1914.10.07
2,785 rows · 20,948 words · 210 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 20
Τῆς 7ης Ὀκτωβρίου 1914.
(Τρίτη, ὥρᾳ 5.15′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· Ὁ ἐκ Θεσσαλονίκης ἐργοστασιάρχης Δ. Βόζας παρακαλεῖ, ὅπως εἰσάγωνται ἀτελῶς τὰ προϊόντα τοῦ ἐργοστασίου του εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Ὁ λαὸς Ἀργαλαστῆς παρακαλεῖ, ὅπως ἀρθῇ ὁ φόρος τοῦ σίτου καὶ τῷ δοθῇ πίστωσις ἐκ μέρους τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ Γεωργικὸς Συνεταιρισμὸς Βόλου παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συνεταιρισμῶν. Οἱ κάτοικοι Ἀστακοῦ καὶ Ξηρομέρου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια διὰ τὴν συγκοινωνίαν μετὰ τοῦ Μεσολογγίου. Ἡ Μαρία χήρα Δ. Μεσσίνη παρακαλεῖ, ὅπως τῇ χορηγηθῇ ἐπίδομα. Οἱ τηλεγραφικοὶ διανομεῖς Μεσολογγίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐξισωθῶσι πρὸς τοὺς ταχυδρομικοὺς διανομεῖς Ἀθηνῶν. Οἱ κάτοικοι τοῦ τέως δήμου Ἀλιφείρας παρακαλοῦσιν, ὅπως μεταφερθῇ τὸ Εἰρηνοδικεῖον Ἀνδριτσαίνης, εἰς Ζάχαρων, πρὸς εὐκολίαν των. Οἱ ἐκ Πλαζουμίου, τῆς Ἀνασελίτσης, Λ. καὶ Γ. Παπαχρήστου παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἀποδοθῶσιν οἱ κατασχεθέντες ὑπὸ τοῦ οἰκονομικοῦ ἐφόρου ἀγροί των. Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως χορηγεῖται μετὰ τοῦτο ἄδεια ἀπουσίας πέντε ἡμερῶν εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Χ. Δικαῖον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Δ. Βρατσάνος. Ἀπών. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πανίτσης.
§2Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ὁδοῦ Πανίτσης–Γυθείου. Ἐξ αὐτῆς τρία χιλιόμετρα ἔχουσι ἐκτεθῆ εἰς δημοπρασίαν καὶ ὁ ἐργολάβος ἤρξατο κατασκευάζων αὐτήν. Ἀλλὰ περὶ τῶν ἄλλων οὐδεμία ἐλήφθη πρόνοια. Ἡ ἀναφορὰ εἶναι δικαιοτάτη.
§3Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Νὰ ἀποσταλῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς.
§5Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν τοῦ κ. Δ. Καρέλη δι’ ἧς καταγγέλλονται πρόσωπα καὶ πράγματα διὰ ποσὰ πολὺ μεγάλα. Ἡ ἀναφορὰ ἀποβλέπει εἰς τὴν συγκοινωνίαν ἥτις διεξάγεται μεταξὺ Ἰωαννίνων–Πρεβέζης. Διὰ ταύτης καταγγέλονται καταχρήσεις 2.000.000 δραχ., ἐπεδόθη δὲ μήνυσις εἰς τὸν εἰσαγγελέα Ἰωαννίνων καὶ δέον νὰ διαταχθῇ ἡ ἐπίσπευσις τῆς ἀνακρίσεως. Κατονομάζονται καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ ἀναφέρω ἐδῶ, μὴ ληξάσης τῆς ἀνακρίσεως. Παρακαλῶ τοὺς ἁρμοδίους κυρίους Ὑπουργοὺς νὰ λάβωσι ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἂν διετάχθη ἡ δημοπρασία τοῦ ἀντικατασταθέντος ὑλικοῦ τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν Πύργου–Κατακώλου, Πύργου Δούκα–Κούμου–Δίβρης, πότε ἐνηργήθη αὕτη καὶ εἰς ποῖον καὶ ἀντὶ πόσου κατεκυρώθησαν».
§7Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, κ. Ὑπουργέ, νὰ ἐξετάσηται τὴν ὑπόθεσιν.
§8Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν ὑπηρεσίαν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ Σταύρου Ζαφειροπούλου.
§10Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ Σταύρου Ι. Ζαφειροπούλου. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης, ὁ περὶ οὗ πρόκειται Ζαφειρόπουλος, κληρωτὸς τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1909, ἀπηλλάγη ὡς ἔχων ἀδελφὸν ὑπηρετοῦντα εἰς τὸν στρατόν. Μετὰ ταῦτα τὴν 20ὴν Φεβρουαρίου 1910, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθμὸν 12480 διαταγῆς ἐκλήθη διὰ τρίμηνον ὑπηρεσίαν, ἀπελύθη δὲ δυνάμει προσωρινοῦ ἀπολυτηρίου τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν 11ην Ἀπριλίου, καὶ παραδόξως τὸν Μάϊον τοῦ 1911 εἰδοποιήθη ὅτι καλεῖται ὡς ἀνυπότακτος. Προσῆλθεν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς καὶ μεθ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας ὑπηρέτησε διετῆ θητείαν, ἐπὶ πλέον δὲ ἐξηγόρασε καὶ τοὺς δώδεκα προσθέτους μῆνας, τοὺς ἐπιβληθέντας αὐτῷ λόγῳ τῆς ἀνυποταξίας, ἀντὶ δραχ. 600. Ἐπειδὴ ὅμως κατετάγη ὡς ἀνυπότακτος, ἐνῷ ἦτο ἀπηλλαγείς, νομίζω ὅτι δέον νὰ διορθωθῇ τὸ ἄδικον τοῦτο καὶ νὰ ἐπιστραφῶσι τουλάχιστον τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα κατέβαλεν ὅλως ἀδίκως ἀφοῦ δὲν δύναται νὰ τῷ ἐπιστραφῇ καὶ ἡ διετὴς στρατιωτικὴ ὑπηρεσία εἰς ἣν ὑπεχρεώθη ὡς ἀνυπότακτος, ἐνῷ ἦτο ἀπαλλαγείς, ἀπολυθεὶς δυνάμει προσωρινοῦ ἀπολυτηρίου ὅπερ καὶ ἐπισυνάπτω.
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ὁ αὐτὸς κ. Βουλευτής, ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν τῆς Ἑλένης Πετροπούλου.
§13Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Ἐπίσης λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἀναφορὰν τῆς Ἑλένης χήρας Πετροπούλου, ἧς ὁ σύζυγος ἐφονεύθη ἐν πολέμῳ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς παραπονεῖται ἡ περὶ ἧς πρόκειται, ὅτι ἀπερρίφθη ἡ αἴτησις αὐτῆς περὶ συντάξεων ὑπὸ τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου. Ἡ ἀπόφασις ἔλεγεν ὅτι «ἐπειδὴ τὸ νόσημα ἐξ οὗ ἐπῆλθεν ὁ θάνατος ἦτο ἡ ἑλονοσία, νόσημα ὅπερ δὲν εἶναι συντάξιμον διὰ τοῦτο ἀπορρίπτεται ἡ σύνταξις». Ἤδη καταθέτω ἐπίσημον πιστοποίησιν τοῦ διοικοῦντος τότε τὸν λόχον λοχαγοῦ καὶ ἤδη ταγματάρχου τοῦ Πυροβολικοῦ, δι’ ἧς οὕτω βεβαιοῖ ὅτι ὁ σύζυγος αὐτῆς ἔπαθεν ἐκ τύφου, ἀποβιώσας ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν. Βεβαίως, ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, ἡ στηριζομένη ἐπὶ τῆς πιστοποιήσεως τῶν ἰατρῶν εἶναι νόμιμος, οὐχ ἧττον ὅμως φρονῶ ὅτι ἡ ἐπίσημος βεβαίωσις τοῦ λοχαγοῦ τοῦ Σώματος πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, καὶ νὰ ἐξετασθῇ τίς ἔχει ἐκ τῶν δύο δίκαιον, διότι εἶναι ἄδικον νὰ παραμένῃ εἰς τὴν χήραν, ἐκ τῶν δύο τούτων ἀντιφατικῶν πιστοποιήσεων, τὸ παράπονον ὅτι ἠδικήθη.
§14ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Π. Φίλιππας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς Ἀμαλίας χήρας Βερροιώτου.
§16Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἀντικείμενον τῆς ἀναφορᾶς ταύτης εἶναι τὸ ἑξῆς. Ὁ σύζυγος τῆς ἀναφερομένης διετέλεσεν ὑπάλληλος πολυμελοῦς Δικαστηρίου ἐπὶ 19 ἔτη καὶ ἕξ μῆνας, ἀποβιώσας δὲ ἀφῆκεν αὐτὴν ἐν ἄκρᾳ πενίᾳ. Ἐπειδὴ νομικὸν κώλυμα ὑπάρχει διὰ τὸν ἐλλείποντα χρόνον τῆς συντάξεως, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ὃν θὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἀναφορὰν ταύτην καὶ νὰ προνοήσῃ ὅπως δοθῇ εἰς αὐτὴν ἐφάπαξ βοήθημά τι, ἀπέναντι τῶν κρατήσεων ἐκ τοῦ μισθοῦ τοῦ συζύγου της, ἀφοῦ ὁ νόμος δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν παροχὴν συντάξεως. Τοῦτο εἶναι ἔργον φιλανθρωπίας, εὑρισκομένης ὡς εἶπον, τῆς αἰτούσης εἰς τὴν ἐσχάτην ἔνδειαν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 7 διαγράφεται. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἰωάννου Γκαβέρη.
§18Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του ἐπὶ τοῦ ἑξῆς. Καταγγέλλονται καταχρήσεις τοῦ ταμείου ἀλληλοβοηθείας τῶν ἐργατῶν Λαυρίου. Οὔτε νὰ ἐπικυρώσω δύναμαι ταύτας οὔτε ν’ ἀρνηθῶ, ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ καταγγέλλονται πρέπει νὰ ἐξετασθῇ τὸ πρᾶγμα.
§19Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ μοὶ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ κ. Κ. Σπυρίδης, Σ. Ἀναστασιάδης καὶ Γ. Κασαβέτης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Πορταριᾶς.
§21Κ. ΣΠΥΡΙΔΗΣ. Θεωρῶ καθῆκον μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Πορταριᾶς, ἥτις δὲν ἐκπροσωπεῖ τὰ αἰτήματα μόνον αὐτῆς ἀλλὰ παλαιὸν πόθον ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου. Πρόκειται περὶ τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ τοῦ σίτου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐμφανίζεται ὡς μία πληγὴ ἐν τῷ φορολογικῷ μας ὀργανισμῷ. Εἶναι γνωσταὶ εἰς τὴν Βουλὴν αἱ ἀρχαὶ καὶ αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι ἐμφοροῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὅσον ἀφορᾷ τὸν διακανονισμὸν τοῦ ζητήματος τούτου ἐν προσεχεῖ μέλλοντι. Σήμερον ὅμως τὸ ζήτημα τοῦ σίτου λόγῳ τοῦ πολέμου ἔλαβε τοιαύτας διαστάσεις, ὥστε νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ τοῦτο ὑπὸ σοβαρὰν ἔποψιν. Νὰ εἶσθε βέβαιος, κύριε Πρωθυπουργέ, ὅτι ἡ ταχεῖα διακανόνισις τοῦ ζητήματος τούτου ἔστω καὶ δι’ οἱασδήποτε προσθέτου φορολογίας ἄλλον τινὰ κλάδον τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος, θὰ γίνῃ δεκτὴ μετὰ ἰδιαιτέρας εὐγνωμοσύνης.
§22Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας κύριος Συνάδελφος, ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἐκπροσωπεῖ τὸν πόθον ὁλοκλήρου τῆς Θεσσαλίας. Ἡ τιμὴ τῶν ἀλεύρων ἔφθασεν εἰς 65 λεπτὰ τοῦ δὲ σίτου εἰς 55 λεπτά, εἶναι συνεπῶς ἀδύνατον νὰ ζήσωσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοί. Διαμαρτύρονται λοιπὸν διὰ συλλαλητηρίων, γενομένων ἐν Βόλῳ καὶ Πορταριᾷ, καὶ ζητοῦσιν ἐὰν ἦτο δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἱδρύσῃ καταστήματα πρὸς πώλησιν τοῦ σίτου. Εὐχῆς ἔργον θὰ ἦτο νὰ ἐγίνετο τοῦτο.
§23Α. ΚΑΣΣΑΒΕΤΗΣ. Μετὰ τὰ λεχθέντα οὐδὲν ἔχω νὰ προσθέσω εἰμὴ μόνον νὰ παρακκαλέσω τὸν κύριον Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ προβῇ εἰς σχετικὰς δηλώσεις.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἄν ἀρκεῖσθε εἰς δηλώσεις εὐχαρίστως.
§25Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Οἱ κύριοι Συνάδελφοι καλῶς διηρμήνευσαν τὸν πόθον τοῦ λαοῦ Πορταριᾶς. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔδωκαν ἤδη τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὰ αἰτήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα θίγουσιν πᾶσαν καρδίαν. Κύριε Πρόεδρε, ὁ πόλεμος τῆς Ἑλλάδος, ὠφέλησε τόσον πολὺ τὴν ἐγχώριον παραγωγήν, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς ὀλίγους ἐμπόρους καὶ κτηματίας ὅτι ἀρκετὰ ἔχουσι κερδίσει ἕως τώρα. Ἡ ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Πορταριᾶς εἶναι δικαία. Οἱ παραγωγοὶ ἐπώλησαν τὸν σῖτον των πρὸς 30 λεπτά, διὰ νὰ ἀγοράζωσιν αὐτὸν ἤδη παρὰ τῶν ἐμπόρων πρὸς 60 λεπτά. Δὲν γνωρίζω ἂν λόγοι ταμιευτικοὶ ὑπαγορεύουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, νὰ μὴ προβῇ εἰς μέτρον τι, ἀναγκαζομένη ἐξ ἄλλων περιστάσεων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ ὅ,τι ἔκαμε καὶ διὰ τοὺς ἀλευροβιομηχάνους, νὰ προβῇ δηλαδὴ εἰς διατίμησιν.
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ φορολογία τοῦ σίτου εἶναι φορολογία κεφαλική, κατὰ τὰς παρούσας δὲ περιστάσεις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶμεν περὶ καταργήσεως αὐτοῦ.
§27ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατίμησιν δὲν εἶναι εὐχερὲς ἔργον. Ἐδήλωσα ἤδη εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λαρίσσης τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω δὲ αὐτὸ καὶ τώρα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ἀθ. Περρωτῆς, καὶ Γ. Καντιάνης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ χωρίου Μπάστα.
§29Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§30Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διατάξητε τάχιστα τὰ δέοντα.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Γόντικας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ὑποδιδασκάλων Μεσσηνίας.
§32Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οἱ ὑποδιδάσκαλοι Μεσσηνίας ζητοῦσι τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ συντάξεώς των. Τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια δὲν φαίνεται ὅτι πρόκειται νὰ ψηφισθῶσι, διότι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει πάντοτε εὑρίσκονται τελευταῖα. Εἶναι λυπηρὸν ὅτι τὰ νομοσχέδια ταῦτα μετὰ τοσαύτην μελέτην ἐν τῇ ἐπιτροπῇ δὲν εἰσάγονται πρὸς συζήτησιν, διότι ὁμολογουμένως διασκευαζόμενα ἐν τῇ Βουλῇ θὰ πληρώσωσιν ἐπιτακτικὰς ἀνάγκας ἐν τῷ κλάδῳ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ὅπως ἀποσπάσῃ ἐκ τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων τὸ τμῆμα τὸ ἀφορῶν τὴν σύνταξιν τῶν ὑποδιδασκάλων, διὰ νὰ ὑποβληθῇ δι’ ἰδίου νομοσχεδίου, ἀφοῦ ἔχει ἤδη ἐπεξεργασθῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ τοῦτο ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσι τὰ ἐκπαιδευτικὰ νομοσχέδια.
§33ΑΘ. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε, τὴν ἀναφορὰν τῶν ὑποδιδασκάλων.
§34Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγώ, κ. Πρόεδρε τὴν ἀναφορὰν ταύτην. Πρέπει τέλος πάντων νὰ βελτιωθῇ ἡ τύχη αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες τοσαῦτα προσφέρουσιν εἰς τὴν μαθητιῶσαν νεολαίαν ἔχοντες ἕνα μόνον πόθον νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ὑπαλληλικὴν ἱεραρχίαν.
§35Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κύριε Πρόεδρε, ὁποῖαι τινες σκέψεις ἐπέδρασαν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὥστε νὰ μὴ ἐπισπεύσῃ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων. Νομίζω ὅμως ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου εἶναι σπουδαιοτάτη, ἐὰν δὲ ἔχει νὰ ἐκτελέσῃ πολλὰ σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα ἔργα ἡ Βουλή, ἐκ τῶν σοβαρωτέρων θὰ εἶναι βεβαίως ἡ ἐπιψήφισις τῶν νομοσχεδίων τούτων. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου· σήμερον πρόκειται περὶ παραπόνων εὐλόγων τῶν ὑποδιδασκάλων. Ἐγὼ ὅμως καὶ πάλιν δὲν ἐξετάζω τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ συμφέροντος τῆς ἐκπαιδεύσεως τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι οἱ διδάσκαλοι τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν εἶναι ὑποδιδάσκαλοι, ἤρχισαν δὲ αὐτοὶ ἀπελπισθέντες ὅτι θὰ τύχωσι βελτιώσεώς τινος τῆς θέσεώς των νὰ μεταναστεύωσιν εἰς Ἀμερικὴν οὕτως ὥστε ὑπάρχει κίνδυνος ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ μείνωσι τὰ σχολεῖα τῶν ἀγροτῶν ἄνευ διδασκάλων. Ἐφρόνον καὶ φρονῶ ὅτι εἶναι ἐπιβεβλημμένον πρὸς πρόληψιν τῶν κινδύνων τούτων εἰς τὴν σημερινὴν περίστασιν ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιδιώξῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἔστω ἐὰν ἕνεκα διαφόρων λόγων δὲν σκέπτεται νὰ πράξῃ τοῦτο ἀμέσως νὰ ἀποσπασθῇ τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν σύνταξιν τῶν ὑποδιδασκάλων, καὶ νὰ ἐπιψηφισθῇ, διότι ἐπαναλαμβάνω κινδυνεύουσι νὰ μείνωσιν ἄνευ διδασκάλων τὰ σχολεῖα.
§36Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Συνιστῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἀναφοράν, κύριε Πρόεδρε, διότι εἶναι δικαιοτάτη.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἰγγλέσης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Ἰ. Δενδρινοῦ. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἂν θὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τὰς ἀτμοπλοϊκὰς συμβάσεις καὶ τὸ Κυπαρίσιον, Ἐπιδαύρου, καὶ τὸ Ἀχίλλειον, Ταινάρου, ὅπως ἐπικοινωνήσωσιν θαλασσίως καὶ οἱ πολυπληθεῖς οὗτοι πληθυσμοί».
§39Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ μελετήσω τὸ ζήτημα καὶ θὰ ἴδω τί εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Πρόκειται νὰ γίνῃ δημοπρασία, θὰ λάβω δὲ ὑπ’ ὄψιν μου τὴν ἀναφορὰν αὐτήν, καὶ ἂν ἐπιτακτικαὶ ἀνάγκαι ἐπιβάλλωσι τοῦτο, θέλω ζητήσει νὰ περιληφθῇ καὶ ἡ γραμμὴ αὕτη.
§40Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὀφείλω νὰ σᾶς γνωρίσω ὅτι καὶ ἄλλοτε προσήγγιζον ἀτμόπλοια ἐκεῖ, πρέπει δὲ νὰ σημειωθῇ ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῶν μερῶν ἐκείνων οὐδεμίαν ἔχουσιν συγκοινωνίαν διὰ ξηρᾶς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Μ. Στελλάκης καὶ Π. Κοσονάκος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν διὰ τῶν νέων ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων λαμβάνηται πρόνοια περὶ προσεγγίσεως ἀτμοπλοίων εἰς τοὺς λιμένας Κυπαρισσίου, Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς, καὶ Πόρτο–Κάγιο, τῆς Λακωνικῆς, ἀφοῦ οἱ κάτοικοι καὶ οἱ ἐμπορευόμενοι τῶν μερῶν τούτων στεροῦνται παντὸς μέσου ἄλλης συγκοινωνίας καὶ ἰδίως ξηρᾶς».
§42Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀπήντησα ἤδη.
§43Μ. ΣΤΕΛΛΑΚΗΣ. Ἡ ἑξῆς εὐκολία παρουσιάζεται ὡς πρὸς τὸ Κυπαρίσσιον, ὅτι ἡ γραμμὴ τοῦ λιμένος αὐτοῦ εἶναι ἐπὶ τῆς γραμμῆς ἄλλων ἀγόνων γραμμῶν, ὥστε οὐδεμίαν θὰ παρουσιάσῃ δυσκολίαν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ἂν διετάχθη ἡ σύστασις τοῦ Τηλεφωνείου ἐν Ρηχέα–Ζάρακος, κοινότητος ἐκ 1500 κατοίκων, ἥτις εἶχε ἀποφασισθῆ ἀπὸ τριετίας, εὑρίσκεται δὲ εἰς Ἑληὰν–Μολάων στύλος ἀχρησιμοποίητος».
§45Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἡ ἀπάντησις εἶναι γενική. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε ἐπὶ τοῦ παρόντος μέχρις οὗ λάβωμεν ὑλικά.
§46Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι πρὸ τριετίας ἡ ἐγκατάστασις τῆς γραμμῆς αὐτῆς ἀπεφασίσθη, διότι ἡ κοινότης Ρηχέα–Ζάρακος, τῆς ὁποίας τὰς ἀνάγκας θὰ ἐξυπηρετήσῃ ἡ τηλεφωνικὴ αὕτη γραμμή, κατοικεῖται ὑπὸ 1500 κατοίκων.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Χριστοδουλιᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆν Δικαιοσύνης τίνα μέτρα ἔλαβε πρὸς ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν κρεοπωλῶν, παρ’ ὧν ἀπαιτοῦσι τὰ ἀστυνομικὰ ὄργανα ἄδειαν διὰ τὴν χρῆσιν τῶν πρὸς σφαγὴν ἀπαιτουμένων μαχαιρῶν».
§48Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Συνεννοήθην μετὰ τοῦ συναδέλφου μου κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ὁποίου ὑπάγεται τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἐλπίζω ὅτι συντόμως θὰ τύχῃ λύσεως, ἡ ὁποία θὰ εὐχαριστήσῃ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτήν.
§49ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διέταξα γενικῶς νὰ ἐπιτραπῇ.
§50Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Ἔχω τηλεγράφημα ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου ἐπαρχίας ὅτι ἀπειλοῦνται ὅλοι οἱ κρεοπῶλαι νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην.
§51ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐστάλη σήμερον ἡ γενικὴ διαταγή.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Γαρδικιώτης ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§53Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι Γρεβενῶν παραπονοῦνται ὅτι ἀπηγορεύθη ἐκεῖ ἡ θήρα τῶν ἀγρίων ζώων, οὕτω δὲ κινδυνεύουσι νὰ κατασπαραχθῶσιν ἀπὸ τὰ ἄγρια αὐτὰ ζῷα. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ ἄλλος λόγος ἀπειλῶν τὴν δημοσίαν τάξιν, θὰ παρεκάλουν, λέγω, τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ παραπέμψῃ τὴν ἐν λόγῳ ἀναφορὰν εἰς τὴν γενικὴν Διοίκησιν Θεσσαλονίκης, ὥστε νὰ ἐπιτραπῇ ἡ θήρα τῶν ἀγρίων ζώων, ὅπως ἐπετράπη καὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη τῆς Μακεδονίας.
§54ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§55Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ τὴν αὐτὴν σύστασιν ποιοῦμαι, διότι δὲν πρόκειται περὶ κυνηγίου χάριν παιδιᾶς, ἀλλὰ περὶ καταδιώξεως ἐπιβλαβῶν ζώων.
§56Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ ὅπως παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Δελμοῦζος, καὶ Ι. Ξηρὸς «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν πρόκειται νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ χρησιμοποιήσεως ἐν ἐπιστρατεύσει τῶν ἐφέδρων οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ὡς ἐλήφθη τοιαύτη πρόνοια περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων.
§58Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν διέταξε τὴν μελέτην τῆς ἀποξηράνσεως τοῦ ἕλους ἁλυκὴ τοῦ Αἰγίου, διότι ὡς ἐκ τῶν παρατηρουμένων τελμάτων κινδυνεύει ὁλόκληρος ἡ ὑγεία τῆς πόλεως.
§60Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἡ μελέτη πρὸ πολλοῦ διετάχθη ἀλλ’ ἀνεστάλη συνεπείᾳ ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Λ. Θανόπουλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον ὁ ἔγκριτος ἰατρὸς Καστορίας κ. Λ. Μαυροδίτης, διορισθεὶς δι’ ἐγγράφου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐγκαταστάσεως τῶν προσφύγων ἰατρός, αὐτῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ τῆς ὑποδιοικήσεως Καστορίας ἀντικατέστη τὴν ἐπαύριον αὐθαιρέτως παρὰ τοῦ κ. Ὑποδιοικητοῦ, ἐνῷ μάλιστα προσεφέρθη νὰ παράσχῃ δωρεὰν τὰς ὑπηρεσίας του πρὸς τοῦτο».
§62ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐκ τῆς ἐρωτήσεως τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου πληροφοροῦμαι τὸ γεγονὸς καὶ ἐζήτησα σχετικὰς πληροφορίας, ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ πληροφορήσω τὴν Βουλήν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, διατί δὲν συνεχίζονται αἱ ἐργασίαι τῆς ἐπισκευῆς τῆς ὁδοῦ Ἀθηνῶν–Λαυρίου, αἵτινες πρὸ πολλοῦ ἐσταμάτησαν εἰς τὴν θέσιν Ἁγία Παρασκευή, ἀφοῦ ἡ ὁδὸς αὕτη ἀποτελεῖ τὴν κυρίαν ἀφετηρίαν συγκοινωνίας τῆς ἐπαρχίας Ἀττικῆς, δι’ ἧς τὰ χωρία καὶ μάλιστα τῶν Μεσογείων συγκοινωνοῦσι μετὰ τῶν Ἀθηνῶν».
§64Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Αἱ ἐργασίαι διεκόπησαν ἐπ’ ὀλίγας ἡμέρας μέχρις οὗ διευθετηθῇ τὸ ζήτημα τῶν ὁδοστρωτήρων. Γνωρίζετε ὅτι ἔχομεν μόνον δεκατέσσαρας ὁδοστρωτῆρας, οἱ ὁποῖοι προσωρινῶς διετέθησαν εἰς μᾶλλον ἐπειγούσας ἐργασίας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, διατί δὲν παραλαμβάνεται ἀπὸ τὸ ἐργολάβον καὶ δὲν παραδίδεται εἰς χρῆσιν τὸ σχολεῖον ἀρρένων τοῦ Λιόπεσι Ἀττικῆς, ἀφοῦ εἶναι ἕτοιμον ἤδη πρὸ μηνὸς καὶ ἀφοῦ τὸ σχολικὸν ἔτος ἤρχισε καὶ πρέπει νὰ ἀρχίσωσι τὰ μαθήματα».
§66Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ Δημοσίας Ἐκπαιδαύσεως). Δὲν παρελήφθησαν αἱ ἐργασίας τῆς ἐπισκευῆς τοῦ σχολείου Λιόπεσι, διότι ὁ κ. Νομομηχανικὸς δὲν ὑπέβαλε εἰσέτι πρότασιν παραλαβῆς τῶν ἐργασιῶν, γνωρίζετε δὲ ὅτι ἄνευ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Νομομηχανικοῦ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται κατὰ νόμον νὰ συστήσῃ ἐπιτροπὴν παραλαβῆς.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Χαριτᾶτος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν διὰ τίνα λόγον δὲν τάσσεται ἡμέρα πρὸς ἐκδίκασιν ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου Ἰωαννίνων ἡ κατὰ τοῦ Α. Θεοδωράτου ποινικὴ δίκη, τοῦ πλέον ἀπομεμακρυσμένου τῆς κατοικίας τοῦ κατηγορουμένου, καὶ διὰ τίνας λόγους αὕτη ἀνεβλήθη τετράκις χωρὶς νὰ καταδικασθῶσιν οἱ μάρτυρες».
§68Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε παράπονον σχετικὸν πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Θὰ ἐξετάσω τὴν ὑπόθεσιν, θὰ παρακαλέσω δὲ καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν νὰ μοὶ δώσῃ ὅσας εἶναι δυνατὸν περισσοτέρας πληροφορίας ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως.
§69Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Εὐχαρίστως σᾶς δίδω τὴν πληροφορίαν ὅτι καταβάλλεται προσπάθεια ὅπως διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐξαντλήσεως τοῦ κατηγορουμένου ἐπιτευχθῇ ἡ καταδίκη του.
§70Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τίς εἶναι αὐτός;
§71Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Εἰς τὸ ὑποκατάστημα τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἐν Ἀργοστολίῳ ἀνεκαλύφθησαν καταχρήσεις. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἐνήργησεν ἀνακρίσεις καὶ ἔπαυσε τὸν καταχραστὴν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν θέσιν του κατήγγειλε τὸν κλητῆρα τῆς Τραπέζης, ὅστις ἄνευ ἀποχρωσῶν ἀποδείξεων παρεπέμφθη εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον. Ὅτε ἐγένετο ἡ δίκη του ἐνώπιον τοῦ Κακουργοδικείου Κερκύρας, οἱ ἔνορκοι μιᾷ φωνῇ εἶπον ὅτι ἔπρεπεν ὁ κατήγορος νὰ εἶναι κατηγορούμενος. Τότε ἀνεβλήθη ἡ δίκη, διαταχθεισῶν κρεισσόνων ἀποδείξεων. Κατόπιν παρεπέμφθη ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Ἰωαννίνων ὅπου δὶς ἢ τρὶς ἀνεβλήθη, χωρὶς νὰ καταδικάζωνται οἱ μάρτυρες ἐκ τῆς ἀπουσίας τῶν ὁποίων ἀνεβάλλετο ἡ δίκη, καλούμενοι ἐπίτηδες πάντοτε ἐκπροθέσμως ἵνα διὰ τῆς μεθόδου ταύτης ἐξαντληθῇ ὁ κατηγορούμενος καὶ μὴ ἔχῃ τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του, διότι ἑκάστην φοράν, καθ’ ἣν ἀνεβάλλετο ἡ δίκη, ἐστοίχιζεν εἰς αὐτὸν περὶ τὰς δύο χιλιάδας δραχμάς. Καὶ ἤδη δὲ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς δὲν ἔχει τὰ μέσα νὰ ὑπερασπισθῇ ἑαυτὸν προσκομίζων τοὺς ἀναγκαίους μάρτυρας, καὶ οὕτω κινδυνεύει ἐνῷ εἶναι ἀθῷος νὰ καταδικασθῇ. Οἱ μάρτυρες κοινοποιοῦνται ἐκπροθέσμως, καὶ ὅλα αὐτὰ γίνονται εἰς βάρος τοῦ πτωχοῦ ἀνθρώπου. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπόν, κ. Ὑπουργέ, νὰ λάβητε ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην καὶ νὰ ἐξετάσητε, διατί ἡ δίκη αὐτὴ δὲν προσδιωρίσθη εἰς ἓν τῶν πλησιεστέρων Κακουργοδικείων, ἀλλὰ ἀφοῦ τρὶς ἀνεβλήθη ἤδη προσδιωρίσθη εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον Ἰωαννίνων, διότι ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο ἵνα ἐξαντληθῇ ὁ κατηγορούμενος οἰκονομικῶς, καὶ μὴ ἔχῃ πλέον τὰ μέσα τῆς ὑπερασπίσεώς του καὶ οὕτω καταδικασθῇ.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθ. 24 καὶ 25 ἀναβάλλονται. Ὁ κ. Α. Θανόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῆς ἐξεγέρσεως ὅλων τῶν βιβλιοπωλῶν τοῦ Κράτους καὶ τῶν γονέων τῆς δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, ἕνεκα τῆς μὴ ἐκδόσεως τῶν βιβλίων ὑπὸ τοῦ ἐργολάβου Μ. Μαντζεβελάκη, διότι ὁλόκληρον τὸ σχολικὸν ἔτος φαίνεται ὅτι θὰ παρέλθῃ ἄνευ διδακτικῶν βιβλίων».
§73Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον, ἵνα μὴ συμβαίνῃ βραδύτης περὶ τὴν ἐκτύπωσιν τῶν διδακτικῶν βιβλίων, καθόσον ὁ νόμος δὲν εἶχε τάξει προθεσμίαν, ἐμερίμνησε διὰ τοῦ νόμου 83 καὶ ἔταξε προθεσμίαν. Ὁ νόμος 83 ἀφορᾷ τὰ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τούτου ἐκδοθησόμενα βιβλία, καθόσον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν. Ἑπομένως δι’ ὅσα βιβλία πρόκειται νὰ ἐκτυπωθῶσι δυνάμει τοῦ παλαιοῦ νόμου, κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, οὐδὲν μέτρον ἠδύνατο νὰ ληφθῇ. Ἐν τούτοις πληροφορῶ τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἐλπίζω ὅτι ὅλα τὰ βιβλία θὰ τυπωθῶσι ταχέως. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ βιβλία τῶν δημοτικῶν σχολίων, ταῦτα εὑρίσκονται ὑπὸ τύπωσιν παραδοθέντα εἰς τοὺς ἐκδότας ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου μόλις πρό τινων ἡμερῶν ὑπὸ τὰς περιοριστικὰς διατάξεις τῶν προθεσμιῶν τοῦ νόμου 83.
§74Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ποῖος εἶναι ὁ ἐργολάβος;
§75Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ Φανούριος.
§76Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αὐτὸς εἶναι ἁμαξηλάτης.
§77Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δύναται νὰ εἶναι καὶ ἁμαξηλάτης, ἀρκεῖ νὰ κατέθησε κατὰ τὸν νόμον ἀνάλογον ἐγγύησιν (διάλογοι). Ἀπηγορεύθη ἤδη διὰ διαταγῆς μου ἡ εἰσαγωγὴ ὅλων τῶν βιβλίων εἰς τὰ σχολεῖα.
§78ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα τῶν διδακτικῶν βιβλίων μοὶ φαίνεται ὅτι πρέπει νὰ προκαλέσῃ σύντονον τὴν προσοχὴν ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἰδιαιτέρως δὲ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, διότι ὡς ἐκ τῆς ὑπάρξεως ἐντελῶς ἀτελοῦς νόμου δὲν γίνεται τίποτε ἄλλο εἰμὴ σκληρὰ ἀδικία τῆς ὅλης ἐκπαιδεύσεως καὶ αἰσχρὰ ἐκμετάλλευσις καὶ τῆς Πολιτείας καὶ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου. Ἰσχυρίζονται οἱ ἐκδόται ὅτι εὑρίσκονται ὑπὸ περιορισμοὺς καὶ δεσμεύονται ὑπὸ προθεσμιῶν τοῦ νεωτέρου νόμου ἢ ὅτι εἶναι ἐξηρτημένοι ἐκ διατάξεων τοῦ παλαιοτέρου νόμου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἀληθὲς εἶναι ὅτι οἱ τυπώσαντες τὰ παλαιὰ βιβλία, δηλαδὴ τῆς ληξάσης τετραετίας, προσεπάθησαν διὰ παντὸς μέσου νὰ ματαιώσωσι τὴν ταχεῖαν ἐκτύπωσιν τῶν νέων βιβλίων, νὰ παρατείνωσι δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐν τῇ καταστρατηγήσει τοῦ νόμου τὴν ἔκδοσιν, ὥστε νὰ ἐπιτύχωσι νὰ πωλήσωσιν ὁλόκληρα τὰ βιβλία τῶν παλαιῶν ἐκδόσεων τὰς ὁποίας ἔχουσιν ἐν παρακαταθήκῃ καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐργολαβία ἔληξε κατὰ τὸ παρὸν ἔτος. Ἄλλως δὲν θὰ ζημιωθῶσιν οἱ ἐργολάβοι, καὶ ἐὰν κηρυχθῶσιν ἔκπτωτοι ἀκόμη, διότι ὡς ὅρος περιοριστικὸς ἐν τῷ νόμῳ καὶ συμβολαίῳ ἀναγράφεται πληρωμὴ χιλίων ἢ δισχιλίων δραχμῶν δι’ ἕκαστον βιβλίον, ἣν εὐχαρίστως καταβάλλουσι, διότι ἐκ τῆς πωλήσεως τῶν παλαιοτέρων βιβλίων δύνανται νὰ προσπορισθῶσι πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν. Διὰ τοῦτο διαμαρτύρομαι καὶ διότι περιῆλθεν ἡ ἐκτύπωσις τῶν βιβλίων εἰς ἐργολάβους ἐκμεταλλευτὰς καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι οἱ μειοδοτήσαντες ἐργολάβοι ἐμειοδότησαν διὰ τῶν ἁμαξηλατῶν αὐτῶν, ἵνα οὗτοι εἶναι ἀνεύθυνοι. Ὅτι δὲ τὰ βιβλία δὲν θὰ ὑπάρχωσιν οὐδὲ θὰ ἐκδοθῶσι καὶ κατὰ τὸ ἀρξάμενον σχολικὸν ἔτος, τοῦτο εἶναι γεγονός, διότι οὔτε προμήθειαν χάρτου ἔχουσι, παρὰ τοὺς ἀντιθέτους ἰσχυρισμοὺς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν θὰ γίνῃ ἡ ἐκτύπωσις.
§79Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἰσχυρίζεται αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγετε σεῖς. Ὁ Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἤθελε νὰ εἴπῃ. Ἐὰν δὲν πιστεύητε εἶναι δικαίωμά σας. Ὁ Ὑπουργὸς ἐδήλωσεν ὅτι ὁ ἐκδότης ὀφείλει, ἵνα ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ἐκτυπώσῃ τὰ βιβλία, πρὸ τῆς παρελεύσεως δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης ὁ Ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς πράξεις αἱ ὁποῖαι δὲν ἐπιτρέπονται ὑπὸ τῶν νόμων. Ἔκαμα ἐν τούτοις καί τι πλέον· δι’ ἐγκυκλίου διαταγῆς μου ἀπηγόρευσα τὴν εἰσαγωγὴν ὅλων τῶν βιβλίων εἰς τὰ σχολεῖα μέχρις ὅτου ληφθῇ μέτρον, εἴτε διοικητικὸν εἴτε νομοθετικόν. Ὁ Ὑπουργὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ τι ἄλλο, θὰ λάβῃ μόνον μέτρα νόμιμα· πλέον τούτου δὲν θὰ κάμῃ τίποτε.
§80ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἀπαντῶν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἰσχυρίζομαι καὶ λέγω ὅτι ὁλόκληροι σειραὶ βιβλίων καὶ πέρυσι δὲν ἐξεδόθησαν καὶ δὲν εἶχον εἰσαχθῆ, καὶ ἐφέτος ἀκόμη οἱ μαθηταὶ θὰ μείνωσιν ἄνευ βιβλίων, χάριν τῶν ἐκδοτῶν. Τὸ μέτρον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅπερ ἰσχυρίζεται ὅτι σήμερον λαμβάνει, ἔπρεπε νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν αὐτοῦ ἰδιαιτέρως ἀπὸ πέρυσιν ἀκόμη, διότι ἀπὸ πέρυσιν ὁλόκληρα τὰ σχολεῖα μένουσιν ἄνευ βιβλίων. Αὐτὸ εἶναι τὸ γεγονός, αὐτὸ εἶναι τὸ πραγματικόν, πρὸς μεγίστην ζημίαν τῆς παιδείας καὶ τῆς μορφώσεως τῶν τέκνων τοῦ λαοῦ.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν ὑποχρεοῦνται αἱ κοινότητες εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ μισθοῦ εἰς ἐκείνους τοὺς δημοδιδασκάλους των οἵτινες ἀπὸ τοῦ παρελθόντος Φεβρουαρίου ἀπεσπάσθησαν ὡς προσωρινοὶ ἐπιθεωρηταὶ εἰς τὰς νέας Χώρας».
§82Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὅλαι αἱ κοινότητες προθύμως ἐπλήρωσαν τοὺς τοιούτους δημοδιδασκάλους.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονιάδης «παρακαλεῖ τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί κατὰ τὴν γενομένην συμφώνως τῷ νόμῳ παρὰ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου διανομὴν τοῦ βοηθήματος διὰ τὰ θύματα τοῦ Χημείου, τὸ ἀναλογοῦν ποσὸν ἐκ τούτου διὰ τὸν φονευθέντα κατὰ τὴν πυρκαϊὰν στρατιώτην Π. Ι. Ζαΐμην ἐδόθη εἰς τὴν μὴ νόμιμον σύζυγον τοῦ φονευθέντος καὶ ὄχι εἰς τοὺς γονεῖς τούτου, γέροντας καὶ ἀνικάνους πρὸς πᾶσαν ἐργασίαν».
§84Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Καὶ ἄλλοτε ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ὑποβάλω παρομοίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀτυχῶς ὅμως δὲν ἔτυχον ἀπαντήσεως, ἕνεκα τῆς ἐπελθούσης διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ ὅθεν καὶ ἤδη τὸν κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καθόσον τὸ βοήθημα τὸ ὁποῖον ἐκανονίσθη διὰ τὸν φονευθέντα κατὰ τὴν πυρκαϊὰν τοῦ Χημείου στρατιώτην διετέθη διὰ τὴν μὴ νόμιμον σύζυγον τούτου.
§85ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐκ τῶν γενομένων ἐξετάσεων ἐβεβαιώθη ὅτι τὸ βοήθημα διετίθετο εἰς τὴν σύζυγον τοῦ φονευθέντος. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἀποκαλύπτεται τώρα, ὅτι αὕτη δὲν ἦτο νόμιμος σύζυγος, δὲν ἐγένετο τότε γνωστόν.
§86Π. ΠΟΛΥΧΡΟΝΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ φονευθέντος στρατιώτου καὶ προστάτου τῶν γονέων του, δίκαιον δ’ εἶναι νὰ δοθῇ τὸ ἐπίδομα εἰς τὸν γέροντα πατέρα του, ὁ ὁποῖος εἶναι χωλὸς καὶ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, ὡς δύνασθε, κ. Ὑπουργέ, νὰ βεβαιωθῆτε.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν φυλάκων τοῦ Φρενοκομείου Κερκύρας».
§88ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Συνάδελφον νὰ ὑποδείξῃ, ἂν νομίζει ὅτι ἔχει νὰ ὑποδείξῃ, τὴν ἀνάγκην τῶν ληπτέων μέτρων, ἵνα μελετήσω ταύτην καὶ δώσω ἀπάντησιν.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἀποστέλλεται ὁ ναύτης Σπυρίδων Γιωτάκης, ὑπηρετῶν ἐπὶ τοῦ «Κανάρη», εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ὑγειονομικὴν Ἐπιτροπήν, ἀφοῦ ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἀδελφοῦ του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν μετὰ ἰατρικοῦ πιστοποιητικοῦ πρὸ πολλοῦ ὑπεβλήθη».
§90Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Θὰ σᾶς ἀπαντήσω προσεχῶς.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Καρπετόπουλος καὶ Π. Σπυράκης «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, τί μέτρον θὰ λάβῃ διὰ τοὺς ἀξιωματικούς, οἵτινες προβιβασθέντες κατόπιν τῆς γενομένης ἀναθεωρήσεως τῶν πινάκων, δὲν εἶναι ἤδη ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς πίνακας προβιβασμῶν, τοὺς συνταχθέντας ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων καὶ ἰσχύοντας μέχρι τοῦ ἔτους 1915».
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν εἶμαι εἰς θέσιν σήμερον νὰ δώσω ἀπάντησιν. Προσεχῶς θὰ ἀπαντήσω.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Πρὸ ταύτης ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Π. Φίλιππας ὅπως ὑποβάλῃ πρότασιν νόμου «περὶ ταμείου Ἀμύνης καὶ οἰνοπαραγωγῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λευκάδος.
§94Π. ΦΙΛΙΠΠΑΣ. Κύριοι Βουλευταί, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπ’ ἐλάχιστον. Πρόκειται περὶ ζητήματος τοπικοῦ, ἀλλ’ ἐπείγοντος. Ὡς γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, μετὰ τὴν οἰνολογικὴν καὶ σταφιδικὴν κρίσιν ἡ ὁποία ἐπῆλθεν ὡς ἐκ τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν προϊόντων, λόγῳ τῆς ὑπερπαραγωγῆς τῶν προϊόντων τούτων ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἠγέρθη θόρυβος μέγας ἐν Ἑλλάδι καὶ ἐπὶ ἡμέρας ἠσχολεῖτο καθ’ ἑκάστην Σύνοδον ἡ Βουλὴ εἰς διαφόρους συζητήσεις. Ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις εὐήκουν ἔτειναν τὸ οὖς εἰς τὰ δίκαια παράπονα τῆς παραγωγῆς, καὶ ὅτε κατὰ τῷ 1910 ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως τῶν ἀμβύκων διὰ τῆς φορολογίας τοῦ οἰνοπνεύματος, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἔδωκάν τινα ἀνταλλάγματα. Ὄντως, ἡ πατρίς μου ἦτο ἡ πρώτη ἥτις ἐπωφελήθη τοῦ ἀνταλλάγματος καὶ προέβη εἰς τὴν διατήρησιν καὶ ἐπιβολὴν φόρου, πρὸς σύστασιν τοῦ ὑπὸ τοῦ νόμου προβλεπομένου ταμείου ἀμύνης τῆς οἰνοπαραγωγῆς, ἡ δὲ Πολιτεία ἐξέδωκε πάραυτα τὸ Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἡ φορολογία ἐκείνη ἐτέθη εἰς ἐφαρμογήν. Ἔκτοτε κατεβλήθησαν πολλαὶ προσπάθειαι, ὅπως τὸ Διάταγμα τῆς λειτουργίας ἔλθῃ εἰς φῶς, διάφοροι ὅμως λόγοι, προελθόντες ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων δὲν ἐπέτρεψαν τὴν ἔκδοσιν αὐτοῦ, καὶ τοῦτο διότι ἡ ἡμετέρα ἐπαρχία ἕνεκα τῶν ἐπικρατούντων εἰς αὐτὴν ἐθίμων καὶ συνθηκῶν ἐζήτησε διατάξεις, αἵτινες δὲν ἠδύναντο νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς ἐκτελεστικὸν νομοθετικὸν Διάταγμα, ἄνευ νομοθετικῆς ἀδείας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐμελέτα τὴν ὑποβολὴν νόμου, ἀλλ’ εὑρέθη πρὸ πολλῶν κωλυμάτων, καὶ ὅτε τῇ συνεργασίᾳ μου ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου εἶχε καταρτίσει νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπεξειργάσθη, πάλιν ἕνεκα τοῦ ἐκτάκτου τῶν περιστάσεων διεκόπησαν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς καὶ εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην ὡς ἐκ τῆς ὥρας τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ προϊόντος νὰ ἐπισπεύσωμεν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξέδωκε Β. Διάταγμα, ἀλλ’ εἰς τὸ Διάταγμα ἐκεῖνο ἕνεκα τῶν νομικῶν κωλυμάτων δὲν ἠδυνήθη νὰ περιλάβῃ διατάξεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν γνώμην τῶν εἰδικῶν θὰ εἶναι ἡ ζωὴ τοῦ ταμείου. Δι’ αὐτὸ ἔρχομαι, ἵνα διὰ συμπληρωτικῆς προτάσεως νόμου, ζητήσω νὰ ψηφισθῶσιν αἱ διατάξεις αὗται μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ὅλη ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς θὰ εἶναι ἡ τελευταία λέξις, διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς παρούσης προτάσεως πρὸς εὐδόκιμον λειτουργίαν τοῦ ταμείου, καὶ ἀπαρχήν, αἰσιωτέρου μέλλοντος διὰ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς πατρίδος μου καὶ πρότυπον ἵδρυμα διὰ τοὺς λοιποὺς γεωργικοὺς πληθυσμοὺς τῆς Ἑλλάδος, διότι ταμεῖον προικισθὲν μὲ 1.000.000 δραχ. θέλει συντελέσει πολὺ ὑπὲρ τῆς προαγωγῆς τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν ἀγροτῶν τῆς Λευκάδος, τοὺς ὁποίους θὰ ζηλεύσωσι καὶ οἱ ἄλλοι. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ παράσχωσι τὴν ἐπιεικῆ συνδρομήν, ὅπως ἡ πρότασις αὕτη καταστῇ νόμος τοῦ Κράτους.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει τὸν λόγον.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἔχω νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ ἐμπορείας τῶν χημικῶν λιπασμάτων». Τὴν σημασίαν τῶν χημικῶν λιπασμάτων διὰ μακρῶν ἀνεπτύξαμεν ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει διὰ τὴν διάθεσιν ποσοῦ τινος αὐτῶν πρὸς προαγωγὴν τῆς χρήσεώς των. Ἕν τῶν ἐμποδίων, τῶν μεγάλων, τὰ ὁποῖα ἐπιπροστίθενται εἶναι ἡ μεγάλη κατάχρησις ἡ ὁποία γίνεται περὶ τὴν νόθευσιν αὐτῶν. Δι’ αὐτὸ εἰς ὅλα τὰ μέρη ἔλαβον πολλὰ μέτρα, εἰδικῶς κατὰ τῶν νοθευτῶν τῶν χημικῶν λιπασμάτων. Καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπαρουσιάσθησαν τὰ κρούσματα ταῦτα, διότι συνέβη πολλάκις κόνις γαιανθράκων τῶν σιδηροδρόμων νὰ παρουσιάζηται ὡς χημικὸν λίπασμα. Δι’ αὐτὸ λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ὅπως τιμωρῶνται ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον προβῆ εἰς τοιαύτας νοθείας.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§98Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ συγκροτήσεως τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Κατακώλου καὶ συνομολογήσεως δανείου ἐκ 500.000 δραχμῶν, δι’ ὧν θὰ κατορθωθῇ νὰ ἐπισκευασθῇ ὁ ἐν οὐχὶ καλῇ καταστάσει εὑρισκόμενος λιμενοβραχίων Κατακώλου». Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον. (Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κηρύσσεται κατεπεῖγον καὶ ψηφίζεται κατ’ ἀρχήν).
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Σοκόλης.
§100Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ σχετικὰ πρὸς τὴν δίκην τῶν ἀθέων, τὰ ὁποῖα πρὸ καιροῦ ἐζήτησα. Εἶναι ἀντικείμενον τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἐνδιαφέρῃ.
§101Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Συνεπείᾳ τῆς αἰτήσεώς σας διέταξα τὴν προσαγωγήν των, ὅπως καταθέσω ταῦτα. Δυστυχῶς ὅμως ἐν τῷ καταστήματι τοῦ ταχυδρομείου ἐκλάπη ὁλόκληρον τὸ κιβώτιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἦσαν καὶ τὰ ἔγγραφα ταῦτα. Διέταξα ἀνακρίσεις.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰσερχόμεθα εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πυρκαϊᾶς τῶν δασῶν» ὡς ἐτροποποιήθη κατὰ τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κανονισμοῦ προσόντων προαγωγῆς ἀνθυποπλοιάρχων τοῦ Β. Ναυτικοῦ».
§103Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ δεχθῇ, ὅπως ὄχι μόνον διὰ τοὺς ἀνθυποπλοιάρχους ληφθῇ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προτείνει, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς ἐξομοιουμένους πρὸς αὐτούς, ἐφ’ ὅσον εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν.
§104Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Μάλιστα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος.
§106Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰσάγεται πρὸς ψήφισιν, Κύριοι, κατὰ μετάγνωσιν τῶν ὅσων ἐψηφίσαμεν. Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐψηφίσαμεν νομοσχέδιον «περὶ προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ ἀριθμοῦ θέσεων», καθ’ ὃν δὲ χρόνον ἡ Βουλή, εἰσηγουμένου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ἐψήφιζεν ὅτι διὰ μὲν τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς φέροντας βαθμὸν ἀνώτερον ὑποπλοιάρχου καὶ ἀνώτερον, εἶναι ἐπαρκῆ τὰ προσόντα τοῦ ἡμίσεως χρόνου τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τοὺς ἀνθυποπλοιάρχους ἐδέχθη, κατόπιν ἀντιρρήσεων τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Εὐβοίας, μὴ ὄντος παρόντος σήμερον, νομίζω, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀπαιτηθῇ ὁλόκληρος ἡ ὑπηρεσία ἡ κατὰ τὸν πάγιον νόμον περὶ προβιβασμῶν ἀπαιτουμένη. Τοῦτο ἐγένετο πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, καὶ σήμερον ἔχομεν νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν. Ἐπὶ τέλους εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται ἡ παρατήρησις ὅτι δέον νὰ ψηφίζῃ ἡ Βουλὴ πᾶν ὅ τι εἶναι ὥριμον πρὸς ψήφισιν, διότι ἄλλως ἡ Βουλὴ θὰ μεταβληθῇ εἰς ἕνα καβουρδιστήρι, ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ ψήνωνται διάφορα χαρτιὰ τὰ ὁποῖα ἀναλόγως τῶν ὁμάδων, αἵτινες παρουσιάζονται εἰς τοὺς διαδρόμους τῆς Βουλῆς, θὰ ῥίπτωνται ἐντὸς αὐτοῦ. Διότι εἰς τὸν διάδρομον τῆς Βουλῆς προσῆλθεν ὁμὰς ἀνθυποπλοιάρχων ζητούντων νὰ ψηφισθῇ ὁ νόμος αὐτός, καὶ ἀντὶ νὰ τιμωρηθῶσι διὰ τοῦτο, βραβεύονται σήμερον διὰ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Τὸ δίκαιον πιθανῶς νὰ εἶναι μὲ τὸ μέρος των, καίτοι καὶ τοῦτο εἶναι ἐξεταστέον, ἀλλ’ ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἐπεζήτησαν τοῦτο, δι’ ὑποβολῆς παρακλήσεων εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν ...
§107Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Τὸ νομοσχέδιον δὲν εἰσάγεται κατόπιν παρακλήσεων. Πρέπει νὰ δηλώσω ὅτι εἰς ἐμὲ οὐδεμία τοιαύτη παράκλησις ἐγένετο. Ἐὰν νομίζητε τὸν τρόπον αὐτὸν τῶν ἀνθυποπλοιάρχων ὡς μὴ κανονικόν, δύνασθε νὰ κάμητε τὰς παρατηρήσεις σας εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν ὅπως ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα. Τὸ νομοσχέδιον εἰσάγεται κατόπιν κυβερνητικῆς προνοίας, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη κατόπιν τοῦ τότε γενομένου θορύβου καὶ ἐψηφίσθη κακῶς. Καὶ πάλιν σᾶς λέγω ὅτι ἔπρεπε νὰ μοὶ ἀναφέρητε ὅσα καταγγέλλετε, τώρα δὲ ὅτε λαμβάνω γνῶσιν τοῦ πράγματος θὰ λάβω τὰ προσήκοντα μέτρα.
§108Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐν πρώτοις ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησεν ὅτι τῷ ἀνεκοίνωσα, ὅτε ἀντελήφθην τὴν κατάστασιν τὴν ἐν τῷ διαδρόμῳ τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁμὰς ἐκ δέκα ἀνθυποπλοιάρχων εἶχε περικυκλώσει δύο Βουλευτὰς πρὸς τοὺς ὁποίους διεμαρτύρετο διὰ τὸ ἄδικον τὸ ὁποῖον τοῖς ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς. Εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν· λάβετε πρόνοιαν νὰ ἀπαγορεύσητε τὸ τοιοῦτον, διότι δὲν ὑπάρχει ἀξιοθρήνητον θέαμα ἀπὸ τὴν παρουσίαν ὁμάδος ἀξιωματικῶν ἐν τοῖς διαδρόμοις τῆς Βουλῆς, ἐκλιπαρούντων τὴν ψήφισιν νομοσχεδίου. Εἶπον λοιπὸν τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὁ ὁποῖος ἀντὶ τιμωρίας παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἡ αἰτίασις οὕτω, ὅτι δὲν ἔκαμα τοῦτο γνωστὸν εἰς αὐτὸν καταπίπτει. Ἀνεκοίνωσα τοῦτο εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἰδιαιτέρως καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ κάμνω λόγον σήμερον, διότι ἀλλοίμονον ἂν νεαροὶ ἀξιωματικοὶ φεύγωσιν ἀπὸ τὰ πλοῖα καὶ ἔρχωνται εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ὁμάδας, δίκην συντεχνιῶν, νὰ ἐκλιπαρήσωσι. Τοῦτο λοιπὸν αἴρεται ἀμέσως. Δεύτερον ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν λέγει ὅτι ἐψηφίσθη ἡ διάταξις ἐκείνη ἐν θορύβῳ, κατόπιν μακρᾶς συζητήσεως. Νομίζω ὅτι, ὅτε τὰ νομοσχέδια ψηφίζονται καὶ αἱ τροποποιήσεις ὑποβάλλονται, ἡ Βουλὴ λαμβάνει ἀποφάσεις, καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ εἶναι ἐκτελεσταί, ὁ δὲ Ὑπουργός, ἐὰν εἶχεν ἀμφιβολίας ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὡς εἶχεν, ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὴν ἀναβολήν, ἵνα ἔλθῃ τὴν ἐπαύριον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ φέρῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς ψήφισιν μετὰ ὥριμον σκέψιν. Ἀλλ’ ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τεκμήριον ὅτι ἦτο ὥριμος ἡ Βουλὴ πρὸς ἀπόφασιν, σήμερον δὲ ἡ παρουσία τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ προσβάλλει τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἀποσυρθῇ. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ἄλλης νομοθετικῆς, εὑρίσκω αἰτιολογίας τοῦ νομοσχεδίου αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι θέσιν. Λέγει ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξομοιωθῶσιν ἀξιωματικοὶ ἔχοντες ὑπηρεσίαν ἓξ ἢ ἑπτὰ ἐτῶν πρὸς ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι πρὸ ἑνὸς μηνὸς προήχθησαν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου. Ὅταν ὑπάρχωσι θέσεις κεναὶ καὶ συμπληρώσωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα, κατὰ φυσικὸν λόγον θὰ προαχθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ὑπηρεσίαν προγενεστέραν. Ὅταν δὲν ὑπάρχωσι κεναὶ θέσεις ἀνωτέρου βαθμοῦ, εἶναι φυσικὸν ὅτι εἰς τὸν ἀμέσως κατώτερον βαθμὸν σωρεύονται ἀξιωματικοὶ διαφόρου ἀρχαιότητος. Κατὰ συνέπειαν συμπίπτει νὰ ὑπηρετῶσιν ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ τινὲς μὲ περισσοτέραν ὑπηρεσίαν καὶ ἄλλοι μὲ ὀλιγωτέραν. Δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι θὰ γίνωνται ἑκάστοτε εἰδικοὶ νόμοι, διὰ νὰ ἐξομοιωθῶσι τὰ δικαιώματα τῶν ἀξιωματικῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο λέγει ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν τῶν νεωτέρων. Νομίζω ὅτι ἔρχεται ἡ Βουλὴ σήμερον νὰ καταπατήσῃ κεκτημένα δικαιώματα. Ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν προσόντων εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς, διότι ὅταν θὰ λάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου, πρέπει νὰ εἶναι πολὺ κατηρτισμένοι, διότι ὁ βαθμὸς οὗτος εἶναι κατ’ ἐξοχὴν βαθμὸς ὑπευθύνου ὑπηρεσίας καὶ πρέπει οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι κατέχουσιν αὐτὸν νὰ εἶναι τελείως κατηρτισμένοι εἰς τὰ ναυτικὰ προσόντα διὰ νὰ μὴ διακινδυνεύωσι τὰ πλοῖα ἡμῶν. Ἀλλ’ ἤδη ἓν κεκτημένον δικαίωμα ὑπάρχει ὑπὲρ αὐτῶν. Ποῖον δὲ εἶναι τοῦτο; Ὅτι κατὰ τοὺς νόμους, τοὺς μέχρι τοῦδε περὶ προαγωγῆς, ἐκτήσαντο τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου μὲ ὑπηρεσίαν μόνον ἑνὸς ἔτους. Σήμερον ὅμως αὐξάνομεν τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, ἀφοῦ ἐκτήθη ἤδη ὁ βαθμός. Ἀλλὰ παρέρχομαι τοῦτο, ἐφ’ ὅσον ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία κρίνει ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ αὐξήσῃ ὁ χρόνος τῆς ὑπηρεσίας. Εἶμαι σύμφωνος νὰ γίνῃ τοῦτο. Πράγματι ὅμως τὸ νομοσχέδιον ὑποβάλλεται, ὄχι διὰ νὰ αὐξήσῃ ἡ ὑπηρεσία τῶν ἀξιωματικῶν οἵτινες ἐκτήσαντο τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου ταχύτερον τοῦ κανονικοῦ, ἀλλὰ διὰ νὰ γίνῃ ταχύτερον δυνατὴ ἡ προαγωγὴ τῶν ἀνθυποπλοιάρχων, ὅσοι ὑπηρετήσαντες ἐπὶ πολὺν χρόνον ὡς σημαιοφόροι, δὲν συνεπλήρωσαν ἐν τούτοις διετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου, ἀλλὰ μόνον ἐνιαυσίαν, ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὅτι οὗτοι δὲν πρέπει νὰ ταλαιπωρηθῶσιν ἀκόμη ἓν ἔτος εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Ἀρκετὰ ἐταλανίσθημεν τόσας ἡμέρας, συζητοῦντες τὸ νομοσχέδιον τὸ ναυτικόν. Ἂν ἐγένοντο καὶ λάθη τινά, ἐγένοντο ἴσως ὄχι ἐκ προαιρέσεως τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν διαφόρων ἔξωθεν ἀξιουμένων δικαίων. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ Βουλὴ ἐξέδωκε τὴν ἀπόφασίν της, ὀρθὸν εἶναι νὰ μείνωμεν ἐκεῖ ὅπου ἀπεφασίσαμεν. Σήμερον δὲ διὰ τοῦ νομοσχεδίου προσβάλλεται ἀρχὴ ὀρθὴ τὴν ὁποίαν ἄλλος νόμος καθιέρωσε. Ὑπάρχει νόμος ψηφισθεὶς ἐν ἔτει 1911. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον ἀπῃτήθη ἵνα οἱ ἀνθυποπλοίαρχοι λάβωσι τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου μετ’ ἐκπαίδευσιν ἐν τῇ σχολῇ τοῦ πυροβολικοῦ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου οἱ ἀνθυποπλοίαρχοι, ὅσοι ἔχουσι τριῶν καὶ ἡμίσεος ἐτῶν ὑπηρεσίαν, θὰ γίνωσιν ὑποπλοίαρχοι χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἐκπαιδευθῆ εἰς τὴν σχολὴν τοῦ πυροβολικοῦ. Θὰ εἶναι τελείως λυπηρόν, ἂν εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ ναυτικὸν ὑποπλοίαρχοι, οἱ ὁποῖοι δὲν διῆλθον ἐκ τοῦ σχολείου τοῦ πυροβολικοῦ. Ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ δὲν καταργεῖ τὸν νόμον ἐκεῖνον, πρέπει νὰ σεβασθῇ τὰς διατάξεις του καὶ νὰ μὴ παραβιάσῃ ἀρχήν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ λεχθῇ ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ναυτικοῦ μετ’ ἀσφαλείας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον εἰς αʹ συζήτησιν).
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΜΒʹ καὶ προσλήψεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων». Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται). Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§110Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πρὶν ἢ ψηφισθῇ τὸ ἄρθρον 1ον τοῦ νομοσχεδίου, κ. Πρόεδρε, ἔχω νὰ παρατηρήσω τοῦτο. Φρονεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ὅτι διὰ τοῦ ὑποβιβασμοῦ τοῦ μισθοῦ τοῦ ἀπονεμομένου εἰς τοὺς νομομηχανικούς...
§111Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ποῦ γράφεται αὐτό;
§112Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν τῷ 1ῳ ἄρθρῳ. Φρονεῖτε ὅτι οἱ μισθοὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θὰ προσέλθωσιν ἕνεκα ἐλλείψεως προσωπικοῦ...
§113Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὡς εἶπον καὶ ἐν προηγουμένῃ κατ’ ἄρθρον συζητήσει τοῦ νομοσχεδίου, ἀπαντῶν εἰς σχετικὴν ἐρώτησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτὴς κ. Ν. Βελέντζας, τό γε νῦν ἔχον, οἱ μισθοί, οἱ ὁποῖοι παρέχονται εἰς τὸ προσωπικὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἐπαρκεῖς.
§114Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μὲ τοὺς μισθοὺς αὐτοὺς θὰ συνάψητε πενταετεῖς συμβάσεις;
§115Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἔχουσι νὰ ἐκτελεσθῶσιν καὶ ἐκ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας θὰ χορηγήσῃ ἡ Βουλή.
§116Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διὰ τοὺς αʹ τάξεως θὰ κανονισθῶσι διὰ συμβάσεως, ἐντὸς τίνων ὁρίων.
§117Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τοῦτο συμβαίνει καὶ προκειμένου περὶ μηχανικῶν διευθύνσεως σιδηροδρόμων. Ἐπειδὴ ὅμως πρόκειται περὶ ἀνυπάρκτων μηχανικῶν, δὲν δυνάμεθα νὰ γνωρίζωμεν τὰ ὅρια. Ὀφείλω νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς· ὅτι θὰ προσλάβωμεν ἕνα μηχανικὸν ἄριστον καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἠθέλομεν νὰ ὁρίσωμεν τὰ ὅρια.
§118Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶχον καί τι ἄλλο νὰ παρατηρήσω. Δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν ἔκθεσιν· ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ὅμως ταύτῃ ἤθελον παρακαλέσει ὅπως ἐπιληφθῶσι τῆς μελέτης τοῦ ἔργου περὶ μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τοῦ Μέλανος ποταμοῦ. Δὲν ὑποθέτω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτύχητε τοῦτο σήμερον. Θὰ ἐπέλθῃ μεταβολή τις καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς μεταβολῆς αὐτῆς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ μελέτη αὐτή.
§119Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐκτελέσωμεν ἔργα πρὶν ἢ γίνωσι μελέται, ἀλλὰ σήμερον πρόκειται νὰ ἐκτελέσωμεν ἔργα τῆς τρεχούσης ἀνάγκης, καὶ φρονῶ ὅτι ἀρκεῖ τὸ ὑπάρχον προσωπικόν. Ὑποθέτω ὅτι καὶ ἐντὸς τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωμεν τοιαῦτα ἔργα.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§121Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀποβλέψῃ κατὰ τὰς μεταβολὰς εἰς τοὺς μηχανικοὺς αʹ τάξεως εἰς Νομομηχανικούς. Αὐτοὶ διετέλεσαν μακρότερον χρόνον εἰς προηγουμένην ὑπηρεσίαν καὶ ἤδη ἔχουσι συμπληρώσει πλέον τῆς ὀκταετοῦς ὑπηρεσίας εἰς τὴν θέσιν τοῦ μηχανικοῦ.
§122Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀπὸ διετίας.
§123Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§124Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς περιωρισμένον διάστημα χρόνου.
§125Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐδαφίου 2ου, ἔχω νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Τὸ ἐδάφιον λέγει (ἀναγινώσκει)· «Εἰς τοὺς διπλωματούχους τῆς Μεστοβείου Σχολῆς κλπ.». Οἱ μηχανικοὶ αὐτοὶ τὸ πρῶτον εἰσέρχονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου, εἶναι δὲ καὶ ἄλλοι διπλωματοῦχοι. Νομίζω ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορά, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Δημοσίου εἶναι δεδοκιμασμένοι. Θὰ παρακαλέσω ὅπως οἱ ἔχοντες πενταετῆ ὑπηρεσίαν προάγωνται εἰς μηχανικοὺς βʹ τάξεως.
§126Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν τοῦτο, διότι οὐδὲν ἔχουσιν αὐτοὶ δικαίωμα οὔτε δύνανται νὰ γίνωσι μηχανικοί. Ἐκεῖνο ὅπερ δύναμαι νὰ κάμω σήμερον, εἶναι νὰ κάμω τροπολογίαν, ὥστε νὰ ἔλθωσιν αὐτοὶ εἰς τὸ δεξιὸν τῶν ἄλλων.
§127Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Σεῖς γνωρίζετε καλλίτερον ταῦτα.
§128ΣΠΗΛ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη τὸ νομοσχέδιον, ἀπεφάνθη ὅπως ἐκ τῶν ὑπομηχανικῶν τοῦ Κράτους προβιβάζωνται τινὲς ἐξ αὐτῶν.
§129Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὸ περιέλαβον. Εἶναι ὁ περιορισμὸς ὁ ὁποῖος ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ. Τὸ ⅕ νὰ καταλαμβάνῃ τὰς θέσεις πάντοτε κατόπιν διαγωνισμοῦ τῶν πρακτικῶν μαθημάτων, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς προγενεστέρας βαθμολογίας κατὰ τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκδοθῇ.
§130Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπαιτεῖται προθεσμία;
§131Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀκριβῶς, ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἔδωκαν οἱ κ. Συνάδελφοι, καὶ τὴν ὁποίαν ἐμελέτησα μετὰ τῆς ὑπηρεσίας.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2ον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 3 καὶ 4). Ἄρθρον 5. (ἀναγινώσκεται).
§133Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρεμφερὲς νομοσχέδιον εἶχεν ὑποβληθῆ κατὰ Δεκέμβριον παρελθόντος ἔτους ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὸ τῆς διαιρέσεως τοῦ Ὑπουργείου. Ἐν αὐτῷ ἐλαμβάνετο πρόνοια, ἀφοῦ προὐκάλεσεν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἔλλειψις προσωπικοῦ, νὰ καθορισθῇ τὸ ὅριον ὑπὲρ τῶν παθόντων μηχανικῶν καὶ νὰ ὑποβληθῇ διάταξις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ρέπουλη, κατὰ τὴν ὁποίαν αὐξάνονται τὰ ὅρια τῆς ἡλικίας κατὰ τρία ἔτη. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5ον).
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 6. (ἀναγινώσκεται).
§135Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον, οἱ μισθοὶ τῶν μηχανικῶν αʹ, βʹ καὶ γʹ τάξεως εἶναι ἴσοι πρὸς τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπομηχανικῶν, ὁ λόγος δὲ τούτου εἶναι γνωστός· διότι οὗτοι δὲν προάγονται. Σήμερον παρατηρῶ ὅτι καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 2ον ὑπάρχει τροποποίησις καθ’ ἣν...
§136Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ. Ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν πολλὰς θέσεις κενάς, δι’ αὐτὸ ἐγένετο οὕτω.
§137Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πρόκειται περὶ ἑπτὰ ἀνθρώπων.
§138Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Κάμνω τροπολογίαν εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο. Σᾶς δίδω αὐτὴν ἔγγραφον, κ. Πρόεδρε.
§139Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὁ μισθὸς εἶναι μικρὸς νομίζω.
§140Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ φθάσῃ μέχρι τῶν δραχ. 600. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἐτροποποιήθη). (Ἐπίσης γίνονται δεκτὰ τὰ ἄρθρα 7–10).
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν δι’ ἀναστάσεως κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἀντικαταστάσεως τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 9 τοῦ 207 νόμου». Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεών τινων ἐν τῷ νόμῳ ͵ΔΝΔʹ περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ τῶν βαρυνόντων αὐτὰ διηνεκῶν βαρῶν».
§142Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐψηφίσθη, Κύριοι, ἄλλοτε νόμος κανονίζων τὰς ἀγροτικὰς σχέσεις τῆς Κερκύρας. Ὁ νόμος οὗτος ἐψηφίσθη παρὰ Βουλῆς μὴ γινωσκούσης τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἐν Κερκύρᾳ, ἐψηφίσθη ἄνευ συζητήσεως, μετὰ πολλὰς δὲ περιπετείας ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη ὡς νόμος τοῦ Κράτους. Πρὶν ἢ δὲ ὁ νόμος οὗτος ἐφαρμοσθῇ, ὑπεβλήθη πρότασις νόμου διὰ τῆς ὁποίας ἐτροποποιοῦντο διατάξεις τινὲς τοῦ ἤδη δημοσιευθέντος νόμου. Παρὰ τοῦ προτείναντος τὴν πρότασιν ταύτην κατηρτίσθη ἐπιτροπή, ἡ ὁποία ἀπετελεῖτο, βεβαίως, ἀπὸ ἀξιότιμα μέλη ἀλλ’ ἀγνοοῦντα, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὴν κατάστασιν τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας ἐν Κερκύρᾳ, παρελήφθησαν δὲ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην τινὲς τῶν ἀντιπροσώπων Κερκύρας οἱ ὁποῖοι ἂν ὄχι ἄλλο, ἀλλὰ διότι τυγχάνουσι κτηματίαι ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἔχουσι ποιάν τινα πεῖραν τῶν ζητημάτων τούτων, ἴσως θὰ ἦτο καλὸν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην. Ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς παρετήρησεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅπως προσληφθῶσι τὰ μέλη ταῦτα, ὅπως κυρίως ἐν τῇ ἐπιτροπῇ κληθῶσιν ἄνδρες δυνάμενοι ὡς ἐκ τῶν νομικῶν γνώσεων αὐτῶν νὰ συντελέσωσιν ὅπως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑποβληθῇ νομοσχέδιον ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὴν σοβαρότητα τοῦ θέματος καὶ σύμφωνον πρὸς ῥητὰς συνταγματικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ παραβλέψῃ. Ἡ παρατήρησις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκρίθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὀρθὴ καὶ ἀπεφασίσθη ὅπως τὰ ὑποδειχθέντα πρόσωπα προσκληθῶσιν ὅπως λάβωσι μέρος εἰς τὴν καταρτισθεῖσαν ἐπιτροπήν. Συνεπείᾳ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ἐστάλη ἡμῖν παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιστολὴ ἔχουσα ὡς ἑξῆς: «Κύριε Βουλευτά, Ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐπιτροπή, εἰς ἣν παρεπέμφθη ἡ πρότασις νόμου περὶ τροποποιήσεων διατάξεων τοῦ ͵ΔΝΔʹ νόμου, παμψηφεὶ ἀπεδέξατο πρότασιν τοῦ κ. Ε. Βελλιανίτου, ὅπως ἐπιτραπῇ καὶ εἰς ὑμᾶς νὰ ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον αὐτῆς καὶ ἐκθέσητε τὰς ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ προτάσεως γνώμας σας. Τούτου τοῦ λόγου ἕνεκα γνωρίζομεν ὑμῖν ὅτι ἡ ἐν λόγῳ ἐπιτροπὴ θέλει συνέλθει ἐν τῇ Βουλῇ (ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ κ. Προέδρου) κατὰ τὴν 2 Ἰουνίου ἡμέραν Δευτέραν καὶ ὥραν 10ην π. μ. καὶ σᾶς προσκαλοῦμεν ἵνα εὐαρεστούμενος ἐμφανισθῆτε ἐνώπιον αὐτῆς». Ἡ ἐπιστολὴ αὕτη εἶχε μᾶλλον τὸν τύπον ἐγγράφου ἀπευθυνομένου εἰς μάρτυρας, προσκαλουμένους νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον ἀνακριτοῦ ἢ εἰς κατηγορουμένους προσκαλουμένους νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ τὰ μέλη πρὸς τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιστολὴ ἀπηυθύνθη ἐνόμισαν ὅτι δὲν ἦτο τῆς ἀξιοπρεπείας αὐτῶν νὰ ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅπως αὕτη ἀκούσῃ τὰς γνώμας των. Καὶ ἕνεκα τοῦ γεγονότος τούτου ἀναγκάζομαι σήμερον ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἂν ἡ πρόσκλησις εἶχε γίνει κατὰ τὸν προσήκοντα τύπον, οἱ προσκαλούμενοι Βουλευταὶ ἤθελον ἀνακοινώσει τὰς ἑαυτῶν γνώμας εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ εἶναι πιθανὸν ὅτι αἱ γνῶμαι αὗται ἤθελον γίνει δεκταὶ καὶ θὰ ἀπηλλασσόμην τοῦ κόπου ν’ ἀγορεύσω ἐπὶ θέματος σπουδαίου μὲν διὰ τὴν Κέρκυραν, ἀλλὰ μὴ δυναμένου νὰ προκαλέσῃ ζωηρὸν τῆς Βουλῆς τὸ ἐνδιαφέρον. Καὶ πρῶτον, Κύριοι, ἐξετάζων τὸν δημοσιευθέντα νόμον καὶ ἀναγινώσκων τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τῆς ὑποβληθείσης προτάσεως νόμου, εὑρίσκω ὅτι παρίσταται ἡ ἰδιοκτησία Κερκύρας ὡς τιμαριωτικόν τι, ὡς φεουδαρχικόν τι, τὸ ὁποῖον πρέπει ἀπολύτως νὰ καταργηθῇ· ὅτι ἡ ἰδιοκτησία Κερκύρας ἀντίκειται πρὸς τὰς νέας ἰδέας· ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἑπομένως νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ ῥιζικὴ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ ἰδιοκτησία αὕτη λειτουργεῖ καὶ ὑπάρχει, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅπως συμμορφωθῶμεν πρὸς τὰς νέας ἰδέας καὶ ὑποστῶμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ψηφισθεὶς νόμος καὶ αἱ προτεινόμεναι τροπολογίαι σκοπεύουσι νὰ θεσπίσωσι. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, ἵνα δι’ ὀλίγων παραστήσω εἰς ὑμᾶς τί εἶναι αὐτὴ ἡ περίφημος ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία τῆς Κερκύρας, αὐτὴ ἡ τιμαριωτική, ἡ φεουδαρχική, ἡ ὀπισθοδρομική, περὶ ἧς τοσοῦτος γίνεται λόγος. Εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἐν Κερκύρᾳ ὑπῆρχον τιμάρια, τῶν ὁποίων ἡ σύστασις ἀνατρέχει εἰς τοὺς χρόνους τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων. Ἔκτοτε ἐξηκολούθησαν ταῦτα ὑφιστάμενα καὶ αὐξανόμενα κατ’ ἀριθμὸν ὑπὸ τῶν Κρατῶν τῶν κατακτησάντων τὴν Κέρκυραν. Ὁ πρῶτος τύπος τῶν τιμαρίων ἦτο στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἐπιβεβλημένη εἰς τοὺς τιμαριούχους ἀπέναντι τῆς δωρεᾶς κτημάτων ἡ ὁποία εἰς αὐτοὺς ἐγένετο ὑπὸ τοῦ κυριάρχου, ἔστιν ὅτε, κατακτητοῦ. Ἀργότερον, μὲ τὴν παρέλευσιν τοῦ χρόνου, ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία τοῦ τιμαριούχου κατηργήθη καὶ ἀντ’ αὐτῆς ἐπεβλήθη φορολογία, δηλαδὴ ὑπεχρεοῦτο ὁ τιμαριοῦχος, ἐὰν μὲν κατῴκει εἰς τὴν Κέρκυραν, νὰ συνεισφέρῃ 3% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ τιμαρίου εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀπαλλασσόμενος ἀπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας ἡ ὁποία ἦτον ὁ δικαιολογιτικὸς λόγος τῆς συστάσεως τοῦ τιμαρίου, ἐὰν δὲ κατῴκει εἰς τὴν ἀλλοδαπήν, νὰ συνεισφέρῃ 15% ἐπὶ τοῦ εἰσοδήματος τοῦ τιμαρίου. Καὶ ἡ κατάστασις αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ 1825, ὅτε κατηργήθησαν τὰ τιμάρια καὶ ἔπαυσαν ὑπάρχοντα ὡς τοιαῦτα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον· ἐδόθη τότε δικαίωμα εἰς τοὺς συνεισφορεῖς τῶν τιμαρίων, εἰς τοὺς κατόχους τουτέστι τῶν κτημάτων τῶν τιμαριούχων, οἵτινες ἔλαβον ταῦτα παρ’ αὐτῶν ὅπως καλιεργήσωσιν αὐτὰ καταβάλλοντες εἰς τὸν τιμαριοῦχον τὸ δέκατον τῶν προσόδων, ἐδόθη, λέγω, εἰς τοὺς καλλιεργητὰς τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαλλαγῶσι τῆς συνεισφορᾶς τοῦ δεκάτου τῶν προσόδων διὰ τῆς καταβολῆς τῆς ἀξίας τοῦ δεκάτου τούτου, γενόμενοι ἀπολύτως κύριοι τῆς παρ’ αὐτῶν καλλιεργουμένης γῆς. Ἀλλὰ τοῦ δικαιώματος τούτου δὲν ἐγένετο χρῆσις, ἐξηκολούθησαν δὲ οἱ καλλιεργηταὶ νὰ καταβάλωσι τὸ δέκατον. Κατὰ τὸ 1894 ἐψηφίσθη νόμος, δι’ οὗ ἐθεσπίσθη ἡ πλήρης κατάργησις τῶν τιμαρίων, καὶ ὡς πρὸς τοὺς κατόχους τῶν τιμαριωτικῶν κτημάτων, καὶ ἀνεγνωρίσθη εἰς τοὺς κατόχους τῶν κτημάτων πλήρης ἰδιοκτησία τῶν παρ’ αὐτῶν κατεχομένων κτημάτων καὶ διὰ πόρων τοὺς ὁποίους προέβλεψεν ὁ νόμος αὐτός, καὶ ὁ ἕτερος νόμος τοῦ 1900, καὶ ὁ τρίτος τοῦ 1908, ἀπεζημιώθησαν οἱ τιμαριοῦχοι καὶ ἔμειναν οἱ κάτοχοι τῶν κτημάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰ 18 τιμάρια τὰ ὑπάρχοντα ἐν Κερκύρᾳ ἀπόλυτοι κύριοι τῶν κτημάτων τῶν παρ’ αὐτῶν κατεχομένων, χωρὶς οὐδὲν νὰ συνεισφέρωσιν, διότι διὰ τῶν πόρων τῶν ὑπὸ τῶν νόμων ἐπιτραπέντων ἀπεζημιώθησαν οἱ τιμαριοῦχοι καὶ οἱ συνεισφορεῖς ἔμειναν ἀπόλυτοι κύριοι τῶν κτημάτων, χωρὶς νὰ καταβάλωσιν οὔτε λεπτόν. Τὸ μέτρον τὸ ληφθὲν ἦτο ὀρθόν, ἦτο δίκαιον, διότι ἐπρόκειτο περὶ καταργήσεως θεσμοῦ ὅστις προῆλθεν ἐκ κατακτήσεως καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβάλλετο ἄδικος συνεισφορὰ εἰς ἐλευθέρους πολίτας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, Κύριοι· δύναται νὰ γίνῃ λόγος κατὰ τὸ 1914 περὶ τιμαρίων καὶ νὰ παρουσιάσωμεν τὴν Κέρκυραν ὡς φεουδαρχικὴν νῆσον, ὡς ἔχουσαν ἐν ἑαυτῇ τιμάρια, ὅτε τὰ τιμάρια, ὅπως σᾶς εἶπον, καταργηθέντα ἀπὸ τοῦ 1825, ὅσον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις Πολιτείας καὶ τιμαριούχων ἀπὸ τοῦ 1894, ἔπαυσαν ὑπάρχοντα, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν κατεχόντων τιμαριωτικὰ κτήματα καλλιεργητῶν, οἱ δὲ κάτοχοι τῶν κτημάτων, οἱ ἀγρόται ἔμειναν ἀπόλυτοι κύριοι τῶν κτημάτων τῶν εἰς τὰ τιμάρια ἀνηκόντων; Περὶ τιμαρίων λόγος πλέον δὲν δύναται νὰ γίνῃ, ἀλλ’ ἦτο ἀνάγκη, ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος, νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀγροτικὴ κτῆσις Κερκύρας ὑπὸ τὸν τύπον τῶν τιμαρίων καὶ τῶν φεούδων, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ ψήφισις τοῦ τότε προταθέντος νόμου τοῦ κανονίζοντος σχέσεις ἀγροτικάς, οὐδὲν κοινὸν ἐχούσας μὲ τιμάρια, μὲ τιμαριωτισμὸν καὶ φεουδαλισμόν. Ἐν Κερκύρᾳ, ἐκτὸς τῶν τιμαρίων περὶ ὧν εἶπον ὅτι πᾶς λόγος εἶναι περιττός, διότι πρὸ 20 ἐτῶν κατηργήθησαν ἐντελῶς, ὑπάρχουσιν ἀγροληψίαι. Ἀλλὰ μήπως μόνον ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχουσιν ἀγροληψίαι; Εἰς τὰς λοιπὰς νήσους τῆς Ἑπτανήσου δὲν ὑπάρχουσιν τοιαῦται; Μήπως ἐν Ἰταλίᾳ δὲν ὑπάρχουσιν; Μήπως ἐν Γαλλίᾳ; Ἀλλὰ τί εἶναι ἡ ἀγροληψία; Ἡ ἀγροληψία εἶναι συμβόλαιον, δι’ οὗ ὁ κύριος κτήματός τινος παραχωρεῖ εἰς ἀγρότην τὴν καλλιέργειαν τοῦ κτήματος τούτου καὶ συνομολογεῖ μετ’ αὐτοῦ συμφωνίαν δι’ ἧς ὁ καλλιεργητὴς ἀπέναντι τῶν κόπων του καὶ τῶν δαπανῶν τῆς καλλιεργείας δικαιοῦται νὰ ἀπολαμβάνῃ ἓν ὡρισμένον ποσὸν τῶν προσόδων τοῦ κτήματος. Αἱ ἀγροληψίαι αἱ συσταθεῖσαι ἐν Κερκύρᾳ εἶναι ἀρχαιόταται, διότι ἐν τῷ ἀρχειοφυλακείῳ Κερκύρας ἀπαντᾷ τις συμβάσεις ἀγροληψίας τοῦ 1520· εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχωσιν καὶ παλαιοτέρας ἐποχῆς ἀγροληψίαι, διότι τότε ἐπετρέπετο ἡ ἀγροληψία ὄχι μόνον δυνάμει συμβολαίων ἀλλὰ καὶ προφορικῶν συμβάσεων. Διὰ τῆς συμβάσεως τῆς ἀγροληψίας, ἥτις ἦτο ὁριστική, ἐὰν μὲν ἐδίδετο κτῆμα χέρσον καὶ ὁ λαμβάνων τοῦτο εἰς ἀγροληψίαν εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ καλλιεργήσῃ τὸ κτῆμα καὶ νὰ τὸ καταστήσῃ προσοδοφόρον, τὸ μερίδιον, τὸ ὁποῖον συνεφωνεῖτο ὑπὲρ τοῦ ἀγροδότου, ἦτο κατώτερον, διότι ὑπελογίζοντο αἱ δαπάναι καὶ οἱ κόποι, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε νὰ καταβληθῶσι ὑπὸ τοῦ ἀγρολήπτου, ὅπως τὸ κτῆμα γίνῃ προσοδοφόρον. Συνήθως συνεφωνεῖτο εἰς τοιαύτας ἀγροληψίας ὅτι τὸ τέταρτον τῶν προϊόντων ἀνῆκεν εἰς τὸν ἀγροδότην καὶ τὰ ⅜ εἰς τὸν ἀγρολήπτην. Ἡ ἀγροληψία ἦτο διηνεκής, παρεχωρεῖτο δὲ δικαίωμα συγκυριότητος εἰς τὸν ἀγρολήπτην, δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἦτο ἀπόλυτον, διότι ἐνῷ ὁ ἀγρολήπτης ἐδικαιοῦτο ἵνα μεταβιβάσῃ τὸ δικαίωμα, ὅπερ εἶχεν ἐπὶ τοῦ κτήματος εἰς τοὺς κληρονόμους αὐτοῦ, δὲν ἐδικαιοῦτο ἵνα ἐλευθέρως πωλήσῃ τοῦτο, διότι ὅτε ἐπρόκειτο περὶ πωλήσεως ὁ ἀγροδότης εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτιμηθῇ, ἡ δὲ πώλησις δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἄνευ τῆς ἀδείας αὐτοῦ. Ἀλλὰ ἀνεγνωρίζετο, ἐπαναλαμβάνω, τὸ δικαίωμα τῆς συγκυριότητος τοῦ ἀγρολήπτου, δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τοὺς κληρονόμους αὐτοῦ καθ’ ὅσον ἡ ἀγροληψία ἦτο διηνεκής. Ἡ συνιδιοκτησία αὐτὴ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῶν ἐθίμων καὶ τοῦ ἐγχωρίου νόμου τῆς 20 Αὐγούστου 1814. Ἡ ἐπὶ τοῦ κτήματος συγκυριότης τοῦ ἀγρολήπτου ἦτο ἀνάλογος πρὸς τὸ ὑπ’ αὐτοῦ καταβαλλόμενον μερίδιον εἰς τὸν ἀγροδότην, καὶ ἂν μὲν ὁ καλλιεργητὴς ἦτο ὑπόχρεως νὰ καταβάλῃ εἰς τὸν ἀγροδότην τὸ τρίτον τῶν προϊόντων, τότε ὁ ἀγροδότης εἶχε τὴν κυριότητα ἐπὶ τῶν δύο τρίτων τοῦ κτήματος καὶ ὁ ἀγρολήπτης ἐπὶ τοῦ τρίτου. Ἐὰν δὲ ὁ ἀγρολήπτης ὑπεχρεοῦτο νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν ἀγροδότην τὸ τέταρτον τῶν προϊόντων, ὅπερ ἦτο συνειθέστερον, τότε ὁ ἀγροδότης εἶχε δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τοῦ ἡμίσεος τοῦ κτήματος, ὁ δὲ ἀγρολήπτης εἶχε δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τοῦ ἑτέρου ἡμίσεος. Ἡ κατάστασις αὕτη, κύριοι, ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ 1841, ὅτε ἐψηφίσθη ὁ Ἰόνιος Κῶδιξ ὁ ἀπαγορεύσας ἀγροληψίας ἄνευ συμβολαίου καὶ ἀπαιτήσας ῥητῶς, ὅπως συμβόλαιον γίνηται διὰ πᾶσαν τοιαύτην πρᾶξιν. Δὲν ἀναγνωρίζει δικαίωμα ἰδιοκτησίας εἰς τὸν ἀγρολήπτην ἢ ὅτε ῥητῶς διὰ τοῦ συμβολαίου τοιοῦτον ἐχορηγεῖτο καὶ τοιοῦτον δικαίωμα ἀνεγνωρίζετο ὑπὲρ τοῦ ἀγρολήπτου, ὅτε ἐδίδετο εἰς ἀγροληψίαν κτῆμα χέρσον καὶ ἀνελάμβανε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκχερσώσῃ καὶ νὰ καταστήσῃ τὸ κτῆμα προσοδοφόρον· ὅτε ὅμως ἐδίδετο αὐτῷ εἰς ἀγροληψίαν κτῆμα καλλιεργημένον καὶ προσοδοφόρον, τότε ὑπεχρεοῦτο μόνον εἰς τὰ ἔργα τῆς συνήθους καλλιεργείας. Οὐδὲν δικαίωμα ἰδιοκτησίας παρεχωρεῖτο αὐτῷ, καὶ δικαίως, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ ἀγροληψία οὐδὲν ἕτερον ἦτο ἢ μίσθωσις ἐπὶ μορτῇ, δηλαδὴ μίσθωσις μὲ ὑποχρέωσιν τοῦ μισθωτοῦ ἵνα καταβάλῃ μέρος τῶν προϊόντων. Τοιαῦται ἀγροληψίαι μετὰ τὸν κώδικα συνωμολογήθησαν πολλαί. Μετὰ τὴν ἕνωσιν, ὅτε συνεπείᾳ ἐξεγέρσεως τοῦ ἀγροτικοῦ στοιχείου ἡ ἀντιπροσωπεία τῆς Κερκύρας ἀνετέθη ἀποκλειστικῶς εἰς ἀγρότας, μὲ μίαν μόνον ἐξαίρεσιν τοῦ Καποδιστρίου, ὁ ὁποῖος ἐξελέγη πληρεξούσιος, ὅλοι οἱ λοιποὶ 19 ἦσαν ἀγρόται, τότε ἐγενήθη τὸ ζήτημα, καὶ τὸ ζήτημα ἐλύθη διὰ τοῦ νόμου ͵ΣΜΔʹ. Ὁ ͵ΣΜΔʹ νόμος, ὁ ψηφισθεὶς μετὰ μακρὰν μελέτην ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, προταθεὶς δὲ παρ’ ἀντιπροσώπων τῆς ἀγροτικῆς τάξεως, μηδενὸς ἀντιπροσωπεύσαντος τὴν τάξιν τῶν ἀγροδοτῶν, ὁ νόμος ἐκεῖνος κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι λίαν ὀρθὸς καὶ δίκαιος. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, ὡς πρὸς μὲν τὰς ἀγροληψίας, τὰς πρὸ τοῦ Ἰονίου κώδικος, δηλαδὴ πρὸ τοῦ 1841 συσταθείσας, καὶ καθ’ ἃς ὑπῆρχε ὡς ἤδη ἐξέθηκα συγκυριότης ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου, ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἴς τε τὸν ἀγροδότην καὶ ἀγρολήπτην νὰ ζητήσωσιν τὴν διανομὴν τοῦ κτήματος. Ὡς εἶπον εἰς ὑμᾶς, δυνάμει παλαιῶν νόμων ὡρίζετο ἡ κυριότης ἡ ἀνήκουσα εἰς τὸν ἀγροδότην καὶ ἀγρολήπτην ἀνάλογος πρὸς τὸ καταβαλλόμενον μερίδιον ὑπὸ τοῦ ἀγρολήπτου. Ὁ νόμος ἐκεῖνος, εἶπε· τὸ κτῆμα θὰ διανεμηθῇ, καὶ ἂν ὁ καλλιεργητὴς εἶχεν ὑποχρέωσιν νὰ καταβάλῃ τὸ τέταρτον τῶν προϊόντων, δικαιοῦται νὰ ἔχῃ τὸ ἥμισυ τοῦ κτήματος, ἐὰν δὲ τὸ τρίτον, δικαιοῦται νὰ λάβῃ τὸ τρίτον τῆς ἰδιοκτησίας. Ἠδύνατο καὶ ὁ ἀγροδότης καὶ ὁ ἀγρολήπτης νὰ ζητήσωσιν τὴν ἄμεσον διανομὴν τοῦ κτήματος, ὅπως ὁ μὲν καλλιεργητὴς λάβῃ τὸ ἀνῆκον εἰς αὑτόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ὡς εἶπον, εἶχε κυριότητα ὑπὸ ὅρον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος κατέστησε κυριότητα ἀπόλυτον καὶ τοιουτοτρόπως ἐσεβάσθη καὶ τὰ δικαιώματα τῶν μὲν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν δέ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀγροληψίας, τὰς μετὰ τὸν κώδικα συσταθείσας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνεγνώριζον δικαίωμα κυριότητος εἰς τὸν ἀγρολήπτην, ὁ ͵ΣΜΔʹ νόμος ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν ὅτι δύναται ὁ ἀγροδότης ἢ ὁ ἀγρολήπτης νὰ ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἀγροληψίας ὑπὸ τὸν ὅρον ν’ ἀποζημιωθῇ ὁ ἀγρολήπτης παρὰ τοῦ ἀγροδότου διὰ πᾶσαν βελτίωσιν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ τῆς συνομολογήσεως τοῦ συμβολαίου μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς διαλύσεως διὰ τῆς ἐργασίας αὑτοῦ ἐπέφερεν εἰς τὸ κτῆμα τὸ δοθὲν εἰς ἀγροληψίαν. Αὐταὶ ἦσαν αἱ λύσεις αἱ τότε δοθεῖσαι, αἱ λύουσαι τὰς ἀγροληψίας πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀγροληπτῶν, ἄνευ βλάβης τῶν ἀγροδοτῶν. Ἐκτὸς τῆς ἀγροληψίας, Κύριοι, ὑπῆρχον ἐν Κερκύρᾳ καὶ αἱ ἐμφυτεύσεις. Τὸ συμβόλαιον τῆς ἐμφυτεύσεως ἀπαντᾶται εἰς τοὺς νόμους τῶν Εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Τὸ συμβόλαιον τοῦτο εἶναι ἀρχαῖον ἐν Κερκύρᾳ ὅσον καὶ τὸ τῆς ἀγροληψίας, τηρηθὲν ἐν ἰσχύϊ καὶ ὑπὸ τοῦ Ἀστικοῦ Ἰονικοῦ Κώδικος. Διὰ τοῦ συμβολαίου τούτου παραχωρεῖται εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν ἀγροτικὸν κτῆμα, ἐπὶ τῇ ὑποχρεώσει νὰ καλλιεργῇ αὐτὸ καὶ καταβάλῃ κατ’ ἔτος μὲν, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ χωραφίων ἢ ἀμπελώνων, κατὰ διετίαν δὲ ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἐλαιοδένδρων, νὰ καταβάλῃ, λέγω, ὡρισμένον κανόνα, εἴτε εἰς χρῆμα εἴτε εἰς προϊόντα τῆς γῆς. Καὶ περὶ τοῦ συμβολαίου τούτου εἶχε ληφθῆ πολλάκις ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας πρόνοια, ὅπως εὐκολυνθῇ ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν κτημάτων ἀπὸ τοῦ βαρύνοντος ταῦτα κανόνος. Τοιουτοτρόπως ὁ ἐν ἔτει 1867 ψηφισθεὶς ͵ΣΜΔʹ νόμος παρεδέχθη ὅτι ὁ κτηματολήπτης ἐδικαιοῦτο νὰ πωλήσῃ τὸ κτῆμα, μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ κοινοποιήσῃ εἰς τὸν κτηματοδότην τὸ μεταβιβαστικὸν συμβόλαιον, καὶ ἐπέτρεψε τὴν ἐξαγορὰν τοῦ κτήματος ἀπὸ τοῦ βαρύνοντος τοῦτο κανόνος, λογιζομένου ὡς τόκου πρὸς 6%, τοῦ δὲ κεφαλαίου καταβαλλομένου παρὰ τοῦ κτηματολήπτου εἰς δέκα ἐτησίας ἴσας δόσεις. Ἑπομένως καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα εἶχε λυθῆ ὑπὸ τοῦ ͵ΣΜΔʹ νόμου καὶ τοῦ τροποποιήσαντος αὐτὸν ͵ΣΞΗʹ νόμου. Ἐκτὸς τῶν συμβολαίων τούτων, τῆς ἀγροληψίας καὶ τῆς ἐμφυτεύσεως, ὑπῆρχον ἐν Κυρκύρᾳ καὶ αἱ μεταλλαγαί. Τίνες εἶναι αὐταὶ αἱ μεταλλαγαί; Ὑπῆρχον κτήματα κληροδοτηθέντα ἢ δωρηθέντα εἰς ἐκκλησίας εἴτε τὴν Λατινικὴν ἐκκλησίαν, τὴν ἐπὶ Ἑνετοκρατίας δεσπόζουσαν, ἢ τὴν ὀρθόδοξον. Τὰ κτήματα ταῦτα, ἅπερ διετέθησαν ἐπὶ διηνεκεῖ ἀγροληψίᾳ ἢ ἐμφυτεύσει, διεχειρίζετο ἡ τότε Κυβέρνησις, ἀπήρτισεν δὲ δυνάμει νόμου τοῦ αʹ Κοινοβουλίου, κατὰ τὸ ἔτος 1820, μέρος τῶν ἐγχωρίων προσόδων τῆς Κερκύρας ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν μισθοδοσίας ἱερέων τινῶν τῆς τε Λατινικῆς καὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, καὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ἐκκλησιῶν εἰς ἃς τὰ κτήματα ἀνῆκον. Τὴν ὑποχρέωσιν ταύτην ἀνέλαβεν ἡ ἐγχώριος ἀρχή, ἀνέλαβε δ’ ἐπίσης καὶ τὴν διαχείρισιν τῶν κτημάτων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὰς ἐκκλησίας αὐτάς, τήν τε Λατινικὴν καὶ τὴν ὀρθόδοξον. Κατόπιν, διὰ νόμου ψηφισθέντος τῷ 1830, ἐπετράπη εἰς τοὺς συνεισφορεῖς νὰ μεταλλάξωσι τὰ μερίδια καὶ τοὺς κανόνας τοὺς εἰς εἶδος καταβαλλομένους δι’ ὡρισμένου χρηματικοῦ ποσοῦ, καὶ τοῦτο ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οἱ εἰσφέροντες εἰς εἶδος τῆς ἐνοχλήσεως τοῦ νὰ δώσωσιν εἰς εἶδος, εἴτε ἔλαιον εἴτε οἶνον κλπ., ἐδόθη δὲ τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς ἵνα καταβάλλωσι τὸ κεφάλαιον τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὸ ποσὸν διὰ τοῦ ὁποίου ἀντικατεστάθη ἡ εἰς εἶδος συνεισφορά. Ἐπειδὴ δὲ καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς εἰς χρῆμα μεταλλαγῆς τῆς εἰς εἶδος εἰσφορᾶς χρῆσις δὲν ἐγένετο, ἐπῆλθεν ἐν ἔτει 1857 νόμος διὰ τοῦ ὁποίου ἐπεβλήθη ἡ ὑποχρέωσις, ἵνα ἐντὸς διετίας γίνωσιν αἱ μεταλλαγαί, καὶ ἑπομένως ἀντεκατεστάθησαν ὅλα τὰ τελέσματα εἰς εἶδος ὑπὸ ἀντιστοίχου χρηματικῆς συνεισφορᾶς. Ὁ ͵ΣΜΔʹ νόμος ἐκανόνισεν ἐπωφελέστερον ὑπὲρ τοῦ κατόχου, διὰ τῆς ἐξαγορᾶς καὶ τῆς καταβολῆς τοῦ κεφαλαίου πρὸς τὸν κτηματοδότην. Ὁ ᾼΦΙʹ νόμος τοῦ 1887 «περὶ διανομῆς τῆς ἐγχωρίου περιουσίας Κερκύρας», διένειμε τὰς περὶ ὧν πρόκειται μεταλλαγὰς εἰς τοὺς ἐξοχικοὺς δήμους Κερκύρας, μετὰ δὲ τὴν ἀντικατάστασιν τῶν δήμων ὑπὸ κοινοτήτων, διενεμήθησαν αἱ πρόσοδοι αὗται εἰς τὰς διαφόρους κοινότητας. Αὐτὴ ἦτο ἡ κατάστασις τῆς ἰδιοκτησίας τῆς Κερκύρας. Ὡς βλέπετε νομοθετικὰ μέτρα εἶχον ληφθῆ πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν συμφερόντων τῶν ἀγροληπτῶν, εἶχον ληφθῆ μέτρα πρὸς ἀπαλλαγὴν αὐτῶν ἀπὸ τῆς ἀγροληψίας διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς διανομῆς τῶν κτημάτων μεταξὺ ἀγροληπτῶν καὶ ἀγροδοτῶν. Εἶχον ληφθῆ μέτρα διὰ τὰς ἐμφυτεύσεις, διὰ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τοὺς καλλιεργητὰς ὅπως ἐξαγοράσωσι τοὺς ἐμφυτευτικοὺς κανόνας διὰ τῆς καταβολῆς τοῦ κεφαλαίου αὐτῶν εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις. Εἶχον μετατραπῆ ἐπὶ τέλους αἱ μεταλλαγαὶ ὅπως ἀντὶ τῶν τελεσμάτων εἰς εἶδος καταβληθῶσιν εἰς χρῆμα, καὶ εἶχεν ἀναγνωρισθῆ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς τῶν εἰς χρῆμα εἰσφορῶν. Ἐκτὸς τῶν ἰσχυόντων ἐν Κερκύρᾳ, ὡς πρὸς τὰ ὑποτελῆ κτήματα, ὑπῆρχον καὶ ἐλεύθερα κτήματα κατεχόμενα παρὰ τῶν κυρίων αὐτῶν. Κατὰ τῶν ἐλευθέρων τούτων κτημάτων μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο ἀπόπειρα, ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι ἡ ἐξασφάλισις αὐτῶν δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον δύναται νὰ θεωρηθῇ μὲ τὰς κρατούσας παρά τισι ἰδέας ὡς ἀπηλλαγμένη κινδύνων. Διὰ τοῦ ͵ΔΝΔʹ νόμου τῆς 14 Φεβρουαρίου 1912 «περὶ ἀπαλλαγῆς ἀγροτικῶν ἀκινήτων ἐν Κερκύρᾳ κτλ.», ἐλήφθησαν μέτρα ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀγροληψίας, τὰς ἐμφυτεύσεις, καὶ τὰς μεταλλαγάς. Καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀγροληψίας ἐλήφθη μία ἁπλουστάτη ἀπόφασις· «τὰ κτήματα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς κατόχους αὐτῶν»· καὶ σημειώσατε ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτὴ ἐλήφθη ὄχι μόνον, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀγροληψίας εἰς τὰς ὁποίας ὁ ἀγρολήπτης εἶχε δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ μέρους τοῦ κτήματος, διότι ὡς σᾶς εἶπον αἱ ἀγροληψίαι αἱ παλαιαί, αἱ πρὸ τοῦ 1841, πρὸ τοῦ Ἰονίου Κώδικος δηλ. δίδουσιν εἰς τὸν ἀγρολήπτην δικαίωμα συγκυριότητος, ἐκρίθη ὅσον ἀφορᾷ αὐτὰς ὅτι δὲν ἤρκει ἡ διάταξις τοῦ νόμου, δυνάμει τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται ἡ διανομὴ τοῦ κτήματος μεταξὺ ἀγρολήπτου καὶ ἀγροδότου, ἀλλ’ ὅτι οἱ ἀγρολῆπται ἔπρεπε νὰ λάβωσι τὴν κυριότητα τοῦ ὅλου κτήματος, ἀποζημιουμένων τῶν ἀγροδοτῶν. Ἀλλὰ κατὰ τίνα τρόπον; Ἀποζημιουμένων τῶν ἀγροδοτῶν διὰ τῆς καταβολῆς, ἐὰν ὑπῆρχε χρῆμα, τῶν ⅗ τῆς ἀξίας καὶ διὰ τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ ἀγρολήπτου εἰς τὴν καταβολὴν τῶν ⅖. Ἀλλὰ μήπως περιωρίσθησαν εἰς τὴν λῆψιν τοῦ μέτρου τούτου, ὅσον ἀφορᾷ τὰς παλαιὰς ἀγροληψίας τὰς πρὸ τοῦ Ἰονίου Κώδικος; Τὸ ἐπεξέτειναν καὶ εἰς τὰς συσταθείσας μετὰ τὸν Κώδικα ἀγροληψίας, καθ’ ἃς δὲν ἐπρόκειτο πλέον περὶ καλλιεργείας χέρσων ἐκτάσεων, ἀλλὰ περὶ συμβάσεως ἀφορώσης κτήματα προσοδοφόρα παραχωρούμενα πρὸς ἁπλῆν καλλιέργειαν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὐδὲν δικαίωμα κυριότητος εἶχεν ὁ ἀγρολήπτης. Καὶ ἐθεσπίσθη ὅτι καὶ ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς τὸν ἀγρολήπτην, ἀποζημιουμένου τοῦ ἀγροδότου καθ’ ὃν τρόπον ἀνέφερα. Οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου ἐλησμόνησαν ὅτι ἡ ἀγροληψία, πρὸ τοῦ Κώδικος ἀναγνωρίζουσα δικαίωμα συγκυριότητος, ἀνεγνώριζεν ὅτι ὑπῆρχεν ὑπὲρ τοῦ ἀγρολήπτου ἐμπράγματον δικαίωμα ἀλλὰ τοιοῦτον δικαίωμα βεβαίως δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ μετὰ τὸν Κώδικα ἀγροληψίᾳ, τῇ μὴ ἀναγνωριζούσῃ δικαίωμα κυριότητος καὶ εἰς τὸν ἀγρολήπτην. Ἐν ταύτῃ ἡ σχέσις εἶναι ἁπλῶς ἐνοχική, εἶναι ἡ σχέσις ἡ ἐκ τῆς μισθώσεως προκύπτουσα. Ἀπόδειξις ὅτι εἶναι ἐνοχικὴ ἡ σχέσις, εἶναι ὅτι ὁ κάτοχος εἶναι κατὰ παράκλησιν κάτοχος, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ποτὲ διὰ τῆς παραγραφῆς νὰ ἀποκτήσῃ τὸ κτῆμα. Πρόκειται λοιπὸν περὶ ἐνοχικῆς σχέσεως καὶ τὴν ἐνοχικὴν σχέσιν διαλύουσι καὶ θέλουσι τὴν ἐνοχικὴν ταύτην σχέσιν διαλυομένην διὰ τοῦ νόμου καὶ λέγουσιν ὅτι οἱ ἀγρολῆπται δικαιοῦνται νὰ καταλάβωσι τὸ κτῆμα, οἱ δὲ ἀγροδόται δὲν ἔχουσιν ἄλλο δικαίωμα ἢ νὰ λάβωσι τὰ ⅗ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ἐὰν ὑπάρχῃ χρῆμα, καὶ τὰ ἕτερα ⅖ παρὰ τοῦ ἀγρολήπτου ὑποχρέου εἰς τὴν καταβολὴν αὐτῶν εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις.
§143Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ἔχετε λάθος.
§144Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Οὐδόλως. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐδαφονομὴν ὁ νόμος λύει ἁπλούστατα τὸ ζήτημα. Ὁ ἐδαφολήπτης δικαιοῦται ν’ ἀποκτήσῃ τὴν κυριότητα τοῦ κτήματος, ἀποζημιουμένου τοῦ ἐδαφοδότου μὲ τὰ ⅗ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος καὶ λαμβάνοντος τὰ ⅖ παρὰ τοῦ ἐδαφολήπτου εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις. Ἀλλὰ μήπως ἡ ἀξία τοῦ κτήματος ὁρίζεται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος; Ὄχι. Οἱ εἰσηγηταὶ τοῦ νόμου ἐφεῦρον ἁπλούστατον τρόπον καθορισμοῦ τῆς ἀξίας· ἡ ἀξία αὕτη ὁρίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προσόδων τοῦ κτήματος κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν. Ἐρωτῶ· ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐλαιόδενδρα, ἔχομεν ἐκτιμήσεις, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει τρόπος ὁρισμοῦ τῆς προσόδου τοῦ κτήματος; Ἀλλὰ μήπως περιωρίσθησαν εἰς αὐτὸ κἄν; Ὄχι! προσετέθη εἰς τὸν νόμον ὅτι θέλουσι ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰσπραχθέντα παρὰ τοῦ ἐργοδότου. Συνέπεια τούτου εἶναι ὅτι εἷς κτηματίας ἀμελήσας νὰ εἰσπράξῃ, φιλάνθρωπος, μὴ αὐστηρῶς φερόμενος πρὸς τοὺς ἀγρολήπτας, δυνατὸν νὰ εἰσέπραξεν ὀλίγα, ἐνῷ ὁ τοκογλύφος εἰσέπραξε μέχρι τοῦ τελευταίου λεπτοῦ, καὶ τὸ κτῆμα αὐτοῦ θέλει ἔχει πολὺ μεγαλειτέραν ἀξίαν τοῦ κτήματος τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν πρῶτον. Αἱ διατάξεις αὗται τοῦ νόμου παραγνωρίζουσιν ἀπολύτως ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καθ’ ἃς ὅπως γίνῃ ἀπαλλοτρίωσις πρέπει νὰ καταβληθῇ ἡ ἀξία τοῦ καταλαμβανομένου κτήματος. Ὁ ψηφισθεὶς νόμος, περὶ οὗ ἀσχολούμεθα, προβλέπει καταβολὴν τῶν ⅗ τῆς ἀξίας καὶ δικαίωμα εἰσπράξεως τῶν ἑτέρων ⅖ διὰ δεκαετῶν δόσεων. Καὶ ἑτέραν ἔχομεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ἡ ὁποία λέγει ὅτι· ἀπαλλοτρίωσις δὲν δύναται νὰ γίνῃ παρὰ διὰ λόγους δημοσίας ὠφελείας. Ὅπως μετερρυθμίσθη ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, δὲν ἀπαιτεῖται πλέον δημοσία ἀνάγκη πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν· ἀρκεῖ ἡ δημοσία ὠφέλεια. Καὶ γεννᾶται τὸ ἐρώτημα· αὐτὴ ἡ δημοσία ὠφέλεια, περὶ ἧς ὁμιλεῖ τὸ Σύνταγμα, εἶναι ὠφέλεια μιᾶς τάξεως πολιτῶν εἰς βάρος ἑτέρας τάξεως, ἢ εἶναι ὠφέλεια γενικὴ καὶ ἑπομένως ὠφέλεια ἐνδιαφέρουσα τὸ Κράτος; Ἐὰν τὸ τελευταῖον, τὸ Κράτος πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, ἂν νομίζει ὅτι ὑπάρχει λόγος γενικῆς ὠφελείας, καὶ ν’ ἀποζημιώσῃ διὰ ταύτης. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ Κράτος τὸ ὁποῖον ἀποζημιώνει, ἀλλὰ πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία, περὶ ἧς ἀργότερον θ’ ἀσχοληθῶ. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν διάταξιν τοῦ Συντάγματος παραγνωρίζει ὁ νόμος, ΔΝΔʹ. Τὸ Σύνταγμα ῥητῶς ὁρίζει ὅτι τὰ Δικαστήρια δικαιοῦντα μόνον νὰ ὁρίσωσι τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν, λόγῳ ἀπαλλοτριώσεως. Μήπως ἐσεβάσθησαν τὴν διάταξιν αὐτήν; Ὄχι, Κύριοι. Ὁ νόμος καθιστᾷ ἐπιτροπὴν εἰς τὴν ὁποίαν ἀναθέτει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὴν ὀφειλομένην ἀποζημίωσιν, καὶ ναὶ μὲν ἀνεγνωρίσθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ζημιούμενον νὰ προβῇ δι’ ἀνακοπῆς κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ ἡ ἀπόφασις τῶν δικαστηρίων δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν ἐπιτροπήν, ἡ ὁποία βασιζομένη ἐπὶ ἄλλων δεδομένων δύναται νὰ μεταρρυθμίσῃ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Δικαστηρίου. Ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ψηφισθέντος νόμου ἀναιρεῖ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἀντισυνταγματικαὶ διατάξεις τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος μετὰ πολλὰς περιπετείας ἐκυρώθη καὶ ἐδημοσιεύθη. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τὸ οἰκονομικὸν μέρος τῆς λύσεως τοῦ πολυθρυλλήτου ἀγροτικοῦ ζητήματος. Ἄνευ οὐδεμιᾶς πληροφορίας, περὶ τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἀπαλλοτριωθῶσι, διότι οὐδεμία τοιαύτη πληροφορία ὑπάρχει ἄνευ γνώσεως τοῦ ἀπαιτουμένου ποσοῦ, πρὸς ἀπαλλοτρίωσιν τῶν κτημάτων περὶ ὧν πρόκειται ἐπιβάλλεται φορολογία ἐπὶ τοῦ ἐλαίου δύο δραχμὰς ἀνὰ βαρέλιον, ἑτέρα φορολογία ἐπὶ τοῦ εἰσαγομένου ἀραβοσίτου—δύο λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν ἂν δὲν ἀπατῶμαι—καὶ τρίτη φορολογία ἐπὶ τοῦ ἅλατος, ἵνα τοιουτοτρόπως συντελεσθῇ ἓν ποσὸν δυνάμενον, εἴτε νὰ ἐξαγοράσῃ τὰ κτήματα, εἴτε νὰ ἀποτελέσῃ βάσιν πρὸς συνομολόγησιν δανείου ἐπιτρέποντος τὴν ἐξαγορὰν τῶν κτημάτων. Εἶναι ἀληθῶς περίεργα τὰ μέσα τῶν ὁποίων ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμωσι χρῆσιν ἵνα λύσωσι τὸ ζήτημα. Ἂς ἐξετάσωμεν πρῶτον τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου. Ὑποθέσατε ὅτι κτηματίας τις παράγει 500 βαρέλια ἐλαίου ἐκ τῶν ἐλευθέρων αὑτοῦ κτημάτων. Ὁ κτηματίας οὗτος ὑποβάλλεται εἰς καταβολὴν 1000 δραχμῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἐξαγορὰν ἀγροληπτικῶν καὶ ἐμφυτευτικῶν κτημάτων, ἐὰν δὲ ὁ κτηματίας οὗτος ἔχῃ τοιαῦτα κτήματα, ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ πρὸς ἐξαγορὰν τῶν κτημάτων τῶν εἰς αὐτὸν ἀνηκόντων. Εἰς τὴν φορολογίαν ταύτην ὑποβάλλονται ἐπίσης ἄνθρωποι οὐδὲν κοινὸν ἔχοντες μὲ ἀγροληπτικὰ ἢ ἐμφυτευτικὰ κτήματα· ὑποβάλλονται ἐπίσης εἰς βαρεῖαν φορολογίαν ἐπὶ τοῦ ἅλατος ἄνθρωποι οὐδεμίαν ἔχοντες κτηματικὴν ἀγροτικὴν περιουσίαν, καὶ ἑπομένως οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὰ κτήματα, ἅτινα πρόκειται νὰ ἐξαγορασθῶσιν. Ἀνεξαρτήτως τῆς προφανοῦς ἀδικίας τῆς φορολογίας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τέλους ἠδύνατό τις νὰ παραβλέψῃ, ἐὰν διὰ ταύτης ἐξησφαλίζετο ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν κτημάτων, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τῶν βάσεων αὐτῶν τῶν οἰκονομικῶν οὐδεμία λύσις τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος τῆς Κερκύρας δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ, διότι τὸ ποσὸν τῶν ἐσόδων, τὸ ἐκ τῆς ἐπιβαλλομένης φορολογίας προκύπτον, εἶναι τόσον μικρόν, ὥστε, εἴτε προέλθωμεν εἰς τὴν ἐξαγορὰν διὰ τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἔτος θὰ προκύψωσιν ἐκ τῶν ἐπιβαλλομένων φόρων, εἴτε προσφύγωμεν πρὸς τοῦτο εἰς δάνειον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐνιαισίων ἐσόδων, ἀδύνατον εἶναι νὰ συντελεσθῇ ἡ ἐξαγορὰ τῶν κτημάτων, πρὸ τῆς παρελεύσεως μιᾶς ἑκατονταετηρίδος ὁλοκλήρου. Δυνάμεθα, Κύριοι, ἂν ἀρεσκόμεθα εἰς ἀπατηλὰς ὑποσχέσεις, νὰ εἴπωμεν· ἐλευθερώσαμεν διὰ τοῦ νόμου τὰ ἀγροτικὰ κτήματα τῆς Κερκύρας, ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ταῦτα βεβαίως δὲν ἠλευθερώθησαν. Καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ὑποσχέσεων τούτων, τῶν μὴ ἐπὶ τῶν πραγμάτων στηριζομένων; Ὅτι διεταράχθησαν αἱ σχέσεις μεταξὺ ἀγροτῶν καὶ ἀγροδοτῶν· ὅτι ἡ πίστις ἐντελῶς ἐξέλιπε· ὅτι δὲν καταβάλλονται πλέον τὰ μερίδια καὶ τὰ ἐδαφονόμια. Ἔχετε ἀφ’ ἑνὸς τάξιν ὁλόκληρον κτηματιῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποφέρουσι τὰ πάνδεινα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἔχετε τάξιν ἀγροτῶν ἐλπίζουσαν λύσιν ἥτις ἐπὶ πλεῖστα ἔτη θὰ βραδύνῃ καὶ ἐπὶ τῇ προσδοκίᾳ τῆς λύσεως μὴ ἐκπληροῦσαν τὰς ὑποχρεώσεις της, ἐπὶ μεγίστῃ ἐν τῷ μέλλοντι βλάβῃ. Δὲν φρονῶ, Κύριοι, μεθ’ ὅσα εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς ὑμᾶς ὅτι δὲν πρέπει τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Κερκύρας νὰ ἐξετασθῇ. Πρέπει βεβαίως τοῦτο νὰ γίνῃ, διότι τοῦτο ἀπέδειξεν ἡ πεῖρα; Ὅτι καίτοι ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀγρολήπτην, ἵνα ζητήσῃ τὴν διάλυσιν τοῦ συμβολαίου τῆς ἀγροληψίας καὶ τὴν διανομὴν τοῦ κτήματος, πάντοτε ἐδόθη εἰς τὸν ἐδαφολήπτην τὸ δικαίωμα νὰ ἐξαγοράσῃ διὰ δεκαετῶν δόσεων τὸν κανόνα καὶ ν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἐλευθέραν κυριότητα τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κτήματος, ὁ ἀγρολήπτης καὶ ὁ ἐδαφολήπτης δὲν προέβησαν, οὔτε εἰς τὴν διανομὴν τοῦ ἀγροληπτικοῦ κτήματος, οὔτε εἰς τὴν ἐξαγορὰν τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος, καὶ τοῦτο, εἴτε διότι ἡ κατάστασις τῶν ἀγροτῶν ἡ οἰκονομικὴ εἶναι τοιαύτη εἴτε διότι ἡ ἀδιαφορία αὐτῶν εἶναι τοσαύτη, ὥστε δὲν ἔκαμαν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἀνεγνωρίσθησαν εἰς αὐτούς. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον φρονῶ, Κύριοι, εἶναι ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ἄξιον πολλῆς μελέτης· ὅτι δὲν πρέπει νὰ κολακεύωμεν τοὺς χωρικοὺς λέγοντες εἰς αὐτοὺς ὅτι τὰ πάντα δύνανται διὰ μιᾶς νὰ γίνωσιν, διότι δὲν ἔχομεν μέσον ὅπως πράξωμεν τοῦτο. Εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς ὅτι ὑπάρχει διάθεσις μεγάλη, ἵνα τὸ ζήτημα τοῦτο λυθῇ, ὅσον τὸ δυνατὸν ὑπὲρ αὐτῶν, χωρὶς ὅμως νὰ ἐπέλθῃ καὶ καταστροφὴ ἄλλης τάξεως, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἴσως τόσον πολυάριθμος ὅσον ἡ τάξις τῶν ἀγροτῶν, ἀλλ’ ἡ ὁποία ἔχει δικαίωμα ὅπως τὸ Κράτος ὑπερασπίσῃ τὰ δίκαιά της, εἶναι ἐξ ἄλλου ἀνάγκη, τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ μελετηθῇ· εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῶμεν κατὰ δόσεις ἐφ’ ὅσον τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἐπιτρέπουσι τοῦτο· εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀρχίσωμεν, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἀπὸ τὰς μεταλλαγὰς καὶ τὰ ἐδαφονόμια, καὶ ὅταν κατορθώσωμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς χωρικούς, ὄχι κατὰ τὰ ⅗ ἀλλὰ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὴν καταβολὴν τῶν μεταλλαγῶν καὶ τῶν ἐδαφονομίων, πεισθῶμεν δὲ περὶ τῶν πόρων τῶν ἀναγκαίων ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν διάλυσιν, τὴν ἐντελῆ, τῶν ἀγροληψιῶν αἵτινες ἀναγνωρίζουσι δικαίωμα συγκυριότητος εἰς τὸν ἀγρολήπτην, τότε νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν ἀγροληψιῶν τούτων, νὰ παύσωμεν δὲ ὑποσχόμενοι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῶσι, δὲν δύνανται νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἐπαναλαμβάνω, διότι δὲν ὑπάρχουσι τὰ πρὸς τοῦτο ἀναγκαῖα μέσα. Ἔχομεν σήμερον πρότασιν νόμου τροποποιοῦσαν τὸν νόμον, τὸν πρὸ ὀλίγου χρόνου ψηφισθέντα. Καὶ τί προτείνεται διὰ ταύτης; Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἐπῆλθεν ἡ ἀντίληψις ὅτι οἱ φόροι οἱ ψηφισθέντες εἶναι ἐντελῶς ἀνεπαρκεῖς ὅπως ἀντιμετωπίσωσιν, ὄχι τὴν λύσιν τοῦ ὅλου ζητήματος ἀλλὰ τὴν λύσιν ἑνὸς μέρους τοῦ ζητήματος, προτείνεται ὅπως ὅλον τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον τὸ Δημόσιον κατ’ ἔτος καταβάλλει εἰς τὴν ἐγχώριον διαχείρισιν διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν ἁλικῶν Κερκύρας καὶ τὸ ὁποῖον ἦτο ὑπέγγυον εἰς τὸ δάνειον, δυνάμει τοῦ ὁποίου τὰ τιμάρια ἐξηγοράσθησαν καὶ τὸ ὁποῖον πληρωθέντος καὶ ἐξοφληθέντος τοῦ δανείου μένει ἐλεύθερον, προτείνεται, λέγω, ἵνα τὸ ποσὸν αὐτὸ χορηγηθῇ εἰς τὸ Ταμεῖον τὸ διὰ τοῦ νόμου ͵ΔΝΔʹ συσταθέν. Λησμονοῦσιν ὅμως οἱ ταῦτα προτείνοντες ὅτι τὸ ποσὸν αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀνέρχεται εἰς 90.000 δρχ., βαρύνεται μὲ 35.000 δρχ. ἐξ ἐπιβεβλημένων ὑποχρεώσεων.
§145Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Ὑπὲρ τίνος εἴπετε, παρακαλῶ;
§146Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Λάβετε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς καὶ θέλετε εὕρει τίνες εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις αὐταί. Θὰ ἴδητε ὅτι ἔχετε ὑποχρεώσεις ἐκ συμβάσεων ἀναγνωρισθείσας, οἷαι αἱ πρὸς τὸν κλῆρον τὸν λατινικόν. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ αὐτό. Πρόκειται λοιπὸν νὰ πληρωθῶσι πρότερον αἱ 35.000 δραχμῶν. Ἀλλὰ λησμονοῦσιν ὅτι ὑπάρχει καὶ εἷς νόμος ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ ποσοῦ τοῦ δανεισθέντος διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν τιμαρίων, τὸ ποσὸν τὸ ἀπομένον ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν 90.000 δραχ. μετὰ τὴν καταβολὴν τῶν νομίμων ὑποχρεώσεων, ἀνήκει εἰς τὰ φιλανθρωπικὰ καταστήματα. Ποῖα δὲ εἶναι ταῦτα; Εἶναι τὸ νοσοκομεῖον, τὸ ὀρφανοτροφεῖον καὶ τὸ πτωχοκομεῖον. Εἶναι δὲ γνωστὸν εἰς πάντας ὅτι, ἐὰν δὲν δοθῇ εἰς αὐτὰ τὰ τρία φιλανθρωπικὰ καταστήματα ἡ συνεισφορά, ἡ ὁποία ἐδίδετο μέχρι τοῦδε, καὶ ἐὰν δὲν αὐξηθῇ ἡ συνεισφορὰ αὕτη τὰ καταστήματα ταῦτα θὰ κλείσωσιν. Καὶ ἐρωτῶ· ὑπὲρ τίνων τὰ καταστήματα αὐτὰ λειτουργοῦσιν; Λειτουργοῦσιν ὑπὲρ τῶν εὐπόρων τάξεων ἢ λειτουργοῦσιν ὑπὲρ τῶν ἀπόρων; Λειτουργοῦσιν ἴσως ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῆς πόλεως μόνον ἢ ὑπὲρ τῶν κατοίκων τῆς ὅλης νήσου; Καὶ δικαιοῦσθε σήμερον νὰ εἴπητε· στερῶ τὸ πτωχοκομεῖον, στερῶ τὸ ὀρφανοτροφεῖον, στερῶ τὸ νοσοκομεῖον τῶν προσόδων ὧν ἔχουσιν ἀπόλυτον ἀνάγκην ὅπως συντηρηθῶσιν; Καὶ μόλα ταῦτα διὰ τῆς προτάσεως ταύτης νόμου, τοῦτο προτίθεσθε νὰ πράξητε. Ἠδυνάμην, Κύριοι, ἐπὶ μακρὸν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀσχοληθῶ. Εἶναι θέμα τὸ ὁποῖον δίδει χώραν εἰς μεγάλας συζητήσεις καὶ μεγάλας ἐρεύνας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν δικαιοῦμαι νὰ καταχρασθῶ τῆς εὐγενείας μετὰ τῆς ὁποίας εὐηρεστήθητε νὰ μὲ ἀκούσητε καὶ καταλήγων φρονῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅπως τὸ θέμα τοῦτο τὸ λίαν σπουδαῖον μελετηθῇ ἀκόμη· ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀποτελουμένη ἀπὸ τοὺς γινώσκοντας τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ τοὺς διακρινομένους ἐπὶ νομικῇ ἱκανότητι, ὅπως ἀποφύγωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὀλισθήματα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὸν ψηφισθέντα νόμον ἀνεφάρμοστον. Διότι δὲν εἶναι ἀνεφάρμοστος ὁ νόμος μόνον ἕνεκα οἰκονομικῶν λόγων καθιστώντων ἀδύνατον τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἀνεφάρμοστος, διότι ἐν ταῖς διατάξεσιν αὐτοῦ ὑπάρχει ἀπειρία ἀντισυνταγματικῶν διατάξεων, ἀποτέλεσμα δὲ τούτων θὰ εἶναι ἡ ὑπὸ τῶν Δικαστηρίων μὴ ἀναγνώρισις τοῦ νόμου. Καὶ λέγων ταῦτα δὲν κάμνω, Κύριοι, ὑποθέσεις πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης μου. Ἐπικαλοῦμαι ἀπόφασιν τοῦ Ἐφετείου Κερκύρας ἡ ὁποία, προκειμένου περὶ ἐπανελεύσεως καταργηθείσης ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ ψηφισθέντος, παραδέχεται τὴν κατάργησιν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δύναται ὁ νομοθέτης νὰ καταργήσῃ τὴν ἐπανέλευσιν, ἀλλ’ ὅταν ἔρχηται εἰς τὴν συζήτησιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ τοῦ δικαιώματος, ὅπερ τὸ Δικαστήριον ἔχει, ἵνα ἐξετάζῃ τὸν νόμον οὐ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν τύπων ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συνταγματικότητος αὐτοῦ, ἀναγνωρίζει τὰς πλημμελεῖς διατάξεις, ἀναγνωρίζει ὅτι ὑπάρχουσι διατάξεις πολλαὶ ἀντικείμεναι εἰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Καὶ ἐρωτῶ· ὁ νόμος αὐτὸς δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ; Κολακεύομεν τοὺς ἀγρότας λέγοντες εἰς αὐτούς· θὰ λάβητε καὶ τὰ κτήματα. Δυστυχῶς δὲν θὰ λάβωσι τίποτε, διότι ὁ νόμος δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ, ἀφ’ ἑνὸς ἕνεκα τῶν ἀντισυνταγματικῶν διατάξεων αὐτοῦ, ἀφ’ ἑτέρου δέ, ὁ νόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ὅπως διεσκευάσθη, ἕνεκεν ἐλείψεως μέσων. Κύριοι, ἐμφορούμεθα ἐκ τῆς ἐπιθυμίας ὅπως ἔλθωμεν ἀρωγοὶ εἰς τοὺς χωρικούς, ἐπιθυμίας τὴν ὁποίαν ἐγὼ διετράνωσα, διότι κατὰ τὸ παρελθόν, μὴ λησμονῆτε ὅτι ἐγὼ προέτεινα καὶ ἐπέτυχον τὴν κατάργησιν τῶν τιμαρίων, καὶ ὅτι διὰ τῆς καταργήσεως τῶν τιμαρίων, ἡ ὁποία οὐδὲν ἐγέννησε παράπονον, 12.000 σχέσεων ἀγροτικῶν διελύθησαν. Ἆρα εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐργασθῶ ὑπὲρ τῶν χωρικῶν, ἀλλ’ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐργασθῶ ὑπὸ τύπον πρακτικὸν καὶ νόμιμον. Δι’ αὐτὸ καταλήγων προτείνω ὅπως ὁρισθῇ ἐπιτροπή, οἵαν ὑπέδειξα εἰς ὑμᾶς, καὶ νὰ ὁρισθῇ εἰς ταύτην ὀλιγοήμερος προθεσμία ὅπως μελετήσῃ τὸ ζήτημα καὶ φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της. Δὲν πρόκειται νὰ ἐμποδίσω τὴν λῆψιν μέτρων· πρόκειται νὰ ὑποβοηθήσω ὅπως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ληφθῶσιν, ὦσιν ἐφαρμοστέα, ὥστε ν’ ἀποβῶσι πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ἀγροτῶν καὶ ὄχι πρὸς καταστροφὴν τῶν ἀγροδοτῶν. Ὑπὸ τοιούτων ἐμφορούμενος αἰσθημάτων, δὲν θέλω νὰ παρακωλύσω ἀλλὰ θέλω νὰ συζητήσω τὸ θέμα. Ὁρίσατε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δεκαπενθήμερον προθεσμίαν καὶ εἴπετε εἰς αὐτὴν νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸν νόμον τὸν ψηφισθέντα καὶ τὰς προτεινομένας τροποποιήσεις καὶ νὰ φέρῃ τὸ πόρισμα τῶν μελετῶν της, τότε δὲ ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει τῶν πορισμάτων τούτων, ἐν γνώσει τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀναμφισβητήτως ἀγνοεῖ — διότι δὲν κολακεύομαι νὰ πιστεύω ὅτι διὰ τῶν ὀλίγων τὰ ὁποῖα εἶπα κατέστησα τὸ θέμα ἐντελῶς νοητὸν εἰς ὅλους — ἡ Βουλὴ τότε, λέγω, ἂν τοιαύτη ἔκθεσις ὑποβληθῇ, συντασσομένη παρ’ ἀνθρώπων ἐχόντων γνῶσιν τῶν πραγμάτων καὶ ἱκανότητα πρὸς καταρτισμὸν νομοθετήματος δυναμένου νὰ μὴ ἔχῃ τὰ ἐλαττώματα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, νὰ μὴ ἔχῃ τὰ ἐλαττώματα τοῦ πρακτικῶς ἀνεφαρμόστου, νὰ δυνηθῇ νὰ φθάσῃ εἰς συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον θὰ τιμήσῃ καὶ τὴν Βουλὴν τὴν ἰδίαν, θὰ σώσῃ δὲ καὶ τοὺς ἀγρότας καὶ δὲν θὰ καταστρέψῃ τοὺς ἀγροδότας.
§147Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὀφείλω, κ. Βουλευταί, νὰ δώσω εὐθὺς ἀμέσως μίαν ἐξήγησιν πρὸς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐκ Κερκύρας, τὸν ἄρτι κατελθόντα τοῦ βήματος, ἐν σχέσει πρὸς μίαν ἐπιστολήν, τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ἀρχόμενος τοῦ λόγου του. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ὅτε κατηρτίσθη ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς ἐπεξεργασίαν τῆς προτάσεως νόμου, τὴν ὁποίαν ταύτην τὴν στιγμὴν συζητεῖ ἡ Βουλὴ, ὁ κ. Θεοτόκης καίτοι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ἠδύνατο πολλὰ νὰ συνεισφέρῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν, καὶ διότι ἐπὶ τριάκοντα ἔτη συνεχῆ ἀντιπροσωπεύει τὴν Κέρκυραν καὶ διότι εἰδικῶς, ὑποθέτω, ἠσχολήθη εἰς τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ διότι μεγαλοκτηματίας τοῦ τόπου εἶναι, δὲν συμπεριελήφθη μολαταῦτα εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἀλλὰ τὴν παράλειψιν ταύτην πρέπει νὰ ἀποδώσῃ εἰς αἴσθημα σεβασμοῦ πρὸς τὸ πολυάσχολον αὐτοῦ, πρὸς τὴν θέσιν τὴν ἰδιαιτέραν τὴν ὁποίαν κατέχει, ἡ ὁποία δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ ἀσχολῆται εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν τῶν νομοσχεδίων καὶ κατὰ τὰς ἰδιαιτέρας διασκέψεις τῶν ἐπιτροπῶν. Ὅτε μόλα ταῦτα ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἔντιμος καὶ πολύτιμος φίλος τοῦ κ. Θεοτόκη, ὁ κ. Βελλιανίτης, προέτεινεν ὅπως προσκληθῶσιν ὡρισμένα πρόσωπα ἐκ τῶν τῆς πρώτης γραμμῆς ἵνα ὑποστηρίξωσιν ἐνώπιον τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς τὰς γνώμας αὐτῶν, παμψηφεὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ὅτι θὰ ἦτο σκόπιμος ἡ παρουσία καὶ τῶν ἐγκρίτων τούτων συναδέλφων. Ἀλλ’ ἡ ἐπιτροπὴ εὑρέθη εἰς δυσχέρειαν νὰ θεωρήσῃ τὰ μέλη ταῦτα ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι δὲν εἶχον συμπεριληφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐκλεχθεῖσαν, καὶ δὲν εἶχον συνεπῶς τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐκ τοῦ Κανονισμοῦ. Δὲν ἦτο λοιπὸν δυνατὸν νὰ κληθῶσι τὰ μέλη ταῦτα ὅπως λάβωσι μέρος ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὅπως ἐμφανισθῶσιν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς μὲ συμβουλευτικὴν μόνον γνώμην. Τώρα, ἂν ἐν τῇ διατυπώσει τῆς ἐπιστολῆς ἐκείνης ἐγένετο χρῆσις ὕφους ὀλίγον ὑπεροπτικωτέρου τοῦ πρέποντος, ὁμολογῶ ὅτι ἐλυπήθην κατάκαρδα καὶ τὴν λύπην μου ταύτην ἔσπευσα νὰ διαμηνύσω διὰ τοῦ κ. Βελλιανίτου, ἀπὸ τῆς πρώτης ἑσπέρας, ἀφ’ ἧς μοὶ εἶπον ὅτι αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Θεοτόκη, εἶμαι δὲ ἕτοιμος νὰ κάμω οἱανδήποτε ἄλλην δήλωσιν. Προσέθηκα εἰς τὸν κ. Βελλιανίτην ὅτι πολὺ λυποῦμαι διὰ τὴν μεσολαβήσασαν παρεξήγησιν, ἥτις θὰ μᾶς ἐστέρει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῶν φώτων τοῦ κ. Θεοτόκη, τῶν δυναμένων ἴσως νὰ βοηθήσωσι τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπόν, διότι σὺν τοῖς ἄλλοις ἐξ αὐτοῦ ἠθέλομεν πληροφορηθῆ τὰς ἀντιρρήσεις τῶν ἐχόντων ἀντιθέτους πρὸς ἡμᾶς γνώμας.
§148ΕΥ. ΒΕΛΛΙΑΝΙΤΗΣ. Ὅτε εἶδον τὴν ἐπιστολήν, ἡ ὁποία εἶχεν ὕφος ὄχι βεβαίως ἀπολύτως ἁβρόν, ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον πρωτίστως νὰ συναντήσω τὸν κ. Ζαβιτσιάνον καὶ ζητήσω ἐξηγήσεις. Οὗτος ὡμολόγησε τὴν μεγάλην του λύπην καὶ ὑπεσχέθη νὰ δώσῃ οἱανδήποτε ἱκανοποίησιν. — Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις ταύτας ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω χάριτας εἰς τὸν κ. Θεοτόκην, ὁ ὁποῖος, ἀναμιχθεὶς εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προκειμένης προτάσεως, ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν καὶ μοὶ παρέχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀσχοληθῶ καὶ ἐγὼ δι’ ὀλιγίστων εἰς τὰ ἀφορῶντα τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα Κερκύρας καὶ εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐπεδιώχθησαν καὶ ἐλήφθησαν διὰ τὴν λύσιν αὐτοῦ. Ἡ συζήτησις αὐτὴ εἶμαι βέβαιος ὅτι ὄχι μόνον θὰ διαλύσῃ πλάνας γεννηθείσας ἐκ τοῦ ἐπιτηδείου θορύβου ἀφ’ ἑνός, καὶ τῆς ἐπιπολαίου ἐξετάσεως τοῦ ζητήματος ἐξ ἄλλου, ἀλλὰ καὶ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν σκοπιμωτέραν τακτοποίησιν τοῦ ζητήματος. Τὸ ἀγροτικὸν ζήτημα τῆς Κερκύρας, ἀπασχολῆσαν τὰς Ἑλληνικὰς Βουλὰς εὐθὺς ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, εἶναι ἀναμφισβητήτως τὸ ζωτικώτερον πάντων τῶν ἄλλων, καὶ ἐκ τῆς λύσεως αὐτοῦ ἐξηρτήθη ὑπὸ τῶν μελετησάντων τὰ τοῦ τόπου μας πράγματα ἡ εὐδαιμονία τῆς νήσου. Ἡ Κέρκυρα, νῆσος ἀγροτική, πεπροικισμένη μὲ ἔδαφος πρωτοφανῶς γόνιμον καὶ μὲ κλιματολογικὰς συνθήκας λίαν εὐνοϊκάς, ὁμοίας ταῖς ὁποίαις οὐδεμία ἄλλη γωνία Ἑλληνικὴ δύναται νὰ ἐπιδείξῃ, περιῆλθε μολαταῦτα ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως εἰς σημεῖον ἀξιοθρήνητον, ἀνάλογον τοῦ ὁποίου εἰς οὐδεμίαν ἄλλην ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους δύναται νὰ συναντήσῃ τις. Ὁ βίος τοῦ ἀγρότου τῆς Κερκύρας, κατ’ ἀντανάκλασιν δὲ καὶ τοῦ πολίτου, ἀληθῶς ἀποτελεῖ πρόβλημα δύσλυτον. Εὐτυχὴς εἶναι ὁ Κερκυραῖος χωρικὸς ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελεν ἐξοικονομήσει ὡς μόνην τροφὴν διὰ τὴν οἰκογένειάν του ἀραβόσιτον καὶ μόνον ἀραβόσιτον, διὰ τὴν ἀπόκτησιν τοῦ ὁποίου ὑποβάλλεται εἰς τὰς τοκογλυφικωτέρας καὶ αἰσχροκερδεστέρας τῶν συμβάσεων. Αἴτια τῆς πρωτοφανοῦς ταύτης οἰκονομικῆς δυσπραγίας δὲν εἶναι ἡ φυγοπονία τῶν Κερκυραίων, ὡς οἱ ἐχθροὶ τῆς Κερκύρας ἠθέλησαν νὰ παραστήσωσι, διότι τοιαύτη οὐδέποτε ἐξεδηλώθη, ἢ καὶ ἄν που ἐξεδηλώθη αὕτη, ὀφείλεται εἰς τὰ βάρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπιδιώκομεν νὰ ἄρωμεν, ὡς κατωτέρω θέλω ἀποδείξει, δὲν εἶναι, οὔτε δυσμένεια τῆς τύχης, διότι αὕτη ἐπροίκισε τὴν Κέρκυραν δι’ ὅλων τῶν χαρισμάτων τῆς φύσεως, οὔτε ἀφυλοπονία· αἴτιον εἶναι ἓν καὶ μόνον, ἡ βάρβαρος νομοθεσία — καὶ τὸ τονίζω μετὰ παρρησίας, διότι εἶναι ἡ ἀλήθεια, — ἡ ὁποία διέπει τὰς ἀγροτικὰς σχέσεις τῆς Κερκύρας, ἡ νομοθεσία, λέγω, ἡ κατάργησις τῆς ὁποίας δικαιολογεῖ τὴν λῆψιν οἱωνδήποτε μέτρων, ἀλλ’ ἥτις ἀτυχῶς καὶ πρὸς αἶσχος τῶν διοικησάντων μέχρι τοῦδε τὸν ἀτυχῆ τοῦτον τόπον παρέμεινε μέχρι τοῦδε. Ἡ βάρβαρος αὕτη νομοθεσία ἐπεσώρευσεν ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων τῆς νήσου Κερκύρας, πλῆθος βαρῶν, βαρῶν ἀγροληπτικῶν, βαρῶν ἐμφυτευτικῶν καὶ βαρῶν τιμαριωτικῶν. Καλὸν δὲ νὰ γνωρίζῃ πᾶς τις ὅτι, ἐφ’ ὅλων τούτων τῶν σχέσεων, ἡ ἰδιοκτησία τῆς γῆς ἀνήκει εἰς τὸν κτηματολήπτην καὶ κάτοχον τοῦ κτήματος, ὁ δὲ κτηματοδότης ἔχει ἐμπράγματον ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαίωμα, χορηγοῦν αὐτῷ δικαίωμα ποσοστοῦ ἐπὶ τῶν ἑκάστοτε παραγομένων καρπῶν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀγροληψίας, δικαίωμα δὲ πρὸς εἴσπραξιν ποσοῦ ὡρισμένου, εἴτε εἰς χρήματα εἴτε εἰς καρπούς, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἐμφυτεύσεως. Καὶ μὴ νομίσῃ τις ὅτι ἕκαστον τῶν κτημάτων ἓν βάρος ἐκ τούτων ἀναγκαίως θὰ ἔχῃ, διότι εἶναι κτήματα τὰ ὁποῖα ἔχουσι βάρη καὶ τῶν τριῶν κατηγοριῶν καὶ μάλιστα ἐξ ἑκάστης κατηγορίας πλείονα τοῦ ἑνός. Δὲν εἶναι δὲ ἀπολύτως ἀκριβὲς ὅτι αἱ τιμαριωτικαὶ σχέσεις ἐν Κερκύρᾳ ἐντελῶς ἐξηλείφθησαν, διότι εἶναι μὲν ἀναμφισβήτητον ὅτι διὰ τοῦ νόμου τοῦ κυρίου Θεοτόκη ἐπετράπη ἡ ἐξαγορὰ τῶν δέκα ὀκτὼ τιμαρίων, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη, εἶναι ὅμως ἐπίσης ἑτέρωθεν ἀληθὲς ὅτι ἡ ἀπελευθέρωσις τῶν τιμαριωτικῶν κτημάτων δὲν ὑπῆρξεν ἀπόλυτος ἀλλ’ ἐξηρτήθη ἐκ τῆς ἐγκαίρου ὑποβολῆς τῶν διαφόρων αἰτήσεων περὶ ἀπελευθερώσεως. Διὰ τοῦτο ὑπάρχει σωρεία ἀποφάσεων τῶν δικαστηρίων Κερκύρας, αἱ ὁποῖαι ἀποφαίνονται ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν ἀπεζημιώθη ὁ τιμαριοῦχος δι’ οἱονδήποτε λόγον, διότι φέρ’ εἰπεῖν, οὐδεμία ὑπεβλήθη αἴτησις περὶ ἀπελευθερώσεως, οὔτε ἐκ μέρους τοῦ συνεισφορέως οὔτε ἐκ μέρους τοῦ τιμαριούχου, τὸ τιμαριωτικὸν δικαίωμα ἐξακολουθεῖ ὑφιστάμενον.
§149Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μετὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν τιμαρίων αὐτῶν, τί ἐγεννήθη ἐν Κερκύρᾳ; Ὑπάρχουσι κτήματα τὰ ὁποῖα ὑπήγοντο εἰς μερίδα δεκάτην, ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλα κτήματα ὑπαγόμενα εἰς μερίδα μικροτέραν. Ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶχον μερίδα δεκάτην, ὑπεστήριξαν ὅτι ἦσαν τιμαριοῦχοι, ἀλλὰ δὲν ἦσαν τοιοῦτοι, διότι ἐξηγοράσθησαν ἅπαντα τὰ τιμάρια, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν Ἑνετῶν μέχρι τοῦ 1815 ἀνεγνωρίσθησαν ὡς ὑπάρχοντα, περιελήφθησαν δὲ τότε ἅπαντα διότι ὑπῆρξαν αἱ ἀναγραφαὶ τῶν τιμαρίων αὐτῶν· ἑπομένως περιλαμβάνονται ὅλα τὰ τιμάρια.
§150Κ. ΖΑΒΙΤΣΑΝΟΣ. Οὐδόλως διαφωνοῦμεν. Λέγω καὶ συνομολογῶ ὅτι ἐξηγοράσθησαν κατ’ ἀρχὴν τὰ τιμάρια, ἀλλὰ λέγω ὅτι, ἐφ’ ὅσον κατὰ τὰς γενομένας δηλώσεις καὶ τὰς συνεπείᾳ τούτων ἐπακολουθησάσας ἐξαγοράς, παρελείφθησαν ὡρισμέναι ἐκτάσεις, καὶ τοιαῦται ὡρισμένως παρελείφθησαν, αἱ ἐκτάσεις αὗται κατὰ τὴν παγίαν νομολογίαν δὲν ἀπηλευθερώθησαν, καὶ δι’ αὐτὸ κάμνομεν λόγον περὶ ἐξαγορᾶς τῶν τιμαρίων ἐκείνων. Ἀλλὰ μήπως καὶ σεῖς δὲν ὑπεβάλετε μετὰ τὴν ἀρχικὴν ἐξαγορὰν νομοσχέδια περὶ ἐξαγορᾶς τῶν παραφυάδων τῶν τιμαρίων; Δὲν ὑπεβλήθη, μὴ ψηφισθὲν νομοσχέδιον, περὶ ἐξαγορᾶς τοῦ τιμαρίου τῆς Κορακιάνας; Ὥστε βλέπετε, κ. Πρόεδρε, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς καὶ παρὰ τὰ ἄλλοτε ὑποστηριχθέντα ὑπεστηρίξατε ὅτι οὐδὲ ἴχνος τιμαρίου σώζεται ἤδη ἐν Κερκύρᾳ, δὲν εἶσθε δὲ σύμφωνος πρὸς ὅσα ἄλλοτε εἴπετε, λέγοντες σήμερον ἀπολύτως ὅτι αἱ σχέσεις κατὰ τὰς ὁποίας καταβάλλεται μερὶς δεκάτη, ἀποτελοῦσι πάντοτε ἀγροληψίας, ἐνῷ σεῖς καὶ δι’ ὑποβολῆς νομοσχεδίων ὑπεστηρίξατε ὅτι πρόκειται περὶ παραφυάδων τιμαριωτικῶν. Γνωρίζετε δὲ τί εἴδους βάρη εἶναι τὰ ἐπὶ τῶν ἀγροτικῶν τῆς νήσου Κερκύρας ἐπιτεθέντα; Εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον βάρη ἄγραφα συνομολογηθέντα προφορικῶς, πρὸ ἑκατόν, διακοσίων, τριακοσίων ἢ καὶ πεντακοσίων ἐτῶν, ὡς συνωμολόγησε καὶ ὁ κ. Θεοτόκης, διότι μέχρι τοῦ 1841, ὅτε ἴσχυσεν ὁ Ἰόνιος Ἀστικὸς Κῶδιξ, ἐπετρέπετο ἡ τοιαύτη προφορικὴ σύστασις ἢ βάρη στηριζόμενα μὲν εἰς ἔγγραφα ἀλλ’ ὡς συνομολογηθέντα κατὰ τὸ πλεῖστον πρὸ τοῦ νόμου περὶ μεταγραφῆς, μὴ μεταγραφέντα, καὶ συνεπῶς μὴ προκύπτοντα ἐκ τῶν ἐπισήμων τοῦ Κράτους βιβλίων. Τὴν ἱστορίαν, Κύριοι, τῶν βαρῶν τούτων οὐδόλως ἐννοῶ νὰ θίξω, ἀλλ’ ὅσον καὶ ἂν θέλω νὰ ἀποσιωπήσω αὐτὴν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἀναφέρω ὅτι, ὄχι βεβαίως ὅλα ἀλλὰ πολλὰ ἐκ τῶν βαρῶν τούτων ὑπῆρξαν τὸ ἀποτέλεσμα συμβάσεων τοκογλυφικῶν καὶ αἰσχροκερδῶν, γενομένων δὲ εἰκονικῶς πρὸς ἐξασφάλισιν ἄλλων τοκογλυφικῶν συμβάσεων. Τοιαύτη δὲ ὑπῆρξεν ἡ ἀγανάκτησις τῆς πρώτης μετὰ τὴν ἕνωσιν Βουλῆς, ἥτις μετὰ προσοχῆς ἠρεύνησε πάντα ταῦτα, ὥστε διὰ τοῦ ΣΜΔʹ νόμου ἀπεδέχθη διάταξιν, καθ’ ἣν ἐπιτρέψασα πᾶν ἀποδεικτικὸν μέσον διὰ τὴν ἀπόδειξιν τῶν τοιούτου εἴδους συμβάσεων, ἐκήρυξεν ἄκυρον πᾶσαν σύμβασιν γενομένην εἰκονικῶς πρὸς ἐξασφάλισιν ἄλλης συμβάσεως, συνομολογηθεῖσαν δὲ ἀπὸ τοῦ 1795 καὶ ἐντεῦθεν, ὡς πρὸς τὰ συμβόλαια δὲ ταῦτα ἀπὸ μιᾶς ἐποχῆς καὶ ἐντεῦθεν ἀπήγγειλεν ὄχι μόνον τὴν ἀκυρότητα ἀλλὰ καὶ τὴν ἀπόσβεσιν, ἄνευ ἀνταλλάγματος τοῦ χρέους. Τοιαῦται δὲ εἶναι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 41, 42 καὶ ἐπέκεινα τοῦ ΣΜΔʹ νόμου.
§151Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Συμφωνότατος.
§152Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἡ διάταξις δ’ αὕτη ἐθεωρήθη τόσον δικαία καὶ ἐπιβαλλομένη, ὥστε δὲν μετερρυθμίσθη οὔτε ὑπὸ τοῦ ΣΞΗʹ νόμου τοῦ μεταρρυθμίσαντος ἐπὶ τὸ συντηρητικώτερον τὸν ΣΜΔʹ νόμον. Ἀλλ’ ἡ διάταξις αὕτη περιέλαβε καὶ προσθήκην ματαιώσασαν κατὰ πολὺ τὸν σκοπὸν τοῦ νόμου, διότι κατὰ τοῦτον ὑπεχρεώθησαν οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ὑποτελῶν κτημάτων νὰ ἐξασκήσωσι τὸ δικαίωμά των τῆς διαρρήξεως ἐντὸς προθεσμίας ἐτῶν τριῶν. Ἤρκεσε δέ, ὡς εἶπον, ἡ προσθήκη αὕτη, ὅπως κατὰ πολὺ μετριασθῇ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν σκοπῶν τοῦ νομοθέτου, διότι εἶναι μὲν ἀληθὲς ὅτι πολλαὶ συμβάσεις, κατὰ τὸ χρονικὸν τῆς τριετίας διάστημα, διερρήχθησαν, εἶναι ὅμως ἐπίσης ἑτέρωθεν ἀληθὲς ὅτι αἱ πλείονες παρέμειναν, διότι οἱ εἰκονικοὶ κτηματοδόται καὶ πιστωταί, γνωρίζοντες νὰ περιποιηθῶσι καὶ παραπλανήσωσι τοὺς ὑποτελεῖς, συνετέλεσαν ὥστε ἄπρακτος νὰ παρέλθῃ ἡ ταχθεῖσα τριετὴς προθεσμία. Καὶ λέγω τοῦτο ὄχι βεβαίως διὰ νὰ καταστήσω γνώριμα τὰ γεγονότα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, ἀλλὰ διὰ νὰ πεισθῇ αὕτη ὅτι δὲν πρόκειται ἐν παντὶ περὶ δικαιωμάτων ἐχόντων ἱερὰ τὰ στηρίγματα. Καὶ μολαταῦτα, ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐμφορούμεθα ἐκ τῆς ἀπολύτου πεποιθήσεως ὅτι ἡ ἀπόσβεσις τῶν βαρῶν τούτων καὶ ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας εἶναι τὸ ζωτικώτερον τῶν ζητημάτων τοῦ τόπου μας, ἐσεβάσθημεν διὰ τοῦ ψιφισθέντος νόμου ὅ τι ὁ χρόνος μᾶς παρέδωκε καὶ περιεφρουρήσαμεν τοῦτο μεθ’ ὅλων τῶν συνταγματικῶν ἐγγυήσεων, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, δυστυχῶς ὁ ΣΜΔʹ νόμος ἔταξε τριετῆ προθεσμίαν. Ἐσκέφθημεν ὅτι μετὰ πάροδον πολλῶν ἐτῶν πλήρους ἐγκαταλείψεως τῶν τοιούτων ζητημάτων, ἤθελεν εἶσθαι λίαν ἐπικίνδυνον νὰ ἐπιτρέψωμεν ἔρευναν περὶ τῆς ἀρχικῆς συστάσεως, διότι θὰ ἦτο πιθανὸν νὰ ἀδικηθῶσι συμβάσεις καθ’ ὅλα νόμιμοι καὶ θεμιταί, ἔχουσαι ἀληθῆ καὶ θεμιτὴν τὴν ἱστορικὴν βάσιν· ὑπεχρεώθημεν δηλαδή, ἀναγκαστικῶς νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ ἀμέλεια ἢ ἡ ἀδιαφορία, οὐχὶ δὲ σπανίως καὶ ἡ κακὴ πίστις τῶν προηγηθέντων ἀντιπροσώπων, δὲν ἐπέτρεψαν ἐγκαίρως νὰ διορθώσωμεν καὶ νὰ ἐπιδιώξωμεν μετὰ πάσης ἐπιμελείας τὴν θεραπείαν τοῦ κακοῦ. Τὰ δὲ βάρη ταῦτα, ὡς εἶπον, Κύριοι, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄγραφα, ὅπως ὡμολόγησε καὶ ὁ κ. Θεοτόκης.
§153Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν εἶπον ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄγραφα. Εἶπον ὅτι εἶναι καὶ ἄγραφα, διότι ὅταν λέγητε ὅτι εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἄγραφα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι τοκογλύφοι τινές, ὅλοι οἱ ἀγροδόται εἶναι τοκογλύφοι.
§154Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὄχι δὲν εἶπον αὐτό.
§155Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Σεῖς λέγετε ὅτι εἶναι ὅλα εἰκονικά. Ἐναντίον αὐτῶν νὰ εἶσθε ὅσον τὸ δυνατὸν αὐστηρός, ἀλλὰ νὰ μὴ περιλάβητε ὅλα ἐν τῇ ἐξαιρέσει αὐτῇ.
§156Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Τὰ βάρη ταῦτα διττὴν ἀλλὰ καὶ λίαν σοβαρὰν ζημίαν συνεπήγαγον, ζημίαν ἐπηρεάζουσαν ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν τῆς νήσου Κερκύρας, διότι φανερὸν ὅτι, ἕνεκα τῶν βαρῶν τούτων, τοῦτο μὲν ἐγκατελείφθη τελείως ἡ καλλιέργεια τῶν ὑποτελῶν κτημάτων, τοῦτο δὲ ἐξέλιπεν ὁλοσχερῶς πᾶσα κτηματικὴ πίστις ἐν Κερκύρᾳ. Ταῦτα καὶ μόνον ταῦτα σκοπεῖ νὰ διορθώσῃ ὁ ψηφισθεὶς ἀγροτικὸς νόμος καὶ αἱ ὑποβληθεῖσαι τροπολογίαι, σκοπεῖ δηλαδὴ νὰ ἐνισχύσῃ τὴν καλλιέργειαν καὶ ἀποδώσῃ τὴν κτηματικὴν πίστιν, ἥτις τελείως παρέλυσεν ὑπὸ τὸ κράτος βαρβάρου καὶ μοναδικῆς εἰς τὸ εἶδός της νομοθεσίας. Τώρα, ἐάν, διὰ νὰ ἐπιτευχθῶσιν ἀμφότερα ταῦτα, ἀπαιτῆται νὰ ἀπελευθερωθῶσι τὰ ἐπιβεβαρημένα τῆς νήσου κτήματα καὶ νὰ ἀπολαύσωσι ταῦτα ἐλεύθερα οἱ ἰδιοκτῆται καὶ κάτοχοι αὐτῶν, τοῦτο θέλει ἐπακολουθήσει ὡς συνέπεια ἀναγκαία καὶ ἀναπόφευκτος, δὲν ἀπετέλεσεν ὅμως οὔτε ἀποτελεῖ τὸν ἐπιδιωκόμενον σκοπὸν ὁ νόμος, καθόσον, ἐὰν τὰ βάρη ταῦτα, οὔτε τὴν καλλιέργειαν οὔτε τὴν κτηματικὴν πίστιν ἐκώλυον, οὐδεὶς λόγος θὰ συνέτρεχεν ὅπως καταργηθῶσι, διότι εἶναι φανερὸν ὅτι ἀπὸ γενικωτέρας ἀπόψεως, τὸ κέρδος θὰ ἦτο πολὺ μικρὸν καὶ ζήτημα θὰ ἀπέβαινεν ἄν ἦτο δίκαιον νὰ συνεισφέρωσιν ὅλοι διὰ νὰ ἀπολαύσωσί τινες. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς ὅτι ἡ ὕπαρξις τῶν βαρῶν τούτων συνεπιφέρει τὰς ἐν λόγῳ ζημίας; Ἀτυχῶς εἶναι καὶ ἀληθέστατον καὶ ἀναμφισβήτητον. Ἅμα ὁ κάτοχος τοῦ ὑποτελοῦς κτήματος ἤθελε πεισθῇ ὅτι, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τοῦ βάρους καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, δὲν ἀπομένει ἐλεύθερον τὸ ἡμερομίσθιον αὐτοῦ, οὔτε φυσικὸν οὔτε λογικὸν εἶναι νὰ καλλιεργῇ τὴν γῆν καὶ νὰ ἐξακολουθῇ ποτίζων ταύτην μὲ τὸν ἱδρῶτά του.
§157Λ. ΝΑΚΟΣ. Τὰ βάρη αὐτὰ πῶς ἀποδεικνύονται;
§158Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Καὶ διὰ μαρτύρων δύναται νὰ ἀποδειχθῶσι. Θὰ ἔλθω ἐν καιρῷ καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἀλλ’ εἶναι ἆρά γε ἀληθὲς ὅτι ἐπὶ τῶν ὑποτελῶν κτημάτων ἡ ἀπόδοσις εἶναι τόσον μικρά, ὥστε δὲν δύναται ν’ ἀπομένῃ ἐλεύθερον ἡμερομίσθιον; Δυστυχῶς συνηθέστατα τοῦτο εἶναι ἀληθὲς καὶ ἀναμφισβήτητον, καθόσον ἐπί τινων μὲν ἐκ τῶν ὑποτελῶν κτημάτων, κατὰ τὴν συνομολόγησιν τῆς δικαιοπραξίας καὶ τὴν ἐπιβολὴν τοῦ βάρους, οὐδεμία ἐτηρήθη ἀναλογία τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος μὲ τὸ ἐπιτεθὲν βάρος, διότι, ὡς εἶπον, ταῦτα ἐπετίθεντο πρὸς ἐξασφάλισιν δανείων, ὁ δὲ πιστωτὴς δὲν εἶχεν ἐλευθέραν τὴν ἐκλογὴν ὑποχρεούμενος νὰ ἀρκῆται εἰς τὴν ἀκίνητον περιουσίαν τοῦ ὀφειλέτου του, ἐπὶ ἄλλων δὲ βαρῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐτηρήθη κατὰ τὴν σύστασιν τῆς δικαιοπραξίας ποιά τις ἀναλογία, ἡ ὕπαρξις τοῦ βάρους χαλαρώνουσα ἀνέκαθεν καὶ ἐκ ψυχολογικῶν αἰτίων τὴν ἀγάπην τοῦ κατόχου πρὸς τὴν ὑποτελῆ γῆν καὶ μὴ ἐπιτρέπουσα ἀπ’ ἀρχῆς ἐπιμεμελημένην καλλιέργειαν, ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὴν βαθμιαίαν μείωσιν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος καὶ συνεπῶς τὴν μὴ ἀπόδοσιν ποσοῦ ἐξασφαλίζοντος, πλὴν τοῦ βάρους καὶ τῶν ἀναγκαίων ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, καθαρὸν τὸ ἡμερομίσθιον. Εἰς ἐνίσχυσιν δὲ τῶν ἰσχυρισμῶν μου συντρέχει καὶ τὸ ἀναμφισβήτητον γεγονὸς ὅτι, ἐνῷ κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη λίαν εὐχαρίστως παρατηρεῖ τις ὅτι ἡ ἐλαία ἐν Κερκύρᾳ ἤρχισε καλλιεργουμένη ἐκτάκτως καλά, μολαταῦτα δὲν ὑπάρχει οὔτε μία ἀγροληπτικὴ ἐλαία καλλιεργημένη. Πῶς ὅμως δύνασθε νὰ μὲ διδάξητε, ἡ ἐγκατάλειψις τῆς καλλιεργείας δὲν ζημιοῖ μόνον τὸν κτηματοδότην καὶ τὸν κτηματολήπτην, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸν πληθυσμόν, καὶ μάλιστα ὄχι μόνον τὸν ἀγροτικὸν ἀλλὰ καὶ τὸν ἀστικόν, διότι ἕνεκα ταύτης ἐλλείπει ἡ παραγωγὴ καὶ συνεπῶς ἡ κυκλοφορία τοῦ πλούτου. Ἀλλ’ ὡς εἶπον τὰ βάρη ταῦτα δὲν συνεπάγονται μόνον τὴν χαλάρωσιν τῆς καλλιεργείας ἀλλὰ καὶ τὴν ἔλλειψιν πάσης κτηματικῆς πίστεως. Βάρη ἐμπράγματα, διηνεκῆ, μὴ προκύπτοντα ἐκ τῶν ἐπισήμων τοῦ Κράτους βιβλίων, ὄχι μόνον ἔρχονται εἰς πλήρη σύγκρουσιν πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς εἰδικότητος καὶ δημοσιότητος ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται παρ’ ἡμῖν τὰ λοιπὰ ἐμπράγματα δικαιώματα, ἀλλὰ καθιστῶσιν ἀμφίβολον τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ μάλιστα, οὐ μόνον τῶν ὑποτελῶν ἀλλὰ καὶ αὐτῶν τῶν ἐλευθέρων κτημάτων, ἐφ’ ὅσον ἡ μὲν νομοθεσία ἀναγνωρίζει τὴν ὕπαρξιν τοιούτων βαρῶν, οὐδεμία δὲ ἐπίσημος ἀπόδειξις δύναται νὰ παρασχεθῇ περὶ τοῦ ὅτι ἀληθῶς κτῆμά τι εἶναι ἐλεύθερον. Ἕνεκα τούτου παρημποδίσθη τελείως ἡ ἐν ζωῇ ἐπὶ οἱῳδήποτε τίτλῳ μεταβίβασις τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων, εἴτε ὑποτελῶν εἴτε καὶ ἐλευθέρων, τὰ ὁποῖα οὔτε νὰ πωληθῶσιν οὔτε νὰ ἀνταλλαγῶσιν εἶναι δυνατόν, οὐδεὶς δὲ εὐσυνείδητος ἐξετάζων τοὺς τίτλους τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ὅτι κτῆμά τι εἶναι ἀναμφισβητήτως ἐλεύθερον. Διὰ τοῦτο, ἄν που συνέβη νὰ πωληθῇ ἀγροτικόν τι κτῆμα, ἡ διαφορὰ τοῦ τιμήματος πρὸς τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἀξίαν εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἀρκεῖ νὰ δώσῃ αὕτη πλήρη καὶ σαφῆ τὴν εἰκόνα τῆς καταστάσεως εἰς ἣν περιῆλθεν ἡ ὡραία ἐκείνη νῆσος. Ἡ ἀπόλυτος ἀδυναμία περὶ τὴν μεταβίβασιν τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα τὸν πλήρη καὶ μέχρις ἀπιστεύτου βαθμοῦ κατακερματισμὸν τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, διότι ταῦτα παραμένοντα διαρκῶς εἰς τὰς αὐτὰς οἰκογενείας, μὴ δυνάμενα δὲ οὔτε νὰ πωληθῶσιν οὔτε νὰ ἀνταλλαγῶσιν, ὑφίσταντο καὶ ὑφίστανται διαρκῶς τὰς μεταξὺ τῶν συγκληρονόμων διανομὰς κατὰ τρόπον, ὥστε ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία κατεκερματίσθη εἰς βαθμόν, ὥστε καὶ τὰ ὅρια δυσδιάκριτα ἀποβαίνουσιν καὶ ἡ ἐπιστασία καὶ φροντὶς αὐτῶν ἀδύνατος καθίσταται. Μόνον ἐν Κερκύρᾳ δύνασθε νὰ συναντήσητε εἴκοσι ἐλαιόδενδρα, φέρ’ εἰπεῖν, ἐγγὺς κείμενα, ἀνήκοντα δὲ εἰς διαφόρους ἰδιοκτήτας, οἱ ὁποῖοι εἰμπορεῖ νὰ ἔχωσιν καὶ πεντακόσια ἢ καὶ χίλια ἐλαιόδενδρα ἕκαστος, ὅλα ὅμως ἐγκατεσπαρμένα εἰς διαφόρους θέσεις. Ἡ κατάστασις δ’ αὕτη καθημερινῶς ὑπὸ τὸ κράτος τῆς βαρβάρου νομοθεσίας, τῆς ὁποίας τὴν κατάργησιν ἐπιδιώκομεν, χειροτερεύει διὰ νὰ φθάσῃ δὲν γνωρίζω ποῦ. Ὑπὸ τοιούτους ὅρους εἶναι φανερὸν ὅτι τὰς αὐτὰς δυσχερείας τὰς ὁποίας συναντᾷ ἡ μεταβίβασις τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, εἴτε τίτλῳ πωλήσεως εἴτε τίτλῳ ἀνταλλαγῆς, συναντᾷ καὶ ἡ ὑποθήκευσις καὶ μάλιστα αὕτη συναντᾷ καί τινας κινδύνους ἀμεσωτέρους, διότι ἡ καθυστέρησις τοῦ βάρους ἢ ἡ χειροτέρευσις τοῦ κτήματος, συνεπάγεται τὴν ἐπανέλευσιν τοῦ κτήματος καὶ τὴν ὑπὲρ τοῦ κτηματοδότου ἀπόκτησιν ἐλευθέρας τῆς κυριότητος ἀπηλλαγμένης δὲ τῆς ὑπὸ τοῦ κτηματολήπτου ἐπιτεθείσης ὑποθήκης. Ἡ συνέπεια δ’ αὕτη ἐπέρχεται, εἴτε μέγα εἴτε μικρὸν εἶναι τὸ βάρος. Ἑπομένως ἡ διατήρησις τοῦ ὑποθηκικοῦ δικαιώματος ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀνελλιποῦς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ὀφειλέτου ἀπέναντι τοῦ κτηματοδότου του. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ κίνδυνος οὗτος. Ἡ ὕπαρξις τοιούτων δικαιωμάτων ἐγέννησε καὶ γεννᾷ καθημερινῶς συμπαιγνίας μεταξὺ κτηματοδοτῶν καὶ κτηματοληπτῶν εἰς βάρος τῶν ἐνυποθήκων πιστωτῶν. Ἐγείρονται ἀγωγαὶ περὶ ἐπανελεύσεως, φέρ’ εἰπεῖν, λόγῳ καθυστερήσεως, εἴτε πραγματικὴ εἴτε εἰκονικὴ εἶναι αὕτη. Ὁ κτηματολήπτης σύμφωνος ἐκ τῶν προτέρων σιωπᾷ· ἐπιτυγχάνεται οὕτω ἡ ἐπανέλευσις καὶ πάει καλλιά της ἡ ὑποθήκη. Τόσον δὲ κερδοσκοπικὴ ἀπεδείχθη ἡ ἐπιχείρησις αὕτη, ὥστε εὑρέθησαν καὶ ἄνθρωποι, οἵτινες ὡς βιοποριστικὸν ἔργον τοῦ βίου των ἔκαμαν τὴν ἀγορὰν βαρῶν ἐπὶ ἐνυποθήκων κτημάτων καὶ τὴν ἐξάσκησιν ἀγωγῶν περὶ ἐπανελεύσεως, εἴτε εἰς βάρος τῶν ἐνυποθήκων πιστωτῶν εἴτε πρὸς ἐκβίασιν αὐτῶν. Τὸ κακὸν μάλιστα δὲν ἐσταμάτησεν ἕως ἐδῶ, διότι εἶναι ἀναμφισβήτητον ὅτι ὑποθῆκαι σοβαραί, ληφθεῖσαι ἐπὶ ἀγροτικῶν κτημάτων ἀληθῶς ἐλευθέρων, ἀπεσβέσθησαν συνεπείᾳ συμπαιγνίας γενομένης μεταξὺ τοῦ ὀφειλέτου καὶ κυρίου τοῦ κτήματος καὶ ἑνὸς τρίτου εἰκονικοῦ κτηματοδότου, ἐγείροντος ἀγωγὴν καὶ ἰσχυρισθέντος, φέρ’ εἰπεῖν, ὅτι ἐπὶ τοῦ ἐνυποθήκου κτήματος ὑπάρχει βάρος ἐμφυτευτικὸν συνομολογηθὲν πρὸ τοῦ 1841 μεταξὺ τῶν προπατόρων τοῦ ἐνάγοντος καὶ τοῦ ἐναγομένου (δυνάμενον τούτου τοῦ λόγου ἕνεκα ν’ ἀποδειχθῇ καὶ διὰ μαρτύρων) ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ὑποχρεοῦται οὗτος νὰ καταβάλῃ ἐτησίως οἱανδήποτε παροχὴν τὴν ὁποίαν οὗτος καθυστερήσας ἐπὶ τριετίαν ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς ἐπανέλευσιν, ἥτις ἐπιτυγχάνουσα συνεπάγεται τὴν ὑπὲρ τοῦ δῆθεν κτηματοδότου ἀπόκτησιν ἐλευθέρας τῆς κυριότητος καὶ ἀπηλλαγμένην τοῦ βάρους τῆς ὑποθήκης. Γνωρίζετε τίνι τρόπῳ δύναται νὰ ἀποτραπῇ ἡ συμπαιγνία αὐτή, ἡ δυναμένη νὰ διεξαχθῇ εἰς βάρος τῶν ἐνυποθήκων πιστωτῶν; Μόνον διὰ τῆς ἀρνητικῆς ἀποδείξεως ὅτι οὐδέποτε συνέστη ἡ δοῦσα ἀφορμὴν εἰς ἐπανέλευσιν ἐμφύτευσις· ὅτι δηλαδὴ ἐκ συμπαιγνίας ἐγένοντο πάντα ταῦτα καὶ δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅτι πρὸ 200 ἢ 300 ἐτῶν συνέστη προφορικῶς αὐτὴ ἡ ἐμφύτευσις, ἐφ’ ἧς νὰ στηρίζηται τὸ δικαίωμα εἰσπράξεως λ. χ. πέντε φράγκων κατ’ ἔτος. Ἀλλ’ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ ὑμᾶς· εἶναι δυνατὴ μία τοιαύτη ὑπὲρ τοῦ πιστωτοῦ ἀπόδειξις, ἀφοῦ μάλιστα τὴν βάσιν τῆς ἀγωγῆς συνομολογεῖ καὶ ὁ ἐκ τῆς ἐμφυτεύσεως ὑπόχρεος; Εἶναι δυνατὸν ὑπὸ τοιούτους ὅρους νὰ σώσῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τὴν ὑποθήκην του; Καὶ εὑρισκόμην, ἐρωτῶ, ἐν τῷ ἀδίκῳ ὅτε ἀπεκάλεσα ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου τὴν νομοθεσίαν ταύτην βάρβαρον; Ἡ κατάστασις αὐτή, ὡς εἶναι φανερόν, ἐκμηδενίσασα τὴν ἀξίαν τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας καὶ παραλύσασα πᾶσαν κτηματικὴν πίστιν, ἐφυγάδευσε τὰ τίμια κεφάλαια. Οἱ ἀτυχεῖς ἀγρόται, καὶ ἐν γένει οἱ ἀγροτικοὶ κτηματίαι εἶναι ἀδύνατον, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδιοκτησίας των, νὰ ἐπιτύχωσιν οἱονδήποτε δάνειον καὶ διὰ τοῦτο εἰς ἑκάστην ἐξοχικὴν περιφέρειαν ἀνεπτύχθησαν δύο ἢ τρεῖς μικροτοκογλύφοι οἱ ὁποῖοι, ἂν δὲν ἀναχαιτισθῶσιν ἐγκαίρως, θὰ γίνωσιν ἀσφαλῶς ἰδιοκτῆται ὁλοκλήρου τῆς νήσου. Μετὰ ταῦτα, εἶμαι βέβαιος, ὅτι καὶ χωρὶς νὰ σᾶς ἐρωτήσω θὰ συνομολογήσητε ὅτι νομοθεσία καταστρέψασα τὴν καλλιέργειαν, ἐκμηδενίσασα τὴν κτηματικὴν πίστιν καὶ παραλύσασα ἐν γένει πᾶσαν οἰκονομικὴν κίνησιν δέον ἀντὶ πάσης θυσίας νὰ καταργηθῇ. Ὅτι ἡ κατάργησις αὕτη ἐνδιαφέρει καὶ ὠφελεῖ ὁλόκληρον τὸν πληθυσμὸν τῆς νήσου Κερκύρας, ἀνεξαρτήτως ἂν ἔχει τις κτήματα ὑποτελῆ ἢ ἐλεύθερα ἢ καὶ ἂν στερεῖται παντελῶς τοιούτων. Ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς νομοθεσίας ταύτης εἶχον στηριχθῆ διάφορα δικαιώματα, δέον νὰ ληφθῇ κατὰ τὰς συνταγματικὰς διατάξεις πᾶσα πρόνοια περὶ τῆς ἀποζημιώσεως αὐτῶν. Ταῦτα πάντα ἰσχυρίζομαι ὑπερηφάνως ὅτι ἐπεδίωξε καὶ ἐπέτυχεν ὁ ἀγροτικὸς τῆς Κερκύρας νόμος ͵ΔΝΔʹ. Μετὰ τὰ ὅσα σᾶς εἶπα, δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη καὶ ἄλλων ἐπιχειρημάτων ὅπως σᾶς καταδείξω ὅτι αἱ σχέσεις τῆς ἀγροληψίας καὶ ἐμφυτεύσεως, ὑπὲρ ὧν ἐμακρηγόρησεν ὁ κ. Θεοτόκης, πᾶν ἄλλο ἢ εὐεργετικαὶ εἶναι, ἀφοῦ αὗται ἀποτελοῦσι τὴν αἰτίαν τῆς κακοδαιμονίας τῆς νήσου. Κατὰ τὰ λοιπὰ θὰ συνομολογήσω καὶ ἐγὼ μετὰ τοῦ κ. Θεοτόκη, ὅτι ὁ νόμος ΣΜΔʹ εἶναι ὁ ἐπιδιώξας τὴν λύσιν τῶν ἀγροτικῶν σχέσεων. Ἀλλὰ τὰ μεγάλα ζητήματα δὲν λύονται διὰ μιᾶς, ἀτυχῶς δὲ ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ὑπῆρξε πλήρης, διότι, ἂν ἔκτοτε εἶχον ληφθῆ τὰ ἐπιδιωχθέντα καὶ ἐφαρμοσθέντα ἤδη μέτρα, δὲν θὰ συνεζητοῦμεν σήμερον, τὸ δὲ ἀγροτικὸν τῆς Κερκύρας ζήτημα θὰ ἦτο λελυμένον ἔκτοτε. Ὑπῆρξε δὲ ὁμολογουμένως διὰ τὴν Κέρκυραν ἀτύχημα μέγα, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μέχρι σήμερον δὲν ἠκούσθη φωνὴ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὑπὲρ τῆς λύσεως τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, διότι εἶναι εὐχερὲς νὰ λέγῃ τις νὰ μελετήσωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Θεοτόκης. Εἶμαι δὲ καὶ ἐγὼ πρόθυμος εἰς τοῦτο· ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ποῖον τὸ μέγεθος τῆς εὐθύνης τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Κερκύρας ἐκείνων οἵτινες, ἀντιπροσωπεύσαντες τὴν Κέρκυραν ἐπὶ ὁλόκληρον τριακονταετίαν συνεχῆ παντοδυνάμως, ὄχι μόνον δὲν ἔκαμαν τίποτε, ἀλλ’ ἀντιθέτως διέθηκαν τὴν δύναμιν αὐτῶν διὰ νὰ ταφῇ τὸ ζήτημα, καὶ διὰ τοῦτο ἀπὸ τοῦ θανάτου τοῦ ἀειμνήστου Κωνσταντᾶ, τοῦ ἀληθοῦς καὶ μόνου εὐεργέτου τῶν ἀγροτικῶν καὶ κτηματικῶν ἐν γένει πληθυσμῶν, οὔτε λέξις ἠκούσθη ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ περὶ τοῦ ζωτικωτάτου τούτου ζητήματος. Ἀλλ’ ὁ κ. Θεοτόκης κατηγόρησε τὸν ἡμέτερον νόμον, διότι, καθὰ εἶπε, πρὸς ἐξακρίβωσιν καὶ καθορισμὸν τοῦ πληρωθησομένου κεφαλαίου, ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ ἡ παραχθεῖσα ἀλλ’ ἡ εἰσπραχθεῖσα ποσότης κατὰ τὴν τελευταίαν δεκαετίαν ἢ εἰκοσαετίαν. Ταῦτα ὅμως εἰπὼν βεβαίως κατέδειξεν ὅτι ἢ δὲν ἀνέγνωσεν ἢ ἐσφαλμένως ἀντελήφθη τὸ ἄρθρον 9ον τοῦ ψηφισθέντος νόμου, ὅπερ ὁρίζει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετον, διότι ἡ εἴσπραξις λαμβάνεται μόνον ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῶν πρὸς τοὺς δήμους ἐκ μεταλλαγῶν ὀφειλομένων, εἰς ἁπάσας δὲ τὰς λοιπὰς περιστάσεις, ὁσάκις δηλαδὴ ἡ ἀποζημίωσις ὀφείλεται εἰς ἰδιώτας, ἔστω καὶ ἂν αἰτία ὑπῆρξε σχέσις τιμαριωτική, λαμβάνεται, λέγω, ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ ἡ εἰσπραχθεῖσα ἀλλ’ ἡ παραχθεῖσα ποσότης. Ἰδού, Κύριοι, τί λέγει τὸ ἄρθρον 9ον (ἀναγινώσκει)· «Τῇ βάσει τοῦ μέσου ὅρου τῶν εἰσπραχθέντων κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα ἔτη ἐκ τῶν προσόδων αἵτινες βαρύνουσι τὰ ὑπὸ στοιχεῖον βʹ τοῦ ἄρθρου 1ου βεβαρημένα κτήματα πλὴν τῶν καθαρῶς τιμαριωτικῶν καὶ τῇ βάσει τῆς ἐτησίας χρηματικῆς παροχῆς ἢ τοῦ ποσοῦ εἰς ὃ θέλει μετατραπῆ ἡ ἐτησία πρόσοδος ἡ βαρύνουσα ἕκαστον τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 15 ὑπὸ τὰ στοιχεῖα αʹ, γʹ, δʹ, ἀναφερομένων κτημάτων καὶ τῶν καθαρῶς τιμαριωτικῶν ἐκ τῶν ὑπὸ τὸ στοιχεῖον βʹ, θὰ ἐξευρίσκηται... τὸ κεφάλαιον τὸ βαρῦνον τὸ κτῆμα». Ὥστε εἶναι φανερὸν ὅτι οὐχὶ ἡ εἴσπραξις ἀλλ’ ἡ παραγωγὴ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν καὶ διὰ τὰς ἀγροληψίας καὶ διὰ τὰς ἐμφυτεύσεις, καὶ μάλιστα διὰ τὰς ἀποζημιώσεις ἐκ τῶν τιμαριωτικῶν σχέσεων τῶν εἰς ἰδιώτας καταβληθησομένων, διότι ἅπαντα ταῦτα περιλαμβάνονται ἐν ἄρθρῳ 1ῳ ὑπὸ τὰ στοιχεῖα αʹ, γʹ, δʹ καὶ βʹ. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡμεῖς ταῦτα ἐπράξαμεν καὶ ἐθήκαμεν ὡς βάσιν τῆς ἀποζημιώσεως τὴν παραγωγήν, καθιερώσαντες ἐξαίρεσιν μόνον διὰ τὰς μεταλλαγάς, ἕνεκα λόγων ἀπολύτως δικαιολογουμένων, τοὺς ὁποίους θέλομεν ἀναπτύξει κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων, δὲν θεωρῶ ἄσκοπον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς τὸν κ. Θεοτόκην ὅτι καὶ ἐν τῇ καθιερωθείσῃ ἐξαιρέσει ἡμεῖς ἠκολουθήσαμεν τὸ παράδειγμα αὐτοῦ, διότι οὗτος πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποζημιώσεως κατὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν τιμαρίων, ὥρισε διὰ τοῦ ἄρθρου 10ου τοῦ νόμου ͵ΒΣΠʹ οὐχὶ τὴν παραχθεῖσαν ἀλλὰ τὴν εἰσπραχθεῖσαν ποσότητα.
§159Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπρόκειτο περὶ τιμαρίων τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν κατάκτησιν ὡς ἀρχὴν καὶ ὄχι τὴν ἐλευθέραν ἰδιοκτησίαν.
§160Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δὲν τὸ ἐκάματε διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλά...
§161Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε μίαν διακοπήν;
§162Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Μάλιστα.
§163Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐπιβάλλετε εἰς τὸν ἀγροδότην νὰ ἀποδείξῃ ὡς λέγετε τὴν παροχήν. Σᾶς ἐρωτῶ· πῶς δύναται ὁ δυστυχὴς ἀγροδότης νὰ σᾶς ἀποδείξῃ παραγωγὴν τῆς ἀμπέλου του ἢ τοῦ χωραφίου του; Πρέπει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἐπὶ δέκα ἔτη ἡ δεῖνα ἄμπελος ἔδωκε τόσα. Ἐρωτῶ σᾶς ὅστις γνωρίζετε τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς λειτουργεῖ ἡ ἰδιοκτησία ἐν Κερκύρᾳ· ὑπάρχει εἷς καὶ μόνος ἀγροδότης δυνάμενος νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἡ δεῖνα ἄμπελος ἔδωκε τόσας σταφυλάς; Ὅτε ἔρχεται ὁ τρυγητὸς τότε φαίνεται ἡ παραγωγή.
§164Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἔχει ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα.
§165Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πῶς δύναται ὁ δυστυχὴς ἀγροδότης νὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι ἔδωκε τόσο τὸ χωράφι α ἢ β, ἀφοῦ ἡ διανομὴ μεταξὺ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου γίνεται ἐπὶ τόπου· δηλαδὴ μεταβαίνει ὁ ἀγροδότης εἰς τὸ χωράφιον, γίνονται τρία τὰ μερίδια καὶ λαμβάνει ἓν ὁ ἀγροδότης καὶ τὰ ἄλλα ὁ ἀγρολήπτης; Ἐν τῷ συνόλῳ γνωρίζει τὰ χωράφιά του τί ἔδωκαν, ἀλλὰ σεῖς τὸν στερεῖτε πάσης ἀποζημιώσεως, διότι δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ τί εἰσέπραξεν.
§166Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Παντοῦ καὶ πάντοτε, ὁσάκις δι’ οἱονδήποτε λόγον ἐγένοντο ἀπαλλοτριώσεις ἀναγκαστικαὶ κτημάτων, ἐλήφθη ὡς βάσις ἡ πρόσοδος, διότι εἶναι καὶ ἡ δικαιοτέρα. Ἡ πρόσοδος αὐτή δύναται νὰ ἀποδειχθῇ δι’ ὅλων τῶν μέσων, λ. χ. διὰ μαρτύρων, διὰ πραγματογνωμόνων. Εἶναι πρόχειρα ὅλα τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα. Μήπως καὶ σεῖς εἰς τὴν ἐξαγορὰν τῶν τιμαρίων δὲν ἐθήκατε τὴν πρόσοδον ὡς βάσιν καὶ καλῶς ἐπράξατε;
§167Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία συγγένεια. Ἐκεῖ, ἅμα ἠδικεῖτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ ἀποζημιωθῇ, δὲν ἔπρεπε νὰ γίνωσι παρὰ 18 ἀνακοπαί, ἐνῷ ἐδῶ πρόκειται νὰ γίνωσι 40 ἢ 50 ἀνακοπαί· διότι ἐπὶ ἑκάστης ἐκτιμήσεως θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ κάμητε ἓν ἔγγραφον, καὶ ἂν ἔχητε διακοσίους ἀγρολήπτας, θὰ εἶσθε ὑποχρεωμένος νὰ κάμητε χιλίας ἀνακοπάς· δηλαδὴ νὰ δαπανήσητε πολὺ περισσότερα τῶν ὅσων θὰ λάβητε.
§168ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Δὲν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος ἀποδείξεως.
§169Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐλαιόδενδρα ὑπάρχει ἐκτίμησις· ἄρα ἔχετε τὴν ἀπόδειξιν.
§170ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μήπως δὲν δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἐκτίμησιν;
§171Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὄχι· διότι ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀμπελῶνας καὶ τὰ χωράφια ἠδύνατο νὰ ληφθῇ εἷς μέσος ὅρος.
§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποῖος εἶναι ὁ μέσος ὅρος;
§173Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Προτείνατέ τον.
§174Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νὰ δώσητε αὐτῷ τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὰ κατάστιχά του καὶ νὰ εἴπῃ· αὐτὰ ἦσαν.
§175Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται, φρονῶ, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ ἐπαναδώσωμεν εἰς τὰ οἰκογενειακὰ κατάστιχα ἀποδεικτικὴν ἰσχύν, ἡ ὁποία κατηργήθη ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς ἰσχυούσης Πολιτικῆς Δικονομίας· δηλαδὴ πρὸ πεντηκονταετίας καὶ πλέον. Τοιαύτη διάταξις ἐτέθη ἐν τῷ ἰσχύοντι νόμῳ κατ’ εἰσήγησιν τοῦ κ. Λάσκαρη, βουλευτοῦ τότε, ἀλλ’ εἶναι ἄστοχος καὶ πρέπει νὰ καταργηθῇ. Ἀλλ’ ὁ κ. Θεοτόκης μᾶς κατηγόρησε καὶ δι’ ἄλλον λόγον· διότι λέγει, κακῶς ἐπράξαμεν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξαγορὰν καὶ τῶν μετὰ τὸν Κώδικα συνταχθεισῶν ἀγροληψιῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ ὅτι λίαν ὀρθῶς διὰ τοῦ νόμου ἐξηγοράσθησαν οὐχὶ μόνον αἱ παλαιαὶ ἀγροληψίαι, αἱ πρὸ τοῦ Κώδικος συσταθεῖσαι, ἀλλὰ καὶ αἱ μετὰ τὸν Κώδικα συνομολογηθεῖσαι, διότι δὲν εἶναι ἀκριβές, καὶ ἀπορῶ πῶς περιέπεσεν εἰς τοιαύτην νομικὴν ἀνακρίβειαν ὁ κ. Θεοτόκης, ὅτι τὸ δικαίωμα τὸ ἀγροληπτικόν, τὸ μετὰ τὸν Κώδικα συσταθέν, εἶναι προσωπικόν. Εἶναι ἐμπράγματον, ἐμπραγματώτατον, παρέχον τὰ αὐτὰ προνόμια τὰ ὁποῖα παρέχουσι καὶ τὰ λοιπὰ ἐμπράγματα δικαιώματα. Ὅτι ἐν τῇ οὐσίᾳ τοῦ δικαιώματος τούτου ὑπάρχει τό τε κληρονομικὸν καὶ ἀπαλλοτριωτόν, ὁ δὲ ἀγρολήπτης τῆς μετὰ τὸν Κώδικα συσταθείσης ἀγροληψίας ἔχει πλῆρες δικαίωμα ἀπαλλοτριώσεως, χωρὶς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν ἀγροδότην...
§176Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἔχει.
§177Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Βεβαίως ἔχει· σᾶς βεβαιῶ.
§178Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὅτι εἶχε δικαίωμα ἰδιοκτησίας...
§179Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Μὲ συμπαθᾶτε, κύριε Πρόεδρε. Εἶναι παγίως ἀνεγνωρισμένα αὐτά. Οὐδεμία ὑπάρχει ἀπόφασις δικαστικὴ ἀμφισβητοῦσα τὸ ῥητῶς ἄλλως ἀνεγνωρισμένον. Συζητοῦμεν αὐτὸ ὅταν θέλητε.
§180Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Μὴ λησμονεῖτε ὅτι, μολονότι ἔχομεν νόμον ἐπιτρέποντα τὴν διάλυσιν ἀπὸ τοῦ 1864, οὐδεὶς ἐζήτησε τὴν διάλυσιν τῆς ἀγροληψίας. Οὐδείς. Τὰ ἀγροληπτικὰ κτήματα εἶναι τὰ καλῶς καλλιεργημένα, τὰ δὲ κτήματα τῆς πόλεως εἶναι ἐντελῶς ἐγκαταλελειμμένα, διότι δὲν ὑπάρχουσι κεφάλαια. Τίς σᾶς ἐμποδίζει ἂν θέλητε, νὰ καλλιεργήσητε τὸ κτῆμα σας;
§181Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἡ ἔλλειψις κεφαλαίων τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξασφαλίσωσι τὰ ἀγροτικά μας κτήματα, ἕνεκα τῆς βαρβάρου νομοθεσίας ἥτις διέπει τὰς ἀγροτικὰς σχέσεις ἐν Κερκύρᾳ, ὡς ὑπεστήριξα. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ θέμα μας ἐπαναλαμβάνω ὅτι εἶναι αὐταπόδεικτον ὅτι ἡ ἀγροληψία, τόσον ἡ παλαιὰ ὅσον καὶ ἡ νέα, ἀποτελεῖ τὴν αὐτὴν νομικὴν σχέσιν· διὸ ὀρθῶς τὸ αὐτὸ μέτρον δι’ ἀμφοτέρας ἐλήφθη. Ἀλλ’ ὁ κ. Θεοτόκης μᾶς ἐκάκισε καὶ διὰ τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν εἰς τὰς ἐδαφονομάς, χωρὶς νὰ σκεφθῇ τοὐλάχιστον ὅτι ἡ ἐδαφονομή, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἰονίου Ἀστικοῦ Κώδικος καὶ τοῦ νόμου ΣΜΔʹ ἐνέχει ἐν αὐτῇ τῇ νομικῇ αὐτῆς ἐννοίᾳ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν, διότι καθ’ οἱανδήποτε στιγμὴν ὁ κάτοχος τοῦ κτήματος, ὁ ἐμφυτευτὴς δηλαδή, ἐγείρει ἀγωγὴν περὶ ἐξαγορᾶς τοῦ ἐμφυτευτικοῦ κανόνος καὶ τὴν ἐμπράγματον σχέσιν μετατρέπει εἰς προσωπικήν, δυνάμει τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ τὸ κεφάλαιον εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις, ἔρχεται ὁ νόμος καὶ λέγει· ἀντὶ τῶν δέκα ἐτησίων δόσεων, σοὶ δίδω ἀμέσως τὰ ⅗ καὶ τὸ ὑπόλοιπον εἰς δόσεις ἐτησίας. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι δημευτικὸς ὁ νόμος οὗτος, ὁ ὁποῖος ὄχι μόνον δὲν ἀφαιρεῖ δικαιώματα ἀλλ’ ἐνισχύει τὰ ὑπάρχοντα; Τῇ ἀληθείᾳ μοὶ φαίνεται ὅτι τὰ πράγματα ταῦτα εἶναι τόσον ἁπλᾶ, ὥστε ἀπορῶ πῶς δὲν ἠθέλησε νὰ συνομολογήσῃ ταῦτα ὁ κ. Θεοτόκης. Ἀλλὰ πλὴν τούτων κατηγόρησε τὸν νόμον, διότι δι’ αὐτοῦ ὡρίσθη ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ προσδιορίσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διατάξεων τοῦ νόμου τὸ μέγεθος τῆς ἀποζημιώσεως. Ἀλλὰ τί τὸ ἀνάρμοστον ἢ ἀντισυνταγματικὸν ἔχει ἡ τοιαύτη διάταξις; Μήπως τὸ μέτρον τοῦτο δὲν ἐτηρήθη καὶ κατὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν τιμαρίων, συνῳδὰ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ κ. Θεοτόκη; Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου, ἡ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς διαδικασία ὡς μέτρον προληπτικὸν καὶ διαιτητικὸν εἶναι τὰ μάλιστα εὐεργετικόν. Ταῦτα ὅμως δεχθέντες δὲν ἐστερήσαμέν τινα τοῦ δικαιώματος τῆς δικαστικῆς ὁδοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχει πλῆρες τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθυνθῇ πᾶς τις εἰς ὅλα τὰ Δικαστήρια, ἀπὸ τοῦ Πρωτοδικείου μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, τὰ ὁποῖα κατ’ οὐσίαν ὁρίζουσι τὴν ἐκτίμησιν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἐδώκαμεν τὸ δικαίωμα νὰ γίνηται ἡ διαδικασία ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Οὐδένα ἐστερήσαμεν οὐδενὸς δικαιώματος ἄνευ ἀποζημιώσεως, οὐδ’ ὑπάρχει οὐδεμία ἀπολύτως ἀντισυνταγματικότης τοῦ νόμου. Θὰ ἤμην ἕτοιμος νὰ συζητήσω τὰς ἀντισυνταγματικότητας τὰς ὁποίας ἀορίστως ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Θεοτόκης, ἀλλ’ οὐδαμοῦ βλέπω ταύτας, δὲν εἶχε δὲ τὴν καλωσύνην ὁ κ. Θεοτόκης νὰ τὰς μνημονεύσῃ. Ἐστηρίχθη ἐπὶ μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ Ἐφετείου, ἀλλὰ καὶ αὕτη ἀπεφάνθη ὑπὲρ ἡμῶν. Ἐν τῷ Ἐφετείῳ συνεζητήθη τὸ ζήτημα, ἂν ἡ διάταξις δι’ ἧς ἀνεστάλη ἡ ἐπανέλευσις εἶναι ἀντισυνταγματική, καὶ ἀπεφάνθη λίαν ὀρθῶς τὸ Ἐφετεῖον ὅτι εἶναι συνταγματικωτάτη. Ἐν τῇ ἀποφάσει δ’ ἐκείνῃ ὑπῆρξε μειονοψηφία, ἥτις δὲν ἐξήτασε καὶ δὲν ἀπεφάνθη περὶ τῆς συνταγματικότητος τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἁπλῶς ἰσχυρίσθη διὰ διαφόρων σκέψεων ὅτι ἐκ τῆς συνταγματικότητος ἢ μὴ τοῦ νόμου ἔδει νὰ ὁδηγηθῇ τὸ Δικαστήριον, καὶ εἰς τὴν ἐκτίμησιν περὶ τοῦ συνταγματικοῦ ἢ μὴ τῆς ἀνασταλτικῆς περὶ τῆς ἐπανελεύσεως διατάξεως. Πάντως ὅμως πρόκειται περὶ μειονοψηφίας, ἥτις δὲν ἐθεώρησε τὸν νόμον ἀντισυνταγματικόν.
§182Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκριβὲς εἶναι τοῦτο, ὅτι ἡ μὲν πλειονοψηφία ἐδέχθη ὅτι ἡ ἐπανέλευσις δὲν ἀποτελεῖ διάταξιν ἀντισυνταγματικήν, ἡ δὲ μειονοψηφία ἐπέμεινεν ὅτι ἀντισυνταγματικοῦ ὄντος τοῦ νόμου, πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ νόμου καὶ αἱ μὴ ἀντισυνταγματικαί, ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσιν ἀντισυνταγματικαί.
§183Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δὲν εἶναι αὕτη βεβαίως ἡ ἔννοια τῆς ἀποφάσεως, ἀλλ’ ἐγὼ πηγαίνω καὶ πάρα πέρα. Ὄχι ἡ μειονοψία ἀλλὰ καὶ ἡ πλειονοψηφία ἂν ἔλεγεν αὐτά, θὰ εἵπετο ἐξ αὐτοῦ ὅτι ὁ νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός; Δὲν θὰ ὑπῆρχε πᾶσα ἐλπὶς ὅτι τὸ ἀνώτατον Δικαστήριον ἤθελε διορθώσει προφανῶς ἐσφαλμένην ἀπόφασιν; Ἀλλ’ ὁ κ. Θεοτόκης κατηγόρησε τὸν νόμον μας διὰ τὴν ἀνισότητα τῶν φόρων ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὅτι διὰ τῆς φορολογίας ἐπιβαρύνονται καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες δὲν κατέχουσιν κτήματα ὑποτελῆ, ἅτινα πρόκειται νὰ ἀπελευθερωθῶσιν. Τὴν βάσιν ὅμως ταύτην ἔθηκε καὶ ὁ κ. Θεοτόκης κατὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν τιμαρίων, ὅτε διὰ κοινῶν προσόδων ἀπεζημιώθησαν οἱ τιμαριοῦχοι, τὸ δὲ μέτρον τοῦτο ἐφαρμοσθὲν τότε ἦτο μᾶλλον ἀδικαιολόγητον, διότι διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου ὠφελήθησαν τῷ ὄντι μόνον οἱ κάτοχοι καὶ συνεισφορεῖς τῶν τιμαρίων, ἐφ’ ὅσον ἐξηκολούθει ὑφισταμένη κατὰ τὰ λοιπὰ ἡ βάρβαρος νομοθεσία ἡ καταργουμένη διὰ τοῦ νόμου μας, καὶ συνεπαγομένη τὴν χαλάρωσιν τῆς καλλιεργείας καὶ τὴν ἔλλειψιν πάσης κτηματικῆς πίστεως, ἐνῷ ὁ νόμος ὁ ἡμέτερος εἶναι κοινῆς ὠφελείας καὶ διορθώνει ἀμφότερα ταῦτα. Ἐφ’ ὅσον δὲ εἶναι κοινῆς ὠφελείας, δέον πάντες νὰ καταβάλωσι, διότι πᾶσαι αἱ τάξεις ὠφελοῦνται ἐκ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν κτημάτων, ἐκ τῆς ἐνισχύσεως τοῦ πλούτου, ἐκ τῆς ἀναπτυσσομένης οἰκονομικῆς κινήσεως, ἐκ τῆς ἐνισχύσεως τῆς καλλιεργείας, ἐκ τῆς ἀποδόσεως τῆς κτηματικῆς πίστεως. Δὲν ἀπαιτεῖται προφανῶς ἡ ὠφέλεια νὰ εἶναι ἄμεσος. Δὲν ἕπεται ὅτι θὰ ἐπεκαλούμην δίκαια, ἐὰν ἤθελον ἰσχυρισθῆ, φέρ’ εἰπεῖν, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ συμμετάσχω ἐγὼ τῆς πληρωμῆς τῶν ἀναλογούντων εἰς βάρος μου διὰ τὰ ἔξοδα τῆς δικαιοσύνης ἢ τῆς ἐκπαιδεύσεως, διότι λ.χ. δὲν ἔχω δίκας ἢ δὲν ἔχω τέκνα ὅπως ἀποστείλω αὐτὰ εἰς τὰ Δημόσια Σχολεῖα. Ζητήματα τοιαύτης σημασίας μόνον οὕτω δύναται νὰ λύωνται· οὔτε εἶναι δυνατὸν ἄλλως γενέσθαι. Ἀλλὰ μᾶς ἐκάκισεν ὁ κ. Θεοτόκης, διότι δὲν ἐφωδιάσθημεν προηγουμένως μὲ πληροφορίας περὶ τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων καὶ συνεπῶς περὶ τοῦ μεγέθους τῶν ἀπαιτουμένων κεφαλαίων. Δὲν εἴχομεν ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ ζητήσωμεν τοιαύτας πληροφορίας. Αἱ πληροφορίαι αὗται ἦτον ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ληφθῶσιν. Ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ μὴ λύσωμεν ποτὲ τὸ ζήτημα, διότι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ποτὲ τὰς πληροφορίας ταύτας. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ βαρῶν, τὰ ὁποῖα δὲν προκύπτουσι ἐκ τῶν ἐπισήμων τοῦ Κράτους βιβλίων, πῶς ἦτο δυνατόν, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν, νὰ προσδιορίσωμεν αὐτά; Καὶ πρέπει νὰ τονίσω ὅτι μία ἀπὸ τὰς οὐσιαστικωτέρας ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσφέρει ὁ νόμος, εἶναι ὅτι μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας, θὰ εἴμεθα ἐν γνώσει ὡς ἔγγιστα τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θέλει ἀπαιτηθῆ, καὶ ἂν δὲν ἀρκῶσιν αἱ πρόσοδοι, τότε δυνάμεθα νὰ τὰς ἐνισχύσωμεν ὑποβαλλόμενοι εἰς πᾶσαν θυσίαν. Τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἀπολύτως ἐπιβεβλημένον ἀλλὰ καὶ ἀπολύτως ἀζήμιον, οὐ μόνον διότι ἄνευ αὐτοῦ οὐδέποτε θὰ καταλήξωμεν εἰς τὴν ποθουμένην λύσιν, ἀλλὰ καὶ διότι μέχρις ἀποζημιώσεως ὑφίσταται ἀκέραιον τὸ δικαίωμα· συνεπῶς οὐδεμία ζημία δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ ὡρίσθησαν αἱ δυναταὶ πρόσοδοι, αἱ ὁποῖαι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι εἶναι λίαν ἐπαρκεῖς. Πιθανῶς σφάλλομαι, ἀλλὰ τότε θὰ τὰς ἐνισχύσωμεν. Ἐδῶ εἶναι ἡ Βουλὴ διὰ νὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον της, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀναβάλλωμεν τὴν λύσιν μέχρις ὅτου ἀποκτήσωμεν τὰ πληροφορίας ταύτας, διότι ἂν τοῦτο πράξωμεν οὐδέποτε θὰ προχωρήσωμεν. Ἐκ τῶν φόρων τοὺς ὁποίους ἐμνημόνευσεν ὁ κ. Θεοτόκης καὶ τοὺς ὁποίους ὡρίσαμεν διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ μας, ὁ μὲν φόρος ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, ἐπιβληθεὶς τὸν Μάρτιον τοῦ 1912, ἴσχυσεν εἰς χρόνον καθ’ ὃν ἡ ἐσοδεία εἶχεν σχεδὸν ἐξαντληθῆ, διότι ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ ἐλαίου ἄρχεται ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου, ὁ δὲ φόρος τῆς τελευταίας ἐσοδείας ἐλάχιστα σχετικῶς ἀπέδωκε, διότι ἐν Κερκύρᾳ ἡ τελευταία ἐσοδεία ἦτο λίαν ἀτυχής. Ὁ φόρος τοῦ ἅλατος, ἐξαρτηθεὶς ἐκ τῆς ἐκδόσεως Β. Διατάγματος, ἐβράδυνεν ἐπὶ ἔτος σχεδὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ ἀραβοσίτου οὔτε λεπτὸν ἀπέδωκεν, διότι κατὰ τὴν ἐκτύπωσιν τοῦ νόμου ἐγένετο λάθος καὶ ἐκεῖ ἔνθα ἐγράφετο ὅτι ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τοῦ «εἰσαγομένου ἢ μεταφερομένου ἀραβοσίτου» ἀπηλείφθη τὸ «μεταφερομένου» καὶ ἑπομένως, ἐπειδὴ ὁ ἀραβόσιτος εἰσάγεται συνήθως ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἢ ἂν δὲν εἰσάγεται ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ οἱ ἔμποροι εἰσάγουσι προηγουμένως εἰς ἄλλην πόλιν ὅπως ἀποφύγωσι τὸν ἐπιπρόσθετον δασμὸν καὶ ἐκεῖθεν τὸν μεταφέρουσιν εἰς Κέρκυραν, οὐδὲν εἰσεπράχθη ἐκ τοῦ φόρου τούτου. Καὶ ὅμως παρ’ ὅλας τὰς ἀτυχίας ταύτας, σήμερον ἔχομεν εἰσπράξει ἔκ τε τῶν φόρων καὶ τῶν ἐγχωρίων προσόδων περὶ τὰς 600 χιλιάδας φράγκων. Σημειώσατε δ’ ὅτι οἱ ἐπιβληθέντες φόροι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ κατώτατον αὐτῶν ὅριον, διότι ἡ ἐπιβολὴ μέχρι τοῦ ἀνωτάτου ὁρίου ἐξηρτήθη, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐκ τῆς ἐκδόσεως Β. Διατάγματος μέλλοντος νὰ προκληθῇ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῶν πρὸς δήλωσιν προθεσμιῶν, διότι τότε θὰ γνωρίζωμεν ὡς ἔγγιστα τὸ ἀπαιτούμενον ποσὸν καὶ ἑπομένως πόσων φόρων ἔχομεν ἀνάγκην. Τὸ ἤδη συλλεγὲν καὶ μέχρι λήξεως τῆς τασσομένης προθεσμίας συλλεγησόμενον ποσόν, εἶναί τι πλέον τῶν ὑπολογισμῶν μας.
§184Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Εἰς πόσα ἔτη εἰσεπράχθησαν;
§185Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Εἰς δύο ἔτη καὶ κἄτι. Ἀλλὰ 600.000 δραχ., καὶ μὲ ὅλα τὰ ἀπρόοπτα καὶ τὰ ἐμπόδια τὰ ὁποῖα συνέβησαν καὶ χωρὶς νὰ ἐπιβληθῇ, ὡς εἶπον, τὸ ἀνώτατον ὅριον τῶν φόρων τὸ ὁποῖον θέλει ἐπιβληθῆ διὰ Β. Διατάγματος, μόνον ἐὰν μετὰ τὴν ὑποβολὴν ὅλων τῶν δικαιωμάτων ἤθελε καταδειχθῆ ὅτι οὗτοι δέον νὰ ἀνέλθωσι μέχρι τοῦ ἀνωτέρω ὁρίου. Ὁ κ. Θεοτόκης ἰσχυρίσθη ὅτι ἀπαιτοῦνται πολλὰ ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν ὑποτελῶν κτημάτων, δὲν ἀνέφερεν ὅμως οὔτε πόσα ὑπολογίζει οὔτε ἐπὶ τίνων ἀποδείξεων ἢ ὑπολογισμῶν στηρίζεται ταῦτα ἐπικαλούμενος, καίτοι ἀφῆκεν νὰ ὑπονοηθῇ πάντως ὅτι πολλὰ ἑκατομμύρια ἀπαιτοῦνται καὶ τόσα ὅσα ἀτυχῶς δὲν ἀξίζει ὅλη ἡ Κέρκυρα. Ἂς εἶναι βεβαία λοιπὸν ἡ Βουλὴ ὅτι τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια εἶναι πολὺ κατώτερα τῶν ὅσων ὑπολογίζει ὁ κ. Θεοτόκης, ἢ μᾶλλον τῶν ὅσων οὗτος ἀφήνει νὰ ὑπονοηθῶσιν, ἀφοῦ μάλιστα τὰ ποσὰ ταῦτα πρόκειται νὰ χρησιμοποιηθῶσι διὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν ⅗ τοῦ ὅλου ποσοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας ἤθελε καταδειχθῆ ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη σοβαρωτέρων προσόδων, παροῦσα εἶναι ἡ Βουλὴ διὰ νὰ τὰς ἐνισχύσῃ. Ἀλλ’ εἶπε καὶ κἄτι τι ἄλλο ὁ κ. Γ. Θεοτόκης, ἰσχυρισθείς, λίαν ἀδίκως, ὅτι ἐκινδυνεύσαμεν νὰ κλείσωμεν τὰ ἀγαθοεργὰ καταστήματα τῆς νήσου, διότι, ὡς εἶπεν, ἀφαιροῦμεν ἐκ τῶν εἰσοδημάτων των τὰς ἐγχωρίου προσόδους, αἱ ὁποῖαι ἦσαν προωρισμέναι δι’ αὐτά. Δὲν ἀφαιροῦμεν τίποτε, κ. Βουλευτά, διὰ τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ταύτην τὴν στιγμήν, ἰδοὺ δὲ πῶς ἔχει ἐν ὀλίγοις τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὅτε τὸ πρῶτον ὑπεβλήθη εἰς τὴν Διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλὴν ὁ μετέπειτα ψηφισθεὶς ἀγροτικὸς νόμος, ὡρίσθη ὅτι αἱ ἐγχώριαι πρόσοδοι, δηλαδὴ ἡ ὑπὸ τοῦ Δημοσίου εἰς τὴν ἐγχώριον διαχείρισιν τῆς Κερκύρας καταβαλλομένη ἐπὶ τοῦ ἅλατος πρόσοδος, θὰ διετίθετο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ νόμου μας. Ἡ πρόσοδος αὕτη ὅμως κατὰ τὸ πλεῖστον εἶχε διατεθῆ προηγουμένως διὰ τὴν ἀπόσβεσιν τοῦ συνομολογηθέντος διὰ τὴν ἐξαγορὰν τοῦ τιμαρίου δανείου, τοῦ ὁποίου ἡ ἐξόφλησις κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου ἐπέκειτο μέν, δὲν εἶχεν ὅμως συντελεσθῆ. Τούτου τοῦ λόγου ἕνεκα ὁ κ. Λάσκαρης, βουλευτὴς ἐν τῇ Βʹ Ἀναθεωρητικῇ Βουλῇ, ἵνα μὴ θεωρηθῇ ὅτι διὰ τῆς διατάξεως ἐκείνης ἐσκοπεῖτο ἡ διάθεσις τῆς προσόδου καὶ πρὸ τῆς ἐξοφλήσεως τοῦ δανείου τῶν τιμαρίων, προέτεινε, καὶ ἡμεῖς ἀπεδέχθημεν, προσθήκην καθ’ ἣν ἡ ἡ πρόσοδος ἐκείνη ἤθελε χρησιμοποιηθῆ διὰ τὸν νομόν μας, ἐφ’ ὅσον δὲν ἤθελεν εἶσθαι διατεθειμένη ὑπὲρ ἄλλων νομίμων ὑποχρεώσεων. Ἡ προσθήκη ὅμως αὕτη παρερμηνευθεῖσα ἔσχεν ὡς ἀποτέλεσμα νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπὸ τινῶν ὅτι ἡ πρόσοδος αὕτη μετὰ τὴν ἐξόφλησιν τοῦ δανείου τῶν τιμαρίων θὰ διετίθετο ὁλόκληρος ὑπὲρ τῶν ἀγαθοεργῶν τῆς νήσου καταστημάτων, διότι τοῦτο ὑπὲρ αὐτῶν ὡρίσθη δι’ ἄλλου προηγουμένου νόμου. Ἵνα λείψῃ ὅθεν πᾶσα συζήτησις, διὰ τῶν ζητουμένων τροπολογιῶν προτείνομεν τὴν ἀπάλειψιν τῆς ἐν λόγῳ προσθήκης. Ἀλλ’ ἡ ἀπάλειψις αὕτη ἐγέννησεν ἕτερον ζήτημα· ὅτι δηλαδὴ οὕτω θὰ ἐστεροῦντο τὰ ἀγοθοεργὰ καταστήματα προσόδων μέχρις 20.000 δραχμῶν ἐτησίως, τὰς ὁποίας εἰδικὸς νόμος προσδιώρισεν ὑπὲρ αὐτῶν ἐκ τῆς εἰρημένης προσόδου. Ἐπειδὴ δὲ τοιαύτη πρόθεσις οὐδέποτε ὑπῆρχε παρ’ ἡμῖν, προετείναμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῇ ἐπεξεργασθείσῃ τὰς συζητουμένας τροπολογίας, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἀπεδέχθη ὅπως τεθῇ εἰδικὴ διάταξις ἐξασφαλίζουσα τὴν εἰρημένην πρόσοδον μέχρις 20.000 δραχμῶν ἐτησίως. Καὶ οὕτως ἀναμφισβητήτως οὐδὲν ἀφαιροῦμεν τῶν ὅσων εἶχον τὰ ἀγαθοεργὰ τῆς νήσου καταστήματα.
§186Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν λέγει τοῦτο οὕτως ἡ πρότασίς σας.
§187Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἐὰν σᾶς μένῃ ἀμφιβολία διατυπώνομεν αὐτὸ ὅπως θέλετε. Δὲν σᾶς ἀποκρύπτω δὲ ὅτι δὲν μᾶς ἐπέρασε ποτὲ ἀπὸ τὸν νοῦν νὰ θέσωμεν εἰς κίνδυνον τὴν ὕπαρξιν τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων τῆς νήσου, τὰ ὁποῖα ἐὰν διεσώθησαν εἰς ἄλλας ἐποχάς, ὁπότε μεγίστη ἀστοργία περὶ τὴν διαχείρισιν τῶν συμφερόντων των εἶχεν ἐπιδειχθῆ, ὁπότε ἡ περιουσία αὐτῶν διετίθετο διὰ τὴν ἀγορὰν οἱωνδήποτε τίτλων, οὐδένα κίνδυνον θὰ διατρέξωσιν ἤδη ὅτε ἔπαυσαν αἱ παλαιαὶ μέθοδοι. Ἀλλ’ ὁ κ. Θεοτόκης προέτεινεν ὅπως ἡ ἀπελευθέρωσις ἐνεργεῖται κατὰ τάξεις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχουσῶν προσόδων. Τοῦτο ὅμως λέγομεν καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ νόμου μας.
§188Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν τὸ λέγετε.
§189Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Τὸ λέγομεν· νὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω;
§190Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας σας δὲν τὸ λέγετε.
§191Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Τὸ λέγομεν· θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω· ὁρίστε (ἀναγινώσκει)· «Ἡ ἀποζημίωσις γίνεται», λέγει τὸ ἄρθρον 5 τῶν τροπολογιῶν, «ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ παρόντος νόμου». Τοῦτο ἔχει τὴν ἔννοιαν μόνον ὅτι ἀντὶ νὰ παρέλθῃ ἡ ἐκ τοῦ νόμου ταχθεῖσα προθεσμία, δέον νὰ ἄρξηται ἡ ἀπελευθέρωσις ἀμέσως τῶν ἐκκαθαρισμένων αἰτήσεων, ἀφοῦ ἔχομεν ἤδη χρήματα. Εἶτα τὸ ἄρθρον τοῦτο ἐξακολουθεῖ· «καὶ ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται κεφάλαια διαθέσιμα πρὸς τοῦτο κατὰ τὴν ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ ὁριζομένην σειρὰν τῶν ἀποσβεσθησομένων βαρῶν καὶ μόνον μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἀπόσβεσιν ἑκάστης κατηγορίας βαρῶν, προβαίνει ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν λοιπῶν κατηγοριῶν κτλ.». Εἶναι δὲ φανερὸν ὅτι ἐν τῷ ἄρθρῳ 1ῳ κατὰ τάξεις ὁρίζονται τὰ διάφορα βάρη. Ὥστε βλέπετε ὅτι διὰ τῶν τροπολογιῶν δὲν θίγεται ἡ τεθεῖσα βάσις τοῦ νόμου. Νομίζω ὅτι ἐπαρκῶς ἀπήντησα εἰς τὰς ὑπὸ τοῦ κ. Θεοτόκη ὑποβληθείσας ἀντιρρήσεις, καταλήγων δὲ ζητῶ τὴν εὐνοϊκὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τῶν συζητουμένων τροπολογιῶν, αἵτινες θέλουσιν ἐνισχύσει τὸν ψηφισθέντα ἀγροτικὸν νόμον, νόμον ἀληθῶς σωτήριον, νόμον ἀληθῶς μέγαν, νόμον διὰ τὸν ὁποῖον δικαιοῦμαι νὰ ὑπερηφανεύωμαι ἀναλογιζόμενος ὅτι εἰργάσθην διὰ τὸν τόπον μου. Ὁ νόμος οὗτος δὲν πρόκειται ἀσφαλῶς νὰ κλονίσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ τοὐναντίον ἐνισχύει καὶ προστατεύει αὐτήν. Ὁ ἀγροτικός μας νόμος ἔστε βέβαιοι, κύριοι Βουλευταί, ἀνταποκρίνεται εἰς ἐπιτακτικὴν ἀπαίτησιν ὅλου τοῦ καλῶς σκεπτομένου κόσμου τῆς Κερκύρας, ἱκανοποιεῖ δὲ ἐπιθυμίαν παλαιὰν καὶ βαθυτάτην ὅλων τῶν ἀγροτικῶν πληθυσμῶν. Ὅταν δὲ κάμνω λόγον περὶ τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἀγροτικῶν πληθυσμῶν, ἐπιθυμῶ νὰ ἔχῃ πᾶς τις ὑπ’ ὄψει ὅτι δὲν συμπεριλαμβάνω μόνον τοὺς καλλιεργητάς, οἵτινες ἐπὶ τῶν ὑποτελῶν κτημάτων εἶναι καὶ οἱ ἰδιοκτῆται αὐτῶν, διότι ἀγροτικοὶ πληθυσμοὶ εἶναι οἱ κτηματικοὶ ἐν γένει πληθυσμοὶ οἱ ἐκ τῶν ἀγροτικῶν κτημάτων ἀναμένοντες, διότι ἅπαντες οὗτοι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ ἀγροτικοῦ τῆς Κερκύρας νόμου πρόκειται πρωτίστως νὰ ὠφεληθῶσιν, ἀλλὰ καὶ τοὺς κτηματίας. Ἀντίθεσις μεταξὺ τῶν νουνεχῶν καὶ σεβομένων ἑαυτοὺς κτηματιῶν ἀφ’ ἑνὸς καὶ καλλιεργητῶν ἐξ ἄλλου δὲν ὑπάρχει. Ἅπαντες οὗτοι ἔχουσι κοινὰ τὰ συμφέροντα, νὰ ἀπελευθερωθῶσι τὰ κτήματά των, νὰ ἐνισχυθῇ ἡ καλλιέργεια, νὰ ἀναπτυχθῇ ἡ κτηματικὴ πίστις ἐκ τῆς ὁποίας κυρίως αὐτοὶ πρόκειται νὰ ὠφεληθῶσιν. Ἄν ὑπάρχῃ ἀντίθεσις, καὶ ὑπάρχει ἀληθῶς τοιαύτη, αὕτη ὑφίσταται μεταξὺ τῶν κτηματιῶν καὶ καλλιεργητῶν ἐν γένει ἀφ’ ἑνός, καὶ μικρᾶς εὐτυχῶς μερίδος πολιτῶν ἐξ ἄλλου, ἡ ἀντίθεσις δὲ αὕτη δὲν ἔχει αἰτίαν τὴν ἱκανοποίησιν συγκρουομένων οἰκονομικῶν συμφερόντων, ἀλλὰ τὴν ἱκανοποίησιν ἀντιλήψεων ἀναρμόστων καὶ ἀπρεπῶν, μὴ συμβιβαζομένων δὲ πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς σημερινῆς ἐποχῆς. Ἡ ἀνθισταμένη κατὰ τοῦ νόμου μικρὰ εὐτυχῶς μερὶς πολιτῶν, δὲν ἔχει ἐλατήριον τὴν ἱκανοποίησιν τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς συμφερόντων, διότι τὰ δικαιώματα, ὧν τὴν κατάργησιν ἐπιδιώκομεν, ὑπάρχοντα ὑφ’ οὓς νομικοὺς καὶ κοινωνικοὺς ὅρους ἐξέθηκα, στηριζόμενα δὲ ἐπὶ κτημάτων ἀπωλεσάντων πᾶσαν ἀξίαν λόγῳ ἀκριβῶς τῶν βαρῶν τούτων, πρόκειται μὲ τὸ παραπάνω ν’ ἀποζημιωθῶσιν, ἀλλ’ ἔχει ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ ὡς ἐλατήριον νὰ ἀριθμῇ ὑποτελεῖς καὶ εἵλωτας. Τάξις, πλὴν ἐννοεῖται ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, κακίστης ἀνατροφῆς, ὀπισθοδρομικῶν καὶ ἀντεθνικῶν παραδόσεων, νομίζει ὅτι διατηρεῖ τοὺς ὑπὸ ἀπολυταρχικῶν πολιτευμάτων ἀπονεμηθέντας εἰς τοὺς προγόνους αὐτῶν τίτλους, τίτλους προκαλοῦντας νῦν τὸν γέλωτα καὶ τὴν περιφρόνησιν, διὰ τῆς διατηρήσεως τῶν δικαιωμάτων τῶν ὁποίων τὴν κατάργησιν ἐπιδιώκει ὁ ἀγροτικὸς νόμος. Ἡ τάξις αὕτη ἐλαχίστη εὐτυχῶς, ἐπαναλαμβάνω, ἀντιταχθεῖσα πλὴν ἐξαιρέσεων ἀνέκαθεν κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς πνευματικῆς τοῦ λαοῦ ἀναπτύξεως, εἶναι ἐκείνη ἥτις ὀνειρευθεῖσα ἀνέκαθεν τὴν διατήρησιν συστημάτων ἐξασφαλιζόντων διακρίσεις, προνόμια καὶ παροχάς, ἀντετάχθη ἀκόμη καὶ κατὰ τῆς ἑνώσεως. Ἡ τάξις αὕτη, ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἀνέμενον ποτὲ ὅτι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ὄχι πλέον ὑπερασπιστὰς τῶν οἰκονομικῶν αὐτῆς συμφερόντων, ἀλλ’ ὑπερασπιστὰς τῶν ἀδυναμιῶν καὶ τῶν ὀπισθοδρομικῶν αὐτῶν ἀντιλήψεων. Ἤλπιζον ὅτι ἅπαντες ἠθέλομεν εἶσθαι σύμφωνοι νὰ εἴπωμεν πρὸς αὐτοὺς ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐξελέγημεν ἀντιπρόσωποι τοῦ νομοῦ Κερκύρας, διὰ νὰ ἱκανοποιήσωμεν ὀπισθοδρομικὰς ἀδυναμίας, διὰ νὰ ἐνθαρρύνωμεν τὴν διατήρησιν καὶ ἐνίσχυσιν συστημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνέσπειραν τὴν πενίαν ἀπ’ ἄκρου εἰς ἄκρον τῆς νήσου, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξαν τοκογλυφίαν ἀπίστευτον, ἀλλ’ ὅτι ἀπεναντίας ἐξελέγημεν διὰ νὰ δώσωμεν ἄλλην κατεύθυνσιν εἰς τὴν ἠθικήν, ὑλικὴν καὶ πνευματικὴν ἀνάπτυξιν τῶν λαϊκῶν τάξεων. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα). Ἤδη, Κύριοι, ἐπιλαμβανόμενος τῆς ὑπὸ τοῦ κυρίου Θεοτόκη γενομένης προτάσεως, ὅπως αἱ συζητούμεναι τροπολογίαι παραπεμφθῶσιν ἐκ νέου εἰς ἐπιτροπήν, ἥτις νὰ ὑποχρεωθῇ ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ προσαγάγῃ τὸ πόρισμα τῆς μελέτης της, ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ἀποδέχομαι εὐχαρίστως τὴν πρότασιν ταύτην. Εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ ἔργου μου, δέχομαι δὲ οἱανδήποτε βάσανον ἢ ἔρευναν αὐτοῦ, διότι εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι, ὅσον βαθύτερον ἐξετασθῇ τὸ ζήτημα τόσον ἀσφαλέστερον θὰ ἀναγνωρισθῇ ἡ ὀρθότης, ἡ σκοπιμότης καὶ τὸ ἐπιβαλλόμενον τῶν διατάξεων αὐτοῦ. Θέλω εὐχαρίστως δεχθῆ τὴν συνεργασίαν οἱωνδήποτε. Εἶμαι ἕτοιμος νὰ λάβω ἢ καὶ νὰ μὴ λάβω μέρος εἰς τὴν σχηματισθησομένην ἐπιτροπήν, ἀρκεῖ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἀναπτύξω τὸ ζήτημα, ὡς ἀληθῶς ἔχει, καὶ τοῦτο διότι εἶμαι ἀπολύτως πεπεισμένος περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ ἔργου, διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ὁποίου θὰ ἀφιερώσω ὅλας μου τὰς δυνάμεις, ἀδιαφορῶν τελείως ἂν ἕνεκα τούτων δυσαρεστήσω ὡρισμένα ἄτομα, ὅσον ὑψηλὰ καὶ ἂν ἵστανται ταῦτα. (Χειροκροτήματα παρατεταμένα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν θεωρείων).
§192Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν ἐπιλόγων, διότι ἀδιαφορῶ πληρέστατα περὶ τῶν ἐντυπώσεων τῶν στιγμιαίων. Συνειθίζω νὰ ὁμιλῶ ἐπὶ τῶν πραγμάτων. Τοὺς ἐπιλόγους καὶ τὰς μεγάλας φράσεις ἀφήνω εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θέλουσι δι’ αὐτῶν νὰ ἐπιτυγχάνωσι χειροκροτήματα. Ἐγὼ ἀποβλέπω εἰς τὰ πράγματα καὶ τὰ πράγματα μοὶ λέγουσιν ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, δὲν βασίζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Παρεστήσατε τοὺς κτηματίας Κερκύρας ὡς ἀποτελοῦντας τάξιν τοκογλύφων· ὡμιλήσατε περὶ εἰκονικῶν συμβολαίων, περὶ τῶν ὁποίων ἐλήφθησαν μέτρα. Ἀλλὰ τίς ὑποστηρίζει εἰκονικὰ συμβόλαια; Ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχωσιν εἰκονικὰ συμβόλαια, ὑπάρχουσι καὶ ἀληθῆ δικαιώματα τὰ ὁποῖα θυσιάζονται. Ἀλλ’ ὡμιλήσατε καὶ περὶ ἀγροληψίας καὶ εἴπετε ὅτι ἡ ἀγροληψία ἠμπόδισε τὴν ἀνάπτυξιν τῆς Κερκύρας, λησμονοῦντες ὅτι, ὅτε ἐζητήσατε τὴν διανομὴν τῶν κτημάτων, οὐδέποτε ἐσκέφθητε τὴν πρόοδον τῆς Κερκύρας. Ἐλησμονήσατε ὅτι ἡ ἀγροληψία σώζεται ἐν μέρει ἀπὸ τοὺς ἀγρολήπτας. Ἀλλὰ παρατηρήσατε τί συμβαίνει εἰς τὰ χωρία. Καθ’ ἡμέραν βλέπομεν δυστυχεῖς ἀγρότας πωλοῦντας τὰ κτήματά των καὶ τοκογλύφους μικροὺς τῶν χωρίων, ἀγοράζοντας ταῦτα. Ὡμιλήσατε μετὰ τοσούτου τόνου κατὰ τῆς ἀγροληψίας, λησμονοῦντες ὅτι εἰς τὸν νόμον ὑμῶν λέγετε ὅτι ἐπιτρέπεται πεντηκονταετὴς ἀγροληψία, διὰ νὰ ἀναγνωρίσητε οὕτω τὴν ἀγροληψίαν. Καὶ πότε; Ὅτε ὑπάρχει διάταξις νόμου ἀπαγορεύουσα μίσθωσιν ὑπερβαίνουσαν τὰ τριάκοντα ἔτη, ἐνῷ ἀρχικῶς σεῖς, οἱ ὁποῖοι προτείνετε ἀγροληψίαν διὰ πεντήκοντα ἔτη, ἐζητήσατε νὰ καταργήσητε πᾶν δικαίωμα μετὰ τὸ τεσσαρακοστὸν πρῶτον ἔτος. Ἰδοὺ πῶς συζητεῖτε τὰ θέματα. Συζητεῖτε ταῦτα οὕτω, διότι δὲν γνωρίζετε τὴν Κέρκυραν. Δυστυχῶς αἱ ἀσχολίαι ὑμῶν ἔφεραν ὑμᾶς πολὺ μακρὰν τῆς Κερκύρας, ἐνῷ ἡμεῖς ἐζήσαμεν μετὰ τῶν γεωργῶν τῆς Κερκύρας καὶ εἰξεύρομεν τί πρέπει νὰ γίνῃ δι’ αὐτούς. Ἐὰν ἔχητε ἐν Κερκύρᾳ ἐλεύθερα κτήματα, ἀμφιβάλλω ἂν γνωρίζετε ποῦ εὑρίσκονται. Ἐγὼ ἐπεσκέφθην αὐτά, ἐνῷ σεῖς δὲν ἐλάβετε καιρὸν νὰ τὰ ἐπισκεφθῆτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις. Καὶ ὁμιλεῖτε περὶ ἐλευθέρων κτημάτων καὶ ἀγροληπτῶν! Ἐγὼ γνωρίζω ὅτι ἂν ὑπάρχωσιν ἐλεύθερα κτήματα, ταῦτα εἶναι τὰ ἀγροληπτικά. Ἡ ὑποτίμησις τῆς ἀξίας τῶν κτημάτων, δὲν προέρχεται ἐκ τῆς ἀγροληψίας. Ἂν ὑπάρχῃ ὑποτίμησις, αὕτη προέρχεται ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ κεφαλαίου, διότι ὅλοι γνωρίζετε ὅτι ὁσάκις ἀγοράζομεν κτῆμα πρὸς πεντήκοντα ἔχομεν δὲ ἀνάγκην νὰ δαπανήσωμεν ἑβδομήκοντα ὅπως καταστήσωμεν παραγωγικὸν τὸ κτῆμα αὐτό, βεβαίως τὸ κτῆμα ὑποτιμᾶται. Δυστυχῶς οἱ ἀγροδόται συνείθισαν νὰ ζῶσιν ἐν τῇ πόλει ἀσχολούμενοι εἰς ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν συμβάλλουσιν εἰς τὴν εὐημερίαν αὐτῶν, ἐνῷ ὅσοι ἀσχολοῦνται εἰς τὰ κτήματά των, ἐκεῖνοι ἔχουσι καὶ προσόδους. Ἐκεῖ παράγουσι πρόσοδον τὰ ἐλαιόδενδρα, τὰ ὁποῖα συνήθως μετὰ δεκαετίαν καρποφοροῦσι, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος νὰ δανείσῃ ἐπὶ τοῦ κτήματος ἐπὶ τῇ βάσει ἐσόδου τὸ ὁποῖον εἶναι ἐντελῶς ἀβέβαιον. Διότι λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ παρελθόν· ἀπὸ τοῦ 1890 μέχρι τοῦ 1905 εἴχομεν ἐσοδείαν εἰς τὴν Κέρκυραν; Καὶ ἂν ἐπανέλθῃ μετὰ δεκαπενταετίαν ἐσοδεία νέα, ὁποία τις θὰ εἶναι ἡ θέσις τῶν δανειστῶν οἱ ὁποῖοι θὰ δανείσωσιν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου; Μὴ λέγετε λοιπὸν ὅτι ὅλα αὐτὰ ἐγένοντο ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τὰ κτήματα ἀπὸ τὴν ἀγροληψίαν, ἡ ὁποία καθ’ ὑμᾶς κατέστρεψε τὰ πάντα, ἡ ὁποία σεῖς λέγετε ἀφ’ ἑνὸς ὅτι εἰς τὸ μέλλον ἀπαγορεύεται, καὶ ἡ ὁποία καθ’ ὑμᾶς δύναται νὰ διαρκέσῃ ἐπὶ πεντήκοντα ἔτη. Ἂν ὑπάρχει ἐμπράγματον δικαίωμα, γεννᾶται ἐμπράγματον δικαίωμα· τὴν στιγμὴν ὅμως κατὰ τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἀπαλλαγῆτε τοῦ ἐμπραγμάτου δικαιώματος, τί παρατείνετε τοῦτο ἐπὶ πεντηκονταετίαν;
§193Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ὁ νόμος ὁ ψηφισθεὶς ἔχει ὡς σκοπὸν νὰ ἀπελευθερώσῃ τὰ κτήματα ἐκ τῶν διηνεκῶν ἀγροληψιῶν. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὸν Ἰόνιον κώδικα ὑπάρχει διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν μίσθωσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπερβῇ τὴν τριακονταετίαν, ὁρίζει ὁ νόμος ὅτι ἡ ἀγροληψία νὰ μὴ γίνηται πέρα τῶν πεντήκοντα ἐτῶν. Γʹ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν νέων ἀγροληψιῶν, καὶ σᾶς εἶπον διατί περιλαμβάνετε τὰς νέας. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, καὶ ὅτε μοὶ λέγετε δίδομεν πᾶσαν ἐγγύησιν ὅτι ὁ ἀγροδότης δὲν θὰ πάθῃ, ὅτι ἡ περιουσία του δὲν θὰ δημευθῇ, ἐνῷ ἔχετε διατάξεις αἱ ὁποῖαι ὑποχρεοῦσι τοὺς ἀγροδότας νὰ σᾶς δώσωσι τὴν ἀπόδειξιν περὶ τῆς παραγωγῆς, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσι, καὶ τί παραγωγήν; ἀβεβαίαν. Πέρυσιν εἴχομεν περονόσπορον· τί ἐκάματε; Αὐτὰ τὰ ζητήματα πρέπει νὰ μελετηθῶσι πολύ. Εἴπετε πρὸ ὀλίγου ὅτι οὐδὲν μέσον ἔχομεν ὅπως ἔχωμεν πληροφορίας περὶ τῆς ὑποτιθεμένης ἀξίας τῶν κτημάτων αὐτῶν. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι, ἂν ἡ ἐποχὴ καθ’ ἣν ἐψηφίσθη ὁ νόμος δὲν ἦτο δι’ ἡμᾶς ἐποχὴ ὁποία ἦτο, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ζητήσητε πληροφορίας ἀπὸ ὅλα τὰ Εἰρηνοδικεῖα καὶ νὰ ζητήσητε ὅπως ἐκ τῶν ἐκθέσεων τῶν κατατεθεισῶν εἰς τὰ Εἰρηνοδικεῖα, σᾶς δοθῇ μία πληροφορία περὶ τῆς ἐκτιμήσεως ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὰ ἐλαιόδενδρα τῆς Κερκύρας. Θὰ εἴχετε τότε ὡς ἔγγιστα ἀκριβῆ ἰδέαν τῆς ἀξίας αὐτῶν. Ἀλλὰ διὰ νὰ γίνωσιν ὅλα αὐτὰ δὲν ὑπῆρχε καιρός, ὡς καὶ σήμερον δὲν ὑπάρχει. Ἐγὼ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑπάρχῃ καιρὸς ὅπως ἔλθωμεν εἰς μίαν λύσιν ἡ ὁποία νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ἀγροτῶν ὑπὲρ τῶν ὁποίων καὶ ἐγὼ ἐνδιαφέρομαι ὡς ἀπέδειξα τοῦτο, διότι κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ὑπ’ ἐμὲ Κυβερνήσεως ἐγένετο ἡ ἐξαγορὰ τῶν τιμαρίων ἡ ὁποία ἐγέννησε 12 χιλ. θέσεις. Τώρα σεῖς ἀσχολεῖσθε μὲ μίαν τροπολογίαν ἡ ὁποία τροπολογία καθιστᾷ ἀκόμη χειρότερον τὸν νόμον. Εἶναι δυνατὸν νὰ προασπίσωμεν συμφέροντα, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται μελέτη καὶ γνῶσις τῶν πραγμάτων, ἡ μελέτη δὲ τῶν πραγμάτων δὲν ἐγένετο δεόντως, διότι ἡ γνῶσις τῶν πραγμάτων δὲν ὑπάρχει, διότι οὐδεὶς ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1912 εἶχε γνῶσιν τῶν πραγμάτων τῆς Κερκύρας, καίτοι ὑπάρχει εἰς τὸ κόμμα ὑμῶν εἷς μέγας κτηματίας, ὁ ὁποῖος ὅμως δὲν ἠσχολήθη, διότι εἶχεν ἄλλας ἀσχολίας. Γνωρίζει ἑπομένως πολὺ ὀλίγα περὶ τῶν κτημάτων. Τὰ ζητήματα αὐτὰ λοιπόν, πρέπει νὰ λυθῶσιν ἐπισταμένως, ὅτε μάλιστα ἔχετε πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ὅλος ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος ἐξανέστη κατὰ τοῦ νόμου ὑμῶν, ὅτε ἔχετε ἀναφορὰς ὅλων τῶν ἀγροδοτῶν οὐχὶ τῶν ὀλίγων τοκογλύφων, διότι ἐγὼ δὲν συνδέομαι μετ’ αὐτῶν, οἵτινες ὅλοι ὑποστηρίζουσιν ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ τὸ ζήτημα πρὶν ἢ δοθῇ ἡ λύσις. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἐπιβάλλεται νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παρ’ αὐτῶν λεγόμενα. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ὅλοι οἱ δικηγόροι πλανῶνται. Ὑμεῖς ἔχετε νομικὰς γνώσεις τὰς ὁποίας δὲν ἀμφισβητῶ, τῶν ὁποίων δὲν δύναμαι νὰ φθάσω τὸ ὕψος, ἀλλὰ τουλάχιστον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τίθεμαι ὄπισθεν ὅλης αὐτῆς τῆς ὁλομελείας τῶν δικηγόρων καὶ τῶν ἀγροδοτῶν.
§194Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Δευτερολογῶν, κύριοι Βουλευταί, βεβαίως δὲν θὰ μακρηγορήσω, διότι φρονῶ ὅτι ἀρκούντως κατὰ τὴν πρώτην μου ἀγόρευσιν ἔθιξα τὰ σημεῖα εἰς τὰ ὁποῖα ἐπέμεινε δευτερολαλήσας ὁ κ. Θεοτόκης. Ἐγὼ δὲν ἔχω μῖσος κατὰ τῆς ἀγροληψίας, ὡς ὑπεστήριξεν ὁ κ. Θεοτόκης, οὔτε εὑρίσκομαι εἰς ἀντίφασιν ἐπιτρέπων σύστασιν πεντηκονταετοῦς τοιαύτης. Ἔχω μῖσος κατὰ τῆς διηνεκοῦς συμβάσεως, δι’ οὓς λόγους ἀνέπτυξα· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίφασις τῆς διατάξεως τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Θεοτόκης πρὸς τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου, τόσῳ μᾶλλον ὅσῳ ἡ ἀγροληψία, Κύριοι, ὑφ’ οὓς ὅρους πρόκειται ν’ ἀποκτηθῇ θὰ μεταγραφῇ καὶ δὲν θὰ γεννήσῃ ζητήματα καὶ ἀμφιβολίας εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ὁ κ. Θεοτόκης ὑποστηρίζει, λίαν παραδόξως, ὅτι τὰ ἐλεύθερα κτήματα εἶναι ἀκαλλιέργητα, οὐχὶ δὲ τὰ ὑποτελῆ, τοῦτο δέ, ὡς εἰκός, ἀποτελεῖ πληροφορίαν τὴν ὁποίαν παρέχει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας αὑτοῦ ἀντιλήψεως, ἀλλ’ ἐγὼ λέγω τὸ ἀντίθετον καὶ ἐπικαλοῦμαι τοὺς κανόνας τῆς λογικῆς καὶ τὰ ἀληθῶς συμβαίνοντα Ἀλλ’ ὁ κ. Θεοτόκης, ὅπως κλονίσῃ τὴν ἀκρίβειαν τῶν πληροφοριῶν μου, ὑπεστήριξεν ὅτι ἐγὼ δὲν ἔζησα ἐν Κερκύρᾳ καὶ δὲν γνωρίζω τὰ πράγματα Ἐρωτῶ ὅμως αὐτόν· ἂν δὲν ἔζησα ἐν Κερκύρᾳ, ποῦ ἔζησα; Καὶ ἐγὼ καὶ ἡ οἰκογένειά μου πολὺ πλέον τῶν ἑκατὸν ἐτῶν ζῶμεν ἐν Κερκύρᾳ· ἐκεῖ ἔχομεν ἅπαντα τὰ συμφέροντά μας· ἐκεῖ ἐγεννήθημεν, ἐκεῖ ἐζήσαμεν, ἐκεῖ ἀνετράφημεν. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ ὑποστηρίξω ὅτι εὑρίσκεται ἡ οἰκογένειά μου ἐν Κερκύρᾳ ὅσον ἡ οἰκογένεια τοῦ κ. Θεοτόκη, ἀλλ’ ἡ διαφορὰ αὕτη τῶν ἐτῶν δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα. Ἐπεκαλέσθη ὅμως ὁ κ. Θεοτόκης καὶ τὴν γνώμην τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσω τὸ σημεῖον τοῦτο ἄνευ ἀπαντήσεως. Εἶναι βέβαιον ὅτι ὄχι ἡ παμψηφία, ὡς εἶπεν, ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ νόμου τούτου. Κρίσεις ἐπὶ τῆς μελέτης τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου δὲν ἔχω νὰ κάμω· ταύτας θὰ ἀφήσω δι’ ὑμᾶς, περιορίζομαι δὲ μόνον νὰ θίξω σημεῖα τινὰ τῆς μελέτης του. Ἐν πρώτοις ἀρνεῖται ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος ὅτι ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχει ἀγροτικὸν ζήτημα. Τὸ ἂν ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον ζήτημα ἐν Κερκύρᾳ, ἀντελήφθητε ἐκ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως. Κύριοι, ὑπάρχει καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἀγροτικὸν ζήτημα ἐφ’ ὅσον δὲν πραγματοποιεῖται καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ σημεῖα ὁ ἀγροτικὸς νόμος. Προχωρεῖ πάρα πέρα ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος, ὅστις ὑπεραμύνεται καὶ τῆς ἐμφυτεύσεως καὶ τῆς ἀγροληψίας, θεωρῶν ταύτας εὐεργετικὰς καὶ ἐξυπηρετικὰς ὅλων τῶν συμφερόντων· ἀλλ’ ἐνῷ λέγει ὅλα αὐτά, εἰς τὸ τέλος λέγει ὅτι θὰ ἦτο σωτήριον νὰ ἀπαλλαγῶσι τὰ κτήματα, ἀρκεῖ ἐκ τοῦ Δημοσίου Ταμείου νὰ καταβάλλετο τὸ χρῆμα!!! Λέγει ὅμως καί τι ἄλλο ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος· θεωρεῖ τὸν νόμον ἐπιζήμιον καὶ διὰ τοὺς ἀγρότας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ συλλογισμοῦ ὃν ἔκαμεν ὁ κ. Θεοτόκης, διότι λέγει ὅτι αἱ δυσάρεστοι ἐποχαὶ ἐκ τῆς ἀφορίας, ὡς εἶπε καὶ ὁ κ. Θεοτόκης, ἐκ τῆς κακομοιριᾶς τῆς νομοθεσίας λέγω ἐγώ, ἀνέπτυξαν τοκογλυφίαν ἀπίστευτον, ἐδημιούργησαν διαφόρους μικροτοκογλύφους, οἵτινες ἅμα ἐλευθερωθῶσι τὰ κτήματα τῶν χωρικῶν θὰ σπεύσωσι νὰ τὰ κατάσχωσι καθὸ ἐλεύθερα πλέον καὶ ἑπομένως προσοδοφόρα. Ὡραία λογική. Ἀποφεύγω νὰ σὲ κάμω πλούσιον διὰ νὰ μὴ εὕρῃ περιουσίαν ὁ πιστωτής σου καὶ ἐξοφληθῇ! Ἐγὼ ὅμως καὶ μετ’ ἐμοῦ οἱ ἀγρόται τῆς Κερκύρας θὰ εἴπωσιν· ἂς δώσωμεν εἰς αὐτοὺς περιουσίαν ἐλευθέραν καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἀνατείλωσι καὶ δι’ αὐτοὺς ἡμέραι εὐημερίας. Ταῦτα ὡς ἔγγιστα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Κερκύρας. Ἀφοῦ δὲ ταῦτα ἠκούσατε, εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ἀπορήσητε ἅμα πληροφορηθῆτε ὅτι βεβαίως παρεξήγησάν τινες τὴν ἀγαθὴν πρόθεσιν τῶν Δικηγόρων. Ἀλλ’ ὁ κ. Θεοτόκης ἀπαντῶν εἰς τὴν κατηγορίαν τὴν ὁποίαν ἐτόνισα, εἶπεν ὅτι αὐτὸς ἐξηγόρασε τὰ τιμάρια. Τοῦτο ὅμως ἐτόνισα ἐγὼ καὶ δὲν τὸ ἀπεσιώπησα, ὡς εἶπε, διότι εἶναι ἀληθές. Ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν δύναται ὁ κ. Θεοτόκης, ἀντιπροσωπεύσας ἐπὶ τριάκοντα καὶ πλέον συνεχῆ ἔτη τὴν Κέρκυραν παντοδυνάμως, νὰ καυχᾶται διότι συνεισέφερε διὰ τὴν λύσιν τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος δραχμὰς ἐν ὅλῳ πεντακοσίας χιλιάδας, διότι τόσον ἐστοίχισεν ἡ ἐξαγορὰ τῶν τιμαρίων, εἰς ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀντιπροσωπεύσαντες ταύτην ἐπὶ τριετίαν ἔχοντες δὲ νὰ πολεμήσωμεν καὶ κατὰ χιλιάδων ἀντιδράσεων, ἐξησφαλίσαμεν ἤδη δρ. 600 χιλιάδας καὶ ἀσφαλεῖς προσόδους ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ συνομολογηθῇ δάνειον πέντε καὶ ἓξ ἑκατομμυρίων.
§195ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐπιφυλάσσομαι νὰ λάβω τὸν λόγον κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, τόσῳ μᾶλλον ὅσῳ ὀφείλω μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐκ Κερκύρας Βουλευτήν, ἀπάντησιν εἰς ὅσα εἶπε περὶ τοῦ νόμου αὐτοῦ κατὰ τὴν ἐκλογικὴν περίοδον εἰς τὰς τελευταίας ἐκλογάς, ἀπάντησιν καὶ εἰς τὸν ὑπαινιγμὸν τὸν ὁποῖον ἔκαμε σήμερον. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν νόμου τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, νομίζω ὅτι αὐτὴ πρέπει νὰ γίνῃ δεκτή, μάλιστα ἐπεκτεινομένης τῆς προθεσμίας εἰς τρεῖς ἑβδομάδας καὶ περιλαμβανομένων εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅλων ἐκείνων τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ὑπαινίσσεται ὁ κ. Βουλευτής, ἵνα εἰσφέρωσι τὰ φῶτά των καὶ νὰ ἔλθῃ ἐδῶ τὸ ζήτημα μεμελετημένον, καίτοι ἔχει μελετηθῆ τοῦτο καὶ καὶ κατὰ τὴν πρώτην φορὰν ὅτε συνεζητήθη. Εἶναι ὅμως ὁμολογῶ καὶ ζήτημα περίπλοκον, καὶ βεβαίως περισσότερα φῶτα δὲν δύναται νὰ βλάψωσι. Δι’ αὐτὸ λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὰ λεχθέντα, παρακαλῶ νὰ καταρτισθῇ ἐπιτροπὴ περιλαμβάνουσα ὅλα τὰ ὑποδειχθέντα πρόσωπα.
§196Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Ἤθελον προτείνει τοῦτο, νὰ δοθῇ προθεσμία τριῶν ἑβδομάδων, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν ἡ πρότασίς μου.
§197ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως, διότι χρειάζονται τροπολογίαι, ἀλλὰ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχὴν τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως τοῦ νόμου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐρωτῶ ἤδη τὴν Βουλήν· συναινεῖ ὅπως ἡ ἐν λόγῳ πρότασις νόμου παραπεμφθῇ ἐκ νέου εἰς τὴν ἐπιτροπήν, τὴν ὁποίαν νὰ μοὶ δώσητε τὴν ἄδειαν νὰ καταρτίσω;
§199Κ. ΖΑΒΙΤΣΙΑΝΟΣ. Κατόπιν συσκέψεως.
§200ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10ην καὶ ½ μ. μ. τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§202ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μὴ διακόπτετε.
§203Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ διακόπτετε. Κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τῶν συνεδριάσεων πρέπει νὰ εἶναι παροῦσα ἡ Βουλή.
§204Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις.
§205ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τί συμβαίνει;
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπονοῦνται οἱ κύριοι Βουλευταί, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ συνεδρίασις, ὅτι μετὰ τὴν διακοπὴν οἱ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως δὲν προσέρχονται εἰς τὴν συνεδρίασιν.
§207ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπομνήσκω, κύριε Πρόεδρε, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς κηρύσσει τὴν λῆξιν τῆς συνεδριάσεως τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς. Δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὅτι ἐλύθη ἡ συνεδρίασις, χωρὶς νὰ ἔχητε τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς. Ἐρωτῶ τὴν Ἀντιπολίτευσιν, ἐκ τῆς γνώμης τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ συνέχεια τῆς συνεδριάσεως ἀπόψε, θέλει νὰ ἔχωμεν συνεδρίασιν;
§208Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι.
§209ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9ῃ μ. μ.