1914.10.20
5.274 στίχοι · 40.628 λέξεις · 419 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 30
Τῆς 20ης Ὀκτωβρίου 1914.
(Δευτέρα, ὥρα 5.15′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Οἱ ἐν ταῖς φυλακαῖς Παλαμηδίου κατάδικοι αἰτοῦνται τὴν εἰς ἄλλας φυλακὰς τοῦ Κράτους μεταγωγὴν των. Ὁ Φώτης Κοτζαμάνης ἐξ ἐπαγγέλματος κυνηγὸς παρακαλεῖ, ὅπως τῷ παρασχεθῇ ἄδεια ὁπλοφορίας. Ὁ καθηγητὴς τῶν Καλῶν Τεχνῶν Θωμᾶς Θωμόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἀνέγερσις ἀνδριάντος τῷ ἀειμνήστῳ Χ. Τρικούπῃ ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς, δαπάναις ἀνωνύμου δωρητοῦ. Ὁ ταγματάρχης Κογκόπουλος Γεώργιος παρακαλεῖ, ὅπως ἐπανέλθῃ εἰς τὸ στράτευμα μὲ τὸν βαθμὸν τῆς ἀρχαιότητός του. Ἡ Ἀδαμαντία Οἰκονόμου τὸ γένος Κανάρη παρακαλεῖ, ὅπως τῇ ἀπονεμηθῇ σύνταξις. Ὁ ταγματάρχης Γεώργιος Σαχτούρης παραπονεῖται ὅτι δὲν προήχθη κατὰ τοὺς τελευταίως γενομένους προβιβασμούς. Οἱ κάτοικοι τῆς ἐνορίας «Ταξιάρχαι Πολυγώνου» παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς παραχωρηθῇ γήπεδον διὰ τὴν ἀνέγερσιν ναοῦ. Ὁ Δῆμος Πειραιῶς ἐκφράζει τὴν εὐχήν, ὅπως ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον «περὶ συντηρήσεως ἔργων ἀντιπλημμυρικῶν». Οἱ Μουχταροδημογέροντες τῆς κοινότητος Τσερνεσίου, τῆς Ἠπείρου, παραπονοῦνται διὰ τὰ κατ’ αὐτῶν μέτρα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας. Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Μπούζι παρακαλεῖ, ὅπως ἐπισπευσθῇ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Ἰάσων Ἐλευθερίου, ὑπηρετήσας κατὰ τοὺς δύο πολέμους ὡς ὑπαξιωματικὸς καὶ ἀποκλεισθεὶς τῶν ἐξετάσεων διὰ τὸν βαθμὸν ὑπενωμοτάρχου ὡς ἔχων 1 μέτρ. 63 τοῦ μέτρου ἀνάστημα, παρακαλεῖ ὅπως ληφθῇ πρόνοια. Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος Γαυρίου Γ. Μαμάκος διαμαρτύρεται ἐξ ὀνόματος τῶν κατοίκων κατὰ τοῦ σχολάρχου Μ. Γουλανδρῆ. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κεφαλληνίας κρατούμενος Εὐάγ. Ἀντωνᾶτος παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτόν. Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Ἀγυιᾶς αἰτεῖται τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐξ Ἀγυιᾶς τοῦ ἐκεῖ Εἰρηνοδίκου. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ ἀποστράτου λοχαγοῦ Π. Παπακώστα.
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν ταύτην, κ. Πρόεδρε.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός. Ἀπών. Ὁ κ. Ν. Στράτος. Ἀπών. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης. Ἀπών. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κωνσταντίνου Ἰωαννίδου μηχανικοῦ ἀσυρμάτου.
§4Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα λάβῃ αὐτὴν ὑπ’ ὄψιν του.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀποσταλῇ. Οἱ κ. κ. Γ. Καντιάνης, Π. Λαγοπάτης, Δ. Γκλαβᾶς κλπ., ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Καλαμῶν Π. Δικαιάκου.
§6Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Θὰ παρακαλέσω, κ. Πρόεδρε, νὰ δοθῇ ἰδιάζουσα προσοχὴ εἰς τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Πρόκειται περὶ νέου, ὁ ὁποῖος ἐξ ἄκρας φιλοπατρίας ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ ἀγῶνος ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς ἐννενήκοντα ἕξ ἀνδρῶν, τοὺς ὁποίους ἐξώπλισε καὶ συνετήρησε δι’ ἰδίων του ἐξόδων, καὶ μετέσχε τῆς ἐκστρατείας. Κατὰ τὸ διάστημα ὅμως ταύτης, ἀφοῦ δὲν ἐτρώθη ὑπὸ ἐχθρικῆς σφαίρας, ἔπαθεν ἐκ ῥευματισμῶν καὶ ἀρθρίτιδος, ἤδη δὲ κατέστη ἄχρηστος. Πρὸς βεβαίωσιν πάντων τούτων ἐπισυνάπτει ἐν τῇ ἀναφορᾷ του ἅπαντα τὰ ἐπίσημα πιστοποιητικὰ τῶν ἰατρῶν, καθὼς καὶ πιστοποιητικὸν περὶ τῆς δράσεώς του τοῦ Ἀντιστρατήγου κ. Σαπουντζάκη. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ λάβῃ πάντα ταῦτα ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ καὶ νὰ μεριμνήσῃ ὅπως χορηγηθῇ τῷ εἰρημένῳ Δικαιάκῳ δικαία τις ἀμοιβή, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ διέλθῃ τὰ ὑπόλοιπα τοῦ βίου αὑτοῦ ἔτη ἐν ἀνταξίᾳ πρὸς τὴν δρᾶσίν του βιωτικῇ ἀνέσει.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§8Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ὑπόθεσιν περὶ τῆς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω, διότι νομίζω ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη ῥίπτει οὐχὶ πολὺ εὐχάριστον φῶς ἐπὶ τῆς ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπαλληλίας. Συμπολίτης μου δικηγόρος, ἐγκατεστημένος ἐν Ναυπλίῳ, ὅστις εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, διότι καὶ τοῦτο ἔχει σημασίαν, μετέσχεν ὡς ἐθελοντὴς εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῆς Χίου καὶ ἐπληγώθη λαβὼν τραῦμα, διωρίσθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὡς Γενικοῦ Διοικητοῦ τῆς Μακεδονίας, εἰς τὴν θέσιν εἰρηνοδίκου. Ἐν τῇ θέσει ταύτῃ ὑπηρέτησε κατὰ τρόπον εὔορκον, ὡς τοὐλάχιστον ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 48 πιστοποιητικοῦ τοῦ Προέδρου τῶν Πρωτοδικῶν Βερροίας κ. Δαμιανοῦ, ἀπαντῶντος εἰς αἴτησιν πληροφοριῶν τοῦ ἐνταῦθα Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ βεβαιοῦντος ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται συμπολίτης μου, ὑπηρετήσας ὡς εἰρηνοδίκης παρὰ τοῖς Εἰρηνοδικείοις Καρατσόβας καὶ Γιεννιτσῶν, ἐπεδείξατο χρηστότητα, ἐπιμέλειαν, δραστηριότητα, ἱκανότητα καὶ ὑπηρεσιακὸν θάρρος. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο καταθέτω ἵνα προστεθῇ ἐν τῷ οἰκείῳ φακέλλῳ. Κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1914, ὁ εἰρηνοδίκης οὗτος ὑπηρέτει ἐν Δεμὶρ–Ἰσσάρ, κληθεὶς ὅμως εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ καὶ ἔχων ἀνάγκην χρημάτων, ἐζήτησεν παρὰ τοῦ ταμίου Δεμὶρ–Ἰσσάρ, ὅπως λάβῃ μέρος τοῦ μισθοῦ του, τὸ ἀναλογοῦν εἰς τὸν χρόνον καθ’ ὃν ὑπηρέτησε, ἐπὶ τούτῳ δὲ καὶ ἔδωκεν ἀπόδειξιν δι’ ὁλόκληρον τὸν μισθὸν πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ κ. Ταμίου, καθόσον καὶ τακτικὸν δὲν ἦτο νὰ πληρωθῇ ἄνευ καταστάσεως καὶ ἐντάλματος, ἀλλὰ καὶ δὲν ἦτο τακτικὸν νὰ πληρωθῇ τμηματικῶς, διότι αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τοὺς κανόνας τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ὅτε ἀφυπηρέτησε μετέβη καὶ πάλιν εἰς τὴν θέσιν του καὶ ὑπηρέτησε πάλιν ἐπὶ ἕνα μῆνα, μεθ’ ὃ παρητήθη καὶ ἦλθεν εἰς Ἀθήνας καὶ δικηγορεῖ. Θέλων νὰ τακτοποιήσῃ τὴν λῆψιν τῶν χρημάτων τοῦ μισθοῦ τοῦ Ἰανουαρίου, ὑπέβαλε κατάστασιν διὰ τὸ ὑπόλοιπον ποσὸν τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ, ἐνόμιζε δ’ ὅτι εἶχε τακτοποιήσει πλέον τὴν ὑπόθεσίν του καὶ ἐπανῆλθεν εἰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ συνέβη τὸ ἑξῆς· ὁ ταμίας τοῦ Δεμὶρ–Ἰσάρ, ὁ κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1914 δοὺς ἐπ’ ἀποδείξει τοῦ ὅλου μισθοῦ μέρος τῆς μισθοδοσίας ταύτης, ἀποδειχθεὶς καταχραστὴς κατεδιώχθη καὶ εὑρίσκεται ἐν ταῖς φυλακαῖς, ἀντικατεστάθη δὲ ὑπ’ ἄλλου ταμίου, ὁ ὁποῖος καὶ σήμερον εὑρίσκεται ἐκεῖ. Ὁ εἰρημένος δικηγόρος, ὅτε ἐτακτοποίησε τὰς σχέσεις του, ἐτακτοποίησεν αὐτὰς ἀπέναντι τοῦ νέου ταμίου. Παραδόξως ὅμως ἐπανελθὼν εἰς Ἀθήνας ἔμαθεν ὅτι καταδιώκεται, τῷ ἐκοινοποιήθη δὲ πρόσκλησις καὶ ἐξεδόθη ἐναντίον του ἔνταλμα προσωποκρατήσεως ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ ὅτι παρὰ τὸν νόμον εἶχε λάβει ὁλόκληρον τὸν μισθὸν τοῦ Ἰανουαρίου, ἐνῷ εἶχεν ὑπηρετήσει μόνον δεκατέσσαρας ἡμέρας. Ἡ τοιαύτη πρόσκλησις ἐστηρίζετο εἰς τὴν ἀπόδειξιν ἡ ὁποία ὡς εἶπον εἶχεν ἐκδοθῇ διὰ τὸ ὅλον ποσόν. Ἐπειδὴ κατεδιώκετο, δικηγόρος ὤν, προσεφέρθη νὰ καταβάλῃ μέρος τοῦ χρέους τμηματικῶς ἐπὶ ἐπιφυλάξει τῶν δικαιωμάτων του, ὅπως ἀμφισβητήσῃ τὴν ὑποχρέωσιν αὐτοῦ. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, οὗτινος προΐστασθε, διὰ διαταγῆς του διέταξε τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως τοῦ εἰρημένου δικηγόρου· παραδόξως ὅμως μετά τινας ἡμέρας ὁ δικηγόρος οὗτος λαμβάνει ἐπιστολὴν παρὰ τοῦ κ. Ταμίου τοῦ Δεμὶρ–Ἰσὰρ τῆς ὁποίας τὸ περιεχόμενον σᾶς ἀναγινώσκω· «Κύριε· ἔλαβον διαταγὴν δι’ ἧς μοὶ γνωστοποιεῖται ὅτι ἀπέναντι τοῦ χρέους σας ἐπληρώσατε μόνον 50 δραχμὰς καὶ τὸ ὑπόλοιπον θὰ καταβάλλητε εἰς μηνιαίας δόσεις καὶ κατὰ συνέπειαν διατάσσομαι νὰ ἀναστείλω τὴν καταδίωξιν. Μάλιστα, ἀξιότιμε Κύριε, ἴσια μὲ ἐδῶ καλὰ τὰ κατάφερες· ἀλλὰ μάθε, ἀξιότιμε Κύριε, ὅτι ἐγὼ δὲν θὰ ἀναστείλω τὸ ἔνταλμα, διότι οὔτε κατὰ διαταγὴν παράνομον θὰ ὑπάγω ἐγὼ εἰς τὴν φυλακὴν οὔτε διὰ τὸ χατῆρι σου θὰ χάσω ἐγὼ δραχμὰς 170 — τὰς ὁποίας ἐπλήρωσα ἀπὸ τὴν τσέπη μου καὶ οὔτε θὰ πληρώσω ἐγὼ τὰ...»· ἐνταῦθα ἀναφέρει μίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐκστομίσω ἐκ τοῦ στόματος, «τὰ δικά σου. Μάθε δὲ ὅτι ἐὰν ἐντὸς τριμηνίας δὲν ἐκτελεσθῇ τὸ ἔνταλμα, θὰ καταγγείλω τὴν Ἀστυνομικὴν Ἀρχήν, ἐπιφυλάσσομαι δέ, ἐὰν παραστῇ ἀνάγκη, νὰ καταγγείλω καὶ σὲ ἐπὶ ἀπάτῃ». Αὐτὸ εἶναι ἔγγραφον δημοσίου ὑπαλλήλου στελλόμενον πρὸς πολίτην δικηγόρον, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ δημόσιος αὐτὸς ὑπάλληλος, ἀφ’ ἑνὸς μὲν κακίζει τὴν διαταγὴν τοῦ προϊσταμένου του Ὑπουργοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐκφράζει τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἡ διαταγὴ αὕτη ἐξεδόθη συνεπείᾳ συνεννοήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ μετὰ τοῦ καταδιωκομένου ὀφειλέτου. Ἡ αὐθάδεια εἶναι πρωτοφανής, ἀλλὰ πρωτοφανὴς εἶναι καὶ ὁ τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου ὁ δημόσιος αὐτὸς ὑπάλληλος ἐκφράζεται βωμολοχικῶς κατὰ τρόπον ἀπάδοντα πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ ἀνθρώπου. Ὁμολογεῖ προσέτι περαιτέρω, καὶ εἰς τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προσέξῃ, ὅτι τὰ χρήματα διὰ τὰ ὁποῖα καταδιώκει τὸν ὀφειλέτην αὐτὸν ἔχει πληρώσει ὁ ἴδιος. Πιθανὸν νὰ ἐπλήρωσε ταῦτα, διότι εὑρέθη ἐν ἀταξίᾳ κατὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ταμείου, ἀλλὰ μεταχειρίζεται τὴν δημοσίαν ἐξουσίαν καὶ τὴν διοικητικὴν ἐκτέλεσιν πρὸς εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου διὰ νὰ ἀποζημιωθῇ αὐτός, ἐπειδὴ εὑρεθεὶς ἐν ἀταξίᾳ κατὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ ταμείου, ὑπεχρεώθη νὰ πληρώσῃ, καὶ καθυβρίζει ἕνα πολίτην δι’ ἀλληλογραφίας χωρὶς νὰ ἔχῃ δικαίωμα νὰ ἀλληλογραφῇ μετ’ αὐτοῦ. Ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι αὐτὸς πραγματικῶς εὑρίσκετο ἐν τῷ δικαίῳ, ἐὰν ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ παραβῇ διαταγήν, τὴν ὁποίαν ἐξεδώκατε ὑμεῖς, ὤφειλε νὰ ἐνεργήσῃ κατὰ νόμον· ἀλληλογραφίαν ὅμως τοιούτου περιεχομένου δὲν ἠδύνατο νὰ διεξαγάγῃ. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀρκετὰ σοβαρόν, πολὺ δὲ σοβαρώτερον καθίσταται διότι ἀποτολμᾷ εἷς ὑπάλληλος νὰ γράψῃ τοῦτο εἰς δικηγόρον. Ἀλλ’ εἶναι ἀκόμη σοβαρώτερον, διότι ἂν τοιοῦτό τι ἀποτολμᾷ ἐναντίον δικηγόρου εὑρισκομένου ἐν Ἀθήναις, πῶς θέλετε νὰ φερθῇ ἐν Μακεδονίᾳ εὑρισκόμενος; Ἀκούω δὲ ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν παρεκτροπὰς τῶν διαφόρων αὐτῶν ὑπαλληλίσκων. Ἰδοὺ μία ἀπόδειξις, κ. Ὑπουργέ, καὶ ζητῶ ὅπως ἐπέλθῃ ἄμεσος κύρωσις τοῦ περὶ εὐπρεπείας τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν περὶ ἀξιοπρεπείας τῶν δικηγόρων κειμένων διαταγῶν διὰ τῆς ἀπολύσεως ἑνὸς τοιούτου ὑπαλλήλου, ὁ ὁποῖος προσέβαλε καὶ τὸ σχετικὸν ἀκόμη Σῶμα.
§9ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Παρακαλῶ νὰ μοὶ σταλῇ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ καὶ ἡ ἐπιστολὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ λάβω τὰ προσήκοντα μέτρα.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἀποσταλῆ. Ὁ κ. Ν. Στράτος ὅπως καταθέσῃ ἀναφοράν.
§11Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι κατατεθειμένη καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον νὰ στείλῃ αὐτὴν ταχέως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα λάβῃ ἐγκαίρως πρόνοιαν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἂν συνέστησεν εἰς τὴν Δ. Οἰκονομικὴν Ἐπιτροπὴν τὴν ἵδρυσιν ἀποθήκης μονοπωλειακῶν εἰδῶν ἐν Ὑπάτῃ, ἄνευ μεταφορᾶς τῆς ἐν Ἀγυιᾷ τοιαύτης.
§13ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀπαντῶ ὅτι ἡ σύστασις εἶναι ὀρθή, ἐὰν δὲ ἡ ἑταιρία συστήσῃ καὶ ἄλλας ἀποθήκας θὰ ἐνεργήσω τὰ δέοντα, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ σύστασις. Οἱ κ. κ. Λ. Νάκος, Ν. Πετσάλης καὶ Ι. Μπουρνιᾶς ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς ἐκμετάλλευσιν τῶν ἰαματικῶν ὑδάτων.
§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἡ περίστασις κατάλληλος, ἵνα προβῶμεν μετ’ ἀνέσεως εἰς ζήτημα τὸ ὁποῖον καὶ τὴν Βουλὴν θὰ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας καὶ τὴν κοινὴν γνώμην ἐπίσης.
§15Λ. ΝΑΚΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἶναι λίαν ἐπείγουσα ἡ ὑπόθεσις καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σπεύσητε νὰ ὑποβάλητε νομοσχέδιον, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἐν Αἰδηψῷ ἕκαστος ἰδιοκτήτης κάμνει καὶ λουτρά, καὶ ὅταν μεθαύριον θὰ θελήσῃ τὸ Κράτος νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς ἰδιοκτήτας, θὰ εὑρεθῇ πρὸ μεγάλου ἀριθμοῦ ἀποζημιώσεων, καὶ θὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ τετραπλάσια. Ἂς κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῶν ἀποζημιώσεων καὶ ἂς ἀφεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διὰ τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ Δημοσίου.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 7. Οἱ κ. κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς, Ν. Ραυτόπουλος, Ν. Χαριτᾶτος, Ἠλ. Τσιτσέλης καὶ Σ. Ἰγγλέσης παρακαλοῦσι τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς Στρατιωτικῶν καὶ Συγκοινωνίας, ὅπως πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, ἐὰν τὴν 15 τρέχοντος ὥραν 7 μ. μ. ἀξιωματικὸς παρουσιασθεὶς εἰς τὸ Τηλεφωνικὸν Κέντρον ἐζήτησε συγκοινωνίαν μετὰ τῶν Πατρῶν, ἐπὶ τῇ ὑποδείξει δὲ τοῦ ὑπαλλήλου ὅτι κατὰ διαταγὴν τοῦ Ὑπουργείου ἡ ὥρα 7 μέχρι 7½ ἔχει κανονισθῇ διὰ τὴν ἀνταπόκρισιν τοῦ Τύπου, ὅστις ἄλλως τε εἰργάζετο κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, ἐξέφερε βαρείας φράσεις κατὰ τοῦ Ὑπουργείου καὶ ἐξυλοκόπησε τὸν ὑπάλληλον, σύρας τὸ ξῖφος· ἐὰν δὲ οὕτως ἔχει, τίνα μέτρα ἔλαβεν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία».
§17Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διέταξα τὴν διεξαγωγὴν ἀνακρίσεων, τὰς ὁποίας θὰ διαβιβάσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Κοκκέβης παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ἀπὸ 19 Σεπτεμβρίου 1914 τελευταίας ἀναφορᾶς τοῦ Γεωργίου Σ. Παναγοπούλου κατοίκου Γαργαλιάνων, παραπονουμένου διὰ τὴν ἄρνησιν πρὸς πληρωμὴν εἰς αὐτὸν ἐκ μέρους τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Μαράθου χρηματικοῦ ποσοῦ, ὅπερ δικαιοῦται λαμβάνειν διὰ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ κατασκευασθεῖσαν ἀπὸ τοῦ ἔτους 1905 λιμενικὴν ὁδὸν Μαραθουπόλεως–Βρυσομύλου, καίτοι ἔχει ἐκδοθῆ πρᾶξις τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς.
§19Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐν προσεχεῖ συνεδριάσει.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Νάκος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διατί δὲν ἐνεργήθη τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 13416 τῆς 10 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τοῦ ὁποίου παρακαλεῖται τοῦτο ὅπως διατάξῃ τὸν ἔφορον Λειβαδιᾶς καὶ συντάξῃ συμβόλαιον μετὰ τοῦ Προέδρου τῆς κοινότητος Δαυλείας πρὸς παραχώρησιν γηπέδου ἐφ’ οὗ νὰ ἀνεγερθῇ δημοτικὸν σχολεῖον. Συνιστᾷ δὲ εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως λάβῃ μέτρα πειθαρχικὰ κατὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπαλλήλων τοῦ τμήματος τῶν δημοσίων κτημάτων, διὰ τὰς συνήθεις ἀπωλείας ἐν τῷ τμήματι τούτῳ δημοσίων ἐγγράφων ἢ ἀναφορῶν τῶν πολιτῶν.
§21ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κακῶς ἀνεγράφη, διότι ἡ ἀπάντησις ἐδόθη.
§22Λ. ΝΑΚΟΣ. Μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τί μέτρον θὰ λάβῃ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες προβιβασθέντες κατόπιν τῆς γενομένης ἀναθεωρήσεως τῶν πινάκων δὲν εἶναι ἤδη ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς πίνακας προβιβασμῶν, τοὺς συνταχθέντας ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων καὶ ἰσχύοντας μέχρι τοῦ ἔτους 1915».
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν ἀκόμη νὰ ἀνακοινώσω τι εἰς τὸν κ. Βουλευτήν. Μελετῶ ἀκόμη τὸ ζήτημα. Γνωρίζω τὴν ὑπόθεσιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λόγῳ ἀπουσίας τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀναβάλλεται ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Κ. Γόντικα, παρακαλοῦντος τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παράσχῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἑξῆς πληροφορίας· 1) πόσοι ἀστυνομικοὶ σταθμοὶ ὑπῆρχον πρὸ τοῦ πολέμου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν καὶ πόσοι ἀνεσυνεστήθησαν μετὰ τοὺς πολέμους· 2) ποία ἡ δύναμις ἡ σημερινὴ τῆς ἀστυνομικῆς Διευθύνσεως Πατρῶν εἰς ἐνωμοτάρχας καὶ ὑπενωμοτάρχας· 3) πόσους καὶ ποίους ἀστυνομικοὺς σταθμοὺς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Πατρῶν διευθύνουσιν ἐνωμοτάρχαι καὶ πόσους ὑπενωμοτάρχαι ἢ χωροφύλακες· 4) πόσοι ἀστυνομικοὶ σταθμοὶ ὑπῆρχον πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν πολέμων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας καὶ πόσοι καὶ ποῖοι ἀνεσυνεστήθησαν μετὰ τοὺς πολέμους». Ὡσαύτως τοῦ αὐτοῦ κ. Κ. Γόντικα «παρακαλοῦντος τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν περιῆλθεν εἰς γνῶσιν τῆς ὑπηρεσίας ἀσυνήθης διατάραξις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Ἠλείας, καὶ τίνα μέτρα ἐλήφθησαν πρὸς ἀνασύστασιν τῶν ἀστυνομικῶν σταθμῶν καὶ ἐνίσχυσιν τῶν ἀστυνομικῶν ὑποδιευθύνσεων Ἠλείας». Ὁ κ. Ι. Καλαντζόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτηται νὰ παρατείνῃ τὸ δικαιοστάσιον κατὰ τὰς εὐλόγους εὐχὰς τοῦ λαοῦ, τὰς πανταχόθεν τοῦ Κράτους διαβιβαζομένας καθ’ ἑκάστην πρὸς τὴν Βουλήν, τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς κ. κ. Βουλευτάς, λόγῳ τοῦ χρεοστασίου τῆς σταφιδικῆς κρίσεως καὶ ἐν γένει τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας τῆς δημιουργηθείσης ὑπὸ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου».
§26Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου εἶναι ἱκανά.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Σακελλαριάδης καὶ Π. Κοσονᾶκος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα ἀπόφασιν σκέπτεται νὰ λάβῃ ἐπὶ τῆς αἰτήσεως τῶν ἐπιστράτων τελειοφοίτων καὶ τεταρτοετῶν τοῦ Πανεπιστημίου περὶ ἀπαλλαγῆς τούτων ἀπὸ τῆς καταβολῆς τῶν τελῶν τῶν ἐπὶ πτυχίῳ ἐξετάσεων».
§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Προχθὲς ὑπέβαλα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μ. Στελλάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ, εἰ δυνατὸν εὐαρεστούμενος περὶ τοῦ ἑξῆς· ὁ Δημήτριος Σοκαρᾶς ἀπὸ ἐτῶν ὑπηρετῶν εἰς τὸ Πεζικὸν ὡς ὑπαξιωματικὸς κατὰ τὸ ἔτος 1909, διακρινόμενος διὰ τὴν στρατιωτικήν του μόρφωσιν καὶ ἀρετήν, ἀπεστάλη εἰς Κρήτην μὲ τὸ Σῶμα διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐν Κρήτῃ πολιτοφυλακῆς, ὅπου καὶ ὑπηρέτησε μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐκηρύχθη ὁ Ἑλληνοτουρκικὸς πόλεμος, εἰς ὃν καὶ μετέσχε, καθὼς καὶ εἰς ὅλας τὰς ἐν Ἠπείρῳ μάχας, μετὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 14 Ἀνεξαρτήτου Συντάγματος τῶν Κρητῶν. Καὶ ἐνῷ ἔδει ἀπὸ τῆς 28ης Ἰουνίου 1913 νὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ, ἅτε ἔχων ὅλα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενα προσόντα, παρελείφθη ἐκ τῶν τότε προαγωγῶν, ὡς μὴ προταθεὶς ὑπὸ τοῦ Συντάγματός του, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι ἠγνοεῖτο ἡ τύχη του καὶ διότι ὑπῆρχον φῆμαι, ὅτι ἀπεβίωσεν ἐν τῷ νοσοκομείῳ Φιλιππιάδος, εἰς ὃ εἰσήχθη πρὸς νοσηλείαν, δεινῶς πάσχων. Μετὰ ὅμως, διαλυθείσης τῆς πλάνης, προὐτάχθη καὶ προήχθη τὴν 30 Νοεμβρίου 1913, χωρὶς ὅμως καὶ ὁ χρόνος τῆς προαγωγῆς του νὰ ἀνατρέξῃ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ προβιβασμοῦ του εἰς τὴν 28 Ἰουνίου 1913, ὁπότε προήχθησαν καὶ οἱ ἄλλοι οἱ νεώτεροί του, ἀφοῦ μάλιστα ἡ παράλειψις κατὰ πλάνην τῆς ὑπηρεσίας ἐγένετο. Ἤδη δὲ δίκαιον εἶναι καὶ νόμιμον ὁ ἀνθυπασπιστὴς Σοκαρᾶς νὰ θεωρηθῇ διὰ Β. Διατάγματος νεωτέρου προβιβασμένος ἀπὸ τῆς 28 Ἰουνίου 1913, ὅπως ἐγένετο καὶ δι’ ἄλλους καὶ διὰ τοὺς αὐτοὺς δικαίους λόγους».
§30ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι τόσον μακρὰ ἡ ἐρώτησις, ὥστε παρακαλεῖται ὁ κ. Βουλευτὴς νὰ μοὶ εἴπῃ προφορικῶς τί θέλει.
§31Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὁ Δημ. Σουκαρᾶς ἀπὸ ἐτῶν ὑπηρετῶν εἰς τὸ Πεζικὸν ὡς ὑπαξιωματικός, διακριθεὶς δὲ διὰ τὴν μόρφωσίν του, ἀπεστάλη εἰς Κρήτην διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ἐκεῖ πολιτοφυλακῆς. Ἐπειδὴ δὲν προήχθη, δίκαιον εἶναι νὰ θεωρηθῇ διὰ Β. Διατάγματος προβιβασμένος ἀπὸ τῆς 28 Ἰουνίου 1913.
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ κάμω τίποτε.
§33Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ὑπάρχει διάταξις νόμου.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ καλά. Θὰ ἴδω τότε καὶ θὰ πράξω ὅ τι δεῖ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν, ὅπως πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα ἔλαβον, ὅπως αἱ κοινότητες ἀποκτήσωσι σφραγῖδας καὶ βιβλία, διότι πολλαὶ ἐξ αὐτῶν, ἐλλείψει χρημάτων, στεροῦνται τοιούτων· πρὸς δέ, ὅπως καταβληθῶσι τὰ ὀφειλόμενα εἰς τοὺς γραμματεῖς καὶ ἰδιοκτήτας τῶν γραφείων τῶν κοινοτήτων».
§36Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀποβλέπει πρὸ παντὸς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ δ’ αὐτὸν νὰ διατάξῃ τὸν Ταμίαν Πατρῶν νὰ προβῇ εἰς πληρωμὴν δι’ ἀγορὰν βιβλίων καὶ σφραγίδων, διότι παραπονοῦνται αἱ κοινότητες καὶ οἱ γραμματεῖς. Ἐὰν δὲν γίνῃ τοῦτο, τότε δὲν δύνανται νὰ διατηρηθῶσιν αἱ κοινότητες.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σακελλαρίου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν· 1) ἂν ἔλαβε γνῶσιν καὶ ἐπισήμως τῆς οἰκτρᾶς καταστάσεως, εἰς ἣν ἐξακολουθοῦσι νὰ εὑρίσκωνται ἅπαντα τὰ δημοτικὰ σχολεῖα Ἀθηνῶν ἀπὸ ὀκταετίας, ὅτε ἐσχάτως ἔπαυσαν οἱ διδάσκοντες νὰ δέχωνται μαθητὰς πρὸς ἐγγραφὴν ἐλλείψει χώρου καὶ 2) τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ κατὰ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, ἐξακολουθοῦντος νὰ καθυστερῇ 50.000 δραχμῶν πρὸς τὸ Δημόσιον, ἕνεκα τῆς ὁποίας καθυστερήσεως ἐπῆλθεν ἡ ἀνώμαλος κατάστασις εἰς τὰ σχολεῖα τῆς πρωτευούσης».
§38Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δυστυχῶς εἶναι οἰκτρὰ ἡ κατάστασις, λόγῳ τοῦ δυσαναλόγου ἀριθμοῦ τῶν Σχολείων καὶ τῶν μαθητῶν. Οὐχὶ μόνον ἔλαβον γνῶσιν ἀλλὰ καὶ κατ’ ἐπανάληψιν ἐζήτησα τὴν διόρθωσιν τοῦ πράγματος. Ὄντως ὁ Δῆμος Ἀθηναίων εἶναι ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον, δι’ ἐγγράφου δὲ τοῦ Ὑπουργείου ἐγένοντο παράπονα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως ὑποδείξῃ τοῦτο εἰς τὸν Δῆμον Ἀθηναίων τὴν μὴ ἐξακολούθησιν τοῦ καθεστῶτος.
§39Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Μὲ ηὐχαρίστησαν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, νομίζω δ’ ὅτι εἶναι καθῆκόν μου νὰ παρακαλέσω τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν νὰ φροντίσῃ νὰ ἐξαλείψῃ τὸ ἄγος αὐτὸ ἐκ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων, διότι τὸ χρέος αὐτὸ δὲν εἶναι πραγματικόν· εἶναι εἰκονικὸν καὶ εἶναι ἠναγκασμένα ὅλα τὰ παιδία τῶν Ἀθηνῶν ἐλλείψει χώρου νὰ ἵστανται ὄρθια καὶ ἐστιβαγμένα ὡς ἡ σταφίς.
§40Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Καθ’ ἣν στιγμὴν ψηφίζονται οἱ νόμοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐν τῇ πρωτευούσῃ ὑπάρχουσιν ἀντὶ σχολείων τρῶγλαι, τὰ τέκνα δὲ τῶν διαφόρων δημοτῶν μεταβαίνουσιν εἰς τὰς τρώγλας ταύτας κατὰ τὴν νεανικὴν αὐτῶν ἡλικίαν καὶ προσβάλλονται ὑπὸ διαφόρων ἐπιδημιῶν, καὶ τοῦτο διότι ὁ Δῆμος Ἀθηναίων ὀφείλει μικρόν τι ποσὸν εἰς τὸ Δημόσιον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως λάβῃ μέτρα καὶ πληρωθῇ τὸ ποσὸν διὰ νὰ βελτιωθῶσι τὰ Σχολεῖα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ὁ νομομηχανικὸς Φθιώτιδος, παρὰ τὰς διαταγὰς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν προβαίνει εἰς ταχεῖαν λῆψιν τῶν ἀναγκαίων μέτρων διὰ τὴν κατασκευὴν προφυλακτικῶν μέτρων κατὰ τῶν πλημμυρῶν τοῦ Σπερχειοῦ ποταμοῦ, ἐξ οὗ κινδυνεύει ἡ πρὸ τοῦ χωρίου Κόμματος γέφυρα καὶ αὐτὸ τὸ χωρίον Κόμμα, τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος».
§42Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον, δὲν δύναται δὲ νὰ λυθῇ διὰ μεμονωμένων μέτρων. Ἡ κοίτη τοῦ Σπερχειοῦ εἶναι εὐεργετικὴ διὰ τὴν Φθιώτιδα. Ὑπάρχει ἔλλειψις προσωπικοῦ ἐν τοῖς διαφόροις γραφείοις, διὰ τοῦ νέου ὅμως νόμου προσλαμβάνομεν προσωπικὸν καὶ ἐλπίζω νὰ ἐπιληφθῇ ὁ νομομηχανικὸς τῆς μελέτης τοῦ σπουδαιοτάτου τούτου ζητήματος.
§43Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς γεφύρας τοῦ χωρίου Κόμματος, ἵνα δὲ μὴ ἐπαναληφθῶσιν αἱ ζημίαι αἵτινες ἐγένοντο ἄλλοτε, εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶσιν εἰς τὰς ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀλιγοδάπανοι.
§44Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἐὰν σκέπτηται νὰ διατάξῃ μελέτην κατασκευῆς σιδηροδρόμου Λαρίσης–Τρικκάλων, καθόσον ἡ μεταξὺ Τρικκάλων– Λαρίσης συγκοινωνία κάθε ἄλλο παρὰ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία εἶναι, ἀφοῦ ὑποχρεοῦνται οἱ ἐπιβάται νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Βόλον καὶ ἐκεῖθεν εἰς Τρίκκαλα».
§46Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διέταξα τὰ δέοντα.
§47Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Εἶναι προτιμότερον νὰ μεταβαίνωσιν εἰς Τρίκκαλα διὰ ζώων παρὰ σιδηροδρομικῶς.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Χριστόπουλος «ἐρωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς Παιδείας καὶ Συγκοινωνίας, διατί δὲν διετάχθη ἐπὶ τόσον χρόνον ὁ μηχανικὸς Κορινθίας, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν μελέτην καὶ τὸν προϋπολογισμὸν δαπάνης διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ διδακτηρίου κοινότητος Μελισσίων, ἀφοῦ δι’ ἐπανειλημμένων ἀναφορῶν οἱ κάτοικοι ἐζήτησαν τοῦτο προσέφεραν δὲ καὶ δωρεὰν γήπεδον, τὸ δὲ οἴκημα τὸ χρησιμεῦον ἤδη ὡς διδακτήριον καὶ ἀκατάλληλον εἶναι καὶ ἑτοιμόρροπον».
§49Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ μηχανικὸς Κορινθίας ἔχει διαταχθῇ ἀπὸ τῆς 4 Φεβρουαρίου, ἀριθ. διαταγῆς 30825, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν μελέτην ἀνεγέρσεως διδακτηρίου ἐν Μελισσίῳ, πρώην δήμου Σικυῶνος. Τὴν 28 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἐζήτησε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον, ὡς ἀναγκαῖον διὰ τὴν σύνταξιν τῆς μελέτης, τὸ διάγραμμα τοῦ δωρηθέντος γηπέδου, ὅπερ ὅμως ἀπὸ τῆς 22 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ., ἀριθ. ἐγγράφου 3059, ἔχει διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διατυπώσεων τῆς μεταβιβάσεως τοῦ γηπέδου. Ἐγένετο ὑπόμνησις εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Φίλιος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ δηλώσῃ εἰς τὴν Βουλήν, ἂν οἱ ποταμοί, θάλασσαι καὶ λίμναι εἰσὶ τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐν καταφατικῇ περιπτώσει, πῶς ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ἰδιοκτήτην τοῦ χωρίου Κουτσοχείρου νὰ ἐνοικιάζῃ ἐπὶ τόσα ἔτη τὸ πορθμεῖον τοῦ Πηνειοῦ ποταμοῦ ἀντὶ 500 λιρῶν κατ’ ἔτος.
§51Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχω δικαιοδοσίαν.
§52Θ. ΦΙΛΙΟΣ. Ποῦ ἠκούσθη ἰδιοκτήτης νὰ ἐνοικιάζῃ τὸν ποταμόν. Δι’ αὐτὸ δὲν κατασκευάζεται οὔτε θὰ κατασκευασθῇ ἡ γέφυρα.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί δὲν ἐπεστράφησαν τὰ διὰ τῆς Ἀστυνομίας Καρδίτσης ἀποσταλέντα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, τμῆμα ἀπονομῆς μεταλλίων, πιστοποιητικὰ ἀπονομῆς τοιούτων παρὰ πλείστων πρώην καὶ νῦν ὑπαξιωματικῶν καὶ ὁπλιτῶν ἐφέδρων, ἵνα δυνηθῶσι καὶ λάβωσι τὰ μετάλλιά των».
§54ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀπονομῆς 300 χιλιάδων μεταλλίων καὶ ἑπομένως ὁ ὄγκος τῆς ἐργασίας εἶναι μέγας. Ὑπάρχει τμῆμα ὁλόκληρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Στρατιωτικῶν, διευθυνόμενον ὑπὸ τμηματάρχου καὶ περιλαμβάνον μέγαν ἀριθμὸν ἀνδρῶν ὑπαλλήλων, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί μετετέθησαν ἐκ τοῦ Σχολαρχείου Κιάτου, Κορινθίας, ὁ σχολάρχης Βαμπούλης καὶ ὁ ἑλληνοδιδάσκαλος Καζάκος, οἵτινες μετὰ ζήλου καὶ ἀφοσιώσεως ἐξεπλήρωσαν τὸ ἑαυτῶν καθῆκον, ἐπισύραντες τὴν εὐγνωμοσύνην καὶ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐκεῖ κοινωνίας. Μήπως ἡ ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος εἶναι μειονέκτημα; Ὑπάρχει κατ’ αὐτῶν ἔκθεσις ἐπιθεωρητοῦ ἢ ἡ μετάθεσις ὀφείλεται εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ Συμβουλίου;»
§56Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀπηντήσατε προχθὲς καὶ εἰς τὸν κ. Χρηστόπουλον ὅτι ὁ σχολάρχης μετετέθη ἢ μᾶλλον ἐζήτησε τὴν μετάθεσίν του καὶ ἐγένετο αὕτη ἐπὶ τῇ αἰτήσει του. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές.
§57Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐν τῇ προτάσει τοῦ Ἐποπτικοῦ Συμβουλίου ὑπάρχει ἡ αἴτησίς του.
§58Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι τόσον εὐσυνείδητος ὁ σχολάρχης, ὥστε ἐξηγέρθη ὅλος ὁ τόπος.
§59Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἔχει τοῦτο σημασίαν, προκειμένου περὶ τοιαύτης μεταθέσεως. Ἡ μετάθεσις δὲν γίνεται πρὸς τιμωρίαν τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ καὶ ἐξ ἀνάγκης πολλάκις τῆς ὑπηρεσίας. Ὁπωσδήποτε ἐζήτησα νὰ μοὶ φέρωσιν τὴν αἴτησίν του.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης. Ἀπών. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί δὲν ἐπληρώθησαν τὰ ἐνοίκια τῶν ἐν Καλάμαις ἀποθηκῶν τοῦ ἰδιώτου Μασουρίδου, ἃ χρησιμοποιεῖ διὰ στρατωνισμὸν ἀνδρῶν ἀπὸ τοῦ Ἰανουαρίου ἡ 4η Μεραρχία».
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διετάχθη ἡ 4η Μεραρχία νὰ ἀναφέρῃ σχετικῶς πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Τσακόπουλος, διὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας.
§63Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἀναφορά, ἡ κατατεθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Συναδέλφου ἐστάλη πρὸς τὸν Γενικὸν Ἐπιθεωρητήν, ἵνα ἐξετάσῃ καὶ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παράσχῃ τὴν ἑξῆς πληροφορίαν. Τίνα μέτρα ἐλήφθησαν διὰ τὸν μὴ προβιβασμὸν τοῦ χωροφύλακος Κίμωνος Μαρκοπούλου, ἀποτελέσαντος μέρος τοῦ ἀποσπάσματος ὅπερ συνετέλεσεν εἰς ἐξόντωσιν τῆς συμμορίας Τσακαράλωφ τὴν 4 Ἰουνίου 1913, ἅπαντες δὲ οἱ ἀποτελέσαντες μέρος τοῦ ἀποσπάσματος προὐβιβάσθησαν πλὴν τοῦ ἄνω χωροφύλακος, καθόσον ἡ ἀστυνομία Βοδενῶν δὲν περιέλαβεν εἰς τὴν ἀναφορὰν τὸν λαβόντα μέρος εἰς τὴν συμπλοκὴν χωροφύλακα Κίμωνα Μαρκόπουλον, ἀλλ’ ἄλλον ἀσθενῆ παραμείναντα εἰς τὸν Σταθμὸν Ὀστρόβου, ὅστις προὐβιβάσθη καίτοι ἐνοσηλεύετο τὴν ἡμέραν τῆς συμπλοκῆς εἰς τὸ νοσοκομεῖον. Ὑπεβλήθησαν παράπονα ἁρμοδίως, ἐνηργήθησαν δὲ καὶ ἀνακρίσεις καὶ ἐπερωτᾶται τί ἐγένετο».
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκ τῆς ἐνεργηθείσης προανακρίσεως, ἥτις διετάχθη κατόπιν τῶν παραπόνων αὐτῶν, ἀπεδείχθη ὅτι ὁ παραπονούμενος δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συμπλοκὴν μετὰ τῶν ἄλλων ἀνδρῶν τοῦ ἀποσπάσματος κατὰ τῆς συμμορίας, καθόσον παρέμενεν ἐν τῷ ἀστυνομικῷ σταθμῷ. Αἱ πληροφορίαι αὗται εἶναι ἐπίσημοι.
§66Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἀμφιβάλλω περὶ τούτου, ἀλλὰ πρόκειται περὶ συνωνυμίας. Ἄλλος ἦτο ἐν τῷ ἀστυνομικῷ σταθμῷ.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ διατάξω νέας ἀνακρίσεις, ἀλλ’ εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς διευκολύνω κατὰ τοῦτο, νὰ σᾶς δώσω ἀντίγραφον τῆς ἐκθέσεως τῆς ἀνακρίσεως κατ’ αὐτοῦ, ἵνα προσβάλητε ταύτην ὡς ψευδῆ.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν· 1) πόσαι θέσεις ἐπιστατῶν καὶ τηλεγραφητῶν αʹ τάξεως χηρεύουσι, λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐκείνων, αἵτινες θὰ κενωθῶσι διὰ τῆς προαγωγῆς τοιούτων, εἰς τὸν βαθμὸν Διευθυντοῦ ἢ Ἐπιθεωρητοῦ βʹ τάξεως· 2) πόσοι ἐκ τῶν τηλεγραφητῶν καὶ ἐπιστατῶν βʹ τάξεως ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην πρὸς προαγωγὴν ὑπηρεσίαν, καὶ 3) οἱ κατόπιν τούτων ἐρχόμενοι καὶ ἔχοντες ὑπερδιετῆ ὑπηρεσίαν, πόσον χρόνον ὑπηρεσίας ἔχουσιν ἐν συνόλῳ.
§69Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θετικωτέραν πληροφορίαν ἀναμείνατε μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν σχετικοῦ νομοσχεδίου, τοῦ διακανονίζοντος τὴν προαγωγὴν ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν ὑπαλλήλων.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἂν διετάχθη ἡ ἐπιθεώρησις τοῦ τροχαίου ὑλικοῦ τῶν σιδηροδρόμων τῶν μεταλλουργείων Λαυρείου».
§71Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διετάχθη ἐπιθεώρησις, ἐβεβαιώθησαν δὲ παραλείψεις καὶ ἐστάλη ἔγγραφον πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἵνα συμπληρώσῃ ταύτας.
§72Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω νὰ συστήσητε εἰς τὰ ὄργανά σας νὰ μὴ προαναγγέλλωσι τοιαύτας ἐνεργείας.
§73Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐὰν εἶναι σπουδαία ἔλλειψις, δὲν δύναται νὰ διορθωθῇ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν, ἐὰν δὲ πάλιν διορθωθῇ κέρδος ἔχομεν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος.
§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δι’ αὔριον, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῶν αἰτημάτων τῶν ὑπογραμματέων καὶ γραφέων πολυμελῶν δικαστηρίων πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεώς των καὶ τίνα μέτρα σχετικὰ σκέπτεται νὰ λάβῃ».
§77Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀναφέρομαι εἰς ὅσα εἶπον πρό τινων ἡμερῶν, ἀπαντῶν εἰς ὁμοίαν ἐρώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνεργήθη ἐπὶ τῆς καταγγελίας τῆς Μαρίνας Γ. Δημήτρενας, καταγγελλούσης ὅτι χρήματα καὶ ὡρολόγιον εὑρεθέντα ἐπὶ τοῦ φονευθέντος ἀδελφοῦ της Παναγιώτου Γ. Δημήτρενα εἰς τὴν μάχην Μανωλιάσας τὴν 2 Δεκεμβρίου 1912, στρατιώτου τοῦ 3ου Πεζικοῦ Συντάγματος, ἀφῃρέθησαν ὑπὸ τῶν ἀνωτέρων του».
§79ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὁρίζεται πότε ὑπεβλήθη ἡ μήνυσις. Διετάχθη τὸ γραφεῖον τῆς καταχωρίσεως νὰ ἐρευνήσῃ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ τῶν ἑπτὰ τριμηνιῶν. Ἐὰν διευκολυνθῶμεν διὰ τοῦ ὁρισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς ὑποβολῆς τῆς μηνύσεως θὰ εἶναι ταχυτέρα ἡ ἐργασία.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἂν πρόκειται νὰ προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἐφέδρου ὑποπλοιάρχου ὁ ἔφεδρος ἀνθυποπλοίαρχος τοῦ Πολεμικοῦ ναυτικοῦ Θεόδωρος Τσατέρης, λαβὼν μέρος εἰς τὸν πόλεμον ὑπὸ τὸν πλωτάρχην Κ. Μελᾶν, ἀφοῦ καὶ οἱ ἄλλοι ὁμοιόβαθμοί του Γιαννούλης, Ἐγγλέζος, Μακρῆς, Μιλάκας προήχθησαν, μόνος δὲ αὐτὸς ἔμεινεν ἀπροβίβαστος».
§81Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ ἀπαντήσω σήμερον.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς. Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. κ. Λ. Νάκος καὶ Λ. Κουτσοπέταλος «παρακαλοῦσι τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Παιδείας καὶ Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα σκέπτονται νὰ λάβωσι διὰ τὴν στερέωσιν τοῦ Βυζαντινοῦ ναοῦ τῆς μονῆς τοῦ Ὁσίου Λουκᾶ, ἀπειλουμένου νὰ καταπέσῃ».
§83Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἐὰν θέλητε νὰ σώσητε τὸν ναόν, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τὴν περιουσίαν του ἀπὸ τῶν διαχειριστῶν αὐτῆς, διότι ἄλλως ἀπειλεῖται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἡ καταστροφή του.
§84Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὸ Μοναστήριον ἔκαμε καὶ ἄλλοτε ἀναφοράν, διότι κλέπτουσι καὶ διαρκῶς κλέπτουσιν.
§85Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὑποβάλετε πρότασιν νόμου.
§86Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Τὴν υἱοθετεῖτε;
§87Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ὡρισμένην γνώμην.
§88Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Ἐὰν μελετήσητε τὴν ὑπόθεσιν, θὰ πεισθῆτε ὅτι πρέπει νὰ λείψῃ τὸ ἄτοπον.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον πρὸ τούτου, ὅπως ζητήσῃ παρὰ τῶν ἐπιτροπῶν, τὰς ὁποίας συνέστησεν ἡ Βουλὴ διὰ τὴν ἐξέτασιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος, τὴν ἀνακριτικὴν καὶ τὴν περὶ τῶν ληπτέων μέτρων, ὅπως ὑποβάλωσι τὴν ἔκθεσίν των εἰς τὴν Βουλήν. Παρῆλθεν ἤδη τόσος χρόνος. Ἐὰν δὲν προσέρχηται ὁ Πρόεδρος τινὸς ἐξ αὐτῶν, ἂς ἀντικατασταθῇ δι’ ἑτέρου· ἂς γίνῃ νέα ἐκλογὴ Προέδρου.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Δ. Βρατσάνου, ἡ σχετικὴ πρὸς τὴν προμήθειαν τῶν γαιανθράκων, ἀναβάλλεται μέχρις ὅτου κατατεθῶσιν ἔγγραφά τινα παρ’ αὐτοῦ αἰτηθέντα. Ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ ἐνωμοτάρχου Γ. Οἰκονομοπούλου».
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δέχεσθε ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς;
§93Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μάλιστα.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε θὰ συμμορφωθῶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Χωροφυλακῆς.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Δ. Γκλαβᾶς, Π. Σπυράκης, Ι. Χριστοδουλιάς κλπ. «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅπως προαγάγῃ εἰς Ταξιάρχην τὸν ἰατρὸν Β. Γκίζην, ἅ τε τιμημένον διὰ τοῦ Χρυσοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος, διότι ὁ εἰρημένος ἰατρὸς τετράκις ἀντεπροσώπευσε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ Πανεπιστήμιον κατὰ τὰ συγκροτηθέντα διεθνῆ ἰατρικὰ Συνέδρια τῶν Παρισίων, Μαδρίτης καὶ Λισσαβῶνος».
§96Θ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ προαγωγή του εἰς Ταξιάρχην καὶ πρέπει νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα προκληθῇ τὸ Β. Διάταγμα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν· 1) διὰ τὴν παράνομον προαγωγὴν πολλῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ· 2) διὰ τὴν μετάθεσιν ἀξιωματικοῦ παρὰ τὰς ὑποδείξεις τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς· 3) διὰ τὴν παράνομον λειτουργίαν τῆς χημικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Β. Ναυτικοῦ· 4) διὰ τὴν χορηγίαν αὐτοκινήτων εἰς ἀξιωματικοὺς πρὸς ἰδιωτικὴν αὐτῶν χρῆσιν διὰ δαπάνης ὑλικῆς τοῦ Δημοσίου».
§98Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· πρὸ ἡμερῶν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ γνωρίσω ὑμῖν ἐντεῦθεν παράνομον προβιβασμὸν γενόμενον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, προβιβασμὸν κατὰ παράβασιν τριῶν νόμων, τὸν ὁποῖον οὐδόλως ἠδυνήθη νὰ δικαιολογήσῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁσαδήποτε ἐπιχειρήματα ἠθέλησε νὰ παρουσιάσῃ, καθόσον αἱ διατάξεις τῶν νόμων εἶναι καθαραὶ καὶ ἡ παρανομία βεβαιοτάτη. Διὰ τοῦτο δὲν θὰ προσπαθήσω νὰ εἴπω ἄλλο τι ἐκτὸς τῶν ξηρῶν γεγονότων, ὅπως ταῦτα ἔχουσι. Κατὰ τὸν νόμον ͵ΓΦΚΔʹ τῆς 6 Μαρτίου 1910, ὁ προβιβασμὸς τῶν ὑπολογιστῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ γίνεται κατὰ τριάδα, ὥστε τὸ ⅓ τῶν θέσεων δίδεται εἰς τοὺς ἐπιτυχόντας ἐν συναγωνισμῷ, τὸ ἕτερον τρίτον εἰς τοὺς ἔχοντας δίπλωμα διδάκτορος τῆς Νομικῆς καὶ τὸ ἄλλο τρίτον κατ’ ἀρχαιότητα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀντὶ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὸν νόμον καὶ νὰ ἀρχίσῃ ἐκ τῆς πρώτης τριάδος, ἤτοι προάγων τὸν ἔχοντα δίπλωμα διδάκτορος καὶ οὕτω καθεξῆς, ἀντὶ τούτου δὲν εἰξεύρω διὰ τίνα λόγον προέβη εἰς τὴν σειρὰν τὴν ὁποίαν αὐτὸς ἐξέλεξε καὶ ἡ ὁποία εἶναι καθὼς θὰ ἰσχυρισθῇ, ἡ ἀρχαιότης. Ὡς ἐκ τούτου παρεβλάβησαν τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων καὶ ἑπομένως τὸ Δημόσιον θὰ ἔχῃ δίκας, αἱ ὁποῖαι χωρὶς ἀμφιβολίαν θὰ ἀποβῶσιν εἰς βάρος αὐτοῦ, καὶ οἱ ἀδικηθέντες ἑπομένως θὰ ἀνακτήσωσι τὰ δικαιώματά των καὶ τοὺς βαθμούς των. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμποιεῖ ἐντύπωσιν εἶναι ἡ διαρκὴς προσπάθεια, εἰς ζητήματα πρὸ πάντων προβιβασμῶν, νὰ μὴ σέβηται τὸν νόμον, ἀλλὰ νὰ ἐνεργῇ ὅπως αὐτὸς ἐπιθυμεῖ. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον οἱ προβιβασμοὶ 22 ὑπολογιστῶν ἐγένοντο κατὰ παράνομον τρόπον. Διδάκτορες τῆς Νομικῆς ὑπάρχοντες ἐκεῖ, τὰ ὀνόματα τούτων γνωρίζει ὁ κ. Ὑπουργός, προήχθησαν εἰς τὴν θέσιν τῆς ἀρχαιότητος καὶ δὲν ἔλαβον τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν τοῖς δίδει ῥητὴ διάταξις τοῦ νόμου. Ἄλλοι πλέον ἐπιτυχόντες ἐν τῷ διαγωνισμῷ, λόγῳ μεγαλειτέρας ὑπηρεσίας, δὲν εἶδον νὰ προαχθῶσιν εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ὁρίζει, ἀλλ’ εἰς τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν θέλει ὁ Ὑπουργὸς κατ’ ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν δὲν βλέπω μίαν ἢ δύο φοράς, τὴν βλέπω ἐξακολουθητικῶς γενομένην, εἰς τρόπον ὥστε νὰ βλέπω ὁλόκληρον κομβολόγιον παρανομιῶν. Ἰσχυρίσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι προέβη εἰς τοὺς προβιβασμοὺς τούτους, διότι εἶχεν ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον ὅπερ εἶχε παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις εἶχεν ἐγκρίνει αὐτό, ὡσανεὶ οἱ νόμοι νὰ ψηφίζωνται διὰ τῆς ὑποβολῆς των ἢ διὰ τῆς παραπομπῆς των εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Οὕτως ὅλοι οἱ προβιβασμοὶ τοὺς ὁποίους ἐνήργησεν εἶναι παράνομοι, παράνομοι λόγῳ ἐλλείψεως θέσεων. Ἀλλ’ ἐάν τις ἤθελε συγχωρήσει τὸν Ὑπουργὸν διὰ τοῦτο, θὰ εἶχε ὅμως τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐκτελέσῃ οὗτος ὅ,τι διατάσσουσι ῥητῶς οἱ νόμοι. Δὲν τῷ ἐπετρέπετο νὰ μὴ σεβασθῇ οὔτε νόμους περὶ προσόντων οὔτε νόμους περὶ συναγωνισμοῦ οὔτε ἄλλους τινὰς νόμους. Κύριοι Βουλευταί· τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν κατὰ τρόπον παρὰ τὸν νόμον δὲν ἀπησχόλησε, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, τὴν Βουλὴν παρὰ δὶς πρὸ μακροῦ χρόνου, μίαν φορὰν διὰ τὸν τότε παράνομον κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως προβιβασμὸν ἑνὸς Παπαρόδη, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀπησχολήθη τότε ἐπὶ εἴκοσιν ἡμέρας, καὶ ἄλλην μίαν φορὰν διὰ παράτυπον κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν γενόμενον ἐντὸς τοῦ νόμου, ἀλλὰ παρατύπως γενόμενον ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου πολιτευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ὁ ὁποῖος εἶδε πρότασιν παραπομπῆς του εἰς εἰδικὸν δικαστήριον, διότι προήγαγεν ἕνα κατώτερον ἀξιωματικὸν κατὰ παράβασιν τῶν τύπων τῆς προτάσεως κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμῶν, ἀξιωματικὸν ὁ ὁποῖος ἐτέθη εἰς ἀποστρατείαν διὰ νὰ λάβῃ περιπλέον εἴκοσι δραχμῶν σύνταξιν κατόπιν τεσσαρακονταετοῦς ὑπηρεσίας. Οὐδέποτε ἄλλοτε ἐγένετο ἐν τῇ Βουλῇ λόγος περὶ παρανόμων προβιβασμῶν. Τοιοῦτος σεβασμὸς ἐτηρήθη εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὥστε ἐδέησε νὰ ἴδῃ ὁ κ. Θεοτόκης κατηγορούμενον ἑαυτὸν διὰ παράβασιν τύπου μόνον καὶ προκειμένου περὶ γέροντος ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ φύγῃ, λαμβάνων σύνταξιν ἀντὶ 80 δραχμῶν δραχμὰς ἑκατόν. Ἐνταῦθα εἰς τὰς πράξεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἡ παρανομία εἶναι πλήρης· δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ δικαιολογήσῃ τὸν Ὑπουργόν, διότι ὁ νόμος 3594 εἶναι σαφέστατος· ὁρίζει σαφέστατα πῶς γίνονται οἱ προβιβασμοὶ τῶν ὑπολογιστῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὐτὴ ἡ παρανομία τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν· πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν καθ’ ἡμέραν παρατάσσοντες κομβολόγιον τοιούτων προβιβασμῶν. Κατὰ τὸν νόμον 4094 τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1912 τὰ δύο τρίτα τῶν ὑποπλοιάρχων καὶ ὑποφροντιστῶν προαγομένων θεωροῦνται αʹ τάξεως, ἡ ἀπονομὴ δὲ αὕτη δὲν εἶναι ἀπονομὴ βαθμοῦ, ἀλλὰ τάξεως, ἀφοῦ παρέχει τὰ προσόντα, πρὸ πάντων δὲ αὔξησιν μισθοῦ κατὰ ἑξήκοντα δραχμὰς εἰς τὸν χαρακτηριζόμενον ὡς πρώτης τάξεως. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν σκεφθεὶς ὅτι θὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ὥριζε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπολογιστῶν εἰς τεσσαράκοντα, ἔκρινε καλὸν νὰ ἀποφασίσῃ τὴν προαγωγὴν ἐπὶ τῶν δύο τρίτων τῶν τεσσαράκοντα, καὶ οὕτω πως ὅλαι αἱ σκέψεις τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, αἱ δυνάμεναι νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν κεφαλήν του, γίνονται νόμοι τοῦ Κράτους, καὶ αὐτὸ καὶ μόνον ἀρκεῖ. Ἀλλὰ καὶ ὅπως ἀκόμη συνέταξε τὸν νόμον καὶ ὑπέβαλεν αὐτόν, πάλιν δὲν ἐδικαιολόγησε τὴν πρᾶξιν του, διότι εἰς τὸν νόμον ἔλεγεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ὁρίζεται μὲν ὑπὸ τοῦ νόμου, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν Ναυάρχων θὰ ὥριζε κατὰ πόσον αἱ θέσεις αὗται πρόκειται νὰ συμπληρωθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ τοῦτο προεξώφλησεν ὁ Ὑπουργὸς παραβὰς καὶ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἶχε, καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ναυάρχων· οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ γνωμοδότησις, ἀφοῦ ὁ νόμος ὁ ὁποῖος ἐπέτρεπε τὴν συγκρότησιν τοῦ Συμβουλίου τούτου δὲν εἶχεν ἀκόμη ψηφισθῆ. Τώρα, ἴσως ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν θὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὸ ἐψηφίσθη ἐκ τῶν ὑστέρων, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπιτρέπεται νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐπειδὴ θέλει ψηφισθῆ ὁ νόμος ἐδικαιούμην νὰ ἐκτελέσω αὐτὸν προκαταβολικῶς. Ἐννοεῖται, κύριοι Βουλευταί, ὅτι προκειμένου περὶ προαγωγῆς κατωτέρου βαθμοφόρου, γενομένης κατὰ ῥητὴν παράβασιν ἑνὸς ἢ πλειόνων νόμων, ὅτι ἡ προαγωγὴ αὐτὴ οὐδόλως εἶναι συντελεστικὴ ὄχι μόνον εἰς τὴν ἐμπέδωσιν τῆς πειθαρχίας, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν σεβασμὸν ἐν γένει πρὸς τοὺς νόμους τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχωσι τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας, ἅτινα ὅταν βλέπωσι τοὺς Ὑπουργοὺς παρανομοῦντας, διδάσκονται καὶ αὐτὰ τὴν παρανομίαν καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι τὰ τῆς Πολιτείας δὲν βαδίζουσι κατ’ εὐχήν, διότι ἀπὸ τῆς κεφαλῆς παρατηρεῖται ἡ διαφθορά. Ἐάν, κ. Βουλευταί, μὲ τὰς δύο αὐτὰς παρανομίας, δυνάμει τῶν ὁποίων ἐθίχθησαν δικαιώματα ἢ παρεβιάσθησαν πλείονες τοῦ ἑνὸς νόμοι, δὲν εἶσθε εὐχαριστημένοι, θὰ σᾶς εἴπω καὶ τρίτην παρανομίαν, γενομένην καὶ ταύτην κατόπιν σκέψεως τόσον ὀρθῆς, ὅσον καὶ αἱ προηγούμεναι. Κατὰ μῆνα Μάϊον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐνεφανίσθη ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ χημικῆς ὑπηρεσίας, ἐζήτησε δὲ νὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ σπουδαιότης τοῦ νομοσχεδίου. Ἐγὼ ὑπέβαλα τότε ἀντιρρήσεις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, ἐὰν ἐψηφίζετο μετὰ τρεῖς ἢ τέσσαρας ἡμέρας θὰ ἠδύνατο τὸ Βασιλικὸν Ναυτικὸν νὰ διοικηθῇ χωρὶς χημικὴν ὑπηρεσίαν, ὡς διῳκήθη ἐπὶ τόσα ἔτη. Τὸ νομοσχέδιον παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, ἀλλ’ ἔκτοτε ἔμεινεν εἰς τὴν τύχην του καὶ δὲν ἐφάνη πλέον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἐνοχλεῖ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι, ὡς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ἀμέσως καὶ ἐφήρμοσεν αὐτό. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου καθωρίζοντο πέντε θέσεις χημικῶν, καὶ τὰς πέντε αὐτὰς θέσεις ἐμερίμνησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ συμπληρώσῃ ἅμα ὡς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλ’ ἔκαμνε τὸν λογαριασμὸν χωρὶς μίαν ἄλλην ὑπηρεσίαν, τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τὸ ὁποῖον διὰ νὰ πληρώνῃ θέλει διατάξεις νόμου, ἐπειδὴ δὲ διατάξεις τοιαῦται δὲν ὑπῆρχον, δὲν ἐνέκρινε τὰ ἐντάλματα καὶ οἱ δικαιοῦχοι μένουσιν ἀκόμη ἀπλήρωτοι, καίτοι παρῆλθεν πεντάμηνον διάστημα. Χαρακτηριστικὸν καὶ αὐτὸ τῆς ἀντιλήψεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν Βουλὴν οὐδένα σεβασμὸν ὡς φαίνεται ἔχει. Ἀλλ’ εἶναι χαρακτηριστικὸν ἀκόμη ὅτι προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον ἐνόμισε τόσον κατεπεῖγον, ὥστε πρὶν ἢ τὸ ἴδωμεν νὰ ζητήσῃ νὰ ψηφίσωμεν αὐτό, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς τὴν τύχην του, καθ’ ὃν χρόνον ἐπρόκειτο περὶ συστάσεως νέας ὑπηρεσίας ἐκ τῆς ὁποίας ἐξήρτητο ἡ ἐξέτασις τῶν πυριτίδων καὶ τόσων ἄλλων πραγμάτων. Μόνον ὅτε πρὸ δέκα ἢ δεκαπέντε ἡμερῶν ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησίς μου, μόνον τότε ἀφυπνίσθη ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ πρό τινων ἡμερῶν ἐζήτησεν, ὅπως ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ταχθῇ προθεσμία ἵνα ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον ἐνώπιον αὐτῆς καὶ ψηφισθῇ. Ὥστε βλέπετε ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, προέβη εἰς παρανομίαν ἐφαρμόσας ὄχι πλέον τὸν νόμον, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιόν του, καὶ συγχρόνως ἀμέλειαν χαρακτηριστικὴν ἢ μᾶλλον ἀχαρακτήριστον, προκειμένου περὶ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτό, ὅτε τὸ ὑπέβαλε, ζητήσας νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. Θὰ περιέμενον τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων παρανομιῶν, καὶ ὅπως ξηρὰ ἐκθέτω ταῦτα εἰς τὴν Βουλὴν, παρακαλῶ νὰ μὴ γίνῃ ἀνάμιξίς τις ἄλλη, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν τριῶν τούτων πράξεων τῶν παρανόμων παρακαλῶ νὰ ἔχω τὴν ἀπάντησιν. Ἡ σημερινὴ ὅμως ἐπερώτησις δὲν περιορίζεται εἰς τὰ θέματα ταῦτα, ἀλλ’ ἐκτείνεται καὶ εἰς ἄλλο θέμα· εἶναι τοῦτο ἡ ἀγορὰ αὐτοκινήτων, ἡ μίσθωσις αὐτοκινήτων καὶ ἡ διάθεσις αὐτῶν, ὄχι πλέον δι’ ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ὄχι κατὰ παράβασιν νόμου, ἀλλ’ ἐντελῶς ἀδικαιολογήτως καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τελείως ἀτομικῶν ἀναγκῶν. Ὁ παρατηρῶν μέχρι πρό τινος αὐτοκίνητα κυβερνώμενα ὑπὸ ἀνδρῶν τοῦ ναυτικοῦ θὰ ἐξεπλήσσετο διὰ τίνα λόγον ὑπάρχουσιν εἰς μίαν ὑπηρεσίαν θαλάσσιον τόσα αὐτοκίνητα ὅσα ἐν ξηρᾷ, ὥστε νὰ ἐξυπηρετῶνται ὑπὸ πλήθους ἀνδρῶν τοῦ Βασιλικοῦ ναυτικοῦ. Εὐτυχῶς ἡ ἔλλειψις αὐτοκινήτων πρὸς ἀγορὰν καὶ πρὸς μίσθωσιν, ἠμπόδισε τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὥστε τὰ δέκα τρία αὐτοκίνητα εἰς τὰ ὁποῖα ἔφθασε, νὰ τὰ διπλασιάσῃ καὶ τριπλασιάσῃ. Ἐὰν ὁ πόλεμος δὲν ἠμπόδιζε τὴν πρόοδον αὐτὴν καὶ ἐν τῇ ἀγορᾷ ὑπῆρχον αὐτοκίνητα, θὰ ἔσπευδε νὰ μισθώσῃ καὶ αὐτὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτε ἀσφαλῶς θὰ συνεκέντρου ὅλα τὰ αὐτοκίνητα καὶ θὰ παρουσίαζε μίαν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν τόσον ταχέως κινουμένην δι’ αὐτοκινήτων. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ πρᾶξις εἶναι τόσον σαφὴς καὶ καθαρὰ καὶ τόσον σκανδαλώδης, εἶναι περιττὸν νὰ χαρακτηρίσω τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ ἀρκοῦμαι νὰ ἐκθέσω τίνι τρόπῳ διατίθενται τὰ αὐτοκίνητα ταῦτα, τὰ ὁποῖα εὗρε δύο ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ νὰ αὐξήσῃ ἔπειτα αὐτὰ εἰς δέκα καὶ τρία, καὶ τίς οἶδε διὰ τοῦ χρόνου εἰς τίνα ἀριθμόν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ὅλαι αἱ δαπάναι στηρίζονται εἰς νόμους, καὶ εἶναι ἐπίσης γνωστὸν ὅτι αἱ ἀπολαυαὶ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν δύνανται νὰ ὁρίζωνται ἄλλως παρὰ ὑπὸ τοῦ νόμου. Αἱ ἀπολαυαὶ δὲ αὐταὶ οἱασδήποτε φύσεως καὶ ἂν ὦσιν, ἀποβαίνουσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου· ἑπομένως τῇ ἐγκρίσει τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ δίδωνται. Ἑπομένως ἡ ἐπιβάρυνσις τοῦ Δημοσίου διὰ προσθέτων δαπανῶν εἶναι καθαρὰ παρανομία καὶ ζημιοῖ τὸ Δημόσιον εἰς ὁλόκληρον τὸ ποσὸν εἰς τὸ ὁποῖον αὕτη ἐνεργεῖται. Ὑπομιμνήσκω εἰς τὸν σεβαστόν μου συμπολίτην, Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας κ. Μαυρομιχάλην, ὡς καὶ εἰς τὸν κ. Εὐταξίαν, τὸ γεγονὸς ὅτι εἰς μίαν ἐποχὴν καὶ ἡ ἅμαξα τοῦ Ὑπουργοῦ ἐθεωρήθη πολυτέλεια, καὶ κατηργήθη αὕτη ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως Μαυρομιχάλη. Ἐγὼ κάθε ἄλλο εἶμαι διατεθειμένος παρὰ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι τὰ Ὑπουργεῖα δὲν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἁμάξας. Νὰ ἔχωσιν ἀξιοπρέπειαν οἱανδήποτε, νὰ ἔχωσι δὲ ἓν καὶ δύο αὐτοκίνητα· ἀλλ’ ὅταν ἡ σκέψις ἑνὸς Ὑπουργοῦ εἶναι τόσον διαφορετικὴ ἀπὸ τῆς τῶν συναδέλφων του, εἰς τρόπον ὥστε νὰ προσπαθῇ εἰς ὅλα τὰ ὄργανα αὐτοῦ νὰ παρέχῃ τοιαύτην εὐμάρειαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ἔρχομαι νὰ πιστεύσω ὅτι αἱ διατάξεις τῶν νόμων καὶ τὸ συμφέρον τοῦ Δημοσίου εἶναι δύο ζητήματα, ἅτινα δὲν ἀπασχολοῦσι πλέον τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἂν ὄχι δι’ ἄλλο τι, δὲν νομίζετε, κ. Βουλευταί, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὐδὲν εἶχε δικαίωμα νὰ μεριμνήσῃ περὶ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὀργάνων του κατὰ τρόπον διάφορον ἀπὸ ὅτι οἱ λοιποὶ συνάδελφοί του; Δὲν βλέπω εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ ὁποία ἔχει κυριωτέραν ἕδραν τὰς Ἀθήνας, ἥτις ἔχει ἕδραν Σώματος καὶ τόσας ἄλλας ὑπηρεσίας, δὲν βλέπομεν, λέγω, τόσα αὐτοκίνητα, ἐκτὸς ἐννοεῖται τῶν πρὸς μεταφορὰν ὑλικοῦ διὰ τὴν ὁποίαν ἐδανείσθη δύο αὐτοκίνητα ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν πρὸς μεταφορὰν τῶν ἀνωτέρων στρατιωτικῶν ὀργάνων καὶ ἄλλων, ἐνῷ βλέπομεν αὐτοκίνητα δι’ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν Ναυτικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἀλλ’ ἂς ἀρχίσω ἀπὸ τῆς διαθέσεως τῶν αὐτοκινήτων. Τὸ πρῶτον αὐτοκίνητον λέγει ὁ πίναξ, διατίθεται διὰ τὸν κύριον Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν. Δὲν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν νὰ εἶχε καὶ δεύτερον αὐτοκίνητον ἵνα διαθέτῃ αὐτὸ ὁπουδήποτε. Ἔχομεν ἐννέα Ὑπουργούς· ἄρα ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δέκα ὀκτὼ αὐτοκίνητα. Ἡ ζημία τοῦ Κράτους δὲν θὰ ἦτο πολὺ μεγάλη. Ἀλλὰ πρὸς δικαιολογίαν τῶν ὅλων αὐτοκινήτων, λέγει ὁ πίναξ ὅτι τὸ ἓν διατίθεται διὰ τὸν Ναύαρχον Κάρρ, τὸ δὲ ἄλλο διὰ τὴν Ἀγγλικὴν ἀποστολήν. Κύριοι Βουλευταί· αἱ ἀποδοχαὶ τῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς εἶναι ὡρισμέναι διὰ τῆς συμβάσεως· τίνα εἶναι τὰ δικαιώματά των, καθορίζονται διὰ τῆς συμβάσεως, καὶ καθορίζονται διὰ νόμου ἀκόμη ὅτι δὲν ὑπόκεινται εἰς τὴν πληρωμὴν χαρτοσήμου. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐδοκίμασε τὴν δυσκολίαν αὐτήν, καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐξόφλησιν ἄνευ χαρτοσήμου, ἐφρόντισε νὰ ὑποβάλῃ νόμον περὶ τούτου, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ ὀλίγων ἑκατοντάδων δραχμῶν, διότι φυσικὰ ἐσέβετο τὸν νόμον καὶ ἔπρεπε καὶ τὸ μικρὸν τοῦτο γεγονὸς νὰ κανονισθῇ συμφώνως πρὸς τὸν νόμον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διαθέτει ἀκόμη δύο αὐτοκίνητα, ἓν διὰ τὸν Ἀρχηγὸν καὶ ἕτερον διὰ τὰ ἄλλα μέλη τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς. Θὰ ἔλθω ἀργότερον εἰς τὴν δαπάνην τῶν αὐτοκινήτων διὰ νὰ ἐννοήσητε ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πινακίου φακῆς. Τὸ ἓν δίδεται εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, ὁ ὁποῖος, εἰρήσθω, ἐπιβαίνει πλοίου καὶ εἰς τοὺς ναυάρχους δίδονται ἀτμάκατοι. Θαλαμηγοὶ δύνανται νὰ δίδωνται, ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος εἶναι πλούσιον, ἀλλ’ αὐτοκίνητα δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον πρέπει νὰ δίδωνται. Ὅταν ὁ ναύαρχος Κὰρρ ἐπιβαίνει τοῦ πλοίου καὶ ἔχει ὑπηρεσίαν ἐν θαλάσσῃ, τὸ αὐτοκίνητον εἶναι περιττὸν καὶ διὰ τὴν ναυτικὴν ἀποστολήν, τὴν ὁποίαν τόσον γενναίως ἀμείβει τὸ Κράτος, οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ ἔχῃ δύο αὐτοκίνητα εἰς τὴν διάθεσίν της. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ δικαιολογηθῶσιν τὰ αὐτοκίνητα καὶ ὡρίσθη ὅτι τὰ δύο ταῦτα εἶναι διὰ τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς καὶ διὰ τὰ ἄλλα μέλη αὐτῆς. Κύριοι· ὁ ναύαρχος Κὰρρ ἔχει ἴδιον αὐτοκίνητον. Πιθανὸν τὸ ἀποστέλλωσιν αὐτῷ καὶ τοῦτο, ἀλλ’ ὁ ναύαρχος Κάρρ, ἐπαναλαμβάνω, ἔχει ἴδιον αὐτοκίνητον καὶ γνωρίζει ὅτι ἐν τῇ πατρίδι του δὲν ἔχουσιν αὐτοκίνητα, οὔτε τὰ μέλη τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυαρχείου, τὰ μένοντα ἐν Λονδίνῳ, τῶν ὁποίων αἱ ἀπολαυαὶ ὁρίζονται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ μέχρι καὶ τοῦ ἰδιαιτέρου γραφέως, τὸν ὁποῖον δικαιοῦνται νὰ ἔχωσιν ἀντὶ 60 λιρῶν κατ’ ἔτος. Ἐφ’ ὅσον ἡ Ἀγγλικὴ ἀποστολὴ ἦλθε καὶ συνῆψε συμβόλαιον, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον παράπονον. Ἀλλὰ ἂν δὲν εἶναι περιττὸν τὸ αὐτοκίνητον τοῦτο, δὲν νομίζετε ὅτι εἶχε ὑποχρέωσιν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἔχῃ τριπλᾶ καὶ τετραπλᾶ αὐτοκίνητα διὰ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν, διὰ τὴν ὁποίαν ἠδύναντο καὶ νὰ δικαιολογηθῶσι τὰ αὐτοκίνητα, διότι εἶναι δέκα πρόσωπα τῆς Γαλλικῆς ἀποστολῆς, ἔχοντα ὑπηρεσίαν εἰς τὰ παραπήγματα εἰς τὸ Γουδί, τοῦ Ροὺφ καὶ τὴν Σχολὴν τῶν Εὐελπίδων, καὶ ἠδύναντο, ὄχι πλέον διὰ τὴν εὐμάρειαν τῶν ἀτόμων, ἀλλὰ διὰ τὴν ταχύτητα τῆς ὑπηρεσίας νὰ δοθῶσιν εἰς αὐτοὺς αὐτοκίνητα ὅπως ἐκτελῶσι τὰ καθήκοντά των καλλίτερον; Καὶ ὅμως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν οὐδὲν διέθηκε διὰ τὴν Γαλλικὴν ἀποστολήν, τὴν πολυαριθμωτέραν καὶ ἔχουσαν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ ξηρᾷ αὐτοκίνητον, καὶ διέθηκε δύο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διὰ μὴ ὑπάρχοντας ἀξιωματικούς, καὶ ἵνα οὗτοι μεταβαίνωσιν ἐκ τῆς οἰκίας των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργείου εἰς τὴν οἰκίαν των! Διότι ἄλλα καθήκοντα ἐν Ἀθήναις δὲν ἔχουσι, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἐν Ἀθήναις δὲν ἔχομεν Ναύσταθμον ἢ ἄλλην τινὰ ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία νὰ ἀναγκάζῃ τὰ μέλη τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς ὅπως μεταβαίνωσιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ 4ον αὐτοκίνητον. Ἐδόθη εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Δοκίμων· καὶ ἡ τοιαύτη χρῆσις δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ νόμου. Ἀλλὰ θὰ ἠδύνατο ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ εἴπῃ ὅτι πρὸς ταχεῖαν μετάβασιν τῶν καθηγητῶν ἐκ τοῦ σταθμοῦ τοῦ σιδηροδρόμου εἰς τὴν Σχολήν, ἡ ὁποία κεῖται μακράν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατεθῇ ἓν αὐτοκίνητον. Ἀντιπαρέρχομαι τὸ ζήτημα, θεωρῶν ὅτι δύναται νὰ δικαιολογηθῇ, καίτοι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω αὐτὸ δεδικαιολογημένον, καὶ προχωρῶ εἰς τὴν χρῆσιν τῶν αὐτοκινήτων — κατὰ τὸν πίνακα ἐννοεῖται, διότι ποία χρῆσις πραγματικῶς γίνεται ἐγὼ βέβαια δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, διότι δὲν εἶμαι ἀστυνομία τις, οὔτε παρακολουθῶ τὰ αὐτοκίνητα διὰ νὰ πιστοποιήσω τίς χρῆσις αὐτῶν γίνεται. Ἀκολουθῶ λοιπὸν τὸν πίνακα, τὸν ὁποῖον μοὶ ἔδωκεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καὶ βλέπω ὅτι δύο αὐτοκίνητα χρησιμοποιοῦνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἀεροπλοΐας. Κύριοι, οὔτε ἓν αὐτοκίνητον θὰ ἦτο δεδικαιολογημένον διὰ τὴν χρῆσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἀεροπλοΐας. Ἑλλὰς δὲν εἶναι μόνον αἱ Ἀθῆναι· τὰ ὄργανα τῆς Πολιτείας δὲν ἑδρεύουσιν ἐν Ἀθήναις, ὥστε πᾶς ὅστις δὲν ἔχει τὸ εὐτύχημα νὰ ἑδρεύῃ ἐν Ἀθήναις, πρέπει νὰ ἔχῃ αὐτοκίνητα ὅπως ἔρχηται εἰς τὴν Πρωτεύουσαν καὶ μὴ μείνῃ μακρὰν τῆς λαμπρᾶς αὐτῆς πόλεως καὶ κακοπαθήσῃ. Ἂν τὰ ἀεροδρόμια ἦσαν ἐν Ἐλευσῖνι, ὤφειλον οἱ ἀνήκοντες εἰς τὸ Σῶμα αὐτὸ νὰ κανονίσωσι τὰ τῆς κατοικίας των ἐν Ἐλευσῖνι. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη ἦτο τις ἐξ ἡμῶν διατεθειμένος ὅπως εὐμενῶς ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ ἐπιτρέψῃ ἵνα ἓν αὐτοκίνητον εἶναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀεροδρομίου, τὸ δεύτερον ὅμως αὐτοκίνητον οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ δικαιολογήσῃ. Καὶ δὲν θὰ δικαιολογήσῃ οὔτε ἕν, κύριοι Βουλευταί, αὐτοκίνητον, διότι τὸ ἀεροδρόμιον ἔπαυσεν ἀπὸ καιροῦ νὰ εἶναι εἰς τὸν ὅρμον τῆς Σαλαμῖνος· εὑρίσκεται ἐν Φαλήρῳ ὅπου ἡ Πολιτεία ἐμερίμνησε νὰ ἔχῃ δύο ἠλεκτρικοὺς σιδηροδρόμους, ἵνα μεταφέρωσι τοὺς δυστυχεῖς κατοίκους τοῦ Φαλήρου, ἐφ’ ὅσον δὲν θὰ ἠδύναντο νὰ παραμείνωσιν ἐκεῖ, ἀνὰ λεπτὸν τῆς ὥρας. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν τὸ ἀεροδρόμιον εὑρίσκεται ἐν Φαλήρῳ, φαντάζεταί τις ἐξ ὑμῶν ὅτι εἶναι δεδικαιολογημένον καὶ ἓν αὐτοκίνητον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀεροδρομίου τὸ ὁποῖον ἔχει ἕν, δύο, ἢ τρία διότι δυστυχῶς ἓν ἢ δύο ἀεροπλάνα ἔχομεν καὶ ἰσαρίθμους ἀεροπόρους. Ὥστε καὶ τὰ δύο ταῦτα αὐτοκίνητα, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ἀδικαιολόγητα ἐὰν τὸ ἀεροδρόμιον ἦτο ἐν Ἐλευσῖνι, εἶναι περισσότερον ἀδικαιολόγητα ἤδη καὶ ἡ διατήρησίς των εἶναι ἐγκληματική, ἐφ’ ὅσον διατίθενται διὰ τρία ἢ τέσσαρα πρόσωπα μένοντα ἐν Φαλήρῳ, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὅλας τὰς εὐκολίας νὰ μείνωσιν ἐν Φαλήρῳ καὶ ὅλας τὰς εὐκολίας νὰ ἀναβαίνωσιν εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐὰν ἐξάπαντος εἶνε ἀνάγκη νὰ ἀνέρχωνται εἰς Ἀθήνας. Ἀλλ’ τὰ ὄργανα τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ εἶναι καὶ μία ἄλλη ὑπηρεσία, ἡ ὁποία ἔχει ἕνα ἀξιωματικὸν καὶ ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας καὶ ἡ ὁποία ἔχει τὸ ἀτύχημα νὰ μὴ ἑδρεύῃ ἐν τῇ πλατείᾳ τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἐν τῇ πλατείᾳ τῆς Ὁμονοίας, ἀλλ’ ἑδρεύει μακράν, παρὰ τὸ Θησεῖον, ὅπου ὑπάρχει καὶ τροχιόδρομος· εἶναι ὁ ἀσύρματος τηλέγραφος. Ἔπρεπε λοιπὸν καὶ ὁ μόνος ἀξιωματικὸς τοῦ ἀσυρμάτου νὰ ἔχῃ ἓν αὐτοκίνητον. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι δύναται ὁ διευθυντὴς τοῦ ἀσυρμάτου νὰ κανονίσῃ τὴν κατοικίαν του, ἵνα μεταχειρισθῇ ἄλλο μεταγωγικὸν μέσον, ἀφοῦ καὶ ἠλεκτρικὸς τροχιόδρομος διέρχεται ἐκεῖθεν καὶ ὁ ἠλεκτρικὸς σιδηρόδρομος δὲν εἶναι μακράν; Ἔπρεπε καὶ ἐκεῖνος νὰ ἔχῃ ἓν αὐτοκίνητον, καὶ οὕτω πως νὰ δικαιολογηθῇ καὶ τὸ αὐτοκίνητον τοῦτο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου. Ὁ κ. ἀξιωματικός, ὁ τόσον λαμπρῶς ἐκτελῶν τὴν ὑπηρεσίαν του ἐν τῷ ἀσυρμάτῳ τηλεγράφῳ, εἶχε μέχρι πρό τινος μισθὸν 300 δραχμῶν, καὶ τώρα ὅτε προήχθη λαμβάνει 450 δραχμὰς μηνιαίως. Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς του ἀποφάσεως προσθέτει εἰς τὸν ἤδη γλίσχρον μισθὸν αὐτοῦ τοῦ ἀξιωματικοῦ (!) καὶ ἓν αὐτοκίνητον, τὸ ὁποῖον στοιχίζει διὰ τὸ Κράτος 2500 δραχμὰς μηνιαίως· δηλαδὴ ἡ Πολιτεία τῷ ὥρισε μισθὸν 450 δραχμὰς μηνιαίως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τῷ προσθέτει 2500! Τὸ ἓν αὐτοκίνητον μισθούμενον πρὸς 50 ἢ 60 δραχμὰς ἡμερησίως καὶ ἔχον τόσας δαπάνας, ὅσας θὰ εἴπω κατωτέρω, στοιχίζει τόσον πολὺ καὶ δίδεται ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν χρῆσιν ἑνὸς ἀξιωματικοῦ τοῦ ὁποίου τόσην ἀμοιβὴν ὥρισεν ἡ Πολιτεία! Ἀλλ’ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς εἶπε· «ὑπάρχει καὶ εἷς ἀξιωματικὸς τοῦ Ἐπιτελείου. Ἰδοὺ μία ὑπηρεσία πρὸς δικαιολογίαν ἑνὸς ἄλλου αὐτοκινήτου, τοῦ αὐτοκινήτου τοῦ Ἐπιτελείου, ἢ μᾶλλον τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου», διότι ὑποτίθεται ὅτι ὑπάρχουσι καὶ μερικὰ Ἐπιτελεῖα, τὸ δὲ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ ναυτικοῦ ἀποτελεῖται ἐξ ἑνὸς καὶ μόνου ἀξιωματικοῦ, ἐκ τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὸ αὐτοκίνητον. Ἀλλ’ ἴσως τις ἐξ ἡμῶν εἴπῃ· διατί τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον τοῦ Στρατοῦ τῆς ξηρᾶς ἔχει αὐτοκίνητον καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ τῆς θαλάσσης; Κύριοι Βουλευταί, τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς δὲν σύγκειται ἐξ ἑνὸς ἀξιωματικοῦ ἀλλ’ ἐκ πολλῶν, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοῦ ἔχουσι ποικίλα καθήκοντα· ἔχουσιν ἀκτῖνα δράσεως πολὺ ἐκτεταμένην, καὶ ἓν αὐτοκίνητον δὲν ὑπηρετεῖ τοὺς ἰδίους ἀξιωματικούς, ἀλλ’ ὑπηρετεῖ τὴν Πολιτείαν, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι κερδίζουσι χρόνον, μεταφερόμενοι ἀπὸ τοῦ ἑνὸς σημείου εἰς τὸ ἄλλο δι’ ἑνὸς αὐτοκινήτου. Ἀλλ’ ἐκεῖ δὲν πρόκειται περὶ ἀτόμων, ἀλλὰ περὶ ὑπηρεσίας, ἐδῶ δὲ πρόκειται μόνον περὶ ἑνὸς ἀτόμου, οὐδεμίαν ἔχοντος δικαιοδοσίαν, οὐδὲν καθῆκον, πέρα τοῦ Γραφείου τοῦ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Πρόκειται λοιπὸν τὸ αὐτοκίνητον αὐτὸ νὰ μεταφέρῃ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου ἐκ τοῦ Γραφείου εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ τἀνάπαλιν, διότι ἂν θελήσῃ νὰ ἐκτείνῃ τὴν δρᾶσίν του ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, δὲν δύναται νὰ μεταβῇ δι’ αὐτοκινήτου, διότι ὅλαι αἱ ἕδραι τῶν ναυτικῶν ὑπηρεσιῶν εἶναι πέραν τῶν ἀκτῶν, καὶ ὁ Ναύσταθμος, καὶ τὰ πλοῖα, καὶ ὁ Πόρος. Ἀλλὰ πῶς θὰ ἐδικαιολογοῦντο ὅλα τὰ αὐτοκίνητα αὐτά; Ἔμεινε πρόσωπόν τι, καὶ λυποῦμαι ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μνημονεύσω αὐτὸ ἐν τῇ Βουλῇ, ἀλλὰ τὸ μνημονεύω πρὸς τιμήν· πρόκειται περὶ τοῦ ἐνδόξου μας Ναυάρχου.
§99Δ. ΚΑΛΛΕΡΓΗΣ. Δὲν ἐδέχθη αὐτό· τὸ ἐπέστρεψεν.
§100Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ θὰ εἴπω κ. Συνάδελφε. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἦτο διατεθειμένη νὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν χρηματικὴν ἀμοιβὴν αὐτοῦ κατὰ τὰς Ἀγγλικὰς συνηθείας, καθ’ ἃς προσέφεραν ποσὸν 100 χιλ. λιρῶν εἰς τὸν Λόρδον Κίτσενερ ἢ εἰς τὸν Λόρδον Ρόμπερτς, ἐγὼ ὁ ὁποῖος συνεχίζω καὶ κατηγορῶ τὰς δαπάνας αὐτάς, θὰ ἤμην πρόθυμος νὰ ψηφίσω ὑπὲρ αὐτῶν, διότι θὰ ἐθεώρουν ὅτι ἦτο προσῆκον τοῦτο, καὶ θὰ ἤμην διατεθειμένος οὐ μόνον νὰ μὴ ἐλέγξω τὴν παροχὴν εἰς τοιοῦτον πρόσωπον ἑνὸς αὐτοκινήτου, ἀλλὰ καὶ ἄλλου ἔτι περισσοτέρου πράγματος. Ἀλλὰ τὸ αὐτοκίνητον ἐδόθη πρὸς αὐτὸν ἵνα δικαιολογήσῃ τὰ ἄλλα· πλὴν ὁ Ναύαρχος Κουντουριώτης δὲν ἐδέχθη τοῦτο, ὅπως πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτής, καὶ ἐπεστράφη τοῦτο ὀπίσω χωρὶς νὰ χρησιμοποιηθῇ, διότι ὁ Ναύαρχος τοιαύτην ἀντίληψιν εἶχε, ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο νὰ χρησιμοποιήσῃ ἓν ὄργανον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔδωκεν πρὸς αὐτὸν ὁ νόμος, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον προσέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός. Ἐπέστρεψε λοιπὸν αὐτό, νομίσας ὅτι ἐὰν ἤθελέ ποτε νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτοκίνητον, θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξεύρῃ ἄλλως πως αὐτό. Καὶ παρατηροῦμεν, Κύριοι, ὅτι ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Ἐπιτελείου, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν νόμον λαμβάνει μισθὸν ποσὸν 650 δραχμῶν, μὴ γενόμενον 1600 διὰ τῆς μεθόδου τῆς παρουσιάσεως, ὅπως συμβαίνει δι’ ἄλλον, ὅτι ὑπηρετεῖ ἐν θαλάσσῃ, ἐνῷ ὑπηρετεῖ ἐν ξηρᾷ, διότι ἐγένετο αὐτὴ ἡ πλαστὴ ἐγγραφὴ — διότι τοῦτο συμβαίνει διὰ τὸν ἄλλον, ὁ ὁποῖος ἐνῷ ὑπηρετεῖ ἐν τῇ ξηρᾷ καὶ μένει ἐν τῇ ξηρᾷ, θεωρεῖται ὅτι ἐπιβαίνει πλοίου εὑρισκομένου μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν — ἐνῷ αὐτὸς λέγω λαμβάνει μισθὸν 650 δραχμῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τῷ ἔδωκε καὶ ἓν αὐτοκίνητον πρὸς χρῆσίν του, τὸ ὁποῖον στοιχίζει 2500 δραχμὰς μηνιαίως. Οὕτω πως ἐτετραπλασίασε τὰς ἀποδοχάς, ἐνῷ θὰ ἐγίνετο μέγας ἀγὼν ἐὰν ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις νὰ αὐξηθῶσιν κατὰ 100 δραχμὰς οἱ μισθοὶ τῶν Στρατηγῶν καὶ τῶν Ναυάρχων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν διὰ μιᾶς μονοκονδυλιᾶς ἐτετραπλασίασε τὸν μισθὸν τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰ ἔξοδα, διότι, Κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν πρόκειται περὶ πινακίου φακῆς· οὔτε κἂν ὑπάρχει δικαιολογία ὅτι τὰ αὐτοκίνητα αὐτὰ ὑπῆρχον, καὶ διότι τὰ εὗρεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐχρησιμοποίησεν αὐτὰ ἵνα μὴ μείνωσιν ἄεργα καὶ φθαρῶσιν ἐκ τῆς ἀχρηστίας. Δύο μόνον αὐτοκίνητα εὗρεν, ὅτε ἀνέλαβεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὰ δὲ ἄλλα ἠγόρασε. Καὶ δὲν ἠρκέσθη ὅτι ἠγόρασε καὶ ἄλλα, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἐπίσης ἐξεμίσθωσε πρὸς 50–60 δραχμὰς ἡμερησίως μεθ’ ὅλων τῶν δαπανῶν τῆς ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως ὡς καὶ τῆς κινήσεως εἰς βάρος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Κύριοι, ἓν αὐτοκίνητον στοιχίζει 10.000 δραχμῶν, μισθούμενον δὲ πρὸς 60 δραχμὰς ἡμερησίως, ἄνευ ἄλλης τινὸς δαπάνης, ἀποφέρει 20.000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, καὶ ἡ μίσθωσις αὕτη εἶναι πλέον ἢ σκανδαλώδης, εἶναι τερατώδης, ἅτε μάλιστα γίνεται διὰ τοιοῦτον σκοπόν, διὰ νὰ δοθῇ εἰς ἓν πρόσωπον τὸ ὁποῖον δὲν τὰ δέχεται ἢ εἰς ἄλλα πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀποδέχονται αὐτό.
§101Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ κ. Κουντουριώτης οὐ μόνον ἐδέχθη τὸ προσφερθὲν αὐτοκίνητον, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ ἐπανελθὼν ἐκ Μούδρου παρεκάλεσε νὰ τῷ δοθῇ αὐτοκίνητον. Τουλάχιστον αὐτὸ μοὶ διεβίβασεν ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία, ἡ ὁποία εἶδε τὸν κ. Κουντουριώτην. Τοῦτο θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ εἴπω, διακόπτων ὑμᾶς, διότι βλέπω ὅτι ἐπανειλημμένως ἐπαναλαμβάνετε τοῦτο, χωρὶς πρότερον νὰ ζητήσητε ἐπισήμους πληροφορίας περὶ τοῦ πῶς ἐγὼ προσέφερα εἰς τὸν κ. Κουντουριώτην αὐτοκίνητον καὶ διατί οὗτος δὲν ἐδέχθη αὐτό.
§102Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι δὲν ἐχρησιμοποίησεν αὐτοκίνητον ὁ Ναύαρχος.
§103Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ δὲ ἐξ οἰκείας πρωτοβουλίας εἶπον πρὸς τὸν Ναύαρχον κ. Κουντουριώτην, ὅτι μὴ καταστάσης δυνατῆς τῆς ἀφίξεως τοῦ αὐτοκινήτου, τὸ ὁποῖον παρήγγειλε τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ τὸν κ. Κουντουριώτην, οὐδὲ προβλεπομένης τῆς τοιαύτης ἀφίξεως αὐτοῦ ἐν Ἑλλάδι, θὰ ἦτο δαπάνη ὑπερβολικὴ νὰ ἔχωμεν μεμισθωμένον αὐτοκίνητον ἀκόμη, καὶ τοιουτοτρόπως τῇ πρωτοβουλίᾳ τῇ ἰδικῇ μου ἔπαυσε λειτουργοῦν τὸ αὐτοκίνητον τοῦ κ. Κουντουριώτου. Ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἄλλην μίσθωσιν, αὕτη ἀφορᾷ προσωπικῶς ἐμέ. Τὸ αὐτοκίνητον τοῦ Ὑπουργοῦ εἶχεν ἐντελῶς καταστραφῆ, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ βαδίσῃ πλέον. Ἐνόμισα ὅτι, ἀφοῦ καθιερώθη οὐ μόνον διὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἀλλὰ καὶ δι’ ἕτερα Ὑπουργεῖα τὸ αὐτοκίνητον ἀντὶ τῆς ἁμάξης, ἐνόμισα ὅτι διά τινας ἡμέρας ἠδυνάμην νὰ ἐκμισθώσω ἓν τοιοῦτον.
§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ δύο αὐτοκίνητα, ἐὰν εἴχετε διὰ προσωπικήν σας χρῆσιν, δὲν θὰ παρεξενευόμεθα.
§105Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Καὶ σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἐπὶ δύο μῆνας, βλέπων ὅτι ἡ δαπάνη τῶν 50 δραχμῶν ἡμερησίως ἦτο ὑπερβολική, ἔμενον ἐπὶ δύο μῆνας ἄνευ αὐτοκινήτου, καὶ ἤμην ἠναγκασμένος νὰ φέρω τὸ αὐτοκίνητον τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου, παρακωλύων οὕτω τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ νὰ μεταβαίνω εἰς τὴν οἰκίαν μου ἢ εἰς τὴν ἐξοχὴν εἰς τὴν ὁποίαν κατοικῶ. Ἑπομένως δὲν ἔχετε δίκαιον ἐλέγχοντές με ὅτι ἐμίσθωσα αὐτοκίνητον ἐξ ἰδίας προθέσεως, ἵνα δώσω αὐτὸ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Στόλου ἢ διὰ νὰ κάμω πολυτελεῖς δαπάνας, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ὁμιλήσω εὐθὺς ἀμέσως.
§106Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀπορῶ, πῶς, ἐνῷ κατὰ τὸν πίνακα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν φαίνεται ὅτι ὑπάρχει δύναμις ὀκτὼ αὐτοκινήτων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μᾶς εἶπεν ὅτι ἔμεινεν ἄνευ αὐτοκινήτου. Τόσον ἐθεώρησε σεβαστὰ τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων! Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ἐκάμετε αὐτό, προσεβάλετε τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς θέσεώς σας, ἐπιτρέψαντες εἰς ἄλλους νὰ ἔχωσιν αὐτοκίνητα, χωρὶς ὁ νόμος νὰ ὁρίζῃ ταῦτα, καὶ νὰ μένητε ὁ ἴδιος ἄνευ αὐτοκινήτου. Δὲν ἐλαφρύνετε τὴν θέσιν σας, λέγοντες τοιαῦτα πράγματα.
§107Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι ζήτημα ἰδικόν σας αὐτό. Ἀλλὰ καὶ περὶ τούτου, ἐὰν πρόκειται, σᾶς πληροφορῶ ὅτι ὅτε δὲν εἶχον αὐτοκίνητον. Ἐζήτησα ἐπιμόνως παρὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν νὰ μοὶ παραχωρήσῃ τοιοῦτον διὰ τὰς ὀλίγας αὐτὰς ἡμέρας, πλὴν καὶ τοῦτο κατέστη ἀδύνατον.
§108Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διότι δὲν εἶχε, δὲν ἔχει περιττὰ αὐτοκίνητα διὰ τοὺς τμηματάρχας της.
§109Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ῥητορικὸν σχῆμα. Ἀλλ’ ἀπαντήσατε ἐπὶ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον.
§110Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν, ἀπαντῶ ὅτι ἔχετε ὀκτὼ αὐτοκίνητα ἀνήκοντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου σας, τὰ ὁποῖα μάλιστα κακῶς ἠγοράσατε, διότι οὔτε τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς ἐλάβετε διὰ τὴν ἀγορὰν αὐτῶν τῶν αὐτοκινήτων.
§111Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀποτείνεσθε πρὸς ὅλους ἤδη τοὺς Ὑπουργούς, οἵτινες ἠγόρασαν ἀντὶ ἁμαξῶν αὐτοκίνητα; Διότι θέλω νὰ κανονίσω τὴν θέσιν μου.
§112Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐξαιρῶ τὰ αὐτοκίνητα, τὰ ὁποῖα εἶναι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἂν σᾶς ἔβλεπον χρησιμοποιοῦντα καθ’ οἱονδήποτε τρόπον δύο αὐτοκίνητα, ὄχι ἕν, δὲν θὰ ἔφερα τὸ ζήτημα ἐνταῦθα. Ἀκριβῶς ἔσπευσα νὰ εἴπω ὅτι μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν ἡ διαφορὰ τῆς ἀντιλήψεως τῆς ἰδικῆς σας καὶ τῶν ἄλλων συναδέλφων σας, διότι ὄχι μόνον δὲν βλέπω τὴν χρησιμοποίησιν τόσων πολλῶν αὐτοκινήτων, ἀλλ’ οὔτε τὴν χρησιμοποίησιν αὐτοκινήτου πέρα τοῦ ἑνός. Ἐὰν ἡ ἀντίληψις τῶν συναδέλφων σας ἦτο νὰ ἀντικαταστήσωσι τὴν ἅμαξαν διὰ τοῦ αὐτοκινήτου, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ἐὰν δὲ ὑπέθετον ὅτι τὸ αὐτοκίνητον εἶναι ἀξιοπρεπέστερον τῆς ἁμάξης, εἶχον καθῆκον οἱ κ. Συνάδελφοί σας νὰ χρησιμοποιήσωσιν αὐτοκίνητα, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψήν μου οὐδεὶς εἶναι ἀνώτερος τοῦ Ὑπουργοῦ· οὐδεμία δὲ μάλιστα θὰ εἶχον ἀντίρρησιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε νὰ διπλασιάσῃ καὶ τριπλασιάσῃ τὰς παροχὰς τῶν Ὑπουργῶν. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ τὴν χρῆσιν αὐτοκινήτου ὑφ’ ὑμῶν, ἀλλὰ τὴν χρησιμοποίησιν αὐτοῦ διὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα οὐδόλως εἶχον ἀνάγκην αὐτοκινήτων καὶ διὰ τῆς ἀποκτήσεως τῶν αὐτοκινήτων οὐδόλως ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των καλλίτερα. Διότι δὲν φαντάζομαι ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀσυρμάτου θὰ ἐξυπηρετηθῇ περισσότερον διὰ τοῦ αὐτοκινήτου καὶ μέχρι τοιούτου σημείου νὰ σεβασθῆτε τὰ καθήκοντα ταῦτα, ὥστε νὰ μείνητε σεῖς ἄνευ αὐτοκινήτου, διὰ νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι αὐτοκίνητα οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον δικαίωμα. Ἐπεστράτευσεν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ αὐτὸ εἶναι ζήτημα ἄλλου θέματος δι’ ἄλλην ἡμέραν, διὰ νὰ ἔχῃ ἑκατοντάδας καὶ χιλιάδας ἀνδρῶν ἀχρησιμοποιήτους, καὶ βλέπομεν ἀμέσως καὶ φέρει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον 200 ἄνδρας τοῦ ναυτικοῦ, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐδῶ, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε μόνον ὀκτώ. Ἐφέρατε 216 ἄνδρας ἐξ ὧν 16 ἔχετε διὰ τὰ αὐτοκίνητα, 16 κελευστὰς μηχανικοὺς καλοπληρωνομένους μὲ 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, κελευστὰς καὶ μηχανικοὺς καὶ τεχνίτας καὶ ναύτας καταστρώματος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν αὐτοκινήτων, τῶν ὁποίων ἡ δαπάνη ἀνέρχεται εἰς 20–25 χιλ. δραχμὰς κατ’ ἔτος. Καὶ μοὶ ἐδώκατε πίνακα ὅτι τὰ ἔξοδα κινήσεως εἶναι 3.333.70, ἐνῷ ὑπάρχει καὶ δαπάνη πρόσθετος κατὰ μῆνα καὶ διὰ τὰ ὑλικά, ἄλλων 500 δραχμῶν, ὥστε βλέπομεν ὅτι ἔχομεν διὰ κίνησιν κατ’ ἔτος 40.000 καὶ ἄλλας 6.000 δι’ ὑλικά, τὸ ὅλον 46.000, καὶ 25.000 διὰ τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον χρησιμοποιεῖται διὰ τὰ αὐτοκίνητα αὐτά, τὸ ὅλον 70.000. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν δαπάνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀσυγχώρητοι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀκατονόμαστοι! Κύριοι Βουλευταί, ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω, ἐκθέσας τὰ γεγονότα, χωρὶς νὰ θέλω νὰ τὰ χαρακτηρίσω ἐγώ. Ἀφήνω τὸν χαρακτηρισμὸν εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν. Ἀνακεφαλαιῶν δι’ ὀλίγων, σᾶς εἶπον ὅτι, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης ὁ κ. Ὑπουργὸς προήγαγε κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου εἴκοσιν ὑπολογιστὰς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ. Κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ὥρισε τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποφροντιστῶν αʹ τάξεως. Κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου ἐδημιούργησε μίαν ὑπηρεσίαν καὶ συγχρόνως ἔδειξεν ἀσύγγνωστον ἀμέλειαν ὅπως νομιμοποιήσῃ μίαν ὑπηρεσίαν, τὴν ὁποίαν κατὰ μῆνα Μάϊον ἐχαρακτήρισε τόσον ἐπείγουσαν, ὥστε νὰ ἀπαιτήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ψηφίσῃ νόμον πρὶν ἢ αὐτὴ ἴδῃ αὐτὸν, καὶ κατόπιν ἐγκατέλιπεν αὐτὸν εἰς τὴν τύχην του. Κατὰ παράβασιν νόμου, ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀνάγκης, διέθηκε καὶ διαθέτει τόσα αὐτοκίνητα, ὥστε νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ Δημόσιον κατὰ τοιοῦτον τρόπον. Θὰ ἠρώτων· τίς εἶναι ὁ λόγος, ἐὰν τὸ θέμα ἦτο περὶ τῆς ἐν γένει δράσεως τοῦ Ὑπουργοῦ, θὰ ἠδύνατο συνεπῶς νὰ ὁμιλήσῃ, μολονότι ἡ δρᾶσις ἑνὸς Ὑπουργοῦ δύναται νὰ κρίνηται εὐκόλως, ἀλλ’ ὄχι καὶ νὰ ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ βήματος. Τὸ χαρακτηριστικὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν εἶναι ὅτι δὲν ἔχει βούλησιν· εἶναι ὄργανον ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ἐτάχθη νὰ διοικῇ. Ὁ καθεὶς ἐπιτυγχάνει ὅ τι θέλει· ὅ τι ἂν ζητήσῃ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτηθῇ. Ἐπειδὴ δὲ θέλω νὰ ἀποδείξω γεγονότα διὰ τῶν ἰδίων του ἐγγράφων, ὅπως ἀπέδειξα καὶ τὰ γεγονότα ταῦτα, θὰ σᾶς ἀποδείξω ἄλλην τινα ἡμέραν ταῦτα, ἵνα ἴδητε ὅτι καὶ οἱ κατώτεροι ἀξιωματικοί, ζητήσαντες παράνομα πράγματα, ἐκεῖνα, ἅτινα ὑπομιμνήσκουσι δυσάρεστον ἱστορίαν τῶν παρελθόντων ἐτῶν, ἐπέτυχον ὅ τι ἐζήτησαν. Εἶναι χαρακτηριστικὸν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, νὰ μὴ ἔχῃ οὐδεμίαν βούλησιν καὶ νὰ ἀφήνῃ νὰ διοικῆται τὸ ναυτικόν, ὅπως τὸ συμφέρον ἑνὸς ἑκάστου ὑπαγορεύει. Κρατῶ τὰ κείμενα τῶν νόμων διὰ νὰ ἀποδείξω εἰς περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελε προκαλέσει τοῦτο ἡ ἀνάγκη, ὅτι ὅσα εἶπον, εἶναι ἀληθῆ στηριζόμενα ἐν τῷ νόμῳ.
§113Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι Βουλευταί· ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας διετύπωσεν ἐπερώτησιν, ἀφορῶσαν τέσσαρα διάφορα θέματα, ἀλλ’ ὅμως δὲν ἐπέδειξεν οὐδὲ κἂν τὴν πρόθεσιν ὅπως διατυπώσῃ ἀκριβῶς ποῖα ἦσαν τὰ θέματα, περὶ τῶν ὁποίων ἐκαλούμην νὰ δώσω λόγον εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν παραπονοῦμαι διὰ τοῦτο, διότι εἶμαι πρόθυμος ν’ ἀπαντήσω ἐφ’ ὅλων τῶν θεμάτων· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν εἶναι τακτικὴ ἐπερωτήσεως αὐτή, ἡ ἐγγραφὴ θεμάτων τόσον ἀορίστων, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν προσερχόμενος ν’ ἀπολογηθῇ διὰ παραβάσεις τῶν νόμων. Θὰ θίξω πρῶτον τὸ ζήτημα τῶν αὐτοκινήτων. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἀνέφερεν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν του δέκα τρία αὐτοκίνητα. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι Βουλευταί· ἀπηριθμήσατε δέκα τρία αὐτοκίνητα; Ἐγὼ ἐπὶ μάτην ἠρεύνων διὰ νὰ εὕρω ποῖον εἶναι τὸ ἔνατον, τὸ δέκατον, τὸ ἑνδέκατον, τὸ δωδέκατον καὶ τὸ δέκατον τρίτον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διαθέτει ὀκτὼ αὐτοκίνητα, δύο ἀγορασθέντα ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ προκατόχου μου κ. Στράτου καὶ ἓξ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου. Τὰ ἀγορασθέντα ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ προκατόχου μου εἶναι τὸ αὐτοκίνητον τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τὸ αὐτοκίνητον, τὸ διατεθὲν πρὸς χρῆσιν τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς. Τὰ λοιπὰ αὐτοκίνητα ἠγοράσθησαν ὡς ἑξῆς· κατὰ πρότασιν τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν παρηγγέλθησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ προκατόχου μου, δύο αὐτοκίνητα διὰ τὸ ἀεροπορικὸν Σῶμα.
§114Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι ἰδικά σας αὐτά.
§115Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὸ ἀεροδρόμιον κύριοι Βουλευταί, εὑρίσκεται μεταξὺ Σκαραμαγκᾶ καὶ Ἐλευσῖνος· οὐδὲ κἂν εὑρίσκεται πλησίον τῆς Ἐλευσῖνος, ὡς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας· εὑρίσκεται μεταξὺ τῆς Ἐλευσῖνος καὶ Σκαραμαγκᾶ. Εἰς τὸ ἀεροδρόμιον φοιτῶσι καθημερινῶς πλεῖστοι ἀξιωματικοί· ἑπομένως δὲν εἶναι δυνατὸν κατ’ ἀρχὴν νὰ συζητηθῇ ὅτι ἡ μετάβασις τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν μὴ δυναμένων οὐδὲ κἂν νὰ κατοικῶσιν εἰς τὴν Ἐλευσῖνα, ὡς προέτεινεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ διὰ τοῦ ταχυτέρου μέσου συγκοινωνίας. Δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τῶν ἁμαξῶν, οὐδὲ κἂν τῶν φορείων, τὰ ὁποῖα θὰ μετέφερον καθημερινῶς εἰς τοιαύτην ἀπόστασιν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ναυτικοῦ. Ἡ Ἀγγλικὴ ἀποστολὴ ὑπέδειξεν, ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένων ἀριθμῶν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀγορασθῶσι δύο αὐτοκίνητα διὰ τὸ ἀεροδρόμιον, πράγματι δὲ προέβην εἰς τὴν παραγγελίαν τῶν δύο τούτων αὐτοκινήτων. Νομίζετε ὅτι ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἔκαμα πολυτελῆ δαπάνην, ἀκούων τὰς εἰσηγήσεις τῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, ἡ ὁποία μοὶ ἐπρότεινε νὰ προβῶ εἰς τὴν ἀγορὰν δύο αὐτοκινήτων πρὸς μεταφορὰν καὶ τῶν μελῶν τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς καὶ τῶν ἡμετέρων ἀξιωματικῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ λοιποῦ βοηθητικοῦ προσωπικοῦ εἰς τὸ ἀεροδρόμιον; Θέλω καὶ πάλιν ἐξετάσει, ἐὰν τὰ δύο αὐτοκίνητα εἶναι πολλά, καὶ οὐδεμίαν θὰ ἔχω δυσκολίαν νὰ περιορίσω αὐτὰ εἰς ἕν, ἀλλὰ βεβαιώθητε ὅτι μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ καταργήσω τὰ αὐτοκίνητα αὐτά, διότι θὰ ἤμην κακὸς Ὑπουργός, ἐὰν ὑπεχρέουν τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ τὸ λοιπὸν προσωπικὸν νὰ μεταβαίνωσιν, εἴτε πεζῇ εἴτε δι’ ἁμαξῶν καθ’ ἡμέραν. Ἕτερον αὐτοκίνητον, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, εἶναι τὸ διατεθὲν εἰς τὰ ἔργα τῆς κατασκευῆς τοῦ νέου Ναυστάθμου. Κατὰ ληφθεῖσαν ἀπόφασιν, γίνονται ἐπανειλημμέναι μελέται ἐφ’ ὅλου τοῦ ἐδάφους, ἀπὸ τῆς Ἐλευσῖνος μέχρι τοῦ ὄρους Σκαραμαγκᾶ, πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ νέου Ναυστάθμου. Ἀσχολοῦνται ὄχι μόνον τέσσαρες μηχανικοὶ Ἄγγλοι, ἐλθόντες καὶ μισθωθέντες ἐπίτηδες, ἀλλ’ ἀσχολεῖται καὶ ὁλόκληρον Σῶμα βοηθητικοῦ προσωπικοῦ, ἵνα παρασκευάσῃ τὴν ἐργασίαν, ἐφ’ ἧς θέλει ἀνοικοδομηθῆ ὁ νέος Ναύσταθμος. Νομίζετε ὅτι ὅλον τὸ προσωπικὸν τοῦτο θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβαίνῃ πεζῇ ἢ δι’ ἁμάξης ἢ καθ’ οἱονδήποτε ἄλλον τρόπον εἰς τὸ μέρος αὐτό; Δὲν νομίζετε ὅτι διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸ αὐτοκίνητον θὰ ἦτο ἀνάγκη νὰ κτίσωμεν οἰκίας ἐκεῖ καὶ νὰ ὑποχρεώσωμεν ὅλους τοὺς ἰδικούς μας καὶ τοὺς Ἄγγλους νὰ μένωσιν ἐν Σκαραμαγκᾷ, διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὴν χρῆσιν τοῦ αὐτοκινήτου; Ἐγὼ ὡς Ὑπουργὸς νομίζω ὅτι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν τοῦτο· ὅτι πολὺ περισσότερον συνέφερεν εἰς τὸ Δημόσιον νὰ ἀγοράσῃ ἓν αὐτοκίνητον, διὰ νὰ μεταφέρῃ ὅλην αὐτὴν τὴν σειρὰν τῶν ὑπαλλήλων καθημερινῶς εἰς τὸν νέον Ναύσταθμον, παρὰ νὰ κτίσῃ οἰκίας, καὶ νὰ καταρτίσῃ ὁλόκληρον συνοικισμόν, διὰ νὰ ἀποφύγῃ τὴν κτῆσιν τοῦ πέμπτου αὐτοκινήτου. Ἔρχεται μετὰ ταῦτα τὸ αὐτοκίνητον τῆς Ναυτικῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων. Εἰς τοῦτο εἶχον ἐπιεικῆ τὴν κρίσιν τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὁ ὁποῖος συνωμολόγησεν ὅτι ἐπὶ τέλους εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ τοιοῦτον αὐτοκίνητον, ἐγὼ δὲ πλειοδοτῶν λέγω ὅτι, ὡς ἀνεπτύχθη ἡ Σχολὴ τῶν Δοκίμων, ὡς καθίσταται ἀναγκαῖον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ μεταβαίνῃ ὄχι μόνον τὸ προσωπικὸν τῆς Σχολῆς ἀλλὰ καὶ οἱ διάφοροι καθηγηταὶ καὶ διδάσκαλοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ γίνηται ἀνελλιπῶς ἡ ὑπηρεσία αὐτῆς ἐὰν δὲν ἤθελε διατεθῆ ἓν αὐτοκίνητον, ὅπως μεταφέρῃ ὅλον αὐτὸ τὸ πλῆθος. Ὑποθέτω, λοιπόν, ὅτι καὶ ἐπὶ τοῦ ἕκτου αὐτοῦ αὐτοκινήτου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἕβδομον, τὸ αὐτοκίνητον τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου. Καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον καὶ μετὰ ταῦτα ὑπῆρχε πρὸς χρῆσιν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου, ὑπαλλήλων ὑποχρέων νὰ μεταβαίνωσιν ἐκεῖ ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, καὶ διετηρεῖτο τὸ αὐτοκίνητον τοῦ ἀσυρμάτου...
§116Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἓν αὐτοκίνητον δι’ ὅλους τοὺς ἀξιωματικούς. Εἴπετε ὅμως ὅτι ἐχρησιμοποιεῖτο ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ ἀσυρμάτου τὸ αὐτοκίνητον τὸ ἐκτελοῦν ἐγκατάστασιν τοῦ ἀσυρμάτου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὑπάρχει ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν αὐτοκίνητον, τὸ ὁποῖον ἐνεργεῖ ἐγκατάστασιν ἀσυρμάτου, τὸ ὁποῖον ἠγοράσθη κατὰ τὴν ἀρχὴν τοῦ πολέμου. Ἂν δὲ γίνεται χρῆσις τοῦ αὐτοκινήτου τούτου εἰς ὑποθέσεις ξένας τοῦ ἀσυρμάτου, βεβαίως αὐτὴ ἡ χρῆσις εἶναι ἐκτὸς παντὸς ὅρου. Πληροφοροῦμαι μάλιστα, ὅτι τὸ αὐτοκίνητον αὐτὸ ἐβλάβη, διότι ἔχει λεπτότατα ὄργανα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταφέρῃ εἰς ἐκδρομὰς ἀξιωματικούς, ναύτας καὶ γυναῖκας.
§117Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὰ τῆς βλάβης ἐν ἐκδρομῇ δὲν μοὶ ἐγένοντο γνωστά. Βεβαιώθητε ὅτι, ἐὰν μοὶ ἐγίνετο γνωστὸν ὅτι οἱονδήποτε αὐτοκίνητον χρησιμοποιεῖται δι’ ἄλλας ἀνάγκας πλὴν ὑπηρεσιακῶν, ἔστε βέβαιος, λέγω, ὅτι ἤθελον τιμωρήσει αὐστηρῶς τοὺς χρησιμοποιήσαντας οὕτω τὸ αὐτοκίνητον.
§118Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ αὐτοκίνητον τοῦ ἀσυρμάτου ἀνετράπη εἰς τὴν ἀμμουδιὰν τοῦ Παλαιοῦ Φαλήρου. Εἶδον ἐγὼ ἐν αὐτῷ ναύτας καὶ γυναῖκας ἐνηγκαλισμένους.
§119Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν πιστεύω νὰ ἀπαιτῆτε ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ περιοδεύῃ ἵνα βλέπῃ ἐὰν γίνεται τοιαύτη χρῆσις τῶν αὐτοκινήτων. Ἐγὼ διέταξα ἀνακρίσεις καὶ δὲν ἀπεδείχθη τίποτε, πρὸ δύο δὲ μηνῶν ἐξέδωκα καὶ αὐστηροτάτην διαταγὴν διὰ τῆς ὁποίας λέγω, ὅτι ἀπαγορεύεται ἡ διὰ προσωπικὰς ὑπηρεσίας χρῆσις τῶν αὐτοκινήτων, οὐδὲ τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς ἐξαιρουμένης. Ἀναγινώσκων εἰς τὰς ἐφημερίδας, δὲν ἀντελήφθην δὲ ὑπηρεσιακῶς τίποτε, ἐξέδωκα διαταγὴν ὅτι ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς ἡ χρῆσις αὐτοκινήτων εἰς πάντα ἀνεξαιρέτως ἀξιωματικὸν διὰ μὴ ὑπηρεσιακὴν ἀνάγκην, κατὰ τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην οὐδεὶς ἀξιωματικὸς πλὴν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου ἐπιβαίνει τῶν αὐτοκινήτων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Βεβαιώθητε δ’ ὅτι ἂν περιήρχετο εἰς γνῶσίν μου ὅτι ἀξιωματικός τις τοῦ ναυτικοῦ ἔκαμνε τοιαύτην χρῆσιν, ὁ ἀξιωματικὸς αὐτός θὰ ἐτιμωρεῖτο αὐστηρότατα. Ἀπομένει, Κύριοι, τὸ τελευταῖον αὐτοκίνητον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ αὐτοκίνητον τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου, συγχρόνως καὶ ὅλης τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διότι δὲν εἶναι αὐτοκίνητον διατεθειμένον διὰ προσωπικὴν παράστασιν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Ἐπιτελείου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὸ αὐτοκίνητον τοῦτο εἶναι δυνατὸν ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομίας νὰ μὴ παύσῃ τυχὸν ὑφιστάμενον, διότι βεβαίως οὔτε ἔργα θὰ παύσωσι νὰ γίνωνται, ἀλλ’ οὔτε καὶ θὰ σταματήσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ δικαιολογήσω πῶς περιῆλθε τὸ αὐτοκίνητον τοῦτο εἰς τὸ Γενικὸν Ἐπιτελεῖον. Ἐκ τῶν ἀγορασθέντων αὐτοκινήτων πρὸς χρῆσιν τοῦ ἀεροδρομίου, τὸ ἓν ἐξ αὐτῶν, ἕνεκα τῆς κακῆς καταστάσεως τῆς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ἄγει ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Ἐλευσῖνα, περιῆλθεν εἰς κακὴν κατάστασιν, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀντίσχωσι τὰ ἐλατήρια εἰς τὸν δρόμον τὸν ἄγοντα ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Θήβας, ἠναγκάσθημεν δέ, ἵνα μὴ σταματήσῃ τὸ δρομολόγιον, νὰ ἀγοράσωμεν ἄλλο διὰ νὰ ἀντικαταστήσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν Ἐλευσῖνα ἦτο ἀδύνατον νὰ προχωρήσῃ, ἕνεκα τῆς ἀθλίας καταστάσεως τῆς ὁδοῦ. Τοιουτοτρόπως ἔμεινεν εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ Ὑπουργείου τὸ αὐτοκίνητον. Κύριοι Βουλευταί· ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀναπτύξω τὰ τῶν αὐτοκινήτων ἐντελῶς ἐκτεταμένως, διὰ νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὁποία τις χρῆσις γίνεται ἑκάστου αὐτοκινήτου καὶ διὰ νὰ δηλώσω προσέτι εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐξετάσω καὶ πάλιν ἐπισταμένως μήπως τυχὸν αὐτοκίνητόν τι πλεονάζῃ. Δὲν θὰ ἐδίσταζον δέ, ἀκριβῶς, ὄχι τόσον διὰ τὸ μέγεθος τῆς σπατάλης — διότι δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ κατηγορία ἐπὶ σπατάλῃ — ἀλλὰ διὰ τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν προξενεῖ ἡ χρῆσις τῶν αὐτοκινήτων ἐν εὐρυτέρᾳ κλίμακι, ἐὰν εἶναι δυνατὸν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας νὰ περικοπῶσιν ἓν ἢ δύο αὐτοκίνητα, νὰ πράξω τοῦτο ἀμέσως· ἀλλ’ ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἀντιλήψεως, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, τὸ ἔχον ὑπηρεσίας ἐν τῇ ξηρᾷ, ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀναπτύξῃ, ἀναπτυχθείσας ἄλλως τε ἐπὶ τῆς Ὑπουργίας μου, διότι καὶ τὰ ἔργα τοῦ Ναυστάθμου καὶ τὸ ἀεροδρόμιον ἀνεπτύχθησαν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, πρέπει νὰ στερηθῇ παντὸς μέσου μεταφορᾶς, τὸ ὁποῖον καὶ οἰκονομίαν χρόνου θέλει ἐπιφέρει καὶ αὐτὴν τὴν ἐργασίαν θέλει κατορθώσει, ὥστε νὰ διεξάγηται πλέον ἀπροσκόπτως. Ταῦτα, κ. Βουλευταί, ὡς πρὸς τὰ αὐτοκίνητα. Ὀφείλω ἐν τέλει νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις, ἐν σχέσει πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διετάθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτής, ὅτι ἐγὼ ἐμίσθωσα πολυτελέστατα αὐτοκίνητα, προτείνας εἰς ἀξιωματικοὺς ὅπως λάβωσι ταῦτα, καὶ ὑπέβαλον τὸ Δημόσιον εἰς δαπάνην πεντήκοντα δραχμῶν καθ’ ἡμέραν. Κύριοι Βουλευταί, εὗρον ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν τὸν Ἀρχηγὸν τῆς Ναυτικῆς Ἀποστολῆς ἔχοντα αὐτοκίνητον ἀγορασθὲν ἐπὶ τῆς ὑπουργίας τοῦ προκατόχου μου, ἐνόμισα δ’ ἐξ ἰδίας προθέσεως ὅτι εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Στόλου τοῦ Αἰγαίου, τὸν ἔνδοξον Ναύαρχόν μας — καὶ ἐξ ἄλλου ἀνάλογα παρετηρήθησαν ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς — ἔπρεπε νὰ δοθῇ τουλάχιστον ἡ παράστασις δι’ ἑνὸς αὐτοκινήτου. Ἐὰν τὴν σπατάλην ταύτην χαρακτηρίζετε ὡς ἀδικαιολόγητον, ὁμολογῶ ὅτι ταύτης εἶμαι ὑπαίτιος ἐγὼ προσωπικῶς. Ὁ κ. Κουντουριώτης δὲν ἠρνήθη, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι εὗρε καὶ τὴν προσφορὰν ταύτην τελείως δεδικαιολογημένην. Ὅτε, γενομένης παραγγελίας καὶ μὴ ἐρχομένου τοῦ αὐτοκινήτου τοῦ κ. Κουντουριώτου ἕνεκα τῆς ἐκρήξεως τοῦ πολέμου, εὑρέθην πρὸ αἰτήσεως τοῦ ἐνδόξου μας Ναυάρχου κ. Κουντουριώτου, ὅπως κατὰ τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἀδείας αὐτοῦ τῷ δοθῇ ἓν αὐτοκίνητον — ταῦτα μοὶ διεβίβασεν ὑπευθύνως ὁ ἁρμόδιος τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν — ὅτε εὑρέθην πρὸ τῆς τοιαύτης αἰτήσεως, ἐνόμισα ὅτι εἰς τὸν κ. Κουντουριώτην δὲν ἐδικαιούμην νὰ ἀρνηθῶ τὴν μίσθωσιν αὐτοκινήτου, ἔστω καὶ ἂν τὸ Δημόσιον θὰ ὑποχρεοῦτο νὰ καταβάλλῃ πεντήκοντα ἢ ἑξήκοντα δραχμὰς καθ’ ἡμέραν, προκειμένου περὶ δαπάνης, ἡ ὁποία δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνηται ἐπ’ ἄπειρον, ἀφοῦ ἀνεμένετο ἡ ἔλευσις τοῦ αὐτοκινήτου, καὶ πραγματικῶς ἐμίσθωσα αὐτοκίνητον πρὸς πεντήκοντα δραχμὰς τὸ ὁποῖον παρεχώρησα πρὸς χρῆσιν εἰς τὸν κ. Κουντουριώτην. Ἀλλ’ ὅτε ἔβλεπον ὅτι, λόγῳ τῆς ἐκρήξεως τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔλθῃ τὸ αὐτοκίνητον τοῦ κ. Κουντουριώτου, ὅτε εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ἵνα καὶ λόγῳ οἰκονομίας προβῶ εἰς τὴν κατάργησιν τῶν αὐτοκινήτων τῆς παραστάσεως λεγομένων, ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὸν κ. Κουντουριώτην ὅτι καλὸν θὰ ἦτο νὰ λυθῇ ἡ τοιαύτη μίσθωσις, καὶ πράγματι ἡ μίσθωσις τοῦ αὐτοκινήτου ἔπαυσεν ὑφισταμένη. Δεύτερον αὐτοκίνητον, τὸ ὁποῖον ἐμίσθωσα δι’ εἴκοσι πέντε ἡμέρας, εἶναι τὸ αὐτοκίνητον πρὸς ἰδικήν μου χρῆσιν, διότι εἶχεν ἐντελῶς καταστραφῆ τὸ ἕτερον αὐτοκίνητον. Ἔπρεπε νὰ μεταβαίνῃ ὁ ὑπουργὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν του δι’ ἑνὸς φορητοῦ μέσου, δὲν ἐνόμισα δὲ ὅτι δι’ εἴκοσι πέντε ἡμέρας ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῶμεν ἄλλο σύστημα μεταβάσεως, ἀφοῦ μάλιστα δὲν εἰσήγαγον ἐγὼ αὐτὸ καὶ τὸ ὁποῖον ἤμην διατεθειμένος νὰ παραιτήσω, ἵνα εὕρω ἅμαξαν — προσεπάθησα δὲ νὰ εὕρω τοιαύτην καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν — καὶ ἐμίσθωσα αὐτοκίνητον δι’ εἴκοσι πέντε ἡμέρας. Ὀφείλω δὲ νὰ εἴπω ὅτι βλέπων ὅτι τοιαύτη μίσθωσις ἦτο ὑπερβολική, ὅτι ἐπὶ δύο μῆνας διήρκεσεν ἡ μίσθωσις, παρέμεινα ἐπὶ δύο μῆνας προσωπικῶς ἄνευ αὐτοκινήτου. Τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ εἴπω τοῦτο, ἵνα, τρόπον τινά, ἰσοφαρίσῃ ἡ ὑπέρμετρος δαπάνη ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὰς εἴκοσι πέντε ἡμέρας πρὸς τὴν μὴ γενομένην δαπάνην τῶν δύο μηνῶν. Οὕτως ἔχει τὸ ζήτημα τῶν αὐτοκινήτων. Δηλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι οὐδὲν αὐτοκίνητον εἰσήγαγον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διὰ παράστασιν οἱουδήποτε ἀξιωματικοῦ· τοὐναντίον ἀπηγόρευσα ῥητῶς, πλὴν τῶν εἰς Ναυάρχους, πᾶσαν οἱανδήποτε χρῆσιν αὐτοκινήτου ὑπὸ ἀξιωματικοῦ πρὸς προσωπικὴν παράστασιν. Ἐὰν ἀξιωματικοί τινες, εἴτε ναῦται ἔκαμαν κατάχρησιν μεταχειρισθέντες τὰ αὐτοκίνητα, εἴτε πρὸς προσωπικὴν αὐτῶν παράστασιν εἴτε πρὸς διασκεδάσεις, τούτου, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον δὲν μοὶ κατηγγέλθη ῥητῶς καὶ ἐπισήμως, δὲν φέρω τὴν εὐθύνην ἐγώ, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπουργὸς ἔχων αὐτοκίνητα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ του, δύναται νὰ μεταβληθῇ εἰς ἀστυνόμον καὶ νὰ ἴδῃ ἐὰν ἐγένετο ἡ προσήκουσα χρῆσις. Εὐθὺς ὡς ἐπληροφορήθην ἐκ τῶν ἐφημερίδων ὅτι γίνεται χρῆσις τῶν αὐτοκινήτων πρὸς ἄλλους μὴ ὑπηρεσιακοὺς σκοπούς, ἔσπευσα πρὸ δύο μηνῶν νὰ ἐκδώσω αὐστηροτάτας διαταγάς, ἀπαγορεύσας τὴν χρῆσιν εἰς πάντα ἀξιωματικὸν πλὴν τῶν γενικῶν πρὸς προσωπικὴν αὐτῶν παράστασιν καὶ τάξας αὐστηροτάτας ποινάς. Ταῦτα, Κύριοι, ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῶν αὐτοκινήτων. Ὁ ἀξιότιμος ἐκ Λακωνίας βουλευτὴς παρῆλθε τὸ βῆμα καὶ μὲ κατηγόρησεν ἐκ δευτέρου δι’ ἐπερωτήσεως, ὅτι προέβην εἰς παρανόμους προαγωγὰς ἀξιωματικῶν. Πρέπει νὰ εἴπω καὶ πάλιν προκαταβολικῶς εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπερώτησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας βουλευτοῦ γίνεται ἐπὶ τῶν προαγωγῶν ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἐνέκρινεν ἤδη ἡ Βουλή, ψηφίσασα τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατέστη ἤδη νόμος τοῦ Κράτους. Κύριοι Βουλευταί· ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κατηγορῶν με ὡς παραβάτην ὡρισμένων νόμων ἐπὶ προαγωγῇ ἀξιωματικῶν, δὲν εἶχε τὸ θάρρος ν’ ἀναγράψῃ ἐν τῇ ἐπερωτήσει αὐτοῦ διὰ τίνας παραβάσεις μὲ κατηγορεῖ, ἀλλ’ ἀναγράφει ἐν τῇ ἐπερωτήσει αὐτοῦ ὅτι κατηγοροῦμαι διὰ παραβάσεις προαγωγῆς πολλῶν ἀξιωματικῶν. Εἶναι, Κύριοι, ἐπερώτησις τοῦτο; Εἶναι δυνατόν ποτε, καὶ ἂν παρέβη ὁ Ὑπουργὸς νόμους, νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ μὴ εἴπῃ τίνας νόμους παρέβη καὶ τίνας ὄχι, νὰ μὴ ἔχῃ δὲ τὸ θάρρος νὰ μοὶ εἴπῃ διὰ τίνας παραβάσεις κατηγοροῦμαι; Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν θεωρῶ ἐξηντλημένον. Ὅ,τι ἔπραξα καὶ ὅ,τι ἐλέχθη διὰ γλώσσης, ἡ ὁποία δὲν προσήρμοζε πρὸς κοινοβουλευτικὴν τακτικήν, ἔπραξα ἐν τῷ καλῶς ἐννοουμένῳ συμφέροντι τοῦ ναυτικοῦ· εὑρέθην εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἦτο ἀποῦσα καὶ κρίνων τῆς ὑπηρεσίας τὰς ἀνάγκας ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῶ εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν ἀξιωματικῶν τούτων, καὶ προέβην. Οὐδεὶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὲ κατηγορήσῃ ὅτι προέβην χαρισθεὶς εἰς εὐνοίας εἰς τὸν α ἢ εἰς τὸν β ἀξιωματικὸν ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλον. Εὑρέθην πρὸ ἀνάγκης, καὶ ἵνα μὴ μειωθῇ ἡ ὑπηρεσία, προέβην εἰς προαγωγὰς ἀξιωματικῶν. Εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν μοὶ ἀπέδωκε μομφὴν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ὅτι προέβην εἰς προαγωγὴν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ Ναυτικοῦ ἐξ ὑπερτέρας ἀνάγκης τοῦ Ναυτικοῦ. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὴ ζητήσῃ τὶς ὑπῆρξεν ἡ ὑπερτέρα ἀνάγκη, διότι ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι καὶ εἰς τὴν προαγωγὴν αὐτὴν προέβην ὄντως ἐξ ὑπερτέρας ἐπιβαλλομένης ἀνάγκης· δὲν παρέβην οὐσιαστικῶς τὸν νόμον· οὐδέποτε ὑπῆρξα οὐσιαστικῶς παραβάτης τοῦ νόμου. Οὐδὲν ἔχω, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἕτερον νὰ ἀπαντήσω, νομίζω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ ἀκούσασα τοὺς λόγους μου, ἀφοῦ ἄλλως τε ἐνέκρινε τὰς γενομένας προαγωγάς, δὲν θὰ ἔχῃ λόγον νὰ μοὶ ἀποδώσῃ οἱανδήποτε μομφὴν διὰ τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας μου ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας μὲ ἤλεγξε προσέτι διότι δὲν προέβην ἤδη εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ συστάσεως χημικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ διότι διώρισα ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι δὲν πληρώνονται, ἐπειδὴ δὲν ἐψηφίσθη εἰσέτι ὁ σχετικὸς νόμος. Εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, Κύριοι, συνεζητήθη κατὰ τὴν ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐξεδίδοντο τὰ νομοτελεστικὰ Β. Διατάγματα, ἡ γνώμη, ἂν θὰ ἠδύνατο ἐξ ὑπερτάτης ἀνάγκης νὰ ἐπέλθῃ ἐλαχίστη αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ εἰς τὴν χημικὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ἀπεφάνθη ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν τοῦτο, καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ προσκομίσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον· ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν πολλάκις παρεκάλεσα, ὅπως ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της, δὲν ὑπέβαλεν αὐτήν, ἠναγκάσθην δὲ κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν νὰ ζητήσω, ἵνα ταχθῇ τριήμερος προθεσμία πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεως, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἐὰν λόγῳ τῆς καταστάσεως εἰργάσθησαν ὑπάλληλοί τινες, μὴ ἀποζημιωθέντες εἰσέτι, ἄνευ νόμου, οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ δὲν ἔχουσι τίποτε ἄλλο νὰ κάμωσι παρὰ νὰ ζητήσωσι τὴν ἀμοιβήν των, διότι βεβαίως ἡ Βουλὴ δὲν θ’ ἀρνηθῇ εἰς αὐτοὺς τὴν ὀφειλομένην ἀμοιβὴν κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Κύριοι Βουλευταί· εἶχον τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ προέλθω εἰς εὐρυτέραν συζήτησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, διότι διέβλεπον ἐν αὐτῷ τὴν τάσιν, ὅπως ἴσως ἐκζεζητημένως εὑρίσκῃ ἐπιχειρήματα κατὰ τῆς δράσεώς μου ὡς ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, τὴν τοιαύτην δὲ ἀπόφασίν μου ἐτήρησα εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν ὁπότε δριμέως μὲ ἤλεγξεν, διότι νομίζω ὅτι ὁ ἔλεγχος αὐτοῦ δὲν προέρχεται ἐκ γενικωτάτων σκέψεων ἐκ γενικωτάτων βλέψεων ἢ προαιρέσεων, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀποδοθῇ εἰς ἄλλα τινὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα θὰ ἠδύνατο νὰ κρίνῃ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ καὶ τὰ ὁποῖα ἀσφαλῶς μειοῦσι τὸν ἔλεγχον παντὸς βουλευτοῦ. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ μὴ ὁμιλήσω γενικώτερον ἐπὶ τῆς διοικήσεώς μου ὡς ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διότι ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας κατελθὼν τοῦ βήματος ἔφερε κατ’ ἐμοῦ δριμύτατον κατηγορητήριον, ὅτι τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν παρέδωκα εἰς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ Ναυτικοῦ, ὅτι ἀπεδείχθην ἀνίκανος νὰ ἀνθίσταμαι εἰς τὰς θελήσεις μου καὶ ὅτι ἔχω δημιουργήσει ἐξηρθρωμένην διοίκησιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τῶν λόγων τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, τοιαῦτα λέγων ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας μὲ ἤλεγξεν διὰ τὴν τακτικήν μου, καὶ παρελθὼν ἐπὶ τοῦ βήματος ἐξέφερε τὸ τελικὸν συμπέρασμα αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐσχημάτισε κατὰ τὴν ἰδίαν του κρίσιν. Μὲ ἤλεγξεν ὅμως ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Μὲ ἤλεγξεν ὅτι εἰς στιγμὰς κρισίμους ἀφῆκα ἀπαράσκευον τὸν Στόλον; Μὲ ἤλεγξεν ὅτι δὲν ἐξετέλεσα τὸ κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ἐνῷ σήμερον ἡ Ἑλλὰς ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ἔχει ἀναπτύξει ὅλας τὰς ὑπηρεσίας τὰς ναυτικὰς καὶ ἔχει ἐνισχύσει τὸν Στόλον διὰ θωρηκτῶν καὶ θὰ ἐνισχύσῃ αὐτὸν δι’ ἄλλων, τὰ ὁποῖα μετ’ ὀλίγον θὰ καταπλεύσωσιν εἰς τὰς Ἑλληνικὰς θαλάσσας; Βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κατήρτισα τὸ Κυβερνητικὸν πρόγραμμα, ἀλλ’ ὅλη ἡ Κυβέρνησις. Γνωρίζετε τίνας δυσκολίας παρουσιάζει τὸ τοιοῦτον πρόγραμμα ἐν τῇ ἐκτελέσει αὐτοῦ; Μὲ ἤλεγξε λοιπὸν διὰ τοιαύτην ἀστοχίαν; Μὲ ἤλεγξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ὅτι ὑποθάλπω τὸ ἀντιπειθαρχικὸν πνεῦμα εἰς τὸ Ναυτικόν; Ἐπέτρεψα νὰ λάβωσι τὰ σκῆπτρα ἀξιωματικοί, διὰ νὰ δύναται νὰ λέγῃ ὁ κύριος Συνάδελφος ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διοικεῖται ὑπὸ κατωτέρων ἀξιωματικῶν; Ἐγώ, Κύριοι, εἰσηγήθην εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον ὅπως ἡ ἀνωτέρα διεύθυνσις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀνατεθῇ εἰς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντεταλμένοι, ἵνα ἡγῶνται τοῦ ἡμετέρου Στόλου. Ἀλλὰ μοὶ παρουσιάζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας διάφορα ἀνομήματα, μὲ κατηγορεῖ ἐπὶ τῷ ἀνομήματι ὅτι προεβίβασα τὸν δεῖνα ἀξιωματικόν, ἐνῷ ἐγνώριζε καὶ γνωρίζει μυστικὰ τῆς ὑπηρεσίας...
§120Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν γνωρίζω περὶ αὐτοκινήτων, πῶς θέλετε νὰ γνωρίζω μυστικὰ τῆς ὑπηρεσίας;
§121Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Πολλὰς φορὰς, γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ. Μὲ ἤλεγξε δι’ ἀνομήματα—καὶ θὰ παρακαλέσω εἰς τὰ τόσα ἀνομήματα νὰ μὲ καταστήσητε ὑπεύθυνον καὶ δι’ ἓν ἀκόμη, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου ἀπέκλεισα ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν πᾶσαν ὕπουλον, αὐθάδη καὶ ἀνεύθυνον ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς διοικήσεως Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου δὲν ἐκπροσωποῦνται εἰμὴ τὰ νόμιμα συμφέροντα. Ἀπεκλείσθησαν πάντα τὰ ἄτοπα, καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργίας μου, οἱ συνηθίσαντες νὰ παροικῶσιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἀνευθύνως, δι’ αὐτοὺς τὸ Ὑπουργεῖον κατέστη ἀντικείμενον τηλεσκοπικῆς ἐρευνήσεως.
§122Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐξ οἴκτου ἴσως ὤφειλον νὰ μὴ ἀνέλθω τὸ βῆμα, διότι μόνον ἐξ οἴκτου πρέπει νὰ δικαιολογήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν δι’ ὅσα ἔπραξε. Φαίνεται ὅτι μένει μὲ τὴν ἐντύπωσιν ὅτι ὅλος ὁ ἔλεγχος, τὸν ὁποῖον ἤσκησα κατ’ αὐτοῦ, οὐδὲ κατὰ μίαν κεραίαν ἔθιξεν αὐτόν; Εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τὸν παρακολουθήσω εἰς τίνα σημεῖα τοῦ λόγου του εἰς τὰ ὁποῖα οὔτε κἂν ἀπήντησε, καίτοι ἐγνωστοποίησα εἰς αὐτὸν νὰ μὴ θελήσῃ ἵνα δι’ εἰδικοτήτων καλύψῃ τὰ γεγονότα. Καὶ ἔρχεται ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ μὲ κατηγορήσῃ πρῶτον ὅτι διετύπωσα τὴν ἐπερώτησίν μου περὶ παρανόμων προβιβασμῶν γενικῶς. Ἀλλ’ ἀπαντῶ. Ἐλέγχων ἐνόμισα ὅτι ἔδει νὰ ἐπερωτήσω αὐτὸν δι’ ὅλους γενικῶς τοὺς παρανόμους προβιβασμούς. Ποῦ νὰ τὸν παρακολουθήσω ἐν ταῖς λεπτομερείαις; Ἐγένοντο ὅλοι οἱ προβιβασμοὶ παρανόμως, εἰδικῶς δὲ ἐγένοντο οἱ περισσότεροι κατὰ παράβασιν πλειόνων τοῦ ἑνὸς νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅστις εἶχε τὴν ἐπερώτησίν μου ἐπὶ ἕνα μῆνα εἰς τὰς χεῖράς του, δὲν ἐνόμιζεν ὅτι διὰ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς ἢ δι’ ἐπιστολῆς του, ἂν δὲν ἤθελεν τὸ πρῶτον, ὅτι ἔπρεπε νὰ μὲ εἰδοποιήσῃ ὥστε νὰ καταθέσω τὴν ἐπερώτησίν μου φαεινοτέραν ἵνα μὴ μὲ παρουσιάσῃ καὶ ἔνοχον κακῆς πίστεως ἐνώπιόν σας, ὅτι ἠθέλησα διὰ γενικοτήτων τινῶν νὰ φέρω αὐτὸν εἰς ἀμηχανίαν ν’ ἀπαντήσῃ; Καὶ τί ν’ ἀπαντήσῃ; Μήπως ἤξευρε τί ἔκαμνε; Φαντάσθητε, καὶ ἐπικαλοῦμαι τοὺς ἐνταῦθα εἰς τὰ πρῶτα ἑδώλια παρευρισκομένους ἓξ πρώην Ὑπουργοὺς τῶν Ναυτικῶν, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ προβιβασμὸς εἴκοσι ἀξιωματικῶν καὶ καθορισμὸς θέσεων 28 ὑποφροντιστῶν, χωρὶς ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅτι παρέβη δύο νόμους καὶ νὰ περιμένῃ νὰ ἔλθῃ εἷς βουλευτὴς εἰς τὴν Βουλήν, ἵνα τῷ εἴπῃ ὅτι παρενόμησεν, νὰ μὴ ἔχῃ δὲ τὴν περιέργειαν, ἵνα μὴ εἴπω ἄλλο τι, περισσότερον, νὰ ἐξετάσῃ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ εἴπῃ· μὲ κατηγοροῦσιν ὅτι προέβην εἰς παρανομίας, ἀφοῦ εἶχε τὴν ἐπερώτησίν μου πρὸ μηνός; Νομίζει ὅτι δύναται μετὰ τὰ τοιαῦτα νὰ ἔλθῃ ἐδῶ καὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ γενικότης καὶ ἡ ἀοριστία τῆς ἐπερωτήσεώς μου ἐμποδίζουσιν αὐτὸν νὰ ἀπαντήσῃ; Ὄχι. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι δὲν δύναται νὰ εἴπῃ περισσότερα, διότι συνελήφθη τόσον καταφανῶς εἰς τὰς παρανόμους πράξεις του καὶ στερεῖται καὶ τοῦ ἐλαχίστου δικαιολογητικοῦ καὶ ζητεῖ νὰ καλυφθῇ ὄπισθεν τῆς ἀοριστίας δῆθεν τῆς διατυπώσεως. Ἀλλ’ ἀναφερθεὶς εἰς προηγουμένην ἐπερώτησίν μου, ἠθέλησε νὰ προσθέσῃ ὡς δικαιολογίαν ὅτι ἄλλο τι ἐλατήριον μὲ κάμνει νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα. Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσι πολλὰ ἐλατήρια, ἀλλὰ τὰ ἐλατήρια δὲν δημιουργοῦσι τὰ πράγματα. Ὁ ἔλεγχος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ὁ ἐλέγχων δὲ τοὺς Ὑπουργοὺς βουλευτής, ἓν μόνον καθῆκον ἔχει νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ εἶναι τίμιος ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ ἐλέγχου. Περαιτέρω τούτου, δὲν εἶναι ἐξεταστέον ἐὰν ὑπάρχῃ προσωπικὴ ἔχθρα. Οὐδεμίαν ἔχω τοιαύτην, ἀλλὰ καὶ ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι ἔχω μεγίστην, τίνα σημασίαν ἔχει τὸ πρᾶγμα; Εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἔχθρα, μῖσος καὶ ὅλα τὰ κακά, ἀλλ’ ὁ βουλευτὴς δὲν εὐθύνεται δι’ αὐτά, ἀλλὰ διὰ τὴν ἀκρίβειαν τῶν γεγονότων καὶ τὴν καλὴν πίστιν. Τὰ γεγονότα ἐξέθηκα ξηρὰ καὶ καθαρά. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εὗρε κατ’ αὐτῶν καὶ ἓν ἐπιχείρημα, θὰ τοῦ ζητήσω συγγνώμην καὶ θὰ ἀνακηρύξω αὐτὸν ἀνώτερον πάντων τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλὰ δὲν θὰ κατορθώσῃ νὰ ἀποδείξῃ τίποτε. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἠθέλησε νὰ προσθέσῃ καὶ ἕτερα γεγονότα ὡρισμένα, νομίζων ὅτι ἐγὼ οὐδὲν ἐγνώριζον περὶ αὐτῶν. Ἐγνώριζον αὐτά, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησα νὰ ψέξω αὐτὸν δι’ αὐτά, διότι δὲν ἠδυνάμην νὰ ἀποδείξω ταῦτα, καὶ διότι ἠδύνατο ἐκ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἐντύπωσις ἑνὸς βουλευτοῦ ἦτο πεπλανημένη ἢ ὅτι τὸ πρᾶγμα προῆλθεν ἐξ ἄλλων ἀνωτέρων λόγων. Ἐγὼ ἐφρόντισα νὰ μοὶ δώσῃ γεγονότα ἰδικά του ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ δι’ αὐτῶν νὰ τὸν ἐλέγξω. Καὶ εἶπε ἐπ’ αὐτῶν ὅτι οἱ προβιβασμοὶ ἐγένοντο διὰ γενικοὺς λόγους, καὶ ὅτι γνωρίζω ἐγὼ διατί ἔκαμε τοὺς παρανόμους προβιβασμούς. Ἐγὼ δὲν γνωρίζω τοῦτο, ὅσον δήποτε δὲ καὶ ἂν προσπαθήσῃ νὰ δικαιολογήσῃ ἑαυτὸν ὁ κ. Ὑπουργός, διὰ τοὺς προβιβασμοὺς ἀξιωματικῶν διὰ πλείστων Β. Διαταγμάτων, δὲν θὰ κατορθώσῃ αὐτό. Ὑποθέτω δὲ ὅτι καὶ ἂν ὑπῆρχε μέγιστος κίνδυνος, ὁ Ἀννίβας ἐπὶ θύραις, θὰ προσεπάθει ἄλλως πως νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ προβῇ εἰς τοιαύτην πρᾶξιν, καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ προβῇ εἰς προβιβασμὸν ἑνὸς ἀνωτέρου οἰκονομικοῦ ἀξιωματικοῦ καταλαμβανομένου ὑπὸ τοῦ ὁρίου ἡλικίας. Ἦτο ἀδύνατον κίνδυνος νὰ ὑπηγόρευε τοιαύτην πρᾶξιν τοῦ Ὑπουργοῦ, ὥστε ἐν γνώσει δύο παρανομιῶν νὰ γίνῃ συγχρόνως παράβασις καὶ τρίτου νόμου, νὰ γίνῃ πλαστογραφία εἰς Β. Διατάγματα, πλαστογραφία δημοσίου ἐγγράφου. Ἐὰν δὲ νομίζῃ ὅτι ὑπῆρχεν ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν, ἢ ἔπρεπε νὰ τὸν σιωπήσῃ ἤ, ἀφοῦ εἶπεν αὐτόν, ὤφειλε νὰ τὸν δικαιολογήσῃ. Διότι δὲν ἀθωοῦνται οἱ ἐλεγχόμενοι διὰ μιᾶς ἐπικυρώσεως, διότι, ὅτε ἐγὼ ἔσπευσα νὰ ἐλέγξω αὐτόν, οὗτος ἐδικαιολογήθη ὅτι ἐπεκυρώθησαν ὅλαι αἱ παρανομίαι. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἔσπευσα νὰ τὸν προλάβω καὶ ὅτε κρυφίως, οὕτως εἰπεῖν, εἰσήγοντο πρὸς ψήφισιν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τὰ νομοσχέδια ταῦτα; Καὶ γνωρίζετε κατὰ τίνα τρόπον γίνεται τὸ πρᾶγμα; Ἐπικυροῦνται τὰ τάδε καὶ τάδε Β. Διατάγματα ἢ ἐπικυροῦται τὸ ἀπὸ 3 Μαΐου Β. Διάταγμα. Οἱ βουλευταὶ δὲν γνωρίζουσιν, οὔτε δύνανται νὰ παρακολουθήσωσιν, ἀφοῦ καὶ νόμοι μνημονευόμενοι ἐν τοῖς νομοσχεδίοις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι γνωστοὶ εἰς ἡμᾶς ὥστε παρακαλοῦμεν τοὺς Ὑπουργούς, ὁσάκις ὁμιλοῦσι περὶ νόμων ἐν τοῖς νομοσχεδίοις νὰ ἀναφέρωσι καὶ τὸ θέμα. Βεβαίως ἐγὼ ὑπέδειξα τοὺς παρανόμους προβιβασμούς, διότι δὲν ἦτο ἐν τάξει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διότι δὲν ἦλθεν ὅπως ἦλθεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς νὰ μᾶς εἴπῃ: κατὰ τὴν ἀπουσίαν σας ἔπραξα αὐτὰ καὶ μόνον ὅσα ὑπηγορεύοντο ὑπὸ τῆς ἀνάγκης, καὶ παρακαλῶ νὰ τὰ ἐγκρίνητε. Καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἤλεγξε τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τὰ τέσσαρα ἢ πέντε νομοθετικὰ Β. Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἔκαμε, νὰ γυμνασθῶσιν οἱ ἀδήλωτοι, καὶ τὰ ἄλλα· καὶ ἑπομένως ἐγὼ ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνω καὶ νομίζω ὅτι καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ ἐσκέφθη ὡς ἐγώ, ὅτι δὲν εἶναι ἄξιος ἐλέγχου διὰ τὴν πρᾶξίν του ταύτην ὁ κ. Πρωθυπουργός. Καὶ μόλον τοῦτο, οὗτος προσῆλθεν καὶ ἐζήτησεν ἄφεσιν ἁμαρτιῶν παρὰ τῆς Βουλῆς, προσέθηκε δὲ ὅτι, ὅση δήποτε ἀνάγκη καὶ ἂν ὑπάρχει, πρέπει νὰ γίνηται σπανιώτατα χρῆσις τοιούτων Β. Διαταγμάτων. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν οὐδὲν τούτων ἔπραξε. Ἀφοῦ ἐπέτυχε τὴν ψήφισιν τῶν νομοσχεδίων εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἠθέλησε κατὰ τὴν βʹ νὰ καλυφθῶσιν ὅλαι αἱ παρανομίαι του. Ἀλλὰ καὶ τότε ἀνεκοίνωσα πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ ἐνθυμοῦνται τοῦτο οἱ κ. Συνάδελφοι, ὅτι ὑπέβαλον ἔνστασιν ἀπαραδέκτου, διότι ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσωσιν εἰδικὸν θέμα τὰ Β. Διατάγματα ταῦτα, διότι νομοσχέδια περὶ ὁρισμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ συζητῶνται. Οὕτω δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν κατήργησε νόμον περὶ προσόντων, ἵνα νομιμοποιήσῃ Β. Διατάγματα ἐκδοθέντα κατὰ παράβασιν ὡρισμένων νόμων. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ εἰλικρίνεια, τὴν ὁποίαν ἀντὶ νὰ συστήσητε πρὸς ἐμέ, ἔπρεπε νὰ ἔχητε δι’ ἑαυτόν, κ. Ὑπουργὲ τῶν Ναυτικῶν. Ἐγώ, εἰλικρινέστερος καὶ πότε, εἶπον, εἰλικρινῶς δὲ καὶ τώρα σᾶς λέγω, χωρὶς νὰ δυνηθῇ τις νὰ μὲ διαψεύσῃ, ὅτι γνωρίζω ὅτι προεβιβάσατε ὑπολογιστὰς παρανόμως. Καὶ θὰ εἶναι λυπηρὸν ἂν δὲ γνωρίζητε τοῦτο, ἀφοῦ ἐγὼ γνωρίζω ὅτι κατέφυγον εἰς τὰ δικαστήρια ὡς μειωθέντες, ἢ ἐὰν δὲν κατέφυγον, τοῦτο προέρχεται διότι δὲν προέκυψεν οἰκονομικὴ ζημία κατὰ τὸν νόμον, διότι τότε μόνον ὁ ἀξιωματικὸς δικαιοῦται εἰς ἀποζημίωσιν, ὅτε ἐκ τῆς ἀλλοιώσεως τῆς ἀρχαιότητος προκύπτει οἰκονομικὴ ζημία.
§123Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Αὐτὰ ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ δὲν εἶσθε νομικὸς καὶ δὲν σᾶς ἀδικῶ.
§124Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶμαι ἀρκετὰ νομικὸς ὥστε νὰ ἐννοῶ. Ἔχω καὶ δίπλωμα. Ἀλλὰ ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ εἶμαι νομικὸς ὡσὰν καὶ σᾶς, δὲν ἤθελον τοῦτο ποτέ, διότι τοῦτο εἶναι τὸ λυπηρόν, ὅτι νομικὸς ὑμεῖς, καὶ εἶσθε λαμπρὸς νομικός, δὲν τὸ ἀμφισβητῶ, δὲν ἔχετε σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους. Δὲν εἶναι δὲ ἀνάγκη νὰ εἶναί τις διδάκτωρ τοῦ δικαίου καὶ πανδεκτομαθής, ὅπως σεῖς, διὰ νὰ ἐννοήσῃ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνώτερον σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους. Σεῖς ἐνομίσατε ὅτι κάμνετε μόνον νόμους, καὶ παραδέχομαι ὅτι ἡ νομική σας ἐγκράτεια καὶ μόρφωσις εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ σᾶς δίδῃ δικαιώματα νὰ δημιουργῆτε νόμους καὶ ὄχι νὰ ἐκτελῆτε αὐτούς, ἐγὼ δὲ μὲ τὰς νομικάς μου γνώσεις νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔχω ἀνώτερον σεβασμὸν πρὸς τοὺς νόμους ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὁποῖον ἔχετε σεῖς. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θελήσας νὰ καλυφθῇ, διότι δὲν εἶχε τί νὰ ἀπολογηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τοὺς παρανόμους προβιβασμούς, μοὶ εἶπεν ὅτι ἤλεγξα διὰ μιᾶς ἀοριστίας· ἀλλὰ μετεχειρίσθη ἐπιτηδείως τὴν ἀοριστίαν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν παρανομίαν του. Εἶχε δύο αὐτοκίνητα τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ δύο τὰ ὁποῖα εἶχον παραγγελθῆ, γίνονται τέσσαρα, καὶ ἤρχισε νὰ δικαιολογήσῃ τὸ πέμπτον. Ἀλλὰ τὰ τέσσαρα τί ἐγένοντο;
§125Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὸ πρῶτον δικαιολογεῖτε μόνος σας· πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου, τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς, σᾶς εἶπον δὲ ὅτι αἱ παρατηρήσεις σας θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν καὶ θέλουσι περιορισθῆ τὰ αὐτοκίνητα τὰ διατιθέμενα, εἴτε εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς εἴτε εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης εἴτε πρὸς ἀξιωματικοὺς ἡμεδαποὺς εἴτε πρὸς ἀλλοδαπούς.
§126Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν μὲ διαφέρει τί θὰ κάμητε ἐν τῷ μέλλοντι. Ἐμὲ διαφέρει τί ἐκάματε ἕως τώρα, καὶ τὸ καθῆκόν μου εἶναι νὰ μὴ σκεφθῶ τί θὰ κάμητε εἰς τὸ μέλλον, διότι οἱ Ὑπουργοὶ εἶναι πρόθυμοι ἐάν ποτε γένηται ἔλεγχος ἐπὶ τοῦ μέλλοντος, νὰ ἀπολογῶνται, διότι δὲν πιστεύω νὰ θέλητε νὰ θέσητε ἐπὶ τῆς σκέψεως χαλινόν; Ὥστε ἐγὼ δὲν ἐξετάζω τί θὰ κάμητε ἐν τῷ μέλλοντι, οὔτε μὲ διαφέρει. Μοὶ φαίνεται ὅτι ἅμα θελήσητε νὰ κάμητέ τι ἐν τῷ μέλλοντι, θὰ εἶναι καὶ ἐκεῖνο σφάλμα, ὅπως εἶναι καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα κάμνετε εἰς τὸ παρόν, καὶ ὅτι ὅταν θέλητε νὰ διορθώσητε ἕν λάθος, σεῖς κάμνετε καὶ δεύτερον παράνομον καὶ τοῦτο πρὸς ἐξίσωσιν τῶν παρανομιῶν σας. Ἀφοῦ ἔκαμα ἕν κακὸν ἂς κάμω καὶ δεύτερον· καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντιφωνία, ἂς κάμω καὶ τρίτον! Φοβοῦμαι δὲ μή, ἐὰν ἐξακολουθήσητε τὴν διόρθωσιν τῶν πράξεών σας, προσθέσητε καὶ ἄλλα αὐτοκίνητα, ἵνα μὴ ὑπάρχῃ οὐδεὶς παραπονούμενος. Εἶπον 13 αὐτοκίνητα καὶ ἀμέσως μὲ συνελάβετε κακῆς πίστεως, διότι ὡμίλησα περὶ τῶν 9 αὐτοκινήτων καὶ ὄχι τῶν 13. Ἐγὼ εἶπον καθαρὰ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἰδιοκτήτης ὀκτὼ αὐτοκινήτων· ἔχει μισθώσει ἕν διὰ τὸν Ναύαρχον Κουντουριώτην ἀντὶ 50 δραχμῶν, ἔχει δὲ καὶ τέσσαρα ἄλλα ἄνευ μισθώσεως, καὶ γίνονται ὅλα 13. Ἐδικαιολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ τέσσαρα. Ἐγὼ ἔρχομαι νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ μίσθωσις τῶν τεσσάρων αὐτοκινήτων εἶναι πολὺ ὀρθή, διότι εἶχον φθαρῆ τὰ ἄλλα. Δὲν ἔχω δυσκολίαν νὰ τὸν δικαιολογήσω διὰ τὰ τέσσαρα καὶ περιορίζομαι εἰς τὰ 9, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀσήμαντος ἀριθμός, ὁσάκις χρησιμοποιοῦνται ταῦτα νομίμως. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μοὶ εἶπεν· μὴ ἀνησυχεῖτε καθόλου καὶ ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρεβίασαν καὶ ἐχρησιμοποίησαν αὐτοκίνητα δι’ ἰδίαν των χρῆσιν· θὰ τοὺς τιμωρήσω! Ἐγὼ δὲν ἔχω τόσην πεποίθησιν εἰς τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὅτι θὰ τιμωρήσῃ. Ἔπρεπε νὰ παρουσιάζετο ἐδῶ ἔχων τιμωρημένους τοὺς ὑπαιτίους, ἐὰν δὲ ἠθέλησε νὰ δικαιολογηθῇ, διότι δὲν ἔμαθε, δὲν εἶναι καὶ τοῦτο πρὸς ἔπαινόν του νὰ μὴ γνωρίζῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γνωρίζουσιν ὅλοι. Καὶ ἐπαναλαμβάνω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι δὲν διετέλει ἐν ἀγνοίᾳ τῆς χρήσεως τῶν αὐτοκινήτων, ἀφοῦ καὶ ἄλλος Βουλευτὴς ἐμνημόνευσε περὶ τῆς χρήσεως αὐτοῦ. Εἶναι δὲ πολὺ λυπηρὸν νὰ ἀνέρχηται εἷς Ὑπουργὸς ἐπὶ τοῦ βήματος καὶ νὰ λέγῃ ὅτι δὲν ἐγνώριζε ταῦτα, ἀφοῦ ὅλος ὁ κόσμος γνωρίζει καὶ ἴσως μόνον ὁ Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει, διότι αὐτὸς θὰ τὰ μάθῃ τελευταῖος. Ἀλλὰ θὰ τῷ εἴπω καὶ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον δὲν ἠθέλησα νὰ εἴπω πρὸ ὀλίγου. Ἀντικαταστήσας τὴν ναυτικὴν στολὴν τοῦ ναύτου, τὴν τετιμημένην στολὴν τοῦ ναύτου, μὲ μίαν ξένην λιβρέαν, διότι οὕτω ἐνόμιζεν ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀνυψοῦται, ὡς ἐὰν ἤρχετο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἀντικαθίστα τὴν ἔντιμον φουστανέλλαν μὲ καμμίαν ἄλλην λιβρέαν, διότι ἴσως θὰ ἐνόμιζεν ὅτι ὁ λοχίας ἐκεῖνος ὁ φέρων τὴν τετιμημένην φουστανέλλαν, ἠδύνατο νὰ τιμήσῃ τὸν ἀρχηγὸν τῆς Πολιτείας ἐὰν ἐπαρουσιάζετο εὐπρεπέστερα μὲ μίαν λιβρέαν, ἀντικαταστήσας με μίαν λιβρέαν τὴν στολὴν τοῦ ναύτου ἔκαμε καὶ ἄλλας δαπάνας. Καὶ δὲν γνωρίζει ὁ νομομαθὴς καὶ περιμένει παρ’ ἐμοῦ τοῦ μὴ νομικοῦ νὰ μάθῃ ὅτι, ἐνόσῳ εἶναι ἐν ὑπηρεσίᾳ ὁποιοσδήποτε φέρων πολιτικὴν ἐνδυμασίαν, ὑπόκειται εἰς ποινήν. Καὶ δὲν ἐγνώριζεν ὅτι εἷς ἀθῶος ἐγένετο ἔνοχος τιμωρίας διότι ἐν ὑπηρεσίᾳ, ὢν ὡδήγει τὸ αὐτοκίνητον ἢ ἐκάθητο παρὰ τὸ αὐτοκίνητον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, φέρων ἄλλην στολὴν παρὰ ἐκείνην τὴν ὁποίαν ὥρισεν ἡ Πολιτεία. Καὶ δὲν ἐγνώριζεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι δὲν ἐδικαιοῦτο ν’ ἀφαιρέσῃ οὔτε ἓν σημεῖον τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ νὰ φέρῃ ταύτην ὅπως ἐστὶ καὶ εὑρίσκεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν γεγονότων, καὶ ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠθέλησε νὰ καλύψῃ αὐτὰς τὰς λεπτομερείας, ὡμίλησε περὶ Ναυτικοῦ προγράμματος. Ἐγὼ ναυτικὴν συζήτησιν δὲν ἔχω καμμίαν ὄρεξιν νὰ φέρω εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔκαμε καλὰ νὰ προσπαθήσῃ νὰ καλυφθῇ ἀπὸ ἕνα ἔργον, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν εἶναι ἰδικόν του. Βεβαίως εἶναι πολὺ καλὸν δι’ αὐτὸν ν’ ἀποτελῇ μέλος μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐμερίμνησε ἵνα παρουσιάσῃ ναυτικὴν τὴν Χώραν. Ἐὰν καὶ αὐτὸς συνετέλεσεν εἰς τοῦτο, ἐγὼ πρῶτος θὰ ἠρχόμην νὰ τὸν ἐπαινέσω. Οὐχὶ καταλλήλως ἠθέλησε νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸν ἐλέγχω εἰς τὸ πολιτικὸν πρόγραμμα. Ἠθέλησε νὰ γενικεύσῃ πως τὸ ζήτημα, ἵνα ἡ γενικότης αὐτοῦ σκοτίσῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα σκληρά, ἴσως, ἀλλ’ ἀληθῆ ἐγὼ ἐξέθηκα. Ἀλλ’ ἐὰν ἤρχετο τοιαύτη συζήτησις καὶ ἐπρόκειτο περὶ ἐνεργειῶν ἀφορωσῶν, ἢ τὴν Κυβέρνησιν ἢ ἄλλας δυνάμεις τῆς Πολιτείας πρὸς παρασκευήν, θὰ ἔβλεπον πόσον ἐλλιπὴς ὑπῆρξεν ἡ ἰδική του ἐνέργεια. Βεβαίως ἐγὼ σήμερον δὲν ἔχω καθῆκον νὰ συζητήσω περὶ αὐτοῦ, διότι δὲν ἔχω καταστήσει αὐτῷ γνωστὸν ὅτι σήμερον θὰ ἔκαμνα ἔλεγχον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔχω ὅμως γνωστοποιήσει αὐτὸν περὶ μερικῶν πινάκων τοὺς ὁποίους ἔχω εἰς χεῖράς μου. Ὅτι συνεκέντρωσεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν 210 ναύτας, καθ’ ὃν χρόνον ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὡς Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε μόνον ὀκτώ, καὶ οἱ ὀκτὼ αὐτοὶ τὸν ἐστενοχώρουν—ἐπικαλοῦμαι δὲ πρὸς τοῦτο τὴν μαρτυρίαν του— καὶ ἤθελησε νὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ διὰ κλητήρων, διότι ἐνόμιζεν ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐκαλοῦντο ὑπὸ τῆς Πολιτείας, ἵνα προσφέρωσι τὸν φόρον τοῦ αἵματος, δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτελῶσιν ἄλλα καθήκοντα ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκλήθησαν καὶ ὅτι δὲν ἦτο δυνατόν ποτε, 200 ναῦται οἰκισταὶ καὶ πυροβοληταὶ ἢ νοσοκόμοι ἢ διάφοροι ἄλλαι εἰδικότητες, νὰ μένωσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Τῶν πράξεων τούτων βεβαίως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ γνῶσιν ἡ Κυβέρνησις, ἀλλ’ οἱ πίνακες τοὺς ὁποίους μᾶς ἐφέρατε, ἀναφέρουσι ναύτας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι ὑπηρεσίαν. Τοῦτο δὲ σᾶς λέγω ἵνα θίξω ἓν σημεῖον τῆς ὅλης σας ὑπηρεσίας.
§127Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μὴ λέγετε παρακαλῶ αὐτά. Γνωρίζετε ὅτι οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν, ἵνα δεχθῶ τὸν ἔλεγχον. Ἐὰν ὅμως ὡς ῥητορικὸν σχῆμα λέγητε ὅτι ἔφερα 200 ναύτας, ἵνα καταστρέψητε τὸν λόγον σας, τότε τὸ πρᾶγμα ἀλλάζει.
§128Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸν λόγον σας κατεστρέψατε σεῖς διὰ σχημάτων, ἐγὼ τὸν λόγον μου καταστρέφω διὰ τῶν γεγονότων, εἰς τὰς χεῖρας δὲ τῆς Βουλῆς ὑπάρχει πίναξ κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀριθμὸς τῶν ναυτῶν εἶναι πλῆθος πλησιάζον τοὺς 200. Ἀκούσατε ἀριθμούς· (ἀναγινώσκει)· 20, 9, 21, 5, 3, 2, 5, 7, 6, 33, 6, 3, 3, 1, 1, 1, 6, 10.
§129Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Τί κάμνουσιν αὐτοὶ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ.
§130Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτοὶ δὲν κάμνουσι τίποτε, διότι οὐδέποτε ἔμειναν τόσοι ναῦται ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἐπικαλοῦμαι περὶ τούτου ὅλους τοὺς χρηματίσαντας μέχρι τοῦδε Ὑπουργοὺς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, τοὺς εὑρισκομένους ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ. Ἀλλ’ ἐδῶ, ὡς σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, ὁ καθεὶς κανονίζει τὴν θέσιν του, καὶ οἱ ναῦται αὐτοὶ εὗρον ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ εὑρίσκωνται ἐν Ἀθήναις παρὰ νὰ εὑρίσκωνται ἐν τῷ ἔργῳ των. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀκόμη δὲν ὑπέβαλε, κατὰ τὴν ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τὴν κατὰ θάλασσαν δύναμιν τοῦ ἔτους 1914, καίτοι πλησιάζει τὸ τέλος αὐτοῦ, ἔρχεται δὲ νὰ γενικεύσῃ τὴν συζήτησιν ἵνα μὲ ἀναγκάσῃ νὰ εἴπω καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα δὲν ἤθελον νὰ εἴπω, περιορισθεὶς νὰ ἀναφέρω μόνον τὰς παραβάσεις ὡρισμένων νόμων. Δὲν ἠξεύρετε, κ. Ὑπουργέ, τὴν ἐντύπωσιν τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ περιορισμὸς εἰς αὐτοὺς τοὺς ναύτας καὶ νομίζετε ὅτι θὰ ἔλθητε διὰ γενικοτήτων νὰ ἀπατήσητε τὴν Βουλὴν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐγὼ ἔρχομαι νὰ κάμω ἔλεγχον, κάτοχος τῶν πραγμάτων πολὺ καλλίτερον ἀπὸ ὑμᾶς.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ πρότασιν τῶν κ. κ. βουλευτῶν Ε. Βελλιανίτου, Μ. Στελλάκη, Ε. Δηληγιάννη, Κ. Σοκόλη, Σ. Κροκιδᾶ, Ν. Στράτου, Κ. Κουμουνδούρου, Π. Σπυράκη, Ν. Βελέντζα, Λ. Κανάρη, Δ. Βρατσάνου καὶ Π. Κοσονάκου γενικεύεται ἡ συζήτησις. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ν. Στράτος.
§132Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τὸ βῆμα μὲ φέρει, Κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν διὰ τῆς ἀπαντήσεως τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς τὸν πρὸ ἐμοῦ κατελθόντα ἐντεῦθεν κύριον Συνάδελφον. Ἀνέμιξεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ προκλήσεως, τὴν διοίκησιν τῶν προκατόχων αὐτοῦ ὑπουργῶν, προβαίνων εἰς τοιαύτας δηλώσεις ὥστε ἐξ ἀντιδιαστολῆς νὰ δυνηθῇ νὰ δικαιολογηθῇ.
§133Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Οὐδενὸς ἔθιξα προκατόχου τὴν διοίκησιν. Ἔθιξα τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἀνέκαθεν’ ἔθιξα δηλαδὴ τὸ θέμα ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν οὐδεμίαν εἶχε μέχρις ἐσχάτων ὑπεύθυνον Ἀρχήν, ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς ἐμῆς διοικήσεως ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς διοικήσεως ὅλων τῶν Ὑπουργῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, λυποῦμαι δὲ ἀκούων νὰ λέγητε ὅτι ἔθιξα τὴν διοίκησιν τῶν προκατόχων μου, μεταξὺ τῶν ὁποίων συγκαταλέγεσθε καὶ ὑμεῖς. Ἔθιξα γενικὰς γραμμὰς τῆς διοικήσεως, καὶ πιστεύσατε ὅτι θεωρῶ τὸ ἐμὸν ἔργον τῆς ἐγκαταστάσεως μιᾶς ἀνωτέρας Ἀρχῆς ὑπευθύνου ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Νυτικῶν, ὡς τὰ μάλα σκόπιμον. Οὐδὲ κατὰ διάνοιαν ἐσκέφθην νὰ θίξω τὴν διοίκησιν ὑμῶν.
§134Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν λέγει ταύτην τὴν στιγμήν, διὰ τῆς ἑρμηνείας τῶν δηλώσεών του, ὅτι ἡ ἀντιδιαστολὴ εἰς τὴν ὁποίαν προέβη τῶν μέτρων τῶν ἰδικῶν του πρὸς τὴν διοίκησιν τὴν προκάτοχον, δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ θίξῃ τὴν προκάτοχον διοίκησιν. Δέχομαι τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι, ὅτε ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν βεβαιοῖ καὶ μὲ ὕφος πομπῶδες ἐξαγγέλλει τὰς μεταρρυθμίσεις τὰς διοικητικὰς εἰς τὰς ὁποίας προέβη διὰ νὰ σταματήσῃ ἓν καθεστὼς νοσηρὸν τὸ ὁποῖον ἠνείχοντο οἱ προκάτοχοί του, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πρόθεσιν κατ’ οὐσίαν, ἐπιρρίπτει ἂν ὄχι τὴν ἔλλειψιν προθέσεως τοὐλάχιστον, τὴν ἔλλειψιν ἱκανότητος εἰς τὸν προκάτοχον νὰ θεραπεύσῃ τὸ καθεστὼς αὐτό. Τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπασχολήσῃ ὑμᾶς καὶ τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ καὶ ἐμὲ κατ’ ἀνάγκην, εἶναι τὸ ζήτημα τὸ πρωτεῦον, ἐν καιρῷ δὲ τῷ δέοντι προϊόντος τοῦ λόγου, θὰ δοθῇ ἡ ἀπάντησις καὶ εἰς τὰ ῥητορικὰ σχήματα. Ἀλλὰ τὸ πρωτεῦον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς παρανομίας. Εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι λόγοι ἀνάγκης τοῦ Κράτους, ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως τῆς πρώτης, ἐπέβαλλον ἵνα πληθύς, σωρεία, δύναμαι νὰ εἴπω, νομοθετικῶν ἢ ἀναγκαστικῶν Β. Διαταγμάτων γίνῃ τῇ ὑπογραφῇ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καὶ ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς αὐτὰ ἡ Βουλὴ παρέσχε τὴν ψῆφον αὐτῆς τὴν ἐγκριτικήν, τὴν ψῆφον συγγνώμης, ὡς λέγεται. Ἀλλὰ τὰ νομοθετικὰ ἐκεῖνα διατάγματα εἶχον πάντα τὴν αἰτιολογίαν, ὅτι ἕνεκα τῆς καταστάσεως εἰς ἣν εὑρίσκετο τὸ Κράτος, ἕνεκα τῆς ἐμπολέμου καταστάσεως, δὲν ἦτο δυνατὴ ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς, ὅπως θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας ἐκείνας. Ὑπάρχουσι καί τινα Β. Διατάγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν μὲν ἀμέσου βίας ἀλλ’ ἦτο ἀδύνατος ἡ πρόβλεψις περὶ τοῦ χρόνου καθ’ ὃν ἠδύνατο νὰ συγκληθῇ ἡ Βουλὴ καὶ πρὸς ταῦτα τὰ Β. Διατάγματα ἡ Βουλὴ παρέσχε πάντοτε προθύμως τὴν ἔγκρισιν αὐτῆς. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοιούτων Διαταγμάτων σήμερον; Ὄχι. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὀρθῶς ἔλεγεν, ἀπαντήσας εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν Λακωνίας, ὅτι τὰ Β. Διατάγματα ἐκεῖνα τὰ νομοθετικὰ ἐκυρώθησαν πλέον ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ βεβαίως σήμερον ἀποτελοῦσι νόμιμον καθεστὼς καὶ οἱ θέλοντες ν’ ἀντλήσωσιν ἐκ τῆς παρανομίας τῆς γενομένης τότε δικαιώματα ἐνώπιον τῶν Δικαστηρίων, ἔχουσι πρὸ αὐτῶν κατάργησιν τοῦ δικαιώματός των. Τοῦτο εἶναι ἀναμφισβήτητον. Ἀλλ’ ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, οἱ θέλοντες νὰ συμμορφῶνται πρὸς τὴν τακτικὴν τὴν κοινοβουλευτικὴν τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, ἐν σχέσει πρὸς τὴν σκοπιμότητα αὐτῶν, ἀπέφυγον ν’ ἀσκήσωσιν ἔλεγχον περὶ τοῦ ἀκύρου τῶν Β. Διαταγμάτων, ἅτινα ἐκυροῦντο διὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἐνόμιζον ὅτι τὸ σύστημα, ν’ ἀσκῆται ὁ ἔλεγχος ὁ κοινοβουλευτικὸς κατὰ τὴν συζήτησιν νομοσχεδίου τινός, δὲν εἶναι σκόπιμον διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἀντὶ νὰ τηρηθῇ ἡ Βουλὴ ἐν πάσῃ ἀπαθείᾳ καὶ ἠρεμίᾳ, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν σύνταξιν τῶν νομοσχεδίων, ἄγεται αὕτη εἰς ἔξαψιν πνευμάτων καὶ πολιτικὴν διαμάχην. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὀρθὸν εἶναι καὶ σκόπιμον εἶναι ἵνα ἡ ἐπερώτησις εἰσάγηται κεχωρισμένης τῆς συζητήσεως τῶν νομοσχεδίων, καὶ διὰ τοῦτο, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ» ἀπέφυγον νὰ ἐνασκήσω ἔλεγχον ἐπὶ τῶν πεπραγμένων, ὑπέβαλον μόνον παρατηρήσεις πρὸς καλλιτέραν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἠσκήθη τότε ὁ ἔλεγχος, δὲν ἕπεται ὅτι παρεγράφη τὸ δικαίωμα. Ἐὰν ὑπῆρξε παρανομία, ὁ ἔλεγχος τῆς παρανομίας εἶναι πάντοτε ἐπιβεβλημμένος. Λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν ὅτι ἐκυρώθησαν διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τὰ Β. Διατάγματα. Λέγει καί τι πρόσθετον· ὅτι ἐκυρώθησαν τὰ Β. Διατάγματα κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ ἄσκησις τοῦ δικαιώματος τῶν ἐκ τῆς παρανομίας τυχὸν βλαφθέντων. Πράγματι ἐκυρώθησαν ταῦτα κατὰ τρόπον πρωτοφανῆ, διότι δὲν ἐξεδόθη Β. Διάταγμα ἀναγκαστικὸν δημιουργοῦν θέσεις ἀξιωματικῶν, τοῦ ὁποίου κατόπιν νὰ ζητηθῇ ἡ κύρωσις, ἀλλ’ ἐζητήθη ἀπ’ εὐθείας Β. Διάταγμα προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν εἰς θέσεις μὴ διὰ νόμου ἐγκεκριμένας. Ἐκυρώθη δὲ διὰ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ νόμου «περὶ ἀριθμῶν ἀξιωματικῶν» ὁλόκληρον τὸ Β. Διάταγμα τοῦτο, κατὰ συνέπειαν ἐκυρώθη καὶ ὁ τρόπος τῶν προαγωγῶν, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς προετίμησε νὰ ἀκολουθήσῃ. Τοιουτοτρόπως ἔχομεν διὰ τοῦ νόμου περὶ ἀριθμοῦ ἀξιωματικῶν, καὶ τρόπον πρωτοφανῆ κυρώσεως οὐ μόνον τῆς παρανομίας, διὰ τῆς ὁποίας ὑπερεβάθη ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλὰ καὶ κυρώσεως τῆς διοικητικῆς πράξεως· ἔχομεν δηλονότι ἐκ τῶν ὑστέρων ἔγκρισιν Β. Διαταγμάτων προβιβασμῶν, ἔγκρισιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς προβιβασμῶν διὰ νόμου. Τοῦτο εἶναι τὸ πρωτοφανές. Ἐνῷ δὲ πᾶς μὴ προαχθεὶς ἐν ἄλλαις περιστάσεσι θὰ ἠδύνατο νὰ ἀσκήσῃ τὰ δικαιώματά του ἐνώπιον τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ἐφ’ ὅσον διατάξεις τοῦ νόμου περὶ προαγωγῶν ἤθελον παραβιασθῇ, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν προήχθησαν κατὰ τὰς τελευταίας προαγωγὰς τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργοῦ δὲν ἔχουσιν οὔτε τὸ δικαίωμα τοῦτο, διότι ἡ Βουλὴ διὰ νομοθετικῆς πράξεως ἐκύρωσε τοὺς προβιβασμοὺς τούτους. Τοῦτο δὲ εἶναι τὸ κορύφωμα τῶν γενομένων μέχρι τοῦδε αὐθαιρεσιῶν εἰς βάρος τῆς ἐγκριτικῆς ψήφου τῆς Βουλῆς.
§135Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Οὐδεὶς ἀπώλεσε δικαιώματα.
§136Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διατί;
§137Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναπτύξητε τοῦτο, διὰ νὰ ἴδωμεν τί ἐννοεῖτε.
§138Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θέλετε οὐσιαστικῶς;
§139Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπειδὴ εἴπετε ὅτι ἀπώλεσαν δικαιώματα ἀξιωματικοί, στηρίζετε δὲ τὸ ἐπιχείρημά σας, πλὴν τοῦ ὅτι θεωρεῖτε παράτυπον τὸ γενόμενον, καὶ εἰς τοῦτο, ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης πράξεως ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ δικαιούμενοι νὰ προβιβασθῶσι, πῶς ἐννοεῖτε αὐτό· νὰ τὸ ἀναπτύξητε.
§140Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ ἀκούσητε. Ὁ νόμος ἐν ἄρθρῳ 2 λέγει ὅτι (ἀναγινώσκει). «Κυροῦνται τὰ ἀπὸ 26 Ἀπριλίου 1914 Β. Διατάγματα περὶ προαγωγῆς εἰς ὑποναυάρχους δύο πλοιάρχων τῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, δημοσιευθέντα διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 95 φύλλου τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως (τεῦχος βʹ) ὡς καὶ τὰ ἀπὸ 23, 27 καὶ 28 Ἰουλίου 1914, 1, 12, 19 καὶ 25 Αὐγούστου 1914 Β. Διατάγματα, δημοσιευθέντα διὰ τῶν ὑπ’ ἀριθ. 172, 176,103, 186, 187, 188 καὶ 201 φύλλων (τεῦχος βʹ) τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως—διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις περὶ τὴν ταυτότητα σημειοῦται καὶ ὁ ἀριθμὸς τοῦ φύλλου τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως—περὶ προαγωγῆς ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ, ὀνομασίας ὑποπλοιάρχων καὶ τῶν τούτοις ἐξομοιουμένων αʹ τάξεως καὶ περὶ προαγωγῆς ὑπολογιστῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ». Ἐκυρώσατε τὰ Β. Διατάγματα ταῦτα διὰ τοῦ νόμου ῥητῶς καὶ μένει τώρα τὸ ζήτημα· ὅλα αὐτὰ τὰ Β. Διατάγματα ἀφορῶσιν εἰς προαγωγὰς ἀξιωματικῶν τοῦ Οἰκονομικοῦ κλάδου καί τινων νομίζω τοῦ Ναυπηγικοῦ. Ἐλάβετε τὴν πρόνοιαν νὰ προαγάγητε τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Οἰκονομικοῦ κλάδου ὅλους κατ’ ἀρχαιότητα· κατὰ συνέπειαν εἰς τοὺς βαθμούς, ἀπὸ τοῦ λογιστοῦ καὶ ἄνω, δὲν ὑπάρχει παραβίασις δικαιώματός τινος νόμου· ὥστε δὲν ὑπάρχει ἄσκησις ἐνδίκου δικαιώματος. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ ὑπολογιστῶν παρεβιάσατε ῥητῶς τὸν νόμον, διότι ὁ κείμενος νόμος ἐπιτρέπει τὴν προαγωγὴν τῶν ὑπολογιστῶν εἰς λογιστὰς κατὰ τριάδα.
§141Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιβάλλει· εἴπετε ἐπιτρέπει, δὲν εἶναι δικαίωμα.
§142Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κανονίζει ὅτι ὁ πρῶτος τῆς τριάδος θὰ εἶναι διδάκτωρ, ὁ δεύτερος, ὁ ἐκ τῶν ὑπολογιστῶν κατ’ ἀρχαιότητα ἡγούμενος καὶ ὁ τρίτος ὁ κατὰ τὸν εἰσαγωγικὸν διαγωνισμὸν προηγούμενος. Ὁ νόμος ὑπῆρξε σαφής, διότι ἠθέλησε νὰ τιμήσῃ ἀφ’ ἑνὸς τοὺς κατὰ τὸν διαγωνισμὸν προηγηθέντας τάσσων αὐτοὺς εἰς τὸ δεξιόν, νὰ μὴ παρίδῃ τὴν ἀρχαιότητα εἰς τὴν ὁποίαν δίδει τὸ τρίτον τῆς τριάδος, νὰ ἐνισχύσῃ τοὺς ἐπιστήμονας καὶ πρὸ πάντων νὰ ὠθήσῃ τοὺς νέους ὑπολογιστὰς εἰς τὰς νομικὰς σπουδάς, ἵνα τύχωσι τοῦ διπλώματος τῆς Νομικῆς Σχολῆς. Ὁ νόμος οὗτος ἴσχυσε μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐπιστρατεύσεως. Ἀρξαμένης τῆς ἐπιστρατεύσεως ἐψηφίσθη νόμος τῇ εἰσηγήσει μου, δι’ οὗ, διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, ἐπετρέπετο ἡ κατ’ ἐκλογὴν προαγωγὴ πάντων τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ καὶ κατόπιν ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ προαγωγῆς, ὅστις καθώρισε τὰς προτάσεις τοῦ Ναυάρχου, τῶν ὁποίων προτάσεων ἡ ἰσχὺς ἔληξε τὴν 30 Ἀπριλίου. Μετὰ τὸ πέρας τῆς ἰσχύος τῶν προτάσεων τοῦ Ναυάρχου ἀνέκτα πλέον ἀπόλυτον τὴν ἰσχὺν αὐτοῦ καὶ ἐπανήρχετο εἰς πλῆρες κῦρος ὁ πάγιος νόμος περὶ προαγωγῶν, διότι παρελθόντος τοῦ χρονικοῦ διαστήματος τοῦ πολέμου ἤρξατο ἡ ἰσχὺς τῶν παγίων νόμων, καθόσον οἱ ἄλλοι ἦσαν προσωρινοί. Προβαίνετε δὲ σεῖς ἤδη εἰς προαγωγὰς καὶ παρελείψατε ἐντελῶς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, ὅστις ἐπέβαλεν εἰς ὑμᾶς τὴν κατὰ τριάδας προαγωγήν.
§143Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν, ἵνα σᾶς ἐξηγήσω τὸν λόγον;
§144Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· μίαν διαφωνίαν ἔχω πρὸς ὑμᾶς ῥιζικήν· εὑρίσκετε ἀπό τινος τρόπου νὰ δικαιολογῆτε τὰς παραβάσεις τῶν νόμων. Ἐγὼ νομίζω ὅτι αἱ παραβάσεις τῶν νόμων δὲν δικαιολογοῦνται. Ἄν ὑπάρχῃ τι στρεβλὸν ἐν τῷ νόμῳ, ἔδει νὰ ζητήσητε τὴν θεραπείαν αὐτοῦ διὰ τῆς Βουλῆς καὶ ὄχι νὰ ἔρχησθε ἐδῶ διὰ τῆς μεθόδου τῆς σκοπιμότητος νὰ δικαιολογῆτε ὅλας τὰς παραβάσεις. Νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν ἁρμόζει εἰς ὑμᾶς, δεινότατον νομικόν.
§145Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἐρωτήσω;
§146Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σπεύδω νὰ σᾶς ἐμποδίσω ἀπὸ ἐξηγήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν συνάδουσι πρὸς τὴν ἰδιότητα ὑμῶν, ὡς νομικοῦ.
§147Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σᾶς εἶπον· ὁ νόμος παρεβιάσθη ἐξ ὑπερτέρας ἀνάγκης κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, μολονότι τὸ Β. Διάταγμα φέρει μόνον τὴν ὑπογραφήν μου. Αὐτὸ εἶπον καὶ ἐν ἄλλῃ συνεδριάσει· ἴσως διὰ τοὺς προβιβασμοὺς τῶν ὑπολογιστῶν εἰς λογιστὰς δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ἂν ὑπάρχῃ ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου.
§148Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀπόφασις τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ, διότι περὶ συντελέσεως παρανομίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀπόφασις.
§149Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αἱ ἀποφάσεις διατυποῦνται διὰ τῶν πράξεων· ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ νομοθετικὸν Διάταγμα.
§150Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Γνώμη τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, νὰ σᾶς εἴπω δὲ διατί. Ἀφοῦ ἐπρόκειτο περὶ ἀθρόων προαγωγῶν καὶ ἐτέθην τόσον πολὺ ὑπεράνω τοῦ νόμου καὶ ἵδρυσα τόσας θέσεις, ἀφοῦ δηλ. ἔκαμα τὸ πλεῖστον τῆς δημιουργίας τόσων θέσεων, δὲν ἐθεώρησα σκόπιμον νὰ τηρήσω τὸ ἧσσον, ὅταν διὰ τῶν προαγωγῶν αὐτῶν, γενομένων ἀθρόων, θὰ προεβιβάζοντο ὅλοι καὶ οὐδεὶς θὰ ἐζημιοῦτο. Ἀφοῦ λοιπὸν ἤνοιξα τόσας θέσεις καὶ παρεβίασα τὸ μεγαλείτερον ἕνεκα λόγων σκοπιμότητος, ἡ ὁποία σκοπιμότης μὲ ἔφερε νὰ παραβιάσω καὶ τὸ ἧσσον τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον οὐδένα ἔβλαπτον οὐσιαστικῶς, δὲν ὑπῆρχε βλάβη πλήρης ἐκ τοῦ ὅτι ἔθηκα ἐμαυτὸν ὑπὲρ τοῦ νόμου.
§151Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἠκούσατε, κ. Βουλευταί, τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν. Παρεβιάσθη ὁ νόμος, ἀλλ’ ἡ δικαιολογία, τὴν ὁποίαν προέβαλε τῆς σκοπιμότητος πρὸς παραβίασιν τοῦ νόμου, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀκατάληπτος. Εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ὅλοι θὰ προήγοντο καὶ κατὰ συνέπειαν οὐδεὶς θὰ ἐβλάπτετο διὰ τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ὅτε ὁ νόμος καθορίζει κατὰ τριάδας τὴν προαγωγήν, λησμονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἡ προαγωγὴ αὐτὴ καθορίζει καὶ σειρὰν ἀρχαιότητος, ἐν ᾗ τάσσονται οἱ προαγόμενοι; Καὶ λησμονῶν ὅτι προαγαγὼν κατ’ ἀρχαιότητα πλήρη καὶ ἀπόλυτον καὶ κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου τοὺς ἀρχαιοτέρους ἔταξεν ὅλους αὐτοὺς εἰς τὸ δεξιὸν ὡς ἔταξεν εἰς τὸ ἀριστερὸν ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο νὰ ταχθῶσιν εἰς τὸ δεξιόν, λόγῳ προσόντων τοῦ διαγωνισμοῦ ἢ τοῦ διπλώματος, καὶ οὕτω, ἐστέρησεν αὐτοὺς τῆς σειρᾶς των. Ἡ αἰτιολογία, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι αἰτιολογία σκοπιμότητος κατὰ τοῦ Σώματος, καὶ ὄχι ὑπὲρ τοῦ Σώματος, ἀφοῦ δὲν ἐτάχθησαν οἱ καλοὶ εἰς τὸ δεξιόν. Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, προέβαλε μίαν ἄλλην σκοπιμότητα; Ἐνῷ ὑπῆρχεν ὁ πίναξ τοῦ Ναυάρχου, ὅστις ἐτερματίσθη κατ’ ἰσχὺν τὴν 30 Ἀπριλίου, ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν τοὐλάχιστον, ἀφοῦ ἠθέλησε νὰ παρανομήσῃ, νὰ εἴπῃ· προήγαγον συμφώνως πρὸς τὸν πίνακα τοῦ Ναυάρχου, πίνακα στηριζόμενον εἰς τὴν ἐμπόλεμον ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ οὔτε τοῦτο ἔπραξεν, ἀλλὰ προέβη εἰς προαγωγὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχαιότητος, καὶ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ὁ Ναύαρχος ἔταξεν εἰς τὸ δεξιὸν ἐπέταξεν εἰς τὸ ἀριστερόν, διότι οὕτως ἐκέλευεν ἡ γενικὴ ἀρχαιότης. Καὶ τοιουτοτρόπως προήγαγε καὶ ἔταξεν εἰς τὸ δεξιὸν ὑπολογιστὴν τοῦ ὁποίου ἀφῆκα ἐν σχεδίῳ τὴν παραπομπὴν εἰς ἀνακριτικὸν Συμβούλιον, διότι ἐν Θεσσαλονίκῃ εὑρισκόμενος, ἐφωράθη διὰ τῆς γραφομηχανῆς τοῦ Λιμεναρχείου παρασκευάζων αὐτὸς τὴν μειοδοτικὴν προσφορὰν τοῦ πατρός του, ἵνα κατορθώσῃ τὴν νίκην αὐτοῦ ἐν τῷ διαγωνισμῷ τῆς μεταφορᾶς τῶν γαιανθράκων ἐν τῷ λιμένι τῆς Θεσσαλονίκης καὶ τοῦ ὁποίου ἡ παραπομπὴ δὲν ἐγένετο.
§152Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Οὐδὲν σχέδιόν σας εὑρέθη, κύριε Συνάδελφε.
§153Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία τὸ εἶχε.
§154Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Οὔτε ἡ ὑπηρεσία. Ἐνηργήθησαν ἀνακρίσεις καὶ ἐτιμώρησα τὸν ἀξιωματικόν, διότι ἀπεδείχθη...
§155Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦτο ἐν σχεδίῳ ἡ ἀπόφασις.
§156Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὑπῆρξεν ἐπιπολαιότης, κατὰ τὴν κρίσιν μου, εἰς τὴν ἀνάκρισιν.
§157Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αὐτὸς ὁ ὑπολογιστὴς λοιπόν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο τρίτος ἐν τῇ ἀρχαιότητι, ἔσχε τὸ εὐτύχημα, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐπιτύχῃ ἐν διαγωνισμῷ, χωρὶς νὰ ἔχῃ δίπλωμα, νὰ καταπατήσῃ δικαιώματα ἄλλων ὑπολογιστῶν, ἐπιτυχάντων ἐν διαγωνισμῷ καὶ κεκτημένων δίπλωμα. Προήχθη, οὕτω καὶ τὸν ἔθηκαν εἰς τὸ δεξιὸν ὅλων τῶν ἄλλων. Εἰς τὸν ὑπολογιστὴν δ’ αὐτὸν ἀποδίδεται ἐπιπολαιότης, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, συνελήφθη ἐπ’ αὐτοφώρῳ ὅτι διὰ τῆς γραφομηχανῆς εἶχε συντάξει τὴν μειοδοτικὴν προσφορὰν τοῦ πατρός του, ἵνα κατορθώσῃ τὴν νίκην κατὰ τὸν διαγωνισμὸν τῆς μεταφορᾶς τῶν γαιανθράκων ἐν τῷ λιμένι Θεσσαλονίκης. Αὐτὴ εἶναι ἡ σκοπιμότης, καὶ αὕτη ἔπρεπε νὰ παραβιάσῃ σειρὰν ἤδη διατάξεων τῶν νόμων, ὡσεὶ ἐκινδύνευον τὰ ἀνώτερα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἐὰν ἡ προαγωγὴ τῶν ὑπολογιστῶν ἀνεβάλετο ἐπὶ ἕνα ἢ δύο μῆνας. Καὶ μήπως δὲν ὑπάρχει δικαιολογία εἰς ταῦτα; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ τὴν 24 Μαρτίου. Ἡ Βουλὴ εἰργάζετο καὶ κατὰ Μάρτιον καὶ κατ’ Ἀπρίλιον καὶ κατὰ Μάϊον, ἠδύνατο δὲ τὸ νομοσχέδιον νὰ ἐπιταχυνθῇ ἐν τῇ προεργασίᾳ αὐτοῦ ἐν ταῖς ἐπιτροπαῖς καὶ νὰ ἔλθῃ εἰς ψήφισιν· θὰ ἦτο τοῦτο σκοπιμώτερον, ἐὰν ἐψηφίζετο τότε, διότι οὕτω ἠθέλομεν ἀποφύγει τὴν δημιουργίαν ὅλων ἐκείνων τῶν ἀηδῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα παρήλασαν κατὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ. Διότι ἔργον σκοπιμότητος τοῦ Ὑπουργοῦ εἶναι τὰ προσωπικὰ ζητήματα νὰ μὴ ἐπιβραδύνωνται, ὥστε ἡ ἐξέλιξις νὰ γεννᾷ θόρυβον καὶ δυσφορίαν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ψήφου ταύτης τῆς Βουλῆς θέλουσιν ἀμειφθῇ. Τοῦτο εἶναι ἔργον σκοπιμότητος, εἶναι δ’ ἔργον ἄσκοπον καὶ ἐπιβλαβὲς νὰ περιφέρωνται τοιαῦτα νομοσχέδια ἐκ τῶν θαλάμων τοῦ Ἐπιτελείου εἰς τὰς ἐπιτροπὰς τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἕξ μῆνας καὶ νὰ ψηφίζωνται κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, ἐν ἀπουσίᾳ δὲ τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ὑπῆρχε τόσος χρόνος ἵνα ψηφισθῇ ὁ νόμος ἢ νὰ ἐκδοθῇ ἓν Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐγένοντο αἱ προαγωγαί, ἐπὶ τῇ δικαιολογίᾳ καὶ μόνῃ ὅτι εἶχε κατὰ νοῦν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τούτου ἐνήργει τὰς προαγωγάς. Θὰ ἐνόουν ἀνάγκην προκληθεῖσαν ἐκ κενῶν, τὰ ὁποῖα ἐδημιούργει εἷς πόλεμος, ἀλλὰ βεβαίως τοιαύτην ἀνάγκην δὲν ἀναγνωρίζω μετὰ πάροδον ὁλοκλήρου ἔτους, καὶ μάλιστα προκειμένου περὶ ὑπολογιστῶν, καὶ καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ ἦτο παροῦσα ὅπως θεραπεύσῃ κάθε παρουσιαζομένην ἀνάγκην. Μόνη αὕτη ἡ δικαιολογία ἀπομένει, ὅτι δὲν ἠδυνήθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ κατισχύσῃ τῶν συστάσεων καὶ τῶν ὑποδείξεων τῶν διαφόρων ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Ὀφείλομεν νὰ μὴ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Καὶ ἐγὼ θὰ ἀναφέρω καὶ ἄλλας παραβάσεις, σχετιζομένας μὲ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, πολὺ σπουδαιοτέρας ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὑπάρχει νόμος ἀποκαθιστῶν τὴν ἱεραρχίαν τοῦ Ναυτικοῦ, ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, τὸν ὁποῖον ἀπόψε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐνησμενίζετο λησμονῶν, διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι αὐτὸς ἵδρυσε τὴν ἱεραρχίαν. Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν εἶναι ὁ τεθεὶς ἐν ἰσχύϊ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς 6ης Αὐγούστου, ἔχοντος νομοθετικὴν ἰσχύν. Κατὰ συνέπειαν, ἐὰν θεωρῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι σπουδαίως συμβάλλει εἰς τὴν διοίκησιν ἐν γένει τοῦ Ναυτικοῦ τὸ Ἀνώτατον τοῦτο Συμβούλιον καὶ καυχᾶται δι’ αὐτὸ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διεκδικῶν πατρότητα τοῦ θεσμοῦ τούτου, βεβαίως εἰς τὸν ἔπαινον τοῦτον δικαιοῦμαι ἐγὼ καὶ ὄχι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ὁ ὀργανισμὸς οὗτος μεμελετημένος καὶ τυχὼν καὶ τῆς συνεργασίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, τοῦ Ναυάρχου κ. Τῶφνελ, καθορίζει ἐν ἄρθρῳ 55ῳ ὅτι αἱ προαγωγαὶ γίνονται κατόπιν γνώμης τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τοῦ ἑδρεύοντος ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἀποτελουμένου ἐκ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιθεωρητοῦ τοῦ Ναυτικοῦ, τῶν γενικῶν ἀξιωματικῶν ἢ πλοιάρχων ἀρχηγῶν ἀνεξαρτήτων μοιρῶν, τοῦ Γενικοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Β. Ναυστάθμου, τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου καὶ τῶν Διευθυντῶν τῆς Διοικητικῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἐκτὸς τοῦ νόμου τούτου—Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ὡς νόμος, διότι συμφώνως πρὸς τὴν κειμένην νομοθεσίαν ἐξεδόθη τῇ προτάσει τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς—ὑπάρχει καὶ ἕτερον Β. Διάταγμα ἐπίσης τῆς 6ης Αὐγούστου. Συμφώνως πρὸς τοῦτο συνέστη γενικὴ ἐπιθεώρησις καὶ εἰδικαὶ ἐπιθεωρήσεις ἐν τῷ Ναυτικῷ. Διὰ τούτου ἡ σειρὰ τῆς ἱεραρχίας καθορίζεται πλήρως, καὶ καθιεροῦται τὸ σύστημα τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρήσεων, αἱ ὁποῖαι καταλήγουσιν εἰς τὴν γενικὴν ἐπιθεώρησιν. Λέγει δὲ τὸ ἄρθρον 21 ὅτι (ἀναγινώσκει)· «ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς τοῦ Β. Ναυτικοῦ, προκειμένου περὶ τοῦ προσωπικοῦ, ὀφείλει ἅμα τῷ πέρατι τῆς ἐτησίας ἐπιθεωρήσεως νὰ ἀποφανθῇ ἐν ἰδίᾳ ἐκθέσει περὶ τῶν γενικῶν καὶ εἰδικῶν προσόντων ἱκανότητος καὶ περὶ τοῦ ἤθους ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀξιωματικῶν παντὸς κλάδου, τῶν ἀνηκόντων εἰς ὑπηρεσίας, καθ’ ὃν χρόνον αὗται ὑπεβλήθησαν εἰς οἱανδήποτε ἐπιθεώρησιν ὑπ’ αὐτοῦ κατὰ τὸ ἀπὸ τοῦ πέρατος τῆς προηγουμένης ἐτησίας γενικῆς ἐπιθεωρήσεως διάστημα. Ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ γίνεται μνεία τῆς ἐξ ἐκθέσεων ἐπίσης συναγομένης γνώμης τῶν προϊσταμένων αὐτῶν καὶ τῶν εἰδικῶν ἐπιθεωρητῶν». Βλέπετε λοιπὸν ὅτι καθωρίσθη ὑπ’ ἐμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνέμενον τὸν κ. διάδοχόν μου ἵνα καθιερώσῃ τὴν ἱεραρχίαν ἐν τῷ Ναυτικῷ, καθωρίσθη, λέγω, ὑπ’ ἐμοῦ ἡ ἱεραρχία, καὶ καθωρίσθησαν αἱ ἐπιθεωρήσεις ἐν τῇ διακλαδώσει αὐτοῦ, ὥστε νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν περὶ τῶν προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς ὅλης ἐξελίξεως τῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν· ὅτε προέβη εἰς τὰς προαγωγὰς αὐτάς, ἐφηρμόσθη αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ νόμου, ἡ ὁποία εἶναι ὑποχρεωτική; Ἐκλήθη τὸ ἀνώτατον Συμβούλιον ἵνα γνωμοδοτήσῃ; Ἐκλήθη ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητής, ἵνα ὑποβάλῃ ἔκθεσιν, περὶ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Οἰκονομικοῦ Σώματος, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ τεθῶσιν ὑπὸ ἐπιθεώρησιν; Ἔλαβε τοιαῦτα ἔγγραφα ὑπ’ ὄψιν; Ἀλλ’ ὑπάρχει σύμβασις τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, ἡ ὁποία ῥητῶς ὁρίζει ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν ἐπιθεωρήσεων καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ γενικοῦ ἐπιθεωρητοῦ ἔχει ὁ Ἀρχηγὸς τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, ὁ γενικὸς ἐπιθεωρητὴς τοῦ Στόλου. Εἶναι τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως, κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ γίνῃ προαγωγὴ ἄνευ τῆς συμφωνίας τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Στόλου. Καὶ ἐρρωτῶ· ἐκλήθη οὗτος ὅπως γνωματεύσῃ διὰ τὴν προαγωγὴν αὐτήν; Οὐχί. Ἀλλὰ τί ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν; Ἔλαβε τὴν ἐπετηρίδα καὶ προήγαγεν ἐκ ταύτης κατ’ ἀρχαιότητα καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ ἄλλο τι, ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀξιωματικοὺς εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Ἀλλ’ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἄλλαι ἐκθέσεις εὑρισκόμεναι εἰς τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν; Οὐχί. Μόνον τὴν ἀρχαιότητα ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπῆρχον διατάξεις ῥηταὶ τῶν νόμων, καθορίζουσαι τὴν ἐπιθεώρησιν καὶ καθορίζουσαι τὸν ἔλεγχον, αἱ διατάξεις αὐταὶ ἔπρεπε νὰ μὴ παραβιασθῶσι, καὶ ἂν ἐκ τῶν ὑστέρων προετιμᾶτο τὸ σύστημα τῆς προαγωγῆς κατ’ ἀρχαιότητα, τότε ἂς παρεβλάπτοντο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐθεωροῦντο καὶ κατ’ ἐκλογὴν προβιβαστέοι. Αὐτὴ ἡ παράβασις εἶναι κατ’ ἐμὲ ἡ σοβαρωτέρα πάσης ἄλλης, διότι, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἔρχεται δι’ ὑστέρου ψήφου αὐτῆς καὶ κυρώνει αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ βλάβης τῆς διοικήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ μόνον μετὰ βλάβην τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν, ἐὰν ἐκ τῶν ὑστέρων ἀποδειχθῇ ὅτι αἱ δαπάναι ὑπῆρξαν ὑπέρογκοι. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον παραβιάζονται οἱ νόμοι οἱ καθιστῶντες τὸν ἔλεγχον τοῦ προσωπικοῦ, ἡ παράβασις αὕτη εἶναι πλέον οὐσιαστική, καὶ ἡ παράβασις αὕτη θίγει οὐσιαστικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην νὰ βραβεύῃ τὴν ἱκανότητα. Ἐρωτῶ· ὅτε τὸ Κράτος τάσσει τὸν ἔλεγχον τῶν ἰδιοτήτων τῶν ἀξιωματικῶν, μὲ τί δικαίωμα ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ παραβαίνει ὅλας τὰς διατάξεις καὶ θέτει τὴν ὑπογραφήν του ὄπισθεν Β. Διατάγματος, τὸ ὁποῖον οὐδὲν κάμνει ἄλλο παρὰ μόνον νὰ μεταβάλλῃ τὴν σελιδοποίησιν τῆς ἐπετηρίδος; Διότι αὐτὰ εἶναι τὰ Β. Διατάγματα τῆς κατ’ ἀρχαιότητα προαγωγῆς· μεταβολαὶ τῶν σελίδων τῆς ἐπετηρίδος. Ἀλλά, Κύριοι, ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω διὰ τὰς παραβάσεις τῶν νόμων. Θὰ ἦτο ἀναγκαῖον ὅμως νὰ περιορισθῇ ἡ ἀφέλεια μετὰ τῆς ὁποίας αἱ παραβάσεις αὗται ὁμολογοῦνται. Ἔργον ἡρωϊκὸν δὲν εἶναι νὰ ὁμολογῶνται τοιαῦται παραβάσεις, διότι ἐπὶ τέλους ἐν Βουλῇ εὑρισκόμεθα, καὶ ὁ μὴ ὁμολογῶν ἁπλῶς ὀφλισκάνει μωρίαν, ὅταν δὲν ὁμολογεῖ πράγματα περὶ τῶν ὁποίων πάντες εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιληφθῶσιν ὅτι εἶναι παρανομίαι. Ἀλλ’ ὅταν τὸ ἔργον τοῦτο τῆς ὁμολογίας τῶν παρανομιῶν στηρίζεται εἰς τοὺς κολοσοὺς τῶν ἀριθμῶν μιᾶς τόσον κραταιᾶς πλειονοψηφίας, ἀρχίζει πλέον ἡ τοιαύτη ὁμολογία τῶν παρανομιῶν ἐκ μέρους τῶν Ὑπουργῶν ὡσὰν νὰ ἀποτελῇ μυκτηρισμὸν πρὸς τὴν πλειοψηφίαν, τὴν κοινὴν γνώμην καὶ τὴν μειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία εἶναι ἀξία περισσοτέρου σεβασμοῦ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔρχησθε καθ’ ἡμέραν ἐδῶ καὶ νὰ λέγητε· παρενόμησα, ἀλλ’ ἦτο αὐτὴ ἡ σκοπιμότης, ἡ ὁποία μοὶ ἐπέβαλε τὴν παρανομίαν. Ὀφείλετε νὰ μὴ παρανομῆτε. Εἴχετε δικαίωμα νὰ παρανομῆτε, μόνον ἐὰν ἡ ἀνάγκη, ἡ ὑπερτάτη, τοῦ Κράτους, καὶ τοιαύτη εἶναι μόνον ἡ ἐμπόλεμος, σᾶς ἐπέβαλε νὰ ἐκτελέσητε παρανομίαν. Καὶ μήπως εἶναι τὸ πρῶτον τοῦτο; Ἐξεδόθη ἓν Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐγκατέστησε τὴν ἱεραρχίαν τοῦ ναυτικοῦ, παράνομον καὶ αὐτό, διότι τὸ Β. Διάταγμα τοῦτο ἐδημοσιεύθη πρὸς τροποποίησιν τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου, καὶ δὲν ἔτυχε τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, ἄνευ δὲ τῆς ἐγκρίσεως ταύτης δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου. Εἶναι ἁπλοῦν Β. Διάταγμα καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναται νὰ ἐπικρατήσῃ τοῦ κειμένου ὀργανισμοῦ, πᾶν ὅ τι δὲ σήμερον πράττεται διὰ τῆς ἐπισημοποιήσεως τῆς συναγωγῆς τῶν Ναυάρχων, ἡ ὁποία πρὶν ἦτο παρασυναγωγή, πᾶν ὅ τι πράττεται εἶναι ἔκνομον καὶ πᾶσα προαγωγὴ δυναμένη νὰ θεμελιωθῇ ἐπὶ τοιούτου Β. Διατάγματος, θὰ προκαλέσῃ ἐκ μέρους τῶν μελλόντων νὰ ζημιωθῶσι δικαστικὴν ἐπιδίωξιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο, οὐχὶ πλέον ἔκνομον, ἀλλὰ ἀποδεικνύον τὴν σπουδὴν μετὰ τῆς ὁποίας λύονται τὰ ζητήματα ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, καὶ μετὰ τῆς ὁποίας λαμβάνονται αἱ ἀποφάσεις, εἰσήχθη νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς περὶ ῥυθμίσεως τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Μαρτίου, παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέκρουσεν αὐτό. Τὴν 2αν Ἰουνίου διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς. Τόσαι ἡμέραι ὑπῆρχον διαθέσιμοι ἀπὸ τοῦ Μαρτίου, ἵνα ὁ ὀργανισμὸς αὐτὸς ψηφισθῇ. Τί ἐγένετο; Δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τὴν ἐπαύριον τῆς διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐκδίδεται ἄλλο Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θέτει εἰς ἐνέργειαν τὸν ὀργανισμὸν τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων, ὁ ὁποῖος εἶχεν ἀποδοκιμασθῆ παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐρωτῶ· δὲν εἶναι τοῦτο ἀσέβεια; Ἐὰν ἐνομίζετε ὅτι εἴχετε ἀνάγκην τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ναυτικῆς ἀποστολῆς, ὠφείλετε νὰ ἀσκήσητε τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐγκαίρως, καθ’ ἣν στιγμὴν ὅμως ὑποβάλλετε ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς τὸν ὀργανισμόν, ἡ ἀπότομος ἀφαίρεσις τῆς ἐγκρίσεως ταύτης ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ὑπαγωγὴ τούτου εἰς τὴν αὐθαίρετον ὑμῶν βούλησιν, εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, διότι ἀπεξεδύθητε τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἴχετε, νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὀργανισμοῦ δι’ ἁπλοῦ Β. Διατάγματος.
§158Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διόλου δὲν ἀπεξεδύθην.
§159Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀγνοεῖτε τὸν νόμον, διότι ὅταν ὑποβάλλητε ἓν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἢ ἀγνοεῖτε νόμον ὁ ὁποῖος σᾶς παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ νομιμοποιήσητε τὴν ὕλην ταύτην διὰ Β. Διατάγματος, ἢ δὲν θέλετε νὰ ποιήσητε χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ. Ἐγὼ σᾶς ἀπέδωκα τὸ δεύτερον, διότι εἶναι ἐλαφρότερον δι’ ὑμᾶς· τὸ πρῶτον εἶναι ἀσυγχώρητον. Καὶ ἐγένετο καὶ ἄλλο τι διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τῆς Σχολῆς τῶν Δοκίμων· κατηργήθη ῥητὸς νόμος, ὁ ὁποῖος δὲν ἀνάγεται εἰς τὰς πράξεις τὰς διὰ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστολῆς δυναμένας νὰ καθορισθῶσι διὰ Διατάγματος. Ὑπάρχει νόμος, ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιτρέπεται, ἵνα οἱ εἰσαγόμενοι εἰς τὴν Σχολὴν τῶν Δοκίμων, εἴτε ὡς ὁμογενεῖς εἴτε ὡς τέκνα ἀποθανόντων ἐν πολέμῳ ἀξιωματικῶν, εἰσάγωνται ὑπὲρ τὸν νόμιμον ἀριθμόν, ἐφ’ ὅσον ἔχουσιν ἐπιτύχει ἀπολύτως ἐν ταῖς ἐξετάσεσι. Νομίζω δὲ ὅτι, ἐὰν ἐν ἔτει 1909 ἡ ὑπὲρ δικαιωμάτων τῶν φονευθέντων ἐν πολέμῳ ἀξιωματικῶν διάταξις ἀπήχει μακρυνὰς ἀξιώσεις, ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως ταύτης ἐν ἔτει 1914, μετὰ θάνατον τοσούτων ἀξιωματικῶν ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, εἶναι ἀσέβεια πρὸς τὴν ἱστορίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὴν νομοθετικὴν πρᾶξιν τῆς Βουλῆς. Καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐπὶ τῇ γνωμοδοτήσει τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς ἀποστολῆς, ἐξεφούρνισε καὶ μίαν τοιαύτην διάταξιν καὶ ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ καταργήσῃ καὶ εὐεργέτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δίδεται διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν μόνον, ἀλλὰ καὶ ὡς ἀντισήκωμα διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν ἀποθανόντων ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης. Τοιούτων παραδειγμάτων ἔχομεν σωρείαν, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλήν. Ἄλλως τε δὲν εἶναι καὶ δίκαιον, ἐφ’ ὅσον δὲν ἐξηνέχθη τοιαύτη ἐπερώτησις, νὰ ἔχωμεν τὸν κ. Ὑπουργὸν ἀντιμέτωπον ἐλέγχου, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ αὐτὴν τὴν στιγμήν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἠναγκάσθην νὰ εἴπω ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν ἀμυνόμενος, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν καὶ ἐπιτετραμμένον νὰ λέγηται ἀπὸ τοῦ βήματος ὅτι ἦλθεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἐγκαταστήσῃ τὴν διοίκησιν καὶ ἱεραρχίαν ἐκεῖ ὅπου ἔλειπε πρὸ τῆς ἐγκαταστάσεώς του εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι διοίκησις καὶ ἱεραρχία δὲν εἶναι ἡ σωρεία τῶν παρανομιῶν, οὔτε ἡ ἔκνομος καὶ κακὴ διοίκησις, ἡ ὁποία δὲν σέβεται τοὺς νόμους. Καὶ διὰ νὰ ἴδωμεν καὶ τὴν καλὴν διοίκησιν, ἐγὼ δὲν θὰ καταφύγω εἰς τὸ ζήτημα τῶν αὐτοκινήτων. Τὰ αὐτοκίνητα εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ μακροῦ χρόνου τρέχει εἰς τὴν ὁδὸν τῆς σπατάλης διὰ ταχύτητος 150 χιλιομέτ. τὴν ὥραν, θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ ἐλέγξω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, διότι ἠγόρασεν αὐτοκίνητα ἀξίας ἐν ὅλῳ 50.000 δραχ. Ὅτε γνωρίζομεν ὅτι διευθύνει τὸ τμῆμα τῶν δασῶν τῆς Γενικῆς Διοικήσεως τῆς Θεσσαλονίκης ὑφηγητὴς τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ δικαίου, λαμβάνων μισθὸν 500 δραχ. κατὰ μῆνα, ὅτε ἐν τῷ τηλεγραφείῳ Θεσσαλονίκης ὑπάρχουσι ὑπὲρ τοὺς 135 βοηθοί, καὶ ἐν τῷ τηλεγραφείῳ Ἰωαννίνων 48 – ταῦτα δὲν εὐθύνουσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, εὐθύνουσι τοὺς Γενικοὺς Διοικητάς, διότι εὗρε τὴν κατάστασιν αὐτὴν — ὅτε γνωρίζομεν ὅτι ἐν Κρήτῃ ὑπάρχουσιν ἐννέα νομομηχανικοὶ μὲ μισθὸν 400 δραχ. κατὰ μῆνα, εἰς Χώραν, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν ἑνὸς νομοῦ τῆς Ἑλλάδος, καὶ διευθυντὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων μὲ μισθὸν 1000 δραχ. κατὰ μῆνα, θὰ ἦτο μωρὸν δι’ ἐμέ, ἐὰν ἤλεγχον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, ὅτι κινδυνεύει νὰ καταστρέψῃ τὴν Ἑλλάδα, διότι, ἀντὶ νὰ ἔχῃ τρία ἢ πέντε, ἔχει δέκα αὐτοκίνητα. Ἐγὼ ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶχον μόνον δύο, καὶ ὅτε ὑπῆρχεν ἀνάγκη τῶν αὐτοκινήτων ἐποιοῦντο χρῆσιν δι’ ὑπηρεσίαν ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ἐγὼ δὲν ἐποιούμην. Λέγω τοῦτο, διότι προεκλήθην. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν πλανᾶται νομίζων ὅτι τὴν ἱεραρχίαν ἐγκατέστησεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν διὰ τῆς δημιουργίας τοῦ Συμβουλίου τῶν Ναυάρχων. Πιθανὸν νὰ ἐδημιούργησε Ναυάρχους, καὶ περὶ τούτου εἶπον ἄλλοτε τὰ δέοντα, ὥστε νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀνάγκη ἐπαναλήψεως, ἀλλὰ ἱεραρχίαν δὲν ἐδημιούργησε. Τὴν ἱεραρχίαν δὲν ἐγκαθιστῶσι τὰ Συμβούλια· τὴν ἱεραρχίαν ἐγκαθιστᾷ ἡ διοίκησις τοῦ Ὑπουργοῦ, καὶ ἡ ἱεραρχία ἡ προερχομένη ἐκ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὴν διεύθυνσιν ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ ἐξέλιπεν ἀφ’ ἧς τὴν ἀνέλαβε. Ἡ δὲ ἱεραρχία τῶν Συμβουλίων μεταθέτει ἁπλῶς τὰς εὐθύνας ἐπὶ τοὺς ἀνευθύνους καὶ παρέχει εὐκολίαν εἰς πάντα Ὑπουργὸν νὰ μὴ συνεργάζηται μετὰ τῶν τμηματαρχῶν, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ παραδίδωνται εἰς αὐτὸν τὰ ἔγγραφα πρὸς ὑπογραφήν, ἔστιν ὅτε δὲ καὶ διὰ σφραγῖδος νὰ ὑπογράφωνται τὰ πρωτότυπα.
§160Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Εἶναι ὁ ντουρᾶς.
§161Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑπάρχει ντουρᾶς; Δὲν ἐγνώριζον τοῦτο. Ἐφ’ ὅσον ἀναπτύσσονται τὰ τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, εἶναι ἀνάγκη ἀποδόσεως τῆς διοικήσεως εἰς ὑπευθύνους. Ὑπάρχει ἀνάγκη βεβαίως τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς αὐτοδιοικήσεως ἐν τοῖς σώμασι καὶ τῆς ἀποκεντρώσεως, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ τῆς ἐγκαταστάσεως ἐν τοῖς Ὑπουργείοις Συμβουλίων διοικούντων. Ἔχει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων, τὸ ὁποῖον συνέρχεται καὶ ἐργάζεται περὶ προαγωγῶν μόνον καὶ περὶ ἀποστρατειῶν, ἀλλὰ δὲν παρεδρεύει παρὰ τῷ Ὑπουργῷ, ὥστε καθ’ ἑκάστην ἡμέραν νὰ προσκαλῶνται οἱ Ἀντιστράτηγοι νὰ ποιῶνται εἰσηγήσεις εἰς τὸν Ὑπουργὸν διὰ νὰ ἀποφασίζῃ. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἱεραρχία, δὲν εἶναι διοίκησις· αὐτὸ εἶναι ἀποσύνθεσις, διότι ἀντὶ τοῦ ὑπευθύνου Ὑπουργοῦ, ὅστις πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃ τὸν σεβασμὸν εἰς τοὺς ὑφισταμένους, παρουσιάζεται ἀνεύθυνός τις πλαγγὼν ὑπὸ τὴν ὁποίαν οἱ κατώτεροι παρέχουσι τὴν εἰκόνα ὅτι αὐτοὶ διοικοῦσιν εἰς βάρος της. Ἐὰν τοιοῦτο σύστημα πρόκειται νὰ ἐγκαθιδρυθῇ διὰ τῆς λεγομένης καθιερώσεως τῆς ἱεραρχίας, ἐρρέτω τὸ σύστημα τοῦτο ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος, διότι τὸ σύστημα τοῦτο μετ’ ὀλίγον θὰ δημιουργήσῃ τὴν ἀποσύνθεσιν, καὶ ἡ ἀποσύνθεσις ἐν ταῖς δυνάμεσι ταῖς πολεμικαῖς, εἶναι διὰ τὸ Κράτος ἐπικίνδυνον πρᾶγμα. Τί δὲ συμβαίνει μὲ τὸ Συμβούλιον αὐτὸ τῶν Ναυάρχων; Ὅτι οἱ Ναύαρχοι, οἵτινες ἔπρεπε νὰ εἶναι ἐν ταῖς ὑπηρεσίαις των, ἵνα διοικῶσι καὶ ἐκπαιδεύωσιν, εὑρίσκονται καθημερινῶς ἢ δὶς ἢ τρὶς τῆς ἑβδομάδος εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἵνα παρέχωσι γνωμοδοτήσεις. Αὐτὸ εἶναι ἱεραρχία. Τὴν ἱεραρχίαν ἐννοῶ ἐὰν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ ἐλαφροῦ στόλου εἰργάζετο ἐν τῷ ἐλαφρῷ στόλῳ, ἐὰν ὁ Ὑπουργὸς συνειργάζετο μὲ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Ἐπιτελείου· ἱεραρχία δὲν εἶναι νὰ κρατῶμεν ἕνα ὑποναύαρχον ἀρχηγὸν τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τὸν ἄλλον πάρεδρον συμβουλευτικὸν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, νὰ στερῆται δ’ ὁ στόλος τῶν ἀρχηγῶν του.
§162Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ ἐλαφροῦ στόλου εἶχε λάβει ἄδειαν τελευταίως 15 ἡμερῶν.
§163Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ ὑπερασπίζησθε τοὺς ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν κατηγορῶ. Τίς εἶναι ὁ κ. Ἠπίτης γνωρίζω κάλλιον ὑμῶν· ἀλλὰ λέγω ὅτι ἀφαιρεῖτε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ἐκ τῆς ἐργασίας, ἐν τῇ ὁποίᾳ πρέπει νὰ εὑρίσκωνται διαρκῶς ἀπησχολημένοι, καὶ φέρετε αὐτοὺς εἰς τὸ Ὑπουργεῖον διὰ νὰ σᾶς παρέχωσι γνωμοδοτήσεις περὶ ζητημάτων, περὶ τῶν ὁποίων ἔπρεπεν ὑμεῖς νὰ κρίνητε. Ἀλλ’ ὡμιλήσατε, καὶ ἐγὼ δὲν ἠξεύρω περὶ τίνων ὑπούλων, παραμενόντων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, τοὺς ὁποίους σεῖς ἐπὶ τέλους ἀπεβάλατε. Δὲν γνωρίζω ὑπούλους παραμένοντας ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, οὔτε εὗρόν ποτε ἐγὼ τοιούτους.
§164Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἀνέφερα ὑμᾶς.
§165Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅτε ὁμιλεῖτε περὶ πράξεων, τὰς ὁποίας ἐκάματε σεῖς, ἀποκαθάραντες κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑπῆρχε πρὸ ὑμῶν, ἐννοεῖτε ὅτι θίγετε τοὺς προκατόχους ὑμῶν. Ἔχω δικαίωμα νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐγώ, ἀναλαβὼν τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, οὐδένα εὗρον ὕπουλον, καὶ διευθύνας τὸ Ὑπουργεῖον οὐδένα εἰσήγαγον ὕπουλον, ἀποχωρήσας δὲ τοῦ Ὑπουργείου εὗρον ὑπούλους μόνον ἔξωθεν τοῦ Ὑπουργείου, διασαλεύοντας τὴν ὑπηρεσίαν διὰ ῥαδιουργιῶν, ἀλλ’ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ οὐδένα εὗρον ὕπουλον, θέλοντα νὰ βλάψῃ τὸ Κράτος ἢ θέλοντα νὰ παρασύρῃ τὸν Ὑπουργὸν εἰς πράξεις βλαβεράς. Σᾶς πληροφορῶ δὲ ὅτι ἐκ τῶν τμηματαρχῶν, τοὺς ὁποίους εὕρετε διωρισμένους, οὐδένα μετεθέσατε. Τίνες λοιπὸν εἶναι οἱ ὕπουλοι; Ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ὑπηρεσίας ἕνα μετεθέσατε καὶ τοῦτον διὰ νὰ στείλητε εἰς θέσιν ἐμπιστευτικωτέραν, διὰ τὴν παραλαβὴν τοῦ νέου θωρηκτοῦ καὶ τῶν καταδυομένων. Ταῦτα εἶναι τὰ πράγματα, ὥστε νὰ μὴ ἔχητε δικαίωμα νὰ ὁμιλῆτε περὶ ὑπούλων, οἱ ὁποῖοι παρεδρεύουσιν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Σᾶς πληροφορῶ δὲ ὅτι ἐὰν ἐξηκολουθεῖτε τὸ σύστημα τῆς ἱεραρχίας, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ὁπότε τῶν πάντων ἐλάμβανε γνῶσιν ὁ Ὑπουργὸς καὶ διέτασσε, δὲν θὰ ὑπεπίπτετε εἰς ζημίας, αἱ ὁποῖαι προὐξενήθησαν εἰς τὸ Δημόσιον, καὶ διὰ τὰς ὁποίας ἀπὸ χρόνου πολλοῦ ὁ βουλευτὴς κ. Σπυράκης ἐζήτησε τὴν κατάθεσιν τῶν φακέλλων οἵτινες ἀκόμη δὲν κατετέθησαν. Καὶ δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ἐὰν ἠθέλετε νὰ εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ καυχᾶσθε ἀπὸ τοῦ βήματος διὰ τὴν προνοητικὴν διοίκησιν τῶν ζητημάτων τοῦ Ὑπουργείου, ἀπὸ τοῦ Μαρτίου τοῦ 1914, ὁπότε τὸ ζήτημα τὸ διεθνὲς εἶχεν ἀρχίσει νὰ λαμβάνῃ ὀξύτητά τινα, τὸ πρῶτον ἔργον ὑμῶν ἦτο ἡ ἀγορὰ γαιανθράκων τοῦ στόλου, — ἀλλὰ γαιάνθρακας δὲν ἠγοράσατε. Σᾶς εὗρεν ἡ κήρυξις τοῦ πολέμου καὶ κατεφύγετε εἰς Ἀμερικήν, πρὸς αἶσχος δὲ τῆς Ἑλληνικῆς διοικήσεως, ὄχι ὑμῶν, ἐπληρώσατε διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν γαιανθράκων ἐξ Ἀμερικῆς ἐνταῦθα τὸ ἄτιμον ποσὸν τῶν 55 φρ. κατὰ τόννον! Αἰτία τῆς τρομερᾶς αὐτῆς ζημίας τοῦ Κράτους, διὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀσκηθῇ ἔλεγχος τὴν Πέμπτην, εἶναι ἡ ὑμετέρα ἀπρονοησία, διότι ἂν εἴχετε τὴν πρόνοιαν ἀπὸ τοῦ Μαρτίου νὰ προμηθευθῆτε γαιάνθρακας, θὰ εἴχετε γαιάνθρακας Κάρδιφ πρὸς 19 καὶ 20 σελήνια τὸν τόννον, καὶ ἀντὶ 14 σεληνίων τὸν τόννον διὰ ναῦλον, καὶ ὅμως ἐπληρώσατε ναῦλον 53 σελήνια, ὁ ὁποῖος εἶναι τρομερὰ ὑπέρογκος. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ὑμετέρας ἀπρονοησίας. Μὴ λέγετε δὲ σήμερον ὅτι παρεσκευάσατε πρόγραμμα ναυτικόν, ὅταν ἔχητε παρ’ ὑμῖν τὸν Ναύαρχον Κάρρ, ὅταν ἔχητε παρ’ ὑμῖν ἀξιωματικοὺς διακεκριμένους, τῇ συνεργασίᾳ τῶν ὁποίων ἡ συντέλεσις τοῦ προγράμματος εἶναι εὔκολος. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καταστείλητε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δὲν δύνασθε νὰ καυχᾶσθε διὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ προγράμματος, διότι ἂν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεδηλώσατε πρόγραμμα ναυτικόν, ἐξεδηλώσατε τοῦτο κατόπιν ἐπιβολῆς δημοσίας κραυγῆς καὶ μόνον ὅταν ἡ δημοσία κραυγὴ κατηνάγκασεν ὑμᾶς, ἤλθετε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καταδιωκόμενοι ἀπὸ τὴν κακὴν ἐντύπωσιν, ἥτις εἶχε γεννηθῆ ἐκ τῆς ἀγορᾶς τοῦ «Ρίου Ἰανεΐρου», ἤλθετε νὰ ἐξαγγείλητε τὸ πρόγραμμα. Ταῦτα ὅμως δὲν εἶναι ὥρα νὰ συζητήσωμεν, ἀλλ’ ὅταν ἔλθῃ ὁ Προϋπολογισμὸς τοῦ 1914, θὰ εἴπωμεν αὐτὰ καλλίτερον. Ἔρχομαι εἰς ἄλλο ζήτημα. Ἠγοράσατε ἓν καταδρομικὸν ἐν στιγμῇ βίας καταπληκτικῆς ἀντὶ 6.500.000 τόννων 2.600· ἑπομένως ἐπληρώσατε 2.500 φρ. τὸν τόννον καθ’ ἣν ὥραν τὸ θωρηκτόν, τὸ ὁποῖον κατασκευάζεται εἰς Βουλκάν, πληρώνομεν μόνον 2.190 φρ. τὸν τόννον. Ὅσοι δὲ γνωρίζουσιν ἀπὸ ναυτικὰ πράγματα, γνωρίζουσιν ἄριστα ὅτι τὸ δαπανηρὸν εἰς τὸ πολεμικὸν πλοῖον εἶναι ὁ θώραξ, τὸ πυροβολικὸν καὶ ἡ ταχύτης. Προκειμένου δὲ περὶ συγκρίσεως τῶν δύο πλοίων, τὸ μὲν ἀγορασθὲν καταδρομικὸν «Ἕλλη», οὐδένα ἔχει θώρακα εἰμὴ θωρηκτὸν κατάστρωμα, πυροβολικὸν δὲ ἐλαφρότατον, ἀπέναντι τοῦ βαρυτάτου ἐκείνου πυροβολικοῦ ταχύτητα δ’ ὀλιγωτέραν, καὶ ἐνῷ τὸ θωρηκτὸν ἔχει ταχύτητα 23 μιλίων, τὸ καταδρομικὸν ἔχει 22 μιλίων. Αὐτὸ τὸ πλοῖον ἠγοράσατε ἀντὶ 2½ χιλιάδων φράγκων κατὰ τόννον. Πότε δὲ αὐτό; Ὑπῆρξέ τις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ πάλιν παρεδρεύων; Ὄχι. Ὑπῆρξε σπουδὴ περὶ τὴν ἀγορὰν διὰ λόγους πολιτικῆς, ἡ ὁποία σᾶς ἐπέβαλε τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἠγοράσατε αὐτὸ εἰς οἵαν τιμὴν σᾶς προσεφέρθη. Λοιπὸν αὐταὶ εἶναι αἱ διαφοραὶ αἱ μεγάλαι τῆς διοικήσεως ὑμῶν πρὸς τὴν διοίκησιν τῶν προκατόχων σας, ὡς ἐπίσης εἶναι καὶ ἄλλαι διαφοραί· ὅτι, ἐνῷ εἴχετε ἀξιωματικὸν ἐν Ἀμερικῇ διαπραγματευόμενον κατ’ ἐντολήν σας τὴν ἀγορὰν τῶν δύο θωρηκτῶν, ἐδώκατε ½ ἑκατομμύριον φράγκων προμήθειαν εἰς ἄγνωστον κατάστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε διαπραγματευθῆ κατ’ ἐντολὴν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ ἐρωτῶ· τί ἔπραττεν ὁ ἀξιωματικὸς τότε; Τίνα θέσιν εἶχεν ἐκεῖ, ὅτε ἐπληρώνετο συγχρόνως μεσίτης; Διὰ νὰ παρακολουθῇ τὰς ἐργασίας τοῦ μεσίτου; Καὶ πότε ἐξεφύτρωσεν ὁ μεσίτης, ἢ ὅταν ὑπῆρχε μεσίτης δὲν ἐγίνετο εἰδικὴ συμφωνία πρὸς τὸν μεσίτην, ἀλλὰ τὴν τελευταίαν στιγμὴν εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ διαπραγματευθῆτε καὶ ἐδέχθη νὰ λάβῃ ὡς ἔξυπνος ἄνθρωπος 2 καὶ ½%; Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἰδικῆς σας λογικῆς, καὶ ἐπῆλθον ταῦτα, διότι ἀκριβῶς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀποσυνεθέσατε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια· ἐδημιουργήθη εἰκὼν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ καὶ ἐν ὅλῃ τῇ κεντρικῇ ὑπηρεσίᾳ, ὅτι ἔχει Ὑπουργὸν μόνον διὰ νὰ κινήσῃ τὰς τυπικὰς ἐνεργείας, ἀλλ’ ὅτι παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ ἄλλοι εἰσὶν οἱ ὑπεύθυνοι καὶ ἄλλοι οἱ ἀνεύθυνοι αὐτοκράτορες. Ὅτε δὲ τοιαύτην ἀποσύνθεσιν ἐγεννήσατε, ὅτε τοιαύτην ἀντίληψιν ἐλλείψεως δεσμοῦ πειθαρχικοῦ ἐδημιουργήσατε, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ λέγητε ὅτι ἐγκατεστήσατε τὴν ἱεραρχίαν, διότι λέγει τις ταῦτα ὅτε ἔχει καὶ τὰς ἀποδείξεις τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς ἱεραρχίας, εἰδεμὴ πομφόλυγες, καὶ τοιούτου εἴδους ῥητορικὰ ἐπιχειρήματα δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένα. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω· φοβοῦμαι μὴ ἐκούρασα τὴν Βουλήν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ φθάσωμεν εἰς σταθμόν τινα τῶν τοιούτων ἐνεργειῶν. Κύριοι! Ἐλέγχομεν παρανομίας καθ’ ἡμέραν, ἀλλ’ ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εὑρίσκεται πρὸ τῆς ἀποκαλύψεως τῶν παρανομιῶν, εἶναι Βουλὴ ἡ ὁποία διατελεῖ ἐν τοιαύτῃ συνεκτικότητι πολιτικῇ, ὥστε οἱ λόγοι τῶν ἐλεγχόντων τὰς παρανομίας νὰ εἶναι «ἔπεα πτερόεντα» μόνον, μεταβιβαζόμενα εἰς τὸν κόσμον τὸν ἀναγινώσκοντα τὴν ἐπαύριον οὐχὶ καὶ τελείως ἀμερολήπτως, διότι καὶ ὁ τύπος παρακολουθῶν τὴν Κοινὴν Γνώμην, τὴν ὑπάρχουσαν σήμερον, φροντίζει πάντοτε τὸν ἔλεγχον νὰ χρωματίζῃ ἀσθενέστερον παρὰ οἷος πράγματι εἶναι. Διὰ νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τῆς ἐξελίξεως τῆς περαιτέρω τῆς καταστάσεως ταύτης, θὰ εἶναι ὀρθὸν μόνον, καὶ καλὸν ἐπὶ τέλους, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀναβλέψῃ εἰς ἑαυτήν, ἰδιαίτατα δὲ ὁ ἀρχηγὸς τῆς πλειοψηφίας νὰ ἔλθῃ εἰς πλήρη ἐπαφὴν μετὰ τῶν διανοημάτων καὶ τῶν συναισθημάτων τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, διότι ὅτε ἔχουσι τὰ τοῦ Κοινοβουλίου καθ’ ὃν τρόπον ἔχουσι, τί θέλετε νὰ πράξωμεν; Νὰ φέρωμεν ἡμεῖς τώρα πρότασιν περὶ ψηφοφορίας ἀποδοκιμασίας κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ; Εἶναι γνωστὴ ἡ δύναμις ἡμῶν· θὰ ἡττηθῶμεν καὶ διὰ τοῦτο δὲν παρέχομεν τὴν εὐχάριστον περίστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μᾶς ῥίψῃ κάτω δι’ ἑνὸς γρονθοκοπήματος 120 ἀριθμῶν. Ἀλλ’ ὅταν αἱ πλειονοψηφίαι ἐρείδωνται ἐπὶ τῆς Κοινῆς Γνώμης, ἔχουσι καὶ ὑποχρεώσεις πλείονας, αἵτινες δὲν καλύπτονται μὲ τυπικὰς παρατάξεις τῆς πλειονοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ὀρθόν, ἵνα μεταξὺ ἀρχηγοῦ καὶ πλειονοψηφίας καὶ συναισθήματος πραγματικοῦ τῶν μελῶν τῆς πλειονοψηφίας, ἐπέλθῃ πλήρης ἐπαφὴ καὶ αἱ παρανομίαι παύσωσιν, ἐφ’ ὅσον οὐδεὶς ἔρχεται ἐνταῦθα νὰ ἀγωνισθῇ δι’ ἔριδας προσωπικῆς φύσεως.
§166Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Δὲν ἀνέμενα, κ. Βουλευταί, ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας βουλευτής, γνωρίζων τόσον καλῶς τὰ ναυτικὰ ἡμῶν πράγματα, θὰ ἠδύνατο νὰ ἀνέλθῃ εἰς τὸ βῆμα καὶ ἐξερχόμενος ἐκ τῆς συζητήσεως τοῦ κυρίου θέματος, περὶ ὑπερβάσεων τοῦ νόμου κατὰ τοὺς γενομένους προβιβασμούς, τὰς ὁποίας ὡμολόγησα καὶ τὰς ὁποίας ἐδικαιολόγησα, ὡς γενομένας ἐξ ἀνωτέρας ἀνάγκης, δὲν ἀνέμενα, λέγω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ἰδίως μετὰ τὴν διαβεβαίωσίν μου ὅτι ὅσα εἶπον δὲν ἀφεώρων τὴν πορείαν αὐτοῦ ὡς Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὅτι αἱ παρατηρήσεις αἱ γενικαί, τὰς ὁποίας ἔκαμα ἀφεώρων εἰς τὴν ἐν γένει διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, δὲν ἀνέμενα, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι θὰ ἀνήρχετο εἰς τὸ βῆμα καὶ θὰ ἐξήνεγκεν ὅσας ἐξήνεγκε κρίσεις περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Κατ’ ἄλλην τινὰ συνεδρίασιν, ἂν ἐνθυμοῦμαι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀργολίδος βουλευτὴς κ. Ἀραβαντινὸς καὶ σήμερον ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀκαρνανίας βουλευτής, διϊσχυρίσθησαν ὅτι διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἀνωτάτου Ναυτικοῦ Συμβουλίου ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἠθέλησε νὰ ἀποβάλῃ πᾶσαν εὐθύνην βαρύνουσαν αὐτόν, καὶ νὰ μεταθέσῃ ταύτην εἰς ἑτέρους ὤμους, καὶ τοιουτοτρόπως ἐν τῇ διοικήσει τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν ἔφυγε, δὲν ὑπάρχει πλέον ἡ ὑπεύθυνος Ἀρχή. Δὲν ἀνέμενα νὰ λεχθῇ τοῦτο ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀκαρνανίας βουλευτοῦ, διότι νομίζων ὅτι θὰ ὡμίλει ἐπὶ γενικωτέρων σκέψεων καὶ θὰ ἀνεγνώριζεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ γνωρίζῃ κατὰ βάθος ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον, ἐν τῇ σημερινῇ ἀναπτύξει τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν Ὑπουργείων, καὶ τῶν διοικήσεων, νὰ ὑπάρξῃ διοίκησις δικαία καὶ κανονική, ἐφ’ ὅσον ὁ ἔχων τελικῶς τὴν ἀνωτάτην εὐθύνην δὲν ἔχει παρ’ ἑαυτῷ Συμβούλιον τὸ ὁποῖον νὰ φωτίσῃ αὐτόν, εἴτε περὶ τῶν ληπτέων μέτρων εἴτε περὶ τῆς ἐν γένει καταστάσεως, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας οὗτος κυριαρχικῶς θὰ λάβῃ τὰ ἀπαιτούμενα μέτρα. Τὴν τοιαύτην γενικὴν ἀρχήν, τὴν ἁπανταχοῦ ἐφαρμοζομένην, ὤφειλε νὰ παραδεχθῇ καὶ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας, καὶ νὰ μὴ ἔρχηται ἐνταῦθα νὰ λέγῃ ὅτι ἐκ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἀπέβαλον πᾶσαν πειθαρχίαν ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Προκαλῶ τὸν κύριον πρώην Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, εἰς τί σημεῖον, ὁποῖον μέτρον ἔλαβον, εἴτε ἐξ ἀδυναμίας εἴτε ἐκ κακῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἀποφάσεων τοῦ Συμβουλίου, καὶ ποῦ ἐξέλιπεν ἡ διοίκησις ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Μήπως ἐγὼ ἐθεώρησα ἑαυτὸν ἀπηλλαγμένον τῆς εὐθύνης διὰ τὰς τοποθετήσεις τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ τὰς προαγωγὰς τῶν ἀξιωματικῶν; Νομίζετε ὅτι εἶχον δικαίωμα, ὅτε εἰσῆλθον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ δὲν ἐγνώριζον πρόσωπα καὶ πράγματα, νὰ προβῶ εἰς τὴν ἵδρυσιν πάσης ἀναρχίας διὰ νὰ ἐπαναλάβῃ ἐνταῦθα ὅτι ἐγὼ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶμαι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀποφασίζω τὰ πάντα αὐθαιρέτως; Δὲν ἔχω, Κύριοι, τὴν γνώμην ταύτην περὶ τῆς διοικήσεως τῶν Ὑπουργείων, ἰδίως δὲ περὶ τῆς διοικήσεως τῶν στρατιωτικῶν Ὑπουργείων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα κυρίως ἀνατίθενται εἰς πολιτικοὺς Ὑπουργούς· ἔχω τὴν γνώμην ὅτι οἱ πολιτικοὶ Ὑπουργοὶ ὀφείλουσι νὰ δεσμεύωνται εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐξουσίας αὐτῶν ἐκ τῆς γνώμης τοῦ Σώματος, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν ἐν ἐπιγνώσει νὰ πράξωσιν ἐναντίον ταύτης, διότι ὑποστηρίζω ὅτι ὁ πολιτικὸς Ὑπουργὸς καὶ μὴ ἀδικῶν καὶ δίκαια πράττων, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίξῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ Σώματος, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποιήσῃ εἰς πάντα τὴν ἐντύπωσιν ὅτι δικαίως πράττει· ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ διοικῶν Ὑπουργὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικῇ ἀορίστως, διότι τοὐναντίον πάντοτε παραμένει εἰς αὐτὸν ὁ ἠθικὸς δεσμὸς τοῦ Σώματος. Ἂς μοὶ λέγῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας βουλευτὴς ὅτι διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Ἀνωτάτου Ναυτικοῦ Συμβουλίου ἠθέλησα νὰ ἀποβάλω τὴν εὐθύνην· ἠθέλησα διὰ τοῦ Ἀνωτάτου Ναυτικοῦ Συμβουλίου νὰ καταστήσω ἐμαυτὸν ὑπεύθυνον διὰ πᾶσαν πρᾶξιν μου, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ λαμβάνω εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν παρὰ ἀκούων πάντοτε τὴν γνώμην τοῦ Σώματος. Ἀλλά, Κύριοι, μήπως τὸ Ἀνώτατον Ναυτικὸν Συμβούλιον συνέστη διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὰς εὐθύνας, εἴτε τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν εἴτε τοῦ Ναυτικοῦ Ἐπιτελείου; Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας βουλευτής, παρελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα τοῦτο εἶπεν ὅτι διὰ τούτου κατηργήθη ἡ ἔννοια τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Διαβεβαιῶ τὸν κ. Συνάδελφον ὅτι οὐδεμίαν ἐργασίαν τοῦ Ἐπιτελείου ἀνέθηκα εἰς τὸ Ἀνώτατον Ναυτικὸν Συμβούλιον. Αἱ ἐργασίαι τοῦ Ἐπιτελείου γίνονται μεμονωμένως, δὲν εἶναι δὲ δίκαιον νὰ ἔρχηται εἰς τὸ βῆμα ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ νὰ λέγῃ ὅτι κατήργησα τὴν ἔννοιαν τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Γνωρίζει ὁ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφος, ὅτι τὸ Συμβούλιον συνέστη μόνον πρὸς ἐπίλυσιν τῶν προσωπικῶν ζητημάτων ἐν τῷ ναυτικῷ, πρὸς ἐπίλυσιν τῶν προβιβασμῶν.
§167Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ Ἀνώτατον Ναυτικὸν Συμβούλιον κατασκευάζει νομοσχέδια· ναὶ ἢ ὄχι; Ἀπαντήσατε εἰς τοῦτο.
§168Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι.
§169Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ λέγω ναί.
§170Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐδηλώσατε τοῦτο προχθές, ὅτι ὑπεβάλετε νομοσχέδιον εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Ἀνωτάτου Ναυτικοῦ Συμβουλίου.
§171Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νομίζετε ὅτι μετὰ τὴν συντέλεσιν τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸ νομοσχέδια, διὰ νὰ εἴπωσι καὶ ἕτεροι ἄνδρες τὴν γνώμην των; Μὴ φθάνωμεν μέχρις ὑπερβολῶν. Ἀλλά, Κύριοι, τὰς γνώμας μου ταύτας εἶπον καὶ ἄλλοτε ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, οὐδένα δὲ εὑρίσκω λόγον, μεθ’ ὅλας τὰς μομφάς, τὰς ὁποίας θέλουσι νὰ ἐπιρρίψωσι κατ’ ἐμοῦ οἱ κ. Βουλευταί, ὅπως μὴ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα, ὄχι διὰ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει εἶπον, ἀλλὰ νὰ ἀναιρέσω ἀνακριβείας εἰς τὰς ὁποίας ὑπέπεσε κατὰ πλάνην ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνάδελφος, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον προὐνόησε καὶ εὑρέθη ἄνευ γαιανθράκων διὰ νὰ πολεμήσῃ μετὰ τοῦ φυσικοῦ ἀντιπάλου ἐν ἐνδεχομένῃ συγκρούσει. Ὄχι, δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν διέθετεν τεσσαράκοντα χιλιάδας τόννους γαιανθράκων κατὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι εἶναι ἐπαρκὲς τὸ ποσὸν τοῦτο.
§172Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι· αὐτὸ εἶναι βλασφημία. Τριάκοντα πέντε χιλιάδες τόννοι ἐξωδεύοντο κατὰ μῆνα.
§173Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶπον ὅτι εἴχομεν γαιάνθρακας διὰ νὰ κάμωμεν ὅλον τὸν πόλεμον· ἔστω εἴχομεν δι’ ἕνα μῆνα. Γνωρίζετε δὲ ὅτι οἱ γαιάνθρακες ἔρχονται ἐξ Ἀγγλίας καὶ ἐπὶ τῆς ὑπουργείας ὑμῶν ἤρχοντο καὶ διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχε τὸ Ὑπουργεῖον ὅλον τὸ ποσόν· εἶχε τόσον ὥστε νὰ ἀρχίσῃ μετὰ πάσης ἀνέσεως τὸν πόλεμον. Ἀλλά, Κύριοι, ἐξερράγη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος, ὁ ὁποῖος ἀπέκλεισεν ἀπὸ ἡμᾶς τὴν ἀγορὰν τῆς Ἀγγλίας. Ἡ Ἀγγλία ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς κατὰ τὰς πρώτας ἑβδομάδας...
§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Παρακαλῶ· ἀρκεῖ ὅτι ἐβεβαιώσατε τὸ γεγονός, ὅτι ὑπῆρχον τεσσαράκοντα χιλιάδες τόνοι.
§175Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἦσαν καὶ ἀπὸ ἐμέ.
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἴχομεν λόγους νὰ ἀγοράσωμεν καὶ ἄλλους, διότι εἶχον ἀγοράσει οἱ προκάτοχοι καὶ οἱ ὁποῖοι ἕνεκα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἐθεωρήθησαν ἐπαρκεῖς.
§177Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον ὅτι τὰ πράγματα ἐνεδείκνυον, λόγῳ τῆς κινήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ προμήθεια γαιανθράκων. Λησμονεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐκραγῇ ὁ πόλεμος διὰ νὰ προμηθευθῶμεν γαιάνθρακας, διότι τὴν 29ην Μαΐου ἠκούσαμεν πολεμικὰς δηλώσεις, καὶ ἐρωτῶ τὴν ἡμέραν αὐτὴν ἐλήφθη πρόνοια διὰ τὸν Στόλον;
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδένα λόγον εἴχομεν νὰ σπεύσωμεν πρὸς προμήθειαν γαιανθράκων. Κατόπιν ἐξερράγη ὁ Εὐρωπαϊκὸς πόλεμος καὶ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ προμηθευθῶμεν, ὅπως προὐμηθεύθημεν κατὰ τοὺς δύο πολέμους.
§179Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀγνοεῖτε τὴν ἡμέραν ἐκείνην εἰς τίνα κατάστασιν εὑρίσκετο ὁ Στόλος;
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπαξιῶ νὰ ἀπαντήσω.
§181Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει τοιαῦτα, ἐγὼ κλείω τὸ στόμα μου.
§182Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ὑπάρχει περίπτωσις νὰ μηκύνω τὸν λόγον. Λυποῦμαι, διότι δὲν κατωρθώθη εἰς τὰς γενικὰς ἀντιλήψεις νὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, περὶ διοικήσεως τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν. Τοῦτο εἶναι τάσις ἰδιοσυγκρασίας, διότι ἐγὼ οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ διοικῶ ὑπευθύνως ἔχων συμπάρεδρον τὸ Ἀνώτατον Ναυτικὸν Συμβούλιον. Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἰδιοσυγκρασία τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, δὲν θὰ καθιστᾷ δυνατὴν τὴν τοιαύτην συμπαρέδρευσιν.
§183Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν, θὰ παρατηρήσω ὅμως εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς ὅτι παρέβη τὰ καθήκοντά του, διότι ἐπιτρέπει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀπευθύνῃ βαρείας ἐκφράσεις κατὰ συναδέλφου, αἱ ὁποῖαι δὲν ἠκούσθησαν ποτὲ ἐκ μέρους Πρωθυπουργοῦ πρὸς βουλευτήν. Δηλῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι, ἐν ᾗ περιπτώσει ἐξακολουθεῖ νὰ φέρηται οὕτω πως πρὸς τοὺς βουλευτάς, ἡμεῖς θὰ τῷ ἀπαντῶμεν κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀντίληψίς μου δὲν εἶναι τοιαύτη.
§185Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διότι καὶ ὁ κ. Ν. Στρᾶτος εἶναι ἀντιπρόσωπος.
§186Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Μεσσηνίας. Ἐγὼ δὲν ἀντελήφθην τὸ πρᾶγμα τόσον τραγικῶς, διότι ἂν ἀντελαμβανόμην οὕτω τὸ πρᾶγμα, θὰ ἤμην αὐστηρότερος. Ἐγὼ ἀντιλαμβάνομαι τὰς συνηθείας τῆς ἥττης, διότι ὁσάκις ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἡττᾶται ἐν τῇ συζητήσει, περιφρονεῖ πάντα συνάδελφον.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ ἔλθωμεν κατόπιν διὰ τὴν νομοθετικὴν ἐργασίαν.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Σταματιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἵνα ὑποβάλῃ νομοσχέδιον, δι’ οὗ νὰ ἐπιτρέπηται ἡ διαμετακόμισις σίτου εἰς τὸ Τελωνεῖον Κύμης, καθ’ ὅσον ὑπάρχουσι δύο ἀλευρόμυλοι, ἐξ ὧν ὁ εἷς δὲν λειτουργεῖ ἐντελῶς, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως ταύτης».
§190Ν. ΣΤΑΜΑΤΙΑΔΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅπως ὑποβάλῃ νομοσχέδιον δι’ οὗ νὰ ἐπιτρέπηται ἡ διαμετακόμισις σίτου εἰς τὸ Τελωνεῖον Κύμης.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. Δ. Γαλαβᾶς, Ι. Βέρροιος καὶ Α. Χριστόπουλος. Ἀπόντες. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. Ν. Χαριτᾶτος καὶ Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς. Ἀπόντες. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης. Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. Ν. Λεωνίδας, Κ. Σοκόλης καὶ Π. Σπυράκης «συνιστῶσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας προκειμένου νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν αἱ ἄγονοι γραμμαί, ὅπως ἀξιώσῃ ἵνα μεταξὺ τῶν ὅρων τῆς διακηρύξεως τεθῇ ἀπαραιτήτως ὅπως τὰ ἀτμόπλοια τὰ ἐκτελέσοντα τὴν συγκοινωνίαν ταύτην ὦσι τοὐλάχιστον τριακοσίων τόννων καὶ καλῆς κατασκευῆς ὡς πρὸς τὸ σκάφος καὶ τὴν μηχανήν, καθόσον τινὰ τῶν ἀτμοπλοίων τῶν ἐκτελούντων σήμερον ταύτην θέτουσιν εἰς κίνδυνον τὴν ἀσφάλειαν τῶν κατ’ ἀνάγκην δι’ αὐτῶν ταξιδευόντων, λόγῳ τῆς σμικρότητος καὶ τῆς κακῆς καταστάσεως αὐτῶν».
§192Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ν’ ἀναβληθῇ παρακαλῶ, κ. Πρόεδρε.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Γ. Καντιάνης, Ν. Συριόπουλος καὶ λοιποί. Ἀπόντες. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. Κ. Σοκόλης, Κ. Λιδωρίκης καὶ Ν. Σταματιάδης. Ἀπόντες. Ἀναβάλλονται. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10½ μ. μ. Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.)
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ Πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν· Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Ξηρὸς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συνεταιρισμῶν». Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Ν. Μιαούλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ΒΨΞΗʹ ὑπ’ ἀριθ. 2768 τοῦ 1900, ΓΣΟΖʹ ὑπ’ ἀριθ. 3277 τοῦ 1908, ΓΥΝʹ ὑπ’ ἀριθ. 3450 τοῦ 1909, ΓΠϞΕʹ ὑπ’ ἀριθ. 3595 τοῦ 1910, ὑπ’ ἀριθ. 207 τοῦ 1914 καὶ ὑπ’ ἀριθ. 276 τοῦ 1914, ἀφορώντων εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ταχυδρομικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσλήψεως εἰδικῶν ἀλλοδαπῶν διὰ τὴν ἐποπτείαν τῶν ἐν Ἀγγλίᾳ κατασκευαζομένων νέων σκαφῶν καὶ κυρώσεως συμφωνητικῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 18 Ἰουλίου Β. Δ. περὶ χρησιμοποιήσεως ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν τμημάτων πυροβολικοῦ καὶ μηχανικοῦ τῶν χρησιμοποιουμένων διὰ τὴν ἐπάκτιον ἄμυναν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως συλλογῆς ἔργων βυζαντιακῆς καὶ χριστιανικῆς τέχνης» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου ᾼΦΜΓʹ τῆς 28 Μαΐου 1887», (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ὡς καὶ τὸ σύνολον). Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑποχρεωτικῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὴν ἀνώνυμον ἑταιρείαν ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ Στρατιωτικὴ Ἕνωσις» ὑπὸ τῶν μετόχων αὐτῆς διὰ κρατήσεων ἐκ τοῦ μισθοῦ ἢ μερισμάτων αὐτῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2).
§195Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐὰν καλῶς ἀντιλαμβάνωμαι, βαρύνομεν πολὺ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς πολιτικούς.
§196Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ ἰδιῶται ὑπάλληλοι λαμβάνουσιν ὑπὸ τοὺς αὐτοὺς ὅρους ὅσα καὶ οἱ ἀξιωματικοί, καὶ εἶναι πολὺ ὀρθόν, ἀφοῦ χαίρουσι τὰ αὐτὰ δικαιώματα, νὰ ἔχωσι καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§197Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 4 νομίζω ὅτι πρέπει ἀντὶ «ἀπὸ τῆς ψηφίσεως» νὰ τεθῇ «ἀπὸ τῆς ἰσχύος».
§198ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα· νὰ τεθῇ «ἀπὸ τῆς ἰσχύος». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4, ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου).
§199ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ γυναικῶν νοσοκόμων». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2, ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. Ν. Σταματιάδου, Σ. Βακράτσα καὶ Ἀλ. Κασσαβέτη, ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ὅσαι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νόμου προϊστάμεναι γυναικῶν νοσοκόμων καὶ ἔχουσαι ὑπερπενταετῆ ὑπηρεσίαν παραμένουσιν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μὲ τὰς ἀποδοχὰς τὰς ὁποίας εἶχον καὶ πρότερον».
§200Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι δικαιοτάτη ἡ τροπολογία αὕτη.
§201ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐξήτασα τὸ ζήτημα τοῦτο μετὰ πολλῆς προσοχῆς, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι δικαιοῦμαι νὰ εἰσηγηθῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν παροχὴν μεγαλυτέρου μισθοῦ εἰς τὰς νοσοκόμους αὐτάς, διότι σημειώσατε ὅτι αὗται θὰ διορισθῶσι προϊστάμεναι, θὰ λαμβάνωσιν 120 δραχμὰς μετρητάς, τροφήν, κατοικίαν, φωτισμόν, καὶ θὰ καταντᾷ νὰ ἔχωσι μισθὸν ἀξιωματικοῦ.
§202Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐὰν πραγματοποιηθῇ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, καὶ πρόκειται νὰ διορισθῶσιν αὗται προϊστάμεναι, τότε βεβαίως ἀρκεῖ.
§203ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία αὐτὸ ἀπεφάσισεν· εἶναι πολὺ καλαί, ἀναμφισβητήτως. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τῶν κ. Ν. Σταματιάδου, Σ. Βακράτσα καὶ Ἀλ. Κασσαβέτη).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία, ἡ τοῦ κ. Ν. Ἀλιβιζάτου, ἔχουσα οὕτως· «Ἱδρύεται ἔν τινι τῶν ἐν Ἀθήναις Στρατιωτικῶν Νοσοκομείων ἀνωτέρα Στρατιωτικὴ Σχολὴ νοσοκόμων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑγειονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ. Ὁ ὀργανισμὸς καὶ κανονισμὸς τῆς ἄνω Σχολῆς ὁρισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος».
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ δύναται νὰ γίνῃ καὶ διὰ Β. Διατάγματος.
§206Ν. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Στρατοῦ θεωρεῖ ἀναγκαῖον νὰ ἱδρύσῃ ὑγειονομικὴν Σχολήν, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔχομεν τὴν Ἰατρικὴν Σχολὴν τοῦ Πανεπιστημίου, δύναται νὰ συστηθῇ καὶ ἀνωτέρα Σχολὴ νοσοκόμων.
§207ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Ὑγειονομικὴ Σχολὴ δὲν εἶναι Σχολὴ Ἰατρικὴ ἢ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου· εἶναι Σχολὴ τῶν λοχαγῶν τῶν ὅπλων· δηλ. ὁ προβιβαζόμενος ἀπὸ κατωτέρου βαθμοῦ εἰς τὸν ἀνώτερον τοῦ ἀξιωματικοῦ ὀφείλει νὰ διέλθῃ δι’ αὐτῆς τῆς Ὑγειονομικῆς Σχολῆς.
§208Ν. ΑΛΙΒΙΖΑΤΟΣ. Τὴν ἀποσύρω. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Γίνονται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὰ σχέδια νόμων· 1) «περὶ ἐκτυπώσεως ἐργασιῶν Ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας». 2) «περὶ συστάσεως ὑπηρεσίας ἱππωνίας». 3) «περὶ κυρώσεως τῆς ἐν Ῥώμῃ τῇ 26ῃ Μαΐου 1906 διομολογηθείσης συμφωνίας περὶ βιβλιαρίων ταυτότητος»· 4) «περὶ προσθήκης παραγράφου εἰς τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νόμου ͵ΓΡΔʹ (3104) τοῦ 1905 περὶ Ἐθνικοῦ Τυπογραφείου»).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν κληρονομιῶν νόμων». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§210Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀνταποκρινόμενον πλήρως πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης καὶ πρὸς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἐνῷ ὅμως εὑρίσκω καθ’ ὅλα τὸ νομοσχέδιον πλῆρες, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς σταματᾷ εἰς τὴν κλιμακωτὴν φορολογίαν καὶ δὲν εἰσάγει πλήρη τὴν προοδευτικὴν φορολογίαν ἐφ’ ὅλου τοῦ φορολογουμένου ποσοῦ. Τοῦτο θέλει δημιουργήσει ἀνισότητα, διότι θέλουσι πληρώνει τὸ αὐτὸ ποσοστὸν φόρου καὶ οἱ κληρονομοῦντες 500 χιλ. καὶ οἱ κληρονομοῦντες 50 χιλ. Ἐπὶ τούτου θὰ ἐπεθύμουν ἐξήγησίν τινα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης.
§212Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, κ. Βουλευταί, τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν τὸ ἄρθρον 1, ἀναντιρρήτως σκοπὸν ἔχει τὴν αὔξησιν τῶν πόρων τοῦ δημοσίου ταμείου. Κατ’ ἐμὴν κρίσιν θὰ ἦτο ἴσως προτιμότερον, προκειμένου νὰ ἐπιβάλωμεν οἱανδήποτε φορολογίαν, εἴτε ἐπαχθῆ εἴτε μή, νὰ εἴχομεν, ἔστω καὶ ἐν γενικαῖς γραμμαῖς, μίαν εἰκόνα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τῶν τε δαπανῶν καὶ τῶν ἐσόδων, ὅπως ἐν πληρεστέρᾳ γνώσει νομοθετῶμεν, προκειμένου νὰ ἐπιβάλωμεν βάρη εἰς τὸν λαόν. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν, δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς ἐμὲ νὰ ἐπιτύχω τοιοῦτό τι· εἶναι ἀνάγκη νὰ συζητήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐν γένει τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγει νέαν φορολογίαν, ἵνα ᾖ ἄξιος συγχαρητηρίων ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἡ φορολογία τῶν κληρονομιῶν ἔχει ἐπιβληθῆ· ὅ,τι εἰσάγει καινὸν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἡ φορολογία τῶν κατιόντων τοῦ πρώτου βαθμοῦ ἐπαυξάνον βεβαίως τὴν φορολογίαν δι’ ὅλους τοὺς ἄλλους βαθμούς. Ἀλλὰ τοῦτο σᾶς εἶπον ὅτι σκοπὸν ἔχει τὴν αὔξησιν τῶν πόρων τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐδικαιολόγησε διὰ μακρῶν τὴν καινοτομίαν εἰς τὴν ὁποίαν προέβη ἡ ὁποία σημειώσατε ὅτι δὲν εἶναι ἡ πρώτη δι’ ἡμᾶς, διότι ἡ Βουλὴ ἄλλοτε ἐψήφισε τοιαύτην καινοτομίαν, ἀλλὰ δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς καὶ ὁ Τρικούπης τότε αὐτὸς οὗτος εἰσηγήθη τὴν κατάργησιν αὐτοῦ, ὑπάρχει δὲ καὶ διατετυπωμένη ἐν τῇ δικαιολογητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου ἡ δικαιολογία τῆς καταργήσεως, ἥτις ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «ἀνιόντες καὶ κατιόντες καὶ τἀνάπαλιν κλπ.». Μὲ τὴν δικαιολογίαν αὐτὴν κατὰ τὸ 1895 κατηργήθη ἡ εἰσαχθεῖσα προηγουμένως φορολογία τῶν κατιόντων καὶ ἀνιόντων τοῦ πρώτου βαθμοῦ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐδικαιολόγησε χθὲς τὴν ἐπιβαλλομένην φορολογίαν κατὰ τρόπον ἀντιτιθέμενον πρὸς τὰς σκέψεις τῆς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου. Ἐκ τοῦ συνόλου ὅμως τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως συνάγεται ὅτι μετὰ δισταγμῶν προέβη ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας ταύτης· οὐχ ἧττον ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς οὐδένα ἐξεδήλωσε χθὲς δισταγμόν, διότι τὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζει τὴν φορολογίαν αὐτὴν εἶναι ταῦτα· ὅτι ὁ κατιὼν πρώτου βαθμοῦ κτᾶταί τι ἔχον δι’ αὐτὸν ἀξίαν, κτᾶται δὲ τοῦτο παρ’ ἀνθρώπου κληρονομουμένου παρ’ αὐτοῦ, ὅστις εἶχε τὴν ἐλευθερίαν τῆς διαθέσεως αὐτοῦ εἰς τρίτους, καὶ ὅτι εἶναι ἀσήμαντον τὸ ποσὸν τῆς φορολογίας. Ἀλλὰ μᾶς εἶπε καί τι σπουδαιότερον, ὅτι εἰσήγαγε τὴν φορολογίαν ταύτην διὰ νὰ ληφθῇ ἐπὶ τέλους καὶ μία ἀρχὴ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὴν φορολογίαν τῶν κατιόντων, καὶ ἐν τέλει ἀνέπτυξε καὶ εἰσῆλθεν εἰς τὴν θεωρίαν τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι παρ’ ἡμῖν καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς ὑπάρχει ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια, ἰδίως ἡ ἀγροτική, διότι ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὅτι δὲν εἶμαι ἀπολύτως κατ’ ἀρχὴν κατὰ πάσης φορολογίας κατιόντων πρώτου βαθμοῦ· εἶμαι κατ’ αὐτῆς ἀπὸ ποσοῦ τινος καὶ ἄνω καί, διὰ νὰ εἰδικευθῶ, εἶμαι κατ’ αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον θίγει τὰς μικρὰς ἀγροτικὰς περιουσίας, ἔχω, λέγω, τὴν γνώμην ὅτι παρ’ ἡμῖν ὑπὸ τοὺς ὅρους καὶ τὰς συνθήκας ὑφ’ ἃς βιοῖ ἡ ἑλληνικὴ οἰκογένεια ὁ κληρονομῶν τὸν ἑαυτοῦ πατέρα δὲν νομίζει ὅτι κληρονομεῖ τι ἔχον ἀξίαν καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο δυνατὸν καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ μὴ περιέλθῃ εἰς αὐτόν. Ἰσχυρίζομαι δηλ., ὅτι καὶ εἰς τὸν κληρονομοῦντα ὑπάρχει ἐν αὐτῷ τοσαύτη πεποίθησις, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κληρονομεῖ εἶναι ἰδικόν του, ὥστε ἀσφαλῶς δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ φορολογία αὕτη ὅσον μικρὰ καὶ ἂν εἶναι καὶ δι’ οἱονδήποτε σκοπὸν ἂν τίθεται θὰ φανῇ ἐπαχθεστάτη. Γνωρίζετε πάντες ὅτι εἰς τὰς μικρὰς καὶ ἀγροτικὰς περιουσίας συνεργάζονται ὅλα τὰ μέλη ἀπὸ τῆς μικρᾶς ἡλικίας εἰς τὸν καταρτισμὸν αὐτῆς. Οὐδεὶς δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ κληρονομία ἡ ὑπὸ τοῦ πατρὸς ἐγκαταλειπομένη εἶναι περιουσία τοῦ πατρός, ἀποκτηθεῖσα διὰ τῶν κόπων μόνον τοῦ πατρός. Πάντες γνωρίζομεν ὅτι τόσον τὰ ἄρρενα ὅσον καὶ τὰ θήλεα ἀπὸ τῆς νεαρᾶς ἡλικίας συνεργάζονται πρὸς καταρτισμὸν αὐτῆς, εἰς ἣν δὲ περίπτωσιν ἡ Πολιτεία ἔλθῃ διὰ τῶν ὀργάνων αὐτῆς νὰ εἴπῃ εἰς τὸν οὕτω κληρονομοῦντα τοιαύτην περιουσίαν, ὅτι φορολογῶ ταύτην τὴν περιουσίαν, καθ’ ὅσον δὲν εἶναι ἰδική σου, ἀλλὰ τοῦ πατρός σου, καὶ περιέρχεται εἰς σέ, ἐνῷ δὲν ἠδύνατο νὰ περιέλθῃ, νομίζω ὅτι θὰ εἴπῃ τι ἀκατάληπτον δι’ αὐτόν.
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι ὁ κληρονόμος θεωρεῖ τὴν περιουσίαν ἰδικήν του καὶ διὰ τοῦτο δυσφορεῖ, ὅταν φορολογηθῇ μὲ μικρόν τι ποσόν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω τὸ ἑξῆς· σᾶς πωλῶ τὸ κτῆμά μου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἰδικόν μου ὅταν σᾶς τὸ πωλῶ, καὶ θὰ εἶναι ἐντελῶς ἰδικόν σας ὅταν θὰ τὸ ἀγοράσητε. Καὶ ἐνῷ ἐγὼ θὰ πωλήσω τὸ κτῆμά μου καὶ σεῖς θὰ δώσητε τὰ χρήματά σας, θὰ πληρώσητε ἕν ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶναι τόσα ἐπὶ τοῖς ἑκατόν. Διατί ἐκεῖνο δὲν σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν καὶ σᾶς κάμνει ἐντύπωσιν ὅτι ἡ περιουσία, ἡ ὁποία θὰ μεταβῇ εἰς ἄλλον κληρονομικῷ δικαιώματι, θὰ πληρώσῃ ἥμισυ ἢ ἓν τέταρτον τοῖς ἑκατόν;
§214Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νομίζετε ὅτι τοῦτο εἶναι ἀνεπαίσθητον διὰ τὸν ἀγοράζοντα ἢ πωλοῦντα μικρόν τι κτῆμα ἀγροτικόν; Ἂν δὲ ἡ Πολιτεία εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ τὴν φορολογίαν αὐτήν, τοῦτο εἶναι ἄσχετον. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ὁ κληρονομῶν τοιαύτην περιουσίαν πᾶν ἄλλο δύναται νὰ θεωρήσῃ αὐτὴν παρὰ ὡς ξένην. Εἶναι γνωστὸν εἰς ὑμᾶς ὅτι κατὰ τινα τρόπον θεωρεῖται καὶ ἱερά, δύναμαι δὲ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐν τῇ συνειδήσει αὐτῶν οὐδεμία ὑφίσταται διάκρισις τοσοῦτον μικρᾶς ἀγροτικῆς περιουσίας ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ τάφου τοῦ οἰκογενειακοῦ, γνωρίζετε δὲ πάντες ὅτι ἀγρόται ἀπεδήμησαν εἰς Ἀμερικήν, εἰργάσθησαν ἐκεῖ ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν, ἐπανῆλθον δὲ καὶ ἐπλήρωσαν παλαιὰ χρέη καὶ βαρυτάτους τόκους διὰ νὰ ἀπελευθερώσωσιν ἀσήμαντον πατρικὴν περιουσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν εἰργάσθησαν ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας, μὲ τὴν ὁποίαν ἔχουσι συνδεθῆ διὰ δεσμῶν, ἀκαταλήπτων ἴσως διὰ τοὺς ἀστοὺς καὶ τοὺς μὴ γνωρίζοντας τὸν ἀγρότην, ἀλλὰ πολὺ καταληπτῶν δι’ αὐτούς. Ὅτε λοιπὸν ἔχετε νὰ προσκρούσητε εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν κατάστασιν τοῦ φορολογουμένου, μὴ νομίζητε ὅτι δὲν θὰ εἶναι ὁ φόρος ἐπαχθὴς ὅσον δήποτε ἐλαφρὸς καὶ ἂν εἶναι, καὶ ὁμολογῶ ὅτι δὲν εἶναι βαρὺς ὁ φόρος ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς αὐτούς. Ἀρά γε εὑρισκόμεθα πρὸ τοιαύτης ἀνάγκης, ὥστε νὰ παραβλέψωμεν πάντα ταῦτα ἢ εἶναι τὸ ἔσοδον σοβαρὸν καὶ δὲν καλύπτουσιν αὐτὸ σχεδὸν αἱ δαπάναι διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτοῦ, ὥστε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς φορολογίας; Ἐγὼ φρονῶ ὄχι· ἀφήνω ὅτι κατ’ ἐμὴν κρίσιν εἶναι μὲν σήμερον ἐλαφρὸν τὸ ποσοστόν, ἀλλ’ ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς προχθὲς εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον προέβη εἰς μίαν δήλωσιν, εἰς τὴν ὁποίαν συνήθως δὲν προβαίνουσιν οἱ Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι μᾶς προανήγγειλε μέ τινα ἀφελῆ εἰλικρίνειαν, ὡς θὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι σκέπτεται προσεχῶς νὰ προβῇ καὶ εἰς αὔξησιν τοῦ φορολογικοῦ ποσοστοῦ.
§215ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Πρὸς Θεοῦ. Παρακαλῶ, νὰ μὴ ἔχωμεν παρεξήγησίν τινα. Εἶπον τοῦτο, ὅτι ἀκριβῶς μᾶς χωρίζει ἡ ἀρχή· ἐγὼ δέχομαι ὡς ὀρθὴν τὴν ἐφαρμογὴν ἔστω καὶ ἐλαφροτάτης φορολογίας, ἀπεκδεχόμενος ὅτι εἰς τὸ μέλλον εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον ν’ αὐξήσῃ, καὶ θ’ αὐξήσῃ μοιραίως.
§216Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Οὐδεὶς δύναται νὰ προΐδῃ τὸ μέλλον. Ἔλεγον λοιπὸν ὅτι ψηφίζοντες τοιοῦτον φορολογικὸν ποσοστὸν θέτομεν μίαν βάσιν πρόχειρον, εἰς ἣν θὰ προσφεύγωσι συνήθως οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ τῶν Οἰκονομικῶν εὑρισκόμενοι πρὸ στενοχωριῶν, καὶ καλὸν εἶναι ἡ Βουλὴ μεριμνῶσα κυρίως διὰ τοὺς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς νὰ μὴ σπεύσῃ νὰ δημιουργήσῃ ἀπὸ τοῦδε τοιαύτην βάσιν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον τὸ εὑρίσκω φυσικώτατον εἰς τὸ μέλλον οἱ ἑκάστοτε Ὑπουργοὶ θέλοντες ν’ ἀποφύγωσιν ἄλλους φόρους εὐκολώτατα καὶ προχειρότατα θὰ καταφεύγωσιν εἰς τὴν ἐπαύξησιν τοῦ φορολογικοῦ τούτου βάρους.
§217ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καλύτερα εἰς αὐτὸ παρὰ εἰς τὸ ψωμί.
§218Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Καὶ εἰς τὸ ψωμὶ νὰ μὴ ὑπάρχῃ φορολογία. Θὰ συστήσω εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ προβάλλωσι τὴν δικαιολογίαν ὅτι, ἐπειδὴ ἔχομεν φόρον εἰς τὸ ψωμί, δικαιολογεῖται πᾶς ἄλλος ἐπαχθὴς φόρος. Ἂν ἔχετε φόρον εἰς τὸ ψωμί, προβῆτε εἰς αὐστηρὰς καὶ ἀμειλίκτους οἰκονομίας διὰ νὰ καταργήσητε τὸν φόρον αὐτὸν καὶ μὴ τὸν μεταχειρίζεσθε ὡς ἐπιχείρημα πρὸς ἐπιβολὴν παντὸς ἄλλου φόρου ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι ἐπαχθὴς ὅπως τοῦ ψωμιοῦ. Ἀλλ’ ἔφερε καὶ μίαν ἄλλην δικαιολογίαν ὁ κ. Ὑπουργός· τοὐλάχιστον τοιαύτην μνημονεύει ἐν τῇ εἰσηγητικῇ του ἐκθέσει. Εἶναι τόσον, λέγει, ἐλαφρὰ ἡ φορολογία, ὥστε θὰ χρησιμεύσῃ μᾶλλον ὡς στοιχεῖον ἀπογραφικὸν τρόπον τινά. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν εἶναι κανονικὸν νὰ καλύπτωμεν μὲ τοιαύτας δικαιολογίας τὴν ἐπιβολὴν καθαρᾶς φορολογίας. Αὐτὰς τὰς ἡμέρας ἀκριβῶς μᾶς ἀποστέλλονται ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας δελτία στατιστικῆς μαρτυροῦντα ὅτι τοῦτο διὰ τῆς ἰδεώδους ὑπηρεσίας τῆς στατιστικῆς, ὡς αὐτὸ νομίζει τοὐλάχιστον, κατήρτισε τοιαύτην στατιστικήν, ὥστε νὰ γνωρίζῃ καὶ πόσας ὄρνιθας ἔχει ὁ τελευταῖος ἀγρότης.
§219Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Αὐτὸ δὲν τὸ νομίζει, διότι, ἀφοῦ κανὲν ἐκ τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἔχουσι λεπτομερεῖς στατιστικὰς πληροφορίας δὲν κατώρθωσε νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἄκρον ἄωτον τῶν στατιστικῶν αὐτῶν πληροφοριῶν, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο πιστευτὸν ὅτι κατωρθώσαμεν ἡμεῖς νὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο, ἀπορῶ δὲ πῶς δὲν ἀνεγνώσατε τὸν πρόλογον.
§220Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἐλέγξω τὴν ἐργασίαν σας.
§221Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντως αἱ στατιστικαὶ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἔχομεν εἶναι κάτι τι περισσότερον ἀπὸ τὸ νὰ μὴ ἔχωμεν τίποτε, ὀφείλω δὲ νὰ κάμω τὴν δήλωσιν ὅτι ὁ κόσμος εὑρίσκεται ἀκόμη ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν κάποιας διαδόσεως, ὅτι ἡ ζήτησις τῶν τοιούτων στατιστικῶν πληροφοριῶν ἔχει ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα μέλλουσαν ἐπιστράτευσιν, καὶ διὰ τοῦτο φοβεῖται νὰ δώσῃ ἀκριβεῖς πληροφορίας καὶ ἀποκρύπτει τὴν ἀλήθειαν. Ὅταν ὅμως συνηθίσῃ καὶ πιστεύσῃ ὅτι ἡ διάδοσις αὕτη δὲν ἔχεται ἀκριβείας, τότε θὰ δυνηθῶμεν νὰ παράσχωμεν καὶ ἡμεῖς ἀκριβεστέρας καὶ ἀσφαλεστέρας στατιστικὰς πληροφορίας.
§222Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ἐναντίον τοῦ μέτρου τούτου, καὶ μάλιστα συνέστησα θερμῶς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Καὶ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Συνελεύσεως ἀκόμη ὡμίλησα ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ καὶ εἶπον ὅτι ἐπείγει ἡ σύστασις γραφείου στατιστικῆς, καὶ φρονῶ ὅτι μίαν ἡμέραν θὰ ἐπιτύχητε αὐτὸ τὸ ὁποῖον θέλετε, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι αἱ νέαι οἰκονομικαὶ ἐφορίαι εἶναι περιτταί, διότι ἀσφαλῶς μίαν ἡμέραν θὰ δυνηθῇ νὰ μᾶς εἴπῃ τὸ Γραφεῖον τῆς στατιστικῆς περὶ τῆς περιουσίας εἴτε τῆς ἀστικῆς εἴτε τῆς ἀγροτικῆς τῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου. Αὐτὸ ἀκριβῶς ἤθελον νὰ εἴπω. Ἀλλ’ εἶπον, κ. Βουλευταί, ὅτι, ἐὰν ἠθέλομεν ἐξαιρέσει τῆς φορολογίας ταύτης εἴτε κληρονομικὴν μερίδα μέχρι ποσοῦ ἔστω 20–25.000 δραχμῶν, εἴτε κληρονομικὴν μερίδα μέχρι 5000 δραχμῶν, ἠθέλομεν προστατεύσει τὰς ἀγροτικὰς μικρὰς περιουσίας, διότι εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ φορολογία αὕτη θὰ ἐπιβαρύνῃ τὰ ἀκίνητα κτήματα. Ὁ ἔχων ἐκ τῶν ἀγροτῶν περιουσίαν κινητὴν εἴτε χρηματικὴν θὰ ἔχῃ πάντα τὰ μέσα, ὅταν εὑρίσκηται ἐν τῇ ζωῇ, νὰ τὴν ὑφαιρέσῃ τρόπον τινὰ ἐκ τῆς φορολογίας, νὰ τὴν ἀποκρύψῃ δηλαδὴ ἐκ τῶν ἐρευνῶν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας. Θὰ μείνωσι λοιπὸν νὰ φορολογηθῶσιν αἱ μικραὶ ἀγροτικαὶ ἀκίνητοι περιουσίαι, τουτέστιν οἱ ἀγροί. Εἰς ἣν δὲ περίπτωσιν ἤθελε δεχθῇ ἡ Βουλὴ ὅπως ἐξαιρέσωμεν ἐκ τῆς φορολογίας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς ἐμνημόνευσα, νομίζω ὅτι ἀφ’ ἑνὸς δὲν θέλουσι μειωθῆ ἐπὶ τοσοῦτον τὰ ἔσοδα τὰ προσδοκώμενα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, ἐξ ἄλλου δὲ ἠθέλομεν ἀποφύγει καὶ τὴν δημιουργίαν δαπανῶν, περὶ τῶν ὁποίων προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Διότι εἶναι ἀληθῶς περίεργον τὸ ὑστερόγραφον τοῦ νομοσχεδίου τούτου.
§223Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15, τὰ ὁποῖα θὰ καταστῶσι σχεδὸν ἐντελῶς ἀδάπανα.
§224Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἄν καὶ δὲν εἶναι σαφὴς ἡ δήλωσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι δὲν ἐπαγγέλλεται τὴν τελείαν ἀπάλειψιν τῶν ἄρθρων τούτων, ἐγὼ τοὐλάχιστον, πρὶν ἢ ἀποδειχθῇ ὅτι ὁ ὀργανισμὸς ὁ καθεστὼς τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Κράτους δὲν ἐπαρκεῖ εἰς τὸ νὰ βεβαιώσῃ τὰ προσδοκώμενα ἔσοδα, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν δημιουργίαν θέσεων καὶ δαπανῶν, αἱ ὁποῖαι μὲ τὴν ἔκτασιν τὴν ὁποίαν συνήθως λαμβάνουσι παρ’ ἡμῖν, ὡς καὶ εἰς πάντα σχεδὸν τὰ κοινοβουλευτικῶς διοικούμενα συνταγματικὰ Κράτη, εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπορροφήσωσιν ὅλον τὸ προσδοκώμενον ἔσοδον ἐκ τῆς φορολογίας ταύτης. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δικαιολογῶν προχθὲς τὴν καινοτομίαν τῆς φορολογίας τῶν κατιόντων, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ μία ἀρχὴ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὴν ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχήν. Δὲν γνωρίζω ἀκριβῶς ἀπὸ τίνος πνεύματος ὁρμώμενος ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἐὰν εἰς τὸ βάθος τῆς σκέψεως, τῆς ἐννοίας αὐτῆς, ἦτο ὅτι πρέπει καὶ παρ’ ἡμῖν νὰ ἐννοηθῇ ἡ ἀνάπτυξις ἀντιλήψεων τοιούτων κατὰ τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς ἤ, ἂν πρέπῃ νὰ εἶναι εὐκρινέστερος, κατὰ τῆς οὕτω στενῆς οἰκογενειακῆς ἀντιλήψεως, τὴν ὁποίαν ἔχει παρ’ ἡμῖν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, θὰ ἔλεγον εἰς αὐτὸν ὅτι εἶμαι ἄκρως ἀντίθετος πρὸς τὴν τοιαύτην ἔννοιαν. Δὲν ἀγνοῶ ὅτι ὑφίσταται καὶ ὑπέστη μείωσιν ἡ ἔννοια ἡ οἰκογενειακή, μεγάλην, εἰς ἄλλους λαούς, οὐδὲ παραβλέπω ὅτι οἰκονομικοὶ ὅροι δημιουργούμενοι δύνανται νὰ ἐπιφέρωσι χαλάρωσιν τοιούτων οἰκογενειακῶν δεσμῶν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως δὲν ἔχομέν τι βέβαιον καὶ ἀσφαλὲς περὶ τοῦ διαδόχου συστήματος τοῦ οἰκογενειακοῦ παρ’ ἡμῖν, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν διὰ νομοθετημάτων οἷον τὸ παρὸν νὰ ἐμπνέωμεν ἔστω καὶ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι εἶναι δυνατὸν εἴτε παρὰ τῇ Πολιτείᾳ εἴτε εἰς τοὺς πολιτικοὺς κύκλους νὰ εἰσχωρῶσι τοιαῦται γνῶμαι. Τὸ οἰκογενειακὸν ἡμῶν καθεστὼς ἴσως ἔχει ἐλαττώματα, ἀλλ’ ἔχει καὶ ἀρετάς, ἀρετὰς δὲ τοσοῦτον ἰσχυρὰς καὶ περὶ τῶν ὁποίων προσφάτως τοσοῦτον ζωηρὰς ἐλάβομεν ἀποδείξεις, ὥστε φρονῶ ὅ,τι δὲν εἶναι τοὐλάχιστον ἀκόμη παρ’ ἡμῖν ἐπιτετραμμένον νὰ κάμνωμεν οἱανδήποτε ἀντίθετον σκέψιν πρὸς τὸ τοιοῦτό τι καθεστώς. Ἐὰν δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως ὡμίλει ὅτε ἔλεγεν ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ καὶ μία ἀρχὴ ἐπεμβάσεως τῆς Πολιτείας εἰς τὴν ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχήν, νομίζω ὅτι δὲν ἐξεπροσώπει οὔτε τὴν ἀντίληψιν οὔτε τὴν συνείδησιν ἀκριβῶς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας. Ταῦτα εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὅσα εἶχον νὰ εἴπω ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον ἡμῶν νομοσχεδίου· δὲν ὡμίλησα βεβαίως διότι εἶχον ἐλπίδα τινὰ ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποτραπῇ ἡ ἐπιψήφισις τῆς φορολογίας ταύτης· βλέπω σύμφωνον τὴν Κυβέρνησιν ὁλόκληρον καὶ τὴν Βουλήν, ἴσως κατὰ πλειονοψηφίαν, καὶ ζωηρῶς ἐχόμενον τῆς ἀρχῆς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ἠθέλησα μόνον λέγων ταῦτα πρὸς ὑμᾶς νὰ ἐκδηλώσω ὅτι ἴσως ὑπάρχει καὶ μερίς τις ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ ἄλλως σκεπτομένη περὶ τῶν ζητημάτων τούτων· ὑπάρχει μερίς τις, ἥτις προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς φορολογίας εἰς ἀγροτικοὺς πληθυσμοὺς ἔχει ὑποχρέωσιν, ἐφ’ ὅσον δὲν βλέπει ὅτι ἀπόλυτος ἀνάγκη ἐπιβάλλει τὴν φορολογίαν ταύτην, νὰ ἐγείρῃ φωνὴν ἀντίθετον, διότι πλήρη ἔχει γνῶσιν καὶ συνείδησιν καὶ πεῖραν τῶν ἀπείρων δυσχερειῶν τῆς ζωῆς κατὰ τῶν ὁποίων καθ’ ἡμέραν ἀγωνίζεται ἡ τάξις αὐτὴ περὶ τῆς ὁποίας σᾶς ὡμίλησα. Ἐὰν δὲ μάλιστα ὑπάρχῃ καὶ κακόν τι, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καθιεροῦται, εἶναι ὅτι καὶ πάλιν ἔρχεται ὁ ἀγρότης εἰς σχέσιν πρὸς τὰς δημοσίας Ἀρχάς, ἐνῷ ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον, νομίζω, ἐκ παντὸς τρόπου νὰ προλάβῃ καὶ ν’ ἀπαλείψῃ πάσας ἐκείνας τὰς περιπτώσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἀγρότης οὗτος εἶναι ἠναγκασμένος ἄνευ ἀνάγκης πρὸς ζημίαν καὶ ἑαυτοῦ ἀλλὰ καὶ ἐν γένει τῆς κοινωνικῆς οἰκονομίας ὅπως ἀπασχολῆται καὶ εἰς ἄλλα ἔργα καὶ εἰς ἄλλας σχέσεις παρὰ εἰς τὴν σχέσιν τὴν ἀληθῶς πολύτιμον διὰ τὸ Κράτος, τὴν σχέσιν τὴν ἰσχυρὰν ἡ ὁποία εὐτυχῶς ὑπάρχει παρ’ ἡμῖν καὶ τὸν δεσμὸν πρὸς τὸν ἀγρὸν αὐτοῦ· διότι εἶναι βέβαιον ὅτι ἐνοχλήσεις θὰ δημιουργήσωμεν, ἐὰν ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, νέας δι’ αὐτὸν ἐν τῇ σχέσει αὐτοῦ πρὸς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον κατὰ τὸν διακανονισμὸν τῆς ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας. Ἄς μὴ λέγῃ δέ τις ἐξ ὑμῶν, ὅτι τοῦτο εἶναί τι ἐπουσιῶδες, ἂς μὴ λέγῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι διευκολύνει αὐτὸν κατὰ τοῦτο, ὅτι τῷ ἐπιτρέπει νὰ ποιῆται τὴν δήλωσιν αὐτοῦ εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς κοινότητος· ἐπέρχεται τὸ στάδιον τοῦ διακανονισμοῦ τῆς ἐγκαταλειφθείσης περιουσίας, ἂς εἶναι δὲ βέβαιος ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι πλέον ἢ εὐχαρίστως ἤθελε πληρώσει ἐφάπαξ καὶ ἐτησίως καθοριζόμενον ποσόν τι φόρου ὁ ἀγρότης καὶ ὁ χωρικὸς παρὰ ἐὰν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προστρέχῃ εἰς τόσα διάφορα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα, ὡς πάντες γνωρίζομεν, ἔχουσι προορισμὸν νὰ ἐκμεταλλεύωνται τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, νὰ προστρέχῃ, λέγω, εἰς τόσα πρόσωπα διὰ νὰ κανονίσῃ τὸν φόρον τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃ, διότι εἶχε τὸ ἀτύχημα ν’ ἀποθάνῃ ὁ πατήρ του.
§225Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπιβολὴ φόρου πάντοτε βεβαίως πρέπει νὰ εὑρίσκῃ δυσμενῆ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ λαοῦ, διότι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς τὸν λαὸν βάρη, καὶ βάρη πρόσθετα εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἤδη πληρώνει καὶ τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι καθόλου ὀλίγα. Δυστυχῶς ὅμως ἡ Πολιτεία ἔχει ἀνάγκας καὶ τὰς ἀνάγκας ταύτας πρέπει νὰ καλύψῃ, ὅτε δὲ καλεῖται νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας ταύτας, πρέπει νὰ ἐπιβάλῃ φόρους, καὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἂν ὁ ἐπιβαλλόμενος φόρος φέρει κακά, ἀλλ’ ἂν φέρει ὀλιγώτερα κακὰ ἄλλων ἐν ἰσχύϊ, ἢ ἄλλων φόρων οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν. Εὐκόλως δύναταί τις νὰ λέγῃ, ὅπως ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅτι ἂς γίνωσιν οἰκονομίαι. Εἶναι αὐτὸ πολὺ ὀρθόν, ἀλλ’ αἱ οἰκονομίαι πρέπει νὰ γίνωσιν ὄχι διότι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ νέος φόρος· αἱ οἰκονομίαι ἔπρεπε νὰ γίνωνται, ἐφ’ ὅσον ἔπρεπε νὰ μὴ συμβαίνωσιν αἱ κακαὶ δαπάναι, ἔστω καὶ ἂν ἀκόμη ἐπρόκειτο περὶ πλουσιωτάτων Κρατῶν. Ὥστε τὸ ζήτημα τῶν κακῶν δαπανῶν εἶναι χωριστὸν τοῦ ζητήματος τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων. Ἐγὼ βεβαίως πολλάκις ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ εἴπω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὅτι πολλαὶ δαπάναι ἦσαν περιτταὶ καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ μὴ τεθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἀκόμη οὐδεμία ἐπεβάλλετο δαπάνη, ἔχομεν φόρους τόσον κακούς, ὥστε νὰ μᾶς ἐπιτρέπηται νὰ συγκρίνωμεν τοὺς κακοὺς αὐτοὺς φόρους πρὸς τὸν σήμερον προτεινόμενον καὶ θὰ ἴδωμεν ὅτι ὁ σήμερον προτεινόμενος εἶναι καλύτερος μὲ ὅλα τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα φέρει, διότι πᾶς φόρος εἶναι κακός, ὡς γνωστόν, καὶ μόνον ἐκεῖνο τὸ φορολογικὸν σύστημα, εἶπεν εἷς οἰκονομολόγος κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, εἶναι τὸ καλύτερον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει τοὺς ὀλιγωτέρους φόρους. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι νὰ κρίνωμεν κατὰ πόσον ὁ φόρος οὗτος ἔχει ὀλιγώτερα ἐλαττώματα ἄλλου φόρου, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει εἶναι δυνατὸν ὁ καλύτερος αὐτὸς φόρος νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ὁ χειρότερος ὁ ἄλλος νὰ καταργηθῇ ἢ νὰ μειωθῇ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ φόρος εἶναι ζήτημα ἐντυπώσεως ἑνὸς λαοῦ. Δύναται εἷς φόρος θεωρητικῶς καὶ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἐπιστήμης νὰ εἶναι κακός, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκτίμησιν ἑνὸς λαοῦ, γενικῶς καὶ οὐχὶ ὑπὸ ἀπάτην εὑρισκομένου, νὰ εἶναι φόρος καλός, μοὶ φαίνεται δ’ ὅτι οὐδέποτε ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν συμπαθέστερος φόρος ἀπὸ τὸν φόρον ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται σήμερον. Ὑπὸ τίνας ἐντυπώσεις ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προέβη εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ φόρου τούτου εἶναι γνωστόν. Ὁ λαὸς εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁσάκις ἔβλεπε πλούσιόν τινα ἀποθνήσκοντα ἐμαίνετο, διότι οὗτος δὲν ἐσυλλογίσθη τὴν κοινωνίαν ἐν τῷ μέσῳ τῆς ὁποίας ἐπλούτησεν οὐδὲ τὴν Πολιτείαν εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει. Εἶναι γενικὴ πεποίθησις τοῦ λαοῦ, ὄχι τάξεως ὅπως ἀλλοῦ, ἔχει δηλωθῆ γενικὴ ἐντύπωσις τῆς κοινωνίας, ὅτι ὁ πλούσιος ὀφείλει ν’ ἀφήσῃ ἓν μέρος τῆς περιουσίας του ὑπὲρ τῶν κοινῶν ἀναγκῶν καὶ ὁ θάνατος ἑνὸς ἑκάστου πλουσίου ἐκρίθη μὲ τὸ γενικὸν αὐτὸ μέτρον, ὥστε ὁμόφωνος ἡ γνώμη τοῦ λαοῦ νὰ ἐξενεχθῇ ἐπὶ τῆς μνήμης τοῦ ἀποθανόντος ἂν πρέπει νὰ εἶναι ἱερὰ ἢ νὰ μὴ εἶναι. Ὁ φόρος λοιπὸν ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν εἶναι φόρος ὀρθότατος κατὰ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν, ἀλλ’ εἶναι καὶ κατὰ τὴν ἐπιστήμην φόρος ὀρθότατος, καὶ εἰς τὸν φόρον αὐτὸν κατέφυγον πᾶσαι αἱ Πολιτεῖαι αἵτινες ἠθέλησαν νὰ βελτιώσωσι τὸ φορολογικόν των σύστημα. Δὲν νομίζω, ὅτι ὁ πλούσιος ἀποθνήσκων πρέπει νὰ καταστρέφῃ τὴν περιουσίαν του καὶ νὰ ἀφήνῃ αὐτὴν ὁλόκληρον ὑπὲρ τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ εἷς ὀργανισμὸς δι’ οὗ νὰ φορολογῶνται αἱ τοιαῦται περιουσίαι ἐπωφελῶς διὰ τὴν κοινωνίαν. Καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα περὶ τούτου. Ὁ πλοῦτος τοῦ γνωστοῦ καταστήματος τῶν ἀδελφῶν Ῥάλλη εἶναι ἐθνικός, διότι ἐρείδεται ἐπὶ τοιούτου ὀργανισμοῦ ὥστε καὶ τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα νὰ τιμᾶται καὶ μεγάλη ὑπηρεσία εἰς τὸ Ἔθνος νὰ προσφέρηται καὶ ἱκανοὶ ἐπιχειρηματίαι νὰ δημιουργῶνται πρὸς σχηματισμὸν περιουσιῶν. Δὲν θέλω λοιπὸν νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι ἡ περιουσία ἑνὸς πλουσίου πρέπει νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Κράτος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον μέρος τῆς περιουσίας αὐτῆς διὰ καταλλήλου φορολογικοῦ συστήματος νὰ περιέρχηται εἰς τὸ Κράτος. Ἔχει τὴν ἀντίληψιν ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, ὅτι ὁ δεῖνα ἀφῆκε μνήμην ἀγαθήν, διότι ἐγκατέλιπε μέρος τῆς περιουσίας του εἰς τὸ Κράτος καὶ ὁ ἄλλος μνήμην κακήν, διότι δὲν ἀφῆκε τίποτε, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη ἀντίληψις τῆς κοινωνίας δὲν εἶναι ὀρθή. Καὶ δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω, ὅτι εἰς οὐδένα ἐπιβάλλεται νὰ ἐγκαταλίπῃ μέρος τῆς περιουσίας του καθ’ ἣν στιγμὴν δὲν εἶναι βέβαιος ὅτι ὁ ἄλλος πλούσιος θὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν αὐτὴν ὑποχρέωσιν. Διὰ τοῦτο εἶναι καλύτερον ν’ ἀναλάβῃ ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία εἶναι ῥυθμιστὴς πάντων, νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ὑποχρέωσιν ἀναλόγως τοῦ μέτρου ἑκάστου, ὅπου δὲ ὑπάρχει ὠργανωμένη Πολιτεία, δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τοῦτο. Δὲν εἴχομεν ἀνάγκην ἐθελοντῶν, ὅπως χύσωσι τὸ αἷμά των ὑπὲρ τῆς Πατρίδος. Ὁ νόμος περὶ στρατολογίας ἐξασφαλίζει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πατρίδα τόσους μαχητὰς ὅσων ἔχει αὕτη ἀνάγκην. Κατὰ τὸν ἴδιον λοιπὸν τρόπον ὅπως διὰ τὸν φόρον τοῦ αἵματος δὲν ἐξηρτήθη ἡ Πολιτεία ἐκ τοῦ ἁπλοῦ πατριωτισμοῦ τῶν ἁπλῶν ἀτόμων οὕτω καὶ διὰ τὸν φόρον τοῦ χρήματος δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ ἁπλοῦ πατριωτισμοῦ τῶν πλουσίων. Ἀνάγκη νὰ ῥυθμίζῃ αὕτη τὸ μέτρον τῆς συμμετοχῆς ἑκάστου πρὸς θεραπείαν τῶν κοινῶν ἀναγκῶν. Ὁ φόρος λοιπὸν εἶναι ἄριστος καὶ τὰ ἀγαθά του τὰ ᾐσθάνθησαν οἱ λαοὶ ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων. Καὶ παρὰ Πτολεμαίοις εὑρίσκομεν τὸν φόρον τοῦτον. Ἕν κακὸν μόνον ἔχει ὁ φόρος, ὅτι συνετάχθη ἐμπειρικῶς.
§226ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο.
§227Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀποτελεῖ τοῦτο ἓν σύστημα; Εἶναι τμῆμα τοῦ συνόλου; Πρόκειται ν’ ἀνατρέψῃ ἄλλον φόρον χειρότερον ἢ νὰ προσθέσῃ ἄλλον;
§228ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νὰ προσθέσῃ.
§229ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἐξ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ὑπεσχέθημεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς· ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τοῦ προγράμματος ἡμῶν.
§230Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα, ἀνῆλθον ἵνα συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐβελτίωσε τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τῆς πρώτης ὑποβολῆς του, μὲ ὀλίγας ἐπιφυλάξεις, τὰς ὁποίας ἔχω νὰ κάμω, διότι δὲν ἀνῆλθον μόνον διὰ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀφοῦ ἠδυνάμην μὲ μίαν λέξιν αὐτὸ νὰ τὸ κάμω. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι τοιοῦτος φόρος εἶναι τμῆμα τοῦ ὅλου συστήματος. Δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ ὅλον τὸν φόρον. Ἄλλοι εἶναι καλοὶ φόροι καὶ ἄλλοι εἶναι κακοί, ἄμεσος δὲ φόρος εἶναι ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος. Πᾶσαι αἱ Πολιτεῖαι ἐπεβλήθησαν ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἔπειτα ἐπέβαλον τὸν φόρον τῶν κληρονομιῶν. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος δὲν πλήσσει τὴν πηγὴν τὴν παραγωγικήν, ὁ φόρος τῶν κληρονομιῶν τὴν στειρεύει.
§231ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ φόρος τοῦ εἰσοδήματος μόλις προχθὲς ἐψηφίσθη.
§232Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἕν εἶδος φόρου εἰσοδήματος ὑπάρχει καὶ ἐν Γαλλίᾳ.
§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν ἐμπορικῶν σημάτων.
§234Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι πρόσθετος φόρος.
§235ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὡς πρόσθετος ἐτέθη.
§236Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἕως ὅτου συμφωνήσωσι τὰ διάφορα πολιτικὰ κόμματα νὰ καταργήσωσι τοῦτον· δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου, ὅτι δὲν ὡρίμασεν ὁ φόρος οὗτος. Ἐπέβαλε καὶ ἡ Γαλλία τὸν φόρον τοῦτον.
§237ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ Γαλλία προσέθηκεν αὐτὸν ὡς συμπληρωματικὸν τοῦ φόρου τοῦ εἰσοδήματος.
§238Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Γερουσίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ὁ φόρος τῶν κληρονομιῶν, ὅσον ὀρθὸς καὶ ἂν εἶναι, καὶ ἂν δὲν εἶχεν ἀκόμη ἐλαττώματά τινα, τὰ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναφέρω, καὶ ἂν δὲν εἶχεν αὐτά, πάντοτε θὰ γεννᾷ τὴν ἐντύπωσιν αὐτήν, διὰ τίνα λόγον ἔρχεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν διατελεῖ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ λαὸς ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον ἔχει ἐν τῷ νῷ του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Καὶ αἴφνης βλέπομεν ἓν φωτεινὸν σημεῖον ἀξιέπαινον πάντοτε καὶ καλύτερον ἀπὸ τὸ τίποτε, διότι ὁ φόρος αὐτὸς ὑποβάλλεται ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς μεμονομένως χωρὶς νὰ συνοδεύηται καὶ ἀπὸ τὰς ἄλλας ἐξηγήσεις, ἂν καὶ κατὰ πόσον εἶναι ἀρχὴ νέων ἀρχῶν εἰς τὸν καθορισμὸν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσε τὸ πρόγραμμά της· τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ αἱ ἀρχαὶ εἶναι ἄρισται, ἀλλὰ μεταξὺ ἀρχῶν καὶ ἐφαρμογῆς συστήματος ἡ ὁδὸς εἶναι δύσκολος.
§239ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅτε μάλιστα παρεμπίπτουσι δύο φόροι.
§240Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα ἵνα ἐλέγξω.
§241ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχει νὰ παρουσιάσῃ, ἐν σχέσει πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ προγράμματός της, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεσχέθη νὰ μεταθέσῃ τὰ βάρη δι’ ἐπεκτάσεως τῆς ἀμέσου φορολογίας. Ἡ Κυβέρνησις, λέγω, χωρὶς νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ πρόγραμμα αὑτῆς, ἕνεκα τῶν πολέμων, ἔχει τοῦτο νὰ ἐπιδείξῃ διὰ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως. Εἰσήγαγε δασμὸν πρὸ πέντε μηνῶν καὶ ἠλάττωσε διὰ συμβάσεως μετὰ τῆς Αὐστρίας, κωλυομένης ἕνεκα τοῦ πολέμου νὰ τὴν παρουσιάσῃ, ἠλάττωσε, λέγω, τοὺς ἐμμέσους φόρους κατὰ 8.000.000 δραχμῶν. Ἔρχεται σήμερον νὰ ψηφισθῇ ὁ φόρος αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶναι ἄμεσος φόρος καὶ ὅστις εἶναι ἀκριβῶς τμῆμα τοῦ ὅλου προγράμματος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν λόγῳ τῶν περιστάσεων.
§242Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀποδέχομαι τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ μόνον νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως ὡς ἐλάττωσιν φόρου, διότι θὰ ἔχῃ ἀντίκρυσμα.
§243ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸς εἶναι πρόσθετος. Ἐγὼ ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἀπὸ ἄλλους θὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις ἀκόμη καλυτέρας.
§244Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πρὶν εἴπητε τοῦτο ὑμεῖς, εἶπον αὐτὸ ἐγώ, διότι ὁ φόρος αὐτὸς ἐλαττωθεὶς δὲν θὰ μειώσῃ τὰς ἐκ τῶν ἐμμέσων φόρων προσόδους. Οὐδόλως ὁ φόρος εἶναι ἀξιοκατάκριτος. Ἴσως εἶναι εἷς λόγος πῶς ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία δὲν ἤνοιξε τὰ μάτια της ἐνωρίτερον ἐλαττοῦσα ἕνα φόρον πρώτης τάξεως νὰ μὴ ἐλαττώνῃ καὶ τὸ ἔσοδον. Ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται λόγος περὶ ἑνὸς φορολογικοῦ συστήματος καὶ συγκρούσεως τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ στοιχεῖον τοῦτο. Πρέπει νὰ καθορισθῶσι πόσα ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων καταλογίζονται εἰς τοὺς ἐμμέσους φόρους καὶ πόσα εἰς τοὺς ἀμέσους. Τὸ ἄλλο εἶναι ἐπιχείρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις, ἀξιεπαίνως, ἐπαναλαμβάνω, πράττουσα, ἀλλ’ ἐὰν διὰ τῆς αὐξήσεως τῆς καταναλώσεως τῆς σακχάρεως ἡ πρόσοδος τοῦ Δημοσίου δὲν ἠλαττώθη, δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ εἴπῃ ὅτι προέβη εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐμμέσων φόρων. Δύναται νὰ καυχηθῇ ὅτι ἔκαμεν ἓν πρᾶγμα πολὺ ὀρθόν, ἀλλ’ ἡ ἀναλογία ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν μεταξὺ ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων δὲν μεταβάλλεται. Τὸ ζήτημα εἶναι ὄχι ἁπλῶς ποῖοι εἶναι ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι· τοῦτο εἶναι δύο λέξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν σημαίνουσι τίποτε· σημαίνει κάτι ἄλλο, ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι ἐπιβαρύνουσι τὰς λαϊκὰς τάξεις καὶ οἱ ἄμεσοι τὰς πλουσίας.
§245ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει μία ἐλάττωσις εἰς τὴν φορολογίαν.
§246Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶπον ὅτι εἶσθε ἀξιέπαινοι, διότι κατωρθώσατε, ἐλαττώσαντες τὸν φόρον, νὰ εἰσπράττητε τὰ ἴδια.
§247ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι εἰσπράττομεν τὰ ἴδια.
§248Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ ὑπόλοιπον ἐκεῖνο ποσὸν εἶναι βεβαίως μία παροχή, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις.
§249ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ γενομένη παροχὴ εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις εἶναι διὰ τὸ ὅλον ποσὸν τῆς ἐλαττώσεως. Μάλιστα ὅσον αὐξάνει ἡ κατανάλωσις συνεπείᾳ τῆς ἐλαττώσεως τόσον ἡ παροχὴ εἶναι μεγαλυτέρα, διότι, ἂν ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ ἡ μείζων κατανάλωσις, ἡ ὁποία θεραπεύει ἀνάγκας τῶν πολιτῶν, μὲ τὸν μεγαλύτερον φόρον θὰ ἦτο πολὺ μεγαλυτέρα ἡ ἀπόδοσις.
§250Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ἔσπευσα, κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον, ἂν ἐλαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν, δὲν θὰ ἐλέγετε αὐτά. Εἶπον ὅτι ἔμμεσοι καὶ ἄμεσοι φόροι εἶναι δύο λέξεις καθορίζουσαι ποσὸν φόρου ἐπιβαρύνοντος τὰς λαϊκὰς τάξεις. Καὶ ὄχι μόνον τὰς λαϊκὰς τάξεις, διότι οὐδεὶς ἔμμεσος φόρος ἐπιβαρύνει ἐξ ὁλοκλήρου τὰς λαϊκὰς τάξεις, ἀλλ’ ἐπιβαρύνει καὶ τὰς πλουσίας. Ὁ φόρος τῆς σακχάρεως ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ἔμμεσος βελτιωμένος πολὺ ἀφ’ ὅ,τι ἦτο, ἀλλὰ πάντοτε ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ φόρος ἔμμεσος. Ἐκεῖνο τὸ ποσὸν τῶν 6 ἢ 7 ἑκατομ., τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον ἐκ τοῦ φόρου τῆς σακχάρεως, ἐπιβαρύνει πλουσίους καὶ πένητας ἐξ ἴσου. Ὥστε ὁ φόρος ἐκεῖνος ἐξακολουθεῖ νὰ μένῃ ἔμμεσος καὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀναλογίας τῶν ἐμμέσων καὶ ἀμέσων φόρων θὰ καταλάβῃ τὴν θέσιν τῶν 6.000.000, ὡς πρότερον κατεῖχε τὴν θέσιν τῶν 7.000.00, ἂν πρὶν εἰσεπράττοντο 7.000.000 καὶ ἤδη εἰσπράττωνται 6.000.000. Ὥστε, ἄν τις ἤθελε νὰ κατακρίνῃ ἀπὸ γενικῆς ἀπόψεως τὸ νομοσχέδιον, μόνον τοῦτο θὰ εὕρισκεν· ὅτι προβάλλεται μόνον του ἢ ὅτι προβάλλεται ὡς ἀρχή, καθὼς ἰσχυρίζεται ἡ Κυβέρνησις, χωρὶς νὰ εἶναι καθωρισμένον ὁλόκληρον τὸ σύστημα, τοῦ ὁποίου ὁ φόρος οὗτος ἀποτελεῖ ἓν τμῆμα κεχωρισμένον τοῦ συνόλου. Μετὰ τὰ γενικὰ ταῦτα θὰ ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ φόρου τούτου θὰ ἐζήτουν τὸ ἐλάττωμα ἐκεῖ ὅπου τὸ ἀνεῦρεν ὁ προλαλήσας, ὅστις ὑπεστήριξεν ὀρθῶς ὅτι ἡ φορολογία τῶν κατιόντων εἶναι κακὴ καὶ ὡμίλησε γενικῶς. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἀφοῦ τόσον συμφωνῶ πρὸς αὐτά, νὰ διαφωνήσω ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα κατὰ πόσον ἡ φορολογία πρὸς τοὺς κατιόντας γενικῶς ἐξεταζομένη εἶναι καλὴ καὶ καταδικαστέα, διότι ἐπιβάλλεται κατὰ τὴν χειροτέραν στιγμήν, καθ’ ἣν ἀποθνήσκει ὁ ἀρχηγὸς τῆς οἰκογενείας, ὁ συντελέσας διὰ τῆς πείρας καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ εἰς τὴν διαχείρισιν μιᾶς περιουσίας· καθ’ ἣν στιγμὴν ἀφήνει τὰ τέκνα του ἐστερημένα τοῦ μεγάλου αὐτοῦ ἐφοδίου ἔρχεται ἡ Πολιτεία νὰ δώσῃ ἓν ἄλλο κατ’ αὐτῆς πλῆγμα. Δυνατὸν ἡ περιουσία τοῦ θνήσκοντος νὰ ἦτο 50.000 δρ. καὶ νὰ ἦτο παραγωγικὴ ὡς 100.000, διότι ὑπῆρχεν ὁ ἄνθρωπος νὰ τὴν διοικήσῃ. Τὴν στιγμὴν ὅμως καθ’ ἣν ἀποθνήσκει γεννῶνται πλεῖσται ἄλλαι δυσαρέσκειαι εἰς τὴν οἰκογένειαν καὶ λείπει ὁ διοικῶν νοῦς καὶ ἴσως μία ἐπιχείρησις ἡ ὁποία ἔφερε 15% νὰ κατέλθῃ εἰς τὸ 5%, διότι οἱ ἀνήλικοι, οἱ ἀνίκανοι διοικηταὶ τῆς περιουσίας δὲν ἔχουσιν ἄλλο καταφύγιον παρὰ νὰ τὰ καταθέσωσιν εἰς τὴν Τράπεζαν διὰ νὰ μὴ χάσωσιν ὅλον τὸ ποσόν.
§251Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Δυνατὸν νὰ συμβῇ καὶ τὸ ἀντίθετον.
§252Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἄν εἶναι μαινόμενος ὁ πατήρ, ὥστε ἐκ τοῦ θανάτου του νὰ προέρχηται ὠφέλεια, ἔχει τὸ μέσον ἡ Πολιτεία νὰ τὸν κηρύξῃ ζῶντα εἰς ἀπαγόρευσιν. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι συμβαίνει ἐνίοτε καὶ αὐτό, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὸ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὡς βάσιν κανονισμοῦ τῆς φορολογίας. Τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου ἐγγυήσεις, κυμαινόμενα δάνεια εἶναι ὅλα εἰς ἐκκαθάρισιν καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν εὑρίσκονται εἰς δυσχέρειαν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς κηδείας νὰ καταβάλωσι, προσέρχονται οἱ διάφοροι νὰ κανονίσωσι τοὺς λογαριασμούς των, διότι δὲν γνωρίζουσιν ἂν ὁ τίμιος πατὴρ ἀφῆκε καὶ τίμια τέκνα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις του. Ἡ στιγμὴ ἐκείνη εἶναι ἡ κρισιμωτέρα διὰ τὰς μικρὰς περιουσίας, αἱ ὁποῖαι δὲν δύνανται νὰ ῥευστοποιηθῶσι, διότι ἡ πώλησις δὲν εἶναι εὔκολος. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε τὸ παράδειγμα τῆς πωλήσεως μικρᾶς τινος περιουσίας, τῆς πωλήσεως κτήματός τινος πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ πατρός του ἰδιοκτήτου εὑρισκομένου εἰς τὰς φυλακὰς διὰ δημόσιον χρέος καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἔρχεται ἡ Πολιτεία καὶ τῷ λέγει· θὰ πληρώσῃς χαρτόσημον. Ὁ φόρος εἶναι ἀδικώτατος καὶ καθ’ ἣν στιγμὴν γίνεται μία ἀδικία δὲν ἕπεται ὅτι θὰ δικαιολογηθῇ ἐξ αὐτῆς καὶ μία ἄλλη. Ὁ φόρος περὶ χαρτοσήμου εἶναι φόρος πολλάκις βαρβαρώτατος καὶ ὅπως καὶ ὁ φόρος αὐτός, λόγῳ τῶν περιστάσεων, εἶναι κακός, οὕτω καὶ ὁ φόρος τὸν ὁποῖον συζητοῦμεν ἐπιβαλλόμενος ὑπὸ τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα εἶναι κακός. Ἡ περιουσία μεταξὺ πατρὸς καὶ τέκνων εἶναι ἡ αὐτή· ἡ στέρησις τοῦ πατρὸς μειώνει τὴν περιουσίαν καὶ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς μειώσεως τῆς περιουσίας ἔρχεται ἡ Πολιτεία νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον συνέβη, θὰ προσθέσω ἐγὼ ἓν ἄλλο κακόν. Ἀλλὰ θὰ μὲ ἐρωτήσῃ ἴσως τις· εἶσθε ἐναντίον τῆς φορολογίας πάντων τῶν κατιόντων; Βεβαίως ὄχι, ἀλλὰ βλέπω ὅτι τὸ ἀπαλλακτέον minimun πάσης φορολογίας εἶναι 2000 δραχ. καὶ ἐπὶ κτηματικῆς περιουσίας ὁ φόρος ἐλαττοῦται εἰς τὸ ἥμισυ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀπαλλάξας τὰς 2000 αὐτὰς ἐφρόντισε ν’ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ μερικὰς μερίμνας, ὄχι διότι ἐθυσίασε τὸ ποσόν, ἀλλὰ διότι, ὡς εἶπεν, εἶναι τόσον ἀσήμαντον τοῦτο, ὥστε δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ μᾶς ἀπασχολῇ. Ἀρχὴν ἀπαλλακτέου minimum δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ προοδευτικὴ φορολογία χωρὶς ἀπαλλακτέον minimum δὲν εἶναι φορολογία ὀρθή. Εἰς τοῦτο ἔγκειται τὸ ἀγαθὸν τῆς προοδευτικῆς φορολογίας, ὅτι ἐπιτρέπει διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν ἄνω ποσῶν τὰ κάτω νὰ πληρώσωσι μικρὰ ποσὰ καὶ τὰ μικρὰ νὰ μὴ πληρώσωσι τίποτε. Φορολογία ἐπὶ τῶν κατιόντων, ἡ ὁποία δὲν ἀπαλλάσσει ἓν ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ καθορίσω ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, φρονῶ ὅτι εἶναι φορολογία ἀδικωτάτη. Ἂν τὸ ποσὸν τῆς κληρονομικῆς μερίδος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἀπαλλαγῇ παντὸς φόρου τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ περιουσία ὑφίσταται τὴν μεγαλυτέραν συμφορὰν διὰ τοῦ θανάτου τοῦ διοικοῦντος, πρέπει νὰ εἶναι 10, 15, 20 χιλιάδες, εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἀλλ’ ἡ μὴ ὕπαρξις τοιούτου ἐλαχίστου ὁρίου ἀπαλλακτέου εἶναι μέγιστον λάθος τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν καὶ περὶ τούτου ἐγίνετο λόγος ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐπὶ τέλους ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἀποκτᾷ ἕνα φόρον δίκαιον ὃν δύναται νὰ ἐπιδείξῃ. Ἄλλο ζήτημα ἂν ὁ φόρος αὐτὸς δὲν θὰ εἶναι πολὺ παραγωγικός. Παραδέχομαι ὅτι οἱ φόροι οὗτοι ἔχουσι τὸ μεγαλύτερον προσὸν νὰ εἶναι ἐλαστικοί. Μὲ ἓν μόνον ἄρθρον ἡ κλῖμαξ διπλασιάζεται καὶ ἑπομένως εἰσπράττεται διπλάσιον περίπου ποσόν. Οἱ φορολογικοὶ νόμοι δέχονται τὸ μέγιστον προσὸν τῆς ἐλαστικότητος. Κατ’ ἀρχὰς ἐπιβάλλονται εἰς μικρὸν ποσὸν καὶ διὰ τοῦ χρόνου αὐξάνονται, διότι εἰς αὐτοὺς καταφεύγει διὰ τὰς ἀνάγκας της ἡ Πολιτεία.
§253ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἐλαστικότης εἶναι πρόσθετον πλεονέκτημα τοῦ φόρου.
§254Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ φόρος ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν ἔχει ἐλαττώματα ὡς πάντες οἱ φόροι, διότι πλήττει τὰς παραγωγικὰς πηγὰς καὶ δύναται νὰ καταστρατηγηθῇ. Θέλων τις ν’ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτοῦ δύναται νὰ διαθέσῃ τὴν περιουσίαν του οὕτως ὥστε νὰ διαφύγῃ τὴν φορολογίαν ταύτην. Δύναται νὰ πλάσῃ μίαν βιομηχανίαν. Διὰ τῆς φορολογίας ταύτης, ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πληγῇ ἡ ἐγκατάστασις, θὰ πληγῇ τὸ κινητὸν κεφάλαιον, τὸ χρησιμοποιούμενον διὰ τὴν βιομηχανίαν, καὶ εἶναι φόβος μήπως ἡ βιομηχανία αὕτη ὑποστῇ τοιοῦτο δεινὸν πλῆγμα, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ παντελῶς ἢ καθ’ ὃ μέτρον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης. Ἀλλά, καθὼς εἶπον, πάντες οἱ φόροι ἔχουσιν ἐλαττώματα, καὶ ὁ φόρος οὗτος δὲν δύναται ν’ ἀπαλλαγῇ. Τὸ ὅτι ὅμως καταστρέφει κεφάλαια, διότι καὶ τοῦτο δύναται νὰ ῥηθῇ, ὅτι ὁ φόρος καταστρέφει κεφάλαια καὶ κατὰ τοῦτο εἶναι κακός, ἀνατρέπεται ὑπὸ ἄλλου ἐπιχειρήματος, ὅτι καὶ ἡ Πολιτεία σήμερον εἶναι κεφαλαιοῦχος καὶ ἐκτελεῖ ἔργα παραγωγικά, ὡς σιδηροδρόμους κλπ. Ὥστε δὲν πρόκειται περὶ καταστροφῆς, ἀλλὰ περὶ μεταθέσεως κεφαλαίων ἀπὸ τῆς ἰδιωτικῆς εἰς τὴν δημοσίαν ἐπιχείρησιν. Ἀλλ’ ἔχει καὶ μέγα προσὸν ὁ φόρος οὗτος νὰ εἶναι τὸ κυριώτερον μέσον διανομῆς τοῦ πλούτου. Ἡ κοινωνία σήμερον εἶναι κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐρρυθμισμένη, ὥστε αἱ περιουσίαι νὰ συγκεντρῶνται. Δημιουργοῦνται μὲν νέαι, ἀλλ’ ὁ ὑπάρχων πλοῦτος συγκεντροῦται, διότι οἱ ὀλίγοι ἔχουσι τὴν δύναμιν ν’ αὐξάνωσιν αὐτάς, οἱ δὲ πολλοὶ μεταβάλλονται ἀπὸ μικροϊδιοκτήτας εἰς ἁπλοῦς ἀγρότας. Ὥστε ἡ συγκέντρωσις τοῦ κεφαλαίου εἰς ὀλίγας χεῖρας διέπει τὰς σημερινὰς κοινωνίας καὶ τὸ μόνον μέσον πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ κακοῦ εἶναι ὁ φόρος τῶν κληρονομιῶν, ὅστις ἀφαιρεῖ κεφάλαια ἀπὸ τῶν ἀτόμων, ἵνα δώσῃ ταῦτα εἰς τὴν Πολιτείαν, δι’ ὧν δύναται νὰ γίνῃ ἡ κατάλληλος διανομή, διότι τὸ ποσὸν τῆς Πολιτείας ἀνήκει εἰς ὅλον τὸν λαὸν καὶ ὄχι εἰς μίαν τάξιν. Ἄλλο στοιχεῖον τοῦ φόρου αὐτοῦ — καί, ὡς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλή, οὐδεὶς πρὸ ἐμοῦ ἔθιξε τὸ ζήτημα τοῦτο—εἶναι τὸ τοῦ βαθμοῦ τῆς συγγενείας πέρα τοῦ ὁποίου θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ συγγένεια παύει ὑφισταμένη. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔσπευσε νὰ διπλασιάσῃ τὸν φόρον τῶν συγγενῶν πέρα τοῦ ἕκτου βαθμοῦ, ἐὰν ὁ ἀποθνήσκων δὲν ἄφηνε διαθήκην. Καὶ μοὶ ἐφάνη ὅτι ἀπηυθύνετο πρός με, ὅτε ἔλεγεν ὅτι δὲν προβαίνει εἰς τὴν κατάληψιν τῆς συγγενείας πέρα ὡρισμένου βαθμοῦ, διότι τὸ ζήτημα, ὡς ἀστικοῦ δικαίου, ὑπέκειτο εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Τὸ ἂν εἶναί τις συγγενὴς πέρα τοῦ ἕκτου βαθμοῦ εἶναι ζήτημα ἀντιλήψεων καὶ ἐποχῶν. Κατὰ τὰς πρώτας κοινωνίας, ὅτε ἴσχυε τὸ δίκαιον τῆς μητρὸς καὶ αὕτη ὡς ἀρχηγὸς τῆς οἰκογενείας ἀπετέλει τὸ κέντρον τῆς περιουσίας, ἦσαν ἴσως συγγενεῖς καὶ μέχρι τοῦ δεκάτου βαθμοῦ. Καὶ ὅτε εἰς τὰς μεταγενεστέρας ἐποχὰς ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον τοῦ pater familiae ὑπάρχουσιν οἱ ἰσχυριζόμενοι ὅτι οἱ βασιλεῖς οἱ ἐκστρατεύσαντες κατὰ τῆς Τροίας ἦσαν πατέρες, τέκνα καὶ συγγενεῖς. Ὅπως δήποτε εἰς ἀρχαιοτέρας ἐποχὰς ἡ οἰκογένεια ἀπετελεῖτο ἐκ συγγενῶν μακροτέρου βαθμοῦ ἐχόντων τόσα δικαιώματα ὅσα σήμερον οἱ κατιόντες καὶ ἀνιόντες. Ἀλλ’ αἱ σημεριναὶ ἀντιλήψεις μετεβλήθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Εἰς τὴν σημερινὴν ἀντίληψιν τῆς Ἑλληνικῆς οἰκογενείας, σᾶς ἐρωτῶ ὑπάρχει τις ἐξ ἡμῶν ἔχων συγγενεῖς ἕκτου ἢ ὀγδόου βαθμοῦ ἔχοντας σχέσιν τινὰ μὲ τὴν οἰκογένειάν του; Καὶ δὲν ἠκούσαμεν συγγενεῖς μακρινοὺς εὐχομένους διὰ τὸν θάνατον τοῦ συγγενοῦς των διὰ νὰ τὸν κληρονομήσωσι; Συγγενεῖς κατὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἀντίληψιν πέρα τοῦ πέμπτου ἢ ἕκτου βαθμοῦ παύουσι νὰ ὑπάρχωσιν. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι προκειμένης τῆς κληρονομίας παντοπώλου τινὸς Μάνου εἰς τὸ Ροδακιό, σχηματίσαντος περιουσίαν 3.000.000, εὑρέθησαν συγγενεῖς τετάρτου βαθμοῦ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐγνώριζον ἂν ἦσαν συγγενεῖς καὶ ἔμαθον τοῦτο ὅτε ἀπέθανεν ὁ Μάνος διὰ νὰ κληρονομήσωσιν. Ἡ κοινωνία δυσηρεστήθη τότε διότι μία μεγάλη περιουσία περιῆλθεν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι οὐδὲν εἶχον δικαίωμα ἐπ’ αὐτῆς, θὰ ηὐχαριστεῖτο δ’ αὕτη ἐὰν ἡ περιουσία περιήρχετο εἰς φιλανθρωπικὰ καταστήματα ἢ εἰς τὸ Κράτος. Ἐὰν ἄλλαι Πολιτεῖαι δὲν ἔλαβον τὸ μέτρον τοῦτο, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δὲν ἀπασχολοῦνται πολλοὶ εἰς αὐτὸ καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ γνώμη ὅτι συγγενεῖς πέρα ὡρισμένου βαθμοῦ παύουσι νὰ ὑπάρχωσι. Καθ’ ὃν χρόνον πλήττομεν τὸν κατιόντα κληρονομοῦντα μικρὰν περιουσίαν, ἔστω καὶ δι’ ἐλαφροῦ ποσοῦ, πλανώμεθα μὴ ἀναγνωρίζοντες ὅτι ἡ συγγένεια παύει πέρα ὡρισμένου βαθμοῦ καὶ ὅτι πρέπει τὸ Κράτος νὰ κληρονομῇ. Ἐάν τις ἀναγνωρίζῃ τοὺς συγγενεῖς του, θὰ φροντίσῃ νὰ συντάξῃ διαθήκην, ἀλλ’ ἂν δὲν ἐνθυμῆται ἀπωτέρω συγγενεῖς, θὰ εἴπῃ ὅτι ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει συγγένεια ἀλλ’ οὔτε ἴχνος συμπαθείας πρὸς τὰ πρόσωπα αὐτά. Ὥστε θὰ ἐπεθύμουν εἰς τοῦτο νὰ νεωτερίσῃ ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία ὥστε νὰ καθώριζε βαθμὸν μακρινῆς συγγενείας καὶ νὰ ἔλεγεν ὅτι ὁ ἀποθνήσκων ἐξ ἀδιαθέτου κληρονομεῖται ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἔχομεν παραδείγματα ἱκανῶν ἀκλήρων. Ἔχομεν δύο ὀνόματα τὰ ὁποῖα τόσον τιμᾷ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία, τοῦ Συγγροῦ καὶ τοῦ Ἀβέρωφ, οἵτινες ἐφρόντισαν ζῶντες νὰ διαθέσωσι καταλλήλως τὴν περιουσίαν αὑτῶν, διότι ἐγνώριζον ὅτι θ’ ἀπέθνησκον ἄνευ τέκνων, διότι δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἄφηνον τέκνα, ἂν διέθετον τόσον πολλά. Λέγω τοῦτο χωρὶς νὰ θέλω νὰ θεωρήσω πλουσίους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀφήνουσιν εἰς τὰ τέκνα των χωρὶς ν’ ἀφήνωσιν εἰς τὴν Πολιτείαν. Οἱ φιλοπάτριδες λοιπὸν ἐκεῖνοι διέθεσαν ζῶντες μέρος τῆς περιουσίας των ἐκείνης ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη ἐν τῇ κοινωνίᾳ, νομίζοντες ὅτι ἔπρεπε πάλιν πρὸς ὄφελος τῆς κοινωνίας νὰ ἀποβῇ. Ἡ ἀντίληψις λοιπὸν εἶναι καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἄτομα. Ἔχομεν πλῆθος Ἀμερικανῶν ἑκατομμυριούχων οἵτινες προσέφεραν καὶ διέθεσαν ὁλόκληρον τὴν περιουσίαν των ἐφ’ ὅσον ἔζων, καὶ διέθεσαν δεκάδας ἑκατομμυρίων δολλαρίων ὑπὲρ κοινωφελῶν σκοπῶν, διότι ἐνόμιζον ὅτι ἡ περιουσία ἐκείνη δὲν δύναται νὰ περιέλθῃ εἰς κληρονόμους καὶ ἐγὼ δὲν γνωρίζω τίνος βαθμοῦ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ νεωτερίσῃ ἐπὶ τούτου ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία μὲ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς ὡς ἐφαρμόσασα πρώτη αὐτὴ τὴν ὀρθοτάτην ἰδέαν. Ἔρχομαι εἰς ἄλλο κεφάλαιον. Ἐλέχθη προχθὲς ἂν κατά τι ἡ προὶξ πρέπει νὰ φορολογῆται, καὶ ἤκουσά τινας νὰ λέγωσιν ὅτι ἡ προὶξ δὲν πρέπει νὰ ὑπόκειται εἰς φορολογίαν, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ νόμος ἐπιβάλλει φόρον εἰς τοὺς κατιόντας θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι εἶναι ἀνόητον νὰ μὴ φορολογηθῇ ἡ προίξ.
§255ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Μοὶ ἐπιτρέπεται ν’ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα τῆς προικός, διότι καὶ ἄλλοθεν μοὶ ἐγένοντο παρατηρήσεις. Ὑπάρχει τὸ ἄρθρον 12 κατὰ τὸ ὁποῖον ἐξαιροῦμεν μόνον κατ’ οὐσίαν τὴν προῖκα τὴν διδομένην παρ’ ἀδελφοῦ ἕνεκα τῶν ἠθῶν καὶ τῶν συνηθειῶν, τῶν θαυμαστῶν ἀληθῶς, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν ἐδῶ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ προικοδοσίας χορηγουμένης ἐξ ἠθικῶν λόγων, δηλαδὴ ἐκ τοῦ γονέως, τότε ἡ προὶξ αὕτη κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς χορηγήσεως αὐτῆς ὑπόκειται εἰς τὸν νέον φόρον περὶ χαρτοσήμου, ἀλλὰ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔλθῃ ἡ περίπτωσις τῆς κληρονομίας τότε ἡ προίξ, ὡς ὑποκειμένη εἰς τὴν εἰσφοράν, ὑπόκειται νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον τῶν κληρονομιῶν τῶν κατιόντων.
§256Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν λόγοι ἠθικοί, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἠνάγκασαν αὐτὸν νὰ θέσῃ τὴν διάταξιν ἵνα μὴ ὑπόκειται εἰς φορολογίαν ἡ προὶξ ἡ διδομένη ὑπὸ τοῦ ἀδελφοῦ, θὰ ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακὸν τοῦτο καθ’ ὃν τρόπον ὑπέδειξα ὅτι πρέπει νὰ θεραπευθῇ καὶ τὸ κακὸν τῆς φορολογίας τῶν κατιόντων, διότι καὶ ἡ προὶξ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς φορολογίας τῶν κατιόντων, πλὴν τῶν μικρῶν ποσῶν ἅτινα δέον ν’ ἀπαλλαγῶσι. Δι’ ὃν λόγον ἡ κληρονομία τῶν κατιόντων ὑπόκειται εἰς φορολογίαν, διὰ τὸν αὐτὸν λόγον πρέπει νὰ φορολογῆται καὶ ἡ προίξ, ἀπαλλασσομένου ἑνὸς κατωτάτου ὁρίου, διότι βεβαίως θὰ εἶναι σκληρὸν νὰ ἴδῃ τὴν προῖκα τὴν ὁποίαν δίδει ὁ ἀδελφὸς ὁ ἐργασθεὶς ἐν Ἀμερικῇ καὶ κερδίσας 5.000 ἢ 6.000 δραχμῶν φορολογουμένην καθ’ ἣν στιγμὴν αὐτὸς ἐκ τῶν στερήσεων προσεπάθησε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ εὐγενέστερον τῶν καθηκόντων του. Διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ἐπήνεγκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν τὸ τέρμα τῆς κληρονομίας τοῦ 1.000.000 προυβιβάσθη εἰς 2.000.000, πέρα δὲ τοῦ ποσοῦ τούτου ἡ προοδευτικὴ φορολογία παύει. Οὐδεμίαν εὑρίσκω δικαιολογίαν τοῦ μέτρου τούτου καὶ δὲν ἐννοῶ διατί νὰ μὴ προχωρήσῃ καὶ πέρα τῶν 2.000.000, γνωστοῦ ὄντος ὅτι ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχουσιν ὄχι ὀλίγαι περιουσίαι ὑπερβαίνουσαι τὰ 2.000.000. Νομίζω ὅτι αἱ αὐταὶ κατηγορίαι, αἵτινες ὑποβάλλονται εἰς φορολογίαν, δύνανται νὰ γίνωσι περισσότεραι, διότι περιουσία 250.000 δρχ. καὶ 500.000 δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν αὐτὴν φορολογίαν μόνον καὶ μόνον ἵνα διατηρηθῇ ἡ κλῖμαξ τῶν ὀκτὼ βαθμῶν. Οἱ ὀκτὼ βαθμοὶ τῆς φορολογίας θὰ ἠδύναντο νὰ γίνωσι δώδεκα ἢ δεκαπέντε ὅπως ἡ προοδευτικὴ κλῖμαξ εἶναι δικαιοτέρα καὶ ἡ ἀπόδοσις τοῦ φόρου μεγαλυτέρα, ἀλλὰ δήλωσίς τις γενομένη προηγουμένως ὑπὸ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ μὲ κάμνει νὰ ἐπανέλθω καὶ νὰ ζητήσω ἐξηγήσεις, ἂν ἡ φορολογία αὐτὴ θὰ ἐπιβληθῇ κατὰ μερίδας ἢ θὰ γίνεται κατὰ τμήματα.
§257ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα, κατὰ τμήματα.
§258Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὐδεμίαν βλέπω τότε δικαιολογίαν. Δὲν βλέπω διατί ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θ’ ἀφήσῃ δύο ἑκατομμύρια πρέπει διὰ τὰς πέντε πρώτας χιλιάδας νὰ πληρώσῃ...
§259ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ φόρος αὐτὸς ὑπάρχει καὶ ἀλλαχοῦ.
§260Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ. Ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος. Ἀλλ’ ἐπὶ ποσοῦ εἰσοδήματος ἐτησίου 160 λιρῶν δὲν ἐπιβάλλεται φορολογία. Ἐξαιρεῖ ὁ νόμος τὰς 160 λίρας καὶ φορολογεῖ τὰς ἐπὶ πλέον, πλὴν ὑπάρχει μία ἐξαίρεσις, ὥστε καὶ ἐπὶ εἰσοδήματος μέχρι 500 λιρῶν νὰ ἐξαιρῶνται ποσά τινα. Ὑπ’ αὐτὸ τὸ σύστημα θὰ ἤμην διατεθειμένος νὰ δηλώσω 50.000 δρχ. εἰσόδημα διὰ νὰ πληρώσω 1% καὶ ὄχι 51.000 διὰ νὰ πληρώσω 1 καὶ ½%. Πᾶς κληρονόμος θὰ ἔχῃ συμφέρον νὰ δηλώσῃ 50.000 καὶ ὄχι 51.000. Ἡ φορολογία αὐτὴ δύναται νὰ μείνῃ μέχρις 100.000, ἀλλὰ πέρα τῶν 100.000, ἐπειδὴ αἱ διαβαθμίσεις εἶναι μεγάλαι, ἡ φορολογία αὐτὴ εἶναι τελείως ἄσκοπος, διότι οὐδένα σκοπεῖ νὰ ἐξυπηρετήσῃ ἐφ’ ὅσον κρίνεται ὅτι ἡ περιουσία τῶν 2.000.000 πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς μίαν φορολογίαν. Εἶπον πρὶν ὅτι ἡ φορολογία τῶν ὀκτὼ βαθμίδων πρέπει νὰ διπλασιασθῇ. Θὰ ἤθελον αἱ ὀκτὼ βαθμίδες εἰς ἑκάστην κατηγορίαν νὰ γίνωσι δεκαπέντε.
§261ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὸ θὰ πολλαπλασιάσῃ τὴν ἐργασίαν τῆς ὑπηρεσίας.
§262Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὐδένα κόπον θὰ φέρῃ τοῦτο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δι’ οἱονδήποτε φορολογικὸν μέτρον ἡ ὑπηρεσία ἕνα πολλαπλασιασμὸν θὰ κάμῃ. Ἀλλ’ ἡ φορολογία τῶν μικρῶν ποσῶν, ὡς εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, πρὸς φορολογικὸν σκοπὸν ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω ὅτι δὲν θὰ ὠφελήσῃ. Τοὐναντίον ἡ ἀπαλλαγὴ ἑνὸς κατωτέρου ὅρου, 10.000, 20.000, θ’ ἀπαλλάξῃ τὴν ὑπηρεσίαν πολλῶν δυσαρεσκειῶν ἐκ τῆς μεγάλης δυσκολίας καὶ τῆς ἀγανακτήσεως ἡ ὁποία θὰ πλήξῃ ἓν μέγα μέρος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ τὸ ὁποῖον θὰ ὑπάγηται εἰς τὴν ἄδικον ταύτην φορολογίαν. Δύνανται νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ δηλώσωσιν ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου καὶ ἡ δήλωσις αὕτη θὰ εἶναι εἰλικρινεστέρα, διότι, ἐπειδὴ δὲν θὰ ὑπάρχῃ φορολογία, θὰ σπεύδωσι νὰ ποιῶνται τὰς δηλώσεις καὶ θὰ ἐξυπηρετηθῇ καλύτερον ἡ στατιστική. Ἐκ τοῦ πίνακος, τὸν ὁποῖον εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ δώσῃ τις ἐκ τῶν κ. συναδέλφων, βλέπω ὅτι τὸ βάρος τοῦ Προϋπολογισμοῦ τὸ ὁποῖον θὰ προέλθῃ ἐκ τοῦ νόμου τούτου ὑπολογίζεται εἰς 200.000 δραχμῶν. Τοῦτο μοὶ ὑπενθυμίζει ὅμοιόν τι τὸ ὁποῖον εἶχε συμβῆ κατὰ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ φόρου ἐπὶ τῶν σπειρομένων γαιῶν. Ὁ προκάτοχος ὑμῶν Ὑπουργὸς εἰσάγων τὸν φόρον ἐκεῖνον εἶπεν· ἐπιβάλλετε ἕνα φόρον σπειρομένων γαιῶν προσθέτως καὶ θέλετε μὲ τὸ αὐτὸ προσωπικὸν νὰ ἐφαρμόσητε αὐτόν; Καὶ ἐφορτώθη ὁ Προϋπολογισμὸς μὲ δαπάνην 300.000 δραχμῶν, διότι ἡ αὔξησις τοῦ προσωπικοῦ ἐφηρμόσθη, ἐνῷ ὁ φόρος τῶν σπειρομένων γαιῶν ὁ ὁποῖος ὑπελογίζετο ὅτι θὰ φέρῃ 5.000.000 δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει ν’ ἀνατεθῇ εἰς τὰς ὑπαρχούσας ἐφορίας νὰ ἐφαρμόσωσι τὸν νόμον καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι θὰ προκύψωσι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν νὰ γίνῃ σκέψις περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ.
§263Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Μετὰ τὰς ἀγορεύσεις τῶν προλαλησάντων κ. Βουλευτῶν ὀλίγας λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω ἢ μᾶλλον ὀλίγας παρατηρήσεις θὰ κάμω ἐπὶ τοῦ τεχνικοῦ μέρους τοῦ νομοσχεδίου. Πρὶν ἢ ὅμως ἀναφέρω ταύτας διαφωνῶ ὄχι βεβαίως ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Τουναντίον ὡς πρὸς τοῦτο πλειοδοτῶ· διαφωνῶ ὡς πρὸς τὸν τίτλον τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν δύναμαι νὰ πεισθῶ ὅτι δύναται νὰ ὀνομασθῇ φόρος ἐπὶ τῆς κληρονομίας. Οὐδεμία θεωρία ἐκ τῶν ἐξενεχθεισῶν εἰς πάσας τὰς ἐποχὰς καὶ εἰς ἄλλα Κράτη ἔπεισάν τινα ὅτι εἶναι φόρος κληρονομίας. Διαφόρους ὀνομασίας δίδουσι κατὰ τὴν γνώμην του ἕκαστος ἐκ τῶν ἀσχοληθέντων ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ εἴτε οἰκονομολόγος εἴτε κοινωνιολόγος εἴτε πολιτειολόγος εἶναι οὗτος. Αἱ κυριώτεραι ὀνομασίαι αἱ δοθεῖσαι εἰς τὸ ἔσοδον τοῦτο εἶναι «τέλος», «ἀσφάλιστρα», «δικαιώματα ποσοστῶν τοῦ Δημοσίου ἀφαιρούμενα κατὰ τὴν στιγμὴν τοῦ θανάτου» καὶ ἄλλα τινὰ παραπλήσια. Μοὶ φαίνεται ὅτι πᾶσαι αὗται ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ἐξάγουσι τὸν ὁρισμόν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι προσφορωτέρα ὀνομασία εἶναι ἡ τοῦ τέλους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι πᾶσαι αἱ διακρίσεις ἀναφέρονται ἐν τῇ ἐρεύνη τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον προσδίδει εἰς τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπιβάλλῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς περιουσίας τοῦ θνήσκοντος.
§264Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου;
§265Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δυνατὸν νὰ εἶναι καὶ τέλος ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου, ἀρκεῖ ν’ ἀναφέρηται εἰς τὸ δικαίωμα καὶ νὰ δικαιολογῇ τὸ δικαίωμα ἐκείνου, ὁ ὁποῖος τίθησι χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἐκείνου τῆς περιουσίας. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ Δημοσίου, ὁσάκις τὸ Δημόσιον ἐνασκεῖ δικαίωμα ὡς ἐν προκειμένῳ, πρέπει νὰ τὸ ὀνομάσητε ὄχι φόρον, ἀλλὰ τέλος, κατὰ τὴν γνώμην μου, διότι εἶναι προσφορώτερος ὁ τίτλος τέλος, ἐπειδὴ ἀνταποκρίνεται πληρέστερον πρὸς τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ Δημόσιον νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς κληρονομικῆς περιουσίας. Οὐσιῶδες στοιχεῖον παντὸς φόρου εἶναι ν’ ἀπευθύνηται κατὰ τοῦ εἰσοδήματος, τὴν στιγμὴν ὅμως καθ’ ἣν θ’ ἀπευθυνθῇ κατὰ τοῦ κεφαλαίου, τότε λαμβάνει τὴν μορφὴν τοῦ τέλους. Φαντάσθητε μίαν οἰκοδομήν· τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θ’ ἀποφασίσητε ν’ ἀφαιρῆτε ἔστω καὶ μίαν πέτραν ἐτησίως καταστρέφετε τὴν οἰκοδομήν· ἢ ἓν κεφάλαιον· καθ’ ἣν στιγμὴν θέλετε ἀφαιρεῖ οἱονδήποτε ποσὸν ἐκ τοῦ κεφαλαίου μετὰ παρέλευσιν ὀλίγων περιοδικῶν τοιούτων ἀφαιρέσεων δὲν θὰ ὑπάρχῃ πλέον κεφάλαιον. Δι’ αὐτὸ λοιπὸν ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, ὅπως ἐπιβάλλῃ χεῖρα ἐπὶ τῶν κληρονομικῶν περιουσιῶν, εἶναι ἀναντίρρητον, στηρίζεται δὲ τοῦτο κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ δικαιολογεῖται ἐκ τοῦ ὅτι τὸ Δημόσιον ἐν τῇ ἀναπτύξει ἐσωτερικῆς περιουσίας, ἤτοι περιουσίας ἰδιωτικῆς ἀναπτυσσομένης ἐντὸς τοῦ Κράτους, τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἀσφαλείας, τῆς τάξεως καὶ εὐνομίας, τὴν ὁποίαν ἐξασφαλίζει εἰς ἕκαστον πολίτην, χορηγεῖ συνδρομὴν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς περιουσίας καὶ ἔχει συνεπῶς πλῆρες τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς περιουσίας κατὰ τὴν μεταβίβασιν αὐτῆς, ἥτις ἀνεπτύχθη καὶ διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ συνδρομῆς. Φρονῶ λοιπόν, ὅτι, ἂν ὠνομάζετο τέλος ὁ φόρος οὗτος, θὰ ἦτο προσφορωτέρα ἡ προσωνυμία. Ἀπόδειξις τούτου ὅτι ἡ γνώμη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, συμπίπτει, ἐὰν ἀναγνώσῃ τις μετὰ προσοχῆς τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν, ἐὰν δὲ προσεκτικώτερον διέλθῃ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἀνευρίσκει ἐν πάσαις τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἀποδίδω, τὴν ἔννοιαν τοῦ τέλους. Τώρα βεβαίως ἄλλος νόμος, τοῦ ὁποίου ἐμνήσθη ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συνάδελφος, δι’ ἄλλον ἴσως λόγον, νομίσας ὅτι πλανῶμαι περὶ τὴν ἐκτίμησιν, ὁ νόμος περὶ χαρτοσήμου, διὰ λόγους ἄλλης ὑποχρεώσεως πρὸς τὸν Διεθνῆ Ἔλεγχον καὶ τῆς διατάξεως τῆς ἀπαντώσης ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ νὰ παρέχῃ κώλυμα νὰ προσδώσωμεν τὸ ὄνομα τὸ πράγματι προσῆκον καὶ κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην καὶ κατὰ τὴν διαφαινομένην γνώμην τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἥτις προσωνυμία θὰ ἐδικαιολόγει πληρέστερον τὸ δικαίωμα τοῦ Δημοσίου, δηλ. τὴν προσωνυμίαν τοῦ τέλους. Ἔχω λοιπόν, Κύριοι, τὴν γνώμην ὅτι βεβαίως τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπιβάλλῃ χεῖρα ἐπὶ τῆς κληρονομικῆς περιουσίας, εὑρίσκω δὲ τὸν φόρον αὐτὸν καὶ ἐγὼ πληρέστατα δεδικαιολογημένον καὶ ὡς φόρον ἔχοντα πλεῖστα πλεονεκτήματα. Ἓν τῶν μεγαλυτέρων πλεονεκτημάτων εἶναι ὅτι ἀπευθύνεται καὶ ζητεῖται παρὰ τοῦ φορολογουμένου, καθ’ ἣν στιγμὴν ἔρχεται εἰς αὐτὸν πλουτισμός, περιουσία, διὰ τὴν ὁποίαν βέβαια δὲν κατέβαλε καὶ κανένα κόπον.
§266Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τὴν δίδει τὸ Κράτος;
§267ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι δὰ αὐτό!
§268Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δικαιολογεῖται δὲ ἡ ἐπέμβασις ἐκ τῆς συνεργασίας, τὴν ὁποίαν χορηγεῖ πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς περιουσίας, καὶ ὡς συνεργασίαν θεωρῶ, ὡς εἶπον προηγουμένως, τὴν χορήγησιν τῆς ἀσφαλείας καὶ ἐν γένει τὴν εὐνομίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία ἐξασφαλίζει διὰ τῶν ὀργάνων της. Αὐτὸ δὲ ἀποδεικνύεται τρανότατα, ἂν ἀνατρέξωμεν καὶ εἰς ἀπολίτιστα μέρη. Ἂν εἰς μίαν ἔρημον καταφύγῃ τις χωρὶς νὰ τὸν βλέπῃ καμμία Πολιτεία καὶ κανὲν Κράτος καὶ ἀσχοληθῇ εἰς τὸν σχηματισμὸν περιουσίας, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σχηματίσῃ περιουσίαν; Διὰ τῆς ἐργασίας του, θὰ εἴπῃ τις στρογγύλως ἀπαντῶν, καὶ διὰ τῆς βοηθείας παρακειμένων προσώπων. Ἀλλ’ εἰς τὴν ἔρημον θὰ εἶναι καὶ ἕτερος, ὁ ὁποῖος θὰ ζητήσῃ νὰ ἐπιβουλευθῇ ἢ νὰ ἁρπάσῃ τὴν περιουσίαν του. Ἕκαστος λοιπὸν ἄνθρωπος διὰ νὰ σχηματίσῃ περιουσίαν καὶ νὰ μὴ ζῇ ἁπλῶς κρυπτόμενος ἢ ἀναρριχώμενος ἐπὶ τῶν δένδρων ἔχει ἀνάγκην συνεργατῶν ὄχι μόνον ἐν τῇ ἐργασίᾳ, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τῶν προϊόντων τῆς ἐργασίας καὶ ἐντεῦθεν αἱ πατριαί, τὰς ὁποίας ἴσως καὶ εἰς πολὺ γειτονικὸν μέρος νὰ δυνάμεθα νὰ ἴδωμεν, εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ποίας δαπάνας ἔχει ἕκαστος ἀρχηγὸς φατρίας ἐκεῖ διὰ τὴν συντήρησιν τῆς πατριᾶς του; Ἔχει ὁλόκληρον μισθολόγιον μισθοφόρων ἄνευ τῶν ὁποίων οὔτε ν’ ἀναπτυχθῇ, οὔτε νὰ ἐργασθῇ, ἀλλ’ οὔτε καὶ νὰ διατηρήσῃ τὴν ἑαυτοῦ περιουσίαν δύναται, οἱ δὲ μισθοφόροι αὐτοὶ ἔχουσιν οἱονεὶ τὴν ἰδέαν ὅτι ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῆς περιουσίας αὐτοῦ, ὅπως γνωρίζουσι δὲ ὅσοι ἠσχολήθησαν περὶ τὰ ἔθιμα τῆς φυλῆς ἐκείνης οἱ μισθοφόροι θεωροῦσιν ἑαυτοὺς σχεδὸν δικαιουμένους εἰς διατροφὴν καὶ ἀκόμη καὶ εἰς συμμετοχὴν ἐπὶ τῆς περιουσίας. Δὲν ἔχει λοιπὸν δικαίωμα τὸ Κράτος τὸ βοηθοῦν, τὸ ἐξασφαλίζον τὸν ἐργαζόμενον πολίτην καὶ συντελοῦν εἰς τὴν πρόοδον τῆς περιουσίας του νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸ τὰ δικαιώματά του ἐκ τῆς περιουσίας αὐτῆς; Ἀναντιρρήτως.
§269ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεὶς εὐτυχῶς ἐν τῇ Βουλῇ δὲν ἠρνήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸ Κράτος.
§270Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἴσως εἴπῃ τις ὅτι τὸ Κράτος καὶ ὅταν σχηματίζηται ἡ περιουσία ἀφαιρεῖ διὰ τῆς φορολογίας τῆς τότε ἰσχυούσης τὴν ἀναλογίαν του. Τοῦτο ὅμως δὲν εἶναι ἀκριβὲς κατὰ θεωρίαν, διότι ἀφαιρεῖ ποσοστόν, ὅπως ποσοστὸν διαθέτει ὑπὲρ τῆς ἑαυτοῦ ὑπάρξεως ὁ ἐργαζόμενος καὶ πλουτῶν, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τῆς περιουσίας τὸ ἀφαιρεῖ κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς μεταβιβάσεως διὰ τοῦ θανάτου, ὅτε φορολογεῖ τὴν κληρονομίαν. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον αἱ ἐπιστημονικαὶ ἀρχαὶ καὶ θεωρίαι δικαιολογοῦσι μεγάλως καὶ ἐπιβάλλουσι τὴν θεωρίαν ταύτην τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους δικαιολογοῦσιν ἐνίοτε τὴν ἐπιβολὴν τῆς φορολογίας. Ἀλλά, καίτοι τὸ λογικὸν καὶ δίκαιον τῆς ἐπεμβάσεως ταύτης τοῦ Κράτους δὲν ἀμφισβητεῖται, πάντως ὅμως οἱ συγγραφεῖς, οἱ ἀσχοληθέντες καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν εἰδικὴν αὐτὴν φορολογίαν, ποιοῦνται καί τινας ὑποχωρήσεις, αἱ ὑποχωρήσεις δ’ αὗται εἶναι ἀνάλογοι μὲ τὰ ἤθη, ἔθιμα καὶ τὰς περιστάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἕκαστον Κράτος διατελεῖ ἐν σχέσει πρὸς τὰς συνθήκας καὶ τὰς περιστάσεις τοῦ λαοῦ. Αἱ ὑποχωρήσεις αὗται εἶναι διτταί· καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τοὺς κατιόντας, τοὺς ἀμέσους δηλαδὴ κληρονόμους. Ἀνεπτύχθη ἐκ μέρους τῶν προλαλησάντων, καὶ ἰδίως παρὰ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Δωρίδος, ἡ σημασία, τὴν ὁποίαν ἡ οἰκογένεια ἐν Ἑλλάδι ἔχει· ἀνεπτύχθη ὅτι ἐν τῷ δεσμῷ τῷ οἰκογενειακῷ τῷ ἀρρήκτῳ καὶ τῇ ἐπικρατούσῃ περὶ οἰκογενείας ἰδέᾳ ἐν Ἑλλάδι δύναταί τις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι στηρίζεται οὐ μόνον ἡ ἰδέα παρὰ τοῖς κατιοῦσι κληρονόμοις, ὅτι ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῆς περιουσίας αὑτῶν, ἀλλὰ δύναται καὶ οἰκονομολογικῶς νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀσχολεῖται ἡ Πολιτεία καὶ ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς εἰσαγωγῆς νόμου περὶ συνεταιρισμῶν ν’ ἀναπτύξῃ τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ παρὰ τῷ λαῷ, ἐὰν τὴν πρώτην βάσιν τὴν ἐκ τῆς φύσεως χορηγουμένην, τὸν δεσμὸν τὸν οἰκογενειακόν, δι’ οἱωνδήποτε μέσων, ἔστω καὶ δι’ ἐλαφροτάτης φορολογίας, κτυπήσῃ τις ἢ μᾶλλον κλονίσῃ ἐν αὐτῇ τὴν ἰδέαν τοῦ συνδέσμου τοῦ οἰκογενειακοῦ, ἔχω τὴν γνώμην, Κύριοι, ὅτι ματαίως τότε θ’ ἀσχοληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ ὅτι ματαίως ἔρχεσθε ν’ ἀναπτύξητε συνεταιρικὸν πνεῦμα, ὅταν ἀπὸ τῆς βάσεως, ἀπὸ τοῦ παιδὸς πρὸς τὸν πατέρα, καλλιεργηθῇ ἡ ἰδέα ἡ ἀντίθετος τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ ἥτις ἀσφαλῶς θέλει γεννηθῆ ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ τέκνου, ὅταν ὁ νόμος τὴν καὶ διὰ τῆς συνεργασίας τοῦ τέκνου ἀποκτωμένην οἰκογενειακὴν περιουσίαν θεωρῇ ξένην πρὸς αὐτὸ καὶ συνεπῶς φορολογήσιμον. Φρονῶ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς κατιόντας ὡρισμένης κατηγορίας εἶμαι ἀπολύτως τῆς γνώμης ὅπως μὴ ἐπιβάλωμεν φορολογίαν. Καὶ δὲν ἐννοῶ βεβαίως πάντας τοὺς κατιόντας, διότι τὸν πλούσιον, τὸν εὔπορον, ὅστις ἄνευ κόπου καὶ ἐργασίας τινὸς λαμβάνει μεγάλην κληρονομικὴν περιουσίαν, ἡ Πολιτεία ἔχει ἀντίθετον ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν μέχρι τοῦδε ὑποστηριχθεῖσαν νὰ τὸν συνηθίσῃ καὶ διδάξῃ νὰ σκέπτηται καὶ τὰς ὑποχρεώσεις του καὶ τὰ δικαιώματά του πρὸς τὴν Πολιτείαν, καὶ τοῦτο ἐπιτυγχάνει ἡ Πολιτεία διὰ τῆς ἐπιβολῆς ὑποχρεώσεως εἰς αὐτὸν πρὸς πληρωμὴν μικροῦ ποσοστοῦ ἐκ τῶν λαμβανομένων. Ἀλλ’ ἄλλο εἶναι τὸ ζήτημα ὡς πρὸς τοὺς κατιόντας κληρονόμους μικρῶν ἀγροτικῶν περιουσιῶν. Ἐγώ, Κύριοι, καίπερ μὴ φέρων ἴσως τὸ ὄνομα τοῦ κοινωνιολόγου οὔτε τοῦ λαϊκοῦ, ἐὰν θέλητε, θὰ πλειοδοτήσω πάντων τῶν προαγορευσάντων. Θὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ προτείνω πρὸς τὴν Βουλήν, ἐὰν εἶναι δυνατόν, ν’ ἀφήσῃ ἐντελῶς ἀφορολογήτους τὰς ἀγροτικὰς περιουσίας μέχρι τῶν δραχμῶν 25.000. Εἰς τοῦτο δὲν μὲ ἤγαγον μεγάλαι οἰκονομολογικαὶ μελέται, ἀλλὰ με ἤγαγε πεῖρα σκληρά, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα ἐκ παρατηρήσεων ἐν τοῖς δικαστηρίοις τοῦ Κράτους. Πολλοὶ ἴσως γνωρίζουσι τὴν συμφοράν, τὴν ὁποίαν κατεργάζεται πᾶσα νομικὴ διάταξις παντὸς νόμου, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τὸν χωρικόν, καὶ δὴ τοὺς ἐργαζομένους χωρικοὺς πρὸς τὰ δικαστήρια. Ὁ φόβος, Κύριοι, ὅτι πᾶς θάνατος θ’ ἀναμιγνύῃ ἀσφαλῶς πᾶσαν οἰκογένειαν ἐργαζομένην ἐν τοῖς ἀγροῖς μὲ τὰ δικαστήρια σᾶς βεβαιῶ ὅτι μὲ κάμνει νὰ τρομάζω.
§271ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω διατί νὰ ὑποθέσητε τὸν Ἔφορον ἢ τὸν Οἰκονομικὸν Ἐπιθεωρητὴν ὅτι ψευδῶς θὰ βεβαιώσῃ ἕνα φόρον, ἵνα ἀναγκασθῇ ὁ ἕτερος ἀμυνόμενος νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια.
§272Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, ὑπερήσπισα ἀνακοπὰς τοῦ Δημοσίου κατὰ κληρονομικῶν δηλώσεων διὰ δραχμὰς 10, καὶ ἐξακολουθοῦσιν ἀκόμη δικαζόμεναι καὶ διερχόμεναι πάντα τὰ διαδικαστικὰ στάδια. Προχθὲς ἀξιότιμος κύριος συνάδελφος μὲ ἐβεβαίου ὅτι δίκη, τὴν ὁποίαν ἐγνώριζον πρὸ τετραετίας διὰ δραχμὰς 10, ἐξακολουθεῖ ὑπάρχουσα. Δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω παράδειγμα, καὶ ἀκριβῶς τὸ ἀναφέρω ἵνα περιέλθῃ εἰς τὰς ἀκοὰς τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ σιδηρόδρομος Ἀθηνῶν–Συνόρων διῆλθε διὰ τῆς διασφάγος τῶν Τεμπῶν. Ὅσοι τῶν κυρίων συναδέλφων εἶχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐπισκεφθῶσι τὸ μέρος ἐκεῖνο γνωρίζουσιν ὅτι εἶναι εἷς διερρηγμένος βράχος, εἰς τὰς κλιτύας τοῦ ὁποίου ὑπάρχει σμικροτάτη ἔκτασις ἀγρῶν, ὁ μεγαλύτερος τῶν ὁποίων ἴσως νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὸ στρέμμα, οἱ ἀγροὶ δὲ οὗτοι ἦσαν φυτευμένοι μορεοπερίβολα καὶ ὀπωροφόρα δένδρα. Ἡ ἔκτασις τὴν ὁποίαν κατέλαβεν ἡ γραμμὴ διελθοῦσα διὰ τοῦ μέρους ἐκείνου δὲν θὰ ὑπερβαίνῃ τὰ εἴκοσι πέντε στρέμματα, οἱ δὲ ἰδιοκτῆται τῶν ἐκτάσεων αὐτῶν ἦσαν περὶ τοὺς 150. Συνῆλθε λοιπὸν μία ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος καθορίζει καὶ ἐξετίμησε ὅτι ἄλλος θὰ λάβῃ 35 δραχμάς, ἄλλος 15 καὶ οὕτω καθεξῆς. Ἴσως ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσι καὶ περισσότερα, διότι ἦσαν μορεοπερίβολα. Ἀλλ’ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐξετίμησε ταῦτα ὡς ἀξίαν ἐκτάσεως κατὰ στρέμμα καὶ νομίζω ὅ,τι ὁ μεγαλύτερος δικαιοῦχος δὲν θὰ ἦτο ἀπαιτητὴς περισσοτέρων τῶν πεντήκοντα δραχμῶν. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲ αὐτὴν δὲν παρέστησαν οἱ ἰδιοκτῆται. Ἔρχεται, Κύριοι, τὸ Δημόσιον καὶ ἐγείρει 150, νομίζω, ἀγωγάς, καίτοι ἀπεδέχθησαν οἱ χωρικοὶ τὴν ἀπόφασιν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια. Διετάχθη πραγματογνωμοσύνη, ἐγένοντο ἀλλεπάλληλοι δίκαι, ἐξηντλήθησαν πάντα τὰ στάδια τῆς διαδικασίας, καθὰ δὲ μοὶ ἔλεγεν ὑπάλληλός τις τοῦ Δημοσίου, τοῦ ὁποίου δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομα, τὸ Δημόσιον ἐπλήρωσε πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν διὰ δικηγορικὰ ἔξοδα, ὁλόκληρος δὲ ἡ ἀπαίτησις τῶν χωρικῶν ἀνήρχετο εἰς 1600, νομίζω, δραχμάς. Ἀναλογίσθητε τώρα, κ. Πρόεδρε, τὰ ὑπὸ τῶν ἀτυχῶν χωρικῶν πληρωθέντα εἰς δικηγόρους καὶ τὰς λοιπὰς ζημίας αὐτῶν.
§273ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν τὸ παράδειγμα αὐτὸ μὲ τὴν φορολογίαν αὐτήν. Δὲν δύναμαι νὰ εὕρω τὴν σχέσιν.
§274Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἡ σχέσις εἶναι ὅτι τὰς δίκας γεννᾷ τὸ Δημόσιον καὶ ὄχι ὁ πολίτης, ὅστις ποιεῖται τὴν δήλωσιν τῆς περιουσίας, ὁ δὲ ἔφορος κατὰ γενικὸν κανόνα ἀνακόπτει τὴν δήλωσιν. Οὐδεμίαν γνωρίζω φορολογικὴν δήλωσιν μὴ ἀνακοπεῖσαν ἐκ μέρους τῶν ἐφόρων. Σημειώσατε ὅτι πᾶσα περιουσία ἡ ὁποία δὲν εἶναι εἰς μετρητά, καὶ ἧς ἑπομένως δὲν δύναται ν’ ἀποδειχθῇ καθαρὰ ὁ φόρος, τρέχει αὐτὸν τὸν κίνδυνον, ν’ ἀνακοπῇ ἡ δήλωσις καὶ νὰ γεννηθῇ δίκη εἰς τὰ δικαστήρια, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι ἀξία τοῦ φόρου οὔτε τῆς περιουσίας. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι διὰ τὰς περιουσίας αὐτὰς τὰς ἀγροτικὰς ὅσον ἀφορᾷ εἰς τοὺς κατιόντας, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν συμφωνῇ εἰς τὴν τελείαν ἀπαλλαγήν των μέχρι τῶν 25.000 δραχμῶν, εὐκταῖον θὰ ἦτο ἂν ἀντὶ τῶν 62½ δραχμῶν, τὰς ὁποίας ὑπολογίζει τὸ Κράτος διὰ τῶν δικῶν καὶ τῆς τοῦ νομοσχεδίου διαδικασίας νὰ εἰσπράξῃ, τεθῇ τέλος κληρονομικὸν ὡρισμένον καὶ ὑποχρεωθῇ πᾶς τις νὰ πληρώνῃ ὡρισμένον τέλος 20 ἢ 25 δραχμῶν. Νομίζω ὅτι θὰ εἶναι ἀσφαλεστέρα ἡ εἴσπραξις ἑνὸς δικαιοτέρου καὶ μεγαλυτέρου εἰσοδήματος, διότι ἡ εἴσπραξις τούτου θὰ εἶναι ἀσφαλὴς καὶ ἀδάπανος ἐντελῶς καὶ διὰ τὸ Δημόσιον (τὸ δαπανῶν ἑκάστοτε μείζονα τῶν εἰσπραττομένων), καὶ διὰ τοὺς ἰδιώτας τοὺς κυριολεκτικῶς καταδαπανωμένους. Ἐὰν ὑποχρεωθῇ ἕκαστος νὰ πληρώνῃ ὡρισμένον τέλος, νομίζω ὅτι ἐξασφαλίζεται τελείως ἡ γνώμη καὶ ἡ ἰδέα ἡ ἐκφραζομένη ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι γίνεται διὰ στατιστικοὺς λόγους καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀπαλλάσσονται ἑνὸς φόρου, ὁ ὁποῖος καὶ τὴν περὶ ἀδιαιρέτου τῆς οἰκογενείας καὶ οἰκογενειακοῦ ἐν γένει ἐν Ἑλλάδι δεσμοῦ ἀντίληψιν προσβάλλει καὶ εἰς τὰ κυρίως ἐργαζόμενα παρὰ τοῖς ἀγρόταις τέκνα πρὸς δημιουργίαν τῆς κληρονομικῆς περιουσίας εἶναι τραγικῶς σκληρός, νὰ βλέπωσι μετὰ τοῦ θανάτου τοῦ ἀφαιροῦντος τὸν οἰκογενειάρχην ἐνσκήπτοντα καὶ τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον νὰ ἐκτιμᾷ τὴν ἀξίαν τοῦ ἐφαπλώματος, καὶ προκειμένου περὶ χωρικοῦ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ἀκόμη τὸ τέκνον ἂν ὁ πατήρ του ἦτο κάτοχος ἐνεργητικοῦ περιουσίας, νὰ ἐπιπίπτῃ καὶ ὁ ἔφορος καὶ νὰ ἄρχηται δικαστικὴ περιπλοκή. Νομίζω ὅτι εἶναι σκληρὸν διὰ τὴν τάξιν τὴν καθαρῶς παραγωγικὴν καὶ ἐκ τῆς ὁποίας μεγάλα ἔχει συμφέροντα τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλωμεν μίαν τοιαύτην ὀδυνηρὰν φορολογίαν. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ πρώτη κλάσσις τῆς πρώτης τάξεως πρέπει νὰ ἐξαιρεθῇ τῆς φορολογίας· ἄλλως ν’ ἀντικατασταθῇ δι’ ὡρισμένου ποσοστοῦ τέλους, τὸ ὁποῖον νὰ καταβάλληται ἅμα τῇ δηλώσει, εἴτε 25 εἴτε 30 δραχμῶν εἴτε 60, τὰς ὁποίας κατ’ ἀνώτατον ὅρον ὑπολογίζει τὸ Δημόσιον, νὰ εἶναι δὲ ὡρισμένον καὶ νὰ μὴ εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἀνακοπῆς, ν’ ἀφαιρῆται δηλαδὴ ἡ ἀπειλὴ τοῦ κινδύνου τῶν δικαστικῶν ἀγώνων. Πολλὰ ἐλέχθησαν περὶ τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς πέρα τοῦ ἕκτου βαθμοῦ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κοινὴ συνείδησις καὶ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι ἡ συγγένεια πέρα τοῦ ἕκτου βαθμοῦ δὲν ἔχει καμμίαν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῆς συνειδήσεως τοῦ τελευτήσαντος. Ἀλλὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, εἶναι, διατί δημιουργεῖται διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἐκ διαθήκης καὶ ἐξ ἀδιαθέτου διαθέσεως τῆς περιουσίας. Ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἐν τῇ διαδοχῇ ἔστω καὶ ἀπεριορίστῳ, ὡς ὁ ἡμέτερος νόμος τὴν ἔχει καθιερώσει, ὑπάρχει πάντοτε ἡ εἰκαζομένη βούλησις τοῦ τελευτῶντος, ὅπως ἡ περιουσία αὐτοῦ περιέλθῃ εἰς τοὺς ἔστω καὶ ἀπωτέρους συγγενεῖς. Οὐδένα δ’ εὑρίσκω λόγον δικαιολογοῦντα τὴν γνώμην ὅτι ὁ ἐκ διαθήκης ἐξωτικὸς κληρονόμος εἶναι μᾶλλον τοῦ ἐξ ἀδιαθέτου ἀπωτέρου συγγενοῦς σεβαστὸς ὑπὸ τοῦ νόμου. Ἐγὼ θεωρῶ ἀμφοτέρους ἴσους ἀπέναντι τοῦ νόμου, ἂν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ὡς καὶ πάντες οἱ ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ Ῥωμαϊκοῦ Δικαίου διεπόμενοι Ὀρθόδοξοι λαοὶ θεωροῦσι τὴν συγγένειαν ἐξ ἀρρενογονίας συνδεδεμένην καὶ συνυφασμένην μετὰ τῆς θρησκευτικῆς λατρείας, ὄχι μόνον δὲ ἐν τῇ συνειδήσει τοῦ λαοῦ ὑπάρχει ἡ ἀντίληψις αὕτη ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ τῶν νομικῶν συνειδήσει. Διότι ἐν τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον ἔχουσιν οἱ ἀπώτεροι, ἵνα θεωρῶνται κληρονόμοι, τεκμαίρεται ἡ βούλησις τοῦ ἀδιαθέτως τελευτῶντος.
§275ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥστε φρονεῖτε ὅτι ὁ λαὸς ἔχει τὴν συνείδησιν ὅτι ὁ δεκάτου βαθμοῦ κληρονόμος πρέπει νὰ κληρονομῇ;
§276Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὄχι· δὲν ὑποστηρίζω αὐτό, φαίνεται δὲ ὅτι δὲν ἐγενόμην ἀντιληπτός. Θέλω αὐτοὺς ἴσους ἀπέναντι τοῦ νόμου μὲ τοὺς ἐκ διαθήκης ἐξωτικούς.
§277ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε, ἐὰν εἶναί τις ξένος ὅλως διόλου, θέλετε νὰ θέσητε αὐτὴν τὴν κλίμακα καὶ ἐὰν ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν νὰ εἶναι δεκάτου βαθμοῦ συγγενὴς πρέπει νὰ τὴν αὐξήσητε;
§278Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὄχι· θέλω νὰ ὑπόκεινται εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν φορολογίαν ἐξωτικοὶ καὶ ἀπώτεροι.
§279ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἐξωτικὸς δὲν κληρονομεῖ παρὰ μόνον ἐκ διαθήκης καὶ τὸν βάζομεν νὰ πληρώνῃ 5 ἢ 10%· ὅταν ἔρχηται ὅμως συγγενής τις δεκάτου βαθμοῦ, πρέπει νὰ τὸν βάλωμεν νὰ πληρώσῃ τὸ διπλάσιον παρ’ ὅσα θὰ ἐπλήρωνεν ἐὰν ὁ μακαρίτης του ἄφηνε διαθήκην;
§280Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τὸν θεωρῶ ἐξωτικόν. Ἐὰν ἐφέρομεν νόμον καταργοῦντα τὴν συγγένειαν πέρα τοῦ ἕκτου βαθμοῦ, θὰ ὑπῆρχε διαφορά, ἐὰν οὗτος ἐγράφετο ἐν διαθήκῃ ἢ ὄχι;
§281Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ περιορίζηται ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν περιουσίαν του εἰς τὴν ἐλευθέραν αὑτοῦ διάθεσιν, διότι ἄλλως περιορίζομεν τὴν κτῆσιν τῆς περιουσίας. Πρέπει νὰ ἠξεύρῃ ὅτι δύναται νὰ τὴν διαθέσῃ μετὰ θάνατον. Δι’ αὐτὸ εἶναι ὀρθὴ ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου μὲ τὴν διάκρισιν αὐτήν.
§282Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τὴν τύχην δέχομαι διὰ τὸν ἐκ διαθήκης κλῆρον, διότι, ὅταν δὲν ἔχῃ δικαίωμα καὶ λαμβάνῃ ἐκ διαθήκης, εἶναι ὡς νὰ λαμβάνῃ ἓν λαχεῖον, ἐνῷ ὁ ἐξ ἀδιαθέτου πιθανὸν νὰ ὑπολογίζῃ ποτὲ ὅτι ἡ Πολιτεία δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσῃ νὰ λάβῃ μίαν ἡμέραν ἐκ τοῦ ἀπωτέρου θείου του κληρονομίαν. Διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, § τελευταίας, ὁρίζεται ὅτι (ἀναγινώσκει)· «Περιουσίαι περιερχόμεναι εἰς φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα νομίμως ὑφιστάμενα φορολογοῦνται κτλ.».Νομίζω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν προβλέπει περὶ τῶν ἀνοργανώτων ἱδρυμάτων τῶν διὰ τῆς διαθήκης συνιστωμένων, τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀντιπρόσωπος οὔτε πρὸς δήλωσιν οὔτε πρὸς πληρωμὴν τοῦ τέλους ἢ τοῦ φόρου. Κάποτε μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἡ ἀφορμὴ ἐδόθη καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃ εἰδικὸν φόρον, νὰ παρατηρήσω ἀτέλειαν τοῦ ὑφισταμένου νόμου. Φρονῶ ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰ ἀνοργάνωτα φιλανθρωπικὰ ἱδρύματα πρέπει νὰ περιληφθῇ διάταξις ἐν τῷ νόμῳ κατὰ τὴν ὁποίαν, εἴτε δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εἴτε τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, νὰ δύνανται ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς φορολογίας τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα, ὅταν κριθῇ ὅτι ἡ μὴ ἀπαλλαγὴ ἐκ τῆς φορολογίας εἶναι δυνατὸν νὰ ματαιώσῃ ἢ νὰ βλάψῃ τὸν σκοπὸν τοῦ συνιστωμένου κληροδοτήματος. Περὶ αὐτοῦ πέρυσιν ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίσῃ εἰδικὸν νόμον, διότι θὰ ἐματαιοῦτο ὁλόκληρον κληροδότημα. Νὰ ὁρισθῇ δὲ καὶ ὁ τρόπος τῆς θελήσεως. Εἶμαι καθ’ ὁλοκληρίαν σύμφωνος ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς φορολογίας ἐπὶ τῶν κληρονομιῶν, μὲ μόνην τὴν διαφοράν, ὅπως ἀναφέρουσι πάντες οἱ οἰκονομολόγοι, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ δύο ἐκ τῶν μεγαλυτέρων πολιτικῶν τοῦ κόσμου, ὁ μέγας Γλάδστων καὶ ὁ μέγας Ἕλλην Τρικούπης, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπὲρ τῆς ἐπιβολῆς προοδευτικῆς καὶ ἀναλόγου φορολογίας, μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι τὴν φορολογίαν ταύτην ἤθελον μέχρις ὡρισμένου ὁρίου. Τὴν θεωρίαν αὐτὴν ἀποδέχεται καὶ ἡ σχολὴ ἡ λεγομένη Ὀρθόδοξος τῶν διαφόρων δημοσιολόγων, τῆς ὁποίας ἡγέτης θεωρεῖται ὁ Λερουὰ Μπωλιέ. Ὁ Γλάδστων ἀγορεύων ἐν τῇ Ἀγγλικῇ Βουλῇ εἶπεν ὅτι ἡ προοδευτικὴ φορολογία εἶναι δικαία, ἀρκεῖ μόνον νὰ γνωρίζῃ τις μέχρι ποίου σημείου πρέπει νὰ φθάσῃ, διότι ἡ ὑπερβολὴ ἐν τῇ προοδευτικῇ φορολογίᾳ ἄγει εἰς δήμευσιν. Ἐπίσης δὲ καὶ ὁ μακαρίτης Τρικούπης ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου τοῦ 1880 λέγει ὅτι ἀναγνωρίζει ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μέτρον ἐν τῇ φορολογίᾳ τοῦ κεφαλαίου, οἵα εἶναι καὶ ἡ παροῦσα, καὶ ἰσχυρίζεται διὰ τῆς ἐκθέσεως ὅτι προσπαθεῖ διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ μὴ ὑπερβῇ τὸ ἥμισυ τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματος, πάντως δὲ ἀποδέχεται ὅτι ὡς μέτρον ἐν τῇ φορολογίᾳ ταύτῃ πρέπει νὰ εἶναι τὸ ἐτήσιον τῆς φορολογουμένης περιουσίας εἰσόδημα, διότι, ἂν ὑπερβῶμεν καὶ τὸ μέτρον τοῦτο, φρονῶ ὅτι φθάνομεν εἰς καταστροφὴν τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ πηγὴ τῆς προόδου πάσης κοινωνίας, ἐνῷ, ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς πάντας, ὁ περιορισμὸς τοῦ κεφαλαίου φέρει καὶ τὸν περιορισμὸν τῆς ἐργασίας καὶ πάσης κοινωνικῆς προόδου. Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ὑπελόγισεν ὡς ἐτήσιον εἰσόδημα τὸ 5% καὶ ἐν τῇ φορολογίᾳ ὥρισεν ὅριον τὸ 2½%, νομίζω ὅτι ἐν τῇ σημερινῇ ἐποχῇ διὰ τὴν Ἑλλάδα δύναταί τις νὰ ὑπολογίσῃ ὡς μέτρον καὶ πέρα τοῦ 5%, διότι ὁ ὑπολογισμὸς ἐκεῖνος, τόσον παρὰ τοῦ Τρικούπη ὅσον καὶ παρὰ τῶν ἄλλων ὑπολογισάντων ἐν Εὐρώπῃ, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει εἰσοδήματος ἀποδιδομένου εἰς τὰ Εὐρωπαϊκὰ κεφάλαια τῆς ἐποχῆς ἐκείνης.
§283ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἠξεύρετε εἰς τὴν πατρίδα τοῦ Γλάδστωνος εἰς πόσον ἀνέρχεται ὁ φόρος αὐτὸς τῆς κληρονομίας; Μέχρι τοῦ ἑξαπλασίου τοῦ εἰσοδήματος.
§284Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἔτυχε, κύριε Πρόεδρε, νὰ γνωρίσω καὶ ἐμπράκτως τὴν ἐν Ἀγγλίᾳ φορολογίαν, ὅπου ὑπάρχουσι τρεῖς διάφοροι φόροι, ἀλλὰ δὲν ἐπιβάλλονται συγχρόνως· ὁ προκείμενος εἶναι 7% κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Νομίζω δὲ ὅτι ἐν τῷ καθορισμῷ τῶν λεπτομερειῶν τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων καὶ ἰδίως ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ποσοστὸν πρέπει νὰ εἴμεθα οἱ Ἕλληνες πολὺ προσεκτικοί, διότι δὲν ἀνεπτύχθη ἀκόμη πλουτοπαραγωγικῶς ἡ πατρίς μας ὅσον ἄλλαι Εὐρωπαϊκαὶ Χῶραι.
§285ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ ἐπικαλεῖσθε τὰ ἐν Εὐρώπῃ, διότι δὲν σᾶς συμφέρει.
§286Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὁμιλῶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς ὑποστηριζομένης ὑπὸ τῶν συγγραφέων καὶ τῶν μεγάλων πολιτικῶν ἀνδρῶν.
§287ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἔχει πολὺ κατώτερα τὰ ὅρια ἀπὸ τὰ ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ.
§288Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Τὸ γνωρίζω, καὶ δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι πρέπει μετὰ προσοχῆς νὰ βαδίσωμεν, διότι ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ἐν Γαλλίᾳ ἔχει συμπληρωθῇ ὄχι μόνον ὁ πολιτισμὸς ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ τε ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου πλούτου, ἂν δὲ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 1897 ὁ φόρος αὐτὸς πρὸς 2½% ἐν Ἑλλάδι ἔδωκε μόνον 58.000, μέχρι σήμερον ὑπάρχει τόση πρόοδος καὶ ἐπῆλθε τοιαύτη ἀνάπτυξις τῶν περιουσιῶν, ὥστε δικαιολογεῖται ἡ ἐλπὶς αἰσιωτέρων ἀποτελεσμάτων τοῦ τοιούτου φόρου. Ἐφιστῶ μόνον τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἵνα μὴ τυχὸν παρασυρθῶμεν καὶ ἀχθῶμεν εἰς τὸ ἀντίθετον ἀποτέλεσμα ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκομεν, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν οὔτε πιστεύω νὰ διαφεύγῃ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἐν Ἑλλάδι εἰσέρχονται καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέρχωνται πολλαὶ περιουσίαι ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ καὶ ἐν ᾗ περιπτώσει τὰς φορολογήσωμεν βαρέως δὲν κάμνομεν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν εἰσαγωγὴν τῶν χρησιμωτάτων διὰ τὴν πρόοδον τῆς Χώρας κεφαλαίων.
§289ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ἀπὸ ποῖον μέρος θὰ ἔλθωσιν αἱ περιουσίαι; Ὁπουδήποτε ἀλλοῦ καὶ ἂν εἶναι, θὰ πληρώσωσι πολὺ περισσότερα.
§290Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν θὰ λησμονῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅτι ἡ φορολογία αὕτη, διὰ νὰ δώσῃ καλὰ ἀποτελέσματα, πρέπει ἰδίως νὰ πέσῃ ἐπὶ μεγάλων περιουσιῶν, δὲν εἶναι δ’ ἄγνωστον εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ Ἑλβετία καὶ ἡ Γερμανία ἔχουσι καταργήσει τὸν φόρον ἐπὶ τῶν περιουσιῶν τῶν ξένων ὑπηκόων. Τοῦτο δ’ ἐγένετο ἀκριβῶς ἵνα ἐπωφεληθῶσι τὰ Κράτη ταῦτα τῆς ἐπιβληθείσης εἰς πάντα τὰ ἄλλα Κράτη φορολογίας τῶν περιουσιῶν καὶ διὰ ν’ ἀνοίξωσι τὰς θύρας καὶ εἰσέλθωσιν εἰς αὐτὰ αἱ διάφοροι περιουσίαι, αἵτινες μεγάλας ἀφήνουσιν ὠφελείας ἐκ τῆς κυκλοφορίας τῶν ἐντὸς τῶν Κρατῶν. Δὲν εἶναι δὲ δύσκολον ὁ θέλων νὰ καταδολιευθῇ τὸν νόμον καὶ ὅταν μάλιστα πρόκειται περὶ μιᾶς μεγάλης περιουσίας, τῆς ὁποίας καὶ ὁ φόρος θὰ εἶναι ἴσως ἄξιος τοῦ κόπου, δὲν εἶναι, λέγω, δύσκολον νὰ ἐξέλθῃ καὶ εὕρῃ καταφύγιον εἰς τὸ Ἐξωτερικόν. Διότι, ὡς γνωστόν, τὰ κεφάλαια δὲν ἔχουσι πατρίδα καὶ διὰ τοῦτο χωρὶς νὰ μεμφθῶ τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ πολεμῶ αὐτό, κατὰ βάσιν καὶ εἰς πάσας του τὰς διατάξεις, εἴς τινας μάλιστα καὶ πλειοδοτῶ, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἐπιστηθῇ ἡ δέουσα προσοχή, ὥστε νὰ μὴ ἀποκλείσωμεν τὴν προσέλκυσιν κεφαλαίων καὶ μὴ δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς φυγὴν τοιούτων. Ἀνακεφαλαιῶν συμπεραίνω ὅτι τὸ νομοσχέδιον καὶ δὴ τὸ πρῶτον ἄρθρον ἠδύνατο νὰ περιορισθῇ μόνον ὡς πρὸς τὴν τάξιν τῶν ἀμέσως κατιόντων ἥτις νὰ ἐξαιρεθῇ ἢ καὶ μόνον τῆς πρώτης γραμμῆς διὰ τὸ ποσὸν τῶν ἀγροτικῶν περιουσιῶν μέχρις εἰκοσιπέντε χιλιάδων, ἄλλως νὰ ἐπιβληθῇ ὡρισμένον τέλος καθοριζόμενον παγίως διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Νὰ ὑπαχθῶσι δὲ καὶ αἱ σύζυγοι εἰς τὴν πρώτην § τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἤτοι εἰς τὴν τάξιν τῶν κατιόντων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ κληρονομικοῦ ἡμῶν νόμου καὶ συμφώνως πρὸς τὴν κοινωνικὴν περὶ τῆς θέσεως τῆς συζύγου ἐν τῇ οἰκογενείᾳ ἑλληνικὴν ἀντίληψιν. Ἔχω καὶ ἄλλας τινὰς παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν διαφόρων ἄρθρων, ἀλλ’ ἐπιφυλάττομαι νὰ φέρω ταύτας κατὰ τὴν συζήτησιν ἑκάστου ἄρθρου.
§291ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Ἀθανασάκης ἔχει τὸν λόγον.
§292Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Κύριοι, οὔτε ἡ ὥρα εἶναι κατάλληλος, ἀλλ’ οὔτε ἡ Βουλὴ νομίζω ὅτι ἔχει ἀνάγκην ἄλλων θεωριῶν παρ’ ὅσας διὰ μακρῶν ἤκουσε. Θὰ περιορισθῶ μόνον νὰ ὑποβάλω δύο συντομωτάτας παρατηρήσεις εἰς τὸ ἄρθρον 1. Τὸ νομοσχέδιον κατατάσσει τὰς συζύγους εἰς τὴν τρίτην φορολογικὴν κλίμακα μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν. Νομίζω ὅτι τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐντελῶς ἄδικον καὶ ἀντικείμενον εἰς τὰς παρ’ ἡμῖν καθόλου ἀντιλήψεις τῆς οἰκογενείας. Ἡ σύζυγος παρ’ ἡμῖν τίθεται ἐν τῇ οἰκογενείᾳ ἐν ἴσῃ μοίρᾳ μετὰ τῶν τέκνων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸν νόμον ἡ σύζυγος προτιμᾶται καὶ τῶν ἀνιόντων καὶ τῶν ἀδελφῶν, ὅταν πρόκειται νὰ ἔλθῃ εἰς ἐπιτροπείαν τῶν τέκνων, καὶ κληρονομικῷ δὲ δικαιώματι ἔρχεται ἐν τῇ αὐτῇ μετὰ τῶν τέκνων μοίρᾳ. Εἶναι λοιπὸν δίκαιον νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν πρώτην φορολογικὴν κλίμακα, τὴν τῶν κατιόντων.
§293ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§294Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μόνον νὰ μειωθῇ· ἀπὸ τρία νὰ γίνῃ δύο.
§295Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Σήμερον τί εἶναι;
§296Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ νέου φόρου, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλεται καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν ἂν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταταχθῇ εἰς ἄλλην κλίμακα. (Διάλογοι). Ἀλλὰ καὶ ἄλλως μειονεκτεῖ ἡ σύζυγος, διότι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλο ἐπάγγελμα οὐδὲ ἡλικίαν ἴσως ὅπως ἐργασθῇ καὶ ἑπομένως μειονεκτεῖ τῶν τέκνων. Δευτέρα παρατήρησις τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ ὑποβάλω εἶναι τὸ βαρὺ τῆς φορολογίας ὡς πρὸς τοὺς κατιόντας καὶ ἀνιόντας. Οὐδεὶς βεβαίως ἀμφισβητεῖ ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθῶσι καὶ οἱ κατιόντες, ὅσον ἀντιπαθὴς καὶ ἂν εἶναι ἡ φορολογία αὐτῶν, ἀλλ’ ἡ φορολογία πρέπει νὰ εἶναι τοιαύτη ὥστε νὰ μὴ φέρῃ ἐξέγερσιν, ἥτις συνεπάγεται τὴν ἀποτυχίαν τοῦ νόμου. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀναπτύξαντα μετὰ μεγάλης ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας τὴν θεωρίαν ἐπὶ τῆς ὁποίας βασίζεται ὁ φόρος ἐπὶ τῆς κληρονομίας, ἀλλὰ δὲν ἤκουσα τοὺς λόγους οἵτινες ἔκαμαν αὐτὸν ν’ αὐξήσῃ τὴν φορολογικὴν κλίμακα ἀμέσως μόλις ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον.
§297Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αἱ ἀνάγκαι τοῦ Κράτους.
§298Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μόλις εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον καὶ πρὶν ἀκόμη συζητηθῇ ηὔξησε διὰ τροποποιήσεως τὴν φορολογικὴν κλίμακα χωρὶς νὰ μᾶς εἴπῃ τὸν λόγον. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπερβῶμεν ἓν λογικὸν μέτρον, τὸ δὲ μέτρον ἐπὶ τῆς παρούσης περιστάσεως εἶναι νὰ ἴδωμεν τί συμβαίνει εἰς τὰ ξένα Κράτη. Κατὰ τὸν ἐπισυνημμένον εἰς τὸ νομοσχέδιον πίνακα βλέπομεν ὅτι εἰς τὴν Ἰταλίαν οἱ κατιόντες καὶ ἀνιόντες φορολογοῦνται μὲ ποσοστὸν maximum 3.60%· τὸ μέγιστον ὅριον ἀρχίζει ἀπὸ 80 λεπτά, ἐνῷ ἡμεῖς φθάνομεν εἰς κλίμακα ἑπτὰ καὶ ὀκτὼ τοῖς ἑκατόν, ἐπὶ δὲ ἀδελφῶν φθάνομεν εἰς ἕνδεκα, καὶ δύο, τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, γίνονται δέκα τρία. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ ἦτο φρονιμώτερον νὰ ἐπανέλθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ἀρχικὴν κλίμακα τοῦ νομοσχεδίου καί, ὅταν βεβαιωθῇ ὁ φόρος, τότε δύναται νὰ τὴν αὐξήσῃ.
§299Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Μίαν τροπολογίαν ἔχω νὰ ὑποβάλω, ἡ ὁποία νομίζω ὅτι εἶναι σύμφωνος πρὸς τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον διέπει τὴν παράγραφον αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ διατυπώσει ἐγγράφως ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάταξις ὅτι ὁ φόρος μειοῦται εἰς τὸ ἥμισυ κατὰ τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ φορολογητέα περιουσία ἀποτελεῖται κατὰ τὸ ἥμισυ τοὐλάχιστον ἐξ ἀγροτικῶν κτημάτων νὰ τεθῇ μετὰ τὸ ἐδάφ. γʹ τοῦ ἄρθρου οὕτως ὥστε νὰ ἀφορᾷ καὶ εἰς τὰς τρεῖς περιπτώσεις τῶν ἐδαφ. αʹ, βʹ καὶ γʹ». Ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν λαμβάνων ταύτην ὑπ’ ὄψιν δύναται νὰ διαρρυθμίσῃ τὸ ἄρθρον οὕτως ὥστε νὰ γίνῃ μία ἐπέκτασις τοῦ εὐεργετήματος αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τῶν προσώπων τῶν ἐδαφίων βʹ καὶ γʹ τοῦ ἄρθρ. 1, καὶ μάλιστα, ἂν τὸ νομίζητε δίκαιον, δύναται ν’ αὐξηθῇ τὸ ὅριον τῶν περιουσιῶν τούτων μέχρι 50.000 δρχ., διότι ἡ ἀκίνητος ἀγροτικὴ περιουσία ἀποδίδει ἀφ’ ἑνὸς ὀλιγώτερα εἰσοδήματα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶναι ἐκείνη ἥτις ὑπὲρ πᾶσαν ἄλλην καὶ δὴ ἐν συγκρίσει πρὸς τὴν χρηματικὴν πληρώνει κατ’ ἔτος φόρους διαφόρους, ὥστε δικαιοῦται εὐμενείας καὶ ἐπιεικείας ἐν τῷ παρόντι νόμῳ.
§300Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριοι, θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον ὡς ἐπιβάλλον φόρον ἐπὶ τῶν κεφαλαίων δίκαιον καὶ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἠδυνάμην μάλιστα καὶ ἐγὼ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τὴν ὑποβολὴν τοιούτου νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν ἐπέβαλλε φόρον ἐπὶ τῶν κατιόντων. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1885, εἶχεν ἐπιβληθῆ φορολογία εἰς τέλη χαρτοσήμου εἰς τὰς περιουσίας τῶν κατιόντων, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ προκειμένου νὰ τεθῇ βάσις φορολογικὴ ὡρίσθη τὸ ποσὸν εἰς τὰς 50.000 δρχ. καὶ ἄνω. Ἀλλ’ ὁ νομοθέτης τοῦ 1887, ἐνῷ τοσοῦτον ἐλαφρὰ ἦτο ἡ φορολογία, μετὰ δύο ἔτη, κατήργησε τὸν φόρον τοῦτον μὲ τὴν αἰτιολογίαν ὅτι δύναται νὰ ἐπιβληθῇ οὗτος, ἀφοῦ δὲν εἶναι ἀπαλλοτρίωσις περιουσίας καὶ διότι ἡ περιουσία αὐτὴ πρέπει νὰ παραμένῃ ἐν τῇ οἰκογενείᾳ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν βάσις τοῦ φορολογικοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἐπιβληθῇ φόρος εἰς ἀπαλλοτρίωσιν περιουσίας, ἐφ’ ὅσον εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ περιουσία ἡ ἀγροτικὴ κτᾶται τῇ κοινῇ ἐργασίᾳ πάντων, διότι τὸ τέκνον τοῦ ἀγρότου ἀπὸ μικρᾶς ἡλικίας συνεργάζεται μετὰ τοῦ πατρὸς ὡς καὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια, καὶ ὅσον πολλαὶ εἶναι αἱ χεῖρες τόσον περισσότερον αὐξάνει ἡ περιουσία, ἐφ’ ὅσον τοιαύτη εἶναι ἡ βάσις τῆς ἀγροτικῆς περιουσίας, ὁσονδήποτε καὶ ἂν εἶναι μικρὸν τὸ ποσοστὸν τοῦ φόρου, δὲν συντελεῖ εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ θέσῃ ὡς ἀρχὴν τὴν διάλυσιν τῆς οἰκογενείας. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπιμένῃ νὰ θέσῃ ὡς βάσιν ποσοστὸν φορολογίας ἐπὶ κατιόντων ὁσονδήποτε μικρὸν διὰ λόγους κοινωνικούς, διὰ λόγους καθαρῶς ἑλληνικοὺς πρέπει προκειμένου περὶ τῆς μικρᾶς αὐτῆς ἀγροτικῆς περιουσίας, ἡ ὁποία γίνεται τῇ κοινῇ συνεργασίᾳ πατρὸς καὶ υἱοῦ καὶ ὅλης τῆς οἰκογενείας, ποσοστὸν τῆς κληρονομίας ταύτης νὰ μείνῃ ἀφορολόγητον, διότι τὸ ποσοστὸν τῆς κληρονομίας τῶν 1000 δρχ. ὅπερ ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐλάχιστον· θὰ προέτεινον οἱονδήποτε ποσοστὸν μεγαλύτερον, τὸ ὁποῖον θ’ ἀφήσω εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν νομίζῃ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 15.000 δρχ. εἶναι πολύ, πάντως πρέπει ἡ περιουσία ἡ κληρονομικὴ μέχρι ὡρισμένου ποσοστοῦ, ἔστω καὶ μέχρι τῶν 5 χιλ. δραχμῶν, ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα, ἵνα τοιουτοτρόπως μὴ θελήσωμεν εἰσάγοντες φορολογίαν εἰς τὴν οἰκογένειαν διὰ περιουσίαν κοινῶς κτηθεῖσαν, ἡ ὁποία θὰ διανεμηθῇ πρὸ τοῦ θανάτου τοῦ πατρός, μὴ θελήσωμεν, λέγω, νὰ εἰσπράξωμεν τὸ ποσὸν τοῦτο, διότι ἐκτὸς τῶν κακῶν τὰ ὁποῖα θὰ φέρῃ ἡ φορολογία αὐτὴ περισσότεραι θὰ εἶναι αἱ δαπάναι αἱ ὁποῖαι θὰ χρειασθῶσι διὰ τὴν βεβαίωσιν αὐτοῦ τοῦ φόρου καὶ περισσότεροι θὰ εἶναι οἱ κόποι οἱ ὁποῖοι θὰ καταβληθῶσι διὰ τὴν δήλωσιν καὶ διὰ τὴν ἔρευναν τῆς φορολογίας ἀπὸ τὸ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξῃ τὸ Δημόσιον, ἀπὸ τὸ ἐλάχιστον ποσοστὸν τῆς κληρονομίας τῶν κατιόντων. Ἂν λόγοι στατιστικοί, ὡς λέγει τὸ νομοσχέδιον, ἐπιβάλλουσι τὴν ἐπιβολὴν φορολογίας εἰς μικρὰν περιουσίαν ἀγροτικήν, θὰ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀφεθῇ ἀφορολόγητος ἡ περιουσία καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι πάντες θὰ σπεύσωσι νὰ τὴν δηλώσωσιν, ἀφορολόγητον οὖσαν. Ἐὰν θελήσητε νὰ ἐπιβάλητε φορολογίαν, νὰ εἶσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν θὰ δηλώσωσι ταύτην. Θὰ ἠδυνάμην, κύριοι Βουλευταί, ἂν ἦτο ἡ ὥρα κατάλληλος, ν’ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς ὅτι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοί, οἱ ὁποῖοι ἀνέμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν προστασίαν μεγαλυτέραν ἐκείνης ἡ ὁποία παρεσχέθη εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν πόλεων, διότι καὶ οἱ γεωργοὶ εἶναι ἐργάται, ὅτι οἱ ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ ἀνέμενον ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἀπαλλαγὴν φόρου.
§301ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πιστεύω κανεὶς νὰ θέλῃ ἀπαλλαγὴν φόρου μετὰ δύο πολέμους.
§302Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἀνέμενον ὅμως ἐπιβολὴν νέας φορολογίας οἱ ἀγρόται, οἱ ὁποῖοι ἀνέμενον ἀνακούφισιν μεγαλυτέραν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους θὰ παρακαλέσω, ὅπως ἡ Κυβέρνησις μὴ ἐπιμείνῃ ἔστω καὶ εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρου ἐλαχίστου ποσοστοῦ διὰ τοὺς λόγους οὓς ἀνέπτυξα.
§303Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἰδιαιτέρως ἐξ ὅλων ἐτονίσθη, κύριοι Βουλευταί, εἶναι ἡ φορολογία τῶν κατιόντων. Κατὰ τὰ λοιπὰ τὸ νομοσχέδιον θέλει ν’ αὐξήσῃ τὴν ὑφισταμένην φορολογίαν. Καὶ ἀκριβῶς προκειμένου περὶ τῶν παρατηρήσεων αἵτινες ἐγένοντο διὰ τὴν μικρὰν περιουσίαν δέον νὰ ληφθῶσιν αὗται ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἡ φορολογία εἶναι ἄσχετος· δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πρόκειται περὶ τῶν διατυπώσεων τὰς ὁποίας ἔχει ἡ τοιαύτη φορολογία καὶ περὶ τῶν ἄλλων θεωριῶν. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, διὰ νὰ ἐννοήσῃ τις μίαν τοιαύτην φορολογίαν, θ’ ἀνατρέξῃ εἰς δικηγόρον.
§304ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Θὰ ὑποβληθῇ τροπολογία μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ, μέχρις 25.000 δραχμῶν.
§305Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν νὰ εἰσαγάγητε τροπολογίαν, ἵνα ἀποφύγωμεν αὐτοὺς τοὺς κινδύνους. Ἐκεῖνο προσέτι ὅπερ θέλω νὰ παρατηρήσω εἶναι αἱ διακρίσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται μεταξὺ πρώτου καὶ δευτέρου βαθμοῦ. Λέγετε π. χ. ὅτι τὸ τέκνον πρώτου βαθμοῦ φορολογεῖται κατὰ τὸ αʹ ἐδάφιον· ὁ ἔγγονος κατὰ τὸ βʹ ἐδάφιον καὶ οὕτω καθεξῆς. Αὐτὸ εἶναι μία φορολογία ἄδικος, διότι ὁ ἔγγονος διατελεῖ ὑπὸ τὰς αὐτὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας διατελεῖ καὶ ὁ υἱός· διότι μία εἶναι ἡ βάσις τῆς φορολογίας, ἡ βάσις ἡ κληρονομική. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλη. Καί, ἐπειδὴ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν πολλὰς διακρίσεις, διὰ τοῦτο ἀκριβῶς πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν βάσιν ἐκείνην τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ νομοσχέδιον ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὴν ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχήν. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ὅσον καὶ ἂν εὑρίσκω ὀρθὴν τὴν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον θέτον μίαν βαρυτέραν φορολογίαν ἐπὶ τὸν κατώτερον βαθμὸν τῶν κατιόντων, τοῦθ’ ὅπερ εἶναι προσήλωσις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς διαθέσεις αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρξωσιν ὡς πρὸς τὸ κληρονομικὸν δικαίωμα ἐξ ἀδιαθέτου, εὑρίσκω ὅτι ἡ ἐκτέλεσις αὐτὴ δὲν γίνεται εἰς ἄλλο πρόσωπον, τὸ ὁποῖον σήμερον συζητεῖται ἀπὸ ἀπόψεως κληρονομικοῦ δικαίου. Ἡ σύζυγος κατ’ οὐδεμίαν τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν ἀνήκει εἰς ἣν τάξιν ἀνήκει παρ’ ἡμῖν ἀπὸ ἀπόψεως κληρονομικοῦ δικαίου, ἂν δὲν εἶναι ἄπορος καὶ ἄπροικος, μεθ’ ὅλους τοὺς συγγενεῖς. Τοῦτο ἐκδηλοῦται ὅμως ἐν τῇ συντάξει, διότι ἡ σύζυγος λαμβάνει σύνταξιν ἀμέσως μετὰ τῶν τέκνων, εἶναι δὲ ἡ σύνταξις μία πραγματικὴ περιουσία, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν σύζυγον ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου. Ἐν τούτοις ἐρχόμεθα τώρα νὰ τὴν ἀπομακρύνωμεν διὰ τῆς φορολογίας αὐτῆς, ἐνῷ, ἂν θέλωμεν νὰ ἐκδηλώσωμεν τὴν πραγματικὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐκ τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου καὶ τῆς ἐξ ἀδιαθέτου διαδοχῆς, πρέπει νὰ ῥυθμίσωμεν καὶ τὸν φόρον αὐτὸν καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δεδικαιολογημένον ἂν ἡ σύζυγος ταχθῇ μετὰ τῶν κατιόντων, διότι εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν τάσσεται καὶ ὅταν λαμβάνῃ τὴν σύνταξιν. Τρίτη παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ κάμω, εἶναι ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 25.000 δρχ. πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ καὶ εἰς τὰς δύο γραμμάς, διότι συντρέχουσιν οἱ αὐτοὶ λόγοι. Νομίζω, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τὰ ἀναπτυχθέντα ὑπὸ πάντων τῶν ὁμιλησάντων πρέπει νὰ τὰ μελετήσητε σοβαρώτερον, διότι δὲν εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὑπεστήριξαν διὰ ν’ ἀντιπολιτευθῶσι τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ εἶναι ζητήματα πηγάζοντα ἐξ αὐτῆς τῆς βάσεως ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀφορμᾶται τὸ νομοσχέδιον.
§306ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἀπὸ ἄλλης ἀπόψεως κρίνουσι τὸ νομοσχέδιον οἱ κύριοι Βουλευταὶ καὶ ἀπὸ ἄλλης ἡ Κυβέρνησις.
§307Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι δὲν πρόκειται ν’ αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τοῦ φόρου μὲ τὴν μεταβολὴν αὐτήν, ἂν περιωρίζετο μέχρις 25.000 δρχ., διότι αἱ κληρονομικαὶ μερίδες τῶν 10.000 δρ. εἶναι αἱ ἐλάχισται, αἱ ὁποῖαι δὲν θὰ σᾶς ἀποδώσωσι τίποτε. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ποσοῦ τοῦ φόρου τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπράξητε. Θέσατε ἓν ὡρισμένον ποσὸν πρὶν φύγητε ἀπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς διατιμήσεως καὶ τῆς ἐκτιμήσεως. Νομίζετε ὅτι κάμνετε καμμίαν ἐλάφρυνσιν μὲ τὸ ὅτι θὰ δηλώσωσιν εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Κοινότητος; Τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι κακὸν περιοριζόμενον διὰ τοῦ νομοσχεδίου εἰς μόνους τοὺς κατιόντας. Ἂν τοῦτο εἶναι μία ἐλάφρυνσις, πρέπει νὰ παράσχητε αὐτὴν εἰς πάντας, διότι ὁ φόρος δὲν εἶναι ποινή, ὥστε νὰ εἴπῃ τις ὅτι ὑπὸ ἐλαφροτέρους ὅρους θὰ πληρώσῃ ὁ εἷς καὶ ὑπὸ βαρυτέρους ὁ ἄλλος. Ἂν νομίζητε ὅτι παρέχετε εὐκολίαν εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ φόρου, ἡ εὐκολία αὕτη πρέπει νὰ παρασχεθῇ εἰς πάντας, διότι τοιουτοτρόπως θὰ δυνηθῆτε νὰ εἰσπράξητε καὶ πλείονα. Ἐξ ἄλλου πάντες δικαιοῦνται νὰ σᾶς ζητήσωσι τὴν εὐκολίαν αὐτήν, ἣν καὶ ὑμεῖς ἔχετε καθῆκον νὰ κάμητε, διὰ νὰ δύνασθε εὐκολώτερον νὰ εἰσπράττητε τοὺς φόρους. Πλὴν τούτου ἔχω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν. Εἰς μίαν προσθήκην τὴν ὁποίαν ἐκάμετε εἰς ἓν τῶν τελευταίων ἐδαφίων λέγετε ὅτι (ἀναγινώσκει)· «ὁ φόρος οὗτος περιορίζεται εἰς τὸ ἥμισυ κλπ». Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου δύναται νὰ δώσῃ χώραν εἰς παρερμηνείαν. Νὰ εἴπητε ἁπλούστατα «ἂν κληρονομήσῃ ἕτερον πρόσωπον τὸ πληρῶσαν φόρον ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας», διότι, ἂν εἴπητε «ἡ αὐτὴ κληρονομικὴ μερίς», πῶς θὰ εὕρητε ὁποία τις εἶναι ἡ αὐτὴ μερίς; Ὁ πρῶτος κληρονομεῖ 20.000.
§308ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἂν ἀποθάνῃ καὶ ἀφήσῃ 100.000 δρχ., αἱ 20.000 θὰ φορολογηθῶσιν ὀλιγώτερον.
§309Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς διατυπώσεως. Λέγετε ἐπίσης «κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ παρόντος»· ἐννοεῖτε τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ;
§310Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1, προκειμένου περὶ τῶν ἀπαλλαγῶν, παρατηρεῖται μία ἀντίθεσις (ἀναγινώσκει)· «Ἀπαλλάσσονται κλπ.»
§311ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑποθέσατε μίαν κληρονομικὴν ὁμάδα 100.000 δρχ. καὶ ὅτι ἀφήνει ὁ κληρονομούμενος χιλίας δραχμὰς εἰς τὴν ὑπηρέτριάν του.
§312Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μόνον αὐτὴν τὴν περίπτωσιν θέλετε νὰ ἐξαιρέσητε;
§313ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Αὐτὰς τὰς χιλίας δραχμὰς φυσικὰ ἠθελήσαμεν νὰ τὰς ἐξαιρέσωμεν. Ὑπάρχει τέλος τῆς κληρονομίας τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ, ἀλλ’ ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ ἐδῶ μίαν ἀκόμη φορολογίαν. Τώρα ὑποθέσατε ὅτι ἀφήνει χωρικὸς 2.000 εἰς τὸν υἱόν του. Καίτοι ἡ κληρονομικὴ μερὶς εἶναι ὑπὲρ τὰς χιλίας δραχμὰς, εἶναι 2.000, ἀφήνομεν αὐτὴν ἀπηλλαγμένην.
§314Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὅταν εἶναι 5 τέκνα καὶ ἡ κληρονομικὴ ὁμὰς εἶναι 5.000 καὶ ἡ κληρονομικὴ μερὶς εἶναι χίλιαι δρχ. δὲν θὰ πληρώσωσιν;
§315ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἂν εἶναι 100.000 ἡ κληρονομία καὶ μοιρασθῇ εἰς 100 ἀνθρώπους ἀπὸ χιλίας, φυσικὰ δὲν θὰ λάβῃ τίποτε τὸ Δημόσιον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1).
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§317Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ἔχω νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 2 σημειοῦται ὡς φορολογητέα καὶ ἡ συνεισενεκτέα περιουσία.
§318ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ ἔννοια τῆς φράσεως εἶναι ὅτι...
§319Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ζητεῖτε ὅθεν νὰ φορολογηθῇ ἡ προὶξ ἀδιαφόρως ἂν συνεισενεχθῇ ἢ ὄχι καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἀποκλείσητε τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν αὕτη δὲν συνεισφέρεται δι’ ἀποποιήσεως τῆς κληρονομίας καὶ καθ’ ἣν θὰ διαφεύγῃ τῆς φορολογίας. Νομίζω ὅτι ἡ διατύπωσις εἶναι ἄστοχος καὶ θὰ διαφεύγῃ πάντοτε, διότι τίθεται ὡς βάσις ὅτι ἡ προὶξ θὰ φορολογῆται καθ’ ὃν χρόνον διὰ θανάτου τοῦ προικοδότου θὰ καθίστατο αὕτη συνεισενεκτέα περιουσία. Ἀλλὰ πλεῖσται περιπτώσεις ὑπάρχουσι καθ’ ἃς ἡ προὶξ δὲν εἶναι συνεισενεκτέα, διότι, ἵνα καταστῇ ἡ προὶξ συνεισενεκτέα, πρέπει νὰ συντρέξωσιν αἱ προϋποθέσεις τοῦ νόμου, δηλ. νὰ προαποβιώσῃ ὁ προικοδότης καὶ νὰ κληθῇ εἰς τὴν κληρονομίαν ἡ προικισθεῖσα. Ἀλλ’ ὅταν μία κόρη ἡ ὁποία ἔλαβε προῖκα 10.000 δραχ. προαποβιώσῃ ἡ προίξ της θὰ μεταβῇ εἰς τοὺς κληρονόμους της καὶ μάλιστα δύνανται νὰ ἐπακολουθήσωσι καὶ ἄλλαι διαδοχαί, ὥστε νὰ μὴ εἶναι συνεισενεκτέα, ὁπότε θὰ διαφεύγῃ. Ἐκτὸς ὅμως τούτου ἡ διάταξις ὡς διατυποῦται ἔρχεται νὰ φορολογήσῃ τὴν προῖκα εἰς χρόνον μέλλοντα, μετὰ 10 ἢ 20 ἢ 30 ἔτη, ὁπότε ἤθελε καταστῆ συνεισενεκτέα. Τοῦτο ὤφειλε νὰ μὴ διαφύγῃ ὑμᾶς ὡς Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι τότε δὲν θὰ εὕρητε οὔτε προῖκα οὔτε τίποτε πρὸς πραγμάτωσιν τοῦ φόρου. Νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον τίθεται ἡ ἀρχὴ νὰ φορολογῶνται λόγῳ κληρονομίας οἱ κατιόντες μὲ τὸ ἐλάχιστον ποσόν, ἡ ἰσότης ἐπιβάλλει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ αὐτὸ ποσὸν τῆς ἐλαφρᾶς φορολογίας καὶ ἐπὶ τῆς προικός. Οὐδεὶς λόγος συντρέχει ὅπως ἐξαιρέσωμεν τὴν προῖκα. Εἶναι ἡ αὐτὴ κληρονομικὴ μερὶς τὴν ὁποίαν λαμβάνουσι τὰ θήλεα προεξοφλητικῶς διὰ τῆς προικίσεως, ἐνῷ τὰ ἄρρενα διὰ τῆς κληρονομίας. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφομοιωθῶσι καὶ αἱ προῖκες μὲ τὰς ἄλλας κτήσεις λόγῳ κληρονομίας, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι λόγῳ τῶν ἰδιαιτέρων συνθηκῶν πρέπει χάριν εὐμενείας πρὸς τὴν προῖκα νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν τὰς αὐτὰς ἀναλογίας, ἀλλ’ ἐπιεικεστέρας, οὕτως ὥστε νὰ δειχθῶμεν ἐπιεικέστεροι. Ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαῖον νὰ διαγράψωμεν ἐν ἰδίῳ ἄρθρῳ σύστημα πλῆρες φορολογίας τῆς προικὸς μὲ ὡρισμένον ποσοστόν. Ἠθέλομεν δὲ καταδείξει μεγαλυτέραν εὐμένειαν πρὸς τὴν προῖκα, ἐὰν ἐξαιρέσωμεν τῆς φορολογίας τὰς μικρὰς προῖκας, π.χ. μέχρι τῶν 10.000 δραχμῶν, οὕτως ὥστε νὰ ὑποστηρίξωμεν καὶ τὴν προίκισιν τῶν θυγατέρων τῶν λαϊκῶν οἰκογενειῶν. Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου συστήματος καὶ τοιαύτης διαρρυθμίσεως τοῦ νομοσχεδίου θ’ ἀχθῶμεν ἀσφαλέστερον εἰς τὸν σκοπὸν τῆς φορολογίας τῆς προικός. Ἀκολουθοῦντες δὲ αὐτοτελὲς τοιοῦτο σύστημα θὰ δυνηθῶμεν νὰ προλάβωμεν καὶ πολλὰ ἄτοπα, οὕτως ὥστε μία περιουσία φορολογηθεῖσα ὡς προὶξ καὶ περιερχομένη συντόμως λόγῳ κληρονομίας εἰς ἕτερον ἢ καὶ τ’ ἀνάπαλιν, ὅταν περιουσία φορολογηθεῖσα ὡς κληρονομία δίδεται εἰς προῖκα, ν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς πληρωμῆς διπλοῦ φόρου. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σκέψεων αὐτῶν ἔχω ὑποβάλει τροπολογίαν ἐγγράφως, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μελετήσητε.
§320Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς φορολογικὸν νόμον τὸ νὰ θέσητε μίαν διαβάθμισιν, ἡ ὁποία ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ κληρονομικὸν δίκαιον, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάρχουσι τόσαι ἀμφισβητήσεις ποία εἶναι ἡ κατὰ νόμον συνεισενεκτέα περιουσία, νομίζω ὅτι εἶναι κατ’ ἀρχὴν ἄτοπον. Γνωρίζετε πόσα ζητήματα γεννῶνται ἂν οἱ ἀπώτεροι ὑποχρεοῦνται νὰ συνεισφέρωσι, πότε ὑποχρεοῦνται κτλ. Εἶναι τὸ πλέον λαβυρινθῶδες ζήτημα, διὰ τὸ ὁποῖον καὶ ἡ Νομικὴ Σχολὴ τοῦ Πανεπιστημίου προεκήρυξε διαγωνισμὸν καὶ πολλὰ ἔχουσι γραφῆ. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ μοὶ εἴπητε τί ἐννοεῖτε λέγοντες συνεισενεκτέα περιουσία. Ἀπὸ τὸ κληρονομικὸν δίκαιον ὁρίσατε, διότι δὲν ἐννοῶ νὰ ἔχωσιν οἱ φορολογούμενοι νὰ λύσωσι τὰ ζητήματα τοῦ κληρονομικοῦ δικαίου μὲ τὸν ἔφορον. Συζητεῖται παρ’ ἡμῖν ἂν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιαύτη καὶ ἡ δαπάνη τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ πατὴρ εἰς τὸ τέκνον του ἵνα σπουδάσῃ. Καὶ θὰ γεννηθῇ τὸ ζήτημα ἂν ἡ δαπάνη αὕτη ὑπόκειται εἰς τὴν περιουσίαν ἢ ὄχι. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὁρίσητε τί ἐννοεῖτε ὑμεῖς. Ἐκ τῶν λόγων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἀντελήφθην ὅτι ἐννοεῖ συνεισενεκτέαν περιουσίαν, εἴτε συνεισφέρει εἴτε ὄχι, ἀρκεῖ ὅτι εἶναι κατὰ νόμον ὑπόχρεος. Ὡσαύτως γεννᾶται καὶ τὸ ζήτημα τῶν ἐν ζωῇ δωρεῶν αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς τὰς συνεισενεκτέας περιουσίας. Ὑποθέσατε ὅτι δὲν εἶναι συνεισενεκτέα ἡ δωρεὰ ἐν ζωῇ, διότι πιθανὸν νὰ τὴν ἔλαβον ἀπὸ ξένον, ὁπότε δὲν ὑποχρεοῦμαι εἰς συνεισφοράν, καὶ ὅτι αὐτὸς μὲ ἀφῆκε κληρονόμον, διότι δὲ μὲ ἀφῆκε κληρονόμον θὰ ἔλθω νὰ πληρώσω φόρον. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον.
§321ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν φορολογεῖ τὰς δωρεάς.
§322Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁμιλεῖ γενικῶς. Κάμνω δὲ τὴν παρατήρησιν αὐτήν, διότι ὑποθέτω ὅτι θὰ σᾶς διέφυγε.
§323Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λέγει τὸ ἄρθρ. 12 «ὁ καταβληθεὶς φόρος... κτλ.»
§324Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἰδοὺ τί προκύπτει. Ὁ Α. ἔλαβε μίαν δωρεὰν διὰ τὴν ὁποίαν ἐπλήρωσε τὸν φόρον· ἐὰν δὲν γίνῃ κληρονόμος, δὲν θὰ πληρώσῃ τίποτε ἐπὶ πλέον διὰ τὴν δωρεὰν αὐτήν. Ἐὰν γίνῃ κληρονόμος ἢ κληροδόχος, θὰ πληρώσῃ διὰ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἐκ τῆς κληρονομίας, θὰ πληρώσῃ καὶ διὰ τὴν δωρεὰν αὐτήν. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ ὅ,τι ἤθελε νομίσει ὀρθὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἂς κάμῃ. Τὴν αὐτὴν παρατήρησιν κάμνω καὶ εἰς τὴν αἰτίᾳ θανάτου, ἡ ὁποία εἶναι ἐπίσης κληροδότημα. Ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον θέλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι αἱ ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις. Δι’ αὐτὰς λέγετε ὅτι αἱ ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις ὑπολογιζόμεναι εἰς τὴν ὀνομαστικήν των ἀξίαν συμπεριλαμβάνονται εἰς τὴν κληρονομικὴν ὁμάδα καὶ ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον τῶν κληρονομιῶν. Προσθέτετε δὲ ὅτι ἀπαλλάσσονται προσωρινῶς τοῦ φόρου, ὥστε δὲν θὰ πληρώσωσι φόρον κληρονομικόν, δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν φόρον τῆς κληρονομίας. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί θὰ συμβῇ; Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχουσιν ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις θ’ αὐξήσῃ ὁ φόρος τῆς κληρονομίας. Γνωρίζετε δὲ ὅτι αἱ περιουσίαι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἰδίως δὲ εἰς τὰς ἐπαρχίας, συνίστανται κατὰ μέγα μέρος ἀπὸ ἀπαιτήσεις. Τὸ νὰ θέλητε δὲ νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς τὰς ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις εἶναι ἀδικώτατον.
§325ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν). Ὡς βλέπετε, ἐν τῷ ἄρθρῳ ὑπάρχει καὶ εὐκολία νὰ παραιτηθῇ ὁ ἰδιώτης τῶν ἀπαιτήσεων αὑτοῦ.
§326Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Γνωρίζετε ὅτι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ Ρωμαϊκῷ Δικαίῳ περὶ αὐτοῦ, διότι τὸ φαλκίδειον τέταρτον κάμνει αὐτοὺς τοὺς ὑπολογισμούς. Ἀλλὰ δὲν δύνασθε κατ’ οὐδένα λόγον νὰ λάβητε καὶ ὑπολογίσητε ὡς περιουσίαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ δύναται νὰ μὴ ὑπάρχῃ. Δὲν εὑρίσκω δὲ ὀρθὸν ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον καταλήγει τὸ νομοσχέδιον, ὅτι δύναται ὁ φορολογούμενος ἐντὸς διετίας ἀπὸ τοῦ θανάτου νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν εἴσπραξιν τῆς ἀπαιτήσεως διὰ τῆς ἐγέρσεως ἀγωγῆς ἢ ἀσκήσεως ἑτέρου νομίμου μέσου, ἄλλως εἰσπράττεται ὁ φόρος ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἢ ὑποχρεοῦται ὁ δικαιοῦχος τῆς κληρονομικῆς ἀπαιτήσεως νὰ ἐκχωρήσῃ ταύτην εἰς τὸ Δημόσιον.
§327ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐὰν θέλῃ.
§328Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἂν θέλῃ εἶναι ἐλευθερία, ἐνῷ τὸ πρᾶγμα εἶναι βία. Λέγετε μὲ τὴν διάταξίν σας νὰ γίνῃ διοικητὴς τῆς περιουσίας του τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι τελείως ἄχρηστον.
§329ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τί προτείνετε;
§330Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχω νὰ προτείνω τοῦτο· νὰ μὴ ὑπολογίζωνται αἱ ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις εἰς τὴν ὀνομαστικὴν αὐτῶν ἀξίαν, ἀλλὰ νὰ γίνεται μία ἐκτίμησις, διότι αὐτὸ τὸ ὁποῖον τίθεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν εἶναι τὸ ὀρθόν. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὰς περιουσίας τὰς κειμένας εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν τί ἐννοεῖτε μὲ τὴν διάταξιν ὅτι ἐκπίπτεται ὁ διὰ τὰς αὐτὰς περιουσίας καταβληθεὶς ἀντίστοιχος φόρος εἰς ὃ Κράτος αἱ περιουσίαι αὗται κεῖνται; Ἐννοεῖτε ὅτι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸν πληρωτέον εἰς ὑμᾶς φόρον ὁ πληρωθεὶς εἰς τὸ Ἐξωτερικόν;
§331ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαίως. Καὶ ἐὰν ὁ εἰς τὸ Ἐξωτερικὸν πληρωθεὶς εἶναι ἀνώτερος ἐκείνου ὁ ὁποῖος πληρώνεται παρ’ ἡμῖν, ὡς τοῦτο συμβαίνει ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ὁ φόρος εἶναι μέγας, τότε δὲν θὰ πληρώσῃ τίποτε ἐδῶ.
§332Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μία Πολιτεία δύναται νὰ ἐξαρτήσῃ τὰ δικαιώματά της ἀπὸ τὴν διάθεσιν μιᾶς ἄλλης;
§333ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Νὰ σᾶς ἐξηγήσω διατί ἐτέθη αὐτὴ ἡ διάταξις κατὰ τροπολογίαν Βουλευτοῦ. Ἔχομεν πολλοὺς ὑπηκόους Ἕλληνας διαμένοντας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, εἰδικῶς δὲ ἐν Ἀγγλίᾳ. Αἱ ἐκεῖ περιουσίαι ὑπόκεινται εἰς βαρὺν κληρονομικὸν φόρον, πολὺ βαρύτερον τοῦ παρ’ ἡμῖν. Αὐτοὺς πάντας ὑποχρεοῦμεν νὰ προβῶσιν εἰς δήλωσιν ἐνώπιον τοῦ Ἐφόρου, καίτοι οὐδὲν θὰ ἐπλήρωνον, διότι ἡ φορολογία ἡ ἐν Ἀγγλίᾳ εἶναι πολὺ βαρυτέρα τῆς ἐδῶ· αὐτοὺς ἀπαλλάσσομεν.
§334ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπειδὴ ἀναφέρετε τὴν Ἀγγλίαν, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τὴν ἀκολουθήσητε, διότι ἐν Ἀγγλίᾳ φορολογοῦσι τὴν περιουσίαν ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἔξω, ἔστω καὶ ἂν φορολογῆται ὑπὸ τοῦ ἄλλου Κράτους. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3).
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4 (ἀναγινώσκεται).
§336Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Δὲν λέγετε ποῖος πρόεδρος, τῆς κατοικίας τοῦ κληρονομουμένου ἢ τοῦ τόπου ὅπου κεῖται ἡ κληρονομία, τόσῳ μᾶλλον καθόσον δίδετε 5% ποσοστὸν εἰς τὰς κοινότητας καὶ δὲν θὰ ἔχωμεν ἐμφανῆ τὴν κοινότητα, ἡ ὁποία εἶναι δικαιοῦχος. Πρέπει νὰ καθορισθῇ ποία κοινότης θὰ εἶναι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4).
§337ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται).
§338Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5 ὑποβάλλετε τὸν κόσμον εἰς ὀχληρὰς διατυπώσεις, ἀφοῦ πάντες οἱ φορολογικοὶ νόμοι δὲν ἀξιοῦσι τοιαύτας διατυπώσεις προκειμένου περὶ ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπόκεινται εἰς φόρον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 5).
§339ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6 (ἀναγινώσκεται).
§340Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἤθελον νὰ σᾶς ἐρωτήσω, κ. Ὑπουργέ, διατί, ἂν παραιτηθῇ τις τῆς κληρονομίας, θὰ πληρώσῃ ὁ ἄλλος πρόστιμον χωρὶς νὰ κάμῃ τίποτε.
§341ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παραίτησις δὲν γίνεται εἰμὴ μόνον ἐκ συμπαιγνίας. Παραιτεῖται ὁ εἷς ἵνα ἡ κληρονομία μεταβιβασθῇ εἰς τὸν ἄλλον. Δι’ αὐτὸ ἐνόμιζον ὅτι θὰ μὲ συγχαρῆτε διὰ τὴν πρόνοιαν.
§342Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ φορολογήσητε ἄλλο παρὰ τὴν οἰκονομικὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ἕκαστος πολίτης. Λοιπὸν οἰκονομικὴ ἀξία εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λαμβάνω ἐγὼ καὶ ὄχι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ ἐλάμβανεν ὁ ἄλλος. Διατί θὰ τιμωρήσητε τὸν ἕνα διότι παρῃτήθη ὁ ἄλλος; Ἐγὼ σᾶς λέγω τὸ ἑξῆς: Εἶναι μία διαθήκη τὴν ὁποίαν ἐγὼ νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἔχῃ λόγους ν’ ἀκυρωθῇ, διότι νομίζω ὅτι εἶναι προϊὸν δόλου, πλάνης, καὶ ἔρχομαι καὶ λέγω εἰς τὸν ἐξ ἀδιαθέτου: παραιτοῦμαι τῆς διαθήκης καὶ θὰ ἔλθῃς νὰ κληρονομήσῃς· θὰ βάλωμεν αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἠδύνατο καὶ ν’ ἀκυρώσῃ τὴν διαθήκην νὰ ὑποστῇ ἕνα φόρον ἄδικον;
§343Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης). Ἂς ὑπάγῃ εἰς τὰ δικαστήρια.
§344Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἠξεύρετε τί μοὶ λέγετε; Ἕν ἀπὸ τὰ δύο, ἢ θὰ ἔλθῃς εἰς συμβιβασμὸν νὰ λάβῃ αὐτὸς τὴν κληρονομίαν διὰ νὰ μοὶ πληρώσῃ φόρον ἢ ἄλλως θὰ σὲ βάλω νὰ πληρώσῃς. Τὸ ἄρθρον σας λέγει τὸ ἑξῆς: «ὅταν παραιτηθῇ τις ἀπὸ τῆς κληρονομίας καὶ αὕτη περιέλθῃ εἰς ἄλλον, ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον θὰ περιέλθῃ δὲν θὰ πληρώσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οἰκονομικῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν ἀποκτᾷ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς οἰκονομικῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν θ’ ἀπέκτα ὁ ἄλλος.
§345ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ οἰκονομικὴ ἀξία εἶναι ἡ ἰδία.
§346Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διαφόρως διατιμᾷ τὴν οἰκονομικὴν ἀξίαν ὁ νόμος.
§347ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι πολὺ ὀρθὴ ἡ πρόνοια· ἔρχεται ὁ ἀδελφὸς καὶ συνεννοεῖται μὲ τὰ παιδιὰ διὰ ν’ ἀποφύγῃ αὐτὸς τὴν φορολογίαν τὴν μεγαλυτέραν.
§348Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἠξεύρετε τί δέχεσθε ὡς βάσιν; Πανταχοῦ τὸν δόλον. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Πολιτεία νὰ εἴπῃ ὅτι τεκμαίρεται τὸν δόλον· ὁ νόμος λέγει ὅτι δὲν τεκμαίρεται ὁ δόλος.
§349ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οἱ φορολογικοὶ νόμοι πρέπει νὰ προλαμβάνωσι τὸν δόλον.
§350Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ γνώμη τοῦ προλαλήσαντος δὲν εἶναι ὀρθὴ καὶ τὸ ἐπιχείρημά του δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι, ἂν δὲν παρῃτεῖτο ὁ ἀρχικὸς κληρονόμος, ὁ τρίτος δὲν θὰ εἶχε κανὲν δικαίωμα· θεωρεῖται ὁ τρίτος ὡς ὑποκατάστατος οὕτως εἰπεῖν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀρχικοῦ κληρονόμου διὰ τῆς παραιτήσεως, ἥτις παραίτησις εἶναι μία χαριστικὴ πρᾶξις τοῦ παραιτουμένου ὑπὲρ ἑτέρου, ὥστε δικαίως νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ οὗτος καὶ τὸν φόρον ἀντ’ αὐτοῦ. Δικαιολογητικώτερον λόγον δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τις διὰ νὰ ἐπιβάλῃ αὐτὴν τὴν φορολογίαν. Ἂν δὲ ὁ παραιτούμενος ἢ ὁ τρίτος νομίζωσιν ὅτι εἶναι ἄκυρος ἡ ἐπαγωγὴ τῆς κληρονομίας εἰς τὸν παραιτούμενον, τότε δύνανται νὰ ἐπιδιώξωσι τὴν ἀκυρότητα διά τινος δικαστικῆς πράξεως. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 6, 7, 8 καὶ 9).
§351ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται).
§352Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὅταν λέγητε ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ σύνταξις συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου, τί ἐννοεῖτε;
§353ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ λέγει ὁ νόμος.
§354Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ναί, ἀλλ’ ὅπου ἀπαγορεύεται ἡ σύνταξις κατὰ τὸν νόμον ἐπέρχεται ἡ ἀκυρότης.
§355ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἡ ἀκυρότης δὲν ἐπέρχεται παρὰ ὅπου ὁ νόμος ὁρίζει ῥητῶς.
§356Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ἐρωτήσατε καὶ τὸν συνάδελφόν σας κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης. Διατυπώσατε καλύτερον καὶ σαφέστερον τὸ ζήτημα.
§357Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐκτὸς τῶν ὅσα εἶπεν ὁ κ. συνάδελφος ἔχω καὶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Διατί θὰ σᾶς δώσῃ ἀποδεικτικὸν τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου; Ἀρκεῖ νὰ σᾶς δώσῃ ἀποδεικτικὸν ὅτι ἐδήλωσε τὸν φόρον.
§358ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχετε δίκαιον εἰς αὐτό.
§359ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 10 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§360ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 11 (ἀναγινώσκεται).
§361Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Ποία εἶναι ἡ τύχη τῆς προικὸς τὴν ὁποίαν φέρει ἡ σύζυγος καὶ τὴν ὁποίαν ἐγκαθιδρύει ὡς προῖκα ἐκ τῆς ἰδίας αὑτῆς περιουσίας; Ὑπάγεται αὕτη εἰς τὴν φορολογίαν;
§362ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι, διότι δὲν ἀποτελεῖ δωρεάν.
§363Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Ἡ προὶξ εἶναι δωρεά;
§364ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅταν προέρχηται ἐκ πατρός.
§365Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀδελφοῦ;
§366ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι χαριστικὴ πρᾶξις· εἶναι δωρεά.
§367Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ καθορισθῇ τὸ πρᾶγμα σαφέστερον.
§368ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ προὶξ ἥτις δίδεται παρὰ γονέως καὶ συγγενῶν μέχρι δευτέρου βαθμοῦ ἐξαιρεῖται τῆς φορολογίας καὶ ὑπόκειται μόνον εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ χαρτοσήμου· πᾶσαι αἱ ἄλλαι προῖκες αἱ διδόμεναι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἀποτελοῦσι χαριστικὴν πρᾶξιν καὶ φορολογοῦνται.
§369Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ προσέξητε εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι κινδυνεύομεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ φορολογήσωμεν καὶ τὰς προῖκας τοῦ Ματσούκα, τοῦ «Λευκοῦ Σταυροῦ».
§370Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην μου ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ δὴ ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἡ ἀρχὴ νὰ φορολογῆται πᾶσα κτῆσις χαριστική. Νομίζω λοιπὸν ὅτι θὰ συνέβαλλον εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου ὑποβάλλων τὴν πρότασιν ὅπως φορολογῆται καὶ τὸ ἐκ τῶν λαχείων παντὸς εἴδους κέρδος, διότι καὶ τούτου ἡ κτῆσις ἀδαπάνως προσγίγνεται.
§371Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐδῶ πρόκειται περὶ φορολογίας κληρονομιῶν.
§372Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἐγὼ ὑποβάλλω τὴν πρότασιν καὶ φρονῶ ὅτι εἶναι συζητητέα.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δεκτὰ τὰ ἄρθρα 12 καὶ 13).
§374ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 14 (ἀναγινώσκεται).
§375ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ δεχθῶσι νὰ ψηφισθῶσι τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15 ὡς ἔχουσιν, εἰς τὴν βʹ δὲ συζήτησιν θὰ τὰ τροπολογήσω. Ἰσχυρίζομαι τὸ ἑξῆς, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἴσως ἀπαραιτήτου ἀνάγκης σήμερον, διότι βεβαίως δὲν ἐφηρμόσθη εἰσέτι ὁ νόμος, καὶ ἑπομένως ἴσως θὰ εἶναι ἐντελῶς περιττὸν νὰ ἔχωμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ λειτουργήσῃ. Ἀναμφισβητήτως ὅμως ἀμέσως ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους, ἐὰν ἐπιτύχῃ αὐτὴ ἡ φορολογία, αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15 θὰ καταστῶσιν ἀναγκαῖαι καὶ βεβαίως ἀπὸ τοῦ ἑπομένου ἔτους ἠθέλομεν προβῆ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτῶν.
§376Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑπέθετον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ἐγερθεὶς ἦτο διατεθειμένος ν’ ἀπαλείψῃ τὰ ἄρθρα 14 καὶ 15.
§377ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ τὰ τροποποιήσω· δὲν θὰ τὰ ἀπαλείψω.
§378Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ὁ κληρονομῶν πρέπει νὰ πληρώνῃ, καὶ νὰ πληρώνῃ πολλά, ἀλλ’ αὐτὰ νὰ τὰ λαμβάνῃ τὸ Κράτος καὶ ὄχι οἱ ὑπάλληλοι. Συνηθίσαμεν νὰ βλέπωμεν εἰς πάντα τὰ νομοσχέδια διατάξεις δημιουργούσας θέσεις· εἴμεθα συνηθισμένοι εἰς περίσσειαν μάλιστα θέσεων, ἀλλὰ τέλος πάντων νομίζομεν ὅτι ἐπέστη ἡ στιγμὴ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ δημιουργία τῶν θέσεων, ὅταν δὲν εἶναι καθόλου ἀπαραίτητος. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω ὅτι διὰ τῶν ἄρθρων 14 καὶ 15 διαθέτετε χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχετε, οὔτε γνωρίζετε πόσα θὰ ἔχητε. Σεῖς ἐψηφίσατε νόμον τῷ 1911, διὰ τοῦ ὁποίου ηὔξησε τὸ προσωπικὸν τῶν οἰκονομικῶν Ἐφοριῶν ἐπαρκέστατα· δὲν γνωρίζω ἂν δὲν ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν δι’ ἄλλους λόγους, ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει ἔχετε νόμον, ἵνα δυνάμει αὐτοῦ διορίσητε προσωπικόν. Ἀλλὰ λέγετε: διότι εἰς τὴν Ἐφορίαν τῆς Θεσσαλονίκης ἔχομεν ἀνάγκην. Ἀλλὰ προχθὲς ἐκάμετε Β. Διάταγμα καὶ διωρίσατε 16 ὑπαλλήλους, ἐνῷ ἡ Ὑπηρεσία σᾶς ἔλεγεν ὀκτὼ καὶ μόνον.
§379ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Γνωρίζετε κάτι τι;
§380Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω τίποτε. Ἓν γνωρίζω μόνον, ὅτι πρέπει νὰ μαζεύσητε ὀλίγον τὰ χέρια σας!
§381ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Βεβαιωθῆτε ὅτι ἐν Θεσσαλονίκῃ ἔχομεν 16 ἐφοριακοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἐργάζονται νυχθημερόν.
§382Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντες νυχθημερὸν ἐργάζονται. Φορολογοῦμεν κατὰ μυρίους τρόπους τὸν λαὸν καὶ ὑμεῖς μοιράζετε αὐτὰ τὰ χρήματα.
§383ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἰσχυρίζομαι ὅτι δὲν ἔχει ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖ πλήρως οὔτε ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων οὔτε τῶν οἰκοδομῶν κατὰ τὴν ἰδικήν μας φορολογίαν. Οἱ γνωρίζοντες δὲ τὰ τῶν φόρων αὐτῶν γνωρίζουσι καὶ ὁποία ἐργασία θὰ ὑπάρχῃ ἐν ταῖς Ἐφορίαις.
§384Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι σήμερον δὲν διεμαρτυρήθησαν ἐπὶ ἀνεπαρκείᾳ. Ὁ κόσμος τέλος πάντων ἐπείσθη ὅτι πρέπει νὰ παύσῃ ἡ ἀργομισθία καὶ σᾶς διαβεβαιῶ ἐγὼ ὅτι ὁ κόσμος ἐσυνήθισε μὲ τὴν ἰδέαν νὰ μὴ ζητῇ νὰ τὸν διορίσωσιν ὑπάλληλον. Μὴ ἔρχεσθε λοιπὸν ὑμεῖς νὰ τῷ λέγετε «ἔλθετε νὰ σᾶς διορίσωμεν». Σᾶς εἶπον καὶ σᾶς ἀπέδειξα ὅτι οἱ ἔφοροι εἶναι ἐπαρκέστατοι, ὥστε ν’ ἀντίσχωσι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν. Ἔρχεσθε ὑμεῖς τώρα καὶ λέγετε «ὄχι, πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ ἰδίαν Ὑπηρεσίαν ὁ ἔφορος τῶν κληρονομιῶν, διότι καὶ ἐν Ἰταλίᾳ οὕτως εἶναι». Σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ δὲν εἶναι οὕτω. Μεγαλυτέρα ἀνακρίβεια ἀπ’ αὐτὴν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ! Ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει ἰδιαιτέρα Ὑπηρεσία, ἀλλὰ σᾶς βεβαιῶ ἐγὼ ὅτι ἐν Ἰταλίᾳ πᾶσαι αἱ οἰκονομικαὶ ὑπηρεσίαι εἶναι ἀνατεθειμέναι εἰς ἓν τακτικὸν Τμῆμα. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν γίνεται ἐν Ἰταλίᾳ κατὰ μείζονα λόγον δὲν πρέπει νὰ γίνῃ ἐδῶ. Δημιουργεῖτε θέσεις καὶ δαπάνας ἄνευ λόγου. Θέτετε μηχανικούς, ἀλλὰ διατί, ἀφοῦ ἠξεύρετε ὅτι ἐν ταῖς Ἐφορίαις ὑπάρχουσι γεωμέτραι; Εὑρίσκεσθε ὑπὸ τὰς εὐμενεστέρας τῶν περιστάσεων, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ ἐξοικονομῆτε τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους· θέλετε νὰ δημιουργῆτε θέσεις ὥστε νὰ πιστεύῃ ὁ κόσμος ὅτι πάντα ἔχει κάτι τι νὰ λάβῃ. Ἀφήσατε νὰ πειραματισθῆτε πρῶτον καὶ μὴ σπεύδετε, διότι ἡ ἐπιμονή σας αὐτή, νὰ ὁρίσητε ἀπὸ τώρα τὰς θέσεις, μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι πᾶν ἄλλο παρὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἐπιδιώκετε, οὕτω πράττοντες.
§385ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω πρὸς τοὺς συναδέλφους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ὅτι δικαίωμα αὐτῶν εἶναι νὰ προκαλέσωσιν, ὅταν θέλωσι, συζήτησιν, διὰ νὰ μὲ ἐλέγξωσιν ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτοὺς νὰ λαμβάνωσι τὸν λόγον εἰς πᾶσαν στιγμὴν καὶ νὰ κάμνωσιν ὑπαινιγμοὺς διὰ τὴν οἰκονομικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω καθῆκον ἐπίσης νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ τῆς ἐξενεχθείσης γνώμης ν’ ἀφήσωμεν νὰ εἰσπράξωμεν ἀπὸ τὸν φόρον αὐτὸν καὶ τότε νὰ διορίσωμεν ὑπαλλήλους. Κύριοι, ὅταν εἰσάγηται φορολογικός τις νόμος, πρέπει νὰ δώσητε καὶ τὰ ὅπλα διὰ νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτός. Τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. συναδέλφου ὅτι ὁ συσταθεὶς φόρος ἀπὸ δύο ἐτῶν δὲν ἐφηρμόσθη, ἐὰν τὸ πρᾶγμα ἦτο ἀκριβές, θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ συνάδελφός μου ν’ ἀποσπάσῃ ὡρισμένα ὄργανα, ἂν νομίζῃ ὅτι ὁ νόμος δὲν δύναται ν’ ἀποδώσῃ τὰ ποσὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα προσδοκᾷ ἡ Κυβέρνησις. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ἀποκλείεται ἡ ἐλπὶς ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποσπάσωμεν ἀπὸ τοὺς ὑπάρχοντας τοὺς διαφόρους ὑπαλλήλους, ἵνα ἀποτελεσθῶσιν αἱ Ὑπηρεσίαι αἱ ἀναγκαιοῦσαι διὰ τὸν νέον φόρον. Ὁ κ. βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὡμίλησε καὶ περὶ ἐξυπηρετήσεως κομματικῶν συμφερόντων. Ἔχω καθῆκον νὰ διακηρύξω μεθ’ ὑπερηφανείας ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν διορίζει ὑπαλλήλους διὰ νὰ κερδοσκοπήσῃ πολιτικῶς. Γνωρίζετε πολὺ καλῶς πόσον εἶμαι ὑπερήφανος διὰ νὰ ζητήσω ἐν τῷ διορισμῷ 50 ἢ 100 ὑπαλλήλων νὰ κερδοσκοπήσω πολιτικῶς, δὲν ἐπιτρέπεται ὅμως νὰ λέγηται δι’ ὑπαινιγμῶν ὅτι ἡ Κυβέρνησις διορίζει ὑπαλλήλους μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ κερδίζῃ πολιτικῶς.
§386Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐξήσκησα ἔλεγχον, ἀλλὰ μόνον ἔλεγον ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα εἶχεν οὕτω τὸ ἔδαφος νὰ μένῃ χωρὶς νὰ προέρχηται εἰς συναλλαγὰς καὶ ὅτι εἴτε διὰ τὸν α εἴτε διὰ τὸν β λόγον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διεπαιδαγωγήθη, ὥστε νὰ μὴ προβάλλῃ ἀξιώσεις καὶ ἔλεγον ὅτι πρόκειται νὰ δημιουργήσῃ θέσεις ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἐνῷ οὐδαμόθεν ἔχει πίεσιν, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων σήμερον ὥστε καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν πιέζονται πρὸς δημιουργίαν θέσεων. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ περισσότερον κακίζω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι μόνος του ὑψώνει τὴν σημαίαν τῆς συναλλαγῆς καὶ δημιουργεῖ θέσεις διὰ νὰ προσφέρῃ, ὅτε ἀκριβῶς δὲν τοῦ ζητεῖται τοιοῦτό τι καὶ οὐδαμόθεν πιέζεται πρὸς δημιουργίαν θέσεων. Κατὰ συνέπειαν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδένα λόγον εἶχε ν’ ἀπαντήσῃ ὡς ἀπήντησεν. Ἀπεναντίας ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναι δίκαιος καὶ ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, λέγων ὅτι τὰ ὑπ’ αὐτοῦ λαμβανόμενα μέτρα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν λειτουργίαν τοῦ νόμου. Ἀλλὰ διατί λέγει τοῦτο, ἀφοῦ σᾶς ἀπέδειξα ὅτι ὑπάρχει περισσὴ ἐπάρκεια ὑπαλλήλων;
§387Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νομίζω ὅτι ἡ ἱκανοποίησις προσώπων δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν αὔξησιν τῶν ὑπαλλήλων. Τοῦ κακοῦ τούτου εἶναι ἀπηλλαγμένη ἡ Κυβέρνησις. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συμβαίνει εἶναι ὅτι οἱ ὑπάλληλοι διαφέρονται ν’ αὐξάνωσι τὸν ἀριθμὸν τῶν ὀργάνων τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα ἀπαλλάσσωνται οἱ ἴδιοι τῶν διαφόρων καθηκόντων. Ὁ κ. Ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν ὅτι ἐργάζονται νυχθημερὸν καὶ ἀκούονται πάντοτε αὐταὶ αἱ κραυγαὶ τῶν ὑπαλλήλων. Ἀλλὰ γνωρίζομεν πάντες ὅτι οἱ Ἕλληνες ὑπάλληλοι ὄχι μόνον δὲν ἐργάζονται ὀκτὼ ὥρας, ἀλλὰ κατὰ μέσον ὅρον δὲν ἐργάζονται οὔτε τρεῖς ὥρας. Πιθανόν τινες νὰ ἐργάζωνται καὶ ὀκτὼ καὶ δέκα ὥρας. Κατὰ μέσον ὅμως ὅρον οἱ πλεῖστοι τῶν ὑπαλλήλων δὲν ἐργάζονται οὔτε τέσσαρας ὥρας. Ὁσάκις πρόκειται νὰ ψηφισθῇ νόμος τις, νομίζουσιν οἱ ὑπάλληλοι ὅτι πρέπει νὰ τσιμπήσωσι καὶ αὐτοὶ κάτι, νὰ λάβωσι μερικὰς θέσεις διὰ τινα πρόσωπα. Διὰ τοὺς δύο ἐφόρους προσετέθη τὸ προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν πυραμίδα, διότι θὰ προαχθῶσι δύο εὐνοούμενοι, τοὺς ὁποίους δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὃν θεωρῶ τελείως ἀθῷον τοῦ μελετωμένου ἐγκλήματος. Ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως μὲ κάμνουσι νὰ ἐρωτήσω πόσα ἔσοδα ὑπολογίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐκ τοῦ φόρου τῶν κληρονομιῶν. Ἂν ὑπολογίζῃ 2,000,000 καὶ πρόκειται νὰ δαπανηθῶσι 2,000, νομίζω ὅτι...
§388Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν εἶναι 2,000. Ὑπελογίσθησαν εἰς 2,000, διότι ὑπετέθη ὅτι διορίζονται ἐλεγκταὶ εἰς 11 Ἐφορίας, ὅπερ δὲν εἶναι ἀληθές. Πρόκειται μόνον περὶ ὀκτὼ προσθέτων ὑπαλλήλων.
§389Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτὸς ὁ φόρος δὲν ὑφίστατο;
§390Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τῶν κατιόντων ὄχι. Ἀλλὰ θὰ ἤθελον νὰ προσθέσω καὶ τὰ ἑξῆς. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐδήλωσα ὅτι εὑρίσκω τὴν διάταξιν ὑπερβολικὴν καὶ ὅτι θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν. Ὑποθέτω δ’ ὅτι οἱ κ. συνάδελφοι, οἱ ἔχοντες μελετήσει τὰ τῶν ἀμέσων φόρων ἐν Ἑσπερίᾳ, θὰ συνομολογήσωσι μετ’ ἐμοῦ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ συγκέντρωσις πάντων τῶν ἀμέσων φόρων ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος εἰς ὡρισμένα ὄργανα, ὅτι, ἂν δὲν κάμωμεν ὄργανα, τὰ ὁποῖα νὰ εἰδικευθῶσιν εἰς τὴν κατεύθυνσιν ταύτην τὴν φορολογικήν, εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον ν’ ἀποβλέψωμέν ποτε, ὅτι θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ φορολογία, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ γνώσεις εἰδικάς. Ἡ ἀρχική μου σκέψις λοιπὸν ἦτο νὰ δημιουργήσωμεν ἀκριβῶς αὐτὰ τὰ εἰδικὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα θὰ εἶχον αὐτὴν τὴν ἀποστολὴν εἰς τὸ μέλλον.
§391Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀκριβῶς ἤθελον ν’ ἀναπτύξω ὅτι αἱ Ὑπηρεσίαι δὲν δημιουργοῦνται ὁλόκληροι, ὅπως ἡ Ἀθηνᾶ ἐξῆλθεν ἐκ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός, ἐὰν δὲ θέλῃ νὰ δημιουργήσῃ Ὑπηρεσίαν ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν θὰ δημιουργήσῃ τοιαύτην διὰ τοῦ νόμου. Ἡ Ὑπηρεσία βαθμηδὸν καὶ κατ’ ὀλίγον θὰ σχηματισθῇ καὶ ὁσάκις ἤθελε προκύψει ἡ ἀνάγκη. Διὰ τοῦτο πάντοτε ὑποστηρίζω ὅτι ὁσάκις δημιουργεῖται μία νέα ἀνάγκη δὲν πρέπει νὰ προβλέπωμεν περὶ ὁλοκλήρου τοῦ προσωπικοῦ, διότι δὲν εἶναι γνωστὸν ἐκ τῶν προτέρων κατὰ πόσον τὸ προσωπικὸν εἶναι ἢ ὄχι ἐπαρκές. Αἱ Ὑπηρεσίαι δημιουργοῦνται διὰ τῆς κάτω κλίμακος. Οἱ μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι προστίθενται, πρέπει νὰ εἶναι τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Δημιουργοῦμεν τοιαύτας θέσεις, καθ’ ὃν χρόνον τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας μᾶς διακηρύττει ὅτι ἐλλείψει ὀργάνων δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι παραγωγικώτατα καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχει ἡ πίστωσις, ἀλλ’ ὄχι τὸ προσωπικόν. Πρέπει δὲ νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι οἱ ἄμεσοι φόροι δὲν πρέπει νὰ φέρωσι διαφορὰν περισσοτέραν τῶν 3–4%. Φόροι φέροντες ἀνωτέραν διαφορὰν θεωροῦνται ἀντιοικονομικοί. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη πρέπει νὰ παραλειφθῇ τελείως, καὶ ὅταν ἔλθωσι τὰ λαμπρὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἀναμένομεν ἐκ τοῦ φόρου τούτου, τότε προσθέτομεν ὑπαλλήλους.
§392Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θὰ ὑπάρχῃ λόγος τότε, ἀφοῦ θὰ ἔχωμεν τόσον λαμπρὰ ἀποτελέσματα.
§393Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αὐτὸ νὰ μὴ τὸ λέγητε, διότι θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν εἶναι σοβαρόν. Εἶναι δυνατὸν ἀπὸ Ὑπηρεσίαν τινὰ ν’ ἀφαιρεθῶσι μερικὰ καθήκοντα ἢ προσωρινὰ μέχρις ὅτου ἀνατεθῶσι κάποια καθήκοντα περισσότερα τῶν 2–3 ὡρῶν ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τοὺς ἀπασχολοῦσιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς γνωρίζει τὰς Ὑπηρεσίας ταύτας ὅπως τὰς γνωρίζουσι καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι καμμίαν γνῶσιν!
§394Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§395ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴπομεν ὅτι κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν θὰ φέρωμεν τροπολογίας.
§396ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 14 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§397ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 12, κ. Πρόεδρε, νομοσχέδιον νὰ συζητηθῇ.
§398ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν δυνάμεθα νὰ καθίσωμεν.
§399ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐχάσαμεν ἓξ ὥρας. Εἶναι ἐξ ἐκείνων δι’ ἃ δὲν θὰ χρειασθῇ πολλὴ συζήτησις.
§400Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ συζητήσωμεν εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν κοιμῶνται πάντες οἱ Βουλευταί.
§401ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἠξεύρετε ὅτι τὰ πρῶτα εἴκοσιν εἶναι ἐκ τῶν μὴ ἐχόντων συζήτησιν καὶ ἂν θέλετε νὰ ὁμιλήσητε δυνάμεθα νὰ τὰ ἀναβάλωμεν.
§402Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἀρχὴ αὕτη τοῦ ἂν ὑπάρχῃ συζήτησις ν’ ἀναβληθῇ δὲν εἶναι διὰ τὴν τρίτην ὥραν τῆς νυκτός, διότι οὐδεὶς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ κάθεται μόνος νὰ συζητῇ μὲ τὰ ἐδώλια κενά. Ἄλλως τε δὲν ὑπάρχει καὶ ἀπαρτία.
§403ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 12, κ. Βουλευταί. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως διατάξεων ἀφορωσῶν εἰς τὴν ταχυδρομικήν, τηλεγραφικὴν καὶ τηλεφωνικὴν ὑπηρεσίαν». (Διαμαρτυρίαι ἐξ ἀριστερῶν).
§404ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως δὲν θὰ γίνῃ ἀνεκτὸν ὅπως ἡ πλειονοψηφία ἐργασθῇ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῆς μειονοψηφίας καὶ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν Βουλήν, ἄν ποτε ἡ πλειονοψηφία ἐπίεζε τὴν μειονοψηφίαν. Ἐγὼ παρεκάλεσα ὅπως τὰ νομοσχέδια ἅτινα δὲν ἀπαιτοῦσι συζήτησιν ψηφισθῶσι.
§405Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην, κ. Πρόεδρε, νὰ διαμαρτυρηθῶ, διότι οὐδεὶς ἐνταῦθα θέλει νὰ κάμῃ κατάχρησιν τῆς ἀδυναμίας τῆς μὴ δυνάμεως. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων δι’ εἰκονικῶν ἀπαρτιῶν· ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ συζητήσωμεν.
§406ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁρίσατε νὰ συζητήσετε.
§407Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λοιπὸν ὑποβάλλομεν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας. (Θόρυβος).
§408ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§409Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, κ. Πρόεδρε. Εἴμεθα πέντε. Ὑποβάλλομεν ἔνστασιν ἀπαρτίας.
§410ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεμίαν κατάχρησιν εἴδετέ ποτε ἐκ μέρους τῆς πλειονοψηφίας.
§411ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§412Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἔνστασιν περὶ μὴ ἀπαρτίας δὲν δύνασθε νὰ προχωρήσητε. (Θόρυβος καὶ φωναί).
§413ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχω ἔνστασιν ἔγγραφον.
§414Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Νὰ τὴν ὑποβάλωμεν καὶ ἐγγράφως. Νὰ περιμένητε.
§415ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν.
§416ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εὐχαρίστως νὰ τοὺς περιμένωμεν.
§417ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχουσιν ὑπογεγραμμένοι οἱ βουλευταὶ κ. Ε. Δεληγιάννης, Ν. Στράτος, Κ. Σοκόλης, Γ. Καρπετόπουλος καὶ Δ. Καλλέργης. Παρόντες. Ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§418ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἂν νομίζητε ὅτι δύνασθε νὰ ὑποθέσητε, κατὰ τὴν ἀντίληψίν σας, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία, νὰ λύσητε τὴν συνεδρίασιν παρακαλῶ.
§419ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν ἀντίληψίν μου δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία καὶ ἑπομένως λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 3 καὶ 10′ π. μ.).