1914.10.08
3,368 rows · 25,031 words · 325 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 21
τῆς 8ης Ὀκτωβρίου 1914.
(Τετάρτη, ὥρᾳ 5.15′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· Ὁ Ἑλληνικὸς Μηχανουργικὸς Σύνδεσμος Πειραιῶς παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια ὑπὲρ τῆς προστασίας τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας. Ἡ ἐκ Κισσάμου, Κρήτης, Πολυξένη χήρα Α. Βιολάκη, τοῦ φονευθέντος ἐν πολέμῳ, παρακαλεῖ ὅπως τῇ χορηγηθῇ ἐπίδομα. Οἱ κάτοικοι Καστορίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς ὑπηρετοῦντας ἐν τῷ στρατῷ ἐφέδρους Καστορίας, τοὺς ὁποίους ἡ ἐπιτροπὴ κατατάσσει εἰς τὴν κλάσιν τῶν κληρωτῶν. Ὁ λαὸς Σωχοῦ διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς παύσεως τοῦ ἐκλεγέντος παρέδρου. Οἱ βιβλιοχαρτοπῶλαι, τυπογράφοι, λιθογράφοι καὶ βιβλιοδέται παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ τῶν διδακτικῶν βιβλίων. Οἱ ὁριστικοὶ δημοδιδάσκαλοι Λασηθίου, Κρήτης, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτούς. Ὁ λαὸς Γαργαλιάνων διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς ἄρσεως τοῦ δικαιοστασίου. Ὁ ἐκ Γενιτσῶν Ν. Χατζηβερέτος, διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ ὑποδιοικητοῦ Γενιτσῶν ὡς καταλαβόντος αὐθαιρέτως τὴν ἐνοικιασθεῖσαν διὰ Δημαρχεῖον οἰκίαν του. Ὁ ἐκ Μετσόβου Γ. Δημάκης διαμαρτύρεται ἐναντίον τοῦ ἀναπληροῦντος τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον, ὁ ὁποῖος ἐξέθηκεν εἰς δημοπρασίαν τὰς βοσκησίμους γαίας του. Οἱ κάτοικοι Ναούσης παρακαλοῦσιν, ὅπως προστεθῇ καὶ τρίτη γυμναστικὴ τάξις εἰς τὸ ἐκεῖ Γυμνάσιν. Ἡ ἐκ Θεσσαλονίκης πρόσφυξ διδασκάλισσα Χ. Τσολάκου παρακαλεῖ, ὅπως διορισθῶσιν αἱ 75 διδασκάλισσαι αἵτινες μένουσιν. Ὁ ἐκ Τζεφερεμινίου τραυματίας πολέμου Θ. Πανουσόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως τῷ δοθῇ σύνταξις. Τὸ κοινοτικὸν συμβούλιον Τζιτζωρίου ὑποβάλλει ψήφισμα περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων. Οἱ κάτοικοι Στανωτῶν τοῦ δήμου Τανάγρας, τῶν Θηβῶν, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια ὡς ἐκ τῆς παντελοῦς καταστροφῆς τοῦ χωρίου τῶν ὑπὸ τοῦ σεισμοῦ. Οἱ κάτοικοι τοῦ καταστραφέντος ὑπὸ τῶν σεισμῶν χωρίου Μωρικίου, τῶν Θηβῶν, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια δι’ αὐτούς. Οἱ φύλακες τῆς Ἀκροπόλεως καὶ τῶν λοιπῶν ἀρχαιοτήτων τῶν Ἀθηνῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως διὰ νομοθετήματος αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία των. Ὁ ἐνοικιαστὴς τοῦ ἐν Ἀναβύσσῳ καὶ Πασσᾶ–Λιμάνι κτήματος Ζωγράφος Πότσας παρακαλεῖ, ὅπως μειωθῇ τὸ ἐνοίκιον τοῦ κτήματος, λόγῳ τῆς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῆς ἐπιτάξεως. Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Θριασίου (Ἀσπροπύργου Φυλῆς) παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῶσι μέτρα περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Κουριανθούρου καὶ τῶν πέριξ αὐτῆς τελμάτων. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Δ. Βρατσᾶνος ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν τῶν βιβλιοπωλῶν Ἀθηνῶν.
§2Δ. ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Διὰ τοῦ νόμου ͵ΓΣΑʹ τὰ διδακτικὰ βιβλία τοῦ Κράτους κατὰ τῶν ἀπὸ δήμου εἰς δῆμον καὶ ἀπὸ κοινότητος εἰς κοινότητα μεταφορῶν ἀπηλλάγησαν τοῦ δασμοῦ τοῦ δημοτικοῦ καὶ λιμενικοῦ. Ὁ λόγος ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσε τὸ τοιοῦτον μέτρον εἶναι βέβαια προστατευτικὸς καὶ ἀποσκοπεῖ εἰς τὸ νὰ διευκολύνῃ τὴν μεταφορὰν τῶν βιβλίων, ἀληθῶς δὲ ἔδει νὰ τύχῃ τοιαύτης προστασίας τὸ βιβλίον, ἐφ’ ὅσον προώρισται νὰ διδάξῃ καὶ νὰ μορφώσῃ. Ἀλλ’ ἆρά γε μόνον τὸ διδακτικὸν βιβλίον διδάσκει καὶ μορφώνει; Μὴ τάχα πᾶν βιβλίον καὶ πᾶν ἔντυπον κυκλοφοροῦν κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τὰς περὶ ἠθικῆς ἀρχὰς δὲν διαπαιδαγωγεῖ καὶ δὲν μορφώνῃ; Ἐν τούτοις βαρὺς εἰσαγωγικὸς δασμὸς τοῦ χάρτου, ἄλλα τέλη, τείνουσι νὰ ἀγάγωσιν εἰς χρεωκοπίαν τὸ βιβλίον ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἐνῷ εἰς ἄλλα Κράτη καὶ ἀκόμη καὶ εἰς τὴν Τουρκίαν, δύναμαι νὰ ἀναφέρω, ἀπηλλάγησαν τὰ βιβλία τοῦ τοιούτου δασμοῦ, ἐν Ἑλλάδι μόνον ὑπόκεινται εἰς τοιαύτην φορολογίαν. Οἱ βιβλιοπῶλαι Ἀθηνῶν πεπεισμένοι ὅτι τὸ Κράτος εἶναι τὸ ὁδηγοῦν εἰς τὴν χρεωκοπίαν τὸ βιβλίον, παρακαλοῦσι τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ πρόνοιαν περὶ τούτου.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος Σουλεϊμάναγα καὶ Στροῦσι τῆς Ἀχαιοήλιδος.
§4Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη, κύριε Πρόεδρε, ἀποβλέπει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Πρόκειται περὶ τμήματος ἐπαρχιακῆς ὁδοῦ μεταξὺ Λεχαινῶν καὶ Σουλεϊμάναγα. Ἡ κατάστασις αὐτοῦ εἶναι οἰκτρὰ καὶ ἐκ τῆς οἰκτρότητος αὐτῆς ὀλίγου δεῖν θὰ ἐκρημνίζετο ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφός σας Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μεταβὰς ἐκεῖ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν σεισμῶν.
§5Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Πέρυσιν ἐγένετο διόρθωσις ἐκ τῶν ἐνόντων. Ὥστε θὰ διωρθώθη ἡ κατάστασις.
§6ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Συνηγορῶ καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε. (Ἱλαρότης).
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Περιστέρας, Ἁγίας Βαρβάρας, Ζαρούχλης καὶ Σόλου τῶν Καλαβρύτων.
§8Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη, ἐπίσης ἀποβλέπει τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Οἱ κοινότητες αὗται παρακαλοῦσιν ὅπως λειτουργήσῃ καὶ ἐκεῖ ἡ ἀποστολὴ ταχυδρομικῶν δεμάτων...
§9Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ ληφθῇ πρόνοια, ὅπως λειτουργῶσιν εἰς ὅλα τὰ ταχυδρομεῖα.
§10Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εὐχαριστῶ πολύ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Τρικούπης καὶ Ἀλ. Γρίβας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ἀστακοῦ καὶ Ξηρομέρου.
§12ΑΛ. ΓΡΙΒΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κ. Πρόεδρε, νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, καθὼς καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν κατοίκων Ἀστακοῦ. Ὁ Ἀστακὸς τυγχάνει ἀπὸ ξηρᾶς ἐντελῶς ἀποκεκλεισμένος, ἐπικοινωνῶν μετὰ τοῦ Μεσολογγίου εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται διὰ τὰς πλείστας ὑποθέσεις του, μόνον διὰ θαλάσσης, καὶ τοῦτο ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος. Ἡ συγκοινωνία αὕτη, ἔστω, κατὰ τὸν χειμῶνα ἕνεκα τῆς κακοκαιρίας διακόπτεται, ἐνῷ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κατὰ ξηρὰν συγκοινωνίαν εἶναι μία ὁδὸς τῆς ὁποίας ἡ ἀποπεράτωσις ἐλαχίστην δαπάνην θὰ ἀπαιτήσῃ.
§13Ι. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς οἱ κάτοικοι παρακαλοῦσι τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ὁδοῦ, ἥτις εἶναι ἡμιτελής. Ἄλλως τε διὰ τὴν ὁδὸν αὐτὴν ἔχουσι δαπανηθῆ πολλαὶ δεκάδες χιλιάδων δραχμῶν καὶ εἶναι ἀβελτηρία νὰ δαπανηθῶσιν αὐταὶ εἰς μάτην, ἐνῷ μὲ ὀλίγον ἀκόμη ποσὸν δύναται νὰ συντελεσθῇ χρησιμωτάτη ὁδός.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Βρατσᾶνος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἂν ὑπάρχῃ σκέψις περὶ προαγωγῆς τῶν κατὰ τὸν πόλεμον ἐπὶ τῶν πολεμικῶν πλοίων ὑπηρετησάντων ἠλεκτροτεχνιτῶν τῶν μόνων μὴ προβιβασθέντων, παρασχόντων δὲ σημαντικὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἐχόντων εὐμενεστάτας ἐκθέσεις, δι’ οὓς ἡ προαγωγή, λόγῳ τοῦ ἀσημάντου τῆς αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας, θὰ εἶναι ἁπλῆ ἠθικὴ ἱκανοποίησις».
§15Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μελετᾶται τὸ ζήτημα καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Οἱ κ. κ. Στ. Ἀναστασιάδης, Ι. Γκέκας καὶ Δ. Χατζηγιάννης παρακαλοῦσι τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Παιδείας καὶ Συγκοινωνίας, νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, διατί ὁ ἐπιθεωρητὴς τῶν Δημοσίων Ἔργων Βεργόπουλος, διαταχθεὶς ὅπως ἐπισκεφθῇ καὶ ἀποφανθῇ περὶ τῆς στερεότητος τῆς ἐκκλησίας Μεγάλου Κερσελί, καίτοι πρὸ τριμήνου ἐπεσκέφθη ταύτην, δὲν ὑποβάλλει εἰσέτι τὴν ἔκθεσίν του».
§17ΣΤ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρὸ πολλοῦ χρόνου ἀπεφάσισεν ἡ κοινότης Κεσερλὶ νὰ ἀνιδρύσῃ ἐκκλησίαν. Ἐγένοντο τὰ σχετικὰ σχεδιαγράμματα, ἐνεκρίθησαν καὶ ἤρξατο ἡ ἀνέγερσις τῆς ἐκκλησίας. Μετὰ πάροδον χρόνου ἀπὸ τῆς ἀνυψώσεως τοῦ τρούλλου, ἀνεφάνησαν ῥήγματά τινα ἐπ’ αὐτοῦ. Τὸ ἐκκλησιαστικὸν Συμβούλιον ἐπεκαλέσθη τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ νομομηχανικοῦ Λαρίσης διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ ῥήγματα. Πλὴν τίποτε δὲν ἐγένετο. Ἀπετάθησαν οἱ κάτοικοι καὶ εἰς ἐμὲ καὶ εἰς ἄλλους Συναδέλφους, οἵτινες διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας ἐφροντίσαμεν ὅπως ἀποφανθῇ ἐπὶ τέλους ὁ ἁρμόδιος μηχανικός, εἴτε περὶ τῆς κατεδαφίσεως εἴτε περὶ τῆς ἐξακολουθήσεως τῶν ἐργασιῶν. Τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας μετὰ προθυμίας καὶ ἐγκαίρως ἀπέστειλεν ἔγγραφον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν περὶ ἀποστολῆς τοῦ ἁρμοδίου ἐπιθεωρητοῦ, ἀλλὰ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀγνοῶ διατί, δὲν ἐφαίνετο πρόθυμον, καίτοι ἐπανειλημμένα ἔγγραφα ἀπεστάλησαν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας. Μόλις πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων μηνῶν ἐδέησε νὰ ἀποσταλῇ ἐπιθεωρητής, ὁ κ. Βερόπουλος ἢ μᾶλλον μετέβη δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν εἰς Λάρισαν καὶ ἐκεῖθεν διετάχθη νὰ μεταβῇ καὶ ἐκεῖ, καὶ ἐξήτασε τὸ οἰκοδόμημα, ἀλλὰ μέχρι σήμερον δὲν ηὐδόκησε νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του. Εἰς ἐπίμετρον δὲ παρέλαβε καὶ ἄλλα σχεδιαγράμματα, τοῦ ναοῦ παρὰ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ Συμβουλίου οὕτως ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὴ ἡ μελέτη παρ’ ἄλλων πλέον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ διατάξῃ τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος ἐπιθεωρητὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολήν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας φαίνεται ὅτι δὲν εἰσακούεται.
§18Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Παρακαλῶ καὶ ἐγὼ τὸν συνάδελφον κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας πρὸς τοῦτο, καθόσον ἡ τελευταία ὑπόμνησις ἐγένετο τῇ 18ῃ Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ.
§19Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῆς Συγκοινωνίας καὶ Παιδείας νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἁπλῆς παραλείψεως ἢ βραδύτητος ἐκ μέρους τῶν μηχανικῶν, ἀλλὰ περὶ γεγονότος τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ ἐντύπωσιν καὶ εἰς τὸν παραξενευόμενον διὰ τὴν ἐπερώτησιν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τὸ χωρίον Κεσερλὶ πρὸ τῆς ἀπελευθερώσεώς του ἦτο τὸ μόνον ἐξ ὅλης τῆς Θεσσαλίας χωρίον, ὅπερ εἶχε τοὺς πλείστους κατοίκους βουλγαροφώνους καὶ ὀθωμανούς, οἵτινες ἀπελθόντες ἀφῆκαν τοὺς πρώτους. Συνέπεσε δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ, λόγῳ τῶν βουλγαροφώνων, ὡς ἐκκλησία μία παράγκα ἔχουσα τὰς εἰκόνας μὲ βουλγαρικὰ γράμματα. Εὐθὺς ἅμα τῇ ἀποχωρήσει τῶν ὀθωμανῶν ἡ κοινότης τῆς κωμοπόλεως, ἥτις εἶναι πολυανθρωποτάτη ἔχουσα Εἰρηνοδικεῖον, Ἑλληνικὸν Σχολεῖον, ἑβδομαδιαίαν ἀγορὰν καὶ ἥτις ἀριθμεῖ πλέον τῶν τριῶν χιλιάδων κατοίκων, ἤρξατο ἀνοικοδομοῦσα δι’ ἰδίων χρημάτων ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία προχωρήσασα μέχρις ἑνὸς σημείου ἐσταμάτησεν, ἀγνοῶ διὰ τίνα λόγον, ἕνεκα τοῦ ἐργολάβου ἢ ἕνεκα τῆς ἐπιβλέψεως τῆς Πολιτείας, ἀνεχομένης ἀπὸ εἰκοσιπενταετίας νὰ ἐκκλησιάζωνται οἱ χριστιανοὶ κάτοικοι αὐτοῦ εἰς τὴν παράγκαν μὲ τὰ βουλγαρικὰ γράμματα. Ἐπανειλημμέναι ἐνέργειαι ἀγνοῶ διατί ματαιοῦνται. Καὶ ἤθελον νὰ μάθω, εἶναι ἐλευθέρα ἡ κοινότης νὰ κτίσῃ τὴν ἐκκλησίαν της, ἢ ἐὰν πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἶναι ἐλατωματικὴ ἡ ἀνεγειρομένη νὰ διατάξῃ νὰ κατεδαφισθῇ; Ἐὰν κατορθωθῇ τοῦτο, ἡ κοινότης θὰ σᾶς εὐγνωμονῇ κ. Ὑπουργοί.
§20Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον μόνον ἀστυνομικὰ μέτρα δύναται νὰ λάβῃ.
§21Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ τριακονταετία κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπεπερατώθη, νὰ ὁρισθῇ προθεσμία ἑκατὸν ἐτῶν πρὸς δόξαν τῆς ἀστυνομικῆς προνοίας τῆς Κυβερνήσεως.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ, τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ διὰ τοὺς τυχὸν κριθησομένους ἐκ τῶν βοηθητικῶν ἱκανοὺς παρὰ τῆς ἐξεταστικῆς ἐπιτροπῆς ὡς πρὸς τὸ καταβληθὲν ἀντισήκωμα· ἐὰν δηλαδὴ σκέπτηται νὰ διατάξῃ τὴν ἐπιστροφὴν τῶν χρημάτων».
§23ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιστραφῇ εἰς αὐτοὺς τὸ ἀντισήκωμα, διότι δι’ αὐτοῦ ἐξηγόρασαν τὴν διετῆ θητείαν καὶ διετίαν μάλιστα πολέμου ἡ ὁποία λογίζεται εἰς τὸ διπλάσιον.
§24Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Τοὐλάχιστον νὰ χαρισθῇ εἰς αὐτοὺς ἡ τελευταία δόσις ἡ τοῦ Σεπτεμβρίου, ἀφοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν αὐτοὺς βοηθητικοὺς τότε.
§25ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἡ τελευταία δόσις ἀποτελεῖ συνέχειαν τοῦ ἀντισηκώματος. Πρέπει νὰ τὸ πληρώσωσιν ὅλον.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δηλώσῃ πρὸς τὴν Βουλήν, ἂν σκέπτηται νὰ ἀπολύσῃ καὶ τοὺς ἀπαλλαγέντας τοῦ 1913, οἵτινες λόγῳ τοῦ ὅτι εὑρίσκοντο εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ καταβάλωσι κατὰ τὸν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον χρόνον τὸ σχετικὸν ἀντισήκωμα τῆς ἀπαλλαγῆς των καὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι σήμερον νὰ πληρώσωσιν».
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διετάχθη ἡ ἀπόλυσις ὅλων τῶν ἀπαλλαγέντων. Οἱ μὴ καταβαλόντες δόσεις τοῦ ἀντισηκώματος, ἐνῷ ὑποχρεοῦνται διότι εὑρίσκονται εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, θὰ ἀπολυθῶσι καὶ βραδύτερον θὰ ὑπολογισθῇ δι’ αὐτοὺς ἡ καταβολὴ τοῦ ἀντισηκώματος πῶς καὶ κατὰ πόσον τοῦτο δύναται νὰ καταβιβασθῇ.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Κοσονάκος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐλήφθη πρόνοια περὶ ἐπισκευῆς τοῦ κινδυνεύοντος νὰ καταπέσῃ Δημοτικοῦ Σχολείου Λαγείας».
§29Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ διατάξω αὔριον ἀμέσως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔχει προνοήσει περὶ ἐφαρμογῆς τῆς ἀρχαιολογικῆς νομοθεσίας καὶ ἐν ταῖς νέαις Χώραις, καὶ τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς προστασίαν τῶν τε κλασικῶν καὶ τῶν βυζαντιακῶν ἀρχαιοτήτων τῶν νέων Χωρῶν».
§31Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θέλουσιν ὑποβληθῆ νομοσχέδια τόσον περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἀρχαιολογικῆς νομοθεσίας, ὅσον καὶ ἴδιον νομοσχέδιον, δι’ οὗ λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν βυζαντινῶν ἀρχαιοτήτων.
§32Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν Σύνοδον αὐτήν;
§33Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἴσως αὔριον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀχ. Παπαλουκᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί μέχρι τοῦδε δὲν ἐπερατώθη ἡ ἐκκρεμὴς ἀνάκρισις κατὰ τῶν Κοντούλη Ἀθανασίου, ἀξιωματικοῦ τῆς Οἰκονομίας, Βασιλείου Βασιλοπούλου, λοχαγοῦ, Βασιλείου Σπυράκη, ὑπολοχαγοῦ, Πετράκη Λ., ὑπολοχαγοῦ, Χρήστου Ρώσση, λοχίου, Κονοσοπούλου, ἐλευθέρων χορηγητῶν τῆς καυσολυχνοκαΐας καὶ Κωνστ. Σαρηγιάννη, χορηγητοῦ ὡσαύτως, κατηγορουμένων ἐπὶ ἀπάτῃ καὶ πλαστογραφίᾳ διατελούντων δὲ προφυλακισμένων ἐνταῦθα ἀπὸ τῆς 15ης Ἰουλίου τοῦ 1913; ἐπὶ δεκαπέντε ἤδη μῆνας, ἀντὶ νὰ ἔχῃ πρὸ πολλοῦ περατωθῇ δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος, ἐκδιδομένου ἐπὶ τῶν πράξεων τούτων, γνωστοῦ ὄντος, ὅτι καὶ ἀναμφισβητήτως ἡ ταχύτης περὶ τὴν δίωξιν τῶν ἀδικημάτων ἀποτελεῖ ὅρον ἀπαράβατον καὶ ἐγγύησιν τῆς ὀρθῆς ἀπονομῆς τοῦ δικαίου».
§35Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἔληξε τὸ στάδιον τῆς ἀνακρίσεως καὶ εὑρίσκεται αὕτη ὑπὸ τὴν μελέτην τοῦ εἰσαγγελέως, ὅστις θὰ ὑποβάλῃ τὴν πρότασίν του εἰς τὸ Συμβούλιον ἐντὸς τοῦ μηνός. Ἡ βραδύτης ὀφείλεται εἰς τὸν ὄγκον τῆς δικογραφίας ἡ ὁποία ἔχει τεσσαράκοντα κατηγορουμένους, ἀναλόγους μάρτυρας κλπ.
§36ΑΧ. ΠΑΠΑΛΟΥΚΑΣ. Νὰ δοθῇ νέα ἐντολὴ πρὸς ἐπίσπευσιν, διότι ὅπως δήποτε δὲν εἶναι δεδικαιολογημένη τοσαύτη βραδύτης.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης «παρακαλεῖ, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως διατάξῃ τὴν κατασκευὴν γεφύρας εἰς Θολοπόταμον Αἰγείρας, καθ’ ὅσον ἀπειλεῖται ἡ διακοπὴ τῆς συγκοινωνίας».
§38Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐδήλωσα πρὸ ἡμερῶν ὅτι προεκηρύχθη δημοπρασία.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Μουζάκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν προέβη μέχρι τοῦδε εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ἐπιτυχόντων κατὰ τὸν ἐνεργηθέντα διαγωνισμὸν κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον ἐ. ἔ. πρὸς κατάληψιν θέσεων ὑπογραμματέων τελωνείου, καθότι ἐκ τῶν 39 ἐπιτυχόντων τότε, μόλις 10–12 διωρίσθησσαν, οἱ δὲ λοιποὶ ἀναγκάζονται νὰ μείνωσι δεσμευμένοι πρὸς ἀνεύρεσιν ἑτέρας ἐργασίας, ἀναμένοντες ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν τὸν διορισμόν των, ἄλλως νὰ δηλώσῃ εἰς αὐτοὺς ὅτι δὲν θὰ τοὺς λάβῃ ἀνάγκην».
§40ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ὁ πίναξ αὐτὸς θὰ ἰσχύσῃ ἐπὶ ἓν ἔτος. Ὅσαι θέσεις ἐν τῷ μεταξὺ κενοῦνται θὰ πληρῶνται ἐκ τοῦ πίνακος αὐτοῦ. Ὑποθέτω ὅτι ὁ πίναξ αὐτὸς θὰ ἐξαντληθῇ τάχιστα.
§41Ν. ΜΟΥΖΑΚΗΣ. Γίνεται ἀναβολὴ ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησιν τῶν κατοίκων Καλαβρύτων περὶ ματαιώσεως τῆς μεταθέσεως τοῦ γυμνασιάρχου Καλαβρύτων Ἀργ. Βουτσινᾶ».
§43Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καθόσον οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν Καλαβρύτων μετὰ τὴν μετάθεσιν τοῦ Γυμνασιάρχου ἔστειλαν τὰ τέκνα των εἰς τὸ γυμνάσιον Αἰγίου. Τοιουτοτρόπως τὸ δημοσυντήρητον γυμνάσιον Αἰγίου ὑπερεπληρώθη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωνται μαθήματα.
§44Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατί οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν ἔσπευσαν ν’ ἀποστείλωσιν αὐτοὺς εἰς τὸ γυμνάσιον Αἰγίου. Ἐὰν οἱ μαθηταὶ αὐτοὶ ἐνόμιζον ὅτι δύνανται νὰ κανονίζωσι τίς Γυμνασιάρχης θὰ διδάξῃ, καλὰ ἔκαμαν καὶ ἀπεμακρύνθησαν, διότι δὲν θὰ εἶναι καλοὶ μαθηταί. Μετάθεσις δὲ προταθεῖσα ὑπὸ τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συμβουλίου καὶ δημοσιευθεῖσα δὲν δύναται ν’ ἀνασταλῇ. Ἀλλήμονον ἂν διὰ στοργὴν τῶν γονέων ἐπιζήμιον τίθεται ἑκάστοτε εἰς κίνησιν ἡ ὑπηρεσία.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐπερωτήσεων, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Πρὸ αὐτῆς τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας.
§46Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ προσωρινῆς χρήσεως διδακτικῶν βιβλίων ἐν τοῖς δημοτικοῖς σχολείοις». Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτρέπεται ἡ χρῆσις ὅλων τῶν ἐγκριθέντων βιβλίων ἀπὸ τοῦ 1895 καὶ ἐντεῦθεν ἐλευθέρως κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ συμβουλίου τῶν διδασκάλων. Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ ἐπεῖγον.
§47Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ τοῦ τελευταίου ἔτους;
§48Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Βεβαίως.
§49Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐμμέσως ἔκαμαν τὴν δουλειά των. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὸ νομοσχέδιον κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 1ον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως ἀναβάλλεται, διότι δὲν διενεμήθη εἰσέτι. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ ἀναθεωρήσεως ἀποφάσεων ἀνικάνων καὶ βοηθητικῶν». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). Ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχει τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ κ. Θ. Παπαϊωάννου.
§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Οἱ κύριοι αὐτοὶ πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσιν τοὐλάχιστον ἐπὶ τρίμηνον, δὲν εἶναι δὲ ὀρθόν, ἀποφυγόντες νὰ κάμωσιν διετῆ θητείαν, ἀποφυγόντες καὶ τὸν πόλεμον, νὰ ἔχωσι καὶ τὸ πλεονέκτιμα ὅτι θὰ πληρώσωσι 250 δραχ. ἵνα ἀποφύγωσι τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν.
§52Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἐνόμιζον ὅτι ἔπρεπε νὰ γίνῃ ὅ τι ἐγένετο καὶ διὰ τοὺς ἀδηλώτους.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ζητεῖται αὐτό· οὔτε ἡ περίστασις εἶναι ὁμοία. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει θὰ ἐδεχόμην νὰ τροποποιήσω τὸν νόμον ἐκεῖνον ἢ τὸν παρόντα. Ἡ περίστασις δὲν εἶναι ὁμοία, διότι ἡ θέσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὄντες ὑγιεῖς κατώρθωσαν νὰ περάσωσιν ὡς σακάτιδες, εἶναι πολὺ χειρότεροι ἀπὸ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν ἐγγεγραμμένοι, διότι τοῦτο συνέβη οὐχὶ ἐξ ὑπαιτιότητος αὐτῶν, ἀλλ’ ἐξ ὑπαιτιότητος τῆς Πολιτείας. Σᾶς λέγω μάλιστα ὅτι καὶ ἐγὼ ἤμην ἀδήλωτος, ὅτε ἦλθον εἰς Ἀθήνας, διότι τὰ ἐκεῖ Προξενεῖα δὲν ἐφρόντιζον νὰ μᾶς ἐγγράψωσιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν θέλητε νὰ φέρητε πρότασιν νόμου διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὁρισθῇ ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἀδήλωτοι πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσιν, εἶμαι πρόθυμος νὰ τὴν δεχθῶ. Ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ λάθος εἶναι ἰδικόν μου, καίτοι ἡ Βουλὴ ἐζήτησεν οὕτω νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα· ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει ἐκανονίσθη μὲ πληρωμὴν 500 δραχμῶν, ἐνῷ σεῖς θέλετε νὰ κανονισθῇ ἀντὶ 250. Ἐὰν σεῖς δὲν θελήσητε νὰ ὑποβάλητε πρότασιν νόμου, θὰ εὑρεθῶ ἐγώ, ἀναγνωρίζων τὸ λάθος μου, εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τροποποιήσω τὸν νόμον, διότι φρονῶ ὅτι οἱ ἔχοντες ἡλικίαν τοιαύτην, ὥστε νὰ δύνανται νὰ φανῶσιν χρήσιμοι εἰς τὸ στράτευμα, πρέπει νὰ ὑπηρετήσωσι.
§54Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἡ τροπολογία μου δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ διευκολύνῃ τοὺς κακῆς πίστεως. Ἐγὼ ὡμίλησα περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶχον λόγους νὰ ἦσαν βοηθητικοί, ἐνῷ ἴσως σήμερον νὰ ἐξέλιπον οἱ λόγοι ἐκεῖνοι. Μὲ ὤθησεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας ἀκριβῶς ἡ διάταξις περὶ ἀδηλώτων καὶ ἐθεώρησα ὅτι, ἐὰν δι’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐγὼ θεωρῶ βαρυτέρους, ὑπάρχει περίπτωσις νὰ μὴ ὑπηρετήσωσιν, ἐνόμιζον ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ μὴ ὑπηρετήσωσιν καὶ αὐτοί. Κατόπιν ὅμως τῆς δηλώσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, βεβαίως ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν μου. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ποσὸν οὔτε συζήτησις δὲν πρέπει νὰ γίνῃ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας. Ἀπών. Ὁ κ. Σ. Ἀναστασιάδης. Ἀπών. Ὁ κ. Θ. Σκάσης.
§56Θ. ΣΚΑΣΗΣ. Ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἐπηνέχθη ἡ ἑξῆς τροπολογία. «Οἱ παρὰ τῶν Ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν κριθέντες ἱκανοί, ἐὰν κατὰ τὴν προσέλευσίν των πρὸς κατάταξιν ἤθελον εὑρεθῆ ὑπὸ τοῦ οἰκείου ἰατροῦ τοῦ Σώματος ἢ στρατ. Νοσοκομείου, εἰς ὃ τυχὸν ἤθελον εἰσαχθῆ πρὸς νοσηλείαν, ἀνίκανοι πρὸς στράτευσιν ἢ ἱκανοὶ μόνον διὰ τὰς βοηθητικὰς τοῦ στρατοῦ ὑπηρεσίας, παραπέμπονται δι’ ἐνδείξεως τοῦ ἰατροῦ ἢ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Νοσοκομείου πρὸς ἐξέτασιν ἐνώπιον τῆς Ἀνωτάτης τοῦ Στρατοῦ Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς». Ἡ τροπολογία αὕτη, ἡ ὁποία ἔχει σκοπόν, ἂν τυχὸν δὲν συνέβη λάθος τι διαγνωστικόν, εἴτε ὡς ἐκ τῆς σπουδῆς τῶν πρώτων ἡμερῶν εἴτε ὡς ἐκ τοῦ πολυσχιδοῦς καὶ δυσκόλου ἔργου τῶν ἐπιτροπῶν, ἡ τροπολογία ἡ ἔχουσα τὸν σκοπὸν τοῦτον, δὲν μοὶ φαίνεται καὶ ὅτι ἐπιτυγχάνει τοῦ σκοποῦ. Τοὐναντίον τοὺς τυχὸν ἀδικηθέντας μὲ νέον βάρος ἐπιβαρύνει. Δυνάμει τοῦ Β. Διατάγματος ὡς εἶχε πρὶν ἢ ἀχθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ τροπολογία αὕτη, οἱ τοιοῦτοι εἶχον τὸ δικαίωμα πάντοτε νὰ ἐξετασθῶσι παρὰ τῶν ἐπιτροπῶν τῶν ἀπαλλαγῶν τοῦ Σώματός των. Σήμερον τί θὰ συμβῇ; Οὗτοι ὀψέποτε ἤθελον κληθῆ νὰ ὑπηρετήσωσιν εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ μεταβῶσιν εἰς τὰ Σώματα αὐτῶν, προκειμένου δὲ περὶ Κυκλαδιτῶν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν Δράμαν ὅπου θὰ ἑδρεύῃ τὸ Σῶμά των, νὰ δαπανήσῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν μεταφοράν των, ἐπὶ πλέον δὲ νὰ ὑποστῇ τὸ Κράτος νέαν δαπάνην διὰ τὴν μεταφορὰν αὐτοῦ ἐκ Δράμας εἰς Ἀθήνας. Ἂν ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὁπωσδήποτε πλάνη διαγνωστικὴ καὶ ἤθελε θεωρηθῆ ὅτι δίκαιον εἶναι ὅπως οἱ οὕτω πως ἀδικηθέντες ἔλυον τὸ ζήτημα αὐτῶν τὸ ταχύτερον, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὁ τρόπος οὗτος ὁ καταλληλότερος πρὸς ἐπανόρθωσιν ἑνὸς τυχὸν ἀδικήματος. Ἐν πρώτοις πρέπει νὰ ἐξετάσητε εἶναι ἆρά γε πολλοὶ οὗτοι; Θὰ ἐπιφέρωσιν ἀνωμαλίαν τινά, ἐὰν ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ προσέρχωνται ἀμέσως; Ἀπαντῶ· δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι πολλοί, πρῶτον διότι ὅταν καταλλήλως γνωσθῇ εἰς τοὺς θεωρηθέντας ὡς ἱκανούς, διότι μέχρι τοῦδε δὲν ἐπεξηγήθη ἀρκούντως καὶ δι’ αὐτὸ ἀκούομεν καθημερινὰ παράπονα, ὅταν γνωσθῇ ὅτι ὅσον ἀφορᾷ τὴν μυωπίαν, ναὶ μὲν εἰς τὸ Β. Διάταγμα τίθεται ἓν ὅριον μυωπίας πέρα τοῦ ὁποίου θεωρεῖται βοηθητικὸς ὁ ἔχων τοιαύτην, ἀλλὰ τὸ Β. Διάταγμα τοῦ 1910 συνδυάζει τὴν μυωπίαν μὲ τὴν ὀξυδέρκειαν τῆς ὁράσεως, τότε ἐλάχιστοι θὰ παρουσιασθῶσι πρὸς ἀναθεώρησιν. Τοῦτ’ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ ἐπὶ ἄλλων παθήσεων. Ὥστε φρονῶ ὅτι ὁ ἀριθμὸς ἐκείνων, οἵτινες θὰ ζητήσωσιν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν εἶναι μέγας. Ὅταν αἱ μεγάλαι κατηγορίαι τῶν ἀσθενῶν, ὡς οἱ μύωπες καὶ οἱ φέροντες κήλην ἐννοήσωσι καλῶς ὅτι δὲν ἐγένετο ἀδίκημα εἰς αὐτούς, οἱ μέλλοντες νὰ παρουσιασθῶσι δὲν εἶναι πολλοί, εἶναι ὀλίγοι. Θὰ ἐπετύγχανεν ἑπομένως καλλίτερον τοῦ σκοποῦ της ἡ τροπολογία αὐτὴ ἐὰν ἐδίδετο προθεσμία τις, δίμηνος, τρίμηνος π.χ., κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ νομίζοντες ὅτι ἠδικήθησαν νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ προσέρχωνται ἐνώπιον τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑποβληθῶσιν εἰς νέαν ἐξέτασιν. Κατὰ τοῦτο ἑπομένως θὰ παρεκάλουν τὸν ἀξιότιμον κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργόν, ὅπως δεχθῇ ἵνα τάξωμεν προθεσμίαν τινὰ δίμηνον ἢ τρίμηνον, δοθῇ δ’ εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ προσέλθωσιν ἀμέσως ἐνώπιον τῆς Ἀνωτάτης Ὑγειονομικῆς Ἐπιτροπῆς.
§57ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Λυποῦμαι ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ μὴ ἀποδεχθῶ τὰς γνώμας τὰς ὁποίας ἐξεθήκατε. Ἐπὶ τῆς αἰτήσεώς σας, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖτε ὅπως αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς μὴ ὦσι τελεσίδικοι ἀλλὰ νὰ δικαιῶνται νὰ προσέλθωσιν οἱ κρινόμενοι ἱκανοὶ εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν, πρέπει νὰ σᾶς παρατηρήσω ὅτι ὅλοι θὰ κάμωσιν ἀναφορὰς καὶ ὅλοι θὰ προσέλθωσιν ἐνώπιον αὐτῆς. Δὲν ὑπάρχει ὅμως καὶ ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ ἐπιτραπῇ τοῦτο, διότι ὅταν οὗτοι κληθῶσι βραδύτερον προσέρχονται ἐνώπιον τοῦ ἰατροῦ καὶ ἐξετάζονται. Ἄν ὅμως ἐπιτρέψωμεν νὰ προσέρχωνται οὗτοι, ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως, εἰς τὸ προχειρότερον φρουραρχεῖον, ἵνα τοὺς ἐξετάσῃ ὁ ἰατρὸς καὶ ἂν τοῖς ἐπιτρέψῃ νὰ προσέρχωνται εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν, θὰ κάμωμεν πρῶτον μίαν ἀδικίαν εἰς τοὺς ἄλλους ἐπιστράτους. Διατί εἰς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι ἐγλύτωσαν καὶ τὴν διετῆ ὑπηρεσίαν των νὰ ἐπιτρέψωμεν ὅπως ἅμα κληθῇ ἡ ἐπιστράτευσις νὰ μὴ προσέρχωνται εἰς τὸ Σῶμά των κατὰ τὴν ὡρισμένην προθεσμίαν, ἀλλὰ νὰ ἐπιτρέψωμεν νὰ προσέρχωνται εἰς τὸν Φρούραρχον τοῦ μέρους τὸ ὁποῖον τοῖς ἀρέσκει καὶ ἀντὶ τῶν δύο ἡμερῶν τὰς ὁποίας τοῖς δίδομεν διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν πόλεμον, νὰ κυτάζωσιν πῶς νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τοῦ Φρουραρχείου εἰς τὴν Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ περνᾷ ὁ καιρός, ἐνῷ οἱ ἄλλοι ἐπίστρατοι θὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸν πόλεμον; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ εἴμεθα δίκαιοι καὶ νὰ μὴ δεχώμεθα τοιαύτας προτάσεις.
§58Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐγώ, κ. Πρόεδρε, μίαν ἐξήγησιν θὰ σᾶς παρεκάλουν νὰ μοὶ παράσχητε. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὡρισμένας περιστάσεις ἐκ τῶν ὁποίων προάγομαι νὰ σᾶς ζητήσω τὰς ἐξηγήσεις. Πρόκειται περὶ τῶν ἐπιληπτικῶν τῶν ὁποίων ἡ νόσος εἶναι δυσδιάκριτος.
§59ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τὴν τροπολογίαν.
§60Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἡ τροπολογία αὐτὴ δὲν ἐξασφαλίζει τὸ δίκαιον τῶν πασχόντων, ἐνῷ ἐξασφαλίζει τὸ ἄδικον τῶν μὴ πασχόντων. Διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς ἀπαιτεῖ ὁ νόμος νὰ βεβαιωθῇ ἡ νόσος ἐν τῷ νοσοκομείῳ εἰς τὸ ὁποῖον θὰ παραπεμφθῇ.
§61ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι βεβαιωμένη ἡ νόσος, ἐὰν ἀπηλλάγησαν οἱ ἐπιληπτικοὶ θὰ ἔχῃ τηρηθῇ μία διαδικασία καὶ δὲν χρειάζεται τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ προσαχθῶσι τὰ ἔγγραφα τῆς διαδικασίας αὐτῆς.
§62Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Εἶναι χρησιμωτάτη ἡ δήλωσις αὐτή, κ. Πρόεδρε, διότι ἡ διάταξις περιλαμβάνει τὴν φράσιν προκειμένου περὶ τῶν ἐπιληπτικῶν οἵτινες μετὰ πολυχρόνιον διαμονὴν ἐν νοσοκομείοις πρὸς παρατήρησιν ἐκρίθησαν ἀνίκανοι.
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφαιρῶ τὴν λέξιν «πολυχρόνιον». Ἡ ἔννοια εἶναι αὐτή· δι’ ὅσους ἀπηλλάγησαν ὡς ἐπιληπτικοί, κατόπιν παρατηρήσεως ἐν νοσοκομείῳ, δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ νέα ἔρευνα, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐγγράφων των θ’ ἀπαλλαγῶσιν. Ἀφαιρεῖται μόνον τὸ «πολυχρόνιον».
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Παπαϊωάννου ἀποσύρει τὴν τροπολογίαν του. Ὡσαύτως ἀποσύρεται καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Γ. Τσακανίκα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. (Γίνεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς βʹ συζήτησιν τὸ σύνολον τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως τῶν ἐποίκων ὁμογενῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ», ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν). Ψήφισις συνόλου τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων ͵ΙΦΜΒʹ καὶ ὑπ’ ἀριθμὸν 276 καὶ περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ τῶν Δημοσίων ἔργων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πληρωμῆς συντάξεως εἰς τοὺς ἀνακτορικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας λαβὼν κατὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὸν λόγον καὶ ἀντιτασσόμενος κατὰ τῆς ψηφίσεως αὐτοῦ, ἠρώτησεν ἂν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν ἐν γνώσει καὶ προσώπων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ πολίτευμα εἶναι ἀνεύθυνα καὶ τῶν ὁποίων νομίζω, τὸ ὄνομα θὰ εἶναι καλὸν νὰ ἀναφέρηται ὅσῳ τὸ δυνατὸν σπανιώτερον ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, τόσῳ μᾶλλον, καθόσον πρόκειται περὶ μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία νομίζει τοὐλάχιστον, ὅτι ἀπολαύει τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς μεγάλης πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς καὶ ἡ ὁποία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ στηριχθῇ ἀλλοῦ που διὰ νὰ προσαγάγῃ ἐνώπιον αὐτῆς τὰ νομοσχέδιά της. Ἐν τούτοις, ἀφοῦ ἠρωτήθην, ἔχω καθῆκον νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα, ἵνα πάντες τὰ γνωρίζωσιν, μέλλω δὲ νὰ ἐπικαλεσθῶ εἰς ἐπίρρωσιν τῶν λόγων μου καὶ τὴν μαρτυρίαν ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἀντιπολιτευομένου. Ἀρχικῶς, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ κανονισθῶσιν τὰ τῆς ἐπιχορηγίας τῆς νέας Βασιλείας, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ προέλθῃ εἰς συνενόησιν μεθ’ ὅλων ἐκείνων τῶν παραγόντων τῶν ὁποίων ἡ γνώμη εἶχεν ἰδιαίτερον κῦρος, διότι ἐπεθύμει ὅπως κατὰ τὸ δυνατὸν ταῦτα ῥυθμισθῶσιν ἐν ἀπολύτῳ ὁμογνωμοσύνῃ τῆς Βουλῆς μὴ ἀκουσθῇ δὲ γνώμη διαφωνίας, οὔτε πρὸς μείζονα οὔτε πρὸς ἐλάττονα διακανονισμὸν τοῦ ποσοῦ τῆς βασιλικῆς χορηγίας. Ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων ἡ γνώμη ἐζητήθη ἐδήλωσαν ὅτι εὑρίσκουσιν ἐντελῶς ὀρθῶς γενομένην τὴν διαρίθμησιν καί, ἂν καλῶς ἐνθυμοῦμαι, εἶπον ὅτι, ἂν θὰ εἶχον νὰ κάμωσι παρατήρησίν τινα, ἡ παρατήρησις αὐτὴ θὰ ἐστρέφετο εἰς τὸ σημεῖον ὅτι διὰ τοῦ τότε νομοσχεδίου ἐπεβάλλοντο τὰ βάρη τῆς ἐπισκευῆς τῶν ἀνακτόρων εἰς τὴν ἀνακτορικὴν χορηγίαν καὶ ὄχι εἰς τὸ Κράτος, ὅπως καὶ πρότερον Μετὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ἦλθεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν πρώτην δὲ συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὁ κ. Μπακόπουλος ἐπιμόνως ἐζήτησε νὰ λάβῃ τὸν λόγον, ὅπως καὶ ἐξ ὀνόματος ἄλλων, ἐχόντων τὰς ἰδικάς του ἰδέας, ζητήσῃ νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις ἐκείνη καθ’ ἣν τὰ βάρη τῆς ἐπισκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν ἀνακτόρων ὑπέχει ἡ ἀνακτορικὴ χορηγία.
§66Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Νὰ σᾶς δώσω τὴν αἰτουμένην ἐξήγησιν. Κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ κανονισμοῦ τῆς βασιλικῆς ἐπιχορηγήσεως, ἐγὼ ἐκ πεποιθήσεως ἐφρόνουν ὅτι ἡ βασιλικὴ ἐπιχορήγησις ἦτο μικρά, ὡς ἐκανονίζετο ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Ἐμελέτησα τὸ νομοσχέδιον μὲ τὴν ἀπόφασιν νὰ ζητήσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν αὔξησιν τῆς βασιλικῆς ἐπιχορηγήσεως. Πρῶτος οὗτινος τὴν γνώμην ἐζήτησα, ἦτο ὁ ἀείμνηστος Ῥώμας, μεθ’ οὗ συνεννοήθην καὶ ἔμεινε καὶ αὐτὸς σύμφωνος, μετέβημεν δὲ ὁμοῦ εἰς τὸ δωμάτιον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅπως εὕρωμέν τινα τῶν κ. Ὑπουργῶν καὶ ἀνακοινώσωμεν τὰς ἰδέας μας, ἀλλ’ οὐδένα εὕρομεν. Ἐπανήλθομεν μετὰ τοῦ Ῥώμα εἰς τὴν θέσιν μας, ὅτε εἶχον ἔλθει καὶ οἱ κύριοι ἀρχηγοὶ τῶν κομμάτων. Ἐζήτησα πρῶτον τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ῥάλλη, ὅστις συνεφώνησε μετ’ ἐμοῦ καὶ ἰδίως ἐζήτησε τὴν διαγραφὴν τῶν τελευταίων στίχων τοῦ νομοσχεδίου, δι’ ὧν ἐπεβάλλετο ἡ ἐπισκευὴ τῶν ἀνακτορικῶν κτιρίων εἰς τὸ ἀνακτορικὸν ταμεῖον. Μετὰ τὸν κ. Ῥάλλην, ἔχων τὸ νομοσχέδιον ἀνὰ χεῖρας, μετέβην εἰς τὸν σεβαστὸν ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴν κ. Θεοτόκην, ὅστις ἔμεινε σύμφωνος καθὼς καὶ ὁ κ. Μαυρομιχάλης. Καὶ ἐνῷ ἤμην ἕτοιμος νὰ ὁμιλήσω πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου, διήρχετο πρὸ ἐμοῦ ὁ κ. Ῥέπουλης πρὸς τὸν ὁποῖον ἀνεκοίνωσα πάντα ταῦτα. Ὁ κ. Ῥέπουλης φαίνεται ὅτι ἀνεκοίνωσε ταῦτα πρὸς ὑμᾶς καὶ σᾶς εἶδον νὰ συζητῆτε ζωηρῶς, μοὶ ἐκάματε δὲ ἀμέσως τὴν τιμήν, νὰ μὲ καλέσητε πλησίον σας καὶ μοὶ εἴπετε νὰ μὴ ὁμιλήσω περὶ τῆς βασιλικῆς ἐπιχορηγήσεως, διότι θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ λάβητε καὶ σεῖς τὸν λόγον. Ἐγὼ δὲ ἀπέναντι τῆς ἐπιμονῆς σας εὑρεθεὶς καὶ μὴ ἔχων οὐδὲν ἄλλο εἰδικὸν ἐνδιαφέρον εἰμὴ τὸ ἐνδιαφέρον, τὸ ὁποῖον ἕκαστος ὑπήκοος ὀφείλει νὰ ἔχῃ, πρὸς ὅσον οἷον τε ἀξιοπρεπεστέραν παράστασιν τοῦ Βασιλέως του, παρῃτήθην τῆς ὁμιλίας μου. Ἐνῷ ὅμως ἤμην ἕτοιμος νὰ ἀποχωρισθῶ ὑμῶν, μοὶ εἴπετε ὅτι ἓν πρᾶγμα δύνασθε νὰ κάμητε, νὰ εἰσηγηθῆτε εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος τὰς συντάξεις τῶν ἀνακτορικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἠπόρουν πῶς ἄχρι τοῦδε δὲν ἐξετελέσατε τὴν ἐπαγγελίαν σας ταύτην.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὕτω προῆλθεν εἰς τὸ μέσον ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου Ταμείου αἱ συντάξεις τῶν ἀνακτορικῶν ὑπαλλήλων. Παρεκάλεσα τὸν κ. Μπακόπουλον, νὰ μὴ ὁμιλήσῃ, ἔκαμα δὲ τὴν δήλωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ Κράτος θὰ ἀναλάβῃ τὰς συντάξεις τῶν ἀνακτορικῶν ὑπαλλήλων. Οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα. Ἐν προκειμένῳ, ἄν τις ὑπάρχῃ ὁ ζητῶν τὴν μέριμναν τῆς Πολιτείας ὑπὲρ τῶν ἀνακτορικῶν ὑπαλλήλων δὲν εἶναι ὁ νῦν Βασιλεύς, εἶναι ὅμως ὁ ἀποθανὼν Βασιλεύς. Καὶ ἐπειδὴ ἐζητήθη νὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν, ἀναγινώσκω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν μέρος τῆς διαθήκης τοῦ ἀοιδίμου Βασιλέως ἐχούσης οὕτω· (ἀναγινώσκει). «Λυποῦμαι ὅτι δὲν ἔχω ἀρκοῦσαν περιουσίαν ὅπως ἀφήσω ὡρισμένον ποσὸν διὰ συντάξεις τῶν ὑπηρετησάντων με, ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν Ντῖνον ἐγκαρδίως νὰ φροντίσῃ ὅπως τὸ Ὑπουργεῖον προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δοθῇ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι μὲ ὑπηρέτησαν τόσα ἔτη, μία καλὴ σύνταξις. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἠδυνάμην μετὰ τὸ δέκατον ἔτος νὰ ζητήσω αὔξησιν τῆς ἐπιχορηγήσεώς μου· ἐν τούτοις οὐδέποτε ἔπραξα τοῦτο, οὔτε ἐζήτησα τίποτε ἀπὸ τὸ Ἔθνος. Διὰ τοῦτο δύναται τοῦτο νὰ δώσῃ καλὴν σύνταξιν εἰς ὅλους οἵτινες μὲ ὑπηρέτησαν εἴκοσιν ἔτη καὶ ἄνω». Οὕτως ἔχει ἡ αἴτησις τοῦ μακαρίτου Βασιλέως. Ὅτε ἐρυθμίσθησαν τὰ τῆς ἐπιχορηγήσεως, καὶ φυσικὰ πρὶν ἢ ἔλθῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἀνεκοινώθη πρὸς τὸν Βασιλέα, ὡς ἔπρεπε ν’ ἀνακοινωθῇ, ὅτι αἱ συντάξεις αὐταὶ θὰ ἦσαν εἰς βάρος τῆς ἀνακτορικῆς χορηγίας καὶ διὰ τοῦτο οὐδεὶς ἐγένετο λόγος. Ἀλλ’ ὅτε παρετήρησεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐν τῇ ῥυθμίσει τῆς χορηγίας δὲν ὑπερέβη τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡ κοινὴ συνείδησις ἀνεγνώριζεν ὡς τὸ προσῆκον καὶ ἐπιβαλλόμενον, καὶ εἶδεν ὅτι ἐγένοντο αἰτήσεις ὅπως ῥυθμισθῶσιν γενναιότερον τὰ τῆς ἐπιχορηγήσεως, δὲν ἐδίστασα, ἀνταποκρινόμενος πρὸς τὴν αἴτησιν τοῦ μακαρίτου Βασιλέως, νὰ ἀφαιρέσω τὸ βάρος ἀπὸ τῆς ἀνακτορικῆς χορηγίας καὶ νὰ ἀναθέσω αὐτὸ εἰς τὸ Κράτος. Δίδω τὸν ζητηθέντα πίνακα διὰ νὰ ἴδητε τίνα τὰ ὀνόματα ἐκείνων οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ λάβωσιν τὴν σύνταξιν. Τὸ ὅλον ποσὸν τῶν συντάξεων ἀνέρχεται εἰς 150.000 δραχμὰς κατ’ ἔτος, πρόκειται ὅμως νὰ ἐλαττῶται σὺν τῷ χρόνῳ χωρὶς νὰ αὐξήσῃ, ὡς συμβαίνει μὲ τὰς συντάξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, καὶ νὰ ἀποσβεσθῇ εἰς ἀριθμὸν ἐτῶν πολὺ μικρόν, διότι πολλοὶ ἐκ τῶν λαμβανόντων σύνταξιν ἔχουσι μεγάλην ἡλικίαν.
§68Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι προσωπικαὶ αἱ συντάξεις, δὲν εἶναι οἰκογενειακαί.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Τὸ ποσὸν αὐτό, Κύριοι, εἶναι πάντως μικρότερον ἀπὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὴν κανονικὴν συντήρησιν καὶ τὰς ἐπισκευὰς τῶν Ἀνακτόρων, τῶν ὁποίων ἡ χρῆσις παραχωρεῖται εἰς τὸν Βασιλέα. Νομίζω ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως θὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιρρήσεως, ἀποσυρομένων τῶν ὑποβληθεισῶν τοιούτων.
§70Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐὰν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θὰ εἴπω ἐκινδύνευον νὰ θεωρηθῶσιν ὡς μείωσις τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τὴν μνήμην τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως, δὲν θὰ τὰ ἔλεγον. Ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ εἴπῃ αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι ὅλοι τὸ αἰσθανόμεθα, ὅτι εἴμεθα εὐγνώμονες πρὸς τὸν ἐκλιπόντα Βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἐστερέωσε πολιτειακὴν κατάστασιν ἐν Ἑλλάδι καὶ δυναστείαν, καὶ ἔδωκεν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος τέκνα, τὰ ὁποῖα ἠγάπησαν τὴν Ἑλλάδα, ὡς ἐὰν ἦσαν Ἕλληνες ἀπὸ πολλῶν γενεῶν. Ὥστε δὲν πρόκειται μεθ’ ὅσα θὰ εἴπω νὰ θεωρηθῇ ὅτι θέλω, ἔστω καὶ κατ’ ἐλάχιστον, νὰ θίξω τὴν ἱερὰν μνήμην τοῦ ἐκλιπόντος Βασιλέως. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ δηλώσεις, εἰς τὰς ὁποίας προέβη σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφαιροῦσι πολὺ μέρος τῆς ἐντυπώσεως τῆς δυσαρέστου, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ νομοσχέδιον ἄνευ τῶν σημερινῶν δηλώσεων, διότι σήμερον μανθάνομεν ὅτι ἡ γνώμη τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως δὲν ἦτο ὅτι διετέλει πρὸς αὐτοὺς κατὰ τὴν κρίσιν του ὀφειλέτης πρὸς παροχὴν συντάξεώς τινος. Γνωρίζομεν δὲ καὶ ἡμεῖς ὅτι ὁ ἀείμνηστος Βασιλεὺς δὲν διεκρίνετο τόσον διὰ τὴν γενναιότητά του πρὸς τὰ ὄργανά του ὅσον καὶ πρὸς ξένα πρόσωπα, μέχρι τοῦ σημείου μάλιστα παρεξηγήσεως, οὐδ’ ἐχορήγει ἐκ τῶν ὀλίγων του ἐσόδων, τὰ ὁποῖα τῷ ἔδιδε τὸ Κράτος, ἀφθόνως πρὸς πρόσωπα μὴ παρέχοντα ἀνάλογον ἢ καὶ οὐδεμίαν κἂν ὑπηρεσίαν. Ὥστε ἡ βούλησις τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως γενομένη σήμερον γνωστὴ ἀφαιρεῖ πολὺ μέρος, ἐπαναλαμβάνω, τῆς δυσαρέστου ἐντυπώσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ νομοσχέδιον εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει μίαν μορφὴν προσωπικήν, ὅτι πρόκειται περὶ ὡρισμένης τάξεως προσώπων, καὶ δὴ περὶ παροχῆς συντάξεως εἰς βαθμὸν ἀνώτερον παρ’ ὅ τι δίδεται εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους. Καὶ ἀναμφιβόλως, δὲν δύναται τις νὰ μὴ ἐκτιμήσῃ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας παρέσχον πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ Κράτους οἱ ὑπάλληλοι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι αἱ ὑπηρεσίαι αὗται εἶναι ἀνώτεραι τῶν ὑπηρεσιῶν ἄλλων λειτουργιῶν, καὶ δὴ αὐτῶν τῶν Ὑπουργῶν, καὶ ὅτι οἱ αὐλικοὶ ὑπάλληλοι πρέπει νὰ εὑρεθῶσιν εἰς καλλιτέραν μοῖραν ἀπέναντι τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ὅταν μάλιστα εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ μὲν δημόσιοι λειτουργοὶ ἠμείβοντο καὶ ἠμείβοντο γλίσχρως, οἱ δὲ αὐλικοὶ ὑπάλληλοι ἠμείβοντο πολὺ γενναιότερον παρ’ ὅτι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἐπαρκῶς. Ἐφ’ ὅσον ἡ Πολιτεία θέλει νὰ χαρακτηρίσῃ αὐτοὺς ὡς δημοσίους ὑπαλλήλους, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὸ μέτρον τοῦτο καὶ νὰ θελήσῃ νὰ ἀμείψῃ αὐτοὺς διαφορετικὰ ἀπὸ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἀφοῦ πρόκειται περὶ 150.000 δραχ., ὑποτίθεται ὅτι πρόκειται περὶ ἑνὸς ποσοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν κεφαλαιοποιουμένου, δηλ. ποσοῦ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ οὐδεμίαν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προέτεινε τοῦτο, νὰ ἐδίδετο εἰς τὸν Βασιλέα, ὅπως ἡ Βουλὴ θὰ ἦτο πρόθυμος νὰ ἐγκρίνῃ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις προέτεινε μεγαλειτέραν τὴν ἐπιχορήγησιν εἰς τὸν Βασιλέα. Ὅπως τότε τὸ ζήτημα τῆς ἐπιχορηγήσεως δὲν ἀπησχόλησε καθόλου τὴν Βουλήν, δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θὰ ἀπησχόλει ταύτην καὶ σήμερον, ἐὰν προσθέτως ἐτίθετο ὅτι δίδεται ἐφάπαξ ἓν ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἐγένετο, ἐφ’ ὅσον τὸ ποσὸν δὲν δίδεται εἰς τὸ ἀνακτορικὸν ταμεῖον διὰ τὰς ἀνάγκας του, ὅτε ὑποθέτω ὅτι οὐδεὶς θὰ εἶχε ἀντίρρησίν τινα, ἀλλὰ δίδεται εἰς ὡρισμένα πρόσωπα, μοὶ φαίνεται ὅτι μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ ἐξετάσωμεν κατὰ πόσον πρέπει τὰ πρόσωπα ταῦτα νὰ λάβωσι τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον. Διότι ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν, οὔτε ὁπόσος ἦτο ὁ μισθὸς τῶν προσώπων τούτων, οὔτε κἂν τίνες εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι των.
§71ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Κατετέθη ἤδη ὁ πίναξ.
§72Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχετε καὶ τὰ πρόσωπα ὀνομαστί;
§73ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μάλιστα, καὶ τὴν ἡλικίαν ἑκάστου. Ὑπάρχουσι πρόσωπα ἡλικίας 80 ἐτῶν.
§74Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μία ἀνακούφισις διὰ τὸ ἀνακτορικὸν ταμεῖον.
§75Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ προσέθηκα ὅτι ἂν ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ τὸ ποσὸν εἰς τὸ ἀνακτορικὸν ταμεῖον, δὲν θὰ ἐγεννᾶτο θέμα συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δίδεται μία σύνταξις εἰς πρόσωπα, νομίζω ὅτι εἶναι στοιχειῶδες καθῆκόν μας νὰ μὴ θεωρήσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς εὑρισκομένους εἰς καλλιτέραν μοῖραν τῶν δημοσίων λειτουργῶν, οἵτινες πολλοὶ τῶν τελευταίων παρέσχον πολὺ περισσοτέρας ὑπηρεσίας παρ’ ὅτι οἱ Αὐλικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων δημοσίων λειτουργῶν τόσον σπανίως μεριμνᾷ ἡ Βουλὴ πρὸς παροχὴν προσωπικῆς συντάξεως, καὶ δὴ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας. Προκειμένου περὶ προσώπων, νομίζω ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερπηδήσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, ἐκτὸς ἄν, ἐπαναλαμβάνω, ἡ Κυβέρνησις ἐνόμιζεν ὅτι ἠδύνατο νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἡ παροχὴ αὐτὴ νὰ μὴ δίδηται εἰς τὰ πρόσωπα ἀλλὰ εἰς τὸ ἀνακτορικὸν ταμεῖον.
§76Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἰδοὺ τί γράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ (ἀναγινώσκει): «Εἰς τὸ ἀνακτορικὸν ταμεῖον χορηγεῖται κλ.».
§77Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, ἵνα δι’ ἐκείνου πληρώνωνται, ἀλλὰ δὲν ὁρίζεται τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἐξαρτᾶται ἐξ ἄλλων περιστάσεων, τὰς ὁποίας εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει της.
§78Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἐλαττῶται τὸ ποσόν.
§79Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Γνωρίζω τοῦτο καὶ δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ προσώπων μεγάλης ἡλικίας, αἱ 150 χιλιάδες δραχμῶν κεφαλαιοποιούμεναι δὲν δύνανται νὰ ὑπολογισθῶσιν ὅτι ὑπερβαίνουσι τὸ πολὺ 1.200.000 δραχ., καὶ ὅτι πᾶν ἄλλο παρὰ ἡ Βουλὴ καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαός, τὸν ὁποῖον σήμερον ἀντιπροσωπεύομεν ἡμεῖς, θὰ θελήσῃ νὰ φανῇ φειδωλὸς εἰς τὴν παροχὴν ἑνὸς τοιούτου διὰ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἀσημάντου ποσοῦ ὑπὲρ πραγματικῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνακτορικοῦ ταμείου, τὰς ὁποίας ἀποθνήσκων ἀνεγνώρισεν ὁ ἀείμνηστος Βασιλεύς. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν γίνεται, καὶ ἐφ’ ὅσον δίδεται εἰς πρόσωπα σύνταξις, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν γενικὴν διάταξιν, καθ’ ἣν χορηγεῖ προσωπικὰς συντάξεις καὶ μάλιστα εἰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρέσχον ἐντελῶς ἀνεκτιμήτους ὑπηρεσίας.
§80Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλουσα τὸ νομοσχέδιον αὐτό, οὐδὲν ἄλλο ἔκαμεν ἢ νὰ συμμορφωθῇ πρὸς μίαν τελευταίαν θέλησιν τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως ἡμῶν. Ὅπως ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς εἶπε, φρονῶ ὅτι ὁμόφωνος ἡ Βουλή, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ κανεὶς δισταγμός, πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι πρόκειται περὶ τῆς τελευταίας βουλήσεως τοῦ ἀειμνήστου Ἄνακτος, τοῦ προσενεγκόντος τόσας ὑπηρεσίας εἰς τὴν Πατρίδα, καὶ πεσόντος μάρτυρος τοῦ πρὸς αὐτὴν καθήκοντος. Τοῦτο δὲ τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον ἡ τελευταία τοῦ Βασιλέως θέλησις εἶναι ἡ πρώτη, ἥτις ἔρχεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Ἑπομένως ἀδιστάκτως πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τοῦτο, τιμῆς ἕνεκα πρὸς τὴν μνήμην Του.
§81ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2. (ἀναγινώσκεται).
§83Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω ἂν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι ἔχουσιν ἀπομακρυνθῆ τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ἀνακτόρων ἢ διατελοῦσιν ἔτι ἐν ὑπηρεσίᾳ, ὥστε ἡ ἀμοιβὴ αὕτη νὰ εἶναι πρόσθετος.
§84ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πρόκειται τὸ μὲν περὶ συντάξεων, τὰς ὁποίας εἶχεν δώσει αὐτὸς ὁ ἀείμνηστος Βασιλεύς, ἡ δὲ ἄλλη κατηγορία εἶναι ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων ἐκείνων...
§85Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐὰν πρόκειται περὶ συνταξιούχου τοῦ ἀνακτορικοῦ ταμείου, ὁ ὁποῖος τυγχάνει νὰ εἶναι καὶ συνταξιοῦχος τοῦ δημοσίου Ταμείου ἐξ ἄλλης ὑπηρεσίας;
§86ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἄσχετον τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο.
§87Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τότε εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ λαμβάνωσιν ἀκεραίαν τὴν σύνταξιν ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου, ὅταν λαμβάνωσιν καὶ ἐκ τοῦ ἀνακτορικοῦ.
§88ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν αὐτό. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 2, 3, 4, 5 ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ συζήτησιν).
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ 207 νόμου». Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται).
§90Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Νομίζω ὅτι ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Δὲν ἔχει παρέλθει ἑξάμηνον, ἀφ’ ἧς ἡ Βουλὴ ἐψήφισε τὸν νόμον οὗτινος ὡρισμένη διάταξις καταργεῖται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐὰν παρουσιάσθησαν ἐν ᾗ δύο ἢ τρία ἢ πέντε παραδείγματα μεμονωμένως, ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργός, ἐὰν δηλαδὴ πολίτης τις μετῴκησεν ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον διὰ νὰ λάβῃ τὴν θέσιν μὲ τὰς τριάκοντα δραχμάς, δὲν νομίζω ὅτι αὐτὰ ἦσαν ἱκανά, ὥστε νὰ ἐπιβάλωσι τὴν εἰσαγωγὴν τοιούτου νομοσχεδίου. Ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν νὰ δοκιμασθῇ ὁ σχετικὸς νόμος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει παρὰ ἕξ μῆνας ἀφ’ ὅτου ἐψηφίσθη. (Θόρυβος).
§91Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἐναυάγησεν ὁ νόμος.
§92Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἄλλως τε ὁ θόρυβος τὸν ὁποῖον προκαλεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῇ. Ἔπρεπε νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος, ἐὰν δὲ συνέβησαν παραβάσεις, αἱ παραβάσεις αὗται ἠδύναντο νὰ ἐλεγχθῶσι καὶ διορθωθῶσιν ὑπὸ τῶν προϊσταμένων. Ὁ νόμος περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας ἔχει ῥητὰς διατάξεις, ὅτι οἱ προϊστάμενοι τῶν τηλεφωνικῶν καὶ ταχυδρομικῶν γραφείων ὑπόκεινται εἰς ὅλας τὰς πειθαρχικὰς διατάξεις τῶν ἀνωτέρων ὑπὸ τὰς διαταγὰς τῶν ὁποίων ὑπηρετοῦσιν. Ἐὰν λοιπὸν ὑπῆρχε παράβασίς τις, ὑπῆρχεν ὁ ἁρμόδιος πρὸς διόρθωσιν αὐτῆς, δὲν ἕπεται ὅμως ὅτι, διότι ὑπῆρξαν δύο ἢ τρία τοιαῦτα κρούσματα, πρέπει νὰ φέρωμεν νόμον νὰ τροποποιήσωμεν τὸν ὑπάρχοντα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἀναθέτει διὰ τοῦ νέου νομοσχεδίου τὰ τηλεφωνικὰ γραφεῖα καὶ εἰς ἱερεῖς. Ἀλλ’ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς μετήλλαξε τόσον ταχέως γνώμην ἐν τῷ σημείῳ τούτῳ. Ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, ὁ κ. Γρηγορίου καὶ ὁ κ. Παπακωνσταντίνου προέτειναν τὴν ἀνάθεσιν τῶν καθηκόντων εἰς ἱερεῖς, καὶ ἐξανέστη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κατὰ τῶν ἱερέων καὶ κατὰ τῶν διδασκάλων καὶ εἶπεν ὅτι ὄχι· τοὺς ἱερεῖς νὰ μὴ ἀπασχολῶμεν ἀπὸ τὰ καθήκοντά των. Τώρα τί θέλετε; Ἀφήσατε, κ. Ὑπουργέ, νὰ δοκιμασθῇ ὁ ψηφισθεὶς νόμος.
§93Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Καὶ οἱ ἱερεῖς εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§94Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὅταν λέγωμεν δημοσίους ὑπαλλήλους πρέπει νὰ συνενοώμεθα τίνας ἐννοοῦμεν δημοσίους ὑπαλλήλους. Εἰς ἕνα δῆμον ὅπου δὲν ὑπάρχει ἓν γραφεῖον τάξεως τοιαύτης, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ τηλεγραφητής, καὶ ὁ λόγος εἶναι γνωστός, τὰ τηλεγραφεῖα εἶναι μικρὰ τηλεγραφεῖα δευτέρας τάξεως καὶ δὲν ἔχομεν ἐκεῖ τοιούτους ὑπαλλήλους. Δὲν μοὶ λέγετε λοιπὸν τίνος εἴδους δημοσίους ὑπαλλήλους ἔχομεν; Ἀκριβῶς διδασκάλους οἱ ὁποῖοι εἶναι ὡς οἱ ἄλλοι ὑπάλληλοι καὶ εἶναι φόβος μὴ ἀποτύχωσιν, ἂν ἀναθέσωμεν εἰς τοὺς διδασκάλους τοιαῦτα καθήκοντα, διότι καὶ οἱ διδάσκαλοι συνδέονται μὲ τὸν τόπον καὶ δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπιτύχωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Τίνας ἄλλους δημοσίους ὑπαλλήλους ἔχετε; Ἐγὼ λοιπὸν νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὸν νόμον νὰ δοκιμασθῇ ἐπί τινα χρόνον, καὶ ἂν ἐκ τῆς πείρας ἴδωμεν ὅτι δὲν ἐπιφέρει τὰ ἀποτελέσματα ἅτινα ἐπιδιώκομεν τότε νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸν νόμον.
§95Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ποιοῦμαι καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν σύστασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. ἐκ Μεσσηνίας Βουλευτής, ὅτι πραγματικῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσεν εἰς τὴν ὑποβολὴν νέου σχεδίου νόμου, χωρὶς νὰ ἔχωσι καταδειχθῆ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς ἢ τῆς ἀτελείας ἢ μὴ τοῦ πρώτου νόμου. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον· ὁμιλοῦμεν περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι εἰς τὰ κεντρικὰ μέρη βεβαίως εἶναι ὁ εἰρηνοδίκης, ὁ γραμματεύς, ὁ διδάσκαλος, ἀλλ’ εἰς μέρη ὅπου δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι, εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Πολιτεία πρέπει νὰ παρέχῃ ποιάν τινα μεγαλειτέραν ἐλευθερίαν. Εἶναι ἀληθές, κ. Πρόεδρε, ὅτι τὴν τάξιν αὐτὴν τῶν διδασκάλων, τοὺς ὁποίους περιβάλλομεν διὰ τῆς μεγαλειτέρας στοργῆς, κατεφορτώσαμεν μὲ τὰ διδασκαλικὰ καθήκοντα, μὲ ἄλλα τινὰ καθήκοντα καὶ τελευταῖον, διὰ τοῦ νόμου περὶ κοινοτήτων, ἐφορτώσαμεν εἰς αὐτοὺς καὶ ὅλην τὴν διεξαγωγὴν τῶν ὑποθέσεων τῶν κοινοτήτων. Μοὶ ἔλεγε διδάσκαλός τις ὅτι προτιμότερα εἶναι τὰ ἀστυνομικὰ καθήκοντα παρὰ τὰ τῶν δημοδιδασκάλων, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, διότι ἐφορτώσαμεν τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς μὲ πολλὰ καθήκοντα καὶ ἤδη ἐρχόμεθα νὰ τοὺς φορτώσωμεν καὶ μὲ ἄλλα. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγον καί τι ἐπὶ πλέον, κ. Πρόεδρε· ὅτι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν δὲν κατάγονται ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων εἰς τὰ ὁποῖα ὑπηρετοῦσιν. Ὁ α ὑπάλληλος, ὁ γραμματεὺς αὐτός, βεβαίως εἶναι γραμματεὺς Εἰρηνοδικείου καὶ θὰ ζητήσῃ αὔριον ἄδειαν νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἰδικιτέραν αὐτοῦ πατρίδα· ὁ δημοδιδάσκαλος ἐπίσης θὰ ζητήσῃ νὰ ἀντικατασταθῇ καὶ θὰ ζητήσῃ δύο ἡμερῶν ἄδειαν. Ἐρωτῶ τὸν κ. Ὑπουργόν· τίς θὰ ἀντικαταστήσῃ τὸν δημοδιδάσκαλον; Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος; Καὶ αὐτὸς ἔχει τὰς ἀδυναμίας του. Ἔχει συγκεντρώσει περὶ αὐτὸν μίαν ὁμάδα, καὶ συνεπῶς τίς θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ διεξαγάγῃ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ταχυδρομείου; Ἐπὶ πλέον, κ. Ὑπουργὲ τῆς Συγκοινωνίας, εἰς τὴν περίπτωσιν καθ’ ἣν θέλετε ἐπιμείνει εἰς τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν φρονεῖτε ὅτι ὑπάρχει μία τάξις ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἔχετε ἀφαιρέσει ἀρκετὰ ποσὰ καὶ πρέπει τὴν τάξιν αὐτὴν νὰ τὴν προστατεύσητε; Ὑπάρχει μία τάξις, ἡ ὁποία ὑπηρέτησε δέκα καὶ δεκαπέντε ἔτη καὶ κατόπιν ἡ Πολιτεία, διὰ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον λόγον, ἐπέταξεν αὐτὴν εἰς τὸν δρόμον· δὲν φρονεῖτε ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν κατακράτησιν χρημάτων ὑπὸ τῆς Πολιτείας, δὲν φρονεῖτε, λέγω, ὅτι αὐτοὶ πρέπει νὰ ταχθῶσιν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἀδικηθέντων, διότι ἡ Πολιτεία ἀφῄρεσεν ἐξ αὐτῶν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ ἀφαιρέσῃ; Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργόν, κατόπιν τῆς παρατηρήσεως ταύτης, νὰ δώσῃ προσοχήν. Δὲν θὰ παραδεχθῶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος ἐκ Πατρῶν Συνάδελφος, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἄλλοι. Τέλος πάντων δὲν φρονεῖτε κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι κατέβαλον διὰ σύνταξιν ἐπὶ δέκα καὶ δεκαπέντε ἔτη, καὶ κατακρατεῖ ἡ Πολιτεία τὰ χρήματά των,—ὁμιλῶ, κ. Ὑπουργέ, περὶ τῆς κατηγορίας τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὑπάλληλοι ἐπὶ δέκα καὶ δεκαπέντε ἔτη καὶ δὲν ἔλαβον, δυστυχῶς, σύνταξιν καθ’ ὁλοκληρίαν, ὑπάρχει εἷς μάλιστα, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησεν δεκαεννέα ἔτη καὶ ἕξ μῆνας χωρὶς νὰ λάβῃ σύνταξιν,—δὲν φρονεῖτε, ὅτι οἱ τοιοῦτοι πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἄλλην κατηγορίαν, ὥστε νὰ δικαιῶνται νὰ διορίζωνται; Θὰ ἐπεθύμουν, κ. Ὑπουργέ, νὰ δώσητε ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ὡρισμένην καὶ ῥητὴν δήλωσιν. Μελετήσατε τὸ ζήτημα σύμφωνα πρὸς τὴν συνείδησιν, πρὸς τὴν πολιτικὴν καὶ πρὸς τὸ δίκαιον, καὶ νὰ λάβητε πρόνοιαν περὶ αὐτοῦ.
§96Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτοῦ ἀνορθοῖ μίαν πλάνην εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν. Ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον ἔσχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίξω γνώμην ὅτι θὰ δημιουργήσῃ μίαν λεγεῶνα ὑπαλλήλων καὶ θὰ θέση εἰς μεγάλην ἀνησυχίαν τὴν πτέρυγα τὴν κυβερνητικήν. Ἐβεβαιώθην ὅτι διευθυνταὶ τοῦ τηλεγραφείου ἐπλαστογράφησαν τὸν χρόνον τῶν αἰτήσεων. Τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ αὐτὸ τὸ ἄτοπον, πολὺ ὀρθῶς. Ὑποβάλλω μόνον παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, τὰς ὁποίας ὑποθέτω ὅτι θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ δεχθῇ. Οἱ ὑπάλληλοι οἱ δημόσιοι εἶναι οἱ μόνοι, οἱ ὁποῖοι παρέχουσιν ἐγγύησιν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης. Θὰ ἐπεθύμουν νὰ θέσητε ἐκποδὼν τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τοὺς ἱερεῖς. Ἀφήσατε τοὺς κληρικοὺς εἰς τὰ πνευματικὰ καθήκοντά των. Δὲν πρέπει νὰ ἀναμιγνύηται ὁ κλῆρος, διότι εἷς ὑπάλληλος παραβαίνων τὸ καθῆκόν του θὰ ὑποστῇ τιμωρίαν. Ἀφήσατε λοιπὸν τοὺς ἱερεῖς εἰς τὴν πνευματικήν των ἐργασίαν καὶ ἀπομακρύνατε τους ἀπὸ τοιούτους πειρασμούς. Ἐκτὸς τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων καὶ τῶν δημοδιδασκάλων, πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ οἱ συμβολαιογράφοι. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς, συμφωνῶ πρὸς τὸν συνάδελφον κ. Γόντικαν. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται κ. Ὑπουργέ, ἡ ἀμοιβὴ τῶν 30 δραχμῶν θὰ εἶναι βεβαίως ἐπιπρόσθετος εἰς τὴν σύνταξιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ὁ τραυματίας, δὲν θὰ ἀφαιρῆται, διότι αἱ 30 δραχμαί...
§97Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἶναι ἐπίδομα.
§98Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Παρακαλῶ, τὸ τριακοντάδραχμον ἐπίδομα νὰ ὑποβιβάσητε εἰς δραχ. 20, διὰ τούτων δὲ θὰ ἐξασφαλίσωμεν μίαν ἐγγύησιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Ἐπικροτῶ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ μὲ τὰς τροποποιήσεις τὰς ὑποδειχθείσας.
§99Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Εἶμαι ἀντιπρόσωπος ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ καὶ συνεπῶς δικαιοῦμαι νὰ ἀξιῶ ὅπως ἔχῃ κῦρος ἡ γνώμη μου, διότι ἀπορρέει ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως. Ὁ ἄρτι ψηφισθεὶς νόμος ἐλειτούργησεν ἄριστα καὶ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἄριστα θὰ ἔφερεν ἀποτελέσματα. Συμφωνῶ μετὰ τῶν προλαλησάντων κ. Συναδέλφων, ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον. Ἡ μόνη ἀτέλεια ὑπῆρξεν ἡ ἑξῆς. Πρῶτον ἀπῃτεῖτο πρότασις ἐκ μέρους τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Τηλεγραφείου τοῦ νομοῦ. Φαντάσθητε τὸν διευθυντὴν τοῦ Τηλεγραφείου Μεσολογγίου δυνάμενον νὰ ἔχῃ ἀντίληψιν περὶ τῆς ποιότητος τοῦ εἰς τὸ ἀπώτερον χωρίον Εὐρυτανίας αἰτοῦντος τὴν διεύθυνσιν Ταχυδρ. Γραφείου, ἐνῷ ἠδύνατο ἡ πρότασις νὰ γίνηται ὑπὸ τοῦ οἰκείου τηλεγραφητοῦ, δηλαδὴ παρὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ πλησιεστέρου Τηλεγραφείου. Δεύτερον, ὁ τότε Ὑπουργός, ὁ τὸν νόμον θεσπίσας, ἠθέλησε νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς τραυματίας, τοὺς ἔχοντας ἀπολυτήριον Σχολαρχείου. Οὐδεὶς τραυματίας εὑρίσκεται ἐν ἐπαρχίᾳ ἔχων ἀπολυτήριον Σχολαρχείου. Θὰ ἦτο ὀρθόν, ἔστω καὶ ἂν ἔσπευσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ μεταρρυθμίσῃ τὸν νόμον, νὰ μετριάσῃ τὰ προσόντα τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου καὶ νὰ θεσπίσῃ, ὅπως οἱ τραυματίαι πολέμου ἔχωσιν ἀπολυτήριον τοῦ Δημοτικοῦ σχολείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπεραρκετόν. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ, ὡς πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἤκουσα παρὰ τῶν κυρίων Συναδέλφων, ὅτι πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους ἡ διεύθυνσις τῶν Ταχ. Γραφείων. Οὗτοι πρέπει ν’ ἀποκλεισθῶσι, διότι οἱ δημοδιδάσκαλοι, οὔτε χρόνον ἔχουσιν οὔτε ἐντόπιοι εἶναι, ὡς τὰ πολλά, καὶ συνεπῶς κατὰ τὸ θέρος, λόγῳ τῶν διακοπῶν, καὶ κατὰ τὰς ἑορτάς, ἀπέρχονται τῶν χωρίων καὶ τὰ γραφεῖα ἢ θὰ μείνωσι κλειστὰ ἢ θὰ ἀνατεθῶσι ταῦτα εἰς τοὺς τυχόντας. Τέλος ποιοῦμαι ἔκκλησιν καὶ ἐκ μέρους αὐτῶν τῶν δημοδιδασκάλων, οἵτινες μὲ παρεκάλεσαν νὰ συνηγορήσω, ὅπως ἀπαλλαγῶσι πάντως τῆς ὑπηρεσίας τῆς ὑπεράγαν ἐπαχθοῦς δι’ αὐτούς.
§100Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐὰν δὲν εἶναι ὅλον τὸ ἔτος θὰ τὸν ἀπαλλάξωμεν. Δὲν ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῇ, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἔχω ὑποχρέωσιν νὰ τὸν ἀφήσω. Θὰ εὕρω ἄλλην κατηγορίαν.
§101Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἡ ἀμοιβὴ εἶναι ἐκείνη ἥτις ἠλεκτρίζει τοὺς ζητοῦντας τὴν διεύθυνσιν γραφείου, ἀποσβέσατε τὴν ἀμοιβήν. Τὸ Ταχυδρομεῖον πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ τοὺς ἀγρότας καὶ ἐκείνους τῶν ὁποίων οἱ προσφιλεῖς εἶναι μετανάσται· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέον νὰ ἔχωμεν λειτουργίαν κανονικὴν τοῦ Ταχυδρομείου. Ἐπαναλαμβάνω, ἀποσβέσατε τελείως τὴν ἀμοιβὴν καὶ ἔστε βέβαιοι ὅτι θὰ εὑρεθῶσιν οἱ χρηστότεροι τῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητήσωσι τὴν διαχείρισιν τοῦ ταχυδρομικοῦ γραφείου.
§102Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι πρόκειται περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς ἀλληλογραφίας, ἀπεδείχθη δὲ ὅτι κοινωνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει νὰ μεταρρυθμισθῇ ὁ νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνετέθη εἰς ἰδιώτας ἡ ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία. Ἀλλὰ θὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, πρῶτον μὲν ὅτι δὲν πρέπει ἀπολύτως νὰ σκεφθῇ περὶ ἀναθέσεως ταχυδρομικῶν καθηκόντων εἰς ἱερεῖς, δεύτερον δὲ ὅτι ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει του ὅτι οἱ τραυματίαι τοῦ πολέμου χωρὶς νὰ ἔχωσι τὰ ἄλλα προσόντα εἶναι δυνατὸν νὰ προτιμῶνται εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Ἡ δημοσία ὑπηρεσία δὲν χορηγεῖται ὡς φιλανθρωπικὴ συνδρομή. Εἶναι δημοσία ὑπηρεσία καὶ οἱ διαχειριζόμενοι ταύτην ἔχουσιν ὅλα τὰ προσόντα καὶ ὅλας τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ ἀνατιθεμένη δημοσία ὑπηρεσία. Θὰ παρακαλέσω νὰ τεθῇ ὡς προσὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὸ παλαιὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τώρα τὸ ἀπολυτήριον τοῦ Σχολαρχείου. Γενικώτερον παρατηρῶ ὅτι πρέπει νὰ προτιμῶνται πρῶτον οἱ συμβολαιογράφοι, δεύτερον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, οἱ συνταξιοῦχοι μέχρις ὡρισμένης ἡλικίας, καὶ τρίτον δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἀποβλέψητε ἀλλαχοῦ παρὰ εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους, ὅπως μᾶς ἐδίδαξε τὸ παρελθόν, διότι μὲ τοὺς δημοδιδασκάλους ὑπάρχει ταχυδρομικὴ ὑπηρεσία. Πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσητε. Ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ μεταβληθῇ τὸ παρελθόν, διὰ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωνται οἱ δημοδιδάσκαλοι, τότε ἂς προτιμηθῶσιν οἱ συμβολαιογράφοι καὶ οἱ συνταξιοῦχοι καὶ κατόπιν πρέπει νὰ σταματήσητε εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους. Ὁ τραυματίας διότι ἐτραυματίσθη, θὰ πάρῃ σύνταξιν, νὰ μὴ προτιμᾶται ὅμως ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τὰ ἄλλα προσόντα, διότι φοβοῦμαι μή, προτιμῶντες ἀπεριορίστως τοὺς τραυματίας, καταλήξωμεν νὰ μὴ ἔχωμεν ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν.
§103ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει ὑποβάλει τὴν ἔκθεσίν της πρὸ τριῶν ἡμερῶν. Νομίζω ὅτι ὀρθότερον θὰ ἦτο νὰ γίνῃ συζήτησις κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν, ὁπότε θὰ ἔχῃ λάβει γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§104Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου ὅσα λεχθεῖσι, καὶ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν θὰ ὑποβάλω τροπολογίας.
§105ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι καὶ οἱ δημοδιδάσκαλοι καὶ οἱ τραυματίαι τοῦ πολέμου δὲν ἐπέτυχον πολύ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον τὸ μεταβληθὲν εἰς νόμον τῷ 1907, ὁμολογῶ ὅτι κακῶς ἐφηρμόσθη εἰς τὸ τμῆμα τῆς μεσοβασιλείας καὶ ἐγένετο χρῆσις ὀργάνων τὰ ὁποῖα δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ χαρακτηρίσω.
§106Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Φρονῶ, κύριε Πρόεδρε, ὅτι πολὺ ὀρθῶς τὸ νομοσχέδιον περιέχει καὶ τοὺς ἱερεῖς, διότι εἰς πολλὰ χωρία δὲν ὑπάρχουσιν ὑπάλληλοι, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων πολιτῶν οἱ ἱερεῖς εἶναι τὰ πλέον ἀξιοσέβαστα πρόσωπα, καὶ συνεπῶς μᾶς δίδουσι τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ διευθύνωσι πλέον ἀμερολήπτως τὸ ταχυδρομεῖον. Θὰ ἤθελον μόνον νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ προσθέσῃ καὶ τοὺς ὑποθηκοφύλακας καὶ τοὺς συμβολαιογράφους, καθ’ ὧν οὐδεμία ἀντίρρησις ὑπάρχει ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς.
§107Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ τοὺς προσθέσω.
§108Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ λάβῃ τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ κάμῃ μίαν διασάφησιν, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα καὶ ἄλλοτε παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· τίς θὰ κρίνῃ τὸν κατάλληλον τῶν διορισθησομένων.
§109Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίαν.
§110Κ. ΑΛΑΒΑΝΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὴν γνώμην ὅτι πολὺ ὀρθῶς ἔσπευσεν ὁ κύριος Ὑπουργὸς νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὅστις ὁμολογουμένως ἀπέτυχεν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ δίδει τὸ δικαίωμα τῆς ἀναθέσεως τοῦ τηλεφωνείου εἰς τοὺς ἱερεῖς. Ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς πρέπει νὰ ἀπαλείψῃ τὴν διάταξιν ταύτην. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ λειτουργὸς τοῦ Ὑψίστου νὰ ἔχῃ καὶ ἄλλα καθήκοντα. Ἂς ἀρκεσθῶμεν εἰς τὴν παροιμίαν «ἢ παπᾶς–παπᾶς ἢ ζευγᾶς–ζευγᾶς». Γνωρίζομεν δ’ ἀκόμη ὅτι ὁ ἱερεὺς δὲν μένει εἰς τὸ ἴδιον χωρίον, διότι τὸ ποίμνιόν του ἐπεκτείνεται εἰς πλεῖστα ἄλλα χωρία καὶ τρέχει ἀπὸ χωρίου εἰς χωρίον ὅπως τελῇ τὰ θρησκευτικὰ αὐτοῦ καθήκοντα καὶ νὰ κατηχῇ τὸ ποίμνιόν του, θὰ εἶναι δὲ πολὺ περίεργον νὰ σπεύδωσιν εἰς ἀναζήτησιν τοῦ ἱερέως, καθ’ ἣν στιγμὴν οὗτος ἐκτελεῖ τὰ θρησκευτικά του καθήκοντα, διὰ νὰ δώσῃ ἓν τηλεφώνημα. Ἐπίσης, Κύριοι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι, ὡς τελευταῖοι εἰς προτίμησιν ἀναθέσεως τοῦ τηλεφωνείου, πρέπει νὰ μείνωσιν οἱ δημοδιδάσκαλοι, διότι, ὡς ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἰσηγούμενος τὸ νομοσχέδιον αὐτό, εἶπεν ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ταχυδρομεῖα καὶ τηλεφωνεῖα ἂν ἀναθέσωμεν ταῦτα εἰς τοὺς δημοδιδασκάλους, διότι οὗτοι εἶναι πολλάκις ξένοι καὶ καθ’ ὅλας τὰς σχολικὰς διακοπὰς φεύγουσιν ἀπὸ τῶν χωρίων καὶ ἀφήνουσι τὸ ταχυδρομεῖον εἰς τὸν πρῶτον παντοπώλην, ἐξ οὗ ἀταξία καὶ καταστροφὴ τῶν μηχανημάτων πολλάκις. Ἐπίσης συμφωνῶ πληρέστατα πρὸς τὴν γνώμην τοῦ συναδέλφου κ. Γόντικα, ὅτι πρέπει νὰ ἀνατεθῶσι κατὰ προτίμησιν εἰς τοὺς συμβολαιογράφους τὰ καθήκοντα αὐτά, καὶ δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκεν ὁ κ. Γόντικας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἑξῆς· ὅτι εἰς πολλὰ χωρία, ἔχοντα τηλεφωνεῖον, ὑπάρχουσι καὶ συμβολαιογραφεῖα, ἀλλ’ οἱ συνταξιοῦχοι δὲν πηγαίνουσι νὰ ἀναλάβωσι τὰ ἀργοῦντα ταῦτα συμβολαιογραφεῖα, διότι αἱ ἀπολαυαὶ εἶναι γλίσχροι. Ἂν λοιπὸν εἰς ταύτας προστεθῇ καὶ τὸ ἐπίδομα τὸ ἐκ τοῦ τηλεφωνείου, νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν τινὰ τῶν συμβολαιογραφείων τούτων νὰ πληρωθῶσι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν πολιτῶν. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς τραυματίας, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ ἓν δικαίωμα εἰς αὐτούς, διότι εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθόν, ἀλλ’ ὑπὸ περιορισμούς, διότι εἴδομεν ὅτι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μίαν ἀμυχήν, παρουσιάζονται μὲ δικαιώματα. Βεβαίως ἔπρεπε νὰ ληφθῇ μέριμνα διὰ τὴν τάξιν ταύτην, ἡ ὁποία προσέφερε τοιαύτας ὑπηρεσίας εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ πρέπει νὰ βεβαιῶται διὰ πιστοποιητικοῦ ὅτι πράγματι τὸ τραῦμα ἐπέφερε ποιάν τινα ἀνικανότητα.
§111Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἄλλοτε διωρίζοντο διευθυνταὶ ταχυδρομικῶν καὶ τηλεγραφικῶν γραφείων οἱ ὑπογραμματεῖς Εἰρηνοδικείων. Συνέβη ὅμως νὰ ὁρκίζωνται οἱοιδήποτε εἰς τὸ Εἰρηνοδικεῖον ὡς ὑπογραμματεῖς καὶ νὰ λαμβάνωσι τὴν διεύθυνσιν τῶν ταχυδρομείων. Γενικὴ κατακραυγὴ ἠγέρθη κατ’ αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς κοινωνίας, διότι δὲν εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτούς. Ἀντικατεστάθησαν λοιπὸν ὑπὸ τῶν δημοδιδασκάλων. Κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἦσαν πολὺ ὀλιγώτερα τὰ παράπονα καὶ ἡ ὑπηρεσία διεξήγετο καλῶς. Δὲν γνωρίζω ἐκ τίνων λόγων ἐσχάτως καὶ τὸ σύστημα τοῦτο ἀντεκατεστάθη διὰ τοῦ ὑφισταμένου. Ἐκ πείρας γνωρίζω ὅτι τοῦτο ἀπέτυχεν οἰκτρῶς. Ἤρχισαν καὶ πάλιν καὶ ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου καὶ ἐξ ἄλλων μερῶν, κατακραυγάζοντες ὅτι δὲν ἔχουσιν ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς τοιούτους διευθυντάς. Διὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι τὸ προτεινόμενον μέτρον εἶναι ὀρθόν. Παρατηρῶ μόνον ὅτι ἡ ὁριζομένη ἀμοιβὴ εἶναι μεγάλη· ἠδύνατο μάλιστα χάριν ἐξυπηρετήσεως τῶν δημοσίων συμφερόντων νὰ περιορισθῇ ἡ ἀμοιβή, νὰ προστεθῇ δὲ ὅτι λαμβάνουσιν ποσοστὰ ἐκ τῶν εἰσπράξεων τῶν τηλεφωνημάτων. Δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου ἤθελε παρεμποδισθῆ ἡ δωρεὰν μεταβίβασις, καὶ ἤθελεν αὐξηθῆ ἡ ἀμοιβὴ τῶν ὑπαλλήλων αὐτῶν. Ἐξ ἄλλου ἤθελεν ἐπέλθει βελτίωσις τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, εἰς πολλὰ δὲ μέρη, ὅπου ὑπάρχουσι δημόσιοι ὑπάλληλοι καὶ δημοδιδάσκαλοι, δὲν κρίνονται δὲ κατάλληλοι οὗτοι, δύνανται νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωσιν ἑλληνοδιδάσκαλοι ἢ καὶ διευθυνταὶ τῆς ἀστυνομίας ἢ ἄλλαι Ἀρχαὶ παρέχουσαι πλείονας ἐγγυήσεις. Ὅσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς τραυματίας καὶ ἐγὼ συνιστῶ τούτους, ἐφ’ ὅσον ἔχουσιν ἀπολυτήριον Σχολαρχείου.
§112Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὀρθότατον, τάσσομαι δὲ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ αὐτοῦ. Ἐκεῖνο δὲ διὰ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ καὶ ἐγὼ εἶναι νὰ ληφθῇ μέριμνα περὶ τῶν εὐυπολήπτων πολιτῶν, διότι δὲν ὑπάρχουσιν εἰς πολλὰ χωρία δημόσιοι ὑπάλληλοι. Ἐπίσης δὲ, ἐν περιπτώσει ἀπουσίας τοῦ Διευθυντοῦ τοῦ Ταχυδρομείου, νὰ προσδιορισθῇ καὶ ὁ ἀντικαταστάτης αὐτοῦ, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν προνοεῖ. Ὀρθῶς δὲ τάσσεται προθεσμία δέκα ἡμερῶν ἅμα κενωθῇ ἡ θέσις νὰ πληρῶται αὕτη ὑποβαλλομένης αἰτήσεως. Οἱ μισθοὶ δὲν εἶναι μεγάλοι. Ἡ γλισχρότης τοῦ μισθοῦ παρέλυσε τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Βεβαίως μὲ πέντε δραχμὰς δὲν δύναταί τις νὰ ἐκτελέσῃ τοιαύτην ὑπηρεσίαν, ἐφ’ ὅσον ἀναλαμβάνει ὑποχρέωσιν ἀπέναντι τῆς Πολιτείας καὶ ποινικὴν ἀκόμη, ἀποκρούω δὲ ἀπολύτως τὴν διάταξιν, ἵνα οἱ ἱερεῖς διορίζωνται ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι, διότι τοῦτο δὲν ἁρμόζει οὔτε εἰς τὸ σχῆμα, οὔτε πρὸς τὰ ἔκτακτα καθήκοντα αὐτῶν.
§113Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Δὲν ἔχω νὰ παρατηρήσω τίποτε ἄλλο εἰμὴ μόνον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, πρὶν ἢ ὁ νεοψηφισθεὶς νόμος δοκιμασθῇ. Ἐὰν ὁμιλῶ κατὰ τῆς διεξαγωγῆς τῆς ὑπηρεσίας διὰ τῶν δημοδιδασκάλων, πράττω τοῦτο πρὸς τὸ συμφέρον των, διότι συχνὰ ἀκούομεν παράπονα ἐναντίον των, ἐνῷ αὐτοὶ ἐργαζόμενοι εἰς τὰ ἔργα τῆς πραγματικῆς ὑπηρεσίας των ἔχουσιν ἀνάγκην καί τινος ἀναψυχῆς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν τὸ ζήτημα τῶν δημοδιδασκάλων. Ἔπειτα παρὰ τῶν τραυματιῶν δὲν πρέπει νὰ ἀπαιτήσωμεν ἀπολυτήριον Σχολαρχείου, διότι ἐλάχιστοι θὰ ἔχωσι τοιοῦτον. Οἱ περισσότεροι οἵτινες ἔχουσι τοιοῦτον, ἦσαν κουραμπιέδες καὶ δὲν ἐτραυματίσθησαν. Ἐτραυματίσθησαν οἱ ἀγρόται, οἱ ἀπόφοιτοι τῶν δημοτικῶν σχολείων. Δι’ αὐτοὺς πρέπει νὰ προνοήσωμεν καὶ διὰ τοὺς εὐυπολήπτους ἰδιώτας. Τὰ καθήκοντα τοῦ ἱερέως, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἀσυμβίβαστα πρὸς τὰ τοῦ ταχυδρομικοῦ ἐπιστάτου καὶ διανομέως. Ἐκεῖ πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς, ἐὰν θέλῃ νὰ φέρῃ θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Ὁ δημοδιδάσκαλος ἔχει ἄλλα καθήκοντα. Κατήντησε νὰ ἀναθέτωμεν καὶ εἰς αὐτὸν ἄλλα τόσα καθήκοντα, ὅσα ἀναθέτομεν καὶ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην. Ἄλλως τε οἱ δημοδιδάσκαλοι δὲν μένουσι πάντοτε εἰς τὸ Σχολεῖον καὶ οὕτω γεννῶνται παράπονα κατ’ αὐτῶν καὶ ἐξεγείρεται ἡ κοινωνία, ἐνῷ πρέπει νὰ εἶναι ἀγαπητοὶ καὶ νὰ μὴ ὑπάρχωσι μίση ἐναντίον των διότι ἐχάθη γράμμα τι ἢ διότι δὲν ἦσαν παρόντες κλπ.
§114Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ κ. Συναδέλφου.
§115Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Ὡς ἀρίστη ἡ κατάργησις τοῦ νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἄλλο ἐπράττομεν ἢ συνετείνομεν εἰς τὴν χειροτέρευσιν τῆς λειτουργίας τῆς τηλεφωνικῆς συγκοινωνίας καὶ εἰς τὴν δημιουργίαν νέων ῥουσφετολογίων· διότι πλεῖστοι ἐφώρμησαν ἐπὶ τὴν τριακοντάδραχμον ἀμοιβὴν ἄνευ τῶν στοιχειωδῶν γραμματικῶν γνώσεων. Δύναμαι δὲ νὰ ἀνακοινώσω ὅτι ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ περιῆλθεν εἰς συνταξιούχους ὑπαξιωματικοὺς τελείως σχεδὸν ἀγραμμάτους, μὴ δυναμένους νὰ μεταδώσωσιν οὔτε τὰς κοινοτέρας λέξεις τῆς γλώσσης. Ἐὰν πρόκειται νὰ διευκολύνωμεν τοιούτου εἴδους συνταξιούχους πρὸς ἀπόληψιν 30 δραχμῶν ἐπὶ θυσίᾳ τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας, τότε διατηρήσατε ἐν ἰσχύϊ τὸν ἰσχύοντα νόμον. Ἀλλ’ ἐὰν πρόκειται νὰ προστατεύσωμεν τὴν κοινωνίαν, διευκολύνοντες τὴν συγκοινωνίαν αὐτῆς, τότε ἀναμφισβητήτως πρέπει νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ πρώην καθεστώς, νὰ μείνῃ δὲ μόνον ἡ διάταξις διὰ τοὺς τραυματίας, ἐφ’ ὅσον δύνανται νὰ διαχειρισθῶσι τοιαύτην ὑπηρεσίαν, διότι οἱ ἀγράμματοι θὰ ζημιώσωσιν αὐτήν.
§116Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὅστις θεωρεῖ ὅτι τὸ σύστημα τῆς προτιμήσεως τῶν τραυματιῶν τοῦ πολέμου ἐναυάγησε, καὶ ἠνάγκασε μάλιστα πολλοὺς τῶν ἐνδόξων τούτων πολεμιστῶν ἕνεκα τοῦ αὐξηθέντος μισθοῦ τούτων καὶ τῆς οἰκονομικῆς των ἐξαντλήσεως μετὰ τὸν πόλεμον, νὰ φθάσωσι μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε νὰ προκαλέσωσιν ψευδῆ πιστοποιητικὰ περὶ δῆθεν τραυματισμοῦ των. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον δέον νὰ ὁμολογηθῇ ὅτι ἐξ ἴσου ἐναυάγησε καὶ ἡ ὑπὸ τῶν δημοδιδασκάλων ἐκτέλεσις τῶν καθηκόντων τούτων. Πῶς εἶναι δυνατόν, Κύριοι, οἱ δημοδιδάσκαλοι κατὰ τὰς ὥρας τῆς παραδόσεως νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ ταχυδρομεῖον; Εἶναι δυνατὸν δὲ οἱ πολῖται νὰ ἀνέχωνται ταχυδρομεῖον κλειστὸν ἀπὸ τῆς 8ης πρωϊνῆς μέχρι τῆς 5ης μ.μ.; Εἶναι δὲ ἐξ ἄλλου δυνατὸν νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τοὺς δημοδιδασκάλους νὰ φεύγωσιν ἀπὸ τὸ Σχολεῖον πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ταύτης, ἐγκαταλείποντες τὸ ἴδιον ἔργον; Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅπως ἀναγνωρίσῃ τὸ ὑπεράνθρωπον τοιούτων ἀξιώσεων, καὶ προτιμήσῃ τοὺς συμβολαιογράφους καὶ ἐν ἀνάγκῃ τοὺς ἰδιώτας, οἵτινες, ὡς καὶ ἄλλοτε εἶπον, δέον νὰ καταβάλωσιν ἐγγύησιν, διότι ἡ ἀλληλογραφία τῶν πολιτῶν οὕτω μόνον δύναται νὰ ἐξασφαλισθῇ. Εἶναι, κ. Βουλευταί, τὸ μεγαλείτερον τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου τὸ ἀπόρρητον καὶ ἡ ἐξασφάλισις τῆς ἀλληλογραφίας του, ὅπερ ἄνευ ἐγγυήσεως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξασφαλισθῇ. Κλέπτονται ἐπιστολαὶ ἀσυστόλως, ἰδίᾳ δ’ αἱ προερχόμεναι ἐξ Ἀμερικῆς, διότι οἱ διαχειρισταὶ τῶν γραφείων τούτων προσλαμβανόμενοι ἄνευ ἐγγυήσεως εἰς οὐδεμίαν πρακτικὴν εὐθύνην ὑπόκεινται, πολλῷ δ’ ἔλασσον ἐπιβαρύνει τούτους ποινικὴ εὐθύνη διὰ τὸ δυσαπόδεικτον τῆς καταχρήσεως τῶν ταύτης.
§117Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ λάβω ὑπὸ σημείωσιν ὅσα ἐξετέθησαν τὴν ἑσπέραν ταύτην ὑπὸ τῶν κυρίων Συναδέλφων ἐπ’ ἀφορμῇ τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν χρείας τυχούσης θὰ ὑποβάλω σχετικὰς τροπολογίας.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τῶν § 2, 5 καὶ 6 τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ νόμου ΒΨΞΗ περὶ ταχ. ἐπιταγῶν».
§119Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, Κύριοι, ἔχει σκοπὸν νὰ διευκολύνῃ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν, ἥτις ὁμολογουμένως ἐπέφερε θαυμάσια ἀποτελέσματα ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἥτις ὅμως παρουσιάζει ἐλαττώματά τινα τὰ ὁποῖα προσπαθεῖ νὰ διορθώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου. Ἀλλὰ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ περιέμενον ὀλισχερῆ τροποποίησιν τοῦ ἰσχύοντος νόμου, διότι ὑπάρχουσι πολλαὶ διατάξεις, αἵτινες εἶναι σχεδὸν ὀπισθοδρομικαί, στηριζόμεναι εἰς παλαιὸν καθεστὼς πρὸ πολλοῦ ἐφαρμοσθὲν ἐν Ἑλλάδι, τοῦ νὰ μὴ προσέχῃ τις δηλαδὴ εἰς τὰς εὐκολίας, τὰς ὁποίας θὰ δώσωμεν εἰς τὸ κοινόν, ἀλλὰ μᾶλλον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου. Οὕτω μεταξὺ τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα περιέχει ὁ νόμος αὐτός, ἔχομεν κατ’ ἀρχὴν τὴν διαβάθμισιν τοῦ τέλους ἄρθρον 2 ἐδαφ. 2ον, διότι ἀρχίζομεν ἀπὸ τέλους 30 λεπτῶν καὶ φθάνομεν μέχρι δραχμῶν 50, ἐνῷ ὄχι μόνον εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἔχομεν ὑπογράψει σύμβασιν μετὰ τῆς Ῥωμουνίας, δι’ ἧς αἱ ἐπιταγαὶ αἱ μέχρις 25 δραχμῶν ὑποβάλλονται εἰς τέλος δέκα λεπτῶν. Ἑπομένως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἰσχύει διὰ τὸ ἐξωτερικόν, πολὺ φυσικώτερον πρέπει νὰ ἰσχύσῃ καὶ διὰ τὸ ἐσωτερικόν. Ἡ ὑποβάθμισις συνεπῶς πρέπει ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ 1 ἕως 25 δραχμῶν, ἢ διὰ τὰς ἐπιταγὰς αὐτὰς τῶν 25 δραχμῶν πρέπει νὰ πληρώνηται τέλος 10 λεπτῶν. Περιπλέον ὑπάρχει καὶ ἕτερον ἄτοπον, διότι ἐδῶ τὸ τέλος τῶν ἐσωτερικῶν ἐπιταγῶν εἶναι 30 λεπτῶν, ἐνῷ τὸ τέλος τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιταγῶν διὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν εἶναι 25 λεπτῶν. Ἐννοεῖται ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐψηφίσθη ὁ νόμος ὑπῆρχεν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ καὶ ἑπομένως τὰ 25 λεπτὰ ἦσαν 35, ἀλλὰ σήμερον ὅτε ὑπάρχει ἰσοτιμία τοῦ χαρτονομίσματος πρὸς τὸν χρυσόν, καταντᾷ διὰ τὸ ἐξωτερικὸν νὰ πληρώνῃ τις 5 λεπτὰ ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅτι ἐπλήρωνεν διὰ τὸ ἐσωτερικόν. Ἐπίσης ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς ἐν γένει διαρρυθμίσεως τῶν ἀναφερομένων εἰς τὸ ἄρθρον 2 ἐδαφ. 2 ποσῶν, διότι εἶναι ὑπέρογκα. Ἐπίσης, ἤθελον παρακαλέσει νὰ δοθῇ προσοχὴ εἰς τὸ ἐδάφιον 4ον τοῦ ἄρθρου 2 κατὰ τὸ ὁποῖον μία ἐπιταγὴ θεωρεῖται ἐκπρόθεσμος, ἐὰν ἐντὸς δύο μηνῶν δὲν πληρωθῇ, πρέπει δὲ κατόπιν τῆς παρελεύσεως τῶν δύο μηνῶν νὰ θεωρηθῇ καὶ πληρώσῃ τέλος 20 λεπτῶν. Εἶναι μία φορολογία, ἡ ὁποία καὶ δικαιολογίαν δὲν ἔχει καὶ τὴν ὑπηρεσίαν παραβλάπτει, διότι μέγιστος ἀριθμὸς ἐπιταγῶν δὲν πληρώνεται ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἰδιαίτερον γραφεῖον, τὸ ὁποῖον οὐδὲν ἄλλο νὰ κάμνῃ ἢ νὰ θεωρῇ ἐπιταγάς. Τὸ ταχυδρομεῖον μεταβιβάζει τὰς ἐπιταγὰς ἐπισήμως διὰ τῆς ὑπηρεσίας. Ἑπομένως μία ἐπιταγὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ περιπέσῃ εἰς χεῖρας ἰδιωτικάς, ἵνα ὑπάρχῃ ἀνάγκη θεωρήσεως. Τὸ καθεστὼς τοῦτο ὑπῆρχεν εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ ἐπιταγὴ διεβιβάζετο διὰ χειρὸς τοῦ καταθέτου, ἀλλὰ σήμερον δὲν συμβαίνει τὸ τοιοῦτον. Ἐπίσης τὸ ἐν τῷ ἐδαφίῳ 6ῳ πρέπει νὰ εἶναι 10 λεπτῶν καὶ οὐχὶ 20 λεπτῶν. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 3 ἐδαφ. 2 ὑπάρχει τι, τυπικὸν ἔστω, τὸ ὁποῖον ὅμως οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν. Ἐφ’ ὅσον τὸ δελτίον τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ὁ ἀποστολεὺς ἔχει ἀκριβῶς τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ τὸ δελτίον τοῦ δημοσίου, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ἐπιβαρύνηται τὸ Δημόσιον μὲ τὴν κατασκευὴν τῶν δελτίων. Αὐτὸ συμβαίνει εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ἐπιτρέπεται ἡ ἡ χρῆσις εἰς τοὺς ἰδιώτας μόνον ἐκείνων τῶν μὴ ἐνσήμων ταχυδρομικῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διεξαγωγὴν τῆς ὑπηρεσίας. Εἰς τὸ ἄρθρον 6 ἐδαφ. 1 ἀναφέρεται ὅτι ταχυδρομικαὶ ἐπιταγαὶ ἰσχύουσιν ἐπὶ δίμηνον, κατόπιν δέ, ἐὰν δὲν πληρωθῶσιν, γίνεται ἡ θεώρησις συμφώνως μὲ τὸ τέλος τὸ ὁποῖον εἶπον προηγουμένως. Τὸ ἄρθρον τοῦτο οὐδένα ἔχει λόγον. Ὑπάρχει ἀκριβῶς διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, δι’ οὓς προηγουμένως εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναφέρω, ὅτι πρέπει νὰ καταργηθῇ τὸ εἰκοσάλεπτον τέλος τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ ἐπιταγὴ μὴ πληρωνομένη ὑπόκειται εἰς τὴν πενταετῆ παραγραφήν. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 6 ἐδάφια 4, 5, 6, εἰς τὰ ὁποῖα ἀναφέρεται τέλος εἰκοσάλεπτον, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀρχικὰς παρατηρήσεις τοῦ ἄρθρου 2 καὶ νὰ γίνῃ δεκάλεπτον. Τὸ ἄρθρον 7 συνετάχθη καθ’ ἣν ἐποχὴν ἡ νομισματικὴ διαφορὰ εὑρίσκετο εἰς ἀρκετὰ σημαντικὸν σημεῖον ὑψηλά, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ πληρωμὴ καὶ εἰς χρυσὸν αὐτούσιον ἢ εἰς χαρτονόμισμα τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐρχομένων ἐπιταγῶν. Ἑπομένως ὑπῆρχε νόμιμος λόγος πρὸς εὐκολίαν τοῦ κοινοῦ. Σήμερον ὅμως δὲν ὑπάρχει νομισματικὴ διαφορὰ καὶ τὸ ἄρθρον 7 δὲν ἔχει λόγον. Ἡ καθυστέρησις τῶν ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ καὶ ἰδίως ἐξ Ἀμερικῆς ἐρχομένων ἐπιταγῶν καὶ ἡ μετατροπὴ τοῦ χαρτονομίσματος καὶ ἀποστολὴ αὐτῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, καὶ χρόνον ἀπαιτεῖ καὶ ἀπασχόλησιν προσωπικοῦ.
§120Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἡ νομισματικὴ διαφορὰ δὲν εἶναι τι πάγιον.
§121Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Νὰ τεθῇ «ἐφ’ ὅσον θὰ ὑπάρχῃ νομισματικὴ διαφορά». Ἐπίσης ἔχομεν καὶ τὸ ζήτημα τῆς πληρωμῆς ἑνὸς εἰκοσαλέπτου τέλους διὰ τὰς ἐπιταγὰς τὰς πληρωνομένας κατ’ οἶκον. Γνωρίζετε καλῶς ὅτι οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου ὑπόκεινται εἰς τέλος αἱ κατ’ οἶκον πληρωνόμεναι ἐπιταγαί. Αἱ ἐπιταγαὶ οὐδὲν ἄλλο ἀποτελοῦσιν ἢ συστημένην ἐπιστολήν. Γνωρίζετε ὅτι ὅπως ἡ συστημένη ἐπιστολή, ἡ ὁποία παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ἔχει πάντοτε χρήματα καὶ πολύτιμα ἀντικείμενα, καὶ μεταβαίνουσιν εἰς τὰς οἰκίας καὶ τὰς παραδίδουσι, ὑπάρχει δὲ σπανιωτάτη ἐξαίρεσις καταχρήσεως, οὕτω πρέπει νὰ γίνῃ καὶ διὰ τὰς ἐπιταγὰς, ἵνα μὴ ἐπιβαρύνηται ὁ λήπτης μὲ ἓν τέλος τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει λόγον ὑπάρξεως. Τὸ αὐτὸ ὑπῆρχεν καὶ ἐν Γερμανίᾳ, ὁπόθεν ἐλήφθη ὁ ἡμέτερος νόμος, ἀλλὰ κατηργήθη, καὶ αἱ ἐπιταγαὶ μεταφέρονται δωρεάν. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ ὑπάρχωσιν εἰδικοὶ ταχυδρομικοί, διότι ἂν θελήσητε νὰ κάμητε μίαν παραβολὴν μεταξὺ τῆς ἀξίας τῶν ἐπιστολῶν τῶν περιεχουσῶν χρήματα καὶ τῶν ἐπιταγῶν, θὰ ἴδητε ὅτι βεβαίως ἐμπιστευόμεθα εἰς τὸν διανομέα πολὺ μείζονα ἀξίαν, ἀπὸ τὸ κινητὸν χρῆμα τὸ ὁποῖον θὰ τῷ δώσωμεν. Ἐπίσης, ἐπειδὴ τὸ τοιοῦτον ἐγένετο, προκειμένου περὶ τῆς ἐκστρατείας, ἤθελον σᾶς παρακαλέσει ὅπως αἱ ἐπιστολαὶ τῶν ἐπιστράτων αἵτινες τῇ διαταγῇ τῆς Κυβερνήσεως στέλλωνται δωρεὰν ἐκ μέρους τῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν ναυτῶν οὕτω νὰ γίνῃ τὸ αὐτὸ καὶ διὰ τὰς ἐπιταγὰς μέχρι τοῦ ποσοῦ τῶν 25 δραχμῶν.
§122Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Προκειμένου περὶ ἐκστρατείας ὑπάρχει ἕτοιμον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ τακτοποιήσῃ πολλὰ ζητήματα.
§123Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ταῦτα εἶχον νὰ ὑποδείξω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν.
§124Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ πολύ.
§125Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ἰδιωτικοῦ πληρεξουσίου, ἔπρεπε νὰ βεβαιῶται πληρέστερον τὸ ζήτημα τῆς ταυτότητος. Προκειμένου δὲ περὶ τῆς ἐξοφλήσεως διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως ποσοῦ ἄνω τῶν 200 δραχμῶν, ἤθελον ὅπως τὸ χαρτόσημον τῆς ἐξοφλήσεως εἶναι τὸ χαρτόσημον τῶν ἐμπορικῶν ἐγγράφων. (Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καθορισμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἰδιωτικῶν δασῶν». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§127Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Εἰς τὴν βʹ παράγραφον παρακαλῶ, ἀντὶ τοῦ «ἀνεξαρτήτως τοῦ τοιούτου καθορισμοῦ», νὰ τεθῇ «μετὰ τὸν τοιοῦτον καθορισμόν».
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Α. Παπαποστόλου ἔχει τὸν λόγον.
§129Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Εἶχον τιμήν, Κύριοι, νὰ εἶμαι ὁ ἕτερος τῶν εἰσηγητῶν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὡς ὀρθόν, διότι δι’ αὐτοῦ ἐπιτυγχάνεται ἡ λύσις διαφόρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα θίγουσι πολλὰ συμφέροντα καὶ ἰδιωτικὰ καὶ τοῦ δημοσίου. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον ὡς ὀρθὸν καὶ δίκαιον, ἀλλ’ ἐποιήσατο παρατηρήσεις τινάς, ἤτοι τροποποιήσεις καὶ προσθήκας, τὰς ὁποίας θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλήν, ἵνα μὴ ἀνέρχωμαι ἐπὶ τοῦ βήματος ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου καὶ ὁμιλῶ, ὅπως μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀναπτύξω ταύτας ἐφάπαξ. Ἐκ τῶν τροποποιήσεων καὶ προσθηκῶν τούτων ἄλλαι μὲν εἶναι γενικαὶ καὶ ἄλλαι εἰδικαί. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τροποποιήσῃ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 1ου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐξακολούθησιν τῶν δικῶν, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἰσχὺν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὑπάρχουσιν ἐκκρεμεῖς. Νομίζω ὅτι ἡ τροποποίησις αὕτη τῆς ἐπιτροπῆς ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν κύριον Ὑπουργόν, διότι εἷς τῶν πολλαπλῶν σκοπῶν εἰς τοὺς ὁποίους ἀποβλέπει τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ἡ θεραπεία τῆς δασικῆς ἡ ὁποία ἐπέρχεται ἐκ τῶν ἀμφισβητήσεων καὶ τῶν δικῶν αἱ ὁποῖαι ὑφίστανται μεταξὺ κοινοτήτων ἢ ἰδιωτῶν, καὶ τοῦ Δημοσίου· συνεπῶς αἱ δίκαι δέον νὰ μὴ ἐξακολουθήσωσι, διότι τότε οὐδένα ἔχει σκοπὸν τὸ νομοσχέδιον, καθόσον, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ὑποβάλλομεν τοὺς ἰδιώτας καὶ τὰς κοινότητας εἰς τόσας δαπάνας καὶ ἐνοχλήσεις, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ ἐκ τούτου προβλεπομένη διαδικασία, ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐξακολουθῶσι καὶ αἱ ἐκκρεμεῖς δίκαι ἐφ’ ὧν αἱ ἀναμενόμεναι τελεσίδικοι ἀποφάσεις θὰ καθιστῶσι ματαίαν ὅλην αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, εἰς τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ ἰδιῶται ἢ αἱ κοινότητες. Δὲν βλέπω λοιπὸν διατί νὰ μὴ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροποποίησις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία λέγει ὅτι μέχρις ὅτου αἱ κατὰ τὴν διαδικασίαν τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου ἐκδοθησόμεναι ἀποφάσεις γίνωσιν ὁριστικαί, ἀναστέλλονται αἱ ἐκκρεμεῖς δίκαι.
§130Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ τροποποίησις γίνεται εἰς τὸ ἄρθρον 1ον εἰς τὸ προτελευταῖον ἐδάφιον, «ἡ ἔναρξις ἢ παράτασις τῶν δικῶν». Αὐτὴν θὰ τὴν δεχθῶ.
§131Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ περαιτέρω ἐξακολούθησις τῆς δίκης;
§132Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ γίνῃ τροπολογία, ὥστε καὶ αὐτὴ νὰ ἀναστέλληται, ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ αὐτὸ ἐπίδικον κτῆμα.
§133Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ παρατήρησίς μου δὲν ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 1, ἀλλ’ ἔλλειψιν γενικὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἰδιόρρυθμον σχέσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται εἰς τὸν δῆμον Περαχώρας. Εἰς τὴν Περαχώραν, ὅπως γνωρίζετε, ἴσως κ. Ὑπουργέ, ἐκ τῆς ὑπηρεσίας σας, τὰ δάση εἶναι ἰδιόκτητα καὶ ἐθνικά. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ῥητίνης εἶναι ἰδιόκτητα, διότι ἡ ῥητίνη φορολογεῖται ἀνέκαθεν ὡς ἐὰν ἦσαν ἰδιόκτητα, ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ ἄλλων προϊόντων εἶναι ἐθνικά. Ὑπάρχει δὲ τοῦτο τὸ ἰδιάζον, ὅτι ἕκαστος θεωρεῖ ὅτι τὸ δάσος εἶναι ἰδιοκτησία του καὶ τότε τὸ πωλεῖ, τὸ ἀγοράζει, τὸ δίδει εἰς προῖκα κλπ. Τώρα πῶς θὰ κανονισθῇ αὐτὴ ἡ σχέσις; Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις ὅσον ἀφορᾷ τὰ δάση Περαχώρας.
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλ’ ἔχουσιν ἐμπράγματον δικαίωμα καὶ οἱ κάτοικοι δικαίως παραπονοῦνται.
§135Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Συνηγορῶ καὶ ἐγώ.
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω τοῦτο, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων ἐν γένει, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ τις ἐπὶ δημοσίου δάσους, διότι ὑπάρχουσιν ἢ ἀξιοῦντες ὅτι ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα δικαιώματα, βοσκῆς ἐλευθέρας, συλλογῆς ξύλων κλπ. Περὶ τῶν δουλειῶν δὲν προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ θέλει νὰ κανονίσῃ τίνα δάση εἶναι ἰδιόκτητα καὶ τίνα δὲν εἶναι, αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς εἶναι δουλεία.
§137ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ εἴπωμεν αὐτὸ σαφῶς, ὅτι δὲν ἐπηρεάζει τὸ νομοσχέδιον τὰς τυχὸν ὑφισταμένας δουλείας.
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι εἰς ἄλλα μέρη ὅπου ἠθέλησαν νὰ καθορίσωσι τὰ δικαιώματα τῶν δασῶν, προέβησαν εἰς χωριστὰς ἐρεύνας διὰ νὰ ἴδωσι τίνες δουλεῖαι ὑπάρχουσι καὶ νὰ ἀποζημιώσωσι τοὺς ἔχοντας τὰς δουλείας. Τοῦτο εἶναι δυσχερέστατον καὶ ἂν θὰ λυθῇ, θὰ λυθῇ βραδύτερον. Σήμερον τὰ δικαιώματα αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μόνον εἰς τὴν Περαχώραν ἀλλ’ εἰς πολλὰς κοινότητας τῆς Πελοποννήσου, μένουσιν ἀπαραμείωτα τελείως. Σᾶς ἀρκεῖ ὑποθέτω ἡ δήλωσις αὐτή.
§139Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Παρετήρησα προχθὲς ὅτι συμπολίτης μου τις ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ κόψῃ καυσόξυλα. Διετάξατε νὰ γίνῃ δημοπρασία τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος. Εἶναι ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐπὶ δεκαπέντε ἔτη εἶναι ὁ ἐφιάλτης τοῦ τμήματος τῶν δασῶν. Τὸ εἴχετε εἰς τὸ παρελθόν, θὰ ἔχητε αὐτὸ καὶ εἰς τὸ παρόν.
§140Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο τὸ θέμα αὐτό.
§141Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τώρα οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουσι δικαίωμα ξυλεύσεως διὰ καυσόξυλα; Τί θὰ γίνῃ δι’ αὐτούς;
§142Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι ἔχουσιν ἀποκτήσει δικαίωμα, αὐτοὶ θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμά των ἀπαραμείωτον.
§143Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Σεῖς ἔχετε χωροφύλακας, ἡμεῖς δὲν ἔχομεν, ἐκτὸς ἂν θέλητε νὰ μᾶς δώσητε τοὺς χωροφύλακας, διότι ἔρχεσθε πότε μὲ τὸ ἀποκλειστικὸν δικαίωμα, πότε μὲ τὸ ἕνα καὶ πότε μὲ τὸ ἄλλο καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ἰδικά μας εἶναι μόνον εἰς τὸ χαρτί. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ ὅτι τὸ δάσος Περαχώρας, καὶ ἂν ὑπάρχῃ καὶ ἄλλο τι, μετὰ ἔρευναν...
§144Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸ εἴπωμεν εἰς τὸν νόμον; Δὲν εἶναι δυνατόν.
§145Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἂς γίνῃ διὰ Β. Διατάγματος κατάλογος τῶν δασῶν, διότι πῶς θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῇ τις κατὰ τοῦ Κράτους; Ὅπου ὑπάρχει δικαίωμα, διατί νὰ μὴ ἀναγνωρισθῇ; Νὰ γίνῃ μία διάταξις ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ εἰς τὰ διάφορα ἐθνικὰ δάση ὑφιστάμεναι δουλεῖαι, μετὰ ἔρευναν βεβαίως, διότι ἄλλως ὅταν ἔχω ἕν δικαίωμα τὸ ὁποῖον μοὶ φιλονεικεῖται διαρκῶς, δὲν εἶναι δικαίωμα αὐτό.
§146Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω τὴν ἑξῆς δήλωσιν ὅτι, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔχω ἀναλάβει τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, πολλὰ τοιαῦτα δικαιώματα ἀνεγνώρισα. Δὲν τὰ ἐφιλονείκησα, διότι ἐθεώρησα ὅτι τὸ Δημόσιον, ὅταν εὑρίσκηται πρὸ ἀνεγνωρισμένου δικαιώματος, ἔχει καθῆκον ὑπερ πάντα ἄλλον νὰ ἀναγνωρίζῃ αὐτό, καὶ μάλιστα ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ τοιούτου δικαιώματος, δὲν ἀποστέλλω πλέον τὸν τεχνικὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δασῶν, ἀλλ’ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος διευθύνει τὸ νομικὸν τμῆμα, διότι πρόκειται περὶ νομικῆς ὑποθέσεως καὶ ὄχι τεχνικῆς. Ἀνεγνωρίσθησαν λοιπὸν πολλά. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε, διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἀναγνωρισθῶσι δικαιώματα, προσέξατε μήπως εἶναι ἐνδεχομένως δυνατὸν νὰ ἀποβῇ καὶ ἀντιθέτως, διότι...
§147Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ δικαστήριον καὶ θὰ εἰξεύρωμεν τέλος πάντων ἂν ἔχωμεν ἢ δὲν ἔχωμεν δικαίωμα.
§148Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. .. ἐνῷ μίαν ἐσφαλμένην διαταγὴν τοῦ Ὑπουργοῦ διορθώνετε αὔριον, τὸ Β. Διάταγμα ἐκδιδόμενον κατὰ διάταξιν τοῦ νόμου, δὲν θὰ εἰμπορῆτε νὰ τὸ διορθώσητε.
§149Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δυστυχῶς ὅλοι οἱ προκάτοχοί σας εἶπον, ἂς τὸ ἀφήσωμεν νὰ παρέλθῃ. Λοιπὸν διατί δὲν ἔχετε τὴν τόλμην νὰ κάμητε αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγει ἡ συνείδησίς σας ὅτι εἶναι ὀρθόν; Ἔχουσι δικαιώματα; Νὰ τὰ ἀναγνωρίσητε. Δὲν ἔχουσι; Νὰ μὴ τὰ ἀναγνωρίσητε.
§150Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γίνεται κατόπιν αὐτό. Πρέπει πρῶτον νὰ καθορίσωμεν τὰς ἰδιοκτησίας.
§151Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀφοῦ ἦλθεν ἕνεκα τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐπὶ τάπητος τὸ ζήτημα τοῦ δάσους Περαχώρας, ἔχω νὰ ἑνώσω καὶ ἐγὼ τὰ διαμαρτυρίας μου μετὰ τῶν διαμαρτυριῶν τοῦ κ. Σ. Κροκιδᾶ. Προβαίνω μάλιστα καὶ ἀκόμη περισσότερον, διότι ὁ κ. Κροκιδᾶς ἐφάνη πολὺ μέτριος. Ἐὰν δὲν δεχθῆτε αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Κροκιδᾶς, δὲν γνωρίζω τί θὰ δεχθῆτε. Τὰ δάση τῆς Περαχώρας εἶναι ἰδιόκτητα, ὑπάρχουσι δὲ καὶ τίτλοι. Ἐκτὸς δ’ αὐτοῦ τὰ δάση ταῦτα πρὸ ἑκατονταετίας καὶ πλέον, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, παρεχωροῦντο καὶ εἰς προῖκα. Γνωρίζει ταῦτα ἡ ὑπηρεσία, ἀλλὰ δὲν θέλει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως δὲν ἤθελε πρὸ τριακονταετίας, διότι ἡ ὑπηρεσία θέλει πάλιν νὰ συγκεντρώνῃ τὴν διαχείρισιν τῶν δασῶν. Καὶ ἐνῷ ἕως τώρα ἡ δημοσία ὑπηρεσία δὲν ἔχει παράσχει ἐξασφάλισιν εἰς τὰ δάση, ὡς δημοσία ὑπηρεσία, προσπαθεῖ νὰ ἐμποδίσῃ καὶ ἐκείνην τὴν προστασίαν, τὴν ὁποίαν παρέχουσιν αὐτοὶ οὗτοι οἱ κάτοικοι εἰς τὰ δάση, ἐφ’ ὅσον γνωρίζουσιν ὅτι ἔχουσι δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπ’ αὐτῶν. Καὶ ἄλλοτε, καὶ κατὰ τὴν Διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν, ὅτε διηύθυνε τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὁ προκάτοχός σας, ἐγὼ εἶχον εἴπει ὅτι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῶν δασῶν καὶ τῆς προστασίας αὐτῶν, τοὐλάχιστον τῆς Πελοποννήσου — διότι τὰ ἄλλα ὁμολογῶ ὅτι δὲν τὰ γνωρίζω — θὰ ἐπήρχετο μόνον, ἐὰν ταῦτα κατενέμοντο εἰς τὰς κοινότητας. Ἐν προκειμένῳ ἔχετε οὐ μόνον κοινότητας ἀλλὰ καὶ ἰδιοκτήτας δασῶν, διότι μὴ νομίζητε ὅτι τὰ δάση τῆς Περαχώρας ἀποτελοῦνται ἐκ δενδρυλλίων μεμονωμένων, διότι καὶ ταῦτα δάση εἴθισται νὰ ὀνομάζωνται. Δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου εἴδους δασῶν. Ἀλλὰ καὶ περὶ τοιούτου εἴδους δασῶν ἂν ἐπρόκειτο, ὅτε μάλιστα εὑρίσκετε τοιούτους τίτλους, ἔχετε καθῆκον νὰ διευκολύνητε αὐτὴν τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία μόνον σῴζει τὰ δάση. Εἰς τὴν ἰδιαιτέραν μου πατρίδα, τὴν ὁποίαν ἔχω περιέλθει ἀπὸ σπιθαμῆς εἰς σπιθαμήν, ἐκεῖνα τὰ δάση σώζονται, καλλιεργοῦνται καὶ ἀποδίδουσι, τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν εἰς τὰς κοινότητας, διότι προστατεύονται ταῦτα ὑπὸ τῶν ἰδίων τῶν χωρικῶν. Ὁ δασοφύλαξ ἢ ὁ δασοκόμος ἢ ὁ δασάρχης καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ὄργανα τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, δὲν εἶναι διὰ νὰ προστατεύωσι τὰ δάση ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ χρηματίζωνται καὶ καταπιέζωσι τοὺς ἀνθρώπους καὶ αὐξάνωσι τὰ ἔξοδα τὰ μαρτυρικὰ τοῦ δημοσίου προϋπολογισμοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, κύριε Ὑπουργέ. Ἰδιαιτέρως δὲ διὰ τὰ δάση τῆς Περαχώρας, δὲν γνωρίζω διατί δὲν ἀναγνωρίζετε τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχετε ἀναγνωρίσει καὶ διὰ τὰ δάση τοῦ Πηλίου καὶ τῆς Μεγαρίδος.
§152Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ τοῦ Σοφικοῦ.
§153Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μάλιστα. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, θερμότατα ὑπὲρ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα, διότι, ἐπαναλαμβάνω, θεωρῶ ὅτι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ κ. Κροκιδᾶς εἶναι ἡ μετριωτέρα. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παγιώσατε τὴν θέσιν αὐτὴν τῶν ἀνθρώπων, καὶ ὄχι νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὸν ζῆλον ἢ ἀπὸ τὰς διενέξεις τῶν ὑπηρεσιῶν σας, αἱ ὁποῖαι πάντοτε θέλουσι νὰ ἀνακαλύπτωσιν ἐθνικὰ δάση.
§154Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς προσθέσω ὅτι τὰ δάση τῆς Περαχώρας, ὡς καὶ τὰ δάση τῆς Ἐλευσῖνος, ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἱστορίαν μὲ τὰ δάση τοῦ Πηλίου, τῶν ὁποίων ἀνεγνωρίσθησαν τὰ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματα, καὶ ὅπου, ἀφ’ ἧς ταῦτα ἀνεγνωρίσθησαν, οὐδεμία πυρκαϊὰ ἐσημειώθη, ἐνῷ τὰ ἄλλα ἔχουσι σχεδὸν καταστραφῆ.
§155Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαίως. Καὶ οὐ μόνον εἰς ἐκεῖνα τὰ δάση οὐδεμία πυρκαϊὰ ἐσημειώθη, ἀλλ’ ἂν παρατηρήσητε τὴν στατιστικὴν θὰ ἴδητε ὅτι καὶ ἀνεδασώθησαν.
§156Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι εἶχον Ὑπουργὸν ἰδικόν των ἐκεῖνοι καὶ τὸ ἔκαμαν, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν.
§157Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω περὶ τούτου, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπ’ ἔποψιν σοβαρὰν πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§158Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ εἶναι ἰδιοκτῆται δυνάμει τίτλων, θὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ἰδιοκτησία των ὑπὸ τοῦ νόμου.
§159Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχωσι τίτλοι, δὲν θέλω νὰ πρυτανεύσῃ ἡ ἰδέα ἡ ἰδική σας, τῆς δημοσιότητος τῶν δασῶν. Αὐτὸ εἶχον νὰ εἴπω καὶ συνηγορῶ ἐκθύμως περὶ τούτου.
§160Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον σκοπὸν ἔχει νὰ καταστείλῃ αὐτὰς ταύτας τὰς παραβάσεις, τὰς καταγγελλομένας ὡς διαπραττομένας ὑπὸ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας. Μέχρι τοῦδε ἰσχυρίζετό τις ὅτι δάσος τι ἦτο ἰδιόκτητον, ἐξηρτᾶτο δὲ ἡ διοικητικὴ ἀναγνώρισις τῆς ἰδιότητος αὐτοῦ ὡς ἰδιοκτήτου ἀπὸ μόνην τὴν κρίσιν τῶν ὀργάνων τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία κρίσις δὲν ἦτο πάντοτε ἀρεστὴ εἰς τοὺς ἔχοντας τὰ ἀντίθετα συμφέροντα. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅμως ἱδρύονται διοικητικαὶ ἐπιτροπαί, ἵνα ἐξετάσωσι τίνα εἶναι τὰ ἰδιόκτητα δάση, αἱ ἐπιτροπαὶ δὲ ἀπαρτίζονται ἀπὸ τὰ πρόσωπα τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁριζόμενα. Αὐτὸ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ νομοσχεδίου. Τοιουτοτρόπως ἡ ἀναγνώρισις ἰδιοκτησίας ἐπὶ δασῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὁμιλεῖτε καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ κάτοικοι τίτλους ἰδιοκτησίας, δὲν θὰ εἶναι ἐξηρτημένη πλέον ἀπὸ τὸν ἐπιθεωρητὴν τῶν δασῶν ἢ ἀπὸ τὸν διευθύνοντα τμηματάρχην ἢ ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ ἔχῃ στενωτέραν ἢ εὐρυτέραν ἀντίληψιν τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ ἕκαστος θὰ δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων του καὶ ὑπὸ τῶν διοικητικῶν Δικαστηρίων. Ὥστε εὑρίσκω ἀκριβῶς ὅτι ὁ νόμος αἴρει τὸ ἄτοπον τοῦτο.
§161Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Περὶ τῆς μακροχρονίου νομῆς τί γίνεται; Δὲν λέγει τι τὸ ἄρθρον.
§162Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει κατωτέρω.
§163Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Θὰ ὑποβληθῶσιν ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τὸν δικαστικὸν καὶ ἐκεῖνα τὰ δάση τῶν ὁποίων τὰ δικαιώματα ἀνεγνωρίσθησαν ἀπολύτως ἀπὸ τὸ Δημόσιον δι’ ἀποφάσεως;
§164Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Βεβαίως ὅλα.
§165Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἀλλὰ σεῖς ὁ ἴδιος ἐξεδώκατε ἀποφάσεις καὶ ἀνεγνωρίσατε τοιαῦτα δικαιώματα.
§166Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα θὰ περάσωσι.
§167Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι ὑπάρχουσι δικαιώματα κεκτημένα καὶ ἀνεγνωρισμένα ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν; Αὐτὰ θὰ χαθῶσι ἂν δὲν προσκομισθῶσιν καὶ οἱ σχετικοὶ τίτλοι; Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ δικαιωμάτων ἀπολύτως ἀνεγνωρισμένων, εἴτε διὰ δικαστικῆς εἴτε διὰ διοικητικῆς ἀποφάσεως, δὲν ἐννοῶ διατί νὰ τεθῇ ὁ ἔλεγχος οὗτος, ἐφ’ ὅσον οὐδέποτε διεξεδίκησε ταῦτα τὸ Δημόσιον. Ἄλλο ζήτημα διὰ τὰ ἀμφισβητούμενα.
§168Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἶναι δικαιώματα ἀνεγνωρισμένα διὰ τελεσιδίκου ἀποφάσεως, εἶπον ἤδη, κατὰ τίνα τρόπον διεσάφησα τὸ ἄρθρον 1ον, ὥστε νὰ ἀποτελῇ ἀπόδειξιν ἀκαταμάχητον ἡ ἀπόφασις.
§169Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Τὴν λαμβάνετε ὡς ἀπόδειξιν;
§170Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς μέσον ἀποδείξεως κατὰ τὰς διατάξεις τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας. Τὴν τροπολογίαν προσέθεκα τώρα, ἡ δὲ Πολιτικὴ Δικονομία μᾶς διδάσκει ὅτι αἱ τελεσίδικοι ἀποφάσεις ἀποτελοῦσιν ἀπόδειξιν ἀκαταμάχητον. Ἡ ἀναγνώρισις πάλιν δικαιωμάτων διὰ διοικητικῆς ἀποφάσεως, καὶ αὐτὴ πάλιν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ ἀπόδειξιν διοικητικὴν διὰ τὴν περαιτέρω διατήρισιν τοῦ δάσους. Ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις διοικητικαί, δι’ ὧν ἀνεγνωρίσθησαν δικαιώματα ἐπὶ ὡρισμένων δασῶν, καὶ κατόπιν ἐξεδόθησαν ἐπὶ τῶν αὐτῶν δασῶν ὑπουργικαὶ ἀποφάσεις ἀνακαλοῦσαι τὰς πρώτας. Ἐγὼ εὑρῆκα τοιαύτας ἀποφάσεις, καὶ δι’ αὐτὸ ἐσκέφθην ὅτι ἔπρεπε νὰ δώσω ἓν τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, καὶ ἐλπίζω ὅτι μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου θέλουσι καθορισθῆ σαφῶς τὰ πράγματα. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς ἡ τροπολογία εἶναι ὑπὲρ τῶν ἰδιοκτητῶν.
§171Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρόκειται περὶ δουλείας. Δὲν μοὶ ἀρέσει ἡ ἀπόφασις, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ καταφύγω εἰς τὸ δικαστήριον. Ὀφείλει ὁ νόμος νὰ εἴπῃ τις εἶναι ὁ ἐνάγων καὶ τίς ὁ ἐναγόμενος.
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σακελλαρίου.
§173Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐρώτησιν τοῦ κ. Παπαϊωάννου, οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Εἰδυλλίας, ὑπέβαλον τοὺς τίτλους αὐτῶν ἐπὶ Τρικούπη, οἵτινες ἀνεφέροντο εἰς ὅλους τοὺς δήμους. Ἀπωλέσθησαν οἱ τίτλοι οὗτοι. Τί θὰ προσκομίσωσι τώρα;
§174Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Λέγετε ὅτι ὅλα τὰ δάση, καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν εἰς ἰδιώτας καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπεδικάσθησαν δυνάμει ἀποφάσεως, ὅλα θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Θὰ ὑπαχθῶσι καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν ὑπὲρ τοῦ Δημοσίου;
§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα ὅλα. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου 1–4. Εἰς τὸ ἄρθρον 4ον τίθεται· «τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ» ἀντὶ «τῆς ἰδιοκτησίας αὐτοῦ».
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 5. (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Α. Παπαποστόλου.
§177Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ τρίτον μέλος τὸ ὁποῖον λαμβάνει μέρος εἰς τὸ δικαστήριον, τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει τὴν γνώμην ὅτι πρέπει νὰ ἐκλέγηται ἀπὸ ἑκάστην ἐπαρχίαν χωριστὰ ὡς ἴδιος ἀντιπρόσωπος, καὶ τοῦτο διότι ἑκάστη ἐπαρχία εἰς τὸ ζήτημα τὸ δασικὸν ἔχει ἰδίους τίτλους, ἔχει ἰδίαν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ εἷς ἀντιπρόσωπος ὁλοκλήρου τοῦ Νομοῦ καὶ νὰ δώσῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας εἰς τὰ ἄλλα δύο μέλη. Δὲν βλάπτει τίποτε ἂν εἴπωμεν ὅτι τὸ τρίτον μέλος θὰ ἐκλέγηται ὑπὸ τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν χωριστά.
§178Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιμένετε, παρακαλῶ, εἰς τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Αὐτὸ τὸ τρίτον μέλος δὲν θὰ κρίνῃ ἐπὶ ὅλων τῶν δασικῶν σχέσεων· αὐτὸ θὰ κρίνῃ ἐπὶ τῇ βάσει ἐγγράφων, ἢ ἐπὶ τῇ βάσει μαρτύρων λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν καὶ τῆς χρησικτησίας, ἂν τὸ δάσος ἀνήκει εἰς τὸ Δημόσιον ἢ εἰς πρόσωπον. Δὲν εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν νὰ γνωρίζῃ τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς σχέσεις τὰς δασικάς. Ἐξ ἑτέρου δὲν εἶναι ἀδύνατον εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἑκάστου Νομοῦ νὰ εὑρεθῇ ἓν πρόσωπον τὸ ὁποῖον νὰ γνωρίζῃ καὶ τὴν ἱστορίαν καὶ τὰς σχέσεις τὰς δασικὰς τοῦ Νομοῦ ὁλοκλήρου.
§179Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Οὔτε χρήματα ἀπαιτεῖ ἡ τροποποίησις αὐτή, οὔτε ἄλλο τι. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ ἐπαρχία Καρδίτσης νὰ κριθῇ ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν Τρικκάλων ἢ ἀπὸ τὴν τῆς Καλαμπάκας.
§180Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸς θὰ κρίνῃ τὰ μέσα τῆς ἀποδείξεως, αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ παρουσιασθῶσιν. Αὐτοὶ θὰ δικάσωσιν ὡς ἔνορκοι, ἵνα ἴδωσιν ἂν οἱ τίτλοι εἶναι καλοὶ ἢ ὄχι.
§181Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Εἷς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος δὲν ἐξεύρει τὰ δασικὰ πράγματα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κρίνῃ ὀρθῶς.
§182Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ ἐπιμένετε.
§183ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Τίς θὰ εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ μίαν πληροφορίαν θετικήν, ὥστε νὰ ἐκδοθῇ μία ἀπόφασις δικαία, λογική; Δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἄλλος τις ἢ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος νὰ παρουσιασθῇ ἐκεῖ νὰ διαφωτίσῃ τὰ δύο μέλη.
§184Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸ δικαστήριον ἀπ’ αὐτὸ τὸ σμῆνος.
§185Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τί θὰ γνωρίζῃ κ. Ὑπουργέ, ὁ Ναυπλιεὺς περὶ τῶν δασῶν τῆς Κορινθίας;
§186Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ γνωρίζῃ· πρόκειται νὰ κρίνῃ. (Γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 5 καὶ 6).
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. (ἀναγινώσκεται).
§188Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Εἰς τὸ ἄρθρον 7ον προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ τροποποίησιν ὡς πρὸς τὸ πόθεν θὰ λαμβάνωνται τὰ πρόσωπα, ἐκ τίνος καταλόγου. Τὸ σχέδιον ἔχει ἐκ τοῦ πίνακος τῶν ἐνόρκων· δὲν θεωρεῖ αὐτὸ ὀρθὸν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ προτείνει ὅπως τὸ τρίτον μέλος λαμβάνηται ἐκ τῶν δικηγόρων.
§189Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐκ τῶν δικηγόρων;
§190Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐγὼ π.χ. δὲν εἶμαι δικηγόρος· εἶμαι βουλευτής. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶμαι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν κατάλογον τῶν ἐνόρκων. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐνόρκων· διαγράψατε τὸ «ἐκ τοῦ πίνακος τῶν ἐνόρκων» καὶ θέσατε «ἐκλέγουσιν ἕνα ἄνθρωπον τῆς ἀπολύτου ἐμπιστοσύνης των». Διατί ἐπιμένετε εἰς τὸν πίνακα τῶν ἐνόρκων;
§191Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Θὰ καταντήσωσιν νὰ ἐκλέξωσι κανένα βλαχοδήμαρχον.
§192ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἄνθρωπος γνωρίζων τὸν τόπον. Τοιοῦτον ζητοῦμεν.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Γκέκας ἔχει τὸν λόγον.
§194Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἑξῆς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀνέγνωσα ὅτι ὁ διοριζόμενος πάρεδρος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ λαμβάνει ἀμοιβήν τινα. Τοῦτο παρακαλῶ νὰ συνδυάσητε μετὰ τῆς πραγματικῆς καταστάσεως τῆς ἐκλογῆς, ἡ ὁποία θὰ τὸν ἀναδείξῃ πάρεδρον. Θὰ προσέλθωσι 250· ἐκ τῶν 250, εἰς δασικὰς ἐπαρχίας θὰ ἀνήκωσι μόνον 30, οἱ λοιποὶ οὔτε μὲ τὸ τηλεσκόπιον θὰ ἴδωσι δάση. Δὲν φρονεῖτε ὅτι διὰ τοῦ μέτρου αὐτοῦ θὰ δημιουργηθῇ ῥουσφετολόγιον διὰ τοὺς φίλους τὸν φαρμακοποιὸν λ. χ. ἢ τὸν ἔμπορον; Θὰ τρέχωμεν τὸν κίνδυνον νὰ στερήσωμεν ἐντελῶς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀντιπροσώπου. Νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ ἐκλέγωσιν ἐκ τῶν δικηγόρων τῆς περιφερείας, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ ἀσχοληθέντες εἰς τὰ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν δικηγόροι ἔχουσιν ἀκριβεστέραν ἀντίληψιν τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰδιοκτητῶν καὶ ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ἰδιοκτήτας. Πάντες οἱ δικηγόροι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῶσιν ἐπὶ τῶν δασικῶν ὑποθέσεων καὶ τῶν δικαιωμάτων, τῶν διαφόρων κοινοτήτων καὶ ἰδιωτῶν ἐπὶ τῶν δασῶν, τῶν ἀπορρεόντων ἐκ τῆς Τουρκικῆς νομοθεσίας, ἥτις ἐν Θεσσαλίᾳ ῥυθμίζει τὰ τῆς κυριότητος δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν. Κύριε Ὑπουργέ, ὁ κίνδυνος εἶναι μέγας διὰ τοὺς χωρικούς.
§195Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τελείως ἐσφαλμένην ἀντίληψιν ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη μόνον διὰ τοὺς χωρικούς. (Διάλογοι).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς ἔχει τὸν λόγον.
§197ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί· τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι μεγίστης σπουδαιότητος, προκειμένου περὶ διαρρυθμίσεως τῶν ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων ἐπὶ τῶν δασῶν. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ νομοσχέδιον προβλέπει περὶ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν δικαιωμάτων μεταξὺ δημοσίου καὶ ἰδιοκτητῶν ἢ κοινοτήτων δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι, προκειμένου περὶ τῆς Θεσσαλίας, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἔχει ἐξαιρετικὴν τὴν ἀξίαν. Δύναται μάλιστα ἀκόμη νὰ λεχθῇ, χωρὶς νὰ περιμένωμεν διάψευσιν ἀπὸ οὐδένα, ὅτι προκειμένου περὶ Θεσσαλίας τὸ νομοσχέδιον ἡ χώρα ἐκείνη ἀποδέχεται κατὰ μεγάλην ἐπιείκειαν, διότι ἐὰν ἀληθῶς τὸ Κράτος ἤθελε νὰ εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν χρηστότητα, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ διήκῃ εἰς ὅλας τὰς πράξεις του, ὤφειλε νὰ παραδεχθῇ ὅτι τὰ δάση τῆς Θεσσαλίας ἀνήκουσιν εἰς τὰς κοινότητας ἄνευ τῆς διαδικασίας καὶ τῆς ἐρεύνης τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου. Πράττον τοῦτο, δὲν θὰ ἔπραττε τίποτε ἄλλο εἰμὴ νὰ ἑρμηνεύσῃ κατὰ τὴν ἀληθῆ αὐτῶν θέλησιν τοὺς νόμους, διότι ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ὅλα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ δὲν ἔχει ἐν Θεσσαλίᾳ εἰμὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τοῦ Δημοσίου δικαίου, ὅλα τὰ δικαιώματα αὐτοῦ δὲν εἶναι εἰμὴ ἐκ παραγώγου κτήσεως. Τὰ δικαιώματα τοῦ κυριάρχου ὁ ὁποῖος εἶχε τὰ δάση ταῦτα καὶ ὁ ὁποῖος ἦτο ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, ἀπεδέχθη ὡς ἀναμφισβήτητα τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, ἀνέγραψε ταῦτα εἰς ἴδιον πρωτόκολλον καὶ δὲν δύναται εἰμὴ ἀκριβῶς ἐπὶ ἐκείνων τῶν δικαιωμάτων νὰ βασισθῇ προκειμένου, ἐπαναλαμβάνω, περὶ δικαιωμάτων παραγώγου κτήσεως. Ὅτε ἔχομεν ταύτην τὴν ἀρχήν, ἐν τῷ Ἑλληνικῷ δικαίῳ, κύριοι Βουλευταί, ἐρωτῶ· ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ παρουσιασθῇ νομοσχέδιον διὰ τὴν Θεσσαλίαν ἐν τῷ ὁποίῳ νὰ λέγηται ὅτι ὀφείλει νὰ γένηται ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὑπάρχωσι δάση κοινοτικὰ καὶ τότε νὰ ἀναγνωρίσῃ ταῦτα τὸ Κράτος; Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν ἐπίσημον πρᾶξιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἡ ὁποία λέγει: «δὲν δύναμαι νὰ ἔχω δάση ἄλλα ἐν Θεσσαλίᾳ εἰμὴ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία, ἡ προκάτοχός μου, καὶ τῆς ὁποίας εἶμαι διάδοχος, καὶ ἅτινα μοὶ παρέδωκε διὰ πρωτοκόλλου, ἐπιτρέπεται πλέον τῆς ἐπισήμου ταύτης πράξεως ἄλλη ἐνέργεια, πλέον ἐμφαντικωτέρα, διὰ νὰ πεισθῶμεν περὶ τῆς κυριότητος τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δασῶν; Ἐν τοσούτῳ Κύριοι, διότι κρατεῖ ἡ βία τοῦ Κράτους παντοῦ, καὶ ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδίᾳ, προκειμένου περὶ δασῶν, ἐκράτησεν ἡ βία ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου καὶ κατωρθώθη ὄχι διὰ νόμου, δυστυχῶς, ἀλλὰ δι’ ἐγκυκλίου, διὰ τῆς ὑπηρεσίας, νὰ θεωρηθῶσι δάση ἐθνικὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχέ ποτε τὸ Κράτος, νὰ ἁρπαγῶσιν οὕτω τὰ Θεσσαλικὰ δάση, καὶ ὅταν τὸ καθεστὼς ἐδημιουργήθη ἐκ τῆς ἁρπαγῆς ταύτης τοῦ Δημοσίου, διὰ τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν φέρει εὐθύνην ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀλλ’ ἡ ὁποία ἐγένετο, καὶ ἐφ’ ἧς στηρίζει τὴν ἀμφισβήτησιν μέχρι τῆς στιγμῆς τὸ δημόσιον, ὤφειλεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτε ἀντιπροσωπεύει μίαν τοιαύτην περίεργον κατάστασιν, νὰ παραδεχθῇ ὅτι, προκειμένου περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἔρευναν τῶν δασῶν ἐν Θεσσαλίᾳ, βεβαίως οἱ Θεσσαλοὶ Βουλευταὶ εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ ἀξιῶσιν ὅπως ὑπάρξωσιν ἐν αὐτῇ πρόσωπα τὰ ὁποῖα νὰ εἶναι ἐν γνώσει τελείᾳ τοῦ ζητήματος τούτου, διὰ νὰ δύνανται τὰ δικαιώματα τῶν Θεσσαλῶν τὰ ἤδη ἀνεγνωρισμένα, τὰ ἐπίσημα, νὰ μὴ πάθωσι καμμίαν ἐκ νέου συμφοράν. Καὶ τίνα, ἀπαντῶσι, θὰ εἶναι ἐκεῖνα τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα θὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή, καὶ θέλετε νὰ ἔχητε ἐν αὐτῇ νομικούς; Εἶπον καὶ προηγουμένως, κύριε Ὑπουργέ, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω· ἰδοὺ τί πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ ἡ ἐπιτροπή. Ὑπάρχει ἄρθρον τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι, ὡς βάσις τῶν δικαιωμάτων τῶν κοινοτήτων, θ’ ἀναγνωρισθῇ ἡ χρησικτησία καὶ θὰ γίνῃ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ μεγάλη βεβαίως συζήτησις ἀπὸ τίνος χρόνου ἄρχεται ἡ χρησικτησία αὕτη. Τὸ μέρος τοῦ χρόνου, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Ἐπικράτειαν, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν δι’ αὐτὴν ἢ ὄχι; Κατ’ ἐμὲ θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἐὰν καλῶς ἑρμηνευθῶσιν οἱ Τουρκικοὶ νόμοι, διότι ἐὰν δὲν ἑρμηνευθῶσι καλῶς, ἐὰν δὲν ὑπάρξωσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι νὰ γνωρίζωσι τὸ ζήτημα κατὰ βάθος, ἔχοντες γνῶσιν τοῦ Τουρκικοῦ νόμου, τοῦ Μεσριέτ, θὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη μὲ τὰς διαφόρους ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων τὰ ὁποῖα, ἀνίδεα ὅλως, ἐξέδωκαν τοιαύτας διὰ τῶν ὁποίων κατωρθώθησαν διάφοροι δίκαι νὰ ἀνάγωνται καὶ κατέρχωνται τὴν κλίμακα αὐτῶν χωρὶς νὰ λαμβάνωσι καμμίαν λύσιν, καίτοι παρῆλθεν ὁλόκληρος τεσσαρακονταετία. Ὅταν λοιπὸν ἐπιμένωμεν, Κύριοι εἰς τοῦτο, ἐπιμένομεν μόνον διὰ νὰ ἀπαλλάξωμεν ὑμᾶς καὶ τοὺς Θεσσαλοὺς ἀπὸ τὸν φόρτον διαφόρων νομικῶν οἱ ὁποῖοι θὰ σπεύσωσι, γνῶσται δῆθεν τοῦ ζητήματος, ὡς ὑπερασπισταὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν μὲν καὶ τῶν δέ, νὰ ἐνοχλῶσι τὸ καταρτιζόμενον δικαστήριόν σας, ὅταν ζητῶμεν τοῦτο, εἶναι ἄπορον διατί ὑμεῖς δὲν θέλετε νὰ ὑπάρχῃ ἐκεῖ εἷς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος νὰ ὑπερασπίσῃ ὁμοιολήπτως τὰ δικαιώματα ὅλων; Διατί θέλετε, ὅπως εἶπε πολὺ ὀρθῶς ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐκ Λαρίσης, ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος νὰ εἶναι ἐκεῖνος εἰς τὸν ὁποῖον νὰ ἀναθέσωμεν τὴν τύχην τῶν δασῶν μας, προκειμένου περὶ περιουσίας πεντήκοντα ἑκατομμυρίων, κύριε Ὑπουργέ; Καὶ ταύτην μόνον τὴν τροπολογίαν εἰς ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει τόσην ἀξίαν, ἣν ἀναγνωρίζομεν καὶ σᾶς εὐγνωμονοῦμεν, δέον ἀναμφιβόλως ἐκ κοινῆς προνοίας νὰ περιλάβητε. Ὑποθέτω κατόπιν τούτων ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὸ τὸ μέρος, ἤτοι διὰ τὸν πάρεδρον, ἀλλὰ θὰ θελήσῃ νὰ εἶναι οὗτος δικηγόρος ὁ ὁποῖος νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ ἰδικά μας καὶ τὰ ἰδικά του.
§198Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δικαίωμα νὰ διεκδικήσωσι, θὰ καταφύγωσι προδήλως εἰς δικηγόρον πληρεξούσιον. Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος θὰ μετάσχῃ τῆς ἐκλογῆς διὰ τὸν πάρεδρον τοῦ διοικητικοῦ δικαστηρίου. Ὁ ἐκλεγόμενος ὅμως πάρεδρος, δὲν εἶναι ὑπερασπιστής, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀλλ’ ἡ ἐκεῖ παράστασίς του ἔχει τὴν ἔννοιαν τῆς ἀντιπροσωπείας τῶν ἰδιωτικῶν συμφερόντων. Τοιοῦτος θὰ εἶναι ὁ πάρεδρος. Διὰ τοῦτο ἤδη δυνάμεθα νὰ τροποποιήσωμεν οὕτως, ὥστε ὁ πάρεδρος νὰ ἔχῃ μόνον τὸ προσὸν νὰ μὴ ἔχῃ καταδικασθῆ ἐπὶ κακουργήματι ἢ πλημμελήματι.
§199Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἀπέναντι μιᾶς παρακλήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦντος ὅλους τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ μὴ ἐπιμένωσιν, ἐπιστρέφεται ἡ παράκλησις ἐκ μέρους ὅλων τῶν κυρίων Βουλευτῶν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ ἐπιμένῃ, διότι θὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ φρονῶσιν ὅτι δὲν βλέπωσι τὸν λόγον τῆς ἐπιμονῆς. Κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην, παρατηρεῖται μία ὄχι ἀγαθὴ συνέπεια ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον καθιστᾷ δικαστήριον προσωρινόν, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπόφασις οὐδὲν ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ εἰμὴ νὰ ῥυθμίζῃ προσωρινῶς τὴν κατάστασιν τῆς νομῆς τῶν δασῶν. Ἐν τῷ προσωρινῷ αὐτῷ δικαστηρίῳ, ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι διὰ τῶν καθοριζομένων μελῶν θὰ ἀντιπροσωπεύωνται καὶ οἱ ἰδιοκτῆται, δηλαδὴ ἐν τῇ βάσει τῶν σκέψεών του, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὴν σύνταξιν καὶ εἰσαγωγὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου, ἐπρυτάνευσεν ὡς ὤφειλε νὰ πρυτανεύσῃ, ἡ ἰδέα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀκουσθῶσι καὶ οἱ ἄνθρωποι, τῶν ὁποίων τὰ δίκαια πρόκειται νὰ κανονισθῶσι. Τώρα ἔρχεται ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐνῷ ὁρίζει διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἵνα τὰ τρία μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ὦσιν ὑπάλληλοι δημόσιοι, ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται νὰ ἀντιπροσωπευθῇ ἡ τάξις τῶν ἰδιωτῶν, δηλαδὴ οἱ ἀντίδικοι τοῦ δημοσίου, ζητεῖ νὰ περιορίσῃ αὐτούς, ἀφαιρῶν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ἰδίου ἀντιπροσώπου τῆς ἐκλογῆς των. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔρχεται καὶ ὁ λαός, καὶ οἱ ἐκ Θεσσαλίας Βουλευταί, καὶ ἀξιοῦσιν ἵνα, ἀντὶ νὰ περιορίσῃ τὸ νομοσχέδιον τὴν ἐπιτροπὴν εἰς ὑπαλλήλους ὡρισμένους, εἰς τὸν δασάρχην, εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Πρωτοδικῶν κλπ. νὰ ἀφεθῇ καὶ εἰς τοὺς Προέδρους τῶν δασικῶν κοινοτήτων τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς ἀντιπροσώπου ἐκ τοῦ νομικοῦ κόσμου, ἰδίως δικηγόρου. Διότι ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει θὰ ἴδωμεν τὸ θέαμα τοῦ καταρτισμοῦ δικαστηρίου, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ καλεῖται φαρμακοποιὸς νὰ κρίνῃ περὶ δικαιωμάτων νομικῆς! Ἀφοῦ πρόκειται, κατὰ τὸ νομοσχέδιον, νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ μὴ δασικαὶ κοινότητες, οὐδὲν συμφέρον καὶ οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουσαι μὲ τὰ δάση καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματα ἄλλων κοινοτήτων ἢ καὶ ἰδιωτῶν, τοιαύτη διάταξις νομοθετουμένη εἶναι ἱκανὴ νὰ δημιουργήσῃ ζητήματα ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἀλλ’ ὅταν ὡρισμένα νομοσχέδια ψηφίζονται ἐνταῦθα συγχρόνως, σκοποῦντα τὸν τρόπον τῆς ἱκανοποιήσεως, ὅταν εὑρεθῶσι πρόσωπα γνωρίζοντα τὴν ὀθωμανικὴν νομοθεσίαν, ἵνα προσφέρωσιν ὑπηρεσίαν εἰς ὡρισμένας περιστάσεις εἰδικὰς ἢ εἰς τὴν Πολιτείαν, ἵνα προσφέρωσι τὰ εἰδικὰ φῶτα των, ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν ἐν ταῖς νέαις Χώραις, προκειμένου νὰ ῥυθμισθῇ τοιοῦτο ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ, νὰ ἐξετασθῶσι διατάξεις τοῦ ὀθωμανικοῦ νόμου καὶ νὰ δοθῇ προσωρινὴ ῥύθμισις. Θέλετε νὰ δώσωμεν σύγχυσιν καὶ δικαιώματα ἐκλογῆς εἰς ὅλην τὴν Θεσσαλίαν, νὰ δώσωμεν δικαίωμα ἐκλογῆς ἴσως καὶ εἰς ἕνα Χατζῆν; Περὶ δὲ τῶν ἰδιοκτητῶν, οἱ ὁποῖοι πρέπει νὰ ἀντιπροσωπεύωνται ἐν τῷ διοικητικῷ δικαστηρίῳ, τίς θὰ ἐκλέξῃ αὐτούς; Καὶ ἐρωτῶ, Κύριοι· εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἐρωτηθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται ὁποῖον πρόσωπον εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι εἰδῆμον τῆς καταστάσεως τῆς δασικῆς ἰδιοκτησίας; Νομίζω ὅτι καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀρνεῖται τοῦτο. Καὶ οἱ ἰδιοκτῆται διὰ τῶν βουλευτῶν σᾶς λέγουσι, μηδενὸς ἀντιλέγοντος, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ τις μὴ γνωρίζων τὴν κατάστασιν τῆς Θεσσαλίας, ἴσως αὐτὸς νὰ ἀντιφάσκῃ, ποῦ εἶναι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἰδιοκτητῶν; Σᾶς λέγομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλεγῇ εἷς ἢ μεταξὺ τῶν ἰδιοκτητῶν ἢ μεταξὺ τοῦ νομικοῦ κόσμου, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τριάκοντα πέντε ἔτη ἀσχολεῖται μὲ τὰ δάση, ἐν σχέσει μὲ τὴν ὀθωμανικὴν νομοθεσίαν. Τί θέλετε; Θέλετε μὲ τὸ εὐεργέτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον δίδετε, νὰ διορίζωνται καὶ ἀγροφύλακες; Ἡ ἐπιμονή σας, κ. Ὑπουργέ, εἰς τὴν συνείδησίν μου, διότι δὲν βλέπω τίνα λόγον ἔχει, ἐκλαμβάνεται ὡς ἐπιμονὴ ἀδικαιολόγητος.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7ον...
§201Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν θὰ ἦτο ἄτοπον νὰ γίνῃ ἡ ψήφισις δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7ον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§203Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσε.
§205Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐτελείωσε. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ τῆς ἐπιψηφίσεως. Ἡ ἐπιμονὴ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, μοὶ φαίνεται, κύριοι Βουλευταί, ὡς νὰ λέγῃ, ὅτι ἡμεῖς οὐδεμίαν ἔχομεν εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην θέσιν. Ὅλη ἡ Βουλὴ παρεδέχθη...(Θόρυβος).
§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀναγνωθῶσιν τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεων τινῶν ἐν τῷ νόμῳ ͵ΔΝΔʹ περὶ ἀπαλλοτριώσεως τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀγροτικῶν κτημάτων ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν» κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ ἐξ ἁπάντων τῶν Βουλευτῶν Κερκύρας εἰς ἣν συμπεριελαμβάνονται καὶ οἱ κ. κ. Δ. Γούναρης, Α. Ἀλεξανδρῆς, Κ. Σπυρίδης, Π. Ἀραβαντινός, Π. Πολυχρονιάδης, Ι. Φαρμάκης, Ν. Γαρδικιώτης, Δ. Χατζηγιάννης, Λ. Νάκος, Γ. Καφαντάρης, Π. Τσαλδάρης, Σ. Κροκιδᾶς καὶ Γ. Τσακανίκας. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ πρώτου ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει νομοσχεδίου «περὶ ἐγκαταστάσεως ἐποίκων ὁμογενῶν ἐν Μακεδονίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ὁ κ. Λ. Νάκος ἔχει τὸν λόγον.
§208Λ. ΝΑΚΟΣ. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἔλαβον ἐπιστολὰς ἐκ Θηβῶν καὶ ἀπὸ τὰ Βάγια παρὰ τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν καταστροφὰς ἕνεκα τῶν σεισμῶν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι εὑρίσκονται ἄστεγοι ἀπολύτως. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὄχι μόνον νὰ λάβῃ μέτρα καὶ νὰ ἀποστείλῃ ξυλείαν, ἀλλὰ καὶ μίαν ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ βοηθήσῃ τοὺς δυστυχεῖς αὐτούς, εὑρισκομένους εἰς ἀξιοθρήνητον κατάστασιν.
§209Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἔλαβον καὶ ἐγὼ πληροφορίας τὰς ὁποίας διεβίβασα εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10ην μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 καὶ ¼ μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπήν (ὥρα 10 καὶ 15′ μ. μ.)
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἀναβάλλεται πρὸς στιγμὴν ἡ συζήτησις τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 8 νομοσχεδίου ὡς καὶ τῶν λοιπῶν σχετικῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο. Ἐπίσης ἀναβάλλεται τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 11. (Ψηφίζεται εἶτα εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ χορηγήσεως ἀδείας διὰ τὴν προμήθειαν ὑλικῶν διὰ τὴν ὑπὸ κατασκευὴν γραμμὴν Παπαπουλίου– Τοψίν»). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγκροτήσεως τῆς λιμενικῆς Ἐπιτροπείας Κατακώλου καὶ συνομολογήσεως δανείου». (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἀρχήν).
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 15 ἀναβάλλεται. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 16. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθήκης γʹ ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 95 νόμου τῆς 14ης Δεκεμβρίου 1913 περὶ κλήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν».
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ παρακαλῶ, ὅτι «πλὴν τῶν ἄλλων ἐπιτρέπεται νὰ κληθῶσι καὶ οἱ ἔφεδροι ἰατροί, ὑπίατροι, ἀνθυπίατροι καὶ δόκιμοι ἰατροί». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροπολογήθη).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως προσθέτου Ἀτμοπλοϊκῆς Συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ τῶν Τηλεγράφων καὶ τῆς ἐν Βουκουρεστίῳ ἑδρευούσης «Ρωμουνικῆς Ἀτμοπλοΐας».
§215Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Σχετικῶς πρὸς ὅλα τὰ νομοσχέδια περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων, ὁ λόγος ὁ ὑπαγορεύων τὰς συμβάσεις μετὰ τῶν ἑταιριῶν εἶναι ἡ ἀπαλλαγὴ ἐκ τῶν τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ φαρικῶν, ὡς καὶ ἡ παροχὴ ἄλλων τινῶν εὐκολιῶν. Τὰ ἀνταλλάγματα ὅμως τὰ διδόμενα εἰς τὸ Κράτος, ἀποτελοῦσι σκάνδαλον, διότι δίδεται ὡρισμένος ἀριθμὸς εἰσιτηρίων διατιθεμένων καὶ αὐτῶν, μέχρι τοῦδε τοὐλάχιστον, σκανδαλωδῶς. Καὶ συμβαίνει τὸ περίεργον ὥστε ὑπάλληλοι τοῦ Κράτους ταξειδεύοντες διὰ λογαριασμὸν αὐτοῦ καὶ λαμβάνοντες ὁδοιπορικά, νὰ μὴ λαμβάνωσι τὰ δωρεὰν εἰσιτήρια. Ταῦτα διατίθενται διὰ τοὺς πολὺ πλουσίους. Ἴσως τώρα νὰ μὴ συμβαίνῃ αὐτό, ἐφ’ ὅσον διαχειρίζεται τὴν ὑπηρεσίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον, ἐφ’ ὅσον τὰ εἰσιτήρια ταῦτα δὲν διατίθενται δι’ ἄλλον σκοπόν, ὡς δι’ ἀπόρους τῆς τρίτης θέσεως, τὰ τῆς πρώτης θέσεως τοὐλάχιστον, νὰ δίδωνται διὰ λογαριασμὸν τοῦ Κράτους πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους του ταξειδεύοντας, ὥστε νὰ μειῶται ἡ ἀποζημίωσις, διότι ἄλλως οὐδένα σκοπὸν ἔχουσι τὰ δωρεὰν εἰσιτήρια. Ἔρχομαι ἤδη εἰς ἄλλο ζήτημα. Γνωρίζω ἐξ ἰδίας πείρας, προκειμένου περὶ τῶν ἠλαττωμένων ναύλων, ὅτι ὅλα τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα δὲν λαμβάνουσι γνῶσιν, ὅτι διὰ τὰ εἴδη τοῦ δημοσίου δύνανται νὰ ἀξιώσωσιν ἠλαττωμένον ναῦλον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον σᾶς δίδω τὴν εὐκαιρίαν νὰ καταστήσητε γνωστὸν εἰς ὅλα τὰ Ὑπουργεῖα, ὅτι τὰ εἴδη τοῦ δημοσίου δὲν ὑπόκεινται εἰς ναῦλον συνήθη, ἀλλ’ ἠλαττωμένον. Ὁ ναῦλος ἐν τούτοις πληρώνεται εἰς ἀκέραιον, διότι προστίθεται ὑπὸ τοῦ καταστήματος κατὰ τὴν ἀποστολὴν τῶν εἰδῶν, καθόσον κατὰ τὴν διατύπωσιν τῆς παραγγελίας δὲν γνωστοποιεῖται ὅτι πρόκειται περὶ πραγμάτων τοῦ δημοσίου δικαιουμένων εἰς ἠλαττωμένον ναῦλον. Ὥστε οὔτε τοῦτο τὸ κέρδος ἔχει τὸ Δημόσιον.
§216Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ὀρθαί. Αἱ συμβάσεις αὗται περιλαμβάνουσιν ὑποχρεώσεις τῶν ἑταιριῶν ἀπέναντι τοῦ Κράτους, εἰς ἀντάλλαγμα τῶν ὁποίων δίδει τοῦτο, ἀπαλλαγὴν ἐκ τῶν τελῶν, φαρικῶν καὶ ἀγκυροβολίας. Νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτων συμβάσεων, πρέπει νὰ καταρτισθῇ ἴδιος τύπος, ὅστις νὰ κυρωθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἵνα δύναται ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὅρων τῶν καθοριζομένων διὰ τοῦ τύπου τούτου νὰ συνάπτῃ ἑκάστοτε συμβάσεις διὰ γραμμὰς ἀγόνους ἢ μή, χωρὶς νὰ παρίσταται ἡ ἀνάγκη μερικῶν συμβάσεων διὰ τὴν κύρωσιν τῶν ὁποίων ἀσχολεῖται ἑκάστοτε ἡ Βουλή. Τότε θὰ ἀναθεωρηθῶσιν ὅλοι οἱ ὅροι ὡς καὶ τὸ ζήτημα τῶν εἰσιτηρίων. Διότι παρετηρήσαμεν ὅτι ταῦτα διατίθενται πολλάκις ἀπὸ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους καὶ οὐχὶ πρεπόντως.
§217Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ προκαταβολικῶς.
§218Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀφῃρέθη ἤδη τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀπὸ τὰς κατὰ τόπους ὑπηρεσίας, καὶ ἐκράτησεν αὐτὸ ὁ Ὑπουργὸς ἀπ’ εὐθείας. Δὲν ἐχορηγήσαμεν ἡμεῖς εἰσιτήρια ἢ τρίτης θέσεως εἰς ἀπόρους, ἐλάχιστα δὲ τῶν λοιπῶν θέσεων κατὰ προσήκοντα τρόπον. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἀναθεωρήσωμεν τὸν τύπον τῶν συμβάσεων καὶ θὰ προσκομίσωμεν ἐν καιρῷ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, διότι παρατηροῦμεν καὶ ἡμεῖς ὅτι αἱ συναφθεῖσαι συμβάσεις παρουσιάζουσιν ἔν τισιν ἀνωμαλίας ἔστιν δ’ ὅτε καὶ ἀνακολουθίας.
§219Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὀρθότατα τὰ λεχθέντα παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι ἡ σύναψις μιᾶς ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως δὲν εἶναι ταχυδρομικὴ ἀλλὰ ναυτιλιακή, διότι τὰ εἰσιτήρια καὶ ὁ μικρὸς ναῦλος δὲν εἶναι τὸ ἐλατήριον τῆς συνάψεως τῶν συμβάσεων αὐτῶν. Αὗται ἔχουσι σκοπὸν τὰς ἠλαττωμένας πληρωμὰς εἰς τὰ τέλη, ὅπως καὶ τὰς εὐκολίας τὰς ὁποίας ἔχουσιν εἰς τοὺς διαφόρους λιμένας. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω ὅτι πρὸ τῆς συνάψεως συμβάσεως ταχυδρομικῆς τὸ τμῆμα τῆς ἐμπορικῆς πρέπει νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν, καὶ δὴ τὸ ἁρμόδιον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ κατὰ πόσον ἡ σύναψις ταχυδρομικῆς συμβάσεως δύναται νὰ ἀποβῇ πρὸς ζημίαν τῆς ἑλληνικῆς ναυτιλίας, διότι πρέπει νὰ γνωσθῇ ὅτι διὰ τῶν διαφόρων συμβάσεων φθίνει ἡ ναυτιλία ἡμῶν ἄνευ οὐδενὸς πραγματικοῦ ἀνταλλάγματος. Ἀντὶ μηδαμινῶν παροχῶν αἱ ξέναι ἑταιρίαι ἐπέτυχον εὐκολίας, ὥστε νὰ ἐκτοπίσωσι τὴν ἐμπορικὴν ἡμῶν ναυτιλίαν. Γνωρίζω ἐκ μακρᾶς πείρας, διότι ἐπὶ δεκάδας ἐτῶν εἶχον τὴν ἐξέλεγξιν τῶν τελῶν ἀγκυροβολίας καὶ τῶν φαρικῶν, ὅτι ἑταιρίαι κατώρθωσαν νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς συμβάσεις δι’ ὧν ἐζημίωσαν τὸ ταμεῖον τῶν φάρων κατὰ ἑκατοντάδας χιλιάδων δραχμῶν. Ἑπομένως, ἀφορμῆς διδομένης, σᾶς λέγω ὅτι τὸ ζήτημα τῆς συνάψεως συμβάσεων ἀτμοπλοϊκῶν ἀφορᾷ πρὸ παντὸς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, ἕως ὅτου δὲ αὕτη ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, χάριν τῶν συμφερόντων της, δὲν πρέπει οὐδεμία σύμβασις νὰ συνάπτηται χωρὶς νὰ λαμβάνωσι γνῶσιν οἱ διευθυνταὶ τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας καὶ νὰ ζητῆται ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.
§220Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὀρθοτάτη ἡ γνώμη σας, καὶ εἰς τὸν τελευταῖον νόμον ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια.
§221Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡτοιμαζόμην νὰ προτείνω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προέτεινεν ὁ συνάδελφος κ. Κουτούπης, διότι εἶναι τοῦτο τὸ μόνον μέσον, δι’ οὗ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ προκύψωσιν ὄχι μόνον πολλὰ ὠφελήματα εἰς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ κυρίως ἡ προστασία τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, διότι ἐκτὸς τῶν λεχθέντων ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα σπουδαιότατα ζητήματα ἐκκρεμῆ διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Ἐν σχέσει πρὸς τὰ φαρικὰ καὶ ἀγκυροβολικὰ τέλη τὸ ζήτημα τῆς ἐκπτώσεως εἶναι ἐλάχιστον, καὶ δι’ αὐτὸ ἐπιζητοῦνται αἱ συμβάσεις. Δὲν συμφέρει εἰς τὰς ἀτμοπλοΐας νὰ πληρώσωσι τὰ φαρικὰ καὶ ἀγκυροβολικά. Ἑπομένως τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ ὑπάρχῃ εἷς τύπος γενικῆς συμβάσεως, θὰ ἐξαρτᾶται ἀποκλειστικῶς ἐκ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὁ ὁποῖος λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ πραγματικὰ περιστατικὰ θὰ κανονίζῃ τὰ διάφορα προνόμια, τὰ ὁποῖα θὰ δίδῃ εἰς τὰ ἀτμόπλοια, ἵνα μὴ ἐμποδίζηται ἡ ἐξαγωγὴ τῶν ἐμπορευμάτων. Ἐπίσης σπουδαιότατον ζήτημα εἶναι τὸ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ ἐπὶ τῶν ναύλων. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν συνάπτεται σύμβασίς τις, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ δεσμεύσῃ αὐτοὺς ἐντὸς τῶν ὁρίων ἐκείνων πέρα τῶν ὁποίων δὲν θὰ εἶναι δυνατὸς ὁ ἀνταγωνισμός, ὅστις θὰ ἔχῃ καταστρεπτικὰ ἀποτελέσματα ἐπὶ τῆς ναυτιλίας. Ὥστε αὐτὰ τὰ ζητήματα ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ ἀνταλλάγματα, δέον ἵνα διὰ γενικοῦ νόμου κανονισθῶσι, διότι τότε ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας θὰ δύναται νὰ διαθέτῃ τὰ πράγματα κατὰ τὰς ἑκάστοτε παρουσιαζομένας περιστάσεις. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι εἶναι πολὺ δύσκολον δι’ ἕκαστον πραγματικὸν γεγονὸς νὰ παρουσιάζηται ἰδιαίτερος νόμος, ἐνῷ εἶναι δυνατὸν δι’ ἑνὸς τύπου νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ νὰ κανονίζωνται τὰ λοιπά.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσθέτου ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων καὶ τῆς Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας «Ι. Δ. Πορτόλου καὶ Π. Α. Μαρκέτου», (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως ἀτμοπλοϊκῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Γενικῆς Διευθύνσεως τῶν Ταχυδρομείων καὶ τῶν Τηλεγράφων, καὶ τῆς ἐν Πειραιεῖ ἑδρευούσης Ἑλληνικῆς Ἀτμοπλοΐας «Τζὼν Μὰκ–Δούαλλ». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου).
§223ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὰ ἑξῆς νομοσχέδια· 1) «περὶ στρατιωτικῆς προεκπαιδεύσεως καὶ τελειοποιήσεως», καὶ 2) «περὶ ὑποχρεωτικῆς πληρωμῆς τῶν ὀφειλομένων πρὸς τὴν Ἀνώνυμον Ἑταιρίαν ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Ἑλληνικὴ Στρατιωτικὴ Ἕνωσις», ὑπὸ τῶν μετόχων αὐτῆς διὰ κρατήσεων ἐκ τοῦ μισθοῦ ἢ μερισμάτων αὐτῶν». Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν οἰκείαν ἐπιτροπήν.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 20 καὶ 21 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἀναβάλλονται. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 22. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1914 καὶ περὶ περατώσεως τῶν προθεσμιῶν τῶν δηλώσεων καὶ πληρωμῆς διαφόρων φόρων». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 1ον καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2ον).
§225ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2ου εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον νὰ τεθῇ «παρατείνεται μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Νοεμβρίου»· ἐπίσης καὶ κατωτέρω, τὸ «τέλος Δεκεμβρίου» νὰ γίνῃ «τέλος Ἰανουαρίου».
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§227Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐμείναμεν σύμφωνοι προχθὲς νὰ προστεθῇ «τηρεῖται ἀκέραιον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου κλπ.», διότι πρέπει οἱ συμμορφωθέντες πρὸς τὸν νόμον νὰ μὴ ὑποστῶσι τὰς ζημίας τῶν μὴ συμμορφωθέντων.
§228ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐξήτασα νὰ ἴδω κατὰ πόσον ἡ παρατήρησις ἔχει πρακτικότητα. Ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι συνεμορφώθησαν πρὸς τὴν θεωρίαν τοῦ νόμου ἢ προέβησαν εἰς δηλώσεις τοῦ πραγματικοῦ καὶ οὐχὶ τοῦ κατὰ τεκμήριον, ὅτι ἐκεῖνοι δυνάμει τῆς διατάξεως αὐτῆς θὰ ἐπλεονέκτουν, διότι θὰ εἶχον πληρώσει πλείονα.
§229Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὄχι.
§230ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὅσοι ἔκαμαν δηλώσεις τὰς ἔκαμαν φοβούμενοι μὴ πέσωσι κάτω ἀπὸ τὸ τεκμήριον.
§231Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἐὰν ὑπελόγιζον τὸ τεκμήριον, ἔπρεπε νὰ λάβωσι καὶ ῥέστα. Οὐδεμία χωρεῖ ἀμφιβολία ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία.
§232ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πολὺ καλά· τὸ δέχομαι.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3ον ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5).
§234Α. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ. Ἔχω τροπολογίαν νὰ θέσω ὑπ’ ὄψει σας. Πρόκειται περὶ τῶν ἐνοικιαστῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκαλλιέργησαν οὔτε μίαν ἡμέραν, λόγῳ τῆς ἐπιτάξεως.
§235Θ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν τροπολογίαν αὐτήν. Πρέπει νὰ ληφθῇ τὸ μέτρον τοῦτο δι’ ὅλους τοὺς ἐνοικιαστάς, ἐφ’ ὅσον εἶναι βεβαιωμένη ἡ ζημία των.
§236ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡμεῖς λέγομεν ἀπαλλάσσονται, ἐφ’ ὅσον εἶχε γίνει ζημία.
§237Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας μίαν παρατήρησιν. Νὰ προστεθῇ «καὶ τοῦ καταστραφέντος τυχὸν οἴνου»· δηλαδὴ νὰ χωρισθῇ καὶ ὁ φόρος τοῦ καταστραφέντος οἴνου, δηλαδὴ ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων, ἐὰν κατεστράφησαν αἱ ἄμπελοι.
§238ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει φόρος ἐπὶ τῶν ἀμπέλων. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἐτροπολογήθη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6).
§239Δ. ΚΡΙΕΚΟΥΚΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§240ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὑπάρχει ἡ τροπολογία τοῦ κ. Σ. Κροκιδᾶ, καθ’ ἣν «τὸ ἄρθρον 5 τοῦ ἄρθρου 608 ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν ἐν αὐτῷ ἀναφερομένων δημοσίων προσόδων τοῦ ἔτους 1914 κλπ.» Ἡ τροπολογία αὕτη γίνεται δεκτή.
§241Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ προστεθῇ παρακαλῶ προσέτι, «ὅσον ἀφορᾷ τὰ καταβληθέντα ἢ ὀφειλόμενα», διότι ἡ διάταξις ἀφορᾷ μόνον τὰ ὀφειλόμενα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). (Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 7 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 8).
§242Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον 8 προνοεῖ διὰ τὰ ἀνατεθειμένα εἰς τοὺς τέως προέδρους τῶν δημοτικῶν συμβουλίων καθήκοντα ἐν τῇ βεβαιώσει τῶν φόρων, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου 4054 τοῦ 1912 «περὶ συστάσεως Δήμων καὶ Κοινοτήτων» εἰς οὐδένα περιῆλθον, καὶ ἅτινα, ἐφεξῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀνατίθενται εἰς τὸν πρόεδρον τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου ἢ τὸν πλειοψηφοῦντα κατὰ σειρὰν δημοτικὸν σύμβουλον τοῦ Δήμου τῆς ἕδρας τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου· ἐπίσης δὲ «ὅπου δὲν ὑπάρχει δῆμος ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου, εἰς τὸν λαβόντα τὰς πλείονας ψήφους, καὶ ἐν κωλύματι αὐτοῦ εἰς τὸν ἀμέσως ἑπόμενον σύμβουλον τῆς κοινότητος. Τὸ τοιοῦτον, κ. Πρόεδρε, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν, διότι ὁ Πρόεδρος τοῦ Δημοτικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζῃ τὰς φορολογικὰς σχέσεις τὰς ὑπαρχούσας εἰς τὰς λοιπὰς κοινότητας τοῦ τέως δήμου, οὐδ’ οἱ λαβόντες τὰς πλείονας ψήφους ἐν τῇ πρωτευούσῃ κοινότητι τοῦ τέως δήμου. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως δεχθῇ τὴν τροπολογίαν, ἵνα εἰς τὰς κοινότητας τὰ καθήκοντα αὐτὰ ἀνατεθῶσιν εἰς ἕνα κοινοτικὸν σύμβουλον, ἐκλεγόμενον κατ’ ἔτος ὑπὸ τοῦ συμβουλίου ἑκάστης κοινότητος. Τοῦτο δὲ διότι ἐνδέχεται οἱ λαβόντες τὰς πλείονας ψήφους νὰ εἶναι ἀγράμματοι, ἐνῷ ἐν τῷ κοινοτικῷ συμβουλίῳ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ εἷς ἄνθρωπος, ἂν μὴ καὶ πλείονες, δυνάμενοι νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα αὐτά, πρὸς ὄφελος τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας.
§243ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν ἀλλ’ ἐν μέρει τροπολογημένην, διότι εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ γίνεται ἐκλογὴ κοινοτικοῦ συμβούλου ὁ ὁποῖος νὰ ἀντικαθιστᾷ τὸ δήμαρχον τοῦ παλαιοῦ νόμου, νὰ μὴ γίνηται ποτὲ ἐκλογή, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφήνωμεν ἐπ’ ἄπειρον τὸ πρᾶγμα. Διὰ τοῦτο προσθέτω εἰς τὴν τροπολογίαν «ἐν ᾗ περιπτώσει ἐντὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς πρὸς τοῦτο προσκλήσεως τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου δὲν γίνῃ ἐκλογή, γίνεται ὁ οἰκονομικὸς ἔφορος». (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 8 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὸ ἄρθρον 9).
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀγορᾶς χωρίων ἢ τμημάτων αὐτῶν ὑπὸ ἐποίκων ὁμογενῶν πρὸς ἰδίαν γεωργικὴν ἀποκατάστασιν αὐτῶν». (Ψηφίζεται κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον).
§245ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει αἴτησις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ πλειόνων τῶν δέκα Βουλευτῶν, δι’ ἧς ζητεῖται νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις νόμου «περὶ διοικήσεως καὶ διαχειρίσεως τοῦ εἰς τὸν δῆμον Λευκαδίων ἀνατεθειμένου κληροδοτήματος Εὐσταθίου Ζάκα».
§246ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μάλιστα νὰ προταχθῇ. (Προτάσσεται καὶ ψηφίζεται εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν ἡ πρότασις αὕτη νόμου).
§247Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἐπειδὴ θὰ γεννηθῇ μεγάλη συζήτησις διὰ τὰ δάση, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ δεχθῇ νὰ προταχθῇ ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 50 πρότασις νόμου, διὰ τὴν περίθαλψιν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Σκλίβαινα καὶ Τσιβλό.
§248Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν διὰ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι εὐκαιρία νὰ γραφῇ πίστωσις καὶ διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς τῶν Θηβῶν.
§249Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κατεστράφησαν πρὸ δύο ἐτῶν.
§250ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τοὺς Θηβαίους νομίζω ὅτι ἔχουσι δεδομένον, ὅτι καὶ χθὲς ἐπεκυρώθη συνδρομὴ διὰ σεισμοπαθεῖς, καὶ σήμερον ἐπίσης, ὥστε νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι θὰ δοθῇ καὶ εἰς αὐτούς. Ἀλλὰ σήμερον, ἀφοῦ ἀκόμη δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τὴν ἔκτασιν τῶν ζημιῶν, πῶς θέλετε νὰ προβῶμεν εἰς ἀναγραφὴν πιστώσεως;
§251Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θὰ δοθῇ τόσον συντόμως ὅσον καὶ εἰς αὐτούς;
§252ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἂν ἐπέλθωσι περιστάσεις, ὁποῖαι ἐπῆλθον μετὰ τὸ δυστύχημα τοῦ χωρίου περὶ οὗ πρόκειται, βεβαίως θὰ ὑπάρξῃ βραδύτης, ἀλλ’ ἂν ὡς ἐλπίζω τοὐλάχιστον, δὲν θὰ ἐπέλθωσι τοιαῦται περιστάσεις καὶ εἶναι παροῦσα ἡ Βουλή, βεβαίως θὰ δοθῇ τάχιστα.
§253Ι. ΚΑΝΝΑΒΟΣ. Διατί νὰ μὴ ληφθῇ πρόνοια καὶ διὰ τοὺς σεισμοπαθεῖς τῆς Ναυπάκτου, δι’ οὓς συνέστη ἐπιτροπὴ καὶ ἐβεβαιώθη ἡ καταστροφή;
§254ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει νομοσχέδιον· κάμετε μίαν πρότασιν νόμου.
§255Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἄλλως τε διὰ τοὺς κατοίκους Σκλιβαίνης καὶ Τσιβλό, δὲν πρόκειται περὶ σεισμοπαθῶν· πρόκειται περὶ ὄγκου καταπεσόντος καὶ καλύψαντος τὰ δύο χωρία αὐτῶν.
§256ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀποδέχομαι τὴν τροπολογίαν περὶ προσθήκης ἔτι 5000 δραχμῶν.
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν· οἱ παραδεχόμενοι ὅπως ψηφισθῇ εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ ἀναγραφῆς ἐκτάκτου πιστώσεως ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν τοῦ ἔτους 1913 ἐκ δραχμῶν 20 χιλιάδων πρὸς περίθαλψιν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Σκλίβαινα καὶ Τσιβλό», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§258ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1ου τοῦ νόμου ᾼΦΜΓʹ τῆς 28 Μαΐου τοῦ 1887». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον κηρύσεται συναινέσει τῆς Βουλῆς κατεπεῖγον.
§260Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ νομοσχέδιον «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΑʹ περὶ τοῦ Λιμενικοῦ Ταμείου Πειραιῶς καὶ τῆς τῆς διοικήσεως αὐτοῦ».
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, συναινέσει τῆς Βουλῆς κηρύσσεται κατεπεῖγον. Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου «περὶ καθορισμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἰδιωτικῶν δασῶν». Εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 7ον. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει τὸν λόγον.
§262Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶπον προηγουμένως, κύριοι Βουλευταί, σκοπὸν ἔχει νὰ καθιδρύσῃ μίαν εἰδικὴν διαδικασίαν, εὔκολον, ἀποβλέπουσαν εἰς τὴν οὐσίαν καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς τύπους, ὀλιγοδάπανον, ταχεῖαν, πολὺ ταχυτέραν τῆς διαδικασίας τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ἵνα διὰ τῆς διαδικασίας ταύτης ἐξακριβώσωμεν τίνα τὰ δικαιώματα ἰδιοκτησίας, τὰ ὁποῖα ἀντιποιοῦνται ἄτομα ἢ κοινότητες ἐπὶ δασῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Τρικάλων, ὅτι τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίσῃ ἀμέσως ἄνευ ἐρεύνης τινὸς δικαιώματα ἰδιοκτησίας, τὰ ὁποῖα ἀντιποιοῦνται αἱ Θεσσαλικαὶ κοινότητες, εἶναι παρατήρησις, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς ἐπίρρωσιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ οὐχὶ πρὸς ἐξασθένησιν αὐτοῦ. Βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαντάσθη ποτὲ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής, ὅτι οἱοσδήποτε Ὑπουργὸς θὰ ἦτο δυνατόν, ἄνευ ἐρεύνης τῶν πραγματικῶν περιστατικῶν, νὰ ἀνοίξῃ ἕνα κατάλογον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δεχθῇ πάσας τὰς ἀξιώσεις καὶ νὰ τὰς ἀναγνωρίσῃ. Βεβαίως ὑποθέτει ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι θὰ ἐγίνετο μία τις ἔρευνα τῶν πραγμάτων ἐκ τῆς ὁποίας θὰ προέκυπτεν ἂν ὡρισμένα δάση ὑπάγονται εἰς ὡρισμένην διάταξιν νόμου, εἴτε τοῦ νῦν ἰσχύοντος εἴτε τοῦ ἄλλοτε ἰσχύσαντος, καὶ ἂν τὰ δάση ταῦτα πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ἀνήκουσιν εἰς κοινότητας ἢ δήμους. Ἂν ὅμως ἡ ἔρευνα ἐγίνετο διὰ τῆς συνήθους διοικητικῆς διαδικασίας, ἦτο πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἀποβῇ εἰς βλάβην τῶν ἀντιποιουμένων τὰ δικαιώματα ταῦτα, διότι θὰ ἐγίνετο, ὅπως γίνεται πᾶσα διοικητικὴ ἐξέτασις, μονομερῶς, ἄνευ ἀκροάσεως τῶν ἀξιώσεων τῶν ἐνδιαφερομένων, ἄνευ ἐξετάσεως τῶν τίτλων αὐτῶν, διότι σπανίως προσάγουσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι εἰς τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους, μεμονομένως ἐνεργοῦντας, τοὺς τίτλους ἢ καὶ μερικοὶ δὲν ἔχουσι τίτλους ἵνα τοὺς προσαγάγωσι καὶ ἐξετασθῶσι. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν εἰς τοῦτο ἀκριβῶς ἀποβλέπει· καθιεροῖ μίαν διοικητικὴν ἐξέτασιν, ἡ ὁποία παρέχει πλήρη ἐγγύησιν εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ διαδίκου. Καὶ δὲν εἶναι μόνον ἡ ἐγγύησις, ὅτι θὰ παρασταθῇ διὰ πληρεξουσίου, ὅτι θὰ παρουσιάσῃ τοὺς τίτλους, ὅτι θὰ ἀκουσθῇ, ὅτι καὶ ἐν τούτῳ καινοτομοῖ ἀληθῶς τὸ νομοσχέδιον, ὅτι θὰ ἔχῃ καὶ ἕνα δικάζοντα, ὁ ὁποῖος θὰ πηγάζῃ ἐκ τῆς τάξεως τοῦ λαοῦ καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκλεκτὸς τῶν ἐνδιαφερομένων, ἀλλ’ ἔχει καὶ μίαν ἄλλην καινοτομίαν ἡ ὁποία ὄχι ἐκ τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἐκ τῶν πραγμάτων ἀναμφισβητήτως θέτει τὸν ἰδιώτην εἰς μίαν θέσιν πλεονεκτικὴν ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Τὸ νομοσχέδιον διὰ τὸν ἡττηθέντα ἐν τῇ διοικητικῇ διαδικασίᾳ ἰδιώτην μετ’ ἐξέτασιν ἐν διπλοῖς βαθμοῖς, ἀνοίγει εὐρεῖαν τὴν θύραν τοῦ δικαστηρίου καὶ ἐπιτρέπει νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ νὰ καταδιώξῃ τὸ Δημόσιον νὰ ἀναγνωρίσῃ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα, εἴτε δι’ ἀτελῆ ὑπεράσπισιν εἴτε δι’ ἀτέλειαν περὶ τὴν κρίσιν, δὲν ἠδυνήθη νὰ διεκδικήσῃ νικηφόρως ἐνώπιον τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι ἐν τῷ νόμῳ ἀνεγράφη ὅτι τὸ δημόσιον δύναται ἐπίσης κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματά του, ἀλλὰ μὴ λησμονεῖτε ὅτι θὰ εἶναι πολὺ δυσχερὲς διὰ τὸ Δημόσιον νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματά του, ὅταν τὰ διοικητικὰ δικαστήρια τὰ ὁποῖα θὰ ἱδρυθῶσιν ἤθελον ἀποφανθῆ ὑπὲρ τοῦ ἰδιώτου καὶ κατὰ τοῦ Δημοσίου· ἡ θέσις τοῦ Δημοσίου τότε δὲν θὰ εἶναι πολὺ εὐχάριστος. Διὰ τοῦτον τὸν λόγον εἶπον ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐξασφαλίζει πολὺ πληρέστερον παρ’ ὅσον μία συνήθης διοικητικὴ βεβαίωσις τὸν ἰδιοκτήτην. Καὶ ἀληθῶς θὰ ἦτο μία παραγνώρισις, ἡ ὁποία θὰ ἠδίκει τὸν εἰσηγητὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἐὰν δὲν ἤθελεν ἀναγνωρισθῆ ὅτι προσεπάθησε παντὶ σθένει νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν μέχρι τῶν ἐσχάτων ὑποθέσεων, μέχρι τῆς ὑποθέσεως ἀκόμη κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀδικηθῇ ὑπὸ τῶν διοικητικῶν δικαστηρίων τὸ Δημόσιον μᾶλλον ἢ ὁ ἰδιώτης. Εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς ἐκ Θεσσαλίας παρατηρῶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον προορίζεται δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Ἐπαναλαμβάνω τοῦτο· εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν ζωηρότερον θὰ ἐπαρουσιάζοντο τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀξιοῦσιν αἱ κοινότητες ἐκ Θεσσαλία. Ἦτο τεθειμένη ἡ βάσις, ἵνα τὸ πρόσωπον τὸ τρίτον, ὁ πάρεδρος, ὁ ὁποῖος θὰ δικάσῃ, εἶναι πρόσωπον τῆς ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ θέσωμεν τὸ πρᾶγμα εἰς ἐκλογὴν διὰ καθολικῆς ψηφοφορίας, ἐθεωρήσαμεν, ὅτι οἱ Πρόεδροι τῶν κοινοτήτων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκλέγωσι τὸ καλλίτερον τῶν προσώπων ἵνα δικάσῃ. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς κ. Σ. Κροκιδᾶς ἔκαμεν ὅτι ὑπάρχουσιν εἰς ὡρισμένους νομοὺς κοινότητες, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι δασικὰς ἐκτάσεις, καὶ ὅτι αὐταὶ θὰ προσκληθῶσι καὶ θὰ ἐκλέξωσι τοὺς δικάσοντας τὰ συμφέροντα τῶν εἰς τὰς ἄλλας κοινότητας ὑπαρχόντων ἰδιοκτητῶν ἢ τῶν ἄλλων κοινοτήτων, ἐὰν αὗται ἀντιποιοῦνται τὰ δικαιώματα ἰδιοκτήτου, εἶναι ἀληθές, λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ παρατήρησις αὕτη ἔκαμεν εἰς ἐμὲ ἐντύπωσιν, εἶχε δὲ διέλθει καὶ διὰ τοῦ νοῦ μου, ὅτε ἐπεξειργαζόμην τὰ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀλλὰ προσέκρουσεν ἀμέσως — τότε τοὐλάχιστον — πρὸ τοῦ ἀδυνάτου τοῦ νὰ καθορίσωμεν τίνες εἶναι αἱ κοινότητες εἰς τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν αἱ δασικαὶ ἐκτάσεις, καὶ τίνες εἶναι αἱ κοινότητες, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ὑπάρχουσιν τοιαῦται, ὥστε νὰ ἀποκλείσωμεν τὰς τελευταίας τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκλογῆς. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κορινθίας, ὡσανεὶ μὴ τὸν διέκρινε ἡ βαθυτάτη γνῶσις τῶν καθ’ ἡμᾶς πραγμάτων, τὴν ὁποίαν καθημερινῶς συνεισφέρει εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων, καὶ ὡσανεὶ χθὲς εἶχεν ἀφιχθῆ ἐνταῦθα ἀπὸ Κράτος τακτικῆς διοικήσεως μακρῶν ἐτῶν, ἀπὸ Κράτος ἔχον δασικὴν ὑπηρεσίαν ἀνεπτυγμένην εἰς τὸν ὑπέρτατον βαθμόν, ὡσανεὶ λέγω, τοιοῦτος νὰ εἰσήρχετο ἐνταῦθα, ἐκστατικὸς καὶ διαπορῶν καὶ ἐκπληττόμενος, μὲ ἠρώτησε πῶς ἡ δασικὴ ὑπηρεσία δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ γνωρίζῃ τίνες κοινότητες ἔχουσι δάση καὶ τίνες δὲν ἔχουσι; Καὶ ἀπήντησα ὄχι, καὶ ὡμολόγησα, ὅπως καὶ ἐν ἀρχῇ εἶπον, ὅτι δασικὴ ὑπηρεσία δὲν ὑπῆρχε, καὶ ὅτι ἓν τῶν μεγαλειτέρων μελημάτων μου ἦτο ἡ ὀργάνωσις τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία θὰ ἔφθανε καὶ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, νὰ ἔχωμεν καθωρισμένα τὰ ἰδιωτικὰ ἀπὸ τὰ δημόσια δάση, καὶ νὰ λείψῃ ἓν πρόβλημα, τὸ ὁποῖον δὲν ταλαιπωρεῖ μόνον τοὺς ἰδιοκτήτας, δὲν ἐμποδίζει μόνον τὸ Δημόσιον ἀπὸ τοῦ νὰ κάμῃ τὴν προσήκουσαν καλλιέργειαν εἰς τὰ δάση, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον καὶ δαπάνας μεγάλας ἐπάγεται διὰ τὸ Δημόσιον, Κύριοι, διότι εἰς ἐπανειλημμένας περιπτώσεις ἀποστέλλονται οἱ ἐπιθεωρηταὶ τῶν δασῶν καὶ διηνεκῶς γίνονται διοικητικαὶ ἀνακρίσεις καὶ δαπανῶνται δι’ ὁδοιπορικὰ καὶ ἄλλα ἔξοδα, ἵνα βεβαιωθῇ ἐὰν ἓν κτῆμα δασικὸν εἶναι ἰδιόκτητον ἢ δημόσιον. Εἶπον ὅμως ὅτι ἡ ἰδέα, ἡ ἐν τῇ παρατηρήσει τοῦ κ. Βουλευτοῦ περιεχομένη, μοὶ ἔκαμεν καὶ σήμερον ἐντύπωσιν καὶ μοὶ ἐνέτεινε τὴν προσοχήν, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθεώρουν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ὅτι ἴσως ἦτο ἀκατόρθωτον, νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ κατορθωτόν, καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον νὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς σχετικὴν τροπολογίαν, ἣν ἔχω ἤδη διατυπώσει καὶ ἣν μετ’ ὀλίγον θέλω ἀναγνώσει εἰς ὑμᾶς, καὶ ἀφήνω δὲ ταύτην τελείως ὑπὸ τὴν ἐκτίμησιν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ἐννοῶν διὰ τούτου ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἐπηρεασθῇ ἡ Βουλή, ἐκ τοῦ ὅτι μετὰ σκέψιν ἐπῆλθεν εἰς ἐμὲ ἡ ἰδέα νὰ διορθωθῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐθεωρήθη ἐν ἀρχῇ ὅτι ἦτο ἀδιόρθωτον. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, ἐὰν ἀπεκλείομεν ἐκείνας τὰς κοινότητας καὶ τοὺς δήμους, ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχουσιν «ἄξια λόγου δασικαὶ ἐκτάσεις», διότι ἴσως δὲν θὰ ὑπάρχῃ κοινότης ἢ χωρίον, ἡ ὁποία νὰ μὴ ἔχῃ ἓν μικρὸν μέρος δασικόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἀξίζῃ κἄτι τι. Ἀλλὰ γεννᾶται πάλιν τὸ ἐρώτημα· κατὰ τίνα τρόπον θὰ προσδιορισθῇ τοῦτο; Ὁ μόνος τρόπος θὰ ἠδύνατο, νομίζω, σήμερον νὰ εἶναι ὁ ἑξῆς· Ὁ Ὑπουργὸς θὰ ἀπευθύνῃ εἰς τοὺς ἐπιθεωρητὰς τῶν δασῶν ἢ τοὺς δασάρχας ἢ εἰς οἱονδήποτε ἄλλο διοικητικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον ἤθελε νομίσει ὅτι εἶναι χρήσιμον, ἐγκύκλιον, διὰ τῆς ὁποίας θὰ ζητήσῃ νὰ βεβαιώσωσιν αἱ Ἀρχαὶ αὗται, ἐὰν ὑπάρχωσι δασικαὶ ἐκτάσεις ἄξιαι λόγου ἐν ταῖς περιφερείαις τῆς δικαιοδοσίας των. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν πληροφοριῶν τὰς ὁποίας θὰ συλλέξῃ, διότι τονίζω καὶ πάλιν ὅτι δὲν ἔχομεν γενικὸν ἢ δασικὸν κτηματολόγιον, ὁπότε ὅλον τὸ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχέδιον θὰ ἐπερίττευεν — θὰ δύναται διὰ Β. Διατάγματος νὰ ἀποκλείσῃ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκλογῆς τοὺς προϊσταμένους ἐκείνων τῶν δήμων ἢ κοινοτήτων, ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ὁποίων δὲν ἤθελον ὑπάρξει ἄξιαι λόγου δασικαὶ ἐκτάσεις. Ἀλλ’ ἐὰν θέλωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα καὶ νὰ μὴ ἀρχίσωμεν τὰς ἐνστασιολογίας κατόπιν διατί ἀπεκλείσθη ἐκεῖνος ὁ προϊστάμενος τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος, ἐνῷ αὐτὴ εἶχε ἀξίας λόγου δασικὰς ἐκτάσεις, ἢ διατί ἐνεγράφη ὡς ἔχων δικαίωμα ἐκλογῆς ὁ προϊστάμενος ἐκείνου τοῦ δήμου ἢ τῆς κοινότητος, ὅστις δὲν εἶχεν ἀξίας λόγου δασικὰς ἐκτάσεις, πρέπει νὰ ἔχωμεν πρὸς ἐπίρρωσιν τῆς διατάξεως ταύτης καὶ ἑτέραν, ὅτι ἡ κατὰ λάθος παράλειψις ἢ ἀναγραφὴ δὲν ἐπιφέρει ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς τοῦ τρίτου ἐκείνου προσώπου, τὸ ὁποῖον, τέλος πάντων, θὰ ὑπάρχωσιν ἀρκετοὶ ἄλλοι δυνάμενοι ἐπαρκῶς νὰ τὸ ἐκλέξωσιν. Ἐὰν τοῦτο γίνῃ ἀποδεκτόν, Κύριοι, κατ’ ἀνάγκην θὰ ἐπέλθῃ καὶ μία βραδύτης ὡς πρὸς τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ θὰ δεχθῶμεν ἄλλην τροπολογίαν, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου θὰ ἀρχίσῃ μετὰ μίαν ὡρισμένην προθεσμίαν, ἀφ’ ἧς κυρωθῇ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίζῃ τίνες προϊστάμενοι δήμων ἢ κοινοτήτων, ἀποκλείονται, ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τοῦ τρίτου προσώπου, ὡς μὴ εὑρισκομένων ἀξίων λόγου δασικῶν ἐκτάσεων ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν δήμων ἢ κοινοτήτων ἐκείνων, θὰ ἐπέλθῃ δηλαδὴ βραδύτης τις κατ’ ἀνάγκην περὶ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Κατὰ τοιοῦτον τρόπον, Κύριοι, νομίζω ὅτι αἴρονται ἀντιρρήσεις ἀρκεταί, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων ἀντίρρησίς τις, ἡ ὁποία ἤχθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς ὡρισμένας νομαρχιακὰς περιφερείας νὰ ὑπάρχωσι προϊστάμενοι δήμων ἢ κοινοτήτων, οἱ ὁποῖοι, μὴ ἔχοντες κανὲν συμφέρον ἀπολύτως διὰ τὴν ἐκλογὴν προσώπου, προκειμένου νὰ ἐξασκήσωσι τὸ δικαίωμά των τῆς ἐκλογῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ δώσωσι τὴν ψῆφον αὑτῶν χαριστικῶς εἰς πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἥκιστα κατάλληλον διὰ τὴν ἐκδίκασιν τοιούτων ὑποθέσεων, πρόσωπον, τὸ ὁποῖον δὲν ἤθελεν ἐμπνέει τὴν ἐμπιστοσύνην, καὶ τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἦτο ἐπιτήδειον, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρασύρῃ καὶ τὰ δύο ἄλλα πρόσωπα τοῦ δικαστηρίου, καὶ οὕτω νὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἄλλων δήμων καὶ κοινοτήτων, ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ὁποίων ὑπάρχουσιν ἄξιαι λόγου δασικαὶ ἐκτάσεις, καὶ ἡ ἀντίρρησις αὕτη, λέγω, αἴρεται, νομίζω, διότι, ἅμα ψηφίζωσιν μόνον οἱ προϊστάμενοι τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων, ὅσοι ἔχουσιν ἀξίας λόγου δασικὰς ἐκτάσεις, αὐτοὶ εἶναι βέβαιον ὅτι θὰ ἔχωσι τὸ συμφέρον νὰ ἐκλεγῇ πρόσωπον κεκτημένον ἱκανότητα καὶ ἀμεροληψίαν, ἵνα κρίνῃ τὰς ἰδίας ἑαυτῶν ὑποθέσεις. Εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λαρίσης ὅτι εἶναι δυνατὸν οἱ ἐκλογεῖς νὰ ἐκλέξωσι πρόσωπον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀγράμματον, ἕνα ἀγροφύλακα. Θὰ ἐδεχόμην νὰ προστεθῇ, διὰ νὰ καθησυχάσῃ μᾶλλον παρὰ νὰ ἀποσοβηθῇ πιθανὸς φόβος, ὅτι πρέπει ὁ ἐκλογεὺς νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Ἀπηύθυνα, Κύριοι, μίαν ἐρώτησιν, διακόψας τινὰ τῶν ἀξιοτίμων ἀγορευόντων καὶ τῷ εἶπον· τέλος πάντων, θὰ συζητήσωμεν ἐὰν πρόκειται νὰ εὐρύνωμεν ἢ σμικρύνωμεν τὸν κύκλον τῶν ἐκλεξίμων ἢ ἀποκλειστικῶς θὰ συζητήσωμεν ἂν ἐκ τῶν δικηγόρων πρέπει νὰ ἐκλέγωνται οἱ πάρεδροι; Κύριοι, μόλον ὅτι ἐβίωσα ἐν τῇ τάξει τῶν δικηγόρων καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἔχω αἰσθήματα συμπαθείας καὶ ἀπείρου ἐκτιμήσεως πρὸς τὴν τάξιν ἐξ ἧς ὁρμῶμαι, νομίζω ὅτι ἀκριβῶς διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶσιν αἱ ἀποφάσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ λάβωσι μέρος καὶ οἱ δικηγόροι, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ τρίτον μέλος τοῦ διοικητικοῦ δικαστηρίου θὰ ἐκλέγηται μόνον ἐκ τῶν δικηγόρων. Δὲν λέγω ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλείωνται· ἐὰν ἐφηρμόζοντο αὐστηρῶς αἱ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι κρατοῦσι καὶ ἐπὶ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, καθ’ ἃς πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ὑπόθεσιν λάβει μέρος ἐνεργὸν ἀποκλείονται, ἴσως τὸ αὐστηρότερον θὰ ἦτο νὰ μὴ ἠδύναντο νὰ λάβωσι μέρος. Ἀλλὰ δὲν λέγει τοῦτο τὸ νομοσχέδιον· τοὐναντίον, ἀφήνεται ἐλευθέρα ἡ ἐκλογὴ καὶ διὰ τοὺς δικηγόρους. Ἀλλ’ ἐὰν περιωριζόμεθα μόνον εἰς τοὺς δικηγόρους, τί θὰ συνέβαινεν; Ἀκριβῶς ἐν τῇ περιφερείᾳ, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύουσιν οἱ ζωηρότερον ὁμιλήσαντες ἀξιότιμοι Συνάδελφοι, δὲν ὑπάρχει, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, οὐδεὶς νομικός, ὁ ὁποῖος νὰ μὴ ἔχῃ καταγίνει ἰδιαιτέρως ἐπὶ τοῦ γνωστοῦ Θεσσαλικοῦ δασικοῦ ζητήματος, νὰ μὴ ἔχῃ ὑπερασπίσει συμφέροντα δήμου ἢ κοινότητος ἐπὶ δασικῆς ἐκτάσεως, νὰ μὴ ἔχῃ ὡρισμένην γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Θέλετε λοιπὸν νὰ θέσωμεν ὡς δικαστὴν μόνον τὸν ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη ἐκπεφρασμένην γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος; Νομίζω λοιπὸν ὅτι μετὰ τὸν περιορισμὸν ὁ ὁποῖος ἐτέθη, μετὰ τὴν ἀπομάκρυνσιν τῶν δήμων καὶ κοινοτήτων αἱ ὁποῖαι οὐδὲν συμφέρον ἔχουσι, δὲν πρέπει νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸν περιορισμὸν τῆς ἐκλογῆς μόνον ἀνὰ μέσον τῶν νομικῶν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὁρίσωμεν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ ἐνδιαφέρον καὶ συμφέρον νὰ ἐκλέξωσιν ἐν τῷ εὐρυτέρῳ κύκλῳ τῶν προσώπων.
§263Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Οὐδείς, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν ἑσπέραν ταύτην ἰσχυρίσθη ὅτι τὸ Κράτος δὲν ὤφειλε νὰ λάβῃ μέριμναν περὶ ἐξασφαλίσεώς του, προκειμένου νὰ ἀναγνωρίσῃ δικαιώματα ἰδιωτῶν ἢ κοινοτήτων ἐπὶ τῶν δασῶν. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς παρέλιπε νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἔρευνα αὕτη ἐγένετο.
§264Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω.
§265Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ γνωρίζητε, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ δάση ἐν Θεσσαλίᾳ καθωρίσθησαν ὡς δάση κοινοτικά...
§266Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τοὐναντίον· γνωρίζω ὅτι ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἔλυσαν τὰ δασικὰ ζητήματα τὰ Θεσαλικά, καὶ κατὰ τὸν ἕνα τρόπον καὶ κατὰ τὸν ἄλλον.
§267Α. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Θεσσαλίαν ὑπάρχουσι δάση ἀνήκοντα εἰς διαφόρους κατηγορίας, δημόσια, ἰδιωτικά, κοινοτικά. Τὰ δάση ταῦτα καθωρίσθησαν διὰ νόμων, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι πρὸς συγκρότησιν τῶν νόμων τούτων ἡ ἔκτασις τῆς ἐνεργείας τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον κατεσκεύασε τοὺς νόμους, ἦτο περιωρισμένη, δεσμευμένη ἐκ συνθηκῶν, διότι ὤφειλεν ὅπως τὴν περιουσίαν αὐτοῦ τῶν δασῶν καθορίσῃ οὐχὶ μεγαλειτέραν οἰκείᾳ βουλήσει, ἀλλ’ ὅση ἦτο κατ’ ἔκτασιν ἐπὶ τοῦ προκατόχου αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ἡ Ὀθωμανικὴ Αὐτοκρατορία. Δὲν ἠδύνατο νὰ ἐξέλθῃ τῆς συνθήκης, διότι ἡ συνθήκη ἔλεγεν εἰς τὸ Κράτος ὅτι θὰ ἔχῃ ὡς δημόσια τὰ δάση ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος εἶχεν ὡς τοιαῦτα. Αἱ δὲ ἐπικράτειαι, ὅταν παρουσιάζονται ὡς διεθνῆ πρόσωπα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξέλθωσι τῶν ὑποχρεώσεων τῶν συνθηκῶν, καὶ πᾶσαν περιουσίαν τὴν ὁποίαν ἔχουσι, ἔχουσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνθηκῶν τούτων. Ὅτι δὲ ἐθεωρήθησαν οὕτω τὰ δάση, ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἐψηφίσθη καὶ νόμος τῷ 1889, ὁ ὁποῖος ἐπέβαλε φορολογίαν ἐπὶ κοινοτικῶν δασῶν ἐν Θεσσαλίᾳ. Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη, ἡ καθορισθεῖσα τελείως, διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1882, ἐξηκολούθησε νὰ ἰσχύῃ διὰ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μέχρι τοῦ 1904, ὅτε ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τῶν διοικούντων τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους τούτου, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπήγετο τότε τὸ τμῆμα τῶν δασῶν, νὰ ἀρνηθῶσι δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ μίαν εἰκοσιτετραετίαν τὸ Κράτος εἶχεν ἀναγνωρίσει εἰς τὰς κοινότητας αἵτινες καὶ ἐνέμοντο αὐτὰ δυνάμει τῶν Ἑλληνικῶν νόμων. Ἐὰν ἡ ἀθέτησις αὕτη ἐγίνετο διὰ νόμου, οὐδεὶς θὰ εἶχε νὰ ἀντείπῃ τι. Θὰ ἐλέγετο ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἀντιπροσωπία ἐσκέφθη κακὰ μὲν ἀλλὰ κυριαρχικῷ δικαίῳ καὶ ἠθέλησε νὰ παρίδῃ τὰς συνθήκας. Ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ πρᾶγμα ἐγένετο δι’ ἐγκυκλίων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλεγον· «τὸ τάδε δάσος θὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν φορολογίαν τῶν ἐθνικῶν γαιῶν», καὶ ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης κατεδικάζετο τὸ δάσος νὰ εἶναι ἐθνικόν, ἢ τὸ τάδε δάσος θὰ πληρώνῃ 30% καὶ οὐχὶ 18% ὡς τὰ κοινοτικά. Διατί; Διότι εἶχε τὸ Κράτος τὴν ἰσχὺν ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ καὶ ἐπέβαλεν αὐθαιρέτως τὴν δύναμίν του. Εἴδετε λοιπὸν ὅτι μέχρι τοῦδε ἡ ἔρευνα πρὸς καθορισμὸν τῶν δασῶν κατὰ κατηγορίας, ἰδιωτικῶν, κοινοτικῶν ἢ ἐθνικῶν, ἐγένετο. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε τότε, τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, οὐδεμίαν ὠφέλειαν; Ὄχι, Κύριοι· τὸ νομοσχέδιον ἔχει μεγάλην ὠφέλειαν καὶ ὀφείλει τις νὰ εὐχαριστήσῃ τὸν κ. Ὑπουργόν, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν φαίνεται ἐπιβάλλων καὶ ἐξακολουθῶν τὴν βίαν τοῦ παρελθόντος καὶ τὴν ἁρπαγήν, ἀλλ’ ἔρχεται καὶ λέγει· καίτοι οὕτω καθιερώθη ἓν καθεστὼς πραγματικόν, ἐπὶ αὐθαιρεσίας βασιζόμενον, ἀλλὰ καθεστὼς δυστυχῶς ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν δασῶν, ἀφοῦ οὕτω ἐθεσπίσθη ἡ βία καὶ ἡ ἁρπαγὴ βραχείᾳ χειρί, ἐγὼ ἔρχομαι ἐν τοσούτῳ νὰ ἐξετάσω ἐκ νέου τὸ πρᾶγμα διὰ νὰ ἴδωμεν μήπως ἔχητε καὶ σεῖς δίκαιον οἱ κραυγάζοντες ὅτι ἀδικεῖσθε. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν, ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς ἦτο θαρραλεώτερος· νὰ ἐφαρμόσῃ ὅ τι λέγουσιν οἱ νόμοι καὶ αἱ συνθῆκαι, ὁπότε δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ συστήσῃ δικαστήριον, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Τουρκίας νὰ δηλώσῃ ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα καὶ ἐκεῖνα εἶναι δημόσια ἢ κοινοτικά, ὡς ταῦτα καθορίζονται ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ. Τοῦτο ἤλπιζον ὅτι θὰ ἐγίνετο, ἀλλ’ ἀφοῦ τοῦτο δὲν γίνεται, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς. Ἀλλ’ ἐρωτᾶται· νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ ζημιώσῃ κατά τι τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος, ἐὰν τὸ δικαστήριον τοῦτο καταρτισθῇ κατὰ τρόπον περιφρουροῦντα πολὺ περισσότερον τὰ συμφέροντα τοῦ τε δημοσίου καὶ τῶν ἰδιωτῶν; Καὶ ἐρωτῶ· κατὰ τίνα τρόπον ζημιοῦνται τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου ἢ τῶν ἰδιωτῶν διὰ τῆς παρουσίας ἑνὸς δικηγόρου εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο; Ὁ κ. Ὑπουργὸς μέχρι πρὸ τῆς διακοπῆς, δὲν ἐξήγησε διατί ἀποκλείει τὸν δικηγόρον ἐκ τοῦ δικαστηρίου αὐτοῦ. Καὶ θὰ ἔλεγέ τις, ἀληθῶς, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ δικηγόρου εἰσηγητοῦ, ὅτι χαιρεκακία τις πρὸς τὸ ἐπάγγελμα ὑπάρχει, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκε καὶ ἡ ὁποία ἦτο περιττή, προκειμένου περὶ δικηγόρου εἰσηγητοῦ, ἀληθῶς δὲν δύναται ποτὲ νὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη ὑπόνοια. Ἀλλὰ τί εἶπεν ὅτι εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κωλύει αὐτὸν ὅπως δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῶν κυρίων Βουλευτῶν; Εἶναι ὅτι οἱ δικηγόροι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἔχωσιν ἀναμιχθῆ εἰς δίκας δασικὰς καὶ ὁ δικαστὴς πρέπει νὰ μὴ ἔχῃ προκατάληψιν, ὅτε πρόκειται νὰ δικάσῃ. Κύριοι Βουλευταί, τὴν γνώμην ταύτην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ θὰ ἐθεώρουν ὡς ἔχουσαν ἀξίαν, δυναμένην νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἐν τῇ ἀποφάσει τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἐπρόκειτο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνώμης ταύτης νὰ ἀποκλείσωμεν τοὺς δικηγόρους. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἀποκλείει τὸν δικηγόρον. Ἀφήνει νὰ ἐκλέξωσιν αὐτὸν αἱ κοινότητες, ἂν θελήσωσι. Ὥστε ὁ δικηγόρος μεταβάλλει τὰς πεποιθήσεις αὐτοῦ ἐν ταῖς τοιαύταις δίκαις, διότι ἐκλέγεται ὑπὸ τῶν κοινοτήτων. Ἂν ὅμως δὲν ἐξελέγετο ὑπὸ τῶν κοινοτήτων ἀλλ’ ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ἀπὸ τῆς ὥρας ἐκείνης ὁ δικηγόρος γίνεται ὕποπτος καὶ ἡ γνώμη αὐτοῦ εἶναι ἤδη ἐπηρεασμένη. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· μὴ τάχα ὁ δικηγόρος μόνον εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐκδώσει ἀπόφασιν ἢ ἀποφανθῇ γνώμην ἐκ τῶν ἐν τῷ διοικητικῷ δικαστηρίῳ δικαστῶν, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ Πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου νὰ ἔχῃ ἐκδώσει ἀπόφασιν καὶ ἑπομένως καὶ ἡ γνώμη αὐτοῦ νὰ εἶναι ἐπηρεασμένη; Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι ὅλοι οἱ δικηγόροι τῶν ἐπαρχιῶν ἔχουσιν ἤδη ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων γνώμην προκατειλημμένην καὶ δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσιν συνείδησιν ὑπερτέραν, ὅπως ἔχουσιν ὅλοι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Κράτους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ἐδῶ, καὶ ἀνεξαρτήτως τῶν συμφερόντων των ἐν τοῖς ἰδιαιτέροις διαμερίσμασί των, κρίνουσιν ὁποῖον εἶναι τὸ δέον γενέσθαι διὰ τὰς ἐπαρχίας, ἐξ ὧν ἀποστέλλονται; Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι τὴν εὐστροφίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία εἶναι μεγάλη εἰς πάντα τὰ ζητήματα, ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἴδω. Θὰ ἤμην πολὺ εὐτυχὴς ἐὰν πραγματικῶς ὁ κ. Ὑπουργός, πιστεύων ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποκλείσῃ τὸν δικηγόρον ὡς πρόσωπον ἐπιλήψιμον, παρουσίαζε τὴν σύστασιν τοῦ διοικητικοῦ δικαστηρίου ἐκ προσώπων ἄλλων ἀξίων πάσης ἐμπιστοσύνης, λόγῳ γνώσεων. Τί θέλετε ὅμως, Κύριοι, ὅταν ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον δυστυχῶς τὰ τακτικὰ ἡμῶν δικαστήρια, ἀπαρτιζόμενα ἐξ ἀνθρώπων ἐχόντων νομικὰς γνώσεις εὐρυτάτας, ἐχόντων ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν νὰ ἐξετάσωσι τὸ ζήτημα βαθέως, ὅταν, λέγω, ὑπὸ τῶν δικαστηρίων τούτων δὲν κατωρθώθη ἐπὶ τριακονταετίαν τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ, πῶς θέλετε ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθε χθὲς Πρόεδρος μιᾶς κοινότητος ἀγροτικῆς, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ διοικιτικὸν Συμβούλιον καὶ νὰ ἀντιληφθῇ τελείως τοῦ ζητήματος καὶ ἐκδώσῃ οὗτος ἀπόφασιν, ἥτις, ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, θὰ εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ κανονίσῃ καὶ τὴν θέσιν τοῦ Δημοσίου καλῶς καὶ τὴν θέσιν τῶν κοινοτήτων; Περιμένετε ἕνα τοιοῦτον ἄνθρωπον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ δικαστήριον τοῦτο καὶ νὰ ἔχῃ γνώμην ὀρθὴν ἀπολύτως, μέλλουσαν νὰ διαφωτίσῃ, ὡς δεῖ, καὶ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων δικαστῶν, ὅταν τὸ ἐπιληφθησόμενον ζήτημα εἶναι ζήτημα ἑρμηνείας τῶν Τουρκικῶν νόμων, ἢ θὰ ἴδωμεν αὐτὸν ἐμφανιζόμενον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ διαφωνοῦντα, διότι δὲν δύναται νὰ ἐννοήσῃ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων, καὶ φέροντα τὴν ἐκ τῆς ἀπορίας καὶ τῆς ἀγνοίας ἀντίθεσιν, δυσχέρειαν καὶ διχόνοιαν; Τοιοῦτον ἄνθρωπον θέλετε νὰ θέσητε ἐκεῖ; Δὲν πρόκειται, Κύριοι, κατόπιν τούτων νὰ διαφωνήσωμεν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν καὶ νὰ ζητήσωμεν ὅπως ἐπιβάλωμεν διὰ τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην μας, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, μεθ’ ὅσα ἐλέχθησαν ἐνταῦθα, ὡς τρίτον μέλος πρέπει νὰ θέσωμεν τὸν δικηγόρον, τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον καὶ ἐξ ὅλης τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος οὐδεμία ἠκούσθη ἐνταῦθα φωνὴ κατὰ τῶν δικηγόρων. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ γνώμη ἡμῶν γενομένη ἀποδεκτὴ δὲν εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδεμίαν ἐκ τῶν βάσεων τοῦ νομοσχεδίου νὰ μεταβάλῃ ὁ κ. Ὑπουργός, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐκ τοῦ τόπου τουλάχιστον ἔχουσι καλλιτέραν τινὰ γνῶσιν τοῦ δασικοῦ ζητήματος, τοῦ ἀπορρέοντος ἐκ τοῦ Τουρκικοῦ νόμου, θὰ θελήσῃ ὁπωσδήποτε νὰ ὑποχωρήσῃ καὶ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν ταύτην.
§268Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἀτυχῶς, κύριοι Βουλευταί, ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα ὑπὸ τὸ βάρος διπλῆς προκαταλήψεως. Ὅπως ἀντελήφθητε πάντες καὶ ὅπως εἶναι καὶ ἡ ἐμὴ ἀντίληψις, ὁ ἐγειρόμενος νὰ ὑψώσῃ φωνὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου περὶ δασῶν, ἔστω καὶ ἂν ἡ φωνή του ἀφορᾷ τρόπον διαδικασίας ἀναγνωρίσεως δικαιωμάτων ἢ ἀπωλείας τυχὸν τοιούτων, ἔστω δι’ οἱανδήποτε διάταξιν, ἕνεκα τῆς ἐπικρατούσης ὀρθῆς ἀντιλήψεως τῆς κοινῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐν μεγίστῳ βαθμῷ κατέχει καὶ ἡ Βουλή, ὅτι εἶναι ἀνάγκη προστασίας τῶν δασῶν, εἶναι τὸ κυριαρχοῦν εἰς ἑκάστην διάνοιαν πνεῦμα, ὁ ἐγειρόμενος νὰ ὁμιλήσῃ μὲ τὴν προκατάληψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν διατελεῖ ὁ ἀκροατής, ὅτι φυσικώτατον εἶναι ὁ Ὑπουργὸς νὰ μὴ εἰσάγῃ νομοσχέδιον ἐναντίον τῶν δασῶν, πάντως εἰσάγει κἄτι τι πρὸς σωτηρίαν, ὅπως συνειθίζεται νὰ λέγεται, τῶν δασῶν· ὅταν λοιπὸν ἐγείρεταί τις καὶ ἔχει τὸ ἀτύχημα, ὅπως ἡμεῖς, νὰ ζητῇ ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων τὴν λῆψιν προνοίας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, περὶ τοιούτων προσώπων, ὑπὲρ δικηγόρων, καὶ ἴσως δὲ τὰ ἐννέα δέκατα ἐκ τῶν ἀκροατῶν μου νὰ εἶναι δικηγόροι, οὐδεὶς δὲ ὑποθέτω ἀγνοεῖ τὴν ὕπαρξιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀδίκου προκαταλήψεως κατὰ τῆς δικηγορικῆς τάξεως...
§269ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σωστό.
§270Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Πιθανόν, δι’ ὡρισμένους δικηγόρους ἀποτελοῦντας τὴν ἐξαίρεσιν νὰ ὑπάρχῃ προκατάληψις. Ἀλλὰ δὲν ἀγνοεῖτε, κ. Συνάδελφοι, ὅτι, ὅ τι ἐκλεκτὸν καὶ ἀξιοζήλον ἐν τῇ Πολιτείᾳ ὑπάρχει, ἐκ τῆς τάξεως αὐτῆς προέρχεται. Ἀτενίσατε πρὸς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ ἰδίως τὴν κορυφὴν αὐτοῦ. Ὅταν λοιπὸν ὑπὸ τὸ κράτος τοιαύτης ἀδίκου προκαταλήψεως ἀνέρχεταί τις νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν δασῶν, φαντάζομαι, Κύριοι, ὁποίας τύχης θὰ τύχωσιν οἱ λόγοι μου. Καὶ ὅμως μὲ ἠνάγκασεν ἡ ὁμιλία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τὸ βῆμα, ἀκριβῶς ἵνα διαμαρτυρηθῶ κατὰ τοῦ ἀπειλουμένου κινδύνου πρὸς τὰ συμφέροντα τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτησιῶν, καὶ κατὰ τῆς ἐπικρατούσης ἀδίκου προκαταλήψεως κατὰ πάσης ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας. Πάντες, Κύριοι, πονοῦμεν τὰ δάση καὶ ἐνδιαφερόμεθα περὶ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν ὡς μεγίστου στοιχείου ἰδιωτικοῦ καὶ ἐθνικοῦ πλούτου. Νομίζω ὅτι τὸ ἐνδιαφέρον τοῦτο πρὸ παντὸς ἄλλου Ἑλληνικοῦ διαμερίσματος ἔχει ἀναπτυχθῆ ἐν Θεσσαλίᾳ, ὡς ἀποδεικνύει ἡ σχετικῶς πολὺ καλλιτέρα περιποίησις, ἀνάπτυξις καὶ διατήρησις τῶν δασῶν. Ἴσως συνετέλεσε καὶ τοῦτο, ὅτι τὰ πλεῖστα τῶν δασῶν ἀνήκουσιν εἰς κοινότητας, αἵτινες σέβονται καὶ φυλάττουσι ταῦτα μετ’ ἐνδιαφέροντος καὶ εὐλαβείας. Ἡ ἰδιότης δὲ αὕτη τῶν δασῶν, ὡς κοινοτικῶν, οὐδαμῶς παραβλάπτει τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, ὅπερ δύναται νὰ κανονίζῃ τόσον τὴν ἐπιτήρησιν ὅσον καὶ τὴν φορολογίαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν ὅπως βούλεται. Αὐτὸς δὲ εἶναι καὶ ὁ λόγος δι’ ὃν πάντες οἱ ἐκ Θεσσαλίας κ. Συνάδελφοι δὲν ἀντέδρασαν κατὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Καὶ διατί; Διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι, Κύριοι, τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀντίληψιν τὴν κοινὴν ὅτι πρέπει διὰ πάσης θυσίας, καὶ διὰ θυσίας καὶ αὐτῶν τῶν συμφερόντων μας τῶν ἀτομικῶν, νὰ βοηθήσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς προστασίας τῶν δασῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀνελθὼν ἐπὶ τὸ βῆμα εἶπεν ὅτι ἡμεῖς φροντίζομεν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ νὰ σώσωμεν τὸν κοσμάκην καὶ νὰ τὸν προστατεύσωμεν. Καὶ ἐξεύρετε τίνα μεγάλην προστασίαν τοῦ κάμνομεν; Ἅμα χάσῃ εἰς αὐτὸ τὸ δικαστήριον, τὸ ὁποῖον τοῦ καθιστῶμεν, τῷ ἐπιτρέπομεν νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ τακτικὸν δικαστήριον. — Ὡς λόγος, Κύριοι, αὐτὸς εἶναι ὡραῖος, ἐκφερόμενος μάλιστα καὶ διὰ πλοκῆς τοσοῦτον εὐφυοῦς, ὅπως γνωρίζει νὰ πλέκῃ διὰ τῆς περιτέχνου γλώσσης του τὰ ἐπιχειρήματά του ὁ κ. Ὑπουργός· πιθανὸν μάλιστα νὰ ὑπάρχῃ καί τις ὁ ὁποῖος νὰ ἐπείσθη εἰς τὸ ἐπιχείρημα. Ἀλλὰ τί συμβαίνει, Κύριοι, σήμερον εἰς τοὺς ἰδιώτας καὶ τὸν κόσμον ὅλον, τὰ δικαιώματα τοῦ ὁποίου ἔρχεται νὰ προστατεύσῃ ὁ κ. Ὑπουργός; Πάντες εἶναι κάτοχοι τῶν δασῶν, καὶ ἂν δὲν συμβαίνῃ τοῦτο, Κύριοι, εἰς τὴν ἄλλην Ἑλλάδα, εἶναι ἐκ τοῦ νόμου ὑποχρεωμένος ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν κατοχὴν καὶ τὸ δικαίωμα πάντων τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ ἰδιοκτητῶν δασῶν. Καὶ διατί; Διότι, ὅτε παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Θεσσαλία, παρεχωρήθη διὰ μιᾶς συνθήκης, τὸ ἕν τῶν ἄρθρων τῆς ὁποίας λέγει ῥητῶς — ἐλησμόνησα νὰ τὴν ζητήσω ἀπὸ τὴν βιβλιοθήκην τῆς Βουλῆς ἵνα σᾶς τὴν ἀναγνώσω — ὅτι ὅλα τὰ κτήματα τῆς Τουρκικῆς Αὐτοκρατορίας, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὰ παραχωρούμενα μέρη, παραχωροῦνται εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ διορισθῇ δὲ ἐπιτροπὴ ἀμφοτέρωθεν, θὰ τὰ ἐκτιμήσῃ, καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὰ ἀποζημιώσῃ. Ἐκ τῶν παραχωρουμένων αὐτῶν κτημάτων εἶναι στρατῶνες, νοσοκομεῖα, δάση, καὶ τὰ λοιπά. Ἡ ἐπιτροπὴ αὐτή, ἡ Ὀθωμανικὴ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ ἐπιτροπὴ ἡ ἐκ τῆς συμβάσεως, συνῆλθεν καὶ συνέταξε τὸ πρωτόκολλόν της, ὑπέβαλε τὸν κατάλογον τῶν δασῶν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις, ἡ δὲ Ἑλληνική, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ἐκοινοποίησε τὸν κατάλογον τῶν δημοσίων δασῶν ὡς καὶ τῶν ἄλλων κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις παραδίδει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ὡς δημόσια κτήματα καὶ τὰ ὁποῖα ἀνεγνώρισεν ἡ Ἑλληνικὴ ὡς δημόσια, καὶ ἐντέλλεται τὰς Ἀρχὰς νὰ δώσωσι πληροφορίας περὶ τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων αὐτῶν. Εἶναι, λέγει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸ ζήτημα γενικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα, γνωρίζουσι δὲ πάντες ὅτι κατὰ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν τὰ δάση κεῖνται ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Ὄχι, κύριε Ὑπουργέ· ὑπάρχει πίναξ ὡρισμένος διὰ τὰ δημόσια δάση, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα κἂν νὰ ἀμφισβητήσητε ἐν Θεσσαλίᾳ. Ἐὰν ἐκ τῶν δασῶν αὐτῶν ὑπάρχῃ κανὲν τὸ ὁποῖον διαθέτει, εἴτε ἰδιώτης εἴτε κοινότης, τότε μάλιστα· βάλετε οἱανδήποτε διάταξιν εἰς τὸν νόμον θέλετε, ὅτι αὐτὸς ὁ κύριος ἢ οἱ κύριοι οὐδὲν ἔχουσι δικαίωμα ἐπὶ τῶν δασῶν αὐτῶν. Ἔχετε λοιπὸν τὸν πίνακα, καὶ ἐνῷ εἶναι αἱ κοινότητες τῆς Θεσσαλίας κάτοχοι τῶν δασῶν, συντάσσετε ἓν νομοσχέδιον ὁρίζον μίαν διαδικασίαν, τὴν παλαιάν, Κύριοι, διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν πρὸ παντὸς ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου θὰ γνωρίζῃ, τὴν λεγομένην ταβατοὺρ ἰσπάτ, καὶ ἐπιδιώκει νὰ ἐξαχθῇ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ ἓν ταβατοὺρ ἰσπάτ, διὰ τοῦ ὁποίου ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Τὰ δάση ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ πιθανὸν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ διακατέχωνται εἰς τὸ μέλλον ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου καὶ δίδει τὸ δικαίωμα ἐντὸς δύο ἐτῶν νὰ καταφύγῃ ἡ παραπονουμένη κοινότης εἰς τὰ δικαστήρια τὰ τακτικά. Δίδει λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, ἢ λαμβάνει ἀπὸ τοὺς ἰδιώτας; Προφανῶς λαμβάνει. Ἀλλὰ πονοῦντες, Κύριοι, διὰ τὰ δάση περισσότερον ἴσως ἀπὸ πάντα ἄλλον, διότι ἀναγνωρίζομεν ὅτι εἶναι ἐθνικὸς πλοῦτος καὶ ὄχι μόνον ἐθνικὸς πλοῦτος ἀλλ’ εἶναι καὶ συμφέρον καὶ τῶν ἰδιωτῶν πάντων νὰ σωθῶσι τὰ δάση, δι’ αὐτὸν τὸν λόγον οὐδεμίαν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου ἐφέραμεν ἀντίδρασιν, καίτοι μέγας κίνδυνος ἀπεμπολήσεως ἰδιωτικῶν δικαιωμάτων καὶ δὴ τῶν κοινοτικῶν, διότι περὶ τῶν κοινοτήτων πρόκειται, ἐπικρέμαται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτὸν λέγω τὸν λόγον οὐδεμίαν ἀντετάξαμεν ἀντίρρησιν. Ἀλλ’ ὅτε κύριε Ὑπουργέ, ἀνεπτύξατε τὴν τροπολογίαν σας, ἐλάβετε ὡς βάσιν τὴν ἰσχύουσαν νομοθεσίαν εἰς τὴν παλαιοτέραν, ἂς εἴπω, Ἑλλάδα, λησμονήσαντες ὅτι ἡ ἰδιοκτησία ἐν Θεσσαλίᾳ, καὶ δὴ ἡ δασική, ὑφίσταται ὑπὸ ἰδιαιτέρους ὅρους καὶ ἰδιαιτέρας περιστάσεις. Δὲν ἀγνοεῖτε, κύριε Ὑπουργὲ — ἴσως δὲ ἀγνοεῖτε διότι δὲν εἴχετε ἀφορμὴν νὰ ἀσχοληθῆτε εἰδικῶς — ὅτι ὁ Ὀθωμανικὸς νόμος ἀπηγόρευε τὴν ἔκδοσιν τίτλων ἰδιοκτησίας ἐπ’ ὀνόματι κοινοτήτων, δὲν ἀνεγνώριζε δηλαδὴ τὰς κοινότητας ὡς νομικὰ πρόσωπα.
§271Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδενὸς εἴδους νομικὰ πρόσωπα ἀνεγνώριζεν.
§272Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὄχι δά· ἀναγνωρίζει τὰ ἄτομα ὅτι ἀποτελοῦσιν ὑποκείμενον δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων πάντοτε, ἀλλ’ ὁμάδας δὲν ἀνεγνώριζε. Μὴ ἀναγνωρίζοντος τοῦ νόμου τοῦτο, ἀλλὰ ἀναγνωριζούσης τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ προέχον τῆς ἰδιότητος τῶν δασῶν εἶναι νὰ ἀνήκωσι ταῦτα εἰς τὴν κοινότητα καὶ ἐκ προστασίας ἐμφορουμένης πρὸς τὰς κοινότητας, ἠναγκάσθη νὰ ἐφεύρῃ ἡ ἰδία τρόπον καταστρατηγήσεως τοῦ νόμου τούτου καὶ ἐξέλεγε τρεῖς ἕως τέσσαρας ἐκ τῶν προκρίτων ἐπ’ ὀνόματι τῶν ὁποίων ἐξέδιδε τίτλους ἰδιοκτησίας. Οἱ πρόκριτοι δὲ αὐτοὶ δι’ ἄλλης διαδικασίας τὴν ὁποίαν εἶναι ἀδύνατον ὁ ἀπολυτηριοῦχος τοῦ Γυμνασίου βεβαίως μὴ ἀσχοληθεὶς εἰς τὰ τοιαῦτα ἢ οἱοσδήποτε ἄλλος, τὸν ὁποῖον ἔχει ὑπ’ ὄψει ἡ τροποποίησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, νὰ γνωρίζῃ, τί νομίζετε, Κύριοι, ἔπραττεν; Δι’ ἄλλης διαδικασίας, τοῦ νομίμου λεγομένου δόλου, τὰ δάση αὐτὰ καθίστα μπαλταλίκι, καὶ τὸ πλεῖστον τῶν ἐν Θεσσαλίᾳ δασῶν εἶναι μπαλταλίκι. Ἀνεπτύχθη, Κύριοι, εὐρεῖα τάξις δασῶν ὁλοκλήρων, ἴσως πεντήκοντα καὶ πλέον ἑκατομμυρίων ἀξίας, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Κυρίων νὰ γνωρίζῃ τί ἦσαν τὰ μπαλταλίκια καὶ εἰς ποίαν διαδικασίαν ὑπήγοντο καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κριθῇ σήμερον τὸ δικαίωμα τοῦ μπαλταλικίου. Εἶμαι ἠναγκασμένος, Κύριοι, ἅπαξ, ἔστω ἐξ ὑπογυίου, εἰσελθὼν εἰς τοιαύτην συζήτησιν, νὰ ἀναφέρω καὶ τί ἐστὶ μπαλταλίκι. Μπαλταλίκι λέγεται ἡ ἀφιέρωσις ἐκ μέρους ἰδιοκτήτου τινὸς ἢ καὶ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς δάσους τινὸς πρὸς ὡρισμένην κοινότητα, ἵνα ποιῆται χρῆσιν αὐτοῦ καὶ τὸ ἐξουσιάζῃ καθ’ ὅλας τὰς ἰδιότητας τοῦ κυρίου μὲ μόνην τὴν διαφορὰν ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ χαρισθῇ ὁλόκληρον, ἐπενόησε τέχνασμα τὸ ὁποῖον ἴσως σᾶς κινήσῃ τὰ μειδιάματα διὰ τὸ πρωτογενές, ἤτοι νομικὴν διάταξιν δι’ ἧς ὥρισεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς κοινότητος ἐξικνεῖται μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου τοῦ δάσους κυκλικῶς πέριξ, ὅπου φθάνει ἡ βοὴ μέγα βοῶντος ἀνθρώπου! Δηλαδὴ στέντωρ τις ἔπρεπε νὰ ἵσταται εἰς ὑψηλὸν μέρος, ἀπὸ τοῦ ἄκρου τοῦ δάσους, νὰ βοᾷ αὐτὸς καὶ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου ἔνθα ἐξικνεῖται ἡ βοὴ αὐτοῦ, εἶχε πάντοτε ἡ κοινότης τὸ δικαίωμα τῆς πλήρους κυριότητος ἐπὶ τοῦ δάσους· ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι τοῦτο κυκλικῶς γενόμενον ἀμφιβάλλω ἂν δὲν περιέχῃ ὁλόκληρον τὸ δάσος καὶ οὐδεμία ὑπάρχει περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ ἠσκήθησαν δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἐπὶ τοιούτων δασῶν. Αὐτὰ λοιπόν, κύριε Ὑπουργέ, τὰ εἴδη τῆς κτήσεως κυριότητος, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ποῖος θὰ δικάσῃ; Ποῖος θὰ κρίνῃ ταῦτα; Ποῖος εἶναι εἰς θέσιν ὁ ὁποῖος, ὅταν ἀκούσῃ τὴν λέξιν μπαλταλίκι καὶ τὴν κραυγὴν ἢ τὴν βοὴν τοῦ μέγα βοῶντος ἀνθρώπου ὡς τίτλον ἰδιοκτησίας, δὲν θὰ μειδειάσῃ; Ἴσως νὰ ἐμορφώθησαν ἀπό τινος χρόνου οἱ ὑπάλληλοι τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας καὶ αὐτὰ τὰ γνωρίζουσι πάντα καὶ νὰ εἶναι ἱκανοὶ νὰ φωτίσωσι καὶ τοὺς ἀπολυτηριούχους τοῦ Γυμνασίου, ἀλλ’ ἡμεῖς, Κύριοι, ἐν Θεσσαλίᾳ δὲν γνωρίζομεν ἀπολυτηριοῦχον Γυμνασίου δυνάμενον νὰ ἀσχοληθῇ καὶ δὴ νὰ κρίνῃ μετὰ κρίσεως τῆς γνώσεως τοιαῦτα ἀντικείμενα. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέφρασεν οἱονεὶ δυσπιστίαν διὰ τῶν λόγων του πρὸς τὴν τάξιν τῶν δικηγόρων ἢ μᾶλλον πρὸς τὸ πρόσωπον τοῦ δικηγόρου, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι οὗτοι ἔχουσιν ἐκπεφρασμένην γνώμην.
§273Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξέφρασα δυσπιστίαν.
§274Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ἤκουσα.
§275Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠκούσατε· δὲν ἐξέφρασα δυσπιστίαν.
§276Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὄχι δυσπιστίαν, κώλυμα.
§277Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐξέφραζον δυσπιστίαν θὰ εἶχον λόγους νὰ εἴπω ὅτι ἀποκλείομαι. Μὴ ἀποδίδετε λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν εἶπον.
§278Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὄχι· δὲν ἀποδίδω λόγους τοιούτους. Ἀλλ’ ἐγώ, Κύριοι, ὑποβάλλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὴν γνώμην, ὅτι ὁ κίνδυνος εἶναι, ὅτι οὐδεὶς δικηγόρος, καὶ ἂν ἐκλεχθῇ, δύναται νὰ ἀποδεχθῇ· οὔτε ὡς εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι πάντες οἱ δικηγοροῦντες ἐν Θεσσαλίᾳ ἠσχολήθησαν εἰς τὴν ἐκμάθησιν τῆς Ὀθωμανικῆς νομοθεσίας καὶ δύνανται νὰ τὴν γνωρίζωσι, καὶ ὅτι πάντες εἶναι ἱκανοὶ καὶ ὅτι δύνανται νὰ περιορισθῶσι τὰ ἄλλα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ κίνδυνος, κ. Ὑπουργέ, δὲν εἶναι αὐτός· ὁ κίνδυνος εἶναι ὅτι οὐδεὶς δικηγόρος θὰ δεχθῇ, καὶ δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι πάντες ἠσχολήθησαν περὶ τὴν μελέτην τοῦ Ὀθωμανικοῦ δικαίου.
§279Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἠθέλομεν θέσει μόνον τοὺς δικηγόρους καὶ δὲν ἐδέχετο οὐδείς, θὰ ἐματαιοῦτο ὁ νόμος.
§280Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Μικρότερος ὁ κίνδυνος, ἀλλὰ φρονῶ ὅτι δὲν θὰ ἐματαιοῦτο. Ὁ κίνδυνος εἶναι, διότι δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος χάριν τοῦ δεκαδράχμου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος, νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐργασίαν του.
§281Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁρίζει αὐτό.
§282Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Λαμβάνει ἀποζημίωσιν δεκάδραχμον.
§283Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο ἀποζημίωσις καὶ ἄλλο δεκάδραχμον.
§284Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι ἐξ ὑπογυίου εἶδον τὸ νομοσχέδιον.
§285Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Φοβοῦμαι μὴ δὲν ἐμελετήσατε κἂν αὐτό.
§286Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Αἱ διατάξεις, περὶ ὧν ὁμιλῶ, δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην μελέτης. Διὰ τὸν πάρεδρον δικαιολογεῖται «διὰ τοὺς κόπους τοῦ ἄνω τῶν δραχμῶν δέκα».
§287Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§288Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι εἶναι δυνατὸν ἐκ τῶν δικηγόρων καὶ δὴ ἐκ τῶν βουλευτῶν νὰ δεχθῇ τις...
§289Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον ἐκ τῶν Βουλευτῶν. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§290Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν τὸ λέγω, ὡς μομφήν.
§291Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπον τοιοῦτό τι. Δὲν ἐξετάζω ἂν εἶναι ἢ δὲν εἶναι μομφή.
§292Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Νομίζω ὅτι ὁ πολιτικὸς δὲν δύναται νὰ ἀναμιγνύηται εἰς τὰ δάση καὶ εἰς τὰς ἰδιωτικὰς ὑποθέσεις, διότι ἀσφαλῶς θὰ ἔχῃ τοῦτο ἐπιζημίους δι’ αὐτὸν συνεπείας. Δέον νὰ ἀσχοληθῇ μόνον διὰ τὴν προστασίαν τοῦ δήμου τῶν πολιτῶν καὶ τοῦ Κράτους, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἱστάμεθα μακράν. Οὔτε δὲ ἐκ τῶν ἐργαζομένων δικηγόρων δύναται ν’ ἀναμιχθῇ τις· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει διατρέχομεν τὸν κίνδυνον μὲ τὸ ἀπολυτήριον Γυμνασίου νὰ καταρτίσωμεν ἐπιτροπήν, τῆς ὁποίας αἱ ἀποφάσεις θὰ ἔχωσιν ἢ μηδαμινὰ ἢ ἐπικίνδυνα ἀποτελέσματα, θὰ στερήσωμεν δὲ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἰδιοκτησίας τῶν, λέγοντες αὐτοῖς ὡς παρηγορίαν ὅτι δύνανται νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, διότι τὸ Κράτος διὰ τοῦ δημιουργουμένου προσωρινοῦ δικαστηρίου κατώρθωσε νὰ ἀποξενώσῃ αὐτοὺς ὅλης τῆς ἰδιοκτησίας των. Ὑποθέτω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ καθιερώσῃ τοιοῦτον κίνδυνον.
§293ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 7ον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκεται).
§294Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπίσης εἰς τὸ ἄρθρον 8ον δέχομαι τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς.
§295ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8ον ὡς ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 9ον (ἀναγινώσκεται).
§296Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ· «νὰ διατάσσῃ τὴν ἐνέργειαν ἐκλογῆς ἐντὸς τασσομένης νέας προθεσμίας».
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9ον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10ον (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). (Ἀκολούθως ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 11ον). Ἄρθρον 12ον (ἀναγινώσκεται).
§298Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ· «παρατείνεται ἡ προθεσμία ἀπὸ ἓξ ἑβδομάδων μέχρις ἓξ μηνῶν».
§299ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12ον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13ον (ἀναγινώσκεται).
§300Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 13ου δέχομαι τὴν τροποποίησιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§301ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13ον ὡς ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 14ον). Ἄρθρον 15 (ἀναγινώσκεται).
§302Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπ’ αὐτοῦ δέχομαι τὴν τροποποίησιν τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ὁποίαν «λαμβάνονται ὡς μέσα ἀποδείξεως καὶ πράξεις ὑλοτομίας· ἐπίσης παρέχονται ἀντίγραφα ἐπίσημα ὑποχρεωτικῶς ὑπὸ τοῦ Δημοσίου κτλ.» ὡς ἔχει διατυπωθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς.
§303Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§304ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Α. Παπαποστόλου.
§305Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Κύριοι Βουλευταί· οἱ προλαλήσαντες Συνάδελφοι ἐκ Θεσσαλίας καὶ ἐγώ, ἀποδεχόμεθα τὴν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου λύσιν τοῦ δασικοῦ ζητήματος οὐ μόνον ἵνα δικαιωθῶσιν αἱ κοινότητες ἀλλὰ καὶ ἐκ πόνου καὶ ἐνδιαφέροντος πρὸς τὰ δάση. Ἀλλ’ ὅτε βλέπομεν ὅτι ἡ ἀντίληψις τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, εἶναι πολὺ στενή, ὅπως καὶ ἡ ἀντίληψις τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ἡ ὁποία ἀπό τινων ἐτῶν ἐδημιούργησε δασικὸν ζήτημα ἐν Θεσσαλίᾳ, ἐδημιούργησε, λέγω, κύριοι Βουλευταί, ἡ δασικὴ ὑπηρεσία ζήτημα δασικόν, ἐνῷ δὲν ὑπῆρχεν τοιοῦτον, ὅπως παρέλειψεν ἡ ὑπηρεσία ἐπίσης τοῦ βασιλείου ἐξ ὑπαρχῆς νὰ μεριμνήσῃ καὶ ἐξετάσῃ ἐν γένει τὰ τῆς ἰδιοκτησίας ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ἐδημιούργησεν ἀγροτικὸν ζήτημα, καὶ ἡ παράλειψις ἦτο τόσον μεγάλη, ὥστε ἐπ’ ἐσχάτων, κατὰ τὸ 1911 ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐζήτησε νὰ εὕρῃ τίνα κτήματα ἐν Θεσσαλίᾳ εὑρίσκονται ὑπὸ τὸ ὄνομα καὶ βάρος Μουατζέλ, οὕτω πως, λέγω, ἡ δασικὴ ὑπηρεσία ἐδημιούργησεν ἀδικαιολογήτως ζήτημα δασικὸν καὶ προσπαθεῖ νὰ ὑφαρπάσῃ διὰ παντὸς τρόπου περιουσίαν τριακοσίων κοινοτήτων τῆς Θεσσαλίας. Εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀκούσῃ καὶ ἐκ μέρους μου τί ἐστὶ ζήτημα δασικὸν τῆς Θεσσαλίας καὶ ἰδίᾳ Ἀγράφων καὶ Ἀσπροποτάμου, νὰ ἀκούσῃ καὶ ὁ κ. Ὑπουργός, ὁ ὁποῖος ἐλάχιστα μᾶς ἤκουσεν, ἰδιαιτέρως δέ...
§306Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν συζητεῖται τὸ Θεσσαλικὸν δασικὸν ζήτημα. Φέρετε μίαν ἐπερώτησιν νὰ ἀναπτύξητε αὐτό. Ἐδῶ πρόκειται περὶ τοῦ πῶς τὰ ζητήματα τῆς ἰδιοκτησίας θὰ κανονισθῶσι διοικητικῶς.
§307ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Συζητεῖται γενικῶς ζήτημα δασικόν, εἰς τὸ ὁποῖον περιέχεται καὶ τὸ Θεσσαλικόν, καὶ μάλιστα κατ’ ἐξοχὴν τὸ δασικὸν ζήτημα τῆς Θεσσαλίας ἀφορᾶ τὸ νομοσχέδιον. Ἵνα ἀντιληφθῶμεν λοιπόν, κύριοι Βουλευταί, κατὰ τίνα τρόπον ἐγεννήθη τὸ Θεσσαλικὸν ζήτημα, εἶναι ἀνάγκη νὰ συμβουλευθῶμεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Θεσσαλίας, ἀφ’ ἑτέρου δὲ τοὺς νόμους τῆς Ὀθωμανικῆς Ἐπικρατείας καὶ τὴν ἱστορίαν της. Εἶναι ἐξηκριβωμένον, Κύριοι, ὅτι ἡ ὀρεινὴ Θεσσαλία δὲν κατεκτήθη ὑπὸ τῆς Τουρκίας συνεπείᾳ πολέμου, οὔτε καὶ ἡ πεδινὴ ἀκόμη. Τοῦτο δὲ ἔχει συνέπειαν μεγάλην διὰ τὴν κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας, διότι, τοῦ Τουρκικοῦ πολιτεύματος ὄντος θρησκευτικοῦ, εἶναι σεβασταὶ αἱ διατάξεις τοῦ ἱεροῦ νόμου, καθ’ ἃς ἂν τμῆμα τι δὲν περιῆλθε διὰ πολέμου εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Τουρκίας ἀλλὰ σιωπηρῶς ἢ διὰ συνθήκης, ἡ ἰδιοκτησία αὐτοῦ εἶναι σεβαστή· συνεπῶς καὶ ἡ ἰδιοκτησία τῶν ὀρεινῶν τῆς Θεσσαλίας κοινοτήτων ἔμεινε σεβαστή. Καθ’ ἣν ἐποχὴν δὲ ὑπεδουλώθη ἡ ὀρεινὴ Θεσσαλία εἰς τὴν Τουρκίαν, πολὺ βραδύτερον τῆς πεδινῆς, αἱ ὀρειναὶ κοινότητες εὑρίσκοντο ἐν ἀκμῇ, διότι καὶ ἐκ τῆς πεδινῆς Θεσσαλίας, ἥτις εἶχεν ὑποστῆ καὶ ἄλλας πολλὰς ἐπιδρομάς, Σλαύων, Φράγκων καὶ Τούρκων, πολλοὶ εὔποροι καὶ ἐκλεκτοὶ κάτοικοι κατέφυγον εἰς τὴν ὀρεινήν· οὕτω δὲ ἐδημιουργήθησαν ἰσχυραὶ κωμοπόλεις, αἱ ὁποῖαι ἤκμαζον εἰς τὰ γράμματα, εἰς τὴν βιομηχανίαν καὶ εἰς τὸ ἐμπόριον, καὶ ἐκέκτηντο κολοσιαίας περιουσίας, συνισταμένας εἰς ἐκτεταμένας γαίας, βοσκὰς καὶ δάση, καὶ εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἀνεὗρεν ἡ Τουρκία τὰς κοινότητας, περὶ ὧν πρόκειται, τὰς ὀρεινάς. Τὰς ἐσεβάσθη ὅμως καὶ τοῦτο εἶναι ἐξηκριβωμένον ἱστορικῶς. Τὸ ὁμολογεῖ καὶ ὁ ἱστορικὸς Παπαρρηγόπουλος, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι ὁ Σουλεϊμὰν ὁ μεγαλοπρεπής, ἦλθεν εἰς συνενόησιν πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν ὀρεινῶν διαμερισμάτων τῆς Θεσσαλίας. Ἄν κατὰ τὸ σερὶ αἱ περιουσίαι εἶναι σεβασταὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους νόμους περὶ γαιῶν καὶ περὶ δασῶν κλπ. Οὐδόλως ἐθίχθησαν τὰ περιουσιακὰ δικαιώματα τῆς Θεσσαλίας, διότι ῥητῶς ὁρίζουσιν ὅτι δὲν θὰ πραγματευθῶσι περὶ τῆς καθαρᾶς ἰδιοκτησίας, ὡς αἱ ἀκίνητοι περιουσίαι τῶν κοινοτήτων, ἀλλὰ περὶ τῶν λοιπῶν κτημάτων. Ὁ νόμος περὶ δασῶν, ὁ ὁποῖος ἐγένετο κατὰ τὸ 1869, πραγματεύεται περὶ δασῶν. Διαιρεῖ ταῦτα εἰς δημόσια, ἰδιωτικά, βακουφικὰ καὶ κοινοτικά, καὶ σήμερον, ὅτε ἡ Πολιτεία παρουσιάζει ὡς εὐεργέτημα τὸ συζητούμενον νομοσχέδιον, κ. Βουλευταί, τὸ ὁποῖον ἔκαμε πρὸς χάριν τῶν γεωργῶν καὶ τῶν κοινοτήτων, ὡς λέγει, σήμερον, ἐξεταστέον τυγχάνει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία τίνα δικαιώματα ἔχει ἐπὶ τῶν δασῶν τῶν ὀρεινῶν μερῶν τῆς Θεσσαλίας; Εἶναι ταῦτα δημόσια; Οἱ κ. Συνάδελφοι ὡμίλησαν περὶ τούτου καὶ ἀπέδειξαν περιτράνως ὅτι ὅσα δίκαια εἶχεν ἡ Τουρκία ἐπὶ ἀκινήτου ἰδιοκτησίας, καὶ δὲν εἶχε τοιαῦτα παρὰ μόνον εἰς ἐκεῖνα τὰ κτήματα καὶ δάση τὰ ὁποῖα παρέδωκεν ἐπισήμως καὶ διὰ πρωτοκόλλου, καὶ δὲν εἶχε δικαιώματα κυριότητος ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν δασῶν, διότι ἂν εἶχε δικαιώματα ἀσφαλῶς θὰ παρεχώρει ταῦτα ἓν πρὸς ἓν χάριν τῶν συμφερόντων της, καθότι ἡ συνθήκη λέγει ὅτι θὰ ἀπετιμῶντο εἰς χρήματα καὶ εἶχε συμφέρον ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα δάση νὰ μεταβιβάσῃ. Ἀλλὰ δὲν εἶχε δικαιώματα ἡ Τουρκία, καὶ δὲν εἶχε διότι καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἐσεβάσθη ἡ Τουρκία τὸν ἱερὸν αὐτὸν νόμον, καθ’ ὃν αἱ περιουσίαι ἦσαν σεβασταὶ καὶ ἔμειναν ἄθικτα χιλιάδες στρεμμάτων εἰς βοσκὰς καὶ εἰς δάση, ἀλλὰ καὶ διότι κατ’ αὐτοὺς τοὺς Ὀθωμανικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι δίδουσι θετικὰ γνωρίσματα τίνα δάση εἶναι δημόσια, καὶ κατὰ τοὺς νόμους αὐτοὺς τὰ ἐν λόγῳ δάση τῶν Ἀγράφων τοῦ Ἀσπροποτάμου, δὲν εἶναι δημόσια. Ἀρκεῖ, Κύριοι, νὰ δώσωμεν τὴν ἐλαχίστην προσοχὴν εἰς τὸν Ὀθωμανικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει θετικώτατα τί ἐστὶ δημόσιον δάσος, καὶ δὲν λέγει ἀρνητικῶς ὅτι ἐκεῖνα τὰ δάση εἶναι δημόσια, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἰδιωτικὰ ἢ βακουφικὰ ἢ κοινοτικά, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας σαφῶς ὁρίζει ὅτι δημόσιον δάσος εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλαβεν ἡ Τουρκία ὄχι κατὰ κυριαρχίαν, ἀλλὰ παρέλαβεν αὐτὸ κατὰ κατοχὴν καὶ νομὴν κλπ. καὶ ἔχουσι γίνει σχεδιαγράμματα ἐτέθησαν τὰ ὅριά του, ἐτέθη ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ εἶναι τὸ δάσος τὸ δημόσιον, καὶ δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἰσχυρισθῇ ἡ Κυβέρνησις ὅτι κατὰ λάθος ἢ ἐκ βίας ἡ Ὀθωμανικὴ Κυβέρνησις δὲν ἀνέγραψεν εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς παραλαβῆς καὶ παραδόσεως τῶν κτημάτων τὰ δάση ταῦτα. Καὶ τοῦτο δὲν ἀποτελεῖ διὰ τὰς κοινότητας τίτλον ἢ δὲν ἀποδεικνύει ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν εἶναι κύριον τῶν δασῶν; Αὐτὸ ἔχει συνάφειαν καὶ σχέσιν μὲ τὸν νόμον αὐτόν, ὅστις λέγει ἀκριβῶς, ὅτι δημόσια δάση εἶναι ἐκεῖνα καὶ ἐκεῖνα. Λοιπὸν ἂν εἴχομεν τοιαῦτα δάση ἐν Θεσσαλίᾳ, δημόσια, θὰ ὑπάρχωσι σχεδιαγράμματα, θὰ τὰ εἶχον δὲ ὑπὸ ἐπιτήρησιν καὶ ἀσφαλῶς θὰ τὰ παρέδιδον, διότι ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐκδώσει ἐγκυκλίους ὁδηγίας, ὠργάνωσεν ὑπηρεσίαν δασικήν, ἐδημιούργησε Γενικὴν Διεύθυνσιν δασῶν, καὶ τοπικὰς τοιαύτας· ἑπομένως ἂν τὰ Θεσσαλικὰ δάση ἦσαν δημόσια, θὰ παρεδίδοντο ὡς τοιαῦτα, διότι θὰ τὸ εἶχον καθορίσει.
§308ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ θέσωμεν ἄρθρον, ὅτι τοῦ παρόντος νόμου ἐξαιροῦνται τὰ Θεσσαλικὰ δάση;
§309ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Μὴ παρεξηγεῖτε τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Συναδέλφου.
§310ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει δικαιώματα ἐπὶ τῶν Θεσσαλικῶν δασῶν, ἅπερ εἶναι τῶν κοινοτήτων. Ἂν ὅμως ἐπιμένετε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, χωρὶς νὰ δεχθῆτε τὰς τροποποιήσεις μας, τότε καλλίτερον θὰ κάμητε νὰ ἐξαιρέσητε τὰ δάση Θεσσαλίας.
§311Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Οὐδὲν δάσος δημόσιον ὑπῆρχεν ἐπὶ Τουρκοκρατίας εἰς τὴν Θεσσαλίαν;
§312ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ὅσα ὑπῆρχον παρεδόθησαν διὰ πρωτοκόλλου. Διὰ τῆς Κυβερνήσεως κατόπιν ἡ Ὀθωμανικὴ Ἐπικράτεια ἐξέδωκεν ὁδηγίας τῆς ὀργανώσεως τῶν δασῶν, τόσον τῆς γενικῆς ὅσον καὶ τῆς εἰδικῆς. Καὶ εἰς ταύτην λέγεται πῶς ἀναγνωρίζονται καὶ διαχειρίζονται τὰ δάση τὰ ἰδιωτικά. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Ὀθωμανικὴ Ἐπικράτεια εἶχε δάση δημόσια ἐν Θεσσαλίᾳ, ἢ τὰ δάση περὶ ὧν πρόκειται ἐθεώρει ὡς δημόσια, δὲν θὰ ἐθεώρει ἡ δασικὴ ὑπηρεσία ἀναγκαῖον νὰ θέσῃ σύνορα, νὰ κάμῃ σχεδιαγράμματα καὶ ὅλας τὰς διατυπώσεις τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ Τουρκικὸς νόμος; Βεβαίως ναί. Οὐδὲν ἔχει λοιπὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις τεκμήριον ὅτι ἔχει δικαιώματα ἐπὶ τῶν δασῶν. Δὲν εἶναι μόνον ἡ ἔλλειψις τῆς συμπαραλαβῆς τῶν δασῶν ἐν πρωτοκόλλῳ τῆς παραδόσεως καὶ παραλαβῆς τῆς Θεσσαλίας. Τὰ ἔγγραφα ταῦτα ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν δασῶν τῆς Τουρκίας. Πῶς ἐγεννήθη τὸ δασικὸν ζήτημα, ἀφοῦ δὲν εἶχε δικαίωμα κυριότητος τὸ Δημόσιον ἐπὶ τῶν δασῶν; Εἷς ὑπάλληλος εὗρεν ἐγκύκλιον ἑρμηνεύουσαν τὸν νόμον περὶ παλτακίων.
§313Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν σᾶς ἀρέσῃ τὸ νομοσχέδιον, θὰ τὸ ἀποσύρω.
§314ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Τὸ Δημόσιον λοιπὸν δὲν εἶναι καλῆς πίστεως ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Πρέπει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ Θεσσαλικὸν δίκαιον, τὸ ὁποῖον κατεπάτησε κατὰ πολλοὺς καὶ διαφόρους τρόπους. Ἡ Πολιτεία ὀφείλει νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν διακατοχὴν τῶν δασῶν ὑπὸ τῶν Θεσσαλικῶν κοινοτήτων ἐπὶ Τουρκοκρατίας, νὰ ἀναγνωρίσῃ αὐτὴν ὡς στοιχεῖον χρησικτησίας ὑπολογιζόμενου καὶ τοῦ χρόνου τῆς Τουρκικῆς κυριαρχίας, ἵνα μὴ κρατήσῃ ἀμφιβολία ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι κατέχοντες ἀπὸ ἀμνημονεύτων χρόνων τὰ δάση ἐκεῖνα, ἐξακολουθοῦσιν ἀδιακόπως καὶ ἤδη νὰ νέμωνται ταῦτα, διὰ νὰ μὴ τίθεται ζήτημα ἂν στηρίζεται ὁ χρόνος τῆς διακατοχῆς πρὸ τοῦ 1881 ἢ μόνον μετὰ τὸ 1881. Ἤθελον λοιπὸν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 15, «λογιζομένου ὡς χρόνου διακατοχῆς καὶ τοῦ Τουρκικοῦ».
§315ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Εἶναι φανερόν, ἐφ’ ὅσον τὸ Ἑλληνικὸν δημόσιον διεδέχθη τὸ Τουρκικόν.
§316ΑΛ. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἤθελον νὰ ἀκούσω δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§317ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται οὕτω τὸ ἄρθρον 15, τὸ ἄρθρον 16 μὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ «ὁ δασάρχης ὑποβάλλει τὴν δήλωσιν μεθ’ ὅλων τῶν ἐγγράφων», τὸ ἄρθρον 17 μὲ τὴν προσθήκην «καὶ τῆς κοινότητος», τὸ 18, 19, 20 μὲ τὴν προσθήκην «τοὺς ὑπὸ τῶν διαδίκων» καὶ ἀντὶ «αὐτεπαγγέλτως» «πάντως», τὸ 21, 22 μὲ τὴν τροπολογίαν «ἀντὶ τεσσάρων ἑβδομάδων» «ἑνὸς μηνός», τὸ 23, τὸ 24 μὲ τὴν τροπολογίαν «σχεδιαγράμματα ἀπ’ εὐθείας ἢ διὰ δημοσίου γεωμέτρου», τὸ 25, 26, 27 καὶ 28 τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§318Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁρισμὸς θέσεων διὰ Β. Διατάγματος, εἴπομεν καὶ ἄλλοτε ὅτι ἀποτελεῖ μεταβίβασιν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν εἶναι ὀρθή.
§319Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λέγομεν ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἠτιολογημένη γνωμοδότησις τοῦ τμηματάρχου, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου. Δυνάμεθα ἐν τούτοις νὰ θέσωμεν ἓν maximum, δύο γραμματεῖς καὶ τέσσαρας γραφεῖς.
§320ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 28 ὡς ἐτροποποιήθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 28 καὶ τὸ 28 τοῦ νομοσχεδίου ψηφίζεται ὡς 29 μὲ τὴν διατύπωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ).
§321Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἶχε διατυπώσει καὶ ἓν ἄρθρον ὡς 29. Θὰ τὸ δεχθῆτε;
§322Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὸ δεχθῶ, διότι εἰς νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον μεριμνᾷ περὶ δασῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν ἑτέραν ὅλως διάταξιν.
§323Α. ΠΑΠΑΠΟΣΤΟΛΟΥ. Εἶναι δικαιοτάτη· δὲν δυνάμεθα νὰ ἀφαιρέσωμεν δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχασεν ἀπὸ τριακονταετίας.
§324ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸ διδακτικὸν προσωπικὸν ἑκάστου Γυμνασίου ἑνὸς καθηγητοῦ τῶν φυσικῶν καὶ ἑνὸς τῶν θρησκευτικῶν». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται). (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον ὡς καὶ τὸ σύνολον). Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 33. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ περιθάλψεως, τῶν συνεπείᾳ τοῦ πολέμου στερηθέντων τῶν ἑδρῶν των Ἐπισκόπων». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§325ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς: Κατηρτίσθη ἐπιτροπὴ ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Ν. Χαριτάτου, Ν. Συριοπούλου, Ἀλ. Μαλασπίνα, Β. Πουλιάση, Ἀθ. Μπασιᾶ καὶ Δ. Γκλαβᾶ, εἰς ἣν παραπέμπεται ἡ πρότασις νόμου, ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ κ. Π. Φίλιππα, «περὶ συμπληρώσεως τῶν νόμων περὶ Ταμείου Ἀμύνης τῆς οἰνοπαραγωγῆς τῆς ἐπαρχίας Λευκάδος». Ἡ πρότασις νόμου «περὶ ἐλαττώσεως τῆς μισθώσεως τῶν φόρων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τῶν δήμων κατὰ τὸ ἔτος 1914» παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελεσθεῖσαν ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Π. Τσαλδάρη, Θ. Γρηγορίου, Σ. Σακελλαριάδη, Ἀντ. Ρεβίνθη, Ἀρ. Σακελλαρίου, Γ. Καντιάνη καὶ Γ. Στρατούλη. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Β. Κανακάρης Ροῦφος καὶ Δ. Κριεκούκης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Στρατιωτικοῦ Σχολείου καὶ Λόχου ὑποψηφίων μαθητῶν τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Κ. Λιδωρίκης, Σ. Γρανίτσας, Ν. Συριόπουλος, Μ. Στελλάκης, Ἀθ. Γ. Μπασιᾶς, Γ. Ράλλης καὶ Δ. Βρατσᾶνος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Σώματος Στρατιωτικῆς Δικαιοσύνης». Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Χατζηγιάννης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ ἱδρύσεως διδασκαλείων ἑκατέρων τῶν φύλων πρὸς μόρφωσιν διδασκάλων τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῆς ϛʹ παραγράφου τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ΧΝΘʹ νόμου περὶ ναυτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 29 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ διατιμήσεως τῶν γαιανθράκων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς πωλήσεως αὐτῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 6 Ἰουνίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ χρόνου τῆς ὑπηρεσίας τῶν δι’ ἀσκήσεις καλουμένων ἐφέδρων τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν εἰς τὴν ἐφεδρείαν αὐτοῦ ὑπαγομένων καὶ ἀπὸ 23 Ἰουλίου 1914 Β. Διατάγματος περὶ τοῦ χρόνου τῆς διαρκείας τῆς ὑπηρεσίας τῶν δι’ ἀσκήσεως τοῦ Στόλου προσκληθέντων ἐφέδρων καὶ περὶ τῶν ἀποδοχῶν αὐτῶν» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τοῦ ΔΟΗʹ νόμου περὶ συμπληρώσεως τοῦ τοῦ ἄρθρ. 3 τοῦ ΧΝΘʹ νόμου περὶ ναυτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας καὶ κατὰ τὰς ἀσκήσεις» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ͵ΓΡΝΓʹ (ὑπ’ ἀριθ. 3953) νόμου τῆς 6 Δεκεμβρίου 1911 περὶ ἀμοιβῆς τῶν ὡς ἀνθρακέων χρησιμοποιουμένων ἀνδρῶν τῶν πληρωμάτων τοῦ Στόλου κτλ» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 12 καὶ 10′ μ. μ.).