1914.09.30
5,870 rows · 45,424 words · 373 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 14
τῆς 30ῆς Σεπτεμβρίου 1914.
(Τρίτη, ὥρᾳ 5.25′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι· Οἱ ἐξ Ἁλμυροῦ διδάσκαλοι παρακαλοῦσιν, ὅπως αὐξηθῇ ὁ μισθὸς τῶν διδασκάλων. Ὁ Νικόλ. Ἀθανασιάδης ἐκ Φιλιατρῶν φοιτητὴς τῆς Φαρμακευτικῆς παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἐπιτραπῇ νὰ λάβῃ τὰς ἀποδείξεις του ἐπὶ τῷ ἡμίσει τῆς τιμῆς των. Ὁ λαὸς Ναυπακτίας παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας των. Τὸ Δημοτικὸν Συμβούλιον Τρικκάλων παρακαλεῖ, ὅπως μέρος τῶν πόρων τοῦ λιμενικοῦ ταμείου Βόλου διατεθῇ πρὸς ἀρωγὴν τῶν οἰκονομικῶν τοῦ δήμου τούτου. Ὁ ἐκ Καλαμῶν Ἀναστάσιος Κοροκλώνης ἐνοικιαστὴς τοῦ φόρου τῶν δημοσίων θεαμάτων παρακαλεῖ, ὅπως τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου 108 τοῦ 1913 ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτόν. Ὁ ἐξ Ἀθηνῶν Ἀναστάσιος Παναγιωτόπουλος πρώην ἐνωμοτάρχης τῆς χωροφυλακῆς παρακαλεῖ, ὅπως αὐξηθῇ ἡ σύνταξίς του. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Μάλτας παρακαλεῖ, ὅπως διὰ νόμου ἐπιτρέπηται ἡ κεχωρισμένη παρ’ ἑκάστης κοινότητος διάθεσις τῶν προσόδων της. Ὁ ἐκ Καλαμῶν Λεωνίδας Σμαῆλος παρακαλεῖ, ὅπως ὁ ἀδελφός του Νικόλαος ἀνθυπασπιστὴς τοῦ 11 Πεζ. Συντάγματος δι’ ἐπαναφορᾶς του εἰς τὸ Σχολεῖον τῶν Εὐελπίδων συμπληρώσῃ τὰς σπουδάς του. Οἱ γονεῖς τῶν μαθητῶν τῆς Κοινότητος Μαυροβουνίου τοῦ Γυθείου παρακαλοῦσιν, ὅπως εἰς τοὺς τελειοφοίτους τοῦ πλήρους σχολείου ἐπιτραπῇ ἡ ἐγγραφὴ ἀνεξεταστί. Ὁ δήμαρχος Ἑρμουπόλεως παρακαλεῖ, ὅπως ἱδρυθῇ ἐν Ἑρμουπόλει Διδασκαλεῖον ἀρρένων καὶ θηλέων. Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Πύλου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ καὶ περὶ αὐτῶν μέριμνα. Τὸ Κοινοτικὸν Συμβούλιον Καζακλὰρ παρακαλεῖ, ὅπως τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον 82 τοῦ νόμου ͵ΔΝΖʹ περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων. Ὁ ἐκ Κοζάνης Χουσεῒν Ῥεσὶτ βέης παρακαλεῖ, ὅπως τῷ ἀποδοθῇ τὸ τσιφλίκιόν του. Ὁ Ἐμπορικὸς Συνεταιρισμὸς Φαρσάλων παρακαλεῖ, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συνεταιρισμῶν. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Λαμίας παρακαλεῖ, ὅπως ἀνασταλῇ ὁ νόμος περὶ βραχυπροθέσμων παραγραφῶν. Οἱ κάτοικοι Δομιανῶν Εὐρυτανίας ὑποβάλλουσι ψήφισμα περὶ λήψεως προνοίας διὰ τὴν συγκοινωνίαν των. Οἱ κάτοικοι Γραμματικόβου τῆς Μακεδονίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν δικαστικὴν περιφέρειαν Ἐδέσσης. Οἱ κάτοικοι Μάκρυσης τῆς Φθιώτιδος παρακαλοῦσιν, ὅπως τοῖς ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα ξύλευσις ἐκ τῶν ἐθνικῶν δασῶν τῆς περιφερείας των. Τὸ Ἐργατικὸν Σωματεῖον μεταλλευτῶν Λαυρείου διαμαρτύρεται κατὰ τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου περὶ ἀπεργιῶν. Οἱ οἰνοπαραγωγοὶ Μεσενικόλα παρακαλοῦσιν, ὅπως ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ συνεταιρισμῶν. Ἡ Πανεργατικὴ Ἕνωσις Βόλου παρακαλεῖ, ὅπως μεταρρυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαστικῶν μεταφορῶν καὶ τῆς δημοσίας τάξεως. Ὁ Ἑλληνικὸς Μηχανουργικὸς Σύνδεσμος διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς νοθείας τῶν ἀλεύρων. Τὸ Ἐργατικὸν Κέντρον Ἀθηνῶν παρακαλεῖ, ὅπως μεταρρυθμισθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀναγκαιουσῶν μεταφορῶν κτλ. Ὁ ἐκ Τραπεζοῦντος Ἄγγελος Σκάσης παρακαλεῖ, ὅπως ληφθῇ μέριμνα καὶ περὶ τῶν ἀκολουθησάντων ἑκουσίως τὴν ἐκστρατείαν καὶ παθόντων ἐν αὐτῇ. Ἡ Σοφία χήρα Λαμπαδαρίου παρακαλεῖ, ὅπως τῇ δοθῇ μηνιαῖον βοήθημα, διότι ὁ μονογενὴς υἱός της καὶ τὸ μόνον βοήθημα τῶν γηρατείων της ἐφονεύθη ἐν Τζουμαγιᾷ. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ἐρ. Τομπάζης, Δ. Πετσάλης, Ἰ. Μπουρνιᾶς καὶ Ν. Σταματιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ συστάσεως χημικοῦ ἐργαστηρίου». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Γ. Στρατούλης, Π. Λαγοπάτης, Ν. Βελέντζας, Κ. Ἀλαβᾶνος κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Δημοσίου Λυσσιατρείου καὶ Δαμαλιδοκομείου». Μὴ ὑπαρχούσης ἀντιρρήσεως χορηγεῖται μετὰ τοῦτο εἰς τὸν βουλευτὴν κ. Ν. Ξηρὸν ἄδεια 10 ἡμερῶν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§2Π. ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Λυγερέα τοῦ δήμου Μαλευρίου τῆς ἐπαρχίας Γυθείου παρακαλοῦσι δι’ ἀναφορᾶς των τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως εὐαρεστηθῇ νὰ συστήσῃ τηλέφωνον. Πρόκειται περὶ ἐλαχίστης δαπάνης, διότι ἡ ἀπόστασις ἀπὸ Γυθείου μέχρι Μαλευρίου εἶναι μικρά. Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν, ὅπως τὴν μελετήσητε καὶ ἐκτιμήσητε τὰ δίκαια αἰτήματα τῶν κατοίκων.
§3Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ν’ ἀποσταλῇ παρακαλῶ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἀναφορὰ παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ κ. κ. Ι. Δελμοῦζος καὶ Ι. Ξηρὸς «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τί ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς κατὰ τὸν παρελθόντα Μάϊον ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Παλαιοχωρίου τῆς Παρνασσίδος, δι’ ἧς ἐζήτουν τὴν ἐπιδιόρθωσιν τοῦ δημοτικοῦ σχολείου τῶν ἀρρένων». Ἀναβάλλεται. Ὡσαύτως ἀναβάλλεται ἡ ὑπ’ ἀριθ. 3 ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐνοικιαστῶν τοῦ φόρου ὠνίων Κυπαρισσίας. Ὁ κ. Στ. Ἀναστασιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Λαρίσης ἠλεκτρολόγου Ἀγαμέμνονος Δημητρίου.
§5Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ὁ ἠλεκτρολόγος Δημητρίου καταγγέλλει ὡρισμένας παραβάσεις τῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρίας τῆς πόλεως Λαρίσης καὶ διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει ὅπως τὴν προσεχῆ Δευτέραν, ἡμέραν συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἑταιριῶν, συζητήσωμεν συγχρόνως καὶ περὶ τῆς ἠλεκτρικῆς ἑταιρίας Λαρίσης καὶ ἀναπτύξωμεν εὐρύτερον τὰς καταγγελλομένας παραβάσεις.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Λ. Θανόπουλος καὶ Α. Παπαποστόλου ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Ῥεντίνης.
§7Α. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ ἀνασυστάσεως τοῦ εἰρηνοδικείου Ῥεντίνης, διότι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον οἱ κάτοικοι νὰ κατέρχωνται εἰς Σοφάδες. Εὑρίσκονται ἐν τελείῳ ἀποκλεισμῷ λόγῳ τῶν χιόνων.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργόν, ὅστις θὰ λάβῃ μέριμναν. Οἱ κ. κ. Ι. Μπρισιμιτζάκης καὶ Α. Ἀναστασιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κορωπίου.
§9Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ χωρίου Κορωπίου ὑπέβαλον ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ τῆς ὁποίας παραπονοῦνται κατὰ τῆς διδασκαλίσσης των, ὅτι εἶναι γραῖα καὶ ὅλως ἀκατάλληλος πρὸς τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς. Ὅτι κατὰ τὸ τέλος τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1913, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ αὕτη πρὸς τὰς μαθητρίας τὰ ἐνδεικτικά, ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν, παρὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὅπως τῇ καταβάλωσιν ἄλλαι δύο δραχμάς, ἄλλαι τρεῖς καὶ ἄλλαι ὅπως κομίσωσιν αὐτῇ ὅ τι δύνανται ἀπὸ τοῦ οἴκου των. Ἐπίσης ὅτι κακομεταχειρίζεται τὰ τέκνα των, στέλλουσα νὰ τῆς ἀγοράσωσιν ἐκ τοῦ σιδηροδρομικοῦ σταθμοῦ, ὅστις ἀπέχει ἀρκετὰ τοῦ χωρίου, ἐφημερίδας, πρὸς δὲ τὰς χρησιμοποιεῖ καὶ διὰ τὰς οἰκιακάς της ὑπηρεσίας. Πρὸ μηνῶν οἱ αὐτοὶ κάτοικοι ὑπέβαλον ἑτέραν ἀναφοράν, ἡ ὁποία διεβιβάσθη πρὸς τὸ ἐποπτικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἀπέστειλεν ἐπιθεωρητήν, ὅστις εὗρεν ὅτι ἦσαν δίκαια τὰ παράπονα αὐτῶν καὶ ἐτιμώρησεν αὐτὴν διὰ δεκαδράχμου προστίμου, πρὸ διετίας δὲ περίπου εἶχε καὶ παυθῇ. Ἀλλ’ αὐτὴ δὲν σωφρονίσθη καὶ ἐξακολουθεῖ τὴν αὐτὴν τακτικήν, πρὸς δὲ ἀπουσιάζει τοῦ χωρίου ἀπερχομένη κατὰ Σάββατον, ἐπανακάμπτει δὲ τὴν Τρίτην. Παρ’ ὅλα ταῦτα, καίτοι ἐγένοντο μεταβολαί, ἡ διδασκάλισσα αὐτὴ καὶ αὖθις παρέμεινε, διὰ τὸ ὁποῖον ἠναγκάσθησαν οἱ κάτοικοι ν’ ἀποσύρωσι τὰ τέκνα αὐτῶν τοῦ σχολείου. Οὕτως, ἐνῷ οἱ κάτοικοι ἀνέρχονται εἰς 4.000, μόνον ὀγδοήκοντα μαθήτριαι φοιτῶσιν. Παρακαλῶ ὅθεν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὅπως φροντίσῃ νὰ παύσῃ τὴν διδασκάλισσαν αὐτήν, ἡ ὁποία κάθε ἄλλο ἢ κατάλληλος διδασκάλισσα εἶναι ὅπως μορφώσῃ τὰ τέκνα τῶν ἐκεῖ κατοίκων, οἵτινες δικαιότατα παραπονοῦνται.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Ἀναστασιάδης.
§11Α. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχω νὰ προσθέσω ἄλλο τι μετὰ τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ κ. Συναδέλφου.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀναστασιάδης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Λικατερίνης. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ν. Ξηρὸς ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Γαρδικίου.
§13Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἤθελον νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Γαρδικίου, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι τὴν ἀναθεώρησιν τῆς ἀποφάσεως τοῦ δασαρχείου Φθιώτιδος, δι’ ἧς ἀπηγορεύθη ἡ ξύλευσις, ἡ βοσκὴ καὶ ἡ καλλιέργεια ἐπὶ τοῦ προαυλίου τοῦ χωρίου. Ζητοῦσι νὰ ἐπιτραπῇ μόνον ἡ βοσκή, ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὴν ξύλευσιν καὶ καλλιέργειαν νὰ ὑφίσταται ἡ ἀπαγόρευσις.
§14Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Νὰ μοὶ ἀποσταλῇ παρακαλῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 8 ἀναφορὰ τῶν καταδίκων φυλακῶν Αἰγίνης ἀναβάλλεται. Οἱ κ. κ. Δ. Χατζηγιάννης καὶ Θ. Κουτούπης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν τελειοφοίτων τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου.
§16Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μεταξὺ τῶν μέτρων τῶν νομοθετικῶν, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ὑπὲρ τῶν ἐπιστράτων φοιτητῶν τοῦ Πανεπιστημίου ὑπῆρξε καὶ διάταξις, καθ’ ἣν ἀπηλλάσσοντο τῶν τελῶν τῶν ἐπὶ πτυχίῳ ἐξετάσεων οἱ ὑπηρετήσαντες ἐν τῷ στρατῷ τεταρτοετεῖς καὶ τελειόφοιτοι. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ διάταξις, ἡ τόσον εὐεργετική, κινδυνεύει ν’ ἀποκλείσῃ φοιτητὰς ἐξ ἴσου δικαιουμένους τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, διότι, ἀντὶ νὰ λέγῃ ὅτι ἡ προθεσμία τοῦ νὰ δίδωσιν ἐξετάσεις ἄνευ τελῶν λήγει κατὰ τὸ τέλος τοῦ 1914, λέγει ὅτι μέχρι τέλους τοῦ πανεπιστημιακοῦ ἔτους 1914, δηλαδὴ μέχρι τῆς 15 Ἰουνίου 1914. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἐψηφίσθη τὸν μῆνα Ἀπρίλιον, καὶ ἔμενε διάστημα μόλις δύο μηνῶν, ὁπότε μόνον τελειόφοιτοι ἀπολυθέντες τὸν μῆνα Νοέμβριον ἢ Δεκέμβριον προσῆλθον καὶ ἔδωκαν ἐξετάσεις. Ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ἄλλοι τοῦ 1910, οἱ ὁποῖοι πρῶτον μὲν ἐπὶ τετραετίαν ἦσαν στρατιῶται, δεύτερον δὲ ἀπελύθησαν πολὺ ἀργά, ὥστε νὰ εἶναι τελείως ἀδύνατον νὰ παρασκευασθῶσιν. Ἐκτὸς τούτων ὅμως ὑπάρχουσι καὶ ἄλλοι τραυματίαι καὶ ἀσθενεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐνοσηλεύοντο εἰς τὰ νοσοκομεῖα καὶ ὅτε ἀκόμη ἔληξεν ἡ προθεσμία τοῦ νόμου αὐτοῦ. Ἐφ’ ὅσον λοιπὸν ἡ μὴ ἔγκαιρος προσέλευσίς των προῆλθε καὶ λόγῳ τοῦ πολέμου καὶ λόγῳ τῆς οἰκονομικῆς δυσπραγίας, ἥτις ἐπηκολούθησε μετὰ τὸν πόλεμον, φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν ὅπως ἐπεκταθῇ ἡ προθεσμία μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1914, ὁπότε ἀσφαλῶς θὰ προσέλθωσιν εἰς ἐξέτασιν.
§17Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§18Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μετὰ τὴν ὑπόσχεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι θέλει ἐξετάσει τὸ ζήτημα, δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπεκτείνω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς μετ’ εὐμενείας θέλει ἀποδεχθῆ τὴν ὑποβαλλομένην αἴτησιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Προδρόμου Καρατζᾶ. Ἀναβάλλεται, ἀπουσιάζοντος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐπίσης ἀναβάλλεται ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἐκ Τριπόλεως Μηνᾶ Κωνσταντοπούλου καὶ λοιπῶν ἐνοικιαστῶν ὠνίων καὶ ἐμπορευμάτων τοῦ δήμου Τριπόλεως. Ὁ κ. Σ. Ἰγγλέσης ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ποιμένων Κεφαλληνίας.
§20Σ. Κ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, κ. Βουλευταί, ὅτι ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει δημοσία ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει καὶ ἡ ἔννοια τοῦ Κράτους. Ἐν Ἑλλάδι ἀνέκαθεν δὲν ὑπῆρξε πρότυπον τελειότητος ἡ δημοσία ἀσφάλεια, διὰ πολλοὺς λόγους. Ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἀνέγραψεν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὸ πρόγραμμα αὐτῆς μεταξὺ τῶν ἄλλων τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τῆς δημοσίου καὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν ἐκτάκτων πολιτικῶν γεγονότων δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὸ πρόγραμμα αὐτῆς εἰς ὅλας αὐτοῦ τὰς λεπτομερείας. Ἐν Κεφαλληνίᾳ, τῇ ἰδικιτέρᾳ πατρίδι μου, τῇ ὀρεινῇ, ἡ δημοσία ἀσφάλεια περιῆλθε πρὸ πολλοῦ εἰς κακὴν κατάστασιν· ὅλοι ἐκεῖ διαρκῶς παραπονοῦνται διὰ τοῦτο καὶ ἐπανειλημμένως παρεκάλεσαν τοὺς ἀντιπροσώπους των ἐν τῇ Βουλῇ, ὅπως μεσιτεύσωσι παρὰ τῇ Κυβερνήσει νὰ ψηφισθῇ νόμος περὶ ἀγροτικῆς ἀσφαλείας. Διαρκουσῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Διπλῆς Ἀναθεωρητικῆς Βουλῆς, οἱ Κεφαλλῆνες βουλευταὶ ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ ἀσφαλείας τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν Κεφαλληνίαν. Ἐπινευούσης τῆς Κυβερνήσεως, τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἐψηφίσθη τότε εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ νόμος τοῦ Κράτους ἐγένετο μόλις πρὸ ὀλίγου χρόνου. Μετὰ χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως ἠκούσθη ἐν Κεφαλληνίᾳ ἡ ψήφισις τοῦ νόμου περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ πρὶν κἂν ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτὸς ἠκούσθησαν πολλὰ κατ’ αὐτοῦ παράπονα καὶ διαμαρτυρίαι ἐκ μέρους τῶν κτηνοτρόφων. Ἐνόμισαν οὗτοι ὅτι ὁ ψηφισθεὶς νόμος ἔχει πολλὰ τὰ πλημμελῆ, ἰδίως δ’ ἐπιστεύθη ὅτι οἱ ἐπιβαλλόμενοι εἰς τοὺς κτηνοτρόφους φόροι εἶναι πολὺ καταθλιπτικοὶ καὶ διὰ τοῦτο προέβησαν εἰς συλλαλητήρια καὶ διαμαρτυρίας ἐνώπιον τῶν Ἀρχῶν πρὸ ὀλίγου χρόνου. Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἦλθεν ἐνταῦθα καὶ ἐπιτροπὴ ἐξ ἀντιπροσώπων τῶν ποιμένων καὶ κτηνοτρόφων, ἡ ὁποία ἐπέδωκεν ἀναφορὰν πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς. Οἱ ποιμένες καὶ οἱ κτηνοτρόφοι δὲν ζητοῦσι τὴν ἀνατροπὴν τοῦ νόμου. Ποσῶς. Ὁ νόμος εἶναι πολὺ καλός, ζητοῦσι δὲ μόνον τροποποιήσεις τινὰς αὐτοῦ εἰς τὰς λεπτομερείας, ὅπως καταστῇ ὀλιγώτερον ἐπαχθής. Ζητοῦσι νὰ ἐλαττωθῇ κατά τι ὁ ἐπιβαλλόμενος εἰς αὐτοὺς φόρος καὶ συγχρόνως νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια, ὅπως τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον καταβάλλεται χάριν ἐγγυήσεως καταβάλληται κατὰ δόσεις. Συνηγορῶ καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς αἰτήσεως ταύτης τῶν ποιμένων καὶ κτηνοτρόφων. Βεβαίως πρέπει νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀγροτικὴ ἰδιοκτησία, ἀλλὰ συγχρόνως δὲν πρέπει νὰ συντριβῇ ἡ κτηνοτροφία. Ἡ γεωργία καὶ ἡ κτηνοτροφία εἰς πᾶσαν εὐνομουμένην χώραν εἶναι ἀλληλένδετοι, εἶναι τέχναι ἀδελφαὶ αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι τὴν Γεωπονίαν, τὸν παραγωγικώτατον κλάδον καὶ σπουδαιότατον εἰς πᾶσαν γεωργικὴν χώραν. Ἔπειτα οἱ ποιμένες καὶ οἱ κτηνοτρόφοι, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, εἶναι καὶ αὐτοὶ ἔντιμοι βιοπαλαισταί, οἱ πλεῖστοι δ’ αὐτῶν εἶναι καὶ ἰδιοκτῆται. Ὁσάκις δὲ γίνεται λόγος συνήθως περὶ ἀγροζημιῶν, διαρκῶς παραπονοῦνται οἱ ἰδιοκτῆται ὅτι αἱ ἀγροζημίαι ὀφείλονται εἰς τοὺς ποιμένας, ἐνῷ τοῦτο δὲν εἶναι πολλάκις ἀληθές. Πολλάκις συμπολῖταί μου παραπονοῦνται ὅτι ἐν καιρῷ νυκτὸς συντρίβονται τὰ δένδρα των, ἢ ὅτι ἐκριζοῦνται καὶ ἀποκομίζονται· αὐτὰ δὲν τὰ κάμνουσιν οἱ ποιμένες· εἶναι συνήθως ἔργον τῶν διαφόρων κακοποιῶν στοιχείων, τὰ ὁποῖα εἴτε λόγῳ ἐκδικήσεως εἴτε ἐκ μοχθηρίας καταστρέφουσι τὰ κτήματα ἢ κλέπτουσι τὰ δένδρα τῶν ἰδιοκτητῶν. Πολλάκις καὶ οἱ χωρικοὶ ἐκριζώνουσι τὰ δένδρα τῶν συγχωρίων των καὶ τὰ μεταφέρουσιν εἰς ἰδικά των κτήματα πρὸς φύτευσιν ἢ τὰ πωλοῦσιν εἰς ἄλλους. Εἰς ταῦτα, λέγουσιν οἱ ποιμένες, τί πταίομεν ἡμεῖς; διατί νὰ πληρώσωμεν ἡμεῖς τὰς ἁμαρτίας τῶν ἄλλων; Καὶ ἐγὼ εἰς περιοδείας μου ἀντελήφθην ἰδίοις ὄμμασι τοιούτων γεγονότων. Ἕνεκα τῆς καταστάσεως ταύτης πολλάκις συμπολῖταί μου μοὶ ἐδήλωσαν, δυσφοροῦντες, ὅτι, μολονότι ἐπιθυμοῦσι νὰ προβῶσιν εἰς μεγάλας καλλιεργείας καὶ εἰς φύτευσιν πολλῶν καρποφόρων δένδρων, δὲν τολμῶσι νὰ πράξωσι τοῦτο. Δι’ ὅλα ὅμως αὐτὰ δὲν πταίουσιν οἱ ποιμένες. Εἶναι πασίγνωστον, Κύριοι, ὅτι αἱ μεγαλύτεραι ζημίαι προέρχονται ἰδίως εἰς τοὺς ἀγροὺς ἀπὸ τὰς αἶγας, καὶ ἐρρήθη μάλιστα ὅτι ἔπρεπεν ἐν Ἑλλάδι ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὰς αἶγας δι’ ἀγελάδων. Ἀλλ’ αἱ ἀγελάδες δὲν εὐδοκιμοῦσιν εὐκόλως εἰμὴ εἰς πεδινὰς χώρας. Ἀπαιτοῦνται δαπάναι πρὸς διατροφήν των. Οὐδεμίαν ἔχω συμπάθειαν διὰ τὰς αἶγας, τὰς ὁποίας ἀποκαλῶ ξουράφι τῆς γῆς, ἀλλὰ δὲν εἶναι πρέπον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξολοθρεύσωμεν αὐτὰ τὰ ζῷα εἰς τὰς ὀρεινὰς χώρας, ἀλλὰ νὰ θέσωμεν φραγμοὺς κατ’ αὐτῶν, ὅπως μὴ ἐπιφέρωσι καταστροφάς. Παρακαλῶ ἐν τέλει τὴν Βουλὴν ν’ ἀκούσῃ μετὰ συμπαθείας τὰ αἰτήματα τῶν κτηνοτρόφων.
§21Ν. ΡΑΦΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, φρονῶ ὅτι δύο διατάξεις τοῦ σχετικοῦ νόμου δέον νὰ ἐφελκύσωσι τὴν προσοχὴν ἡμῶν. Ἡ μὲν πρώτη εἶναι ἐκείνη ἥτις ἀφορᾷ τὴν καταβολὴν ἐγγυήσεως, ἡ δὲ δευτέρα ἡ ἀπαγορεύουσα ἀπολύτως τὴν βοσκὴν ἐπὶ πάσης ἐν γένει ἐκτάσεως. Εἶναι ἀναντίρρητον ὅτι οἱ ποιμένες προκειμένου νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς ἀγροτικῆς ἰδιοκτησίας εὑρέθησαν εἰς μεγάλας δυσχερείας, διότι χρῆμα διαθέσιμον δὲν εἶχον, νὰ δανεισθῶσι δὲ δὲν εὕρισκον ἕνεκα τῆς καταστάσεως εἰς ἣν διατελοῦμεν, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ πωλήσωσι μέρος τῶν ζώων αὐτῶν ἠδύναντο, διότι ἕνεκα τῆς ὑποχρεώσεως εἰς καταβολὴν ἐγγυήσεως καὶ τῆς ἐπιβολῆς φόρου ἐπὶ τῶν ζώων δὲν εὕρισκον ἀγοραστάς. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐπιβάλλεται νὰ καταργηθῇ, τόσῳ μᾶλλον ὅσῳ δι’ ἄλλων διατάξεων τοῦ νόμου ἐξασφαλίζονται διὰ πᾶσαν ζημίαν ἣν ἤθελον ὑποστῆ εἰς τὰ κτήματα αὐτῶν. Ἀλλὰ πρέπει ἐπίσης νὰ τροποποιηθῇ ἡ διάταξις ἡ ἀπαγορεύουσα ἀπολύτως τὴν βοσκήν, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπω ὅτι ἐν Κεφαλληνίᾳ δὲν ὑπάρχει σπιθαμὴ γῆς ἡ ὁποία νὰ μὴ εἶναι ἰδιόκτητος, μεταξὺ δὲ τῶν ἐκτάσεων τούτων καταλέγονται καὶ ἐκτάσεις αἱ ὁποῖαι οὐδέποτε ἐκαλλιεργήθησαν ἕνεκα τοῦ πετρώδους καὶ ἀγόνου τοῦ ἐδάφους αὐτῶν, εἰς τὰς ἐκτάσεις δὲ ταύτας ἡ βοσκὴ ἕως τώρα ἐπετρέπετο. Ἐὰν ἡ ἀπαγόρευσις ἐξακολουθήσῃ, οἱ ποιμένες εἶναι ὑποχρεωμένοι, ἂν θέλωσι νὰ διατρέφωσι τὰ ποίμνια αὐτῶν, νὰ ἐνοικιάσωσι βοσκάς, ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν θὰ ἐπαρκῶσι νὰ πληρώνωσι τὰ μισθώματα τὰ ὁποῖα θὰ ζητῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται. Συνέπεια τούτων θὰ εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς κτηνοτροφίας ἐν τῷ τόπῳ, ἀποτέλεσμα δὲ τῆς καταστροφῆς ἡ μείωσις τῶν εἰσοδημάτων τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν ὅπως ἐπαρκέσωσι διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς ἀντιμισθίας τῶν ἀγροφυλάκων. Τοῦτο, κατὰ τὴν γνώμην μου, θὰ ἐπιφέρῃ τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, διότι, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἤθελε μειωθῆ τὸ εἰσπραχθησόμενον ποσόν, ὑποχρεοῦνται αἱ κοινότητες νὰ καταβάλλωσι τὸ ἐλλεῖπον, ἀλλ’ αἱ κοινότητες τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἰδίᾳ ἐν Κεφαλληνίᾳ δὲν ἐπαρκοῦσιν οὐδ’ εἰς τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τῆς διοικήσεως αὐτῶν, μὴ δυναμένου δ’ ἄλλως ν’ ἀναπληρωθῇ τοῦ παρουσιασθησομένου ἐλλείμματος, ὁ νόμος θὰ ναυαγήσῃ ἀσφαλῶς. Ἕνεκα τούτου φρονῶ ὅτι ἐπιβάλλεται ἡ κατάργησις τῆς διατάξεως τῆς ἀφορώσης τὴν ἐγγύησιν καὶ ἡ τροποποίησις τῆς παραγράφου βʹ τοῦ ἄρθρου 13, ἥτις ἀπαγορεύει ἀπολύτως τὴν βοσκήν, παρακαλῶ δὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον.
§22Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἄλλοτε ἐλέχθη εἰς ἀπάντησιν συστάσεων τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν Κεφαλληνίας, ὅτι διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς θὰ προεβαίνομεν εἰς ἕνα πειραματισμόν, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον τὸ σύστημα τὸ δι’ αὐτοῦ εἰσαγόμενον θὰ εὐωδοῦτο κατὰ πάντα. Βλέπετε ὅτι δὲν ἤρχισεν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καὶ προέκυψε φαινόμενον, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει ὁλόκληρον τὴν ἀγροτικὴν κτῆσιν, τὸ φαινόμενον τῆς συγκρούσεως τῶν κτηνοτρόφων μὲ τοὺς γαιοκτήμονας. Νομίζω ὅμως ὅτι εἶναι χρησιμώτατον οἱ κ. Βουλευταὶ Κεφαλληνίας, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὴν ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπεξεργασθῇ πρότασιν νόμου ἀνήκουσαν μὲν εἰς αὐτούς, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν υἱοθέτησε καὶ παρουσίασεν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ν’ ἀναλάβωσι τὴν πρωτοβουλίαν νὰ διατυπώσωσιν ἐν προτάσει νόμου τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας νομίζουσιν ἐπενεκτέας, ἵνα καὶ αὕτη, ἀφοῦ ὑποστῇ τὴν ἐπεξεργασίαν τῆς Κυβερνήσεως, παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι θὰ ὑποβληθῇ καὶ γενικὸν νομοσχέδιον περὶ ἀγροφυλακῆς.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἑπομένη ἐρώτησις τῶν κ. κ. Χ. Δικαίου, Α. Περρωτῆ κλπ. ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Καλαμῶν Ζακοπούλου ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Γ. Καρπετόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἂν ἀληθεύει ὅτι συνεπείᾳ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ ὀργανωτοῦ δασολόγου ὁ κ. Ὑπουργὸς διέταξε τοὺς 15 ὑποτρόφους τῆς δασολογίας ν’ ἀναχωρήσωσι δι’ Αὐστρίαν ὅπως ἀκολουθήσωσι μαθήματα».
§24Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τρεῖς ἦσαν αἱ σχολαί, εἰς τὰς ὁποίας ἐπρόκειτο ν’ ἀποσταλῶσιν οἱ 15 Ἕλληνες ὑπότροφοι. Μοὶ ἐτηλεγράφησεν ὁ ἀρχηγὸς τῆς Δασικῆς Αὐστριακῆς ἀποστολῆς, ὅτι αἱ δύο θὰ λειτουργήσωσιν ἐξάπαντος. Δὲν ἠρκέσθην εἰς τὸ τηλεγράφημα, ἀλλ’ ἔγραψα καὶ ἐπιστολήν, διὰ τῆς ὁποίας τῷ παρίστανον ὅτι, ἂν θὰ ἦσαν τὰ ἐκεῖ πράγματα δυσχερῆ, ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ἡ Κυβέρνησις ἂν θὰ ἔπρεπε νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀποστολὴν τῶν ὑποτρόφων. Εἶχον εἰς ἀπάντησιν ἐπιστολὴν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου ἐπερωτῶντος, δι’ ἧς μὲ διαβεβαιοῖ κατὰ τρόπον ἀπολυτώτατον, ὅτι εἰς τὰς δύο σχολάς, διὰ τὰς ὁποίας προωρίζοντο οἱ 10 ὑπότροφοι, οὐδεμία δυσχέρεια θὰ ὑπάρξῃ, ἡ τρίτη δὲ μόνον σχολὴ ἀπεφασίσθη νὰ μὴ λειτουργήσῃ.
§25Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ χρήματα πῶς θὰ ἀποστέλλωνται;
§26Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὸ Κράτος. Νὰ εἶσθε βέβαιος ὅτι θὰ στέλλωνται.
§27Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἰδιῶται δὲν δύνανται νὰ στέλλωσιν.
§28Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι καὶ οἱ ἰδιῶται θὰ ἠδύναντο νὰ διευκολυνθῶσι διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ Κράτος ὅμως θὰ στέλλῃ. Ἄλλως τε ἔχω σκοπὸν νὰ ἐφοδιασθῶσι δι’ ἑνὸς ἀρκετοῦ ποσοῦ.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ δύο ἑπόμεναι ἐρωτήσεις τοῦ κ. Ε. Βελλιανίτου περὶ τοῦ Β. Νικολοπούλου καὶ περὶ τῶν Ἀβραμίδου, Βραχλιώτου καὶ Μώρου ἀναβάλλονται. Οἱ κ. κ. Σ. Ἀναστασιάδης καὶ Δ. Χατζηγιάννης «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἀληθεύει ἡ διάδοσις περὶ τρὰστ ὡρισμένων ἀνθρακεμπόρων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ τιμὴ τῶν ξυλανθράκων ἔφθασεν ἤδη ἐν Ἀθήναις εἰς 30 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, καίτοι εὑρισκόμεθα ἐν ἀρχῇ ἔτι τοῦ χειμῶνος».
§30Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν περιῆλθεν ὁπωσδήποτε εἰς γνῶσίν μου τὸ πρᾶγμα· γνωρίζω ὅτι πέρυσιν ἐγένοντο ὅμοια παράπονα καὶ συνέστησα εἰς τοὺς κυρίους Βουλευτὰς νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἐπιτρέπεται νὰ ὁρισθῇ ἡ τιμὴ τῶν γαιανθράκων.
§31Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει πληροφορία ὅτι ὡρισμένοι, δύο ἢ τρεῖς, ἀνθρακέμποροι κεφαλαιοῦχοι, συνεννοηθέντες μετὰ τῶν ἀνθρακωρυκτῶν τῶν περιχώρων ἀγοράζουσι μεγάλα ποσὰ γαιανθράκων, καὶ ἀνεβίβασαν τὰς τιμὰς ἤδη εἰς 30 λεπτά, τὸν δὲ χειμῶνα βεβαίως θὰ φθάσωσιν εἰς ὕψη δυσθεώρητα. Ἕνεκα τούτου φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπεμβῇ ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Ν. Βελέντζα ἀναβάλλεται, ἐπειδὴ ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐλήφθη πρόνοια ἢ πρόκειται νὰ ληφθῇ ὅπως οἱ ἀπαλλαγέντες πρὸ τοῦ πολέμου διὰ λόγους οἰκογενειακούς, γυμνασθέντες δὲ βραδύτερον καὶ μετέπειτα μετασχόντες τῶν δύο πολέμων, ἀπαλλαγῶσι τοῦ ὀφειλομένου τυχὸν ὑπολοίπου ἀντισηκώματος, τοῦθ’ ὅπερ δίκαιον ἄλλως τε καὶ εὔλογον εἶναι, ἀφοῦ οὗτοι καὶ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ὑπὸ τὰ ὅπλα διετέλεσαν καὶ τὰ ἔργα αὑτῶν καταλιπόντες ὑπέστησαν δεινὴν οἰκονομικὴν ἐξάντλησιν δικαιολογοῦσαν τὴν ἀπαλλαγήν των ἀπὸ μικροῦ χρηματικοῦ ἀντισηκώματος».
§33ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Θ’ ἀπαλλαγῶσιν ἀναλόγου ἀντισηκώματος πρὸς τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας των.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Σ. Ἀναστασιάδης καὶ Δ. Χατζηγιάννης παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἐν περιπτώσει ἱδρύσεως καὶ ἑτέρας Δασονομικῆς Σχολῆς πλὴν τῆς Βυτίνης, ἥτις ἀσφαλῶς δὲν ἐπαρκεῖ, θὰ προτιμηθῇ ἡ Ἁγυιὰ Θεσσαλίας, ἥτις καὶ πλουσιωτάτη εἰς δάση εἶναι καὶ ἐν τῷ μέσῳ εὐρείας δασικῆς περιφερείας κεῖται, ὡς ἐκ τούτου δὲ καταλληλοτέρα παντὸς ἄλλου μέρους εἶναι διὰ τὴν πρακτικὴν ἐξάσκησιν τῶν μαθητῶν.
§35Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν, ἂν ἀποφασισθῇ ἡ ἵδρυσις δευτέρας σχολῆς.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Χρυσόγελος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως εὐαρεστούμενος πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ἐκ τῶν ἐν Λέσβῳ κληθέντων ἐφέδρων τῶν γεννηθέντων κατὰ τὸ ἔτος 1886–1891 ἀπελύθησαν μετὰ ἑξάμηνον θητείαν δι’ ἣν εἶχον κληθῆ μόνον οἱ γεννηθέντες τὰ ἔτη 1888 καὶ 1889, ἐνῷ οἱ γεννηθέντες τὰ ἔτη 1886 καὶ 1887, καίτοι συνελήρωσαν ἑξάμηνον ὑπηρεσίαν, παραμένουσιν ὑπὸ τὰ ὅπλα καίτοι πρεσβύτεροι».
§37ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παραμένουσι λόγῳ ἀνάγκης· ὁ νόμος ἐπιτρέπει τὴν παραμονὴν μέχρις ὀκτὼ μηνῶν· ἐκρατήθησαν αἱ δύο ἀρχαιότεραι ἡλικίαι, διότι εἶχον κληθῆ ὕστερον· αἱ πρότερον κληθεῖσαι καὶ πρότερον ἀπελύθησαν.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἑπομένη ἐρώτησις τῶν κ. κ. Ν. Ξηροῦ καὶ Ν. Βελέντζα, περὶ τοῦ ἀρχικελευστοῦ Μπαρούτη, ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐξετέθη εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν ἡ ἐπισκευὴ τοῦ ἐν Τριπόλει Διδασκαλείου ὅπως τοῦτο χρησιμεύσῃ διὰ στρατιωτικὸν νοσοκομεῖον».
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διετάχθη ἡ ἐνέργεια μειοδοτικῆς δημοπρασίας δι’ ἐγγράφου τῆς 10 Ἰουλίου ἐ. ἔ., ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν παρουσιάσθη κανεὶς μειοδότης διετάχθη ἡ ἐπανάληψις αὐτῆς διὰ νέου ἐγγράφου τῆς 11 Σεπτεμβρίου ἐ. ἔ.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βλάχος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν διέταξε τὴν διεύθυνσιν τοῦ Λαρισαϊκοῦ σιδηροδρόμου ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἀποθηκάριον τοῦ σταθμοῦ Ἀθηνῶν, ὀνομαζόμενον Δεληκατερίνην, καθόσον οὗτος καὶ ἀνίκανος εἶναι καὶ σκαιῶς φέρεται πρὸς τὸ συναλλασσόμενον κοινόν».
§41Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν σχετικὴν πληροφορίαν· θὰ ζητήσω νὰ λάβω παρὰ τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Λαρισαϊκοῦ καὶ θὰ ἐνεργήσω ἀναλόγως ὅ τι δεῖ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πότε ἀπολυθήσονται αἱ δύο ἡλικίαι ἐφέδρων Ἠπειρωτῶν, γεννηθέντων τὸ 1890 καὶ 1891, οἵτινες ὑπηρετοῦσιν ἀπὸ τοῦ Νοεμβρίου π. ἔτους, ἤτοι ἐπὶ ἑξάμηνον, ἐνῷ οἱ τῶν λοιπῶν Γενικῶν Διοικήσεων ἀφέθησαν ἤδη, ὑπηρετήσαντες μόνον ἑξάμηνον».
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ὑπὸ τὰ ὅπλα παραμονὴ κανονίζεται ἀπὸ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται τὸ Κράτος, κατὰ τοπικὰς περιφερείας.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ διὰ τὸν ἀριθμὸν τοῦ ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ τῶν Πταισματοδικείων καὶ ἰδίως τῶν Ἀθηνῶν, μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἀδικημάτων καὶ διὰ τὸν μισθὸν τούτου».
§45Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Μονομερὲς μέτρον διὰ τὸ προσωπικὸν τοῦ Πταισματοδικείου Ἀθηνῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθῇ· ἀλλ’ ἔχω πρὸ πολλοῦ ὑπ’ ὄψει μου ὅπως ἐπιφέρω βελτίωσίν τινα ἐν γένει τοῦ ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ τῶν Πταισματοδικείων, ἐφ’ ὅσον ἤθελον ἔχει καὶ τὴν συναίνεσιν τοῦ κ. Συναδέλφου μου ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ὑπουργοῦ.
§46Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τῆς ἐρωτήσεώς μου ἐζήτησα ἀκριβῶς νὰ μάθω καὶ νὰ πληροφορηθῇ καὶ ἡ Βουλὴ ποῖα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ τοῦ προσωπικοῦ τῶν Πταισματοδικείων ἐν γένει, ἠρώτησα δὲ εἰδικῶς περὶ τῶν Ἀθηνῶν, διότι ὡς δικηγορῶν ἐν Ἀθήναις ἔχω γνῶσιν τοῦ τί γίνεται ἐδῶ· καὶ ἀκριβῶς ἵνα διαφωτίσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὴν Βουλήν, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὅτι ἀπὸ τῆς 17 Φεβρουαρίου μέχρι σήμερον τὸ Πταισματοδικεῖον Ἀθηνῶν ἐξέδωκεν 11.000 ἀποφάσεις, ἀπὸ δὲ τῆς 11ης Ἰουλίου, ὅτε ἐφηρμόσθη ὁ νόμος περὶ ἐκδικάσεως τῶν ἐπ’ αὐτοφώρῳ πταισμάτων, ἑτέρας 800, ἤτοι ἐν ὅλῳ ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου μέχρι σήμερον ἔχει ἐκδώσει 11.800 ἀποφάσεις. Σημειώσατε ὅτι τὸ Πταισματοδικεῖον λειτουργεῖ ἤδη ἀπὸ τῆς 8ης πρωϊνῆς μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἡ δὲ λειτουργία αὐτοῦ γίνεται διὰ τριῶν γραμματέων μὲ μισθὸν 70 δραχ. μηνιαίως, 62½ δραχμῶν καθαρῶν, καὶ ἑπτὰ γραφέων μὲ 50 δραχ. τὸν μῆνα, ἤτοι 45 καθαρᾶς. Πῶς θέλετε νὰ διεξαχθῇ ἡ ὑπηρεσία αὐτὴ ἡ κολοσσιαία ἀπὸ τόσον μικρὸν ἀριθμὸν ὑπαλλήλων; Ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψει, κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν περὶ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα σκέπτεται νὰ λάβῃ γενικῶς διὰ τὸ προσωπικὸν τῶν Πταισματοδικείων.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει τὸν λόγον, ὅπως καταθέσῃ σχετικὰ νομοσχέδια.
§48Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς σχέδιον νόμου «περὶ συνεταιρισμῶν». Ὑπὸ τὴν λέξιν «συνεταιρισμοὶ» ἐχαρακτηρίσαμεν, διότι οὕτως ἤδη εἶναι ἐν χρήσει ἀπὸ πολλοῦ ἡ λέξις, τὴν συνεργατικὴν λεγομένην ἑταιρίαν, τὴν συνεργατικὴν ἕνωσιν. Θὰ ἦτο ἴσως ἀπασχόλησις ματαία, ἐὰν ἤθελον ν’ ἀναπτύξω εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὥραν μακράν—δὲν θὰ ἤρκουν ἴσως καὶ ὧραι ὁλόκληροι—τὴν σπουδαιότητα, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ συνεργατικὴ κίνησις κατὰ τὰ τελευταῖα πεντήκοντα ἔτη τοῦ ἀπελθόντος αἰῶνος, καὶ τὰ μέγιστα, τὰ εὐεργετικώτατα οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἐπέφερεν ἡ διάδοσις τῶν συνεταιρισμῶν ἁπανταχοῦ τοῦ πεπολιτισμένου— καὶ ὅπερ ἀληθῶς τὸ ἐκπληκτικὸν — καὶ τοῦ ἀπολιτίστου κόσμου. Καθημερινῶς, καὶ πρὸ ὀλίγου μόλις, ἀκούομεν παράπονα, ὅτι ἡ τιμὴ τῶν προϊόντων ἀπὸ τοῦ τόπου τῆς παραγωγῆς μέχρι τοῦ καταναλωτοῦ οὐχὶ ἁπλῶς διπλασιάζεται, ἀλλὰ τριπλασιάζεται καὶ πολλαπλασιάζεται. Πρὸ ὀλίγου ἀκόμη ἠκούσαμεν παράπονα, ὅτι διὰ τῆς συνενώσεως μικρῶν ἐμπόρων ἡ τιμὴ τῶν ξυλανθράκων ἐν τῷ νομῷ Λαρίσης ηὐξήθη καταπληκτικώτατα. Τί εἶναι αἱ διαμαρτυρίαι αὐταί; Ἐκφραστικαὶ τοῦ φαινομένου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὅλοι οἱ μεσολαβοῦντες διὰ ἀγορᾶς καὶ μεταπράσεως μεταξὺ τοῦ παραγωγοῦ καὶ τοῦ καταναλωτοῦ εἶναι παράσιτοι, ζῶντες ἅπαντες εἰς βάρος τοῦ καταναλωτοῦ, ἀλλὰ πολλάκις καὶ εἰς βάρος τοῦ παραγωγοῦ. Ὅσον δὲ περισσότερον κατορθώσωμεν νὰ περιορίσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν μεσολαβούντων προσώπων, τόσον καθιστῶμεν τὸν βίον ἀνετώτερον καὶ εἰς τὸν παραγωγόν, ἐπιτυγχάνοντα τὸ κέρδος, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς αὐτὸν διὰ τὴν γεωργικήν του παραγωγήν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν καταναλωτήν. Εἶναι δὲ βέβαιον, ὅτι, ἐνῷ αἱ διάφοροι σχολαὶ αἱ οἰκονομολογικαί, αἱ διάφοροι αἱρέσεις ἐν τῇ ἐπιστήμῃ τῇ οἰκονομολογικῇ, διίστανται εἰς πολλὰ ἄλλα θέματα, μένουσιν ὅμως πᾶσαι σύμφωνοι, ὅτι, ὅσῳ μεγαλυτέρα εἶναι ἡ στρατιὰ τῶν μεσολαβούντων προσώπων, τόσῳ περισσοτέρα εἶναι ἡ βλάβη εἰς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν κίνησιν καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Γνωστὸς διὰ τὰ κατ’ ἐξοχὴν συντηρητικὰ αὐτοῦ αἰσθήματα Γάλλος οἰκονομολόγος ἀποκαλεῖ ὅλους αὐτοὺς τοὺς μεσολαβοῦντας σαύρας (lézards), ἑρπετά, τὰ ὁποῖα ἀποζῶσιν ἐκ τοῦ αἵματος τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, τοῦ παραγωγοῦ ἢ τοῦ καταναλωτοῦ. Τὰ φαινόμενα δὲ ταῦτα εἰδικῶς ἐν Ἑλλάδι συνωδεύθησαν καὶ μὲ τὸ ἄλλο φαινόμενον τῆς ἀπαισίας τῳόντι τοκογλυφίας, ἡ ὁποία ἐμάστιζε τὸν πληθυσμὸν καὶ μαστίζει αὐτὸν ἀκόμη. Ὅλοι, Κύριοι, ὅσοι συνέπεσε ν’ ἀναστραφῶμεν πρὸς κτηματίας καὶ νὰ μελετήσωμεν τὰς οἰκονομικὰς σχέσεις αὐτῶν, οὐχὶ ἅπαξ συνηντήσαμεν δανειστικὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα τόκον 15 ἢ 24% ἐθεώρουν θεμιτώτατον, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν συμφωνίαν ἐκείνην ἐκρύπτοντο ἄλλαι παρασυμφωνίαι, ἄλλοι παρεπόμενοι ὅροι, οἱ ὁποῖοι ἀνεβίβαζον εἰς 80 καὶ 100% πολλάκις τὸν τόκον, ὅστις ἀπὸ τὸν πτωχὸν ὀφειλέτην ἀφῃρεῖτο. Καὶ ἀληθῶς μὲν ἐλήφθη ἡ πρόνοια καὶ εἰσήχθη κἄποιος περιορισμὸς κατὰ τῆς τοκογλυφίας τὸ μὲν πρῶτον διὰ τῆς νομολογίας τῶν δικαστηρίων, ἀξιεπαίνως ἀληθῶς, δι’ εὐρυτάτης ἑρμηνείας καὶ οὐχὶ ἐν στενῷ πνεύματι τῶν κειμένων διατάξεων ἐπιληφθέντων τοῦ ζητήματος, κατόπιν δὲ διὰ τοῦ νόμου κατὰ τῆς τοκογλυφίας, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη κατὰ τὴν Διπλῆν Ἀναθεωρητικὴν Βουλήν. Ἀλλὰ καὶ οἰκονομολόγοι καὶ ποινικολόγοι εἶναι πάντως σύμφωνοι ὅτι τὰ πλέον δρακόντεια μέτρα λαμβανόμενα κατὰ τῆς τοκογλυφίας ἴσως περιστέλλουσι ταύτην, ἐνασκουμένην ἀναιδῶς, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ ἐξαλείψωσι τὸ φαινόμενον αὐτῆς, ἐφ’ ὅσον δὲν ληφθῶσιν ἄλλα μέτρα οἰκονομολογικά, διὰ τῶν ὁποίων νὰ δύναται τὸ χρῆμα νὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ ἔχοντος ἀνάγκην παραγωγοῦ καὶ ν’ ἀρδεύσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ οἰκονομικὰ ἐδάφη τῆς χώρας. Τὸ φαινόμενον, Κύριοι, τῆς προόδου τῶν συνεταιρισμῶν εἰς ὅλα τὰ Κράτη παρετηρήθη ἀπὸ πεντηκονταετίας περίπου, τῆς προόδου καὶ ἀναπτύξεως τῶν συνεταιρισμῶν παντὸς εἴδους, προμηθευτικῶν, καταναλώσεως, μισθώσεως κτημάτων, καὶ πιστωτικῶν ἰδίᾳ, ὑπῆρξεν ἀληθῶς φαινόμενον συνεχὲς καὶ ἀδιάλειπτον, ἐκπληκτικὸν δὲ τόσῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἅμα τῇ πρώτῃ ἐμφανίσει τῶν συνεταιρισμῶν οὐδεὶς προσεδόκα ὅτι θὰ εἶχε τὰ μέγιστα ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα παρουσίασεν εἰς ὅλας τὰς χώρας ὅπου ἀνεπτύχθη. Ὑπῆρξαν καὶ τότε, ὅπως ὑπάρχουσι καὶ σήμερον ἀκόμη παρ’ ἡμῖν, οἱ δυσπιστοῦντες περὶ τῆς ἐπιτυχίας τῶν συνεταιρισμῶν, ἰδίᾳ τῶν συνεταιρισμῶν πίστεως, δυσπιστοῦντες, διότι ἐφρόνουν ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον δύο, τρεῖς ἢ πλείονες ἄνθρωποι νὰ ἐμπιστεύωνται ἀλλήλοις κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ θέλῃ ὁ εἷς νὰ ὑπέχῃ εὐθύνην διὰ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἄλλου. Ἀλλ’ αἱ καταπληκτικαὶ πρόοδοι, τὰς ὁποίας, ἐπαναλαμβάνω, ὁ θεσμὸς οὗτος ἐπετέλεσε καὶ εἰς πεπολιτισμένους καὶ ἡμιπολιτίστους λαούς, πρέπει νὰ ἄρῃ ἐξ ἡμῶν πάντα δισταγμόν. Μεταξὺ τῶν ἡμιπολιτίστων δὲν δύναμαι νὰ κατατάξω βεβαίως καὶ τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, ἀλλ’ ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἴθισται νὰ θεωρῶνται ὀλιγώτερον προωδευμένοι ἀπὸ ἄλλους. Ἂν εἴπω πρὸς ὑμᾶς λ.χ. ὅτι ἐθεωρεῖτο μέχρι πρὸ δωδεκαετίας ὅτι εἰς τὴν νότιον Ἰταλίαν ἦτο ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ἐκταθῇ ὁ θεσμὸς τῶν συνεταιρισμῶν καὶ ὅτι ἡ ἐπιτυχία ἡ ὁποία ἐπετεύχθη εἰς τὴν βόρειον Ἰταλίαν ἐθεωρεῖτο ὡς ἔχουσα βάσιν καὶ προϋπόθεσιν μόνον τὸ προοδευτικὸν πνεῦμα τῶν βορείων Ἰταλῶν, καὶ ἂν προσθέσω ἀκόμη ὅτι ὑπῆρξαν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι καὶ εἰς τὴν νότιον Ἰταλίαν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ ὁ θεσμὸς καὶ ἐν τῇ πεποιθήσει ταύτῃ εἰσήγαγον καὶ ἐκεῖ τὸν θεσμόν, ὑπὸ δὲ τὴν διοίκησιν τῶν διευθυντῶν δύο Τραπεζῶν, τῆς Νεαπόλεως καὶ τῆς Σικελίας, ἔσχεν ἀποτελέσματα ἀληθῶς καταπληκτικά, εἰς τρόπον ὥστε 1.000.000 πίστωσις τοῦ πρώτου ἔτους νὰ δεκαπλασιασθῇ καὶ εἰκοσαπλασιασθῇ εἰς βραχύτατον χρονικὸν διάστημα, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ κλονισθῇ τελείως ἡ δυσπιστία, ἡ ὁποία εἶναι δυνατὸν νὰ κατέχῃ τινὰς ἐξ ὑμῶν. Ἀλλ’ ἂν εἴπω περιπλέον εἰς ὑμᾶς, ὅτι καὶ εἰς τὴν νότιον Ῥωσίαν καὶ Βουλγαρίαν καὶ τὴν Σερβίαν ἔχομεν καταπληκτικὰς προόδους, ἂν προσθέσω ὅτι καὶ εἰς τὰς Ἰνδίας οἱ Ἄγγλοι εἰσήγαγον ἐπιτυχῶς τὸν θεσμόν, ὅτι εἰς τὴν Ῥουμανίαν ἡ τελευταία δεκαετία παρουσίασε προόδους καταπληκτικὰς ἀληθῶς, ἀπροσδοκήτους ἀληθῶς, ὥστε εἰς διάστημα δέκα ἐτῶν ν’ ἀναπτυχθῶσι λαϊκοὶ συνεταιρισμοὶ ὑπὸ τὸν τύπον λαϊκῶν Τραπεζῶν, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, περὶ τοὺς 3.000 ἔχοντες κεφάλαια ἐξ ἀποταμιεύσεων τοῦ λαοῦ 90.000.000 περίπου καὶ πιστώσεις 100.000.000 καὶ πλέον, ἂν πάντα ταῦτα εἴπω εἰς ὑμᾶς, τότε βεβαίως δὲν θὰ ὑπάρξῃ ὁ δισταγμός, ὅτι ἐπέτυχεν ὁ θεσμὸς εἰς προηγμένους λαοὺς ἔχοντας τὸ συναίσθημα τῆς ἀλληλεγγύης πολὺ ἀνεπτυγμένον, καὶ ὅτι ὑπάρχει ἴσως φόβος νὰ μὴ ἐπιτύχῃ εἰς ἡμᾶς. Εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, Κύριοι, παρέταξα ἀριθμούς, οἱ ὁποῖοι δεικνύουσι τὴν πρόοδον, ἥτις ἐγένετο εἰς ἄλλα μέρη διὰ τοῦ θεσμοῦ τῶν συνεταιρισμῶν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω, ἀναφέρων εἰς ὑμᾶς τοὺς ἀριθμοὺς τούτους, ἀφοῦ ἐλπίζω ὅτι θὰ μελετήσητε αὐτούς, ἀλλὰ βεβαίως εἶναι καταπληκτικοί. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἀληθῶς δυσπίστως εἶχον εἰς τὴν ἀρχὴν πρὸς τὸν θεσμὸν τῶν συνεταιρισμῶν καὶ διὰ τοῦτο βαθμιαίως προέβησαν εἰς τὴν ἵδρυσιν αὐτῶν, ἐπιπλέον δὲ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν παρουσιάζουσι τὴν νομοθετικὴν συστηματοποίησιν, ἡ ὁποία θὰ ἦτο ἐπιθυμητή. Καὶ ὅμως βλέπομεν ὅτι εἰς διάστημα ὀλίγων ἐτῶν παρέχονται δάνεια εἰς τοπικὰ ταμεῖα περὶ τὰ 100.000.000. Ἂν δὲ ἠθέλομεν ἀποβλέψει εἰς τὴν Γερμανίαν, θὰ ἐβλέπομεν ὅτι σχεδὸν τὰ τρία τέταρτα τῶν γεωργικῶν παραγωγῶν εἶναι ἤδη συνεταιρισμένοι κατὰ τρόπον ὥστε νὰ δύνανται 100.000.000 ὁλόκληρα μάρκων νὰ κυκλοφορῶσι διὰ τῶν συνεταιρισμῶν εἰς τὰ μέλη αὐτῶν. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ ὅλον σύστημα ἔχει ὀργάνωσιν ἥτις ἔχει εἰς μὲν τὰ κάτω τοὺς λαϊκοὺς συνεταιρισμούς, ἀπ’ εὐθείας ἀναστρεφομένους μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μέλλουσι νὰ δανεισθῶσιν, εἰς τὰ διάμεσα, τὰ περιφερικὰ λεγόμενα ταμεῖα, τοὺς ἀνὰ περιφερείας συνδέσμους, τὰς ἑνώσεις τῶν συνεταιρισμῶν, εἰς δὲ τὸ κέντρον, τὴν κορυφὴν τῆς πυραμίδος, ἓν κραταιὸν πιστωτικὸν ἵδρυμα, σύνδεσμον τῶν συνδέσμων, ἢ Τράπεζαν, τὸ ὁποῖον τροφοδοτεῖ τοὺς καθ’ ἕκαστα συνεταιρισμούς. Ὡμίλησα ἤδη περὶ τῶν προόδων τῶν γενομένων εἰς τὴν Ἰταλίαν. Εἰς τὴν βόρειον Ἰταλίαν ἀπὸ τοῦ 1864 ἤρχισεν ἡ κίνησις, κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν στατιστικήν, τοῦ 1908, ὑπῆρχον κεφάλαια τῶν συνεταιρισμῶν 150 ἑκατομμύρια καὶ καταθέσεις 932.000.000 δραχ. Εἰς τὴν νότιον δὲν θὰ παρετηρεῖτο προκοπή, ἂν μή, ὡς εἶπον, ἀνετίθετο εἰς τὴν προστασίαν τῶν διευθυντῶν τῶν Τραπεζῶν Σικελίας καὶ Νεαπόλεως ἡ προαγωγὴ τοῦ ἔργου, καὶ οὕτω κατωρθώθη ἐπίσης νὰ ἐπιτύχῃ ὁ θεσμός. Ἀλλά, Κύριοι, ὁ ἔχων τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἐνώπιον ὑμῶν ἐθεώρησε καλόν, προτοῦ παρουσιάσῃ, ὡς θὰ ἦτο εὔκολον καὶ ὡς ἐζητεῖτο καὶ ὡς ἄλλως εἶχεν ὑποσχεθῆ, ἓν σχέδιον νόμου περὶ τῶν συνεταιρισμῶν, νὰ προβῇ εἰς πειραματισμούς τινας διοικητικούς, διὰ νὰ ἴδῃ κατὰ πόσον τὸ ἔδαφος ἐν Ἑλλάδι θὰ ἦτο κατάλληλον πρὸς τοῦτο. Καὶ ἀληθὲς μὲν εἶναι ὅτι ἡ ἐλλιπὴς νομοθεσία παρεῖχε πολλὰ ἐμπόδια διὰ νὰ δύναται νὰ προχωρήσῃ ἀκωλύτως μία τοιαύτη προσπάθεια· διότι διεπόμεθα ἀκόμη ἀπὸ τὸ ἐμπορικὸν δίκαιον τὸ θεσπισθὲν πρὸ ἑνὸς καὶ πλέον αἰῶνος, κατὰ τοὺς κανόνας τοῦ ὁποίου ἡ μὲν ἀνώνυμος ἑταιρία ἀπαιτεῖ πολλὰς διατυπώσεις καὶ ἐγκρίσεις, ἡ δὲ ὁμόρρυθμος ἐπίσης ἀπαιτεῖ ἄλλας διατυπώσεις οὐχὶ τόσον σοβαράς, ἀλλὰ μετὰ δυσκολίας δυναμένας νὰ γίνωσι δεκταί, καὶ παρέχει εὐχερῆ τὴν διάλυσιν τῆς ἑταιρίας εἰς πάντα συνεταιρισμόν, φυσικὸν δὲ ἦτο ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐκ πείσματος προσωπικοῦ ἢ προσωπικῆς ἀντιζηλίας ἢ ἀντιθέσεως γνωμῶν ἤθελον ν’ ἀποχωρήσωσι, νὰ προκαλῶσι συγχρόνως τὴν διάλυσιν καὶ τὸν θάνατον τοῦ συνεταιρισμοῦ, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐπιμελῶς ἀποφεύγεται δι’ ὅλων τῶν νόμων τῶν ἰσχυόντων περὶ συνεταιρισμῶν. Μολονότι ὅμως, Κύριοι, τοιαῦται δυσκολίαι παρουσιάζοντο νομικαί, ἐμποδίζουσαι τὴν οἰκονομικὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἑδραίωσιν τῶν συνεταιρισμῶν, ἐν τούτοις δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ ηὐδοκίμησαν οἱ συσταθέντες συνεταιρισμοὶ καὶ διέθεσαν τὴν κοινὴν γνώμην λίαν εὐμενῶς. Ὑπάρχει συνεταιρισμὸς ἤδη εἰς τὸν Ἁλμυρόν, ὁ ὁποῖος κατώρθωσεν εἰς διάστημα βραχύτατον ὄχι μόνον νὰ δίδῃ μικρὰ δάνεια εἰς τοὺς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι εἶναι μέλη του, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ ἤδη περιουσίαν 80.000 δραχμῶν. Πρὸ ὀλίγου χρόνου ἱδρύθη συνεταιρισμὸς εἰς τὸ Ἰκερλί, ὁ ὁποῖος κατώρθωσεν εἰς διάστημα βραχύτατον ν’ ἀγοράσῃ μηχάνημα θέτων αὐτὸ εἰς τὴν διάθεσιν τῶν μελῶν. Εἰς τὸ Λιόπεσι λειτουργεῖ ἀπὸ διετίας εὐδοκιμώτατα συνεταιρισμός, ὁ ὁποῖος ἔδωκε κέρδη ἀρκετὰ εἰς τὰ μέλη του. Ἀλλὰ καὶ ἐσχάτως μόλις ἔχουσιν ἱδρυθῆ εἰς τὸν Ἅγιον Γεώργιον τῶν Φερῶν, εἰς τὸ Μπαϊρακλὶ τῶν Φαρσάλων, εἰς τὰ Πολιτικὰ τῆς Εὐβοίας, εἰς Καθενούς, εἰς Ἀχλάδιον, εἰς Ὀξύλιθον, εἰς Στρέφι καὶ εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη ἱδρύθησαν ἄλλοι συνεταιρισμοί, οἱ ὁποῖοι ὁδεύουσι καλῶς. Ἡ γενομένη λοιπὸν διοικητικὴ ἀπόπειρα παρ’ ὅλας τὰς στενοχωρίας, τὰς ὁποίας παρέχει ὁ θεσμὸς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων νόμων, ἀπέδειξεν ὅτι ἠμπορεῖ καὶ ἐν Ἑλλάδι νὰ εὐοδωθῇ ὁ θεσμὸς τῶν συνεταιρισμῶν. Τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζω, κύριοι Βουλευταί, προσεπάθησα νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστιν ἁπλούστερον, ἀφέθη εἰς τοὺς συνεταιριζομένους κάποια ἐλευθερία, ὥστε αὐτοὶ οὗτοι νὰ ἐκλέγωσι τὸ σύστημα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐννοοῦν νὰ συνεταιρισθῶσιν, ἂν θέλουσι δηλονότι ἀπεριόριστον εὐθύνην ἢ περιωρισμένην τοιαύτην τῶν μελῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι αἱ ἀπόπειραι αἱ γενόμεναι εἰς ἄλλους λαοὺς κατέδειξαν πολλάκις καὶ διαπρεπεῖς οἰκονομολόγοι, οἱ ὁποῖοι κατέγιναν κατὰ τὴν τελευταίαν μάλιστα πενταετίαν περὶ τὰ φαινόμενα τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ τὴν οἰκονομικὴν ἐξέτασιν αὐτοῦ εἰδικῶς, ὅτι οἱ συνεταιρισμοὶ φέρουσιν ἄριστα ἀποτελέσματα ὁπόταν συνδέωνται μὲ ἀπεριόριστον ἀκριβῶς τὴν εὐθύνην τῶν μελῶν. Ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ παρίδωμεν ὅτι θὰ ἦτο λίαν δύσκολον νὰ πεισθῶσι, κατ’ ἀρχὰς τοὐλάχιστον, οἱ συνεταιριζόμενοι νὰ ἀναλάβωσι τοιαύτην μεγάλην εὐθύνην, καὶ διὰ τοῦτο ἀφέθη τὸ πρᾶγμα διὰ τοῦ νόμου ἐλεύθερον. Ἐλήφθησαν ἐξ ἄλλου ὑπ’ ὄψιν τὰ δυνατὰ μέτρα, ὥστε νὰ μὴ δύναται ἕκαστος, εἴτε ἐκ προσωπικῶν λόγων εἴτε ἐκ τοπικῶν εἴτε ἐκ λόγων συμφέροντος ἢ ἐκ λόγων προσωπικῆς ἀντιγνωμίας, ἀποχωρῶν τοῦ συνεταιρισμοῦ νὰ διαλύῃ συνάμα αὐτόν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται συνάμα πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἐνθαρρύνσεων, τὰς ὁποίας ἡ διοίκησις θέλει μετέλθει, ὅπως κατορθωθῇ νὰ γίνῃ εὐρὺς προσηλυτισμὸς τοῦ πλήθους τῶν δυσπίστων ἀγροτῶν εἰς τοὺς συνεταιρισμούς, νὰ γίνῃ μία εὐρυτάτη προπαγάνδα. Εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα, κύριοι Βουλευταί, τὸ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου δύναταί τις νὰ εἴπῃ, πρὸς ὀργάνωσιν τῆς πίστεως, καὶ ἰδίᾳ τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τὸ μόνον. Ἐλπίζω ὅτι προσεχῶς θέλω λάβει τὴν τιμὴν ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς καὶ ἐπὶ ἄλλων τινῶν θεμάτων, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι τὰ θεμέλια τῆς ἀγροτικῆς πίστεως, ἡ ὁποία παρ’ ἡμῖν εὑρίσκεται ἔτι εἰς πρωτογενῆ ἀληθῶς κατάστασιν. Ἂν ἐβράδυνεν ἡ ὑποβολὴ τοῦ σημερινοῦ νομοσχεδίου, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς ἀπροθυμίαν τοῦ πρὸς ὑμᾶς ὁμιλοῦντος· ἐβράδυνε διότι ἐθεώρει ὁ ὑπεύθυνος Ὑπουργὸς ἐπάναγκες, ὡς εἶπον ἤδη πρὸς ὑμᾶς, νὰ προβῇ εἰς δοκιμάς τινας διὰ νὰ ἴδῃ ὁποῖαι ἐκ τῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ἔχουν γίνει δεκταὶ εἰς τὰ ἄλλα μέρη, πρέπει νὰ ἐπικρατήσωσι καὶ παρ’ ἡμῖν, καὶ ὁποῖαι πρέπει, καὶ κατὰ τίνα τρόπον τροποποιούμεναι, νὰ γίνωσι δεκταὶ παρ’ ἡμῶν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο. Εἶπον ἤδη ὅτι, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ ἡ διοχέτευσις τοῦ χρήματος, ἡ ἄρδευσις τοῦ τόπου διὰ χρήματος ἐκ μέρους τοῦ κέντρου πρὸς τὰ ἀπώτατα μέρη, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἱδρυθῇ εἷς οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς ἰσχυρός, ὁ ὁποῖος θ’ ἀνεδέχετο ν’ ἀναλάβῃ τὴν ῥύθμισιν τῆς κινήσεως ταύτης ὁλοκλήρου, νὰ ποδηγετήσῃ ἐκ παραλλήλου τὸ Κράτος τοὺς συνεταιρισμοὺς καὶ νὰ βοηθήσῃ αὐτοὺς διὰ χρημάτων, ὡς ἐγένετο καὶ ἀλλαχοῦ. Τὸ Πρωσσικὸν Κράτος ἔδωκε πέντε ἑκατομμύρια κατ’ ἀρχὰς καὶ κατόπιν ἔφθασεν εἰς τὰ πεντήκοντα ἑκατομμύρια, διὰ νὰ ἱδρύσῃ ἓν κεντρικὸν πιστωτικὸν ταμεῖον τῶν συνεταιρισμῶν τῶν διαφόρων. Ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις κατὰ τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν συνῆψε μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης τῆς Γαλλίας κατὰ τὸ 1897 ἔλαβεν ἀντάλλαγμα πίστωσιν 40 ἑκατομμυρίων φράγκων, ἄνευ τόκου, τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται διὰ νὰ δίδωνται πιστώματα μὲ μικρὸν τόκον εἰς τὰ περιφερικὰ ταμεῖα, καὶ ἐκεῖθεν νὰ διαβιβάζωνται εἰς τοὺς συνεταιρισμούς. Ἐπίσης ἡ ὀργάνωσις τῆς πίστεως τῆς γεωργικῆς ἐν τῇ νοτίῳ Ἰταλίᾳ ἐπετεύχθη διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐπέτρεψεν εἰς τὰς Τραπέζας Σικελίας καὶ Νεαπόλεως νὰ μεταχειρίζωνται τὸ ἓν τρίτον τῶν καταθέσεων τῶν ταμιευτηρίων αὐτῶν εἰς τὸ νὰ τροφοδοτῶσι τὰ πιστωτικὰ ταμεῖα τὰ κατὰ τόπους. Θὰ ἦτο λοιπὸν ἄνευ μεγάλων ἀποτελεσμάτων τὸ προτεινόμενον νομοθέτημα, ἂν δὲν ἐλαμβάνετο σοβαρὰ κυβερνητικὴ πρόνοια συνάμα, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἡ κεντρικὴ ὀργάνωσις, ἥτις θὰ ἐτροφοδότει τοὺς διαμέσους συνδέσμους, θὰ ἐλάμβανε καταθέσεις καὶ θὰ ἐδάνειζε τοὺς διαμέσους συνεταιρισμοὺς καὶ δι’ αὐτῶν τοὺς περαιτέρω τοπικοὺς συνεταιρισμούς. Δύναμαι δὲ νὰ εἴπω, Κύριοι, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς κυβερνητικῆς μερίμνης λίαν προσεχῶς ὁ Συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν θέλει ἀναγγείλει πρὸς ὑμᾶς, καθιστῶν γνωστὸν κατὰ τίνα τρόπον ἡ Κυβέρνησις παρὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, προθυμοποιηθείσης ἀληθῶς, ἐξησφάλισε τὴν τροφοδότησιν τῶν συνεταιρισμῶν διὰ τὸ μέλλον. Ἐλπίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἰς ἄλλους τόπους ἐδόθησαν διὰ τοὺς συνεταιρισμούς, θὰ εἶναι μετὰ πάροδον ἐτῶν τινων, βοηθούσης τῆς διαδόσεως τῆς ἰδέας ταύτης, ἐξ ἴσου μεγάλα καὶ πολύτιμα καὶ εἰς τὴν χώραν μας καὶ ἡ οἰκονομικὴ ζωὴ θὰ τονωθῇ καὶ οἱ κτηματίαι θ’ ἀνακουφισθῶσιν ἀπὸ τῆς τοκογλυφίας καὶ οἱ παραγωγοὶ θ’ ἀπολαύσουν τοὺς καρποὺς τῶν κόπων των καὶ οἱ καταναλωταὶ ἐπίσης θ’ ἀνακουφισθῶσιν. Ἐν Ῥουμανίᾳ κατά τινα τελευταίαν στατιστικὴν εὑρισκομένην εἰς τεῦχος, ὅπερ εἶχε τὴν καλωσύνην νὰ μοὶ χορηγήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἄρτης βουλευτὴς κ. Σῖμος, αἱ ἀποταμιεύσεις τοῦ λαοῦ ἐντὸς δεκάδος ἐτῶν ἔφθασαν εἰς 80 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ εἶναι ἰδιαίτατα καταπληκτικὴ ἡ ἐμπιστοσύνη τὴν ὁποίαν ὁ Ῥουμάνος ἀγρότης ἔδειξεν εἰς τοὺς συνεταιρισμούς. Ἐλπίζω ὅτι τὰ αὐτὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔχῃ καὶ παρ’ ἡμῖν ὁ θεσμὸς τῶν συνεταιρισμῶν. Βεβαίως δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος πολιτικοῦ, ἀλλὰ περὶ ζητήματος ἐνδιαφέροντος ἐξ ἴσου πάντας ἡμᾶς, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι βεβαίως πόθος διακαὴς πάντων ἡμῶν, ὅπως τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον ἐξέλθῃ ὅσον ἔνεστιν ἀρτιώτερον. Καὶ ἀφοῦ, Κύριοι, ὁ συνεταιρισμὸς εἶναι μία ἕνωσις συνεργασίας, θὰ παρακαλέσω ὑμᾶς, ὅπως δώσωμεν ἡμεῖς τὸ παράδειγμα τῆς συνεργασίας, ὅπως συνεργασθῶμεν πάντες προθύμως, ἵνα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταρτισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον καὶ ἀποδώσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα προσδοκῶμεν. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλει ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ, παραπέμπεται δὲ ἤδη εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ. κ. Δ. Χατζηγιάννη, Π. Λαγοπάτη, Κ. Σοκόλη, Λ. Νάκου, Κ. Γόντικα, Θ. Κουτούπη, Σ. Γρανίτσα, Ι. Φαρμάκη καὶ Σ. Θεοδωροπούλου, εἰς ἣν τάσσεται προθεσμία δέκα ἡμερῶν πρὸς ὑποβολὴν τῆς ἐκθέσεώς της. Ψήφισις συνόλου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐν τῷ ἐφέδρῳ στρατῷ καὶ τῇ ἐθνοφρουρᾷ καὶ περὶ κανονισμοῦ ἀρχαιότητος μονιμοποιηθησομένων ἐφέδρων». (Ψηφίζεται τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§50ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ βουλευτὴς κ. Γ. Καρπετόπουλος ἐν τῇ ἀγορεύσει του χθὲς τὸ ἑσπέρας συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου τὸ σύνολον ἐψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγου, ἀνέφερεν ὅτι ἕτεροι ἀξιωματικοὶ εὑρισκόμενοι ἐν τῇ αὐτῇ κατηγορίᾳ μὲ τὸν λοχαγὸν Ταγαρᾶν προυβιβάσθησαν, ἐνῷ ὁ λοχαγὸς Ταγαρᾶς δὲν προυβιβάσθη. Ἐκ τούτων ἀνέφερε τοὺς κ. κ. Λίτκε, Μωραΐτην Δημ., Πολίτην Γρ., Σισμάνην Ἀθαν., Λαμπρόπουλον Βασ., Βιτάλην Ἀντ. καὶ Κουβαρᾶν Παν., ὡς παρανόμως προαχθέντας. Ἀλλ’ οἱ μὲν Λίτκε, Μωραΐτης Δημ. καὶ Πολίτης Γρηγ. ἦσαν ταγματάρχαι ἐν ἐνεργείᾳ, ἀπεστρατεύθησαν ὡς ταγματάρχαι, ἐκλήθησαν ἐν ἐπιστρατεύσει καὶ νομίμως προυβιβάσθησαν. Οἱ κ. κ. Βιτάλης, Λαμπρόπουλος καὶ Σισμάνης ἦσαν λοχαγοὶ ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς πίνακας ὡς ἔχοντες τὰ πρὸς προβιβασμὸν προσόντα εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ἀπεστρατεύθησαν μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, ὡς ἔχοντες τὴν ὀκταετίαν ἢ τὴν πενταετίαν, ἐκλήθησαν ἐν ἐπιστρατεύσει ὡς ταγματάρχαι καὶ προυβιβάσθησαν νομίμως εἰς ἀντισυνταγματάρχας. Ὁ Κουβαρᾶς Παναγ. ἦτο λοχαγὸς μὴ κριθεὶς ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῶν μεράρχων ὡς μὴ συμπληρώσας τὸν πρὸς τοῦτο ἀπαιτούμενον χρόνον, ἀποστρατευθεὶς δυνάμει εἰδικοῦ νόμου τῆς ἐπαναστάσεως μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου, κληθεὶς δ’ ἐν ἐπιστρατεύσει μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου προυβιβάσθη εἰς ἀντισυνταγματάρχην. Ἐνῷ ὁ Ταγαρᾶς ἦτο λοχαγὸς στάσιμος ἀποστρατευθεὶς ὡς ταγματάρχης καὶ κληθεὶς ἐν ἐπιστρατεύσει ὡς λοχαγός. Τὰς πληροφορίας αὐτὰς παρέχω εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν καὶ τὸν παρακαλῶ, ἂν ἔχῃ ἀντίρρησιν ἐπ’ αὐτῶν, ν’ ἀναγραφῇ καὶ πάλιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς προσεχοῦς Πέμπτης, ὥστε νὰ γίνῃ ὑπὸ τύπον ἐπερωτήσεως μόνον συζήτησις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 2 ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, κύριε Πρόεδρε, περὶ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν προβιβασμῶν αὐτῶν;
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ Συνάδελφός μου ἀπουσιάζει. Νὰ μείνῃ τὸ δεύτερον καὶ νὰ γίνῃ τὸ τρίτον ἕως ὅτου ἔλθῃ.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μέτρων ἐξασφαλίσεως τῶν εἰς τὸ Κράτος ἀναγκαιουσῶν μεταφορῶν καὶ τῆς δημοσίας τάξεως». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας.
§54Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Κύριοι Βουλευταί, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐξέθηκεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα συνετάχθη τὸ νομοσχέδιον περὶ μέτρων ἐξασφαλίσεως τῶν εἰς τὸ Κράτος ἀναγκαιουσῶν μεταφορῶν καὶ τῆς δημοσίας τάξεως· εἰς ἐμὲ ἀπομένει νὰ δικαιολογήσω τὰς γενομένας τροποποιήσεις κατ’ ἐφαρμογὴν τῶν ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου δοθεισῶν ὑποσχέσεων. Περιττόν, κ. Βουλευταί, νὰ ἐπαναλάβω τὰ περὶ τοῦ δημοσίου χαρακτῆρος τῶν σιδηροδρομικῶν ἐπιχειρήσεων. Ὡς γνωστόν, πανταχοῦ οἱ σιδηρόδρομοι ἐθεωρήθησαν ὡς δημοσίου συμφέροντος, οἱ δὲ ὑπάλληλοι αὐτῶν καὶ οἱ ἐργάται ἐθεωρήθησαν ὅτι διορίζονται οὐχὶ ὑπὸ τῆς σιδηροδρομικῆς ἑταιρίας, ἀσκούσης ἰδιωτικὰ ἐν προκειμένῳ καθήκοντα ἢ δικαιώματα, ἀλλ’ ὡς κατ’ ἐπιταγὴν τοῦ Κράτους διοριζούσης τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐργάτας αὐτῆς. Εἰς ἅπαντα τὰ Κράτη σχεδὸν ἡ ἀπεργία εἰς τὰς δημοσίας αὐτὰς ἐπιχειρήσεις ἐθεωρήθη παράνομος, οὐ μόνον δὲ παράνομος, λέγω καὶ ὑποστηρίζω, ἀλλὰ καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἐν Βελγίῳ οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι δὲν ἔχουσι δικαίωμα δι’ ἀπεργίας νὰ διαταράσσωσι τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν· ἐν Ὁλλανδίᾳ συνεπληρώθη ὁ ποινικὸς νόμος, ἐκεῖ δ’ ἀπαγορεύεται τὸ ἀπεργεῖν ἢ παρασκευάζειν ἀπεργίαν· ἐν Ἑλβετίᾳ οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἐξωμοιώθησαν πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπαγορεύεται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας· ἐν Ἱσπανίᾳ παρόμοιά τινα μέτρα ἐλήφθησαν, ὡς καὶ ἐν Ἀργεντινῇ· ἐν μόνῃ δὲ τῇ Ἀγγλίᾳ ὑπάρχει διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν, κατόπιν συμφωνίας γενομένης μεταξὺ τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν ἑταιριῶν, συμμετέχοντος καὶ τοῦ Κράτους διαιτητικῶς, κανονίζονται ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ἀναφυόμενα εἰς τὴν σιδηροδρομικὴν ὑπηρεσίαν· ἐν Ἰταλίᾳ κατόπιν τῆς γενομένης ἀπεργίας ἐν ἔτει 1898 ἐψηφίσθη εἰδικὸς νόμος περὶ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, δι’ οὗ οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἐκλήθησαν εἰς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ὅπως παύσῃ ἡ ἀπεργία· βραδύτερον ἐν ἔτει 1906 ἐψηφίσθη ὁ νεώτερος νόμος περὶ στρατιωτικῶν μεταφορῶν καὶ ἐν γένει περὶ ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, δι’ οὗ ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς τῶν Δημοσίων Ἔργων καὶ τῶν Στρατιωτικῶν ἵνα καὶ ἐν πάσῃ ἄλλῃ ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ στρατεύωσι τὸ προσωπικὸν τῶν σιδηροδρόμων. Ἐὰν μετὰ τοῦτο ἔλθωμεν εἰς τὴν Γαλλίαν, θὰ ἴδωμεν ὅτι κατὰ τὴν ἐν ἔτει 1909 γενομένην ἀπεργίαν ὁ Ὑπουργὸς Μπριὰν ἠναγκάσθη τότε, εἰ καὶ δὲν ὑπῆρχεν ἐπιτακτικὴ διάταξις τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, δι’ οὗ θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ ἐντελῶς νομίμως εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους, ἐν τούτοις δὲν ἐδίστασεν οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ καλέσῃ τούτους εὐθὺς ἀμέσως εἰς γενικὴν ἐπιστράτευσιν καὶ τοιουτοτρόπως ἔφερε τὴν τάξιν ἐν τῇ χώρᾳ, ἥτις ἐκινδύνευε νὰ διασαλευθῇ· εἰσάγων δὲ σχετικὸν νομοσχέδιον ἐν τῇ Βουλῇ καὶ δικαιολογῶν τὰ μέτρα ἅτινα ἐν προκειμένῳ ἔλαβε, κατηγορούμενος δὲ ὑπὸ τῶν ἀντιθέτων αὐτοῦ ὅτι ἀπαρνεῖται τὰς ἀρχάς του, εἶπεν ὅτι δὲν ἀπαρνεῖται τὰς ἀρχάς του, ἀλλὰ ταύτας καθορίζει καλύτερον, ἐν θαυμασίᾳ δὲ ἀγορεύσει τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Μπριὰν καθώρισε τελείως τὰ τοῦ δημοσίου χαρακτῆρος τῶν σιδηροδρομικῶν ἐπιχειρήσεων· καθώρισε τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ τὸ μέρος τὸ ὁποῖον πρέπει ἐν προκειμένῳ ἡ Πολιτεία νὰ ἔχῃ καὶ εἶπεν ὅτι αἱ σιδηροδρομικαὶ ἐπιχειρήσεις δὲν εἶναι ἐλεύθεραι κατὰ τὸ δοκοῦν νὰ κανονίζωσι τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὅτι τὸ Κράτος ἔχει δικαίωμα τὸ μὲν συμβατικῶς, τὸ δὲ ἐκ τοῦ κυριαρχικοῦ του δικαιώματος νὰ παρεμβαίνῃ ὅπως διακανονίζῃ πᾶν ζήτημα σχετιζόμενον πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων. Μένει μόνον τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικόν, ἔλεγεν ὁ Μπριάν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι δυνατὴ ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους, ἐκ τοῦ ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐθίγετο τὸ συμβόλαιον μεταξὺ Κράτους καὶ ἑταιρίας, ὑπόκειται δέ, ἐκ τυχὸν μέτρων ἅτινα εἶχε λάβει τὸ Κράτος πρὸς οἰκονομικὴν βελτίωσιν τῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων, εἰς ἀποζημιώσεις ἀπέναντι τῶν ἑταιριῶν. Ἐπρότεινε τότε τὴν λεγομένην διαιτησίαν· λέγω τὴν λέξιν διαιτησίαν, διότι δὲν πρόκειται περὶ τῆς ὑποχρεωτικῆς ἐκείνης διαιτησίας ἥτις ἀληθῶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ διακανονίσῃ τελείως καὶ ὁριστικῶς τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα γεννῶνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων. Καθώριζεν ὁ Μπριὰν συμβουλευτικὴν διαιτησίαν· ἐν ᾗ περιπτώσει δὲ δὲν ἤθελον δεχθῆ τὰς τοιαύτας ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς οἱ ὑπάλληλοι, ὑπέχουσιν εὐθύνην ἀπέναντι τῶν ἑταιριῶν, αἵτινες καὶ εἰς ἀπόλυσιν ἠδύναντο νὰ προβῶσι τότε.
§55Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐψηφίσθη αὐτὸς ὁ νόμος ἐν Γαλλίᾳ;
§56Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη.
§57Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἄ! Ἀπόδειξις ὅτι οὐδεμίαν ἔχουσι σημασίαν τὰ λεγόμενα.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐφηρμόσθησαν ὅμως τὰ μέτρα ταῦτα καὶ χωρὶς νὰ ψηφισθῶσι.
§59Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ἐψηφίσθη, ἀλλ’ ἀπομένει πάντοτε, κύριε Συνάδελφε, τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἄνευ τῶν μέτρων τούτων ἠδυνήθη νὰ καταστείλῃ τὴν ἀπεργίαν, δι’ ὧν στρατιωτικῶν μέσων ἐνόμιζεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ καταστείλῃ πᾶσαν τυχὸν ἀπεργίαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ γίνῃ πρὸς διατάραξιν τῆς δημοσίας τάξεως.
§60Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διατί δὲν ἐψηφίσθη;
§61Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διότι ἐπρόκειτο περὶ γενικῶν ζητημάτων ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐθίγοντο αἱ ἑταιρίαι. Τοῦτο ἦτο τὸ δυσχερές.
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἐψηφίζετο, θὰ εἴχετε αὐτὸ τὸ προηγούμενον καὶ θὰ μᾶς ἐλέγετε· τὸ ἔκαμον καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν!
§63Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐν Οὑγγαρίᾳ οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι θεωροῦνται ἐπίσης ὡς δημόσιοι· τιμωρεῖται δὲ ἐκεῖ ἡ ἀπεργία, ὄχι μόνον δὲ αὐτὴ ἀλλὰ καὶ ἡ λεγομένη παθητικὴ ἀντίστασις, διότι ὑπάρχει καὶ μία ἄλλη κατάστασις πιέσεως, τὴν ὁποίαν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωσιν οἱ ὑπάλληλοι, ἡ λεγομένη παθητικὴ ἀντίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκτελοῦσι τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτοὺς καθῆκον ἐκ τῶν κανονισμῶν, πλὴν προσκομματίζουσι τὴν ὑπηρεσίαν διὰ τῆς ἄκρας τυπικῆς ἐκτελέσεως τοῦ καθήκοντος. Ἐν Σαξωνίᾳ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰσηγούμενος πρὸ διετίας μέτρα τινὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων εἶπεν ἐπὶ λέξει ὅτι (ἀναγινώσκει) «εἶναι ἀπαράδεκτον οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ν’ ἀποτελῶσι συνδέσμους κτλ.» Ποία εἶναι ἡ πολιτική, τὴν ὁποίαν ἠκολούθησε τὸ ἡμέτερον Κράτος ἐν σχέσει πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων; Ἐν ἔτει 1912 προκειμένου ἀκριβῶς περὶ ζητήματος καὶ διαφορῶν μεταξὺ σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν, ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ὅπως διακανονίσῃ τὰ ποικίλα ζητήματα τὰ ὁποῖα παρήγοντο μεταξὺ ἐργατῶν καὶ σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν, νὰ εἰσηγηθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφίσῃ αὕτη νόμον καθ’ ὃν καθωρίζοντο τὰ τῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας αὐτῶν. Δύο εἶναι τὰ θεσπισθέντα μέτρα, τὸ μὲν ὑποχρέωσις τῶν ἑταιριῶν ὅπως ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας ὑποβάλωσι τοὺς κανονισμοὺς τοῦ προσωπικοῦ αὐτῶν πρὸς ἔγκρισιν, τὸ δὲ ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας ὅπως διὰ Β. Διατάγματος καθορισθῶσιν αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας τῶν ὑπαλλήλων ὧν ἡ ὑπηρεσία ἐνδιαφέρει τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν. Τὸ τοιοῦτο δικαίωμα εἶχε πάντοτε τὸ Κράτος ἐκ τοῦ κυριαρχικοῦ αὐτοῦ δικαιώματος, διὰ τὸ ὅτι εἶναι ἀνώτερος ἐπόπτης τῆς ἀσφαλείας καὶ διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καθώρισε τὸν τρόπον καθ’ ὃν θέλει ἀσκηθῇ τοῦτο, διότι ἐκ τῆς ὑπερκοπώσεως ἠδύναντο νὰ παραχθῶσι κίνδυνοι ὡς πρὸς τὴν ἀσφάλειαν. Ἐν τῷ μεταξὺ παρενέπεσον αἱ γνωσταὶ ἐθνικαὶ ἀνωμαλίαι καὶ ἕνεκα τούτου δὲν ἐφηρμόσθη καθ’ ὅλα αὐτοῦ τὰ μέρη τὸ προκείμενον νομοθέτημα. Αἱ ἑταιρίαι ὑπέβαλον ἐντὸς τῶν ταχθεισῶν προθεσμιῶν τοὺς κανονισμούς· ἄλλαι μὲν ἐκ τούτων παρηρμήνευσαν, ἄλλαι παρενόησαν, ἄλλαι ὑπέβαλον κανονισμοὺς ἐναντίον τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων τοῦ ῥηθέντος νόμου. Τὸ πνεῦμα τοῦ νομοθέτου εἶναι ὅτι δὲν ἐζήτει ἀπὸ τὰς ἑταιρίας, ἵνα αὗται ὑποβάλωσιν ὑπὸ τὴν κύρωσιν διοικητικοὺς κανονισμοὺς ἀφορῶντας τὴν σιδηροδρομικὴν ὑπηρεσίαν, τὸν ὀργανισμόν, τὴν ἀσφάλειαν, τὴν κίνησιν τῶν ἀτμαμαξοστοιχιῶν, τὸν κανονισμὸν τῶν σημάτων καὶ ἄλλα τοιαῦτα· ἐζήτει ὁ νομοθέτης, ἵνα αἱ ἑταιρίαι ὑποβάλωσιν ὑπὸ τὴν κύρωσιν διοικητικοὺς κανονισμοὺς ἀφορῶντας τὰ προσόντα πρὸς πρόσληψιν, τὰ προσόντα πρὸς προαγωγὴν καὶ ἀπόλυσιν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ ἀπόλυσις ἐπήρχετο, καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας. Αὐτὰ εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα φέρουσι προστριβὰς μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ἑταιρίας. Αὐτὰ τὰ ζητήματα ἐνδιαφέρουσι σπουδαίως τοὺς ὑπαλλήλους. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἕτερον μέρος, τὸ ζήτημα τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας, ἐξεδόθησαν καὶ ἐκυρώθησαν οἱ κανονισμοὶ διὰ Β. Διαταγμάτων, δι’ ὧν καθωρίσθησαν αἱ ὧραι τῆς ἐργασίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων κατὰ διαφόρους κατηγορίας. Εὐθὺς ὡς ἐξεδόθησαν οἱ τοιοῦτοι κανονισμοί, πρό τινος παράπονα καὶ μεμψιμοιρίαι παρὰ τῶν ἑταιριῶν καὶ ἐργατῶν ὑπεβλήθησαν. Οἱ ἐργάται δὲν ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσι τὰς ὄντως στρυφνὰς διατάξεις, διότι ὄντως εἶναι στρυφναί, αἱ δὲ ἑταιρίαι αἱ σιδηροδρομικαὶ παρεπονοῦντο ὅτι εὐθὺς ὑπεβάλλοντο εἰς ὑπερόγκους δαπάνας λόγῳ τοῦ καθορισμοῦ τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας. Ἐν τούτοις τὸ Κράτος ἐπέβαλε τοὺς κανονισμοὺς τούτους, δὲν ἐδέχθη τροπολογίαν ὑποβληθεῖσαν ἐξ ἑκατέρων τῶν μερῶν καὶ ἐδέχθη τὸν κανονισμὸν τῶν ὡρῶν τῆς ἐργασίας τῶν σιδηροδρομικῶν ἐν Γαλλίᾳ ὑπαλλήλων, ἔμεινεν ὅμως ἐκκρεμὲς ζήτημα σπουδαιότατον, ἐνδιαφέρον τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους, τὸ ζήτημα τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς οἰκονομικῆς θέσεως αὐτῶν. Καὶ ὅτε οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἔβλεπον ὅτι οἱ κανονισμοὶ αὐτῶν δὲν ἐλαμβάνοντο ὑπ’ ὄψιν καὶ ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἔμενεν ἐκκρεμές, διότι εἶχον ὑποβάλει καὶ αὐτοὶ ἐπὶ τῶν ὑποβληθέντων κανονισμῶν τῆς ἑταιρίας ἀντιρρήσεις, εἰς ἃς περιελαμβάνοντο πλὴν τῶν ζητημάτων τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας καὶ τῆς περιπτώσεως ἀπολύσεως καὶ οἰκονομικὰ ζητήματα, ὅτε ἔβλεπον μὴ λυόμενον τὸ ζήτημά των, ἐδυσφόρησαν καὶ ἕνεκα τῶν λόγων τούτων ἐξερράγη ἡ ἀπεργία ἐκ τοῦ ἑξῆς δικαιολογητικοῦ λόγου. Δὲν ἠμφεσβήτουν οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἡ Πολιτεία μόνη νὰ κανονίσῃ τὰ ζητήματα τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, ἀλλ’ ὅτε εἶδον ὅτι ἡ Πολιτεία εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὅτι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἑταιριῶν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον πρέπει κατὰ πρῶτον ὅρον νὰ λυθῇ ὑπὸ τῶν ἑταιριῶν, τότε ἔθιξαν τὸ ζήτημα καὶ εἶπον εἰς τὰς ἑταιρίας «ζητοῦμεν αὐτὰς τὰς αὐξήσεις· ἐὰν δὲν δοθῶσιν ἐντὸς ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος θ’ ἀπεργήσωμεν», καὶ ἀπήργησαν. Εὐτυχῶς, καὶ ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω πρὸς τιμὴν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, αὐτοὶ πεισθέντες εἰς τὰς διαβεβαιώσεις ἡμῶν περὶ ἐνεργοῦ παρεμβάσεως τοῦ Κράτους πρὸς κανονισμὸν τῶν ζητημάτων αὐτῶν ἀμέσως ἔπαυσαν τὴν ἀπεργίαν, ἥτις δὲν διήρκεσε παρὰ μίαν ἕως δύο ἡμέρας, ὅπερ εἶναι τὸ ἐλάχιστον ὅριον μιᾶς κολοσσιαίας ἀπεργίας. Τοῦτο λέγω πρὸς τιμήν των.
§64ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ προσθέσω ὅτι ὄχι διὰ τοῦτον τὸν λόγον μόνον ἐδέχθησαν νὰ ἄρωσι τὴν ἀπεργίαν ἀμέσως, διότι ἐδήλωσα ῥητῶς καὶ σαφῶς ἐπὶ παρουσίᾳ ὑμῶν εἰς τὸν οἶκόν μου, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῇ, ὅπως οἱ ὑπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν εἰς χεῖράς των τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς ἀπεργῶσιν ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας.
§65Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπόμνησιν. Ὄντως, ὅτε παρουσιάσθησαν ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐμοῦ οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ἐζήτησαν τὸν κανονισμὸν αὐτόν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐδήλωσεν ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ εἰς τούτους τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργεῖν, ὅτι ὀφείλουσι ν’ ἀναλάβωσιν ἐργασίαν καὶ μετὰ τοῦτο θὰ ἐξετάσῃ τὸ Κράτος πάντα τὰ ζητήματα. Παρενέβη τὸ Κράτος μεταξὺ ἑταιρίας καὶ ὑπαλλήλων ἵνα κανονίσῃ ὅλα τὰ ἐκκρεμῆ ζητήματα διὰ τὰ ὁποῖα τόσον ἐνδιαφέρονται, ἐγένετο δὲ εἰς τούτους γνωστόν, ὅτι τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἴδῃ παρατεινομένην τὴν ἀπεργίαν, ἐξ ἧς ἐθίχθη ὁλόκληρος ὁ οἰκονομικὸς βίος, ὁλόκληρος ὁ ὀργανισμὸς τοῦ Ἔθνους, καὶ ἦτο ἀνάγκη διὰ παντὸς τρόπου νὰ λήξῃ ἡ ἀπεργία.
§66Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἔχετε τὴν ἀντίληψιν, ὅτι ἡ σιδηροδρομικὴ ἀπεργία ἔληξε, διότι ἐδόθη ὑπόσχεσις ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ διότι ἠπειλήθησαν;
§67Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Καὶ τὸ μὲν καὶ τὸ δέ. Εἰς τὰς σιδηροδρομικὰς ἑταιρίας ἐξ ἄλλου, εἴς τινας τούτων αἵτινες δὲν ἤθελον νὰ δεχθῶσι τὴν διαιτησίαν τοῦ Κράτους, διότι τινὲς δὲν ἤθελον ν’ ἀναγνωρίσωσι καὶ σιδηροδρομικὸν Σύνδεσμον, ἐγένετο γνωστὸν διαρκούσης τῆς ἀπεργίας, ὅτι, ἂν δὲν ἤθελον ἄρει πάντα τὰ ἐμπόδια ἐκ τῶν ὁποίων ἡ ἀπεργία παρετείνετο ἠθέλομεν θεωρήσει ὅτι ἡ ἀπεργία τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων ἐξακολουθεῖ ἐξ αἰτίας των καὶ τότε θ’ ἀνελάμβανεν αὐτὸ τοῦτο τὸ Κράτος τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἐτέθη τὸ Κράτος ἀντιμέτωπον, ἔθεσε τὸ ζήτημα ἐκεῖ ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῇ καὶ εὐθὺς ἀμέσως ἡ ἐργασία ἐπανελήφθη. Ἀλλ’ ἴσως δὲν θὰ εἶναι γνωστὸν ὅτι τὰ περὶ στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων ἔχουσι διακανονισθῆ ἀπὸ τοῦ 1911 δι’ ὑπάρχοντος νομοθετήματος, τοῦ ὁποίου σήμερον ζητοῦμεν τὴν ἐκ νέου κύρωσιν καὶ τὴν βελτίωσιν ὑπὸ κρείσσονας ὅρους. Ἐν τῷ νόμῳ περὶ στρατολογίας τοῦ 1911 λέγεται ὅτι (ἀναγινώσκει)· «Ἐπιτρέπεται λόγῳ ἀσκήσεως κτλ.».
§68Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Τοὺς ἀνήκοντας εἰς ὡρισμένην τάξιν καὶ ὄχι κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς προσκλήσεως ὑπηρετοῦντας.
§69Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ σᾶς ἀναγνώσω ὅλον τὸ ἄρθρον (ἀναγινώσκει)· «Ἐπιτρέπεται κλπ.».
§70ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥστε ὡρισμένης μονάδος ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιστράτευσις.
§71Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τοιαύτη διάταξις λοιπὸν ἰσχύει σήμερον περὶ σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τοῦτο, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται ν’ ἀναγνωρίσῃ τὸ Κράτος τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Ἡ ἀπεργία τῷ ὄντι εἶναι μέγα ὅπλον, εἶναι ἔσχατον ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἀπομένει σήμερον εἰς τὸν ἐργάτην, ὅστις δύναται νὰ ἀντιτίθηται διὰ τούτου εἰς τὰς αὐθαιρεσίας τοῦ κεφαλαίου. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ σιδηροδρομικῶν ἐπιχειρήσεων καὶ συγκοινωνιῶν, αἵτινες ἀσφαλίζουσι τόσον μεγάλα συμφέροντα, τὸ Κράτος ἐνόμισεν ὄχι μόνον ἐδῶ ἀλλὰ καὶ παντοῦ ὅ τι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπεργίαν, καὶ διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ Κράτη ἀπηγορεύθη ἡ ἀπεργία τῶν τοιούτων ἐργατῶν. Ἡμεῖς δὲν τὴν ἀπαγορεύομεν· γινόμεθα μόνον ῥυθμισταὶ τῆς καταστάσεως, ῥυθμίζομεν τὰς σχέσεις ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν. Οὐ μόνον δὲ τοῦτο, ἀλλ’ ἀναγνωρίζομεν τὴν σύμπηξιν τῶν ὑπαλλήλων εἰς συνδέσμους, καὶ τούτων τὰς γνώμας καὶ τὰς προτάσεις λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν. Ἐν τῷ νεαρῷ νόμῳ περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας ὑπάρχει συμβούλιον ἐργασίας σιδηροδρομικὸν καὶ τροχιοδρομικὸν ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ ἀνωτέρους ὑπαλλήλους τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου (ἀναγινώσκει)· «Αἱ ἑταιρίαι καὶ τὰ ἀνεγνωρισμένα Σωματεῖα κτλ.». Καὶ βλέπετε ὅτι ὑπάρχει τὸ πρῶτον διαιτητικὸν δικαστήριον, τὸ πρῶτον κατὰ βαθμὸν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα μόνον νὰ ἐπιβάλωμεν, διότι ὑποχρεωτικὴν διαιτησίαν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν διὰ νόμου πρὸς τὴν ἑταιρίαν, διότι ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι τοῦτο δὲν προβλέπεται ὑπὸ τῆς συμβάσεως, καὶ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν ἐκπλήρωσιν διαιτητικῶν ἀποφάσεων διὰ τῶν ὁποίων θὰ ἐπεβάλλοντο διαιτητικὰ βάρη χωρὶς νὰ θίξωμεν τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν ἔχει συνάψει τὸ Κράτος μὲ τὴν ἑταιρίαν. Πρόκειται ἄρα περὶ γνωμοδοτικῆς διαιτησίας· καὶ τοιαύτη ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ, ὥστε διὰ τοῦ ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς νομοσχεδίου οὐδὲν ἄλλο τελεῖται σήμερον εἰμὴ ἡ ἐκ νέου κύρωσις τοῦ δικαιώματος τούτου τοῦ Κράτους, ἵνα δύναται νὰ παρεμβαίνῃ καὶ νὰ καθορίζῃ τοὺς ὅρους ὑφ’ οὓς δέον νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν αἱ τοιαῦται διαιτητικαὶ ἀποφάσεις. Τὸ Κράτος, λέγω, γίνεται μόνον ῥυθμιστὴς, καὶ γίνεται ῥυθμιστὴς διὰ τοῦ ὅτι τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἤθελεν ἴδει ὅτι οἱ ἐργάται ζητοῦσιν ὑπέρογκα, ζητοῦσι πέρα τοῦ δυνατοῦ, πέρα ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται νὰ δώσῃ ἡ ἑταιρία, καὶ τοῦτο θὰ κρίνῃ τὸ Κράτος ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐργασίας τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων, εἰς τὸ ὁποῖον θὰ συμμετέχωσιν καὶ οἱ ὑπάλληλοι, τὸ Κράτος θὰ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην καὶ πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, διότι ἔχει πάντοτε εἰς τὰς χεῖράς του τὸ μέσον νὰ δικάσῃ ἀποτελεσματικῶς, ὅταν τὸ ἕτερον τῶν μερῶν ὑπερβαίνῃ τὰ δικαιώματά του, καὶ δύναται νὰ καλέσῃ τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους εἰς στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ἢ ν’ ἀφήσῃ τούτους ν’ ἀπεργήσωσι πρὸς ἐπιβολὴν τῶν δικαίων των κατὰ δυστροπούσης τυχὸν ἑταιρίας. Ἀλλὰ τοιαῦτα ζητήματα εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσι μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἤθελε κληθῆ ν’ ἀποφανθῇ κατὰ πρῶτον βαθμὸν τὸ Συμβούλιον τῆς ἐργασίας τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων, κατὰ δεύτερον δὲ λόγον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ περὶ τοῦ πότε εἶναι δυνατόν, περὶ τοῦ πότε πρέπει νὰ ἐπέλθῃ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον. Δὲν εἶναι ὅμως τοῦτο τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει τοὺς ὑπαλλήλους, ἀλλ’ εἶναι καὶ τὸ ἀφορῶν τὰς θέσεις αὐτῶν, τὴν ῥύθμισιν τοῦ τρόπου τῆς ἀσκήσεως τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, τὴν περίπτωσιν τῆς ἀπολύσεως αὐτῶν. Ἵνα μὴ ἐπέλθῃ δὲ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία περὶ τῆς τοιαύτης ὑποχρεώσεως τῶν ἑταιριῶν, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον ὅπως αὐθεντικῶς ἑρμηνευθῇ τὸ ἄρθρον πρῶτον τοῦ νόμου τοῦ 1912, ἑρμηνευθῇ κατὰ τοῦτο, ὅτι αἱ ἑταιρίαι ἔχουσιν ὑποχρέωσιν ἵνα ἐντὸς τριῶν μηνῶν προσθέτου προθεσμίας ἥτις παρέχεται πρὸς αὐτὰς ὑποβάλωσιν ὑπὸ τὴν κύρωσιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὑπὸ τὰς παρεχομένας ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐγγυήσεις, κανονισμοὺς ἀφορῶντας τὴν τοιαύτην ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων. Ὅτε λοιπὸν κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον ἀσφαλίζομεν τὰς θέσεις τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν ὅπως ἔχωμεν εἰς χεῖρας ἡμῶν μέσον διὰ τοῦ ὁποίου ἐν δεδομένῃ στιγμῇ, ἐν ὑπερβασίᾳ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου τῶν μερῶν, νὰ δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ ὡς διαιτητὴς ὑποχρεωτικῶς, δι’ αὐτοῦ δὲ τοῦ μέσου ἐπιβάλλει τοῦτο τὴν ὑποχρεωτικὴν διαιτησίαν. Καὶ ἔχω πρόχειρον παράδειγμα, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἤσκησε κατὰ τοιοῦτόν τινα τρόπον τὸ τοιοῦτο δικαίωμα τὸ Κράτος προκειμένου περὶ τῆς ῥυθμίσεως τῶν οἰκονομικῶν ζητημάτων, τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν. Μετὰ μακροτάτων συζητήσεων ἐνώπιον εἰδικῆς ἐπιτροπῆς ἀνωτέρων ὑπαλλήλων, ἐνώπιον τῶν ὁποίων καὶ αἱ σιδηροδρομικαὶ ἑταιρίαι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐργατῶν καὶ μόνοι καὶ κατ’ ἀντιπαράστασιν παρέστησαν τὰ ἑαυτῶν δίκαια, ἠδυνήθη νὰ μορφώσῃ γνώμην τὴν ὁποίαν ἐπέβαλε πρὸς τὰς ἑταιρίας παρὰ τὰς διατυπωθείσας ἔν τισι μεμψιμοιρίας, διὰ τὰς ὑποχρεώσεις εἰς τὰς ὁποίας ὑποβάλλεται ἡ ἑταιρία. Ἡ ἔκθεσις αὕτη τὴν ὁποίαν παρουσιάζω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶναι ἐργασία ὀγκώδης τιμῶσα ἀληθῶς τοὺς ἀσχοληθέντας εἰς τὴν ἐργασίαν ταύτην, δι’ ἧς ἐργασίας ἐκανονίσθησαν δι’ ἀρκετὸν χρόνον καὶ ἀρκούντως ἱκανοποιητικὰ ἐν σχέσει πρὸς τὴν σήμερον οἰκονομικὴν ἐπάρκειαν τῶν σιδηροδρόμων τὰ ἀφορῶντα τοὺς ὑπαλλήλους σιδηροδρομικὰ ζητήματα. Διὰ τοῦ κανονισμοῦ τούτου ἐπεβλήθη πρὸς τὰς ἑταιρίας ἡ ὑποχρέωσις προσθέτων χρηματικῶν βαρῶν, τὸ μὲν λόγῳ τῆς αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ ἕνεκα τῆς περὶ ὡρῶν ἐργασίας διατάξεως, τὸ δ’ ἕνεκα τῆς βελτιώσεως τῆς οἰκονομικῆς θέσεως τῶν ὑπαλλήλων. Εἰς ποσὸν ἄνω τῶν 350 χιλιάδων ὑπολογίζονται τὰ βάρη τὰ ὁποῖα ἐπεβάλομεν σήμερον εἰς τὰς ἑταιρίας. Καὶ ἂν βραδύτερον ἤθελον φανῆ καὶ ἄλλα ζητήματα ἕνεκα τῶν ὁποίων οἱ οἰκονομικοὶ οὗτοι ὅροι ἔδει νὰ τροποποιηθῶσιν, ἔδει νὰ βελτιωθῶσι, τὸ Κράτος πάντοτε πρόθυμον θὰ εἶναι ἵνα ἐξετάσῃ ἐν τῇ διακρινούσῃ αὐτὸ ἀμεροληψίᾳ τὸ ζήτημα, χωρίς, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐπιβάλῃ βάρη δυσβάστακτα εἰς τὰς ἑταιρίας κλονίζοντα τὴν οἰκονομικὴν ὑπόστασιν αὐτῶν, καθόσον μὴ λησμονοῦμεν πρὸς τοῖς ἄλλοις ὅτι τὰς σιδηροδρομικὰς σήμερον ἐπιχειρήσεις ἐκμεταλλεύονται ἑταιρίαι προσκαίρως. Ἂν ἀναχωρήσωμεν ἀπὸ τοῦ Λαρισαϊκοῦ, τὸν ὁποῖον ἀνέλαβεν ἤδη τὸ Κράτος, θὰ ἴδωμεν ὅτι καὶ οἱ ἄλλοι σιδηρόδρομοι θ’ ἀνήκωσι βραδύτερον εἰς τὸ Κράτος καὶ πᾶν βάρος καὶ πᾶσα ἐπιβάρυνσις βαρύνει σήμερον μὲν τὴν ἑταιρίαν, ἀλλ’ αὔριον θὰ βαρύνῃ τὸ Κράτος. Ἂν λάβωμεν ὅθεν ὑπ’ ὄψιν τὰς σιδηροδρομικὰς ἑταιρίας τοῦ Πελοποννησιακοῦ, τοῦ Θεσσαλικοῦ καὶ ἄλλων μικροτέρων ἑταιριῶν, θὰ ἴδωμεν καὶ ἐκεῖ ὅτι πᾶσα ἐπιβάρυνσις τὴν ὁποίαν κάμνομεν τῶν ἑταιριῶν θὰ βαρύνῃ καὶ θὰ ἔχῃ τὸν ἀντίκτυπον ἐπὶ τοῦ Κράτους βραδύτερον, διότι αἱ ἑταιρίαι ὑφίστανται ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς ἐξαγορᾶς. Ὁποτεδήποτε δὲ τὸ Κράτος ἤθελε προβῆ εἰς ἐξαγοράν, οὐχὶ ἴσως ὅπως ἐκμεταλλευθῇ ἀπὸ τοῦδε ἀπ’ εὐθείας τοὺς Σιδηροδρόμους, ἀλλ’ ὅπως διαρρυθμίσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον τὴν σιδηροδρομικὴν συγκοινωνίαν, ἤθελεν ἐπιβαρυνθῆ δι’ ὅλων τούτων τῶν βαρῶν. Ὥστε βλέπομεν ὅτι καὶ ἐκ τοῦ λόγου τούτου δὲν εἶναι ἀδιάφορον εἰς τὸ Κράτος ποῖα βάρη θὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰς ἑταιρίας. Πάντοτε ἐν μέτρῳ δικαίῳ καὶ ἀμεροληψίᾳ θὰ κρίνῃ περὶ αὐτῶν. Καὶ ταῦτα περὶ τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, ἐκ τῆς τάξεως τῶν ὁποίων—μεθ’ ὑπερηφανείας τὸ λέγω—καὶ ἐγὼ ἐξῆλθον. Ὅσον ἀφορᾷ ὅμως εἰς τὴν λοιπὴν κατηγορίαν τῶν ναυτικῶν, οἵτινες ἐργάζονται εἰς ἀτμόπλοια, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον, ὅπως τροποποιηθῇ κατὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ἐργάται τῶν ἀτμοπλοίων τούτων δὲν ἔχουσι τὰ αὐτὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰς αὐτὰς ἐγγυήσεις τὰς ὁποίας ἔχουσιν οἱ ἐργάται τῆς βιομηχανίας τῶν σιδηροδρόμων, οὔτε συνδέεται τὸ Κράτος μετὰ τῶν ἑταιριῶν τούτων ἢ ἐφοπλιστῶν διὰ συμβάσεων ἀνατρεπουσῶν παρομοίας παρεμβάσεις πρὸς τὰς τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη μόνον εἰς τὰ ἀτμόπλοια τὰ ἀσφαλίζοντα ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν, δι’ ἣν τὸ Κράτος πληρώνει ἐπιχορήγησιν, ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον ὅτι εἰς τὰς συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ συνωμολογοῦντο καὶ θὰ συνετάσσοντο καθ’ ἕκαστον ἔτος κατόπιν δημοπρασίας, περιληφθῇ καὶ ὅρος εἰδικός, καθ’ ὃν αἱ ἑταιρίαι ἀναλαμβάνουσι συμβατικῶς τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δεχθῶσι τὴν ὑποχρεωτικὴν διαιτησίαν τὴν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου διὰ γνωμοδοτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις καθίσταται ὁριστικὴ διὰ κοινῆς ἀποφάσεως τῶν Ὑπουργῶν τῶν Ναυτικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας. Τοιουτοτρόπως τὴν ὀλιγάριθμον οὕτως εἰπεῖν ὁμάδα τῶν ναυτικῶν ἀσφαλίζομεν ἐπίσης κατὰ πάσης δυνατῆς αὐθαιρεσίας, ὥστε νὰ δικαιούμεθα καὶ παρὰ τούτων νὰ ζητήσωμεν ὡς ὑποχρέωσιν νὰ μὴ διαταράσσωσι δι’ ἀπεργιῶν τὸ Δημόσιον.
§72Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ τὴν μεγάλην ἐμπορικὴν ναυτιλίαν ἀφήνετε ἕρμαιον τῶν ἀπεργιῶν;
§73Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα εἰς αὐτὴν νὰ ἐπεμβῶμεν.
§74Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Γνωρίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι εἶναι ἀνωφελὲς νὰ εἴπῃ τις γνώμην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ψηφίσῃ, ὡς τὸ διετύπωσαν ἐν συνεργασίᾳ οἱ κ. Ὑπουργοί. Ἐν τούτοις ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ διαμαρτυρηθῶ διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δι’ οὗ τὸ Κράτος τὸ σημερινόν, λησμονοῦν τὴν ἐργατικήν του πολιτικήν, ἐπεμβαίνει μονομερῶς καταλῦον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συναλλάγματος τῆς ἐργασίας διὰ τοὺς ἐργάτας τῆς συγκοινωνίας τῆς ἀτμοπλοϊκῆς καὶ σιδηροδρομικῆς. Καὶ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναφέρω δι’ ὀλίγων νομοθετικὰς διατάξεις, κρατούσας εἰς ἄλλας χώρας τοῦ κόσμου, σχετικὰς μὲ τὰς ἀπεργίας τῶν ὑπαλλήλων τῆς συγκοινωνίας, διὰ νὰ λάβῃ σαφῆ ἰδέαν τοῦ πῶς ἐρρυθμίσθη ἀλλαχοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μᾶς ἀνέφερεν ἐπιλεκτικῶς τινὰς τῶν νόμων τῶν ἐν ἰσχύϊ εἰς ἄλλας χώρας, ἐλησμόνησεν ὅμως νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι εἰς τὰς χώρας, ὅπου ὑπάρχουσιν αὐστηραὶ νομοθετικαὶ διατάξεις ἐν σχέσει μὲ τὴν ἀπεργίαν τῶν ὑπαλλήλων τῆς συγκοινωνίας, ἡ σιδηροδρομικὴ συγκοινωνία εἶναι εἰς χεῖρας τοῦ Κράτους καὶ ἐργοδότης εἶναι αὐτὸ τὸ Κράτος καὶ οὐχὶ ἰδιῶται, ἐκμεταλλευόμενοι τὸν ἱδρῶτα βιοπαλαιστῶν πρὸς κερδοσκοπίαν. Καὶ πρῶτον ὁ ὁμοσπονδιακὸς νόμος τῆς 1 Ἰουνίου 1898, τῶν Ἡνωμένων Πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς, καθιστᾷ διαιτητικὴν ἐπιτροπήν, εἰς ἣν μετέχουσι δι’ ἀντιπροσώπων ἑταιρίαι καὶ ὑπάλληλοι, εἰς περίπτωσιν ῥήξεως μεταξὺ ὑπαλλήλων καὶ σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν. Ὁ νόμος τῆς πολιτείας Ἰλλινόϊς τοῦ 1905 διὰ τοῦ ἄρθρου 108 ἁπλῶς ἐπιβάλλει ποινὰς χρηματικὰς 20 ἕως 100 δολλαρίων εἰς τοὺς μηχανικοὺς καὶ θερμαστὰς οἱ ὁποῖοι ἐγκαταλείπουσιν ἀτμομηχανὰς εἰς ἄλλα σημεῖα τῆς γραμμῆς παρὰ τὰ διὰ τῶν δρομολογίων τῶν ἑταιριῶν προβλεπόμενα. Ἐπίσης ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὸν ἱσπανικὸν νόμον τῆς 21 Ἀπριλίου 1909, δι’ οὗ τὸ Κράτος ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ τοῦ ἀποκλεισμοῦ (lok-out) εἰς τοὺς ἐργοδότας, ἐπιβάλλει μόνον εἰς εἰδικὰς τάξεις, τοὺς ἐργάτας σιδηροδρομικῶν, φωτιστικῶν καὶ ὑδρευτικῶν ἐπιχειρήσεων, ὡς καὶ εἰς τοὺς δημοτικοὺς νοσοκόμους νὰ προειδοποιῶσι τὴν ἀρχὴν περὶ τῆς ἀπεργίας ὀκτὼ ἡμέρας πρότερον, εἰς δὲ τοὺς τροχιοδρομικοὺς ὑπαλλήλους μόνον πρὸ πέντε ἡμερῶν. Ἐπίσης τὸν ἀγγλικὸν νόμον τῆς 22 Μαΐου 1903 περὶ τῶν ἀπεργιῶν τῶν ὑπαλλήλων τῶν σιδηροδρόμων, δι’ οὗ πᾶς ὑπάλληλος ἢ ἐργάτης σιδηροδρόμου ἐγκαταλείπων τὴν ἐργασίαν του ἕνεκα ἀπεργίας παύει αὐτοδικαίως ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ χάνει τὰ δικαιώματά του ἐπὶ τῶν παροχῶν καὶ ἀμοιβῶν καὶ ἐπὶ τῆς συντάξεως. Ἡ διεύθυνσις ὅμως δύναται νὰ διορίσῃ καὶ πάλιν τοὺς οὕτως ἀπολυομένους ὑπαλλήλους καὶ νὰ δώσῃ ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχασαν. Θὰ ἠδύνατό τις δὲ καὶ ἄλλας διατάξεις ν’ ἀναφέρῃ ἰσχυούσας εἰς ἄλλα Κράτη φιλελεύθερα καὶ ἀναλόγως ῥυθμιζούσας τὸ ὑπὸ κρίσιν ζήτημα. Ἀλλ’ ἀνέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας τὰ λεχθέντα πρὸ τριετίας καὶ τετραετίας ὑπὸ τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Γαλλίας κ. Μπριὰν εἰς τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῆς, ἐν σχέσει μὲ τὴν τότε γενομένην ἐκεῖ σιδηροδρομικὴν ἀπεργίαν, ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας παρετήρησεν ἤδη ὅτι δὲν ἐψηφίσθη τότε ἐν Γαλλίᾳ τὸ νομοσχέδιον, ἀποκρουσθὲν ὑπὸ τῆς ἀντιπροσωπείας καὶ τοῦ Γαλλικοῦ λαοῦ. Ἐκεῖ ἠθέλησαν νὰ περιορίσωσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, κύριοι Βουλευταί. Ἀλλὰ τί ἔκαμεν ἡ Γαλλία διὰ τοὺς σιδηροδρομικούς της, ἵνα ἀναφέρω μόνον τὴν Γαλλίαν; Ἐξησφάλισε διὰ νομοθετικῶν καὶ διοικητικῶν μέτρων μέγιστον μέρος τῶν ἀναγκαίων συνθηκῶν ἀνθρωπίνης ἐργασίας δι’ αὐτούς. Ἐθέσπισεν ἀντιπροσωπείας αὐτῶν εἰς διάφορα συμβούλια καὶ ἐπιτροπάς, ὅπως ἀκούηται ἡ φωνὴ τοῦ σιδηροδρομικοῦ ἐργάτου. Ἐκανόνισεν ὑπηρεσίας συσσιτίων τῶν ὑπαλλήλων τῆς κινήσεως. Ἐξησφάλισε τὴν συμμετοχὴν τοῦ προσωπικοῦ πάσης ἐπιχειρήσεως εἰς τὰ κέρδη της· εἰς δύο μόνον συμπλέγματα τῶν σιδηροδρόμων προπέρυσιν ἔλαβον 59.356 ὑπάλληλοι καὶ ἐργάται 5.624.720 φράγκα, ὡς συμμετοχὴν εἰς τὰ κέρδη τῶν ἑταιριῶν των. Ἵδρυσεν ἐπιτροπὰς ἐρεύνης τῶν ὅρων τῆς ἐργασίας. Ἐδημιούργησε πλῆρες σύστημα κοινωνικῶν ἀσφαλειῶν. Εἰς περιθάλψεις καὶ χορηγήματα μόνον διατίθενται περὶ τὰ 2.500.000 ἕως 3.000.000 φράγκα. Ἐκανόνισε τέλος λογικὰ καὶ ὁριστικὰ ὅρια ἐργασίας καὶ ἀναπαύσεως. Τί ἐξ ὅλων τούτων ἐκάμαμεν ἢ ἐσκέφθημεν νὰ κάμωμεν ἡμεῖς διὰ τοὺς εἵλωτας σιδηροδρομικούς μας; Καὶ μὲ ποῖον δικαίωμα σήμερον, ἀφοῦ οὐδεμίαν πρόνοιαν ἐλάβομεν δι’ αὐτούς, τοῖς στεροῦμεν καὶ τὸ μόνον δικαίωμα, ὅπως ἀμυνθῶσι κατὰ τῆς ἐκμεταλλεύσεώς των; Αὐτὰ ἔκαμε, Κύριοι, ἡ Γαλλία καὶ παρόμοια ἄλλα πολιτισμένα Κράτη, τὰ πλείονα τῶν ὁποίων ἔχουσιν, ὡς εἶπον, εἰς χεῖράς των τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλὰ θὰ προσθέσω ἀκόμη τί ἐθέσπισεν ἡ Τουρκία ἐν σχέσει μὲ τὰς ἀπεργίας τῆς συγκοινωνίας. Διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1327, τῆς 27 Ἰουλίου 1909, ὅταν παρουσιάζηται διαφορὰ μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν εἰς ἐπιχειρήσεις λειτουργούσας τῇ ἀδείᾳ καὶ κατὰ σύμβασιν μετὰ τοῦ Κράτους καὶ ἀφορώσας κοινωνικὴν ὑπηρεσίαν, σιδηροδρόμους, τροχιοδρόμους, λιμένας, φωτισμόν, ὕδρευσιν, οἱ ἐργάται ἐκλέγουσι τρεῖς ἀντιπροσώπους, ἄλλους τρεῖς ὁρίζει ἡ ἐπιχείρησις καὶ ἕνα τὸ Ὑπουργεῖον, ἀπαρτίζεται δ’ οὕτω διαιτητικὴ ἐπιτροπή, ἧς ἡ ἀπόφασις εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη ἐπὶ ποιναῖς βαρείαις. Ἀλλ’ ἀπαγορεύεται τὸ συνεταιρίζεσθαι...
§75Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ ἐπεβλήθησαν δρακόντειαι ποιναί. Φθάνουν μέχρι τῆς διαλύσεως τοῦ σωματείου. Ἡμεῖς οὔτε θὰ διενοούμεθα παρόμοιον. Εἶναι ἀνελεύθερος νόμος καὶ μὴ τὸν μνημονεύετε.
§76Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴδετε πότε ἐπιβάλλονται αἱ δρακόντειαι ποιναί; Ἐπιβάλλονται, ὅταν δὲν συμμορφώνωνται τὰ μέλη μὲ τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν καὶ ἀποφεύγουσι νὰ ἐπιζητήσωσι τὴν διὰ διαιτησίας λύσιν τῆς διαφορᾶς. Εἰς χιλιάδας λιρῶν φθάνει τὸ πρόστιμον τὸ ἐπιβαλλόμενον εἰς τὰς σιδηροδρομικὰς ἐπιχειρήσεις.
§77Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὑπ’ αὐτὸν τὸν τύπον ἐκρύβησαν ὅλαι αἱ αὐθαιρεσίαι καὶ τὰ ἄλλα βάρη.
§78Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ προσθήκη τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ ἡ πλήρης ἐξομοίωσίς των πρὸς τοὺς σιδηροδρομικοὺς ἀντιβαίνει εἰς τὴν βάσιν αὐτὴν τοῦ νομοσχεδίου· διότι τοῦτο ἀσχολεῖται περὶ συγκοινωνιῶν ἐξυπηρετουσῶν τὴν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον κίνησιν καὶ τὸ ἐμπόριον τῆς Χώρας, καὶ οὐχὶ περὶ συγκοινωνιῶν στενῶς τοπικῶν, ὡς εἶναι ἡ τροχιοδρομική. Ἠξεύρω ὅτι πολλοὶ θὰ διαμαρτυρηθῶσι διὰ τοῦτο, διότι οἱ τροχιοδρομικοὶ διὰ τῶν ἀπεργιῶν των θίγουσι τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον καὶ προσβάλλουσιν ἐμφανῶς τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα, ἐν τούτοις ὁπωσδήποτε ἡ προσθήκη αὕτη ἀποτελεῖ μίαν ἐπιπλέον ἀνελευθέραν διάταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Περαίνων θὰ παρακαλέσω καὶ πάλιν, ὅπως ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, ἰδίως ὅπως μετατεθῇ τὸ ζήτημα τῆς ὑποχρεωτικῆς διαιτησίας, τὸ ὁποῖον γνωστὸν εἶναι ὅτι ἀγογγύστως θ’ ἀπεδέχοντο καὶ αἱ ἑταιρίαι καὶ οἱ ὑπάλληλοι. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὁ Σ.Π.Α.Π. δὲν ἐδέχετο τὰς ἀποφάσεις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς τελευταίας διαφορᾶς, καὶ ἔσπευσε νὰ τὴν δεχθῇ, ὅτε κατετέθη τὸ νομοσχέδιον τοῦτο.
§79Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὀφείλω νὰ διαμαρτυρηθῶ. Τὴν ἐδέχθη ὄχι διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ’ ὅτε εἶδεν ὅτι, καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ ἑταιρία δὲν ἤθελε συμμορφωθῇ πρὸς τὴν διαιτητικὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργείου, τὸ Κράτος ἤθελε προσέλθει πρὸς τὸ μέρος τῶν ἀπεργῶν, ἐδήλωσεν ὅτι θ’ ἀπαντήσῃ καὶ ἀμέσως τὰ αἰτήματα ἔγιναν δεκτά.
§80ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν ἔχῃ καὶ αὐτὸ τὸ ἀγαθὸν ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε νὰ παύσωσι δυστροποῦσαι αἱ ἑταιρίαι καὶ νὰ δέχωνται τὰς ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ νὰ δώσωσι 200.000 δραχ. εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, εἶναι εἷς πρόσθετος λόγος ἵνα τὸ ψηφίσωμεν χειροκροτοῦντες.
§81Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κηρύσσομαι κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἡ βάσις του εἶναι ἀνελευθέρα καὶ δημιουργεῖ μονομερῆ τοῦ Κράτους ἐπέμβασιν ἐναντίον μιᾶς τάξεως ἐργατικῆς.
§82Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑποβάλλεται τροπολογημένον παρουσιάζει οὐσιωδεστάτας βελτιώσεις ἀπέναντι τῆς διατυπώσεως, τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν. Ἀκριβῶς δ’ ἀπέβλεπον εἰς τὰς βελτιώσεις ταύτας ἐκ τῆς συνεργασίας τὴν ὁποίαν εἶχον ζητήσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ πράγματι, ὅσον ἀφορᾷ μὲν τοὺς ἐργάτας τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ ἐξασφαλίζει τὴν ταχυδρομικὴν συγκοινωνίαν τοῦ Κράτους ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐξ ἄλλου διὰ τῆς ποινικῆς ῥήτρας, ἡ ὁποία ἀναγράφεται περὶ διαιτησίας, παρέχεται μεγάλη ἀσφάλεια ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους, ἐπίσης διὰ τῆς ἑρμηνείας ἥτις ἐδόθη εἰς τὸν ψηφισθέντα νόμον, ἐπιτρέπεται εἰς τὸ Κράτος ὅπως λύσῃ καθ’ ὃν τρόπον τὸ Κράτος πλέον ἀντιλαμβάνεται οὐσιώδη ζητήματα, ὅπως τὰ τῶν προσόντων, τὰ τῆς τοποθετήσεως καὶ τὰ τῆς προαγωγῆς τῶν ὑπαλλήλων. Ἀπομένει ἓν ζήτημα εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠθέλησε νὰ προχωρήσῃ σχετικῶς μὲ τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους. Τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι τὸ τοῦ διακανονισμοῦ τῶν οἰκονομικῶν σχέσεων, δηλαδὴ τοῦ ἡμερομισθίου μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἑταιρίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν ὅτι δὲν ἠθέλησε νὰ ἐπιβάλῃ τὴν ἀναγκαστικὴν διαιτησίαν, διότι θεωρεῖ τοῦτο ἀντικείμενον εἰς τὰς συμβάσεις, αἵτινες δεσμεύουσι τὸ Κράτος πρὸς τὰς ἑταιρίας. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ἀπολύτως ἀκριβὲς τοῦτο. Θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος ἀσκοῦν τὴν ἀστυνομικὴν ἐξουσίαν νὰ εἰσαγάγῃ εἰδικὴν διάταξιν ἥτις νὰ εἶχεν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων συμβάσεων χωρὶς νὰ φαίνηται ὅτι τὸ Κράτος ἀντιτάσσεται πρὸς τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἀνεγνώρισεν εἰς τὰς ἑταιρίας. Τὸ ἕτερον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶναι τὸ οὐσιωδέστατον, δηλαδὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον κάμνει νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποβληθῇ σήμερον τροπολογία οὔτε νὰ εἶναι δεδικαιολογημένη ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν εἶχον προτείνει περὶ τῆς ἀναγκαστικῆς διαιτησίας. Οἱ οἰκονομικοὶ ὅροι τῶν ἐπιχειρήσεων αὐτῶν δὲν εἶναι τόσον γνωστοί, ὥστε νὰ ἐπιτρέπωσιν εἰς τὸ Κράτος νὰ γνωρίζῃ κατὰ πόσον ἀντέχουσιν αἱ ἑταιρίαι, ἵνα ἐπιβληθῶσιν εἰς αὐτὰς ἐνδεχομένως διὰ μιᾶς γενικῆς ἀποφάσεως βάρη οἰκονομικά, διότι βεβαίως αἱ διαιτητικαὶ ἀποφάσεις θὰ ἐπέβαλλον βάρη οἰκονομικὰ εἰς τὰς ἑταιρίας. Εἰς αὐτὸ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκω μίαν οὐσιαστικὴν δικαιολογίαν, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν δέχεται τὴν ἀναγκαστικὴν διαιτησίαν, νομίζω ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ μὴ γίνῃ ἄρνησις τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον ἐβελτιώθη. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο παρὰ τὰς ἐμὰς ἀντιρρήσεις θὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ἀλλὰ θὰ ἤθελον συστήσει εἰς τοὺς κ. Ὑπουργοὺς τῆς Συγκοινωνίας καὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως, ἀφοῦ ἀρνοῦνται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον ἔχει σχέσιν μὲ τὴν οἰκονομικὴν ἀντοχὴν τῶν ἑταιριῶν, νὰ ἀσκήσωσι βαθύτερον τὸν ἔλεγχον τοῦ Κράτους ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τῶν ἑταιριῶν. Ἂν αἱ ἑταιρίαι ἰσχυρίζονται ὅτι δὲν ἀντέχουσιν ἵνα βελτιώσωσι τὴν θέσιν τῶν ἐργατῶν, τοῦτο δὲν ὀφείλεται εἰς τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους διεξάγεται ἡ ἐπιχείρησις, ἀλλ’ ὀφείλονται εἰς ἀτασθαλίας τῶν διοικούντων τὴν ἑταιρίαν. Ἔχω πρόχειρον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ διὰ τὸ ὁποῖον παρακαλῶ νὰ λάβωσι σημείωσιν οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῆς Συγκοινωνίας, παράδειγμα νωπόν, τὸ ὁποῖον ἀντελήφθην ὁ ἴδιος. Πρόεδρος διοικητικοῦ συμβουλίου σιδηροδρομικῆς ἑταιρίας ὢν καὶ ἰδιώτης τραπεζίτης εἶχε τὰ ἀποθέματα τῆς σιδηροδρομικῆς ἑταιρίας εἰς τὴν ἰδικήν του Τράπεζαν ἡ ὁποία ἐπτώχευσεν....
§83Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ Τράπεζα Σκουζέ;
§84Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. ... καὶ ἐπτώχευσεν ὑπὸ ὅρους δυναμένους νὰ ἐγείρωσιν ὑπονοίας, ὅτι ἡ πτώχευσις δὲν ἦτο καλῆς πίστεως, διότι ἠρνήθη νὰ παρουσιάσῃ τὰ βιβλία της. Τοῦτο ἐγένετο εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν οἱ καταθέται δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κηρύξωσι τὴν πτώχευσιν τοῦ τραπεζίτου ἐπὶ δολίᾳ χρεοκοπίᾳ. Ὅτε ἔχω τὸ παράδειγμα αὐτὸ δι’ οὗ ἀποδεικνύεται ὅτι ἐξ ἀταξίας τῆς διοικήσεως ὑπέστη ζημίας ἡ ἑταιρία, ὅτε γνωρίζω ὅτι τὴν ζημίαν αὐτὴν δὲν ἐπλήρωσαν οἱ σύμβουλοι ἀπὸ τὴν τσέπην των, ἀλλ’ ὅτι εἶχεν ἀντίκτυπον εἰς τὸ ἡμερομίσθιον τῶν ἐργατῶν, εἰς τοὺς ὁποίους δὲν ἐπιτρέπομεν ἀποχὴν ἀπὸ τῆς ἐργασίας, νομίζω ὅτι ἐπιβάλλεται εἰς τὸ Κράτος ὅπως ἀσκήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχου ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶν ἰδίᾳ ἑταιριῶν αὐστηρότερον ἢ ἐπὶ ἄλλης ἑταιρίας. Τοῦτο ἔστω καὶ ὡς συνηγορία ὑπὲρ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἕτερον ἤθελεν εἴπει ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἔχω ἀσφαλῆ συμπεράσματα, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄξιον νὰ τὸ μελετήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Ἐλέχθη ὅτι διὰ νόμου ἄλλα Κράτη ἀπονέμουσι δικαιώματα συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων. Ἵνα κανονισθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο διὰ νομοθεσίας, βεβαίως εἶναι ἐπιβαρές. Παρετήρησα ὅτι διὰ τῆς νομοθεσίας ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς σιδηροδρομικοὺς ὑπαλλήλους νὰ γίνωσι μέτοχοι ἑταιριῶν. Γνωρίζετε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι οἱ σιδηροδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἔχουσι ταμεῖον, ἔχον χρήματα ὑπερβαίνοντα τὸ ἓν ἢ δύο ἑκατομμύρια. Τὰ χρήματα ταῦτα ἀπαγορεύεται νὰ ἐνδυθῶσιν ἔστω καὶ κατὰ τμῆμα εἰς μετοχὰς τῆς ἑταιρίας εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρετοῦσι. Νομίζω ὅτι δύνασθε νὰ μελετήσητε τὸ ζήτημα αὐτό, διότι ἐγὼ δὲν ἔχω φθάσει εἰς ἀσφαλῆ συμπεράσματα. Πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ μέρος τοὐλάχιστον τοῦ κεφαλαίου νὰ ἐνδυθῇ εἰς μετοχὰς αὐτῆς τῆς ἑταιρίας εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχωσι καὶ οἱ ἐργάται μίαν φωνὴν εἰς τὸ συμβούλιον.
§85Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὀλίγον ἐπικίνδυνον. Δὲν σᾶς φοβίζει ἡ πίεσις τῆς ἑταιρίας ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων;
§86Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ περιορισθῇ διὰ νόμου.
§87Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἓν παράδειγμα μιᾶς Τραπέζης, ἡ ὁποία εἶχεν ἐνδύσει εἰς μετοχὰς της τὰ κεφάλαια τῶν ὑπαλλήλων καὶ αἱ μετοχαὶ ὑπετιμήθησαν.
§88Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὸ γνωρίζω· βεβαίως εἶναι ἐπικίνδυνα αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγομεν ἄνευ τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑφ’ ὡρισμένας ἐγγυήσεις, τόσον μᾶλλον καθ’ ὅσον τὸ ταμεῖον θὰ διευθύνηται ἀπὸ ἐργάτας ἢ ἀπὸ ὑπαλλήλους τοῦ Κράτους, θὰ ἠδύνατο νὰ γίνῃ σκέψις τοιαύτη· ἡ σκέψις δ’ αὕτη μοὶ ἐγεννήθη διότι ἤκουσα ὅτι ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς μετοχῆς δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκτήσωσι καὶ οὗτοι μίαν φωνὴν καὶ ἕνα ὀφθαλμὸν εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἑταιρίας, θὰ ἦτο δὲ δυνατόν, ὡς συνέβη ἐν Ἀγγλίᾳ, οἱ ἐργάται λαμβάνοντες οὕτω γνῶσιν τῆς καταστάσεως τῆς ἑταιρίας νὰ παρῃτοῦντο ἀπεργιῶν καὶ πολλάκις, ὡς συνέβη τοῦτο ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ νὰ ἀποδώσωσι τὰ κτηθέντα. Ὀφείλω ἐν τέλει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι αὐτὸ τὸ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἀνέφερα πρὶν ἀνάγεται εἰς παρωχημένην ἐποχὴν καὶ δὲν ἠθέλησα τὸ παράπαν νὰ ἐλέγξω τὴν σημερινὴν διαχείρισιν τῆς ἑταιρίας.
§89Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κατόπιν τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξε προχθὲς ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας καὶ τῆς διαθέσεως ἡ ὁποία χαρακτηρίζει ὅλα τὰ κόμματα ἐν τῇ Βουλῇ, ἐρχόμενος νὰ ὁμιλήσω ἐναντίον τοῦ νομοσχεδίου εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἶμαι εὐχαριστημένος ἐκ τῆς μορφῆς τὴν ὁπίαν ἔλαβε τὸ νομοσχέδιον τροποποιηθέν. Ἐὰν ἐξέφραζον τὴν γνώμην μου, αὐτὴ θὰ ἦτο ἐναντίον ὅλων τῶν ὁμάδων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως καὶ ἐναντίον τῆς πλειονοψηφίας ἐξαιρέσει τοῦ ἀρχηγοῦ αὐτῆς, διότι δυστυχῶς ὁ περισσότερος κόσμος εἶναι διατεθειμένος ἐναντίον ἐκείνων οἱ ὁποῖοι νομίζει ὅτι τὸν ἐβασάνισαν διὰ τῆς ἀπεργίας, ἐνῷ, ἂν ἐξετάσῃ καλῶς, δὲν θὰ ἴδῃ ὅτι ἐγένετο εἰς αὐτὸν ἀφορμὴ ἄλλης δυσαρεσκείας ἐκτὸς μόνον τῆς ἀνάγκης νὰ ὁδοιπορήσῃ κατὰ τὰς ὀλίγας ἡμέρας κατὰ τὰς ὁποίας διήρκεσαν ἀπεργίαι τινές. Ὡς ἐτροποποιήθη τὸ νομοσχέδιον, ὅλως ἀλλοία εἶναι ἡ μορφὴ τὴν ὁποίαν ἔλαβε καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ ἐξετάζων τις τὰ πράγματα ὡς σήμερον ἔχουσι νὰ εἶναι εὐχαριστημένος καὶ νὰ εἴπῃ «μὴ χειρότερα». Ἀλλὰ πρέπει καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ τις τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κοινωνίαν ὑπὸ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τόσον τοῦ ἀξιοτίμου κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὅσον καὶ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου κ. Πρωθυπουργοῦ προχθές, ἀλλὰ νὰ παρουσιάσῃ αὐτὴν νὰ σκέπτηται ὄχι ἐπιπολαίως, ἀλλ’ ὅπως σκέπτεται ἡ Κυβέρνησις ἢ τὰ περισσότερα τῶν μελῶν αὐτῆς. Ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς, ἂν εἶχον ἄλλους λόγους νὰ μὴ εἶμαι εὐχαριστημένος ἐκ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, μόνον διὰ τὴν ἐργατικήν της ἀντίληψιν, διὰ τὴν νεωτεριστικήν της ἀντίληψιν θὰ ἤμην εὐχαριστημένος καὶ θὰ ἐθεώρουν αὐτὴν τὴν καλυτέραν νὰ διοικήσῃ σήμερον τὴν Ἑλλάδα. Συνεπῶς ὄχι μόνον δὲν εἶμαι δυσαρεστημένος μὲ τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ πολὺ εὐχαριστημένος, διότι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία ἐχειροκρότησε προχθὲς ὅσα ἐν στιγμῇ ἐξάψεως εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἡ Βουλή θὰ ἦτο διατεθειμένη καὶ νὰ φυλακίσῃ τοὺς δυστυχεῖς αὐτοὺς οἱ ὁποῖοι λέγονται ἐργάται διότι θέλουν νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. (Διαμαρτυρίαι ὑπό τινων Βουλευτῶν). Μήπως δὲν ἐγράφη ὅτι εὑρέθησαν φοβεροὶ ἐχθροὶ τῶν ἐργατῶν, ἕνεκα τῶν ὁποίων τὸ νομοσχέδιον ἔλαβε τὴν μορφὴν τὴν ὁποίαν φέρει νῦν; Καὶ φίλοι τῶν ἐργατῶν ἐθεωρήθησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐχειροκρότουν προχθὲς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος, ὅτε ἐσκέφθη ἐν ἠρεμίᾳ, διερρύθμισεν ἄλλως τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὰς ὑποδείξεις μας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας μᾶς ἀπηρίθμησε τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν ἀλλαχοῦ. Ἐγὼ ὅμως δὲν γνωρίζω ἄλλο μέρος ἐκτὸς τῆς Τουρκίας εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ἐλήφθησαν μέτρα κατὰ τῶν ἀπεργῶν. Ἕτερα Κράτη ἐρρύθμισαν τὰ ζητήματα τῶν συγκοινωνιῶν, ἀλλὰ τὰ ἐρρύθμισαν, ἀφοῦ ἔλαβον προηγουμένως ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα διὰ τῶν ὁποίων ἡ θέσις τῶν ἐργατῶν ἐκαλυτέρευσεν. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, τοῦ ὁποίου ἰδιαιτέρως ἐκτιμῶ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ὁμιλῶν περὶ τῶν μέτρων εἰς τὰ ὁποῖα προέβησαν ἄλλα Κράτη δὲν ὤφειλε νὰ παραλείψῃ ὅτι τὸ Κράτος τῆς κατ’ ἐξοχὴν προστασίας τῶν ἐργατῶν ἐν Ἀγγλίᾳ ὄχι μόνον δὲν ἔλαβε μέτρον τι κατὰ τῆς ἀπεργίας, ἀλλ’ ὅτε ἐπῆλθεν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους, ὁλόκληρος δὲ ὁ οἰκονομικὸς ὀργανισμὸς ἐσταμάτησεν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἡ Κυβέρνησις κατώρθωσεν εἰς δύο ἡμέρας νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, διότι εἰς τὰς κραυγὰς τῶν ἑταιριῶν εἶχε ν’ ἀντιτάξῃ τὴν ἀπειλὴν τὴν ὁποίαν ἐκείνη γνωρίζει, διότι εἶχεν εἰς τὴν διάθεσίν της ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα ἀκριβῶς τὰ ὁποῖα ἔφεραν τὸ ἀποτέλεσμα ἐντὸς 48 ὡρῶν. Ἐδόθησαν εἰς τοὺς ἐργάτας 40% περισσότερον τῶν ὅσα προηγουμένως ἐλάμβανον. Οὕτως αἱ ἑταιρίαι ὑπεχώρησαν καὶ ἡ οἰκονομικὴ κίνησις ἐπανελήφθη. Εἰς ἐκεῖνο τὸ Κράτος εἰς τὸ ὁποῖον δίδονται τόσα καὶ τόσα εἰς τοὺς ἐργάτας, σύνταξις διὰ τὸ γῆρας, μισθὸς εἰς τοὺς μὴ ἔχοντας ἐργασίαν καὶ τόσα ἄλλα, ἐκεῖ ὅπου οἱοσδήποτε δύναται νὰ τραφῇ ἐν πτωχοκομείῳ οὐδεμίαν ἔχων ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσῃ τὴν τοιαύτην του θέλησιν, ἐκεῖ ὅπου τόσα μέτρα ἐλήφθησαν ὑπὲρ τῶν ἀσθενῶν, ἐκεῖ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ ἔσχατον αὐτὸ μέτρον εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὅτι ἔπρεπε νὰ προβῇ καὶ δὴ ὄχι εἰς περιστάσεις καθ’ ἃς τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους θὰ ἐκινδύνευον, ἀλλ’ εἰς οἱανδήποτε περίστασιν, καθ’ ἣν οὐδεὶς κίνδυνος θὰ ἠπείλει τὰ συμφέροντα τῆς Πολιτείας. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας περὶ νομοθεσιῶν, αἱ ὁποῖαι ἔλαβον μέτρα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς σιδηροδρόμους καὶ τοὺς ὑπαλλήλους τοὺς σιδηροδρομικοὺς πολλὰ ἄλλα, περὶ μέτρων κατὰ τῶν ἐργατῶν θαλάσσης δὲν ἤκουσα νὰ ὁμιλήσῃ. Οἱ ἐργάται θαλάσσης εἶναι πανταχοῦ ἐλεύθεροι, γνωρίζομεν δὲ τὰς συμφορὰς τὰς ὁποίας ἐπέφεραν αἱ ἀπεργίαι ἐργατῶν θαλάσσης ἐν Μασσαλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ὅπου ἐπὶ μῆνας ἐσταμάτησεν ἡ ἐκφόρτωσις, καὶ ὅμως ἡ Γαλλία ἐπροτίμησε νὰ ὑποστῇ ὅλας αὐτὰς τὰς οἰκονομικὰς συμφοράς, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς τὸ βάρβαρον μέτρον τῆς βιαίας καταστολῆς τῶν ἀπεργιῶν. Ἀλλὰ μὲ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προέτεινεν ἡ Κυβέρνησις, μήπως δὲν μᾶς εὗρε συμφώνους τόσον τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὅσον καὶ ἐμὲ προχθές; Μήπως ἠθελήσαμεν, ἐκτιμῶντες τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ζῶμεν καὶ τὰς ἀντιλήψεις τόσον τῆς Βουλῆς ὅσον καὶ τῆς κοινωνίας, μήπως ἠθελήσαμεν ἄλλο τι παρὰ νὰ δώσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ τῆς ὁποίας μᾶς ἔδωκε λαμπρὰ παραδείγματα; Ἀλλ’ ἀκριβῶς διότι αἱ ἀντιλήψεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ἢ τουλάχιστον τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν, ἡγουμένου τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοιαῦται, ὥστε νὰ εἶναι ἀσύμφωνοι πρὸς τὴν ἐξ ἐπιπολαιότητος ἐκτίμησιν τῶν ἐργατικῶν ζητημάτων ἄλλων, ἀκριβῶς διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ἠθέλομεν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ περισσότερα μέτρα, ὄχι διότι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτήν, ἀλλὰ διότι ἡ ἰδία μᾶς ἔπεισεν ὅτι ἠναγκάσθη νὰ μετέλθῃ στάσιν ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν, ὥστε νὰ ἐξαναγκάσῃ ἐκείνους νὰ ὑποκύψωσιν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἦσαν λογικά, ἔστω καὶ ἂν ἦσαν ἐλάχιστα. Ὡμίλησε περὶ τοῦ Κράτους ὡς ῥυθμιστοῦ μεταξὺ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐργασίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Ταῦτα ἀκριβῶς θέλομεν· θέλομεν τὸ Κράτος νὰ ἔχῃ ὅλην ἐκείνην τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλει νὰ λάβῃ διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἠθέλομεν ὅπως τὸ Κράτος, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὰ διαμαχόμενα μέρη, ἐκδίδῃ τὴν ἀπόφασίν του ὑπὲρ τῶν ἀδυνάτων ἢ ὑπὲρ τῶν ἰσχυρῶν. Ἠθέλομεν τὸ Κράτος νὰ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, πρὸ πάντων οἱ σιδηρόδρομοι, πρέπει νὰ περιέλθωσιν ὅλα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, ὁπότε πλέον δὲν θὰ ἔχωμεν καμμίαν ἀνάγκην ἀπεργίας, διότι κατὰ τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχει ἀπεργία, διότι τὸ Κράτος δὲν εἶναι δυνατὸν ἀπλήστως νὰ σκέπτηται ἀπέναντι τῶν ὀργάνων του, ἐν τῇ αἰθούσῃ δὲ ταύτῃ προκειμένου περὶ τῆς στάσεως τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῶν ἐργατῶν μᾶλλον ὁμιλοῦμεν περὶ σπατάλης παρὰ περὶ οἰκονομίας. Τὸ Κράτος δὲν ἔχει τὴν ἀντίληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αἱ ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι θέλουσι νὰ μισθώσωσι τὴν ἐργασίαν μὲ τὸ κατώτατον δυνατὸν ποσόν, ὄχι κἂν ὅπως δώσωσιν ὀφέλη εἰς τοὺς μετόχους ἢ ὅπως ἀναπτύξωσι τὰς ἐπιχειρήσεις των, ἀλλ’ ὅπως ἐξασφαλίσωσι τὰ ἄφθονα ἐκεῖνα κέρδη ὑπὲρ τῆς ὀλιγαρχίας, ἡ ὁποία διευθύνει τὰς περισσοτέρας μετοχικὰς ἑταιρίας, καὶ ἡ Βουλή, ὅταν ἀκούσῃ τοιοῦτό τι, τότε ἐξεγείρεται, ἀλλ’ ἡ ἰδέα μόνον, ἡ ἀφῃρημένη ἰδέα τῆς προστασίας τοῦ ἐργάτου, τοὺς εὑρίσκει τόσον δυσμενεῖς. Δώσατε τὰ δικαιώματα αὐτὰ εἰς τὰς ἑταιρίας καὶ θὰ ἴδητε ποίαν κατάχρησιν θὰ κάμωσι. Καὶ ἐγένετο λόγος περὶ τῶν ἐργατῶν, ὅτι δύνανται νὰ ἀπειλήσωσιν ἐθνικὰ συμφέροντα, ἀλλ’ οὐδεὶς θὰ ὑπάρξῃ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ὁ ὁποῖος θὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι οἱ ἐργάται εἰς ὅλας τὰς κρισίμους περιστάσεις ὄχι μόνον δὲν ἔφεραν καμμίαν δυσκολίαν, ἀλλ’ ὅτι προσεφέρθησαν μὲ ὅλην τὴν φιλοτιμίαν, τὴν ὁποίαν ὤφειλον, οὐδεμιᾶς τάξεως ὑστερήσαντες.
§90Σ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Οὐδεὶς τὸ ἀρνεῖται.
§91Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτε δ’ ἐγένετο ἀπεργία, ἐδηλώθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι, ἂν πρόκειται τὸ Κράτος νὰ προβῇ εἰς ἐπιστράτευσιν ἢ κινητοποίησιν, εἶναι πρόθυμοι νὰ προσέλθωσι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀμοιβῆς καὶ τοῦτο διὰ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι ἠθέλησαν νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν τὸ Κράτος εὑρίσκετο εἰς ἐποχὴν ἐπιστρατεύσεως, διὰ νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα ὑπὲρ αὐτῶν.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι.
§93Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐδήλωσαν ὅτι ἦσαν πρόθυμοι νὰ ἐργασθῶσιν, ἀλλ’ αἱ ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκουσιν ὅσους εὑρίσκουσι τόσον συμπαθεῖς, δὲν μᾶς λέγουσι ποῖαι αἱ ὑπηρεσίαι, τὰς ὁποίας παρέσχον, καθ’ ὃν χρόνον ἐξησφάλισαν ἄπειρα κέρδη. Ὑπῆρξε μία κἂν ἑταιρία, ἀπὸ τὰς τόσον συμπαθεῖς πρὸς ὑμᾶς, ἡ ὁποία ἐσκέφθη ὅτι, διότι ἐπολέμησε τὸ Ἔθνος, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ κερδίσῃ περισσότερα ἀπὸ ὅ,τι ἐκέρδιζε καὶ ὅτι πρέπει ν’ ἀφαιρεθῇ τὸ ἐπὶ πλέον κέρδος καὶ νὰ δοθῇ εἰς τὰ θύματα τοῦ πολέμου; Οὐδεμία ἑταιρία. Ὅλοι ἐζήτησαν νὰ λάβωσι μετάλλια καὶ παράσημα διὰ τὰς παρασχεθείσας ὑπηρεσίας, παρασχεθείσας ὅμως ὑπηρεσίας αἱ ὁποῖαι ἐξώγκωσαν τὸ βαλλάντιόν των, καὶ θὰ εὔχωνται ὅπως τὸ Κράτος πάντοτε εὑρίσκηται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, ὥστε νὰ προσφέρωσι τὰς πολυτίμους ὑπηρεσίας των. Διὰ τοῦτο ἠθέλομεν, ὅπως ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία κάπως περισσότερον ἐξετάζῃ τὰ ζητήματα αὐτὰ καὶ ὄχι ἔτσι χονδρικῶς καταδικάζῃ τὸ ἴσως τραχὺ μέτρον τῆς ἀπεργίας, τὸ ὁποῖον δυστυχῶς εἶναι τὸ μόνον τὸ ὁποῖον ἀπομένει εἰς τοὺς ἀσθενεῖς ἀπέναντι τῶν πανισχύρων ὄχι μόνον ὑπὸ ἔποψιν κεφαλαίων, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἔποψιν πολιτικῆς ἰσχύος, διότι οὐδένα λανθάνει ὅτι ἡ Βουλὴ αὕτη ἀντιπροσωπεύεται καθ’ ὁλοκληρίαν ἀπὸ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι διαθέτουσιν ἐργάτας, καὶ ὁ ὁμιλῶν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, ὀφείλω νὰ ἐπαναλάβω, δὲν ἔχει προέλευσιν ἐργατικήν, καὶ εἰς περίπτωσιν, καθ’ ἣν οἱ συμπολῖταί του τῷ ἐπέβαλλον νὰ κανονίσῃ τὴν πολιτικὴν αὑτοῦ κατὰ τὰς θελήσεις των, θὰ ἦτο ὑποχρεωμένος νὰ ὑποβάλῃ τὴν παραίτησίν του, ἂν δὲν ἤθελε νὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς ὑποδείξεις ἐκείνων οἱ ὁποῖοι τὸν στέλλουσι μέσα εἰς τὴν Βουλήν. Ὁλόκληρος λοιπὸν ἡ ἐργατικὴ τάξις καὶ ἡ ἐργατικὴ ἰδέα οὐδένα ἀντιπρόσωπον ἔχει ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ.
§94Σ. ΣΙΜΟΣ. Ὅλους.
§95ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλους.
§96Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δι’ αὐτὸ συνετρίβη ἡ ἰδέα καὶ εἶναι τὸ χειρότερον μέσον νὰ λέγῃ τις ὅτι εἶναι προστάτης ἐργατῶν, ἐνῷ δὲν εἶναι. Ἆ! λέγουσί τινες, ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τοὺς ἐργάτας! Τοὺς ὑποστηρίζομεν, ἀλλὰ συγχρόνως τοὺς δεσμεύομεν!
§97Σ. ΣΙΜΟΣ. Τοὺς προστατεύομεν.
§98Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν παραιτεῖσθε τῆς τοιαύτης προστασίας; Δὲν ἀφήνετε αὐτοὺς τοὺς ἰδίους νὰ κανονίσωσι τοὺς προστάτας των, ἀλλὰ θέλετε νὰ παρουσιασθῆτε ὡς προστάται, καθ’ ἣν ἐποχὴν σᾶς ἀποδοκιμάζουσι; Καὶ ὁμιλῶ πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν Ἄρτης, ὁ ὁποῖος ἐντόνως θέλει νὰ δείξῃ ὅτι ἐνδιαφέρεται ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν.
§99ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶσθε ἄδικος, κ. Κουτούπη, διότι ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία, ἥτις ἐψηφίσθη, εἶναι ἔργον τῆς Βουλῆς αὐτῆς, κατὰ τῆς ὁποίας ἐπιτίθεσθε.
§100Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔσπευσα νὰ εἴπω ὅτι ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία εἶναι ἔργον τῆς παρούσης Κυβερνήσεως...
§101ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ τῆς Βουλῆς.
§102Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ συμφωνήσω.
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ Βουλὴ ψηφίζει.
§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως, ἀλλὰ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἔχω τὴν προσωπικὴν γνώμην, ὅτι αὕτη ὀφείλεται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· δὲν εἶναι ἀντίληψις τοῦ κόμματος, εἶναι μόνον ἀντίληψις τοῦ ἀρχηγοῦ· ἅτε δὲ προχθὲς ἠγόρευεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ οἱ λόγοι του ἐχειροκροτήθησαν, ἤκουσα πολλοὺς γείτονάς μου νὰ λέγωσιν, ὅτι οὗτοι εἶναι εὐαγγέλιον, ἀλλ’ ἡ τροποποίησις τοῦ νομοσχεδίου ἤρκεσε νὰ τὸ ἀλλάξῃ.
§105ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ τροποποίησις ἀπέβλεπεν εἰς ἐπουσιῶδες πρᾶγμα προελθὸν ἐξ ἀβλεψίας· δὲν πιστεύω ν’ ἀμφιβάλλητε.
§106Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπρόκειτο ἀκριβῶς περὶ τοῦ ὅλου ἐργατικοῦ ζητήματος. Ἐγώ, κύριοι Βουλευταί, ἔχω σχηματίσει πεποίθησιν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν κατὰ τὸ τελευταῖον τετραετὲς διάστημα νὰ γίνωσι περισσότερα ἀπὸ ὅσα ἔγιναν· ἴσως ἔν τισιν ἐπροχωρήσαμεν πολὺ περισσότερον ὄχι ἀπὸ ὅ τι ἔπρεπεν, ἀλλ’ ἀπὸ ὅ τι ἦτο διατεθειμένη ἡ κοινωνία νὰ δεχθῇ, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς δὲν ἔχω λόγον παρὰ νὰ εἶμαι ἀπείρως εὐχαριστημένος ἀπὸ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, εὔχομαι δὲ ὅπως καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις καὶ ἐκείνη, ἡ ὁποία θὰ τὴν διαδεχθῇ, ἂν θὰ τὴν διαδεχθῇ, νὰ ἔχῃ τὴν ἀντίληψιν αὐτήν, ὅτι καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ ἐξαίρεσιν εἰς τὴν σταδιοδρομίαν τῶν Κρατῶν, ὅτι ἐφ’ ὅσον προχωροῦσι τὰ ἔτη ἐπὶ τοσοῦτον οἱ ἀσθενεῖς θὰ λαμβάνωσι δικαιώματα ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας, ὅτι αἱ ἰδέαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἴσχυον καὶ αἱ ὁποῖαι εὑρίσκουσιν ὄχι ὀλίγους ὀπαδοὺς καὶ σήμερον ἐν τῷ μέσῳ ἡμῶν, εἶναι πλέον πεπαλαιωμέναι, καὶ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία πρέπει νὰ συνηθίσῃ πρὸς τὰς ἰδέας ἐκείνας, ἐκ τῶν ὁποίων ἐξαρτᾶται ἡ πρόοδος τῶν κοινωνιῶν καὶ ἡ οἰκονομικὴ βελτίωσις τῶν ἀτόμων πάσης Χώρας.
§107ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Λακωνίας Βουλευτοῦ μὲ φέρουσιν εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ μιᾶς ἀδικίας, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς τὴν Βουλήν.
§108ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀχαριστίας.
§109ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. ... τῆς ἀδικίας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισε τὴν Βουλὴν ὡς ἀδιαφοροῦσαν διὰ τὰ ἐργατικὰ συμφέροντα· λέγω δὲ ὅτι ἔκαμεν ἀδικίαν, διότι συγχρόνως ὡμολόγησεν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔκαμε πάρα πολλὰ ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, καὶ ἴσως ἔν τισιν ἐπροχώρησε καὶ πάρα πέρα, καθ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν ἡ κοινὴ γνώμη ν’ ἀνεχθῇ. Πιστεύω διὰ τοῦτο ν’ ἀναγνωρίσῃ ὁ κ. Βουλευτὴς ὅτι ἡ ἀδικία του θὰ εἶναι μεγάλη, γενομένη ἄλλως τε καὶ πρὸς τὸν ἑαυτόν του ὡς μέλους τῆς Βουλῆς. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο εἰσηγητὴς τῶν νομοσχεδίων εἶναι πρᾶγμα πολὺ φυσικόν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι συνήθως καὶ μάλιστα εἰς τόσον μεγάλα ζητήματα ὁ εἰσηγητὴς καὶ ὑποστηρικτὴς τῶν ἑκάστοτε γνωμῶν. Ἀλλ’ ἀνελθὼν ἅπαξ τὸ βῆμα ἔχω καθῆκον ν’ ἀπαντήσω εἰς κἄποιον φίλον ἐκ τῶν βουλευτῶν Κεφαλληνίας, ὁ ὁποῖος, χωρὶς νὰ ὁμιλήσῃ, ὄπισθεν ἐξέφρασε μίαν φράσιν τὴν ὁποίαν ἤκουσα. Νομίζω ὅτι ἦτο ὁ κ. Τετενές.
§110ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ κ. Καντιάνης.
§111ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· καὶ ὁ κ. Καντιάνης. Εἶπον ὅτι· διατί λοιπὸν ἐγκαταλείπετε τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν; Ἔχω καθῆκον νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ναυτιλία ἡ φορτηγός, ἡ μὴ ταχυδρομικὴ καὶ ἡ ἐπιβατικὴ ἀκόμη, ἀλλ’ ἡ μὴ ταχυδρομικὴ καθαρῶς ναυτιλία, παρενεβλήθη εἰς τὸ νομοσχέδιον ἐξ ἀβλεψίας, ἂν ὄχι τῆς ὑπηρεσίας τῆς συνταξάσης τοῦτο, ἡ ὁποία θὰ ἐνόμιζεν ὅτι εἶχεν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ πάντως τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι ἠδυνάμην νὰ ἔλθω εἰσηγητὴς ἐδῶ διατάξεων, κατὰ τὰς ὁποίας τὸ Κράτος θὰ παρενέβαινε διὰ νὰ στερήσῃ τὸν ἐργάτην τοῦ ὅπλου τῆς ἀπεργίας διὰ ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἐνδιαφέρει ἀμέσως τὸ Κράτος. Βεβαίως καὶ ἡ ναυτιλία εἶναι εἷς ἐκ τῶν σπουδαιοτάτων κλάδων τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου, καὶ ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐνδιαφέρεται τὸ Κράτος, ὅπως καλῶς ἔχῃ· ἀλλ’ ὅλοι οἱ κλάδοι τῆς βιομηχανίας ἐπίσης ἐνδιαφέρουσι τὸ Κράτος. Καὶ μετὰ θλίψεως θὰ ἐβλέπομεν ἓν βιομηχανικὸν κατάστημα κεκλεισμένον ἐπί τινας ἡμέρας ἢ ἐπὶ μακρότερον χρόνον ἕνεκα τῆς ἔριδος καὶ τῆς διαφωνίας μεταξὺ ἐργάτου καὶ ἐπιχειρηματίου. Ἀλλὰ δὲν ἕπεται μὲ τοῦτο ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ παρεμβληθῶμεν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι, ἐφ’ ὅσον τὸ κλείσιμον τοῦ ἐργοστασίου φέρει ζημίαν εἰς τὴν γενικὴν οἰκονομίαν τῆς Χώρας ἡμῶν, ἀπαγορεύομεν εἰς τὸν ἐργάτην ν’ ἀπεργήσῃ. Διότι πρέπει ν’ ἀναγνωρίσωμεν, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τὴν σημερινὴν ὀργάνωσιν τῆς κοινωνίας ὁ ἐργάτης δὲν ἔχει κανὲν ἀποτελεσματικώτερον ὅπλον ὅπως ὑπερασπίζῃ νομίμως τὰ συμφέροντά του ἀπὸ τὴν ἀπεργίαν, ἀπὸ τὴν ὀργάνωσιν πρῶτον ἑαυτοῦ καὶ ἀπὸ τὴν ἀπεργίαν δεύτερον. Αὐτὰ εἶναι τὰ ὅπλα του, καὶ ἂν τὰ ὅπλα ταῦτα ἡ νεωτέρα κοινωνία καὶ ἡ νεωτέρα ἀντίληψις δὲν ἀνεγνώριζε καὶ δὲν ἐπεκύρωνε, δὲν μοὶ λέγετε πῶς ὁ ἐργάτης ὁ ἀσθενής, ὁ ἀδύνατος, ὁ ὁποῖος, ἂν ἀποβληθῇ ἀπὸ τὸν κεφαλαιοῦχον, δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ ζήσῃ οὔτε δέκα ἡμέρας, πῶς θὰ ἠδύνατο νὰ ἀμύνηται κατὰ τυχὸν ἀξιώσεων τοῦ κεφαλαιούχου σκληρῶν καὶ τραχειῶν, εἰς τὰς ὁποίας τὸν φέρει ὁ πόθος τοῦ συμφέροντος, ὁ ὁποῖος εἶναι φυσικὸς εἰς κάθε ἄνθρωπον;
§112Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ αὐτὰ δυστυχῶς δὲν τὰ χειροκροτεῖ ἡ Βουλή...
§113ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τὰ χειροκροτεῖ, ἀλλ’ ἠσθάνθητε βεβαίως πόσον ἐναντίαν εἴχετε τὴν Βουλήν....
§114Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τιμή μου εἶναι.
§115ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. διότι εὑρισκόμεθα εἰς μεγάλην ἀπόστασιν ἥτις μᾶς χωρίζει. Εἶσθε ἐλεύθερος νὰ τὸ θεωρῆτε ὅτι εἶναι τιμή σας, ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶν ὅ,τι φρονῶ δὲν θεωρῶ κἂν τοῦτο ὡς τιμήν μου. Ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ταύτην τὴν στιγμὴν ἔχει ἄλλας ἀντιλήψεις διαφόρους πρὸς τὰς ἰδικάς σας ἰδέας. Λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, πῶς εἶναι δυνατὸν ἐγὼ νὰ εἰσηγηθῶ καὶ ὑποστηρίξω εἰς τὴν Βουλὴν διάταξιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἠμποδίζοντο ἀπὸ τὴν ἄσκησιν τοῦ μόνου καὶ κυριωτέρου ὅπλου ὡρισμένοι ἐργάται, ἐνῷ τὸ Κράτος, ἐπαναλαμβάνω, ἄμεσον συμφέρον δὲν ἔχει ὅπως μὴ διακοπῇ ἡ ναυτιλία ἡ φορτηγός; Ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ σημεῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων, Κύριοι, τὸ Κράτος μὲ τὰς ἀντιλήψεις τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἔρχεται νὰ διακηρύξῃ ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ ἐργάτου ὀφείλει νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὸ γενικώτερον κοινωνικὸν συμφέρον, εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς μεταφοράς. Τοῦτο δὲ οὐχὶ μόνον διὰ τὸν κίνδυνον εἰς περίπτωσιν ἐπιστρατεύσεως. Ἐὰν αὐτὸς μόνος ὁ κίνδυνος ὑπῆρχε, θὰ ἤμην ἐντελῶς ἥσυχος ἀπὸ τοὺς Ἕλληνας ἐργάτας. Θὰ ἐγνώριζον ὅτι, ἂν ἐτύγχανεν ἀνάγκη ἐπιστρατεύσεως, οὐ μόνον αὐτοὶ δὲν θὰ ἔκαμνον ἀπεργίαν, ἀλλὰ θὰ ἔσπευδον νὰ ἐργασθῶσιν ἐν ἀνάγκῃ εἴκοσι τέσσαρας ὁλοκλήρους ὥρας καθ’ ἑκάστην διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ γίνῃ ἡ ἐπιστράτευσις ταχυτέρα καὶ κανονικωτέρα (φωναί· βεβαίως, βεβαίως). Ἀλλ’ ἀκριβῶς δὲν δύναμαι ν’ ἀναγνωρίσω εἰδικῶς εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν τῶν ἐργατῶν, ὅπως εἶπον καὶ προχθές, τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, διότι διὰ τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἀναγνωριζόμενον εἰς τοὺς ἐργάτας καθιστᾷ αὐτοὺς διοικητὰς τοῦ κοινωνικοῦ βίου ἐπὶ ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἐντελῶς ἰδιωτικὸν χαρακτῆρα, ἀλλὰ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσιν ἄσκησιν δημοσίας κυρίως ὑπηρεσίας. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας δὲν ἠμπορεῖ κυρίως νὰ ἐννοήσῃ διατί ἐνδιαφερόμεθα νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τοὺς τροχιοδρομικοὺς κἂν ὑπαλλήλους τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, ὥστε ἡ κανονικὴ λειτουργία τῶν τροχιοδρόμων νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς ἑκάστοτε ἀντιλήψεις τῶν τροχιοδρομικῶν ὑπαλλήλων. Διότι, ἂν ἐπὶ τέλους ἠδύνατο νὰ ἐννοήσῃ τὴν γενικωτέραν σημασίαν τῶν σιδηροδρομικῶν μεταφορῶν διὰ τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς Χώρας, δὲν δύναται ὅμως νὰ ἐννοήσῃ διατί τὸ Κράτος ἐνδιαφέρεται ἂν δὲν ἀναγκασθοῦν νὰ πορευθοῦν πεζῇ ἐπὶ μίαν ἢ δύο ἡμέρας οἱ πολῖται τῶν Ἀθηνῶν ἢ τῶν Πατρῶν ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς ἀπεργίας. Ἀλλ’, ἀξιότιμε Βουλευτὰ ἐκ Λακωνίας, δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίσητε εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν ὅτι ὁ ἔχων ἀνάγκην τῶν τροχιοδρόμων καὶ ὁ μεταχειριζόμενος αὐτοὺς δὲν εἶναι ὁ κ. Σκουλούδης ἢ ὁ κ. Καραπάνος, οὔτε ἄλλος τις ἐκ τῶν τοιούτων, ἀλλὰ κατ’ ἐξοχὴν ἡ τάξις τῶν ἐργατῶν καὶ τῶν βιοπαλαιστῶν.
§116Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οἱ ὁποῖοι ὅμως πάντοτε ἐγκρίνουν τὴν ἀπεργίαν.
§117ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐγκρίνουν; Ποτέ, ποτέ!
§118Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ὁλότης τῶν ἐργατῶν ἐγκρίνει τὴν προσωρινὴν παῦσιν τῆς ἐργασίας.
§119ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποτέ, ποτέ! (φωναὶ ἐκ τῆς αἰθούσης· ποτέ, ποτέ!) Ἄν κατωρθώθη κατ’ ἐπίφασιν νὰ παρουσιασθῇ μία συμφωνία καὶ ἄλλων ἐργατικῶν τάξεων, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰς ἐνεργείας τοῦ Α ἢ τοῦ Β, τοῦ φίλου μου κ. Θεοδωροπούλου, ὁ ὁποῖος τοῖς λέγει· κάμετε τοῦτο, διότι σᾶς συμφέρει, ἀλλ’ ὄχι ποτὲ εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς κοινωνίας.
§120Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι οὐδέποτε ἀνεμίχθην εἰς καμμίαν ἀπεργίαν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, τοὐναντίον δὲ μάλιστα τοὺς συνεβούλευσα νὰ μὴ γίνῃ τοιοῦτό τι.
§121ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναται λοιπὸν ν’ ἀδιαφορῇ ἡ Πολιτεία διότι ὁ ἀτυχὴς ἀκριβῶς βιοπαλαιστὴς καὶ ὁ ἐργάτης ἀκριβῶς, ὁ καθήμενος διὰ λόγους οἰκονομίας ἐνοικίου μακρὰν τοῦ κέντρου τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἔχων ἀνάγκην νὰ χρησιμοποιῇ τὸ μέσον τοῦτο τῆς μεταφορᾶς, στερεῖται αἰφνιδίως αὐτοῦ καὶ χάνει τὴν εὐκολίαν τῆς μεταβάσεως εἰς τὴν ἐργασίαν του! Οὐδὲ δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ ἡ κοινωνία εἰς ὀκτακοσίους ἀνθρώπους — δὲν γνωρίζω πόσοι εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τῶν Τροχιοδρόμων Ἀθηνῶν —, νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτοὺς χάριν ἀξιουμένων συμφερόντων νὰ παραβλάπτωνται τὰ συμφέροντα χιλιάδων ἄλλων βιοπαλαιστῶν καὶ ἐργατῶν, τὰ ὁποῖα θίγονται τόσον βαθέως ἐκ τῆς εἰδικῆς καὶ μονομεροῦς ἐνεργείας, ἀφοῦ, ὡς εἶπον, ἀποτελοῦσι δημοσίαν κατ’ ἐξοχὴν ὑπηρεσίαν τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς. Διὰ τοῦτο εἶπον καὶ προχθὲς καὶ ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, ὅτι εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τοὺς ἐργάτας τὴν ἀπεργίαν ὡς δικαίωμα, δὲν φθάνομεν ἀκόμη νὰ χαρακτηρίσωμεν αὐτὴν ὡς ἀδίκημα καὶ νὰ τὴν ἀπαγορεύσωμεν διὰ ποινικῆς κυρώσεως, ἀλλὰ θεωροῦμεν ὅτι ἀπεργίαν τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις θεωρεῖ μὴ δικαιολογημένην ἔχει αὕτη τὸ δικαίωμα νὰ καταστείλῃ ἀμέσως· θὰ ἔλεγον δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Λακωνίας, μετὰ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει ν’ ἀποκρύψω ὅτι ἐν πᾶσιν εὑρίσκομαι πολὺ ἐγγύτερον παρὰ πρὸς πολλοὺς ἄλλους, ὅτι ὑπάρχει μία παρεξήγησις ἐκ μέρους τινῶν διὰ τὸ κοινωνικὸν ζήτημα ἐν Ἑλλάδι. Ὑπάρχει βεβαίως καὶ παρ’ ἡμῖν ἐργατικὴ τάξις, ἀλλ’ ἡ βιομηχανία μας εἶναι ἀκόμη μικρά, οἱ δὲ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους ζῇ ἡ Ἑλληνικὴ κοινωνία εἶναι τοιοῦτοι, ὥστε ἔχουν δίκαιον οἱ λέγοντες, ὅτι συνήθως ὁ ἐργάτης τῆς σήμερον εἶναι ὁ κεφαλαιοῦχος τῆς αὔριον· αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ τὸ λησμονῶμεν. Βέβαια καθ’ ὅσον θὰ προοδεύσῃ παρ’ ἡμῖν ἡ βιομηχανία ἡ μεγάλη καὶ καθ’ ὅσον θὰ προκύψῃ ἐντεῦθεν μέγας ἀριθμὸς ἐργατῶν οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ ἔχουν νὰ ἐλπίσουν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὸ ἡμερομίσθιον, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν ἀπὸ τὴν εἰδικὴν ἐργασίαν τὴν ὁποίαν ἡ κατανομὴ τῆς ἐργασίας φέρει, θὰ ἔχωμεν καὶ κοινωνικὴν τάξιν μεγάλην, ὡς ἀλλαχοῦ. Σήμερον πολλάκις ἀληθῶς ὁ ἐργάτης ἐξελίσσεται εἰς κεφαλαιοῦχον παρ’ ἡμῖν...
§122Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι μεγάλη λέξις νὰ λέγωμεν κἂν ὅτι ἔχομεν κεφαλαιούχους ἐν Ἑλλάδι.
§123ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δηλαδή, ἵνα διορθώσω τὴν ἔκφρασίν μου, θὰ εἴπω, ὅτι παρ’ ἡμῖν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον κατορθώνει ὁ ἐργάτης νὰ ἐπιτύχῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ σοσιαλισμὸς ἐπιδιώκει διὰ τῆς ἐθνικοποιήσεως τῶν ὀργάνων τῆς παραγωγῆς, κατορθώνει δηλαδὴ συνήθως νὰ γίνῃ κύριος τῶν ὀργάνων τούτων, ἐνῷ ἀλλαχοῦ ὁ ἐργάτης εἶναι ἐστερημένος καὶ αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ ἅπαξ ἔλαβον καὶ πάλιν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ δηλώσω ὅπως μηδεμία ὑπάρχῃ παρεξήγησις περὶ τῶν διαθέσεων καὶ τῆς πολιτείας τῆς Κυβερνήσεως ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἐργατικὰ ζητήματα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινή, ἡ ὁποία εἶναι Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν δίδει τὸ κόμμα τῶν Φιλελευθέρων, ἀξιοῖ ὅτι δὲν εἶναι οὔτε Κυβέρνησις κεφαλαιοκρατική, οὔτε Κυβέρνησις ἐργατική· ἀξιοῖ ὅτι εἶναι, θὰ μεταχειρισθῶ μίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ μὴ παρεξηγήσῃ τις ὡς ἔχουσαν πατριωτικήν τινα χροιάν, διότι ἐν τῷ πνεύματί μου οὐδαμῶς ἔχει τοιαύτην, εἶναι Κυβέρνησις ἐθνική, ἡ ὁποία ἵσταται ἔξω καὶ τοῦ κεφαλαίου, ἔξω καὶ τῆς ἐργασίας, ἢ μᾶλλον ἵσταται ἐν μέσῳ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐργασίας, θεωροῦσα ὅτι καθῆκον αὐτῆς κυριώτατον εἶναι νὰ ἐπιδιώκῃ ὅπως ἐναρμονίζῃ τὰς δύο αὐτὰς δυνάμεις, τῶν ὁποίων ὁ ἐναρμονισμὸς δύναται καὶ μόνον ν’ ἀπεργασθῇ τὴν κοινωνικὴν εὐημερίαν. Τοιαύτην ἀντιλαμβάνεται ἡ Κυβέρνησις τὴν ἀποστολὴν αὐτῆς. Εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἐν γνώσει ἡ Κυβέρνησις εἰς οὐδεμίαν περίστασιν, ὁσάκις ἀνέκυψαν ζητήματα χωρίζοντα τὴν ἐργασίαν ἀπὸ τὸ κεφάλαιον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐν γνώσει οὐδέποτε ἠδίκησε τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον ἀποβλέπουσα εἰς οἱανδήποτε ὠφέλειαν, ἔστω καὶ πολιτικήν, ἔστω καὶ ἐκλογικήν. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, τοιαύτην ἀξιοῖ τὴν θέσιν αὐτῆς ἐν τῷ ἀγῶνι μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, ὁ ὁποῖος ἀρξάμενος καὶ παρ’ ἡμῖν ἀναγκαίως ἀπὸ τῆς δημιουργίας οἱασδήποτε βιομηχανίας, μέλλει νὰ ἐξελίσσηται καθ’ ἑκάστην ἀναγκαίως παρὰ τὰς δυσαρεσκείας τὰς ὁποίας προκαλεῖ εἰς μέγαν ἀριθμὸν ἀνθρώπων. Εἶναι κοινωνικὸν φαινόμενον τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ σταματήσῃ. Ἐκεῖναι αἱ κοινωνίαι ὅμως νομίζω ὅτι ἀντιμετωπίζουν τὸ κοινωνικὸν αὐτὸ φαινόμενον συμφωνότερον πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον, αἱ ὁποῖαι κατορθώνουν νὰ δίδουν εἰς ἑαυτὰς Κυβερνήσεις αἱ ὁποῖαι οὔτε μὲ τὸ κεφάλαιον οὔτε μὲ τὴν ἐργασίαν συμμαχοῦν, ἀλλὰ μένουν ἑκάστοτε ἐν μέσῳ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, ἐπιδιώκουσαι ὅπως καθ’ ἡμέραν μὲν προάγουν κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν θέσιν τῶν ἀσθενεστέρων ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου, ἀλλὰ μὴ ἀφήνουσαί ποτε νὰ θυσιάζηται καὶ ἡ παραγωγικότης τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ τὴν χρυσῆν βροχήν, ἡ ὁποία γονιμοποιεῖ τὸν ἀγρόν, ἐν τῷ ὁποίῳ ὁ ἐργάτης καταθέτει τὸν τίμιον ἀγῶνά του, τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου του. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν καὶ ἐνόμισα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο, Κύριοι, τυχόντος καὶ πάλιν λόγου, ν’ ἀναπτύξω ἐνώπιον ὑμῶν.
§124Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι ζήτημα, Κύριοι, ἂν παρουσιάσθη ποτὲ τοιαύτη καιροσκοπικὴ πολιτικὴ παρ’ οἱασδήποτε Κυβερνήσεως. Πρὸ ὀλίγου καιροῦ παρουσίασεν ἐργατικὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ὁμολογεῖ σήμερον ὅτι προέτρεξαν τῶν ἀναγκῶν καὶ ἰδεῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἡ Ἀντιπολίτευσις τότε ἐφρόντισε καὶ κατέστησε προσεκτικὴν τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὰ νομοσχέδια αὐτὰ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ θίξωσιν· ἐν τούτοις οὐδεμία προσοχὴ ἐδόθη τότε. Τὰ νομοσχέδια ἔγιναν νόμοι τοῦ Κράτους, ἐπῆλθεν ἡ λαϊκὴ ἐξέγερσις, ἀκριβῶς διότι ἐφηρμόσθησαν τὰ νομοσχέδια αὐτά, καὶ βλέπομεν ἀμέσως τὴν Κυβέρνησιν μεταστρέφουσαν γνώμην, στρεφομένην πρὸς ἐκείνους τῶν ὁποίων τὰ συμφέροντα προσεβλήθησαν. Καὶ ἐρχόμεθα σήμερον νὰ φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδιον αὐταρχικόν, διὰ νὰ κτυπήσωμεν ποῖον; Τοὺς ἐργάτας, διὰ νὰ κτυπήσωμεν τὸν λαόν, δηλαδὴ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος μᾶς ἔφερεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐκεῖνον πρὸς τὸν ὁποῖον ὑπεσχέθημεν ὅτι εἴμεθα φιλελεύθεροι καὶ σήμερον ἀρνούμεθα τὴν ὀνομασίαν τῶν φιλελευθέρων καὶ ἀποκαλούμεθα ἐθνικοί. Καὶ ἐρωτᾶται, Κύριοι· εἶναι δυνατὸν νὰ στηριχθῇ τις βασίμως ἐπὶ τῆς πολιτικῆς μιᾶς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία μεταστρέφει γνώμην ἀναλόγως τῶν συμπαθειῶν, ἀναλόγως τῆς κοινῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν πάντοτε ἐπικαλεῖται καὶ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, διὰ νὰ συνδυάσῃ τὰ νομοθετικὰ μέτρα ἀναλόγως αὐτῆς καὶ οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου προγράμματος; Εἶναι παρατηρημένον, Κύριοι, ὅτι πάντοτε ἐν τῇ ἀνθρωπίνῃ κοινωνίᾳ τρεῖς λέξεις χαρακτηρίζουσι τὴν πολιτικὴν παντὸς κυβερνήτου, δρᾶσις, ἀντίδρασις, ἐπανάστασις. Εἰς τὴν δρᾶσιν ἐπέρχεται ἡ ἀντίδρασις, τὴν ἀντίδρασιν δὲ αὐτὴν δὲν φέρουσι ποτὲ αἱ φιλελεύθεροι Κυβερνήσεις· τὴν ἀντίδρασιν φέρουσιν οἱ τύραννοι· σήμερον κατηργήθησαν οἱ τύραννοι, καὶ ἂς μὴ μειδιᾷ ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἐξακολουθοῦμεν ἀκόμη νὰ συζητῶμεν περὶ καταστάσεων, διότι ἐξέλιπε βεβαίως ἀπὸ τὸ μέσον πᾶν ζήτημα πολιτικῆς ἐλευθερίας, ἀλλ’ ἀνεφάνη τὸ ζήτημα τῆς κοινωνικῆς ἰσότητος. Τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος; Μέχρι πρό τινος ἐβλέπομεν αὐτὴν ὅτι εἶχε μᾶλλον κοινωνιστικὰς ἰδέας. Σήμερον βλέπομεν αὐτὴν ἀνακρούουσαν πρύμναν καὶ παρουσιάζουσαν τὸ αὐταρχικώτερον τῶν νομοσχεδίων, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἓν δικαίωμα φυσικὸν εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἓν δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἀνεγνώρισαν ὅλαι αἱ νεώτεραι Πολιτεῖαι, τὸ ἀρνεῖται εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν ἀνθρώπων. Ἡ ἀπεργία, Κύριοι, εἶναι δικαίωμα. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συζήτησιν ἡ Κυβέρνησις τὸ ἠρνήθη, σήμερον ὁμολογεῖ ὅτι εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ περιορίσῃ, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ κανονίσῃ. Ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ, ἐὰν δὲν δώσωμεν προσοχὴν εἰς τὰ δικαιώματα τῶν λαϊκῶν τάξεων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ πλήξωμεν. Προλαμβάνομεν τὴν ἐπανάστασιν, διότι ἡ ἀπεργία σήμερον δὲν εἶναι ἄλλο τι παρὰ ἐπανάστασις, προλαμβάνομεν δὲ τὴν ἐπανάστασιν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τελευτῶν τοῦ λόγου του, διὰ τῶν μέτρων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν εἰς τὰ Κράτη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐθεωρήθη ἀναγκαῖον νὰ καταφύγωσιν εἰς τοιαῦτα αὐταρχικὰ νομοσχέδια. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπου οὐδείς ποτε ἐτόλμησε νὰ σκεφθῇ ὅτι εἶναι δυνατὸν εἰς ἓν φιλελεύθερον Κράτος νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτος νόμος, τί νομίζετε ὅτι εὑρέθη; Εὑρέθη ὅτι τὸ συντελεστικώτερον τῶν φαρμάκων ἦτο ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἀνάμιξις εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις καὶ εἰς ὡρισμένα σωματεῖα τρίτων προσώπων, τὰ ὁποῖα δὲν συνδέονται μὲ τοὺς ἐργάτας τοὺς ἀποτελοῦντας τὸν συνεταιρισμόν, καὶ παρετηρήθη πάντοτε ὅτι ξένα στοιχεῖα πρὸς τὰ σωματεῖα ἐπιφέρουσι τὴν εἰσβολὴν ἀναρχικῶν ἰδεῶν καὶ ἀποτέλεσμα τῶν ἰδεῶν τούτων εἶναι πάντοτε αἱ μεγάλαι ἀξιώσεις, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ λυθῶσιν εἰμὴ μόνον διὰ τῆς ἀπεργίας. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι ὑπάρχουσι τοιαῦτα ἐλαττώματα πρέπει νὰ καταργήσητε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐρωτώμενος ἂν οἱ ἐργάται ὑπήκουσαν εἰς τὰς ὑποσχέσεις μᾶλλον ἢ εἰς τὴν πυγμήν, ἀπήντησε καὶ τὸ μὲν καὶ τὸ δέ. Ἀλλὰ κατὰ τίνα ἀναλογίαν ὑπήκουσαν εἰς τὸ μὲν καὶ κατὰ τίνα εἰς τὸ δέ; Ἡ ἀντίκρυσις τῆς πυγμῆς, περὶ τῆς ὁποίας τόσος γίνεται λόγος, ἢ ἔδωκαν πίστιν εἰς τὰς ὑποσχέσεις; Ἐκλέξατε τί ἐκ τῶν δύο εἶναι δυνατόν, ἢ καὶ τὰ δύο, διότι εἶναι ἀνάξιον ἐλευθέρου λαοῦ, εἶναι ἀνάξιον ἐλευθέρων ἀνθρώπων νὰ φέρωνται πρὸς αὐτοὺς ἐν ἐξεγέρσει ὡς πρὸς παιδία, δεικνύοντες ἀπὸ τὴν μίαν χεῖρα τὰ ζαχαρωτὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην τὸ ξύλον. Πρὸς τιμὴν δὲ τῶν Ἑλλήνων ἐργατῶν δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ ὅτι ὑπάρχει τοιαύτη ἀναλογία. Ἢ ἐφοβήθησαν, ὅτε δὲν εἶναι ἄξιοι νὰ εἶναι Ἕλληνες πολῖται, ἢ ἔκλιναν πρὸ τῶν ὑποσχέσεων.
§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι εἶναι ἀνάξιον νὰ εἶναι πολῖται Ἕλληνες, διότι ἐφοβήθησαν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου;
§126Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὴν πυγμὴν ἐφοβήθησαν. Ἀνώτερα τῶν νόμων εἶναι τὰ δικαιώματα αὐτῶν· τὸ δικαίωμα τὸ φυσικὸν εἶναι ὑπεράνω παντὸς νόμου.
§127Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Οὕτω φέρετε τὴν ἀναρχίαν.
§128Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ ἀπεργία εἶναι δικαίωμα, δὲν εἶναι ἀναρχία, τὸ δὲ δικαίωμα εἶναι ὑπεράνω παντὸς νόμου· προηγεῖται τὸ δικαίωμα καὶ ἕπεται ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος τὸ κανονίζει. Τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν καταρρίπτεται τὸ δικαίωμα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ νόμος. Αὐτὰ πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει μας, ὅταν ἀναγνωρίζωμεν ὅτι ἡ ἀπεργία εἶναι δικαίωμα, ἀνεγνωρίσθη δὲ ἐπισήμως παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἔχομεν καὶ τὰς συνεπείας τῆς ἀναγνωρίσεως αὐτῆς. Ἔχομεν λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον, καθὼς εἶπον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, δὲν εἶναι εὔκολον νὰ λυθῇ. Ἀλλὰ γνωρίζομεν ὅλοι ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον, ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νομίζετε ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ στραγγαλίσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦσι μίαν λύσιν; Τίς εἶναι ἐκεῖνος ὁ φιλελεύθερος ἄνθρωπος ἐν πλήρει εἰκοστῷ αἰῶνι, ὁ ὁποῖος θέλει ποτὲ δεχθῆ ὅτι πρέπει νὰ στραγγαλίσητε τὸν ἐργάτην, διότι τολμᾷ νὰ ζητήσῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι τῷ ἀνήκει; Μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ προσπαθήσωμεν νὰ τὸν σώσωμεν· μᾶς ἐπιβάλλεται νὰ κανονίσωμεν τὰ δικαιώματά του. Ἀλλοίμονον δὲ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ λύσις, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ ἄνθρωπος εἰδικός, ἄνθρωπος κατάλληλος, εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τοὺς ἐργάτας τὴν ἰδέαν ὅτι ἀδικοῦνται καὶ ἑπομένως τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀδικοῦνται ἔχουσιν ἀπόλυτον δικαίωμα νὰ ἐξεγείρωνται καὶ ἀπεργῶσιν! Αὐτὸ πρὸ παντὸς πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει, μίαν λύσιν, εἰς τὴν ὁποίαν οἱ ἐργάται νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι εὑρίσκουσι τὸ δίκαιόν των, νὰ εἶναι βέβαιοι ὅτι δὲν ἀδικοῦνται, ὅτι δὲν γίνονται ἀντικείμενον ἐκμεταλλεύσεως ἀπὸ τοὺς μὲν καὶ ἀπὸ τοὺς δὲ διὰ διαφόρους ἕκαστος σκοπούς. Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐργάτης δὲν θὰ πεισθῇ ὅτι πραγματικῶς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τῷ δίδετε δὲν εἶναι τὸ δίκαιον, δὲν δυνάμεθα κατ’ οὐδὲν φυσικὸν δίκαιον, κατ’ οὐδένα ἠθικὸν νόμον νὰ τῷ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, διότι εἶναι δικαίωμα, οὐδεὶς δὲ δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ.
§129Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τρόπος ἐκβιάσεως.
§130Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Πολλοὶ συγχέουσι τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας μὲ τὸ ζήτημα τῆς προσβολῆς τῆς δημοσίας τάξεως. Αὐτὰ εἶναι δύο ζητήματα, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν ἔχουσι σχέσιν. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀπεργία, χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ προσβολὴ τῆς δημοσίας τάξεως. Εἶναι δὲ παραδεδεγμένον, καὶ ἔχομεν παραδείγματα πλεῖστα ὅσα, ὅτι πανταχοῦ, ὅπου δὲν ἀναμιγνύονται ἀναρχικὰ στοιχεῖα εἰς τὰς ἀπεργίας, αἱ ἀπεργίαι διεξάγονται ἐν πλήρει τάξει, διότι σκοπὸς καὶ ἔργον τοῦ ἐργάτου δὲν εἶναι νὰ εἶναι ταραχοποιός.
§131Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ ἀπεργία τῶν τυπογράφων, ἡ ὁποία διήρκεσε τεσσαράκοντα ἡμέρας, διεξήχθη ἐν πλήρει τάξει.
§132Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἔχομεν συνεχεῖς ἀπεργίας ἐν Γερμανίᾳ καὶ Ἀγγλίᾳ, ὅπου οὐδεμία ταραχὴ ἐπῆλθεν. Οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει τὸ ζήτημα τῆς προσβολῆς τῆς δημοσίας τάξεως. Τὴν δημοσίαν τάξιν προστατεύει πρῶτος ὁ ἐργάτης, τὴν ἐπιβάλλει ἡ Κυβέρνησις, ὅτε δὲ ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἶπεν ὅτι ἐφοβήθησαν τὴν πυγμήν, ἡ πυγμὴ δὲν ἀπετάθη ἐναντίον τῆς ἀπεργίας, ἀλλ’ ἀπετάθη ἐναντίον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ προσβάλωσι τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ὑπὸ τοιαύτην μορφὴν βεβαίως τὴν δέχομαι, διότι καθῆκον τῆς Πολιτείας εἶναι νὰ προστατεύῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, ὑπάρχει ὅμως διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἀπεργίας καὶ τῆς προσβολῆς τῆς δημοσίας τάξεως. Ὅταν συγχέωμεν τὸ ἕν μὲ τὸ ἄλλο, μὴ ἀδικῶμεν τοὺς ἐργάτας καὶ λέγωμεν εἰς αὐτοὺς ὅτι, διότι ὑπάρχει φόβος νὰ κάμητε ταραχάς, δὲν σᾶς ἐπιτρέπομεν τὸ πολυτιμότερον δικαίωμα, τὸ μέσον τὸ ὁποῖον ἔχετε διὰ νὰ πολεμήσητε εἰς τὸν σκληρὸν ἀγῶνα τοῦ βίου. Γίνεται μία σύγχυσις προφανὴς μεταξὺ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς ἀπεργίας. Οὐδεμία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ. Εἶναι δυνατὸν νὰ προέλθωσιν ἐκ μιᾶς ἀπεργίας ταραχαί, ἀλλ’ αὐτὰς τὰς ταραχὰς εἶναι ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὰς καταβάλλει, δὲν ἕπεται ὅμως ἐκ τούτου ὅτι ἐπειδὴ ἐγένετο ἀπεργία εἶναι συνέπεια νὰ γίνωσι ταραχαί.
§133Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ὡμίλησα περὶ ταραχῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατὸν νὰ γεννηθῶσιν ἐκ τῆς ἐκρήξεως μιᾶς ἀπεργίας· ὡμίλησα περὶ τῆς διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας, ἐκ τῆς ὁποίας κλονίζεται ὁλόκληρος ὁ οἰκονομικὸς βίος. Περὶ τούτου ὡμίλησα καὶ εἶπον ὅτι εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου ἀπεργία σιδηροδρομικὴ διήρκεσεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὡς εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας.
§134Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶπον τῶν τυπογράφων.
§135Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἀδιάφορον· δὲν δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ αὐτὴ ἀναλογία, προκειμένου περὶ σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων.
§136Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι μία ἀπεργία δύναται νὰ ἐξελιχθῇ ὁμαλῶς.
§137Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θίγονται τόσα οἰκονομικὰ συμφέροντα ὥστε πανταχοῦ, ὅπου ἐγένοντο ἀπεργίαι σιδηροδρομικαί, ἠναγκάσθη τὸ Κράτος νὰ παρεμβῇ διὰ νὰ ἐπιβάλῃ ἀμέσως τὴν λῆξιν τῆς ἀπεργίας. Τοῦτο ἠθέλησα νὰ ὑποστηρίξω.
§138Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐκεῖνο ἀκριβῶς τὸ ὁποῖον ὑποδεικνύετε εἰς τὸ νομοσχέδιόν σας, τὴν πρόληψιν τῆς ἀπεργίας.
§139Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐφ’ ὅσον ἔχομεν τὸν νόμον τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἐν ᾧ λέγεται ὅτι δύνανται νὰ ἐκθέσωσιν οἱ ἐργάται πᾶν παράπονον. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα μέτρα, τὴν ἀπόλυσιν, ὅλα τὰ ζητήματα τὰ ἀφορῶντα αὐτούς, ταῦτα κανονίζονται δι’ εἰδικῶν διατάξεων τοῦ νόμου, ἐπιβάλλονται δὲ καὶ ὡρισμέναι ποιναὶ εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ σιδηροδρομικαὶ ἑταιρίαι ἤθελον παραβῆ τοὺς τοιούτους κανονισμούς, τοὺς κυρωθησομένους δι’ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας.
§140Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Σᾶς ἐρωτῶ, κύριε Ὑπουργέ· ἀφοῦ λαμβάνετε τοιαῦτα μέτρα, διατί φοβεῖσθε τὰς ἀπεργίας; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀπεργία, ἐὰν γίνωσιν ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἴπετε.
§141Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν γίνῃ ἀπεργία, τί θὰ γίνῃ;
§142Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Εἶναι συνέπεια ὅτι δὲν ἐλήφθησαν τὰ κατάλληλα μέτρα. Ἐὰν γίνῃ ἀπεργία, θὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὰ τὰ μέτρα περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ γίνωσι.
§143Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διὰ ποίας ἀποφάσεως ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιβάλητε εἰς τὰς ἑταιρίας τὰς ἀποφάσεις αὐτάς, ὅλας τὰς ὁποίας βλέπετε ἐδῶ, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τετρακοσίας χιλιάδας ὅλας δραχμῶν, παρὰ μόνον διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν τὰ ὁποῖα ἔχετε νὰ ἐπιβάλητε πρὸς λῆξιν τῆς ἀπεργίας; Νὰ τοὺς κάμω στρατιώτας.
§144Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Νὰ λάβητε τὰ ἴδια μέτρα. Νὰ γίνωνται στρατιῶται. Εἶναι τὸ μόνον συντελεστικὸν μέσον.
§145Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μαζὶ καὶ αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ τὰ λαμβάνομεν.
§146Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Λοιπόν, Κύριοι, φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατόν, δὲν εἶναι ὀρθόν, τοιοῦτο νομοσχέδιον νὰ ψηφισθῇ παρὰ μιᾶς Βουλῆς φιλελευθέρας, παρὰ μιᾶς Βουλῆς Ἑλληνικῆς, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ συναίσθημα τῆς ἐλευθερίας πάντοτε ὑπάρχει καὶ πάντοτε ὑπῆρξεν· εἶναι προσπάθεια ἐναντίον πάσης ἰδέας ἐλευθερίας τὸ νομοσχέδιον τοῦτο· δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνεχθῇ τις αὐτό· ἔχομεν καθῆκον νὰ προσπαθήσωμεν διὰ παντὸς μέσου, ὄχι μόνον ἐκείνου, τὸ ὁποῖον θέλει ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργός, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλων, τὰ ὁποῖα εἶναι δυνατὸν ἡ πεῖρα τῶν περιστάσεων νὰ καταδείξῃ, νὰ κατορθώσωμεν ὅπως ὁ πόλεμος μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας κανονισθῇ, ὅστις ἂν ἐγένετο ἀντικείμενον ἐρεθισμοῦ ἐν Ἑλλάδι, τοῦτο προέρχεται ἀκριβῶς ἐκ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐφάνη, κατ’ ἀρχὰς τοὐλάχιστον, εἰς ἄκρον κοινωνιστική, οὐδέποτε ὅμως ν’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς Ἕλληνας πολίτας, τὸ μόνον ὅπλον τὸ ὁποῖον ἔχουσι διὰ ν’ ἀμυνθῶσι, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν θ’ ἀπαγορεύσωμεν εἰς αὐτοὺς τὸ ὅπλον αὐτό, σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, νὰ μοὶ εἴπητε, ἂν πραγματικῶς αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἠδικήθησαν, ποία ἀνθρωπίνη δύναμις θὰ ὑποχρεώσῃ αὐτοὺς νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς τὸ ὅπλον αὐτό; Πρέπει νὰ εἶσθε ἀπολύτως βέβαιοι ὅτι ἡ ἀπόφασίς σας θὰ εἶναι δικαία, διότι, ἐὰν εἶναι ἄδικος, δὲν ἀρκεῖ νὰ τοὺς καλέσητε εἰς τὸν στρατόν· θὰ γίνητε ἀφορμὴ παραβάσεως δύο νόμων ἀντὶ ἑνός· αὐτὸ παρακαλῶ νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή· ὅταν ὁ ἐργάτης ἐξεγερθῇ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν καλέσητε εἰς τὸν στρατόν· θὰ μεταχειρισθῆτε δὲ τὴν δημοσίαν δύναμιν διὰ νὰ κτυπήσητε τὴν ἐξέγερσιν αὐτήν, ἐνῷ ἔχετε καθῆκον νὰ τὴν προλάβητε. Μὴ θελήσητε λοιπὸν νὰ δημιουργήσητε νέον ἀδίκημα διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ· ἀρκεσθῆτε εἰς τὸν ποινικὸν νόμον, ἀρκεσθῆτε εἰς τὴν δύναμιν τῆς δημοσίου δυνάμεως, ἡ ὁποία πάντοτε ὁσάκις ἠθέλησε δύναται νὰ ἐπιβληθῇ καὶ νὰ ἐπιφέρῃ πάντα τὰ ἀποτελέσματα, μὴ θελήσητε ὅμως ποτὲ νὰ προσβάλητε κεκτημένα δικαιώματα καὶ ν’ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τοὺς ἐργάτας τὸ μόνον ὅπλον τὸ ὁποῖον ἔχουσι διὰ ν’ ἀμύνονται ἐν τῷ σκληρῷ ἀγῶνι τῆς ζωῆς.
§147Ο. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ὀφείλω νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε εἶπον τὴν λέξιν ἐμπορικὴ ναυτιλία· βεβαίως καὶ ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία καὶ κάθε πλοῖον εἶναι εἷς μικρὸς συνεταιρισμός, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν πλοιοκτήτην, ἀπὸ τὸν πλοίαρχον, ἀπὸ τοὺς μηχανικούς, ἀπὸ τοὺς θερμαστὰς κλ. Δὲν ὑπάρχει τίποτε τὸ ὁποῖον νὰ τακτοποιῇ τὰς σχέσεις αὐτῶν· καὶ πρῶτον γίνεται τρομερὰ κατάχρησις εἰς τοὺς ναύτας· δίδομεν τὰ χρήματα εἰς τοὺς πλοιάρχους λόγου χάριν διὰ νὰ τροφοδοτῶσι τὸ πλήρωμα· ὁ πλοίαρχος, ὡς ἄνθρωπος καὶ αὐτός, θέλει κάτι νὰ ὠφεληθῇ· ἀντὶ νὰ δίδῃ κρέας καλῆς ποιότητος εἰς τοὺς ναύτας, δίδει κακῆς ποιότητος· ἀντὶ νὰ τοῖς δίδῃ λόγου χάριν εἴκοσι δράμια ζάχαριν τὴν ἡμέραν τοῖς δίδει δέκα, ἀντὶ νὰ τοῖς δίδῃ ψωμί, ῥύζι, φαγώσιμα ἐπὶ τέλους καὶ νὰ εἶναι καλὰ τοῖς δίδει παρακατινά· κάθε ἡμέραν λοιπὸν ὅλα αὐτὰ ἐκσπῶσιν εἰς βάρος τοῦ ἰδιοκτήτου. Εἶχον λοιπὸν παρακαλέσει καὶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ κάμῃ ἓν νομοσχέδιον δι’ οὗ νὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις μεταξὺ τοῦ πλοιοκτήτου καὶ τοῦ πλοιάρχου, τὰς σχέσεις μεταξὺ τοῦ πλοιάρχου καὶ τοῦ πληρώματος, τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ πληρώματος πρὸς τὸν πλοίαρχον, τὰς ὑποχρεώσεις καὶ τοῦ πληρώματος πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐκανόνισαν ὅλα τὰ ναυτικὰ ἔθνη· διότι ἄλλως παρουσιάζεται τὸ ἑξῆς φαινόμενον· θέλει ὁ πλοίαρχος 1000–1200 φράγκα διὰ νὰ θρέψῃ τὸ πλήρωμα· τὸ πλήρωμα τρέφεται κακῶς, ἐπειδὴ τρέφεται κακῶς, δὲν ὑποτάσσεται εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ πλοιάρχου, ἐπειδὴ δὲν ὑποτάσσεται, ὑστερεῖ εἰς τὴν ἐργασίαν του, ἐπειδὴ ὑστερεῖ εἰς τὴν ἐργασίαν, κάμνει καὶ ἀπεργίαν. Αὐτὸ λοιπὸν ἤθελον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ κανονισθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς δι’ ἑνὸς νομοθετήματος.
§148Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῷ Ναυτικῶν). Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐργάζεται, ἐλπίζω δὲ προσεχῶς νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ κανονίζον τὰς σχέσεις τῶν πλοιάρχων μετὰ τῶν ἐργατῶν.
§149Ο. ΤΕΤΕΝΕΣ. Εἶχον μάθει, δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον εἶναι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, ὅτι ὑπῆρχε μία ἐπιτροπὴ πρὸ πέντε ἐτῶν ἐργαζομένη.
§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὴν ἐσχηματίσαμεν πρὸ δύο ἐτῶν, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ πολέμου δὲν εἰργάσθη. Ὁ κ. βουλευτὴς Κεφαλληνίας ὁ ἀναχωρῶν αὐτὴν τὴν στιγμὴν παρακαλεῖται νὰ τὸ ἀκούσῃ.
§151Ο. ΤΕΤΕΝΕΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι ὁ νόμος ὁ Ἀγγλικὸς τελευταίως ὁ ὁποῖος κανονίζει τὰς σχέσεις τῶν πληρωμάτων καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν μεταφραζόμενος θὰ ἦτο ἀρκετὸς νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ψηφισθῇ.
§152Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐσκόπουν, κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ ὁμιλήσω διὰ μακρῶν· μετὰ τὴν διεξοδικὴν ὅμως ἀγόρευσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ λάβω τὸν λόγον, ἢ μᾶλλον δὲν θὰ ἐπαναλάβω ἀκριβῶς τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔθιξεν· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ νὰ παρέλθῃ ἀδιαμαρτύρητον, εἶναι τοῦτο· καὶ ἐντεῦθεν καὶ ἐκεῖθεν καὶ διὰ τοῦ στόματος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐτονίσθη ὅτι ἡ ἀπεργία εἶναι δικαίωμα· θέλω ἐπὶ τούτου νὰ δοθῇ μία ἔννοια· ἐὰν οἱ λέγοντες τοῦτο ἐννοῶσιν ὅτι δικαίωμα τοῦ ἐργάτου εἶναι ν’ ἀπόσχῃ ἀπὸ τὴν ἐργασίαν του καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν βιάσῃ νὰ ἐργασθῇ, βεβαιότατα ἔχουσιν ἀπόλυτον δίκαιον· εἶμαι συμφωνότατος μετὰ τῶν τοιαῦτα ὑποστηριζόντων· ἀλλ’ ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑφ’ ἣν ἐμφανίζεται ἡ ἀπεργία ἐν Ἑλλάδι...
§153Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ποίαν;
§154Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε... Ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἐμφανίζεται ἐν Ἑλλάδι ἡ ἀπεργία· Μοὶ δίδεις τόσα; Δὲν σοῦ δίδω, δικαίωμά σου εἶναι νὰ φύγῃς, μέχρις ἐδῶ εἴμεθα σύμφωνοι, δικαίωμα ἑκάστου εἶναι. Ἡ ἐλευθερία τῶν συναλλαγῶν ἐπιβάλλει τοῦτο, ὅταν ὅμως, ὡς συνέβη κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη εἰς τὰς γενομένας ἀπεργίας, ὅπου δὲν ἀρκεῖται ὁ ἀπεργὸς νὰ λέγῃ· δὲν μοῦ δίδετε τόσα; Φεύγω, ἀλλὰ δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ προσλάβῃς ἄλλον, ἄλλως παίρνω τὰ παιδιὰ καὶ τὴν γυναῖκά μου καὶ τὰ θέτω εἰς τὰς ῥάβδους τῶν σιδηροδρόμων· δὲν σοῦ ἐπιτρέπω νὰ φέρῃς γαιάνθρακας, αὐτό, παρακαλῶ, δὲν πίπτει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου;
§155ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀπαντῶ ἐγώ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζομεν εἶναι ὅτι ἡ ἀπεργία εἶναι δικαίωμα, ἀλλ’ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ὅσον ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἀπεργοῦ ἄλλο τόσον ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦ ἐργάζεσθαι. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγονται, ὅτι παρημποδίσθη ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐργασίας, εἶναι ἀδύνατα. Δύναμαι νὰ διαβεβαιώσω ὅτι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὁσάκις ἔλαβεν ἀνάγκην μέτρων κινητοποιήσεως ἀστυνομικῶν καὶ στρατιωτικῶν δυνάμεων, διὰ νὰ ἐπιβάλῃ τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἐργασίας, οὐδόλως παρημποδίσθη ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἐργασίας. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι οἱ ἀπεργοὶ ἦσαν σύμφωνοι ὅλοι καὶ δι’ αὐτὸ ἐπέτυχον, εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο, εἰς τὸ νὰ κατορθώσωσιν οἱ ἀπεργοὶ νὰ συμφωνήσωσιν, ἡ Κυβέρνησις δὲ ὄχι μόνον οὐδὲν κώλυμα παρενέβαλεν, ἀλλὰ καὶ διὰ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐψηφίσθη διὰ σωματεῖα καὶ συλλόγους, διηυκόλυνεν αὐτούς, διότι νομίζομεν ὅτι, ὅταν οὕτω πως ὁ κόσμος ὁ ἐργατικὸς εἶναι ὠργανωμένος, δύναται ἀποτελεσματικώτερον τὰ ἴδια συμφέροντα νὰ ὑπερασπίζῃ καὶ συμφωνίας δύναται εὐκολώτερον νὰ συνάπτῃ παρὰ δι’ ἀπεργίας. Ἡ ἀπεργία εἶναι ἓν δικαίωμα, τοῦ ὁποίου καλὸν εἶναι νὰ γίνηται χρῆσις ὅσον τὸ δυνατὸν σπανιώτερον.
§156Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἀναντιρρήτως ἡ Κυβέρνησις ἐπιβάλλει τὸ κράτος τοῦ νόμου εἰς τοὺς παραβάτας τοῦ νόμου. Ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θέλουσι νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἀπεργίαν ὡς ἐμφανίζεται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν (θόρυβος) — ἐγὼ δὲν χάνομαι μὲ τὸ τί γίνεται ἐν Γερμανίᾳ καὶ Ἑλβετίᾳ — ἐπῆραν τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸν λαιμόν των. Ἐὰν ὑποστηρίζητε τὴν ἀπεργίαν ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑφ’ ἣν τὴν ὑποστηρίζετε, βεβαίως δὲν εἶναι δικαίωμά των. Αὐτὴ ἡ διάκρισις νὰ γίνῃ, διὰ νὰ μὴ παρεξηγῶνται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγονται ἐνταῦθα.
§157Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι.
§159Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸν λόγον.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἴχετε ζητήσει τὸν λόγον καὶ παρεκαλέσατε νὰ διακόψητε· λοιπὸν νὰ μὴ παραπονῆσθε.
§161Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Τὸ ζήτημα ἐνταῦθα εἶναι ὅτι ἀπησχόλησα τὴν Βουλὴν καὶ δικαίως, διότι εἶναι ζήτημα σοβαρόν. Ἠκούσθησαν διάφοροι γνῶμαι. Τὸ ζήτημα ὡς ἐτέθη καὶ ὡς διετύπωσεν αὐτὸ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νομίζω ὅτι ἐτέθη εἰς τὴν πραγματικὴν αὐτοῦ θέσιν καὶ πᾶσα ἄλλη ἀντιγνωμία δὲν ἔχει τὴν θέσιν της. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ μοὶ διασαφηνίσῃ ὀλίγας φράσεις. Δίδετε τὸ δικαίωμα, κ. Ὑπουργέ, νὰ καλῶνται ὑπάλληλοι, ὅταν ἐπιστρατεύηται ἡ χώρα ἢ εἰς ἄλλην ἔκτακτον ἀνάγκην;
§162Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Περὶ ἐκτάκτου ἀνάγκης θ’ ἀποφανθῇ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§163Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ ἐπιστρατεύσεως;
§164Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Περὶ ἐκτάκτου ἀνάγκης.
§165Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Φρονῶ ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀπαραίτητος, διότι ἐπεμβαίνει εἰς τὰς ὁρμὰς τὰς νεανικάς! Ἐγκρίνω τὸ μέτρον τοῦτο καὶ κηρύσσομαι ὑπὲρ αὐτοῦ.
§166Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἤδη κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἐξήνεγκον σύμφωνον γνώμην πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν διατυπώνω σήμερον. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀξιότιμοι Συνάδελφοι τὸ ἐχαρακτήρισαν ὡς ἐπιβάλλον δουλείαν καθ’ ὡρισμένων τάξεων ἐργατικῶν καὶ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἀνεκτὸν εἰς Βουλὴν ἐν ἐλευθέρῳ πολιτεύματι νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν δουλείαν ταύτην, δουλείαν δὲ ἀποκαλοῦσι τὴν ἄμυναν τῆς κοινωνίας, τὴν ἄμυναν τῆς Πολιτείας κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐνεργοῦσι πρὸς τὰ ἴδιά των τέλη, δίκαια ἢ ἄδικα, ἕνα ἔκθεσμον συνεταιρισμὸν ὅπως ἐπιβάλλωσι τὴν ἰδίαν των θέλησιν καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ εἰς τὴν Πολιτείαν καὶ εἰς πᾶν ἄτομον.
§167Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Εὖγε.
§168Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι εὔκολον κολακεύων τις τὰ πλήθη ν’ ἀποκτᾷ δημοτικότητα, ἀλλ’ ἡ τοιαύτη δημοτικότης δύναται δικαίως νὰ ἐκληφθῇ ὡς δημοκοπία. Θὰ ἦτο δὲ ἀνάξιον ἐκ τοῦ ἐλευθέρου τούτου βήματος νὰ μὴ ἐγερθῇ φωνὴ διαμαρτυρίας κατὰ τῆς θεωρίας ὅτι ἡ ἀπεργία ἀποτελεῖ δικαίωμα. Ἡ ἀπεργία κατ’ ἐμὲ εἶναι ἔκθεσμος συνεταιρισμός, συνεταιρισμὸς διὰ τοῦ ὁποίου εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιδιωχθῶσι συμφέροντα θεμιτά, ἀλλ’ ὁ ὁποῖος δίδει ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ ἐπέλθῃ διατάραξις καὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης. Τί εἶναι τέλος πάντων αὐτὴ ἡ ἀπεργία, τὴν ὁποίαν ἀνεκήρυξαν καὶ τὴν ἀνεκήρυξε καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐντεῦθεν ὡς δικαίωμα; Εἶναι διάβημα ὀλισθηρόν, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναχωρεῖ ἐξ ἀρχῶν καὶ πολιτεύεται ὑπὲρ ἀρχῶν δὲν πτοεῖται οὐδὲ φοβεῖται ν’ ἀνακηρύξῃ τὴν ἀλήθειαν ἐντεῦθεν. Ἂν πολιτευώμεθα, πολιτευόμεθα ὄχι χάριν τοῦ ἰδίου συμφέροντος ἀλλὰ χάριν τῆς Πολιτείας καὶ ὑπὲρ τῆς Πολιτείας πρέπει ν’ ἀμυνώμεθα κατὰ παντὸς στοιχείου τὸ ὁποῖον ἤθελε διαταράξει τὴν εὐταξίαν αὐτῆς καὶ τὴν εὐπρεπῆ ἐξέλιξιν ὅλων τῶν κοινωνικῶν σχέσεων. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, ὡς τὸ ἀπεκάλεσαν, ἐνέχει ἐν ἑαυτῷ τὴν πρόθεσιν τῆς ἐκβιάσεως, τὴν αὐτοδικίαν, καὶ σπείρει ἐν τῇ κοινωνίᾳ τὴν ἀναρχίαν, ἀποδεικνύει δὲ τὸ δικαίωμα αὐτό, ὅπως τὸ ἀπεκαλέσατε, τὴν ἀδυναμίαν τῆς Πολιτείας ν’ ἀπονέμῃ ἑκάστῳ τὸ δίκαιόν του. Ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ Πολιτεία ἡμῶν, ἐρρέτω ἡ Πολιτεία αὕτη. Ἐγὼ εἰς τὴν Πολιτείαν ἀναγνωρίζω καὶ τὸ δικαίωμα καὶ τὸ καθῆκον ν’ ἀπονέμῃ καὶ νὰ ἐπιβάλλῃ ἑκάστῳ τὸ δίκαιον. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκληφθῇ τὸ δίκαιον, ὅταν λέγωμεν ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ γίνωσιν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κριταὶ τοῦ ἰδίου των συμφέροντος καὶ τοῦ ἰδίου των δικαιώματος; Ὅταν τοιαύτας θεωρίας ῥίπτωμεν ἐντεῦθεν, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ παραπλανήσωμεν τὴν κοινὴν γνώμην, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ παραπλανήσωμεν καὶ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι πλήρη ἀντίληψιν τῶν καθηκόντων τοῦ ἐλευθέρου πολίτου, ἡ ὁποία συνεπάγεται τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἄλλου. Διότι εἶναι ἀρχὴ ἀνακηρυχθεῖσα ἀπὸ τὴν πρώτην ἐπανάστασιν τὴν Γαλλικήν, ὅτι ἡ ἐλευθερία ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀτόμων ἔχει ὅριον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἑτέρου. Καὶ θὰ ἦτο ὀδυνηρὸν διὰ τὴν Πολιτείαν ἡμῶν, ὅτι εἶναι ἀναξία, ὅτι εἶναι ἐν ἀδυναμίᾳ ν’ ἀπονέμῃ τὸ δίκαιον ἑνὶ ἑκάστῳ καὶ ν’ ἀσφαλίζῃ εἰς τὸ ἄτομον τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ. Εἶπον ὅτι τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον ἀποτελεῖ ἄμυναν τῆς Πολιτείας καὶ ἄμυναν τῆς κοινωνίας κατ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ γίνωσι κριταὶ τῆς ἰδίας αὐτῶν ὑποθέσεως, οἱ ὁποῖοι χάριν τοῦ ἰδίου συμφέροντος ἐννοοῦσι νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἰδίαν αὐτῶν αὐθαίρετον βούλησιν, θέμενοι κατὰ μέρος καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς κοινωνικὰς καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἀλλὰ καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν Πολιτείαν καὶ τὴν κοινωνίαν, καὶ οἱ ὁποῖοι παραπλανώμενοι ζημιοῦσιν ἑαυτούς, ζημιοῦντες καὶ τὴν κοινωνίαν, διότι αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα, Κύριοι, πάσης ἀπεργίας, τὴν ὁποίαν ἀνεκηρύξατε ἐντεῦθεν ὡς δικαίωμα, ἐκβίασις, εἶπον ἤδη, αὐτοδικία καὶ παράλυσις πάσης κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης. Διὰ τῆς ἀπεργίας ἀληθῶς καθιστῶμεν τὴν διάκρισιν τάξεων ἐν τῷ Κράτει, διότι ἐγὼ δὲν ἐννοῶ ν’ ἀναγνωρίσω καὶ νομίζω ὅτι οὔτε τὸ Σύνταγμα ἀναγνωρίζει τάξεις. Τὸ Σύνταγμα ἡμῶν, ὁ θεμελιώδης νόμος ἡμῶν, ἐν πρώτῳ ἄρθρῳ ἀνεκήρυξε τὴν ἰσότητα παντὸς πολίτου Ἕλληνος ἐνώπιον τοῦ νόμου. Καὶ εἶναι ἰσότης ἐπειδὴ ἐγὼ κατώρθωσα νὰ συνεταιρισθῶ μετὰ 5 ἢ 50 ἢ 1000 ἄλλων συνεργατῶν μου διὰ νὰ δύναμαι νὰ ἐπιβάλω τὴν θέλησίν μου, νὰ δύναμαι νὰ ἐπιβάλω τὴν ἰδίαν μου γνώμην ἐπὶ ζητήματος τὸ ὁποῖον μὲ ἀφορᾷ; Οὐδεμίαν φωνὴν διαμαρτυρίας ἀκούω ἐν τῇ αἰθούσῃ, διότι ἀναμφισβητήτως αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ τὴν ἀλήθειαν, Κύριοι, δὲν ἔπρεπε νὰ φοβώμεθα νὰ λέγωμεν ἐντεῦθεν. Χωρὶς νὰ περιαυτολογήσω, ἐπὶ τεσσαράκοντα ἔτη οὐδὲν ἕτερον ἔπραξα καθ’ ὅλον τὸν μακρόν μου πολιτικὸν βίον ἢ νὰ ὑπηρετῶ καὶ ὑπεραμύνωμαι ὑπὲρ τῶν πτωχῶν καὶ ἀδυνάτων, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐκολάκευσα τὰς ἐσφαλμένας γνώμας αὐτῶν, οὐδέποτε ἐκολάκευσα τὰ ἔνστικτα τοῦ ἀμαθοῦς. Κατέληξα δὲ πάντοτε, καὶ τὸ πράττω καὶ νῦν, εἰς τὸ νὰ κηρύξω τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἐν τῇ ἐννόμῳ τάξει καὶ ἐν τῇ εὐπρεπείᾳ τῆς Πολιτείας ἕκαστος δύναται νὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του. Καὶ ἐν τούτοις ὀφείλομεν ν’ ἀναζητήσωμεν τὴν ἱκανοποίησιν τῶν ἰδίων ἡμῶν ἀξιώσεων καὶ δικαιωμάτων καὶ οὐχὶ συνεταιριζόμενοι ἀθεμίτως, ὅπως ἐπιβάλωμεν τὴν ἰδίαν ἡμῶν κρίσιν καὶ ἐκτίμησιν ἐπὶ ὑποθέσεων, ἐφ’ ὧν ἐνδιαφερόμεθα. Δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν τὴν διαφορὰν μεταξὺ τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας καὶ τῆς ἀπεργίας. Ἰσχυρίζομαι ὅτι ἡ ἀπεργία εἶναι ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, διότι πλειότερον οἱ μᾶλλον ἐνδιαφερόμενοι ἐπιβάλλουσι τὴν θέλησιν αὐτῶν ἐπὶ τῶν ἀσθενεστέρων. Καὶ σεῖς ὁμιλεῖτε περὶ ἀσθενῶν, τοὺς ὁποίους ὑποβάλλομεν εἰς δουλείαν μέχρις ὅτου ἡ Πολιτεία ἤρχισε νὰ ἐννοῇ ὅτι πρέπει ν’ ἀμυνθῇ ὑπὲρ τῆς ἐννόμου τάξεως, τῆς εὐπρεπείας καὶ τῆς κοινωνικῆς ἀλληλεγγύης. Ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας εἶναι ὁ ἐξενεγκὼν ἐντεῦθεν τὸν ἀφορισμόν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον καταλήγει εἰς δουλείαν. Τὸ νομοσχέδιον ἀποτελεῖ δουλείαν ἢ ἤθελεν ἀποτελέσει δουλείαν πραγματικὴν δι’ ὅλον τὸν πληθυσμὸν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς ἡ εἰρωνεία τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Κορινθίας, ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι πρέπει νὰ μάθωσι καὶ νὰ περιπατῶσι; Καὶ ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προσπίπτει εἰς τὴν ἀντίληψιν παντὸς μὴ θέλοντος νὰ τυφλώττῃ, ἀλλὰ βλέποντος τὰ ἔνστικτα τῶν ἀτόμων καὶ οὐχὶ τὸ πλῆθος, διότι τὸ πλῆθος εἶναι ὑπὲρ τῆς εὐπρεπείας τῆς Πολιτείας καὶ τῆς δημοσίας τάξεως καὶ τῆς ἰσχύος καὶ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ νόμου· ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι οὔτε ὁ Μπενάκης οὔτε ὁ Καραπάνος θὰ κάμωσι χρῆσιν τοῦ τράμ. Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, καὶ ἐγὼ ἔλεγον, ὅτε διεμαρτύρετο ὁ κ. Βουλευτὴς Κορινθίας διότι ἐπρόκειτο τὸ νομοσχέδιον νὰ περιλάβῃ τοὺς ὑπαλλήλους τῶν τράμ, ἔλεγον ἐντεῦθεν ὅτι κατὰ τὴν ἀπεργίαν τῶν τρὰμ ἡ πόλις τῶν Ἀθηνῶν εἶχεν ὄψιν νεκρᾶς πόλεως. Καὶ κατὰ τὸ λεχθὲν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἐκεῖνοι οἱ 500 ἢ 1000 ὑπάλληλοι, οἱ παρασυρθέντες ἐκ τῶν ἰδεῶν αὐτῶν τὰς ὁποίας ῥίπτομεν καὶ ἐντεῦθεν καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων θρηνοῦμεν, ὑποβάλλονται εἰς δουλείαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἠθέλησαν νὰ ἐπιβάλωσι τὴν ἰδίαν των θέλησιν εἰς πληθυσμὸν διακοσίων χιλιάδων κατοίκων καὶ ἐστέρησαν ὅσον διήρκεσεν ἡ ἀπεργία τὸν ἐργάτην καὶ πτωχὸν ἐκεῖνον τὸν θέλοντα νὰ ἐργασθῇ τοῦ μέσου τῆς συγκοινωνίας, δι’ οὗ ἠδύνατο ἐπιτυχῶς νὰ ἐργασθῇ καὶ νὰ κερδίσῃ τὸ ἡμερομίσθιόν του, διότι ὁ κατοικῶν εἰς τὰ περίχωρα τῶν Ἀθηνῶν, τὰ Πατήσια ἢ τοὺς Ἀμπελοκήπους ἢ ἀλλαχοῦ, ἀναγκαίως διὰ νὰ εὕρῃ ἐργασίαν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔλθῃ ἐνωρίς. Ἀλλὰ χάριν τῶν προστατευομένων 500 ἢ 1000 ἐπὶ πληθυσμοῦ ἐργατῶν πεντήκοντα χιλιάδων ἀτόμων πρέπει νὰ ὑποστῇ οὗτος τὸν νόμον τῆς βίας καὶ τῆς αὐθαιρεσίας καὶ τῆς ἀδικίας. Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι τὰς ὁποίας ἦλθον νὰ πολεμήσω. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις, τὰς ὁποίας δὲν θέλω ν’ ἀποκρύψω. Μοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον ἂν τὸ ἔδαφος εἶναι ὀλισθηρόν. Αἰσθάνομαι ὅτι εὑρίσκομαι ἐπὶ τοῦ ἀληθοῦς ἐδάφους καὶ ὅτι ἔχω καθῆκον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ νὰ εἴπω πρὸς αὐτὸν τὴν ἀλήθειαν, νὰ διδάξω πρὸς αὐτὸν τὴν ἔννομον τάξιν, νὰ διδάξω τὸν σεβασμὸν τῆς ἐλευθερίας πρὸς τὸν συμπολίτην αὐτοῦ.
§169ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εὖγε, εὖγε!
§170ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς δὲν περιωρίσθη...
§171Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὄχι Ἀττικῆς’ Ἀρκαδίας. Καὶ δι’ αὐτὸ ὡμίλουν οὕτω, διότι θέλω νὰ εἶμαι Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας.
§172ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ζητῶ συγγνώμην διὰ τὸ σφάλμα.
§173Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀνταποκρίνομαι πρὸς τὰς ἀξιώσεις τοῦ πληθυσμοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μὲ ἐψήφισε χωρὶς νὰ τὸν ἴδω, νὰ τὸν γνωρίσω, νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ.
§174ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας λοιπὸν δὲν περιωρίσθη νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, ὡς τὸ ἔπραξε κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἔφερε τὸν λόγον εὐρύτερον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀπεργίας, ἐπὶ τοῦ ἀγῶνος μεταξὺ τῶν κοινωνικῶν τάξεων καὶ εἶπε πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἐθεώρουν ἐντελῶς περιττὸν ν’ ἀνασκευάσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἢ πρὸς τὰ ὁποῖα θὰ ἐθεώρουν ἐντελῶς περιττὸν ν’ ἀπαντήσω, ἂν ταῦτα δὲν περιεβάλλοντο μὲ τὸ προσωπικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς πᾶσαν γνώμην ἐκφερομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄνθρωπος τῆς θέσεως τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατόν, προκειμένου περὶ ἀνθρώπου τῆς περιωπῆς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ν’ ἀφήσω ἀνανταπάντητα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἦλθε ν’ ἀναπτύξῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου; Ἦλθε νὰ ἰσχυρισθῇ ἐντεῦθεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα φέρουσιν ἡμᾶς ὀπίσω, σχεδὸν πέρα ὅλης τῆς ἡλικίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, πάντως ὀπίσω πέρα τοῦ δευτέρου ἡμίσεος τοῦ 19ου αἰῶνος. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρκαδίας ἰσχυρίζεται ὅτι πολιτεύεται χάριν τῆς Πολιτείας καὶ ὅτι διὰ τοῦτο οὐδέποτε ἐδίστασε νὰ εἴπῃ πρὸς τὸν λαὸν τὴν ἀλήθειαν. Χάριν τῆς Πολιτείας πολιτευόμεθα πάντες, Κύριοι, ἀλλὰ δικαιοῦμαι, νομίζω, ν’ ἀποκρούσω ὑπαινιγμὸν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτι πολιτεύομαι ἢ ἀγορεύω ἢ ὁμιλῶ πρὸς χάριν ἢ πρὸς συμπάθειαν ἐκ μέρους τοῦ πλήθους. Ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τῆς ἐμφανίσεώς μου ἐν μέσῳ ὑμῶν ἦλθον μὴ θεραπεύων τὸ πλῆθος ἀλλ’ ἀντιτασσόμενος πρὸς αὐτό. Καὶ ἔχετε τὴν σκηνήν, ἐλπίζω, ἐνώπιόν σας ἀρκετὰ ζωηρὰν τῆς ἀντιθέσεώς μου πρὸς τὸ πλῆθος, τὸ ὁποῖον μὲ εἶχεν ἐκλέξει καὶ τὸ ὁποῖον μὲ ὑπεδέχετο ἐν Ἀθήναις, ὅτε ἐπήρχετο τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρητικῆς ἢ συντακτικῆς Βουλῆς.
§175Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Εὕρετε παρεσκευασμένον τὸ ἔδαφος, διότι ἐπάλαιον ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας πρὸς ὄφελός σας.
§176ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ κῦρός σας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἦτο τόσον μικρὸν ὥστε δὲν εἴχετε κατορθώσει παρ’ ὅλον τὸν ἀγῶνα, τὸν ἄξιον πάσης τιμῆς, νὰ ἐπηρεάσητε τὴν κοινὴν γνώμην. Καὶ ὅτε ἦλθον, σᾶς βεβαιῶ ὅτι, ἂν εἶχον ἀσθενῆ τὸν χαρακτῆρα, καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, θὰ ἐβλέπετε ὅλον ἐκεῖνο τὸ πλῆθος ἀκολουθοῦν τὸν σημαιοφόρον τῆς ἰδέας τῆς συντακτικῆς συνελεύσεως, τὸν ἀνατροπέα τῆς ἐννόμου τάξεως, ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος θὰ ἔρριπτε πράγματι τὸ Κράτος εἰς νέας ἀνωμαλίας καὶ δὲν θὰ ἐπανέφερεν αὐτὸ μετὰ ἰσχυρᾶς χειρὸς εἰς τὴν τάξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπέτρεψεν εἰς τὸ Κράτος ἐντὸς δύο ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἐξόδου ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως ν’ ἀντιμετωπίσῃ δύο νικηφόρους πολέμους. Δὲν θὰ εἶναι ἴσως ἀνάγκη νὰ ὑπενθυμίσω ὅτι ἡ πολιτική μου εἰς τὸ Κρητικὸν ζήτημα, ὅτε δὲν ἐπέτρεπον εἰς τοὺς Κρῆτας συμπολίτας μου νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Κοινοβούλιον, δὲν ἦτο πολιτική, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ θεραπεύσῃ τὴν κοινὴν γνώμην. Οὔτε ἡ πολιτική μου εἰς τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα. Ἀλλ’ ἄν, κ. Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας, ἔλεγον πάντοτε πρὸς τὸ πλῆθος τὴν ἀλήθειαν, ἀδιαφορῶν ἂν ἦτο αὕτη εὐχάριστος, τοῦτο δὲν εἶναι ποτὲ λόγος ὅπως ζητήσω νὰ γυρίσω πρὸς τὰ ὀπίσω τὴν πρόοδον τοῦ αἰῶνος. Ἐκπλήττομαι δὲ πῶς εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν δευτέραν δεκάδα τοῦ εἰκοστοῦ αἰῶνος νὰ εὑρίσκηται ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος νὰ ἐξανίσταται διότι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κηρύττεται ἡ ἀπεργία ὡς δικαίωμα. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐπικαλεῖται τὰς ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουσιν ὅτι ἡ ἐλευθερία ἑκάστου ὅριον ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἄλλων. Ἀλλ’ ἡ ἐλευθερία ἀκριβῶς αὕτη παρέχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἐργάτην νὰ συζητῇ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐργάζεται καὶ παύῃ ἐργαζόμενος ἅμα κρίνῃ αὐτοὺς μὴ συμφέροντας αὐτῷ. Καὶ ἂν τοῦτο θεωρῆτε δικαίωμα ἑνὸς ἑκάστου κατ’ ἰδίαν, διατί θέλετε ν’ ἀποκλείσητε ἐναντίον τῆς γενικῆς ἀρχῆς τοῦ συνεταιρισμοῦ τὴν συνεννόησιν τῶν ἐργατῶν ὡρισμένου ἐργοδότου, ὅπως παύσωσι τὴν ἐργασίαν διὰ νὰ δυνηθῶσιν ἀπὸ τοῦ ἴσου νὰ συζητήσωσι τοὺς ὅρους τῆς ἐργασίας αὑτῶν; Τί βλέπετε τὸ ἔκθεσμον καὶ τὸ ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας ἐν τούτῳ; Μήπως θεωρεῖτε ὅτι ὁ ἐργάτης ὁ μὴ δυνάμενος κἂν νὰ σταματήσῃ τὴν ἐργασίαν του ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας χωρὶς νὰ στερήσῃ τὸ τέκνον του τοῦ ἐπιουσίου ἄρτου εἶναι ὁ ἰσχυρὸς καὶ ὅτι ὁ ἀδύνατος εἶναι ὁ ἐργοδότης ὁ ἔχων τὸ κεφάλαιον, ὁ δυνάμενος οὐχὶ τρεῖς ἡμέρας ν’ ἀφήσῃ αὐτὸ ἄνευ προσόδου, ἀλλὰ καὶ τρεῖς μῆνας καὶ ἓξ καὶ ὁλόκληρον ἴσως ἔτος ν’ ἀναμείνῃ; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο, ἀφοῦ εἰς τοιαύτας περιστάσεις κάθε Κράτος νεώτερον, ἀπὸ τῶν δημοκρατικωτέρων μέχρι τῶν αὐταρχικωτέρων, ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἀπεργίας ὡς τὸ μόνον ὅπλον τὸ ὁποῖον ἐπιτρέπει εἰς τὸν κοινωνικῶς καὶ οἰκονομικῶς ἀσθενέστερον νὰ διεξάγῃ τὴν συζήτησιν περὶ τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ ἐργασία ἀμείβεται κατὰ τρόπον δικαιότερον; Διατί, Κύριοι, κλείομεν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἑκουσίως, ἐθελοτυφλοῦμεν μὲ μίαν λέξιν, μὴ θέλοντες ν’ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι ὁ νεώτερος πολιτισμὸς ἂν κατώρθωσε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀφθονωτέρας παραγωγῆς τοῦ πλούτου, δὲν κατώρθωσεν ὅμως ἀκόμη νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς δικαιοτέρας διανομῆς τοῦ πλούτου; Εἶναι δυνατὸν σήμερον, Κύριοι, νὰ μὴ ἀναγνωρίζηται, ὅτι ἀληθῶς ἡ διανομὴ τοῦ κερδαινομένου πλούτου δὲν ἱκανοποιεῖ τὸ γενικώτερον κοινωνικὸν συμφέρον, τὸ αἴσθημα αὐτὸ τῆς δικαιοσύνης, τὸ ὁποῖον ἔχουσι καὶ οἱ κάτω εὑρισκόμενοι ἀλλὰ καὶ οἱ ἄνω; Καὶ δὲν βλέπετε ὅλην αὐτὴν τὴν θαυμασίαν κίνησιν, ἡ ὁποία γίνεται πανταχοῦ τοῦ κόσμου, ἐπαναλαμβάνω, ὅπως ἐπιδιωχθῇ ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ἡ δικαιοτέρα κατανομὴ τοῦ παραγομένου πλούτου, μεταξὺ τοῦ παράγοντος αὐτὸν διὰ τοῦ ἰδίου ἱδρῶτος, διὰ τοῦ ἰδίου προσωπικοῦ ἀγῶνος καὶ τοῦ συντελοῦντος εἰς παραγωγὴν αὐτοῦ διὰ τοῦ θησαυρισθέντος κεφαλαίου; Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐνόησε πόσον τερατῶδες θὰ ἦτο νὰ εἴπῃ ὅτι ὁ ἐργάτης πρέπει νὰ μείνῃ ἐντελῶς ἄοπλος, ὅπως ὑποκύπτῃ εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἐργοδότου, καὶ σᾶς εἶπε· τί ἀνάγκην ἔχει ὁ ἐργάτης τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας ἐν εὐνομουμένῃ Πολιτείᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ Πολιτεία χρεοκοπεῖ, ἂν δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ suum cuiqu; Ἀλλά, Κύριοι, παίζομεν ἢ σοβαρευόμεθα ἰσχυριζόμενοι τοιαῦτά τινα; Κατὰ τίνα τρόπον ἐν τῇ διαφωνίᾳ μεταξὺ τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ ἐργοδότου, ἑνὸς ἐργοστασίου νηματουργίας, λόγου χάριν, κατὰ τίνα τρόπον τὸ Κράτος δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς κειμένης νομοθεσίας νὰ ἐπεμβῇ ὅπως ἀπονείμῃ ἑκάστῳ τὸ δίκαιον; Πῶς ἀντιλαμβάνεται ἆρά γε ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας τὴν ἐνέργειαν τοῦ Κράτους ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ;
§177Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ σᾶς ἀπαντήσω;
§178ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ μάλιστα.
§179Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Μὲ δύο λέξεις· διὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐργασίας.
§180ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μοὶ ἀπήντησεν ὅτι τοῦτο θὰ τὸ ἐπιτύχω διὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐργασίας.
§181Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως. Ἐὰν εἶναι ἀτελές, συμπληρώσατε αὐτό. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἡ ἔννομος τάξις. Διὰ τοῦ μέσου αὐτοῦ θὰ ἔχητε ἱκανοποίησιν μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν.
§182ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδὲν περισσότερον ζητεῖ ὁ ἐργάτης ἀπὸ ὅ τι ἀκριβῶς προσφέρει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Τοῦτο φθάνει ἀκριβῶς μέχρι τῶν ἀκροτάτων ὁρίων τῶν σοσιαλιστικῶν. Τοῦτο ἀκριβῶς ἀξιοῖ. Οὔτε λέγω ἐγὼ ὅτι δὲν θὰ φθάσῃ ἡ κοινωνία μίαν ἡμέραν εἰς τοῦτο τὸ ἄκρον ἄωτον τῆς τελειότητος, ὅπως αὐτὴ διὰ τῶν δημοσίων ἀρχῶν κανονίζῃ τὴν τιμὴν τῆς ἐργασίας.
§183Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Σεῖς μὴ ἀποβλέπετε εἰς αὐτά. Σταματήσατε ἕως ἐκεῖ. Ἔχετε ἄλλως τε καὶ τὸν κ. Ἀραβαντινόν.
§184ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποῦ νὰ σταματήσω; Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἐγὼ δὲν θεωρῶ ἀδύνατον νὰ φθάσῃ μίαν ἡμέραν ἡ κοινωνία καὶ τὸ νεώτερον Κράτος εἰς τὴν ἰδεώδη αὐτὴν λύσιν, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζει ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλ’ ἐρωτῶ αὐτόν· σοβαρῶς ὑποστηρίζει ὅτι θὰ ἠδυνάμην νὰ φέρω νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ἐν ἔτει 1914 τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας διὰ τοῦ ὁποίου θὰ ἔλεγον ὅτι τὸ συμβούλιον τῆς ἐργασίας, τὸ ὁποῖον συνέστησε τὸ Κράτος, δικαιοῦται νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν ἔριδα μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργατῶν, ἵνα κανονίζῃ τὰ τοῦ ἡμερομισθίου, ἐνῷ δὲν ἐτόλμησα καὶ δὲν τολμῶ προκειμένου περὶ τῶν σιδηροδρομικῶν ἐπιχειρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι δημόσιον χαρακτῆρα, νὰ φθάσω μέχρις αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ζητοῦν οἱ ὑποστηρίζοντες μονομερῶς τὰ συμφέροντα τοῦ ἐργάτου; Ὄχι λοιπὸν διότι νομίζετε ὅτι διὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐργασίας ἠδύναντο νὰ διαρρυθμισθῶσιν ἑκάστοτε αἱ μεταξὺ ἐργάτου καὶ ἐργοδότου ἔριδες περὶ ἡμερομισθίου ὑποστηρίζετε ὅσα ὑποστηρίζετε, ἀλλὰ διότι δυστυχῶς ἡ ἀντίληψις, ὑμῶν δὲν ἔχει προσαρμοσθῆ εἰς τὰς νεωτέρας ἀντιλήψεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ ἀπεργία δὲν θεωρεῖται καὶ δὲν κρίνεται καθ’ ὃν τρόπον ἐκρίνετο πρὸ 80 ἢ 100 ἐτῶν. Ἡ ἀπεργία ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν τῇ πολιτικῇ κρίνεται ὡς ἀναρχία, ὡς ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἐπρονόησεν ὁ ποινικὸς νόμος νὰ κολάσῃ, ἀλλὰ τὴν διάταξιν τοῦ ὁποίου οὔτε σεῖς, ὅτε κατ’ ἐπανάληψιν ἤλθετε εἰς τὴν ἀρχήν, δὲν ἐσκέφθητε νὰ ἐφαρμόσητε, προκειμένου περὶ ἀπεργίας. Ὅτι, λέγω, τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας ἀποδεικνύει καὶ τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται ἐκ τοῦ Συντάγματος. Πῶς, λέγει, θέλετε νὰ καθορίσητε διακρίσεις, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει τὰς διακρίσεις καὶ λέγει ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι; Εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου, κύριε Βουλευτὰ ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλ’ ἀτυχῶς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες δὲν εἶναι ἴσοι. Ἀτυχῶς διαιροῦνται εἰς τάξεις οὐχὶ τόσον ἀποτόμως ὅσον ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ διαιροῦνται εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐχόντων τὸ κεφάλαιον, εἰς τὴν τάξιν τῶν ἐχόντων μόνον τὴν ἐργασίαν καὶ εἰς τὴν τάξιν τὴν μέσην. Φρονεῖτε δ’ ὅτι οὐδεὶς ἔλεγχος τῆς Πολιτείας χρειάζεται, ἂν ὄχι κατ’ ἄλλο τι, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἀρνητικῶς, μὴ κανονιζούσης ποινὰς κατὰ τῶν θελόντων νὰ μὴ ἐργάζωνται, διὰ νὰ ἐξασφαλίσητε ὅπως ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι; Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ καὶ ἕνα ἄλλον ὑπαινιγμόν· ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ τὸν ὑπαινιγμὸν ὅτι ἡ φιλεργατικὴ νομοθεσία, τῆς ὁποίας εἰσηγητὴς ἐγένετο ἡ Κυβέρνησις, σκοπὸν ἔχει νὰ θεραπεύσῃ καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τοὺς πολλοὺς κατὰ τῶν ὀλίγων. Οἱ ἐργάται. Κύριοι, θὰ ἦσαν εὐτυχεῖς, ἂν ἦσαν οἱ πολλοί· ἀλλ’ ἂν ἦσαν ὄντως οἱ πολλοί, βεβαιωθῆτε ὅτι ὀλίγοι ἐξ ἡμῶν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην ἀντιπροσωπεύοντες τὸν λαὸν αὐτόν. Οἱ ἐργάται δὲν εἶναι οἱ πολλοί, οἱ ἐργάται ἰδίως ἐν Ἑλλάδι εἶναι οἱ ὀλίγοι, ἀλλὰ δὲν ἕπεται διὰ τοῦτο ὅτι ἡ Πολιτεία ἡ ἔχουσα τὴν ἀντίληψιν τῶν νεωτέρων τάσεων καὶ ῥοπῶν τῆς κοινωνίας, ὅτι ἡ Πολιτεία δύναται ν’ ἀδιαφορῇ πρὸς τὴν τύχην αὐτῶν. Ἡμέρᾳ τῇ ἡμέρᾳ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν ἐλπίζομεν ὅτι θ’ αὐξάνηται ἐν Ἑλλάδι, εὔχομαι δ’ ὅπως ἡ αὔξησις αὕτη γίνηται πρὸς ὄφελος τοῦ ἀγρότου ἐργάτου, τοῦ ναυτίλου ἐργάτου καὶ τελευταῖον πρὸς ὄφελος τοῦ βιομηχάνου ἐργάτου, ἀλλ’ ἡ πρόοδος δὲν πρόκειται νὰ ῥυθμισθῇ σύμφωνα μὲ τοὺς ἰδικούς μας πόθους· ἡ πρόοδος δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ μᾶς φέρῃ εἰς δημιουργίαν μεγάλου ἀριθμοῦ βιομηχανικοῦ πληθυσμοῦ. Ἦτο δυνατὸν τὸ Κράτος τὸ σημερινόν, τὸ προελθὸν ἐκ τῆς βαθυτάτης κινήσεως ἡ ὁποία προεκάλεσεν ἐσωτερικῶς τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1909, ἦτο δυνατὸν τὸ Κράτος τὸ νεώτερον ν’ ἀδιαφορῇ πρὸς τὸν ἐργατικὸν αὐτὸν πληθυσμόν, πρὸς τὴν τύχην αὐτοῦ, πρὸς τὸ μέλλον αὐτοῦ, ὅτε γνωρίζομεν ἐξ ἄλλης ἐπιστήμης, τῆς Βιολογίας, ὅτι ὅλοι οἱ καταλαμβάνοντες τὰς θέσεις τῶν ἡγετῶν οἱ ἀνήκοντες εἰς τὰς πλέον προωδευμένας τάξεις εἶναι καταδεδικασμένοι κατὰ φυσικὸν νόμον νὰ ἐκλείπωσιν ἑκάστοτε ἀναπληρούμενοι ἀπὸ τὰ κατώτερα καὶ ἀφανέστερα στρώματα, ἀπὸ τὰ τέκνα τοῦ ἐργάτου αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον περιφρονεῖτε;
§185Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ποῖος περιφρονεῖ τὸν ἐργάτην;
§186ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀνακαλῶ τὴν ἔκφρασιν· μοῦ διέφυγεν ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου, λέγω δ’ ὅτι ἀπὸ τὸν ἐργάτην αὐτόν, διὰ τὸν ὁποῖον δεικνύετε αὐτὴν τὴν ἀδιαφορίαν, ἀπὸ τὸν ἐργάτην αὐτὸν εἶναι ἐνδεχόμενον, εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ προέλθῃ αὔριον ἐν τῇ πρώτῃ, τῇ δευτέρᾳ γενεᾷ ὁ μέγας καλλιτέχνης, ὁ μέγας ἐφευρέτης, ὁ μέγας πολιτικὸς ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ δοξάσῃ τὴν Ἑλλάδα. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§187ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Κύριε Πρόεδρε, χειροκροτοῦν καὶ τὰ ἀκροατήρια τῶν Κυριῶν.
§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι, δὲν νομίζω ἀναγκαῖον νὰ παρατείνω μακρότερον τὸν λόγον, ἀλλ’ ἐθεώρουν ὅτι μοὶ ἦτο ἐπιβεβλημένον νὰ μὴ ἀφήσω ἀπαρατηρήτους τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας ἐζήτησε νὰ ἐκφέρῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνὴρ τῆς περιωπῆς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. (Χειροκροτήματα ἐκ τῆς αἰθούσης καὶ τῶν ἀκροατηρίων).
§189Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐγὼ παρετήρησα ὅτι τὰ χειροκροτήματα προέρχονται ἐκ τοῦ θεωρείου τῶν Κυριῶν καὶ κατηυχαριστήθην, διότι αἱ κρίσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἔπληξαν τὴν κρίσιν ἐκείνου τοῦ ὡραίου φύλου (ἱλαρότης). Κύριοι, ἂν ἐπαναλαμβάνω τὸν λόγον, τὸ πράττω ὄχι διὰ νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἡ καλὴ πίστις τῶν ἀγορευόντων ἐντεῦθεν ὤφειλε νὰ τὸν σταματήσῃ, ὅτε ἔλεγεν ὅτι ἡμεῖς περιφρονοῦμεν τοὺς ἐργάτας ἢ ὅτι ἡμεῖς ἀδιαφοροῦμεν πρὸς τοὺς ἐργάτας....
§190ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Περὶ τούτου μὴ κάμνετε λόγον· ἀνεκάλεσεν ἀμέσως τὴν φράσιν.
§191Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Οὔτε περιφρονοῦμεν τοὺς ἐργάτας οὔτε ἀδιαφοροῦμεν πρὸς τὴν τύχην αὐτῶν. Εἶπον ἤδη κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσιν, ὅτι κατηνάλωσα ὁλόκληρον τὸν βίον μου ὑπὲρ τῶν ἐργατῶν, ὑπὲρ τοῦ πτωχοῦ καὶ τοῦ ἀσθενοῦς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εὑρίσκει ὅτι ἡ ἀντίληψίς μου εἶναι ἀντίληψις τοῦ 19ου αἰῶνος, διότι ἀνεκήρυξα ἐντεῦθεν ὅτι ἡ ἀπεργία εἶναι ἐντελῶς ἀντίθετος πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τῆς ἐργασίας, καταλύει πάντα νόμον, πᾶσαν ἰσοπολιτείαν, σπείρει τὴν ἀναρχίαν καὶ ἐνισχύει τὴν αὐτοδικίαν καὶ ἔρχεται ἡ σκέψις τῆς ἐκβιάσεως. Ἐὰν ἔπρεπε ν’ ἀναγνωρίσωμεν καὶ ἀνακηρύξωμεν ὡς δικαίωμα τὴν ἀπεργίαν, ἔπρεπε νὰ καταλύσωμεν ὅλους τοὺς νόμους καὶ ν’ ἀνακηρύξωμεν τὴν Πολιτείαν ἡμῶν Πολιτείαν τοῦ ἰσχυροτέρου. Κλάσσεις, εἶπον, καὶ τάξεις δὲν ἀναγνωρίζει τὸ πολίτευμα ἡμῶν καὶ ὅλους θέλει ἴσους ἐνώπιον τοῦ νόμου· ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὰ εἰωθότα παρ’ αὐτῷ ἐθεώρησε καὶ τοῦτο ὡς ἀντίληψιν τοῦ 19ου αἰῶνος καὶ λέγει ὅτι δὲν βλέπω ὅτι αἱ νεώτεραι Πολιτεῖαι δὲν κατώρθωσαν ἔτι νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν δικαίαν κατανομὴν τοῦ πλούτου τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι βεβαίως εἷς παραλογισμός· τὸ νὰ λέγωμεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ κατανομὴ τοῦ πλούτου, ἡ δικαιοτέρα κατανομὴ τοῦ πλούτου, εἶναι ἀληθὴς παραλογισμός, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον ὅτι αἱ ἰδιότητες ἑνὸς ἑκάστου ἐκ τῶν ἀτόμων εἶναι ἐκεῖναι ἐκ τῶν ὁποίων διέπεται ἡ κατανομὴ τοῦ πλούτου· δύνασθε κατὰ λόγον τῶν δυνάμεων τοῦ πλουσίου νὰ ἐπιβάλητε αὐτῷ τὴν ἀναλογοῦσαν πρὸς τὴν μετοχὴν αὐτοῦ δαπάνην τῆς Πολιτείας, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ τὸν κατακρίνητε διότι διὰ τῆς νοημοσύνης αὐτοῦ, διὰ τῆς ἐργατικότητός του, διὰ τῆς ἐντιμότητός του κατώρθωσε ν’ ἀποκτήσῃ κεφάλαιον ὑπὲρ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐν τῇ φυγοπονίᾳ, ἐν τῇ κραιπάλῃ ἐνόμιζεν ὁ ἕτερος ὅτι ἠδύνατο ν’ ἀποκτήσῃ ἢ ἐν τῇ αὐτοδικίᾳ. Τὸν ἀγῶνα, εἶπον καὶ προηγουμένως, μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργάτου, αἱ ἰδέαι, τῶν ὁποίων ἔγινε κῆρυξ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸν ἐνθαρρύνουσιν. Ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας μὲ τὴν ἀντίληψίν μου τοῦ 19ου αἰῶνος νομίζω ὅτι τὸ καθῆκον τῆς Πολιτείας καὶ τὸ καθῆκον τοῦ πολιτευομένου εἶναι, ὅπως, ἀντὶ νὰ σπείρῃ τὴν διαίρεσιν μεταξὺ τῶν τάξεων μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς Πολιτείας, εἶναι νὰ προσπαθῇ νὰ συμβιβάσῃ τὰς τάξεις ταύτας, διότι φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κοινωνία, ἡ ὁποία νὰ δύναται ὁπωσδήποτε νὰ προκόψῃ ἄνευ τοῦ πλούτου καὶ φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ κοινωνία, ἡ ὁποία δύναται νὰ βαδίσῃ ἄνευ τοῦ ἐργάτου, καὶ διὰ τοῦτο καὶ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν ἀνεκήρυξα τὴν ἀρχήν, ὅτι μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργάτου ὑπάρχει ἀναμφισβητήτως συνεταιρισμός. Καθ’ ὅσον ἠθέλομεν προκαλέσει τὸν ἐμφύλιον πόλεμον μεταξὺ τοῦ ἐργοδότου καὶ τοῦ ἐργάτου, μεταξὺ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ ἐργάτου, ἠθέλομεν καταστήσει ἀληθῶς ἀδύνατον τὴν προκοπὴν τῆς κοινωνίας καὶ τὴν συντήρησιν αὐτοῦ τοῦ ἐργάτου, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει παρὰ μόνον τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ ὅπως ἀποζήσῃ, ἠθέλομεν καταστήσει ἀδύνατον τὴν προκοπὴν αὐτοῦ ἀπὸ γενεᾶς εἰς γενεάν, εἰς ἣν προκοπὴν ἀποβλέπει ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του εἰπών, ὅτι ἐκ τῶν ἐργατῶν θὰ προκύψωσιν οἱ καλλιτέχναι, οἱ βιομήχανοι καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους εἶπεν. Ἀναμφισβητήτως ἡ κοινωνία ἡμῶν ὑπῆρξε τοιαύτη. Ὅλους ἐκείνους τοὺς ὁποίους θέλουσι σήμερον νὰ χαρακτηρίσωσιν ὡς πλουτοκράτας ἦσαν ἐργάται καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εὔχομαι εἰς πάντας τοὺς ἐργάτας εἶναι νὰ καταστῶσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διὰ τῆς ἰδίας των ὅμως ἐργασίας καὶ φιλοπονίας, ἐργοδόται. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς κοινωνικὴ ἐξέλιξις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐσταμάτησεν εἰπὼν ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ὑπέρτατον ἀγαθόν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀποβλέπει, καὶ ἡ μυωπική του ὅρασις δὲν τῷ ἐπιτρέπει νὰ βλέπῃ εἰς τὸν ὁρίζοντα ἐκεῖνον τὸν ἀπώτερον. Ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἀκριβῶς αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὑπέρτατον ἀγαθόν, τὸ ὁποῖον μᾶς διδάσκει καὶ ἡ Κατήχησις ἡμῶν ἀπὸ τοῦ ἀλληλοδιδακτικοῦ σχολείου, εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, πρὸς ὃν πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν. Ἔσφαλα, διότι εἶπον ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ τελειοποιηθῇ ὁ θεσμὸς τοῦ ἐργατικοῦ συμβουλίου κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ δύναται νὰ προσφεύγῃ ὁ ἐργάτης πρὸς αὐτὸ μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι θὰ εὕρῃ τὸ δίκαιόν του καὶ τὴν ὑποστήριξίν του τὴν δικαίαν; Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶπον ἀντὶ ν’ ἀποδεικνύῃ ὑπαινιγμὸν κατὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ ἔπαινον, διότι ἀληθῶς ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῇ ἐργατικῇ ὑπάρχουσι καὶ στοιχεῖά τινα, ἐλάχιστα στοιχεῖα, ἐκ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποβλέψῃ κανεὶς εἰς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ὄχι πλέον τοῦ ἐργάτου μόνον ἀλλ’ ἐν γένει τῆς κοινωνίας ἡμῶν· ὑπάρχουσι στοιχεῖα ἐκ τῶν ὁποίων δύναται νὰ ἐλπίσῃ κανεὶς ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ὄχι ἡ διαίρεσις εἰς τάξεις, ὄχι ὁ ἐμφύλιος πόλεμος μεταξὺ τοῦ ἐργάτου καὶ τοῦ ἐργοδότου, ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ ἁρμονικὴ ἐργασία αὐτοῦ, ἐκ τῆς ὁποίας εἶναι δυνατὸν καὶ ὁ μὲν νὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ ὁ ἄλλος νὰ σωθῇ. Ἂν ἠθέλομεν ἀφεθῆ εἰς τὴν θεωρίαν καὶ ἠθέλομεν ἐγκρίνει τὴν θεωρίαν καὶ ἠθέλομεν κλείσει τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸ πάσης ἄλλης ἐλπίδος καὶ προνοίας καὶ εἴπει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ θεωρήσωμεν ὡς τῶν νεωτέρων κοινωνιῶν ἀναμφισβήτητον ἐλάττωμα τὸν ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ ἐργάτου καὶ ἐργοδότου καὶ δὲν προσεπαθοῦμεν νὰ συμβιβάσωμεν ἀκριβῶς τὰ συμφέροντα τῶν δύο αὐτῶν τάξεων, ἠθέλομεν φθάσει εἰς τὴν κατάλυσιν καὶ τοῦ συνεταιρισμοῦ, διότι ὁ πόλεμος αὐτὸς κατὰ τῶν ἑταιριῶν στρέφεται, καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κορινθίας, ὁ ὁποῖος κατ’ ἀποκοπὴν ἀνέλαβε τὴν ὑπεράσπισιν τῶν ἐργατῶν, διαρκῶς ὁμιλεῖ κατὰ τῶν ἑταιριῶν. Αἱ ἑταιρίαι εἶναι ὁ πολέμιος τῆς κοινωνίας! Πρέπει διὰ παντὸς τρόπου νὰ ἐξοντώσωμεν τὰς ἑταιρίας! Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὑποθέτω ὅτι θὰ ἔχω σύμμαχον τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως αὐτῆς εἰσηγήσατο τὸ νομοσχέδιον «περὶ συνεταιρισμῶν», καὶ μοὶ φαίνεται, δὲν γνωρίζω ἂν εἶναι ὁ μόνος ἐκ τῶν Ὑπουργῶν, ὁ ὁποῖος εὑρίσκεται εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὰς ἰδέας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, διότι φαίνεται ὅτι ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως φοβεῖται μήπως φανῇ ὅτι αἱ ἰδέαι αὐτοῦ συμπίπτουσι πρὸς τὰς ἰδικάς μου. Ὁ συνεταιρισμὸς ἐν ταῖς νέαις κοινωνίαις ἀποτελεῖ δύναμιν πραγματικήν· διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσιν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μεγάλα ἔργα, τὰ ὁποῖα τὸ ἄτομον οὔτε κατ’ ὄναρ θὰ ἠδύνατο νὰ σκεφθῇ, σεῖς δὲ λέγετε «κάτω αἱ ἑταιρίαι!». Ἀλλ’ ὅτε λέγετε «κάτω αἱ ἑταιρίαι», λέγετε «κάτω ὁ συνεταιρισμός». Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγω ἐγὼ εἶναι ὅτι αἱ ἑταιρίαι καὶ ὁ ἐργοδότης καὶ ὁ ἐργάτης ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητήσωσι τὴν νόμιμον προστασίαν τῆς Πολιτείας, τὴν προστασίαν δὲ ταύτην τῆς Πολιτείας θὰ τὴν εὕρωσιν, ὅταν, ἀντὶ νὰ σκεπτώμεθα πῶς νὰ θεραπεύσωμεν τὰς πεπλανημένας ἰδέας τοῦ πλήθους, σκεφθῶμεν πῶς εἶναι δυνατὸν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι παρίστανται ὡς ἀσθενεῖς νὰ τοὺς ὑποστηρίξωμεν ἐν τῷ νομίμῳ δικαιώματι αὐτῶν. Ἀλλὰ τὸ νὰ θέλωμεν ν’ ἀνακηρύττωμεν τὴν ἀπεργίαν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἄρνησιν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, τὴν ἄρνησιν τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας, νὰ τὴν ἀνακηρύττωμεν ὡς δικαίωμα, βαίνομεν ἀντιθέτως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ προορισμοῦ τοῦ ἀνθρώπου, πρὸς τὴν τελειότητα τοῦ προορισμοῦ αὐτοῦ.
§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις, ἵνα ἐπαναληφθῇ τῇ 10½ μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 20′ μ. μ.). Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 10 καὶ 50′ μ. μ.)
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Οἱ βουλευταὶ κ. Ι. Τομπάζης, Ν. Πετσάλης, Ι. Μπουρνιᾶς καὶ Ν. Σταματιάδης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως χημικῶν ἐργαστηρίων». Ἐπίσης οἱ κ. Γ. Στρατούλης, Ι. Καλαντζόπουλος, Π. Λαγοπάτης, Ν. Βελέντζας, Σ. Ἀναστασιάδης κλπ. ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἱδρύσεως Λυσσιατρείου καὶ Δαμαλιδοκομείου». (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μέτρων ἐξασφαλίσεως τῶν εἰς τὸ Κράτος ἀναγκαιουσῶν μεταφορῶν καὶ τῆς δημοσίας τάξεως». Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινὸς ἔχει τὸν λόγον.
§195Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν θὰ περιμένῃ βέβαια ἡ Βουλὴ νὰ ὁμιλήσω οὔτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς οὔτε ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τοῦ νομοσχεδίου, διότι περὶ τούτων ὅ τι εἶχον νὰ εἴπω, εἶπον αὐτὸ κατὰ τὴν αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν ἀποψινήν. Ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τῆς συζητήσεως ἀνεφύη καὶ ἓν θεωρητικὸν ζήτημα, ἐντελῶς θεωρητικῆς ἀξίας, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔφεραν τὸ ζήτημα, δὲν ἔφεραν αὐτὸ διὰ νὰ πολεμήσωσι τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἀντιθέτως διὰ νὰ τὸ ἐνισχύσωσι. Καὶ προκειμένου περὶ θεωρητικοῦ ζητήματος θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ συζήτησις θὰ παρεῖλκεν, ἀλλ’ ὅταν τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως εἶναι τόσον μέγα, κάθε γνώμη ἡ ὁποία ἐκφέρεται καὶ μάλιστα ἀπὸ ἄνδρας κύρους μεγάλου ἐν τῇ χώρᾳ, πρέπει νὰ συζητῆται καί, ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ ἀντιλέγων, ν’ ἀφήνῃ ταύτην ἀδιαμαρτύρητον, πολὺ περισσότερον ὅτε, ὡς ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, προεκάλεσε καὶ τὴν Βουλὴν καὶ ἐξέλαβε τὴν σιωπὴν αὐτῆς ὡς ἔλλειψιν διαμαρτυρίας. Εὑρίσκομαι ἐν τελείᾳ διαστάσει ἀρχῶν καὶ ἰδεῶν πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας. Ἀλλ’ εἰς ὅσα εἶπε σχετικῶς πρὸς τὴν θεωρητικὴν ἄποψιν τοῦ ζητήματος, ἀντέκρουσεν αὐτὸν μετὰ τόσης ἀριστοτεχνικῆς ῥητορικῆς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ εἶναι ταῦτα τόσον ἀρκετά, ὥστε νομίζω ὅτι, ἂν προσεπάθουν νὰ προσθέσω τι εἰς ὅσα ἐλέχθησαν, μᾶλλον θὰ ἐμείουν τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, οἱ ὁποῖοι ἀνταποκρίνονται καὶ εἰς τὰς ἐμὰς ἰδέας. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μοὶ ἔκαμε τὴν τιμὴν νὰ μὲ καταστήσῃ στόχον εἰρωνικῶν βελῶν καὶ ἐντεῦθεν ἔλαβον ἀφορμήν, ὡς ἐπὶ προσωπικοῦ πλέον ζητήματος, ν’ ἀνέλθω καὶ νὰ ὁμιλήσω.
§196Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὂχι ὑμᾶς· τοὺς λόγους σας.
§197Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀκριβῶς. Τὸ πρῶτον βέλος ἐξετοξεύθη κατὰ τῆς φράσεως τὴν ὁποίαν εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὑπὸ τὴν ἀρχικὴν διατύπωσιν τὴν ὁποίαν εἶχε κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἠρνεῖτο τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας καὶ καθιέρου δουλείαν. Ἐκ τῆς φράσεώς μου ἐκείνης, ὁσηνδήποτε ὑπερβολὴν καὶ ἂν ἐνεῖχεν, ἤχθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας καὶ εὗρεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας εἶναι ἄρνησις τῆς ὑποταγῆς καὶ ἀκόμη περισσότερον ἀνήχθη εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνταγματικῆς ἰσότητος. Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ ἀπεργία δὲν εἶναι κἂν δικαίωμα· εἶναι αὐτὴ αὕτη ἡ ἐλευθερία, ἡ ἐλευθερία ἡ ὁποία στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀντιλήψεως ἀκριβῶς ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴσοι, οὐχὶ διότι τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα — τὸ Σύνταγμα καθορίζει ἄλλα πράγματα —, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς ἰσότητος εἶναι ὑπάτη ἠθικὴ ἀρχή, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ὁ σύγχρονος βίος, ὅτι οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἴσοι, ἔχουσιν ἠθικὴν ἀξίαν ἴσην καὶ ἴσα δικαιώματα ἔχουσιν ἐπὶ τῆς ζωῆς. Τοῦτο εἶναι συμπέρασμα τῶν φιλοσοφικῶν ἰδεῶν τῶν προπατόρων ἡμῶν καὶ τῆς χριστιανικῆς διδασκαλίας. Ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας ἑδράζεται ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς καὶ ἐπὶ τῆς ἰσότητος ἐπίσης. Ἀλλ’ ἡ ἰσότης εἶναι μία ἀξίωσις· δὲν εἶναι πράγματι εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν εἶναι πάντες ἴσοι. Ἴσοι εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐξ ἴσου δύνανται νὰ χρησιμοποιῶσι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα παράγει ὁ ἀντικειμενικὸς κόσμος διὰ ν’ ἀναπτύσσωσι τὴν ὑποκειμενικότητά των. Ἡ ἀνάπτυξις αὕτη δύναται νὰ τοὺς φέρῃ ὑψηλὰ ἢ χαμηλά, ἀλλὰ πάντες οἱ ὅροι, ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἀφίεται ἕκαστον ἄτομον ν’ ἀναπτύξῃ τὴν ὑποκειμενικότητά του, πρέπει νὰ εἶναι ἴσοι. Ὑπάρχει ἠθικὴ ἐπιταγὴ ὅπως οἱ ἄνθρωποι ἔχωσιν ἴσους ὅρους. Ἡ ἠθικὴ αὕτη ἐπιταγὴ ἀποτελεῖ πρόγραμμα πολιτικὸν διὰ μίαν εὐνομουμένην Πολιτείαν, ὥστε νὰ παρέχῃ εἰς πάντα τὰ μέλη τῆς κοινωνίας ὅρους τοιούτους, ὥστε ἐλευθέρως ν’ ἀναπτύσσωσι τὴν ἀτομικότητα αὑτῶν ὡς ὄντα ἠθικά. Εἰς τὰ πράγματα δὲν συμβαίνει τοῦτο. Εἰς τὰ πράγματα, ὡς ἐκ τῆς οἰκονομικῆς διαρθρώσεως τῆς κοινωνίας, ὡς ἐξ ἱστορικῶν παραδόσεων, ὑπάρχει πραγματικὴ τάξις ἀνθρώπων, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι οἰκονομικῶς ἰσχυροὶ καὶ ἄνθρωποι οἰκονομικῶς ἀσθενεῖς, διότι ἡ ἐξέλιξις κατήντησεν ὥστε νὰ ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι ὄχι μόνον οἰκονομικῶς ἰσχυροὶ διότι ἔχουσι κεφάλαια ἀπολαύσεως, ἀλλ’ οἰκονομικῶς ἰσχυροὶ διότι κατέχουσιν αὐτοὶ ἀποκλειστικῶς τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι κατέχουσι τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς, ὅταν προέρχωνται εἰς συνεννόησιν μὲ τὸν ἐργάτην, εὑρίσκονται ἐν μεγάλως πλεονεκτικῇ θέσει. Ἐπιβάλλουσι τοὺς ὅρους εἰς τὸν ἐργάτην. Ὁ ἐργοδότης πρὸς τὸν ἐργάτην, ὡς ἄτομον, ἐπιβάλλει αὐτὸς τοὺς ὅρους, διότι, ὅταν ὁ ἐργάτης δὲν κύψῃ εἰς τοὺς ὅρους αὐτοὺς μέχρις ἑνὸς ὁρίου, εἶναι ὁ λεγόμενος σιδηροῦς νόμος τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς πείνης, ὁ ἐργάτης αὐτὸς εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ φύγῃ· δὲν δύναται οὐδὲ νὰ ἐργασθῇ πλέον, διότι τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς δὲν τὰ ἔχει. Ὁμιλοῦμεν περὶ κεφαλαιοκρατικῶς συγκεκροτημένης Πολιτείας καὶ εἰς τὴν μορφήν, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναπτύσσονται τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐν τῇ κεφαλαιοκρατικῇ μορφῇ τοῦ βίου, ἡ θέσις του εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τῶν δούλων τῆς παλαιᾶς ἐποχῆς, διότι δὲν ἔχει ἀπέναντι αὐτοῦ τὸν δεσπότην, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ τὸν μαστιγώσῃ ἀλλὰ καὶ τὸν τρέφει. Ὁ δοῦλος οὐδέποτε ἀπεπέμπετο ἀπὸ τῆς οἰκίας τοῦ δεσπότου, ὁ ἐργάτης ὅμως σήμερον δύναται ν’ ἀποπεμφθῇ ἀπὸ τὴν βιομηχανικὴν ἐπιχείρησιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐργάζεται καὶ ὅταν φύγῃ δὲν εἶναι μόνον ὅτι θὰ στερηθῇ τοῦ ἡμερομισθίου του, ἀλλὰ καὶ τοῦ μέσου, διὰ τοῦ ὁποίου ἐργάζεται, διότι τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς εἶναι εἰς χεῖρας ὀλίγων, εὑρίσκονται εἰς τὰ ἐργοστάσια, μεταλλούχους γαίας, σιδηροδρομικὰς ἐπιχειρήσεις, παντοῦ ὅπου εἶναι κεφαλαιοκρατικὴ ἡ μορφὴ τοῦ οἰκονομικοῦ βίου. Τίνα μέσα ἔχει διὰ νὰ παλαίσῃ ὁ ἐργάτης, ἵν’ ἀποκτήσῃ τὴν ἰσότητα; Ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν εἶναι ἀληθῶς παλαιοτάτη, ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας τῶν συναλλαγῶν, ἐὰν φαντασθῇ τις τὴν ἀνθρωπότητα διῃρημένην, ὡς ἐφαντάζοντο λογικῶς οἱ ἀρχαῖοι, εἰς δούλους καὶ ἐλευθέρους, εἶναι ἀρχὴ ἀξία προσοχῆς προκειμένου περὶ συναλλαγῶν ἐλευθέρων ἀνθρώπων. Ἀλλ’ οἱ δοῦλοι ἐξέλιπον ἀπὸ τοῦ κόσμου, ὑπάρχουσιν ὅμως δοῦλοι οἰκονομικοί. Πῶς θέλετε ὁ δοῦλος ὁ οἰκονομικὸς νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἐργοδότου, ὅτε αὐτὸς ὡς ἄτομον, διότι στερεῖται τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς, εὑρίσκεται ἐν τῇ μειονεκτικῇ θέσει, εἰς τὴν ὁποίαν σᾶς εἶπον; Εἶναι ἀδύνατον ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς νὰ ἔλθῃ εἰς συνεννόησιν, διότι θὰ ὑποστῇ τὸν σιδηροῦν νόμον τῆς ἐπιβολῆς τοῦ κεφαλαίου. Τὸ μόνον μέσον εἶναι νὰ ἀθροισθῶσιν οἱ ἐργάται, νὰ παρουσιασθῶσιν ἡνωμένοι, ὡς ἐργασία ἀπέναντι τοῦ κεφαλαίου καὶ ὡς ἴσοι πρὸς ἴσον ἵνα θέσωσι τοὺς ὅρους. Εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῇ τις ὅτι τὸ πρόβλημα αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ λυθῇ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον, ἐὰν τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς περιέλθωσιν εἰς τὸ Κράτος, —τοῦτο εἶναι μία σχολή—, ἢ τὰ μέσα τῆς παραγωγῆς περιέλθωσιν εἰς συνεταιρισμοὺς ἐργατικούς, τοῦτο εἶναι ἄλλη σχολή, ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως, ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω, διότι οὐδενὸς ὀρθοδόξου συστήματος εἶμαι ὀπαδός, καὶ φαντάζομαι ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν ποῦ δύναται νὰ προέλθῃ αὐτὸς ὁ ἀνταγωνισμός, ἐν τῷ μεταξὺ ὅμως ἔχομεν μίαν κατάστασιν, ὅτι ὁ ἐργάτης εἶναι δοῦλος εἰς τὸν ἐργοδότην καὶ δὲν ἔχει κανὲν ἄλλο μέσον παρὰ νὰ συνενωθῇ καὶ ὡς ἐργάτης ἡνωμένος νὰ συζητήσῃ τοὺς ὅρους τῆς ἐργασίας μετὰ τοῦ ἐργοδότου. Ἐὰν δὲ ὁ ἐργοδότης δὲν θέλῃ νὰ ὑποκύψῃ, τότε ἡ ἐργασία, ἡνωμένη πλέον, κάμνει μίαν πρόσκαιρον ἀποχὴν ἀπὸ τοῦ ἔργου, ὄχι διὰ νὰ θραύσῃ τὸ συνάλλαγμα τῆς μισθώσεως, ὄχι διὰ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν ἐργασίαν· αἰσθάνεται ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς ἓν ὀργανικὸν ὅλον μετὰ τοῦ ἐργοδότου καὶ τῆς ἐπιχειρήσεώς του, τὸ μὲν ἀποδεικνύοντες διὰ τῆς θυσίας τὴν ὁποίαν ὑφίστανται, διότι αἱ ἀπεργίαι εἶναι ἡ μεγαλυτέρα θυσία τὴν ὁποίαν δύναται νὰ προσφέρῃ ὁ ἐργάτης, ὅτι ἔχει τόσον δίκαιον ὥστε ὑφίσταται τὴν θυσίαν, διὰ νὰ ὑποστῇ καὶ ἓν μέρος τῆς θυσίας ὁ ἐργοδότης καὶ ἔλθῃ εἰς λογικὴν μετ’ αὐτοῦ συνεννόησιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ὅλη θυσία τῆς ἀπεργίας. Ἡ ἀπεργία δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ ἡ θυσία τὴν ὁποίαν προσφέρει ὁ ἐργάτης στερούμενος τοῦ ἄρτου του διὰ νὰ ἠμπορέσῃ, ὡς ὀργανικὴ ἑνότης, νὰ συζητήσῃ ἴσος πρὸς ἴσον τοὺς ὅρους πρὸς τὸν ἐργοδότην, ἐπειδὴ μόνος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ. Τώρα συνέβη νὰ γίνωσιν ἀπεργίαι ἐν Ἑλλάδι τελείως ἄστοχοι, καὶ ἀπὸ ἀπόψεως σκοποῦ καὶ ἀπὸ ἀπόψεως ὀργανώσεως, καὶ πρῶτος ἐγὼ καταδικάζω τὰς τοιαύτας ἀπεργίας. Συνέβη, καὶ συμβαίνει καὶ εἰς ἄλλα μέρη, ὥστε κατὰ τὰς ἀπεργίας νὰ μὴ ἀρκῶνται οἱ ἐργάται ν’ ἀπεργῶσιν, ἀλλὰ νὰ θέλωσι νὰ ἐπιβάλωσι νὰ μὴ ἐργάζωνται καὶ οἱ ἄλλοι, οἱ μὴ ἀπεργήσαντες· συνέβησαν δὲ καὶ διαπληκτισμοί, ἀλλὰ κατὰ τοιούτων ὑπερβασιῶν ὑπάρχει ὁ ποινικὸς νόμος, ὁ εἰσαγγελεύς, ὁ ἀνακριτής, καὶ ἐκ τῶν ὑπερβασιῶν αὐτῶν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῇ τις τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ὡς αὐτὴν ταύτην τὴν ἐλευθερίαν.
§198Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μήπως δὲν ὑπάρχει καὶ ἑνότης κεφαλαίων, ἡ ὁποία ἀνθίσταται κατὰ τῶν ἐργατῶν; Διατί δὲν μᾶς ἐκπλήττει τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ μᾶς ἐκπλήττει ἡ ἕνωσις τῶν ἐργατῶν;
§199Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Βεβαιότατα. Ἡ θεωρητικὴ βάσις δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμφισβητηθῇ. Σᾶς ἐξέθηκα ταύτην εἰς ἁπλᾶς λέξεις, διὰ νὰ δικαιολογήσω, ἔστω καὶ μὲ αὐτὰς τὰς ἁπλᾶς λέξεις, τὴν τελείαν διάστασιν ἰδεῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας. Θὰ ἐτόλμων μάλιστα νὰ εἴπω, μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον τρέφω πρὸς τὸ ἄτομον τοῦ κ. Ῥάλλη, ὅτι θὰ ἐθεώρουν ὅτι δὲν θὰ ἤμην τέκνον τῆς ἐποχῆς, δὲν θὰ ἤμην μεμορφωμένος ἄνθρωπος μὲ τὰς ἰδέας τὰς ὁποίας παρέχει σήμερον ἡ μόρφωσις εἰς ὅλον τὸν πεπολιτισμένον κόσμον, ἂν συνεμεριζόμην τὰς ἰδέας τῆς γνώμης τοῦ Caissez-allez, τὰς ὁποίας ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Σήμερον, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρὸς ὑμᾶς, δὲν ἀμφισβητοῦνται παρ’ οὐδενός, ὁ ὁποῖος θέτει ὡς ὑπάτην ἀρχὴν τὴν ἠθικὴν ἀξίαν τοῦ ἀνθρώπου καὶ τὴν ἰσότητα τῶν ἠθικῶν ἀξιῶν ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, πάλιν εἰρωνευόμενός με, εἶπεν ὅτι ὑποστηρίζων τὴν ἀπεργίαν ὑποστηρίζω ἀναρχικὰς ἰδέας. Ἔχομεν τὸ δεδομένον ὅτι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ ἀπεργία εἶναί τι περιέχον τὴν ἀναρχίαν; Νομίζω ὅτι ὄχι. Τὸ φαινόμενον τῆς ἀπεργίας δὲν ἀπαντᾷ μόνον εἰς τοὺς ἐργάτας. Εἴδομεν εἰς παρῳχημένην ἐποχήν, καθ’ ἣν ἐπρόκειτο περὶ μισθώσεως ἑνὸς δικαστηρίου, κακῶς γενομένης παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, εἴδομεν ἀπεργίαν δικηγόρων. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐθεώρουν τὸ πρᾶγμα σύμφωνον πρὸς τὴν δικηγορικὴν ἀξιοπρέπειαν, ἀλλ’ οὐδεὶς εὗρεν ὅτι οἱ δικηγόροι δὲν εἶναι ἐλεύθεροι ἀπὸ κοινῆς συνεννοήσεως ν’ ἀπόσχωσι τῆς παροχῆς τῶν δικηγορικῶν των ὑπηρεσιῶν, ἵνα διὰ τούτου προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως καὶ λύσῃ αὕτη τὴν μίσθωσιν ἐκείνην τοῦ δικαστικοῦ μεγάρου. Ἀλλὰ τὸ ἔτι σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον διέλαθεν ἐντελῶς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, εἶναι ὅτι εἴδομεν καὶ ἀπεργίας πολιτικῶν ἀνδρῶν. Ὁσηνδήποτε ἀξίαν καὶ ἂν ἔχῃ ὁ ἡμερομίσθιος ἐργάτης καὶ ἡ παροχὴ τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ ἐργάτου, οὐδέποτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξισωθῇ πρὸς τὴν ἀξίαν τῶν ὑπηρεσιῶν τὴν ὁποίαν ἔχει εἷς πολιτικὸς ἀνήρ. Καὶ ἐν τούτοις εἴδομεν ἐκ συνεννοήσεως ἀποχὴν κομμάτων ἀπὸ τοῦ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ συντελέσωσιν οὕτω διὰ τῆς παροχῆς τῶν πολιτικῶν ὑπηρεσιῶν των εἰς τὴν πραγματοποίησιν σκοποῦ ἐγκειμένου εἰς τὸν δημόσιον βίον. Ἐγὼ ἐλυπήθην σφόδρα διότι ἡ Διπλῆ Ἀναθεωρητικὴ Βουλὴ ἐστερήθη τῶν φώτων τοῦ σεβαστοῦ Συναδέλφου ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος ἀπήργησε καὶ αὐτός· διότι αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ πράγματος, ἠρνήθη νὰ παράσχῃ τὰς ὑπηρεσίας του εἰς τὴν Πατρίδα του κατὰ μίαν ἐποχήν, ἐθλίβην δὲ διότι ἀκριβῶς ἐστερήθημεν τότε τῶν φώτων καὶ τῆς πείρας ἀνδρὸς ὡς τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀρκαδίας. Δὲν εἶναι ὅμως νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι καὶ αὐτὸς ἀναρχικός, ἂν ἐζήτουν νὰ ὑποβληθῇ εἰς φυλάκισιν, ὅπως ζητεῖ καὶ αὐτὸς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς φυλάκισιν οἱ ἐργάται διότι δὲν θέλουσι νὰ ἐργασθῶσι.
§200Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐὰν δὲν εἶχον ζητήσει τὸν λόγον, Κύριοι, θὰ ἔλεγον ὅτι ἀνέρχομαι εἰς τὸ βῆμα ὅπως ἀποδείξω ὅτι δὲν εἶμαι καὶ ἐγὼ ἀπεργός, ἀλλὰ εἶχον ζητήσει τοῦτον καὶ ἑπομένως ζητῶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τὴν ἄδειαν ὅπως εἰσέλθω εἰς τὴν ἀπόδειξιν τοῦ ζητήματος. Ὑπεβλήθη νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου σκοπὸς εἶναι ὅπως ἐμποδίσῃ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐργάτας τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων ἵνα προβαίνωσιν εἰς ἀπεργίαν. Κατὰ τὴν κρίσιν μου ἄριστα ἔχει τὸ νομοσχέδιον, διότι, ἀνεξαρτήτως τοῦ ζητήματος τοῦ δικαιώματος ἢ ὄχι τῆς ἀπεργίας, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ἐκ τῆς ὁποίας ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τῆς χώρας, ὁ οἰκονομικὸς αὐτῆς ὀργανισμὸς ἡ πρόοδος αὐτῆς, ἡ οἰκονομικὴ αὐτῆς ὑπόστασις, δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀφεθῇ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐξετάσεως τοῦ νομοσχεδίου λαβόντες ἀφορμὴν οἱ προλαλήσαντες εἰσῆλθον εἰς γενικώτερον θέμα τῆς ἀπεργίας, καὶ ἠκούσαμεν τὸν Συνάδελφόν μου ἐκ Κερκύρας ὑποστηρίζοντα τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς ἀπεργίας ὡς δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται οὔτε νὰ περιορισθῇ ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Ἐπιτραπήτω μοι νὰ μὴ παραδεχθῶ τὴν θεωρίαν ταύτην καὶ νὰ φρονῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν ἀπεργῶν πρέπει νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸ γενικώτερον συμφέρον τῆς Πολιτείας. Ἀλλ’ ἠκούσαμεν καὶ ἑτέραν θεωρίαν, τὴν θεωρίαν τουτέστιν ὅτι ἡ ἀπεργία δὲν ἀποτελεῖ δικαίωμα. Καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπιτραπήτω μοι νὰ παρατηρήσω ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν μου ἡ ἐλευθερία τῆς ἐργασίας ἀποτελεῖ τὸ δικαίωμα, δηλαδὴ ὅτι ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος ἵνα ὑπό τινας ὅρους χορηγήσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ καὶ ἑπομένως ἔχει τὸ δικαίωμα ἐν μὴ ἀποδοχῇ τῶν ὅρων τούτων ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν ὅτι ἡ ἐλευθερία αὕτη πρέπει νὰ εἶναι πραγματική, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ὑποτεθῇ ὅτι, προκειμένου περὶ ἐνασκήσεως δικαιώματος παρ’ ἀδυνάτου ἀπέναντι ἰσχυροῦ, δὲν πρέπει τὸ δικαίωμα τοῦτο νὰ ἐξασφαλισθῇ. Ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης προέκυψε κατ’ ἀνάγκην ἡ ἰδέα τοῦ συνεταιρισμοῦ, διότι ὁ συνεταιρισμὸς ἐξασφαλίζει τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὡς δικαίωμα ἀναμφισβήτητον, τοῦ συνεταιρισμοῦ δὲ γενομένου δεκτοῦ ἐπῆλθε κατ’ ἀνάγκην ὡς συνέπεια ἡ ἀπεργία· διότι τοῦ συνεταιρισμοῦ γενομένου δεκτοῦ πρέπει νὰ παραδεχθῇ τις ὅτι, εἰς τὸν συνεταιρισμὸν πρὸ πάντων, ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ συνεννοηθῶσιν ὅπως ἀπεργήσωσιν. Ἐκ τούτου δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ ἡ ἀπεργία ἀποτελεῖ δικαίωμα προερχόμενον ἐκ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας καὶ ἐξασφαλίζει τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Ἐννοεῖται ὅμως ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, ἀνεγνωρίσθη πρὸς ἐξασφάλισιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐργασίας πρέπει νὰ περιφρουρηθῇ κατὰ τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἀποβῇ μέσον πιέσεως τοῦ ἐργοδότου· εἶναι μέσον τὸ ὁποῖον ἐχορηγήθη πρὸς ἐξασφάλισιν ἰσότητός τινος μεταξὺ ἐργάτου καὶ ἐργοδότου, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀναγνωρισθῇ ὅτι τὸ μέσον τοῦτο δύναται ἐν χερσὶ τοῦ ἐργάτου νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς πίεσιν τοῦ ἐργοδότου. Παρατηρεῖται δὲ δυστυχῶς ὅτι ἡ ἀπεργία ἐν τῇ ἐμφανίσει αὑτῆς σχεδὸν πάντοτε μετέχει τοῦ χαρακτῆρος τούτου, τοῦ χαρακτῆρος τῆς πιέσεως, διότι πρῶτον ἐν τῇ ὀργανώσει τῆς ἀπεργίας παρατηροῦμεν πάντοτε ὅτι πρωτοστατοῦσιν ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἔχουσι κοινὸν πρὸς τοὺς ἐργάτας, ἄνθρωποι οἵτινες ἴσως ἐν τῇ ἐνεργείᾳ αὑτῶν κινοῦνται ὑπὸ ἄλλων συμφερόντων, ἄλλων σκέψεων, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι κοινωνοὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἐργάτου. Δεύτερον παρατηροῦμεν ὅτι ὑπάρχει τάσις ἐκ μέρους τῶν ἀπεργῶν νὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας, τὴν ὁποίαν ἡ ἀπεργία σκοπὸν ἔχει νὰ ἐξασφαλίσῃ, διότι βλέπομεν αὐτοὺς ἐμποδίζοντας ἄλλους ἐπιθυμοῦντας νὰ ἐργασθῶσιν, ὅπως ἐλευθέρως ἐργασθῶσιν. Ἀλλὰ τὰ ἄτοπα ταῦτα δύναται κάλλιστα νὰ ἐμποδίσῃ ἡ Ἀρχή, διότι καὶ τὸ πρῶτον ἄτοπον δύναται ἄριστα νὰ ἐμποδισθῇ, ἀλλὰ καὶ τὸ δεύτερον καθόσον ἐπιβάλλεται εἰς τὴν Ἀρχήν, χάριν τῆς τηρήσεως τῆς τάξεως, νὰ παρεμποδίσῃ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν θέλουσιν οἱ ἀπεργοὶ νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅπως ἐμποδίσωσιν ἄλλους, ἔχοντας ἐπιθυμίαν ὅπως ἐργασθῶσι, νὰ ἐργασθῶσιν. Ἀλλὰ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐν Ἑλλάδι μεγάλην πρέπει ν’ ἀποδώσωμεν προσοχήν, ὅταν εἰς τοιαῦτα ζητήματα ἀσχολώμεθα. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑπεύθυνοι κυρίως τῆς διοικήσεως τῆς χώρας, οἱ διοικοῦντες τὴν χώραν, οἱ ἔχοντες ἑπομένως μεγίστην εὐθύνην, διότι πάντα τὰ παρ’ αὑτῶν λεγόμενα μεγάλην ἐξασκοῦσιν ἐπιρροὴν ἐπὶ τοῦ λαοῦ, πρέπει πολὺ νὰ προσέχωσιν, ὅταν περὶ τοιούτων θεμάτων λαλῶσιν. Οὐδεὶς δύναται, Κύριοι, ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι πολλὰ νομοθετικὰ ἔργα, πολλοὶ νόμοι, οἵτινες εἰς Κράτη πολὺ βιομηχανικῶς προηγμένα, δύνανται κάλλιστα νὰ λειτουργήσωσιν, ἀλλ’ ὅτι, ἂν τοὺς νόμους τούτους μεταφέρωμεν εἰς κοινωνίας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσι τὴν αὐτὴν βιομηχανικὴν ἀνάπτυξιν, τὸν αὐτὸν πλοῦτον, τὰ ἀποτελέσματα τῶν νόμων τούτων δύνανται νὰ εἶναι καταστρεπτικὰ διὰ τὰ συμφέροντα τῆς χώρας. Καὶ ἔχομεν, Κύριοι, παραδείγματα πρὸ ἡμῶν. Οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὅλη ἡ ἐργατικὴ νομοθεσία, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους παρ’ ἡμῖν, εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀντιγραφὴ τῶν ἐν ἄλλοις Κράτεσι κρατούντων, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν τὰς συνθήκας, ὑπὸ τὰς ὁποίας τὰ Κράτη ἐκεῖνα βιοῦσιν. Ἀπόδειξις δ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραβλέψωμεν τὴν διαφορὰν τὴν ὑπάρχουσαν μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν Κρατῶν ἐκείνων εἶναι τὰ παράπονα τὰ πανταχόθεν ἐγειρόμενα ἐκ μέρους ἐκείνων ὑπὲρ ὧν οἱ νόμοι ἐνομοθετήθησαν. Τί τοῦτο ἀποδεικνύει, Κύριοι; Ὅτι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους διάγομεν εἶναι πολὺ διάφοροι ἐκείνων ὑπὸ τοὺς ὁποίους διάγουσι τὰ ξένα Κράτη. Καὶ βλέπομεν, Κύριοι, παράπονα ἐκ μέρους τῶν κουρέων, παράπονα ἐκ μέρους τῶν παντοπωλῶν, παράπονα ἐκ μέρους τῶν καπνοπωλῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἴσως δίκαια κατ’ αὐτούς, διότι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους διάγουσιν, ἀσκοῦντες τὴν τέχνην των, εἶναι τοιοῦτοι ὥστε νὰ δικαιολογῶνται τὰ παράπονα ταῦτα. Καὶ πράγματι, Κύριοι, τίς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ὁ κουρεὺς ὁ ὁποῖος εἶναι εἰς ἀπομεμακρυσμένον μέρος τῆς πόλεως καὶ τοῦ ὁποίου ἡ πελατεία δὲν δύναται νὰ μεταβῇ εἰς τὸ μαγαζεῖόν του ἢ εἰς ὡρισμένας ὥρας, τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι, ὅταν ἀπαγορεύηται ἐργασία εἰς αὐτοὺς κατὰ τὰς ὥρας αὐτάς, τοὺς στεροῦμεν τῶν μέσων τῆς ὑπάρξεως; Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ ὅτι ὁ μπακάλης, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐπιθυμίαν νὰ ἐργασθῇ πέρα ὡρισμένης ὥρας, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ ἐργασθῇ πέρα τῆς ὥρας ταύτης; Καὶ προκειμένου περὶ ἀπεργίας μὴ λησμονῶμεν ὅτι αἱ ἀπεργίαι κατ’ αὐτὰς εἶναι τὸ μᾶλλον καταστρεπτικὸν μέσον τοῦ ὁποίου ἡ κρίσις ἀνετέθη εἰς τοὺς ἐργάτας· λέγω δὲ καταστρεπτικόν, ἕνεκα τῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἡ βιομηχανία ἡμῶν διατελεῖ. Τί παρατηροῦμεν εἰς ξένα Κράτη; Παρατηροῦμεν συνδέσμους ἐργατῶν ἰσχυροτάτους, παρατηροῦμεν μέσα ἱκανὰ τὰ ὁποῖα διαθέτουσιν οἱ ἐργάται, μέσα ἱκανά, μέγιστα, καὶ τότε ἡ ἀπεργία δύναται νὰ ἔχῃ πρακτικὸν σκοπόν. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ποῖος ὁ πρακτικὸς σκοπὸς τῆς ἀπεργίας ἐν Ἑλλάδι, ὅταν οἱ ἀπεργοὶ ἐκ τῶν προτέρων γινώσκωσιν, ὅτι μετὰ παρέλευσιν δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν πρέπει νὰ ὑποκύψωσιν; Ἡ ἀπεργία δι’ αὐτοὺς δὲν εἶναι παρὰ καταστροφὴ τῆς οἰκογενείας των καὶ ἀπώλεια ἡμερομισθίων τινῶν, διότι ἐκ τῶν προτέρων γινώσκουσιν, ὅτι μὴ ὑπαρχόντων οἰκονομικῶν πόρων ἐπαρκῶν, ὅπως ἐν τῇ πάλῃ μεταξὺ ἐργατῶν καὶ ἐργοδοτῶν καταστῶσιν ἱκανοί, οἱ ἐργάται θὰ εἶναι τὰ θύματα. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ἐξεταστέον τὸ ζήτημα. Νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐνθαρρύνωμεν πρὸς τὴν ἀπεργίαν τοὺς ἐργάτας χωρὶς νὰ ἐξετάσωμεν ἐκ τοῦ πλησίον ὁποῖοί τινες εἶναι οἱ ὅροι ὑπὸ τοὺς ὁποίους αἱ διάφοροι βιομηχανίαι λειτουργοῦσι παρ’ ἡμῖν; Ὡμίλησαν περὶ σιδηροδρόμων, περὶ σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν, καὶ ἐρωτῶ· ἕν ζήτημα τὸ ὁποῖον τίθεται προκειμένου περὶ ἀπεργίας δὲν εἶναι ἡ ἐξέτασις τῶν οἰκονομικῶν ὅρων ὑπὸ τοὺς ὁποίους αἱ ἑταιρίαι εὑρίσκονται; Καὶ ὅτε εὑρισκόμεθα πρὸ ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι ἡ μὲν μία ἀπὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἐτῶν δὲν κατώρθωσε ποτὲ νὰ δώσῃ μέρισμα εἰς τοὺς μετόχους καὶ ἡ ὁποία ἐξ ἐξαιρετικῶν περιστάσεων σχετιζομένων ἴσως σπουδαιότατα πρὸς τὸν πόλεμον ηὐτύχησε κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη νὰ δώσῃ 5% ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου, νομίζομεν ὅτι παρακινοῦντες εἰς ἀπεργίαν τοὺς ἐργάτας τῶν σιδηροδρόμων θέλομεν καταλήξει εἰς εὐνοϊκὰ συμπεράσματα διὰ τὸν ἐργάτην; Εἶναι δυνατὸν αἱ ἑταιρίαι νὰ ὑπερβῶσι μίαν τινὰ δαπάνην ἄνευ βεβαιοτάτης χρεοκοπίας; Εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὅτι κατώρθωσε ν’ αὐξηθῶσιν αἱ δαπάναι διὰ τὸ προσωπικὸν κατὰ 300.000 ἢ 500.000 δραχμῶν. Ἀπαντῶ πολὺ καλά, ἀλλὰ πέρα αὐτοῦ τοῦ σημείου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάγῃ τις. Καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι πέρα αὐτοῦ τοῦ σημείου δὲν θὰ εἶναι εἰς μείωσιν τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρίας; Καὶ μεταβαίνω εἰς ὡρισμένην ἑταιρίαν, εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης, καὶ ἐρωτῶ· τίνα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐκμεταλλεύσεως; Ἡ ἐκμετάλλευσις μόλις ἐπήρκεσε διὰ νὰ καλύψῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, πέρα δὲ τῶν δαπανῶν τῆς ἐκμεταλλεύσεως κατωρθώθη μὲ ἕν ἔλλειμμα, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, 1 καὶ ½ ἑκατομ. δραχμῶν νὰ πληρωθῇ ὁ τόκος τοῦ ⅕ τοῦ κεφαλαίου τοῦ δαπανηθέντος πρὸς κατασκευὴν τοῦ σιδηροδρόμου. Καὶ ἐρωτῶ· νομίζετε ὅτι ἀπεργούντων τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἐργατῶν τῆς ἑταιρίας ταύτης, εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβάλητε αὔξησιν μεγάλων δαπανῶν; Τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ τὴν ἐπιβάλητε τοῦτο ποῖον θὰ εἶναι τὸ συμπέρασμα; Ὅτι δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ καλύψητε τὰς δαπάνας τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Βλέπετε λοιπόν, Κύριοι, ὑπὸ τίνας ὅρους λειτουργοῦσιν αἱ ἑταιρίαι αὗται. Ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν καὶ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους λειτουργεῖ ἡ ἡμετέρα βιομηχανία. Τί παρατηροῦμεν; Παρατηροῦμεν ὅτι ἀφ’ ἧς ἡ βιομηχανία αὕτη ἐστερήθη τοῦ κέρδους τοῦ ἐκ τοῦ συναλλάγματος προελθόντος, παλαίει κατὰ δυσκολιῶν μεγίστων, αἱ ὁποῖαι σήμερον ἐκ τῶν πραγμάτων προέρχονται, διότι ὁ τόκος τῶν κεφαλαίων, τῶν ὁποίων ἔχει ἀνάγκην ἡ βιομηχανία αὕτη διὰ νὰ λειτουργήσῃ, εἶναι πολὺ ἀνώτερος τοῦ τόκου εἰς τὸν ὁποῖον ὑπόκεινται τὰ ἐργοστάσια τῆς αὐτῆς βιομηχανίας. Ἡ πρώτη ὕλη ὡς καὶ ἡ καύσιμος ὕλη πρέπει νὰ ἔλθῃ ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Καὶ ἐρωτῶ· ὑπάρχει τις ὁ νομίζων ὅτι, ἐὰν αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἐργατῶν ὑπερβῶσιν ὅριόν τι λογικόν, θὰ εἶναι δυνατὸν αἱ βιομηχανίαι αὗται νὰ εὐδοκιμήσωσι, καὶ δὲν τρέχομεν τὸν κίνδυνον τῆς καταστροφῆς αὐτῶν τῶν ἐργατῶν; Ἄν αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἐργατῶν ὑπερβῶσι τὸ ὅριον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔθηκαν ὅπως λειτουργήσῃ ἡ βιομηχανία, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι τὸ κλείσιμον τῶν ἐργοστασίων καὶ ἑπομένως θὰ ἔχωμεν ἐργάτας ἄνευ ἐργασίας, οἰκογενείας πενομένας, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα τότε τῶν παρακελεύσεων πρὸς ἀπεργίαν ποῖον θὰ εἶναι; Καταστροφὴ τοῦ τόπου. Δι’ αὐτό, Κύριοι, ἐπιτραπήτω μοι νὰ φρονῶ ὅτι περιέμενον ἀπὸ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ὡς ἐκ τοῦ ἀξιώματος αὑτοῦ καὶ ὡς ἐκ τῆς μεγάλης αὐτοῦ θέσεως ἣν κατέχει ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ, ὡς ἐκ τῆς μεγάλης ἐπιρροῆς αὐτοῦ ἣν οὗτος ἐξήσκησεν, περιέμενον, λέγω, νὰ μὴ ᾖ συνήγορος τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας. Διότι μὴ λησμονῶμεν, ὅτι τὸ αἴσθημα τοῦ δικαιώματος εἶναι ἔμφυτον εἰς τὸν ἄνθρωπον καὶ ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ μόνον ἐκεῖνο δι’ ὃ ἔχει δικαίωμα. Περιέμενον νὰ ἐξετάσῃ τὸ θέμα αὐτὸ ὑπὸ τὴν ἔποψιν ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὸ ἐξήτασα καὶ νὰ συμβουλεύσῃ ὅπως οἱ ἐργάται προσπαθήσωσι διὰ παντὸς τρόπου νὰ κανονίσωσι τὰς διαφοράς, τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ ἔχωσι πρὸς τοὺς ἐργοδότας, ἀποφεύγοντες ὅμως διὰ παντὸς τρόπου τὴν ἀπεργίαν, ἀποφεύγοντες αὐτὴν πρῶτον διότι δὲν εἶναι παρεσκευασμένοι οἱ ἐργάται ἵνα ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τῆς ἀπεργίας, δὲν εἶναι οἰκονομικῶς κατηρτισμένοι ὅπως κατορθώσωσιν ἵνα ἡ ἀπεργία ἐξακολουθήσῃ ἐπὶ χρόνον ἀρκετὸν ἵνα ἐπιβληθῶσιν εἰς τοὺς ἐργοδότας, δεύτερον οἱ ὅροι τῆς βιομηχανίας εἶναι τοιοῦτοι ὥστε αἱ ἀπαιτήσεις τῶν ἐργατῶν δὲν δύνανται νὰ ὑπερβῶσιν ὅριόν τι, διότι ἡ ὑπέρβασις αὐτοῦ τοῦ ὁρίου θὰ ἔχῃ ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα τὸν μαρασμὸν τῆς βιομηχανίας, τὴν παῦσιν τῶν ἐργασιῶν καὶ ἑπομένως τὴν καταστροφὴν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ ἐργάτου. Ταῦτα, Κύριοι, ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ πολεμήσω ὑπερβολάς τινας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἐλέχθησαν, ἵνα ἐπαναφέρω τὸ ζήτημα εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, πρὸς τὸ συμφέρον οὐ μόνον τῶν ἐργατῶν, ἀλλὰ καὶ τῆς βιομηχανίας τῆς ἑλληνικῆς.
§201Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, Κύριοι, τίθεται περιορισμὸς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἐργάτου τοῦ νὰ παρέχῃ τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ ὑπὸ ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους αὐτὸς νομίζει συμφέροντας. Ὁ περιορισμὸς αὐτὸς δὲν θίγει δικαίωμα. Ὁ περιορισμὸς οὗτος θίγει αὐτὸν τοῦτον τὸν ἐργάτην, διότι ἡ ἐργασία τοῦ ἐργάτου οὐδὲν ἄλλο εἶναι παρὰ κίνησις τοῦ σώματος καὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ. Δὲν εἶναι τι ἀνῆκον εἰς αὐτόν. Εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος. Τοῦτο εἶναι ἡ ἐργασία. Ἡ χρῆσις τοῦ σώματος αὑτοῦ καὶ τοῦ πνεύματος αὑτοῦ, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὴν ἐργασίαν, δὲν εἶναι δικαίωμα, διότι δικαίωμα εἶναι ἐκεῖνο τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον συνεπείᾳ νομικῆς ἀναγνωρίσεως ἔλαβε τὸ κῦρος αὐτοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νόμου διὰ νὰ θέσητε εἰς συνάφειαν ἀπολύτου εὐχερείας διαθέσεως τὸν ἄνθρωπον πρὸς τὸ σῶμα καὶ τὸ πνεῦμα αὐτοῦ, τὰ ὁποῖα κατ’ οἰκείαν βούλησιν δύναται νὰ κινῇ. Ταύτην τὴν βούλησιν δὲν καλεῖται νὰ κυρώσῃ τὸ δίκαιον, διότι δὲν ἔχει ἀνάγκην οὐδεμιᾶς κυρώσεως, διότι τὸν σύνδεσμον μεταξὺ τοῦ ἐγὼ καὶ τοῦ σώματος καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου, δημιουργεῖ ἡ φύσις τοσοῦτον ἀσφαλῆ, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ ἀνάγκην οὐδεμιᾶς ἐπεμβάσεως τοῦ νόμου. Ἐντεῦθεν ἡ ἀπόλυτος ἐξουσία τοῦ προσώπου ἐν τῇ διαθέσει τῆς ἐργασίας αὐτοῦ. Τοῦτο πρόκειται ἤδη νὰ περιορίσῃ τὸ νομοσχέδιον τῆς συζητήσεως τοῦ ὁποίου ἐπιλαμβανόμεθα. Καὶ ἐρωτᾷ πᾶς τις· πόθεν ἀρύεται τὸ δικαίωμα τοῦτο ἡ Πολιτεία; Πόθεν ἀρύεται αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν ἡ Πολιτεία; Πόθεν ἀρύεται τὸ κῦρος ἡ Πολιτεία ἵνα εἰς τοῦτο ἐπεμβῇ; Καὶ ἀπαντᾷ τὸ νομοσχέδιον· ἐξ ὑπερτάτων κοινωνικῶν ἀναγκῶν, ἤγουν διὰ τὴν ἄμυναν συμφερόντων κοινωνικῶν. Τὸ Κράτος λέγει· ἕνεκεν ὑψίστων συμφερόντων κοινωνικῶν, ἐν οἷς ἐνσαρκοῦται αὐτὸς οὗτος ὁ κοινωνικὸς βίος, ἐν ὁλοκλήρῳ αὐτοῦ τῇ ὑποστάσει καὶ τῇ κινήσει, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ ἵνα ἐξαναγκάσω τὸν ἄνθρωπον εἰς ὃν κατὰ φύσιν ἀνήκει ἡ κατ’ οἰκείαν καὶ ἀπόλυτον καὶ ἀπεριόριστον βούλησιν διάθεσις τῶν κινήσεων τοῦ σώματος καὶ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ τὸ Κράτος νὰ ἐξαναγκάσω τὸν ἄνθρωπον ἵνα παράσχῃ τὰς κινήσεις ταύτας πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν ὑψίστων αὐτῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας. Εὑρισκόμεθα πρὸ θεσμοῦ ἀπείρως σπουδαιοτέρου, θίγοντος τὴν προσωπικότητα, παρὰ ὁ θεσμὸς ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον εὑρίσκομεν ἀναγεγραμμένον ἐν τῷ Συντάγματι, καθ’ ὃν τῆς ἰδιοκτησίας ἡ ἀφαίρεσις ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ ἐπιτρέπεται εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην καὶ δημοσίαν ὠφέλειαν μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Ἐδῶ ἐπιτρέπεται χάριν δημοσίας ἀνάγκης, χάριν δημοσίου συμφέροντος, ὑψίστου ὅμως καὶ θίγοντος αὐτὴν ταύτην τὴν κίνησιν, αὐτὸν τοῦτον τὸν βίον τῆς κοινωνίας· θίγοντος συμφέρον ὑπέρτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ Συντάγματος δυνάμεθα νὰ θίξωμεν μετὰ προηγουμένην ἀποζημίωσιν. Καὶ ἐρωτᾶται· ὁποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τὸ κοινωνικὸν τὸ ὁποῖον προβιβάζεται διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου εἰς τοιαύτην περιωπήν, ὥστε νὰ θεωρῆται ὅρος οὐσιώδης καὶ ἀπαραίτητος τῆς ὑπάρξεως, τῆς κινήσεως, τῆς ζωῆς τῆς κοινωνίας, ἵνα ἀντλήσωμεν ἐξ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα ὅπως τοιοῦτον συμφέρον τοῦ ἀτόμου θίξωμεν; Καὶ ἀπαντᾷ τὸ νομοσχέδιον· τοῦτο εἶναι ἡ συγκοινωνία, ἡ ἀπαραίτητος ἐν τῇ χώρᾳ. Ἡ συγκοινωνία ἡ ἀπαραίτητος, λέγει ἡ νέα μορφὴ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ συγκοινωνία ἁπλῶς, ἔλεγεν ἡ πρώτη μορφὴ αὐτοῦ. Καὶ ποία εἶναι αὐτὴ ἡ ἀπαραίτητος συγκοινωνία; Ἐκείνη διὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἐμερίμνησε. Οἱ σιδηρόδρομοι τῶν ὁποίων ἡ ἐγκατάστασις ἐγένετο διὰ συμβάσεων, οἱ τροχιόδρομοι οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἐγκατέστησαν διὰ συμβάσεων, ἡ ἀτμοπλοΐα ἐφ’ ὅσον τὸ Κράτος ἐμερίμνησε διὰ συμβάσεων. Ταύτην δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν οὐσιώδη. Τὸ νομοσχέδιον ἐν τούτοις προέβαινε καὶ περαιτέρω. Τὸ νομοσχέδιον προέβαινε, νομίζον ὅτι δύναται νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους, νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὸ μέγιστον τοῦτο ἀτομικὸν συμφέρον, καὶ ἐκεῖ ὅπου πρόκειται περὶ οἱασδήποτε ναυτιλίας. Δὲν γνωρίζετε τὴν ἀληθῆ βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας κινεῖσθε, δὲν ἔχετε πλήρη τὴν ἀντίληψιν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον θίγετε, ὅταν νομίζετε ὅτι χάριν τῆς ναυτιλίας δύνασθε νὰ θίξητε ἓν τοιοῦτον δικαίωμα. Τὸ πρᾶγμα εὐτυχῶς διωρθώθη. Ἀλλ’ ἀμέσως προκύπτει τὸ ἐρώτημα· ἵνα τοιοῦτον θιχθῇ ἀγαθὸν τοῦ ἀτόμου ἐκεῖ ὅπου ἀπολύτως κοινωνικὴ ἀνάγκη ἐπιβάλλει τοῦτο, διὰ τίνος μέσου καὶ ὑπὸ τίνος ὅρους θὰ συντελεσθῇ; Διὰ τίνος μέσου; Τὸ νομοσχέδιον σᾶς ἀπαντᾷ διὰ προσφυγῆς εἰς τὴν ἐπιστράτευσιν. Κύριοι, τοῦτο εἶναι ἀνειλικρινές. Εἶναι χρῆσις μέσου ὑπόπτως κεκαλυμμένου. Ἔχομεν τὴν ἀρχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ πολίτης ὀφείλει ταχέως καὶ ἀμέσως καὶ μετὰ προθυμίας νὰ προσέρχηται εἰς τὸν στρατόν. Ἀλλ’ ἡ στράτευσις οὐδὲν ἕτερον εἶναι παρὰ ἡ διατυπουμένη πρὸς τοὺς πολίτας ἀξίωσις ἵνα συνεισφέρωσι καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ὑπὲρ τῆς κινδυνευούσης Πατρίδος. Καὶ ἡμεῖς χρησιμοποιλοῦμεν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ἐκ τοιούτων λόγων καὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ὑπάρχουσαν, διὰ νὰ ἐμποδίσωμεν τὸν ἐργάτην ἀπὸ τοῦ ν’ ἀσκήσῃ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ καθ’ ὃν τρόπον θέλει. Διὰ λόγους δικαιολογοῦντας, ἔστω, νὰ ἀφαιρέσωμεν παρ’ αὐτοῦ τὸ δικαίωμα αὐτό. Ἡ χρῆσις ὅμως τοῦ μέσου τούτου εἶναι ἀνειλικρινής. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι πρωτότυπον τοῦτο· ὅτι καὶ ἀλλαχοῦ ἐγένετο χρῆσις τοῦ μέσου αὐτοῦ. Ἀλλὰ τὸ μέσον τοῦτο δὲν παύει καὶ εἰς ὅλον τὸν κόσμον ἂν γίνεται, νὰ εἶναί τι ἔκτροπον, διότι ἐκεῖνοι οἵτινες θὰ στρατευθῶσιν, ὡς ὑπηρετήσοντες ἀνάγκας τοῦ Κράτους, θὰ ὑπηρετήσωσιν ἄλλας ἀνάγκας παρὰ ἐκείνας, δι’ ἃς γίνεται ἡ στράτευσις καὶ δὴ ἀνάγκας αἱ ὁποῖαι ὑπηρετοῦνται διὰ τῆς ἐλευθέρας ἐργασίας καὶ μάλιστα αὐτῶν τῶν ἰδίων. Δὲν κατηγορῶ τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν ἐδείχθη ἱκανὴ νὰ ἐπινοήσῃ μέσον καλλίτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον εἰσηγήθη, ἀφοῦ τοῦ μέσου τούτου καὶ ἀλλαχοῦ ἔχει γίνει χρῆσις. Σημειῶ ὅμως, ὅτι πρόκειται περὶ μέσου ἀνειλικρινοῦς. Τὸ δεύτερον πρόβλημα εἶναι ὑπὸ τίνας ὅρους θὰ θίξητε αὐτὸ τὸ ἀγαθόν. Ὅταν θίγετε τὴν ἰδιοκτησίαν, λαμβάνετε πρόνοιαν περὶ ἐκτιμήσεως καὶ ἀποζημιώσεως δυναμένης νὰ ἀναχθῇ εἰς χρηματικὴν ἀξίαν. Ὅταν θίγετε αὐτὸ τὸ ἀγαθόν, ἔχετε πλήρη τὴν ἀντίληψιν τῆς ἐπεμβάσεως, ἣν ἐπιχειρεῖτε; Καὶ ἂν ἔχητε τοιαύτην, γνωρίζετε ἐπὶ τίνας σχέσεως καὶ τίνα ἐπιρροὴν ἀσκεῖτε διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους, θίγοντες ἢ ἀφαιροῦντες ὅπλον χρησιμώτατον διὰ τὸν ἐργάτην ἐν τῇ διαπραγματεύσει τῆς συναλλαγῆς του μετὰ τοῦ κεφαλαιούχου; Καὶ τίνα πρόνοιαν λαμβάνετε, ἵνα παράσχητε τὴν ἐξασφάλισιν καὶ τὴν ἐγγύησιν, τὴν ὁποίαν παρέχει αὐτὸ τὸ ἀφαιρούμενον ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ μετὰ τοῦ ἄλλου, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου ἐγκαταλείπετε τὸν ἐργάτην ἔκθετον; Ἡ ἐπίγνωσις τοῦ τελουμένου ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐπίγνωσις τοῦ μόνου ὅρου, ὑφ’ ὃν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ τελεσθῇ ὅ,τι τελεῖται, ἐπιβάλλει νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τοῦ πράγματος. Ὡς εἶχεν ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, οὐδεμία πρόνοια εἶχε ληφθῇ περὶ τούτου. Καὶ δικαιοῦμαι νὰ ἐξαγάγω τὸ συμπέρασμα ὅτι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄρτι ἠκούσαμεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης λεγόμενα, εἶναι ὀψιγενῆ, διότι ὅτε κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον, κατηρτίσθη χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐπίγνωσις τῶν ἀρχῶν καὶ τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν σκέψεων τῶν ἐξενεχθεισῶν ἀπόψε ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης μετὰ τοσαύτης ἐμφάσεως. Οὐδὲν σπουδαιότερον παρὰ ἡ ἐπέμβασις εἰς τὰ κοινωνικὰ προβλήματα, ὅταν δὲ τὸ Κράτος, οἱονδήποτε καὶ ἂν εἶναι, πολὺ δὲ περισσότερον ὅταν εἶναι Κράτος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἐκ τοῦ παρελθόντος τὸ δικαίωμα νὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἐπαρκὲς διὰ τὴν λύσιν τῶν ἐνώπιόν του ἐμφανιζομένων προβλημάτων, ὅταν τὸ Κράτος ἐπιλαμβάνεται τῶν προβλημάτων τούτων, ὀφείλει νὰ πράττῃ τοῦτο μετ’ ἄκρας περισκέψεως καὶ πλήρους μελέτης τῶν πραγμάτων, καὶ πλήρους συνειδήσεως τῆς σοβαρότητος τῶν προβλημάτων, τὰ ὁποῖα ἀντιμετωπίζει, καὶ τῆς ἀνεπαρκείας ὁποιουδήποτε Κράτους ν’ ἀντιμετωπίζῃ τὰ προβλήματα ταῦτα. Καὶ ἀνάγκη νὰ λεχθῇ ὅτι τοῦτο δὲν ἐγένετο ἐν προκειμένῳ, διότι τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ πρώτῃ ὑποβολῇ του οὐδὲν διελάμβανε περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ἀντικατασταθῇ τὸ ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἀφαιρεῖται ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ, ὥστε τὸ Κράτος νὰ ἐξασφαλίσῃ τοὺς ἀόπλους ἐγκαταλειπομένους ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ ἐργάτας. Τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν τελευταίαν αὐτοῦ μορφὴν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ τῆς ἐπαρκείας ἢ μὴ τῆς ὁποίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ λόγος. Διότι κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν ὑποβάλλεται ἡ τοιαύτη μεταβολὴ ὡς τελεσίδικος παρ’ ἐκείνων οἵτινες διαθέτουσι τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ μὲ αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι κέρδος ἀπέναντι τῆς ἐλλείψεως πάσης τοιαύτης.) Ἀλλ’ ἀνέκυψεν εἰς τὸ μέσον καὶ τὸ γενικώτερον πρόβλημα, περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀπεργεῖν. Δὲν θὰ ἐγίνετο ποτὲ λόγος περὶ τοῦ δικαιώματος ἢ μὴ τοῦ ἀπεργεῖν, ἐὰν ὑπῆρχεν ἡ τῶν πραγμάτων ἀντίληψις ἀκριβὴς καὶ ἀρτία, διότι, ὅταν τις ἀρνεῖται νὰ παράσχῃ τὴν ἐργασίαν αὐτοῦ, οὐδενὸς δικαιώματος κάμνει χρῆσιν. Διαθέτει κατὰ τὴν ἐλευθέραν θέλησίν του τὸ ἀγαθὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον κατὰ φύσιν ὑπὲρ πᾶν ἄλλο μετ’ αὐτοῦ συνέχεται καὶ τῷ ἀνήκει. Ἀλλὰ ἐρωτῶσιν· ὅταν πλείονες ἐπιχειρῶσι καὶ παρέχωσι τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ πράξωσι οὗτοι ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συμφώνου ὅ,τι ἕκαστος ἐξ αὐτῶν βεβαίως δύναται νὰ πράξῃ; Καὶ ἤθελέ τις ἐρωτήσῃ· διατί ὅταν εἷς ἕκαστος ἐξ αὐτῶν δύναται ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἐργασίαν του, δὲν δύνανται ἀπὸ κοινοῦ ὅλοι οἱ τὴν αὐτὴν ἐπιχείρησιν ὑπηρετοῦντες, νὰ ἀρνηθῶσι τὴν παραχώρησιν τῆς ἐργασίας αὐτῶν; Εἶναι ἀδύνατον νὰ εὑρεθῇ κανεὶς λόγος. Ἀλλ’ εὑρίσκεται ἀντίρρησις ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος τὸ ὁποῖον ἐπέρχεται ἐκ τῆς ἀρνήσεως αὐτῆς τῆς ἐργασίας. Καὶ λέγουσιν· ὅταν ἀρνηθῶσι νὰ παράσχωσι τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, ἡ ἐπιχείρησις σταματᾷ καὶ τότε γεννᾶται ζημία. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἐὰν ὁ ἔχων τὴν ἐπιχείρησιν, ὁ συνδυασμένος ἐπιχειρηματίας καὶ κεφαλαιοῦχος, θέλῃ νὰ σταματήσῃ τὴν ἐπιχείρησιν, διότι δὲν θέλει νὰ χρησιμοποιήσῃ τὴν ἐπιχειρηματικότητα καὶ τὰ κεφάλαιά του πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτόν, δύνασθε ἢ ἐσκέφθητέ ποτε ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ἐξουσίαν εἰς αὐτὸν νὰ πράξῃ τοῦτο; Ἀναμφισβητήτως ὄχι. Ἀλλὰ καὶ οὗτος ἂν πράξῃ τοῦτο θὰ σταματήσῃ ἡ ἐπιχείρησις καὶ θὰ ἐπέλθωσι τὰ αὐτὰ ἢ καὶ πλείονα δεινὰ παρ’ ὅσα ἂν οἱ ἐργάται δὲν ἐξακολουθήσωσιν ἐν τῇ ἐπιχειρήσει συμπράττοντες μετ’ αὐτοῦ. Δὲν δικαιοῦσθε νὰ ἐπικαλεσθῆτε ἐκ τοῦ ἐπιζημίου ἀποτελέσματος τῆς παύσεως τῆς ἐργασίας ἐπιχείρημα ὑπὲρ τοῦ δικαιώματος τοῦ Κράτους νὰ ἐμποδίσῃ τὴν παῦσιν τῆς ἐργασίας, διότι, Κύριοι, μὴ προβλέπωμεν, μὴ παραγνωρίζωμεν τὰ πράγματα. Πᾶσα ἐπιχείρησις, εἰς τὴν ὁποίαν συντρέχει ὁ ἐπιχειρηματίας, τὸ κεφάλαιον καὶ ἡ ἐργασία ἔχει ἓν κέρδος, παράγει προϊόντα δηλαδὴ μείζονος ἀξίας κατά τι ποσόν, παρ’ ὅ,τι ἡ ἀμοιβὴ τῆς ἐπιχειρηματικότητος, ἡ ἀξία τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ εἰς τὸ προϊὸν διατεθέντος κεφαλαίου. Αὐτὸ τὸ κέρδος ὅλοι ἀνταγωνίζονται, ποῖος θὰ τὸ ἰδιοποιηθῇ. Αὐτὴν τὴν ἐπὶ πλέον διαφορὰν ἀνταγωνίζονται πάντες, καὶ ὁ ἐπιχειρηματίας καὶ ὁ κεφαλαιοῦχος καὶ ὁ ἐργάτης νὰ ἐπωφεληθῶσι. Δὲν ὑπάρχει δὲ οὐδεὶς γνώμων, δυνάμει τοῦ ὁποίου ν’ ἀποφανθῆτε ὅτι αὐτὸ τὸ κέρδος ἀνήκει περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον εἰς τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον. Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα πρόβλημα τῆς διανομῆς τοῦ πλούτου, τῆς διανομῆς τῆς ἐπὶ πλέον ἀξίας τῆς παραγομένης ἐξ οἱασδήποτε ἐπιχειρήσεως. Ταύτην τὴν ἐπὶ πλέον ἀξίαν τίς θέλει λάβει καὶ κατὰ πόσον ποσοστόν, ὁ ἐργάτης, ὁ κεφαλαιοῦχος ἢ ὁ ἐπιχειρηματίας; Τοῦτο λύεται διὰ τοῦ ἀνταγωνισμοῦ, διὰ τῆς ἰσχύος. Λύεται διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ ἰσχυρωτέρου, εἴτε ὁ ἐργάτης εἶναι οὗτος εἴτε τὸ κεφάλαιον εἴτε ὁ ἐπιχειρηματίας. Ἐκεῖνος θὰ λάβῃ τὴν μείζονα μερίδα τοῦ κέρδους τῆς ἐπὶ πλέον ταύτης ἀξίας. Μὴ ἀναθέσητε εἰς οὐδένα νὰ λύσῃ τὸ πρόβλημα τοῦτο, διότι οὗτος θὰ σᾶς εἴπῃ· διὰ τίνα λόγον θὰ δώσω τὸ ἐπὶ πλέον εἰς τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον; Λύεται διὰ τῆς ἰσχύος καὶ ἐλύθη ἐπὶ μακρὸν χρόνον διὰ τῆς ἰσχύος εἰς βάρος ἐκείνων, ἐφ’ ὧν ἐφηρμόσθη ὁ χαλύβδινος νόμος, καθ’ ὃν ὁ παρέχων μόνον τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ δὲν δύναται νὰ λάβῃ ἕτερόν τι ἢ τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα διὰ τὰς ἀτομικὰς αὑτοῦ ἀνάγκας. Ὁ χαλύβδινος ἐκεῖνος νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐλησμονήθη ὅτι ὁ ἐργάτης αὐτὸς ὁ συνεισφέρων τὴν ἐργασίαν αὑτοῦ ἔσχε καὶ παραγωγικὰς δαπάνας μέχρις ὅτου φθάσῃ ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν ἐγένετο ἱκανὸς νὰ ἐργασθῇ. Ἐλησμονήθη ὅτι ὁ ἐργάτης αὐτὸς ὁ συνεισφέρων τὴν ἐργασίαν του εἶχε καὶ βίον πέραν ἐκείνου ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἠδύνατο νὰ ἐργάζηται, εἶχε καὶ βίον κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν οὐδεμίαν νὰ παράσχῃ ἐργασίαν, ἵνα ἐξ αὐτῆς ἀποζήσῃ. Καὶ παρεσχέθη εἰς αὐτὸν ὡς μόνον ἀντάλλαγμα τῆς ἐργασίας αὐτοῦ ἡ παραγωγικὴ δαπάνη τῆς ἐργασίας, ὑπολογιζομένη μόνον διὰ τὸν χρόνον καθ’ ὃν ἡ ἐργασία παρείχετο. Παρεσχέθη εἰς αὐτὸν ἡ παραγωγικὴ δαπάνη οἵα ἀπαιτεῖται ἵνα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν διαβιώσῃ. Καὶ ἔλυσε, Κύριοι, τὸ πρόβλημα ὁ ἰσχυρότερος ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ αὐτῷ. Καὶ πῶς ἔλυσε τοῦτο; Τὸ πρόβλημα δὲν εἶναι πολὺ παλαιόν. Ἐγεννήθη ὑπὸ τὴν μορφὴν ὑπὸ τὴν ὁποίαν σήμερον ἐνδιαφέρει, κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐπλουτίσθη ἡ μεγάλη βιομηχανία διὰ τῶν μηχανῶν. Τὸ πρόβλημα ὑπὸ ἄλλην μορφὴν ἔλυσεν ἡ ἀρχαιότης διὰ τῆς δουλείας, διότι ὁ δοῦλος διετρέφετο ὑπὸ τοῦ κυρίου μέχρι τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἐγένετο ἱκανὸς νὰ ἐργασθῇ. Ὁ δοῦλος διετρέφετο ὑπὸ τοῦ κυρίου καὶ πέρα τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἠδύνατο νὰ ἐργάζηται. Τὸ πρόβλημα ἔλυσε κατὰ τὴν μεταγενεστέραν τῆς δουλείας ἐποχὴν ἡ οἰκογενειακὴ μορφὴ τῆς ἐπιχειρήσεως, ὅτε ἐλάχιστοι ἐργάται παρ’ ἐργοδότῃ ἐν τῷ οἴκῳ αὐτοῦ εἰργάζοντο, μετ’ αὐτοῦ συνεργαζόμενοι, μετ’ αὐτοῦ διαιτώμενοι, μετ’ αὐτοῦ τρώγοντες, ἔλυσεν αὐτὸ διὰ τῆς οἰκογενειακῆς σχέσεως ἡ ὁποία ἐγεννᾶτο μεταξὺ αὐτῶν. Τὸ πρόβλημα τὸ ὁποῖον ἐμφανίζεται σήμερον εἶναι ἄλλο· εἶναι ἡ συνέπεια τῆς δημιουργίας μεγάλων, μεγίστων ἐπιχειρήσεων, συνεπείᾳ τῶν νεωτέρων ἐφευρέσεων, ἐπιχειρήσεων κατὰ τὰς ὁποίας κολοσσιαῖοι ὄγκοι κεφαλαίου ὑπὸ μεγάλων ἐπιχειρηματιῶν διευθυνόμενοι ἤχθησαν νὰ συνενωθῶσιν εἰς συνεργασίαν μετὰ μεγάλου ἀριθμοῦ ἐργατῶν εἰς ἑκατοντάδας, πολλάκις εἰς χιλιάδας καὶ δεκάκις χιλιάδας ἀνερχομένους, μετὰ τῶν ὁποίων οὐδέν τι τὸ προσωπικὸν συνέδεεν αὐτοὺς καὶ μετὰ τῶν ὁποίων συνῆπτον συμβάσεις. Καὶ ὅταν ἐτίθετο εἰς διαπραγμάτευσιν ὁ ὄγκος αὐτὸς τοῦ κεφαλαίου, ἡ καταπληκτικὴ δύναμις τῶν διευθυνόντων τὰς ἐπιχειρήσεις πρὸς ἕκαστον τῶν πολλῶν ἐργατῶν τί ἠθέλετε νὰ γίνῃ; Τί ἠθέλετε νὰ παράσχωσι πρὸς αὐτοὺς παρὰ τὸ ἐλάχιστον τῶν παρ’ αὐτῶν αἰτουμένων ἵνα ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέρας συντηρηθῶσι, καὶ ὄχι τὸν βίον αὐτῶν ὁλόκληρον ἐξασφαλίσωσιν; Καὶ τοῦτο ἐγένετο. Ὑπὸ τὴν πίεσιν αὐτῆς τῆς καταστάσεως, ὑπὸ τὴν πίεσιν τὴν δεινήν, διότι τοῖς ἠρνοῦντο τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἠδύναντο νὰ ζήσωσιν, ἦτο φυσικὸν νὰ ὑποχωρήσωσιν οἱ ἐργάται. Ἀλλ’ οἱ διατελοῦντες ἐν αὐτῇ τῇ καταστάσει, ἦτο φυσικὸν νὰ ἀντεπεξέλθωσιν πρὸς τὸν ἕτερον τῶν συμβαλλομένων ἐν πλήρει τῇ δυνάμει αὐτῶν καὶ ἀντεπεξῆλθον πρὸς τὸ κεφάλαιον καὶ τὴν ἐπιχείρησιν ὄχι πλέον μεμονομένως ἕκαστος ἐργάτης, ἀλλὰ ὁμαδικῶς ἡ ἐργασία. Καὶ συνήφθη ἡ σύμβασις ὄχι μετὰ τῶν ἐργατῶν ἀλλὰ μετὰ τῆς ἐργασίας. Ἡ ἐργασία εἶναι οὐσιωδέστατος παράγων, ὅπως καὶ ἡ ἐπιχείρησις καὶ τὸ κεφάλαιον. Ἡ σύμβασις αὕτη ἐγένετο τοιουτοτρόπως ὁμαδική. Τί εἶναι τοῦτο; Ἡ ἐμφάνισις τῆς ἀπεργίας. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν τοῦτο ἐγένετο, ὁ ἐργάτης εἶναι πλέον πράγματι κατ’ οἰκείαν βούλησιν ἐλεύθερος νὰ διαθέσῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπὲρ πᾶν ἄλλο εἰς τὸν κόσμον αὐτόν, εἰς αὐτὸν ἀνήκει. Δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν πίεσιν τοῦ ἄλλου. Τοῦτο συνέβη πανταχοῦ, τοῦτο συνέβη καὶ παρ’ ἡμῖν. Ἀλλὰ ἦτο φυσικόν, Κύριοι, τοῦτο, οὕτω συμβαῖνον κατὰ τὴν πρώτην αὐτοῦ ἐμφάνισιν, νὰ γίνῃ ἀφορμὴ παρεκτροπῶν καὶ ὑπερβασιῶν. Ἦτο ἐν τῇ φύσει τῶν πραγμάτων. Ὅπως ἡ ἔλλειψις οἱουδήποτε ἀντιρρόπου ἐκ μέρους τῶν ἐργατῶν ἐδημιούργει πρότερον εἰς βάρος αὐτῶν παρεκτροπάς, ὑπερβάσεις καὶ καταχρήσεις τῇ ἀληθείᾳ ἀξιοθρηνήτους, τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἐργάται ἀπετέλεσαν δύναμιν ἀντίρροπον καὶ ἱκανὴν μετὰ κύρους νὰ διαπραγματευθῇ μετὰ τῆς ἐπιχειρήσεως, ἦτο φυσικὸν καὶ ἐκεῖνοι νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν θέσιν των διεκδικοῦντες ἀξιώσεις, ἴσως ὑπερμέτρους, ἴσως παραλόγους. Διότι, Κύριοι, ἡ χρῆσις μιᾶς δυνάμεως ὑπὸ οἱασδήποτε ὁμάδος, μὴ ἀποκτησάσης ἔτι τὴν πεῖραν τῆς καταλλήλου χρησιμοποιήσεως αὐτῆς, ἔχει ὡς φυσικὴν καὶ ἀναγκαίαν συνέπειαν καί τινας καταχρήσεις. Τοῦτο ἐγίνετο καὶ παρ’ ἡμῖν τοσούτῳ μᾶλλον καθ’ ὅσον ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἐργατικῶν τάξεων δὲν ἦτο ἀνάλογος πρὸς ἐκείνην ἡ ὁποία ὑπῆρξεν ἀλλοῦ. Τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἐργατικῶν τάξεων, ἐν τῇ διευθύνσει τῶν ἀφορώντων αὐτοὺς ζητημάτων, πολὺ διάφοροι ἦσαν οἱ ἀλλαχοῦ τεθέντες ἐπὶ κεφαλῆς ἀπὸ τοὺς ἐδῶ· διότι δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁμάδων τούτων ἐτέθησαν ἀλλαχοῦ ἄνδρες διὰ τοὺς ὁποίους θέλει καυχᾶσθαι ἡ ἀνθρωπότης, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει πολιτισμός. Καὶ βεβαίως ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοιούτων ἀνδρῶν ἐκεῖ τὰ πράγματα ἦτο φυσικὸν νὰ λάβωσι διεύθυνσιν πρακτικωτέραν, διεύθυνσιν ὀλιγώτερον ἐπικίνδυνον, μᾶλλον ἐξασφαλίζουσαν τὴν ἀληθῆ προαγωγὴν τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας. Παρ’ ἡμῖν ἦτο φυσικὸν νὰ συμβῶσι παρεκτροπαὶ διὰ τὰς ὁποίας οὐδεμίαν βεβαίως πρέπει νὰ ἔχωμεν ἐπιείκειαν, διότι ἡ ἐπιείκεια πρὸς τὰς παρεκτροπὰς αὐτὰς εἶναι ἐνθάρρυνσις ἐπὶ τὴν ἐξαχρείωσιν ὑψίστου δικαιώματος τῶν πολιτῶν, τοῦ δικαιώματος, τοῦ νὰ μὴ παρέχωσι τὴν ἐργασίαν αὐτῶν ὅταν οἱ ὅροι δὲν εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀνταποκρίνονται εἰς τὰ συμφέροντά των. Διὰ τὰς παρεκτροπὰς αὐτὰς ἐπιβάλλεται πᾶσα αὐστηρότης, ἐφ’ ὅσον εἶναι παρεκτροπαὶ ἐξ ἐκείνων τὰς ὁποίας δύναται νὰ προΐδῃ ὁ ποινικὸς νόμος, ὡς λ. χ. ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἐμνημονεύθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὡς ἡ παρεμπόδισις τῶν ἄλλων ἀπὸ τῆς ἐργασίας, φθορὰ περιουσίας κλπ. Ἐπίσης ἐπιβάλλεται διὰ τὰς παρεκτροπὰς αὐτάς, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι ποινικῶς τιμωρητέαι, πᾶσα κατάκρισις, αὐστηροτάτη κατάκρισις, διότι διὰ τῆς κατακρίσεως αὐτῆς τῶν παρεκτροπῶν θὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἐντὸς τῶν προσηκόντων ὁρίων προστασία τῶν συμφερόντων τῶν ἐργατῶν ὑπ’ αὐτῶν τῶν ἰδίων. Μὴ ὁμιλῶμεν, Κύριοι, ὡς πρὸ ὀλίγου ἐγένετο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, περὶ ἐκβιάσεως τῶν ἐργοδοτῶν ἢ τῶν ἐργατῶν εἰς τὸ νὰ δώσωσι περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ δίκαιον ἀπαιτεῖ. Εἶπον καὶ προηγουμένως ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διανομὴν τοῦ ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως κέρδους, δὲν ὑπάρχει οὐδὲν δίκαιον. Θὰ ἐκβιάσῃ τὴν διανομὴν αὐτὴν ἡ ἀμοιβαία ἐπίδρασις τῶν παραγαγόντων αὐτό, ἐλευθέρως πρὸς ἀλλήλους συναλλαττομένων, δηλαδὴ ποιουμένων χρῆσιν τῆς δυνάμεως τὴν ὁποίαν διαθέτουσιν, ἵνα ὁ εἷς πιέσῃ τὸν ἕτερον. Τὸ δίκαιον δὲν διανέμει τὸ κέρδος τοῦτο μεταξὺ τοῦ α καὶ τοῦ β, διότι δὲν ἔχει γνώμονα. Ἓν πράττει. Ἀσφαλίζει τὴν μετὰ τὴν διανομὴν ἀνενόχλητον ἀπόλαυσιν ἐκείνου τὸ ὁποῖον διὰ τῆς διανομῆς περιῆλθεν εἰς ἑκάτερον. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως, Κύριοι, εὑρίσκω ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσερχόμενον εἰς σφαῖραν ἐνεργείας, διὰ τῆς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ ὑψίστου ἀγαθοῦ ἐκείνων, οἵτινες ἐκ τῆς ἐργασίας καὶ διὰ τῆς ἐργασίας αὐτῶν ἀποζῶσι, δίδει μεγίστης σπουδαιότητος ἐξουσίαν εἰς ἐκείνους οἵτινες διαχειρίζονται τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τοῦ Κράτους. Κοινωνικὴ ἀνάγκη ὑπερτάτη, ὅρος ὑπάρξεως ἴσως τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, ἐπιβάλλει νὰ χορηγηθῇ ἡ ἐξουσία αὕτη. Ἀλλὰ νομίζω ἀναγκαῖον τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοιαύτη ἐξουσία χορηγεῖται, νὰ τονισθῇ ἡ σοβαρότης τοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον θέτομεν εἰς τὴν διάθεσιν τῶν διαχειριζομένων τὴν ἐξουσίαν ταύτην τὴν ἐκτελεστικήν. Νὰ ἐπιστηθῇ δὲ ἡ προσοχὴ αὐτῶν, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν οἱ μέλλοντες νὰ τὸ χειρισθῶσιν, ἐπὶ τῆς σοβαρότητος τοῦ ἀγαθοῦ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ θίξωσι. Νὰ συστηθῇ εἰς αὐτοὺς ὅτι παρεμβαίνοντες ἐν τῷ κατὰ φύσιν ἀνταγωνισμῷ μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, ἐν τῷ ἀνταγωνισμῷ ἐν τῷ ὁποίῳ οἱαδήποτε ἐπέμβασις τῆς Πολιτείας ἀποτελεῖ διαταραχὴν τῆς φυσικῆς τῶν πραγμάτων καταστάσεως, πρέπει νὰ ἔχωσι πλήρη, βαθυτάτην καὶ ἀκεραίαν τὴν συνείδησιν ὅτι ἀσκοῦσι δικαίωμα ὑπέρτατον μὲν ἐξαιρετικὸν δέ, τοῦ ὁποίου ἡ χρῆσις δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παρὰ ἐν ἐκτάκτοις ἐντελῶς περιστάσεσι καὶ ἀφοῦ ληφθῇ πᾶσα ἀσφάλεια καὶ πᾶσα ἐγγύησις ὅτι τὰ συμφέροντα ἐκείνων μεταξὺ τῶν ὁποίων παρεμβαίνουσι καὶ δὴ τὰ συμφέροντα τῶν ἐργατῶν, τοὺς ὁποίους περιορίζουσι, παραμένουσιν ἐξησφαλισμένα τελείως καὶ ὅτι δὲν θυσιάζονται χάριν τῶν συμφερόντων τῶν ἀντιθέτων αὐτῶν. (Παρατεταμένα χειροκροτήματα).
§202Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μίαν μικρὰν τροπολογίαν θὰ προτείνω, περὶ τὸ τέλος τοῦ πρώτου ἐδαφίου τοῦ 1 ἄρθρου, λεκτικήν.
§203Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὀφείλω νὰ διασαφηνίσω ὅτι τὴν πρόθεσιν τῶν κυβερνώντων καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ, οὐδεὶς ποτε δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ἀπὸ τῶν ἀρχαιοτάτων χρόνων πάντοτε ἐν τῇ ἱστορίᾳ βλέπομεν μίαν προσπάθειαν τῶν κυβερνώντων πῶς, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ, πάντοτε ὅμως παρετηρήθη ὅτι ἐν τῇ εὐημερίᾳ αὐτῇ ἐνεφανίζοντο νέαι ἰδέαι, νέα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα οἱ κυβερνῶντες ἐθεώρησαν ὡς ἐπαναστατικά, καὶ ἐναντίον αὐτῶν ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβωσι τὰ ἔσχατα τῶν μέτρων. Ὅτε ἐζητεῖτο ἡ πολιτικὴ ἰσοπολιτεία τοῦ λαοῦ τοῦ δεσποζομένου παρὰ τῆς ἀριστοκρατίας, παρὰ τῶν ἀρχόντων, ἐρωτᾶται· ἐκεῖνοι, οἵτινες πρῶτοι ἐξηγέρθησαν, δὲν ἐθεωρήθησαν ὡς ἐχθροὶ τοῦ κέντρου καὶ δὲν ἐλήφθησαν ἐναντίον αὐτῶν, χωρὶς νὰ ψηφισθῶσι μάλιστα παρὰ τῆς Βουλῆς — διότι Βουλὴ δὲν ὑπῆρχε — τὰ αὐστηρότατα τῶν μέτρων; Ἡ αὐστηρότης τῶν μέτρων ἠμπόδισε, Κύριοι, τὴν ἀπόκτησιν τῆς ἰσοπολιτείας παρὰ τοῦ λαοῦ; Ἠμπόδισε τὴν ἐπανάστασιν; Ὄχι, παρ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητα τῶν μέτρων ἡ ἐπανάστασις ἐπῆλθε, μαζὶ δὲ μὲ αὐτὴν ἐπῆλθε καὶ ἡ ἰσοπολιτεία. Σήμερον δὲν γίνεται πλέον λόγος περὶ πολιτικῶν ἐλευθεριῶν· γίνεται ὅμως περὶ κοινωνικῆς ἐπαναστάσεως· ἐναντίον αὐτῆς τῆς ἐπαναστάσεως ἡ ὁποία ἐμφανίζεται λαμβάνομεν μέτρα αὐστηρά. Ἐρωτᾶται· Ὑπάρχει τις ὁ πιστεύων ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ κρατηθῇ μία διαρκὴς τάσις τοῦ λαοῦ πρὸς ἀπόκτησιν τῆς ἑλληνικῆς ἰσοπολιτείας; Καὶ ὑπάρχει κανὲν μέτρον τὸ ὁποῖον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐπανάστασιν ἐναντίον αὐτῆς; Ὅπως εἰς τὴν πρώτην περίστασιν οὐδὲν μέτρον ἐστάθη δυνατόν, τὸ αὐτὸ θὰ συμβῇ καὶ εἰς τὴν δευτέραν. Διὰ τοῦτο τὰ αὐστηρὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνονται παρὰ τῶν κυβερνώντων, διὰ νὰ κτυπήσωσι τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, ἓν καὶ μόνον ἀποτέλεσμα ἔχουσι, τὸ νὰ δημιουργῶσι νέα ἀδικήματα, διότι τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἐργάτης θ’ ἀδικηθῇ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸν ἐμποδίσητε ν’ ἀπεργήσῃ, διότι εἶναι τὸ μόνον του ὅπλον· φυσικὰ δὲν θ’ ἀπεργήσῃ ἄνευ λόγου, ἀλλὰ δι’ αὐτὸ ὑπάρχουσιν ἄλλα προφυλακτικὰ μέτρα, ὅταν ὅμως τὸν στραγγαλίσῃ ὁ νόμος, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ ν’ ἀπεργήσῃ. Οὐδεμία δύναμις θὰ τὸν κρατήσῃ καὶ ἑπομένως ὁ νόμος δὲν ἔχει κανένα ἄλλον σκοπὸν εἰμὴ μόνον τὸ νὰ δημιουργήσῃ ἓν νέον ἀδίκημα, μίαν νέαν ἐφαρμογὴν ποινικοῦ νόμου. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἀξίζει τὴν σοβαρότητα τοῦ νομοσχεδίου τούτου νὰ δημιουργήσητε νέον ἀδίκημα δι’ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος στραγγαλίζεται καὶ δὲν ἔχει ἄλλο ὅπλον, ψηφίσατέ το.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν συναινεῖ καὶ ἐκ τρίτου νὰ λάβῃ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος ὁ κ. Ῥάλλης.
§205ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§206Δ. Γ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ· πρόκειται περὶ τοῦ ὅτι ἂν ἡ θεωρία, σχετικῶς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς κοινωνίας, εἶναι ἀκριβὴς καθ’ ὅσον θὰ ἐπρόκειτο περὶ ἀπεργίας ἀγγέλων. Ἐὰν ἔχωμεν μίαν ἀπεργίαν ἀγγέλων, τὰς θεωρίας αὐτὰς ἀναμφισβητήτως θὰ τὰς ἐθεώρουν λίαν ὀρθὰς καὶ λίαν οἰκοδομητικάς· ἀλλ’ ἔχομεν ἀπεργίαν ἀνθρώπων, καὶ ἀνθρώπων ἀνερματίστων, ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὴν μόρφωσιν ἐκείνην ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύναντο νὰ κανονίσωσι τὰς πράξεις αὐτῶν καὶ τὰς ἐνεργείας αὐτῶν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ νὰ μὴ ἐκβαίνωσι τῶν ὁρίων ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ νόμος ὁρίσει. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἐνθαρρύνομεν εἰς τὴν ὁδὸν αὐτὴν τὴν κοινωνίαν, ὄχι τῶν ἀγγέλων ἀλλὰ τῶν ἀνθρώπων, βεβαίως γεννῶνται ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα γεννῶνται, καὶ βεβαίως κατὰ πᾶσαν ἀπεργίαν ἔσχομεν τὰ ἄτοπα αὐτά, ἔσχομεν δηλαδὴ τὴν πρόθεσιν τῆς ἐκβιάσεως, ἔσχομεν τὴν πρόθεσιν τῆς αὐτοδικίας, ἔσχομεν καὶ τὸ σπέρμα τῆς ἀναρχίας. Κατ’ ἐκείνων λοιπὸν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι συμφυῆ μὲ τὴν ἀπεργίαν ὅπως παρ’ ἡμῖν προκύπτει, ἐξηγέρθην καὶ κατ’ ἐκείνων ἐπέστησα τὴν προσοχὴν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Τώρα φέρετέ μοι μίαν κοινωνίαν ἀγγέλων οἱ ὁποῖοι νὰ δύνανται ὄχι μόνον νὰ συγκρατήσωσιν αὐτάς, ἀλλὰ νὰ δύνανται καὶ νὰ ἐκτιμήσωσι τὴν ἰδίαν των ἐργασίαν καὶ τὰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ τὴν προσφέρωσι, καὶ τότε νὰ συμφωνήσω μαζί σας. Πρέπει ὅμως νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψει ὅτι ἡ ἀπεργία δὲν προκύπτει κατὰ τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ ἡ συναλλαγὴ καὶ ἡ συμφωνία μεταξὺ ἐργάτου καὶ ἐργοδότου, ἀλλὰ προκύπτει πολὺ ὑστερώτερον, ὅταν καταναλωθῇ πραγματικὸν κεφάλαιον καὶ χρόνος καὶ δαπάνη πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μορφώσεως τοῦ προσωπικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν δύναταί τις ν’ ἀντικαταστήσῃ. Τότε προκύπτουσιν αἱ ἀπεργίαι, καὶ αἱ ἀπεργίαι ἐκδηλοῦνται ἐνταῦθα ὅπως τὰς εἴδομεν ἐκδηλουμένας, δηλαδὴ μὲ τὴν ἀξίωσιν τῆς παρεμβάσεως καὶ εἰς τὴν διοίκησιν ἀκόμη τῶν ἐπιχειρήσεων, μὲ τὴν ἀξίωσιν τὴν ὑπερβολικὴν τῆς ἀμοιβῆς τῆς ἐργασίας ὑπὲρ πᾶν μέτρον καὶ ὑπὲρ τὴν ἀξίαν αὐτὴν τῆς ἐργασίας. Ἀναμφισβητήτως, ἡ θεωρία ὅτι τὸ ἡμερομίσθιον ἀποδίδει μόνον τὸν ἄρτον τὸν ἐπιούσιον εἰς τὸν ἐργάτην καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν τοῦτο ὑπ’ ὄψει μας, εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐπέρχεται ἀρωγὸς ἡ πρόνοια ἡ πολιτειακὴ ὑπὲρ τοῦ ἐργάτου καὶ εἰς αὐτὴν τὴν πρόνοιαν πρέπει νὰ καταγίνωμεν καὶ δι’ αὐτῆς τῆς προνοίας εἶναι δυνατὸν ἀκριβῶς τὴν ἀνισότητα, τὴν ὁποίαν ἠνοίξαμεν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, νὰ καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον ἐπαχθῆ διὰ τοὺς ἀποκλήρους τῆς κοινωνίας. Αὐτὸ ὑπέδειξα καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ κατὰ τὴν δευτέραν ἀγόρευσίν μου. Ὑπέδειξα δηλ. ὅτι πρέπει νὰ ἐπιταθῇ ἡ πρόνοια, ἡ ὁποία λαμβάνεται ὑπὲρ τοῦ ἐργάτου, καὶ ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας του καὶ ἂν τοιαύτην μετέλθῃ πολιτείαν ἡ Κυβέρνησις ἢ οἱοσδήποτε ἐνταῦθα, νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἀμφιβολίαν ὅτι θὰ μὲ εὕρῃ ἀρωγόν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλω ν’ ἀντιταχθῶ εἶναι ἡ ἀξίωσις, ὅπως μὴ εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν δύναται ἕκαστος νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ βούλησιν καὶ τὸ ἴδιον αὐτοῦ συμφέρον. Τοῦτο ἀναμφισβητήτως ἤθελεν ἀνατρέψει τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ καταστήσει τὴν Πολιτείαν ἡμῶν Πολιτείαν ἀναρχίας καὶ τοῦτο συνεπάγεται τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὑπέδειξα ὡς περιλαμβανόμενα, ὡς ὑφέρποντα ἐν πάσῃ ἀπεργίᾳ, ὅπως ἐνταῦθα διεξάγονται. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 1ον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§207ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις δηλῶ, ὅτι ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει, διότι ἐλήφθη ἐν μέρει ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ 2ον καὶ 3ον ἄρθρον τοῦ τροποποιουμένου νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἐπειδή, ὅπως γνωρίζει καλλίτερον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ῥυθμίσῃ τὴν ἐργασίαν 17.000 περίπου ὑπαλλήλων καὶ ἐργατῶν καὶ διαφόρων σιδηροδρομικῶν ἐπιχειρήσεων, θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ συμπληρώσῃ τὴν τελευταίαν παράγραφον διὰ τῆς προσθήκης εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ τμηματάρχου τῆς ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἑνὸς ἀντιπροσώπου τῶν ὑπαλλήλων καὶ ἑνὸς τῶν ἑταιριῶν, ὥστε νὰ ἀπαρτισθῇ, οὕτως εἰπεῖν, διοικητικὴ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία κατὰ πρόσκλησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας νὰ γνωμοδοτῇ ἐπὶ τῶν σχετικῶν ζητημάτων ὑποβάλλουσα εἰς αὐτὸν τὰς γνωμοδοτήσεις αὐτῆς. Ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν αὐτήν, κύριε Πρόεδρε, διότι, ὅπως ἠξεύρει καλλίτερον ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, παρουσιάζονται συχνότατα σπουδαῖα συμφέροντα καὶ ἀτόμων καὶ ὁμάδος ἐργατῶν καὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων συνολικῶς τῆς ἐπιχειρήσεως. Καὶ ἤθελον ν’ ἀναφέρω ὅ,τι ἔμαθον ἀπόψε, ὅτι ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Ἀττικῆς πρὸ δύο ἡμερῶν ἀπέλυσεν ὑπάλληλον, διότι ἐξέφρασε τὴν γνώμην του εἰς ἐφημερίδα μὲ τὴν ὑπογραφήν του, ἐπὶ δεκαπέντε ἡμέρας, ἀπόψε δὲ ἀπέλυσεν ἓξ ὑπαλλήλους ἡ ἑταιρία αὐτή, ἡ ὁποία δὲν ὑποθέτω νὰ ἔχῃ παραπάνω ἀπὸ 50 ἢ 100 ὑπαλλήλους. Φαντάσθητε λοιπόν, ὅτι πρὶν ἢ τὸ νομοσχέδιον ψηφισθῇ μία μικρὰ ἑταιρία, ἡ ὁποία διατελεῖ ὑπὸ τὴν κατακραυγὴν ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας καὶ τὰς διηνεκεῖς παρατηρήσεις καὶ τὰ πρόστιμα τοῦ Ὑπουργείου, τολμᾷ εἰς τὴν παραμονὴν τῆς ψηφίσεως τοῦ νομοσχεδίου νὰ φέρηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον σκληρὸν πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους της. Ἐπίσης θ’ ἀναφέρω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω ἂν ἔμαθεν, ὅτι ἡ ἑταιρία τοῦ σιδηροδρόμου Λαρίσης σήμερον ἐγνωστοποίησε διαταγήν, δι’ ἧς δηλοῖ ὅτι αὐξάνει τοὺς μισθοὺς τοῦ ὑπαλληλικοῦ προσωπικοῦ, ἀποδεχομένη τὴν ἀπόφασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὴν πρότασιν τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς καὶ δὲν αὐξάνει κατὰ 25 λεπτὰ τὸν ἡμερήσιον μισθὸν τοῦ ἐργατικοῦ προσωπικοῦ. Ἐκτὸς αὐτῶν, ἡ ἑταιρία τῶν τροχιοδρόμων, καίτοι διαταχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ νὰ ὁρίσῃ ὡς ὅριον τὴν 1ην μ.μ., δὲν ἐδέχθη τοῦτο, ἀλλ’ ἐθέσπισε τὴν 3ην μ.μ. Λέγω τὰ παραδείγματα ταῦτα, διὰ νὰ δείξω, ὅτι σήμερον ἔχομεν φλέγοντα ζητήματα καὶ σπουδαῖα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λυθῶσι καθ’ ὃν τρόπον κανονίζεται τὸ ἄρθρον 2 παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ νὰ ἔχωμεν λύσιν δικαίαν καὶ ν’ ἀκούωνται οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἑταιριῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν τροπολογίαν αὐτήν, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν καλλίτερον τὴν δικαίαν λύσιν τῶν διαφορῶν.
§208Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ παρατηρήσω ὅτι παρανόησίς τις ἴσως ὑπάρχει ἐν προκειμένῳ. Ἐδῶ πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου 2 νὰ κανονίσωμεν διαδικασίαν ἐγκρίσεως τῶν κανονισμῶν· δὲν πρόκειται περὶ διαιτητικῆς ἀποφάσεως, ἀλλὰ περὶ κανονισμῶν, τοὺς ὁποίους εἶναι ὑποχρεωμέναι αἱ ἑταιρίαι νὰ ὑποβάλλωσι καὶ ἡμεῖς νὰ ἐγκρίνωμεν, ἀφοῦ ἀκούσωμεν καὶ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ τὰς ἑταιρίας. Λοιπὸν ἐν προκειμένῳ οἱ ὑπάλληλοι θ’ ἀκουσθῶσιν. Ἐδῶ δὲν τροποποιοῦμεν τὸν ὑπάρχοντα νόμον κατὰ τοῦτο· προσπαθοῦμεν νὰ προσαρμόσωμεν τὸν νόμον τοῦ 1912 πρὸς τὸ ἤδη Συμβούλιον τῆς ἐργασίας τῶν σιδηροδρόμων καὶ τροχιοδρόμων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ἐν τῷ συμβουλίῳ τούτῳ, ὡς γνωρίζετε, συμμετέχουσιν οὐ μόνον τεχνικοὶ ὑπάλληλοι τῶν σιδηροδρόμων, ἀλλὰ καὶ ὁ τμηματάρχης ἐργασίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ δύνανται ἐν τῷ Συμβουλίῳ τούτῳ ν’ ἀκουσθῶσι καὶ αἱ ἑταιρίαι καὶ οἱ ἐργάται. Κατὰ δεύτερον βαθμόν, καθ’ ἣν περίπτωσιν αἱ ἑταιρίαι ἤθελον φέρει ἀντίρρησιν, ὑπάρχει τὸ ἕτερον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ τὸ διὰ τοῦ νόμου ΔΚΗʹ προβλεπόμενον τοιοῦτον καὶ τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀποτελῆται ἀπὸ τοὺς ἰδίους ὑπαλλήλους, διότι τὸ Συμβούλιον αὐτὸ ἀποτελεῖται ἀπὸ τὸν διευθυντὴν τῶν σιδηροδρόμων καὶ τὸν τμηματάρχην τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Δὲν δύνανται λοιπὸν οἱ ἴδιοι ν’ ἀποτελέσωσι τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον θὰ γνωμοδοτήσῃ κατὰ δεύτερον βαθμὸν καὶ ἐπὶ τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ ὁποίου στηριζόμενον τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον θὰ ἐκφέρῃ γνώμην. Ὥστε ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ζητεῖτε, περιλαμβάνονται ἐν ταῖς ἰσχυούσαις διατάξεσι καὶ καλῶς ἔχει διατυπωθῆ τὸ ἄρθρον 2 τοῦ ὑπὸ ψήφισιν νομοσχεδίου.
§209Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν νόμον ΔΚΗʹ γνωρίζω καλῶς, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω μέρος κατὰ τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐν τούτοις μέχρι τοῦδε δὲν ἐγένετο τίποτε.
§210Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Αἱ ἑταιρίαι ὑπέβαλον ἐν καιρῷ τοὺς κανονισμούς, ἀλλ’ ἔκτοτε δὲν ἠδυνήθη ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ν’ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῶν, ἕνεκα τῶν γνωστῶν ἀνωμαλιῶν, καὶ διὰ τοῦτο δίδω τρίμηνον προθεσμίαν.
§211Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελον κατὰ παρέκτασιν τοῦ δικαιώματος καὶ ἀσχέτως πρὸς τὸν ͵ΔΚΗʹ νόμον νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει τὴν προσθήκην).
§212Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ζητεῖτε νὰ τεθῇ ὁ ἴδιος τμηματάρχης εἰς τὸ Συμβούλιον. Πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Πῶς θέλετε τὸ Συμβούλιον τὸ ὁποῖον θὰ κρίνῃ κατὰ δεύτερον βαθμὸν ν’ ἀποτελῆται ὑπὸ τῶν ἰδίων;
§213Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μετέχουσιν ἐκεῖ ἀντιπρόσωποι τῶν δύο μερίδων.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται).
§215Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ἐν τῇ ἀρχῇ νὰ τεθῇ ἡ τροπολογία μου, κ. Πρόεδρε. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3, ὡς ἐτροπολογήθη). (Γίνονται ὡσαύτως δεκτὰ καὶ τὰ ἄρθρα 4, 5, ὡς ἐτροποποιήθη, καὶ 6 τοῦ νομοσχεδίου).
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται, λόγῳ τῶν τροπολογιῶν. Βʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν προβιβασμῶν αὐτῶν». Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται).
§217Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχω ἔνστασιν ἀπαραδέκτου. Ὅτε κατὰ τὴν πρώτην ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου ἐζητήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἡ ἀναβολὴ ἐπί τινα χρόνον πρὸς μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, ἀντέταξεν οὗτος ὅτι ἡ συζήτησις ἔπρεπε νὰ προχωρήσῃ, διότι οὐδεμίαν χρησιμότητα θὰ εἶχεν ἡ τοιαύτη ἀναβολή. Ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ψηφίσεως εἰς τοιαύτην κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσιν μέχρι τῆς σήμερον τὸ νομοσχέδιον ὑφίσταται τοιαύτας τροπολογίας, ὥστε οὐ μόνον νὰ παρουσιάζηται ἄλλο νομοσχέδιον, ἀλλὰ νὰ εἶναι καὶ ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ ὡς τοιοῦτον, δὲν ἀμφιβάλλω δ’ ὅτι ἡ Βουλή, ὅταν ἀκούσῃ ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀναπτύξεως τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον, ὅτι δὲν θὰ προχωρίσῃ εἰς τὴν συζήτησιν. Ἔχω ἔνστασιν ἀπαραδέκτου οὐ μόνον δι’ ἕνα μόνον λόγον ἀλλὰ δι’ ἕξ. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη εἰς πρώτην κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσιν, δὲν ἐλάμβανε πρόνοιαν περὶ τῶν μηχανικῶν καὶ τῶν ἱερέων. Περὶ δύο ὁλοκλήρων Σωμάτων δὲν ἐγίνετο μνεία ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν, καὶ ἤδη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσιν κανονίζεται τὸ Σῶμα τῶν μηχανικῶν καὶ τῶν ἱερέων, καὶ κανονίζεται τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν, καθ’ ὃν χρόνον ἄλλο νομοσχέδιον ἔχει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν, τὸ ὁποῖον παραπεμφθὲν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπέστη τοιαύτας ἀλλοιώσεις, ὥστε ἔκρινε καλὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ μὴ τὸ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλήν. Ἐνόμισε δ’ ὅτι ἦτο εὐκολώτερον κατὰ τὴν ψήφισιν εἰς βʹ ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν νὰ εἰσαγάγῃ σχετικὴν πρὸς τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν διάταξιν, ἵνα οὕτω λύσῃ τὸ ζήτημα, μὴ δυνάμενος ν’ ἀντιμετωπίσῃ, τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία θὰ προεκαλεῖτο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Καταργεῖται ὁλόκληρον Σῶμα διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, καθ’ ὃν χρόνον ὁ Συνάδελφος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπέβαλεν εἰδικὸν νομοσχέδιον καὶ συζητεῖται τοῦτο ἀπὸ τῆς ἀρχῆς εἰς τρεῖς ἀναγνώσεις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν μᾶς εἰσάγει, χωρὶς κἂν νὰ ἐννοήσωσιν τοῦτο οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν, μίαν διάταξιν εἰς τὸ ἄρθρον 6 καὶ λέγει ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονισθῶσι τὰ προσόντα καὶ ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ ἐν τῷ πολεμικῷ Ναυτικῷ τῶν πολιτικῶν ἰατρῶν. Ἑπομένως καταργεῖ σῶμα καὶ καταρτίζει τὸν τρόπον τῆς συστάσεως αὐτοῦ ἐν ἄλλῳ νομοσχεδίῳ εἰς βʹ ἀνάγνωσιν ψηφιζομένῳ. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο. Νομοθετικὰ Διατάγματα προσπαθεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ διὰ τροπολογίας ὑποβαλλομένης εἰς ξένον ἐντελῶς νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ψηφίζεται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν, εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα ὑποβάλλονται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς δύο διαφόρους ἀναγνώσεις. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ οὔτε τοῦτο. Διὰ τοῦ ἄρθρου 5 κανονίζει τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τοῦ σώματος τῶν μηχανικῶν καὶ τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς αὐτῶν, θέμα τελείως ἀλλότριον πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ οὔτε τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ ἄρθρου 5 λέγει τὸ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Αἱ διατάξεις τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρ. 11 τοῦ νόμου ᾼΡΞΒʹ ἐφαρμόζονται καὶ διὰ τοὺς κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ παρόντος νόμου ὑπάρχοντας ἀξιωματικούς». Τοῦτο δὲ τὸ νομοσχέδιον φέρει μίαν τελείαν ἀναστάτωσιν ὅσον ἀφορᾷ τὸ οἰκονομικὸν σῶμα, χωρίς, ἐννοεῖται, ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ γνῶσιν περὶ τίνος πρόκειται.
§218Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν). Προβάλλετε ἔνστασιν ἀπαραδέκτου. Ἂν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ αὕτη δεκτή, ἐν τούτοις, ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἀντιρρήσεις εἰς τὸ νομοσχέδιον, εὐχαρίστως πρέπει νὰ τὰς ἀκούσωμεν.
§219Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διατί δὲν δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸν τὸ ἀπαράδεκτον;
§220Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διότι δὲν εἶναι συνταγματικῶς ἀπαράδεκτον. Μόνον περὶ τοιούτου ἀπαραδέκτου προβλέπει ὁ Κανονισμός.
§221Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτε οἱ νόμοι ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν καὶ εἰς δύο ἀναγνώσεις καὶ ἐγὼ θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὑπάρχουσι διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀντικείμενον νόμου αὐτοτελοῦς, καὶ αἱ ὁποῖαι εἰσάγονται εἰς ἕν ξένον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μάλιστα εὑρίσκεται εἰς τὴν βʹ κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσιν, δὲν βλέπω διατί δὲν εὑρισκόμεθα πρὸ συνταγματικῆς ἀνωμαλίας. Τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Συντάγματος λέγει ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς δύναται νὰ προβάλῃ ἔνστασιν ἀπαραδέκτου, ἂν ὑπάρχῃ παράβασις συνταγματικῆς διατάξεως, ὅτι δὲ ἐνταῦθα πρόκειται περὶ τοιαύτης συνταγματικῆς παραβάσεως οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Οὔτε παρετηρήθη ποτὲ εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν νὰ ὑποβληθῇ καὶ νὰ παρεμβληθῇ εἰς αὐτὸ νέον νομοσχέδιον ἔχον θέμα καὶ τίτλον ἐντελῶς διάφορον. Ἐπίσης διὰ τοῦ ἄρθρου 5 γίνεται προσπάθεια νὰ κανονισθῶσι τὰ προσόντα τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς προαγωγῆς αὐτῶν καὶ νὰ παροραθῇ μία παρανομία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διὰ νὰ προβιβάσῃ ἄλλον, θέλων οὕτω σήμερον ν’ ἀκυρώσῃ τὴν πρᾶξιν ταύτην. Πρόκειται ἀκριβῶς περὶ καταργήσεως παντὸς προσόντος ὅσον ἀφορᾷ τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς. Διὰ τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικοὺς ὑπῆρχον προσόντα ἀναλόγως τοῦ βαθμοῦ. Ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ὑπολογιστοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ λογιστοῦ ἀπῃτεῖτο δι’ ἐξετάσεως διὰ τὸν ἀνώτερον βαθμὸν ἡ γνῶσις τῆς Γαλλικῆς, ἡ ὁποία κατηργήθη. Ἀπὸ τοῦ βαθμοῦ τοῦ φροντιστοῦ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀρχιφροντιστοῦ ἀπῃτεῖτο δίπλωμα διδάκτορος τὸ ὁποῖον κατηργήθη ἕνεκά τινος, τὸ ὁποῖον ἠγνόει ὁ κ. Ὑπουργός, παραβιάσας κατόπιν διὰ τοῦτο καὶ τὸν νόμον περὶ ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὸν νόμον περὶ ὁρίου ἡλικίας. Διὰ τοῦ ἄρθρου 6 κανονίζεται ὁ τρόπος συντάξεως, καὶ δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος. Βεβαίως εἰς νομοσχέδιον περὶ ἀριθμῶν ἀξιωματικῶν, ἐὰν αἱ ἐξ αὐταὶ παραβάσεις δὲν ἀποτελῶσιν ἀσυμβίβαστα, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προχωρήσῃ.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ πρώτου ἄρθρου, ἔχετε τίποτε νὰ παρατηρήσητε, κύριε Βουλευτά; Δὲν δύνασθε ἐφ’ ὅλου τοῦ νομοσχεδίου νὰ ὁμιλῆτε.
§223Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἀπαράδεκτον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς προτείνεται.
§225Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, κύριε Πρόεδρε, δὲν συζητοῦμεν ἀπόψε. Ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ψηφίζεται ἅπαξ, καὶ ἐπὶ ταύτης δὲν δυνάμεθα νὰ ὁμιλήσωμεν ἀπόψε. Ἐγὼ θὰ ἠδυνάμην νὰ ἐπικαλεσθῶ καὶ τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα διὰ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, ὅτι κατὰ τὸν Κανονισμὸν ὁ Βουλευτὴς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον ἀνάγνωσιν νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας ἐπὶ διαφόρων ἄρθρων, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου εἰς τὸν Ὑπουργὸν παρέχεται τὸ δικαίωμα τοῦτο. Καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα πρὸ τοῦ γεγονότος ὅτι καλούμεθα νὰ ψηφίσωμεν τὴν κατάργησιν σώματος, τὴν ἵδρυσιν σωμάτων, τὸν τρόπον παροχῆς συντάξεων, τὸν τρόπον προαγωγῆς, καὶ εἰς οὐδένα ἐξ ἡμῶν ὑπάρχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίας, διότι αἱ τροπολογίαι εἰς βʹ ἀνάγνωσιν δὲν δύνανται νὰ γίνωσι δεκταί. Πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον. Ἂν νομίζει ἡ Βουλὴ ὅτι κατόπιν τούτων εἶναι δυνατὸν νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, δύναται νὰ προχωρήσῃ. Ἐγὼ ὅμως νομίζω ὅτι δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα οὐδὲν νομοσχέδιον παρουσιάζει τόσον ἀσυμβίβαστον ὅσον τὸ προκείμενον.
§226ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τὰς τροπολογίας τὰς προτεινομένας ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ σήμερον δύνασθε νὰ προτείνητε ὑποτροπολογίας.
§227Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, θελήσας νὰ προσβάλῃ καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ κωλυόμενος, λόγῳ τοῦ ὅτι τὸ νομοσχέδιον ψηφίζεται εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν, ἑπομένως ὤφειλε νὰ ὁμιλήσῃ ἐφ’ ἑνὸς ἑκάστου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀναπτύξῃ τὰς γνώμας αὑτοῦ, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑποβάλῃ πρότασιν ἀπαραδέκτου, πρότασιν δηλαδὴ καθ’ ἣν τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα. Πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς του ταύτης ἀνέφερεν ἕξ ἀπαράδεκτα, καὶ ἀναφέρων τὰ ἀπαράδεκτα ταῦτα ἐποιήσατο καὶ δριμεῖαν κριτικὴν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι εὑρίσκεται ἐντελῶς ἐν τῷ ἀδίκῳ, πρῶτον ὁμιλήσας κατ’ ἀρχὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐνῷ εἶχεν ἐξαντληθῆ ἡ συζήτησις, ἐν τῷ ἀδίκῳ ὡσαύτως διότι ἀνέφερεν ἓν ἀπαράδεκτον, ὅτι διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ζητοῦμεν νὰ κανονισθῶσιν οἱ ἀριθμοὶ τῶν μηχανικῶν καὶ ἱερέων, τοὺς ὁποίους δὲν ἐζητήσαμεν μέχρι σήμερον διὰ τῶν νομοσχεδίων τῶν ὑποβληθέντων εἰς πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν. Ἀλλὰ νομίζω, κ. Βουλευταί, ὅτι τὸ τοιοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ, ὅτι κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προστεθῶσιν ἐν τοῖς νομοσχεδίοις ἄρθρα διαλαμβάνοντα περὶ παρεμφερῶν θεμάτων. Νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀντίρρησιν ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου, διότι καθ’ ἑκάστην βλέπομεν τὸ τοιοῦτο. Θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ἔχει δίκαιον κατ’ οὐσίαν, ἂν ὑπεστήριζεν ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὑπέβαλε τοιαύτας τροπολογίας σκοπῶν νὰ ὑφαρπάσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, σκοπῶν ν’ ἀποφύγῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου. Καὶ ἤδη κατὰ τὰς ὑποδείξεις τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς κατηρτίσθη πρὸ πολλοῦ χρόνου νομοσχέδιον διαλαμβάνον περὶ τῆς ἀναδιοργανώσεως τοῦ σώματος τῶν μηχανικῶν. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔφερε σπουδαιοτάτας ἀντιρρήσεις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι ὅλαι αἱ ἀντιρρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι δικαιολογημέναι, ἀλλ’ ἀρκετὸν μέρος τῶν παρατηρήσεων τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἁρμοδίων ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν. Ἐκ τούτου ὅμως δὲν εἵπετο ὅτι ἔπρεπε νὰ παρακωλυθῇ καὶ ἡ ἀνάπτυξις τοῦ κλάδου τούτου, ὁ ὁποῖος, ὡς γνωρίζετε, ἔχει τοιαύτην χρησιμότητα καὶ τοιαύτας ἀπέδωκεν ὑπηρεσίας εἰς τὸ σῶμα τοῦ ναυτικοῦ. Τί γίνεται δὲ διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου; Ὅτι οἱ ἀριθμοὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὑπάρχει τελεία ὁμοφωνία καὶ τοῦ γενικοῦ ἐπιτελείου καὶ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς τίθενται προκαταβολικῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον, διότι οὐδεμία διχογνωμία ὑπάρχει ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου ὅτι τόσοι εἶναι οἱ ἀριθμοὶ οἱ ὁποῖοι χρειάζονται εἰς τοὺς βαθμοφόρους τοῦ Βασιλικοῦ ναυτικοῦ. Θέλετε μέχρις ὅτου καταστῇ δυνατὸν νὰ ἐξοικονομηθῶσιν αἱ διάφοροι ἀνάγκαι καὶ συζητηθῶσι τὰ συμπεράσματα τῆς ἐπιτροπῆς; Ν’ ἀναστείλωμεν τότε τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ κλάδου τούτου, ὁ ὁποῖος καθ’ ἡμέραν ἀποδίδει χρησιμωτάτην συμβολὴν εἰς τὸ ναυτικόν. Δεύτερον ἔψεξε τὸ νομοσχέδιον, διότι κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν προνοεῖ καὶ περὶ τῶν ἱερέων τοῦ στόλου. Κύριοι, καὶ ἂν ὑποτεθῇ ὅτι καὶ κατὰ τὴν πρώτην καὶ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν ἠδύναντο νὰ τεθῶσιν ἱερεῖς καὶ δὲν ἐτέθησαν, ἀποτελεῖ οὐσιαστικὸν πλημμέλημα τοῦ νομοσχεδίου ὅτι οἱ ἱερεῖς τοῦ στόλου μας αὐξάνονται κατὰ δύο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπολύτως χρήσιμον νὰ γίνῃ, εἶναι πλημμέλημα τοῦτο τοῦ νομοσχεδίου;
§228Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα διὰ τὸ συνταγματικὸν ἀπαράδεκτον. Ἐπὶ τῆς οὐσίας ἐπιφυλάσσομαι.
§229Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ὑπάρχει τι ἀντισυνταγματικόν, διότι εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον συμβαίνει καθ’ ἡμέραν. Θὰ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς κατ’ οὐσίαν, ἂν ἔλεγεν ὅτι αἱ τροποποιήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσι τιθέμεναι παρὰ μόνον ὅπως ὑποκλέψωσι τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας ἔψεξε τὸ νομοσχέδιον, διότι λέγει ὅτι προσπαθοῦμεν νὰ λάβωμεν τοιαύτην ἐξουσίαν παρὰ τῆς Βουλῆς ὥστε ν’ ἀναδιοργανώσωμεν καὶ καταστρέψωμεν τὸ σῶμα τῶν οἰκονομικῶν ἀξιωματικῶν, διότι εἰσηγάγομεν ποικίλας καὶ πολλὰς διατάξεις. Ἐὰν μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην ἔπεσε τὸ ζήτημα τῆς ἀντισυνταγματικότητος, εἶμαι προθυμότατος, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ ἄρθρου τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει περὶ αὐτῶν, νὰ συζητήσω τίνες εἶναι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ἂν εἶναι δυνατὸν οὐσιαστικῶς νὰ γίνωσι δεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Πρέπει δὲ νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας ὅτι οὐδεμίαν δυσκολίαν θὰ εἶχον, ἐφ’ ὅσον παρατηρήσεις τινὲς αὐτοῦ ἤθελον θεωρηθῇ ὡς δίκαιαι, νὰ συζητήσω μετ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ καταλήξωμεν εἰς συμπέρασμα.
§230Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα;
§231Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα περιλαμβάνονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπ’ ἀρχῆς. Ἄν τυχὸν νομοθετικόν τι Διάταγμα ἐξ ἀβλεψίας δὲν περιελαμβάνετο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ ὑποδείξητε τοῦτο καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὐδεμίαν δυσκολίαν ἔχω αὔριον νὰ φέρω νομοσχέδιον κυροῦν τὰ διάφορα ταῦτα νομοθετικὰ Διατάγματα. Δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τόσον μέγα ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι δύναται ν’ ἀνασταλῇ ἡ ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν εἶναι συναφὲς πρὸς τὰ νομοθετικὰ Διατάγματα, ἀλλ’ ἐντελῶς ἀνεξάρτητον. Εἶμαι πρόθυμος ἐφ’ ὅσον ἀποδεικνύεται ὅτι εἰς τὰ ἔντυπα τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν δὲν περιλαμβάνονται τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα περιελαμβάνοντο ἐν τῇ τελευταίᾳ συζητήσει, εἶμαι πρόθυμος νὰ σᾶς παρουσιάσω αὔριον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητῆται ἡ κύρωσις τῆς Βουλῆς.
§232Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ θὰ τὰ εἴπω ὅλα ἀπ’ ἀρχῆς, διὰ νὰ λήξῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ψηφιζομένου ἑνὸς νόμου νὰ δεχθῶμεν νὰ παρεντίθενται εἰς βʹ ἀνάγνωσιν διατάξεις ἄλλων νομοσχεδίων καὶ νὰ λαμβάνηται οὕτως ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀπ’ ἀρχῆς εἶχεν ὡρισμένον σκοπὸν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν. Ἐδῶ ὅμως δὲν πρόκειται περὶ ἀριθμῶν ἀξιωματικῶν· πρόκειται περὶ καταργήσεως σώματος, πρόκειται περὶ προσόντων, πρόκειται δὲ καὶ περὶ νέου σώματος. (Τὴν ἕδραν τοῦ κ. Προέδρου καταλαμβάνει ὁ Ἀντιπρόεδρος κ. Ν. Γαρδικιώτης).
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις δὲν βαίνει κανονικῶς. Συζητεῖται τὸ ἄρθρον 1. Ἔχετε ἀπαράδεκτον ὑπ’ αὐτοῦ;
§234Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχω ἐπὶ τοῦ ὅλου.
§235ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐψηφίσθη κατ’ ἀρχήν· σήμερον προβάλλεται τὸ ἀπαράδεκτον, λόγῳ τοῦ ὅτι ἀντισυνταγματικῶς ὑποβάλλονται αἱ τροπολογίαι τοῦ κ. Ὑπουργοῦ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§236Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐνῷ τὸ ἄρθρον 1 ἐψηφίσθη ὅτι κανονίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν ἐκτὸς τῶν μηχανικῶν, τῶν μουσικῶν καὶ τῶν ἀρχιεργοστασιαρχῶν αʹ τάξεως, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀφήνει καὶ τοὺς μηχανικούς. Παραλείπει λοιπὸν τοὺς μηχανικούς, περὶ τῶν ὁποίων θὰ μεριμνήσῃ δι’ ἰδιαιτέρου νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως δύναμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ἀπαραδέκτου τοῦ ἄρθρου 1. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ὅτε μᾶς ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον, ἐφρόντισε διὰ μακρᾶς εἰσηγητικῆς ἐκθέσεως καὶ διὰ πινάκων ν’ ἀποδείξῃ τοὺς λόγους οἱ ὁποῖοι ἐπέβαλον τὴν αὔξησιν. Περὶ ἑνὸς σώματος τῶν μηχανικῶν, ὅπου πρόκειται περὶ 76 ἀξιωματικῶν, ὄχι μόνον δὲν ἔχομεν καμμίαν δικαιολογίαν, δὲν ἔχομεν κανένα πίνακα, ἀλλὰ δὲν γνωρίζομεν καὶ πῶς θὰ κατανεμηθῶσιν οἱ 76 ἀξιωματικοί, τίς τοὺς ἐπρότεινε καὶ διὰ τίνα λόγον ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς εἰς 76. Νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον. Ἕν σημεῖον καὶ τόσον σπουδαῖον, ὅπως ὡμολόγησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, πρέπει ν’ ἀποτελέσῃ θέμα ἰδιαιτέρας συζητήσεως, πολὺ περισσότερον ὅτε μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Συμβούλων τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ἀνεπτύχθη μία διαφορά, διότι τὸ νομοσχέδιον εἶχε τοιαύτας διατάξεις, ὥστε, ἂν ἤρχετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἔβλεπεν αὕτη κατὰ τίνα τρόπον συντάσσονται τὰ νομοσχέδια. Ἄν πρόκειται νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον ὅπως τροποποιεῖται σήμερον, ψηφίζεται μόνον εἰς μίαν ἀνάγνωσιν ἄνευ ἐκθέσεως, ἄνευ εἰσηγήσεως, ἄνευ ἐπεξεργασίας προκειμένου περὶ ὁλοκλήρου σώματος. Νομίζω ὅτι τοῦτο ἀποτελεῖ ἀνωμαλίαν διὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ σπεύσῃ αὐτὸς ὁ Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ ἕτερον νομοσχέδιον ἢ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν κρίσιν τῶν Συμβούλων του, νὰ παρουσιάσῃ καὶ πάλιν, ἵνα ἀναπτύξῃ τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων μετέβαλε τὴν ἀρχικὴν γνώμην καὶ συνεμορφώθη μὲ τὴν ἐπιτροπὴν ἢ δὲν μετέβαλε τὴν γνώμην του, ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς ψηφίσεως εἶναι τελείως ἀνώμαλος. Ὑπάρχουσι πολλοὶ νόμοι περὶ ἀριθμῶν ἀξιωματικῶν, ἀλλ’ εἰς οὐδένα τούτων θέλετε ἴδει διατάξεις περὶ καταργήσεως σώματος, περὶ συντάξεων, περὶ προσόντων καὶ τόσα ἄλλα.
§237ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀπαραδέκτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 1 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός.
§238Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐλπίζω ὅτι αὐτὴν τὴν φορὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν δὲν θὰ μοὶ κάμῃ τὴν ἀδικίαν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔκαμε τὴν ἄλλην φοράν, νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι, ἐπειδὴ ὡμίλησα ἐπὶ τῇ βάσει συλλογισμῶν, δὲν ὡμίλησα ἀντικειμενικῶς, διότι παρετήρησα ἐκ τῶν μεταβολῶν τὰς ὁποίας εἰσηγεῖται καὶ τῶν τροπολογιῶν τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν, ὅτι ἡ ἀγόρευσίς μου ἐκείνη, ὅσον καὶ ἂν δὲν ὑπῆρξεν ἀντικειμενική, ὡς ἠθέλησε νὰ παραστήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, στηριχθεὶς ὅμως ἐπὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἔτυχον τῆς κυρώσεως καὶ τῆς μαρτυρίας τοῦ ἀξιοτίμου τέως Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ὅστις ἀπέδειξε διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του μετὰ πόσου ἐνδιαφέροντος καὶ γνώσεως τῶν πραγμάτων παρακολουθεῖ τὰ ζητήματα τοῦ Ναυτικοῦ, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου ἐκεῖναι ἐνεποίησαν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἐντύπωσιν, καὶ αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ὑπέβαλε, μοὶ παρέχουσι τὸ ἐνδόσιμον νὰ ὑποθέτω, ὅτι θὰ προσχωρήσῃ περισσότερον ἀκόμη εἰς τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν. Δὲν θὰ ἐπανέλθω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, οὐδ’ ἐπὶ τῶν λόγων ἐκείνων τῶν ψυχολογικῶν ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῶν ὁποίων ἠρεύνησα ἐγὼ τὸ νομοσχέδιον. Ἡ ἀγόρευσίς μου ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου κατηυθύνετο εἰς δύο σημεῖα. Τὸ πρῶτον τούτων δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, διότι ἀναφέρεται εἰς ἄρθρον ἀπαλειφθέν. Τὸ δεύτερον σημεῖον τῆς ἀγορεύσεώς μου ἦτο τὸ ἑξῆς, ὅτι ὡς ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε ὑπὸ τῆς Πολιτείας διαχειρίσεως τοῦ ζητήματος τῶν προβιβασμῶν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ παρουσιάσθη τὸ φαινόμενον νὰ ἔχωσι προαχθῆ πάντες οἱ ἀξιωματικοὶ ὑπὲρ ὡρισμένην τάξιν καὶ ὑπὸ τὴν ὡρισμένην τάξιν ἅπαξ, τινὲς δὲ καὶ δίς, διὰ τοῦ νομοσχεδίου δὲ τούτου οἱ αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπὲρ τὴν ὡρισμένην τάξιν θέλουσι λάβει ἐπίσης διπλοῦς βαθμούς, μία μόνη τάξις ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία θὰ φανῇ ὅτι ὑπηρέτησε κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν πολέμων μὲ τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον καὶ σήμερον κατέχει, δὲν ἔχει καμμίαν ἐλπίδα νὰ τύχῃ τῆς ἠθικῆς πλέον ἀμοιβῆς. Διότι περὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς κατήντησε νὰ ὁμιλῶμεν, ἀφοῦ οὐδεμίαν ἄλλην ἀξίαν λόγου ἠθικὴν ἀμοιβὴν ἔλαβον ἐφ’ ὅσον τὰ διακριτικὰ γνωρίσματα, τὰ παράσημα, τὰ ἀπονεμόμενα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς ὡς ἐκ τῆς γενικῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἐπεκράτησεν, ἀπενεμήθησαν πρὸς πάντας ἀδιακρίτως ὑπηρεσιῶν. Ἡ ὑπηρεσία δὲν ἠθέλησε νὰ φέρῃ διακρίσεις μεταξὺ τῶν ἀξιωματικῶν. Εἶπον λοιπὸν ὅτι παρουσιάζεται τὸ φαινόμενον μία ὡρισμένη τάξις ἀξιωματικῶν, καὶ δὴ ἡ τάξις τῶν ὑποπλοιάρχων, τῶν ὡς ὑποπλοιάρχων ὑπηρετησάντων καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον, αὐτὴ καὶ μόνον εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν καὶ εἰς τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς καὶ εἰς τὸ Ναυτικὸν ἀπενεμήθησαν διπλοῖ βαθμοὶ εἰς πάντας, αὐτοὶ μόνον δὲν ἠμείφθησαν. Ἐγένετο μία παρατήρησις εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτοῦ, ὅτι ἠγόρευσα ὑπὲρ τάξεως ἀξιωματικῶν. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς δὲν θὰ ἠθέλησε νὰ μοὶ ἀποδώσῃ μονομερὲς ἐνδιαφέρον ὑπὲρ ὡρισμένης τάξεως.
§239Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι· ποτὲ δὲν εἶπον τοιοῦτό τι.
§240Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διότι μία τάξις ἀξιωματικῶν εἶναι ἓν ὀργανικὸν σύνολον εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀξιωματικῶν, ἡ δὲ ἁρμονία καὶ αἱ ἠθικαὶ ἐπιβραβεύσεις δὲν ἀφορῶσιν εἰς τοὺς ἀξιωματικούς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀπονέμονται, ἀλλ’ εἰς τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν ἁρμονικῇ ἑνότητι.
§241Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἴμεθα τελείως σύμφωνοι.
§242Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τότε εἶχον προτείνει ἐγὼ ὅπως, προκειμένου περὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, ληφθῇ πρόνοια ἵνα προαχθῶσι πάντες, ἐπειδὴ δ’ ἀνεγνωρίζομεν ὅτι ἡ ὑπηρεσία των εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ δὲν ἔπρεπε τὸ ναυτικόν νὰ στερηθῇ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν ὑποπλοιάρχων, εἶχον εἴπῃ ὅτι θὰ ἠδύναντο νὰ ὑπηρετήσωσιν εἰς κατώτερον βαθμόν. Μοὶ ἀντετάχθη ὅμως ἐκ μέρους ἀξιοτίμου Συναδέλφου καὶ εἰδικωτάτου, τοῦ πλοιάρχου Κοντοσταύλου, ὅτι τοῦτο ἤθελε παραβιάσει τὴν πειθαρχίαν. Εἰς τὴν παρατήρησιν ἐκείνην δύναμαι ν’ ἀντιτάξω δύο ἐπιχειρήματα ἀντλούμενα ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀπὸ τὴν εἰσηγητικὴν ἔκθεσιν τοῦ νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, ὁ ὁποῖος διὰ παρεμφερῆ περίπτωσιν εἰσηγεῖτο ῥητῶς, ὅπως πλοίαρχοι ὑπηρετήσωσιν ἐπὶ τῶν ἀνιχνευτικῶν, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἐπιχείρημα ἐκ τῆς διοικήσεως ἀντλούμενον διότι ὑποναύαρχος ὑπηρετεῖ ἤδη ὡς τμηματάρχης εἰς θέσιν ἡ ὁποία ἤδη ἱδρύεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου.
§243Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω τὴν ἐξήγησιν ἐπὶ τούτου, διότι ἐπανειλημμένως ὑπεστηρίξατε εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ ὑποναύαρχος Παπαχρήστου ὑπηρετεῖ ὡς τμηματάρχης ἐν τῷ Ὑπουργείῳ. Εἰς τὸ γενικὸν ἐπιτελεῖον ὑπηρετεῖ ὑποναύαρχος, εἶναι θέσις ὑποναυάρχου. Ὁ κ. Παπαχρήστου, ὁ ἀρχιεπιστολεὺς τοῦ στόλου τοῦ Αἰγαίου, ἀποχωρήσαντος λόγῳ ὑγείας καὶ λαβόντος δίμηνον ἀναρρωτικὴν ἄδειαν τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ στόλου τοῦ Αἰγαίου κ. Κουντουριώτου, ἦτο εὔλογον, καθόσον ἀκολουθεῖ τὸν Ἀρχηγόν του κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἐπέβαινε τοῦ Στόλου, ν’ ἀσχοληθῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, δὲν ἀπησχολήθη δὲ ὡς τμηματάρχης εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἀπησχολήθη ὡς εἷς τῶν κυριωτέρων μοχλῶν τῆς κινήσεως τοῦ Ὑπουργείου. Ἀπησχολήθη ὡς διευθυντὴς τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, γνωρίζετε δὲ πόσον σημαντικὴ εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ διευθυντοῦ τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Ἡ θέσις τοῦ κ. Παπαχρήστου εἶναι ἡ τοῦ ἀρχιεπιστολέως τοῦ Στόλου· ταύτην τὴν θέσιν ἔχει διὰ Β. Διατάγματος καὶ ταύτην τὴν θέσιν θέλει ἔχει ἐφ’ ὅσον ἔχει ληφθῇ ὡς ἀρχιεπιστολεὺς τοῦ Στόλου τοῦ Αἰγαίου. Κατὰ τὸ διάμεσον διάστημα, ἐφ’ ὅσον δὲν γνωρίζομεν πόσον θὰ διαρκέσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Στόλου τοῦ Αἰγαίου κ. Κουντουριώτου, τῷ ἀνετέθη μία τῶν πλέον ὑπευθύνων ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου, τοῦ διευθυντοῦ τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν. Εἶπον ταῦτα, ἐπειδὴ ἐπανειλημμένως ἐλέχθη εἰς ἐπανειλημμένας συνεδριάσεις ὅτι ἡ Ἑλλὰς ποιήσασα Ναυάρχους καὶ μὴ ἔχουσα ποῦ νὰ τοὺς ἀπασχολήσῃ τὸν ἕνα ἔκαμε τμηματάρχην, τὸν ἄλλον δὲν ἠξεύρω τί. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Οἱ ὑποναύαρχοι, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο, κατέχουσι θέσιν ὀργανικήν. Ἡ οἰκονομία τῶν περιστάσεων ἐπέβαλλε νὰ μὴ μείνῃ ὁ ἀρχιεπιστολεὺς τοῦ Στόλου τοῦ Αἰγαίου ἄνευ ἐργασίας ἐφ’ ὅσον λείπει ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Στόλου, καὶ τῷ ἀνετέθη, ἐπαναλαμβάνω, μία τῶν πλέον ὑπευθύνων καὶ τῶν πλέον μεγάλων ὑπηρεσιῶν, τοῦ διευθυντοῦ τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, θέσις ἡ ὁποία εἰς ὅλα τὰ ναυτικὰ Κράτη τοῦ κόσμου εἶναι θέσις τοῦ ὑποναυάρχου, διὰ τὸ κῦρος τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσδίδῃ ὁ βαθμοφόρος ὁ κατέχων τὴν θέσιν ταύτην εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ὑπηρεσίας αὐτῆς.
§244Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Δὲν σᾶς εἶπον ὅτι καταρρίπτεται ἡ πειθαρχία· σᾶς εἶπον ὅτι καταρρίπτει τὸ ἀξίωμα τῶν βαθμῶν, διότι νομίζω καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ὅτι δύναται νὰ καταπατῆται τὸ γόητρον τοῦ βαθμοῦ.
§245Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀκριβῶς αὐτὸ μοὶ εἴπετε, ὅτι τὸ γόητρον καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ βαθμοῦ καταπατεῖται. Λέγω ὅτι φέρω δύο ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα εἶναι βέβαια· τὸ μὲν ἓν ἀντλῶ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ δὲ ἄλλο ἐκ τοῦ γεγονότος καὶ μόνον. Δὲν ἀσκῶ ἔλεγχον εἰς τὸ ζήτημα τῆς χρησιμοποιήσεως τοῦ Παπαχρήστου, ἀλλὰ λέγω τοῦτο, ὅτι δὲν ἐμειώθη, καὶ δικαίως δὲν ἐμειώθη ὡς καταπατηθὲν τὸ ἀξίωμα τοῦ ὑποναυάρχου, διότι ἐγένετο ἡ ἀπασχόλησις ἑνὸς ὑποναυάρχου, ἔστω καὶ παροδικῶς, εἰς θέσιν περὶ τῆς ὁποίας τὸ νομοσχέδιόν σας προνοεῖ ὅτι θὰ εἶναι ἀνατεθειμένη εἰς πλοίαρχον. Ἀλλ’ εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα ἔχω νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς, ὅτι δὲν εἶναι κἂν ἀνάγκη διὰ νὰ προαχθῶσι τοὐλάχιστον ἀκόμη ἓξ ὑποπλοίαρχοι ὑπὲρ ἐκείνους, περὶ τῶν ὁποίων τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιόν σας προβλέπει, καὶ θεωρῶ ἀσφαλὲς ὅτι θέλουσι προαχθῆ, καὶ νὰ τοποθετηθῶσιν εἰς ὑπηρεσίας κατωτέρας τοῦ βαθμοῦ των. Νομίζω δίκαιον καὶ εὔλογον τὰς ὑπηρεσίας τὰς ὁποίας αὐτοὶ σήμερον ὑπηρετοῦσι νὰ τὰς χαρακτηρίσητε ὡς ὑπηρεσίας πλωταρχῶν, διότι εἶναι καὶ πράγματι πλωτάρχαι. Διὰ νὰ μὴ ὑποστῶ δὲ τὸν ἔλεγχον πάλιν ὅτι ὁμιλῶ οὐχὶ ἀντικειμενικῶς, λαμβάνω ὑπ’ ὄψιν μου τὸ νομοσχέδιόν σας ὡς ἐτροποποιήθη· προστίθενται τρεῖς ἀκόμη ἀριθμοί, τοὺς προσθέτω μὲν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιπλοιάρχου, ἀλλὰ δυνάμει διατάξεως τοῦ δευτέρου ἄρθρου ἐπιτρέπεται νὰ προαχθῶσι καὶ ἄνευ προαγωγῆς καὶ ἄνω τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντιπλοιάρχου δύνανται οἱ ἀριθμοὶ αὐτοὶ νὰ ὑπολογισθῶσιν ὡς ἀριθμοὶ πλωταρχῶν. Λοιπὸν λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τίνες θὰ προαχθῶσι, προχωρῶ κατωτέρω καὶ συναντῶ τὸν Σωτήριον Γιαννόπουλον. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι κυβερνήτης τῆς «Ἀμφιτρίτης;» Ἐὰν αὐτὸς διατηρηθῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου, ποῖον ἄτοπον θὰ παρατηρηθῇ; Οὐδέν. Διὰ τὸν μισθὸν προνοεῖτε νὰ τοὺς ἐξισώσητε μὲ δέκα ἐννέα ἀκόμη κατωτέρους νὰ λάβωσι μισθὸν πλωτάρχου· ἡ θέσις του εἶναι ἀνεξάρτητος· τὸ γόητρον τοῦ βαθμοῦ τοῦ πλωτάρχου δὲν θὰ πάθῃ ἂν εἰς τὸν ἀξιωματικὸν αὐτόν, ὁ ὁποῖος ἔχει συμπληρώσει τὰ ἔτη τῆς ὑπηρεσίας του, ὁ ὁποῖος ὑπηρέτησιν ἓν ἔτος πρίν, ἦτο ὑποπλοίαρχος, ὑπηρέτησε καθ’ ὅλον τὸν πόλεμον, δώσητε εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου. Θὰ σᾶς δικαιολογήσω ἀκόμη ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀπόψεως ἓξ θέσεις. Ἔρχομαι εἰς τὸν Σπηλιωτάκην. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι τορπιλλητής· σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν τὸν ὁποῖον ἔχει εἰσαγάγει ἡ Ἀγγλικὴ ἀποστολή; Δὲν ἀπασχολεῖται διόλου εἰς ὑπηρεσίαν φυλακῆς, εἶναι δεύτερος ὕπαρχος, εἶναι τορπιλλητής, εἶναι ἀρχηγὸς ἐπιστασίας. Ὁ Χαρίλαος Πουλάκος· εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀξιωματικὸς πορείας τοῦ «Κιλκίς», καὶ αὐτὸς δεύτερος ὕπαρχος; Ναὶ ἢ οὔ; Ἐκτελεῖ καθήκοντα ἀξιωματικοῦ πορείας σύμφωνα μὲ τὸν ὀργανισμὸν τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς; Εἶμαι ἐν τῇ ἀκριβείᾳ, κύριε Ὑπουργέ;
§246Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω· ὀνομάζετε δεύτερον ὕπαρχον, συμφώνως μὲ τὸν κανονισμὸν τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς, ὁ ὁποῖος ἀκόμη δὲν εἶδε τὸ φῶς.
§247Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ναί. Ἀλλ’ ἐφαρμόζεται, κύριε Ὑπουργέ· γνωρίζετε τοῦτο καλλίτερον ἐμοῦ.
§248Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὑποθέτω ὅτι δὲν εἶναι ἐπίσημος.
§249Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἐφαρμόζεται.
§250Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἴσως ἐφαρμοσθῇ, ἀλλὰ δὲν ἐτέθη ἐν ἰσχύϊ.
§251Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐπίσης ὁ Μεταξᾶς δὲν ἐκτελεῖ ὑπηρεσίαν φυλακῆς οὔτε θὰ ἐκτελέσῃ. Ὁ Τούμπας, ἀντικαταστάτης τοῦ ὑπάρχου τοῦ «Ἀβέρωφ», ἐξῃρημένος διὰ διαταγῆς τοῦ Ναυάρχου οἱασδήποτε ὑπηρεσίας φυλακῆς, καὶ ὁ Μαυρομιχάλης διοικητὴς τῶν πυροβολείων τοῦ Μούδρου. Θὰ ὑποστῇ μείωσιν τὸ γόητρον τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, ἐὰν ὑπηρετήσῃ μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου; Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι ἀντικειμενικῶς ἐξετάζων τὰ πράγματα εὑρίσκω ὅτι, ἀφοῦ δίδετε τὸν μισθόν, εἶναι ἀπείρως προτιμότερον νὰ δώσητε εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ἔχοντας συμπληρώσει τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν καὶ τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου, ὄχι διότι ἔχω δικαίωμα νὰ τὸ ζητήσω — δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἀναγνωρίζω δικαιώματα ἀπέναντι τοῦ Κράτους —, ἀλλὰ διότι νομίζω ὅτι ἔχει καθῆκον τὸ Κράτος νὰ τὸ πράξῃ, ἀφοῦ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ εἶναι οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι προαχθῆ. Ὑποθέτω ὅτι εἶναι τόσον δικαία ἡ ἀξίωσίς μου, ὥστε μετὰ θάρρους, νὰ προτρέπω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ὅπως μὴ ἀφεθῇ εἰς τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἔχει, τῶν 32 πλωταρχῶν, ἀλλὰ νὰ προχωρήσῃ περαιτέρω καὶ νὰ τοὺς αὐξήσῃ. Ἐγὼ θὰ ἔβαινον ἔτι περαιτέρω· νὰ φθάσῃ ἡ αὔξησις αὐτὴ τῶν ἀριθμῶν, διὰ νὰ δοθῇ μία ἠθικὴ ἀμοιβὴ εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι θεωροῦσιν, ἀδίκως ἔστω, τὸν ἑαυτόν των μεμειωμένον ἐν τῇ οἰκογενείᾳ τῇ ναυτικῇ καὶ ἐν τῇ οἰκογενείᾳ τῇ στρατιωτικῇ. Ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας μὴ θελήσας νὰ γνωρίσῃ τὰ αἴτια τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὑπέδειξα τῆς δυσφορίας, ὅτι ἦτο ἀποτέλεσμα τοῦ συστήματος, ἀπέδειξεν ἄλλο διὰ τῆς προαγωγῆς εἰς τὸ σῶμα τὸ ναυπηγικόν. Καὶ ὁ τέως Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐγὼ ἐπιστοποιήσαμεν τὴν ἀνάγκην ἡ ὁποία ὑπάρχει.
§252Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Οὐδεμία ἀνωμαλία ὑπῆρχεν εἰς τὸ σῶμα τὸ ναυπηγικόν. Πᾶς προβιβασμὸς ὁ ὁποῖος ἐγένετο, ἐγένετο διὰ νομοθετικοῦ Διατάγματος, ἐγένετο ἄνευ καταργήσεως τοῦ χρόνου ὑπηρεσίας. Ὅλοι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι προήχθησαν εἶχον συμπληρώσει ὅλον τὸν χρόνον τῆς ὑπηρεσίας.
§253Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ πιστοποιῶ τὸ γεγονός· δὲν κάμνω ἔλεγχον. Ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ ἀντιπλοίαρχοι εἰς τὸν ναυπηγικὸν κλάδον, οἱ ὁποῖοι ὅτε κατετάγησαν εἰς τὸ σῶμα εἶχον προηγουμένους ἄλλους.
§254Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὸ ἴδιον ἦτο πρὸ διετίας. Δὲν ἤλλαξαν αἱ συνθῆκαι. Ἐπαναλαμβάνω καὶ πάλιν νὰ εἴπω, ὅτι αἱ προαγωγαὶ ἐγένοντο διὰ Β. Διατάγματος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς συμπληρώσεως τοῦ χρόνου τῆς ἀπαιτουμένης ὑπηρεσίας. Ἀκριβῶς παρέβην τὸν ἀριθμὸν καὶ θ’ ἀπαντήσω.
§255Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει πιστοποιῶ ὅτι καὶ ὁ διαφωνήσας μετ’ ἐμοῦ, ὡς πρὸς τὰ αἴτια, ἐπιστοποίησεν αὐτὰ τὰ αἴτια. Καὶ ὁ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας συνήγορος καὶ αὐτὸς ὑπὲρ τοῦ δικαίου τῆς ἀξιώσεως, ὅπως ἱκανοποιηθῶσι καὶ οἱ ὑποπλοίαρχοι, ἐπρότεινε μίαν λύσιν. Καὶ ἓν μὲν τμῆμα ἐδέχθη.
§256Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία.
§257Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω τοῦτο, διότι δὲν μοὶ ἀνεκοινώθη. Νομίζω ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσητε καὶ περαιτέρω διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησα. Δὲν πρόκειται νὰ προαχθῶσι προνομιακῶς χωρὶς νὰ ἔχωσι συμπληρώσει τὴν ὑπηρεσίαν των· εἶναι συμπεπληρωμένη ἡ ὑπηρεσία μέχρι τοῦ ὑπ’ ἀριθμὸν 31 τῆς ἐπετηρίδος.
§258Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νὰ μὲ διαφωτίσητε. Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἔχουσιν ὀλιγωτέραν ὑπηρεσίαν τῶν τεσσάρων ἐτῶν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου.
§259Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ τὸ πολεμικὸν ἔτος; Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐκτελοῦσι σήμερον οὗτοι ὑπηρεσίαν τόσον ἀνεξάρτητον, οἵα δὲν εἶναι ἡ ὑπηρεσία τοῦ ὑποπλοιάρχου.
§260Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μόνον εἷς ἔχει τριετῆ ὑπηρεσίαν, οἱ δ’ ἄλλοι ἔχουσι τετραετῆ.
§261Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ σᾶς δώσω, κ. Ὑπουργέ, τὴν ἐπετηρίδα καὶ θὰ ἴδητε. Ἡ τελευταία προαγωγὴ εἶναι τῷ 1910. Ἔχουσι συμπληρώσει ἀναμφισβητήτως τὴν ὑπηρεσίαν καὶ εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ τόσοι ἄλλοι προήχθησαν καὶ πρόκειται νὰ λάβωσι διπλοῦς ἀριθμούς, πρέπει νὰ λάβωσι καὶ αὐτοί. Ὑποθέτω ὅτι εἴμεθα ἐν ἀκριβείᾳ. Ἐγὼ πιστοποιῶ τὸ γεγονός, ὅτι σήμερον κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς δὲν ἐκτελοῦσιν ὑπηρεσίαν φυλακῆς. Αὐτὴ ἦτο μία γενικωτέρα παρατήρησις καὶ βλέπετε ὅτι ἐμετρίασα πολὺ τὴν πρότασίν μου διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα. Μίαν ἄλλην παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, ἀλλὰ θὰ κάμω ταύτην ἐπὶ τοῦ 3ου ἄρθρου. Δὲν ζητῶ λοιπὸν βαθμοὺς δι’ ἄλλον λόγον παρὰ διὰ τὸν σκοπὸν νὰ ἀμειφθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὁποῖοι συνετέλεσαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὸ ναυτικὸν μεγαλεῖον.
§262ΑΘ. ΜΙΑΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος εἶπεν ὅτι ἡ θέσις τοῦ ὑποπλοιάρχου ἔχει κανονισθῆ κατὰ τὸν κανονισμὸν τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς. Μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ θὰ καταλάβωσι τοὺς βαθμούς;
§263Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Φυσικά. Θὰ καταλάβωσι τοὺς βαθμοὺς οὓς θὰ ὑποδείξῃ ἡ Ἀγγλικὴ Ἀποστολή· οὔτε γνωρίζω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἂν θὰ τοὺς ὀνομάσωσι πλωτάρχας. Δὲν μοὶ ἀνεκοίνωσαν τὰς σκέψεις των. Ἡ αὔξησις τῶν πλωταρχῶν προτείνεται κατ’ ἴδιον σύστημα ἐν Ἀγγλίᾳ. Δὲν δυνάμεθα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως αὐτῆς νὰ ἐξετάσωμεν τὸν ἀναγκαιοῦντα ἀριθμόν.
§264Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ ἵνα, πρὶν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἄρθρου πρώτου, τὴν ὁποίαν ἐν συντόμῳ θὰ διεξαγάγω, ἀναπτύξω διαφωνίαν, τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι ἐν ἀνάγκῃ ν’ ἀναπτύξω πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν περὶ τοῦ ἀρχιεπιστολέως τοῦ Στόλου. Νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ἡ διαφωνία νὰ ἐκδηλωθῇ ἀμέσως, διότι δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μένωσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἀνεξέλεγκτοι θεωρίαι ἀναπτυσσόμεναι μάλιστα ὑπὸ τὸ κῦρος τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν, καθόσον ἡ Βουλὴ ἐπὶ ζητημάτων τεχνικῶν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ λαμβάνει τὰς πληροφορίας τὰς κεκυρωμένας καὶ οὕτως εἰπεῖν τὴν κεκυρωμένην διδασκαλίαν. Ἂν αἱ γνῶμαι αὗται μείνωσιν ἀνεπανόρθωτοι, θὰ μείνῃ καὶ ἡ Βουλὴ ἐν πλάνῃ καὶ κατόπιν θὰ δημιουργηθῇ ἔλεγχος πεπλανημένος ἴσως. Ὁ κ. Ὑπουργὸς παρετήρησεν εἰς τὸν κ. Συνάδελφον ἐξ Ἀργολιδοκορινθίας ὅτι ἠναγκάσθη τὸν ὑποναύαρχον Παπαχρήστου νὰ τοποθετήσῃ ἐν τῇ διευθύνσει τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν προσωρινῶς διὰ διαταγῆς, καθόσον ἀπεχώρησεν ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Στόλου ἐκ τῆς ἀρχηγίας καὶ ἔπρεπε νὰ παρακολουθήσῃ τοῦτον καὶ ὁ ἀρχιεπιστολεύς. Τοῦτο εἶναι λάθος. Συνηγορῶ ὅτι ἡ διεύθυνσις τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν εἶναι μεγίστης σημασίας, ὥστε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνδείκνυται ὑποναύαρχος εἰς τὴν διεξαγωγὴν ταύτης. Ἡ διεύθυνσις τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν περιλαμβάνει τὸ μηχανικὸν τμῆμα, τὸ ναυπηγικόν, τὸ πυροβολικόν, τὸ τορπιλλικὸν καὶ τὸ τῶν δημοσίων ναυτικῶν κτιρίων, ἐννοεῖται δ’ ὅτι, ὡς συμβαίνει πάντοτε, Ὑπουργοὶ τῶν Ναυτικῶν δὲν προσλαμβάνονται ἐκ τῶν εἰδικῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ ἀλλ’ ἐκ τῶν πολιτευομένων, ἐπειδὴ δὲ πάντες οἱ παρελθόντες ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, δὲν ἤμεθα παρεσκευασμένοι ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν σειρὰν ὅλην τεχνικῶν ζητημάτων, εἶναι προσῆκον ὅπως ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἡ τεχνικὴ διεξάγηται μεθ’ ὅλου τοῦ κύρους καὶ ὅπως ἡ εἰσήγησις παρὰ τῷ Ὑπουργῷ γίνηται μετ’ ἔλεγχον πολυμερῆ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ πρῶτος, γενόμενος Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, καθιέρωσα ὀργανισμόν, ἀσφαλίζοντα ἵνα διὰ τῶν διευθύνσεων τοῦ Ὑπουργείου ἡ εἰσήγησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν γίνηται μετ’ ἔλεγχον. Ἤδη δέ, ὅτε ὁ Στόλος ἀνεπτύχθη πολύ, θὰ ἦτο ἐνδεδειγμένον ὅπως ἐν τῷ μέλλοντι ἡ διεύθυνσις τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν δίδηται εἰς ὑποναύαρχον. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἄλλο. Ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρέθη ἐν πλάνῃ καὶ ὑπεστήριξεν ὅτι ὁ ἀρχιεπιστολεὺς τοῦ στόλου δέον νὰ παρακολουθῇ τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Στόλου. Ὑπάρχει μία πλάνη ἐνταῦθα, διότι ὁ ἀρχιεπιστολεὺς δὲν εἶναι προσκεκολλημένος εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Στόλου, οἷος εἶναι μόνον ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἀρχιεπιστολεὺς τοῦ Στόλου καὶ οὐχὶ τοῦ Ναυάρχου Ἀρχηγοῦ. Ὡς δὲ ἐν τῷ στρατεύματι ὁ ἐπιτελάρχης εἶναι ἐντεταλμένος ὑπὸ τῆς Πολιτείας νὰ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ καὶ οὐχὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἀρχηγοῦ, οὕτω καὶ ἐν τῷ Ναυτικῷ ὁ ἀρχιεπιστολεὺς εἶναι ἐντεταλμένος ὑπὸ τῆς Πολιτείας ἵνα διεξάγῃ καὶ διαρρυθμίζῃ τὰς ἐπιτελικὰς ὑπηρεσίας τοῦ Στόλου, οὐχὶ δὲ ὅπως θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ Στόλου προσωπικῶς. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀπὸ τοῦ στόλου ἀπομάκρυνσις τοῦ ἀρχιεπιστολέως δὲν εἶναι ἀναγκαία συνέπεια τῆς ἀπομακρύνσεως ἀπὸ τοῦ στόλου, ἔστω καὶ προσωρινῶς τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ στόλου κ. Κουντουριώτου. Φρονῶ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εὑρέθη ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου ἐν τῇ πλάνῃ ταύτῃ, διότι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ του διατυποῦται ἀντίθετος καὶ ὀρθὴ ἀρχή, ἀρχὴ τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ προτείνω καὶ πρὸς ἣν ἀπολύτως καὶ τελείως εἶμαι σύμφωνος.
§265Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον ὅτι ὁ ἀρχιεπιστολεὺς ἀκολουθεῖ πάντοτε τὸν Ἀρχηγόν, ἀλλ’ εἶπον ὅτι κατὰ τὰς κρατούσας συνθήκας ἐν τῷ ναυτικῷ ἡ ἀποχώρησις ἔδει νὰ προηγηθῇ.
§266Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἄλλην γνώμην καὶ διὰ τὰς κρατούσας συνθήκας. Ἡ θέσις τοῦ ἀρχιεπιστολέως διατυποῦται ὀρθῶς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθ’ ὃ ἀντὶ ὑποναυάρχου ὁ ἀρχιεπιστολεὺς τοῦ Στόλου εἶναι πλοίαρχος, ὅστις ἐν εἰρήνῃ εἶναι ὑπαρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου. Τίθεται οὕτω μία ἀρχὴ σωφρονεστάτη, ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον θὰ εὑρίσκηται ἐν ἀδιασπάστῳ ἑνότητι πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ στόλου. Ἀλλὰ καὶ ἡ διεξαγωγὴ τοῦ πολέμου ἀπέδειξε πόσον ἐνδείκνυται ἡ ἀρχὴ αὕτη ἐν τῷ μέλλοντι, διότι πρέπει ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ στόλου ἐξερχόμενος τοῦ Πειραιῶς νὰ εὑρίσκηται εἰς πλήρη συνενόησιν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ὁ ἀρχιεπιστολεύς του νὰ εἶναι κάτοχος ὅλων τῶν μελετῶν, τῶν γνωμῶν καὶ τῶν προθέσεων τοῦ Ἐπιτελείου ἵνα μεταδίδῃ ταύτας εἰς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ στόλου, ἐὰν δὲ τοῦτο δὲν συμβῇ, τίθεται ἀντιμέτωπος πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον ὁ Ἀρχηγός. Ὅταν ὁ ἀρχιεπιστολεὺς διορίζηται προχείρως καὶ δὲν εἶναι προσηρμοσμένος πρὸς τὸ ὅλον ἐπιτελικὸν συγκρότημα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διεξαχθῇ ὑπηρεσία, διότι τὸ Ἐπιτελεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διευθύνει ἐν συνόλῳ τὰ τῶν ἐπιχειρήσεων, πρέπει δὲ νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀδιακόπῳ ἀλληλουχίᾳ πρὸς αὐτὸ ὁ Στόλαρχος καὶ τὸν Ἐπιτελεῖόν του. Προκειμένου περὶ πολεμικῶν ἐνεργειῶν ἐν τῷ μέλλοντι, δὲν εἶναι δυνατὸν τὰ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν νὰ διεξάγωνται ὡς διεξήχθησαν ἐν τῷ λήξαντι πολέμῳ. Διότι ἐν τῷ λήξαντι πολέμῳ ὁ ἀντίπαλος στόλος ἦτο μικρός, ὡς καὶ ὁ ἡμέτερος, καὶ συνεπῶς καὶ αἱ ναυτικαὶ ἐπιχειρήσεις ἦσαν ἁπλαῖ. Ἀλλ’ ὅταν αὐξηθῇ ὁ στόλος ἡμῶν, ὅταν ὁ ἀντίπαλος στόλος ἐπίσης αὐξηθῇ, ὅταν ἀποκτήσῃ ὁρμητήρια πλείονα ὁ ἐχθρὸς καὶ ἡμεῖς ἐπίσης, ὅταν συμμαχικοὶ συνδυασμοὶ ἐμπλέξωσιν ἡμᾶς, τὰ τῶν ναυτικῶν ἐπιχειρήσεων δὲν θὰ εἶναι ἁπλᾶ, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ Γενικοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ θὰ εἶναι ἐνδεδειγμένος ἵνα μετὰ κύρους καθορίζῃ τὰς ναυτικὰς ἐπιχειρήσεις, ὁ δὲ Ἀρχηγὸς τοῦ στόλου θὰ ἔχῃ τὸ ἐκτελεστικὸν μέρος. Διὰ τοῦτο πρέπει οὗτος νὰ εὑρίσκηται ἐν τελείᾳ ἐπαφῇ καὶ ἐν ἀπολύτῳ συναφείᾳ πρὸς τὰς γνώμας τοῦ Ἐπιτελείου. Διὰ τοῦτο τὸ νομοσχέδιον ὀρθῶς προβλέπει καὶ ὀρθῶς κανονίζει τὸ θέμα τοῦτο. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀντιπαρετήρησε διακόψας με ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς διοικήσεως, ἡ κατάστασις, αἱ περιστάσεις αἱ ὑπάρχουσαι σήμερον ἐν τῷ Ναυτικῷ, ἐπιβάλλουσι τὴν τακτοποίησιν ταύτην. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ὀφείλω καὶ περὶ τούτου νὰ ἐκθέσω τὴν γνώμην μου. Ἔχομεν ἀρχηγὸν ἀποστολῆς, ὅστις ἐκλήθη ἐνταῦθα ἵνα ἐκπαιδεύσῃ, καὶ ἡ ἐκπαίδευσις δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ περιορισθῇ μόνον εἰς τὰ πληρώματα καὶ εἰς τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικούς· εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπεκταθῇ καὶ εἰς τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικούς. Ὡς δὲ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μορφώσωμεν κυβερνήτας μικρῶν σκαφῶν καὶ κυβερνήτας θωρηκτῶν τύπου ντρέντνωτ, ὡς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μορφώσωμεν μοιράρχους ἀντιτορπιλλικῶν, δυναμένους ὁμαδὸν νὰ διενεργήσωσιν, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μορφώσωμεν καὶ διοικητὰς στόλου. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον λείπει σήμερον εἶναι ἡ ἐπιτελικὴ ἐκπαίδευσις. Εἶπον καὶ κατὰ τὴν ἄλλην ἀγόρευσίν μου ὅτι εἰς τὸ ναυτικόν μας εὐτυχῶς δὲν λείπουσιν αἱ ἐπιτελικαὶ ἰδιοφυΐαι. Ἀλλὰ τὸ Κράτος δὲν δύναται ν’ ἀρκεσθῇ εἰς τὴν ἐκδήλωσιν τῶν τοιούτων ἰδιοφυιῶν. Τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ παρασκευάσῃ σύστημα ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας. Ἄνευ ἐπιτελικῆς καταρτίσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ καλῶς οὔτε στόλος οὔτε στρατός, πλησίον δὲ τοῦ Ἄγγλου Ναυάρχου, ὁ ὁποῖος διὰ τὴν εὐτυχίαν τῆς Ἑλλάδος εἶναι πρώτης τάξεως ἀξιωματικός, πρέπει νὰ μορφωθῶσιν οἱ ἀνώτεροι ἡμῶν ἀξιωματικοὶ ἐν τοῖς θέμασι τούτοις. Ἡ φροντὶς περὶ τοῦ σώματος τούτου εἶναι πρωτίστης ἀνάγκης, διότι ἡ ἔννοια τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας δὲν εἶναι ἔννοια διοικητική, ὡς εἶχεν ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἐν τῷ ναυτικῷ ἐπικρατήσει νὰ θεωρῆται, ἀλλ’ εἶναι ἔννοια περιλαμβάνουσα τὸ σύνολον τῆς πρὸς πόλεμον παρασκευῆς καὶ τοῦ σχεδιασμοῦ καὶ τοῦ καθορισμοῦ τῶν ναυτικῶν ἐπιχειρήσεων. Ὅπως παρασκευάσωμεν ἀξιωματικοὺς καταλλήλους πρὸς τοῦτο, ἔχομεν ἀνάγκην χρόνου καὶ διαρκοῦς ἐκπαιδεύσεως. Καὶ θὰ εἶναι σφάλμα, ἂν χάσωμεν τὴν εὐκαιρίαν τῆς παρ’ ἡμῖν ὑπηρεσίας τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς. Ἤδη, Κύριοι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ 2ον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὀρθῶς προσέθηκεν εἰς τοῦτο τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ μηχανικοῦ Σώματος, παρ’ ὅλας τὰς ἀντιρρήσεις τὰς τυπικὰς αἱ ὁποῖαι ἐξετέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ Βουλὴ κατὰ συνήθειαν ἔχει δεχθῆ ἵνα καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν ὑποβάλλωνται τροπολογίαι οὐσιώδεις, οὐδεμία δὲ διάταξις ἀπαγορεύει τοῦτο, διότι μόνη διάταξις γενικὴ ὁρίζει ὅτι, ἂν ἡ Βουλὴ κρίνῃ ἀδύνατον τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισιν αὐτῶν, ἀναβάλλει τὴν συζήτησιν μέχρι τῆς τυπώσεώς των, οὐδεμία ὅμως ἀπαγόρευσις ὑπάρχει τῆς ἀποδοχῆς τροπολογιῶν κατὰ τὴν βʹ ἀνάγνωσιν. Κατ’ οὐσίαν ὅμως θὰ ἦτο πρᾶγμα ἥκιστα δίκαιον καὶ ἥκιστα συντελεστικὸν διὰ τὸ συμφέρον τοῦ Ναυτικοῦ καὶ διὰ τὴν ὁμόνοιαν τῶν ἀξιωματικῶν, ἂν περὶ ὅλων τῶν κλάδων ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ τῆς ψυχῆς δὲ καὶ τῶν νεύρων τοῦ Στόλου ἐδείκνυτο ἡ Βουλὴ ἀδιαφοροῦσα. Τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχει ὑποβληθῆ καὶ ἀφορᾷ εἰς τὴν συγκρότησιν τοῦ μηχανικοῦ Σώματος, εἶναι νομοσχέδιον ὀργανικόν. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐκείνῳ περιέχονται καὶ οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν ἀμέσως νὰ συζητήσωμεν τὰ τῆς ὀργανώσεως τοῦ μηχανικοῦ Σώματος, δὲν θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ μείνῃ τὸ Σῶμα αὐτὸ ἄνευ τῆς προσηκούσης ἀναπτύξεως ἡ ὁποία εἶναι ἀπαραίτητος διὰ τὴν σημερινὴν ἐξυπηρέτησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ Στόλου. Σημειώσατε ὅτι τὰ κυριώτερα σημεῖα τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ μηχανικοῦ Σώματος δὲν προσβάλλονται διὰ τοῦ μετατοπισμοῦ τῶν ἀριθμῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, διότι ἡ κυριωτέρα βάσις τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου εἶναι ὁ τρόπος τοῦ καταρτισμοῦ τοῦ Σώματος, τὸ προκείμενον δὲ νομοσχέδιον οὐδόλως θίγει τὰ ζητήματα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἀξιωματικῶν παντὸς κλάδου. Κατὰ συνέπειαν ἔχομεν πάντα χρόνον, ἵνα καὶ τὰ ὀργανικὰ ζητήματα λυθῶσιν. Ἤθελον ὅμως συστήσει εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν ἵνα ἐπισπευσθῇ ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν ἡ μελέτη ἐπὶ τῶν ἐπενεκτέων εἰς τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον τροποποιήσεων καὶ ἡ παροῦσα Σύνοδος τῆς Βουλῆς μὴ λήξῃ, πρὶν ἢ ὁ ὀργανισμὸς οὗτος ψηφισθῇ μετὰ συζήτησιν, διότι ὑπάρχει ἄλλος κίνδυνος, ὃν εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποδείξω, ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ναυτικοῦ προεκάλεσαν ἀθρόαν κατάταξιν ὑποκελευστῶν μηχανικῶν, κατὰ τὸν κείμενον δὲ ὀργανισμὸν οἱ ὑποκελευσταὶ εἶναι ἡ πρώτη βαθμίς, ἥτις ἄγει εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ μηχανικοῦ. Ἀλλὰ ἐὰν ἡ ἀπαρχὴ τῆς συγκροτήσεως τοῦ Σώματος τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ μηχανικοῦ, εἴτε κατὰ πλειονοψηφίαν εἴτε κατὰ μειονοψηφίαν, ἤθελε πρυτανεύσει νὰ γίνηται ἐκ τῶν διπλωματούχων τοῦ Πολυτεχνείου, ἐφ’ ὅσον τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποκελευστῶν ἐν τῷ μεταξὺ αὐξάνομεν, προσθέτομεν πλείονας δικαιούχους τῶν θέσεων τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Σώματος, οἵτινες θὰ δυσφορῶσιν ὕστερον ἰσχυρῶς, ἂν μέρος τῶν θέσεων τούτων διατεθῇ ὑπὲρ τῶν ἐξ ἄλλης προελεύσεως προερχομένων· ὅσον ταχύτερον ἤθελε γίνει ἡ συζήτησις τοῦ ὀργανισμοῦ, τόσον ὀλιγώτεροι θὰ εἶναι ἐκεῖνοι τῶν ὁποίων θὰ θιγῶσι δικαιώματα. Διὰ τοῦτο τὸ ὀρθὸν εἶναι νὰ εἰσαχθῇ ὁ ὀργανισμὸς ταχέως, ἵνα τὰ τοῦ μηχανικοῦ Σώματος λάβωσι τὴν δέουσαν ἀνάπτυξιν. Ἀλλὰ δὲν θέλω ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἐπὶ ζητήματος ἔτι προώρου. Ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἀριθμοὺς τῶν μηχανικῶν ἀξιωματικῶν, νομίζω ἀναγκαῖον νὰ δοθῇ περισσοτέρα προσοχὴ εἰς τὴν ἀναλογίαν. Ἔχετε τὸν ἑξῆς ἀριθμόν· «ἀνώτερος ἀρχιμηχανικὸς εἷς, ἀρχιμηχανικὸς αʹ τάξεως εἷς, ἀρχιμηχανικοὶ βʹ τάξεως ἑπτά, λοιποὶ μηχανικοὶ ἑξήκοντα ἑπτά». Ἡ ἀναλογία ἀπέναντι τῆς τεθείσης διὰ τοὺς ναυπηγικοὺς ἀξιωματικοὺς εἶναι ἄδικος. Προκειμένου περὶ Σώματος τριπλασίου, δίδετε δύο ἀνωτάτας θέσεις μόνον διὰ τὴν διέξοδον τοῦ Σώματος τούτου. Εἶναι τελείως δυσανάλογον τὸ μέτρον καὶ ἐξέρχεται τοῦ δικαίου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντὶ τῶν ἑπτὰ ἀρχιμηχανικῶν βʹ τάξεως νὰ ὁρίσητε ἕξ καὶ ἀντὶ ἑνὸς ἀρχιμηχανικοῦ αʹ τάξεως νὰ ὁρίσητε δύο. Εἰς τοῦτο ἐλπίζω ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ δυσχέρεια, διότι δὲν εἶναι ζήτημα οἰκονομικόν. Ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν μαχίμων. Συμμερίζομαι πληρέστατα ὅσα ἀνέπτυξεν ἐντεῦθεν ὁ κ. Βουλευτὴς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, προσθέτω δ’ ὅτι εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ οὐσιαστικά, τὰ ἀφορῶντα εἰς τὸ δίκαιον τῶν ἀτόμων, ἔχω ἀνάγκην νὰ προσθέσω καὶ τὰ δίκαια τὰ ἀπορρέοντα ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Νομίζω δ’ ὅτι, ἂν θέλωμεν νὰ εὑρισκώμεθα ἐν ἁρμονίᾳ σκέψεων πρὸς ἑαυτοὺς καὶ ἐν συνεχείᾳ σκέψεων ἢ ἀλληλουχίᾳ συστήματος, ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν ὑποχρεοῖ καὶ αὐτὸν καὶ τὴν Βουλήν, ἵνα τὰ τῶν στελεχῶν κανονισθῶσιν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καθεστῶτος, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου προέκυψε. Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον ὑπεβλήθη τὴν 28 Μαρτίου. Τότε ὁ στόλος ἦτο συγκεκροτημένος τὸ μὲν ἐκ πλοίων εὑρισκομένων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, τὸ δὲ ἐκ πλοίων ὑπὸ παραγγελίαν. Ταῦτα ἀναγράφονται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει καὶ πρόβλεψις ἐγένετο περὶ παρασκευῆς τῶν ἐπιτελείων τῶν πλοίων τούτων. Ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου ὅμως ἡ δύναμις τοῦ στόλου ηὐξήθη κατὰ δύο θωρηκτά, τὴν «Λῆμνον» καὶ τὴν «Κιλκίδα», ἀγορασθέντα ἕτοιμα καὶ τεθέντα ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, κατὰ ἓν καταδρομικόν, παραγγελθὲν κατόπιν, τοῦ ὁποίου ἡ ναυπήγησις ὡρίσθη εἰς 16 μῆνας ἀπὸ τῆς παραγγελίας καὶ ἡ παράδοσις θὰ γίνῃ μετὰ ὀκτὼ ἢ ἐννέα μῆνας, καὶ κατὰ τὸ καταδρομικὸν «Ἕλλη», ἀγορασθὲν καὶ τεθὲν ἐν ὑπηρεσίᾳ. Περὶ τῶν ἐπιτελείων τῶν πλοίων τούτων οὐδεμία φροντὶς ἐλήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἐκθέτων ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει τοῦ νομοσχεδίου του τὰς ἀνάγκας τοῦ στόλου, ἀνέπτυξε καὶ προφορικῶς ὡς καὶ ἐγγράφως ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προβλεφθῶσι τὰ τῶν ἐπιτελείων καὶ καταρτισθῶσι ταῦτα πλήρως. Ἀλλὰ τὰ νέα πλοῖα θὰ μείνωσιν ἄνευ ἐπιτελείων; Ἀφοῦ ὁ Ὑπουργὸς ἔλαβε τὴν ψαλίδα ἐπὶ τῆς μελέτης τῆς ἐπιτελικῆς, ἡ ὁποία ὑπεβλήθη αὐτῷ, καὶ περιέκοψε καὶ οὐκ ὀλίγας θέσεις καὶ περιώρισε τοὺς ἀριθμοὺς μέχρι σημείου, εἰς ὃ συνέπιπτε τὸ αὐστηρὸν δίκαιον κατ’ αὐτόν, νομίζω ὅτι, ἵνα εὑρισκώμεθα ἐν ἁρμονίᾳ σκέψεων, εἶναι ἀνάγκη μετὰ τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πλοίων νὰ καθορισθῶσι καὶ αἱ θέσεις τῶν προσκτήτων πλοίων, καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς συμπλήρωσιν ὅλων τῶν ἐπιτελείων τῶν πλοίων. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν, ἀφοῦ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ περιλαμβάνεται ἡ πρόνοια καὶ περὶ τῶν δύο ὑπὸ κατασκευὴν θωρηκτῶν, νὰ διαγράψωμεν τὸ ἐπιτελεῖον τοῦ δευτέρου τούτων τοῦ ὁποίου ἡ ναυπήγησις ἀπαιτεῖ δύο ἔτη, νὰ προστεθῶσι δὲ τὰ ἐπιτελεῖα τῶν δύο νέων θωρηκτῶν τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἤδη εὑρισκομένων. Ἐπίσης εἶχον ὑποστηρίξει κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν ὅτι ἦτο περιτὸς ὁ Πρόεδρος τοῦ Ναυτοδικείου. Ἐὰν ἤδη ἐκ τῶν θέσεων τῶν εἴκοσιν πλοιάρχων ἀφαιρέσωμεν τὸν Πρόεδρον τοῦ Ναυτοδικείου καὶ τὸν κυβερνήτην τοῦ ἐν Γαλλίᾳ ναυπηγουμένου θωρηκτοῦ, μένουσιν δέκα ὀκτώ. Ἐὰν εἰς τούτους προστεθῶσιν οἱ κυβερνῆται τῶν δύο ἐν ὑπηρεσίᾳ θωρηκτῶν καὶ τοῦ καταδρομικοῦ, θὰ γίνωσιν εἴκοσιν καὶ εἷς. Ἡ εἰσήγησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ αἱ ἀνάγκαι τοῦ Ναυτικοῦ ἐπιβάλλουσι τὴν προσθήκην τοῦ ἑνὸς πλοιάρχου. Ἐπίσης ἔχομεν τρεῖς προσθέτους ἀντιπλοιάρχους, ἤτοι δύο ὑπάρχους τῶν θωρηκτῶν καὶ ἕνα κυβερνήτην τῆς «Ἕλλης» καὶ τρεῖς πλωτάρχας διὰ τὰ ὀκτὼ πλοῖα, ἤτοι ἑπτὰ ἀξιωματικοὺς ἀνωτέρους ἐπὶ πλέον. Καταλήγομεν οὕτω εἰς τὸν πλήρη καταρτισμὸν τοῦ Ἐπιτελείου ἐκ τοῦ ἀναγκαίου ἀριθμοῦ καὶ τὴν τακτοποίησιν παντὸς ζητήματος τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Εἶχον ὑποβάλλει καὶ ἄλλην παρατήρησιν πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ πράγματος.
§267Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχετε διατυπώσει τροπολογίαν;
§268Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Μάλλιστα. Θὰ ἐδεχόμην, ἂν ὑπῆρχε πιθανότης νὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία μου, καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι, ἐφ’ ὅσον αἱ ἀνάγκαι δὲν εἶναι ἄμεσοι, ἀλλ’ ἐντὸς τεσσάρων, πέντε, ἕξ μηνῶν, θὰ προκύψωσι, νὰ τεθῶσιν αἱ θέσεις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀπὸ τοῦδε καὶ ὡς ὡρίσθη καὶ κατ’ ἄλλας περιστάσεις νὰ ὁρισθῇ ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θὰ ἰσχύσῃ ἡ περὶ τῶν θέσεων τούτων διάταξις. Ὑποβάλλω καὶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Εἶναι γνωστὸν πῶς αἱ ὑπηρεσίαι ἐργάζονται πολλάκις. Ἐὰν φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν ἐνδεδειγμένην καὶ ἀπαιτητικῶς προκύψει ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως πάλιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ αὐξήσωμεν τούτους ἀπὸ τοῦδε, διὰ νὰ μὴ ἴδωμεν ἐν καιρῷ πολλαπλασίαν τὴν αὔξησιν. Πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τούτους ἀπὸ τοῦδε διὰ νὰ μὴ ἀνοίξωμεν νέαν πληγὴν συζητήσεων περὶ ἀριθμῶν, μετὰ πέντε ἢ ἕξ μῆνας. Ἡ αὔξησις εἶναι πρακτικὴ καὶ δικαία. Μήπως αὐθερέτως ἡμεῖς ζητῶμεν αὔξησιν; Οὐχί. Ἡ ἔκθεσις τοῦ ἀντιναυάρχου Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς Ἀποστολῆς ζητεῖ εἴκοσιν τρεῖς πλοιάρχους, τριάκοντα ἀντιπλοιάρχους, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν πλωταρχῶν τοὺς ὁποίους ἀναβιβάζει εἰς ὀγδοήκοντα, διότι ἐκεῖ, ὡς εἶπον, γίνεται συσχέτισις τῶν ὑποπλοιάρχων τῶν πρεσβυτέρων καὶ τῶν ἁπλῶν ὑποπλοιάρχων. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἕτερον νὰ παρατηρήσωμεν, τοὺς πίνακας τῆς ἀμέσου ἀνάγκης, διότι ὁ πίναξ τοῦ κ. Κὰρ ἀφορᾷ εἰς τὴν ὁριστικὴν συγκρότησιν τοῦ ναυτικοῦ. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς ἀμέσους ἀνάγκας τὸν ἀριθμὸν τοῦτον ἐξαιρετικῶς διὰ τοὺς πλωτάρχας καὶ ἀντιπλοιάρχους, θεωρεῖ ὁ Ἀρχηγὸς ἀμέσως ἀναγκαῖον. Ἀλλὰ τίς εἶναι ὁ ἁρμόδιος νὰ ἐξελέγξῃ καὶ ἐπικρίνῃ τὴν ἔκθεσιν ταύτην; Καὶ ὑπάρχει πρόσωπον δυνάμενον ἀντικειμενικότερον τοῦ κ. Κὰρρ νὰ κρίνῃ; Δὲν πρόκειται περὶ προσώπου τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας, ὥστε νὰ εἴπῃ τις ὅτι λόγῳ συμπαθείας αὐξάνει τοὺς ἀριθμούς. Ἔχομεν ξένον, ὅστις δὲν βλέπει ἢ τὰς ἀνάγκας τοῦ ναυτικοῦ. Νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθόν, ἀφοῦ τὰς ἐργασίας τὰς ἐπιτελικὰς καὶ τεχνικὰς τοῦ στρατοῦ ἐσεβάσθη ἡ Βουλὴ μετὰ τυφλῆς ἐμπιστοσύνης, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν μὲ τὸ αὐτὸ μέτρον νὰ κρίνῃ καὶ τὰς ἐπιτελικὰς ἐργασίας τοῦ Ναυτικοῦ. Ὡς τὰς ἐπιτελικὰς ἐργασίας τοῦ στρατοῦ σεβόμεθα πάντοτε καὶ ἀσυζητητεὶ παραδεχόμεθα, οὕτω πρέπει νὰ μὴ θέτωμεν ὑπὸ ἔλεγχον καθημερινὸν ἐν τῇ Βουλῇ τὰς ἐπιτελικὰς ἐργασίας τοῦ ναυτικοῦ, διότι τὸ κῦρος τῆς ἐπιτελικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ καὶ τοῦ στρατοῦ εἶναι ἴσον καὶ δὲν εἶναι ὀρθὸν ἡ μὲν μία ὑπηρεσία νὰ θεωρῆται ὡς ἀνέλεγκτος καὶ μὴ δυναμένη νὰ τεθῇ ὑπὸ ἀμφιβολίαν, ἡ δὲ ἄλλη ὑπηρεσία νὰ τίθεται ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ἑκάστοτε τῆς Βουλῆς. Τοσούτῳ δὲ μᾶλλον εἶναι τοῦτο ἀναγκαῖον ὅσῳ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ναυτικοῦ προΐσταται ἄνθρωπος τοῦ ὁποίου ἡ ἀμεροληψία καὶ ἡ ἀντικειμενικὴ ἀντίληψις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῶσι. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ ἐδικαιοῦτο νὰ ζητήσῃ νὰ αὐξηθῶσιν αἱ θέσεις, εἴτε συμφώνως πρὸς τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, εἴτε, ἂν ἤθελεν ὁ κ. Ὑπουργός, κατὰ 4 ἀντιπλοιάρχους καὶ 4 πλωτάρχας, ὁπότε θὰ ἐξυπηρετηθῇ τὸ κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ναυάρχου Κὰρ δίκαιον καὶ συγχρόνως θέλομεν συμφωνήσει καὶ πρὸς τὴν γνώμην τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἵνα προσέλθωσι καὶ οἱ ἑπτὰ ὑποπλοίαρχοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμπεπληρωμένην οἱ πέντε ἐξ αὐτῶν τετραετῆ ὑπηρεσίαν, οἱ δύο δὲ τριετῆ, ἥτις ὅμως, λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν τῆς ὑπηρεσίας ἐν πολέμῳ, γίνεται πενταετής, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξακολουθῶσι ὑπηρετοῦντες μὲ τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου. Διὰ τοὺς λοιποὺς ὑποπλοιάρχους ὀρθῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀπεδέχθη τὴν ὑποδειχθεῖσαν ὑπ’ ἐμοῦ τροπολογίαν, ἥτις θέλει συμπληρωθῆ διὰ τῆς ἑτέρας μου προτάσεως. Εἶναι ἀνάγκη καὶ ἡ ἠθικὴ ἀμοιβὴ νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ὑλικήν, διότι ἄλλως εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὡς μία προσβολὴ ἡ αὔξησις τῆς μισθοδοσίας των. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω.
§269Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ ψηφισθῇ τὸ 1ον ἄρθρον, διότι δὲν ἐψηφίσθη.
§270ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου ὁ κ. Ν. Ξηρός.
§271Ν. ΞΗΡΟΣ. Μίαν πληροφορίαν ἤθελον νὰ ζητήσω, ἂν εἰς τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς τῶν ἀξιωματικῶν συμπεριλαμβάνονται καὶ οἱ ὑπασπισταὶ τοῦ Βασιλέως καὶ ὁ ναυτικὸς ἀκόλουθος. Νομίζω ὅτι αὐτοὶ δὲν πρέπει νὰ συμπεριληφθῶσιν εἰς τοὺς μαχίμους ἀξιωματικούς.
§272Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁ κανονισμὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν δὲν ἔχει εἰσέτι ἐπεξεργασθῆ. Λοιπὸν δὲν δύναμαι νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ παρόντος ὡρισμένον τι εἰς τὴν Βουλήν.
§273Ν. ΞΗΡΟΣ. Νομίζω ὅτι οἱ ὑπασπισταὶ τοῦ Βασιλέως δὲν δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἀριθμὸν μαχίμων ἀξιωματικῶν.
§274Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Νομίζω ὅτι ἐπείσθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὅτι εἶναι ἀνάγκη ὅπως οἱ ἐξ τῶν ὑποπλοιάρχων προβιβασθῶσιν εἰς πλωτάρχας. Εἶναι οἱ μόνοι οἱ ὁποῖοι μένουσιν εἰς τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον εἶχον καὶ πρὸ τοῦ πολέμου, ἀπόδειξις δὲ τούτου εἶναι ὅτι κατέχουσι θέσεις τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ κατέχωσιν οἱ πλωτάρχαι. Ἐπίσης φρονῶ ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἀναπτυχθέντα, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ναυπηγούς, εἶναι ὀρθά.
§275Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγένετο δεκτὴ ἡ τροπολογία. Ἀφαιρεῖται εἷς ἀρχιμηχανικὸς δευτέρας καὶ γίνεται εἷς πρώτης. Ἑπομένως ἐπέρχεται ἡ ἀναλογία.
§276Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Πολὺ καλά.
§277Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὸν ὑγειονομικὸν κλάδον. Ἔχετε ἕνα ἀνώτερον ἀρχίατρον καὶ τέσσαρας ἀρχιάτρους. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο δικαιότερον νὰ εἶναι δύο ἀνώτεροι καὶ τρεῖς κατώτεροι, ὁ εἷς πρόεδρος τῆς ἀνωτάτης ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὁ ἄλλος ἐπιθεωρητής, διότι σήμερον ἔχετε τὸν ἐπιθεωρητὴν ἰσόβαθμον πρὸς τοὺς ἐπιθεωρημένους.
§278ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐλέχθη, Κύριοι, κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ὅτι, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἰατρούς, αἱ θέσεις δὲν ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσιν κατὰ πυραμίδα ἀλλὰ κατὰ στήλην, καὶ ἀνέπτυξαν τοὺς λόγους οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην. Τῆς αὐτῆς γνώμης ἦτο καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον. Τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι, προκειμένου περὶ ἐπιστημόνων, ἀδιάφορον ἂν ὀνομάζονται ἀνθυπίατροι, ἰατροί, ἐπίατροι ἢ ἀρχίατροι, δέον οὗτοι νὰ τυγχάνωσι προαγωγῆς μεθ’ ὡρισμένον χρόνον ὑπηρεσίας ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ. Ἡ ἱκανότης τῶν ἰατρῶν ἀποκτᾶται διὰ τῆς ἐπιστημονικῆς αὐτῶν ἐμπειρίας, οὐχὶ δὲ τῆς ναυτικῆς, τούτου δ’ ἕνεκα ἠδύνατο καὶ νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ ἱεραρχία αὐτῶν ἔδει νὰ ᾖ διάφορος τῆς τῶν μαχίμων. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐλήφθη ὡς πρὸς τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὸ ναυπηγικὸν Σῶμα, διότι ἡ ἀναλογία παρ’ αὐτῷ εἶναι εἷς ἀνώτερος ἀξιωματικὸς πρὸς δέκα κατωτέρους. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὑγιεινομικὸν Σῶμα, κατὰ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, τοῦτο ἀπετελεῖτο ἐξ ἑξήκοντα τεσσάρων καὶ περιωρίσθησαν εἰς τεσσαράκοντα τέσσαρας διὰ τοῦ σήμερον τροποποιηθέντος· ἐγίνετο λοιπὸν οἰκονομία εἴκοσιν ἀξιωματικῶν. Ἀλλ’ ἵνα ἡ ἀναλογία διατηρῆται μεταξὺ ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων θὰ ἦτο ὀρθότερον νὰ προσετίθετο εἷς ἀνώτερος, ἔστω δὲ καὶ ν’ ἀφῃρεῖτο εἷς κατώτερος, διότι δὲν θὰ ὑπάρχῃ ἀναλογία θέσεων, καὶ διατρέχουσι τὸν κίνδυνον ἐπιστήμονες νὰ παραμένωσιν ἐπὶ πολὺ εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Ἄλλως τε δὲν πρόκειται περὶ δαπάνης τινός.
§279Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναπτυχθέντων ἐν τῇ Βουλῇ ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2ου τοῦ νομοσχεδίου. Δι’ αὐτῆς προτείνω τὴν αὔξησιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν, ἐπιτυγχανομένης οὕτω τῆς προαγωγῆς τῶν ἑπτὰ ὑποπλοιάρχων εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου, ἑπτὰ δὲ πλωταρχῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιπλοιάρχου. Εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς τροπολογίας ταύτης μὲ ἐνίσχυσεν καὶ ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δι’ ἧς λαμβάνεται ἡ πρόνοια τοῦ νὰ καθορίζηται κατ’ ἀνώτατον ὅριον ὁ ἀριθμὸς τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ, ὄχι ὅταν παρουσιάζωνται ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας ἀλλ’ εἰς χρόνον προγενέστερον. Ἐὰν σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ἡ αὔξησις τῶν πληρωμάτων τοῦ Στόλου, λόγῳ τῆς αὐξήσεως τῆς δυνάμεως τῶν πλοίων, ἂν κατὰ τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐλαμβάνετο πρόνοια ὅπως ἀπὸ τοῦδε ὁρισθῶσι τὰ ἐπιτελεῖα τῶν ὑπὸ κατασκευὴν πλοίων, καθ’ ὃν χρόνον ὑπεβάλλετο ὑπὸ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψει ὁλόκληρον τὴν δύναμιν τοῦ Στόλου, διότι ἡ δύναμις τοῦ Στόλου ηὐξήθη προφανῶς διὰ τῆς παραγγελίας τοῦ ἑνὸς καταδρομικοῦ, τοῦ ὑπὸ κατασκευὴν εἰς τὰ Ἀγγλικὰ ναυπηγεῖα καὶ τῆς ἀγορᾶς τῶν δύο θωρηκτῶν «Λήμνου» καὶ «Κιλκίς». Ἐν τοιαύτῃ λοιπὸν περιπτώσει εἶναι ἐπιβεβλημμένη ἡ αὔξησις τῶν μαχίμων ἀξιωματικῶν τοῦ ναυτικοῦ ἵνα ἀπὸ τοῦδε συμπληρωθῶσι τὰ ἐπιτελεῖα τοῦ Στόλου. Καὶ θὰ ἠρώτα τις· οἱ βαθμοὶ καὶ αἱ προαγωγαὶ τῶν ἀξιωματικῶν ζητοῦνται, λόγῳ ἀμοιβῆς τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν δρᾶσίν των κατὰ τὸν πόλεμον, ἢ εἶναι κεκτημένον δικαίωμα ἐκ τῆς πολυχρονίου ὑπηρεσίας αὐτῶν ἐν τῷ ναυτικῷ; Οἱ ὑποπλοίαρχοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἀμοιβὴν ἔλαβον καὶ πρὸ τοῦ πολέμου καὶ κατὰ τὸν πόλεμον καὶ κατὰ τὰς δύο νικηφόρους ναυμαχίας, παραμένουσι μὲ τὸν αὐτὸν βαθμόν, ἐνῷ δὲ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ξηρᾶς ἐδόθησαν δύο καὶ τρεῖς βαθμοί, διὰ τίνα λόγον θὰ ἀρνηθῶμεν τὴν προαγωγὴν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικούς, εἴτε περὶ ἠθικῆς ἀμοιβῆς πρόκειται εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν τῶν στελεχῶν; Ἐὰν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὑπηρεσιακὸν καὶ ἂν σήμερον, πρὸς συμπλήρωσιν τῶν στελεχῶν τῶν ἐπιτελείων τοῦ Στόλου, ὑπάρχουσιν αἱ θέσεις τῶν ἑπτὰ αὐτῶν πλωταρχῶν, δυνάμει τίνος ἐξουσίας δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις τὴν προαγωγὴν τῶν ἑπτὰ ἀξιωματικῶν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν; Εἰς τὸ ζήτημα, ἂν ἐξετέλεσαν ἢ ὄχι οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι τὸ καθῆκόν των, εἶναι περιττὸν νὰ ἐπανέλθω, διότι εἶναι παγκοίνως γνωστὴ ἡ δρᾶσις τοῦ Στόλου. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι οἱ πλωτάρχαι, ὧν ζητεῖται ἡ προαγωγὴ εἰς ἀντιπλοιάρχους, ἔλαβον ἤδη ἕνα βαθμὸν διαρκοῦντος τοῦ πολέμου. Τὸν βαθμὸν τοῦτον θὰ ἔλαβον λόγῳ τῆς δράσεώς των εἰς τὸν πόλεμον, διότι οἱ πλωτάρχαι οὗτοι εἶχον πενταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ βαθμῷ ὑποπλοιάρχου καὶ συνεχῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ ναυτικῷ 20 καὶ 22 ἐτῶν. Ἐὰν σήμερον ζητεῖται ἡ προαγωγὴ τῶν ὑποπλοιάρχων καὶ τῶν πλωταρχῶν τούτων, δὲν ζητεῖται ὡς ἠθικὴ ἀμοιβὴ αὐτῶν, ἀλλὰ λόγῳ τῆς πολυχρονίου ὑπηρεσίας των καὶ λόγῳ τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα εἶχον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Καὶ δυνάμει τίνος λόγου θὰ δεχθῶμεν ὅτι χθεσινοὶ ἀξιωματικοὶ θὰ καταλάβωσι σήμερον τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου καὶ θὰ ἔχωσι τὸν αὐτὸν βαθμὸν μὲ ἀξιωματικοὺς ἔχοντας 15 καὶ 20 ἐτῶν ὑπηρεσίαν; Ἐπιβάλλεται λοιπὸν ἵνα ὁρισθῇ ἀπὸ τοῦδε ὁ ἀνώτερος ἀριθμὸς τῶν ἐπιτελείων τοῦ ναυτικοῦ, ἵνα μὴ γεννῶνται παράπονα, συγχρόνως δὲ ἵνα ἐξυπηρετῆται καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ δοθῇ ἐν τέλει καὶ ἠθική τις ἀμοιβὴ εἰς ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι ἄριστα ἐπετέλεσαν τὰ καθήκοντά των καὶ κατὰ τὰς δύο ναυμαχίας καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ ἀποκλεισμοῦ τῶν Δαρδανελλίων.
§280Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μοὶ ἔκαμαν ἐντύπωσιν ὅσα εἶπεν ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν Ὑπουργὸς περὶ τοῦ ἀρχιεπιστολέως, καὶ ἐπιθυμῶ, πρὶν ἢ εἰσέλθω εἰς τὸ 2 ἄρθρον, νὰ ἐρωτήσω περὶ τοῦ μισθοῦ, ὁ ὁποῖος δίδεται εἰς τὸν ἀρχιεπιστολέα καὶ τμηματάρχην καὶ διοικητὴν διαφόρων τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, ὅπως καὶ περὶ τοῦ ἄλλου ὑποναυάρχου, διότι συνηθίζεται ἀπό τινος νὰ δίδωνται ἀνώτεροι βαθμοὶ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ ἀνατίθηται εἰς αὐτοὺς ὑπηρεσία εἰς τὴν ξηράν, ἐνῷ παρέχονται παροχαὶ θαλασσίου ὑπηρεσίας. Δὲν γνωρίζω ὁπόσον ποσὸν δίδεται· μόνον ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν θὰ μάθω.
§281Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ὁ ἀρχιεπιστολεὺς τοῦ Στόλου τοῦ Αἰγαίου λαμβάνει ἀποδοχὰς θαλασσίου ὑπηρεσίας, αἵτινες ἀνέρχονται εἰς δραχμὰς 1200 κατὰ μῆνα. Ὀφείλω ὅμως νὰ δηλώσω ὅτι ὁ ἴδιος κ. ὑποναύαρχος προσῆλθεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, ὅτε ἀνέλαβε τὰ καθήκοντα τοῦ διευθυντοῦ τῶν τεχνικῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ μοὶ ἐδήλωσεν ὅτι θὰ ἐπεθύμει νὰ ἐλάμβανεν ἀποδοχὰς ὑπηρεσίας τῆς ξηρᾶς. Ἐγὼ εἶπον ὅτι δὲν δύναμαι ν’ ἀνακαλέσω τὸ Β. Διάταγμα δι’ οὗ ὡρίσθη ἀρχιεπιστολεὺς τοῦ Στόλου τοῦ Αἰγαίου, ἕνεκα λόγων διοικήσεως τοῦ Στόλου, καὶ νὰ ἀνατρέψω τὴν ὁρισθεῖσαν τάξιν εἰς τὸν Στόλον. Ὀφείλω νὰ προσθέσω καὶ τὸ ἑξῆς· ἡ θέσις τὴν ὁποίαν ὁ ὑποναύαρχος ἔδει νὰ καταλάβῃ εἶναι ἡ θέσις τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Ναυστάθμου. Εἰς τὴν θέσιν ταύτην διορίζεται εἷς τῶν ὑποναυάρχων καὶ σήμερον, ὡς ἔχει ἡ διοίκησις τοῦ Στόλου, εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ κανονισθῶσιν ἄλλως τὰ πράγματα παρὰ τὴν οἰκονομίαν τῶν 2000 ἢ 3000 δραχμῶν ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ γίνῃ.
§282Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν ἀνακινῶ τὸ ζήτημα ἀπὸ πνεύματος οἰκονομίας, διότι ὅταν ἔχω ὑπ’ ὄψει αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, δὲν δύναμαι νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸ ζήτημα τῶν οἰκονομιῶν. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ μιᾶς ἀρχῆς καὶ δι’ αὐτὸ θὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ δικαιούχου ὁ ὁποῖος ἠθέλησε νὰ λάβῃ ἀποδοχὰς ξηρᾶς, διότι αὐτὸ ὑπαγορεύει ὁ ὀρθὸς λόγος αὐτὸ καὶ τὸ δίκαιον. Ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐβαρύνετο νὰ ἐκδώσῃ Β. Διάταγμα καὶ νὰ τοποθετήσῃ αὐτὸν εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖ, ἔκαμε πολὺ ἄσχημα διότι ἂν σήμερον λαμβάνουσιν αὐτὰς τὰς ἀποδοχὰς δύο ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ ξηρᾷ, ἀργότερον θὰ γίνωσι περισσότεροι καὶ θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον εὑρισκόμεθα ἄλλοτε, ὅτε εἴχομεν καταλήξει καὶ εἰς ἐγκλήματα διὰ νὰ καλύψωμεν τὴν κατάχρησιν αὐτήν· δηλ. ἀξιωματικός, ὁ ὁποῖος εὑρίσκετο καθ’ ἑκάστην ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, ἐφέρετο ὅτι ὑπηρετεῖ εἰς πλοῖον πλέον μακρὰν τῶν ἑλληνικῶν θαλασσῶν. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐλάχιστον καὶ θέλω μόνον νὰ μοὶ λυθῇ ἡ ἀπορία, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ὁ ἴδιος κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνεκίνησεν. Ἐὰν εἰσέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ 2ου ἄρθρου, εἰμὶ ὑποχρεωμένος νὰ ἐνθυμηθῶ ὅσα προχθὲς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶπεν, ἀπαντῶν εἰς τὰς παρατηρήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν ἀριθμῶν. Εἶμι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ ὑπομνήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι, ὁσάκις κάμνει δηλώσεις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, αἱ δηλώσεις αὗται πρέπει νὰ ὦσιν ἀκριβεῖς καὶ προσέτι ὀφείλει νὰ συμμορφοῦται πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δηλώνει. Προκειμένου περὶ τριῶν πλοιάρχων, ἀρχηγῶν τῶν ἐλαφρῶν σκαφῶν, καὶ δύο ἀντιπλοιάρχων, εἶπεν ὅτι θὰ τοποθετήσῃ αὐτοὺς ἐπὶ πλοίων ὡς κυβερνήτας, καὶ τῷ ὑπέμνησα, ἐν διακοπῇ τὴν ὁποίαν δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ, διότι δὲν συνέφερεν αὐτῷ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον μεριμνᾷ περὶ τῶν πέντε θέσεων, διότι σήμερον τὰ ἐλαφρὰ σκάφη, εἴτε ἀνιχνευτικὰ εἴτε ἀντιτορπιλλικά, ἔχουσιν εἰς τοὺς πίνακας, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλε, τοὺς κυβερνήτας των· ἑπομένως ὁ ἀριθμὸς τῶν τριῶν πλοιάρχων καὶ τῶν δύο ἀντιπλοιάρχων εἶναι ἀδικαιολόγητος κατὰ τὰ λεγόμενα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἂν ἤθελε θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ καὶ δέκα καὶ εἴκοσιν· ἐγώ, τοὐλάχιστον, ἀναλαμβάνω νὰ δικαιολογήσω διπλάσιον ἀριθμὸν καὶ νὰ μὴ δύναταί τις νὰ ἀντιτάξῃ τίποτε εἰς τὰ ἐπιχειρήματά μου, διότι ἀνάλογα ἐπιχειρήματα παρουσιάσθησαν πρὸς δικαιολογίαν ὄχι ὀλίγων θέσεων. Ἀλλ’ ἀντὶ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς πέντε θέσεις τῶν κυβερνητῶν τῶν πλοίων, μᾶς προσέθηκεν ἄλλας τρεῖς θέσεις, τὰς ὁποίας δύναται νὰ δικαιολογήσῃ, ὡς δὲν ἀμφιβάλω, ὅπως θὰ ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ καὶ ἄλλας τόσας. Ἀλλὰ πρὸς δικαιολογίαν τῶν θέσεων ἐλέχθη ἐνταῦθα ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησίς τις, ὅτι αἱ θέσεις αὐταὶ εἶναι ἀναγκαῖαι, διότι ἀκόμη καὶ δι’ ἄλλας θέσεις ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια μὴ τυχόν, ὅτε φθάσωσιν τὰ πλοῖα, δὲν ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς καὶ τότε τί θὰ γίνῃ. Ἔκθεσις τοῦ Ναυάρχου, Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλ’ εἶναι ἀόριστος. Αὕτη ὁμιλεῖ περὶ τοῦ προγράμματος τοῦ ναυτικοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν. Περὶ θέσεων ὁμιλεῖ, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει τίνος προγράμματος, πόσων πλοίων, τίνος κατηγορίας πλοίων, δὲν εἶναι γνωστόν. Ἑπομένως ἂς ἀφήσωμεν τὸν Ἄγγλον Ναύαρχον καὶ ἂς μὴ ἀναμίξωμεν αὐτὸν πρὸς τὴν συζήτησιν νομοσχεδίων καὶ πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν θέσεων, διότι βεβαίως ὁ Ἄγγλος Ναύαρχος δὲν δύναται νὰ συμφωνήσῃ πρὸς τὸ ὑπάρχον νομοσχέδιον. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἤθελε, θὰ ἔλεγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν καὶ τὴν Κυβέρνησιν, νὰ ἐλάμβανον τὸν κόπον νὰ ἐξετάσῃ τίνες εἶναι οἱ ἀριθμοὶ τῶν ἀξιωματικῶν εἰς ἄλλα ναυτικά. Ὑπάρχουσι βεβαίως πολλὰ κείμενα, ἀλλὰ παραπέμπω εἰς τὸ προχειρότερον τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βιβλιοθήκης, καὶ ἀναλαμβάνω νὰ τῷ δείξω τὰς σελίδας, διὰ νὰ ἴδῃ ποῖοι εἶναι οἱ ἀριθμοὶ εἰς ἄλλα ναυτικά, διὰ νὰ ἴδῃ ὅτι τὸ Ἀμερικανικὸν ναυτικὸν ἔχει 1520 μαχίμους ἀξιωματικούς. Ἠσθάνθην ὑπερηφάνειαν ὅτε εἶδον ὅτι τὸ ἰδικόν μας ναυτικὸν προβλέπει περὶ τοῦ ⅕ ἀριθμοῦ καὶ ἐσχημάτισα τὴν πεποίθησιν ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν ναυτικὸν εἶναι τὸ ⅕ τοῦ Ἀμερικανικοῦ! Καὶ ἂν παραβάλωμεν τοῦτο μὲ τὸ Ἀγγλικὸν ναυτικόν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἔχοντες τὸ ⅒ τῶν ἀξιωματικῶν ἔχομεν ἄρα καὶ τὸ ⅒ τῆς δυνάμεως! Τώρα πῶς ἦτο δυνατὸν ἡμεῖς μὲ τρία πλοῖα καὶ ἐκεῖνοι μὲ 200 νὰ φαινώμεθα ὅτι ἀπέχομεν κατὰ ⅒, εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἤθελε νὰ ἐξετάσῃ τοὺς ἀριθμοὺς αὐτοὺς θὰ ἐνόει πρὸ τίνος καταπληκτικοῦ καὶ ἀδικαιολογήτου ἀριθμοῦ εὑρίσκεται. Μένει ἀληθῶς μία ἐλπὶς ὅτι Β. Διάταγμα θὰ κανονίσῃ ταῦτα, καὶ ἐπειδὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ, καὶ ἴσως δὲν πρέπει νὰ μὴ ψηφισθῇ, διότι τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον θὰ ἐγίνετο ἂν δὲν ἐψηφίζετο τὸ νομοσχέδιον θὰ ἦτο ἀνώτερον τῆς ζημίας τῆς ψηφίσεώς του ἀφήνω τοῦτο εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅταν δέ, ὄχι πλέον διὰ τὰ μέχρι τοῦδε γενόμενα, ἀλλὰ διὰ τὸ μέλλον, κληθῇ ὁ κ. Ὑπουρ. τῶν Ναυτικῶν νὰ παρουσιάσῃ λεπτομερεῖς πίνακας τῆς δυνάμεως τῶν ξένων ναυτικῶν, τότε θὰ γνωσθῇ πόσον εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ ἀριθμός, καὶ ἀποτελῶ δυστυχῶς ἐγὼ ἐξαίρεσιν ὁμιλῶν ἐνώπιον ἡμῶν καθ’ ὃν χρόνον παρ’ ὅλων τῶν μερῶν ἀκούονται συστάσεις περὶ αὐξήσεως, ὁμιλῶν εἰλικρινέστερα· ὑποστηρίζω ὅτι οἱ ὑποπλοίαρχοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον ἕνα βαθμὸν πρέπει νὰ προαχθῶσιν, καὶ τοῦτο διότι ἡ ζημία ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ, ἡ ὁποία δὲν θὰ εἶναι οὔτε οἰκονομική, διότι ἐφρόντισε τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῶν μισθῶν, θὰ ἦτο, ἂν ὑπῆρχε ζημία τις ἀσήμαντος ἀπέναντι τῆς χρησιμότητος ἡ ὁποία θὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ τοιούτου προβιβασμοῦ. Γεννῶνται ἔκ τινων ἀποφάσεων δικαιώματά τινα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ παραβλεφθῶσιν. Καθ’ ἣν ἐποχήν, λόγῳ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ νομοσχεδίου, προάγονται ἀξιωματικοὶ λαμβάνοντες ἕνα καὶ δύο βαθμούς, δὲν εἶναι ὀρθὸν οἱ κατ’ ἐξοχὴν ἔχοντες δικαίωμα προαγωγῆς, ἕνεκα τῶν γεγονότων τῶν δύο τελευταίων ἐτῶν, νὰ μὴ προαχθῶσι. Καὶ θὰ ἤθελον νὰ εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν αὐτὴν καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν καὶ νὰ ἔλεγεν ὅτι, ὑπείκων εἰς μίαν ἀνάγκην πραγμάτων, νομίζει ἐπιβαλλόμενον εἰς αὐτὸν νὰ προαγάγῃ ὅλους ἐκείνους τοὺς ἀξιωματικοὺς οἱ ὁποῖοι δὲν ἔλαβον κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἕνα τοὐλάχιστον βαθμόν, ὅταν μάλιστα οὗτοι ἔχουσι καὶ ἀρκετὸν χρονικὸν διάστημα εἰς τὸν αὐτὸν βαθμόν. Τὸ ὅτι δὲν ἀντετάχθην προχθὲς ὅτι δὲν δύνανται νὰ ὑπηρετῶσιν ἀνώτεροι εἰς θέσεις κατωτέρας, καὶ τοῦτο ἐλύθη, διότι περιῆλθεν εἰς γνῶσιν μου ἐφετεινὴ ἐγκύκλιος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δι’ ἧς ἐν ἐκτάκτῳ ἀνάγκῃ γίνεται σύστασις ὅπως ἀξιωματικοὶ ἐκτελῶσι καθήκοντα κατώτερα τοῦ βαθμοῦ των. Ὥστε δὲν θὰ γίνῃ τι ἐξαιρετικὸν καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ γίνῃ τοῦτο, παρά, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ἡ δικαία προαγωγὴ μιᾶς τάξεως, νὰ γίνῃ προαγωγὴ ὅλων τῶν ἀνωτέρων, ὅπως ἡ πυραμὶς τῶν θέσεων σχηματισθῇ κανονική. Ὑπεστηρίχθη τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι πρέπει νὰ προαχθῶσιν οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ καὶ ἐμερίμνησε περὶ τούτου τὸ νομοσχέδιον, ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ὁ ὁποῖος ἐμερίμνησε περὶ παροχῆς μισθῶν εἰς τοὺς φέροντας τὸν βαθμὸν ὑποπλοιάρχου, διατί ἆρά γε διὰ τὸν αὐτὸν λόγον δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ πρὸς τοὺς ὁμοιοβάθμους τῶν ὑποπλοιάρχων τὸ αὐτὸ δικαίωμα; Δὲν νομίζει ὅτι αὐτὴ ἡ διάκρισις, τὴν ὁποίαν κάμνει εἶναι πολὺ ἐπιζήμιος; Διότι δὲν βλέπω κατὰ τίνα λόγον γίνεται διάκρισις, προκειμένου περὶ ἀξιωματικῶν ὑπηρετούντων εἰς τὰ αὐτὰ πλοῖα καὶ συμβαλλόντων κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, εἴτε μάχιμοι εἶναι εἴτε μηχανικοὶ εἴτε ἄλλα καθήκοντα ἐκτελοῦσι.
§283Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Διὰ τοὺς ὑποπλοιάρχους τοῦ μαχίμου κλάδου λέγετε;
§284Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μεριμνᾶτε διὰ τοῦ ἄρθρου 2ου, ὅπως δίδεται ἡ μισθοδοσία εἰς τοὺς ὑποπλοιάρχους.
§285Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὑποπλοιάρχους τοῦ μαχίμου κλάδου ἐννοεῖτε;
§286Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μάλιστα.
§287Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Βλέπετε ὅτι ἐπικρίνετε τὸ νομοσχέδιον χωρὶς νὰ τὸ ἀναγνώσητε πολὺ καλά. Τὸ ἄρθρον λέγει· «παντὸς κλάδου». Ἐγὼ γνωρίζω καὶ τίνες εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ λάβωσι τὴν μισθοδοσίαν. Γνωρίζω ὅλον τὸ Σῶμα καὶ δι’ αὐτὸ ἔθηκα καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς κλάδους.
§288Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Λέγει τὸ ἄρθρον «παντὸς κλάδου;»
§289Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἔχετε δίκαιον. Ἀλλά, ἂν ἔλθω εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ἀξιωματικούς, δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ μοὶ ἐξηγήσῃ πῶς, ἐνῷ κανονίζει 120 θέσεις, τὰς ὁποίας καὶ δικαιολογεῖ εἰς τὸν πίνακα καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως εἶναι καὶ ἀληθεῖς, καὶ διὰ τῶν ὁποίων σκοπεῖται ἡ θεραπεία πραγματικῶν ἀναγκῶν, καὶ συνεπῶς θὰ τοποθετηθῶσι καὶ οἱ 120 αὐτοὶ ἀξιωματικοί, θὰ ἐρωτήσω· τί θὰ γίνῃ διὰ τὰς λιμενικὰς Ἀρχάς; Διὰ τὰ λιμεναρχεῖα ἀπαιτοῦνται 70–80 ἀξιωματικοί. Θὰ μείνωσι τὰ λιμεναρχεῖα ἄνευ ἀξιωματικῶν, ἀφοῦ ὅλοι οἱ 120 διατίθενται κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἀλλοῦ;
§290Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν λιμένων εἶναι ὑπὸ ἐπεξεργασίαν ὑπὸ τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου τῶν Ναυάρχων. Ἅμα περατωθῇ ἡ ἐπεξεργασία αὐτοῦ, θέλω φέρει τὰ πορίσματα προσεχῶς εἰς τὴν Βουλήν.
§291Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀλλὰ πρὸ ὀλίγου ἤκουσα νὰ λέγητε, «ὅταν μεριμνῶμεν περὶ τῶν ἄλλων σωμάτων, διατί νὰ μὴ μεριμνήσωμεν καὶ περὶ τῶν μηχανικῶν, ἀλλὰ νὰ ἐγκαταλείψωμεν αὐτούς;» Ἐπαναλαμβάνω τὸ ἴδιον ὕφος τὸ ἰδικόν σας καὶ λέγω· «καὶ θὰ ἀφήσητε τοὺς λιμένας ἄνευ λιμενικῶν ἀρχῶν, ἐκεῖ ὅπου μέγιστα συμφέροντα ὑπάρχουσιν;» Αὐτὸ ἀποδεικνύει κατὰ τίνα τρόπον συντάσονται τὰ νομοσχέδια καὶ πόσον ἀμελέτητα καὶ ἄνευ δικαιολογίας προσάγονται εἰς τὴν Βουλήν.
§292Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Κύριε Βουλευτά, ἂν καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸς ἔλεγχος, ἐν τούτοις σᾶς παρακαλῶ νὰ καταλήξητε εἰς ἕνα ὡρισμένον συμπέρασμα. Τί ζητεῖτε;
§293Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὰ νομοσχέδια συντάσονται ἐπάνω εἰς τὸ γόνυ.
§294Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὥστε κάμνετε ἔλεγχον;
§295Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἴτε ἔλεγχος λέγεται αὐτὸ εἴτε ὁπωσδήποτε ἄλλως καλέσατέ το, ἐγὼ θέλω ν’ ἀποδείξω ὅτι φέρετε νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου δὲν προνοεῖτε περὶ μιᾶς κατηγορίας ἀξιωματικῶν διόλου. Καὶ μοὶ λέγετε ὅτι θὰ ὑποβληθῇ νομοσχέδιον. Δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι εἶναι δυνατὸν τοῦτο καὶ αὔριον νὰ γίνῃ, καὶ εὔχομαι φώτισιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ναυάρχων τὸ ὁποῖον, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν ἔχει καμμίαν ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα αὐτό, διότι δὲν ἔχει καμμίαν εἴδησιν περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Σώματος αὐτοῦ, εὔχομαι, λέγω, φώτισιν εἰς αὐτὸ ἵνα σᾶς φέρῃ τὸ νομοσχέδιον ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον.
§296Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀπὸ μιᾶς ἀπόψεως ἔχει βεβαίως ἁρμοδιότητα τὸ Συμβούλιον, ἂν καὶ κατὰ πόσον συμφέρει εἰς τὸ Πολεμικὸν Ναυτικὸν ἡ ἵδρυσις τοῦ Σώματος αὐτοῦ. Ἀπὸ τοιαύτης ἀπόψεως θεωρήσατε ἁρμόδιον ὅπως δήποτε τὸ Συμβούλιον.
§297Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν θίγω τὸ ζήτημα αὐτό, ἀλλ’ εὔχομαι μόνον φώτισιν εἰς τοὺς Ναυάρχους νὰ σᾶς φέρωσι τὸ νομοσχέδιον ταχύτερον νὰ τὸ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλήν. Ὅσον καὶ ἂν ἤμην διατεθειμένος νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μηχανικῶν, δὲν εἶμαι δυστυχῶς εἰς θέσιν νὰ ἔχω πρόχειρον τὸν ἀριθμὸν τῶν μηχανικῶν οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον. Ὁρίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν μηχανικῶν εἰς 76, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ οὐδὲ ἡ ἐλαχίστη δικαιολογία. Διὰ τίνα λόγον ὁρίζονται 76; Ποῦ θὰ κατανεμηθῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι; Λαμβάνεται μέριμνα περὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς αὔριον ἢ θὰ ἔλθῃ αὔριον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ ὑποβάλῃ νέον νομοσχέδιον ὁρίζον ἄλλον ἀριθμὸν μὲ τὴν δικαιολογίαν ὅτι ὁ ἀριθμὸς 76 ἐπρόκειτο νὰ καλύψῃ τὰς ἀνάγκας τῆς χθές; Οὐδεμία ὑπάρχει πληροφορία περὶ τούτου. Καὶ προκειμένου περὶ τῶν ὑγιειονομικῶν ἀξιωματικῶν, παρατηρῶ ὅτι ἐγένετο μία ἀφαίρεσις εἰς τοὺς κατωτέρους βαθμούς, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἦτο ἄξιον ἐπαίνου, διότι ὁ ἀριθμός, ὅπως ὡρίζετο ἀρχικῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἦτο τελείως ἀδικαιολόγητος. Ἀλλὰ διὰ τίνα λόγον ὁρίζονται θέσεις ἐπιφαρμακοποιῶν, καθ’ ὃν χρόνον εἰς τὸ ἄρθρον 6 τοῦ εἰδικοῦ νομοσχεδίου γίνεται λόγος περὶ διορισμοῦ πολιτικῶν φαρμακοποιῶν, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω.
§298Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Ἡ θέσις ἐπιφαρμακοποιοῦ γνωρίζετε ἂν ὑπάρχῃ ἢ ὄχι σήμερον εἰς τὸ Ναυτικόν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναφέρεσθε, λαμβάνεται πρόνοια, ἐπειδὴ εἶναι αὐταπόδεικτος πλέον ἡ ἀνάγκη ὅπως μειωθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους δὲν θὰ ἔχωσι κανένα λόγον ὑπάρξεως, λαμβάνομεν δὲ πρόνοιαν, ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχομεν καὶ τὴν Ἀγγλικὴν ἀποστολήν, ἡ ὁποία εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ μᾶς φωτίσῃ ἐπαρκέστατα, καὶ ζητοῦμεν τὴν ἄδειαν παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως μᾶς δώσῃ τὴν ἐξουσίαν, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος καταρτίσωμεν τὸ Σῶμα τοῦτο. Τώρα, ἂν ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν ταύτην ἢ ὄχι, εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὁρισθῶσι.
§299Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λέγετε νὰ ὁρισθῶσιν αἱ θέσεις διὰ Β. Διαταγμάτων.
§300Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι αἱ θέσεις. Ἀναγνώσατε τὸ νομοσχέδιον.
§301Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι εἰμι τελείως ἀμελέτητος, καὶ ἔκαμα τὸ λάθος διὰ τοὺς φέροντας τὸν βαθμὸν τοῦ ὑποπλοιάρχου. Ἐλέγξατέ με πικρότατα διὰ τοῦτο, ἀλλὰ μὴ ἐπικαλεῖσθε τοιοῦτον πρᾶγμα διὰ τοὺς φαρμακοποιούς. Τὴν στιγμὴν ποῦ ἀναλαμβάνετε νὰ μοὶ δικαιολογήσητε τὰς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν ἐπιφαρμακοποιῶν, καθ’ ὃν χρόνον εἰς τὸ ἄρθρον 6 ὁμιλεῖτε περὶ διορισμοῦ πολιτικῶν φαρμακοποιῶν καὶ μετὰ τάξεως τῶν ἤδη ὑπαρχόντων ἀξιωματικῶν φαρμακοποιῶν, τὸ πρᾶγμα μένει ἀνεξήγητον.
§302Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Σήμερον ὑπάρχει τὸ Σῶμα αὐτό, ὡς γνωρίζετε. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ὁρισθῶσιν αἱ θέσεις ἐν τῷ ἄρθρῳ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ, τὸ ὁποῖον ὑπαινίττεσθε, λαμβάνεται πρόνοια νὰ καταργηθῇ τὸ Σῶμα τοῦτο. Οἱ δὲ ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι σήμερον φαρμακοποιοί, θὰ λάβωσι θέσεις πολιτικῶν ὑπαλλήλων, λαμβάνεται δὲ καὶ ἡ πρόνοια ὅτι ὁ μισθὸς δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ ὡρισμένον ὅριον, ἀναλόγως δὲ τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ τῆς διαμονῆς θὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ μισθός.
§303Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶχεν ἕνα λόγον ἡ ἐρώτησίς μου, νὰ δείξῃ μεθ’ ὁποίας ἀκόμη σπουδῆς συνετάχθη καὶ ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἄρθρου τούτου, ἡ ὁποία ἐφρόντισε νὰ ἀπαρτίσῃ ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι δυνατὸν καὶ νὰ μείνωσι, διότι τὸ φαρμακευτικὸν Σῶμα δυνατὸν νὰ μείνῃ. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ σήμερον ψηφίζουσα τὸν νόμον τοῦτον, ὅπως ψηφίζει αὐτόν, δὲν γνωρίζει ἐὰν θὰ καταργηθῇ τὸ Σῶμα. Ἀλλὰ τοῦτο μένει εἰς τὴν διάθεσιν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας κατὰ πόσον ἤθελεν προκληθῆ τὸ Β. Διάταγμα, καὶ πῶς θὰ γίνῃ ὁ τρόπος τῆς μετατάξεως τῶν φαρμακοποιῶν τοῦ Ναυτικοῦ εἰς τὸν κλάδον τῶν πολιτικῶν φαρμακοποιῶν τὸν ὁποῖον θέλει νὰ ἱδρύσῃ. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὸ ἄρθρον 2. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω καὶ κατὰ τὰ ἄλλα ἄρθρα. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔχω καὶ πάλιν νὰ εἴπω εἶναι ὅτι ἐσχηματίσθη πολυτέλεια θέσεων ἐπὶ τῷ σκοπῷ τῆς εὐκολύνσεως τῆς προαγωγῆς, διὰ τὴν ὁποίαν ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν. Ἠδύνατο ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ κανονίσῃ τὰς προαγωγάς, ὅπως καὶ θὰ συνέβαινεν, ἀλλὰ διὰ τοῦ καθορισμοῦ τῶν θέσεων ἐν τοιαύτῃ ἀφθονίᾳ καὶ μονίμως, δημιουργεῖται κακόν, τὸ ὁποῖον καὶ μέχρι τοῦδε παρετηρήθη, ὅτι θὰ σταματήσῃ ἡ προαγωγὴ τῶν ἄλλων ἀξιωματικῶν καὶ θὰ γεννηθῶσι καὶ πάλιν παράπονα διὰ τὴν στασιμότητα, θὰ ἔλθῃ δὲ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Πολιτεία νὰ δημιουργήσῃ ἄλλας θέσεις ὄχι πρὸς θεραπείαν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πρὸς ἱκανοποίησιν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἅμα εἰσέρχωνται εἰς μίαν ὑπηρεσίαν καὶ μάλιστα τὴν στρατιωτικήν, οὐδεμίαν διάθεσιν θὰ ἔχωσι νὰ περάσωσιν ὅλην των τὴν ζωὴν μὲ ἕνα καὶ μόνον βαθμόν.
§304Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι φέρω τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις· εἰς τοὺς μηχανικούς, ἀντὶ ἀρχιμηχανικὸς αʹ τάξεως, τίθενται δύο, ἀφαιρεῖται δὲ εἷς ἀπὸ τῶν τῆς βʹ τάξεως. Ἐπίσης εἰς τοὺς πλωτάρχας προστίθεται ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν πλωταρχῶν δύναται μετὰ ἕξ μῆνας νὰ αὐξηθῇ εἰς 37. Ἐπίσης εἰς τὸ ἑπόμενον ἐδάφιον νὰ προστεθῇ· «οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ ἐφ’ ὅσον λαμβάνουσι τὰς ἀποδοχὰς τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ, ἀποκτῶσιν ὡσαύτως τὰ προσόντα τῆς προαγωγῆς τοῦ βαθμοῦ αὐτῶν». Ὡσαύτως, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τούτου, δέον νὰ προστεθῇ ἐδάφιον κανονίζον τὸν τρόπον τῆς προαγωγῆς τῶν ὑποναυάρχων, λαμβάνεται δὲ πρόνοια ὅπως γίνεται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, συμπαρισταμένων τῶν Ἀντιναυάρχων καὶ τοῦ Ἀρχηγοῦ τῆς Ἀγγλικῆς ἀποστολῆς, ἐφ’ ὅσον οὗτος παραμένει ἐν Ἑλλάδι.
§305Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν χθές, εἰπόντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι προεβιβάσθησαν ἀξιωματικοὶ τῆς ξηρᾶς χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ σημεριναὶ ἀνάγκαι τοῦ στρατοῦ ἀλλ’ αἱ μέλλουσαι, διὰ νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἠθικῶς ἀξιωματικοί, οἱ ὁποῖοι ἐτίμησαν τὴν Ἑλλάδα κατὰ τοὺς δύο πολέμους, ἐπειδὴ ἀπετέλει ἔργον δικαιοσύνης, θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ τοῦ τὸ ὑπενθυμίσω, διότι οἱ ὑποπλοίαρχοι, τοὺς ὁποίους σήμερον ζητεῖ νὰ προβιβάσῃ ἐντὸς ἕξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, εἶναι αὐτοὶ ἐκεῖνοι τοὺς ὁποίους, ἐπανελθόντας ἐκ τοῦ πολέμου, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, παρουσίᾳ τοῦ μεγάλου ἥρωος ἀντιναυάρχου κ. Κουντουριώτου, ἰδιαιτέρως συνεχάρη καὶ ἰδιαιτέρως ἀπένειμεν αὐτοῖς τὴν τιμὴν τῆς νίκης, διότι αὐτοὶ ἦσαν ἡ ψυχὴ καὶ τὰ νεῦρα τῶν πλοίων. Ἑπομένως καὶ αὐτοὶ δικαιοῦνται νὰ τύχωσι τῆς αὐτῆς τιμῆς, τῆς ὁποίας ἔτυχον καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς. Βεβαίως δὲν θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς θαλάσσης ὅ τι ἐγένετο καὶ ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, ἀλλὰ ἐγένετο τοῦτο πραγματικῶς καὶ οὐσιαστικῶς, διότι ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως δίδει εἰς αὐτοὺς τὸν μισθὸν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ· ἑπομένως διατί ἀρνεῖται εἰς αὐτοὺς καὶ τῆς ἐλαίας τὸν κότινον; Τί ἄλλο εἶναι ὁ βαθμός, ἀφ’ ἧς στιγμῆς δίδεται ὁ μισθός, παρὰ μία τιμή; Οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ὁλόκληρον τὴν ζωήν των ἀφιέρωσαν μόνον καὶ μόνον δι’ ἕνα κλάδον ἐλαίας, καὶ τὸν κλάδον αὐτὸν τῆς ἐλαίας εὑρίσκει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι εἶναι ἄδικον ν’ ἀπονείμῃ εἰς τοὺς ἄνδρας αὐτούς, οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸ καθῆκόν των καὶ τοὺς ὁποίους ἰδιαιτέρως συνεχάρη καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ζητοῦσι μισθόν, ἀλλ’ ἁπλῆν τιμήν, διότι ἡ τιμὴ εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀνέκαθεν διέκρινε τὸν ἑλληνικὸν στρατόν. Ἄς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν νὰ τῷ ὑπενθυμίσω τί ἀναφέρει ὁ πατὴρ τῆς ἱστορίας καὶ τί θέτει εἰς τὸ στόμα βαρβάρου ἀνδρός, προκειμένου περὶ τῆς τιμῆς, ἡ ὁποία ἀπονέμεται εἰς τοὺς ὀλυμπιονίκας, ἄνδρας δηλ., οἱ ὁποῖοι ὁλόκληρον τὴν ζωήν των διήρχοντο διὰ νὰ ἐπιτύχωσιν ὡς ὀλυμπιονῖκαι. Ὁ πατὴρ τῆς ἱστορίας λέγει ὅτι, ὅτε ὁ Ξέρξης πρὸ τῶν Θερμοπυλῶν ἠρώτησε τί εἶναι οἱ ὀλυμπιακοὶ ἀγῶνες, καὶ ὁ Δημάρατος, εἷς τῶν τυράννων τῆς Μικρᾶς Ἀσίας, τῷ ἐξιστόρησε τί εἶναι οὗτοι, ὁ βάρβαρος βασιλεὺς ἠρώτησε ποία εἶναι ἡ ἀμοιβὴ μιᾶς τοιαύτης νίκης, ὁ δὲ Δημάρατος ἀπήντησε· κλάδος ἐλαίας· τότε εἶπε τὸ ἑξῆς «λόγου τιμιώτατον, παπαί, Μαρδόνιε, κοίους ἐπ’ ἄνδρας ἤγαγες μαχησομένους ἡμέας, οἳ οὐ περὶ χρημάτων τὸν ἀγῶνα ποιοῦνται, ἀλλὰ περὶ ἀρετῆς». Σήμερον, κατόπιν δύο νικηφόρων πολέμων, λησμονοῦμεν τὴν πάτριον ἱστορίαν, λησμονοῦμεν ὅτι δὲν ἀγωνιζόμεθα διὰ χρήματα, ἀλλὰ διὰ τὴν τιμήν, καὶ ἐνῷ δίδομεν τὰ χρήματα, ἀρνούμεθα τὴν τιμήν, αὐτὸν δηλ. τῆς ἐλαίας τὸν κότινον, τὸν ὁποῖον οἱ ἡρωικοί μας ἀξιωματικοὶ ὠνειρεύοντο. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς δὲν ἔπραξε τοῦτο ἐν τῷ στρατῷ τῆς ξηρᾶς, ἀλλ’ ἐπροβίβασε τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὡμολόγησε τοῦτο χθὲς μόνος του, ὅτι προέβλεψε διὰ μελλούσας ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ. Διατί νὰ μὴ γίνῃ τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὸ ναυτικόν; Φρονῶ ὅτι εἶναι ἄδικον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπραξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, διὰ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν ἐδέχθη. Θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον καὶ δίκαιον νὰ τιμήσῃ τοὺς ὑποπλοιάρχους τούτους, οἱ ὁποῖοι σήμερον, καὶ ἐν τῷ πολέμῳ, ἀσκοῦσιν ὑπηρεσίαν πολὺ ἀνωτέραν τοῦ βαθμοῦ τὸν ὁποῖον φέρουσιν. Ἄς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω χρῆσιν ὀνομάτων· ὁ ὑποπλοίαρχος κ. Μαυρομιχάλης σήμερον ἐκτελεῖ ἔργα πλοιάρχου, εἶναι κυβερνήτης τῆς «Ὕδρας», διευθυντὴς τῶν πυροβολείων τοῦ Μούδρου· ὁ κ. Τούμπας εἶναι δεύτερος ὕπαρχος τοῦ θωρηκτοῦ «Ἀβέρωφ», ἐκτελῶν ἔργα πλωτάρχου· ὁ κ. Σπηλιωτάκης διευθυντὴς τῶν ἠλεκτρικῶν τοῦ «Κιλκὶς» καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκον ἀνωτέρων. Διατί δὲν τιμᾶτε αὐτούς; Τόσον πολὺ ἀκριβὸς εἶναι αὐτὸς ὁ κότινος τῆς ἐλαίας, ὥστε δὲν πρέπει νὰ δοθῇ εἰς ὀλίγους ὑποπλοιάρχους; Φρονῶ, κ. Ὑπουργέ, ὅτι ἐν τῇ διακρινούσῃ ὑμᾶς περὶ τοῦ Β. Ναυτικοῦ μερίμνῃ δὲν θὰ ἀφήσητε αὐτοὺς μὲ τὸ παράπονον, διότι δὲν ἐνδιαφέρονται διὰ τὰ χρήματα, ἀλλὰ μόνον διὰ τὸν βαθμόν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν μεσολάβησιν, καὶ παρακαλῶ νὰ συστήσητε καὶ ὑμεῖς εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν, νὰ μὴ θελήσῃ νὰ ἀδικήσῃ τὰ παιδιὰ αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐπερίμεναν τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον ἕνα βαθμόν. Ἐδώκατε σωρειδὸν βαθμούς, ἐτιμήσατε τὸν στρατὸν τῆς ξηρᾶς, διατί ἀρνεῖσθε τὴν τιμὴν αὐτὴν εἰς τὸν στρατὸν τῆς θαλάσσης;
§306Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Μίαν πληροφορίαν παρακαλῶ· τελευταίως ἐνηργήθη διαγωνισμός, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐπέτυχον τέσσαρες ἕως πέντε φαρμακοποιοί, ὁ πίναξ δὲ αὐτὸς ἐπικυρωθεὶς ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐδημοσιεύθη. Προκειμένου ἤδη νὰ γίνῃ τὸ φαρμακευτικὸν Σῶμα, θὰ συμπεριληφθῶσι καὶ αὐτοί;
§307Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἡ πρόσληψίς των.
§308Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶχον καὶ ἐγὼ τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου.
§309Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν γίνεται δεκτή.
§310Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἐγώ, κ. Ὑπουργέ, θὰ συστήσω πρὸς ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ προαγάγητε ἅπαντας τοὺς ὑποπλοιάρχους, διότι καὶ παρ’ ὑμῖν, ὡς ἤκουσα, καὶ παρ’ ὁλοκλήρῳ τῇ Βουλῇ, ἐμορφώθη ἡ πεποίθησις ὅτι μόνον αὐτοὶ δὲν ἔτυχον προαγωγῆς ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἤδη τοὺς πρὸ τοῦ πολέμου βαθμούς, ἀφοῦ μάλιστα λαμβάνεται πρόνοια καὶ εἰς τὸ ἄρθρον 3 περὶ προαγωγῆς ἀξιωματικῶν, οἵτινες δὲν ἔχουσι συμπληρώσει τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον πρὸς προβιβασμὸν ἀλλὰ λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν τὸ ἥμισυ τοῦ χρόνου. Καὶ ἕκαστος δύναται νὰ ἐρωτήσῃ· δὲν εἶναι μία ἀνισότης πλέον μεταξὺ τῶν ἐχόντων βαθμὸν ὑποπλοιάρχων καὶ ὅλων τῶν ἄλλων βαθμῶν, μάλιστα τῶν ὑποπλοιάρχων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῷ αὐτῷ βαθμῷ ἔχουσιν ὑπηρεσίαν πλέον ἢ τετραετῆ; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ οἰκονομίας, δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ σᾶς παρώτρυνα εἰς προαγωγάς, ἀλλ’ οἰκονομίαν δὲν δέχεσθε, ἀφοῦ χορηγεῖτε τὴν μισθοδοσίαν τοῦ ἀνωτέρου βαθμοῦ. Δὲν βλέπω πλέον τὸν λόγον ὁ ὁποῖος δύναται νὰ πείσῃ, διατί δὲν δίδετε καὶ τὸν βαθμὸν εἰς αὐτούς. Σκεπτόμεθα καὶ νομοθετοῦμεν οὐχὶ ἐν ἀπολύτῳ δικαίῳ ἀλλὰ μὲ ἀνισότητα. Ἄν ἐδέχεσθε, κ. Ὑπουργέ, ὁ ἀριθμὸς 32 νὰ γίνῃ 40, θὰ ἱκανοποιεῖτε καὶ αὐτοὺς καὶ θὰ εἶχον καὶ οἱ ἄλλοι τὴν ἐλπίδα ὅτι μετὰ καιρὸν θὰ ἐλάμβανον τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Ἐὰν ὡς εἶπον, ὅλοι οἱ ἄλλοι ἠμείφθησαν ἐπαρκῶς καὶ λαμβάνεται πρόνοια ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ ἀμειφθῶσιν ἐπιπλέον, ἡ ἐπιμονὴ τοῦ νὰ μὴ θέλητε νὰ δώσητε καὶ εἰς αὐτοὺς βαθμόν, τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι ἔχουσι δικαίωμα νὰ ζητῶσι, φέρει εἰς σκέψεις τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς ὅτι δὲν εἶναι χρήσιμοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἡ δὲ μισθοδοσία τὴν ὁποίαν δίδετε εἰς αὐτούς, θεωρεῖται παρ’ αὐτῶν ὕβρις. Πάντες δὲ σχεδὸν θὰ ἐξενέγκωσι τὴν εὐχήν, ὅπως καὶ ἄλλοτε ἐγένετο κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, τοὐλάχιστον μετὰ δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν νὰ ἔχωσι δικαίωμα συντάξεως, διότι τὸ ἄδικον τὸ ὁποῖον προσγίνεται εἰς αὐτοὺς εἶναι τόσον μέγα σχετικῶς πρὸς τοὺς ἄλλους ἀξιωματικούς, ὥστε δὲν αἰσθάνονται τὰς δυνάμεις νὰ ὑπομείνωσι τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον γίνεται.
§311Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καὶ πάλιν θὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα. Ὅπως πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, ἂν διὰ τοῦ νομοσχεδίου σας δὲν ἐπρόκειτο περὶ οἰκονομίας, βεβαίως ἡμεῖς δὲν θὰ εἴχομεν κανένα λόγον πρὸ τῆς ἐπιμονῆς τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐπιμένωμεν καὶ ἡμεῖς, ἀλλὰ νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον περὶ δαπάνης δὲν πρόκειται, ὅπως ἐπίσης οὐχὶ περὶ ἀπονομῆς ἐπωμίδων κατὰ χάριν, ἀλλὰ περὶ ἀπονομῆς ἐπωμίδων κατακτηθεισῶν, περὶ τούτου δὲ δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ εἴπω περισσότερα, διότι ὡς ἐπόπτης τῆς ὑπηρεσίας ἔχετε καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ τὰ στοιχεῖα νὰ κρίνητε περὶ τίνων ἀξιωματικῶν πρόκειται, νομίζω λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἀντίρρησις. Ὅτε ἔχομεν κυβερνήτας ἐξ τορπιλλοβόλων, ὅτε ἔχομεν ἄλλους δέκα ὀκτὼ πλοιάρχους τῶν θωρηκτῶν—ἕκαστον θωρηκτὸν ἔχει δύο ἐπιστασίας,—ἔχομεν λοιπὸν 18 καὶ 6 ἴσον 24 καὶ 6 ἴσον 30 θέσεις ὑποπλοιάρχων, αἱ ὁποῖαι θὰ ἠδύναντο οὐχὶ πάντοτε ἀλλὰ διὰ τὴν ἱκανοποίησιν ἢ μᾶλλον διὰ τὴν πρόσδοσιν ἠθικῆς ἀμοιβῆς νὰ μετατραπῶσι, προσωρινῶς ἔστω, εἰς θέσεις πλωταρχῶν, οὐδαμῶς θὰ ἐζημιοῦτο ἡ ὑπηρεσία. Λήγοντος τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ πολέμου ἀσφαλῶς οἱ ἄνθρωποι οἱ κατέχοντες θὰ ἀπορροφηθῶσιν εἰς τὴν ἀποστολήν των. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ ἐπιμονὴ πλέον τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον παντάπασι δὲν ἐκθέτει εἰς βάρη τὸν δημόσιον προϋπολογισμόν, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου προσήχθη ἀπόδειξις ὅτι δὲν θέλει δυσχεράνει τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ἐπιμονὴ αὐτὴ θὰ ἠδύνατο νὰ καμφθῇ, ἀφοῦ ἐκάμφθη μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν πέντε τοὺς ὁποίους παρεχωρήσατε. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω.
§312ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 2 ὑπάρχει τροπολογία τῶν κ. κ. Π. Σπυράκη καὶ Σ. Τσακοπούλου.
§313ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§314ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ἐπίσης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Ἀθ. Μπασιᾶ.
§315ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Τὴν ἀποσύρω, κύριε Πρόεδρε.
§316ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπίσης τροπολογία τοῦ κ. Ν. Βελέντζα.
§317Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὴν ἀποσύρω καὶ ἐγώ, κύριε Πρόεδρε.
§318ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται καὶ τοῦ κ. Ν. Βελέντζα. Δὲν ὑπάρχει ἄλλη ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Π. Κοντόσταυλος.
§319Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ παρατηρῶ ὅτι ὁ νόμος ᾼΡΞΒʹ, ὅστις κανονίζει τὸ ζήτημα τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας τῶν ἀξιωματικῶν, καταργεῖται ἐντελῶς. Εἶναι σοβαρώτατον ἄρθρον καὶ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τὴν προσοχήν μας. Ἂν ὄχι σήμερον διὰ τοὺς ἀνωτάτους ἀξιωματικούς, οἱ ὁποῖοι ὑποτίθεται ὅτι ἔχουσι τὴν ἀνάλογον ναυτικὴν μόρφωσιν, διὰ τοὺς κατωτέρους ὅμως τὸ ἄρθρον εἶναι πολὺ σοβαρόν. Νομίζω ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πάντοτε θρησκευτικῶς ἐτηρήθη ἐν τῷ ναυτικῷ καὶ διὰ τοῦ ὁποίου τὸ ναυτικὸν ἐσώθη κατὰ στιγμὰς πολὺ ἐκρύθμους, δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν, τοὐλάχιστον διὰ τοὺς κατωτέρους βαθμούς. Μὴ λησμονῶμεν δὲ ὅτι οἱ νεκροὶ αὐτοὶ ἀξιωματικοὶ προαγόμενοι ἀναλαμβάνουσιν ὑπευθύνως τὴν κυβέρνησιν τῶν ναυτικῶν δυνάμεων τῆς χώρας, μία δέ, ὃ μὴ γένοιτο, καταστροφὴ πλοίου θὰ ἠδύνατο τὴν χώραν νὰ φέρῃ εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν καὶ ἀντὶ τῆς ὑπεροπλίας ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ ἔχῃ τίποτε. Ἑπομένως πρέπει, ἐπαναλέγω, πολὺ νὰ προσέξωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι βλέπω ὅτι τὸ ἄρθρον 3 οὐδόλως ὁμιλεῖ περὶ θαλασσίου ὑπηρεσίας, ἔμαθον δὲ ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶχε μίαν τροπολογίαν, ἀλλὰ δὲν κάμνει περὶ τούτου λόγον τὸ ἄρθρον. Σᾶς παρακαλῶ πολὺ νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, διότι εἶναι σπουδαιότατον.
§320Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος ἐχώρισε τὰ ζητήματα καὶ συνωμολόγησεν ὅτι διὰ τὴν προαγωγὴν εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμοὺς τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σοβαρόν.
§321Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἅπαξ μόνον.
§322Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἅπαξ μόνον· καὶ ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίαν, ὡς σᾶς εἶπον. Ἀρχικῶς τοιαύτη ἦτο ἡ ἔννοια, ἐφάπαξ.
§323Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὄχι δὲν λέγεται τοιοῦτό τι ἐν τῷ ἄρθρῳ.
§324Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Εἶναι ἡ τροπολογία ἐδῶ.
§325Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Καθωρίσατε τὰ ζητήματα μόνον διὰ τοὺς ἀνωτέρους, διὰ τοὺς κατωτέρους ἀξιωματικοὺς θὰ ἦτο ἀληθῶς ἐπικίνδυνον, ἐπειδὴ ὑπάρχουσιν ἀξιωματικοὶ κατώτεροι προαχθέντες...
§326Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὴν τροπολογίαν καὶ νὰ τὴν συζητήσητε.
§327Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν μᾶς ἀναγινώσκετε τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροπολογήσατε αὐτό;
§328Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ σᾶς ἀναπτύξω πρῶτον αὐτό. Διὰ τοὺς κατωτέρους βαθμοὺς ἔχω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· ὅτι οὐδεὶς ἀνθυποπλοίαρχος προάγεται εἰς ὑποπλοίαρχον ἂν δὲν κέκτηται συνολικὴν ὑπηρεσίαν τριῶν καὶ ἡμίσεως ἐτῶν.
§329Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Θαλασσίου ὑπηρεσίας.
§330Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὡς γνωρίζετε, ἡ ὑπηρεσία τοῦ σημαιοφόρου εἶναι 18 μηνῶν, τοῦ ὑποπλοιάρχου δὲ τριῶν ἐτῶν. Δὲν γίνεται μνεία τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι οὐδεὶς ἀνθυποπλοίαρχος ὑπηρετεῖ εἰς θέσιν πλοιάρχου.
§331Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ τοῦτο ἐν τῷ μέλλοντι. Διατί νὰ μὴ προσθέσωμεν «θαλασσίου ὑπηρεσίας;»
§332Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τίνα θὰ ἦσαν τὰ μειονεκτήματα τῆς τροπολογίας αὐτῆς, ἂν ἐγένετο δεκτή, ὅτι οὐδεὶς ὑποπλοίαρχος ὑπηρετεῖ εἰς ὑπηρεσίαν τῆς ξηρᾶς, οὔτε εἶναι πιθανόν.
§333Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἤδη ὑπηρετεῖ εἰς θαλάσσιον ὑπηρεσίαν διατί νὰ μὴ τεθῇ;
§334Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νὰ σᾶς εἴπω διατί· ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι ἕνεκα τῆς ὑπηρεσίας εἷς ἢ δύο μόνον, οἱ ὁποῖοι συνεπλήρωσαν τὰ προσόντα τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, ἀπεσπάσθησαν ἐκ τῆς θαλασσίου ὑπηρεσίας, θὰ ἦτο ἄδικον νὰ βλαβῶσιν αὐτοὶ ἐκ τῆς ῥήτρας τοῦ νόμου.
§335Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ἅμα ἅπαξ ἐκτελέσῃ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν θὰ εἶναι τῆς ξηρᾶς, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ θάλασσαν.
§336Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. 3½ ἐτῶν;
§337Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὄχι. Νὰ εἴπητε «θαλάσσιον ὑπηρεσίαν». Τίποτε ἄλλο.
§338Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὅλην θαλάσσιον ὑπηρεσίαν;
§339Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὄχι. Αὐτὸν τὸν χρόνον ποῦ λέγετε νὰ εἶναι θαλάσσιος ὑπηρεσία.
§340Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τῶν 3 καὶ ½ ἐτῶν;
§341Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ἐγὼ ἤδη σᾶς ἐδήλωσα ὅτι εἶναι πρωτίστης τάξεως ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ τοὺς ὁποίους γνωρίζω. Θὰ εἶναι ἄδικον εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ μὴ δώσωμεν καὶ αὐτὴν τὴν πρακτικὴν μόρφωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐχέγγυον διὰ τὴν περαιτέρω ὑπηρεσίαν.
§342Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ τὴν κάμωμεν θαλάσσιον ὑπηρεσίαν.
§343Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πῶς θὰ τὴν κάμητε θαλάσσιον ὑπηρεσίαν; Ἡ ὑπηρεσία τοῦ μαχίμου πυροβολητοῦ θεωρεῖται κατὰ τὸ ἥμισυ θαλάσσιος. Λοιπὸν ἀφήσατε τὸ πρᾶγμα ὡς ἔχει. Ἐπιβάλλει αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὁ νόμος, νὰ ὑπηρετῶσιν, ἀφοῦ ἀπαιτεῖται ὡς προσόν; Ἡ ἐκπαίδευσις τοῦ πυροβολητοῦ θὰ ληφθῇ ὡς προτέρημα.
§344Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὅταν λέγῃ ὁ κανονισμὸς 3 καὶ ½ ἔτη;
§345Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῖς ἐπιβάλλεται ἐκπαίδευσιν.
§346Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Νὰ θέσωμεν «θαλάσσιον ὑπηρεσίαν».
§347Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ καλλίτερον εἶναι νὰ θέσητε «προάγονται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους», ἀφοῦ δὲν εἴμεθα ὥριμοι πρὸς λύσιν.
§348ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν θέλετε νὰ μείνωμεν εἰς τὸ καθεστώς;
§349Π. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§350Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, κ. Ὑπουργέ, ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3. Τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον χορηγεῖται εἰς τοὺς κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοὺς εἶναι γενικὸν καὶ ἀόριστον. Ἐὰν λόγου χάριν καὶ κατ’ ἐκλογὴν εἰς ἕνα βαθμὸν εἶναι προακτέοι τέσσαρες, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐξ αὐτῶν προάγει τοὺς δύο ἢ τὸν ἕνα, τί γίνονται οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι προακτέοι;
§351Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐὰν προαχθῇ ὁ εἷς, θὰ ἔλθῃ ὁ ἄλλος.
§352Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ποῖος εἶναι ὁ προαγόμενος, ὁ ἀρχαιότερος;
§353Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ὄχι.
§354Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ οἱ τέσσαρες κρίνονται προβιβαστέοι κατ’ ἐκλογήν· προάγοντες τὸν ἕνα θὰ τηρήσητε τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος.
§355Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Τί ἐννοεῖτε κατ’ ἐκλογήν; Ἢ θὰ ὑπάρχῃ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον σημαίνει κατ’ ἐκλογήν, ἢ ἡ διοίκησις θέλει νὰ προαγάγῃ ἕναν ἀξιωματικὸν κατ’ ἐκλογήν. Θὰ ἀποφανθῇ ἕν Συμβούλιον ὅτι ὅλοι αὐτοὶ εἶναι προακτέοι, ἡ διοίκησις ὅμως φυλάττει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέξῃ ὁποιονδήποτε θέλει εἰς τοὺς ἀνωτέρους βαθμούς. Ὑπάρχει ὁ κανὼν τῆς ἀρχαιότητος. Ἡ διοίκησις ἐκλέγει τοὺς καταλλήλους πρὸς προαγωγήν.
§356Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὥστε εἶναι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐὰν τὸ Συμβούλιον κρίνῃ κατ’ ἐκλογὴν τέσσαρας προβιβαστέους, ὁ Ὑπουργὸς δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τηρήσῃ τὴν ἀρχαιότητα μεταξὺ αὐτῶν.
§357Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐὰν θέλῃ ὁ Ὑπουργὸς τὴν τηρῇ, ἐὰν δὲν θέλῃ δὲν τηρῇ αὐτήν, ἀλλὰ δίδει εὐθύνην τῶν πράξεών του.
§358Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τότε ὁ περιορισμὸς τῆς προτάσεως οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν.
§359Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ προτείνω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «πάντες οἱ κατ’ ἐκλογὴν προαγόμενοι ἀξιωματικοὶ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν καταλαμβάνουσι τὴν σειρὰν τῆς ἀρχαιότητος, ἣν εἶχον καὶ εἰς ὃν βαθμὸν προήχθησαν». Οὕτω προλαμβάνομεν πᾶσαν κατάχρησιν. Ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ δεχθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν τροπολογίαν αὐτὴν θὰ εἴπῃ ὅτι δὲν θέλομεν νὰ νομοθετήσωμεν.
§360Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Κύριοι, γνωρίζετε εἰς τί ἀφορᾷ ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτοῦ, καὶ ὀφείλω νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλήν. Ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἐπείσθην ὅτι αἱ γενόμεναι προαγωγαί, ὡς ἐγένοντο, δὲν ἐγένοντο κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ ἀνταποκρίνωνται πρὸς τὸ κοινὸν συναίσθημα τῶν ἀξιωματικῶν, ὄχι διότι προήχθησαν ἀξιωματικοὶ μὴ ἱκανοὶ ἀλλὰ διότι αἱ προαγωγαὶ ἐγένοντο κατὰ τοιοῦτον σύστημα, ὥστε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν προήχθησαν νὰ ἔχωσιν εὔλογον παράπονον ὅτι προήχθησαν ἄλλοι χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ βάσιμος δικαιολογία. Ὁμολογουμένως τὸ γενόμενον ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει νόμου ψηφισθέντος ἐπὶ τῆς ὑπουργείας τοῦ κ. Στράτου. Τοιουτοτρόπως, καθ’ ὃν χρόνον ἐγένοντο αἱ προαγωγαὶ τὴν 3ην Ἰουνίου 1913, κατηρτίσθησαν οἱ λεγόμενοι πίνακες ἐπιλογῆς, δὲν περιωρίσθη δὲ τὸ Κράτος νὰ εἴπῃ μετὰ τὴν διεξαγωγὴν τοῦ πολέμου, ὅτι ἐκλέγω διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντιπλοιάρχου τόσους καὶ διὰ τὸν τοῦ πλοιάρχου τόσους, ἀλλὰ τὸ Κράτος κατήρτισε πίνακας ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐπιλογῆς, ἐπὶ τῇ βάσει ἐκθέσεως τοῦ Ναυάρχου καὶ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Ὑπουργοῦ. Τοιουτοτρόπως οἱ προαχθέντες, τῶν ὁποίων ἠλλοιώθη ἡ ἀρχαιότης, εἶχον εὔλογον παράπονον, ἠδύνατο δὲ νὰ μᾶς εἴπῃ τις· Κύριε, ἀφοῦ μᾶς θεωρεῖς κατ’ ἐκλογὴν προακτέους, πῶς κάμνεις ἐπιλογὴν καὶ μεταξὺ ἡμῶν;
§361Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαιότατα.
§362Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἀφοῦ μᾶς θεωρεῖς κατ’ ἐκλογὴν προακτέους, πῶς δὲν μᾶς θεωρεῖς ὡς ἴσης ἀξίας; Μᾶς προήγαγες σύ, ὦ Πολιτεία, εἰς ἀνώτερον βαθμόν, καὶ πῶς θέτεις τώρα τὸν πρῶτον τρίτον καὶ οὕτω καθεξῆς; Γνωρίζετε ὅτι ὅλα αὐτά, μεταξὺ τῆς οἰκογενείας οὕτως εἰπεῖν τῶν ἀξιωματικῶν, δημιουργοῦσιν εὔλογα παράπονα καὶ κάλλιστα δύναται νὰ σοῦ εἴπῃ τις ἐξ αὐτῶν· Κύριε, ἀνάμενε καὶ ἂν ἴδῃς καλλίτερον νὰ τὸν πάρῃς. Ταύτην τὴν γνώμην εἶχον, ὅτι τὸ γενόμενον, δηλαδὴ ἡ ἐπιλογὴ σὺν τῇ προαγωγῇ διὰ τοῦ καταρτισμοῦ τῶν πινάκων, ἦτο ἓν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἀντεπεκρίνετο εἰς τὸ κοινὸν συναίσθημα τοῦ ναυτικοῦ, ὀφείλω δὲ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ποσῶς δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸ συναίσθημά μου ἀφορμωμένου ἀπὸ τῆς ἀρχῆς ὅτι, ἀφοῦ ἡ Πολιτεία ἔκρινε πέντε ἢ δέκα ἱκανούς, ὤφειλεν αὐτοὺς ὡς ἀποτελοῦντας μίαν οἰκογένειαν νὰ τοὺς ἀφήσῃ τὴν παλαιὰν αὐτῶν ἀρχαιότητα. Ἀλλὰ δὲν ἐγένετο αὐτὸ καὶ ἐγένετο ἡ γενομένη ἐπιλογή. Ὁ νόμος αὐτὸς προβλέπει ὡσαύτως ὅτι «οἱ λαμπρῶς ἐν μάχῃ ἀριστεύσαντες τάσσονται ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ πίνακος», τοιοῦτοι δὲ ἦσαν δύο. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τῆς τάξεως τῶν ἀνδραγαθησάντων ἐν ἀρχῇ τοῦ πίνακος καὶ αὐτὴν τὴν ἀποτελοῦσαν τμῆμα τῆς ἐπιλογῆς, καὶ αὐτὴν δὲν δέχομαι, διότι ἐὰν ἀξιωματικὸς δὲν ἠνδραγάθει, δὲν θὰ εἶχε σειρὰν προαγωγῆς· τῷ δίδεται δηλαδὴ ὁ βαθμὸς ἐνῷ δὲν θὰ τὸν ἐλάμβανε ἐὰν δὲν ἠνδραγάθει ἐν μάχῃ, δὲν ἀποκλείεται δὲ εἰς τὴν Πολιτείαν, ἀφοῦ ἔκαμε τὴν τοιαύτην κατάταξιν κατὰ λόγον τῆς ἀρχαιότητος, νὰ δώσῃ κατόπιν, ἂν ἤθελεν, εἰς οἱονδήποτε ἀνδραγαθήσαντα καὶ δεύτερον βαθμόν. Τὴν κατάργησιν τῆς ἀρχῆς ταύτης, τῆς μὴ ἐπιλογῆς, ἔκαμα πρὸς τοποθέτησιν τοῦ ὑποναυάρχου κ. Δούσμανη ὡς τρίτου ἐν τῇ σειρᾷ· δηλαδὴ εἰδικῶς ἐν τῇ σειρᾷ τὴν ὁποίαν εἶχε μεταξὺ τῶν συμπροβιβασθέντων, ὄχι διότι ἐνόμισα ὅτι κατὰ τοιοῦτον τρόπον θὰ ὑπετιμᾶτο ἡ ἀριστεῖα τοῦ κ. Δούσμανη ἢ θὰ ὑπετιμᾶτο ἡ κρίσις τὴν ὁποίαν ἔκαμε περὶ αὐτοῦ ὁ Ἀντιναύαρχος, ἀλλὰ διότι ἐνόμισα ὅτι οὕτω μόνον λαμβάνει τὴν ἀρχαιότητα μεταξὺ τῶν συμπροβιβασθέντων, ὅτι δύναμαι νὰ διατηρήσω, δὲν θέλω νὰ εἴπω τὴν ὁμόνοιαν ἀλλὰ τὴν κοινὴν συναίνεσιν καὶ τὴν κοινὴν συγκατάθεσιν ἐν τῇ ψυχῇ τοῦ ναυτικοῦ. Ὀφείλω νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι δὲν ἔπραξα τοῦτο ὑποτιμῶν, ἔστω καὶ ἐπ’ ἐλάχιστον, τὴν διαγωγήν, τὴν ἀληθῶς ὡραίαν, τοῦ ὑποναυάρχου Δούσμανη κατὰ τὸν πόλεμον· ἔπραξα τοῦτο ἐκ τῆς πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ ἔχω ὄχι μόνον ἐξ ἀντικειμενικῆς ἐπισκοπήσεως ἐν τῷ Σώματι, ἀλλὰ καὶ ὡς ἄτομον καὶ ὡς Ὑπουργός.
§363Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Διὰ τὸν ἕτερον ἀνδραγαθήσαντα δὲν σᾶς συμφέρει νὰ εἴπητέ τι, διότι δὲν δύνασθε ν’ ἀπαντήσητε.
§364Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ μεταξὺ τῶν ἐπιλεγέντων. Ἔρχεται τὸ ζήτημα τῆς προαγωγῆς, ὡς ἐγένετο, τοῦ ἀληθῶς ἐπαξιώτατα τιμηθέντος πλωτάρχου κ. Βότση. Ὁ κ. Βότσης ὅτε προήχθη ἦτο ὑποπλοίαρχος, οὐδὲ κἄν ἔχων τὰ προσόντα τῆς προαγωγῆς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ πλωτάρχου. Διὰ τὴν ἀνδραγαθίαν ὤφειλε νὰ προβιβασθῇ, οὐδ’ ἐσκόπει κανεὶς καὶ ἐπὶ στιγμὴν ἔστω, ν’ ἀρνηθῇ τὸν δικαιότατον προβιβασμὸν εἰς τὸν κ. Βότσην. Ἀλλ’ ὁ κ. Βότσης ἦτο ὑποπλοίαρχος, μὴ ἔχων σειρὰν προαγωγῆς, ὑπολειπόμενος κατὰ 15 ἢ 20 βαθμοὺς τῶν προβιβαστέων, ὅτε δὲ συμπροεβιβάσθη μετὰ 10 ἄλλων πλωταρχῶν ἦτο τελευταῖος κατ’ ἀρχαιότητα αὐτῶν οὐδὲ κἄν δικαιούμενος προαγωγῆς.
§365Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐδικαιοῦτο κατὰ τὸν πόλεμον.
§366Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει δὲν ὑπῆρχε θέσις, καὶ μετὰ τὸ νομοθετικὸν Διάταγμα, ἔπρεπε νὰ ὑπάρχωσιν ἄλλαι εἴκοσι θέσεις ἵνα προβιβασθῇ ἂν δὲν ἔκαμνε τὸ κατόρθωμα, ἀλλ’ ἔκαμε τὸ κατόρθωμα καὶ προεβιβάσθη. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ὡς ὁ νεώτερος τῶν προβιβασθέντων, πῶς ἔπρεπε νὰ τοποθετηθῇ; Ἐγὼ νομίζω ὅτι, ἀκριβοδικαίως ἐκτιμωμένων τῶν πραγμάτων, ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἀριστερόν.
§367ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ νόμος περὶ ἀνδραγαθίας;
§368Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Ἐγὼ αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν ἔχω διὰ τὸ ζήτημα αὐτό. Ἐὰν ὁ κ. Βότσης προήγετο εὐθὺς μετὰ τὰ ἀνδραγάθημα, οὐδεὶς θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ὁμιλῇ περὶ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κυρίου Βότση. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ὁμολογῶ ὅτι δικαιότατα καὶ ἐπαξιώτατα κατέλαβε τὸν βαθμὸν τὸν ὁποῖον κατέλαβεν οὗτος, ὡς ἐπίσης συνομολογῶ ὅτι τὸ κατόρθωμά του καὶ ἐν γένει ἡ πρᾶξίς του ἦτο τοιαύτη, ὥστε ἔπρεπε πάντοτε νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς μελλούσης προαγωγῆς εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Ἀλλ’ ἐκ τῆς πεποιθήσεως τὴν ὁποίαν ἔχω, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ταχθῇ εἰς τὸ δεξιόν, διότι κατὰ τὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν ἔχω, δὲν εἶναι εὔλογον νὰ ταχθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν συμπροβιβασθέντων, ἐσκόπουν δέ, διότι ἐπὶ τέλους τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι καινόν, ἐσκόπουν ὅπως κατὰ τὰς προαγωγὰς αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο καὶ κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κ. Βότσης δὲν θὰ προὐβιβάζετο, ἂν δὲν εἶχε κάμει τὸ κατόρθωμα, κατὰ τὰς προαγωγάς, χάριν τῆς γενικῆς ἀρχῆς, οὐχὶ διὰ νὰ μειώσω τὸ κατόρθωμα τοῦ κ. Βότση, οὐχὶ διὰ νὰ θελήσω νὰ δείξω ὅτι ἔχω ἐνδοιασμοὺς διὰ τὸ μέγεθος τῆς ἀπονεμηθείσης ἀμοιβῆς, ἐφρόνουν, λέγω, ὅτι χάριν τῆς ἀρχῆς ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἀριστερὸν τοῦ πίνακος. Ὁ κ. Βότσης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐγένετο ἀντιπλοίαρχος σήμερον, ἐνῷ δὲν θὰ ἐγίνετο, ἐὰν δὲν ἔκαμνε τὸ κατόρθωμα, καὶ οὕτω θὰ ἀποκτήσῃ τὰ προσόντα νὰ γίνῃ πλοίαρχος. Δὲν θὰ μειονεκτήσῃ λοιπόν, ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ προαγωγὴ εἰς ἀνώτερον βαθμὸν γίνεται κατ’ ἀπόλυτον ἐπιλογήν, καὶ ὅταν συμπληρώσῃ τὸν χρόνον τὸν ἀπαιτούμενον δύναται τὸ Κράτος νὰ τὸν προαγάγῃ, διότι ἐν τούτῳ ἠκολουθήθη ἡ σκέψις ὅτι οἱ ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ πρέπει νὰ προάγωνται κατ’ ἀπόλυτον ἐπιλογήν. Ὅτε λοιπὸν σήμερον προεβιβάσθη ὁ κ. Βότσης, καίτοι ταχθεὶς εἰς τὸ ἀριστερὸν τῶν ὀλιγίστων συμπροβιβασθέντων καὶ ἀποκτήσας συγχρόνως μὲ αὐτοὺς τὰ προσόντα διὰ νὰ προβιβασθῶσιν εἰς ὑποπλοιάρχους, δὲν βλέπω κατὰ τί θὰ κωλύσῃ οἱαδήποτε Κυβέρνησιν νὰ τὸν προαγάγῃ βραδύτερον καὶ πάλιν.
§369Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀφήσατε αὐτά.
§370Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὰ ἀφήσω, διότι ἠκολούθησα τὴν γενικὴν ἀρχήν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσα εἰς τὸν κ. Δούσμανην, ἐφ’ ὅσον ἐγὼ τοὐλάχιστον χειρίζομαι τὰ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, διότι καὶ οἱ δύο προήχθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ αὐτοῦ νόμου δι’ ἀριστείαν. Δηλῶ δὲ ὅτι, ὡς δὲν ἠθέλησα νὰ μειώσω τὴν ἀριστείαν τοῦ κ. Δούσμανη ἀλλ’ ἁπλῶς ἠθέλησα νὰ ἐπιφέρω ἐπὶ τῆς αὐτῆς οἰκογενείας τῶν προβιβασθέντων ποιάν τινα ὁμοιότητα, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δηλῶ, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μειώσω τὸ κατόρθωμα τοῦ κ. Βότση, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόσω ἄλλο μέτρον διὰ τὴν μίαν ἀριστείαν καὶ ἄλλο διὰ τὴν ἑτέραν. Ἐὰν ταῦτα πράξας διὰ τὸν ἕνα, κακῶς ἔπραξα, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὀφείλω νὰ δώσω τὴν πολιτικὴν εὐθύνην καὶ ἂν ἡ Βουλὴ νομίζει ὅτι κακῶς ἔπραξα, ἐπαφίεμαι εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ποτὲ δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον, ἀφοῦ ἐφήρμοσα ἓν μέτρον διὰ τὸν ἕνα ἀριστεύσαντα μὴ ἀποβλέπων, ἐπαναλαμβάνω, εἰς τὴν ὑποτίμησιν τῆς ἀριστείας του, ἀλλ’ ἀποβλέπων εἰς τὴν δικαίαν διαρρύθμισιν τῶν προβιβασμῶν, νὰ διαρρυθμίσω ἀντιθέτως διὰ τὸν ἄλλον τὰ τῆς προαγωγῆς. Νομίζω ὅτι ἐπαξίως ἔτυχε τοῦ βαθμοῦ τοῦ πλωτάρχου ὁ κ. Βότσης· νομίζω ὅτι ἐπαξίως ἔλαβε τοῦτον, λόγῳ ἀνδραγαθίας, καὶ τὸ ἀνδραγάθημα εἶναι τοιοῦτον, ὥστε καὶ πᾶσα περαιτέρω ἀμοιβὴ νὰ δικαιολογῇ τὸν Ὑπουργὸν ὅπως προαγάγῃ αὐτὸν τὸ ταχύτερον εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Ἀνομολογῶ ὅλα ταῦτα, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποστῶ τῆς ἀρχῆς ταύτης διὰ τὸ πρόσωπον τοῦτο. Δηλῶ ὅτι τοῦτο πράττω ἐκ τῆς γενικῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν ἐφήρμοσα, χωρὶς νὰ θέλω νὰ μειώσω τὸ κατόρθωμα τοῦ Βότση, καὶ δὲν μειῶ αὐτό, διότι ὁ Βότσης ἐγένετο ἀντιπλοίαρχος ἀποκτῶν συγχρόνως τὰ προσόντα διὰ τὴν προαγωγὴν εἰς τὸν ἀνώτερον βαθμόν. Ἑπομένως πᾶς Ὑπουργός, ὅστις ἤθελε νὰ προαγάγῃ αὐτὸν ἐκ τῆς ὑπηρεσίας του, τῆς ἤδη, θὰ ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο ἐφαρμόζων τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς τὸ ὁποῖον ἔχει.
§371Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ μᾶς εἴπῃ τὰς προσωπικὰς ἀντιλήψεις του, τὰς ἀδυναμίας καὶ τὰς πεποιθήσεις του, αἱ ὁποῖαι οὐδόλως θὰ συγκινήσωσι πιστεύω τὴν Βουλὴν καὶ οὐδόλως θὰ κάμωσιν αὐτὴν νὰ μεταβάλῃ γνώμην.
§372ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις καὶ αὔριον νὰ συνεχισθῇ.
§373ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3 καὶ 10′ π.μ.).