1914.10.28
3,642 rows · 26,734 words · 300 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 37
τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1914.
(Τρίτη, ὥρα 5.15′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Ὁ λαὸς Ναυπακτίας παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῆς συγκοινωνίας του καὶ ἰδίᾳ τῆς τηλεφωνικῆς· Οἱ ἐν τῷ τελευταίῳ διαγωνισμῷ εὐδοκιμήσαντες καὶ ὄντες ἐν τῷ ἐγκεκριμένῳ πίνακι διανομῆς παρακαλοῦσιν ὅπως προβιβασθῶσιν εἰς ταξινόμους βʹ τάξεως· Οἱ φοιτηταὶ τῆς Ἰατρικῆς Σχολῆς παρακαλοῦσιν ὅπως μετατεθῶσιν εἰς τὸ ὑγειονομικὸν Σῶμα· Ὁ Ἰωάννης Σταματόπουλος ἐξ Ἀθηνῶν παρακαλεῖ ὅπως τῷ χορηγηθῇ μηνιαία σύνταξις· Αἱ κοινότητες τοῦ δήμου Σόροβιτς παρακαλοῦσιν ὅπως διαταχθῇ ἁρμοδίως ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος Φλωρίνης νὰ κανονίσῃ τὸν φόρον τῆς δεκάτης τῶν σταφυλῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας των· Οἱ ἐκ Σερρῶν φοιτηταὶ παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι τῶν πανεπιστημιακῶν τελῶν· Οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν Καστορίας, Ἀνασελίτσης καὶ Γρεβενῶν παρακαλοῦσιν ὅπως ἐξετασθῶσιν ἐπισταμένως αἱ ἡλικίαι τῶν υἱῶν των ὑπηρετούντων ἐν τῷ 32ῳ Συντάγματι· Ἡ Δημογεροντία καὶ ὁ Πολιτικὸς Σύλλογος Μελενίκου παρακαλοῦσιν ὅπως τὸ ἐν Σιδηροκάστρῳ μέλλον νὰ λειτουργήσῃ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον ὀνομασθῇ «Σχολὴ Μελενίκου» ἢ «Παλλαιτίδιος Σχολή»· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἄνω Δολῶν παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ τάχιστα ὁ σωτήριος ἀγροτικὸς νόμος· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Ῥιγγλίων παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῶσιν αἱ τροπολογίαι τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Λευκίμμης παρακαλεῖ ὅπως ψηφισθῇ ταχέως ὁ τροπολογηθεὶς ἀγροτικὸς νόμος· Ὁ Σύνδεσμος τῶν ὑπαλλήλων τῶν σιδηροδρόμων τῆς Ἑλλάδος παρακαλεῖ ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι τοῦ φόρου ἐπιτηδεύματος· Τὸ προσωπικὸν τῶν σιδηροδρόμων Ἀττικῆς παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτοῦ· Οἱ δημοδιδάσκαλοι τῶν δήμων Καρυστίων καὶ Μαρμαρίου παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν δημοδιδασκάλων»· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Δημητσάνης παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν δημοδιδασκάλων»· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Κυθήρων παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν δημοδιδασκάλων»· Οἱ δημοδιδάσκαλοι τῶν δήμων Φάριδος καὶ Φελλίας παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν δημοδιδασκάλων»· Οἱ δημοδιδάσκαλοι τῶν πρώην δήμων Παραχελωίτιδος, Οἰνιάδος, Ὠλενίας παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ ὁ νόμος «περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν δημοδιδασκάλων»· Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Βαγίων παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τοῦ διδακτηρίου των· Οἱ δημοδιδάσκαλοι Λιγουδίστης παρακαλοῦσιν ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ οἰκονομικῆς ἐνισχύσεως τῶν δημοδιδασκάλων». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Οἱ κ. Ν. Συριόπουλος καὶ Κ. Γόντικας ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ τραυματίου, τέως ἐφέδρου ἀνθυπασπιστοῦ, Ἰωάννου Γρηγορίου. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁ κ. Θ. Φίλιος ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καρδίτσης.
§2Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ καταθέσω αἴτησιν τῶν κατοίκων Καρδίτσης δι’ ἧς ἐκθέτουσιν, ὅτι ἡ συγκοινωνία λόγῳ τῶν βροχῶν διεκόπη ἐντελῶς καὶ ὑπάρχει κίνδυνος μήπως συμβῶσι καὶ δυστυχήματα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ καταβάλῃ τὰ δημοτικὰ χρήματα, καθόσον ὁ ταμίας ἀρνεῖται νὰ καταβάλῃ ταῦτα ἰσχυριζόμενος ὅτι ὁ δῆμος Καρδίτσης εἶναι ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον, ἐνῷ πᾶν ἄλλο παρὰ ὀφειλέτης εἶναι. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ διαταχθῇ ὁ ταμίας νὰ πληρώσῃ, ἵνα προβῶσιν εἰς τὰς ἐπισκευάς, ἄλλως θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ στείλῃ λέμβους διὰ τῶν ὁποίων νὰ γίνηται ἡ συγκοινωνία. (Γέλωτες).
§3Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τηλεγραφικῶς παρεκλήθην καὶ ἐγὼ ἵνα ὑποστηρίξω τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Πρὸ ἡμερῶν εἶχον παρουσιασθῆ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν μετὰ τοῦ κ. Μπούσδρα καὶ παρεκαλέσαμεν αὐτὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Παρακαλῶ καὶ πάλιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὸν ταμίαν νὰ δώσῃ τὰ χρήματα.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Δραχμάνι τῆς κοινότητος Μουσταφᾶ τοῦ Δομοκοῦ.
§5Ν. ΞΗΡΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Δραχμάνι παρακαλοῦσι νὰ τοῖς χαρισθῇ ὁ φόρος τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν, διότι ἐκ τῆς ξηρασίας τῶν γαιῶν ἡ πενία ἤρχισε νὰ τοὺς καταμαστίζῃ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸν ἁρμόδιον ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργόν.
§7ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος περὶ τούτου.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης ἐπὶ ἀναφορᾶς φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου.
§9Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ἡ ὁποία ὑπεβλήθη ἐκ μέρους τῶν διδόντων ἐξετάσεις φοιτητῶν καὶ παρακαλῶ νὰ ληφθῶσι γενικώτερα μέτρα, διότι οἱ δίδοντες ἐξετάσεις καὶ ἀπορριπτόμενοι ἀναγκάζονται νὰ χάσωσιν ὁλόκληρον ἔτος, ἐνῷ οἱ μέχρι τοῦδε ἀπορριπτόμενοι προσερχόμενοι εἰς διδακτορικὰς ἐξετάσεις ἔχανον ἕξ μῆνας μόνον. Νομίζω ὅτι τὸ συμβαῖνον οὔτε ὀρθὸν εἶναι οὔτε συντελεστικὸν διὰ τὰς σπουδάς των καὶ διὰ τὴν πρόοδόν των. Ὑποθέτω, ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας σκεφθῇ νὰ φέρῃ ῥιζικωτέρας μεταρρυθμίσεις ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸν νόμον περὶ ἐνιαυσίων ἐξετάσεων. Ἂν δὲ δὲν πρόκειται νὰ λάβῃ ῥιζικώτερα μέτρα πρέπει νὰ παρασχεθῇ εἰς τοὺς φοιτητὰς ἐκείνους νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἐξετάσεις, ὅπως συνέβη καὶ κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος. Ἀνωμαλία τις γενικὴ παρ’ ἡμῖν ὑφίσταται ὡς ἐκ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ὥστε εἶναι δίκαιον νὰ ληφθῶσι τὰ αὐτὰ μέτρα ἅτινα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐν ἀνωμαλίᾳ παρεμφερεῖ πάλιν κατὰ τὰ ἄλλα ἔτη ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν.
§10Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἀγνοεῖ ὁ κ. συνάδελφος ὅτι οἱ φοιτηταὶ προσέρχονται δι’ ἐξετάσεις κατὰ πρῶτον τὸν μῆνα Ἰούνιον, ἀπορριπτόμενοι δὲ ἐπαναλαμβάνουσι ταύτας τὸν Ὀκτώβριον. Ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἀπορριπτόμενοι προσέρχονται μετὰ ἓν ἔτος καὶ ἐπαναλαμβάνουσι τὰ μαθήματα ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς ἄλλους οἵτινες λόγῳ ἐπιστρατεύσεως καὶ λόγῳ τοῦ ὅτι ὑπηρέτουν ἐν τῷ στρατῷ δὲν κατώρθωσαν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὰς ἐξετάσεις λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου. Διὰ τοὺς ἀπορριφθέντας δὲν θέλω νὰ φανῶ πλέον ἐπιεικής.
§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἐλάβετε διὰ τοὺς ἐπιστράτους πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ καὶ διὰ τοὺς ἀπορριφθέντας, ἐφ’ ὅσον ἀκόμη ἐξακολουθοῦσιν αἱ ἀνώμαλοι περιστάσεις.
§12Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ἅπαξ ἀπορριφθέντων.
§13Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Περὶ τῶν ἅπαξ ἀπορριφθέντων ἀλλὰ μὴ προσελθόντων δι’ ἐξετάσεις τὸν Ἰούνιον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Χριστοδουλιᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν δημοδιδασκάλων Ναυπάκτου.
§15Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἐν λόγῳ ἀναφορὰν καὶ παρακαλῶ ἵνα παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας.
§16Χ. ΚΑΡΑΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας πρέπει νὰ λάβῃ ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν τὴν δικαίαν αὐτὴν αἴτησιν τῶν ἁπανταχοῦ Ἑλλήνων δημοδιδασκάλων, ζητούντων τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης αὑτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας διὰ τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἰσηγήσατο εἰς τὴν Βουλήν, λαμβάνει πρόνοιαν ἀξίαν πολλοῦ ἐπαίνου, ἀλλ’, ὡς πληροφοροῦμαι, τὰ νομοσχέδια ταῦτα παρεπέμφθησαν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς καλένδας. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον βελτιοῦν τὴν τύχην τῶν δημοδιδασκάλων, καίτοι τὸ ζήτημα αὐτὸ προσκρούει πάντοτε εἰς τὸ ἄλυτον διὰ τὸ Κράτος μας οἰκονομικὸν πρόβλημα.
§17ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ ψηφισθῶσι καὶ τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἀκριβῶς δὲ δι’ αὐτὸ ἔμειναν καὶ ὀλίγον ὀπίσω, ἄλλως τε δὲ πρὸ διετίας ἐλάβομεν μέτρα τινὰ διὰ τοὺς δημοδιδασκάλους.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἀγροτικοῦ τμήματος Πατρῶν.
§19Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἅμα τῇ ὑποβολῇ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων οἱ δημοδιδάσκαλοι ἔσπευσαν νὰ διαβεβαιώσωσι τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διότι διὰ τῶν ὑποβληθέντων νομοσχεδίων ἐσκέφθη νὰ ἄρῃ καὶ ἐπανορθώσῃ ἀδίκημα τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ τοῖς ἐγένετο. Καὶ ἄλλοτε ἡ Πολιτεία ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα αὐτῶν καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον δι’ οὗ παρείχετο τὸ δικαίωμα τῆς συντάξεως εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συνδυασθὲν μετ’ ἄλλων νομοσχεδίων δὲν ἐγένετο νόμος. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δίκαια παράπονα τῶν δημοδιδασκάλων, διότι δὲν ζητοῦσιν αὔξησιν μισθοῦ ἀλλὰ σύνταξιν, ἵνα ἔχωσι ἕνα πόρον ζωῆς κατὰ τὸ τέρμα τοῦ βίου των. Ἔχω δι’ ἐλπίδος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησίν μου θέλει σπεύσει νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν ὁ «Ἑρμῆς». Ἀπών. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς.
§21Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ συμπολίτης μου κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Πατρῶν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος λέγει ὅτι μελετᾶται παρὰ τῶν ἁρμοδίων ἡ ἀνέγερσις σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ εἰς τὴν ἀρκτικὴν πλευρὰν καὶ ἐντὸς τοῦ λιμένος τῆς πόλεως Πατρῶν. Τὸ τοιοῦτο μεγάλας ζημίας θὰ προξενήσῃ καὶ εἰς τὴν ἄποψιν τῆς πόλεως Πατρῶν καὶ εἰς τὴν καθόλου κίνησιν τοῦ λιμένος. Ἀπορῶ, Κύριοι, πῶς ἡ ἑταιρεία μελετᾷ τὸ τοιοῦτο πραξικόπημα κατὰ τῆς πόλεως καὶ πρὸ παντὸς κατὰ τοῦ ἐμπορίου. Θὰ ἐπεθύμουν πρὸς καθησύχασιν τῆς κοινῆς γνώμης νὰ ἔχω τὴν πεφωτισμένην γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐλπίζω δ’ ὅτι ἡ ἀπάντησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν θὰ εἶναι ἐκείνη ἡ ὁποία θὰ δυσαρεστήσῃ τὴν πόλιν τῶν Πατρῶν.
§22Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἐρώτημα τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδεμία ἀπόφασις ἐλήφθη διὰ τὴν μετατόπισιν τοῦ νέου σταθμοῦ Πατρῶν ἐκ τῆς ὁρισθείσης πρό τινος χρόνου θέσεως ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἡ ἑταιρεία τοῦ ΣΠΑΠ οὐ μόνον δὲν ζητεῖ μετατόπισιν, ἀλλὰ διαμαρτυρομένη αἰτεῖται τὴν κατασκευὴν τοῦ σταθμοῦ εἰς τὸ ἀγορασθὲν παρ’ αὐτῆς οἰκόπεδον ἐν τῇ θέσει τοῦ Ἁγίου Διονυσίου. Τοῦ ζητήματος τῆς ἀνεγέρσεως τοῦ σταθμοῦ ἔλαβον γνῶσιν, ὡς ἐκ τῆς ὑποβολῆς πρὸς ἔγκρισιν τῶν τελικῶν διαγραμμάτων κατασκευῆς τοῦ σταθμοῦ. Ἡ Ὑπηρεσία εἶχεν ἀμφιβολίας τινάς, λαβὼν δὲ κἀγὼ γνῶσιν τοῦ ὅλου φακέλου ὁμολογῶ ὅτι ἔχω ἀντιρρήσεις τινάς, ὅπως δὲ δυνηθῶ νὰ λάβω ὁριστικὴν ἀπόφασιν ἔχω ἀνάγκην νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα, ὅπερ θέλω πράξει ἐν πάσῃ δυνατῇ σπουδῇ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δηλῶ ὑμῖν, κ. Βουλευτά, καὶ τοῦτο τονίζω ἰδιαιτέρως, ὅτι οὐδεμίαν ἀπόφασιν θὰ λάβω χωρὶς νὰ συμβουλευθῶ τοὺς ἁρμοδίους τῆς ἐνδιαφερομένης πόλεως τῶν Πατρῶν, μεθ’ ὧν θὰ συνεννοηθῶ πρὸς διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος κατὰ τρόπον ἱκανοποιοῦντα τὰς ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας καὶ τὰς εὐχὰς τῆς πόλεως τῶν Πατρῶν. Ὁπωσδήποτε μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ ταχέως θὰ ἐνεργήσω, οὐδεὶς δὲ λόγος ἀνησυχίας τῆς πόλεως ὑπάρχει.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σπυράκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Ἁγίου Πέτρου.
§24Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Διὰ τῆς τηλεγραφικῆς αὐτῆς αἰτήσεώς των οἱ συμπολῖταί μου ζητοῦσι τὴν ἐπιδιόρθωσιν τοῦ Σχολείου αὐτῶν. Ἡ ἀπελπισία αὐτῶν ἐκ τῆς ἀδιαφορίας τῆς Πολιτείας ἐκορυφώθη καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ περιβόλου τούτου διαμαρτυρόμενοι, διότι καὶ αἱ ἰδικαί μου προσπάθειαι καὶ παραστάσεις εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ὑπῆρξαν ἄγονοι. Πολλάκις συνέστησα εἰς τὸ ἁρμόδιον τμῆμα νὰ λάβῃ μέτρον ὅπως προλάβῃ τὴν ῥιζικὴν καταστροφὴν τοῦ Σχολείου ἐκείνου, ἀλλὰ μόλις ἐξηρχόμην τοῦ τμήματος ἐλησμονοῦντο πάντα. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς λαμβάνων ἤδη γνῶσιν τοῦ πράγματος θέλει διατάξει ἐπειγόντως τὸ ἁρμόδιον τμῆμα νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ Σχολείου, διότι καὶ ἡ ὑγεία τῶν μαθητῶν ἐπαπειλεῖται καὶ τὸ Σχολεῖον θὰ ἐρειπωθῇ τελείως.
§25Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ μοὶ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ καὶ θὰ διατάξω αὐθημερόν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Ἀθ. Περρωτὴς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου Οἰχαλίας.
§27ΑΘ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Διὰ τῆς ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς ζητεῖται, ὅπως ἱδρυθῇ Ἑλληνικὸν Σχολεῖον εἰς τὴν κωμόπολιν ταύτην, διότι καὶ ὁ πληθυσμός της εἶναι ἀρκετὸς καὶ αἱ ἀποστάσεις μεγάλαι, ὥστε νὰ ἐπιβάλλωσι τοῦτο. Συναισθάνομαι πλήρως τὴν δυσχέρειαν τοῦ πράγματος, ἀλλ’ ἐν τῇ σκέψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας τῇ ἐκδηλωθείσῃ εἰς τὰ νομοσχέδιά του ὑπάρχει τοιαύτη πρόθεσις.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Μερλόπουλος. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Σ. Σακκελλαριάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν καταθέτων καὶ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα περὶ τοῦ τίνα ἡλικίαν ἐδήλωσεν ὅτι ἔχει κατὰ πρῶτον ὁ ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν κ. Π. Παπαθεοδωρόπουλος καὶ ἂν ἠδύνατο οὗτος μετὰ τὴν πρώτην του ταύτην δήλωσιν νὰ προβῇ εἰς διόρθωσιν τῆς ἡλικίας του».
§29Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἡ ἡλικία τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐξετάζεται ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Διάταξις περὶ ὁρίου ἡλικίας μέχρι τοῦ ἀναθεωρηθέντος Συντάγματος ὑπῆρχε μόνον διὰ τοὺς ἰσοβίους. Διὰ τοὺς μονίμους ἐτέθη διάταξις μετὰ τὸ νέον Σύνταγμα διὰ τοῦ νόμου 104 θεσπίσαντος ὅτι πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἡλικίας αὐτῶν ἐφαρμόζονται αἱ διατάξεις τοῦ προισχύοντος διὰ τοὺς ἰσοβίους νόμου. Κατ’ ἀκολουθίαν προσεκλήθησαν πάντες οἱ μόνιμοι δικαστικοὶ ὑπάλληλοι ἵνα ὑποβάλωσι δηλώσεις τῆς ἡλικίας αὐτῶν. Τοιαύτην ὑπέβαλε καὶ ὁ ἐν λόγῳ ἀντεισαγγελεὺς Ἐφετῶν ἀπὸ τῆς 5 Μαΐου 1914, δι’ ἧς διατείνεται ὅτι ἔτος γεννήσεώς του εἶναι τὸ 1850, προσήγαγε δὲ ἀπόσπασμα μητρῴου τῶν ἀρρένων ἐμφαῖνον ὅτι ἐνεγράφη ἐν αὐτῷ τῷ 1879 ὑπὸ τὴν ἡλικίαν ταύτην. Ἀλλ’ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης τηρεῖται τὸ βιβλίον ποιότητος πάντων τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν ἐν τῷ ὁποίῳ ἀναγράφονται σχετικαὶ πληροφορίαι περὶ τοῦ διορισμοῦ, τῆς ἡλικίας καὶ τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν, καὶ τῶν μὴ ἰσοβίων, ἐννοῶ. Ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ ὑπάρχει κατακεχωρισμένη πληροφορία περὶ τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἀντεισαγγελέως καὶ συνεπείᾳ δηλώσεώς του ἀπὸ 23 Νοεμβρίου 1911, τῆς ὁποίας προσάγω ἀντίγραφον, καθ’ ἣν φαίνεται ὅτι ἐγεννήθη τῇ 27 Δεκεμβρίου 1849. Δήλωσις ὅμως ἔχουσα νόμιμα ἀποτελέσματα δὲν εἶναι αὕτη, ἀλλ’ ἡ τελευταία, ἡ προτέρα δὲ παρέχει μόνον στοιχεῖον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου δύναται ὁ Ὑπουργὸς νὰ διαμφισβητήσῃ τὸ ἀκριβὲς τῆς δηλώσεώς του διὰ τῶν δικαστηρίων, τὰ ὁποῖα τότε θὰ κρίνωσι τοῦτο δὲ ἀκριβῶς θέλω πράξει.
§30Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν δήλωσιν τοῦ ἀντεισαγγελέως τούτου, ἐφ’ ὅσον ἔχει ἐπίσημον δήλωσιν αὐτοῦ περὶ τῆς ἡλικίας του γενομένην ἄνευ ὀπισθοβουλίας, ὅτε ὑπεβλήθη καὶ πρακτικόν, διότι τῷ 1849 ἐγεννήθη οὗτος, ὅτε δέ, ψηφισθέντος τοῦ νόμου ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὴν περίστασιν, ὥστε νὰ παραμείνῃ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ παρὰ πάντα νόμον καὶ ἠθικήν, δὲν ἐδίστασε νὰ μεταβάλῃ τὴν δήλωσίν του κατὰ τὸ συμφέρον του. Νομίζω ὅτι ὅσον ὑψηλότερα ἵσταται ὁ ὑπάλληλος, καὶ δὴ ὁ εἰσαγγελεύς, ἔχει μεγαλυτέραν ὑποχρέωσιν νὰ σέβηται τοὺς νόμους καὶ νὰ μὴ καταπατῇ αὐτοὺς κατὰ τρόπον ἀσυγχώρητον εἰς τὸν τελευταῖον πολίτην. Ἔχω μάλιστα τὴν γνώμην ὅτι πρέπει ἀκόμη νὰ παραπέμψητε αὐτὸν εἰς Συμβούλιον, διότι ἠθέλησεν οὕτω νὰ καταστρατηγήσῃ τὸν νόμον ἐκεῖνος, εἰς τὸν ὁποῖον τὸν ἐνεπιστεύθημεν.
§31Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐκ τῆς ἀποφάσεως τοῦ Δικαστηρίου θέλω ὁδηγηθῆ ἂν ἐνδείκνυται καὶ περκιτέρω ἐνέργεια κατὰ τῶν δικαστικῶν τούτων λειτουργῶν, ὀφείλω ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ δευτέρα δήλωσις στηρίζεται ἐπὶ ἐπισήμου ἐγγράφου ἐγγραφῆς ἐν τῷ μητρῴῳ τῶν ἀρρένων, γενομένης τῷ 1879, καθ’ ὃν χρόνον βεβαίως δὲν εἶχε συμφέρον νὰ μεταβάλῃ τὴν ἡλικίαν του, ἡ δὲ δήλωσις ἡ κατακεχωρισμένη ἐν τῷ Ὑπουργείῳ εἶναι δήλωσις ἄνευ νομίμου ἀποτελέσματος ὅτε ἐγένετο. Ἑπομένως ἐκ τῶν προτέρων δὲν δύναμαι νὰ καταδικάσω ὑπάλληλον περὶ οὗ ὁμολογῶ ὅτι οὐδεμίαν κακὴν πληροφορίαν ἔχω, ἀλλὰ θεωρῶ αὐτὸν ἐκ τῶν εὐόρκως ἐκτελούντων τὸ καθῆκόν των.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Χρυσόγελος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἀπεφάνθη ἐπὶ τῆς ἀπὸ 5 Αὐγούστου ἐ. ἔ. ἀναφορᾶς ἢ μᾶλλον μηνύσεως τοῦ ὑποδιδασκάλου Περατιᾶς τῆς Βονίτσης κατὰ τοῦ ταμίου Βονίτσης περὶ ἀνοικείου, ὑβριστικῆς καὶ ἀπρεποῦς συμπεριφορᾶς αὐτοῦ κατὰ τὴν πληρωμὴν τῶν μηνιαίων μισθῶν τοῦ ἀναφερομένου καὶ τῶν πλείστων ὑποδιδασκάλων».
§33ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐζήτησα πληροφορίας πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν καταγγελλομένων. Ὅταν λάβω ταύτας, θὰ ἐξαντλήσω πᾶσαν αὐστηρότητα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Χριστοδουλιάς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας τίνα μέτρα ἔλαβε καὶ ἂν διετάχθη ἡ κατασκευὴ τῶν μελετηθεισῶν τηλεφωνικῶν γραμμῶν Φουρνᾶ–Καροπλεσίου, πρωτευούσης τοῦ δήμου Δολόπων, καὶ Καρπενησίου–Κρικέλου, γραμμῶν σπουδαιοτάτων καὶ μελλουσῶν νὰ ἐξυπηρετήσωσι τὰ μάλα τὴν Εὐρυτανίαν».
§35Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν διετάχθη ἡ ἐνέργεια ἐξ ἐλλείψεως σχετικῶν.
§36Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας διατελεῖ ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως τῆς συγκοινωνίας ἐν Εὐρυτανίᾳ καὶ εὐελπιστῶ ὅτι, ὅταν αἱ περιστάσεις τὸ ἐπιτρέψωσι, θὰ θελήσῃ νὰ ῥίψῃ βλέμμα εἰς τὴν ὑπόθεσιν περὶ ἧς ἡ ἀναφορά. Νομίζω ὅμως ὅτι καὶ αἱ σημεριναὶ περιστάσεις ἐπιτρέπουσι τὴν κατασκευὴν τοὐλάχιστον τηλεφωνικῶν γραμμῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἀνάγκη εἶναι ἐπιτακτικωτάτη, διότι θέλουσιν ἐξυπηρετήσει τὰ μέγιστα τὸν πληθυσμὸν ἐκεῖνον. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργός, ὡς ἐδήλωσε, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω εἰλικρινῶς, θέλῃ νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὸν λαὸν τῆς Εὐρυτανίας, ἂς μὴ περιορισθῇ εἰς τοὺς λόγους ἢ τὰς διαβεβαιώσεις τῆς κατασκευῆς ἢ εἰς τὴν ἔλλειψιν ὑλικῶν. Οἱ κάτοικοι τῆς Εὐρυτανίας προσφέρονται καὶ εἰς προσωπικὴν ἐργασίαν. Ἡ Ὑπηρεσία δὲν ἔχει ἄλλο ἢ νὰ διατάξῃ τὴν προπαρασκευὴν πρωτίστως τῆς ξυλείας, ἡ δὲ δαπάνη εἶναι τόσον μικρά, ὥστε δὲν ἐπιδέχεται ἀναβολήν. Ὡς γνωρίζετε, οὐδαμοῦ τῆς Εὐρυτανίας ὑπάρχει τηλέφωνον, τοῦτο δὲ ἐκτὸς τοῦ ἐκπολιτιστικοῦ σκοποῦ συμβάλλει καὶ εἰς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν κατασκευὴν τῶν γραμμῶν τούτων καὶ πρωτίστως νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ὑπηρεσίαν νὰ διατάξῃ δημοπρασίαν τῆς ξυλείας καὶ συγχρόνως ἀποστείλῃ τὸ συνεργεῖον ἵνα προβῇ εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν γραμμῶν αὐτῶν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διατί τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δὲν ἐδημοσίευσε τὴν εἰς αὐτὸ ὑποβληθεῖσαν ἔκθεσιν τοῦ Γάλλου γεωπόνου Βιαλλᾶ, ἐσχάτως περιοδεύσαντος τὸν νομὸν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἵνα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁδηγιῶν αὐτοῦ γίνηται ἡ καλλιέργεια τῶν σταφιδαμπέλων».
§38Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Θὰ τυπωθῇ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Δ. Γκλαβᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ ὅπως βελτιώσῃ τὴν θέσιν τῶν τηλεγραφοφυλάκων, ἀφοῦ εἰς πάντας τοὺς κλάδους παρατηρεῖται τάσις βελτιώσεως ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας».
§40Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Καὶ χθὲς ἀκόμη ἔδωκα ὁδηγίας.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν σκέπτεται νὰ ἱδρύσῃ ταχυδρομικὸν σταθμὸν εἰς τὸ χωρίον Νέα Σμόλια τοῦ δήμου Παραληθαίων τῶν Τρικκάλων, ὃν δι’ αἰτήσεώς των οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ἐζήτησαν, ὡς καὶ τηλεφωνικὸν τοιοῦτον εἰς τὸ χωρίον Τύρνα τοῦ δήμου Αἰθίκων τῶν Τρικκάλων».
§42Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τοιαύτη αἴτησις δὲν ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§43Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Γνωρίζω ὅτι τὸ χωρίον αὐτό, τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι ἄλλοτε ἔκαυσαν τὰς οἰκίας των διὰ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὸ Ἑλληνικόν, ἀπέχει 15 ὥρας ἀπὸ τοῦ κέντρου εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μεταβῶσι διὰ νὰ παραλάβωσι τὴν ἀλληλογραφίαν των. Ἂν δὲν ἔχῃ καὶ τηλεφωνεῖον, πῶς θὰ συγκοινωνήσῃ; Ἐκτὸς τούτου πάντες σχεδὸν οἱ κάτοικοι τῶν Τρικκάλων κατὰ τὸ θέρος παραθερίζουσιν ἐκεῖ. Διὰ τοῦτο ἤθελον συστήσει πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἱδρύσῃ καὶ ταχυδρομικὸν σταθμὸν εἰς τὸ χωρίον Νέα Σμόλια καὶ τηλεφωνικὸν εἰς τὸ χωρίον Τύρνα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Δημοκωστούλας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβε γνῶσιν ὅτι ὁ καπνοπαραγωγικὸς πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας Ἁλμυροῦ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ νομοῦ Λαρίσης περιῆλθεν εἰς οἰκονομικὴν ἀπόγνωσιν, διότι οἱ μεγάλοι καπνεμπορικοὶ οἶκοι τῆς Ἀλεξανδρείας λόγῳ τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως ἔπαυσαν ἐφέτος τὴν προμήθειαν θεσσαλικῶν καπνῶν, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου διάφοροι μικρέμποροι καὶ τοκισταί, ἐκμεταλλευόμενοι τὴν πρωτοφανῆ ἀνάγκην τῶν καπνοπαραγωγῶν, δι’ οὐχὶ ἠθικῶν ἐμπορικῶν συνεταιρισμῶν ἐπιδιώκουσι τὴν ἀγορὰν τοῦ προϊόντος αὐτῶν εἰς τιμὴν μὴ καλύπτουσαν οὐδὲ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς του, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίνα προστατευτικὰ ὑπὲρ αὐτῶν μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ εἴτε διὰ τῆς εἰς τὴν ἐν Ἀμερικῇ ἀγορὰν εἰσαγωγῆς τῶν καπνῶν τούτων εἴτε καὶ διὰ τῆς ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ ἐνεχύρῳ παροχῆς ἀναλόγων δανείων μέχρις ἀποκαταστάσεως τοῦ ἐλευθέρου ἐμπορίου τῶν καπνῶν ἐν Αἰγύπτῳ καὶ ἀλλαχοῦ, διότι ἄλλως ὁ ἐπικείμενος λιμὸς τῶν καπνοπαραγωγῶν θέλει καταστρέψει ἐν τῷ μέλλοντι μέγα μέρος τοῦ ἐθνικοῦ τούτου πλούτου».
§45Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔλαβον γνῶσιν· ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ παράσχῃ ἀρωγάς. Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ εἶναι νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Τράπεζαν ὅπως δώσῃ δάνεια.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν σκοπεῖ νὰ διορθώσῃ τὸ ἄδικον, ὅπερ γίνεται τοῖς παλαιοτέροις πρωτοδίκαις σχετικῶς πρὸς τοὺς νεοδιορισθέντας ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν θέσιν αὐτήν, οἵτινες ἐξομοιοῦνται ὅσον ἀφορᾷ μόνον εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς μισθοδοσίας πρὸς τοὺς ἔχοντας πενταετῆ ὑπηρεσίαν πρωτοδίκου. Οὕτως οἱ νεοδιορισθέντες λαμβάνουσι μεγαλύτερον μισθὸν τῶν παλαιοτέρων».
§47Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Οὐδὲν ἀδίκημα κατὰ τὴν γνώμην μου προσγίνεται ἐκ τῆς διατάξεως τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ κ. συνάδελφος εἰς τοὺς παλαιοτέρους πρωτοδίκας καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται οἱαδήποτε σκέψις πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ μὴ ὑπάρχοντος τούτου ἀδίκου. Διὰ τοῦ νόμου ὡρίσθη ὅτι ὁ μισθὸς τῶν διορισθέντων τελευταῖον πρωτοδικῶν ἐκ δικηγόρων ἐχόντων ὑπερδεκαετῆ ὑπηρεσίαν δυνάμει τοῦ εἰδικοῦ νόμου 147 κανονίζεται ὡσεὶ εἶχον πενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἀκριβῶς δὲ οἱ δικασταὶ οἱ ἔχοντες πενταετῆ ὑπηρεσίαν περίπου ἔχουσι διανύσει τοσοῦτον χρόνον ὑπηρεσίας ὅσον ἔχουσι διανύσει οἱ ἔχοντες δεκαετῆ ὑπηρεσίαν δικηγόροι. Ὡς πρὸς τὴν ἀρχαιότητα ὅμως καὶ τὰ προσόντα ὡρίσθη ὅτι ἐξακολουθοῦσι νὰ προηγῶνται οἱ πρωτοδίκαι καὶ αὐτοὶ ἀκόμη οἵτινες εἰς τὰς παραμονὰς τοῦ νόμου διωρίσθησαν κανονικῶς ἐκ τῆς τάξεως τῶν παρέδρων. Ὥστε οὐδὲν ἀδίκημα φαντάζομαι ὅτι προσγίνεται εἰς αὐτούς.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν· 1) διατί μετετέθη ὁ βʹ διδάσκαλος τοῦ Ἑλληνικοῦ Σχολείου Ξυλοκάστρου τῆς Κορινθίας, ἀφοῦ οἱ μαθηταὶ τῆς αʹ τάξεως ὑπερβαίνουσι τοὺς 80, τὸ δὲ σύνολον τῶν μαθητῶν ὑπερβαίνει τοὺς 250, καὶ 2) διατί δὲν συνεδριάζει τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Κορινθίας, ἀλλ’ ἀργεῖ μήπω συγκροτηθὲν ἐπὶ βλάβῃ τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως».
§49Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διὰ τὸν διδάσκαλον τοῦ Σχολείου Ξυλοκάστρου δὲν ἔχω ἀκόμη τὴν ἀπάντησιν. Ὁ διδάσκαλος ὅμως τοῦ Κιάτου μετετέθη, διότι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐν τῷ Σχολείῳ ἐκείνῳ διδασκάλων ἀπὸ τεσσάρων περιωρίσθη εἰς τρεῖς, ὅσος εἶναι ὁ νόμιμος ἀριθμός. Ἐθεωρήθη δ’ ὅτι πρέπει νὰ συμπληρωθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν τριῶν εἰς πάντα τὰ Σχολεῖα καὶ μετὰ ταῦτα, ἂν ὑπάρχῃ ἐπαρκὴς ἀριθμός, νὰ ὁρισθῇ τέταρτος εἰς τὰ Σχολεῖα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ δεύτερον ἐρώτημα τὸ Ἐποπτικὸν Συμβούλιον Κορινθίας ἤργει, διότι δὲν εἶχον διορισθῆ τὰ ἑπτὰ μέλη, ἤδη ὅμως ἐδημοσιεύθη ἡ πρᾶξις τοῦ νομάρχου, διὰ τῆς ὁποίας διωρίσθησαν τὰ ἑπτὰ μέλη· ὥστε δὲν ἀργεῖ πλέον, ἀλλὰ θὰ συνεδριάζῃ.
§50Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, κ. Ὑπουργέ, ὅτι φοιτῶσιν εἰς τὸ Σχολεῖον τοῦ Ξυλοκάστρου 280 μαθηταὶ καὶ ἔχουσι μόνον τρεῖς διδασκάλους, ἐνῷ πρότερον εἶχον τέσσαρας, ὑπάρχει δὲ καὶ ἑτέρα ἀνάγκη, πολὺ σπουδαία, τοῦ Σχολείου αὐτοῦ, ὅτι τὰ θρανία δὲν ἐπαρκοῦσι καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν μαθητῶν ἵστανται ὄρθιοι, Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ λάβητε πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν θρανίων, διὰ νὰ μὴ ἵστανται ὄρθιοι οἱ μαθηταί, καὶ περὶ τοῦ διορισμοῦ τετάρτου διδασκάλου, ὥστε νὰ διαιρεθῇ μία τάξις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος. Ἀναβάλλεται. Ἐξηντλήθη ἡ Ἡμερησία Διάταξις τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί, αἱ ἀνάγκαι αἱ ὁποῖαι προέκυψαν ἐκ τῶν δύο πολέμων, ἡ ἐπιθυμία καὶ ἡ ὑποχρέωσις τοῦ Κράτους ὅπως ἀμείψῃ τοὺς ὑπηρετήσαντας κατὰ τὸν πόλεμον καὶ ἡ νέα ὀργάνωσις ἡ στρατιωτική, ἡ ἀνάπτυξις τοῦ στρατεύματος ἐπέβαλον τὴν ἀθρόαν προαγωγὴν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ καὶ τοῦ ὑπολοχαγοῦ πολλῶν, οἱ ὁποῖοι, καίτοι ἐν πολέμῳ ἔδρασαν καλῶς, στεροῦνται ὅμως τῆς μορφώσεως τὴν ὁποίαν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔχωσιν οἱ ἀξιωματικοί. Τὸ Κράτος δὲν θὰ ἐξεπλήρου οὔτε τὸ πρὸς τὸν στρατὸν καθῆκον οὔτε τὸ πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς, ἂν δὲν μεριμνήσῃ νὰ παράσχῃ εἰς αὐτοὺς τὴν ἀναγκαίαν, ἔστω καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων, στρατιωτικὴν μόρφωσιν, ἡ ὁποία θὰ τοῖς ἐπιτρέψῃ μέχρι τέλους νὰ παραμένωσι χρήσιμοι ἐν τῷ στρατεύματι, δυνάμενοι καὶ τὸ Σχολεῖον τῶν λοχαγῶν νὰ διέλθωσιν, ὥστε νὰ φθάσωσι μέχρι τῶν ἀνωτέρων βαθμῶν. Διὰ τοῦτο εἰσάγεται νομοσχέδιον «περὶ ἐκπαιδεύσεως ὑπολοχαγῶν καὶ ἀνθυπολοχαγῶν», τὸ ὁποῖον λαμβάνει πρόνοιαν περὶ τῆς ἐκπαιδεύσεως αὐτῶν, ἡ ὁποία φυσικὰ δὲν δύναται νὰ γίνῃ τόσον ἐκτενὴς καὶ τόσον κανονικὴ ὅσον τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν διὰ πλείστους λόγους, ἀλλ’ ἡ ὁποία νὰ εἶναι ἐπαρκής, ὥστε μὲ τὴν ἐπιμέλειαν τὴν ὁποίαν δικαιούμεθα νὰ προσδοκῶμεν ἐκ μέρους τῶν ἀξιωματικῶν νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν θὰ δυνηθῶσι καὶ τὸ Σχολεῖον τῶν λοχαγῶν νὰ διέλθωσιν ἐπιτυχῶς καὶ νὰ φθάσωσιν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς. Ἡ ἐκπαίδευσις δὲν δύναται νὰ εἶναι μακροτέρα τῶν 12 μηνῶν, θὰ κληθῶσι δὲ ἀπὸ τοὺς ἔχοντας ἀρχαιότητα μεγαλυτέραν, ὥστε νὰ μὴ καθυστερήσῃ ἡ προαγωγὴ αὐτῶν. Ὁρίζεται ἐπίσης ὅτι, ἄν τις ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν δὲν ἔχῃ διεξέλθει τὸ Σχολεῖον, δὲν προάγεται ἕως ὅτου δώσῃ ἐξετάσεις, ἀλλ’ ὅταν δώσῃ ἐξετάσεις ἀνατρέχει ἡ προαγωγή του ἀπὸ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ἔπρεπε νὰ προαχθῇ. Παρέχεται ἐπίσης ἡ εὐκολία, ὥστε καθ’ ἣν περίπτωσιν ἀπορριφθῇ τις κατὰ τὰς ἐξετάσεις νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθῃ εἰς νέας ἐξετάσεις μετ’ ἐκπαίδευσιν ἴσης διαρκείας, ὅπως ἀποκτήσῃ κατὰ τὴν δευτέραν ταύτην φορὰν τὸ δικαίωμα τῆς προαγωγῆς. Τώρα οἱ μὴ ἐπιθυμοῦντες ν’ ἀκολουθήσωσι τὴν ὁριζομένην ἐκπαίδευσιν, οἱ ἀποτυχόντες ἅπαξ καὶ μὴ θέλοντες νὰ ἐκπαιδευθῶσιν ἐκ δευτέρου, ἢ οἱ ἀποτυχόντες καὶ εἰς τὰς δύο περιπτώσεις, αὐτοὶ δικαιοῦνται καὶ χωρὶς νὰ παραιτηθῶσιν ἐκ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸν διαγωνισμὸν διὰ τὴν εἰσαγωγὴν αὐτῶν εἰς τὸ Σῶμα τῆς διαχειριστικῆς ὑπηρεσίας, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄλλου νόμου τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Οὕτω θὰ παρασχεθῶσι τὰ μέσα εἰς πάντας τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς θέλοντας νὰ ἐκπαιδευθῶσιν ὅπως φθάσωσι μέχρι τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποστέλλεται εἰς τὴν ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν Ἐπιτροπήν.
§54ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὲ τὴν παράκλησιν ὅπως παρουσιάσῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν τὴν ἐργασίαν της.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ νὰ ταχθῇ ἡ προθεσμία;
§56ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§57Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου περὶ διδακτηρίων». Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου καθαρῶς ὑπηρεσιακῆς φύσεως. Ἐπίσης ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τῆς καταβολῆς τελῶν ἐγγραφῆς καὶ κατατάξεως ἐν τοῖς Σχολείοις τῆς Μέσης Ἐκπαιδεύσεως τῶν προσφύγων μαθητῶν». Ἐνόμισα ὅτι ἦτο δίκαιον ν’ ἀπαλλαγῶσιν οἱ πρόσφυγες τῆς καταβολῆς τῶν τελῶν, ἐπίσης δὲ νὰ προσέρχωνται, νὰ ἐξετάζωνται καὶ νὰ κατατάσσωνται εἰς τὴν τάξιν διὰ τὴν ὁποίαν κρίνονται ἱκανοί.
§58Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιά τινα. Καὶ πρῶτον νομοσχέδιον «περὶ συστάσεως Γεωργικῆς Τραπέζης Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου». Ἡ Τράπεζα ὑπῆρχε, λειτουργοῦσα κατὰ τὴν Τουρκοκρατίαν, ὡς ἤδη εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς. Ἡ ἱστορία της εἶναι ὀλίγον περίεργος, ἀλλ’ ἀκόμη περίεργος εἶναι καὶ ἡ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ἐξέτασις αὐτῆς. Κατὰ τὸ 1864, ὅπως ἱστορεῖται, ὁ Μιδὰτ πασᾶς ἀπεφάσισε νὰ διαθέσῃ τὰς προσόδους τῶν δημοσίων τουρκικῶν κτημάτων, ἵνα δι’ αὐτῶν ἱδρυθῇ Τράπεζα γεωργική, καὶ δὴ ὄχι μία ἑνιαία γεωργικὴ Τράπεζα, ἀλλὰ κατὰ τόπους διαφόρους γεωργικαὶ Τράπεζαι, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον τὸ ὄνομα τῶν Κοινωφελῶν Ταμείων. Ἰδὼν δ’ ἐπιτυχίαν τινά, διότι τὰ πρῶτα ἔτη ἐχαρακτήρισε διαχείρισις συνετή, ἠθέλησε νὰ ἐπεκτείνῃ τὸν ὀργανισμὸν καὶ ὥρισεν ἓν πρόσθετον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς εἰσπραττομένης δεκάτης, 1% ἐπὶ πλέον, — κατὰ τρόπον ὥστε εἰσεπράττετο 11% — προσδιορίσας τὸ πρόσθετον τοῦτο ποσοστὸν πρὸς ἀπαρτισμὸν τοῦ κεφαλαίου τῶν Γεωργικῶν Τραπεζῶν, αἱ ὁποῖαι παρεῖχον δάνεια προσωπικὰ καὶ δάνεια ἐνυπόθηκα. Τὰ Ταμεῖα αὐτά, ὅπως εἶπον πρὸς ὑμᾶς, ὠνομάζοντο Κοινωφελῆ Ταμεῖα. Ἐπηκολούθησεν ὅμως ἀταξία περὶ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν τοιαύτη, ὥστε μετὰ 20 περίπου ἔτη ἐπεγένετο ἡ ἀνάγκη τῆς ἀναδιοργανώσεως τῶν Ταμείων τούτων καὶ τῆς συγχωνεύσεως αὐτῶν εἰς μίαν Γεωργικὴν Τράπεζαν ἑδρεύουσαν ἐν Κωνσταντινουπόλει καὶ ἐξηκολούθησε νὰ εἶναι πόρος τῆς Τραπέζης τὸ πρόσθετον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς δεκάτης. Ἡ Τράπεζα αὕτη, παρ’ ὅλην τὴν ἀταξίαν περὶ τὴν διαχείρισιν, ἔχουσα ἓν πάγιον, παγιώτατον, εἰσόδημα, μὴ προβαίνουσα δὲ εἰς πολλὰς παροχὰς πρὸς τοὺς ἀγρότας, εἶδεν τὰ κεφάλαιά της πολλαπλασιαζόμενα. Κατὰ τὸ ἔτος 1910, ἐκτὸς τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει κεντρικοῦ καταστήματος, εἶχεν 62 ἄλλα ὑποκαταστήματα καὶ 392 τοπικὰ Ταμεῖα, περιουσίαν δὲ 10.000.000 τουρκικῶν λιρῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἓν μέγα μέρος εἶχε λάβει ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις ὑπὸ τύπον δανείου. Ἅμα τῇ καταλήψει τῆς Θεσσαλονίκης μία τῶν πρώτων μεριμνῶν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως ἦτο νὰ ἐρευνήσῃ τὰ τῆς Τραπέζης καὶ νὰ ἐπιφέρῃ ἐκκαθάρισίν τινα εἰς τὸ ὑπάρχον ἐνεργητικὸν αὐτῆς, τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται, κατὰ τοὺς μετριωτέρους ὑπολογισμούς, εἰς ἀσφαλὲς ποσὸν περὶ τὰ 6–7 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Μέρος τοῦ ποσοῦ τούτου εἰσεπράττετο ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς οἰκονομικῆς Ὑπηρεσίας, μέχρις ὅτου διὰ Διατάγματος τοῦ ἐκεῖ Γενικοῦ Διοικητοῦ ἐγένετο προσωρινός τις κανονισμὸς τῆς λειτουργίας τῆς Τραπέζης, κανονισμὸς προσωρινῆς λειτουργίας, οὐχὶ ἱδρύσεως αὐτῆς, ἔκτοτε δ’ ἤρχισεν ἡ μελέτη περὶ τῆς ὁριστικωτέρας ὀργανώσεως τῶν κατὰ τὴν Τράπεζαν ταύτην. Ἡ Τράπεζα, Κύριοι, ὑφ’ ὃν τύπον ἐλειτούργει, θὰ συνομολογήσητε ὅτι δὲν θ’ ἀνταπεκρίνετο πρὸς τὸν οἰκονομικὸν σκοπὸν καὶ τὴν οἰκονομικὴν λειτουργίαν τῶν Τραπεζῶν, τῶν ὁποίων σκοπὸς βεβαίως δὲν εἶναι νὰ φαίνωνται ἀρωγοὶ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῶν κεφαλαίων καὶ μόνον. Οἱ τραπεζιτικοὶ ὀργανισμοὶ τὸ κεφάλαιον αὐτῶν, διὰ νὰ εἶναι ὑγιὴς ἡ πολιτική των, πρέπει νὰ χρησιμοποιῶσιν ὡς ἐχέγγυον διὰ τὰς διαφορὰς καὶ τὰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο νὰ παρουσιασθῶσιν ἐν τῇ διαχειρίσει ξένων κεφαλαίων. Αἱ Τράπεζαι χρησιμεύουσιν ὡς μία μεγάλη δεξαμενή, ἡ ὁποία συγκεντρώνει τοὺς ῥύακας τῶν μικρῶν οἰκονομιῶν καὶ τὸ συλλεγόμενον ὕδωρ διοχετεύει, ἀρδεύουσα τοὺς ἀγροὺς τοὺς οἰκονομικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς ἀρδεύσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς ἀπόψεως ταύτης θὰ ἠδύνατό τις σοβαρῶς νὰ σκεφθῇ ἂν Τράπεζα λειτουργοῦσα διὰ τοιούτων συνεισφορῶν τῶν ἀτόμων τῶν δανειζομένων ἀπὸ αὐτὴν δύναται νὰ εἶναι πάντοτε, τονίζω πάντοτε, ἐπωφελὴς εἰς τοὺς δανειζομένους, ἀλλὰ καὶ συνεισφέροντας. Καὶ ἐπειδὴ νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ πράγματα ἁπλουστεύονται διὰ τῶν παραδειγμάτων, θὰ ἔθετον τὸ ἑξῆς ἁπλοῦν παράδειγμα. Ὑποθέσατε χιλίους ἀνθρώπους ἀποτελοῦντας μέλη μιᾶς κοινότητος καὶ ἀποφασίζοντας νὰ συνεισφέρωσιν ὅ,τι συνεισέφερον οἱ ἀγρόται τῆς Μακεδονίας, τὸ 1% τῆς προσόδου αὐτῶν, διὰ τὸν καταρτισμὸν μιᾶς Τραπέζης, ἡ ὁποία νὰ τοῖς δανείζῃ ἐπὶ εὐθηνῷ τόκῳ. Ἐρωτᾶται· οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀναγκαίων δαπανῶν τῆς διοικήσεως μιᾶς Τραπέζης, ὁσονδήποτε μικραὶ καὶ ἂν εἶναι αὗται, κερδίζουσιν ἢ ζημιώνονται; Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ποσοστοῦ τοῦ τόκου, τὸν ὁποῖον θὰ ἐπλήρωναν, ἂν δὲν ἐδανείζοντο ἐκ τοῦ ἱδρύματος τὸ ὁποῖον ἐδημιούργησαν οἱ ἴδιοι, ἀλλ’ ἐδανείζοντο παρ’ ἄλλου ἱδρύματος ἢ παρ’ ἰδιωτῶν. Ἐὰν ἐδανείζοντο παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης πρὸς 6% καὶ παρὰ τοῦ ἱδρύματος τούτου δανείζωνται πρὸς 5%, δὲν θὰ ἦτο ἴσως ὀρθὸν νὰ θυσιάζωσι τὸ 1% τοῦ εἰσοδήματος διὰ νὰ κερδίσωσιν ἀπὸ τόκον ὀλιγώτερον τῆς ἀξίας τοῦ θυσιαζομένου. Ἂν τὸ ἐπιτόκιον τῶν δανειζομένων χρημάτων εἶναι μεγαλύτερον, τότε βεβαίως διὰ τῆς μικρᾶς αὐτῶν συνεισφορᾶς, κατορθοῦντες νὰ μειώνωσι τὸ ἐπιτόκιον, δυνατὸν νὰ ἔχωσιν ὠφέλειαν. Αὕτη εἶναι, νομίζω, ἡ οἰκονομικὴ ἐξέτασις τοῦ ὀργανισμοῦ τούτου, οἷος ἐνεφανίσθη λειτουργῶν κατὰ τὴν Τουρκοκρατίαν. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου ἡ δρᾶσις τῆς Τραπέζης ταύτης, ἐνῷ, ὡς εἶπον, ἡ βάσις αὐτῆς δὲν ἦτο ἡ βάσις ἡ ἀνταποκρινομένη εἰς τὴν ὑγιᾶ καὶ πανταχοῦ γενομένην δεκτὴν οἰκονομολογικὴν ἀντίληψιν περὶ τῆς λειτουργίας καὶ τοῦ προορισμοῦ τῶν Τραπεζῶν, ἡ δρᾶσις αὐτῆς ἦτο δρᾶσις πιεστική, δρᾶσις ὄζουσα δεσποτισμοῦ καὶ μεσαιωνισμοῦ. Διότι τί συνέβαινε; Συνεισέφερον πάντες οἱ ἀγρόται τῆς Μακεδονίας, καὶ οἱ πτωχοὶ καὶ οἱ πλούσιοι, ἀλλ’ ἐδανείζοντο καὶ εὕρισκον τὴν πύλην τῆς Τραπέζης ἀνοικτὴν μόνον οἱ πλούσιοι. Εἴχομεν λοιπὸν εἰς βάρος τῶν πτωχῶν μίαν φορολογίαν διὰ νὰ εὐκολύνωνται οἱ πλούσιοι, ἀντιθέτως οὐ μόνον πρὸς πᾶσαν δικαιοσύνην καὶ πρὸς πᾶσαν ἰσότητα, ἀλλ’ ἐπὶ τέλος καὶ πρὸς πᾶσαν ὑπαγόρευσιν τῆς στοιχειώδους φιλανθρωπίας καὶ τῆς στοιχειώδους νεωτέρας κοινωνικῆς ἀντιλήψεως, ἡ ὁποία θέλει, ἐπὶ θυσίᾳ τινὶ ἔστω τῶν εὐημερούντων, ν’ ἀπαλλάσσωνται τῶν δυσχερειῶν τοῦ βίου, κατὰ τὸ δυνατόν, οἱ μὴ εὐημεροῦντες. Ὅμοιόν τι σύστημα, περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ὁμιλήσω πρὸς ὑμᾶς κατόπιν, ἴσχυε καὶ ἐν Κρήτῃ, ἐκεῖ δὲ διετηρήθη τὸ σύστημα τοῦτο, ὀργανωθέντος τοῦ ἐκεῖ τραπεζικοῦ ὀργανισμοῦ, τοῦ καλουμένου καὶ νῦν ἔτι Κοινωφελοῦς Ταμείου τῆς Κρήτης, καὶ ἄλλη ἐτέθη βάσις περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κεφαλαίων του, ἥτις ἀπέβη τῳόντι ἀρκούντως ἐπωφελὴς εἰς τὰς μέσας ἰδίᾳ κτηματικὰς τάξεις τῆς Κρήτης· ἐκεῖ διὰ συνετῆς τῳόντι διαχειρίσεως, τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ὀνομάσῃ ἁπλούστατα οἰκοκυρευμένην, κατώρθωσε τὸ Κοινωφελὲς Ταμεῖον σχεδὸν νὰ διπλασιάσῃ τὰ ἀρχικὰ κεφάλαιά του, ἐρχόμενον εἰς ἀρωγὴν ὄχι μόνον τῶν γεωργικῶν τάξεων, τὰς ὁποίας κυρίως προώριστο νὰ ἐξυπηρετήσῃ, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας τάξεις, τὰς ἐμπορικάς. Διὰ τοῦτο θὰ ἦτο ἀντενδεδειγμένον σήμερον, ὁπότε σοβαρώτατα ἀπασχολεῖ τὴν Κυβέρνησιν τὸ ζήτημα τῆς ὅλης ὀργανώσεως τῆς κτηματικῆς καὶ γεωργικῆς πίστεως παρ’ ἡμῖν, νὰ καταστρέψωμεν ἓν καθεστώς, ἔστω καὶ μὴ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὰ διδάγματα τῆς οἰκονομολογικῆς ἐπιστήμης — διδάγματα τὰ ὁποῖα πολλάκις αὐτοὶ οὗτοι οἱ διδάσκαλοι εἶδον διαψευδόμενα ὑπὸ τῆς πείρας κατὰ τρόπον σκληρὸν — νὰ καταστρέψωμεν, λέγω, τὸ ὑπάρχον ἐν Μακεδονίᾳ καθεστώς, ἀντὶ νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐνισχύσωμεν αὐτὸ καὶ νὰ τὸ καταστήσωμεν δι’ ἐπιμελεστέρας διευθετήσεως χρήσιμον εἰς τοὺς πένητας καὶ ἀσθενεῖς καὶ εἰς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην, καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἰσχυρούς, δίδοντες τοιουτοτρόπως πρὸς τῇ πολιτικῇ καὶ κοινωνικῇ ἀπελευθερώσει καὶ οἰκονομικήν τινα ἀνακούφισιν εἰς τοὺς ἀγρότας τῆς Μακεδονίας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, διατηροῦμεν τὸ ζήτημα τῆς εἰσφορᾶς, ἐκκαθαρίζομεν τὰ κεφάλαια τῆς Τραπέζης, δίδομεν δὲ διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς, τὴν δύναμιν εἰς τὴν Τράπεζαν, ὥστε νὰ δύναται νὰ λειτουργῇ ἐν μέρει καὶ ὡς τραπεζικὸς ὀργανισμός, δεχομένη καὶ καταθέσεις καὶ χρησιμοποιοῦσα ταύτας ἀσφαλῶς. Ἐπιτρέπομεν δὲ εἰς αὐτὴν νὰ δανείζῃ μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ προσωπικὰ δάνεια εἰς γεωργούς, δάνεια εἰς συνεταιρισμοὺς καὶ δάνεια ἐπὶ ὑποθήκῃ μέχρις ὡρισμένου μόνον ποσοῦ, ποσοῦ μικροῦ, ἵνα δυνάμεθα κατὰ τοιοῦτον τρόπον τοὺς μὲν μεγάλους καὶ τοὺς δυναμένους νὰ δανεισθῶσι νὰ τρέψωμεν εἰς τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν ἵδρυμα, τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ἡ ὁποία θὰ ἐπεκτείνῃ μέχρις ἐκεῖ τὴν δρᾶσίν της, εἰς δὲ τὰς ἀνάγκας τῶν μικρῶν νὰ μετοχετεύσωμεν τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀπορρέουσιν ἀπὸ τὰς συνεισφορὰς πάντων, τῶν τε μικρῶν κατὰ τὴν οἰκονομικὴν δύναμιν καὶ τῶν μεγάλων. Τοιοῦτον ἐν γενικαῖς γραμμαῖς εἶναι τὸ σχέδιον νόμου «περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης Μακεδονίας καὶ Ἠπείρου», τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάσῃ καὶ θὰ συμπληρώσῃ, ὅπου ἀνάγκη, ἡ Βουλή. Λίαν προσεχῶς, κατὰ τὴν ὁριστικὴν ῥύθμισιν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, θὰ ἔχωμεν πιθανώτατα καὶ τὰς ἀναγκαιούσας πληροφορίας, ὅπως ῥυθμίσωμεν τὰ τῆς Γεωργικῆς Τραπέζης εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου. Ὀφείλω ὅμως, Κύριοι, νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι ἡ ὀργάνωσις αὕτη τῶν Τραπεζῶν, τῶν ὁποίων τοὺς ὀργανισμοὺς ὑποβάλλομεν πρὸς ὑμᾶς, δὲν εἶναι τὸ ὁριστικὸν τέρμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει ἡ Κυβέρνησις, εἶναι εἷς σταθμός, εἶναι, ἂν θέλητε, ἓν προοίμιον τῆς καθόλου πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ὀργανώσεως τῆς κτηματικῆς καὶ ἀγροτικῆς πίστεως ἐν Ἑλλάδι, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἁπλῶς ὑπὸ μελέτην, ἀλλ’ ἔχει καὶ εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα καταλήξει, τὰ ὁποῖα ἐν χρόνῳ οὐχὶ μακρὰν ἀπέχοντι θὰ παρουσιάσῃ ἐνώπιον ὑμῶν εἰς πλῆρες σύστημα, δύναμαι δὲ νὰ ἐλπίζω ὅτι ἀληθῶς θὰ τεθῶσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον αἱ βάσεις αὐτόχθονος κτηματικῆς πίστεως, μὴ στηριζομένης ἐπὶ κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύναντο νὰ μὴ εἶναι ἑλληνικὰ καὶ νὰ παραδώσωσι τὴν λειτουργίαν τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου κλάδου τῆς πίστεως εἰς ξένα ἐνδιαφέροντα. Παράλληλον νομοσχέδιον εἶναι τὸ «περὶ Κοινωφελοῦς Ταμείου Κρήτης». Τὸ Κοινωφελὲς Ταμεῖον τῆς Κρήτης, ὡς εἶπον καὶ προηγουμένως πρὸς ὑμᾶς, λειτουργεῖ κάλλιστα. Ἀφορμὴν μόνον εἰς τροποποίησιν διατάξεών τινων ἐλάβομεν, τοῦτο μὲν ἐκ τοῦ ὅτι, τοῦ πολιτεύματος τῆς αὐτονόμου νήσου μὴ ὑπάρχοντος πλέον, ἦτο ἀνάγκη ν’ ἀφομοιωθῶσιν αἱ διατάξεις αὐτοῦ καὶ προσαρμοσθῶσι πρὸς τὸ πολίτευμα τῆς μητρὸς Πατρίδος, τοῦτο δ’ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ σταφιδοπαραγωγὴ τῆς νήσου Κρήτης κατὰ τὸ τρέχον ἔτος ὑπέστη καὶ αὐτὴ κλονισμόν, διότι δὲν ἠδύναντο αἱ ξέναι ἀγοραὶ νὰ δεχθῶσι τὸ προϊόν αὐτῆς, εὑρέθημεν δ’ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσωμεν ἓν ἀκόμη νομοθετικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπετράπη εἰς τὸ Κοινωφελὲς Ταμεῖον νὰ προέρχηται εἰς δάνεια πρὸς τοὺς σταφιδοπαραγωγούς, προεξοφλοῦν τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα θὰ ἐλάμβανεν ἐντεῦθεν, εἰς τὴν Τράπεζαν τῆς Κρήτης ἥτις παρακληθεῖσα ὑφ’ ἡμῶν νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς τοὺς σταφιδοπαραγωγοὺς τοὺς δοκιμαζομένους ἐκεῖ δὲν ἠθέλησεν ἀπ’ εὐθείας νὰ πράξῃ τοῦτο, ὡς ἀπαγορεύοντος τοῦτο τοῦ καταστατικοῦ της. Ὅτε δὲ τῇ ὑπεδείχθη ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ προεξοφλῇ τὰ γραμμάτια, τὰ ὁποῖα τὸ Κοινωφελὲς Ταμεῖον θὰ ἐλάμβανε παρὰ τῶν δανειζομένων ἀγροτῶν, καὶ νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς διὰ ῥευστοῦ χρήματος, οὗ ἐστερεῖτο τὸ Κοινωφελὲς Ταμεῖον, ἀπήντησεν ὅτι καὶ τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου ὁ ὀργανισμὸς δὲν ἐπέτρεπε τοιοῦτον δανεισμὸν καὶ μεταβίβασιν· διὰ τοῦτο ἠναγκάσθημεν διὰ Διατάγματος νὰ ἐπιτρέψωμεν τοῦτο. Ἐκ τῶν ἀφορμῶν λοιπὸν τούτων ἐνομίσαμεν ὅτι ἔδει ν’ ἀναθεωρηθῇ ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Κοινωφελοῦς Ταμείου, καὶ ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον. Ἐν τῷ νόμῳ «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας» περιελήφθη καὶ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ὑπηρεσία διὰ τὴν συντήρησιν καὶ καλλιέργειαν καὶ ἐποπτείαν τῶν δημοσίων δενδροφυτειῶν καὶ κήπων ὑπάγεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, ἀλλὰ πέρα τῆς διατάξεως ταύτης δὲν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο. Τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ὁμολογήσω, δὲν διεξήγοντο τακτικῶς καὶ ὁμαλῶς ὡς πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης· οὐδεμία ὑπηρεσία δύναται νὰ λειτουργήσῃ καλῶς, ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ὡρισμέναι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι νὰ τὴν διέπωσιν. Ἦτο ἄγνωστον ἐκ τοῦ κειμένου νόμου τίς ἦτο ὁ ἐπιτετραμμένος τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἀκριβῆ ἐκτέλεσιν αὐτῆς· τίνας καὶ πόσους ἐργάτας ἀληθῶς ἦτο ἀνάγκη νὰ προσλάβῃ ὁ ἑκάστοτε ἐπιτετραμμένος τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ἦτο ἄδηλον καὶ δυσκόλως ἐλεγκτόν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητον νὰ τεθῶσι διατυπώσεις τινὲς καὶ ἔλεγχος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, μετὰ τὴν ἀποκάθαρσιν, ἡ ὁποία ἐγένετο ἤδη, τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ καὶ μετὰ τὴν συστηματιοποίησιν τῆς ὑπηρεσίας, εἰς τρόπον ὥστε ν’ ἀποφαίνηται ἑκάστοτε τὸ Διοικητικὸν Συμβούλιον ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως τοῦ ἐπιτετραμμένου ἂν εἶναι δεδικαιολογημένον νὰ προσληφθῶσιν ἐργάται καὶ ποῖοι καὶ πόσοι, ἵνα μὴ ἀφίηται ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν προσληφθησομένων εἰς τὴν αὐθαίρετον κρίσιν ἢ εἰς τὴν κακῶς ἐννοουμένην φιλανθρωπίαν τοῦ ἐποπτεύοντος ὑπαλλήλου, προσλαμβάνοντος ὁποίους ἢ ὁπόσους θέλει ἐργάτας. Ἐπὶ ἄλλου σχεδίου νόμου θὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, λέγω δὲ θὰ ἐπιστήσω ἰδιαιτέρως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι ἀληθῶς παρουσιάζει διάφορα ζητήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ καὶ τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτάς, οἱ ὁποῖοι θὰ φέρωσι ψῆφον ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ θέσωσιν εἴς τινας σκέψεις καὶ εἴς τινας ἐνδοιασμούς, καθ’ ὃν τρόπον ἐν ἀρχῇ ἔθεσαν καὶ ἐμέ. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἀνθρακωρυχείου κειμένου ἐν Κύμῃ καὶ γνωστοῦ ὑπὸ τὸ ὄνομα «Ἐθνικὸν ἀνθρακωρυχεῖον τῆς Κύμης». Τὸ ἀνθρακωρυχεῖον τοῦτο διὰ τοῦ νόμου ΤΜΗʹ τοῦ 1869 εἶχεν ἐκμισθωθῆ εἰς ἑταιρείαν τινὰ ἐπὶ μίαν τριακονταετίαν, ἐνῷ δ’ ἔληγεν ἡ τριακονταετία κατὰ τὸ 1899, ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως τῆς μισθώσεως οἱ διευθύνοντες τὰ τῆς ἑταιρείας ἐπέτυχον Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου παρεχωρεῖτο τὸ μεταλλεῖον τοῦτο εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν μεταλλοκτησίαν δηλαδή, τῆς μισθωτρίας ἑταιρείας. Ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, τὸ Β. Διάταγμα τοῦτο ἐγένετο ἀφορμὴ σχολιασμῶν, κατακρίσεων καὶ ἐπικρίσεων, ἂν δὲ δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ ἀνεκλήθη τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ὡς ἄκυρον, προσεκλήθη δὲ ἡ ἑταιρεία νὰ παραδώσῃ τὸ ἀνθρακωρυχεῖον εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἑταιρεία ἠρνήθη προβάλλουσα ὅτι κακῶς ἀνεκλήθη τὸ Διάταγμα τῆς παραχωρήσεως, καὶ ὅτι ἡ παραχώρησις ἡ γενομένη εἶναι ἔγκυρος. Ἐπηκολούθησε συζήτησις νομικὴ ὄχι μόνον περὶ τοῦ ὑπαρκτοῦ ἢ μὴ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἤθελε ν’ ἀντλήσῃ ἡ ἑταιρεία ἐκ τοῦ Διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος περὶ παραχωρήσεως τῆς μεταλλειοκτησίας, ἀλλὰ καὶ περὶ τοῦ τρόπου κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ ἦτο δυνατὸν τὸ Δημόσιον νὰ ἐνασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶχε, βασίμως κατ’ ἐμέ, διὰ τοῦ μεταγενεστέρου Διατάγματος, τοῦ κηρύξαντος ἄκυρον τὸ Διάταγμα τῆς παραχωρήσεως. Καὶ τὸ μὲν Νομικὸν Συμβούλιον ἐθεώρησεν ὅτι ἡ διοικητικὴ ἔξωσις τῆς ἑταιρείας δὲν θὰ ἦτο δυνατὴ καὶ μόνον διὰ τῆς διεκδικήσεως θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκαταστῇ τὸ Δημόσιον πάλιν εἰς τὸ μεταλλεῖον, ἡ δὲ ἑταιρεία προέβαλεν ὅτι ἡ παραχώρησις, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς αὐτὴν ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως τῆς μισθώσεως, εἶναι παραχώρησις κατὰ πάντα ἔγκυρος, προέβαλε δὲ καὶ γνωμοδότησιν νομομαθῶν, οἱ ὁποῖοι διετείνουντο ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβὴς ἡ διάκρισις τὴν ὁποίαν οἱ γνωματεύσαντες πρὸς τὸ Δημόσιον ἔκαμαν, διάκρισις καθ’ ἣν ὁ νόμος περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων ὑποθέτει παραχώρησιν μεταλλείων μὴ εὑρημένων ἤδη, ἅτινα μόνον θὰ ἠδύναντο νὰ παραχωρηθῶσι κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ ὑφισταμένου νόμου, ὄχι δὲ καὶ μεταλλείων εὑρημένων καὶ ἐν ἐκμεταλλεύσει εὑρισκομένων, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπρόκειτο ν’ ἀνακαλυφθῶσιν. Ἡ ἑταιρεία ἀντιθέτως ὑπεστήριξεν ὅτι καὶ ταῦτα τὰ μεταλλεῖα παραχωροῦνται, προβάλλουσα τὸ ἐπιχείρημα ὅτι αὐτὸς οὗτος ὁ νόμος περὶ παραχωρήσεως μεταλλείων ἀναγνωρίζει τὴν παραχώρησιν μεταλλείων τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἤδη παραχωρηθῆ, ἀφοῦ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ὁ λαβὼν τὴν πρώτην παραχώρησιν. Καὶ περὶ ταῦτα μὲν τὰ σημεῖα ἐστράφησαν αἱ ἔριδες τῶν γνωμοδοτησάντων τότε εἴτε ὑπὲρ εἴτε κατά. Δὲν ἀποκρύπτω ὅμως ἀφ’ ὑμῶν ὅτι, κατὰ τὴν ἰδικήν μου γνώμην, τὸ Διάταγμα τῆς παραχωρήσεως, τὸ ἐκδοθὲν κατὰ τὸ 1898, ἓν ἔτος πρὸ τῆς λήξεως τῆς μισθώσεως, εἶναι ἄκυρον καὶ καλῶς ἀνεκλήθη ὑπὸ τῆς κατόπιν Κυβερνήσεως, ἂν ὄχι διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους οἱ τότε γνωμοδοτήσαντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐξήνεγκον, ἀλλὰ διὰ τὸν λόγον ὅτι ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ ΤΜΗʹ τοῦ 1869, ὁ ὁποῖος ἐξέδωκεν εἰς μίσθωσιν τὸ μεταλλεῖον τοῦτο, ἀνεφέρετο ῥητῶς ὅτι ληγούσης τῆς τριακονταετίας τὸ μεταλλεῖον ἐπανέρχεται εἰς τὴν κυριότητα τοῦ Δημοσίου. Κατὰ συνέπειαν ὑπῆρχεν ἐκ τούτου κώλυμα διὰ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπηγορεύετο νὰ βαδίσῃ τὴν ὁδὸν τὴν ὁποίαν ἐβάδιζε συνήθως διὰ τὰ ἄλλα μεταλλεῖα, διὰ τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖται Β. Διάταγμα, κατὰ τὸν νόμον περὶ παραχωρήσεως. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα, ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν τῷ μεταξὺ ἐγένοντο οἱ πόλεμοι καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν οὔτε δίκαιον νὰ ἐπακολουθήσωσι δίκαι καὶ ἐκτελέσεις. Ἀλλ’ ἡ διάδοχος ἑταιρεία, εἰς τὴν ὁποίαν μετεβιβάσθησαν τὰ δικαιώματα τῆς ἀρχικῶς λαβούσης τὴν παραχώρησιν, εἶχεν ὑποβάλει ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὸν ἀξιότιμον προκάτοχόν μου καὶ κατόπιν εἰς ἐμὲ προτάσεις διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτει νὰ ἐπέλθῃ συμβιβαστική τις λύσις καὶ ν’ ἀναλάβῃ αὐτὴ διὰ συμβάσεως τὸ μεταλλεῖον πρὸς ἐκμετάλλευσιν. Ἔλεγεν ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκμεταλλευθῇ τὸ ἴδιον τὸ μεταλλεῖον καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ ἔδιδεν αὐτὸ εἰς ἑταιρείαν. Ἂν θὰ τὸ δώσῃ εἰς ἄλλον, διατί νὰ μὴ τὸ δώσῃ εἰς ἡμᾶς καὶ ἡμεῖς ν’ ἀναλάβωμεν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου ὡρισμένας ὑποχρεώσεις; Ὀφείλω παρεμπιπτόντως νὰ εἴπω ὅτι ὑπεβλήθη καὶ νομοσχέδιον ἐπὶ Κυβερνήσεως τοῦ κ. ἐκ Κερκύρας Βουλευτοῦ, ἀλλ’ ἀγνοῶ ἂν ἐψηφίσθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν, νομοσχέδιον δι’ οὗ ἐσκοπεῖτο τοιαύτη τις παραχώρησις εἰς τὴν ἑταιρείαν. Ὅτε ἔλαβον τὰς προτάσεις τῆς ἑταιρείας, τὰς ὁποίας μετ’ ὀλίγον θὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, ἐθεώρησα καλὸν νὰ συστήσω ἐπιτροπὴν ἐξ ἀνδρῶν δυναμένων νὰ ἐκφέρωσιν ἔγκυρον γνώμην ἐπὶ τῶν θεμάτων τὰ ὁποῖα μᾶς ἀπησχόλουν, καὶ συνέστησα τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ἐκ τῶν κυρίων Νέγρη, Σκούφου, Ζέγγελη, ἐκ τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν μεταλλείων κ. Γούναρη, τοῦ ἀποθανόντος τμηματάρχου τῶν δασῶν Σπηλιοπούλου, τοῦ κ. Ζαλοκώστα καὶ τοῦ βιομηχάνου χημικοῦ κ. Οἰκονομίδου. Τὸ ζήτημα ἦτο ἐνδιαφέρον καὶ διὰ τὸν δασικὸν ἡμῶν πλοῦτον, διότι, ἄν, ὡς προέτεινεν ἡ ἑταιρεία, ἦτο κατορθωτὸν ὥστε ὁ λιγνίτης νὰ πλινθοποιῆται καὶ νὰ δίδηται πρὸς τοὺς καταναλωτὰς εὐθηνός, τότε βεβαίως θὰ ἐσώζομεν ἓν τμῆμα τῶν δασῶν μας, τὸ ὁποῖον θυσιάζεται μοιραίως κατ’ ἔτος διὰ τὴν θέρμανσιν τῶν κατοίκων. Κύριοι, ἐθεώρησα ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη παρεῖχε πάντα τὰ ἐχέγγυα, ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συνεισφορᾶς τῶν γνώσεων, ἀλλὰ καὶ τῆς ἀμερολήπτου ἐξετάσεως τοῦ πράγματος. Ἔθηκα ὡς βάσιν συζητήσεως εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι ἔπρεπε νὰ θεωρήσῃ τὸ Διάταγμα τῆς παραχωρήσεως ὡς ἄκυρον καὶ νὰ συζητήσῃ μετὰ τῆς ἑταιρείας, μὴ παραδεχομένη τὸ παράπαν ὡς ὑφιστάμενα τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἰσχυρίζετο ἡ ἑταιρεία ὅτι ἔχει ἀποκτήσει ἐκ τοῦ Διατάγματος. Ἡ ἐπιτροπὴ μοὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της καὶ σχέδιον συμβάσεως, τὸ ὁποῖον ἐπισυνάπτεται εἰς τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐδέχθη ὅτι, ἂν κατωρθοῦτο ἡ τοιαύτη σύμβασις, θὰ ἦτο ἐπωφελὴς διὰ τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔδιδε πρὸς ἐκμετάλλευσιν τὸ μεταλλεῖον, λαμβάνον τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους συνήθως πληρώνουσιν οἱ ἐκμεταλλευόμενοι τὰ μεταλλεῖα, ἐξασφαλίζον δ’ ἅμα ὑποχρεώσεις τῆς ἑταιρείας, αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι λίαν εὐεργετικαὶ διὰ τὸ κοινόν. Ἐν τῷ μεταξὺ δὲν ὤκνησα νὰ προβῶ εἰς ἀνεπισήμους τινὰς βολιδοσκοπήσεις ἄλλων προσώπων, διὰ νὰ ἴδω ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθώσω νὰ ἐπιτύχω ὅρους καλυτέρους, ἀλλ’ οὐδεὶς προέτεινεν ὅρους καλυτέρους. Ἐν τούτοις καὶ πάλιν προσεπάθησα νὰ ἐπιτύχω κάτι τι καλύτερον ἀπὸ ὅ,τι εἶχεν ἤδη παραχωρήσει ἡ ἑταιρεία. Συνεζήτησα ἐπὶ μακρὸν χρόνον μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἐν ὀλίγοις, Κύριοι, ἰδοὺ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐξέλιξις τῶν διαπραγματεύσεων· αἱ ἀρχικαὶ προτάσεις τῆς ἑταιρείας ἔλεγον: Θὰ μοὶ δώσητε τὸ προνόμιον διὰ τριάκοντα ἔτη καὶ θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένοι, ἂν ζητήσω παράτασιν δι’ ἄλλα τριάκοντα ἔτη, νὰ μοὶ τὴν δώσητε· ἤτοι δι’ ἑξήκοντα ἔτη. Ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε τὸ Κράτος νὰ δώσῃ τὸ μεταλλεῖον αὐτὸ διὰ τεσσαράκοντα ἔτη, ἀλλ’ ἄνευ παρατάσεως. Μετὰ τὴν γνωμοδότησιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία, ὡς μοὶ ὑπέβαλε τὴν ἔκθεσίν της, ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν ὑποχωρήσεων τῆς ἑταιρείας, διὰ τῆς συζητήσεως καὶ ἐπιμονῆς κατώρθωσα ὥστε ἡ ἑταιρεία ὑπεχώρησεν ἀρκεσθεῖσα νὰ λάβῃ μόνον διὰ τριάκοντα ἔτη, ἄνευ παρατάσεως, ὑπὸ μίσθωσιν τὸ μεταλλεῖον. Κατὰ τὴν ἀρχικὴν πρότασιν τῆς ἑταιρείας, ἡ ἑταιρεία θὰ προσέφερε 1000 δρ. κατ’ ἔτος λόγῳ μισθώματος, θὰ ἐπλήρωνε δὲ καὶ πάντας ἐκείνους τοὺς φόρους τοὺς ὁποίους πληρώνουσιν οἱ ἐκμεταλλευόμενοι οἱονδήποτε μεταλλεῖον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ζητήσωμεν ἄνω τῶν 1000 δρ., ἀλλὰ διὰ τῆς ἐπιμονῆς ἐν τῇ συζητήσει ἐπετεύχθη ὥστε ἡ ἑταιρεία νὰ δίδῃ 5000 κατ’ ἔτος, διαφορὰ 120 χιλ. δραχμῶν διὰ τὰ τριάκοντα ἔτη. Ἡ ἑταιρεία προέτεινε νὰ παράγῃ τὸν λιγνίτην καὶ τὸν πλινθοποιῇ, νὰ τὸν πωλῇ δὲ 4 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, εἰς πεντήκοντα ἀποθήκας παραλιακὰς, τὰς ὁποίας ὥριζεν ἐκ τῶν προτέρων, καὶ 25 ἄλλας ἀποθήκας, τὰς ὁποίας ἔμελλε νὰ ὁρίσῃ ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν κατὰ τὸ διάστημα τῆς μισθώσεως. Ἡ τιμὴ τῶν 4 λεπτῶν ἐθεωρήθη ἐπαρκὴς ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ εἰς τὰς ἀποθήκας ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη ὡς ἑξῆς· ἡ ἑταιρεία προετίμησε νὰ ἔχῃ 50 παραλιακὰς ἀποθήκας, διότι ἡ μεταφορὰ θὰ ἦτο εὐχερὴς εἰς αὐτάς, ἀπέφυγε δὲ νὰ ὁρίσῃ καὶ ἀποθήκας εἰς ὀρεινὰ μέρη, ὅπου ἡ μεταφορὰ θ’ ἀπῄτει καὶ κόπον καὶ δαπάνας πολλὰς καὶ δυσχέρειαν περὶ τὴν ἐξεύρεσιν ἀντιπροσώπου ἐκεῖ. Ἡ συζήτησις κατέληξεν εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο· 25 ἀποθήκας θὰ ἔχῃ ἡ ἑταιρεία κατ’ ἐκλογὴν αὑτῆς, ἄλλαι 25 ἀφέθησαν εἰς τὴν ἀπόλυτον ἐκλογὴν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ἀντιθέτως θὰ τὰς ὁρίσῃ εἰς ὀρεινὰ μέρη καὶ εἰς μέρη εἰς τὰ ὁποῖα θὰ εἶναι δυσχερὴς ἡ μεταφορά, ἀφέθησαν δὲ καὶ 50 νὰ ὁρισθῶσιν ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐν περιπτώσει διαφωνίας ν’ ἀποφαίνηται ἡ κατὰ τὸ νομοσχέδιον διαιτητικὴ ἐπιτροπή. Ἐπετεύχθη δ’ ἐπὶ πλέον καὶ μείωσις τῆς κατ’ ὀκᾶν τιμῆς—ἡ ὁποία διὰ τὴν μίαν ὀκᾶν δὲν φαίνεται πολλή, ἀλλὰ διὰ τὰς πολλὰς εἶναι — ἀντὶ 4 λεπτῶν 3 καὶ ¾. Ἐζήτει ἡ ἐπιτροπὴ τὸ δικαίωμα νὰ ἱδρύσῃ ἀποβάθραν καὶ ἐν Κύμῃ καὶ ἐν Πειραιεῖ, τοῦτο ὅμως δὲν ἐγένετο ἐν ὅλῳ δεκτόν, ἀλλὰ μόνον διὰ τὸν Πειραιᾶ καὶ μάλιστα ἀποκλειστικῶς διὰ τοὺς πτωχοὺς τοῦ ἐργοστασίου της. Τέλος ἐπετεύχθη νὰ δύναται ν’ ἀγοράζῃ τὸ Δημόσιον τὸ ⅕ τῆς παραγωγῆς εὐθηνότερον κατὰ 20 λεπτὰ ἀπὸ τὸν μᾶλλον εὐνοούμενον πελάτην. Κύριοι, τοῦτο ὑπῆρξε μετὰ μακροτάτας συζητήσεις τὸ ἀπώτατον ὅριον τῶν παραχωρήσεων, τῆς ἑταιρείας αὐτῆς μάλιστα ἐπιφυλαχθείσης νὰ ὑποβάλῃ τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Διοικητικοῦ αὐτῆς Συμβουλίου καὶ τὴν ἔγκρισιν αὐτοῦ, ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ ἄλλως τὸ πρᾶγμα παρὰ τοῦ Συμβουλίου της. Δὲν ἦτο εὔκολον νὰ σκεφθῇ τις προκειμένου περὶ τοιαύτης παραχωρήσεως ὅτι θὰ ἔπρεπεν ἡ κατάστασις ἡ ἐκκρεμὴς καὶ ἄγονος, ἡ ὁποία ἐπὶ 15 ἔτη ἐξηκολούθησε, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐπ’ ἄπειρον, ἐπὶ προφανεῖ βλάβῃ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ Δημοσίου. Πᾶν Κράτος παραχωρεῖ τὸ μεταλλεῖον διὰ νὰ λαμβάνῃ τὸν φόρον. Ἡμεῖς θὰ ἔχωμεν ἐκτὸς τῶν φόρων τὸ ἐτήσιον μίσθωμα, θὰ ἔχωμεν δὲ προσθέτως τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἑταιρείας πρὸς ἔγερσιν ἀποθηκῶν, ἡ ὁποία θ’ ἀνακουφίζῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ κοινοῦ, καὶ ἐντεῦθεν θὰ ἐπιτύχωμεν μίαν διάσωσιν μέρους τοῦ δασικοῦ ἡμῶν πλούτου. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν ἤμην τῆς ἰδέας ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς τετελεσμένον σχέδιον συμβάσεως. Ἐξιστόρησα τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων, τοὺς ἐνδοιασμούς, τὰς ἀποπείρας καὶ τὰς προσπαθείας τὰς ὁποίας κατέβαλον ὅπως ἐπιτευχθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν σύνολον ὅρων συμφερωτέρων καὶ διὰ τὸ Κράτος καὶ διὰ τὴν κοινωνίαν, καὶ ἤλπιζον πάντοτε ἢ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχω καλυτέρους ὅρους ἢ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῇ καὶ ἄλλος τις νὰ προτείνῃ ὅρους καλυτέρους. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς ὅπως μὲ τὸ ἀπώτατον τοῦτο ὅριον ἐπιτραπῇ εἰς τοὺς Ὑπουργούς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ συνάψωσι τὴν σύμβασιν. Ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλή, μελετῶσα τὰ πράγματα, θὰ καταλήξῃ εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, ἂν δὲ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τοῦτο, πρέπει νὰ εἶναι βεβαία ὅτι τὴν πρώτην προσπάθειαν πρὸς ἐπίτευξιν συμφερόντων ὅρων διὰ τὸ Κράτος θὰ ἐπακολουθήσῃ καὶ ἄλλη προσπάθεια μέχρι τῆς τελικῆς συνάψεως τῆς συμβάσεως. Δύο ἄλλα νομοσχέδια ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω· ἓν περὶ ἐνισχύσεως ὑπὸ τοῦ Κράτους σωματείων τινῶν προαγόντων κλάδους σπουδαίους τῆς ἐθνικῆς μας οἰκονομίας. Δύο ἐξ αὐτῶν τῶν σωματείων, Κύριοι, καταγίνονται περὶ τὴν προαγωγὴν τῆς χειροτεχνίας παρ’ ἡμῖν. Ἴσως τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄγνωστον ἢ ἴσως εἶναι ὀλίγον γνωστόν. Ἀλλ’ ἐάν τις θελήσῃ νὰ μελετήσῃ τὴν βιομηχανικὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἀκολουθοῦσι πάντα τὰ Κράτη, ὅσα ὑπὸ τῆς στοιχειώδους ἢ τῆς ἐντεταμένης γεωργικῆς αὐτῶν δράσεως θέλουσι νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ ὅπου φαίνεται ἔτι περισσότερον τοῦ πλούτου ἡ ἐλπὶς θέλγουσα εἰς τὴν βιομηχανικὴν τῆς Χώρας δρᾶσιν — παραδείγματα δὲ τοιαῦτα ἔχομεν εἰς Κράτη κατ’ ἐξοχὴν γεωργικά, ὅπως ἐν Οὑγγαρίᾳ, Ῥωσίᾳ καὶ Βουλγαρίᾳ ἀκόμη — θὰ ἴδῃ ὅτι μεγάλη προσοχὴ δίδεται καὶ μεγάλη προσπάθεια καταβάλλεται διὰ νὰ προαχθῇ ἡ οἰκιακὴ χειροτεχνία, ἡ οἰκιακὴ λεγομένη βιομηχανία· δίδεται δὲ ἡ ὤθησις αὕτη ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας κατὰ πρῶτον λόγον διὰ τῆς χρηματικῆς ἐνισχύσεως ἐκ μέρους τοῦ Κράτους· ὅταν δ’ ἡ χειροτεχνία αὕτη προαχθῇ, ἔχουσα τὸ μέγα ἀγαθὸν ὅτι, εἰσερχομένη εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ τελευταίου ἀγρότου, ἀπασχολεῖ τὰς χεῖρας τῶν μελῶν τῆς οἰκογενείας του μόνον κατὰ τὰς ὥρας κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἀγρὸς δὲν ζητεῖ τὰς χεῖρας αὐτῶν, δίδει κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἓν εἰσόδημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀρκετὰ ἰσχυρὰ ἐνίσχυσις διὰ τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν καὶ τὴν εὐτυχίαν ἑνὸς μικροῦ ἀγροτικοῦ οἴκου, ἔχει συνάμα καὶ τὸ γενικὸν ἀγαθὸν ὅτι προάγει ἐν γένει τὸν κοινωνικὸν πλοῦτον. Ἐκ τοιούτων, Κύριοι, εἰσοδημάτων τὸ Βέλγιον ἀριθμεῖ ἐτήσιον εἰσόδημα πολλῶν ἑκατομμυρίων, ἡ δὲ Ἑλβετία, εἰς τὴν ὁποίαν νομίζεται κοινῶς ὅτι ἡ βιομηχανία τῶν ξένων δίδει τὸ κυριώτερον εἰσόδημα, τάσσει ὑπὸ ἔποψιν μερίμνης τῆς Πολιτείας εἰς οὐχὶ κατωτέραν μοῖραν τὴν προστασίαν τῆς οἰκιακῆς βιομηχανίας· ἡ Ῥωσία ἀπὸ 30 ἤδη ἐτῶν δαπανᾷ κολοσσιαῖα ποσὰ πρὸς προαγωγὴν τοῦ κλάδου τούτου, ἐν Οὑγγαρίᾳ δὲ ἀπὸ δεκαπέντε περίπου ἐτῶν πρὸς τῇ προαγωγῇ τῆς μεγάλης βιομηχανίας, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐπόθησαν ἐκεῖ νὰ προαγάγωσι, σκεπτόμενοι νὰ γίνωσιν ὅσον εἶναι δυνατὸν ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τῆς βιομηχανικῆς ὑποτελείας εἰς τὸ συνδεδεμένον μετ’ αὐτῶν Κράτος, ἐπίσης μεγάλα ποσὰ δίδονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς προαγωγὴν τῆς κατ’ οἶκον βιομηχανίας. Παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσι δύο σωματεῖα ἐπιμελούμενα τὴν προαγωγὴν τῆς τοιαύτης ἀπασχολήσεως, ἐκ τῶν ὁποίων τὸ ἓν ἠγέρθη ὑπὸ Ἀγγλίδος δεσποίνης πρὸ πολλῶν ἐτῶν διὰ νὰ δοθῇ εἰς τὰς Κρήσσας πρόσφυγας τότε ἐργασία, καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον εἰσάγει τὰ ἑλληνικὰ χειροτεχνήματα καὶ ἔχει καταστήσει αὐτὰ περιζήτητα εἰς τὴν ἀγορὰν τῶν Παρισίων, ἀλλ’ οἱ γλίσχροι του πόροι δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἐξάπλωσιν, τὸ δὲ ἄλλο εἶναι ἡ «Πρόοδος», τὸ ὁποῖον ἐπίσης ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ καταναλίσκει τὰ ἑλληνικὰ χειροτεχνήματα· ἴσως ἡμεῖς, βλέποντες τὰ χειροτεχνήματα ταῦτα, τὰ θεωροῦμεν ἁπλῶς ὡς εὔθυμον καὶ εὐχάριστον ἀπασχόλησιν τοῦ ὡραίου φύλου, ἐνῷ πρέπει νὰ τὰ βλέπωμεν κυρίως ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ὅτι ἀποτελοῦσι πόρον πλουτοπαραγωγικὸν διὰ τὴν Χώραν. Τὸ σχέδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ βασισθῇ μελέτη διὰ τὴν ὁριστικὴν ὀργάνωσιν τῆς πολιτειακῆς μερίμνης πρὸς προαγωγὴν τοιαύτης τινὸς κατωτέρας βιομηχανίας — κατωτέρας μόνον ἐφ’ ὅσον εἰσελαύνει εἰς τὰς κατωτέρας τάξεις καὶ εἰς τὸν οἶκον αὐτῶν, ἀνωτέρας ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς λεπτότητος — εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ διαγραφῇ ἐξ ἀρχῆς. Πρό τινος χρόνου, διακεκριμένον τινὰ καθηγητὴν ἐκ Γερμανίας, δεχθέντα λίαν εὐγενῶς καὶ προθύμως καὶ ἐπὶ πληρωμῇ μόνον τῶν ἐξόδων του νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα, παρεκάλεσα νὰ ἔλθῃ, καὶ ἦλθε καὶ ἐσπούδασε τὴν παρ’ ἡμῖν ὑπάρχουσαν κίνησιν τῆς ἐπαγγελματικῆς ἀγωγῆς. Ἡ ἔκθεσις τοῦ καθηγητοῦ τούτου εἶναι δεδημοσιευμένη ἐν τῷ εἰδικῷ δελτίῳ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ αὐτὸς συνέστησε νὰ μὴ προβῶμεν εἰς ὀργάνωσιν πλήρη πρὶν ἢ πειραματισθῶμεν δι’ αὐτῶν τῶν ἐπικουρικῶν σωματείων, εἰς τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπικουρήσωμεν καὶ νὰ τὰ ἐνισχύσωμεν. Ὑποβάλλω λοιπὸν σχέδιον νόμου διὰ τοῦ ὁποίου, λαμβανομένων πάντων τῶν δυνατῶν ἐγγυήσεων καὶ καθιερουμένου ἐλέγχου ὑπὸ εἰδικοῦ Συμβουλίου, δίδεται εἰς τὰ ἀνωτέρω σωματεῖα ἐτησία ἐπιχορήγησις, πρὸς τούτοις δὲ καὶ ἐπιχορήγησις εἰς τὸ σωματεῖον τῆς Φιλοδασικῆς Ἑνώσεως καὶ εἰς τὸ τῶν φιλοξένων, ἅτινα ἐπίσης δύνανται ν’ ἀποβῶσιν ὠφελιμώτατα εἰς τὸν Τόπον. Ἀλλ’ ἐνόμισα ὅτι θὰ ἦτο καλόν, ἐπιβαρύνοντες τὸν Προϋπολογισμόν, νὰ σκεφθῶμεν καὶ περὶ ἀντικρύσματός τινος, περὶ νέου τινὸς πόρου καὶ ἐσόδου τοῦ Κράτους — μολονότι αἱ τοιαῦται δαπάναι, καὶ ἂν δὲν καλύπτωνται δι’ εἰδικῶν πόρων, δὲν εἶναι ὀρθὸν ν’ ἀποφεύγωνται, διότι θὰ δίδωσιν εἰς τὸ μέλλον ἀφθόνους πόρους. — Ἐὰν λοιπὸν διὰ δημοπρασίας παρεχωροῦμεν προνομιακῶς τὰς ἀποτυπώσεις διὰ κινηματογράφου ἑορτῶν, τελετῶν ἢ ὡρισμένων θεαμάτων, θὰ ἐδημιουργεῖτο ἐντεῦθεν πόρος τις οὐχὶ εὐκαταφρόνητος. Σήμερον, Κύριοι, ὁ κινηματογράφος δὲν εἶναι ἁπλῶς μέσον διασκεδαστικὸν ἢ διδακτικόν, δὲν εἶναι ἁπλῶς μέσον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναταί τις νὰ διέλθῃ τὰς ὥρας αὑτοῦ εὐχαρίστως· ἡ φορολογικὴ χεὶρ τοῦ νομοθέτου ἐπέβαλε καὶ εἰς αὐτὸν τὴν ποινὴν τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλει εἰς πάσας τὰς νέας ἐμφανίσεις. Ἁπλῶς ὡς δημόσιον θέαμα φορολογεῖται καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀλλ’ ἀλλαχοῦ, καὶ δὴ εἰς Κράτος γεῖτον, εἰς τὴν Ἰταλίαν, σοβαρώτατος λόγος ἐγένετο πέρυσι περὶ τῆς ἀναπληρώσεως ἑνὸς μέρους τοῦ ἐλλείμματος τοῦ Προϋπολογισμοῦ διὰ φορολογίας εἰδικῆς ἐπὶ τῶν ταινιῶν τῶν κινηματογράφων. Ἀντὶ νὰ φθάσωμεν ὅμως εἰς τὴν φορολογίαν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἴσως ἀναγκασθῇ νὰ καταλήξῃ ἀργότερον ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν, νομίζω ὅτι δυνάμεθα ἕτερόν τι νὰ πράξωμεν. Ὑπάρχουσι περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἀποτυποῦνται εἰκόνες τελετῶν, ἑορτῶν κλπ. διὰ τοῦ κινηματογράφου· αἱ εἰκόνες αὗται ἀποτυπούμεναι εἰς τὰς ταινίας διασπείρονται μέχρι τῶν περάτων τῆς οἰκουμένης· ἀκριβοπληρώνονται μάλιστα καὶ οὐκ ὀλίγα κερδαίνουσιν οἱ διεξάγοντες τὰς ἐπιχειρήσεις αὐτάς. Καὶ τίς εἶναι ὁ λαμβάνων τὴν ἀποτύπωσιν τῶν εἰκόνων τούτων; Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ κατορθώσῃ νὰ εἶναι θαρραλεώτερος περὶ τὸν διαγκωνισμὸν καὶ τὴν ἀπώθησιν τοῦ συνωστιζομένου πλήθους ἢ νὰ εἶναι ἐπιτηδειότατος διὰ νὰ λάβῃ κατάλληλον τοποθέτησιν καὶ ἐπιτύχῃ τὰς ἀποτυπώσεις ἐκείνας. Ἐσκέφθημεν ὅτι εἶναι δυνατὸν τὸ Κράτος νὰ παράσχῃ διὰ δημοπρασίας εἰς ἕνα μόνον τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ νὰ ἐξασφαλίσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἕνα πόρον, ὁ ὁποῖος εἶναι καὶ δίκαιος. Ἂν ἴσχυε τοιαύτη τις διάταξις, βεβαίως κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη θὰ εἴχομεν ἀρκούντως μεγάλην εἴσπραξιν, διότι, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι καταπληκτικὴ ἡ διάδοσις τῶν κινηματογραφικῶν ταινιῶν, εἶναι γνωστὸν δ’ ὅτι οἱ μετερχόμενοι τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις εἰς εὐρέα κέντρα ἔχουσι πολλὰ ἑκατομμύρια ἀποκτήσει κατὰ τοιοῦτον τρόπον.
§59Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προνομιακῶς διὰ δημοπρασίας θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀποτυπώσῃ, ἐκεῖνος πρέπει προνομιακῶς νὰ ἔχῃ καὶ τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τῆς ἀποτυπώσεως τῆς ταινίας καὶ νὰ μὴ δύναται οἱοσδήποτε ν’ ἀντιγράφῃ αὐτήν.
§60Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἴδητε τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἔνθα προνοεῖται τοῦτο, διότι ἄλλως θὰ ἦτο μηδὲν αὐτὸ τὸ ὁποῖον θὰ παρεχωροῦμεν εἰς αὐτόν. Κύριε Βουλευτά, αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εἰσάγομεν γενικὴν διάταξιν· ὁ γενικὸς νόμος περὶ προνομίου εὑρεσιτεχνίας δὲν θὰ ἐπροστάτευε τὸν ἀποτυπώνοντα, ὡς μηδὲν ἐφευρόντα.
§61Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Βεβαίως.
§62Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἦτο ἀνάγκη καὶ τοῦ νόμου τούτου· ἡ διακοπή σας ὅμως θίγει ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ζητήματα, τὰ ὁποῖα μὲ ἀπησχόλησαν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας μου, τὸ ζήτημα τῆς παρ’ ἡμῖν εἰσαγωγῆς τοῦ δικαίου τῆς εὑρεσιτεχνίας. Θὰ ἦτο ἆρά γε συμφέρον νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὸ ἵνα μὴ ἀποτελῶμεν παραφωνίαν μεταξὺ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν, ἤθελον δὲ οὕτω καὶ ἐγὼ ἀπαλλαγῆ ἐκ τῶν καθ’ ἡμέραν ἐνοχλήσεων τῶν διαφόρων ἐπισκεπτῶν, οἱ ὁποῖοι καθημερινῶς μοῦ ζητοῦσι τὴν ὑποβολὴν εἰδικοῦ νόμου ἵνα προστατεύσῃ ἑκάστου τὴν εὑρεσιτεχνίαν; Ἐν τούτοις ὑπῆρξαν ἀντιρρήσεις κατὰ τῆς εἰσαγωγῆς ἄξιαι πάσης προσοχῆς, δὲν ἐδίστασα δὲ νὰ προκαλέσω εἰδικὰς συζητήσεις ἐν τῇ αἰθούσῃ τοῦ Πολυτεχνικοῦ Συλλόγου μεταξὺ τῶν δύο ἀντιμαχομένων μερίδων, τῆς μερίδος τῶν μηχανικῶν, ποθούντων τὴν εἰσαγωγὴν τοῦ τοιούτου θεσμοῦ, καὶ τῆς μερίδος τῶν βιομηχάνων, οἱ ὁποῖοι ἐφοβοῦντο ὅτι θὰ εἶναι καταστρεπτικὸς ὁ τοιοῦτος θεσμὸς διὰ τὴν εἰς τὰ σπάργανα εὑρισκομένην ἐθνικὴν βιομηχανίαν ἡμῶν, κατέληξα δὲ καὶ ἐγὼ εἰς συμπέρασμα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ὅμως νὰ μὴ ἀνακοινώσω τώρα τὸ συμπέρασμά μου τοῦτο, ἀφοῦ εἶναι βέβαιον ὅτι, ἂν εἰσαγάγω τοιοῦτόν τινα νόμον σήμερον, ἡ συζήτησις θὰ εἶναι τοσοῦτον μακρά, ὥστε δὲν θὰ ἐπαρκέσῃ ἴσως ὁ χρόνος ὁ ὑπολειπόμενος διὰ συζητήσεις...
§63Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ εἰσάγετε διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§64Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ἤδη ὄχι. Κύριοι, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς ὑμᾶς καὶ ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ εἰς τὴν τροποποίησιν νόμου τινός, ὁ ὁποῖος ἐν μέρει μὲν ἐξ ἀγνοίας, ἐν μέρει δὲ ἐξ ἀπουσίας καλῆς πίστεως καὶ ἐν μέρει ἐξ ἀθελησίας πρὸς μελέτην ἤγειρε διαμαρτυρίας ἔν τινι μερίδι τῆς κοινῆς γνώμης. Καὶ τί δὲν ἤκουσεν ὁ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς, καὶ τί δὲν ἀνέγνωσε διὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, τὸν κανονίζοντα ἀνθρωπινώτερον τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας εἰς τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ τὰ πρατήρια! Ὑπῆρξε σειρὰ δριμειῶν κατηγοριῶν, ὅτι τείνομεν διὰ τοῦ νόμου τούτου εἰς καταστροφὴν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας, διότι ὡρίσαμεν δῆθεν τὰς ὥρας τῶν βιομηχανικῶν ἐργατῶν. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐκεῖνος, Κύριοι, εἶναι ἐντελῶς ἀθῷος· ἠγνόουν ὅτι δὲν ὡρίσαμεν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας εἰς τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα, ἀλλ’ εἰς τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα· ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ὑμῶν εἶπε τότε ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν ἡμεῖς νὰ ὁρίσωμεν τὰς ὥρας τῶν ἐργαζομένων εἰς τὰ βιομηχανικὰ καταστήματα, καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲν ἔχουσι φθάσει εἰς τὴν πρόοδον ταύτην λαοὶ μᾶλλον προηγμένοι ἡμῶν· θὰ εἴχομεν διεθνῆ ἀνταγωνισμὸν καὶ ἠθέλομεν καταστρέψει ἀληθῶς τὴν ἐγχώριον βιομηχανίαν, καμπτομένην ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς ξένης. Ἐὰν ὅμως δὲν δυνάμεθα, ὡς εἶπον τότε, νὰ πράξωμεν τοῦτο, δυνάμεθα νὰ εἰσαγάγωμεν ἀνθρώπινόν τινα κανονισμὸν ἐκεῖ ὅπου δὲν φοβούμεθα τὸν διεθνῆ ἀνταγωνισμόν· δηλαδὴ εἰς τὰ καταστήματα ἐν οἷς καταγίνονται μόνον εἰς τὴν πώλησιν, καὶ οὐχὶ εἰς κατασκευὴν ἢ παραγωγήν, νὰ περιορίσωμεν τὰς ὥρας τῆς ἐργασίας εἰς δώδεκα περίπου· καὶ ὥρας δώδεκα ἐργασίας, ὡς γνωρίζετε, ἀπὸ τοῦ 1848 ἤδη, πρὸ πολλῶν δηλαδὴ δεκαετηρίδων, ἐθέσπισε φιλεργατικὸς νόμος ἐν Γαλλίᾳ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι ὅσον μικρὰ καὶ ἂν ἦτο ἡ ἀγωγιμότης τῶν προοδευτικῶν ἰδεῶν παρ’ ἡμῖν, ἡ conduxibilité, διὰ νὰ μεταχειρισθῶμεν μίαν ἔκφρασιν τῆς φυσικῆς ἐπιστήμης, ἦσαν ἀρκετὰ ἑξήκοντα πέντε καὶ πλέον ἔτη διὰ νὰ δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς τέλος πάντων νὰ δεχθῶμεν μίαν τόσον μετρίαν κατὰ τὸν περιορισμὸν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἀπανθρώπου ἀπασχολήσεως ἰδέαν. Τὸν ἀνταγωνισμὸν τῶν ξένων συναδέλφων των δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φοβῶνται οἱ ἔμποροι καὶ διευθυνταὶ πρατηρίων· διότι ὅστις ἐξ ὑμῶν ἤθελε, Κύριοι, ν’ ἀγοράσῃ πῖλον, εὕρισκε δὲ περὶ ὥραν ὀγδόην καὶ ἡμίσειαν τῆς ἑσπέρας κλειστὸν τὸ κατάστημα, δὲν θὰ ἠγόραζε βεβαίως ἀπὸ τὴν Ἰταλίαν τὸν πῖλον, ἀλλὰ θὰ εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ προμηθευθῇ αὐτὸν τὴν ἑπομένην, καὶ ἐπὶ τέλους θὰ ἐμάνθανε νὰ εἶναι εἰς τὸ μέλλον πλέον προνοητικός. Οὐδεὶς φόβος ὑπῆρχεν ἀνταγωνισμοῦ, διότι δὲν ὡρίσθησαν, ἐπαναλαμβάνω, αἱ ὧραι τῆς βιομηχανικῆς ἐργασίας. Καὶ ὅμως διεξάγεται μακρὸς ἀγών, ὅτι μονονουχὶ συνώμοσα κατὰ τῆς βιομηχανίας· μάλιστα εἶχον τὴν καλωσύνην νὰ μὲ παριστάνωσιν ὡς θῦμα, ὡς ἄνθρωπον παραπλανώμενον, ὡς ἄνθρωπον δεχόμενον ξένας εἰσηγήσεις πρὸς καταστροφὴν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Ὁ νόμος, ὡς ἐκ τοῦ τίτλου του δείκνυται, ἀφορᾷ εἰς τὰ ἐμπορικὰ καταστήματα καὶ τὰ πρατήρια· αὐτὸς ἦτο ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἦτο καὶ ἄλλος τις. Δὲν εἶναι βεβαίως εὔκολον, ὅταν ψηφίζεται νομοσχέδιόν τι, νὰ συλλάβῃ τις ἐν συνόλῳ πολιτικήν τινα ἐνσαρκωμένην εἰς διατάξεις δύο ἢ τριῶν νομοσχεδίων. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἦτο εὔκολον ν’ ἀποκτήσῃ ἐπαγγελματικὴν ἐκπαίδευσιν· ὁ νόμος ὅμως περὶ σωματείων, διὰ τὸν ὁποῖον ἀντιθέτως κατηγορήθην ὑπὸ τῆς ἑτέρας μερίδος ὡς εἰσαγαγὼν διατάξεις ἀνελευθέρας, ἐνῷ ἁπλούστατα ἤθελον καὶ ἐκεῖ νὰ περιορίσω τὴν ἀχαλίνωτον ἐλευθερίαν καὶ τὴν κατάχρησιν μέχρι τοῦ σημείου τῆς τάξεως καὶ τῆς εὐκόσμου ὀργανώσεως, ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔχει μίαν διάταξιν καθ’ ἥν, ἐὰν ἐπαγγελματικαὶ Σχολαὶ ἱδρυθῶσιν εἰς σωματεῖα ἐπαγγελματικά, τὸ Κράτος ἔρχεται ὄχι μόνον ἠθικῶς, διὰ τῆς παροχῆς διδασκάλων, ἀλλὰ καὶ ὑλικῶς ἀρωγόν. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, θὰ ἐτίθεντο καὶ παρ’ ἡμῖν αἱ ἀπαρχαὶ καὶ αἱ βάσεις τῆς ἐπαγγελματικῆς ἐκπαιδεύσεως, μέχρις ὅτου οὐχὶ μεταφέροντες ὅ,τι γίνεται ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ βολιδοσκοποῦντες τὸ ἡμέτερον ἔδαφος καὶ ἐξετάζοντες αὐτὸ εἰδικῶς ἠθέλομεν μὲ τὸν προσήκοντα εἰς ἡμᾶς χαρακτῆρα ὀργανώσει τὴν ἐπαγγελματικὴν ἡμῶν ἐκπαίδευσιν. Καὶ διὰ μὲν τοὺς τεχνίτας καὶ τοὺς ἐργάτας ἐν βιομηχανικοῖς καταστήμασι τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο πολὺ δύσκολον, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιορίσωμεν τὰς ἐργασίμους ὥρας· διὰ νὰ δώσωμεν ὅμως στοιχειώδη τινὰ ἐκπαίδευσιν εἰς τοὺς ὑπηρέτας καὶ ὑπαλλήλους τῶν παντοπωλείων καὶ τῶν ἐμπορικῶν καταστημάτων, ἰδίᾳ εἰς τοὺς πρώτους, τοὺς ὁποίους ἔρευνά τις διοικητικὴ γενομένη ἀπέδειξε κατὰ 90% ἀναλφαβήτους, διὰ νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ στοιχειῶδες τοῦτο τῆς Πολιτείας καθῆκον, ἔπρεπε νὰ θέσωμεν ὅριόν τι εἰς τὴν ἑσπερινὴν ἰδίᾳ ἐργασίαν. Θὰ ἦτο δ’ εὔκολον οὕτω συμπηγνύοντες αὐτοὺς δι’ ἐντόνων ἐνεργειῶν καὶ διὰ συστάσεων καὶ παροτρύνσεων, ὅπως νῦν πράττομεν, ἀπέναντι τῶν ἀναλφαβήτων τούτων ὑπαλλήλων, συμπηγνύοντες εἰς ἕνα Σύλλογον, δι’ ἐλαφρᾶς ἢ καὶ οὐδεμιᾶς θυσίας τοῦ Δημοσίου, νὰ δώσωμεν εἰς τὰ πρόσωπα ταῦτα στοιχειώδη τινὰ μόρφωσιν· ν’ ἀποβλέψωμεν ὄχι εἰς τὸ νὰ δύνανται νὰ κερδίσωσι χρήματα κατὰ τρόπον ὁ ὁποῖος προυκάλεσε πολλάκις τὴν ἀγανάκτησιν καὶ τὴν πεποίθησιν περὶ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης νόμου κατὰ τῶν πωλούντων νοθευμένα προϊόντα, ἀλλὰ νὰ ἔχωσι καὶ μόρφωσίν τινα κοινωνικῆς ἠθικῆς· εἶναι δ’ ἀνάγκη τοῦτο καὶ ὑπαγόρευσις τῶν στοιχειωδῶν ἀρχῶν τοῦ ἀνθρωπισμοῦ. Ἀλλὰ διὰ νὰ συγκεντρώσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους τούτους καὶ νὰ κάμωμεν αὐτοὺς νὰ μάθωσιν ὀλίγα γράμματα, καὶ ἂν ἀπέλθωσιν εἴτε πρὸς ἀνατολὰς εἴτε πρὸς ἄλλο ἄκρον τῆς γῆς νὰ δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐπιτυχίαν, ἥτις θὰ ἦτο καὶ ἐθνικῶς ὠφέλιμος, φυσικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς καὶ τὸν ἀναγκαιοῦντα πρὸς σπουδὴν χρόνον. Ἐντεῦθεν νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ ἐλατήρια τοῦ νόμου ὄχι μόνον δὲν δύνανται νὰ εἶναι οἰκονομικῶς βλαβερά, ἀλλὰ τοὐναντίον ἠθικῶς καὶ ἀνθρωπίνως εἶναι ἄξια παντὸς ἐπαίνου. Ἀλλὰ παρ’ ὅλην τὴν γενομένην ἔρευναν ἐκ τῶν ἑκατὸν πεντήκοντα τάξεων τῶν διαφόρων ἐπαγγελμάτων, τὰς ὁποίας κανονίζει τὸ νομοσχέδιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, δύο μόνον τάξεις ἐζήτησαν τροποποίησίν τινα, ἡ τάξις τῶν παντοπωλῶν καὶ ἡ τάξις τῶν καπνοπωλῶν. Δὲν δύναται δέ, νομίζω, εἰς τόπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ὠργανωμένην ὑπηρεσίαν κατὰ βαθμὸν ὥστε μετὰ τελειότητος νὰ διεξάγηται διοικητική τις ἔρευνα, δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ἀμελετησία, ὅτε ἐκ τόσων καὶ τόσων ἐπαγγελματικῶν τάξεων ὑποβάλλονται μόνον ἀπὸ δύο τάξεις παράπονα, αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἀντίθετον γνώμην, ἐνῷ ἐξ ἀντιθέτου ἐκ μιᾶς ἄλλης τάξεως, ἡ ὁποία δὲν ἐμπεριέχεται εἰς τὸν νόμον οὐδὲ ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ἐζητήθη νὰ ὑποβληθῇ καὶ αὐτή, αὐτὴ δὲ ἡ τάξις εἶναι ἡ τῶν κουρέων, εἰς τὴν ὁποίαν ἐκ συμφώνου οἱ ὑπάλληλοι καὶ οἱ καταστηματάρχαι ἐζήτησαν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν νόμον. Δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήττῃ ὑμᾶς τὸ φαινόμενον αὐτό. Ὅτε εἰσήχθη ὁ νόμος περὶ κυριακῆς ἀργίας, πάντες ἔλεγον ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ μὴ ἐργάζηται τὴν Κυριακήν· καὶ ὅμως, ἐνῷ ὁ νόμος εἶναι ὑποχρεωτικὸς δι’ ὡρισμένας μόνον πόλεις, ὑπάρχουσιν ἄλλαι πόλεις εἰς τὰς ὁποίας οἱ κάτοικοι δὲν ὑποχρεοῦνται ὑπὸ τοῦ νόμου νὰ τηρῶσι τὴν κυριακὴν ἀργίαν καὶ τῶν ὁποίων οἱ κάτοικοι ζητοῦσι διὰ ψηφισμάτων νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸν νόμον. Ὥστε βλέπετε ὅτι δὲν εἶναι τόσον ὀπισθοδρομικός, ὅσον φαντάζονται αὐτόν τινες, ὁ Ἑλληνικὸς λαός. Ὑποβάλλω ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεσχέθην εἰς τοὺς ἀξιοτίμους Βουλευτάς, τοὺς ἰδιαίτατα ἀσχολουμένους περὶ τὰ δασικὰ νομοσχέδια, τὸ «περὶ καθορισμοῦ περιοχῶν ἀναδασώσεων». Κύριοι, ὅτε συνεζητοῦντο τὰ δασικὰ νομοσχέδια, ὡμολόγησα ὅτι ἀληθῶς ὑπῆρχε παρὰ τῇ δασικῇ Ὑπηρεσίᾳ ὑπέρμετρος ζῆλος, ὠθῶν εἰς τὸ νὰ χαρακτηρίζωνται ὡς δάση ἀπειρία ἐκτάσεων, πολλάκις δὲ καὶ ἢ ἄγνοια ὠθεῖ εἰς τοῦτο τὰ ὄργανα τῆς Ὑπηρεσίας, διότι εἴχομεν ἐμπιστευθῆ, ὡς δὲν λησμονεῖτε, τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δασῶν εἰς ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς μὴ λαβόντας κἂν στοιχειώδη τινὰ μόρφωσιν ἵνα καταστῶσιν ἱκανοὶ νὰ γνωρίζωσι τί πρέπει νὰ πράξωσιν. Ὁ ὑπέρμετρος δὲ ζῆλος τῶν ὀργάνων τῆς Ὑπηρεσίας πολλάκις ἔχει ἐπιφέρει ἀληθῶς στενοχωρίας τῶν κατοίκων, μὴ δυναμένων νὰ ἱκανοποιήσωσι τὰς ἀνάγκας τῆς βοσκῆς ἢ τῆς καλλιεργείας, ἐνῷ συγχρόνως καθίστατο ἀδύνατον, φυσικά, ν’ ἀναδασώνωνται πᾶσαι αἱ οὕτω περιοριζόμεναι ἐκτάσεις. Ὅτε ἐν τῇ Βουλῇ συνεζητοῦντο τὰ δασικὰ νομοσχέδια, οἱ κ. Βουλευταὶ ἔλεγον πρὸς ἐμέ· «πρὸς τί ψηφίζομεν οἱονδήποτε δασικὸν νόμον. Ὅσον καὶ ἂν ἡμεῖς ἀναγνωρίσωμεν αὐτὸν ὡς καλόν, δὲν θ’ ἀποφύγῃς τὰς πιέσεις τῶν κατοίκων, καὶ τὴν πίεσιν αὐτῶν δὲν δύνασαι ν’ ἀποφύγῃς μόνον ἐὰν ὁρίσῃς τί εἶναι δάσος». Ἐγὼ δ’ ἀπήντων τότε ὅτι μὲ ἀπησχόλει σοβαρῶς τὸ ζήτημα καὶ εἶχον διὰ μακρῶν συζητήσει αὐτὸ μετὰ τῶν τεχνικῶν Ὑπηρεσιῶν καὶ ὅτι θὰ ὑποβάλω μέτρα λίαν ταχέως, ἀλλὰ διεφώνουν πρὸς τοὺς κ. Βουλευτάς, χωρὶς νὰ γνωρίσω αὐτοῖς τὴν διαφωνίαν· διεφώνουν δὲ διότι ἐφρόνουν ὅτι, ἂν δοθῇ διὰ νόμου εἷς ὁρισμὸς περὶ τοῦ τί καλεῖται δάσος, ὁ ὁρισμὸς αὐτὸς δὲν ἦτο ἱκανὸς ν’ ἀποτρέψῃ τὰς ἀταξίας, αἱ ὁποῖαι καὶ ἤδη παρατηροῦνται, ἐγείρουσαι σφοδρὰ παράπονα. Τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὑπουργίας μου ἐλάμβανον διαρκῶς, ἦσαν ὅτι εἶναι ἀπηγορευμέναι ὑπὸ τῶν δασικῶν ὀργάνων ὁλόκληροι ἐκτάσεις καὶ ὅτι τοιουτοτρόπως ἐμποδίζεται οὐσιωδῶς ἡ κτηνοτροφία. Ἔσπευσα ἀμέσως νὰ συζητήσω διὰ μακρῶν περὶ τῆς διορθώσεως τοῦ πράγματος μετὰ τοῦ προϊσταμένου τῆς δασικῆς Ἀποστολῆς· βάσις ὅμως τῆς ἐμῆς προθέσεως καὶ τῆς ἐμῆς πολιτικῆς ἦτο νὰ καταλήξῃ ἡ νομοθετικὴ ῥύθμισις εἰς τὴν παραδοχὴν μιᾶς ἀρχῆς, ὅτι δηλ. δὲν εἶναι ὀρθὸν οὐδ’ ἐπιτετραμμένον ἐξ ὑπερμέτρου ζήλου διὰ τὴν ἀνάπτυξιν δασικῶν περιοχῶν νὰ καταστρέψωμεν διὰ μιᾶς τὴν ὑπάρχουσαν κτηνοτροφίαν τῆς Χώρας. Εἶναι ὀρθὸν βεβαίως νὰ προσδοκῶμεν ὅτι ἡ κτηνοτροφία ἡμέραν τινὰ θὰ προαχθῇ εἰς σταβλικὴν παρ’ ἡμῖν, ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ ἡμέρα αὕτη δὲν θὰ ἦτο συνετὸν ἔργον, ἂν θελήσωμεν, προσδοκῶντες ὠφέλειάν τινα ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῶν δασῶν, νὰ καταστρέψωμεν τὴν ὑπάρχουσαν καὶ πηγὴν σημαντικοῦ πλούτου ἀποτελοῦσαν κτηνοτροφίαν. Τὰ κτήνη ἡμῶν ἀνέρχονται διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα εἰς 7.000.000 καὶ πλέον, ἑκάστη δὲ κεφαλὴ ἐξ αὐτῶν δὲν δίδει μικρὸν εἰσόδημα κατ’ ἔτος· ὁ πλοῦτος ὁ ἐντεῦθεν παραγόμενος εἶναι τοιοῦτος, ὥστε, ἂν ἐγνώριζεν αὐτὸν ὁ κ. Γκλαβᾶς, θὰ εἶχον καθημερινῶς παρ’ αὐτοῦ ἐπερωτήσεις διὰ τὸν πλοῦτον αὐτόν, ὅστις δὲν εἶναι ἴσως παραπολὺ μικρότερος τοῦ πλούτου τῆς σταφίδος. Θὰ συμφωνήσητε λοιπὸν μετ’ ἐμοῦ, Κύριοι, ὅτι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν οὐδ’ ἐπιτετραμμένον νὰ καταστρέψωμεν τὸν πλοῦτον ἡμῶν τοῦτον. Ἰδοὺ καὶ ἕτερον ἄτοπον εἰς ὃ ὑπέπιπτον τὰ δασικὰ ὄργανα· ὑπάρχουσι μέρη, ἐκτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀληθῶς θὰ ἠδύναντο, καταλλήλως προστατευόμεναι, νὰ γίνωσι δάση εἰς τὸ μέλλον. Μὴ πλανώμεθα· οἱ γνωρίζοντες τὴν ἱστορίαν τοῦ δάσους τοῦ Τατοΐου δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν ὑμᾶς ὅτι κατὰ μέγα μέρος αἱ ἐκτάσεις του ἦσαν βάτοι καὶ διὰ τῆς μεγάλης ἐπιμελείας τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς βοσκῆς καὶ τῆς καλλιεργείας ἐγένετο, μετὰ πάροδον ἐτῶν, ἐκείνη ἡ πυκνὴ ὕλη, ἣν βλέπομεν σήμερον, τὸ ὡραῖον δάσος. Ἁπανταχοῦ λοιπὸν ὠθούμενα τὰ δασικὰ ὄργανα ἐκ ζήλου ὑπερμέτρου καὶ ποθοῦντα ἵνα ἀναδασώσωσι πάσας τὰς ἐκτάσεις ἦτο φυσικὸν ὅτι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀναδασώσωσι τίποτε· ὅστις ζητεῖ πολλά, οὐδὲν ἐπιτυγχάνει. Ἡ βάσις ἥτις τίθεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἂς ἀναδασώσωμεν ἐκτάσεις ὀλίγας, ἀλλ’ ἂς κατορθώσωμεν τοῦτο τοὐλάχιστον· διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁρίζεται ἐπιτροπὴ εἰς ἑκάστην περιφέρειαν, δι’ ἑκάστην δὲ κοινότητα γίνεται καταμέτρησις τῆς ἐκτάσεως, ἥτις κεῖται περὶ αὐτήν, ἐξετάζονται δ’ ἀφ’ ἑτέρου αἱ ἀνάγκαι τῆς κοινότητος διὰ τὴν βοσκὴν τῶν κτηνῶν, τῶν ὑπαρχόντων παρὰ τῇ κοινότητι, ἅτινα δὲν θὰ θελήσωμεν νὰ καταδικάσωμεν εἰς τὸν ἐξ ἀσιτίας θάνατον· ἀπὸ τὴν ὅλην ἔκτασιν τῆς περιφερείας ἀφαιρεῖται τὸ ποσὸν τῶν στρεμμάτων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς βοσκήσεως τῶν κτηνῶν τῆς κοινότητος· καὶ πάλιν ἐκ τοῦ ὑπολοίπου δὲν λαμβάνομεν εἰμὴ ἕν μέρος, μόλις τὸ ἓν ἕκτον. Διατί δὲ τοῦτο; Διότι δὲν θὰ ἤμεθα ἐπαρκεῖς διὰ τὴν ἀναδάσωσιν τοῦ ὅλου ὑπολοίπου καὶ διότι θέλομεν νὰ ὑπάρχῃ ἕν μέγα περιθώριον εἰς τοὺς ὑπολογισμούς μας καὶ νὰ μὴ περιορίσωμεν τὰς ἀνάγκας τῶν κατοίκων. Τὸ οὕτω περιορισθὲν ἓν ἕκτον ἀναδασοῦται τεχνητῶς ἢ φυσικῶς, ἀπαγορευομένης τῆς βοσκῆς ἐπί τινα ἔτη, τοσαῦτα, ὅσα ἀπαιτοῦνται ἵνα ὑψωθῶσι τὰ δένδρα καὶ δύνανται ν’ ἀποφύγωσι τὸν κίνδυνον τὸν ἀπὸ τοῦ στόματος τῶν ζῴων. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις, ἂν ἐφαρμοσθῇ καλῶς, – διότι πολλάκις ἐγένοντο νομοσχέδια, ἀλλ’ ἡ μὴ πιστὴ ἐφαρμογὴ αὐτῶν ἐπί τινα σειρὰν ἐτῶν ἐπέφερε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ναυαγήσωσι καὶ τὰ καλύτερα νομοσχέδια,—ἂν ἐφαρμοσθῇ, λέγω, πιστῶς ἡ ἀρχὴ τοῦ σήμερον ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου, πέπεισμαι ὅτι θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι μετὰ πάροδον ὀλίγων ἐτῶν ἀρκετὴν ἔκτασιν δασῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὰς λεπτομερείας θὰ ἴδητε. Σχετικῶς πρὸς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν, Κύριοι, εἶχον λάβει τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς ν’ ἀποστείλω εἰς εἰδικήν τινα Σχολὴν δασονομικὴν εἰς Αὐστρίαν ἕνα ὑπάλληλον τῆς δασικῆς ἡμῶν Ὑπηρεσίας, διότι ἐχρειάζετο νὰ μορφωθῇ εἰδικῶς εἷς δασικὸς ὑπάλληλος, ἵνα διευθύνῃ τὴν δασικὴν Σχολὴν Βυτίνης. Ὁ ἀποσταλεὶς ἐπανῆλθε καὶ ὑπέβαλε τὰ πορίσματα τῶν μελετῶν του, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ αὐτῶν πρέπει νὰ ἐπέλθωσι τροποποιήσεις εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν δασικὴν Σχολὴν Βυτίνης. Καὶ πρῶτον τὸ 30δραχμον μηνιαῖον βοήθημα, τὸ ὁποῖον δίδεται ἐκ μέρους τοῦ Κράτους, θὰ διατίθηται εἰς συσσίτιον, διὰ νὰ ζῶσι καλύτερον οἱ ὑπότροφοι· ἔπειτα κανονίζεται πῶς θὰ διεξάγηται ἡ ἐργασία τῶν μαθητευομένων δασοφυλάκων. Τελευταῖον νομοσχέδιον ὑποβάλλω, ἵνα δοθῇ ἡ ἄδεια παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ἡ ὑπηρεσία τῶν μεταλλείων προβαίνῃ εἰς μεταλλευτικὰς ἐρεύνας εἰς τὰς νέας Χώρας. Κύριοι, τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας μαρτυροῦσιν ὅτι ἅμα τῇ καταλήψει τῶν νέων Χωρῶν ἔσπευσα νὰ ζητήσω παρὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ προκαλέσῃ Διάταγμα ἀπαγορεῦον τὴν ἀπαλλοτρίωσιν ἀκινήτων κτήσεων γαιῶν καὶ μεταλλείων ἐν ταῖς νέαις Χώραις· τοῦτο δὲ διότι ἐπληροφορήθην ὅτι εἰσήλασαν ἐντεῦθεν πολλοὶ ἐπιδρομεῖς, ἔχοντες διαθέσεις ἁρπακτικὰς διὰ τὰς ἐκεῖ περιουσίας. Ἀπηγορεύθη εὐτυχῶς πᾶσα ἀπαλλοτρίωσις καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον οὐδεὶς ἠδυνήθη νὰ καταλάβῃ μεταλλεῖον. Δὲν εἶναι ὀρθὸν ὅμως, ὅταν ἄρωμεν τὴν ἀπαγόρευσιν, νὰ ἀνοίξωμεν τὴν πύλην ἀνεξετάστως εἰς πάντας καὶ διὰ πάντα τὰ μεταλλεῖα. Ὅ,τι ἐγένετο εἰς ἐπαναστατικὴν ἐποχὴν διὰ τὸ μεταλλεῖον τῶν Χαλάρων νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπαναλάβωμεν. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ καὶ τὴν Ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν θὰ παραπεμφθῶσι τὰ νομοσχέδια, νὰ τάξῃ δὲ προθεσμίαν, ἀλλὰ θὰ παρακαλέσω ἐπίσης, διότι εἶναι ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη προκειμένου νὰ λειτουργήσῃ ταχύτερον ἡ Σχολὴ τῆς Βυτίνης, νὰ κηρύξῃ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἵνα ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν.
§65Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Πρόκειται περὶ τῶν δύο ἑταιρειῶν;
§66Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, καὶ περὶ τῆς Φιλοδασικῆς καὶ περὶ τῆς τῶν Φιλοξένων. Θὰ ἴδητε τὸ νομοσχέδιον.
§67Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν σχέδιον νόμου «περὶ ναυτικῆς στρατολογίας» καὶ συναφὲς πρὸς τοῦτο σχέδιον νόμου «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τινῶν τοῦ νόμου περὶ συγκροτήσεως τῶν πληρωμάτων τοῦ στόλου». Διὰ τοῦ σημερινοῦ συστήματος τῆς ναυτικῆς στρατολογίας οὐδεμία ἐπέρχεται διάκρισις μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν τῶν προωρισμένων ὅπως ὑπηρετήσωσιν εἰς τὰ πολεμικὰ πλοῖα τοῦ στόλου καὶ τῶν προωρισμένων νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τοῦ στόλου, εἰς τὰ βοηθητικὰ πλοῖα, τὰς ὑπηρεσίας τῆς ξηρᾶς. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὁ στόλος δὲν εἶχεν αὐξηθῆ τόσον σημαντικῶς τὸ ἄτοπον τοῦτο παρίστατο μικρότερον, ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ηὐξήθη οὗτος καταπληκτικῶς, συχρόνως δὲ ηὔξησαν σημαντικώτατα καὶ αἱ λοιπαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ ναυτικοῦ, ἐπεβάλλετο ὅπως γίνηται ἐπιλογὴ διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων καὶ ὅπως χωρισθῶσιν οἱ κληρωτοὶ οἱ προωρισμένοι νὰ ὑπηρετῶσιν εἰς τὰ πολεμικὰ πλοῖα ἀπὸ τῶν διὰ τὰς λοιπὰς ἀνάγκας τοῦ ναυτικοῦ. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου προβλέπεται, ὅπως οἱ καλούμενοι κατ’ ἔτος διαιρῶνται εἰς δύο σειράς, ἐξ ὧν ἡ πρώτη, καλουμένη εἰς ὡρισμένην ἐποχὴν τοῦ ἔτους, θέλει χρησιμεύει μόνον διὰ τὰς ἀνάγκας τῶν πολεμικῶν ἡμῶν πλοίων, θὰ περιλαμβάνῃ δὲ πάντας τοὺς ἀσκήσαντας ναυτικὸν ἐπάγγελμα καὶ ἐν γένει πάντας τοὺς ἔχοντας σχέσιν πρὸς ἐργασίαν τῆς θαλάσσης καὶ πάντας τοὺς ἐθελοντάς, ἡ δὲ δευτέρα σειρά, καλουμένη κατ’ ἄλλην ἐποχήν, θὰ χρησιμεύῃ διὰ τὰς λοιπὰς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ. Οὕτω θέλομεν ἐξασφαλίσει διὰ τοῦ συστήματος τούτου ὅτι οἱ μέλλοντες νὰ ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων θὰ εἶναι οἱ ἄριστοι.
§68Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ποῖαι εἶναι αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι; Μήπως ἀγήματα;
§69Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀμύνης τῆς Χώρας ἀπὸ ξηρᾶς, περὶ τῶν ἐπακτίων πυροβολείων, τὰ ὁποῖα καὶ ἐν εἰρήνῃ ἀλλὰ καὶ ἐν πολέμῳ ἔχουσιν ἀνάγκην πολλῶν ἀνδρῶν. Τὸ νομοσχέδιον λαμβάνει ἐπίσης πρόνοιαν, ὅπως οἱ ναῦται οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ὑπηρετήσει ἐπὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων καταστῶσι μόνιμοι, δηλαδὴ ἀμετάθετοι. Δὲν θὰ ἐπιτρέπηται εἰς τὸ μέλλον ἡ μετάθεσις ἀπὸ πλοίου εἰς πλοῖον καὶ ἡ διακοπὴ πάσης συστηματικῆς ἐργασίας. Ἀλλὰ τὸ προτεινόμενον σύστημα ἔχει καὶ ἕτερον πολὺ μέγα πλεονέκτημα· ὅτι οὕτω θὰ εἶναι δυνατόν, ὥστε τὰ πολεμικὰ ἡμῶν πλοῖα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ προγράμματος τοῦ ἐν εἰρήνῃ θέλομεν θεωρήσει ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ, νὰ εἶναι τελείως ἐξωπλισμένα καὶ νὰ ἐκτελῶσι μεγάλας ἀσκήσεις κατ’ ἔτος ἄνευ προσκλήσεως ἐφεδρειῶν. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς ὅτι μέχρι τοῦδε, ὁσάκις παρίστατο ἀνάγκη μεγάλων γυμνασίων, τὸ Κράτος ἦτο ὑποχρεωμένον νὰ καλῇ ἐφεδρείας, ἵνα συμπληροῖ τὰ κενὰ τὰ δημιουργούμενα ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κρατοῦντος συστήματος, διότι, μὴ γινομένης διακρίσεως μεταξὺ τῶν πληρωμάτων τῶν προωρισμένων διὰ τὴν θάλασσαν καὶ τῶν διὰ τὴν ξηρὰν καὶ λόγῳ τῆς κλήσεως αὐτῶν εἰς δύο ἐποχάς, κατωρθοῦτο, ὥστε μόνον κατὰ τέσσαρας μῆνας τοῦ ἔτους, καὶ τούτους οὐχὶ συνεχῶς, νὰ ὑπηρετῶσιν ἐπὶ τῶν πλοίων αἱ δύο ἡλικίαι, διότι κατὰ τοὺς ἄλλους μῆνας δὲν συνέπιπτε τοῦτο, τελουμένης τῆς προεκπαιδεύσεως καὶ ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀνδρῶν εἰς τὰ Σχολεῖα ἢ τὸ Προγυμναστήριον. Διὰ τοῦ εἰσαγομένου ὅμως συστήματος ἐπετεύχθη, ὥστε τὰ πλοῖα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐνεδείκνυοντο ὡς ἐν ἐνεργείᾳ, νὰ ἔχωσι πλήρη τὰ πληρώματα αὐτῶν ἄνευ οὐδεμιᾶς διακοπῆς ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας, κατὰ τοὺς λοιποὺς δὲ τέσσαρας τὰ πλοῖα, κατὰ τοὺς ἐνδεδειγμένους κανόνας τῆς ναυτικῆς τέχνης, εἶναι ὑποχρεωμένα νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Ναύσταθμον ἵνα ἐπισκευάζωνται, διότι ἄνευ τούτου μετὰ μεγάλα γυμνάσια δὲν εἶναι δυνατὸν ἐπὶ μακρὰ ἔτη νὰ μένωσιν ἀβλαβῆ καὶ θὰ ἐπήρχετο τὸ ἄτοπον ὅτι θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι ν’ ἀποστέλλωμεν αὐτὰ ἔξω εἰς τοὺς Ναυστάθμους πρὸς ἐπισκευήν, πρᾶγμα διὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐχρειάζετο διάστημα πλέον τῶν τεσσάρων μηνῶν. Οὕτω λοιπὸν θὰ ἔχωμεν ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας πλήρη τὰ πληρώματα, ἐπὶ τέσσαρας δὲ μῆνας ἐν τῷ Ναυστάθμῳ θὰ ἔχωσιν ἠλαττωμένα τὰ πληρώματα, δηλαδὴ τὰ τρία πέμπτα αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐν τῷ Ναυστάθμῳ τὰ πλοῖα μὲ τὰ τρία πέμπτα τῶν πληρωμάτων θὰ εἶναι εἰς θέσιν καὶ γυμνάσια νὰ ἐκτελῶσι καὶ τὴν ἐκπαίδευσιν νὰ συνεχίζωσι καὶ νὰ μὴ θεωρῶνται ὡς ἐν παροπλισμῷ ἢ ἐφεδρείᾳ. Τὸ προτεινόμενον σύστημα ἔχει καὶ ἕτερον ἐπίσης σημαντικώτατον, ἀνυπολόγιστον πλεονέκτημα, ὅτι ἐπιφέρει σημαντικὴν οἰκονομίαν. Ἂν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἰσχύοντος συστήματος ἠθέλομεν προβλέψει τὰς ἀνάγκας τοῦ ηὐξημένου στόλου, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποστῶμεν δαπάνην περὶ τὰ 2.000.000 κατ’ ἔτος ἐπὶ πλέον, ἐνῷ διὰ τοῦ προτεινομένου συστήματος αὕτη δὲν θέλει συντελεσθῆ. Διότι, ἂν δὲν εἰσήγετο ἡ διάκρισις μεταξὺ ὑπηρεσιῶν ξηρᾶς καὶ θαλάσσης καὶ ἂν δὲν ἐξησφαλίζετο ἡ παραμονὴ τῶν πληρωμάτων ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας κατ’ ἔτος διὰ τὴν ἐκτέλεσιν μεγάλων γυμνασίων, θὰ ἤμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ καλῶμεν πρὸς συμπλήρωσιν ἄλλους ἄνδρας καὶ ἡ δαπάνη τούτων, ἐφ’ ὅσον, καθὼς ὑπελογίζετο, πρόκειται νὰ ἐκτελῶνται συστηματικῶς κατ’ ἔτος μεγάλα γυμνάσια, ἀνέρχεται εἰς 2.000.000 περίπου δραχμῶν. Διὰ τῆς εὐστόχου ταύτης τροποποιήσεως τοῦ συστήματος ἀποφεύγομεν τελείως τὰς δαπάνας ταύτας, διότι θὰ ἔχωμεν, ὡς εἶπον, ἐν πλήρει συνθέσει τὰ πληρώματα τοῦ ἐν ἐνεργείᾳ στόλου ἐπὶ ὀκτὼ μῆνας κατ’ ἔτος. Τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον προβλέπει ὡσαύτως περὶ βελτιώσεως τῶν ὅρων τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως ἐν τῷ ἡμετέρῳ ναυτικῷ. Δὲν εἶναι ἴσως τῆς παρούσης ὅπως ἐκθέσω διὰ μακρῶν ὁποῖα πλεονεκτήματα ἔχει ἡ ναυτικὴ δύναμις ἐφ’ ὅσον ἔχει ἐξασφαλίσει τοιαύτην ποσότητα ἐθελοντῶν, ὥστε τὰς κυριωτέρας καὶ τὰς εἰδικωτέρας ὑπηρεσίας ἐν τοῖς πλοίοις ν’ ἀναθέτῃ εἰς πρόσωπα μὴ ἐρχόμενα δι’ ἓν ἢ δύο ἔτη καὶ ἑπομένως ἀτελῶς ἐκπαιδευόμενα, ἀλλὰ παραμένοντα πλειότερον χρόνον ἐν τῇ ναυτικῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὀφείλω μόνον τοῦτο νὰ εἴπω σήμερον, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου βελτιοῦνται σημαντικώτατα οἱ ὅροι ὑφ’ οὓς τελεῖται ἡ ἐθελουσία κατάταξις ἐν τῷ ναυτικῷ. Ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς σχετικὴν βελτίωσιν τῶν ὅρων ἀφορμωμένη κυρίως ἐκ τοῦ λόγου ὅτι πρέπει νὰ διαπιστωθῇ ἄν, βελτιουμένων τῶν ὅρων ὑφ’ οὓς καλοῦνται ἢ ὑφ’ οὓς θὰ ἐκαλοῦντο οἱ ἐθελονταί, θὰ ἐξασφαλίσωμεν τόσον ἀριθμὸν ἐθελοντῶν, ὥστε νὰ θέσωμεν αὐτοὺς εἰς τὰς εἰδικότητας ἐκείνας αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναπόφευκτοι, σχεδὸν ἀπαραίτητοι, ν’ ἀποτελῶνται ἐξ ἐθελοντῶν, ἵνα ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ ἐκπαίδευσις ἐπὶ τῶν πλοίων βαδίζῃ ὁμαλῶς.
§70Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Διὰ πάντας τοὺς κλάδους θέλετε ἐθελοντάς;
§71Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ἀποκλείεται ἡ κατάταξις ἐθελοντῶν ὡς ναυτῶν καταστρώματος. Οἱ ναῦται καταστρώματος δὲν εἶχον λόγον ὑπάρξεως, διότι τὰς γνώσεις τῶν ναυτῶν καταστρώματος τὰς ἔχουσι πάντες οἱ ἐξ ἐπαγγέλματος ναυτικοὶ προσερχόμενοι εἰς τὴν θάλασσαν, οὐδεμίαν δὲ συμβολὴν θὰ παρεῖχον εἰς τὸ ναυτικόν, δυνάμενοι ἄλλως τε ν’ ἀντικατασταθῶσι κατὰ πάντα ἄλλον τρόπον. Τὸ ναυτικὸν ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην πρωτίστως ἐθελοντῶν διὰ τὸ πυροβολικὸν καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐθελοντῶν διὰ μηχανικοὺς καὶ θερμαστάς. Πᾶσαι αἱ ἄλλαι ὑπηρεσίαι εἶναι δυνατὸν νὰ καλυφθῶσιν ἐκ τῆς ἐκπαιδεύσεως τὴν ὁποίαν θὰ λαμβάνωσιν οἱ κληρωτοὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας των ἐν τῷ ναυτικῷ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καθορίζεται ὅτι δεχόμεθα ἐθελοντὰς μόνον εἰς τὸ πυροβολικὸν καὶ μηχανικοὺς θερμαστάς, οἵτινες θὰ εἶναι πτυχιοῦχοι, ἀλλὰ δὲν ἀποκλείεται, ἂν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ παραθέσωμεν ἐθελοντὰς καὶ δι’ ἄλλας εἰδικότητας.
§72Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Περὶ τῶν τορπιλλητῶν;
§73Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβάλωμεν τοὺς ὅρους τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως, διότι ἔπρεπε νὰ διαπιστωθῇ ἂν ἡ μὴ προσέλευσις ἐθελοντῶν μέχρι τοῦδε προήρχετο ἐκ τῶν ἀτελῶν ὅρων τῆς μισθοδοσίας καὶ τῶν ἀτελῶν συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐδημιουργήθησαν ἐκ τῶν κρατούντων νόμων, ἢ ἠδύνατο ν’ ἀποδοθῇ εἰς λόγους ψυχολογικούς, ἔναντι τῶν ὁποίων τὸ Κράτος θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παλαίσῃ. Πρέπει τὸ Κράτος νὰ προβῇ γενναίως, ἵνα διαπιστωθῇ τὸ γεγονὸς ὅτι δυνάμεθα εἰς τὸ μέλλον νὰ ἐξασφαλίσωμεν τόσους ἐθελοντὰς ὅσοι χρειάζονται διὰ τὴν ἀπρόσκοπτον λειτουργίαν τοῦ στόλου. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν θὰ δυνηθῶμεν εἰς τὸ μέλλον ν’ ἀποφύγωμεν τὴν αὔξησιν τῆς θητείας ἀπὸ διετοῦς εἰς τριετῆ. Δὲν γίνεται τοῦτο σήμερον, διότι προσδοκῶμεν ὅπως τὴν ἀτέλειαν τὴν μέχρι τοῦδε ἀναπληρώσωμεν διὰ τῆς προσελεύσεως τῶν πτυχιούχων ἐθελοντῶν, οἵτινες θέλουσιν ἀσχοληθῆ εἰς τὰς κυριωτέρας ὑπηρεσίας τοῦ στόλου. Ἐὰν ὅμως δὲν προσέλθωσι τόσοι ἐθελονταὶ ὅσοι χρειάζονται, μοιραίως βαίνομεν εἰς τὸ σύστημα τῆς τριετοῦς θητείας. Ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τοῦτο ἐφ’ ὅσον δὲν ἐδοκιμάσθη τὸ μικτὸν ἐθελοντικὸν σύστημα.
§74Ι. ΜΑΝΟΣ. Περὶ τῶν τορπιλλητῶν δὲν λαμβάνετε πρόνοιαν;
§75Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶπον ὅτι οἱ ἐθελονταὶ καλοῦνται διὰ πάσας τὰς εἰδικότητας· ἐκ τοῦ νόμου ἀποκλείονται μόνον οἱ ἐθελονταὶ ναῦται. Ἡ ὑπηρεσία θὰ κατανεμηθῇ ἀναλόγως τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἀναγκῶν.
§76Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁρίζετε ὁλικοὺς ἀριθμούς;
§77Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι· ὑπολογίζεται ὅτι θὰ εἴχομεν ἀνάγκην μετὰ τὴν πλήρη κατάρτισιν τοῦ προγράμματος τοῦ στόλου περίπου 1000 ἕως 1200 ἐθελοντῶν. Ἐν ταῖς ὑποβαλλομέναις ἐκθέσεσι παρέχονται λεπτομερεῖς πίνακες, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων κατηρτίσθησαν τὰ νομοσχέδια, καὶ ἀποδεικνύονται οἱ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου περιεχόμενοι ἰσχυρισμοὶ καὶ προβλέψεις. Θὰ παρεκάλουν τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ, ὅπως ταχθῇ σύντομος προθεσμία εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πρὸς ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων, διότι παρίσταται ἀπόλυτος ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐν μικρῷ χρόνῳ. Θὰ προέτεινον νὰ ταχθῇ τριήμερος προθεσμία ἀπὸ τῆς διανομῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς, ἵνα δυνηθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον συντόμως, ἴσως δὲ εἶναι καὶ ἡ ψυχολογικὴ στιγμή, προκειμένου ἐνδεχομένως νὰ καταρτισθῇ ἄλλως ὁ στόλος ἡμῶν προσεχῶς.
§78Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δικαιοῦται ἡ Βουλὴ νὰ παρακαλέσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὑπαρχούσης ἄλλως τε ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὑποχρεώσεως ὅπως ἐκτελέσῃ τὰς ὑποσχέσεις τὰς ὁποίας ἔδωκε περὶ ὑποβολῆς τῶν πινάκων τῆς δυνάμεως τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1914. Τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα ὑπεβάλετε τότε δύνανται νὰ συζητηθῶσιν, ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν κατὰ τίνα τρόπον ἀντιλαμβάνεται ἡ Ὑπηρεσία σήμερον τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου.
§79Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας εἶπον καὶ ἄλλοτε ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ ὁ λόγος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ καθ’ ὃν χρόνον ἦτο ἡ συνταγματικὴ ἐπιταγή, διότι δὲν εἶχε συντελεσθῆ ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία ἡ ὁποία θὰ ἐδικαιολόγει τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλω τυπικὸν νομοσχέδιον ἄνευ δικαιολογίας, ὑποθέτω ὅτι θὰ συνωμολόγει καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας ὅτι ἡ ὑποβολὴ θὰ καθίστατο περιττή. Σήμερον εἶμαι εἰς τὴν εὐχάριστον θέσιν νὰ συνυποβάλω καὶ πίνακας οἱ ὁποῖοι δικαιολογοῦσι τελείως τὰς προβλέψεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας θέλῃ ν’ ἀκούσῃ προκαταβολικῶς πρὸ τῆς διανομῆς τοῦ νομοσχεδίου τὰ περὶ αὐτοῦ, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν.
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§81Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Συγχρόνως ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ἄρθρων 234–237 τῆς Στρατιωτικῆς Ποινικῆς Νομοθεσίας καὶ ἐν τῷ Β. Ναυτικῷ». Πρόκειται περὶ νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου καθιεροῦται ὅτι ἡ στολὴ καὶ ὁ ἱματισμὸς καθίστανται κτῆμα τοῦ Δημοσίου, διότι παρετηρήθησαν πολλαὶ καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου προλαμβάνονται.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅπως τὸ ὑπ’ αὐτοῦ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον κηρυχθῇ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὡσαύτως ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν θέλει ὅπως ἡ τακτικὴ Ἐπιτροπὴ εἰς ἣν θὰ παραπεμφθῇ τὸ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑποβληθὲν νομοσχέδιον ζητηθῇ νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της ἐντὸς τριημέρου ἀπὸ τῆς ἐκτυπώσεως καὶ τῆς διανομῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὁ κ. Καρπετόπουλος ἐρωτᾷ, ἂν στέργει ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀπασχολήσῃ διὰ ζήτημα προσωπικόν.
§83Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ μοὶ δηλώσῃ ἂν κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν προκειμένου νὰ ὁμιλήσῃ ἤρξατο τοῦ λόγου του διὰ τῆς δηλώσεως ὅτι ἀπαξιοῖ νὰ μοὶ ἀπαντήσῃ.
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Εὐχαρίστως ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον κ. Βουλευτήν. Ἡ Βουλὴ ἐνθυμεῖται, νομίζω, τί ἔγινε χθές. Ὁ κ. Βουλευτὴς περὶ τὸ πέρας τοῦ λόγου του τοῦ στρεφομένου περὶ τὸ ζήτημα τῆς προμηθείας τῶν αὐτοκινήτων ἠθέλησε νὰ γενικεύσῃ τὴν συζήτησιν καὶ ὡμίλησε περὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῶν συνεπειῶν τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ αὕτη. Λαβὼν τὸν λόγον διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς πάσας τὰς γενομένας ἐπικρίσεις διὰ τὴν προμήθειαν τῶν αὐτοκινήτων ἐθεώρησα ἀναγκαῖον ν’ ἀρχίσω ἐκ τῆς τελευταίας περιόδου καὶ ἐδήλωσα ἀρχόμενος ἀπὸ φράσεις, τὰς ὁποίας νομίζω καθ’ ὅλα εὐλαβεῖς πρὸς τὸν κ. Βουλευτήν, ἐδήλωσα ὅτι θεωρῶ ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον καὶ ὅτι οὐδεμίαν εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῶ γενικὴν πολιτικὴν συζήτησιν, ἐφ’ ὅσον αὕτη δὲν προκαλεῖται παρ’ ἐκείνων οἵτινες θὰ εἶχον μείζονα τὴν εὐθύνην τῆς προκλήσεως. Νομίζω δ’ ὅτι τοῦτο εἶναι σύμφωνον καὶ πρὸς τοὺς κανόνας τοὺς κοινοβουλευτικούς, διότι, ἂν ἐδεχόμην τὴν συζήτησιν, θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικριθῶ ὑπὸ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὡς θέλων νὰ ἐπιλαμβάνωμαι διὰ πάντα λόγον ὁ ὁποῖος μοὶ δίδεται τῆς συζητήσεως ζητημάτων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σχετικὰ πρὸς τὴν συζήτησιν.
§85Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως, κ. Πρόεδρε, δὲν ἐδηλώσατε ὅτι ἀπαξιοῦτε ν’ ἀπαντήσητε.
§86ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὸν παρακαλέσω νὰ δεχθῇ ὅτι αἱ δηλώσεις αὗται τὰς ὁποίας κάμνω δὲν ἀφήνουσι τίποτε τὸ προσωπικόν.
§87Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Πρόεδρε’ δὲν πρόκειται περὶ ὑμῶν.
§88ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐμοῦ, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω ὅτι θὰ ἐξήρχεσθε ἀπὸ τὸν Κανονισμόν, ἐὰν μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας ἔδωκα θὰ ἠθέλετε νὰ φέρητε τὸν λόγον εἰς ἄλλο ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιτρέπεται ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ νὰ εἰσέλθωμεν.
§89Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ καὶ ἡ Βουλὴ γνωρίζει ὅτι τοιοῦτό τι δὲν ἐλέχθη, ἀλλ’ ἀπευθύνομαι πρὸς τὸν ἐξ Ἄρτης κ. Βουλευτήν, ὅστις τυγχάνει νὰ εἶναι ἰδιοκτήτης καὶ ὁ πραγματικὸς διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος «Πατρίδος» καὶ ὅστις ἀποφεύγει ἐδῶ τὰς συζητήσεις καὶ καταφεύγει εἰς τὸ ὄργανόν του, ὅπου ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς διαστρέφει τὴν ἀλήθειαν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, κ. Βουλευτά, ὅτι ἕκαστος τῶν κυρίων συναδέλφων ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βουλῆς δι’ ὅ,τι λέγει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ· πέρα τούτου δὲν εὐθύνεται. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§91Σ. ΣΙΜΟΣ. Ἴσως, κ. Πρόεδρε, νὰ παρεξηγηθῇ ἡ σιωπή μου ἀπέναντι τῶν γραφέντων περὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐπειδὴ καὶ ἄλλοτε ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γίνῃ λόγος, ὀφείλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ἐνταῦθα παρακάθημαι ὡς ἀντιπρόσωπος νομοῦ, οὐδεμία δ’ ἄλλη μὲ παρακολουθεῖ ἰδιότης. Διὰ πᾶν ὅ,τι ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου τελεῖται ὑπάρχουσι πάντες οἱ τρόποι τῆς ἱκανοποιήσεως.
§92Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κύριος συνάδελφος συνηθίζει νὰ μετατοπίζῃ τὰς εὐθύνας πάντοτε εἰς ἄλλους.
§93Σ. ΣΙΜΟΣ. Εἶναι πρωτοφανὲς νὰ ζητῆται εὐθύνη παρὰ Βουλευτοῦ δι’ ὅσα γράφει μία ἐφημερίς.
§94Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄς ἀναλάβῃ ὁ κύριος συνάδελφος, ὅστις εἶναι καὶ ὁ πραγματικῶς, ἐπαναλαμβάνω, διευθυντὴς τῆς ἐφημερίδος, τὴν εὐθύνην (Θόρυβος) καὶ ἐγὼ γνωρίζω τοὺς ἄλλους τρόπους.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔληξεν ἡ συζήτησις. Προχωροῦμεν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τῶν νομοσχεδίων «περὶ τροποποιήσεως ἄρθρων τοῦ νόμου ᾼΦΚΗʹ τῆς 28ης Μαΐου 1887 περὶ στρατολογίας τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὡς ἐτροποποιήθη διὰ μεταγενεστέρων», «περὶ Μετσοβίου Πολυτεχνείου», «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΑʹ (3501) περὶ τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Πειραιῶς καὶ τῆς διοικήσεως αὐτοῦ»).
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 4 παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 5 δι’ ὀλίγην ὥραν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων τοῦ ἄρθρου 10 τοῦ νόμου ͵ΓΨΠΘʹ (3789) τῆς 9ης Ἰουνίου 1911». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ διαθέσεως ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται).
§98Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι ἐψηφίσθη ἀσυζητητί, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον πρώτην φορὰν βλέπω ὅτι παρουσιάζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, ἐνῷ προσπαθῶ νὰ παρίσταμαι εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν ἐργασιῶν της. Λυποῦμαι διότι, θέλων νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν βλέπω παριστάμενον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς τὸν ὁποῖον ἀφορᾷ.
§99ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἴσως εἶναι ἀρκετὴ ἡ παρουσία τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως.
§100Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ παρίστατο, διότι ἀφορᾷ εἰς αὐτὸν περισσότερον. Ἴσως ἡ Βουλὴ δὲν ἐξετίμησε προσηκόντως τὸ μέγεθος τῆς ἐργασίας τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ζητεῖται ὅπως αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν εἰς τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως μεταβιβάζωνται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης· εἶναι εἷς τρόπος ἐφοδιασμοῦ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης πολὺ ἰσχυρὸς καὶ πολὺ εὔκολος, δυστυχῶς ὅμως δὲν δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἄνευ ἄλλων δυσαρέστων συνεπειῶν, καὶ τοιούτων ὥστε νὰ γεννᾷ σκέψεις περὶ τοῦ μέτρου τούτου ὡς ὀρθοῦ. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ἄλλοτε πρὸς ἐφοδιασμὸν μερικῶν Ταμείων, ὡς π. χ. τοῦ Ταμείου τοῦ στόλου, ἐγένετο ἀπόπειρα ὅπως αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διατίθενται εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, ἀλλὰ τὸ τοιοῦτον μέτρον ἀνατρέπει ὁλόκληρον τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τοῦ Προϋπολογισμοῦ. Ἡ Βουλή, ἔχουσα ὑπ’ ὄψει τὸν Προϋπολογισμὸν τῶν ἐσόδων, ψηφίζει τὰς ζητουμένας πιστώσεις διὰ τὰς δαπάνας τῶν διαφόρων Ὑπουργείων, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ δυστυχῶς αἱ προβλέψεις ἐπὶ τῶν ἐσόδων δὲν πραγματοποιοῦνται πάντοτε καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη, βλέπουσα ἐλαττούμενα τὰ ἔσοδα, νὰ προβῇ καὶ εἰς ἀνάλογον ἐλάττωσιν ἐκείνων τῶν κονδυλίων ἐκ τῶν ἐξόδων εἰς τὰ ὁποῖα ἡ μείωσις εἶναι δυνατή. Ἀλλ’ ἂν πρόκειται εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους κατὰ τὸ κλείσιμον τῆς χρήσεως αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις νὰ διατίθενται ὑπὲρ ὡρισμένων Ταμείων, θὰ προκύψῃ φυσικὰ τοιαύτη τις ἀνισότης μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων ἡ ὁποία δὲν εἶναι γνωστὸν κατὰ τίνα τρόπον θὰ καλυφθῇ. Βεβαίως ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δὲν ἀποτελεῖ τὸ σύνολον τῶν ἐξόδων, ἀλλ’ ἀποτελεῖ σπουδαιότατον κονδύλιον· εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι αἱ δαπάναι αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐπιδεκτικαὶ μειώσεως εἰς δυσκόλους περιστάσεις εἶναι αἱ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, διότι, ἂν καὶ εἰς ταύτας, ὡς καὶ ἐν τῇ ἐκτελέσει δημοσίων ἔργων, δὲν ἐπέλθῃ μείωσίς τις ἀλλὰ πραγματοποιηθῶσι πάντα τὰ ἔξοδα, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐμφανίζηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς μὲ ἔλλειμμα τοῦ Προϋπολογισμοῦ τοιοῦτον ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ τρόπος καλύψεως αὐτοῦ. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν εἶναι γνωστὸν ὅτι αἱ δαπάναι καλύπτονται ὑπὸ ἀναλόγων ἐσόδων δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τίς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, ὅπως τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ἐφοδιασθῇ δι’ ὡρισμένου ποσοῦ, τοῦτο δύναται νὰ ἀναγράφηται ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ κατ’ ἔτος. Ἂν νομίζῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης δέον νὰ ἐφοδιάζηται κατ’ ἔτος μὲ ποσὸν 2, 3, 5, 10 ἑκατομμυρίων, δύναται διὰ νόμου νὰ κανονίσῃ τοῦτο ὡς μόνιμον ἔξοδον τοῦ Κράτους, ὅπως ἐπὶ τῇ βάσει τούτου κανονίζωνται καὶ τὰ ἔσοδα, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν γίνεται, ἐξ ἀδιαθέτων δὲ πιστώσεων πρόκειται νὰ ἐφοδιασθῇ τὸ Ταμεῖον, θὰ γεννηθῇ ἀνισότης μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἡ ὁποία δὲν εἶναι γνωστὸν κατὰ τίνα τρόπον θὰ καλυφθῇ, διότι, καὶ ἂν ἀκόμη διὰ δανείου θὰ καλυφθῇ, χρειάζεται νὰ ψηφισθῇ τὸ ἔκτακτον τοῦτο ἔσοδον, ὅπως καλύψῃ τὴν ἀνισότητα μεταξὺ ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Ὁ σκοπὸς ἑπομένως τοῦ νομοσχεδίου δὲν φαίνεται, καὶ μόνον ἓν ἐπιδιώκει, ἐφ’ ὅσον αἱ δι’ οἱονδήποτε λόγον πιστώσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ψηφισθεῖσαι δαπάναι δὲν ἤθελον διατεθῆ, νὰ μετατίθενται αὗται εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης καὶ νὰ δύνανται νὰ διατίθενται βραδύτερον. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξευρεθῇ τὸ χρῆμα ἐκεῖνο, ὥστε ἡ ἔκδοσις τοῦ ἐντάλματος περὶ πληρωμῆς εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων νὰ πραγματοποιηθῇ. Διότι, ἂν πρόκειται περὶ ἁπλῆς μόνον ἀναγραφῆς, εἰς τρόπον ὥστε τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης νὰ περιμένῃ τὴν εὔθετον οἰκονομικὴν ἀκμὴν τοῦ Ταμείου διὰ νὰ λάβῃ τὸ χρῆμα τοῦτο, δύναται τότε εἰδικῶς νὰ μεριμνᾷ ἡ Πολιτεία περὶ ἐφοδιασμοῦ τοῦ Ταμείου. Διὰ τοῦ μέτρου τούτου βλέπω ἕνα ἐξαναγκασμὸν τῆς Πολιτείας, τῆς Κυβερνήσεως ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἰδίας. Ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ ἐξαναγκάζῃ ἑαυτήν, ἐφ’ ὅσον δὲν διαθέτει ὡρισμένας πιστώσεις, νὰ τὰς χρησιμοποιήσῃ· διότι ἐγὼ δὲν βλέπω ἴδιόν τινα λόγον, νὰ μὴ διατίθενται πιστώσεις τινές, εἰμὴ μόνον ἐφ’ ὅσον δὲν θέλει τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, εἴτε εἰδικῶς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, εἴτε πρὸς καθορισμὸν ὡρισμένων δυνάμεων ἐν τῷ στρατῷ, εἴτε πρὸς ἐκτέλεσιν ὡρισμένων ἔργων. Ἡ Κυβέρνησις θὰ εἶναι ὑπαιτία διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Διὰ νὰ εἶναι ὅμως ὑπαιτία ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν μὴ ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ὑποθέτω ὅτι θὰ ὑπάρχῃ λόγος τις, καὶ λόγος βάσιμος, ὁ βάσιμος δὲ λόγος εἶναι ἡ ἔλλειψις ἀναλόγων ἐσόδων, διότι δύνανται τὰ ἔσοδα νὰ καταβιβασθῶσιν ἕνεκα ἐκτάκτων γεγονότων εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν αἱ δαπάναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι θὰ εἶναι ἀπαραίτητοι, ὅπως λ.χ. ἡ πρὸς πληρωμὴν μισθῶν, ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς βουλήσεως τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναβληθῶσι δι’ ἄλλο ἔτος, ἐγὼ δὲν βλέπω κατὰ τίνα τρόπον θὰ εἶναι δυνατὴ ἡ πληρωμὴ τῶν δαπανῶν αὐτῶν. Δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις λέγει ὅτι· ἐγὼ θέλω διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης ὡρισμένον ποσόν, καὶ ἡ Βουλὴ ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει, ἂς ἐξεύρῃ οἱονδήποτε ποσόν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐπιβάλλεται παραλλήλως πρὸς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ ψηφίσωμεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἶναι ὑποχρεωμένος διὰ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο νὰ ἐξεύρῃ τὸν ἔκτακτον πόρον, ὁ δ’ ἔκτακτος πόρος κατὰ δύο τρόπους ἐξευρίσκεται, ἢ διὰ φορολογίας ἢ διὰ δανείου. Ὥστε οὐδένα πρακτικὸν σκοπὸν ἔχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἰμὴ μόνον τὴν ἀνικανότητα τῆς Κυβερνήσεως ν’ ἀναβάλῃ μερικὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλεται ν’ ἀναβληθῶσι, διότι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπουσι τὰς δαπάνας ταύτας. Μὲ τὴν μανίαν δὲ τὴν ὁποίαν ἔχομεν νὰ δημιουργῶμεν Ταμεῖα — καὶ ἔχομεν οὐχὶ ὀλίγα μέχρι τοῦδε — ἐὰν ἕκαστον Ὑπουργεῖον θελήσῃ νὰ πράξῃ τὸ ἴδιον, νὰ διαθέτῃ τὰς ἀδιαθέτους πιστώσεις του εἰς ὡρισμένον Ταμεῖον, ὥστε νὰ λαμβάνῃ αὐτὰς παρὰ τῆς Πολιτείας, δὲν γνωρίζω εἰς τίνα θέσιν θὰ εὑρεθῇ τότε ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῆς Χώρας, ὅταν τὸ ἔλλειμμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ πραγματοποιῆται, θ’ αὐξάνῃ ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος, διότι αἱ μὲν δαπάναι θὰ εἶναι ἀπαραίτητοι καὶ ὡρισμέναι, τὰ δὲ ἔσοδα δυστυχῶς δὲν εἶναι ὡρισμένα, ἀλλ’ ἐξαρτῶνται ἐκ γεγονότων τελείως ἀνεξαρτήτων τῆς θελήσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ταμεῖα ἔχομεν οὐχὶ ὀλίγα, καὶ ἡ σημερινὴ ἀντίληψις περὶ τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν παντὸς Τόπου οὐδὲν ἐπιτρέπει ἐκ τούτων. Ἡ Ῥωμουνία μέχρι πρὸ τεσσάρων ἐτῶν εἶχεν 27 ὅλα Ταμεῖα καὶ κατήργησε καὶ τὰ 27 καὶ εἰσήγαγε τὰς δαπάνας εἰς τὸν Προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους. Τὸ Κράτος ἐκεῖνο ἔχει ἀκμαῖα καὶ ὀρθὰ οἰκονομικὰ τὸ ὁποῖον ἀναγράφει ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων αὐτοῦ πάσας τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, διότι τότε μόνον εἶναι εἰς θέσιν ὁ λαὸς καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία ψηφίζει τὰς δαπάνας, νὰ γνωρίζῃ τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Τόπου. Ἡ δημιουργία τῶν Ταμείων αὐτῶν εἶναι, ὡς εὐφυῶς ὠνομάσθη ἄλλοτε, κουμπαράδες, τοὺς ὁποίους μόνον τὰ μικρὰ παιδία ἔχουσι, διότι εἶναι ἀνίκανα νὰ διοικήσωσι τὰ ὀλίγα κερμάτια τὰ ὁποῖα λαμβάνουσι παρὰ τῶν συγγενῶν των. Ἀλλὰ τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπερήφανον, τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον εἶναι εἰλικρινές, οὐδεμίαν ἔχει ἀνάγκην νὰ διατηρῇ τὰ τοιαῦτα Ταμεῖα, καὶ πολὺ ὀλιγώτερον νὰ μετέρχηται τοιαῦτα μέτρα. Καὶ ἡ διάθεσις ὡρισμένων πόρων εἶναι μέτρον ἄδικον, διότι αἱ ὑποχρεώσεις τῆς Πολιτείας, εἰς οἱονδήποτε κλάδον καὶ ἂν ἀνάγωνται, ἐξαρτῶνται ἀπαραιτήτως ἐκ τῶν ἐσόδων, τὰ δὲ ἔσοδα ὁ λαὸς κανονίζει κατ’ ἔτος κατὰ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος διὰ τοῦ οἰκονομικοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος λέγεται Προϋπολογισμός. Διὰ τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἤδη ψηφίζομεν ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίζῃ τὰς δαπάνας του ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων, διότι μὲ καλὰς προβλέψεις εἶναι δυνατὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίζῃ δαπάνας διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, δύναται νὰ ψηφίζῃ ἑκατομμύρια ὅλα δαπανῶν περισσότερα, διότι ἐξῳκονόμησε τὰ ἔσοδα, ἀλλά, ὅταν τὰ ἔσοδα δὲν θὰ πραγματοποιηθῶσι, τὰ ἔξοδα θὰ ἐπέλθωσι, διότι ὁ νόμος ἐπιβάλλει εἰς τὴν Πολιτείαν νὰ ἐξεύρῃ ὁπωσδήποτε τὸ ποσὸν αὐτό, ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἐκτελεσθῇ εἰς ὁλόκληρον εἴτε διὰ τὰς δαπάνας κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς χρήσεως τοῦ ἔτους εἴτε μετὰ τὸ κλείσιμον αὐτῆς, μεταβιβαζομένων τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Κύριοι, ὅτε συνεστάθη τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, εἶχεν ὡρισμένον σκοπόν, ὅτι ἡ Πολιτεία κατέφευγεν ἐξαιρετικῶς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως ἐπιτυγχάνῃ οἰκονομίας, καὶ τὸ μόνον μέσον τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἦτο ἡ ἀποστολὴ εἰς ἄδειαν ἀνδρῶν, ὅπως ἐξοικονομῆται ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ πλέον, οὕτω πως δὲ τὰ ὑπόλοιπα τὰ δαπανώμενα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέβαινον δαπάναι ἐπὶ ματαίῳ, διότι ἔλειπον οἱ ἄνδρες ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ ἐδικαιολογοῦντο καὶ αἱ λοιπαὶ δαπάναι. Ἀλλὰ σήμερον ἡ διάθεσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἶναι ἐντελῶς διαφορετική. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πρόθυμος νὰ χορηγῇ ὑπὲρ τῶν πολεμικῶν Ὑπουργείων οἱονδήποτε ποσὸν τὸ ὁποῖον ἤθελε ζητήσει καὶ ἡ παροῦσα καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις. Αἱ περιστάσεις τὰς ὁποίας διατρέχομεν κάμνουσι τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν νὰ κατανοῇ ὅτι σκέψις οἰκονομίας διὰ τὰ δύο πολεμικὰ Ὑπουργεῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Δυνατὸν νὰ γίνῃ λόγος κατὰ πόσον δαπάνη τις εἶναι χρήσιμος, ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἀποδειχθῇ ὅτι εἶναι χρήσιμος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καθ’ οἱονδήποτε τρόπον εἶναι πρόθυμος νὰ καλύψῃ τὴν δαπάνην ταύτην, ἔστω καὶ ἂν κληθῇ διὰ μίαν ἀκόμη φορὰν νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τοῦ σίτου, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐτέθη ὁμοία φορολογία, τὸ προϊόν τῆς ὁποίας διετέθη ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Οὐδεὶς λοιπὸν ὑπάρχει λόγος ὅπως ἡ Κυβέρνησις θελήσῃ νὰ φέρῃ ἑαυτὴν εἰς δύσκολον θέσιν, ὅταν ἔχῃ τὴν εὐχέρειαν καὶ εἶναι βεβαία περὶ τῆς γνώμης τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὅτι δι’ οἱανδήποτε πραγματικὴν ἀνάγκην τοῦ στρατοῦ εἶναι πρόθυμος οὗτος εἴτε διὰ τῶν τακτικῶν ἐσόδων, εἴτε διὰ δανείων, εἴτε δι’ οἱουδήποτε ἄλλου μέσου νὰ δώσῃ τὰ μέσα ταῦτα. Γίνεται ὅμως κακὴ ἀρχή, καὶ δύναται αὔριον νὰ ζητήσῃ τὸ αὐτὸ καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δι’ ἄλλο Ταμεῖον τοῦ Ὑπουργείου του, ἢ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὸ Ταμεῖον τῆς ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν, καὶ διὰ τόσα ἄλλα Ταμεῖα τὰ ὁποῖα ἱδρύσαμεν μέχρι τοῦδε καὶ τὰ ὁποῖα ἐπ’ ἄπειρον δυνάμεθα νὰ δημιουργῶμεν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποία εἶναι ἡ θέσις τοῦ δυστυχοῦς αὐτοῦ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος δι’ ἀναλόγων ἐσόδων νὰ παρουσιάζῃ ἀπολογισμὸν ἰσοσκελῆ μὲ ἔσοδα καὶ ἔξοδα ἴσα; Ἐφ’ ὅσον τὰ προϋπολογισθέντα ἔσοδα δὲν πραγματοποιοῦνται καὶ αἱ δαπάναι δὲν μειοῦνται, διότι αἱ ἀνάγκαι ἀπαιτοῦσιν, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μεριμνήσῃ περὶ τῆς διαθέσεως πάντων τῶν ποσῶν τούτων, ἡ Κυβέρνησις θὰ φανῇ μὲ ἀνισοσκελῆ Προϋπολογισμόν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της ὅτι πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα, ὅπως καὶ ἡ διαφορὰ καλυφθῇ καὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος μὴ παρατηρηθῇ ἡ ἀνισότης αὕτη. Ἡ σκέψις αὕτη εἶναι ἀποκλειστικῶς στρατιωτική. Οἱ στρατιωτικοὶ οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ ἔχωσιν ἄφθονα μέσα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ προορισμοῦ τὸν ὁποῖον ἔχει ὁ στρατὸς ἔχουσι δίκαιον νὰ θέλωσι νὰ ἐνισχύωσιν αὐτὸν δι’ οἱουδήποτε τρόπου· ὑποθέτω μάλιστα ὅτι καὶ τὸ νομοσχέδιον—διότι δὲν ἔχω αὐτὸ πρόχειρον—δὲν φέρει οὔτε τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν καὶ εἶναι νομοσχέδιον ἀποκλειστικῶς τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ οὐχὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ἡ σκέψις αὕτη εἶναι ἐντελῶς στρατιωτική, ἀλλ’ εἶναι τελείως ἀντικανονικὴ καὶ εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἀντιτίθεται, ἂν ὄχι εἰς ὡρισμένον γράμμα αὐτοῦ. Ὁ Προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ψηφίζει ἡ Βουλὴ δὲν σημαίνει τίποτε· εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τὰς προβλέψεις ἐκ τοῦ Προϋπολογισμοῦ μόνη ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει. Καὶ δύναται μὲν νὰ γίνηται συζήτησις ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἡ μεγάλη ὅμως συζήτησις πρέπει νὰ γίνηται ἐπὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, διότι ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων δύναται νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς κατὰ πόσον ἡ οἰκονομική του κατάστασις εἶναι ἀνθηρὰ ἢ ὄχι. Προϋπολογισμοὶ δύνανται νὰ ἐμφανίζωνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς πολὺ λαμπροὶ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νὰ νομίζῃ ὅτι ἡ κατάστασίς του εἶναι ἀνθηροτάτη, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν τὰ ἀποτελέσματα νὰ διαψεύσωσι τὰς προβλέψεις. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον αἱ μὲν ὑποχρεώσεις διὰ τὰ ἔξοδα εἶναι ἀπαραίτητοι, διότι διὰ νόμου ὁρίζονται, τὰ δὲ ἔσοδα εἶναι ἐλαστικὰ καὶ ἐξαρτῶνται ἐκ τῶν διαφόρων περιστάσεων, διὰ τοιούτου νόμου ἡ Βουλὴ ἀφαιρεῖ ἀφ’ ἑαυτῆς τὸ δικαίωμα νὰ ἐνασκήσῃ κατὰ τὸν καταλληλότερον τρόπον τὸ δικαίωμά της. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, Κύριοι, τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης πρέπει νὰ καταργηθῇ, ὅπως πρέπει νὰ καταργηθῶσι πάντα τὰ διάφορα Ταμεῖα, τὰ ὁποῖα δι’ οὐδένα ἄλλον σκοπὸν χρησιμεύουσιν, εἰμὴ μόνον ὅπως διατηρῆται ἰδιαιτέρα ὑπηρεσία καὶ αὐξάνωσι τὰ ἔξοδα χωρὶς κανένα λόγον καὶ ἐμφανίζωνται διάφοροι ἄλλαι δαπάναι, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ἐπιτευχθῶσι διὰ τοῦ Προϋπολογισμοῦ, εἴτε διότι ὑπάρχουσι δυσκολίαι εἴτε διότι ἀνάγονται εἰς τὰ κεντρικὰ λογιστήρια. Ἀντὶ ἐνισχύσεως τοῦ Ταμείου τούτου θὰ ἤθελον ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ καταργήσεως μᾶλλον, πρὸ πάντων ὅτε οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος πρὸς διατήρησιν αὐτοῦ, ὅτε ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὴν σύστασιν αὐτοῦ ἤρθη πλέον. Διότι δὲν νομίζω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φρονεῖ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο διατεθειμένη νὰ ζητήσῃ ἐλάττωσιν τῶν στρατιωτικῶν δαπανῶν, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ δαπανῶν τὰς ὁποίας ἐθεώρησε σπατάλην περιττὴν καὶ τελείως ἄχρηστον. Οἱ τοιοῦτοι δὲ νόμοι ἐνισχύουσι τὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῶν τοιούτων Ταμείων, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἐπιτυγχάνεται πρόσοδός τις διὰ τῆς συντάξεως τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι δύναται νὰ ἐξογκοῦται σκοπίμως ἐκ μέρους τῆς Ὑπηρεσίας ἡ ὁποία συντάσσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὄχι διότι θὰ ὑπάρξῃ πράγματι τοιαύτη ἀνάγκη, ἀλλ’ ἵνα περισσεύσῃ ποσόν τι καὶ διατεθῇ τοῦτο ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, κατὰ τὴν σύνταξιν δὲ τοῦ Προϋπολογισμοῦ οὐδεμία δυσκολία παρουσιάζεται ὅπως διάφορα κονδύλια ἐξογκωθῶσιν, ὅπως παρασταθῇ ἀνάγκη ἐκτελέσεως γυμνασίων εἰς μεγάλην κλίμακα καὶ οὕτω καθεξῆς, καὶ ἂν ἀκόμη πραγματικὴ σκέψις περὶ ἐκτελέσεως τῶν δαπανῶν τούτων ὑπάρχῃ, ἀλλ’ ὅταν ὑπάρχῃ ἡ γνῶσις ὅτι τὸ ἀδιάθετον ποσὸν τῶν πιστώσεων θέλει διατεθῆ ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης.
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§102Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν Βουλήν ὁ Προϋπολογισμός, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται κυρίως ἐκ τῶν σκέψεων τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἂν ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς παρουσιάζῃ δαπάνην 4.000.000 πρὸς ἐκτέλεσιν μεγάλων γυμνασίων, δὲν πιστεύω νὰ ὑποθέτητε ὅτι θὰ εὑρεθῇ Βουλευτὴς ν’ ἀμφισβητήσῃ τὴν ὀρθότητα τοῦ κονδυλίου τούτου.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ μέγεθος θὰ ἦτο καθῆκόν του νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, ἐὰν ἐκ προηγουμένων ἀσκήσεων γνωρίζῃ τί στοιχίζουσι.
§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν διὰ τῶν 4.000.000 πρόκειται νὰ κινηθῶσι δεκαπέντε ἡλικίαι ἀντὶ τῶν πέντε, αἱ ὁποῖαι ἐκλήθησαν, ἡ Βουλὴ μὴ γνωρίζουσα ἂν ὑπάρχει τοιαύτη ἀνάγκη, ἡ ὁποία ἄλλως τε συνδέεται πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικήν, τῆς ὁποίας δὲν εἶναι ἐν γνώσει, καὶ εἰς τὴν δαπάνην ταύτην δύναται νὰ κρύπτηται σκοπός τις τῆς Κυβερνήσεως, νὰ εὑρεθῇ παρεσκευασμένη εἰς μίαν ἔκτακτον στιγμήν, ἡ Βουλὴ θὰ ψηφίσῃ αὐτήν, καὶ θὰ τὴν ψηφίσῃ καὶ ὅταν ἡ Ὑπηρεσία διατελῇ ἐν πεποιθήσει ὅτι ἡ δαπάνη αὕτη θὰ ἐπραγματοποιεῖτο δι’ ὀλιγωτέρου ποσοῦ ἵνα τὸ ὑπολειπόμενον διατεθῇ εἰς τὸ τέλος ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης. Ἐπὶ τέλους ὁ σκοπὸς ἑνὸς Ταμείου ποῖος εἶναι; Ἡ ἐκτέλεσις ὡρισμένης ὑποχρεώσεως, διότι, ἂν ὑπάρχῃ λόγος νὰ ἱδρύηται ἓν ὡρισμένον Ταμεῖον, τοῦ Ταμείου τούτου ὑπάρχει σκοπὸς ὡρισμένος, διὰ τῆς τοιαύτης δὲ τροφοδοτήσεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης φαίνεται ὅτι τοῦτο δὲν ἔχει ἄλλον σκοπὸν ἢ τυχοδιωκτικόν, ἐξαρτώμενον ἐκ τῶν περιστάσεων, κατὰ πόσον αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις θὰ εἶναι μεγάλαι ἢ μικραί. Πάντα τὰ ἰδιαίτερα Ταμεῖα ἔχουσι σκοπὸν ὡρισμένον καὶ δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι καὶ ἡ ζωή των λήγει ὅταν λήξῃ καὶ ὁ σκοπός των. Ἀλλὰ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον δύναται δι’ εἰδικοῦ νόμου ἑκάστοτε νὰ τροφοδοτῆται, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη, θὰ δύναται ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος νὰ ἔχῃ διπλάσια καὶ τριπλάσια ἔσοδα, διότι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις παντὸς Ὑπουργείου μὲ μεγάλον προϋπολογισμόν, θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωσιν εἰς μεγάλον ποσόν, ἢ ἐξ ἄλλου, ἐφ’ ὅσον Ὑπουργός τις εἶναι τῆς γνώμης ὅτι πρέπει νὰ διατεθῶσιν αἱ πιστώσεις, νὰ δύναται μηδεμίαν πίστωσιν ν’ ἀφήνῃ ἀδιάθετον. Τί Ταμεῖον θὰ εἶναι ἐκεῖνο τοῦ ὁποίου τὰ ἔσοδα κυμαίνονται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, πῶς δὲ θὰ δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ τὸν σκοπὸν τοῦ Ταμείου τούτου, ὅταν τὰ ἔσοδά του ἐξαρτῶνται τόσον πολὺ ἐκ περιστατικῶν ἀγνώστων; Ἡ Βουλὴ καὶ ἄλποτε ἠσχολήθη, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς πότε, μὲ παρόμοιον νομοσχέδιον, περὶ διαθέσεως ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τοῦ στόλου τῶν ἀδιαθέτων πιστώσεων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ τότε τὸ τοιοῦτο μέτρον εὗρεν ἀντίδρασιν ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ἡ Κυβέρνησις τὸ ἀπέσυρε. Τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον δύναται νὰ ψηφισθῇ, ἀλλὰ κατ’ ἐμὲ οὐδὲν ἄλλο θὰ κάμῃ εἰμὴ νὰ γεννήσῃ οἰκονομικὴν ἀνωμαλίαν καὶ οὐδόλως θὰ ὑπηρετήσῃ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον γίνεται, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ εἶναι πάνοτετε διατεθειμένη διὰ τὰς στρατιωτικὰς δαπάνας νὰ ὑποστῇ οἱασδήποτε θυσίας.
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ ἐπίκρισις κατὰ τῶν εἰδικῶν Ταμείων, τῶν ὀνομασθέντων μέ τινα τόνον εἰρωνικὸν κουμπαράδων, εἶναι θεωρητικῶς ὀρθοτάτη. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ὅταν τὰ οἰκονομικὰ ἡμῶν ἐξυγιασθῶσιν ἐντελῶς καὶ τεθῶσιν ἐπὶ ἀσφαλεστάτων βάσεων, ἡ ὕπαρξις τῶν κουμπαράδων αὐτῶν θ’ ἀπετέλει ἀνωμαλίαν. Νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ μόνον νὰ παρατηρήσω πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας ὅτι ὅ,τι θεωρητικῶς εἶναι ἐνδεδειγμένον δὲν εἶναι βέβαιον ὅτι καὶ πρακτικῶς εἶναι χρήσιμον· καὶ τἀνάπαλιν, ὅ,τι θεωρητικῶς δὲν εἶναι ὀρθὸν εἶναι δυνατὸν νὰ εὐδοκιμήσῃ πρακτικῶς. Ταῦτα ἤθελον νὰ εἴπω ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ὑπάρξεως τοῦ Ταμείου τῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ εὑρεθῶμεν ταχέως εἰς θέσιν νὰ καταργήσωμεν. Θὰ παρατηρήσω μόνον, ὅπως μειωθῇ ἡ ἀξία τῆς ἐπικρίσεως τῶν διαφόρων Ταμείων, ὅτι διὰ τῆς ὑπάρξεως αὐτῶν δὲν ἐπιδιώκομεν ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τὸν ἔλεγχον τοῦ Κοινοβουλίου μέρος τῶν δαπανῶν τῶν καταβαλλομένων ὑπὸ τύπον φόρου ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, διότι καὶ διὰ τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα ἀκολουθοῦνται οἱ αὐτοὶ κανόνες, ὑπάρχει προϋπολογισμὸς ἀναγράφων κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα τὰς πιστώσεις καὶ τὰς δαπάνας. Ὥστε ὁ ἔλεγχος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος γίνεται διὰ τὸν γενικὸν Προϋπολογισμόν, δύναται κάλλιστα νὰ γίνηται καὶ διὰ τὰ εἰδικὰ Ταμεῖα. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας μᾶς λέγει· διατί εἰσάγετε σήμερον τὴν διάταξιν αὐτήν, διατί θέλετε νὰ καθορίσητε ὅτι αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις μεταβαίνουσιν εἰς ἕνα ἐκ τῶν εἰδικῶν αὐτῶν κουμπαράδων καὶ οὐχὶ εἰς τὸν μεγάλον κουμπαρᾶν τοῦ δημοσίου Ταμείου; Ἔχω καθῆκον νὰ δικαιολογήσω διατί γίνεται τοῦτο, ἐφ’ ὅσον γίνεται, διατί θὰ γίνηται καὶ διατί θὰ ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἔχωμεν τοὺς ἰδιαιτέρους αὐτοὺς κουμπαράδες· ὁ λόγος εἶναι οἰκονομικός. Κατὰ τὸ παρελθὸν ὁσάκις ὑπῆρχε δυσχέρεια οἰκονομικὴ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατώρθωνε νὰ εὑρίσκῃ διέξοδον ἐκ τῆς δυσχερείας ἐν τῇ μὴ πραγματοποιήσει μεγάλου μέρους τῶν πιστώσεων διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Τὸ νομοσχέδιον σκοπεῖ ἀκριβῶς νὰ πληροφορήσῃ τὸν ἀπόντα Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι, ἂν ἐκεῖνος ἢ ὁ διάδοχός του εὑρίσκωνται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, νὰ μὴ φαντασθῶσιν ὅτι δύνανται νὰ ἐξέλθωσιν αὐτῆς μὴ πραγματοποιοῦντες τὰς πιστώσεις αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται διὰ τὰ στρατιωτικὰ ἔργα.
§106Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ὑπουργικὴ ἀλληλεγγύη θ’ ἀναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ σκεφθῶσι, νὰ εἴπωσιν «ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς ἐκείνας μόνον τὰς πιστώσεις», καὶ μένουσι σύμφωνοι. Αὐτὸ λοιπὸν θέλομεν νὰ κόψωμεν, νὰ μὴ ἀφήσωμεν εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐλπίζῃ ὅτι εἰς τὴν ὥραν τῶν στενοχωριῶν του θὰ δύναται νὰ ζητῇ τὴν διέξοδον ἀπ’ αὐτῶν ἐν τῇ μὴ πραγματοποιήσει στρατιωτικῶν δαπανῶν.
§108Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τί ἄλλο νὰ πράξῃ;
§109ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂς φροντίσῃ νὰ κάμῃ ὅ,τι ἄλλο θέλει· αὐτὸ μόνον νὰ μὴ κάμῃ. Νὰ ἠξεύρῃ ὅτι αἱ δαπάναι αὐταὶ θὰ πραγματοποιηθῶσι καὶ ἂς κάμῃ τὸν λογαριασμόν του· ἂς ἐπιβάλῃ φόρους, ἂς ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀνόρθωσιν τῶν οἰκονομικῶν του· ἄλλως ἂς εἰδοποιήσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὅτι ἦλθεν ἡ ὥρα νὰ ἔχωμεν ὀλιγώτερον στρατὸν καὶ συνεπῶς θὰ ἔχωμεν ὀλιγωτέρας πιστώσεις δι’ αὐτόν, ὄχι νὰ λέγῃ ὅτι ἐζητήσαμεν 53 ἑκατομμύρια διὰ τὸν στρατόν, ἀλλ’ ἡμεῖς ἐδαπανήσαμεν μόνον 43 ἑκατομμύρια. Αὐτὸ ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ ψυχολογικὴ ἄποψις τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον· εἶναι καὶ ἄλλη τις. Ὅταν, Κύριοι, οἱ ἐκτελοῦντες τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πᾶσα ἡ Ὑπηρεσία τούτου γνωρίζωσιν ὅτι ἐνδεχομένη οἰκονομία ἐπὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τούτου, ὄχι διὰ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως τῶν πιστώσεων ἀλλὰ διὰ τῶν οἰκονομιῶν ἁπλῶς, δὲν θὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἀλλ’ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, νὰ γνωρίζητε ὅτι θὰ ἔχωμεν πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν δαπανῶν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ δύο ψυχολογικοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι μὲ ἔκαμαν νὰ δεχθῶ αὐτὴν τὴν πρότασιν, ὅπως αἱ ἀδιάθετοι πιστώσεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης. Οὐσιαστικῶς δὲ δὲν ἔχομεν νὰ χάσωμεν τίποτε, ἂν μεταβαίνωσι ταῦτα εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, καὶ ἂν ἔλθῃ καιρὸς νὰ τῷ περισσεύωσι χρήματα, νὰ λαμβάνωμεν αὐτὰ καὶ νὰ τὰ διαθέτωμεν ἀλλοῦ, δι’ ἄλλον σκοπόν· τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι μέχρις οὗ ἔλθῃ αὐτὴ ἡ εὐχάριστος ἐποχὴ ν’ ἀσφαλισθῶμεν κατὰ τοῦ κινδύνου, νὰ ἐπιδιώκῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐπιτυχίαν οἰκονομιῶν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Πρέπει νὰ προσθέσω ἀκόμη ὅτι ἐν τῇ σκέψει τοῦ νῦν Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπάρχει ἡ ἰδέα μονιμοποιήσεώς τινος τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ καθιερώσωμεν προϋπολογισμὸν κατὰ τὸ δυνατὸν πάγιον τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναπτύξεως τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ στρατὸς διὰ τῶν ψηφιζομένων νομοσχεδίων καὶ διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ τὸν ὁποῖον θὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐκ τοῦ παγίου αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνέρχηται εἰς 73 ἑκατομμύρια, ἂν θέλωμεν νὰ κάμωμεν οἰκονομίας, νὰ μὴ γίνωνται αὗται διὰ τῆς μὴ πραγματοποιήσεως προβλεπομένων δαπανῶν, διότι αἱ οἰκονομίαι αὗται θὰ ἐγίνοντο ἐπὶ βλάβῃ τοῦ στρατεύματος, καὶ θέλομεν ἀφ’ ἑτέρου πᾶσαν δυνατὴν οἰκονομίαν ἡ ὁποία θὰ γίνῃ ἐν τῇ ἐκτελέσει τῶν δαπανῶν, ὅτε πρόκειται νὰ τὴν ὠφεληθῇ τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης, τὸ ὁποῖον εἶναι ψυχολογικὸν ἐλατήριον ἄξιον πολλῆς προσοχῆς. Θὰ ζητήσω ὅπως ἡ περαιτέρω συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου ἀναβληθῇ, ἵνα φέρω τροποποιήσεις εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου πρώτου, διότι ἡ διατύπωσις αὐτοῦ ἀφήνει ἀμφιβολίαν τινὰ περὶ τοῦ τί γίνονται αἱ ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις, διότι δὲν ἠξεύρομεν πότε θὰ ἐπιτευχθῇ ἡ μονιμοποίησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ θέλομεν νὰ γίνῃ σαφὲς ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης εἶναι τὸ ὑπόλοιπον τῶν τακτικῶν καὶ ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων. Ἡ ἔννοια λοιπὸν εἶναι ὅτι συνολικῶς μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν δαπανῶν, εἴτε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τακτικοῦ εἴτε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐκτάκτων πιστώσεων, ἐκεῖνο νὰ μεταβαίνῃ εἰς τὸ Ταμεῖον τῆς Ἀμύνης τὸ ὁποῖον βαρύνει ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια καὶ παρακαλῶ ὅπως κατὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Προϋπολογισμοῦ συνεχισθῇ τότε ἡ συζήτησις.
§110Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἶπεν ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅπως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λάβῃ τὰ μέτρα του καὶ μὴ καταφεύγῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα ἐξεύρῃ ἐκεῖθεν τοὺς πόρους ἐκ τῶν ὁποίων ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὰς οἰκονομικάς του δυσχερείας. Ἀλλὰ παρὰ τοῦ ἀτυχοῦς αὐτοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ζητεῖτε πρᾶγμα ἀδύνατον ἐφ’ ὅσον πρόκειται ἡ ἰδία του πρόνοια, καὶ ὄχι πλέον ἡ ἄλλη συνδρομὴ τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐξοικονομήσῃ τὴν ἀνάγκην...
§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσυπέγραψε καὶ αὐτὸς ἐν τῷ Προϋπολογισμῷ. Κύριοι, εἰσηγούμενος τὸν Προϋπολογισμὸν ἀνέγραψε διὰ τὸ στράτευμα πεντήκοντα ἑκατομμύρια. Θέλω νὰ γνωρίζῃ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ Προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ μεταβαίνῃ καὶ ἐνοχλῇ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ἐφέτος δὲν πηγαίνουσι καλὰ τὰ ἔσοδα καὶ νὰ τὰ ἐλαττώσωμεν· νὰ σκεφθῇ αὐτὰ καί, ἂν νομίζῃ ὅτι πρέπει ἡ στρατιωτικὴ συγκρότησις τοῦ λαοῦ νὰ περιορισθῇ, νὰ ἔχῃ τὸ θάρρος νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν τὸν ὑποβάλλει, καὶ οὐχὶ νὰ ὑπονομεύῃ τὸν ἅπαξ ὑποβληθέντα Προϋπολογισμόν, διότι, ἂν ἐπ’ αὐτοῦ μείνωμεν πάντες σύμφωνοι καὶ ἂν νομίσωμεν ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποκλεισθῇ εἰς τὸ μέλλον ἡ χορηγία τοῦ ποσοῦ αὐτοῦ, τὸ Κράτος δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψῃ δι’ οἰκονομίας εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος θὰ εἶναι πάγιος ἐφεξῆς.
§112Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ζήτημα οὐχὶ στρατιωτικῆς πολιτικῆς σήμερον, καὶ τονίζω τοῦτο, διότι εἰς τὴν ἔννοιαν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν δι’ οἰκονομίας, οὔτε θὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀλλὰ πρόκειται περὶ οἰκονομικῆς ῥυθμίσεως καὶ οὐχὶ περὶ στρατιωτικῆς πολιτικῆς. Ὅταν ζητῆτε παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξεύρῃ τὸν πόρον ἐκεῖνον, κατὰ τὴν λαϊκὴν ἔκφρασιν, «νὰ βγάλῃ τὸ σβέρκο του νὰ τὰ εὕρῃ», δὲν γνωρίζω ποῖον μέσον τῷ δίδετε νὰ εὕρῃ αὐτά, ὅταν δὲν τῷ δίδετε δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ φόρους.
§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν τῷ χρειάζωνται φόροι, τότε νὰ εἴπῃ· θέλω φόρους.
§114Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπολογίζει ἐπὶ ὡρισμένων βάσεων, ἀλλὰ προαισθάνεται ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων...
§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Δὲν πρέπει νὰ διαψεύδηται.
§116Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ Ἑλληνικὸς Προϋπολογισμὸς ὑπόκειται εἰς ἀβαρίαν ὡς ἐκ τῶν ἐσόδων, διότι ἐξαρτᾶται ἐκ φυσικῶν λόγων.
§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἐνδεχομένη διάκρισις εἶναι μικρά, ὀφείλει δ’ ἐν τοῖς ὑπολογισμοῖς τῶν Ὑπουργῶν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ αὐτὴ νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν.
§118Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι μικρά. Ὀφείλει νὰ ἔχῃ διαφοράν τινα, πέντε ἢ ἓξ ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος περιπλέον· ἀλλ’ ἐδῶ δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν περὶ τόσου ποσοῦ, διότι πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων φόρων. Ὥστε τὰ ἑκατομμύρια πρέπει νὰ μᾶς γεννῶσι σκέψεις. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λοιπὸν οὐδὲν μέσον ἔχει ὅπως καλύψῃ τὴν ἀνάγκην αὐτήν, διότι, καὶ ἂν ἀκόμη γίνῃ εἰσηγητὴς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περί τινος φόρου, τὰ ἀποτελέσματά του δὲν θὰ τὰ φέρῃ ἀμέσως, ἀλλὰ μετὰ χρόνον, ὅτε δὲν θὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἀνάγκην διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐπιβληθῇ. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔθιξε ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ πολὺ τὴν οἰκονομικὴν ἐπιστήμην, ἂν καὶ κατὰ πόσον τὰ ἔσοδα πρέπει νὰ κανονίζωσι τὰ ἔξοδα παντὸς Κράτους. Ἐφ’ ὅσον γνωρίζω μόνον ὁ Μπωλιὲ ὑποστηρίζει ὅτι τὸ Κράτος ἔχει ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐκτελέσῃ καὶ ἀναθέσῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐξεύρῃ τοὺς πόρους· ἀλλ’ αὐτὰ δύναται νὰ τὰ λέγῃ ὁ Μπωλιὲ ἔχων ὑπ’ ὄψει του τὴν Γαλλίαν, ἡ ὁποία δύναται νὰ εἰσφέρῃ.
§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπεστήριξα τοιοῦτό τι. Ἐγὼ ὑποστηρίζω ὅτι τὰ ἔξοδα πρέπει νὰ κανονίζωνται ἀναλόγως τῶν ἐσόδων καὶ τοὐναντίον.
§120ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μάλιστα. Αὐτὸς ἀκριβῶς εἶναι ὁ ἰσοσκελὴς προϋπολογισμός.
§121Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἤδη τίθεται ἡ ἀρχὴ αὐτή, ὅτι τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα ἂς ἐξευρεθῶσι καθ’ οἱονδήποτε τρόπον. Κράτος πλουσιώτατον, ὅπως ἡ Ἀγγλία, προβαίνει διὰ τῆς ἀναγκαίας δηλώσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν πρῶτον εἰς τὴν δήλωσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων κανονίζονται τὰ ἔξοδά του, ὁ προϋπολογισμὸς δὲ τῶν ἐξόδων τῶν διαφόρων Ὑπουργείων κανονίζεται κατόπιν τῶν δηλώσεων καὶ τῶν ἐσόδων καὶ κατόπιν τῆς ψηφίσεως, ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἅμα τῇ ὑποβολῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ ἡ ὁποία τίθεται, ἂν δὲν δύναται νὰ ἰσχύσῃ καὶ ἂν δύναται νὰ φέρῃ δυσάρεστα ἀποτελέσματα εἰς πλούσιόν τι Κράτος, δύναται νὰ φέρῃ πολὺ δυσάρεστα εἰς Κράτος τοῦ ὁποίου οἱ φόροι δὲν εἶναι ἐλαστικοί, τοῦ ὁποίου αἱ πρόσοδοι δὲν δύνανται νὰ ἐκτείνωνται κατὰ τὴν θέλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ ἢ καὶ τῆς Βουλῆς ἀλλὰ κατὰ τὴν θέλησιν τῶν φυσικῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὰς προσόδους. Ἔθιξε καὶ ἄλλο τι ζήτημα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, περὶ παγίου προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλὰ καὶ ἐδῶ νομίζω ὅτι θέλει νὰ θέση ἀρχήν τινα, ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατή, διὰ νὰ παραλείψω πάντας τοὺς ἄλλους λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων πάγιος προϋπολογισμὸς εἰς οὐδὲν Κράτος παρετηρήθη, δὲν παρετηρήθη ἀκόμη ἐκεῖ ὅπου αἱ στρατιωτικαὶ δαπάναι δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσι, καὶ Κράτος τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑπολογίσῃ τὰς στρατιωτικάς του δαπάνας μέχρι τοῦ λεπτοῦ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν, καὶ εἶναι ἡ Ἀγγλία, καὶ ἐκεῖ παρατηροῦμεν πολὺ μεγάλην τὴν διαφορὰν τῶν δαπανῶν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἀλλά, ἂν δι’ ἄλλους λόγους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κανονισθῇ πάγιος προϋπολογισμός, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἡ ἀναγκαστικὴ στρατολογικὴ ὑποχρέωσις ὅλου τοῦ πληθυσμοῦ δὲν δύναται νὰ γίνῃ πάγιος προϋπολογισμός, νὰ ὁρισθῶσιν αἱ δαπάναι τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ ἐξαρτηθῶσι κατὰ μέγα μέρος ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀνδρῶν τὸ ὁποῖον θὰ δώσωσιν οἱ ὑπάρχοντες νόμοι περὶ στρατολογίας καὶ ὁρίζοντες ὅτι εἰς ὡρισμένην ἡλικίαν ἅπας ὁ πληθυσμὸς ὁ φέρων τὴν ἡλικίαν ταύτην ὀφείλει νὰ ὑπηρετήσῃ· ὁ προϋπολογισμὸς θὰ ἐξαρτηθῇ ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀνδρῶν τούτων καὶ οὐχὶ ἐξ ἄλλων γεγονότων. Ὥστε καὶ ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν θέλει νὰ θέση ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ παγίου προϋπολογισμοῦ, καὶ αὐτὴ δὲν εἶναι ὀρθή, διότι ἐκ φυσικῶν λόγων καθίσταται ἀδύνατος.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ἐξακολούθησις τῆς δευτέρας συζητήσεως διὰ τὴν αὔριον. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀναγραφῆς πιστώσεως δι’ ἀπρόβλεπτα ἔξοδα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἀμέσου ἀποστρατεύσεως ἄνευ ἐκδόσεως Β. Διαταγμάτων τῶν αὐτεπαγγέλτως ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν δυνάμει τοῦ νόμου ͵ΓΧΝΓʹ τῆς 14 Μαρτίου 1910, ὧν ἡ ἀποστράτευσις ἐλογίσθη ἄκυρος». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἄρθρου μόνου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως Β. Διατάγματος περὶ συστάσεως καὶ λειτουργίας ἐκτάκτων Στρατοδικείων καὶ καταργήσεως διαρκῶν Στρατοδικείων ἐν ἐπιστρατεύσει». (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ στελέχους ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἐφέδρων στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ στρατεύματος». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–16). Ἄρθρον 17 (ἀναγινώσκεται).
§123Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει...
§124ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ τροπολογημένον.
§125Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· τὸ νομοσχέδιον λέγει ὅτι προάγονται εἰς ἀρχιτεχνίτας πρώτης τάξεως. Ἡ προαγωγὴ αὕτη ἐγένετο διὰ Β. Διατάγματος.
§126Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ.
§127Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου.
§128ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ βαθμὸς τοῦ πρώτης τάξεως ἀρχιτεχνίτου ἰσοδυναμεῖ πρὸς τὸν τοῦ λοχαγοῦ.
§129Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι. Τέλος πάντων αὐτοὶ εὑρέθησαν νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν δευτέραν τάξιν;
§130ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι. Καλὰ εἶναι, διότι καὶ οἱ μισθοί των εἶναι ἀρκετοί.
§131Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Κατὰ τοὺς ἰσχύοντας ἤδη νόμους οἱ ἀποστρατευόμενοι παραλληλίζονται πρὸς τοὺς λοχαγούς, ἦλθε δὲ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ταῦτα «τὸ παραλληλίζονται» ἡρμήνευσαν ὡς σημαῖνον ὅτι οἱ ἀποστρατευόμενοι λαμβάνουσι σύνταξιν ταγματάρχου. Νὰ κάμητε δήλωσιν.
§132ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τίποτε ἀπ’ αὐτά· δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ λύσω τὸ ζήτημα τοῦτο. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 17 καὶ 18 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης ψηφίζονται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ ἐγκρίσεως τῆς συστάσεως ἐθελοντικῶν σωμάτων κατὰ τὸ 1912 καὶ ἀποδόσεως λογαριασμοῦ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐπὶ τούτῳ Ἐπιτροπῆς», 2) «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 228 νόμου τῆς 5 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. περὶ συστάσεως σώματος στρατιωτικῆς ἐπιμελητείας», 3) «περὶ προκαταβολῆς ὁδοιπορικῶν ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν» καὶ 4) «περὶ ἱδρύσεως στρατιωτικῶν νοσοκομείων»).
§133Λ. ΝΑΚΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, «περὶ ἱδρύσεως στρατιωτικῶν νοσοκομείων», οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοὺς ἤδη ἐφέδρους ἀξιωματικούς. Πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τούτων, διότι ἄλλοι, ἐνῷ ἦσαν ἰατροί, κατόπιν ἐγένοντο γραμματεῖς Ἐφορίας, εἶχον ἔλθει δὲ πολλοὶ ξένοι οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν εἶχον σχέσιν μὲ τὴν Ἰατρικήν.
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 17 ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ στρατιωτικῆς προπαιδεύσεως καὶ τελειοποιήσεως». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–7). Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ παρακαλῶ νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς τροπολογία (ἀναγινώσκει)· «εἰς τὸ τέλος παρέχονται καὶ ἄλλα πλεονεκτήματα κλπ.».
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 9 ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 19 παρακαλῶ ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Σώματος στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 22, 23 καὶ 24 ἀναβάλλονται. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μέτρων πρὸς προαγωγὴν τῆς ἁλιείας καὶ περὶ συμμετοχῆς τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ὠκεανογραφικὴν ἐξερεύνησιν τῆς Μεσογείου». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 26 ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως συλλογῆς ἔργων βυζαντηνῆς καὶ χριστιανικῆς τέχνης».
§140Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἶναι ἐπαινετή, κ. Βουλευταί, ἡ μέριμνα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ληφθῇ εἰδικὴ μέριμνα περὶ τῶν βυζαντηνῶν ἀρχαιοτήτων. Ἤθελον μάλιστα νὰ ἐκφράσω καὶ τὴν λύπην μου, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἔχει παραμεληθῆ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν ἡ καλλιέργεια τῆς στοργῆς πρὸς τὴν βυζαντηνὴν τέχνην καὶ πρὸς τὴν βυζαντηνὴν ἱστορίαν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπέβαλε νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρει τὸν τίτλον «περὶ συστάσεως συλλογῆς ἔργων χριστιανικῆς καὶ βυζαντηνῆς τέχνης» καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἱδρύεται εἰδικὸν Μουσεῖον. Πρῶτον πρέπει νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι ὑπάρχουσιν ἤδη δύο Συλλογαί, Μουσεῖα — ὅπως θέλετε, — τῶν βυζαντηνῶν ἀρχαιοτήτων, ὧν ἡ μία εἶναι ἐν τῷ Θησείῳ καὶ ἡ ἄλλη ὡς παράρτημα ἐν τῷ ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ διευθυνομένη ὑπὸ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου καὶ ἐξυπηρετεῖται παρὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου. Δὲν θέλω νὰ ἐπικρίνω τὴν μέριμναν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπως ἱδρύσῃ εἰδικὸν Μουσεῖον, θέλω ὅμως νὰ παρατηρήσω πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις μου. Ἀναθέτοντες τὰ καθήκοντα διευθυντοῦ Μουσείου εἰς καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου θ’ ἀπασχολήσωμεν τὸν ἱκανώτατον ἀληθῶς καθηγητὴν τῆς βυζαντηνῆς ἱστορίας μακρὰν τῶν κυρίων ἔργων του, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ διδακτικά, καὶ διὰ τοῦτο οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου οἱ καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου γίνονται διευθυνταὶ Μουσείων. Εἰδικώτερον δὲ ἐδῶ ὑπάρχει καὶ εἷς ἄλλος λόγος. Εἶχε τόσον παραμεληθῆ ἡ καλλιέργεια τῆς στοργῆς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς τὸν λαὸν διὰ τὴν βυζαντηνὴν τέχνην καὶ τὴν ἱστορίαν, ὥστε μόλις τελευταῖον ἀνεγνωρίσθη ἡ ἀνάγκη νὰ διορισθῇ εἰδικὸς καθηγητής, ὅπως ἐκλαϊκεύσῃ τὴν βυζαντηνὴν ἱστορίαν. Διὰ τῆς μεθόδου τὴν ὁποίαν καθιερώνει τὸ νομοσχέδιον θ’ ἀπασχολήσητε αὐτὸν ἀπὸ τὸ κύριόν του ἔργον καὶ θὰ τὸν προχειρίσητε εἰς διευθυντὴν Μουσείου, δηλ. συλλέκτην ἀρχαιοτήτων. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο· ὑπάρχει καὶ ἄλλος τις λόγος διὰ τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι ἡ διοίκησις ὀφείλει νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως μὴ ἐπικρατῇ καὶ σήμερον ἡ ἀπορροφητικὴ ἐκείνη τάσις, ἡ ὁποία πιέζει ὡς ἐφιάλτης τὴν διανοητικὴν τάξιν τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐκεῖνοι οἵτινες κατώρθωσαν νὰ ὑψωθῶσιν εἰς ἀξίωμά τι, εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἢ εἰς ἄλλην τινὰ θέσιν, κατορθώνουσιν ὥστε ν’ ἀπορρόφωσι πάσας τὰς ἄλλας θέσεις καὶ νὰ μὴ ἀφήνωσι κανένα ἄλλον νὰ ἔχῃ βοήθειάν τινα παρὰ τοῦ Δημοσίου καὶ δυνηθῇ καὶ αὐτὸς νὰ ἐργασθῇ ἐν τῇ ἐπιστήμῃ του. Εἰς τοῦτο δ’ ὀφείλεται καὶ αὐτὴ ἡ παρατηρουμένη πτωχεία εἰς ἐπιστημονικὰς εἰδικότητας. Ἂν ἔχητε, κ. Ὑπουργέ, τὴν διάθεσιν νὰ ἱδρύσητε εἰδικὸν Μουσεῖον τῶν βυζαντηνῶν ἀρχαιοτήτων, πρέπει νὰ μεριμνήσητε ὅπως ἡ θέσις δοθῇ εἰς ἄλλον ἐπιστήμονα. Ὑπάρχουσι τρεῖς νέοι εὐέλπιδες ἐπιστήμονες τοῦ κλάδου τούτου, ὧν οἱ δύο μάλιστα εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν σπουδάζοντες εἰδικῶς τὴν βυζαντηνὴν ἱστορίαν καὶ τὰς βυζαντηνὰς τέχνας, καὶ ἔχετε ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνήσητε καὶ περὶ αὐτῶν. Ὁ κ. καθηγητὴς εἶναι καλὰ τοποθετημένος καὶ θὰ ἦτο πολὺ εὐχάριστον καὶ ἀρκετὸν ἂν κατώρθωνεν οὗτος νὰ μεταδώσῃ ὅ,τι τὸ Κράτος προσδοκᾷ παρ’ αὐτοῦ, δηλαδὴ τὴν ἐκλαΐκευσιν τῆς βυζαντηνῆς ἱστορίας. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί τὸ πνεῦμα αὐτὸ τὸ στενόν· διατί ἕκαστος ἐκ τῶν ἐπιστημόνων ὁ ὁποῖος κατορθώνει ν’ ἀναβιβασθῇ εἰς ἀξίωμά τι μελετᾷ γενικὴν ἐξόντωσιν καθ’ ὅλων τῶν ὁπωσδήποτε ἀσχολουμένων εἰς τὸν αὐτὸν ἐπιστημονικὸν κλάδον. Προκηρύξατε, κ. Ὑπουργέ, διαγωνισμὸν καὶ διορίσατε εἰδικὸν διευθυντὴν ἵνα καὶ αὐτὸς δυνηθῇ ν’ ἀσχοληθῇ ἔχων βοήθημα τὸν μισθὸν καὶ συμπληρώσῃ τὰς σπουδάς του, οὕτω δὲ οὐ μόνον θὰ περιορίσητε τὸν καθηγητὴν εἰς τὰ ἔργα του, ἀλλὰ καὶ τὴν κοινωνίαν δὲν θὰ στερήσητε τῆς διδασκαλίας τοῦ ἱκανωτάτου ἄλλως τούτου καθηγητοῦ.
§141Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Γνωρίζετε ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας ἀνοίγονται δύο θέσεις ἐφόρων.
§142Λ. ΝΑΚΟΣ. Σᾶς ἐπαινῶ δι’ αὐτὸ καὶ ἐκπλήσσομαι διατί ἱδρύετε νέαν θέσιν διευθυντοῦ καὶ δὲν ὀνομάζετε διευθυντὴν ἕνα ἔφορον.
§143Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα.
§144Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἂν θέλητε νὰ κάμητε οἰκονομίαν εἰς τὸ Δημόσιον, τὴν ὁποίαν σᾶς συνιστῶ, δύνασθε ν’ ἀναθέσητε τὴν διεύθυνσιν εἰς ἕνα ἐκ τῶν δύο ἐφόρων τοὺς ὁποίους διορίζετε εἰδικῶς ἐπὶ τῶν βυζαντηνῶν ἀρχαιοτήτων. Ἂν ὅμως θέλητε νὰ διορίσητε εἰδικὸν διευθυντήν, διὰ τὸ ὁποῖον δὲν σᾶς ἐπικρίνω, τότε νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἄδικον νὰ στερήσητε πάντας τοὺς ἄλλους ἐπιστήμονας τῆς συνδρομῆς τῆς Πολιτείας καὶ νὰ δώσητε τὰ πάντα εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου.
§145Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁμιλεῖτε διὰ τὸ ἑκατοντάδραχμον ἐπιμίσθιον εἰς καθηγητὴν τοῦ ὁποίου τὴν ἱκανότητα ὡμολογήσατε;
§146Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι οἱ ζητοῦντες προστασίαν παρὰ τῆς Πολιτείας εἶναι ἐπίσης ἱκανοί. Ἂν ὡμολόγησα τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. καθηγητοῦ, ὡμολόγησα ἐπίσης ὅτι διὰ τοῦ διορισμοῦ του ὡς διευθυντοῦ θὰ στερήσητε ἀκριβῶς τὴν Πολιτείαν τῆς ἱκανότητός του ταύτης τῆς διδακτικῆς καὶ θὰ κάμητε αὐτὸν μόνον συλλέκτην τῶν βυζαντηνῶν ἀρχαιοτήτων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δι’ ἄλλου νομοσχεδίου λαμβάνει πρόνοιαν καὶ διορίζει εἰδικῶς δύο ἐφόρους τῶν βυζαντηνῶν ἀρχαιοτήτων. Καὶ ἔπραξε καλῶς. Δὲν δύναται ὁ εἷς ἐκ τούτων, τῶν ὁποίων τὸ εἶδος τῆς ὑπηρεσίας ἁρμόζει πλειότερον εἰς τὴν ἀσχολίαν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Μουσείου, δὲν δύναται ὁ εἷς ἐκ τούτων νὰ εἶναι διευθυντὴς τοῦ Νομισματικοῦ Μουσείου; Ἀπατᾶσθε πολύ. Θέλω ἐπίσης καὶ ἄλλην παρατήρησιν νὰ κάμω. Ἀναγράφετε ἐν τῷ νομοσχεδίῳ κονδύλιον 5000 δραχμῶν δι’ ἐνοίκιον τοῦ Μουσείου.
§147Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ διαγράψω αὐτὸ ὡς καὶ τὸ ἑκατοντάδραχμον τῶν καθηγητῶν.
§148Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχει αἴθουσα ἐν τῷ ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ.
§149Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ συλλεγῶσι πᾶσαι αἱ σχετικαὶ ἀρχαιότητες εἰς ἕν οἰκοδόμημα.
§150Λ. ΝΑΚΟΣ. Διατί ὄχι εἰς τὸ ὑπάρχον; Μετὰ τὴν δήλωσιν ὅτι ἀπαλείφεται ἡ διάταξις δὲν ἔχω νὰ κάμω ἢ ἐπίκλησιν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ παρέχῃ συνδρομὴν εἰς τὰς ἀπορροφητικὰς τάσεις, τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ ἐπιστήμονες, ὅταν κατορθώνωσι νὰ λάβωσιν ἀξιώματα. Συντρέξατε εἰς τὴν μόρφωσιν καὶ τῶν ἄλλων ἐπιστημόνων. Ὁ ἴδιος ἄνθρωπος θὰ εἶναι καὶ διευθυντὴς τοῦ Μουσείου καὶ καθηγητής, ἐνῷ ἠδύνατο νέος τις ἐπιστήμων τοῦ κλάδου τούτου νὰ λάβῃ τὰς 100 αὐτὰς δραχμάς.
§151Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τέσσαρας ὥρας διδασκαλίας ἔχει ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ. Δὲν ἔχει λοιπὸν τὸν χρόνον νὰ ἐπιβλέψῃ, ἀφοῦ εἶναι ἐμπειρότερος καὶ ἱκανώτερος;
§152Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὁ ἔφορος δὲν εἶναι ἱκανός;
§153ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ ἐπόπτης. Ἐν τῷ Μουσείῳ θὰ μένῃ ὁ ἔφορος.
§154Λ. ΝΑΚΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲν λαμβάνει θέσιν τινὰ ὁ ἔφορος, κ. Πρόεδρε.
§155Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Οἱ ἔφοροι δὲν ἔχουσι προορισμὸν νὰ παραμένωσιν ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς περιφερείας. Διὰ τοῦτο δὲν δύνανται νὰ ἔχωσι μόνιμον τὴν διαμονὴν ἐδῶ, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ νὰ ἔχῃ ὁ διευθυντής. Διὰ τοῦτο τὸν ἔφορον ὁρίζομεν ὡς μέλος τῆς Ἐπιτροπῆς καὶ ἀναπληρωτὴν τοῦ διευθυντοῦ ὁσάκις οὗτος ἀπουσιάζει. Ὁ ἔφορος ἐξαποστέλλεται εἰς πάντα τὰ μέρη τῆς περιφερείας του πρὸς ἐπίβλεψιν, περισυλλογὴν τῶν μνημείων κτλ. Ποῖον Μουσεῖον διευθύνεται ἀπὸ ἔφορον περιπατητικόν; Τὸ ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον ἔχει διευθυντὴν διαμένοντα διαρκῶς ἐνταῦθα καὶ μὴ ἐκπληροῦντα ἄλλην ὑπηρεσίαν. Τὸ νομισματικὸν Μουσεῖον ἔχει ἐπίσης μόνιμον διευθυντήν. Οἱ ἔφοροι τῶν βυζαντηνῶν καὶ χριστιανικῶν μνημείων εἶναι ἔφοροι δι’ ὅλην τὴν νέαν μεγάλην Ἑλλάδα. Ὁ ἕτερος ἔχει ἕδραν τὴν Θεσσαλονίκην. Ἀναθέσαντες δὲ εἰς τὸν καθηγητὴν ὡς ἐμπειρότερον καὶ ἔχοντα μόνιμον διαμονὴν ἐν Ἀθήναις καὶ τὴν ἐποπτείαν τοῦ Μουσείου χορηγοῦμεν ἐπιμίσθιον 100 δραχμῶν· εἶναι μεγάλη ἡ ἀμοιβή; Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ζητήσατε, ἂν θέλητε, τὴν διαγραφὴν τοῦ ἐπιμισθίου τῶν 100 δραχμῶν, ὄχι ὅμως καὶ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς διευθύνσεως ἀπ’ αὐτοῦ.
§156Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἔχετε διωρισμένον ἕνα.
§157Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι.
§158Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχει ὁ καταστατικὸς νόμος περὶ ἀρχαιολογίας. Κατὰ τοῦτον εἰς πάντας τοὺς ἐφόρους τῶν ἀρχαιοτήτων ἀνατίθενται καὶ τὰ καθήκοντα περὶ Συλλογῶν τῶν βυζαντηνῶν ἀρχαιοτήτων ἀμισθί, καὶ ὑπάρχουσι τοιαῦται, ἡ μία ἐν τῷ Θησείῳ καὶ ἡ ἄλλη ἐν τῷ ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ, τῶν ὁποίων ἡ ἵδρυσις ὀφείλεται εἰς πάντας τοὺς ἐφόρους. Σήμερον ἱδρύετε νέαν εἰδικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ διατί δὲν ἀναθέτετε εἰς ἕνα ἐκ τῶν δύο ἐφόρων τὴν ἐποπτείαν ταύτην τοῦ Μουσείου, ὅπως γίνεται ἄλλως τε γενικῶς; Μὴ περιορίζετε τὴν ὑλικὴν συνδρομὴν τοῦ Κράτους εἰς ἓν πρόσωπον. Μὴ στερεῖτε τοῦ δικαιώματος καὶ τοὺς ἄλλους ἐπιστήμονας νὰ ζητήσωσιν ἴσην βοήθειαν...
§159Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μειώνετε τὸ ἐπιχείρημά σας, διότι τὸ διατυπώνετε κακῶς, ὑπὸ τύπον βοηθήματος νὰ δώσητε τὰ μέσα εἰς ἕνα ἐπιστήμονα νὰ διακριθῇ.
§160Λ. ΝΑΚΟΣ. Κατὰ τὴν κρίσιν σας. Ἐγὼ ὅμως λέγω ὅτι οἱ ἐπιστήμονες ἔχουσι καὶ κοιλίαν, καὶ διὰ νὰ διακριθῶσι πρέπει πρῶτον νὰ τρώγωσι διὰ νὰ ζήσωσιν...
§161ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐξακολουθεῖτε μετὰ τὴν διακοπήν;
§162Λ. ΝΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ τῇ 10½. Μετὰ τὴν διακοπήν (ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.)
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι συνῳδὰ πρὸς τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβον παρ’ αὐτῆς συνέστησα Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. Κ. Ζαβιτσιάνου Προέδρου, Κ. Λομβάρδου, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Α. Σακκελλαρίου, Στ. Γρανίτσα, Σπ. Ἀγαπητοῦ, Λ. Κογεβίνα καὶ Γ. Καντιάνη, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ἀνδριάντος τοῦ ἀειμνήστου Χ. Τρικούπη, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ στηθῇ ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς. Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Συλλογῆς ἔργων βυζαντηνῆς καὶ χριστιανικῆς τέχνης». Ὁ κ. Γ. Γαϊτᾶνος ἔχει τὸν λόγον.
§165Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ὁμολογῶ, κ. Βουλευταί, ὅτι ἐξεπλάγην διὰ τὴν ἀντίδρασιν τὴν ὁποίαν εὗρε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, καὶ ἐθλίβην μάλιστα, διότι αὕτη προέρχεται ἐκ μέρους διακεκριμένου ἐπιστήμονος καὶ συναδέλφου. Ἡ ἀντίδρασις δὲν περιωρίσθη μόνον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ μέλλοντος διευθυντοῦ, ἀλλ’ ἐπεξετάθη καὶ κατ’ αὐτῆς τῆς βάσεως τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα καὶ ἐκ τῶν δύο τούτων ἀπόψεων καὶ νὰ προσπαθήσω νὰ πείσω αὐτήν, ὅτι καὶ τὸ Μουσεῖον πρέπει νὰ ἱδρυθῇ καὶ διευθυντὴς αὐτοῦ νὰ μὴ εἶναι ἄλλος εἰμὴ ὁ εἰδικὸς ἐν τῷ Καποδιστριακῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητὴς τῆς βυζαντηνῆς τέχνης καὶ ἀρχαιολογίας. Διὰ τῆς μερίμνης ἣν λαμβάνει σήμερον τὸ Κράτος ἀποφασίσαν τέλος νὰ ἱδρύσῃ βυζαντηνὸν καὶ χριστιανικὸν Μουσεῖον, πληροῦται ἄμεσος καὶ ἐπιτακτικὴ ἀνάγκη, ἐπιστημονικὴ ἅμα καὶ ἐθνική. Τὸ ὄνομα τῆς βυζαντηνῆς αὐτοκρατορίας, κατόπιν πολυμόχθων ἐρευνῶν καὶ μελετῶν σοφῶν βυζαντιολόγων, ξένων πρωτίστως, τοῦ Κρουμβάχερ, τοῦ Σλουμβερζέ, τοῦ Ντίλ, ἀλλὰ καὶ ἡμετέρων, τοῦ Ζαμπελίου, τοῦ Παππαρηγοπούλου, τοῦ Λάμπρου, τοῦ Πολίτου καὶ τοῦ Σάθα, κατέστη σεβαστὸν μὲν εἰς τὴν παγκόσμιον ἐπιστήμην, προσφιλὲς δὲ εἰς τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν ψυχήν. Διὰ τῆς μεγάλης περὶ τὰ βυζαντηνὰ πράγματα ἐπιστημονικῆς κινήσεως τῶν τελευταίων χρόνων ἀνεγνωρίσθη τέλος σήμερον τὸ μέγα ἐκπολιτιστικὸν ἔργον τῆς βυζαντηνῆς αὐτοκρατορίας, τὸ ὁποῖον προωδοποίησεν, οὕτως εἰπεῖν, καὶ παρεσκεύασε κατὰ μέγα μέρος ὁλόκληρον τὸν σημερινὸν εὐρωπαϊκὸν πολιτισμόν. Τεκμήρια ἀψευδέστατα καὶ περιφανέστατα τοῦ μεγάλου τούτου μεσαιωνικοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ εἶναι τὰ παντοειδῆ ἔργα τέχνης, ὅσα οὗτος παρήγαγε καὶ τὰ ὁποῖα, ἀστόργως παρημελημένα καὶ διεσκορπισμένα ἀνὰ τὴν παλαιὰν καὶ τὴν νέαν Ἑλλάδα, ἀφέθησαν νὰ φθείρωνται, ν’ ἀφανίζωνται, νὰ λαφυραγωγῶνται καὶ νὰ κοσμῶσι τὰ ξένα Μουσεῖα καὶ τὰς ἰδιωτικὰς συλλογάς. Τὰ μνημεῖα ταῦτα τοῦ ὑπερόχου ἐκείνου πολιτισμοῦ ἐπιμελῶς περισυλλέγονται καὶ ταξινομοῦνται εἰς πολλὰ βυζαντηνὰ καὶ χριστιανικὰ Μουσεῖα, ἅτινα ἵδρυσεν ἀνὰ τὰς εὐρωπαϊκὰς πρωτευούσας, οἱονεὶ εὐγνωμονοῦσα πρὸς τὸ Βυζάντιον, ἡ διεθνὴς βυζαντιολογικὴ ἐπιστήμη, ἐνθουσιωδῶς θεραπεύουσα καὶ ὁσημέραι προάγουσα τὰς βυζαντηνὰς μελέτας. Καὶ εἰς αὐτὰ τὰ Κράτη τοῦ Αἵμου, ἐν Σερβίᾳ, Ῥουμανίᾳ καὶ αὐτῇ τῇ Βουλγαρίᾳ ὑφίστανται καλῶς ὠργανωμένα βυζαντηνὰ καὶ χριστιανικὰ Μουσεῖα. Καὶ ἐν αὐτῇ ἀκόμη τῇ Τουρκίᾳ, Κύριοι, μετὰ πολλῆς ἐπιμελείας περισυλλέγονται καὶ διαφυλάσσονται τὰ ἔργα τῆς βυζαντηνῆς καὶ χριστιανικῆς τέχνης ἐν τῷ αὐτοκρατορικῷ Ὀθωμανικῷ Μουσείῳ τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἐν τοῖς Μουσείοις τῆς Προύσσης καὶ τοῦ Ἰκονίου. Μόνη ἡ Ἑλλάς, ἡ κοιτὶς καὶ τροφὸς τοῦ χριστιανικοῦ καὶ μεσαιωνικοῦ ἑλληνικοῦ πολιτισμοῦ, καθυστέρησεν ἄχρι τοῦδε εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν ἐπιβεβλημένου καὶ πρὸς ἑαυτὴν καὶ πρὸς τὴν ἐπιστήμην καθήκοντος. Ἀλλ’ ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος τούτου ἀποβαίνει σήμερον, μετὰ τοὺς δύο καλλινίκους ἡμῶν πολέμους, ἀνάγκη ἐθνική, σήμερον, ὁπότε ἡ Ἑλλὰς ὑπερέβη τὸ κατώφλιον τῶν στενῶν κλασσικῶν ὁρίων της καὶ ἀνέκτησε μεγάλα ἔνδοξα τμήματα τῆς βυζαντηνῆς ἡμῶν αὐτοκρατορίας. Καὶ θὰ συνεφώνουν πληρέστατα μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Κερκύρας συναδέλφου κ. Σοκόλη, ὅτι ἔπρεπε τὸ Μουσεῖον τοῦτο νὰ ὀνομασθῇ Αὐτοκρατορικόν, ἀλλὰ λόγῳ τῆς ἰδιοσυγκρασίας μου ἔχω μάθει ν’ ἀναμένω, ἐλπίζων ὅτι πολὺ ταχέως θὰ ὀνομασθῇ Αὐτοκρατορικόν, ὅταν ἔλθῃ ἡ εὐλογημένη ὥρα, ἡ ὁποία δὲν θὰ βραδύνῃ νὰ ἔλθῃ, κατόπιν τῶν πέριξ ἡμῶν τελουμένων. (Ζωηραὶ ἐπιδοκιμασίαι). Διὰ ταῦτα ἄξιος παντὸς ἐπαίνου εἶναι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός, ὅστις διὰ τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ὑποστηρίξεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἔρχεται νὰ δείξῃ εἰς ὅλον τὸν ἐπιστημονικὸν κόσμον ὅτι ἡ ἀναγεννηθεῖσα Ἑλλὰς ἐννοεῖ πλέον ν’ ἀναλάβῃ, ὑπὸ τὴν ἐπίσημον αὐτῆς αἰγίδα καὶ τὴν ὑψηλὴν προστασίαν τοῦ διαθέρμου προστάτου τῶν καλῶν τεχνῶν πρίγκιπος Νικολάου, τὴν διάσωσιν καὶ περιφρούρησιν τῶν πολυτίμων λειψάνων τῆς τέχνης καὶ τοῦ βίου τῶν πατέρων ἡμῶν κατὰ τὴν ὑπέρλαμπρον ἐκείνην περίοδον τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ἱστορίας. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθές, Κύριοι, ὡς ἀνέφερε καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφος ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, ὅτι ὑπάρχει ἐν τῷ Θησείῳ μικρά τις συλλογὴ ἀξιολόγων ἀληθῶς βυζαντηνῶν γλυπτῶν· ἀλλ’ ἡ συλλογὴ αὕτη εἶναι λίαν ἀτελὴς καὶ μονομερής. Συνεκεντρώθησαν ἐκεῖ πρό τινων ἐτῶν γλυπτὰ βυζαντηνά, ἐρριμμένα εἰς τὰ ὑπόγεια τῆς Ἀκαδημίας, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδὲ ἓν νέον μάρμαρον προσετέθη, καὶ ἡ συλλογὴ ἔμεινεν ὁποία ἐξ ἀρχῆς ἦτο, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι θὰ μείνῃ τοιαύτη, ἂν μὴ ληφθῇ ἡ ἰδιαιτέρα μέριμνα, πρὸς ἣν ἀποσκοπεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον περὶ ἱδρύσεως ἰδίου βυζαντηνοῦ καὶ χριστιανικοῦ Μουσείου.
§166Λ. ΝΑΚΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ τρεῖς συλλογαὶ ἐν τῷ ἀρχαιολογικῷ Μουσείῳ.
§167Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Παραδέχομαι ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι βυζαντηνὰ ἀντικείμενα εἰς πάντα τὰ κλασσικὰ ἀρχαιολογικὰ Μουσεῖα τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ τὰ Μουσεῖα ταῦτα ἵδρυσαν οἱ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγηταὶ τῆς ἀρχαιολογίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀρκετὰ γνωστοὶ καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τοὺς ὀνομάσω. Μὴ νομίσητε ὅμως, Κύριοι, ὅτι μόνον τὰ γλυπτὰ ἀποτελοῦσιν ἓν βυζαντηνὸν καὶ χριστιανικὸν Μουσεῖον. Οὐδαμῶς. Ταῦτα εἶναι ἁπλῶς μικρὸν τμῆμα ἐκ τῶν πολλῶν ἄλλων τμημάτων ἑνὸς πλήρους καὶ τελείου βυζαντηνοῦ Μουσείου, οὐδὲ εἶναι ἀποχρῶν λόγος, ἐπειδὴ ἔτυχε νὰ ὑπάρχωσι τοποθετημένα κάπου μερικὰ μάρμαρα, νὰ νομίζωμεν, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. συνάδελφος, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ σύστασις εἰδικοῦ Μουσείου.
§168Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα τοιοῦτό τι.
§169Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Τὸ ὑπεστηρίξατε, κ. συνάδελφε, καὶ σᾶς ἀπήντησεν ὁ κ. Ὑπουργός. Καὶ ἀκριβῶς διὰ τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους ἴδιον βυζαντηνὸν Μουσεῖον, τὸ ὁποῖον θὰ περιλάβῃ καὶ τὰ γλυπτά, τὰ ἐν τῷ Θησείῳ καὶ τοῖς ἄλλοις κλασσικοῖς Μουσείοις κατακείμενα, καὶ ἄπειρα ἄλλα ἐσκορπισμένα ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, οὕτω δὲ θ’ ἀποτελεσθῇ, προϊόντος τοῦ χρόνου, ἀφοῦ χορηγοῦνται ὑπὸ τῆς Πολιτείας τὰ ἀναγκαῖα μέσα, πλῆρες καὶ τέλειον τμῆμα γλυπτῶν τοῦ βυζαντηνοῦ ἡμῶν Μουσείου. Ἀλλὰ πλὴν τοῦ τμήματος τούτου ταχέως καὶ τὰ λοιπὰ τμήματα τοῦ νέου Μουσείου θὰ καταρτισθῶσι, πλουτιζόμενα διὰ τῶν παντοίων ἔργων τῆς βυζαντηνῆς καὶ χριστιανικῆς τέχνης, ἤτοι εἰκόνων, ἱερῶν σκευῶν, ἱερῶν ἀμφίων, τῶν ποικίλων ἔργων τῆς ξυλογλυφίας καὶ διακοσμητικῆς καὶ πάντων ἐν γένει τῶν κομψοτεχνημάτων τῆς πεφημισμένης βυζαντηνῆς μικροτεχνίας. Νομίζω ὅτι δὲν δύνασθε νὰ ἔχητε ἀντίρρησιν εἰς τοῦτο.
§170Λ. ΝΑΚΟΣ. Συμφωνότατος.
§171Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Καὶ ὅτι δὲν πρέπει αἰωνίως νὰ περιοριζώμεθα εἰς τὰς συλλογὰς μόνον. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὠνόμασε Συλλογὴν καὶ οὐχὶ Μουσεῖον τὸ ἱδρυόμενον, ἔπραξε τοῦτο σκοπίμως καὶ γνωρίζω τὸν λόγον, χωρὶς νὰ μοὶ τὸν εἴπῃ ὁ ἴδιος. Ὁ λόγος εἶναι εὐνόητος καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸν εἴπω.
§172Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἴπατέ τον.
§173Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Διότι προσδοκῶμεν, ἐπιδεικνύοντες ὅτι ἐργαζόμεθα σοβαρῶς, νὰ εὑρεθῇ τις ὅστις θὰ προσφέρῃ τὴν δαπάνην διὰ τὸ κτίριον καὶ θὰ φιλοδοξήσῃ νὰ συνδέσῃ τὸ ὄνομά του μὲ ἓν κτίριον τὸ ὁποῖον θὰ τιμᾷ καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν χορηγόν.
§174Λ. ΝΑΚΟΣ. Εἴθε νὰ εὑρεθῇ.
§175Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Νομίζω ταῦτα, Κύριοι, ἀρκετά, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν πρώτην ἄποψιν τοῦ ζητήματος. Ἡ δευτέρα ἄποψις εἶναι ἡ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Μουσείου. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος νὰ ἔχω ὅλως ἀντίθετον γνώμην πρὸς τὴν ἰδικήν του. Ἐγὼ δηλαδὴ φρονῶ καὶ ὑποστηρίζω ὅτι μόνος ἐνδεδειγμένος διευθυντὴς τοῦ Μουσείου εἶναι ὁ ἐν τῷ Καποδριστιακῷ Πανεπιστημίῳ εἰδικὸς καθηγητὴς τῆς βυζαντηνῆς τέχνης καὶ ἀρχαιολογίας, ὅστις ἀναμφισβητήτως καὶ τὴν ἀπαιτουμένην εἰδικότητα κέκτηται καὶ πεῖραν οὐ τὴν τυχοῦσαν, διότι ὁ κ. καθηγητής, διατελῶν ἔφορος ἐπὶ μακρὰ ἔτη τῶν χριστιανικῶν μνημείων, ἐξετέλεσε πολλὰς καὶ σπουδαίας ἐργασίας, ἀναστυλώσεις καὶ ὑποστηρίξεις βυζαντηνῶν μνημείων, καὶ πάντες γνωρίζετε, οἱ περὶ τὰ τοιαῦτα καταγινόμενοι, ὅτι εἰς οὐδένα ἄλλον παρὰ εἰς αὐτὸν ὀφείλονται αἱ ἐργασίαι τοῦ Μυστρᾶ, ὅπου ἐπὶ μίαν τετραετίαν ἐκλείσθη, τοῦ Γερανίου, τοῦ Δαφνίου, τῶν Μετεώρων. Ὅτι δὲ αὐτοδικαίως δέον ν’ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν ὁ εἰδικὸς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητὴς μαρτυρεῖ καὶ τοῦτο, ὅτι ἐν ὅλῃ τῇ Εὐρώπῃ οἱ εἰδικοὶ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγηταὶ εἶναι συγχρόνως καὶ διευθυνταὶ τῶν Μουσείων.
§176Λ. ΝΑΚΟΣ. Οὐδαμοῦ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου εἶναι διευθυντὴς Μουσείου. Συνηθίσαμεν νὰ λέγωμεν «παντοῦ εἰς τὴν Εὐρώπην», χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τί γίνεται ἐκεῖ. Σᾶς λέγω λοιπὸν ὅτι οὐδαμοῦ τῆς Εὐρώπης γίνεται αὐτό.
§177Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ. Ἐγὼ σᾶς ἤκουσα χωρὶς νὰ σᾶς διακόψω. Καὶ ὅπου δὲν ὑπάρχουσι καθηγηταὶ εἰδικοὶ διορίζονται ἀληθῶς ἴδιοι διευθυνταί. Αὐτὸ τὸ παραδέχομαι, διότι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς πάντα τὰ Εὐρωπαϊκὰ Πανεπιστήμια εἰδικοὶ καθηγηταί, καθόσον προκειμένου περὶ τῶν βυζαντηνῶν πραγμάτων δὲν εἶναι εὔκολον νὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ Κρουμβάχερ καὶ Σλουμβερζέ. Ἡμεῖς ηὐτυχήσαμεν νὰ ἔχωμεν ἕνα διαπρεπῆ βυζαντιολόγον καὶ θέλετε τώρα ν’ ἀναθέσωμεν τὴν διεύθυνσιν τοῦ Μουσείου εἰς ἄλλον; Πιθανὸν νὰ ὑπάρχωσι καὶ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐσπούδασαν ἢ σπουδάζουσιν ἐν Εὐρώπῃ, καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θ’ ἀρνηθῶ τὰς γνώσεις τὰς εἰδικὰς εἰς τὸν κατέχοντα αὐτάς, διότι καὶ ἐγὼ ἐπιστήμων εἶμαι, ὅπως καὶ ὑμεῖς, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρίζητε τὴν ἱκανότητα καὶ ἁρμοδιότητα τοῦ κ. καθηγητοῦ.
§178Λ. ΝΑΚΟΣ. Μὴ εἶσθε ἄδικος. Ἀκριβῶς εἶπον ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου θὰ καταστρέψητε τὸν καθηγητὴν καὶ θὰ τὸν κάμητε συλλέκτην ἀρχαιοτήτων. Ἐγὼ πρῶτος ἀνεγνώρισα τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ.
§179Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἀγνοεῖτε ἴσως ὅτι τὸ μάθημα αὐτὸ διδάσκεται μίαν ὥραν καθ’ ἑκάστην καὶ ἀγνοεῖτε προσέτι τὴν φιλοπονίαν καὶ τὴν ἐργατικότητα καὶ τὸ ἐπιστημονικὸν ἐνδιαφέρον τοῦ ἐν λόγῳ καθηγητοῦ, τὸ ὁποῖον ἠθελήσατε ν’ ἀρνηθῆτε, διότι λέγοντες ὅτι εἷς καθηγητὴς ἀγωνίζεται διὰ τὸ ἐπιμίσθιον τὸ ἑκατοντάδραχμον δὲν προσβάλλετε τὸν καθηγητήν, ἀλλὰ τὸ ἀξίωμα.
§180Λ. ΝΑΚΟΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό· μὴ μπερδεύετε τὰ πράγματα. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ὁδὸς τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ Κράτος.
§181Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Προέτεινεν ὁ κ. συνάδελφος ν’ ἀνατεθῇ, εἰ δυνατόν, ἡ διεύθυνσις τῆς Συλλογῆς, τοῦ Μουσείου — ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ ὀνομάζω Μουσεῖον, ἔχων σύμφωνον καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν — εἰς τινα τῶν δύο ἐφόρων. Νομίζω ὅτι ἤδη ὑπάρχει εἷς.
§182Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Οὐδεὶς ὑπάρχει. Θὰ διαταχθῇ διαγωνισμός. Σήμερον εἶναι νομοθετημένη μία θέσις, δὲν ἐπληρώθη αὕτη, καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον προσήγαγον, τὰς θέσεις τὰς ὁρίζω εἰς δύο· θὰ διαταχθῇ διαγωνισμὸς καὶ οἱ ἐπιτυχόντες θὰ διορισθῶσι.
§183Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἔχουσι, νομίζω, ἀνατεθῆ καθήκοντα ἐφόρου εἰς κάποιον.
§184Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶχον ἀναθέσει τὰ καθήκοντα τοῦ ἐφόρου εἰς τὸν αὐτὸν καθηγητήν, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ ἐξεπλήρου καθήκοντα καὶ ἐφόρου. Χθὲς δὲ ἀνέθηκα τὰ καθήκοντα ταῦτα εἰς τὸν ἐπιτυχόντα διὰ τὰς κλασσικὰς ἀρχαιότητας κ. Φιλαδελφέα.
§185Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἐγὼ συνήθισα νὰ τιμῶ τοὺς ἀνθρώπους τῶν γραμμάτων, τιμῶ ἑπομένως καὶ τὸν νέον ἔφορον, καίτοι οὐδ’ ἐξ ὄψεως γνωρίζω αὐτόν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὁ κ. ἔφορος τῶν βυζαντηνῶν μνημείων, οἱοσδήποτε καὶ ἂν εἶναι, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς διευθύνσεως. Ἔργον αὐτοῦ εἶναι ἡ ἐποπτεία τῶν ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα, τήν τε παλαιὰν καὶ τὴν νέαν, χριστιανικῶν μνημείων καὶ ἡ παραμονὴ αὐτοῦ τὸ πλεῖστον τοῦ χρόνου ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, χάριν τῶν ἐργασιῶν, συντηρήσεως καὶ ἀναστυλώσεως αὐτῶν. Δὲν ἀγνοεῖτε δὲ βεβαίως ὅτι τὰ σπουδαιότερα βυζαντηνὰ μνημεῖα, τὰ δεόμενα ἀνελλιποῦς ἐπιβλέψεως, δὲν εἶναι τὰ ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ κυρίως τὰ ἁπανταχοῦ τῆς Ἑλλάδος ἐγκατεσπαρμένα καὶ τελείως ἐγκαταλελειμμένα. Καὶ ἀναφέρω μόνον τὰ περίφημα καὶ πασίγνωστα μνημεῖα τοῦ Μυστρᾶ, τῶν Μετεώρων, τῆς Ἄρτης. Τοὐναντίον ὁ εἰδικὸς ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητής, μονίμως, ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων του, παραμένων ἐν Ἀθήναις, θὰ δύναται νὰ διαθέτῃ ἡμερησίως τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ζημίας τῶν διδασκομένων φοιτητῶν, ὅπως μετ’ ἐπιστασίας ἐνδελεχοῦς διευθύνῃ τὸ Μουσεῖον καὶ μετὰ στοργῆς, φυσικωτάτης ἄλλως, περισυλλέγῃ καὶ ταξινομῇ ἐπιστημονικῶς τὰ ἀναγκαιότατα διὰ τὸ μάθημά του πολύτιμα ταῦτα κειμήλια, καὶ οὕτω τὸ ἱδρυόμενον Μουσεῖον θὰ εἶναι τὸ συμπλήρωμα τῆς πανεπιστημιακῆς διδασκαλίας του καὶ τὸ κυριώτατον φροντιστηριακόν του ὄργανον. Ἀλλὰ καὶ ἕτερος λόγος, κύριοι Βουλευταί, σπουδαιότατος συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς ἀναθέσεως τῆς διευθύνσεως τοῦ Μουσείου εἰς τὸν εἰδικὸν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητήν. Ἄν δηλαδὴ προύκειτο περὶ διευθύνσεως Μουσείου ἢ Συλλογῆς, ἱδρυμένης ἤδη πρὸ πολλοῦ καὶ ὠργανωμένης, θὰ ἠδύνατο πράγματι νὰ διορισθῇ ἴδιος διευθυντής, ἂν εὑρίσκετο ὁ ἁρμόδιος. Καὶ ἐγὼ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι οἱ προταθέντες τρεῖς, τοὺς ὁποίους δὲν ὠνόμασεν ὁ κ. συνάδελφος, θὰ εἶναι κατάλληλοι.
§186Λ. ΝΑΚΟΣ. Τοὺς ἀγνοῶ. Καὶ τὸν Φιλαδελφέα, τὸν ὁποῖον ὠνομάσατε, τὸν ἀγνοῶ, καὶ δὲν ἐνδιαφέρομαι διὰ κανένα. Ὁμιλῶ περὶ τῆς μεθόδου.
§187Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Δὲν πρόκειται, λέγω, περὶ ἁπλῆς διευθύνσεως, ἀλλὰ περὶ σπουδαιοτέρου πράγματος. Πρόκειται περὶ ἐργασίας αὐτόχρημα δημιουργικῆς, ἀπαιτούσης καὶ πεῖραν μακράν, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ ὅτι μόνος ὁ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ καθηγητὴς κέκτηται, καὶ εἰδικὴν μόρφωσιν, τὴν ὁποίαν πάλιν φυσικὰ κατέχει μόνος ὁ διδάσκων τὸ μάθημα εἰδικὸς καθηγητής.
§188Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Ἐν τούτοις οὐδεὶς ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν κατεχόντων τὰς ὑψηλὰς θέσεις ἐφρόντισε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ ἀρχαιολογικὸς νόμος καὶ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ καπηλεία τῶν χριστιανικῶν ἀρχαιοτήτων, αἱ ὁποῖαι ἠγοράζοντο ἀπὸ ἀνθρώπους, περιερχομένους τὴν Ἑλλάδα, ἀντὶ ὀλίγων κερματίων. Ἐγὼ αὐτὸς εἶδον πολλάκις τοιούτους ἐν τῇ Κεφαλληνίᾳ Ἑβραίους καὶ Χριστιανοὺς ἀρχαιοκαπήλους. Καὶ ὅσος ἔπαινος ὀφείλεται εἰς τὸν εἰσηγηθέντα τὸ νομοσχέδιον κ. Ὑπουργόν, ἄλλη τόση ἐπίκρισις ὀφείλεται εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρημέλησαν τὸ καθῆκον τοῦτο, μολονότι κατεῖχον θέσεις σπουδαίας καὶ ἐμισθοδοτοῦντο.
§189Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀξιότιμε κ. συνάδελφε, λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως περισταλῇ ἐπὶ τέλους ἡ ἀσυστόλως τελουμένη ἀρχαιοκαπηλία αὕτη. Τίς ἄλλος, ἐκτὸς τοῦ καθηγητοῦ τοῦ εἰδικοῦ, δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ ἔργον τοῦτο τὸ δημιουργικόν, συνιστάμενον εἰς τὴν περισυλλογήν, τὴν διευθέτησιν, τὴν ἐπιστημονικὴν ταξινόμησιν καὶ τὸν καταρτισμὸν καταλόγων, καὶ ἐν μιᾷ λέξει τὴν διοικητικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν ὀργάνωσιν ἱδρύματος μὴ ὑπάρχοντος, ἱδρύματος ἐκ τοῦ μὴ εἶναι μέλλοντος νὰ προέλθῃ εἰς τὸ εἶναι; Εἷς ἁπλοῦς ἔφορος ἢ καὶ ἴδιος διευθυντής, ὅσον καὶ ἂν εἶναι καλῶς κατηρτισμένος, ὅσον καὶ ἂν ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ἔφορον ἡ διαρκὴς ἐν Ἀθήναις παραμονὴ καὶ κατ’ ἀκολουθίαν ἡ ἐγκατάλειψις εἰς τὴν τύχην των πάντων τῶν ἁπανταχοῦ τῆς παλαιᾶς καὶ νέας Ἑλλάδος βυζαντηνῶν καὶ χριστιανικῶν μνημείων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς πολλαπλᾶς καὶ μεγάλας ἀπαιτήσεις τοιαύτης δημιουργικῆς ἐργασίας. Ἕνεκα πάντων τούτων τῶν λόγων φρονῶ ὅτι χάριν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἐπιδιωκομένου μεγάλου ἐπιστημονικοῦ καὶ ἐθνικοῦ σκοποῦ, δι’ ὃν τόσον ἐνδιαφέρον δεικνύει καὶ ὁ σεπτὸς φιλότεχνος Ἡγεμονίδης καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Παιδείας Ὑπουργός, ἐπιβάλλεται τῇ Πολιτείᾳ ν’ ἀναθέσῃ τὸ ἔργον τοῦτο ἐπὶ χρησταῖς ἐλπίσιν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ εἰδικοῦ καθηγητοῦ. Ἐθεώρησα, Κύριοι, καθῆκόν μου νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν χάριν τοῦ ἀληθοῦς καθορισμοῦ τοῦ ζητήματος, συνδεομένου ἄλλως καὶ πρὸς τὴν τέως ἐπαγγελματικὴν ἰδιότητά μου, ἐπιφυλασσόμενος νὰ λάβω τὸν λόγον καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, ἂν παραστῇ ἀνάγκη.
§190Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀξία παντὸς ἐπαίνου ἡ μέριμνα ἡ λαμβανομένη ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ὅπως περισώσῃ τὰς ἐν Ἑλλάδι εὑρισκομένας βυζαντηνὰς καὶ χριστιανικὰς ἀρχαιότητας. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε ἄλλο διὰ τὴν διεύθυνσιν. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἶναι ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου θεσπίζεται ἡ διαίρεσις τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τῆς Ἑλλάδος.
§191ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δὲν ἐπέρχεται τοῦτο κατὰ τύχην;
§192Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν Ἰταλικὸν νόμον περὶ ἀρχαιοτήτων καὶ καλῶν τεχνῶν τοῦ 1907, τὸν ὀργανικόν, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Ἰταλία, ἡ ὁποία ἔχει δεκαοκτὼ ἀρχαιολογικὰς περιφερείας, ἔχει ἁπάσας ταύτας προσηρτημένας καὶ ἐξηρτημένας ἐκ τῆς ἀρχαιολογικῆς καὶ καλλιτεχνικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας.
§193Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐκ τῆς διευθύνσεως.
§194Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα, ἐκ τῆς διευθύνσεως, ἀλλ’ εἶναι μία ἑνότης συγκεκροτημένη καὶ διοικεῖται ὑπὸ Συμβουλίου συγκειμένου ἐξ εἴκοσι καὶ ἑνὸς μελῶν, διαιρουμένου δὲ εἰς τρία τμήματα.
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐλπίζω νὰ μὴ γίνῃ τοιοῦτο Συμβούλιον καὶ παρ’ ἡμῖν.
§196Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ συγκεντρώσωμεν τὸ Συμβούλιον τὸ ἀρχαιολογικὸν καὶ νὰ τὸ διαιρέσωμεν εἰς δύο τμήματα, νὰ ὑπάρχῃ δὲ μία ἑνιαία διεύθυνσις. Διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ τμηματάρχης τῶν Καλῶν Τεχνῶν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει καὶ τόσον μεγάλας ἀσχολίας, καλούμενος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ δύναται νὰ παρίσταται εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο. Λοιπὸν τὸ μέγα ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ εἶναι ὅτι ἀποχωρίζει ἐντελῶς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν βυζαντηνῶν καὶ χριστιανικῶν ἀρχαιοτήτων ἐκ τῆς λοιπῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους, ἐνῷ ὤφειλε νὰ ὑπάρχῃ μία ἑνότης διῃρημένη εἰς δύο τμήματα. Ἐπίσης ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει δὲν ἀναφέρεται ἐντελῶς ἡ ἐργασία ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς ἀρχαιολογικῆς ἑταιρείας τῶν βυζαντηνῶν ἀρχαιοτήτων, τῆς ὁποίας ἡ συλλογὴ εὑρίσκεται εἰς τὸ Ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον.
§197Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀναφέρεται.
§198Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλὰ μνημεῖα τῆς βυζαντηνῆς καὶ χριστιανικῆς ἐκείνης ἐποχῆς συνέλεξεν ἡ ἑταιρεία ἐκείνη, ἀπαρτιζομένη ἐκ τοῦ Παπούδωφ ἔχοντος τὴν συνεργασίαν ἀνδρῶν οἱ ὁποῖοι συνεισέφερον τὰ φῶτά των καὶ τὴν πεῖράν των. Ὑπάρχει λοιπὸν ὁ πυρήν. Ἐὰν προστεθῶσιν ἀκόμη ἐκ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ Σώματος τούτου μέλη εἰς τὸ Συμβούλιον, τοῦτο θὰ καταστῇ τοιουτοτρόπως πληρέστερον καὶ θὰ δύναται νὰ ἐπιτελέσῃ ἄριστα τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν. Ὡς πρὸς τὸν τόπον εἰς τὸν ὁποῖον θὰ ἱδρυθῇ τὸ Μουσεῖον, νομίζω ὅτι ἡ ἀρχαιολογικὴ Ὑπηρεσία συνέστησεν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ τζαμὶ τὸ παρὰ τὸν σταθμὸν τοῦ Μοναστηρακίου, τὸ ὁποῖον εἶναι καταλληλότατον καὶ εὐρυχωρότατον.
§199Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ὁρίζεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὁ τόπος.
§200Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτά, κ. Πρόεδρε, εἶχον νὰ παρατηρήσω, καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ τὸ μελετήσῃ, νὰ συζητηθῇ δὲ ὁμοῦ μὲ τὰ δύο ἀρχαιολογικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα δημιουργοῦσι δύο θέσεις ἀρχαιολόγων τῶν βυζαντινῶν ἀρχαιοτήτων, οἱ ὁποῖοι δὲν εὑρίσκονται εἰς καμμίαν συμφωνίαν μὲ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀρχαιοτήτων.
§201Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπικροτῶ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διότι ἦτο ἀνάγκη πλέον νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς περισυλλογῆς τῶν μνημείων τῆς βυζαντινῆς καὶ χριστιανικῆς ἐποχῆς. Ἀλλ’ ἐνῷ λαμβάνει πρόνοιαν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς περισυλλογῆς ὅλων τῶν ἀρχαιοτήτων τῆς ἐποχῆς ταύτης καὶ θὰ ἱδρύσῃ Μουσεῖον ἐν Ἀθήναις, ἐὰν δὲ ἤθελε παραστῆ ἀνάγκη θὰ συστήσῃ καὶ ἕτερον τοιοῦτον ἐν Θεσσαλονίκῃ, ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν του καὶ ἓν ἕτερον μέρος, περικλεῖον πλείστας καὶ πολλοῦ λόγου ἀξίας τῆς βυζαντινῆς καὶ χριστιανικῆς ἐποχῆς ἀρχαιότητας, τὸν Μυστρᾶν. Ὁ Μυστρᾶς, ἡ πόλις ἐκείνη ἡ κατ’ ἐξοχὴν βυζαντινή, τὴν ὁποίαν ἐπισκέπτονται πλεῖστοι θαυμασταὶ καὶ διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχομεν ἢ ἀτελῆ μέσα συγκοινωνίας ὅπως μεταβαίνωσιν ἕως ἐκεῖ, ἡ πόλις, λέγω, αὕτη ἔχει τὸ δικαίωμα, νομίζω, νὰ ἔχῃ ἓν Μουσεῖον. Νομίζω ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ ἐκείνῳ κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπεται καὶ ἡ σύστασις Μουσείου ἐν Θεσσαλονίκῃ πρέπει νὰ περιληφθῇ καὶ ὁ Μυστρᾶς ἢ ἡ Σπάρτη, διότι, δι’ ὃν λόγον θὰ συσταθῇ ἐν Θεσσαλονίκῃ, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον εἶναι σκόπιμον νὰ συσταθῇ καὶ ἐν Μυστρᾷ, διότι ἐκεῖ ἐπὶ αἰῶνας μεγίστη σχέσις καὶ ἄρρηκτοι δεσμοὶ ὑπῆρχον πρὸς τὸ κέντρον, τὴν Αὐτοκρατορίαν. Ποιοῦμαι τὴν σύστασιν ταύτην καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν του, καὶ νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ τεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 9 ὅτι καὶ ἐν Μυστρᾷ δύναται νὰ συσταθῇ τοιοῦτο Μουσεῖον.
§202Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐγὼ κυρίως εὑρίσκω πολὺ δεδικαιολογημένην τὴν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀττικῆς συναδέλφου κ. Θεοδωροπούλου, διὰ νὰ ὁμολογήσω καὶ ἐγὼ μίαν ἔλλειψιν ἀληθῶς τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον δὲν λαμβάνει πρόνοιάν τινα νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸν ἀπὸ πολλοῦ διευθύνοντα τὴν ἀρχαιολογικὴν ἑταιρείαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται ἡ περισυλλογὴ καὶ διάσωσις παντὸς ὅ,τι ἔχομεν σήμερον, καὶ ἔχομεν πολλὰ καὶ πολύτιμα. Θὰ ἠδύνατο λοιπὸν νὰ προστεθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 3 εἰς τὰ μέλη τοῦ διοικητικοῦ Συμβουλίου «καὶ ἑνὸς μέλους τοῦ διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιολογικῆς ἑταιρείας». Τοῦτο εἶναι μία τιμὴ καὶ μία ἀναγνώρισις ὀφειλομένη εἰς τὴν ἑταιρείαν αὐτήν, εἰς τὴν ὁποίαν τοσαῦτα ὀφείλομεν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Νάκος ἠσχολήθη μετὰ περισσῆς γενναιότητος εἰς τὸν ἀγῶνα, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ὁμιλήσω καὶ περὶ τῆς γνώμης του. Ὅταν ἱδρύηται, πρέπει νὰ λαμβάνηται πρόνοια, ὥστε ἐν τῇ ἀναγραφῇ τῶν προσόντων νὰ ἐξασφαλίζηται ἡ πρόσληψις τῶν καταλληλοτέρων. Ὁ κ. συνάδελφος ἐθεώρησεν ἀκατάλληλον τὸν καθηγητὴν τοῦ Πανεπιστημίου κ. Ἀδαμαντίου. Ὁ κ. συνάδελφος λέγει ὅτι δὲν ἔχει κανένα ὑπ’ ὄψει του. Τὸ πιστεύω ἀπολύτως. Ἐγὼ ὅμως ὁμολογῶ ὅτι ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν καθηγητὴν τῆς βυζαντηνῆς ἀρχαιολογίας. Τώρα λοιπὸν θὰ ἤθελον νὰ προσωποποιήσῃ τὰς γνώμας του καὶ τὰς σκέψεις του ὁ κ. συνάδελφος, ὥστε νὰ συγκρίνωμεν τίς εἶναι ὁ καλύτερος ἀπὸ τοὺς δύο.
§203Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐγὼ εἶπον τὸ ἑξῆς, ὅτι εἶμαι ἐναντίον τῆς ἀπορροφήσεως πασῶν τῶν θέσεων ὑπὸ ἑνὸς προσώπου. Ἔχει καθῆκον ἡ Πολιτεία νὰ δώσῃ τὰ μέσα καὶ εἰς ἄλλον νὰ ἐργάζηται.
§204Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ὁ κ. συνάδελφος εἰς τὰς σκέψεις του πάντοτε ὑποπίπτει εἰς τοῦτο τὸ σφάλμα, ὅτι θέτει γενικὰς ἀρχὰς καὶ ἐξ αὐτῶν ἀναχωρεῖ, χωρὶς νὰ φροντίζῃ νὰ ἐφαρμόζῃ αὐτὰς πάντοτε. Δὲν πρέπει νὰ εἴμεθα ἀπορροφητικοί. Καὶ τί πρέπει νὰ εἴμεθα; Νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ἔφορον. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μία συγκέντρωσις, καὶ μάλιστα εἰς χεῖρας ἀκαταλλήλους; Ἐὰν ὁ κ. συνάδελφος ὑπεστήριζεν ὅτι πρέπει νὰ διορισθῇ εἰδικὸς ἔφορος τῶν ἀρχαιοτήτων, θὰ εἶχε βάσιν τινὰ σοβαρωτέραν ὁ ἰσχυρισμός του, ἀλλὰ τὸ νὰ θέλῃ ν’ ἀναμένωμεν τοὺς σπουδάζοντας ἐν Γερμανίᾳ νὰ ἔλθωσι καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ν’ ἀφήσωμεν τὸ πρᾶγμα οὕτως εἶναι σκέψις ἐπὶ τῆς ὁποίας δύναται νὰ στηριχθῇ νομοσχέδιον; Δέν μοὶ φαίνεται λογικόν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀξιεπαίνως ἠθέλησε νὰ εἰδικεύσῃ τὴν ἐργασίαν ταύτην, εὑρίσκει δὲ τὰς ἀντιδράσεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι μοὶ ὑπομιμνήσκουσι τοὺς φιλαργύρους, οἱ ὁποῖοι θέλουσι τὸ ἀργύριον μόνον διὰ τὸ ἀργύριον καὶ οὐχὶ ἵνα χρησιμοποιήσωσιν αὐτὸ διὰ τὸν προορισμόν του. Οἱ Κύριοι τῆς ἀρχαιολογίας θέλουσι νὰ ἔχωσι πάντα ταῦτα, τώρα δὲ ὅτε ζητοῦμεν νὰ λάβωμεν ταῦτα ἵνα καταστήσωμεν αὐτὰ ἀντικείμενον μελετῶν καὶ προόδου, διαμαρτύρονται. Ἀλλ’ εἶναι καιρὸς νὰ διαμαρτυρηθῶμεν καὶ ἡμεῖς. Τί ἔπραξαν ἕως τώρα οἱ Κύριοι αὐτοί, διὰ νὰ τολμῶσι νὰ προβάλλωσι τοιαύτας διαμαρτυρίας, αἱ ὁποῖαι ἀτυχῶς εὑρίσκουσιν ἠχὼ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια.
§205Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὸς τὸν κ. συνάδελφον ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἔκαμεν αὐτὸν καθηγητήν, δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητῆται ἡ ἱκανότης του. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὑρίσκω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν εἶναι ὅτι ὁ καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου γινόμενος διὰ νόμου διευθυντὴς δύναται νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δὲν εἶναι καλός, διότι εἶναι ξένη ἡ ἰδιότης τοῦ καθηγητοῦ ἐκ τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ διευθυντοῦ καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν ὁ νόμος νὰ προεξοφλήσῃ τὴν πρόοδον. Αὔριον, μεθαύριον δύναται νὰ ἔλθῃ εἷς σοφώτατος, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ κάμει μελέτας, ὥστε νὰ εἶναι ἁρμοδιώτατος, χωρὶς μὲ τοῦτο νὰ χάσῃ τὸ Πανεπιστήμιον τὸν ἱκανώτατον καθηγητήν. Εἶμαι ἐπίσης ἀντιθέτου ἰδέας καὶ ὡς πρὸς τὸ πρόσωπον τὸ διὰ τοῦ νόμου ὁριζόμενον ἐν τῷ ἄρθρῳ 3, διότι οἱ νόμοι δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ὁρίζωσι τὰ πρόσωπα, ὥστε ν’ ἀφίηται εἰς τὸν Ὑπουργὸν ἐλευθερία τις νὰ ἐξευρίσκῃ τὰ ἁρμόδια πρόσωπα. Ἀλλὰ τὸ ὅλον νομοσχέδιον νομίζω ὅτι ἔχει ὑπ’ ὄψει του τὴν παλαιὰν ἐποχήν. Ἐγὼ οὐδὲ κατ’ ἐλάχιστον ἔχω ἀσχοληθῆ ἐπ’ αὐτοῦ, ἀλλ’ ὅταν λαμβάνηται πρόνοια περὶ βυζαντηνῆς τέχνης, νομίζω ὅτι πρὸ παντὸς ἡ σκέψις τῆς Πολιτείας θὰ ἔπρεπε νὰ στραφῇ πρὸς τὸ μέγα κέντρον τῶν θησαυρῶν τῆς βυζαντηνῆς τέχνης, τὸ ὁποῖον δὲν εὑρίσκεται πλέον εἰς χεῖρας ξένων, ἀλλ’ εἰς χεῖρας Ἑλλήνων, τὸν Ἄθω. Καὶ ἐπειδὴ ὑποθέτω ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγκεντρῶνται πάντα ἐν Ἀθήναις, θὰ ἦτο συζητήσιμος ἡ γνώμη τοῦ κ. συναδέλφου περὶ τοῦ Ἄθω.
§206ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Οὐδεμία ὑπάρχει συγκοινωνία μετὰ τοῦ Ἄθω. Ἐγὼ ἔμεινα ὀκτὼ ἡμέρας ἐν Θεσσαλονίκῃ καὶ δὲν κατώρθωσα νὰ μεταβῶ εἰς Ἄθω.
§207Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὐδ’ εἰς τὸ μέλλον θὰ ὑπάρχῃ μέσον συγκοινωνίας καὶ οἱ Ἕλληνες δὲν θὰ εὐτυχήσωσι νὰ ἴδωσί ποτε τὴν ἀκρόπολιν ταύτην τῆς Ὀρθοδοξίας, ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία νομοθετοῦσα λησμονεῖ τὰς θέσεις ταύτας. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον νὰ συγκεντρωθῶσι τὰ πάντα ἐδῶ.
§208Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἰς ἀπόκεντρα μέρη θέλετε νὰ γίνωσι τὰ Μουσεῖα;
§209Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐκεῖ ὅπου εὑρίσκεται ἡ τέχνη. Βεβαίως αἱ Ἀθῆναι ἔπρεπε νὰ εἶναι ἕδρα ἀρχαιολογικοῦ Μουσείου, διότι αἱ Ἀθῆναι ἔχουσι τὰς περισσοτέρας ἀρχαιότητας, ὡς ἐπίσης καὶ ἡ Θεσσαλονίκη ἔχει περισσότερα δικαιώματα τῶν Ἀθηνῶν, διότι εἶναι βυζαντηνὸν κέντρον ἀνώτερον τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλὰ δὲν ὁμιλεῖ τὸ νομοσχέδιον καὶ διὰ τὸν Μυστρᾶν, ἐγὼ δὲ ὑποστηρίζω ὅτι καὶ ὁ Μυστρᾶς εἶναι βυζαντηνὸν κέντρον ἀνώτερον τῶν Ἀθηνῶν. Διότι δὲ γίνεται αὐτὸ κατεστήσαμεν τὰς ἐπαρχίας ἀτροφικὰς καὶ νεκράς, καὶ ὅλος ὁ κόσμος θέλει νὰ συγκεντρωθῇ εἰς τὰς Ἀθήνας, ὥστε νὰ λείψῃ πᾶν ἴχνος ζωῆς ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν. Ἡ τέχνη ἔχει τὴν ἱστορίαν της. Ὁ εὑρισκόμενος ἐν Μυστρᾷ π.χ. βλέπει μίαν βυζαντηνὴν πόλιν, ἐνῷ μὲ τὴν Καπνικαρέαν καὶ τὸ τζαμὶ βεβαίως δὲν θὰ ἐννοήσῃ ὅτι εὑρίσκεται εἰς βυζαντηνὸν κέντρον, οὔτε ἔπαιξαν εἰς τὴν βυζαντηνὴν ἱστορίαν αἱ Ἀθῆναι πρόσωπόν τι σπουδαῖον. Ἄν λοιπὸν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν τὰ σημεῖα τὰ ὁποῖα συγκεντρώνουσιν ἔργα τέχνης καὶ ἀναμνήσεις, τὰ σημεῖα ταῦτα ἔπρεπε νὰ εἶναι ὁ Μυστρᾶς καὶ ὁ Ἄθως, ὄχι ἡ Θεσσαλονίκη.
§210Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Εἰς τοὺς προλαλήσαντας περὶ Μυστρᾶ ἔχω νὰ ὑπομνήσω τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν δύναται νὰ νοηθῇ νεωτέρα βυζαντηνὴ καὶ χριστιανικὴ τέχνη ἄνευ τοῦ Μυστρᾶ.
§211ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ τίς τὸ ἠρνήθη;
§212Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ νομοσχέδιόν σας.
§213ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καθόλου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μετακομίσωμεν τὸν Μυστρᾶν νὰ τὸν μεταφέρωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας. Εἶναι μνημεῖον θαυμαστὸν τῆς βυζαντινῆς τέχνης καὶ θὰ μένῃ ἐσαεί. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ συζητηθῇ εἶναι νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ διατηρήσεως διαρκοῦς καὶ περὶ κατασκευῆς ὁδῶν, διότι βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ μεταφέρωμεν ἐκεῖ ὁλόκληρον τὸν κόσμον τὸν ἐπιστημονικὸν διὰ νὰ ἐργασθῇ.
§214Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν Μυστρᾶν αὐτὸν καθ’ ἑαυτὸν μόνον, καὶ δικαίως εἴπετε ὅτι ὁ Μυστρᾶς εἶναι μόνος του Μουσεῖον καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ τὸν ὀνομάσῃ Μουσεῖον τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ τὸν Μυστρᾶν δέον νὰ τὸν ἐξετάσητε ἐν σχέσει πρὸς ὅλην τὴν Λακεδαίμονα. Αὐτὰ πάντα νομίζετε ὅτι θὰ τὰ συγκεντρώσητε εἰς τὰς Ἀθήνας; Νὰ μὴ λησμονήσητε δ’ ὅτι αἱ τελευταῖαι ἀναλαμπαὶ τοῦ Βυζαντίου εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφάνησαν καὶ ὡς πρὸς τὴν τέχνην ἀκόμη, καὶ ἰδίᾳ ἐν Μυστρᾷ. Δυστυχῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ σας παρατηρεῖται καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι γίνεται λόγος περὶ Βυζαντίου, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς δυστυχοῦς ἐκείνης ἡμέρας καθ’ ἣν ἡλώθη τὸ Βυζάντιον ἔχομεν τετρακόσια χρόνια...
§215ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λέγει καὶ περὶ χριστιανικῆς τέχνης.
§216Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἔχομεν καὶ τὴν τουρκοκρατηθεῖσαν Ἑλλάδα, ἡ ὁποία δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι δὲν ἤκμασεν ἀλλ’ ἡ ὁποία ἔζησε παλαίσασα καὶ ἐγκαρτεροῦσα ἐπὶ τετρακόσια χρόνια, αὐτοὶ δὲ οἱ αἰῶνες ἔχουσι τὰς δοκιμασίας καὶ τὴν ἐγκαρτέρησιν ὡς ἱστορίαν των. Ἀλλ’ ἔχει γίνει καὶ μία παράλειψις· ἐλησμονήθησαν αἱ ὑπηρεσίαι ἑταιρείας ἡ ὁποία, πρὸ 30 ἐτῶν ἱδρυθεῖσα, εἰργάσθη ἐν Ἑλλάδι ὅσον οὐδεὶς ἄλλος εἰργάσθη διὰ τὴν χριστιανικὴν ἀρχαιολογίαν, ἑταιρεία ἡ ὁποία κατώρθωσε νὰ σώσῃ σπουδαιότατα μνημεῖα τῆς χριστιανικῆς τέχνης, εἰς αὐτὴν δ’ ὀφείλεται ἡ διάσωσις τοῦ Δαφνίου καὶ ἄλλων χριστιανικῶν μνημείων τῆς Ἑλλάδος. Αὐτὴ ἡ ἑταιρεία, κύριε Ὑπουργέ, ἔχει θησαυρόν, ὁ ὁποῖος στεγάζεται καὶ κοσμεῖ ὡς παράρτημα τὸ ἀρχαιολογικὸν Μουσεῖον. Αὐτὸς ὁ θησαυρὸς θὰ ζητηθῇ ὑπὸ τοῦ Κράτους; Εἰς τίνα θ’ ἀνήκῃ; Διὰ τοῦ νομοσχεδίου σήμερον ὁ κ. Ὑπουργὸς κομίζει γλαῦκας εἰς Ἀθήνας, μὴ μνημονεύων ὅτι ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἐργασθέντες ἤδη ἐπὶ 30ετίαν ὑπὲρ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ καὶ ἐναντίον τῆς ἐπισήμου ἀδιαφορίας ἢ μᾶλλον ἐναντίον τῆς ἐπισήμου ἀντιδράσεως! Τί θὰ γίνῃ αὐτὸ τὸ παράρτημα τοῦ Μουσείου, τὸ περιλαμβάνον ἀντικείμενα τῆς χριστιανικῆς ἀρχαιολογικῆς τέχνης καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι οὔτε τοῦ Μουσείου οὔτε ἰδικόν σας;
§217ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐφ’ ὅσον θὰ τὸ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος, θὰ τὸ τοποθετήσῃ ἐν τῷ Μουσείῳ, ἐφ’ ὅσον δὲ τὸ κρατήσῃ ἡ χριστιανικὴ ἑταιρεία καὶ τῇ ἀναγνωρίσωμεν τοιοῦτο δικαίωμα, θὰ τὸ ἔχῃ ἐκείνη.
§218Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Τί θὰ γίνῃ περὶ τῶν χριστιανικῶν καὶ βυζαντινῶν ἀρχαιοτήτων τῆς Λακεδαίμονος; Διότι αὐτὸς εἶναι κόσμος ὁλόκληρος καθ’ ὅλην τὴν Λακωνικὴν χώραν μὲ σταθμοὺς τέχνης ἐν Γερακίῳ καὶ Μονεμβασίᾳ μελετωμένους καὶ θαυμαζομένους ὑπό τε τῶν ξένων καὶ τῶν ἰδικῶν μας.
§219ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μέχρι τοῦδε, ὅτε δὲν ἐλαμβάνετο ἰδιαιτέρα πρόνοια διὰ τὰ ἔργα τῆς βυζαντηνῆς τέχνης, διεφυλάχθησαν ταῦτα· ἤδη, ὅτε λαμβάνεται κάποια πρόνοια, δὲν νομίζετε ὅτι καλύτερον θὰ διαφυλαχθῶσι;
§220Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤθελον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως φροντίσῃ διὰ πάντα τὰ κειμήλια τὰ εὑρισκόμενα ἐν ταῖς Μοναῖς, ὅπως ἐν τῷ Μεγάλῳ Σπηλαίῳ, ἐν τοῖς Μετεώροις καὶ τῷ Ἁγίῳ Ὄρει καὶ ἴσως καὶ ἐν ἄλλαις Μοναῖς, καὶ τὰ ὁποῖα θὰ μένωσι πάντοτε ἐκεῖ, διότι αὐταὶ αἱ Μοναὶ βεβαίως δὲν θὰ τὰ ἀποχωρισθῶσι. Θὰ ἔχωμεν πάντοτε ἐκεῖ Μουσεῖα, θὰ ἔχωμεν πολλὰ Μουσεῖα καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι λοιπὸν ἀνάγκη, ὅπως γίνῃ τοὐλάχιστον ἀπογραφὴ πάντων τῶν κειμηλίων εἰς πάσας τὰς Μονὰς καὶ εἰς πάντας τοὺς ναοὺς ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἱστορικήν τινα ἀξίαν, διότι σήμερον καὶ παρὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ σύλησις καὶ ἡ λεηλασία τῶν κειμηλίων αὐτῶν, ὅπως τῶν εἰκόνων τῶν παλαιῶν, ἀμφίων καὶ λοιπῶν.
§221ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἔχομεν διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας ἐμποδίζεται ἡ πώλησις τῶν εἰκόνων, τῶν ἀμφίων καὶ λοιπῶν; (Διάλογοι).
§222Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐμποδίζεται ἡ εἰσαγωγή, ἀλλ’ ἡ ἐξαγωγὴ εἶναι δύσκολον νὰ ἐμποδισθῇ· ἑπομένως εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἀφαίρεσις τῶν κειμηλίων αὐτῶν, ὅταν παραλαμβάνωσιν αὐτὰ ὁ εἷς ἀπὸ τὸν ἄλλον.
§223ΙΩ. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ὀρθὴ ἡ ἰδέα σας.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§225Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ νὰ προστεθῶσι δύο πρόσωπα ἀκόμη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἓν μέλος τῆς ἀρχαιολογικῆς ἑταιρείας καὶ ἓν μέλος τῆς χριστιανικῆς ἑταιρείας, διὰ νὰ συμπληρωθῇ καλύτερον μὲ κατάλληλα πρόσωπα.
§226Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀκούω τὰς παρατηρήσεις. Θὰ ἀνατυπώσω τὸ νομοσχέδιον.
§227Γ. ΓΑΪΤΑΝΟΣ. Ἔχετε καμμίαν τροπολογίαν ὅτι διὰ Β. Διατάγματος...;
§228Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ναί. Ὅτι διὰ Β. Διατάγματος δύναται ν’ ἀνατεθῇ ἡ προεδρία τῆς ἐπιτροπῆς εἰς ἕνα ἐκ τῶν βασιλοπαίδων.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4). Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§230Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Μεταξύ, κύριε Πρόεδρε, τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἀνάγονται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν βυζαντηνῶν καὶ χριστιανικῶν ἔργων παρελείφθησαν τὰ βιβλία καὶ τὰ ἔγγραφα. Ἀναφέρει πάντα τὰ ἀνάγλυφα, ἐπιγραφάς, εἰκόνας ἐπὶ ξύλου, τοιχογραφίας, ψηφιδωτά, ἀγγεῖα, σκεύη, ἔπιπλα, ὅπλα καὶ λοιπά, ἀλλὰ τὰ βιβλία, ὅπως τὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια καὶ ἄλλα βιβλία, δὲν τὰ ἀναφέρει.
§231Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ γίνῃ μία προσθήκη.
§232Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ Εὐαγγέλιον θὰ θεωρηθῇ ὡς σκεῦος.
§233Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὑπάρχουσι βιβλία τὰ ὁποῖα εἶναι ἔργα τέχνης. Ἡ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου ἔχει Εὐαγγέλιον τὸ ὁποῖον εἶναι μεγάλης τέχνης. Ἔχει εἰκόνας χιλίων ἐτῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἄξιαι θαυμασμοῦ. Εἶναι ἔργα τέλεια.
§234Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὰ περιλαμβάνονται. Τὰ βιβλία καὶ αἱ εἰκόνες περιλαμβάνονται.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θεοδωρόπουλος.
§236Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προσθέσῃ διάταξιν ὁ κ. Ὑπουργός, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ δήλωσις τῶν τοιούτων ἀντικειμένων, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀπογραφὴ ἐντὸς μάλιστα προθεσμίας.
§237Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 5 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 6, 7 καὶ 8). Ἄρθρον 9 (ἀναγινώσκεται).
§239Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ Μυστρᾶς εἶναι τὸ μεγαλύτερον κέντρον. Ὁλόκληρος ὁ Μυστρᾶς ἀποτελεῖ Μουσεῖον. Δεκαπέντε ναοὶ βυζαντηνοὶ εἶναι εἰς κατάστασιν ὄχι εὐχάριστον αὐτὴν τὴν στιγμήν, δέονται δὲ προσοχῆς καὶ μερίμνης. Θὰ παρακαλέσω νὰ τεθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Μυστρᾶς ὁλόκληρος ἀποτελεῖ μίαν ἀρχαιολογικὴν περιφέρειαν ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν ἑνὸς καθηγητοῦ ἢ ἑνὸς διδασκάλου. Ἐπὶ δεκαπενταετίαν διαμείνας ἐν Σπάρτῃ γνωρίζω τί στοιχίζει ὁ τόπος ἐκεῖνος. Οἱ χωρικοὶ πάντες μεταφέρουσι τεμάχια διὰ νὰ κτίσωσι τὰς οἰκίας των, οὐδεμία ἐπίβλεψις ὑπάρχει, καὶ ἂν ξένος τις μεταβῇ ἐκεῖ ἵνα θαυμάσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Πομπηΐαν, ὅπως ὠνομάσθη ἄλλοτε, οὐδεὶς ὑπάρχει ἵνα τὸν ὁδηγήσῃ. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν νὰ τεθῇ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν ἀνατίθεται ἡ ἐπίβλεψις εἰς ἕνα τῶν διδασκάλων ἐπὶ ἐπιμισθίῳ μικρῷ, 10–20 δραχμῶν, καὶ νὰ τοποθετηθῇ καὶ εἷς φύλαξ ἐκεῖ, ὁ ὁποῖος νὰ προσέχῃ καὶ φυλάσσῃ τὰ μνημεῖα.
§240Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ λαμβάνεται πρόνοια.
§241ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται εἶτα καὶ γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ ἀνάγνωσιν). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΝΒʹ περὶ ἐθνικῆς Πινακοθήκης». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν κλπ. ὑπαγομένων κληροδοτημάτων». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 1–6). Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§242Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διαγράφονται αἱ λέξεις «τὸ πανεπιστημιακόν».
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 9 καὶ 10). Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§244Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ προστεθῇ «ἢ τούτου κωλυομένου ἐξ ἑνὸς τμηματάρχου ἢ γραμματέως αʹ τάξεως». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 11 ὡς ἐτροπολογήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 12–15). Ἄρθρον 16 (ἀναγινώσκεται).
§245Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶμαι ἀντίθετος τῆς ἰδέας ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία θ’ ἀναλάβῃ τὴν τακτοποίησιν τῶν κληροδοτημάτων νὰ μὴ ἀμειφθῇ, καίτοι ἀποτελεῖται ἐκ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἂν καὶ ὁ νόμος τοῦ 1909, ὁ ὁποῖος εἶχε σχηματίσει τὴν αὐτὴν Ἐπιτροπὴν ἐξ αὐτῶν τῶν ἰδίων προσώπων, τὴν εἶχεν ἄνευ ἀμοιβῆς. Ἀλλ’ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ θὰ συμφωνήσωσι μετ’ ἐμοῦ, ὅπως τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον θὰ λάβῃ ἡ Ἐπιτροπὴ ὁρισθῇ ἐκ τοῦ νόμου καὶ οὐχὶ διὰ Β. Διατάγματος, διότι τότε θὰ εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τὸ Σύνταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον πᾶσα σύνταξις καὶ πᾶσα μισθοδοσία ὁρίζεται διὰ νόμου. Ὁρίζεται καὶ διὰ Β. Διατάγματος, ἀλλὰ δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην νὰ ὁρισθῇ οὕτω πως καὶ ὄχι διὰ νόμου τὸ ποσὸν αὐτὸ τῆς Ἐπιτροπῆς, ὅπως ἔχει ὁρισθῇ τὸ ποσὸν τῆς Ἐπιτροπῆς τῶν Κωδίκων.
§246Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁρίσατέ το ὑμεῖς.
§247Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐκτιμήσω.
§248Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἐργασίαν, διότι δὲν γνωρίζομεν οὔτε τὸ ποσὸν τῶν κληροδοτημάτων οὔτε τὸ εἶδος αὐτῶν, οὔτε τὸ ποσὸν τῶν κληροδοτημάτων τῆς νέας Ἑλλάδος, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γίνῃ ἐργασία, ἀναλόγως τῆς ὁποίας θ’ ἀμειφθῶσιν. Ὑποθέτω οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς καὶ ἂν εἶναι θὰ δώσῃ μίαν λογικὴν ἀμοιβὴν διὰ τὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν θὰ κάμωσι.
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 17).
§250Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 18 ἔχον οὕτως: «Ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου καὶ πᾶσαι αἱ λεπτομέρειαι τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ ὁρισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος».
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 18 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «Περὶ ἱδρύσεως ὑπηρεσίας τῶν Ἀρχείων τοῦ Κράτους».
§252Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ν’ ἀναβληθῇ, παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§253Λ. ΝΑΚΟΣ. Διατί, κ. Ὑπουργέ;
§254Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶμαι ἕτοιμος.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως ᾨδείου ἐν Θεσσαλονίκῃ». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§256Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὴ ἡ διάκρισις τῶν καθηγητῶν εἰς αʹ, εἰς βʹ, εἰς γʹ καὶ εἰς δʹ τάξιν δὲν ἔχει κανένα λόγον· δύναται ὁ μισθὸς νὰ εἶναι διάφορος.
§257Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ποῦ τὸ λέγει αὐτό;
§258Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4. Δὲν τὸ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου. Εἶναι μείωσις τῆς ἀξίας τοῦ καθηγητοῦ, ὥστε ν’ ἀποφεύγῃ κανεὶς ὁ ὁποῖος εἶναι διατεθειμένος μὲ μικρὸν μισθὸν νὰ λάβῃ τὸν μικρὸν τίτλον. Πρώτη φορὰ ἡ νομοθεσία διακρίνει τοὺς καθηγητὰς εἰς τάξεις. Ἕως τώρα εἴχομεν καθηγητὰς καὶ διδασκάλους.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§260Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ τεθῇ «τοῦ διευθυντοῦ τῶν Διδασκαλείων» ἀντὶ «τοῦ προέδρου τῶν δημοτικῶν Σχολείων». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 ὡς ἐτροπολογήθη). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§261Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατόν, ἡ τριετία νὰ γίνῃ πενταετία.
§262Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν, ὡς ἐπίσης νὰ τεθῇ καὶ ἡ φράσις «τῶν ᾨδείων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης». Ἐπίσης νὰ τεθῇ ἡ φράσις «ἐπὶ ἐπιμισθίῳ ἴσῳ τὸ πολὺ κλπ.». Ἐπίσης νὰ τεθῇ· «Ὁ διευθυντὴς καὶ οἱ λοιποὶ διδάσκαλοι νὰ ἔχωσι τὴν ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν». Ἐπίσης ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ νὰ τεθῇ· «καθηγητὴς καὶ τῆς Γερμανικῆς».
§263ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§264Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία «τοὺς καθηγητὰς καὶ διδασκάλους». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἐτροπολογήθη, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 6 καὶ 7).
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐθνικῆς μουσικῆς συλλογῆς». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§266Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξακολουθεῖ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου. Πρόκειται νὰ περισυλλέξωμεν τὴν ἐθνικὴν μουσικήν, οὐδεμίαν δὲ νὰ λάβωμεν ἀπὸ τοῦδε πρόνοιαν περὶ τῆς ἐξωτερικῆς αὐτῆς παραστάσεως, διότι, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δαπανῶμεν 5000 κατ’ ἔτος διὰ νὰ συλλέγωμεν τὰ πράγματα αὐτά, ἐρωτᾶται· ὅταν παρέλθῃ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα καὶ θὰ ἔχωσι συλλεγῆ πάντα, τί θὰ γίνωσιν αὐτά· θὰ τὰ χαλάσητε;
§267Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος λαμβάνεται πρόνοια ἵνα περισυλλεγῶσι, μετὰ ταῦτα δὲ δύνανται νὰ ἐκδοθῶσιν ᾄσματα μετὰ μουσικῶν χορῶν, κατόπιν ἀδείας τοῦ Ὑπουργείου. Ἔργον νομοθετικῆς προνοίας εἶναι νὰ περισυλλέξωμεν καὶ ἔπειτα νὰ χρησιμοποιήσωμεν αὐτὰ καὶ νὰ δημιουργήσωμεν τὴν ὀρχήστραν κατόπιν μελέτης. Μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν πρὶν συλλέξωμεν νὰ συντάξωμεν νομοθέτημα διὰ τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄγνωστον. Πρέπει νὰ ἴδωμεν τί θὰ περισυλλέξωμεν, τί θὰ ἐπιτύχωμεν καὶ τότε θὰ δημιουργήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε.
§268ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 3). Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§269Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἀποζημίωσιν.
§270Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 4, 5, 6 καὶ 7, ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ ἀντικαταστάσεως καὶ τροποποιήσεως διατάξεών τινων τῶν νόμων ͵ΓΨΚΕʹ καὶ ͵ΒΨΖΘʹ» καὶ 2) «περὶ συνομολογήσεως δανείου δραχ. 1.000.000 μετὰ τῆς Τραπέζης Κρήτης δι’ ἐκδόσεως γραμματίων τοῦ Δημοσίου»).
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀποξηράνσεως τῶν ἑλῶν τῶν ἁλιπέδων τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου». (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα ὡς ἐτροποποιήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. (Γίνεται εἶτα δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον· «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΥΚΓʹ περὶ ὁδοποιΐας». Ὡσαύτως γίνονται δεκτὰ κατ’ ἄρθρον μόνον καὶ σύνολον εἰς βʹ συζήτησιν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «περὶ μὴ ἐφαρμογῆς τοῦ ἄρθρου 171 τοῦ ποινικοῦ νόμου περὶ ἀναλώσεως ἢ διαθέσεως καρπῶν κατεσχημένων κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἀπὸ 30 Ἰουνίου, 26 Ἰουλίου καὶ 28 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διαταγμάτων περὶ δικαιοστασίου», 2) «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Ῥώμῃ τῇ 26 Μαΐου 1906 διομολογηθείσης συμφωνίας περὶ ἀνταλλαγῆς ἐπιστολῶν καὶ κυτίων μετὰ δεδηλωμένης ἀξίας» καὶ 3) «περὶ κυρώσεως συμφωνίας περὶ ἀνταλλαγῆς ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωσίας». Γίνεται ἐπίσης δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου· «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως τῆς τέως γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης «Νεοελληνικῆς Ἑταιρείας»).
§272Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας). Παρακαλῶ νὰ ψηφισθῶσι μερικαὶ συμβάσεις, κ. Πρόεδρε. Εἶναι αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 48, 49, 50 καὶ 51.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τῶν νομοσχεδίων: 1) «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως τῆς τέως γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ ὑπὸ Ἑλληνικὴν σημαίαν ἀτμοπλοίου «Ἑρμιόνης», 2) «περὶ κυρώσεως προσθέτου ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς τέως γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας «Π. Πανταλέοντος», 3) «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς τέως γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας «Ἀρχιπελάγους» καὶ 4) «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς τέως γενικῆς διευθύνσεως τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς ἀτμοπλοΐας «Σποράδων»).
§274Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 52, παρακαλῶ, «περὶ τηλεφωνικῶν τελῶν».
§275ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καθορισμοῦ τηλεφωνικῶν τελῶν καὶ περὶ ἀντιτίμου τελῶν τηλεγραφημάτων». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§276ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι πέντε στρατιωτικὰ νομοσχέδια, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ καμμία ἀντίρρησις ὅπως ψηφισθῶσι. Τὰ ὑπ’ ἀριθμὸν 117, 118, 119,120 καὶ τὸ 43.
§277ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κατατάξεως ἐθελοντῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἡμερησίου μισθοῦ ὁπλιτῶν».
§278Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐνῷ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι περὶ μισθοῦ τῶν ὁπλιτῶν, ἐν τούτοις ἀναγράφεται ἐν ἄρθρῳ 6 ὅτι (ἀναγινώσκει): «Ἐν πολέμῳ τὸ Κράτος χορηγεῖ εἰς τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ἀνὰ δύο μὲν λεπτὰ δι’ ἕκαστον ὑπαξιωματικὸν ἢ δεκανέα, ἀνὰ ἓν δὲ δι’ ἕκαστον ὑποδεκανέα, στρατιώτην ἢ δόκιμον μουσικὸν καὶ δι’ ἑκάστην ἡμέραν παρουσίας αὐτῶν».
§279ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι τὸ ἰσχῦον δίκαιον καὶ τὸ διατηροῦμεν. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ οἰκονομία τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλάμβανε τὸ Μετοχικὸν νὰ τὸ ἀφήσωμεν καὶ τὸ ἄλλο τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ὁ στρατιώτης νὰ μὴ τὸ δώσωμεν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ νὰ τὸ δώσωμεν διὰ σύστασιν ταμείου ὁπλιτῶν.
§280Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν εἶναι ἰσχῦον δίκαιον, δὲν πειράζει καὶ νὰ μεταβληθῇ. Διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς εἰς μέλλουσαν ἐπιστράτευσιν δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ ποσὸν ἑκατομμυρίων ὑπὲρ τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Μετοχικὸν Ταμεῖον ἐξυπηρετεῖ ἀνάγκας ἀξιωματικῶν καὶ τὰ ταμεῖα αὐτὰ διὰ διαφόρων διατάξεων κατορθώνουσι νὰ λαμβάνωσι πολλά.
§281ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι κακόν. Ἂς πάρωσι. (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον τὸ νομοσχέδιον. Ψηφίζονται ἐπίσης εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὰ νομοσχέδια· 1) «περὶ στρατολογίας μονίμων ἀξιωματικῶν τοῦ Ὑγειονομικοῦ καὶ τοῦ Μεταγωγικοῦ» καὶ 2) «περὶ διεξαγωγῆς τῆς στρατολογικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς τῶν στρατιωτικῶν εἰσφορῶν εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κοινότητας»).
§282Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Καὶ τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 112 «περὶ τοκογλυφίας» οὐδεμίαν ἔχει συζήτησιν.
§283ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ νόμου ͵ΓΩΛΖʹ τοῦ 1911 περὶ συμβατικοῦ τόκου, τοκογλυφίας καὶ αἰσχροκερδείας». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§285ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 43 «περὶ ἀδηλώτων».
§286ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἐδαφίου αʹ τῆς 4ης παραγράφου τοῦ ἄρθρου 27 τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας, ὡς ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 236 νόμου καὶ καταργήσεως τοῦ εʹ ἐδαφίου τῆς αὐτῆς παραγράφου».
§287ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Γίνεται ἡ τροποποίησις ὅτι παρατείνεται ἡ προθεσμία τῶν μὲν τῆς ἡμεδαπῆς μέχρι τῆς 15 Νοεμβρίου, τῶν δὲ τῆς ἀλλοδαπῆς μέχρι τῆς 15 Δεκεμβρίου.
§288ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περισσότερον· περισσότερον.
§289ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τέλος Νοεμβρίου λοιπὸν καὶ τέλος Δεκεμβρίου.
§290Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐδῶ δὲν εἶναι ἰσχῦον δίκαιον καὶ ὅμως τίθεται τὸ ⅒ εἰς ὄφελος τοῦ Μετοχικοῦ Ταμείου τοῦ κατὰ γῆν Στρατοῦ.
§291ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πειράζει.
§292Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει τὸ Ταμεῖον τῆς Περιθάλψεως ἔπρεπε τὰ περισσότερα νὰ περιέρχωνται εἰς αὐτό.
§293ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχομεν ψηφίσει τὸν νόμον 236 περὶ ἀδηλώτων καὶ ἐκεῖ τὸ ἔχομεν θέσει. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ τὸ ἀλλάξωμεν ἐδῶ. Ἐὰν δὲν τὸ εἴχομεν ἐκεῖ, θὰ τὸ ἐδεχόμην εὐχαρίστως.
§294Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διατίθενται ταῦτα ὑπὲρ τῶν ἀξιωματικῶν οἱ ὁποῖοι καὶ καλὰ πληρώνονται καὶ καλὰς συντάξεις ἔχουσι καὶ δὲν λαμβάνεται πρόνοια ὑπὲρ τοῦ Ταμείου τῆς Περιθάλψεως.
§295ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ συνάδελφός μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θὰ σᾶς φέρῃ νομοσχέδιον καὶ περὶ ἐκείνου τοῦ Ταμείου. (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον).
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι· Ὁ βουλευτὴς κ. Σπ. Ἰγγλέσης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ φαρμακείων»· Ὁ βουλευτὴς κ. Χρ. Καρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 19 Αὐγούστου ἐ. ἔ. νομοθετικοῦ Διατάγματος περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν σχολείων τῆς δημοτικῆς καὶ μέσης ἐκπαιδεύσεως»· Οἱ βουλευταὶ κύριοι Ι. Καλαντζόπουλος, Σ. Γρανίτσας, Πολ. Πολυχρονιάδης καὶ Ν. Ῥαφτόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τὴν ταχυδρομικὴν καὶ τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν»· Ὁ βουλευτὴς κ. Χρ. Καρᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συνεταιρισμῶν»· Ὁ βουλευτὴς κ. Π. Πετροπουλάκης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως συλλογῆς ἔργων βυζαντινῆς ἢ χριστιανικῆς τέχνης»· Οἱ βουλευταὶ κ. Ἀλ. Ἀναστασιάδης καὶ Ἀρ. Σακελλαρίου ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δικαστικῶν ἀντιπροσώπων παρὰ τοῖς οἰκονομικοῖς ἐφόροις»· Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Ἀρχείων τοῦ Κράτους»· Οἱ βουλευταὶ κ. Ι. Ἀθανασάκης, Α. Σακκελλαρίου, Γ. Στρατούλης, Σ. Παππαβασιλείου καὶ Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἀπονομῆς εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν χημικὸν Ι. Π. Δοκνίδην», ἥτις καὶ παραπέμπεται εἰς Ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. Γ. Στρατούλη, Ἀθ. Χριστοπούλου, Λ. Ἀναστασιάδου, Ν. Ξηροῦ, Σ. Τσακοπούλου, Α. Σακκελλαρίου, Ι. Ἀθανασάκη καὶ Σ. Παππαβασιλείου· Οἱ βουλευταὶ κ. Σ. Γρανίτσας καὶ Γ. Τσακανίκας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῆς ἀμέσου ἀποστρατεύσεως ἄνευ ἐκδόσεως Β. Δ. τῶν αὐτεπαγγέλτως ἀποστρατευθέντων ἀξιωματικῶν δυνάμει τοῦ ͵ΓΧΝΓʹ νόμου τῆς 14 Μαρτίου 1910, ὧν ἡ ἀποστράτευσις ἐλογίσθη ἄκυρος»· Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Τσακόπουλος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων ͵ΓΩΚΓʹ, ͵ΓΩΚΕʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῶν Πανεπιστημίων, ͵ΓϠΞϚʹ καὶ 221 περὶ παρατάσεως τοῦ χρόνου τῆς ἐγγραφῆς»· Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθηκῶν καὶ τροποποιήσεων εἰς τὸν νόμον ͵ΓΨΛʹ περὶ τῆς ἀρχαιολογικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὑτῆς. Θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ὑπάρχει πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πολλῶν Βουλευτῶν, ὅπως προταθῇ καὶ ψηφισθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθ. 124 πρότασις νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τῶν πρὸς τὸ Ναυτικὸν Ἀπομαχικὸν Ταμεῖον καθυστερουμένων εἰσφορῶν τῶν ναυτικῶν δήμων κτλ».
§297ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι, διότι ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν.
§298ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Μοὶ τὸ ἐδήλωσεν.
§299ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφ’ ὅσον ἀπουσιάζει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας ὅπως τεθῇ τριήμερος προθεσμία εἰς τὰς Ἐπιτροπὰς πρὸς ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεών των ἐπὶ τῶν ἑξῆς νομοσχεδίων: 1) «περὶ κυρώσεως συμβάσεως διὰ τὴν ἐπὶ τῶν Ἑλληνικῶν σιδηροδρόμων κυκλοφορίαν διαφόρων τύπων ἁμαξῶν τῆς «Διεθνοῦς ἑταιρείας κλιναμαξῶν κλπ», 2) «περὶ συστάσεως νομοπαρασκευαστικῆς Ἐπιτροπείας πρὸς ἀναθεώρησιν τῆς νομοθεσίας καὶ σύνταξιν τοῦ νόμου περὶ σχεδίων πόλεων καὶ ἀπαλλοτριώσεων» καὶ 3) «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ͵ΒΣΛΗʹ τῆς 9 Μαρτίου 1894, δι’ οὗ ἐτροποποιήθη τὸ ἄρθρον 24 τοῦ νόμου ͵ΣΙΒʹ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 12.20′ τῆς νυκτός).