1914.11.24
5,220 rows · 39,393 words · 309 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55
Τῆς 24ης Νοεμβρίου 1914.
(Δευτέρα, ὥρα 5.10′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ὁ λαὸς τοῦ τέως δήμου Τανίας παρακαλεῖ ὅπως ἀποπερατωθῇ ἡ ἁμαξιτὸς ὁδὸς Καστρίου–Τεγέας· Οἱ κάτοικοι Λίμνης διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ Δ. Παππαστράτη ὡς παραπλανήσαντος τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ καταλαβόντος τὸ μεταλλεῖον Εὐβοίας· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἁγιάσσου Λέσβου διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ μὴ ἀναγνωρίζοντος προηγουμένας ὑπηρεσίας διδασκάλων· Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Ἁγίου Ἠλία τῆς Λευκάδος παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὰς ἐκ τοῦ σεισμοῦ καταστροφάς· Οἱ ὑπάλληλοι, τεχνῖται καὶ ἐργάται τῶν Μεταλλουργείων Λαυρείου παρακαλοῦσιν ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ αἴτησις τῶν ἐργατῶν Λαυρείου περὶ παροχῆς συντάξεως· Ὁ Σύνδεσμος τῶν τεχνιτῶν μεταλλουργῶν Λαυρείου παρακαλεῖ ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ αἴτησις τῶν ἐργατῶν Λαυρείου περὶ παροχῆς συντάξεως· Τὸ Σωματεῖον τῶν ἐργατῶν μεταλλευτῶν Λαυρείου παρακαλεῖ ὅπως ὑποστηριχθῇ ἡ αἴτησις τῶν ἐργατῶν Λαυρείου περὶ παροχῆς συντάξεως· Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διαβιβάζει αἴτησιν τοῦ ἐν Ἀθήναις εἰσαγγελέως τῶν Ἐφετῶν πρὸς ποινικὴν καταδίωξιν τῶν βουλευτῶν κ. Λ. Νάκου καὶ Β. Κυρέλλου. Ἡ αἴτησις παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1 «Περὶ συνομολογήσεως δανείου ὑπὸ τοῦ δήμου Θεσσαλονίκης»· 2 «Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΨΞϚʹ «περὶ διανομῆς τῆς ἐπαρχιακῆς περιουσίας Λευκάδος»· καὶ 3 «Περὶ ἀφομοιώσεως τῶν παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει Κρήτης ὑπαλλήλων πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ παλαιοῦ βασιλείου»· Ὁ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας κ. Ὑπουργὸς ὑποβάλλει νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΩϚʹ περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου ἐν τῇ κωμοπόλει Ἀμφιλοχίᾳ.» Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν τέως δήμων Τευθρώνης καὶ Λαγείας τῆς ἐπαρχίας Γυθείου.
§2Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῶν τέως αὐτῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Γυθείου ἀπευθύνεται πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ δῆμοι οὗτοι κεῖνται ἐν τῷ ἀκροτάτῳ σημείῳ τῆς ἐπαρχίας καὶ στεροῦνται ὁδῶν, ὅπως συγκοινωνήσωσι μετὰ τῆς ἕδρας τοῦ Εἰρηνοδικείου· εἶναι ἑπομένως ἠναγκασμένοι οἱ κάτοικοι αὐτῶν διὰ τὴν ἐλαχίστην πολιτικὴν διαφοράν, διὰ τὴν ἐλαχίστην πταισματικὴν παράβασιν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ πολλὰς ὥρας ἀπέχον Εἰρηνοδικεῖον. Ὑποβάλλω ὅθεν τὴν εὐχὴν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἱδρύσῃ Εἰρηνοδικεῖον διὰ πάντας μὲν αὐτοὺς τοὺς λόγους ἀναγκαιότατον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον σπουδαιότατον, ὅτι θὰ ἔχωσι παρ’ αὐτοῖς διαρκῆ τὴν παραμονὴν δικαστοῦ μετ’ ἀναλόγου ἀστυνομικῆς δυνάμεως, ἥτις θὰ ἐξαλείψῃ καὶ τὸ μικρὸν ὑπόλειμμα τὸ ὁποῖον ἀπομένει ἐκ τῶν ἐπιτοπίων ἐθίμων. Σᾶς βεβαιῶ δ’ ὅτι ἡ σύστασις τοῦ Εἰρηνοδικείου ἐν Κότρωνι δὲν θὰ προσθέσῃ δαπάνας, διότι, παγιουμένης τῆς τάξεως θ’ αὐξήσῃ τὴν κίνησιν τὴν ἐμπορικὴν καὶ τὰς συναλλαγὰς καὶ αἱ εἰσπράξεις θ’ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς δαπάνας. Παρακαλῶ, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§3Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε, ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναβάλλεται ἡ ἐρώτησις τῶν κ. Γ. Βλάχου, Σ. Ἀναστασιάδου, Π. Ἀγγελίδου, Δ. Χατζηγιάννη καὶ Ι. Γκέκα ἐπὶ ἀναφορᾶς ἐπιστράτων ἐπιτηδευματιῶν κατοίκων Λαρίσης, ζητούντων ἀπαλλαγὴν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν τῶν ἐτῶν 1911–1913 ἢ ἄλλως ἀναστολὴν μέχρι τῆς 15 Αὐγούστου 1915. Ὁ κ. Ξηρὸς ἔχει τὸν λόγον, ἵνα καταθέσῃ ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Πλατυστόμου.
§5Ν. ΞΗΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Πλατυστόμου ἀναφέρουσιν ὅτι περὶ τὸ ἔτος 1880 πρὸς δυσμὰς τοῦ χωρίου καὶ ἐντὸς τῆς περιφερείας Πλατυστόμου ἀνεκαλύφθησαν θερμαὶ καὶ ψυχραὶ πηγαὶ ἃς κατέλαβε τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον. Τὸ Δημόσιον κατέλαβεν ἐπίσης καὶ ἔκτασιν ἀκτῖνος 500 μέτρων. Οἱ κάτοικοι παραπονοῦνται διὰ τὴν κατάληψιν τοῦ πέριξ τῶν πηγῶν χώρου, διότι ἀπεστερήθησαν τοῦ ὕδατος δι’ οὗ ἠρδεύοντο οἱ ἀγροί των, οὓς οἱ πρόγονοί των εἶχον δηλώσει ὡς ποτιστικούς, πρὸς δὲ διότι κατεστράφη ἡ κτηνοτροφία ἐκ τῆς ἀποστερήσεως τοῦ χώρου τοῦ καταληφθέντος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου. Ἐξαιτοῦνται ὅπως περιορισθῇ ἡ ἀκτὶς εἰς μέτρα 50. Ἐπίσης πρέπει νὰ παρατηρήσω ὅτι δυνάμει τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2678 τοῦ 1911 ἀστυνομικῆς διατάξεως ἀπηγορεύθη ἐπὶ δεκαετίαν ἡ καλλιέργεια, ἡ ὑλοτομία, ἡ ἐκχέρσωσις καὶ ἡ ἐκκοπὴ παντὸς εἴδους χαμοκλάδων καὶ δένδρων ὡς καὶ τὸ κλάδευμα. Παρακαλῶ ὅπως ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις διὰ τὴν θέσιν Ρόγεκα εἰς ἣν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ βοσκὴ τὴν ἡμέραν μόνον μικρῶν ἢ μεγάλων ζῴων. Ὁροθετηθῇ δὲ ἡ θέσις αὕτη ἀνατολικῶς μὲ Γαβριὴλ Βρύσι, Παππακώστα καὶ Μετερίζι καὶ μεσημβρινῶς μὲ ζυγὸν Καραβογιάννη, Μονοπάτι, Μπέη Χάνδακα, Μπιτσάρα καὶ Ζυμοστάρα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀποσταλῶσιν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Σακκελλαριάδης καὶ ὁ κ. Βρατσᾶνος ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Λέσβου Γεωργίου Καραπαναγιώτου.
§7Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρὸ 8 ἐτῶν ἀκριβῶς ἐγένετο μακροτάτη συζήτησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος ἐν τῇ ἀναφορᾷ ταύτῃ. Ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν κ. Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι οὐδὲν κώλυμα ὑπάρχει ἵνα δοθῶσι διάφορα ἔγγραφα, ἐκ τῶν ὁποίων ἐγγράφων εὑρισκομένων ἐν τῷ Γραφείῳ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπρόκειτο ν’ ἀποδειχθῶσι τὰ στοιχεῖα καὶ ἡ βάσις τῆς ἀγωγῆς τοῦ αἰτοῦντος αὐτά. Ὁ τότε ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἀπέστειλε τὴν δικογραφίαν ὁλόκληρον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα οὗτος θέσῃ ταύτην εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου τοῦ Ὑπουργείου καὶ ὁ δικαστικὸς σύμβουλος τοῦ Ὑπουργείου παραδώσῃ τὰ ζητούμενα ἀντίγραφα. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπεστράφησαν τ’ ἀποσταλέντα ἀντίγραφα ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εὐθὺς δ’ ὁ φάκελος ὁ σχετικὸς ἐκλάπη ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Τώρα ὑπὸ τίνος ἐκλάπη καὶ πῶς ἀπωλέσθη ὁ φάκελος οὐδεὶς δύναται νὰ γνωρίζῃ, πολὺ δὲ περισσότερον δὲν δύναμαι νὰ γνωρίζω ἐγώ. Τὰ δικαιώματα λοιπὸν τοῦ αἰτοῦντος ἀποδεικνύονται ἐκ τῶν ἐγγράφων τῶν ὡς ἀντιγράφων ἐκδοθέντων ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἤδη, ὅτε ἐζήτησα πάλιν νὰ κατατεθῇ ὁ φάκελος, ἐζήτησα πάλιν νὰ δοθῶσιν ἀντίγραφα ἐκ τῶν ἀντιγράφων. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω κατὰ ποῖον τρόπον δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσι ταῦτα καὶ ἂν δὲν ἀφαιρεθῶσι καὶ πάλιν. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς παραπονεῖται ὅτι ἐπὶ 8 ὁλόκληρα ἔτη δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἀντίγραφα ἐγγράφων τὰ ὁποῖα εἶναι δημοσιευμένα ἐν φυλλαδίῳ καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ἀποδεικνύονται τὰ δικαιώματά των. Καὶ δὲν παρέχονται τ’ ἀντίγραφα ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δῆθεν πρόκειται νὰ παραβλαφθῶσι τὰ δημόσια συμφέροντα. Δὲν ζητεῖ ὁ αἰτῶν ἀντίγραφα διπλωματικῶν ἐγγράφων, ἀλλ’ ἀντίγραφα ἐγγράφων ἀνταλλαγέντων μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς Πρεσβείας ἐπὶ ἰδιωτικῶν ὅλως ὑποθέσεων. Ὁ πρώην Ὑπουργὸς κ. Δεληγεώργης ἐχορήγησεν εἰς αὐτὸν ἁπλᾶ ἀντίγραφα, ἀλλὰ δυστυχῶς δι’ αὐτὸν δὲν ἐχορήγησεν ἐπίσημα, ὥστε νὰ δύναται νὰ τὰ χρησιμοποιήσῃ. Ζητεῖ ἤδη τὴν ἔκδοσιν ἐπισήμων ἀντιγράφων, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὰ δικιώματά του. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα διατάξῃ νὰ ἐκδοθῶσι τ’ ἀντίγραφα, διότι εἶναι σκληρὸν καὶ ἄδικον εἰς τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ν’ ἀρνώμεθα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων θ’ ἀποδείξῃ τὰ δικαιώματά του.
§8ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι καθὼς ἐξέθηκεν ὁ κ. Βουλευτὴς τὰ γεγονότα δὲν δύναταί τις νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι αὐτὰ τὰ ἔγγραφα ἐκλάπησαν· φαίνεται ὅτι ἀπωλέσθησαν, ἀλλὰ καὶ τούτου οὕτως ἔχοντος ἑνοῦμαι καὶ ἐγὼ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξαναγκάσῃ τὸν δικαστικὸν σύμβουλον ν’ ἀπαντήσῃ, διότι πρὸ μηνῶν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις εἰς αὐτὸν καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ὑπεμνήσθη περὶ αὐτῆς, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ αἰτοῦντος.
§9Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διαβιβασθῇ ἡ αἴτησις.
§10ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Προχθὲς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπέγραψα ἔγγραφον καὶ ζητῶ τὴν τιμωρίαν τοῦ δικαστικοῦ συμβούλου ἀπὸ τοῦ συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Βρατσᾶνος.
§12Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ συνενώσω καὶ ἐγὼ τὰς παρακλήσεις εἰς τὴν συνένωσιν τῶν παρακλήσεων τοῦ κ. Προέδρου, διὰ νὰ φθάσωμεν τέλος πάντων εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ν. Συριόπουλος, Π. Πολυχρονιάδης καὶ Ι. Βέρροιος συνιστῶσιν ἀναφορὰν τοῦ Ἀλληλοβοηθητικοῦ Συλλόγου Δίδρης, ἥτις διαβιβάζεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§14Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§15Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, διότι τὰ παράπονα εἶναι σπουδαῖα καὶ μὲ μεγάλην πικρίαν διατυποῦνται.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης συνιστᾷ ἀναφορὰν τῆς ἐκ Θεσσαλονίκης χήρας Στ. Ἀθανασιάδου, ἥτις διαβιβάζεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§17Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ χήρα αὕτη, κ. Πρόεδρε, ἐν Θεσσαλονίκῃ διαμένουσα μετ’ ὀρφανοῦ τέκνου ἦτο σύζυγος δημοδιδασκάλου ἐπὶ τριακονταετίαν ὑπηρετήσαντος ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἀποθανόντος δὲ μετὰ τὴν κατάληψιν, ἀλλὰ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νόμου περὶ ἀφομοιώσεως τῶν ὑπαλλήλων, καὶ ζητεῖ, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ τριακονταετὴς ὑπηρεσία τοῦ δημοδιδασκάλου, ὁ ὁποῖος προσήνεγκεν ἐν δειναῖς ἡμέραις διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον ὑπηρεσίας.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γρηγορίου ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἁγίου Πέτρου τῆς Κυνουρίας.
§19Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Οἱ ἀναφερόμενοι συμπολῖταί μου ζητοῦσιν, ὅπως ἀποσπασθῇ ἔκ τινος ἄλλου σχολείου εἷς ἑλληνοδιδάσκαλος, καθόσον ἐκεῖ ὑπηρετεῖ εἷς καὶ μόνος. Εὐχαρίστως ὅμως ἔμαθον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔλαβον τὴν τιμὴν ἐπανειλημμένως νὰ ὑποβάλω παράπονα, ἔλαβε τὴν δέουσαν μέριμναν καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν τοῦτο εἶναι ἀκριβές.
§20Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διωρίσθη ἤδη.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε σκοπεῖ νὰ διατάξῃ εἰρηνοδίκην νὰ μεταβῇ εἰς Ληξούριον καὶ πληρωθῇ ἡ ἀπὸ μηνῶν κενὴ θέσις εἰρηνοδίκου, πρὸς ζημίαν τῶν κατοίκων, οἵτινες παραπονοῦνται».
§22Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὶς ἐτοποθετήθησαν εἰρηνοδίκαι εἰς Ληξούριον· ὁ εἷς μετὰ χρόνον τινὰ ἐδήλωσε παραίτησιν, ὁ δεύτερος ἐπληροφορήθην ὅτι μετέβη καὶ ὡρκίσθη, ἀλλὰ δὲν ἐγκατέστη. Ἐζήτησα πληροφορίας σχετικάς.
§23ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Νὰ τὸν διατάξητε νὰ μεταβῇ, διότι ἀπὸ πολλοῦ εἶναι κενὴ ἡ θέσις.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ποία ἐνέργεια ἐγένετο ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ προέδρου τῆς κοινότητος Ληξουρίου, πρωτοκολληθείσης ἀπὸ 10 Νοεμβρίου ἐ. ἔ. ἐν τῷ λογιστηρίῳ τῆς Χωροφυλακῆς καὶ ἀφορώσης εἰς τὴν ἐπιστροφὴν χρημάτων κακῶς καταβληθέντων ὑπὸ τοῦ δήμου διὰ τὴν Ἀστυνομίαν».
§25ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μόλις ἐλήφθη ἡ ἀναφορὰ τὸ Ἀρχηγεῖον διέταξεν ἀμέσως ἀνώτερον ἀξιωματικὸν νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου καὶ ἐξετάσῃ.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος «ἐρωτᾷ τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν θὰ λάβωσι μέτρα, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ λῆψις ἀδειῶν ὑπὸ τῶν προτιθεμένων νὰ ἐξέλθωσιν εἰς κυνήγιον, ἀφοῦ ὁ νόμος περὶ ὁπλοφορίας εἶναι περιοριστικὸς καὶ ἐφαρμόζεται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων κατὰ τρόπον μὴ ὠφελοῦντα μήτε τοὺς ἄδειαν ἐπὶ τούτῳ λαμβάνοντας καταγγελλομένους ὡς παρανόμως εἰς τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία ὁπλοφοροῦντας».
§27Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Πᾶσα εὐχέρεια ἐχορηγήθη πρὸς λῆψιν ἀδειῶν κυνηγεσίας, ἀφοῦ ἀπηλλάγησαν τῆς δαπάνης τῆς λήψεως πιστοποιητικῶν, ἐγκριθέντος νὰ λαμβάνωνται πιστοποιήσεις ὑπηρεσιακῶς. Ἂν ὑπῆρξεν ὑπερβασία τις, νὰ τὴν καταγγείλητε, διὰ νὰ καταδιωχθῇ ὁ πταίστης.
§28Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐκτελοῦνται αἱ διαταγαί.
§29Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Σκοπῶ νὰ καταστήσω γνωστὸν εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς ὅτι δὲν δύνανται νὰ λάβωσιν ἄδειαν οἱ πρὸ ἐτῶν πολλῶν καταδικασθέντες εἰς ἁπλοῦν πλημμέλημα· πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ὥστε νὰ δύνανται νὰ λαμβάνωσιν ἀδείας. Ὅσον διὰ τοὺς κυνηγούς, ἐνῷ λαμβάνουσιν ἄδειαν κυνηγίου, τοὺς συλλαμβάνουσιν ἐπιστρέφοντας εἰς τὰς πόλεις ὡς παρανόμως ὁπλοφοροῦντας.
§30ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἂν πρόκειται περὶ ἐγκληματησάντων, εἶναι πολὺ φυσικὸν νὰ τεθῇ εἷς περιορισμός.
§31Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ἐδικάσθη τις πρὸ 5 ἢ πρὸ 10 ἐτῶν, νὰ μὴ δύναται νὰ λάβῃ ἄδειαν νὰ ἐξέλθῃ εἰς κυνήγιον; Ἐγὼ δὲν ζητῶ νὰ χορηγῆται ἄδεια ὁπλοφορίας, ἀλλ’ ἄδεια πρὸς θήραν.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Συριόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν θὰ λάβῃ πρόνοιαν, ὅπως θεωρηθῇ ἡ μέχρι τοῦδε ὑπηρεσία τῶν ὑποδιδασκάλων ὡς συντάξιμος, μετὰ προηγουμένην κατὰ δόσεις πληρωμὴν τοῦ ποσοῦ ὅπερ ἔδει νὰ ἔχωσι καταβάλει διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ὑπηρεσίαν των».
§33Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀπήντησα κατ’ ἐπανάληψιν εἰς παρόμοια ἐρωτήματα καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον ὅτι μέριμνα ἐλήφθη, ὑποβληθέντος περὶ τούτου νομοσχεδίου. Προσθέτω ὅτι ἴσως δὲν ἀπέχει πολὺ ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν τελευταίαν εὐχὴν τῶν ὑποδιδασκάλων θέλω ἀποσπάσει τὸ ἀφορῶν εἰς αὐτοὺς μέρος καὶ ὑποβάλω εἰς ἴδιον νομοσχέδιον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Οἱ κ. Ι. Δελμοῦζος καὶ Ι. Ξηρὸς «παρακαλοῦσι τοὺς κ. Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς Συγκοινωνίας ὅπως πληροφορήσωσι τὴν Βουλὴν διατί δὲν ὑποβάλλει ὁ μηχανικὸς Παρνασσίδος προϋπολογισμοὺς δαπάνης δι’ ἐπισκευὴν τῶν διδακτηρίων τῶν χωρίων Σιγδίτσης, Γραβιᾶς, Σουβάλας, Κάτω Ἀγόριανης καὶ Κάτω Κανιανῆς τῆς Παρνασσίδος, ἀφοῦ διετάχθη διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 28103 τῆς 10 Δεκεμβρίου 1913 διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, τῷ ἐγένετο δὲ καὶ πάλιν ὑπόμνησις διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 12888 τῆς 18 Ἰουνίου 1914 ἐγγράφου τοῦ αὐτοῦ Ὑπουργείου».
§34Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Εἶναι πιθανὸν ὅτι ἡ καθυστέρησις αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως προσωπικοῦ. Λίαν προσεχῶς πρόκειται νὰ προσληφθῇ νέον προσωπικὸν εἰς τὰ Δημόσια Ἔργα, τότε δὲ ἐνισχυομένου τοῦ προσωπικοῦ τῶν μηχανικῶν Παρνασσίδος θὰ κατασταθῇ δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις πασῶν τῶν ἐκκρεμῶν μελετῶν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ κάμωμεν συστάσεις εἰς τὸν μηχανικὸν Παρνασσίδος.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Δ. Γ. Ῥάλλης, Ε. Δηλιγιάννης, Π. Ἀλεξάκης καὶ Π. Σπυράκης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ ἀποστολῆς εἰρηνοδίκου εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον Τευθίδος (Λαγκαδίων), ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ ὁποίου ζημιοῦνται ἐπὶ μῆνας τὰ συμφέροντα τῶν κατοίκων τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν αὐτοῦ καὶ ἡ δημοσία τάξις».
§36Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Πράγματι ἀπὸ διμήνου περίπου ὁ εἰρηνοδίκης Τευθίδος μετετέθη προαχθεὶς εἰς Εἰρηνοδικεῖον Αʹ τάξεως. Δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον ἡ θέσις τοῦ Εἰρηνοδικείου τούτου κενή, ἀλλὰ καὶ πλεῖσται ἄλλαι ἐλλείψει προσωπικοῦ, καθ’ ὅσον ’δὲ παρουσιάζονται αἰτήσεις συμπληροῦνται αἱ θέσεις αὐταί. Ἐλπίζω νὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ συμπληρώσω καὶ ταύτην.
§37Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ πληροφορηθῶ ἂν εἶναι κεναὶ θέσεις καὶ ἄλλου Εἰρηνοδικείου. Πρόκειται περὶ πόλεως ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν 7 χιλ. ψυχῶν, πρότερον δ’ εἶχε καὶ περισσότερον, ἔχετε δὲ στερήσει τὸν τόπον ἐκεῖνον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Ἔχετε στείλει ἕνα γραμματέα Εἰρηνοδικείου ἄπειρον—δὲν θέλω νὰ εἴπω τίποτε ἄλλο—, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Δικαιοσύνης. Σχετίζων λοιπὸν τὸ ἐρώτημα αὐτὸ πρὸς ἄλλο ἐρώτημα ἀπευθυνόμενον πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν λέγω ὅτι ὁ τόπος ἐκεῖνος παραμελεῖται τελείως. Οὔτε δικαστικὴ ἐξουσία ὑπάρχει οὔτε ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ οὐδὲ ἴχνος κἂν χωροφύλακος ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν. Ἀφοῦ μάλιστα ἐλάβετε καὶ τὴν πρόνοιαν καὶ ἐψηφίσατε καὶ ἐφηρμόσατε νόμον περὶ ὁπλοφορίας, ὥστε νὰ μὴ δύνανται οἱ πολῖται μόνοι των νὰ προστατεύσωσιν ἑαυτοὺς καὶ τὰς περιουσίας των, βεβαίως ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἦτο ἑπόμενον νὰ διασαλευθῇ καὶ διεσαλεύθη ἤδη πρὸ πολλοῦ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα τὰ τοσοῦτον φιλόνομα. Παρακαλῶ λοιπὸν καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ μὴ μὲ πληροφορήσῃ ὅτι εἶναι καὶ ἄλλαι κεναὶ θέσεις, ἀλλὰ νὰ στείλῃ ἕνα εἰρηνοδίκην, ἵνα ἀποδώσῃ Δικαιοσύνην εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα.
§38ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Πράγματι ὑπάρχει ἔλλειψις ἀντιπροσώπου ἀστυνομικοῦ. Αὐτὸ εἶναι γεγονός. Ἡ ἔλλειψις αὕτη δὲν θὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι καὶ εἰς ἄλλα μέρη τῆς Ἑλλάδος, διότι θὰ μοὶ γίνῃ ἡ παρατήρησις ἡ ἰδία, ὅτι δὲν μ’ ἐνδιαφέρει καὶ ἐμὲ τί γίνεται ἐν τῇ ἄλλῃ Ἑλλάδι. Δυστυχῶς ἡ ἔλλειψις ἀστυνομικῶν ὀργάνων μᾶς ἐξηνάγκασε νὰ καλέσωμεν καὶ ναύτας ἀκόμη διὰ τὴν ἀστυνομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι πρόκειται περὶ μεγάλης πόλεως καὶ πρέπει κατὰ προτίμησιν νὰ σταλῇ ἐκεῖ ἀστυνομικὴ ἐξουσία, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ λείψω νὰ φροντίσω.
§39Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρὸ ἔτους καὶ πλέον συνέστησα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρεκάλεσα αὐτόν, ὅπως μὴ ἀφήσῃ τὴν Γόρτυνα, τὴν ἐπαρχίαν ἅπασαν, ἄνευ ἴχνους ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς, προεῖπον δ’ εἰς αὐτὸν τὰ μέλλοντα κακὰ τὰ ὁποῖα ἤθελον συμβῆ ἐν τῷ τόπῳ ἐκείνῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε τὴν καλωσύνην τότε νὰ μοὶ ὑποσχεθῇ ὅτι ἐκ τῶν δώδεκα κωμοπόλεων αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἔχωσιν ἕδραν ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς διὰ τὰς ἡμισείας θὰ μεριμνήσῃ νὰ στείλῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς μέχρι σήμερον δὲν ἔλαβε καμμίαν μέριμναν διὰ τὸν τόπον ἐκεῖνον, σήμερον δὲ μανθάνω ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις ἀστυνομικῶν ὀργάνων. Καταργήσατε λοιπὸν τὸν νόμον περὶ ὁπλοφορίας, κ. Ὑπουργοὶ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα δυνηθῶσιν οἱ ἄνθρωποι νὰ προστατεύσωσιν ἑαυτούς, διότι οὔτε ἀσφάλειαν τῆς περιουσίας των οὔτε ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς των ἔχουσιν. Ἐπέδραμον ἐκεῖ ἄτακτα στοιχεῖα ἐξ ἄλλων μερῶν, ξένα. Συλλογισθῆτε τὴν κατάστασιν ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκονται ἐκεῖνοι οἱ πληθυσμοί. Λάβετε μίαν πρόνοιαν τέλος πάντων, διότι νομίζω ὅτι καὶ ἐκεῖνοι εἶναι πολῖται Ἕλληνες καὶ ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν προστασίαν τῆς Πολιτείας. Διατί αὐτὴ ἡ ἀστοργία πρὸς τὰ μέρη ἐκεῖνα; Στείλατε τοὐλάχιστον εἰς δύο, ἂν μὴ εἰς πλείονα, μέρη ἀστυνομικὴν Ἀρχήν, διότι πάντα τὰ πταίσματα παρεγράφησαν. Εἶναι ἀναρχία πλήρης. Δὲν πιστεύω νὰ συμβαίνῃ ἀλλαχοῦ αὐτὸ τὸ ὁποῖον συμβαίνει ἐκεῖ καὶ εἰς μεγάλην κλίμακα. Ἐν ἐπαρχίᾳ ὁλοκλήρῳ ἀποτελουμένῃ ἐκ 12 δήμων δὲν ὑπάρχει ἴχνος κἂν ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς. Αὐτὸ εἶναι ἀκατάληπτον καὶ ἀκατανόητον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χατζηγιάννης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θὰ γίνῃ, ἔστω καὶ προσωρινή, ἐπισκευὴ τῶν καταστραφεισῶν γεφυρῶν τῆς ὁδοῦ Πορταριᾶς–Ζαγορᾶς, καθόσον διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν γεφυρῶν ἡ Ζαγορὰ κατὰ τὸν χειμῶνα εἶναι τελείως ἀποκεκλεισμένη».
§41Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχει προκηρυχθῆ δημοπρασία διὰ τὴν 7ην Δεκεμβρίου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καρπετόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διατί δὲν ἀναγνωρίζει εἰς τοὺς ἀντεισαγγελεῖς καὶ ἐμμίσθους δικαστικοὺς παρέδρους τὴν τυχὸν προϋπηρεσίαν των ὡς εἰρηνοδικῶν ὡς δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἐνῷ εἶναι πραγματικῶς τοιαύτη».
§43Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ προϋπηρεσία τῶν εἰρηνοδικῶν εἶναι βεβαίως δικαστικὴ ὑπηρεσία, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ συνεπάγηται αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τοῦ πρωτοδίκου, διότι ὁ νόμος δυστυχῶς δὲν λέγει τοῦτο.
§44Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν χωρεῖ ἀμφισβήτησις ὅτι κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων τὸ Εἰρηνοδικεῖον εἶναι καὶ αὐτὸ δικαστήριον, καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Εἰρηνοδίκου εἶναι καὶ αὐτὴ δικαστικὴ ὑπηρεσία, καὶ ὅτι φυσικῷ τῷ λόγῳ εἶναι δίκαιον νὰ ἐπακολουθῶσι καὶ τὰ εὐεργετήματα τὰ χορηγούμενα ὑπὸ τοῦ νόμου λόγῳ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας. Τοιαύτη μάλιστα εἶναι καὶ ἡ γνώμη τοῦ Ἀρείου Πάγου προκειμένου περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας, ὅταν ὁ εἰρηνοδίκης προαχθῇ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως ἢ τοῦ πρωτοδίκου. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀτέλεια καὶ ἀσάφεια ἐν τῷ νόμῳ νομίζω ὅτι δίκαιον εἶναι νὰ ληφθῇ, ἔστω καὶ νομοθετικῶς, πρόνοια.
§45Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ ζήτημα τῆς νομοθετικῆς προνοίας συνδέεται πάλιν πρὸς αὔξησιν δαπάνης.
§46Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀναγνωρίζετε ὅτι εἶναι δικαστικὴ ὑπηρεσία δὲν πρέπει νὰ ὀρρωδήσητε πρὸ τῆς δαπάνης.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ὁ ἐν Πρεβέζῃ κατὰ τὸ 1912 ἀποβιώσας ἀνθυπίλαρχος Παν. Δ. Καλαματιανὸς ἀφῆκε κινητὴν περιουσίαν καὶ τί ἀπέγινεν αὕτη».
§48ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διημείφθη μακρὰ ἀλληλογραφία, ἅπασα δὲ ἡ ἀλληλογραφία αὕτη διεβιβάσθη δι’ ἐγγράφου πρὸς τὴν ἀστυνομικὴν Ἀρχήν.
§49Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Δὲν ἀνηγγέλθη τίποτε εἰς τοὺς ἐνδιαφερομένους κληρονόμους.
§50ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω καὶ πάλιν ἄλλως τε, ἀφοῦ σᾶς τὸ ἀνακοινῶ, λάβετε τὴν καλωσύνην νὰ τοὺς εἰδοποιήσητε ὅτι ἔχουσι τὴν ἐντολὴν αἱ ἀστυνομικαὶ Ἀρχαὶ νὰ τὸ ἀνακοινώσωσι καὶ ἴσως παρέλειψαν τὸ καθῆκόν των καὶ δὲν τὸ ἔπραξαν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Χριστοδουλιᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς διόρθωσιν τῆς ἐν ἐλεεινῇ καταστάσει εὑρισκομένης ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ Λαμίας–Καρπενισίου, διακοπείσης τῆς συγκοινωνίας καὶ εὑρισκομένων ἐν ἀμέσῳ κινδύνῳ τῶν δι’ αὐτῆς διερχομένων ἁμαξῶν».
§52Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἶπον καὶ κατὰ προηγουμένην συνεδρίασιν ὅτι ἐνεκρίθη πίστωσις καὶ ἄρχονται αἱ σχετικαὶ ἐργασίαι.
§53Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἔκαμον τὴν ἐρώτησιν διὰ νὰ σᾶς κάμω μίαν σύστασιν, διότι αὕτη εἶναι ἡ μοναδικὴ ὁδὸς ἡ ὁποία ἔχει τὸ ἀτύχημα νὰ ὑπάγηται εἰς δύο νομομηχανικούς, τῆς Λαμίας καὶ τοῦ Μεσολογγίου. Ἐξ αἰτίας δὲ τούτου προέρχεται ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις ἐκ τῆς ὁποίας καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων κινδυνεύει. Ἐγὼ ἠναγκάσθην πρὸ ἡμερῶν νὰ διέλθω διὰ ζώου. Διερμηνεύω τὴν ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου τοῦ πληθυσμοῦ ὅπως ὑπαγάγητε τὴν ὁδὸν αὐτὴν εἰς τὸ Γραφεῖον τοῦ νομομηχανικοῦ Λαμίας, ὡς ἦτο καὶ πρίν.
§54Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀληθῶς τοῦτο ἐπιβάλλεται ἐξ ὑπηρεσιακῶν λόγων καὶ εἰς πρώτην εὐκαιρίαν θὰ γίνῃ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Περρωτὴς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἐνηργήθη ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀσλάναγα αἰτούντων τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἐκεῖ ἕλους».
§56Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Ἐλήφθη καὶ πρὸ τριῶν ἡμερῶν διεβιβάσθη πρὸς τὸν νομομηχανικὸν διὰ νὰ ὑποβάλῃ σχετικὴν ἔκθεσιν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεων τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§58Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἐπειδὴ πολλὰ ἀναγράφονται ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ ἔχομεν καὶ πληροφορίας ὅτι ἕνεκα τῶν τελευταίων βροχῶν ἐπῆλθον μεγάλαι καταστροφαί, νὰ μᾶς πληροφορήσῃ ποίας εἰδήσεις ἔχει παρὰ τῶν ἐκεῖ Ἀρχῶν καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε.
§59Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διετάχθη εἰδικὸς νὰ μεταβῇ ἐπὶ τόπου, ὅστις ἐπανερχόμενος θὰ ὑποβάλῃ σχετικὴν ἔκθεσιν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Κοπανίτσας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας ὁδηγίας δι’ ἐγκυκλίου του πρὸς τοὺς νομάρχας περὶ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων νόμου παραχωρηθεισῶν εἰς τὴν κυριότητα καὶ νομὴν ἑκάστης κοινότητος βοσκησίμων γαιῶν πρὸς πρόληψιν καταπιέσεων ἐκ μέρους τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων ἀσκουμένων κατὰ τῶν κτηνοτρόφων ἐκ παρερμηνείας τῆς διατάξεως ταύτης».
§61Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ παράσχῃ ὀλίγην προσοχὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Διὰ τοῦ ἄρθρου 12, § 4, τοῦ περὶ κοινοτήτων νόμου παρεχωρήθησαν εἰς τὴν κυριότητα καὶ νομὴν τῶν κοινοτήτων αἱ ἐθνικαὶ βοσκήσιμοι γαῖαι καὶ ὡς κοινοτικαὶ ἀνεγνωρισμέναι μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τὸ ἄρθρον δ’ αὐτὸ παραπέμπει εἰς ὡρισμένους νόμους, καθ’ οὓς ἔχει γίνει καὶ ὁροθέτησις τῶν βοσκησίμων γαιῶν. Προφανέστατα λοιπὸν πρόκειται, ὡς θέλει πεισθῇ τις, ἂν ῥίψῃ βλέμμα εἰς τοὺς νόμους εἰς τοὺς ὁποίους παραπέμπει, περὶ βοσκησίμων γαιῶν, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀνέκαθεν ἀνεγνωρισμέναι καὶ αἱ ὁποῖαι διετίθεντο καθ’ ὡρισμένους κανόνας, τοὺς ὁποίους ἀναγράφουσιν οἱ νόμοι. Τὰ κοινοτικὰ συμβούλια παρεξήγησαν τὴν διάταξιν αὐτὴν καί, χωρὶς νὰ ἀνατρέξωσιν εἰς τὰ σχετικὰ ἄρθρα τῶν νόμων εἰς τοὺς ὁποίους παραπέμπει ὁ περὶ κοινοτήτων νόμος, ἐνόμισαν ὅτι πᾶσαν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν αὐτὰ αὐθαιρέτως ἠδύναντο νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς γῆν βοσκήσιμον, ἠδύναντο νὰ τὴν χαρακτηρίσωσι καὶ ὡς κοινοτικὴν γῆν καὶ προέβησαν εἰς τὴν διαδικασίαν τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τῶν ἄρθρων 19 καὶ ἐφεξῆς τοῦ περὶ κοινοτήτων νόμου, καθώρισαν τὴν βοσκήσιμον ἔκτασιν, καθώρισαν τὴν καλλιεργήσιμον καὶ τὴν πρὸς ἀγρανάπαυσιν προωρισμένην, ἐπειδὴ δὲ διάταξις τοῦ ἄρθρου 20 λέγει ὅτι αὗται αἱ ἀποφάσεις τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων τοιχοκολλῶνται ἐν τῷ κοινοτικῷ ναῷ, τὰ κοινοτικὰ συμβούλια περιωρίσθησαν νὰ τοιχοκολλήσωσι τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις ἐν τῷ κοινοτικῷ ναῷ τῆς πρωτευούσης τῆς κοινότητος χωρὶς νὰ λάβωσι γνῶσιν καὶ οἱ συνοικισμοί, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν κοινότητα, τῆς ὑπάρξεως τοιαύτης ἀποφάσεως, ἵνα ἀσκήσωσι τὸ μέσον τῆς προσφυγῆς εἰς τὸν νομάρχην. Τοιουτοτρόπως εὑρέθησαν ἀπέναντι ἀποφάσεως ὁριστικῆς καθοριζούσης κοινοτικὰς βοσκησίμους γαίας. Ἤδη ἔχομεν παράπονα ἐκ πλείστων κοινοτήτων ὅτι τὰ κοινοτικὰ συμβούλια προέβησαν εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν ζώων τὰ ὁποῖα θὰ βοσκήσωσι δωρεὰν καὶ τοῦ φόρου τὸν ὁποῖον θὰ καταβάλωσι τὰ ἐπὶ πλέον βόσκοντα ζῷα, καὶ ὅτι προσκαλοῦσι τοὺς κατοίκους νὰ προβῶσιν εἰς δηλώσεις· ἄλλως θ’ ἀσκήσωσι τὴν ποινικὴν καταδίωξιν τὴν ὁποίαν τὸ ἄρθρον 27 ἀναγράφει. Ἐννοεῖται ὅτι τοιαύτη διαδικασία καὶ τοιαύτη διατύπωσις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ νόμιμα ἀποτελέσματα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῶσιν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου οἱαιδήποτε καταδιώξεις ἐναντίον αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλ’ εἶναι εὐνόητον ὅτι θὰ τεθῶσιν εἰς ἀναστάτωσιν πληθυσμοὶ ὁλόκληροι καὶ οἱ μᾶλλον φιλήσυχοι καὶ οἱ θέλοντες ν’ ἀποφύγωσι τὰς δικαστικὰς ἔριδας θ’ ἀναγκασθῶσι νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἄδικον φορολογίαν. Μοὶ γράφουσιν ἐκ τῆς ἐπαρχίας Λακεδαίμονος ὅτι πολλοὶ συνοικισμοὶ εἶναι ἀνάστατοι εὑρεθέντες πρὸ τοιούτων τετελεσμένων, ἀλλὰ παρανόμων γεγονότων. Νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμεθα καὶ δαπάνας μεγάλας καὶ ζημίας πολλάς, ἀλλὰ καὶ ἔριδας καὶ συγκρούσεις τῶν ζωηροτέρων νὰ προλάβωμεν, ἂν εὐηρεστεῖτο ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐξηγήσῃ τὴν ἀληθῆ ἔννοιαν εἰς τοὺς νομάρχας καὶ διατάξῃ αὐτοὺς ὅπως ἐγκαίρως μεριμνήσωσι πρὸς πρόληψιν τῶν ἀτόπων.
§62ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εὐχαρίστως ἤκουσα τὰς συστάσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Παρακαλῶ ὅπως μοὶ ἀναφέρητε εἰδικῶς καὶ δώσω εἰδικὰς διαταγὰς διὰ τὴν κοινότητα περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται.
§63Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εἰδικῶς σᾶς ἀναφέρω τὴν κοινότητα Βρεστένων, πρώην δῆμον ἐντὸς τῆς Λακεδαίμονος.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ Φραγκίσκου Γράσσου, οὗτινος ἡ θυγάτηρ ἀνηρπάγη ὑπὸ τῆς καθολικῆς προπαγάνδας καὶ εὑρίσκεται ἐν μοναστηρίῳ παρὰ τὴν Ῥώμην». Ἡ Κυβέρνησις προέβη ἤδη εἰς τὰς δεούσας ἐνεργείας. Καταθέτω σχετικὸν τηλεγράφημα, ὅπως γνωσθῇ τί ἐγένετο.
§65Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἔχω καθῆκον, Κύριοι, νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ὀρθοδόξου κόρης ἥτις παρελήφθη ὑπὸ τῶν καλογραιῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ καθολικῆς τὸ θρήσκευμα Κερκυραίας, ἥτις προσελήφθη ἐν τῇ Σχολῇ τῶν καλογραιῶν ὡς διδασκάλισσα τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης καὶ ἐκεῖ ὑπείκουσα εἰς τὰς προτροπὰς αἵτινες εἶναι γνωσταὶ εἰς τὰ σχολεῖα τῆς Λατινικῆς προπαγάνδας ἐφυγαδεύθη ἐκ Κερκύρας, ὁ δὲ δυστυχὴς πατήρ της εὑρίσκεται ἤδη εἰς ἀναζήτησιν αὐτῆς.
§66ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποίας ἡλικίας εἶναι;
§67Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σήμερον εἶναι ἐνῆλιξ, ἀλλ’ ὅτε ἔφυγε δὲν ἦτο ἐνῆλιξ. Ἀλλὰ καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἡλικίας, κύριε Πρόεδρε, φυσικὰ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, διότι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐνδιαφέρει πάντας ἡμᾶς εἶναι ἡ ἠθικὴ πίεσις ἥτις γίνεται ἐκ μέρους ὡρισμένων σχολείων ἐναντίον Ἑλληνοπαίδων διὰ τὴν ἐπίτευξιν σκοπῶν τοὺς ὁποίους πάντες γνωρίζομεν. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ διατελῇ ἐν γνώσει ὅτι ἀπό τινος καιροῦ ὑπάρχει συνεχὴς προπαγάνδα, ὄχι μόνον ἐν Κερκύρᾳ, ὅπου ἡ προπαγάνδα αὕτη ἔχει μᾶλλον πολιτικὸν σκοπὸν καὶ ἡ ὁποία ἀπὸ θρησκευτικῆς ἀπόψεως ἀποβαίνει τελείως ἄκαρπος, διότι τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ Ἕλληνες εἶναι τόσον πολὺ ἰσχυρὸν ὥστε δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν καμμία πίεσις γινομένη ἐπ’ αὐτῶν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, ἀλλ’ ἐνέχει σημασίαν τὸ γινόμενον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἂς εἴπωμεν, ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐν αὐταῖς ταύταις ταῖς Ἀθήναις, διότι δὲν πρόκειται πλέον περὶ ἐπιβουλῆς ἐναντίον τοῦ θρησκευτικοῦ καὶ ἐθνικοῦ φρονήματος, ἀλλὰ περὶ ἐπιβουλῆς ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἠθικῆς καὶ ἐθνικῆς ἡμῶν ὑποστάσεως. Εἶναι πολὺ πιθανὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίζῃ, ἴσως καὶ νὰ μὴ γνωρίζῃ, ὅτι τελευταίως ἐνεφανίσθησαν ἐν Ἀθήναις καὶ κρούσματα ἱδρύσεως καθολικῶν σχολείων ὑπὸ ταγμάτων μοναχικῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἐμφάνισις ἐν Ἑλλάδι δὲν ἔλαβε χώραν παρὰ μόνον ὑπὸ προσώπων μεμονωμένων, σήμερον δ’ ἔρχεται αὐτὴ ἡ ὀργάνωσις τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας νὰ ἱδρύσῃ σχολεῖα. Ἐπίσης ἐν Ἀθήναις εἶναι γνωστὸν ὅτι ὑπάρχει τάσις τοῦ νὰ ὀργανωθῇ σχολεῖον καθολικὸν πρὸς διαμόρφωσιν οὐχὶ πλέον καθολικῶν, οὐχὶ πλέον ὀρθοδόξων πρὸς ἐκμάθησιν ξένων γλωσσῶν, ἀλλὰ σχολεῖον τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν νὰ μορφώσῃ ἱερεῖς τοῦ δυτικοῦ δόγματος, ἀλλ’ ἐξ ἐκείνων οἵτινες φέρουσι τὸ ἔνδυμα τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν καλουμένων Οὐνιτῶν, οἵτινες εἶναι μόνον τύποις ὀρθόδοξοι, ἀναγνωρίζοντες τὴν ἐξουσίαν τοῦ Πάπα, πράγματι ὅμως εἶναι καθολικοί, καθολικώτατοι, ἐπιβουλεύοντες μὲ τῆς ἐξωτερικῆς παραστάσεως τὴν ἐμφάνισιν αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τῆς ὀρθοδόξου ἀνατολικῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ αὐτοῦ τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἄν πρόκειται, Κύριοι, ἡ ἐλευθερία τὴν ὁποίαν παρέχει τὸ Σύνταγμα νὰ γίνῃ ἀφορμὴ ὅπως ἐγκαθιδρυθῇ ἐν Ἑλλάδι ὄχι πλέον μόνον Σχολὴ προπαγανδιστικὴ διὰ τὴν διάδοσιν τῶν ἰδεῶν τῆς Λατινικῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ Σχολὴ πρὸς μόρφωσιν ἱερέων, οἵτινες εὐκολώτατα θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀπατῶσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν διὰ τῆς ἐξωτερικῆς περιβολῆς, ἐντελῶς ὁμοίου μὲ τὴν τῶν ἡμετέρων, τὴν ὁποίαν θὰ φέρωσι, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ οὔτε ὁ λαὸς οὔτε ἡ Κυβέρνησις οὔτε ἡ Βουλὴ τοιαύτην ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ πατάξωμεν ἐν αὐτῇ τῇ γενέσει της. Ἀσχέτως πρὸς τὰς φιλελευθέρους ἰδέας τὰς ὁποίας πάντες ἔχομεν, τὰς ὁποίας πάντες σεβόμεθα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῶμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωμεν ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις, ἐν αὐτῷ τῷ κέντρῳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὰ ὄργανα ξένων προπαγανδῶν, αἵτινες ἐπιδιώκουσι σκοποὺς καὶ οἵτινες εἶναι γνωστόν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἥκιστα ἐθνικοί, εἶναι ἥκιστα ἑλληνικοί. Αὐτοὶ οἱ Ἕλληνες καθολικοί, τῶν ὁποίων εἶναι γνωστὰ τὰ ἐθνικὰ αἰσθήματα, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς καταστάσεως αὐτῆς, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀγῶνος ἐναντίον τοῦ Καθολικισμοῦ, ἀλλὰ περὶ ἀγῶνος ἐναντίον ὡρισμένων μοναχικῶν ταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ἐδῶ καὶ θέλουσι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἐπίτευξιν τῶν σκοπῶν των. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἐδόθη ἡ εὐκαιρία ὅπως ἀναπτυχθῶσι ταῦτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις δέον νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὸ ζήτημα καὶ νὰ φροντίσῃ ὅπως διὰ παντὸς μέσου παταχθῶσιν αἱ τοιαῦται τάσεις, αἵτινες ὑπὸ τὴν σκέπην τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἡμετέρου Συντάγματος εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσι διάδοσιν ἐπικίνδυνον δι’ αὐτὸ τὸ ἐθνικὸν φρόνημα, δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόστασιν τοῦ λαοῦ. Σημειώσατε δέ, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰ λεγόμενά μου δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἔχω συμμάχους αὐτοὺς τοὺς Ἕλληνας καθολικούς, τῶν ὁποίων τὰ φρονήματα τὰ ἐθνικὰ εἶναι πασίγνωστα, οἱ ὁποῖοι εἶναι Ἕλληνες καὶ θέλουσι νὰ μείνωσιν Ἕλληνες καὶ οἵτινες αὐτοὶ οἱ ἴδιοι εἶναι οἱ πρῶτοι διαμαρτυρόμενοι διὰ τοιαύτην κατάστασιν καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θὰ εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνέχωνται ξένους ἐρχομένους εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ ἐπιβουλεύωσι τὸ ἐθνικὸν φρόνημα τὸ ἑλληνικόν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τόσων αἰώνων ἔχουσιν ἀκμαῖον, παρ’ ὅλην τὴν διαφορὰν τοῦ δόγματος ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ ὀρθοδόξων καὶ καθολικῶν. Ἑπομένως νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ πάντα ἐκεῖνα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἡ ἐλευθερία τὴν ὁποίαν παρέχομεν εἰς οἱονδήποτε γίνονται ἀφορμὴ πολλῶν καταχρήσεων καὶ δὴ μιᾶς τοιαύτης ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ σημασίας μεγάλας διὰ τὸν ἐθνισμὸν τῶν Ἑλλήνων καὶ ἴσως καὶ ἀνάμιξιν παραγόντων ξένων, μετὰ τῶν ὁποίων θὰ ἦτο ἴσως προτιμότερον νὰ μὴ ἔχωμεν καμμίαν κἂν ἐπαφήν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δεμερτζῆς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν· 1) Πότε ἀπεφασίσθη ἡ ἐγκατάστασις νέου Σταθμοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου παρὰ τὸν Βοτανικὸν κῆπον· 2) Ἂν κατὰ τὴν μετὰ τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι σύμβασιν ὁ Σταθμὸς ἔδει νὰ κτισθῇ ἐκ τεχνικῶν λόγων ἐντὸς ἀκτῖνος 750 μέτρων ἐπὶ τῆς βορειοδυτικῆς πλευρᾶς τοῦ Βοτανικοῦ κήπου· 3) Ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπηυθύνθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν αἰτούμενον τὴν παραχώρησιν τῶν δημοσίων γηπέδων καὶ ἂν συνετάχθη σχεδιογράφημα ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐζητήθη ἡ ἀπαλλοτρίωσις τῶν γειτνιαζόντων ἰδιοκτήτων καὶ ἂν ἐν τοῖς ἰδιοκτήτοις τούτοις περιλαμβάνεται γήπεδον ἀνῆκον εἰς τὸν Φίλιππον Δεμερτζῆν· 4) Ἂν τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δι’ ἐγγράφου καὶ διὰ τοῦ τμηματάρχου τῆς Γεωργίας κ. Χασιώτου ἀντέστη εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν κτημάτων τοῦ Δημοσίου καὶ διὰ τίνας λόγους· 5) Ἂν κατόπιν τούτου τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν συντάξαν νέον σχεδιογράφημα καὶ περιλαβὸν τὴν ἔκτασιν τῶν 18 στρεμμάτων τοῦ Φιλίππου Δεμερτζῆ ὁμοῦ μετὰ τῆς λοιπῆς ἐκτάσεως 100 στρεμμάτων ἠδύνατο ν’ ἀποφύγῃ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν τοῦ κτήματος τούτου, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἁρμοδίας ὑπευθύνου Ὑπηρεσίας, ἕνεκα τοῦ σχήματος τοῦ Σταθμοῦ καὶ τῆς μετὰ τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι συμβάσεως· 6) Ποία ὡρίσθη ἡ τιμὴ κατὰ στρέμμα ὑπὸ τοῦ προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν. Παρακαλεῖται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὅπως καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς συζητήσεως ἅπαντα τὰ σχετικὰ ἔγγραφα».
§69Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δώσῃ τὰς ἀπαντήσεις συγκεκριμένως ἐπὶ πασῶν τῶν αἰτήσεων τὰς ὁποίας διατυπῶ.
§70Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω τὰς ἀπαντήσεις. Ἐπειδὴ ὅμως βλέπω ἐν τῇ ἐπερωτήσει σας ὅτι ζητεῖτε καὶ ἄλλας πληροφορίας, δὲν γνωρίζω ἂν θέλητε νὰ περιμένητε.
§71Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἂν θέλητε νὰ σᾶς δώσω τὰ ἔγγραφα, τὰ ἔχω ἐνταῦθα, ποιοῦμαι ὅμως τὴν ἑξῆς δήλωσιν, ὅτι τὴν ἐπερώτησιν ταύτην δὲν θὰ ἔφερον εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα ἀπαντήσω εἰς συκοφαντικοὺς ὑπαινιγμοὺς μερίδος τοῦ Τύπου ὅτι ὡς Ὑπουργὸς ἠγόρασα γήπεδα τοῦ ἀδελφοῦ μου ἀντὶ διακοσίων χιλιάδων δραχμῶν. Φέρω ταύτην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι, ὅτε παρῃτήθην ἀπὸ τοῦ ἀξιώματος τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τοιαύτη ἐπερώτησις ἦτο ἐγγεγραμμένη ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Ψαρῶν κ. Βρατσάνου. Ἐνόμισα δὲ ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις μὲ ὑπεχρέου νὰ ἐξακολουθήσω τὸν ἀρξάμενον ἐναντίον μου ἔλεγχον, μὴ ἐπηρεαζόμενον ἐκ τῆς μεσολαβησάσης παραιτήσεώς μου.
§72Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Εἰς τὸ πρῶτον ἐρώτημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς ἔχω ν’ ἀπαντήσω ὅτι ἡ ἐγκατάστασις νέου Σταθμοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου ἐν Ἀθήναις ἀπεφασίσθη τῇ 27 Αὐγούστου τοῦ 1913, στηριζομένη εἰς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ναυτικοῦ Ἐπιτελείου. Ἡ παρὰ τῷ Βοτανικῷ κήπῳ θέσις ὡρίσθη κατόπιν μελέτης τῆς ἁρμοδίας τεχνικῆς Ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, κατόπιν γνωμοδοτήσεως τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ συμβολαίου μεταξὺ Ἑταιρείας Μαρκόνι οἱ Σταθμοὶ τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου γίνονται κατόπιν τῆς ἐγκρίσεως τῆς Ἑταιρείας· τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν προέβη εἰς τὸ βορειοδυτικὸν μέρος τοῦ Βοτανικοῦ κήπου, τὸ ὁποῖον εἶναι περιοχῆς μήκους 750 μέτρων καὶ πλάτους 160 μέτρων, διότι ἐγνωμάτευσε τὸ Ναυτικὸν Ἐπιτελεῖον, ὡς καὶ ἡ τεχνικὴ Ὑπηρεσία, ὅτι τὸ μέρος αὐτὸ εἶναι κατάλληλον· ἡ Ἑταιρεία Μαρκόνι ἐνέκρινε τὸ μέρος ἐκεῖνο συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον τοῦ συμβολαίου. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν τότε ἐζήτησε παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν σχεδιογράφημα τῶν δημοσίων γηπέδων τὰ ὁποῖα περιελαμβάνοντο εἰς τὸ σχεδιογράφημα τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρησίμευε διὰ τὸν Σταθμὸν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου· τὰ γήπεδα ταῦτα δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦσαν ἐπαρκῆ ὁ πρόεδρος τῶν Πρωτοδικῶν διετάχθη νὰ προβῇ εἰς ἀπαλλοτρίωσιν καὶ ἄλλων γηπέδων, τόσων ὅσα ἀπῃτοῦντο διὰ τὸν νέον Σταθμὸν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου. Ἐν τοῖς γηπέδοις τούτοις, ὅπως εἶναι ἡ ἐπερώτησίς σας, πράγματι δὲν ὑπάρχει γήπεδον τοῦ Φιλίππου Δεμερτζῆ· Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτε ἔλαβε γνῶσιν τούτου, δὲν γνωρίζω πῶς, διὰ τοῦ τμηματάρχου του κ. Χασιώτου καὶ διὰ δύο ἐγγράφων, δὲν ἔδωκε τὴν ἄδειαν νὰ συμπεριληφθῶσι διὰ τὸν Σταθμὸν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου καὶ τὰ δημόσια ταῦτα γήπεδα, διότι προφορικῶς καὶ διὰ τῶν δύο ἐγγράφων τὰ ὁποῖα εἶναι κατατεθειμένα εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Χασιώτης εἶπεν ὅτι τὰ γήπεδα ταῦτα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας χρησιμεύουσι δι’ ἐγκατάστασιν κτηνοτροφικὴν καὶ γεωργικὴν καὶ κατόπιν τούτου συνετάχθη νέον διάγραμμα, εἰς τὸ ὁποῖον περιελαμβάνοντο γήπεδα ἄλλα ἰδιωτικὰ καὶ ἀφήνετο τὸ γήπεδον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ εἰς τὸ τέλος τοῦ γηπέδου τούτου ἕτερον γήπεδον 750 μέτρων διὰ νὰ γίνῃ ὁ Σταθμὸς τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου. Ἐν τῷ γηπέδῳ τούτῳ εἶναι ἓν ἄλλο γήπεδον ἐντός, καὶ εἰς τὸ τέλος εἶναι τοῦ κ. Φιλίππου Δεμερτζῆ ἐκ 18 στρεμμάτων. Ὅπως εἶναι ὅμως ἡ μελέτη τοῦ ἁρμοδίου τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀναγκαστικῶς ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τὸ γήπεδον ἐκεῖνο τὸ προωρισμένον διὰ τὸν Σταθμὸν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου. Ἡ ὁρισθεῖσα τιμὴ ὑπὸ τοῦ κ. προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν εἶναι ἄγνωστος ἀκόμη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ταῦτα εἶχον ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς.
§73Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε κατόπιν τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Θὰ παρακαλέσω ὅμως τὴν Κυβέρνησιν ὅπως δεχθῇ ἵνα καὶ ἄλλος τις λάβῃ τὸν λόγον διὰ νὰ μὲ ἐλέγξῃ, γενικευομένης τῆς συζητήσεως.
§74ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα.
§75Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μεθ’ ὅσα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπληροφόρησε τὴν Βουλὴν ἔχω νὰ παράσχω τὴν ἑξῆς πληροφορίαν ἐξ ὅσων γινώσκω ἀφ’ ἧς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Ἀπὸ τοῦ Ἰουλίου τοῦ 1913 ἐγένετο μελέτη τῆς ἐγκαταστάσεως νέου Σταθμοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου, καθόσον ἡ πεῖρα τοῦ πολέμου συνδυαζομένη πρὸς τὰς ἀπωτέρας ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι διὰ τὸ Ναυτικὸν προέκυπτον, ἐνεδείκνυε τὴν ἐγκατάστασιν Σταθμοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου πολλῷ μᾶλλον ἰσχυροτέρου ἐκείνου ὁ ὁποῖος εἶναι ἐγκατεστημένος ἐν τῷ Θησείῳ. Εἶχε λάβει ἐντολὴν ὁ τμηματάρχης τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου ὅπως προβῇ εἰς μελέτην ἐγκαταστάσεως νέου Σταθμοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου, πρὸς τοῦτο δ’ ἐζήτησε προτάσεις παρὰ τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι καὶ ἐγένετο μελέτη ὑπὸ τοῦ ἰδίου τμηματάρχου περὶ τῆς θέσεως ἐν τῇ ὁποίᾳ ἔδει ὁ Σταθμὸς τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου νὰ ἐγκατασταθῇ. Σημειωτέον ὅτι, ἵνα ἐξασφαλισθῇ ὡρισμένη ἐμβέλεια διὰ Σταθμὸν ἀσυρμάτου τηλεγράφου, δὲν εἶναι ἀνάγκη μόνον μελέτης τῶν μηχανημάτων, ἀλλὰ καὶ τῆς ποιότητος τοῦ ἐδάφους, διότι τὸ ὑπέδαφος τοῦ Σταθμοῦ πρέπει νὰ ἔχῃ ὡρισμένα στοιχεῖα ὑγρασίας. Ἄνευ δ’ ἐξασφαλίσεως τῶν ὅρων τούτων οὐδεμία Ἑταιρεία δύναται ν’ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν δι’ ὡρισμένην ἐμβέλειαν. Ὁ κ. Ἀθανασιάδης, τμηματάρχης καὶ διευθυντὴς τοῦ Σταθμοῦ τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου, εἶχεν ἔκτοτε ὑποβάλει γνώμην ὅτι ἀνὰ τὸ λεκανοπέδιον Ἀττικῆς ἡ μόνη κατάλληλος θέσις εἶναι τὸ Χασεκί. Κατὰ συνέπειαν ἡ γνώμη τῆς Ὑπηρεσίας ἦτο ὑπὲρ τῆς θέσεως αὐτῆς καὶ ὁ κ. Δεμερτζῆς ἀναλαβὼν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εὑρέθη ἀπέναντι παρεσκευασμένης καὶ ἐκδήλου γνώμης τῆς Ὑπηρεσίας, τὴν γνώμην δ’ αὐτὴν προσεπεκύρωσε καὶ ἡ γνώμη τοῦ μηχανικοῦ τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι. Ἂν δ’ ἡ γνωμοδότησις τοῦ μηχανικοῦ τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι προσεπεκύρωσε τὴν γνώμην τοῦ τμηματάρχου τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τοῦτο εἶναι πρὸς ἔπαινον τῶν ἐπιστημονικῶν ἐφοδίων τοῦ ἁρμοδίου ἀξιωματικοῦ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, Κύριοι, μόνον καὶ μόνον ἵνα διασαφηνισθῇ τὸ πρᾶγμα καὶ μὴ ἀποδίδεται εἰς τὸν κ. τέως Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἡ εὐθύνη τῆς ἐκλογῆς θέσεως, ἐνῷ ἡ ἐκλογὴ τῆς θέσεως ἦτο ἤδη παρεσκευασμένη. Κατὰ συνέπειαν πάντα τὰ λεγόμενα περὶ εὐθύνης τοῦ κ. Δεμερτζῆ ἐν σχέσει πρὸς τὸ κτῆμα τοῦ ἀδελφοῦ του οὐδεμίαν ἔχουσιν σημασίαν, ἀνήκουσι δ’ εἰς τὴν χορείαν τῶν συνήθων θρύλων οἱ ὁποῖοι γίνονται ἐν τῇ Ἑλληνικῇ Πολιτείᾳ.
§76Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εὑρισκόμεθα, Κύριοι, πρὸ ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν ὁ ἐπερωτῶν ἀπευθύνει κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του, διὰ νὰ τὴν ἀπευθύνῃ δὲ κατὰ τοῦ ἑαυτοῦ του ἐζήτησε νὰ λάβῃ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τῶν ὁποίων ἔχει λάβει γνῶσιν ὁ ἐκ Ψαρῶν κ. συνάδελφος. Ἑπομένως, ἂν θέλῃ νὰ οἰκειοποιηθῇ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐναντίον ἑαυτοῦ ὡς διατελέσαντος Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὀφείλει πρὸ παντὸς νὰ λάβῃ ἡ Βουλὴ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων τούτων, ἵνα δυνηθῇ νὰ γίνῃ ὁ ἔλεγχος ἐν πλήρει γνώσει τῶν στοιχείων τὰ ὁποῖα κατέχει ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ διατελέσας προκάτοχος αὐτοῦ, καὶ ὁ ἐκ Ψαρῶν συνάδελφος. Στάδιον ἐπερωτήσεως ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην κατ’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει τοὐλάχιστον σήμερον· ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ παρακολουθήσω τὴν συζήτησιν αὐτήν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν μορφὴν ἐπερωτήσεως δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος, διότι δὲν ἔχομεν ἀπέναντι ἡμῶν Ὑπουργὸν ὅστις θὰ κληθῇ νὰ δώσῃ τὰς πολιτικὰς εὐθύνας αἱ ὁποῖαι εἶναι συνέπειαι μιᾶς ἐπερωτήσεως. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νομίζω ὅτι διασαφηνίζονται τὰ ἑξῆς ζητήματα· ὅτι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ἐνῷ ἡ Ὑπηρεσία τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου καὶ ἡ Ὑπηρεσία ἡ τεχνικὴ τῆς Ἑταιρείας τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἐγκαθίδρυσιν αὐτοῦ εἶχον ἀποφανθῆ ὑπὲρ τῆς καταλληλότητος ἑνὸς γηπέδου, ὅπερ κατὰ σύμπτωσιν ἦτο δημόσιον, καὶ ἐνῷ ὁ ἀσύρματος τηλέγραφος εἶναι ὄργανον πολεμικὸν κατ’ ἐξοχήν, παραδόξως ἡ γνώμη τῆς Ὑπηρεσίας τῆς ναυτικῆς ὑπεχώρησεν εἰς τὴν τῆς γεωργικῆς. Τοῦτο εἶναι τὸ σημεῖον τὸ ὁποῖον δύναται ν’ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν, οὐχὶ ἵνα ζητηθῶσιν εὐθῦναι παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὁ ὁποῖος δὲν δύναται νὰ παράσχῃ εὐθύνας, ἀλλὰ διὰ νὰ καθορισθῇ ἂν ἡ Βουλὴ συμμερίζεται τὴν γνώμην ἣν θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ διατυπώσω πρὸς αὐτήν, ἵνα δηλωθῇ ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται προκειμένου περὶ ἱδρύσεως ὀργάνων πολεμικῶν ἐχόντων σκοπὸν τὴν ἐξασφάλισιν τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας κατ’ ἐξωτερικοῦ ἐχθροῦ σκέψεις ἄλλης Ὑπηρεσίας εἰρηνικῆς ν’ ἀποτρέψῃ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν σκέψεων τὰς ὁποίας ὑποδεικνύουσιν αἱ ἁρμόδιαι πολεμικαὶ Ὑπηρεσίαι. Ἐγὼ ἐκεῖ νομίζω ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐντοπίσω τὸ ζήτημα, καθόσον μάλιστα κατὰ σύμπτωσιν ἀνέγνωσα ἔν τινι ἐφημερίδι ἔγγραφον τοῦ τμηματάρχου τῆς Γεωργίας παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ἐγράφη πρὸς ἀπολογίαν τοῦ τμηματάρχου, ὅστις κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ προφορικῶς εἶχε κάμει παραστάσεις, εἰς ἃς ὑπέκυψεν ἡ ναυτικὴ Ὑπηρεσία, ἔγγραφον ὅμως περιέχον πράγματα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπισπάσωσι τὴν προσοχὴν τοῦ Ὑπουργοῦ. Ἐν τῷ δημοσιεύματι τοῦ τμηματάρχου τῆς Γεωργίας λέγεται ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παρεχώρει ἐκ τοῦ δημοσίου γηπέδου ὅσον τμῆμα ἐχρειάζετο διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ Σταθμοῦ ἐπ’ ἐκείνου τοῦ ἐδάφους τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς εἶχεν ὁρίσει ἡ Ὑπηρεσία τοῦ ἀσυρμάτου, ὡς ἐβεβαίωσεν ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ τὸ ὁποῖον καθώρισεν ἡ Ὑπηρεσία τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι. Ἀλλ’ ὁ τμηματάρχης τῆς Γεωργίας ἔφερεν ἀντιρρήσεις ἄλλας, οἰκειοποιηθείς, ὡς φαίνεται, καθήκοντα Ὑπουργοῦ, ὅτι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σχεδιογράφημα, θὰ κατελάμβανεν 25 στρέμματα κείμενα ἐπὶ τῆς Ἱερᾶς Ὁδοῦ. Εἰς ἄλλο μέρος ἔδιδον τὰ 25 στρέμματα. Ἑπομένως αἱ ἀνάγκαι αἱ γεωργικαὶ ἠδύναντο νὰ ἐξυπηρετηθῶσι καὶ διὰ τοῦ ὑπάρχοντος γηπέδου ἔλαττον 25 στρεμμάτων. Αἱ ἀντιρρήσεις ὑπῆρχον ὡς πρὸς τὸ μέρος ὁπόθεν θὰ ἐλαμβάνοντο. Τοιαῦται αἱ ἀντιρρήσεις κατὰ τὴν γνώμην τοῦ τμηματάρχου τῆς Γεωργίας τὴν δημοσιευθεῖσαν ἐν τῷ φύλλῳ τῆς «Ἀκροπόλεως», αἱ ὑποβληθεῖσαι εἰς τὸν τέως Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Ἂν ὑπάρχῃ στάδιον ἐλέγχου, εἶναι ὅτι προχείρως ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔσπευσε νὰ κάμψῃ τὰς ἀνάγκας τῆς Ὑπηρεσίας του πρὸ ἀντιρρήσεων τοιαύτης φύσεως τοῦ τμηματάρχου τῆς Γεωργίας ὑποβαλλομένων ὑπὸ μορφὴν ἥτις ὤφειλε νὰ κινήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ τέως Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν καὶ τὸν ἐμπεδώσῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, ὅπως ἐπιβάλῃ τὸ συμφέρον τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας ἀπέναντι ἀντιρρήσεων προερχομένων ἐκ μέρους τμηματάρχου τῆς Γεωργίας ὅπως μὴ ληφθῇ ὡρισμένον τμῆμα 25 στρεμμάτων ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους καὶ ὄχι ἐκ τοῦ ἄλλου. Περὶ τούτου νομίζω ὅτι πρόκειται. Ἀλλὰ διὰ νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις νομίζω ὅτι θὰ ἐπιβάλληται, ἐπειδὴ τὴν συζήτησιν θὰ τὴν διεξαγάγῃ ἡ Βουλή, ὡς ἐπερωτῶσα, καὶ οὐχὶ ὁ τέως κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅπως λάβῃ καὶ ἡ Βουλὴ γνῶσιν τῶν ἐγγράφων αὐτῶν, ἵνα ἔχῃ τὰ στοιχεῖα ποῖαι ἀντιρρήσεις διετυπώθησαν καὶ πῶς, διότι πιθανὸν τὰ ἔγγραφα νὰ μὴ εἶναι παρεμφερῆ, προσόμοια, πρὸς τὰ δημοσιευόμενα ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου τῆς Γεωργίας, τὰ ὁποῖα μοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὰς σκέψεις ὅτι ὁ ἐντοπισμὸς τῶν εὐθυνῶν μόνον ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑφ’ ἣν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ.
§77Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἠθέλησε νὰ μετατοπίσῃ τὸ ζήτημα. Ὑπεστήριξεν ὅτι διὰ τῆς ὑποχωρήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἰς τὰς εὐλόγους ἀξιώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παρημελήθησαν οἱ ναυτικοί, οἱ πολεμικοὶ σκοποὶ χάριν τῶν εἰρηνικῶν σκοπῶν τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας, καὶ ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου νομίζω ὅτι δύναται νὰ χωρήσῃ ἔλεγχος. Τὸ πρᾶγμα ὅμως δὲν ἔχει οὕτω. Δὲν παρημελήθησαν οἱ ναυτικοὶ σκοποὶ χάριν τῶν γεωργικῶν, ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ τῆς δαπάνης εἰς ἣν ὑπεβλήθη τὸ Δημόσιον ὅπως ἀπαλλοτριώσῃ χῶρον κατάλληλον καὶ πληροῦντα τοὺς ὅρους τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Ἐπιτελείου καὶ τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι. Διότι κατὰ τὴν σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι ὁ Σταθμὸς ἔδει νὰ κτισθῇ εἰς ἀκτῖνα 750 μέτρων ἀπὸ τῆς βορειοδυτικῆς γωνίας τοῦ Βοτανικοῦ κήπου. Ἐντὸς δὲ τῆς ἀκτῖνος αὐτῆς ὑπῆρχον μὲν τὰ δημόσια γήπεδα, τὰ ὁποῖα ἐζητήθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὴν παραχώρησιν δ’ ἀντέστη τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἀλλ’ ὑπῆρχον προσέτι παρὰ τὰ δημόσια ταῦτα κτήματα ἐντὸς τῆς αὐτῆς ἀκτῖνος καὶ τὰ ἀπαλλοτριωθέντα ἰδιόκτητα γήπεδα, ἐκπληροῦντα τελείως τὸν προορισμὸν δι’ ὃν ἐζητήθησαν τὰ δημόσια, διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἀσυρμάτου. Ἑπομένως δὲν πρόκειται περὶ ὑποχωρήσεως τῶν ἀναγκῶν τῆς ναυτικῆς ὑπηρεσίας ἀπέναντι τῶν τῆς ἐθνικῆς οἰκονομίας, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς καὶ μόνον περὶ τοῦ ζητήματος ἂν ἡ δαπάνη εἰς ἣν ὑπεβλήθη τὸ Δημόσιον ἀπαλλοτριῶσαν χῶρον κατάλληλον συμφώνως πρὸς τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ἐπιτελείου καὶ τὴν σύμβασιν τῆς Ἑταιρείας Μαρκόνι, εἶναι δεδικαιολογημένη. Ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπαναλάβω τὰς κατηγορηματικὰς δηλώσεις τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ, καθ’ ἃς, ὅτε ἐζητήθη παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως παραχωρήσῃ τὰ δημόσια παρὰ τὸν Βοτανικὸν κῆπον γήπεδα, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀντέστη, διϊσχυρισθὲν ὅτι τὰ γήπεδα ταῦτα ἦσαν ἀπαραίτητα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὡς ἀποτελοῦντα τὴν βάσιν τοῦ Βοτανικοῦ κήπου καὶ πάντων τῶν μελλουσῶν ἐγκαταστάσεων αἵτινες ἐπρόκειτο νὰ γίνωσι δυνάμει τῶν ψηφισθέντων τελευταίως νόμων. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ μετὰ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔσπευσε καὶ πάλιν ν’ ἀπαντήσῃ ὅτι τὰ δημόσια γήπεδα ταῦτα ἐθεώρει ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου.
§78Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Νομίζω χρήσιμον νὰ δώσω καὶ ἐγὼ ὀλίγας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλήν. Κύριοι Βουλευταί, ὁ τμηματάρχης τῆς Γεωργίας μιᾷ τῶν ἡμερῶν μοὶ ἀνέφερεν ὅτι ἐργάζονται ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἐν ταῖς γαίαις τὰς ὁποίας ἔχει ὁ γεωργικὸς Σταθμός, διὰ νὰ ἐγκαταστήσωσιν ἀσύρματον τηλέγραφον. Τὸν ἠρώτησα ἂν αἱ ἐξώδικοι πληροφορίαι, τὰς ὁποίας ἔλαβε, φέρουσιν ἂν πρόκειται ν’ ἀφαιρεθῇ ὁλόκληρος ὁ Σταθμὸς ἢ μέρος αὐτοῦ. Μοὶ εἶπεν ὅτι θ’ ἀφῃρεῖτο σχεδὸν ὁλόκληρον τὸ γήπεδον· ἐσκέφθην ὅτι, ἀφοῦ ἐπρόκειτο νὰ ἐγκατασταθῇ ἀσύρματος τηλέγραφος, θὰ ἠδυνάμεθα ν’ ἀγοράσωμεν ἴσως περαιτέρω ἄλλο γήπεδον, διότι βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐγκατάστασιν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου. Τότε μοὶ ἀντιπαρετήρησεν ὅτι πρῶτον εὐκολώτερον ἠδύνατο τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ν’ ἀγοράσῃ παραπλεύρως γήπεδον παρὰ ἡμεῖς, διότι δὲν συνέπεσε νὰ ἔχῃ ψηφισθῆ ἀκόμη νόμος, καὶ εἶναι τοιοῦτο νομοσχέδιον ἐκκρεμὲς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ν’ ἀπαλλοτριώσῃ δι’ ἀνάγκας αὐτοῦ ξένα γήπεδα καὶ ἂν ἠθέλομεν ἔλθει εἰς ἐξώδικον συμφωνίαν θὰ μᾶς ἐζήτουν πολλά· δεύτερον τὸ μέρος τὸ ὁποῖον μᾶς χρειάζεται θὰ στοιχίσῃ πολὺ περισσότερον παρ’ ὅσον τὸ μέρος τὸ ὁποῖον θὰ ἠδύναντο ν’ ἀγοράσωσιν ἀλλαχοῦ οἱ ναυτικοί, καὶ κατὰ συνέπειαν ἦτο οἰκονομία τοῦ Δημοσίου νὰ μὴ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ ὁ ἀσύρματος, ἀλλὰ παραπλεύρως τοῦ Σταθμοῦ. Ὅτε μοὶ εἶπεν αὐτά, τῷ εἶπον νὰ κάμῃ ἔγγραφον πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἔγινε τὸ ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου παρεκαλοῦμεν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι πρέπει νὰ γίνωσιν ἐκεῖ ἐργασίαι, ὄχι μόνον Σταθμὸς ἐπιβητόρων, διότι τοῦτο θ’ ἀπήτει μόνον ἓν ἢ δύο στρέμματα, ἀλλὰ καὶ ποικίλαι ἄλλαι. Ἔδωκα δ’ ἐντολὴν — διότι δι’ ἐγγράφων μετὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δυσκόλως θὰ ἐπήρχετο συνεννόησις — εἰς τὸν τμηματάρχην νὰ συνεννοηθῇ προφορικῶς ἂν εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ ὁ ἀσύρματος τηλέγραφος, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι δυνατὸν νὰ ζήσῃ ὀλίγον χρόνον ἄνευ τῶν γεωργικῶν ἐρευνῶν, ὅπως ἔζησεν ἀρκετὸν χρόνον ἕως τώρα, ἀλλὰ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παρίδωμεν τὴν τοῦ ἀσυρμάτου ὑπηρεσίαν, καθαρῶς πολεμικήν. Ὁ κ. τμηματάρχης συνενοήθη ὄχι μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ μετὰ τοῦ κ. Ἀθανασιάδου, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀναλάβει τὴν σχετικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἔμεινε σύμφωνος εἰς τὴν ὑπόδειξιν ἡ ὁποία τῷ ἔγινε, ν’ ἀπαλλοτριώσωσι δηλαδὴ γήπεδα κείμενα ἐν τῷ βορειοδυτικῷ μέρει, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν εὐθηνότερα παρὰ τὰ γήπεδα τὰ ὁποῖα ἐζήτει κατ’ ἀρχὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ παρὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἐν ἄλλοις λόγοις διὰ τοῦ συνδυασμοῦ αὐτοῦ δὲν θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀγοράσωμεν ἀκριβότερα γήπεδα καὶ ἑπομένως θ’ ἀπέληγεν ὅλη αὐτὴ ἡ συνεννόησις εἰς οἰκονομικὸν ὄφελος τοῦ Δημοσίου. Πάντα ταῦτα ἐπιστοποιήθησαν δι’ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀπήντησεν ὅτι ἤθελε προβῆ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἄλλων γηπέδων, μεθ’ ὃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀπήντησεν εὐχαριστοῦν τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι δὲν συνετέλεσεν εἰς τὴν χαλάρωσιν τῆς ὅλης γεωργικῆς ἐνεργείας. Αὐτὴ ἦτο ἡ ὅλη συζήτησις ἡ ὁποία διεξήχθη μεταξὺ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ ταύτην ὤφειλον ν’ ἀνακοινώσω.
§79Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας παρακαλῶ νὰ μείνωσιν ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς Βουλῆς.
§80Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν παρηκολούθησα τὴν συζήτησιν καὶ δὲν δύναμαι νὰ λάβω τὸν λόγον, διεξῆλθον ὅμως τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα κατετέθησαν καὶ δὲν εἶδον ἐν τῷ φακέλῳ εἰμὴ μόνον ἓν ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεδεικνύετο ὁ τόπος περὶ τὸν Βοτανικὸν κῆπον ὡς κατάλληλος διὰ τὸν ἀσύρματον τηλέγραφον. Ἀλλὰ σύμβασιν δὲν εἶδον, ὅπως δὲν εἶδον οὔτε τὴν διατίμησιν οὔτε ἄλλα γεγονότα. Ὁ φάκελος ὅπως κατετέθη εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι ἀτελὴς καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ συμπληρώσῃ αὐτόν. Ἐπίσης θὰ ἐπεθύμουν νὰ μάθω — ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς πληροφορήσῃ — ἂν ἔγινεν ἐργασία πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου, μέχρι ποίας δαπάνης καὶ δυνάμει τίνος νόμου ἐγένετο αὐτὴ ἡ ἐργασία, διότι, ἂν αἱ πληροφορίαι μου εἶναι ἀληθεῖς, δαπάνη τοιαύτη ἐγένετο καὶ μάλιστα πολὺ μεγάλη, θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ μάθω ἐκ τίνος νόμου ἤντλησε τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὥστε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῆς. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ὁ φάκελος εἶναι ἀτελὴς ἐννοεῖτε πολὺ καλῶς ὅτι γνώμην ἔγκυρον δὲν δύναταί τις νὰ μορφώσῃ.
§81Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἔχω ν’ ἀπαντήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι, ὡς ἐδήλωσα καὶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, τὰ ἔγγραφα εἶχον δοθῇ προτοῦ νὰ ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀναλάβω τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου. Δὲν γνωρίζω τί εἶναι τὰ ἔγγραφα αὐτά· ἔδωκα μόνον τὰς πληροφορίας ἐκείνας τὰς ὁποίας παρὰ τῆς Ὑπηρεσίας ἔλαβον. Νῦν τὰ ἔγγραφα εὑρίσκονται εἰς χεῖρας διαφόρων Βουλευτῶν, ἂν δὲ δὲν ὑπάρχωσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάρχωσι θὰ φροντίσω νὰ τὰ εὕρω καὶ νὰ τὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ δ’ ἄλλο ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο νομίζω ὅτι εἶναι νέα ἐπερώτησις.
§82Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐπερωτῶ, ἀλλὰ πληροφορίας ζητῶ ἂν ἐγένετο ἐργασία πρὸς ἐγκατάστασιν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου.
§83ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Ἄν θέλητε πληροφορίας θετικάς, εἰς τὴν ἄλλην συνεδρίασιν.
§84Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ διασαφηνίσω κάτι τι τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. ἐξ Ἀττικῆς συνάδελφος ἐν σχέσει πρὸς ἐμέ. Ὁμολογῶ ὅτι ἐγὼ πρῶτος ἐζήτησα νὰ κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ σχετικῶς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου καὶ ὅτι κατόπιν τῆς καταθέσεως αὐτῶν ἐπηκολούθησεν ἡ ἀλλαγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ἐν τῷ μεταξὺ εἶχον πράγματι ἐγγράψει ἐπερώτησιν, παρατηρήσας ὅμως ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἔλειπον πολλά, ἀπόψε δ’ ἔγινε καταφανέστερον τοῦτο, καὶ διὰ νὰ παράσχω τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον εἰς τὸν νέον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ἀφ’ ἑνὸς νὰ προετοιμασθῇ ἵνα μοὶ δώσῃ τὰς καταλλήλους ἐξηγήσεις, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἵνα προσαγάγῃ τὰ ἔγγραφα ταῦτα εἰς τὸ Προεδρεῖον, ἀνέβαλον τὴν γεγεγραμμένην ἐπερώτησιν δι’ ἄλλην ἡμέραν. Πράγματι δ’ ὡς καὶ ὁ κ. συνάδελφος παρετήρησεν, ἔλειπον ἐκ τοῦ φακέλου ἔγγραφά τινα, περὶ τῶν ὁποίων ἀπόψε πρώτην φορὰν ἠκούσαμεν νὰ γίνεται λόγος. Ἐπειδὴ δὲ τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἦσαν σπουδαιότατα διὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἐπερωτήσεως, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε ν’ ἀναβληθῇ, διὰ τὸν λόγον δ’ αὐτὸν καὶ ἐζήτησα τὴν ἀναβολήν, ὅτε αἰφνιδίως τὸ Σάββατον ἔλαβον γνῶσιν ὅτι ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἴσως διὰ νὰ παρουσιάσῃ ἐκεῖνο τὸ φαινόμενον, ὅπως εἶπε καὶ ἄλλος συνάδελφος, τῶν αὐτοτραυματιζομένων, περὶ τοῦ ὁποίου ἔλαβε πρόνοιαν πρό τινος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, προσῆλθε μὲ αὐτὴν τὴν ῥελάις. Ἐπιφυλάσσομαι, ὅταν λάβω γνῶσιν τῶν ἐγγράφων, νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κροκιδᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν προαγωγὴν τοῦ ὑπομοιράρχου Ἰωάννου Κίννα, ἀφοῦ τὸ ἀνώτατον στρατιωτικὸν συμβούλιον τῶν κ. Ἀντιστρατήγων συνεπείᾳ ἀναφορᾶς παραπόνων του ἔκρινε τοῦτον προβιβάσιμον, ὁ δὲ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὴν κύρωσιν τῶν πινάκων δυνάμει Β. Διατάγματος τῇ 12 Μαρτίου 1914 μετερρύθμισε τὸν πίνακα τῶν κ. Ἀντιστρατήγων καὶ ἔκρινε τοῦτον μὴ προβιβάσιμον. Καθόσον ὁ ὑπομοίραρχος οὗτος καταλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ὁρίου τῆς ἡλικίας τῇ 1 Ἰανουαρίου 1915, ἔχει δὲ 6ετῆ καὶ πλέον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑπομοιράρχου ὑπηρεσίαν καὶ προήχθησαν νεώτεροί του πλέον τῶν 65 ὁμοιοβάθμων του, ὑπηρετεῖ δ’ ἐν Ἀθήναις ὡς ἀστυνόμος πλέον τοῦ ἔτους λίαν εὐδοκίμως, οὐδεμίαν δὲ ποινὴν ὑπέστη κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του, δίκαιον εἶναι νὰ προαχθῇ».
§86Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Σύστασιν κάμνω. Εἶναι γενναιότατος καὶ ἐπειδὴ καταλαμβάνεται ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας ἂς ληφθῇ μέτρον τι.
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς τὴν ἀναβάλωμεν διὰ τὴν Πέμπτην, ὁπότε θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Καρπετόπουλος περὶ τῆς καθυστερήσεως τοῦ μερίσματος ὑπὸ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ στρατοῦ εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ, οἵτινες δὲν εἶχον ἀναγνωρίσει τὸν γάμον των.
§89Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τῶν ὁποίων προεβλέπετο ἀνάλογος σύνταξις εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν πεσόντων ἐν πολέμῳ προνοητικώτατα καὶ ὀρθότατα συμπεριελήφθη διάταξις διὰ τῆς ὁποίας ἡ αὐτὴ σύνταξις ἐδίδετο καὶ εἰς τὰ ὀρφανὰ τῶν πεσόντων, ἔστω καὶ ἂν οὗτοι εἶχον μὲν νυμφευθῆ, δὲν εἶχον ὅμως ἀναγνωρίσει τὸν γάμον των παριδόντες τὴν τυπικὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ὁρίζεται ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶχε τελεσθῆ ὁ γάμος πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἢ πρὸ τοῦ πολέμου· δηλαδὴ διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς τῆς περιλαμβανομένης εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου 116 ἐνομιμοποιεῖτο ὁ γάμος τῶν ἀξιωματικῶν ἐκείνων οἵτινες εἶχον νυμφευθῆ χωρὶς νὰ μεριμνήσωσιν ὑπηρεσιακῶς νὰ τὸν ἀναγνωρίσωσι. Καὶ λέγει τὸ ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκε)· «Αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τοῦ παρόντος νόμου χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ αὐτῶν δικαιοῦνται εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου κανονιζομένην σύνταξιν καὶ ἂν ὁ γάμος αὐτῶν, τελεσθεὶς πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐγένετο ἄνευ τῆς προτέρας ἐγκρίσεως αὐτοῦ ὑπὸ τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς»· δηλαδὴ διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐνομιμοποιεῖτο ὁ γάμος. Ὑποθέτω, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὁ ἀντιλέγων, ὅτι διὰ τῆς νομιμοποιήσεως τοῦ γάμου φυσικὸν ἐπακολούθημα ἦτο ἡ χήρα καὶ τὰ ὀρφανὰ νὰ δικαιοῦνται ὅ,τι θὰ ἐδικαιοῦντο, ἂν ὁ γάμος ἦτο νόμιμος, ἂν ὁ γάμος εἶχε τελεσθῆ συνῳδὰ ταῖς διατάξεσι τοῦ νόμου, ἂν τουτέστιν ὁ γάμος οὐ μόνον εἶχε τελεσθῆ ἐκκλησιαστικῶς, ἀλλὰ καὶ εἶχεν ἀναγνωρισθῆ. Φυσικώτατα, νομιμοποιηθέντος τοῦ γάμου διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἡ χήρα ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ ὅ,τι θὰ ἐλάμβανεν, ἂν ὁ γάμος αὐτὸς εἶχε τελεσθῆ νομίμως. Καὶ ὄντως χήρα φονευθέντος ἐν πολέμῳ ἀνθυπολοχαγοῦ ἐζήτησε τὴν σύνταξίν της, καίτοι, ἐπαναλαμβάνω, ὁ γάμος δὲν εἶχεν ἀναγνωρισθῆ, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἐδέχθη τὴν αἴτησιν αὐτῆς, διεβίβασεν εἰς τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ὁλόκληρον τὴν δικογραφίαν, καὶ τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον ἀπένειμε τὴν σύνταξιν τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὴν χήραν τοῦ ἐν πολέμῳ πεσόντος ἀνθυπολοχαγοῦ. Ἡ χήρα, ὡς ἦτο ἑπόμενον, νομίμως πλέον ἀναγνωρισθεῖσα, ἀπετάθη καὶ εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ, ἵνα καὶ ἐκεῖθεν ἐξασφαλίσῃ τὸ μέρισμα τὸ ὁποῖον ἀνῆκεν εἰς τὸν σύζυγόν της ἀνθυπολοχαγὸν καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὰ ὀρφανά της τέκνα. Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσῃ εἰς τὴν αἰτοῦσαν χήραν τὸ μέρισμα, διότι ὁ νόμος ὁ ψηφισθείς, ὁ 116, καὶ τὸ ἄρθρον 2 εἰδικῶς αὐτοῦ δὲν συμπεριλαμβάνει τοῦτο. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι στενὴ ἡ ἀντίληψις τῶν διοικούντων τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον, διότι διὰ τοῦ ἄρθρου 2 ἀνεγνωρίσθησαν πάντα τὰ δικαιώματα εἰς τὴν χήραν. Ἐνομιμοποιήθη ὁ γάμος καὶ νομιμοποιηθέντος τούτου φυσικὸν ἐπακολούθημα ἦτο ἡ παροχὴ τῆς συντάξεως καὶ τοῦ μερίσματος, δηλαδὴ ἡ χήρα δικαιοῦται νὰ λάβῃ ὅ,τι θὰ ἐδικαιοῦτο ἐπακριβῶς ἂν ὁ γάμος εἶχεν ἀναγνωρισθῆ. Ἐν τούτοις τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἀρνεῖται τὴν παροχὴν τοῦ μερίσματος εἰς τὴν χήραν τοῦ πεσόντος ἀξιωματικοῦ ἐν πολέμῳ. Εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ὅτε ἡ Βουλὴ ἐψήφιζε καὶ ἐπρονόει — ἐπαναλαμβάνω, δικαιότατα καὶ ὀρθότατα — ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸν γάμον, ἔστω καὶ μεταγενεστέρως, εἰς τὰς χήρας τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων ἀξιωματικῶν, εἶχε πάντοτε τὴν διάθεσιν νὰ μετοχετεύσῃ εἰς αὐτὴν πάντα τὰ δικαιώματα τοῦ συζύγου της, καὶ οὐ μόνον ν’ ἀπονείμῃ εἰς αὐτὴν τὴν σύνταξιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἀλλὰ καὶ τὸ μέρισμα ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου. Ἀσχέτως, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἔργον φιλανθρωπίας, καὶ εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι, ὅτε ἡ Βουλὴ ἐνομοθέτει καὶ ὅτε ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖτο τοῦτο, ἀκριβῶς εἶχεν ὑπ’ ὄψει της νὰ δώσῃ εἰς τὴν χήραν τοῦ ἐν πολέμῳ πεσόντος ἀξιωματικοῦ πάντα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀπέρρεον ἐκ νομίμου γάμου. Δὲν γνωρίζω ἂν ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου εἶναι δεδικαιολογημένος, ἀρνουμένου νὰ δώσῃ τὸ μέρισμα τοῦτο. Ἐὰν ἡ Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ τὰ ἐμπόδια διοικητικῶς, νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν δυσκολίαν νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ νομοθετικῶς, ἑρμηνεύουσα τὰ κατ’ ἐμὲ μὴ ἐπιδεχόμενα ἑρμηνείας, διότι εἶναι πλέον ἢ σαφὴς ὁ νόμος καὶ ἡ σχετικὴ διάταξις, ἑρμηνεύουσα, λέγω, τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου 116 κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ παύσῃ ἡ ἀντίστασις ἐκ μέρους τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ ν’ ἀναγνωρίσῃ ὡς νόμιμον τὸν γάμον καὶ νὰ παράσχῃ τὸ μέρισμα τὸ ἀνάλογον εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ πεσόντος ἀξιωματικοῦ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ θὰ ἤθελον νὰ ἔχω τὴν γνώμην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὁ ὁποῖος εἶμαι πλέον ἢ βέβαιος ὅτι εἰσηγούμενος τοῦτο εἶχεν ὑπ’ ὄψει του νὰ δώσῃ εἰς τὴν χήραν τοῦ πεσόντος ἀξιωματικοῦ ἐν πολέμῳ καὶ τὴν σύνταξιν ἥτις ἀπέρρεεν ἐκ τῶν δικαιωμάτων τοῦ συζύγου της ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου καὶ τὸ μέρισμα ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλως, διότι φυσικὸν ἐπακολούθημα τῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ γάμου ὡς νομίμου εἶναι ἡ παροχὴ τῆς συντάξεως ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ παροχὴ τοῦ μερίσματος ἐκ μέρους τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου.
§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Φοβοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὴς εἰς τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου 116 εἶναι ἐντελῶς παρακεκινδυνευμένη. Ἡ Βουλή, εἰσηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως, ἐψήφισε τὸ ἄρθρον αὐτό, διὰ τοῦ ὁποίου ἦρεν ἐκ τοῦ μέσου τὰ προσκόμματα τὰ ὁποῖα ἐπεπρόσθουν εἰς τὴν ἀπονομὴν συντάξεων εἰς τὰς χήρας ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι εἶχον μὲν νυμφευθῆ πρότερον, ἀλλ’ οἱ ὁποῖοι δὲν προσήγαγον τὰ ἀπαιτούμενα πιστοποιητικά, ὅπως τακτοποιηθῶσι καὶ ἀπέναντι τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, δηλαδὴ δὲν ἐγένετο ἡ νόμιμος ἀναγνώρισις τῆς συνάψεως τοῦ γάμου. Ἐκρίθη λοιπὸν δίκαιον ν’ ἀρθῶσι τὰ προσκόμματα ταῦτα καὶ νὰ λάβωσιν αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τὴν νόμιμον σύνταξιν ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου ταμείου. Ἀλλὰ περὶ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου οὐδεμία πρόνοια ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ. Βεβαιῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι οὔτε ἐν τῇ διανοίᾳ τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νόμου ἐκείνου ὑπῆρχε τοιοῦτό τι, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον, ὡς γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, τὰ τῆς ἀπονομῆς μερίσματος ἐκ τοῦ Μετοχικοῦ τούτου Ταμείου διέπονται ὑπὸ εἰδικῶν νόμων, ἐὰν δὲ δὲν πλανῶμαι — διότι δὲν γνωρίζω καλῶς τὰ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου — προκειμένου περὶ ἐγγάμων γίνεται καὶ καταβολὴ πρὸς τὸ ταμεῖον τοῦτο ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐν προκειμένῳ δὲν ὑπάρχουσιν αὗται αἱ καταβολαί. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἀπήντησεν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν· πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ δώσω μέρισμα, ἀφοῦ ἐλλείπουσι πᾶσαι ἐκεῖναι αἱ προϋποθέσεις ὑφ’ ἃς δίδεται ἡ σύνταξις, μία τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ καταβολὴ ὡρισμένου ποσοῦ ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ; Ὅτι λοιπὸν ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐφαρμόζεται, περὶ τούτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ σοβαρὰ ἀμφιβολία. Ἐὰν εἶναι δίκαιον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ ἐπεμβῇ, ἵνα ὑποχρεώσῃ τὸ ταμεῖον νὰ δώσῃ μέρισμα, αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ συζητήσω. Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, θ’ ἀκούσω τὰς ἀντιρρήσεις τὰς ὁποίας ἔχει τυχὸν νὰ διατυπώσῃ τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον καὶ τότε θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ κρίνω κατὰ πόσον εἶναι δίκαια τὰ παράπονα ἢ ὄχι.
§91Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον οὐδεμίαν ἄλλην ἀντίρρησιν φέρει. Ἀπεναντίας ὑποδεικνύει νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ὑπέδειξα τὸ ἄρθρον.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον δὲν ἔχῃ ἀντίρρησιν, δὲν θὰ ἔχω καὶ ἐγὼ καμμίαν ἀντίρρησιν.
§93Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον διὰ τὸ χιλιόδραχμον φέρει ἀντίρρησιν.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χριστοδουλιᾶς «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως συστήσῃ εἰς τοὺς κ. γυμνασιάρχας καλυτέραν τὴν ἐπίβλεψιν τῶν ἐκτὸς τοῦ σχολείου βιούντων μαθητῶν, καὶ λάβωσιν αὐστηρὰ μέτρα κατὰ μαθητῶν ποδηλατούντων, παιδιᾶς λίαν ἐπικινδύνου εἰς νεκροὺς μαθητάς, ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ ποδηλάτου φονευθέντος πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἐν Λαμίᾳ τοῦ μαθητοῦ Π. Τραχανῆ».
§96Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐλυπήθην καὶ ἐγὼ διὰ τὸν θάνατον τοῦ μαθητοῦ, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ σχολείου δὲν ὑπάρχουσι τεταγμένοι νὰ παρακολουθῶσι τοὺς μαθητάς, δηλαδὴ δὲν ὑπάρχουσι παιδονόμοι. Ἐντούτοις δὲν θέλω λείψει νὰ συστήσω τοῖς κ. καθηγηταῖς καὶ τοῖς γυμνασιάρχαις νὰ τοὺς ἐπιβλέπωσιν ὅσον εἶναι δυνατόν.
§97Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Τὸ γνωρίζω, κ. Ὑπουργέ. Γνωρίζω ὅτι δὲν ὑπάρχουσι παιδονόμοι, ἀλλ’ ἡ σύστασίς μου εἶναι γενικωτέρας μορφῆς.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ζητεῖτε ἐπέμβασιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐγκρίνω. Λυποῦμαι καὶ ἐγὼ διὰ τὸν θάνατον τοῦ μαθητοῦ, ἀλλὰ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ πηγαίνωμεν πρὸς τὰ ἐμπρός. Νὰ εὐχώμεθα μόνον νὰ μὴ φονεύωνται πολλοί.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Α. Περρωτῆς καὶ Σ. Σακκελλαριάδης «συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ὅπως εἰσακούσῃ τὴν δικαιοτάτην αἴτησιν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν καὶ εἰσαγάγῃ σχέδιον νόμου περὶ παρατάσεως προθεσμίας τοῦ νόμου 1909 περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν».
§100Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, τὴν ἀναφορὰν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, ἡ ὁποία εἶναι δικαιοτάτη.
§101Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὴν αὐτὴν παράκλησιν καὶ σύστασιν ὑποβάλλω καὶ ἐγὼ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, παρακαλῶν αὐτὸν νὰ στέρξῃ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ παρατάσεως τῶν προθεσμιῶν αὐτῶν, διότι πολλὰ συμφέροντα πρόκειται νὰ θιχθῶσιν ἐκ τῆς ἀμέσου ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἕνεκα τοῦ δικαιοστασίου ἐδημιουργήθη ἀνώμαλος κατάστασις, ἡ ὁποία δὲν ἔχει καὶ διέξοδον δυστυχῶς, διότι διάφοροι δίδονται ἑρμηνεῖαι εἰς τὸ Διάταγμα περὶ παρατάσεως τοῦ χρεοστασίου καὶ εἰς τοὺς νόμους περὶ δικαιοστασίου καὶ δὲν ἠξεύρει τις ποῦ εὑρίσκεται. Ἐπὶ πλέον δ’ ἐξαιρετικῶς θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ παρατείνῃ εἰδικῶς ἔστω διὰ τὴν Τρίπολιν τὴν προθεσμίαν, διότι ἐν Τριπόλει ἀπὸ 20 ἡμερῶν δὲν ἔχει χαρτόσημον τὸ Κράτος, διατρέχουσι δὲ τὸν κίνδυνον οἱ ἄνθρωποι νὰ ἴδωσι τὰ συμφέροντά των καταστρεφόμενα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ζητοῦμεν τὴν παράτασιν.
§102Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Νομίζω καλὸν νὰ διευκρινισθῇ πρὸ παντὸς περὶ τίνος πρόκειται. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ τηλεγράφημα παρὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, τὸ δὲ ζητούμενον εἶναι τοῦτο· νὰ παραταθῇ ἡ πενταετὴς παραγραφὴ διὰ τοὺς ληξιπροθέσμους τόκους τοὺς προγενεστέρους τῆς πενταετίας. Κατὰ τὸν νόμον περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν ὁρίζεται ὅτι οἱ τόκοι οἱ καθυστερούμενοι ἐπὶ μίαν πενταετίαν παραγράφονται. Ἡ παραγραφὴ δ’ αὕτη συμπληροῦται τῇ 10 προσεχοῦς Δεκεμβρίου καὶ ἑπομένως τότε θὰ παραγραφῶσιν οἱ τόκοι οἱ παλαιότεροι τῶν 5 ἐτῶν καὶ θὰ μείνωσιν ὀφειλόμενοι οἱ τῆς τελευταίας μόνον πενταετίας. Προσθέτω μάλιστα ὅτι, ὅτε συνεζητεῖτο ἐν τῷ Ὑπουργικῷ Συμβουλίῳ ἡ ὑποβολὴ τοῦ περὶ δικαιοστασίου νόμου, ἐγένετο σκέψις ν’ ἀναγραφῇ ὅπως ἡ ἀναστολὴ τῶν προθεσμιῶν ἔχῃ ὡς ἐπακολούθημα καὶ τὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ὀφειλετῶν ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως εἰς τόκους κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀναστολῆς, ἀλλὰ κατίσχυσεν ἡ γνώμη ὅπως οἱ τόκοι μείνωσιν ἀνέπαφοι. Ἑπομένως σήμερον οἱ δανεισταὶ ἔχουσιν ἀκεραίους τοὺς τόκους τῆς πενταετίας, πρόκειται δὲ νὰ διασώσωσι μόνον τοὺς τόκους τοὺς παλαιοτέρους. Πρὸς τοῦτο δὲν ἔχουσι παρὰ νὰ κοινοποιήσωσιν ἐπιταγὴν τοῦ δανειστικοῦ συμβολαίου ἢ ἐν ἐλλείψει τοιούτου νὰ κοινοποιήσωσιν ἀγωγήν. Τὰ μέσα ταῦτα δὲν εἶναι πολὺ δαπανηρά. Διὰ ν’ ἀποστέρξωσι δὲ καὶ τὴν δαπάνην ταύτην καὶ διὰ νὰ ζητήσωσι νομοθετικὴν ἀντίληψιν, καθίσταται προφανὲς ὅτι πρόκειται πάλιν περὶ ἀπαιτήσεων σαθρῶν καὶ δι’ αὐτὸ διστάζουσιν οἱ δανεισταὶ νὰ δαπανήσωσι καὶ ἐλάχιστον ἐπὶ πλέον ποσὸν διὰ νὰ δικάσωσι τὴν παραγραφήν. Ἰσχυρίζονται μὲν ὅτι τοῦτο πράττουσιν ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνωσι τούτους διὰ τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ πιστεύω ὅτι ὀφειλέτης ὁ ὁποῖος καθυστερεῖ πέντε ἐτῶν τόκους δὲν θὰ ὑπολογίζῃ πολὺ τὰ ἔξοδα τῆς ἐπιταγῆς. Ἐν ἑτέρᾳ ἀναφορᾷ, τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, εἰλικρινέστεροι οἱ αἰτοῦντες ὁμολογοῦσιν ὅτι δὲν ἐννοοῦσι νὰ εἰσπράξωσιν ὅλους τοὺς ἀνεξοφλήτους τόκους, ἀλλ’ ὅτι θέλουσι νὰ ἔχωσι περιθώριον πρὸς συμβιβαστικὰς διαπραγματεύσεις. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀπολύτως ἠθικὸν οὐδὲ σκόπιμον. Ἀπεναντίας, ἂν ἤθελον περιορίσει τὰς ἀπαιτήσεις των διὰ παραγραφῆς ἢ ἑκουσίας ἀφέσεως μέρους, θὰ εἶναι καὶ εὐκολώτερον νὰ συμβιβασθῶσιν. Ἐκ τῶν σκέψεων τούτων φρονῶ ὅτι, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὁπωσδήποτε δισταγμὸς περὶ τοῦ ἑτέρου ζητήματος, τῆς βραχυπροθέσμου παραγραφῆς τῶν ἀπαιτήσεων, περὶ ὧν ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω, προκειμένου ὅμως περὶ τῶν καθυστερουμένων τόκων οὐδεὶς ἐνδοιασμὸς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος.
§103Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τὴν ἔλλειψιν χαρτοσήμου;
§104Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§105Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει σᾶς ἐπιβάλλεται νὰ παρατείνητε τὴν προθεσμίαν αὐτήν, διότι δὲν ἔχουσι χαρτόσημον νὰ κάμωσι τὴν δουλειάν των οἱ ἄνθρωποι.
§106Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἔχομεν δεκαπέντε ἡμέρας· φρονεῖτε ὅτι ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν δὲν θὰ ἔχωσι χαρτόσημον;
§107Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ 20 ἡμερῶν δὲν ἔχουσι χαρτόσημον.
§108Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς αὐτό, θὰ ἔχωσι λόγον ἀνωτέρας βίας.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Χριστοδουλιᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως διορθώσῃ τὸ προσγενόμενον ἀδίκημα τῆς μὴ παρασημοφορίας τοῦ ἀποστράτου ὑπολοχαγοῦ Δημητρίου Καινούργιου, ἐκ παραδρομῆς, ὡς φαίνεται, ἅτε μετασχόντος ἀμφοτέρων τῶν πολέμων, ἔχοντος δ’ εὐμενεστάτας ἐκθέσεις».
§110ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς λέγει ὅτι οἱ συνάδελφοι τοῦ ἐν λόγῳ ἀποστράτου ὑπολοχαγοῦ παρεσημοφορήθησαν πάντες, ἀλλ’ ἡ πληροφορία σας αὕτη δὲν εἶναι ἀκριβής.
§111Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Πολὺ καλά.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ τὰ προσήκοντα μέτρα διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ ἐνδιαμέσου τμήματος τοῦ Ἀσλάναγα εἰς Τζεφερεμίνι ἐκ 5 περίπου χιλιομέτρων τῆς ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ Θουρίας–Μελιγαλᾶ, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐγκαταλειφθῆ, ἐνῷ τὸ Θουρίας μέχρις Ἀσλάναγα συνετελέσθη ἐπίσης τὸ ἀπὸ Τζεφερεμίνι εἰς Μελιγαλᾶ καὶ διὰ τὸ ὁποῖον τμῆμα, ἐπὶ ὁμαλωτάτου ἐδάφους καὶ ἄνευ ἀνάγκης τεχνικῶν ἔργων, ἔχει γίνει πρὸ πολλοῦ μελέτη καὶ προϋπολογισμὸς δαπάνης, ἥτις εἶναι ἐλαχίστη».
§113Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἔχει ἐκτελεσθῆ τὸ πρῶτον τμῆμα καὶ τὸ τρίτον καὶ μένει τὸ μέσον. Καλὸν εἶναι νὰ κάμητε καὶ τὸ ἐνδιάμεσον τμῆμα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ν. Καμπάνης, Κ. Καλομενόπουλος, Τ. Παππαδάμ, Θ. Σκάσης, Γ. Γαϊτᾶνος, Α. Μαλασπίνας καὶ Κ. Ἀλαβάνος «συνιστῶσιν ἀναφορὰν τῶν ἐν Σύρῳ καφεπωλῶν παραπονουμένων κατὰ παρανόμου ἐνεργείας τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ Κυκλάδων, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἡ σχετικὴ ἀστυνομικὴ διάταξις ἠκυρώθη ὡς παράνομος ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου Σύρου, ἐν τούτοις ἐπιμένει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς».
§115Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Ζήτημα, κ. Βουλευταί, σπουδαιότατον παρουσιάζεται ἐν Σύρῳ ἀφορῶν εἰς τὸν τρόπον τῆς ἀντιλήψεως τῶν ἀστυνομικῶν Ἀρχῶν περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων καὶ εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐκτέλεσιν αὐτῶν. Ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς Κυκλάδων μετατεθεὶς πρό τινος ἐκ Σάμου εἰς Σῦρον καὶ ἀντιλαμβανόμενος ὅτι ὁ λαὸς ἐν Σύρῳ εἶναι εἰς ἄκρον φιλόνομος καὶ ὅτι τούτου ἕνεκα δὲν θὰ ἔχῃ πολλὴν ὑπηρεσίαν, ἐσκέφθη, διὰ νὰ μὴ εἶναι, οὕτως εἰπεῖν, χασομέρης, ὅπως περιορίσῃ τὸν ἀνύπαρκτον ἐν Σύρῳ ἀλκοολισμὸν καὶ πρὸς τοῦτο ἐξέδωκεν ἀστυνομικὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγόρευσε τὴν ἐν τοῖς καφενείοις πώλησιν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν μετὰ τὴν ἐνάτην ἢ δεκάτην τῆς νυκτός. Ἡ ἀστυνομικὴ αὕτη διάταξις, ἐπικυρωθεῖσα ὑπὸ τοῦ νομαρχεύοντος Κυκλάδων, ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν ἀπό τινων ἑβδομάδων. Οἱ καφεπῶλαι ὅμως ἀφ’ ἑνὸς στηριζόμενοι εἰς τὰς γνώμας νομομαθῶν, ὅτι ἡ ἀστυνομικὴ αὕτη διάταξις δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καὶ εἰς προγενεστέραν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, παραγγείλαντος τῷ τότε ἀστυνομικῷ διευθυντῇ, ὅπως ἀνακαλέσῃ παρομοίαν προγενεστέραν διάταξιν, ὡς ἀντικειμένην εἰς τὸν νόμον καὶ περιορίζουσαν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐμπορίου, οἱ καφεπῶλαι, λέγω, δὲν συνεμορφώθησαν πρὸς ταύτην.
§116ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι δὲν στηρίζεται ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις εἰς τὸν νόμον· ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν εὑρίσκω ὀρθὸν νὰ κλείωσι τὰ καφενεῖα ἐνωρίς.
§117Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν πρόκειται διὰ τὸ ζήτημα τῆς ὥρας τοῦ κλεισίματος τῶν καφενείων, κ. Ὑπουργέ.
§118ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔχω ἤδη ἀπαντήσει τηλεγραφικῶς εἰς ἕν τηλεγράφημα τῶν καφεπωλῶν καὶ ζητῶ παρὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ Κυκλάδων νὰ μοὶ ὑποβάλῃ πάραυτα ἐκτενῆ καὶ ἐμπεριστατωμένην ἔκθεσιν περὶ τῆς ἐνεργείας του ταύτης.
§119Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Θέλετε μᾶλλον ἐμπεριστατωμένην ἔκθεσιν ἀπὸ ὅσα θὰ ἐκτεθῶσιν ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τῶν λοιπῶν συναδέλφων μου ἐκ Κυκλάδων; Δὲν ἔχετε πεποίθησιν εἰς τὰ ὑφ’ ἡμῶν ἐκτιθέμενα εἰς τὴν Βουλήν, ἐνώπιον τῆς ὁποίας δὲν εἶναι δυνατὸν οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ λέγωνται ἀνακρίβειαι, καὶ ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ;
§120ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν ἐννοῶ τὸν Ὑπουργὸν ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος, προκειμένου νὰ κρίνῃ ἕνα ὑπάλληλον, δὲν θὰ ζητήσῃ πρότερον λόγον· πρόκειται περὶ ἀστυνόμου ὁ ὁποῖος, πρὶν μετατεθῇ εἰς Σῦρον, πανταχόθεν ἐπαίνους εἶχε.
§121Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ ἀπολογίας· δυνατὸν νὰ εἶναι ἔντιμος ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς καὶ εἶναι· ἀλλ’ ἀφήσατε νὰ ἐξακολουθήσω καὶ θὰ ἴδητε πῶς ἔχει τὸ ζήτημα. Ἡ προγενεστέρα λοιπὸν διαταγὴ τοῦ Ὑπουργείου ἐξεδόθη διὰ τὴν ἑξῆς αἰτίαν· ὁ τότε ἀστυνομικὸς διευθυντής, ὑπείκων εἰς τὰς προτροπὰς τοῦ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν νομάρχου, ἐξέδωκεν ἀστυνομικὴν διάταξιν παρομοίαν μὲ τὴν τοῦ σημερινοῦ διευθυντοῦ διὰ τὴν πώλησιν ἐν τοῖς καφενείοις τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν· οἱ καφεπῶλαι ὅμως ζημιούμενοι σπουδαίως καὶ θεωροῦντες ταύτην παράνομον ὑπέβαλον ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξαιτούμενοι τὴν ἀνάκλησιν τῆς τοιαύτης ἀστυνομικῆς διατάξεως. Τὸ Ὑπουργεῖον δὲ λαβὸν ταύτην ὑπ’ ὄψιν παρήγγειλε δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸν ἀστυνομικὸν διευθυντήν, ὅπως ἀνακαλέσῃ τὴν τοιαύτην διάταξιν, πρὸς ἣν διαταγὴν ἔσπευσε νὰ συμμορφωθῇ οὗτος, ἐφ’ ᾧ καὶ ἐξέδωκε νέαν διάταξιν ἀνακαλοῦσαν τὴν πρώτην τὴν ἀπαγορεύουσαν τὴν πώλησιν τῶν οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν μετὰ τὴν δεκάτην τῆς νυκτός· ὁ τότε ὅμως νομάρχης ἠρνήθη νὰ κυρώσῃ τὴν νέαν ταύτην ἀστυνομικὴν διάταξιν, δι’ ὃ καὶ προκληθείσης διαφωνίας μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ ἀνηνέχθησαν κατὰ νόμον ἀμφότεροι πρὸς ἄρσιν ταύτης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅπερ αἶρον ταύτην παρήγγειλε πρὸς τὸν νομάρχην, ὅπως ἐγκρίνῃ τὴν δευτέραν ἀστυνομικὴν διάταξιν, δι’ ἧς ἀνεκαλεῖτο ἡ πρώτη, καθόσον 1) δὲν ἦτο δυνατὸν κατὰ νόμον νὰ ὁρισθῇ ὑπὸ τῆς ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς ὡρισμένον χρονικὸν ὅριον πέρα τοῦ ὁποίου ἀπηγορεύετο ἡ πώλησις οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ἐν τοῖς καφενείοις, καίτοι ταῦτα ἔμενον καὶ μετὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο ὅριον ἀνοικτά, καὶ 2) διότι διὰ τῆς τοιαύτης ἀστυνομικῆς διατάξεως περιορίζεται ἡ ἐλευθερία τοῦ ἐμπορίου. Ὁ νομάρχης ὅμως καὶ μετὰ τὴν λῆψιν τῆς τοιαύτης διαταγῆς ἐδυστρόπησεν ἐπ’ ἀρκετὰς ἡμέρας νὰ ἐγκρίνῃ τὴν δευτέραν ταύτην ἀστυνομικὴν διάταξιν, ἔπραξε δὲ τοῦτο κατόπιν ἀποφάσεως τοῦ Πταισματοδικείου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου εἰσήγαγεν ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχὴ διαφόρους καφεπώλας καὶ δι’ ἧς ἀποφάσεως τὸ Πταισματοδικεῖον ἀπεφάνθη ὅτι ἡ πρώτη ἀστυνομικὴ διάταξις νομικῶς δὲν ὑφίσταται κατόπιν μάλιστα τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Μετὰ τοῦτο τὰ πράγματα ἔβαινον κανονικῶς μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ὁ νῦν ἀστυνομικὸς διευθυντὴς παραβαίνων τὴν προγενεστέραν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου καὶ μὴ σεβόμενος τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν ἐξέδωκε νέαν ἀστυνομικὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύει τὴν πώλησιν ἐν τοῖς καφενείοις οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν μετὰ τὴν 9 ἢ 10 τῆς νυκτός. Οἱ καφεπῶλαι δὲν ὑπακούουσι καὶ εἰσάγονταί τινες ἐξ αὐτῶν ἐνώπιον τοῦ Πταισματοδικείου ἐπὶ παραβάσει τῆς τοιαύτης διατάξεως· λαμβάνει μέρος ὁ ἴδιος ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς εἰς τὴν συνεδρίασιν ὡς δημόσιος κατήγορος καὶ ὑποστηρίζει τὴν κατηγορίαν, εἰπών, καθ’ ἃ μ’ ἐπληροφόρησαν, μεταξὺ ἄλλων πρὸς νομιμοποίησιν ταύτης ὅτι ἄγεται ἐξ ἀγαθῆς προθέσεως, καθόσον ἡ Ἀστυνομία ἔχει καθῆκον κατὰ νόμον νὰ μεριμνᾷ περὶ τῆς ὑγείας τῶν πολιτῶν· οὗτος δ’ ἐπιδιώκει τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀλκοολισμοῦ ἐν Σύρῳ διὰ τῆς τοιαύτης διατάξεως· δι’ ὃ καὶ ἐζήτησε τὴν καταδίκην τῶν καφεπωλῶν. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω πρὸς ὑμᾶς, κ. Βουλευταί, εἶναι μέχρι κεραίας ἀληθῆ. Τὸ Πταισματοδικεῖον ὅμως καὶ ἐκ δευτέρου ἠκύρωσεν ὡς παράνομον τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν καὶ ἠθώωσε τοὺς κατηγορουμένους· ἐστηρίχθη δ’ ὡς πρὸς τοῦτο τὸ δικαστήριον εἰς τρία τινὰ κυρίως, 1) ὅτι τὸ Διάταγμα τοῦ 1836 περὶ δημοτικῆς ἀστυνομίας, ὅπερ ἰσχύει μέχρι σήμερον, χορηγεῖ εἰς τὴν Ἀστυνομίαν τὸ δικαίωμα νὰ κλείῃ τὰ καφενεῖα εἰς προσδιωρισμένας ὥρας, οὐχὶ ὅμως καὶ νὰ προσδιορίζῃ αὕτη τὰς ὥρας καθ’ ἃς θὰ πωλῶσιν οἱ καφεπῶλαι τὰ ἐν τοῖς καφενείοις των ποτά· 2) ὅτι ὁ ἰσχύων νέος περὶ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν νόμος ἀπαιτεῖ παρὰ παντὸς πωλοῦντος τοιαῦτα ἰδιαιτέραν δήλωσιν πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον καὶ καταβολὴν ἰδίου πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον φόρου, ἔστω καὶ ἂν εἶναι καφεπώλης, καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν τοιούτων διατυπώσεων τοῖς παρέχει διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου τὴν εἰδικὴν ἄδειαν τῆς ἐξασκήσεως τοῦ τοιούτου ἐπαγγέλματος, ἣν δὲν δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ ἢ νὰ περιορίσῃ ἡ ἀστυνομικὴ Ἀρχή, καὶ 3) ὅτι ὁ νεαρὸς περὶ ἐργασίμων ὡρῶν ἐν τοῖς πρατηρίοις κλπ. νόμος ῥητῶς ἐξαιρεῖ, τῆς ἐφαρμογῆς του τὰ καφενεῖα, οἰνοπωλεῖα, ποτοπωλεῖα, καὶ συνεπῶς οὗτος οὐδεμίαν ἐφαρμογὴν ἔχει ἐπ’ αὐτῶν. Τὸ δικαστήριον λοιπὸν ἠθώωσε τοὺς κατηγορουμένους καὶ ἠκύρωσε τὴν ἀστυνομικὴν διάταξιν. Τί νομίζετε ὅτι συνέβη ἔπειτα, κ. Βουλευταί; Ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντής, ἀντὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὴν ἀπόφασιν, τοὐναντίον, ἐννοῶν ν’ ἐξακολουθήσῃ καὶ ἐφεξῆς τὸ ὅπερ εἶχε κατὰ τὴν κρίσιν του δικαίωμα, μεταβαίνει, καθ’ ἃς πληροφορίας ἔλαβον, αὐτοπροσώπως εἰς τρία ἢ τέσσαρα καφενεῖα καὶ ῥητῶς διατάσσει τοὺς καφεπώλας, ὅπως μὴ πωλῶσι ποτὰ μετὰ τὴν ἐνάτην ἢ δεκάτην ὥραν, διότι καὶ κατόπιν τῆς ἀθωωτικῆς ἀποφάσεως, λέγει, οὗτος θὰ κλείσῃ τὰ καφενεῖά των καὶ θὰ κατάσχῃ τὰ οἰνοπνευματώδη ποτά. Οἱ καφεπῶλαι τῇ ἑπομένῃ ἠρώτησαν ἡμᾶς καὶ ἄλλους δικηγόρους, φυσικὰ δὲ πάντες τοῖς ἐδώκαμεν τὴν γνώμην ὅτι δὲν ἔχει τοιοῦτο δικαίωμα, ἐντούτοις ὅμως τοὺς συνεβουλεύσαμεν νὰ μὴ ἀντιστῶσιν εἰς τὴν διαταγήν, ἂν τυχὸν τοῖς ἐπαναληφθῇ, ἀλλὰ νὰ προβῶσιν εἰς μήνυσιν ἐναντίον του· πράγματι δ’ οὗτος τὴν ἑπομένην, καθ’ ἃ ἀξιοπιστότατα πρόσωπα μὲ ἐβεβαίωσαν, ἐξετέλεσε τὰς ἀπειλάς του καὶ ἔκλεισε τὰ καφενεῖα αὐτῶν, δι’ ὃ καὶ σήμερον, ὡς μὲ ἐπληροφόρησαν, ἐπιδίδεται μήνυσις ἐναντίον του ἕνεκα τούτου ἐπὶ παραβάσει καθήκοντος. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα. Πρὸς Θεοῦ, Κύριοι, ἐν τοιαύτῃ ἐγκαταλείψει εὑρισκόμεθα ἐν Σύρῳ, ὥστε ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς νὰ παρακούῃ πρὸς τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου, νὰ μὴ σέβηται τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις καὶ νὰ ἐκλαμβάνῃ πάντα τὰ ὑπηρεσιακὰ ζητήματα ὡς προσωπικά; Σᾶς ἀπέδειξα λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, ἡλίου φαεινότερον ὅτι δὲν ἔχετε δίκαιον καὶ ὅτι ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς Κυκλάδων παραβαίνει ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὅτι δὲν σέβεται τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις καὶ ὅτι ἀπειθεῖ πρὸς τὰς διαταγὰς τοῦ προϊσταμένου Ὑπουργείου. Ἀλλὰ μήπως μόνον εἰς αὐτὴν τὴν παράβασιν ὑπέπεσεν; Ἐν Σύρῳ ὑπῆρχον μερικοὶ ἔχοντες ὡς ἐπάγγελμα τὸ παίζειν κύβους, οἵτινες καὶ καταδιώκονται κατὰ νόμον· εἰσήχθησαν λοιπὸν εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον καὶ ἐτιμωρήθησαν. Τὸ δικαστήριον ἐκτὸς τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς τοὺς κατεδίκασε καὶ εἰς ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν τρίμηνον. Πάντες οἱ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νομικοὶ γνωρίζομεν πῶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἐκτελεῖται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις. Ὁ καταδικασθεὶς δηλαδὴ δηλοῖ πρὸς τὸν νομάρχην ποῦ θέλει νὰ μεταβῇ, ἐξαιρουμένου τοῦ τόπου ὅπου κατοικεῖ ἢ ὅπου ἐτελέσθη τὸ ἀδίκημα, ἢ τοῦ τόπου ὅπου δὲν ὑπάρχει ἀστυνομικὴ Ἀρχή, ὁ δὲ νομάρχης ὁρίζει ὡς τόπον διαμονῆς τὸν τόπον ὃν ἐξέλεξεν ὁ εἰς τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν ὑποβληθείς· ἐν Σύρῳ ὅμως δὲν ἔχουσιν οὕτω τὰ πράγματα. Ὁ νομαρχεύων Κυκλάδων, περὶ τοῦ ὁποίου πολλὰ θὰ σᾶς εἴπωσιν οἱ ἀξιότιμοι συνάδελφοί μου, ἐν συνεννοήσει, φαίνεται, μετὰ τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ, ἐν τῇ ἐντύπῳ δηλώσει τὴν ὁποίαν στέλλει εἰς τοὺς ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ὅπως ἀναγράψωσι τὸν τόπον ὃν ἐκλέγουσι, ῥητῶς ἐξαιρεῖ τὴν νῆσον Σῦρον καὶ τὴν νῆσον Μύκονον, ἐναντίον τῶν ῥητῶν διατάξεων τῶν κειμένων νόμων. Οὕτω δ’ οἱ ἀτυχεῖς οὗτοι οἱ καταδικασθέντες δι’ ἐλαφρὰν πταισματικὴν παράβασιν ἀναγκάζονται νὰ ἐκλέγωσιν ὡς τόπον διαμονῆς μέρη ξένα δι’ αὐτούς, οἷον τὴν Πάρον, τὸν Πειραιᾶ ἢ τὰς Ἀθήνας, ὅπου μένοντες ἄνευ ἐργασίας πένονται καὶ δυστυχοῦσι καὶ αὐτοὶ καὶ αἱ οἰκογένειαί των. Δὲν σταματᾷ ὅμως μέχρι ἐδῶ ἡ παράβασις τῶν νόμων. Γνωρίζουσιν ἐπίσης καλῶς οἱ ἐξ ἡμῶν νομικοὶ ὅτι οἱ παραβαίνοντες τὴν ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, οἷον οἱ ἄνευ ἀδείας ἐπιστρέφοντες εἰς τὴν πατρίδα των διαρκούσης τῆς ἐπιτηρήσεως, τιμωροῦνται διὰ φυλακίσεως ὑπὸ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ ἐπιτείνεται ἡ ἀστυνομικὴ ἐπιτήρησις, οὐδὲν ὅμως ἄλλο ἐκβιαστικὸν μέτρον ἀναγράφει κατ’ αὐτῶν ὁ νόμος. Καὶ ὅμως ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς Σύρου καὶ ἐν τούτῳ ἐκαινοτόμησε, καταπατήσας τὸν νόμον· διότι, ὅτε τις ἐκ τῶν καταδικασθέντων κυβοπαικτῶν καὶ ἀπελαθέντων εἰς Πειραιᾶ ἐπέστρεψεν εἰς Σῦρον, διαρκούσης τῆς ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως, ἄνευ ἀδείας, συνελήφθη ἀμέσως καὶ ἐκρατήθη ἐν τῷ ἀστυνομικῷ κρατητηρίῳ ὑπὸ τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ καταγγείλαντος συγχρόνως αὐτόν, τὴν δὲ ἑσπέραν δέσμιον καὶ ὑπὸ συνοδείαν, καθ’ ἃ οἱ συγγενεῖς τοῦ παθόντος καὶ μάρτυρες ἀξιόπιστοι μ’ ἐβεβαίωσαν, τὸν ἀπέστειλεν εἰς Πειραιᾶ. Αὐτή, κ. Βουλευταί, εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ἀστυνομίας ἐν Σύρῳ. Βεβαίως δὲν εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸν νόμον ἡ τοιαύτη ἀστυνομικὴ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος οὔτε παρ’ οὐδενὸς ἐπαινετή· δυνατὸν ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς νὰ εἶναι ἔντιμος, ἀλλὰ βεβαίως σὺν τῇ ἐντιμότητι δέον νὰ ἔχῃ στενήν, στενωτάτην, τὴν ἀντίληψιν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τῶν καθηκόντων του καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτῶν διὰ τόπον δὲ φιλόνομον ὡς εἶναι ἡ Σῦρος καὶ ἐν γένει ὁ νομὸς Κυκλάδων, τοιοῦτοι ἀστυνόμοι οὐ μόνον δὲν εὐδοκιμοῦσιν, ἀλλὰ καὶ ἀποτυγχάνουσιν ὁλοσχερῶς.
§122Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, χωρὶς νὰ θεωρηθῶ ὅτι περιαυτολογῶ, λέγω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι κρῖμα, ὅτι εἶναι ἁμάρτημα νὰ εὑρίσκωνται ἀντιπρόσωποι τῶν Κυκλάδων, εἰδικῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Σύρου, ἐν τῇ ἀνάγκῃ ν’ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν καὶ νὰ καταγγέλλωσι πρὸς αὐτὴν δημοσίους ὑπαλλήλους τοποθετημένους ἐν τῷ φιλονομωτάτῳ νομῷ τῶν Κυκλάδων, ἐν τῇ φιλονομωτάτῃ τῶν πόλεων τοῦ κόσμου, τῇ Σύρῳ. Ἡ Ἑρμούπολις, κ. Βουλευταί, εἶναι μέχρις ὑπερβολῆς φιλόνομος. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἀνιᾷ τις παραμένων ἐν Ἑρμουπόλει.
§123Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐλᾶτε εἰς τὴν Καλαμάτα. (Γέλωτες).
§124Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἴ! κ. συνάδελφε, δὲν καμαρώνει κανεὶς βέβαια τὰς παραβάσεις τοῦ νόμου, τὸ ἔγκλημα, τὴν ἀπείθειαν πρὸς τὰς Ἀρχάς, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἐκ δευτέρου ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν μονοτονίαν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν ἡμεῖς οἱ Συριανοί, κάποτε βαρύνεταί τις. Ἐν τοιούτῳ τόπῳ, Κύριοι, εἶναι ὁ ταγματάρχης τῆς Χωροφυλακῆς, περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου πρὸ ὀλίγου. Πῶς δ’ ἀντιλαμβάνεται τῶν καθηκόντων του οὗτος; Μεταβαίνουσιν οἱ χωροφύλακες εἰς τὴν Ἀστυνομίαν ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς διεδέχθησαν ἄλλοι, καὶ τοὺς ἐρωτᾷ· πόσας καταγγελίας ἐφέρατε; — Καμμίαν! Δὲν ἐπιτρέπεται, Κύριοι, ἀλλ’ οὔτε ἐπὶ τέλους ἐξ ἀγωγῆς δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω πῶς ὑποδέχεται καὶ μὲ ποίας φράσεις αὐτοὺς τοὺς δυστυχισμένους χωροφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἀνέρχονται τὰς κλίμακας τῆς Ἀστυνομίας, χωρὶς νὰ ἔχωσι τρία ἢ τέσσαρα πρωτόκολλα ἐν τῷ θυλακίῳ των. Τοὺς ὑβρίζει χυδαιότατα καὶ τοὺς τιμωρεῖ. Εἰς ἀπάντησιν τί θὰ κάμωσιν αὔριον αὐτοί; Θὰ δημιουργήσωσι καὶ θὰ πλάσωσι καταγγελίας ἐκ τοῦ μὴ ὄντος διὰ ν’ ἀρέσωσι καὶ νὰ εἶναι ἀνεκτοὶ εἰς τὸν διευθυντὴν καὶ νὰ μὴ τιμωρηθῶσι.
§125Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι καὶ Μανιᾶται ἐκεῖ ἐγκατεστημένοι;
§126Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν καὶ Μανιάτας, ἔχομεν καὶ Κρητικούς, ἀλλ’ ὁ τόπος εἶναι τοιοῦτος, τὸ κοινωνικὸν περιβάλλον τοιοῦτον, ὥστε ἐξημερώνει τοὺς πάντας.
§127Σ. ΣΠΥΡΟΜΗΛΙΟΣ. Ἀφοῦ τὸ κλῖμα εἶναι τόσον μαλακόν, πῶς δὲν μαλακώνει τὸν διευθυντήν;
§128Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μὴ μᾶς καταρᾶται ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Ἄρτης, διότι, διὰ νὰ ἐγκλιματισθῇ τις ἔν τινι τόπῳ, ἀπαιτεῖται χρόνου ἀρκετὰ μακροῦ πάροδος· ἑπομένως μὴ εὔχεσθε νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν ῥάχιν μας αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον τὸν ἀκατάλληλον διὰ τὸν τόπον μας, ἵνα εὐτυχήσωμεν νὰ τὸν ἴδωμεν ἐπηρεαζόμενον ἀπὸ τὴν ἥμερον κοινωνίαν τῆς Σύρου καὶ προσαρμονιζόμενον πρὸς αὐτήν.
§129ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Βλέπω ὅμως ὅτι σεῖς ἐξαγριοῦσθε.
§130Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον καὶ ἂν θέλω νὰ εἶμαι ἥμερος, ἀγανακτῶ, ὅταν ἀναλογίζωμαι ὅτι ἀδικοῦνται οἱ συμπολῖταί μου ἐν τῇ ἐνασκήσει τοῦ ἐπαγγέλματός των ὑπὸ ἑνὸς ἀστυνομικοῦ ὑπαλλήλου. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος σᾶς ὡμίλησε περὶ μιᾶς διαταγῆς. Ἐγὼ θὰ σᾶς ὁμιλήσω περὶ μιᾶς ἄλλης τὴν ὁποίαν ἐξέδωκε πέρυσι κατὰ Μάϊον ἐν Σύρῳ καὶ ἀπηγόρευσεν εἰς τὰ καφενεῖα τὰ παραλιακὰ νὰ τοποθετῶσι τὰ καθίσματα ἔξω τοῦ καφενείου. Ἡ ἀστυνομικὴ διάταξις ἐκείνη ἰσοδυνάμει πρὸς τὸ κλείσιμον τῶν παραλιακῶν καφενείων, διότι, ἂν τὸ παραλιακὸν καφενεῖον δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ θέρος νὰ τοποθετήσῃ τὰ καθίσματά του ἔξω, οἱ συμπολῖταί μου δὲν ἔχουσι ποῦ νὰ καθίσωσι ν’ ἀναπνεύσωσιν, οἱ δὲ καφεπῶλαι δὲν ἔχουσι ποῦ νὰ δώσωσι τὸν καφέν των, διότι τὸ θέρος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλεισθῇ τις ἐντὸς τοῦ καφενείου. Ἔσπευσαν οἱ συμπολῖταί μου εἰς τὸν νομάρχην, ἀλλ’ ὁ τότε νομάρχης κατεχόμενος ἀπὸ ἕν εἶδος μισελληνισμοῦ δὲν ἠθέλησε νὰ τοὺς προστατεύσῃ. Ἀπετάθησαν πρὸς τὸν λιμενάρχην, ὅστις τοὺς ἀνέλαβεν ὑπὸ τὴν προστασίαν του, δηλώσας εἰς τὸν ἀστυνόμον ὅτι ἐν τῷ ἄκρῳ τῆς παραλίας, τὸ ὁποῖον ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του, ἐπιτρέπει τὰ καθίσματα. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντής. Ἐσχάτως ἐξέδωκε διαταγὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὥρισε τὰ καφενεῖα νὰ κλείωσιν ἐνωρίς. Ἐν μέρει ναυτικῷ εἰς τὸ ὁποῖον καταπλέουσι καθ’ ὅλας τὰς ὥρας τὴν νυκτὸς ἀτμόπλοια, ἔρχονται ξένοι, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείωσι τὰ τοιούτου εἴδους καταστήματα ἐνωρίς. Ἀπετάθησαν οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν διέταξε ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν διαταγὴν καὶ τὴν ἀνεκάλεσεν. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ μείνῃ τὸ πρᾶγμα ἕως ἐκεῖ καὶ διὰ νὰ μὴ φανῇ ὅτι αὐτὸς δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ὑπηκόους του ἐξέδωκε τὴν ἄλλην διαταγὴν διὰ τῆς ὁποίας ἀπαγορεύει νὰ πωλῶσι ποτὰ πέρα τῆς δεκάτης ὥρας τῆς νυκτός. Εἰς ὅλον τὸ λοιπὸν βασίλειον τοιαύτη διαταγὴ δὲν ἠκούσθη, οὐδὲ ἐφαντάσθη ἀστυνόμος τοῦ Κράτους νὰ ἐκδώσῃ τοιαύτην διαταγήν. Ἀλλ’ ὁ κ. διευθυντὴς ἐξέδωκε τὴν παράλογον καὶ παράνομον ταύτην διαταγὴν καὶ εἰσήγαγε τοὺς παραβάτας εἰς τὸ Πταισματοδικεῖον. Ὁ πταισματοδίκης τοὺς ἠθώωσεν, ἀλλ’ ὁ κ. διευθυντὴς ἐπιμένει καὶ ἀπειλεῖ ὅτι θὰ κλείσῃ τὰ καφενεῖα, ἂν δὲν συμμορφωθῶσι πρὸς τὴν διαταγήν του. Εἶναι ὀρθὰ τὰ τοιαῦτα; Βεβαίως δὲν πιστεύω νὰ τὰ ἐγκρίνῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ τοῦτο τὸν παρακαλοῦσιν ὄχι μόνον πάντες οἱ Βουλευταί, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ πόλις, νὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τοιούτου ἀκαταλλήλου διὰ τὸν τόπον μας διευθυντοῦ. Ἔχομεν τὰς ἀδείας τοῦ κυνηγίου. Ἐν Σύρῳ, Κύριοι, ὁ πλεῖστος κόσμος εἶναι κυνηγός. Ἔγινε λόγος ἐν τῇ Βουλῇ, ἀπεστάλησαν ἀναφοραὶ καὶ ἐπὶ τέλους ἐλύθη τὸ ζήτημα νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἔκδοσις ἀδειῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. διευθυντὴς βλέπων ὅτι γίνεται κάτι παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν του παρεμβάλλει ὅσας δύναται δυσκολίας. Ἔχει συσσωρεύσει πάσας τὰς αἰτήσεις καὶ τὰς διενεργεῖ μετὰ τοιαύτης βραδύτητος καὶ προβάλλει ἑκάστοτε τοιαύτας δυσκολίας, ὥστε, ἂν ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, θὰ παρέλθῃ ἡ ἐποχὴ τοῦ κυνηγίου καὶ ἡ ἄδεια πλέον ἔσεται περιττή. Καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἡ βραδύτης αὕτη ἔχει λόγον ὑπηρεσιακόν, διότι καὶ γραφεῖς ἀρκετοὺς ἔχει ἐν τῇ Διευθύνσει τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ Εἰσαγγελία Σύρου δύναται ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ νὰ θεωρήσῃ χιλίας αἰτήσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει εἰς ποίαν τάξιν εὑρίσκεται ἡ Εἰσαγγελία τῶν Πλημμελειοδικῶν ἐν Σύρῳ. Παρ’ ἄλλων ζητεῖ πιστοποιητικὰ ἐπὶ χαρτοσήμου, καίτοι δι’ αὐτὰ τὰ πιστοποιητικὰ ἔγινε τόσος λόγος. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν ἐπ’ ἀρκετὸν διὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα οὐδ’ ἔπρεπε νὰ γεννηθῶσιν, ἀλλ’ εἶχον καθῆκον νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῶν ἀδικουμένων συμπολιτῶν μου. Παύω δὲ μὴ θέλων νὰ ἐκτείνω περαιτέρω τὸν λόγον καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ μὴ νομίζῃ ὅτι εἶναι ὑπερβολικὰ αὐτὰ καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ λάβῃ τὴν δέουσαν πρόνοιαν, διότι εἶναι ἄδικον νὰ πιέζηται ὁ κόσμος ὑπὸ τοιούτου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι πολὺ κατάλληλος δι’ ἄλλον τινὰ τόπον, ἀλλὰ στερεῖται τῶν στοιχείων ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ ἔκαμνον αὐτὸν κατάλληλον διὰ τὴν Σῦρον.
§131ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων, Κύριοι, ἀναγράφεται ἐπερώτησις ἀξιοτίμων συναδέλφων, ἔχουσα οὕτως (ἀναγινώσκει)· «Ὅπως συστήσωσιν ἀναφορὰν τῶν ἐν Σύρῳ καφεπωλῶν, παραπονουμένων κατὰ παρανόμου ἐνεργείας τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ Κυκλάδων, ὁ ὁποῖος, καίτοι ἡ σχετικὴ ἀστυνομικὴ διάταξις ἠκυρώθη, ὡς παράνομος, ὑπὸ τοῦ Πταισματοδικείου Σύρου, ἐντούτοις ἐπιμένει εἰς τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς». Πολὺ φυσικὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶχε ν’ ἀπαντήσῃ ἐπ’ αὐτῆς εἰδικῶς τῆς ἐπερωτήσεως καὶ ἐπ’ αὐτῆς θὰ ἀπήντων ὅτι μετὰ τὴν πρώτην ἐνέργειαν τὴν ὁποίαν ἀνέφεραν οἱ κ. συνάδελφοι, ἐνέργειαν γενομένην κατόπιν παραπόνων τῶν καφεπωλῶν, ἐκλήθη ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς ν’ ἀναφέρῃ τί συμβαίνει ἐπὶ τῶν δευτέρων παραπόνων τῶν καφεπωλῶν. Καὶ ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς ἀπήντησε διὰ τηλεγραφήματος ὅτι «ἀναφέρω ἀμέσως ἐν ἐκτάσει ταχυδρομικῶς». Νομίζω ὅτι στοιχειώδης δικαιοσύνη θὰ ἐπέβαλλε πρῶτον τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως, ἀλλ’ ὁ πρῶτος ὁμιλήσας κύριος συνάδελφος δὲν ἐδέχθη κἂν νὰ τῷ ἀνακοινώσω τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ κάμω. Ἐπειδὴ δὲ ἀνεφέρθη καὶ τὸ ὄνομα τοῦ διευθυντοῦ καὶ ἐγένετο καὶ ἡ παρατήρησις ὅτι ὤφειλον νὰ δώσω τυφλὴν πίστιν εἰς ὅσα καταγγέλλουσιν οἱ Βουλευταί, ἀπαντῶ ὅτι χωρὶς παντάπασι νὰ ἔχω κἂν τὸ δικαίωμα νὰ δυσπιστῶ εἰς ὅσα οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ καταγγέλλουσι κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας Σύρου, ὁσηνδήποτε πίστιν ἂν παρέχω ὡς ἄτομον εἰς καταγγελίας οἱουδήποτε Βουλευτοῦ καὶ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς ἀκόμη, ἔχω ὅμως ὑποχρέωσιν στοιχειωδεστάτην πρὶν ἢ προβῶ εἰς οἱανδήποτε ἐνέργειαν, ἐξ ὅσων δικαιοῦμαι νὰ προβῶ, νὰ καλέσω καὶ τὸν καταγγελλόμενον καὶ νὰ τῷ εἴπω: Ταῦτα σοῦ καταμαρτυροῦσι· τί ἀπολογεῖσαι; Οἱ κ. Βουλευταὶ μάλιστα εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ προβῶ χωρὶς νὰ ἐνεργήσω τι, μολονότι καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι πρόκειται περὶ ἀστυνόμου ἐκ τῶν ἐγκρίτων, διότι μέχρι τοῦδε οὐδὲν παράπονον ἠκούσθη ἐπὶ οἱᾳδήποτε μομφῇ κατὰ τοῦ ἀστυνόμου τῆς Σύρου, ἀμφιβάλλω δὲ ἂν ὅσοι κἂν τὸν ἐγνώρισαν θὰ ἔχωσιν ἀλλοίαν γνώμην ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐμόρφωσα ὄχι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, διότι οὐδαμοῦ ἐγνώρισα τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ἀφ’ ὅτου πολιτεύομαι, ἀλλ’ οὔτε προσωπικῶς συνδέομαι μετ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου πρέπει νὰ ὁμολογήσω μετὰ θαυμασμοῦ ὅτι, ἐνῷ τόσα καὶ τόσα ἔχουσι νὰ καταμαρτυρήσωσιν οἱ κ. συνάδελφοι καὶ ἐνῷ ὑπὸ τόσον εὐλόγου — τὴν δέχομαι — ἀγανακτήσεως κατέχονται, παραδόξως μέχρι τῆς ὥρας οἱ κ. συνάδελφοι οὐδὲν γεγονὸς κατήγγειλαν ἐξ ὅσων προανέφεραν.
§132Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Δὲν εἶναι γεγονὸς αὐτό;
§133ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ. Ἂν λοιπὸν ἐκεῖ δέωνται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μεταφέρονται δὲν ἠξεύρω ποῦ, ἐκ τῶν τελούντων ὑπὸ ἀστυνομικὴν ἐπιτήρησιν, ἂν πηγαίνωσι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα δὲν ἐπιτρέπουσι νὰ τοποθετῶσι καθίσματα, ὅπως εἰς πολλὰς παραλιακὰς καὶ μὴ παραλιακὰς πόλεις γίνεται εἰς τὴν δίοδον ὡρισμένων διαβατῶν, ἂν τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα αὐθαιρετῶσι κατὰ πολιτῶν, ἂν τοὺς στέλλωσι δεσμίους, ἂν τοὺς καθυβρίζωσιν, ἂν ὁ ἀστυνόμος πλὴν ἄλλων χαρακτηρίζῃ προσωρινῶς κατὰ ἑκατοντάδας δὲν ἠξεύρω αἰτήσεις χωρὶς νὰ τὰς διαβιβάζῃ πρὸς τὴν Εἰσαγγελίαν, ἡ ὁποία ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἂν δύναται νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια ἢ μὴ τῆς ὁπλοφορίας, ἂν τόσα ἄλλα συμβαίνωσιν ἐκεῖ, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβω τὸν θαυμασμόν μου διατί δὲν μοὶ κατηγγέλθησαν αὐτὰ τὰ παράπονα· διότι τότε, ἀντὶ νὰ καλέσω μόνον τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ καταγγελλόμενα, θὰ εἶχον στοιχειώδη ὑποχρέωσιν νὰ στείλω ἕνα εἰδικὸν ἐπιθεωρητὴν διὰ νὰ ἐξετάσῃ τί συμβαίνει. Ὁμολογῶ δ’ ὅτι μετὰ τὸν θόρυβον τὸν ὁποῖον ἔκαμον οἱ κ. Βουλευταὶ νομίζω ὅτι καὶ τῆς πόλεως Σύρου καὶ τοῦ ἀστυνόμου Σύρου πρέπει νὰ γίνῃ μία γενικωτέρα ἐξέτασις, διὰ νὰ ἴδωμεν τί συμβαίνει, καὶ τότε καὶ ὁ Ὑπουργὸς θὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐξουσίαν ἐπίσης θὰ πράξωσι τὸ καθῆκόν των.
§134ΤΡ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Λυποῦμαι πολὺ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι μᾶλλον ἐκάκισε τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους διότι ἔλαβον τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Ἐπίσης δὲ ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἀντιπρόσωποι τοῦ νομοῦ οὐδέποτε ἀνεφέραμεν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐπανειλημμένως μετέβημεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Εἴμεθα ἀντιπρόσωποι νομοῦ οἱ ὁποῖοι ἀποφεύγομεν νὰ φέρωμεν τοιαῦτα ζητήματα εἰς τὴν Βουλήν. Ἄν δὲ παρατηρήσητε τὰς Ἡμερησίας Διατάξεις τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐπερωτήσεων — ἀναφορῶν κυρίως, διότι ἡμεῖς ἀποτελοῦμεν μέλη τοῦ κόμματος τῶν Φιλελευθέρων — σπανιώτατα εἴμεθα ἐγγεγραμμένοι. Διὰ ν’ ἀναγκασθῶμεν πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ νομοῦ Κυκλάδων νὰ λάβωμεν τὸν λόγον, πρέπει νὰ παραδεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν πλήρει δικαίῳ Μετέβημεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν μετά τινων συναδέλφων καὶ εἴπομεν πρὸς αὐτὸν πάντα ταῦτα. Καθ’ ἣν ἐποχὴν εὑρίσκετο ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς Κυκλάδων ἐν Σύρῳ σωρεία κόσμου βιοπαλαιστῶν μοὶ ἐπεσκέφθη ἐν τῷ Γραφείῳ μου τῷ δικηγορικῷ καὶ μοὶ ἔκαμε πλεῖστα ὅσα παράπονα ἐναντίον αὐτοῦ. Εἶναι πίεσις αὐτή, κύριε Ὑπουργέ, ἐπιτρέψατέ μοι. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἔχει τὸ κατάστημα καὶ πληρώνει τὸν φόρον, ὁ δὲ κ. διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας τῷ λέγει νὰ κλείσῃ τῇ δεκάτῃ ὥρᾳ, διότι οὕτω θέλει αὐτός, μοὶ φαίνεται ὅτι, καὶ προτοῦ ἔλθῃ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκ μέρους τῆς Διοικήσεως ἔπρεπε νὰ ληφθῶσι τ’ ἀναγκαῖα μέτρα.
§135ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔλαβον, σᾶς εἶπον.
§136ΤΡ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Καὶ σήμερον, ἀντὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσῃ ὅσα ἐξέθηκαν ἀξιότιμοι συνάδελφοι ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀναμένει τὸ τί θὰ τῷ εἴπῃ ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντής, δηλαδὴ θέτει εἰς ἥσσονα θέσιν τοὺς Βουλευτάς.
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὄχι, ὄχι, κ. Βουλευτά. Εἶναι σύγχυσις ἐξουσιῶν αὐτή. Καθῆκον ὑμῶν εἶναι νὰ ἐπικρίνητε, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ ἐξαναγκάσητε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ λέγητε ὅτι «ἔρχομαι ἐγὼ καὶ βεβαιώνω τοῦτο καὶ διατάσσω τὸν Ὑπουργὸν νὰ δράσῃ». Θὰ ἦτο αὐτὸ μία ἀναρχία. Οὔτε προσβάλλεται εἷς Βουλευτὴς διότι θὰ ἐξετάσῃ ὁ Ὑπουργός, διότι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐξετάσῃ καὶ διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποκατασταθῇ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς.
§138ΤΡ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι αὐτὸ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ λυθῆ πρὸ πολλοῦ, διότι ἐπανειλημμένως πρὸ δύο μηνῶν πάλιν δι’ αὐτὸ τὸ ζήτημα εἴπομεν ὅτι δὲν εἶναι προσωπικὸν τὸ ζήτημα· ἀναφέρομεν γενικὰ ζητήματα· πρόκειται περὶ παραβιάσεων τοῦ νόμου. Ἦλθεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς σύγκρουσιν μετὰ τῆς δικαστικῆς· τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔρχεται ἡ δικαστικὴ ἐξουσία καὶ κάμνει ἀποφάσεις αὐτὸς ὁ Κύριος λέγει· οὕτω θέλω ἐγώ. Καὶ δὲν εὑρισκόμεθα ἐν ἐποχῇ δουλείας πλέον ὥστε νὰ κλείῃ αὐτὸς τὰ καταστήματα καὶ νὰ κατασχέτῃ τὰ ἐμπορεύματα τοῦ πτωχοῦ κόσμου. Ἔχομεν ὑποχρέωσιν ὅπως διαμαρτυρηθῶμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ τὰς παραβάσεις αὐτάς. Ὑπαίτιοι δὲ τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου δὲν εἶναι μόνον ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντής, ἀλλὰ καὶ ὁ νομαρχεύων, ὁ ὁποῖος παραβιάζει τὸν νόμον αὐτὸν περὶ οἰνοπνευματωδῶν ποτῶν ὡς καὶ τὸν περὶ ἀστυνομικῆς ἐπιτηρήσεως. Ὁ κ. νομαρχεύων δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἀπόφασιν τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς αὐτοῦ, τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον ἀκυροῖ ἀπόφασιν τῆς Ἀστυνομίας ἀστυνομικῶν διατάξεων ἔρχεται αὐτὸς κατόπιν, διότι τὸ ἤθελεν ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντής, καὶ ἐπικυροῖ τὴν διάταξιν. Ὥστε αἰτία τοῦ κακοῦ δὲν εἶναι μόνον ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ νομαρχεύων, ὁ ὁποῖος πρέπει, νομίζω, ν’ ἀπολογηθῇ ἐνώπιον τῆς προϊσταμένης Ἀρχῆς.
§139Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργός, ὡς καὶ ὁ ἄρτι κατελθὼν τοῦ βήματος ἀξιότιμος συνάδελφος κ. Παππαδάμ ἀνέφερε, μονονουχὶ ἔκαμε παρατηρήσεις ἐναντίον ἡμῶν τῶν ἐκ Κυκλάδων Βουλευτῶν, διότι ἐξαπίνης σχεδὸν ἐφέραμεν τὴν ἐπερώτησιν καὶ ἐπὶ θεμάτων τὰ ὁποῖα δὲν ἀναγράφονται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῶν ἐπερωτήσεων. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νομίζω ὅτι δικαιούμεθα καὶ ἡμεῖς νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι τετράκις ἴσως ἀνήλθομεν τὰς κλίμακας τοῦ Ὑπουργείου του, συνωμιλήσαμεν μετ’ αὐτοῦ ἐντὸς τοῦ Γραφείου του, διαμαρτυρόμενοι καὶ διὰ τὸ γεγονὸς τὸ ὁποῖον σήμερον καταγγέλλομεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐν γένει διαγωγὴν τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ Κυκλάδων. Τὸ πρᾶγμα ὅθεν ἀπὸ δύο μηνῶν καὶ πλέον ἦτο ἐν πλήρει γνώσει τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐκ τῶν προτέρων σχεδὸν δὲν ἀποδέχεται τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς ἐπικρίσεις ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες πάντες διεμαρτυρήθημεν διὰ τὴν διαγωγὴν τοῦ ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ Κυκλάδων, καὶ λέγει ὅτι πρόκειται περὶ ἐγκρίτου ἀστυνόμου, πρόκειται περὶ προσώπου τὸ ὁποῖον ὁθενδήποτε διῆλθεν ἀφῆκε καλὰς ἐντυπώσεις. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν ὡς μόνον μέτρον καταμετρήσεως τῆς ἱκανότητος ἀστυνομικοῦ διευθυντοῦ εἶναι ἡ αὐθαιρεσία, ἡ ἄκρα αὐστηρότης, ὁ σατραπισμὸς καὶ ἂν δὲν πρέπει νὰ γίνεται διάκρισις μεταξὺ τῶν προσόντων τούτων καὶ τῶν προσόντων τῆς πρᾳότητος, τῆς γλυκύτητος τοῦ χαρακτῆρος, τῆς παραινέσεως, προσόντων τῶν ὁποίων ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ Κυκλάδων ἰσχυριζόμεθα ὅτι ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς Κυκλάδων στερεῖται ἐντελῶς. Τοῦτο δὲ καὶ ἀπέδειξεν ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐμφανίσεώς του ἐν Σύρῳ. Τὴν πρωΐαν ἔφθασε καὶ τὴν ἑσπέραν ἐξέδωκεν ἀστυνομικὰς διαταγὰς καθ’ ὡρισμένων οἰνοπωλῶν καὶ ζυθοπωλῶν. Δὲν παρέρχεται ἡμέρα ἀπὸ τοῦ νὰ μὴ διατάσσῃ καὶ μέτρα αὐθαίρετα. Τὸ θέρος διέταξεν ὅπως μὴ ἐκθέτωσιν εἰς τὴν παραλίαν καθίσματα τὰ καφενεῖα καὶ τὰ ἑστιατόρια, καταδικάζων οὕτω πάντας αὐτοὺς τοὺς ἐπαγγελματίας εἰς τὸ κλείσιμον τῶν καταστημάτων των, δηλαδὴ εἰς τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον.
§140Ν. ΚΑΜΠΑΝΗΣ. Διὰ διαταγῆς τοῦ Ὑπουργείου ἐπετράπη ἡ τοποθέτησις τῶν καθισμάτων.
§141Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ἐπανέρχεται ἐν Σύρῳ καὶ πάλιν τὴν ἰδίαν διαταγὴν ἐκδίδει. Ἐκδίδεται ἀπόφασις δικαστικὴ ἀκυροῦσα τὴν ἀστυνομικὴν διαταγὴν περὶ πωλήσεως ποτῶν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸν πτοεῖ. Ἐφευρίσκει τρόπον νέας τυραννίας τῶν καταστηματαρχῶν ἀπειλῶν αὐτοὺς διὰ κλεισίματος. Ταῦτα πάντα δὲν εἶναι κατὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν ἱκανά, ὅπως τηλεγραφικῶς κληθῇ καὶ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ δώσῃ λόγον, παρὰ ἀναμένει ὁ κ. Ὑπουργὸς ταχυδρομικῶς ν’ ἀποσταλῇ ἡ ἀπάντησις; Διατί δὲν ἦλθε μέχρι σήμερον ἡ ταχυδρομικῶς ἀποσταλεῖσα ἀπάντησίς του; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα διὰ τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον. Ἔπρεπεν ἆρά γε νὰ ἐγγραφῇ ἡ ἐπερώτησίς μας, ἵνα ἐρωτηθῇ ὁ ἀστυνόμος διὰ ποῖον λόγον ἔπραξεν ὡς ἔπραξεν; Ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀγνοεῖ καὶ ἄλλο τὸ ὁποῖον θὰ ἐξηγήσω εἰς αὐτόν, διατί ὁ κατ’ αὐτὸν ἔγκριτος ἀστυνόμος διὰ τοὺς ἐν Σύρῳ πᾶν ἄλλο παρὰ ἔγκριτος εἶναι. Ὑπάρχει δεσμός τις συγγενικὸς ἐξ ἀγχιστείας τοῦ ἀστυνόμου τούτου πρὸς πρόσωπά τινα ἐν Σύρῳ, τὰ ὁποῖα ἀντιπολιτεύονται ἡμᾶς τοὺς Βουλευτάς. Ἰδοὺ ἡ ἐξήγησις ἡ ὁποία ἀποκαλύπτει εἰς ὑμᾶς, Κύριοι, τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀστυνόμος, ὁ πρώην ἔγκριτος, νῦν πᾶν ἄλλο εἶναι παρὰ ἔγκριτος. Τὴν πρώτην ἡμέραν μόλις ἀφίκετο ἐδήλωσεν εἰς διάφορα ἄτομα ὅτι ἦλθεν εἰς Σῦρον διὰ τοὺς Βουλευτὰς Κυκλάδων, ὅπως ἐξεγείρῃ δηλαδὴ τὴν μίαν μετὰ τὴν ἄλλην συντεχνίαν καθ’ ἡμῶν καὶ τοιουτοτρόπως καὶ ἡμεῖς νὰ εὑρισκώμεθα διαρκῶς ἐν διαπάλῃ μετὰ τοῦ Ὑπουργείου, μετὰ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ εἰς ἀλληλογραφίαν μετὰ τῶν συμπολιτῶν ἡμῶν. Τί χρεωστοῦμεν λοιπὸν ἡμεῖς εἰς τὸν Κύριον τοῦτον; Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀρκούντως ἀπησχολήσαμεν τὴν Βουλὴν καὶ πέποιθα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ λάβῃ σύντονα μέτρα.
§142Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Μετὰ τὰ ἐν τόσῃ εὐρύτητι λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων μου περὶ τοῦ τρόπου, τοῦ αὐθαιρέτου, ἵνα μὴ εἴπω παρανόμου, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀστυνομικὸς διευθυντὴς Κυκλάδων ἐννοεῖ νὰ ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντά του, τοῦ ὁποίου τὴν ἐντιμότητα δὲν θέλω νὰ διαμφισβητήσω καὶ ἐγώ, λίαν ὅμως ἀμφιβάλλω ἂν συμπεριφερόμενος οὕτως εὑρίσκεται ἐντὸς τῶν ὁρίων τῆς λογικῆς καὶ τῆς μετριοπαθείας, δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ προσθέσω. Θὰ παρακαλέσω μόνον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ λάβῃ ταχέως τὰ προσήκοντα μέτρα, ὅπως διὰ τούτων τοὐλάχιστον διδαχθῇ ὁ κ. ἀστυνόμος ὅτι πρέπει νὰ σέβηται περισσότερον τοὺς νόμους καὶ μετὰ μετριοπαθείας καὶ τῆς ἀπαιτουμένης συνέσεως νὰ ἐφαρμόζῃ τὰς ἀστυνομικὰς διατάξεις.
§143Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχε καθῆκον νὰ ὑποστηρίξῃ ἕνα ὑπάλληλον, ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ ἔχομεν καθῆκον ἐφ’ ὅσον ἔχομεν πεισθῆ περὶ τῶν αὐθαιρεσιῶν τοῦ κ. ἀστυνόμου Σύρου νὰ διαμαρτυρηθῶμεν διὰ τὰς αὐθαιρεσίας ταύτας. Τὴν συζήτησιν θεωρῶ ἐξαντληθεῖσαν, διὰ τοῦτο καὶ δὲν θὰ εἴπω ἢ ὀλίγας λέξεις. Ἐξ ὅσων ἤκουσεν ἡ Βουλὴ ἐκ τῶν προλαλησάντων κ. συναδέλφων μου θὰ ἐπείσθη ὅτι δὲν εἶναι πολὺ τυχηρὰ ἡ Ἑρμούπολις διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑπαλλήλων καὶ δυστυχῶς τῶν ἀνωτέρων. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ἡ ἀφορμὴ τοῦ κακοῦ δὲν πρέπει πλήρως ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὸν διευθυντὴν τῆς Ἀστυνομίας. Τὴν αἰτίασιν ἀποδίδω ἰδίως εἰς τὸν νομαρχεύοντα, διότι οὗτος δὲν ἠδυνήθη νὰ χαλιναγωγήσῃ καὶ περιστείλῃ τὴν ὁρμητικότητα τοῦ διευθυντοῦ, ἀλλ’ ἀτυχῶς ἐνέκρινεν αὐτὰς τὰς παρανομίας του. Καὶ εἶναι λυπηρόν, κ. Βουλευταί, διότι οἱ διευθύνοντες ἀνωτάτας ὑπηρεσίας ἐκδίδουσι τοιαύτας ἀποφάσεις καὶ λαμβάνουσι μέτρα τοιαῦτα τὰ ὁποῖα προκαλοῦσι τὴν θυμηδίαν καὶ τῶν ἁπλουστέρων. Ἐκδίδουσι τοιαύτας ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ὑπενθυμίζουσι τὸν ἀγαθὸν ἐκεῖνον ἔπαρχον ὅστις ἀναφέρων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τὰς καταστροφὰς τὰς ὁποίας ἐπήνεγκεν ἡ χάλαζα ἐν τῇ μεμακρυσμένῃ ἐπαρχίᾳ του ἀπέστειλεν ἐντὸς κυτίου καὶ τεμάχια χαλάζης διὰ νὰ πεισθῇ ὁ Ὑπουργὸς περὶ τῶν καταστροφῶν ἐκ τοῦ μεγέθους τῆς χαλάζης! Τοιαῦται ἀποφάσεις προσόμοιαι ἐκδίδονται καὶ σήμερον. Καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ δώσητε προσοχήν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μοὶ ἀπεστάλη ἐκ Τήνου ἔγγραφον τοῦ νομαρχεύοντος πρὸς τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον προκειμένου περὶ τῶν προσφύγων οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐγκατεστημένοι ἐν Τήνῳ. Ἀναγινώσκω τὸ ἔγγραφον τοῦτο καὶ ἀφήνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ κρίνῃ (ἀναγινώσκει): «Ὁ νομάρχης τῶν Κυκλάδων πρὸς τὸν κ. πρόεδρον τῆς κοινότητος Τήνου. Εἰς ἀπάντησιν πρὸς τὴν ὑπ’ ἀριθ. 116 ἐ. ἔ. ἀναφορὰν ὑμῶν ἀνακοινοῦμεν ὅτι τὰς μὲν συνταγὰς τῶν φαρμάκων θέλετε ἀποστέλλει ἡμῖν τεθεωρημένας παρ’ ὑμῶν, πρὸ τῆς ἐκτελέσεως, ἀφοῦ προηγουμένως βεβαιωθῆτε περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς χορηγήσεως αὐτῶν, τὰ δὲ δι’ αὐτῶν χορηγούμενα φάρμακα δέον νὰ ὦσιν ἁπλᾶ, νὰ παρέχωνται μετὰ φειδοῦς κ.τ.λ.». Διατάσσει δηλαδὴ τὴν ἀποστολὴν ἀφ’ ἑνὸς τῶν συνταγῶν εἰς Σῦρον καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὁ κ. νομαρχεύων ἐπιτάσσει τὸν πρόεδρον τῆς κοινότητος ὅπως ἑκάστοτε ἐκτελῇ οὗτος αὐτοψίαν παρὰ τὴν κλίνην τοῦ ἢ τῆς ἀσθενοῦς πρόσφυγος, ἵνα βεβαιώσῃ καὶ ἐξακριβώσῃ, ὁ κτηματίας πρόεδρος, ἂν ὑπάρχῃ ἡ ἀνάγκη τῆς χορηγίας τοῦ φαρμάκου τὸ ὁποῖον ἀνέγραψεν ὁ ἐπισκέπτης ἰατρός! Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ κατάστασις εἰς τὰς Κυκλάδας. Δὲν σχολιάζω τὸ πρᾶγμα, ἀλλ’ ἐξ ὄνυχος τὸν λέοντα. Ἐκ τῶν ὀλίγων θὰ ἐνοήσατε τὰ πολλά.
§144ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πᾶν ἄλλο παρὰ περὶ λέοντος πρόκειται ἐδῶ.
§145Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Αὐτὸ λέγω καὶ ἐγώ.
§146Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἐνεχείρισεν ὁ συνάδελφος κ. Ἀλαβᾶνος εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλπίζω ὅτι θὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ δὴ τὴν ἄμεσον μέριμναν, διότι τὸ ἔγγραφον τοῦτο ἀποτελεῖ τρανὴν ἀπόδειξιν τῆς καταστάσεως ἐν ᾗ διατελεῖ ἀτυχῶς ἡ Νομαρχία Κυκλάδων. Ἐδυνάμεθα νὰ ἐξιστορήσωμεν πλεῖστα ὅσα καὶ νὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ ἄλλα ἔγγραφα παριστάνοντα ὅτι ἡ Νομαρχία Κυκλάδων διευθυνομένη ὑπὸ τοῦ γραμματέως κ. Μαρούλη παρέχει ἀφορμὴν εἰς θυμηδίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς σκέψεις λυπηράς, ἐπιβάλλει δὲ τὴν ἄμεσον ἐπέμβασιν τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, οὐδὲ ὑπάρχει ἀνάγκη, νομίζομεν, νὰ ζητηθῇ ἀπολογία, ἀφοῦ αὐτὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὠνόμασε πρὸ ὀλίγου τὸν κ. νομαρχεύοντα ἀνισόρροπον.
§147ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δεικνύει φυσικὰ ἕνα ἄνθρωπον ἀνισόρροπον. Δὲν ἔχω παρὰ νὰ τὸ διαβιβάσω εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἐλπίζω ὅτι θὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄσχετον ἐντελῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἐπερωτήσεως· διὰ τὴν ἐπερώτησιν δ’ εἶπον ὡρισμένως τί θέλω πράξει.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Η. Κοπανίτσας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως εὐχρεστηθῇ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀπὸ μηνῶν ὑποβεβλημένην ἀναφορὰν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Βασαρᾶ καὶ Βερροίων τοῦ δήμου Οἰνοῦντος καὶ ἐπανορθώσῃ τὸ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος περὶ ὁρισμοῦ τῶν κοινοτήτων προσγενόμενον ἄδικον εἰς τοὺς κατοίκους Βερροίων, ὑπαχθέντας ἄνευ αἰτήσεώς των εἰς κοινότητα ἀπωτέραν, πρὸς μεγίστην βλάβην τῶν συμφερόντων των».
§149ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὅπως γνωρίζει ὁ κ. Βουλευτής, ὁ νόμος ὁ κείμενος ὁρίζει τὴν προθεσμίαν ἐντὸς τῆς ὁποίας συνοικισμός τις δύναται νὰ ὑποβάλῃ ἔνστασιν κατὰ τῆς μὴ προσαρτήσεώς του εἰς ταύτην τὴν κοινότητα καὶ τῆς προσαρτήσεώς του εἰς τὴν ἄλλην. Ἡ προθεσμία αὕτη παρῆλθεν ἄπρακτος καὶ διετία ὁλόκληρος παρῆλθεν ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου χωρὶς οὐδεμία παράστασις νὰ γίνῃ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τῷ μεταρρυθμίζοντι διατάξεις τινὰς τοῦ κειμένου νόμου ὑπάρχει διάταξις συναφὴς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο. Ἐννοεῖτε ὅτι θὰ διευκολυνθῇ ἡ ἐκπλήρωσις ὄχι μόνον ἐπιθυμίας διαφόρων συνοικισμῶν, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐπανόρθωσις λαθῶν, ἅτινα ἐγένοντο ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων νομαρχῶν, οὕτως ὥστε χωρία τινὰ νὰ προσαρτηθῶσιν εἰς κοινότητας ἀπωτέρας, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς ὁποίας δὲν ὑπῆρχε οὐδεμία κἂν συναφείᾳ ἐδάφους. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι θὰ ἐκτελεσθῇ ἀπὸ τοῦδε ἡ τοιαύτη αἴτησίς των.
§150ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἀνέμενον, κύριε Ὑπουργέ, τοιαύτην τὴν ἀπάντησίν σας ἀκριβῶς ἵνα συζητήσω ἐπ’ αὐτῆς καὶ διὰ τοῦτο διετύπωσα τὴν σύστασιν. Γνωρίζω ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ γνώμη τῆς Ὑπηρεσίας, ὡς τοιαύτην ἀνέμενον τὴν ἀπάντησιν, ἀλλ’ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἂν δώσητε ὀλίγον περισσοτέραν προσοχὴν εἰς τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων, εἰς τὰ ἐν αὐτῇ ἐκτιθέμενα καὶ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, θὰ ἴδητε ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν ἀνάγκην ν’ ἀναμείνητε τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου διὰ ν’ ἐπανορθώσητε τὸ προσγενόμενον εἰς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους ἄδικον. Θ’ ἀναγκασθῶ ὀλίγον νὰ ἐκταθῶ διὰ ν’ ἐννοήσητε ἐκ τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν περὶ τίνος πρόκειται, διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἡ ἁρμοδία Ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐπολυπραγμόνησεν εἰς τοιοῦτον βαθμόν, ὥστε ν’ ἀντιληφθῇ ποῖον εἶναι τὸ αἴτημα τῶν κατοίκων τούτων. Τὸ χωρίον Βέρροια εἶναι ὀρεινὸν χωρίον καὶ ὑπῆρξε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Τουρκοκρατίας τὸ καταφύγιον πλείστων ἑλληνικῶν οἰκογενειῶν. Ὅτε ἀποκατεστάθη τὸ βασίλειον, ἔφυγον πολλαὶ οἰκογένειαι καὶ ἔγινε δεύτερον χωρίον Βασαρᾶ, τὸ ὁποῖον κατοικεῖται ὑπὸ τῶν αὐτῶν κατοίκων, ἐχόντων τὰ αὐτὰ συμφέροντα, τὴν αὐτὴν ἀγροτικὴν περιφέρειαν, καὶ τὸ μὲν θέρος μένουσιν ἐν τῷ ὀρεινῷ τῶν Βασαρῶν χωρίῳ, τὸ δὲ θέρος ἐν τῷ χαμηλοτέρῳ καὶ θερμοτέρῳ. Ἀπέχουσι δὲ τὰ χωρία ταῦτα ἀλλήλων μίαν ὥραν καὶ κατὰ τὸν χάρτην τοῦ Κλεώπα τὸν ὑπάρχοντα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Δικαιοσύνης καὶ κατὰ τὴν ἰδικήν μου ἀντίληψιν ὑπάρχει ἕτερον χωρίον τὰ Βρέσθενα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε καὶ ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου, ὅπερ ἀπέχει τῶν Βερροίων δύο ὥρας. Ὅπως γνωρίζετε, κατὰ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ νόμου, ὅταν οἱ συνοικισμοὶ δὲν ἔχωσι τὰ στοιχεῖα ν’ ἀποτελέσωσι κοινότητα, προσαρτῶνται εἰς τὴν πλησιεστέραν κοινότητα. Εἶναι τοῦτο δικαίωμα κεκτημένον ἐκ τοῦ νόμου ὑπὲρ τῶν συνοικισμῶν. Τὸ χωρίον Βέρροια ἐκτὸς τῶν ἱστορικῶν λόγων, τῆς ταυτότητος τῶν συμφερόντων μετὰ τῶν κατοίκων τοῦ Βασαρᾶ καὶ λόγῳ τῆς ἀποστάσεως καὶ ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἔπρεπε νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὴν κοινότητα τοῦ χωρίου Βασαρᾶ καὶ ὄχι τῶν Βρεσθένων· οὗτος εἶναι ὁ κανών. Τότε δὲ μόνον δύναται ὁ κανὼν αὐτὸς νὰ μεταβληθῇ κατὰ τὴν ἰδίαν διάταξιν τοῦ νόμου, ὅταν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν κατοίκων ἀπωτέρου χωρίου ζητήσῃ δι’ ἀναφορᾶς, συγκατατιθεμένου καὶ τοῦ ἡμίσεος πλέον ἑνὸς τῶν κατοίκων τοῦ ἄλλου χωρίου, νὰ προσαρτηθῇ εἰς ἀπώτερον χωρίον καὶ τοῦτο ἐντὸς τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου τεταγμένης προθεσμίας καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει κατὰ τὸ ἄρθρον 6 κρίνει καὶ ἀποφασίζει ὁ Ὑπουργός. Ἐν προκειμένῳ ὅμως οὔτε οἱ κάτοικοι τῶν Βερροίων ἐζήτησαν οὔτε οἱ κάτοικοι τῶν Βρεσθένων συγκατετέθησαν, ὥστε τὰ δύο χωρία Βέρροια καὶ Βρέσθενα ν’ ἀποτελέσωσι μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κοινότητα. Ἐνῷ δ’ οἱ κάτοικοι δὲν εἶχον καμμίαν γνῶσιν τῆς τοιαύτης παρὰ τὸν νόμον προσαρτήσεώς των, μόνον κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν ἔλαβον γνῶσιν ὅτι, ἀντὶ νὰ λάβωσι μέρος εἰς δημαιρεσίας τῆς κοινότητος Βασαρᾶ, ἐκαλοῦντο νὰ προσέλθωσιν εἰς τὴν κοινότητα Βρεσθένων ἵνα ψηφίσωσι. Διεμαρτυρήθησαν μόλις ἔλαβον γνῶσιν τοῦ ἀδίκου τὸ ὁποῖον τοῖς προσεγίνετο, δὲν προσῆλθον νὰ ψηφίσωσι καὶ κατὰ τὸν μῆνα Ἰούλιον ὑπέβαλον αἴτησιν ὄχι περὶ ὑπαγωγῆς των εἰς τὴν κοινότητα ταύτην ἢ ἐκείνην, ἀλλὰ περὶ ἀκυρώσεως Διατάγματος τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, ὥστε νὰ ἐπανέλθωσιν ἐκεῖ ὅπου τοὺς ὑπήγαγεν ἡ διάταξις τοῦ νόμου.
§151ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ Διάταγμα ἐξεδόθη ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀποστάσεων. Ἐκεῖ βεβαιοῦται ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου νομάρχου ὅτι ἡ ἐγγυτέρα κοινότης πρὸς τὸ χωρίον περὶ οὗ ὁμιλεῖτε εἶναι ἐκείνη εἰς ἣν καὶ ὑπήχθη. Ἔκτοτε μέχρις ἐλαχίστου χρονικοῦ διαστήματος, καθ’ ὅλον τὸν χρόνον καθ’ ὃν ἐγένετο καὶ ἡ διαδικασία ἡ μέχρι τῶν ἐκλογῶν καὶ μετὰ τὰς ἐκλογάς, ἐπὶ δύο ἔτη δὲν ἠκούσθησαν παράπονα τῶν χωρικῶν. Διότι λέγεται ὅτι ἐγένοντο διαμαρτυρίαι ὅτι κακῶς ὑπήχθη τὸ μέρος ἐκεῖνο εἰς τὴν ῥηθεῖσαν κοινότητα. Κατόπιν τῆς ἰδικῆς σας διαμαρτυρίας ἐζήτησα πληροφορίας καὶ μάλιστα εἶπον ὅτι θὰ εὑρεθῶμεν ἐν τῇ ἀνάγκῃ ν’ ἀποστείλωμεν μηχανικὸν ἵνα βεβαιωθῶμεν ἂν παρανόμως ὑπήχθησαν εἰς τὴν κοινότητα ἐκείνην.
§152Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Οἱονδήποτε καὶ ἂν συμβουλευθῆτε χωρογραφικὸν πίνακα, θὰ ἴδητε ὅτι μεταξὺ τῶν Βερροίων καὶ τῶν Βρεσθένων εἶναι διπλασία ἡ ἀπόστασις. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει δὲν ἔχετε ἀνάγκην ν’ ἀναμείνητε τὸν νέον νόμον, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀκύρου καὶ μὴ στηριζομένου εἰς τὸν νόμον Διατάγματος. Σημειώσατε ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι σχετικὴ πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν προηγουμένως σᾶς ἀνέφερα. Διότι οἱ κάτοικοι τῶν Βρεσθένων οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὴν κοινότητα καὶ τὸ Συμβούλιον αὐτῆς ἔχουσιν ἀντίληψιν περὶ τῶν κατοίκων ὡς περὶ ξένων.
§153ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἐπερωτήσεων ἐξηντλήθη.
§154Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου περὶ ὁριστικῆς διανομῆς τῶν μερισμάτων τῆς «Ἀμοιβαίας». Ἐπίσης σχέδιον νόμου περὶ ἀνανεώσεως τῆς καταθέσεως τῶν σωμάτων διαρκοῦντος τοῦ πολέμου.
§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ σχέδιον νόμου περὶ προσθήκης διατάξεως εἰς τὸν νόμον 116 περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἐν πολέμῳ πεσόντας. Ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τοὺς ἐθελοντὰς τοὺς λαβόντας μέρος εἰς τὸν πόλεμον, ἀφοῦ ἔδωκαν ὅρκον, ν’ ἀπονέμηται σύνταξις ἴση πρὸς τὴν τοῦ στρατιώτου. Ὑπῆρχον ὅμως σώματα ἔχοντα ἀρχηγούς. Εἰς τοὺς ἀρχηγοὺς νὰ δοθῇ σύνταξις ἀνθυπολοχαγοῦ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει τῆς αὔριον, ἵνα ψηφισθῇ ἐκ τῶν πρώτων. (Κηρύσσονται κατεπείγοντα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ τὰ νομοσχέδια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦντα τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ὑδρεύσεως τῆς κωμοπόλεως Μελιγαλᾶ δι’ ἐκκλησιαστικῶν χρημάτων». Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς αʹ συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συνομολογήσεως δανείου τοῦ Ταμείου τῆς Ἐθνικῆς Ἀμύνης»).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ἀπὸ 22 Ὀκτωβρίου 1909 Β. Διατάγματος».
§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἐκτελεστικὸν Β. Διάταγμα ἀπὸ 22 Ὀκτωβρίου 1909, ὅπως ἀποσοβήσωμεν μεγάλας ἀποζημιώσεις κακῶς ζητουμένας παρὰ τοῦ Δημοσίου. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον).
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Γεωργικῆς Τραπέζης Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§159Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, Κύριοι, ἔτυχεν ἐξαιρετικῶς εὐμενοῦς ὑποδοχῆς. Εὐμενοῦς ὑποδοχῆς ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς, ὁμοίας ὑποδοχῆς ἐκ μέρους τῆς δημοσιογραφίας. Ἡ εὐμένεια δ’ αὕτη φρονῶ ὅτι εἶναι εὐεξήγητος, ἐφ’ ὅσον ἐστηρίχθη εἰς τὴν ἐπιγραφὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀφορῶντος εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ, καὶ εἰς τὸν ἀναγραφόμενον σκοπὸν αὐτοῦ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν γεωργικὴν παραγωγήν. Ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ Ἑλλάς, χώρα σχεδὸν γεωργικὴ μέχρι τῆς χθές, κατ’ ἐξοχὴν δὲ γεωργικὴ σήμερον, ἀποτελεῖ πρωτοφανὲς παράδειγμα συγχρόνου Κράτους ἐστερημένου, ἀνεξαρτήτως ἄλλων ὀργάνων προστασίας καὶ ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας, κυρίως καὶ πρωτίστως ἀγροτικῆς πίστεως· ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν γεωργῶν, ἰδιαίτατα τῶν τῆς Θεσσαλίας, τῆς Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου, κύπτουσιν ὑπὸ ἀρχέγονον καὶ ἀνελεύθερον καλλιεργητικὸν σύστημα καὶ δουλεύουσιν ἐνίοτε ὑπὸ δεσπότας ἄγαν αὐστηρούς, ἵνα μὴ εἴπω τι πλέον· ὅταν ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ γεωργικὴ ἀκίνητος κτῆσις δουλεύει εἰς τοκογλύφους, εἶναι εὐνόητον ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τοιοῦτο φέρον τίτλον καὶ τοιοῦτον ἀναγράφον σκοπόν, δὲν ἦτο δυνατὸν ἢ νὰ τύχῃ τόσον εὐμενοῦς ὑποδοχῆς καὶ νὰ χαρακτηρισθῇ ἡ εἰσαγωγὴ αὐτοῦ ὡς ἀπελευθέρωσις τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, ἀπελευθέρωσις ὑπὸ γεωργικὴν ἔποψιν. Ἐντεῦθεν ἐξηγεῖται καὶ ἡ παράκλησις δύο ἐκ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων ἐκ Θεσσαλίας, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπεκταθῇ καὶ εἰς πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, παράκλησις ἡ ὁποία εὗρε σύμφωνον καὶ τὴν Κυβέρνησιν εἰς ἐπέκτασιν, ἥτις καὶ θὰ ἐγίνετο κατὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τὴν γενομένην κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν, ἂν μὴ διὰ τοῦ τοιούτου μέτρου διετρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν νὰ πιστευθῇ εἰς τοὺς Μακεδόνας καὶ τοὺς Ἠπειρώτας ὅτι προτιθέμεθα νὰ «βάλωμεν χέρι», κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐπὶ τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη καὶ συγκεντρωμένου κεφαλαίου τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου. Παρά πᾶσαν τὴν εὐμένειαν, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐμπνέει καὶ εἰς ἐμὲ κατ’ ἀρχὴν ἡ ἰδέα καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, νομίζω ὅτι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ὀργανοῦται αὕτη διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου εἶναι κατ’ ἐξοχὴν ἀτυχής, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι χειρότερον. Καὶ ἡ μὲν γεωργικὴ παραγωγὴ δὲν ἔχει νὰ ὠφεληθῇ τι ἄξιον λόγου ἐξ αὐτῆς, ἀντιθέτως δ’ ἱδρύεται εἷς οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς πολλαχῶς ἐπικίνδυνος· ἐπικίνδυνος ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, ἐπικινδυνωδέστερος ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν. Ἐπὶ τούτου ἐπεθύμουν νὰ ὑποβάλω τὰς σκέψεις μου πρὸς τὴν Βουλήν. Πεῖρα δεκαετηρίδων ὁλοκλήρων, Κύριοι, ἀπέδειξεν ἀλλαχοῦ ὅτι Τράπεζαι γεωργικαὶ τοιαύτης φύσεως, προωρισμέναι νὰ ἔρχωνται εἰς ἀμέσους συναλλακτικὰς σχέσεις πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς καὶ παρ’ ἑταιρειῶν ἀκόμη ἱδρυόμεναι, σπανιώτατα ἐπιτυγχάνουσι, καθόσον ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνουσιν εὑρίσκονται ἐνώπιον ἀνυπερβλήτων συνήθως δυσχερειῶν. Διότι μία τοιαύτη Τράπεζα, ὅπως ἀποβῇ ἀληθῶς ὑπηρετικὴ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, δὲν θὰ περιορίσῃ βεβαίως τὴν παροχὴν τῶν καλλιεργητικῶν δανείων εἰς μόνους τοὺς ἰδιοκτήτας γεωργοὺς τοὺς παρέχοντας ἐνυπόθηκον ἀσφάλειαν, ἀλλὰ θὰ ἐκτείνῃ ταύτην καὶ εἰς τοὺς ἁπλοῦς καλλιεργητὰς ἐπὶ ἐνεχύρῳ τῶν γεωργικῶν αὐτῶν ὀργάνων ἢ προϊόντων, ἢ καὶ ἐπὶ ἁπλῇ προσωπικῇ πίστει, ὡς ἀναγράφει ἄλλως τε καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει θὰ προέλθῃ εἰς συναλλαγὰς πρὸς μυριάδας ὀφειλετῶν τῶν ἀπωτάτων ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, ὀφειλετῶν τοὺς ὁποίους ἡ Τράπεζα θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίσῃ ἐπαρκῶς. Θὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξακριβώσῃ τὸ ἀξιόχρεον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ γίνωσιν ὀφειλέται αὐτῆς· ἀδύνατον νὰ γνωρίσῃ καί τι σπουδαιότατον, ἀφ’ ἧς ἀπόψεως ὁμιλοῦμεν, ἤτοι τῆς ἀπόψεως τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίσῃ ὅτι τὸ δοθησόμενον δάνειον θὰ χρησιμοποιηθῇ ἀληθῶς εἰς γεωργικὰς ἀνάγκας, καὶ δὲν θὰ ἐξυπηρετήσῃ τοῦ δανειζομένου τὰς οἰκιακὰς ἀνάγκας, ὅπερ δὲν ἀποτελεῖ τὸν οἰκονομικὸν σκοπὸν τῶν τοιούτων πιστωτικῶν ὀργανισμῶν. Ἂν θελήσῃ δὲ μία τοιαύτη Τράπεζα ἔστω καὶ ἐν μέρει ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς τοιαύτας ἀνάγκας, διὰ πλειόνων ὑποκαταστημάτων, δι’ ἐπιθεωρήσεων κλπ., θὰ πολλαπλασιάσῃ ἐπικινδύνως τὰ ἔξοδα αὐτῆς, τὰ ὁποῖα μετὰ τῶν δυσαναλόγων ἐξόδων τῆς εἰσπράξεως τῶν δανείων καὶ τῶν δυσυπερβλήτων δυσχερειῶν διὰ τὸ πλῆθος τῶν ὀφειλετῶν θὰ διακυβεύσωσι τὴν τύχην της. Οὔτε εἶναι ἄλλως τε δυνατὸν νὰ διανοηθῇ μία οἱαδήποτε Τράπεζα, εἷς τοιοῦτος οἰκονομικὸς ὀργανισμός, νὰ ἱδρύσῃ τόσα πρακτορεῖα καὶ τόσα ὑποκαταστήματα, ὥστε ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ νὰ ὑπάρχῃ ἀνὰ ἓν τοιοῦτον. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων οὐδαμοῦ αἱ γεωργικαὶ Τράπεζαι, καὶ παρ’ ἑταιρειῶν ἱδρυόμεναι καὶ διευθυνόμεναι, ἐπέτυχον τοῦ σκοποῦ, οὐδαμῶς ἐξυπηρέτησαν ἀληθῶς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς διὰ τῆς ἐνισχύσεως οὐχὶ ἁπλῶς τῶν ἰδιοκτητῶν, ἀλλὰ καὶ τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων. Ἄν ἐνθυμηθῇ τις τί ἐγένετο ἐν Γαλλίᾳ, πρὶν ἢ τὸ Γαλλικὸν Κράτος ὀργανώσῃ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν ὡς ἔχει ἤδη, θέλει πεισθῇ περὶ τούτου. Διότι εἰς τὴν ἐκεῖ Κτηματικὴν Τράπεζαν εἶχεν ἀνατεθῆ καὶ ἡ ἐκτέλεσις ἐργασιῶν Γεωργικῆς Τραπέζης πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, ἤτοι τὸ δικαίωμα ὅπως αὕτη ἐρχομένη εἰς ἀμέσους συναλλαγὰς πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς παρέχῃ εἰς τούτους καλλιεργητικὰ δάνεια. Ἀλλ’ ὅμως παρὰ τὸν ἔξοχον ὀργανισμὸν τοῦ μεγάλου ἐκείνου πιστωτικοῦ ἱδρύματος τ’ ἀποτελέσματα τῶν ἐργασιῶν του τούτων καὶ ἡ ἐνίσχυσις δι’ αὐτῶν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς ὑπῆρξαν ἀνάξια λόγου. Ἐπίσης, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν τὸ παράδειγμα ἀναλόγου Τραπέζης Βελγικῆς, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ 1884 δυνάμει τοῦ νόμου τῆς 5 Ἀπριλίου 1884 ἀνέλαβε τὴν ὑπηρεσίαν Γεωργικῆς Τραπέζης, τὴν προστασίαν τουτέστι τῆς ἀγροτικῆς πίστεως διὰ παροχῆς δανείων πρὸς τοὺς γεωργούς· ἂν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τοὺς ἀγῶνας τοὺς ὁποίους κατέβαλεν, ἵνα ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἀποτυχίαν εἰς ἣν ὡδηγήθη, καίτοι δὲν συνηλλάσσετο ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῶν γεωργῶν· ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ Βελγικὸν Κράτος μετὰ τὴν ἀποτυχίαν αὐτῆς ἠναγκάσθη ν’ ἀποταθῇ πρὸς τὴν ἐκεῖ Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἵνα διαθέσῃ μέρος τῶν πιστώσεων αὐτῆς πρὸς προστασίαν τῆς γεωργίας διὰ παροχῆς ἀμέσων πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς δανείων, καὶ ὅτι ἡ Τράπεζα αὕτη ἠρνήθη, προβάλλουσα κυρίως ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τοιοῦτον ὀργανισμὸν μὴ δυναμένη νὰ γνωρίζῃ τοὺς δανειζομένους· ἂν ταῦτα μόνον, ἵνα μὴ ἐκτείνω περαιτέρω τὸν λόγον, ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ἐννοεῖ τις εὐκόλως ὅτι ἱδρύματα τοιαύτης ἀποστολῆς, τοιούτου σκοποῦ, καὶ παρ’ Ἑταιρειῶν ἀκόμη ἱδρυόμενα καὶ διευθυνόμενα, εἶναι προωρισμένα ν’ ἀποτύχωσιν. Ἀκριβῶς ἕνεκα τῶν λόγων τούτων καὶ τῶν δυσχερειῶν ἡ ἵδρυσις Γεωργικῆς Τραπέζης, ἐπαναλαμβάνω, εἴτε ἀπὸ μέρους Ἑταιρείας εἴτε ἀπὸ μέρους ἰδιωτῶν, Τραπέζης ἐρχομένης εἰς ἄμεσον συναλλακτικὴν σχέσιν πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς ἀπὸ δεκαετηρίδων ἐγκατελείφθη καὶ σχεδὸν πανταχοῦ τῆς Εὐρώπης, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ ἀγροτικὴ πίστις ὠργανώθη ἄλλως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν τοπικῶν πιστωτικῶν συνεταιρισμῶν, ἐπὶ τῇ βάσει Τραπέζης Κεντρικῆς συναλλασσομένης πρὸς τοὺς συνεταιρισμοὺς τούτους. Οὐδαμοῦ δ’ ἐσκέφθησαν ἤδη νὰ ἱδρύσωσιν, ἔστω καὶ δι’ Ἑταιρείας ἐνισχυομένης καὶ ὑπὸ τοῦ Κράτους, Τράπεζαν Γεωργικὴν ἡ ὁποία νὰ ἔρχηται εἰς ἀμέσους συναλλακτικὰς σχέσεις πρὸς τοὺς γεωργοὺς εἰς παροχὴν καλλιεργητικῶν δανείων, μάλιστα ἐπὶ προσωπικῇ πίστει τοῦ δανειζομένου. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων, Κύριοι, καὶ ἂν τὸ νομοσχέδιον προέβλεπε τὴν ἵδρυσιν Τραπέζης Γεωργικῆς, Τραπέζης Γεωργικῆς Ἑταιρικῆς· καὶ ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ Ἑταιρεία τις, εἴτε ἐξ ἰδίων οἰκονομικῶν ἀντιλήψεων πρωτοτύπων καὶ ῥιψοκινδύνων εἴτε ἐνισχυομένη ὑπὸ τοῦ Κράτους, νὰ ἱδρύσῃ Γεωργικὴν Τράπεζαν τοιοῦτον ἔχουσα προορισμὸν καὶ τοιοῦτον ἀποβλέπουσαν οἰκονομικὸν σκοπόν, ἤθελε μὲ εὕρει ἄκρως διστακτικόν, θὰ προσέβλεπον εἰς τὴν ἐπιχείρησιν μεθ’ ὑπερτάτης δυσπιστίας. Διότι θὰ ἐσκεπτόμην ὅτι καὶ ἡ τύχη αὐτῆς δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εἶναι κρείττων καὶ διάφορος τῆς τύχης ἄλλων τοιούτων πιστωτικῶν ἱδρυμάτων, τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερα παραδείγματα, ἱδρυμάτων τὰ ὁποῖα ἤδη πλέον οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης συνιστῶνται ὅτι Τράπεζαι τοιαῦται διευθυνόμεναι ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀποτελοῦσι μέγαν οἰκονομικὸν καὶ πολιτικὸν κίνδυνον. Ἀλλ’ οἱ δισταγμοί μου κορυφοῦνται, ὅτε βλέπω ὅτι ἱδρύεται πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν μία Τράπεζα τοῦ Κράτους. Τράπεζα τοῦ Κράτους ἱδρυομένη ὑπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ Κράτους καὶ ἀποτελοῦσα δημόσιον ἵδρυμα, ἐφοδιαζομένη ἀπὸ κεφάλαια ἀποκλειστικῶς τοῦ Κράτους, διευθυνομένη ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ προωρισμένη νὰ ἔρχηται εἰς ἀμέσους συναλλακτικὰς σχέσεις πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Διότι μία τοιαύτη Τράπεζα ἀποτελεῖ πρότυπον ἰδιορρυθμίας καὶ οἰκονομικῶς καὶ πολιτικῶς ἐπικίνδυνον. Μία τοιαύτη Τράπεζα ἔχει πάντα τὰ μειονεκτήματα τῶν ὁποίων ἐμνημόνευσα ἤδη, τὰ μειονεκτήματα τῶν ἰδιωτικῶν Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι ἐπιδιώκουσαι τὴν ἐνίσχυσιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς διὰ παροχῆς καλλιεργητικῶν δανείων πρὸς τοὺς γεωργοὺς ἠστόχησαν πανταχοῦ. Ἀλλ’ ἔχει προσθέτως καὶ τὰ μειονεκτήματα τῆς ἰδίας αὐτῆς συστάσεως, τῆς ἰδίας ὑποστάσεως ὡς Τραπέζης τοῦ Κράτους, ὡς δημοσίου δηλονότι ἱδρύματος. Εἴδετε, Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον ἱδρύει μίαν Τράπεζαν ἀνήκουσαν εἰς τὸ Κράτος, Γεωργικὴν Τράπεζαν, τῆς ὁποίας τὰ κεφάλαια εἶναι ἀποκλειστικῶς κεφάλαια τοῦ Κράτους, χρήματα εἰσπραττόμενα διὰ γενικῆς φορολογίας. Ἡ Τράπεζα αὐτὴ θ’ ἀποτελῇ δημόσιον ἵδρυμα, θὰ διευθύνηται ὑπὸ διοικητοῦ, ὑπὸ διευθυντῶν ὑποκαταστημάτων, ὑπὸ πρακτόρων, ἀλλὰ καὶ οἱ διοικηταὶ καὶ οἱ διευθυνταὶ ὑποκαταστημάτων καὶ οἱ πράκτορες αὐτῆς θὰ εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι. Θὰ διοικῆται ἀκόμη ὑπὸ συμβουλίου γενικοῦ καὶ ὑπὸ συμβουλίων τοπικῶν, τὰ ὁποῖα ἐπίσης θὰ συγκροτῶνται παρὰ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὄχι ἀπολύτως παρὰ δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ παρ’ ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως θὰ εἶναι σχεδὸν δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἂν ἐπιτρέπηται ἡ παρομοίωσις, διότι θὰ διορίζωνται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως διὰ Β. Διατάγματος. Αὐτὸ τὸ ἵδρυμα ὡς ἵδρυμα τοῦ Κράτους, ὡς Τράπεζα τοῦ Κράτους, τίνα θὰ ἔχῃ ἀποστολήν; Θὰ δανείζῃ, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀπ’ εὐθείας τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, εἴτε παρέχουσα ἐνυπόθηκα δάνεια, εἴτε παρέχουσα δάνεια ἐπὶ ἐνεχύρῳ γεωργικῶν προϊόντων ἢ ἄλλων γεωργικῶν πραγμάτων, εἴτε ἐπὶ προσωπικῇ πίστει. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Θὰ κάμνῃ καὶ ἄλλας τραπεζιτικὰς ἐργασίας, διὰ νὰ προμηθεύηται χρήματα. Δὲν θ’ ἀρκῆται εἰς τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, εἰς τὰ κεφάλαια τ’ ἀπορρέοντα ἐκ τῆς φορολογίας, ἀλλὰ καὶ θὰ δέχηται καταθέσεις, θὰ ἱδρύσῃ ταμιευτήρια· καὶ ἔτι πλέον προβλέπεται ὅτι δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ δύναται νὰ συνάπτῃ καὶ δάνεια. Τοιουτοτρόπως θὰ ἔχωμεν ἕνα ἄρτιον τραπεζιτικὸν ὀργανισμόν, ἀποτελοῦντα δημόσιον ἵδρυμα, διευθυνόμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους. Καὶ ἐρωτᾶται: Θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ λειτουργήσῃ εἰς τοιοῦτος τραπεζιτικὸς ὀργανισμὸς ἐπωφελῶς διὰ τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, ἀκινδύνως διὰ τὸ Κράτος, καὶ νὰ λειτουργήσῃ ὡς Τράπεζα Γεωργική; Φρονῶ κατὰ πεποίθησιν, Κύριοι, ὅτι τὸ Κράτος κατ’ ἀρχὴν ἐκ τῶν ἰδίων αὑτοῦ καθηκόντων καὶ τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἀποστολῆς, ἰδίᾳ δὲ Κράτος κοινοβουλευτικόν, οἷον τὸ ἡμέτερον, εἶναι ἀπολύτως ἀνεπιτήδειον εἰς ἀνάληψιν τοιούτων τραπεζιτικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἔλαβον τὴν τιμὴν ὁμιλῶν ἐπὶ σχετικοῦ νομοσχεδίου, τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, νὰ εἴπω ποίαν γνώμην ἔχω καὶ πῶς ἀντιλαμβάνομαι τὴν θέσιν τοῦ Κράτους ἀπέναντι τῶν τραπεζιτικῶν ἐκδοτικῶν ἱδρυμάτων. Ἀλλ’ ἂν διὰ τὰς ἐκδοτικὰς Τραπέζας ὑπάρχουσι καί τινα παραδείγματα, μεμονωμένα ἔστω, ἐν Εὐρώπῃ, ἂν ὑπάρχουσι καὶ Τράπεζαι τοῦ Κράτους, Τράπεζαι ἐκδοτικαί, ἂν ἀνεξαρτήτως τῶν μεμονωμένων τούτων παραδειγμάτων καὶ αὐταὶ αἱ ἐκδοτικαὶ Τράπεζαι εἶναι κατὰ κανόνα γενικὸν ἰδιωτικαί, ἡ πρὸς τὰς ὁποίας σχέσις τοῦ Κράτους εἶναι ἄλλη ἀλλαχοῦ, ἐγγυτέρα ἢ ἀπωτέρα· ἂν ἀρχαὶ τοιαῦται κρατοῦσι προκειμένου περὶ ἐκδοτικῶν Τραπεζῶν, δὲν ἐννοῶ κατὰ ποίαν ἀντίληψιν, οἰκονομικὴν ἢ πολιτειακήν, δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ ἵδρυσις Γεωργικῆς Τραπέζης τοῦ Κράτους, ὡς δημοσίου ἱδρύματος ἔχοντος τὴν συγκρότησιν, τὴν διοίκησιν καὶ τὸν σκοπὸν τῆς Τραπέζης, ἣν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Τοιοῦτό τι οὐδαμοῦ, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, ἐγένετο μέχρι τοῦδε. Διότι ὑπέδειξα ἤδη, Κύριοι, ποίους κινδύνους διατρέχουσιν ἰδιωτικοὶ πιστωτικοὶ ὀργανισμοί, ἑταιρικαὶ Τράπεζαι, τοιαύτην ἔχουσαι ἀποστολήν. Ὑπέδειξα ἤδη τί μᾶς διδάσκει μέχρι τοῦδε ἡ ἱστορία τῶν γεωργικῶν Τραπεζῶν ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀνάγκη τάχα νὰ σημειωθῇ ἤδη ὅτι τὰ μειονεκτήματα ἐκεῖνα, οἱ λόγοι οἱ ἐκτεθέντες ἕνεκα τῶν ὁποίων ἠστόχησαν τοῦ σκοποῦ ἐκεῖνα τὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα θὰ εἶναι πολλαπλάσιοι προκειμένου περὶ ἱδρύματος τοῦ Κράτους; Θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ σημειωθῇ ὅτι οὐ μόνον οἰκονομικῶν κινδύνων ἀλλὰ καὶ πολιτικῶν κινδύνων μεστὸν θ’ ἀπεδεικνύετο τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ ὅτι ἐπὶ πᾶσιν ἡ πρὸς τὴν γεωργικὴν παραγωγὴν ἐνίσχυσις θὰ εἶναι ἀσήμαντος, ἂν μὴ ὅλως φαινομενική; Ἂν ἀποβλέψωμεν, Κύριοι, εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καὶ θελήσωμεν νὰ ἐξακριβώσωμεν ποία τέλος πάντων εἶναι ἡ συνδρομὴ τὴν ὁποίαν δύναται νὰ παράσχῃ εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ποίαν κατεύθυνσιν δύναται νὰ λάβῃ ἡ συνδρομὴ αὐτὴ, θὰ εὑρεθῶμεν ἴσως ἐνώπιον καταστάσεως ἀπροσδοκήτου ἐκ πρώτης ὄψεως. Διότι, καὶ ἂν ὁλόκληρα τὰ ἐτήσια κεφάλαια τῆς ἱδρυομένης Τραπέζης, κεφάλαια τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς Κυβερνήσεως θ’ ἀνέρχωνται μόλις εἰς 450,000 δραχμῶν εἰσπραττομένων ἐκ ποσοστοῦ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ἦτο δυνατὸν νὰ διατεθῶσιν εἰς δάνεια πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας ἢ καλλιεργητὰς ἀγροτικῶν κτημάτων, ἐκ τῶν 250.000 γεωργικῶν οἰκογενειῶν, εἰς ὅσας κατὰ πᾶσαν πιθανότητα ἀνέρχονται αἱ γεωργικαὶ οἰκογένειαι τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας, καὶ ὅσαι θὰ ἐφορολογοῦντο διὰ τὴν εἴσπραξιν ταύτην καὶ τὸν σχηματισμὸν τῶν κεφαλαίων τῆς Τραπέζης, ἐλάχισται θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐλπίζωσι συνδρομὴν καὶ ὠφέλειαν ἐκ μέρους τῆς γεωργικῆς Τραπέζης. Τοιουτοτρόπως ἠθέλομεν φορολογεῖ διὰ γενικοῦ φόρου ὁλόκληρον τὸν γεωργικὸν πληθυσμὸν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου διὰ νὰ δίδωμεν συνδρομὴν εἰς ἐλάχιστον τμῆμα τοῦ πληθυσμοῦ τούτου, εἰς τὸ τμῆμα μόνον ἐκεῖνο διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπήρκουν τὰ διὰ τὴν συνδρομὴν αὐτὴν διατιθέμενα κεφάλαια Ἀλλὰ τίνες θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ εὐεργετηθῶσι διὰ τῆς συνδρομῆς αὐτῆς τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης; Τίνες θὰ εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ εὐτυχήσωσι νὰ ἴδωσιν ἱκανοποιουμένην τὴν ἰδίαν αὐτῶν γεωργικὴν πίστιν, νὰ ἴδωσι προστατευομένην τὴν ἰδίαν αὐτῶν καλλιέργειαν, διὰ τῆς ἀπολήψεως τῶν δανείων τὰ ὁποῖα προβλέπει ὡς δυνάμενα νὰ χορηγηθῶσι τὸ νομοσχέδιον; Τοῦτο τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τῶν προσώπων εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν καθορίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο δυσχερὲς νὰ καθορισθῇ. Ποία λοιπὸν θὰ εἶναι ἡ τάξις ἡ ὁποία ἐν τούτῳ θὰ τηρηθῇ καὶ τίς θὰ δίδῃ τὴν κατεύθυνσιν, τὴν τάξιν εἰς τὴν παροχὴν τῶν δανείων αὐτῶν; Τίς εἶναι ἐκτὸς τούτου ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ὁρίζῃ τὸ ποσὸν τῶν παρασχετέων εἰς ἕκαστον δανείων, ὅτε ἔχομεν δεδομένον διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅτι τὸ ποσὸν τοῦτο θὰ ποικίλλῃ ἐπὶ τῶν προσωπικῶν δανείων μεταξὺ 100 καὶ 1000 δραχμῶν, καὶ ὅτι διὰ Β. Δ. θὰ δύναται νὰ διπλασιασθῇ τὸ ποσὸν αὐτό; Ταῦτα πάντα θ’ ἀποφασίζωνται αὐτοβούλως καὶ ἀνεξελέγκτως ὑπὸ τῶν διοικητικῶν Ἀρχῶν τῆς Τραπέζης, δηλαδὴ παρὰ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐξαρτωμένων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐνταῦθα ἀκριβῶς ἀνακύπτουσιν οἱ κίνδυνοι· κίνδυνοι οἰκονομικοί, κίνδυνοι πολιτικοί. Ἀνακύπτουσιν οἱ κίνδυνοι ὅτι αἱ ἐργασίαι τῆς Τραπέζης καὶ ἰδίᾳ ἡ τοιαύτη ἢ τοιαύτη διάθεσις τῶν πιστώσεων θὰ ἐπηρεασθῶσιν οὐχὶ ἐκ τραπεζιτικῶν, οὐχὶ ἐξ ἐμπορικῶν, ἀλλ’ ἐκ πολιτικῶν ἀντιλήψεων καὶ ἐπιδράσεων Διότι δύσκολον εἶναι νὰ δεχθῇ τις κατὰ συνείδησιν ὅτι εἰς Κράτος κοινοβουλευτικὸν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος ἡ ἐργασία τοιαύτης Τραπέζης Γεωργικῆς τοῦ Κράτους. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ ζῶν ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, ὁ γνωρίζων τὴν φύσιν καὶ τὴν ἱστορίαν αὐτοῦ, νὰ πεισθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν εἷς οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς τοιοῦτος, κείμενος εἰς χεῖρας τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ἑκάστοτε Κυβερνήσεως, διευθυνόμενος ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ ἔργον αὐτοῦ ἀπολύτως ἀνεπηρέαστος, ἐντελῶς ξένος πρὸς πολιτικοὺς ἐπηρεασμούς, καὶ νὰ μὴ κατισχύσωσιν ἐν τῇ διευθύνσει τῶν ἐργασιῶν αὐτοῦ, ἀντὶ σκέψεων δικαιοσύνης, ἀντὶ σκέψεων ἐμπορικῶν, σκέψεις πολιτικαί, ἐπιδράσεις τῶν ἑκάστοτε Κυβερνήσεων. Ἀλλ’ ὅταν τοιαῦται σκέψεις κατισχύσωσιν ἕκαστος ἐννοεῖ τί ἔχει νὰ ἐλπίζῃ τὸ τμῆμα τῶν γεωργῶν, ὁ ἐλάχιστος ἐκεῖνος ἀριθμὸς τῶν γεωργῶν, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ προστατευθῶσιν ὑπὸ τοῦ τοιούτου ὀργανισμοῦ. Εἶναι εὔκολον νὰ ἐννοηθῇ ποῖον πολιτικὸν ὅπλον παρέχεται εἰς τὰς Κυβερνήσεις. Εἶναι εὔκολον νὰ νοηθῇ εἰς τίνας οἰκονομικοὺς κινδύνους ἐκτίθεται τὸ ὅλον τραπεζιτικὸν ἵδρυμα. Ἀλλ’ ἔρχεται καὶ ζήτημα ἄλλου κινδύνου, οἰκονομικοῦ καὶ τούτου, ἀλλ’ ἐνταυτῷ καὶ πολιτικοῦ κινδύνου. Δημιουργεῖται μία νέα πηγὴ διορισμῶν ὑπαλλήλων, ἀκένωτος πηγὴ παροχῆς μισθῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι ν’ ἀπορροφήσωσι μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων τοῦ ἱδρύματος τούτου. Ἂν θελήσητε νὰ κρίνητε ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, ἂν θελήσητε νὰ κάμητε ἕνα ὑπολογισμόν, θέλετε ἴδει ὅτι μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων τῆς Τραπέζης αὐτῆς, τῆς λεγομένης Γεωργικῆς, ἀπορροφᾶται ἀπὸ τὸ μισθολόγιον τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον. Δὲν κατακρίνω κυρίως τὸ ποσὸν τῶν καθ’ ἕκαστον μισθῶν. Ἴσως οὗτοι εἶναι ἀνάλογοι πρὸς τὴν ἐργασίαν ἡ ὁποία θ’ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς μέλλοντας ὑπαλλήλους τῆς ἱδρυομένης Τραπέζης. Θέλω νὰ εἴπω μόνον ὅτι ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως διὰ τοιούτου συστήματος προστατεύσῃ τὴν γεωγραφικὴν παραγωγήν, δημιουργεῖ πηγὴν ἀπορροφῶσαν μέγα μέρος τῶν κεφαλαίων τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὑπολογίζει ὅτι θὰ ἔχῃ ἡ ἱδρυομένη Γεωργικὴ Τράπεζα. Ἔκαμα ἕνα ὑπολογισμόν, Κύριοι, καὶ εἶδον ὅτι οἱ μισθοί, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀπαιτηθῶσι διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς Τραπέζης, ἤτοι διὰ τὸ Κεντρικὸν κατάστημα μὲ τὰ προβλεπόμενα ἐννέα ὑποκαταστήματα, μὲ τὰς ἀμοιβὰς τῶν συνεδριάσεων τῶν συμβουλίων καὶ μὲ δέκα μόνον πρακτορεῖα, διότι σημειώσατε ὅτι προβλέπει τὸ νομοσχέδιον τὴν ἵδρυσιν πρακτορείων ἰσαρίθμων πρὸς τὰ ταμεῖα τοῦ Κράτους, εἶδον, λέγω, ὅτι οἱ μισθοὶ θ’ ἀνέλθωσιν εἰς 151.000 δραχμῶν ἐτησίως. Ἂν δὲ προστεθῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τὰ ποσοστά, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 32, αἱ ἀμοιβαὶ τῶν Ἐπιτροπῶν, αἱ ὁποῖαι καταρτίζουσι τοὺς πιστωτικοὺς καταλόγους, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ ἄρθρον 34 τοῦ νομοσχεδίου, κλπ., δύναται νὰ εἴπῃ τις ἄνευ ἐνδοιασμοῦ ὅτι δὲν θ’ ἀρκέσῃ διὰ τοὺς μισθοὺς καὶ τὰς ἀμοιβὰς ταύτας τὸ ποσὸν τῶν 200.000 δραχμῶν ἐτησίως. Προσθέσατε εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο τὰ ἄλλα ἔξοδα τῆς Τραπέζης καὶ τὸ πρόσθετον προσωπικὸν τὸ ὁποῖον δύναται νὰ διορισθῇ εἰς τὰ ἱδρυθησόμενα πρακτορεῖα τῆς Τραπέζης, περὶ ὧν προβλέπει τὸ ἄρθρον 14, § βʹ, λάβετε ἐξ ἄλλου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ὅλον τὸ ἔσοδον τῆς Τραπέζης θὰ εἶναι 450.000 δραχμῶν, διὰ νὰ φθάσητε εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ὅλος ὁ κίνδυνος τοῦ ὑπαλληλισμοῦ, τὸν ὁποῖον τὰ Κράτη διέγνωσαν ὄχι δι’ αὐτὰς τὰς Τραπέζας, τὰς ὁποίας οὐδαμοῦ ἐσκέφθησαν νὰ ἱδρύσωσιν, ἀλλὰ δι’ ἄλλους ὀργανισμοὺς διευθυνομένους ὑπὸ τοῦ Κράτους, ὁ κίνδυνος, λέγω, τοῦ ὑπαλληλισμοῦ ἀνακύπτει φρικαλέος, ἀνακύπτει ἀπειλητικὸς ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν, ἀφοῦ θ’ ἀπορροφᾷ μετὰ τῶν ἐξόδων τὸ μεγαλύτερον μέρος τῶν κεφαλαίων, ἀπειλητικὸς ὑπὸ ἔποψιν πολιτικήν· διότι εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις θὰ παρέχηται ἓν ὅπλον φθορᾶς τῶν πολιτικῶν ἠθῶν τῆς Χώρας. Ἀλλὰ θὰ προσέθετον καὶ ἄλλο τι, Κύριοι. Ἀνεξαρτήτως πασῶν αὐτῶν τῶν ἀντιλήψεων θεωρῶ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἰδίας αὐτοῦ συγκροτήσεως ἕνα τοιοῦτον οἰκονομικὸν ὀργανισμόν, διευθυνόμενον ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, τὸν θεωρῶ ἀνεπιτήδειον ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὸν σκοπόν του, τὸν θεωρῶ ἀνίκανον. Διότι νομίζω ὅτι, ἂν εὐδοκιμοῦσιν οἱασδήποτε φύσεως κερδοσκοπικαὶ Τράπεζαι ἰδιωτικαί, εὐδοκιμοῦσι κυρίως διότι ἔχουσι τὸ μέγα κίνητρον τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε εἷς οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς τοιοῦτος, τόσον πολύπλοκος καὶ πολυμερὴς καὶ εὐαίσθητος, ὅσον μία Τράπεζα, διευθυνόμενος ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὴν δραστηριότητα καὶ πάσας ἐκείνας τὰς ἀρετὰς τὰς ὁποίας γεννᾷ καὶ κρατύνει τὸ ἰδιωτικὸν συμφέρον καὶ ὑπὸ τὰς ὁποίας δύνανται νὰ εὐδοκιμήσωσι τοιοῦτοι οἰκονομικοὶ ὀργανισμοί. Ἂν δ’ ἠθέλομεν στρέψει ἀπὸ τῶν γενικῶν παρατηρήσεων καὶ εἰς τὰ ἡμέτερα τὴν προσοχὴν ἡμῶν, θὰ κατελήγομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι Κράτος τὸ ὁποῖον δὲν κατορθώνει νὰ γίνῃ ἀγοραστὴς χωρὶς νὰ πέσῃ θῦμα κλοπῶν καὶ καταχρήσεων ἐξ ἀμελείας τῶν ἰδίων αὐτοῦ ὀργάνων ἢ τῆς Κυβερνήσεως — ἀδιάφορον —, κλοπῶν καὶ καταχρήσεων ἑκατομμυρίων ὁλοκλήρων, Κράτος τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀγοραστὴς ἁπλοῦς, ἔρχεσθε νὰ εἴπητε ὅτι τὸ Κράτος αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ ἔμπορος, δύναται νὰ γίνῃ τραπεζίτης, ν’ ἀναλάβῃ ἕνα λεπτότατον πιστωτικὸν ὀργανισμόν, τόσον λεπτὸν καὶ πολύπλοκον ὁ ὁποῖος πολλάκις καὶ εἰς χεῖρας ἀτόμων, εἰς διανοίας ὡπλισμένας μὲ τὴν ὀξύτητα τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος ἀπέτυχεν; Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων κηρύσσομαι, Κύριοι, κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν δ’ ἠθέλομεν ἤδη νὰ στρέψωμεν τὴν προσοχὴν ἡμῶν καὶ εἰς τὸ Κράτος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐκληροδότησεν αὐτὸν τὸν θεσμὸν καὶ ἠθέλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ποῖα ἐκεῖ ἔσχεν ἀποτελέσματα, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι καὶ ἐκεῖ τ’ ἀποτελέσματα ὑπῆρξαν κατ’ ἐξοχὴν ὀδυνηρά, κατ’ ἐξοχὴν οἰκτρὰ καὶ ἀπαίσια, ὄχι ἁπλῶς ἐκ τοῦ ἀτελοῦς ὀργανισμοῦ καὶ τῆς ἀτελείας τῶν ὀργάνων τοῦ Κράτους ἐκείνου ἀλλ’ ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων. Διότι ἀπέβαινε πολλάκις ἀδύνατον, καὶ ἡ καλυτέρα θέλησις ἂν ὑπῆρχεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους, νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἐνήμερους πασῶν τῶν προϋποθέσεων ὑπὸ τὰς ὁποίας ἀσφαλῶς θὰ διετίθεντο τὰ δάνεια εἰς τοὺς γεωργούς. Θὰ ἦτο ἴσως περιττὸν νὰ κάμω λόγον διὰ τὴν ἀποτυχίαν τοῦ θεσμοῦ τούτου καὶ ὑπὸ τὴν Τουρκικὴν διοίκησιν, καὶ δὲν θὰ ἔκαμνον λόγον, ἂν μὴ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν ἔκρινε σκόπιμον νὰ τονίσῃ μετά τινος αὐτοκατακρίσεως ὅτι δυνάμεθα ἐνίοτε νὰ λαμβάνωμεν παραδείγματα καὶ παρὰ τοῦ Τουρκικοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον διεδέχθημεν εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Μακεδονίαν. Θεωρῶ, Κύριοι, ἄξιον συζητήσεως εὐρυτέρας τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ ὡς ἔχει, προκειμένου περὶ τῆς ἐνισχύσεως τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς τῆς Ἠπείρου καὶ τῆς Μακεδονίας, ἀλλὰ καὶ διότι—καὶ τοῦτο κυρίως αὐξάνει τὴν ἔκπληξίν μου—ἐδήλωσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ κ. Προέδρου αὐτῆς ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως τῆς ἀστικῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι τὸ ἐμελέτησε καὶ κατέληξεν εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, ἐξ οὗ δύναταί τις ν’ ἀναμένῃ τοιαύτην τινὰ ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως δι’ ὁλόκληρον τὴν Ἑλλάδα. Διότι, ὅτε ἐζητήθη ὑπὸ τῶν ἐκ Θεσσαλίας συναδέλφων, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐπεκτείνῃ τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ εἰς τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, οὐδὲν εὗρεν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς πρὸς τοῦτο κώλυμα καὶ μόνον ἐκ λεπτότητος ἀνεγνώρισεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν ἀφορμὴν νὰ νομίσωσιν ἐν Ἠπείρῳ καὶ Μακεδονίᾳ ὅτι θέλομεν νὰ βάλωμεν χέρι, κατὰ τὴν ἔκφρασίν του, εἰς τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα ἐκ τῆς ἐκεῖ φορολογίας ἔχουσι συναχθῆ. Ὅταν ταῦτα ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ἐννοεῖτε πόσον αὐξάνουσιν οἱ δισταγμοὶ ἡμῶν διὰ τὸ σύνολον τῶν πορισμάτων εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν ὀργάνωσιν παρ’ ἡμῖν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Ἐπιφυλασσόμενος νὰ φέρω τὰς σκέψεις μου καὶ περαιτέρω, ὅταν ἡ Κυβέρνησις προσκομίσῃ τὸ πιστωτικὸν αὐτῆς σύστημα καὶ διὰ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, ἀποκρούω ἤδη πάσῃ δυνάμει τὴν σύστασιν τῆς μελετωμένης Τραπέζης Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου. Διότι, ἐνῷ ὑπόσχεται τὴν ἐνίσχυσιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς, τὴν προστασίαν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, πράγματι ταύτην μὲν δὲν θὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ ἐκτελέσῃ ἢ ἐν ἐλαχίστῳ καὶ ἀσημάντῳ μέτρῳ, θ’ ἀνοίξῃ δὲ πηγὴν δημοσίων θέσεων καὶ δαπανῶν ὑπερόγκων, αἱ ὁποῖαι θ’ ἀπορροφήσωσι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι θὰ εἰσπράττωνται εἰς βάρος τοῦ λαοῦ τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου, θὰ διασπαθήσῃ τὰ ὑπάρχοντα κεφάλαια μακρὰν τοῦ προορισμοῦ των, θ’ ἀφαιρέσῃ τὸν σπουδαιότατον αὐτὸν πόρον, ὅστις δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις προσηκούσης ὀργανώσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, καὶ ἐπὶ πᾶσι θὰ ἀποτελέσῃ ἕνα ἀκόμη παράγοντα καὶ συντελεστὴν φθορᾶς τῶν πολιτικῶν ἠθῶν τῆς Χώρας.
§160ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ἀναγνωρίζων καὶ ἀνομολογῶν ὅτι ἀληθῶς τὰ πράγματα τῆς ἀγροτικῆς πίστεως παρὰ ταῖς νέαις χώραις, ἀλλὰ καὶ παρὰ τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, εὑρίσκονται ἐν καταστάσει ἀπελπιστικῇ καὶ ὅτι ἐπεβάλλετο νὰ ληφθῇ σύντονος μέριμνα ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἀναγνωρίζων δὲ καὶ ὡς δεδικαιολογημένον τὸν πόθον τὸν ἐκφρασθέντα ὑπὸ ἀξιοτίμων συναδέλφων, ὅπως ταχεῖα ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῆς προνοίας ταύτης εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, ἐθεώρησεν ἐντούτοις ὅτι ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπελήφθη τῆς ὀργανώσεως τῆς ὑπαρχούσης ἤδη ἐκεῖ πιστωτικῆς, ἂς εἴπωμεν, καταστάσεως διὰ τοὺς ἀγρότας ἡ Κυβέρνησις εἶναι τρόπος ἥκιστα κατάλληλος καὶ θέλων νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ πράγματος ἐμνημόνευσεν ἀποτυχιῶν τὰς ὁποίας ὁ τρόπος ὃν ἤδη ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ ἡ Κυβέρνησις ἀκολουθεῖ προυξένησεν εἰς ἄλλα μέρη, ὅπου κατὰ τὸν ὅμοιον τρόπον, εἶπεν, ἡ ἀγροτικὴ πίστωσις ὠργανώθη καὶ ἀπέτυχεν· ἐμνημόνευσε δὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας εἰδικώτερον τὴν ἀποτυχίαν τὴν ὁποίαν ἔσχον κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον ἐν Γαλλίᾳ, ὅτε ἐδοκίμασαν ν’ ἀναθέσωσιν εἰς τὸ τραπεζικὸν ἵδρυμα τῆς κτηματικῆς πίστεως τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ τὴν ἐξασφάλισιν ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν τῆς λήψεως δανείων, τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμοποιῶνται διὰ τὴν ἀγροτικὴν παραγωγήν. Καὶ ἠθέλησε νὰ συναγάγῃ τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ Κυβέρνησις βαδίζουσα τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἐβάδισαν τὰ Κράτη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔσχον ἀποτυχίαν ἀποδεικνύεται ὅτι δὲν μεριμνᾷ, δὲν προνοεῖ νὰ λαμβάνῃ μαθήματα ἐκ τῆς πείρας τῆς ξένης καὶ νὰ ῥυθμίζῃ τὰ πραττόμενα ὑπ’ αὐτῆς συμφώνως πρὸς τὴν πεῖραν ἐκείνην. Ἀλλ’ ὁ κύριος Βουλευτὴς παρεῖδε καὶ τὰς γενικὰς γραμμὰς αἱ ὁποῖαι διήκουσι διὰ μέσου τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου καὶ τὰς δηλώσεις αἱ ὁποῖαι ἐπανειλημμένως ἔγιναν ἐνταῦθα ὑπὸ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, παρεῖδε δὲ τελείως καὶ τὴν ἀληθῆ ἱστορίαν τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ ἐπικαλεσθῇ ἐνώπιον ὑμῶν λέγων ὅτι ὑπῆρξεν ἀποτυχία τοῦ προτεινομένου μέτρου ἐν ἄλλοις Κράτεσι, ἀπὸ τῆς ὁποίας ἡμεῖς δὲν ἠδυνήθημεν, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ λάβωμεν μαθήματα. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε ν’ ἀγνοῇ, ταῦτα λέγων ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ὅτι ἡ ἀποτυχία ἡ ὁποία ἐσημειώθη ἐν Γαλλίᾳ, καὶ συνέβη ἀκριβῶς διότι δὲν ἠθέλησαν ἐν Γαλλίᾳ ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν ἀρχὴν ἣν ἀκολουθεῖ ἡ ἡμετέρα πολιτική, ὅτι ἡ ἀγροτικὴ πίστις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀργανωθῇ οὐδέποτε ἐκ τοῦ κέντρου καὶ μόνον, ἀλλὰ συγχρόνως καὶ ἐκ τῶν κάτω διὰ τῶν συνεταιρισμῶν. Τοῦτο παρεῖδον ἐν Γαλλίᾳ, ὅτε ἀνέθηκαν εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Κτηματικῆς Πίστεως, πρὸ δεκαετηρίδων, νὰ παρέχῃ δάνεια εἰς τοὺς ἀγρότας. Ἀλλὰ δὲν ἀπετέλεσε τοῦτο μόνην τὴν αἰτίαν τῆς ἀποτυχίας ἐκείνης· ἡ Τράπεζα ἐκείνη, ἰδιωτικὴ Ἑταιρεία οὖσα, ἀπέτυχε ζημιωθεῖσα ἐκ διαφόρων ἐπιχειρήσεων. Ὅτε δὲ ἡ ἀκρίβεια τῶν διδαγμάτων περὶ τῆς γεωργικῆς πίστεως ἐγένετο αἰσθητὴ διὰ τῆς ἀποτυχίας ἐκείνης, τότε ἐν Γαλλίᾳ ἠκολούθησαν, καὶ αὐτοί, τὴν ὁδὸν ἡ ὁποία ἐλάχιστα διαφέρει τοῦ συστήματος τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καίτοι, καθ’ ἡμᾶς, δὲν εἶναι ἡ τελευταία βαθμίς, ὁ τελικὸς σκοπός, εἰς τὸν ὁποῖον θέλομεν ἀποβλέψει διὰ τὴν τελείαν ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Καὶ ὅτε μετὰ πεῖραν καὶ μελέτην ἐκρίθη ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἐκ τοῦ κέντρου καὶ μόνου ὁρμωμένη ἡ πίστις νὰ γνωρίζῃ ἂν πράγματι θὰ χρησιμοποιηθῶσι τὰ παρεχόμενα δάνεια ἑκάστοτε διὰ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἐλαμβάνοντο ἤλλαξαν σύστημα. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται· ποῖον σύστημα ἠκολούθησε μετὰ ταῦτα ἡ Γαλλία; Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὅτι δὲν ἠκολούθησε τὸ σύστημα ὡς τὸ ἡμέτερον ἡ Γαλλία. Δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω ἢ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας ὅτι ἡ Γαλλία, παρὰ τὰς διοργανώσεις τῶν τοπικῶν συνεταιρισμῶν τῶν γεωργικῶν, διωργάνωσε καὶ τὰ περιφερειακὰ ταμεῖα, τὰς caisses régionales, τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι τὴν τροφοδότησιν αὑτῶν ἀπὸ τοῦ Κράτους διὰ μιᾶς Ἐπιτροπῆς, ἥτις διανέμει εἰς αὐτὰ τὰ ὑπὸ τῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας χάριν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως παραχωρηθέντα 40.000.000, τὰ ὁποῖα, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐδάνεισεν εἰς τὸ Κράτος ἡ Ἐθνικὴ τῆς Γαλλίας Τράπεζα, κατὰ τὴν σύμβασιν τοῦ 1897, ἐφάπαξ καὶ ἄνευ τόκου, ἐπὶ τῷ ῥητῷ σκοπῷ ἵνα τὸ Κράτος διαθέτῃ ταῦτα διὰ τὴν τροφοδότησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Τὸ Κράτος λοιπὸν δι’ ὡρισμένης κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἑδρεύει παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας, διανέμει εἰς τὰς caisses régionales καὶ περαιτέρω εἰς τοὺς περαιτέρω ἀγροτικοὺς συνεταιρισμοὺς τὰ δάνεια. Αὕτη ἡ πρὸς τὸ Κράτος γεωργικὴ παροχὴ τῶν 40.000.000 φράγκων, τῶν ἀτόκως παραχωρηθέντων, εἶναι ἡ μία πηγὴ ὑπὲρ τῆς ὑπὸ τοῦ Κράτους παραχωρουμένης εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς γεωργικῆς πίστεως, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλη πηγή. Τὸ ποσὸν τῶν κερδῶν τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἐξησφάλισε διὰ τῆς συμβάσεως τὴν ὁποίαν συνῆψε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας, τὸ ποσὸν ἐπὶ τῶν κερδῶν τὰ ὁποῖα προέρχονται ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν ἀκαλύπτων γραμματίων, τῶν μὴ ἐχόντων ἀντίστοιχον ποσὸν μεταλλικοῦ ἐν τοῖς ταμείοις τῆς Τραπέζης, δηλαδὴ ἓν ὄγδοον ἐπὶ τοῦ μέσου ὅρου τοῦ τόκου τῆς προεξοφλήσεως, διατίθεται καὶ τοῦτο ὑπὸ τοῦ Κράτους εἰς τροφοδότησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, δὲν δύναται δὲ νὰ εἶναι ὀλιγώτερον ἐτησίως τῶν 2.000.000 καὶ ἀνέρχεται συνήθως εἰς 6.000.000 φράγκων. Ἀλλ’ ἂν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν ὡς πρότυπον ἐπιτυχίας τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως ἐν Γαλλίᾳ ὡς αὕτη, καθ’ ὃν ἐξήγησα τρόπον, διηυθετήθη, βεβαίως τὸ παρὸν νομοσχέδιον δύναται νὰ καυχᾶται ὅτι μετὰ μείζονος εὐτυχίας ἐπιδιώκει τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ. Διότι, ἀντὶ νὰ ὑπάρχῃ μία Ἐπιτροπὴ ἑδρεύουσα παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἐξουσίαν ἔχουσα νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν ἀγροτικῶν συνεταιρισμῶν τὰ 6.000.000 τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, τὰ εὑρεθέντα μετὰ τὴν κατάληψιν, ἱδρύεται ἓν αὐτόνομον αὐτοδιοίκητον ἵδρυμα, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδεμίαν ἄλλην σχέσιν μετὰ τοῦ Κέντρου, μετὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὐδεμίαν συνάφειαν, οὐδεμίαν ἐξάρτησιν ἐν τῇ διαχειρίσει καὶ τῇ διαθέσει τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν εἰμὴ μόνον ὅτι ὁ διοικητὴς τοῦ ἱδρύματος διορίζεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐξάρτησιν τὴν ὁποίαν ἐδέχθησαν ἤδη εἰς πάντα τὰ μέρη τοῦ κόσμου καὶ διὰ καθαρῶς ἰδιωτικὰ ἐθνικὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, ἔχοντα διάφορα προνόμια, οἷον τὸ τῆς ἐκδόσεως· διότι, ὡς εἶναι γνωστόν, ἐδέχθησαν εἰς ἅπαντα τὰ Κράτη τοῦ κόσμου ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζειν τὴν διοίκησιν τοιούτων ἱδρυμάτων. Βεβαίως δ’ ὀλιγωτέρα, μηδαμινὴ εἶναι ἡ ἐπίδρασις αὕτη ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς ἐκείνην ἣν θὰ ἠδύνατο ν’ ἀσκήσῃ Κυβέρνησις ἐπὶ Ἐπιτροπῆς διανεμούσης τὰς ἀγροτικὰς πιστώσεις. Ἀλλ’ ἐμνημόνευσε καὶ ἄλλα Κράτη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας καί, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, εἶπεν ὅτι καὶ ἡ Τράπεζα τοῦ Βελγίου ἡ Ἐθνικὴ ἠρνήθη ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐνέργειαν ἀγροτικῶν δανείων καὶ ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὰ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Ἀλλ’ ἐπλανήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Δύναμαι νὰ δώσω εἰς αὐτὸν τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ τοιαύτη ἀντίληψις εἶναι τελείως ἐσφαλμένη· διότι, ἂν θελήσῃ ν’ ἀναγνώσῃ τὸ Καταστατικὸν τῆς Βελγικῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης καὶ τὸν νόμον ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε τὴν τελευταίαν μεταξὺ Κράτους Βελγικοῦ καὶ Ἐθνικῆς Τραπέζης τοῦ Βελγίου σύμβασιν, ἢ προχείρως ἂν ἤθελεν ἀκόμη νὰ προστρέξῃ εἰς τὸ λεξικὸν τῶν πολιτικῶν ἐπιστημῶν τοῦ Conrad, θὰ ἐμάνθανεν, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν Τράπεζαν τὴν Ἐθνικὴν ἐν Βελγίῳ, ὅτι ὄχι μόνον ἀνεμίχθη αὕτη εἰς τὰ τῆς πίστεως τῆς γεωργικῆς ἐν Βελγίῳ, ἀλλὰ περαιτέρω κατὰ τὴν σύμβασιν ἐδόθη τοῦτο τὸ ἐξαιρετικὸν προνόμιον εἰς τὰ γραμμάτια τὰ ἐξ ἀγροτικῶν δανείων, ὅτι τὰ γραμμάτια αὐτά, καίτοι ἔχουσι μόνον ἀγροτῶν ὑπογραφάς, καίτοι προέρχονται ἐκ δανείων τὰ ὁποῖα συνάπτουσιν οἱ ἀγρόται, ἵνα ἀγοράσωσι λ. χ. ζῷα ἢ ἄλλα χρήσιμα εἰς τὰς ἀγροτικὰς ἐργασίας αὐτῶν πράγματα, ἐντούτοις θεωροῦνται ὡς ἐμπορικὰ γραμμάτια, καὶ ἑπομένως δύνανται νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς κάλυμμα, πλησίον τοῦ μεταλλικοῦ, τῶν τραπεζικῶν γραμματίων καὶ τοῦ λοιποῦ παθητικοῦ τῆς Τραπέζης. Καὶ θὰ ἐμάνθανεν ἀκόμη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ὅτι δὲν ὤκνησαν, οὐδὲ ἐν Πρωσσίᾳ, ὡς νομίζει, δι’ αὐτοῦ τοῦ Κράτους τοῦ Πρωσσικοῦ νὰ ἱδρύσωσι τὸ κεντρικὸν τραπεζικὸν πιστωτικὸν κατάστημα τῶν συνεταιρισμῶν, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι νὰ ἰσορροπῇ τὰς καθέκαστα προσφορὰς καὶ ζητήσεις τῶν συνεταιρισμῶν καὶ νὰ ἐναρμονίζῃ τὰς καθέκαστα σχέσεις αὐτῶν, ἀποτελοῦν αὐτόχρημα προσομοίαν κατὰ τὴν διοίκησιν καὶ τὸν σκοπὸν ὀργάνωσιν πρὸς τὴν διὰ τοῦ ἡμετέρου νομοσχεδίου ὀργανουμένην Γεωργικὴν Τράπεζαν. Καὶ ἐν αὐτῇ δὲ τῇ Βουλγαρίᾳ καὶ ἐν τῇ Ἰταλίᾳ καὶ τῇ Αὐστρίᾳ θὰ ἔβλεπε μελετῶν ὅμοια παραδείγματα ἀναμίξεως τοῦ Κράτους, ἐπιτυχοῦς, ἐφ’ ὅσον συνοδὸς τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς διὰ τοπικῶν συνεταιρισμῶν διοχετεύσεως τοῦ χρήματος καὶ οὐχὶ μόνον ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς δανειζομένους ἀγρότας. Ταῦτα εἶναι, Κύριοι, τὰ διδάγματα τὰ ὁποῖα ἡ παγκόσμιος πεῖρα ἔχει δώσει καὶ τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς κατηγορεῖ ἡμᾶς ὅτι παρείδομεν. Τὰ Κράτη δὲν ἔμειναν ξένα, ἡ πρωτοβουλία αὐτῶν ἀνεμίχθη καὶ αὐτὴ διηυθέτησε συστήματα δι’ ὧν τροφοδοτοῦνται καὶ τῶν ἀπωτέρων χωρίων οἱ ἀγρόται διὰ μέσου τῶν συνεταιρισμῶν τῆς πίστεως. Βεβαίως, ἂν ἠρκούμεθα εἰς τοῦτο μόνον τὸ νομοσχέδιον καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἤδη πρὸ πολλοῦ ὑποβεβλημένον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς καὶ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον περὶ συνεταιρισμῶν, οὗ ἡ ὁριστικὴ ἐπιψήφισις μίαν μόνον ἀνάγκην ἀπαιτεῖ εἰσέτι, τότε θὰ ἠδύνατο ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ κατηγορήσῃ ἡμᾶς δι’ ὅσων εἶπε, τότε θὰ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θὰ κατασταθῇ δυνατὸν νὰ γίνωσιν ὑποκαταστήματα μέχρι τῶν ἀπωτάτων χωρίων πρὸς παροχὴν πίστεως. Παρεῖδεν ὅμως τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου καὶ τὸ περιεχόμενον αὐτοῦ, παρεῖδε καὶ ὅτι μετὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου ὑπάρχει σαφῶς φαινομένη καὶ ζωηρῶς δεικνύουσιν ἐν μέσῳ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ἡ τάσις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δεικνύουσα σαφῶς τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Γεωργικῆς Πίστεως, ἡ τάσις ὅπως τὸ ἵδρυμα τῆς ὀργανουμένης Γεωργικῆς Τραπέζης διὰ τῶν συνεταιρισμῶν, πρὸ πάντων, δώσῃ μέχρι τῶν ἀπωτάτων χωρίων τὴν πίστιν καὶ δι’ αὐτῶν κατορθώσῃ νὰ δώσῃ τὸ χρῆμα εἰς τὸν ἀγρότην. Παρεῖδεν ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 8 τοῦ νομοσχεδίου ἐτέθη ἡ διάταξις καθ’ ἣν ὁ τόκος τῶν πρὸς συνεταιρισμοὺς χορηγουμένων δανείων ὑπὸ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης Μακεδονίας ὁρίζεται εἰς 5%, πάντων δὲ τῶν λοιπῶν δανείων εἰς 6%, ἵνα ὑποβοηθῆται ἡ σύστασις συνεταιρισμῶν καὶ ὁ διὰ τούτων δανεισμός· παρεῖδε τὸ ἄρθρον 2, κατὰ τὸ ὁποῖον σκοπὸς τῆς Τραπέζης εἶναι πρῶτον νὰ παρέχῃ δάνεια εἰς γεωργικοὺς συνεταιρισμούς. Ὅταν τις ἔχῃ μίαν ὡρισμένην πολιτικήν, ἐπιδιώκει ὅπως δημιουργήσῃ μίαν εὐνοϊκὴν κατάστασιν, ἓν εὐνοϊκὸν καθεστὼς κατάλληλον διὰ τὴν ὑπόθαλψιν καὶ τὴν προαγωγὴν ἐκείνων τῶν ὀργανισμῶν διὰ τῶν ὁποίων νομίζει ὅτι θὰ εὐοδωθῇ ἡ πολιτικὴ ἣν διέγραψε. Καὶ τοῦτο σαφῶς δηλοῦμεν διὰ τῶν διατάξεων ἐκείνων καὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν συνεταιρισμῶν. Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ διάταξις ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ δανειζόμενοι δύνανται νὰ ἔχωσι μὲ τόκον μόνον 5% δάνεια, ἂν ἀνήκωσιν εἰς συνεταιρισμούς, εἶναι ἔκδηλον σημεῖον, εἶναι διάταξις φανερῶς καταδεικνύουσα τοὺς σκοποὺς τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ τῶν συνεταιρισμῶν κυριώτατα ἐννοεῖ νὰ προαχθῇ ἡ ἀγροτικὴ πίστις; Θὰ ἐμνημόνευον ὅμως ἐγὼ καὶ ἄλλα παραδείγματα ἀληθῶς δεικνύοντα ὅτι οὐδαμοῦ ὑστέρησε τοῦ Κράτους ἡ πρωτοβουλία περὶ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν, ἣν πρωτοβουλίαν ἔσφαλε μεμφθεὶς ὁ κ. Βουλευτής. Ἐν πολλοῖς γερμανικοῖς Κράτεσιν ὑπάρχουσιν ἱδρυμένα εἴτε ὑπὸ τοῦ Κράτους εἴτε ὑπὸ διοικητικῶν νομικῶν προσώπων πιστωτικὰ γεωργικὰ ἱδρύματα. Ἐννοεῖται ὅτι σήμερον ἁπανταχοῦ τοῦ κόσμου ἡ ἀγροτικὴ πίστις λειτουργεῖ διὰ τῶν συνεταιρισμῶν· δὲν ὑπάρχει σχεδὸν μέρος τοῦ κόσμου ἐν ᾧ νὰ μὴ ἐπέτυχεν ἡ διὰ τῶν συνεταιρισμῶν πίστις· καὶ ἐν Ἰνδίαις ἀκόμη ἐπέτυχεν ἡ διάδοσις τῆς ἀγροτικῆς πίστεως διὰ τῶν συνεταιρισμῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἠθέλησεν ἀκόμη νὰ εἴπῃ πρὸς ἡμᾶς ὅτι αἱ ἐλπίδες τὰς ὁποίας ἐστήριξεν ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης τῆς Μακεδονίας εἶναι κεναὶ ἐλπίδες· μᾶς εἶπε· τί νομίζετε ὅτι θὰ κάμητε μὲ 6.000.000; Θὰ φορολογήσητε πολὺν κόσμον, ἀλλὰ χωρὶς νὰ δύνασθε νὰ δώσητε τὰ ποσὰ τὰ ὁποῖα χρειάζονται εἰς τὰς οἰκογενείας τὰς γεωργικάς. Ἀλλὰ τὰ παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἀνέφερα τῶν ξένων Κρατῶν δὲν δεικνύουσιν ὅτι διὰ πολλῶν ἑκατομμυρίων ἱδρύθησαν ἐκεῖ μεγάλοι πιστωτικοὶ ὀργανισμοί, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν ἐντούτοις θαυμάσια ἀποτελέσματα. Ἂν δὲν εἶναι ἐπαρκῆ ταῦτα διὰ τὴν ἀναίρεσιν τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου, θ’ ἀνέφερον τὴν Κρήτην, ἥτις διὰ τοῦ Κοινωφελοῦς αὐτῆς Ταμείου, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη μὲ 3.000.000 μόνον περίπου καὶ κατώρθωσε σήμερον νὰ ἔχῃ τὰ κεφάλαιά του ηὐξημένα εἰς 6.000.000, ἠδυνήθη νὰ ἔλθῃ πάντοτε ἀρωγὸς εἰς γεωργούς, εἴτε δανειζομένους ἐπὶ ὑποθήκῃ εἴτε διὰ προσωπικῶν δανείων. Κατὰ τίνα λοιπὸν τρόπον τὰ 6.000.000 τῆς Μακεδονίας θὰ ἦσαν ἀνεπαρκῆ; Ἡ Γαλλία διέθεσε 40.000.000, ἡ Πρωσσία μόνον 5 ἑκατομμύρια ἐν ἀρχῇ. Ἀλλ’ ἡμεῖς προυνοήσαμεν καὶ περὶ πορισμοῦ ἄλλων χρημάτων· διότι ἀκριβῶς ἡ διάταξις ἡ ὁποία ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5, ἔχει σκοπόν, ὅπως εἶπον εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον, νὰ μὴ περιορίσῃ τὴν δρᾶσιν τῆς Τραπέζης εἰς μίαν οἰκοκυρευμένην ἀληθῶς διαχείρισιν, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ Ταμεῖον Κρήτης, ἀλλὰ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν καὶ ὤθησιν πρὸς πράξεις ἀληθοῦς τραπεζικοῦ ὀργανισμοῦ· οὐδέποτε βεβαίως θὰ ἤθελον ἵνα ἡ Τράπεζα ἀγοράζῃ συναλλάγματα ἢ κάμνῃ πράξεις κερδοσκοπίας ἐπὶ ἄλλων πράξεων τοῦ Ἐξωτερικοῦ, ἀλλὰ νὰ δύναται κάλλιστα νὰ κάμνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλουσι νὰ κάμνωσιν αἱ Τράπεζαι, νὰ συλλέγῃ τὰς οἰκονομίας τῶν τρίτων, νὰ εἶναι μία δεξαμενή, ἡ ὁποία συλλέγουσα τὰ νεκρὰ χρήματα θέλει διοχετεύει μετὰ ταῦτα αὐτὰ εἰς τὰ ἐδάφη τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀνάγκην χρηματικῆς ἀρδεύσεως. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 5, καθ’ ἣν δύναται νὰ συνάπτῃ δάνεια πρὸς 5%, τὰ ὁποῖα νὰ διαθέτῃ πρὸς 6 ἢ 7%, ἐτέθη ὅπως ὄχι μόνον τὰ 6 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἔχει, ἀλλὰ καὶ τὰ ξένα νὰ δύναται ἐπιτυχῶς νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῶν ἀγροτῶν. Διὰ τοῦτο ἀκριβῶς ὀργανοῦται παρὰ τῇ Τραπέζῃ καὶ ταμιευτήριον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης θὰ συγκεντρώνῃ ξένα χρήματα, ἵνα δι’ αὐτῶν πολλαπλασιάζῃ τὰς πιστώσεις. Ἔχετε παράδειγμα προχειρότατον, τὴν Λαϊκὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία μὲ 1.500.000 καταβεβλημένα κεφάλαια ἔχει συγκεντρώσει ὑπὲρ τὰ 12.000.000, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐκ ξένων καταθέσεων, διὰ τῶν ὁποίων τροφοδοτοῦσι τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην πιστώσεων ἰδιώτας καὶ ἐμπόρους. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ὀργανώσωμεν τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν κατὰ τρόπον ὥστε τὸ εὐεργετικὸν τοῦτο κατάστημα ν’ ἀποβλέπῃ εἰς κέρδη μεγάλα· ἡμεῖς θέλομεν μόνον ἐκεῖνο τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὴν κάλυψιν τῶν δαπανῶν τῆς διοικήσεώς της· δὲν θέλομεν νὰ ἐπιβαρύνηται ὁ ἀτυχὴς χωρικός, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπλήρωνε τριπλάσιον τόκον ἀλλαχοῦ δανειζόμενος. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, παρὰ ταῦτα, εἶπεν εἰς ἡμᾶς ὅτι ἡ τῇ πρωτοβουλίᾳ τοῦ Κράτους ὀργανουμένη ἀγροτικὴ πίστις ναυαγεῖ καὶ μόνον ἡ ἰδιωτικὴ πρωτοβουλία δίδει τὸ κίνητρον — καθ’ ἣν μετεχειρίσθη λέξιν — πρὸς ἐπιτυχίαν τοιούτων ἐργασιῶν. Ἀπέδειξα ὅτι δὲν ἀληθεύει τοῦτο δι’ ἄλλα Κράτη, ὡς ἀνακριβῶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής. Ἀλλ’ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω ἐπίσης ὅτι, καὶ ἂν ἀλλαχοῦ ἦτο ἀληθὴς ἡ θεωρία ὅτι τὸ κινητήριον τῆς ἰδιωτικῆς ἐπιχειρήσεως, τῆς ἐξ ἰδιωτικῶν κεφαλαίων Ἑταιρείας, συντελεῖ εἰς τὴν προαγωγὴν τῆς πίστεως, ἐν Ἑλλάδι αὕτη δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ἐκ τῆς πείρας ἐπιτυχοῦσα. Τὸ κινητήριον τοῦτο ἀληθῶς ἀπεδείχθη, Κύριοι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὤθησε τὰς Τραπέζας εἰς συγκέντρωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσοτέρων καταθέσεων, ἀλλὰ τὸ κινητήριον τοῦτο ἐξώθησεν αὐτὰς μοιραίως καὶ εἰς παραβόλους καὶ παρακεκινδυνευμένας τοποθετήσεις κεφαλαίων, μετὰ τινα δὲ χρόνον ὄχι μόνον τὰ ἴδια κεφάλαια ἐμειώθησαν, ἀλλὰ καὶ τὰ ξένα κεφάλαια, ἐξ ὧν ἐπλουτίζετο τὸ ἵδρυμα. Πάντα λοιπὸν τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀντίκεινται εἰς τὰ διδάγματα τῆς διεθνοῦς καὶ τῆς ἑλληνικῆς πείρας. Ἀλλ’ ἐζήτησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει ἐν νῷ σύστημα πλήρους ὀργανώσεως γεωργικῆς πίστεως διὰ τὴν παλαιὰν καὶ νέαν Ἑλλάδα καὶ ἠδύνατο μετὰ τοῦ σχεδίου ἐκείνου νὰ φέρῃ καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἡ Κυβέρνησις ὅμως, Κύριοι, δηλοῖ ὅτι ἀκριβῶς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον θὰ παρουσιάσῃ ἔχει ὡς βάσιν καὶ προϋπόθεσιν τὴν προτέραν ἵδρυσιν μερικωτέρων τινῶν περιφερειακῶν ὀργανισμῶν καὶ τὴν κατόπιν σύμπτυξιν αὐτῶν εἰς ἕνα κεντρικὸν ὀργανισμόν, κατὰ τὸ σύστημα τοῦ ὁποίου τὰς λεπτομερείας θὰ ἴδῃ ἡ Βουλὴ ἐν καιρῷ. Ἀλλ’ ἀφοῦ κατέπεσον πάντα τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα ἂς ἴδωμεν καὶ τὸ ἄλλο τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Θὰ φορολογήσωμεν, εἶπε, τοὺς πολλοὺς καὶ θὰ λάβωσι χρήματα οἱ ὀλίγοι. Εἶναι ἀληθῶς, Κύριοι, τὸ μόνον τρωτὸν σημεῖον τῆς διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου ὀργανώσεως ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατο νὰ διεξαχθῇ πολεμική· εἶναι ἡ πτέρνα τοῦ Ἀχιλλέως. Ἀλλ’ ὅμως, Κύριοι, ἐγὼ πρῶτον εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον ὡμολόγησα εἰς τὴν Βουλήν, πρὸ τοῦ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, ὅτι ὁ θεσμὸς οὗτος τῆς τροφοδοτήσεως τῆς Τραπέζης διὰ προσθέτου ποσοστοῦ ἐπὶ τοῦ φόρου τῆς δεκάτης εἶχεν ἐπὶ Τουρκοκρατίας σπουδαῖον μειονέκτημα, ὅτι ἄλλοι ἐφορολογοῦντο καὶ ἄλλοι ἐδανείζοντο καὶ μάλιστα ἐφορολογοῦντο οἱ πένητες καὶ οἱ πλούσιοι, καὶ οἱ μέσοι καὶ οἱ πτωχοί, ἀλλὰ τότε ἐλάμβανον δάνεια εὐθηνοῦ τόκου μόνον οἱ πλούσιοι, προσέθηκα ὅμως ἀμέσως εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους περιέχει τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ διπλάσιον ἢ τριπλάσιον τῆς ἀξίας τοῦ ὑποθηκευομένου κτήματος ἐν σχέσει πρὸς τὸ δανειζόμενον ποσὸν λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν καὶ δίδεται δάνειον μόνον μέχρις ἑνὸς ὡρισμένου οὐχὶ μεγάλου ποσοῦ, μὴ δυναμένου νὰ ὑπερβῇ τὰς 1500 δραχμάς, θὰ κατωρθοῦμεν ν’ ἀντιστραφῇ τελείως ἡ ἄδικος μέθοδος τὴν ὁποίαν εἶχεν ἡ Τουρκία. Διότι οἱ μὲν μεγάλοι γαιοκτήμονες οἱ ζητοῦντες μεγάλα δάνεια θὰ κατέφευγον εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτε θὰ ἐπεξετείνετο τὸ δικαίωμα αὐτῆς πρὸς ἐνάσκησιν τῆς κτηματικῆς πίστεως καὶ ἐν Μακεδονίᾳ, αὐτὸ δὲ θὰ ἐγίνετο διὰ τὰ προσωπικὰ δάνεια, οἱ δὲ μικροὶ γαιοκτήμονες, οἱ μικροὶ καλλιεργηταί, οἱ θέλοντες μικρῶν ποσῶν δάνεια θὰ καταφεύγωσιν εἰς τὸ ἵδρυμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰ κέρδη τῶν μετόχων, ἀλλὰ κυρίως ν’ ἀπολυτρώσῃ τοὺς μικροὺς καὶ ἀδυνάτους ἀγρότας ἀπὸ τῶν ὀνύχων τῶν τοκογλύφων. Καὶ προσέθηκα ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐκλαμβάνηται ἀληθῶς ὡς σοσιαλιστική, θὰ ἐφορολογοῦντο πάντες, ἀλλὰ περισσότερον οἱ πλούσιοι καὶ ὀλιγώτερον οἱ πτωχοί, καὶ θὰ ἐλάμβανον ἐπωφελῆ δάνεια μόνον οἱ πτωχοί. Καὶ εἶναι δεδικαιολογημένον τοῦτο, διότι κατὰ τὴν νεωτέραν κοινωνικὴν ἀντίληψιν εἶναι δίκαιον νὰ φορολογῶνται οἱ ἔχοντες, ἵνα διὰ τῆς φορολογίας αὐτῶν ἀνακουφίζωνται οἱ πτωχοί, οἱ ἀσθενεῖς, οἱ ἔχοντες ἀνάγκην τῆς βοηθείας καὶ τῆς προνοίας τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἀφοῦ τὰ λοιπὰ ἐπιχειρήματα ὅσα ὁ κ. ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς προσεκόμισεν εἰς τὴν Βουλὴν δὲν ἠδύναντο νὰ εἶναι ἰσχυρά, ὥστε νὰ ῥίψωσι τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ὁ ἱδρυόμενος οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς θὰ ἐπιφέρῃ τὴν ἀποτυχίαν τῶν σκοπῶν τῆς Κυβερνήσεως, μᾶς εἶπε· δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους τοῦ κοινοβουλευτικοῦ θὰ δημιουργήσῃ δαπάνας; Καὶ ἐμνημόνευσεν ὅτι αἱ δαπάναι τῆς διοικήσεως θ’ ἀνέρχωνται περίπου εἰς 150.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἀγνοεῖ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι τὸ Κοινωφελὲς Ταμεῖον Κρήτης ἔχει δαπάνας διοικήσεως περίπου 50.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος, μὲ τόσον μικρὸν ὀργανισμόν, καὶ τοῦτο δὲν τὸ ἠμπόδισε καὶ εὐεργετικὸν νὰ ἀποβῇ καὶ τὰ κεφάλαιά του νὰ πολλαπλασιάσῃ, καθ’ ἣν ἐποχὴν μάλιστα καὶ τὰ πολιτικὰ πάθη ἦσαν ὀξέα καὶ σάλοι κοινωνικοὶ καὶ πολιτικοὶ ἐν Κρήτῃ. Οὐδεμία δ’ ἐπέμβασις βλαβερὰ τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας ἐγένετο ἐπὶ τὴν διάθεσιν τῶν χρημάτων. Διὰ τίνα λόγον θ’ ἀπελπισθῶμεν ὅτι ἡμεῖς δὲν θὰ κατορθώσωμεν νὰ ἔχωμεν τὴν ὀργάνωσιν καθ’ ὅμοιον τρόπον πρὸς ἐκείνην καὶ διατί νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ 150.000 εἶναι πολλαὶ ἐδῶ, ἐνῷ αἱ 50.000 δὲν ἦσαν ἐκεῖ πολλαί; Ὅταν ἐργατικαὶ ἐπιχειρήσεις περιωρισμένου κύκλου, ὡς ἡ προνομιοῦχος Ἑταιρεία, μετ’ αὐστηρότατον ἔλεγχον τὸν ὁποῖον ἐξήσκησεν ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ αὐτῆς, δαπανᾷ διὰ τὴν διοίκησίν της κατ’ ἔτος περίπου 400.000 δραχμῶν, ὅταν θελήσωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς μεγάλας δαπάνας ἄλλων ἰδιωτικῶν τραπεζιτικῶν ὀργανισμῶν, θὰ ἴδητε ὅτι ἡμεῖς ὄχι μετὰ φειδοῦς, ὄχι μετ’ οἰκονομίας, ἀλλὰ μετ’ ἀληθοῦς γλισχρότητος ὡρίσαμεν τὰς δαπάνας καὶ τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων τῆς ἱδρυομένης Τραπέζης. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μᾶς εἶπεν ὅτι ἡ ὀργανουμένη ὑφ’ ἡμῶν Τράπεζα θ’ ἀποτύχῃ, διότι ἔσχεν ὀδυνηρὰ ἀποτελέσματα ἤδη ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ἐν Τουρκίᾳ. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ ὑποθέσω ποτὲ ὅτι διὰ τῆς φράσεως ταύτης ἠθέλησε νὰ παρομοιώσῃ, οὐδὲ πόρρωθεν, τὴν διοίκησιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ὄχι. Ἠθέλησε μόνον νὰ εἴπῃ ὅτι ἐν ἑαυτῷ ἔχει τάχα τοιαῦτα ἐλαττώματα ὁ ὀργανισμός, ὥστε, οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ διοίκησις καὶ ἡ διαχείρισις αὐτοῦ, θ’ ἀποδώσῃ τὰ αὐτὰ ἀτυχῆ ἀποτελέσματα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀκριβέστερον ἀπὸ τ’ ἄλλα. Εὐωδώθη καὶ προέκοψεν ὁ ὀργανισμὸς τῆς Τραπέζης ἐπὶ Τουρκίας· ἓν ἤθελον αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖ, νὰ δανείζωσι τοὺς ἰσχυροὺς καὶ ὄχι τοὺς ἀδυνάτους· τοῦτο ἦτο ζήτημα ἀντιλήψεως πολιτικῆς, ἂν θέλητε, κοινωνικῆς, πολιτειακῆς· οἱ ἰσχυροὶ ἐκεῖ ἴσχυον μόνοι καὶ οὐδόλως οἱ ἀδύνατοι. Οἱ ἰσχυροὶ ἐδανείζοντο, οἱ πτωχοὶ ἐφορολογοῦντο. Τὸ ἀντίθετον ὅμως θὰ συμβῇ ἐδῶ, καθὼς ἡμεῖς διεμορφώσαμεν τὸν ὀργανισμὸν τῆς Τραπέζης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον, εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας· καὶ ἂν δὲν θέλωμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀποτελέσματα τὰ ὀδυνηρὰ τὰ ὁποῖα ἔσχε, κατὰ τὴν ἀντίληψίν του, ὁ ὀργανισμὸς οὗτος λειτουργήσας ἐν Τουρκίᾳ, ἐν κοινοβουλευτικῷ ὅμως Κράτει, ὡς τὸ ἡμέτερον, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἴδητε ἑδραιούμενον τὸν ὀργανισμὸν τοῦτον· θὰ πέσῃ ὑπὸ τὰς πιέσεις καὶ τὰς ἐπεμβάσεις τῶν κοινοβουλευτικῶν Κυβερνήσεων. Ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ ὅμως, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν ὅτι ἔχω συγκομίσει τὴν ἐντύπωσιν ὅτι, παρὰ τὴν ἀληθῆ νοημοσύνην, ἡ ὁποία τὸν διακρίνει ἀληθῶς, ἐν πλείστοις λόγοις του διακρίνει τις ἕνα διαρκῆ ἐφιάλτην πιέζοντα αὐτόν, τὸν ἐφιάλτην τῆς ἐπανόδου καθεστῶτος κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ δύνανται οἱ διοικοῦντες νὰ διαθέτωσι τὰ κοινὰ πράγματα ἄνευ τοῦ φόβου τοῦ ἐλέγχου τῆς Βουλῆς καὶ ἄνευ τοῦ φόβου τοῦ ἐλέγχου τῆς δημοσίας γνώμης, Αἴ, Κύριοι! Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τὰ δημόσια ἡμῶν πράγματα βῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε οἱ διαχειριζόμενοι τὰς δημοσίας ἐξουσίας νὰ μὴ φοβῶνται τὸν ἔλεγχον διὰ τὴν διαχείρισιν τῶν πολὺ ὑψηλοτέρων καὶ πολὺ τιμιωτέρων καὶ πολὺ τιμαλφεστέρων συμφερόντων τῶν καθ’ ὅλου δημοσίων ὑποθέσεων, τότε βεβαίως οἱ φόβοι τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ θὰ εἶναι δεδικαιολογημένοι, τότε βεβαίως θ’ ἀποτύχῃ ἡ ἱδρυομένη Τράπεζα. Ἀλλὰ τότε, Κύριοι, ἡ ἀποτυχία τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης Μακεδονίας θ’ ἀποτελῇ μίαν μικρὰν σταγόνα ἐν τῷ ὠκεανῷ τῆς ὅλης ἀποτυχίας, θ’ ἀποτελῇ τὴν οὐρὰν τὴν ὁποίαν ἐφοβήθησάν ποτε ὅτι ἤθελε μολύνει τὸ ὕδωρ τοῦ φρέατος. (Ζωηρὰ χειροκροτήματα)
§161Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§162ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπιστρέψωμεν τῇ δεκάτῃ ὥρᾳ, ἂν εἶναι δυνατόν, διότι ἔχομεν καὶ ἄλλην ἐργασίαν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ τὴν δεκάτην. (Ὥρᾳ 9 μ. μ.) (Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις τῇ 10 καὶ 20′ μ. μ.).
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ὁ κ. Δημητρακόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§165Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι μ’ ἐξέπληξεν ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἡ ἔκπληξίς μου εἶναι δεδικαιολογημένη ἐκ πολλῶν λόγων· ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τῶν ἄλλων ἐκ τοῦ λόγου κυρίως ὅτι εἶχον ὑπ’ ὄψει δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, δήλωσιν καὶ αὐτοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅτι τὸ ζήτημα τῆς ὀργανώσεως τῆς γεωργικῆς πίστεως, ζήτημα ζωτικώτατον διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἔχει μελετηθῆ ἤδη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καταλήξει εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα ἐπ’ αὐτοῦ· καὶ ἔτι πλέον ὅτι ἐπίκειται ἡ ὑποβολὴ νομοσχεδίου σχετικοῦ πρὸς ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Ὅτε ταῦτα εἶχον ὑπ’ ὄψει, ἦτο ἑπόμενον ν’ ἀναμένω διάφορον τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας· μᾶλλον συνειδητήν, μᾶλλον ἐν ἐπιγνώσει τῶν ἀλλαχοῦ κρατούντων, ἀλλὰ καὶ ἄλλην τινὰ ἔστω καὶ ἀπόπειραν δικαιολογίας τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἐπανέλθω εἰς ζητήματά τινα, οὐχὶ διὰ νὰ ἐπαναλάβω ταῦτα, ἀλλὰ διὰ ν’ ἀνασκευάσω τὴν ἀπόπειραν ἀνασκευῆς τῶν προβληθέντων ὑπ’ ἐμοῦ ἐπιχειρημάτων, ἡ ὁποία ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶπον, Κύριοι, τίνα ὀργανισμὸν οἰκονομικὸν ἔχομεν δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου ἐνώπιον ἡμῶν. Ἔχομεν τὴν ἵδρυσιν μιᾶς γεωργικῆς Τραπέζης, ὡς ἱδρύματος τοῦ Κράτους· ἱδρύματος τὸ ὁποῖον θεμελιοῖ αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος καὶ ἐφοδιάζει ἀποκλειστικῶς δι’ ἰδίων αὑτοῦ πόρων προσλαμβανομένων ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων γενικῶν φόρων· ἱδρύματος διευθυνομένου ἀποκλειστικῶς ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων· ἱδρύματος ἐπὶ πᾶσι—καὶ τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαιότατον—κεκλημένου, διὰ τὸν οἰκονομικὸν αὐτοῦ σκοπόν, νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον συναλλακτικὴν σχέσιν πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, διὰ νὰ παρέχῃ πρὸς τούτους δάνεια γεωργικά. Διότι ὁμιλεῖ ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον καὶ περὶ συνεταιρισμῶν γεωργικῶν μεθ’ ὧν ὁμοίως θὰ συναλλάσσηται ἡ Τράπεζα. Ἀλλὰ τοῦτο οὐδὲ κατὰ κεραίαν ἀναιρεῖ τὰς ὑποβληθείσας παρατηρήσεις μου. Οὐ μόνον διότι συνεταιρισμοὶ γεωργικοὶ δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, οὐδ’ ἐνομοθετήθησαν ἔτι, ἀλλὰ καὶ διότι πάντως ὑπάρχουσι καὶ διατάξεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κατὰ τὰς ὁποίας ἡ γεωργικὴ Τράπεζα ἔρχεται εἰς ἄμεσον συναλλαγὴν παρέχουσα δάνεια εἰς τοὺς καλλιεργητάς. Ταύτας ἔχων ὑπ’ ὄψει μου, αἱ ὁποῖαι καὶ μόναι θὰ τεθῶσιν ἀμέσως εἰς ἐφαρμογήν, εἶπον ὅτι θεωρῶ τὸν θεσμὸν τοῦτον πρότυπον ἰδιορρυθμίας, ἡ ὁποία οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ὑφίσταται ὑπὸ τοιαύτην μορφήν. Παραδόξως ἤκουσα αὐτὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας αἰτιώμενον ἐμοῦ ὅτι παρεῖδον τ’ ἀλλαχοῦ συμβαίνοντα· παρεῖδον τὰ συμβαίνοντα ἐν Γαλλίᾳ, παρεῖδον τὰ συμβαίνοντα ἐν Πρωσσίᾳ, παρεῖδον τὰ συμβαίνοντα ἐν Ἰταλίᾳ καὶ δὲν γνωρίζω ποῦ ἀλλαχοῦ. Καὶ θὰ ἐνόμιζέ τις, ἂν ὑπῆρχέ τις μὴ παρακολουθῶν τὰ ζητήματα ταῦτα, ὅτι πράγματι ὑπάρχουσι καὶ ἀλλαχοῦ ὅμοιοι οἰκονομικοὶ ὀργανισμοί, Τράπεζαι γεωργικαὶ ἔχουσαι τοῦτον τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον προτίθεται ἡ Τράπεζα αὕτη. Καὶ ὅμως δὲν ὑπάρχει τι ἀνακριβέστερον τούτου. Οὔτε ἐν Γαλλίᾳ οὔτε ἐν Πρωσσίᾳ οὔτε ἐν Ἰταλίᾳ οὔτε ἀλλαχοῦ ὑπάρχει Τράπεζα τοῦ Κράτους διὰ κεφαλαίων αὑτοῦ ἀποκλειστικῶς ἐργαζομένη καὶ παρέχουσα δάνεια καλλιεργητικὰ ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς.
§166Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν Βουλγαρίᾳ τὰ δάνεια γίνονται ἀπ’ εὐθείας....
§167Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σφάλλεσθε. Ἡ ἀγροτικὴ Τράπεζα ἡ Βουλγαρικὴ τοῦ 1903 δὲν εἶναι Τράπεζα τοῦ Κράτους ὁποία ἡ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προτεινομένη· συνεστάθη ἀπὸ τὰ γεωργικὰ ταμεῖα καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τούτων. Ἐπίσης ἡ Κεντρικὴ συνεταιρικὴ Βουλγαρικὴ Τράπεζα, ἡ ἱδρυθεῖσα κατὰ τὸ ἔτος 1910 πρὸς ἐξυπηρέτησιν πιστωτικῶν συνεταιρισμῶν.
§168Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ ἡ Ἐμπορικὴ Τράπεζα ἔχει τὴν αὐτὴν πηγήν.
§169Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφήσατε, παρακαλῶ Εἶδον τὴν ἔκθεσίν σας καὶ εἶδον τί γράφετε· ἀφήσατέ τα, διότι οὐδαμοῦ ὑπάρχει τοιοῦτό τι ἵδρυμα, Τράπεζα δηλαδὴ τοῦ Κράτους ὑπ’ αὐτοῦ ἀμέσως διευθυνομένη, προωρισμένη νὰ συντηρῆται ἀποκλειστικῶς ἐκ τῶν πόρων τοῦ Κράτους καὶ νὰ ἔρχηται εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Πανταχοῦ δὲ σχεδὸν τῆς Εὐρώπης ἡ γεωργικὴ πίστις εἶναι ὠργανωμένη ὑπὸ τὸ σύστημα τῶν πιστωτικῶν συνεταιρισμῶν, οἱ ὁποῖοι παρέχουσιν εἰς τοὺς γεωργούς, οἵτινες εἶναι καὶ μέλη αὐτῶν, τὰ πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς δάνεια. Οὕτως ἔχει ἡ ὀργάνωσις τῆς ἀγροτικῆς πίστεως μὲ μικρὰς ἐν τοῖς καθέκαστα διαφορὰς καὶ ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐν Γερμανίᾳ, καὶ ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ ἐν Ῥουμανίᾳ, καὶ ἐν Σερβίᾳ, καὶ ἐν Αὐστρίᾳ καὶ Οὑγγαρίᾳ, καὶ ἐν Βελγίῳ, ἵνα μὴ ἐκτείνω περαιτέρω τὸν λόγον, καὶ ἐν Βουλγαρίᾳ ἀκόμη, δυνάμει τῶν τελευταίων αὐτῆς νομοθετημάτων, καίτοι δὲν θὰ ἔστεργον νὰ λάβω ταύτην ὡς ὑπόδειγμα. Ὑπὲρ τοὺς τοπικοὺς πιστωτικοὺς συνεταιρισμοὺς ὑπάρχουσι πολλαχοῦ κεντρικοὶ συνεταιρισμοὶ μεθ’ ὧν συναλλάσσονται οἱ τοπικοὶ συνεταιρισμοί· καὶ ὑπεράνω καὶ τούτων τῶν συνεταιρισμῶν καὶ ἐκείνων ὑπάρχουσιν αἱ Τράπεζαι αἱ γεωργικαί, αἱ ὁποῖαι εἶναι Τράπεζαι συνεταιρικαὶ ἐνισχυόμεναι χρηματικῶς ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐρχόμεναι πλέον εἰς ἐπικοινωνίαν καὶ εἰς συναλλακτικὴν σχέσιν οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς κεντρικοὺς συνεταιρισμοὺς ἢ ἔστω καὶ πρὸς τοὺς τοπικοὺς συνεταιρισμούς. Ἡ τοιαύτη διάρθρωσις τοῦ ἀγροτικοῦ πιστωτικοῦ συστήματος ὑπάρχει ἤδη πολλαχοῦ τῆς Εὐρώπης, πρὸς ταύτην δὲ τείνει πᾶσα νεωτέρα νομοθετικὴ περὶ ἀγροτικῆς πίστεως πρόνοια. Τοιοῦτο σύστημα ὑπάρχει καὶ ἐν Γαλλίᾳ, καὶ ἐν Πρωσσίᾳ, καὶ ἐν Ῥουμανίᾳ, καὶ ἐν Σερβίᾳ.
§170Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ἐν Πρωσσίᾳ.
§171Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ἐν Πρωσσίᾳ. Καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ ἔλθω εἰς εἰδικωτέραν ἐξήγησιν. Ἐν Πρωσσίᾳ ὑπάρχουσιν οἱ τοπικοὶ πιστωτικοὶ συνεταιρισμοὶ τοῦ τύπου Ῥαϊφφαΐζεν. Ὑπὲρ αὐτοὺς ὑπάρχουσιν οἱ κεντρικοὶ πιστωτικοὶ συνεταιρισμοὶ καὶ ὑπὲρ αὐτοὺς ἡ Κεντρικὴ Πρωσσικὴ Συνεταιρικὴ Τράπεζα. Ἡ Τράπεζα αὐτή, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἶναι Κεντρικὴ Πρωσσικὴ συνεταιρικὴ Τράπεζα, ἱδρυθεῖσα ἐν Βερολίνῳ ἐν ἔτει 1895». Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν ὀργανισμόν της καὶ τὸ κείμενον τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος διέπει αὐτήν. Εἶναι ὁ νόμος τῆς 31ης Ἰουλίου 1895, ἀποτελούμενος ἐκ 15 ἄρθρων. Ἡ Τράπεζα δ’ αὐτὴ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ κατασκεύασμα τῆς Κυβερνήσεως τὸ γινόμενον διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐν Πρωσσίᾳ, ὡς εἶπον ἤδη, ἡ πίστις ἡ ἀγροτικὴ εἶναι ὠργανωμένη μεθοδικώτατα, ὡς ἄλλως εἶναι πάντα ἐκεῖ μεθοδικῶς καὶ ἐπιστημονικῶς ὠργανωμένα, πρῶτον ὑπὸ τῶν τοπικῶν συνεταιρισμῶν, τῶν ἑκασταχοῦ ἐν ἑκάστῳ χωρίῳ ἐγκαθισταμένων· δεύτερον ὑπὸ τῶν κεντρικῶν· ὑπεράνω δὲ τῶν τοπικῶν καὶ κεντρικῶν συνεταιρισμῶν εἶναι ἡ κατὰ τὸ 1895 ἱδρυθεῖσα Κεντρικὴ Πρωσσικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία ἑδρεύει ἐν Βερολίνῳ. Τί εἶναι αὐτὴ ἡ Τράπεζα ἡ Κεντρική; Εἶναι Τράπεζα ἔχουσα ὁμοιότητά τινα πρὸς τὸ κατασκεύασμα τοῦτο τὸ κυβερνητικόν, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολούμεθα; Ὄχι. Πρῶτον εἶναι Τράπεζα Κεντρικὴ ἑδρεύουσα ἐν Βερολίνῳ, μὴ ἔχουσα δ’ ὑποκαταστήματα καὶ πρακτορεῖα. Δεύτερον δὲν εἶναι ἵδρυμα μὲ κεφάλαια ἀποκλειστικῶς τοῦ Κράτους ὑφιστάμενον, ἀλλὰ Τράπεζα συνεταιρική, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τὸ Κράτος τὸ Πρωσσικὸν ἦλθεν ἀρωγόν, ἦλθεν ἐπίκουρον, καὶ ἔδωκεν εἰς αὐτὴν κατὰ τὴν ἵδρυσίν της 5 ἑκατομμύρια μάρκων, ποσὸν ὅπερ προϊόντος τοῦ χρόνου ηὐξήθη εἰς 75.000.000 μάρκων. Ἀλλ’, ὅπερ τὸ κύριον καὶ σπουδαῖον, ἡ Τράπεζα αὐτὴ δὲν παρέχει δάνεια εἰς γεωργικοὺς πληθυσμούς· εἰς οὐδεμίαν δηλονότι συναλλακτικὴν σχέσιν ἔρχεται πρὸς τοὺς καθ’ ἕκαστον γεωργούς, ἀλλὰ χορηγεῖ δάνεια μόνον εἰς τοὺς πιστωτικοὺς συνεταιρισμούς, δέχεται τούτων ἐντόκους καταθέσεις κλπ. Καὶ ἐρωτῶ ἤδη· τίνα σχέσιν ἔχει τὸ ἵδρυμα τοῦτο πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως κατασκευαζομένην Τράπεζαν; Ἐννοεῖται ὅτι ἡ Πρωσσικὴ αὕτη Τράπεζα διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Κράτους. Κατὰ τὸ σύστημα δὲ τὸ τραπεζιτικὸν τὸ ἰσχῦον ἐν Πρωσσίᾳ, τὸ ἐφαρμοζόμενον καὶ ἐν τῇ ἐκδοτικῇ Αὐτοκρατορικῇ Τραπέζῃ τῆς Γερμανίας, ἔχομεν ἐγγύτατα τὸ Κράτος ἐπεμβαῖνον εἰς τὴν Διοίκησιν τῆς Τραπέζης. Διότι κατὰ τὸν διέποντα αὐτὴν νόμον διοικεῖται ὑπὸ συμβουλίου ἀποτελουμένου ὑπὸ τοῦ προέδρου καὶ ἀριθμοῦ τινος μελῶν, διοριζομένων ἰσοβίως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Οἱ ὑπάλληλοι ἔχουσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους. Οἱ λογαριασμοὶ τῆς Τραπέζης ὑπόκεινται εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Τοιαύτην τινὰ προσέγγισιν ἔχει τὸ Κράτος τὸ Πρωσσικὸν πρὸς τὰς Τραπέζας αὐτοῦ.
§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰ ἴδια λέγει καὶ τὸ νομοσχέδιόν μας ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ τὸ ὁποῖον λέγετε, ἐν τῷ διορισμῷ τῶν διοικητῶν, εἰς τὸ ὅτι λαμβάνουσι σύνταξιν.
§173Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡσυχεῖτε· νομίζετε ὅτι δὲν τὸ ἀνέγνωσα; Ἀλλὰ δυστύχημα εἶναι τοῦ νομοσχεδίου ὅτι ἔχει μόνον αὐτά. Δυστύχημα πρόσθετον ὅτι ἔχει καὶ ἄλλα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει ὁ νόμος ὁ Πρωσσικός.
§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μᾶς λέγετε ὅτι δι’ ὅσα ὁμοιάζει μὲ τ’ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα εἶναι δυστύχημα· δι’ ὅσα δὲν ὁμοιάζει εἶναι πάλιν δυστύχημα. Αὐτὸ μᾶς λέγετε.
§175Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω πρὸ παντὸς ὅτι ἡ μίμησις δὲν εἶναι πάντοτε ἀρετή. Ὅταν τις δὲν μελετᾷ τὰ καθ’ ἑαυτόν, ἀλλ’ ἀντιγράφῃ τ’ ἀλλότρια, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὑπὸ τίνας συνθήκας κοινωνικὰς καὶ πολιτικὰς ὑφίστανται ἀλλαχοῦ καὶ ὑπὸ τίνας συνθήκας ὑφίσταται ὁ πολιτικὸς βίος καὶ ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ ἐν Ἑλλάδι, εἶναι ἀξιοκατάκριτος. Τὸ τραπεζιτικὸν δὲ σύστημα τὸ Πρωσσικὸν εἶναι πολλαχῶς ἄσκοπον καὶ ἐπικίνδυνον νὰ μεταφυτευθῇ ὡς ἔχει εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς ἓν Κράτος δηλαδὴ κοινοβουλευτικόν. Ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἐγὼ δὲν μέμφομαι τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τοῦ νομοσχεδίου, τ’ ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐπίβλεψιν τοῦ Κράτους καὶ τὸν ἔλεγχον τῶν λογαριασμῶν τῆς Τραπέζης ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἀλλ’ εἶπον τοὐναντίον, ὅτι ἡ παρ’ ὑμῶν σχεδιαζομένη Τράπεζα, οὐδὲ πρὸς τὴν Πρωσσικὴν ὁμοιάζουσα, ἀποτελεῖ πρότυπον ἰδιορρυθμίας. Διότι ὑμεῖς ἐσκέφθητε νὰ κάμητε ὅ,τι οὔτε ἀλλαχοῦ οὔτε ἐν Πρωσσίᾳ διενοήθησαν. Ἐσκέφθητε νὰ ἱδρύσητε Τράπεζαν τοῦ Κράτους, μὲ ὑποκαταστήματα καὶ πρακτορεῖα καὶ μὲ κεφάλαια ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον τοῦ Κράτους κτώμενα διὰ γενικῆς φορολογίας.
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι πρόσθετον πλεονέκτημα αὐτό.
§177Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ ἴδωμεν. Ἂν εἶναι πρόσθετον πλεονέκτημα, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο Κράτος κατώρθωσε ν’ ἀνακαλύψῃ, εἶναι ἀξιέπαινος ἡ Κυβέρνησις. Ἕτερον, τὸ καὶ σπουδαιότερον, εἶναι ὅτι τὸ κατασκεύασμα τὸ ὑμέτερον, ἡ ὑμετέρα Γεωργικὴ Τράπεζα, ὀργανωθεῖσα οὐ μόνον μὲ κεντρικὸν κατάστημα, ἀλλὰ καὶ μὲ ὑποκαταστήματα καὶ μὲ πρακτορεῖα, διευθυνόμενα πάντα ὑπὸ δημοσίων ὑπαλλήλων, καλεῖται νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, καλεῖται νὰ ἔλθῃ εἰς συναλλαγὰς πρὸς τὸν τελευταῖον χωρικὸν τοῦ τελευταίου ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, διὰ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὸν δάνεια. Καὶ ἐνταῦθα ἀκριβῶς ἔγκεινται οἱ κίνδυνοι οἱ οἰκονομικοὶ καὶ οἱ πολιτικοί, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα προηγουμένως. Τί ἔκαμον ἐν Πρωσσίᾳ; Ἀπετόλμησαν τοιοῦτό τι; Οὐχί· διότι ἡ Κεντρικὴ Πρωσσικὴ Τράπεζα ἡ ἑδρεύουσα ἐν Βερολίνῳ ἔχει τὰς συναλλακτικὰς αὐτῆς σχέσεις οὐχὶ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, δὲν παρέχει δάνεια εἰς τοὺς γεωργούς, ἀλλ’ ἰσχύει οἰκονομικῶς, συναλλάσσεται μόνον πρὸς τοὺς κεντρικοὺς πιστωτικοὺς συνεταιρισμούς. Τίνα σχέσιν ἔχει ἡ σήμερον ἱδρυομένη ὑφ’ ὑμῶν Γεωργικὴ Τράπεζα πρὸς τὴν Κεντρικὴν Πρωσσικὴν Ἑταιρικὴν Τράπεζαν, τὴν ὁποίαν ἐπικαλεῖσθε; Ἀλλὰ θὰ προέβαινον καὶ περαιτέρω εἰς τὰς σκέψεις μου. Διότι ἡ μελέτη τῶν ἐν Πρωσσίᾳ κρατούντων καὶ τῶν ἐκεῖ γενομένων δεκτῶν πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καθιστᾷ μᾶλλον ἐναργῆ τὴν πρωτοφανῶς ἐπικίνδυνον ἀπόπειραν ὑμῶν πρὸς ἵδρυσιν τῆς σχεδιασθείσης Τραπέζης. Διότι, ὅτε τὸ Πρωσσικὸν Κράτος, μὲ τὸ ἴδιον αὑτοῦ πολίτευμα, πολίτευμα οὐχὶ κοινοβουλευτικόν, μὲ τὸν τέλειον αὐτοῦ διοικητικὸν ὀργανισμόν, μὲ πολιτικὴν ἀνατροφὴν καὶ πολιτικὸν βίον ὑπὸ ἄλλας συνθήκας παγιωθέντα, μὲ πολιτικὴν καὶ κοινωνικὴν πειθαρχίαν ἄγνωστον παρ’ ἡμῖν, ὅτε Κράτος τοιοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶδε τοὺς σιδηροδρόμους του θριαμβεύοντας ὑπὸ σύστημα ἀμέσου διευθύνσεως αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἐνῷ δὲν ἠδυνήθη ἄλλο Κράτος, καὶ μάλιστα Κράτος κοινοβουλευτικόν, νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο, ὅτε, λέγω, τοιοῦτο Κράτος δὲν ἀπετόλμησε νὰ διαπράξῃ τοιαύτην οὐτοπίαν, νὰ κάμῃ Τράπεζαν μὲ κεφάλαια τοῦ Κράτους, μὲ ὑποκαταστήματα καὶ πρακτορεῖα καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπικοινωνίαν πρὸς ἕνα ἕκαστον γεωργὸν τοῦ τελευταίου ἀγροτικοῦ συνοικισμοῦ καὶ χορηγῇ εἰς αὐτὸν δάνεια, ἔρχεσθε ὑμεῖς ἐν Κράτει κοινοβουλευτικῷ καὶ μὲ τὰς παρ’ ἡμῖν πολιτειακὰς καὶ κοινωνικὰς συνθήκας, τὰς ὁποίας εἶναι περιττὸν βεβαίως ν’ ἀναπτύξω, ἔρχεσθε ὑμεῖς νὰ ἐπιχειρήσητε τοιοῦτό τι;
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλέχθη ὅτι ἀποβλέπομεν πρωτίστως εἰς τοὺς τοπικοὺς συνεταιρισμούς.
§179Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πῶς ἀποβλέπετε εἰς αὐτούς, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν δύναμιν τοῦ ἀναγινώσκειν καὶ βλέπομεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑμῶν ὅτι θὰ δανείζητε τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς ἀπ’ εὐθείας;
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ὕπαρξις τῶν συνεταιρισμῶν, θὰ δανείζωνται αὐτοί· ἀλλ’ ἕως ὅτου ἱδρυθῶσιν αὐτοὶ δὲν ἕπεται ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἀδυναμία συνδρομῆς πρὸς τὴν ἀγροτικὴν πίστιν. Θὰ προσέθετον, ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε, ὅτι πλὴν τῶν τοπικῶν θὰ γίνῃ καὶ κεντρικὸν κατάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ συνδέῃ πάντας αὐτοὺς τοὺς συνεταιρισμοὺς μέχρι τῶν ἀκροτάτων. Θὰ εἶναι τὸ κεντρικόν, θὰ εἶναι οἱ ἐπαρχιακοὶ καὶ οἱ τοπικοὶ συνεταιρισμοί.
§181Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ τὸ σύστημα περὶ τοῦ ὁποίου τώρα ὁμιλεῖτε, θὰ συζητήσωμεν, ὅταν θὰ τοὺς φέρητε. Ἤδη συζητοῦμεν ἐπὶ ἐδάφους ὑπάρχοντος, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἱδρύσεως τῆς παρούσης Γεωργικῆς Τραπέζης.
§182Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς κάμνομεν ταυτοχρόνως.
§183Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὺς κάμνετε ταυτοχρόνως, μοὶ λέγετε. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρατηρήσω ὅτι εἰς πολλὰ σημεῖα τῆς κυβερνητικῆς δράσεως δὲν διαστέλλεται ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως καὶ τῆς λειτουργίας τοῦ δι’ αὐτῶν ἱδρυομένου θεσμοῦ. Συγχέεται ὁ νόμος πρὸς τὴν λειτουργίαν καὶ τὴν εὐδοκίμησιν μάλιστα τοῦ θεσμοῦ καὶ διὰ τοῦτο καυχώμεθα ψηφίζοντες νόμους. Ἡ πεῖρα ἐν τούτοις ἡ πικρὰ μᾶς ἔδειξεν ὅτι ὑπάρχει πολλάκις ἀγεφύρωτον χάσμα μεταξὺ τῶν νομοσχεδίων καὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν θεσμῶν. Ἂν δὲ τοῦτο ὑφίσταται καὶ ἰσχύει διὰ πάντα θεσμόν, ἀεὶ μέν, μάλιστα δὲ νῦν, κατ’ ἐξοχὴν ἰσχύει διὰ τοὺς πιστωτικοὺς συνεταιρισμούς, τῶν ὁποίων ἡ λειτουργία γνωρίζομεν ὅτι δὲν εἶναι ζήτημα ἑνὸς νομοσχεδίου. Θὰ παρέλθωσι χρόνοι, ἄλλοι χρόνοι καὶ νέοι χρόνοι διὰ νὰ λειτουργήσωσιν οἱ συνεταιρισμοί. Ὅταν γίνωσιν οἱ συνεταιρισμοὶ οὗτοι καὶ εἰσαχθῇ προσηκόντως διαρρυθμιζόμενον τὸ ὑπὸ τούτων στηριζόμενον πιστωτικὸν σύστημα, τότε θὰ συμφωνήσωμεν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἤδη συζητοῦμεν ἐπὶ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῶν μελλόντων νὰ ἱδρυθῶσι συνεταιρισμῶν, τοὺς ὁποίους ἀκόμη οὔτε ἐνομοθετήσαμεν.
§184ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ φρονεῖτε ὅτι θὰ βραδύνωσιν οἱ συνεταιρισμοὶ καὶ ἐγὼ δὲν λέγω ὅτι θὰ εὐδοκιμήσωσιν ἀμέσως, τί φρονεῖτε ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ;
§185Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω· διότι ἔχω μορφώσει καὶ ἐπὶ τούτου γνώμας καὶ ὑποθέτω ὅτι θὰ πεισθῆτε, ἂν ἀπὸ τῆς προθέσεως πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ προσήκοντος καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν συμφέροντος συζητῶμεν. Θὰ εἴπω τί πρέπει κατὰ τὴν γνώμην μου νὰ γίνῃ, ὥστε καὶ τὸ ὑπάρχον κεφάλαιον τῆς Τουρκικῆς Γεωργικῆς Τραπέζης νὰ μὴ σπαταληθῇ εἰς μισθολόγια καὶ ἄλλας δαπάνας, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς συνδρομῆς τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν, καὶ ἡ ὀργάνωσις τῶν συνεταιρισμῶν θὰ διευκολυνθῇ καὶ ἐπιτευχθῇ ταχύτερον. Ἀλλὰ πρὶν ἢ ὁμιλήσω περὶ τούτου εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποδείξω πληρέστερον ὅτι τὸ ἤδη γινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐντελῶς ἀσύμφορον. Εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀποδείξω ὅτι τοῦτο οὐδαμοῦ ἀλλαχοῦ ἐπεχειρήθη· διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπεκαλέσθη ἀορίστως τὴν Γερμανίαν, τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἰταλίαν καὶ δὲν γνωρίζω ποῖον ἄλλο Κράτος, καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ νομισθῇ ὑπὸ τῶν μὴ παρακολουθούντων εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα τὰ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα ὅτι τοιοῦτοι θεσμοὶ ἰσχύουσιν ἐν τοῖς Κράτεσι τούτοις, ἐνῷ τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἀνακριβές. Εἴδομεν ἤδη εἰδικώτερον τὰ ἐν Πρωσσίᾳ κρατοῦντα καὶ τὴν ὅλην ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Εἴδομεν τῆς ἐκεῖ Τραπέζης τὴν ὀργάνωσιν καὶ τὴν ῥιζικὴν καὶ θεμελιώδη αὐτῆς διαφορὰν πρὸς τὴν ἰδιόρρυθμον Τράπεζαν, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις σχεδιάζει διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἂς ἴδωμεν ἤδη τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα· διότι ἐμνήσθη καὶ τῆς Γαλλίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ μεθ’ ὑπερηφανείας μάλιστα εἶπεν ὁμιλῶν περὶ τῶν caisses régionales, ὅτι δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι τὸ νομοσχέδιόν του εἶναι πληρέστερον τοῦ συστήματος ἐκείνου.
§186Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ εἶπον ὡς πρὸς αὐτό. Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἐπροσέξατε. Ἐν Γαλλίᾳ τὰ 4 .000.000, τὰ ὁποῖα δίδει ἡ Γαλλικὴ Τράπεζα, τὰ μοιράζει δι’ Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία μένει ἐν τῷ κέντρῳ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι τὸ προτιμότερον ἐν Κράτει κοινοβουλευτικῷ.
§187Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ διανέμει δι’ Ἐπιτροπῆς, λέγετε, ἀλλὰ ποῦ τὰ διανέμει;
§188Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς caisses régionales.
§189Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς caisses régionales, ὅταν κάμητε τοιαύτας, διανείματέ τα καὶ σεῖς, εἴτε δι’ Ἐπιτροπῆς εἴτε δι’ ἰδίας Τραπέζης. Τὸ ἤδη ὅμως συζητούμενον εἶναι ἄλλο· εἶναι ἂν πρέπει νὰ ἱδρύσῃ τοιαύτην Γεωργικὴν Τράπεζαν τοῦ Κράτους, ἵνα αὕτη προέλθῃ εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν, εἰς ἀμέσους συναλλαγὰς πρὸς παροχὴν δανείων ὄχι εἰς πιστωτικοὺς συνεταιρισμούς, καὶ μάλιστα κεντρικούς, ὁποῖαι εἶναι αἱ Γαλλικαὶ caisses régionales, ἀλλ’ ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς γεωργούς, καὶ ἂν τοῦτο γίνεται ἀλλαχοῦ. Λοιπὸν ἐν Γαλλίᾳ ὑπάρχουσιν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1894 καὶ λειτουργοῦσι τοπικοὶ πιστωτικοὶ συνεταιρισμοί, αἱ λεγόμεναι societés de crédit agricole, οἱ ὁποῖοι συνιστώμενοι καθ’ ὡρισμένας βάσεις τὰς ὁποίας διαγράφει ὁ νόμος παρέχουσι δάνεια εἰς τοὺς ἀποτελοῦντας αὐτοὺς γεωργούς. Ἡ περαιτέρω δ’ ἐξέλιξις τῆς ἀγροτικῆς πίστεως ἐν Γαλλίᾳ εἶναι ἐξόχως διδακτική, ἀνεξαρτήτως ἄλλων ἀπόψεων διὰ τοὺς ἐπιχειροῦντας τὴν ἀπομίμησιν τοῦ ἀλλαχοῦ κρατούντων θεσμῶν καὶ εἰδικώτερον ἔτι τοῦ ἐν Πρωσσίᾳ κρατοῦντος πιστωτικοῦ ἀγροτικοῦ συστήματος. Ἡ Κεντρικὴ Πρωσσικὴ συνεταιρικὴ Τράπεζα ἱδρύθη ἐν Βερολίνῳ κατὰ τὸ ἔτος 1895. Δύο ἔτη μετὰ ταῦτα, ἤτοι κατὰ τὸ ἔτος 1897, προέκειτο νὰ γίνῃ ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἀνανέωσις τοῦ προνομίου τῆς Γαλλικῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἡ σύμβασις μεταξὺ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης προέβλεπεν ἐν τῷ ὡρισμένῳ ἄρθρῳ περὶ ἐνισχύσεως τῆς γεωργίας καὶ τῆς γεωργικῆς παραγωγῆς διὰ τῆς διαθέσεως κεφαλαίου ἐκ 40 ἑκατομμυρίων καὶ τῆς μερίδος τοῦ Κράτους ἐκ τῶν κερδῶν τῆς Τραπέζης, κατὰ τὸν τρόπον περὶ οὗ ἴδιον νομοθέτημα ἤθελε προΐδει. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου τοῦ ἐπικυρώσαντος τὴν μετὰ Γαλλικῆς Τραπέζης σύμβασιν συνεζητήθησαν ἐνώπιον τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς καὶ τὰ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐνισχύσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ τῆς πρὸς τοῦτο χρησιμοποιήσεως τῶν ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης καταβλητέων χρηματικῶν ποσῶν. Τότε συνεζητήθη καὶ ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως καὶ ἐκεῖ Κεντρικῆς ἀγροτικῆς Τραπέζης, κατὰ τὸ ὑπόδειγμα τῆς ἀρτισυστάτου τότε Τραπέζης τοῦ Βερολίνου. Καὶ ἀπεκρούσθη ἡ ἰδέα αὕτη. Μετὰ ταῦτα τῇ 10 Δεκεμβρίου τοῦ 1897 ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις κατέθετο εἰς τὴν Βουλὴν τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ προέβλεπεν ἡ μετὰ τῆς Τραπέζης σύμβασις καὶ τὸ ὁποῖον προενόει περὶ τῆς προσηκούσης ἐνισχύσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως διὰ τῶν κεφαλαίων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ Κράτος παρὰ τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης. Διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπεκρούσθη καὶ πάλιν ὁριστικῶς ἡ ἰδέα τῆς ἱδρύσεως μιᾶς Κεντρικῆς Ἀγροτικῆς Τραπέζης, κατ’ ἀπομίμησιν τῆς ἱδρυμένης ἐν Βερολίνῳ δυνάμει τοῦ νόμου τῆς 31 Ἰουλίου 1895. «Ἡ σπουδὴ εἰς τὴν ὁποίαν ἐπεδόθημεν, λέγει ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις τοῦ νομοσχεδίου, οὐδὲν ἄλλο ἔκαμεν ἢ νὰ ἐμπεδώσῃ ἡμᾶς εἰς τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπεβάλομεν ἤδη καὶ νὰ μᾶς ἐμφανίσῃ ἐναργέστερον τὰ μειονεκτήματα καὶ τοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους θὰ παρουσίαζεν ὁ θεσμὸς Κεντρικῆς Τραπέζης. Κατάστημα τοιοῦτο ἱδρυόμενον ἐν Παρισίοις θὰ εὑρίσκετο ὑπερβαλλόντως μακρὰν τῶν γεωργῶν, ὅπως γνωρίσῃ τὰς ἀνάγκας των, ὑπερβαλλόντως μακρὰν πρὸ παντός, ὥστε νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν βαθμὸν τῆς πίστεως, τῆς ὁποίας ἦσαν ἄξιοι οἱ δανειζόμενοι». Ἐξ ἀφορμῆς τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου ἐξητάσθη καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως, ἀντὶ μιᾶς Κεντρικῆς, πλειοτέρων ἐπαρχιακῶν Τραπεζῶν τοῦ Κράτους, ὅπως τεθῶσιν αὗται ἐγγύτερον πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδέα αὕτη οὐδένα ἔσχεν ὀπαδόν· διότι παρετηρήθη εὐλόγως ὅτι τοιουτοτρόπως θὰ εἶχον πολλαπλάσια τὰ οἰκονομικὰ εἰς τὰ πολιτικὰ μειονεκτήματα τῆς Τραπέζης τοῦ Κράτους. Μετὰ τοιαύτας ἐρεύνας, Κύριοι, κατέληξαν ἐν Γαλλίᾳ εἰς τὸν νόμον τῆς 31 Μαρτίου 1899, διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύθησαν τὰ ἐπαρχιακὰ πιστωτικὰ ταμεῖα, αἱ λεγόμεναι caisses régionales, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἁπλοῖ πιστωτικοὶ συνεταιρισμοί, συνιστώμενοι ὅπως καὶ οἱ τοπικοὶ πιστωτικοὶ συνεταιρισμοί. Ὑπὲρ τούτων τῶν ἐπαρχιακῶν ταμείων προώρισε τὸ Γαλλικὸν Κράτος τὰ παρὰ τῆς Γαλλικῆς Τραπέζης ληφθέντα ἑκατομμύρια. Ὅταν ταῦτα ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, Κύριοι, διὰ τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα· ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἐκεῖ ὑπάρχουσι δύο βαθμῶν τρόπον τινὰ πιστωτικοὶ συνεταιρισμοί, οἱ τοπικοὶ καὶ οἱ ἐπαρχιακοί· ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι τὸ Γαλλικὸν Κράτος ἔρχεται πρὸς ἐπικουρίαν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως ἐνισχῦον χρηματικῶς τὰ ἐπαρχιακὰ ταμεῖα· ὅταν ταῦτα ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, ἐρωτῶ: Τίνα σχέσιν ἔχουσι ταῦτα πρὸς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; Τίνα σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ σύστημα τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον αὐτὸ τὸ Κράτος διὰ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων του ἔρχεται νὰ δανείζῃ καλλιεργητικὰ δάνεια ἀτομικῶς εἰς γεωργούς; Ἀλλὰ μήπως ἐν Ἰταλίᾳ ἢ ἀλλαχοῦ που ὑπάρχει τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον μᾶς προτείνει ἡ Κυβέρνησις; Καὶ ἐν Ἰταλίᾳ ὑπάρχουσιν αἱ Λαϊκαὶ Τράπεζαι τοῦ Luzzati, αἱ ὁποῖαι εἶναι πιστωτικοὶ καὶ ἀποταμιευτικοὶ συνεταιρισμοὶ κυρίως διὰ τοὺς ἀστικοὺς πληθυσμούς. Ὑπάρχουσι τὰ ἀγροτικὰ ταμεῖα ὑπὸ τὸν τύπον Ῥάϊφφαϊζεν ἱδρυμένα πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως· ὑπάρχουσι Τράπεζαι καὶ ἑνώσεις γενικώτεραι, ἀλλ’ οὐδεμία ὑπάρχει Τράπεζα τοῦ Κράτους ὁποία ἡ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως προτεινομένη παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἢ μᾶλλον ὁ παρεμβαίνων ἤδη κ. Πρωθυπουργός, εἶπε προηγουμένως· τί θέλετε νὰ κάμωμεν ἤδη; Ἡμεῖς θὰ ἱδρύσωμεν κατόπιν τοὺς πιστωτικοὺς συνεταιρισμούς, τοὺς τοπικοὺς συνεταιρισμούς, ὑπὲρ αὐτοὺς τοὺς κεντρικοὺς συνεταιρισμούς, καὶ σκεπτόμεθα νὰ φέρωμεν τὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν εἰς ἄμεσον συνεννόησιν μετ’ αὐτῶν. Ὅταν τοῦτο γίνῃ, καὶ γίνῃ προσηκόντως, δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις πρὸς ἵδρυσιν Τραπέζης. Διότι πάντες οἱ οἰκονομικοὶ καὶ πολιτικοὶ κίνδυνοι, οὓς ἀνέπτυξα ἤδη, τίθενται ἐκ μέσου. Δὲν θὰ ἔχωμεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει Τράπεζαν τοῦ Κράτους ἐρχομένην εἰς ἀμέσους συναλλαγὰς πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς, δὲν θὰ ἔχωμεν δημοσίους ὑπαλλήλους δίδοντας δάνεια εἰς γεωργούς, ἀλλὰ θὰ ἔχωμεν συνεταιρικὴν Τράπεζαν ἐνισχυομένην ὑπὸ τοῦ Κράτους, ἔστω καὶ μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα δίδομεν ἤδη, ἢ καὶ πλείονα κεφάλαια· Τράπεζαν ἡ ὁποία ἐπὶ πᾶσι θὰ ἔρχηται εἰς συναλλαγὰς πρὸς τοὺς γεωργικοὺς συνεταιρισμούς, θὰ ἐνισχύῃ τούτους χρηματικῶς καὶ δι’ αὐτῶν θὰ ἐξυπηρετῇ τῶν γεωργῶν τὰς καλλιεργητικὰς ἀνάγκας. Τί θὰ γίνῃ ὅμως μέχρις οὗ ἀποκτήσωμεν τὸ πιστωτικὸν τοῦτο σύστημα; Ἄν ἀκολουθήσωμεν τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν χαράσσει ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἂν ἱδρύσωμεν τὴν σχεδιαζομένην Γεωργικὴν Τράπεζαν καὶ ἐξουσιοδοτήσωμεν αὐτὴν νὰ δίδῃ καλλιεργητικὰ δάνεια ἀπ’ εὐθείας εἰς τοὺς γεωργούς, καὶ ἔπειτα εἰς τοὺς συνεταιρισμούς, ὅταν ἱδρυθῶσι τοιοῦτοι, θὰ ἔχωμεν τὰ ἑξῆς ἄφευκτα ἀποτελέσματα. Θὰ διατρέξωμεν ἐν πρώτοις πάντας ἐκείνους τοὺς οἰκονομικοὺς καὶ πολιτικοὺς κινδύνους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα ἤδη, κινδύνους τοὺς ὁποίους ἐνέχει μία Τράπεζα τοῦ Κράτους τοιαύτην ἔχουσα ἀποστολήν, τοιαύτας ἐκτελοῦσα ἐργασίας. Θὰ καταστρέψωμεν ἐξ ἄλλου τὸ κεφάλαιον τὸ ὑπάρχον ἤδη καὶ προερχόμενον ἐκ τῶν φόρων τοῦ Μακεδονικοῦ καὶ Ἠπειρωτικοῦ λαοῦ καὶ θὰ εὑρεθῶμεν ἄνευ πόρων, ὅταν ἡ ἐπικουρία τοῦ Κράτους θὰ εἶναι χρήσιμος διὰ τοὺς πιστωτικοὺς συνεταιρισμούς. Ἐγὼ θὰ εἶχον νὰ ὑποβάλω ἀντίθετον πρότασιν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ εἰσπραχθῇ τὸ κεφάλαιον τῆς τέως Ὀθωμανικῆς Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ νὰ φυλαχθῇ κατατιθέμενον ἐπὶ τόκῳ μέχρις οὗ ἡ Κυβέρνησις προβῇ εἰς τὴν διὰ τοπικῶν πιστωτικῶν συνεταιρισμῶν ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Τότε τὸ κεφάλαιον αὐτὸ εἴτε μόνον εἴτε αὐξανόμενον ὑπὸ τοῦ Κράτους δύναται ν’ ἀποτελέσῃ τὴν πρώτην ἐπικουρίαν τοῦ Κράτους, τὸ ἱδρυτικὸν κεφάλαιον μιᾶς κεντρικῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ σκοπὸν καὶ ἀποστολὴν ὄχι νὰ ἔλθῃ εἰς συναλλαγὰς δανειστικὰς πρὸς τοὺς γεωργούς, ἀπ’ εὐθείας πρὸς αὐτοὺς συναλλασσομένη, ἀλλ’ ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον πρὸς τοὺς συνεταιρισμούς. Τοῦτο δὲ δύναται νὰ γίνῃ, ὅταν καὶ εἷς ἔστω τοιοῦτος συνεταιρισμὸς συγκροτηθῇ. Διότι ὁ πρῶτος συνεταιρισμὸς ὁ ὁποῖος ἅμα τῇ ἱδρύσει του θὰ εὑρεθῇ ἐνισχυμένος ὑπὸ μιᾶς τοιαύτης πιστωτικῆς δυνάμεως, ὑπὸ μιᾶς τοιαύτης Γεωργικῆς Τραπέζης, θὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ γενικευθῇ ταχύτερον ἡ ἰδέα τῆς συγκροτήσεως τοιούτων πιστωτικῶν συνεταιρισμῶν. Καὶ τὸν πρῶτον θὰ ἐπακολουθήσῃ δεύτερος καὶ τοῦτον τρίτος καὶ οὕτω καθεξῆς, ὅταν οἱ ἑκασταχοῦ γεωργικοὶ πληθυσμοὶ κατανοήσωσιν ὅτι ἔχουσι στήριγμα ἐν τῇ Τραπέζῃ ἥτις ἀποκλειστικὸν προορισμὸν ἔχει νὰ ἔρχηται εἰς ἐπικοινωνίαν, εἰς συναλλακτικὴν σχέσιν μόνον πρὸς τοὺς πιστωτικοὺς συνεταιρισμούς. Τοῦτο δ’ ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ. Ἀλλὰ παρ’ ἡμῖν γίνεται ἐντελῶς τὸ ἐναντίον διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἱδρύεται μία Τράπεζα μὲ χρήματα τοῦ Κράτους, ἵνα ἔλθῃ εἰς συναλλακτικὰς σχέσεις πρὸς τοὺς γεωργούς. Καὶ ποῖον θὰ εἶναι ἐντεῦθεν τὸ ἀποτέλεσμα; Δὲν θὰ ἔχωμεν ἁπλῶς τοὺς οἰκονομικοὺς κινδύνους καὶ τοὺς πολιτικούς, τοὺς ὁποίους ἤδη ὑπέδειξα, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων καὶ ἄλλα ἀποτελέσματα. Δι’ αὐτῆς θὰ πλήξωμεν αὐτοὺς τοὺς πιστωτικοὺς συνεταιρισμούς, αὐτὴν τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Διότι θὰ καταστήσωμεν δύναμιν ἀντιτιθεμένην εἰς τὴν σύμπηξιν τῶν συνεταιρισμῶν. Ὅταν τις γνωρίζῃ ποίας δυσχερείας παρουσιάζει καὶ ποίας παρουσίασαν ἀλλαχοῦ ἡ ἀρχικὴ ὀργάνωσις καὶ ἡ εὐδοκίμησις τῶν τοπικῶν πιστωτικῶν συνεταιρισμῶν καὶ κατὰ τίνων προλήψεων τῶν χωρικῶν οἱ προπαγανδισταὶ ἠγωνίσθησαν, προλήψεων αἱ ὁποῖαι βεβαίως μεγαλύτεραι ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν, ἐννοεῖ εὐκόλως πόσον αὐξάνουσιν αἱ δυσχέρειαι αὗται, ὅταν ἱδρύηται Τράπεζα σκοποῦσα νὰ δανείζῃ τοὺς γεωργοὺς μακρὰν παντὸς συνεταιρισμοῦ. Ὅταν οἱ γεωργοὶ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει αὐτῶν ὅτι δύνανται μὴ ὠργανωμένοι εἰς συνεταιρισμοὺς νὰ λαμβάνωσι δάνεια, φρονεῖτε σπουδαίως ὅτι τοῦτο δὲν θ’ ἀποτελέσῃ ἓν ἐπὶ πλέον πρόσκομμα διὰ τὴν ὀργάνωσίν των; Τὸ σύστημα λοιπὸν τῆς Κυβερνήσεως ὁδηγεῖ εἰς οἰκονομικοὺς καὶ πολιτικοὺς κινδύνους, ἀλλὰ καὶ εἰς κινδύνους κατὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, ἐνῷ τὸ προτεινόμενον ὑφ’ ὑμῶν παραφυλάττει τὸ ὑπάρχον κεφάλαιον, ὅπερ θὰ χρησιμοποιηθῇ ἐν δεδομένῃ στιγμῇ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῆς γεωργικῆς πίστεως καὶ τῶν τοπικῶν συνεταιρισμῶν ἄνευ τῶν κινδύνων οὓς ὑπεδείξαμεν ἤδη. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν εἶναι τόσον συγκαταβατικός, ὅσον ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὅστις κατανοήσας τὴν ἀξίαν τῶν παρατηρήσεων ἠρώτησε τί προτείνομεν ἡμεῖς ἀντὶ τοῦ κυβερνητικοῦ σχεδίου πρὸς ἀποφυγὴν τῶν ὑποδειχθέντων κινδύνων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θαρραλεώτερος ἐν τούτῳ δὲν ἐδίστασε νὰ μεμφθῇ ἐμοῦ, διότι ἐξεδήλωσα φόβους πολιτικῶν κινδύνων, διότι ἔχω τὸν ἐφιάλτην, ὡς εἶπε, μήπως ἐπανέλθῃ τὸ πολιτικὸν παρελθὸν τὸ καταδικασθὲν ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Πλατύστομος δὲ καὶ θαρραλέος ὁ κ. Ὑπουργὸς εὗρεν ἀδικαιολόγητον τὸν ἐφιάλτην αὐτὸν καὶ προέβη εἰς κατάκρισιν.
§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς κρίσιν, ὄχι κατάκρισιν.
§191Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκομαι πράγματι ὑπὸ τὸν τοιοῦτον ἐφιάλτην, καὶ μάλιστα φοβερόν. Τροφοδοτεῖ ὅμως δυστυχῶς τὸν ἐφιάλτην αὐτὸν ἡ σύγχρονος κατάστασις. Δὲν ἔχω δὲ ἐφιάλτην μόνον μήπως ἐπανέλθῃ τὸ παρελθόν, τὸ ὁποῖον κατεδικάσθη ὡς σύστημα, δὲν ὁμιλῶ περὶ προσώπων, ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως διατηρηθῇ τὸ ἐνεστὼς ἐπὶ πλέον τροφοδοτούμενον καὶ ὁσημέραι ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην φθειρόμενον. Ἐπειδὴ δὲ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ ἀστηρίκτου τῶν πολιτικῶν φόβων μου ἐμνήσθητε καὶ τῆς εὐδοκιμήσεως τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης, καὶ ἐπειδὴ εἰς τοιαύτην ὁδὸν ἐστρέψατε τὰς σκέψεις ὑμῶν, χωρὶς ἡμεῖς εἰς τοῦτο νὰ δώσωμεν ἀφορμήν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀπαντήσωμεν οὐχὶ βεβαίως ἐκτείνοντες τὸν ἔλεγχον εἰς ἄλλα σημεῖα, ἀλλὰ περιοριζόμενοι ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον εἰσηγάγετε, τοῦ κρινομένου ἤδη, ἀλλὰ καὶ ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὸ Κοινωφελὲς Ταμεῖον Κρήτης. Εἴπετε ὅτι τὸ ταμεῖον αὐτὸ ηὐδοκίμησε καὶ ὅτι ἡ πολιτικὴ δὲν εἰσεχώρησεν εἰς αὐτό. Δὲν γνωρίζω ἂν καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς συμφωνεῖ μαζί σας. Ἂν βεβαιώσῃ τοῦτο ὁ κ. Πρωθυπουργός, θὰ συμφωνήσω μαζί του. Ἂν ἤθελε βεβαιώσει οὗτος ὅτι τὸ Κοινωφελὲς Ταμεῖον Κρήτης ὑπῆρξεν ἐντελῶς ἀμέτοχον τῶν ἑκάστοτε πολιτικῶν ἐπιδράσεων, ἂν βεβαιώσῃ ὅτι δὲν ἐφορολογήθη ὁλόκληρος ὁ Κρητικὸς λαός, διὰ νὰ δανείζωνται ἀναγκαίως μόνον ὀλίγα ἑκάστοτε πρόσωπα...
§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι φορολογία.
§193Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδένα ἐφορολόγησε.
§194Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἰσεπράττετο ποσοστὸν τῆς δεκάτης;
§195Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν μέμφησθε τοὺς ἄλλους ὅτι δὲν ἠξεύρουσι, πρέπει τοὐλάχιστον νὰ ἠξεύρητε σεῖς.
§196Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡσυχεῖτε, διότι τοῦτο εἶναι μία λεπτομέρεια, πόθεν τὸ Κοινωφελὲς Ταμεῖον Κρήτης ἐπορίσθη τὰ κεφάλαιά του. Τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου φέρω τὸν λόγον εἶναι τὸ πολιτικὸν ζήτημα, πῶς διατίθενται τὰ κεφάλαιά του.
§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶναι δυνατόν νὰ σᾶς ἀρνηθῶ τὴν μαρτυρίαν μου καὶ νὰ σᾶς εἴπω δύο λέξεις, ὡς γνωρίζων τὰ τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης. Κατὰ τὸ ἔτος 1872 εἶχεν εἰσπραχθῇ ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως διπλοῦς φόρος δεκάτης, ἀνερχόμενος εἰς 72.000 λιρῶν Τουρκικῶν· οἱ πατριῶταί μου ἐνόμισαν ὅτι δὲν εἶναι ἀνεκτὸν αὐτό, δὲν ἐνθυμοῦμαι ὅμως διὰ ποίαν ἀφορμὴν εἰσεπράχθη ὁ φόρος αὐτός, καὶ εἶπον ὅτι ἢ θὰ μᾶς δώσῃς τὰ χρήματα, ἢ θὰ ἔχωμεν ταραχάς· καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ τὰ δώσῃ. Ἄλλη πρόσοδος δὲν ὑπῆρχε. Πλὴν αὐτῶν ἐδόθησαν ἐκ τοῦ δανείου τῶν 4 ἑκατομμυρίων, τὸ ὁποῖον ἔδωκαν αἱ Δυνάμεις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως, 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν· 72.000 λιρῶν, ἤτοι 1.500.000 δραχμῶν, μαζὶ μὲ τὰ 2 ἑκατομμύρια ἀνεβιβάσθησαν σήμερον εἰς ἕξ ἑκατομμύρια, ἂν δὲ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἐγένετο μία ἐπανάστασις τῷ 1878, ἑτέρα τῷ 1883, ἄλλη τῷ 1887, ἄλλη τῷ 1893, λάβητε δ’ ὑπ’ ὄψιν συγχρόνως καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, θὰ ἴδητε ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ἔχῃ σήμερον 6 ἑκατομμύρια εἶναι μία ἐπιτυχία πρώτης τάξεως. Ἐν Κρήτῃ κατεῖχον τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχετε σεῖς σήμερον καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω ὅτι ἐν ἐποχῇ πολιτικῆς ἀκολασίας ἐδανείζοντο εὐκολώτερον οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ καθεστὼς παρὰ οἱ πολεμοῦντες αὐτό. Ἄρα δὲν ἔχομεν καμμίαν ζημίαν δυσεπανόρθωτον ἐν Κρήτῃ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι τὰ ἐκεῖ γινόμενα δὲν δύνανται νὰ παραβληθῶσιν οὔτε πόρρωθεν πρὸς τὰ γινόμενα ἐν Ἑλλάδι.
§198Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄν γίνῃ οὕτω, δὲν θὰ εὐδοκιμήσῃ.
§199ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴχομεν καθιερώσει τὸ σύστημα τῆς ἀναγραφῆς τῶν αἰτήσεων κατὰ σειρὰν χρονολογίας.
§200Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μήπως ἐγένοντο αἰτήσεις καὶ προτιμήσεις;
§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι σήμερον ἔχει 6 ἑκατομμύρια καὶ ὑπηρέτησεν ἐπὶ τόσα ἔτη τὸν Κρητικὸν λαόν. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ τῆς γεωργίας αὕτη εἶναι ἀνεπτυγμένη πλειότερον ἢ ἐδῶ.
§202Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ὅτι αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποδεικνύουσιν ὅτι ὁ ἰσχυρισμός μου δὲν ἀπέχει τῆς ἀληθείας. Διότι ἀποδεικνύεται ὅτι χρήματα τοῦ Κράτους, δηλαδὴ χρήματα τῆς Κρητικῆς Πολιτείας, ἦσαν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ κεφάλαιον τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου· δὲν ἦσαν χρήματα τῶν ἰδιωτῶν, δὲν ἦσαν αὐτῶν τούτων τῶν δανειζομένων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο τὸ σημεῖον τὸ παρεμπῖπτον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἠθέλησα νὰ ὁμιλήσω· εἶναι τὸ πολιτικόν. Ἐπὶ τούτου δὲ τοῦ πολιτικοῦ σημείου ὁμιλήσας ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκεται ἐν διαφωνίᾳ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν· διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀνεγνώρισε τὴν ὀλεθρίαν ἐπίδρασιν τῆς πολιτικῆς κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν δανείων. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἀφῆκε μίαν θύραν ἀνοικτήν, τὴν θύραν ἀπὸ τῆς ὁποίας θὰ ἐξέλθῃ τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Εἶπεν ὅτι τοιοῦτοι κίνδυνοι δὲν εἶναι δυνατοὶ παρ’ ἡμῖν τώρα, ὅτε διάφορος εἶναι ὁ πολιτικὸς βίος καὶ ἄγρυπνος ἡ Κοινὴ Γνώμη. Εἶναι ὅμως τοῦτο ἀληθές; Ὅτε προηγουμένως, Κύριοι, ὁμιλῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὑπεδείκνυον τοὺς πολιτικοὺς κινδύνους οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦνται ἐκ τοιούτων θεσμῶν, δὲν ἐσχέτισα τὸ ζήτημα πρὸς τὴν πολιτείαν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως. Ἐθεώρησα τοῦτο ὡς ζήτημα πολιτεύματος, ὡς ζήτημα πολιτεύματος κοινοβουλευτικοῦ. Καὶ ἐθεώρησα, ὅτι εἰς Κράτος κοινοβουλευτικὸν δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ εἰσάγωνται θεσμοὶ περιποιοῦντες εἰς τὰς ἑκάστοτε Κυβερνήσεις μέσα πλούσια εἰς πολιτικὰς ἐπιδράσεις. Πάντες δ’ ὅσοι εἴτε κατὰ θεωρίαν ἠθέλησαν νὰ μελετήσωσιν εἴτε κατὰ πρᾶξιν ἠθέλησαν ἐκ τοῦ σύνεγγυς νὰ παρακολουθήσωσι καὶ νὰ ψυχολογήσωσιν εἰς τὴν διάπλασιν καὶ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ πολιτικοῦ βίου ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν ὅτι κατ’ αὐτὸν ὑπάρχουσιν αἱ πολιτικαὶ ἐπιδράσεις, ἀλλαχοῦ μὲν μικραί, ἀλλαχοῦ δὲ μεγαλύτεραι καὶ ἀλλαχοῦ ἀχαλίνωτοι εἰς διαφθοράν. Τοῦτο δεικνύει ἡ μελέτη τῆς ἱστορίας καὶ τῆς ἀναπτύξεως πάντων τῶν κοινοβουλευτικῶν πολιτευμάτων. Τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία δὲν ἠθέλησε νὰ μιμηθῇ τὸν Γερμανικὸν θεσμὸν οὔτε τὴν ἵδρυσιν Τραπεζῶν τοῦ Κράτους, εἶναι εὔγλωττον ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην. Καὶ οἱ ἐκεῖ πολιτικοὶ ἄνδρες ἀποκρούοντες τοιούτους θεσμοὺς δὲν ἐνόουν βεβαίως νὰ καταδικάσωσιν ἑαυτοὺς καὶ χαρακτηρίσωσιν ὡς ἀκόλαστον καὶ φαῦλον τὸν πολιτικὸν αὑτῶν βίον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις εἰδικεύει τὸ ζήτημα εἰς τὰ παρ’ ἡμῖν, ἀφοῦ δεικνύει τόσην πεποίθησιν εἰς τὰ καθ’ ἡμᾶς πολιτικὰ ἤθη τὰ σύγχρονα καὶ ἐξ αὐτῶν ἐνισχύεται ὥστε νὰ μὴ φοβῆται πολιτικὰς παρεκτροπὰς, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐξετάσω καὶ τὴν ἄποψιν ταύτην. Ἀλλ’ ὅμως καὶ ἐν τούτῳ θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὸ ψηφιζόμενον νομοσχέδιον καὶ εἰς τὸν σχετικὸν πρὸς αὐτὸ θεσμὸν τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης, μὴ δυνάμενος νὰ μετατρέψω τὸ νομοθετικὸν ἔργον τῆς Βουλῆς εἰς ἔργον ἐλέγχου.
§203ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι διατεθειμένος νὰ δεχθῶ ἔλεγχον.
§204Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γνωρίζω· ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ θεωρῶ προσῆκον καὶ κοινοβουλευτικόν.
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἐντελῶς κοινοβουλευτικόν, ὅταν εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι καὶ οἱ δύο.
§206Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ν’ ἀκολουθήσω τὰς ἀρχὰς τὰς ἰδικάς μου. Ἀρκεσθῆτε ἐπὶ τοῦ παρόντος ν’ ἀπαντήσητε εἰς τὸν ἔλεγχον μόνον αὐτῶν τῶν σημείων. Παρατηρῶ ἐν πρώτοις ὅτι αὐτὸς ὁ ἐσχάτως ψηφισθεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νέος νόμος περὶ τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου τῆς Κρήτης ἀνατρέπει κατὰ τὸν ὀδυνηρότερον τρόπον τὰς ἠθολογικὰς πολιτικὰς θεωρίας τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἀποδεικνύει ἐναργῶς εἰς βάρος αὐτῆς ταύτης τῆς Κυβερνήσεως ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἐπιδράσεις καὶ αἱ πολιτικαὶ εὐκαμψίαι εἶναι δυστυχῶς τώρα εἴπερ ποτὲ καὶ ἄλλοτε ἁθρόαι καὶ τολμηραί. Προχθὲς ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναδιοργανώσεως τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης. Καὶ παρακαθήμενος ἐκεῖ καὶ παρακολουθῶν τὴν συζήτησιν καὶ φιλοσοφῶν καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῶν ἀνθρωπίνων ἀδυναμιῶν καὶ μάλιστα τῶν πολιτικῶν παρετήρησα ὅτι, ἂν ἡ σώφρων Κρητικὴ διοίκησις, περὶ τῆς ὁποίας εἴπετε ὅτι ὑπῆρξεν ἀκόλαστος εἰς πολιτικὰς ἐπιδράσεις κατὰ τὴν διάθεσιν τῶν δανείων ἐκ μέρους τοῦ ταμείου, ἂν ἡ διοίκησις αὐτὴ διέθετε διὰ πάντα τὰ καταστήματα τοῦ ταμείου εἰς μισθοὺς 1700 δραχμάς, νομίζω, κατὰ μῆνα, ἡ ἀναδιοργάνωσις ὅμως τοῦ ταμείου ὑπὸ τὸν νέον πολιτικὸν βίον τῆς Ἑλλάδος κατὰ τίνα τρόπον νομίζετε ὅτι ἐγένετο; Ἐδιπλασιάσθησαν σχεδὸν οἱ μισθοὶ καὶ ἐτριπλασιάσθη σχεδὸν ὁ ἀριθμὸς τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ταμείου! Αὐτὸ εἶναι τὸ πρόχειρον παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀντλοῦμεν συγκρίνοντες τὰ ἐν Κρήτῃ γενόμενα πρὸς τὰ ἐδῶ γινόμενα. Αὐτὸ εἶναι τὸ κατόρθωμα τοῦ συγχρόνου πολιτικοῦ βίου, τὸν ὁποῖον μετὰ τόσου κόμπου προβάλλομεν ὡς ἄτρωτον εἰς μικροπολιτικοὺς ἐπηρεασμοὺς καὶ ὡς παρέχοντα ἐνθάρρυνσιν πρὸς εἰσαγωγὴν πρωτοφανῶν θεσμῶν καὶ ἱδρυμάτων. Ἀλλὰ πρέπει ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην νὰ προχωρήσω καὶ περαιτέρω, ἐρευνῶν τὴν περίεργον ἀληθῶς ἱστορίαν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου ἀσχολούμεθα, τὸ ὁποῖον ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὡς νομοσχέδιον κεκλημένον νὰ βοηθήσῃ τὰς γεωργικὰς ἀνάγκας τοῦ Ἠπειρωτικοῦ καὶ Μακεδονικοῦ λαοῦ, ν’ ἀπελευθερώσῃ τοὺς ἐκεῖ γεωργικοὺς πληθυσμούς, ἔχει πεζοτάτην ἱστορίαν· ἱστορίαν ἡ ὁποία ἀποδεικνύει ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι γέννημα ὀψιγενῶν πολιτικῶν σκέψεων, αἵτινες δὲν φαίνονται νὰ ἔχωσι σχέσιν τινὰ πρὸς τὴν ἐνίσχυσιν τῆς γεωργίας, πρὸς τὴν προστασίαν τῶν γεωργικῶν πληθυσμῶν τῆς Μακεδονίας καὶ τῆς Ἠπείρου. Ὅτε, Κύριοι, ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Μακεδονία κατελήφθησαν ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων καὶ ὠργανώθησαν ἐκεῖ αἱ ὑπηρεσίαι, ἱδρύθη καὶ ἰδιαίτερον Γραφεῖον ἐκκαθαρίσεως τῆς Τουρκικῆς Γεωργικῆς Τραπέζης· ἓν ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἓν ἐν Ἰωαννίνοις καὶ ἕτερον ἐν ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου, μὲ λογιστὰς καὶ ἄλλο πλούσιον κατώτερον προσωπικὸν καὶ μὲ μισθοὺς ἀσυνήθεις διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Ἡ ἐργασία τὴν ὁποίαν εἶχον τὰ Γραφεῖα ταῦτα συνίστατο κυρίως εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῶν βιβλίων τῆς Τραπέζης ἐκ τῶν διαφόρων ὑποκαταστημάτων, τὴν τακτοποίησιν καὶ μετάφρασιν αὐτῶν πρὸς ἀνεύρεσιν τῶν ὀφειλετῶν, τὴν συγκέντρωσιν καὶ τακτοποίησιν τῶν γραμματίων καὶ τῶν τίτλων τῶν ἐνυποθήκων ἀπαιτήσεων καὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν. Ἡ ἐργασία αὕτη, παρὰ τὸ πλουσιώτατον προσωπικὸν τὸ ὁποῖον εἶχε συγκεντρωθῆ κυρίως ἐν τῷ Γραφείῳ αὐτῷ ἐν Θεσσαλονίκῃ, παρετείνετο ἐπὶ χρόνον δυσαναλόγως μακρόν. Ὅτε δ’ ἐκορυφώθη ἡ δυσφορία διὰ τὴν διοίκησιν τῆς Μακεδονίας, μία δ’ ἐφημερὶς διὰ καθημερινῶν ἐδῶ δημοσιεύσεων περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐκεῖ ὑπηρεσιῶν διηρμήνευε τὴν δυσφορίαν τῆς κοινῆς γνώμης, τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς ἀθρόας ἀπολύσεις περιττῶν ὑπαλλήλων. Τότε, φαίνεται, ἤτοι κατὰ τὸ τέλος τοῦ παρελθόντος ἔτους, ἀπεφασίσθη ἡ κατάργησις καὶ τῶν Γραφείων αὐτῶν τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ ἡ συγχώνευσις τούτων πρὸς τὰ ἐκεῖ λειτουργοῦντα Λογιστήρια, ἀφοῦ μάλιστα ἐν τῷ μεταξὺ εἶχε συντελεσθῆ ἡ τακτοποίησις τῶν βιβλίων καὶ ἡ καταχώρισις τῶν μερίδων τῶν ὀφειλετῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας θὰ προέβαινεν ἡ ἐκκαθάρισις, δηλαδὴ ἡ εἴσπραξις τῶν ὀφειλομένων. Ἐξεδόθη λοιπὸν πρὸς τοῦτο ἓν Β. Διάταγμα τοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργείου τῆς 31 Δεκεμβρίου 1913, τὸ ὁποῖον λέγει τ’ ἀκόλουθα (ἀναγινώσκει)· «Τὸ παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει Μακεδονίας λειτουργοῦν Γραφεῖον τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης ὑπάγεται εἰς τὴν ἄμεσον διεύθυνσιν τοῦ οἰκονομικοῦ ἐπιτρόπου Θεσσαλονίκης, ἡ δ’ ἐν ταῖς λοιπαῖς ἐπαρχίαις τοῦ Γενικῶν Διοικήσεων Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου ὑπηρεσία τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Τραπέζης ταύτης ὑπάγεται εἰς τοὺς οἰκείους οἰκονομικοὺς ἐπιτρόπους». Τοιουτοτρόπως τὸ Γραφεῖον ἐκεῖνο διαλύεται. Δὲν γνωρίζω ὅμως τί συνέβη. Πεπλανημένη ἀντίληψις ὑπηγόρευσε τὸ Διάταγμα τοῦτο, πεπλανημένη ἀντίληψις τὸ ἡρμήνευσεν ἐκεῖ ἐν Θεσσαλονίκῃ, δὲν γνωρίζω. Ἐντούτοις καὶ μετὰ τὸ Διάταγμα αὐτὸ ἐξηκολούθησε, φαίνεται, λειτουργοῦν τὸ Γραφεῖον ἐκεῖνο ὑπὸ ὅλον τὸ ἐπιτελεῖον καὶ πλούσιον προσωπικὸν καὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀτελειώτου ἐκκαθαρίσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης. Εἶναι ἄγνωστον τί ἐν τῷ μεταξὺ ἔλαβε χώραν, ὥστε ἐπηκολούθησε μετά τινας μῆνας νέον Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον διεσάφησε τὰ πράγματα κατὰ τρόπον αἴροντα πᾶσαν ἀμφιβολίαν περὶ τῆς συγχωνεύσεως πλέον καὶ τῆς καταργήσεως τοῦ λεγομένου Γραφείου τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης τῆς Μακεδονίας. Τὸ Διάταγμα τοῦτο τῆς 21 Μαρτίου 1914 λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Τὰ παρὰ ταῖς Γενικαῖς Διοικήσεσι Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου λειτουργοῦντα τέως κεντρικὰ Γραφεῖα τῆς ἐκκαθαρίσεως τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης ὑπάγονται εἰς τὰ παρὰ ταῖς αὐταῖς Γενικαῖς Διοικήσεσι τμήματα τοῦ Λογιστηρίου καὶ ἀνατίθεται εἰς αὐτὰ ἡ διεξαγωγὴ τῶν γενικῆς ὑπηρεσίας ἀντικειμένων καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν γενικῶν ὁδηγιῶν». Τοιουτοτρόπως ἡ ὑπηρεσία τοῦ διαλυθέντος Γραφείου τῆς ἐκκαθαρίσεως ἀνετέθη εἰς τὸ Λογιστήριον. Τὸ Διάταγμα προχωρεῖ καὶ περαιτέρω· «Ἡ κατάρτισις τῶν ἐτησίων χρεωστικῶν καταλόγων τῆς περιφερείας ἑκάστης ὑποδιοικήσεως ἀνατίθεται εἰς τοὺς οἰκείους οἰκονομικοὺς ἐπιτρόπους, ἡ δ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων τούτων εἴσπραξις τῶν ληξιπροθέσμων δόσεων εἰς τοὺς ταμίας». Σημειώσατε δ’ ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι ἁπλοῦν Διάταγμα· αὐτὸ εἶναι νόμος. Διότι ἡ Βουλὴ ἐψήφισε νόμον, τὸν ὑπ’ ἀριθ. 80, διὰ τοῦ ὁποίου ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως διὰ Β. Διατάγματος ἐπεκτείνῃ εἴτε ἐν μέρει εἴτε ἐν ὅλῳ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους εἰς τὰς νέας χώρας. Δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἐπεξετάθησαν διὰ τοῦ Βασ. Διατάγματος τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα καὶ εἰς τὰς νέας χώρας αἱ περὶ ἐκκαθαρίσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν δημοσίων ἐσόδων διατάξεις τῶν Ἑλληνικῶν νόμων καὶ εἰς τὰς τῆς Τουρκικῆς Τραπέζης ἀπαιτήσεις καὶ ὑπήχθησαν εἰς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα ἕκαστος ὑπελάμβανεν ὅτι αὐτὴ ἡ ἀτελείωτος ἱστορία τῆς ἐκκαθαρίσεως ἔλαβεν ἕν τέλος ὁριστικὸν καὶ τὸ σχετικὸν Γραφεῖον διελύθη. Τοῦτο καὶ ἐγένετο. Ἀλλ’ ὅμως ἐξαίφνης, μετὰ πάροδον ἡμερῶν ὀλίγων, ἐμφανίζεται μία διαταγὴ τῆς 14 Ἀπριλίου 1914 τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ Μακεδονίας, ἡ ὁποία τί νομίζετε λέγει: Καταργεῖ ἁπλούστατα τὸν νόμον ὅστις ὑπήγαγεν εἰς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τὰ τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν ἀπαιτήσεων τῆς Τραπέζης. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἐκπληκτικὸν καὶ διὰ τὴν τολμηρὰν παρανομίαν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ὀξεῖαν ἀντίθεσιν ἡ ὁποία ὑφίσταται μεταξὺ τῶν σκέψεων καὶ τῶν ἀποφάσεων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἀφ’ ἑτέρου. Ἠκούσατε πῶς διὰ τοῦ Βασιλικοῦ ἐκείνου Διατάγματος, δηλαδὴ διὰ τοῦ νόμου, ἐρρυθμίσθησαν τὰ περὶ τούτου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀκούσατε τώρα καὶ τὴν διαταγὴν τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ (ἀναγινώσκει)· «Παρὰ τῇ Γενικῇ Διοικήσει Μακεδονίας λειτουργεῖ ὡς αὐτοτελὲς ἵδρυμα Γεωργικὴ Τράπεζα Μακεδονίας σκοπὸν ἔχουσα αʹ) τὴν ἐξέλεγξιν τῶν λογαριασμῶν τῆς Ὀθωμανικῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, τὴν εἴσπραξιν τῶν εἰς αὐτὴν ὀφειλομένων, τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ἐνυποθήκων δανείων αὐτῆς καὶ τῶν εἰς ἐκείνην περιελθόντων ἀκινήτων· βʹ) τὴν ἐκτέλεσιν πάσης προπαρασκευαστικῆς ἐργασίας διὰ τὴν λειτουργίαν ὑπηρεσίας γεωργικῶν δανείων κλπ.». Διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου ἡ διαταγὴ αὐτὴ τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ὁρίζει καὶ τὰ ἔσοδα τῆς ἱδρυομένης Γεωργικῆς Τραπέζης κατακυροῦσα ὑπὲρ αὐτῆς μέρος τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, ὁ ὁποῖος πλέον εἰσεπράττετο δυνάμει τῆς ἐπεκταθείσης Ἑλληνικῆς νομοθεσίας ὡς ἔσοδον τοῦ Κράτους. Ἡ αὐτὴ διαταγὴ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 ὁρίζει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ὁ Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης ἔχει βαθμὸν Γενικοῦ Γραμματέως καὶ μηνιαῖον μισθὸν δραχ. 700. Ὁ ἀριθμός, ὁ βαθμὸς καὶ ὁ μισθὸς τοῦ λοιποῦ προσωπικοῦ κανονισθήσονται διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης». Αὐθημερὸν διὰ νέας διαταγῆς διορίζει τὸν κ. Ι. Παπαδάκην Διευθυντὴν τῆς Γεωργικῆς αὐτῆς Τραπέζης ἐπὶ βαθμῷ Γενικοῦ Γραμματέως καὶ μηνιαίῳ μισθῷ δρ. 700.
§207Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος ἦτο ὁ Γενικὸς Διοικητής;
§208Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Ῥέπουλης. Βλέπω μίαν διαταγὴν ἀντίθετον πρὸς τὸν νόμον, ἀντίθετον πρὸς τὴν διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ ἔκτοτε, Κύριοι, δυνάμει τῆς ἁπλῆς αὐτῆς διαταγῆς λειτουργεῖ αὐτὴ ἡ περίεργος, ἡ ἰδιόρρυθμος ὀργάνωσις, ἡ ἀνύπαρκτος Γεωργικὴ Τράπεζα, ἡ διὰ νόμου συγχωνευθεῖσα εἰς τὰς δημοσίας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, καὶ παρέχονται μισθοὶ κατὰ μῆνα 700 δραχμαὶ εἰς τὸν Διευθυντὴν καὶ τίς οἶδε πόσαι εἰς ἄλλο προσωπικὸν ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μέχρι σήμερον. Διὰ ποίαν ἐργασίαν; Διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, λέγει ἡ διαταγή, τὰ ὁποῖα ὅμως εἰσπράττουσιν οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τὴν ἐνέργειαν προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν διὰ τὰ δάνεια τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν εἰς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς! Φαίνεται δ’ ὅτι ἡ μεθοδολογία αὕτη καὶ ἡ ἀντίθεσις μεταξὺ Ὑπουργείου Οἰκονομικῶν καὶ Γενικῶν Διοικήσεων ἐφηρμόσθη καὶ ἐν Μυτιλήνῃ. Διότι, ἐνῷ δι’ ὁμοίου Β. Διατάγματος τῆς 20 Ἀπριλίου 1914 κατηργήθη τὸ ἐν τῇ Γενικῇ Διοικήσει τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου Γραφεῖον ἐκκαθαρίσεως τῆς ἐκεῖ Γεωργικῆς Τραπέζης καὶ αἱ ὑπηρεσίαι αὐτοῦ συνεχωνεύθησαν εἰς τὰς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, παραδόξως καὶ ἐκεῖ ὑπάρχει ἄλλος Διευθυντὴς τῆς Τραπέζης καὶ ἄλλο προσωπικὸν ὑπὸ τὸ αὐτὸ ἢ ἀνάλογον μισθολόγιον! Ὅτε τοιαῦτα εἶναι τὰ γεγονότα, παρέλκει νομίζω καὶ μειώνει ἴσως τὴν τραχύτητα αὐτῶν πᾶσα ἔξαρσις. Πρόκειται περὶ μιᾶς καταφώρου καὶ τολμηρᾶς καταπατήσεως τῶν νόμων πρὸς δημιουργίαν θέσεων καὶ διορισμὸν εὐνοουμένων προσώπων· καὶ πρόκειται ἀκόμη περὶ παρανομίας σκοπούσης τὸν διορισμὸν προσώπων αὐτόχρημα ἀργομίσθων. Καὶ μετὰ τοιαῦτα γεγονότα, μετὰ τοιαῦτα δεδομένα τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐπ’ αὐτῶν τῶν θεσμῶν, ἐφ’ ὧν ἀσχολούμεθα, τοῦ θεσμοῦ τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης, τοῦ θεσμοῦ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης, εὑρίσκει παράδοξον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸν ἐφιάλτην ὅστις πιέζει ἡμᾶς, μήπως ἐπανέλθῃ ὁ δι’ ἐπαναστάσεως τοῦ λαοῦ καταλυθεὶς πολιτικὸς βίος, αἱ καταλυθεῖσαι πολιτικαὶ μέθοδοι τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ ἤρκεσεν ἓν μόνον βλέμμα ἐπὶ μόνων τῶν θεσμῶν δι’ οὓς σήμερον συζητοῦμεν ν’ ἀποδείξῃ αὐθαιρεσίας καὶ πολιτικὰς παρεκτροπὰς τοσοῦτον τολμηράς, ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ὑπιχρέωσιν ν’ ἀγωνιζώμεθα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὄχι ἁπλῶς νὰ μὴ ἐπανέλθῃ ὁ παρελθὼν καὶ καταδικασθεὶς ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ βίος, ἀλλὰ καὶ ὁ ὑπάρχων ἤδη νὰ μὴ διατηρηθῇ.
§209Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἐνόμιζον, Κύριοι, ὅτι ἡ διακοπὴ τῆς μιᾶς ὥρας, ἡ ὁποία ἔλαβε χώραν, θὰ παρεῖχεν ἀρκετὸν χρόνον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, διὰ νὰ μελετήσῃ προχείρως καὶ νὰ ἴδῃ πάσας τὰς ἀνακριβείας εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσε καὶ νὰ μὴ κάμῃ ἀβαρίαν τινῶν μόνον ἐκ τῶν ἰδεῶν του καὶ τῶν ἐπιχειρημάτων του...
§210Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμιᾶς...
§211Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· ἐγὼ δὲν σᾶς διέκοψα. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐγκατέλιπε, μετὰ δευτέρας σκέψεις, τὰ πλεῖστα τῶν ἐπιχειρημάτων αὑτοῦ...
§212Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ μὲ ἑρμηνεύετε· δὲν ἐγκατέλιπον τίποτε· ἐμμένω κατὰ κεραίαν εἰς ὅ,τι εἶπον.
§213Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἀνακαλῶ ὅτι πρόκειται περὶ δευτέρων σκέψεων, διότι αὗται εἶναι σοφώτεραι...
§214Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν δὲν εἶναι σοφαὶ αἱ πρῶται.
§215Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐμμένει εἰς τὰς γνώμας του· καὶ θὰ ἴδωμεν ἄλλην μίαν φορὰν ἂν αὗται εἶναι ὀρθαί, ἂν βασίζονται ἐπὶ ἀκριβῶν δεδομένων. Μᾶς ἤλεγξε τρόπον τινὰ ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἀνεπτύξαμεν τὰ ἐν Γαλλίᾳ κρατοῦντα διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως καὶ κατεδείξαμεν τὴν ἐπέμβασιν καὶ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ Κράτους, ἣν ἐμέμφθη ὡς ἄστοχον ὁ κ. Βουλευτὴς διὰ τὰ καθ’ ἡμᾶς. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, πρῶτος αὐτός, ἐμνημόνευσε τὴν Γαλλίαν· ἐγὼ παρηκολούθησα ἁπλῶς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Ἀρκαδίας διὰ νὰ τῷ ἀποδείξω ὅτι αἱ πληροφορίαι ἢ αἱ γνῶμαι τὰς ὁποίας εἶχε βεβαίως μὴ βασιζόμεναι εἰς μελέτας αὐτοῦ τοῦ ἰδίου ἦσαν τελείως ἀνακριβεῖς· καὶ εἶπον εἰς αὐτόν: Μᾶς ἐμνημονεύσατε τὴν Γαλλίαν καὶ μᾶς εἴπετε ὅτι ἡ Γαλλία μᾶς δίδει παράδειγμα ὅτι εἶναι βλαβερὰ ἡ ἐπέμβασις τοῦ Κράτους. Ἄν οἱ ἐστενογραφημένοι λόγοι ὑπάρχωσι, δύναται νὰ τοὺς ἀναγνώσῃ νῦν, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι μᾶς εἶπεν ὅτι, διότι ἀνέθηκεν ἡ Γαλλία εἰς τὴν Τράπεζαν τοῦ Crédit Foncier τὴν ἄσκησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, ἀπέτυχε καὶ ἐναυάγησε...
§216Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μικρὰς ὑπηρεσίας προσήνεγκεν εἰς τὴν γεωπονίαν.
§217Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νῦν οὕτω. Ἀλλ’ ἀπήντησα εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφον ὅτι ἡ ἀπόπειρα ἐναυάγησεν ἀληθῶς, ἀλλ’ ὄχι ἐκ τοῦ λόγου τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὡς ἀκριβῆ αὐτός, ἀλλὰ διότι τότε δὲν εἶχον ἐννοήσει ἀκόμη ἐν Γαλλίᾳ ὅτι παραλλήλως πρὸς τὴν μέριμναν τῆς ἐκ τοῦ Κέντρου ἐνισχύσεως ἦτο ἀπαραίτητον νὰ ὀργανώσωσι τοὺς τοπικοὺς γεωργικοὺς συνεταιρισμούς, τὸ ὁποῖον ἐτονίσαμεν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι ἐξ ἀρχῆς· ὁ δυνάμενος δὲ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν διοικητικὴν πορείαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ ἔβλεπεν ὅτι ἱδρύθησαν ἐν πλείστοις χωρίοις συνεταιρισμοὶ καὶ θὰ ἠδύνατο νὰ ἴδῃ ὅτι, ὅτε ἐδῶ ἀπεφασίσαμεν νὰ εἰσαγάγωμεν τ’ ἀλλαχοῦ κρατοῦντα, ἐξηλέγξαμεν πρότερον ἐπιμελῶς τὸ ἔδαφος, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν θὰ εὐδοκιμήσωσι ξένοι θεσμοί· δὲν ἠρκούμεθα ἡμεῖς νὰ μεταφέρωμεν ἁπλῶς ὅσα ἰσχύουσιν ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ προηγουμένως ἐσφυγμομετρήσαμεν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν θὰ εἶναι ἐνταῦθα ἐφαρμόσιμα· ὁσάκις δ’ ἀπεφασίσαμεν νὰ μεταφέρωμεν ξένους θεσμοὺς τοὺς ἐγνωρίζομεν ἡμεῖς βεβαίως πολὺ καλύτερον παρ’ ὅ,τι ἐγνώριζεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας τὰ ἐγγύτατα κείμενα, ἀναπτύξας ἀπόψε ἀνακριβῶς τὰ τῶν πόρων τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου ἐν Κρήτῃ καὶ νομίσας ὅτι ἔχει πόρον ἐκ τῆς δεκάτης, ὃν δὲν ἔχει. Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ὅτι ἐναυάγησεν ἐν Γαλλίᾳ ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη· δύναμαι νὰ τὸν πληροφορήσω ὅτι, ἂν ἐναυάγησεν ἡ ἐπιχείρησις ἐκείνη, ἐναυάγησε πρὸ πάντων διότι ἦτο ἰδιωτικὴ Ἑταιρεία τὸ Crédit Foncier, ἰδιωτικὴ Ἑταιρεία, ἣν νομίζει κατάλληλον, ὡς ἀνέπτυξε κατὰ τὴν πρώτην του ἀγόρευσιν ὁ κ. Βουλευτής, λέγων ὅτι αὗται ἔχουσι συμφέρον νὰ ἐπιδίδωνται εἰς ἐξάπλωσιν τῶν ἐργασιῶν. Ἡ Ἑταιρεία ἐκείνη ἐπεδόθη εἰς ἐπιχειρήσεις κερδοσκοπικάς, ἀκριβῶς διότι ὑπῆρχεν ἐν αὐτῇ τὸ κίνητρον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μᾶς ἐθίξατε κατὰ τὴν πρώτην σας ἀγόρευσιν, κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας, διὰ νὰ τὸ ἐγκαταλείψητε τελείως κατὰ τὴν δευτέραν σας ἀγόρευσιν. Τὴν Ἑταιρείαν ἐκείνην τὸ κίνητρον τὸ ὁποῖον θέλετε διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐκίνησε ν’ ἀγοράσῃ διάφορα χρηματιστικὰ χρεόγραφα τῆς Αἰγύπτου, καὶ ἐκεῖθεν ἐπῆλθε τὸ ναυάγιον. Ἂν δὲν ἀρκῆσθε εἰς τὴν πληροφορίαν αὐτήν, δύναμαι νὰ σᾶς δώσω νὰ μελετήσητε ἓν βιβλίον περὶ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως ἐν Γαλλίᾳ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐκδεδομένον οὐχὶ ὑπὸ ἰδιώτου, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας τῆς Γαλλίας, τὸ ὁποῖον ἐν σελίδι 6 σᾶς λέγει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «D'ailleurs, la spéculation sur le papien égyptien entraina le Krach de la Banqu en 1876». Ἐναυάγησεν ἐξ ἐπιχειρήσεων κερδοσκοπικῶν λοιπόν. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἐναυάγησε, καί, ὅτε ἐλέγετε ὅτι ἐναυάγησεν ἡ μέθοδος, ἔπρεπε νὰ ἔχητε πολλὰ πράγματα ὑπ’ ὄψει καὶ τὴν ἱστορίαν τοῦ ἱδρύματος ὅλου, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον γνωρίζετε καλῶς τὰ «ἀλλαχοῦ κρατοῦντα». Καὶ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἄλλο, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἐκ τῆς αὐτῆς ἐπισήμου πηγῆς τοῦ αὐτοῦ βιβλίου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Γεωργίας τῆς Γαλλίας, διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἀπεδοκιμάσθη ἐκεῖ καὶ ἀπέτυχεν ἡ ἰδέα τῆς ἰδιωτικῆς Ἑταιρείας, ἣν ὑπεστηρίξατε. Ἐκεῖ ἄνθρωποι διακεκριμένοι ἠθέλησαν νὰ συστήσωσι μίαν ἰδιωτικὴν Ἑταιρείαν μὲ τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς προηγουμένως ἐθίξατε, ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν οὕτω μόνον νὰ προαχθῶσι τὰ συμφέροντα τῆς γεωργικῆς πίστεως, καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἦσαν ὁ Léon Say, ὁ Carnot Père, ὁ Jules Simon, ὁ Casimir Périer. Καί, παρὰ τὴν γνώμην ὑμῶν, ἐναυάγησεν ἐκεῖ καὶ ἡ ἀπόπειρα αὕτη, κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας· καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Γεωργίας τῆς Γαλλίας, ἀφοῦ ἐπειραματίσθησαν ἐν τῇ ὑπόθεσει τῆς δι’ ἰδιωτικῆς πρωτοβουλίας ἀσκήσεως τῆς πίστεως, τὴν ὁποίαν καὶ σεῖς ἠθελήσατε νὰ μᾶς εἴπητε ν’ ἀκολουθήσωμεν, ἰδοὺ τί ἀποφαίνεται ἐν τῷ ἰδίῳ ἐπισήμῳ βιβλίῳ: «Il était temps cependant, de voir se substituer l’ action de l’ État à l’ initiative privée», δηλαδή· «Ἦτο καιρὸς νὰ ἴδωμεν νὰ ὑποκατασταθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ Κράτους εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν». Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἀντιθέτως πρὸς ὅσα εἴπετε, ἠθέλησαν πρὸ πάντων τὴν ἐνέργειαν τοῦ Κράτους· ἠθέλησαν τὸ Κράτος νὰ ἐπεμβῇ ἵνα κανονίσῃ τὰ τῆς γεωργικῆς πίστεως· ἡ γεωργικὴ πίστις δὲν εἶναι τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει ν’ ἀφήσωμεν νὰ ὁρμήσωσι τὰ ξένα κερδοσκοπικὰ κεφάλαια, διὰ νὰ δύνανται νὰ προσπορίσωσιν εἰς ἑαυτὰ κέρδη εἰς βάρος τῶν γεωργῶν, ἀλλὰ πρέπει τὸ Κράτος νὰ καλλιεργήσῃ τὸ ἔδαφος τοῦτο μετὰ στοργῆς ἰδιαιτέρας μὴ ἀποβλέπον εἰς κέρδη, ἀλλὰ προσφέρον ἐν ἀνάγκῃ ὀλίγας θυσίας, διὰ νὰ δώσῃ εἰς τὸν πτωχὸν χωρικὸν τὴν εὐχέρειαν νὰ δανείζηται μὲ μικρὸν τόκον· οὕτω δ’ ἐνεργοῦν τὸ Κράτος θὰ λάβῃ τὴν ἀνταπόδοσιν βεβαίως πολλαπλασίαν εἰς ἐθνικὴν παραγωγὴν καὶ εἰς φόρους. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἀκολουθηθεῖσα ἐν Γαλλίᾳ ἐνέργεια τὴν ὁποίαν ἠγνοεῖτε, ὅτε ὡμιλεῖτε, κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσιν, καὶ ταύτην ἐγκατελείψατε κατὰ τὴν δευτέραν. Μᾶς εἴπετε πρὸς τούτοις ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ ἡ Τράπεζα ἡ Ἐθνική, ἐν Βελγίῳ, δὲν ἠθέλησε νὰ συναλλαχθῇ μὲ ἀγροτικὰς ἐπιχειρήσεις, καὶ σᾶς παρέπεμψα εἰς τὸ καταστατικόν.
§218Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἄλλη ἡ Τράπεζα ἡ ὁποία ἐδέχθη.
§219Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἄλλη· δύνασθε τουλάχιστον ν’ ἀναγνώσητε ἐν τῷ βιβλίῳ, εἰς τὸ ὁποῖον σᾶς παρέπεμψα, τοῦ Conrad, διὰ νὰ τὸ μάθητε· ἡ Βιβλιοθήκη εἶναι ἐγγύς. Δὲν δίδω ποτὲ πληροφορίας, ἂν δὲν βασίζω αὐτὰς ἐπὶ βάσεων πραγματικῶν καὶ ὄχι τῆς ἰδίας μου αὐθεντίας.
§220Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχει σημασίαν.
§221Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει μεγάλην σημασίαν· ὅταν ἐρχώμεθα ἐπὶ τὸ βῆμα καὶ θέλωμεν νὰ ἐλέγξωμεν τὰς βάσεις νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον παρουσιάζεται, πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπολύτως πεπεισμένοι ὅτι τὰ περιστατικὰ τὰ ὁποῖα ἀναφέρομεν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβῆ· διότι ἔχουσι τὸ δικαίωμα οἱ Βουλευταί, οἵτινες ἀναμένουσι νὰ μορφώσωσι γνώμην ἐκ τῶν ἀγορεύσεων Βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι δὲν ἀξιοῦσι θέσιν κοινὴν ἐν τῷ Κοινοβουλίῳ νὰ λαμβάνωσιν ὡς δεδομένα αὐτὰ τὰ ὁποῖα τοιοῦτοι Βουλευταὶ ὡς γεγονότα πραγματικὰ ἀναφέρουσι καὶ νὰ μὴ σπεύδωσι νὰ ἐξελέγξωσι τὴν ἀκρίβειαν αὐτῶν. Καὶ ἐγὼ ἀποδεικνύω ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπε προηγουμένως ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, καὶ τὰ ὁποῖα ἠκούσατε, καὶ τὰ ὁποῖα δύναταί τις νὰ ἴδῃ νῦν ἐν τοῖς Ἐστενογραφημένοις Πρακτικοῖς, ὅτι τάχα τὸ Κράτος ἐν Γαλλίᾳ ἀπεδείχθη ἀνίκανον νὰ ὀργανώσῃ τὴν ἀγροτικὴν πίστιν, δὲν εἶναι ποσῶς ἀκριβῆ, ἀλλ’ ἀκριβὲς εἶναι ἐντελῶς τὸ ἀντίθετον, ὅτι ἀνεγνωρίσθη ἐκεῖ ὅτι τὸ Κράτος μόνον ἔπρεπε νὰ ὑποκατασταθῇ εἰς τὴν ἰδιωτικὴν πρωτοβουλίαν, ἐνῷ ὑμεῖς ἐζητήσατε τὴν τελευταίαν μόνην...
§222Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις ὁμιλεῖ περὶ ἐπιβλέψεως τοῦ Κράτους· δὲν ὁμιλεῖ περὶ Τραπέζης τοῦ Κράτους· καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἐπιβλέψεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους.
§223Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ὁμιλεῖτε κατὰ πρόχειρον τρόπον καὶ διὰ τοῦτο νῦν λέγετε ὅτι τὸ Κράτος ἐπιβλέπει μόνον ἐκεῖ· δὲν ἠθελήσατε νὰ θίξητε τὸ ζήτημα τί ἔκαμε τὸ Κράτος. Θὰ σᾶς τὸ εἴπω ἀμέσως. Διώρισε μίαν Ἐπιτροπὴν Κεντρικὴν ἑδρεύουσαν παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Γεωργίας καὶ διὰ ταύτης τὸ Κράτος διαμοιράζει τὰ χρήματα ὅσα λαμβάνει παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας. Καὶ αὐτὴ ἡ μέθοδος δεικνύει μείζονα ἐπέμβασιν, πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι θὰ ἦτο ἡ ἵδρυσις τῆς Banque d’ État· διότι ἐπὶ τέλους ἡ Banque d État, ὅπως εἶναι γνωστόν, τραπεζιτικῶς εἶναι ἵδρυμα αὐτόνομον, ἀνεξάρτητον, ἔχον τὴν αὐτοδιοίκησιν αὐτοῦ καὶ ὑποκείμενον εἰς ἐποπτείαν καὶ διεύθυνσιν ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι αὐτόνομον νομικὸν πρόσωπον· ἑδρεύουσα παρὰ Ὑπουργείῳ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπηρεάζηται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ διὰ τοῦτο εἴχομεν δίκαιον λέγοντες ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀνεπηρεάστου ἐκ τῶν Ὑπουργῶν τὸ ὑφ’ ἡμῶν ὑποστηριζόμενον σύστημα τῆς ἱδρύσεως αὐτονόμου Τραπέζης εἶναι βεβαίως καλύτερον τοῦ ἐν Γαλλίᾳ συστήματος, τῆς διανομῆς δι’ Ἐπιτροπῆς παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ συνισταμένης. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδία, ἐμνημόνευσε τὴν Πρωσσικὴν Τράπεζαν, τὴν ὁποίαν ἐκ τῆς ὀνομασίας αὐτῆς πλανηθεὶς ὑπέλαβεν ὡς ἱδρυθεῖσαν ὑπὸ τῶν συνεταιρισμῶν· ἐκεῖ οὕτω λέγεται Γερμανιστὶ Zentralgenossenschafts-Kassa, ἤτοι Κεντρικὸν Ταμεῖον τῶν Συνεταιρισμῶν, διότι δανείζει εἰς συνεταιρισμούς, καὶ ὄχι διότι τὴν ἵδρυσαν οἱ συνεταιρισμοί. Καὶ ὅτι δὲν τὴν ἵδρυσαν συνεταιρισμοὶ δὲν ἔχω ἤδη ἀνάγκην νὰ βεβαιώσω ἐγώ. Τὸ ἐβεβαίωσεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ὁ ὁποῖος σᾶς εἶπεν ὅτι τὸ Πρωσσικὸν Κράτος ἔδωκε 5 ἑκατομμύρια καὶ ἄλλα 5 καὶ κατόπιν τ’ ἀνεβίβασεν εἰς 25 καὶ κατόπιν εἰς 50 καὶ κατόπιν εἰς 75 ἑκατομμύρια. Αὐτὸ δὲν ὀνομάζεται Τράπεζα ἱδρυμένη ὑπὸ τοῦ Κράτους! Ὅταν δίδῃ τὸ Κράτος κατ’ ἀρχὰς 5 ἑκατομμύρια καὶ κατόπιν τὰ φθάνῃ εἰς 75 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ γίνῃ μία Τράπεζα, αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ ἴδιον ὅπερ πράττομεν ἡμεῖς δίδοντες 6–7 ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἱδρυθῇ ἡ τῆς Μακεδονίας Καὶ δὲν εἶναι τὸ ἴδιον, διότι δὲν ὀνομάζεται Τράπεζα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ Τράπεζα συνεταιρισμῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ τὸ Κράτος ἀποτελεῖ τὸν μοναδικὸν ἱδρυτήν! Οὔτε ἄλλας ὁμοιότητας ἀνεῦρεν ὁ κ. Βουλευτής. Κατὰ τὸ ἡμέτερον σχέδιον τὸν Διοικητὴν τῆς Τραπέζης διορίζει ἡ Κυβέρνησις, ἐν Πρωσσίᾳ δὲ ἡ Διοίκησις ἐπίσης διορίζεται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως! Δὲν ὁμοιάζει. Τὸ ἰδικόν μας νομοσχέδιον λέγει ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης τῆς Μακεδονίας εἶναι ὑπάλληλοι δημόσιοι, ἐνῷ ἐν Πρωσσίᾳ ὁ σχετικὸς νόμος λέγει ὅτι οἱ ὑπάλληλοι ἔχουσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Καὶ ὅμως δὲν ὁμοιάζουσι. Τὸ ἰδικόν μας νομοσχέδιον λέγει ὅτι ὑπόκεινται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας πάντες οἱ λογαριασμοί, καὶ ἐκεῖ λέγει ὅτι ὑπάγονται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ ἴδιον πρᾶγμα, δὲν εἶναι ὅμοιον, εἶναι διαφορετικὸν πρᾶγμα. Αἴ! Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ συζητῶμεν οὕτω προχείρως ἐπὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Εἶναι δύσκολον ἀληθῶς νὰ συζητῶμεν, ἀλλά, ἂν δὲν τὰ κατέχωμεν τελείως, ἂς ἀποφεύγωμεν ἵνα μὴ περιπίπτωμεν ἀπὸ ἀνακριβείας εἰς ἀνακρίβειαν, ὡς ὑπέπεσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής. Εἶπεν εἰς ὑμᾶς ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἔξω δὲν ἔρχονται εἰς συμφωνίαν τὰ Ταμεῖα ταῦτα ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς δανειζομένους, ἀλλ’ ἔρχονται εἰς συμφωνίαν διὰ τῶν περιφερειακῶν, ἂς εἴπωμεν οὕτω, Ταμείων πρὸς τοὺς τοπικοὺς συνεταιρισμούς· προσέθηκεν ὅμως ἀσθενῶς, διὰ νὰ τὸ ἐγκαταλείψῃ κατὰ τὴν συζήτησιν, ἐνιαχοῦ καὶ πρὸς τὰ τοπικὰ Ταμεῖα. Ἀλλὰ διατί παραβλέπει τελείως τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ νομοσχέδιον: «Σκοπὸς αὐτοῦ εἶναι ἡ διὰ τῆς παροχῆς δανείων... ποῦ; Πρῶτον εἰς τοὺς γεωργικοὺς συνεταιρισμούς». Τίθεται ὡς πρῶτος ὁ σκοπὸς οὗτος τῆς Τραπέζης, ἀποδεικνύων καταφανῶς τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ τὸ ἄλλο ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐμνημόνευσεν εἰς ὑμᾶς, ὅτι τὰ δάνεια εἰς γεωργικοὺς συνεταιρισμοὺς θὰ δίδωνται μὲ τόκον 5%, ἐνῷ εἰς τοὺς ἰδιώτας μὲ 6%, δεικνύει τὴν αὐτὴν πολιτικήν. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θ’ ἀποτρέψητε τὸν κόσμον ἀπὸ τοῦ νὰ συνεταιρισθῇ, ὅταν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ καὶ μόνος του χρήματα μὴ συνεταιριζόμενος. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Βουλευτήν· ἆρά γε εἰς τὰ ἄλλα Κράτη, τῶν ὁποίων τὰ συστήματα ἐμελέτησε τόσον καλῶς ὅσον ἀπέδειξε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἀπέταμον ἆρά γε τὴν πιστωτικὴν κεφαλὴν ἐκείνου ὅστις δὲν θέλει νὰ συνεταιρισθῇ καὶ ἔφθασαν ὥστε ν’ ἀρνηθῶσιν εἰς αὐτὸν πᾶσαν πίστωσιν; Ὄχι βεβαίως, κ. Βουλευταί. Καὶ ἐδῶ λοιπὸν διὰ τῶν συνεταιρισμῶν πρὸ πάντων θὰ ἔλθωμεν εἰς συνάφειαν πρὸς τοὺς δανειζομένους· καὶ βεβαίως θὰ συνεταιρισθῇ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος γνωρίζει ὅτι συνεταιριζόμενος θὰ ἔχῃ χρήματα μὲ τόκον εὐθηνότερον. Ἀλλ’ ἐνόμισεν ἴσως ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι γεννᾶται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου δικαίωμα εἰς πάντα χωρικὸν νὰ δύναται νὰ ζητήσῃ δάνειον, δικαίωμα νομικόν, ὥστε νὰ δύναται νὰ ἐναγάγῃ τὴν Τράπεζαν, ἂν δὲν θέλῃ νὰ τῷ δώσῃ δάνειον; Ὄχι βεβαίως· τοῦτο ὑπ’ οὐδενὸς δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἀφοῦ δὲ θὰ δύναται ἡ Τράπεζα ν’ ἀρνηθῇ δάνεια εἰς μὴ συνεταιριζομένους, θὰ ὠθήσῃ βεβαίως τοὺς ἀγρότας πρὸς τὴν σύμπηξιν συνεταιρισμῶν. Ἂν δὲ ἡ περὶ τοῦτο πολιτική, ἡ κατεύθυνσις τὴν ὁποίαν ὀρθῶς θέλει νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἡ κατεύθυνσις τῆς προαγωγῆς τῆς ἀγροτικῆς πίστεως διὰ τῶν συνεταιρισμῶν, νομίζετε ἆρά γε ὅτι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Τράπεζαν, ὅπως μόνον εἰς συνεταιρισμοὺς δανείζῃ εἰς τὸ μέλλον; Νομίζετε ἆρά γε ὅτι τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως καταδεικνύουσι μόνον τὰ νομοθετικὰ μέτρα τὰ ἐν τῇ Βουλῇ παρουσιαζόμενα καὶ οὐχὶ ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν; Τὸ δεύτερον εἶναι τὸ σπουδαιότερον, διότι τὸ ἔδαφος τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νομοσχεδίων δεικνύει τὸν πολιτικὸν νοῦν, ὁ ὁποῖος ἔχει ὡρισμένον σχέδιον διαγράψει ἐν νῷ καὶ θέλει νὰ ἐφαρμόσῃ τοῦτο· ἡ πολιτικὴ ἣν ὁ Ὑπουργὸς ἔχει χαράξει δὲν ἐπιτυγχάνεται μόνον διὰ τῶν γενικῶν μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνει εἰς χεῖράς του, τῇ γνώμῃ ἢ τῇ ἐξουσιοδοτήσει τῆς Βουλῆς, εἰς τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα ζήτημα, ἀλλὰ καὶ — πρὸ πάντων τοῦτο, — διὰ τῶν διοικητικῶν μέτρων, διὰ τῶν ὁδηγιῶν, διὰ τῶν μέτρων τῆς ἐφαρμογῆς ὡρισμένου συστήματος. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι εἰς τὰ ἄλλα μέρη δὲν ὑπάρχουσιν ἱδρύματα τοιαῦτα πιστωτικά, δὲν ὑπάρχουσι Τράπεζαι αἱ ὁποῖαι νὰ ἔρχωνται εἰς συνάφειαν ἀπ’ εὐθείας πρὸς τοὺς τοπικοὺς γεωργικοὺς συνεταιρισμούς, ἀλλὰ μόνον πρὸς τὰ περιφερειακὰ λεγόμενα Ταμεῖα, τὰ λεγόμενα caisses régionales, καὶ ἐκεῖνο ἀκόμη δὲν εἶναι ἀκριβές. Ἂν εἶχε μελετήσει ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς τὰ τῆς ὀργανώσεως τῆς ἀγροτικῆς πίστεως ἐν Ἰταλίᾳ, καὶ δὴ ἐν τῇ νοτίῳ, Τόπῳ εἰς τὸν ὁποῖον κατ’ ἐξοχὴν πρέπει νὰ προσέξωμεν, διότι καὶ κοινοβουλευτικῶς ὡς ὁ ἡμέτερος διοικεῖται καὶ κατὰ πολλὰ πρὸς ἡμᾶς ὁμοιάζει ὡς πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῶν κατοίκων, ἂν ἐμελέτα ταῦτα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, θὰ ἐμάνθανεν ὅτι ἡ Τράπεζα Νεαπόλεως, καθὼς ἡ Τράπεζα Σικελίας ἔλαβον ἐξουσιοδότησιν παρὰ τοῦ Κράτους νὰ ἔρχωνται ἀπ’ εὐθείας εἰς συνάφειαν πρὸς τοὺς τοπικοὺς συνεταιρισμούς.
§224Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι Τράπεζαι τοῦ Κράτους αὐταί;
§225Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἰδιωτικαὶ μετοχικαὶ Τράπεζαι, κ. Βουλευτά.
§226Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ τί εἶναι;
§227Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν θέλητε, δύναμαι νὰ σᾶς γνωρίσω καὶ τοῦτο, κ. Βουλευτά, ἀλλ’ ἔχετε ὑπ’ ὄψει ὅτι, ἂν ἦσαν ἰδιωτικαὶ ἁπλῶς Ἑταιρεῖαι, δὲν θὰ εἶχον ἀνάγκην νόμου εἰδικοῦ διὰ τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἀγροτικῆς πίστεως. Ἐπέτρεψε λοιπὸν ἐκεῖ τὸ Ἰταλικὸν Κράτος διὰ νόμων εἰδικῶν εἰς τὰ ἱδρύματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι κανὲν «κίνητρον», τὸ ὁποῖον μᾶς εἴπετε, ὡς μόνον μέσον προαγωγῆς τῆς πίστεως, ἐπέτρεψε, λέγω, νὰ δανείζωσιν ἓν μέρος τῶν ἀποταμιευμάτων αὐτῶν ἀπ’ εὐθείας εἰς τοπικοὺς συνεταιρισμούς, καὶ χωρὶς τὴν μεσολάβησιν περιφερειακῶν τοιούτων. Καὶ δανείζουσιν αἱ Τράπεζαι αὗται κατὰ τοιοῦτον τρόπον καὶ ἔκτοτε ἡ ἀγροτικὴ πίστις καὶ ἐν Σικελίᾳ καὶ εἰς τὰ νότια τῆς ἠπειρωτικῆς, ἂς τὴν εἴπω οὕτως, Ἰταλίας μέρη, ἤνθησεν, ἐνῷ μέχρι πρὸ δεκαπενταετίας περίπου ἐθεωρεῖτο καταδεδικασμένη ἡ ἀγροτικὴ πίστις διὰ τῶν συνεταιρισμῶν· ἀπεδίδετο τοῦτο εἰς τὴν διαφορὰν ἠθῶν, ἐθίμων καὶ χαρακτῆρος μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς βορείου Ἰταλίας, οἱ ὁποῖοι προώδευσαν θαυμασίως ἐν τῷ ζητήματι τῆς προσωπικῆς πίστεως, καὶ τῶν κατοίκων τῆς νοτίου Ἰταλίας, οἱ ὁποῖοι ἐφαίνοντο ὅτι δὲν ἠδύναντο νὰ προοδεύσωσι. Ταῦτα εἶναι τὰ διδάγματα, κ. Βουλευταί. τὰ ἐκ τῶν ἄλλων χωρῶν λαμβανόμενα, καὶ πρὸς ταῦτα ἡ Κυβέρνησις προσεπάθησε νὰ προσανατολισθῇ. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀκριβὲς ὅτι δὲν γίνονται δάνεια ἀπ’ εὐθείας εἰς τοπικοὺς συνεταιρισμοὺς ὑπὸ τραπεζικῶν ἱδρυμάτων· γίνονται ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν μόνον ὅτι τὰ τραπεζικὰ ἱδρύματα ταῦτα, τὰ πιστωτικὰ κεντρικὰ ἱδρύματα εἶναι τοπικῆς δράσεως. Ἡ Τράπεζα τῆς Νεαπόλεως δανείζει ἀπ’ εὐθείας εἰς συνεταιρισμοὺς καὶ ἔχει τοπικὴν δρᾶσιν· ἡ Τράπεζα τῆς Σικελίας τὸ ἴδιον καὶ ἔχει ὡσαύτως τοπικὴν δρᾶσιν· ἡ Τράπεζα τῆς Μακεδονίας τὸ ἴδιον καὶ θὰ ἔχῃ τοπικὴν δρᾶσιν. Αὐτά, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τὰ διδάγματα τῆς πείρας τῶν «ἀλλαχοῦ κρατούντων» καὶ αὐτὰ δὲν δύναταί τις νὰ παρίδῃ. Εἶναι εὔκολον νὰ μεταφράσῃ τις τὸν Πρωσσικὸν ἢ ἄλλον τινὰ νόμον, νὰ τὸν φέρῃ ἐνταῦθα καὶ ν’ ἀναπτύξῃ ἐπ’ αὐτοῦ διαφόρους θεωρίας· ἀλλ’ ὀφείλει ἐκ παραλλήλου νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διαφορὰν τῶν ἠθῶν καὶ ἐθίμων μεταξὺ τῶν δύο παραβαλλομένων λαῶν, τὸ διάφορον τοῦ χαρακτῆρος, τὸ δύσπιστον τοῦ ἀγρότου, τὸν πόλεμον τοῦ μικροῦ τοκογλύφου, ὁ ὁποῖος ἐκμεταλλεύεται τὸν γεωργὸν καὶ ὅστις τὸ πᾶν θὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν καὶ θὰ ἐνασκήσῃ πᾶσαν τὴν δυνατὴν αὑτοῦ ἐπίδρασιν, ὅπως ἀποτρέψῃ τὴν ἵδρυσιν τοιούτων γεωργικῶν συνεταιρισμῶν· καὶ ἀφοῦ ὁ νομοθετῶν ἐξετάσῃ καὶ μελετήσῃ πάντα ὅσα ἔγιναν ἀλλαχοῦ, καὶ ἀφοῦ τὰ κατέχῃ καλῶς, ὀφείλει νὰ καταρτίσῃ τὸ σύστημά του, ὁποῖον θὰ εἶναι πλέον τὸ πόρισμα τῆς τοιούτου εἴδους μελέτης, περὶ πάντων τῶν ὅρων τῆς πιθανωτέρας ἐπιτυχίας. Τὸ δὲ σύστημα ὅπερ ἠκολουθήσαμεν ἡμεῖς νομίζω ὅτι εἶναι τὸ ὀρθότερον. Ἐν Μακεδονίᾳ, Κύριοι, εὑρίσκετο ἓν κεφάλαιον τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ μείνῃ ἀνεκμετάλλευτον, κεφάλαιον ἔκτοτε διατιθέμενον πρὸς ὄφελος τῆς ἀγροτικῆς πίστεως τῶν μερῶν ἐκείνων ἐκ τῆς συνεισφορᾶς τῶν ὁποίων προῆλθε τὸ κεφάλαιον τοῦτο· μᾶς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας νὰ τὸ καταθέσωμεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἐπὶ τόκῳ μικρῷ βεβαίως, μέχρις ὅτου καταρτίσωμεν σύστημα οἷον τὸ ἰδικόν του. Ἠθέλησε νὰ δώσωμεν οὕτω μίαν ἀκόμη εὐκαιρίαν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἵνα συγκομίσῃ ἄφθονα κέρδη, ἔχουσα ἓν μέγα κεφάλαιον ἰδικόν μας μὲ τόκον ἐλάχιστον καὶ δανείζουσα τοὺς ἀγρότας μὲ τόκον πολὺ ἀνώτερον καὶ τὰς δυσκολίας πολὺ μεγαλυτέρας ἢ ὅ,τι δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ διὰ τὸ ἡμέτερον σύστημα. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ὅτι δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐν Βουλγαρίᾳ ἐμεσολάβησε τὸ Κράτος. Ἐν Βουλγαρίᾳ ἡ Τράπεζα ἱδρύθη ἀληθῶς ἀποτελεσθεῖσα ἐκ τῶν πρότερον ὑφισταμένων τοπικῶν γεωργικῶν ταμείων. Ἀλλὰ καὶ ἐν τούτῳ αἱ μελέται ἢ αἱ οἰκονομολογικαὶ γνώσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰ πράγματα· διότι δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι τὰ γεωργικὰ ταμεῖα ἐν Βουλγαρίᾳ, πρὶν αὕτη γίνῃ ἀνεξάρτητον Κράτος, ἦσαν αὐτὰ ταῦτα τὰ ὁποῖα εἶχον ἱδρυθῆ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ ὑπὸ τοῦ Μιδὰτ πασᾶ· ὅπως δὲ τὰ γεωργικὰ ταμεῖα ἱδρύθησαν, τὰ τοπικὰ δὲ ταῦτα ταμεῖα, ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ συγκεντρώσῃ εἰς μίαν Τράπεζαν καὶ ἵδρυσε τὴν νῦν Ὀθωμανικὴν Γεωργικὴν Τράπεζαν, οὕτως ἔπραξε συγκεντρώσασα τὰ γεωργικὰ τοπικὰ ταμεῖα εἰς ἕνα ὀργανισμὸν τῇ ἐπεμβάσει καὶ τῇ προστασίᾳ καὶ τῇ διοικήσει τοῦ Κράτους καὶ ἡ Βουλγαρία. Τὰ γεωργικὰ ταῦτα ταμεῖα δὲν εἶχον ἀλλοίαν τροφοδότησιν· εἶχον πόρον τὰ κεφάλαια τὰ εἰσπραττόμενα ἀπὸ τοῦ ποσοστοῦ 1% ἐπὶ τοῦ φόρου τοῦ σίτου, ὡς ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα τῆς Τουρκίας, ὡς ἡ Γεωργικὴ Τράπεζα τῆς Μακεδονίας θὰ ἔχῃ, διά τινα τοὐλάχιστον ἔτη ἀκόμη. Καὶ ἂν δὲν παρέβλεπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας τὰ ὅσα εἶπεν ἐν τῇ κατ’ ἀρχὴν συζητήσει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ λέγῃ ὅτι ἡμεῖς βαδίζομεν ἀντιθέτως πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ ἠκολουθήθησαν· διότι θὰ ἐνόει ὅτι ἀκολουθοῦμεν καὶ ἡμεῖς τὸ ἴδιον σύστημα, ἀφ’ ἑνὸς ἐνισχύοντες τὴν ἵδρυσιν τοπικῶν συνεταιρισμῶν καὶ προσπαθοῦντες πάσῃ ψυχῇ καὶ πάσῃ δυνάμει νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀγροτικῆς πίστεως διὰ τούτων, συμφώνως πρὸς τ’ ἀλλαχοῦ εὐδοκιμήσαντα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἱδρύσαντες τοπικὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, ἵνα ἐν οὐχὶ μακρῷ χρόνῳ ἱδρύσωμεν τὸ κεντρικὸν πιστωτικὸν ἵδρυμα, βαδίζοντες συμφώνως πρὸς τὰς περιστάσεις ἃς εὕρομεν καὶ ὑφ’ ἃς τελεῖ ἡ Χώρα ἡμῶν. Αὕτη εἶναι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἣν παρεῖδεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἦτο ἄχρηστον νὰ δώσω καὶ μίαν ἄλλην πληροφορίαν εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, νομίσαντα ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ καὶ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 6 ἑκατομμυρίων εἶναι μικρὸν διὰ τὴν τροφοδότησιν τῶν συνεταιρισμῶν ἐν Μακεδονίᾳ. Διαπρεπὴς γνώστης τῶν οἰκονομικῶν ἐπιστημῶν καὶ διατελέσας διαπρεπέστερος ἔτι Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐν Ἰταλίᾳ, ὁ πολὺς Nitti, μόλις πρὸ τριῶν περίπου ἐτῶν ἠθέλησε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἱδρύσεως ἑνὸς κεντρικοῦ ὀργανισμοῦ διὰ τὴν διευκόλυνσιν ἀγροτικῆς πίστεως καὶ τὴν τροφοδότησιν τῶν συνεταιρισμῶν, ἠθέλησε ν’ ἀπαρτίσῃ ἓν ἐθνικὸν ἵδρυμα τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ὑπὸ τὴν ἄμεσον διοίκησιν καὶ καθοδήγησιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ δύναται νὰ ἔρχηται ῥυθμιστὴς ἀρωγὸς εἰς τὰς καθέκαστα πιστωτικὰς τοπικὰς ἀνάγκας καὶ εἰς τοὺς τοπικοὺς συνεταιρισμούς. Καὶ ἵδρυσε τοῦτο ὡς ἐθνικὸν ἵδρυμα καὶ μὲ κεφάλαιον μόνον περίπου ὀκτὼ ἑκατομμυρίων. Ἂν δὲ ταῦτα ἦσαν ἀρκετά, τὰ ἓξ εἶναι πλέον ἢ ἀρκετὰ διὰ τὴν Μακεδονίαν. Δὲν ἔχω ἤδη πρόχειρον ἐνώπιόν μου, κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας, τὸν περὶ συστάσεως τοῦ Κεντρικοῦ τῶν Συνεταιρισμῶν Ταμείου Πρωσσικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς τόσον ἐπεκαλέσθητε, ἵνα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἐν λεπτομερείαις ἐνδιατρίψω. Σᾶς παρακαλῶ ὅμως νὰ μοὶ εἴπητε ἂν δὲν περιλαμβάνει καὶ οὗτος τὰς λέξεις «ὑπὸ τὴν καθοδήγησιν, τὴν διεύθυνσιν τοῦ Κράτους».
§228Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί θέλετε; Πῶς ἔχει τὸ κείμενον; Ἰδοὺ πῶς ἔχει (ἀναγινώσκει ἐν μεταφράσει)· «ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Κράτους».
§229Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ γερμανικὸν κείμενον δὲν τὸ ἔχετε; Αὐτὸ θέλω, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι λέγει ὅσα εἶπον. Βεβαίως δὲν δύναταί τις νὰ ἐνθυμῆται πάντοτε τὰ ἄρθρα τῶν διαφόρων νόμων καὶ νὰ κατέχῃ, πρὸ πάντων τῶν ξένων νομοθεσιῶν, τὰ ἄρθρα ἀπὸ μνήμης, ἀλλ’ ἐξ ὅσων ἐνθυμοῦμαι, καὶ νομίζω ὅτι δὲν μὲ πλανᾷ ποσῶς ἡ μνήμη μου, καὶ τὸ Πρωσσικὸν κείμενον περιέχει τὴν ῥήτραν ὅτι τὴν Τράπεζαν καθοδηγεῖ καὶ διευθύνει ἡ Κυβέρνησις.
§230Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· δὲν περιλαμβάνει τοιοῦτό τι.
§231Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ Γερμανικὸν κείμενον;
§232Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἔχω.
§233Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ ὅτι περιέχεται ἡ λέξις αὕτη καὶ ὅτι ἡ μετάφρασις δὲν εἶναι ἀκριβής. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής, ἀφοῦ ἔκαμεν ἀβαρίαν πάντων τῶν ἄλλων ἐπιχειρημάτων τὰ ὁποῖα εἶπε διὰ νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ νὰ στηριχθῇ εἰς τὸν Πρωσσικὸν νόμον, ὡς ὁ ναυαγὸς ἐν ἀνοικτῇ θαλάσσῃ πλοίου καταποντιζομένου ὑπὸ τῆς τρικυμίας κάμνει ἀβαρίαν πάντων τῶν ἐμπορευμάτων αὑτοῦ, ἵνα οὕτω δυνηθῇ καὶ διασώσῃ τὸ σκάφος καὶ τὴν ζωὴν αὑτοῦ, ἀπεδείχθη καὶ ἐν τούτῳ ἀποτυχών, διότι καὶ ἐκεῖ, ἐν Πρωσσίᾳ, ἔχει ἡ Κεντρικὴ Τράπεζα τὴν ὀργάνωσιν τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἡμῶν ἡ Τράπεζα τῆς Μακεδονίας. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἶπεν εἰς ὑμᾶς, ἀπαντῶν εἰς τὸ τελευταῖόν μου ἐπιχείρημα, ὅτι τὸν κατέχει ὁ ἐφιάλτης τῆς κακοδιοικήσεως, ὅτι δικαίως τὸν κατέχει ὁ φόβος ὅτι εἶναι δυνατὸν τὰ καθ’ ἡμᾶς δημόσια πράγματα ν’ ἀναστραφῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐν τῷ μέλλοντι ἡ ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας εἰς τὴν διοίκησιν τοιούτων ὑποθέσεων νὰ εἶναι ἐπιβλαβής. Καὶ ἀληθῶς εἷς κοινοβουλευτικὸς ἀνὴρ ἐν ἡμέρᾳ μὴ προωρισμένῃ διὰ τὸν ἔλεγχον θ’ ἀπέφευγε νὰ ἐνασκήσῃ τοιοῦτον διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Τραπέζης ἐν Μακεδονίᾳ, ἥτις ἐγένετο — καὶ λέγω τοῦτο χωρὶς νὰ θέλω ποσῶς διὰ τούτου νὰ ἄρω τὴν εὐθύνην μου ὡς μέλους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὰ γενόμενα — πρὶν ἀκόμη ἑνωθῇ ἡ γεωργικὴ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου μὲ τὴν γεωργικὴν ὑπηρεσίαν τῆς Μακεδονίας, καὶ εἶπεν εἰς ὑμᾶς ὅτι τάχα συνέβησαν ἐκεῖ πράγματα ἄτοπα. Εἶπεν εἰς ὑμᾶς ὅτι διωρίσθη ἐκεῖ κατὰ πρῶτον ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος, κατόπιν διωρίσθησαν οἱ οἰκονομικοὶ ἐπίτροποι ὅπως εἰσπράξωσι τὰ καθυστερούμενα πιστώματα, ἔπειτα δὲ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἦτο καὶ Γενικὸς Διοικητὴς τῆς Μακεδονίας, συνέστησε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἕνα ὀργανισμὸν τῆς Τραπέζης καὶ διώρισε Διοικητὴν αὐτῆς ἕνα ἄνθρωπον μὲ τὸν μισθὸν τῶν ἑπτακοσίων δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ἀληθῶς, Κύριοι, ὅτε ἀνακατελήφθη ἡ Μακεδονία καὶ εὑρέθησαν τὰ βιβλία τῆς Τραπέζης, ἡ δὲ κατάστασις ἦτο μετέωρος καὶ ἀκόμη δὲν ἦτο γνωστὸν μέχρι ποίου σημείου θὰ ἐξετείνοντο αἱ κτήσεις ἡμῶν ἐν τῇ Μακεδονίᾳ, ἐρωτῶ· ποῖον ἦτο φυσικώτερον νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; Ἦτο φυσικώτερον, προκειμένου περὶ τῆς διατηρήσεως τῶν βιβλίων, προκειμένου περὶ τῆς μεταφράσεως τῶν βιβλίων καὶ τῶν τίτλων, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἡ Τράπεζα, ν’ ἀναθέσῃ εἰς εἰδικὴν ὑπηρεσίαν τὴν διοίκησιν τῶν κατ’ αὐτήν; Ἂν ἔπραττε τότε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἂν συνίστα ἀμέσως διοίκησιν τῆς Τραπέζης, θὰ ἤρχετο βεβαίως σήμερον ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, ἤ τις ἄλλος, λάβρος νὰ ἐπιτεθῇ καθ’ ἡμῶν, κατηγορῶν ὅτι δὲν ἐπροφθάσαμεν ν’ ἀνακαταλάβωμεν τὴν Μακεδονίαν καὶ ἐσπεύσαμεν νὰ διορίσωμεν ἀμέσως διοικητήν, ἐνῷ ὁ διοικητὴς ἐκεῖνος τότε ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐργασθῇ, καὶ μὴ ἐργαζόμενος ἐλάμβανε τὸν μισθὸν αὑτοῦ προῖκα; Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, καὶ τοῦτο εἶναι ἔργον συνετόν, φειδοῦς, συντηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων· δὲν ἐπρόκειτο τότε περὶ ἀναπτύξεως τῆς Τραπέζης, διότι δὲν ἦτο ἐποχὴ νὰ σκεφθῶμεν περὶ τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Καὶ ὤφειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μεριμνήσῃ, ὥστε διὰ τῶν ὑπαρχόντων ἄλλων ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, ἄνευ ἰδιαιτέρας τινὸς δαπάνης, νὰ γίνῃ πᾶσα ἐνέργεια περὶ ἁπλῆς συντηρήσεως τῶν ὑπαρχόντων. Ὅτε δ’ ἐξωμαλύνθησαν τὰ πράγματα καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναπτυχθῇ ἡ δρᾶσις τῆς Τραπέζης, δὲν ἦτο δυνατὸν παρέργως ν’ ἀνατεθῇ πλέον εἰς ἄλλους ὑπαλλήλους ἡ εἴσπραξις καὶ διαχείρισις ἑνὸς ποσοῦ ἑπτὰ ἑκατομμυρίων· τότε διώρισεν ἡ Κυβέρνησις τὸν κ. Παπαδάκην Διοικητὴν τῆς Τραπέζης μὲ τὸν μισθὸν τῶν ἑπτακοσίων δραχμῶν κατὰ μῆνα. Καὶ ἐπειδὴ ἠρωτήθη ὑπό τινος τίς εἶναι αὐτός, δύναμαι νὰ δώσω εἰς τὸν ἐρωτήσαντα τὴν ἀπάντησιν ὅτι διετέλεσεν ἐπὶ συναπτὰ δεκαπέντε ἔτη Διευθυντὴς τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου τῆς Κρήτης, χωρὶς αἱ ἑκάστοτε διαδεχόμενοι Κυβερνήσεις νὰ θελήσωσι νὰ τὸν θίξωσι, καὶ κατώρθωσε νὰ διπλασιάσῃ τὰ κεφάλαια τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου τῆς Κρήτης. Ἐτόνισε δ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας τὸν μισθὸν τῶν ἑπτακοσίων δραχμῶν κατὰ μῆνα. Κύριοι, ἡ ἀτομική μου γνώμη εἶναι ὅτι ὁ μισθὸς αὐτὸς εἶναι πολὺ μικρὸς δι’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος διαχειρίζεται τόσα πολλὰ κεφάλαια καὶ ἔχει νὰ καθαρίσῃ ὅλην τὴν ὑπάρχουσαν κατάστασιν, νὰ θέσῃ εἰς ὀργάνωσιν καὶ κίνησιν ἕνα διαλελυμένον τραπεζικὸν ὀργανισμόν. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι διὰ τοιούτους ὀργανισμοὺς δὲν εἶναι ὁ μέγας μισθὸς ὁ ὁποῖος στοιχίζει εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ αἱ μικραὶ μισθοδοσίαι, διότι αἱ εὐθηνὰ παρεχόμεναι ὑπηρεσίαι πληρώνονται πάντοτε ἀκριβὰ διὰ τῆς ἀστοχίας τῶν ὑπηρετούντων. Αὕτη ὑπῆρξεν ἡ πολιτεία τῆς Κυβερνήσεως, συνετὴ καὶ φειδωλή. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι, οὐχί, τὸ τελευταῖον στάδιον, ἀλλὰ τὸ πρῶτον στάδιον τῆς ὅλης τραπεζικῆς ὀργανώσεως τὴν ὁποίαν θὰ παρουσιάσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς ὑμᾶς διὰ τὴν κτηματικὴν καὶ ἀγροτικὴν πίστιν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἱδρύει τραπεζικὸν κατάστημα τὸ ὁποῖον ἀκριβῶς, ἂν δὲν ἤθελε νὰ παρίδῃ τὰ πράγματα ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀρκαδίας, δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ συνομολογήσῃ ὅτι δὲν θὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο διὰ τὴν Μακεδονίαν παρὰ ἐκεῖνο ἀκριβῶς ὅπερ κάμνουσιν ἀλλαχοῦ τὰ περιφερειακὰ πιστωτικὰ ταμεῖα, θὰ τροφοδοτήσῃ τοὺς τοπικοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ θὰ χρησιμεύσῃ ὡς βάσις καταρτίσεως περαιτέρω συγκεντρωτικοῦ πιστωτικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἄξιον παρατηρήσεως, Κύριοι, ὅτι ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, θελήσας τὸ δεύτερον νὰ ἐπιτεθῇ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν κατώρθωσε τοὐλάχιστον νὰ παρουσιάσῃ τὰς γνώσεις αὑτοῦ συμφώνως πρὸς τὰ πράγματα καὶ πρὸς τὴν ἱστορίαν τῶν ἀλλαχοῦ γενομένων, τὴν ὁποίαν τοσοῦτον ἐπεκαλέσθη. (Ἐπιδοκιμασίαι).
§234Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν προτίθεμαι ν’ ἀπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλήν, καὶ διότι αὕτη εἶναι καταπεπονημένη, ἀλλὰ καὶ διότι ἀπεσαφήθησαν τὰ πράγματα καὶ τὰ ζητήματα ἐξεδηλώθησαν. Δὲν δύναμαι ὅμως νὰ παρίδω μερικὰ σημεῖα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶλλον διὰ τοῦ θορύβου προσεπάθησε νὰ συσκοτίσῃ τὰ πράγματα, ἐπιχειρήσας ν’ ἀποκαθάρῃ τὸ πολιτικὸν ἔδαφος ἀπὸ τῆς σωρείας τῶν ἀνομημάτων τῆς λεγομένης Τραπέζης τῆς Μακεδονίας. Καὶ ἐνόμισε μέσα εἰς ὅλον τὸ κατηγορητήριον τὸ ὁποῖον ἐγένετο, κατηγορητήριον πολιτικὸν καὶ καταγγελίαν παρανομιῶν, ὅτι μόνον τὸ ποσὸν τῶν 700 δραχμῶν εἶχεν ἀνάγκην δικαιολογίας. Δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν παρανομίαν ὅτι ἱδρύθη Τράπεζα καὶ ὠργανώθη ὁλόκληρον προσωπικὸν διὰ μιᾶς διαταγῆς τοῦ Γενικοῦ Διοικητοῦ· δὲν ἐνόμισεν ὅτι εἶναι ἄξιον ν’ ἀπαντήσῃ διὰ τὸ γεγονὸς ὅτι ἀπὸ τοῦ Ἀπριλίου μέχρι σήμερον μισθοδοτοῦνται ἀργόμισθοι Διευθυνταὶ καὶ προσωπικὸν Τραπέζης ἀνυπάρκτου. Δι’ αὐτὰ δὲν ἐνόμισε καλὸν ν’ ἀπαντήσῃ, ἀλλ’ ἐνόμισε καλὸν νὰ ἐπιδείξῃ γνώσεις καὶ νὰ δώσῃ εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ τῷ εἴπω ὅτι δὲν γνωρίζω πόθεν αὐτὸς ἔχει τὰς πληροφορίας περὶ τῶν ζητημάτων ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπεχείρησε νὰ ὁμιλήσῃ. Μὲ ἠρώτησεν ἂν ἐμελέτησα τὰ τῶν πιστωτικῶν ὀργανισμῶν τῆς Ἰταλίας, καὶ τῷ λέγω ὅτι κάλλιστα ἔχω μελετήσει καὶ ταῦτα, καὶ πλήρως ἔχω ἐφοδιάσει τὴν βιβλιοθήκην μου μὲ πάντας τοὺς πιστωτικοὺς ὀργανισμοὺς τοὺς κρατοῦντας ἐν Εὐρώπῃ· καὶ δύναμαι νὰ εἴπω εἰς αὐτὸν ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι ὑπάρχει ἐν Ἰταλίᾳ Γεωργικὴ Τράπεζα καὶ Τράπεζα τοῦ Κράτους ἐρχομένη εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμούς, λέγει τι ἀπολύτως ἀνακριβές· ἀλλὰ δὲν τολμᾷ νὰ τὸ εἴπῃ σαφῶς καὶ προσπαθεῖ δι’ ὑπεκφυγῶν ν’ ἀποτρέψῃ τὴν συζήτησιν εἰς ἄλλα σημεῖα, ἄσχετα πρὸς τὸ νομοσχέδιον Ἡμεῖς συζητοῦμεν ἐνταῦθα περὶ Τραπέζης τοῦ Κράτους ἱδρυομένης διὰ κεφαλαίων τοῦ Κράτους, διοικουμένης διὰ πλήθους δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ ἐρχομένης εἰς ἄμεσον κοινωνίαν πρὸς τοὺς γεωργικοὺς πληθυσμούς. Ποῦ εὗρεν ὁ κ. Ὑπουργὸς παράδειγμα τοιαύτης Τραπέζης; Κατέφυγεν εἰς Βουλγαρίαν, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ, ἂν εἶχεν ὑπ’ ὄψει του τοὺς τελευταίους θεσμούς, θὰ ἔβλεπεν ὅτι καὶ ἐκεῖ εἰσήχθησαν οἱ τοπικοὶ πιστωτικοὶ συνεταιρισμοὶ τοῦ τύπου Ῥάϊφφαϊζεν, αἱ ὁποῖαι ἔρχονται εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν πρὸς τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς καὶ ἐξ ἄλλου εἰς συναλλαγὰς πρὸς τὰς Κεντρικὰς Ἀγροτικὰς Τραπέζας. Τί δ’ ἀπέμεινεν ἐν Βουλγαρίᾳ σχέσιν ἔχον πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον; Ἀπέμεινεν ἓν παλαιὸν κληροδότημα, ἓν λείψανον τοῦ Τουρκικοῦ, καθεστῶτος· διότι καὶ ἐκεῖ ὑπῆρχον ἐπὶ Τουρκοκρατίας, ὡς ἐν Κρήτῃ καὶ Μακεδονίᾳ, Κοινωφελῆ Ταμεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξέλιπον ἔτι ἐντελῶς, οὐσιωδῶς ὅμως μετερρυθμίσθησαν. Καὶ διατί; Διότι τῷ 1878, ὅτε ἠλευθερώθη ἡ Βουλγαρία διὰ τῶν Ῥωσικῶν αἱμάτων, ἡ προσωρινὴ Ῥωσικὴ Κυβέρνησις δι’ ἑνὸς Διατάγματος ὠργάνωσεν αὐτὰ κατά τινα τύπον καὶ τὰ διετήρησεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον μᾶς ἐμφανίζει ὁ κ. Ὑπουργός, ἄπορον δὲ πῶς δὲν κατέφυγε νὰ εὕρῃ καὶ ἄλλο τοιοῦτον ἀνάλογον. Ἀλλὰ νομοσχέδιον τοιοῦτο βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ στηρίγματα ἀλλαχοῦ, καὶ ἀληθῶς ἦτο ἄξιον νὰ καταφύγῃ πρὸς ἀνεύρεσιν τοιούτων εἰς τὸν Τουρκικὸν πολιτισμὸν καὶ εἰς τὸν Βουλγαρικὸν πολιτισμόν! (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον τὸ νομοσχέδιον).
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ, ͵ΓΩΚΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Πανεπιστημίων ͵ΓϠΞΓʹ καὶ 221 περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου ἐγγραφῆς τῶν φοιτητῶν».
§236Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Νὰ τὸ ἀναβάλητε, διότι ἐτροποποιήθη.
§237Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ ν’ ἀναβληθῇ.
§238ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατ’ ἀρχὴν εἶναι.
§239Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Οὔτε κατ’ ἀρχήν.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τίνα λόγον; Νὰ τελειώσωμεν.
§241Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν τελειώνομεν οὕτω. Δύνασθε νὰ τὸ κάμητε, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθόν. Τὸ νομοσχέδιον διενεμήθη ἐδῶ, καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον μεταβεβλημένον, ὥστε θέλων νὰ συζητήσω εὑρίσκω λόγῳ τῶν μεταβολῶν ὅτι εἶναι ἀδύνατον τοῦτο.
§242Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διεγράφη ὁ ὁρισμὸς δύο ἑδρῶν τῆς Ἀστυκλινικῆς καὶ ἡ μεταβατικὴ διάταξις. Κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ νομοσχέδιον ἔμεινεν ἀκέραιον. Οὐδεμίαν ἄλλην διά τάξιν περιέχει ὥστε νὰ παρακωλύῃ τὴν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς συζήτησιν.
§243Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παραδείγματος χάριν, εἶναι τέσσαρες νόμοι τοὺς ὁποίους τροποποιεῖτε.
§244ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐξ ἀρχῆς.
§245Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θέλω λοιπὸν νὰ μάθω πρὸ τῆς αʹ συζητήσεως τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει σημείωμα): «Νὰ εὐαρεστηθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ προσκομίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς αʹ συζητήσεως σημείωμα ἐμφαῖνον τὴν δαπάνην τῆς Ἀστυκλινικῆς. 2) Νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τίνες ἐκ τῶν καθηγητῶν ἐξέδωκαν συγγράμματα καὶ τίνες δὲν ἐξέδωκαν».
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§247ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶχον ἐγγραφῆ ἀληθῶς διὰ νὰ ὁμιλήσω τὴν ἑσπέραν ταύτην, εἶχον δὲ σημειώσεις τινάς, δύο ἢ τρεῖς νόμους, ἕνα ὀργανισμὸν τοῦ Πανεπιστημίου καὶ εἶχον ζητήσει παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας καὶ δύο ἐκθέσεις. Τ’ ἀφῆκα ἐνταῦθα καὶ ἐπανελθὼν δὲν τὰ εὗρον. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν κατὰ τὴν ἄλλην συζήτησιν νὰ φέρῃ τοὐλάχιστον δύο ἄλλα ἀντίγραφα τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν.
§248Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ σᾶς τὰ στείλω.
§249ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω πολύ.
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§251Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἶχον τὸν λόγον.
§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Παππακωνσταντίνου, ἀφήσατε τώρα.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Ἰουλίου ἐ. ἔ. νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ ἐπεκτάσεως καὶ εἰς τὰς νέας χώρας τῆς ἰσχύος τοῦ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι κρατοῦντος νομισματικοῦ συστήματος κλπ». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 2 Αὐγούστου 1914 περὶ ἀναστολῆς καὶ περὶ περιορισμοῦ ὑποχρεώσεών τινων τῆς Προνομιούχου Ἑταιρείας πρὸς προστασίαν τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐμπορίας τῆς σταφίδος καὶ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 6 Σεπτεμβρίου 1914 περὶ ἐπιβολῆς προσθέτου εἰσφορᾶς ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου σταφιδοκάρπου». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκμισθώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἀνθρακωρυχείου Κύμης». Ὁ κ. Σ. Παππαβασιλείου ἔχει τὸν λόγον.
§254Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναπτύξω τὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου γνώμην μου ἐν ὀλίγοις. Τὸ νομοσχέδιον ἐνοικιάζει τὸ ἐθνικὸν ἀνθρακωρυχεῖον Κύμης εἰς μίαν Ἑταιρείαν. Ἐν πρώτοις ἔρχεται τὸ ἐρώτημα ἂν πράττει καλῶς ἡ Κυβέρνησις ἐκμισθώνουσα τὸ ἀνθρακωρυχεῖον εἰς Ἑταιρείαν ἢ ἂν ἔπρεπεν ἡ ἰδία νὰ τὸ ἐκμεταλλευθῇ. Ἡ ἀπάντησις εἶναι ὅτι πολὺ καλῶς κάμνει ἐκμισθώνουσα τοῦτο εἰς Ἑταιρείαν καὶ μὴ ἐκμεταλλευομένη ἡ ἰδία αὐτό, διότι ἡ πεῖρα ἀποδεικνύει ὅτι τὸ Δημόσιον εἶναι κάκιστος ἐκμεταλλευτής. Ὅρα καὶ Ναξίαν σμύριδα, ἧς ἡ ἐκμετάλλευσις ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐργατικοῦ καὶ τοῦ ἐμπορικοῦ ζητήματος τὰ ὁποῖα ἐκανονίσθησαν διὰ τοῦ πέρυσι ψηφισθέντος νόμου ἐνεργεῖται κατὰ τρόπον ἀρχέγονον· ὅρα καὶ μυλόπετραν τῆς Μήλου, τῆς ὁποίας ἡ ζήτησις εἶναι μεγαλυτέρα τῆς παραγωγῆς· ὅρα καὶ γύψον· ὅρα καὶ βαρυτίνην· ὅρα καὶ ἅλας, ὅπερ εἶναι ἐντροπή μας νὰ προμηθευώμεθα πολλάκις ἀλλαχόθεν, ἀντὶ νὰ ἐφοδιάζωμεν τὸ Ἐξωτερικὸν διὰ τοιούτου προϊόντος. Καὶ γεννᾶται τὸ δεύτερον ἐρώτημα· ἀφοῦ καλῶς πράττει ἡ Κυβέρνησις ἐκμισθώνουσα τὸ ἀνθρακωρυχεῖον Κύμης εἰς μίαν Ἑταιρείαν, δὲν θὰ ἦτο προτιμότερον αὐτὴν τὴν Ἑταιρείαν νὰ εὕρῃ διὰ μιᾶς δημοπρασίας καὶ νὰ μὴ τὸ δώσῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν προκειμένην; Ἐν πρώτοις ἐδῶ ὑπάρχει εἷς νομικὸς λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ εἰς τὴν Ἑταιρείαν τὸ ἀνθρακωρυχεῖον, διότι ἀρχικῶς τὸ ἀνθρακωρυχεῖον, τὸ ὁποῖον ἦτο δημόσιον νόμημα, ἐδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν προκάτοχον τῆς παρούσης Ἑταιρείας, κατόπιν ἡ διάδοχος ἐκείνης νῦν Ἑταιρεία τὸ ἀπέκτησε διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος παρανόμως τρόπον τινά, συνεπείᾳ δὲ τούτου ἀπέκτησε κατοχὴν ἡ Ἑταιρεία καὶ ἀναγκάζεται ἡ Κυβέρνησις σήμερον νὰ τὸ ἐκμισθώσῃ εἰς τὴν ἰδίαν Ἑταιρείαν συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου πρὸς ἀποφυγὴν δικαστικῶν ἐρίδων. Ἀλλὰ καὶ ὁ νομικὸς οὗτος λόγος ἂν δὲν ὑπῆρχε, δὲν θὰ ἦτο ἄλλη Ἑταιρεία ἱκανὴ ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὴν παροῦσαν ὡς πρὸς τοὺς ὅρους τῆς ἐνοικιάσεως, διότι ἡ Ἑταιρεία αὕτη ἔχει ἤδη κάμει ἐγκαταστάσεις πρὸ πολλῶν ἐτῶν, τὰς ἔχει ἀποσβέσει πρὸ πολλοῦ καὶ ἑπομένως ὑπὸ καλυτέρους ὅρους ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην Ἑταιρείαν ἠδύνατο νὰ καρπωθῇ τὸ ὀρυχεῖον. Καὶ ἔρχεται τώρα τὸ τρίτον ζήτημα, τὸ ζήτημα τοῦ συμφέροντος τοῦ Δημοσίου. Τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι διπλοῦν· πρῶτον τὸ ἄμεσον καὶ δεύτερον τὸ ἔμμεσον κέρδος. Τὸ ἔμμεσον ἐν πρώτοις κέρδος συνίσταται εἰς τὸ ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπεῖ νὰ δώσῃ καύσιμον ὕλην εὐθηνὴν εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ ἐξ ἄλλου νὰ προστατεύσῃ τὰ δάση, τὰ ὁποῖα τόσον πολὺ καταστρέφονται διὰ τῆς ἀνθρακοποιΐας. Ἡ καύσιμος δὲ ὕλη θὰ εἶναι χρήσιμος οὐ μόνον διὰ τὴν οἰκιακὴν χρῆσιν, ἀλλὰ πρὸ παντὸς διὰ τὴν βιομηχανίαν καὶ διὰ τὴν ναυτιλίαν. Τὸ δὲ ἄμεσον κέρδος συνίσταται εἰς τὸ μίσθωμα τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνῃ τὸ Δημόσιον παρὰ τῆς Ἑταιρείας καὶ τὸ ὁποῖον ὁρίζεται εἰς 5.000 δραχμῶν κατ’ ἔτος. Ἀλλὰ τὸ μίσθωμα τοῦτο ὁρίζεται σταθερὸν κατ’ ἔτος. Μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι τὸ τοιοῦτο δὲν εἶναι συμφέρον διὰ τὸ Δημόσιον. Βεβαίως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὡρμήθη εἰς τὸ νὰ δεχθῇ τὸ μίσθωμα τῶν 5.000 δραχμῶν λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν παροῦσαν κατάστασιν τοῦ ὀρυχείου, ὁπότε ἡ παραγωγὴ δὲν εἶναι μεγάλη, τὰ παραγωγικὰ ἔξοδα μεγάλα, συνεπῶς τὰ κέρδη τοῦ ὀρυχείου μικρά· ὑπὸ τοιούτους λοιπὸν ὅρους τὸ ὀρυχεῖον δὲν δύναται νὰ δώσῃ περισσότερον ποσὸν τῶν 5.000 δραχμῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ὑποχρεοῖ κατωτέρω τὴν Ἑταιρείαν ἐν τῷ αὐτῷ ἄρθρῳ νὰ παραγάγῃ διπλάσιον ποσὸν κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος, κατὰ δὲ τὸ τρίτον ἔτος τετραπλάσιον ποσόν, κατὰ τὸ τέταρτον ἔτι περισσότερον καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ κέρδος τῆς Ἑταιρείας αὐξάνεται προφανῶς, ἐνῷ τοῦ Δημοσίου μένει στάσιμον.
§255Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅπως γνωρίζετε, ἡ Ἑταιρεία θὰ εἶναι ὑποχρεωμένη εἰς πάντας τοὺς ἄλλους φόρους ὅπως καὶ αἱ ἄλλαι Ἑταιρεῖαι.
§256Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Τοῦτο οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, κ. Ὑπουργέ. Δύναμαι νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἐγὼ ὁ ὁποῖος ἔκαμα πολλὰς τοιαύτας μισθώσεις ὅτι οἱ φόροι περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε τίθενται πάντοτε εἰς βάρος τοῦ ἐνοικιαστοῦ· εἶναι ἄλλως τε μικροὶ καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσι πρὸς τὸ μίσθωμα τὸ ὁποῖον κανονίζεται ἐπὶ τοῦ τόννου ἐξαγωγῆς, ὁπότε αὐξανομένης τῆς καταναλώσεως συναυξάνεται καὶ τὸ μίσθωμα, ὅπως ὅμως ὑμεῖς, κ. Ὑπουργέ, ἐκανονίσατε τὸ μίσθωμα, σταθερόν· δηλαδὴ αὐξανομένης τῆς καταναλώσεως τὸ μίσθωμα μένει στάσιμον, ὅ ἐστὶν ὀπισθοχωρεῖ. Διότι τὸ πρῶτον ἔτος ὑποχρεοῦτε τὸν μισθωτὴν νὰ σᾶς παραγάγῃ 25.000 τόννων ἀντὶ μισθώματος 5.000 δραχμῶν, τοῦθ’ ὅπερ ἀναλογεῖ πρὸς 20 λεπτὰ τὸν τόννον. Κατὰ τὸ δεύτερον ἔτος, ἐνῷ τὸν ὑποχρεώνετε νὰ σᾶς παραγάγῃ 50.000 τόννων, ἀφήνετε τὸ μίσθωμα πάλιν 5.000 δραχμῶν, ὁπότε ὁ τόννος ἀντιστοιχεῖ ὄχι πλέον πρὸς 20 λεπτά, ἀλλὰ πρὸς 10 μόνον, ὅ ἔστιν ἐλαττοῦται εἰς τὸ ἥμισυ. Κατὰ τὸ τρίτον ἔτος τὸν ὑποχρεώνετε νὰ παραγάγῃ 100.000 τόννων, τοῦθ’ ὅπερ ἀντιστοιχεῖ εἰς κατὰ τόνον μίσθωμα 5 λεπτῶν· ὥστε βλέπετε ὅτι, ἐνῷ αὐξάνεται ἡ κατανάλωσις, τὸ μίσθωμα ἐλαττοῦται διαδοχικῶς.
§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπρότεινε 1000 δραχμὰς ὡς μίσθωμα.
§258Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον. Πῶς εἶναι δυνατὸν τὸ Δημόσιον νὰ λαμβάνῃ 1000 δραχμὰς ἐξ ἐπιχειρήσεως ἐκ τῆς ὁποίας ὑποχρεοῖ τὸν μισθωτὴν νὰ ἐξάγῃ 150.000 τόννων, ἐκ τῶν ὁποίων θὰ κερδίσῃ τοὐλάχιστον 150.000 δραχμῶν;
§259ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ σκοπὸς δὲν εἶναι νὰ πάρωμεν ἡμεῖς, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐργασθῇ ὁ κόσμος καὶ νὰ ἔχῃ καύσιμον ὕλην.
§260Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν φεύγω διόλου ἐκ τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου· ἐγὼ μάλιστα λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν ὅτι αἱ 5.000 δραχμῶν εἶναι ὑπέρογκοι διὰ τὸ πρῶτον ἔτος, διὰ τὰς 25.000 τόννων. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ὑποχρεώνετε τὸν ἐργολάβον εἰς ἐξαγωγὴν ποσῶν 100.000 καὶ 150.000 τόννων ὁ ἐργολάβος τότε ἔχει κέρδος, καὶ κέρδος σημαντικόν, ἐκ τοῦ ὁποίου εἶναι δίκαιον τὸ Δημόσιον νὰ λάβῃ τὴν μερίδα του, νὰ λάβῃ τοὐλάχιστον τὸ ἓν τρίτον τοῦ κέρδους, ἂν μὴ τὸ ἥμισυ, ἀφοῦ ἔχει ἀνεῳγμένον τὸ ὀρυχεῖον καὶ μὲ ἐγκαταστάσεις αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ εἶχον περιέλθει εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Ἂν δὲ τὸ Δημόσιον ἐνοικιάζῃ τὸ ὀρυχεῖον διὰ νὰ ἔχῃ εὐθηνὴν καύσιμον ὕλην ὁ λαός, τότε ἂς διαθέσῃ τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ ὀρυχείου ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ὑποχρεοῦν τὸν ἐργολάβον νὰ ἐλαττώσῃ τὴν τιμὴν τῆς πωλήσεως τοῦ ἄνθρακος κατ’ ἴσον ποσόν. Ἐπιθυμῶ ἀκόμη νὰ κάμω καὶ μερικὰς προσθήκας, τὰς ὁποίας παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ τὰς ἴδῃ ἐν τῇ ἐκθέσει. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἠθέλησα ν’ ἀναπτύξω τὰ οὐσιώδη ζητήματα τῆς Ἐπιτροπῆς ἧς εἶμαι εἰσηγητής. Καὶ σᾶς λέγω ὅτι τὸ καλύτερον πάντων εἶναι νὰ ὁρισθῇ τὸ μίσθωμα κατὰ τόννον.
§261Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν δυνηθῶ, θὰ τὸ κάμω.
§262Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις. Ἀλλ’ ἰσχυρίζομαι ἀκόμη ὅτι ἐφ’ ὅσον αὐξάνει ἡ κατανάλωσις τόσον αὐξάνει καὶ τὸ κέρδος καὶ δὴ κατ’ ἀναλογίαν μείζονα ἐκείνης τὴν ὁποίαν θέτει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἐγὼ θὰ προέτεινον διὰ μίαν παραγωγὴν 25.000 τόννων μίσθωμα 20 λεπτῶν, διὰ παραγωγὴν 50.000 τόννων ὄχι πλέον μίσθωμα 20 λεπτῶν, ἀλλὰ περισσότερον, ἔστω 30 λεπτῶν, διὰ μίαν παραγωγὴν 100.000 ἔστω 40 λεπτῶν καὶ οὕτω καθεξῆς. Δίδω τὴν ἰδέαν καὶ ἀπόκειται εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ κρίνῃ καὶ νὰ κανονίσῃ κατὰ πόσον μία προϊοῦσα αὔξησις τῆς καταναλώσεως θὰ ἐκανόνιζεν ἓν μεγαλύτερον μίσθωμα τῶν 20 λεπτῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὡρισμένον μίσθωμα διὰ τὴν κατανάλωσιν τῶν 25.000 τόνων. Εἶπον ὅτι τὸ κέρδος τοῦ Δημοσίου ἐξαρτᾶται καὶ ἐξ ἄλλων λόγων καὶ πρωτίστως ἐκ τῆς καταναλώσεως καὶ τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως τοῦ ἄνθρακος. Καὶ τὸ παρὸν νομοσχέδιον κανονίζει ἓν ἀνώτατον ὅριον τῆς τιμῆς τῆς πωλήσεως καὶ θέτει ὡς ἀνώτατον ὅριον 2.75 καὶ 3.75 τὰς 100 ὀκάδας, ἐν μὲν τῇ πρώτῃ περιπτώσει παραδοτέου τοῦ ἄνθρακος ἐν τῇ παραλίᾳ Κύμης, ἐν δὲ τῇ δευτέρᾳ ἐν ταῖς ἀποθήκαις τῶν παραλιακῶν πόλεων. Τὰ ποσὰ αὐτά, ἤτοι 21.50 καὶ 29.30 δραχ. κατὰ τόννον, ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν ὅτι εἶναι ὑπέρογκα. Λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς παρούσης καταστάσεως τοῦ ὀρυχείου, ἡ ὁποία πᾶν ἄλλο ἢ ῥόδινος εἶναι, αἱ τιμαὶ αὗται δὲν εἶναι ὑπερβολικαί. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι μὲ τὰς τιμὰς αὐτὰς δὲν θὰ δυνηθῇ τὸ ὀρυχεῖον νὰ προοδεύσῃ, διότι ἡ κατανάλωσις τοῦ ἀκατεργάστου ἄνθρακος προϋποθέτει τιμὴν εὐθηνήν, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἠμπορῇ ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὸν ἔξωθεν εἰσαγόμενον λιθάνθρακα. Σήμερον ὁ λιθάνθραξ τιμᾶται 28–30 δραχμῶν κατὰ τόννον, ἂν δὲ ὁρίσητε μίαν τιμὴν τοῦ ἄνθρακος Κύμης ἐξ 22 ἔστω δραχμῶν, εἰς στρογγύλον ἀριθμόν, κατὰ τόννον, παραδοτέου ἐν τῇ παραλίᾳ Κύμης, θὰ ἴδητε ὅτι ἡ πραγματική του τιμή, ἐν σχέσει πρὸς τὸν λιθάνθρακα Κάρδιφ, εἶναι 33 δραχ., διότι ὁ ἄνθραξ Κάρδιφ εἶναι θερμαντικώτερος τοῦ λιγνίτου τῆς Κύμης. Ἑπομένως μὲ τὴν τιμὴν ἐκείνην ὁ ἄνθραξ τῆς Κύμης δὲν δύναται ν’ ἀνταγωνισθῇ πρὸς τὸν λιθάνθρακα τοῦ Κάρδιφ.
§263Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπομεν ὅτι ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει δὲν δύναται νὰ πωλήσῃ πέρα τῶν 22· ἂν γίνῃ μία ἀπεργία ἐν Ἀγγλίᾳ, εἷς πόλεμος, δὲν δύναται νὰ αἰσχροκερδήσῃ.
§264Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ὑπάρχει ἀκόμη καὶ εἷς ἄλλος λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ κέρδος τοῦ Δημοσίου εἶναι ἐνδεδειγμένον ἐκ τῆς παρούσης ἐπιχειρήσεως. Τὸ κέρδος αὐτὸ εἶναι τὸ τῆς πλινθοποιήσεως τοῦ λιγνίτου καὶ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐγένοντο δοκιμαί...
§265Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένοντο καὶ ἐπέτυχον.
§266Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἐννοῶ δοκιμὰς πλινθοποιήσεως τοῦ ἄνθρακος διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ δυνάμεως. Ἡ Γερμανία πωλεῖ κατ’ ἔτος 80 καὶ πλέον ἑκατομμύρια τόννων πλίνθων ἐκ λιγνίτου, κατασκευαζομένων διὰ τῆς ἰδίας τοῦ λιγνίτου δυνάμεως καὶ οὐχὶ διὰ ξένης κολλητικῆς ὕλης.
§267Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ τὸ κάμωσι καὶ αὐτοί. Ἔχουσιν ὑποχρέωσιν νὰ πλινθοποιήσωσι.
§268Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Δὲν λέγει ὅμως ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἂν ἠμπορεῖ νὰ πλινθοποιηθῇ ὁ ἄνθραξ τῆς Κύμης.
§269Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι ἠμπορεῖ νὰ πλινθοποιηθῇ, εἶναι βέβαιον.
§270Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Πῶς τὸ ἠξεύρετε;
§271Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι αἱ πληροφορίαι τῆς Ὑπηρεσίας.
§272Σ. ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Ἂν πράγματι ὁ λιγνίτης τῆς Κύμης εἶναι πλινθοποιήσιμος διὰ τῆς ἰδίας του δυνάμεως, τοῦτο θ’ ἀπετέλει ἓν μέγα πλεονέκτημα καὶ ἐδῶ θὰ ἐνέκειτο ἡ πρόοδος τοῦ λιγνίτου. Θὰ ἠδύνασθε νὰ τὸν εἰσαγάγητε εἰς τὴν οἰκιακὴν χρῆσιν καὶ θὰ κατηργεῖτε τὸν ξυλάνθρακα, ὁ ὁποῖος τιμᾶται 150 καὶ ἄνω δραχμῶν κατὰ τόννον, ἐνῷ αἱ πλίνθοι τοῦ ἄνθρακος κατὰ τὸν τρόπον αὐτὸν γινόμεναι θὰ ἐτιμῶντο μόνον 30 δραχμῶν τὸ πολὺ καὶ θὰ ἐπήρχετο ἓν οὐσιῶδες κέρδος τῆς ἐπιχειρήσεως καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ Δημοσίου ἐκ τοῦ κατὰ τόννον μισθώματος. Καὶ εἷς τελευταῖος λόγος ὑπάρχει τοῦ κέρδους τοῦ Δημοσίου καὶ ὁ λόγος οὗτος εἶναι νὰ ἐξετασθῇ ἂν ὁ λιγνίτης εἶναι ὑποκείμενος εἰς ἀεροστεγῆ τινα ἀπόσταξιν, ὁπότε ἠδύνατο νὰ προκύψῃ κέρδος ἐκ τῶν προϊόντων τῆς ἀποστάξεως. Διότι δι’ αὐτῆς θὰ παρήγετο κὸκ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χρησιμοποιηθῇ, ὅπως καὶ ἐν Γερμανίᾳ, δι’ εἰδικῶν ἐσχαρῶν καὶ θὰ παρήγοντο ἐπίσης καὶ ἄσφαλτος καὶ παραφίνη καὶ διάφορα ἔλαια. Θὰ ὑπῆρχε λοιπὸν καὶ ἐκ τούτων ὠφέλειά τις τοῦ Δημοσίου ἐκ τῆς παρούσης ἐνοικιάσεως, τὴν ὁποίαν ὠφέλειαν δὲν βλέπω ἐδῶ προβλεπομένην. Ἐν τέλει ἐκφράζω τὴν ἀπορίαν μου πῶς δὲν ἐξητάσθη μέχρι τοῦδε τὸ ζήτημα τοῦ ἂν ὁ λιγνίτης τῆς Κύμης εἶναι πλινθοποιήσιμος ἢ οὐ ἄνευ συνδετικῆς ὕλης, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ περιεκτικότητος εἰς ἀσφαλτώδεις οὐσίας, καὶ ἂν περιέχει βιομηχανικῶς χρήσιμα προϊόντα ἀποστάξεως καὶ κόκ, ὅπως ταῦτα πάντα ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν διακανονισμὸν τοῦ ἐξ αὐτῶν συμφέροντος τοῦ Δημοσίου κατὰ τὴν προκειμένην ἐνοικίασιν.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§274Σ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Βαυαρῶν μέχρι σήμερον οἱ Κύμιοι ἀγοράζουσιν εἰς ἐλαχίστην τιμὴν τὸν λιγνίτην. Σήμερον μάλιστα συντρέχει καὶ σπουδαιότατος λόγος ὅτι παρέχουσιν εἰς τὴν χρῆσιν τῆς Ἑταιρείας τὸν λιμένα, διὰ τὸν ὁποῖον ἐδαπάνησαν 2.000.000 δραχμῶν. Πρέπει νὰ προστεθῇ μικροτάτη τιμὴ διὰ τὸν λιγνίτην.
§275Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σκεφθῶ. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2 ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου). Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Ἐλεγκτηρίου ἐκκαθαρίσεων δαπανῶν πολέμου καὶ δαπανῶν ἐνεστῶτος ἔτους»).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ εὐθύνης πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ἐξ ἀτυχήματος παθόντων ἐργατῶν ἢ ὑπαλλήλων».
§277Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρακαλοῦμεν ν’ ἀναβληθῇ, διότι τώρα μόλις διενεμήθη ἡ ἔκθεσις.
§278ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὔριον ὅμως θὰ συζητηθῇ ἀσφαλῶς. (Ἀναβάλλεται τὸ νομοσχέδιον).
§279ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν ὑλικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων, τηλεγράφων καὶ τηλεφώνων κτλ».
§280Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος ἡ τροποποίησις τὴν ὁποίαν σᾶς ἐγχειρίζω. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον, ἀναβαλλομένου τοῦ συνόλου. Ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ καθιερώσεως χρυσοῦ μεταλλίου τῶν Τεχνῶν καὶ τῶν Γραμμάτων». Ἐπίσης εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Ἰουνίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν δι’ ἀσκήσεις καλουμένων ἐφέδρων τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν εἰς τὴν ἐφεδρείαν αὐτοῦ ὑπαγομένων, καὶ τοῦ ἀπὸ 23 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ χρόνου τῆς διαρκείας τῆς ὑπηρεσίας τῶν δι’ ἀσκήσεις τοῦ στόλου προσκληθέντων ἐφέδρων καὶ περὶ τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν» μετὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἰς τὸ γʹ ἄρθρον, ἀναβαλλομένου τοῦ συνόλου).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουνίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ διατιμήσεως τῶν γαιανθράκων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς πωλήσεως αὐτῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρχικελευστῶν αʹ τάξεως, ἀρχικελευστῶν, κελευστῶν καὶ ὑποκελευστῶν παντὸς κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§282Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἂν εἶναι διατεθειμένος νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ πόσον προτίθεται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν σύστασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον. Προτείνει, νομίζω, δύο ἢ τρεῖς τροπολογίας ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ. Καλὸν θὰ ἦτο νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἱκανοποίησιν ἀνδρῶν ὑπηρετησάντων εὐόρκως καὶ εὐσυνειδήτως ἐν τῷ κλάδῳ των, ὡς καὶ ἂν ἦτο διατεθειμένος ν’ αὐξήσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀρχικελευστῶν καὶ ὑποκελευστῶν, ὥστε καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ νὰ ἱκανοποιηθῶσι, διότι ὑπῆρξαν χρήσιμοι καὶ διὰ τὸ παρελθὸν καὶ θὰ εἶναι καὶ διὰ τὸ μέλλον.
§283Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ θέλω νὰ ὑποστηρίξω. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι θὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα τῶν παραλειφθέντων ὑποκελευστῶν. Ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ δοθῇ μία παράτασις τῆς προθεσμίας, καθ’ ἣν νὰ ἐκανονίζετο συνολικῶς ἡ ὑπηρεσία, ἀφοῦ προήχθησαν ἄλλοι ὑποκελευσταὶ εἰς ἀρχικελευστὰς ἔχοντες διετῆ ὑπηρεσίαν. Δίκαιον εἶναι νὰ μὴ παραλειφθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Εἶναι μία ἐξαιρετικὴ περίπτωσις, δι’ ἣν ὑπεσχέθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θέλει λάβει πρόνοιαν.
§284ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Διὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς εἶμαι διατεθειμένος νὰ κάμω τὸ ἑξῆς. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν οἱ παραλειφθέντες ὑποκελευσταὶ μηχανικοὶ νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἐξετάσεις καὶ νὰ κανονισθῇ ἡ ἀρχαιότης των κατὰ σειρὰν ἐπιτυχίας. Τοῦτο δὲ διότι αὐτοὶ μόνον ἔχουσιν ἑξαετῆ ὑπηρεσίαν, οἱ δὲ συνάδελφοί των οἱ ἄλλοι ἔχουσι μόλις ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἔτους. Μόνον τοῦτο εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, δηλαδὴ νὰ λάβωσι μέρος μόνον αὐτοὶ εἰς τὰς ἐξετάσεις, καὶ τοῦτο διότι εἶναι φυσικώτατον οἱ νέοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι πρόσφατα τὰ μαθήματα νὰ εἶναι πολὺ καλύτερον θεωρητικῶς κατηρτισμένοι ἀπὸ αὐτούς.
§285Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Διατί δὲν παρατείνετε τὴν προθεσμίαν ἐπὶ ἕνα μῆνα, ἵνα ὑπάρξῃ ἐξίσωσις;
§286Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι καλή.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§288Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τί θὰ γίνῃ, κ. Ὑπουργέ, διὰ τὴν πρότασιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἥτις ἀφορᾷ τοὺς 6 ὑποκελευστὰς οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν κατὰ τὸν πόλεμον εὐδοκίμως; Εἶναι οἱ μόνοι ὑπαξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι δὲν προυβιβάσθησαν.
§289Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Μάλιστα εἶναι 6 ὑπαξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκ τῶν καλυτέρων καὶ ἐγὼ ὡς εἰσηγητὴς τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπρότεινα τὴν προαγωγὴν αὐτῶν χωρὶς οἱ ἀριθμοὶ αὐτῶν τῶν 6 νὰ λογισθῶσι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ὡς ἀριθμοὶ τοὺς ὁποίους νὰ δύνανται οἱ ἄλλοι νὰ καταλάβωσιν. Αὐτὸ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἂν δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἀπόλυσις τῶν ἐφέδρων, ὅτε θὰ εἴχομεν πλησμονὴν ὑπαξιωματικῶν, προκειμένου ὅμως νὰ γίνῃ ἡ ἀπόλυσις τῶν ἐφέδρων ἔχομεν ὑπαξιωματικοὺς πολλοὺς καὶ θὰ εἶναι περιττὸν ν’ αὐξήσωμεν τὰς θέσεις.
§290ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Αὐγούστου 19.4 Β. Διατάγματος περὶ κατατάξεως ἐπικούρων τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 13 Ἰουλίου καὶ 21 Αὐγούστου 1914 Β. Διαταγμάτων περὶ προσκλήσεως δι’ ὑπηρεσίαν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ κατατάξεως ἐπικούρων ἠλεκτρολόγων μηχανικῶν καὶ μαχίμων». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ ἀνακλήσεως ἐν καιρῷ εἰρήνης εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἐφέδρων μαχίμων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 23 Ἰουλίου καὶ 21 Αὐγούστου 1914 Β. Διαταγμάτων περὶ χορηγίας πιστώσεων διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων ναυτικῶν ἔργων».
§291Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ἂν ἐξετελέσθησαν πάντα τὰ ἔργα αὐτὰ καὶ ἂν φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι πάντα.
§292Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Πάντα δὲν ἔχουσιν ἐκτελεσθῆ· θὰ τεθῶσιν ὑπὸ μελέτην εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας καὶ κατόπιν γνωμοδοτήσεως τῶν τεχνικῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν θ’ ἀποφασισθῇ ἂν εἶναι ἐπείγοντα ἢ ὄχι τὰ ἔργα αὐτά.
§293Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αἱ τεχνικαὶ Ὑπηρεσίαι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πρέπει ὄχι μόνον ν’ ἀποφανθῶσιν ὑπὲρ τῆς δαπάνης, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξετάσωσιν ἂν διὰ τὰς δαπάνας αὐτὰς ἦτο ἀνάγκη νὰ προκληθῇ ἀναγκαστικὸν Διάταγμα. Ἐγὼ βλέπω ὅτι αἱ περισσότεραι τῶν δαπανῶν τούτων οὐχὶ μόνον δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνωσι διὰ Διατάγματος, ἀλλὰ καὶ οὔτε ἔπρεπε νὰ γίνωσιν.
§294Α. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ἔχει ὑποβληθῆ καὶ τροπολογία ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, διὰ τῆς ὁποίας διαγράφεται ἡ ἐπὶ πλέον πίστωσις τῶν 200.000 δραχμῶν διὰ δύο ναυτικὰ κτίρια. Αὐτὰ τὰ ἀπήλειψα ἐγώ. Τἄλλα ὅμως ἔργα δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσιν εὐθὺς ἀμέσως οὔτε ὅλα αὐτὰ τὰ ἔξοδα θὰ προστεθῶσιν εἰς τὸν Προϋπολογισμόν. Θὰ ἐκτελῶνται ἀναλόγως τῶν ἐπειγουσῶν ἀναγκῶν.
§295Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἤθελον τὴν βεβαίωσίν σας ὅτι τὰ ἔργα ταῦτα οὐχὶ μόνον δὲν ἦσαν ἀναγκαῖα τότε, ὅτε ἐξεδόθη τὸ ἀναγκαστικὸν Διάταγμα, ἀλλ’ οὔτε καὶ σήμερον. Ἑπομένως ἡ ἔκδοσις τοῦ ἀναγκαστικοῦ αὐτοῦ Διατάγματος μαρτυρεῖ κατὰ τίνα τρόπον ἐξετελοῦντο τὰ ἔργα αὐτά. Ἄν δ’ ἔχητε τὴν περιέργειαν ν’ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον τῶν ἔργων, θὰ ἴδητε ποῖαι ἀντιλήψεις περὶ σπατάλης ὑπῆρχον, διὰ νὰ πιστοποιηθῇ κατὰ τίνα τρόπον ἐξετελοῦντο τὰ ἔργα, κατὰ τίνα τρόπον ἐξεδίδοντο τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, κατὰ τίνα τρόπον ἐγένετο ἡ σπατάλη ἡ πρωτοφανὴς δι’ ἐκτέλεσιν ἔργων περιττῶν. Ἄν εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ μάθωσι κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐδαπανῶντο 275.000 δραχμῶν δι’ ἔργα, θὰ ἔβλεπον ποῖον εἶναι τὸ τμῆμα αὐτὸ τῶν δημοσίων κτιρίων, ἵνα ἐκλείψωσιν αὐτὰ τ’ ἀνεξάρτητα τμήματα τῶν κτιρίων τὰ ὁποῖα ἀνεξελέγκτως προβαίνουσιν εἰς ἔργα τῶν ὁποίων οὐδεμία ἀνάγκη ὑπάρχει καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται τὸ δημόσιον ταμεῖον.
§296Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Δύναμαι νὰ πληροφορήσω τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ὅτι ἤδη συνετάχθη τὸ Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ὑπαχθῶσι τὰ διάφορα ταῦτα ἔργα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Πάντως ἐπῆλθε συμφωνία μεταξὺ τῶν δύο Ὑπουργείων, ἵνα ἡ ὑπηρεσία ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον. Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, τὸ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως σχολικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ σχολικῶν ταμείων», τοῦ συνόλου ἀναβαλλομένου. Ἐπίσης ψηφίζονται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ σύνολον τὰ νομοσχέδια 1) περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 1379 ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους 1914»· καὶ 2) «περὶ ἀποζημιώσεως τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς μελέτην τῆς ἰσχυούσης καὶ εἰσακτέας νομοθεσίας ἐπὶ τῆς ἀκινήτου ἰδιοκτησίας τῶν νέων χωρῶν». Ὡσαύτως ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως κεντρικοῦ ἀνταλλακτηρίου γραφείου δεμάτων, ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν ἡ πρότασις νόμου «περὶ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας τοῦ ἄρθρου 804 τῆς Πολ. Δικονομίας», ὡς καὶ τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀποζημιώσεως τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου καταληφθέντων ἐν Μακεδονίᾳ καὶ Ἠπείρῳ κτημάτων». Κατ’ ἄρθρον δὲ εἰς αʹ συζήτησιν τὰ νομοσχέδια 1) «περὶ ἐνισχύσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους σωματείων καὶ ἱδρυμάτων τινῶν προαγόντων τὴν ἐθνικὴν οἰκονομίαν» καὶ 2) «περὶ ἀποστολῆς διὰ χρηματοδεμάτων μέσῳ τῶν ταχυδρομείων ποσῶν προωρισμένων εἴτε πρὸς πληρωμὴν ἐπιταγῶν εἴτε πρὸς κατάθεσιν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν εἰσπράξεων».
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ διευθετήσεως χειμάρρων καὶ ποταμῶν καὶ περὶ αὐξήσεως προϋπολογισμῶν ὁμοίων ἔργων ἐγκριθέντων διὰ τοῦ νόμου ͵ΔΛϚʹ». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§298Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Εἶναι, Κύριοι, τὸ ζήτημα ἄξιον προσοχῆς καὶ ἐνδιαφέρει γενικῶς ὅλην τὴν Βουλήν. Καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ κυρώσῃ πίνακας προϋπολογισμῶν ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν, διευθετήσεως κοίτης ποταμῶν καὶ χειμάρρων. Εὐθὺς ἀμέσως ἐκ τοῦ τίτλου τοῦ νομοσχεδίου φαίνεται ἡ σκοπιμότης καὶ ἡ σοβαρότης τοῦ ἔργου, τὸ ὁποῖον εἶναι οὐ μόνον ἐκπολιτιστικόν, ἀλλ’ ἔχει καὶ χαρακτῆρα φιλανθρωπικὸν καὶ μέλλει νὰ προσφέρῃ μεγάλας ὑπηρεσίας εἰς τὴν δημοσίαν ὑγείαν καὶ εἰς τὴν δημοσίαν οἰκονομίαν. Δὲν θὰ θελήσω βεβαίως ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν αὐτὴν τὴν στιγμὴν μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἑλομιάνσεως τοῦ ὁποίου ἔχομεν πικρὰν πεῖραν καὶ ὄχι μόνον ἡμεῖς ἀλλὰ καὶ οἱ ξένοι ὁμιλοῦσι περὶ τῶν ἑλῶν τῆς Ἑλλάδος, ἐν οἷς καὶ ὁ Ἰταλὸς Τσέλι, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε τὰ ἕλη τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐν συμπεράσματι ἀναφέρει ὅτι ἡ Ἑλλὰς ὑφίσταται μεγίστας θυσίας ἐν τῇ δημοσίᾳ οἰκονομίᾳ ἕνεκα τῆς ἑλομιάνσεως. Κύριοι, ἡ γνώμη τοῦ Ἰταλοῦ μελετητοῦ εἶναι σοφὴ καὶ λίαν ὀρθή, διότι εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ὡς ἐκ τῆς ἑλομιάνσεως ἠμποδίσθη κατὰ πολὺ ἡ πρόοδος τοῦ Κράτους καὶ ἐπηρεάσθη ἡ δημοσία οἰκονομία ἐκ τῆς ἀσθενείας πολλῶν χωρῶν καὶ τῶν ἀκαλλιεργήτων ἀπεράντων ἐκτάσεων, διότι δυστυχῶς ἡ ἑλομίανσις προτιμᾷ τὰ μέρη ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα αὐλακοῦνται ὑπὸ ὑδάτων καὶ καλύπτονται ὑπὸ λιπαρᾶς γῆς. Τοιαῦται εἶναι αἱ καταστροφαὶ ἐν τῇ δημοσίᾳ οἰκονομίᾳ, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὰς ὑπολογίσῃ τις. Ἂν βαδίσωμεν συγκριτικῶς πρὸς τὰς ἐν Ἰταλίᾳ στατιστικάς, οἱ Ἰταλοὶ παραδέχονται ὅτι ἡ καταστροφὴ ἐν τῇ δημοσίᾳ οἰκονομίᾳ ἐκ τῆς ἑλομιάνσεως εἶναι πολὺ μεγαλυτέρα παρ’ ὅ,τι προσφέρει ἡ Ἰταλία διὰ τοὺς τόκους τῶν δημοσίων χρεῶν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἰταλία ἔχει πλεῖστα ὅσα χρέη δημόσια. Ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ὑγείαν δὲν ἔχομεν στατιστικὴν καὶ μόλις τώρα ἔχομεν κάποιαν σκέψιν μιᾶς στατιστικῆς, καὶ μόνον ἐκ τῶν στατιστικῶν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὡρισμένας παρατηρήσεις. Ἂν συμβουλευθῶμεν τὰς στατιστικὰς τῆς γείτονος Ἰταλίας, καὶ δυνάμεθα νὰ τὰς συμβουλευθῶμεν, διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὸ αὐτὸ γεωγραφικὸν πλάτος, φθάνομεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ ἐπὶ 32.000.000 θνήσκουσιν ἐτησίως 15.000, ἀσθενοῦσι δὲ 2.000.000 καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι θνήσκουσιν ἐτησίως 1600, ἀσθενοῦσι δὲ 20.000.
§299Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὰ τελευταῖα 4–5 ἔτη ἔχει ἐπέλθει βελτίωσις αἰσθητή.
§300Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Σημειωτέον ὅτι ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ ὑπολογίσητε μεγαλυτέραν νοσηρότητα καὶ θνησιμότητα, διότι ἐν Ἰταλίᾳ ἔχουσι γίνει πολλὰ ἐξυγιαστικὰ ἔργα. Διὰ τὴν σοβαρότητα τοῦ ζητήματος ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο διὰ νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργόν. Καλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμοὺς δαπάνης 410.000· πῶς θ’ ἀρχίσῃ τὰ ἔργα αὐτά; εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πρώτων μελετῶν τὰς ὁποίας θὰ ἐπιβάλῃ ὁ μηχανικός;
§301Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὑπάρχουσι μελέται αἱ ὁποῖαι ἔχουσι ψηφισθῆ καὶ ἐγκριθῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς πρὸ διετίας· πρόκειται περὶ αὐξήσεως τῶν δαπανῶν ἐκείνων.
§302Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται μόνον περὶ τῶν μελετῶν αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ περὶ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι θὰ λάβωσι χώραν ἐν τῷ μέλλοντι.
§303Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὑπέβαλον, κ. Βουλευτά, γενικὸν νομοσχέδιον περὶ ἑλῶν, δι’ οὗ προικοδοτοῦμεν τὸ ταμεῖον διὰ κεφαλαίου.
§304Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Θὰ ἐτόλμων, κ. Ὑπουργέ, νὰ σᾶς ἐρωτήσω καὶ ὀφείλω νὰ ζητήσω συγγνώμην, διότι εἶναι τολμηρὸν ἐκ μέρους μου νὰ θελήσω νὰ προσέλθω καὶ εἰς τὸ ἀκένωτον ταμεῖον τῶν μηχανικῶν γνώσεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ· ὑπάρχουσι γεωγραφικοί, χαρτογραφικοὶ πίνακες τῶν ἑλῶν τῆς Ἑλλάδος; καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι εἶναι καθαρῶς ἰατρικὸν ζήτημα καὶ ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα. Ὑπάρχει στατιστικὸς πίναξ τῆς νοσηρότητος τῶν μερῶν τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἕλη; Διότι δὲν εἶναι τὰ μεγάλα ἕλη τὰ ὁποῖα ἔχουσι τὴν μεγάλην νοσηρότητα· τὰ μὴ φαινόμενα, τὰ εὑρισκόμενα ἐντὸς τῆς κοιλότητος τοῦ ἐδάφους δύνανται νὰ παράσχωσιν ἀφθονώτερον τὸν ἀνωφελῆ κώνωπα. Τοῦτο εἶναι ἀποδεδειγμένον. Ἐν Ἰταλίᾳ ἐψηφίσθη νόμος καθ’ ὃν πάντες οἱ ἰδιοκτῆται οἱ ὁποῖοι ἔχουσι κτήματα εἰς τὰ μέρη τὰ ὁποῖα γίνεται ὑποχρεοῦνται νὰ μὴ ἐπιτρέπωσι μηδὲ τὴν ἐλαχίστην κοιλότητα τοῦ ἐδάφους, διότι εἶναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ἐκεῖ καὶ εἰς τὰ μικρά, εἰς τὰ μὴ φαινόμενα, ἕλη, ὅπου δὲν φθάνει τὸ ὄμμα τοῦ καλλιεργητοῦ, ἀλλὰ μόνον τὸ ἰατρικὸν ὄμμα ἴσως δύναται νὰ φθάσῃ, ἐκεῖ εἶναι ὁ μέγας κίνδυνος τῆς μολύνσεως ἐκ τῶν ἀνωφελῶν κωνώπων. Θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ ἐρωτήσω ἂν ὑπάρχει εἰδικὸν συνεργεῖον, ἂν ὄχι τὴν στιγμὴν ταύτην, τοὐλάχιστον διὰ τὸ μέλλον.
§305Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὅταν θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, τότε θὰ συζητηθῶσι πάντα ταῦτα, ὅταν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως ἔργων. Ἀλλ’ ἐκεῖ πρόκειται περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ὅλης ὑπηρεσίας καὶ περὶ διαρρυθμίσεως καὶ ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ περὶ πάντων ἐκείνων τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα πολὺ ὀρθῶς ὑποδεικνύετε.
§306Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἁπλῶς ὑποδεικνύω. Θὰ ἤθελον ἀκόμη νὰ ἐρωτήσω καί τι ἄλλο. Αἱ μελέται τὰς ὁποίας βλέπω ἐδῶ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκεταί, διότι οὔτε αἱ αὐλακώσεις οὔτε αἱ διοχετεύσεις τῶν ὑδάτων εἶναι ἀρκεταί. Θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω· λαμβάνεται μέριμνα διὰ τὴν παροχέτευσιν τῶν ὑπογείων ὑδάτων; Διότι ἐκεῖ εἶναι ὁ μέγας κίνδυνος· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα, ἂν δὲν γίνῃ τοιοῦτό τι, ὅπως ἔγινεν ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ καὶ ἰδίως ἐν τῇ Οὐγγαρίᾳ, ὅπου ἔδωκε μεγάλα ἀποτελέσματα, καθόσον ἐκεῖ, καίτοι ἡ ἀποξήρανσις εἶχε τελειώσει, ἡ ἑλονοσία δὲν ἔπαυσεν, ἀπεδείχθη δ’ ὅτι τὸ αἴτιον ἦτο εἰς τὰ ὑπόγεια ὕδατα. Πρέπει λοιπὸν νὰ γίνῃ τοῦτο διὰ τῶν σωλήνων, ὥστε νὰ γίνῃ ἡ ἕλξις καὶ ἡ ἀπορρόφησις τῶν ὑπογείων ὑδάτων, ὅπως λείψῃ πᾶσα τροφὴ τῶν ἐπιβλαβῶν κωνώπων. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, κ. Βουλευταί, νὰ σᾶς ἀναφέρω ὀλίγα τινὰ σχετικῶς πρὸς τὰ ἕλη (ἀναγινώσκει ἐκ στατιστικοῦ πίνακος)· «Ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἐν ὅλῳ 639 ἕλη, ἐξ ὧν 165 εἶναι ἀπὸ 1–5 στρεμμάτων, 68 ἀπὸ 5–10 στρεμμάτων. Ἐκεῖνοι οἱ νομοὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰ ὀλιγώτερα ἕλη εἶναι ὁ τῆς Κεφαλληνίας, ὁ τῆς Ἄρτης καὶ ὁ τῶν Κυκλάδων, ὁ μόνος δὲ ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει κανὲν ἕλος εἶναι ὁ νομὸς Εὐρυτανίας. Ἀλλά, Κύριοι, ἂν οἱ τρεῖς ἀναφερόμενοι νομοὶ ἔχουσι τὰ ὀλιγώτερα ἕλη, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι διατρέχουσι καὶ τὸν ὀλιγώτερον κίνδυνον ἐκ τῆς ἑλονοσίας. Ὁ νομὸς λόγου χάριν τῶν Κυκλάδων ἔχει ἐν ὅλῳ ἕλη 195 στρεμμάτων μόνον, καὶ ὅμως ἡ ἑλονοσία μαστίζει τὰς Κυκλάδας. Διατί τοῦτο; Διότι τὰ ὑπάρχοντα ἕλη, ὡς τὸ ἕλος τῆς Σερίφου ἢ τὸ τῆς Νάξου ἢ τὸ ἕλος τῆς λίμνης εἶναι τοιαῦτα, ὥστε ἐξ αὐτῶν ὁ κίνδυνος νὰ εἶναι πολὺ μεγαλύτερος ἀπὸ ἄλλα μέρη, ὅπου ἡ ἔκτασις τῶν ἑλῶν εἶναι μεγαλυτέρα, ὁ κίνδυνος δ’ οὗτος γεννᾶται οὐχὶ ἐκ τῆς ἐκτάσεως τοῦ ἐδάφους, ἀλλ’ ἐκ τῶν διαφόρων ἀλλοιώσεων αὐτοῦ, ἐκ τῶν κοιλοτήτων αὐτοῦ, ὅπου γίνεται ἡ καλλιέργεια τῶν κωνώπων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠνάγκασε τὴν Ἰταλίαν εἰδικὸν νόμον νὰ κάμῃ περὶ αὐτοῦ. Τὰ ἕλη τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος κατέχουσιν ἔκτασιν 84–87 χιλιάδων ἑκταρίων. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω, ἐπαναλαμβάνω δ’ ὡς συμπέρασμα τῶν ὀλίγων τούτων λέξεών μου ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἰδίως ἡ προσοχὴ εἰς τὸ νὰ γίνῃ συστηματικὸν συνεργεῖον, εἰς τοῦτο δὲ πρέπει νὰ συμπράξῃ τὸ τμῆμα τὸ Μηχανικὸν μὲ τὸ τμῆμα τὸ Ὑγειονομικόν, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν εἶναι μόνον τὸ μηχανικὸν μέρος τὸ ὁποῖον δύναται νὰ καθορίσῃ τὰ ἕλη, ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνῃ καὶ στατιστικὴ τῆς θνησιμότητος ἑκάστου μέρους. Ἐπικροτῶ ἐντούτοις τὸ νομοσχέδιον, διότι ἀναγνωρίζει τὴν θεραπείαν ἀνάγκης ἐπιβαλλομένης ὑπὸ τῆς φιλανθρωπίας, ἀλλὰ καὶ διότι τοῦτο φέρει τὴν σφραγῖδα τὴν ἐκπολιτιστικὴν καὶ τὴν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν τάξεων.
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραχωρήσεως γηπέδου εἰς τὴν ἐπὶ τῆς ἐπιβλέψεως τῆς Ἐθνικῆς Πινακοθήκης Ἐπιτροπὴν πρὸς ἀνέγερσιν εἰδικοῦ κτιρίου». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§308ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ συναινῇ, παρακαλῶ νὰ ψηφισθῶσι τὰ ὑπ’ ἀριθ. 94 καὶ 95.
§309ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅπως προταχθῶσι τὰ ὑπ’ ἀριθ. 94 καὶ 95 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τῆς ἀνοικοδομήσεως τοῦ ἐμπρησθέντος τμήματος τῆς πόλεως Σερρῶν»). Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν κατ’ ἀρχὴν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 8 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Βασιλικοῦ Διατάγματος δι’ οὗ ἐνεκρίθησαν εἰδικοὶ προϋπολογισμοὶ τῆς ἀπαιτουμένης δαπάνης διὰ τὴν μεταφορὰν τοῦ νεκροταφείου τῶν Διαμαρτυρομένων εἰς τὸ Αʹ νεκροταφεῖον Ἀθηνῶν»). Οἱ βουλευταὶ κ. Ν. Ξηρός, Μ. Στελλάκης, Δ. Πετροπουλάκης, Α. Τ. Μπασιᾶς καὶ Α. Σακκελλαρίου ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 108 τοῦ ͵ΔΝΖʹ νόμου». Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ κλπ. περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Πανεπιστημίων καὶ περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου ἐγγραφῆς τῶν φοιτητῶν». Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 257 περὶ συστάσεως σώματος ἀεροπόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 240 περὶ διοικήσεως τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διδασκαλίας τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης ἐν Ὀθωμανικοῖς καὶ Ἰσραηλιτικοῖς σχολείοις τῶν νέων χωρῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως τῶν ἄρθρων 106, 107, 108 καὶ 109 τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 135 τῆς 25 Αὐγούστου 1911 νομοθετικοῦ Διατάγματος τῆς ἐν Κερκύρᾳ ἐκτελεστικῆς ἐπιτροπῆς» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἵππων ἀνηκόντων εἰς ἀξιωματικοὺς» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἱερέων τοῦ Β. Ναυτικοῦ» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς». Οἱ βουλευταὶ κ. Γεώργιος Βλάχος καὶ Πελοπίδας Ἀγγελίδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως διατάξεών τινων τοῦ νόμου ͵ΔΝΖʹ τοῦ 1912 περὶ συστάσεως δήμων καὶ κοινοτήτων». Οἱ βουλευταὶ κ. Π. Τσαλδάρης, Χ. Δικαῖος καὶ Παν. Φλέσσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ κλπ. περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Πανεπιστημίων καὶ περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου ἐγγραφῆς τῶν φοιτητῶν». Οἱ βουλευταὶ κ. Ἰ. Μπρισιμιτζάκης, Π. Λαγοπάτης καὶ Λ. Κουτσοπέταλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ͵ΓΣΚΑʹ τῆς 19 Ἰουνίου 1907 νόμου περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν καὶ δηαιρεσιῶν νόμου». Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Σπυρομήλιος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ κτλ. περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Πανεπιστημίων καὶ περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου ἐγγραφῆς τῶν φοιτητῶν». (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 1 τῆς νυκτός).