1914.10.03
2.118 στίχοι · 15.591 λέξεις · 298 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
Τῆς 3ης Ὀκτωβρίου 1914.
(Παρασκευή, ὥρα 5.10′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· Ὁ Μητροπολίτης Γρεβενῶν ἀποστέλει ψήφισμα ἁπάντων τῶν Σωματείων τῆς περιφερείας του, παραπονουμένων διὰ τὴν ἔλλειψιν συγκοινωνίας. Ὁ «Συνασπισμὸς τῶν Ἐργατικῶν Σωματείων τοῦ καπνοῦ», ὑποβάλλει ἔντυπον ὑπόμνημα πρὸς τὴν Βουλήν. Ἅπαντες οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ρίου παραπονοῦνται ἐναντίον τοῦ τροφοδότου τῶν φυλακῶν Καράμπελα, ὡς φερομένου πρὸς αὐτοὺς ἀπανθρώπως. Αἱ συντεχνίαι Θεσσαλονίκης διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς συμβάσεως τοῦ Δήμου, δι’ ἧς παραχωρεῖται ἡ καθαριότης τῆς πόλεως διὰ μίαν δεκαετίαν. Ὁ ἐν ταῖς φυλακαῖς Κεφαλληνίας κρατούμενος κατάδικος Εὐάγ. Ἀντωνᾶτος παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτοῦ. Ὁ Γεωργικὸς συνεταιρισμὸς Μπαϊρακλῆ παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ ταχέως τὸ νομοσχέδιον περὶ συνεταιρισμῶν. Ὁ Σύλλογος τῶν Γαλακτοκόμων καὶ Γαλακτοπωλῶν Ἀθηνῶν, παραπονεῖται ἐναντίον τοῦ νόμου περὶ Κυριακῆς ἀργίας. Ὁ ἐν ἀποστρατείᾳ συνταγματάρχης τοῦ Πεζικοῦ Κ. Παπαρώδου παρακαλεῖ, ὅπως βελτιωθῇ ἠθικῶς ἡ στρατιωτικὴ κατάστασίς του. Οἱ κάτοικοι Βαρθολομίου, Ἠλείας, παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ ἀντιπλημμυρικῶν τινων ἔργων. Οἱ κάτοικοι τῆς περιφερείας Βρωμόβρυσις παρακαλοῦσιν, ὅπως ἱδρυθῇ ἐκεῖ σχολεῖον θηλέων. Οἱ κάτοικοι Βολιμῶν, Ζακύνθου, παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀποπερατωθῇ ἡ ἐγκαταλειφθεῖσα ὁδὸς Ζακύνθου–Βολιμῶν. Οἱ ἀμπελουργοὶ καὶ οἰνοποιοὶ Βερροίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐλαττωθῇ ὁ φόρος τῆς δεκάτης. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Δαφνίου ἀποστέλλει ψήφισμα δι’ οὗ αἰτεῖται ὅπως τὸ ἐκεῖ διδακτήριον μετακομισθῇ εἰς ἄλλην τινὰ οἰκίαν. Ὁ «Σύνδεσμος τῶν Ἐφέδρων Ἀξιωματικῶν» ἐκφράζει τὴν εὐγνωμοσύνην του πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν ἐν Πάτραις ὑποδηματοεργατῶν.
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, κ. Πρόεδρε οἱ ἐν Πάτραις ἐργάται ὑποδηματοποιοὶ ἐκφράζουσιν ἀφ’ ἑνὸς τὴν εὐγνωμοσύνην αὐτῶν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι ἔδωκεν ἐργασίαν καὶ εἰς τοὺς ἐν Πάτραις ἐργάτας, ἐξ ἄλλου δὲ παρακαλοῦσιν αὐτὸν διὰ τῆς ἀναφορᾶς των, ἵνα, ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν ἀντίκειται εἰς γενικωτέρας διατάξεις τῶν κειμένων νόμων, ἡ παραλαβὴ τῶν εἰδῶν γίνηται παρ’ ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἤθελε συσταθῆ ἀπὸ τὸ δεύτερον Σῶμα στρατοῦ. Παρακαλῶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπως διατάξῃ καὶ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θέλει λάβει ταύτην οὗτος ὑπ’ ὄψιν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ αὐτὸς κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐξ Αἰγίου Κ. Ἀσημακοπούλου.
§4Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἀποβλέπει τὸν κ. Ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας καὶ οὐχὶ τὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Εἶχε ψηφισθῆ πίστωσις ἐκ 10 χιλιάδων δραχ. διὰ τὴν διευθέτησιν τῶν χειμάρρων μεταξὺ Πατρῶν καὶ Αἰγίου. Ἐπειδὴ αἱ πλήμμυραι ἐπῆλθον ἤδη, ὡς ἐκ τῶν φθινοπωρινῶν βροχῶν, καὶ θὰ ἐπέλθωσιν ἴσως μεγάλαι ζημίαι, σᾶς παρακαλῶ νὰ φροντίσητε τὸ ταχύτερον δι’ αὐτό.
§5Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Καταθέτω ἀπόψε νομοσχέδιον περὶ αὐτοῦ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν ἔλαβε γνῶσιν τῆς αἰτήσεως περὶ καταθέσεως ἐγγράφων σχετιζομένων πρὸς τὴν ἐν Ναυπλίῳ δίκην, καὶ πρὸς τὴν μεταφορὰν καταδίκων ἐκ Ναυπλίου εἰς Κρήτην, ὡς καὶ ἂν ἔλαβε πρόνοιαν ὅπως τὰ ἔγγραφα ταῦτα καὶ ἰδίᾳ ἡ κατάστασις ἡ κεκυρωμένη ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου ἐν Κρήτῃ Εἰσαγγελέως τῶν Πλημμελειοδικῶν ἡ ἐμφαίνουσα τὴν φυλακὴν εἰς ἣν ἕκαστος τῶν μετενεχθέντων κρατεῖται καὶ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν παρεδόθη, κατατεθῶσιν ἐγκαίρως εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα γίνῃ ἐπ’ αὐτῶν συζήτησις. Παρακαλεῖ δὲ ἵνα τηλεγραφικῶς διατάξῃ τὴν ταχεῖαν συγκέντρωσιν τῶν ἐγγράφων τούτων».
§7Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς δύναται νὰ μένῃ ἥσυχος. Τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς δὲν παρέλιπε νὰ ἀποστείλῃ τὴν αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἐγὼ δὲ γνωρίζω πολὺ καλῶς τὰς διατάξεις τοῦ Κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, ὅπως συμμορφωθῶ πρὸς αὐτάς.
§8Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι ἀγνοεῖτε τὸν Κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ θὰ σᾶς παρεκάλουν ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν τὸ ταχύτερον κατατεθῶσι τὰ ζητούμενα ἔγγραφα.
§9Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐὰν δὲν ἦτο ἀνάγκη νὰ μοὶ σταλῶσιν ἓν ἢ δύο ἔγγραφα ἀκόμη, θὰ εἶχον ἤδη ἀπὸ τῆς χθὲς καταθέσει ταῦτα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε αὐτὴ ἡ πρόωρος ὑπόμνησις τῆς ὑποχρεώσεώς μου ἠδύνατο νὰ λείπῃ.
§10Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν κατατίθενται ἐγκαίρως τὰ ἔγγραφα.
§11Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὑπ’ ἐμοῦ τοὐλάχιστον, οὐδέποτε κατετέθησαν ἀκαίρως. Ἂς παρέλθωσι, τοὐλάχιστον, αἱ ἕξ ἡμέραι αἱ προβλεπόμεναι ὑπὸ τοῦ Κανονισμοῦ.
§12Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν δυνάμεθα ἄνευ τῶν ἐγγράφων νὰ συζητήσωμεν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ λοιπαὶ ἐρωτήσεις ἀναβάλλονται ἀπουσιαζόντων τῶν κ. κ. Βουλευτῶν. Ἐξαντληθείσης οὕτω τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων, ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ψήφισις τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἀριθμῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν προβιβασμῶν αὐτῶν.
§14Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἐζήτησα τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ νομοσχεδίου, διότι θὰ εἴπω μερικὰ πράγματα, ὄχι βεβαίως διὰ νὰ μεταβληθῇ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ διὰ νὰ διατυπωθῶσι παρατηρήσεις τινές, καὶ λάβῃ ἀφορμὴν ἐξ αὐτῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἵνα δι’ ἄλλου μέτρου, διοικητικοῦ ἢ νομοθετικοῦ, ἐπιφέρῃ διόρθωσιν εἰς μερικὰ πράγματα. Ὁ κ. Συνάδελφος ἐκ Λακωνίας ἐντόνως διεμαρτυρήθη, διότι τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη τροποπεποιημένον κατὰ τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν αὐτοῦ· ἔφθασε μάλιστα μέχρι τοῦ σημείου νὰ ὑποβάλῃ καὶ ἔνστασιν συνταγματικοῦ ἀπαραδέκτου διὰ τὸ ὅλον νομοσχέδιον. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι, ἐπικαλούμενος ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἐπικαλεῖται βεβαίως αὐτὴν ἐν τῷ πνεύματι ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐτέθησαν αἱ διατάξεις αὗται· ἐξέφρασε τὴν γνώμην ὅπως αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἔδει νὰ εἶχον ὑποβληθῆ ἐν καιρῷ διὰ νὰ τεθῶσιν ἐν ὄψει τῆς Βουλῆς, ὥστε ἡ συζήτησις νὰ ἀποβῇ οὕτω ἀρτιωτέρα. Καὶ ἄλλαι μὲν διατάξεις ἀπεσύρθησαν παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ ἐγένοντο δεκταὶ κατὰ τὴν ὑστάτην συζήτησιν τροπολογίαι τινὲς μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ μία τῆς ὁποίας ἡ διατύπωσις, νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ ἐγένετο κατὰ τὴν τελευταίαν στιγμήν, δὲν ἀνταποκρίνεται πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς Βουλῆς. Δημιουργεῖ κατάστασιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προλάβῃ ὁ κ. Ὑπουργός, εἴτε διοικητικῶς εἴτε νομοθετικῶς. Μετὰ τοῦ Συναδέλφου κ. Κοντοσταύλου, ὑπεστήριξα ὡς ἀπαραίτητον προσὸν διὰ τὴν προαγωγὴν τῶν ἀνθυποπλοιάρχων εἰς ὑποπλοιάρχους, τὴν πραγματικὴν θαλασσίαν ὑπηρεσίαν, ἐστήριξε δὲ ὁ κ. Κοντόσταυλος τὴν πρότασιν ταύτην εἰς τὸν λόγον ὅτι, ὡς ἐκ τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, χθεσινοὶ δόκιμοι κατεῖχον τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς ταχύτητος μετὰ τῆς ὁποίας ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία αὐτή, παρωράθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τὸ ἑξῆς γεγονός, ὅτι οὐχὶ πάντες οἱ ἀνθυποπλοίαρχοι εἶναι χθεσινοὶ δόκιμοι. Ὑπάρχουσιν ἀνθυποπλοίαρχοι ἀπὸ ἑξαετίας, ἑπταετίας καὶ ὀκταετίας ὑπηρετήσαντες ὡς σημαιοφόροι οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἐκτελέσει θαλασσίαν ὑπηρεσίαν πολλαπλασίαν ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἀπαιτοῦμεν διὰ τοὺς νέους, τοὺς χθεσινοὺς δοκίμους, ἵνα καταστῶσιν ἱκανοὶ καὶ προαχθῶσιν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου. Οὗτοι ἔχουσι τοιαύτην ἐμπειρίαν, ὥστε ἡ ὑπηρεσία κατ’ ἐπανάληψιν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτοὺς τὴν διοίκησιν καὶ τορπιλλικῶν καὶ ἀντιτορπιλλικῶν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ γνωρίζῃ ὅτι ὕπαρχος τοῦ ἀντιτορπιλλικοῦ τοῦ καταπλεύσαντος μέχρι Κιέλου ἦτο ὁ Κονιάλης. Ἐπίσης εἶναι γνωστὸν ὅτι ὁ «Κεραυνὸς» ἐκυβερνᾶτο ὑπὸ τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου Ἀρβανίτου εἰς διαφόρους πλοῦς. Ἔχομεν λοιπὸν δεδομένον τὸ ἑξῆς· ὅτι μεταξὺ τῶν ἀνθυποπλοιάρχων τῶν σημερινῶν, ὑπάρχει δεκὰς ἀνθυποπλοιάρχων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ σημαιοφόρου ὑπηρέτησαν ἐπὶ ἓξ καὶ ἑπτὰ ἔτη, κατέχουσι δὲ τοιαύτην ναυτικὴν ἐμπειρίαν, ὥστε δικαίως νὰ τύχωσι τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς ὑπηρεσίας. Διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τούτους ἀπῃτήσαμεν νὰ συμπληρώσωσι θαλασσίαν ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ τοῦ ἀνθυποπλοιάρχου. Δὲν διαφέρει ἡμᾶς τὸ ζήτημα πότε θὰ προβιβασθῶσιν οὗτοι εἰς ὑποπλοιάρχους, ἀλλ’ ὡς ἔχει διατυπωθῆ τὸ νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου ψηφίζεται σήμερον τὸ σύνολον, θὰ συμβῇ τὸ ἑξῆς ἄτοπον· ὅτι συγχρόνως μετὰ τῶν ἀνθυποπλοιάρχων αὐτῶν θὰ προβιβασθῶσι καὶ οἱ χθεσινοὶ δόκιμοι τῆς Σχολῆς. Ὑποθέτων ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, θὰ γνωρίζῃ ὅτι ἡ ἀρχή, ἡ ὁποία διέπει τὰ ζητήματα ταῦτα τῶν προβιβασμῶν, εἶναι ὅπως τηρῶνται αἱ ἀποστάσεις μεταξὺ τῶν ἐμπείρων καὶ οὐχὶ ἐμπείρων. Θὰ ἦτο οὐχὶ ἐμπεδωτικὸν τῆς πειθαρχίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀποβλέπομεν καὶ ἡ ὁποία ὀργανοῦται τρόπον τινὰ διὰ τοῦ συστήματος τῶν προβιβασμῶν, ἐὰν ἐπετρέπετο νὰ γίνῃ αὐτό, τὸ ὁποῖον θὰ συμβῇ, διότι ἐψηφίσαμεν τὴν τροπολογίαν ταύτην, χωρὶς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν σχετικὴν περίπτωσιν. Βεβαίως, τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθῇ αὐτὴν τὴν στιγμήν, ἀλλὰ εἶναι ἄξιον μελέτης ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ ἐπέλθῃ διόρθωσίς τις. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, ἐπειδὴ τὸ νομοσχέδιον θὰ γίνῃ νόμος καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ κληθῇ νὰ ἐφαρμόσῃ αὐτόν, νομίζω ἐπίκαιρον νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως ἀναθεωρήσῃ τὸ Β. Διάταγμα περὶ συστάσεως Ἀνωτάτου Ναυτικοῦ Συμβουλίου τῆς 8 Αὐγούστου 1914, διότι ἐν τῷ Β. Διατάγματι τούτῳ συμβαίνει τὸ ἑξῆς· τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον ἀπαρτίζεται ἐκτὸς τῶν ὑποναυάρχων καὶ ἐκ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ διὰ τοῦ νομοσχεδίου διαστέλλομεν τὸν Ὑπουργὸν ἀπὸ τὸ Ναυτικὸν Συμβούλιον. Ἐὰν ἑπομένως δὲν τροπολογηθῇ αὐτὸ τὸ Β. Διάταγμα, εἰς τρόπον ὥστε τὸ Συμβούλιον νὰ ἐκτελῇ τὰ ἔργα του κεχωρισμένως ἀπὸ τὸν Ὑπουργόν, θὰ φαίνηται ὅτι ἔχομεν τὸ ἑξῆς παράλογον· λέγομεν ὅτι τὸ Ναυτικὸν Συμβούλιον συμβουλεύει τὸν Ὑπουργόν, ἀλλὰ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος τὸ Ναυτικὸν Συμβούλιον συμβουλεύεται μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον καταφανές, ὥστε δὲν χρειάζεται περισσότερος λόγος διὰ νὰ πεισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος. Ἐκ τῆς διεξαχθείσης συζητήσεως θὰ ἐπείσθητε ὅτι οἱ προβιβασμοί, ὅπως διενηργήθησαν μέχρι τοῦδε, ἐξαιρέσει τῶν ἀνδραγαθιῶν, ἐστηρίχθησαν ἐπὶ γενικῶν κρίσεων καὶ ἐπηρεάσθησαν πολὺ ὑπὸ τοῦ πνεύματος τῆς συνολικῆς εὐοδώσεως τοῦ ὅλου ἀγῶνος, εἰς τρόπον ὥστε δὲν ἐγένοντο διακρίσεις, αἱ ὁποῖαι ὤφειλον νὰ γίνωσι, οὐδὲ κρίσεις κἂν περὶ τῆς εὐδοκιμήσεως ἢ παραλείψεως ἑνὸς ἑκάστου ἀξιωματικοῦ. Τὸ πρᾶγμα πρέπει ν’ ἀπασχολήσῃ ἐνδελεχέστερον τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ κατάστασις αὐτὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ. Ἡ ἀρχὴ τοῦ «γνῶθι σαυτὸν» πολὺ περισσότερον ἐπιβάλλεται εἰς τὰ ἔθνη παρὰ εἰς τὰ ἄτομα, ἡ ὑπηρεσία δὲ πρέπει νὰ γνωρίζῃ τί ἐγένετο, καὶ ὑπὸ τίνων ἐγένετο, καὶ διατί δὲν ἐγένετο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ γίνῃ. Τὰ στοιχεῖα, οἷα τὰ πολεμικὰ ἀρχεῖα τῶν πλοίων, τὰ ἡμερολόγια τῶν πλοίων καὶ τὰ ἡμερολόγια τῶν Σωμάτων, ὑπάρχουσι. Συνέβησαν πράγματα ἢ παρελείφθησαν πράγματα, τὰ ὁποῖα πιστῶς ἀπεικονίζονται εἰς τὰ βιβλία ταῦτα. Νομίζω ὅτι καθ’ ὃν τρόπον ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ ἐπεδίωξε τὸν καταρτισμὸν τῆς ἱστορίας τοῦ κατὰ ξηρὰν πολέμου, πρέπει νὰ ἐπιδιωχθῇ καὶ ἡ ἱστορία τοῦ ναυτικοῦ ἡμῶν πολέμου. Μόνον ὅταν πιστοποιηθῶσι τὰ γεγονότα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀψευδῶν τούτων στοιχείων, τότε καὶ μόνον οἱαδήποτε μέτρα καὶ ἂν λάβῃ ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία, δὲν θὰ γεννηθῶσι παράπονα, ἐνῷ ὡς συνέβησαν οἱ προβιβασμοί, εἴχομεν τὰ παράπονα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διὰ τῶν διαφόρων μεθόδων καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπεχείρησε νὰ διορθώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός. Νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Μεταγωγικοῦ Σώματος». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν καὶ διὰ τὴν χρῆσιν τοῦ 1914 καὶ περατώσεως τῶν προθεσμιῶν τῶν δηλώσεων καὶ πληρωμῆς διαφόρων φόρων». (Ψηφίζεται ἡ ἀρχή). Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Ἰουλίου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ στρατεύσεως τῶν κατὰ τὸ ἔτος 1894 γεννηθέντων». (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον μόνον).
§16Σ. ΒΑΚΡΑΤΣΑΣ. Ἐν τῇ τελευταίᾳ παραγράφῳ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν ἑξῆς προσθήκην (ἀναγινώσκει)· «ἐκτὸς τῶν καταταχθέντων πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Β. Διατάγματος». Πλὴν ἄλλων προσῆλθον ἰδίως οἱ ἐθελονταὶ τοῦ 1914, καὶ προσῆλθον ἀπὸ μακρυνὰ μέρη ἔχοντες ὑπ’ ὄψει των τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου τοῦ παλαιοῦ. Θὰ ἦτο ἄδικον δι’ αὐτοὺς νὰ ὑπηρετήσωσι μίαν διετίαν, θὰ ὑποστῶσι δὲ πολλὰς ζημίας! Θὰ παρεκάλουν, λοιπόν, θερμῶς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ δεχθῇ τὴν προσθήκην.
§17Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ συνηγόρουν καὶ ἐγὼ πολὺ ὑπὲρ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, διότι νομίζω ὅτι εἶναι δικαιοτάτη. Νὰ ἐξαιρεθῶσι καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐλάχιστοι καὶ οἱ ὁποῖοι κατετάχθησαν ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν αὐτήν, νὰ ὑπηρετήσωσι ἓν ἔτος, καταβάλλοντες 1000 δραχμάς.
§18ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν θὰ μελετήσω τὰς παρατηρήσεις σας.
§19Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ μελετηθῇ, κ. Πρόεδρε, διότι ὅπως ἔχει τὸ Β. Διάταγμα θὰ προκύψωσι μέγιστα ἀδικήματα εἰς ἐκείνους οἵτινες κατετάγησαν ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου καὶ ἐντεῦθεν, διότι αὐτοὶ δὲν ἀπολαύουσιν τοῦ εὐεργετήματος αὐτοῦ.
§20ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ διορθώσωμεν αὐτὸ ἀπὸ τοῦδε· εἶναι δίκαιον. Εἰς τὸ ἄρθρον μόνον, λοιπόν, νὰ προστεθῇ τροποποίησις ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἡ διάταξις τοῦ νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἡ καταργοῦσα τὰς περὶ ἐθελουσίας ὑπὸ ὅρον ἐπὶ ἔτος κατατάξεις τοῦ στρατολογικοῦ νόμου, ὡς καὶ τὰς διατάξεις τοῦ ͵ΓϠΠΖʹ νόμου, ἐφαρμόζεται μόνον διὰ τοὺς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ Β. Διατάγματος καταταχθέντας ἐθελοντάς».
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 13 Ἰουλίου 1914 νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος, περὶ παρατάσεως ἐπὶ τρίμηνον τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὑπ’ ἀριθ. 143 τεταγμένης προθεσμίας πρὸς κατάταξιν μονιμοποιηθησομένων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν». (Γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον). Δʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ παρατάσεως προθεσμίας πρὸς ἐγγραφὴν εἰς τὰ μητρῷα τῶν ἀρρένων τῶν μὴ ἐγγεγραμμένων εἰς ταῦτα». Ἄρθρον μόνον (ἀναγινώσκεται).
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν νὰ παραταθῇ ἡ προθεσμία. Εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην ἵνα διὰ νομοθετικοῦ Διατάγματος κάμωμεν τὴν παράτασιν μέχρι τῆς 16 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ. ἀλλὰ πραγματικῶς εἶναι μικρά. Νομίζω ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ χάσωμεν τίποτε, ἐὰν παρατείνωμεν ἀκόμη καὶ πέρα τῆς 15 Σεπτεμβρίου. Θὰ ἔλεγον μέχρι σήμερον, ἀλλὰ φθάνει νὰ τὸ παρατείνωμεν μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου. Τοῦτο εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον δεδικαιολογημένον καθόσον ἀκριβῶς σήμερον εἶχον τηλεγράφημα ἀπὸ τὴν διοίκησιν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου Πελάγους, ἥτις μοὶ λέγει ὅτι πραγματικῶς οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, μὴ γνωρίζοντες ὅλα αὐτά, δὲν ἐπρόφθασαν νὰ κάμωσι χρῆσιν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον μόνον ὅτι κυροῦται τὸ Διάταγμα αὐτὸ «παρατεινομένης τῆς προθεσμίας τῆς ἐγγραφῆς μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου ἐ. ἔ.».
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μόνον ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Γίνονται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὰ κατ’ ἀρχὴν τὰ κάτωθι νομοσχέδια· 1) «περὶ δοκιμασίας καὶ κατατάξεως εἰς τὸ Στρατιωτικὸν Σχολεῖον κατὰ τὸ ἔτος 1914» 2) «περὶ προσθήκης γʹ ἐδαφίου εἰς τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 95 νόμου τῆς 14 Δεκεμβρίου 1913, περὶ κλήσεως ὑπὸ τὰ ὅπλα ἐφέδρων ἀξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν» 3) «περὶ συστάσεως Σώματος ἐλέγχου οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ» 4) «περὶ συστάσεως Στρατιωτικοῦ Σχολείου καὶ Λόχου ὑποψηφίων μαθητῶν τοῦ Στρατιωτικοῦ Σχολείου». Γίνεται μετὰ ταῦτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον «περὶ πληρωμῆς μισθοῦ καὶ συντάξεως εἰς τὸ ὑπηρετικὸν προσωπικὸν τῶν σχολείων καὶ τοὺς φύλακας τῶν ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἐξαρτωμένων ὑπηρεσιῶν».
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πληρωμῆς συντάξεων εἰς τοὺς Ἀνακτορικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου τοῦ Αʹ».
§25Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, εὐγενεστέρα καὶ ἀκόμη εὐπρεπεστέρα παράστασις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἄλλη παρὰ ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν τοῦτο εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐπάρκειαν νὰ ἀμείβῃ τοὺς δεομένους ἀμοιβῆς, νὰ προστατεύῃ τοὺς δεομένους προστασίας καὶ νὰ φιλοδωρῇ τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην. Ὅτε συνεζητήθησαν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὑποβληθέντα καὶ σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὴν ἀπονομὴν συντάξεων προσωπικῶν εἰς διαφόρους οἰκογενείας καὶ εἰς τὸν ποιητὴν Ματσούκαν, μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀναμνησθῶ ὅτι τὸ Κράτος μέχρι τοῦδε ὑπῆρξεν ἄκρως φειδωλὸν εἰς τὴν παροχὴν συντάξεων. Ὑπῆρξε δὲ φειδωλὸν δεδικαιολογημένως, διότι τὸ μὲν τοιαύτη ἦτο ἡ οἰκονομική του κατάστασις, ὥστε νὰ μὴ εἶναι εὔκολον εἰς παροχάς, τὸ δὲ διότι προὐβάλλετο ἔμπροσθέν του ἕν μέγα πρόβλημα· ἡ ἐπιλογὴ ἐκείνων εἰς τοὺς ὁποίους θὰ ἐγίνετο ἡ προσωπικὴ αὕτη παροχή. Πρὸ τῶν δυσχερειῶν αὐτῶν τὸ Κράτος μέχρι τοῦδε ὑπῆρξε διστακτικὸν εἰς τὴν παροχὴν συντάξεων εἰς ἄλλους ἐκτὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐδικαιοῦντο τοιαύτης, δυνάμει προϋπαρχόντων καταστατικῶν νόμων. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἔχει ἴσως τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ Κράτος ἤδη εὐημερεῖ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε πᾶς δισταγμὸς νὰ ἐκλείψῃ καὶ εὐκόλως νὰ φθάνῃ μέχρι τῶν σκέψεων καὶ ἀποφάσεων, ὥστε νὰ χορηγῇ προσωπικὰς συντάξεις εἰς οἰκογενείας τὰς ὁποίας εὑρίσκει ὅτι εἶναι ἀνάγκη διὰ τοῦ τρόπου τούτου τῆς παροχῆς τῶν συντάξεων νὰ συντρέξῃ. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον φαίνεται, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐμελέτησε μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν καὶ μὲ ὅλην τὴν σοβαρότητα τὰ πρὸ αὐτῆς ζητήματα τὰ σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ἀπονομὴν συντάξεων προσωπικῶν τὰ ἔλυσε δὲ ἀσφαλῶς ἀφοῦ προέρχεται πλέον εἰς ἀποφάσεις. Ἄλλως τε τὰ ὑποβαλλόμενα κατὰ σειρὰν νομοσχέδια, οὐδὲν ἄλλο προδίδουσιν ἢ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀπεκρυστάλλωσε πλέον τὰς σκέψεις της καὶ τὰς ἀποφάσεις της περὶ ἐκείνων οἵτινες ἔχουσι ἀνάγκην καὶ ἀνάγκην ἐπείγουσαν μάλιστα νὰ ἀπολαύσωσι τοῦ προνομίου τούτου τῆς προσωπικῆς συντάξεως. Ἐκ τῶν ὑποβληθέντων μέχρι τοῦδε νομοσχεδίων, ἐκ τῶν ὁποίων τινὰ ἐψηφίσθησαν εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, καὶ ἐκ τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν, φαίνεται ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πλέον μορφώσει τὴν γνώμην εἰς τίνας ὡρισμένως θὰ ἀπονείμῃ τοιούτου εἴδους συντάξεις, τουτέστι προσωπικάς. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ γνωρίζω ἐὰν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβληθέντα μέχρι τοῦδε, εἶναι αὐτὰ καὶ μόνον, αὐτὰ καὶ μόνον ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων φαίνεται ἕως ποῦ ἔφθασεν ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως περὶ παροχῆς συντάξεως ἢ ἂν θὰ ἐπακολουθήσωσι καὶ ἄλλα πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου ἔργου πρὸς ἀπονομὴν συντάξεων· ἤθελον, λέγω, νὰ γνωρίζω, λυποῦμαι δὲ διότι ἀπουσιάζει ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μοὶ παράσχῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§26ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ σᾶς ἀπαντήσω ἐγώ.
§27Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ σᾶς εἶδον ἀπησχολημένον, δὲν ἀπηυθύνθην πρὸς ὑμᾶς. Ἤθελον λοιπόν, ἔλεγον, νὰ γνωρίζω ἂν τὰ μέχρι σήμερον, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἶναι τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα πρὸς ἀπονομὴν συντάξεων. Ἐὰν μέχρις ἐδῶ, σταματῶ· ἐὰν ἐδῶ ἔληξε πλέον ἡ ἀπόφασις τῆς Κυβερνήσεως, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τοῦτο θὰ δεικνύῃ ὅτι αὐτοὶ καὶ μόνον εἶναι οἱ ἄξιοι τῆς ἀπονομῆς προσωπικῶν συντάξεων. Ἂν ὅμως ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἐξακολούθησιν σκέπτεται περὶ ἀπονομῆς συντάξεως καὶ εἰς ἄλλους ἐξ ἴσου δικαιουμένους, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει μᾶς περιμένει καὶ ἄλλη ἐμφάνισις ἄλλων νέων συναφῶν νομοσχεδίων δι’ ὧν ν’ ἀπονέμηται σύνταξις εἰς ἄλλους τοὺς ὁποίους μέχρι σήμερον δὲν γνωρίζομεν, διότι τοιοῦτο τι ἤθελε προκύψει, ἐὰν μόνον ἕως ἐδῶ σταματᾷ ἡ πρόνοια τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ ἦτο ὅπως δήποτε περιωρισμένη ἡ ἰδική μου ἐκτίμησις περὶ τοῦ ἔργου τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν πρόκειται καὶ ἄλλα ν’ ἐπακολουθήσωσι νομοσχέδια καὶ πρόκειται δι’ αὐτῶν νὰ δικαιωθῶσιν καὶ ἄλλοι ἐπίσης δικαιούμενοι εἰς παροχὴν συντάξεως διὰ τοὺς ὁποίους ἐπείσθη ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἐπίσης δικαιοῦνται. Δι’ αὐτὸ ἤθελον προκαταβολικῶς νὰ εἶχον τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ἐρωτήματος τούτου.
§28ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω ἐν καιρῷ.
§29Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ περιορίζετε, κ. Πρόεδρε, τὴν διατύπωσιν τῶν σκέψεών μου. Ἡ ἐπιφύλαξις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὴν παράκλησίν μου καὶ νὰ μοὶ παράσχῃ τὴν πληροφορίαν, ἐὰν δηλαδὴ ἕως ἐδῶ φθάνει ἡ χορηγία συντάξεως, σημαίνει ὅτι ἕως ἐδῶ φθάνει ἡ ἐλευθερία μὲ τὴν ὁποίαν ἐχορήγησε τὰς συντάξεις. Ἀπ’ ἐδῶ καὶ πέρα ἴσως σκέπτεται νὰ χορηγήσῃ συντάξεις, ἀλλὰ πλέον ὄχι μὲ τόσην ἐλευθερίαν ὅσην μέχρι τοῦδε· ἀπ’ ἐδῶ καὶ πέρα θὰ εἶναι διστακτική, ἐν ᾗ περιπτώσει εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ ἀλλάξῃ τὸ μέχρι τοῦδε ἔργον της ἡ Κυβέρνησις. Ἔλεγον καὶ ἠρώτων ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει· μεριμνήσασα ἐπὶ τῆς ἀπονομῆς συντάξεων προσωπικῶν ἡ Κυβέρνησις, ἔχει τὴν ἀντίληψιν ὅτι ἐδικαίωσεν ὅλους τοὺς κατὰ περισσότερον λόγον δικαιουμένους τοιαύτης συντάξεως; Ἔλαβε πρόνοιαν ἐξασφαλίζουσαν τὸν βίον τῶν οἰκογενειῶν αἵτινες κατέφυγον ἐκζητήσασαι τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους, δυνάμει δικαιωμάτων ἀνεγνωρισμένων τὰ ὁποῖα εἶχον; Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἔλαβε πρόνοιαν ἐπὶ πλέον ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν οἰκογενειῶν, ὅλων ἀνεξαιρέτως, εἴτε τῶν τραυματισθέντων κατὰ τοὺς δύο πολέμους, εἴτε τῶν θυμάτων καὶ τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν εἰς τρόπον, ὥστε ἥσυχος, ἀμέριμνος καὶ μὲ ἀνάπαυσιν πλέον συνειδήσεως, νὰ σκέπτηται περὶ παροχῆς συντάξεως εἰς ἄλλους τῶν ὁποίων τὰς ὑπηρεσίας εἶναι ἀνίκανος ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία καὶ τὸ Κράτος ὁλόκληρον νὰ γνωρίζῃ; Ἐπετέλεσε τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχε νὰ ἐπιτελέσῃ δι’ ὅλους, ἐπαναλαμβάνω, τοὺς κατὰ πλειότερον λόγον δικαιουμένους, ὥστε νὰ δύναται σήμερον νὰ προσκομίζῃ νομοσχέδια διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐξασφαλίζωνται συντάξεις εἰς ἄλλους, τῶν ὁποίων αἱ ὑπηρεσίαι δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι ἐθνικαί, δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον εἶναι ἀντιληπταὶ εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν; Θὰ ἦτο εὔκολον, Κύριοι, νὰ γνωρίσητε ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔφθασεν εἰς τὰ συμπεράσματα αὐτά, ἀφοῦ ἐξήντλησεν ὅ,τι ἔπρεπε νὰ ἐξαντλήσῃ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἐφοδιάσῃ αὐτὴν μὲ ὅλας τὰς αἰτήσεις, τὰς ὑποβεβλημένας κατὰ διαφόρους ἐποχάς, καὶ μὲ τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐξελεγξάσης ταύτας ἐπιτροπῆς, ἐὰν ἤθελε τείνῃ τὸ οὖς του εἰς τὰς ἀπελπιστικὰς διαμαρτυρίας τόσων σακατεμένων ἀνθρώπων καὶ εἰς τὰς οἰμωγὰς ὁλοκλήρων οἰκογενειῶν, στεναζουσῶν ἐκ τῆς πείνης, θὰ ἐπείθετο ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐξήντλησε τὴν ὑποχρέωσιν ἣν εἶχε, νὰ μεριμνήσῃ δι’ ὅλους ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους πρωτίστως ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφερθῇ. Εἶναι πλέον ἢ βέβαιον, κύριοι Βουλευταί, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν θὰ ὑστερῇ εἰς τὸ νὰ γνωρίζῃ καλῶς πλέον τοῦ ἑνὸς γεγονότος μαρτυροῦντος ὅτι ὑπάρχουσιν ἀκόμη διάφοροι δικαιούμενοι ἀμοιβῆς, ἥτις ὅμως δὲν ἐδόθη. Ὅλοι θὰ γνωρίζετε ὅτι καὶ οἱ δικαιωθέντες δὲν ἐδικαιώθησαν, καθ’ ὃν τρόπον καὶ ὑποχρέωσιν καὶ καθῆκον εἶχεν ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ, ὅπως τοὺς δικαιώσῃ. Καὶ καθ’ ὃν χρόνον δὲν ἐλήφθη ἡ τοιαύτη πρόνοια, οὐδεμίαν δὲ ἔδειξε μέριμναν ἡ Κυβέρνησις περὶ ἐκείνων τῶν ὁποίων κατ’ ἐπανάληψιν ἠκούσθησαν διαμαρτυρίαι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἀπορῶ πῶς ἔρχεται σήμερον, Κύριοι, νὰ μεριμνήσῃ ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν διαφόρων ὑπαλλήλων τῶν μὴ ὑπηρετησάντων αὐτήν. Ἐρχομένη νὰ μεριμνήσῃ περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς ἐκείνους, διὰ τοὺς ὁποίους προνοεῖ τὸ νομοσχέδιον, δημιουργεῖ δι’ ἑαυτὴν ἡ Πολιτεία ὑποχρεώσεις· ἀλλ’ εἰς περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ δι’ ἑαυτὴν ὑποχρέωσιν, ζητοῦσα νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ πρόσωπα διὰ τὰ ὁποῖα προβλέπει τὸ νομοσχέδιον διὰ συντάξεως, ἐν ταυτῷ δημιουργεῖ καὶ δικαιώματα ἢ μᾶλλον ἀναγνωρίζει δικαιώματα ἐπὶ τῶν προσώπων αὐτῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν εἴς τινα ἐξ ὑμῶν, Κύριοι, ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ μάθῃ ποτὲ ὅτι διὰ τὰ πρόσωπα, διὰ τὰ ὁποῖα μεριμνᾷ ἡ Κυβέρνησις, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τοῖς ἀπονείμῃ σύνταξιν, ἐὰν ἐπὶ τῶν προσώπων αὐτῶν ἴσχυσέ ποτε δικαίωμά τι, καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν εἰς τὸ μέλλον τὸ Κράτος νὰ ἀσκήσῃ δικαίωμα ἐπὶ τῶν ἀτόμων τῶν ὑπηρετησάντων ὡς ὑπαλλήλων εἰς τὴν ἑλληνικὴν Αὐλήν. Εἶναι ἡ πρώτη ἐμφάνισις, Κύριοι, νομοσχεδίου σκοποῦντος τὴν ἀπονομὴν συντάξεως προσωπικῆς εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες οὐδεμίαν προσήνεγκαν ὑπηρεσίαν εἰς τὸ Ἔθνος. Εἶναι ἡ πρώτη περίστασις κατὰ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται ἡ Πολιτεία, ἐνδιαφερομένη νὰ ἐξασφαλίσῃ ἀνθρώπους οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντας καθ’ ὅλον τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας των μὲ τὸ ἐπίσημον Κράτος. Καὶ δὲν μὲ ἐνδιαφέρει μολονότι εἶναι ἡ πρώτη ἐμφάνισις ἀλλὰ πολὺ φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία καὶ τὸ Κράτος ἐφεξῆς θὰ ἀναλάβῃ ὑποχρεώσεις νὰ παρέχῃ συντάξεις προσωπικὰς εἰς ἀνθρώπους εἰς τοὺς ὁποίους εἰς οὐδεμίαν εὑρέθη ἢ θὰ εὑρεθῇ σχέσιν. Καὶ ἐπὶ τέλους, Κύριοι, εὐτύχημα θὰ ἦτο ἂν τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς κατάστασιν εὐάρεστον οἰκονομικῶς, ἐπιτρέπουσαν ἔστω ν’ ἀποβλέψῃ καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτούς, πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς παρασχόντας εἰς τὴν Αὐλὴν τὰς ὑπηρεσίας των. Ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀδίκημα κατάφωρον, θὰ ἦτο προσβολὴ πρὸς αὐτὸν τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ὅταν ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδειξαν ἐνδιαφέρον δι’ ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους πρὸ παντὸς εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐνδιαφερθῶσι, νὰ ἐνδιαφέρωνται ἤδη δι’ ἄλλους. Ἐνθυμοῦμαι εἰς προηγουμένην συνεδρίασιν, Κύριοι, ὅτε Συνάδελφος ἀνέφερεν ὀνόματά τινα, ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ διαμαρτυρηθῇ, εἰποῦσα· δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ ἔλθῃ ἀρωγὸς τὸ Κράτος εἰς ὅσους ἠθέλετε προτείνει. Ἐρωτῶ ἤδη· εἶναι ἐπιτετραμμένον κατὰ τὸν αὐτὸν χρόνον, νὰ μεριμνᾷ πρὸς ἐξασφάλισιν διὰ προσωπικὰς συντάξεις εἰς ἀνθρώπους οὐδεμίαν ἀπολύτως ἔχοντες σχέσιν μὲ τὸ Κράτος; Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, πόθεν ὁρμωμένη ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποθέτω ὅτι αὐτοβούλως προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶ ποτε ὅτι τῇ ὑπεδείχθη τοιαύτη μέριμνα παρ’ οὐδενός, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς κακίζω τὴν Κυβέρνησιν, διότι προῆλθεν εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου πρὶν ἢ ἀκόμη ἐξασφαλίσῃ ὅλους τοὺς λογαριασμοὺς τοῦ Κράτους πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶχον δικαίωμα νὰ λάβωσιν παρ’ αὐτοῦ, προῆλθε λέγω, αὐτοβούλως εἰς τὴν ὑποβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ τίνα τρόπον θὰ δικαιολογηθῇ ἡ ὑποβολὴ τούτου ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω πλήρη τὴν βεβαιότητα, ἔχω πεποίθησιν ὅτι ἡ Αὐλὴ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς ὁποίους προνοεῖ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον θὰ σπεύσῃ νὰ διαμαρτυρηθῇ, εὐθὺς ὡς περιέλθῃ εἰς γνῶσιν τῆς τὸ ἐπιχειρούμενον νὰ ἐκτελεσθῇ, καὶ ἐν ταὐτῷ, Κύριοι, νὰ ὑποχωρήσῃ διότι προηγουμένως ἄλλαι πλειότεραι ὑποχρεώσεις ὑπάρχουσι καὶ ὅτι πρὸ παντὸς καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχουσι τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεριμνῶσιν διὰ τοὺς ὑπηρέτας τῆς πατρίδος καὶ κατόπιν διὰ τοὺς ὑπηρέτας τῆς Αὐλῆς. Ἔχω πλήρη πεποίθησιν ὅτι ἀκριβῶς αὐτὸ θὰ εἶναι τὸ θέλημα τῆς ψυχῆς τοῦ μεταστάντος Βασιλέως.
§30ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἀπαντήσω κύριον μετὰ τὴν αʹ συζήτησιν.
§31Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀποβλέπει εἰς ἀπονομὴν συντάξεων προσωπικῶν. Τὰ πρόσωπα δὲν καθορίζονται παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγου. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἡ Βουλὴ κατάλογον;
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα. Δὲν εἶναι προσωπικὴ ἡ σύνταξις, διὰ νὰ γίνῃ μυστικὴ ψηφοφορία. Τὸν κατάλογον θὰ προσκομίσω ἵνα γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ μὲ τίνα βάρη θὰ ἐπιβαρυνθῶμεν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τῶν περὶ φορολογίας τῶν κληρονομιῶν νόμον». Ὁ κ. Κ. Σοκόλης ἔχει τὸν λόγον.
§34Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτό, Κύριοι, δύναταί τις εἰπεῖν, ἀποτελεῖ τὸν πρῶτον φορολογικὸν νόμον τὸν ὁποῖον μᾶς φέρει ἡ Κυβέρνησις. Καὶ ἐτέθη εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ ζήτημα, κατὰ πόσον ἐφαρμόζονται αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι συνήθως πρέπει νὰ ἐφαρμόζωνται ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν κληρονομιῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι δὲν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπάρχει ἤδη ἡ φορολογία τῶν κληρονομιῶν, δυνάμει τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου. Ἐπῆλθεν εἶτα ὁ πρόσθετος νόμος τοῦ 1909, διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεβλήθη ὡς φορολογία πρόσθετον τέλος. Σήμερον δὲ ἀναθεωρεῖται ὁ νόμος τοῦ 1909, ἐρχόμενος ὡς ἐπιπρόσθετος φορολογία εἰς τὸν ὑπάρχοντα, ὅπως ὑπῆρξε καὶ ὁ προηγούμενος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο μόνον. Ἡ κλῖμαξ τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ σήμερον ἡ Κυβέρνησις, ἐν συγκρίσει πρὸς τοὺς νόμους περὶ τελῶν χαρτοσήμου, δὲν εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὰς ἐπικρατούσας περὶ τοῦ φόρου τούτου ἰδέας εἰς ὅλον τὸν κόσμον, διότι παντοῦ παρετηρήθη ὅτι ὁ μόνος ἄμεσος φόρος, ὁ ὁποῖος εὐκολώτερον δύναται νὰ εἰσπραχθῇ, εἶναι αὐτὸς ὁ φόρος τῶν κληρονομιῶν, ὅστις τίθεται ἐπὶ περιουσίας μὴ ἀποτελούσης ἔτι ἰδιοκτησίαν καὶ μὴ ἀνηκούσης εἰς ἄτομον, τὸ ὁποῖον σωρηδὸν ἀποκτᾷ κἄτι τι καὶ ἑπομένως εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώσῃ περιπλέον. Δὲν συμφωνῶ πρὸς τὰς ἀρχὰς τὰς ἐπικρατούσας, ὅτι ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία ἔχει εἰς βάρος της τόσας μεγάλας δαπάνας καὶ καθήκοντα, δὲν πρέπει νὰ συμμερίζηται μετὰ τῶν πολιτῶν τὴν περιουσίαν, ἐπὶ τῷ σκοπῷ νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ἀνῆκον αὐτῇ μέρος πρὸς κοινὸν καλόν. Αἱ νομοθεσίαι ὅλων τῶν Χωρῶν ἔχουσιν λάβει πρὸ πολλοῦ καιροῦ μέτρα τοιαῦτα ὥστε ἐν ὅπως δήποτε μέγα ποσὸν ἐκ τῶν κληρονομιῶν νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, προκειμένου μάλιστα περὶ συγγενῶν μικροῦ βαθμοῦ, διότι οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ ἐξακολουθῇ τὸ ἑλληνικὸν φαινόμενον κατὰ τὸ ὁποῖον βλέπομεν ὅτι πολλάκις κληρονομεῖ τις συγγενῆ αὐτοῦ πλούσιον, ἄγνωστον αὐτῷ ἐντελῶς, τὸν ὁποῖον οὐδέποτε εἶδεν ἢ ἐγνώρισε καὶ ὁ ὁποῖος ἐκέρδησε τὰ χρήματά του διὰ νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα εἰς ἱεροὺς σκοπούς, εὐεργετικῶς πάντοτε, συμφώνως πρὸς τὰ ἐπικρατοῦντα παρ’ ὅλοις τοῖς Ἕλλησιν ἔθιμα, καὶ ὁ ὁποῖος ἄγνωστον διατὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ τὸν σκοπὸν αὐτοῦ τοῦτον, εἴτε διότι δὲν εἶχε προΐδῃ τὸ τέλος του, εἴτε διότι δὲν εἶχεν ἀποφασίσει περὶ τῆς διαθέσεως αὐτῶν. Τὸ συμπέρασμα εἶναι ὅτι μεγάλαι περιουσίαι προσέρχονται εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι οὐσιαστικῶς οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσιν ἐπ’ αὐτῶν καὶ τὸ τοιοῦτον οὐδέποτε ἐξήτασεν ἡ Πολιτεία. Οὐδεὶς λοιπὸν λόγος ὑπάρχει νὰ μὴ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἡμεῖς ἐδῶ μίαν ὑπερβολικὴν κλίμακα τελῶν ἐπὶ τῶν τοιούτων περιουσιῶν ἀφοῦ εἰς ὅλα τὰ Κράτη ὑπάρχουσι τοιαῦτα τέλη βαρύτατα καὶ ἑπομένως οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ νομίζωμεν ὅτι θὰ φυγαδευθῶσιν αἱ περιουσίαι ἐντεῦθεν, ὡς ἐλέχθη κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ σχετικοῦ νόμου τοῦ 1909. Οἱ ἀπολογισμοὶ τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἀπέδειξαν ὅτι μᾶλλον ἀσήμαντα ποσὰ εἰσεπράχθησαν ὑπὸ τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τέλη τοῦ ἔτους 1885. Τῷ 1908 π.χ. εἰσεπράχθησαν 16,000 τῷ 1909 δὲ 2.925. Καὶ ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν Κράτος ἔχον τόσους πλουσίους ἄνδρας, ἐγκαταλείποντας τοιαύτας περιουσίας, νὰ ἀπολαμβάνῃ ἐκ τῶν εἰσφορῶν αὐτῶν τόσον ὀλίγα ποσά; Ταῦτα ἐκ τῶν ἀπολογισμῶν, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν ὅτι ὅταν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος τοῦ 1909 ἐπὶ προϋπολογισθέντος ποσοῦ 200.000 εἰσεπράχθησαν 200,000. Ἀπὸ τοῦ ἑνὸς δὲ ἔτους εἰς τὸ ἄλλο, βλέπομεν διαφορὰν ἄνω τῶν 200,000, διότι ἡ κλῖμαξ ηὔξησε κατὰ πολύ, ὁ μέσος δὲ ὅρος εἶναι περίπου 300,000, τὰς ὁποίας τὸ Κράτος εἰσπράττει ἀπὸ τοῦ φόρου τῶν κληρονομιῶν, ἀφ’ ἧς ἐψηφίσθη ὁ νόμος τοῦ 1909. Ὁ θάνατος εἶναι γεγονὸς ἀναπόφευκτον, διότι παρ’ οὐδενὸς δύναται νὰ προϋπολογισθῇ. Θὰ ἐπέλθῃ οὗτος, καὶ τότε ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ φροντίσῃ ὅπως τὴν περιουσίαν τοῦ θανόντος φορολογήσῃ, διότι αὕτη ἀκοπώτερον καὶ σχεδὸν δωρεὰν ἐπέρχεται εἰς τὰ ἄτομα. Δὲν φρονῶ ὅτι ἡ κλῖμαξ, ἣν ἠκολούθησεν ὁ κ. Ὑπουργός, εἶναι ἐπαρκής, διότι εἶναι μικρά. Ἡ Ἀγγλικὴ φορολογία εἶναι 35% προκειμένου περὶ μακρυνοῦ βαθμοῦ συγγενείας. Διατὶ νὰ μὴ συμμετάσχῃ καὶ ἡ Πολιτεία περιουσίας, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κληρονομήσῃ συγγενὴς τριακοστοῦ βαθμοῦ; Τὸ νομοσχέδιον εἶναι συντεταγμένον μετὰ μεγίστης εὐσυνειδησίας καὶ προσοχῆς, ἀλλὰ λαμβάνει τὴν φορολογικὴν κλίμακα τῶν ἄλλων Κρατῶν καὶ ὄχι τῆς Ἀγγλίας ἡ ὁποία εἶναι βαρυτέρα.
§35ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἡ βαρυτέρα εἶναι ἡ Γαλλική. Ἡ Ἀγγλικὴ εἶναι βαρεῖα, ὅταν πρόκειται περὶ κληρονομίας ὑπερβαινούσης τὰ 50.000.000.
§36Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Νὰ γίνῃ ἡ φορολογία κατὰ τὸν βαθμὸν τῆς συγγενείας. Δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν νόμον διὰ τοὺς κληρονόμους τοῦ Ρώτσιλδ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ Ἑλληνισμὸς εἶναι ἀπὸ τὰ πλουσιώτερα ἔθνη· ἑπομένως αἱ περιουσίαι αὐτοῦ πρέπει νὰ συνεισφέρωσιν εἰς τοὺς πόρους τοῦ Κράτους καὶ δέον συνεπῶς νὰ φορολογηθῶσι περισσότερον, διότι εἶναι καὶ δίκαιον καὶ σύμφωνον πρὸς τὰς ἁπανταχοῦ ἐπικρατούσας ἰδέας. Δὲν ἐννοῶ τοὺς στενοὺς συγγενεῖς, διότι προκειμένου περὶ τέκνων καὶ ἀδελφῶν, πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐπιείκεια, ἀλλὰ προκειμένου περὶ μεμακρυσμένων συγγενῶν, πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τὰ τέλη σύμφωνα μὲ τὸν Γαλλικὸν νόμον. Ἐν τούτοις προτείνω μίαν ἐξαίρεσιν. Ἐπειδὴ ἐν Ἑλλάδι τὰ ἀγροτικὰ καὶ ἀστυκὰ ἀκίνητα δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν, ὅταν ὑπάρχει ἡ ἐπικειμένη κληρονομία, τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν πραγματικῶς ἔχουσι, καὶ δύναται κτηματίας τις νὰ ἔχῃ μεγάλην περιουσίαν ἀλλὰ νὰ μὴ δύναται νὰ πληρώσῃ τὸ μέγα ποσὸν τοῦ τέλους, πρέπει νὰ μὴ ἀρκεσθῆτε εἰς διάταξιν τῆς καταβολῆς κατὰ δόσεις, ἀλλὰ νὰ θέσητε διάταξιν καθ’ ἣν τὰ ἀγροτικὰ καὶ ἀστυκὰ κτήματα νὰ ὑπάγωνται εἰς μικροτέραν φορολογίαν ἢ νὰ φορολογῶνται κεχωρισμένως αἱ περιουσίαι αἱ συνιστώμεναι εἰς χρήματα ἢ εἰς ἀξίας.
§37Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι δίκαιον αὐτό.
§38Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Λέγετε σεῖς, ὁ κοινωνιολόγος, αὐτό; Θὰ μὲ κάμητε νὰ πιστεύσω ὅτι δὲν εἶσθε τοιοῦτος.
§39Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διότι τὸ κεφάλαιον τῶν ἀκινήτων εἶναι ἀσφαλέστερον.
§40ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Βεβαίως.
§41Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἀλλ’ ἡ ἀσφάλεια δὲν εἶναι ἀμέσως πραγματοποιήσιμος· ἑπομένως πρέπει νὰ ὑπάρχῃ διαφορὰ προκειμένου περὶ ἀκινήτων ἰδίως ἀγροτικῶν. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι ὅτι ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ ἡ κλῖμαξ τοῦ Γαλλικοῦ καὶ ὄχι τοῦ Ἰταλικοῦ νόμου, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι πλουσιωτέρα τῆς Ἰταλίας.
§42ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι δά. Μὴ ἔχωμεν αὐτὴν τὴν πλάνην.
§43Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ρίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὴν εἰσαγωγὴν τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Ἑλλάδος, κάμετε σύγκρισιν, καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ἡ Ἑλλὰς εἶναι πλουσιωτέρα.
§44Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νομίζω καταλληλότερον νὰ κάμω αὐτὴν κατ’ ἀρχήν. Φρονῶ ὅτι τὰ τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου ἐν Ἑλλάδι εἶναι κάπως διαφορετικώτερα τῶν ἄλλων μερῶν, ἰδίως μάλιστα εἰς τὰς μικρὰς οἰκογενείας καὶ εἰς τὰς σχέσεις μεταξὺ ἀνιόντων καὶ κατιόντων τοῦ πρώτου βαθμοῦ. Αἱ περιουσίαι, τῶν ἀγροτῶν αἱ μικραὶ ἰδίως, δὲν ἀνήκουσιν εἰς τὸν πατέρα τὸν ἀποθνήσκοντα ἢ διαθέτοντα τὴν περιουσίαν του, ἀλλὰ κτῶνται κοινῇ συνεργασίᾳ πατρὸς καὶ τέκνων, συμβαίνει δὲ ὥστε νὰ κληρονομῇ, ὁ κληρονόμος, μετὰ τὸν θάνατον τοῦ πατρός, τὴν περιουσίαν, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησεν αὐτὸς οὗτος ὁ κληρονόμος.
§45ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί, ἀλλὰ μετὰ τῶν ἄλλων συγκληρονόμων.
§46Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀλλ’ ἐὰν δεχθῆτε κατ’ ἀρχὴν ὅτι συνετέλεσα ἐγὼ εἰς τὴν ἀπόκτησιν τῆς μικρᾶς περιουσίας, δὲν εἶναι ἄνισον καὶ ἄδικον, ὥστε νὰ φορολογῆται ἡ παρ’ ἐμοῦ κτηθεῖσα περιουσία, ἐνῷ πάντων τῶν ἄλλων ἡ περιουσία, ἡ μὴ μεταβιβαζομένη κατ’ οὐδένα τρόπον, δὲν φορολογῆται; Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐν Ἑλλάδι καὶ ἰδίως εἰς τοὺς γεωργούς, ἡ περιουσία αὐξάνεται διὰ τῶν τέκνων, ὅτι διὰ τῆς ἐργασίας τῶν τέκνων, καὶ δὴ τῶν πρωτοτόκων, βελτιοῦται καὶ ἀναπτύσσεται μία μικρὰ περιουσία. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μία ὄψις τοῦ οἰκογενειακοῦ βίου. Ἀλλὰ καὶ ἐξ ἄλλου, νομίζω ὅτι τὸ ἔσοδον δὲν θὰ εἶναι τόσον μέγα, προκειμένου περὶ μικρῶν περιουσιῶν, ἐνῷ ἀντιθέτως διαλύομεν τὸν οἰκογενειακὸν βίον ὡς τὸν ἐννοοῦμεν ἐν Ἑλλάδι.
§47ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διατί;
§48Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἀνέμενον τὴν ἀντίρρησιν αὐτὴν καὶ δι’ αὐτό, ἀρχόμενος τοῦ λόγου μου, εἶπον ὅτι νομίζω ὅτι τὰ ἐν Ἑλλάδι πράγματα διὰ τὴν μικρὰν οἰκογενειακὴν τάξιν, καὶ τὸν μικρὸν οἰκογενειακὸν βίον, εἶναι κάπως διαφορετικώτερα τῶν λοιπῶν μερῶν. Παρουσιάζει δὲ καὶ τεχνικῶς τὸ ζήτημα τῆς φορολογίας τῶν κατιόντων ἄλλην μορφήν, διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσωσιν οἱ κατιόντες, ἐν περιπτώσει θανάτου τοῦ πατρός, δὲν εἶναι μόνον τὸ μέγεθος τοῦ φόρου τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσωσιν, ὅσον εἶναι τὸ κακὸν τῆς βεβαιώσεως τοῦ φόρου τούτου. Οἱ ἀμέσως εἰσπραττόμενοι ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Δημοσίου φόροι, δὲν εἶναι τόσον ὀχληροί, ὅσον εἶναι τὰ μέσα πρὸς βεβαίωσιν τῶν φόρων τούτων. Φαντάσθητε τὸν χωρικὸν καὶ τὸν ἐργάτην, ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ εἰς ἀντιδικίαν καὶ ἀντιρρήσεις μετὰ τοῦ ἐφόρου διὰ νὰ πληρώσῃ ἐλάχιστον ποσοστὸν ἐπὶ τῆς ἀγροτικῆς του περιουσίας, ἐπὶ τοῦ κτήματός του τοῦ μικροῦ, ἐπὶ τῆς ἀγελάδος, ἐπὶ τοῦ ἵππου του. Θὰ ἀρχίσῃ νὰ δημιουργῇ δίκας μετὰ τοῦ ἐφόρου, ὁ ὁποῖος πάντοτε κατὰ κανόνα θ’ ἀναβιβάζῃ τὴν περιουσίαν του εἰς μέγα ποσόν. Διὰ τοῦτο θὰ παρεκάλουν νὰ τεθῇ ὑπὸ σκέψιν τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς. Δὲν θέλω νὰ μείνωσιν ἀφορολόγητοι οἱ κατιόντες τοὺς ὁποίους καταλαμβάνει μεγίστη περιουσία, ἀλλὰ τὸ μέχρις 25 χιλιάδων δραχμῶν ποσὸν νὰ μένῃ ἀφορολόγητον, νὰ ἄρχηται δὲ ἡ φορολογία ἀπὸ 25.000 δραχμῶν καὶ ἄνω. Δικαιότατον εἶναι νὰ φορολογῶνται κατά τι καὶ οἱ κατιόντες, εἰς οὓς περιέρχεται μεγάλη περιουσία, ἀλλὰ νὰ ζητῶμεν νὰ φορολογήσωμεν τὸν ἐργάτην ἢ τὸν μικροκτηματίαν, εἰς τὸν ὁποῖον περιέρχεται μία οἰκία ἧς ἡ ἀξία δὲν ὑπερβαίνει τὰς 5 ἢ 6 ἢ 7 χιλ. δραχμῶν, εἶναι μεγαλειτέρα ἡ ἐνόχλησις τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ Δημόσιον διὰ τὴν βεβαίωσιν τοῦ φόρου τούτου, θὰ εἶναι μεγαλείτερα τὰ βάσανα, οἱ κόποι καὶ τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ ὑποστῇ ὁ χωρικὸς ὥστε νὰ ἀναθεματίζῃ τὸν πατέρα του ποῦ τοῦ ἀφῆκεν ἕνα χωράφι, τὸ ὁποῖον θὰ ἐκτιμᾶται ὑπὸ τοῦ ἐφόρου, παρὰ τὸ κέρδος τὸ ὁποῖον θὰ προσπορίζῃ εἰς τὸ Δημόσιον. Θὰ ἤθελον νὰ εἴχετε μίαν στατιστικὴν τῶν εἰσπράξεων τοῦ Δημοσίου, ἀφ’ ἧς ἐπεβλήθη ὁ φόρος ἐπὶ τῶν αἰτίᾳ θανάτου δωρεῶν καὶ τῶν προγαμικίων, καὶ ἐξ αὐτῆς θὰ ἐβλέπετε κατὰ πόσον ὁ φόρος οὗτος ἐπέφερεν τὰ ἀντίστοιχα, τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Κατηντήσαμεν σήμερον, ὥστε νὰ μὴ γίνηται σύμβασις αἰτίᾳ θανάτου ἢ προγαμιαίας δωρεᾶς, διότι παρατηρεῖται μία περιγραφὴ καὶ καταστρατήγησις τοῦ νόμου ὑπὸ ἄλλον τύπον καὶ ἄλλην μορφὴν. Τί δὲ προέκυψεν; Ζημία τοῦ Δημοσίου ἀπὸ τὰ ἔσοδα τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐκ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου. Ἐὰν εἴχετε, κ. Ὑπουργὲ τῶν Οἰκονομικῶν, μίαν στατιστικὴν πληροφορίαν, θὰ ἦτο πολὺ συντελεστικὴ κατὰ τὴν βʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Θὰ ἐβλέπετε τί προσεδόκα τὸ Δημόσιον καὶ τί εἰσέπραξεν ἀπὸ τοὺς φόρους αὐτούς. Περισσότερα ἦσαν τὰ βάσανα καὶ τὰ ἔξοδα τοῦ Δημοσίου ἢ ἡ ὠφέλειά του. Ἐγὼ βεβαίως δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰ ἄλλα τρωτὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας βαθμίδας ἀναγνωρίζω τοῦτο. Μόνον ἐπὶ τούτου θὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας, ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῇ τὸ ποσὸν ἀπὸ 25.000 δραχ. καὶ ἄνω διὰ τὰ τέκνα, διότι ἡ περιουσία τῶν 25.000 δραχ. δὲν εἶναι θετική.
§49ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι.
§50Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὄχι, διότι θὰ ἀρχίσητε νὰ διατιμᾶτε τὸν ἀγρόν του καὶ τὴν ἀγελάδα του καὶ θὰ ὑπολογίζητε ταῦτα ὡς περιουσίαν. Ἐὰν σεῖς καὶ ἡ Βουλὴ νομίζῃ ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 25.000 δραχ. εἶναι μέγα, ὁρίσατε μικρότερον. Μὴ ἀρνῆσθε ὅμως καὶ τὸ ποσὸν τῶν 2.000 δραχμῶν, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὅλον τὸν κόσμον τοῦ ὁποίου θνῄσκει ὁ πατὴρ θὰ ἔχητε εἰς κίνησιν, εἰς δίκας μετὰ τοῦ Δημοσίου, εἰς ἔριδας καὶ εἰς ἀντιρρήσεις. Θέσατε ἓν ποσόν, ὥστε νὰ μὴ ἔχωμεν ἀθρόας τὰς παραιτήσεις τῶν κληρονομιῶν ἐκ μέρους τῶν τέκνων, διότι ἐν Ἑλλάδι εἴθισται, τιμῆς ἕνεκα καὶ ἐκ παραδόσεων, νὰ κρατῆται τὸ πατρικὸ σπίτι ὑπὸ τῶν κατιόντων καὶ ἂς μὴ ἔχῃ οὐδεμίαν ἀξίαν. Πολλοὶ δὲ ἐξ ὑμῶν, καταγόμενοι ἀπὸ ὀρεινὰ μέρη, θὰ διετήρησαν πατρικήν τινα περιουσίαν τελείως ἀπρόσφορον. Ὅτε ὅμως πρόκειται νὰ πληρώσῃ φόρον διὰ τὴν περιουσίαν αὐτήν, βεβαίως θὰ παραιτηθῇ. Δὲν πρέπει ἡμεῖς ἀπὸ ψυχολογικῆς, ἀπὸ ἠθικῆς ἀπόψεως νὰ διαλύσωμεν τὸν σύνδεσμον τοῦτον τὸν ὁποῖον ἔχουσι τὰ τέκνα.
§51ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πολὺ ὀπισθοδρομικὰ ὁμιλεῖτε σήμερον, ἐνῷ εἶσθε τόσον προοδευτικός.
§52Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν ἐγνωρίζετε τί συμβαίνει εἰς τὰ μικρὰ μέρη, δὲν θὰ ἐλέγετε ὅτι εἶμαι ὀπισθοδρομικός.
§53ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρέπει νὰ φοβῆσθε τὴν ἐνόχλησιν, διότι καθὼς γνωρίζετε κάθε 25 ἔτη μεταβιβάζεται μία κληρονομία. Ἐν Γερμανίᾳ δὲν ἐφοβήθησαν τὸ τοιοῦτον καὶ ἐθέσπισαν ὅτι εἰσόδημα ἄνω τῶν 200 μάρκων πληρώνει φόρον εἰσοδήματος. Ὁ μόνος τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν φόρον εἰσοδήματος, εἶναι ὁ φόρος ἐπὶ τῆς κληρονομίας καὶ θέλομεν καὶ αὐτὸν νὰ τὸν περιορίσωμεν. Τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον λέγετε, ὅτι ὁ δασμὸς εἶναι στενός, πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι καὶ ἀλλοῦ ὁ δασμὸς τῶν μικρῶν ἰδίως τέκνων μέχρι τῆς ἡλικίας τῶν δέκα ὀκτὼ ἐτῶν, εἶναι στενός. Ἐπειδὴ δὲ ὁ σύνδεσμος αὐτῶν εἶναι τόσον στενός, δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς καὶ ἡ κλῖμαξ εἶναι τόσον μικρά, ἐνῷ διὰ τὰς ἄλλας περιουσίας ἡ κλῖμαξ ἀνέρχεται μέχρις 20%.
§54Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Συμφωνοῦμεν ὅτι ὁ δασμὸς καὶ ἀλλοῦ εἶναι στενός, ἀλλὰ διαφωνοῦμεν πρὸς τὴν ἀντίληψιν τῶν ἑλλήνων ὑπαλλήλων καὶ τῶν ξένων. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν προσκομίσῃ τὴν στατιστικήν, τὴν ὁποίαν τῷ εἶπον, θὰ ἴδῃ ὅτι τὸ κέρδος τοῦ Δημοσίου εἶναι ἐλάχιστον. Ἐλπίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θέλει πράξει τοῦτο.
§55Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἂν ὑπάρχῃ νομοσχέδιον διὰ τὸ ὁποῖον ἀξίζει συγχαρητηρίων ὁ ἀξιότιμος κ. ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργός, εἶναι τοῦτο. Δὲν θέλω βεβαίως νὰ προσθέσω τι εἰς τὸν συνηγοροῦντα ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι μετὰ τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα, οὐδὲν ἔχει τις νὰ προσθέσῃ· θέλω μόνον νὰ ὑποβάλω μίαν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν. Νομίζω ὅτι ὅλοι οἱ δικαιολογητικοὶ λόγοι οἱ ὁποῖοι συντρέχουσιν ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς φορολογίαν αἱ κληρονομίαι, συντρέχουσιν ὅπως ἐξ ἴσου φορολογηθῇ καὶ ἡ προίκισις, διότι αἱ κόραι ἐν Ἑλλάδι προικιζόμεναι λαμβάνουσι συνήθως κατὰ προεξόφλησιν, οὕτως εἰπεῖν, τὴν κληρονομικὴν αὐτῶν μοῖραν. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἡ περιουσία τῶν γονέων ἀνέρχεται εἰς 200,000 δραχ. προικίζουσιν δι’ οὗτοι ἐν ζωῇ τὴν κόρην των δι’ 100.000 δραχ. μετὰ θάνατον δὲ καταλείπουσιν εἰς τὰ ὑπάρχοντα ἄρρενα τὰς ἑτέρας 100.000, ἡ τελευταία μερὶς φορολογεῖται δὶς διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ προίκισις δὲν φορολογεῖται.
§56Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αὐτὸς δὲν εἶναι φόρος ἐπὶ τῆς κληρονομίας.
§57Κ. ΧΡΥΣΟΧΟΪΔΗΣ. Ἀλλὰ δικαιολογητικὴ βάσις τοῦ φόρου τούτου εἶναι τὸ ὅτι ἡ περιουσία, ἡ ὁποία κατηρτίσθη ὑπὸ τὸ κράτος καὶ τὴν προστασίαν τῶν νόμων τῆς Πολιτείας, ὀφείλει καὶ αὕτη νὰ εἰσφέρῃ διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, καὶ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὴν προστασίαν τὴν ὁποίαν ἡ Πολιτεία προσέφερον διὰ τῶν νόμων καὶ τῆς ὅλης καταρτίσεώς της. Διότι δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι ἂν ἔχητε 200.000 δρχ. καὶ λάβητε αὐτὰς τὰς 200,000 δραχ. καὶ ὑπάγητε εἰς μίαν ἔρημον, ἡ περιουσία σας αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν. Ἔχει λοιπὸν τὸ δικαίωμα ἡ Πολιτεία, ἡ μεγάλη αὐτὴ οἰκογένεια, τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον σᾶς παρέχει ὅλην αὐτὴν τὴν προστασίαν, νὰ συμμετάσχῃ τῶν ἀγαθῶν τῆς περιουσίας σας, καὶ νὰ λάβῃ μερίδιον ὅπως καὶ τὰ τέκνα, ἔστω τι ἐλάχιστον. Διατὶ ν’ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν οἰκογένειαν καὶ εἰς τὰ τέκνα, ἀπέναντι τῶν γονέων των, τόσον μείζονα δικαιώματα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὀφείλομεν νὰ προσφέρωμεν εἰς τὴν μεγάλην μητέρα, εἰς τὴν μεγαλυνθεῖσαν πατρίδα τῆς ὁποίας αἱ ἀνάγκαι ἐπλεόνασαν; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι καὶ ἡ προίκισις πρέπει νὰ συμπεριληφθῇ, καὶ φορολογηθῇ διὰ διατυπώσεως σχετικῆς διατάξεως ἐν τῷ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίῳ.
§58Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τότε πρέπει καὶ ἡ πώλησις νὰ φορολογηθῇ δίς. Ψηφίζεται εἶτα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως καὶ προσθήκης διατάξεων ἐν τοῖς νόμοι ΒΨΑʹ τῆς 27 Μαρτίου 1900 καὶ ΓΣΟʹ τῆς 3 Ἀπριλίου 1908, ΓΣΒʹ τῆς 7 Ἀπριλίου 1907, ΓΤΘʹ τῆς 14 Μαΐου 1908, ΓΦϞΗʹ τῆς 6 Μαρτίου 1910, ΓΩΠΓʹ τῆς 4 Αὐγούστου 1911, ΛΜΘʹ τῆς 31 Ἰανουαρίου 1912 καὶ ΔΙΘʹ τῆς 22 Ἰανουαρίου 1912 περὶ ἐκποιήσεως καὶ διανομῆς κτημάτων τῆς Ζαππείου περιουσίας, περὶ συνοικισμοῦ καὶ διανομῆς γαιῶν ἐν Θεσσαλίᾳ καὶ ὀργανώσεως καὶ διοικήσεως τοῦ Θεσσαλικοῦ γεωργικοῦ ταμείου, περὶ ἀδείας συνομολογήσεως γεωργικοῦ θεσσαλικοῦ δανείου καὶ ἀγορᾶς καὶ διανομῆς χωρίων, καὶ περὶ τῶν πρὸς Δημόσιον ὀφειλομένων ἐκ τοῦ τιμήματος τοῦ χωρίου Σοφάδων». Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1–13 ἄνευ ἀντιρρήσεως καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 14 ὑπάρχει τροπολογία, ὑποβεβλημένη ὑπὸ τῶν κ. Ἀθ. Π. Μπασιᾶ καὶ Ν. Χαριτάτου.
§61Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Γίνεται δεκτὴ ἀλλ’ εἰς ἄλλο ἄρθρον. (Ψηφίζονται εἶτα καὶ τὰ λοιπὰ ἄρθρα ἀναβαλλομένης τῆς ψηφίσεως τοῦ συνόλου).
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πυρκαϊᾶς τῶν δασῶν». Ἄρθρον 1ον (ἀναγινώσκεται).
§63Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθν. Οἰκονομίας). Παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ τὸ ἄρθρον 1ον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς. (Ἀναγινώσκεται τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς).
§64Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὅλοι παραδεχόμεθα ὅτι τὰ δάση εἶναι ὠφελιμώτατα καὶ ἓν τῶν ὡραιοτέρων δημιουργημάτων τῆς φύσεως. Ἀναμφιβόλως τὰ δάση ἀποτελοῦσιν οὐχὶ μόνον τὸν ὡραιότερον στολισμὸν ἀλλὰ καὶ τὸν μεγαλείτερον συντελεστὴν τῆς εὐημερίας πάσης χώρας. Τὰ δένδρα ἀναπνέουσιν ἐναλλὰξ τὸ ἀνθρακικὸν ὀξὺ τῆς ἀτμοσφαίρας καὶ τὸ ὀξυγόνον, τὸ ὁποῖον ἀποδίδουσι κατόπιν καὶ καθιστῶσιν εὐκραὲς τὸ κλῆμα τῆς χώρας, μετριάζουσι τὴν σφοδρότητα τῶν ἀνέμων καὶ συγκρατοῦσι τὸ ὕδωρ τῶν βροχῶν καὶ τῶν χιόνων. Ἡ καταστροφὴ τῶν δασῶν φέρει ἀνυπολογίστους ζημίας, διότι κατέρχονται τὰ ὕδατα ἐκ τῶν ὀρέων καὶ σχηματίζονται χείμαρροι, οἱ ὁποῖοι ἐπιφέρουσι τεραστίας πολλάκις πλημμύρας καὶ τὰς μεγαλειτέρας τῶν καταστροφῶν. Ἡ σπουδαιότης τῶν δασῶν ἀνεγνωρίσθη ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων καὶ ἀνέκαθεν οἱ ἄνθρωποι προσεπάθησαν καὶ διὰ νόμων καὶ διὰ τῆς θρησκείας αὐτῆς νὰ ἐξασφαλίσωσιν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν. Ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ ὁ θεῖος Ὅμηρος ἐν τῇ Ἰλιάδι ἀναφέρει ὅτι ἐκεῖ ὅπου ἡ δικαιοσύνη ἐλλείπει ἀπὸ τὴν ἀγοράν, κατέρχονται οἱ χείμαρροι ἐκ τῶν ὀρέων καὶ καταστρέφουσι τὰ πάντα. Ὁποία τις τώρα σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ καταστροφῶν ἐκ χειμάρρων καὶ τῆς δικαιοσύνης, ἐννοοῦσι πάντες. Εἶναι ἡ σχέσις, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῶν δώδεκα ἀρχιδικαστῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς παντοκρατορίας αὐτῆς κατὰ θάλασσαν, τὴν ὁποίαν ὑπηνίχθη ποτὲ ὁ λόρδος Βήκονσφηλδ. Οἱ ἀρχαῖοι λαοὶ ἀπέδωκαν μεγίστην σημασίαν εἰς τὰ δάση. Ἀφιέρουν οὗτοι αὐτὰ εἰς τοὺς Θεούς, ὡς καὶ οἱ ἀρχαῖοι Τεύτονες καὶ Γαλάται. Δυστυχῶς ὁ νεώτερος Ἕλλην δὲν δεικνύει τὴν αὐτὴν ἀγάπην εἰς τὰ δάση, τοῦτο δὲ εἶναι τόσῳ μᾶλλον ἀνεξήγητον, ὅσῳ δὲν ὑπάρχει ὁ λόγος τῆς κληρονομικότητος. Καὶ αὐτοὶ δὲ οἱ ξένοι, οἱ διελθόντες ἐξ Ἑλλάδος, τῆς μὴ στερηθείσης ποτὲ βαρβάρων, δὲν ἐδείκνυον τοιαύτην ἀποστροφὴν ἢ ἀδιαφορίαν πρὸς τὰ δάση. Ταῦτα λέγων ὑποστηρίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ ψηφισθῇ μὲ τὰς ποινάς, τὰς ὁποίας ἐπιβάλλει, καὶ εἴς τινα σημεῖα καὶ περισσοτέρας ἴσως. Χθὲς μετὰ συμπαθείας ἤκουσα ὅσας παρατηρήσεις καὶ τροποποιήσεις οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι προέτεινον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως ἐξασφαλίσωμεν τὸν δυστυχῆ ἀγρότην ἐναντίον τῶν ὑπερβασιῶν τῶν δασικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν δικαστηρίων ἀκόμη, ἀλλὰ χθὲς ἐπρόκειτο περὶ βοσκῶν, περὶ ὑλοτομιῶν, ὄχι περὶ πυρκαϊῶν. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ, μάλιστα νὰ νομοθετηθῇ ἡ κλάδευσις ὅλων τῶν χαμοκλάδων τῶν δασῶν καὶ ἡ ἀφαίρεσις ὅλων τῶν θάμνων ἀπὸ τῆς περιοχῆς τῶν δασῶν, διότι ἐν αὐτοῖς πρωτίστως ἐνυπάρχει ὁ κίνδυνος, τῶν πυρκαϊῶν, αἱ δὲ πυρκαϊαὶ εἶναι τὸ μεγαλείτερον αἴτιον τῆς καταστροφῆς τῶν δασῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον λοιπὸν συνηγορῶ ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὅλην αὐτοῦ τὴν ἔκτασιν, καὶ μάλιστα εἴς τινα σημεῖα θὰ προέτρεπον τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως αὐξήσῃ τὰς ποινάς.
§65Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ αὐξήσωμεν τὰς ποινάς;
§66Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Εἶπον εἰς μερικὰ σημεῖα.
§67Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῶν μικρῶν ποινῶν, ὅπως ἔδειξα καὶ χθές.
§68Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Βεβαίως ἵνα ἐφαρμόζωνται καλλίτερον, ἐπὶ τοῦ 1ου ἄρθρου ὅμως ἔχω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν. Τὸ ἄρθρον λέγει ὅτι τιμωροῦνται ὁ πατὴρ ἢ ὁ σύζυγος ἂν τὸ τέκνον του ἢ ἡ σύζυγός του ἀνάψῃ μίαν πυράν. Ἡ πρᾶξις βεβαίως πρέπει νὰ τιμωρηθῇ, ἀλλὰ διὰ προστίμου μόνον. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν, ἐπειδὴ ἕν παιδίον ὀλίγων ἐτῶν μετέβη καὶ ἤναψε μίαν πυράν, νὰ τιμωρηθῶσιν οἱ γονεῖς καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως.
§69Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι τὴν παρατήρησιν αὐτὴν ὡς ὀρθήν, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται εἰς αὐτοὺς ἡ ποινὴ τῆς κρατήσεως, ἀλλὰ τοῦ προστίμου μόνον.
§70Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Μάλιστα. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀγαπῶ τὰ δάση, διότι καὶ ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς μου ἔχει ὡραιότατα δάση ἐξ ἐλαττῶν, ἀπὸ ἰδιαίτερον μάλιστα εἶδος ἐλάτης, Abies Cefalonica. Ὁ Αἶνος τῆς Κεφαλληνίας ἦτον ἄλλοτε τόσον πολὺ κεκαλυμμένος ὑπὸ δασῶν, ὥστε οἱ Ἑνετοὶ ἐκάλουν αὐτὸν «Μέλαν ὄρος». Δυστυχῶς πρὸ ἑκατονταετίας καὶ πλέον παμμεγίστη πυρκαϊὰ κατέστρεψε τὰ δάση του, ἐπὶ πολλὰς δὲ ἡμέρας καὶ νύκτας ἐφωτίζετο τὸ Ἰόνιον Πέλαγος πρὸς τὸ μέρος τῆς Ζακύνθου. Κατόπιν ὅμως, εὐτυχῶς, ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας, ἐπροστατεύθησαν ἀποτελεσματικῶς τὰ δάση, ὥστε καὶ πάλιν ἀνεγεννήθη τὸ δάσος τὸ ὁποῖον καὶ σήμερον εὐτυχῶς προοδεύει. Τὰ δένδρα εἶναι πολύτιμος ὀργανισμὸς καὶ ὑπῆρξεν εὐρωπαῖος τις σοφός, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι ἡ φύσις θρηνεῖ περισσότερον διὰ τὸν θάνατον μιᾶς δρυὸς παρὰ διὰ τὸν θάνατον μιᾶς πριγκηπίσσης.
§71Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον πάσης προσοχῆς καὶ πάσης σπουδαιότητος, διότι πρόκειται δι’ αὐτοῦ νὰ θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὸ μέγα ἀδίκημα τὸ ὁποῖον προσγίγνεται εἰς τὰ δάση. Ἀλλ’ εἶμαι ἐπίσης τῆς ἰδέας ὅτι ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργός, πρὸ πάσης ὑποβολῆς καὶ εἰσηγήσεως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, θὰ συνενοήθη ἀσφαλῶς μετὰ τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων του Ὑπουργῶν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, διότι εἶναι ἀληθὲς ὅτι, ἐὰν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους ὅπως ἔχει, εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἀνεγέρσεως φυλακῶν, καθόσον ἀθρόαι θὰ εἶναι αἱ καταδίκαι τῶν πολιτῶν.
§72Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι ὅλων τῶν πολιτῶν.
§73Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι ἀληθές, καὶ ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, πράγματι διαπνέεται ὑπὸ τῶν χρηστοτέρων διαθέσεων, προκειμένου περὶ διατηρήσεως τοῦ Ἐθνικοῦ πλούτου τῶν δασῶν. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει, ὅλοι μας ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τούτου, διότι οὐδεὶς βεβαίως εἶναι ἐκεῖνος ὅστις δὲν ἀγαπᾷ τὰ δάση· ἔχομεν ὅμως πρὸ παντὸς ὅλοι ἐπίσης καθῆκον νὰ φρουρήσωμεν καὶ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι εἰς τόσον εὐχερῆ θέσιν, ὥστε νὰ ἀμύνωνται ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν. Ἐάν τις παρατηρήσῃ τὸ ἄρθρον 1ον, ὡς τοῦτο ὑπεβλήθη τὸ πρῶτον ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὡς ἐπίσης καὶ τὸ τροποποιηθὲν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ἐπὶ τούτῳ ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἴδῃ ὅτι τοῦτο εἶναι ἄντικρυς, οὐ μόνον εἰς τὴν φιλανθρωπίαν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν στοιχειώδη ἀντίληψιν τοῦ νόμου περὶ ποινῶν. Εἶναι δόγμα πλέον νομικὸν ἀπαραβίαστον, ὅτι οὐκ ἐν τῷ πολλῷ τὸ εὖ, προκειμένου περὶ ποινῶν, ἀλλ’ ἀντιστρόφως, καὶ ὅτι μόνον διὰ τῶν μικρῶν ποινῶν θὰ δυνηθῶμεν νὰ σωφρονήσωμεν τοὺς παρεκτρεπομένους πολίτας. Καὶ εἶναι πλέον ἢ βέβαιον τοῦτο, κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ μόνον αὐτὴ ἔκαμεν ἄλλοτε νομοθετικὴν παρέκβασιν ὅπως ἀνατρέψῃ διάταξιν τοῦ Ποινικοῦ Κώδικος ἀφορῶσαν τὴν ψευδομαρτυρίαν, λόγῳ τῆς εὐκαμψίας ἡ ὁποία παρετηρεῖτο ἐκ μέρους τῶν Δικαστηρίων, προκειμένου νὰ ἐφαρμόσωσι τὴν ἄτεγκτον καὶ αὐστηρὰν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀδίκημα τοῦτο. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον, κύριε Πρόεδρε, θὰ ἔλεγέ τις ὅτι ἡ πρώτη διάταξις τοῦ ἄρθρου ἀποτελεῖ ἰδιώνυμον ἀδίκημα, ὅπως ἔχει χαρακτηρίσει τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, διότι θὰ ὁμολογήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅτι, ὡς ἔχει ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἢ μᾶλλον ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, πρόκειται περὶ ἰδιωνύμου ἀδικήματος. Ὁμοιάζει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρὸς τὸ νομοσχέδιον, τῆς φυγοδικίας. Ὅπως ἐκεῖ, ἐὰν ὁ κατηγορούμενος καταδικασθῇ εἰς ποινὴν ἀνωτέραν τῶν ἓξ μηνῶν καὶ δὲν προσέλθῃ ἐντὸς τῆς τεταγμένης προθεσμίας τῆς ὑπαγορευομένης ὑπὸ τοῦ νόμου ἀσφαλῶς εἰσάγεται ἐνώπιον τοῦ Πλημμελειοδικείου, ἵνα δώσῃ λόγον διὰ τὴν φυγοδικίαν του αὐτήν, οὕτω δύναταί τις ἐν γενικαῖς γραμμαῖς καὶ ἐν παραλληλισμῷ νὰ εἴπῃ— ὄχι ἀπολύτως ἀλλὰ σχετικῶς—ὅτι τὸ ἀδίκημα τοῦτο, ὡς χαρακτηρίζει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, φέρει τὸν τύπον τοῦ ἰδιωνύμου ἀδικήματος. Λέγετε· «Πᾶς τις συναντῶν ἐντὸς τοῦ δάσους ἢ τῆς ἀνωτέρω ἀποστάσεως πυρὰν ἐγκαταλελειμμένην καὶ ἄσβεστον, ὑποχρεοῦται νὰ σβέσῃ αὐτὴν ἀμελλητί». Ἀλλὰ θὰ ἠρώτα τις, κύριοι Βουλευταί, ἐὰν ἡ πυρκαϊά...
§74Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πυρκαϊά.
§75Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Πυρά. Τὸ ἴδιον εἶναι.
§76Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι τὸ ἴδιον.
§77Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Ἀλλὰ θὰ ἔλεγέ τις τὸ ἑξῆς, κ. Πρόεδρε. Ὑποχρεοῦται, λέγει τὸ νομοσχέδιον, «πᾶς συναντῶν ἐντὸς τοῦ δάσους πυράν, νὰ σβέσῃ ταύτην ἀμελλητί». Ἀλλ’ ἐάν τις διέρχηται ἐν ὥρᾳ νυκτὸς καὶ βλέπει εἰς ἀπόστασιν πυρκαϊάν, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ σπεύσῃ νὰ τὴν κατασβέσῃ, καὶ ἂν δὲν δυνηθῇ, νὰ σπεύσῃ εἰς τὸν πρῶτον σταθμὸν νὰ εἰδοποιήσῃ τὰς κοινότητας καὶ τοὺς χωρικούς, διὰ νὰ γίνῃ παναγερμός, ἄλλως, ἂν δὲν γίνῃ τοῦτο, νὰ ἔχῃ τὰς συνεπείας τὰς ὁποίας διαγράφει ἡ διάταξις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Θὰ ἔλεγον ὅμως πρὸς ὑμᾶς, κ. Βουλευταί, τοῦ χωρικοῦ ὁ υἱὸς ἀσθενεῖ σοβαρῶς καὶ κινεῖ οὗτος ἐν ὥρᾳ νυκτὸς νὰ ὑπάγῃ νὰ εὕρῃ ἰατρόν. Ἐν τῷ μεταξὺ βλέπει πυρκαϊὰν εἰς ἀπόστασιν δύο ὡρῶν, συναντᾷ δὲ αὐτὸν τὸ δασικὸν ὄργανον καὶ τὸν συλλαμβάνει καὶ τῷ λέγει· διατὶ δὲν ἔσπευσας εἰς τὴν πρώτην κοινότητα νὰ ἀνακοινώσῃς τὸ πρᾶγμα; Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· εἶναι φιλοσοφικόν, εἶναι ψυχολογικόν, εἶναι ἀνθρωπίνως δεκτὸν νὰ δεχθῶμεν ἡμεῖς ὅτι αὐτός, τοῦ ὁποίου ὁ υἱὸς ἢ ἡ σύζυγος κινδυνεύει τὸν ἔσχατον κίνδυνον, καὶ σπεύδει νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν παρέμβασιν τοῦ ἰατροῦ, εἶναι, λέγω, φιλοσοφικὸν νὰ φέρῃ οὗτος εὐθύνην, διότι ἔθηκε πάντα ταῦτα κατὰ μέρος καὶ ἔσπευσεν εἰς τὸν ἰατρὸν καὶ δὲν ἔσπευσε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸν πρῶτον χωροφύλακα; Λέγει τὸ νομοσχέδιον ὅτι καθ’ ὡρισμένους μῆνας παρέχεται ἄδεια πυρᾶς, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέψῃ ἡ δασικὴ Ἀρχὴ καὶ ἂν δὲν ὑπάρχῃ κίνδυνος καὶ τὸ ἔδαφος εἶναι ἐπικλινές. Δὲν ἠξεύρω, κ. Πρόεδρε, ἂν ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς δασάρχου ἢ ἔχομεν ἀνάγκην τόσων δασαρχῶν, ὅσοι εἶναι οἱ ποιμένες καὶ οἱ ζῶντες εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι πάντες οἱ ζῶντες εἰς τὴν ὕπαιθρον χώραν ἔχουσιν ἀνάγκην πυρᾶς. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ σπεύσῃ εἰς τὸν δασάρχην, καὶ ἂν ὁ δασάρχης εὕρῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄνεμος ξηρὸς ἢ ὅτι τὸ ἔδαφος δὲν εἶναι ἐπικλινές, δὲν ἐκδίδει ἄδειαν. Εἶνε ἀληθὲς ὅτι εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον μετελκμπάδευσε τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν αὐτοῦ ὁ μετακληθεὶς ἀρχηγὸς τῆς Αὐστριακῆς δασικῆς ἀποστολῆς. Εἶναι σοφὰ τὰ συμπεράσματα τῆς ἐπιστήμης καὶ εἶναι ἀρετή, ὁσάκις Κράτη χθὲς ἀναγεννηθέντα λαμβάνουσιν ὅλα τὰ συμπεράσματα τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστήμης ἀπὸ ξένα κράτη, ἀλλὰ πάντες ἔχομεν ὑποχρέωσιν νὰ μὴ μεταφυτεύωμεν τὰ νομοσχέδια ὅπως μεταφυτεύομεν τοὺς εὐκαλύπτους διὰ νὰ ἀποξηράνωμεν τὰ ἕλη καὶ τὰ τέλματα. Ἀλλὰ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον παρουσιάζει καί τι πλέον, ὥστε νὰ εὐθύνηται ὄχι μόνον ὁ κυρίως ὑπεύθυνος καὶ ὁ μὴ σπεύσας νὰ σβύσῃ τὴν πυράν, ἀλλὰ καὶ ἡ σύζυγος αὐτοῦ καὶ τὸ τέκνον του καὶ ὁ ἀγωγιάτης, ὥστε εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ σύζυγος δὲν ἔσπευσε νὰ εἰδοποιήσῃ τὸ πρῶτον δασικὸν ὄργανον, ὅτι πυρκαϊὰ ἤρχισεν εἰς τὸ τάδε μέρος, ὁλόκληρος ἡ οἰκογένεια αὐτοῦ, ἀπαρτιζομένη ἐξ ἀνηλίκων καὶ γυναικός, θὰ σύρηται εἰς τὰς φυλακάς. Δι’ αὐτό, κύριε Πρόεδρε, εἶπον καὶ προηγουμένως, ἐπαναλαμβάνω δὲ καὶ ἤδη, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου διαπνέεται ὑπὸ τῶν καλλιτέρων ἰδεῶν, ἀλλὰ πάντως ὅμως πρὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔδει νὰ συνενοηθῇ ἀσφαλῶς μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας δι’ ἀνέγερσιν νέων φυλακῶν, διότι αἱ ὑπάρχουσαι δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι, διότι ἀθρόους θὰ βλέπωμεν ῥιπτομένους τοὺς πολλίτας εἰς τὰς φυλακάς. Ἔχομεν δὲ καί τι πλέον· εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ἐκτὸς τῆς αὐξήσεως τῶν δασαρχῶν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ὁπλίσωμεν αὐτοὺς διὰ θερμομέτρου διότι, ὡς λέγει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, τότε παρέχονται ἄδειαι, ὁσάκις ὁ ἄνεμος δὲν εἶναι ξηρός! Ἀλλ’ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Καλαβρύτων ὁ ὁρίζων πραγματικῶς εἶναι τελείως ξηρὸς καὶ ἤπιος, ἀλλὰ τὰ Καλάβρυτα εὑρίσκονται εἰς ἀπόστασιν 16 ὡρῶν ἀπὸ τῶν Πατρῶν, καὶ ἐν τῷ μεταξύ, μέχρις οὗ ἔλθῃ ὁ δυστυχὴς χωρικὸς εἰς τὰς Πάτρας, ἐνσκήπτει θύελλα καὶ ὁ καιρὸς μεταβάλλεται εἰς βροχερόν. Ἐρωτᾶται· ὁ ἀτυχὴς χωρικός, ὁ ὁποῖος θὰ βαδίσῃ 16 ὥρας συναπτάς, θὰ ἐπανέλθῃ πάλιν εἰς τὴν καλύβην του ἄπρακτος, μόνον καὶ μόνον διότι αἱ καιρικαὶ συνθῆκαι κατὰ τὴν μετάβασιν αὐτοῦ εἰς Πάτρας ἐφάνησαν ἀνώμαλοι; Ποιοῦμαι ἔκκλησιν εἰς τὴν φωτεινὴν ἀντίληψιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ποιοῦμαι ἔκκλησιν καὶ ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς καὶ τῆς τάξεως ἐκείνης, ἡ ὁποία σχέσιν ἔχει μὲ τὰ δάση καὶ τὴν τάξιν τῆς ὑπαίθρου χώρας, ἱκετεύω αὐτὸν ὅπως ἀναβάλῃ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον καὶ ἂς ἔλθῃ αὔριον πρῶτον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, ἵνα οἱ Βουλευταὶ ἐν πλήρει ἀντιλήψει τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἐξενέγκωσι γνώμην πεφωτισμένην, ἔχοντες πλήρη συναίσθησιν τῶν καθηκόντων αὐτῶν ἀπέναντι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔστειλαν αὐτοὺς ἐνταῦθα.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§79Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶναι περίεργος, κύριοι Βουλευταί, ἡ ἀντίληψις, ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νομοσχεδίου. Εὐθὺς ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς αὐτοῦ διεῖδον τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπακολουθήσωσι καὶ ἐφείλκυσα τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας εἰς τοῦτο, ὅτι οὐδεμία ἄλλη σκέψις κρατεῖ κατ’ αὐτὸ παρὰ ὅτι, ἐπειδὴ τὰ δάση καίονται ὑπὸ τοῦ πυρός, νὰ ἀπαγορεύσωμεν νὰ ἀνάπτηται πῦρ εἰς ὅλα τὰ μέρη. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιώδης βάσις τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἀντί δέ, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν ἀκριβεῖς πληροφορίας περὶ τῶν αἰτίων τῶν πυρκαϊῶν τῶν δασῶν, διὰ νὰ πλήξωμεν ἀκριβῶς τὰ αἴτια καὶ οὕτω παύσωσιν αἱ πυρκαϊαὶ τῶν δασῶν, νομίζομεν ὅτι αἱ πυρκαϊαὶ δύνανται νὰ ἐπέλθωσι γενικῶς ἐκ τοῦ πυρὸς καὶ ἀπαγορεύομεν τὸ πῦρ. Καὶ ἀπορῶ, τῇ ἀληθείᾳ, πῶς δὲν ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπαγορεύουσα καὶ τὴν πτῶσιν τῶν κεραυνῶν, διότι καὶ ἐκ τῶν κεραυνῶν δύνανται νὰ μεταδοθῇ πυρκαϊὰ εἰς τὰ δάση. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, εἰδικῶς ἑκάστου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ (ἀναγινώσκει)· «Οἱ ἐν καιρῷ, νυκτὸς μένοντες ἐν ὑπαίθρῳ, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ στεγάζωσιν τὸ πῦρ πρὸς τὸν ἄνεμον». Αὐτό, ἂν ἐτίθετο ὡς σύστασις, ἂν δὲν ἐπηκολούθουν ποιναὶ αὐστηρόταται, ἠδύνατο νὰ τεθῇ. Ἀλλά....
§80Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι πρωτότυπον. Ὁ ἰσχύων νόμος τὸ ἔχει ἐπὶ λέξει.
§81Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἀπαγγέλλει ὅμως αὐτὰς τὰς αὐστηρὰς ποινάς.
§82Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐφηρμόσθη ποτέ;
§83Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Οὐδέποτε. Τὸ νὰ σβύνωσι τὸ πῦρ καὶ ἐγὼ εὑρίσκω καλόν, καὶ ὀφείλουσι νὰ σβύνωσιν αὐτὸ ἐπὶ ποινῇ. Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο, καὶ δυνατὸν μάλιστα νὰ μειωθῶσιν αἱ ποιναὶ αἱ ἀπαγγελλόμεναι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀλλὰ τὸ νὰ στεγάζωσι τὸ πῦρ πρὸς τὸν ἄνεμον, αὐτὸ εἶναι ἀνεφάρμοστον, διότι ὁ ἄνεμος δὲν ἔχει τὴν αὐτὴν διεύθυνσιν πάντοτε. Τὴν πρωίαν πνέει ἐξ ἀνατολῶν, τὴν ἑσπέραν ἐκ βορρᾶ, ἄλλοτε ἐντεῦθεν, ἄλλοτε ἐκεῖθεν...
§84ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι μέγα πρᾶγμα νὰ τοποθετήσῃ δύο πέτρας ὥστε νὰ μὴ κατευθυνθῇ τὸ πῦρ πρὸς τὸ δάσος, καὶ νὰ προφυλάξῃ τὴν πυρὰν ἀπὸ τὸν ἄνεμον;
§85Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Πολὺ καλά, ἀλλ’ ὄχι μὲ ποινὴν 60 δραχμῶν, ἂν δὲν τὸ κάμῃ. Ἀλλ’ εἶναι ἀνεφάρμοστον, διότι ὁ ποιμὴν θὰ ἀνάψῃ πυρὰν εἰς ἓν μέρος διὰ νὰ θερμανθῇ. Τὴν πρωΐαν τὸ δάσος καίεται ἐξ ἄλλης ἀφορμῆς καὶ ἐξ ἄλλου λόγου, ὅτε μεταβαίνει ὁ δασοφύλαξ καὶ βλέπει ὅτι πρὸς τὸ μέρος ἐκεῖνο, ἐξ οὗ πνέει ὁ ἀὴρ ἐκείνην τὴν στιγμήν, οὐδὲν προφυλακτήριον μέσον ὑπάρχει. Ἀσφαλῶς τότε ὁ ποιμὴν θὰ ὁδηγηθῇ εἰς τὴν φυλακήν. Κατὰ τοῦτο ἡ διάταξις εἶναι ἐπικίνδυνος. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν καὶ εἰς ἄλλην διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαγορεύεται νὰ ἀναφθῇ πῦρ ἐντὸς τῶν δασῶν ἢ πλησίον αὐτῶν εἰς ἀπόστασιν μέχρι 200 μέτρων ἀπ’ αὐτῶν.
§86Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ σήμερον.
§87Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐπειδὴ ἰσχύει μία κακὴ διάταξις, πρέπει νὰ νομοθετηθῇ καὶ πάλιν; Ἀλλὰ πάντες γνωρίζομεν ὅτι εἰς πολλὰς ἐπαρχίας τὰ περισσότερα χωρία δὲν ἀπέχουσι τῶν δασῶν 200 μέτρα. Τότε λοιπὸν θὰ ἀπαγορευθῇ νὰ ἀνάπτωσιν ἐντὸς τῶν καλυβῶν πῦρ;
§88Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ἀκάλυπτον πῦρ ἀπαγορεύεται. Δὲν τῷ ἐπιτρέπεται ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβην του νὰ ἀνάψῃ φωτιά, διὰ νὰ μὴ ἐκφύγῃ σπινθήρ τις καὶ μεταδώσῃ πυρκαϊὰν εἰς τὸ δάσος.
§89Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν τῷ ἐπιτρέπεται νὰ ἔχῃ ἀκάλυπτον πῦρ. Κεκαλυμμένον πῦρ νομίζω ὅτι εἶναι τὸ ἐντὸς φούρνου μόνον.
§90Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εὕρετε μίαν ἄλλην λέξιν, νὰ τὴν δεχθῶ.
§91Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τὸ νὰ ἔχῃ κἄτι τι ἐπάνω δὲν δύναται νὰ ἐμποδίσῃ. Κατὰ τί θὰ ἐμποδίσῃ ἐὰν ἔχῃ μίαν χύτραν ἐπάνω;
§92Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλετε νὰ θέσωμεν τὸ «ἐν ὑπαίθρῳ;»
§93Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μάλιστα.
§94Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ εἶναι χειρότερα.
§95Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§96Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα;
§97Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μάλιστα.
§98Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπόν, ἐὰν θέσωμεν «ἐν ὑπαίθρῳ», τότε ἔξωθεν τῆς οἰκίας μου δύναμαι νὰ ἔχω ἐγὼ τὴν αὐλήν μου καὶ νὰ θέσω μίαν χύτραν μὲ ὀλίγην φωτιὰν Θὰ ἔλθῃ τότε ὁ δασοφύλαξ καὶ θὰ μοὶ εἴπῃ· Κύριε, ἔχεις ἐν ὑπαίθρῳ πῦρ· θὰ τῷ εἴπω· ὄχι, εἶναι σκεπασμένον. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι ἡ λέξις «ἀκάλυπτον» εἶναι προστατευτική.
§99Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὄχι· διότι τὸ «ἐν ὑπαίθρῳ» εἶναι «ἐν ὑπαίθρῳ» δὲν εἶναι δὲ σύνηθες τὸ νὰ ἀνάπτωσιν πυρὰς εἰς τὸ ὕπαιθρον.
§100Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰς αὐλάς μας μαγειρεύουσιν. Ἔζησα καὶ ἐγὼ ἐκεῖ.
§101Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Λέγετε ἐνταῦθα· «ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τὸ ἀνάπτειν ἢ διατηρεῖν ἀκάλυπτον πῦρ ἐντὸς τῶν ἐνδιαιτημάτων, οἰκιῶν, καλυβῶν, μανδρῶν, σκηνῶν, κλπ., πρὸς οἱονδήποτε σκοπόν». Δὲν ἀναφέρεταί που ἡ αὐλή, νὰ τὴν ὀνομάσητε· ἐκτὸς τῆς αὐλῆς, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, ἐκτὸς ἐὰν μείνῃ ἀνεφάρμοστος, ἡ διάταξις.
§102Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μετὰ τὴν ἀγόρευσίν σας θὰ ὁμιλήσω καὶ παρακαλῶ ὅπως σκεφθῆτε καλῶς ἵνα εὕρωμεν μίαν λέξιν. Ἐγὼ σᾶς ὁμολογῶ ὅτι τὸ «ἀκάλυπτον» ἐνόμιζον ὅτι προστατεύει περισσότερον τὸν κόσμον.
§103Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν προστατεύει. Καὶ μάλιστα ἐκτὸς τῶν οἰκιῶν πρὸς θέρμασιν δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἀνάπτηται πῦρ.
§104Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀκάλυπτον τότε.
§105Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐκτὸς τῶν οἰκιῶν δὲν εἶναι ἀκάλυπτον; Λέγετε ὅτι ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς τὸ ἀνάπτειν ἢ διατηρεῖν ἀκάλυπτον πῦρ ἐντὸς οἰκιῶν, καλυβῶν, μανδρῶν, σκηνῶν, αὐλῶν οἰκιῶν.
§106Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐλῶν οἰκιῶν, δηλαδὴ δὲν ἠμπορεῖς νὰ ἀνάψῃς εἰς τὴν αὐλὴν τῆς οἰκίας σου καὶ νὰ ἔχῃς ἀκάλυπτον, τὴν πυράν, διότι δυνατὸν νὰ ἐκφύγῃ εἷς σπινθὴρ καὶ νὰ μεταδώσῃ πυρκαϊάν.
§107Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι ὁ ποιμενικὸς πληθυσμὸς ζῇ ἐντὸς τῶν καλυβῶν καὶ διαιτᾶται; (Διάλογοι). Διὰ νὰ προχωρήσω, κύριοι Βουλευταί, νομίζω ὅτι ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν εἶναι ὀρθή, διότι αἱ καλύβαι εἶναι αἱ κατοικίαι αἱ συνήθεις καὶ διαρκεῖς τῶν ποιμένων. Εἶναι αἱ κατοικίαι των αἱ καλύβαι· δὲν ἀνάπτουσιν τζάκια αὐτοί· ἀνάπτουσιν εἰς τὸ μέσον τῆς καλύβης των πῦρ, ὅταν δὲ δὲν τοῖς ἐπιτρέψητε νὰ ἀνάψωσι διὰ νὰ θερμανθῶσι, τί θὰ γίνωσι;
§108Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν σκεπάσῃ τοῦτο ἐπάνω μὲ ἕνα τενεκὲν τοῦ πετρελαίου...
§109Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατόν;
§110Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ κουβαλᾷ μαζί του αὐτὸν καὶ θὰ τὴν σκεπάσῃ.
§111Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§112Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἆ!
§113Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἐρωτήσω, κύριε Ὑπουργέ· ὑπάρχει δεδομένον τι ἐξ οὗ νὰ συναγάγωμεν ὅτι μετεδόθη ποτὲ ἡ πυρκαϊὰ ἐκ τῶν πυρῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνάπτονται εἰς τὰς αὐλὰς τῶν οἰκιῶν ἢ ἐντὸς τῶν αὐλῶν ἢ ἐντὸς τῶν καλυβῶν ἢ ἐντὸς τῶν ποιμνιοστασίων; Ὑπάρχει τι τὸ ἀσφαλὲς δεδομένον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας ὅτι ὑπάρχει μία περίπτωσις ἐν τοῖς χιλίοις τοιαύτη, ὥστε πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τοιοῦτον νόμον; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι οὐδὲν δεδομένον τοιοῦτον ἔχετε. Ἀφοῦ δὲ οὐδὲν τοιοῦτον δεδομένον δύνασθε νὰ ἔχητε, διατί νὰ μᾶς ἐμπνεύσητε τόσον φόβον, ἵνα νομοθετήσωμεν τοιαύτας διατάξεις; Οὔτε πρέπει, νομίζω, νὰ λησμονῶμεν ὅτι αἱ πυρκαϊαὶ προέρχονται κατὰ 99% ἐκ προθέσεως· δὲν προέρχονται ἐξ ἀμελείας. Τοῦτο εἶναι πασίγνωστον, νομίζω, καὶ εἰς τὴν δασικὴν ὑπηρεσίαν καὶ παντοῦ. Οὔτε δύναται, νομίζω, νὰ προβληθῇ τὸ ἄλλο, ὅτι ἔχομεν τὴν διάταξιν καθ’ ἣν ἀπαγορεύεται τοῦτο «ἀπὸ τῆς 1 Μαρτίου μέχρι τῆς 31 Ὀκτωβρίου».
§114Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα προσέθηκα καὶ τὸν Ἀπρίλιον.
§115Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τοῦτο δὲν αἴρει τὴν ἀτέλειαν, διότι βεβαίως ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἐσκέφθη ὅτι κατὰ τοὺς μῆνας τούτους δὲν εἶναι ἀπαραίτητον τὸ πῦρ καὶ συνεπῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀνάπτηται. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὅτι εἰς τὰ ὄρη εἶναι κατὰ τὸν Ἰούλιον χρησιμώτατον πάντοτε καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ κάμῃ καθ’ ἡμέραν καὶ ὥραν χρῆσιν αὐτοῦ, ὁ διαμένων ἐκεῖ.
§116Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχύει καὶ σήμερον αὐτό. Ἐὰν δὲν ψηφισθῇ αὐτό, δὲν θὰ ἰσχύῃ; Μὴ τὸ ἐπικαλεῖσθε.
§117Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὅτι οὐδέποτε ἐφηρμόσθη σᾶς ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογή του.
§118Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μίαν πληροφορίαν. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἀπὸ ἐτῶν μακρῶν διεβιβάζοντο ἐκθέσεις εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν δασικὴν περὶ τῶν πυρκαϊῶν τῶν δασῶν, αἵτινες εἶχον ἀποτελέσει ὑλικὸν μέγα, ἀλλὰ ἐμπειρικῶς ἐγίνετο ἑκάστοτε κἄποια νομοθεσία. Ὅτε ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ὑπουργείου, ὑπέβαλον ὑπὸ μελέτην τὰς ἐκθέσεις ὅλας διὰ νὰ εὑρεθῶσιν αἱ ἀφορμαὶ διὰ τὰς ὁποίας τὰ ὄργανα τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἰδικά μας καὶ ξένα, προέβαινον εἰς τὴν σύνταξιν αὐτῶν. Ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῆς μελέτης αὐτῆς προέβην εἰς ἀνακάθαρσιν τῆς κειμένης νομοθεσίας διὰ νὰ γνωρίζωσι καὶ οἱ πολῖται καὶ οἱ δικασταὶ καὶ οἱ δικηγόροι ὁποία τις εἶναι ἡ κειμένη νομοθεσία. Βεβαιώθητε λοιπὸν ὅτι δὲν ἐφαντάσθην ὅτι ἐξ αὐτοῦ δύναται νὰ προέλθῃ πυρκαϊά· ἀλλὰ ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις περὶ τούτου.
§119Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἔπρεπε νὰ γνωρίζωμεν ταύτας καὶ ἡμεῖς;
§120Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔπρεπε νὰ φέρωμεν τὰς ἐκθέσεις ἐνταῦθα;
§121Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νὰ τὰς φέρητε, ἵνα γνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς τὰς πηγὰς τὰς ὁποίας ἔχει ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου. Τοῦτο ἦτο τοὐλάχιστον ἀπαραίτητον, διότι εἰς τὴν ἀντίληψιν τὴν ἰδικήν μας δὲν ὑπάρχει γεγονός, τὸ ὁποῖον νὰ μαρτυρῇ ὅτι ἡ πυρκαϊὰ προῆλθεν ἐκ τῶν περιστάσεων τὰς ὁποίας θέλει νὰ καθιερώσῃ τὸ νομοσχέδιον. Πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν σκοπίμως διὰ νὰ προλάβωμεν τὰς πυρκαϊάς, εἴμεθα δὲ πρόθυμοι νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ αὐστηροτάτας ποινάς, ὄχι ὅμως εἰς πᾶσαν περίστασιν καθ’ ἣν ἀνάπτει τὸ πῦρ νὰ ἀπειλῆτε, με φοβερὰς ποινάς, διότι εἰς αὐτὸ θὰ φθάσωμεν ἂν θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τὸ νομοσχέδιον. Μετὰ τοῦτο ἔχω νὰ παρατηρήσω ὅτι καὶ αἱ ἀπειλούμεναι ποιναὶ εἶναι ὑπερβολικαὶ καὶ ἤθελον ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ συναινέσῃ, ὥστε νὰ μειωθῶσιν.
§122Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον;
§123Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν ἠξεύρω.
§124Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰπέτε τὴν γνώμην σας.
§125Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Νὰ μειωθῶσιν τοὐλάχιστον κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς ἐφαρμογῆς, ἐὰν δὲ ἴδητε ὅτι τὸ κακὸν πλεονάζει, τότε νὰ αὐξήσητε τὰς ποινάς.
§126Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρώτη ποινὴ μένει ἡ αὐτή. Ἦτο ἀπὸ δέκα ἡμερῶν μέχρις ἑξήκοντα ἡμερῶν, καὶ κατήργησα τὸ κατώτατον ὅριον. Ἡ δευτέρα ποινὴ τῶν 300 δραχ. ἀληθῶς ηὐξήθη τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐγένετο ὁ νόμος, αἱ 100 δρχ. εἶχον πολὺ μεγαλειτέραν σημασίαν παρὰ σήμερον αἱ 300. Ἀλλ’ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ἐλαττώσω τὸ ποσόν, ἀλλὰ ἕως ποῦ νομίζετε;
§127Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Μέχρις 100 δραχμῶν.
§128Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δέχομαι μέχρις 150 δραχ.
§129Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Παρακαλῶ νὰ λάβητε τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι δὲν τιμωροῦμεν ἀποτέλεσμα, δὲν τιμωροῦμεν ἐπελθοῦσαν βλάβην ἐκ πυρκαϊᾶς.
§130Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἐπιτρέψητε τὴν διαλογικὴν συζήτησιν.
§131Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Βεβαίως. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως συζήτησις ἐπ’ αὐτῶν.
§132Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ βλέπετε εἶναι τὸ σφάλμα τῆς νομοθεσίας τῆς μέχρι τοῦδε. Ποῖον εἶναι τὸ περιεχόμενον ἑνὸς νόμου περὶ πυρκαϊῶν τῶν δασῶν; Δὲν εἶναι νὰ τιμωρήσῃ τοὺς ἐμπριστὰς τῶν δασῶν. Οἱ ἐμπρησταὶ τῶν δασῶν τιμωροῦνται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἀκριβῶς, καὶ διὰ νὰ εἶναι κάπως σύμφωνον μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπιστήμης, τὸ νομοσχέδιον, ἀπήλειψα τὴν διάταξιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ὁ νόμος ͵ΧΗʹ, τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶς ἐμπρησμὸς ἐξ ἀμελείας τιμωρεῖται μέχρι ἑνὸς ἔτους, ἀφῆκα δὲ νὰ ἰσχύῃ διὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ἡ διάταξις τοῦ Ποιν. νόμου, τιμωροῦσα ἂν δὲν ἀπατῶμαι μὲ φυλάκισιν μέχρις ἕξ μηνῶν τὸν ἐμπρησμὸν ἐξ ἀμελείας. Λοιπὸν τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου πρέπει νὰ ἀφορᾷ εἰς τὴν λῆψιν μέτρων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι μόνον προληπτικά. Ὁ διὰ τὰς πυρκαϊὰς τῶν δασῶν κῶδιξ, ὡς πρὸς τὰς ποινάς, εἶναι πταισματοδικὸς κῶδιξ, ὀρθότατα δὲ παρετηρήσατε ὅτι ἀκριβῶς δὲν θὰ πρόκειται περὶ τιμωρίας τοῦ ἀποτελέσματος, ἀλλὰ περὶ ἁπλῆς παραβάσεως διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἀπαγορεύουσιν ἢ ἐπιτάσσονται ὡρισμένας πράξεις, αἵτινες, αὐταὶ καθ’ ἑαυτὰς δὲν εἶναι βλαβεραί, ἀλλὰ περιέχουσιν ἐν ἑαυταῖς κίνδυνον, δυνάμεναι νὰ ἐπαγάγωσι βλάβας σοβαράς.
§133Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν μοὶ χαρίζετε τίποτε, κ. Ὑπουργέ, οὔτε ἐνδιαφέρομαι δι’ αὐτό, ἀλλὰ νομίζω ὅτι καὶ ἡ τελευταία διάταξις ἔχει ἀνάγκην τροποποιήσεως. Ἡ τελευταία διάταξις τοῦ ἄρθρου, ἡ ὁποία λέγει (ἀναγινώσκει)· «Ἄν οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων εἶναι γυναῖκες, ἀνήλικα, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, τέκνα ἢ ἄλλα ἐστερημένα συνειδήσεως τῶν πραττομένων κλπ., τιμωροῦνται κλπ. κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 507 τοῦ ποινικοῦ νόμου μὲ τὰς αὐτὰς ποινάς». Τοῦτο τοὐλάχιστον ἔπρεπε ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι θὰ παρουσιασθῇ τὸ ἑξῆς φαινόμενον· ἡμεῖς περιοδεύομεν εἰς ἓν μέρος καὶ λαμβάνομεν ἕνα ἀγωγιάτην διὰ νὰ μᾶς μεταφέρῃ εἰς ἓν σημεῖον. Αὐτὸς πρὶν μᾶς φέρῃ εἰς αὐτὸ ἀνάπτει πῦρ εἰς ἓν μέρος· θὰ τιμωρηθῶμεν τότε καὶ ἡμεῖς κατὰ τὰς διατάξεις τῆς παραγράφου. Νομίζω ὅτι εἶναι τόσον εὐρεῖαι αἱ συνέπειαι καὶ τόσον εὐρὺς ὁ κύκλος ὁ ὁποῖος περιλαμβάνεται ἐντὸς τῆς διατάξεως αὐτῆς, ὥστε εἶναι κίνδυνος νὰ τιμωρηθῇ τις ὁ ὁποῖος εἶναι τελείως ἀνύποπτος καὶ χωρὶς νὰ προέλθῃ οὐδεμία παράβασις ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου.
§134Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 507 τοῦ ποινικοῦ νόμου δὲν θὰ τιμωρηθῆτε. Δὲν εἶναι πρωτότυπος λοιπὸν ἡ διάταξις.
§135Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐὰν φύγῃ ἓν μικρὸν παιδίον ἀπὸ τὸν πατέρα του;
§136Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸ προσέξῃ.
§137Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν θέλω νὰ εἴπω τοῦτο. Ἐν ταῖς διατάξεσι τοῦ ποινικοῦ νόμου εἶναι πλέον στενοὶ οἱ ὅροι, ἐνῷ ἐδῶ εὐρύνονται περισσότερον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι προβλέπει ἰδικὰ πταίσματα ὁ ποιν. νόμος τὰ ὁποῖα ἔχουσιν συνεπείας βαρυτέρας. Ἐδῶ πρόκειται περὶ αὐστηροτέρων ποινῶν· ὥστε εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις αὗται.
§138Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι γενικαὶ διατάξεις ἰσχύουσαι περὶ ὅλων.
§139Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὰ πραττόμενα ὑπὸ ἄλλων;
§140Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Σπανιώτατα. Πρόκειται περὶ τῶν συνεχῶν πταισμάτων. Γνωρίζω αὐτό. Ἐδῶ πρόκειται περὶ πταισμάτων τὰ ὁποῖα θὰ διαπράττωνται καθ’ ἡμέραν. Καθ’ ἡμέραν θὰ ἀνάπτωνται σιγάρα ἢ δαυλοὶ ἢ ἄνθρακες, εἰς τοιαύτην δὲ περίπτωσιν εἶναι συνεχῆ τὰ πταίσματα. Φαντάζεσθε δέ, ἐὰν ἐφαρμοσθῇ ἡ διάταξις αὐτή, πόσος κόσμος θὰ περιληφθῇ εἰς τὴν διάταξιν· διότι σημειώσατε ὅτι ἡ αὐστηρότης καθιστᾷ καὶ ἀνεφαρμόστους τὰς διατάξεις, καθόσον οὔτε εἰρηνοδίκης οὔτε κανεὶς δικαστὴς δύναται νὰ ἐφαρμόσῃ τοιαύτας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἀντίκεινται τόσον ῥιζικῶς εἰς τὸ κοινὸν αἴσθημα. Δι’ αὐτὸ φρονῶ ὅτι ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δέον νὰ τροποποιηθῇ.
§141Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Εἴχετε κάμει τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ διάταξις εἶναι γενική. Δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἐπανάληψις τοῦ ὁρισμοῦ τῆς ἀμελείας, ἰσχύοντος καὶ εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι «ὅστις ἐκ δολίας προαιρέσεως προβῇ εἰς τὸ ἔγκλημα». Νὰ λαμβάνῃ λοιπὸν πρόνοιαν ὁσάκις μεταχειρίζεταί τις πῦρ.
§142Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον συζητεῖται αὐτὴν τὴν στιγμήν, εἶναι σπουδαιότατον, ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ ὅτι μόλις κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην λαμβάνω γνῶσιν. Δὲν γνωρίζω τὸν λόγον ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν σπουδὴν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἑσπέραν ταύτην, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶναι γνωστὸν ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένον πρὸ πέντε ἢ ἓξ μηνῶν. Δὲν ὑπάρχει σπουδή τις νὰ ψηφισθῇ τὴν ἑσπέραν ταύτην.
§143Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλοτε ἦτο πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§144Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐγκατελείφθη πρὸ ἓξ μηνῶν καὶ ἔρχεται ἀπόψε νὰ συζητηθῇ μετὰ τόσης σπουδῆς;
§145Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ λέγετε ὅτι «ἔρχεσθε, κ. Ὑπουργέ, ἐξ ἀπροόπτου νὰ ψηφίσητε». Σᾶς ἀπαντῶ· εἰδοποιηθήτε, ναὶ ἢ ὄχι, πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν; Δὲν συνεζητήσαμεν τὴν Δευτέραν ἢ τὴν Τρίτην διὰ νὰ μελετηθῇ καὶ νὰ λάβητε γνῶσιν;
§146Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγῶνται οἱ λόγοι μου καὶ νὰ μὴ παρεξηγῶνται· Οὐδεμίαν ἠθέλησα ν’ ἀποδώσω μομφήν. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἴπετε τώρα περὶ εἰδοποιήσεως, θὰ ἦτο ἀκριβὲς ἐὰν ἐλέγετε ὅπως εἴπετε σήμερον, ὅτι τὸ ἀναβάλλω ἀπόψε διὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν τὴν Δευτέραν. Ἐὰν ἐλέγετε οὕτω πως, οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀντίρρησιν οὔτε κανὲν παράπονον. Ἐγὼ ἐκ τῆς ἐπιτροχάδην συζητήσεως εὑρίσκω ὅτι κατὰ βάσιν εἶναι τὸ νομοσχέδιον ἀναγκαῖον, νομίζω ὅμως ὅτι ἔχει ἀνάγκην συζητήσεως μερικῶν λεπτομερειῶν. Δὲν γνωρίζω ἐὰν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἢ τῆς ὑπηρεσίας...
§147Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντελῶς εἶναι ἰδικόν μου.
§148Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. .. διότι γνωρίζω τὸν κ. Ὑπουργὸν ὡς νομικὸν ἄνθρωπον καὶ ἀσχοληθέντα περὶ τὰ νομικά. Δὲν ὑπέθετον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας θὰ ἔθετε ποινικὴν διάταξιν καὶ θὰ ἐπέβαλεν ποινὴν εἰς τοὺς ἀκαταλογίστους.
§149Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ; Ἂς τὸ ἴδωμεν.
§150Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διάταξις. «Ἂν οἱ παραβάται τῶν διατάξεων τούτων εἶναι γυναῖκες, ἀνήλικα, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου τέκνα ἢ ἄλλα ἐστερημένα τῆς συνειδήσεως τῶν πραττομένων, ἢ ἐργάται ἀγωγιάται καὶ λοιποὶ ὑπηρέται, τιμωροῦνται συνάμα καὶ οἱ σύζυγοι, πατέρες ἢ λοιποὶ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐπιτήρησιν ἢ οἱ ἐργοδόται, κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 507 τοῦ ποινικοῦ νόμου, μὲ τὰς αὐτὰς ποινάς». Λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν διάταξιν ὅτι «ὅστις ἴδῃ πῦρ ὀφείλει ἀμελλητὶ νὰ τὸ σβέσῃ», ἀλλ’ ἤθελον νὰ γνωρίζω, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ τιμωρῶνται πρόσωπα ἐστερημένα τῆς συνειδήσεως τῶν ὑπ’ αὐτῶν πραττομένων. Δι’ αὐτὸ εἶπον καὶ λέγω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ εἶναι ἔργον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τοῦ τόσον ἐντριβοῦς εἰς τὰ νομικά.
§151Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαλείψατε τὸ «συνάμα».
§152Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Σᾶς ὑπομιμνήσκω ἐπίσης ὅτι ἔχετε παρεμφερῆ διάταξιν καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 13, καὶ πρέπει ν’ ἀπαλείψητε καὶ αὐτήν. Ἐπίσης παρατηρῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν ὁ εἰδοποιῶν τὴν Ἀρχὴν ἀπαλάσσεται τῆς ποινῆς, διότι ἴσως νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ τὴν σβέσῃ μόνος· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὗτος θὰ ὑπόκειται εἰς ποινήν. Κατὰ τὰ ἄλλα εὑρίσκω τὸ νομοσχέδιόν σας πολὺ καλὸν καὶ ἐξυπηρετικὸν τοῦ σκοποῦ ὃν ἐπιδιώκει.
§153Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καίτοι ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ἐξηντλημένη, μεθ’ ὅσα ἀνέπτυξαν οἱ προλαλήσαντες κ. κ. Συνάδελφοι, ἐν τούτοις θὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ παρατηρήσεις τινάς. Λαμβάνονται προληπτικὰ μέτρα κατὰ τῶν πυρκαϊῶν. Καὶ ὁ ΧΠʹ νόμος τοῦ 1861 περιελάμβανε τοιαύτας προληπτικὰς διατάξεις, εἰς τὸ νομοσχέδιον δὲ τῆς ἐπιτροπῆς ἀντεγράφη περίπου ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον τοῦ ΧΠʹ νόμου. Ἀλλ’ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ προστίθεται ὅτι ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς νὰ ἀνάπτηται πῦρ ἐντὸς καλυβῶν καὶ ἐνδιαιτημάτων, δὲν ἐπιτρέπεται δὲ προσέτι ν’ ἀνάπτηται πῦρ ἐν ὑπαίθρῳ. Εἶναι ἡ πρώτη διάταξις ἥτις παρελήφθη ἐκ τοῦ 1ου ἄρθρου τοῦ νόμου τοῦ 1861· ἀπαγορεύεται αὐστηρῶς εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον τοῦ ἄρθρου ἡ ἐντὸς ἐνδιαιτημάτων καὶ καλυβῶν χρῆσις ἀκαλύπτου πυρός.
§154Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξετάσατε τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§155Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τί ἐννοεῖτε μὲ τὸ «ἢ ἄλλων ἐνδιαιτημάτων;»
§156Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνατὸν νὰ εἶναι ξύλινον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον νὰ λέγῃ τις ὅτι δὲν θεωρεῖ ὡς οἰκίαν.
§157Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Αἱ ἰσχύουσαι μέχρι τοῦδε διατάξεις, ὡς γνωρίζω ἐγώ, ἡ διάταξις δηλ. τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ΧΠʹ νόμου, οὐδέποτε ἕως τώρα ἐφηρμόσθη. Ἐὰν δὲ δὲν ἐφηρμόσθησάν ποτε, εἶναι ἀδύνατος καὶ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ ἐδαφίου 1ου τοῦ ἄρθρου, τοῦ νομοσχεδίου ὡς διατυποῦται ἀορίστως, διότι εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον δὲν περιλαμβάνεται ἐντελῶς τὸ πρῶτον ἐδάφιον τοῦ πρώτου.
§158Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον εἰς τὸν κ. Λιδωρίκην, παρατηροῦντα τὴν αὐτὴν ἀοριστίαν, ὅτι ἐτίθετο τὸ πρῶτον ἐδάφιον ὡς τροποποίησις.
§159Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ πῶς θὰ βεβαιωθῇ τὸ ἀδίκημα;
§160Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς ὅλα τὰ ἀδικήματα, Ἐὰν δύο φίλοι, μεσονυκτίοις ποθ’ ὥραις, διέρχωνται δάσος καὶ ὁ εἷς φονεύει τὸν ἕτερον, πῶς ἀποδεικνύεται;
§161Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μένει συνήθως ἀναπόδεικτον. Συντάσσομεν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ τὴν τύχην τοῦ νόμου τοῦ 1861. Θὰ μείνῃ ἀνεφάρμοστον, διότι δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ βεβαίωσις τοῦ ἀδικήματος καὶ ἡ ἀπόδειξις αὐτοῦ. Ὑποβάλλεται νομοσχέδιον, ἀκριβῶς ἵνα μὴ προλαμβάνῃ τὰς πυρκαϊὰς ἀλλὰ νὰ βεβαιοῖ ἀδικήματα τοιαῦτα μὴ δυνάμενα νὰ καταδειχθῶσιν εὐκόλως. Τὸ δεύτερον ἐδάφιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς μῆνας καθ’ οὓς ἐπιτρέπεται νὰ ἀνάπτηται πῦρ, καὶ ὁ νόμος ὁ παλαιὸς τὸ ἴδιον εἶχεν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ποιμὴν ἢ ἀγρότης κατοικῶν ἐντὸς τοῦ δάσους, ὁ ὁποῖος δὲν παρέβη τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου.
§162Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ φροντίσω νὰ μὴ παραβαίνωσι τὴν διάταξιν. Περιέλαβον καὶ τὸν Μάρτιον.
§163Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς τὰ ὀρεινὰ μέρη καὶ εἰς τὰ δάση δὲν ἀνάπτουσι πυρὰν οἱ ποιμένες ἀπὸ τοῦ Μαΐου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου. Εἶναι ἀδύνατον εἰς τὰ μέρη αὐτὰ νὰ ζήσωσιν ἄνθρωποι ὅλους τοὺς ἄλλους μῆνας χωρὶς ν’ ἀνάψωσι φωτιάν.
§164Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τίς λέγει εἰς αὐτοὺς νὰ μὴ ἀνάψωσι πυράν. Ἔπειτα θὰ παραμείνωσιν ἐν ὑπαίθρῳ ἀφοῦ κάμνει ψῦχος;
§165Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ποῦ; Αὐτοὶ μένουσιν εἰς τὸ ὕπαιθρον.
§166Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Πρέπει νὰ τεθῇ ἀπὸ τὰς 15 Μαρτίου ἕως τὰς 15 Σεπτεμβρίου.
§167Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔθηκα ἕνα μῆνα περισσότερον ἀπὸ ὅτι ἦτο. Ἐὰν δὲν ἐφηρμόσθη ὁ πρῶτος, δὲν θὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ οὗτος.
§168Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς νόμον ἀνεφάρμοστον, τὸν νόμον τοῦ 61, ἐφ’ ὅσον ἐκ πείρας γνωρίζομεν ὅτι δὲν ἔσχεν ἄλλα ἀποτελέσματα; Δὲν εἶναι τοῦτο ἐπιτετραμμένον εἰς σᾶς κ. Ὑπουργέ, ἄνθρωπον πείρας καὶ ἔχοντα γνῶσιν τῶν ἀναγκῶν τῶν ἀγροτῶν, τῶν ποιμένων καὶ τῶν κατοίκων τῶν ὀρεινῶν πληθυσμῶν. Πρέπει νὰ δεχθῆτε τὴν παρατήρησίν μου καὶ νὰ μὴ ἀπαγορεύηται τὴν φωτιὰν κατὰ τοὺς μῆνας αὐτούς. Καὶ ἐν ταῖς ἄλλαις διατάξεσιν, ἐὰν ὁ γενικώτερος δασικὸς νόμος ἀπηγόρευσε τὴν ὑλοτομίαν διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους, κατά τινας μῆνας τὴν ἀπηγόρευσεν; Περιέβαλε καὶ τὸν Σεπτέμβριον. Διατί νὰ μὴ προσαρμοσθῆτε εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον; Ἡ διάταξις αὕτη μάλιστα ἐφηρμόσθη καὶ εἰς τὰ ἰδιόκτητα δάση, καὶ οἱ ἰδιοκτῆται τούτων, ἐκ τῆς ἐπιθυμίας ἵνα διατηρήσωσι τὰ δάση, ἐδέχθησαν τὸν νόμον τῆς ὑλοτομίας τοῦ 1899. Ἐὰν κατὰ τὸ θέρρος ὑπάρχῃ κίνδυνος πυρκαϊῶν, δὲν βλέπω διατί νὰ ἐπεκτείνωμεν τὴν διάταξιν ταύτην καὶ κατὰ τὸν χειμῶνα, διότι συνέπεσεν ὁ νόμος τοῦ 1899 νὰ ἔχῃ τοιαύτην διάταξιν.
§169Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε τίνες ἀποστάσεις ἰσχύουσι σήμερον;
§170Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι νὰ προφθάσωμεν τὰς πυρκαϊὰς τῶν δασῶν. Σᾶς ἐρωτῶ· ἔγεινεν πυρκαϊὰ τὸν Ἀπρίλιον ἢ τὸν Σεπτέμβριον, καὶ μάλιστα ἐκ προθέσεως;
§171Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἐκ προθέσεως. Ἐὰν μετέβαλον τὴν νομοθεσίαν καὶ προσέθηκα τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, ἔπραξα τοῦτο ὄχι διότι δὲν γίνονται πυρκαϊαὶ τὸν Ἀπρίλιον, ἀλλὰ διότι γίνονται ὀλίγαι.
§172Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τίνες θὰ δικάζωσιν.
§173Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δισπιστῆτε πρὸς τὰ Δικαστήρια; Ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ νομοθετήσωμεν, ἔχοντες βάσιν τὴν δυσπιστίαν πρὸς τοὺς δικαστάς.
§174Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπίσης ἡ τελευταία παράγραφος τοῦ γʹ ἐδαφίου προσαρμόζεται ὀρθῶς ὡς πρός τινα σημεῖα. Ἀλλ’ ὀλίγον κατωτέρω λέγει (ἀναγινώσκει): «ἀνήλικα, γυναῖκες κλπ.». Δύνασθε λοιπὸν νὰ τιμωρήσητε καὶ τὰ ἀνήλικα;
§175Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπομεν ἀνωτέρω περὶ τούτου. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναλάβωμεν τὰ ἴδια. Ὁ δικαστής, ὁ ὁποῖος θὰ τιμωρήσῃ παιδίον ὀκτὼ ἐτῶν, θὰ εἶναι ἠλίθιος.
§176Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν θὰ δικάζῃ μόνον ὁ δικαστὴς ἀλλὰ καὶ ὁ γραμματεύς.
§177Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Νὰ μὴ θέσητε οὔτε ἀνήλικα οὔτε τίποτε.
§178Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ σᾶς πειράζει δὲν ἔχω ἀντίρρησιν, ἀλλ’ ἔκαμα καὶ χθὲς τὴν δήλωσιν ὅτι ὁ δικαστὴς ὁ ὁποῖος θὰ τιμωρήσῃ ἀνήλικα δὲν θὰ εἶναι ἐχέφρων.
§179Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τῆς αʹ παραγράφου, ἥτις λέγει (ἀναγινώσκει): «ἐντὸς τῶν δασῶν καὶ τῶν θαμνωδῶν ἐκτάσεων». Τί ἐννοεῖτε θαμνώδεις ἐκτάσεις;
§180Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁρίζει ὁ νόμος τίνες ὀνομάζονται θαμνώδεις ἐκτάσεις. Εἶναι ἐκεῖναι ἐν αἷς ὑπάρχουσι πρῖνοι, σχοῖνοι κλπ.
§181Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Νὰ λέγῃ τουλάχιστον θαμνώδεις ἐκτάσεις ἐγγὺς τῶν δασῶν, διότι πᾶσα σπιθαμὴ γῆς εἶναι πλήρης ἐκ πρίνων καὶ ἐκ διαφόρων ἄλλων εἰδῶν θάμνων. Καὶ αὐτὰ τὰ λειβάδια, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζει τὸ Δημόσιον, εἶναι πλήρη θαμνωδῶν ἐκτάσεων καὶ δὲν πρέπει ὅλοι αὐτοὶ νὰ ὑποβάλλωνται ὑπὸ τόσον αὐστηρὰς διατυπώσεις ἵνα διατηρῶσι πυράν.
§182Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγει αὐτό. Ἡ διατύπωσις ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Κατὰ τὴν χρῆσιν τοῦ πυρὸς ἢ ἄλλου ἀντικειμένου ἐξ οὗ ὑπάρχει κίνδυνος κλπ.» δηλαδὴ δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν πυρᾶς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μάτια του τέσσαρα, ἵνα μὴ σπινθήρ τις θέσῃ εἰς τὸ δάσος πυρκαϊάν.
§183Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ δάσος ἐγγύς;
§184Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐθήκαμεν ἀπόστασιν 200 μέτρων.
§185Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου αὐτό.
§186Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Βεβαίως ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀποτροπὴ τῶν πυρκαϊῶν, αἵτινες ἀπεγύμνωσαν σχεδὸν τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ θὰ συμφωνήσω μὲ τοὺς ἀξιοτίμους Συναδέλφους ὅσον ἀφορᾷ παρατηρήσεις τινάς, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ἵνα μὴ περιπέσωμεν εἰς καμμίαν ὑπερβολὴν ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ συνεπείας βαρυτάτας διὰ τοὺς ἀγρότας καὶ τὸν ποιμενικὸν κόσμον. Ὑπεστήριξαν οἱ ἀξιότιμοι κ. Συνάδελφοι, καὶ ἰδίᾳ ὁ κ. Βελέντζας, ὅτι πρέπει τὸ χρονικὸν ὅριον καθ’ ὃ θὰ ἀπαγορεύηται ἡ χρῆσις πυρὸς πρὸς θέρμανσιν νὰ μεταβληθῇ, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ ὀρεινὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα διαβιοῦσιν οἱ ποιμένες μόνον ἐπὶ βραχὺ χρονικὸν διάστημα δύνανται νὰ μὴ χρησιμοποιήσωσι πῦρ· δηλ. μόνον κατὰ τοὺς μῆνας Μάϊον, Ἰούνιον, Ἰούλιον καὶ Αὔγουστον, διότι μόνον κατὰ τοὺς μῆνας ἐκείνους δύνανται νὰ μὴ ἀνάψωσι πῦρ. Ἑπομένως τὸ ὅριον 15 Ἀπριλίου μέχρι 15 Σεπτεμβρίου, εἶναι πρακτικώτερον καὶ συμβιβάζει ὅλα τὰ διεστῶτα.
§187Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ κ. Ὑπουργέ, καθ’ ἣν θέλετε νὰ δώσητε τὸν ὁρισμὸν τῆς θαμνώδους ἐκτάσεως, θὰ παρεκάλουν ὑμᾶς νὰ δώσητε τὸν ὁρισμὸν τοῦ δάσους οὐχὶ τὸν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου.
§188Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὁρισμὸς τοῦ δάσους θὰ δοθῇ ἀλλαχοῦ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ὅλον. Θὰ κωδικοποιηθῇ ὅλη ἡ δασικὴ νομοθεσία καὶ θὰ ἴδητε καὶ τὸν ὁρισμὸν τοῦ δάσους. Γίνεται ἤδη ἐργασία ἡ ὁποία θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιόν σας ὥστε νὰ κωδικοποιηθῶσι τὰ πάντα.
§189Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὰ μεγαλείτερα παράπονα τὰ ὁποῖα γεννῶνται προέρχονται, διότι θαμνώδεις ἐκτάσεις ἀνεπίδεκτοι ἀναδασώσεως ἀπαγορεύονται, τοῦτο δὲ γίνεται διότι δὲν ὑπάρχει ὁρισμὸς τοῦ δάσους.
§190Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἔχητε ὀλίγην ἀκόμη ὑπομονὴν θὰ ἴδητε ἐντὸς τῆς Συνόδου αὐτῆς ὑποβαλλόμενον τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναδασώσεως, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ὁρίζηται ποῦ δύναται νὰ γίνῃ ἀναδάσωσις καὶ ποῦ δὲν δύναται. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 1 τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 2.
§191Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ τῆς 1ης Μαρτίου νὰ τεθῇ τῆς 1ης Ἀπριλίου.
§192Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Πρέπει κ. Ὑπουργέ, νὰ κανονισθῇ τὸ ζήτημα τῶν κτημάτων τῶν εὑρισκομένων ἐντὸς τῶν δασῶν.
§193Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ἡ Κεφαλληνία εἶχε τὰ ὡραιότερα δάση τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις. Ἐν Κεφαλληνίᾳ ἤδη ὑπάρχει καὶ σώζεται ἓν μόνον δάσος ἐπὶ τοῦ ὄρους Κέντρον. Τὸ δάσος αὐτὸ διεσώθη διότι ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς κατοχῆς ἔγινεν εἰδικὸς κανονισμὸς δι’ οὗ ἐτέθη ἀπόστασις ὄχι 200 μέτρων ἀλλ’ ἑνὸς μιλλίου. Ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω καί τι ἄλλο· γνωρίζομεν τί γίνεται εἰς τὴν Γερμανίαν τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Γαλλίαν, ἀλλ’ ἐκεῖ τὰ δάση καίονται πολὺ ὀλιγώτερον. Καὶ ἐκεῖ ἔχουν ὁρισθῆ ἀποστάσεις.
§194Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορὰ ὅτι εἰς τὰ δάση ἐδῶ ὑπάρχουσι συνοικισμοὶ καὶ οἱ συνοικισμοὶ αὐτοὶ εἶναι μεγάλοι.
§195Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὴν ἰδέαν ὅτι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα συμβαίνουσι μερικὰ φαινόμενα.
§196Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Συνοικισμοὶ καὶ κτήματα ὑπάρχουσιν εἰς διάφορα μέρη καὶ λέγομεν νὰ ἀπαγορεύσητε καὶ ἐπιτηρήσητε τοὺς ἀγρούς, διότι προῆλθον ἐκ τῆς παρανόμου ἐκχερσώσεως τοῦ δάσους· ἐν τούτοις σήμερον εἶναι κτήματα. Ἢ θὰ προβῆτε λοιπὸν εἰς τὴν ἐκποίησιν τὴν ἀναγκαστικὴν τῶν κτημάτων αὐτῶν καὶ θὰ ἀπαγορεύσητε τὴν καλλιέργειαν ἢ ἂν δὲν κάμητε τοῦτο, πρέπει νὰ εὕρητε ἕνα ἄλλον τρόπον. Ἀλλὰ ἀπαγορεύετε ὡσαύτως ἐντελῶς τὸ ῥόγγισμα.
§197Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀπαγορεύεται.
§198Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀπαγορεύεται ἀπὸ τοὺς μῆνας Μάρτιον μέχρι τέλους Ὀκτωβρίου.
§199Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἐδάφιον δʹ τὸ ἀνεγνώσατε; Ὁ δασάρχης δύναται τῇ αἰτήσει τῶν ἐνδιαφερομένων νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν καῦσιν τοιαύτης ἐκτάσεως καὶ κατὰ τοὺς μῆνας Μάρτιον μέχρι καὶ τοῦ Ὀκτωβρίου, τηρουμένων αὐστηρῶς κλπ.
§200Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀλλὰ ἡ ἀπαγόρευσις ἀπὸ πότε θ’ ἀρχίσῃ;
§201Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὸ τέλος θὰ θέσω διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου θὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Β. Διατάγματος.
§202Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κ. Πρόεδρε, νὰ ἀναφέρω μερικὰς παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ὑποπέσει εἰς τὴν ἰδίαν μου ἀντίληψιν καὶ τὰς ὁποίας γνωρίζει καλὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔδωκε προηγουμένως τὸν ὁρισμὸν τῆς θαμνώδους ἐκτάσεως καὶ ἀνέγνωσεν ἐκθέσεις ἐπιθεωρητῶν, τοὺς ὁποίους ἔχει ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, οἱ ὁποῖοι προτείνουσι τὴν καταστροφὴν αὐτῶν τῶν ἐκτάσεων, ἐφ’ ὅσον πρόσκεινται πρὸς τὰ δάση, διότι αὐταὶ κυρίως εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῶν ἐμπρησμῶν. Ἀλλ’ ἐγὼ εὑρίσκω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας κατὰ 9)10 πρέπει νὰ φυλακίσῃ τὸν συνάδελφόν του Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἠθικὸς αὐτουργὸς εἴς τινα σημεῖα τῶν πυρκαϊῶν, διότι παραχωρεῖ ἐθνικὰ κτήματα καὶ ἐνοικιάζει λειβάδια ἐκκλησιαστικὰ εἰς τρόπον ὥστε ἐξωθεῖ τοὺς ποιμένας, διὰ νὰ κάμωσιν ὅλα αὐτά, περὶ ὧν προνοεῖ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, καὶ θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἀναφέρω γεγονότα, διότι μοὶ φαίνεται ὅτι ὁσάκις ἰδεολογικῶς συζητοῦμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρίσκει εὔκολον τὸ πεδίον διὰ νὰ κερδίζῃ διατάξεις. Πρόκειται περὶ τῆς δασικῆς ἐκτάσεως τοῦ Κονταρίτη ἐν Ναυπάκτῳ, ἡ ὁποία κατὰ τὰ ¾ εἶναι θαμνώδης. Ἐντὸς ὅλης αὐτῆς τῆς ἐκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔθηκεν ὑπὸ ἀπαγόρευσιν ἡ δασικὴ ὑπηρεσία, ὑπάρχουσι γαῖαι τὰς ὁποίας τὸ Δημόσιον παρεχώρησε πρὸς διαφόρους δηλωτάς. Εἶναι τὰ ἐκκλησιαστικὰ λειβάδια, τὰ ὁποῖα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐνοικιάζει ὡς λειβάδια, καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ παράδοξον, ὁ εἷς Ὑπουργός, τὰ θέλει λειβάδια, ὁ ἄλλος τὰ θέλει δάση, καὶ ζητοῦμεν παρὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν νὰ μᾶς καθορίσωσι τίνα εἶναι τὰ λειβάδια καὶ τίνα εἶναι τὰ δάση, διότι ἀπὸ ἐτῶν διεξάγεται ἀλληλογραφία μεταξὺ τῶν δύο καὶ δὲν πείθεται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐκχωρήσῃ ταῦτα εἰς τὸν συνάδελφόν του καὶ νὰ ἀναγνωρίσῃ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ λειβαδίων, ἀλλὰ περὶ δασῶν. Ἐν τῇ ἐκτάσει λοιπὸν ταύτῃ ἔχετε ἐγκαταστήσει ἐνοικιαστὰς παρ’ ὧν ἐλάβετε χρήματα μὲ μίαν διακήρυξιν ἐνοικιάσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν λειβαδίων τρομακτικήν· ἀπειλεῖτε ποινὰς ἐκπτώσεως καθ’ οἱανδήποτε ὥραν, ἀπειλεῖτε διάλυσιν τῆς μισθώσεως, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν καλλιεργοῦσι τὰς ἐν αὐτοῖς ἀνέκαθεν καλλιεργουμένας ἐκτάσεις κλπ. Τώρα ἔρχεσθε καὶ τοῖς λέγετε· δὲν σᾶς ἐπιτρέπομεν τοῦτο.
§203Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἐπιτρέπω, λέγω ὅτι θὰ ἐπιτρέψω ὑπὸ τοιούτους ὅρους, ὥστε νὰ μὴ μεταδοθῇ ἡ πυρκαϊὰ εἰς τὸ πλησίον δάσος.
§204Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Αὐτοί, κ. Ὑπουργέ, εὑρίσκονται ἐντὸς τοῦ δάσους. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ ὀλίγων· εἶναι τρεῖς κοινότητες καὶ οἱ ποιμένες τῆς ἐπαρχίας. Πρόκειται περὶ 3000 ἀνθρώπων. Σᾶς παρακαλῶ, τί θὰ κάμητε αὐτούς; Ἐγὼ θέλω, κατερχόμενος εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, νὰ γνωρίζω τί θὰ κάμῃ τὸ Κράτος τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, διότι ὑπὸ τοὺς ὅρους αὐτούς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνωσιν οὗτοι ἐκεῖ, διότι ὅλα τὰ κτήματά των, αἱ οἰκίαι των, αἱ καλύβαι των εἶναι ἐντὸς τῶν θαμνωδῶν ἐκτάσεων, ἐγγύτερον τῶν 200 μέτρων, ἐν πλείστοις δὲ σημείοις καὶ εἰς ἀπόστασιν 50 μέτρων. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κρατεῖ αὐτοὺς ὡς ἐνοικιαστὰς καὶ λαμβάνει 80 χιλ. δραχμῶν, σεῖς ἀποδιώκετε αὐτούς. Τί θὰ γίνῃ λοιπόν; Θὰ σᾶς πληρώνωσι καὶ θὰ φύγωσιν;
§205Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τοὺς διώκω· λέγω εἰς αὐτοὺς ὅπως καὶ εἰς πάντα καλλιεργητήν, ὅτι θὰ λάβῃς αὐτὰ καὶ αὐτὰ τὰ μέτρα ὅπως μὴ μεταδοθῇ τὸ πῦρ εἰς τὸ δάσος. Ὅ τι γίνεται διὰ τοὺς ἰδιοκτήτας γίνεται καὶ διὰ τοὺς ἐνοικιαστάς. Σεῖς θέλετε νὰ ἀφήσωμεν αὐτοὺς ἐλευθέρους νὰ θέσωσι πυρκαϊάν.
§206Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Ὥστε δὲν θὰ εἰμπορέσωσι νὰ ἀνάψωσι καθόλου πυράν· πῶς θὰ ζήσωσι λοιπόν; Ὑποθέτω ὅτι οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν ἡ ἐποχὴ καὶ πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἀπολύτως νὰ ἀνάπτωσιν ὀλίγην πυράν. Πρόκειται περὶ τῶν ἐκτάσεων αὐτῶν, τὰς ὁποίας σεῖς ἐξακολουθεῖτε νὰ προστατεύητε, ἐνῷ ἡ σημερινὴ ἐπιστήμη ἀξιοῖ τὴν καταστροφήν των. Εἰς ὅλα τὰ μέρη, διὰ παντὸς τρόπου, προσπαθοῦσι νὰ ἀφαιρέσωσι τοὺς θάμνους αὐτούς, καὶ σεῖς θέλετε νὰ τοὺς προστατεύσητε! Δι’ αὐτὸ καὶ πάλιν σᾶς παρακαλῶ νὰ παραιτηθῆτε ἀπὸ τὰς θαμνώδεις ἐκτάσεις διὰ νὰ σώσητε τὰ πραγματικὰ δάση, διότι ἐν ὅσῳ θέλετε νὰ περισφίγγητε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς καθιστᾶτε ἀδιαλλάκτους ἐχθρούς, ἐνῷ διὰ τῆς συνδρομῆς τῶν ἀγροτῶν καλλίτερον θὰ ἐπιτυγχάνητε τὴν διατήρησιν τῶν δασῶν.
§207Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον ἔχετε (ἀναγινώσκει)· «ἀπαγορεύεται πᾶσα ἐκχέρσωσις πάσης ἐκτάσεως ἀπεχούσης τοῦ δάσους ἢ θαμνώδους ἐκτάσεως πέρα τῶν 200 μέτρων». Ἐπανέρχομαι εἰς τὴν προηγουμένην παρατήρησιν ὅτι εἰς τὸ δάσος θὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αἱ θαμνώδεις ἐκτάσεις, καὶ θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ τεθῇ ἡ διάταξις ὅτι· «δάσος δὲν θεωρεῖται ἡ θαμνώδης ἔκτασις ἡ ἀνεπίδεκτος ἀναδώσεως».
§208Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θὰ τεθῇ εἰς ἰσχὺν ὁ νόμος, ἀκριβῶς διὰ νὰ μεριμνήσωμεν ἐν τῷ μεταξὺ περὶ ὅλων αὐτῶν. Δὲν πρέπει νὰ συμφύρωμεν—καὶ προσεπάθησα ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἑαυτόν μου νὰ τὸ κάμω—διατάξεις μὴ ἀνηκούσας εἰς ὡρισμένον νομοσχέδιον.
§209Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπιμένω εἰς αὐτό, διότι εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν παραπόνων.
§210Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνετε ἐκ τοῦ προχείρου ἕνα ὁρισμὸν περὶ δάσους, ἐνῷ εἶναι πρᾶγμα δυσκολώτατον.
§211Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐγὼ γνωρίζω πόσον δύσκολος εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ δάσους, ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω τὴν διάκρισιν τῆς θαμνώδους ἐκτάσεως.
§212Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, τὸ τελευταῖον ἐδάφιον ὁμιλεῖ περὶ τῆς καύσεως τῶν θαμνωδῶν ἐκτάσεων τοῦ ὅλου δάσους. Ἡ καῦσις τῆς θαμνώδους ἐκτάσεως τιμωρεῖται ἐὰν ἐμπεριέχηται ἢ παράκειται εἰς τὰ δάση.
§213Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Θεωρῶ δυσκολώτατον πρᾶγμα ὁ δασάρχης, ὁποῖος αἴφνης ἑδρεύει ἐν τῇ πρωτευούσῃ τῆς ἐπαρχίας Ναυπακτίας καὶ ἔχει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του ὁλόκληρον τὴν περιοχὴν τῆς ἐπαρχίας ταύτης, νὰ δύνηται νὰ ἐποπτεύῃ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ. Διὰ τοῦτο θὰ προέτεινον ἄλλην τινὰ διατύπωσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ, ὥστε ἡ ἐκχέρσωσις νὰ ὑπόκειται εἰς τὰς ἄλλας διατάξεις.
§214Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τί νὰ κάμωμεν διὰ τὴν ἐκχέρσωσιν ἄνευ ἀδείας; Διότι καὶ μετὰ ἕνα μῆνα ἢ καὶ μετὰ δύο θὰ μάθῃ τοῦτο ὁ δασάρχης, καὶ πάλιν θὰ ὑπάγῃ νὰ τὸν ἐρωτήσῃ.
§215Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἐγὼ λαμβάνω ἄδειαν, καὶ ἀφοῦ ἀφαιρέσω τὴν ὕλην εἰς ἔκτασιν 30 μέτρων, ἐπὶ παραδείγματι, καὶ ῥογγίσω τὸν ἀγρόν, προβαίνω ἔπειτα εἰς τὴν ἐκχέρσωσιν.
§216Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα ζητήσῃ τὴν ἄδειαν ὁ δασάρχης, τὴν ἑπομένην ἡμέραν θὰ ζητήσῃ πάλιν αὐτὴν τὸ ὄργανόν του.
§217Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ δασάρχης νὰ ἔχῃ τόσα ὄργανα.
§218Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε ὑπ’ ὄψει σας ὅτι τοῦτο ἔχει συνταχθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐκκρεμοῦς νομοσχεδίου περὶ δασαρχείου;
§219Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἶναι ὄχι δυσχερέστατον, ἀλλ’ ἀδύνατον ἐντελῶς ὁ δασάρχης νὰ ἐπιβλέπῃ τοιοῦτό τι. Πρέπει νὰ δαπανήσητε ἑκατομμύρια ὁλόκληρα διὰ νὰ ἐφαρμόσητε τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§220ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία, ὑποβεβλημμένη ὑπὸ τοῦ κ. Λιδωρίκη.
§221Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ἀποσύρεται, κ. Πρόεδρε.
§222Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, δὲν ἐλαττώνετε τὰς ποινάς;
§223Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσον θέλετε.
§224Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. 150 δραχμάς.
§225Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, τριακοσίας, καὶ κράτησιν μέχρις ἕξ μηνῶν.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3ον (ἀναγινώσκεται).
§227Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἐκ τῶν ἀσβεστοκαμήνων ποτὲ πυρκαϊὰ δὲν ἐπῆλθε. Ἀλλὰ τί θὰ κάμητε διὰ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου; Θὰ δώσητε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς δασάρχας νὰ μὴ ἐπιτρέπωσί που νὰ γίνηται ἀσβεστοκάμηνος. Διότι ὡς γνωρίζετε ἡ ἀσβεστοκάμηνος γίνεται μακρὰ καὶ σκεπάζεται ὑπὸ πετρῶν, αἱ δὲ φλόγες δὲν ἐξέρχονταί ποτε εἰς τὴν ἐπιφάνειαν. Λοιπὸν διὰ τῶν μέτρων τῶν λαμβανομένων ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιβάλλεται ὅπως ὁρίζει ὁ δασάρχης τὸν τόπον, καὶ μετὰ τὴν κατασκευὴν θὰ ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ σταματᾷ τὴν ἐργασίαν.
§228Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ προσφεύγωσι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐὰν ἀδικῶνται. Θέλετε νὰ κάμνωσιν ἀσβεστοκάμηνα ὅπου θέλουσιν αὐτοί, καὶ τὸ Κράτος νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ τίποτε;
§229Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον ὅμως λέγει ὁσάκις παραπονῆται τις ὅτι ἔχει ἔκθεσιν τοῦ δασάρχου καὶ εἰς αὐτὴν στηρίζεται συνήθως.
§230Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ὑπουργεῖον θὰ στείλῃ ἐπιθεωρητήν.
§231Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὁ ἐπιθεωρητὴς σπανίως διαφωνεῖ πρὸς τὸν δασάρχην.
§232Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται ὅπως διὰ τὴν κατασκευὴν ἀσβεστοκαμήνων λαμβάνωσιν ἀδείας.
§233Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τώρα ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία λέγει ὅτι θὰ λάβῃ ἄδειαν. Δὲν εἰσάγω τίποτε νέον. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 3 ὡς καὶ τὸ ἄρθρον 4 ὡς ἐτροπολογήθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἐπίσης γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 5 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, καὶ τὸ ἄρθρον 6ον μὲ τὴν τροποποίησιν τοῦ κ. Λιδωρίκη, ἀποδεκτὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7ον (ἀναγινώσκεται).
§235Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Καὶ ἐξ ἀμελείας ἅμα συμβῇ πυρκαϊὰ εἰς τὸ ἰδιόκτητον δάσος, νὰ στερῆται τῆς καρπώσεως τῆς ἰδιοκτησίας του ὁ ἰδιοκτήτης;
§236Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα καὶ ἐξ ἀμελείας, διότι ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ εἰς τὸ ἰδικόν του πυρκαϊὰ ἀλλὰ νὰ μεταδοθῇ τὸ πῦρ καὶ εἰς τὸ παρακείμενον.
§237Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐὰν ἑνὸς ἐπιμελοῦς ἰδιοκτήτου καταστραφῇ τὸ δάσος ἐξ ἀμελείας τῶν ὑπηρετῶν του, εἶναι δίκαιον νὰ στερηθῇ οὗτος τῆς ἰδιοκτησίας του;
§238Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ ἰσχύουσα σήμερον διάταξις εἶναι ἡ ἰδία. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 7 ἀπορριφθείσης τῆς τροπολογίας τοῦ κ. Κ. Λιδωρίκη). Ἄρθρον 8ον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ν. Χατζηρρήγα.
§239Ρ. ΧΑΤΖΗΡΗΓΑΣ. Φέρω τὴν τροπολογίαν ταύτην δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν Ναυπάκτῳ, ὅπου ἀπηγορεύθη ἡ καλλιέργεια καὶ ἡ βοσκὴ ἰδιοκτήτου καὶ διετάξετε σεῖς νὰ ἐπιτραπῇ.
§240Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διότι ἐπείσθην ὅτι κατ’ οὐσίαν εἶχε δίκαιον ὁ ἰδιοκτήτης. Ἐν τούτοις ὁ νόμος εἶναι σοφώτατος. Ὁ νόμος λέγει, διὰ νὰ σοῦ ἀφαιρέσω τὴν διάθεσιν τὴν ὁποίαν ἔχεις, σὲ τιμωρῶ· δηλαδὴ δὲν σοὶ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ βόσκῃς. Ἂν πείθηται ὅμως ἡ διοίκησις ὅτι ἔχεις δίκαιον τότε σοὶ τὸ ἐπιτρέπει.
§241Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Νὰ τεθῇ ἀντὶ ἐθνικῶν «μὴ ἰδιωτικῶν».
§242Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτέθη, κ. Καναβέ. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 8). Ἄρθρον 9. (ἀναγινώσκεται).
§243Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Διατί ν’ ἀπαγορεύηται ἡ βοσκὴ ἐπὶ δέκα ἔτη. Αὐτὸ εἶναι στέρησις ἰδιοκτησίας.
§244Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄλλο στέρησις ἰδιοκτησίας καὶ ἄλλο περιορισμὸς αὐτῆς ἐκ γενικωτέρου συμφέροντος. Ἡ ἀπαγόρευσις αὐτὴ τῆς βοσκῆς, δύναται ἐξαιρετικῶς νὰ ἀρθῇ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει. Ὅταν γνωμοδοτῶσιν αἱ ὑπηρεσίαι ὅλαι ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ πταίῃ ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ὅτι τέλος δὲν κάμνει νὰ μένῃ αὐτὸ τὸ μέρος ἀχρησιμοποίητον, τότε τροποποιοῦμεν τὴν ὑπάρχουσαν νομοθεσίαν, καὶ δύναται νὰ ἀρθῇ ἡ ἀπαγόρευσις. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἐγένετο μὲ πολλὴν προσοχήν.
§245Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Δὲν σᾶς κατηγορῶ ὅτι δὲν ἐδώκατε προσοχήν, ἀλλὰ θέλω νὰ σᾶς εἴπω τοῦτο· ὅταν πρόκειται περὶ ἰδιοκτήτου δάσους, ὁ δὲ ἰδιοκτήτης οὐδὲν ἔχει ἐνδιαφέρον, τί σᾶς πταίει ὁ ἰδιοκτήτης.
§246ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐνδιαφέρον ἔχει τὸ Κράτος νὰ προστατευθῇ τὸ δάσος, ἡ δὲ ἰσχύουσα νομοθεσία αὐτὸ λέγει. Ἔρχεται τώρα ἡ Κυβέρνησις καὶ προτείνει ἐπιεικέστερα μέτρα.
§247Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Ἐὰν δι’ ἄλλον λόγον θέλῃ, ἂς τὸ ἀγοράσῃ.
§248ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καθόλου.
§249Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Δὲν ἔχει οὕτως. Εἶναι τελεία στέρησις τῆς ἰδιοκτησίας. (Διάλογοι).
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 9ου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ρ. Χατζηρήγα, τὴν ὁποίαν παρακαλεῖται νὰ ἀναγνώσῃ ὁ κ. Γραμματεύς. (Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία).
§251Ρ. ΧΑΤΖΗΡΗΓΑΣ. Λέγει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα.
§252ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν λέγει αὐτὸ τὸ Σύνταγμα. Οὐδεμία τοιαύτη διάταξις τοῦ Συντάγματος ὑπάρχει. Οὔτε τὸ ἀφαιρεῖ. Πάλιν δάσος θὰ μίνῃ.
§253Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἰσχύει αὐτὸ ἐπὶ τόσα ἔτη.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 9ον, ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 10. (Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 11. (ἀναγινώσκεται).
§255Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐνταῦθα ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης, προτείνει τροπολογίαν, ἢ εἰσπράκτορος ἢ τῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία γίνεται δεκτή. Ἐπίσης τὸ ποσὸν τῶν 100 δραχμῶν τροποποιεῖται· τὸ πολὺ ὅμως 100, ὄχι πάντοτε 100.
§256ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 12. (ἀναγινώσκεται).
§257Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ τίθεται· «ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἀθωωθῇ, αἱ δαπάναι ἐπιβαρύνουσι τὸ Δημόσιον».
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12 ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§259Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12ου θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ ἐπιμείνητε εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν.
§260Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰσχύει καὶ σήμερον. Ἀναγνώσατέ το. Καταβάλλονται λέγει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐκδοθείσης ἀποφάσεως. Θὰ ἐκδοθῇ ἀπόφασις καὶ ἂν καταδικασθῇ ὁ κατηγορούμενος τότε θὰ πληρώσῃ.
§261ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον, κ. Καναβέ.
§262Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Ἐγώ, προκειμένου περὶ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ, εἶμαι σύμφωνος, νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ γεγονὸς τῆς παραβάσεως τοῦ νόμου, καὶ ἐὰν συλληφθῇ ἐντὸς τοῦ κτήματος νὰ τιμωρηθῇ. Ἐδῶ ὅμως, προκειμένου περὶ τῶν ὁρίων τῶν ἀπηγορευμένων ἐκτάσεων, ὄχι, διότι καθ’ ἑκάστην θὰ ἔχωμεν ἀνωμαλίας. Εἶναι ἤδη τοῦτο ἓν ἐκ τῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἐγεννήθησαν ὑπὸ τὰς ὄψεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὁ ὁποῖος ἠναγκάσθη τῇ ἐμῇ συστάσει καὶ παρακλήσει, ἵνα ἀπαλλαγῶσιν ἄνθρωποι καταγγελθέντες ὅτι ἔβοσκον τὰ ζῶα των ἐντὸς ἀπηγορευμένης ἐκτάσεως, ἐνῷ ἡ ἔκτασις δὲν ἦτο ἀπηγορευμένη, νὰ ἐκδώσῃ πιστοποιητικὸν διότι εὑρέθη δικαστὴς ὅστις διέταξε τὴν προσκόμισιν πιστοποιητικοῦ. Ἀλλὰ δὲν συμβαίνει πάντοτε ἡ εὐκολία αὐτὴ νὰ προσκομίζηται ἐπίσημον πιστοποιητικόν, διότι δὲν συντρέχει ἀκριβῶς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν νὰ τίθηται ἡ ἀπαγόρευσις ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου.
§263ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ λέγει κατόπιν ἀποφάσεως, δὲν βλέπω κίνδυνον.
§264Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, ἡ ἰσχύουσα νομοθεσία λέγει ὅτι καταβάλλονται σύλληπτρα λεπτὰ πεντήκοντα, καὶ ἐγὼ θέτω εἴκοσι δι’ ἕκαστον πρόβατον καὶ τεσσαράκοντα διὰ μίαν αἶγα. Ἐλαττώνω, καὶ ἔρχεσθε νὰ μοὶ ἐπιτεθῆτε;
§265Ι. ΚΑΝΑΒΟΣ. Οὐδέποτε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος.
§266Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐφηρμόσθη πάντοτε. Λέγετε ὅτι τὰ ὅρια τῶν ἀναδασωτέων ἐκτάσεων δὲν εἶναι σαφῶς καθωρισμένα· τίνα ὅμως μέριμναν λαμβάνει τὸ νομοσχέδιον καὶ δι’ αὐτό; Λέγει ὅτι εὐθὺς ὡς γίνῃ πυρκαϊά, δὲν θὰ γίνῃ ὅπως πρότερον, ἀλλὰ θὰ ὑποχρεῶται τὸ Δημόσιον νὰ θέτῃ ὅρια· δηλαδὴ μίαν πυραμίδα ἢ σωρὸν λίθων ἢ πινακίδας καὶ οὕτω δὲν θὰ μεταβάλλωνται τὰ ὅρια, καὶ δὲν θὰ ἐπεκτείνωνται εἰς ἐκτάσεις μὴ ἀναδασωτέας. Ὥστε βλέπετε ἐλήφθη πᾶσα πρόνοια.
§267Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐλάβετε ὑπ’ ὄψιν ἐκθέσεις μόνον τῶν δασαρχῶν Ἀττικῆς.
§268Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κατάγομαι ἐξ Ἀττικῆς.
§269Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι δὲν ἔχετε καμμίαν ἔκθεσιν περὶ τῶν δασῶν τῆς Εὐρυτανίας καὶ Φθιώτιδος· ἔχετε μόνον περὶ τῶν τῆς Ἀττικῆς.
§270Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς βεβαιῶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία ἔχει ὑποβάλει ἀπείρους ἐκθέσεις δι’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα.
§271Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐγὼ λέγω καὶ πάλιν ὅτι οὐδεμίαν ἔχετε ἔκθεσιν.
§272Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Νὰ μὴ ἐπιμένητε, διότι μετ’ οὐδὲν συμφέρον τῆς Πολιτείας συνδέεται. Ἐὰν ἔχητε δυσπιστίαν εἰς τὰ ὄργανά σας, ὅτι δὲν ἐκπληροῦσι τὰ καθήκοντά των μὲ τοὺς ἀρκετὰ καλοὺς μισθοὺς τοὺς ὁποίους δίδει ἡ Πολιτεία, καὶ θέλετε νὰ ὑποκαύσητε καὶ νὰ ὑποκινήσητε τὸν ζῆλον διὰ τῆς ἀμοιβῆς ἐκ τῆς καταδίκης τῶν πολιτῶν, αὐτὸ εἶναι τὸ κινδυνωδέστερον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἡ κινδυνωδεστέρα παγὶς κατὰ τοῦ λαοῦ. Δυστυχῶς ὑπάρχει ἡ πρόληψις ὅτι θὰ ἀποφασίσῃ αὐτὸ τὸ Δικαστήριον. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα. Θέλετε ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἐξασφαλίσητε ἄδικον ἀπόφασιν. Αὐτὸ ἐφηρμόσθη εἰς τὴν ἀγροφυλακὴν καὶ ἔδωκε νὰ ἐννοήσῃ ὁ κόσμος ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νὰ δίδηται ἀμοιβὴ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐκπληροῦσιν τὸ καθῆκόν των, εἶναι κάκιστον μέτρον τῆς Πολιτείας. Ἐν προκειμένῳ τί γίνεται; Προεξοφλεῖτε τὴν ἀπόφασιν νὰ εἶναι καταδικαστικὴ κατὰ τοῦ ἀδικουμένου. Τί ἐννοεῖτε ἀδικουμένου, ὅταν λέγητε ὅτι θὰ διανέμωνται τὰ κέρδη πάντες οἱ περιοδεύοντες;
§273Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περιώρισα τὸ ποσόν. Οὐχὶ ἄνω τῶν 25 δραχμῶν.
§274Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος ἀμοιβῆς. Θέλετε ποινήν; Νὰ θέσητε τοιαύτην, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀρχῶν τοῦ νόμου καὶ νὰ προστατεύῃ τὰ δάση καὶ ὄχι νὰ ἐπιβάλητε ποινὴν κατ’ ἐκείνου ὁ ὁποῖος διέρχεται 100 μέτρα μακρὰν ἢ κατ’ ἐκείνου τοῦ ποιμένος ὁ ὁποῖος δὲν θὰ προσέφερεν γάλα εἰς τὸ δασονομικὸν ὄργανον, τὸ ὁποῖον συλλαμβάνει τὴν ἰδέαν νὰ τοῦ συλλάβῃ τὰ ζῷα καὶ νὰ λάβῃ ἀμοιβήν.
§275Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θέσατε ὡς ποινὴν τὴν ἀμοιβὴν αὐτήν.
§276Ι. ΓΚΕΚΑΣ. Νὰ θέσητε ποινὴν ὥστε ὁ δασοφύλαξ, ὁ ὁποῖος κακῶς θὰ συλλάβῃ τὰ ζῶα, νὰ τιμωρῆτε μὲ φυλάκισιν καὶ πρόστιμον ἀρκετὰ καλά.
§277Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Θὰ ἐξέφραζον τὴν γνώμην ν’ ἀπαγγελθῶσιν ποιναὶ κατὰ τῶν συλλαμβανόντων ζῶα εἰς μὴ δασικὰς ἐκτάσεις. Τοιαῦται ἀπαγορευτικαὶ διατάξεις ὑπάρχουσιν εἰς τὸν νόμον ΑΧΚΗʹ τοῦ 1887 «περὶ παρανόμου βοσκῆς».
§278Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Κατηργήθη.
§279Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Γράψατε αὐτὸ καὶ θὰ τὸ διατυπώσω ὡς τελευταῖον ἄρθρον.
§280Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 12ον, ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 13. (ἀναγινώσκεται).
§282Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μοὶ κάμνει ἐντύπωσιν ἡ πρότασις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἡ ὑποβληθεῖσα πρὸ ὀλίγου, διότι θὰ κάμῃ τὰ δασονομικὰ ὄργανα νὰ ἐκδίδωσιν ἀποφάσεις. Ἐπειδὴ δὲ δὲν θὰ ἔχωσι νὰ πληρώσωσιν οἱ ποιμένες, θὰ κρατῆται τὸ ποίμνιον καὶ θὰ ἐπέρχωνται συμπλοκαί, ἐνῷ δὲν θὰ γίνῃ τὸ τοιοῦτον ἐὰν τὰ δασονομικὰ ὄργανα ἔχωσι τοιαύτας ποινάς.
§283ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ φοβεῖσθε αὐτό.
§284ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13ον, ὡς ἐτροπολογήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται ἀκολούθως τὸ ἄρθρον 14). Ἄρθρον 15. (ἀναγινώσκεται).
§285Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ προστεθῇ (ἀναγινώσκει)· «αἱ διατάξεις αἱ ἀπαιτούμεναι διὰ τὸν παρόντα νόμον ὁρίζονται διὰ Β. Διατάγματος».
§286Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Νὰ προστεθῇ ὅτι «ὁ κανονισμὸς τοῦ 1856, δυνάμει τοῦ ὁποίου διέπονται τὰ δάση ἐν Κεφαλληνίᾳ, ἐξακολουθεῖ ἰσχύων.
§287ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 15ον, ὡς ἐτροποποιήθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται.
§288ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἀμέσως ἑπόμενον εἶναι τὸ «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ ἀναθεωρήσεως ἀνικάνων καὶ βοηθητικῶν». Εἶναι εἰς αʹ ἀνάγνωσιν. Παρακαλῶ νὰ δεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ ψηφισθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὐταί, αἱ ὁποῖαι εἶναι τὸ πλεῖστον ἐξ ἐκείνων αἵτινες ὑπεβλήθησαν, κατόπιν δὲ νὰ τυπωθῶσιν αἱ τροπολογίαι αὐταὶ διὰ νὰ τὰς ἔχητε ὑπ’ ὄψει κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν.
§289Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐὰν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἐξέτασις εἰς τὰς ἕδρας τῶν συνταγμάτων.
§290ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔχω ὁρίσει ἕδρας.
§291Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τί θὰ γίνῃ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι 15 ἡμέρας καὶ δὲν δύνανται νὰ ἐξετασθῶσι;
§292ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥρισα δύο ἐπιτροπάς.
§293Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κάθε ἡμέραν μεταβαίνουσιν νὰ ὁρίσητε ἡμέρας.
§294ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρώτη κατ’ ἄρθρον συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ ἀναθεωρήσεως ἀνικάνων καὶ βοηθητικῶν». (Ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν).
§295ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς σχέδια νόμου· «Περὶ ἐγκρίσεως συστάσεως ἐθελοντικῶν Σωμάτων κατὰ τὸ 1912 καὶ ἀποδόσεως λογαριασμοῦ τῆς διαχειρίσεως τῆς ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπῆς». «Περὶ συμπληρώσεως τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 228 νόμου τῆς 5 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. περὶ συστάσεως Σώματος Στρατιωτικῆς Ἐπιμελητείας». «Περὶ προκαταβολῆς ὁδοιπορικῶν Ἀξιωματικῶν καὶ Ἀνθυπασπιστῶν».
§296ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα παραπέμπονται εἰς τὴν διαρκῆ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐπιτροπήν.
§297Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον «περὶ ἐγκρίσεως προϋπολογισμῶν ἔργων ἀποξηράνσεως ἑλῶν καὶ διευθετήσεως ποταμῶν καὶ χειμάρρων καὶ περὶ αὐξήσεως προϋπολογισμῶν ὁμοίων ἔργων ἐγκριθέντων διὰ τοῦ νόμου
ΔΛΣΤʹ.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἐκ τῶν βουλευτῶν κ. κ. Λ. Κογεβίνα, Σ. Ἀγαπητοῦ, Π. Πολυχρονιάδη, Γ. Καντιάνη, Δ. Κριεκούκη καὶ Α. Περρωτῆ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Καντιάνης, Σ. Κροκιδᾶς, Π. Τσαλδάρης, Θ. Παπαϊωάννου, Ν. Γαρδικιώτης κλπ. ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ ἐλαττώσεως τῆς μισθώσεως τῶν φόρων ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τῶν δήμων κατὰ τὸ ἔτος 1914». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ ἀκαταδιώκτου τῆς ὑφαιρέσεως τῶν καρπῶν τοῦ 1914» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Χαριτᾶτος καὶ Γ. Κατσιμπίρης ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου «περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ νόμου 296 τοῦ 1914». Ὁ βουλευτὴς κ. Σ. Κροκιδᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐφαρμογῆς τῶν ἀροτριώντων κτηνῶν κλπ». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Βελέντζας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Στρατιωτικοῦ Σχολείου». Ὁ βουλευτὴς κ. Ν. Βελέντζας ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ κυρώσεως τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ προσωπικοῦ τῶν Σχολείων τῆς Δημοτικῆς καὶ Μέσης ἐκπαιδεύσεως τῶν νέων Χωρῶν κλπ». (Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9.15. μ. μ.)