐτὸς εὑρίσκεται ἐν οἰκτρᾷ καταστάσει λόγῳ τοῦ τραύματος τῆς κεφαλῆς, ἐξ οὗ ἔχει καὶ ἐπιληψίαν. Ποιοῦμαι θερμὴν σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ μέριμναν καὶ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, νὰ τὴν ἀπευθύνητε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ κ. Γ. Βλάχος, Σ. Ἀναστασιάδης, Π. Ἀγγελίδης, Δ. Χατζηγιάννης καὶ Ι. Γκέκας «ὅπως καταθέσωσι καὶ ἀναπτύξωσιν ἀναφορὰν ἐπιστράτων ἐπιτηδευματιῶν κατοίκων Λαρίσης ζητούντων ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν τῶν ἐτῶν 1911–1913 ἢ ἄλλως ἀναστολὴν μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου 1915».
§6Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς «ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν ἐπιστράτων τῆς κοινότητος Δίβρης».
§8Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, δυστυχῶς ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπ’ ὀλίγα λεπτὰ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Κατὰ τὰ ἔτη 1912 καὶ 1913 ἀπηλλάγησαν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων διάφοροι ἐπιτηδευματίαι, ἀλλὰ διὰ τοὺς δυστυχεῖς γεωργούς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὰς χειροτέρας ἐσοδείας διὰ τὸ 1912 καὶ 1913, δὲν ἐλήφθη μέριμνα ν’ ἀπαλλαγῶσι τοῦ φόρου τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν ὅσοι ἦσαν ἐπίστρατοι, καὶ ὄχι μόνον αὐτοὶ ἀλλὰ καὶ τὰ τέκνα των, ἂν δὲ ἀπέμειναν ἐκεῖ αἱ γυναῖκές των νὰ σπείρωσι καὶ νὰ θερίσωσι καὶ νὰ κάμωσι πᾶσαν αὐτὴν τὴν καλλιέργειαν φαντάζεσθε τίνος εἴδους καλλιέργεια ἐγένετο, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ ἠξεύρῃ καλῶς τί ἀπέδωκεν ἡ καλλιέργεια αὕτη. Εἶναι ὑπὲρ πᾶν ἄλλο δίκαιον ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τοῦ φόρου αὐτοῦ ἐφ’ ὅσον ἦσαν ἐπίστρατοι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ λάβῃ προσωπικῶς μέριμναν.
§9ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος «ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ ὑπολοχαγοῦ Σπανοῦ Νικολάου».
§11Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Ἰ. Βέρροιος «ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν ἐν Πάτραις ἀρτοποιῶν δι’ ἧς ζητοῦσι ν’ ἀφομοιωθῇ ὁ δασμὸς τῶν ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένων ἀλεύρων πρὸς τὸν τοῦ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένου σίτου».
§13Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν πρὸς τὸ προεδρεῖον τῶν ἐν Πάτραις ἀρτοποιῶν διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦσι ν’ ἀφομοιωθῇ ὁ φόρος τῶν ἀλεύρων τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ πρὸς τὸν φόρον τοῦ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ εἰσαγομένου σίτου· δικαιολογοῦσι δὲ τοῦτο, διότι παρετήρησαν ὅτι οἱ ἀλευροποιοὶ δὲν εἶναι ἐπαρκεῖς εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς καταναλώσεως ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ Ἑλλάδι, καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ συμβαίνει νὰ γίνηται ἡ αὔξησις τῆς τιμῆς τοῦ ἄρτου, διότι, ἐνῷ ὑπάρχει σῖτος καὶ δὲν ὑπάρχει ἔλλειψις σίτου, τὰ ἄλευρα ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν, καὶ μάλιστα πολὺ συντόμως, ἀνατιμῶνται, ἐντεῦθεν καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου ἀνατιμᾶται, βλέπομεν δ’ ἐν ταῖς ἐφημερίσιν ὅτι οἱ ἀρτοποιοὶ παραπονοῦνται ὅτι δὲν εὑρίσκουσιν ἄλευρα καὶ ὅτι ἡ τιμὴ τῶν ἀλεύρων ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αὐξάνει. Ἰσχυρίζονται οἱ ἐν Πάτραις ἀρτοποιοὶ ὅτι, ἂν γίνῃ ἀφομοίωσις τοῦ δασμοῦ τοῦ εἰσαγομένου ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ ἀλεύρου πρὸς τὸν φόρον τοῦ εἰσαγομένου ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ σίτου, τότε δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν εἰς τοὺς ἀλευροβιομηχάνους νὰ κάμνωσιν αὔξησιν τῆς τιμῆς τῶν ἀλεύρων, ἐνῷ θὰ ὑπάρχῃ σῖτος. Ἡ πρόνοια βεβαίως τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ προμηθευθῇ ἀρκετὴν ποσότητα σίτου διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς Χώρας εἶναι ἐπαινετή, ἀλλ’ ἐξ ἄλλου δὲν πρέπει νὰ κερδοσκοπῶσι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀγοράζουσι τὸν σῖτον εὐθηνότερον, ἀλλὰ προσπαθοῦσι ν’ αὐξάνωσι τὴν τιμὴν τῶν ἀλεύρων. Ἐν Πάτραις μάλιστα συμβαίνει καί τι ἄλλο, Κύριοι. Τινὲς τῶν ἀλευροβιομηχάνων εἶναι καὶ ἀρτοποιοί· αὐτοὶ λοιπὸν ἔχουσι καὶ ἰδιαίτερον συμφέρον ν’ αὐξάνωσι τὴν τιμὴν τῶν ἀλεύρων, ἐνῷ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἶναι καὶ ἀλευροβιομήχανοι, ἵνα αὐξάνῃ καὶ ἡ τιμὴ τοῦ ἄρτου. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ἄν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι ἡ αἴτησις τῶν ἐν Πάτραις ἀρτοποιῶν εἶναι σκόπιμος καὶ ὠφέλιμος, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ληφθῇ πρόνοια προσωρινῶς, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ἀνώμαλος κατάστασις, νὰ γίνῃ ἀφομοίωσις τοῦ δασμοῦ τῶν ἀλεύρων τῶν εἰσαγομένων ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ πρὸς τὸν δασμὸν τοῦ σίτου. Ἄν τοιοῦτό τι γίνῃ, δὲν θὰ βλέπωμεν ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν αὐξανομένην τὴν τιμὴν τῶν ἀλεύρων καὶ ἑπομένως τὴν τοῦ ἄρτου. Εἶναι ἡ αἴτησις πολὺ λογική, πολὺ ὀρθή, πολὺ δικαία καὶ οὔτε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου δύνανται νὰ παραβλαφθῶσι παντελῶς. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ διαβιβάσῃ τὴν αἴτησιν τῶν ἐν Πάτραις ἀρτοποιῶν, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω καὶ ἀναπτύξω αὐτὴν τὴν στιγμήν, πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος συνεννοούμενος μετὰ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, θὰ ἐνεργήσῃ ὅ,τι εἶναι ὀρθόν, σκόπιμον καὶ ὠφέλιμον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Λαυρείῳ ὑπαλλήλων, τεχνιτῶν καὶ ἐργατῶν τῶν ἐνταῦθα Μεταλλευτικῶν Ἑταιρειῶν.
§15Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης ὁ ἐργατικὸς κόσμος ὁ ἐργαζόμενος εἰς τὰς μεταλλευτικὰς Ἑταιρείας τοῦ Λαυρείου, οἱ τεχνῖται ὅσον καὶ οἱ ἐργάται, ζητοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια τοιαύτη, ὥστε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ οἱ ἐργαζόμενοι ἐπὶ σειρὰν δέκα–δεκαπέντε–εἴκοσι καὶ τριάκοντα ἐτῶν νὰ μὴ ῥίπτωνται εἰς τοὺς δρόμους καὶ εἰς τὴν ἀπόγνωσιν. Ἐπειδὴ ἡ Πολιτεία ἤρχισε νὰ ἔχῃ ῥοπὰς ἐργατικὰς τοιαύτας, ὥστε νὰ ἐνισχύηται ὁ ἐργατικὸς κόσμος, ὥστε νὰ μὴ ἐνισχύηται ὁ φεουδαλισμός, φρόνιμον καὶ δίκαιον εἶναι ἡ Πολιτεία ἐν τῇ μεγάλῃ αὐτῆς προνοίᾳ ὑπὲρ τῶν ἐργατικῶν τάξεων καὶ ὑπὲρ τῶν τάξεων τῶν ἐργατῶν τῶν ἐργαζομένων ἐν Λαυρείῳ ὑπὸ τὰς συνθήκας τὰς ἀνθυγιεινάς, δίκαιον εἶναι ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα. Γνωρίζετε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ὑπάλληλοι διαφόρων ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν, ὡς τῆς Ἑταιρείας τῶν ἐργοληψιῶν, τῆς Ἑταιρείας τῶν Μονοπωλίων, τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας, τῆς Ἠλεκτρικῆς Ἑταιρείας ἢ οἱασδήποτε ἄλλης Ἑταιρείας, ἀφοῦ ὑπηρετήσωσι 10 καὶ 25 ἔτη ῥίπτονται ἔπειτα εἰς τοὺς δρόμους καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἔλαβε μέτρα γενικώτερα ὑπὲρ τῶν ἐργατικῶν τάξεων, νὰ λάβῃ μέτρα περὶ αὐτῶν καὶ νὰ μὴ ῥίπτωνται εἰς τοὺς δρόμους διότι ὁ Α ἢ Β Διευθυντὴς εἶναι δύσθυμος ἢ διότι ὁ ὑπάλληλος ἔτυχε ν’ ἀσθενήσῃ.
§16Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δύναται νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ νὰ εὑρεθῇ ὁ κατάλληλος τρόπος.
§17Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ὑπάρχει μία τάξις ἀνθρώπων ἡ ὁποία ζῇ ὑπὸ πολὺ χειροτέρας συνθήκας τῶν ἄλλων ἀνθρώπων, ὑπὸ συνθήκας τρομεράς. Πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν γηράσκουσι ταχέως, παραιτούμενοι δὲ τοῦ ἐπαγγέλματός των ἀδυνατοῦσι νὰ εὕρωσι πόρον ζωῆς ὡς πάσχοντες. Πρόκειται περὶ τῶν ἐργατῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἐν διαφόροις ὀρυχείοις, οἵτινες ἔχουσιν ἀνάγκην προστασίας τοιαύτης, ὥστε, ὅταν ἐγκαταλείψωσι τὸ ἐπάγγελμά των, νὰ ἔχωσι μίαν ὑποστήριξιν, ἵνα δύνανται τὸ ὑπόλοιπον τοῦ βίου των νὰ διέλθωσι σχετικῶς ἀνθρωπίνως. Ἤθελον προτείνει ὅπως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον σχετικὸν περὶ ἱδρύσεως Ταμείου συντάξεων, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ μὲν ἐργάται ν’ ἀφήνωσι μέρος τοῦ ἡμερομισθίου των, αἱ δὲ Ἑταιρεῖαι νὰ ἔρχωνται ἀρωγοί. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἔδειξε μέριμναν ὑπὲρ τῶν διαφόρων ἐργατικῶν τάξεων, θὰ λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§18Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὴν ἀναφορὰν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, νομίζω δ’ ὅτι δὲν εἶναι ἄσκοπον νὰ ἐπαναλάβω ἀκόμη διὰ τοὺς ἐργάτας τῆς μεταλλευτικῆς ἐργασίας Λαυρίου ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἡ δέουσα προσοχή, διότι αἱ συνθῆκαι ὑπὸ τὰς ὁποίας ἐργάζονται εἶναι ἰδιάζουσαι· διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν Λαυρείῳ οὐδὲ γαλῆ δύναται νὰ ζήσῃ, κατ’ ἀναλογίαν καὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ ζήσῃ. Νομίζω ὅτι, ἂν καὶ τὸ πρᾶγμα θὰ παρουσιάσῃ μεγάλας δυσκολίας, οὐχ ἧττον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μελετῶν τὸ ὑπόμνημα τῶν ἐργατῶν θὰ δυνηθῇ νὰ εἰσηγηθῇ νομοσχέδιον πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, ἐλπίζω δ’ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀφοῦ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον προσφέρουσιν ὡς καὶ τὴν ἐνίσχυσιν ἐκ μέρους τῶν Ἑταιρειῶν, θὰ δυνηθῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν σύστασιν ἑνὸς Ταμείου συμφώνως πρὸς τὰς ἐπιθυμίας των.
§19Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα τὰς συστάσεις τὰς δικαίας τῶν κυρίων συναδέλφων καὶ ἰδίως τοῦ ἀξιοτίμου πρώτου προλαλήσαντος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἕν τέρμα, πρέπει ὄντως νὰ ἱδρυθῇ ἕν Ταμεῖον ἀλλὰ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ μετὰ μακρὰν μελέτην. Τοῦτο ἀνεκοίνωσα εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν μεταλλείων, ἥτις ἀνεγνώρισε τοῦτο. Θὰ εἴμεθα εὐτυχεῖς ἡμεῖς ἢ οἱαδήποτε ἄλλη Κυβέρνησις ἡ ὁποία ἤθελεν ὑποβάλει ἕν τοιοῦτο νομοσχέδιον. Ὁπωσδήποτε θὰ ὁμολογήσητε ὅτι ἡ σημερινὴ περίστασις δὲν εἶναι κατάλληλος.
§20Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἄς ἑτοιμασθῇ ἡ ἐργασία καὶ θὰ εὕρωμεν τὴν περίστασιν.
§21Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τοιαῦτα μέτρα δὲν λαμβάνονται ἐκ τοῦ προχείρου οὔτε συντάσσονται ἐπὶ τῶν γονάτων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συλλάβῃ τὴν σκέψιν ἑνὸς τοιούτου νομοσχεδίου, δὲν θὰ ἦτο φρόνιμον, κ. Ὑπουργὲ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἰς τὴν μετ’ ὀλίγον δευτέραν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως ἐξασφαλισθῇ ὁ κίνδυνος ἐκ τῶν ἐπαγγελματικῶν νόσων; Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀπαιτήσῃ μακρὰν μελέτην δὲν φρονεῖτε ὅτι δέον νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον προληπτικὸν περὶ τῶν ἐπαγγελματικῶν νόσων; Διότι τί διαφέρει ἡ ἀπότομος βιαία δηλητηρίασις ἀπὸ τῆς διαρκοῦς καὶ μονίμου δηλητηριάσεως, τῆς μολυβδιάσεως; Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς ἐν τῇ μερίμνῃ αὐτοῦ ὑπὲρ τῆς τάξεως τῶν ἐργατῶν δὲν θὰ ὀρρωδώσῃ, προκειμένου μετ’ ὀλίγον νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐπαγγελματικῶν κινδύνων, νὰ υἱοθετήσῃ τὴν διάταξιν ὅτι πᾶσαι αἱ νόσοι αἱ ἀπορρέουσαι ἐκ τῆς ἐργασίας πρέπει ν’ ἀποζημιώνωνται.
§22ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἶναι ἐπαρκὴς καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταμείου συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον εἶναι ἤδη ὑπὸ ἐπεξεργασίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ἡμερομισθίων ἐργατῶν, διὰ νὰ ληφθῇ μέτρον τι διὰ τὰ γηρατεῖα τῶν ἀνικάνων ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀναστασιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Παγκαπνεργατικοῦ συλλόγου Βόλου.
§24ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ὁ Παγκαπνεργατικὸς σύλλογος Βόλου συνιστᾷ ἡμῖν, κύριε Πρόεδρε, ὅπως παρακαλέσωμεν τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως μὴ τροποποιήσῃ τὰ περὶ ὡρῶν ἐργασίας ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν καπναποθηκῶν, διότι καλῶς ταῦτα ἔχουσιν.
§25Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Τὴν αὐτὴν σύστασιν κάμνω.
§26Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὡσαύτως.
§27Μ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἐγώ.
§28Ν. ΖΑΡΛΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὅπως γνωρίζετε, οἱ καπνεργάται τῆς Θεσσαλίας καὶ ἰδίως τοῦ Βόλου δι’ ἐπανειλημμένων ἀπεργιῶν κατώρθωσαν νὰ ἔλθωσιν εἰς συμφωνίας ἰδιωτικὰς μετὰ τῶν καπνεμπόρων, διὰ τῶν ὁποίων ἐκανόνισαν τὰς ἐργασίμους ὥρας. Τὸν κανονισμὸν τῶν ὡρῶν αὐτῶν ἐπεκύρωσε τὸ ἀπὸ 25 Μαΐου 1914 Βασιλικὸν Διάταγμα ἐκδοθὲν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νόμου καὶ οὕτως ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ σχέσεις μεταξὺ καπνεργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν ἐκανονίσθησαν καὶ εὑρίσκοντο ἐν ἁρμονίᾳ. Ἤδη ἐξεδόθη τὸ ἀπὸ 22 Ὀκτωβρίου 1914 Διάταγμα, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐργοδότας ἐπὶ δύο μῆνας κατ’ ἔτος ν’ αὐξάνωσι τὰς ὁρισθείσας ὥρας ἐργασίας κατὰ δύο ἀκόμη ὥρας. Τὸ Διάταγμα τοῦτο ἐπήνεγκε μεγάλην ἀνησυχίαν εἰς τοὺς καπνεργάτας καὶ εἶναι, ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε νὰ μεταχειρισθῶ τὴν φράσιν τὴν ὁποίαν εἶπον οἱ ἴδιοι, ὁ ἐφιάλτης, διότι φοβοῦνται μήπως οἱ ἐργοδόται οἱ καπνέμποροι κατορθώσωσι νὰ ἐπωφεληθῶσι τοῦτο καὶ ἐξαναγκάσωσιν αὐτοὺς νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ δύο εἰσέτι ὥρας, καὶ ἰδίᾳ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔχουσιν ἐργασίαν, ἢ τρεῖς καὶ τέσσαρας, ὁπόταν ἔχωσιν ἀνάγκην πολλὴν τῆς ἐργασίας τῶν καπνεργατῶν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὑμᾶς, κ. Ὑπουργέ, ὅπως προσπαθήσητε νὰ ἐπαναφέρητε τὴν ἁρμονίαν αὐτὴν μεταξὺ τῶν ἐργοδοτῶν καὶ τῶν ἐργατῶν, διότι εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον κατὰ τὴν σημερινὴν μάλιστα περίστασιν νὰ ῥίπτωμεν ἔλαιον εἰς τὴν σβεσθεῖσαν ἤδη πυρὰν καὶ ἀφοῦ πάντες γνωρίζετε ὅτι ἡ ἐργασία αὐτὴ ἀπαιτεῖ πολύωρον καὶ συνεχῆ ἐπασχόλησιν, ἥτις εἶναι πολὺ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν ὑγείαν τῶν ἐργατῶν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ὁ κ. Κ. Σοκόλης.
§30Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§31ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ παράπονον εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐν ᾧ ἐκανονίσθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐργασίας καὶ συνεπείᾳ ἐρεύνης καὶ ἀνακρίσεως παρὰ ἐργοδόταις καὶ ἐργάταις, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ συμβουλίου μετέβαλε τὰ πράγματα. Παραπονοῦνται λοιπόν, διότι ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ γνωμοδοτικοῦ σώματος τοῦ συγκροτουμένου ἐξ ἀντιπροσώπων καὶ τῶν δύο τάξεων καὶ ἄλλων ἐπιστημόνων, τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύνατο νὰ φωτίσῃ τὸ ζήτημα. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράπονόν των καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ θελήσῃ νὰ φέρῃ τὸ Διάταγμα εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐργασίας, διὰ ν’ ἀκουσθῶσιν αἱ διάφοροι γνῶμαι.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκέκας.
§33Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ δικαίαν τὴν ἀξίωσιν τῶν ἐργατῶν καὶ φρονῶ ὅτι θὰ λάβῃ μέτρα ὁ κ. Ὑπουργὸς τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον ὑπέβαλον ψήφισμα τῶν καπνεργατῶν Λαρίσης, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦσι νὰ ἐξευρεθῇ τρόπος, ὅπως ἀναλόγως τῆς ἐργασίας πληρώνωνται, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐργάται οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι νὰ ἐργάζωνται πολλὰς ὥρας, ὥστε ἕκαστος ἐργάτης νὰ ἐργασθῇ ὅσας ὥρας θέλει πληρωνόμενος ἀναλόγως τῆς ἐργασίας. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ μερικοὶ ἐργάται οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ἐργασθῶσι περισσότερον, ὅπως εἶναι οἱ καπνεργάται Λαρίσης, καὶ τοὺς ἐμποδίζει ὁ νόμος. Τοῦτο ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὀρθὸν οὔτε δίκαιον.
§34Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ θέμα τοῦτο εἶναι ἡ μόνη περίπτωσις καθ’ ἣν ἐλήφθη μέτρον περιορισμοῦ τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας προκειμένου περὶ παραγωγῆς. Ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἐγένετο εἶναι διὰ τοὺς πωλοῦντας διάφορα εἴδη, εἶπον δὲ καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι προκειμένου περὶ περιορισμοῦ τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας ἀνθρώπων ἐργαζομένων πρὸς παραγωγὴν πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ προβαίνῃ μετὰ πολλῆς περισκέψεως, διότι περιορίζουσα τὴν ἐργασίαν εἶναι δυνατὸν ν’ αὐξήσῃ τὰς τιμάς, ὥστε νὰ εἶναι δυσχερὴς ὁ ἀνταγωνισμὸς πρὸς τὴν ἰδίαν παραγωγὴν ἄλλου τόπου ὅπου τυχὸν τὰ ἡμερομίσθια εἶναι εὐθηνότερα καὶ αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας περισσότεραι καὶ ἑπομένως δυνατὸν νὰ καταστρέψῃ τὴν παραγωγήν. Προκειμένου περὶ τοῦ καπνοῦ δὲν συνέβαινε τοιοῦτον καὶ διὰ τοῦτο προέβημεν εἰς τὸν καθορισμὸν λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑπαρχούσας συνθήκας. Ἀλλὰ τὸ παράπονον ἐγένετο ὑπὸ τῶν καπνεργατῶν τῆς Λαρίσης, τῆς αὐτῆς δηλαδὴ περιφερείας, οἱ ὁποῖοι εἶπον ὅτι ὑπάρχουσι περιστάσεις καθ’ ἃς θὰ ἠδύνατο ὁ ἐργάτης νὰ χρησιμοποιηθῇ ἐπί τινα χρόνον περισσότερον καὶ νὰ πληρωθῇ περισσότερον. Τούτων ἀφορμὴ εἶναι τὸ γενόμενον μεταγενεστέρως Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου δὲν ἀπηγορεύθη νὰ κρατήσῃ καὶ πᾶσα μεταγενεστέρα συμφωνία, διότι τὸ Διάταγμα θέλει νὰ ὁρίσῃ μόνον τὸ ἀνώτατον ὅριον πέρα τοῦ ὁποίου δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐργασία, διότι καταντᾷ βλαβερὰ εἰς τὴν ὑγείαν τοῦ ἐργάτου, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραχωρήσωμεν δύο ὥρας ἐπὶ πλέον ἐφ’ ὅλας τὰς ἡμέρας. Ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον γίνεται κατὰ τρόπον ἐξαιρετικὸν δύναται νὰ γίνῃ παρ’ ἑκάστου ἐργάτου κατὰ τὰς περιστάσεις. Ἐπιφυλάσσομαι ὅμως λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τῶν κ. Βουλευτῶν νὰ μελετήσω ἐκ νέου τὸ πρᾶγμα καὶ ἴδω κατὰ πόσον θὰ δύναται νὰ δοθῇ ἄλλη λύσις ἡ ὁποία θὰ ἱκανοποιῇ καὶ τοὺς ἄλλους.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε γνῶσιν ἡ ὑπ’ αὐτὸν Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὅτι ὁ δασοκόμος Παῦλος Τσιπούρας, ὑπηρετῶν ἐν Ἠλείᾳ, κυριολεκτικῶς ὀργιάζει εἰς βάρος τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς κοινωνίας, καὶ ἂν δὲν ἔλαβε γνῶσιν νὰ διατάξῃ κατ’ αὐτοῦ διοικητικὴν ἀνάκρισιν, διότι εἶναι καιρὸς πλέον τὸ Ὑπουργεῖον νὰ θέσῃ τέρμα εἰς τὰ ὄργια τοῦ ἐκβιάζοντος τοὺς πολίτας ὀργάνου».
§36Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Παρακαλῶ τὸν κ. Βουλευτήν, ἐπειδὴ καταγγέλλει ὡρισμένα ὄργανα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ ζητεῖ νὰ διατάξω ἀνακρίσεις, ἡ ἀνάκρισις δὲ πιθανὸν νὰ μὴ εἶναι διοικητικὴ ἀλλὰ καὶ δικαστική, νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν τὴν πληροφορίαν ταύτην ἠρύσθη ἐξ εἰδήσεων τρίτου προσώπου ἢ ἐξ ἰδίας γνώσεως. Καὶ τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον θὰ χρησιμεύσωσιν, ἵνα ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος εὕρῃ τοὺς πρώτους μάρτυρας οἵτινες θὰ τὸν βοηθήσωσιν. Ἄλλως τρέχω τὸν κίνδυνον νὰ δώσω διαταγάς, τὰ δὲ ὄργανα τῆς ἐξουσίας νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐπιληφθῶσιν ἀνακρίσεων.
§37Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι πράγματι περίεργος ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀξιοῦντος ὅπως ὁ Βουλευτὴς δίκην χωροφύλακος περιέρχηται τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅπως ἐξεύρῃ τὰ ἀτοπήματα τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας του. Δὲν πιστεύω σοβαρῶς νὰ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἐξακριβώσω τὰς παρεκτροπὰς τῶν ὀργάνων τοῦ Δημοσίου· τὰς καταγγέλλω εἰς τὸν εἰσαγγελέα καὶ χρησιμεύω ὡς ἰδιώτης κατήγορος. Ὁ Βουλευτὴς ἔχει καθήκοντα ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ καὶ δίδει ἀφορμὴν εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν. Ἀπορῶ μάλιστα πῶς ὁ ἁπλοῦς Βουλευτὴς Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος λαμβάνει παρὰ τῶν συμπολιτῶν του καὶ δὴ τῆς Ἀμαλιάδος σωρείαν ἐπιστολῶν καὶ δὲν λαμβάνει τοιαύτας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ὑποθέτω ὅτι οὗτος κατόπιν τῶν συστάσεών μου θὰ σπεύσῃ νὰ ἐξακριβώσῃ τὰ καταγγελλόμενα ἂν εἶναι βάσιμα, διότι δὲν πιστεύω ὅτι ὅλος ὁ λαὸς ἐκεῖ συκοφαντεῖ ὄργανον τῆς ἐξουσίας ὅτι δῆθεν καθήμενον εἰς τὰς ὁδοὺς ἐκβιάζει τοὺς διερχομένους κατὰ τρόπον ἀνήθικον. Συλλαμβάνει π. χ. ἓν ἢ δύο φορτία ξύλων καὶ τὰ μεταφέρει εἰς Ἀμαλιάδα καὶ τὰ ἐκθέτει εἰς δημοπρασίαν, τῆς ὁποίας τὸ προϊὸν ῥίπτει εἰς τὰ θυλάκιά του. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ διαβιβάσῃ ταῦτα εἰς τὸν κ. δασάρχην. Ἄλλως τε, ἀφοῦ ἐψηφίσαμεν σωρείαν δασαρχῶν, δὲν βλέπω διατί ὁ λαὸς ἐκεῖνος ν’ ἀνέχηται τὸν ἴδιον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Τσακόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἂν θὰ διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ ἐντὸς τῆς πόλεως Τριπόλεως τμήματος τῆς παλαιᾶς ὁδοῦ Γορτυνίας».
§39Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ τμῆμα τῆς παλαιᾶς ὁδοῦ Γορτυνίας τὸ ἐντὸς τῆς πόλεως Τριπόλεως εὑρισκόμενον ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν ἐπεσκευάσθη, εὑρίσκεται δὲ ἐν τῷ κεντρικωτέρῳ μέρει τῆς πόλεως καὶ εἶναι ὁδὸς δημοσία.
§40Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀφοῦ εἶναι δημοσία, θὰ διατάξω νὰ περιληφθῇ καὶ αὕτη εἰς τὴν συντήρησιν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν φοιτώντων μαθητῶν ἐν τοῖς δύο Ἑλληνικοῖς σχολείοις Αἰγίου, ἐξ οὗ μεγάλως παραβλάπτεται τὸ συμφέρον τῶν ἐκπαιδευομένων μαθητῶν, καὶ τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς βελτίωσιν τοῦ κακοῦ τούτου».
§42Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Οἱ μαθηταὶ τῶν δύο Ἑλληνικῶν σχολείων Αἰγίου ἀνῆλθον εἰς τοιοῦτον ἀριθμὸν, ὥστε ἐπιβάλλεται τάχιστα νὰ λάβῃ μέτρα ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία. Ὄρθιοι ἀναγκάζονται νὰ παρακολουθῶσι τὰ μαθήματα οἱ μαθηταὶ καὶ εἶναι ἀνάγκη θρανίων πρὸ παντός.
§43Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐν ἑκατέρῳ τῶν Ἑλληνικῶν σχολείων Αἰγίου, λόγῳ τοῦ ἀνωτέρου πως ἀριθμοῦ τῶν μαθητῶν, εἰσὶ διωρισμένοι εἷς σχολάρχης καὶ τρεῖς ἑλληνοδιδάσκαλοι. Ἂν παρίσταται εἰσέτι ἀνάγκη διαιρέσεως τάξεών τινων ἢ ἱδρύσεως καὶ τρίτου Ἑλληνικοῦ σχολείου, ἁρμόδιον νὰ κρίνῃ εἶναι τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον μετὰ πρότασιν τοῦ οἰκείου γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Χριστόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διατί νὰ ματαιωθῇ ἡ κατασκευὴ τοιχώματος παρὰ τὸν ποταμὸν Σύθαν τῆς Κορινθίας, ἀποφασισθεῖσα δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν κλπ., ἀφοῦ δύναται τὸ Κράτος νὰ μὴ φανῇ φειδωλὸν ἐπιμένον εἰς τὴν ἀποζημίωσιν 13 δραχ. κατὰ μέτρον, ἀλλὰ ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦτο εἰς δραχ. 16 κατὰ μέτρον, ὥστε νὰ προσέλθωσι κατὰ τὴν δημοπρασίαν ἐργολάβοι. Ἡ κατασκευὴ τοιχώματος παρὰ τὸν ποταμὸν Σύθαν τῆς Κορινθίας πρέπει νὰ γίνῃ καὶ τὸ Κράτος νὰ μὴ φανῇ φειδωλόν, ἀφοῦ μὲ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν 13 δραχμῶν κατὰ μέτρον οὐδεὶς ἐργολάβος παρουσιάσθη κατὰ τὰς δύο δημοπρασίας».
§45Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βακράτσας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί ἡ θέσις τοῦ σχολάρχου Σκοπέλου μένει κενὴ εἰσέτι ἐν τοιαύτῃ ὥρᾳ τοῦ ἔτους πρὸς μεγάλην ζημίαν τῶν μαθητῶν, τῶν ὁποίων οἱ γονεῖς διατελοῦσιν ἐν δικαίᾳ ἀγανακτήσει».
§47Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐν τῇ θέσει τοῦ σχολάρχου Σκοπέλου εἶναι διωρισμένος ὁ Ν. Καλκαντζάκος. Ἂν δὲν μεταβῇ ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας εἰς τὴν θέσιν του, ἐζητήθησαν δὲ περὶ τούτου σχετικαὶ πληροφορίαι, θ’ ἀπολυθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ εἶναι ἁρμόδιον καὶ νὰ διορίσῃ τὸν ἀντικαταστάτην του.
§48Σ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ. Μοὶ φαίνεται περίεργον πῶς ἡ Ὑπηρεσία δὲν γνωρίζει ὅτι δὲν μετέβη.
§49Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διότι δὲν ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα.
§50Σ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ. Ὁ ἐπιθεωρητὴς δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρῃ;
§51Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἄλλα κακῶς δὲν ἀνέφερε.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν τί ἐνήργησεν ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Καστανιᾶς, τέως δήμου Λεύκτρου, ἥτις, καίτοι προέβη εἰς ἐκλογὴν ἐφημερίου κατὰ τὸν νόμον ΓΦϞϚʹ περὶ ἐνοριῶν, δὲν ἐλήφθη ἡ ἐκλογὴ αὕτη ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἐτοποθετήθη ἄλλος ἐφημέριος μὴ ἐκλεγεὶς καὶ προχειρισθεὶς εἰς ἱερέα ἀρτίως ἐν τῇ ἐν λόγῳ κοινότητι».
§53Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δίδω τὴν ἀπάντησιν ὅτι τὴν ἀναφορὰν ταύτην διεβιβάσαμεν τῇ 11 Νοεμβρίου ἐ. ἔτους εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τῆς Ἐκκλησίας παρακαλουμένην ἵνα γνωρίσῃ τῷ ὑφ’ ἡμᾶς Ὑπουργείῳ τί ἐνήργησεν ἐπὶ ταύτης. Ἀλλ’ ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν ἀπήντησεν εἰσέτι.
§54Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔκαμον ἐκλογὴν ἱερέως συμμορφωθέντες πρὸς τὸν νόμον περὶ ἐνοριῶν, ἐπεκυρώθη δὲ καὶ ἡ ἐκλογὴ ὑπὸ τοῦ Ἐπισκόπου, ἀλλ’ ὁ Ἐπίσκοπος Γυθείου οὐχὶ μόνον δὲν ἐμερίμνησε περὶ τοποθετήσεως τοῦ ἐκλεγέντος, ἀλλὰ προεχείρησεν ἄλλον ἱερέα, τὸν ὁποῖον ἔστειλεν ἐκεῖ, ἡ δὲ κοινότης δὲν γνωρίζει τί ἐγένετο ὁ ἐκλεγείς. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ δ’ αὐτῇ προκειμένου περὶ ἱερέων θὰ σᾶς ὑπομνήσω καὶ μίαν αἴτησιν, ἣν σᾶς ὑπέβαλον, 50 ἱερέων, οἱ ὁποῖοι πένονται, μὴ ἐφαρμοζομένου ἐκεῖ τοῦ νόμου περὶ ἐνοριῶν. Σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε μέριμναν καὶ περὶ αὐτῶν.
§55Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν ἐνεγράφη ἐν τῇ τηλεγραφικῇ Σχολῇ ὁ Θεόδωρος Β. Χασάπης, καίτοι ἀπὸ τῆς 12 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ὑπέβαλεν ἅπαντα τὰ δικαιολογητικὰ εἰς τὸν γραμματέα τοῦ Πολυτεχνείου καὶ παρ’ αὐτῷ κατέβαλε τὰ τέλη».
§57Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐζήτησα πληροφορίας παρὰ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Πολυτεχνείου, ὅστις μοὶ ἀπήντησεν ὅτι δὲν φαίνεται ἐγγεγραμμένος ὁ μαθητὴς οὗτος ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν ὑποβαλόντων αἰτήσεις. Ἐντούτοις φαίνεται ὅτι κατέβαλε τὸ τίμημα, ἀναγνωρίσας δὲ τὴν γενομένην παράλειψιν διέταξε τὴν ἐγγραφὴν τοῦ νέου τούτου ἐν τῇ τηλεγραφικῇ Σχολῇ.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Ἀλεξάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν εἶναι ἀληθὲς ὅτι καθυστεροῦνται οἱ μισθοὶ τοῦ σχολάρχου τέως Μακρυνίτσης καὶ ἤδη Στεμνίτσης Δημ. Σαρακηνιώτου ἐπὶ δέκα ἤδη μῆνας, καὶ ἐν καταφατικῇ ἀπαντήσει παρακαλεῖται νὰ δηλώσῃ τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς πληρωμὴν αὐτοῦ».
§59Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ὁ σχολάρχης τοῦ ἐν Μακρυνίτσῃ Ἑλληνικοῦ σχολείου Δημ. Σαρακηνιώτης ἐφοίτα ἐν τῷ Διδασκαλείῳ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ἡ κοινότης Μακρυνίτσης, ὡς διαχειριζομένη τὸ κληροδότημα ἐξ οὗ κατεβάλλετο ὁ μισθὸς αὐτοῦ, ἠρνεῖτο νὰ τὸν μισθοδοτῇ, προφασιζομένη ὅτι δὲν ἐπληροῦτο οὕτως ὁ σκοπὸς τοῦ κληροδοτήματος. Κατόπιν ὅμως ἐπανειλημμένων διαταγῶν ἡμῶν πρὸς τὸν νομάρχην Λαρίσης εἰς τὸν πρόεδρον τῆς κοινότητος τῷ κατεβλήθησαν οἱ μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μισθοί Μετὰ τοῦτο μετέβη ὁ σχολάρχης οὗτος εἰς τὴν θέσιν του χωρὶς ν’ ἀναφέρῃ τι περὶ νέας καθυστερήσεως. Ἐξωδίκως μόνον ἐπληροφορήθη ἡ Ὑπηρεσία παρὰ τοῦ ἰδίου ὅτι καὶ πάλιν καθυστεροῦνται μισθοί του ὄχι πλέον λόγῳ ἀρνήσεως τῆς κοινότητος νὰ καταβάλῃ αὐτοὺς ἀλλὰ λόγῳ προκυψάσης τινὸς ἀνωμαλίας περὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἀποτελούντων τὸ εἰσόδημα τοῦ κληροδοτήματος τοκομεριδίων.
§60Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ μέριμνα ὅπως πληρωθῶσιν οἱ μισθοὶ τοῦ διδασκάλου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος τυγχάνει καὶ οἰκογενειάρχης.
§61Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅτε εἶχεν ἀναφέρει εἴδετε τί ἔπραξα, διέταξα ἐπανειλημμένως. Ἔκτοτε δὲν ἀνέφερε τίποτε.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παππαϊωάννου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ἐν τῷ ἀπὸ 4 Ἰουλίου ἐ. ἔ. πίνακι εὐδοκιμησάντων ἀνθυπασπιστῶν τῆς Χωροφυλακῆς κατὰ τὰς ἐξετάσεις ὡς ὑποψηφίων διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπομοιράρχου ὁ ἀνθυπασπιστὴς Θεοφανόπουλος Νικόλαος ἔλαβε τὸν ἀριθμὸν 41, ἐνῷ πράγματι οὗτος ἐν τῷ ὑπὸ τῆς ἐξεταστικῆς Ἐπιτροπῆς καταρτισθέντι πίνακι ἔλαβε τὸν 40ὸν καὶ πῶς ὁ ἀνθυπασπιστὴς τῆς Χωροφυλακῆς Ῥάπτης Λέων ἔλαβεν ἐν τῷ αὐτῷ πίνακι τὸν ἀριθμὸν 35, ἐνῷ ἐν τῷ πίνακι τῆς Ἐπιτροπῆς εἶχε τὸν 45ον, οὕτω δὲ διὰ τῶν μεταβολῶν τούτων ἀπεκλείσθη τῆς προαγωγῆς ὁ Θεοφανόπουλος Νικόλαος».
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι ἡ ἐξεταστικὴ Ἐπιτροπὴ ἐβαθμολόγησεν ἐσφαλμένως τὴν διαγωγὴν τοῦ 45ου ἀνθυπασπιστοῦ Ῥάπτου. Παρατηρηθέντος τούτου κατὰ τὸν ἔλεγχον τῆς Ἐπιτροπῆς ἐγένετο ἡ διόρθωσις καὶ κατῆλθεν ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ 45ου εἰς τὸν ἀριθμὸν 35. Κατ’ ἀκολουθίαν ὁ ἐγγεγραμμένος ὡς 40ὸς Θεοφανόπουλος ἐγένετο 41ος.
§64Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Νομίζω ὅτι καθ’ ὃν χρόνον ἐβαθμολόγησεν ἡ Ἐπιτροπὴ καλῶς ἐβαθμολόγησεν. Ἀλλ’ εἰς τὸ διάστημα τῆς συντάξεως τοῦ Αʹ πίνακος εἶχε ποινὴν φυλακίσεως ἑνὸς μηνός, ἥτις δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διατελεῖ καὶ ὑπὸ κατηγορίαν.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Θ. Παππαϊωάννου «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν σκέπτεται ν’ ἀνορθώσῃ τὸ ἐκ λάθους βεβαίως εἰς τὸν ἀνθυπολοχαγὸν Ἠλ. Παλαιοδημόπουλον γενόμενον ἀδίκημα κατὰ τοῦ; διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ γενομένους τῇ 28 Ἰουνίου 1913 προβιβασμοὺς ἀνθυπασπιστῶν, καθ’ οὓς οὗτος, καίτοι ἐφέρετο 40ὸς ἐν τῷ πίνακι, παρελείφθη, προβιβασθέντων ἑτέρων 90 ἀνθυπασπιστῶν νεωτέρων αὐτοῦ καὶ οὕτως ἤδη ἐν τῇ ἐπετηρίδι ἔρχονται ἀρχαιότεροι αὐτοῦ οὗτοι, ἐνῷ καὶ ἐκθέσεις ἐξόχου δράσεως ἐν τοῖς πολέμοις εἶχε καὶ οὐδεὶς συντρέχει λόγος παραγκωνίσεως».
§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ ἡ ἀρχαιότης αὐτοῦ καὶ νὰ ταχθῇ μετὰ τῶν προβιβασθέντων κατὰ τὸν Ἰούνιον, διότι κατὰ τὸν Ἰούνιον δὲν προυβιβάσθη ἐλλείψει προτάσεως. Συνεπῶς ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπῆρχε πρότασις καλῶς παρελείφθη κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς τοῦ Ἰουνίου.
§67Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Νὰ ληφθῇ πρόνοια, διότι δύο ἢ τρεῖς εἶναι οἱ παραπονούμενοι, ἔχουσι δὲ καὶ ἐκθέσεις ἀρίστας.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μπούσδρας «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον οἱ θεσσαλικοὶ σιδηρόδρομοι δὲν θερμαίνουσι τὰ βαγόνια τῆς γʹ θέσεως, ἐνῷ ἐν αὐτοῖς μεγαλυτέρα εἶναι ἡ ἀνάγκη θερμάνσεως».
§69Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Διότι ἡ Ἑταιρεία αὕτη δὲν ἔχει σύστημα κεντρικῆς δι’ ἀγωγῶν συνεχοῦς θερμάνσεως. Θὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὰ δέοντα, πάντως ὅμως πρὸ τοῦ προσεχοῦς χειμῶνος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα. Προσωρινὴ θέρμανσις δὲν εἶναι δυνατὸν κατὰ τὸ πρόχειρον καὶ ἀλυσιτελὲς σύστημα τοῦ Λαρισαϊκοῦ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θὰ ἐγκρίνῃ τὰ ὁδοιπορικὰ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἀξιωματικῶν, οἵτινες μετέφερον ταύτας εἰς Μακεδονίαν, μετὰ τὴν ταχθεῖσαν προθεσμίαν».
§71ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπάρχει σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀκόμη δὲν ἐψηφίσθη καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἀνεγράφη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, διότι καθυστερεῖ ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι δὲν λαμβάνει πρόνοιαν περὶ αὐτῶν ἀκριβῶς οἱ ὁποῖοι ἐπανέρχονται εἰς Μακεδονίαν. Ἐντούτοις νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι καὶ δηλῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐρωτῶντα ὅτι, ἂν ὑποβληθῇ σχετικὴ τροπολογία, θὰ τὴν ἀποδεχθῶ ἢ ἄλλως θὰ παρασκευάσω ἐγὼ τοιαύτην.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακκελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἂν ἔλαβε πρόνοιαν νὰ ἐφοδιάσῃ τὸ ταμεῖον Τριπόλεως διὰ χαρτοσήμου, ἐλλείποντος ἐκεῖ ἀπὸ πολλῶν ἡμερῶν πρὸς μεγίστην ζημίαν τοῦ Δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν».
§73ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Σαββάτου.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Σ. Σακκελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν· 1) ἂν εἶναι διωρισμένοι ταχυδρομικοὶ διευθυνταὶ καὶ ὀνομαστικῶς τίνες ἐν τοῖς ταχυδρομικοῖς Γραφείοις Παλαμρίου καὶ Ψάρι τῆς Γόρτυνος, ἂν οὗτοι μισθοδοτοῦνται ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου, ποίας ἡλικίας εἶναι, καὶ ἂν εὑρίσκονται εἰς τὰς θέσεις των, ὧν ὁ εἷς εἶναι μαθητὴς Γυμνασίου, ὁ δὲ φοιτητής· 2) ἂν σκέπτεται νὰ διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ ἀπὸ Μεγαλοπόλεως εἰς Καλάμας καὶ δὴ παρὰ τὸ χωρίον Κούρταγα, καὶ παρὰ τὴν Τσακώναν».
§75Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὁ εἰς ὃν εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ διεύθυνσις τοῦ Γραφείου Ψάρι (Τρικολώνων) Δημ. Γ. Παππούλιας ὑπέβαλεν ἡμῖν τὴν παραίτησίν του, ἥτις ὅμως δὲν ἐγένετο ἀποδεκτή, μέχρι τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νέου περὶ ἀναθέσεων νόμου. Ὁ εἰς ὃν ἦτο ἀνατεθειμένη ἡ διεύθυνσις τοῦ Γραφείου Παλαμαρίου ἰδιώτης Δ. Παππαδόπουλος παρῃτήθη καὶ συνεπῶς διετάχθη ἡ διεύθυνσις Τριπόλεως, ἵνα ἐνεργήσῃ περὶ τῆς νομίμου αὐτοῦ ἀντικαταστάσεως. Ἡ ἀνάθεσις τοῦ Γραφείου τούτου ἐγένετο συνεπείᾳ τοῦ νόμου 207 καὶ συνεπῶς λαμβάνουσι δραχμὰς 20 μηνιαίως ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου. Ὁ νόμος 207 δὲν ὥριζεν ἡλικίαν ἀλλ’ ἁπλῶς ἀπολυτήριον Σχολαρχείου. Κατὰ συνέπειαν δὲν γνωρίζομεν ποίαν ἡλικίαν ἔχουσιν οὗτοι. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ δεύτερον ἐρώτημα τοῦ ἂν σκεπτόμεθα νὰ διατάξωμεν τὴν ἐπισκευὴν τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ Μεγαλοπόλεως–Καλαμῶν, γνωρίζω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι προεκηρύχθη ἡ σχετικὴ δημοπρασία διὰ τὴν 28 Δεκεμβρίου ἐ. ἔ.
§76Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ παραπονεθῶ ἐναντίον τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας, διότι ἐν τῇ διευθύνσει τῶν δύο ταχυδρομικῶν Γραφείων Ψάρι καὶ Παλαμαρίου εἶχε διορίσει ἐν μὲν τῇ μιᾷ θέσει ἕνα μαθητὴν Γυμνασίου, ἐν τῇ ἄλλῃ δὲ θέσει εἶχε διορίσει φοιτητήν, εὐθὺς δ’ ὡς ἤρξαντο τὰ μαθήματα τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Γυμνασίου ὁ πρῶτος ἐτράπη πρὸς τὸ Γυμνάσιον, ὁ δὲ ἄλλος πρὸς τὸ Πανεπιστήμιον, καὶ οὕτω τὰ δύο ταχυδρομικὰ Γραφεῖα ἀπέμειναν εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ πρώτου τυχόντος. Ἀλλὰ δὲν ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂν οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐμισθοδοτοῦντο — διότι εἰς τὸ ἐρώτημά μου περιελάμβανον καὶ τοῦτο — καθ’ ἣν στιγμὴν ἐμαθήτευον ὁ μὲν ἐν τῷ Γυμνασίῳ, ὁ δὲ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ.
§77Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ τὸ ἐξετάσω.
§78Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει βεβαιωθῇ τοῦτο;
§79Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ τὸν στείλω εἰς τὸν εἰσαγγελέα.
§80Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ καὶ τὸν διευθυντὴν τοῦ ταχυδρομικοῦ Γραφείου Τριπόλεως, ὁ ὁποῖος κατὰ τοιοῦτον τρόπον διεχειρίσθη τὴν ὑπηρεσίαν ἡ ὁποία τῷ ἦτο ἀνατεθειμένη. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ, παρακαλῶ νὰ ἐπισπευσθῇ, διότι κατεστράφη ἐντελῶς ἡ ὁδὸς μέχρι τοιούτου σημείου, ὥστε ὁ νομομηχανικὸς μοὶ εἶπεν ὅτι θ’ ἀναγκασθῇ νὰ κάμῃ νέαν χάραξιν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Σ. Σακκελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας 1) ἂν σκέπτεται νὰ συμπληρώσῃ τὴν κενὴν θέσιν τοῦ ἐν Λεονταρίῳ Ἑλληνικοῦ σχολείου· 2) ποίαν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ διαιρέσεως τῶν τάξεων τοῦ Γυμνασίου Τριπόλεως, ἐν τῇ πρώτῃ τῶν ὁποίων φοιτῶσιν 150 μαθηταί, καί, ἂν σκέπτηται νὰ διαιρέσῃ ταύτας, ὀρθὸν θὰ ἦτο ἀντὶ τούτου νὰ ἱδρύσῃ ἡμιγυμνάσιον ἐν Μεγαλοπόλει, ὁπόθεν πλεῖστοι μαθηταὶ κατάγονται, καὶ 3) ἂν θὰ διορίσῃ σχολάρχην εἰς τὴν θέσιν τοῦ Βʹ Ἑλληνικοῦ σχολείου Τριπόλεως, οὗτινος οἱ 85 μαθηταὶ μένουσιν ἄνευ διδασκάλου».
§82Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). 1) Ἐν Λεονταρίῳ εἰσὶ διωρισμένοι ὁ σχολάρχης Θ. Βαρβερόπουλος καὶ οἱ ἑλληνοδιδάσκαλοι Γ. Κοντογεωργόπουλος καὶ Ν. Παππαχρίστου· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει κενὴ θέσις. Ὁ τελευταῖος φοιτᾷ δυνάμει τοῦ νόμου ἐν τῷ Διδασκαλείῳ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως, ὑποχρεουμένων τῶν λοιπῶν συναδέλφων του ν’ ἀναπληρῶσιν αὐτὸν ἐν τῇ διδασκαλίᾳ τῶν μαθημάτων. 2) Ἡ ἀναφορὰ τοῦ γυμνασιάρχου Τριπόλεως περὶ διαιρέσεως τῶν τάξεων τοῦ Γυμνασίου παρεπέμφθη εἰς τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον, ἁρμόδιον ἵνα γνωμοδοτήσῃ περὶ ταύτης. Καθ’ ἃ δὲ τοῦτο διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2029 ἀναφορᾶς του ἐγνώρισεν ἡμῖν, ἐζητήθη συμφώνως τῇ γνώμῃ καὶ ἡ γνώμη τοῦ οἰκείου γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ, μήπω ὑποβληθεῖσα. 3) Ἐν τῷ Ἑλληνικῷ σχολείῳ Τριπόλεως εἶναι διωρισμένος ὡς σχολάρχης ὁ Ι. Γεωργάλας, ὅστις φοιτῶν ἐν τῷ Διδασκαλείῳ τῆς μέσης ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὸν νόμον διετάχθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 34981 ἀπὸ 17 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου ν’ ἀναχωρήσῃ πάραυτα διὰ τὴν θέσιν του.
§83Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἀφοῦ ἐλήφθη τὸ μέτρον καὶ διετάχθη ὁ σχολάρχης νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ διαταχθῇ καὶ ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος Παππαχρίστου νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Λεοντάριον.
§84Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι· ἀρκοῦσιν οἱ δύο.
§85Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τὴν διαίρεσιν τῶν τάξεων τοῦ Γυμνασίου Τριπόλεως εἰς δύο τμήματα, ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ἐν τῇ αʹ τάξει τοῦ Γυμνασίου φοιτῶσιν 150 μαθηταί, ἐν δὲ τῇ βʹ φοιτῶσιν 105, καὶ ἀφοῦ ἑπομένως θὰ διαιρεθῶσιν αἱ δύο τάξεις, δὲν θὰ ἦτο ἄσκοπον ἂν συνιστᾶτο ἡμιγυμνάσιον ἐν Μεγαλοπόλει· καὶ ἤθελον σᾶς παρακαλέσει, κύριε Ὑπουργέ, ἵνα μελετήσητε τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἡ σύστασίς μου αὕτη εἶναι δικαιοτάτη, διότι οἱ περισσότεροι μαθηταὶ κατάγονται ἐκ Μεγαλοπόλεως.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Παππακωνσταντίνου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου 1914 ὑποβληθεῖσαν αἴτησιν τοῦ ἐφέδρου λοχίου τοῦ 7ου πεζικοῦ συντάγματος ὡς πεταλωτοῦ καὶ ἤδη ἰδιώτου Λεωνίδου Δ. Γκαρώνη, καὶ ἂν θὰ διατάξῃ νὰ δοθῇ εἰς αὐτὸν ἡ νόμιμος ἀποζημίωσις, ἀφοῦ κακῶς ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 55062 ἐ. ἔ. ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου ἀρνεῖται τὴν τοιαύτην πληρωμήν, ἐνῷ ὁ εἰρημένος λοχίας ἐξετέλεσε τὴν τοῦ πεταλωτοῦ ἐργασίαν, οὐχὶ κἂν ἐν ὥρᾳ πολέμου, ἵνα ὑποτεθῇ ὅτι προυτίμησε ταύτην πρὸς ἀποφυγὴν τῶν κακουχιῶν τοῦ πολέμου, ἀλλ’ ἐξετέλεσε ταύτην μετὰ τὸν πόλεμον, ἐν Μακεδονίᾳ, διαταχθεὶς ὑπὸ τῆς προϊσταμένης του Ἀρχῆς, καὶ ἣν ἐξετέλεσεν ἐπίσης καλῶς, ὡς καὶ τὴν μάχιμον».
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Τὸ 7ον πεζικὸν σύνταγμα ἀναφέρει ὅτι οὗτος ἐξετέλει ὑπηρεσίαν πεταλωτοῦ ἐν τῇ ἐφοδιοπομπῇ, οὐδέποτε ὅμως ᾐτήσατο ἀποζημίωσιν, καθόσον ἀπεσπάσθη τῇ ὑποδείξει του, ἵνα οὕτως ἀποφύγῃ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τοῦ βαθμοῦ του ἐν τῷ λόχῳ. Τοῦτο ἐκοινοποιήθη αὐτῷ διὰ τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς Κορινθίας διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 17611 τῆς 4 Φεβρουαρίου διαταγῆς μου.
§88Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, γνωρίζω πάντα ταῦτα ἐκ τῆς Ὑπηρεσίας ἀνακοινωθέντα εἰς ἐμέ. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον θέλω εἶναι νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ἀδίκου τὸ ὁποῖον συνέβη ἐπὶ τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Διότι ἔχω ἐπιστολὴν αὐτοῦ, ἐν τῇ ὁποίᾳ μοὶ διεκτραγῳδεῖ τὴν κατάστασίν του καὶ μοὶ ἀναφέρει ὅτι, ὅτε ἀνεφέρθη, ἦλθεν εἰς λόγους μὲ τὸν ἁρμόδιον ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος τῷ εἶπεν ὅτι «ἂν θέλω ἐγώ, θὰ πληρωθῇς»!
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν μὲ συγκινεῖ καθόλου αὐτό· εἶναι ἀπὸ τὰ συνήθη.
§90Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀλλὰ θὰ σᾶς πληροφορήσω ὅτι, ὅτε διενηργεῖτο ἡ σχετικὴ ἀλληλογραφία, ἐγὼ συνήντησα τὸν ἁρμόδιον ἀξιωματικὸν καὶ ἐζήτησα πληροφορίας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως, οὗτος δὲ μοὶ εἶπεν ὅτι δὲν δικαιοῦται νὰ πληρωθῇ, διότι αὐτὸς ἐζήτησε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, ἵνα ἀποφύγῃ τὰς κακουχίας τοῦ πολέμου, κατόπιν δὲ ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς ἔγραψεν ὅτι ἀπεσπάσθη τῇ αἰτήσει του, ἵνα ἀποφύγῃ ὄχι τὰς κακουχίας τοῦ πολέμου, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλας ὑπηρεσίας. Σημειώσατε ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πεταλωτοῦ δὲν ἐξετέλεσε κατὰ τὸν πόλεμον, ἀλλὰ μετὰ τὸν πόλεμον, ἀφοῦ πρότερον ἔλαβε μέρος καὶ εἰς τοὺς δύο πολέμους, καὶ κατόπιν ἐν εἰρήνῃ ἀπεσπάσθη. Ἐφιστῶ δὲ τὴν προσοχήν σας εἰς τοῦτο, ὅτι δὲν ἀπεσπάσθη τῇ αἰτήσει του οὔτε εἶχε τὰ μέσα νὰ τὸ ἐπιτύχῃ, διότι, ἂν εἶχε τὰ μέσα, θὰ τὸ ἔκαμνε τότε ἐν καιρῷ πολέμου...
§91ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι τῆς Ὑπηρεσίας, ἀντίθετοι πρὸς ἐκείνας τὰς ὁποίας δίδει ὁ ἐνδιαφερόμενος.
§92Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Αὐτὸς ἐξετέλεσεν ὑπηρεσίαν προβλεπομένην ὑπὸ τῶν Κανονισμῶν ὡς ἀμειβομένην καὶ ἑπομένως δικαιοῦται νὰ πληρωθῇ· πάντες ὅσοι ἐξετέλεσαν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν καὶ ἐδῶ ἐν Ἀθήναις ἐπληρώθησαν· διατί νὰ μὴ πληρωθῇ καὶ αὐτός;
§93ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀναλαμβάνω νὰ ἐξετάσω τοῦτο, ἂν κατὰ τοὺς Κανονισμοὺς ὁ ἐκπληρώσας καθήκοντα δεκανέως πεταλωτοῦ δικαιοῦται πάντως νὰ πληρωθῇ, εἴτε τὸ ἐζήτησε διὰ ν’ ἀποφύγῃ τοὺς ἄλλους κόπους εἴτε ὄχι, καὶ τότε ὑπόσχομαι νὰ πληρώσω καὶ τὸν ἰδικόν σας· ἂν ὅμως ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ ἐζήτησαν διὰ ν’ ἀποφύγωσι τοὺς κόπους δὲν δικαιοῦνται νὰ πληρωθῶσι, τότε δὲν θὰ τοὺς πληρώσω.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σπυρομήλιος «παρακαλεῖ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν πόσα δημόσια κτίρια ἐν τῇ πόλει Θεσσαλονίκης περιῆλθον εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ νὰ ὑποβάλωσι λεπτομερῆ κατάλογον αὐτῶν περιέχοντα τὴν χρησιμοποίησιν ἑνὸς ἑκάστου διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν διαφόρων δημοσίων ὑπηρεσιῶν».
§95ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῷ Γραφείῳ τοῦ κ. Προέδρου τὸ βιβλίον ὁλόκληρον καὶ ἐκεῖθεν δύνασθε νὰ λάβητε ὅσας πληροφορίας σᾶς ἀναγκαιοῦσι.
§96Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Πρόκειται περὶ κτιρίων τὰ ὁποῖα παρελήφθησαν ὡς περιουσία τοῦ Κράτους. Θέλω νὰ μάθω πόσα εἶναι καὶ εἰς πόσα ἐξ αὐτῶν ἔχουσιν ἐγκατασταθῆ αἱ Ἀρχαί.
§97ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ καταθέσω τὸ βιβλίον.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηντλήθη ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§99Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀποδίδων, Κύριοι, δικαιοσύνην εἰς τὸ σῶμα τῶν ὑποδιδασκάλων καὶ ἀνταποκρινόμενος εἰς τὴν κοινὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑποδιδασκάλων καθίσταται συντάξιμος. (Εὖγε, εὖγε). Διὰ τοῦ αὐτοῦ σχεδίου νόμου λαμβάνεται πρόνοια ὅπως ἐν τοῖς κοινοῖς σχολείοις ἀρρένων καὶ θηλέων ὑπηρετῶσι διδασκάλισσαι καὶ οὐ μόνον ἐν αὐτοῖς, ἀλλὰ καὶ ἐν ἐκείνοις τὰ ὁποῖα εἶναι πλήρη μονοτάξια, ἀλλ’ ἐλλείψει διδασκάλων μένουσι κενά. Ἐπίσης ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ προσαυξήσεως τοῦ μισθοῦ καὶ συντάξεως τῶν ἐν ταῖς νέαις χώραις λειτουργῶν τῆς Ἐκπαιδεύσεως κλ.», συμφώνως πρὸς τὸν τελευταῖον ψηφισθέντα νόμον. Εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ ἀφωμοιώθησαν πρὸς τοὺς λοιποὺς λειτουργοὺς τῆς Ἐκπαιδεύσεως τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος νὰ τύχωσι τῶν εὐεργετημάτων αὐτῶν, διότι συμβαίνει πολλοὶ τούτων νὰ λαμβάνωσιν ἤδη μικρότερον μισθὸν ἐκείνου τὸν ὁποῖον ἐλάμβανον ἄνευ τῶν προσαυξήσεων. Ἐπίσης ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου περὶ διοικήσεως τοῦ ἐν Ζαγορᾷ Κασσαβετείου παρθεναγωγείου καὶ διαχειρίσεως τῆς περιουσίας αὐτοῦ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο προκαλεῖ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐλλείψεως διατάξεως καθ’ ἣν νὰ ὁρίζηται ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ διαχειριζομένη τὸ Κασσαβέτειον παρθεναγωγεῖον, ἐκλιπόντων ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὥριζεν ἡ διαθήκη ὡς ἐκτελεστὰς αὐτῆς καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ καθορισμοῦ τῆς Ἐφορείας τοῦ Κασσαβετείου παρθεναγωγείου. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον, ἐπειδὴ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον δὲν εἶναι παρὰ ἀπόσπασμα τοῦ σχετικοῦ νόμου περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθη ἔκθεσις, νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον, ἐπίσης δὲ καὶ τὸ ἕτερον περὶ διορισμοῦ διδασκαλισσῶν. Τὸ ἄλλο νὰ παραπεμφθῇ εἰς Ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία συντόμως νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. (Κηρύσσονται τὰ δύο πρῶτα νομοσχέδια κατεπείγοντα).
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ δικαστικῶν ἀντιπροσώπων ἐν ταῖς Οἰκονομικαῖς Ἐφορίαις». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης ἐκ δραχμῶν 17.000 διὰ τὴν ἀνέγερσιν κεντρικῆς ἀποθήκης ὑλικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ταχυδρομείων, Τηλεγράφων καὶ Τηλεφώνων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν δι’ ἀσκήσεις καλουμένων ἐφέδρων τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν εἰς τὴν ἐφεδρείαν αὐτοῦ ὑπαγομένων καὶ τοῦ ἀπὸ 23 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ χρόνου τῆς διαρκείας τῆς ὑπηρεσίας τῶν δι’ ἀσκήσεις τοῦ Στόλου προσκληθέντων ἐφέδρων καὶ περὶ τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως κεντρικοῦ ἀνταλλακτηρίου γραφείου δεμάτων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως εἰδικῶν προϋπολογισμῶν ὁλικῆς δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων ἔργων ἐν τῷ Φρενοκομείῳ Κερκύρας καὶ ὧν ἕκαστος ὑπερβαίνει τὰς δραχμὰς 10.000, ἅπαντες δ’ ἀπαιτοῦσι δαπάνην ἐκ δραχμῶν 268.000». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατασκευῆς ἀποθήκης πρὸς χρῆσιν τοῦ καταστήματος τοῦ Τελωνείου Πειραιῶς». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως ὑπηρεσίας μηχανῶν καὶ αὐτοκινήτων τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταλλευτικῆς ἐρεύνης τῶν νέων χωρῶν».
§101Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἐπεθύμουν ν’ ἀναπτύξω δι’ ὀλίγων τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ὁ σκοπὸς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἶναι πολὺ ἐπαινετός, διότι προτίθεται νὰ καταστήσῃ τὸ Κράτος κάτοχον μεταλλειούχων ἐκτάσεων, τὰ μέσα ὅμως δι’ ὧν ἐπιζητεῖται ἡ ἐπιτυχία δύνανται νὰ τροποποιηθῶσι καὶ δὴ ὡς ἑξῆς: τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ εἶναι αἱ μεταλλευτικαὶ ἔρευναι. Νομίζω ὅτι τὸ πρῶτον πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ εἶναι νὰ κηρυχθῶσιν οἱ ἐκλεχθησόμενοι μεταλλειοῦχοι χῶροι ἐθνικὰ νομήματα, ὅπως ἐγένετο προκειμένου περὶ τῆς βαρεκίνης τῆς Πύλου καὶ διὰ τὸ μεταλλεῖον τῶν Χαλάρων, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν παρέστη ἀνάγκη ποσῶς νὰ γίνῃ ἔρευνα μεταλλευτική, διότι ταύτην ἀνέλαβεν ὁ ἐνοικιάσας αὐτὸ ἐκμεταλλευτής. Ἄλλως τε αἱ μεταλλευτικαὶ ἔρευναι ἐνέχουσι πολλοὺς κινδύνους καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον τὸ Κράτος νὰ χάσῃ χρήματα ἀρκετὰ χωρὶς νὰ ἔχῃ τὸ ἀντίστοιχον ἔσοδον. Μοὶ φαίνεται ὅτι τὸ προτιμότερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι νὰ ὁρισθῶσι κατ’ ἐκλογὴν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας αἱ ἐκτάσεις αὗται, ποῖαι καὶ πόσαι εἶναι, νὰ κηρυχθῶσιν ἐθνικαί, κατόπιν νὰ ὁρισθῇ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία νὰ τὰς ἐξετάσῃ καὶ νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της μετὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ δαπανῶν τῶν ἐρευνῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ κριθῇ ἂν πρέπει νὰ δοκιμασθῶσιν ἢ ἂν δὲν εἶναι προτιμότερον νὰ δοθῶσιν ἀπ’ εὐθείας εἰς ἐκμεταλλευτὴν χωρὶς τὸ Δημόσιον νὰ ὑποστῇ κανὲν ἔξοδον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ καπνοῦ τῶν νέων χωρῶν καὶ τῆς φορολογίας αὐτοῦ καὶ περὶ μονοπωλίων».
§103Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον δύο κυρίως λόγοι μὲ φέρουσιν ἐπὶ τὸ βῆμα, κύριοι Βουλευταί. Ὁ πρῶτος καὶ ὁ κυριώτερος τούτων εἶναι, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰσάγεται καὶ πάλιν ὁ καταστρεπτικὸς τρόπος τῆς δηλώσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν καπνῶν, ἐνῷ ἐκ τῶν ἐπανειλημμένων διαμαρτυριῶν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ συστήματος τῶν δηλώσεων, καθ’ ὃν τρόπον γίνεται καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ὡς καὶ τῶν διαμαρτυριῶν ἐκείνων καὶ τῶν ἐπανειλημμένων τοιούτων ἐν τῇ Βουλῇ ἔπρεπε νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο οὐ μόνον καταθλιπτικὸν ὑπῆρξε διὰ τοὺς καλλιεργητὰς τοῦ καπνοῦ, οὐ μόνον ἀδίκως πολλοὺς ἐνήγαγεν εἰς τὰ δικαστήρια, οὐ μόνον κατέστρεψε κυριολεκτικῶς πτωχοὺς καλλιεργητὰς διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ βαρυτάτου ἐκείνου προστίμου, ἀλλὰ καὶ τὰ μέγιστα συνετέλεσεν εἰς τὴν μὴ ὑπὸ τῶν καλλιεργητῶν ἰδιαιτέραν πρὸς καλλιέργειαν ἐπιμέλειαν τοῦ προϊόντος τοῦ καπνοῦ, προϊόντος τὸ ὁποῖον τελευταίως ἀπεδείχθη ὅτι ὑπῆρξε μία δύναμις πλουτοπαραγωγὸς τῆς Χώρας. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς παρίστατο μάρτυς κατὰ τὰς δηλώσεις τῶν καπνῶν καὶ βραδύτερον ἐν τῷ ἐλέγχῳ διὰ τῶν Ἀρχῶν, εἰς ἃς ἀνετίθετο ἡ ἐξέλεγξις τῆς δηλώσεως τῶν καπνῶν, θὰ ἔβλεπεν ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ προϊόντος, ἐν ἐποχῇ μάλιστα κατὰ τὴν ὁποίαν οὐ μόνον ζύγισις ἀλλ’ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη μετατόπισις τοῦ καπνοῦ ἐπιτρέπεται, θὰ ἔβλεπε, λέγω, ὅτι οἱ ἀτυχεῖς ἐκεῖνοι καλλιεργηταί, οἱ ὁποῖοι νυχθημερὸν μετὰ τῶν τέκνων των καὶ ὁλοκλήρου τῆς οἰκογενείας των ἐπεδίδοντο εἰς τὴν φύτευσιν καὶ κατεργασίαν καπνοῦ, ματαίως ἐκοπίαζον καὶ ὅτι τὸ προϊόν αὐτῶν κατεστράφη κατὰ τὸ ἥμισυ. Ἀλλ’ ἀφοῦ γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, πόσον μεγάλη καὶ ποικίλη εἰς κόπους καὶ μόχθους εἶναι ἡ τοιαύτη καπνοκαλλιέργεια, καὶ ἀφοῦ βλέπετε ὅτι τὸ προϊόν τοῦτο κατὰ τὸ ἥμισυ καταστρέφεται, ἐνῷ τὸ ὑπολειπόμενον τοιοῦτο κατὰ τὸ ἥμισυ κατεστραμμένον πωλεῖται κατόπιν τῆς ζυγίσεως ἐκείνης, θ’ ἀναλογισθῆτε ὅτι ματαίως οἱ ἀτυχεῖς ἐκοπίασαν, ἀφοῦ θὰ ὑπελογίζετο ὑπὸ τῶν διαφόρων καπνεμπόρων μόλις εἰς τὸ ἥμισυ τῆς τιμῆς. Ἰδοὺ λοιπὸν ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως τῶν καπνῶν τὸ ὁποῖον εἰσάγεται καὶ εἰς τὰς νέας χώρας, ἐνῷ ἐγὼ θὰ ἀνέμενον ἀντιθέτως κατάργησιν καὶ διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα· ἰδοὺ ὁ λόγος ὅστις μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ ἵνα προσθέσω μίαν ἔτι διαμαρτυρίαν, διότι πλεῖσται ὅσαι ὁμοίας φύσεως διαμαρτυρίαι καὶ ἐνταῦθα, ὅπως προεῖπον, καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἔνθα κυρίως καλλιεργεῖται ὁ καπνός, ἐγένοντο. Ἕτερος ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου λόγας ὅστις μὲ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα εἶναι ἡ τελεία ἀπαγόρευσις παντὸς εἴδους καπνῶν ἐκ πάσης ἄλλης ἐπαρχίας, καὶ ἰδίᾳ ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα. Καὶ ἴσως μὲν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν δικαιολογῶν θὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι δὲν πρέπει τοιουτοτρόπως ν’ ἀναμιγνύηται τὸ ὄνομα τῶν περιφήμων καπνῶν τῆς Καβάλλας καὶ τῶν ἄλλων μερῶν, διὰ νὰ διατηρήσωσι τὴν προηγουμένως ἐνυπάρχουσαν φήμην καὶ τιμὴν τὴν ὁποίαν ἴσως εἶχον. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ καπνῶν καὶ ἐκ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τὴν νέαν τοιαύτην, ἡ συστηματοποίησις καὶ τελειοποίησις τῆς καλλιεργείας καὶ ἐν γένει τῆς συσκευῆς τῶν καπνῶν θὰ ἔδιδεν ἀξίαν μείζονα εἰς τὸ προϊόν καὶ τῆς ἐν γένει Ἑλλάδος, τῆς παλαιᾶς πρὸ παντὸς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία τελευταίως ἀσχοληθεῖσα εἰς τὴν καλλιέργιαν τοῦ καπνοῦ ἀπέδωκεν ἑκατομμύρια ὁλόκληρα ὀκάδων καπνοῦ, ταύτην δὲ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν καπνῶν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος θὰ ἐνίσχυε, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ ὑποστῇ μείωσιν ἡ τιμὴ τῶν καπνῶν τῆς νέας Ἑλλάδος. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ἔχω ὡσαύτως ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ προνομιακῶς τρόπον τινὰ διδόμενον προνόμιον εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα ἐν σχέσει μάλιστα πρὸς τοὺς καλλιεργητὰς ἐκείνους τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι πλεῖστα ὅσα ἔπραξαν ὑπὲρ τῶν νέων χωρῶν, ὥστε ν’ ἀπολαύσωσι τουλάχιστον ἰσότητος ἀπέναντι τῆς παραγωγῆς των, καὶ οὐχὶ νὰ δίδωνται προνόμια εἰς ἄλλους ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Δύο ἦσαν, ὡς εἶπον, οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ ἔφεραν ἐπὶ τὸ βῆμα, ἵνα διαμαρτυρηθῶ καὶ νὰ κηρυχθῶ κατ’ ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν θὰ λάβῃ, ἂν μή τι ἄλλο, ὑπ’ ὄψιν του τὰ ὑπέρογκα πρόστιμα, τὰ ὁποῖα, ἐν Θεσσαλίᾳ τοὐλάχιστον, κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ἀνῆλθον εἰς δύο καὶ πλέον ἑκατομμύρια δραχμῶν, θὰ θελήσῃ δὲ νὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἰδίως ὡς πρὸς τὰς δηλώσεις τῶν καπνῶν διὰ τρόπου μᾶλλον ἁπλουστέρου καὶ οὐχὶ τοῦ ὑφισταμένου. Διότι δὲν φαντάζεσθε εἰς ποίας παγίδας χωρικοὶ ἀγράμματοι πίπτουσιν, αὐτοὶ δὲ οἱ ἴδιοι πίπτοντες εἰς ταύτας πληρώνουσι τὰ πρόστιμα, ὅταν πωλῶσιν εἰς τὸν καπνέμπορον τὸν καπνόν των. Ἀλλὰ καὶ ἡ παγὶς ἵνα αἱ δηλώσεις παραδίδωνται εἰς τὸν ἔφορον ἐπιζήμιος ἀποβαίνει, διότι ἀναλόγως τῆς ποσότητος, τὴν ὁποίαν θὰ εἰσαγάγῃ ὁ καπνέμπορος, μὲ ταύτην ἐν τῇ παραδόσει τῆς δηλώσεως κανονίζει τοὺς λογαριασμούς του, διότι ὁ καπνέμπορος ἀδιαφορῶν διὰ τὸν γεωργὸν καὶ διὰ τὸ πρόστιμον εἰς τὸ ὁποῖον θὲ καταδικασθῇ οὗτος δὲν παραδίδει τὴν δήλωσιν εἰς τὸν ἔφορον, ἢ παραδίδει ταύτην ἐλλιπῆ καὶ οὕτω μένει ἀνοικτὴ ἡ δήλωσις τοῦ γεωργοῦ εἰς τὴν Ἐφορίαν, ἐπακολούθημα τῆς ὁποίας εἶναι νὰ ὑποστῇ ὁ γεωργὸς τὸ πρόστιμον τῶν 12 δραχμῶν κατ’ ὀκᾶν. Καὶ φαντάζεσθε, κύριοι Βουλευταί, ἕνα πτωχὸν γεωργόν, ὁ ὁποῖος ἔχει νὰ πωλήσῃ 100 ὀκάδας, νὰ ὑποστῇ πρόστιμον 1200 δραχμῶν; Καὶ τοῦτο, διότι λόγῳ τῆς ἀγραμματωσύνης του δὲν εἶχε τὴν πρόνοιαν νὰ κανονίσῃ τὴν διαφορὰν τὴν μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ καπνεμπόρου ὡς πρὸς τὴν παράδοσιν τῆς δηλώσεως καὶ νὰ πεισθῇ μεταβαίνων εἰς τὴν Ἐφορίαν ὅτι ὄντως δήλωσις παρεδόθη ὑπὸ τοῦ καπνεμπόρου ἐκεῖ καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως αὐτὸς ἀπηλλάγη τῆς εὐθύνης ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Εἰς ταῦτα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσθέσω καὶ διὰ τὸν τρόπον τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων ἐν ταῖς νέαις χώραις, ὃν εὑρίσκω ἀτυχῆ, διότι παρατηρῶ ὅτι ὅσοι ηὐτύχησαν νὰ ἔχωσι τὸ προσὸν τοῦ ἐπιτηδείου ὀργιάσαντες ἐπέτυχον ὄχι μόνον νὰ καταλάβωσι θέσεις καθ’ ἅπασαν τὴν Ἤπειρον καὶ Μακεδονίαν, ἀλλὰ καὶ νὰ διατηρῶνται εἰς τὰς θέσεις των, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τοὺς μέλλοντας νὰ διορισθῶσι, διότι παρατηροῦμεν μετ’ ἀπορίας ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ διορισθῶσιν ὑπόκεινται εἰς διατυπώσεις μεγαλυτέρας. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν πῶς σήμερον ἀξιοῖ ἀπὸ τοῦ μέλλοντος νὰ διορισθῇ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἐνῷ ἐν ταῖς πλείσταις τῶν θέσεων ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ μόλις μαθηταὶ τοῦ δημοτικοῦ σχολείου εἶναι οἱ ἀναλαβόντες τὰς διευθύνσεις; Καὶ δὲν θὰ ὁμολογήσῃ μετ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι προσγίνεται ἀδικία εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἴσως ν’ ἀνέμενον ἡμέραν τινὰ νὰ καταλάβωσι μίαν ἐκ τῶν θέσεων τούτων πάντοτε διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ ἀπέναντι ἐκείνων τῶν ἐπιτηδείων οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν πρόνοιαν καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς, ἀλλὰ σήμερον ἀκόμη ἔχουσι ταύτην, ὥστε νὰ πείσωσι τὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ τοὺς διατηρήσῃ ἄνευ οὐδενὸς προσόντος; Εἶναι ἀληθές, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ὡς πρὸς τοὺς πρώτους δύο λόγους, ἰδίᾳ δέ, ἐπαναλαμβάνω καὶ διαμαρτύρομαι καὶ αὖθις, πρὸς τὰς δηλώσεις καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν καπνῶν μεγάλως θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν παρεμπόδισιν τῆς καλλιεργείας, μετ’ ἐμοῦ δὲ καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ τὰ μάλα ἐνδιαφερόμενος ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως πάσης πλουτοπαραγωγικῆς δυνάμεως τῆς Χώρας μας, ὀφείλει νὰ διαμαρτυρηθῇ, διότι ἐκ τῆς στατιστικῆς ἴσως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ γνωρίζῃ ὅτι, ἐνῷ μόλις πρὸ τετραετίας ἀνῆλθεν εἰς ὁλόκληρα ἑκατομμύρια ἡ ἐξαγωγὴ καπνῶν ἐκ Θεσσαλίας, ἐμειώθη σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη καὶ ἡ μείωσις αὕτη πρέπει ν’ ἀποδοθῇ ἀκριβῶς εἰς τὸ σύστημα τῆς δηλώσεως καὶ τοῦ ἐλέγχου τῶν καπνῶν, ἀκριβῶς εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὡδήγησε χιλιάδας ἀνθρώπων πτωχῶν ὅλως ἀδίκως εἰς τὰς φυλακὰς καὶ ἐξηνάγκασε πτωχοὺς γεωργοὺς νὰ πωλήσωσιν αὐτὰ τὰ ἀροτριῶντα κτήνη των διὰ νὰ καταβάλωσι τὰ πρόστιμά του. Ταῦτα εἶχον ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ εἴπω, μὲ τὴν ἐλπίδα καὶ πάλιν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐφ’ ὅσον ὑπολείπονται δύο ἀκόμη κατ’ ἄρθρον ἀναγνώσεις ὡς πρὸς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅτι θέλει ἐξεύρει τρόπον καὶ πρὸς τὰς δηλώσεις τῶν καπνῶν ἀφ’ ἑνός, ἀφ’ ἑτέρου δὲ θὰ ἤθελε λάβει ὑπὸ σοβαρωτέραν ἔποψιν τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα δίδονται ὅλως ἀδίκως εἰς τὰς νέας χώρας, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ δὴ ὡς πρὸς τὴν Θεσσαλίαν καὶ Στερεὰν Ἑλλάδα πρὸ παντός, ὅπου τελευταῖον ἡ καλλιέργεια τοῦ καπνοῦ γίνεται κατὰ τρόπον ἐπιστημονικόν, οἱ δὲ καλλιεργοῦντες φιλοτιμοῦνται μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε, ἐν Θεσσαλίᾳ τοὐλάχιστον, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, πλέον τῶν 500 ἀνθρώπων, ἁδρότατα πληρωνομένων, μετηνέχθησαν ἐκ τῆς Καβάλλας, ἵνα διδάξωσιν ἐν γένει τὸ σύστημα τῆς συσκευασίας καὶ τῆς διατηρήσεως τῶν καπνῶν.
§104Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συγκινέσῃ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν κατετέθη ἀκόμη ἡ ἔκθεσις τῆς Ἐπιτροπῆς, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἔχει λόγους πολὺ σοβαροὺς εἰς τὸ νὰ ζητῇ τροποποίησιν σοβαρωτάτην τοῦ νομοσχεδίου.
§105Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει ὑποβληθῆ πρὸ τριῶν μηνῶν.
§106Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Μετὰ δύο ἡμέρας θὰ ὑποβληθῇ ἡ ἔκθεσις, ἡ ὁποία θὰ διαφωτίσῃ τὴν Βουλήν.
§107Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Εἶμαι εἰσηγητὴς τῆς ἐκθέσεως καὶ ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἔλαβον γνῶσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ πρὸ δέκα ἡμερῶν. Πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν νομίζω ὅτι ἐπ’ εὐκαιρίᾳ μιᾶς ἀναφορᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐζήτησεν ὅπως ὁρισθῇ διορία διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως, ἀλλ’ ἀκριβῶς μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς αἰτήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶχεν ἐπιληφθῆ ἡ Ἐπιτροπὴ τοῦ νομοσχεδίου. Ὥστε ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐγένετο μόλις πρὸ ὀκτὼ ἡμερῶν.
§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προτοῦ γίνῃ ἡ συζήτησις κατ’ ἄρθρον, θὰ περιμένωμεν τὴν ἔκθεσιν.
§109Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀγνοεῖ ὅτι ἔλαβε τέσσαρας ἀναφορὰς ἐκ μέρους τῶν Θεσσαλῶν καπνοπαραγωγῶν, οἱ ὁποῖοι διαμαρτύρονται διὰ τὴν ἀπαγορευτικὴν διάταξιν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τῶν καπνῶν εἰς τὰς νέας χώρας. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ καταδικάσῃ ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλίαν, διότι τὰ καπνὰ εὑρίσκονται εἰς πολὺ καλυτέραν κατάστασιν ἀφ’ ὅ,τι τὰ παρέστησεν ἡ Ὑπηρεσία. Ὅταν ἀπαγορεύσητε τὴν ἐξαγωγήν, καταδικάζετε ὁλόκληρον τὴν καπνοπαραγωγήν.
§110Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κατόπιν τῶν δύο εὐτυχῶν πολέμων, Κύριοι, τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος εἶναι κυρίαρχον τοῦ μόνου μέρους τῆς γῆς τὸ ὁποῖον παράγει τὰ ἐκλεκτότερα καπνά, τὰ ὁποῖα καταναλίσκονται εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
§111Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἡ Ἁβάνα.
§112Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ καπνῶν, ἔχομεν ὑπ’ ὄψει τὰ δεδομένα ἐν Ἑλλάδι. Τὰ δεδομένα ἐν Ἑλλάδι εἶναι ὅτι δὲν κατασκευάζονται ποῦρα, ἀλλὰ σιγαρέττα. Αὐτὰ εἶναι τὰ δεδομένα, τὰ ὁποῖα ὑποτίθεται ὅτι ἔχομεν πάντες ὑπ’ ὄψει μας, ὅταν συζητῶμεν. Ἑπομένως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔπρεπε πρὸ παντὸς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἄσχετον πρὸς τὸ παρὸν νομοσχέδιον θὰ ἦτο πρὸ παντὸς νὰ ὁρισθῶσιν αἱ ποιότητες τῶν καπνῶν καὶ τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον μελέτης ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος δύναται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ ἐνδείξεων προελεύσεως, ἀναλόγως πρὸς ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔχουσι ληφθῆ διὰ τὴν παραγωγὴν τῆς σταφίδος. Διότι τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον θέλει μᾶς θίξει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα θὰ λάβωμεν περὶ καπνῶν θὰ εἶναι τὰ μέρη ἐκ τῶν ὁποίων ἑκάστη ποιότης παράγεται, τὸ ὄνομα τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ, καὶ ἑπομένως, διὰ ν’ ἀποφύγωμεν ἐν πάσῃ περιπτώσει καὶ πάντα ἐκεῖνα τὰ περίεργα τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ συμβῶσιν ὅπως συνέβησαν καὶ εἰς ἄλλα προϊόντα, θ’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τῆς προστασίας τῶν ποιοτήτων, ἀναλόγως τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἔχομεν· διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι καὶ τῆς Ξάνθης ἀκόμη τὰ καπνὰ σήμερον, καίτοι ἡ πόλις δὲν ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ περιοχὴ αὐτῆς ἐντούτοις ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα, πρέπει ν’ ἀποτελέσωσι ποιότητα ἑλληνικῶν καπνῶν καὶ ὄχι βουλγαρικῶν, ὅπως ἀσφαλῶς θὰ θελήσῃ τὸ βουλγαρικὸν βασίλειον ν’ ἀμφισβητήσῃ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ τοιοῦτός τις νόμος μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ καθορίσωμεν τὰ ζητήματα τῶν ποιοτήτων· ὅταν δὲ καθορισθῇ τὸ ζήτημα τῶν ποιοτήτων τότε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ ἔχητε κανένα φόβον ν’ ἀπαγορεύσητε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν εἰς τὰς νέας χώρας καὶ νὰ φοβῆσθε νόθευσιν τῶν καπνῶν, διότι ὁ κυρίως προστάτης τοῦ καπνοῦ θὰ εἶναι ὁ νόμος περὶ προστασίας τῶν ποιοτήτων, καὶ ἑπομένως, εἴτε εἰσαχθῇ ξένος καπνὸς εἰς τὰς νέας χώρας εἴτε μή, τὸ συμπέρασμα θὰ εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, προσέξατε εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι θὰ διευκολύνῃ ἀκριβῶς τὴν κατάργησιν τοῦ δασμοῦ. Δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐμποδίσητε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν εἰς τὰς νέας χώρας, ὅταν ἔχητε τὴν προστασίαν τῶν ποιοτήτων, διότι, ὡς τοὐλάχιστον ἀναφέρετε ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει, φοβεῖσθε μήπως καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν ἐπιφέρῃ μείωσιν τῆς ποιότητος τῶν μακεδονικῶν καπνῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι καλῆς ποιότητος, καὶ ἑπομένως τῆς καλῆς φήμης αὐτῶν, ἐν ᾧ διὰ τῶν μέτρων τούτων φεύγετε τὸν κίνδυνον αὐτὸν καὶ κατὰ κανόνα παύετε νὰ ἐμποδίζητε τὴν ἐπέκτασιν ἑνὸς τόσον σπουδαίου προϊόντος. Διότι πράγματι, ὅτε ἐγένετο ἡ ἕνωσις τῶν χωρῶν αὐτῶν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, πρὸς στιγμὴν ἐφαντάσθημεν πάντες ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἀκολουθεῖ πλέον τὰς ἀρχὰς τοῦ μονοπωλίου, ὅπως κατ’ ἀρχὰς ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσῃ, δὲν θὰ ἔχῃ τίποτε ἄλλο ὑπ’ ὄψει εἰμὴ μόνον πῶς θὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται ἐν Σάμῳ καὶ τὸ ὁποῖον λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν της διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, χωρὶς ὅμως νὰ τὸ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἐν ᾧ τὸ παράδειγμα τῆς Σάμου, ἡ ὁποία ἔχει δημιουργήσει ποιότητα σιγαρέττων ἡ ὁποία εἰσάγεται πανταχοῦ, ἀκριβῶς διότι ἔχει ἐλευθέραν τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἑπομένως τὴν ἀνάμιξιν πάντων τῶν καπνῶν ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται καὶ ἀναλόγως τῶν ὀρέξεων τὰς ὁποίας ἔχει ἡ ἐξαγωγή, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου δὲν ἐπιτρέπεται ἐν Ἑλλάδι ὄχι μόνον ἐν τῇ παλαιᾷ ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ νέᾳ, διότι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε τὴν κατασκευὴν μιᾶς εἰδικῆς ποιότητος σιγαρέττων ὅπως ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ Σάμος, ὅπως ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐπέτυχεν ἡ Αἴγυπτος, ποιότητα ἡ ὁποία δὲν στηρίζεται εἰς τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον εἰς ἀναμίξεις. Διότι, ὡς γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, καπνὸς Καβάλλας αὐτούσιος παραγόμενος καὶ μεταποιούμενος εἰς σιγάρα δὲν ὑπάρχει· ὁ καπνὸς τῆς Καβάλλας χρησιμεύει διὰ ν’ ἀποτελέσῃ ἓν μῖγμα διὰ μίαν βάσιν ἀποτελουμένην ἀπὸ ἄλλα καπνά. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἰγυπτιακὸν σιγαρέττον, αὐτὸ εἶναι τὸ σαμιακόν· ἐπ’ αὐτοῦ ἐστηρίχθησαν αἱ διάφοροι ποιότητες τὰς ὁποίας παρήγαγεν ἡ Régie καὶ τὰς ὁποίας ἐξήγαγεν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν, αἱ ὁποῖαι ὅμως ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ δὲν εἶχον μεγάλην κατανάλωσιν, διότι ἡ Régie δὲν εἶχε συμφέρον νὰ προσέξῃ εἰς τὴν κατανάλωσιν αὐτῶν, διότι ἔχει ἄπειρα κέρδη ἐκ τῆς ἐσωτερικῆς μονοπωλιακῆς καταναλώσεως. Ὅταν λοιπὸν καταστρέψωμεν τὸ οἰκοδόμημα τῆς Régie, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν ταῖς νέαις χώραις καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ποιότητας καὶ τὰς ποιότητας ταύτας δὲν φροντίζωμεν νὰ τὰς περισυλλέξωμεν διὰ νὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν μίαν βάσιν τοὐλάχιστον διεξαγωγῆς εἰς τὴν κατανάλωσιν τῶν καπνῶν αὐτῶν, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἐμπόριον ἐλεύθερον νὰ διαμορφώσῃ τὰς ποιότητας καὶ αὐτὸ νὰ κατορθώσῃ νὰ γίνῃ ἡ ἀνάμιξις ἐκείνη ἐν Ἑλλάδι τὴν ὁποίαν πολλάκις εἴδομεν φυγοῦσαν καὶ μεταβαίνουσαν εἰς τὸ Ἐξωτερικόν· ἐν ᾧ δ’ ἔχομεν μέγα συμφέρον νὰ μείνῃ ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐκ τῆς Ἑλλάδος νὰ γίνεται ἡ βάσις τοῦ σιγαρέττου, δυστυχῶς τὸ τοιοῦτον ὄχι μόνον δὲν ἐγένετο κατὰ τὸ παρελθόν, ἀλλὰ καὶ σήμερον, ὅτε παρουσιάζεται ἡ εὐκαιρία, δὲν τὸ ἐπιτρέπετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ὁποῖον κάμνετε· θὰ ἐξακολουθῇ δὲ ἡ Αἴγυπτος νὰ ἔχῃ τὸ ἰδικόν της τὸ σιγαρέττον, θὰ ἐξακολουθῇ ἡ Σάμος νὰ ἔχῃ τὸ ἰδικόν της τὸ σιγαρέττον, ἡ δὲ Ἑλλὰς δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παράγῃ ἑλληνικὰ σιγαρέττα ἀναλόγως πρὸς τὴν ποιότητα ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι συνηθισμένον τὸ Ἐξωτερικόν, διότι δεσμεύετε τὰς χεῖράς της καὶ δὲν τῇ ἐπιτρέπετε νὰ κάμῃ τὰς ἀναμίξεις ἐκείνας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ εἰς τὰς νέας χώρας ἀκόμη. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι ἡ Régie, ἡ ὁποία κατασκευάζει τὰς διαφόρους κοινὰς ποιότητας, ἔχει ὁλόκληρον τὴν Ἀνατολὴν εἰς τὴν διοίκησίν της καὶ ἠδύνατο νὰ εἰσαγάγῃ καπνὸν ἐκεῖθεν· ἐνῷ σήμερον εἰς τὴν Μακεδονίαν δὲν θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαγάγῃ καπνὸν οὔτε ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος οὔτε ἐκ τῆς Ἀνατολῆς. Ἑπομένως ἐρωτᾶται· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παραχθῇ ἡ ποιότης ἐκείνη τοῦ καπνοῦ τὴν ὁποίαν θέλει ὅλος ὁ κόσμος νὰ καπνίσῃ καὶ ἡ ὁποία ἐμφανίζεται ὑπὸ τὴν μορφὴν τῶν διαφόρων σιγαρέττων τὰ ὁποῖα καταναλίσκονται ἐν Εὐρώπῃ; Αὐτὸ δὲν τὸ ἐπιτυγχάνετε διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τὴν ὁποίαν κάμνετε, ἐπίσης δὲ δὲν τὸ ἐπιτυγχάνετε οὔτε ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι, διότι βάσις τοῦ καπνοῦ διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἐκλεκτῶν σιγαρέττων εἶναι συνήθως ὁ ἑλληνικὸς καπνός, εἰς τὸν ὁποῖον ἀναμιγνύεται καπνὸς Καβάλλας, ἐν Αἰγύπτῳ δὲ κυρίως εἰσάγεται καπνὸς ἑλληνικός, τῆς Λαμίας, τοῦ Ἀγρινίου, ἐκεῖ ἀναμιγνύεται μὲ ποιότητας ἐκλεκτὰς τῆς Ξάνθης καὶ τῆς Καβάλλας καὶ παράγεται τὸ αἰγυπτιακὸν σιγαρέττον. Εἰς τὴν Μακεδονίαν σήμερον δὲν δίδετε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσαγάγῃ καπνὸν ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἐρωτᾶται· ποῦ θὰ ἔχῃ τὴν βάσιν διὰ ν’ ἀποτελέσῃ σιγαρέττον τὸ ὁποῖον νὰ ἐξάγηται; Ἡ Ἀνατολὴ εἶναι κλειστή, ἡ παλαιὰ Ἑλλὰς εἶναι κλειστή· ἑπομένως θὰ περιορισθῇ εἰς ποιότητας ἐγχωρίων αἱ ὁποῖαι ὅμως δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ τῇ δώσωσι τὰ μέσα διὰ τὴν ἀνάπτυξιν μιᾶς βιομηχανίας· αὐτὸ ἀρνούμεθα ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι, αὐτὸ ἀρνούμεθα ἐν τῇ παλαιᾷ. Δὲν κάμνετε καμμίαν ἐξαίρεσιν εἰμὴ μόνον διὰ τὴν Σάμον, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπιτρέπετε καὶ τῇ παρέχετε ὅλην τὴν δυνατὴν εὐκολίαν ἐπιτρέποντες εἰς αὐτὴν νὰ εἰσαγάγῃ καὶ καπνὸν ἐκ τῆς Ἀνατολῆς ἀτελῶς καὶ τῆς ἐπιτρέπετε νὰ εἰσαγάγῃ καὶ τὰ ἰδικά μας ὅπως λέγετε νὰ ἰσχύῃ τοῦτο καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι ἀλλ’ ἐξαιρετικῶς τὸ δικαίωμα αὐτὸ χορηγεῖτε εἰς τὴν Σάμον, καὶ κάμνετε καλῶς, διὰ νὰ μὴ καταστραφῇ ἡ βιομηχανία. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἀνάπτυξιν τοιούτων βιομηχανιῶν καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ καὶ ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι. Βάσις δὲ θὰ εἶναι πάντοτε τὰ ἑλληνικὰ καπνὰ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι σᾶς τὸ ἀποδεικνύουσιν αἱ στατιστικαί, σᾶς τὸ ἀποδεικνύουσιν αἱ ποσότητες τὰς ὁποίας εἰσάγομεν κατ’ ἔτος εἰς τὴν Αἴγυπτον καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη ὅπου ἡ βιομηχανία εἶναι ἀνεπτυγμένη· βλέπετε, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ τῆς ποιότητος τοῦ ἑλληνικοῦ καπνοῦ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ εἰσαγάγητε δοκιμαστικῶς ἐμπόριον σιγαρέττων εἰς τὴν Μακεδονίαν, ὅταν ἀπαγορεύητε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν; Πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῇ τὸ ἐμπόριον τοῦτο τοῦ καπνοῦ ἐν Ἑλλάδι, ὅταν ἀπαγορεύητε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἐκλεκτῶν καπνῶν, τὰ ὁποῖα θ’ ἀποτελέσωσι τὸ μῖγμα μὲ τὸ ὁποῖον θὰ βελτιωθῇ ἡ ποιότης; Ἐνῷ δ’ ἀναγνωρίζετε ποιότητας εἰς τὰς νέας χώρας, εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα δὲν ὁμιλεῖτε περὶ ποιοτήτων, ἀλλ’ ἐξακολουθεῖτε νὰ ἔχητε τὸ σύστημα τὸ σημερινόν, διότι γνωρίζετε πολὺ καλύτερον ἐμοῦ ὅτι διάγνωσις ποιοτήτων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὅταν εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογηθῶσι, κατὰ κλίμακα, καθόσον θὰ ἰσχύσωσι τοῦ κόσμου αἱ καταχρήσεις τὸ μέτρον δὲ τὸ ὁποῖον λαμβάνετε, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζετε ὅτι ἐπιτυγχάνετε τὸν σκοπόν σας φορολογοῦντες εὐθηνότερον ὡρισμένας ποιότητας καπνοῦ ἐν ταῖς νέαις χώραις καὶ ἐπιγράφοντες ἐπὶ τῶν κυτίων τὴν τιμὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ πωληθῶσι, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ καταδολίευσις, γνωρίζετε πολὺ καλῶς ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν πρακτικῶς νὰ ἐφαρμοσθῇ· διότι τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς διαβεβαιώσῃ ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ ἐμπόρου περὶ τῆς ἀξίας τοῦ προϊόντος εἶναι ἡ πραγματική, αὐτὴ ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν τὸ πωλεῖ; Σημειώσατε δ’ ὅτι ἡ πρᾶξις μέχρι σήμερον τῶν ὀλίγων μηνῶν κατὰ τοὺς ὁποίους τὸ σύστημα τῆς κοπῆς τοῦ καπνοῦ ἐφηρμόσθη ἐν ταῖς νέαις χώραις σᾶς ἀποδεικνύει ὅτι μὲ τὴν φορολογίαν αὐτὴν τῶν 4 δραχμῶν κατὰ χιλιόγραμμον καὶ μὲ τὸν φόρον τῆς δεκάτης, ὁ ὁποῖος ἀναβιβάζεται ἐν συνόλῳ εἰς 5 δραχμὰς κατ’ ὀκᾶν, δὲν εἶναι σπουδαῖα τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἔμποροι τοῦ καπνοῦ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Δὲν κάμνετε τίποτε ἄλλο παρὰ ἐμποδίζετε τὸν ἀνταγωνισμόν, ἐμποδίζετε τὴν κυκλοφορίαν τοῦ καπνοῦ καὶ δεσμεύετε ἐν γένει τὴν παραγωγὴν καὶ ἐν γένει τὸ ἐμπόριον. Ὁτιδήποτε καὶ ἂν θελήσητε νὰ κάμητε μὲ τὸν ἑλληνικὸν καπνὸν καὶ ἂν θελήσητε νὰ τὸν φορολογήσητε ἐκεῖ ἐπιτοπίως, θὰ ἴδητε ὅτι ὁ εἰσαγόμενος καπνὸς θὰ πληρώσῃ τὸν φόρον τὸν ὁποῖον πληρώνουσιν ἐκεῖ, διότι ἐκεῖ τὸν φορολογεῖτε μὲ 12 δραχμὰς τὸ χιλιόγραμμον, ἑπομένως τὸν φορολογεῖτε μὲ 15 δραχμὰς· καὶ ἐρωτᾶται· εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἀνταγωνισμὸς μὲ ἕνα καπνὸν ὁ ὁποῖος οὐδεμιᾶς ποιότητος εἶναι — διότι δὲν χωρίζονται αἱ ποιότητες ἐν Ἑλλάδι —, εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν φέρητε εἰς ἀνταγωνισμὸν μὲ τὸν κατωτέρας ποιότητος; Ὄχι· ἐνῷ ἀπαγορεύετε τὴν εἰσαγωγὴν καπνοῦ εἰς τὰς νέας χώρας οὐσιαστικῶς τὸν ἀπαγορεύετε, διότι οὐδεὶς ἀνταγωνισμὸς θὰ ἐπέλθῃ· ἑπομένως κάμνετε πολὺ ἄδικον εἰς τὴν ἐγχώριον παραγωγὴν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν δεσμεύετε παρ’ ὅλην τὴν αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὴν ἐπέκτασιν τῆς χώρας νὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐργάζηται ὡς ἐργάζεται χωρὶς νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταναλώσῃ τὸ ἐμπόρευμά της εἰς τὰς νέας χώρας οὔτε νὰ τὸ βελτιώσῃ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν θὰ εἶναι κύριον τὸ ἐμπόριον νὰ φέρῃ ἀτελῶς τὸν καπνόν. Ἑπομένως φρονῶ ἀπολύτως ὅτι οὐδὲν κέρδος διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου παρέχετε εἰς τὴν ὑπάρχουσαν νῦν κατάστασιν· τοὐναντίον τὴν παραγωγὴν τὴν ὁποίαν ἦτο δυνατὸν πρὶν νὰ ἐβλέπομεν καταναλισκομένην ἐξ ἄλλου μέρους τὴν περιορίζετε, διότι γνωρίζετε ὅτι ἡ Régie ἠγόραζε τὸν καπνὸν ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι εἶχεν ὡρισμένας ποιότητας καπνοῦ. Σήμερον αὐτὸ τὸ ποσόν, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι, δὲν θὰ βλέπῃ ἡ Ἑλλάς, διότι ἀπαγορεύεται ἡ εἰσαγωγὴ οἱασδήποτε ποσότητος εἰς τὰς νέας χώρας. Θὰ ἐφρόνουν ὅπως τὸ σύστημα τὸ λειτουργοῦν ἐν Σάμῳ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν τῇ νέᾳ καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι. Δύνασθε φυσικὰ τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τοῦ καπνοῦ ἐν ταῖς νέαις χώραις νὰ κρατήσητε κατὰ διάφορον τρόπον ἀφ’ ὅ,τι ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, καὶ αὐτὸ ὅμως εἶναι ζήτημα, διότι, ὡς γνωρίζετε, ὅπως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσητε ἀπολύτως τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ σήμερον ἐν Ἑλλάδι, οὕτω καὶ ἐν ταῖς νέαις χώραις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσητε τὸ λαθρεμπόριον τοῦ καπνοῦ. Γνωρίζετε ὅτι ἐν Ἠπείρῳ ἐλάχιστος πληθυσμὸς ἐκάπνιζε σιγαρέττα καὶ ἐντούτοις τὸ λαθρεμπόριον θὰ γίνεται, ὅπως γίνεται καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι· ἑπομένως τίνας σκοποὺς ἔχουσι τὰ ἐμπόδια τὰ ὁποῖα φέρετε εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς καπνοβιομηχανίας, ὅταν ἔχητε ὑπ’ ὄψει ὅτι ὑπάρχουσι πράγματά τινα τὰ ὁποῖα οὐδεμία ἀνθρωπίνη δύναμις εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσῃ νὰ ἐμφανίζωνται καθ’ ἑκάστην; Διὰ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἑνὸς πράγματος τοῦ ὁποίου βεβαίως ὁμολογῶ τὰς δυσκολίας· ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ σιγαροχάρτου, διότι θὰ εἰσάγηται ἐντεῦθεν εἰς τὰς νέας χώρας καὶ θὰ πληρώνῃ δασμὸν 12 φράγκα κατὰ χιλιόγραμμον, 15 δραχμὰς δηλαδή, εἶναι δὲ ἤδη αὐτὰ τὰ σιγαρέττα ἐπιβεβαρημένα μὲ βαρύτερον φόρον σιγαροχάρτου ἀφ’ ὅ,τι εἶναι εἰς σιγαρέττα τὰ ὁποῖα ἔχουσι περιτυλιχθῆ μὲ ποιότητα σιγαροχάρτου ἡ ὁποία δὲν εἶναι καλή, διότι ὁ καπνὸς ἔχει τοιαύτας ἰδιότητας, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δεκτικὸς τοιαύτης ποιότητος σιγαροχάρτου. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται ἐν Σάμῳ πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, νὰ ἐπιτραπῇ δὲ ἡ ἀτελὴς εἰσαγωγὴ τοῦ καπνοῦ ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὰς νέας χώρας καὶ ἐκ τῶν νέων χωρῶν εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, διότι τὸν μόνον κίνδυνον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ νόθευσις τῶν ποιοτήτων, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφύγητε. Ὅταν τὰ πράγματα ἀφήσητε ἐλεύθερα, θὰ κάμητε μέγα καλὸν εἰς τὸν Τόπον, θ’ ἀναπτυχθῇ ἡ βιομηχανία, τὴν ὁποίαν εἴχετε πρίν. Δὲν βλέπετε τί γίνεται ἐν Αἰγύπτῳ καὶ Σάμῳ; Διατί ἐμποδίζετε νὰ γίνῃ τοῦτο καὶ ἐν Ἑλλάδι; Δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε τὸ Κράτος, τοὐναντίον ἔχει νὰ ὠφεληθῇ, διότι ἐν ταῖς νέαις χώραις κατανομὴ ποιότητος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ὅπως καὶ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι μὲ τὸ σύστημα τῆς ταινίας, ἑπομένως δὲν θὰ ὁρίζῃ τὸ Δημόσιον τεσσάρων δραχμῶν δικαίωμα κοπῆς· πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μέσος ὅρος καὶ τὸν μέσον ὅρον θὰ τὸν θέσητε ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ποιότητι, νὰ ἐπιτρέψητε δὲ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς φύλλα ἐκ τῆς νέας Ἑλλάδος εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα καὶ ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα.
§113Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπεριορίστως;
§114Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Βεβαίως, διότι οὕτω μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ βιομηχανία τῶν καπνῶν· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμητε ἀνάπτυξιν τῆς ὑπαρχούσης, ὅταν θέσητε πάντας αὐτοὺς τοὺς περιορισμούς.
§115Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Καὶ νὰ ἐξάγηται καπνὸς εἰς φύλλα;
§116Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μάλιστα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευάσητε σιγαρέττα ἐκλεκτά, ἐὰν δὲν θέσητε καπνὸν τῆς νέας Ἑλλάδος, ὡς καὶ τὸ ἀντίθετον· εἶναι δύο πράγματα ἀλληλένδετα. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τί γίνεται ἐν Αἰγύπτῳ.
§117ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐννοεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐξαγωγὴ καὶ καπνοῦ εἰς φύλλα ἢ μόνον τὸ βιομηχανικὸν προϊόν;
§118Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἰς φύλλα. Ἐννοῶ τὸ βιομηχανικὸν προϊὸν ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι νὰ ἐπιτρέψητε ὄχι μὲ τὴν φορολογίαν τὴν ὁποίαν θέλετε. Τὸ ἐμπόριον τὸ ἑλληνικὸν διὰ νὰ τελειοποιηθῇ θὰ ὑποστῇ μίαν θυσίαν, τὸ νὰ ἐμποδίσητε ὅμως τὴν κατανάλωσιν τῶν νέων χωρῶν καὶ νὰ μὴ δίδητε κανὲν ἀντάλλαγμα, αὐτὸ δὲν δύνασθε παρὰ νὰ ὁμολογήσητε ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἄδικον, διότι οὐδεὶς ὠφελεῖται, ἀλλὰ θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ ὠφελῶνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι μέχρι σήμερον ὠφελοῦνται ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ. Ὅταν ἐμποδίσητε τὴν εἰσαγωγὴν τῶν ἑλληνικῶν καπνῶν, δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσιν αὐταὶ αἱ ποιότητες αἱ ὁποῖαι κατασκευάζονται. Ἑπομένως, ἐνῷ ἐμποδίζετε ἓν ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ ὁποῖον ἀσφαλῶς θὰ ἔλθῃ ἐκεῖ, ἐμποδίζετε συγχρόνως ἀγαθὸν τὸ ὁποῖον ὑπάρχει καὶ τὸ ὁποῖον τείνετε νὰ τὸ καταστρέψητε, ἐνῷ, ὅταν δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν αὐτὴν κατ’ ἀρχὴν καὶ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον πολὺ ὀρθῶς καὶ δικαίως δέχεσθε διὰ τὴν Σάμον, τὸ ζήτημα λήγει καὶ θὰ ἔχητε πραγματικῶς μίαν ὠφέλειαν καὶ μίαν πρόοδον, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὠφελήσῃ τὸν Τόπον καὶ θὰ σᾶς λύσῃ καὶ ἄλλο ζήτημα· διότι μὴ λησμονεῖτε ὅτι ὡρισμέναι ποιότητες καπνοῦ παραγόμεναι ἐν Τουρκίᾳ θὰ χρησιμοποιῶνται μόνον διὰ σιγαρέττα. Ἔχομεν τὸν καπνὸν τῆς Ἠπείρου, ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖται διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ταμβάκου καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐν ἀχρηστίᾳ καὶ ἂν τὸν ἀφήσητε ἐλεύθερον θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ πωλῆται καὶ αὐτὸς καὶ θὰ ἔχῃ μεγάλας ὠφελείας. Αὐτὸ εἶναι ἕν σύστημα τὸ ὁποῖον πρέπει εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐφαρμοσθῇ, διὰ νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀναπτύξωμεν ἕνα μέγαν παράγοντα ἀμέσου καταναλώσεως, ὅπως εἶναι ὁ ἄρτος, διότι ὁ καπνὸς εἶναι τὸ μεγαλύτερον εἶδος τὸ ὁποῖον καταναλίσκει ὁ κόσμος καὶ θὰ ἔχητε μέγα ἔσοδον ἐκ τῆς φορολογίας, διότι ἀπεδείχθη ὅτι τὸ σύστημα τῆς ταινίας τοῦ καπνοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐφεύρεσις ἑλληνική, τόσον ὡραῖα ἐπέτυχε χωρὶς νὰ πιέζῃ τοὺς καπνοπαραγωγοὺς καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα τοῦ μονοπωλίου.
§119Ν. ΖΑΡΛΗΣ. Ὡς εἶχον τὴν τιμήν, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ἡ καπνοπαραγωγὴ τῆς Θεσσαλίας ἀπό τινων ἐτῶν ηὐξήθη καταπληκτικῶς καὶ ἀπὸ 2½ ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα παρήγοντο πρὸ 4 ἐτῶν σήμερον παράγονται πλέον τῶν 5,000,000 ὀκάδων καπνοῦ. Ἀλλὰ δυστυχῶς ἡ κατανάλωσις τῶν καπνῶν τούτων κατὰ τὰ τελευταῖα τρία ἔτη ἐσταμάτησεν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ κρίσιν εἰς τὴν καπνοπαραγωγήν, ἐκ τῆς ὁποίας κρίσεως ὄχι μόνον οἱ καπνοπαραγωγοὶ ζημιοῦνται, διότι ἔχουσιν ἀπώλητα ἐν ταῖς ἀποθήκαις των τὰ προϊόντα, ἀλλὰ καὶ οἱ καπνεργάται τοῦ Βόλου, οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἄνευ ἐργασίας ἕνεκα τῆς μὴ συσκευῆς τῶν καπνῶν. Φρονῶ ὅτι πρὸς ἄμεσον θεραπείαν τοῦ κακοῦ τούτου καὶ ὅπως ἐπέλθῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχυτέρα ἡ βοήθεια εἰς τὴν καπνοπαραγωγὴν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ ἐπετρέπετο ἡ εἰσαγωγὴ τῶν καπνῶν ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα καὶ ἂν διὰ λόγους ποιότητος τῶν καπνῶν τῆς Ἑλλάδος εἶναι δύσκολον νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἐκ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος εἰς τὴν νέαν Ἑλλάδα εἰσαγωγὴ καπνῶν εἰς φύλλα, πάντως ὅμως πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ εἰσαγωγὴ κεκομμένου καπνοῦ.
§120ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ ἐπιτρέπομε.
§121Ν. ΖΑΡΛΗΣ. Ὅπως τὸ ἐπιτρέπετε μὲ τὴν φορολογίαν τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἰσαγωγή. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ ἐπιτραπῇ μὲ ἀνάλογον φορολογίαν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν τὰ καπνὰ τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος νὰ ἀνταγωνισθῶσι πρὸς τὰ καπνὰ τῆς νέας Ἑλλάδος, τοῦτο δὲ δὲν θὰ βλάψῃ ποσῶς τὴν καπνοπαραγωγὴν τῶν νέων χωρῶν, διότι ἐν τῇ νέᾳ Ἑλλάδι παράγονται καπνὰ αʹ, βʹ, γʹ, δʹ καὶ κατωτάτης ποιότητος, τὰ καταναλισκόμενα ἐκεῖ εἶναι τῆς δʹ καὶ τῆς κατωτάτης ποιότητος, τὰ δὲ αʹ, βʹ καὶ γʹ ἐξάγονται εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι τὰ καπνὰ τὰ ἰδικά μας εἰσαγόμενα εἰς τὰς νέας χώρας δὲν θὰ φέρωσι καὶ μέγαν ἀνταγωνισμὸν εἰς τὰ ἐκεῖ καπνά. Ἐπίσης μέτρον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν καὶ ὑποστήριξιν τῆς καπνοπαραγωγῆς τῆς Θεσσαλίας θὰ ἦτο νὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὴν πόλιν τοῦ Βόλου, ὅπου καὶ λόγοι κλιματολογικοὶ τὸ ἐπιτρέπουσιν, ἡ βιομηχανία τῆς κατασκευῆς σιγαρέττων διὰ τὸ Ἐξωτερικόν. Ἡ τοιαύτη βιομηχανία, ἡ ὁποία σήμερον ἐνασκεῖται ἐν Αἰγύπτῳ ἐν μεγάλῃ κλίμακι καὶ ἀποφέρει μέγαν πλοῦτον εἰς τοὺς ἐκεῖ καπνεμπόρους, θὰ ἠδύνατο νὰ εἰσαχθῇ εἰς πόλεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸν Βόλον καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ἐλύετο τὸ ζήτημα τῆς καπνοπαραγωγῆς τῆς Θεσσαλίας. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις μου ταύτας καὶ δεχθῇ, ὅπως διὰ τοῦ νέου νόμου ἐπιτραπῇ τοιαύτη βιομηχανία τῶν σιγαρέττων ἐν Βόλῳ.
§122Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Καὶ ἐν Λαρίσῃ.
§123Ν. ΖΑΡΛΗΣ. Ἔστω, ἐν ταῖς πόλεσι τῆς Θεσσαλίας.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ ἐμπρησθέντος τμήματος τῆς πόλεως Σερρῶν». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§125Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀντὶ τοῦ «ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου» νὰ τεθῇ προθεσμία ἰσχύος μετὰ τὴν δημοσίευσιν. Τὴν ἄμεσον μετὰ τὴν δημοσίευσιν ἰσχὺν τοῦ νόμου δὲν τὴν ἠξεύρομεν οὔτε ἡμεῖς· καλὸν εἶναι νὰ τεθῇ προθεσμία 15 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2). Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§126Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀφοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, πρέπει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μᾶς ἀναπτύξῃ τὸν ὀργανισμὸν αὐτοῦ.
§127Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατ’ ἄλλην συνεδρίασιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 καὶ τὰ λοιπὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος, δι’ οὗ ἐνεκρίθησαν εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ νεκροταφείου τῶν Διαμαρτυρομένων εἰς τὸ Αʹ νεκροταφεῖον Ἀθηνῶν»)
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης διατάξεως ἀφορώσης εἰς τὸ ποσοστὸν συντάξεως ἀπονεμομένης εἰς χήρας καὶ ὀρφανὰ κατὰ τὸν νόμον 116 τῆς 30ῆς Δεκεμβρίου 1913».
§129Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τροποποιοῦνται διατάξεις τοῦ ἐσχάτως ψηφισθέντος νόμου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων. Ἔτυχε καὶ ἐγὼ κατ’ ἐπανάληψιν νὰ διακρίνω ἐλλείψεις ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ τῷ γενικῶς προβλέποντι περὶ τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἤκουσα πάντοτε παρὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ὅτι ἔλλειψίς τις ἀποτελοῦσα προφανὲς ἀδίκημα ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ πρότασιν ἰδίου νόμου. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι οὐδεμία πρότασις νόμου ὑπεβλήθη ὑπὸ τῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐξ ὅσων ὑπέδειξα. Ἴσως θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ ὑποβάλω ἰδίαν πρότασιν ἐγώ. Ποία ὅμως ἡ τύχη τοιαύτης προτάσεως εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων. Διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ζητεῖται νὰ ἐξασφαλισθῇ εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν φονευθέντων ὁπλαρχηγῶν τῶν ἀνεγνωρισμένων ὑπὸ τῆς τακτικῆς Ὑπηρεσίας ὡς τοιούτων ἡ σύνταξις ἡ διδομένη εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων ἀνθυπολοχαγῶν. Δὲν ἐξετάζω τὰς λεπτομερείας, ἂν μάλιστα ἡ διδομένη σύνταξις βελτιώνει τὴν κατάστασιν τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν αὐτῶν, ἀλλὰ τὸ ἑξῆς· προβλέπει ὁ νόμος ἐκεῖνος καὶ δίδει σύνταξιν εἰς τὰ ὀρφανὰ καὶ τὰς χήρας τῶν ὁπλαρχηγῶν τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ καὶ δωσάντων ὅρκον ἐνώπιον τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν προβλέπει ὅμως διὰ τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ὀπαδῶν αὐτῶν οἱ ὁποῖοι εἶχον δώσει ὅρκον. Ἀλλὰ διατί τὸ εὐεργέτημα αὐτὸ νὰ μὴ ἐπεκτείνηται καὶ εἰς τοὺς μὴ ὀμόσαντας τὸν ὅρκον; Μήπως αὐτοὶ δὲν παρέσχον τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν; Καὶ δὲν εἶναι ἐν μείζονι μοίρᾳ παρασχόντες αὐτὴν χωρὶς νὰ ὀμόσωσι; Διότι οἱ ὀμόσαντες εἶχον καὶ ὑποχρέωσιν εἰς τὸν ὅρκον των. Ὑποθέτω ὅτι ἡ παρατήρησίς μου δὲν θὰ εὕρῃ διαφωνοῦσαν τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ ὅτι τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως θὰ κανονισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν γενικώτερον. Ἐὰν ἡ Πολιτεία ἔχῃ ἀνάγκην, πρέπει καὶ ἐξ ἴσου ν’ ἀμείψῃ τοὺς θεραπεύοντας αὐτήν. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ποία θὰ εἶναι ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως καὶ ποία ἡ ἀπάντησις τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι θὰ συμφωνήσῃ μετ’ ἐμοῦ ὅτι θὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα καὶ ἐντὸς τῆς Συνόδου αὐτῆς θὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ περιλαμβάνῃ πάσας ἐκείνας τὰς διατάξεις τὰς ἐξασφαλιζούσας πάντας τοὺς ἔχοντας δικαιώματα, διότι, ἂν ἠθέλομεν καὶ ἐν τῇ περιστάσει αὐτῇ δειχθῆ ἀδιάφοροι καὶ ἐξακολουθῶμεν ν’ ἀμείβωμεν τοὺς δικαιουμένους ἀμοιβῆς καθ’ ὃν τρόπον ἐνεργοῦμεν μέχρι τοῦδε προσκομίζοντες ἑκάστοτε νομοσχέδιον, προσβλέπομεν εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις προσπιπτούσας εἰς τὰς αἰσθήσεις μας. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον, ὅπως καὶ τὸ ἄλλο νομοσχέδιον τὸ περιλαμβάνον γενικὰς διατάξεις, νὰ μὴ ἐγνώριζεν ὅτι ὑπάρχουσι χῆραι καὶ ὀρφανὰ πεσόντων ἐν τοῖς πολέμοις αἵτινες οὐδεμίαν σύνταξιν ἔλαβον ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ ὅτι δὲν προέβλεψεν ὁ νόμος Γνωρίζω, Κύριοι, τοὐλάχιστον ἐγὼ τρεῖς αἰτήσεις χηρῶν παρακολουθουμένων ἀπὸ πολλὰ ὀρφανά, αἵτινες προσέφυγον εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἠξίωσαν νὰ λάβωσι σύνταξιν καὶ ἡ Ὑπηρεσία εἶπεν εἰς αὐτοὺς ὅτι δὲν δύναται νὰ τοῖς δώσῃ, διότι δὲν προβλέπει ὁ νόμος. Ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διατελεῖ ἐν γνώσει ὅτι ὄντως ὁ νόμος δὲν προβλέπει, διότι δὲν ὤμοσαν τὸν ὅρκον. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ βεβαιωθῇ ὅτι ὤμοσαν τὸν ὅρκον, ὅτι ὤμοσαν εἰς τοὺς στύλους τοῦ Ὀλυμπίου Διός, ὅπου ἀνεγνώσθη ὁ ὅρκος ὑπό τινος ἱερέως καὶ ὕψωσαν τὰς χεῖράς των; Ἀλλ’ ἐγὼ ἐπαναλέγω ὅτι δὲν ἔχουσι κἂν ἀνάγκην νὰ ὤμοσαν τὸν ὅρκον, διότι γνωρίζομεν ὅτι κατὰ μείζονα λόγον ἔχουσι περισσότερα δικαιώματα ν’ ἀμειφθῶσιν οἱ μὴ ὀμόσαντες τὸν ὅρκον καὶ νομίζω ὅτι τέλος πάντων ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ ἀδιάφορος εἰς τὰς συστάσεις αὐτὰς καὶ θὰ τύχω ὡρισμένως τῆς ἀπαντήσεως ὅτι θὰ μελετηθῇ συντομώτατα τὸ ζήτημα παρὰ τῆς ἁρμοδίας Ὑπηρεσίας καὶ θὰ ἔχωμεν τὴν τιμὴν τάχιστα νὰ ἴδωμεν ἓν νομοσχέδιον ἐπανορθοῦν πάντα τ’ ἀδικήματα.
§130ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀρξαμένου τοῦ πολέμου τοῦ Βαλκανικοῦ ἐγεννήθη τὸ ζήτημα ἂν τὸ Κράτος ἦτο διατεθειμένον νὰ δεχθῇ σώματα ἐθελοντικά. Ἡ λύσις ἐν ἀρχῇ ὑπῆρξεν ἀποφατική· βραδύτερον μετὰ γνώμην τῶν ἁρμοδίων κύκλων ἀπεφασίσθη νὰ γίνωσι δεκτὰ καὶ τὰ ἐθελοντικὰ σώματα, ἀλλ’ ἐτέθη ὡς βάσις ὅτι τὰ ἐθελοντικὰ αὐτὰ σώματα πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς κάποιους κανόνας πειθαρχίας, ἐκρίθη δ’ ὅτι ἐπιβεβλημένον ἀπαραιτήτως ἦτο αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι θά καταταχθῶσιν ὑφ’ ὡρισμένον ἀρχηγὸν νὰ δώσωσι τὸν ὅρκον τοῦ στρατιώτου, ὥστε νὰ εἶναι στρατιῶται καὶ ἑπομένως νὰ ὑπόκεινται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ τὰς στρατικὰς ποινάς. Οὕτως ὠργανώθησαν πάντα τὰ σώματα τὰ ἐθελοντικά, τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος. Δὲν ἠμπορῶ ν’ ἀρνηθῶ βεβαίως ὅτι θὰ ὑπῆρξαν καὶ ἄλλοι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐπολέμησαν κατὰ τὰς ἀντιλήψεις αὐτῶν, χωρὶς καθόλου νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὰς δικτυπώσεις αὐτὰς τῆς ὁρκωμοσίας τὰς ὁποίας ἀπῄτησε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβω τὴν εὐθύνην νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχέδιον νόμου τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ῥίψωμεν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου τὴν πληρωμὴν συντάξεων διὰ πράξεις τῶν ὁποίων ἡ ἐκτίμησις εἶναι κατ’ ἐξοχὴν δύσκολος. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν—θὰ τὸ εἴπω καθαρώτερα — ὅτι διαρκούντων τῶν πολέμων δὲν εἶναι μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἄγονται ἐκ τῶν εὐγενεστέρων ἐλατηρίων, οἱ ὁποῖοι θυσιάζουσι τὴν ζωήν των χάριν ἰδεώδους ἐθνικοῦ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι ἐπωφελούμενοι τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως γίνονται πληατσικολόγοι. Φοβοῦμαι λοιπὸν μήπως, ἂν ἐπεκτείνωμεν τὰς διατάξεις κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, καταντήσωμεν νὰ πληρώσωμεν συντάξεις εἰς πληατσικολόγους, οἱ ὁποῖοι μοὶ εἶναι ἥκιστα συμπαθεῖς καὶ ἐν πάσῃ περιστάσει, ἀλλ’ ἰδίως καθ’ ὃν χρόνον οἱ ἄλλοι συμπολῖταί των ἀγωνίζονται ὑπέρτατον ἀγῶνα. Ἐπαναλαμβάνω νὰ προσθέσω ὅτι δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἐκ τῶν μὴ ὁρκισθέντων ὑπῆρξαν καὶ οἱ πολεμήσαντες χάριν εὐγενῶν ἰδανικῶν, φοβοῦμαι ὅμως ν’ ἀνοίξω τὴν ὁδόν, διότι τ’ ἀποτελέσματα εἶναι ἐπικίνδυνα.
§131Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μ’ ἐξέπληξεν· ἐγὼ ὡμίλησα περὶ ἡρώων, περὶ ἀνθρώπων θυσιασάντων τὸ αἷμά των, περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων οἵτινες ἐμεγάλωσαν τὴν Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας τὴν εἰκόνα κατ’ ἐπανάληψιν ἐνεφάνισεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς κατεβίβασε τὴν συζήτησιν εἰς τοὺς πληατσικολόγους καὶ τοὺς λησταντάρτας. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ αὐτῶν, ἀλλὰ περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των, ὅπως καὶ ὁ τακτικὸς στρατὸς ὁ ἐξ ὑποχρεώσεως χύσας τὸ αἷμά του. Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ὡμίλησα συνηγορῶν ὑπὲρ τοῦ δικαίου· δὲν ἐζήτησα χαριστικὴν πρᾶξιν· ἐγὼ ἀνεχώρησα ἀπὸ τῆς σκέψεως ὅτι ἡ Πολιτεία ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀμείψῃ τὰς πράξεις τῶν οὑτωσὶν ὑπηρετησάντων αὐτὴν καὶ ὄχι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ νὰ ἐλεῇ αὐτούς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φοβεῖται κινδύνους ἀνυπάρκτους, διότι πρόκειται περὶ ἀνθρώπων ὑπηρετησάντων εἰς σώματα τὰ ὁποῖα ὠργάνωσε καὶ ὥπλισεν ἡ Πολιτεία, τὰ ὁποῖα δὲν διέφερον παντάπασι οὔτε κατὰ τὴν ὀργάνωσιν οὔτε κατὰ τὰς προσενεχθείσας ὑπηρεσίας ἀπὸ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ.
§132ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ πάντα τὰ σώματα τὰ ὁποῖα ὠργανώθησαν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχουσι πρακτικὰ ὁρκωμοσίας πάντων τῶν ἀποτελεσάντων τὰ σώματα. Δύναμαι νὰ σᾶς φέρω τὸν ἀριθμόν, διὰ νὰ ἴδητε εἰς ποῖον ποσὸν ἀνέρχονται.
§133Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἂν ἦτο κανεὶς ὁ ὁποῖος ἐφονεύθη χωρὶς νὰ ὁρκισθῇ;
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἦτο προτιμότερον, ἂν ὑπάρχωσι 5 ἢ 10 τοιοῦτοι, ν’ ἀπονεμηθῶσι προσωπικαὶ συντάξεις παρὰ ν’ ἀνοίξωμεν τὴν θύραν εἰς τοὺς πληατσικολόγους.
§135Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ αὐτῶν πρόκειται.
§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πῶς θέλετε νὰ τοὺς διακρίνωμεν;
§137Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει χήρα ἀνθρώπου πεσόντος καὶ ὑπηρετήσαντος ὑπὸ τὸ σῶμα τοῦ Γαριβάλδη· σᾶς ἐρωτῶ· τὸ σῶμα τοῦ Γαριβάλδη ἦτο ἀνεγνωρισμένον; Ἄν εἰς τὸ σῶμα τοῦτο εὑρίσκοντό τινες μὴ ὡρκισμένοι...
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι καλύτερον νὰ ζητηθῇ ἡ ἀπονομὴ προσωπικῆς συντάξεως.
§139Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· δὲν πρόκειται νὰ ζητήσῃ ὁποιοσδήποτε θέλει σύνταξιν, ἀλλ’ ἂν ἔχῃ τὰ στοιχεῖα ἡ Ὑπηρεσία διὰ ν’ ἀπονείμῃ τὴν σύνταξιν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσκομίσῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ παραίτητα στοιχεῖα, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ν’ ἀπονείμῃ τὴν σύνταξιν. Δὲν πρόκειται περὶ μεγάλης τάξεως εἰς τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον θ’ ἀπονείμῃ σύνταξιν. Ὑπάρχει, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον γνωρίζω, μία χήρα μὲ πέντε ὀρφανά, τῆς ὁποίας ὁ σύζυγος ἔπεσε πολεμῶν εἰς τὸ Γαριβαλδινὸν σῶμα. Ἐν τῷ Ὑπουργείῳ ἠρεύνησαν καὶ εἰς τὸ τέλος τῇ εἶπον ὅτι δὲν ἦτο ὁ σύζυγός της ὡρκισμένος, ἐντούτοις αὐτὴ ἔχει πάντα τὰ πιστοποιητικὰ παρὰ πάντων τῶν ἁρμοδίων νὰ δώσωσι πιστοποιητικὰ ὅτι ἦτο κατατεταγμένος εἰς τὸ σῶμα τοῦ Γαριβάλδη, ἐπολέμησε καὶ ἔπεσε. Τίνα ἄλλα στοιχεῖα θέλετε, διὰ νὰ μὴ τρέχητε τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον ἀνεφέρατε;
§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μόνον ὅταν διατυπώσητε τροπολογίαν εἰς τὸ νομοσχέδιον θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Διατυπώσατε τροπολογίαν, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν δὲν ὑπάρχουσιν οἱ κίνδυνοι.
§141Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ ἔλθω εἰς ἐπικουρίαν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, διότι νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ μόνον περὶ ἐκείνων οἵτινες ἔδωκαν ὅρκον. Εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸν ἐνισχύσω, διότι δὲν ἐνθυμεῖται μίαν περίπτωσιν, ὅτι πρὸ τῆς διαταγῆς περὶ ὁρκωμοσίας τῶν διαφόρων ἐθελοντῶν ὑπῆρχον ἐθελοντικὰ σώματα τὰ ὁποῖα ἐνήργουν κατὰ διαταγὴν τοῦ Κράτους καὶ δὲν εἶχον δώσει τὸν ὅρκον αὐτὸν τὸν πανηγυρικὸν τὸν ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ἀναφερόμενον. Ὑπῆρχον δηλονότι σώματα ἀνδρείων, καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρακαλῶ νὰ τὸ ἐνθυμηθῇ καὶ θὰ τὸ ἐνθυμηθῇ, καὶ ὑπῆρχον ἀρχηγοὶ τῶν σωμάτων τούτων οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι ἀφῆκαν οἰκογενείας ὀρφανάς. Θ’ ἀναφέρω ἕνα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη, καὶ ὁ ὁποῖος διὰ τὴν Ἤπειρον τοὐλάχιστον, εἶναι ὁ πεσὼν ἐθνικὸς μάρτυς, εἶναι ὁ Ἰω. Ποτέτσης, ὁ ὁποῖος ἔδρα κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸ τοῦ Βαλκανικοῦ πολέμου, πρὸ τοῦ τουρκικοῦ πολέμου, καὶ ἐφονεύθη ἅμα τῇ ἐνάρξει. Ὁ ὁπλαρχηγὸς οὗτος γενναίως ὑπερήσπισε τὴν πατρίδα καὶ ἀπέθανεν εἰς τὸ Βουθρωτόν, διασχίσας ὅλην τὴν Ἤπειρον, παρασκευάζων ὅ,τι ἦτο ἐντεταλμένος νὰ παρασκευάσῃ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται περὶ τῆς χήρας τοῦ ὁπλαρχηγοῦ τούτου καὶ τῶν ἄλλων ὁπλαρχηγῶν οἱ ὁποῖοι ἐφονεύθησαν, οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια καὶ περὶ τῶν τυχὸν θυσιασθέντων κατὰ τὴν τελευταίαν ἐξέλιξιν τοῦ ἠπειρωτικοῦ ἀγῶνος. Δὲν θέλω νὰ προσφύγω εἰς λεπτομερείας, διότι ἐνδέχεται νὰ προσκρούσω που, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τρόπον ὥστε νὰ περιλάβῃ πάντας τοὺς ἔχοντας δικαιώματα εἰς τὴν εὐγνωμοσύνην τοῦ Ἔθνους.
§142Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρέπει, κ. Πρόεδρε, νὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως ἐξασφαλισθῇ ἡ σύνταξις ὑπὲρ τῶν ὁπλαρχηγῶν.
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Περὶ τῶν ὁπλαρχηγῶν μεριμνᾷ ὁ νόμος ὁ ὁποῖος σκοπὸν ἔχει νὰ λάβωσιν οἱ ὁπλαρχηγοὶ σύνταξιν ἀνθυπολοχαγοῦ.
§144Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀλλὰ νὰ λείψῃ ὁ ὅρκος.
§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναται νὰ λείψῃ ὁ ὅρκος.
§146Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅτε φέρεται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς ἐλέγχους ὅτι μετέσχε τοῦ πολέμου, ὅτι ἐφονεύθη ὁ ἄνθρωπος, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετόν.
§147Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ὅρκος εἶναι μέσον ἀποδείξεως τῆς συμμετοχῆς τῶν ὁπλαρχηγῶν εἰς τὸν πόλεμον, δὲν εἶναι ὅμως τὸ καταλληλότερον. Πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τινὲς τῶν ἀρχηγῶν δυνατὸν ν’ ἀπεδείχθησαν πληατσικολόγοι, ἄ, μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπαναλάβω τὴν λέξιν, καίτοι ἔδωκαν τὸν ὅρκον, καὶ νὰ μὴ ἦσαν πληατσικολόγοι ἄλλοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔδωκαν τὸν ὅρκον. Ἐγὼ νομίζω ὅτι περὶ τῆς κατηγορίας ταύτης ὄχι μόνον τῶν ὁπλαρχηγῶν ἀλλὰ πάντων ἐν γένει τῶν μετασχόντων τοῦ πολέμου δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸν ὅρκον, ἀλλὰ νὰ ἐξεύρωμεν ἕτερον μέτρον. Νομίζω ὅτι ἡ ἐξέτασις ἡ ἐμπεριστατωμένη τοῦ τρόπου τοῦ θανάτου θὰ ἠδύνατο νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, τοῦτο δὲ δύναται νὰ γίνῃ διὰ μιᾶς Ἐπιτροπῆς ὅπως εἰς διαφόρους ἄλλας Ἐπιτροπὰς ἀνετέθη ὁμοία ὑπηρεσία. Δὲν πρόκειται περὶ παροχῆς συντάξεως εἰς ὁπλαρχηγούς, ἀλλὰ περὶ παροχῆς τῶν μέσων τῆς ζωῆς εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔπεσον. Νομίζω ὅτι εἶναι προτιμότερον νὰ δώσωμεν σύνταξιν εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ ἔστω καὶ ἑνὸς πεσόντος ὁ ὁποῖος ἐπῆγε νὰ πληατσικολογήσῃ παρὰ νὰ στερήσωμεν τὴν σύνταξιν ἀπὸ τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανὰ ἑνὸς ὁ ὁποῖος προσήνεγκε τὰς μεγαλυτέρας ὑπηρεσίας εἰς τὸν ἀγῶνα. Νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀντεμετώπισε τὸ ζήτημα τῶν συντάξεων προσηκόντως· δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης τοῦ δημοσίου Ταμείου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· πρόκειται περὶ διανομῆς τῶν συμφορῶν αἱ ὁποῖαι ἐγεννήθησαν ἐκ τοῦ πολέμου. Ἂν δοθῶσι συντάξεις εἰς 20, 30, 100, 1000 πρόσωπα, δὲν θὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Τὸ ἴδιον εἶναι, ἀλλὰ πρέπει ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα. Εἶναι πολὺ προτιμότερον νὰ διανεμηθῶσι τὰ 5 ἑκατομμύρια τῶν Ἑλλήνων τὴν ζημίαν μιᾶς κοινῆς συντάξεως παρὰ νὰ στερηθῇ τὴν σύνταξιν μία οἰκογένεια ἀδίκως. Ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι τὸ βάρος ἐκ τῶν συντάξεων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ θελήσῃ νὰ φέρῃ τοῦτο ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ἐνῷ μάλιστα εἰδικὸς νόμος καθορίζει ὅτι ἐκεῖνοι θὰ ἐπιβαρυνθῶσι διὰ τοῦ φόρου αὐτοῦ οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπέστησαν ἐκ τοῦ πολέμου. Τοῦτο δὲν εἶναι δαπάνη, εἶναι μετάθεσις πλούτου, μετάθεσις ἀγαθῶν ἀπὸ τῆς τάξεως ἡ ὁποία δὲν ὑπέφερεν εἰς τὴν τάξιν ἡ ὁποία ὑπέφερε. Βεβαίως δὲν θὰ δυσανασχετήσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διότι μία ἠτύχησε νὰ χάσῃ τὸν ἄνδρα της καὶ νὰ λάβῃ σύνταξιν, ἔστω καὶ ἂν αὐτὸς κακῶς ἔπεσε διότι ἐπῆγεν ὡς πληατσικολόγος. Βεβαίως τὴν γυναῖκα ἐκείνου τὴν ἔπληξεν ἡ συμφορά, εἰς τὴν ψυχὴν δὲ παντὸς Ἕλληνος ἡ χήρα ἐκείνη εἶναι χήρα ἥρωος, ὁποιοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὤθησε τὸν ἄνδρα αὐτῆς νὰ μεταβῇ καὶ νὰ χύσῃ τὸ αἷμά του.
§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ ἀναμιγνύετε μὲ τοὺς ἥρωας τοὺς πληατσικολόγους καὶ μὴ λέγητε ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἥρωες οἱ πληατσικολόγοι.
§149Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι εἰς τὴν ἐντύπωσιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ δὲν θὰ θεωρῆται εὐτυχὴς ἡ σύζυγος τοῦ πληατσικολόγου. Νομίζω ὅτι ὁ ὅρκος δὲν θὰ μᾶς δώσῃ τὸ μέσον τῆς διακρίσεως μεταξὺ τῶν κακῶς πεσόντων καὶ τῶν καλῶς πεσόντων. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι ἔπεσε μετὰ θάρρους μαχόμενος μετὰ σώματος, καὶ δὲν θὰ ἔχῃ τόσην ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ σώματος νὰ πιστοποιήσῃ δι’ ἕνα πληατσικολόγον. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐμερίμνησε περὶ τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν τῶν ὁπλαρχηγῶν, νὰ τῷ ὑπομνήσω ὅτι κάποιον θῦμα, περὶ οὗ ἡ Βουλὴ ἐμερίμνησε νὰ ψηφίσῃ νομοσχέδιον εἰς δύο ἀναγνώσεις, κινδυνεύει νὰ χάσῃ τὴν εὐτυχίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχωσιν αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν φονευθέντων ὁπλαρχηγῶν. Πρόκειται περὶ τῆς χήρας Χρυσάφη, περὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἐμερίμνησε δὶς νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μεταξὺ τῆς ψηφίσεως ἑνὸς νομοσχεδίου εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσιν καὶ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν ὑπάρχει μία μεγάλη διαφορά. Νομίζω δ’ ὅτι ἡ ψήφισις τοῦ παρόντος νομοσχεδίου μοὶ ἐπιτρέπει νὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατασταθῇ νόμος τοῦ Κράτους ἄνευ ἀναβολῆς, διότι φοβοῦμαι μήπως ἡ ὑλικὴ ἐκείνη συνδρομὴ φθάσῃ ἀργὰ εἰς τὴν οἰκογένειαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μαστίζει συμφορὰ κατόπιν τοῦ θανάτου ἐκείνου ὅστις, ἂν δὲν ἔπεσε μὲ τὸ ὅπλον εἰς τὰς χεῖρας ὡς ὁπλαρχηγός, ἐπολέμησεν ἡρωϊκώτερον ἀγῶνα καὶ ὑπέστη μαρτυρικώτατον θάνατον. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μεριμνήσῃ ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ψηφισθὲν ἀπὸ μηνῶν γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ τὸ νομοσχέδιον νὰ μὴ ἔχῃ ψηφισθῆ.
§150Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἀφορᾷ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν πεσόντων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ πολέμου συνεζητήθη σοβαρῶς ἂν ἔπρεπε νὰ γίνωνται ἀποδεκτὰ σώματα ἀνταρτικά, κατέληξε δὲ ἡ Ὑπηρεσία εἰς τὸ ν’ ἀποδεχθῇ τὰ σώματα ταῦτα, ἀλλὰ δὲν κατεστάθη ἐφικτὸν τότε νὰ ὀμόσωσι τὸν ὅρκον πάντες οἱ συμμετασχόντες, οἱ ὁποῖοι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀδικοῦνται. Εἶναι δίκαιον λοιπόν, ὡς ὑπεστήριξε καὶ ὁ κ. συνάδελφος, νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν πεσόντων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δὲν ὤμοσαν τὸν ὅρκον καὶ νὰ ἐπεκταθῇ τὸ εὐργέτημα καὶ ἐπ’ αὐτῶν. Εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς ὅτι ὁ τρόπος τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὰς ἀπορφανισθείσας οἰκογενείας δὲν ὑπῆρξε κατάλληλος. Ἡ διαδικασία εἶναι τόσον πολύπλοκος εἰς τὸ ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τοὺς δικαιούχους, ὥστε κρίνω περιττὸν νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ. Νομίζω ὅτι κάπως εὐρύτερον ἔδει ἡ Πολιτεία ν’ ἀναζητήσῃ καὶ ἀνεύρῃ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχυσαν τὸ αἷμά των διὰ τὴν πατρίδα. Ὁ λόγος τῆς ἐπιβαρύνσεως τοῦ δημοσίου Ταμείου δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι σοβαρός. Πρέπει ἡ Πολιτεία ν’ ἀνεύρῃ πάσας τὰς ἀπορφανισθείσας οἰκογενείας καὶ ν’ ἀπονείμῃ τὴν ἀνάλογον σύνταξιν, διότι δὲν γνωρίζω ἂν δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι διὰ νέον ἀγῶνα καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ἡ αὐτὴ προθυμία θέλει ὑπάρξει. Ταύτην τὴν σύστασιν ὑποβάλλω καὶ νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν πρέπει νὰ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ψήφισις συνόλου νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως σχολικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ σχολικῶν Ταμείων». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τῆς προτάσεως νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 864 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσμετρήσεως τοῦ χρόνου προϋπηρεσίας διὰ τὴν πρώτην προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν τῶν μετατεθησομένων εἰς τὰ νέα σώματα καὶ τὰ ὅπλα τοῦ στρατεύματος». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου ΡΟΗʹ τῆς 7 Μαρτίου 1851 περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν στρατιωτικῶν περιοδικῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν περὶ Ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης νόμων».
§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 παρακαλῶ νὰ διαγραφῇ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον «ἀξία τῶν ἀκινήτων κτημάτων τῶν κατεχομένων ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας».
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαγράφεται. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου, ἀναβληθείσης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου. Ψηφίζεται ἐπίσης ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ͵ΔΝΖʹ νόμου τῆς 10 Φεβρουαρίου 1912 περὶ συστάσεων δήμων καὶ κοινοτήτων») Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῶν ἐργασιῶν τῆς Νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπείας πρὸς ἀναθεώρησιν καὶ σύνταξιν τῆς Ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Καντιάνη.
§154Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ τροπολογία μου ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ διευκολύνῃ τὸ ἔργον τῆς Ἐπιτροπείας. Διὰ τῆς τροπολογίας μου ζητεῖται νὰ δύναται νὰ συμμετέχῃ τῶν συζητήσεων καὶ ὁ γραμματεὺς ὁσάκις ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εὑρίσκεται ἐν ὁλομελείᾳ χωρὶς νὰ θίγηται κανείς.
§155Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ γραμματεὺς ἀναγνωρίζω ὅτι εἶναι ἐργατικώτατος καὶ εἶναι βεβαρημένος μὲ πολλὴν ἐργασίαν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τοῦ προσθέσω καὶ ἄλλην. (Ἀπορριφθείσης τῆς τροπολογίας ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ σύνολον).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑδρεύσεως τῆς κωμοπόλεως Μελιγαλᾶ δι’ ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων».
§157Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 1 διαγράφεται ἡ ἐγγύησις τοῦ Δημοσίου διὰ τὸ δάνειον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τὸ ἄρθρον 2, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 3).
§158Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 3 προστίθεται διάταξις ἐν τέλει περὶ δαπάνης δραχμῶν 20.000 πρὸς συντήρησιν τῶν ὁδῶν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη. Ἐπίσης ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ διευθυντῶν τῶν Νομαρχιῶν»).
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ εὐθύνης πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐξ ἀτυχήματος παθόντων ἐργατῶν ἢ ὑπαλλήλων». Ὁ κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§160Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Σκοπός, κ. Βουλευταί, τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι νὰ ῥυθμίσῃ σκοπιμώτερον καὶ κοινωνικώτερον τὰ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου ἢ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος. Εἶναι γνωστὸν ὅτι παρ’ ἡμῖν σήμερον ὁ ἐργάτης ὁ ὁποῖος πίπτει θῦμα ἐν τῇ ἐργασίᾳ, ἂν μὲν ὁ παραίτιος τοῦ ἀτυχήματος δὲν εἶναι σαφῶς καθωρισμένος, ἀποσύρεται εἰς τὴν δυστυχίαν του μὴ ἐλπίζων παρ’ οὐδενὸς βοήθειαν δι’ ἑαυτὸν καὶ τὴν οἰκογένειάν του. Ἂν δὲ παραίτιος εἶναι ὁ ἐργοδότης, τρία τινὰ δύνανται νὰ συμβῶσιν· ἢ ὁ ἐργάτης ἐπιρρίπτει τὴν εὐθύνην εἰς τὴν κακὴν μοῖραν, τὴν ὁποίαν μόνην αἰτιώμενος παραδίδεται εἰς τὴν δυστυχίαν του, εἰς οὐδεμίαν ἀποβλέπων βοήθειαν, ἢ κατόπιν ποινικῆς διώξεως ἢ ἐπωφελούμενος αὐτεπαγγέλτου τοιαύτης ἐπὶ ἀνθρωποκτονίᾳ ἢ τραύματι ἐξ ἀμελείας διὰ πολιτικῆς ἀγωγῆς ζητεῖ ποιάν τινα ἀποζημίωσιν, συνήθως δὲ συμβιβάζεται, λαμβάνων ψιχία τινὰ ἀπὸ τῆς πλουσίας τραπέζης τοῦ ἐργοδότου, τὴν ὁποίαν αὐτὸς διὰ τοῦ ἱδρῶτός του ἀνέκαθεν καὶ τοῦ αἵματός του τελευταῖον ἔστρωσε. Τρίτη περίπτωσις εἶναι ἐκείνη καθ’ ἣν ὁ ἐργάτης, ὁ κάπως θαρραλέος, κατόπιν συνδυασμοῦ συνήθως μετὰ ἁρμοδίου προσώπου, ἐπὶ γενναίᾳ ἀμοιβῇ, ἐπὶ παροχῇ μέρους τῆς ἐλπιζομένης ἀποζημιώσεως, ἐγείρει ἀγωγὴν ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, ἐπιζητῶν τὴν ἀποκατάστασιν τῆς ζημίας εἰς ἀκέραιον. Ἀλλ’ ὅμως εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς ἀσκοῦντας ἰδίως τὴν δικηγορίαν ἐκ τῶν κ. Βουλευτῶν ὅτι τὰ πραγματικὰ στοιχεῖα τῆς τοιαύτης ἀπαιτήσεως δι’ ὧν θέλει ἀποδειχθῆ ἡ εὐθύνη τοῦ ἐργοδότου εἶναι λίαν δυσχερὲς νὰ ἐξακριβωθῶσι, συντελεῖ δ’ εἰς τὴν δυσχέρειαν τῆς τοιαύτης ἀποδείξεως ἡ ὑποδεεστέρα θέσις κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς τοῦ ἐργάτου ἀπέναντι τοῦ ἐργοδότου. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὁ ἀγὼν εἶναι μακρός, ὁ ἐργάτης δυσφορεῖ καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνθέξῃ μέχρι τέλους, συνηθέστατα δὲ καὶ τότε καταφεύγει εἰς συμβιβασμόν τινα λαμβάνων πολλοστημόριόν τι τῆς ἀξιουμένης ἀποζημιώσεως. Πρὸς λύσιν τοῦ προβλήματος τοῦ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος ὁ σύγχρονος νομοθέτης ἔχει δύο τινὰ νὰ πράξῃ· πρῶτον ἐπιβάλλει εἰς τὸν ἐργοδότην μέτρα προληπτικὰ τῶν ἀτυχημάτων, κυρῶν τὰς ἀπαγορευτικὰς διατάξεις διὰ ποινικῶν τοιούτων· καὶ τὰ μέτρα ταῦτα εἶναι μέτρα προνοίας, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ὁ νομοθέτης ὑπὲρ τοῦ βιομηχανικοῦ ἐργάτου. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον μέτρον λαμβάνει σχετικῶς μὲ τὰ ἐργατικὰ ἀτυχήματα, τὸ μέτρον τὸ ἀνορθωτικὸν τῆς ζημίας τὴν ὁποίαν θὰ ὑποστῇ ὁ ἐργάτης ἐκ τοῦ ἀτυχήματος καὶ τὸ ὁποῖον μέτρον σκοπεῖ νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τὸ θῦμα πόρον τινὰ ζωῆς, εἰς δὲ τὰ τέκνα του καὶ τοὺς παρ’ αὐτοῦ διατρεφομένους ποιάν τινα ἀποζημίωσιν εἰς ἀνακούφισιν τῆς ἐλλείψεως τοῦ παράγοντος τοῦ οἰκονομικοῦ τῆς οἰκογενείας. Τὰ μέτρα ταῦτα τῆς προνοίας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς ἀποκαταστάσεως ἀφ’ ἑτέρου ἔλαβον αἱ νομοθεσίαι τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν. Ἡ πρόνοια ἡ νομοθετικὴ διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τοῦ ἐργάτου ἐν περιπτώσει ἀτυχήματος ἔχει ν’ ἀντιμετωπίσῃ πολλὰ ζητήματα. Ἡ ἀνάπτυξις τῶν μηχανικῶν μέσων τῆς παραγωγῆς, ὁ «βιομηχανισμός», ὅπως ὀνομάζεται ἐν τῇ κοινωνικῇ ἐπιστήμῃ, ἐπεκτείνει ὁλονὲν τοὺς κινδύνους οἱ ὁποῖοι περιβάλλουσι τὸν ἐργάτην ἐν τῇ πάλῃ τῆς ἐργασίας, καὶ ὅσον ἐπεκτείνονται αἱ μηχανικαὶ ἐγκαταστάσεις κατὰ τοσοῦτον μειοῦται ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς καὶ τῆς σωματικῆς ἀκεραιότητος τοῦ ἐμψύχου ὀργάνου τῆς παραγωγῆς, τοῦ ἐργάτου, ὅστις εἶναι ἐκτεθειμένος εἰς κινδύνους ἀνυπολογίστους. Ἀλλὰ καὶ ὅταν τὸ ἀτύχημα ὀφείληται εἰς ἀπερισκεψίαν τοῦ ἐργάτου, καὶ τότε πάλιν εἶναι δυσχερὲς νὰ εἴπῃ τις ὅτι ὁ ἐργάτης εἶναι ὑπόλογος διὰ τὸ ἀτύχημά του, διότι καὶ τότε παρίστατο τοῦτο ὡς μοιραῖον ἐπακολούθημα τῆς ἀπαύστου καταπονήσεως τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ συγχρωτισμοῦ αὐτοῦ τοῦ καθημερινοῦ μὲ τὰ μηχανήματα εἰς τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ὁποίων εἶναι τεταγμένος ἢ τὴν λειτουργίαν τῶν ὁποίων ὑποβοηθεῖ. Ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, ἀκολουθοῦσα τὸ πνεῦμα τοῦτο τὸ νομοθετικὸν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἤδη ἀπὸ τῆς ἀναρρήσεως τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Χώρας ἔλαβε πρόνοιαν μεταξὺ τῶν ἄλλων καὶ ὑπὲρ τῆς ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν καὶ ἐψηφίσθη τῷ 1912 ὁ νόμος περὶ ὑγιεινῆς καὶ ἀσφαλείας τῶν ἐργατῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθησαν μέτρα προνοίας εἰς τὰς μηχανικὰς ἐγκαταστάσεις πρὸς πρόληψιν τῶν τοιούτων ἀτυχημάτων. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως, ἡ ἡμετέρα νομοθεσία, καὶ ἡ προεπαναστατικὴ ἀκόμη, ὑπῆρξε προοδευτική, μολονότι μερικῶς. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς ὅτι ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία κατὰ προνομιακὸν οἱονεὶ μέτρον ἐχορήγησε τὴν ἀποζημίωσιν εἰς ὡρισμένας τάξεις ἐργατῶν, εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν μεταλλείων καὶ τῆς θαλάσσης καὶ τοὺς ὑπαλλήλους σιδηροδρομικῶν τινων Ἑταιρειῶν. Ὑπελείποντο ὅμως οἱ ἐργάται πάντων τῶν λοιπῶν βιομηχανικῶν κλάδων, τῶν ὁποίων ἔδει νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἀστικὴν ἀποζημίωσιν εἰς περίπτωσιν ἀτυχήματος. Καὶ ἡ νομοθετικὴ αὕτη πρόνοια ἦτο τοσοῦτο μᾶλλον ἐπιβαλλομένη παρ’ ἡμῖν, καθόσον, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς, ἡ ἡμετέρα νομολογία, ἐχομένη στερρῶς τοῦ κρασπέδου τοῦ Ἀκουϊλίου νόμου, προσκεκολλημένη εἰς τὴν ῥωμαϊκὴν ἀντίληψιν περὶ τοῦ ἀτυχήματος καὶ τῶν ἀστικῶν συνεπειῶν του, κατὰ τὸ πλεῖστον ἠξίωσεν ὅπως ὁ ἐργάτης ἀποδεικνύῃ πάντοτε τὴν ὑπαιτιότητα τοῦ ἐργοδότου, ἀντιθέτως ἀφ’ ὅ,τι συνέβαινεν ἐν Γαλλίᾳ πρὸ τοῦ νόμου τοῦ 1898· διότι εἶναι γνωστὸν εἰς πλείστους ἐξ ὑμῶν ὅτι ἐν Γαλλίᾳ τὸ ἐργατικὸν ἀτύχημα διέτρεξε τρία στάδια πρὸ τοῦ ἔτους 1898. Κατ’ ἀρχὰς ἀνεγνωρίζετο ἡ ἀρχὴ τῆς ἐξ ἀδικήματος εὐθύνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἡ ὑποχρέωσις τῆς εὐθύνης τοῦ ἐργοδότου μόνον τοῦ πταίσματός του. Κατόπιν μετετοπίσθη τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως εἰς τὸν ἐργοδότην, γενομένης δεκτῆς τῆς ἀρχῆς ὅτι ὑφίσταται ὑποχρέωσις τοῦ ἐργοδότου λόγῳ συμβατικῆς εὐθύνης, δηλαδὴ τῆς εὐθύνης τῆς προερχομένης ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς ἐργασίας. Βραδύτερον ἡ νομολογία ἡ γαλλική, εὐρύτερον ἑρμηνεύουσα τὸ ἄρθρον 1796 τοῦ Ἀστικοῦ Κώδικος, ἐδέχθη ὅτι ὑπάρχει νόμιμος ὑποχρέωσις τοῦ ἐργοδότου ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ζωὴν καὶ τὴν σωματικὴν ἀκεραιότητα τοῦ ἐργάτου αὐτοῦ. Καὶ ἐντούτοις, παρ’ ὅλην τὴν εὐνοϊκὴν ταύτην νομολογίαν ἐθεωρήθη ἀνεπαρκὴς ἡ προστασία τῶν προλεταρίων καὶ ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1898 μεταρρυθμισθεὶς κατόπιν τῷ 1902 καὶ τῷ 1905. Διὰ τοῦ ὅρου «ἐργατικὸν ἀτύχημα» accident du travail) ἐννοοῦμεν τὴν βλάβην τὴν ὁποίαν ὑφίσταται ὁ ἐργάτης ἐν τῇ ἐργασίᾳ, ἢ κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐργασίας, τὴν προερχομένην ἀπὸ ἐξωτερικὴν αἰτίαν αἰφνιδίαν, ὡς δηλητηρίασιν, σύγκρουσιν, πτῶσιν, ἢ τὸν θάνατον, ἐπερχόμενον συγχρόνως ἢ καὶ βραδύτερον, εἴτε ἀνικανότητα πρὸς ἐργασίαν ὁλικὴν ἢ μερικήν, διαρκῆ ἢ πρόσκαιρον. Ἑπομένως ἐπὶ τοῦ τυπικοῦ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος ἔχομεν βλάβην ἢ σχετικὴν βλάβην προερχομένην ἀπὸ μίαν αἰτίαν καὶ ἕνεκα τούτου ὁ θεσμὸς τοῦ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος δὲν περιλαμβάνει τὴν λεγομένην ἀνικανότητα ἐξ ἐπαγγελματικῆς νόσου, μολονότι οἱ πλεῖστοι τῶν εἰδικῶν συγγραφέων ἀπεφάνθησαν ὅτι πρέπει καὶ ἡ ἐπαγγελματικὴ νόσος νὰ περιληφθῇ εἰς τὰ ἀτυχήματα. Διότι ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ὑφίσταται διαφορά, ἂν ὁ ἐργάτης πάθῃ ἢ ἀπὸ αἰφνιδίαν δηλητηρίασιν ἢ ἀπὸ βραδεῖαν, ἢ λόγῳ αἰφνιδίας εἰσπνοῆς δηλητηριωδῶν ἀερίων ἢ λόγῳ συνεχοῦς εἰσπνοῆς τοιούτων, ὡς π. χ. ἐπὶ τυπογράφου, ὅστις παθαίνει μολυβδίασιν ἀναπνέων τὸ ἀντιμόνιον καὶ τὸν μόλυβδον, ἢ ὁ ἐργάτης καθρεπτοποιός, ὁ δηλητηριαζόμενος διὰ τοῦ ὑδραργύρου καὶ παθαίνων ὑδραργυρίασιν. Ἐντούτοις ἐλάχισται πρὸς τὸ παρὸν νομοθεσίαι δέχονται τὴν ἀφομοίωσιν τῆς ἐπαγγελματικῆς νόσου μὲ τὸ ἐπαγγελματικὸν ἀτύχημα’ καὶ μόνον ὁ Γερμανικὸς καὶ ὁ Αὐστριακὸς νόμος ἐπιτάσσουσι τὴν ἀποζημίωσιν καὶ ἐπὶ ἐπαγγελματικῶν νόσων, ἐξομοιοῦσαι τὸ «βραδὺ ἀτύχημα», πρὸς τὸ αἰφνίδιον καὶ ἀκαριαῖον τοιοῦτο καὶ ἀναλαμβάνουσαι δι’ ἀσφαλίσεως ὑποχρεωτικῶς, ἀποτελούσης οἰκονομικὸν ὀργανισμὸν δημοσίου δικαίου, τὴν ἀποζημίωσιν. Ἡ βιομηχανικὴ παραγωγὴ ἐκθέτει τὸν ἐργάτην εἰς τοὺς κινδύνους περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα καὶ οἱ ὁποῖοι προέρχονται ἐκ τοῦ μηχανήματος τὸ ὁποῖον ὁ ἐργοδότης τοποθετεῖ παραπλεύρως τοῦ ἐργάτου, διὰ νὰ ὑποβοηθήσῃ καὶ ἐπαυξήσῃ τὴν παραγωγήν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ περιορίσῃ τὰς παραγωγικὰς δαπάνας. Ἀφοῦ ὅμως ὁ προξενῶν τὸ ἀτύχημα εἶναι ἄψυχον, τίς πρέπει νὰ φέρῃ τὴν εὐθύνην τοῦ ἀτυχήματος; Φυσικώτατα ὁ ἐργοδότης, διότι οὗτος χρησιμοποιεῖ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ πλουτισμοῦ του καὶ τὸ ἔμψυχον καὶ τὸ ἄψυχον ὄργανον. Καὶ κατὰ τί τάχα διαφέρει τὸ ἓν ἀπὸ τοῦ ἄλλου; Ὅτι τὸ μὲν εἶναι ἀπὸ σίδηρον ἢ ἄλλην ὕλην ταπεινήν, τὸ δὲ ἄλλο ἀπὸ σάρκα. Ἑπομένως ἀφοῦ ὁ ἐργοδότης ὑφίσταται πάσας τὰς δαπάνας τῆς συντηρήσεως, τῆς ἐπανορθώσεως τῶν βλαβῶν καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν μηχανημάτων του, δίκαιον καὶ πρέπον εἶναι νὰ ὑπέχῃ καὶ τὴν παράλληλον ὑποχρέωσιν τῆς συντηρήσεως εἰς ἀρτιότητα ἢ τῆς ἀντικαταστάσεως καὶ τοῦ ἐμψύχου ὀργάνου τῆς παραγωγῆς. Δίκαιον στοιχειωδῶς εἶναι ν’ ἀξιοῖ ὁ ἐργάτης, τὸ εὐγενὲς ὄργανον τῆς ἐπαυξήσεως τοῦ πλούτου, ἴσην, ἂν ὄχι μείζονα, στοργὴν ἐκ μέρους τοῦ κυρίου τῆς ἐπιχειρήσεως μ’ ἐκείνην τὴν ὁποίαν περιβάλλει τὸ ταπεινὸν ὄργανον, τὸ μηχάνημα. Συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου, παρὰ τὴν δαπάνην ἡ ὁποία διατίθεται διὰ τὴν συντήρησιν ἢ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν μηχανημάτων θὰ προστεθῇ καὶ ἡ δαπάνη διὰ τὰς ζημίας καὶ τὴν ἀντικατάστασιν οἱονεὶ τῶν ζώντων μηχανημάτων, τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ἔξοδον καὶ αὐτὸ γενικὸν τῆς ἐπιχειρήσεως. Καὶ ἐπὶ τῆς βάσεως ταύτης στηριζομένη ἡ νομοθεσία ὁρίζει πανταχοῦ περιωρισμένον τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως δι’ ἑκάστην περίπτωσιν ἢ δι’ ἕκαστον εἶδος ἀνικανότητος τοῦ ἐργάτου ἢ διὰ τὸν θάνατον, δηλαδὴ δὲν ὁρίζει ὁλόκληρον τὴν ἀποζημίωσιν τὴν ὁποίαν θὰ ἐδικαιοῦτο τὸ θῦμα κατὰ τὸ κοινὸν ἀστικὸν δίκαιον ἀλλ’ ἠλαττωμένην, ἀκριβῶς διότι ἀξιοῖ καὶ εἰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ ἐργοδότης κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον εἰς ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ προφανὲς εἶναι ὅτι ἡ νομοθετικὴ ῥύθμισις τῶν ὅρων τῆς ἀποζημιώσεως τοῦ ἐργάτου ἐπὶ ἐπαγγελματικοῦ ἀτυχήματος εὑρίσκεται πρὸ ποικίλων προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ λύσῃ· πρῶτον τούτων εἶναι τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως, τὸ ὁποῖον μεταθέτει εἰς τὰ πρῶτα στάδια ἀπὸ τοῦ ἐργάτου εἰς τὸν ἐργοδότην, κατόπιν δ’ ὁ κανονισμὸς τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως, περιωρισμένου, ὡς εἶπον, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωτικὸς καὶ διὰ τὸν παθόντα καὶ διὰ τὸν δικαστὴν μὴ δυνάμενον νὰ ἐκταθῇ πέρα τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος· πλὴν τούτων ὀφείλει νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς καταβολῆς τῆς ἀποζημιώσεως· καὶ ὑπάρχουσι ποικίλοι τρόποι κατὰ τοὺς ὁποίους αἱ νομοθεσίαι ἐξασφαλίζουσι τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην· ἄλλαι μὲν διὰ προνομίου ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ ἐργοδότου ἀπαγγελλομένου ὑπὲρ τοῦ ἐργάτου θύματος, ἄλλαι δὲ διὰ τῆς ἀναγραφῆς τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἐργοδότου εἰς ἀσφάλισιν ὑπὲρ τοῦ ἐργάτου εἴτε διὰ τρίτους, ἰδιωτικαὶ συνήθως ἐπιχειρήσεις, εἴτε διὰ συστήματος ἀλληλασφαλείας, ἣν καὶ οἴκοθεν χάριν ἰδίας προστασίας ἀσκεῖ ὁ ἐργοδότης, ἄλλαι διὰ τῆς δημιουργίας κρατικῶν οἰκονομικῶν ὀργανισμῶν ἀσφαλίσεως τῶν ἐργοδοτῶν διὰ τοὺς ἐργάτας τοὺς ὁποίους ἀπασχολοῦσι. Ἐπίσης ἄλλο θέμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀσχολεῖται ὁ νομοθέτης τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου εἶναι τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν εὐθύνην, προκειμένου περὶ ἐργατῶν προσληφθέντων εἰς ἐργασίας, ὅπου ἐμφιλοχωροῦσι διάμεσοι ὑπάλληλοι ἐργοδόται, ὅπου ὑπάρχει δηλαδὴ ἐργοδότης πρῶτος, «chef d’ entreprise» ὡς λέγει ὁ Γαλλικὸς νόμος, καὶ δεύτερος μετ’ αὐτὸν ὑπεργολάβος, ἀναλαμβάνων τμῆμα τῆς ἐργασίας διὰ λογαριασμὸν τοῦ ἐργολάβου, μὲ τὸν ὁποῖον — τὸν δεύτερον δηλαδή, τὸν ὑπεργολάβον — ἔρχεται εἰς ἄμεσον σύμβασιν ἐργασίας ὁ ἐργάτης. Πᾶσαι αἱ νομοθεσίαι ἀπαγγέλλουσι τὴν εὐθύνην τῶν ἐργοδοτῶν πάντων ἀλληλέγγυον, τοῦ κυρίου ἐργοδότου δηλαδὴ καὶ πάντων τῶν μετ’ αὐτὸν ἐρχομένων. Ἐπίσης ἡ νομοθεσία τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου προνοεῖ περὶ τῶν περιπτώσεων κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἐργάτης στερεῖται τοῦ δικαιώματος τῆς ἀποζημιώσεως, καὶ ὡς τοιαύτην πᾶσαι σχεδὸν αἱ νομοθεσίαι πλὴν ἐλαχίστων, αἱ ὁποῖαι καὶ αὐταὶ σπεύδουσι ὁλονὲν νὰ συμμορφωθῶσι πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ νομοθετικὸν τὸ γενικῶς ἐπικρατοῦν, ἀπαγγέλλουσι μόνον τὴν περίπτωσιν τῆς ἐκ προθέσεως προκλήσεως τοῦ ἀτυχήματος ἐκ μέρους τοῦ ἐργάτου, ὁπόταν, ὅπως εἶναι φανερόν, δὲν πρόκειται κἂν περὶ ἀτυχήματος, διότι βεβαίως ἡ ἔννοια τοῦ ἀτυχήματος εἶναι ἀπολύτως ἀντίθετος πρὸς τὴν ἔννοιαν τῆς προθέσεως. Ἠγέρθησαν καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅπως καὶ πανταχοῦ παρετηρήθησαν, κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτων νομοθετημάτων ἀντιρρήσεις, προκειμένου περὶ τῆς ῥυθμίσεως τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου. Τοιαῦται ἀντιρρήσεις ἠγέρθησαν, κύριοι Βουλευταί, καὶ ὅτε κατὰ τὸ 1900 ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ τότε παρακαθημένου ἐντὸς τῆς αἰθούσης ταύτης σεβαστοῦ πολιτευτοῦ Ἀττικῆς κ. Νέγρη ἡ πρώτη πρότασις νόμου περὶ ῥυθμίσεως τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου διὰ τοὺς μεταλλευτὰς ἐργάτας· ἐντούτοις ἡ Βουλὴ παραδεχθεῖσα τὸ δίκαιον τῆς προτάσεως ἐκείνης ἐψήφισε τότε τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος σήμερον λειτουργεῖ ἐπ’ ὠφελείᾳ τῶν ἐργατῶν τῶν μεταλλείων. Δέον, κύριοι Βουλευταί, νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ νομοθεσία πρέπει νὰ εἶναι ἀπότοκος καὶ ἀπαύγασμα τῆς νομοθετικῆς συνειδήσεως τῆς Χώρας, τῆς ὁποίας τὰς δικαιονομικὰς σχέσεις κανονίζει· οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι σήμερον ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία καὶ μάλιστα ἡ μετεπαναστατικὴ δὲν εἶναι ὥριμος πρὸς εἰσδοχὴν τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου, ἀφοῦ ἤδη ἀπὸ δεκαπενταετίας ἔχει ἀποδεχθῇ τοῦτον διὰ τὰς τρεῖς τάξεις τῶν ἐργατῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα. Τὸ σήμερον συζητούμενον νομοθέτημα δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ γενικεύῃ θεσμὸν τὸν ὁποῖον ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἐκπροσωποῦσα τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ἔχει περιβάλει διὰ τοῦ κύρους τοῦ νομικοῦ διὰ τρεῖς ἐργατικὰς τάξεις καὶ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν εὐεργετικὴν προστασίαν καὶ εἰς τὰς λοιπὰς τάξεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο ἐν ἥσσονι μοίρᾳ μέχρι τοῦδε ὡς πρὸς τὸν κίνδυνον τὸν ἐπαγγελματικόν. Ἀλλ’ ἐλέχθη· διατί νὰ μὴ ἐξαιρῆται, νὰ μὴ στερῆται τῆς ἀποζημιώσεως καὶ ὁ ἐργάτης ὁ ὁποῖος ἐξ ἀμελείας προυκάλεσε τὸ ἀτύχημα τοῦ ὁποίου εἶναι θῦμα; Ἡ ἀντίρρησις αὕτη πανταχοῦ προυτάθη ὁμοιομόρφως, κύριοι Βουλευταί. Ἐνταῦθα πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ὑπὸ στενοῦ τινος κύκλου, λίαν περιωρισμένου, προεβλήθη. Μολονότι διὰ τῶν διατάξεων τῆς ἐν ἰσχύϊ εἰδικῆς νομοθεσίας ἡμῶν, δηλαδὴ τοῦ νόμου ͵ΒΩΜΑʹ τοῦ 1901, περὶ περιθάλψεως μεταλλευτῶν (ἄρθρου 1) τοῦ νόμου ͵ΓΣΚʹ τοῦ 1907, περὶ ταμείου συντάξεων προσωπικοῦ σιδηροδρόμου Πελοποννήσου (ἄρθρ. 7, § βʹ τοῦ καταστατικοῦ τοῦ ταμείου, ἐγκριθέντος διὰ τοῦ ἀπὸ 7 Αὐγούστου 1907 Β. Δ.), τοῦ νόμου ͵ΓΚϚʹ τοῦ 1907 περὶ Ναυτικοῦ ἀπομαχικοῦ ταμείου (ἄρθρ. 22 καὶ 26), δὲν ἀποκλείονται τῆς ἀποζημιώσεως οἱ ἐξ ἀμελείας προκαλέσαντες τὸ ἀτύχημα· ἑπομένως ἠδυνάμην εὐλόγως νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὑπάρχει πρόκριμα διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ κειμένῃ νομοθεσίᾳ μας, ἐντούτοις δι’ ὀλίγων καὶ συνοπτικῶς θ’ ἀναφέρω τὰς σκέψεις καὶ τὰς αἰτιολογίας ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται σήμερον καὶ ἡ νομοθεσία ἡ διεθνὴς καὶ ἡ Ἐπιστήμη, ἀποκρούουσαι τὴν τοιαύτην ρύθμισιν. Διάταξις τοιαύτη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ θὰ ἐπέφερεν ἀνατροπὴν τοῦ θεσμοῦ, θὰ ἐδημιούργει ὑπόνομον πλήρη δυναμίτιδος ὑπ’ αὐτὸν καὶ ἐπάνοδον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ δικαστοῦ καὶ εἰς τὴν ἀπόδειξιν τῆς εὐθύνης ἢ τοῦ πταίσματος διὰ τῆς συνήθους μακρᾶς διαδικασίας. Ὑπὸ τὸ σημερινὸν βιομηχανικὸν καθεστώς, ὑπὸ τὸν θεσμὸν τῆς μισθώσεως τῆς ἐργασίας, ὅπως εἶπον καὶ πρότερον, ὁ ἐργάτης δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐξάρτημα τῶν ἐγκατεστημένων μέσων τῆς παραγωγῆς τῆς βιομηχανίας· ἑπομένως ὀρθὸν εἶναι καὶ τὴν ἀνθρωπίνην μηχανήν, τὴν ὁποίαν χρησιμοποιεῖ ὁ ἐργοδότης πρὸς ἴδιον πλουτισμὸν καὶ πρὸς παραγωγήν, νὰ μεταχειρισθῇ ὅπως καὶ τὸ μηχάνημα, καὶ ἑπομένως νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ τὴν δαπάνην πάσης βλάβης καὶ πάσης φθορᾶς τῆς ἀνθρωπίνης μηχανῆς. Δύο λόγους προβάλλουσιν οἱ συγγραφεῖς οἱ εἰδικοί, καὶ ἰδίως ὁ Σαισόν, ὡς λέγει καὶ ὁ Πίκ, ὁ καθηγητὴς τοῦ βιομηχανικοῦ δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Λυῶνος, ὅτι ὁ ἐργάτης εἶναι ἐξῳκειωμένος μὲ τὰ μηχανήματα, καὶ μάλιστα ὁ ἱκανὸς ἐργάτης, διότι ὅπως καὶ ὁ ἐπισκεπτόμενος, καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγὼ καὶ πᾶς μὴ ἀναγόμενος εἰς τὴν ἐργασίαν, εἰσερχόμενος εἰς τὸ ἐργοστάσιον καὶ βλέπων ἑκατέρωθεν τὰ μηχανήματα, τὰς τροχαλίας, τοὺς ἱμάντας, τὰ διάφορα προκλητικὰ τοῦ κινδύνου μηχανήματα προσπαθεῖ ὅσον τὸ δυνατὸν προσεκτικὰ νὰ διέλθῃ μὴ τυχὸν συλληφθῇ ἀπὸ καμμίαν ἁρπάγην καὶ ὑποστῇ ἀτύχημα, τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸν μαθητευόμενον ἐργάτην, καὶ εἰς τὸν μὴ εἰδικόν, τὸν μὴ εἰθισμένον μὲ τὴν βιομηχανικὴν ἐργασίαν ἐργάτην· τοὐναντίον ὁ ἐργάτης ὁ ἔμπειρος, ὁ ἱκανός, ἔχει ἐξοικειωθῇ μὲ τὰ μηχανήματα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται οἱονεὶ ὡς παίγνια καὶ τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν τῷ κάμνουσιν ἐντύπωσιν καὶ διὰ τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ τὴν πρόνοιαν τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ μαθητευόμενος ἢ ὁ ἐπισκέπτης ἑνὸς ἐργοστασίου ἢ βιομηχανικῆς τινος ἐγκαταστάσεως. Εἶναι φυσικὸν λοιπὸν ὁ ἐργάτης νὰ μὴ ἐπιβουλεύηται τὴν ἰδίαν ζωὴν καὶ τὴν ἰδίαν συντήρησιν ἑκάστοτε ἐν τῇ πάλῃ τῆς ἐργασίας, ἐν τῷ ἀγῶνι τῆς διεξαγωγῆς τῆς ἐργασίας, ἡ ὁποία τῷ εἶναι ἀνατεθειμένη, καὶ ἐν τῷ ἀγῶνι τοῦ νὰ κερδίσῃ τὸν ἄρτον ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Καὶ εἰς ἐνίσχυσιν τῶν ἰσχυρισμῶν τούτων τῆς Ἐπιστήμης ἔρχεται στατιστικὴ ἀνεγνωρισμένη, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ πλεῖστον τῶν ἀτυχημάτων συμβαίνει περὶ τὴν δύσιν τοῦ ἡλίου, περὶ τὴν λῆξιν τῆς ἡμερησίας ἐργασίας. Τί δηλοῖ τοῦτο; Ὄτι ὁ ἐργάτης καταπεπονημένος μετὰ 12 ὥρας ἐργασίας συνεχοῦς καὶ ἐνίοτε ἐπὶ περισσοτέρας, καταπεπονημένος σωματικῶς, ἐξηντλημένος διανοητικῶς κατόπιν τῆς τόσης ἐντάσεως τοῦ νοῦ του, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προσέχῃ μὲ τὴν ἰδίαν ἔντασιν ἐπιμελείας τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὸ διάστημα τῆς λοιπῆς ἡμέρας, ὅτε ἦτο ἀκμαῖος σωματικῶς καὶ διανοητικῶς, καὶ διὰ τοῦτο πίπτει θῦμα κατὰ τὴν ἑσπέραν συχνότερον παρὰ κατὰ τὰς ἄλλας ὥρας τῆς ἐργασίας.
§161Ν. ΞΗΡΟΣ. Αὐτὰ ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐκθέσει· ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσωσιν οἱ ἀντικρούοντες.
§162Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν περιμένετε βεβαίως, κύριε συνάδελφε, ν’ ἀναπτύξω τ’ ἀντίθετα ἀφ’ ὅσα ἔχω ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἔχετε λοιπὸν ὑπομονήν· ἐκτὸς τούτου, κ. Βουλευταί, τὸ πολαπλοῦν καὶ θορυβῶδες τῶν μηχανημάτων καὶ ὁ ἐκνευριστικὸς θόρυβος, ὃν προξενοῦσιν, εἶναι τοιαῦτα, ὥστε νὰ προκαλῶσι διανοητικὴν μείωσιν τοῦ ἐργάτου κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐργασίας, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ τὴν ἀκμαιότητα τῆς διανοητικῆς ἀντιλήψεως, ἵνα παρακολουθῇ βῆμα πρὸς βῆμα τοὺς ἀφανεῖς καὶ ἀδήλους ἀλλὰ διηνεκεῖς κινδύνους τῆς ἐργασίας. Ἄλλοι σπουδαῖοι λόγοι οἱ ὁποῖοι προβάλλονται ὑπὸ τῶν συγγραφέων, οἵτινες πάντες ὁμοφώνως καταδικάζουσι τὰς νομοθεσίας αἱ ὁποῖαι καθυστεροῦσιν ἀκόμη ἀποκλείουσαι ὄχι μόνον τὴν πρόθεσιν ἀλλὰ καὶ τὴν ἀμέλειαν τοῦ ἐργάτου, εἶναι ὅτι πᾶσα ῥύθμισις τοῦ κινδύνου ἐν ἐξαρτήσει ἀπὸ τὴν ἐξ ἀμελείας προέλευσιν καὶ πᾶσα ἀνάθεσις τοῦ καθορισμοῦ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὰ δικαστήρια κάμνει μεταβλητὸν τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως· τοῦτο δ’ ἔχει μεγίστην ἐπίδρασιν εἰς τὴν ῥύθμισιν τῆς ἀσφαλίσεως τοῦ ἐργοδότου ἀπὸ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου τῶν ἐργατῶν του, διότι δὲν ὑπάρχει βάσις ἐξασφαλίσεως ὡς πρὸς τὸν ἐργοδότην καθ’ ἣν στιγμὴν θέλει νὰ συνάψῃ ἀσφάλισιν. Ἑπομένως τοιαύτη διάταξις θὰ ἦτο μειωτικὴ τῶν οἰκονομικῶν συμφερόντων τοῦ ἐργοδότου, ὁ ὁποῖος δὲν θὰ ἔχῃ ἀσφαλὲς δεδομένον ἀσφαλίσεως. Καὶ δικαίως τὸ σχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη διὰ μακρῶν καὶ τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον τῆς Ἐργασίας καὶ ἡ εἰδικὴ Ἐπιτροπή, ἀποκλείει τὴν ἐξ ἀμελείας εὐθύνην. Κύριοι Βουλευταί, ὅπως εἶπον ἤδη, ὁ νομοθέτης τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὅτι παρέχει εἰς τὸν παθόντα ἀτύχημα ἐργάτην τὴν εὐχέρειαν τῆς εἰσπράξεως ἀποζημιώσεως ἀπὸ τὸν ἐργοδότην· εἰς ἀντάλλαγμα δὲ τῆς εὐχερείας περιορίζει τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως. Ἐν πάσκις ταῖς νομοθεσίαις τὸ ποσὸν εἶναι κατὰ κανόνα κατώτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον θὰ ἐδικαιοῦτο διὰ τῆς ὁδοῦ τῆς δικαστικῆς ν’ ἀπολαύσῃ ὁ ἐργάτης. Ἀλλ’ ἐνῷ κατὰ τ’ ἄλλα τὸ ὑπὸ κρίσιν νομοσχέδιον εἶναι ἐρρυθμισμένον κατὰ τρόπον προοδευτικόν, εἰς τοῦτο ὑπολείπεται κατὰ πολὺ τῶν ἀλλοδαπῶν προτύπων. Κατήρτισα πίνακα συγκριτικόν, λαβὼν τυπικὸν ἐργάτην 30 ἐτῶν μὲ ἡμερομίσθιον 4 φράγκων, ἐν τῷ ὁποίῳ πίνακι παραθέτω τὰ ποσὰ ὅσα δικαιοῦται ὁ ἐργάτης ἐν πάσῃ Χώρᾳ, κατὰ τοὺς νόμους περὶ ἀτυχημάτων, ἐν περιπτώσει διαρκοῦς ὁλικῆς ἀνικανότητος, καὶ ἐν περιπτώσει θανάτου οἱ οἰκεῖοι αὐτοῦ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸν ἀναγνώσω, διὰ νὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ὁ Ἕλλην ἐργάτης διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν ἀποζημιώσεων τάσσεται εἰς τὴν ἐσχάτην βαθμίδα τῆς κλίμακος.
| Σύνταξις ἐπὶ ὁλικῆς διαρκοῦς | Σύνταξις ἐπὶ θανάτου | Τί δικαιοῦνται οἱ δικαιοῦχοι | |||||
| Ἐργάτης | ἀνικανότητος | ἐπὶ θανάτου | |||||
| 30 ἐτῶν | Νόμος | Ποσοστὰ | Ἐτησία | Τὸ ὅλον | Ἐτησία | Ἐφάπαξ | |
| Γερμανὸς | 1911 | 762.90 | 11345 | 720 | 13000 | ||
| (Μ. 610.60) | |||||||
| Βέλγος | 1903 | ½ | 600 | 9500 | 12600 | 30% τῆς ἐτησίας μισθοδοσίας | |
| ἀπὸ τὸν θάνατον ἕως 65 ἐτῶν. | |||||||
| Ἄγγλος | 1906 | ½ | 600 | 9500 | 3750 | ||
| Ρουμᾶνος | 1912 | ⅔ | 800 | 13400 | 7680 περ. | ⅗ ἡμερομ. μέχρι συμπληρώσεως | |
| 16 ἐτῶν τέκνου· ἔπειτα τὸ ⅕ διὰ | |||||||
| χήραν. | |||||||
| Γάλλος | 1898 | ⅔ | 800 | 13400 | 720 | 13000 | 60% τοῦ ἐτησίου μισθοῦ. |
| Ἰταλὸς | 1904 | 7200 | 6000 | 5 ἐτησίους μισθοὺς (ἄρθρ. 9 § 5). | |||
| Ἕλλην | ΒΩΜΑʹ 1900 | ½ | (26 ἡμ.) 504 | 7980 | 504 | 7980 | ½ ἡμερ. μὲ ἐλαττ. |
| Νομοσχ. 1914 | 6300 | 5250 | 5 ἐτῶν μισθοὺς ἕως 5000 σὺν τῷ | ||||
| ¼ τῆς ὑπερβάσεως. |
§163ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπορεῖτε πῶς θὰ λάβῃ ὀλιγώτερα τῶν ὅσα θὰ λάβῃ ὁ Γερμανὸς ἐργάτης;
§164Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν ἀπορῶ, κύριε Πρόεδρε, διότι πιστεύω εἰς τὴν ἐξέλιξιν καὶ τὴν δύναμιν τῶν πραγμάτων.
§165ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ λάβῃ περισσότερα.
§166ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγω ἀκριβῶς καὶ ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀντίρρησις ὅτι θὰ καταστραφῇ ἡ βιομηχανία μὲ τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα ζητεῖ τὸ νομοσχέδιον, δι’ αὐτὸ θέλω νὰ ἐξηγήσω εἰς τοὺς ἐναντίους ὅτι ἡμεῖς μένομεν ὀπίσω ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ, καὶ ἑπομένως ἐπιβαρύνομεν ὀλιγώτερον τὸν ἐργοδότην. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τούτου. Ὁ 30ετὴς μεταλλευτὴς ἐργάτης δυνάμει τοῦ ἰσχύοντος νόμου ͵ΒΩΜΑʹ λαμβάνει 504 δραχμὰς ἐτησίως. Ἄν προεξοφλήσῃ τὴν σύνταξίν του, θὰ λάβῃ 7.780. Ὁ Ἕλλην ἐργάτης τῶν λοιπῶν βιομηχανιῶν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τοῦ 1914 θὰ λάβῃ 6.304, δηλαδὴ κατώτερον ποσὸν καὶ ἀπὸ τὸν μεταλλευτὴν συνάδελφόν του καὶ ἀπὸ πάσας τὰς συγχρόνους νομοθεσίας. Παρατηρητέον ὅτι κατὰ τὸν πίνακα τοῦτον ἡ οἰκογένεια τοῦ Ἄγγλου ἐργάτου θὰ λάβῃ μέχρι τοῦ 65ου ἔτους 3.600 φρ., εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι ὁ Ἄγγλος δὲν παραδέχεται νὰ ζῇ εἰς βάρος ἄλλου καὶ δικαιολογεῖται οὕτω διατί εἶναι περιωρισμένη ἐκεῖ ἡ ἀποζημίωσις.
§167Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πᾶς ἄνθρωπος δύναται νὰ κηρύξῃ τὸν ἑαυτόν του πτωχόν, δὲν πρέπει δὲ νὰ θεωρηθῇ ὅτι ὑπάρχει λαὸς ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν τοιαύτην ἀρχήν.
§168ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον διὰ μέλος τῆς οἰκογενείας ὅταν θ’ ἀποθάνῃ ὁ Ἄγγλος ἐργάτης, πρέπει κατὰ τὴν ἐκεῖ ἀντίληψιν ἡ σύζυγός του καὶ τὰ τέκνα του νὰ ἐργασθῶσι νὰ ζήσωσιν. Ἐντούτοις, κ. Βουλευταί, εἶμαι κεκηρυγμένος ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, μολονότι ἔχω τινὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας θέλω ἀναπτύξει εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἀποδέχομαι τὴν ἀρχήν του καὶ τὴν χαιρετίζω εὔελπις, ἔχων ὑπ’ ὄψει μου τὰ ὅσα ἔγραψεν ὁ Γάλλος Cheysson, ὅτι «ὁ θεσμὸς τοῦ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος ἐνίκησε πάντα τὰ ἐμπόδια ὅσα ἐδοκίμασαν νὰ σταματήσωσι τὴν κεραυνοβόλον ὁρμήν του, διότι πληροῖ ἀνάγκην παγκοσμίως αἰσθητὴν γενομένην καὶ ὡσεὶ ἔκκλησιν αὐτῆς ταύτης τῆς παγκοσμίου συνειδήσεως». Περαίνων φρονῶ ὅτι ἡ σημερινὴ Βουλὴ θὰ ἔχῃ ἰδιαίτερον τίτλον τιμῆς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου’ διότι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἡ Ἑλλὰς εἰσέρχεται εἰς τὴν παγκόσμιον οἰκογένειαν τῶν πεπολιτισμένων Κρατῶν, ἅτινα ἀνταποκρινόμενα εἰς τὸ σύγχρονον αἴσθημα τῆς δικαιοσύνης εἰσήγαγον τὸν κοινοτικώτατον καὶ ἀνθρωπιστικώτατον θεσμὸν τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου. (Χειροκροτήματα).
§169Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Χωρὶς ν’ ἀμφισβητήσω κανὲν ἐκ τῶν ἐπιχειρημάτων σας μοὶ γεννᾶται ἡ ἑξῆς ἀπορία. Εἴπετε ὅτι εὐθύνεται ὁ ἐργοδότης καὶ διὰ τὰς φθορὰς τῆς ζωῆς τὰς ὁποίας θὰ ὑφίσταται ὁ ἐργάτης. Τοῦτο εἶναι εὔλογον καὶ φυσικόν· ἤθελον ὅμως νὰ μάθω ἂν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, διότι δὲν τὸ ἀνέγνωσα, ἢ ἡ θεωρία τὴν ὁποίαν σεῖς ὑποστηρίζετε, ἂν ὁ ἐργοδότης ὁ ὑποκείμενος εἰς αὐτὰ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τῶν ὑγιῶν ἐργατῶν· καὶ τότε δὲν φρονεῖτε ὅτι αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τὰ διάφορα καταστατικὰ τῶν διαφόρων Συλλόγων, τὰ ὁποῖα λέγουσιν ὅτι αὐτοὶ θὰ ἐπιβάλλωσι τοὺς ἐργάτας;
§170ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συνάλλαγμα τῆς ἐργασίας εἶναι ἐλεύθερον, κ. συνάδελφε. Ὁ ἰσχυρότερος οἰκονομικῶς ἐπιβάλλει τοὺς ὅρους του, πρὸς τὸ παρὸν δὲ ὁ ἐργοδότης εἶναι ὁ ἰσχυρότερος, ὅπως ἠξεύρετε.
§171Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, πληρέστατα ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ προσαρμόσωμεν τὴν νομοθεσίαν μας πρὸς τὰς συνθήκας καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς νεωτέρας βιομηχανίας, καθόσον ἡ νεωτέρα βιομηχανία μὲ τὰ πολύπλοκα μηχανήματα, τῶν ὁποίων κάμνει χρῆσιν, συνεπάγεται κινδύνους καὶ ἀτυχήματα, τῶν ὁποίων πολλάκις εἶναι δύσκολον νὰ εὑρεθῇ ὁ ἔνοχος καὶ ἡ αἰτία, πολλάκις δὲ οὐδεὶς αἴτιος ὑπάρχει, διότι αἴτιος εἶναι αὐτὸ τοῦτο τὸ μηχάνημα· οὐδόλως λοιπὸν διαφωνῶ πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου καὶ εἶμαι εὐτυχὴς ὅτι τὸ τοιοῦτο νομοσχέδιον παρουσιάζεται ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν εἶναι ποία πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἔκτασις τῆς εὐθύνης τοῦ ἐργοδότου καὶ πῶς πρέπει νὰ προσαρμοσθῇ ὁ θεσμὸς αὐτὸς ὥστε ν’ ἀσφαλίζῃ τοὺς ἐργάτας χωρὶς νὰ βλάπτῃ τοὺς βιομηχάνους. Τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται τὴν εὐθύνην εἰς πάσας τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς συμβαίνει ἀτύχημα, ἐξαιρεῖ δὲ μόνον τὴν περίπτωσιν τοῦ δόλου, ὁσάκις ὁ παθὼν ἐκ προθέσεως προκαλεῖ τὸ ἀτύχημα. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πλὴν τῆς περιπτώσεως ταύτης πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ καὶ ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν τὸ ἀτύχημα προέρχεται ἐκ βαρέος πταίσματος τοῦ ἐργάτου, ἀλλὰ καὶ ἐκ παραβάσεων ῥητῶν κανονισμῶν οὐχὶ ἀορίστων, ἀλλ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι προνοοῦσι περὶ τῆς ἀσφαλείας τοῦ ἐργάτου.
§172Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγκεκριμένων κανονισμῶν.
§173Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Βεβαίως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον οὔτε ἐξυπηρετικὸν τοῦ καλῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τοῦ ἐργάτου νὰ μὴ ἐξαιρέσωμεν τὴν περίστασιν ταύτην. Καὶ διὰ νὰ κατανοήσωμεν πληρέστερον τὸ ζήτημα ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ λάβω ἓν ἢ δύο παραδείγματα. Ἂς ὑποθέσωμεν, Κύριοι, αὔριον λ. χ., τὸ κατάστημα τῶν χημικῶν λιπασμάτων· ὡς γνωρίζομεν, ἐν τῷ καταστήματι τούτῳ ὑπάρχουσιν ἐργάται οἱ ὁποῖοι χειρίζονται τὰ μηχανήματα, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι τῶν ὁποίων ἀποκλειστικὸν ἔργον εἶναι νὰ παραλαμβάνωσι τὰ λιπάσματα, νὰ τοποθετῶσιν αὐτὰ καὶ νὰ τ’ ἀποθηκεύωσιν. Ὑποθέσωμεν ὅτι εἷς τοιοῦτος ἐργάτης ἐπωφελούμενος τῆς ἀπουσίας τοῦ χειριζομένου τὴν μηχανὴν πηγαίνει εἰς τὴν μηχανὴν καὶ βλάπτεται ἡ μηχανὴ καὶ φονεύονται ἴσως καὶ ἄλλοι ἐργάται.
§174Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ ἔχῃ ἀστυνομίαν τὸ κατάστημα ὥστε νὰ μὴ μεταβαίνωσιν οἱ ἐργάται· ὅπως καὶ ἡ Πολιτεία δὲν ἀφήνει εἰς τοὺς δρόμους φρέατα ἀνοικτά.
§175Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ἂς λάβωμεν καὶ δεύτερον παράδειγμα. Ὑποθέσωμεν ἐργοστάσιον ἐκρηκτικῶν ὑλῶν ἐν τῷ ὁποίῳ φυσικὰ ἀπαγορεύεται τὸ κάπνισμα· ἐργάτης τις ὅμως εἰσέρχεται καπνίζων, ῥίπτει τὸ σιγάρον του καὶ προκαλεῖ πυρκαϊὰν, ἥτις πληγώνει μὲν αὐτόν, ἀλλὰ καταστρέφει τὸ ἐργοστάσιον, ἴσως δὲ φονεύει καὶ ἄλλους ἀθώους ἐργάτας. Κατὰ τὴν οἰκονομίαν τοῦ νομοσχεδίου ὁ αἴτιος τοῦ ἀτυχήματος δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν, μολονότι ἄλλοι ἐργάται οἱ ὁποῖοι ἴσως εἰς οὐδὲν ἔπταισαν κατεστράφησαν καὶ ἐφονεύθησαν ἐξ αὐτοῦ. Οἱ ἀντιφρονοῦντες καὶ οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν πλήρη εὐθύνην κατὰ πάσας τὰς περιπτώσεις ἐπικαλοῦνται τὰ ἑξῆς ἐπιχειρήματα· πρῶτον ὅτι ὁ ἐργάτης ἀναστρεφόμενος διαρκῶς μὲ τὰς μηχανὰς ἐξοικειοῦται εἰς βαθμὸν ὥστε ἀψηφεῖ τὸν κίνδυνον. Δευτέρα παρατήρησις ὅτι ὑπάρχει στατιστικὴ καθ’ ἣν τὰ περισσότερα ἀτυχήματα συμβαίνουσι κατὰ τὰς ἑσπερινὰς ὥρας, ὅτε ὁ ἐργάτης εἶναι κεκοπιακώς· τρίτον λέγουσιν ὅτι εἶναι δύσκολον νὰ γίνῃ διάκρισις πότε εἶναι τὸ βαρὺ πταῖσμα καὶ πότε δὲν εἶναι τοιοῦτον καὶ ὅτι, ἂν γίνῃ τοῦτο δεκτόν, ἀνατρέπεται ἡ βάσις αὐτὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τέλος ὅτι τὸ τοιοῦτον ἐμποδίζει τὰς ἀσφαλείας. Ἐπικαλοῦνται τέλος καὶ τὰς ξένας νομοθεσίας, ὅπου ὑπάρχει ὁ θεσμός, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν ἐπιμένουσιν εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὅπως ἔχει. Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, ἂν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τοῦ παρόντος. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ δύο πρῶτα δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὰ δύο παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, διότι οὔτε ἐξῳκειωμένος εἶναι ὁ ἐργάτης, τοῦ ὁποίου ἔργον δὲν εἶναι νὰ χειρίζηται τὴν μηχανήν, οὔτε ὁ ἄλλος ὁ ὁποῖος ἔρριψε τὸ σιγάρον του οὔτε ἐκ τῆς ἐξοικειώσεως πρὸς τὸν κίνδυνον οὔτε ἐκ τῆς πολλῆς κοπώσεως προέβη εἰς τοῦτο. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ τρίτον ἐπιχείρημα τῆς διακρίσεως τοῦ βαρέος πταίσματος τοῦτο δὲν εἶναι ἄγνωστον εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, καθόσον ἔχομεν τοῦτο ἐκ τοῦ Ῥωμ. Δικαίου, τὴν culpa lata.
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχον τότε τὰ μηχανήματα.
§177Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ὑπάρχει ἡ διάκρισις ἐν τῇ νομοθεσίᾳ καὶ οὐδεμίαν σύγχυσιν θὰ φέρῃ, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ βαρὺ πταῖσμα ἐξομοιοῦται πρὸς τὸν δόλον ὡς πρὸς τὴν ἀστικὴν εὐθύνην, διαφέρει δὲ τοῦ δόλου, διότι δὲν ὑπάρχει ἡ πρόθεσις τοῦ κακοῦ καὶ τῆς ζημίας, ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀστικὴν εὐθύνην ἐξομοιοῦται μὲ τὸν δόλον. Ἐπίσης καὶ τὸ ἄλλο ἐπιχείρημα, ὅτι θ’ ἀναγκασθῇ νὰ προστρέξῃ εἰς τὸν δικαστήν, δὲν ἔχει σημασίαν, διότι τὸ βάρος τῆς ἀποδείξεως ὅτι τὸ ἀτύχημα συνέβη ἐκ βαρέος πταίσματος ἔγκειται εἰς τὸν ἐργοδότην καὶ ὄχι εἰς τὸν ἐργάτην. Ὡς πρὸς τὰς ἀσφαλιστικὰς Ἑταιρείας δὲν βλέπω κατὰ τί ἠμπόδισεν ἡ διάκρισις αὕτη, ἀφοῦ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ διάκρισις τοῦ πταίσματος καὶ ἐντούτοις δὲν ἠμπόδισε καθόλου τὰς ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὰς ξένας νομοθεσίας, ὅπου ὑπάρχει ὁ τοιοῦτος θεσμός, ἐν Ἰταλίᾳ, Ὀλλανδίᾳ, Νορβηγίᾳ. Ἀλλ’ ἐδῶ, παρακαλῶ, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα πῶς ἐγένετο δεκτὸς ὁ θεσμός. Ἐγένετο δεκτός, ὡς παρ’ ἡμῖν, ἄνευ οὐδενὸς συνδυασμοῦ, ἄνευ τινὸς ἀντισηκώματος; Ἐν τοῖς πλείστοις τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ὁ θεσμὸς τῆς ἐκ τῶν ἀτυχημάτων ἀποζημιώσεως συνδυάζεται μετὰ τοῦ θεσμοῦ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀσφαλείας, εἰς ἣν συντρέχει κατὰ μέγα ποσὸν τὸ Κράτος. Καὶ κατὰ τύχην ἀνεγίνωσκον προχθὲς ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς Γενεύης κατὰ τί συντρέχει εἰς τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀσφάλειαν ἡ Ἑλβετικὴ Δημοκρατία. Συντρέχει κατὰ 3.000.0000 ἐτησίως διὰ τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀσφάλειαν λόγῳ ἀτυχημάτων ἐκτὸς τῆς συνδρομῆς της εἰς τὴν ἑκουσίαν ἀσφάλειαν. Μέχρι δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοῦ 1920 θ’ ἀνέλθῃ εἰς 8.000.000. Ὅταν ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἰσάγηται ὁ θεσμὸς καὶ ὅταν πρὸ τούτου ἔχωμεν τὸν θεσμὸν τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀσφαλείας, ὅταν ἔχωμεν ταμεῖον νοσηλείας καὶ περιθάλψεως, ὡς πανταχοῦ, ὅταν συντρέχῃ τὸ Κράτος, τότε οὐδεὶς κίνδυνος ὑπάρχει ὡς πρὸς τὴν βιομηχανίαν. Ἀπεναντίας πρέπει ἐξ ἴσου νὰ προστατεύσωμεν τὴν βιομηχανίαν ὡς προστατεύομεν τὸν ἐργάτην. Καὶ εἰς ἄλλο δὲ πρέπει νὰ προσέξωμεν ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἰδικήν μας βιομηχανίαν. Ἔφθασεν αὕτη εἰς τοιοῦτον βαθμὸν καὶ ἠνδρώθη ἀρκούντως ὥστε νὰ δύναται νὰ βαστάσῃ τὰ βάρη αὐτὰ μόνη καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπικουρίας τοῦ Κράτους; Ἡ μεγάλη βιομηχανία μετρεῖται εἰς τὰ δάκτυλα. Ἡ κυρίως βιομηχανία μας εἶναι ἡ μικρὰ καὶ πρωτογενής. Οἱ χθεσινοὶ ἐργάται εἶναι οἱ μικροβιομήχανοι τῆς σήμερον. Ἴσως γίνωσι μεγάλοι αὔριον, ἂν τοὺς εὐνοήσῃ ἡ τύχη καὶ ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι. Ἡ μικρὰ βιομηχανία δύναται ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὰ βάρη τοῦ νομοσχεδίου, χωρὶς οὐδαμόθεν νὰ λάβῃ ἀντισήκωμα, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἀσφάλειαν ὡρισμένου ποσοῦ, προορισθησομένου δι’ αὐτήν; Φρονῶ ὅτι πρέπει πολὺ νὰ προσέξωμεν, πρὶν προβῶμεν εἰς τοιοῦτο σοβαρὸν μέτρον· πρέπει πρῶτον νὰ ἐξεύρωμεν τ’ ἀντισηκώματα διὰ τὴν βιομηχανίαν αὐτὴν καὶ ἔπειτα νὰ τῇ ἐπιβάλωμεν τὰ βάρη. Ἀλλὰ καὶ ἄλλη ἀνισότης ὑπάρχει. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 16 παρατηροῦμεν ὅτι ὁσάκις τὸ ἀτύχημα συμβαίνει ἐκ παραβάσεως ἐκ μέρους τοῦ ἐργοδότου ῥητῶν κανονισμῶν πρὸς ἀσφάλειαν ἢ νόμων ἢ Διαταγμάτων ὁ ἐργοδότης εὐθύνεται πρὸς πλήρη ἀποζημίωσιν καὶ ὁ ἐργάτης δύναται νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἡ εὐεργετικὴ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου καθ’ ἣν ὁρίζεται περιωρισμένη ἀποζημίωσις δὲν ἰσχύει πλέον καὶ εὐθύνεται κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον, ἐνῷ, ὅταν πρόκειται περὶ ἐργάτου παραβαίνοντος ῥητοὺς κανονισμούς, ὁ ἐργάτης οὗτος δικαιοῦται καὶ εἰς ἀποζημίωσιν! Ὅταν βλέπωμεν ὅτι καὶ Χῶραι ἐν αἷς ἀνθεῖ ἡ βιομηχανία δὲν ἐτόλμησαν νὰ προβῶσιν ἀκόμη εἰς τὴν παραδοχὴν τοιούτων θεσμῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτοὺς παρ’ ἡμῖν; Ἐν Ἀγγλίᾳ λ. χ. κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς «ἡ αἴτησις τοῦ ἐργάτου ἀπορρίπτεται εἰς περίπτωσιν βαρείας καὶ ἐκ προθέσεως παραβάσεως τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας» Ὅτε δ’ οὕτω ῥυθμίζονται ἐν Ἀγγλίᾳ τὰ τῆς ἀποζημιώσεως, πῶς δυνάμεθα ἐν Ἑλλάδι καὶ ταῦτα νὰ ὑπερβῶμεν μὴ λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἄλλας δυσμενεῖς συνθήκας τῆς ἐν Ἑλλάδι βιομηχανίας; Ἀλλὰ καὶ ἐν Γαλλίᾳ δὲν ἔφθασαν ἀκόμη εἰς ὃ σημεῖον θέλομεν νὰ φθάσωμεν ἡμεῖς διὰ τοῦ πρώτου ἅλματος! Ἐν Γαλλίᾳ ἀπὸ τοῦ 1884 συνέστη Ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ περὶ ἀτυχημάτων νομοσχεδίου καὶ ὁ πρῶτος νόμος ὅστις ἐψηφίσθη ἀνάγεται κατὰ τὸ ἔτος 1888. Ὁ νόμος οὗτος παραδέχεται τὸ σύστημα ὅπως, ὁσάκις τὸ ἀτύχημα συμβαίνει ἐκ βαρέος πταίσματος καὶ καταδικάζεται ὁ ἐργάτης εἰς ἑνὸς μηνὸς φυλάκισιν, χάνῃ πᾶν δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως, ὅταν δὲ καταδικάζηται ἐκ τοιούτου πταίσματος ὁ ἐργοδότης εἰς 8 ἡμερῶν φυλάκισιν, αὐξάνει ἡ σύνταξις τοῦ ἐργάτου. Ὁ νόμος οὗτος κατὰ τὸ 1890 μετεβλήθη ὑπὸ τῆς Γερουσίας καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὅτι κατὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ὑπάρχει βαρὺ πταῖσμα τοῦτο ἀφίεται εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον εἴτε εἰς βάρος τοῦ ἐργοδότου εἴτε τοῦ ἐργάτου. Καὶ τέλος ἦλθεν ὁ νόμος τοῦ 1898 ὁρίσας μέσον ὅρον, καθ’ ὃν πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις. Ὁσάκις τὸ ἀτύχημα προέρχεται ἐκ βαρέος πταίσματος τοῦ ἐργάτου, τότε ἡ σύνταξις ἐλαττοῦται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου, ὁσάκις δ’ ὑπάρχει βαρὺ πταῖσμα τοῦ ἐργοδότου, τότε αὐξάνει ἡ σύνταξις. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἐν Εὐρώπῃ κρατοῦντα· ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε τὸ πραγματικὸν συμφέρον τοῦ ἐργάτου νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου; Δὲν πρέπει ν’ ἀποκρύψωμεν ὅτι ἡ βιομηχανία ἡμῶν δὲν ἔφθασεν εἰς τὴν τελειότητα εἰς ἣν ἔφθασεν ἀλλαχοῦ. Ὁ ἐργάτης δὲν εἶναι συνηθισμένος εἰς τὴν εὐπείθειαν, τὴν τήρησιν τῶν κανονισμῶν καὶ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Καὶ ὅταν ὁμιλῶ περὶ τοῦ ἐργάτου μὴ μὲ παρεξηγεῖτε, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὸ τοιοῦτο συμβαίνει παρ’ ἡμῖν εἰς πάσας τὰς κοινωνικὰς τάξεις. Δὲν εἴμεθα συνηθισμένοι εἰς τὴν εὐπείθειαν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Ὅταν ταξιδεύῃ τις ἐξ ἡμῶν εἰς τὴν Γερμανίαν καὶ βλέπει εἰς τὰς διαφόρους πόλεις ἀνὰ πᾶν βῆμα τὴν ἐπιγραφὴν verboten, αἰσθάνεται οἱονεὶ πρόκλησίν τινα πρὸς παράβασιν τῆς ἀπαγορευτικῆς διατάξεως καὶ καταβάλλει προσπάθειαν ἵνα μὴ τὴν παραβῇ. Πρέπει λοιπὸν τὰ νομοθετήματα ἡμῶν νὰ τείνωσιν εἰς διαπαιδαγώγησιν τοῦ ἐργάτου πρὸς τὴν εὐπείθειαν καὶ ὑποταγὴν εἰς τοὺς κανονισμούς. Πρέπει τὰ νομοθετήματά μας νὰ τείνωσιν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τοῦ ἐργάτου εἰς ἀνώτερον ἐπίπεδον. Τότε ἀποβλέπομεν εἰς τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ ἐργάτου καὶ οὐχὶ ὅταν χαδεύωμεν αὐτόν, ὅπως μερικαὶ μητέρες τὰ τέκνα των. Διὰ τοῦτο προτείνω πλὴν τῆς περιπτώσεως τοῦ ἐκ προθέσεως προκαλουμένου ἀτυχήματος νὰ ἐξαιρεθῇ καὶ ἡ περίπτωσις τοῦ ἀτυχήματος τοῦ συμβαίνοντος ἐκ βαρέος πταίσματος ἢ παραβάσεως ῥητῶν περὶ ἀσφαλείας κανονισμῶν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10 μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπήν. (ὥρᾳ 10½ μ. μ.)
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Ξηρός.
§180Ν. ΞΗΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, δὲν παρεξενεύθη, ὑποθέτω, ἡ Βουλή, ἰδικίτατα δὲ οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἐκ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐπαγγελιῶν τὰς ὁποίας ἐπηγγέλθη πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἦτο βεβαίως καιρὸς νὰ ληφθῶσι μέτρα προστατευτικὰ εὐρύτερα διὰ τὰς ἐργαζομένας τάξεις, ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν τιμὴν νὰ προέρχωνται ἐξ αὐτῶν δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ἀλλοίαν ἀντίληψιν τοῦ πράγματος, οὔτε δύνανται ν’ ἀντιστρατευθῶσιν εἰς τοιούτου εἴδους νομοσχέδια. Ἐντούτοις ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὡς εἰσάγεται τὸ ἓν τῶν νομοσχεδίων, καὶ ὑποθέτω ὅτι εἰσάγεται τὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ὑπουργικοῦ συζητοῦμεν.
§182Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἀφοῦ δεχθῇ τις τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς ὀρθήν, ἤθελε παρατηρήσει ὅτι ἔπρεπε καὶ εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον, μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ν’ ἀνασταλῇ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ μέχρι τῆς λήψεως τῶν μέτρων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον γενικῶς. Εἶναι κατὰ τὰς πληροφορίας τὰς ὁποίας μᾶς δίδει ἡ Ἐπιτροπὴ πρωτοφανὲς ἐν Ἑλλάδι νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σύστημα τῆς προστασίας τῶν ἐργατῶν ἄνευ τῆς παραλλήλου ὑπάρξεως ἀσφαλειῶν, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀσφαλίσωσι τὸν ἐργάτην διὰ τὴν πληρωμήν. Ἀνέγνωσα ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς Ἐπιτροπῆς ὅτι ἐν τῇ Γερμανίᾳ ὑπάρχει Ταμεῖον ἀσφαλειῶν ἀπὸ τὸ ὁποῖον πληρώνονται οἱ ἐργάται. Ἐν Αὐστρίᾳ ἐπίσης. Ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσιν ἀσφαλιστικαὶ Ἑνώσεις καὶ ὑπάρχουσι καὶ Ταμεῖα τοῦ Κράτους, τὰ caisse d’ épargne. Ἐν Νορβηγίᾳ καὶ Ὁλλανδίᾳ τὸ ἴδιον. Αὐταὶ εἶναι αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας δίδει ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐμελέτησεν ἐμπεριστατωμένως τὸ πρᾶγμα. Εἶναι ἀπαραίτητον καὶ ἔπρεπε νὰ ὑποδείξῃ τὴν ἵδρυσιν Ἀσφαλιστικῶν Ἑταιρειῶν καὶ τὴν λῆψιν προνοίας διὰ τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξησφάλιζον περισσότερον τοὺς ἐργάτας ἀφ’ ὅ,τι ἐξασφαλίζονται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Ἀλλὰ παρὰ τὴν τοιαύτην ἔλλειψιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νομίζω, καὶ θὰ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω τροπολογίαν μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, ἐπειδὴ εἰς τὸ νομοσχέδιον τὸ πρῶτον δὲν εἶχον περιληφθῆ πᾶσαι αἱ ἐπιχειρήσεις ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουσι τοὺς ἐργάτας, ἤθελον προτείνει ὅπως μὴ κάμωμεν μέγα ἅλμα καὶ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄκρον εἰς τὸ ὁποῖον ἔφθασαν μετὰ σειρὰν ἐτῶν καὶ πολλὰς μελέτας τὰ Κράτη τὰ μᾶλλον προηγμένα ἡμῶν. Ἂς ἀρχίσωμεν βαθμιαίως τὴν πρόοδον καί, ὅταν ὑπάρξωσιν αἱ περιστάσεις ἐκεῖναι ὑπὸ τὰς ὁποίας τὰ ἄλλα Κράτη κατέληξαν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, νὰ καταλήξωμεν καὶ ἡμεῖς. Εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο καταλήγω, διότι κυρίως ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὡς βάσιν πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχωμεν βιομηχανικὰς ἐπιχειρήσεις εἰς τὰς ὁποίας τὰ κεφάλαια εἶναι ὀλίγιστα, εἰς τὰς ὁποίας ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀσχολουμένων ἐργατῶν εἶναι πολὺ μικρὸς καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἐπίσης οἱ κίνδυνοι εἶναι ὀλίγιστοι, λόγῳ δὲ τῆς ἁπλότητος τῶν μηχανημάτων καὶ λόγῳ τῶν μέσων τῆς ἱδρύσεως τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν μικρῶν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐξαίρεσις διὰ τὰς μικρὰς βιομηχανίας, νὰ ὑπάρξῃ δὲ ἡ ἐξαίρεσις αὕτη, διότι δι’ αὐτῶν τῶν μικρῶν θέλομεν προαχθῆ καὶ δὲν θέλομεν θέσει ἐμπόδια εἰς τὴν πρόοδον τῶν μικρῶν, ἵνα γίνωσι μεγάλαι. Ὅπως εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας συνάδελφος, αἱ μεγάλαι ἐπιχειρήσεις ἐναντίον τῶν ὁποίων πρέπει νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα προβλέπει τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐλάχισται. Θέλετε νὰ προστατεύσητε τοὺς ἐργάτας ἐναντίον τῶν ἐργολάβων τῶν οἰκοδομῶν, ἐκεῖ δηλαδὴ ὅπου συμβαίνουσι τὰ ἀτυχήματα συχνότερον· ἀλλ’ οἱ ἐργολάβοι οἰκοδομῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δὲν εἶναι πλούσιοι καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποζημιώσωσι τοὺς ἐργάτας, διότι οὐδέποτε θὰ ἔχωσι ποσὸν διαθέσιμον ἵνα τοὺς ἀποζημιώσωσι. Μὴ νομίσητε, ὅταν βλέπητε ἓν κτίριον μέγα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐπισκευάσῃ εἷς ἰδιοκτήτης, καὶ αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ ἐργοδότης, ὅτι θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ διότι θὰ εἶναι μέγα τὸ οἰκοδόμημα. Τίς οἶδε πόσα μεγάλα βάρη θὰ ἔχῃ! Ἐφ’ ὅσον βάσις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ προστασία τῶν ἐργατῶν κατὰ τῶν ἀτυχημάτων καὶ ἐφ’ ὅσον θέλετε νὰ προστατεύσητε τὸν ἐργάτην ἐξασφαλίζοντες τὴν ἀποζημίωσιν, καταλήγομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ὅτι πρέπει πρὸς τὴν ἵδρυσιν τούτων νὰ συμβαδίσῃ ἡ ὕπαρξις νομοσχεδίου ἀσφαλειῶν. Ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, προκειμένου περὶ τῆς ἀναβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς ἑτέραν συζήτησιν, εἶπεν ὅτι ἀσφαλῶς θὰ ἐδέχετο πρότασιν διὰ τὴν σύστασιν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν. Ἀκριβῶς τοῦτο μοὶ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιμείνω εἰς τὴν πρότασιν ὅπως τεθῇ τελευταία διάταξις καθ’ ἣν ὁ νόμος οὗτος ὁπωσδήποτε ψηφιζόμενος δὲν θὰ ἰσχύσῃ πρὸ τῆς συστάσεως τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιρειῶν ἢ τῆς ἐγκαταστάσεως ἀσφαλιστικῶν ξένων ἑταιρειῶν αἱ ὁποῖαι νὰ ἐγκατασταθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τοιουτοτρόπως γίνεται ἓν τέλειον σύστημα προστασίας τοῦ ἐργάτου συμφώνως πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας πρεσβεύει ἡ Κυβέρνησις, συμφώνως πρὸς τὸ δίκαιον, συμφώνως πρὸς τὸ συμφέρον καὶ μόνον τῶν ἐργατῶν, συμφώνως πρὸς ὅσα ἀπαιτεῖ ἡ σοβαρότης τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ σοβαρότης τῶν περιστάσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας συζητεῖται καὶ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἀλλ’ ἔτι πλέον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1, ἂν ἤθελεν, ἠδύνατο νὰ συμπεριλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς τροπολογίας περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα ἐξαιρῶν γενικῶς τὰς μικρὰς ἐπιχειρήσεις καὶ τὰς γεωργικάς, ἠδύνατο, λέγω, κατὰ ἕνα ἄλλον τρόπον νὰ διατυπώσῃ τοῦτο. Ἐν δὲ τῷ ἄρθρῳ 2 νὰ προσθέσῃ καὶ τὰς γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις, διότι, ὡς ἠξεύρετε, αἱ γεωργικαὶ ἐπιχειρήσεις δὲν εἶναι διαρκεῖς; εἶναι 2 ἢ 3 μηνῶν, τὰς τοιαύτας δ’ ἐπιχειρήσεις ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ τὰς ἐξαιρέσωμεν, ὅπως ἔκαμαν καὶ ἄλλα Κράτη, καθὰ βεβαιοῖ ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῇ ἐκθέσει της.
§183ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διὰ τοῦ αἵματος.
§184Ν. ΞΗΡΟΣ. Διὰ τοῦ αἵματος ἔγιναν Κράτη καὶ γίνονται Κράτη. Δὲν εἶναι ὁ ἱδρὼς τοῦ ἐργάτου αἷμα διὰ τοῦ ὁποίου προάγονται αἱ βιομηχανίαι; Καὶ ἀπέναντι τοῦ μεγάλου καλοῦ τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ διὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου καὶ τῆς ζητήσεως τῆς ἐργασίας ὀλίγη θυσία ἀκόμη θὰ εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἐργάτου αὐτοῦ.
§185Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ βιομηχανία εἶναι ἐθνικὸς πλοῦτος;
§186Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἂν ἡ βιομηχανία δὲν εἶναι ἐθνικὸς πλοῦτος, δὲν γνωρίζω μήπως εἶναι ἐθνικὸς πλοῦτος ἡ λογοκοπία. Ἔχω λοιπὸν τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ μικραὶ καὶ γεωργικαὶ ἐπιχειρήσεις, μεταξὺ δὲ τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἐργοδότης ἀπαλλάσσεται τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ τὸ βαρὺ πταῖσμα καὶ ἡ μέθη τοῦ ἐργάτου.
§187ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πῶς; Καὶ ἡ μέθη;
§188Ν. ΞΗΡΟΣ. Μὴ ἀπορεῖτε, κύριε συνάδελφε· ἂν ὑπάρχῃ νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ μέθη, τοῦτο εἶναι καὶ διὰ νὰ πολεμηθῇ ὁ ἀλκοολισμὸς καὶ αὐτὸ θὰ ἐπιτευχθῇ εἰς μέγαν βαθμόν, ὅταν μάθωσιν οἱ ἐργάται ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεθύσκωνται, ὅταν ἐργάζωνται. Ἡ μέθη πρέπει νὰ καταλογισθῇ μεταξὺ τῶν λόγων οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπαλλάττωσι τὸν ἐργοδότην ἀπὸ πάσης εὐθύνης πρὸς ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ μήπως, ἐὰν θελήσῃ τις εὐρύτερον νὰ συζητήσῃ, δὲν θὰ ἔλεγεν ὅτι πρέπει καὶ ἡ αὐτοκτονία νὰ θεωρηθῇ ὡς μία τῶν περιπτώσεων αἱ ὁποῖαι πρέπει ν’ ἀποκλείωσι τὸν ἐργάτην ἀπὸ τοῦ δικαιώματος πρὸς ἀποζημίωσιν;
§189ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει εἰδικὴ διάταξις.
§190ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρόκειται περὶ δόλου.
§191Ν. ΞΗΡΟΣ. Θὰ τὴν ὑπαγάγητε εἰς τὴν διάταξιν τοῦ δόλου; Φοβοῦμαι, ὡς εἶπε καὶ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, μήπως τὰ δικαστήρια, ὅπως συμβαίνει διὰ τοὺς αὐτοκτονοῦντας νὰ δέχωνται διατάραξιν φρενῶν, ἵνα ἐπιτρέπηται ἡ κήδευσίς των ἐκκλησιαστικῶς, ὅτι καὶ ταῦτα θὰ λέγωσι ὅτι εἶχεν ἐπέλθει διατάραξις διὰ νὰ λαμβάνωσι τὴν ἀποζημίωσιν.
§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅταν νομοθετῶμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ λαμβάνωμεν ὑπ’ ὄψιν τί θὰ κάμωσι τὰ δικαστήρια παρὰ τὸν νόμον.
§193Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἐντούτοις εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὰ δικαστήρια κατεδηλώθη ἐσχάτως ποιά τις ἀντίδρασις κατὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὅλης. Ἐγὼ ὅμως ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ἂν ἤθελεν ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ προτείνω, θὰ καθίστατο τὸ νομοσχέδιον πλῆρες καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξυπηρετήσῃ καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἐργατῶν καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Ἡ δὲ Κυβέρνησις ἤθελε νομοθετήσει νομοθέτημα πλῆρες. Ἐντούτοις, ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ θέσῃ τὸ βαρὺ πταῖσμα ὡς λόγον ἀπαλλαγῆς, ἠδύνατο προσαρμοζομένη πρὸς τὸν Γαλλικὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα νὰ μειώσῃ κατὰ τοιαύτην περίστασιν εἰς τὸ ἥμισυ τὴν εὐθύνην τοῦ ἐργοδότου.
§194Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἀληθῶς, κύριοι Βουλευταί, τὸ νομοσχέδιον ὑποβληθὲν πρὸ ἑνὸς ὁλοκλήρου ἔτους πληροῖ ἐπαγγελίαν ἐκ τῶν πρώτων τὰς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐλθὼν ἐνταῦθα καὶ ἀναλαβὼν τὴν διοίκησιν τῶν δημοσίων πραγμάτων, ἔδωκεν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἐπαγγελίαν μάλιστα ἰδιαιτέρως τονισθεῖσαν. Καὶ χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσθέσω τι εἰς ταύτης τῆς ἐπαγγελίας τὴν σπουδαιότητα θὰ ὑπομνήσω καὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος τὴν αὐτὴν ἐπαγγελίαν, γενομένην κατὰ τὴν αὐτὴν ἐπίσης ἐποχήν, ὅτε τὸ πρῶτον ἐζήτουν τὴν ἐμπιστοσύνην τῶν ἐκλογέων μου. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι ἁπλῶς ἵνα μὴ φαίνηται ἡ Ἑλλὰς καθυστεροῦσα ἐν τῇ προόδῳ τοῦ πολιτισμοῦ, δὲν εἶναι ἁπλῶς ἵνα ἀποκατασταθῇ τὸ αἴσθημα μιᾶς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, διαφόρου, ὡς εἶπον καὶ ὅτε εἰσηγούμην τὸ νομοσχέδιον, τῆς περὶ δικαίου ἀντιλήψεως ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρὸ χιλιάδων ἐτῶν, κατὰ τοὺς Ῥωμαϊκοὺς χρόνους, καὶ τὴν ὁποίαν βλέπομεν ἀποκρυσταλλωμένην εἰς τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, ἀλλ’ εἶναι καὶ λόγοι πρακτικώτεροι· διότι τὰ ἀτυχήματα ταῦτα παρουσιάζουσι δύο σειρὰς φαινομένων· παρουσιάζουσι μίαν σειρὰν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐργάται, παθόντες ἐν τῇ ἐργασίᾳ, δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι κἂν τὰ πρῶτα ἔξοδα συντηρήσεως καὶ ἔπιπτον θύματα ἀφιλανθρώπων ἐργοληπτῶν, οἱ ὁποῖοι, ἵνα ἐξαγοράσωσι τὴν ἡσυχίαν των ἀπὸ τῶν κραυγαζόντων ἀτυχῶν ἢ τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας, ἔδιδον ἓν μικρὸν ποσόν· ἀλλὰ παρίστατο πολλάκις καὶ τὸ φαινόμενον ἐργατῶν οἵτινες, θαρραλεώτεροι τῶν ἄλλων ἢ εὑρίσκοντες πρόσωπα ν’ ἀναλάβωσι τὸν ἀγῶνα κατὰ τῶν ἐργοδοτῶν προέβαινον κατ’ αὐτῶν εἰς ἐκβιάσεις, ὧν ἀποτέλεσμα ἦτο ὅτι ἐπλήρωνον οἱ ἐργοδόται ποσὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἦτο δίκαιον ἴσως νὰ πληρώσωσι, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι τὰ ποσὰ ταῦτα δὲν εἰσήρχοντο εἰς τὰ θυλάκια τοῦ παθόντος ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος εἰς τὰ θυλάκια ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἀπεφάσιζε νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ παθόντος. Τὸ φαινόμενον τοῦτο ἐν τῇ μικρᾷ μου πείρᾳ παρουσιάσθη ἀρκετὰς φοράς. Ἀλλὰ δὲν παρουσιάσθη μόνον ἐν Ἑλλάδι· παρουσιάσθη καὶ ἀλλαχοῦ· ἐν τῇ Γαλλίᾳ εἶχον κάμει στατιστικὴν ἐπὶ τοῦ πράγματος καὶ εἶχον ἴδει ὅτι εὑρέθησαν ἐργοδόται οἱ ὁποῖοι ἐπλήρωσαν καὶ 20 καὶ 25 καὶ 30 χιλ. φράγκων ἀποζημίωσιν, διότι εὑρέθησαν ἐργάται ἢ εὑρέθησαν ὑπερασπισταὶ οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὸν ἀγῶνα, καὶ εὑρέθησαν ἄλλοι πρόθυμοι νὰ μαρτυρήσωσι κατὰ τὸν συμφέροντα πρὸς τὸν παθόντα τρόπον. Ἀληθῶς τὸ συχνότερον δυνάμενον νὰ συμβῇ εἶναι ὅτι, εὑρισκόμενοι οἱ ἐργάται μιᾶς βιομηχανίας ὑπὸ τὸν φόβον ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποπεμφθῶσιν, ἂν δὲν μαρτυρήσωσιν ὑπὲρ τοῦ ἐργοδότου, μεθ’ οὗ ἐξακολουθοῦσι νὰ ἔχωσι τὸν δεσμὸν τὸν ἐκ τῆς ἐργασίας, μαρτυροῦσιν ὑπὲρ τοῦ ἐργοδότου συχνότερον παρὰ ὑπὲρ τοῦ συναδέλφου των ἐργάτου, ὁ ὁποῖος, ἤδη τεθνεὼς ἢ ἠκρωτηριασμένος καὶ κατάκοιτος, δὲν δύναται νὰ ἐλπίζῃ εἰς τὴν συμπάθειαν οὐδὲ νὰ ζητήσῃ τὴν προστασίαν τῶν συναδέλφων του. Διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον πληροῖ τὸ αἴσθημα τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐπιφέρει καὶ διὰ τὸν ἐργοδότην μίαν τακτοποίησιν καὶ μίαν ἐξομάλυνσιν καὶ ἕνα συμβιβασμὸν διαφόρων περιστάσεων· διορθώνει περιστάσεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ γεννήσωσιν ἀδικήματα εἴτε κατὰ τοῦ ἑνός μέρους εἴτε κατὰ τοῦ ἄλλου· ἐπὶ πλέον δίδει μίαν σταθεροποίησιν εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ ἐργοδότου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ὅτι τρέχει κινδύνους ὡρισμένους, κατὰ πόσον πρέπει ν’ ἀσφαλισθῇ εἰς ἰδιωτικὰς Ἑταιρείας καὶ κατὰ τῆς ἐπελεύσεως τοιούτων ἀτυχιῶν ἀσφαλίζων τοιουτοτρόπως ἑαυτόν, ἢ νὰ ἐπιβαρύνῃ, κατ’ ἀνάγκην, τὸν ἐργάτην μὲ ἓν μέρος τοῦ ἀσφαλίστρου, κατὰ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἴσως πεντάλεπτον ἢ δεκάλεπτον καθημέραν ἢ θὰ ῥίψῃ τὸ ἀσφάλιστρον εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ οὕτω θὰ ἐπιβαρύνῃ ὀλίγον τὸν καταναλωτήν, καθ’ ὃν τρόπον ῥίπτει εἰς τὰ γενικά του ἔξοδα τὸ ἐνοίκιον, τὴν φθορὰν τῶν μηχανῶν καὶ πάντα τὰ ἔξοδα, τὰ λεγόμενα ἐν τῇ βιομηχανικῇ οἰκονομίᾳ ἔξοδα γενικά. Τὸ πρῶτον αἴσθημα τῆς ἀνθρωπίνης δικαιοσύνης, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα, εἶναι ἀρχαιότατον. Ἤδη ἀπὸ τοῦ 1681 ἡ Ordonnance maritime ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ναύτην, τὸν παθόντα ἐν τῇ ἐργασίᾳ, ἀνεξαρτήτως ἂν ἐκ πταίσματος αὐτοῦ ἢ ἐκ τύχης ἔπαθε, ν’ ἀποζημιώνηται· καὶ εἴδομεν μετοχετευομένην τὴν διάταξιν ταύτην εἰς τὸν Γαλλικὸν Ναυτικὸν κώδικα· ἐκεῖθεν ἐνεπνεύσθη καὶ ὁ Ἕλλην νομοθέτης εἰς τὸν νόμον περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου καὶ εἰς τὸν νόμον τοῦ Ταμείου τῶν μεταλλευτῶν, θεσπίσας ὅτι ὁ παθὼν ἐργάτης δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν καὶ δὲν ἐξῄρεσε τὴν περίστασιν τῆς ἐκ πταίσματος αὐτοῦ προσγενομένης ζημίας. Τῳόντι, Κύριοι, ὁ μὲν νόμος τοῦ Ταμείου τῶν μεταλλευτῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 λέγει ῥητῶς (ἀναγινώσκει)· «ἐξαιρεῖται ἡ περίστασις καθ’ ἣν ἐκ προθέσεως προεκάλεσεν ὁ ἐργάτης τὸ ἐπελθὸν δυστύχημα», καὶ εἶναι εἰς τὰ μεταλλεῖα πολλὰ τὰ ἀτυχήματα καὶ ἡ ἀμέλεια δύναται νὰ ἐπέλθῃ πολλαχῶς· ὁ δὲ νόμος περὶ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἐν τῷ ἄρθρῳ 26 ἐξαιρῶν τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς δὲν δικαιοῦται ὁ ἐργάτης νὰ ζητήσῃ ἀποζημίωσιν δὲν περιλαμβάνει καὶ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν τὸ δυστύχημα ὀφείλεται εἰς πταῖσμα τοῦ ἐργάτου γενικῶς. Οὕτως ἐξαιρεῖ τὴν κατὰ τὴν ἁλιείαν χρῆσιν ἀπηγορευμένων μέτων, ὡς τῆς δυναμίτιδος κλπ. Ἐπίσης περιλαμβάνει ἄλλας τινὰς περιπτώσεις, μὴ δυναμένας ὅμως ν’ ἀναγάγωσιν εἰς γενικὸν κανόνα τὴν ἐξαίρεσιν τῆς περιπτώσεως καθ’ ἣν τὸ ἀτύχημα ἐπῆλθεν ἐκ τῆς ἀμελείας, τοῦ πταίσματος τοῦ ἐργάτου. Ἔχομεν λοιπὸν ἐδῶ μίαν νομοθετικὴν ἀρχὴν ἣν ἠκολούθησεν ἡ ἡμετέρα νομοθεσία καὶ κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἐθεωρήθη σκόπιμον τὸ πταῖσμα τοῦ ἐργάτου νὰ χρησιμεύσῃ ὡς λόγος πλήρους ἀποκλεισμοῦ τῆς ἀποζημιώσεως αὐτοῦ ἢ μᾶλλον τῆς δόσεως ποσοῦ τινος πρὸς περίθαλψιν, ἀφοῦ ταύτην μᾶλλον τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ κατὰ τὸ νομοσχέδιον διδόμενον καὶ οὐχὶ τῆς πλήρους ἀποζημιώσεως τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου. Κύριοι, οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα παρ’ ἡμῖν καὶ δὲν γνωρίζω ἂν ἐπιτρέπεται νὰ στρέψωμεν ἀλλαχοῦ τὰ βλέμματα ἡμῶν, ὅτε ἤδη ἀπεφασίσαμεν πρὸ ἐτῶν νὰ χαράξωμεν αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐγένετο μακρότερος λόγος περὶ τῶν ἐν Γαλλίᾳ ἰσχυόντων καὶ περὶ τῆς ἐκεῖ νομοθετήσεως τῆς περιπτώσεως τοῦ μετριασμοῦ τῆς εὐθύνης, οὐχὶ ἀποκλεισμοῦ, ὅτε ὁ ἐργάτης ἔπαθεν ἐκ πταίσματος ἀδικαιολογήτου, ἀσυγγνώστου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ διὰ νὰ διασαφηθῇ τελειότερον τὸ θέμα τοῦτο, περὶ οὗ πρόκειται ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή. Κύριοι, ἐν Γαλλίᾳ τὸν νόμον αὐτὸν εἰσήγαγον πολὺ μετὰ τὸν νόμον τὸν Γερμανικὸν καὶ τὸν Αὐστριακόν. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ 1878, ὅτε ὁ Βίσμαρκ εἰσήγαγε τὰ νομοσχέδιά του ἐν τῇ Βουλῇ, ὑπεστήριξεν, ἐναντίον τῶν ἀντιδρώντων συντηρητικῶν, ὅτι αὐτὰ θὰ προαγάγωσι τὴν βιομηχανίαν, καὶ δὲν διεψεύσθη εἰς τὰς προρρήσεις του. Ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ νομοθεσία ἐφάνη ὑστερήσασα τῆς Γερμανικῆς· τοῦτο ὀφείλεται εἰς πολλοὺς λόγους, ἰδιαίτατα δὲ εἰς τὴν ἀντίδρασιν τῆς μικρᾶς ἀστικῆς τάξεως· καὶ μολονότι ἐγένοντο πολλαὶ ἀπόπειραι — καὶ ἐξιστόρησέ τινας ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Ἀθανασάκης, — δὲν κατωρθώθη ὅμως νὰ ψηφισθῇ ὁ σχετικὸς νόμος παρὰ ἐν ἔτει 1897 κατόπιν ἑνὸς compromis, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μεταξὺ τῶν ἀντιθέτων μερῶν, ἑνὸς συμβιβασμοῦ, τοῦ ὁποίου ἀποτέλεσμα ὑπῆρξεν ἡ ἐξεύρεσις διὰ τὴν ἀπασχολοῦσαν ἡμᾶς περίπτωσιν τοῦ πταίσματος τοῦ ἐργάτου. Ὑπῆρχον δύο θεμελιώδεις ἀρχαὶ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς· ἡ ἀρχὴ τοῦ Γερμανικοῦ καὶ Αὐστριακοῦ νόμου, καθ’ ἣν τὸ πταῖσμα τοῦ ἐργάτου δὲν πρέπει ν’ ἀποκλείῃ ποσῶς τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ δοθῇ σύνταξις εἰς τὸν παθόντα. Ὑπῆρχε καὶ ἡ ἀντίθετος ἀρχή, τὸ ἀντίθετον σύστημα, τὸ ὁποῖον, μέ τινας διαμορφώσεις ἐντεῦθεν ἢ ἐκεῖθεν, ἔλεγεν· ἀφήσατε τὰ πταίσματα εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον· ἂν πταίσῃ ὁ ἐργοδότης, ἂς καταφύγῃ ὁ ἐργάτης εἰς τὸ κοινὸν δίκαιον· ἂν πταίῃ ὁ ἐργάτης, ἂς γίνῃ τὸ ἴδιον ἀπὸ τὸν ἐργοδότην. Συμβιβασμὸς τῶν δύο αὐτῶν ἀρχῶν ἐπῆλθε διὰ τῆς αὐξήσεως καὶ τῆς ἐλαττώσεως, κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, τοῦ ὀφειλομένου ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως· ἐδέχθη δηλαδὴ ὁ νόμος, ἂν πταίῃ ὁ ἐργοδότης, ν’ αὐξηθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πληρώσῃ· ἂν πταίῃ ὁ ἐργάτης, νὰ ἐλαττωθῇ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λάβῃ. Ὑπῆρξε στατιστικὴ ἐκεῖ—ἀτυχῶς ἡμεῖς ἐλλιπῆ μόνον στατιστικὴν ἔχομεν, τῆς ὁποίας θὰ σᾶς εἴπω μετ’ ὀλίγον τ’ ἀποτελέσματα—, ἐξ ἧς ἀπεδεικνύετο ὅτι ἐπὶ τῶν ἀτυχημάτων 50–68% προήρχοντο ἐξ αἰτιῶν τὰς ὁποίας, κατὰ τὴν ὀρθὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Ἀθανασάκη, δὲν δύναταί τις νὰ ἐξακριβώσῃ πόθεν προέρχονται, ἂς τὰς ὀνομάσωμεν «ἀτυχήματα» ἐκ τύχης ἢ ἀτυχίας, 15–20% περίπου ἦσαν αἱ περιπτώσεις αἱ ἐπελθοῦσαι ἐκ πταίσματος τοῦ ἐργάτου καὶ 12–20% περίπου αἱ ἐκ πταίσματος τοῦ ἐργοδότου. Ἀπεφάσισαν λοιπὸν αὐτὰς τὰς δύο τελευταίας περιπτώσεις νὰ τὰς συμβιβάσωσι καὶ νὰ παραπέμψωσι καὶ τὰς δύο εἰς μίαν ἐπαύξησιν τῆς εὐθύνης ἢ μείωσιν τῶν ἀξιώσεων. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω τινὰ ἐκ τῆς σχετικῆς συζητήσεως ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ. Ἐδόθη ἀφορμὴ ἀκριβῶς ν’ ἀναγνώσω, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον μὲ ἀπησχόλησε περισσότερον, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀντικείμενον ζωηρᾶς συζητήσεως καὶ ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Συμβουλίῳ τῆς Ἐργασίας, ἐκ παρατηρήσεως τοῦ κ. Ἀθανασάκη, ὅστις πρῶτος ἔφερε τότε τὴν ἀντίρρησιν ἐν τῷ Ἀνωτάτῳ Συμβουλίῳ τῆς ἐργασίας, ἦτο ἀκριβῶς πῶς ἔπρεπε νὰ κανονίσωμεν τὴν περίπτωσιν τοῦ πταίσματος τοῦ ἐργάτου. Ἐν τῇ Γαλλικῇ Βουλῇ λοιπὸν ἐγένετο μεγάλη συζήτησις περὶ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ πταίσματος τοῦ ἐργάτου καὶ ἀπήντησαν καὶ ἐκεῖ τότε αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπε σήμερον ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι τὸ πταῖσμα εἶναι ἔννοια γνωστὴ καὶ ἑπομένως ἔπρεπε ν’ ἀφεθῶσι τὰ δικαστήρια νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν ἔννοιαν τὴν γνωστήν. Ἀλλ’ εἰς τοῦτο ἀντετάχθη τὸ ἐπιχείρημα ὅπερ καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων καὶ πρότερον εἶχεν ἀντιταχθῆ· εἷς ἐργάτης, ἔλεγον, ζωηρός, φιλότιμος, ὅστις μετὰ μαθηματικῆς ἀκριβείας βαίνει εἰς τὴν ἐργασίαν του, ὅστις σπεύδει νὰ τελειώσῃ αὐτὴν διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὸν ἐργοδότην τὸ ταχύτερον, αὐτὸς ὡς θαρραλεώτερος τῶν ἄλλων ἀγωνίζεται καὶ προσπαθεῖ νὰ ἐπιτύχῃ κάτι καλύτερον, ἀλλὰ συντρίβεται, θὰ ἔλθητε νὰ εἴπητε ὅτι ἐκ πταίσματος βαρέος ἔπαθε, καὶ θὰ τὸ εἴπητε καθ’ ὃν χρόνον εὑρίσκεσθε ἐν ἠρεμίᾳ εἰς τὰ γραφεῖά σας ἢ εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστοῦ καὶ ὄχι ἐν μέσῳ τοῦ περιβάλλοντος τὸ ὁποῖον μεθύσκει τὸν ἐργάτην; Δυνατὸν νὰ εἶναι πταῖσμα, διότι ὁ ἐργάτης παραβαίνει τὸν κανονισμόν· δυνατὸν νὰ λέγῃ ὁ κανονισμὸς ὅτι δὲν πρέπει νὰ πλησιάσῃ εἰς τὴν μηχανήν, ἂν δὲν ἔχῃ θέσει εἰς τὴν χεῖρά του ἓν προφυλακτήριον, ἀλλ’ αὐτός, διὰ νὰ μὴ ἀργοπορήσῃ, πλησιάζει ἀκάλυπτος τὴν μηχανὴν καὶ εἶναι ἓν πταῖσμα, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν δύναται νὰ ὀνομασθῇ πταῖσμα κατὰ τὴν συνήθη ἀντίληψιν. Τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, εὐρέως ἀναπτυχθέντα, ἠνάγκασαν τοὺς ὑπερασπιστὰς τοῦ θέματος νὰ παρουσιάσωσι τὸ πρῶτον μίαν νέαν θεωρίαν, τὴν θεωρίαν τοῦ πταίσματος τοῦ ἐκ προθέσεως, τοῦ κληθέντος faute inexcusable, ἀλλ’ οἱ μᾶλλον ἐντριβεῖς περὶ τὰ τοῦ ζητήματος καὶ τοὺς νόμους ἀπεμάκρυνον τὴν Βουλὴν ἀπὸ τοιούτου τινὸς ὀλισθήματος νομικοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συνεπλέκοντο ἔννοιαι νομικαὶ τελείως ἀντίθετοι, ἡ πρόθεσις καὶ ἡ ἀμέλεια· τότε ὅμως ἐπέκειτο κίνδυνος ναυαγίου τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου ἐκκρεμοῦντος ἐπὶ ἔτη καί, ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θέλῃ τοῦτο ἡ Βουλή, εὐφυής τις συμβιβαστὴς προέτεινε νὰ μειώσωσι τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν, ἐὰν ἐνεφιλοχώρει πταῖσμα ἀσύγγνωστον, «faute inexcusable», ἐκ μέρους τοῦ ἐργάτου· καὶ ἐπεκράτησεν ἡ διατύπωσις αὕτη. Ἐθεωρήθη τότε ἐπιτυχής· ἀλλὰ ὅτε ἦλθεν ἡ ὥρα τῆς ἐφαρμογῆς οἱ ἑρμηνευταὶ διηρώτων τί εἶναι τοῦτο τὸ ἀσύγνωστον πταῖσμα· εἶναι τὸ ἐλαφρὸν πταῖσμα; Ὄχι βεβαίως· εἶναι τὸ πταῖσμα τὸ βαρύ; Ἐφαίνετο ναί· καὶ ἐντούτοις, Κύριοι, διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἡμεῖς οἱ νομικοὶ δυνάμεθα νὰ ἐξαγάγωμεν ἀπὸ τῶν πλέον ἁπλῶν πραγμάτων στοιχεῖα διάφορα τῶν προσδοκωμένων ὑπεστηρίχθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ βαρὺ πταῖσμα εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἶναι πταῖσμα ἀσύγγνωστον· καὶ ἔχουσι σήμερον παραδεχθῆ ἐν τῇ ἑρμηνείᾳ τῆς διατάξεως ἐκείνης ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ὑπάρχουσι καὶ συναφεῖς νομολογίαι, ὅτι εἰσήχθη νέον εἶδος πταίσματος, διὰ τῆς παρενθέσεως τῆς διατάξεως ἐκείνης, τὸ πταῖσμα τὸ ἀδικαιολόγητον, τὸ ἀσύγγνωστον, διάφορον κατ’ ἔννοιαν τοῦ βαρέος πταίσματος. Μεταξὺ τῶν ἄλλων οἵτινες παραδέχονται τὴν τοιαύτην λύσιν σᾶς ἀναφέρω πρόσωπον λίαν συντηρητικῶν αἰσθημάτων, τὸν καθηγητὴν τοῦ ἐμπορικοῦ καὶ βιομηχανικοῦ Δικαίου ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ τῆς Λυῶνος Paul Pic, ὁ ὁποῖος θεωρεῖται ἐκ τῶν καλυτέρων σήμερον διδασκάλων τοῦ ἐμπορικοῦ δικαίου· αὐτὸς ῥητῶς δέχεται ὅτι ὁ Γαλλικὸς Νόμος τοῦ 1898 ἔπλασε παρὰ τὴν κατηγορίαν τοῦ βαρέος πταίσματος, τοῦ βαρέος πταίσματος τοῦ ἁπλοῦ, τοῦ συγγνωστοῦ, καὶ τὸ βαρὺ πταῖσμα τὸ ἀσύγγνωστον· καὶ ἐξετάζων ἂν ἔκαμε καλῶς ὁ Γαλλικὸς νόμος λέγει ὅτι, ἂν ἐξετάσῃ τις τὴν ἐφαρμογὴν τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ νόμου ἕως σήμερον ὑπὸ τῶν διαφόρων Δικαστηρίων καὶ θελήσῃ νὰ συνδυάσῃ τὰς ἀντιθέτους λύσεις καὶ ἑρμηνείας τὰς ὁποίας ἔδωκαν τὰ δικαστήρια ἐπὶ πολλῶν ὁμοίων περιπτώσεων, δύναται νὰ εἴπῃ ἀσφαλῶς ὅτι ὁ Γάλλος νομοθέτης, ἀφορμηθεὶς ἐκ τῆς ἰδέας τοῦ συμβιβασμοῦ τῶν δύο γενικῶν ἀντιθέτων ἀρχῶν, δὲν ἠκολούθησε μὲν κανὲν ἐκ τῶν δύο ἐκείνων συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι καὶ τὰ πλεονεκτήματά των, ἠκολούθησεν ὅμως τὰ μειονεκτήματα ἀμφοτέρων τῶν συστημάτων. Καὶ λέγει· ποία θὰ εἶναι ἡ αἰτία ἕνεκα τῆς ὁποίας δὲν θὰ θεωρηθῇ πταῖμά τι βαρὺ ὡς ἀσύγγνωστον πταῖσμα, ἀλλ’ ὡς συγγνωστόν; Ποίας, νομίζετε, αἰτίας τοιαύτας ἐδέχθησαν τὰ γαλλικὰ δικαστήρια; Θὰ σᾶς εἴπω τινὰς καὶ δύναμαι νὰ προσθέσω ὅτι κατήντησε τὸ πρᾶγμα ὀλίγον κωμικὸν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ· ἐδέχθησαν, Κύριοι, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ μὲν βαρὺ πταῖσμα, ἀλλ’ ὄχι ἀσύγγνωστον ὅταν τὸ ἐλατήριον τοῦ πταίσματος εἶναι (ἀναγινώσκει) «ἡ ἄγνοια, ἡ πλάνη, ἡ λήθη, ἡ ἀσυνεσία, ἡ ἀπροσεξία, ἡ ἀπρονοησία, ἡ ἀδεξιότης, ἡ ἐλαφρότης, μία διαταγή, ἡ ἕξις, ἡ ἀνοχή, ὁ πόθος ταχείας περατώσεως τοῦ ἔργου, ἡ ἀπειρία». Καὶ σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε ἐκ τῆς διατάξεως ἐκείνης πλέον τί ἀπομένει, ἵνα ἀπαρτίσῃ τὸ ἀσύγγνωστον πταῖσμα τοῦ ἐργάτου. Ἀλλ’ εἶπόν τινες ἤδη μίαν σπουδαίαν περίπτωσιν· καὶ ἡ περίπτωσις αὕτη εἶναι ἐκείνη τὴν ὁποίαν ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτής· εἶναι ἡ περίπτωσις τῆς μέθης· ἰδοὺ ὁ ἐργάτης εἰσῆλθε μεθυσμένος εἰς τὸ ἐργοστάσιον καὶ ἐγένετο ἴσως ἀφορμὴ νὰ καταστραφῇ ὁ ἴδιος ἢ καὶ ἄλλοι πλησίον αὐτοῦ. Δὲν εἶναι βαρὺ πταῖσμα καὶ ἀσύγγνωστον ἡ μέθη; Ἐπιτρέπεται νὰ μεθύσκωνται οἱ ἄνθρωποι; Ἰδοὺ ὅμως ὁποία ὑπῆρξεν ἡ ἐφαρμογὴ τῶν Γαλλικῶν δικαστηρίων ἐπὶ τῆς περιπτώσεως τῆς μέθης, διὰ τὴν ὁποίαν κανεὶς ἴσως δὲν θ’ ἀμφέβαλεν ὅτι ἀποτελεῖ ἀδικαιολόγητον καὶ βαρὺ πταῖσμα. Ναί, λέγει τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦ Ἁγίου Στεφάνου τῇ 16 Ἰουνίου 1902, ναὶ τὸ τῶν Παρισίων τῇ 3 Ἰουνίου 1902. Ἀλλ’ ὄχι, λέγει τὸ ἴδιον Πρωτοδικεῖον τῶν Παρισίων τῇ 5 Νοεμβρίου 1902, ἂν ὁ ἐργοδότης ἠμέλησε ν’ ἀπομακρύνῃ τὸν μεθυσμένον ἐργάτην! Ὄχι, λέγει τὸ Δικαστήριον τῆς Ὀρλεάνης τῇ 8 Δεκεμβρίου 1900. Διατί; Διότι ὁ ἐργοδότης εἶναι ἐν πταίσματι καὶ ὁσάκις δὲν εἶχεν ἕνα ἄνθρωπον ἐν τῷ ἐργοστασίῳ ἐπιτηροῦντα ὅπως ἀπομακρύνῃ τοὺς μεθυσθέντας. Αὗται λοιπὸν εἶναι αἱ περιπτώσεις, Κύριοι, τὰς ὁποίας ἤντλησα ἐκ τῶν μελετῶν μου θέλων νὰ ἴδω πῶς ἡρμηνεύθη τὸ θέμα τῆς μέθης. Βλέπετε λοιπὸν ἐκ πάντων τούτων ὅτι ἡ διάταξις αὕτη περὶ τοῦ βαρέος ἀσυγγνώστου πταίσματος δὲν ἠδυνήθη νὰ κατισχύσῃ πολλάκις τοῦ αἰσθήματος τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον διεῖπε τὸ πνεῦμα τοῦ δικάζοντος δικαστηρίου· διότι, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἡ ἀπόφασις τῶν δικαστηρίων, τὴν μίαν φορὰν οὕτως ἀποφαινομένων, τὴν δὲ ἄλλην ἄλλως, κυριώτατον ἐλατήριον εἶχεν οὐχὶ τὴν ἀντικειμενικὴν ἐξέτασιν τοῦ ζητήματος ἂν ὑπῆρχεν ἡ μέθη ἢ ὄχι, ἢ ἂν ἡ μέθη εἶναι ἀσύγγνωστον πταῖσμα ἢ ὄχι, ἀλλ’ ἁπλούστατα τὰς περιπτώσεις τὰς ἀτομικὰς ἢ τὰς οἰκογενειακὰς αἱ ὁποῖαι περιέβαλλον τὸν παθόντα ἐργάτην· διότι ἡ κοινωνικὴ ἄποψις ἐπιβάλλει εἰς τὰ δικαστήρια πολλάκις νὰ παρορῶσι τὸ ξηρὸν γράμμα τοῦ νόμου καὶ νὰ προσαρμόζωνται πρὸς τὰς πραγματικὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας καὶ περιστάσεις. Δικαίως λοιπόν, ἐπάγεται ὁ Paul Pic σήμερον, ἐξετάζων τὰ πράγματα, κατὰ λέξιν (ἀναγινώσκει)· «Ἡ διάκρισις αὕτη, ἡ τόσον δεδικαιολογημένη κατὰ τὸ φαινόμενον, ἀφήνει ἐν τῇ ἐφαρμογῇ σοβαρωτάτας δυσχερείας, ἀνοίγει τὴν πύλην τῆς αὐθαιρεσίας τῶν δικαστηρίων, τὴν ὁποίαν ἀκριβῶς ἡ ἀρχὴ τοῦ risque professionel ἐσκόπει νὰ ἄρῃ· οὐδὲν τῳόντι δυσκολώτερον τοῦ καθορισμοῦ κριτηρίου ἐπιτρέποντος νὰ ἐξακριβώνωμεν πότε ἀρχίζει καὶ παύει τὸ πταῖσμα τοῦ ἐργάτου». Παραθέτει ὁ Pic καὶ τὴν γνώμην τοῦ εἰδικωτάτου περὶ τὰ τοιαῦτα Cheysson, ὅστις ἐν συζητήσει γενομένῃ ἐν τῇ Sociètè d’ Économie Sociale εἶπε, κατὰ παραβολὴν ληφθεῖσαν ἐκ τῶν φυσικῶν φαινομένων, ὅτι, καθ’ ὃν τρόπον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακρίνῃ τις καὶ νὰ καθορίσῃ ἐπακριβῶς πότε ἀρχίζει καὶ πότε παύει τὸ λυκαυγὲς καὶ τὸ λυκόφως, κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ ἡ κρίσις περὶ τοῦ πταίσματος τοῦ ἐργάτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι σταθερά, ἀλλ’ ἑκάστοτε ὁρίζεται κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ δικαστηρίου. Ποῖα ὅμως εἶναι τὰ συμπεράσματα ἐκ πασῶν τῶν κρίσεων τούτων; Ὅτι ἀρχίζει πάλιν ἡ ἀβεβαιότης περὶ τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως· οὔτε ὁ ἐργάτης γνωρίζει τί θὰ λάβῃ οὔτε ὁ ἐργοδότης γνωρίζει τί θὰ πληρώσῃ δι’ ἑκάστην περίπτωσιν· ἂν λοιπὸν ὁ ἐργοδότης, ὁ ἔχων ὡρισμένον ἀριθμὸν ἐργατῶν, θελήσῃ ν’ ἀφαιρέσῃ, ὑποθετέον, ἓν πεντάλεπτον καθημέραν ἀπὸ ἑκάστου ἐργάτου, καὶ ἄλλο ἓν πεντάλεπτον νὰ ῥίψῃ εἰς βάρος τοῦ καταναλωτοῦ, ἵνα ἀσφαλίζῃ ἑαυτὸν εἰς ἰδιωτικὰς ἀσφαλείας καί, ὅταν πάθῃ ἐργάτης, λαμβάνῃ τὸ εἰς τὸν παθόντα καταβλητέον ποσὸν παρὰ τῆς ἀσφαλιστικῆς Ἑταιρείας καὶ τὸ δίδῃ εἰς τὸν ἐργάτην, σήμερον βεβαίως μ’ αὐτὰς τὰς ἀβεβαιότητας δὲν θὰ γνωρίζῃ τίνας ἀκριβεῖς ὑπολογισμοὺς νὰ κάμῃ, διότι δὲν θὰ γνωρίζῃ ἂν θὰ πληρώσῃ τι καὶ πόσον θὰ πληρώσῃ, καὶ διατρέχει τὸν κίνδυνον ἢ νὰ ἐπιβαρύνῃ ἀδικαιολογήτως ὑπὲρ τὸ μέτρον τὸν ἐργάτην καὶ τὸν καταναλωτήν, ὅπερ, ἄνευ ἀνάγκης γινόμενον, δὲν εἶναι ποσῶς ὀρθὸν οἰκονομικῶς διὰ καμμίαν ἐπιχείρησιν, ἢ νὰ μείνῃ ἔν τινι μέτρῳ ἀκάλυπτος. Αὐτὸς ὁ Pic, μαρτυρεῖ τὴν τοιαύτην περὶ τὴν συνομολόγησιν ἀσφαλειῶν δυσχέρειαν καὶ τὴν μαρτυρίαν αὐτοῦ δύναμαι βεβαίως νὰ ἐπικαλεσθῶ εἰς ἀπάντησιν τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ κ. ἐξ Ἀττικῆς Βουλευτοῦ, φρονοῦντος ὅτι δὲν θὰ δυσχεραίνῃ τὰς ἀσφαλείας ἡ ἀβεβαιότης, ἣν ἀνέπτυξα· ἂν ἡ μαρτυρία τοῦ Pic δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ὑμεῖς θὰ κρίνητε. Ἀλλά, Κύριοι, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἡμῶν, πλὴν ἄλλων, ὑπεβλήθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι ἡ βιομηχανία μας δὲν ἠνδρώθη εἰσέτι καὶ ἀξίζει τὸν κόπον νὰ τὴν συγχωρήσωμεν θανατώνουσαν ἢ ἀκρωτηριάζουσαν. Καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ φόβος οὗτος τῆς ἐπιβαρύνσεως τῆς βιομηχανίας συνέσχεν ἀρκούντως τὸν λαβόντα τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἀληθῶς τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ νομοσχέδιον θὰ δίδηται εἰς τὸν ἐργάτην ἐν Ἑλλάδι ἐν περιπτώσεσιν ἀτυχημάτων· εἶναι σχεδὸν τὸ ἥμισυ τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς ἄλλα Κράτη. Βεβαίως σπουδαίως συνετέλεσεν εἰς τοῦτο καὶ ὁ λόγος ὅτι ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι πολὺ ἀργὰ ἐρχόμεθα ν’ ἀναγνωρίσωμεν θεσμὸν ὁ ὁποῖος ἀπὸ μακροῦ ἤδη ἐπικρατεῖ ἀλλαχοῦ καὶ κατὰ συνέπειαν κάμνομεν μετὰ δειλίας τινὸς τὸ πρῶτον βῆμα· ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν μικρὰν τοῦ νομοσχεδίου ἀποζημίωσιν πρὸς τὸ παρόν, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν μάλιστα ὅτι οἱ ἐργάται δὲν ἐλάμβανον σχεδὸν τίποτε μέχρι σήμερον. Ἂν δέ, ὡς πέποιθα, ἴδωμεν κατόπιν ἐκ τῶν στατιστικῶν πληροφοριῶν ὅτι τ’ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ εἶναι εὐχάριστα καὶ ὅτι ὁ φόβος τῶν βιομηχάνων μας εἶναι ἀβάσιμος, δυνάμεθα ἐν τῷ μέλλοντι νὰ ἐπιδιώξωμεν αὔξησιν τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως. Κύριοι, ἐπεκρίθη διὰ τῆς δημοσιογραφίας καὶ διὰ τεύχους εἰδικῶς ἐκδοθέντος τὸ νομοσχέδιον, ὡς δίδον γλίσχρους ἀποζημιώσεις εἰς τοὺς παθόντας ἐργάτας, σχεδὸν τὸ ἥμισυ ἀφ’ ὅ,τι δίδουσιν εἰς ἄλλα Κράτη· ἀλλὰ παρεῖδον οἱ ἐπικρίναντες ἀκριβῶς ὅτι ὁ ὑποβαλὼν τὸ νομοσχέδιον, ἐκ τοῦ φόβου τῆς πιέσεως τῆς βιομηχανίας, δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου ὅπου ἔφθασαν ἀλλαχοῦ, ἔνθα ἀπὸ πολλῶν δεκαετηρίδων ἀνεγνώρισαν τὸ σκόπιμον, τὸ δίκαιον, τὸ ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον τοῦ θεσμοῦ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου. Τὰ ἅλματα δὲν εἶναι συμφέροντα· θέλομεν νὰ προβαίνωμεν εἰς πρόοδον, ἀλλὰ ψηλαφῶντες πρῶτον τὸ ἔδαφος. Ἐντούτοις ὅμως δὲν ἠδυνάμην νὰ δεχθῶ ὅτι ὁ θεσμὸς δὲν ἦτο ἀναγκαῖος καὶ παρ’ ἡμῖν· δὲν ἠδυνάμην νὰ παρίδω τόσα θύματα τῆς βιομηχανίας μας· δὲν δέχομαι ὅτι ἡ βιομηχανία ἡμῶν εἶναι τοσοῦτον εἰς τὰ σπάργανα, ὥστε ν’ ἀδιαφορήσωμεν διὰ τὸν μικρὸν ἀριθμὸν τῶν θυμάτων τὰ ὁποῖα ἔχει. Ἡ ἐπιθεώρησις τῆς ἐργασίας λειτουργεῖ, Κύριοι, ἀπὸ τῆς 1 Ἰουνίου 1912 καὶ ἔκτοτε μόνον ὑπάρχει κατάλογός τις τῶν θυμάτων τῆς βιομηχανίας ἐν Ἑλλάδι· κατάλογος συνταχθεὶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν περιπτώσεων αἱ ὁποῖαι ἀνακοινοῦνται, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο γνωσταί, διότι, σημειώσατε, τὰ πλεῖστα ἀτυχήματα δὲν γίνονται γνωστά, ἀποκρυπτόμενα ἐπιμελῶς ἀπὸ τοὺς βιομηχάνους καὶ ἀπὸ τοὺς παθόντας, λαμβάνοντας ποσόν τι μικρόν.
§195ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει στατιστικὴ τῶν θυμάτων ἐν Εὐρώπῃ;
§196Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὑπάρχει· διότι δὲν εἶναι πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπάρχῃ στατιστική.
§197ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Διότι ηὐξήθησαν τὰ θύματα.
§198Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ πρέπει νὰ κάμῃ τις καὶ ἄλλην τινὰ παρατήρησιν, ὅτι ηὐξήθησαν καταπληκτικῶς οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἐργατῶν οἱ ὁποῖοι ἀσχολοῦνται ἐν τῇ βιομηχανίᾳ. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτίμησιν τῶν παρατηρήσεων τῆς στατιστικῆς. Ὅσον τελειοποιεῖται ἡ ἐργασία τῆς ἐπιθεωρήσεως τῶν βιομηχανικῶν καταστημάτων, τόσον περισσότεραι γίνονται αἱ περιπτώσεις ἀτυχημάτων τὰ ὁποῖα γίνονται γνωστὰ εἰς τὰς Ἀρχάς, ἐνῷ προηγουμένως δὲν συνέβαινε τοῦτο. Προσθέσατε ἀκόμη ὅτι ὅσον περισσότερον ἀναπτύσσεται ὁ ἐργάτης, ὅσον περισσότερον λαμβάνει γνῶσιν τῶν δικαιωμάτων του, ὅσον περισσότερον γίνεται γνωστὴ ἡ προστασία τοῦ νόμου τούτου, τόσον περισσότεραι περιπτώσεις γίνονται γνωσταί. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θὰ θελήσω νὰ στηριχθῶ ἐπὶ τῶν ἀτυχημάτων τῶν ἀποκρυβέντων ἐν Ἑλλάδι. Ταῦτα ἀφήνω εἰς ὑμᾶς νὰ ἐκτιμήσητε πόσα εἶναι· ἐγὼ ἠρώτησα ἐργάτας οἱ ὁποῖοι συνέπεσε νὰ παρατύχωσιν εἰς ἐργοστάσια ἐν οἷς ἐγένοντο ἀτυχήματα, καὶ μοὶ εἶπον ὅτι πέντε καὶ ἕξ μένουσι κεκρυμμένα καὶ ἓν μόνον ἀποκαλύπτεται· ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπερβαίνωσι τ’ ἀποκρυπτόμενα τὸ τριπλάσιον ἢ τὸ πολὺ τὸ τετραπλάσιον τῶν δηλουμένων. Ποῖος ὅμως εἶναι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀτυχημάτων τὰ ὁποῖα ἀπεκαλύφθησαν; Ἔχομεν ἀπὸ τῆς 1 Ἰουλίου 1912 μέχρι τῆς 10 Νοεμβρίου 1914 παθήματα 173, μεταξὺ τῶν ὁποίων 30 θάνατοι, 9 ἀκρωτηριάσεις, 12 τραύματα σοβαρά, 4 ἀπώλειαι ὀφθαλμῶν, 9 τραύματα ὀφθαλμῶν, 19 ἀποκοπαὶ δακτύλων, τραύματα ἄλλα καὶ μίαν ἀποκοπὴν ῥινός. Σημειώσατε, Κύριοι, ὅτι οἱ μῆνες κατὰ τοὺς ὁποίους συνέβησαν τ’ ἀτυχήματα αὐτὰ εἶναι ἐν συνόλῳ 28, κατὰ τὸ διάστημα δ’ αὐτό, λόγῳ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως, οὔτε ὁλόκληρος ὁ ἀριθμὸς τῶν συνήθως ἀπασχολουμένων ἐργατῶν ἀπησχολεῖτο οὔτε αἱ ἐργασίαι αἱ βιομηχανικαὶ ἦσαν ἐν τῇ ἐντάσει των τῇ συνήθει· τοὺς 28 τούτους μῆνας δὲν ὑποθέτω ὅτι δύνασθε νὰ ὑπολογίσητε εἰς μῆνας τακτικῆς καὶ συνεχοῦς ἐργατικῆς ἀπασχολήσεως· τὸ ἥμισυ μόνον ἀντεπροσώπευεν ἕκαστος μήν. Καταντᾷ λοιπὸν νὰ ἔχωμεν δεδομένα θύματα 100 περίπου κατ’ ἔτος, ἀφηνομένων κατὰ μέρος ἐκείνων ὅσα ἀπεκρύβησαν. Μία βιομηχανία, Κύριοι, ἡ ὁποία ἀπεργάζεται ἕνα τοιοῦτον ἀριθμὸν θυμάτων δὲν δύναται, φρονῶ, ν’ ἀξιώσῃ ὅτι διὰ τὴν ζωὴν αὐτῆς καὶ διὰ τὴν πρόοδον αὐτῆς ἔχει ἀνάγκην τῶν θυμάτων αὐτῶν· λέγεται ὅτι πάλαι ποτὲ ὑπῆρχεν ἔθιμον κατὰ τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ θυσιάζωνται πρὸς τὸν Μινώταυρον ἀθηναϊκαὶ ὑπάρξεις διὰ νὰ ἐπιτελῆται εἰς κολασμὸς τῆς μοίρας, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὐτό. Διὰ τοῦτο ἡ πρόνοια τὴν ὁποίαν λαμβάνομεν εἶναι πρόνοια ἐπιβεβλημένη. Διὰ τὴν ἀντίρρησιν περὶ ἐλλείψεως ἀσφαλειῶν, τὴν ὁποίαν ἐπίσης ἤκουσα, θὰ εἶχον, Κύριοι, νὰ παρατηρήσω ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ κατακρίνῃ τὸ νομοσχέδιον ὡς προώρως εἰσαχθέν, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν προνοεῖ συνάμα περὶ ἀσφαλείας ὑποχρεωτικῆς. Εἶναι ἄλλη ἡ ἀρχὴ τοῦ ἐπαγγελματικοῦ κινδύνου καὶ ἄλλη ἡ ἀρχὴ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἀσφαλείας. Διὰ τίνα λόγον γίνεται ἡ ὑποχρεωτική ἀσφάλεια, εἴτε ἀσφάλεια ὑπὸ τοῦ Κράτους εἴτε ὑπὸ ἰδιωτικῶν καταστημάτων, εἴτε ἄλλως ἀσφάλεια μεταξὺ ἐπαγγελματιῶν τῆς αὐτῆς περιοχῆς, λ. χ. τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Ἀθηνῶν, ἢ τῆς αὐτῆς κατηγορίας, ἀλλ’ ἐν διαφόροις περιοχαῖς; Ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ εὐθύνη τοῦ ἐργοδότου ὑπὸ τῆς ἀσφαλείας, ἢ διὰ νὰ μοιράζηται ἡ εὐθύνη μεταξὺ πλειόνων; Τοῦτο δύνανται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ πράξωσιν οἱ ἐργοδόται. Ἀλλὰ δὲν ἀνέμενον νὰ μοὶ ἀντετάσσετο ἡ ἔλλειψις ἀσφαλείας ὡς λόγος στρεφόμενος κατὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἐργοδότου· ἀνέμενον ὅτι θὰ μᾶς ἀντετάσσετο ὡς λόγος στρεφόμενος κατὰ τοῦ συμφέροντος τοῦ ἐργάτου. Καὶ ἀληθῶς ἐν τούτῳ ὑπάρχει ἔλλειψίς τις ἀσφαλείας τοῦ ἐργάτου· ὁ σκοπὸς τῶν ὑποχρεωτικῶν ἀσφαλειῶν εἶναι ἁπλούστατα νὰ ὑπάρχῃ μία ἐγγύησις ὅτι ὁ ἐργάτης θὰ πληρωθῇ καὶ δὴ θὰ εὑρεθῇ ἐνώπιον ἑνὸς ἀφερεγγύου ὑποχρέου πρὸς ἀποζημίωσιν. Αὐτὸς μόνον εἶναι ὁ λόγος περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἡμεῖς πρέπει βράδιον, μετά τινα χρόνον ἐφαρμογῆς τοῦ θεσμοῦ, νὰ μεριμνήσωμεν. Δὲν εἶναι ὅμως ἀκριβὲς ὅτι εἰς τἆλλα Κράτη εἰσήγαγον συγχρόνως τὴν ὑποχρεωτικὴν ἀσφάλειαν. Ἐν Γαλλίᾳ αἴφνης δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ ἀσφάλεια· ὅστις θέλει ἐκ τῶν ἐργοδοτῶν ἀσφαλίζεται εἰς τὴν Caisse Nationale, ἀλλ’ ἡ Caisse Nationale ἔχει κυρίως τὸν σκοπὸν νὰ προστατεύσῃ τοὺς ἐργάτας, οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκοντο ἀπέναντι ἀφερεγγύου ἐργοδότου, μὴ ἀσφαλίσαντος τὸν κίνδυνον τοῦ ἐργάτου. Ἐξηγοῦμαι· ἐκεῖ εἶπον· θὰ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι ν’ ἀσφαλισθῶσι· δὲν τοὺς ἀναγκάζομεν· ἀλλ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι τοὺς δεχόμεθα μὲ ὅρους εὐνοϊκούς. Ἐκεῖνοι δὲ οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουσι ν’ ἀσφαλισθῶσι τίθενται εἰς ἄλλην κατηγορίαν· καὶ ἐφ’ ὅσον εἶναι δυνατὸν ὁ ἐργάτης, καίπερ ἔχων τὸ προνόμιον νὰ πληρώνηται ἀπὸ ὅλην τὴν περιουσίαν τοῦ ἐργοδότου, εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ μίαν ἡμέραν πρὸ ἀφερεγγύου ἐργοδότου ἀκάλυπτος δέχεται ἡ Caisse Nationale νὰ τὸν ἀποζημιώνῃ. Ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν εἶναι μωρὸν νὰ πληρώσῃ τὴν ἀποζημίωσιν ἐξ ἰδίων του. Τὸ Κράτος ἐπέβαλε προσθέτους τινὰς φόρους εἰς τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ εἰς τὸν φόρον τῶν μεταλλείων, ἐκ τούτων δ’ ἔχει ἐτησίαν μίαν πρόσοδον τακτικήν, δι’ ἧς ἀντιμετωπίζει τὰς πληρωμὰς τὰς ὁποίας θὰ κάμῃ εἰς ἐργάτας παθόντας καὶ ἔχοντας ἀπέναντί των ἀφερεγγύους ἐργοδότας. Ἀλλαχοῦ ἀληθῶς τὰ Κράτη δίδουσι μεγάλας εἰσφορὰς διὰ τὰς ἀσφαλείας, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀττικῆς διὰ τὴν Ἑλβετίαν· μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δὲν σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ Ἑλβετικὸς νόμος εἶναι νόμος τοῦ 1911. Εὔχομαι καὶ ἡμεῖς νὰ φθάσωμεν πολὺ προσεχῶς εἰς τοιαύτην κοινωνικὴν πρόοδον καὶ τοιαύτην οἰκονομικὴν ἀκμήν, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν πάντα ἐκεῖνα τὰ κοινωφελῆ δημόσια Ταμεῖα, τῶν ὁποίων ἐγένετο μνεία σήμερον, καὶ νὰ μεριμνήσωμεν ὄχι μόνον διὰ τοὺς πάσχοντας ἐξ ἀτυχημάτων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ἐν τῇ ἐργασίᾳ εἴτε ἐξ ἀνικανότητος εἴτε ἐκ νόσου τυχαίας. Αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ κορύφωμα τῆς προνοίας τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ἡ Πολιτεία· ἀλλ’, ὡς εἶπον προηγουμένως, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐντέλειαν ἀμέσως. Ὑπάρχουσι δὲ ἄλλως τε πολλαὶ νομοθεσίαι αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τὴν ὑποχρεωτικὴν τῶν ἐργοδοτῶν ἀσφάλειαν. Οὕτως οὔτε ὁ Ἀγγλικὸς νόμος, οὔτε ὁ Δανικός, οὔτε ὁ Ῥωσικός, οὔτε ὁ Γαλλικὸς, οὔτε ὁ Ἰσπανικὸς ἔχουσι τὴν ὑποχρεωτικὴν τῶν ἐργοδοτῶν ἀσφάλειαν. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅπως καὶ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει λέγω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ προνοήσωμεν ἡμεῖς μετ’ ὀλίγον περὶ τοῦ πράγματος· καὶ βεβαίως, εὐθὺς μετὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, καὶ μετὰ τὰ πρῶτα στατιστικὰ αὐτῆς ἀποτελέσματα, θ’ ἀπασχολήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἡ σκέψις αὐτή· περὶ αὐτοῦ δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία. Ἐντούτοις δὲν πρέπει ν’ ἀντιτάσσηται, ἐπαναλαμβάνω, τὸ ἐπιχείρημα ὡς ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ ἐργοδότου ἀλλὰ κατὰ τοῦ ἐργάτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ ἔναντι ἐργοδότου ἀφερεγγύου ἀκάλυπτος μίαν ὡρισμένην στιγμήν. Ὁ ἐργοδότης ὅμως θὰ δύναται νὰ πράξῃ δύο τινά, ἢ μᾶλλον τρία· πρῶτον, ἂν εἶναι μέγας ἐργοδότης, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἔχει μίαν ἐπιχείρησιν ἐκτεταμένην, δὲν θὰ προστρέξῃ ἴσως εἰς ἀσφάλειαν, θὰ κάμῃ ἀντασφάλειαν, τοῦτο δὲ γίνεται, ὡς γνωρίζετε, εἰς τὰς μεγάλας ἐπιχειρήσεις· ὅσοι λ. χ. ἔχουσιν οἰκοδομὰς πολλάς, δὲν ἀσφαλίζονται, διότι ὑπολογίζουσιν ὅτι μὲ τὰ ἀσφάλιστρα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπλήρωνον κατ’ ἔτος, εἶναι δυνατὸν νὰ θέσωσι κατὰ μέρος ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον νὰ τοὺς χρησιμεύσῃ ἡμέραν τινὰ νὰ οἰκοδομήσωσιν ἓν τυχὸν καὲν οἰκοδόμημα. Οἱ μέτριοι ἐργοδόται δύνανται ν’ ἀσφαλισθῶσιν εἰς ἰδιωτικὰς ἀσφαλείας, καὶ ὑπάρχουσιν ἐν Ἑλλάδι τοιαῦται ἑταιρεῖαι, πρόθυμοι, Κύριοι, ἀλλ’ ἐδήλωσαν ἤδη καὶ ξέναι Γαλλικαὶ Ἑταιρεῖαι, ὅτι θὰ προσέλθωσιν ἀμέσως εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ τὴν ἐνάσκησιν τοῦ εἰδικοῦ τούτου κλάδου ἀσφαλείας· μ’ ἐπεσκέφθησαν τοιοῦτοι ἀντιπρόσωποι Ἑταιρειῶν, αἱ ὁποῖαι σκοποῦσι νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἀναμένουσι τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ ν’ ἀναλάβωσι τὰς ἐργασίας των. Ὁ ἐργοδότης θὰ ὑπολογίζῃ δέκα λεπτὰ ἴσως καθημέραν ὡς ἀσφάλιστρα, καί, ἐὰν συμβῇ κανὲν ἀτύχημα, θὰ λαμβάνῃ τὸ καταβλητέον ποσὸν παρὰ τῆς Ἑταιρείας. Ἐπὶ πλέον ὅμως ἐψηφίσαμεν καὶ τὸν νόμον περὶ σωματείων καὶ πρόκειται ἐντὸς τῆς ἑβδομάδος νὰ ψηφίσωμεν εἰς τελευταίαν ἀνάγνωσιν τὸν νόμον τῶν συνεργατικῶν ἑνώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπιτρέπουσι διὰ τοιαύτας περιπτώσεις καὶ τὴν ἀλληλασφάλειαν μεταξὺ τῶν μικροτέρων ἐργοδοτῶν περὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος Βουλευτὴς ὡμίλησε καὶ ἀνησύχησε. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν λόγος νὰ φοβῆταί τις ἐξ αὐτῶν. Παράδειγμα δ’ εἶναι ὅτι ἡ ἀντίρρησις αὕτη προεβλήθη καὶ εἰς πάντα τἆλλα Κράτη, ὅτε ἐψηφίζετο τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, καὶ ὅμως μετὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου δὲν ἐπηλήθευσαν οἱ φόβοι καὶ αἱ ἀνησυχίαι. Ἄλλη παρατήρησις ἡ ὁποία ἐλέχθη, Κύριοι, ὑπῆρξεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐξαιρεθῶσιν αἱ ἐργολαβίαι τῶν οἰκοδομῶν καὶ αἱ γεωργικαὶ ἐπιχειρήσεις. Ὅσον ἀφορᾷ, Κύριοι, εἰς τὰς ἐργολαβίας τῶν οἰκοδομῶν δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δικαία ἡ ἀξίωσις· οἱ ἐργολάβοι τῶν οἰκοδομῶν δὲν εἶναι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀποθνήσκουσι πτωχοὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ βίου των· τοὐλάχιστον ἡ μικρὰ πεῖρα τὴν ὁποίαν ἔχω συνέπεσε νὰ μὲ διδάξῃ ὅτι οἱ περισσότεροι ἐξ αὐτῶν εἰς τὸ τέλος γίνονται ὄχι ἐργολάβοι οἰκοδομῶν ξένων οἰκιῶν ἀλλ’ ἰδίων· ἄλλως τε σημειώσατε ὅτι εἶναι καὶ τὸ μόνον μέσον, δύναταί τις νὰ εἴπῃ, διὰ νὰ ἐξωθήσῃ αὐτοὺς νὰ λαμβάνωσι μέτρα προνοίας ὑπὲρ τῆς ζωῆς τῶν ἐργατῶν· ἁπλούστατα εἰς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τοὺς ἐργάτας δὲν ὑπάρχει ὁ φόβος ὁ ὁποῖος ὑπάρχει εἰς τοὺς ἐργάτας τοὺς ἀπασχολουμένους μὲ μηχανάς, ὁ φόβος δηλαδὴ ὅτι ἐξ ὑπερμέτρου ζήλου ἢ ὁρμητικῆς ἐπιμελείας ὁ ἐργάτης εἶναι δυνατὸν νὰ προβῇ εἰς τὸν χειρισμὸν τοῦ μηχανήματος κατὰ τρόπον ἀτάσθαλον καὶ νὰ πάθῃ· ἐκεῖ οἱ ἐργοδόται δὲν ἔχουσιν ἢ μίαν μόνην μέριμναν· νὰ θέσωσι ξύλινον περίφραγμα πέριξ τῶν διαφόρων ἰκριωμάτων, τὰ ὁποῖα στήνουσι, καὶ τότε, καὶ ἂν θέλῃ ἀκόμη νὰ πέσῃ ὁ ἐργάτης, δὲν εἶναι σχεδὸν δυνατὸν νὰ πέσῃ· ὅσοι δ’ ἐπεσκέφθησαν τὰ ξένα μέρη, διὰ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ῥῆσιν τοῦ κ. Ἀθανασάκη, θὰ ἔχωσιν ἴδει ὅτι εἰς τὰς ἀνοικοδομήσεις κτιρίων δὲν ὑπάρχει τὸ ἰκρίωμα εἰς τὸ χάος, ἀλλ’ εἰς τὰ ἄκρα τῶν χειλέων των καὶ μία σανίς περιφρακτικὴ κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ πέσῃ ὁ ἐργάτης ...
§199ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐξεδόθη τὸ Διάταγμα ἀκόμη.
§200Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει καὶ δι’ ἡμᾶς ἕτοιμον τὸ Διάταγμα· ἀλλὰ πρέπει τὸ Διάταγμα αὐτὸ νὰ διέλθῃ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, διότι ἡ πρόνοια αὕτη δὲν ὑπάγεται νῦν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀλλ’ ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, μετὰ τὸν ψηφισθέντα περὶ τῆς ἱδρύσεώς του νόμον. Παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἴχομεν προβῆ ἀπὸ πέρυσιν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ Διατάγματος τούτου· διότι ἐβλέπομεν ὅτι εἶναι κρῖμα νὰ χάνωνται καθημέραν ἀδίκως ἀνθρώπιναι ὑπάρξεις· ἔκρινα ὅμως καλὸν νὰ σταλῇ τὸ Διάταγμα εἰς δύο σωματεῖα, ἓν ἰδιωτικὸν καὶ ἓν δημόσιον, ἵνα τὸ ἐπεξεργασθῶσιν· εἰς τὸ σωματεῖον τοῦ Πολυτεχνικοῦ Συλλόγου, ὅπερ ἐπήνεγκε τεχνικάς τινας παρατηρήσεις, καὶ εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον μετὰ τρεῖς μῆνας μᾶς ἐπέτρεψε τὸ Διάταγμα. Ἤδη ὅμως ἔχει ἐκλίπει ἡ ἁρμοδιότης τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸ θέμα ἦλθεν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ τήρησις ἁπλῶν τινων μέτρων θὰ φέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα ὅτι ἐπὶ τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν οἰκοδομῶν δὲν θὰ ὑπάρχωσι τοιαῦτα ἀτυχήματα· δὲν εἶναι ἀνάγκη τὰ μέγαρα τ’ ἀνοικοδομούμενα νὰ ποτίζωνται καὶ μὲ αἷμα ἐργάτου· ὑπάρχει ἔθιμόν τι ἀπαιτοῦν διὰ τὴν στερέωσιν τῆς οἰκοδομῆς νὰ ποτίζηται τὸ κτίριον μὲ αἷμα ἀλέκτορος· ἂς μείνωμεν εἰς τὸ ἔθιμον τοῦτο. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγένετο λόγος καὶ περὶ τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων, ἐν αἷς χρησιμοποιοῦνται μηχαναί. Ἀληθῶς εἰς τὰ ξένα μέρη ὄχι τὴν γεωργικὴν ἐπιχείρησιν ἐν γένει, ἀλλὰ τὰ ἀτυχήματα τὰ συμβαίνοντα εἰς τοὺς ἀγρούς, ὅπερ διάφορον, ὑπέβαλον βραδύτερον εἰς τὴν ῥύθμισιν τὴν ὁποίαν ὁ νόμος περὶ ἀτυχημάτων εἶχεν εἰσαγάγει. Ἀλλὰ τονίζω ὄχι τὰ ἀτυχήματα τὰ ἐξ ἐπιχειρήσεων· ἄλλα ἀτυχήματα ἐκ διαφόρων λόγων συμβαίνοντα, λ.χ. ὁ κλαδευτὴς ἐργάτης, κλαδεύων, κόπτει τὸν πόδα του· δὲν ὑπῆρχεν ἀποζημίωσις κατὰ τοὺς ἀρχικοὺς νόμους οὔτε ἐν Γερμανίᾳ, οὔτε ἐν Αὐστρίᾳ, οὔτε ἐν Ἰταλίᾳ· διὰ μεταγενεστέρων νόμων εἶπον ὅτι καὶ ταῦτα ἀκόμη ἀποζημιώνονται. Τὸ δὲ ἡμέτερον νομοσχέδιον ὁμιλεῖ περὶ κυρίου ἐπιχειρήσεως ὡς ὑπευθύνου. Θὰ σᾶς εἴπω δὲ τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, τὴν ὁποίαν εἶχον ὅτε συνέτασσον τὸ νομοσχέδιον, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ σήμερον, τὴν ὁποίαν ἐὰν δεχθῇ καὶ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ υἱοθετήσῃ ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς μία ἑρμηνεία ἐπίσημος τῆς ἐννοίας τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ ἔχων ἴδιον ἀγρὸν μέγαν καὶ μίαν μηχανὴν θεριστικὴν ἐν τῇ ὁποίᾳ ἐργάζεται εἷς ἐργάτης ἁπλούστατα καλλιεργεῖ τὸν ἀγρόν του, κατὰ τὴν ἰδικήν μου δὲ ἀντίληψιν δὲν εἶναι κύριος ἐπιχειρήσεως, ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ νομοσχεδίου. Ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ ἰδίου κτήματος, κατὰ τὴν γνώμην μου, δὲν προσλαμβάνει τὴν ἔννοιαν τῆς κερδοσκοπικῆς ἐπιχειρήσεως διὰ μηχανῶν, οὔτε κέρδος μάλιστα βιομηχανικὸν σκοπεῖται δι’ αὐτῆς, ὑφ’ ἣν ἐκδοχὴν ἐκρίθη πανταχοῦ ἡ ἐπιχείρησις, ἐκ τῶν ἀτυχημάτων τῆς ὁποίας ἠθελήθη νὰ ληφθῇ διὰ τοὺς ἐργάτας πρόνοια διὰ νόμου οἷος ὁ παρών. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀτομική μου γνώμη, ἣν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ μὴ δεχθῇ βεβαίως· ἐὰν ὅμως ὁ ἔχων μίαν ἁλωνιστικὴν μηχανὴν δὲν περιορίζηται εἰς τὸ νὰ ἔχῃ ταύτην δι’ ἑαυτὸν καὶ διὰ τὸ κτῆμά του, ἀλλὰ τὴν ἐνοικιάζῃ, γίνεται πλέον ἀληθὴς κύριος ἐπιχειρήσεως διὰ μηχανῆς διεξαγομένης καὶ εἶναι ὑπεύθυνος διὰ πᾶν ἐξ αὐτῆς ἀτύχημα, ἁπλούστατα δὲ δύναται ν’ αὐξήσῃ κατά τι τὸ ἐνοίκιον τῆς μηχανῆς ἢ νὰ φροντίσῃ νὰ συνάψῃ ἀσφάλειαν, καὶ τότε δὲν ὑπάρχει φόβος ὅτι ἄνευ ἀποζημιώσεώς τινος θὰ ποτίζωνται οἱ ἀγροὶ μὲ αἷμα ἐργατικόν.
§201Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δέχομαι τὴν θεωρίαν σας ὅτι τῆς ἐπιχειρήσεως τὸ γνώρισμα εἶναι ὅτι κερδοσκοπεῖ, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ ἐξαιρέσητε τὸν ἐργοδότην οἰκοδομῆς ἰδίας.
§202Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὄχι· δι’ αὐτὸ ἀναγράφεται ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ὅτι εἰς ἀποζημίωσιν ὑποχρεοῦνται οἱ «ἐργοδόται» οἰκοδομῶν καὶ ἄλλων ἔργων· ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἐργοδότης ἁπλῶς· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι κύριος ἐπιχειρήσεως. Ἐνῷ τοὐναντίον τὸ ἄρθρον 1, ὡς διατυποῦται ὑπ’ ἐμοῦ νῦν, ὁμιλεῖ περὶ «κυρίων ἐπιχειρήσεων» διὰ τὰς λοιπὰς περιπτώσεις. Ὥστε ὁ ἐργολάβος οἰκοδομῶν ἢ ὁ οἰκοδομῶν ἴδιον οἶκον ἐνέχεται, διότι εἶναι ἁπλῶς ἐργοδότης. Κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὸ θέμα, ὁπόθεν ἤρχισα. Ἐπανέρχομαι εἰς τοὺς δισταγμοὺς τοὺς ὁποίους ἐδήλωσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς καὶ Βιωτίκης, ὁ κ. Ἀθανασάκης. Ἐξέθηκα εἰς ὑμᾶς ἤδη τί ἐγένετο ἀλλαχοῦ, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ πταίσματος τοῦ ἐργάτου, μὲ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ μικτοῦ συστήματος τῆς μειώσεως τῆς εὐθύνης τοῦ ἐργοδότου· ἐξέθηκα τὰς ἐπικρίσεις τὰς ὁποίας διαπρεπεῖς διδάσκαλοι ἐξήνεγκον κατὰ τοῦ συστήματος τούτου. Ἀφήνω τὴν Βουλὴν τελείως ἐλευθέραν νὰ κρίνῃ ὡς πρὸς τοῦτο. Εἶναι βεβαίως πάντοτε ἐλευθέρα, ἀλλ’ ἐννοῶ ὅτι θέλω νὰ μείνῃ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τῆς ἐμῆς κρίσεως καὶ τῆς ἐμῆς γνώμης ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὑπάρχει ὅμως ἓν ὅριον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σεβασθῶμεν. Ἡ κοινωνικὴ δικαιοσύνη καὶ ἡ φιλανθρωπία ἐπιβάλλουσι νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς κατώτατον ὅριον, ἂν δεχθῶμεν ἐλάττωσιν τῆς εὐθύνης τοῦ ἐργοδότου, πέρα τοῦ ὁποίου θὰ ἦτο δυνατὸν πάλιν νὰ ἴδωμεν ἀβεβαιότητας διὰ τὴν περίθαλψιν τῶν ἀτυχούντων, νὰ ἴδωμεν πάλιν δίκας, νὰ ἴδωμεν πάλιν διαμέσους οἱ ὁποῖοι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ἐκβιάζουσι τοὺς ἐργοδότας ἢ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἐργάτας, ὧν παρίστανται φιλάνθρωποι προστάται καὶ ὑπερασπισταί. Τὸ ὅριον τοῦτο μᾶς δίδει μία τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν, ἡ Ὁλλανδική· κατὰ τὸν ἐκεῖ κρατοῦντα νόμον εἰς οὐδεμίαν περίστασιν ἐπιτρέπεται οὐδ’ εἰς αὐτὴν ἔτι τοῦ ἀδικαιολογήτου πταίσματος τοῦ ἐργάτου νὰ κατέλθῃ ὁ δικαστὴς κάτω τῶν 50% τῆς προσηκούσης ἀποζημιώσεως· πέρα τούτου θὰ ἦτο ἀδικώτατον, ἂν κατηρχόμεθα ἡμεῖς, οἵτινες ἐδέχθημεν ἤδη μόνον τὸ ἥμισυ τοῦ διδομένου κανονικῶς εἰς ἄλλα Κράτη ποσοῦ ἀποζημιώσεως. Θὰ ἦτο ἀδικώτατον, ἂν λάβητε καὶ μίαν ἄλλην διαρρύθμισιν ὑπ’ ὄψιν, ἣν ὑπὲρ τῶν ἐργοδοτῶν δέχεται τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον ὅλως πρωτοτύπως, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἐν ἄλλῳ τινὶ Κράτει νόμος δεχόμενος ὅ,τι ἔχει τὸ ἡμέτερον νομοσχέδιον· λάβετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἐὰν οἱ ἐτήσιοι μισθοὶ τοῦ ἐργάτου ὑπερβαίνωσι τὰς 6,000 δραχμῶν, δὲν πληρώνει ὁ ἐργοδότης, ὅπως ἀλλαχοῦ, ὅλον τὸ ποσόν, λ. χ. 10,000 ἢ 12,000, ἀλλ’ εἰς τὸ ποσὸν τῶν 6,000 δραχμῶν προσμετρεῖται μόνον τὸ ¼ τῆς πέρα τοῦ ποσοῦ τούτου ὑπερβάσεως· εἶναι καὶ τοῦτο μία μεγίστη μέριμνα ἣν ἐλάβομεν ὑπὲρ τοῦ ἐργοδότου, ἐλαττοῦντος τὸ μέγιστον, τὸ ἀνώτατον ὅριον τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως. Βλέπετε ὅτι ἁπανταχοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐλάβομεν πρόνοιαν νὰ μὴ πιεσθῇ ὁ ἐργοδότης. Ὅταν ταῦτα λάβητε ὑπ’ ὄψιν, δὲν δύνασθε, ὑποθέτω, νὰ μὴ δεχθῆτε ὅτι, ἂν κατέλθωμεν πέρα τῶν 50%, θὰ εἴμεθα ἄδικοι διὰ τὸν ἐργάτην τὸν παθόντα. Ἐὰν θὰ κατέληγε, Κύριοι, ἡ Βουλὴ νὰ δεχθῇ τοιαύτην τινὰ ῥύθμισιν τῆς περιπτώσεως τῆς μειώσεως τῆς εὐθύνης ἀποζημιώσεως, ἐν πταίσματι τοῦ ἐργάτου, διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἡ διατύπωσις βεβιασμένη καὶ ἐσφαλμένη, θὰ προέτεινον νὰ ἐχρησίμευεν ὡς βάσις τῶν σκέψεων τῆς Βουλῆς ἡ ἑξῆς διατύπωσις, ἣν παρεσκεύασα (ἀναγινώσκει)· «Ἂν ὁ ὑπόχρεος εἰς ἀποζημίωσιν ἀποδείξῃ ὅτι τὸ ἀτύχημα ἐπῆλθεν ἐξ ἀμελείας τοῦ παθόντος, ὁ δικαστὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ μειώσῃ, κατὰ τὴν κρίσιν του, τὸ ποσὸν τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 3 ὀφειλομένης ἀποζημιώσεως, ἀλλ’ οὐχὶ κατωτέρω τοῦ ἡμίσεος αὐτοῦ. Ἀμέλεια ὑφίσταται μόνον, ἐὰν ὁ παθὼν ἀδικαιολογήτως, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ, παρέβη διατάξεις ἰσχυόντων νόμων ἢ Διαταγμάτων περὶ τῶν ὅρων ἀσφαλείας ἢ κανονισμῶν περὶ αὐτῶν, ἐκδοθέντων ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας δημοσίας Ἀρχῆς ἢ ἐκδοθέντων μὲν ὑπὸ τῶν κυρίων τῆς ἐπιχειρήσεως, ἐπικυρωθέντων δὲ ὑπὸ τῆς Ἀρχῆς, ἐφ’ ὅσον οἱ κανονισμοὶ εἶναι ἀνηρτημένοι κατὰ τρόπον εὐανάγνωστον εἰς καταφανῆ μέρη τοῦ τόπου τῆς ἐργασίας. Ἡ κατὰ τὸ ἐδάφιον τοῦτο μείωσις δὲν χωρεῖ, ἐὰν συντρέχῃ περίπτωσίς τις ἐκ τῶν ἐν τῇ προηγουμένῃ παραγράφῳ τοῦ παρόντος ἄρθρου ὁριζομένων». Οὕτως ἀποκαθιστῶμεν, Κύριοι, τὴν ἰσότητα εἰς τὰς περιπτώσεις τοῦ ἄρθρου 16, ὅπου ὁρίζεται ὅτι ἔχει μείζονα εὐθύνην ὁ ἐργοδότης, ἐὰν παραβῇ τὰς διατάξεις περὶ ὅρων ἀσφαλείας. Ἐὰν ἡ Βουλὴ θ’ ἀποδεχθῇ τὴν τροποποίησιν ταύτην ἢ ὄχι εἶναι δικαίωμα αὐτῆς κυριαρχικόν, θὰ παρακαλέσω δὲ μόνον χάριν τῆς ἁρμονίας τῆς νομοθετικῆς νὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 16, ὅπου γίνεται ἐπίσης λόγος περὶ ἐπιτάσεως τῆς εὐθύνης τοῦ ἐργοδότου ἕνεκα πταίσματος αὐτοῦ, ἐκεῖ εἶναι κανονικὸν νὰ γίνῃ λόγος καὶ περὶ μειώσεως τῆς εὐθύνης. Ἂς περατώσωμεν λοιπὸν τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου 1, καὶ ἐν τῷ ἄρθρῳ 16 νὰ θέσωμεν τὴν διατυπωθεῖσαν τροπολογίαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Κύριοι, νομίζω ὅτι δυνατὸν οὕτω νὰ μὴ ἱκανοποιῶνται πλήρως πάντα τὰ αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ἠδύνατό τις νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῆς κοινωνικῆς δικαιοσύνης, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὀρθὸν εἶναι ν’ ἀκολουθήσωμεν μέθοδον ἡ ὁποία δὲν βαίνει δι’ ἁλμάτων ἀλλὰ διὰ βαθμιαίων μέτρων. Ἐὰν ἴδωμεν ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νομοσχεδίου ὅτι τὰ βαθμιαῖα μέτρα δὲν φέρουσιν ἀνωμαλίας, τότε δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ γενναιοτέρων. Ἄλλως τε γνωρίζετε ὅτι δὲν θὰ σταματήσῃ ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ· ὅσα περισσότερα μέτρα, ἄνευ βλάβης τῆς βιομηχανίας, λαμβάνομεν, τόσον τὸ καλύτερον θὰ εἶναι διὰ τὴν κοινωνίαν. Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, ἐπιχειρήματα ἰδιαίτερα διὰ νὰ σᾶς πείσω ὅτι μέτρα οἷον τὸ παρόν, ἅτινα χαρακτηρίζουσί τινες ὡς ἐπαναστατικά, ὡς ἀνώμαλα καὶ ἐξαιρετικά, κατ’ ἐμὲ εἶναι μέτρα καθαρῶς συντηρητικά· θέτοντες περιορισμοὺς εἰς τὰς περιστάσεις τῶν ἐκβιαστικῶν ἀποπειρῶν κατὰ τοῦ ἐργοδότου πράττομεν ἔργον συντηρητικόν· ὅτε ἐφηρμόσθησαν ἀλλαχοῦ τὰ μέτρα ταῦτα, ἐφοβήθησάν τινες ὅτι θὰ καταστρέψωσι τὴν βιομηχανίαν, ἀλλ’ ἀντετάχθη ἓν ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον δύναται καὶ σήμερον νὰ ἐπαναληφθῇ· λαμβάνοντες μέτρα προνοίας ὑπὲρ τῶν ἐργατικῶν τάξεων δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι λαμβάνομεν μέτρα συντηρήσεως αὐτῆς, μέτρα δι’ ὧν καὶ οἱ ὑπάρχοντες εἰς τὰς ἐργατικὰς τάξεις ὠθοῦνται νὰ μείνωσιν ἐν αὐταῖς καὶ ἄλλοι προσελκύονται νὰ προσέλθωσι. Σήμερον μαστίζει τὴν Χώραν ἡμῶν τὸ ζήτημα τῆς μεταναστεύσεως, ὑπάρχουσι δὲ περὶ αὐτοῦ πολλαὶ γνῶμαι καὶ πολλαὶ ἀντιλήψεις. Ἡ Γερμανία εἶχε μετανάστευσιν μεγάλην καὶ τὴν περιώρισεν εἰς τὸ δέκατον περίπου διὰ τῆς ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας. Ὑπάρχει τάσις εἰς ἅπαντα τὸν κόσμον ἀστικισμοῦ, ἂς εἴπωμεν οὕτω, τάσις τῶν ἀγροτῶν ἀκατάσχετος νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τῶν ἀγρῶν εἰς τὸ ἄστυ· ἂν δὲν εὕρωσιν ἀπασχόλησιν εἰς τὰς πόλεις τῆς πατρίδος των, ἵνα ἐργασθῶσι, τὸ ῥεῦμα τῆς φυγῆς ἐκ τῶν ἀγρῶν θὰ τοὺς σύρῃ εἰς ἐκπατρισμόν. Μέτρα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τῶν πόλεων συγκρατοῦσι πολλοὺς εἰς τὰς βιομηχανικὰς ἐργατικὰς τάξεις, καὶ ἂν ἐκ παραλλήλου ληφθῶσι καὶ ἄλλα μέτρα πρὸς προαγωγὴν τῶν βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων ἀσφαλῶς προάγεται ἡ βιομηχανία. Ἀφοῦ δὲ εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου προνοοῦσι περὶ μέτρων κατὰ τῆς παρατηρουμένης μειώσεως τῆς φυσικῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ, κατὰ τῆς dépopulation, νομίζω ὅτι εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ σκεφθῶμεν τοὐλάχιστον περὶ μέτρων προνοίας ὑπὲρ τοῦ ὑπάρχοντος ἐργατικοῦ πληθυσμοῦ, νὰ σκεφθῶμεν ὅτι τὸ κεφάλαιον τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως εἶναι πρέπον νὰ ζητήσῃ τὴν προστασίαν ἡμῶν, τοὐλάχιστον ὅπως καὶ πᾶν ἄλλο ὑλικὸν κεφάλαιον. Εἶμαι εὐτυχής, Κύριοι, ὅτι εἰσηγήθην τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπερ ψηφιζόμενον θ’ ἀποτελέσῃ λαμπρὰν σελίδα προόδου καὶ πολιτισμοῦ εἰς τὰ χρονικὰ τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§203Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅσον θαυμασία ὑπῆρξεν ἡ ἀνάπτυξις τοῦ θέματος ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐπὶ τοσοῦτον δυστυχῶς εἰς τὸ συμπέρασμά του ὑπῆρξεν ἀτυχής. Θέλω νὰ πιστεύω, ὅτι ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὴν ἔκαμεν ὡς ἄτομον, σημαίνει ὅτι δὲν θέλει ν’ ἀποκηρύξῃ ὅ,τι ὡς Ὑπουργὸς ὁ ἴδιος προέτεινεν εἰς τὴν Βουλὴν ἐν τῇ εἰσηγητικῇ τοῦ νομοσχεδίου ἐκθέσει. Ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἐργάτας. Ὡς πρὸς τὰς γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξωσιν εἰς τὸ ἑξῆς ζήτημα. Ἁλωνιστικὴν μηχανὴν οὐδέποτε δύναται εἷς γεωργοκτηματίας νὰ ἔχῃ χάριν τοῦ ἰδίου καὶ μόνου αὑτοῦ κτήματος, ἀλλὰ πάντως, καὶ ἂν ἔχῃ ἴδιον κτῆμα, θὰ μεταχειρίζηται τὴν μηχανὴν καὶ ὡς ἐπιχείρησιν. Ἀφ’ ὅτου δὲ ἡ γεωργία ἔγινε καὶ αὐτὴ ἐπιστήμη εἰσήχθησαν εἰς τὴν γεωργίαν τὰ γεωργικὰ μηχανήματα. Οἱ αὐτοὶ δὲ λόγοι οἵτινες συντρέχουσι διὰ τὴν προστασίαν τῶν ἐργατῶν τῆς βιομηχανίας τῶν πόλεων συντρέχουσι καὶ διὰ τοὺς ἐργάτας τῶν ἀγρῶν. Τὰ ἀτμάροτρα, αἱ ἁλωνιστικαὶ μηχαναί, αἱ θεριστικαὶ μηχαναὶ οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ μηχανήματα ἔχοντα τοὺς αὐτοὺς κινδύνους οἵους καὶ τὰ τῶν ἐργοστασίων. Ὁμιλῶ οὕτω, καίτοι ἔχω στενοὺς συγγενεῖς ἔχοντας μηχανὰς ἁλωνιστικὰς καὶ θεριστικάς, ἀλλὰ τὰ ζητήματα ἐν τῇ Βουλῇ πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ἀντικειμενικῶς. Ἡ πεποίθησίς μου δ’ εἶναι ὅτι καὶ οἱ ἐργάται τῶν ἀγρῶν, ὅταν πάθωσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ εἴτε ἐκ τῶν ἀτμαρότρων εἴτε ἐκ τῶν ἄλλων μηχανῶν, δικαιοῦνται νὰ τύχωσι τῆς προστασίας ἣν θεσπίζομεν δικαιότατα ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τῶν πόλεων. Ἐφ’ ὅσον δὲ ἡ Βουλὴ τῶν Ἑλλήνων δὲν θὰ θελήσῃ νὰ κάμῃ παραφωνίαν εἰς τὸ ἐργατικόν της ἔργον καὶ θ’ ἀποδώσῃ τὴν πρέπουσαν δικαιοσύνην εἰς τὸν ἐργάτην, θέλω νὰ πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θ’ ἀναγνωρίσῃ τὸ αὐτὸ δίκαιον καὶ εἰς τὸν ἐργάτην τῶν πόλεων καὶ εἰς τὸν ἐργάτην τῶν ἀγρῶν, διότι ἀμφοτέρων κοινὴ εἶναι ἡ ἐργασία, κοινὰ τὰ συμφέροντα καὶ κοινοὶ οἱ κίνδυνοι.
§204Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, κύριε Πρόεδρε, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον ἀποτελεῖ μέγαν σταθμὸν διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν τὴν ἐργατικήν, διότι εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναντίρρητον ὅτι μετὰ τὴν σιωπηρὰν ὁπωσδήποτε κατάχρησιν τοῦ ταμείου τῆς περιθάλψεως, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ μέρους διαφόρων ἑταιρειῶν, εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο πληροῖ ὅρους κοινωνικῆς ἀνάγκης τελείως ἀπαραιτήτους, διότι πάντες γνωρίζομεν, τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς μεγαλυτέραν ἐπαφὴν μετὰ τῆς μεγάλης κοινωνικῆς μάζης, ὅτι πολλοὶ τῶν ἐργατῶν ἀποθνήσκουσι λόγῳ μὴ περιθάλψεως καὶ διότι δὲν ἔχουσι τὰ ἀπαραίτητα μέσα ζωῆς. Ἀλλ’ ἂν ἐπικροτῶ τὸ νομοσχέδιον ὡς πληροῦν ἀπαραίτητον κοινωνικὴν ἀνάγκην θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ εἶναι μᾶλλον προοδευτικὸς καὶ μᾶλλον ῥιζοσπάστης. Δὲν βλέπω διατί δὲν περιέλαβεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ διάταξιν διὰ τὰς λεγομένας ἐργατικὰς νόσους.
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφήσατέ τα αὐτά.
§206Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Διότι δὲν ἀγνοεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἐπὶ 584 ἀπέθανον ἐν τῷ αὐτῷ ἐργοστασίῳ 24 ἄνθρωποι ἐτησίως ἐκ φθίσεως. Τί σημαίνει τοῦτο; Ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὑπέστησαν σιωπηρὰν οὕτως εἰπεῖν καὶ διαρκῆ δηλητηρίασιν. Καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν λαμβάνεται πρόνοια περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ προστασίας αὐτῶν ἐκ μέρους τοῦ ἐργοδότου διὰ τῆς παροχῆς ἰατροῦ καὶ φαρμάκων;
§207Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ἀποτελεῖ ἄλλο ἔδαφος. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, διότι καὶ ἡ ἐξακρίβωσις εἶναι δυσχερὴς καὶ δὲν ἔχομεν συντάξεις ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, θὰ ὑπάρχῃ δὲ καὶ ὁ κίνδυνος ὅτι πᾶς ἐργοδότης βλέπων τὸν ἐργάτην πάσχοντα θὰ τὸν διώκῃ ἐκ φόβου μήπως πληρώνει ἔπειτα. Ἀρκεσθῆτε, παρακαλῶ, εἰς τὸ γινόμενον.
§208Γ. ΛΑΜΠΡΙΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μερικὰς παρατηρήσεις ἔχω νὰ κάμω ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς ἀντιρρήσεις τὰς προκληθείσας εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι θεωρῶ τοῦτο ὡς τὸ σπουδαιότερον ἐκ πάντων τῶν μέχρι τοῦδε ψηφισθέντων ἐργατικῶν νομοσχεδίων καὶ τὸ μᾶλλον σκόπιμον. Προεκλήθη ἡ ἀντίρρησις ὅτι εἰσέτι δὲν εἴμεθα ὥριμοι ἐνταῦθα, ὅπως ἀποδεχθῶμεν τὰς διατάξεις νομοσχεδίου οἷον τὸ ὑπὸ συζήτησιν, κατ’ ἐμὴν ὅμως γνώμην εἴμεθα παρὰ πολὺ ὥριμοι, διότι αἱ μικραὶ βιομηχανίαι αἱ ὁποῖαι ἱδρύθησαν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐπέσπευσαν τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν πρὸς ἀπόλαυσιν ἄλλων κερδῶν ἐγένοντο ἄνευ μηχανικῆς ἐπιβλέψεως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν ἐγένοντο ὑπὸ τοὺς ὅρους ἐκείνους, ὥστε ν’ ἀποφεύγωνται δυστυχήματα τὰ ὁποῖα ἀποβαίνουσιν ἐναντίον τῶν ἐργατῶν. Ἔχω δὲ νὰ φέρω παράδειγμα καὶ τοῦτο εἶναι ὅτι ἐν Πύργῳ τῆς Ἠλείας ὑπάρχει μικρὸν ἐργοστάσιον μακαρονοποιίας ἱδρυμένον πρὸ 10 ἐτῶν καὶ μέχρι τοῦδε ἔχουσι συμβῆ ὀκτὼ ἀκρωτηριασμοὶ χειρῶν. Ἔχομεν ἐξ ἄλλου τὴν σιδηροδρομικὴν ἑταιρείαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπασχολοῦνται 4.000 ἐργατῶν, μέχρι δὲ τῆς ψηφίσεως τοῦ Ταμείου οὐδὲν μέτρον ἐλαμβάνετο ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν. Οὐδὲν μέτρον λαμβάνεται ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν αὐτῶν, ἐνῷ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Λαυρείου ἀνέρχονται ἐπὶ τῶν ἁμαξοστοιχιῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας των. Ὅταν δὲ τυγχάνῃ νὰ καταπέσωσι καὶ πάθωσιν ἀκρωτηριασμὸν χειρῶν ἢ ποδῶν ἢ ἄλλων μελῶν τοῦ σώματος, βλέπομεν αὐτοὺς ἀποπεμπομένους ὑπὸ τῆς ἑταιρείας χωρὶς ἐπίδομα οὔτε 50 δραχμῶν. Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον αἱ οἰκογένειαι τῶν παθόντων ἐργατῶν, χῆραι ἢ ὀρφανὰ αὐτῶν, ἐπροστατεύθησαν καὶ ὑπεστηρίχθησαν καὶ ποῖοι κίνδυνοι κοινωνικοὶ προέρχονται ἐκ τούτου, διότι οἱ ἀπροστάτευτοι μένουσιν εἰς βάρος τῆς κοινωνίας. Αὐτοὶ οἱ κίνδυνοι προλαμβάνονται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου.
§209ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι προκειμένου περὶ γεωργικῶν ἐπιχειρήσεων διεξαγομένων παρὰ τοῦ κυρίου αὐτῆς τῆς ἐπιχειρήσεως, δηλαδὴ παρὰ κτηματίου, διότι φοβοῦμαι ὅτι ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι σαφής, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑρμηνεία τοῦ συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας· ἀφοῦ ἡ ἑρμηνεία οὕτω προέρχεται ἀπὸ τῆς Βουλῆς, δεσμεύει τὰ δικαστήρια καὶ ἑπομένως εἶναι ἐπαρκής. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δι’ ἕνα ἐργάτην δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ὅπως δι’ ἕνα βιομήχανον. Ἔχω τὸ κτῆμά μου, μίαν ἄμπελον π. χ., ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς ἐντελῶς ἐπίπεδον μέρος, ἀλλ’ ἔχει σκάρες. Μισθώνω ἐργάτας καὶ δίδω εἰς αὐτοὺς οἶνον κατὰ τὴν συμφωνίαν ἤ, καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ συμφωνία, τοῖς δίδω ἀπὸ γενναιότητά μου καὶ δὲν τοῖς δίδω ὡρισμένον ποσόν, ἀλλὰ τοῖς λέγω· ἰδοὺ ἡ ἀποθήκη πίετε ὅσον θέλετε. Αὐτοὶ εὑρίσκοντες τὸν οἶνον ἄφθονον πίνουσι καὶ μεθύουσιν. Εἷς ἐξ αὐτῶν πηγαίνων εἰς τὴν ἄκραν τῆς σκάρας διὰ νὰ κλαδεύσῃ πίπτει καὶ φονεύεται. Νομίζετε ὅτι θὰ εἶναι δίκαιον νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς αὐτὸν αὐτὴν τὴν διάταξιν; Πηγαίνω περαιτέρω καὶ λέγω ὅτι εἷς κύριος τσιφλικίου θέλων νὰ καλλιεργήσῃ καλύτερον τὰ κτήματά του ἀγοράζει μηχανὴν ἀτμοκίνητον, θέλων ἀκόμη νὰ συντελέσῃ καὶ εἰς τὴν πρόοδον τῆς γεωργίας, ὄχι μόνον εἰς ὠφέλειάν του. Εὑρίσκει τὸν κατάλληλον, τὸν εἰδικὸν μηχανουργὸν ὁ ὁποῖος θὰ μεταχειρίζηται τὴν μηχανὴν αὐτήν. Καὶ αὐτὸς ὅμως κάμνει τὸ αὐτό. Τῷ δίδει οἶνον, πίνει ἐκεῖνος καὶ μεθύσκεται καὶ ὅταν μεταχειρίζηται τὴν μηχανὴν προβάλλει τὴν χεῖρά του, τὴν ὁποίαν κόπτει ἡ μηχανή. Ὅθεν ἂς δεχθῶμεν τὴν ἑρμηνείαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶπεν ὅτι κατὰ τὴν περίπτωσιν αὐτὴν νὰ μὴ ὑπάρχῃ εὐθύνη, ἀλλὰ νὰ ἐφαρμόζωνται αἱ γενικαὶ διατάξεις. Ἐὰν ἐξ ὑπαιτιότητος τοῦ ἐργοδότου προέλθῃ ἡ βλάβη ἐν γένει, τότε οὗτος νὰ μὴ ἀπεκδύηται πάσης εὐθύνης. Λέγω τοῦτο, διότι ἀποβλέπω καὶ εἰς περαιτέρω σκοπόν. Ἐὰν ἠθέλομεν καταστήσει τὴν θέσιν τοῦ κυρίου τοῦ κτήματος τόσον ἐπαχθῆ, θὰ συνετελοῦμεν ὅπως ἐμποδισθῇ ἡ εἰσαγωγὴ μηχανικῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀνάγκην ἐκ παντὸς τρόπου νὰ εἰσαγάγωμεν καὶ νὰ ὑποστηρίξωμεν. Νομίζω ὅτι ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος γινομένη δεκτὴ θὰ προλάβῃ τὰς γεωργικὰς ταύτας ἐπιχειρήσεις.
§210Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὰς καθ’ ἑαυτὸ γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις.
§211Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Πρέπει ἀκόμη νὰ προσθέσω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τὰς περιπτώσεις τὰς ὁποίας ὁ κ. συνάδελφος καθώρισε, περιπτώσεις ὄχι ἐντελῶς φυσιολογικάς, ἀλλὰ παθολογικάς, παθολογικοκοινωνικάς, δὲν δύναται ἢ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει καὶ αὐτὴν τὴν περίπτωσιν. Τώρα καὶ ὡς πρὸς τὸν ἐπαγγελματικὸν βίον τὸν ἐκ βιομηχανικῶν ἐπιχειρήσεων νομίζω ὅτι μοὶ ἐπιβάλλεται, ἀναγνωρίζων ἐντελῶς ὅτι τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἄτομα εἶναι ἄξια πάσης προσοχῆς, νὰ εἴπω ὅτι ταχέως θὰ φθάσωμεν, καὶ μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ συστήσω εἰς αὐτὸν εἰσήγησιν διατάξεως περὶ ἐνδεχομένου μετριασμοῦ τῆς εὐθύνης ἐν περιπτώσει βαρέος πταίσματος τοῦ ἐργάτου. Ἀφοῦ ἔκαμε τὸ λάθος κακῆς διατυπώσεως, πρέπει νὰ ὑποστῇ τὰς συνεπείας αὐτῆς δεχόμενος διάταξιν διορθώνουσαν τὰ πράγματα.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§213Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2 θὰ δοθῇ ἡ ἑρμηνεία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ.
§214ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἰδική σας.
§215Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναφέρομαι ἐγὼ εἰς ὅσα εἶπον ἐν τῇ ἀγορεύσει μου σχετικῶς πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 2 εἰς τὰς γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις.
§216Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ ἁλωνιστικὴ μηχανὴ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς αὐτά;
§217Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς ἂν ὁ ἔχων αὐτὴν εἶναι ἐπιχειρηματίας. Τότε δι’ αὐτὸν ὑπάρχει τὸ μέσον ν’ ἀσφαλισθῇ.
§218Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ εὐθύνη τοῦ κοινοῦ δικαίου διατηρεῖται;
§219Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§220Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ δεχθῶμεν τὸ πταῖσμα.
§221Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ θέξωμεν. Τὸ ἄρθρον 2 διατυποῦται ὡς ἑξῆς· νὰ μείνῃ μόνον τὸ «οἱ κύριοι ἐπιχειρήσεως διεξαγομένης κτλ». Καὶ ὑπὸ τὴν τοιαύτην τροποποίησιν καὶ συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις, πρέπει νὰ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§223Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον 3 εἶναι συντεταγμένον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 9 τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου ἐν § 3 καὶ 4, ὅπου πρόκειται περὶ τῆς μερικῆς ἀνικανότητος, ἔχει ἀνώτατον ὅριον, ἀλλὰ δὲν ὑποχρεοῖ. Θὰ παρεκάλουν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὐτή, διότι δημιουργεῖ μίαν κατάστασιν ὄχι εὐνοϊκὴν διὰ τὸν ἐργάτην, διότι μετὰ παρέλευσιν διετίας ὁ ἐργάτης θὰ ἔχῃ εἰσπράξει τὸ μέγιστον μέρος τῆς ἀποζημιώσεως τὸ ὁποῖον τὸ νομοσχέδιον ὑποχρεοῖ εἰς τὸν ἐργοδότην νὰ πληρώσῃ ἐν περιπτώσει ὁλικῆς ἀνικανότητος. Ἐπίσης καὶ ἡ ἑπομένη παράγραφος «μετὰ παρέλευσιν διετίας κτλ.» πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ καὶ ν’ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς σχετικῆς διατάξεως τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν καὶ τὴν Ἰταλικὴν νομολογίαν ἑτοίμην, ἥτις εἶναι πλουσιωτάτη.
§224Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὰς λέξεις, ἡ τρίτη παράγραφος θὰ ἤθελον νὰ συγχωνευθῇ μὲ τὴν πρώτην παράγραφον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν τροποποίησιν τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Θεοδωρόπουλος δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθή. Ἡ διάταξις ἔχει ληφθῆ ἐκ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, ὁ ὁποῖος ὁρίζει πολὺ μεγαλυτέραν προθεσμίαν, ἵνα ἀποκτήσῃ ὁ ἐργάτης τὴν ἀποζημίωσιν, ὅταν ἡ ἀνικανότης εἶναι διαρκής, διότι, ἂν παρέλθωσι 2 ἔτη καὶ δὲν θεραπευθῇ, βεβαίως ἕπεται ὅτι δὲν θὰ θεραπευθῇ.
§225ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§226Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ νὰ προστεθῇ «προκειμένου περὶ ἐργατῶν ἐργαζομένων κατὰ μονάδα ἐργασίας ἢ κατ’ ἀποκοπήν», διότι δὲν ὑπάρχει διάταξις σαφὴς καθορίζουσα τὸ ποσόν.
§227Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4 εἶναι περιττή, διότι ἔχομεν εἰς τὸ τέλος μίαν γενικὴν διάταξιν καθ’ ἣν «πᾶσα συμφωνία ἀντικειμένη εἰς τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου εἶναι ἄκυρος». Ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν φέρει ὁ συνάδελφος κ. Θεοδωρόπουλος δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Λέγει δηλαδὴ νὰ λάβωμεν γενικὴν πρόνοιαν περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν ἐργατῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται κατὰ μονάδα ἐργασίας ἢ κατ’ ἀποκοπήν. Ἡ διάταξις τοῦ ἐδαφίου 4 ἡ ὁμιλοῦσα περὶ τῆς ἀντιμισθίας προνοεῖ καὶ διὰ τὴν περίπτωσιν αὐτήν.
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4, ὡς τροπολογεῖται, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§229Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἤθελον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἀλλοδαποὺς νὰ διαγραφῇ ἡ διάταξις καὶ νὰ τὴν ἀφήσωμεν ἐλευθέραν.
§230Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὴν ἔχουσι καὶ τὰ ἄλλα Κράτη δι’ ἡμᾶς. Τὴν στιγμὴν αὐτὴν εὑρισκόμεθα εἰς διαπραγματεύσεις.
§231ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ ψηφίσωμεν τὸν νόμον, θὰ φροντίσωμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς συνεννοήσεις. Θὰ εἴπωμεν· ἡμεῖς ἔχομεν αὐτὸν τὸν νόμον ὡς καὶ σεῖς· δέχεσθε νὰ γίνῃ τοῦτο;
§232Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ διαγραφῇ τὸ τελευταῖον μέρος τῆς πρώτης παραγράφου κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται ποινὴ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου ͵ΔΛʹ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε καθυστερήσει ὁ ὑπόχρεος ἐργοδότης τὴν πληρωμήν. Θὰ λάβητε, ὑποθέτω, ὑπ’ ὄψιν ὅτι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἀδυναμία πληρωμῆς. Τὸ νὰ δώσωμεν προνόμιον εἰς ἐγγραφὴν ὑποθήκης κατὰ τοῦ ἀδυνατοῦντος νὰ πληρώσῃ μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἄδικον. Ἐπίσης ἡ τροποποίησις ἡ ὁποία πρόκειται νὰ γίνῃ ἐπὶ ἀδικαιολογήτου καθυστερήσεως δὲν εἶναι ὀρθή, διότι θ’ ἀφήσωμεν εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ δικαστοῦ νὰ κρίνῃ ἂν ὑπάρχει ἢ ὄχι ἀδυναμία πληρωμῆς. Τώρα δύναται ὁ ἐργάτης ἔχων τὴν τελεσιδικίαν τῆς ἀποφάσεώς του νὰ ἐκτελέσῃ ταύτην, προστατευόμενος ὑπὸ τοῦ νόμου περὶ ἐκτελέσεως. Ὥστε χρηματικὴ ποινὴ δι’ ἀδυναμίαν ἐκτελέσεως μοὶ φαίνεται ὅτι διὰ τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι ὑποχρεωτική.
§233Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τί ποινὴ εἶναι;
§234Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. 10 ἕως 50 δραχ. πρόστιμον.
§235Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχύει σήμερον ὁ νόμος ͵ΔΛʹ, ὅστις λέγει τὰ ἑξῆς· ὅτι ὁ ἐργοδότης πρέπει νὰ πληρώνῃ τοὺς ἐργάτας κατὰ δεκαπενθήμερον. Δὲν ἔχει; Ἂς σταματήσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ. Ἂν δὲ δὲν πληρώσῃ τὸν ἐργάτην ἐντὸς 15 ἡμερῶν, τῷ ἐπιβάλλεται πρόστιμον. Ποία δ’ εἶναι ἡ ἀποζημίωσις τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ; Ἓν ποσοστὸν τοῦ ἡμερομισθίου, τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ. Δὲν λέγει δ’ ὅτι, ἂν δὲν τὸν πληρώσῃς ἀμέσως μετὰ τὸ ἀτύχημα, τότε θὰ ὑποστῇς τὴν ποινὴν τοῦ προστίμου, ἀλλ’ ὅτι, ἂν τελεσιδίκως ἐπιδικασθῇς καὶ δὲν τὸν πληρώσῃς, σημαίνει ὅτι θὰ ἔχῃς πτωχεύσει. Ἐπειδὴ ὅμως ὁ κ. Βουλευτὴς ἐφοβήθη ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις ἀνωτέρας ἀδυναμίας καὶ ὄχι δυστροπίας, προτείνω νὰ θέσωμεν «ἐν περιπτώσει ἀδικαιολογήτου καθυστερήσεως». Λέγω τώρα ὅτι ὁ δικαστὴς θὰ κρίνῃ τὴν περίπτωσιν, Καθ’ ἣν ὥραν ἐκδοθῇ μία ἀπόφασις καὶ ἐγγραφῇ μία ὑποθήκη, ἂν δὲν ἔχῃ νὰ πληρώσῃ, θὰ κηρυχθῇ εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως ἢ θὰ γίνῃ εἷς συμβιβασμὸς νὰ χάσῃ τὰ ἡμίση.
§236Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ὁ νόμος ΔΛʹ καθιεροῖ τὰς ποινὰς ἐκείνας διὰ τὸν ἐργοδότην ὁ ὁποῖος κατὰ Σάββατον δὲν πληρώνει τοὺς ἐργάτας, ἀλλ’ ὁ ἐργοδότης αὐτὸς δὲν εἶναι εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν μὲ τὸν ἐργοδότην ὁ ὁποῖος μίαν πρωΐαν εὑρίσκει δύο ἐργάτας αὐτοῦ κατακειμένους χαμαί. Ὁ ἐργοδότης δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ τοιαύτην ἀποζημίωσιν, δὲν εἶναι Ἑταιρεία τῶν μεταλλουργείων Λαυρείου.
§237Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν διάταξιν αὐτὴν τροποποιῶ· τὸ «ἀδικαιολογήτως» ἀντικαθίσταται. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6).
§238Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν βλέπω διατί αὐτὴ ἡ ἀπαγόρευσις· «οὐδὲν δικαίωμα ἔχει μετὰ τὸ ἀτύχημα ἡ σύζυγος τοῦ παθόντος».
§239Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο ὁρίζει ὁ νόμος.
§240Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν εἶναι δίκαιον αὐτό. Ὑποθέσατε ἕνα τοῦ ὁποίου ἀπεκόπησαν οἱ πόδες· πρέπει νὰ καθιερωθῇ τρόπος τις διὰ νὰ προλαμβάνηται ἡ δυστυχία τῶν τοιούτων ἀνθρώπων.
§241Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Εἶδον ἓν μέρος τοῦ ἄρθρου τὸ ὁποῖον δὲν συμμορφοῦται πρὸς τὰς γενικὰς ἀρχάς, ὅτι δηλαδή, ἂν ὁ παθὼν δὲν κατέλιπε κληρονόμους, ἡ ἀποζημίωσις περιέρχεται εἰς τὸ Δημόσιον.
§242Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως, διότι ἄλλως ἤθελε τὴν λάβει δι’ ἑαυτὸν ὁ ἐργοδότης. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μία διόρθωσις. Μετὰ τὸ 2 ἐπακολουθεῖ αʹ παράγραφος, πρώτη περίπτωσις, ἂν ὁ παθὼν κατέλιπε νόμιμα ἢ ἀνεγνωρισμένα ἢ φυσικὰ τέκνα κτλ.· δευτέρα περίπτωσις, ἂν δὲν κατέλιπε τοὺς κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον κατιόντας ἢ ἂν δὲν κατέλιπεν ἀνιόντας ἢ κατιόντας, κατέλιπεν ὅμως ἀδελφοὺς κλπ. Ἡ τελευταία αὕτη περίπτωσις νὰ τεθῇ ὑπὸ τὸ στοιχεῖον γʹ καὶ τὸ γʹ νὰ γίνῃ δʹ. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 6, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§243Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 7 νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ εἰς δευτέραν παράγραφον ἡ ἑξῆς διάταξις ἡ ὁποία εἶναι διατετυπωμένη περίπου ὡς ἡ τοῦ Γαλλικοῦ· «δικαιοῦται ὅμως ὁ εἰς ἀποζημίωσιν ὑπόχρεος νὰ διορίσῃ δι’ ἁπλῆς ἐπιστολῆς θεωρουμένης ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου ἰατρὸν ὅστις ἐπισκέπτεται καθ’ ἑβδομάδα τὸν παθόντα ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ θεράποντος ἰατροῦ, εἰδοποιουμένου πρὸς τοῦτο πρὸ μιᾶς ἡμέρας διὰ συστημένης ἐπιστολῆς. Ἂν ὁ παθὼν ἀρνῆται νὰ δεχθῇ τὴν ἐπίσκεψιν, ὁ εἰρηνοδίκης δι’ ἀποφάσεως διατάσσει τὴν ἀναστολὴν τῆς πληρωμῆς τῆς ἀποζημιώσεως καὶ τῆς νοσηλείας. Ἂν οἱ ἰατροὶ διαφωνήσωσιν, ἀποφαίνεται ὁ εἰρηνοδίκης διατάσσων ἐν ἀνάγκῃ πραγματογνωμοσύνην. Ἡ διάταξις τίθεται, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἀφοῦ τῷ δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ, ὡς εἶναι φυσικόν, τὸν ἰατρὸν τὸν ὁποῖον θέλει διὰ νὰ τὸν θεραπεύσῃ, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον. Παρέχομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπόχρεον νὰ προσαγάγῃ ἴδιον ἰατρὸν καὶ ἂν διαφωνήσωσιν οἱ δύο ἰατροί, τότε δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν εἰρηνοδίκην ν’ ἀποφανθῇ καὶ ἐν ἀνάγκῃ νὰ διατάξῃ καὶ πραγματογνωμοσύνην. Τώρα ὑπῆρξε μία παρατήρησις νὰ περιορισθῇ ἡ θεραπεία δι’ ὡρισμένον χρόνον. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπου ὑπάρχουσιν αἱ ἀρχαὶ αὗται, δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη διάταξις. Ἡμεῖς ὡρίσαμεν εἰς δύο ἔτη τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν πρέπει νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις καὶ διὰ νὰ εἴμεθα σύμφωνοι ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ δικαίωμα πρὸς νοσηλείαν δὲν ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀνώτερον τῶν δύο ἐτῶν. Εἰς ἄλλα μέρη ὑπάρχουσιν ἰατροὶ τοὺς ὁποίους μισθοδοτεῖ ὁ δῆμος καὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι καὶ τὸ μεσονύκτιον ἂν ζητηθῶσι νὰ μεταβῶσιν. Ἐνταῦθα δὲν ἐφθάσαμεν ἀκόμη εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον· ἔχει ἀνάγκην λοιπὸν ὁ παθὼν νὰ πληρώνῃ ἰατρόν, ἀλλὰ καὶ τ’ ἄλλα ἔξοδα. Ἐγὼ γνωρίζω τραυματίαν ὁ ὁποῖος συνέπεσε νὰ εἶναι συμπολίτης μου καὶ ἐτραυματίσθη κατὰ λάθος, εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ διαρκέσῃ ἡ νοσηλεία του ἐπὶ 6–8 μῆνας. Λοιπὸν θ’ ἀπαλειφθῇ τὸ γʹ ἐδάφιον καὶ θὰ τεθῇ (ἀναγινώσκει)· «ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει τὰ ἰατρικὰ φαρμακευτικὰ ἔξοδα καὶ ἔξοδα νοσηλείας δύνανται νὰ ὑπερβῶσι τὰς 6 δραχμὰς ἡμερησίως».
§244Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αὐτὴ ἡ ἀποζημίωσις θὰ δίδηται;
§245Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην νοσηλείας· θὰ τῷ δίδηται τὸ ἥμισυ τοῦ μισθοῦ διὰ νὰ ζήσῃ.
§246Μ. ΝΕΓΡΟΠΟΝΤΗΣ. Ἂν δὲν ὁρίσωμεν τὸ ποσόν, ὑπάρχει κίνδυνος μὴ τὰ ἔξοδα νοσηλείας γίνωσι πολὺ περισσότερα ἀπὸ τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ λάβῃ ὁ παθών. Δύναται ἡ ἀσθένεια νὰ διαρκέσῃ ἓν ἔτος· πρὸς 6 δραχμὰς ἡμερησίως φθάνομεν εἰς τὰς 4000.
§247Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ πληρώσῃ 6000.
§248Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ ὁρισθῇ τὸ ποσόν. Ἑκατὸν θέλουσιν οἱ Γάλλοι· θέσατε πεντακοσίας.
§249Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖ ἡ δημοσία περίθαλψις εἶναι τελείως ὠργανωμένη.
§250Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ποίαν ἐγγύησιν παρέχει εἰς τὸν παθόντα ἐργάτην ἡ διάταξις τῆς βʹ § τοῦ ἄρθρου 7 καθ’ ἣν ὁ παθὼν δύναται ὁ ἴδιος νὰ ἐκλέξῃ τὸν ἰατρόν του καὶ τὸν φαρμακοποιόν; Καὶ ἐξηγοῦμαι· ὁ ἐργοδότης καὶ ὁ κύριος τῆς ἐπιχειρήσεως ἔχει πᾶν συμφέρον ὅπως ὁ ἐργάτης αὐτοῦ θεραπευθῇ καὶ ἑπομένως ἔχει συμφέρον ν’ ἀποστείλῃ εἰδικὸν ἰατρὸν καὶ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτὸν πάντα τ’ ἀπαιτούμενα φάρμακα, θὰ ἤθελον ὅμως νὰ προστεθῇ ὅτι δύναται ὁ ἐργοδότης ν’ ἀποστείλῃ ἰατρόν, ἐν περιπτώσει δὲ διαφωνίας μὲ τὸν θεράποντα ἰατρὸν ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ εἰρηνοδίκης νὰ ζητήσῃ πραγματογνωμοσύνην, καὶ ἀντιστρόφως νὰ λεχθῇ ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει ὁ παθὼν ἐργάτης νομίζει ὅτι ὁ ἰατρὸς τοῦ ἐπιχειρηματίου παρὰ πᾶσαν τὴν ἀσθένειαν αὐτοῦ λέγει ὅτι εἶναι ἱκανὸς ν’ ἀναλάβῃ ἐργασίαν τότε, ἐφ’ ὅσον δ’ ὁ παθὼν νομίζει ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀναλάβῃ ἐργασίαν, νὰ δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ ἰατρὸν καὶ ἐν διαφωνίᾳ τῶν ἰατρῶν νὰ ζητῇ ὁ εἰρηνοδίκης πραγματογνωμοσύνην. Οὕτω νομίζω ὅτι ἡ θεραπεία θὰ εἶναι μᾶλλον ἐνδελεχὴς καὶ δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν τὰ ἔξοδα τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὸ ἥμισυ ἐφ’ ὅσον ὁ ἐπιχειρηματίας θὰ εἶχεν ἰατρόν.
§251Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς διατάξεως; Εἴπετε ὅτι ὁ ἐργοδότης ἔχει πᾶν συμφέρον νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ ταχύτερον ὁ ἐργάτης τὴν ἐργασίαν του καὶ πᾶν συμφέρον νὰ παραστήσῃ ὅτι ἐθεραπεύθη καὶ νὰ τὸν ὠθήσῃ πρὸς ἐργασίαν καὶ ἂν δὲν ἐθεραπεύθη, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σχέσις καθαρᾶς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἀσθενοῦς πρὸς τὸν ἰατρὸν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν στερήσητε τοῦ ἰατροῦ; (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7).
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§253Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 8, ὅπου ἡ φράσις «ἀλληλεγγύως καὶ εἰς ὁλόκληρον» νὰ λείψῃ τὸ «εἰς ὁλόκληρον».
§254Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ...
§255Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς θέλετε νὰ τεθῇ;
§256Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Δικαίου.
§257Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς τεθῇ οὕτω, κύριε Πρόεδρε.
§258Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἂν ἐξάγεται σαφῶς, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὸ βλέπω, ἂν δηλονότι οἱ ἐργάται οἱ χρησιμοποιούμενοι ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἔχουσιν ἀπέναντι αὐτοῦ τὰ αὐτὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀπέναντι τῶν ἰδιωτῶν.
§259Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει ἄλλο ἄρθρον, τὸ ἄρθρον 2.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§261Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Θὰ ἤθελον μίαν ἐξήγησιν. Πῶς ἐννοεῖται ἡ φράσις «ἂν συντρέχῃ ἡ ἀπαίτησις»;
§262Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς προχωρήσωμεν, κύριε Πρόεδρε εἰς τὸ ἄρθρον 10 καὶ ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 9.
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§264Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ «τὴν πατρίδα τοῦ παθόντος», θὰ τεθῇ «τὸν τόπον τῆς καταγωγῆς».
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§266Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ τῶν λέξεων «ἡ διάταξις» θὰ τεθῇ «ἡ πᾶσα ἄλλη διάταξις».
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν τὸ ἄρθρον 12). Ἄρθρον 13 (ἀναγινώσκεται).
§268Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ θὰ τεθῇ «αἱ ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νόμου ἀπορρέουσαι ἀγωγαὶ ὑπάγονται ἀνεξαρτήτως ποσοῦ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα....
§269Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πῶς διετυπώσατε τὸ πλησιέστερον;
§270Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. «ἢ πρὸς τὸ μέρος ὅπου»
§271Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ τεθῇ «ἢ τοῦ τόπου».
§272Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς τεθῇ αὐτό.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§274Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ θὰ τεθῇ «ἀντικειμένη ἀμέσως ἢ ἐμμέσως».
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§276Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ πρέπει νὰ τεθῇ ὡς δευτέρα παράγραφος τὸ ἑξῆς: «Τὰ πληρεξούσια, τὰ ἐπιδοτήρια, τὰ ἀντίγραφα, τὰ ἐξοφλητήρια, ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 7 ἐπιστολὴ καὶ βεβαίωσις, αἱ ἀποφάσεις καὶ τὰ παντὸς εἴδους διαδικαστικὰ ἢ ἐκτελέσεως ἢ ἄλλα, συνεπείᾳ τοῦ παρόντος νόμου, συντασσόμενα ἔγγραφα γράφονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου καὶ δὲν ὑποβάλλονται εἰς ἄλλο τι τέλος»· διότι ἄλλως τρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἐξαντλήσωμεν ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως.
§277Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅλη ἡ διαδικασία.
§278Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως.
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται.) Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀναγνωσθεῖσα ἤδη ὑπ’ αὐτοῦ.
§280Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον νὰ μάθω ποία διατύπωσις θὰ δοθῇ, διότι ἄλλως ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ ἄλλως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§281Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἐδήλωσα ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς τροποποιήσεως ταύτης.
§282ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§283Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ θὰ τεθῇ ἡ κοινὴ παραγραφὴ καὶ ὄχι ἡ παραγραφὴ τῆς τριακονταετίας.
§284Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει μία τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ἑξῆς· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἔκρινε δίκαιον αἱ διατάξεις τοῦ νόμου τούτου νὰ ἐπεκταθῶσιν εἰς χρόνον τινὰ πρὸ τῆς ψηφίσεώς του, ἐφ’ ὅσον τοὐλάχιστον χρόνον ἔχει ὑποβληθῆ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν, ἤτοι πρὸ ἑνὸς ἔτους. Θὰ εἶναι ἄδικον ἐργάται οἱ ὁποῖοι ἔπαθον ὀλίγον χρόνον πρὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ νόμου τούτου νὰ εὑρίσκωνται ἐν ἥσσονι μοίρᾳ ἄλλων ἐργατῶν οἱ ὁποῖοι θὰ πάθωσι μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἤτοι μετ’ ὀλίγον χρόνον, καὶ οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρίσκωνται ἐν πλεονεκτικῇ μοίρᾳ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τόσου ὀλίγου χρόνου ἀναδρομήν.
§285Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἄν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν περισσοτέρου χρόνου ἀναδρομὴν ὡς πρὸς τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου τούτου, τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἥν κατετέθη τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ πρέπει νὰ ἰσχύσῃ οὗτος.
§286Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο.
§287Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐν περιπτώσει ἀδικήματος πρὸς ἀγωγὴν τῆς δίκης, ἵνα μὴ ἀπαιτῶνται ὅσα ἀπαιτοῦνται ὑπὸ τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§288Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν περιπτώσει ἀδικήματος ὑπάγονται τότε εἰς τὰς διατάξεις τῆς Ποινικῆς Δικονομίας.
§289Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ μεταβάλητε τὴν διαδικασίαν.
§290Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ κάμω μεταβολὴν τότε τῶν διατάξεων τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, ἀλλ’ αὗται εἶναι διατάξεις αἱ ὁποῖαι ἀνάγονται εἰς ἄλλην σφαῖραν καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§291Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ καὶ κάποια διάταξις ἰσχύος ἀναδρομικῆς ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἀτυχήματα τὰ εἰς τὸ παρελθὸν ἀναλογιζόμενα. Διότι, ἂν ἡ ἀρχὴ ἡ καθιερουμένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀληθής, δὲν ἕπεται ὅτι ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου εἶναι μόνον ἀληθής. Νὰ προσθέσωμεν λοιπὸν ὅτι οἱ πρὸ ἑνὸς ἔτους ἢ πρὸ ἓξ μηνῶν ἔχοντες ὑποστῆ ἀτύχημα δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον τοῦτον, τὸν ὁποῖον δὲν ἀποκλείει τὸ κοινὸν δίκαιον. Ἀφοῦ δύναται νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του, διατί δὲν δίδομεν αὐτῷ δικαίωμα, ἵνα παραιτηθῇ τῆς ἀπαιτήσεως τὴν ὁποίαν ἔχει ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων; Δὲν βλέπω κατὰ τί ἀνατρέπονται αἱ ἀρχαὶ τοῦ δικαίου, ἂν δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ἐργάτας παθόντας ἐν τῇ ἐργασίᾳ κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον σήμερον συζητοῦμεν, ἀφοῦ ἤδη τὸ πρᾶγμα ἐγένετο, νὰ δώσωμεν ἑνὸς ἔτους ἀναδρομικὴν δύναμιν, ὥστε ὅσοι ἔπαθον κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ νὰ δυνηθῶσι νὰ ὑπαχθῶσιν, ἂν θέλωσιν, εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου καὶ νὰ ἐπωφεληθῶσιν αὐτῶν. Τί τὸ ἄτοπον καὶ ἀντικανονικὸν εὑρίσκετε εἰς τὴν πρότασιν ταύτην; Λοιπὸν εὑρίσκω τοῦτο, ὅτι εἶναι μία εὐκολία ἣν δὲν πρέπει ν’ ἀρνηθῶμεν.
§292Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι μία εὐκολία, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον ὁ ἐργάτης νὰ εἶναι εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ ἐξακολουθῇ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐκκρεμὴς ὑπόθεσις δυνάμεθα νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἐργάτην τὸ δικαίωμα, ἐὰν θέλῃ, νὰ καταφύγῃ εἰς αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ὀλιγοδαπανωτέρα καὶ συντομωτέρα.
§293Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις μοὶ εἶναι συμπαθής, ἀλλ’ ὑπάρχουσι πολλὰ πράγματα τὰ ὁποῖα εἶναι συμπαθῆ, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τὰ υἱοθετῇ κανείς, διότι αὕτη θ’ ἀπετέλει εὐεργέτημα διὰ τὰς πράξεις τὰς πρὸ τοῦ νόμου.
§294Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Διὰ ν’ ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ θεωρία τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζουσιν οἱ κ. συνάδελφοι δὲν εἶναι παράδοξος, λέγω τοῦτο, ὅτι ἐν Γαλλίᾳ ἀνεφύη τὸ ζήτημα ἂν τὰ πρὸ τοῦ νόμου συναφθέντα ἀσφαλιστικὰ συμβόλαια ἠδύναντο νὰ προσβληθῶσι, καὶ ἐλύθη τὸ ζήτημα ὅτι ἠδύναντο νὰ καταγγελθῶσι.
§295Θ. ΠΑΠΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τουλάχιστον τὸ διαδικαστικὸν μέρος νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ νέου νόμου.
§296Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀπὸ τὸν νόμον, διότι εἶναι δικονομικὴ διάταξις.
§297Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν ποίαν προθεσμίαν θέτει ὁ κ. Ὑπουργός;
§298Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καμμίαν προθεσμίαν· ἄλλως τε αὐτὸ εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον δὲν προβλέπεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 17).
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ 9.
§300Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐδώκατε δικαίωμα νὰ ἐγγράψωσιν ὑποθήκην. Ἡ βιομηχανία καὶ τὸ ἐμπόριον, κύριε Πρόεδρε, στηρίζονται ἐπὶ τῆς καλῆς πίστεως, οὐδεὶς δὲ ἔμπορος θὰ τολμήσῃ νὰ χάσῃ τὴν πίστιν του ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας λειτουργεῖ ὁλόκληρος ἡ βιομηχανική του ἐγκατάστασις ἢ αἱ ἐμπορικαί του πράξεις. Διατί; Διὰ νὰ προλάβῃ τὴν τυχὸν μέλλουσαν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ, ὅταν εἷς ἐργάτης του ἐκ τοῦ σφάλματος αὐτοῦ ἢ τοῦ σφάλματος τοῦ ἰδίου ἐργάτου πάθῃ. Οὐδεὶς ἔμπορος ἢ βιομήχανος θὰ τολμήσῃ τοιαύτην δολοφόνον πρᾶξιν κατὰ τῆς πίστεως του νὰ ἐνεργήσῃ, διότι δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ προσβάλλει τὸ οἰκονομικὸν κεφάλαιον. Ἐπίσης δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ἔμπορος νὰ θελήσῃ χάριν αὐτοῦ καὶ μόνου τοῦ λόγου ἐκτὸς τῆς τυχὸν ὑποθήκης ὑπὲρ τῆς συζύγου του, ἡ ὁποία εἶναι καὶ ἡ μόνη ἀπρόσβλητος, διότι πᾶσαι αἱ ἄλλαι προσβάλλονται καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι ὅταν εἶναι εἰκονικαὶ εὐκολώτατα δύνανται νὰ πέσωσι δι’ ἕνα τρίτον, δὲν θὰ ὑποτεθῇ, λέγω, ποτὲ ὅτι εἷς ἔμπορος θὰ ἐκθέσῃ τὸν βίον του τὸν οἰκονομικόν, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐτόχρημα ὁ φυσικός του βίος, διὰ νὰ προνοήσῃ ὑπὲρ μιᾶς συμπτώσεως, ἡ ὁποία μίαν φορὰν εἰς τὸν βίον του θὰ τῷ συμβῇ. Δὲν γνωρίζω τὴν περίστασιν τὴν ὁποίαν λέγει ὁ Κύριος. Ἐγὼ εἶμαι διατεθειμένος νὰ τὸν πιστεύσω, ὅταν μοὶ εἴπῃ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ δύο ἢ τρεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐκόπησαν, διότι, ὅταν λέγωμέν τι ἡμεῖς, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι τοῦτο ἰσχυρισμὸς τὸν ὁποῖον ἀξιοῦμεν ἡμεῖς νὰ γίνῃ δεκτὸς παρ’ ἄλλων. Τὸ γεγονός, κύριε Πρόεδρε, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προηγῆται τῆς καλῇ πίστει κτωμένης ὑποθήκης πηγάζει ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπαλλοτριώσῃ κανεὶς ἢ μᾶλλον νὰ δημεύσῃ περιουσίαν τρίτου· διότι, ὅταν ἐξαιρέσωμεν τὰς εἰκονικὰς ὑποθήκας αἱ ὁποῖαι δὲν ἀναγνωρίζονται, διὰ τὰς ὁποίας εἴπομεν ὅτι ὑπάρχουσιν ὡρισμένοι λόγοι σπουδαῖοι, πᾶσαι αἱ ἄλλαι εἶναι καλῆς πίστεως, δηλαδὴ συνεπείᾳ δανείων ἀληθῶν. Ἄν λοιπὸν ἐκ μιᾶς οἱασδήποτε συμπτώσεως καταβάλλῃ τὸ ποσὸν τοῦτο τὸ ὁποῖον θὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ἐργοδότης νὰ καταβάλῃ εἰς ἐργάτας παθόντας ἐξ ἀμελείας, παθόντας ἐκ βαρέος πταίσματος, τί θὰ συμβῇ; Τρίτοι καλῆς πίστεως ἄνθρωποι, δανείσαντες τὰ χρήματά των πρὸς προαγωγὴν τῆς ἐργασίας, πρὸς προαγωγὴν τῆς βιομηχανίας, διὰ νὰ διευκολύνωσιν αὐτὸν τοῦτον τὸν ἐργάτην, διότι ἔχει ἀνάγκην ἐργασίας, θὰ χάσωσιν. Εἶναι δίκαιον; Κατὰ τίνα λόγον; Δὲν γνωρίζω ἂν ἰσχύει ἀλλαχοῦ· ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ εἴμεθα εἰς θέσιν ν’ ἀντιλαμβανώμεθα τόσον ἁπλᾶ πράγματα καὶ νὰ θεσπίζωμεν αὐτὰ κατὰ τὴν ἰδίαν ἀντίληψιν περὶ δικαίου, τὴν ὁποίαν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν. Νομίζω, κ. Πρόεδρε, ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ τῷ δοθῇ δικαίωμα ἐγγραφῆς ὑποθήκης, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς βεβαιώσεως τὴν ὁποίαν εἶναι ὑποχρεωμένος αὐτὸς ὁ ἐργοδότης εἰς ὃν συνέβη τὸ ἀτύχημα ν’ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην τὸ γεγονὸς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς πιστοποιητικοῦ τοῦ εἰρηνοδίκου νὰ ἐγγράψῃ τὴν ὑποθήκην, διὰ νὰ γνωρίζωσι καὶ οἱ τρίτοι καὶ αὐτὸς ὁ ἐργοδότης πρὸς τίνα ἔχει νὰ συναλλαχθῇ τέλος πάντων, καὶ δὲν ἀπόλλυται ἡ πίστις — τὸ ὁποῖον εἶναι τραῦμα οὐσιωδέστατον, σπουδαιότατον κατὰ τῆς βιομηχανίας. Αὐτὸ νομίζω, κ. Ὑπουργέ, ὀρθόν.
§301Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἡ διάταξις, Κύριοι, ἰσχύει καὶ ἀλλαχοῦ.
§302Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ποῦ;
§303Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Γαλλίᾳ.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἡμεῖς προνόμιον νεώτερον.
§305Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀπαιτήσεως περιωρισμένης κατὰ ποσόν, πρόκειται ἴσως περὶ ἰατρικῶν ἢ ἄλλων ποσῶν, τὰ ὁποῖα καὶ σήμερον ἔχουσι προνόμιον. Οἱ γνωρίζοντες τὴν διαδικασίαν τῶν δικῶν καὶ ἰδίᾳ τῆς ἀποδείξεως ἀπ’ αὐτὴν τὴν λέξιν τοῦ βάρους τῆς ἀποδείξεως δὲν δύνανται νὰ ἐλπίζωσι πολλὰ πράγματα. Μετὰ τὸ πέρας τῆς δίκης δικαιοῦται ὁ ἐργάτης νὰ προβῇ εἰς πλειστηριασμόν, ἀλλά, ἀφοῦ προβῇ εἰς πλειστηριασμόν, νὰ ζητῶμεν νὰ προβῇ εἰς ἄλλην δίκην διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὴν εἰκονικότητα, εἶναι πολύ. Ἀλλὰ λέγουσιν ὁ τρίτος ὁ ἀτυχής; Σᾶς εἶπον ὅμως ὅτι πάντα τὰ ζητήματα αὐτὰ θὰ λυθῶσι διὰ τῶν ἀσφαλειῶν· σᾶς βεβαιῶ ὅτι ὅπως συνέβη εἰς ἄλλα μέρη, τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεγαλυτέραν πεῖραν ἀπὸ ἡμᾶς, θὰ συμβῇ καὶ εἰς ἡμᾶς· θὰ εἶναι δὲ τοῦτο ἓν σπουδαῖον ἐξαναγκαστικὸν μέσον, ἵνα γίνωνται ἀσφάλειαι. Ὅταν πρόκειται νὰ δανείσω τινά, ἡ πρώτη μου φροντὶς εἶναι νὰ ἴδω ἂν ἔχει συνάψει συμβόλαιον ἀσφαλείας μὲ μίαν Ἑταιρείαν ἀσφαλίζουσαν αὐτὸν κατὰ πάσης ἐξ ἐργατικοῦ ἀτυχήματος ζημίας. Δὲν πρέπει δὲ νὰ μᾶς φαίνωνται ὄνειρα, Κύριοι, αὐτά. Δὲν εἶναι τόσον δύσκολα πράγματα. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ δεχθῶμεν ὅτι αὐτὸ τὸ πρὸς ἀποζημίωσιν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον περιωρίσαμεν κατὰ ποσὸν καὶ χρόνον, τὸ ἐξαναγκάζομεν νὰ μείνῃ ἀπραγματοποίητον, ἀπέναντι μιᾶς ὑποθήκης λ.χ. προικῴας, ἢ ἐξαναγκάζομεν τὸν ἀτυχήσαντα νὰ κάμῃ μίαν δίκην νεωτέραν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς εἰκονικότητος ὑποθηκῶν δολίως ἐγγραφεισῶν. Προτιμότερον θὰ ἦτο νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐργάτας ὅτι δὲν δίδομεν τίποτε καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἰσχῦον δίκαιον.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 18 (ἀναγινώσκεται).
§307Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ εἶναι «ἐφ’ ὅσον τὰ ταμεῖα ταῦτα χορηγοῦσι σύνταξιν».
§308ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18, ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 19 (ἀναγινώσκεται).
§309Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 2, κ. Ὑπουργέ, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη, ἐξομοιοῦμεν τὸ Δημόσιον πρὸς πάντα ἐργοδότην καὶ ὑποβάλλομεν αὐτὸ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἤδη διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΡΔʹ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1905 ὑπεχρεώθησαν οἱ ἐργάται ν’ ἀφήνωσι 3% κατὰ τὸ ἄρθρον 10 εἰς τὸ Ταμιευτήριον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς ἀποταμίευμα, διὰ νὰ τοῖς δοθῇ ὡς χορήγημα ἐν περιπτώσει ἀσθενείας, ἀνικανότητος κτλ. Νομίζω ὀρθὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἐνταῦθα ἡ τροπολογία τῆς Ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν καταργοῦνται αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ͵ΓΡΔʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3104) περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου, αἱ ἀφορῶσαι εἰς τὰς ἀποζημιώσεις ἐπὶ ἀτυχημάτων, διαγραφομένων μὲν ἐκ τῆς αʹ § τῶν λέξεων «δυστυχήματος ἤ», ἀντικαθισταμένου δὲ εἰς τὴν βʹ § τοῦ ἀριθμοῦ «3%» διὰ τοῦ «1½%». Τὸ 3% ἐκπροσωπεῖ οἱονεὶ ἀσφάλιστρον διὰ πάντα τὰ εἴδη τῆς ἀνικανότητος τῶν ἐργατῶν καί, ἐπειδὴ τοῦτο ἤδη εἶναι τὸ μᾶλλον βαρύνον ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων τὴν ἀσφάλειαν, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς 1½%.
§310Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ. Ἀτυχῶς ἀπουσιάζει ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργὸς ἐν τῇ δικαιοδοσίᾳ τοῦ ὁποίου ὑπάγεται ὁλόκληρος ἡ πρόνοια περὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου.
§311ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19...
§312Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τεθῇ (ἀναγινώσκει)· «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ 1 Φεβρουαρίου 1915», διὰ νὰ δοθῇ καιρὸς ἐν τῷ μεταξύ.
§313ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 19, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Ὁ βουλευτὴς κ. Μιχ. Ι. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ, ͵ΓΩΚΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Πανεπιστημίου, ͵ΓΡΞϚʹ καὶ 221 περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου ἐγγραφῆς κτλ. τῶν φοιτητῶν». Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων δενδροστοιχιῶν καὶ κήπων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς· Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Πολυχρονιάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συμπληρώσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τοῦ ΔΝΖʹ νόμου τῆς 10 Φεβρουαρίου περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων». Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως, μεθ’ ὃ συναινέσει τῆς Βουλῆς ὁ κ. Πρόεδρος ἔλυσε τὴν συνεδρίασιν ὥρᾳ 12, 55′ μ. μ.)