1914.11.20
2.095 στίχοι · 15.168 λέξεις · 224 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52
Τῆς 20ης Νοεμβρίου 1914.
(Πέμπτη, ὥρα 5.10′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς ἀπεβίωσεν πολύτιμος συνάδελφος ὁ Ἰωάννης Κοτίκας, Βουλευτὴς Τρικκάλων. Ἐξ ὀνόματος τῆς Βουλῆς κατέθηκα στέφανον ἐπὶ τῆς σοροῦ του καὶ συνελυπήθην τὴν οἰκογένειαν του· εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐγκρίνει τὴν ἐνέργειαν ταύτην τοῦ Προεδρείου.
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. Μάλιστα.
§3Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἡ οἰκογένεια τοῦ ἀποθανόντος συναδέλφου εὐχαριστεῖ τὴν Βουλὴν διὰ τὴν συμμετοχὴν αὐτῆς εἰς τὸ πένθος. Γνωρίζω ἐπίσης εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ πρόεδρος τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου τοῦ ναοῦ Ἅγιος Νικόλαος Καρουτῶν Η. Κατσαρέλης, παρακαλεῖ ὅπως τῷ δοθῇ ἱκανοποίησις διὰ τὰς ὕβρεις ἃς ὁ ταμιεύων Δωρίδος ἐκτοξεύει ἐν τοῖς καφενείοις ἐναντίον του· Ὁ Γεωργικὸς Σύλλογος τῆς ἐπαρχίας Φαρσάλων παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ ἐνοικιαστοῦ τῆς σπορᾶς ὡς ἀρνουμένου νὰ χορηγήσῃ τὴν ἀπαιτουμένην σποράν· Ἡ Ἕνωσις τῶν φοιτητῶν παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ ὑπόμνημα τῶν τεχνιτῶν ἀρβυλοποιῶν περὶ κατασκευῆς τῶν ἀρβύλων τοῦ Στρατοῦ· Οἱ φαρμακοποιοὶ Κρήτης παρακαλοῦσιν ὅπως διατηρηθῇ ὁ ἐκεῖ ἰσχύων περὶ φαρμακείων νόμος· Οἱ ἀκτήμονες ἀμπελουργοὶ Λιόπεσι καὶ Σπάτα παρακαλοῦσιν ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ νόμου
͵ΓΥΙΔʹ·
Ὁ ἐκ Καρδίτσης Στέργιος Σακκελλαρόπουλος παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τοῦ συνταξιούχου ἀνθυπασπιστοῦ Λάμπρου Παπαρχοντῆ· Ὁ δήμαρχος Σάμου διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπόλυσίν του· Ὁ δήμαρχος Βαθέος διαμαρτύρεται διὰ τὴν ἀπόλυσίν του· Ὁ Πολιτικὸς Σύλλογος Σερρῶν παρακαλεῖ ὅπως παύσῃ ἡ ψήφισις νομοσχεδίων ἀφορώντων τὴν Μακεδονίαν· Ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος Πόρτας Παζὰρ παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν πλημμύραν τοῦ ποταμοῦ Πορτιάτη· Ὁ λαὸς Θεσσαλονίκης παρακαλεῖ ὅπως παύσῃ ἡ ψήφισις νομοσχεδίων ἀφορώντων τὴν Μακεδονίαν· Οἱ καπνοπαραγωγοὶ Δράμας διαμαρτύρονται διὰ τὴν φορολογίαν τῶν καπνοφυτωρίων· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἁγίου Κωνσταντίνου παρακαλεῖ ὅπως μὴ παραχωρηθῶσιν αἱ θέσεις Μπουρτίτσα καὶ Βαθυρρεύματα εἰς τοὺς κληρονόμους τοῦ κτήματος Λογγοῦ· Ὁ Πρόεδρος τῆς Κοινότητος Πετροχωρίου παρακαλεῖ ὅπως ἀπομακρυνθῶσι τοῦ χωρίου του οἱ πάσχοντες ἐκ λέπρας· Ὁ λαὸς Γιαννιτσῶν παρακαλεῖ ὅπως τιμωρηθῶσιν οἱ ἐκμεταλλευταὶ τῶν σιτηρῶν· Οἱ κλητῆρες τῆς Ἐθνικῆς Βιβλιοθήκης παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς οἰκονομικῆς βελτιώσεως τῆς θέσεώς των· Οἱ φαρμακοποιοὶ Κορίνθου παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου φαρμακευτικῆς Ἑταιρείας· Ὁ ἐν Πλατάνῳ τῆς Ναυπακτίας Σύλλογος ἡ «Πρόοδος» παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ φροντὶς διὰ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ χωρίου του· Οἱ φαρμακοποιοὶ Βόλου παρακαλοῦσιν ὅπως προστατευθῶσιν· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ζαγορίου παρακαλοῦσιν ὅπως βελτιωθῇ ἡ θέσις των· Οἱ κάτοικοι Τρικκάλων παρακαλοῦσιν ὅπως συμπληρωθῇ τὸ προσωπικὸν τοῦ ἐκεῖ ἑλληνικοῦ Σχολείου· Αἱ διάφοροι κοινότητες περὶ τὸ Σόροβιτς παρακαλοῦσιν ὅπως κανονισθῇ ἡ τιμὴ τῆς δεκάτης τῶν σταφυλῶν· Ἡ κοινότης Μελιγαλᾶ παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ἡ πρότασις νόμου περὶ ὑδρεύσεως τῆς πρωτευούσης τῆς Κοινότητός των· Ὁ ἐκ Λέσβου Γεώργιος Καραπαναγιώτης παρακαλεῖ ὅπως ἐκτελεσθῇ ἡ ὑπουργικὴ ὑπόσχεσις περὶ ἐπιδείξεως ἐπισήμων ἐγγράφων σχετικῶν πρὸς τὴν ἐκ Τουρκίας ψευδαπέλασίν του· Ὁ Γεώργιος Πιτσάλης καὶ Νικόλαος Γερασίμου ἐκ Χίου παρακαλοῦσιν ὅπως τοῖς καταβληθῶσι τὸ ἀντίτιμον τῶν ἐπιταχθέντων ἡμιόνων των· Ὁ δήμαρχος Πατρέων διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ταχυδρομικῶν δεμάτων· Οἱ ὑποδηματοεργάται Σύρου παρακαλοῦσιν ὅπως δίδηται εἰς αὐτοὺς ἡ ἐργασία τοῦ Δημοσίου· Οἱ κάτοικοι τῶν κοινοτήτων τῆς χερσονήσου Μεθάνων παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ γίνῃ οὐδετέρα ἡ ἐκεῖ μονὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου· Ὁ Σύνδεσμος τῶν πεδιλοποιῶν καὶ οἱ σαγματοποιοὶ Ἀθηνῶν–Πειραιῶς παρακαλοῦσιν ὅπως δίδηται εἰς αὐτοὺς ἡ ἐργασία τοῦ Δημοσίου· Ὁ Σύνδεσμος τῶν τεχνιτῶν ἀρβυλοποιῶν Ἀθηνῶν– Πειραιῶς ὑποβάλλει ὑπόμνημα περὶ τῆς ἐργασίας του· Παρακαλεῖται ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν Πρακτικῶν τῆς τελευταίας συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικά). Ἐπίσης παρακαλῶ ν’ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Γραμματεὺς τὰ Πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως τῆς λυθείσης ἐλλείψει ἀπαρτίας. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικά).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καρπενησίου.
§5Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι Καρπενησίου διὰ τηλεγραφικῆς των ἀναφορᾶς παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν ὅπως διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τῆς ὁδοῦ Καρπενησίου–Λαγίας, ἥτις συνεπείᾳ τῶν βροχῶν κατεστράφη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν μᾶς ἐπληροφόρησεν ὅτι διετάχθη ὁ μηχανικὸς ὅπως μεταβῇ πρὸς περαίωσιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως ἐπαναλάβῃ τὴν δήλωσίν του ἵνα ἐπισημότερον πληροφορηθῶσιν οἱ κάτοικοι καὶ ἐφησυχάσωσι.
§6Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Δηλῶ ὅτι διετάχθη ὁ μηχανικὸς ὅπως μεταβῇ ἐπὶ τόπου διὰ τὴν ταχεῖαν ἐπισκευήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Δελμοῦζος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοδιδασκάλων Φθιώτιδος, Φωκίδος, Λοκρίδος καὶ Εὐρυτανίας.
§8Ι. ΔΕΛΜΟΥΖΟΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ παρακαλῶ προσέτι, ὅπως ληφθῇ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἀπευθύνει πρὸς τὸν κ. ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργὸν τὸ ἐρώτημα, ἂν δὲν κρίνῃ ἐπιτακτικὴν καὶ ἐπείγουσαν τὴν προέκτασιν τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ Σπάρτης–Μονεμβασίας ἀπὸ Σκάλας ἢ Στεφανιᾶς τέως δήμου Τρινάσου διὰ Σελινίτσης μέχρι Γυθείου, ὅπως ἐξυπηρετήσῃ σπουδαίως τὴν πολυσχιδῆ κίνησιν τῶν δήμων Ζάρακος, Γερονθρῶν, Ἕλους, Τρινάσου πρὸς τὴν ἀγορὰν Γυθείου».
§10Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρόκειται, κ. Πρόεδρε, περὶ μικρᾶς δαπάνης, ἥτις εἶναι ἐπιτακτικῶς ἀναγκαία, καθόσον εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς ἡ συγκοινωνοῦσα μετὰ πληθὺν δήμων παραγωγικῶν μὴ δυναμένων ἄλλως νὰ μεταφέρωσι τὰ προϊόντά των. Παρακαλῶ ν’ ἀποσταλῇ ὁ μηχανικὸς ἐπὶ τόπου καὶ μελετήσῃ τὸ ζήτημα.
§11Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Λαμβάνω ὑπὸ σημείωσιν τὸ πρᾶγμα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Ἰωαννίνοις κηροποιῶν.
§13ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Οἱ ἐν Ἰωαννίνοις κηροποιοὶ πληροφορηθέντες περὶ τῆς ἐπικειμένης ψηφίσεως τοῦ μονοπωλίου τοῦ κηροῦ, παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως μὴ προβῇ εἰς τὸ καταστρεπτικὸν αὐτὸ μέτρον. Παρακαλῶ τοὺς δύο ἁρμοδίους Ὑπουργοὺς πρὶν ἢ προβῶσι εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ σχεδίου των μελετήσωσι τὸ πρᾶγμα, διότι οὐδεμία ὠφέλεια θέλει προκύψει εἰς τὸ Δημόσιον, θέλει δὲ καταστρέψει τοὺς κηροποιούς.
§14ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Καρᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Σηλατένης.
§16Χ. ΚΑΡΑΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Σηλατένης αἰτοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ξύλευσις ἐκ τῆς δασικῆς περιφερείας Καλαμπάκας. Εἶναι τόσον δικαία ἡ αἴτησις, ὥστε εἶμαι βέβαιος ὅτι θὰ συμφωνήσῃ ἀμέσως ὡς ἀναγνώσῃ τὴν ἀναφορὰν ταύτην ὁ κ. Ὑπουργός.
§17Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δώσατέ μού την, θὰ τὴν λάβω ὑπ’ ὄψιν μου.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§19Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Κωνσταντίνου Ἀνδανίας παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως διατάξῃ τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ συγκοινωνίας μετὰ τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ Κάτω Κούρταγα, ἀπέχοντος 3 χιλιόμετρα μόνον. Τὸ χωρίον τοῦτο, κ. Ὑπουργέ, στερεῖται πάσης συγκοινωνίας, τὸν χειμῶνα δὲ ὅταν πλημμυρῇ ὁ ποταμὸς εἶναι ἀπελπιστικὴ ἡ θέσις του.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ἂν δὲν θεωρῇ δικαίαν τὴν αἴτησιν τῆς κοινότητος τῶν Νιατῶν τέως δήμου Ἕλους δι’ ἧς αἰτεῖται τὴν ἀπὸ τοῦ χωρίου Νιατῶν προέκτασιν ἁμαξιτῆς ὁδοῦ μέχρι τῆς ὁδοῦ Σπάρτης–Μονεμβασίας, ἣν διὰ προσωπικῆς ἐργασίας κατεσκεύασαν οἱ κάτοικοι, ἐλλειπούσης μόνον διαρρυθμίσεως τῶν στροφῶν καὶ κλίσεων, ὑπὸ τοῦ οἰκείου Μηχανικοῦ, ἀφ’ οὗ ἡ κατὰ τὸ ἔτος 1905 ἢ 1906 γενομένη μελέτη, τὸ σχεδιάγραμμα καὶ ὁ προϋπολογισμὸς δὲν ἀνευρίσκονται καὶ δὲν ἐξετελέσθησαν».
§21Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἡ αἴτησις τῆς κοινότητος ταύτης εἶναι δικαιοτάτη. Τὴν ἀπέστειλα πρὸς τὸν ἁρμόδιον νομομηχανικὸν πρὸς ἐνέργειαν, ἀφοῦ μάλιστα τὸ Δημόσιον δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ διὰ δαπάνης.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν θὰ κατασκευασθῇ ἡ ὁδὸς Καλαμπάκας–Ἰωαννίνων, τῆς ὁποίας μέρος ἔχει ἐκτελεσθῆ πρὸ τοῦ πολέμου. Ἐπίσης ἐρωτᾷ ἂν θὰ διατάξῃ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ Τσιοτίου–Ἐλασσῶνος, τῆς ὁποίας ἐπίσης ἡ κατασκευὴ ἤρξατο πρὸ τοῦ πολέμου».
§23Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Λίαν προσεχῶς θὰ ἐκτελεσθῶσιν αἱ ὁδοὶ αὗται.
§24Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Καὶ κατὰ παρελθόντα ἔτη ἡ Κυβέρνησις ἀνεγνώρισε τὴν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς καὶ ἀποπερατώσεως τῶν ὁδῶν τούτων. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπισπευσθῶσι. Πότε θὰ γίνωσιν; Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ περιμένωσιν ἕνα αἰῶνα;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθν. Οἰκονομίας τίνα μέτρα ἔλαβεν ἐπὶ προηγουμένου ἐρωτήματός του περὶ ἀπαγορεύσεως μεταφορᾶς καυσοξύλων εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς ἐπαρχίας Καρδίτσης, καθόσον πληροφορεῖται ἀμείλικτον καταδίωξιν τῶν ὀργάνων κατὰ παντὸς μεταφέροντος καυσόξυλα».
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοι ὑποβάλητε ὡρισμένα περιστατικὰ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων νὰ διατάξω μίαν ἀνάκρισιν καὶ τιμωρήσω.
§27Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ μεμονομένων μέτρων τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι τὰ ἐκεῖ ὄργανα. Οἱ κάτοικοι ἀγοράζουσι ξύλα καὶ τὰ φορτώνουν διὰ νὰ τὰ μεταφέρουν, αὐτοὶ δὲν ἔχουν ἄδειαν, διότι τ’ ἀγοράζουν ἀπὸ τὸν πωλήσαντα αὐτὰ ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν σχετικὴν ἄδειαν τῆς ἐκκοπῆς. Λοιπὸν αὐτὰ τὰ ξύλα τὰ κατάσχουν.
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πολὺ καλά. Νὰ μοι ἀναφέρητε ὡρισμένα περιστατικὰ διὰ νὰ γνωρίζω ποίους νὰ τιμωρήσω.
§29Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον δι’ ἑνὸς τηλεγραφήματός του νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν δασάρχην νὰ βεβαιώσῃ ἂν ὄντως τὰ καταγγελλόμενα ἔχονται ἀληθείας. Μὴ ἀμφιβάλλητε, κ. Ὑπουργέ, ὅτι γενικῶς τὰ ἐκεῖ ὄργανα δὲν ἐπιτρέπουν τὰ ἐν τῇ πόλει Καρδίτσης ἀγοραζόμενα καυσόξυλα νὰ τὰ μεταφέρωσιν εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Θεσσαλίας.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Χριστόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἀπεφασίσθη ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Διμηνίου Σικυῶνος περὶ συστάσεως σχολείου ἀρρένων, ὑπὲρ ἧς ἐγνωμοδότησεν καὶ ὁ ἁρμόδιος ἐπιθεωρητής».
§31Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐπειδὴ μέχρι τοῦδε δὲν ὑπεβλήθη αἴτησις τῶν κατοίκων Διμηνιοῦ περὶ συστάσεως σχολείου ἐν Διμηνιῷ ἐζητήσαμεν σχετικὰς πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ἐπιθεωρητοῦ.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σπυρομήλιος «παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, πόσα δημόσια κτίρια περιῆλθον εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ νὰ ὑποβάλωσι λεπτομερῆ κατάλογον αὐτῶν, περιέχοντα τὴν χρησιμοποίησιν ἑνὸς ἑκάστου διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῶν διαφόρων δημοσίων ὑπηρεσιῶν».
§33ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐζήτησα τὰς πληροφορίας αὐτάς, ἐλπίζω δ’ ὅτι μετὰ ἕξ ἡμέρας θὰ εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν πότε σκέπτεται νὰ συμπληρώσῃ τὰς κενὰς θέσεις τῶν Καθηγητῶν τοῦ Γυμνασίου Καρδίτσης, καθ’ ὅσον εἶναι κεναὶ αἱ θέσεις τῶν Γαλλικῶν καὶ θρησκευτικῶν».
§35Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐλήφθη παρὰ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου πρόνοια περὶ συμπληρώσεως ἀμφοτέρων τῶν κενῶν θέσεων τοῦ Γυμνασίου Καρδίτσης. Ἑτοιμάζεται Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου πληροῦνται ὅλαι αἱ θέσεις.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν οἱ μονιμοποιηθέντες ἔφεδροι ὑπαξιωματικοὶ θὰ προαχθῶσιν ὅταν μετὰ τοὺς μονίμους ὑπαξιωματικοὺς ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς προαγωγῆς των ἢ θ’ ἀπαιτηθῇ νὰ ἔχωσιν ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας καὶ πόσον».
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐὰν εἶναι καλοὶ βεβαίως θὰ προαχθῶσι.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτὴς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτηται νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθὲν ἄλλοτε ὡς μηχανικοῦ τοῦ ἐλέγχου τῶν σιδηροδρόμων περὶ κατασκευῆς κοινοῦ σταθμοῦ τοῦ Θεσσαλικοῦ καὶ τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων εἰς Δεμερλί, καὶ ἰσοπεδώσεως τῆς γραμμῆς τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων πρὸς τὴν τοῦ Θεσσαλικοῦ».
§39Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Γίνεται ἤδη ἡ ὁριστικὴ μελέτη.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰ. Μπρισιμιτζάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας τίνα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ κατὰ τοῦ δημοδιδασκάλου Αἰγίνης Νικ. Γρηγοροπούλου, ὁ ὁποῖος διὰ τῆς ἀτασθάλου διαγωγῆς του καθ’ ἑκάστην δημιουργεῖ σκηνὰς ἥκιστα ἐποικοδομητικὰς διὰ τὴν μόρφωσιν καὶ διαπαιδαγώγησιν τῶν μαθητῶν, καὶ ὅστις ἀποθρασυνθεὶς ἐκ τῆς ἀτιμωρησίας, τὴν 31ην Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ. ἐπετέθη καὶ κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ σχολείου Ἀντ. Πελεκάνου, ὃν ἐκακοποίησεν ἐνώπιον τῶν μαθητῶν κατὰ τὴν ὥραν τῆς παραδόσεως, δι’ ὃ καὶ ὑπέβαλεν οὗτος ἁρμοδίως διὰ τοῦ Ὑπουργείου τὴν ἀπὸ 5ης Νοεμβρίου 1914 μήνυσιν».
§41Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὴν ὑπὸ τοῦ Α. Πελεκάνου ὑποβληθεῖσαν ἡμῖν ἀναφορὰν κατὰ τοῦ Νικ. Γρηγοροπούλου διεβιβάσαμεν διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 33696 ἐν. ἔτους ἡμετέρου ἐγγράφου πρὸς τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δημοτικῶν σχολείων Πειραιῶς καὶ διετάξαμεν αὐτὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§42Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Συνιστῶ καὶ πάλιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως προβῇ εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐν λόγῳ διδασκάλου, καθόσον ἡ ἀτιμωρησία ἥτις ἐπικρατεῖ εἰς τοὺς παραβαίνοντας τὰ καθήκοντά των δημοδιδασκάλους ἀπεθράσυνεν αὐτούς.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χ. Καρᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί οἱ κατὰ τὴν 17ην Σεπτεμβρίου 1912 κληθέντες διὰ τὴν τελωνοφυλακὴν 80 περίπου, οἵτινες, λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως, δὲν προσῆλθον ἐπιστρατευθέντες, ἀπολυθέντες δὲ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ, δὲν προσεκλήθησαν καὶ τίνα μέτρα θέλει λάβει ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ προσγενομένου αὐτοῖς ἀδικήματος».
§44Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου λαμβάνεται μέριμνα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Τρικούπης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατί μέχρι σήμερον τὸ ἑλληνικὸν σχολεῖον Γαβαλοῦς τῆς Μακρυνείας, ἐν ᾧ φοιτῶσιν ἄνω τῶν 120 μαθητῶν, μένει ἄνευ ἑλληνοδιδασκάλου, τοῦ σχολάρχου μόνου ἀδυνατοῦντος νὰ ἐκπληρώσῃ τοὺς ἀπουσιάζοντας δύο ἑλληνοδιδασκάλους».
§46Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀντὶ τοῦ μὴ μεταβάντος εἰς τὴν θέσιν του ἐν Γαβαλοῦ ἑλληνοδιδασκάλου Θ. Ζέρβα ἐλήφθη πρόνοια παρὰ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου περὶ διορισμοῦ ἑτέρου. Ὁ τρίτος ἑλληνοδιδάσκαλος Γουβέλης, ἂν μὴ μεταβῇ ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας εἰς τὴν θέσιν του, θ’ ἀπολυθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ὅπερ εἶναι ἁρμόδιον καὶ νὰ διορίσῃ τὸν ἀντικαταστάτην του.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί δὲν προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπασπιστοῦ ὁ ἐπιλοχίας τοῦ 4ου εὐζωνικοῦ τάγματος Κωνσταντῖνος Γρηγ. Γεωργίου, ἀφοῦ ἐτραυματίσθη καὶ ἔχασε τὸν ὀφθαλμόν».
§48Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ ἔχασε τὸν ἕνα ὀφθαλμόν, εἶναι ἀνίκανος πρὸς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν, θὰ λάβῃ δὲ τὴν ἀνάλογον σύνταξιν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς θεραπείαν τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ ἀριθμοῦ τῶν εἰρηνοδικῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ γραφείου τοῦ Εἰρηνοδικείου τούτου ὡς καὶ τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ μισθολογίου».
§50Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Εἶναι λίαν ἐπαρκὴς ὁ ἀριθμὸς τῶν τριῶν εἰρηνοδικῶν διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς ἐργασίας. Κατὰ τὴν ἄρσιν τοῦ δικαιοστασίου ἀληθῶς ἐπῆλθε συσσώρευσις ἐργασίας, ἀλλὰ διὰ τὴν κανονικὴν ἐργασίαν εἶναι ἐπαρκεῖς οἱ τρεῖς εἰρηνοδίκαι.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Οἱ κ. Δ. Χατζηγιάννης καὶ Α. Θανόπουλος «συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ ταχείας ἐπισκευῆς τῆς ἁμαξιτοῦ ὁδοῦ Φαρσάλων–Δεμερλί, δι’ ἧς ὁλόκληρος ἡ ἐπαρχία Φαρσάλων ἐπικοινωνεῖ μετὰ τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Ἀθηνῶν– Λαρίσης».
§52Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Διεβιβάσθησαν σχετικαὶ διαταγαὶ πρὸς τὸν νομομηχανικόν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Κοπανίτσα «παρακαλοῦντος τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας ὁδηγίας δι’ ἐγκυκλίου του πρὸς τοὺς νομάρχας περὶ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 12 τοῦ περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων νόμου παραχωρηθεισῶν εἰς τὴν κυριότητα καὶ νομὴν ἑκάστης κοινότητης βοσκησίμων γαιῶν πρὸς πρόληψιν καταπιέσεων ἐκ μέρους τῶν κοινοτικῶν συμβουλίων ἀσκουμένων κατὰ τῶν κτηνοτρόφων ἐκ παρερμηνείας τῆς διατάξεως ταύτης». Οἱ κύριοι Κ. Λομβάρδος καὶ Ν. Μουζάκης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ πρόνοιαν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῆς ἐθνικῆς ὁδοῦ Ζακύνθου–Βολιμῶν, ἥτις πρὸ τριακονταετίας ἀρχίσασα ἔμεινεν ἔκτοτε ἡμιτελής, ὑπολειπομένου τμήματος 6–7 χιλιομέτρων, καὶ ἐνῷ ἐδαπανήθησαν πλέον τῶν 100,000 δραχμῶν παραμένει σχεδὸν ἄχρηστος πρὸς μεγίστην ζημίαν τῶν πολλῶν ὀρεινῶν χωρίων τῶν συγκοινωνούντων διὰ τῆς ὁδοῦ ἐκείνης, ἥτις ἀποτελεῖ ζήτημα ζωτικὸν δι’ αὐτά».
§54Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διετάχθη ὁ νομομηχανικὸς νὰ ὑποβάλῃ τὴν πρὸ πολλοῦ διαταχθεῖσαν μελέτην.
§55Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι ἡ μελέτη αὕτη εὑρίσκεται ἐν τῷ Ἀρχείῳ τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἔχει γίνει ἡ μελέτη καὶ ὑφίσταται ἀπὸ ἐτῶν, πολλάκις δὲ ἐν τοῖς ὑποβαλλομένοις νομοσχεδίοις ἀνεγράφη τὸ ἀναγκαιοῦν ποσὸν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ὁδοῦ ταύτης, τὰ ὁποῖα ὅμως ἐλλείψει χρόνου δὲν ἠδυνήθημεν νὰ συζητήσωμεν. Ὁπωσδήποτε πρόκειται περὶ μικροῦ τμήματος μεγάλης ὁδοῦ, ἥτις καθίσταται σχεδὸν ἄχρηστος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ περιλάβῃ τὴν ἀναγκαίαν πίστωσιν πρὸς περάτωσιν τοῦ ἔργου τούτου.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Μουζάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τῆς ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ Ζακύνθου–Κρυονερίου, ἥτις ἀπὸ τριετίας ἔχουσα νὰ ἐπισκευασθῇ κατέστη ὡς ἐκ τῶν τελευταίων ἀφθόνων βροχῶν ἐντελῶς ἀδιάβατος εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχῃ διακοπῆ ἤδη πᾶσα δι’ αὐτῆς συγκοινωνία».
§57Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐνηργήθη δημοπρασία.
§58Ν. ΜΟΥΖΑΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ φροντίσητε ὅ,τι δυνατόν.
§59Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ ἐξεταστικὴ τῶν πραγμάτων Ἐπιτροπὴ κατὰ τῶν Ἑταιρειῶν Ἀεριόφωτος καὶ Ἠλεκτρικῆς ἐκ τῆς πορείας τῶν ἀνακρίσεων τὰς ὁποίας ἐνεργεῖ προβλέπει ἀναγκαιοτάτην μίαν μικρὰν παράτασιν, τοὐλάχιστον δεκαήμερον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ πρότασις.
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δέχεται καὶ χορηγεῖ παράτασιν δέκα ἡμερῶν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας (Ψηφίζονται: 1) τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ ταμείου ἀμύνης τῆς οἰνοπαραγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος»· 2) τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας»).
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Διὰ τοὺς ἀντεπιτρόπους εἶχεν ὁρισθῇ ὅπως εἶναι βʹ ἢ γʹ τάξεως. Τοῦτο παρελείφθη καὶ πρέπει νὰ προστεθῇ «δευτέρας ἢ τρίτης τάξεως». Προσθέτω τὴν διάταξιν αὐτὴν καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν τροπολογιῶν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ «Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§65Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δημοσίου Ἀσφαλείας νὰ τεθῇ. Εἶναι λάθος τυπογραφικόν.
§66Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου ἔχω νὰ ἐπαναλάβω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ ἐρώτημα τὸ ὁποῖον ἔκαμον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Ποία Ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν καθισταμένων διὰ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχει δικαιοδοσίαν οἰκονομικήν; Καὶ ἐν πρώτοις ἓν οἱονδήποτε νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ σχετίζηται πρὸς τὴν διάθεσιν δημοσίων χρημάτων, τὸ ὁποῖον θὰ σχετίζηται πρὸς τὴν ὀργάνωσιν τὴν ἐφοριακὴν τῆς λογιστικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς ἐκτιμητικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, διότι λείπει παντελῶς ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ποίας Ἐπιτροπῆς τὴν δικαιοδοσίαν ἀνήκει; Ἐὰν δὲν θέλητε νὰ καταστήσητε Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, τοὐλάχιστον πρέπει νὰ ὑπαγάγητε ταύτην εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἄλλως δὲν δύναται νὰ ὑπαχθῇ εἰς καμμίαν, διότι ἡ ὑπηρεσία τῆς διαθέσεως τῶν δημοσίων χρημάτων δὲν ὑπάγεται οὔτε εἰς τοὺς ἀμέσους οὔτε εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους· ἡ ὑπηρεσία τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου ἐπίσης· οἱ προϋπολογισμοὶ καὶ οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ Κράτους δὲν εἶναι εἰς τὸ Γενικὸν Λογιστήριον, ἀλλ’ εἶναι οἱ λογαριασμοί. Λοιπὸν ἢ πρέπει νὰ προσθέσητε εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς τὰς ὁποίας ἔχετε τοὺς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους φόρους ἢ θὰ καταστήσητε Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἐν τῇ ὁποίᾳ περιλαμβάνεται τὸ πᾶν.
§67Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὑπάρχει κατωτέρω διάταξις διὰ τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Πρόεδρον νὰ καθιστᾷ οἱανδήποτε Ἐπιτροπὴν εἰς ἣν νὰ παραπέμπωνται τὰ νομοσχέδια. Ἂν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ τοῦ κειμένου ὑπάρχῃ Ἐπιτροπή, ἐκεῖ θὰ σταλῇ. Ἐὰν τοῦτο δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ κωλῦον διὰ νὰ εἰσαχθῇ εἰς ἄλλην Ἐπιτροπήν.
§68Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς λέγει βεβαίως εἶναι ὀρθά, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ἑκάστοτε τὸ δικαίωμα νὰ καθιστᾷ οἱανδήποτε Ἐπιτροπήν, ἀναλόγως τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων, ἱκανήν. Ἀλλ’ ἡ ἔννοια τῶν Ἐπιτροπῶν τὰς ὁποίας καθιστᾷ ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς εἶναι μόνον Ἐπιτροπαὶ αἱ ὁποῖαι ἀσχολοῦνται εἰς τὰ κανονικὰ ζητήματα τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλή, ὡς ἔχει δικαίωμα νὰ ψηφίζῃ Κανονισμὸν ἑκάστοτε, ἔχει δικαίωμα καὶ νὰ μεταβάλλῃ τὰς Ἐπιτροπὰς· ἐνδείκνυται ὅμως διὰ τῶν Ἐπιτροπῶν τῶν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ὅτι ταῦτα εἶναι τὰ ἔργα τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Λοιπὸν μέχρι τοῦδε ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς λειτουργήσας ἐπὶ ἔτη συναπτά, ἴσως πεντήκοντα, εἶχε τὴν πρόνοιαν διὰ πάντα τὰ θέματα τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Σήμερον ἡ πρόνοια αὕτη ἀφαιρεῖται δι’ ὡρισμένας λειτουργίας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας. Ἀκούσατε. Ἀφαιρεῖ κεφαλαιώδεις ὑπηρεσίας, οἷα εἶναι ἡ ταμειακὴ ὑπηρεσία καὶ πᾶσα ἄλλη τοῦ κλάδου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν. Ἐρωτῶ· διὰ ποῖον λόγον δὲν ἀφήνετε τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, ἡ ὁποία περιλαμβάνει πάντα ταῦτα ἀλλὰ δημιουργεῖτε Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων καὶ οὕτως ἐξαιρεῖτε τὰ ¾ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν; Θὰ ἦτο ὀρθόν, ἂν ἠθέλετε ὑπαγάγει τὰ τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ, διὰ νὰ καταστήσητε μίαν Ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ τώρα ἀφαιρεῖτε πάσας τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας ἀφήνετε εἰς τὸν ἀέρα. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἐπιμένετε.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εἶναι πλήρεις. Θὰ προέτεινον μίαν λύσιν, ἂν εἶναι σύμφωνος καὶ πρὸς τὰς σκέψεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς, νὰ ἔχωμεν τόσας Ἐπιτροπὰς ὅσα εἶναι καὶ τὰ Ὑπουργεῖα γενικῶς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νομίζει καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος ὅτι πρέπει νὰ κανονίσωμεν καὶ ἄλλας εἰδικὰς διὰ τοῦ Κανονισμοῦ Ἐπιτροπὰς νὰ τὰς κανονίσωμεν καὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις τὴν σύστασιν ἐκτάκτων Ἐπιτροπῶν. Ἂν αὐτὸ τὸ σύστημα ἀκολουθήσωμεν, νομίζω ὅτι τότε ζητήματα δὲν θὰ γεννῶνται, νὰ ἔχωμεν πάσας τὰς τακτικὰς Ἐπιτροπὰς πάντων τῶν Ὑπουργείων καὶ νὰ κρατήσωμεν ὅσας νομίζομεν ὅτι πρέπει νὰ κρατήσωμεν, νὰ κρατήσωμεν διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν μίαν, καὶ ὄχι τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων. Νομίζω ὅτι, ἂν καταστήσωμεν οὕτω πως τὰς Ἐπιτροπὰς, λύεται καὶ τὸ ἰδικόν σας ζήτημα καὶ τοῦ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συναδέλφου. Νομίζω λοιπόν, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ κανονίσωμεν τόσας Ἐπιτροπὰς ὅσα εἶναι καὶ τὰ Ὑπουργεῖα, ὅπως δὲ παρετήρησεν ὁ κ. συνάδελφος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ὑπάρχουσι θέματα τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ὑπαγάγητε εἰς αὐτάς, θ’ ἀποφεύγωμεν δὲ πάντα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν, ἂν ἀκολουθήσωμεν τοῦτο τὸ σύστημα.
§70ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ διαίρεσις τῶν Ἐπιτροπῶν δέον νὰ γίνῃ καθ’ ὑπηρεσίας, ἐλησμονήθη δ’ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 ἢ 7 νὰ τεθῇ ὑπηρεσία δημοσίας ἀντιλήψεως· ἑπομένως πρέπει νὰ προστεθῇ καὶ ἡ δημοσία ἀντίληψις.
§71Κ. ΑΡΓ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λογικωτάτη καὶ σοβαρωτάτη εἶναι ἡ γενομένη συζήτησις περὶ Ἐπιτροπῶν. Νομίζω ὅμως ὅτι στερεῖται πρακτικῆς σημασίας, διότι δυστυχῶς πρέπει νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι παρ’ ἡμῖν αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν λειτουργοῦσιν, ἂν δὲ αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν λειτουργοῦσι τοῦτο δὲν προέρχεται ἐξ ὑπαιτιότητος τῶν ἀποτελούντων μελῶν τὰς Ἐπιτροπὰς. Μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἀνέγνωσα ἔν τινι ἐφημερίδι ἐπικρίσεις κατὰ τῆς ἀμελείας καὶ ῥαθυμίας τῶν Βουλευτῶν, ὅτι δὲν προσέρχονται εἰς τὰς συνεδριάσεις καὶ οὕτω ματαιοῦται τὸ ἔργον τῶν Ἐπιτροπῶν. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μέλος Ἐπιτροπῆς σπουδαιοτέρας καὶ πάντοτε καὶ κατὰ τὰς στιγμὰς ταύτας, ὅτε πρόκειται νὰ συζητηθῇ ὁ Προϋπολογισμός, εἶμαι μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ καὶ οὐδεμίαν ἔλαβον πρόσκλησιν διὰ νὰ παραστῶ εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς Ἐπιτροπῆς· ἦλθον εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς, διότι ἐνόμισα ὅτι πρόκειται περὶ παραλείψεώς τινος ὅσον ἀφορᾶ εἰς τὴν ἰδικήν μου πρόσκλησιν καὶ παρεπονέθην, διότι δὲν μοὶ ἔστειλαν πρόσκλησιν καὶ ἔλαβον τὴν πληροφορίαν ὅτι ἅπαξ ἐκλήθη ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸ τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἔκτοτε δὲ οὐδέποτε ἐκλήθη εἰς συνεδρίασιν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἦσαν ἕτοιμοι οἱ Εἰσηγηταί.
§73Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅτε δὲ τοιαύτη εἶναι ἡ ἐργασία τῶν Ἐπιτροπῶν νομίζω ὅτι εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία νὰ συζητῶμεν ἂν πρέπει νὰ εἶναι 9 ἢ 12 Ἐπιτροπαί, ἂν πρέπει νὰ εἶναι εἰδικαὶ δι’ ἕκαστον κλάδον ἤ, προκειμένου περὶ εἰδικῶν νομοσχεδίων, νὰ προκαλῆται ἑκάστοτε ὁ διορισμὸς εἰδικῶν Ἐπιτροπῶν.
§74ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁμολογῶ ὅτι αἱ Ἐπιτροπαὶ δὲν διεκρίθησαν ἐπὶ ἀργίᾳ· ἐσχάτως τὸ ἀντίθετον συμβαίνει· ἐργάζονται καὶ ἐπὶ πλέον ἀκόμη. Ἐπὶ 18 νομοσχεδίων ὑπεβλήθησαν 18 ἐκθέσεις.
§75Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρατηρῶ ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. ἐκ Κεφαλληνίας συναδέλφου ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν ἑκάστοτε νὰ γίνωνται παραστάσεις ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν. Βεβαίως τὰ τῶν ἐργασιῶν τῶν Ἐπιτροπῶν ἔχουσιν ἐκπέσει, διότι αἱ προτάσεις τῶν Ἐπιτροπῶν δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν. Εἰς τοῦτο δὲν δίδω τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι οἱ Ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι εἰσηγοῦνται τὰ νομοσχέδια, τὰ εἰσηγοῦνται ὡς γνώμας ἰδικάς των, πρέπει δὲ οἱ ἴδιοι Βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι μετέχουσι τῶν Ἐπιτροπῶν ν’ ἀναγνωρίζωσι τὸ ὕψος τῆς ἐντολῆς ἡ ὁποία ἀνατίθεται εἰς αὐτοὺς καὶ νὰ ἔχωσι τὸ θάρρος νὰ ὑποστηρίζωσι τὰς ἰδικάς των.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3).
§77Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 2.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη τὸ ἄρθρον 2.
§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ τρέχετε.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ὁμιλῆτε μὲ τὸν κ. Τσαλδάρην, δὲν δύνασθε νὰ παρακολουθήσητε.
§81Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς....
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ παρακολουθῆτε τὰς συζητήσεις.
§83Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Παρακολουθοῦμεν. Ἐπὶ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 2 ἔχω τροποποίησιν ἡ ὁποία νομίζω ὅτι διορθοῖ τὰς πλειονοψηφίας τῶν Ἐπιτροπῶν.
§84Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἐὰν εἶναι ὀλιγώτεροι ἀπὸ πέντε;
§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Οὐδέποτε καταρτίζεται Ἐπιτροπὴ πενταμελής· ἡ ἱστορία τοὐλάχιστον ἡ κοινοβουλευτικὴ αὐτὸ διδάσκει.
§86Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Καὶ ἐπὶ τῶν ἓξ 5 πρέπει νὰ εἶναι;
§87Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως, ἀφοῦ θὰ εἶναι 6.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Στράτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3 καὶ 4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§89Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, κ. Πρόεδρε, προκειμένου περὶ νόμου νὰ ψηφίζωμεν χωρὶς νὰ εἶναι ἐγγεγραμμένον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§91Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ δεχθῇ μίαν προσθήκην περὶ τῶν Πρακτικῶν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἕνεκα τῆς κακῆς ἀκουστικῆς τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀκούωσι καὶ νὰ παρακολουθῶσιν οἱ πρακτικογράφοι τῶν ἐφημερίδων καὶ τοιουτοτρόπως τὰ γραφόμενα δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ συνδυασμός τις διὰ πολυγράφου καὶ νὰ ἐκτυπῶνται τὰ Πρακτικὰ συγχρόνως μὲ τὴν σύνταξίν των καὶ νὰ διανέμωνται εἰς τοὺς πρακτικογράφους τῆς Βουλῆς, ὅπως συμβαίνει ἐν πάσαις ταῖς Βουλαῖς καὶ δὴ ἐν τῇ Βουλῇ τῆς Γαλλίας. Νομίζω ὅτι διὰ μιᾶς προσθήκης θὰ θεραπευθῇ τὸ πρᾶγμα οὕτως ὥστε, ὅταν λύηται ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς, νὰ διανέμηται καὶ τὸ τελευταῖον φύλλον διὰ νὰ τυπῶται. Ἡ δαπάνη θὰ εἶναι μικρὰ καὶ θ’ ἀποφύγωμεν τὰ διάφορα ἄτοπα.
§92Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Θ’ ἀπαιτήσῃ μεγάλην δαπάνην.
§93Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μοὶ φαίνεται παράδοξος ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, διότι νομίζω ὅτι περισσότερον ἔπρεπε νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τροποποίησιν τοῦ Κανονισμοῦ τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἢ πάσας τὰς ἄλλας τροπολογίας περὶ τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται ἡ Βουλή. Παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅπως ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν σχετικῶς πρὸς τὸ θέμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἑλκύσῃ πολὺ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς.
§94Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸ διανεμηθὲν σήμερον, διότι προβλέπομεν περὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§95Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δυστυχῶς, κ. Πρόεδρε, διενεμήθη σήμερον. Τὸ ἔχομεν, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐμελέτησα. Κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν ὑπέδειξα ὅτι, ἐπὶ τῇ τροπολογίᾳ τοῦ Κανονισμοῦ, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ὅπως ἐλαμβάνετο πρόνοια, ἵνα οἱ πρακτικογράφοι τῶν ἐφημερίδων σημειώνωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβέστερον τὰ λεγόμενα καὶ ἀφεθῇ μόνον εἰς ἑκάστην ἐφημερίδα τὸ δικαίωμα νὰ παραλείψῃ ἢ οὐ τὰ λεγόμενα ἢ νὰ σημειώσῃ τὰ μέν, οὐχὶ καὶ τὰ δέ, ἀλλὰ τὸ Κοινοβούλιον νὰ ἐξασφαλισθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐπιτρέπηται εἰς τοὺς πρακτικογράφους ἐφημερίδος τινὸς ν’ ἀλλοιῶσιν ἀποινὶ τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν ἐνταῦθα, νὰ πιστευθῇ δηλαδὴ ὅτι ἡ στήλη τῶν ἐφημερίδων ἡ ἀσχολουμένη περὶ τῶν λεγομένων ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἐφημερίδα, ἀλλὰ παριστάνει μὲ ἔκτασιν μεγάλην ἢ μικρὰν ὅσον τὸ δυνατὸν ἀκριβέστερον τὰ λεγόμενα ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ σεβασμὸς μιᾶς ἐφημερίδος πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς Βουλῆς ἐξεδηλώθη τὴν ἑπομένην ἡμέραν μὲ τὰ ἑξῆς τὰ ὁποῖα ἔθηκεν εἰς τὸ στόμα μου (ἀναγινώσκει)... Ἡ Βουλὴ γνωρίζει ὅτι ταῦτα ὄχι μόνον δὲν συνέβησαν, ἀλλ’ οὔτε ἦτο δυνατὸν ν’ ἀκουσθῶσιν εἰς τὸ θεωρεῖον τῶν δημοσιογράφων κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ὑπ’ αὐτῶν νὰ τεθῇ εἰς τὸ στόμα μου ὅτι εἶπον τὰς ἀνοησίας αὐτὰς καὶ ὅτι συγχρόνως ἐτάραξα τὴν τάξιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔκαμον παρατηρήσεις εἰς τὸν κ. Πρόεδρον καὶ ὅτι ἐχρειάσθη χρόνος πρὸς ἀποκατάστασιν τῆς τάξεως. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Ἄλλην ἡμέραν ἔγραψε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)... (Γέλωτες εἰς τὴν αἴθουσαν). Γελᾶτε, κ. Πρόεδρε, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἐγελᾶτε, διότι, ὅτε ἀπηύθυνα πρὸς ὑμᾶς ἐπιστολὴν νὰ μὲ ὑποστηρίξητε διὰ τὴν πρώτην ἀνακρίβειαν καὶ ἐζήτησα νὰ μοὶ ἀπαντήσητε εἰς τὸ ἐρώτημα ἂν αὐτὰ τὰ πράγματα ἦσαν ἀληθῆ, μοὶ ἀπηυθύνατε ἐπιστολήν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο πλήρης, μοὶ ἀνεκοινοῦτε τὰ σχετικὰ Πρακτικὰ τὰ ὁποῖα εἶναι τῆς κυριότητος τοῦ Βουλευτοῦ καὶ συνεπῶς εὑρίσκονται εἰς χεῖράς μου. Ἐγὼ ἤθελον τὴν βεβαίωσιν ὅτι τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῆς ἐφημερίδος αὐτῆς ἦσαν ἄντικρυς ἀντίθετα πρὸς τὴν ἀλήθειαν, διότι ἐπιστοποιοῦντο πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν συνέβησαν, νομίζω δ’ ὅτι εἰς τὴν πιστοποίησιν ταύτην δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ σᾶς προκαλέσω. Δὲν μ’ ἐνδιαφέρει τὸ τί γράφεται εἰς τὰς ἐφημερίδας καὶ ἄν τις γράφει κατά τινος Βουλευτοῦ· ἔχει πολλὰς σελίδας καὶ δύναται νὰ γράφῃ ὅσα θέλει. Οὐδέποτε ἔδωκα προσοχὴν εἰς τὰ γραφόμενα οὔτε κατήγγειλα δι’ αὐτὰ παρὰ μόνον ἅπαξ πλανηθείς, οὔτε κατήγγειλα διὰ συκοφαντίαν διὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα οὔτε συνέβησαν οὔτε ὑπῆρχεν ἡ ἐλαχίστη ἀπόδειξις περὶ αὐτῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἀφοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο οὕτως ἐτέθη, κατὰ τοιοῦτον πλαστογραφημένον τρόπον ἐπὶ τῶν λεγομένων ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι ἔπρεπε περισσότερα νὰ ἐκτελέσητε, οὐχὶ νὰ ὑποστηρίξητε ἁπλῶς τὸν Βουλευτήν, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω ἀνάγκην τοιαύτης ὑποστηρίξεως, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξητε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἀντιπροσώπου τοῦ Κοινοβουλίου· διότι πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ἡ ἰδική σας ὑπόληψις δύναται νὰ εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν ἐφημερίδος τινός, ὅταν αὕτη δι’ ἕνα ἢ ἄλλον λόγον θελήσῃ νὰ σᾶς κατηγορήσῃ παραποιοῦσα τὰ λεγόμενά σας.
§96Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ζητήματος προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἔχει ἐνταῦθα τὴν θέσιν του. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑμεῖς εἴχετε ὡρισμένα παράπονα κατὰ μιᾶς ἐφημερίδος ἡ ὁποία παρεμόρφωνεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέγετε.
§97Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Παρεμόρφωνε τὰ γεγονότα.
§98Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω. Μοὶ ἀπηυθύνατε λοιπὸν ἐπιστολὴν καὶ μὲ ἠρωτᾶτε ἂν ἦτο ἀκριβὲς ὅτι ὑμεῖς εἴπετε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνεγνώσατε πρὸ ὀλίγου σχετικῶς πρὸς τὴν συζήτησιν τὴν διεξαχθεῖσαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Κανονισμοῦ. Σᾶς ἀπήντησα, καὶ νομίζω ὅτι ἤμην πλήρης εἰς τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἐκ τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν προκύπτει ὅτι ὑμεῖς εἴπετε τοῦτο καὶ ὄχι αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἔγραφεν ἡ ἐφημερίς.
§99Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν μοὶ εἴπετε τὸ δεύτερον.
§100Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Σᾶς προσέθεσα μάλιστα εἰς τὸ τέλος, καίτοι κατ’ ἐκείνην τὴν ὥραν δὲν προήδρευον τῆς συνεδριάσεως, ὅτι δὲν ἀντελήφθην ποσῶς οὔτε νὰ ἐπιτεθῆτε ἐναντίον μου διὰ τὴν ἔλλειψιν ἀκουστικῆς τῆς Βουλῆς οὔτε ὅτι ἡ Βουλὴ ἐξερράγη εἰς γέλωτας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἐπιστοποίουν τὸ ἀκριβὲς τῶν λεχθέντων καὶ τὸ ἀνακριβὲς τῶν γεγονότων ἐφ’ ὧν προυκαλέσατε τὴν ἀπάντησίν μου, νομίζω ὅτι αὕτη ἦτο πλήρης. Σᾶς εἶπον μάλιστα ὅτι, ἂν νομίζητε ὅτι αὕτη δὲν εἶναι πλήρης, νὰ μοὶ εἴπητε ποῦ νομίζετε ὅτι ὑπάρχουσι κενά, ἵνα τὰ συμπληρώσω. Ἑπομένως νομίζω ὅτι ἐθέσατε ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε τὴν θέσιν του ἐνταῦθα. Δὲν ἐξετιμήσατε ὅμως κάτι ἄλλο, ὅτι ἀκριβῶς ἡ συζήτησις ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὴν τελευταίαν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς ἀπέδειξε τοῦτο, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο πολὺ ηὐχαριστημένη, ἂν ἤθελε δίδεσθαι ἐκ τῆς Ὑπηρεσίας μία περίληψις κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐκτεταμένη εἰς τὸν Τύπον, καὶ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ, τὸν ὁποῖον ταύτην τὴν στιγμὴν συζητοῦμεν, προβλέπεται ἡ ἵδρυσις τοιαύτης Ὑπηρεσίας, δηλαδὴ ἱδρύεται Ὑπηρεσία ἥτις ἀκριβῶς θὰ δίδῃ εἰς τὸν Τύπον περίληψιν τῶν Πρακτικῶν κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον ἐκτεταμένην ὑπὸ τὴν εὐθύνην τοῦ Προέδρου. Ὅταν τοῦτο γίνῃ, καὶ οἱ κ. Βουλευταὶ θὰ ἔχωσι τὴν ἱκανοποίησιν ὅτι ἀκριβῶς θὰ μεταδίδωνται τὰ ὑπ’ αὐτῶν λεγόμενα εἰς τὸ κοινὸν καὶ ἡ θεμελιώδης τοῦ πολιτεύματος διάταξις περὶ δημοσιότητος τῶν συνεδριάσεων θέλει ἐξασφαλισθῆ. Ἡ παραδοχὴ τῆς τροπολογίας ταύτης θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς συζητήσεως τῆς γενομένης ἐνταῦθα, τὴν ὁποίαν πρῶτος προυκαλέσατε καὶ τὴν ὁποίαν καὶ οἱ λοιποὶ συνάδελφοι ἀπεδέχθησαν. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἀπὸ πάσης ἀπόψεως μὲ ἠδικήσατε.
§101Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἐδώσατε.
§102Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὁ κ. συνάδελφος ζητεῖ κάτι τι παρέλκον καὶ μὴ σύμφωνον οὔτε πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν του, διότι τοῦτο ἀκριβῶς θέλετε, ἐπίσημον περίληψιν διὰ τὰς ἐφημερίδας, τὴν ὁποίαν βεβαίως αὗται δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ καταχωρίζωσιν, ἀλλ’ ἐκ τῆς καταχωρίσεως ἢ μὴ αὐτῆς ἤθελε προκύπτει ἂν αὗται εἶναι ἢ ὄχι ἐν καλῇ πίστει. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλετε προβλέπεται ἐν τῷ Κανονισμῷ.
§103Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ λόγος δι’ ὃν ἀπηύθυνα πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὴν ἐπιστολὴν ἦτο ὄχι νὰ ἔχω τὰ λεχθέντα ὑπ’ ἐμοῦ ἐν τῇ Βουλῇ, τὰ ὁποῖα ἠδυνάμην νὰ λάβω ἐκ τοῦ Γραφείου τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν, ἀφοῦ δίδονται εἰς ἕκαστον Βουλευτήν, ἀλλὰ νὰ ἔχω ἐν περιλήψει τὴν διάψευσιν τῶν λεχθέντων καὶ τὴν πιστοποίησιν ὅτι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεχθέντα δὲν ἐτάραξαν τὴν ἡσυχίαν τῆς Βουλῆς καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ὅτι ἦσαν τόσον ἀνόητα ὅσον τὰ θέλει ἡ ἐφημερὶς αὐτή. Ἡ μὴ λῆψις τῆς ἐπιστολῆς αὐτῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέλους δὲν ἔχω κανένα λόγον νὰ κατηγορήσω τὸν κ. Πρόεδρον...
§104Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Σᾶς ἔστειλα τὴν ἐπιστολήν.
§105Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. ... ἡ μὴ λῆψις τῆς ἐπιστολῆς, ὡς τὴν ἐζήτουν, ἵνα τὴν χρησιμοποιήσω ὡς ἐσκεπτόμην, ἔφερεν ἀποτέλεσμα ὅτι ἐξηκολούθουν διηνεκῶς νὰ τίθενται εἰς τὸ στόμα μου λόγοι τοὺς ὁποίους μόνον φρενοβλαβεῖς θὰ ἠδύναντο νὰ λέγωσιν. Κατ’ ἄλλην ἡμέραν ἐκτίθεται ἐπεισόδιον γενόμενον μεταξὺ ἐμοῦ καὶ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Βουλευτοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Ἀραβαντινοῦ, ὅτι ἐν τῇ Βουλῇ ἤλθομεν εἰς ῥῆξιν διὰ θέμα καὶ διὰ λόγους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ συμβῶσιν. Ἀλλ’ ἀφήνω τὴν ἐφημερίδα αὐτὴν καὶ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἐνδιαφέρομαι, διότι ἐφημερίς τις ἔχουσα τόσας στήλας δύναται εἰς ἄλλας σελίδας νὰ γράψῃ ὅσα θέλει ἐναντίον Βουλευτοῦ, καὶ μάλιστα καὶ ἐπὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ λεγομένων διὰ κρίσεων, χωρὶς νὰ φαίνηται ὅτι ἐκθέτει λόγους λεχθέντας ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλ’ ὅτι εἶναι κρίσεις προερχόμεναι ἐκ τῆς ἐφημερίδος. Ἔρχομαι εἰς ἄλλην ἐφημερίδα, ἥτις ἀπό τινων ἡμερῶν διαστρέφει τὰ πράγματα, καὶ ἔχει κάποιαν σημασίαν τὸ γεγονὸς τοῦτο, ὅπως παρακατιὼν θὰ εἴπω, καὶ σκοπίμως, ὅπως θὰ πεισθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἕκαστος ὑμῶν, θέτει εἰς τὸ στόμα μου λόγους τοὺς ὁποίους οὐδέποτε εἶπον. Λέγει ἐν παραδείγματι ὅτι ἐκηρύχθην κατὰ τοῦ φόρου τῶν κληρονομιῶν καὶ καυχῶμαι ὅτι ἀπὸ μακροῦ χρόνου καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς εἶμαι ὑπέρμαχος τῆς τοιαύτης φορολογίας. Ἐνθυμεῖται καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι εἶπον ὅτι, ἂν ἡ τοιαύτη φορολογία περιήρχετο εἰς γνῶσιν, ἕνεκεν ἀκριτομυθίας ὑπαλλήλου τινός, εἰς τοὺς ἐμπόρους, ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς αὐτοὺς κέρδη, καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μοὶ εἶπεν ὅτι τοιοῦτό τι δὲν δύναται νὰ συμβῇ καὶ ἐγὼ ἀπήντησα ὅτι οὔτε πιστεύω οὔτε θεωρῶ κανένα ἱκανὸν νὰ εἴπῃ τοιοῦτό τι. Ὁ κ. Πρόεδρος δὲν νομίζω ὅτι ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ μετέρχηται καθήκοντα πρωτοσχόλου ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὥστε νὰ θέτῃ εἰς τάξιν τοὺς Βουλευτὰς καὶ νὰ δίδῃ παραγγελίας. Εἰς οὐδένα συνέβη ποτέ, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι, ἂν συνέβαινεν εἰς ἄλλον, βεβαίως δὲν θὰ συνέβαινεν εἰς ἐμέ, ὅστις οὐδέποτε ἔδωκα δείγματα ὅτι δύναμαι νὰ δεχθῶ διαταγὰς παρ’ οἱουδήποτε. Ἐπιτρέψατέ μοι ν’ ἀναφέρω καὶ τρίτον τι, διὰ νὰ ἔλθω κατόπιν εἰς τὴν οὐσίαν (ἀναγινώσκει)... Ἡ ἐφημερὶς αὕτη, ἥτις θὰ συντάσσηται ὑπὸ προσώπων τὰ ὁποῖα θ’ ἀνήκωσιν εἰς τὰ ζῷα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τρέφονται διὰ τῶν βαλανιδίων, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπεν ἀναγράφουσα περὶ βαλανιδίων ν’ ἀναμνησθῇ τῶν ζώων, πρὸς τὰ ὁποῖα τόσην συγγένειαν ἔχει. Λυποῦμαι διότι φεύγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀκριβῶς καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ ἐπεθύμουν ἐπὶ ἓν λεπτὸν νὰ παρίστατο.
§106ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τότε θὰ παραμείνω.
§107Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ μοὶ ἔκαμνεν ἐντύπωσιν, ἀλλ’ ἡ ἐφημερὶς αὕτη φέρει τίτλον ἐπάνω ὅτι εἶναι ἰδιοκτησία ἑνὸς μέλους τοῦ Κοινοβουλίου. Εἶναι ἡ «Πατρίς». Ὁ συνάδελφος δ’ αὐτός, τοῦ ὁποίου ἡ ἐφημερὶς διακρίνεται διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν Πρακτικῶν εἰς τρόπον ὥστε οὐδέποτε νὰ μοὶ δώσῃ ἀφορμὴν νὰ ὑποθέσω ὅτι τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα δὲν ἦσαν ὀρθά, ἡ ἐφημερὶς αὐτὴ σκοπίμως ἀπό τινος χρόνου ἤρχισε νὰ παραποιῇ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ ὑπ’ ἐμοῦ λεγόμενα. Ὁ ἀξιότιμος αὐτὸς συνάδελφος, ἀξιότιμος τόσον ὅσον καὶ τὰ γραφόμενά του, ἐπειδὴ παρίσταται πολλάκις ἐνώπιον ἡμῶν καθήμενος πλησίον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νομίζει ὅτι εἶναι ὁ ἀκριβέστερον πληροφορημένος περὶ τῶν λεγομένων. Βεβαίως εἰς ἐμὲ δὲν ἦτο εὐχάριστον νὰ φανῇ ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως μὲ διέκοψε διότι ἔλεγον ἀνοησίας. Νομίζω ὅτι ἔχω δικαίαν ἀξίωσιν καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δηλώσῃ ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφει αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς δὲν εἶναι καθόλου ἀληθῆ, ὅτι ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ κατοικιδίων ζώων, ὅτι ἐγὼ δὲν παρετηρήθην ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου ὅτι δὲν ἐκάθισα κάτω, ὅτε μοὶ ὡμίλησε, νὰ δηλώσῃ, λέγω, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ. Ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ τὸ εἴπῃ, παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν ταῦτα συνέβησαν, διότι κατ’ ἐμὲ δὲν συνέβησαν καὶ δὲν πιστεύω νὰ συνέβησαν καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν πάντων τῶν Βουλευτῶν.
§108ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δυστυχῶς εἶμαι ὑποχρεωμένος ν’ ἀπέλθω λόγῳ ὑπηρεσίας καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐπὶ τοῦ τελευταίου σας ἐρωτήματος. Ἐννοεῖτε καλῶς ὅτι οὐδέποτε ἀναγινώσκω Πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ἐκ τῶν ἐφημερίδων· εἶναι ἀρκετὸν ὅτι εὑρίσκομαι ἐδῶ. Καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ τί εἶναι γεγραμμένον ἐν τῇ ἐφημερίδι δὲν γνωρίζω. Λέγετε ὅτι ἡ ἐφημερὶς γράφει ὅτι σᾶς ἐπετίμησα. Ἐγὼ οὐδέποτε ἠξίωσα τοιοῦτο δικαίωμα, νὰ ἐπιτιμῶ τοὺς κ. Βουλευτάς. Ἐνθυμοῦμαι, ὅπως καὶ ὑμεῖς εἴπετε, ὅτι ἐξέφρασα κάποιους ἐνδοιασμούς, μήπως γνωσθῶσι τὰ μέτρα ἐκεῖνα, καὶ ἴσω, σᾶς εἶπον μετά τινος ζωηρότητος ὅτι πάντα τὰ μέτρα ἐλάβομεν νὰ μὴ γνωρίζῃ κανεὶς τίποτε, τοῦτο ὅμως δὲν εἶχε κανένα χαρακτῆρα ἐπιτιμήσεως.
§109Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ τὸ γνωρίζω, ἀλλὰ θέλω νὰ πιστοποιηθῇ παρ’ ὑμῶν ὅτι δὲν ἐγένετο ἐπιτίμησις, διότι βεβαίως δὲν ἐγένετο οὔτε ἀντελήφθη ἡ Βουλὴ ὅτι ἐγὼ ἐκάθισα. Μάλιστα ἐξηκολούθησα τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ θὰ ἐνθυμῆται ἡ Βουλὴ ὅτι παρετάθη μάλιστα καὶ ἐπὶ μακρὸν χρόνον, διότι ἀπήντησε καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ὥστε πᾶν ἄλλο παρὰ τοιοῦτό τι ἐγένετο. Νομίζω ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τὸ ἀφορῶν εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν Βουλευτῶν πρέπει νὰ ληφθῇ φροντὶς ὅπως μὴ παραποιοῦνται τὰ λεγόμενα ἐν τῇ Βουλῇ. Λυποῦμαι διότι ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ οὗ ὁμιλῶ δὲν παρίσταται ταύτην τὴν στιγμὴν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ διὰ νὰ κάμῃ ἄλλην μίαν φορὰν τὴν δήλωσίν του ὅτι δὲν εὐθύνεται διὰ τὰ γραφόμενα ἐν τῇ ἐφημερίδι του, διὰ τὰ ὁποῖα ἐγὼ δηλῶ ὅτι εὐθύνεται καὶ ὅτι ἡ ἀλήθεια παρεποιήθη τῇ ὑποδείξει του καὶ ἐν γνώσει του. Ἀλλ’ ἕνα Βουλευτὴν ὁ ὁποῖος δύναται καὶ τῶν συναδέλφων του ἀκόμη κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ θέλῃ νὰ προσβάλλῃ τὴν ὑπόληψιν, ἵνα ἔπειτα λέγῃ ὅτι δὲν ἔχει εὐθύνην, ἕνα τοιοῦτον Βουλευτὴν ἐγὼ παραδίδω εἰς τὴν περιφρόνησίν μου καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς Βουλῆς.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 10.)
§111Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρατηρῶ ὅτι ὁ κοσμήτωρ τοῦ Ἀναγνωστηρίου τῆς Βιβλιοθήκης τῆς Βουλῆς ἐξακολουθεῖ ἐπὶ ἐννέα ἔτη διατελῶν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δίκαιον νὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως, ἀφοῦ πάντες οἱ συνάδελφοί του κατέχουσιν ἀπὸ πολλοῦ αὐτὴν τὴν θέσιν. Πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου τοιαύτης ἱκανότητος, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπὲρ πάντα ἄλλον ἠδυνήθην νὰ ἐκτιμήσω ἐν τῇ Βιβλιοθήκῃ.
§112Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπεβλήθη μία τροπολογία σχετικῶς πρὸς τὴν πρὸ ὀλίγου ὁμιλίαν τοῦ κ. Κροκιδᾶ. Ἡ τροπολογία αὕτη ἀφορᾷ εἰς τὴν προαγωγὴν τριῶν ὑπαλλήλων. Μεταξὺ τῶν τριῶν αὐτῶν ὑπαλλήλων εἶναι καὶ ὁ ὑπάλληλος περὶ οὗ ὡμίλησεν ὁ κ. συνάδελφος. Δὲν εἶναι ἀνάγκη, ὑποθέτω, ν’ ἀναπτύξω διὰ μακρῶν τὴν τροπολογίαν, ὅτε καὶ ὁ εἰσηγητὴς τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ γνωρίζει ὅτι δὲν πρόκειται περὶ προσώπων τὰ ὁποῖα εἶναι μακρὰν ἡμῶν, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῶν χρησιμωτέρων βοηθῶν τῆς καθημερινῆς ἡμῶν ἐργασίας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν τοῖς Ὑπουργείοις διὰ νὰ προαχθῇ τις ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ γραμματέως αʹ τάξεως εἰς τμηματάρχην ἀπαιτεῖται τριετία, ἀλλ’ ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἔχει ἐννέα ὁλόκληρα ἔτη ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ποία εἶναι ἡ μόρφωσις, ποῖος ὁ ζῆλος, ποία ἡ βοήθεια τὴν ὁποίαν παρέχει εἰς πάντας ἡμᾶς ἐν τῇ Βουλῇ· καὶ ἐντούτοις εἰς τοὺς οὑτωσὶν ἐργαζομένους ὑπαλλήλους οὐδεμία διάταξις ἐν τῷ Κανονισμῷ ἐπιβραβεύει τὸν ζῆλόν των. Τί δὲ νὰ εἴπω διὰ τὸν πρακτικογράφον τὸν νυχθημερὸν παρακολουθοῦντα τὸ ἔργον ἡμῶν καὶ ἀγωνιζόμενον τοιουτοτρόπως; Παρακαλῶ τὸν κ. εἰσηγητὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν μὴ ἐπιβράβευσιν τοῦ ἔργου τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν, διότι δὲν θὰ ἔπραττε βεβαίως ἔργον δικαιοσύνης, προσέτι δὲ διὰ τὸν διευθυντὴν τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς τὸν ἐργαζόμενον μετὰ τοσαύτης φιλοπονίας, τὸν κατορθώσαντα ἐντὸς ἔτους νὰ ἐκτελέσῃ τοιαύτην ἐργασίαν ἣν ὁ προκάτοχός του Πολυζωΐδης ἐπὶ εἰκοσαετίαν δὲν ἐξετέλεσε. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Πρόεδρον, ὅπως θελήσῃ νὰ ἐπιβραβεύσῃ τὴν ἐργασίαν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν βέβαιος ὢν ὅτι θὰ τύχῃ τῆς ἐπιδοκιμασίας ὅλης τῆς Βουλῆς.
§113Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω καὶ ἐγὼ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς συστάσεις ταύτας, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ὑπηρετοῦντες ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον μένουσι στάσιμοι ἄνευ οὐδεμιᾶς προαγωγῆς. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν τὸν κ. Πρόεδρον ὅπως ἀναγνωρίσῃ τὸ δίκαιον καὶ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην, ὑπὲρ ἧς καὶ ἐγὼ ἐκθύμως συνηγορῶ.
§114Λ. ΝΑΚΟΣ. Οὐδεμίαν ἀντίρρησιν ἔχω ἐπὶ τῆς τροπολογίας. Ν’ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τοῦ κ. Ῥαζῆ, ἀλλ’ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ μὴ αὐξηθῶσι καὶ οἱ μισθοὶ τῶν κατωτέρων ὑπαλλήλων, τοῦ κ. Δ. Καλλιγεροπούλου π. χ., τοῦ ὁποίου τὴν ἔκτακτον ἐμπειρίαν καὶ φιλοπονίαν πάντες γινώσκομεν, τοῦ ἀρχικλητῆρος, τοῦ καλλιγράφου τῆς Βιβλιοθήκης, ὅστις μόνος ἐργάζεται νυχθημερὸν ἐπὶ 10ετίαν χωρὶς οὐδεμίαν ποτὲ νὰ λάβῃ αὔξησιν. Βεβαίως δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων οἵτινες ἔχουσι τὰς φωνὰς τῶν Βουλευτῶν καὶ νὰ μείνωσιν οἱ μικροὶ οἵτινες δὲν τὰς ἔχουσιν.
§115Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῶν μισθῶν καὶ τῆς βελτιώσεως τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων συνεζήτησε καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ἡ Βουλή. Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὅστις δὲν ἀναγνωρίζω τὸ δίκαιον τῶν ὑπαλλήλων, διότι ὁμολογουμένως οἱ μισθοὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς εἶναι μικροί, ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν μισθῶν τῶν ὑπαλλήλων συνεπάγεται δαπάνας καὶ τὸ μέτρον τῶν δαπανῶν ὁρίζει ἡ Κυβέρνησις, ἥτις μᾶς χορηγεῖ τὰ μέσα τῆς πληρωμῆς τῶν ὑπαλλήλων. Ἡ Κυβέρνησις συνεζήτησε τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ εὗρεν ὅτι ἐν τῇ σημερινῇ περιστάσει δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ κατ’ ἀρχὴν τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἐν τῷ Κανονισμῷ ὑπάρχουσι διατάξεις αἵτινες προνοοῦσι διὰ τὴν αὔξησιν τῶν μισθῶν κατὰ 10% καὶ ἀναδρομικῶς ἀναλόγως τῶν ἐτῶν τῆς ὑπηρεσίας. Ἐν σχέσει πρὸς τὸν ἀρχικλητῆρα ὡρισμένως λαμβάνεται πρόνοια. Ἦτο ἐπιθυμία ὅλης τῆς Βουλῆς. Αἱ ὑπηρεσίαι του εἶναι μεγάλαι. Λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν κλητήρων τῆς βʹ τάξεως κατὰ 10 δραχμάς. Κύριοι, εἶναι εὐνόητον ὅτι πᾶσα πρότασις περὶ αὐξήσεως μισθοδοσιῶν συνεπάγεται δαπάνας, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι ποσῶς διατεθειμένη νὰ κάμῃ ὑπὸ τὰς παρούσας περιστάσεις, καὶ θὰ παρακαλέσω διὰ τοῦτο τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ παραιτηθῶσι πάσης ὑποβολῆς προτάσεων περὶ αὐξήσεως δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι μὴ υἱοθετούμεναι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι.
§116Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἡ πενταετία πῶς θὰ ὑπολογισθῇ;
§117Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Θὰ ὑπολογισθῇ ἡ μέχρι τοῦδε ὑπηρεσία ὡς μία πενταετία ἐφ’ ὅσον ἔχει συμπληρωθῆ τοιαύτη.
§118Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ εἰσηγητὴς τοῦ σχεδίου τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι βλέπω ὅτι διὰ νομοσχεδίου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ Κεντρικοῦ Ταμείου γενναιοδώρως, ἴσως καὶ δικαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπονέμει μισθοδοσίας πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοῦ. Δὲν εἶναι ἑπομένως ὀρθὴ ἡ δικαιολογία τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι λόγοι οἰκονομικοὶ δὲν ἐπιτρέπουσι μίαν αὔξησιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ κατὰ 520 δραχ. μηνιαίως, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Καντιάνη. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοιά τις, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀναγνωρίζει τὸ δίκαιον τῆς οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἀνωτέρων καὶ τῶν κατωτέρων, οἱ ὁποῖοι διεξάγουσι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς νὰ μὴ ἐπιμείνῃ.
§119Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Καὶ ἐγὼ καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ εἶναι σύμφωνος εἰς τὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Νάκος περὶ τῆς βελτιώσεως τῆς τύχης πάντων τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, διότι πάντες γνωρίζομεν ἀληθῶς τὸν μέγαν ζῆλον καὶ τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Ἂν δὲν προέβημεν εἰς τοῦτο, εἶναι διότι πάντες ἀναγνωρίζομεν ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Τόπου εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν ἐπιτρέπει τοιαύτην συνολικὴν αὔξησιν δαπανῶν. Ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω μετ’ ἄλλων συναδέλφων, ἡ ἐναντιότης τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς δὲν νομίζω ὅτι ἔχει σημασίαν τινά, διότι ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἀφορᾷ εἰς καμμίαν χρηματικὴν αὔξησιν. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τοῦτο, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ εἶναι πεπεισμένη ὅτι ἡ μέχρι τοῦδε ἐργασία καὶ ὑπηρεσία τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν εἶναι ἀξία ὅπως βραβευθῇ διὰ προαγωγῆς, ὀφείλει νὰ πράξῃ τοῦτο. Διότι νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ἐν τῷ συνόλῳ αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὀπισθοχωρήσῃ προκειμένου νὰ ἐπιβραβεύσῃ ἑνὸς ἢ δύο ὑπαλλήλων εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν. Ὅταν δὲ πρόκειται περὶ ὑπαλλήλου ὁ ὁποῖος ἔχει ἐννεαετῆ ὑπηρεσίαν εὐδόκιμον καὶ ὅταν πρόκειται ἐπίσης περὶ ἄλλων ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀρκετῶν ἐτῶν εὐδόκιμον ὑπηρεσίαν, νομίζω ὅτι εἶναι πλέον οὐχὶ ἁπλῶς καθῆκον, ἀλλ’ ὑποχρέωσις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἵνα βραβεύσῃ, ἂν δὲν δύναται χρηματικῶς, τοὐλάχιστον ἠθικῶς διὰ τῆς προαγωγῆς αὐτῶν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Νομίζω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὴν βάσιν ταύτην, ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς φέροντος τὴν ἀντίρρησιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρέχει τὰ μέσα πρὸς αὔξησιν τῶν μισθοδοσιῶν, ἡ ἀπάντησις αὕτη, λέγω, δὲν εἶναι ἀπάντησις εἰς τὴν ἰδικήν μας τροπολογίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν τροπολογίαν περὶ χρηματικῆς βελτιώσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ἂν ὁ κ. εἰσηγητὴς τοῦ Κανονισμοῦ καὶ ἡ Βουλὴ ἐπείσθησαν ὅτι πράγματι ἡ ὑπηρεσία τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε εἶναι δίκαιον νὰ βραβευθῇ, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιβραβεύσῃ αὐτοὺς διὰ τῆς προαγωγῆς. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. εἰσηγητήν, τῶν τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ, ἀφοῦ ὅλη ἡ Βουλὴ ἐπιμένει, ν’ ἀποδεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§120Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶμαι τελείως σύμφωνος πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Τρικκάλων, μετὰ τοῦ ὁποίου ἔχω συνυπογράψει καὶ τὴν τροπολογίαν. Εὑρίσκω ἀληθῶς ὅτι δὲν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ δικαιολογία τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰσηγούμενος τὰς τροπολογίας τοῦ Κανονισμοῦ, τὰς τὴν τελευταίαν στιγμὴν διανεμηθείσας, ὅτι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ Τόπου κατάστασις δὲν δικαιολογεῖ τὴν παραδοχὴν τῆς τροπολογίας μου ταύτης. Ἐγὼ ὑπέβαλον τὴν τροπολογίαν μου ταύτην μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψει μου μηδὲ ἐγκρίνων αὐτὴν τὴν ἀθρόαν αὔξησιν τῶν 10% διὰ πάντα ὑπάλληλον εἴτε προσήνεγκεν εἴτε δὲν προσήνεγκεν ὑπηρεσίας, τὴν ὁποίαν εἰσηγεῖται ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Ὑπεβάλομεν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν ἐν γνώσει ὄντες τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους συνιστῶμεν καὶ ἐν γνώσει ὄντες ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐν γνώσει ὅτι πρόκειται περὶ ὑπαλλήλων ἐχόντων πολυετῆ ὑπηρεσίαν, κατὰ μοναδικὸν δὲ τρόπον ἐκπληρούντων τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, ὅπως ἕκαστος ἐξ ἡμῶν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ, ὅσοι ἐρχόμεθα εἰς συχνοτέραν ἐπικοινωνίαν πρὸς τὰ Γραφεῖα τοῦ Βουλευτηρίου. Ἑπομένως ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον μετὰ τοῦ κ. Ἀλεξανδρῆ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκρουσθῇ ἐξ οἰκονομικῶν λόγων. Ἐγὼ προτείνω ν’ ἀποκρουσθῇ ἡ τροπολογία αὕτη τῆς ἀθρόας αὐξήσεως τῶν 10% ἐπὶ πάντων τῶν ὑπαλλήλων, διότι δὲν λανθάνει τοὺς Βουλευτάς, ἰδίως τοὺς ἀπὸ μακροῦ χρόνου παρακαθημένους ἐνταῦθα, ὅτι ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν προσήνεγκόν ποτε ὑπηρεσίαν ἐν τοῖς γραφείοις τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ὅμως καὶ αὐτοὶ θὰ λάβωσι τὴν ἀντιμισθίαν. Ἐφ’ ὅσον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐγκρίνει τὴν τοιαύτην αὔξησιν ἐγὼ δὲν θὰ εἶμαι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ φέρω ἀντίρρησιν. Μόνον ἐφ’ ὅσον μεταχειρίζεται τὸ ἐπιχείρημα τῶν οἰκονομικῶν λόγων, ἵν’ ἀποκρούσῃ τὴν ἡμετέραν τροπολογίαν, ἐγὼ νομίζω ὅτι μᾶλλον σύμφωνος πρὸς τὸ δίκαιον καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀμοιβῆς τῶν πράγματι ἐργαζομένων ὑπαλλήλων εἶναι ἡ παραδοχὴ τῆς ἡμετέρας τροπολογίας καὶ οὐχὶ ἡ παραδοχὴ τῆς ἀθρόας αὐτῆς αὐξήσεως, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§121Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, θὰ ηὐχόμην ἐν πρώτοις μίαν γενικὴν αὔξησιν τῶν μισθοδοσιῶν τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς. Τοῦτο ὑπεστήριξα καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ὑπελόγισα δ’ ὅτι ὁ Προϋπολογισμὸς θὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ 504 δραχμὰς μηνιαίως, δηλαδὴ μὲ 6.000 περίπου δραχμὰς ἐτησίως. Δὲν νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι τόσον μέγα προκειμένου δι’ αὐτοῦ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἁπαξάπαντες οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοῦ ἀνωτάτου μέχρι τοῦ κατωτάτου, τοῦ τελευταίου κλητῆρος. Καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔχομεν ψηφίσει ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔχομεν ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἄλλα νομοσχέδια δι’ ὧν αὐξάνονται οἱ μισθοί, δὲν βλέπω διατί αὐτὴ ἡ δυσκολία εἰδικῶς διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ μεθ’ ὅλα ταῦτα, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ζήτημα ἀπεφασίσθη ὡς ἀπόρροια τῆς κρίσεως τῆς οἰκονομικῆς, ἐγὼ θὰ περιορισθῶ εἰς ἐλαφράς τινας παρατηρήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον νὰ προσέξῃ. Παρατηρῶ τὰ ἑξῆς· ὅτι ὑπάρχει εἷς ἐπιμελητὴς ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως τοῦ «Ἀρχείου» ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι εἶναι κεκανονισμένος ὁ μισθὸς τῶν γραμματέων βʹ τάξεως εἰς 190 δραχμάς, τῶν γραμματέων αʹ τάξεως εἰς 240 καὶ οὕτω καθεξῆς. Παραδόξως ὅμως, ἐνῷ καθιστᾶται διὰ τοῦ ἄρθρου 10 ἡ θέσις ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως, μισθοδοτεῖται ὄχι μὲ 190 δραχμὰς ἀλλ’ ὀλιγώτερον. Τοῦτο θὰ εἶναι μοναδικὴ ἐξαίρεσις.
§122Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ (Πρόεδρος). Ὑπάρχει ὑπάλληλος ἐντὸς τῆς Βουλῆς μὲ βαθμὸν τμηματάρχου βʹ τάξεως καὶ μὲ μισθὸν 280.
§123Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἐξαίρεσις, νομίζω δ’ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ μέριμνα. Δεύτερον θέλω παρακαλέσει ἡ πενταετία νὰ γίνῃ τετραετία καὶ τρίτον τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν νὰ ὁρίσητε ἐν τῇ Βουλῇ, διότι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἔλθῃ εἷς ἔξωθεν μὲ ὑπηρεσίαν ξένην καὶ νὰ ὑπερτερῇ τῶν ἐδῶ ὑπαλλήλων. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, εἰδικῶς δὲ διὰ τὸν ἐπιμελητήν, νὰ δώσητε εἰς αὐτὸν καὶ μισθὸν γραμματέως βʹ τάξεως.
§124Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ θὰ ἐνισχύσω τὴν γνώμην τοῦ κ. Καντιάνη. Μοὶ φαίνεται περίεργον νὰ ἔχητε ἕνα γραμματέα βʹ τάξεως καὶ νὰ δίδητε εἰς αὐτὸν 160 δρ. κατὰ μῆνα. Διατί δίδετε εἰς αὐτὸν τὸν τίτλον καὶ δὲν δίδετε καὶ τὸν μισθόν;
§125Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Τὸν εὑρῆκα.
§126Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Προτιμότερον νὰ τὸν καταργήσητε.
§127Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅσα παρετηρήθησαν ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων διὰ τὸ ζήτημα τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς νομίζω ὅτι εἶναι δίκαια καὶ εὔλογα, νομίζω δ’ ὅτι, ἂν κατὰ τὰς τελευταίας ταύτας ἡμέρας ἐπικρατεῖ ἀκαίρως ὅλως ὁ συρμὸς τῶν οἰκονομιῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκσπάσῃ ἡ ὁρμὴ τῶν οἰκονομιῶν εἰς βάρος τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς. Ἤδη ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους ἀνέρχεται εἰς 250.000.000 καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν ζητεῖται ἡ προσθήκη 1.000 δρ. διὰ νὰ ἀμειφθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται συμπονοῦντες μεθ’ ἡμῶν ἀπὸ πρωΐας μέχρις ἑσπέρας, κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἀναφαίνεται ἡ ἀντίρρησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι τὸ Κράτος θὰ πάθῃ καὶ κινδυνεύει νὰ περιστῇ εἰς πτώχευσιν, ἂν προστεθῶσι 1.000 δραχ. κατὰ μῆνα διὰ τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς. Ὑπάρχουσι τόσα πράγματα νὰ περικόψωσιν οἱ κ. Ὑπουργοί, ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸ νὰ ἐπιτελέσωσιν ἀδικίαν κατὰ τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ περισώσωσι τὰ κινδυνεύοντα οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους. Ἂν οἱασδήποτε ἄλλης ὑπηρεσίας τὸ προσωπικὸν ἔχῃ ἀνάγκην ὑποστηρίξεως, ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν πρωτεύει τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ὑποστηρίξεως καὶ τῆς μερίμνης τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους. Τοῦτο δὲ διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον· ἐν πάσῃ ἄλλῃ δημοσίᾳ ὑπηρεσίᾳ ὑπάρχει καθωρισμένη ἱεραρχία, πᾶς δὲ ὑπάλληλος εἰσαγόμενος ἐν αὐτῇ ἀπὸ τοῦ κατωτάτου βαθμοῦ τῆς ἱεραρχίας ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὅτι ἔχει πρὸ αὐτοῦ τὴν ῥάβδον τοῦ στρατάρχου, διότι δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἱκανότητός του καὶ τῆς φιλοπονίας του νὰ φθάσῃ εἰς τὸν ἀνώτατον βαθμὸν τῆς ἱεραρχίας τοῦ κλάδου. Ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ὑπάρχει ἱεραρχία, διότι οἱ ὅροι τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιτρέπουσι τὴν ἱεραρχίαν ταύτην. Εἶναι τόσον πενιχρὸν τὸ προσωπικόν, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασταθῇ ἱεραρχία, ἐκτὸς δὲ τούτου εἶναι κατανενεμημένον εἰς διαφόρους εἰδικότητας, ὥστε νὰ εἶναι ἀδύνατος φύσει ὁ καθορισμὸς μιᾶς ἱεραρχίας ὑπαλληλικῆς. Κατὰ συνέπειαν οἱ ὑπάλληλοι εἰσάγονται καταλαμβάνοντες μίαν ὡρισμένην θέσιν καὶ ἐφ’ ὅσον ἔχουσι τὴν καλὴν τύχην, λόγῳ τῆς ἱκανότητος καὶ τῶν προσόντων αὐτῶν, νὰ παραμείνωσιν, ὑφίστανται καὶ τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ ἔχωσιν εὐρυτέραν σταδιοδρομίαν. Τοιουτοτρόπως δέ, ἐνῷ οἱοσδήποτε νέος 21 ἔτους εἰσερχόμενος εἰς ὑπουργικὴν ὑπηρεσίαν δύναται, φθάνων εἰς τὸ 40ὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, νὰ κατέχῃ βαθμὸν τμηματάρχου, ὁ ὑπάλληλος τῆς Βουλῆς θὰ μείνῃ ἰσοβίως μὲ τὸν μισθὸν τῶν 240 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Τοῦτο εἶναι μεγίστη ἀδικία καὶ βεβαίως, ἂν ἐξακολουθῶμεν οὕτω κρίνοντες τὸ προσωπικὸν τῆς Βουλῆς, θὰ εἶναι ἀνάγκη, ἀντὶ τῶν ἄρθρων τὰ ὁποῖα ψηφίζομεν σήμερον, νὰ μεριμνήσῃ τὸ Προεδρεῖον τῆς Βουλῆς καὶ ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἄλλην τινὰ Σύνοδον περὶ πλήρους ἀφομοιώσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ λοιπὸν προσωπικὸν τοῦ Κράτους, ὄχι διὰ νὰ εἰσέρχηται οἱοσδήποτε διὰ τῆς Βουλῆς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἵνα ἡ ὑπηρεσία τῆς Βουλῆς εἶναι τμῆμα τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοιουτοτρόπως δὲ δὲν θὰ ἔχωμεν ἀνθρώπους ἐν τῇ Βουλῇ οἱ ὁποῖοι νὰ μαραίνωνται ἐλλείψει εὐρυτέρας σταδιοδρομίας. Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν γίνεται πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ διὰ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ἵνα μετὰ τακτὸν χρονικὸν διάστημα ὁ ὑπάλληλος, ὁ κατέχων βαθμόν τινα, νὰ δύναται ν’ ἀποκτήσῃ ἀνώτερον βαθμὸν καὶ μεγαλυτέρας ἀποδοχάς. Τοῦτο εἶναι ἀπολύτως δίκαιον· ἑπομένως συνηγορῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων, ὅπως γίνῃ δεκτὴ ἡ αὔξησις τῶν ζητουμένων ἀποδοχῶν, νομίζω δ’ ὅτι τοῦτο εἶναι ἔργον καθαρῶς τῆς Βουλῆς. Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως ἔχει τὴν ἀρνησικυρίαν, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι ἀντίθετος τῆς γνώμης τῆς προτεινομένης, ἀλλ’ ἔχει τοῦτο ἡ Κυβέρνησις καὶ ὡς ἐνασκοῦσα τὴν ἀρχηγίαν τῆς πλειονοψηφίας. Ἄν ἡ πλειονοψηφία εἶναι τόσον πεπεισμένη ὅτι τὸ δίκαιον εἶναι ὑπὲρ τῆς προτάσεως, δύναται νὰ ψηφίσῃ ἱεραρχικῶς καὶ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην της. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ὁποῖον γίνεται, ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν ν’ ἀγορεύῃ καὶ ὑποβάλλῃ παρακλήσεις πρὸς τὸν Πρόεδρον, ἵνα δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, τοῦτο, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, δὲν εἶναι πολὺ κοινοβουλευτικόν. Ὀρθότερον θὰ εἶναι πάντες οἱ συνάδελφοι, εἶμαι δὲ καὶ ἐγὼ πρόθυμος, οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν ὅτι εἶναι δίκαιον ν’ αὐξηθῶσιν αἱ μισθοδοσίαι νὰ ὑπογράψωσι πρότασιν καὶ προκαλέσωσι ψηφοφορίαν. Τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ κανονισθῇ μετὰ τῆς πλειονοψηφίας. Πέρα τούτου αἱ παρακλήσεις οὐδόλως ἐξυπηρετοῦσι τὸ γόητρον τῆς Βουλῆς οὐδὲ τὴν εὐόδωσιν τοῦ ζητουμένου, ἀλλὰ μᾶλλον χρησιμεύουσιν ὡς ἐπικήδειοι τιμαί. Ἄλλο ζήτημα εἶναι τοῦτο—καὶ συζητῶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸ 11—: Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῶν προτεινομένων τροποποιήσεων τοῦ Κανονισμοῦ προυτάθη ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν Ἀρκαδίας καὶ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος καὶ ἐμοῦ καὶ δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος ἄλλου καὶ ὑπεστηρίχθη ἡ ἀνάγκη τῆς παροχῆς εἰς τὸν Τύπον ἰδίου Δελτίου, κατηρτισμένου ὑπὸ τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς συνοπτικῶν Πρακτικῶν ὅσον οἷόν τε ἀκριβῶν, τὰ ὁποῖα νὰ παρέχωσι τὸ κῦρος τῆς συζητήσεως ἡ ὁποία διεξήχθη. Ἡ ἀνάγκη αὕτη παρεστάθη ἀπὸ ἀπόψεως συμφέροντος ὄχι μόνον τῶν Βουλευτῶν—τοῦτο εἶναι δευτερεῦον ζήτημα,—ἀλλ’ ἀπὸ ἀπόψεως συμφέροντος καὶ ἐξυπηρετήσεως αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος. Ἤδη πρώτιστον ἔργον εἶναι νὰ κατορθώνηται, ὅπως ὅ,τι λέγεται ἐνταῦθα ὑπὸ ἔποψιν ἑρμηνείας νόμων ἢ ἐλέγχου μεταδίδηται εἰς τὴν κοινωνίαν ἐν ἀπολύτῳ ἀκριβείᾳ. Ἡ ἰδέα υἱοθετήθη ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ βλέπω ἐν τῇ προτάσει τῶν τροποποιήσεων τὴν ἐφαρμογήν της. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ παρατηρήσω ὅτι καθ’ ὃν τρόπον προτείνεται καὶ ζητεῖται ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἰδέας ὁ ἐχθρὸς ἐμφωλεύει ἐν αὐτῇ τῇ διατυπώσει. Τὸ ἔργον τοῦ ὑπαλλήλου ὅστις θὰ κληθῇ ἵνα παρέχῃ Πρακτικὰ ἐν περιλήψει διὰ τὰς ἐφημερίδας εἶναι ἔργον δυσχερὲς καὶ βαρύ, διότι δὲν εἶναι ἴδιον παντὸς τὸ συντάσσειν περιλήψεις ἐν πρώτοις, καὶ δεύτερον περιλήψεις περὶ ποικίλων ζητημάτων, οἷα συζητοῦνται ἐν τῇ Βουλῇ, διότι ἐν μιᾷ συνεδριάσει τῆς Βουλῆς εἶναι δυνατὸν νὰ συζητηθῶσι πάντων τῶν Ὑπουργείων αἱ δικαιοδοσίαι. Ὁ ὑπάλληλος λοιπὸν ὁ ὁποῖος θ’ ἀναλάβῃ τὸ δυσχερέστατον αὐτὸ ἔργον πρέπει νὰ εἶναι ἱκανὸς καὶ ν’ ἔχῃ πεῖραν, πεῖραν δὲ ὄχι μόνον στηριζομένην εἰς πολιτικὴν μόρφωσιν, ἀλλὰ καὶ πεῖραν δημοσιογραφικήν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἀμφιβάλλω ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε κατάλληλον πρόσωπον μὲ τὸν μισθὸν τῶν 240 δραχμῶν κατὰ μῆνα. Ὁ μισθὸς εἶναι τόσον πενιχρός, ὥστε θανατώνει τὴν θέσιν, διότι θὰ ἐμφανισθῇ κάτοχος τῆς θέσεως πρόσωπόν τι τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ἔχῃ τὴν πεῖραν τὴν ἐπαρκῆ.
§128ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀλλαχοῦ ἀνατίθεται εἰς τὸν Διευθυντὴν τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς.
§129Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαιότατα, διότι εἶναι τὸ σπουδαιότατον τῶν ἔργων. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ὑπεχώρησεν εἰς τὴν δαπάνην, διότι ὁρίζονται δύο ὑπάλληλοι, ἂν ἐπιθυμῇ ὅπως τὸ ἔργον τοῦτο τελεσφορήσῃ, εἶναι ὀρθὸν ἢ νὰ ὑπάρξῃ γενναιοτέρα ἢ ν’ ἀποφύγῃ ἐντελῶς τὴν δαπάνην. Εἶναι ὀρθότερον νὰ οἰκονομήσῃ τὰς 420 δρ. κατὰ μῆνα, μὴ δημιουργοῦσα τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, παρὰ νὰ τὴν δημιουργήσῃ καὶ νὰ ἔχωμεν χειροτέραν πρακτικογραφίαν τῆς νῦν κατηγορουμένης τῶν ἐφημερίδων. Ὀρθότερον εἶναι λοιπὸν ν’ αὐξηθῇ ὁ μισθός, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ πρόσωπον κατάλληλον. Ἀλλ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 11 παρατηρῶ καὶ ἕτερον προσὸν θανατώσεως· ὁρίζεται ὡς προσὸν διὰ τὸν συντάκτην τοῦ Δελτίου τοῦ Τύπου τί νομίζετε; Νὰ ὑπῆρξε διευθυντὴς ἡμερησίας ἐφημερίδος ἐπὶ πενταετίαν. Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἀποκλείεται πᾶν πρόσωπον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δίδῃ καρποὺς ἐν τῇ θέσει ταύτῃ. Πρόσωπον καλούμενον ἐκ τοῦ Τύπου δύναται νὰ παράσχῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην μόνον ἂν ἀνήκῃ εἰς τὸν Τύπον τὸν στρατευόμενον ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ Κοινοβουλίου, διότι μόνον τοιοῦτο πρόσωπον εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τὴν πεῖραν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς καὶ δύναται νὰ παρακολουθῇ συνεδριάζουσαν τὴν Βουλὴν καὶ διατυπώνῃ Πρακτικά. Ὅτε ὅμως ὁρίζετε ὅτι πρέπει νὰ εἶναι ἐπὶ πενταετίαν διευθυντὴς ἐφημερίδος ἡμερησίας, βεβαίως δὲν νομίζω ὅτι σκέπτεσθε νὰ καλέσητε διευθυντὴν ἀθηναϊκῆς ἐφημερίδος, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ ν’ ἀφήσῃ τὴν ἐφημερίδα του καὶ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Τί θὰ συμβῇ λοιπόν; Θὰ ἐμφανισθῶσι μνηστῆρες οἱ διευθυνταὶ λαθροβίων ἐπαρχιακῶν ἐφημερίδων, οὐχὶ τῶν κανονικῶς λειτουργουσῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ὅμως οὐδεὶς διευθυντὴς θ’ ἄφηνε τὴν θέσιν του.
§130Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Πρόκειται περὶ ἡμερησίας ἐφημερίδος.
§131Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡμερησίας, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἡμερήσιαι αἱ ὁποῖαι ἔχουσι μόνον τὸν τίτλον τῶν ἡμερησίων. Ἐκ τῶν ἐν Ἀθήναις βεβαίως δὲν θὰ εὕρητε κανένα διευθυντήν, διότι ἡ διεύθυνσις ἐφημερίδος εἶναι διεύθυνσις σχετιζομένη πρὸς ἐμπορικὰ καὶ πολιτικὰ συμφέροντα, οὐδεὶς δὲ θ’ ἀφήσῃ ἕνα κύκλον ἐργασιῶν καὶ συμφερόντων τοιούτων, διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ὀρθότερον εἶναι λοιπόν, ἂν θέλητε νὰ δημιουργήσητε θέσεις ἐξυπηρετούσας πράγματι τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ὑπεστηρίχθη ἡ τοιαύτη ὑπηρεσία, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ εὑρύνητε τὰ προσόντα καὶ ὁρίσητε ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπηρετήσει ὡς συντάκτης ἐφημερίδος ἡμερησίας, διότι οὕτω θὰ ὑπάρχῃ μία εὐρύτης κύκλου ἐντὸς τοῦ ὁποίου θέλετε εὕρει τὸ κατάλληλον πρόσωπον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ν’ αὐξηθῇ ὁ μισθὸς εἰς 320 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρητε πρόσωπον τελείως ἐπαρκὲς καὶ ἱκανόν. Ἄν ταῦτα τὰ μέτρα δὲν ἤθελον ληφθῆ, ἐγὼ τοὐλάχιστον εἶμαι προθυμότατος ν’ ἀνακαλέσω τὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὕτη λειτουργήσῃ, διότι θὰ ὑπενθυμίσῃ μετὰ 15 ἡμέρας ἄλλο ἄστοχον ἐγχείρημα τὸ ὁποῖον ἐγένετο κατ’ ἄλλην Περίοδον τῆς Βουλῆς πρὸς ἔκδοσιν Δελτίου, τὸ ὁποῖον διὰ τὴν ἀνεπάρκειαν καὶ ἀκαταλληλότητα τοῦ προσώπου τοῦ ἀναλαβόντος νὰ διευθύνῃ ἀπέτυχε καὶ ἐγελωτοποίησε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς.
§132Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ (Πρόεδρος). Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν πρόσωπον ἀπολύτως ἱκανὸν διὰ ν’ ἀναλάβῃ τὸ βαρὺ αὐτὸ ἔργον, πρέπει πρῶτον μὲν ν’ αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν καὶ δεύτερον νὰ διαγράψωμεν τὸ προσὸν τὸ ἀναγραφόμενον ἐν τῷ σχεδίῳ, ἵνα ὑπάρξῃ κύκλος εὐρύτερος ἐκ τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐκλογή. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν, ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι ὁ μισθὸς τῶν 240 δραχμῶν κατὰ μῆνα δὲν εἶναι μισθὸς ἀπολύτως γλίσχρος, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο θὰ ἐργάζηται ὅσον ἐργάζεται καὶ ἡ Βουλή, ἐφ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τὸ προσόν, διὰ τὸ ὁποῖον παρεπονέθη, νομίζω ὅτι ἀκριβῶς ἐπιβάλλει τοῦτο ἡ πρόνοια ἵνα μὴ προσέλθῃ πρόσωπον ἀκατάλληλον.
§133Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἀποκλείετε πάντας τοὺς συντάκτας τῶν Ἀθηναϊκῶν ἐφημερίδων.
§134Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Νὰ θέσωμεν διευθυντὰς ἢ συντάκτας.
§135Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§136Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσεν ὁ κ. συνάδελφος εἶναι ζήτημα σοβαρώτατον, διότι πρόκειται περὶ μεταδόσεως εἰς τὴν Κοινὴν Γνώμην πιστῆς περιλήψεως τῶν ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεων καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρεθῇ καὶ ὁ τρόπος διὰ νὰ λείψωσι τὰ παράπονα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ εἴπητε κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξευρεθῇ ἡ κατάλληλος ὑπηρεσία, ὥστε νὰ μεταδίδωνται τὴν ἰδίαν ἑσπέραν αἱ περιλήψεις τῆς συνεδριάσεως; Βλέπω ἐνταῦθα μόνον μίαν θέσιν συντάκτου.
§137Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Θὰ γίνῃ καὶ Κανονισμὸς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας καὶ αὐτὸς θὰ καθορίζῃ τὸν κύκλον τῆς ἐργασίας ἑκάστου ὑπαλλήλου.
§138Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Δὲν εἶναι ἀντικείμενον τοῦ Κανονισμοῦ αὐτό.
§139Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καὶ δὲν ἤκουσα ἂν ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία ἡ ὑποβληθεῖσα, νὰ εὐρύνητε τὸν κύκλον.
§140Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Τοῦτο θὰ διατυπώσω. Ἐπὶ πενταετίαν ἢ ἐφάπαξ ἐπὶ δεκαετίαν.
§141Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ τῆς πενταετίας, ὄχι τῆς δεκαετίας.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10;
§143Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10. Καὶ κατὰ τὸν ἰσχύοντα Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς τὸ Γραφεῖον τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων ἀποτελεῖται ἐξ ἑνὸς Διευθυντοῦ ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως αʹ τάξεως, ἐξ ἑνὸς Ἐπιμελητοῦ ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ γραμματέως βʹ τάξεως καὶ ἐξ ἑνὸς βοηθοῦ τοῦ Ἐπιμελητοῦ ἐπὶ βαθμῷ ὑπουργικοῦ γραφέως αʹ τάξεως. Πάντες γνωρίζομεν, κ. Πρόεδρε, τὴν ἐπίπονον ἐργασίαν τοῦ Γραφείου τούτου καὶ ἀντὶ νὰ συντελέσωμεν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ του ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς ὑπερβολικῆς καὶ ἐπιμόχθου ἐργασίας του ἐλαττοῦμεν αὐτὸ κατὰ ἕνα, διὰ τοῦ σχηματισμοῦ νέου Γραφείου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐργασία εἶναι ἐλαχίστη καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ζήτημα, μάλιστα κατόπιν τοῦ μέτρου τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἰσηγούμενος εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὰς οἰκονομίας, ἂν ἔπρεπε νὰ συσταθῇ. Γνωρίζει δὲ κάλλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς τὸ ἐπίπονον τῆς ἐργασίας τοῦ Γραφείου ἐκείνου, καὶ ἤθελον παρακαλέσει νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ ὑπαλλήλου ἐκείνου, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, τὸν ὁποῖον οὔτε κἂν γνωρίζω.
§144Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Διὰ ποῖον ὁμιλεῖτε;
§145Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Διὰ τὸ Γραφεῖον τῆς Διευθύνσεως τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων.
§146Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἰδού. Εἷς ἐκ τῶν ὑπαλλήλων πράγματι εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἔκδοσιν τοῦ Ἀρχείου, περὶ τοῦ ὁποίου προέβλεπεν ὁ Κανονισμός, ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχεν ὑπάλληλος εἰδικῶς ὡρισμένος. Σήμερον, ὁπότε ἱδρύομεν Γραφεῖον Ἀρχείου, λαμβάνομεν αὐτὸν τὸν ὑπάλληλον τὸν ἐργαζόμενον ἐπὶ τοῦ Ἀρχείου καὶ τὸν τοποθετοῦμεν ἐκεῖ, ἵνα μὴ ἔχωμεν αὔξησιν δαπάνης. Συνιστᾶται τὸ Γραφεῖον τοῦ Ἀρχείου καὶ περιορίζεται κατὰ ἕνα τὸ Γραφεῖον τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων, ἀκριβῶς ἐκ τοῦ λόγου ὅτι αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος, ὁ ὁποῖος θέλει σήμερον μεταφερθῆ εἰς τὸ Ἀρχεῖον, δὲν εἰργάζετο ἐπὶ τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ Ἀρχείου, διότι εἴχομεν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ ὑποχρέωσιν νὰ κάμωμεν Ἀρχεῖον, ἀλλὰ δὲν εἴχομεν ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ προσωπικόν. Σήμερον θὰ συνεχίσῃ τὰς ἐργασίας του αὐτὰς καὶ δὲν θὰ διακόψῃ τὰς ἐργασίας τὰς ὁποίας ἔκαμνε πραγματικῶς ἐν τῷ Γραφείῳ τῆς ἐκδόσεως τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων, διότι εἰς αὐτὸν εἰδικῶς εἶχεν ἀνατεθῆ ἡ κατάταξις καὶ ἔκδοσις τοῦ Ἀρχείου.
§147Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἤδη καταρτίζεται ἓν ἐντελῶς νέον Γραφεῖον Ἀρχείου, ἀλλὰ διὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ Ἀρχείου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο εἶναι ἢ τὸ Παράρτημα καλούμενον τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων, ἀποσπᾶται εἷς βοηθὸς ἀπὸ τοῦ Γραφείου αὐτοῦ τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς. Κανεὶς δὲν σᾶς ἐμποδίζει νὰ καταρτίσητε αὐτὸ τὸ Γραφεῖον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ περιορίσητε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται ἀκριβῶς διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν Ἐστενογραφημένων Πρακτικῶν· διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται. Τὸ Γραφεῖον τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς μέχρι τοῦδε εἶχε τὸν Διευθυντήν, τὸν Ἐπιμελητὴν καὶ ἕνα βοηθὸν αὐτοῦ, καὶ ἐντούτοις δὲν ἦτο ἐπαρκὲς τὸ προσωπικόν· ἤδη ἀφαιρεῖτε τὸν βοηθόν· καθιστᾶτε δηλαδὴ τὴν μᾶλλον ἐπίπονον καὶ μᾶλλον ἐπίμοχθον ἐργασίαν τοῦ Ἐπιμελητοῦ τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων ἔτι ἐπιπονωτέραν καὶ λέγετε ὅτι ὁ ὑπάλληλος ἐκεῖνος ἐχρησίμευε μόνον διὰ τὸ Ἀρχεῖον· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν εἶναι πραγματικόν. Εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῶν Συζητήσεων περιελαμβάνετο καὶ ἡ ἐργασία τοῦ Ἀρχείου. Τὸ Ἀρχεῖον δ’ αὐτὸ γνωρίζομεν ὅτι συντάσσεται τὰς τελευταίας ἡμέρας πάσης Συνόδου καὶ ὁρίζεται ἀκριβῶς ἐν ἄρθρῳ 91 καὶ βλέπομεν ὅτι: «Εἰς τὸ τέλος ἑκάστης Συνόδου τῆς Βουλῆς ἐκδίδεται ὑπὸ τὸν τίτλον «Ἀρχεῖον τῆς Βουλῆς» τεῦχος, εἰς ὃ καταχωρίζονται ὁ Βασιλικὸς Λόγος κ.τ.λ.». Τὸ Ἀρχεῖον τοῦτο τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ Παράρτημα τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων. Σήμερον ἀποσπᾶτε τὸν βοηθόν, τὸν καθιστᾶτε εἰς ἓν Γραφεῖον αὐτοτελὲς καὶ οὕτω πως κολοβώνετε τὴν ἐργασίαν αὐτήν.
§148Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὄχι, διότι ἐλαττώνω καὶ τὴν ἐργασίαν τοῦ Γραφείου.
§149Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι· δὲν τὴν ἐλαττώνετε ποσῶς.
§150Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Βεβαίως· ἐφ’ ὅσον εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Γραφείου ἐκείνου ὑπάγεται καὶ ὁ βοηθός.
§151Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ πᾶν εἶναι ἡ συλλογὴ τῶν ἐστενογραφημένων ἀγορεύσεων τῶν Βουλευτῶν, ἡ στοιχειοθέτησις αὐτῶν, ἡ διόρθωσις αὐτῶν, τὰ ἄλλα δέ, τὰ τοῦ Ἀρχείου, εἶναι ἐντελῶς δευτερεύοντα. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς συνιστῶ εἶναι νὰ μὴ κολοβώσητε τὴν τόσον ἐπίπονον ἐργασίαν τῆς Ἐφημερίδος τῶν Συζητήσεων τῆς Βουλῆς.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 10 ὑπάρχει τροπολογία τῶν βουλευτῶν κυρίων Π. Ἀραβαντινοῦ καὶ Ἀπ. Ἀλεξανδρῆ, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Τὸ ἐδάφιον 3 τοῦ ἄρθρου 98 τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς: «Εἷς κοσμήτωρ τοῦ ἀναγνωστηρίου, ἐπὶ βαθμῷ Τμηματάρχου Βʹ τάξεως». Τὸ ἐδάφιον 7 τῆς πρώτης παραγράφου τοῦ τροποποιουμένου ἄρθρου 102 καὶ συμπληρουμένου ὡς ἄρθρου 98 τροποποιεῖται οὕτω: «Τοῦ κοσμήτορος τοῦ ἀναγνωστηρίου δρ. 320». Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται.
§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς τροπολογίας. Ἐφ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν τὴν δέχεται δὲν δύναται νὰ γίνῃ ψηφοφορία. Θ’ ἀπορριφθῇ ὡς ἀπαράδεκτος, καὶ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου. Εἶναι ῥητὴ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος. (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν διάταξιν).
§154Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς δὲν γίνεται αὔξησις. Αὐτὴ ὑποβάλλεται ἐκ μέρους τοῦ Γραφείου τῆς Βουλῆς.
§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι υἱοθετημένη;
§156Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὄχι, ἀλλ’ ὁ τρόπος καθ’ ὃν εἰσάγεται. Ἐὰν πρόκειται περὶ τύπων, εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αὐτὴν ἀνωμαλίαν τὴν τυπικήν, καὶ ἐπὶ τῇ τυπικότητι αὐτῇ τὴν ὁποίαν παρετηρήσατε πρέπει καὶ αὐτὴ νὰ συζητηθῇ καὶ ψηφισθῇ.
§157ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δηλῶ ὅτι δὲν τὴν δέχεται ἡ Κυβέρνησις. Δὲν εἶναι τυπική, ἀλλ’ οὐσιαστική.
§158Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§159ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔφερε τὰς τροποποιήσεις καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἡμεῖς εἴμεθα ἀπησχολημένοι.
§160Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ἐὰν πρόκειται περὶ τύπου, κύριε Πρόεδρε, τὸ αὐτὸ σφάλμα ὑπάρχει, διότι καὶ αὐτὴν τὴν πρότασιν ἡ ὁποία γίνεται ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, ἐὰν τὴν υἱοθετῇ ἡ Κυβέρνησις, θὰ ψηφισθῇ.
§161ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀναντιρρήτως.
§162Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχομεν τὴν εἰσήγησιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ καθορισμοῦ μισθῶν, θὰ ἠδύνατο τοῦτο νὰ λεχθῇ· ἀλλ’ ἐνταῦθα γίνεται εἰσήγησις ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τῇ συγκαταθέσει τῆς Κυβερνήσεως περὶ ὁρισμοῦ μισθῶν, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος νὰ τροπολογήσῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ ἑρμηνεία ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰσηγεῖται καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ψηφίσῃ. Δύναται νὰ εἴπῃ· δέχομαι ἢ ἀπορρίπτω. Ἐὰν αὐτὸ γίνῃ δεκτόν, τότε οἱοσδήποτε ὀργανισμὸς δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ ἐν τῇ Βουλῇ, ὅταν τὰ μέλη τῆς Βουλῆς στερῶνται τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ συζητῶσι.
§163ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν ἑρμηνείαν αὐτήν. Πρόκειται περὶ θεμελιώδους διατάξεως τοῦ Συντάγματος· ἡ πρωτοβουλία τοῦ νόμου ἀνήκει εἰς τοὺς Βουλευτάς, εἰδικῶς δὲ διὰ τὰς αὐξήσεις καὶ συντάξεις τίθεται ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι ὅτι «οὐδεμία πρότασις ἀφορῶσα εἰς αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς»· ἑπομένως ἐφ’ ὅσον ἔχει οὕτως ἡ διάταξις δὲν δυνάμεθα νὰ τὴν περιορίσωμεν, τότε δὲ μόνον δύναται νὰ ἐπέλθῃ αὔξησις, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ κυβερνητικὴ ἀντίρρησις. Ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ γίνῃ περαιτέρω συζήτησις.
§164Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἰσηγήθην τίποτε· ὑποστηρίζω τὰς ἄλλας εἰσηγήσεις τῶν συναδέλφων, δὲν εἰσηγήθην πρότασιν τροποποιήσεως τοῦ Κανονισμοῦ θέτουσαν αὔξησιν μισθοδοσίας, ἀλλὰ συζητῶ ἐπὶ τῆς υἱοθετηθείσης ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἴμεθα ἐν τῷ Συντάγματι, Εἶναι περίεργον ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐλέγχονται μὲ τὴν βελόνην.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀπαραδέκτου τῆς τροπολογίας τῶν βουλευτῶν κ. Α. Ἀλεξανδρῆ καὶ Π. Ἀραβαντινοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§166Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀπαράδεκτος. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 10).
§167Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον ἀπερρίφθη;
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§169Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. (Πρόεδρος). Ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ «δίπλωμα Νομικῆς».
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§171Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν ἀφορῶσαν εἰς τοὺς στενογράφους ἐν σελίδι 6 καὶ ἥτις ἔχει οὕτω: «Μετὰ τὴν παράγραφον «οἱ στενογράφοι προάγονται κατ’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας, συμπληροῦντες δὲ τὸ ἑξηκοστὸν τῆς ἡλικίας αὐτῶν ἔτος ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας» νὰ προστεθῇ «λαμβάνοντες σύνταξιν κανονιζομένην ἐπὶ τῇ βάσει τῆς εἰς τὸν μισθὸν αὐτῶν ἀντιστοιχούσης τῶν ἰσοβάθμων διοικητικῶν ὑπαλλήλων, μετὰ δὲ 35ετῆ ὑπηρεσίαν ὁλόκληρον τὸν μισθὸν αὐτῶν μεῖον τῶν κρατήσεων». Οὔτε τοὺς ὑπηρέτας δὲν ἀπολύετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, πολλῷ μᾶλλον ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι ἀναμφισβητήτως προσφέρουσιν ἔκτακτον ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Κοινοβούλιον. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀπολύσεως τῶν στενογράφων τῆς Βουλῆς, διότι ἡ παράγραφος λέγει: «καὶ στενογράφοι προάγονται κατ’ ἀρχαιότητα ὑπηρεσίας τακτικοῦ στενογράφου, συμπληροῦντες δὲ τὸ 60ὸν τῆς ἡλικίας αὑτῶν ἔτος ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας». Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι τρόπος ἀπολύσεως αὐτός.
§172Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἡ δικαιολογία τῆς διατάξεως εἶναι αὕτη· ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ἐργασθῇ πολὺ διὰ τῆς χειρὸς καὶ ἐργασίαν κοπιαστικὴν συνεπάγεται καὶ τεχνικὴν ἐξάντλησιν, ὅταν δὲ συμπληρώσῃ τὸ 60ὸν ὑπάρχει πιθανότης ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, καὶ δι’ αὐτὸ τίθεται ὅριον. Ὑμεῖς ὑπεβάλετε τροπολογίαν διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖτε ὅπως ἡ σύνταξις τὴν ὁποίαν ἤθελε λάβει ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς εἶναι ἴση πρὸς τὸν μισθὸν τὸν ὁποῖον λαμβάνει ἐφ’ ὅσον ἔχει ὑπηρεσίαν 35 ἐτῶν. Ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν εἶναι συντάξιμος, ἀλλὰ τὸ ἑρμηνευτέον εἶναι τοῦτο ἐπὶ τῆς τροπολογίας ταύτης· εἶναι δίκαιον ὁ ὑπηρετήσας 35 ἔτη ν’ ἀπολαύσῃ ἴσην σύνταξιν πρὸς τὸν μισθὸν αὐτοῦ; Εἶναι δίκαιον διὰ τοὺς στενογράφους νὰ καθιερωθῇ διάταξις ἡ ὁποία δὲν ὑπάρχει παρὰ προκειμένου περὶ δικαστικῶν ἀνωτέρων προσώπων; Εἶναι δίκαιον; Ἐγὼ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον.
§173Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δεχθῆτε τὰ ¾.
§174Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Τὰ ἔχει ἐξασφαλίσει.
§175Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 11 ἄρθρου ἐν τῇ 5ῃ σελίδι ἐν τῇ προτελευταίᾳ παραγράφῳ καὶ εἰς τὸ κάτω μέρος, ὅπερ ἀρχίζει οὕτω «Βοηθοὶ τῶν Γραφείων τῆς Βουλῆς» παρακαλῶ ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ «Ἐπιμελητὴς τῆς ἐκδόσεως τοῦ Ἀρχείου τῆς Βουλῆς».
§176Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ναί, ναί. Ἐν σχέσει πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ράλλη δηλῶ ὅτι ὁ ἔχων 35 ἐτῶν ὑπηρεσίαν λαμβάνει ὡς σύνταξιν τὰ ¾ τοῦ μισθοῦ του.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροπολογήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12 (ἀναγινώσκεται).
§178Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Προκειμένου περὶ τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, περὶ ψηφίσματος δηλαδὴ τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ὁμολογῶ ὅτι θεωρῶ ἐμαυτὸν ἀναρμόδιον διὰ νὰ φέρω οὐσιαστικὰς παρατηρήσεις, καθόσον εἶμαι ὁ ὀλιγώτερον πεπειραμένος. Μοὶ ἐγέννησεν ὅμως περιέργειαν μία διάταξις τοῦ σχεδίου αὐτοῦ τοῦ συζητουμένου τῆς παραγράφου 5 τοῦ ἄρθρου 12 ὅτι, ἐνῷ ἦτο γνωστὸν ὅτι ἀπὸ τῆς τάξεως τῶν κλητήρων τῶν ἐκκλησιαστικῶν Συμβουλίων μέχρι τῆς ἀνωτάτης βαθμίδος τῆς πολιτικῆς ἱεραρχίας ἀσχολούμεθα ἑκάστοτε καὶ ἐνῷ ἐμφορούμεθα πάντες ὑπὸ ἰδεῶν ἀποκεντρώσεως, βλέπω ὅτι, ἐὰν ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὡς ἔχει, δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ λέγωμεν ὅτι ἡ Βουλὴ στερεῖται τῆς ἱκανότητος τῆς αὐτοδιοικήσεώς της. Φαντασθῆτε, Κύριοι, προκειμένου περὶ ἐργασίας τῆς Βουλῆς ἐκ μέρους τῶν ὑπαλλήλων τῶν σχετιζομένων πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ Πρόεδρος θὰ ἔλθῃ εἰς οἱανδήποτε διαφωνίαν πρὸς οἱονδήποτε ὑπάλληλον ἢ εἰς οἱανδήποτε σύγκρουσιν νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος οὗτος νὰ καταφύγῃ καὶ νὰ καλέσῃ ἵνα δικάσῃ τὴν διαφοράν, Προέδρου Βουλῆς καὶ ὑπαλλήλου, εἷς ὑπάλληλος ἄλλος ἑνὸς Συμβουλίου! Καὶ θὰ παρουσιασθῇ ὁ προϊστάμενος τοῦ κυριάρχου Σώματος τῆς Βουλῆς εἰς ἀντιδικίαν ἐνώπιον Συμβουλίου ὑπαλλήλων καὶ θὰ εἴπῃ· δικάσατε, διότι ἐγὼ εἶμαι ἀνίκανος νὰ τιμωρήσω ἢ δικαιώσω τὸν ὑπάλληλόν μου. Τίς ἠξεύρει τὰς ἀνάγκας τῆς Βουλῆς καὶ τὸν Κανονισμὸν αὐτῆς; Δὲν εἶναι παντάπασιν ἐποικοδομητικὴ αὐτὴ ἡ δέσμευσις διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Κάμνετε ὅ,τι θέλετε διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν ὑπαλλήλων, θέσατε Βουλευτὰς διὰ τὴν κρίσιν, ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ μὴ ἀπεμπολεῖτε τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς ὅπως αὐτὴ αὕτη κρίνῃ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους της.
§179Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπιμένετε νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ διάταξις δεκτή; Διατί φοβεῖσθε ν’ ἀντιμετωπίσητε τὰς εὐθύνας; Σεῖς μόνος πρέπει νὰ κανονίζητε ταῦτα. Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπεραρκετὴ ἐγγύησις.
§180Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ ὑπ’ οὐδενὸς ὅτι ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων ἐξασφαλίζει καλὴν ὑπηρεσίαν.
§181Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθῃ ἄλλη Βουλὴ νὰ τὴν καταργήσῃ.
§182Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Τὴν ἐξασφαλίζω ἐν τῷ μέτρῳ τῶν δυνάμεών μου.
§183Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόλου.
§184Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ μονιμότης ἐξασφαλίζει τὴν καλὴν ὑπηρεσίαν. Δὲν θέλω νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι τῆς Βουλῆς εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὡς ὑπόδειγμα ἴσως τῶν ἄλλων ὑπηρεσιῶν τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἂν χωλαίνῃ κατά τι τοῦτο πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς τὴν ἔλλειψιν μονιμότητος, διότι οἱ ἔχοντες τὰ στοιχεῖα ὑπάλληλοι εἰς ἓν μόνον ἀποβλέπουσι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φύγωσιν ἐκ τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσιν ὑπηρεσίαν μόνιμον. Σήμερον μάλιστα μετὰ τὴν μονιμοποίησιν πάντων τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων ἡ μονιμότης τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι ἄνευ μονιμότητος δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ὑπαλλήλους ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν νομίζω ὅτι ἐπέρχεται μείωσίς τις τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς διὰ τῆς διατάξεως, ἥτις ὁρίζει ὅτι Συμβούλιον ἐξ ἀνωτάτων λειτουργῶν τοῦ Κράτους θὰ κρίνῃ τοὺς ἑκάστοτε ὑπαλλήλους.
§185ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἐκ Βουλευτῶν διὰ κλήρου.
§186Ε. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Δύνασθε νὰ τὸ καταρτίσητε ἐκ Βουλευτῶν, οὐχὶ ὅμως ἐξ ὑπαλλήλων.
§187Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ψηφίζεται ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς θὰ πεισθῆτε πάντες ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν. Ἕκαστος Πρόεδρος ἐφιλοτιμήθη ν’ ἀλλάξῃ τὸν Κανονισμόν, παρατηρῶ ὅμως τὸ ἑξῆς: ὅτι ὁ Κανονισμὸς ψηφίζεται ὑπὸ τοῦ Προέδρου, τῆς Βουλῆς ἀντιφωνούσης. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ δὲ νὰ εἴπω ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Προέδρου δὲν ἐκδηλοῦται μετὰ τοῦ προσήκοντος σεβασμοῦ πρὸς τοὺς Βουλευτάς. Λοιπὸν πᾶς Πρόεδρος θὰ φέρῃ τροποποιήσεις τοῦ Κανονισμοῦ. Ἑπομένως οὐδεμία ἰσοβιότης καὶ καθορισμὸς θέσεων εἶναι διαρκής. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατί νὰ μὴ ἔχῃ πεποίθησιν εἰς ἑαυτὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν θ’ ἀδικήσῃ τινά; Ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ ἐξήσκησε τόσον ἀξιεπαίνως, ὥστε γνωρίζομεν ὅτι καὶ αὐτὴν τὴν ἀνωτέραν θέσιν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου δὲν τὴν ἔδωκεν εἰς πρόσωπον ἔξω τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ εἰς ὑπάλληλον αὐτῆς τὸν ὁποῖον εὗρεν ἱκανόν. Ἀφοῦ μᾶς ἔδωκε λαμπρὸν παράδειγμα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, διατί θέλει νὰ μᾶς παραπέμψῃ εἰς τὸ Πρυτανεῖον τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ εἰς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀποτελέσωσι τὸ Συμβούλιον, ἵνα ἐπεμβαίνῃ εἰς τὰ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς; Τὸ Κοινοβούλιον δὲν δύναται νὰ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων του καὶ ἀναθέσῃ ταῦτα εἰς ἀνθρώπους μὴ ἔχοντας εἰδικότητα. Τίνα σχέσιν ἔχει τὸ Ἐλεγκτικὸν Συνέδριον πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς; Ἐσχηματίσθησαν Συμβούλια εἰς τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, ἀλλὰ τουλάχιστον ἐκεῖ ἐτηρήθη ἡ ἁρμοδιότης. Δὲν συνεστάθη Συμβούλιον τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων ἐκ στρατιωτικῶν ἢ κληρικῶν. Διότι δὲν θὰ ἦτο παράδοξον, ἂν προσετίθετο καὶ ἓν μέλος τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἵνα κρίνῃ κατὰ πόσον οἱ στενογράφοι ἐκπληροῦσι τὸ καθῆκόν των. Καὶ νομίζω ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀποβλέπων εἰς τὸ ὅτι τὸν Κανονισμὸν ψηφίζει ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποδεχθῇ τὰς γνώμας αὐτῆς.
§188Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ ὑπαινιγμοῦ τοῦ κ. συναδέλφου. Ὅλη ἡ συζήτησις ἀπέδειξεν ἀκριβῶς πόσον εἶμαι ὑποχωρητικός.
§189Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχομεν πεποίθησιν εἰς ὑμᾶς. Πρέπει νὰ κρατήσητε τὰ δικαιώματά σας.
§190Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Κανονισμὸς τῆς Βουλῆς ἔχει προβλεφθῆ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον παρέσχεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰ τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος. Δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς εἰς ἡμᾶς νὰ εἰσαγάγωμεν ἐν τῇ Βουλῇ οἱονδήποτε ξένον ὑπάλληλον διὰ τὰς ἐργασίας αὐτῆς.
§191Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Προτείνω, ἵνα ἐπέλθῃ συμβιβασμὸς, ὅπως προστεθῇ εἰς τὸν τροποποιούμενον Κανονισμὸν ἡ τροπολογία ὅτι οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι κατ’ ἀρχὴν μόνιμοι, θὰ δύνανται δὲ ν’ ἀπολύωνται μόνον κατόπιν ἀποφάσεως ἠτιολογημένης Ἐπιτροπῆς ἐκ Βουλευτῶν, ἐκλεγομένης διὰ κληρώσεως δι’ ἑκάστην εἰδικὴν περίπτωσιν καὶ προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς.
§192ΠΛΕΙΣΤΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§193Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δὲν διαφέρουσι τῶν ὑπαλλήλων τῶν ἄλλων κλάδων. Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ζήτημα ἀξιοπρεπείας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀφορᾷ ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὸ δημόσιον συμφέρον, κατὰ πόσον οἱ ὑπάλληλοι ἀποδίδουσι τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ὀφείλουσιν’ ἀποδίδωσιν, ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὴν ἐξασφάλισιν αὐτῶν τούτων τῶν ὑπαλλήλων. Οἱ νόμοι οἱ ψηφιζόμενοι περὶ μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐκφράζουσι δυσπιστίαν πρὸς τὰ πρόσωπα τὰ διευθύνοντα τὰς ὑπηρεσίας. Διότι, ἂν ἡ ἐμπιστοσύνη αὐτὴ ἐξεδηλώθη πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὁμοίως θὰ ἐκδηλωθῇ καὶ πρὸς τοὺς προϊσταμένους τῶν λοιπῶν ὑπηρεσιῶν, ἂν εἶναι τῆς αὐτῆς περιωπῆς καὶ ἀξίας τοῦ κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν παρέχει τὴν ὀφειλομένην ἀσφάλειαν ὑπὲρ τῶν ἀτόμων τὰ ὁποῖα ἐργάζονται. Διότι ἄλλοι εἶναι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ κρίνῃ ξένος καὶ ἄλλοι ὑπὸ τοὺς ὁποίους θὰ κρίνῃ πρόσωπον ἀνῆκον εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, ἐγγυώμενον ὅτι θὰ κρίνῃ μετὰ πάσης ἀμεροληψίας τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους. Δὲν γνωρίζω διατί τῶν ἐγγυήσεων ὧν ἀπολαύουσι πάντες οἱ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ στερηθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς. Ἂν ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν εἰσήχθη ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποκεντρώσεως, δηλαδὴ τῆς ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῶν πολιτικῶν ἐπιδράσεων, τὸ μέτρον πρέπει νὰ εἶναι γενικόν, καὶ ὄχι εἰδικόν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἐπικρατεῖ τὸ σύστημα τῆς ὁπωσδήποτε ἀνεξαρτησίας τῶν ὑπαλλήλων, τῆς ἐξασφαλίσεως αὐτῶν ἀπέναντι τῶν ἐπιδράσεων, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἐξαιρεθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς. Ἐν πάσῃ περιπτώσει τὸ προτεινόμενον, ὅπως ἀπαρτισθῇ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐντελῶς ἀνήκουστον, διότι ἡ Βουλὴ ἀποτελεῖται ἐκ μερίδων πολιτικῶν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσω τὴν Βουλὴν ὑπ’ ἄλλην ἔννοιαν, αἱ δὲ μερίδες αὐταὶ αἱ πολιτικαὶ ἀποτελοῦνται ἐκ Βουλευτῶν καὶ ὅταν ἀνατεθῇ εἰς Ἐπιτροπὴν ἐκ Βουλευτῶν καταρτιζομένην διὰ κληρώσεως ἡ κρίσις περὶ ὑπαλλήλων, ἡ Ἐπιτροπὴ αὐτὴ θὰ θέτῃ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ἐκ Βουλευτῶν, ἡ ὁποία θ’ ἀνήκῃ εἰς μίαν ὡρισμένην μερίδα, καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Προέδρου θὰ ἐξουδετερώσῃ καὶ δὲν θὰ ὑπάρχῃ καμμία ἐγγύησις ὅτι θ’ ἀποφαίνηται ἄνευ οὐδεμιᾶς πολιτικῆς ἐπιδράσεως. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἥτις θ’ ἀποτελῆται ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων διατελεῖ ὑπὸ ἔλεγχον, ἐνῷ ἡ Ἐπιτροπὴ τῶν Βουλευτῶν ὑπὸ τίνα ἔλεγχον θὰ διατελῇ; Αὐτοὶ θὰ εἶναι οἱ ἐλέγχοντες, αὐτοὶ θὰ εἶναι καὶ οἱ ἐλεγχόμενοι. Διότι εἶσθε Βουλευτὴς νομίζετε ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ διαχειρίζησθε καὶ τὴν ὕπαρξιν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους; Εἰς τοῦτο νομίζετε ὅτι συνίσταται ἡ ὑπηρεσία ὑμῶν; Βεβαίως εὑρίσκεσθε ἐν πλάνῃ. Ὁ Βουλευτὴς δὲν ἐξασκεῖ ἔλεγχον ἐφ’ οἱασδήποτε ὑπηρεσίας. Ἐλέγχει ἐν τῇ αἰθούσῃ τῆς Βουλῆς· πέρα ταύτης οὐδεμίαν ἔχει ὑπηρεσίαν. Εἰς ποίαν εὐθύνην καὶ εἰς ποῖον ἔλεγχον θὰ ὑπόκεινται οἱ Βουλευταί; Αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον πρᾶγμα. Οὐδαμοῦ ὑπάρχει. Ποῦ ἠκούσθη νὰ συνιστᾶται Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς κυρία τῆς τύχης τῶν ὑπαλλήλων; Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐμμείνητε ἐν τῇ γνώμῃ τὴν ὁποίαν ἐκφράζει τὸ σχέδιον. Εἶναι ὀρθοτάτη, σύμφωνος πρὸς τὴν ἀρχὴν ἡ ὁποία τηρεῖται ἐν πάσαις ταῖς νομοθεσίαις. Ἂν θελήσητε ν’ ἀπόσχητε ταύτης, ἀφήσατε τὸν Πρόεδρον, ὁ ὁποῖος μετέχει τῆς διοικήσεως, νὰ ἐνασκήσῃ τὴν διοίκησιν αὐτῶν. Ἐπιτροπὴ ἐκ Βουλευτῶν εἶναι πρᾶγμα ἐντελῶς ἀκατανόητον καὶ ἀσύμφωνον πρὸς πᾶσαν ἐπιστημονικὴν ἀρχήν, πρὸς πᾶσαν πολιτικὴν ἀρχὴν καὶ πρὸς πᾶσαν κοινωνικὴν ἀρχήν.
§194Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ προλαλήσας ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς εἶπε μερικὰ ὀρθὰ πράγματα, εἶπεν ὅμως καὶ πράγματά τινα πρὸς τὰ ὁποῖα εἶναι ἀδύνατον νὰ συμφωνήσω ἐγώ. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι βεβαίως δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλ’ εἶναι ὑπάλληλοι τεταγμένοι ἵνα παράσχωσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἐξομοιωθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς πρὸς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἐξουσίας. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς δίκαιον εἶναι, ἐφ’ ὅσον παρέχουσι τὰς ὑπηρεσίας αὐτῶν καλῶς, νὰ μὴ ἀπολύωνται κατὰ τὴν αὐθαίρετον κρίσιν τοῦ ἑκάστοτε Προέδρου, τοῦ ἑκάστοτε ἰσχύοντος ἐν τῷ Προεδρείῳ. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ εἰς αὐτοὺς μονιμότης, ἀλλὰ πάντως ἐντὸς τῶν ὁρίων τὰ ὁποῖα χαράσσει αὐτὴ ἡ ὑπόστασις τῆς Βουλῆς, τὸ κατ’ ἐξοχὴν δημόσιον πρόσωπον τὸ ἐκδηλοῦν τὴν κυριαρχίαν τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμότητος θὰ ἐξασφαλισθῇ, ἂν ἐξασφαλίσωμεν τὸν ὑπάλληλον ὡς πρὸς τὴν ἀπόλυσιν, διότι περὶ τῆς ἀπολύσεως μόνον πρόκειται. Δὲν εἶναι δυνατόν ποτε ν’ ἀφαιρέσῃ τις ἀπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς, τοῦ ἔχοντος τὴν διεύθυνσιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ Σώματος, τὸ δικαίωμα τῶν πειθαρχικῶν τιμωριῶν. Πρόκειται μόνον περὶ τῆς ἀπολύσεως. Εἶναι δίκαιον περὶ τῆς ἀπολύσεως νὰ τηρηθῇ μία ὡρισμένη διαδικασία ὡς πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, διαδικασία ἡ ὁποία νὰ παρέχῃ τὸ μέσον τῆς ἀπολογίας, ἡ ὁποία νὰ ὑποχρεοῖ τὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον θὰ ἐκφέρῃ κρίσιν περὶ τοῦ ὑπαλλήλου νὰ ἐκδώσῃ ταύτην ἠτιολογημένην ὡς δικαστικὴ Ἀρχή, λησμονοῦν τὴν πολιτειακὴν προέλευσιν τῶν συντελούντων αὐτὸ προσώπων. Ταῦτα ὅταν ἐξασφαλίσωμεν, νομίζετε ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς εἶναι ἠγγυημένη; Εἶναι ἠγγυημένη μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου μέχρι τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἠγγυημένη, ἐφ’ ὅσον δηλαδὴ ἡ μονιμότης στηρίζεται ἐπὶ τοῦ Κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι αὐτὸς καθ’ ἑαυτὸν μεταβλητός. Ποῖον ὅμως εἶναι τὸ ὄργανον τοῦτο; Διαφωνῶ πρὸς τὸν προλαλήσαντα ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ὅπως τὴν κρίσιν περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αἱ ὁποῖαι παρέχονται ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, τῆς καλῆς ἢ κακῆς διαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς, τὴν κρίσιν ἀναθέσωμεν εἰς καθηγητὰς τοῦ Πανεπιστημίου ἢ ὑπαλλήλους Ὑπουργείου. Τοῦτο νομίζω ὅτι προσβάλλει τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Σώματος. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἶναι ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς· ἑπομένως πρέπει νὰ κριθῶσιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὑπὸ ἀνθρώπων ἀνηκόντων ἐν τῇ Βουλῇ. Ὁ κ. Βουλευτὴς Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας διὰ τῆς προτεινομένης τροπολογίας ἐνόμισεν ὅτι θίγεται ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμότητος. Τὴν ἀρχὴν τῆς μονιμότητος καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν τῆς ἀποκεντρώσεως τῶν ὑπαλλήλων ὑποστηρίζω ἐκθύμως, ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμότητος, ἡ ὁποία καλύπτεται διὰ τῆς διαδικασίας καὶ τῆς ἠτιολογημένης ἀποφάσεως, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει πρὸς τὸ ὄργανον τὸ ὁποῖον θὰ δικάσῃ περὶ τῆς ἀπολύσεως τοῦ ὑπαλλήλου. Τὸ ὄργανον αὐτὸ πρέπει νὰ εὑρίσκηται ἐν τῇ Βουλῇ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λογοδοτήσῃ οὔτε ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς οὔτε ἡ Βουλή, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφεσιβάλλωνται αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς. Ἀκολουθοῦντες τὴν γνώμην τοῦ προλαλήσαντος θὰ παραχωρήσωμεν ἐγγυήσεις αἱ ὁποῖαι ὑπερβάλλουσι πᾶν ὅριον νοητόν.
§195Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Περιττεύει ἡ συζήτησις· εἴμεθα σύμφωνοι.
§196Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ ἤκουσα ἀντιγνωμίας καὶ ἡ γνώμη οἱουδήποτε ἀντιλέγοντος εἶναι σεβαστὴ καὶ τὴν συζητῶ ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει ἀποφασίσει ἡ Βουλή. Ἀποκρούω τὰς ἀντιρρήσεις τοῦ κ. συναδέλφου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας καὶ ὑποστηρίζω τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἤδη διὰ τροπολογίας εἰσάγει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Θὰ ἐδεχόμην ὅμως, διὰ νὰ μὴ ἐγίνετο ἑκάστοτε αὐτὴ ἡ ἱστορία καὶ καλῆται ἡ Βουλὴ διὰ κληρώσεις, νὰ συνιστᾶτο μία Ἐπιτροπή, ὅταν συνιστῶνται αἱ Ἐπιτροπαί, διὰ κληρώσεως, ἡ ὁποία νὰ συμπαρεδρεύῃ μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δικάζῃ τὰς βαρυτέρας περιπτώσεις, ἔχουσα συγχρόνως καὶ τὴν ἐξουσίαν τῆς τιμωρίας τῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω ὅτι οἱ λόγοι αὐτοὶ εἶναι ὀρθότατοι, δὲν θίγεται δὲ τὸ παράπαν ἡ ἀρχὴ τῆς μονιμότητος.
§197Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐπαναλάβω τὰς παρατηρήσεις μου, ἵνα ἀποδείξω εἰς τοὺς κ. συναδέλφους, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν ὅτι αὐτὸ δὲν συζητεῖται, ὅτι αὐτὸ συζητεῖται. Διὰ νὰ ἔχωσι βάσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος, τὸ πρῶτον τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ εἶναι ὅτι εἶναι διάφορος ὁ χαρακτὴρ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Βουλῆς ἀπὸ πάντων τῶν ἄλλων δημοσίων λειτουργῶν. Πανταχοῦ ὅπου λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ὑπαλλήλων τείνουσι πρὸς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν σκοπόν, ὅπως ἀπαλλάξωσι τοὺς ὑπαλλήλους ἀπὸ τῶν πολιτικῶν ἐπιδράσεων. Καὶ ἐν ᾧ τοιαύτη ἡ μέριμνα ἁπανταχοῦ τῆς Εὐρώπης, ζητεῖτε μίαν ἐξαίρεσιν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τῆς Βουλῆς. Δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἡ αὐτὴ δυσπιστία προκειμένου περὶ τῶν ὑπαλλήλων τῶν Ὑπουργείων εἰς τοὺς Ὑπουργούς, οἵτινες καὶ αὐτοὶ τῇ ἐμπιστοσύνῃ τοῦ λαοῦ ἀνεβιβάσθησαν εἰς τὴν θέσιν αὐτήν; Ἂν δεχθῆτε τὴν τροπολογίαν τῶν κ. Βουλευτῶν καθ’ ἣν θ’ ἀποφασίζωσι Βουλευταὶ περὶ τῆς τύχης τῶν ὑπαλλήλων, καθιστᾶτε πλέον δυσχερῆ τὴν θέσιν τῶν ὑπαλλήλων. Διατί τότε δὲν ἐμπιστεύεσθε εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς;
§198Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν ἐμπιστευόμεθα.
§199Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὅταν ἐπὶ τέλους ὑπάλληλός τις ἔχῃ νὰ δώσῃ λόγον παρανόμου τινὸς πράξεως καὶ ἐξαρτᾶται ἡ τύχη του ἀπὸ Βουλευτῶν, ἀφ’ ἑνὸς μετατρέπεται τοῦτο εἰς ζήτημα πολιτικὸν καὶ ἀφ’ ἑτέρου οὐδεμία παρέχεται ἐγγύησις. Καὶ ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς θὰ ἦτο δύσκολον νὰ ἀποφασίσῃ αὐθαιρέτως, ἄνευ προηγουμένης ψυχραίμου ἐρεύνης, περὶ τῶν αἰτίων τὰ ὁποῖα θὰ προκαλέσωσι τὴν κατηγορίαν ἐναντίον τινὸς ὑπαλλήλου, διότι βαρύνει αὐτὸν ἡ ἠθικὴ εὐθύνη, ἂν καταμερίσητε τὴν εὐθύνην ταύτην μεταξὺ πολλῶν πολιτικῶν προσώπων, δημιουργεῖτε μεγαλυτέρας ἐγγυήσεις ἢ ἀφαιρεῖτε καὶ ἐξουδετερώνετε καὶ τὴν μόνην ἐγγύησιν ἡ ὁποία ὑπῆρχε, τῆς ἠθικῆς εὐθύνης ἀπέναντι τῆς Βουλῆς; Δύνασθε, ἂν ἀναθέσητε εἰς δέκα πρόσωπα, νὰ ζητῆτε παρ’ αὐτῶν λογοδοσίαν ἠθικήν, παρὰ δέκα προσώπων πολιτικῶν, διὰ μίαν πρᾶξιν αὐθαίρετον, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἐτόλμα ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ὑπογράψῃ προκειμένου ν’ ἀποφανθῇ μόνος; Ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, νὰ εἴπω ὅτι εἰς τοῦτο ἔγκειται πᾶσα τάσις πρὸς ἀποκέντρωσιν, εἰς τὴν ἔλλειψιν ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης ὄχι εἰς τὰ πρόσωπα τὰ διαχειριζόμενα τὴν Ἀρχήν, ἀλλ’ εἰς τοὺς ὅρους καθ’ οὓς διαχειρίζονται ταύτην, ὅταν ἔχωσι πολιτικὸν χαρακτῆρα, τοῦ κανόνος δὲ τούτου δὲν ἐξαιρεῖται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς. Καὶ ἂν δὲν ἐξαιρεῖται ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κατὰ μείζονα λόγον δὲν ἐξαιροῦνται πρόσωπα πολλὰ πολιτικά. Ὁ καταρτισμὸς Ἐπιτροπῆς ἐκ πολλῶν πολιτικῶν προσώπων ἐπιμερίζει καὶ τὴν μόνην ἐγγύησιν ἡ ὁποία ὑπάρχει, τὴν ἠθικὴν εὐθύνην, καὶ τὴν ἐξουδετερώνει τελείως καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἶναι προτιμότερον ν’ ἀφήσητε τὸ καθεστώς, ἵνα μὴ λείψῃ πᾶσα ἐγγύησις ὅτι εὑρίσκονται οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς εἰς τὴν αὐθαίρετον διάκρισιν παροδικῶν ἐπιδράσεων, παροδικῶν πιέσεων, τῶν ὁποίων τὰ πολιτικὰ πρόσωπα δὲν εἶναι ἐξῃρημένα, καὶ ὅτι περὶ αὐτῶν οὐδεμία νόμιμος ἐγγύησις ὑπάρχει, ἐν ᾧ περὶ πάντων τῶν ἄλλων ὑπαλλήλων ὑπάρχουσιν ἐγγυήσεις ἐξασφαλίζουσαι αὐτοὺς ἀπέναντι πεπλανημένων κρίσεων.
§200Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἴμεθα πάντες σύμφωνοι περὶ τῆς μονιμότητος τῶν ὑπαλλήλων· τὸ ζήτημα εἶναι κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ τοιαύτη μονιμότης. Τίθεται λοιπὸν ἓν ζήτημα γενικώτερον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπιβάλλει νὰ χάσωμεν ὀλίγα λεπτὰ περισσότερα. Τὰ Συμβούλια τὰ ὁποῖα κανονίζονται ὑπὸ τῶν διαφόρων νόμων διὰ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν μονιμότητα τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἔχουσι σκοπὸν νὰ καταστήσωσι τοὺς ὑπαλλήλους ἀπαύστους, ἀλλὰ νὰ δύνανται νὰ τοὺς κρίνωσι καὶ νὰ τοὺς παύωσιν ἐν ᾗ περιπτώσει ὑπάρχει λόγος παύσεως, ἡ Ἐπιτροπὴ ὅμως ἡ ὁριζομένη ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἀναρμοδία. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ φέρω ἓν παράδειγμα· ἂν οἱ στενογράφοι καὶ ὁ συντάκτης τῶν Ἐπισήμων Πρακτικῶν παραποιήσωσι τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν καὶ τὰ διαστρέψωσι καὶ δώσωσι τοιαύτας πληροφορίας ἔξω, βεβαίως δὲν θὰ κριθῶσιν ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καὶ τῶν ἄλλων, ἀλλὰ θὰ κριθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. συνάδελφος εἶπεν ὅτι οἱ Βουλευταὶ εἶναι πολιτευόμενα πρόσωπα καὶ θὰ ὑπόκεινται εἰς πολιτικὰς ἐπιδράσεις, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω ὅτι ἡ ἀποκέντρωσις δὲν σκοπεῖ τὴν πολιτικὴν ἐπίδρασιν, ἀλλ’ ἐν γένει τὰς ἐπιδράσεις, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι αἱ μὴ πολιτικαὶ εἶναι πολὺ χειρότεραι τῶν πολιτικῶν.
§201Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ λείψωσι τὰ Συμβούλια.
§202Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Νὰ λείψωσι μὲ ἓν ἄρθρον πάντα.
§203Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἐκ πείρας γνωρίζῃ ὅτι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς του ὑπόκειται εἰς ἐπιδράσεις, δυνάμεθα νὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν αὐτῶν, ὥστε νὰ παραπέμπῃ τὴν ἄρνησιν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ αὐτὸς εἶναι διατεθειμένος, εἰς πλείονα πρόσωπα, ὅπως ἐλέχθη ἤδη. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι γνωστὸν καὶ διὰ τίνα λόγον παύονται οἱ ὑπάλληλοι καὶ τίνες ἀξιοῦσιν ἀπὸ τοῦ Προέδρου τὴν παῦσιν, ὅταν δὲν τὴν ἀξιοῖ ὁ ἴδιος δι’ ἴδια πρόσωπα, ἐπειδὴ εἶναι γνωστὸν τίνες ἐπηρεάζουσι τὰ πρόσωπα, ὁ Πρόεδρος ἔχει τὴν ἄρνησιν ὅτι δὲν ἐξαρτᾶται ἀπ’ αὐτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπηρεάσωσιν ἄλλα δέκα πρόσωπα, δὲν φαντάζομαι δ’ ὅτι θὰ συμφωνήσωσι δέκα πρόσωπα νὰ κρίνωσιν ἀδίκως ἕνα ὑπάλληλον καὶ νὰ ὑπογράψωσι συκοφαντικὴν ἀπόφασιν. Ἄν αὔριον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἀπολύσῃ τὸν καλύτερον ὑπάλληλον, θὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον, ἀλλ’ ὅταν δέκα Βουλευταὶ εἶναι ὑποχρωμένοι νὰ ὑπογράψωσιν ἐμπεριστατωμένην ἀπόφασιν περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, ἡ ὁποία δύναται νὰ κριθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ὅταν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ λογοδοτήσωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τότε οἱ ὑπάλληλοι εἶναι περισσότερον ἐξησφαλισμένοι παρὰ ἂν ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῶν διαφόρων ἐλεγκτῶν καὶ τῶν διαφόρων καθηγητῶν. Ἡ πολυμέλεια εἶναι ἡ ἐξασφαλίζουσα εἰς τὸν ὑπάλληλον τὴν μονιμότητα καὶ ὄχι ὡρισμένα πρόσωπα ἢ ὡρισμένοι ἀνώτεροι ὑπάλληλοι. Οἱ δέκα Βουλευταὶ δὲν θὰ συμφωνήσωσι βεβαίως ἵνα κάμωσι τὸ χατῆρι κάποιου ἐνδιαφερομένου ἵνα ἀπολυθῇ ὁ ὑπάλληλος. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν θὰ εἶναι τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου τόσον ἀχαρακτήριστα, ὥστε νὰ προσάψωσιν εἰς τὸν ὑπάλληλον τὴν μομφὴν τῆς ἀνικανότητος, ὅταν περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ ὑπαλλήλου ὅλη ἡ ἄλλη Βουλὴ θὰ ἔχῃ ἐναντίαν ἰδέαν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου).
§204Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατὰ τίνα τρόπον θὰ γίνηται ἡ ἐκλογή;
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑκάστοτε δι’ ἑκάστην ἀπόλυσιν.
§206Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ εἶναι μόνιμος.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἤδη τὸ ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 14–23 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 24).
§208Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς δὲν ἐλησμόνησε τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τῷ ὑποβάλω κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως τὸν διευθυντὴν τῶν Γραφείων ἀπόντα ἢ κωλυόμενον ἀντικαθιστᾷ ὁ διεκπεραιωτής, ἐπέμεινα δὲ καὶ ἐπιμένω εἰς τοῦτο, διότι νομίζω ὅτι εἶναι φυσικὸν καὶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ διεκπεραιωτοῦ εἶναι σχετικὴ πρὸς τὴν τοῦ διευθυντοῦ.
§209Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀρθόν· νὰ μείνῃ ὡς εἶχε καὶ πρότερον.
§210ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 24, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ τὰ ἄρθρα 25–34, ἀναγινώσκεται δὲ τὸ ἄρθρον 35).
§211Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον παρακαλέσει ὅπως ἀκουσθῇ μία παρατήρησίς μου ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Δὶς τῆς ἑβδομάδος ἀρχόμεθα μὲ τὰς ἐπερωτήσεις καὶ μετ’ αὐτὰς ἐξακολουθοῦμεν συζήτησιν ἐπὶ τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οἱ Βουλευταὶ δὲν ἔχουσι καιρὸν νὰ μελετῶσι. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι καλὸν θὰ ἦτο κατὰ τὰς δύο ταύτας ἡμέρας τῶν ἐπερωτήσεων νὰ μὴ ἐπιλαμβάνηται ἡ Βουλὴ νομοθετικῆς ἐργασίας, ἀλλὰ νὰ λύηται ἡ συνεδρίασις μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν ἐπερωτήσεων, ἐκτὸς ἂν πρόκειται περὶ ζητήματος κατεπείγοντος. Ὡς γίνεται τώρα μὲ τὴν ἐργασίαν ὁλοκλήρου τῆς ἑβδομάδος δὲν ἔχομεν καιρὸν νὰ μελετήσωμεν καὶ ἐπάγω ὅρκον εἰς τοὺς κ. συναδέλφους ἂν εὑρίσκουσι καιρὸν νὰ μελετῶσι τὰ πρὸς συζήτησιν νομοσχέδια.
§212Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι θὰ χάνωμεν δύο ἡμέρας. — Ἀλλὰ παρακαλῶ, ὅπως εἰς τὰς μεταβατικὰς διατάξεις, ὅπου ἀναγράφεται ὅτι ἡ ἰσχὺς τῶν τροποποιουμένων διατάξεων τῶν ἄρθρων 96, 97, 98, 99 καὶ 102 τοῦ τροποποιουμένου Κανονισμοῦ παρατείνεται μέχρι τέλους τρέχοντος μηνὸς Νοεμβρίου, νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἄρθρον 101.
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (δ’ Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§214Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὴν παρατήρησίν μου, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε. Ὑπεστήριξα ὅτι κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐπερωτήσεων ἢ τουλάχιστον τὴν μίαν ἐξ αὐτῶν, τὴν Πέμπτην, π.χ. νὰ μὴ γίνεται νομοθετικὴ ἐργασία ἐκτὸς ἂν παρουσιασθῇ τι κατεπεῖγον.
§215ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δυνάμεθα νὰ συνεννοηθῶμεν περὶ τούτου. (Ψηφίζονται εἶτα κατ’ ἀρχὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Ἰουνίου 1904 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν δι’ ἀσκήσεις καλουμένων ἐφέδρων τοῦ Π. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν εἰς τὴν ἐφεδρείαν αὐτοῦ ὑπαγομένων, καὶ τοῦ ἀπὸ 23 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος «περὶ τοῦ χρόνου τῆς διαρκείας τῆς ὑπηρεσίας τῶν δι’ ἀσκήσεις τοῦ στόλου προσκληθέντων ἐφέδρων καὶ περὶ τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν», 2) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ διατιμήσεως τῶν γαιανθράκων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς πωλήσεως αὐτῶν», 3) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 1914 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀρχικελευστῶν αʹ τάξεως, ἀρχικελευστῶν, κελευστῶν καὶ ὑποκελευστῶν παντὸς κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ», 4) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Αὐγούστου 1914 Β. Διατάγματος περὶ κατατάξεως ἐπικούρων τοῦ ὑγειονομικοῦ κλάδου τοῦ Β. Ναυτικοῦ», 5) «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 13 Ἰουλίου καὶ 21 Αὐγούστου 1914 Β. Διαταγμάτων περὶ προσκλήσεως δι’ ὑπηρεσίαν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ κατατάξεως ἐπικούρων ἠλεκτρολόγων μηχανικῶν κλπ.», 6) «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 16 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος, περὶ ἀνακλήσεως ἐν καιρῷ εἰρήνης εἰς ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν ἐφέδρων μαχίμων ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν», 7) «περὶ κυρώσεως τῶν ἀπὸ 23 Ἰουλίου καὶ 21 Αὐγούστου 1914 Β. Διαταγμάτων περὶ χορηγίας πιστώσεων διὰ τὴν κατασκευὴν διαφόρων ναυτικῶν ἔργων», 8) «περὶ συστάσεως Σχολικῶν Ἐπιτροπῶν καὶ Σχλικῶν Ταμείων». Ἐπίσης ψηφίζεται εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ΒΧΛΖʹ τῆς 19 Ἰουλίου 1899 νόμου περὶ διοικήσεως τῶν ἐν Ζακύνθῳ φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, νοσοκομείου καὶ ὀρφανοτροφείου, καὶ καθορισμοῦ τῶν πόρων αὐτῶν»).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καταργήσεως Ὀθωμανικῶν τινων φόρων ἐν ταῖς νέας χώραις καὶ περὶ ἀπαλλαγῶν ἀπὸ φόρων τινῶν ἐν αὐταῖς».
§217Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, αὐτὸ ν’ ἀναβληθῇ, διότι ἔχω μίαν τροπολογίαν καὶ ἐπεθύμουν νὰ εἶναι παρὼν ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἵνα τὴν ἀναπτύξω.
§218ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποβάλετε τὴν τροπολογίαν σας καὶ συζητεῖτε κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον. Ὡσαύτως ψηφίζονται εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμοῦ δαπάνης διὰ τὴν ἀνέγερσιν ἀποθηκῶν ὑλικοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῶν ταχυδρομείων, τηλεγράφων καὶ τηλεφώνων κτλ.». 2) «περὶ καθιερώσεως χρυσοῦ μεταλλίου τῶν τεχνῶν καὶ τῶν γραμμάτων»).
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων ὑπὲρ τῶν λιμένων Πειραιῶς καὶ Σύρου». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§220Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Παρακαλῶ νὰ τεθῇ· «κατόπιν προτάσεως τῆς οἰκείας Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§221Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Καὶ ἐνταῦθα παρακαλῶ νὰ τεθῇ· «συνεπείᾳ προτάσεως τῆς οἰκείας Λιμενικῆς Ἐπιτροπῆς». (Ψηφίζεται καὶ τὸ ἄρθρον 2, ὡς ἐτροπολογήθη).
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται ἕνεκα τῶν τροπολογιῶν. Βʹ συζήτησις τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μερικῆς τροποποιήσεως τοῦ νόμου 274 τῆς 13 Μαρτίου 1914». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον. Ὡσαύτως ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον «περὶ διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον καθυστερουμένων εἰσφορῶν τῶν ναυτικῶν δήμων κτλ»).
§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ εἰσηγηθῶ νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως ἐλεγκτηρίου ἐκκαθαρίσεως δαπανῶν πολέμου καὶ δαπανῶν ἐνεστῶτος ἔτους» καὶ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 13 τοῦ νόμου ΡΟΗʹ τῆς 7 Μαρτίου 1851 «περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ». Θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναγνωσθῶσιν εἰς αʹ ἀνάγνωσιν καὶ ψηφισθῶσι.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑποβάλλει τὰ ἑξῆς νομοσχέδια: 1) «περὶ προσθήκης εἰς τὸ αʹ ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου 257 περὶ συστάσεως σώματος ἀεροπόρων τοῦ Β. Ναυτικοῦ», 2) «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἱερέων τοῦ Β. Ναυτικοῦ», 3) «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ νόμου 306 τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1914 περὶ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν προβιβασμῶν αὐτῶν», 4) «περὶ τοποθετήσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ συμφώνως τοῖς κειμένοις νόμοις καὶ Β. Διατάγμασι καὶ περὶ ἀπαγορεύσεως τῆς ἀναθέσεως εἰς τούτους καθηκόντων δύο συγχρόνως ὀργανικῶν θέσεων». Ἀνακοινῶ ἤδη πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐκμισθώσεως τοῦ ἐθνικοῦ ἀνθρακωρυχείου Κύμης» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μεταλλευτικῆς ἐρεύνης τῶν νέων χωρῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καθηκόντων τῶν νομαρχῶν καὶ τῆς ὑπηρεσίας αὐτῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 15ου τοῦ ἀπὸ 22 Ὀκτωβρίου 1909 Β. Διατάγματος» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ γεωργικῆς τραπέζης Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προνομιακῆς διὰ δημοπρασίας παραχωρήσεως τῆς ἀποτυπώσεως εἰκόνων διὰ κινηματογράφου» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τῶν περὶ ταμείου Ἐθνικῆς Ἀμύνης νόμων» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεων ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἔκδοσιν στρατιωτικῶν περιοδικῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Διευθυντῶν τῶν Νομαρχιῶν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Π. Ἀλιβιζᾶτος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ, ͵ΓΩΚΕʹ περὶ ὀργανισμῶν τῶν Πανεπιστημίων, ͵ΓΘΚϚʹ καὶ 221 περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου ἐγγραφῆς κλπ. τῶν φοιτητῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Μ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου 240 περὶ διοικήσεως τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως». Οἱ βουλευταὶ κ. Στέφ. Ἀναστασιάδης καὶ Ι. Γκέκας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ καταργήσεως ὀθωμανικῶν τινων φόρων ἐν ταῖς νέαις χώραις καὶ περὶ ἀπαλλαγῶν ἀπὸ φόρων τινῶν ἐν αὐταῖς». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Θ. Σκάσης, Μ. Νεγραπόντης, Ι. Μπουρνιᾶς καὶ Δ. Χατζηγιάννης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου τῆς 8 Ἀπριλίου 1910 περὶ παιδαγωγικῆς μορφώσεως καὶ δοκιμασίας τῶν λειτουργῶν τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως»· Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ν. Σταματιάδης, Ἰ. Μπουρνιᾶς, Ἀ. Ἀναστασιάδης, Ἐρ. Τομπάζης καὶ Στ. Βακράτσας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου τῆς 8 Ἀπριλίου 1910 κτλ». Ἅπασαι θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον, ὥραν 5ην μ. μ. (ὥρα 8 καὶ 50 μ.μ.)