1914.09.25
5.064 στίχοι · 39.488 λέξεις · 307 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 10
Τῆς 25ης Σεπτεμβρίου 1914.
(Πέμπτη, ὥρα 5.20′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Οἱ κάτοικοι Ἰωαννίνων διαμαρτύρονται ἐναντίον τοῦ μὴ καθορισμοῦ τῶν Ἰωαννίνων ὡς ἕδρας ἑνὸς τῶν ἑπτὰ διδασκαλείων τοῦ Κράτους. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Σπετσῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ ἐκ Μικρᾶς Ἀσίας καὶ Θράκης φοιτηταὶ παρακαλοῦσιν, ὅπως ἐγγραφῶσιν ἀτελῶς εἰς τὸ Πανεπιστήμιον. Οἱ στρατιωτικοὶ κατάδικοι Ἀκροναυπλίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν. Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Παλαμηδίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν. Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Τριπόλεως παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέριμνα περὶ αὐτῶν. Ἡ κοινότης Ἀλειτοῦργοι παρακαλεῖ, ὅπως μὴ δελτιοποιηθῇ ἡ χλωρὰ σταφίς. Τὸ ἐργατικὸν κέντρον Ἀθηνῶν διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς νοθείας καὶ ἀκριβείας τοῦ ἄρτου. Οἱ κτηματοδόται Κερκύρας παρακαλοῦσιν, ὅπως κατὰ τὰς συζητηθησομένας προσεχῶς μεταρρυθμίσεις τοῦ ἀγροτικοῦ νόμου ͵ΔΝΔʹ ληφθῇ πρόνοια ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως παραταθῇ ἐπὶ ἐνέα εἰσέτι μῆνας ἡ προθεσμία διὰ τὴν ὑποβολὴν τῶν τίτλων τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν, ὅπως τύχωσι τῆς ἀποζημιώσεως. Οἱ κτηματοδόται Κερκύρας παρακαλοῦσιν, ὅπως κατὰ τὰς συζητηθησομένας προσεχῶς μεταρρυθμίσεις τοῦ ἀγροτικοῦ ͵ΔΝΔʹ νόμου ληφθῇ πρόνοια ἐπὶ τῷ τέλει ὅπως ἀπαλλαγῶσιν οὗτοι τῆς φορολογίας μιᾶς δραχμῆς δι’ ἕκαστον κτῆμα. Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος Ἄνω Παλαιοζαρίου ὑποβάλλει ἀντίγραφον ψηφίσματος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου περὶ λειβαδίων. Ὁ ἐκ Διαβολιτσίου Φιλοποίμην Ἀλεξόπουλος, τραυματίας τοῦ πολέμου, παρακαλεῖ, ὅπως οἱ Γυμνασιάρχαι καὶ Σχολάρχαι προτείνωσιν δι’ ἐπιστάτας τοὺς τραυματίας. Ὁ ἐνοικιαστὴς φόρου ὠνίων Μελιγαλᾶ παρακαλεῖ, ὅπως καταργηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου ᾼΣΤʹ 1871 περὶ καθυστερουμένων δημοτικῶν φόρων. Ἡ Μαρία χήρα Ν. Καπετανάκη παρακαλεῖ, ὅπως τῇ παρασχεθῇ μηνιαῖον χρηματικὸν βοήθημα. Οἱ γονεῖς τῶν ὑπὸ τὰ ὅπλα στρατευσίμων ἐφέδρων τοῦ 1886 καὶ 1887 παρακαλοῦσιν, ὅπως τὰ τέκνα των ἀπολυθῶσιν. Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Ἰτζεδίν, Κρήτης, παρακαλοῦσιν ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτῶν. Ἡ ἀδελφότης τῶν ὑπαλλήλων Ζυθοπωλείων, Καφείων καὶ Ζαχαροπλαστείων παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ νόμος περὶ Κυριακῆς ἀργίας ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτούς. Οἱ κάτοικοι Παλαιοζαρίου τῆς Δωρίδος διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς κακῆς συγκοινωνίας τῆς Δωρίδος, ἐλλείψει ὁδῶν. Οἱ κάτοικοι Ζευγολατίου διαμαρτύρονται ἐναντίον τῆς δελτιοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος Βρωμοβρύσεως διαμαρτύρονται, ἐξ ὀνόματος τῆς κοινότητός του, ἐναντίον τῆς δελτιοποιήσεως τῆς χλωρᾶς σταφίδος. Οἱ Μηνᾶς Κωνσταντόπουλος καὶ Λ. Χρηστόπουλος παρακαλοῦσιν ὅπως ἀπαλλαγῶσι μέρους τῶν μισθωμάτων τῶν ἐκ τοῦ φόρου ὠνίων. Ὁ Ἀ. Φιλιππόπουλος, ἔφεδρος λοχίας, ὑποβάλλει αἴτησιν περὶ προαγωγῆς του εἰς ἀνθυπασπιστήν. Ὁ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς κ. Ἐμ. Ρέπουλης ὑποβάλλει δηλώσεις ἐπὶ τῶν Προϋπολογισμῶν τῆς ἐπὶ τῶν Ὀλυμπίων καὶ τῶν κληροδοτημάτων ἐπιτροπῆς καὶ τῶν διαγωνισμάτων. Αἱ δηλώσεις αὗται παραπέμπονται εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπήν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Πάτραις ποτοπωλῶν.
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ ἀναβληθῇ κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ, εἰ δυνατόν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ἐπίσης ἀναβάλλονται καὶ αἱ δύο ἑπόμεναι ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Καλαμῶν δικηγόρου Ε. Λυμπεροπούλου.
§4Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ ἀναφορὰ αὐτή, κ. Πρόεδρε, ὡς καὶ ἑτέρα ὁλοκλήρου τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου Καλαμῶν, ἔχουσιν ἀντικείμενον τροποποίησιν τοῦ νόμου ΓΥΓΖʹ τοῦ ἀφορῶντος τοὺς δικηγόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἦγον τὸ 34ον ἔτος τῆς ἡλικίας των, καὶ οἱ ὁποῖοι ἀπολυθέντες μετὰ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος, ἀπεκλείσθησαν τῶν ἐξετάσεων τῶν παρέδρων, καθ’ ὅσον ὑπερέβησαν κατά τι τὸ ὅριον. Ἀναφέρεται λοιπὸν ὁ δικηγόρος αὐτός, ὡς καὶ ὁλόκληρος ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος, πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ παρακαλοῦσιν νὰ διαβιβασθῇ ἡ ἀναφορά των εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ εἰσαχθῇ παρ’ αὐτοῦ ἡ ἀναγκαία τροποποίησις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Τσακόπουλος ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ταχυδρομικῶν διανομέων Τριπόλεως.
§6Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς ἐνεχείρισα ὁμοίαν ἀναφορὰν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας. Σᾶς παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰ αἰτήματα τῶν ἀναφερομένων.
§7Ι. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητοῦσιν ἁπλῶς ν’ ἀφομοιωθῶσιν πρὸς τοὺς ταχυδρομικοὺς διανομεῖς Ἀθηνῶν, ἀφοῦ μάλιστα αὐτοὶ οἱ τρεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκεῖ, ἐργάζονται πολὺ περισσότερον.
§8Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Θὰ ἐξετάσω τὴν ἀναφοράν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κατσιμπίρης ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν στρατιωτικῶν καταδίκων Ἀκροναυπλίας.
§10Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, βλέπω ὅτι ἡ ἀναφορὰ τῶν καταδίκων αὐτῶν εἰς οὐδὲν Ὑπουργεῖον ἀπευθύνεται. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν εἶναι τόσον σοβαρά, ὥστε πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν ὅπως παύσῃ αὐτὴ ἡ κατάστασις, καὶ μὴ πλήττωνται διὰ τοῦ βουνεύρου ὑπὸ τῶν φρουρῶν τῶν φυλακῶν ἄνθρωποι ἐπιθανάτιοι καὶ δεσμῶται. Τὰ καταγγελλόμενα, ἐπαναλαμβάνω, εἶναι τόσον σοβαρά, ὥστε ἐξηγέρθη ἡ συνείδησίς μου, ὅτε ἔμαθον ταῦτα. Γνωρίζω καὶ ἐγώ, ἴσως δὲ καὶ ἄλλοι κ. Συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι παρέστημεν πολλάκις μάρτυρες τῆς ἀγριότητος, μεθ’ ἧς μεταχειρίζονται οἱ φρουροῦντες Ἕλληνες στρατιῶται τοὺς καταδίκους Ἕλληνας στρατιώτας.
§11ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Θ. Γρηγορίου Α. Θανόπουλος Δ. Μπούσδρας καὶ Ν. Γαρδικιώτης, παρακαλοῦσιν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἐπερατώθη ὁ διαγωνισμὸς πρὸς διορισμὸν σχολικῶν ἰατρῶν καί, ἐν καταφατικῇ ἀπαντήσει, ἂν ἔχῃ λόγον τινὰ ἢ τῷ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τῆς ἀμερολήπτου διεξαγωγῆς αὐτοῦ, καὶ ἂν ἀληθεύῃ ὅτι ὑπάρχει περίεργος καὶ μεγάλη διαφορὰ εἰς τὴν βαθμολογίαν τῶν διαφόρων μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς· πρὸς δὲ νὰ καταθέσῃ· 1) τὰ ἔγγραφα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ δεχθῇ τοὺς ὑποψηφίους εἰς ἐξέτασιν· 2) τὰ γραπτὰ τῶν διαγωνισθέντων καὶ τὴν ἐπ’ αὐτῶν βαθμολογίαν ἑκάστου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ 3) τοὺς βαθμοὺς οὓς ἔλαβεν ἕκαστος διαγωνισθεὶς παρ’ ἑκάστου μέλους τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν προφορικὴν δοκιμασίαν.
§13Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ὁ διαγωνισμὸς πρὸς διορισμὸν σχολικῶν ἰατρῶν ἐπερατώθη καὶ τὸ ἀποτέλεσμα ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον χθὲς τὴν ἑσπέραν. Οὐδένα λόγον ἔχω νὰ ἀμφιβάλω περὶ τῆς ἀμερολήπτου διεξαγωγῆς αὐτοῦ, οὐδὲ γνωρίζω ἂν ὑπάρχῃ μεγάλη διαφορὰ εἰς τὴν βαθμολογίαν ὑπὸ τῶν διαφόρων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Ὑπεβλήθη σημείωμα διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦνται διάφορα ἔγγραφα. Ἐπειδὴ ἔχω ἀνάγκην τῶν ἐγγράφων διὰ νὰ μορφώσω γνώμην, ἀφοῦ παρέχεται ἡ ἀφορμὴ ἀπὸ τοὺς κ. Συναδέλφους καὶ ἐφιστᾶται ἰδιαιτέρως ἡ προσοχὴ ἐπὶ τοῦ διαγωνισμοῦ τούτου, θὰ ἴδω τὰ ἔγγραφα καὶ μετὰ τοῦτο θὰ προβῶ εἰς κύρωσιν ἢ μὴ τοῦ ἀποτελέσματος τοῦ διαγωνισμοῦ καὶ εἰς κατάθεσιν τῶν ζητουμένων ἐγγράφων, ἐφ’ ὅσον ταῦτα δύνανται νὰ χρησιμεύσωσι πρὸς διαφώτισιν τῶν κ. Συναδέλφων. Δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω ὅτι ἡ πεποίθησίς μου εἶναι ὅτι ὁ διαγωνισμὸς ἐγένετο μετὰ πάσης ἀμεροληψίας καὶ ὅτι οἱ κ. Συνάδελφοι θέλουσι πεισθῆ περὶ τούτου ἐρευνῶντες περισσότερον τὰ πράγματα.
§14Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὅτι δὲν ἔχει λόγον τινὰ ἢ ἀφορμὴν νὰ ἀμφιβάλῃ περὶ τῆς ἀμερολήπτου διεξαγωγῆς τοῦ διαγωνισμοῦ, ἀνέμενον. Διατί ἀνέμενον αὐτὴν θὰ εἴπω λίαν προσεχῶς πρὸς τὴν Βουλήν, ὅταν ἡ ἐρώτησις αὐτὴ ἐπανέλθῃ ἐνώπιόν της, ὑπὸ μορφὴν ἐπερωτήσεως, καὶ ὅταν θὰ ἔχω εἰς χεῖράς μου τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἐζήτησα διὰ νὰ δύναμαι νὰ ἐξενέγκω γνώμην ἐπὶ στερᾶς βάσεως στηριζόμενος. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον σήμερον μοὶ ἐμποιεῖ ἐντύπωσιν εἶναι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι δὲν γνωρίζει ἂν ὑπάρχῃ μεγάλη διαφορὰ βαθμολογίας μεταξὺ τῶν διαφόρων μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς. Λέγει δὲ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργός, διότι θέλει νὰ ἀποφύγῃ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλήν τοὺς βαθμούς, τοὺς ὁποίους ἔδωκεν ἕκαστον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ θέλει νὰ ἀποφύγῃ τοῦτο, διότι πραγματικῶς ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τῶν βαθμῶν, ὡς πληροφοροῦμαι, καταθέτων δὲ τούτους θὰ εὑρίσκετο ὁ κ. Ὑπουργὸς εἰς δυσχερῆ θέσιν νὰ βεβαιώσῃ τίς ψεύδεται ἐκ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὸ ἄριστα ἢ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔδωκε τὸ σχεδὸν καλῶς. Δι’ αὐτὸ παρακαλῶ τὸν κύριον Ὑπουργὸν νὰ θελήσῃ νὰ καταθέσῃ τοὺς βαθμοὺς εἰς τὴν Βουλήν, ἐκτὸς ἐὰν δὲν τολμᾷ καὶ ἐπιθυμεῖ νὰ ἀποφύγῃ τοῦτο. Ἡ ψῆφος ἄλλως τε ὑπὲρ τῶν ἱκανῶν, δὲν πρέπει νὰ δίδηται ἐν τῷ σκότει ἀλλ’ εἰς τὸ φανερόν. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ἐπιφυλασσόμενος νὰ ἐκταθῶ περισσότερον, ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς προσκομίσῃ τὰ αἰτηθέντα ἔγγραφα.
§15Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Συνιστῶ μετριοπάθειαν εἰς τὸν κ. Συνάδελφον. Δὲν ἠρνήθην νὰ καταθέσω τὰ ἔγγραφα, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑπάρχῃ ἀφορμὴ νὰ τρομάξω καὶ ν’ ἀρνηθῶ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων· οὐδὲ καλεῖται ὁ Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας νὰ βαθμολογήσῃ τοὺς ἰατρούς. Ὁ Ὑπουργὸς συνέστησεν ἐπιτροπὴν ἐκ καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου, ἐξ ἐκείνων μάλιστα τοὺς ὁποίους ἰδιαζόντως τιμᾷ ὁ κ. Συνάδελφος καὶ ὑπὲρ τῶν ὁποίων κατ’ ἐπανάληψιν συνηγόρησεν ἐνταῦθα. Ἔθηκα δὲ τὴν ἐπιτροπὴν ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου κ. Σάββα, εἰς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ὁποίου ἔχω ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην καὶ πεποίθησιν.
§16Ν. ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΗΣ. Δὲν γνωρίζω διὰ τὴν βαθμολογίαν, ἀλλ’ ἡ συμπεριφορά του πρὸς τοὺς ἐξεταζομένους δὲν ὑπῆρξε καλή· ἔδειξε μεγάλην ἰταμότητα.
§17Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ ἰταμότητος, ὁμιλῶ περὶ ἀμεροληψίας. Τὸ ἀποτέλεσμα ὑπεβλήθη εἰς ἐμέ, ὡς εἶπον, χθὲς τὴν ἑσπέραν. Εἶπον ὅτι οὐδένα ἔχω λόγον νὰ ἀμφιβάλω περὶ τῆς ἀμεροληψίας. Ἀμφιβολίας μοὶ ἐγέννησαν οἱ κ. Συνάδελφοι, νὰ εἶναι δὲ βέβαιοι ὅτι οὐδένα θὰ θελήσω νὰ καλύψω καὶ ὅτι αὔριον θὰ ἔχωσιν εἰς τὴν διάθεσιν αὐτῶν τὰ ἔγγραφα.
§18Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Μὲ τοὺς βαθμούς.
§19Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Μάλιστα, μὲ τοὺς βαθμούς. Δὲν πιστεύω ὅμως νὰ εἶναι καταφανὴς ἡ βαθμολογία τῶν προφορικῶν ἐξετάσεων, οὐδὲ θὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν ὁ κ. Συνάδελφος νὰ ἐλέγξω τὴν ἀντίληψιν καὶ τὴν κρίσιν τῶν καθηγητῶν τοῦ Πανεπιστημίου. Τὸ ἀποτέλεσμα θὰ κρίνῃ ἀσφαλέστερον ὁ κ. Βουλευτὴς ὅταν μελετήσῃ τὰ ἔγγραφα· τότε θὰ δύναται νὰ ψέξῃ τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ Ὑπουργὸς οὐδὲν ἄλλο δικαιοῦται νὰ κάμῃ εἰμὴ νὰ ἐφορεύσῃ ἵνα τηρηθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου, δὲν θὰ εἰσέλθῃ δὲ εἰς τὴν κρίσιν τῶν ἐξεταστῶν, διότι ἀλλοίμονον ἂν ὁ Ὑπουργὸς ἐπιτραπῇ νὰ διορθώνῃ τοὺς βαθμούς.
§20Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν Πρόεδρον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὰ ἔντιμα μέλη αὐτῆς, πλὴν ἑνός, εἶμαι τελείως σύμφωνος. Δὲν ἔχω ὅμως τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, προκειμένου περὶ ἑνὸς ὑπαλλήλου, τὸν ὁποῖον ἀνήγαγεν εἰς τμηματάρχην παρ’ ἀξίαν.
§21Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀναλαμβάνω πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἀνήγαγον εἰς τμηματάρχην. Ἐπέτυχε πρὸ τριετίας εἰς τὸν διαγωνισμὸν καὶ διευθύνει τὸ γραφεῖον μετ’ ἐξαιρέτου ἱκανότητος καὶ ὤφειλον νὰ κάμω αὐτὸν προϊστάμενον. Ἀναλαμβάνω δέ, ἐπαναλαμβάνω, πᾶσαν τὴν εὐθύνην διὰ τὰς πράξεις του.
§22Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Ὅταν θὰ φέρητε τοὺς βαθμοὺς θὰ τὰ εἴπωμεν πάλιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Μπουρνιᾶς Κ. Καλομενόπουλος καὶ Τ. Παπαδὰμ «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί, ἐνῷ ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ἕτεραι ἀναφοραί, δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ κατ’ Ἀπρίλιον ἐ. ἔ. ὑποβληθεῖσα ἀναφορὰ τοῦ ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ τοῦ πυροβολικοῦ Χατζηκωνσταντῆ Χρήστου, διδάκτορος τῆς Νομικῆς, διακριθέντος εἰς τοὺς δύο πολέμους, δι’ ἧς ἐζήτει ὅπως ἐρωτηθῶσιν οἱ Διοικηταί του, λοχαγὸς Βοῦλτσος Διονύσιος καὶ ταγματάρχης Γαλανὸς Βασίλειος, περὶ τῆς μονιμοποιήσεώς του, καὶ τίνα μέτρα σκοπεῖ νὰ λάβῃ πρὸς ἐπανόρθωσιν τοῦ γενομένου εἰς τὸν ἐν λόγῳ ἀνθυπολοχαγὸν ἀδίκου».
§24Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ δώσῃ τὴν πληροφορίαν αὐτήν.
§25ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τὸ Ἀνώτερον Στρατιωτικὸν Συμβούλιον ὀφείλει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν πινάκων τὰς ἐκθέσεις τῶν σωματαρχῶν. Διὰ τὸν ἔφεδρον ἀνθυπολοχαγὸν Χατζηκωνσταντῆ, ὁ σωματάρχης αὐτοῦ συγκεκριμένως ἐγνωμοδότησεν ὅτι δὲν ἔχει τὰ προσόντα πρὸς μονιμοποίησιν.
§26ΤΡ. ΠΑΠΑΔΑΜ. Ὁ σωματάρχης τοῦ ἐν λόγῳ ἀνθυπολοχαγοῦ εἶχεν ἐκπεφρασμένην γνώμην ἐναντίον τῆς μονιμοποιήσεως τοῦ ἐφέδρου ἀξιωματικοῦ τοῦ πυροβολικοῦ.
§27ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶχε τὸ ἀτύχημα νὰ ἔχῃ αὐστηρὸν σωματάρχην.
§28Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν συμβαίνει τὸ ἑξῆς ἐξαιρετικόν. Ὁ ἐν λόγῳ ἀνθυπολοχαγὸς ὑπηρέτησεν ὑπὸ διαφόρους σωματάρχας. Εἷς ἐξ αὐτῶν εἶχε τὴν γνώμην ὅτι κακῶς κάμνει ἡ Πολιτεία νὰ μονιμοποιῇ ἐφέδρους ἀξιωματικούς. Αὐτήν τὴν γνώμην εἶχε κατὰ θεωρίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἠρωτήθη ἡ γνώμη τῶν ἄλλων τῶν ἐχόντων ἴσα δικαιώματα ἵνα γνωμοδοτήσωσι. Διὰ ἄλλον ἀξιωματικὸν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν μία ἀναφορά, εἰς τὴν ὁποίαν ἐγνωμοδότουν οἱ ἄλλοι σωματάρχαι ὅτι εἶναι κατάλληλος διὰ μονιμοποίησιν καὶ ἐμονιμοποιήθη. Παραπονεῖται λοιπὸν ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς διατί νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά του αὐτή.
§29ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἔτυχε γνωμοδοτήσεως ἐναντίας. Θὰ ἐπεθύμουν δὲ νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους Συναδέλφους ὅτι τὸ ζήτημα τῶν προβιβασθέντων καὶ μονιμοποιηθέντων ἐφέδρων εἶναι ζήτημα τελεσιδίκως λυθὲν καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὑπολείπεται ἤδη νὰ ψηφισθῇ ἓν νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐκ τῶν ὑστέρων δηλοῦται ἡ ἀναγνώρισις τῶν πινάκων. Ἀλλὰ θέλω νὰ κάμω τὴν δήλωσιν πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς κ. Βουλευτὰς ὅτι μετὰ τὸν πρῶτον ἔλεγχον τῶν προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν, μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν αὐτῶν, εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῶ ὅπως καὶ πάλιν ἐξετασθῶσιν τὰ προσόντα τῶν ἀξιωματικῶν, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν τέρμα ὡρισμένον. Θέλετε νὰ προσθέσω ὅτι δὲν ἀξιῶ ὅτι δὲν εἶναι τὰ παράπονα δίκαια; Εἶμαι πρόθυμος νὰ δεχθῶ καὶ αὐτό, διότι πρόκειται περὶ ἔργου ἀνθρωπίνου. Ὑποθέτω λοιπὸν ὅτι ὑπάρχουσι καὶ δίκαια παράπονα. Ἀλλὰ πρέπει νὰ τεθῇ ἓν τέρμα. Νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ διαιωνισθῇ αὐτὴ ἡ συζήτησις καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἀρκεσθῶσιν εἰς τὴν ἀπάντησιν τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις ἀπευθύνονται παράπονα διὰ νὰ μὴ φέρωμεν ταῦτα καθ’ ἑκάστην εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν εἶναι πλέον σοβαρόν τοῦτο.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ἂν ὁ ἔφορος τῶν Ἀρχαιοτήτων Φρειδερῖκος Βρυσάκης κέκτηται τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα καὶ ἰδίᾳ ἂν εἶναι Ἕλλην πολίτης καὶ εἰς ποῖον μητρῷον φέρεται ἐγγεγραμμένος».
§31Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Συνεπείᾳ τοῦ ἐρωτήματος τοῦ κ. Συναδέλφου παρήγγειλα νὰ μοὶ ἀναφέρωσι καὶ μοὶ ἀποστείλωσι τὰ ἀποδεικτικά.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Κροκιδᾶς, Ἀπουσιάζει. Οἱ κ. Δ. Γκλαβᾶς καὶ Λ. Νᾶκος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὅπως πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τίνες σκέψεις κρατοῦσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, προκειμένου περὶ μεταρρυθμίσεως τοῦ νόμου περὶ διακανονισμοῦ ὡρῶν ἐργασίας, ἀφορώσης τοὺς καπνοπώλας». Ἀπόντων τῶν ἐπερωτώντων, ἀναβάλλεται. Ἀναβάλλεται ἐπίσης καὶ ἡ ἑπομένη. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ναυτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί εἰσέτι δὲν ἐξεδόθησαν τὰ ἐντάλματα τῶν καθυστερουμένων μισθῶν τῶν πεζοναυτῶν τοῦ 24ου πεζικοῦ συντάγματος, καίτοι πρὸ πολλοῦ ἄλλων πεζοναυτῶν ἐξεδόθησαν, ἡ δὲ χρῆσις λήγει εἰς τὸ τέλος τοῦ μηνός».
§33Κ. ΔΕΜΕΡΤΖΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν). Μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς θὰ ἔχωσιν ἐκδοθῆ, διότι ὑπῆρχε πληθώρα.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Σ. Θεοδωρόπουλος καὶ Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του νὰ προτείνῃ τὴν κατάργησιν ἢ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων ἀλεύρων, ὅστις, ἐπιβληθεὶς διὰ τὴν προστασίαν τῆς ἀλευροβιομηχανίας εἰς καιρὸν κατὰ τὸν ὁποῖον εὑρίσκετο αὕτη εἰς πρωτογενῆ κατάστασιν, ἐργαζομένη διὰ πετρῶν καὶ ὄχι διὰ κυλίνδρων, καταθλιπτικῶς ἐπιβαρύνει νῦν τὸν ἄρτον τοῦ λαοῦ, καὶ ἂν σκέπτηται ἐπίσης νὰ προτείνῃ ἐλάττωσιν ἀνάλογον τοῦ φόρου ἐπὶ τοῦ σίτου».
§35Σ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ, κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Κ. Σοκόλης καὶ Ε. Βελλιανίτης «παρακαλοῦσιν τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τῆς Συγκοινωνίας νὰ πληροφορήσωσι τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα σκέπτονται νὰ λάβωσι περὶ τῆς ἐπιδιορθώσεως τῆς ὁδοῦ τῆς ἀγούσης ἀπὸ τῆς πόλεως Λευκάδος μέχρι τοῦ φρουρίου, ὡς καὶ περὶ τοῦ φωτισμοῦ αὐτῆς, προκειμένου μάλιστα νὰ μετατεθῇ καὶ τοποθετηθῇ ἐν τῷ φρουρίῳ Λευκάδος καὶ Σύνταγμα Στρατοῦ.
§37Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Διετάχθη ὁ ἁρμόδιος νομομηχανικὸς νὰ ὑποβάλῃ ἔκθεσιν.
§38Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ εἶναι τελείως κατεστραμμένη καὶ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ ἐπιδιόρθωσις, ἵνα συγκοινωνῶσιν οἱ κάτοικοι καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπισπευθῇ ἡ ἐνέργειά σας.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κατσιμπίρης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, τίνα μέτρα σκέπτεται νὰ λάβῃ πρὸς λειτουργίαν τῶν δημοσίων σχολείων ἐν Πάτραις, κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, ἅτινα ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως ἔχουσιν ἐπιταχθῆ ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, κυριολεκτικῶς δὲ ἐν Πάτραις ἔπαυσε νὰ λειτουργῇ ἡ ἐκπαίδευσις πρὸς μεγίστην βλάβην τῆς σπουδαζούσης νεολαίας».
§40Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, νὰ κάμῃ ὅ,τι δυνατὸν διὰ νὰ κενωθῶσι τὰ σχολεῖα.
§41Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κύριε Ὑπουργὲ τῆς Παιδείας, πολὺ καλὰ κάμνει νὰ ἐνδιαφέρηται διὰ τοὺς στρατιώτας (διάλογοι). Τὰ σχολεῖα τῶν Πατρῶν, κ. Πρόεδρε, ἅπαντα ἔχουσιν ἐπιταχθῆ ἀπὸ τῆς ἐπιστρατεύσεως, ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων ἐκ Πατρῶν πρὸς τοῦτο. Εἶναι μία ἀξιοθρήνητος κατάστασις ἡ ἐπικρατοῦσα. Ἔπαυσεν ἐντελῶς ἡ ἐκπαίδευσις ἐν Πάτραις.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων Ὁ κ. Λ. Νάκος ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης.
§43Λ. ΝΑΚΟΣ. Κύριοι Βουλευταί· ἡ δικαστικὴ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, τῆς παρελθούσης Συνόδου, εἰς τὴν ὁποίαν εἶχε παραπεμφθῆ τὰ δικαστικὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο καὶ νόμοι τοῦ Κράτους, προῆλθεν εἰς τὴν ἀνάγκην ὅπως μελετήσῃ εὐρύτερον τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα, διότι διὰ τῶν νομοσχεδίων ἐκείνων ἀληθῶς ἐθίγοντο οὐσιώδη σημεῖα τοῦ δικαστικοῦ ἡμῶν ὀργανισμοῦ. Ἰδίως ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεκάλει σκέψεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, εἶναι ὅτι αἱ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἀθρόαι τμηματικαὶ καὶ ἄνευ συνοχῆς μεταρρυθμίσεις εἰς τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα, θὰ ἠδύναντο νὰ φέρωσιν ἀνωμαλίαν ἐπὶ τοῦ ὅλου δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ. Ἀνέπτυξα τότε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν σύστημα ῥιζικωτέρων συνολικῶν μεταρρυθμίσεων, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ μοὶ ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ὅπως ὑποβάλω ἔκθεσιν τῶν ἰδεῶν μου τούτων εἰς τὴν Βουλήν, καὶ τὴν ἔκθεσιν ταύτην λαμβάνω ἤδη τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω. Ἔλαβον ἤδη τὴν ἀφορμὴν νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐὰν αἱ δικαστικαὶ μεταρρυθμίσεις, αἱ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου ἐνεργούμεναι, δὲν ἔφεραν τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα, τοῦτο συνέβη διότι δὲν ἐνεργήθησαν μετὰ μελέτην συνολικὴν τοῦ ζητήματος καὶ ἰδίως, διότι δὲν ἀπέβλεπον εἰς τὴν ὀργανικὴν νόσον τῆς δικαιοσύνης, ὀργανικὴ δὲ νόσος τῆς Δικαιοσύνης εἶναι τὸ δικαστικὸν ἡμῶν σύστημα καὶ τὸ ποιὸν τοῦ προσωπικοῦ. Τὰ ζητήματα δὲ ταῦτα εἶναι τόσον ἀλληλένδετα, ὥστε ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἤθελε λύσει ἐπιτυχῶς τὸ ζήτημα τοῦ δικαστικοῦ ὀργανισμοῦ, πρέπει νὰ εἶναι καὶ βέβαιος ὅτι θέλει ἀφεύκτως ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν βελτίωσιν τῆς ποιότητος τοῦ προσωπικοῦ. Δύο, κύριοι Βουλευταί, εἶναι αἱ ὄψεις, αἱ μᾶλλον ἀρχέγονοι τοῦ δικαστικοῦ ζητήματος, αἱ ὁποῖαι ἀπησχόλουν καὶ ἀπασχολοῦσι καὶ Βουλὴν καὶ δικαστικὴν τάξιν. Ἡ πρώτη ἦτο, καὶ δικαίως, πῶς νὰ ἀπαλλάξωσιν τὸν δικαστὴν ἀπὸ τὴν ἐπιρροὴν τῆς πολιτικῆς, πῶς νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν δικαστὴν ἡ ἀνεξαρτησία αὐτοῦ ἀπὸ τῆς πολιτικῆς. Εἰς ἀντίληψιν τῆς τοιαύτης ἀνάγκης κατὰ τὸν χρόνον τῆς Ἐπαναστάσεως, ἐψηφίσθη ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν ἔλυσεν ῥιζικώτατα καὶ εὐεργετικώτατα τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ ἡ μεταρρύθμισις αὐτὴ ἐγένετο ὅπως ὅλαι αἱ ἄλλαι, ἄνευ μελέτης συνολικῆς τοῦ ζητήματος, ἤνοιξε καὶ ὁ θεσμὸς αὐτὸς νέαν πληγὴν ἢ μᾶλλον εἰπεῖν νέας πληγάς. Καὶ πρῶτον καὶ κύριον, ἐνῷ ἀπελυτροῦτο ὁ δικαστὴς ἀπὸ τῆς δουλείας τοῦ πολιτικοῦ, περιέπιπτεν ὅμως καὶ παρεδίδετο εἰς νέαν δουλείαν, εἰς τὴν δουλείαν τοῦ Ἀνωτάτου Συμβουλίου. Καὶ οὐδεὶς δύναται, Κύριοι, νὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἡ λειτουργία τοῦ θεσμοῦ δὲν ἐπεβεβαίωσε τοῦτο τὸ ὁποῖον λέγω. Ἀρκεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι τὸ Ἀνώτατον Συμβούλιον προήγαγε καὶ ἐκείνους ἀκόμη ἐκ τῶν δικαστικῶν τοὺς ὁποίους οὐδεὶς ἐτόλμησε πολιτικὸς νὰ προαγάγῃ, ἵνα σᾶς πείσῃ ὅτι ὁ θεσμός, καὶ ἂν ἀπελύτρωσε τὸ δικαστικὸν σῶμα ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς πολιτικῆς, ἀπὸ ἄλλης ὅμως ἀπόψεως ἀπέτυχε, διότι αἱ ἐκλιπαρήσεις καὶ αἱ πιέσεις καὶ αἱ προστασίαι ἐβασίλευσαν κατὰ τὰς προαγωγὰς ἐπὶ βλάβῃ τῆς δικαιοσύνης, ἐπὶ αἰχμαλωσίᾳ τῆς συνειδήσεως τοῦ παρ’ ἀξίαν προβιβασθέντος καὶ ἀποκτήσει ἐπικινδύνου δυνάμεως τρίτων, τῶν προστατῶν. Ἀνεξαρτησίαν ἑπομένως δικαστικὴν δὲν ἀπεκτήσαμεν. Ἀλλ’ ἐνῷ δὲν ἀπεκτήσαμεν πραγματικὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ τὸ δικαστικὸν σῶμα ἤλλαξεν μόνον δεσπότας, ἀπεκτήσαμεν καὶ κάτι ἄλλο χειρότερον τούτου. Οἱ δικαστικοὶ ἡμῶν—ὁμιλῶ περὶ τῆς πλειονότητος αὐτῶν —οἱ δικαστικοὶ ἡμῶν, μὴ ὄντες ἀκόμη εἰς τὴν περιωπὴν τῆς διανοητικῆς μορφώσεως εἰς τὴν ὁποίαν θὰ ηὐχόμεθα ὅλοι νὰ τοὺς ἐβλέπομεν, μόλις ἀπελυτρώθησαν ἀπὸ τῆς πολιτικῆς δουλείας ἔλαβον στάσιν οἱονεὶ ἐπαναστατικὴν κατὰ τῆς Πολιτείας. Δὲν θὰ θελήσω νὰ ἐπαναλάβω ὅσα πλειστάκις ἠκούσθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, χαρακτηριστικὰ τῆς τοιαύτης στάσεως τῶν δικαστικῶν, κατὰ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς. Θὰ ὑπομνήσω μόνον ὅτι ἂν ἡ κρίσις δὲν εἶναι ἀκόμη ὀξεῖα, τοῦτο εἶναι διότι εὑρισκόμεθα εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς κρίσεως. Ἡ ἄλλη ὄψις, κύριοι Βουλευταί, τοῦ δικαστικοῦ προβλήματος, καὶ τοῦτο ἀπησχόλει καὶ ἀπασχολεῖ τὴν διευθύνουσαν τάξιν καὶ ἐτίθετο ἔκτοτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, εἶναι πόσον ἀριθμὸν Πρωτοδικείων πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ Ἑλλὰς καὶ ὁ δικαστικὸς ἡμῶν ὀργανισμός. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ὅπου ἡ ἰατρικὴ ἐξήρτα ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βδελλῶν τὴν ἴασιν τῶν ἀσθενῶν, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐφέρετο ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπὸ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Πρωτοδικείων ἐξήρτων τὴν σωτηρίαν τῆς δικαιοσύνης. Οἱ μὲν ἦσαν ὑπὲρ τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ Πρωτοδικείων, οἱ δὲ ἀπὸ τοῦ περιορισμοῦ τῶν Πρωτοδικείων ἐξήρτων τὴν σωτηρίαν τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ἐνῷ πρὸ πολλοῦ ἡ ἰατρικὴ ἀπεμακρύνθη τῆς θεραπευτικῆς ταύτης μεθόδου, μόνη ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐμμένει ἀκόμη εἰς τὴν θεραπευτικὴν ταύτην μέθοδον πρὸς θεραπείαν τῆς νόσου τῶν δικαστικῶν ἡμῶν πραγμάτων, καὶ ἡ συζήτησις περιστρέφεται περὶ τοῦ πόσον ἀριθμὸν Πρωτοδικείων πρέπει νὰ ἔχωμεν, καὶ ὁμιλοῦσιν πάντοτε περὶ τοῦ ἄρτου τοῦ λαοῦ καὶ περὶ τῶν ἀρτοποιείων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ὑπάρχωσι πολλὰ καὶ πλησίον τοῦ λαοῦ διὰ νὰ εὑρίσκῃ τὸν ἄρτον τοῦτον. Οὐδεὶς ὅμως σκέπτεται ποῖος εἶναι ὁ ἄρτος οὗτος, τὸν ὁποῖον παρέχει ἡ Ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη, καὶ οὐδεὶς ἐσκέφθη ἀκόμη ὅτι πρὸ πολλοῦ ὑπάρχουσιν ἄλλα μέσα καὶ αὐτοκίνητα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μεταφέρωσιν τὸν ἄρτον πρὸς τοὺς ἔχοντας ἀνάγκην τοῦ δικαστικοῦ ἄρτου χωρὶς νὰ τρέχωσιν οὗτοι εἰς τὰς ἕδρας τῶν Πρωτοδικείων. Ὡς ἦτο ἑπόμενον, τὸ δικαστικὸν ζήτημα ἐξεταζόμενον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λυθῇ ποτε αἰσίως καὶ ῥιζικῶς. Διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν, ὅπως ῥιζικώτερον ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα· ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ ἐξετάσωμεν, δὲν ὑπάρχει ἆρά γε τρόπος ὥστε ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος δικαίως ζητεῖ καὶ δικαιοῦται νὰ ζητῇ, ὅπως ὁ δικαστὴς εἶναι παρὰ τὸ πλευρόν του, δὲν ὑπάρχει ἆρά γε σύστημα, ὅπως, ἐνῷ ὁ δικαστὴς θὰ εἶναι παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ πολίτου ὡς διαδίκου, νὰ εἶναι συγχρόνως καὶ ἄνθρωπος μακρὰν αὐτοῦ; Καὶ ἐὰν τὸ ζήτημα οὕτως ἐξητάζετο, βεβαίως θὰ ἐξευρίσκετο ὁ τρόπος αὐτός. Καὶ σύστημα τοιοῦτο θὰ ἦτο ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ διῄρει τὴν Ἑλλάδα εἰς μεγάλα δικαστικὰ κέντρα καὶ εἰς ἐπαρχιακὰ δικαστήρια μὲ ἐπαρχιακοὺς δικαστὰς περιοδεύοντας, τοὺς ὁποίους θὰ διαπέμπῃ ἕκαστον ἔτος τὸ δικαστικὸν κέντρον εἰς πάσας τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος. Ἀλλὰ καὶ πάλιν ἡ μεταρρύθμισις αὐτὴ δὲν θὰ ἦτο ἱκανὴ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς δικαίας ἀπαιτήσεις τοῦ πολίτου, ἐὰν ὁ τοιοῦτος δικαστὴς δὲν ἐλευθεροῦτο τῶν τύπων, ἐὰν δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς ἄμεσον ἀντίληψιν τῶν δικαίων καὶ ἀμέσων ἀναγκῶν τοῦ πολίτου. Πρέπει ὁ δικαστὴς αὐτὸς νὰ ἐλευθερωθῇ τῶν τύπων καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ εὐρυτέραν δικαιοδοσίαν ποινικήν, ὥστε ὅλα τὰ μικροπλημμελήματα τὰ ὁποῖα καταπονοῦσι τὸν πολίτην, σύροντα αὐτὸν μακρὰν τοῦ τόπου του καὶ τῆς διαμονῆς του, νὰ τὰ λύῃ ὁ ἐπαρχιακὸς δικαστής. Ἐὰν ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης ἐξητάζετο τὸ ζήτημα καὶ ἐτίθετο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, δὲν θὰ εἴχομεν τὸ θέαμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δικαίως μᾶς δίδει ἑκάστοτε ἡ Βουλή, ὁσάκις συζητεῖται ὁ ἀριθμὸς τῶν Πρωτοδικείων νὰ τίθεται τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διότι δικαίως ὅλοι ἡμεῖς, ὅταν πρόκειται Πρωτοδικεῖόν τι νὰ μετατεθῇ ἀπὸ μιᾶς ἐπαρχίας εἰς ἄλλην, δικαίως ζητοῦμεν νὰ ἱδρυθῇ εἰς τὸν τόπον μας. Ἐὰν ὅμως τεθῇ οὕτω τὸ ζήτημα, ἂν ἐλέγομεν ὅτι ἐνῷ τὰ Πρωτοδικεῖα θὰ εἶναι ὀλίγα, ὁ δικαστὴς ὅμως θὰ εἶναι παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ πολίτου, ἂν τὸ ζήτημα ἐτίθετο ὡς μεταρρύθμισις τοῦ ὀργανισμοῦ, ὑπὸ τὴν μορφὴν ταύτην, τότε βεβαίως δὲν θὰ ἠκούετο ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ φωνὴ ἐναντία. Καὶ μὲ πλήρη ἀγαλλίασιν ἤκουσα προχθὲς τὴν ἑσπέραν, ὅτε συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης περὶ τροποποιήσεως τῶν περιφερειῶν τῶν Πρωτοδικείων, ἤκουσα τῶν Συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι ἔθεσαν τὸ ζήτημα εἰς τὴν ἐμπρέπουσαν αὐτῷ θέσιν. Ἐναντιούμενοι εἰς τὴν μεταβολήν, κακῶς κατὰ τοῦτο, διότι ἐφ’ ὅσον ὁ ἀριθμὸς τῶν Πρωτοδικείων μένει οἷος εἶναι, αἱ περιφέρειαι πρέπει νὰ μεταβληθῶσι, διότι ὡρισμένοι τόποι εὑρίσκονται λίαν ἀπεμακρυσμένοι ἀπὸ τὰς ἕδρας τῶν Πρωτοδικείων καὶ δίκαιον εἶναι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ πλησιέστερον Πρωτοδικεῖον, ἐναντιούμενοι, λέγω, οἱ κ. Συνάδελφοι εἰς τὴν μεταβολὴν ἔλεγον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης· «Ἀντιμετωπίσατε τὸ ζήτημα ὅπως πρέπει νὰ τὸ ἀντιμετωπίσητε καὶ περιορίσατε τὸν ἀριθμὸν τῶν Πρωτοδικείων». Αὐτὴ ἀληθῶς εἶναι ἡ μόνη ἀκριβὴς ὄψις τοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ καὶ ἡ μεταρρύθμισις αὕτη μεμονωμένη οὐδὲν ἤθελεν ἔχει ἀποτέλεσμα, ἐὰν δὲν ἐσκεπτόμεθα βαθύτερον, τίνι τρόπῳ θὰ ἀποδώσωμεν πραγματικὴν ἀνεξαρτησίαν τοῦ δικαστοῦ. Πῶς θὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸν πλήρη τὴν ἀνεξαρτησίαν του, τὴν ὁποίαν δὲν ἀπέδωκεν ὁ θεσμὸς τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου; Δὲν ὑπάρχει ἆρά γε μέσον ὅπως καὶ τοῦτο ἐπιτευχθῇ; Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, τὸ ὁποῖον μετὰ πάθους ζητοῦσιν ὅλα τὰ Κράτη, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσι τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ διὰ τὸν ὁποῖον καυχᾶται τὸ Ἀγγλικὸν Ἔθνος, τὸ ὁποῖον διὰ τοῦ θεσμοῦ τούτου ἀπέκτησε τὴν δικαιοσύνην διὰ τὴν ὁποίαν δικαίως καυχᾶται, εἶναι κατὰ τὴν κρίσιν ἡμῶν τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἁρμόζον σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ υἱοθετήσῃ καὶ ἐφαρμόσῃ ἡ Ἑλλάς. Διὰ τὸν ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, τὸν εὔθικτον, τὸν μὴ δεχόμενον συγκρίσεις προσωπικὰς ἀλλὰ καὶ τὸν ἀνυπόμονον καὶ σπεύδοντα διὰ παντὸς μέσου εἰς ἱκανοποίησιν τῆς προσωπικῆς του φιλοτιμίας καὶ φιλοδοξίας, καὶ συμφέροντος, ἂν θέλητε, τὸ σύστημα τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν, ἤθελε θέσει τοῦτο ὁριστικὸν τέρμα εἰς ὅλα τὰ ἐκ τοῦ χαρακτῆρος τούτου τοῦ Ἕλληνος ἄτοπα καὶ ἐκμεταλλεύσεις. Ἀλλ’ ἰδίως τὸ σύστημα τῆς μονιμοποιήσεως τῶν ὑπηρεσιῶν ἤθελεν ἀποδώσει ἕτερον παμμέγιστον ἀγαθόν, τὴν μόρφωσιν εἰδικοτήτων. Σήμερον γνωρίζετε ὅλοι ὅτι, λόγῳ συγχύσεως ὑπηρεσιῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν εἰδικότητας. Ὁ δικαστὴς πότε μὲν εἶναι πολιτικὸς δικαστής, πότε δὲ ἀνακριτής, καὶ ἄλλοτε ἀναλαμβάνει ὑπηρεσίαν προσκεκολλημένου εἰς τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα. Εἶναι ἀδύνατον διὰ τῆς μεθόδου ταύτης νὰ ἀποκτήσωμεν ὑπηρεσίαν καὶ εἰδικότητας ἀναγκαιοτάτας, ἰδίως εἰς τὸν ποινικὸν κλάδον, διότι εἶναι οὐτοπία νὰ νομίζωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν δικαστὰς διὰ ποινικὰς ὑποθέσεις, ἄνευ εἰδικῶν μελετῶν, ἄνευ πείρας εἰδικῆς, τὴν ὁποίαν οὐδέποτε ἀποκτᾷ ὁ Ἕλλην δικαστής. Καὶ αἱ δύο ὅμως αὐταὶ μεταρρυθμίσεις, κ. Βουλευταί, θὰ ἦσαν ἀνεπαρκεῖς διὰ νὰ ἀσφαλίσωσι πραγματικὴν βελτίωσιν εἰς τὰ δικαστικὰ ἡμῶν πράγματα, ἂν δὲν συνωδεύοντο διὰ τρίτης μεταρρυθμίσεως ἀναγκαίας ὅπως ἐξασφαλισθῇ δικαστικὸς ἔλεγχος πραγματικὸς καὶ ἄγρυπνος. Ἰσοβιότης δικαστικὴ ἄνευ ἐλέγχου, περιάγει ἀσφαλῶς εἰς τυραννίαν δικαστικήν. Εἶναι ἀστειότης νὰ σκεφθῇ τις ὅτι ὑπάρχει δικαστικὸς ἔλεγχος ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῶν δικαστικῶν προσώπων, καὶ δὲν θὰ δυνηθῇ κανεὶς οὔτε μίαν κἂν περίπτωσιν νὰ μοὶ ἀναφέρῃ δικαστικοῦ ἐλέγχου· ἐννοῶ αὐθόρμητον ἐπέμβασιν δικαστικοῦ, ἁρμοδίου ν’ ἀσκήσῃ τὸν ἔλεγχον, ὅπως ζητήσῃ τὴν ἀποπομπὴν ἐκ τοῦ σώματος ἀναγκαίου λειτουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ὁσάκις προκαλεῖται ἡ ἐπέμβασις αὕτη ὑπὸ ἰδιώτου, ὁ κανὼν εἶναι ὅτι θὰ πνιγῇ τὸ παράπονον τοῦ ἰδιώτου ὅπως σωθῇ ὁ συνάδελφος. Καὶ διὰ τοῦτο τὰ παράπονα ἔρχονται εἰς τὴν δημοσιογραφίαν καὶ εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην, καὶ τίθεται εἰς δοκιμασίαν ἡ συνείδησις ἡμῶν, οἵτινες ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφ’ ἑνὸς ἔχομεν τὴν συναίσθησιν ὅτι πρέπει νὰ ὑπερασπίσωμεν ἐδῶ τὰ δίκαια παράπονα τῶν πολιτῶν, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου μᾶς συγκρατεῖ ἡ συναίσθησις ὅτι ἡ δημοσία αὐτὴ συζήτησις διασύρει τὸ γόητρον τῆς δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὅταν ἡ δικαστικὴ ἀρχή, ὅταν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία οὐδένα ἀσκεῖ ἔλεγχον, φροντίζει δὲ νὰ καλύπτῃ τὰ ἔκτροπα, ἀναποφεύκτως, Κύριοι, τὰ ζητήματα ταῦτα θὰ ἔρχωνται ἐδῶ, καὶ ἀπορῶ πῶς ἔρχονται μετὰ τόσης δειλίας καὶ σεμνότητος. Τὴν εὐθύνην τῆς ἐδῶ διαπομπεύσεως τῶν δικαστικῶν λειτουργῶν φέρουσιν ἐκεῖνοι οἵτινες ἀρνοῦνται νὰ ἀσκήσωσι τὸν νόμιμον ἔλεγχον καὶ νὰ τιμωρήσωσιν ὅπου πρέπει νὰ τιμωρήσωσιν. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀσχοληθῶμεν σοβαρῶς περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν θὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν δικαστικὸν ἔλεγχον. Ποῖος εἶναι ὁ τρόπος ὁ ὁποῖος θὰ ἠδύνατο νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν ἀναγκαιότατον δικαστικὸν ἔλεγχον; Νομίζω ὅτι ὁ σημερινὸς Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὄχι ὡς πρόσωπον, ἀλλ’ ὅστις ἔχων τόσα καθήκοντα, βεβαρημένος ὑπὸ τοῦ ὄγκου τῆς ἐργασίας τῆς ὑπηρεσίας του, ὁ ἔχων τὴν ἀποστολὴν νὰ μελετᾷ τὴν λύσιν τόσων νομικῶν ζητημάτων διὰ νὰ δίδῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων, αἱ ὁποῖαι συζητοῦνται ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου, δὲν εἶναι δυνατὸν σοβαρῶς νὰ ἀσχοληθῇ εἰς τὰ πειθαρχικὰ καθήκοντα, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι ὀλίγον ἀσχολεῖται εἰς τοῦτο, καὶ τὰ παράπονα τῶν πολιτῶν οὐδεμίαν λαμβάνουσι ἱκανοποίησιν. Ἔχει ἀνάγκην ἡ Πολιτεία εἰδικῆς ὑπηρεσίας, εἰδικοῦ Εἰσαγγελέως, εἰδικοῦ τμήματος, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποτελῇ εἰδικὸν γραφεῖον, μὲ εἰδικὸν προσωπικόν, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα ἐκεῖνα τῶν ὁποίων εἶναι ἀπαραίτητος ἡ γνῶσις ὑπὸ τοῦ δικαστοῦ, ὁ ὁποῖος ἀσκεῖ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Πρέπει νὰ εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τοῦ παρελθόντος, τοῦ ὑπηρεσιακοῦ καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ ἀκόμη τοῦ δικαστοῦ, ἐκεῖνος ὅστις θὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἐπαρκείας ἑνὸς δικαστικοῦ λειτουργοῦ. Πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται εἰδικὴ ὑπηρεσία καὶ εἰδικὸν γραφεῖον. Ἡ ἔλλειψις τοιαύτης ὑπηρεσίας ἐξαναγκάζει τὸν κρίνοντα νὰ δίδῃ τὴν ψῆφον του ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ προσώπου ὅπερ κρίνει, καὶ πρέπει νὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφον ὡρισμένων Ἀρεοπαγιτῶν ὑπὲρ ὡρισμένων προσώπων δικαστικῶν, ἕνεκα τῆς ἀγνοίας τοῦ παρελθόντος τοῦ δικαστοῦ. Ἂν ὑπῆρχεν ἓν γραφεῖον εἰδικόν, ἂν ὑπῆρχεν πειθαρχικὸν τμῆμα, τότε βεβαίως θὰ ὑπῆρχε προσωπικὸς φάκελλος ἑκάστου δικαστοῦ καὶ θὰ ἠδύνατο, ὁ ἀσκῶν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν εὐσυνείδητος δικαστικός, νὰ μελετήσῃ τὴν δικογραφίαν καὶ νὰ λάβῃ γνῶσιν τοῦ δικαστικοῦ παρελθόντος τοῦ κρινομένου. Αὐτὰ εἶναι, κύριοι Βουλευταί, ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα προτείνονται διὰ τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τῆς συνολικῆς πραγματοποιήσεως τῶν ὁποίων καὶ τῆς ἀμοιβαίας συνδρομῆς καὶ ἐπιδράσεως ἀναμένομεν τὴν βελτίωσιν τῶν δικαστικῶν πραγμάτων. Εἶπον ἐν ἀρχῇ ὅτι τὰ ζητήματα εἶναι ἀλληλένδετα καὶ ὅτι διὰ τῆς πραγματοποιήσεως ὅλων ὁμοῦ δύναταί τις νὰ ἀναμένῃ βελτίωσιν. Λέγω τοῦτο, διότι καὶ ὁ τρόπος τῆς εἰσαγωγῆς εἰς τὸ σῶμα, καὶ ἡ εἰδίκευσις τῶν ὑπηρεσιῶν, καὶ ἡ μισθοδοσία, καὶ ἡ μονιμοποίησις τῶν ὑπηρεσιῶν, ὡς ἀναλυτικῶς ἐκθέτομεν ἐν τῇ ἐκθέσει τὴν ὁποίαν ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, εἶναι ζητήματα μεταβολῆς τοῦ δικαστικοῦ μας ὀργανισμοῦ, ἐκ τῆς τοιαύτης δὲ μεταβολῆς δύνασθε μετὰ βεβαιότητος νὰ ἀναμένητε βελτίωσιν τοῦ προσωπικοῦ, καὶ ἐκ τῆς βελτιώσεως δὲ πάλιν τοῦ προσωπικοῦ ἐξαρτᾶται ἡ ἐπιτυχία τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἂς μὴ θεωρήσῃ κανεὶς ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποκτήσωμεν δικαστήν, οἷον τὸν φανταζόμεθα ὅλοι καὶ οἷος εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι διὰ τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, μὲ τὴν μισθοδοσίαν τὴν ὁποίαν τῷ δίδομεν, μὲ τόπον διαμονῆς, οἷον κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα ἡμῶν τὸ δικαστικὸν παρέχομεν εἰς τὸν δικαστὴν κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη τῆς νεότητός του. Κανένα δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσῃ ὅτι σύστημα δικαστικὸν μὲ τοιαύτην γλισχρότητα μισθοδοσίας τοῦ δικαστοῦ, μὲ τὴν δημιουργίαν Πρωτοδικείων εἰς τόπους μικρούς, ὅπου δυσκόλως εὑρίσκει ὁ δικαστὴς καὶ αὐτὰ τὰ εἴδη τῆς πρώτης ἀνάγκης τοῦ βίου, μακρὰν κοινωνικοῦ καὶ δικαστικοῦ ἐλέγχου καὶ μορφωτικοῦ περιβάλλοντος, μὲ τὴν σύγχυσιν τῶν ὑπηρεσιῶν τὴν ὁποίαν δημιουργεῖ, δὲν πρέπει, λέγομεν, νὰ ἐκπλήσσῃ κανένα ὅτι τοιοῦτος δικαστικὸς ὀργανισμὸς τοὺς ὑπάρχοντας καρποὺς ἔδωκεν ὅσον ἀφορᾷ τὴν ποιότητα τοῦ προσωπικοῦ. Ἀλλὰ τὸ δικαστικὸν πρόβλημα πρέπει βαθύτερον νὰ μελετηθῇ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀνομολογήσωμεν ὅτι ἡ μόρφωσις τοῦ σπουδαστοῦ τοῦ Δικαίου γίνεται κατά τρόπον ἐντελῶς ἐπιπόλαιον. Ὡς καὶ εἰς τὴν ἔκθεσιν ἀναφέρεται, ἐθεωρήθη ἐν Ἑλλάδι ὅτι ἡ διδασκαλία τοῦ Ῥωμαϊκοῦ νόμου πρέπει νὰ ἀποτελῇ τὸν μόνον σκοπὸν τῆς νομικῆς μορφώσεως καὶ μόνον σκοπὸν νὰ ἔχῃ ἡ διδασκαλία αὐτὴ τὴν ἐκμάθησιν τοῦ Ῥωμαϊκοῦ νόμου· γίνεται δηλαδὴ μία τυπικὴ διδασκαλία νόμων ἄλλων χρόνων καὶ ἄλλης ἐποχῆς, ἄνευ οὐδεμιᾶς φιλοσοφικῆς καὶ γενικωτέρας ἐπιστημονικῆς διδασκαλίας ἢ συγκρίσεως πρὸς τὴν παροῦσαν. Ἡ διδασκαλία τοῦ Ῥωμαϊκοῦ νόμου γίνεται ὑπὸ τὴν πλέον ξηρὰν καὶ σχολαστικὴν αὐτῆς μορφήν, καὶ οἱ νομικοὶ ἐξέρχονται μὲ μίαν λατρείαν πρὸς τὰς φράσεις, τὰς κενὰς ἐννοιῶν, καὶ τοὺς τύπους. Ἡ τοιαύτη διαπαιδαγώγησις καὶ ἀτελὴς ἐπιστημονικὴ μόρφωσις τοῦ σπουδαστοῦ τοῦ δικαίου, ἐδημιούργησε μέγα κοινωνικὸν ἀλλὰ καὶ διοικητικὸν πρόβλημα, διότι ἡ νομικὴ σχολὴ τροφοδοτεῖ ὁλόκληρον τὴν διοίκησιν καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς εἶναι ἀπόφοιτοι τῆς νομικῆς σχολῆς. Δύναταί τις ὅμως νὰ εἴπῃ ὅτι, λόγῳ τῶν εἰδικῶν ὅρων ὑφ’ οὓς στρατολογεῖται καὶ ζῇ ὁ δικαστής, οἱ ἀτελεστέρας μορφώσεως σπουδασταὶ τοῦ δικαίου, ἄνευ πείρας κοινωνικῆς, εἰσέρχονται εἰς τὸν δικαστικὸν κλάδον. Ἡ μεγαλειτέρα λοιπὸν πληγὴ ἐν τῇ ἀπονομῇ τῆς δικαιοσύνης ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ τάσις ὅπως ἐξυπηρετῆται ἡ μεταφυσικὴ ἰδέα ἐν τῇ ἐπιστήμῃ χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ἡ κοινωνικὴ ζωή. Ζητεῖται ἡ λύσις τοῦ ζητήματος, χάριν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, χωρὶς νὰ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν ὁ διάδικος καὶ ἡ κοινωνία. Πρέπει λοιπὸν καὶ περὶ τούτου νὰ μεριμνήσῃ ἡ Πολιτεία, καὶ δὴ ἀπὸ τούτου νὰ ἀρχίσῃ ἡ δικαστικὴ μεταρρύθμισις. Ἄν, κύριοι Βουλευταί, κακὸς δικαστὴς θὰ ἦτο μόνον ὁ δικαζόμενος, ἡ Ἑλλὰς θὰ ἦτο εὐτυχής. Ἀλλ’ ὀλέθριος δικαστὴς κοινωνικῶς εἶναι ἐπίσης καὶ ἴσως καὶ ὀλεθριώτερος, ὁ στενοκέφαλος ὁ οἰηματίας ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὴν χεῖρα ἐπὶ τοῦ σφυγμοῦ τῆς κοινωνίας, ὁ ὁποῖος νομίζει ὅτι ἀποστολὴν ἔχει νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν μεταφυσικὴν ἰδέαν τῆς ἐπιστήμης, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ὅτι ἐφευρέθη διὰ τὴν κοινωνίαν καὶ ταύτην μόνον καλεῖται νὰ ὑπηρετήσῃ. Καὶ ἂν δικαζομένους δικαστὰς δὲν ἔχει ἡ Ἑλλάς, ἀτυχῶς ἔχει πολλούς, παμπόλλους ἀπὸ τὸ δεύτερον εἶδος ἡ ἑλληνικὴ Δικαιοσύνη. Ἄν ἡ Ἑλλάς, δὲν ἔχει δικαζομένους δικαστάς, τὸ δικαστικὸν ὅμως σῶμα ἔχει ἀνάγκην τονώσεως ἠθικῆς. Δὲν θέλω, Κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ εἰσέλθω καὶ εἰς λεπτομερείας ἐπὶ τῆς ὄψεως ταύτης τοῦ δικαστικοῦ ζητήματος. Ἐν τῇ ἐκθέσει ὅμως τὸ κάμνω. Πρόκειται περὶ ὡρισμένων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἠναγκάσθην νὰ ἀναφέρω, διὰ νὰ μαστιγωθῶσιν οἱ ὑποθάλποντες τὴν κατάστασιν ἀνώτεροι δικαστικοί, οἱ ἀσκοῦντες τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν. Εἰς ὅλα τὰ κράτη ἀναφαίνονται ἐν τῷ δικαστικῷ κλάδῳ οἱ ἀνάξιοι τοῦ δικαστικοῦ ἀξιώματος, ἀλλ’ ἀποπέμπονται πὺξ καὶ λὰξ ὑπὸ τῶν ἀσκούντων τὸν ἔλεγχον, αἰσθανομένων τὸ ὄνειδος τῆς ἀνοχῆς. Ἐδῶ ὑποθάλπονται τὰ ἐλαττώματα καὶ ἰδιαιτέρως προστατεύονται οἱ ἀνάξιοι καὶ οἱ κηλιδώνοντες τὸ σῶμα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὄνειδος καὶ αὐτὸ προκαλεῖ τὴν ἀπελπισίαν καὶ τὴν μελαγχολίαν καὶ εἰς ἐκείνους ἐκ τοῦ σώματος, οἵτινες αἰσθάνονται τὴν ὕβριν. Εἰς τοὺς ἥρωας τοῦ σώματος, οἵτινες δὲν εἶναι ὀλίγοι, οἱ ὁποῖοι μάχονται πρὸς διατήρησιν τοῦ γοήτρου τῆς δικαιοσύνης καὶ κατὰ τῶν ἔξωθι ἐπιρροῶν καὶ πειρασμῶν καὶ κατὰ τῶν ἐν τῷ σώματι ἀναξίων, ἀλλὰ καὶ κατὰ τῶν ἀναλγήτων καὶ ἀδιαφόρων, οἵτινες δὲν εἶναι ὀλίγοι καὶ οἵτινες δὲν αἰσθάνονται ὅτι ἡ ἀδιαφορία καὶ ἡ ἀναλγησία εἰς δικαστικόν, εἶναι αὐτὸ τοῦτο ὄλεθρος τῆς δικαιοσύνης. Αὐτά, Κύριοι, ἐν γενικωτάταις γραμμαῖς εἶχον νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλήν. Καὶ ἵνα μὴ ἀπασχολῶ αὐτήν, ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ὁποίας περίληψιν ἔδωκα ὑμῖν. Καιρὸς εἶναι νὰ ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα γενναίως. Ἔχομεν τὴν ὑποχρέωσιν σήμερον, ἰδίως σήμερον, ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ζήτημα ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐξέθηκα αὐτὸ ἐνώπιον ὑμῶν. Ἔχομεν ἰδίως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ στερεώσωμεν τὴν μεγάλην Ἑλλάδα, τὴν ὁποίαν ἄλλοι ἐμεγάλυναν διὰ τοῦ αἵματός των καὶ τῶν θυσιῶν των, καὶ νὰ δείξωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἰδίαν αὐτοθυσίαν, διὰ τὴν ἀνύψωσιν καὶ ὀργάνωσιν τῆς δικαιοσύνης. Δότε παιδείαν καὶ δικαιοσύνην εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν, καὶ νὰ εἶσθε βέβαιοι ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ θὰ καταπλήξῃ καὶ πάλιν τὸν κόσμον, διότι τὸ Ἑλληνικὸν πνεῦμα δὲν ἀπέθανεν. (Χειροκροτήματα).
§44Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν Γνωρίζω κατὰ πόσον ὁ Κανονισμὸς ἐπιτρέπει ὅπως παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα μνημονεύονται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, διότι μνημονεύονται ἐν αὐτῇ περιπτώσεις ἀσυστόλου ἀλληλεγγύης δικαστικῆς.
§45Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἄν ὁρίσητε τὰ ἔγγραφα ταῦτα δι’ ἀριθμῶν ἢ ἄλλως πως, βεβαίως. Ἐφ’ ὅσον ὅμως πρόκειται περὶ ἀορίστων γεγονότων, δὲν εἶναι τοῦτο δυνατόν.
§46Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀορίστων γεγονότων.
§47Λ. ΝΑΚΟΣ. Ἀναφέρονται αἱ ἀποφάσεις τῶν συνέδρων καὶ τῶν προτάσεων, ὁ ἀριθμὸς τοῦ ἔτους κτλ. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἐγὼ νὰ δώσω εἰς τὴν Βουλὴν ἀορίστους πληροφορίας.
§48Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἀναγράφονται ἐν τῇ ἐκθέσει ταύτῃ γεγονότα τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀναμφισβήτητα. Ἐκ τοιούτου ὁρμώμενος ἐζήτησα τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων. Ἄν εἶναι ἀληθῆ τὰ γεγονότα ταῦτα, δὲν εἶναι πλέον ζήτημα δικαστικὸν τῶν κατωτέρων δικαστηρίων, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἄλλο Συμβούλιον, ἵνα δώσῃ λόγον τῶν πράξεών του.
§49Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πρέπει νὰ ὁρισθῇ εἰδικὴ ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων.
§50Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἄν εἶναι ἀνάγκη ἡ αἴτησίς μου νὰ διατυπωθῇ ἵνα ἀναγραφῇ ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν εἰς τοῦτο. Παρακαλῶ ὅμως νὰ ὁρισθῇ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἡμέρα συζητήσεως, διότι ἡ δικαιοσύνη τῆς Πατρίδος μας δὲν πρέπει νὰ εὑρίσκεται ὑπὸ τοιαύτην κατηγορίαν. Ἄν εἶναι ἀξία τοιαύτης κατηγορίας πρέπει νὰ την καταλύσωμεν καὶ ν’ ἀνεγείρωμεν ἄλλην.
§51Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐκτὸς τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφερομένων, κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅτι θίγετε γενικώτερον τὸ ζήτημα τῆς δικαιοσύνης, καὶ θὰ παρεκάλουν ὅπως ἡ Βουλή, ἂν θὰ ἦτο διατεθειμένη ν’ ἀποδεχθῇ ἡ Κυβέρνησις γενικὴν συζήτησιν περὶ τῆς Δικαιοσύνης, νὰ στέρξῃ νὰ ὁρισθῇ μία τοιαύτη ὅπως ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς μορφώσῃ γνώμην ἵνα εἰσηγηθῇ, εἴτε εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν εἴτε εἰς ἄλλην, νομοσχέδιον περὶ γενικῆς διαρρυθμίσεως τοῦ τρόπου τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Θὰ παρεκάλουν λοιπόν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ὡρίζετο μία ἡμέρα ὅλως εἰδικὴ συζητήσεως γενικῆς περὶ τῆς δικαιοσύνης, τόσον διὰ τὰς ἐνεργείας τῶν ἀναφαιρομένων ἐν τῇ ἐκθέσει ὅσον καὶ διὰ τὴν ἐν γένει κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης, ἵνα κατ’ αὐτὴν ὅσοι τῶν κ. Βουλευτῶν ἔχωσι νὰ ἐκθέσωσι, ἐκθέσωσι ταῦτα καὶ ἵνα ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ὁλόκληρος μορφώσῃ γνώμην ὅπως εἰσηγηθῇ ῥιζικώτερα μέτρα.
§52ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Μετὰ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐγγράφων θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ὡς ἐπερώτησις.
§53Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τοῦτο εἶναι διὰ τὸν ἔλεγχον τῶν πράξεων τῶν ἀναφερομένων εἰς τὴν ἔκθεσιν. Ἐγὼ ἐζήτησα ν’ ὁρισθῇ συζήτησις γενικὴ διὰ τὰ πράγματα τῆς Δικαιοσύνης.
§54ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Παρακαλῶ· ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας ὑπεβλήθησαν ὡρισμέναι καταγγελίαι. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐζήτησε τὸν φάκελλον τῶν σχετικῶν ἐγγράφων περὶ τῶν ἐν τῇ ἐκθέσει ἀναφερομένων παραβάσεων. Ὅταν ὑποβληθῶσι τὰ ἔγγραφα ταῦτα, φυσικά, ὅσοι τῶν κ. Βουλευτῶν θελήσωσι θὰ ὁμιλήσωσι, θὰ προκληθῇ δὲ καὶ ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως. Ἄν ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως εὑρεθῇ σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τῶν ἐπερωτησάντων, θὰ διεξαχθῇ συζήτησις, ἂν οὐχί, τότε θὰ γίνῃ ἔλεγχος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως.
§55Κ. ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐν τῇ ἐκθέσει ὑποδείκνυται καὶ τρόπος διαρρυθμίσεως τῆς Δικαιοσύνης.
§56ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας, θὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἰδέας του. Φέρετέ το εἰς τύπον ἐπικρίσεως τῆς Κυβερνήσεως. Τί ἄλλο θέλετε νὰ σᾶς εἴπω. Δυνατὸν νὰ εἶναι καλὰ ὅλα αὐτὰ καὶ πολλῆς τιμῆς ἄξια, ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ συζητήσωμεν ταῦτα ὑπὸ τοιοῦτον τύπον; Νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντικανονικὸν καὶ ἀντικοινοβουλευτικόν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ἀθ. Τυπάλδος Μπασιᾶς καὶ Ν. Χαριτᾶτος παρατηροῦσιν ὅτι συμφώνως τῷ ἀπὸ 9 Ὀκτωβρίου 1913 Βασιλικῷ Διατάγματι, οἱ ἀνθυπασπισταὶ καὶ οἱ ἐνωμοτάρχαι τῆς χωροφυλακῆς εἰσέρχονται ὡς μαθηταὶ εἰς τὴν σχολὴν τῶν ὑπαξιωματικῶν, ὑπαγόμενοι εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ σχολείου, μετὰ δὲ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν αὐτῶν, προαγόμενοι εἰς ἀνθυπομοιράρχους, θὰ ταχθῶσι κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος εἰς τὸ ἀριστερὸν κλπ. Προδήλως οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τῶν μαθητῶν, προελθόντων ἐξ ἀνθυπασπιστῶν καὶ ἐνωμοταρχῶν· ἄλλως τὸ ἄρθρον 2 τοῦ Β. Δ. ὁρίζει ὅτι οἱ ἀνθυπασπισταί, ἵνα εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ σχολεῖον, δέον νὰ ὑποβάλωσιν ἔγγραφον δήλωσιν ὅτι θὰ φοιτήσωσι μέχρι πέρατος τῶν σπουδῶν των. Ἐν τούτοις, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς σχολῆς, οἱ μὲν ἀνθυπασπισταὶ ἀπεφασίσθη νὰ προαχθῶσιν εἰς ἀνθυπομοιράρχους, οἱ δὲ ἐνωμοτάρχαι νὰ παρακολουθήσωσιν ἐπὶ ἔτος τὰ μαθήματα τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων. Παρακαλοῦσι τὸν ἁρμόδιον κ. Ὑπουργόν, ὅπως εὐαρεστούμενος ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα, ἵνα τὸ αὐτὸ μέτρον ἐφαρμοσθῇ δι’ ἅπαντας τοὺς τέως μαθητάς, ὅπερ καὶ δικαιότατον, ἀφοῦ εἶχον ἀφομοιωθῆ καθ’ ὁλοκληρίαν.
§58ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μεθαύριον θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον καὶ ἐκεῖ δύνασθε νὰ φέρητε ταῦτα ὑπὸ τύπον τροπολογίας.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλ. Κοπανίτσας «συνιστᾷ εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Συγκοινωνίας ὅπως, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐπανειλημμένας ἀναφορὰς τῶν ἐν Σπάρτῃ δικαστικῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ τὰς ἐκθέσεις καὶ μελέτας τοῦ μηχανικοῦ, εὐαρεστηθῶσι καὶ διατάξωσι τὴν ταχεῖαν ἐπισκευὴν καὶ μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκεῖ δικαστικοῦ καταστήματος, ὅπως καταστῇ τοῦτο μᾶλλον εὐπρόσωπον καὶ ὁπωσοῦν ἐπαρκὲς διὰ τὰς ὑπηρεσιακὰς ἀνάγκας».
§60Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἔχει ἀναγραφῆ σχετικὴ πίστωσις, θέλει δὲ ἐκτελεσθῆ τὸ ἔργον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ι. Βέρροιος «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διατί ὁ ἐνωμοτάρχης τῆς χωροφυλακῆς Σπήλιος Κ. Φαϊλάδης δὲν προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ κατόπιν τῆς προτάσεως τοῦ κ. Ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τῆς ἐγγραφῆς του εἰς τοὺς πίνακας πρὸς προβιβασμόν, ἀφοῦ πάντες οἱ προταθέντες προήχθησαν, πλὴν τούτου, ὅστις καὶ ἀρτίαν κέκτηται μόρφωσιν, μετέσχε δὲ τῶν δύο ἐνδόξων πολέμων, καὶ συνιστᾶτο ἐξαιρετικῶς εἰς προαγωγὴν διὰ τὴν ἐν Μακεδονίᾳ δρᾶσίν του».
§62Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, κύριοι Βουλευταί, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀπευθύνω ἐρώτημά τι πρὸς τὸν ἀξιότιμον κ. Πρωθυπουργόν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν προήχθη εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ ὁ ἐνωμοτάρχης Σπήλιος Φαϊλάδης, ὁ ὁποῖος εἶχε προταθῆ ὑπὸ τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς ἵνα προαχθῇ εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον κατ’ ἐκλογήν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργὸς μοὶ ἀπήντησε χθές, ὅτι δὲν προήχθη ὁ ἐν λόγῳ ἐνωμοτάρχης διότι δὲν εἶχεν συμπληρώσει τὸν χρόνον τῆς ἀπαιτουμένης ὑπηρεσίας. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐθεώρησα ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου δὲν ἔδωκε τὴν πραγματικὴν πληροφορίαν ἵνα εἶναι σύμφωνος ἡ ἀπάντησις πρὸς τὸ ἰδικόν μου ἐρώτημα· ἐκ τούτου εἶμαι ἠναγκασμένος πλέον τῇ ὑποδείξει αὐτοῦ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ νὰ μετατρέψω τὴν ἐρώτησίν μου εἰς ἐπερώτησιν. Λυποῦμαι, κύριοι Βουλευταί, διότι φίλος ἐγὼ τῆς Κυβερνήσεως, φίλος προσωπικὸς τοῦ ἀξιοτίμου Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἐλέγξω πράξεις αὐτοῦ αἱ ὁποῖαι δὲν βαρύνουσι αὐτὸν τὸν ἴδιον, ἀλλὰ δυστυχῶς βαρύνουσι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ, διότι ὁ ἀρχηγὸς ἡμῶν περισπώμενος εἰς ἐργασίας ὑψίστας δὲν ἔχει βέβαια ἱκανὸν τὸν χρόνον νὰ περιφέρηται εἰς τὰ διάφορα γραφεῖα τοῦ Ὑπουργείου ἵνα ζητῇ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας. Βεβαίως φέρει τὴν εὐθύνην ὡς Ὑπουργός, ἀλλὰ δὲν φέρει τὴν οὐσιαστικὴν εὐθύνην, διότι ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ δὲν ἔδωκε τὰς προσηκούσας πληροφορίας. Ὁ ἐνωμοτάρχης Σπήλιος Φαϊλάδης ἀνήκει εἰς οἰκογένειαν εὔπορον, δὲν κατετάχθη εἰς τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὸν βίον αὐτοῦ. Ἀνήκει εἰς οἰκογένειαν εὐπορωτάτην, ὡς εἶπον, εἶναι δὲ δικηγόρος, καὶ ὡρμήθη ἀπὸ μιᾶς ἰδέας ἵνα ἐξυπηρετήσῃ μετ’ ἐνθουσιασμοῦ, καὶ ὡς ἔνθερμος ὀπαδὸς τῆς ἀνορθώσεως νὰ ἐκπληρώσῃ ἓν καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα ἡμῶν. Ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος ἠκολούθησεν ἀμφοτέρους τοὺς ἐνδόξους πολέμους ἡμῶν καὶ διέπρεψεν ἰδίως ἐν Μακεδονίᾳ· δὲν εἶναι δὲ λόγοι ἰδικοί μου τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι λόγοι οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς ἐπισήμους ἐκθέσεις αἱ ὁποῖαι ἂν ἦσαν γνωσταὶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, δὲν θὰ ἤμην ἠναγκασμένος ἵνα ἐλέγχω τὰς πράξεις τῶν ὑπαλλήλων του. Ἰδοὺ τί ἀναφέρουσιν αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 2763, 30788 τῆς 19 Φεβρουαρίου 1914 τοῦ Ἀρχηγείου τῆς Χωροφυλακῆς καὶ αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 227 τοῦ 1914 καὶ 33939 τοῦ 1913 τῆς Ἀνωτέρας Διοικήσεως Χωροφυλακῆς Μακεδονίας. «Ὁ ἐνωμοτάρχης Σπήλιος Φαϊλάδης γενναῖος καὶ εὐστόχως ἐνεργήσας κατὰ τὴν εἰσβολὴν τῶν Βουλγάρων εἰς Νιγρίταν τῇ 20ῃ Φεβρουαρίου 1914, κατώρθωσε ὄχι μόνον νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἐκ τοῦ πανδοχείου ἔξοδον αὐτῶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἐπιχειρήσαντας νὰ ἐξέλθωσιν ἐφόνευσεν. Αἱ συμπλοκαὶ διήρκεσαν τέσσαρας ἡμέρας ἐν Νιγρίτῃ καὶ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα οἱ ὁπλῖται καὶ ὁ ἐνωμοτάρχης Φαϊλάδης, ὄχι μόνον ἐπέδειξαν γενναιότητα ἀπαράμιλλον, ἐκτεθέντες πολλάκις εἰς κίνδυνον κατὰ τῶν ἐπὶ τῶν ἐπισταθμιῶν πυροβολούντων Βουλγάρων, ἀλλὰ καὶ ὑπερβολικὴν ἀντοχήν, διότι καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῶν τεσσάρων ἡμερῶν ἔμειναν ἐπὶ τῆς χιόνος ἄϋπνοι καὶ ἄνευ τροφῆς. Ἀποτέλεσμα τῆς συμπλοκῆς ὑπῆρξεν ὁ φόνος 35 Βουλγάρων, 8 πληγωμένων καὶ 110 αἰχμαλώτων. Πάντα δὲ τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα ὀφείλονται εἰς τὴν αὐταπάρνησιν τῶν ὁπλιτῶν τῆς χωροφυλακῆς καὶ ἰδίᾳ τοῦ ἐνωμοτάρχου. Αἱ πράξεις αὗται τοῦ ἐνωμοτάρχου ἀποτελοῦσι στοιχεῖα διακεκριμένης πράξεως, καὶ ὅτι οὗτος προσήνεγκε πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ τὸν Βασιλέα ἐξόχους ὑπηρεσίας καὶ κρίνεται ὡς ἄξιος προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογὴν κλπ.». Κατὰ τὴν 20ὴν λοιπὸν Φεβρουαρίου 1913, ὅτε οἱ Βούλγαροι ἐπετέθησαν κατὰ τῆς Νιγρίτης, ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς διετάχθη ὑπὸ τῆς ἀνωτέρας διοικήσεως νὰ πολιορκήσῃ τοὺς εἰσβαλόντας Βουλγάρους εἰς τὴν Νιγρίτην καὶ νὰ μὴ ἀφήσῃ αὐτοὺς νὰ ἐξέλθωσι τῆς πόλεως. Ἐξετέλεσε, Κύριοι, τὸ καθῆκον αὐτοῦ μὲ τελείαν αὐταπάρνησιν, πραγματικὴν αὐτοθυσίαν καὶ ἀπαράμιλλον ἀνδρείαν, ἀλλὰ καὶ μὲ ὀξύτητα διανοίας. Δὲν εἶναι λόγοι ἐμοῦ, ἐπαναλαμβάνω οὗτοι, ἀλλ’ εἶναι λόγοι τῶν Διοικητῶν, ἀναγραφόμενοι εἰς τὰς ἐκθέσεις. Κατώρθωσε διὰ τῆς εὐτολμίας αὐτοῦ καὶ τῆς γενναιότητος νὰ περικυκλώσῃ ἐν Νιγρίτῃ τοὺς Βουλγάρους, νὰ ἐξαναγκάσῃ αὐτοὺς νὰ μὴ ἐξέλθωσιν ἀπὸ τὰ πανδοχεῖα εἰς τὰ ὁποῖα εἶχον ἐγκατασταθῆ, νὰ φονεύσῃ τριάκοντα πέντε ἐξ αὐτῶν, νὰ τραυματίσῃ ὀκτὼ καὶ νὰ συλλάβῃ ἑκατὸν δέκα. Γινώσκων καλῶς ταῦτα, κ. Βουλευταί, ἔλεγον χθὲς ὅτι αἱ πληροφορίαι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν βασίζονται ἐπὶ τῆς ἀληθείας. Βλέπετε ὅτι ἔκαμα ἐρώτημα ἁπλοῦν, ἵνα μάθητε ἐκ τῆς ὑπηρεσίας σας τὴν ἀλήθειαν.
§63ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φρονῶ ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς ἔκαμε τὸ καθῆκόν του, ἀλλὰ δὲν φαντάζομαι ὅτι αὐτὸς ἔκαμε τὴν μάχην τῆς Νιγρίτης. Μὲ τὸν τρόπον ὅπου ὁμιλεῖτε ἀφαιρεῖτε ἀπὸ τὸν ἀξιωματικὸν Γαργαλίδην ὅλην τὴν δρᾶσιν.
§64Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο ὁ Διοικητής. Ἐγὼ γνωρίζω τὰς ἐκθέσεις.
§65ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μὴ πιστεύσητε αὐτάς, ἂν λέγωσιν ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης ἔκαμε τὴν μάχην τῆς Νιγρίτης.
§66Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Εἶχεν ὑπὸ τὰς διαταγάς του ὁπλίτας.
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Πόσους. Πέντε ἢ δέκα;
§68Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω αὖθις τὰς ἐκθέσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τῆς Χωροφυλακῆς τῆς Μακεδονίας. Εἶναι ἐκθέσεις μὴ περιελθοῦσαι φαίνεται εἰς χεῖρας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ (ἀναγινώσκει)· «πάντα τ’ ἀποτελέσματα ταῦτα κλ.». Τούτου ἕνεκα καὶ εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων πρὸς προαγωγήν, ὁ ἐν λόγῳ ἐνωμοτάρχης εἶχεν ὁρισθῆ ὅπως κατ’ ἐκλογὴν προαχθῆ. Δὲν δύναταί τις νὰ διαψεύσῃ τὰς ἐκθέσεις τὰς ἀποσταλείσας ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν τῆς Μακεδονίας εἰς τὸ Ἀρχηγεῖον τῆς Χωροφυλακῆς, οὔτε δύναταί τις νὰ ἀδικήσῃ τοῦτο τὸ ὁποῖον σημειοῦται εἰς τὰς ἐκθέσεις αὐτὰς τῶν στρατιωτικῶν Ἀρχῶν, αἵτινες ὑπέδειξαν εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὡς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης οὗτος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὁπλιτῶν, ἐκπληρώσας τὸ καθῆκόν του διέπραξε διακεκριμένην ὑπηρεσίαν καὶ ἐθεώρησεν αὐτὸν ἄξιον προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογήν. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι, ὅταν ζητήσητε καὶ ἀνεύρητε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, κ. Πρόεδρε, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ μελετήσητε αὐτά, θὰ μὲ δικαιώσητε. Πῶς εἶναι δυνατὸν μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ πίνακος εἰς τὸν ὁποῖον ὁ Φαϊλάδης προετείνετο εἰς προαγωγὴν κατ’ ἐκλογήν, διότι τοῦτο ἦτο τὸ καθῆκον τῆς Πολιτείας, νὰ τὸν ἀφήσητε ν’ ἀδικηθῇ; Πρὸς τοῦτο θερμῶς σᾶς παρακαλῶ, ἀφοῦ ἀναγνώσητε τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀνεύρωσιν οἱ ὑπάλληλοι ἐν τῷ Ὑπουργείῳ, διότι δὲν ἀμφιβάλω ὅτι τὰ ἐπίσημα ταῦτα ἔγγραφα, τὰ ἐξυψοῦντα ἕνα ὁπλίτην ἐκτελέσαντα τὸ καθῆκόν του, δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχωσιν τοποθετηθῆ εἰς τὸ ἀρχεῖον ἀλλ’ εἰς τὴν θυρίδα τοῦ τμήματος, πρόχειρα εἰς πᾶσαν ζήτησιν, νὰ πράξητε τὰ πρέποντα, ὡς εἶναι ὀρθόν. Πάντοτε ὑπήρξατε δίκαιος καὶ αὐστηρός, κ. Πρόεδρε, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι, ἀφοῦ μελετήσητε ταῦτα, θὰ ἀποδώσητε δικαιοσύνην εἰς τὸν ἔξοχον ὑπαξιωματικὸν ὅστις ὄχι μόνον τόλμην καὶ γενναιότητα ἀλλὰ καὶ νοημοσύνην καὶ ἀντοχὴν μεγάλην ἐπεδείξατο, διότι κατὰ τὰς ἐκθέσεις ἐπὶ τέσσαρας ἡμέρας ἔμεινεν νήστης μετὰ τῶν ὁπλιτῶν του καὶ ἐκοιμᾶτο ἐπὶ τῆς χιόνος. Αἱ ἐκθέσεις διαβεβαιοῦσιν ὅτι ἂν δὲν ἐξετέλει τὸ καθῆκόν του μετὰ τοιαύτης αὐταπαρνήσεως καὶ ἐξήρχοντο οἱ Βούλγαροι ἐκ τῆς Νιγρίτης, θὰ προσέβαλον ἐκ τῶν νώτων τὸ στράτευμά μας. Ἰδοὺ διατὶ ἔκαμα τὸ ἐρώτημα, μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ μου πρὸς τὸν Ἀρχηγόν μου. Δὲν ἤθελον νὰ ἐλέγξω πράξεις τοῦ Ἀρχηγοῦ ἡμῶν, διότι ἔχω τὸ αἴσθημα ὅτι εἶναι ἀνάξιος τοιούτου ἐλέγχου. Ὑμεῖς, κ. Πρωθυπουργέ, ἀσχολεῖσθε εἰς τόσον μεγάλα πράγματα, ὥστε νὰ μὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπασχολεῖσθε εἰς μικρά. Ἀλλ’ ἐὰν ἠσθάνθην λύπην, ἠσθάνθην, διότι εὑρέθην εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐλέγξω πράξεις τοῦ Ἀρχηγοῦ ἡμῶν βαρυνούσας τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Ἔχω ὅμως τὴν παρήγορον ἐλπίδα ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς θὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ θὰ τὴν ἐπιτρέψῃ εἰς φίλους του τῆς συμπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν τολμῶσι νὰ ἐλέγξωσι πράξεις τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν. Ἂν ἡμεῖς μεταβαίνωμεν συχνὰ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν πράττομεν τίποτε ἄλλο ὡς Βουλευταὶ ἢ νὰ προτρέπωμεν τοὺς ὑπαλλήλους νὰ ἐκπληρῶσι τὸ καθῆκόν των. Ἂς ὁμολογήσωσι δὲ οἱ κ. Ὑπουργοί, ἄν ποτε ἠνώχλησα αὐτοὺς ἢ ἐζήτησά τι παρ’ αὐτῶν ἢ ἐξελιπάρησα διά τι. Δὲν εἶναι βεβαίως ἡ ὥρα κατάλληλος ἵνα ἐξηγηθῶσι ἐντεῦθεν ὅσα πρέπει νὰ ἐξηγηθῶσιν ἵνα ἔχῃ γνῶσιν ὁ Ἀρχηγὸς ἡμῶν καὶ δυνηθῇ, ἀφοῦ σήμερον δὲν δύναται, λόγῳ τῶν περιστάσεων τῶν μεγάλων καὶ ὑψηλῶν, νὰ ἐπιβλέπῃ καὶ εἰς τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας καὶ ἀκόμη καὶ εἰς τὰς πράξεις τῶν συνεργατῶν του. Διότι πράγματι, κ. Πρόεδρε, πᾶσα πρᾶξις καὶ ἡμῶν τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν συνεργατῶν σας Ὑπουργῶν δὲν βαρύνει ἡμᾶς, δὲν βαρύνει τοὺς Ὑπουργούς, ἀλλ’ ὑμᾶς, διότι εἰς ὑμᾶς εἶναι ἡ ὅλη εὐθύνη καὶ ἡ ἀμέριστος ἀγάπη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ.
§69ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὁ κύριος Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ἐφάνη στενοχωρημένος διότι ἀνῆλθεν εἰς τὸ βῆμα νὰ ἐπερωτήσῃ, διατί δὲν προήχθη ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. Ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ στενοχωρία του ἦτο ἐντελῶς ἀδικαιολόγητος, διότι γνωρίζουσιν κάλλιστα οἱ κύριοι Βουλευταὶ ὅτι πολλάκις ἡμεῖς παρεκαλέσαμεν αὐτοὺς νὰ ἀνέλθωσιν εἰς τὸ βῆμα ἵνα διαμαρτυρηθῶσι περὶ πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν ὅλων περὶ τούτου. Θὰ ἀκούωνται πολὺ καλλίτερον ἀνερχόμενοι εἰς τὸ βῆμα παρὰ ἰδιαιτέρως ὁμιλοῦντες, εἴτε εἰς ἐμὲ εἴτε εἴς τινα τῶν Συναδέλφων μου. Ἄλλως τε ἡ θετικωτέρα ἐργασία τῆς Βουλῆς εἶναι τὸ βῆμα, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει πρὸς ἔλεγχον τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ προκειμένου ἤδη περὶ τῆς ὑποθέσεως περὶ ἧς ὡμίλησεν ὁ κ. Συνάδελφος, σᾶς εἶπον ὅτι τὰς πληροφορίας μοὶ ἔδωκεν ἡ ὑπηρεσία. Ἂν δὲν θεωρῆτε αὐτὰς ἐπαρκεῖς, φέρετε αὔριον ἐπερώτησιν ἵνα μὲ ἐλέγξητε. Δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ ὅτι ὁ ἐνωμοτάρχης αὐτὸς περὶ τοῦ ὁποίου ὁμιλεῖτε ὅτι δὲν ἔπραξε τὸ καθῆκόν του κατὰ τρόπον ἄξιον πάσης τιμῆς, ἀλλ’ ἂν δὲν προήχθη δὲν πρέπει ν’ ἀπορῆτε διότι βεβαίως θὰ ὑπάρχει λόγος τις ὑπηρεσιακὸς ὁ ὁποῖος παρεκώλυσε τὴν προαγωγήν. Ἐν τούτοις θὰ ἐξετάσω τὰ παράπονά του καὶ θὰ φροντίσω, ἔστω ἐκ τῶν ὑστέρων περὶ τούτου.
§70Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Εὐχαριστῶ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐνθαρρύνει τοὺς φίλους αὐτοῦ ἵνα ποιῶνται ἔλεγχον, ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη νὰ ποιῶνται τοῦτον. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἂν οἱ κείμενοι νόμοι παρουσιάζωσι κώλυμά τι εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ ὑπαξιωματικοῦ αὐτοῦ, ἡ ἐργασία, ἡ τόσον πολύτιμος, ἡ ἐθνική, δὲν ὑποχρεοῖ τὴν Πολιτείαν, καὶ νόμον εἰδικὸν νὰ ὑποβάλῃ; Ἀλλὰ τοῦτο ἂν δὲν εἶναι δυνατόν, τοὐλάχιστον ἂς ἀπονεμηθῇ ἀπὸ μέρους τῆς Πολιτείας εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος μετὰ τόσης αὐταπαρνήσεως ἐξετέλεσεν τὸ καθῆκόν του πρὸς τὸ Ἔθνος, τὸ μικρότερον παράσημον, ἵνα κοσμήσῃ τὰ στήθη του, ἀφοῦ τόσα ἄλλα στήθη στολίζονται.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Βλάχος «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν εἰς αὐτόν, ὅπως συστήσῃ Διδασκαλεῖον ἐν τῇ πατρίδι του Λαμίᾳ, καὶ νὰ παραβλέψῃ τὴν Λάρισαν, τὴν Μητρόπολιν τῆς Θεσσαλίας, ἐν ᾗ ὑπῆρχε τοιοῦτον καὶ πρὸ τῆς προσαρτήσεως καὶ μετά, τὸ ὁποῖον κατήργησαν αἱ πρώην Κυβερνήσεις, ἀφοῦ καὶ λόγοι γεωγραφικοὶ καὶ λόγοι ἐθνικοὶ ἐπιβάλλουσι τοῦτο».
§72Γ. ΒΛΑΧΟΣ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, καὶ κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως ἀναπτύξω ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν καίτοι Βουλευτὴς Κυβερνητικὸς ἀπευθύνω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διὰ τὴν ἵδρυσιν Διδασκαλείου ἐν τῇ πατρίδι του Λαμίᾳ καὶ διὰ τὴν μὴ σύστασιν τοιούτου ἐν τῇ Μητροπόλει τῆς Θεσσαλίας τῇ Λαρίσσῃ. Λαμβάνω τὸν λόγον, κύριοι Βουλευταί, οὐχὶ ὡς Βουλευτὴς Θεσσαλίας, ἀλλ’ ὡς Ἕλλην Βουλευτής, καὶ θὰ ἀποδείξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ θὰ πείσω ὑμᾶς, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ πείσω τὸν κ. Ὑπουργόν, ὅτι ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ἀπαραίτητος ἡ ἵδρυσις Διδασκαλείου. Ὅτε ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα τὸ νομοθετικὸν καὶ τὸ Β. Διάταγμα τῆς ἱδρύσεως τοῦ Διδασκαλείου, πάντες ἐφανταζόμεθα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς ἀνάγκας τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργός, καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ νομισθῇ ὅτι θέλω νὰ δημοκοπήσω, θὰ εἶμαι μάλιστα εὐτυχὴς ἂν οἱοσδήποτε ἄλλος Βουλευτής, ξένης ἐπαρχίας, ἤθελε λάβει τὸν λόγον, ὁ κ. Ὑπουργὸς λέγω οὐδόλως περὶ τῆς Λαρίσης ἐμερίμνησε. Καὶ τὸ πρώην καθεστὼς ἐσεβάσθη τὴν ἵδρυσιν Διδασκαλείου ἐν Θεσσαλίᾳ τὸ ὁποῖον Διδασκαλεῖον εὑρίσκετο καὶ κατὰ τοὺς μαύρους τῆς δουλείας χρόνους. Ἀλλ’ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐκμεταλλευόμενος τὴν ἀπουσίαν ἡμῶν, τὴν χρηστότητα ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων δὲν μετέβημεν νὰ κρούσωμεν τὴν θύραν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἐδημοσίευσε Β. Διάταγμα μὴ ἐξυπηρετοῦν παντάπασιν τὰ δημόσια συμφέροντα. Ἀλλ’ ὅτε, κύριοι Βουλευταί, εἶδον ὅτι ἐδημοσιεύθη Β. Διάταγμα περὶ ἱδρύσεως Διδασκαλείων ἐν Λαμίᾳ, ἡ ὁποία δὲν εἶναι μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν καὶ δύνανται νὰ ἔλθωσιν οἱ Λαμιεῖς ἐνταῦθα, ὅτε εἶδον, κύριε Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἡ Θεσσαλία, ἡ ὁποία ἔχει πληθυσμὸν ἄνω τῶν 600,000 κατοίκων συμπεριλαμβανομένων καὶ τοῦ Καζᾶ Ἐλασσῶνος, ὅτε εἶδον ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας θέλει νὰ σκλαβώσῃ τὰ τέκνα τῶν 600,000 χιλ. λαοῦ τῶν ἐπαρχιῶν Τυρνάβου, Λαρίσης, Βώλου, Ἁγυιᾶς, Ἐλασσῶνος, ἐξεπλάγην καὶ ἀνῆλθον εἰς τὸ βῆμα τοῦτο ὡς Ἕλλην Βουλευτής, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν θὰ θελήσῃ νὰ σκλαβώσῃ τὰ τέκνα ἐκεῖνα. Πιστεύω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ υἱοθετήσῃ τοιοῦτον Β. Διάταγμα, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἱδρύσας Διδασκαλεῖον ἐν Λαμίᾳ, ἵδρυσεν αὐτὸ ἵνα ἀποκτήσῃ πολιτικὰ κεφάλαια. Ἀλλ’ ἂς μὴ φοβῆται ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας, διότι ἀρκετὸν ρεῦμα Βενιζελισμοῦ ὑπάρχει ἐν Λαμίᾳ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἱδρύσῃ Διδασκαλεῖον ἐν Λαμίᾳ, ἡ ὁποία ἀπέχει τρεῖς ὥρας τῶν Ἀθηνῶν καὶ νὰ περιφρονήσῃ ὁλόκληρον τὴν Θεσσαλίαν. Ἂς μάθῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ὅτι δὲν ἦτο ἐπιτετραμμένον νὰ δημοσιεύσῃ τοιοῦτον Β. Διάταγμα ἀφοῦ ἀποτελεῖ μέλος τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, διότι ἡ δημοσίευσις τοῦ Β. Διατάγματος αὐτοῦ ἐδηλητηρίασε τὴν κοινὴν γνώμην, διότι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ τσαλαπατήσῃ τὸ πρόγραμμα τῆς Κυβερνήσεως καθόσον τὸ ἐκδοθὲν Β. Διάταγμα δὲν στηρίζεται εἰς τὸν νόμον, δὲν στηρίζεται εἰς τὴν ἠθικήν, δὲν στηρίζεται εἰς τὸν σκοπὸν τῆς ἱδρύσεως τῶν Διδασκαλείων. Οἱ κάτοικοι Λαμίας δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς Ἀθήνας, ἐνῷ τὰ παραποτάμια χωρία τῆς Ἐλασσῶνος καὶ τῆς λοιπῆς Θεσσαλίας εἶναι ἀδύνατον νὰ στείλωσι τὰ τέκνα των εἰς Ἀθήνας, ἵνα σπουδάσωσι. Πῶς, θέλετε, κύριοι Βουλευταί, νὰ μείνῃ ἡ Θεσσαλία εἰς τὸ σκότος, διότι θέλει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ ἱδρύσῃ Διδασκαλεῖον ἐν τῇ πατρίδι του; Ἦτο δυνατὸν ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Θεσσαλίας, ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους νὰ μὴ ἀνέλθω εἰς τὸ βῆμα καὶ νὰ μὴ διαμαρτυρηθῶ ἐνώπιον ὑμῶν, καὶ ἐνώπιον τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τῆς πράξεως αὐτῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ μέλος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου; Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀκολουθοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, εἴμεθα πιστοὶ καὶ εἰλικρινεῖς. Ἐὰν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διαφωνήσῃ πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἀμέσως θὰ ἀπέλθῃ, ἐνῷ ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν αὐτὸν ἄνευ ὑστεροβουλίας. Ἔχει συνεπῶς ὑποχρέωσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ κυρώσῃ διὰ τῆς ὑπογραφῆς αὐτοῦ τοιοῦτο Β. Διάταγμα. Ἡ ἵδρυσις Διδασκαλείου ἐν Θεσσαλίᾳ εἶναι ἐπιτακτική, εἶναι νόμιμος, εἶναι δικαία, εἶναι λογική.
§73Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Θὰ εἶχον τὴν ἐπιθυμίαν ν’ ἀρκεσθῶ εἰς τὴν προξενηθεῖσαν ἐντύπωσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἐκ τῶν λόγων τοῦ προαγορεύσαντος καὶ οὐδεμίαν νὰ δώσω ἀπάντησιν. Ἀλλ’ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὴν Βουλήν. Ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη πρὸ τῆς προσκλήσεως τῆς Βουλῆς νὰ προκαλέσῃ Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἱδρυθῶσι τὰ Διδασκαλεῖα καὶ λειτουργήσωσιν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Τὸ Β. Διάταγμα τὸ προκληθὲν δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ τὸ νομοσχέδιον περὶ Διδασκαλείων, τὸ ὁποῖον δὶς ἐψηφίσθη ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐν ἐκείνῳ ὑπάρχει ἡ διάταξις ὅτι τὰ Διδασκαλεῖα ἱδρύονται διὰ Β. Διατάγματος, προτάσει τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει καὶ τὰς ἕδρας αὐτῶν. Τὸ Ἐκπαιδευτικὸν Συμβούλιον συνελθὸν προέτεινε ποῦ πρέπει νὰ ἱδρυθῶσι Διδασκαλεῖα καὶ ἰδίᾳ εἰς τίνα μέρη πρέπει νὰ ἱδρυθῶσι τοιαῦτα ἀρρένων καὶ εἰς τίνα θηλέων, ἔλαβε δ’ ὑπ’ ὄψιν πρὸς καθορισμὸν τῶν ἑδρῶν οὐ μόνον τὰς ἀποστάσεις ἀλλὰ καὶ τὰς ἐκπαιδευτικὰς ἀνάγκας, ἐπίσης δὲ καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ μὴ ἱδρυθῶσιν ἐν τῇ αὐτῇ πόλει Διδασκαλεῖα ἀρρένων καὶ θηλέων. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον κατέστησεν ἀδύνατον τὴν ἵδρυσιν Διδασκαλείου ἐν Λαρίσῃ, ἦτο ἡ γνώμη τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου ὅπως, ἐκτὸς τοῦ Διδασκαλείου τῆς Θεσσαλονίκης, ἱδρυθῇ καὶ ἕτερον Διδασκαλεῖον ἐν Μακεδονίᾳ, τὸ τῆς Κοζάνης. Ἕνεκα τούτου εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ὅπως προτείνῃ ἵνα τὸ ἕτερον Διδασκαλεῖον ἱδρυθῇ ὅσον οἷόν τε μακρὰν τῆς Κοζάνης. Τοιαύτη πόλις, κειμένη ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἀπὸ Κοζάνης μέχρις Ἀθηνῶν ἀποστάσεως, κατάλληλος πρὸς ἵδρυσιν Διδασκαλείου ἀρρένων, προυτάθη ὑπὸ τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου ἡ Λαμία. Δὲν εἶχον, Κύριοι, τὴν ἀφελῆ γενναιότητα ν’ ἀκυρώσω τὴν πρᾶξιν ταύτην τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου ἐπὶ μόνῳ τῷ λόγῳ ὅτι ἔτυχε νὰ εἶναι ἡ Λαμία ἡ ἰδιαιτέρα πατρίς μου. Ἐνέκρινα τὴν πρᾶξιν τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου καθ’ ὅλην τὴν γραμμὴν καὶ δύνασθε, ἂν ἀποβλέψητε εἰς τὰς πόλεις εἰς τὰς ὁποίας συνεστήθησαν τὰ Διδασκαλεῖα, νὰ πεισθῆτε ὅτι ταῦτα ἱδρύθησαν συμφώνως πρὸς τὰς προτάσεις τοῦ Ἐκπαιδευτικοῦ Συμβουλίου, ἀλλὰ καὶ κατὰ τρόπον πείθοντα ὅτι μόνον τὸ συμφέρον τῆς ἐκπαιδεύσεως εἶχεν ὑπ’ ὄψει καὶ τὸ Συμβούλιον καὶ τὸ Ὑπουργεῖον. Πρέπει δὲ νὰ μὴ παρίδητε ὅτι τὰ Διδασκαλεῖα δὲν ἱδρύονται διὰ τὴν ἐκπαίδευσιν τοῦ λαοῦ. Ἔχουσι ταῦτα προορισμὸν κυρίως τὴν μόρφωσιν διδασκάλων, ἡ ὀλιγώτερον δὲ δικαιουμένη νὰ παραπονεθῇ κατὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ Ὑπουργείου πόλις, εἶναι ἡ Λάρισα καθόσον ἐν αὐτῇ ὡρίσθη ἕδρα Διδασκαλείου θηλέων, εἶναι δὲ ἀναμφισβήτητον ὅτι τῶν θηλέων ἡ ἀπομάκρυνσις ἐκ τῶν οἰκογενειῶν των εἶναι ἀληθῶς δυσάρεστος.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Στράτος «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας καὶ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, διατί δὲν ἐλήφθη ἡ προσήκουσα πρόνοια, ὅπως ὁ νόμος περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς καὶ ἡ σύμβασις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μελετῶν τῆς σιδηροδρομικῆς γραμμῆς Λαρίσσης–Κοζάνης, κυρωθῶσι νομίμως».
§75Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, αἰσθάνομαι τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποβάλω παρατηρήσεις τινὰς σχετιζομένας πρὸς τὴν σπουδήν, μεθ’ ἧς δημοσιεύονται ἢ ἐκτελοῦνται νόμοι, σπουδὴν ἀνάλογον πρὸς τὴν ἐπιδεικνυομένην κατὰ τὴν εἰσήγησιν καὶ τὴν ψήφισιν αὐτῶν. Διότι ἐκ τοῦ τοιούτου μέτρου καὶ τῆς τοιαύτης τακτικῆς κινδυνεύομεν νὰ προσπέσωμεν εἰς ἀκυρότητας δυναμένας νὰ παραβλάπτωσιν οὐ μόνον τὴν ἐνάσκησιν τοῦ δημοσίου δικαίου ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ γεννήσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον συνεπείας ἀστικῆς φύσεως. Ἔλαβον ἀφορμὴν ἐκ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἵνα ἐκ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου τούτου ἐπεκτείνω τὸν λόγον καὶ γενικώτερον. Ὁ νόμος οὗτος ἐκυρώθη τῇ 27 Ἰουνίου διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ δὲν παρετηρήθη ὅτι ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ περιλαμβάνονται ὁλόκληροι διατάξεις αἵτινες δὲν ἀνάγονται πᾶσαι εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἀλλ’ αἵτινες ἀνάγονται, εἴτε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν εἴτε εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης εἴτε καὶ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Εἰδικῶς δὲ σημασίαν ἰδιαιτάτην ἔχουσιν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες ἐπιβάλλουσι φορολογικὰς ὑποχρεώσεις εἰς τοὺς πολίτας, καὶ ἄλλαι διατάξεις αἵτινες ἀπαγγέλλουσι ποινάς. Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ νόμου κανονίζει ὁλόκληρον τὴν διαδικασίαν τῶν ἀπαλλοτριώσεων τῶν καταληφθησομένων κτημάτων πρὸς κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου. Δὲν θέλω νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἀναγινώσκων διατάξεις, ἀλλὰ πάντες οἱ βουλευταί, ἰδίᾳ οἱ νομικοί, γνωρίζουσι τί ἐστὶ διαδικασία ἀναγκαστικῆς ἀπαλλοτριώσεως. Ἐπίσης τὸ ἄρθρον 8 περιλαμβάνει τὴν διαδικασίαν τῆς κατασχέσεως, τὸ ἄρθρον 25 ἐπιβάλλει ποινάς, τὸ ἄρθρον 26 ἔχει ὁλόκληρον κατηγορίαν παραβιάσεων ποινικῶν, τὰς ὁποίας, καθορίζει ὡς παραβάσεις καὶ καθ’ ὧν ἐπιβάλλει ποινάς, τὸ ἄρθρον 37 ἀφορᾷ τὴν ἐκδίκασιν ἀμφισβητήσεων. Πάντα ταῦτα τὰ ἄρθρα ὑπάγονται εἰς τὴν διαδικασίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης καὶ νομίζω ὅτι οὐδόλως εἶναι τακτικόν, διατάξεις καθαρῶς ποινικαὶ καὶ ἄλλαι δικονομικαί, αἵτινες ἂν διεζευγμένως τῶν λοιπῶν διατάξεων ἤθελον εἰσαχθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἤθελον τύχει τῆς κυρώσεως διὰ τῆς προσυπογραφῆς μόνον τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τοιαῦται διατάξεις δὲν περιβάλλονται διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ διατάξεις ἕτεραι οἰκονομικῆς φύσεως. Ὑπάρχουσι διατάξεις περὶ παραχωρήσεως εἰς τὸν ἀνάδοχον τοῦ ἔργου τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, τῶν ῥεόντων ὑδάτων κτλ. δηλαδὴ δημοσίων κτημάτων ἀναγομένων εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Εἶναι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 10, ἀφορῶσα γενικῶς τὴν παραχώρησιν κτημάτων καὶ τὴν σύστασιν καὶ παραχώρησιν δουλειῶν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 20 καθορίζουσα τὰς εἰσφορὰς πρὸς κατασκευὴν τῶν ὑπονόμων, εἰσφορὰς, αἵτινες ῥητῶς ὁρίζονται φορολογικαί, διότι ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔχουσι τὴν ἔννοιαν τῆς φορολογίας, ἀποτελοῦσιν ἅμα πρόσθετον ποσοστὸν τοῦ φόρου οἰκοδομῶν. Τὸ ἄρθρον 28 καθορίζει ὁλόκληρον διαδικασίαν περὶ συντάξεως τῶν φορολογικῶν πινάκων. Τὸ ἄρθρον 23 καθορίζει τὴν διανομὴν τῶν περισσευμάτων μεταξὺ ἀναδόχου, Δημοσίου καὶ Δήμων. Καὶ ὅσον ἀφορᾷ μὲν τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ Δημοσίου ὡς δικαιούχου μερισμάτων εἶναι ἁρμόδιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀναγνώρισιν τοῦ Δήμου ὡς δικαιούχου εἶναι ἁρμόδιος ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐκτὸς τούτων ὑπάρχουσι διατάξεις ἀφορῶσαι τὸν τρόπον τῆς συστάσεως ἑταιρίας, διατάξεις ἄλλαι δασικῆς φύσεως, ἀπαγγέλουσαι μάλιστα καὶ ποινὰς διὰ δασικὰς παραβάσεις. Πάντα ταῦτα τῆς δικαιοδοσίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅσον ἀφορᾷ τὰς δασικὰς διατάξεις, καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅσον ἀφορᾷ τὸν καθορισμὸν ποινῶν, αἱ διατάξεις αὗται, κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ἐφ’ ὅσον ἐκυρώθη ὁ νόμος, μόνον διὰ τῆς προσυπογραφῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας; Νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἵνα ὁ νόμος τύχῃ τῆς προσηκούσης κυρώσεως, ἐφ’ ὅσον εὑρισκόμεθα ἔτι ἐν καιρῷ, καθόσον δὲν παρῆλθε τὸ δίμηνον ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Ἀλλὰ βεβαίως ὑπάρχει σφάλμα εἰς τοῦτο τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, σφάλμα τὸ ὁποῖον προῆλθε ἐκ τῆς ταχύτητος, μεθ’ ἧς συνέστη τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τοῦ μικροῦ χρόνου, ὁ ὁποῖος διέδραμε μεταξὺ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ Ὑπουργείου καὶ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου τούτου. Ἀλλὰ τὸ σφάλμα τοῦτο τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, θὰ ἦτο ἴσως δεδικαιολογημένον, ἀλλὰ πρὸ τούτου ὑπῆρξε σφάλμα ὀγκωδέστερον, τὸ ὁποῖον εὐθύνει τὸ σύνολον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Διότι γεννᾶται πλέον ἐνταῦθα ἄλλο ζήτημα ὀγκωδέστερον, καὶ ἐν σχέσει πρὸς τοῦτο ἡ ἐπερώτησίς μου ἐπεκτείνεται καὶ ἐπὶ τῆς κυρώσεως τῆς συμβάσεως περὶ κατασκευῆς τοῦ σιδηροδρόμου Κοζάνης. Γεννᾶται τὸ ζήτημα ἂν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας παρίσταται ἐνταῦθα νομίμως καὶ ἂν αἱ πράξεις εἰς τὰς ὁποίας προβαίνει, ἀφ’ ἧς ὡρκίσθη, εἶναι ἔγκυροι. Ἐνταῦθα ἔχομεν ζήτημα κύρους τῶν πράξεων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας καὶ ὅλων τῶν ὑπαλλήλων ἀρχῶν, αἵτινες ἔτυχον διορισμοῦ παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Κύριοι, ὁ νόμος περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας ἐδημοσιεύθη τὴν 11 Ἰουνίου, οὐδεμίαν δὲ ἔχει διάταξιν περὶ ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος του ταχύτερον τῆς κατὰ τὸν ἀστικὸν νόμον γενικῶς καθωρισμένης ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τῶν νόμων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱ νόμοι ἔχουσιν ὑποχρεωτικὴν ἰσχὺν μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀφ’ ἧς δημοσιευθῶσιν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς ἂν ἄλλως ὁρισθῶσι τὰ τῆς ἰσχύος διὰ τοῦ ἰδίου νόμου. Διὰ τοῦτο δὲ εἰς πάντα νόμον, τοῦ ὁποίου τὴν ἕναρξιν τῆς ἰσχύος θέλομεν νὰ ὁρίσωμεν ταχυτέραν τῆς τοῦ κοινοῦ δικαίου, πάντοτε τίθεται ἡ διάταξις ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως. Ὁ νόμος περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας τοιαύτην τινὰ διάταξιν δὲν ἔχει. Ἔχει μίαν ἄλλην διάταξιν ἐν ἄρθρῳ 46 τὴν ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Δι’ εἰδικοῦ Β. Διατάγματος κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ ὡρισθήσεται ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ». Τώρα ἑρμηνεύεται ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, καθ’ ἣν διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονισθῇ ὁ χρόνος τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, σημαίνει ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονισθῇ ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου; Εἶναι γνωστόν, καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην πολλῆς ἀναπτύξεως, ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ἰσχὺς καὶ ἄλλη ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, καὶ ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ προϋποθέτει τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος. Ἄλλως, ἔχομεν ἐν ἑτέρῳ νόμῳ, ὑπὸ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως ἀλλὰ ὑπὸ ἄλλην αὐτῆς σύνθεσιν δημοσιευθέντι, καθορισμὸν τῆς διακρίσεως ταύτης τῶν ἐννοιῶν. Εἶναι ὁ νόμος περὶ κοινοτήτων· ἐν τούτῳ καθορίζονται τὰ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ τὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ διασαφηνίζεται ἐκεῖ ἐντελῶς ποία εἶναι ἡ ἔννοια. Ὑπομιμνήσκω τοῦτο καίτοι εἶναι ἀνάγκη, προκειμένου περὶ νομικῶν ἐννοιῶν, νὰ στρεφώμεθα πρὸς ἀναζήτησιν ὁμολογιῶν τῶν ἰδίων πραξάντων, διότι προκειμένου περὶ ἐννοίας νόμου, πᾶς τις εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἑρμηνεύσῃ τοὺς νόμους συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας τοῦ δικαίου. Λοιπὸν ἐνταῦθα ἐνεκρίθη φαίνεται ὅτι ἡ ἐξουσιοδότησις, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας παρέχει εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος ὁρίσῃ τὸν χρόνον τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὅτι παρέχει ἡ ἐξουσιοδότησις αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον τὸ δικαίωμα, ἵνα διὰ Β. Διατάγματος καθορίσῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Ἐνῷ λοιπὸν ὁ νόμος, μὴ ἔχων οὐδεμίαν διάταξιν περὶ ταχυτέρας ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ πρὸ τοῦ δεκαημέρου, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρχίσῃ ἰσχύων καὶ ἀπομένει ἐφαρμοζόμενος πρὸ τῆς 22 Ἰουνίου, ἔχομεν τὴν 18 Ἰουνίου Β. Διάταγμα ἐκτελεστικὸν θέτον ἐν ἐφαρμογῇ τὸν νόμον, καὶ τὴν 18 Ἰουνίου ἐπίσης ἔχομεν Β. Διάταγμα διορισμοῦ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, Κύριοι, ἀναμφισβητήτως προκύπτει μία ἀκυρότης, λόγῳ τοῦ προώρου τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, καὶ ἀκυρότης διά τε τὸν διορισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ ἀλλὰ καὶ διὰ πάσας τὰς περαιτέρω πράξεις, αἵτινες ἕλκουσι τὸ κῦρος αὐτῶν ἐκ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας. Ποιοῦμαι τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι φρονῶ ὅτι, ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, εἶναι δυνατὸν νὰ προκύψωσι διαφοραὶ διὰ τὸ δημόσιον. Ἔχομεν ἐν πρώτοις τὸν νόμον περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὅστις ἀποτελεῖ πρότυπον συμβάσεως. Ἄν, ὅτε θὰ γίνῃ ἡ δημοπρασία καὶ κατακυρωθῇ τὸ ἔργον εἰς ἐργολάβον, προκύψωσιν ἀμφισβητήσεις ἴσως ἐν προσηκούσῃ ὥρᾳ, ἀμφισβητήσεις προερχόμεναι ἐκ τῆς γενικῆς ταύτης κατ’ ἐμὲ ἀκυρότητος, αἱ ἀμφισβητήσεις αὗται θὰ ἐρεισθῶσι βεβαίως ἐπὶ τῆς ἀκυρότητος τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ ἄλλους νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐξεδόθησαν τῇ κυρώσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, διορισμούς, ἀπολύσεις, αἵτινες δύνανται νὰ γεννήσωσι ἀφορμὰς πρὸς δίκας κατὰ τοῦ δημοσίου. Διὰ πάντας τοὺς λόγους τούτους νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ληφθῇ ἡ προσήκουσα πρόνοια, ἵνα τὰ γενόμενα ἀτελῶς λάβωσι τὴν προσήκουσαν συμπλήρωσιν.
§76ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι Βουλευταί· ὁ νόμος περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὑπήγετο εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ νῦν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τὸ σχετικόν, αὐτὸς μόνος ἄνευ τῆς προσυπογραφῆς ἄλλου Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτὴς ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ σήμερον εἰς τὸ δημόσιον ἡμῶν δίκαιον νέας ἀντιλήψεις, αἱ ὁποῖαι, ἂν ἤθελον γίνει δεκταί, εἰς οὐδὲν ἄλλο θὰ ἦγον παρὰ μόνον εἰς τὸ νὰ δημιουργήσωσι δυσχερείας. Τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι πᾶσα πρᾶξις τοῦ Βασιλέως πρέπει νὰ φέρῃ τὴν προσυπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, μεταξὺ δὲ τῶν πράξεων τοῦ Βασιλέως εἶναι καὶ ἡ ἔκδοσις τῶν νόμων. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχει ἡ ὑπογραφὴ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ εἰς τοῦ ὁποίου τὴν ἁρμοδιότητα ὑπάγεται τὸ περιεχόμενον τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας εὑρίσκει διατάξεις πολλάς, ὧν ἑκάστη ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα διαφόρων Ὑπουργείων, καὶ ἔρχεται ὑποστηρίζων ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχουσι τοιαῦται διατάξεις, ἔπρεπε νὰ προσυπογράψωσι καὶ οἱ ἄλλοι Ὑπουργοὶ διὰ νὰ εἶναι ἔγκυρος ὁ νόμος. Ἐν τούτοις ἔχομεν τὴν πρακτικήν, τὴν ἰσχύουσαν ἀπὸ δεκάδων ἐτῶν, καὶ ἂν ἠθέλομεν ἀκολουθήσει τοιαύτην θεωρίαν, καθ’ ἣν δὲν θὰ ἤρκει ἡ προσυπογραφὴ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, εἰς οὗ τὴν ἁρμοδιότητα ὑπάγεται ἡ ὕλη τοῦ νόμου, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ὑπογράψωσι καὶ ὅλοι οἱ Ὑπουργοί, ὧν αἱ ἁρμοδιότητες θίγονται διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, θὰ εἴχομεν σωρείαν νόμων, ἑκατοντάδας νόμων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἠκυροῦντο, διότι θὰ ἦτο δύσκολον νὰ εὕρητε νόμον περὶ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως μὴ εἰσάγοντα καὶ ποινὰς κατὰ τῶν μὴ στελλόντων τὰ τέκνα των εἰς τὰ σχολεῖα καὶ νόμον στρατολογικὸν μὴ εἰσάγοντα διατάξεις περὶ ἀντισηκωμάτων.
§77Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Πρόκειται περὶ ποινικῶν διατάξεων.
§78ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐντὸς τῶν πλείστων τῶν ὀργανικῶν νόμων θὰ εὕρητε καὶ ποινικὰς διατάξεις· ἀλλ’ ἀπῃτήθη ποτὲ νὰ προσυπογράψῃ ὁ Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι περιέχονται ποινικαὶ διατάξεις ἐκεῖ μέσα; Εἰς πλείστους ἐκ τῶν νόμων θὰ ἴδητε ὅτι χορηγεῖται χρηματικὴ ποινὴ ἐκ μέρους τοῦ Δημοσίου ἢ καταπίπτει ποινὴ εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον· θέλετε νὰ προσυπογράφῃ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος κατὰ τελικὸν λόγον, θὰ πάρῃ αὐτὸ τὸ πρόστιμον; Ἀλλ’ ἔρχομαι, Κύριοι, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸ δεύτερον μέρος, εἰς τὸ περὶ τῆς ἐνάρξεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν διάκρισιν, τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτής, τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος ἀπὸ τῆς ἐφαρμογῆς. Ἀλλ’ ὅπου ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις, δέχομαι ὅτι ἡ διάκρισις ἔχει ὅρια καθωρισμένα. Ἰσχυρίζομαι ὅμως ὅτι ὁ νόμος περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησα δὲν κάμνει τὴν διάκρισιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ἀλλ’ ὁρίζει ἀκριβῶς ὅτι διὰ Β. Διατάγματος δύναται νὰ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογή, δὲν πιστεύω δὲ νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ νὰ μὴ εἶναι ἰσχυρός. Δύναται νὰ εἶναι ἐν ἰσχύϊ καὶ νὰ μὴ ἐφαρμοσθῇ. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης δυνατὸν ἐπὶ τῇ βάσει Β. Διατάγματος νὰ ἰσχύσῃ καὶ πρίν, διότι βεβαίως περιέχεται μέσα εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ ἡ ἰσχύς. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἀξίζει νὰ ἀπασχολήσῃ ἐπὶ πλέον τὴν Βουλήν.
§79Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὰ πράγματα δὲν ἔχουσι καὶ τόσον ἁπλῶς, ὅσον εὐαρεστεῖται νὰ παριστᾷ ταῦτα ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Βεβαίως ἐγὼ δὲν ἠθέλησα οὐδὲ ἐπεθύμησα νὰ εἰσηγηθῶ νέας ἀντιλήψεις δημοσίου δικαίου ἐν Ἑλλάδι. Ἐγὼ ἐνόμισα ὅτι ἐν Ἑλλάδι ἦτο ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῶσι καὶ ἰσχύσωσι νέαι ἀντιλήψεις περὶ πολιτικῶν ἠθῶν, νέαι ἀντιλήψεις περὶ πολιτικῶν ἀρχῶν, καὶ πρὸς ἐκεῖνον ὅστις εὐηγγελίζετο τὰς νέας ταύτας ἀντιλήψεις, περὶ πολιτικῶν ἠθῶν καὶ πολιτικῶν ἀρχῶν, πάντοτε διετέθην εὐχαρίστως, συνομολογῶν τὴν ἀνάγκην ταύτην καὶ προσπαθήσας πάντοτε τὴν ἐμὴν τουλάχιστον εἰσφορὰν νὰ παράσχω εἰς τὰς τοιαύτας ἀντιλήψεις. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ ἀντιλήψεων τοῦ δημοσίου δικαίου, ἀντιλήψεων περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς καὶ ἑρμηνείας τοῦ καθεστῶτος δικαίου, εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ προβαίνωμεν τοσοῦτον τολμηρῶς, ὅπως προβαίνει μετὰ τόλμης ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Αἱ ἀντιλήψεις τοῦ δημοσίου δικαίου ἐν Ἑλλάδι ὑπῆρξαν πάντοτε ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 30οῦ τοῦ Συντάγματος, ἡ κύρωσις τῶν νόμων συντελεῖται παρὰ τοῦ Βασιλέως τῇ προσυπογραφῇ τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, καὶ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἐπιβάλλει τὴν προσυπογραφὴν πάντων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν εἰς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν εἰσαγωγὴν διατάξεων νομοθετικῆς δικαιοδοσίας διαφόρου. Ἡ διάταξις αὕτη ἐφαρμόσθη ὁμοιομόρφως ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἡ τάξις αὕτη κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ δημοσίου δικαίου ἐτηρήθη πάντοτε ἐν Ἑλλάδι, δύναταί τις δὲ νὰ ἴδῃ ὁλόκληρον τὴν νομοθεσίαν ἐν Ἑλλάδι διὰ νὰ πεισθῇ ὅτι διατάξεις θεμελιώδεις διαφόρων δικαιοδοσιῶν τίθενται ἐν ἰσχύι μετὰ κύρωσιν, τῇ προσυπογραφῇ ὅλων τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐπλανήθη θελήσας νὰ συγχύσῃ τὴν εἰσήγησιν νομοσχεδίων ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν κύρωσιν τῶν νόμων. Πολλάκις, κ. Βουλευταί, νομοσχεδίων εἰσηγήσεις ἐγένοντο ἐν τῇ Βουλῇ παρ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ καὶ μόνον, ἀντὶ νὰ τύχωσι ταῦτα καὶ τῆς προσυπογραφῆς παρὰ πλειόνων Ὑπουργῶν. Καὶ ἐγένετο συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ μακρὰ περὶ τοῦ ἂν καὶ τοῦτο ἔτι εἶναι τακτικόν, ὑπῆρξε δὲ τῆς Βουλῆς ἡ νομολογία ὅτι ἡ εἰσήγησις παρ’ ἑνὸς καὶ μόνου Ὑπουργοῦ εἶναι τέλος πάντων συγκεχωρημένη. Ἀρκεῖ μόνον, ἵνα ἡ κύρωσις γίνηται τῇ προσυπογραφῇ πάντων τῶν Ὑπουργῶν. Αὐτὴ ὑπῆρξεν ἡ ὁμοιόμορφος ἐφαρμογὴ τοῦ δημοσίου δικαίου ἐν Ἑλλάδι, καὶ τοῦ δημοσίου δικαίου τὴν τοιαύτην ἐφαρμογὴν μέχρις ὡρισμένου χρονικοῦ διαστήματος ἐτήρησε καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἔχω τὸν νόμον περὶ κοινοτήτων πρόχειρον, ὅστις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργοῦ, ὡς τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, διότι καθορίζει φορολογικὰς διατάξεις, τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως, διότι καθορίζει διατάξεις ἐκπαιδευτικάς, τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, διότι καθορίζει ζητήματα δασικά, τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, διότι καθορίζει διατάξεις ποινικὰς καὶ τὴν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, διότι καθορίζει καὶ ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἰδοὺ ἔργον τῆς ἰδίας Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1912, δὲν εἶχε προχωρήσει εἰς τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν τοῦ δημοσίου δικαίου, τὴν πρόοδον τῆς ὁποίας ἔδωκεν αὐτῷ ἡ ὑπ’ αὐτοῦ ἐνάσκησις τῆς δικτατορικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τόσον χρόνον ἐν Ἑλλάδι, διότι ἀπόρροια τῆς μεταστροφῆς τῆς ἀντιλήψεως τοῦ κ. Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου περὶ τὸ δημόσιον δίκαιον ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἡ κατάστασις, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρισκόμεθα ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν — καὶ δὲν θέλω νὰ θίξω ταύτην τὴν στιγμὴν τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν — κατάστασις ἥτις εἰς ἓν μόνον ἄτομον συνεκέντρωσε πάσας τὰς ἐξουσίας τῆς Πολιτείας καὶ ἥτις ὑπὸ τὸ πρῖσμα τῆς κοινοβουλευτικῆς πλειονοψηφίας ἐδημιούργησεν ἀληθῆ δικτατορίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δικτατορίαν ἐνασκουμένην κατ’ οὐσίαν ὑπὸ τοὺς νομίμους τύπους τοῦ πολιτεύματος. Ὅταν οὕτω συνειθίσωσιν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐν τῇ δικτατορίᾳ, εἶναι εὐχερέστατον ὅτι δύνανται νὰ μεταβάλλωσι κατὰ τὸ δοκοῦν τὰς ἀντιλήψεις αὐτῶν περὶ δημοσίου δικαίου καὶ νὰ κατηγορῶσι τοὺς ἀντιπάλους των ὅτι αὐτοὶ μετέβαλον τὰς ἀντιλήψεις των. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω πρὸς τούτοις ὅτι ὑμεῖς μετεβάλετε ὁμοῦ μὲ πολλὰ ἄλλα καὶ τὴν ἀντίληψιν τοῦ δημοσίου βίου ἐν Ἑλλάδι. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τοῦτο τὸ θέμα. Ὅσον ἀφορᾷ δὲ τὸ δεύτερον ζήτημα, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἄλλη εἶναι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου καὶ ἄλλη ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ ἐν ἐφαρμογῇ εἷς νόμος, ἐὰν δὲν προϋπάρξῃ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ. Τοῦτο ἀνεγνωρίσθη καὶ ὑπ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, διότι—καὶ πρέπει βλέπετε νὰ φθάνωμεν καὶ εἰς τοιούτου εἴδους ἀποδείξεις—ἐν αὐτῷ τῷ νόμῳ περὶ κοινοτήτων λέγονται τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἄρθρον 208. Ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου ὁρισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος κατὰ μέρη ἢ ἐν ὅλῳ. Διὰ Β. Διαταγμάτων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ». Εἶναι δὲ προσυπογεγραμμένος ὁ νόμος οὗτος καὶ διὰ τῆς ὑπογραφῆς τοῦ κ. Ἐλ. Βενιζέλου. Ἡ ἰδία ὑπογραφὴ καθορίζει ἐν τῷ νόμῳ ἐκείνῳ ἄλλην τὴν ἰσχὺν καὶ ἄλλην τὴν ἐφαρμογήν. Σήμερον τὸ στόμα τοῦ τότε ὑπογράφοντος λέγει· «καὶ πῶς θέλετε νὰ ἐφαρμοσθῇ νόμος τις, ἂν δὲν ἰσχύσῃ πρότερον;» Τοῦτο ἐρωτῶ καὶ ἐγώ· ἀφοῦ δὲν ἴσχυσεν, πῶς ἐφαρμόζεται; Δύναται νόμος τις νὰ ἰσχύσῃ ἀλλὰ νὰ μὴ ἐφαρμόζηται, ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νόμος τις νὰ ἐφαρμοσθῇ χωρὶς νὰ προϋπάρξῃ καὶ ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐκ τοῦ νόμου δὲν καθορίζεται χρόνος βραχύτερος ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ, δὲν δύνασθε νὰ νομίσητε ὅτι ἡ διάταξις ἡ ἀνασταλτική, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ νόμος, δύναται νὰ δώσῃ εἰς ὑμᾶς δικαίωμα νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον ταχύτερον τοῦ δέοντος, διότι ἂν ὑπάρχῃ διάταξις ἐκχωροῦσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἡ διάταξις αὕτη προϋποθέτει τὸν νόμον ἐν ἰσχύϊ, διὰ νὰ παράσχῃ τὴν δικαιοδοσίαν ταύτην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τοῦτο εἶναι τὸ σπουδαῖον καὶ τοῦτο ἀκριβῶς συζητοῦμεν. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι κατὰ τὰ συνήθως συμβαίνοντα περὶ τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν, ὁσάκις διατάξεις τοιαῦται εἰσάγονται εἰς τοὺς νόμους, ἔχουσι τὴν σημασίαν καὶ μόνην τῆς οὐχὶ βραχυτέρας ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἀλλὰ τῆς ἀπωτέρας, διότι ἐὰν ὁ νομοθέτης ἤθελε νὰ καταστήσῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου ταχυτέραν τῆς συνήθους, βεβαίως θὰ εἰσήγαγε τὴν συνήθη διάταξιν, ὅτι ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅταν εἰσάγωνται διατάξεις δίδουσαι εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα, ἵνα διὰ Β. Διαταγμάτων κανονίζῃ αὐτὴ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τῶν νόμων τούτων, αἱ διατάξεις αὗται πάντοτε προϋποθέτουσιν ὅτι ἡ Βουλὴ ἔκρινεν ὅτι πιθανὸν λόγοι ἰδιαίτεροι ἐπέβαλον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἵνα αὕτη κανονίσῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τῶν νόμων εἰς χρόνον ἀπώτερον τοῦ κανονικοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῶν τοιούτου εἴδους διατάξεων, ὑμεῖς δὲ ἀντιθέτως πρὸς ὅσα ἰσχύουσι καὶ παρὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου ἐθήκατε τὸν νόμον ἐν ἐφαρμογῇ ταχύτερον τοῦ δέοντος καὶ κατεστήσατε ἀκυρότητας. Ἐγώ, Κύριοι, δὲν εἰσήγαγον τὴν ἐπερώτησιν ἵνα προκαλέσω ἐνταῦθα πολιτικὴν συζήτησιν, ἀλλ’ εἰσήγαγον τὴν ἐπερώτησιν ταύτην, ἵνα ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ προληφθῶσιν ἀκυρότητες, τὰς συνεπείας τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ κληθῶσι — καὶ δὲν εὔχομαι τοῦτο — τὰ δικαστήρια ἵνα ρυθμίσωσι. Διὰ τοῦτο ἐποιησάμην τὴν ἐπερώτησιν ταύτην. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἀναγκάζει τὴν Βουλὴν δι’ ἁπλᾶ ζητήματα νὰ γενικεύωσι τὴν συζήτησιν, διότι νομίζει ὅτι δύναται πᾶν ζήτημα νὰ λύσῃ διὰ κινήσεων τῶν χειρῶν καὶ διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἀφελείας. Ἀλλ’ ἀπαντήσεις ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων σπουδαιοτάτων, δὲν δύνανται νὰ δίδωνται καθ’ ὃν τρόπον ἀπήντησε σήμερον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτάσει πλειόνων τῶν δέκα Βουλευτῶν, ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ταύτης γενικεύεται. Ὁ κ. Δ. Ράλλης ἔχει τὸν λόγον.
§81Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δ. Διαμαντίδου, βουλευτοῦ ἐξ Ἀττικῆς, ὡς Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Συγκοινωνίας, εἶναι ἄκυρος. Εἶναι δὲ ἄκυρος διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι ἐγένετο πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τούτου. Ἔχομεν τὴν γενικὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος ἰσχύει δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ. Ἡ γενικὴ αὕτη διάταξις δύναται νὰ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλης διατάξεως, ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἔχομεν εἰς τοὺς νόμους, ἡ ὁποία ἔχει χαρακτῆρα τοῦ ἐπείγοντος, ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τοιαύτην διάταξιν δὲν ἔχει ὁ νόμος περὶ ἱδρύσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, ἔχει ὅμως τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ ἄρθρου 46 κατὰ τὴν ὁποίαν δι’ εἰδικῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου. Τί περιλαμβάνει ἡ διάταξις αὕτη; Ἡ διάταξις αὕτη περιλαμβάνει μίαν delegation, περιλαμβάνει τὴν ἐντολὴν πρὸς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν ὅπως προβῇ εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Β. Διαταγμάτων διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταστῇ ἐφικτὴ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἡ delegation αὐτὴ θὰ ἰσχύσῃ μόνον ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ὁ δὲ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀντὶ νὰ ἀναμείνῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, ἥτις θὰ ἐπήρχετο δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, προέτρεξε, καὶ τὴν ὀγδόην ἡμέραν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, πρὶν ἢ δηλαδὴ συμπληρωθῇ τὸ χρονικὸν διάστημα πρὸς γνῶσιν τοῦ νόμου, δημοσιεύει Β. Διάταγμα δι’ οὗ διορίζεται Ὑπουργὸς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας. Ἀναμφισβητήτως πρόκειται περὶ ἀκυρότητος, εἶναι δὲ ἡ ἀκυρότης αὕτη σπουδαία, διότι δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπιβλαβῶς ἐπὶ συμφερόντων τοῦ Δημοσίου, διότι ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐνασκῶν τὰ δικαιώματά του θὰ ὑπογράφῃ συμβάσεις, αἱ ὁποῖαι δημιουργοῦσι δικαιώματα καὶ αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ συνεπαγάγωσι καὶ ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Δημοσίου. Ὅταν αἱ ὑποχρεώσεις αὐταὶ καταστῶσιν ἐπαχθεῖς διὰ τοὺς συμβαλλομένους, θὰ προταθῇ ὑπ’ αὐτῶν ἡ ἀκυρότης αὕτη. Καὶ ἐδῶ μὲν δυνάμεθα νὰ ρίπτωμεν στάκτην εἰς τοὺς ὀφθαλμούς, μόλις ὅμως φθάσῃ ἡ ὑπόθεσις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ὅλον τὸ οἰκοδόμημα θὰ καταπέσῃ, διότι αὐτὴ ἡ delegation ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντλήσῃ τὸ δικαίωμα ἵνα ὁρίσῃ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἡ delegation αὐτή, δὲν ἠδύνατο νὰ ἰσχύσῃ πρὶν ἢ παρέλθῃ ἡ δεκάτη ἡμέρα. Καθόσον λοιπὸν προετρέξατε εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος καὶ εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀναμφισβητήτως προέβητε εἰς πρᾶξιν ἄκυρον. Εἷς μόνον τρόπος ὑπολείπεται πρὸς διόρθωσιν τῆς παρανομίας, ἥτις δὲν ἔχει ἄλλως τίποτε τὸ κολάσιμον, διότι οὔτε δόλος οὔτε ῥᾳθυμία συντρέχουσιν, ὁ τρόπος νὰ προκαλέσῃ ἡ Κυβέρνησις νέον Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ κυρώσῃ ὅλας τὰς πράξεις τὰς μέχρι τοῦδε γενομένας παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὡς καὶ τὸν διορισμὸν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου.
§82Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χωρήσῃ ἀμφιβολία τις, κ. Βουλευταί, ὅτι ἄλλο εἶναι ἡ ἰσχὺς καὶ ἄλλο ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. Ἀλλὰ θὰ προκαλέσω τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ ἄλλου θέματος, ὅτι σχετικῶς πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνεφανίσθη σήμερον μὲ ἄλλην μορφήν, ἀπὸ ἐκείνην μὲ τὴν ὁποίαν συνήθως ἐμφανίζεται ἐν τῇ Βουλῇ. Ἰσχυρίζεται πάντοτε ὅτι εἶναι εἰλικρινὴς πρὸς τὴν Βουλήν, καὶ πάντοτε ὁσάκις ἐγένετό τι τὸ παράτυπον προσῆλθε καὶ τὸ ὡμολόγησεν πρῶτος αὐτός. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ προηγούμενον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δύναταί τις πραγματικῶς νὰ ἐκπλήσσηται πῶς προσπαθεῖ νὰ δικαιολογήσῃ ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικαιολογηθῇ. Νομίζω ὅτι ἠδύνατο ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συνήθειαν τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἐμφανίζηται καὶ νὰ ὁμολογῇ τὸ λάθος, τὴν παρατυπίαν, καὶ νὰ δεχθῇ τὴν διόρθωσιν ἀκριβῶς, διότι εἶναι εἰλικρινής.
§83ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζετε ὅτι ἡ εἰλικρίνειά μου μοὶ ἐπιβάλλει, ἅμα ἡ ἀντιπολίτευσις λέγει ὅτι ἔκαμα ἓν παράνομον, νὰ λέγω ὅτι ἔκαμα παράνομον.
§84Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν σᾶς λέγει τοιοῦτο ἡ Ἀντιπολίτευσις. Λέγουσιν αὐτὸ οἱ κανονισμοί, οἱ νόμοι.
§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζητούμενον· τί λέγουσιν οἱ νόμοι.
§86Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ πιστεύσω ὅτι ἀγνοεῖτε τοὺς νόμους, τοὺς κανόνας τὰς ἑρμηνείας τῶν νόμων, καὶ διὰ τοῦτο ἐκπλήσσομαι, πῶς ὑμεῖς, ὁ γνώστης τῶν νόμων καὶ τῆς ἑρμηνείας αὐτῶν, ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα, ἀφοῦ γνωρίζετε ὅτι, ὅταν δὲν ἔχῃ ἰσχὺν ὁ νόμος, δὲν δύναται νὰ γίνῃ ὁμιλία περὶ ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ἑπομένως ἀπὸ τὴν εἰλικρίνειάν σας περιμένομεν νὰ ὁμολογήσητε τοῦτο καὶ ἡ ὁμολογία σας αὐτὴ θὰ ἀποδείξῃ ὅτι ἀκολουθεῖτε τὴν αὐτὴν πολιτικὴν καὶ ὅτι θέλετε νὰ προστατεύσητε καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου.
§87Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἐννοῶ τὴν ἐπιμονὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅπως μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ἐκτεθέντα ὑπὸ τῶν ἀξιοτίμων προλαλησάντων. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπε· «εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶ ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Ἀντιπολίτευσις ὑποστηρίζει τι πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶ ὅτι ἡ Ἀντιπολίτευσις ἔχει δίκαιον;» Ἀλλά, παρακαλῶ τὸν κύριον Πρωθυπουργόν, ὁ ὁποῖος νομικὰ γνωρίζει κάλλιστα νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ὁ νόμος ῥητῶς λέγει ὅτι ὅπως ἰσχύσῃ νόμος τις πρέπει νὰ γένηται πρότερον ἡ δημοσίευσις ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένη, δηλ. πρέπει νὰ παρέλθωσι δέκα ἡμέραι ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐρωτῶ ἤδη· ἐτήρησε τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ νόμου ὁ κ. Πρωθυπουργός; Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ὅτι ὑπάρχει διάταξις ἐν τῷ νόμῳ τούτῳ, καθ’ ἣν διὰ Β. Διατάγματος ὁρίζεται ἡ ἡμέρα ἢ ἡ ἔναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Τὸ Β. Διάταγμα τοῦτο δίδει τὸ δικαίωμα ἵνα ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος καὶ πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν δέκα ἡμερῶν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ διάταξις αὐτὴ δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδώσῃ ἓν Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ὁρίζῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου; Τὸ δικαίωμα τοῦτο δίδει αὐτὸς ὁ νόμος, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσῃ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ὁ νόμος. Καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ πρέπει νὰ δημοσιευθῇ. Ναὶ ἢ ὄχι; Εἰς τὰ ἐπιχειρήματα αὐτὰ ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὄχι νὰ λέγῃ ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει ἡ διάταξις ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὁρίζει τὴν ἔναρξιν τῆς ἐφαρμογῆς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο καὶ πρὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, δημοσιεύων τὸ Β. Διάταγμα. Ἡ διάταξις αὐτὴ ἔχει σκοπὸν ὅπως δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα μὴ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ἀμέσως μετὰ τὰς δέκα ἡμέρας, ἀλλὰ νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως. Ὅταν δὲ τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ τῆς ταχείας ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος περὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ὅταν τὰ ἀποτελέσματα αὐτὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους δύνανται νὰ εἶναι ἐπιβλαβῆ, δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ἐπιμονὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ ἀτενίσῃ πρὸς τὰ ἀποτελέσματα ταῦτα. Καὶ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἂν αὔριον γεννηθῇ ζήτημα ἐπὶ συμβάσεώς τινος, ὑπογραφείσης ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, τοῦ παρατύπως διορισθέντος, καὶ ἔλθῃ τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ προταθῇ ἀκυρότης τῆς συμβάσεως ὡς φερούσης τὴν ὑπογραφὴν Ὑπουργοῦ μὴ νομίμως διορισθέντος, καὶ τὰ δικαστήρια ἀκυρώσωσι τὴν σύμβασιν ταύτην, νομίζετε ὅτι ἡ ἐλαφρότης αὕτη, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματά σας, τὰ ὁποῖα ἀνεπτύχθησαν, θὰ δυνηθῶσι νὰ ἀπαλλάξωσι τὸ δημόσιον τῶν συνεπειῶν αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ προέλθωσιν ἐκ τοῦ παραπτώματος, τὸ ὁποῖον συνέβη; Δὲν βλέπω δὲ ὅτι εἶναι καὶ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ θίξῃ τὴν φιλοτιμίαν τῆς Κυβερνήσεως ἂν παραδεχθῇ αὕτη τὸ ὀρθόν. Συνέβη ἐκ τῆς ὑπηρεσίας μία παράβασις· πρόκειται νὰ θεραπεύσωμεν σήμερον τὴν παράβασιν ἡ ὁποία συνέβη ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας, ἡ ὁποία δὲν ἔδωκε προσοχὴν ὅτι πρέπει νὰ παρέλθωσι δέκα ἡμέραι πρὶν ἢ ὑποβληθῇ τὸ Β. Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ τοῦ Ὑπουργοῦ. Καὶ ἐρωτῶ· διατί ἡ ἐπιμονὴ αὐτή, ὅπως μὴ διορθώσητε τὸ παράπτωμα, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν βαρύνει τοὺς Ὑπουργούς, διότι εἶναι δυνατὸν οἱ Ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἔδωκαν προσοχὴν ἂν παρῆλθον ἢ ὄχι αἱ δέκα ἡμέραι; Αὐτὴ ἡ ἐπιμονὴ ἀπέναντι ἐπιχειρημάτων βασιζομένων ἀναμφισβητήτως ἐπὶ τῆς ὀρθῆς ἑρμηνείας τοῦ νόμου, εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀδικαιολόγητος καὶ ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως μὴ ἐπιμείνῃ διότι τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιμονῆς της δύνανται νὰ εἶναι λίαν ἐπιβλαβῆ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
§88ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, τὴν ἐλαφρότητα, τὴν ὁποίαν παρετήρησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἰς τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως, τὴν προεκάλεσεν ἡ ἐλαφρότης τῆς ἐπιθέσεως. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταχειρισθῶ πυροβολικὸν βαρύτερον παρὰ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη ἡ ἐπίθεσις. Ἀλλ’ εἶναι περίεργον, κ. Βουλευταί, ὅτι ἡ ἀρετή, τὴν ὁποίαν μοὶ ἀπέδωκεν ἡ Ἀντιπολίτευσις ὅτι δὲν διστάζω, ἂν γίνῃ λάθος τι, νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὄχι μόνον ὅταν ὀφείλεται τοῦτο εἰς τὸ γραφεῖον ἀλλὰ καὶ ὅταν ἐγὼ εἶμαι ὁ ἔνοχος τοῦ λάθους, εἶναι περίεργον, λέγω, ὅτι αὐτὴν τὴν ἀρετήν μου ἐπικαλοῦνται σήμερον, διὰ νὰ μοὶ εἴπωσιν· «ἐδῶ σὲ πιάσαμεν· σύ, ὅταν κάμνῃς ἓν λάθος τὸ λέγεις, διατί αὐτὸ δὲν τὸ λέγεις;» Μὰ ἀκριβῶς, αὐτὴ ἡ ἀρετήμου μοὶ δίδει ἓν δικαίωμα ὅπως μετὰ περισσοτέρου θάρρους παρουσιασθῶ ἐνώπιόν σας καὶ εἴπω· «οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀποδεχθῶ τὴν γνώμην σας, ἂν αὕτη εἶναι ὀρθή. Ἀλλὰ δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ νὰ σᾶς κάμω ἁπλῶς εὐχαρίστησιν, νὰ δεχθῶ τὴν γνώμην αὐτήν, διότι θὰ ἴδητε μετ’ ὀλίγον ὅτι ἂν ἤθελον δεχθῆ τὰς κατηγορίας, αἱ ὁποῖαι διετυπώθησαν, θὰ ἐγενόμην παραίτιος εἰς τὸ Κράτος περιπετειῶν καὶ ζημιῶν. Ἐτονίσθη μία περίπτωσις ἐπὶ τοῦ σημείου αὐτοῦ, τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ὁ νόμος Κύριοι, κατὰ νόμον τοῦ 1882, ἰσχύει, ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ καὶ παρέλθωσι δέκα ἡμέραι ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς ἂν ἄλλως ὁρίζει ὁ νόμος. Ἀλλ’ ὁ νόμος ἀκριβῶς αὐτός, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἐφρόντισε νὰ ὁρίσῃ ἄλλως. Ἐν ἄρθρῳ 16ῳ ἀκριβῶς, ἠθέλησε νὰ δώσῃ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ περιέλαβε διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας εἶπεν ὅτι, διὰ Β. Διατάγματος θὰ κανονισθῶσι καὶ τὰ τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἰσχυρίσθη ὅτι λέγει αὐτὸ ὁ νόμος, διότι ἠθέλησε νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅταν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐντὸς τῶν δέκα ἡμερῶν δὲν εἶναι δυνατή, νὰ δύναται νὰ ὁρίσῃ διὰ Β. Διατάγματος ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ θὰ γίνῃ βραδύτερον. Ἀλλ’ ἐὰν πραγματικῶς τοῦτο συνήθως γίνεται, καὶ συνήθως ἡ ρήτρα αὐτὴ ἐν τοῖς νόμοις αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν πρόκειται νὰ μεταδώσῃ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δηλαδὴ νὰ ὁρίζῃ τὸν χρόνον, ἔστω καὶ βραδύτερον, τολμᾷ κανεὶς νὰ ἰσχυρισθῇ σοβαρῶς ὅτι ἡ ρήτρα κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφίεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, δὲν δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἔναρξιν καὶ πρὸ τῶν δέκα ἡμερῶν; Θέλετε νὰ ἰσχυρισθῆτε ὅτι, ὅταν πρόκειται νὰ εἶναι συντομωτέρα ἡ ἰσχὺς πρέπει νὰ ὁρίζητε τοῦτο ῥητῶς ἐν τῷ νόμῳ, καὶ ὅταν εἶναι περισσοτέρα, τότε μόνον νὰ ἀνατίθηται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Αὐτὸ θὰ ἦτο τόλμημα. Ἐὰν δὲ δεχθῶμεν ὅτι ἐξουσιοδοτουμένη ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος, δύναται νὰ ὁρίσῃ τοῦτον καὶ μεταγενεστέρως καὶ προγενεστέρως τῶν δέκα ἡμερῶν, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὴν αὐτὴν ἐξουσίαν δίδει καὶ ἡ ρήτρα τῆς ἐφαρμογῆς. Οὐδεμίαν ἔχει τεχνικὴν σημασίαν ἡ λέξις ἐφαρμογή· οὐδὲ κἂν ἔχομεν διάταξιν τοῦ Συντάγματος ὁρίζουσαν τεχνικοὺς ὅρους ἐν τῇ ἐφαρμογῇ ὡρισμένων λέξεων διὰ νὰ ἀποδώσωμεν ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἔννοιαν. Ἐρωτῶ ὑμᾶς τοὺς κ. Βουλευτάς, διότι δὲν πρέπει νὰ λησμονῶμεν ὅτι δὲν εὑρισκόμεθα ἐνώπιον δικαστηρίου, οὔτε πρόκειται νὰ κρίνωμεν τὰ ζητήματα ταῦτα, καθ’ ὃν τρόπον ἰσχυρίζεται ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, σᾶς ἐρωτῶ· εἰς ποῖον ἐξ ὑμῶν, ἐν καλῇ πίστει εὑρισκόμενον μένει καὶ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία ὅτι, ὅτε ἐγράφομεν καὶ ἐψηφίζομεν ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀφήνομεν νὰ ὁρίσῃ τὴν ἔναρξιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, ἐννοοῦμεν αὐτὸ τοῦτο τὸ πρᾶγμα, ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀνεθέτομεν τὴν ἔναρξιν εἴτε πρὸ εἴτε μετὰ τὰς δέκα ἡμέρας; Ἂν δὲ οὕτως ἔχῃ τὸ πρᾶγμα, τί θέλετε νὰ ἰσχυρισθῆτε σήμερον; Ὅτι ναὶ μὲν ὁ νόμος καλῶς ἐφαρμόζεται, διότι διὰ Β. Διατάγματος ἐλάβετε ἄδειαν νὰ ὁρίσητε τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἰσχύει ὁ νόμος; Δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι ἥκιστα σοβαρὸν νὰ ἰσχυρισθῆτε τοιοῦτό τι, ὅτι ὁ νόμος ἐγκύρως ἐφαρμόζεται, ἀλλὰ ὁ νόμος δὲν ἰσχύει; Ἀλλ’ ἐάν, Κύριοι, δὲν ἦλθον καὶ αὐτὴν τὴν φορὰν νὰ εἴπω τὸ συνήθως λεγόμενον mea culpa καὶ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ διορθώσητε τὸ πρᾶγμα, κυρίως διότι συνεδέθη καὶ ἄλλο ζήτημα, διότι ἐπὶ τέλους ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ὑποχωρήσω εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω...
§89ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν θέλομεν.
§90ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὔτε σᾶς κάμνω αὐτὴν τὴν εὐχαρίστησιν. Ἀλλὰ δὲν ἔχω τοὐλάχιστον καὶ τὴν εὐχαρίστησιν νὰ φανῶ εὐχάριστος πρὸς τὸν πρῶτον ἀγορεύσαντα, διότι ἂν ἤθελον νὰ φανῶ εὐχάριστος καὶ νὰ διατηρήσω τὴν ὑπόληψίν μου περὶ εἰλικρινείας ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἐδεχόμην νὰ κάμω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ζητεῖ, ἠξεύρετε τί ἤθελον φέρει εἰς τὴν ὑπηρεσίαν; Ἀναστάτωσιν καὶ εἰς αὐτὴν καὶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Ἐὰν ἐδεχόμην νὰ καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ ὅτι οἱ νόμοι δὲν εἶναι ἔγκυροι, ἐὰν φέρωσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως καὶ τοῦ κυρίως ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρωσι καὶ τὰς ὑπογραφὰς ὅλων ἐκείνων τῶν Ὑπουργῶν, τῶν ὁποίων ἡ ἁρμοδιότης θίγεται ὅπως δήποτε διά τινων τῶν διατάξεων τοῦ νόμου, σᾶς βεβαιῶ ὅτι σωρεία νόμων θὰ εὑρίσκετο ἄκυρος, διότι τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἤθελον καθιερώσει αὐτὴν τὴν ὁμολογίαν, ὅτι οἱ νόμοι διὰ νὰ εἶναι ἔγκυροι πρέπει νὰ φέρωσι τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τῶν Ὑπουργῶν τῶν ὁποίων θίγεται ἡ ἁρμοδιότης, βεβαίως θὰ ἐξήγετο ἐκ τούτου ὅτι ἄκυροι εἶναι ὅλοι οἱ νόμοι οἱ ὁποῖοι δὲν φέρουσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κυρίως ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Πράγματι ὑπάρχουσι πλεῖστοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι φέρουσι τὰς ὑπογραφὰς ὅλων τῶν Ὑπουργῶν τῶν ἐνδιαφερομένων, ὑπάρχει ὅμως καὶ πληθώρα ἄλλη νόμων, ἡ ὁποία δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ κυρίως ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ. Αὐτοὶ οἱ νόμοι ἰσχύουσιν. Ἑπομένως εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν λυποῦμαι διότι δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, ἀφοῦ ἅπαξ ἐξεφράσατε τὴν ἐπιθυμίαν αὐτήν.
§91Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, δύναται νὰ ἔχῃ θέσιν ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο. Δὲν ζητοῦμεν χάριν παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ζητοῦμεν ὅτι ὀφείλει νὰ προστατεύσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, τὰ ὁποῖα, προκειμένης τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου περὶ τῆς συγκοινωνίας, ἀφήκατε ἐκτεθειμένα σεῖς οἱ ὑποβολεῖς. Ἀλλ’ ὅταν οἱ ὑποβολεῖς κάμνουσιν ὅτι τοῖς καταβῆ, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ φέρωσι καὶ ζημίας πραγματικὰς ἐπὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ κανονίσωσιν. Καὶ ὁ ὑποβολεὺς καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχον καθῆκον νὰ κρίνωσι τὴν τελευταίαν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 17 τοῦ νόμου τὸ ὁποῖον λέγει· «ὁ παρὼν νόμος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθεὶς καὶ παρ’ ἡμῶν σήμερον κυρωθεὶς δημοσιευθήτω διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Ἐδῶ εἶναι ἡ ἐντολὴ (delegatio). Ὅπου θέλει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, λόγῳ τοῦ ἐπείγοντος, ἢ ὁ νόμος περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων ἵνα ὑπάρχῃ συντομωτέρα ἡ προθεσμία αὐτοῦ, ἀναγράφει τοῦτο ῥητῶς εἰς τὴν ἐντολὴν τῆς δημοσιεύσεως. Σεῖς καὶ ὁ ὑποβολεὺς ὑμῶν ἐλησμονήσατε ὅτι ἡ ἐντολὴ αὕτη περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον 17.
§92ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ἄκυρον ἂν γίνῃ ἄνευ ἰδιαιτέρου Β. Διατάγματος ἡ διάταξις περὶ ἰσχύος;
§93Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἄκυρος ἡ δημοσίευσις ἡ γενομένη πρὸς κύρωσιν τῶν Β. Διαταγμάτων τῆς ἐφαρμογῆς καὶ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου πρὶν ἢ ὁ νόμος ἰσχύσῃ κατὰ τὸν νόμον περὶ ἰσχύος τῶν νόμων, δηλαδὴ πρὶν ἢ δημοσιευθῇ νομίμως. Δὲν ἐδημοσιεύθη νομίμως ὁ νόμος· δὲν εἶχε δημοσιευθῆ μέχρι τῆς 8 Αὐγούστου. Ἔπρεπεν ἀκόμη νὰ παρέλθωσι δύο ἡμέραι, τὴν ἐντολὴν δὲ τῆς δημοσιεύσεως τὴν παραλαμβάνει ὄχι τὸ ἄρθρον 46 ἀλλὰ τὸ 47.
§94ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λέγετε ὅτι εἶναι ἄκυρος αὐτὴ ἡ δημοσίευσις. Τίνα ἀκυρότητα ἔχει;
§95Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἡ δημοσίευσις δὲν εἶναι διόλου ἄκυρος, ἀλλὰ συνεπάγεται τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου ἀπὸ τῆς δεκάτης ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, διότι ἡ ἐντολὴ αὐτὴ εἶναι· «δημοσιευθήτω καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Ἀπὸ τίνος ὅμως ἐποχῆς; Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁρίζει ὁ γενικὸς νόμος, ὁ περὶ δημοσιεύσεως τῶν νόμων. Ἐὰν προετίθετο νὰ δώσῃ συντομώτερον χρόνον εἰς τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, ἔπρεπεν ἀναγκαίως νὰ περιλαμβάνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον περιλαμβάνουσιν ὅλοι οἱ νόμοι οἱ τοιοῦτοι· «ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου τούτου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι κλπ.». Εἶναι εἰς τὴν ἐντολὴν περὶ ἐκτελέσεως τῶν νόμων, ὄχι εἰς τὴν ἐντολὴν τὴν ἄλλην τοῦ ἄρθρου 46. Πρέπει νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψει σας τὸ κείμενον διὰ νὰ μελετήσητε καὶ ἐξαγάγητε αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκλόνητον. Εἶναι ἀδύνατον σήμερον νὰ θεωρήσῃ τις ὡς ἰσχυρὰν τὴν ἔκδοσιν τῶν Β. Διαταγμάτων τοῦ νόμου περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, εἶναι ἀδύνατον νὰ θεωρήσῃ τις ὡς ἰσχυρὸν τὸ Β. Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου διωρίσθη ὁ κ. Διαμαντίδης Ὑπουργός, ὀκτὼ ἡμέρας ἀπὸ τῆς καταχωρίσεως τοῦ νόμου ἐν τῇ Ἐφημερίδι. Διότι σᾶς εἶπον ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς περιλαμβάνει ἐν τῷ ἄρθρῳ 46 μίαν ἐντολὴν (delegatio), ἡ ἐντολὴ δὲ αὕτη ἰσχύει καθ’ ὅσον ἰσχύει ὁ νόμος· ὁ νόμος δὲ δὲν ἰσχύει εἰμὴ καθ’ ὅσον ἤθελε δημοσιευθῆ καὶ παρέλθει τὸ δεκαήμερον τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὁ νόμος. Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξέλθητε ἐντεῦθεν. Τώρα οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ κ. Ἀραβαντινὸς θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ σᾶς φωτίσῃ περισσότερον.
§96ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μᾶς παρουσίασε καινὰς ἀρχὰς πολιτειακάς. Σᾶς λέγει ὅτι· «πολὺ καλά· ἂς δεχθῶμεν ὅτι ἐδικαιοῦτο ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἐξουσιοδοτουμένη ὑπὸ τοῦ νόμου διὰ τοῦ ἄρθρου 47, νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς· ἂς δεχθῶμεν ὅτι ἐδικαιοῦτο νὰ κάμῃ τοῦτο, ἀλλ’ ὁ μόνος τρόπος ποῦ ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ ἦτο κατὰ τὸν τρόπον τοῦ ἄρθρου 47, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ μέρος τοῦ νόμου, διότι εἶναι ἀκριβῶς αὐτὸ τοῦτο ἡ δημοσίευσις τοῦ νόμου· εἶναι ἡ ἐπιταγὴ τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, ὁ ὁποῖος λέγει ὅτι, «ὁ παρὼν νόμος ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφισθεὶς καὶ παρ’ ἡμῶν σήμερον κυρωθεὶς δημοσιευθήτω διὰ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς νόμος τοῦ Κράτους». Φρονεῖ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ὅτι δέον νὰ γίνῃ σύγκρισις τοῦ δικαιώματος τοῦ παρεχομένου εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως καταστήσῃ αὕτη τὸν νόμον ἐφαρμόσιμον ἐνωρίτερον ἢ ἀργότερον τῶν δέκα ἡμερῶν; Ἀλλὰ ποῦ εὗρεν αὐτό; Εἰς τὸ Σύνταγμα; Εἰς κανένα νόμον; Σημειώσατε δὲ ὅτι ὑπέπεσε καὶ εἰς κἄποιον ἁμάρτημα, διότι δὲν εἶναι τὸ ἄρθρον 46 εἰς τὸ ὁποῖον λέγεται ὅτι ἠδύνατο νὰ κάμῃ χρῆσιν εἰς αὐτὸ τὸ μέρος, νὰ ὁρίσῃ δηλ. τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως· εἰδικῶς τὸ ἄρθρον 46, ὁ διάβολος τὸ ἔφερε καὶ λέγει, αὐτὸ νὰ μὴ τὸ εἴπητε διὰ τοῦ ἰδίου νόμου ἀλλὰ διὰ Β. Διαταγμάτων· «δι’ εἰδικῶν Β. Διαταγμάτων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ ὁρισθήσεται ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ». Ὥστε βλέπετε ὅτι ἐδῶ ἐσφάλη ὁ κ. Βουλευτής. Διὰ νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι καὶ ἂν ὁ νόμος λέγῃ διὰ Β. Διαταγμάτων, δὲν θὰ ἤμεθα ἐν τῷ ἀδίκῳ, διότι αὐτὸ τὸ μέρος, αὐτὴν τὴν διάταξιν τὴν παρεμβάλλει εἰς τὸ τέλος τοῦ νόμου καὶ λέγει· διατάσσω νὰ δημοσιευθῇ. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι πρᾶξις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὥστε καὶ ἂν ἀκόμη δὲν συνεμορφούμεθα πρὸς τὴν ῥητὴν ἐντολήν, νὰ κάμωμεν εἰδικὸν Β. Διάταγμα, ἐγὼ θὰ ἔλεγον πάλιν ὅτι περιέχεται εἰς αὐτὸ τὸ μέρος· τὸ ὅτι ὅμως δὲν περιέχεται εἰς αὐτὸ τὸ μέρος καὶ ἐκάμαμεν ἴδιον Β. Διάταγμα, δὲν πιστεύω ὅτι θὰ εἶναι ἀκυρότης. Ἐλησμόνησαν δὲ οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι εἰδικός, ὁ δὲ νόμος τοῦ 1883, ὁ ὁποῖος ὁρίζει τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος, εἶναι νόμος γενικός. Λοιπὸν ἦτο αὐτὸς ὁ νόμος ὁ ὁποῖος δύναται κάλλιστα νὰ τροποποιήσῃ εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίπτωσιν τὸν νόμον. Σᾶς λέγει ὅτι· Κύριοι, αὐτὸν τὸν νόμον τὸν ψηφίζω, σᾶς παραγγέλλω δὲ νὰ ἀρχίσητε νὰ ἐφαρμόσητε αὐτὸν ἀφ’ ὅτου θέλετε.
§97Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ναί. Ἀλλὰ χρειάζεται νὰ ἰσχύσῃ αὐτὸς ὁ νόμος.
§98ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἔπαθε τοῦτο· νομίζει ὅτι ἔπαθε ἡ Συνταγματικὴ διάταξις. Λέγει λοιπόν, σοῦ ψηφίζω αὐτὸν τὸν νόμον καὶ σοῦ λέγω νὰ εἴπῃς ὅτι διὰ Β. Διατάγματος θὰ ὁρίσῃς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ. Ἡμεῖς δυνάμει αὐτῆς τῆς διατάξεως ἐκάμαμεν ἓν Β. Διάταγμα καὶ εἴπομεν αὐτό. Λοιπὸν ἐρωτῶ· ἐφαρμόζεται ἢ δὲν ἐφαρμόζεται καλῶς ὁ νόμος; Καὶ ἐρωτῶ· ἂν ἐφαρμόζεται ἐγκύρως, ἠδύνατο ὁ Ὑπουργὸς νὰ ἀσκήσῃ τὰ καθήκοντά του; Τώρα λέγετε· ναί· ὁ νόμος αὐτὸς ἐφαρμόζεται καλῶς καὶ ἐγκύρως, ἀλλὰ δὲν ἰσχύει! Εἶναι ὀρθὸν τοῦτο;
§99Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας ἔθιξε δύο ζητήματα, τὸ κῦρος τοῦ νόμου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ὕδρευσιν τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τὸ ἕτερον ὡς πρὸς τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος τοῦ ἑτέρου νόμου περὶ συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Θὰ περιορισθῶ εἰς τὸ δεύτερον μόνον. Ἀνεγνωρίσθη καὶ παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι τὸ ζήτημα ἐκ μέρους τῆς Ἀντιπολιτεύσεως ἐθίχθη ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἐπιστηθῇ ἡ προσοχὴ μὴ κατόπιν γενηθῇ ζήτημα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Ἡ παρατήρησις δ’ ἀκριβῶς τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἐνταῦθα πρέπει νὰ εἴμεθα εὐρύτεροι, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτίμησιν τῶν νομικῶν ζητημάτων, παρὰ ὅπως γίνεται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, μὲ κάμνει νὰ ἐπιστήσω εἰς αὐτὸν τὴν προσοχήν, ὅτι τὸ ζήτημα ὅταν θὰ παρουσιασθῇ, δὲν θὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἀλλ’ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ εἰς τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον γίνεται ἡ ἑρμηνεία παρὰ τῶν δικαστηρίων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1882, ὡς πρὸς τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ὑπάρχει διάταξις, καθ’ ἣν ὁ νόμος ἰσχύει μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐκτὸς ἐὰν ὁ νόμος ὁρίζῃ ἄλλως. Καὶ ἀναντίρρητον εἶναι ὅτι διὰ τοῦ σχετικοῦ νόμου δύναται νὰ ὁρισθῇ ὅτι ἡ ἰσχὺς αὐτοῦ θὰ ἀρχίσῃ, εἴτε ἐνωρίτερον εἴτε βραδύτερον τῆς δεκαημέρου προθεσμίας. Καὶ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ διάταξις τοιαύτη, ἡ ὁποία ὁρίζει ὅτι ὁ νόμος θὰ ἀρχίσῃ ἐνωρίτερον, εἴτε βραδύτερον, βεβαίως ἡ διάταξις εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ὁ νόμος θὰ ἀρχίσῃ νὰ ἰσχύῃ ἀκριβῶς ὅπως ὁρίζει ἡ εἰδικὴ αὐτοῦ διάταξις. Ἐὰν δὲ διὰ τοῦ νόμου τούτου δίδηται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα ὅπως αὕτη διὰ Β. Διατάγματος ὁρίσῃ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου καὶ ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἰσχυρά, βεβαίως θὰ ἀρχίσῃ ὁ νόμος ἀφ’ ἧς ἡμέρας ἐκδοθῇ τὸ Β. Διάταγμα τὸ καθορίζον τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Τούτων τεθέντων, ἐξεταστέον εἶναι ἂν ὁ περὶ οὗ πρόκειται νόμος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ὅπως ἰσχύσῃ οὗτος ἀφ’ ὅτου ἐκδοθῇ Β. Διάταγμα περὶ τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει ναί, στηρίζεται δ’ εἰς τὸ ἄρθρ. 46 τοῦ νόμου τούτου ἐν τῷ ὁποίῳ φέρεται ὅτι «δι’ εἰδικῶν Β. Διαταγμάτων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ ὁρισθήσεται ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ», καὶ τὸ ὁποῖον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἑρμηνεύει, δεχόμενος ὅτι, ἀφοῦ δίδεται εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ χρόνον ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ καὶ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἰσχύος αὐτοῦ. Πλὴν νομίζω ὅτι εἰς τοῦτο πλανᾶται. Πλανᾶται δὲ κυρίως, διότι διὰ νὰ ἀποκτήσῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ συμφώνως πρὸς τὴν ἐν αὐτῷ διάταξιν, πρέπει πρὸ παντὸς νὰ ἔχῃ τεθῇ ἐν ἰσχύϊ ὁ νόμος αὐτός, ὅστις, μὴ ὑπαρχούσης ἐν αὐτῷ εἰδικῆς ἄλλης διατάξεως, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐν ἰσχύϊ ἢ μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του. Ἄλλως βεβαίως ἔχει τὸ πρᾶγμα ἂν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑποστηρίζει ὅτι ἐφαρμογὴ καὶ ἰσχὺς εἶναι ἓν καὶ τὸ αὐτό. Ἀλλὰ τοιοῦτό τι βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ. Ὁ ἴδιος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὡμολόγησε, καὶ ἔχομεν πλείστους ὅσους νόμους, οἱ ὁποῖοι ποιοῦνται ῥητὴν διάκρισιν μεταξὺ ἰσχύος καὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου καὶ ὁρίζουσιν ὅτι ἡ ἔναρξις τῆς ἰσχύος θὰ θεωρηθῇ τότε γενομένη καὶ ἡ ἐφαρμογὴ κατ’ ἄλλο χρονικὸν σημεῖον.
§100ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἴσως τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον χρησιμοποιήσωμεν.
§101Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον θὰ χρησιμεύῃ πάντοτε διὰ τὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων. Μὴ περιφρονεῖτε τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον.
§102ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καθόλου.
§103Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἤμεθα ἀληθῶς μεγάλοι ἐπιστήμονες ἐὰν ἠδυνάμεθα ν’ ἀντιλαμβανώμεθα τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον καὶ νὰ ἐφαρμόζωμεν αὐτὸ ὅπως ἔπρεπεν.
§104ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν τὸ διαβάζομεν ἀλλ’ ἀρκούμεθα εἰς τὰς παραπομπάς.
§105Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν τὸ ἐννοοῦμεν καὶ δι’ αὐτὸ δὲν τὸ διαβάζωμεν. Λέγω λοιπὸν ὅτι ἔχομεν διαφόρους νόμους οἱ ὁποῖοι διακρίνουσι τὴν ἰσχὺν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου ὥς τι διάφορον. Καὶ προχείρως ἀναφέρω τὸν τοιοῦτον περὶ ἐνοριῶν, ὁ ὁποῖος καὶ μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος αὐτοῦ δὲν ἐφηρμόσθη οὔτε παντοῦ τοῦ Βασιλείου οὔτε ἐν ὅλῃ τῇ ἐκτάσει του, καθόσον ἐν αὐτῷ ὁρίζεται ὅτι θὰ τεθῇ εἰς ἐφαρμογὴν ἐν ὅλῳ ἢ ἐν μέρει διὰ Β. Διαταγμάτων. Πράγματι δὲ ἐξεδόθησαν τοιαῦτα διὰ τῶν ὁποίων κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐτέθη εἰς ἐφαρμογὴν εἰς τὰ διάφορα μέρη ἀλλαχοῦ ἐν ὅλῳ καὶ ἀλλαχοῦ κατὰ μέρος. Ἄλλο λοιπὸν ἔναρξις τῆς ἰσχύος καὶ ἄλλο ἔναρξις τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου. Καὶ διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ τελευταία, πάντως πρέπει νὰ ἔχῃ τεθῇ ὁ νόμος ἐν ἰσχύϊ. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ ἐφαρμογὴ εἶναι διάφορος τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἡ θεωρία τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καταπίπτει καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐὰν λοιπὸν ἡ σχετικὴ ἀνωτέρω τοῦ νόμου διάταξις δὲν σημαίνει ὅτι δίδεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ διὰ Β. Διατάγματος καὶ τὴν ἔναρξιν τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, δὲν ὠφελεῖ εἰς τίποτε ἐν προκειμένῳ, καθόσον ἡ διάταξις αὕτη θὰ ἰσχύσῃ ἀφ’ ὅτου θὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος ἐν γένει ἐν ᾧ περιέχεται, ἤτοι μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχετε νόμον ἰσχύοντα, τὸν ὁποῖον ἔχετε μόνον μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν σᾶς χρησιμεύει τὸ 46 ἄρθρον αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὁρίζει μόνον περὶ τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ, ἀφοῦ ὡς εἴρηται, ἐφαρμογὴ καὶ ἰσχὺς τοῦ νόμου εἶναι διαφορὰ καὶ οὐδαμῶς συμπίπτουσι κατὰ τὴν ἔννοιαν. Διὰ νὰ ἀποκτήσητε τὸ δικαίωμα νὰ θέσητε ὁπόταν θέλετε εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον διὰ Β. Διατάγματος, συνεπείᾳ τῆς παρατεθείσης διατάξεως τοῦ ἄρθρου 46 τούτου, πρέπει προηγουμένως νὰ ἔχῃ ἀρχίσῃ ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου, ὁπότε θὰ ἰσχύῃ καὶ ἡ διάταξις αὕτη, ὅπερ θὰ γίνῃ κατὰ τὴν γενικὴν διάταξιν μόνον μετὰ δέκα ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του εἰς την Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως.
§106Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ δὲν θὰ ἀναμιχθῶ εἰς τὴν συζήτησιν δι’ ἄλλο ζήτημα, διότι καταντᾷ πλέον ἡ συζήτησις ἑρμηνεία τῆς ἐντολῆς ἡ ὁποία ἐδόθη διὰ τοῦ νόμου πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ὅπως ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ἐνῷ διὰ τῆς ἐντολῆς ταύτης ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα, ὅπως θέσῃ εἰς τὴν ἰσχὺν τὸν νόμον. Περὶ αὐτοῦ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἢ ὄχι ὁ νόμος, περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τῆς ἐντολῆς ἐλέχθησαν ἀρκετὰ ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω καὶ ἐγὼ τὴν ἐμὴν ἀντίληψιν. Ἐλέχθη ὅμως ἕτερόν τι, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ ἤθελον νὰ παρέλθῃ ἀπαρατήρητον. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἑρμηνείας, εἶναι δυνατὸν καὶ αὐτὴ καὶ ἐκείνη ἡ ἑρμηνεία τῆς δοθείσης ἐντολῆς νὰ ὑποστηριχθῇ, ἂν δὲ κατίσχυέ ποτε ἡ ἑρμηνεία ὅτι διὰ τῆς ἐντολῆς ἡ ὁποία ἐχορηγήθη πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον διὰ Β. Διαταγμάτων, δὲν ἐδόθη καὶ ἡ ἐντολὴ ὅπως θέσῃ τὸν νόμον εἰς ἰσχύν, ἐγείρεται τότε ἀσφαλῶς τὸ ζήτημα τοῦ κύρους τῶν Β. Διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμερῶν. Κατὰ τὴν πρώτην ἐκδοχὴν ἔπρεπε, κατὰ τὸ ἄρθρον 92, νὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος περὶ συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγείρεται λοιπόν ἐν ταύτῃ πρωτίστως τὸ ζήτημα τοῦ κύρους τοῦ Β. Διατάγματος τοῦ ἐκδοθέντος. Ἐλέχθη πράγματι ὑπὸ τοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας κ. Συναδέλφου καὶ τοῦ σεβαστοῦ ἐξ Ἀρκαδίας συναδέλφου ὅτι τὸ Β. Διάταγμα, τὸ ἐκδοθὲν πρὸ τῆς παρόδου τοῦ τεταγμένου χρόνου εἶναι ἄκυρον, καὶ ὅτι ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Διαμαντίδου ὡς Ὑπουργοῦ εἶναι ἄκυρος. Τὴν γνώμην ὅμως αὐτὴν δὲν δύναμαι νὰ ἀποδεχθῶ, ἔχω δὲ ὡς ἐπιχείρημα αὐτὸν τοῦτον τὸν σεβαστὸν Συνάδελφον ἐξ Ἀρκαδίας, ὁ ὁποῖος εἰς ἄλλην περίπτωσιν, ἐν ἔτει 1895, ἀποκρούων τὴν γνώμην τοῦ μακαρίτου Σιμοπούλου, ἡ ὁποία συνέπιπτε πρὸς ἣν γνώμην ἐξήνεγκεν ἀπόψε, εἶπε τὰ ἑξῆς. Ἐπρόκειτο τότε περὶ τούτου· διὰ νόμου εἶχεν ἐπιτραπῇ ὅπως διὰ Β. Διατάγματος ἀνατεθῇ ἡ Ἀντιβασιλεία εἰς τὸν τότε Διάδοχον Κωνσταντῖνον καὶ ἐδημοσιεύθη ὁ νόμος καὶ πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμερῶν. Ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα καὶ ἀνετέθη ἡ Ἀντιβασιλεία εἰς τὸν Διάδοχον Κωνσταντῖνον ὁ ὁποῖος καὶ ἐνήργησε πράξεις...
§107Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Προκήρυξε μάλιστα καὶ ἐκλογάς.
§108Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τότε ὁ ἀείμνηστος Σιμόπουλος εἶπεν ὅτι ἦσαν ἄκυροι ὄχι μόνον αἱ πράξεις αἱ ἐνεργηθεῖσαι κατὰ τὸ διάστημα τῆς μεσοβασιλείας, ἀλλ’ ὅτι ἄκυρον ἦτο καὶ τὸ Β. Διάταγμα τοῦ διορισμοῦ ὡς ἀντιβασιλέως τοῦ Διαδόχου Κωνσταντίνου. Δηλαδὴ ὑπεστήριξέ τι ἀνάλογον πρὸς τὸ ὑποστηριχθὲν ἀπόψε, ὅτι, ὄχι μόνον αἱ πράξεις αἱ τυχὸν ἐνεργηθεῖσαι ὑπὸ τοῦ κυρίου Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας κατὰ τὸ μεσολαβῆσαν χρονικὸν διάστημα τοῦ δεκαημέρου εἶναι ἄκυροι, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι συζητήσιμον, ἀλλ’ ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Διαμαντίδου εἶναι ἄκυρος. Τότε δὲ ὁ σεβαστὸς καὶ διδάσκαλος εἰς τὰ ζητήματα τὰ συνταγματικά, Συνάδελφος ἐξ Ἀρκαδίας, ἐζήτησε διὰ νόμου τὴν κύρωσιν τῶν πράξεων ἐκείνων τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ Ἀντιβασιλεὺς εἰπὼν τὰ ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει)· «Ἡ παραδρομὴ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ ἐπανόρθωσις εἶναι προφανής. Ἡ παραδρομὴ δὲ ἔγκειται οὐχὶ εἰς τὴν ἔκδοσιν τοῦ Β. Διατάγματος, πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ νόμου, ἀλλ’ εἰς τὸ ὅτι ἤρξατο ἡ διαχείρισις τῆς Βασιλικῆς Ἐξουσίας παρὰ τοῦ Διαδόχου ὡς Ἀντιβασιλέως πρὸ τῆς παρόδου τῶν δέκα ἡμερῶν. Οὐδεὶς ὅμως δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ ὅτι τὸ Β. Διάταγμα περὶ ἀναθέσεως τῆς Ἀντιβασιλείας εἰς τὸν Διάδοχον εἶναι ἔγκυρον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐκδόσεώς του κλπ.». Ἐγὼ ἐπικαλούμενος τὴν θεωρίαν τοῦ σεβαστοῦ Συναδέλφου, κ. Δ. Ράλλη τὸν ὁποῖον ἰδιαιτέρως τιμῶ καὶ σέβομαι, ὑποστηρίζω ἐν τούτῳ τῷ σημείῳ ὅτι ἀσχέτως πρὸς οἱανδήποτε λύσιν ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο νὰ δοθῇ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἐγκύρου τῶν πράξεων τὰς ὁποίας ἐνήργησεν ὁ Ὑπουργὸς κ. Διαμαντίδης μέχρι τῆς παρόδου τοῦ δεκαημέρου ἀπὸ τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ὁ διορισμὸς καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι πράξεις αὐτοῦ εἶναι ἔγκυροι, φρονῶ δ’ ὅτι τοιοῦτο ζήτημα δὲν ἔπρεπε νὰ ἐγερθῇ ἐν τῇ Βουλῇ. Ὅλον λοιπὸν τὸ συζητούμενον ζήτημα, περιορίζεται εἰς τὸ κῦρος τῶν πράξεων αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο μέχρι τοῦ δεκαημέρου. Ἀλλὰ καταντᾷ νὰ εἶναι ζήτημα πλέον ἑρμηνείας τῆς ἐντολῆς ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐλέχθησαν τόσα ὥστε νὰ μὴ ἔχω πλέον ἐγὼ νὰ εἴπω τι.
§109Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς ἓν ζήτημα. Ἂν κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω, ἐλέχθη ὅτι τὸ Β. Διάταγμα περὶ ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας καὶ ὁ διορισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας εἶναι ἄκυρα, διότι δὲν παρῆλθον αἱ δέκα ἡμέραι αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦνται ὅπως ὁ νόμος ἀποκτήσῃ ἰσχύν. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ὑπάρχει ἡ ἑξῆς διαφορά, ἣν δὲν ἠθελήσαμεν νὰ διακρίνωμεν, ἡ διαφορὰ ἡ ὑπάρχουσα μεταξὺ τοῦ τυπικοῦ νόμου καὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ νόμου. Κατὰ τὸ ἄρθρον 46 τοῦ περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας νόμου, ὁ νόμος οὗτος ἔχει τυπικὴν ἰσχὺν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, διότι ἂν ἤθελεν εἶσθαι ἀναγκαῖον νὰ παρέλθωσι δέκα ἡμέραι διὰ νὰ ἀποκτήσῃ οὐσιαστικὴν ἰσχύν, τότε ἦτο περιττὸν νὰ γραφῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ 46 αὐτοῦ (ἀναγινώσκει)· «Δι’ εἰδικῶν Β. Διαταγμάτων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ νόμου καὶ ὁρισθήσεται ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ». Διότι ἄλλως, μετὰ δέκα ἡμέρας, θὰ εἶχεν οὐσιαστικὴν δύναμιν ὁ νόμος. Εἶμαι δὲ ὡς πρὸς τοῦτο σύμφωνος πρὸς τὴν γνώμην τοῦ Καθηγητοῦ κυρίου Σαριπόλου, ὅστις ὑπῆρξε καὶ ἰδικός μου καθηγητής, ὁ ὁποῖος λέγει τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Πολλάκις ἐπίσης δυνάμει ῥητῆς διατάξεως τοῦ νόμου ἡ οὐσιαστικὴ αὕτη ἰσχὺς ἄρχεται μετὰ παρέλευσιν χρονικοῦ διαστήματος μείζονος ἢ ἐλάσσονος τῶν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἢ ἐξαρτᾶται ἡ ἔναρξις τῆς οὐσιαστικῆς ἰσχύος τοῦ νόμου, ἔκ τινος αἱρέσεως ἢ ἐκ τῆς ἐκδόσεως Β. Διατάγματος ὁρίζοντος τὸ χρονικὸν σημεῖον ἀφ’ οὗ ἄρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου, ἢ ὁρίζοντος διάφορον χρονικὸν σημεῖον ἐνάρξεως κτλ.». Ὥστε ὁ νόμος, ἀφ’ ὅτου ἐδημοσιεύθη καὶ ἐκυρώθη, ἰσχύει ὡς νόμος τυπικός, καὶ ἐκ τῆς τυπικῆς αὐτοῦ ἰσχύος καὶ ἐκ τῆς ἀδείας τοῦ ἑαυτοῦ ἄρθρου 46, εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ θέσῃ εἰς ἐφαρμογὴν τὸν νόμον, Ἑπομένως ἠδύνατο νὰ γίνῃ διορισμὸς τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσιαστικὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, αὕτη ἀφορᾷ τοὺς πολίτας διὰ νὰ ὑπέχωσι τὰς ὑποχρεώσεις τὰς ἐκ τοῦ νέου νόμου ἀπορρεούσας, ἀλλὰ τὸ ὅτι δὲν παρῆλθεν ὁ χρόνος τῶν δέκα ἡμερῶν, τοῦτο δὲν ἠμπόδιζε νὰ διορισθῇ ὁ κ. Ὑπουργός.
§110Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Προκύπτει ἓν προσωπικὸν ζήτημα, μεταξὺ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, κ. Πρόεδρε, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγίστην δι’ ἐμὲ σημασίαν, διότι ἀποδεικνύει ὅτι οὐδὲ κατὰ κεραίαν μετέβαλον τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπὸ τοῦ 1895, καίτοι παρῆλθον 19 ἔτη. Τὴν γνώμην μου ἀνέγραψεν ὁ ἀοίδιμος Ἰωάννης Ἀραβαντινός, ὁ πατὴρ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ, εἰς τὸ σύγγραμμά του περὶ Συνταγματικοῦ Δικαίου. Ἡ γνώμη μου εἶναι ἡ αὐτή. Τὰ Β. Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ὡς νομοτελεστικά, εἶναι ἰσχυρὰ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὁποίας ὁ νόμος τίθεται ἐν ἰσχύϊ, κατόπιν τῆς παρόδου τοῦ χρόνου ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ Β. Διάταγμα συνεπῶς τὸ νομοτελεστικόν, τὸ σχετικὸν πρὸς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας, εἶναι ἰσχυρὸν ἀπὸ τῆς δεκάτης ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως, τὸ Β. Διάταγμα ὅμως τοῦ διορισμοῦ τοῦ κ. Διαμαντίδου, ὡς Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, βεβαίως δὲν εἶναι ἰσχυρόν, διότι δὲν πρόκειται περὶ Β. Διατάγματος νομοτελεστικοῦ, ἀλλὰ περὶ Β. Διατάγματος ἀφορῶντος διορισμὸν προσώπου. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις. Νομοτελεστικὸν δὲν εἶναι τὸ Β. Διάταγμα τὸ ὁποῖον διορίζει πρόσωπόν τι. Τὸ νομοτελεστικὸν Β. Διάταγμα ἔρχεται νὰ διαγράψῃ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους θέλει νὰ ἐκτελεσθῇ ὁ νόμος. Ἂν ἄλλως εἶχε τὸ πρᾶγμα, θὰ ἀπῃτοῦντο τότε νομοτελεστικὰ Β. Διατάγματα διὰ πάντα διορισμὸν καὶ διὰ πᾶσαν παῦσιν. Ἀλλ’ εἰς οὐδενός, ὅπως δήποτε ἐντριβοῦς περὶ τὰ νομικὰ καὶ τὰ τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων, διῆλθε τὴν διάνοιαν ὅτι πᾶς διορισμὸς καὶ πᾶσα παῦσις οἱουδήποτε ὑπαλλήλου, περὶ τῆς θέσεως τοῦ ὁποίου προβλέπει ὁ νόμος, διὰ Β. Διατάγματος γενόμενος, ἀποτελεῖ Β. Διάταγμα νομοτελεστικόν. Εἶναι Β. Διάταγμα προσωπικόν. Τὰ Β. Διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐξέδωκεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν πάντοτε εἶχον καὶ ἣν ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον, τὰ μὴ νομοτελεστικά, ἰσχύουσιν ἀπὸ τῆς ἡμέρας κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ νόμος εἶναι ἰσχυρὸς κατόπιν τῆς διατάξεως αὐτῆς τῆς γενικῆς τοῦ ἄρθρου 46 εἰς τὴν ὁποίαν δὲν περιελήφθη μία ἐξαίρεσις ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ νόμου τοῦ 72. Ἀλλὰ καθόσον διὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, διὰ Β. Διατάγματος, διωρίσθη ὁ κ. Διαμαντίδης Ὑπουργός, ὁ διορισμὸς εἶναι ἄκυρος, διότι πρόκειται ὄχι περὶ νομοτελεστικοῦ Β. Διατάγματος ἀλλὰ περὶ Β. Διατάγματος διορισμοῦ προσώπου. Ἔλαβον τὸ θάρρος ν’ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν διὰ νὰ μὴ φανῇ ὅτι ὑπάρχει οἱαδήποτε μεταβολὴ γνωμῶν κατ’ ἐλάχιστον, ἀπὸ τοῦ 1895 μέχρι σήμερον, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ μὴ φανῇ κυρίως ὅτι ὑπάρχει οἱαδήποτε πρόθεσις εἰς τὴν ὑποβολὴν τῆς ἐπερωτήσεως, ὡς πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ κ. Διαμαντίδου. Δυνάμεθα νὰ σοφιστευώμεθα εἰς οἱαδήποτε ζητήματα πολιτικὰ ἢ ἄλλα, ἀλλὰ νὰ θέλωμεν νὰ σοφιστευώμεθα ὅταν ἐκτίθενται σπουδαιότατα συμφέροντα τοῦ δημοσίου, οἷα ἐκεῖνα ἅτινα καλεῖται νὰ διαχειρισθῇ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, βεβαίως εἶναι σφάλμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀδίκημα κατὰ τῆς Πολιτείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν εἶχον ἀπὸ τοῦ 1895, αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ σήμερον. Οὐδὲ κατὰ κεραίαν μετέβαλον γνώμην.
§111Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τριτολογήσητε; Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν· παραδέχεται νὰ τριτολογήσῃ ὁ κ. Ν. Στράτος;
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, Μάλιστα.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§115Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν πρόκειται κατ’ οὐσίαν νὰ τριτολογήσω, ἀλλὰ μόνον ν’ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν γεγονότα τινὰ σχετιζόμενα ἱστορικῶς πρὸς τὴν κύρωσιν τοῦ νόμου, ὅπως ὑποστηρίξω ὅσα εἶπον ἐγὼ καὶ ἀνατρέψω ὅσα εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπαντῶν πρὸς ἐμὲ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ζήτημα τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, εἶπεν· «Καὶ εἶναι δυνατὸν ἑκάστοτε ὅλοι οἱ Ὑπουργοὶ νὰ προσυπογράφωσι τοὺς νόμους, ἐφ’ ὅσον οἱ νόμοι οὗτοι περιλαμβάνουσι ζητήματα ἁρμοδιότητος διαφόρων Ὑπουργείων; Καὶ ἐπὶ παραδείγματι, εἶπεν, ὁ στρατολογικὸς νόμος ἐπιβάλλει ἀντισηκώματα· πρέπει συνεπῶς νὰ ὑπογράψῃ τοῦτον καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὁ ὁποῖος ποτὲ δὲν ὑπογράφει;» Καὶ ταῦτα μὲν λέγει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Ἀλλὰ διαψεύδει αὐτὸν ὁ νόμος τῆς 12ης Ἀπριλίου 1911, περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου περὶ στρατολογίας—εἶναι ὁ περίφημος νόμος περὶ ἀδηλώτων—ὅστις εἰσήγαγε ἀντισηκώματα καὶ ὅστις εἶναι ὑπογεγραμμένος ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν Ἐλ. Βενιζέλου, τοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Ἀλ. Διομήδους, τοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν Ἐμμ. Ῥέπουλη. Ὥστε τὴν ἀπάντησιν δὲν δίδω ἐγώ, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἔχων πρὸ τριῶν μηνῶν ἄλλην ἀντίληψιν περὶ δημοσίου δικαίου καὶ ἄλλην σήμερον.
§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἀξίζει νὰ ἀπαντήσω, κ. Πρόεδρε.
§117Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἀξίζει βεβαίως, διότι δὲν δύνασθε ν’ ἀπαντήσητε.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μηδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον, ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλ. Κοπανίτσας «συνιστᾷ εἰς τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῆς Δικαιοσύνης καὶ τῆς Συγκοινωνίας, ὅπως, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐπανειλημένας ἀναφορὰς τῶν ἐν Σπάρτῃ δικαστικῶν Ἀρχῶν καὶ τοῦ Δικηγορικοῦ Συλλόγου καὶ τὰς ἐκθέσεις καὶ μελέτας τοῦ μηχανικοῦ, εὐαρεστηθῶσι καὶ διατάξωσι τὴν ταχεῖαν ἐπισκευὴν καὶ μεταρρύθμισιν τοῦ ἐκεῖ δικαστικοῦ καταστήματος, ὅπως καταστῇ τοῦτο μᾶλλον εὐπρόσωπον καὶ ὁπωσοῦν ἐπαρκὲς διὰ τὰς ὑπηρεσιακὰς ἀνάγκας.
§120Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ 1912 ἀναγράφεται σχετικὴ πίστωσις ἐξ 7.500 δραχμῶν διὰ τὴν ἐπισκευὴν τοῦ δικαστικοῦ καταστήματος τοῦ ἐν Σπάρτῃ δικαστηρίου, δὲν ἠδυνήθην δὲ νὰ ἐξακριβώσω διατί δὲν ἐξετελέσθη αὕτη. Ἡ αὐτὴ πίστωσις ἀνεγράφη καὶ κατὰ τὸ 1913, ἀλλὰ δυστυχῶς μὴ ψηφισθέντος τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ ἔργου. Ἐν τῷ μεταξὺ ἀνεγράφη εἰς τὸ τρέχον ἔτος μεταγραφεῖσα ἡ δαπάνη ἀπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ἤδη διετάχθη ἡ πρόχειρος ἐπισκευή. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μειζόνων ἐπισκευῶν, περὶ ὧν πίστωσις εἰδικὴ δὲν ἀνεγράφη, παρέχω τὴν πληροφορίαν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι εὐθὺς ὡς ἐγκριθῇ ὁ προϋπολογισμός, θὰ ἐπιδιώξω πάραυτα τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου διὰ τῆς ἀναγραφῆς πιστώσεως.
§121ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν πληροφορίαν τὴν ὁποίαν μοὶ παρέσχετε καὶ τὴν ὁποίαν γνωρίζω ἐκ τῆς μελέτης τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τούτου, κ. Ὑπουργέ. Τὸ δικαστήριον περιῆλθεν εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὥστε στερεῖται δωματίου διασκέψεως τῶν δικαστῶν, ἰδιαιτέρου γραφείου τοῦ Προέδρου, τοῦ Γραμματέως καὶ παρέμειναν ἐν ἐνεργείᾳ καὶ ἐν χρήσει μόνον δύο αἴθουσαι, ἡ μία παλαιὰ τοῦ Πλημμελειοδικείου καὶ μία αἴθουσα τῶν συνεδριάσεων τοῦ Κακουργοδικείου. Πρόκειται περὶ ἐπειγούσης ἀνάγκης, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ συντονώτερα μέτρα ἵνα καταστῇ δυνατὴ ἡ χρῆσις τοῦ κτιρίου καὶ νὰ μὴ παρέχῃ ἑπομένως μίαν ὄψιν τὸ δικαστήριον ὄχι τόσον τιμητικὴν διὰ τὴν δικαιοσύνην. Σημειώσατε ὅτι ἡ πίστωσις τῶν 7.500 δραχμῶν, ἡ μεταφερθεῖσα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας, θεωρεῖται ἐντελῶς ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν ῥιζικὴν μεταρρύθμισιν.
§122Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἂν εἶναι ἀνεπαρκὴς θὰ κάμω ἀναθεώρησιν.
§123ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ σύντονα μέτρα, διότι πρόκειται, ἐπαναλαμβάνω, περὶ λίαν ἐπειγούσης ἀνάγκης.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 7 καὶ 8 ἐπερωτήσεις ἀναβάλλονται. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 9. Οἱ κ. κ. Π. Πετροπουλάκης. Ν. Βελέντζας «ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν διὰ τίνα λόγον δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν κατὰ τοὺς μετὰ τοὺς πολέμους γενομένους προβιβασμοὺς ἀξιωματικῶν καὶ ὁ ὑπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Δικαιᾶκος Ἠλίας, ὅστις μετέσχεν ἀμφοτέρων τῶν πολέμων, ἐπέδειξεν ἀπαράμιλλον ἀνδρείαν, τραυματισθεὶς κατὰ τὸν Ἑλληνοβουλγαρικὸν πόλεμον, καὶ διατελῶν ἀκόμη νοσηλευόμενος ἕνεκα τῶν τραυμάτων ἐκείνων. Ἐν πάσῃ περιπτώσει παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ καὶ περὶ τούτου καί, εὐαρεστούμενος, μεριμνήσῃ περὶ διορθώσεως τοῦ τυχὸν ἀδικήματος.
§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ὑπολοχαγὸς Δικαιᾶκος εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν πίνακα Γ. Ἐκ τούτου προήχθησαν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον οἱ ἀρχαιότεροι πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ⅒ τῶν θέσεων· ἑπομένως δὲν εἶχε σειράν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ἰ. Μάνος, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς, Ν. Χαριτᾶτος Ν. Ραυτόπουλος «παρακαλοῦσι τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ νομοθετικὴν πρόνοιαν περὶ τῶν τηλεφωνητριῶν καὶ ἀφομοιώσῃ ταύτας πρὸς τοὺς λοιποὺς ταχυδρομικοὺς καὶ τηλεγραφικοὺς ὑπαλλήλους, συμφώνως πρὸς τὴν ἔκθεσιν τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς, κατὰ τὴν λήξασαν σύνοδον».
§127Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μελετᾶται τὸ ζήτημα καὶ ἐν τῇ παρούσῃ Συνόδῳ ἐλπίζω ὅτι θὰ ληφθῇ νομοθετικὴ πρόνοια.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἰγγλέσης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, ὅπως ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα ἵνα ἡ νῆσος Ἰθάκη, ἀποτελοῦσα ἐπαρχίαν τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας καὶ ὑπαγομένη μέχρι σήμερον ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν Λευκάδα, ὑπαχθῇ καὶ ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν ἐπισκοπὴν Κεφαλληνίας ὡς καὶ κατὰ τὸ παρελθόν».
§129Σ. Κ. ΙΓΓΛΕΣΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμήν, κύριοι, Βουλευταί, νὰ ὑποβάλω τὴν παράκλησιν εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν Ὑπουργὸν καὶ τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐνεργήσωσι τὰ δέοντα ἵνα ὑπαχθῇ ἡ νῆσος Ἰθάκη εἰς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ ἐκκλησιαστικῶς, ὅπως ὑπάγεται εἰς αὐτὴν καὶ πολιτικῶς. Ὡς εἶναι γνωστόν, ἀπὸ τῶν Ὁμηρικῶν ἀκόμη χρόνων ὑπάρχει ἀδιάρρηκτος δεσμὸς μεταξὺ τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς Ἰθάκης. Ἡ ἱστορία τῆς Ἰθάκης συγχέεται, οὕτως εἰπεῖν, μετὰ τὴν τῆς Κεφαλληνίας καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα καὶ κατὰ τὸν μεσαίωνα καὶ κατὰ τοὺς νεωτέρους χρόνους. Ὅτε κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ παρελθόντος αἰῶνος, διὰ τῆς συνθήκης τῶν Παρισίων, τῷ 1915, αἱ Ἰόνιοι νῆσοι ἐκηρύχθησαν ἀνεξάρτητον κράτος καὶ ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Μ. Βρετανίας εὐτυχῶς, λέγω δὲ εὐτυχῶς, διότι, ἀφοῦ δὲν ὑπῆρχεν ἀκόμη ἐλευθέρα Ἑλλὰς καὶ ἦτον ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν προστάτην ξένον, καλλίτεροι ὅλων ἦσαν οἱ Ἄγγλοι, ἑκάστη τῶν Ἰονίων νήσων εἶχεν ἴδιον Ἀρχιεπίσκοπον, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ ἡ Ἰθάκη. Ὅτε δὲ ἡνώθη ἡ Ἑπτάνησος μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, ἡ Ἰθάκη ὑπήχθη εἰς τὸν νομόν Κεφαλληνίας καὶ ἀπετέλεσε μέρος αὐτοῦ, διετήρησεν ὅμως τὸν ἴδιον Ἀρχιεπίσκοπον. Τὸ προνόμιον τοῦ ἔχειν ἴδιον ἐπίσκοπον δυνάμει τῆς συνθήκης τοῦ 1864, διετήρησεν ἡ Ἰθάκη μέχρι τοῦ ἔτους 1899, ὅτε ἐπὶ ἄλλης Κυβερνήσεως ἐπολλαπλασιάσθησαν οἱ νομοὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, χωρὶς δυστυχῶς νὰ εἶχον εὐρυνθῆ ἀκόμη τὰ ὅριά του. Τότε ἀπεσπάσθη ἡ Ἰθάκη ἀπὸ τῆς Κεφαλληνίας καὶ μετὰ τῆς Λευκάδος ἀπετέλεσαν ἴδιον νομόν. Ὅτε δὲ βραδύτερον, ἀποκατασταθέντων τῶν πραγμάτων κατὰ τὸ 1909, ἐπανῆλθε τὸ πρώην καθεστὼς καὶ ἡ Ἰθάκη ἀπετέλεσε καὶ πάλιν ἐπαρχίαν τοῦ νομοῦ Κεφαλληνίας, παραδόξως ἡ Ἰθάκη ἔμεινεν ὑπαγομένη ἐκκλησιαστικῶς εἰς τὴν Λευκάδα. Ἡ κατάστασις αὕτη ἀποτελεῖ τραγέλαφον διοικητικὸν καὶ τῆς ἀνωμαλίας ταύτης τὴν ἄρσιν ἐπιζητῶ. Ἡ παράκλησίς μου αὕτη δὲν ἀντιπροσωπεύει ἰδίαν ἐμοῦ θέλησιν, ἀλλὰ τὴν εὐχὴν καὶ ἐπιθυμίαν ὁλοκλήρου λαοῦ ἐκζητοῦντος διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων. Οἱ Ἰθακήσιοι μεταβαίνουσι καθ’ ἑκάστην διὰ πλείστας δικαστικὰς καὶ πολιτικὰς ὑποθέσεις των εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, μόνον δὲ διὰ τὰς ἐκκλησιαστικὰς τοιαύτας μεταβαίνουσιν εἰς τὴν Λευκάδα. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως τὸ ταχύτερον εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον δι’ οὗ νὰ ὑπαχθῇ καὶ ἐκκλησιαστικῶς ἡ Ἰθάκη εἰς τὸν νομὸν Κεφαλληνίας, τοὐλάχιστον προσωρινῶς, πρὸς ἄρσιν τῆς ὑφισταμένης διοικητικῆς καὶ νομικῆς ἀνωμαλίας.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 13. Ὁ κ. Σωκρ. Παππαβασιλείου «παρατηρεῖ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅτι οἱ Νάξιοι παραπονοῦνται, ὅτι μολονότι τὸ ταχυδρομεῖον φθάνει εἰς Νάξον εἰς τὴν 1 μ. μ., τὸ ταχυδρομεῖον ἀνοίγει πρὸς διανομὴν τῆς ἀλληλογραφίας μόλις περὶ τὴν 5 μ. μ. Συνιστᾷ νὰ διαταχθῇ ὁ ἁρμόδιος ὑπάλληλος νὰ ἀνοίγῃ τὸ ταχυδρομεῖον ἄνευ ἀναβολῆς οὐ μόνον διότι οὕτω πρέπει, ἀλλὰ καὶ διότι πολλοὶ χωρικοὶ ἀναμένουσι τὸ ἄνοιγμα διὰ νὰ παραλάβωσι τὰ γράμματά των καὶ μεταβῶσιν εἶτα εἰς τὰ χωρία των, ὥρας μακρὰς ἀπέχοντα, ἀναγκαζόμενοι τώρα νὰ ἐπανέρχωνται νύκτωρ εἰς τὴν ἑστίαν των καὶ ἄπρακτοι μὴ δυνάμενοι νὰ ἀναμείνωσι τόσον ἀργὰ τὸ ἄνοιγμα τοῦ ταχυδρομείου. Ἐπίσης παρακαλεῖ νὰ συστηθῇ εἰς τὸν αὐτὸν ὑπάλληλον νὰ μὴ παρεμβάλῃ δυσχέρειαν περὶ τὴν διανομὴν τῶν ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν, διότι ἐπὶ τοῦ σημείου τούτου ἐγείρονται παράπονα».
§131Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Διετάχθη ὁ ὑπάλληλος νὰ πράξῃ ὅ τι δεῖ.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 14. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἕνεκα τίνος λόγου ὁ ἔφεδρος ὑπολοχαγὸς τοῦ πεζικοῦ Νικήτας Μπρεχάκης, γεγραμμένος ἐν τῷ πίνακι Β καὶ μήπω ὑπερβὰς τὸ 43 ἔτος τῆς ἡλικίας του, ἔχων δὲ τὰς ἀρίστας τῶν ἐκθέσεων διὰ τὴν δρᾶσίν του κατὰ τοὺς δύο πολέμους, δὲν περιλαμβάνεται μεταξὺ τῶν μονιμοποιουμένων ἐφέδρων ἀξιωματικῶν».
§133ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ ἔφεδρος ὑπολοχαγὸς Νικήτας Μπρεχάκης δὲν συμπεριελήφθη μεταξὺ τῶν μονιμοποιουμένων, διότι φαίνεται γεννηθεὶς τὸ 1870 καὶ ἑπομένως ἄγων ἡλικίαν μεγαλειτέραν τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένης τῶν 43 ἐτῶν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ πιστοποιητικά του συμφωνοῦσιν ὅτι ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του, προσθέτουσι δὲ ὅτι ἐγεννήθη κατὰ τὸν Δεκέμβριον τοῦ 1871, ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἡλικίας του δὲν δύναμαι ν’ ἀκούσω πληροφορίας προερχομένας ἄλλοθεν ἢ ἐκ τῶν δημοσίων βιβλίων.
§134Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ὑπεβλήθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον δικαστικὴ ἀπόφασις, δι’ ἧς δηλοῦται ἡ πραγματική του ἡλικία.
§135ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐξετάσω.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 15 ἀναβάλλεται. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 16. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ ἐνισχύσῃ τὸ προσωπικὸν τοῦ Νομομηχανικοῦ Μεσσηνίας διὰ δύο τοὐλάχιστον μηχανικῶν ἢ ὑπομηχανικῶν, καθόσον ἐκ τῆς ἐλείψεως ἐπαρκοῦς προσωπικοῦ μένουσιν ἐκκρεμῆ ἀπὸ πολλοῦ χρόνου διαταχθεῖσαι μελέται διαφόρων δημοσίων ἔργων ἐν Μεσσηνίᾳ πρὸς σπουδαίαν βλάβην τῶν κοινωνικῶν συμφερόντων. Ἐπίσης συνιστᾷ νὰ διαταχθῇ ὡς τάχιστα καὶ ἡ μελέτη τῆς διευθετήσεως τῆς κοίτης ὡς καὶ ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἀναγκαίων ἔργων ἐπὶ τῆς κοίτης τοῦ παρὰ τὴν Πύλον χειμάρρου Ξηριᾶ ἐκ τῶν συνήθων πλημμυρῶν τοῦ ὁποίου ὑφίστανται ἀνυπολογίστους ζημίας τὰ παρόχθια κτήματα, πρὸς δὲ διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τῆς κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος καταστραφείσης ἐπὶ τοῦ ἰδίου χειμάρρου γεφύρας, καθόσον ἐπερχομένου τοῦ χειμῶνος ἀσφαλῶς θὰ διακοπῇ πᾶσα συγκοινωνία τῆς πόλεως μετὰ τῶν περιχώρων».
§137Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μόλις προσληφθῇ νέον προσωπικὸν θὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν σύστασιν.
§138Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ὑπάρχει ἐν μεταθέσει μηχανικὸς παραμένων ἐν Καλάμαις. Νὰ διαταχθῇ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν θέσιν του.
§139Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§140Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ ὡς πρὸς τὸ δεύτερον μέρος νὰ λάβητε πρόνοιαν πρὸ τοῦ χειμῶνος. Εἶναι ἐλαχίστη δαπάνη.
§141Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μάλιστα.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 17. Οἱ κ. κ. Ἰ. Ἀλεξάκης Π. Πετροπουλάκης, Θ. Κουτούπης καὶ Γ. Καρπετόπουλος «ἐρωτῶσι, διατί δὲν προήχθη κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς προβιβασμοὺς τοῦ παρελθόντος Μαΐου ὁ ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ Γρηγοράκης Δημήτριος; Ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν κρίσιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ἀντιστρατήγων αἱ ἐκθέσεις τοῦ Μεράρχου τῆς IV Μεραρχίας συνταγματάρχου Ἀναγνωστοπούλου Ἀριστ. καὶ τοῦ διοικητοῦ τοῦ συντάγματος εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρέτησε κατὰ τὸν πόλεμον; Διατί δὲν ἐγένετο καμμία ἐνέργεια ἐπὶ τῆς μηνύσεως τοῦ ἀξιωματικοῦ τούτου κατὰ τοῦ ταγματάρχου Παυλοπούλου Δημητρίου; Διατί δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἀπὸ 10 Μαρτίου καὶ 1 Ἰουνίου ἐ. ἔ. ὑπομνήματα πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν τοῦ ἀνωτέρω ταγματάρχου;»
§143ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι ἦτο ἐγγεγραμένος εἰς τὸν πίνακα Δ, διότι δὲ δὲν ἐπαρασημοφορήθη, δὲν δύναται νὰ ζητηθῇ λόγος, καθόσον τότε μόνον θὰ ἤμην δοσίλογος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἂν ἐγίνετο παρασημοφορία ὡρισμένης κατηγορίας ἀτόμων, εἰς τὴν ὁποίαν αὐτὸς συμπεριλαμβανόμενος δὲν ἐπαρασημοφορήθη. Ἄλλως τε τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἶναι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀνατεθειμένον εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀνεξέλεγκτος. Οἱ τοῦ πίνακος Δ, ὅπως δήποτε δὲν ἔχουσι παρασημοφορηθῆ γενικῶς. Τώρα ἐρωτᾶται, διατί δὲν προήχθη. Δι’ αὐτὸ ὀφείλω νὰ δώσω λόγον καὶ ἀπαντῶ· διότι εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν πίνακα Δ ὡς μὴ κεκτημένος τὰ προσόντα τοῦ προβιβασίμου. Αἱ ἐκθέσεις τῶν προϊσταμένων του ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου κατὰ τὴν σύνταξιν καὶ κύρωσιν τοῦ πίνακος, τὰ δὲ ὑπομνήματα ἐπίσης ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Ἀντίγραφον τῆς ἀναφορᾶς, δι’ ἧς παραπονεῖται ὅτι ὁ ταγματάρχης Παυλόπουλος ᾠκειοποιήθη τὴν ἰδικήν του δόξαν καὶ δρᾶσιν, ὑπεβλήθη εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψει του καὶ τὸ παράπονον τοῦτο, ἀλλὰ δὲν ἔλαβεν αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν, καὶ τοῦτο δὲ εἶναι ἀνεξέλεγκτον. Ἡ ἐπερώτησις προχωρεῖ ἐρωτῶσα· καὶ τί ἐνήργησα κατὰ τοῦ Παυλοπούλου. Ἡ ἀναφορὰ ὅμως τοῦ παραπονουμένου, ἰσχυριζομένου ὅτι ὁ Παυλόπουλος τοῦ ἐπῆρε τὴν δρᾶσιν, δὲν διατυπώνει κατηγορίαν τινὰ κατὰ τοῦ Παυλοπούλου δυναμένην νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον διώξεως ποινικῆς.
§144Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Στεροῦμαι δυστυχῶς ὅλων τῶν στοιχείων τῶν ἀναγκαίων ἵνα δυνηθῇ τις νὰ ἐλέγξῃ ἢ τουλάχιστον νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν. Ἐγὼ μάλιστα, ὁ ὁποῖος δὲν λαμβάνω πάντοτε τὸν λόγον ἂν δὲν εἶμαι ἐφωδιασμένος διὰ τοιούτων στοιχείων ἀναμφισβητήτων, ἐὰν ἐπὶ τοῦ παρόντος προέβην εἰς τὸ ἐρώτημα, δὲν ἐσκόπουν νὰ ἐπερωτήσω ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐρωτήσω, προέβην διότι ἔχω ὑπ’ ὄψει ὅτι ὁ περὶ οὗ πρόκειται ἀξιωματικὸς κατέφυγεν δι’ ἀλεπαλλήλων ἀναφορῶν εἰς ὅλους τοὺς ἁρμοδίους, μέχρι τοῦ Ἀνωτάτου Ἄρχοντος, καὶ δὲν ἐδόθη εἰς αὐτὸν οὐδαμόθεν οὐδεμία ἀπάντησις. Ἔκρινα λοιπὸν ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ ἐρωτήσω, ἰδίᾳ ἵνα λάβῃ πληροφορίας ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἂν τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων, ἀποφαινόμενον περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, εἶχε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐκθέσεις τοῦ Συνταγματάρχου, ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ἀμέσως ὑπήγετο, διότι πάντες πρέπει νὰ γνωρίζητε ὅτι ὁ Συνταγματάρχης εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ λάβῃ γνῶσιν τῆς ἐν γένει δράσεως καὶ συμπεριφορᾶς τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀξιωματικῶν. Ἔχω τὴν πληροφορίαν, καὶ βλέπομεν διατυπούμενον τοῦτο εἰς ἀναφορὰς ἀπευθυνομένας καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, ὅτι ὁ Συνταγματάρχης ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ ὁποίου ὑπήγετο, ἔχει ὑποβάλει εὐμενεστάτην περὶ αὐτοῦ ἔκθεσιν. Ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ὁ Μέραρχος τῆς τετάρτης Μεραρχίας, ἔχει ὑποβάλει ἔκθεσιν περὶ αὐτοῦ, δι’ ἧς ζητεῖται νὰ καταταχθῇ εἰς τὸν πίνακα Β, τῶν κατ’ ἐκλογὴν προβιβαστέων. Ἀλλ’ ἔχω τὴν πληροφορίαν ὅτι ἡ τοῦ Μεράρχου ἔκθεσις εἶναι δυσμενὴς πρὸς αὐτὸν καὶ τὸν χαρακτηρίζει στάσιμον διὰ δύο λόγους, διὰ λόγους ὑγιεινῆς καὶ διὰ λόγους διοικήσεως. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρῶτον μέρος τῆς ἐκθέσεως, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ κ. Μεράρχου νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ὑγιείας ἢ μὴ αὐτοῦ. Οὐχ ἧττον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἀπεφήνατο αὕτη ὅτι εἶναι πολὺ καλὰ εἰς τὴν ὑγιείαν του, ζητεῖ δὲ καὶ πάλιν, ἂν πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, νὰ ὑποβληθῇ εἰς νέαν ἐξέτασιν τῆς ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλὰ πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου ζητήματος, τοῦ σοβαρωτέρου κατ’ ἐμέ. Εἶναι ἱκανὸς νὰ διοικήσῃ; Ὁ κ. Μέραρχος, ὡς πληροφοροῦμαι, βεβαιοῖ ἐν τῇ ἐκθέσει του ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ διοικήσῃ μονάδα, ἀλλ’ ἠπόρησα ὅτε ἔλαβον τὴν πληροφορίαν ὅτι κατὰ τὸν πόλεμον εἶχεν ἀνατεθῆ εἰς αὐτὸν ἡ διοίκησις μεγαλειτέρου τμήματος στρατοῦ καὶ ἔθετον αὐτὸν εἰς τὰ σημεῖα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα πάντοτε οἱ στρατιωτικοὶ τοποθετοῦσι τοὺς κατ’ ἐξοχὴν δυναμένους νὰ διοικήσωσιν. Αὐτὸ δὲν γνωρίζω ἐγὼ οὔτε εἶδον αὐτό· εἶναι πληροφορίαι καὶ γνῶμαι, τὰς ὁποίας διατυποῖ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς τὰς ἀναφοράς του καὶ πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, καὶ νομίζω ὅτι ἀνώτερος ἀξιωματικὸς δὲν θὰ εἶχε τὸ θάρρος νὰ λέγῃ μὴ ἀκριβῆ καὶ μὴ ἀληθῆ. Μένει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἴδιος βεβαιοῖ ὅτι ἐγένετο καὶ ἐξ ὅλων τῶν ἀναφορῶν, τὰς ὁποίας ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, βεβαιοῦται· ὅτι δηλ. ὑπέβαλε μήνυσιν κατὰ τοῦ ταγματάρχου ἕνεκα τοῦ ὁποίου φρονεῖ ὅτι ἐπῆλθε τὸ ἀδίκημα κατ’ αὐτοῦ, διότι εἶχε τὸ θάρρος νὰ ὑποβάλῃ μήνυσιν ἐπὶ δειλίᾳ. Καταγγέλει μάλιστα γεγονότα ὡρισμένα, ὅτι, ὅτε ἡ Μεραρχία ὑπεχώρησε, καὶ ὅτε αὐτὸς διαταχθεὶς ἐκράτει τὴν θέσιν του ὡς ὀπισθοφυλακὴ ἵνα ἀσφαλίσῃ τὴν ὑποχώρησιν τῆς Μεραρχίας ἥτις ἐγένετο κανονικῶς, καὶ ὅτε ἐπερατώθη αὕτη, συνήντησε τὸν μηνυόμενον καὶ εἶδεν ἐνδεδυμένον αὐτὸν μὲ μανδύαν στρατιώτου, ὅτι εὗρεν αὐτὸν εἰς τοιαύτην ψυχολογικὴν κατάστασιν ἣν ἀνεκοίνωσε παραχρῆμα εἰς τὸν ἐπιτελάρχην, βεβαιώσας αὐτὸν συγχρόνως, ὅτι καὶ ἐγγράφως θὰ βεβαιώσῃ τὴν τοιαύτην ἀντίληψίν του, ὅπερ καὶ ἔπραξεν. Ἐκ τούτου φρονεῖ ὅτι ἐπῆλθεν ἡ κατ’ αὐτοῦ δυσμένεια. Καὶ ἐπεθύμουν ἤδη νὰ μάθω, τί ἐγένετο ἡ τοιαύτη μήνυσις. Διετάχθη ἀνάκρισις ἢ οὔ; Καὶ ἂν ναί, ὁποῖον τὸ πόρισμα τῆς ἀνακρίσεως, διότι δὲν ἔλειψε δι’ ἀλλεπαλλήλων ὑπομνημάτων νὰ ἐπιζητῇ νὰ ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις κατὰ τοῦ κατηγορουμένου. Νομίζω ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ ἀξιωματικοῦ εἶναι ἀπεριόριστον, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἐνέργειαν ἀνακρίσεως καὶ βεβαιωθῶσι τὰ καταγγελλόμενα, ἂν ὦσιν ἀληθῆ, ἄλλως πρέπει νὰ δώσῃ λόγον αὐτὸς διὰ τὰ καταγγελλόμενα ψευδῆ. Ἐφ’ ὅσον ὅμως οὐδεμία ἐνεργεῖται ἀνάκρισις, καίτοι παρῆλθε τόσος χρόνος, γεννᾶται εἰς αὐτὸν τὸ εὔλογον παράπονον, διατί οὐδεμία ἐνεργεῖται ἀνάκρισις. Θὰ συνίστων λοιπόν, διότι ἐγὼ τουλάχιστον δίδω τὰς πληροφορίας, διὰ τὰς ὁποίας εἰδικῶς οὐδεμίαν δύναμαι ν’ ἀναλάβω εὐθύνην ἀπέναντι οὐδενός, ὅπως ἐνεργηθῇ ἡ ἐπιδιωκομένη ἀνάκρισις, διότι ἐὰν ἐνηργεῖτο ἡ ἀνάκρισις, ἤθελεν ἀποκαλυφθῆ ποῦ εἶναι τὸ δίκαιον. Καὶ φρονῶ μάλιστα ὅτι πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἀνάκρισις αὐτή, διότι ἂν ὑπάρχῃ τις ὁ καταγγέλων ψεύδη καὶ συκοφαντίας, πρέπει ἐπ’ αὐτοῦ ἀμείλικτος νὰ πέσῃ ὁ πέλεκυς τῆς δικαιοσύνης, διότι μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ διδάξωμεν νὰ ὦσι σεβαστὰ τὰ δικαιώματα παντὸς καὶ νὰ μὴ τολμᾷ τις νὰ καταγγέλλῃ πράξεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔλαβον χώραν ἢ εἶναι ἀναληθεῖς. Ἐφ’ ὅσον ὅμως οὐδεμία ἐνεργηθῇ ἀνάκρισις καὶ ἐφ’ ὅσον διὰ τὰ καταγγελλόμενα παρ’ ἄλλου συναδέλφου δὲν δίδεται μήνυσις ὑπὸ τοῦ καταγγελλομένου ἐπὶ συκοφαντίᾳ, νομίζω ὅτι εἶναι ὀρθὸν νὰ ἐξευρεθῇ ὁ πταίσας. Ἤθελον λοιπὸν νὰ συστήσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ἵνα ἐρευνήσῃ καὶ ἂν πεισθῇ ὅτι συνέβη ἀδικία τις, νὰ μεριμνήσῃ νὰ ἐπανορθώσῃ αὐτήν.
§145ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν δύναμαι νὰ κάμω, καὶ ὀφείλω νὰ κάμω, εἶναι νὰ ὑποσχεθῶ εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι ἂν ὁ ἐνδιαφερόμενος ὑποβάλῃ μήνυσιν κατὰ τοῦ ταγματάρχου Παυλοπούλου ἢ καὶ κατ’ ἄλλου ἀξιωματικοῦ, περιέχουσαν τὰ στοιχεῖα ὡρισμένης κολασίμου πράξεως, νὰ διατάξω ἀμέσως ἀνάκρισιν ἐπ’ αὐτῆς.
§146Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ὑπάρχει μήνυσις.
§147ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει. Ὑπάρχει μόνον ἓν ὑπόμνημα ἐν ᾧ ἐκτίθενται περιστατικά τινα τὰ ὁποῖα ὁ Παυλόπουλος ἀρνεῖται. Νομίζω ὅμως ὅτι ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἰσχυρίζεται ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς παραπονεῖται διότι δὲν τῷ ἐγένετο καμμία ἀνακοίνωσις. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀκριβές. Ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἀνεγράφη εἰς τὸν πίνακα Δ, τῷ ἀνακοινώθη δὲ τοῦτο ὡς ἑξῆς· «λυποῦμαι ὅτι σᾶς ἀναγγέλλω ὅτι ἐνεγράφητε εἰς τὸν πίνακα Δ». Τοῦτο ἔπραξεν ὁ ἀξιωματικός· τί ἄλλο ἠδύνατο νὰ κάμῃ; Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω διατί ἔθηκαν αὐτὸν εἰς τὸν πίνακα Δ; Τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ, ἀλλ’ οὔτε ἐγὼ δύναμαι νὰ γνωρίζω. Θὰ προσθέσω δὲ καί τι ἄλλο· εἶναι ἐνδεχόμενον, ὅτε ἐκρίθη τὴν πρώτην φορὰν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, νὰ παρελείφθη καμμία ἐκ τῶν ἐκθέσεων, ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐπέτρεψε τὴν ἀναθεώρησιν καὶ ὅλοι αὐτοὶ ὑπέβαλον τὰ παράπονά των, εἶναι προφανὲς ὅτι ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἐκθέσεις αἱ ὁποῖαι ἰσχυρίζονται ὅτι τοὺς ὠφελοῦσιν, ὅλαι ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν. Δὲν νομίζω ὅτι ἠδύναντο νὰ κάμωσιν αὐτὴν τὴν ἀδικίαν καλούμενοι νὰ ἐξελέγξωσι τὰ ὑποβληθέντα παράπονα οἱ Ἀντιστράτηγοι. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ὅσα ἐπεκαλοῦντο οἱ παραπονούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τῶν ἀποφάσεων. Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ πταίω καὶ ἐγὼ ἐν μέρει, γενόμενος ἀφορμὴ νὰ ἀπασχολήσητε τὴν Βουλὴν μὲ τοιαῦτα παράπονα. Ἔχων μίαν λατρείαν πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου, δὲν ἀνέχομαι νὰ καταπατηθῶσι ταῦτα καὶ προσπαθῶ νὰ δίδω πάντοτε ἐξηγήσεις. Νομίζω ὅμως ὅτι πρέπει νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὅτι, ἂν τὸ δικαίωμα τοῦ κοινοβουλευτικοῦ ἐλέγχου εἶναι ἀπεριόριστον συνταγματικῶς, ὑπάρχουσιν ὅμως ὅριά τινα πρὸ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ ἱστάμεθα ἂν θέλωμεν νὰ ἐξυπηρετήσωμεν τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ὁ ἀξιωματικὸς καὶ ὁ παπᾶς δὲν ἔχουσι τὴν ἐλευθερίαν τὴν ὁποίαν ἔχω ἐγὼ ὁ ἁπλοῦς πολίτης, ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἐπαγγέλματός των. Εἶναι φυσικὸν ὅτι ὑπόκεινται εἰς κάποιους κανόνας, εἰς τοὺς ὁποίους οἱ ἄλλοι δὲν ὑπόκεινται, καὶ ἑπομένως ὑπάρχει μία ἄλλη ἀντίστοιχος ὑποχρέωσις ὅταν εὑρίσκωνται πρὸ ἀποφάσεως ἱεραρχικῶς ἐκδοθείσης νὰ ὑποκλίνωνται πρὸ αὐτῆς. Τοῦτο δὲν ἐκράτησε πάντοτε παρ’ ἡμῖν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ σήμερον ἀκριβῶς ὅτε μεγαλύνεται ὁ στρατός, ἂν δεχθῶμεν ὅτι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν ὅλων τῶν μέσων τὰ ὁποῖα παρέχονται εἰς τοὺς νομίζοντας ἑαυτοὺς ἀδικουμένους ὑπὸ τῶν καθεστώτων νόμων, μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν ἱεραρχικῶν μέσων, ἂν δεχθῶμεν ὅτι μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῶν μέσων τούτων δυνάμεθα νὰ προσφεύγωμεν εἰς τὴν Βουλήν, θὰ περιέλθωμεν εἰς πολὺ δύσκολον θέσιν. Κατὰ κανόνα τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθόν. Μόνον εἰς ὅλως διόλου ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, ἂν ἰδίως τίθεται ὑπὸ ἀμφισβήτησιν ἡ καλὴ πίστις τῶν κεκλημένων νὰ ἀποφανθῶσιν ἱεραρχικῶς, τότε μόνον ν’ ἀσχολῆται ἐπ’ αὐτῶν ἡ Βουλή. Θέλετε νὰ ἴδητε τί γίνεται ἀλλαχοῦ, ὄχι εἰς μοναρχικὰ πολιτεύματα, ἀλλ’ εἰς αὐτὰ τὰ μᾶλλον φιλελεύθερα; Θέλετε νὰ ἴδητε π.χ. τί γίνεται ἐν Γαλλίᾳ; Λάβετε τὰ πρακτικὰ καὶ θὰ ἴδητε ποσάκις ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τοιούτων ζητημάτων. Σπανιώτατα θὰ ἴδητε ἐν τοῖς πρακτικοῖς νὰ γίνηται λόγος περὶ παραπόνων τοιούτων, ἀναφερομένων εἰς ἀποφάσεις τῆς στρατιωτικῆς ἱεραρχίας. Ἐνθυμοῦμαι μέγαν πολιτικὸν τῆς Γαλλίας ὅστις ἐνῷ μεθ’ ὁρμῆς ἐπέκρινε πέρυσιν, ὄχι ἐν τῇ Βουλῇ ἀλλ’ ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ, τὴν ἀπομάκρυνσιν ἐκ τοῦ στρατοῦ ἑνὸς στρατηγοῦ, ὁ ὁποῖος μετὰ τὰ μεγάλα γυμνάσια ἀπεμακρύνθη τοῦ στρατεύματος, καίτοι ἐν τῇ Βουλῇ ἦτο Γερουσιαστὴς οὐδένα ἔκαμε λόγον. Ἔχω λοιπὸν νὰ κάμω τὴν παράκλησιν, διότι οὐδόλως ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα τοῦ βουλευτοῦ τὸ ἀπεριόριστον τοῦ νὰ ἐλέγχῃ, θέλω νὰ κάμω τὴν παράκλησιν πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς ν’ ἀποφεύγωσι νὰ φέρωσι τὰ παράπονα αὐτά, τὰ ἀναφερόμενα εἰς τὴν κατάστασιν τῶν κ. ἀξιωματικῶν, εἰς τὴν Βουλήν, ἰδίως ὅταν δὲν ὑπάρχει τὸ δυνατὸν τῆς θεραπείας τῶν τυχὸν παραπόνων. Θὰ εἴπω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον καὶ πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἐγένετο ἀδικία ἐν γνώσει. Ὑποστηρίζω μετὰ πεποιθήσεως ὅτι οὐδεμία ἀδικία ἐγένετο ἐν γνώσει. Εἶναι ἀδύνατον νὰ δεχθῇ τις ἐξ ἡμῶν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Ἀντιστρατήγων ἠθέλησε ν’ ἀδικήσῃ τὸν α ἢ τὸν β ἀξιωματικόν. Εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἐγένοντο ἀδικίαι, ἀλλ’ ὄχι ἐν γνώσει. Αὐτὸ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποφύγωμεν. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ ὑπόκειται εἰς τοιούτους κινδύνους, συνιστῶ νὰ μὴ γίνηται παπᾶς καὶ νὰ μὴ γίνηται στρατιωτικός.
§148Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν γνωρίζω, κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περιέμενε νὰ ποιήσηται τὰς παρατηρήσεις του ταύτας ἤδη ὅτε ἐγὼ τὸ πρῶτον παραπονοῦμαι. Καὶ ὄχι παραπονοῦμαι, ἐρωτῶ.
§149ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Ἀλεξάκη, ἐπιτρέπετε; Πρὸ μικροῦ φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἔκαμαν τοιαύτην ἐρώτησιν καὶ εἶπον εἰς αὐτοὺς τὰ ἴδια. Ὥστε μὴ νομίζετε ὅτι πρώτην φορὰν λέγω ταῦτα εἰς ὑμᾶς.
§150Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Παρατήρησιν οὐδέποτε ἐποιήσατε εἰς τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως, οἱ ὁποῖοι δὲν παύουσιν...
§151Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πλανᾶσθε.
§152Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καθήσατε κάτω σεῖς.
§153Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν κάθημαι κάτω. Σᾶς ἐξάγω ἀπὸ μιᾶς πλάνης.
§154Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς τὰ λέγετε καὶ ἰδιαιτέρως. Ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν καὶ τὰ λέγομεν ἐδῶ.
§155Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πρώτην φοράν, λέγω, ἐγὼ ἠρώτησα περὶ ἀξιωματικῶν, ἐνῷ ἀπὸ ἐτῶν οὐδὲν ἄλλο γίνεται παρὰ τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως εἰμὴ νὰ φέρωσιν εἰς τὴν Βουλὴν καθ’ ἑκάστην ζητήματα τοιαῦτα καὶ οὐχὶ ὅπως ἐγὼ ἔφερα τὸ ζήτημα, ἀλλὰ κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος παραλύει καὶ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τοὺς ἀνωτέρους. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τούτοις οὐδέποτε ἐσκέφθη νὰ διδάξῃ τὸν τρόπον τοῦ φέρεσθαι εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ δὲν γνωρίζω πόσον ἰδιαιτέρως, ἐνοχλοῦσιν αὐτὸν περὶ τοιούτων ζητημάτων. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται· οὔτε θὰ παραπονεθῶ ποτε διότι οὕτως ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐνόμισεν ὅτι εἶχε καθῆκον νὰ φερθῇ πρὸς ἐμὲ καὶ νὰ ποιήσηται αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο, Ἤθελον ὅμως συμβουλεύσει αὐτὸν ὅπως τὰς παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἐποιήσατο κάμῃ εἰς τοὺς φίλους αὐτοῦ καὶ οὐχὶ εἰς ἐμέ, ὁ ὁποῖος πολὺ περισσότερον παντὸς ἄλλου ἐνδιαφέρομαι καὶ διὰ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν προκοπὴν τοῦ στρατεύματος καὶ προσέφερα πάντοτε ὅ τι ἠδυνάμην ὑπὲρ τῆς προκοπῆς αὐτοῦ. Πρὸ ὀλίγου, ἐπὶ ὥραν ὁλόκληρον ἀπησχόλει τὴν Βουλὴν φίλος τις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ζητῶν γαλόνια ὑπὲρ ἀξιωματικοῦ, καὶ δὲν ἠσθάνθη δυσφορίαν ὁ κ. Ὑπουργός, διότι ἦτο φίλος τοῦ Βουλευτοῦ, ὅστις μάλιστα κατὰ τὸν πόλεμον ἐλάμβανεν ἀδείας καὶ ἔμενεν εἰς Παρισίους ὁ υἱός του κατὰ τὴν διάρκειαν ἀμφοτέρων τῶν πολέμων. Τότε ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὰ παράπονά του καὶ οὐχὶ ὅτε ἐγὼ ἔκαμα τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμα.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πετροπουλάκης.
§157Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἄν, κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐγνώριζον τὸν ἀξιωματικόν, περὶ τοῦ ὁποίου γίνεται ἡ συζήτησις, ἂν δὲν ἐγνώριζον τὸν χαρακτῆρα αὐτοῦ καὶ τὴν καταγωγήν του, ἂν θέλητε, βεβαίως δὲν θὰ ἀνελάμβανον νὰ ἔλθω ἐπίκουρος εἰς τὴν συζήτησιν αὐτήν. Ἂν ἀνατρέξῃ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἰς τὰς ἐκθέσεις περὶ τοῦ ἀξιωματικοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος διῴκησεν ἀνωτέρας μονάδας καθ’ ὅλην τὴν διάρκειαν τῶν δύο πολέμων, θέλει πεισθῆ ὅτι ἡ τελευταία ἔκθεσις, ἡ ὁποία εἶναι ὁπωσδήποτε δυσμενὴς διὰ τὸν περὶ οὗ πρόκειται ἀξιωματικόν, θὰ πεισθῇ ὅτι ἡ τελευταία ἔκθεσις ἡ ὁποία ὑπάρχει, ἐν ἀντιθέσει πρὸς τὰς ἐκθέσεις τῶν ἄλλων σωματαρχῶν, εἶναι ἀπότοκος ἐπεισοδίου τινὸς μεταξὺ τοῦ ἐντίμου ἀξιωματικοῦ Γρηγοράκη καὶ ἄλλου ἀξιωματικοῦ συνδεομένου διὰ στενῶν δεσμῶν πρὸς τὸν διοικητήν, ὁ ὁποῖος συνέταξε τὴν τελευταίαν ἔκθεσιν. Ἂν ταῦτα εἶναι ἀκριβῆ, ὡς ἐλπίζω, θέλει πεισθῆ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔχει καθῆκον ἐπιβεβλημένον νὰ φροντίσῃ περὶ τῆς ἄρσεως τοῦ ἀτόπου.
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἰμπορῶ ἐκ τοῦ νόμου νὰ κάμω τίποτε. Διατί γίνεται συζήτησις.
§159Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Αὐτὴν τὴν σύστασιν εἶχον νὰ κάμω.
§160Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι εὐτύχημα ὅτι τὸ θέμα τοῦτο ἠνάγκασε τὸν ἀξιότιμον κ. Πρόεδρον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ κάμῃ τὰς δηλώσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ὅπως ὅσῳ τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερον τοιαῦτα προσωπικὰ ζητήματα προσάγωνται εἰς τὴν Βουλήν, διότι γενικῶς οὐδεὶς θὰ ἠδύνατο νὰ θέσῃ ἐν ἀμφιβόλῳ τὸ ὀρθὸν τῆς ἀποφάσεως τῶν Ἀντιστρατήγων. Δικάζοντες οὗτοι ὡς δικασταί, ἐδίκασαν ἤδη, καὶ οὐδεὶς λόγος ὑπάρχει νὰ τεθῇ ἐν ἀμφιβόλῳ ἡ ἀμερόληπτος αὐτῶν γνώμη. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι περιπτώσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐγεννήθησαν παράπονα καὶ παράπονα τόσον εὔλογα ὥστε νὰ ἐπείσθησαν περὶ τοῦ εὐλόγου αὐτῶν ὅλοι ὅσοι ἠθέλησαν ἐπιμελέστερον ἴσως νὰ ἐξετάσωσι ἓν ἕκαστον τῶν ζητημάτων. Κατὰ τοὺς ἐνδόξους ὅμως πολέμους συνέβησαν καὶ μερικὰ ἀτυχήματα. Οἱ Ἀρχηγοί, ὅπως ἀποτινάξωσι τὴν εὐθύνην των καὶ μεταρρίψωσιν αὐτὴν εἰς ἄλλους, ἔπρεπε νὰ εὕρωσιν ἕνα ἀποδιοπομπαῖον τράγον, ὁ ὁποῖος νὰ φέρῃ εἰς τοὺς ὤμους του τὴν εὐθύνην τῶν ἀτυχημάτων. Καὶ περὶ τούτου ἀκριβῶς πρόκειται. Δὲν κρίνεται ἐν τῇ Βουλῇ ἡ κρίσις τῶν Ἀντιστρατήγων, ἀλλ’ ἡ κρίσις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὰς ἐκθέσεις τὰς ὁποίας ἔθηκαν ἐνώπιον τῶν Ἀντιστρατήγων. Βεβαίως εὑρισκόμεθα πρὸ τετελεσμένου γεγονότος, καὶ ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, κατὰ τὸ ὁποῖον ἰσχύουσιν οἱ πίνακες τῶν Ἀντιστρατήγων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ τίποτε. Θὰ παρέλθῃ τὸ ἔτος καὶ τότε δύναται πᾶσα συζήτησις ἡ ὁποία γίνεται σήμερον νὰ δώσῃ μεγαλειτέραν ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἁρμοδίους νὰ ἀναθεωρήσωσι τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἀντιστρατήγων, ἂν πράγματι ὑπάρξῃ λόγος τοιαύτης ἀναθεωρήσεως. Ἀναμφισβητήτως, ὅσα εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι ἀληθῆ. Εἰς τὴν πειθαρχίαν ἐνυπάρχει καὶ ἡ ἔννοια τῆς αὐθαιρεσίας καὶ εἶναι δυνατὸν νὰ συμβαίνωσιν ἄτοπα χωρὶς ἕνεκα τούτου τὰ ἄτοπα ταῦτα νὰ ἔρχωνται εἰς δημοσίαν συζήτησιν καὶ δὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ καὶ ὁ φόβος ὅτι τοιαῦτα ζητήματα δύνανται ν’ ἀπασχολῶσι τὴν Βουλὴν καὶ νὰ φέρωσιν ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης τὴν κρίσιν τῶν ἁρμοδίων, εἶναι εἷς φραγμὸς κατὰ πάσης αὐθαιρεσίας, μία ἀσφάλεια πρὸς ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης.
§161Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤκουσα καὶ ἐγὼ κατὰ τίνα τρόπον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐδικαιολόγησε... (ἐνταῦθα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐξέρχεται τῆς αἰθούσης). Ὑποθέτω, κ. Πρόεδρε, ὅτι, μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, περιττεύει ἡ ὁμιλία μου, διότι ἐγὼ ἀκριβῶς ἤθελον ν’ ἀμφισβητήσω τὰς δικαιολογίας τὰς ὁποίας προέβαλεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως μεριμνήσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν δημοσίας ὁδοῦ ἀπὸ Ἀμαλιάδος εἰς Πηνειόν, καθότι ἡ Πολιτεία μέχρι τοῦδε ἐπεδείξατο ἐγκληματικὴν ἀδιαφορίαν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῶν μερῶν τούτων».
§163Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως λάβῃ ὑπ’ ὄψιν του τὴν σύστασίν μου ταύτην καὶ μεριμνήσῃ περὶ κατασκευῆς τῆς δημοσίας ὁδοῦ ἀπὸ Ἀμαλιάδος εἰς Πηνειόν, καθότι εἶναι δυσχερεστάτη ἡ συγκοινωνία. Ἄς εἶναι δὲ βέβαιος ὅτι θὰ ἐκτελέσῃ πράγματι ὑπέρτατον καθῆκον.
§164Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Π. Ἀλεξάκης Ν. Βελέντζας καὶ Κ. Σοκόλης «ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, διατί ἐπανέφερεν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τὸν νομομηχανικὸν βʹ τάξεως Π. Μοσχίδην, ἐνῷ οὗτος κατεδικάσθη παρὰ τοῦ Δικαστηρίου τῶν ἐν Σπάρτῃ Συνέδρων ἐπὶ ἀπάτῃ».
§166Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε τὸν λόγον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσητε διὰ μακρῶν, κύριε Ἀλεξάκη;
§168Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§169ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ διακόψωμεν.
§170ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ τὴν 10½ μ.μ. Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρᾳ 11 παρὰ 20′)
§172ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως). Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§173Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Σκέπτομαι νὰ ὁμιλήσω πρὸς Βουλευτὰς καὶ ὄχι πρὸς ἐδώλια.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἀρχὴν καὶ θὰ ἔλθωσιν.
§175Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν θὰ ἀρχίσω, διότι δὲν εἶμαι συνειθισμένος νὰ ὁμιλῶ πρὸ ἐδωλίων.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στ. Σακελλαριάδης.
§177Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νὰ ἀναβληθῇ.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας ὅπως λάβῃ μέριμναν καὶ τὸ ἁρμόδιον τμῆμα τῶν δημοσίων ἔργων μελετήσῃ τὴν ἀνέγερσιν γεφύρας εἰς τὸν ποταμὸν Πηνειόν, εἰς ὃ ἤδη μέρος οἱ κάτοικοι Βαρθολομιοῦ συγκοινωνοῦσι διὰ σχεδίας μετὰ τῆς Γαστούνης, ἀφοῦ καταβάλλουσι τὰ διόδια εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς οὕτω τελουμένης συγκοινωνίας».
§179Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Συμβαίνει τὸ ἑξῆς· ἐν Βαρθολομιῷ, εἰς μέρος τι αὐτοῦ συγκοινωνοῦσι διὰ σχεδιῶν μετὰ τῆς Γαστούνης. Τὰς σχεδίας αὐτὰς ἐνοικιάζει τὸ Κράτος πρὸς διαφόρους ἐνοικιαστάς, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι διόδια. Φρονῶ ὅτι δὲν εἶναι ἴδιον Πολιτείας πεπολιτισμένης νὰ ἐνοικιάζῃ σχεδίας ἵνα διέρχωνται πολῖται. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ μίαν μελέτην ὅπως κατασκευασθῇ γέφυρα, ἀφοῦ ἄλλως τε ἡ δαπάνη εἶναι σμικρά, ἵνα διευκολυνθῶσιν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ καὶ μὴ ἀναγκάζωνται νὰ πληρώνωσι διόδια.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπανερχόμεθα εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Ἀλεξάκη. Οἱ κ. κ. Π. Ἀλεξάκης, Ν. Βελέντζας κλπ. «ἐπερωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας διατί ἐπανέφερεν εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν τὸν νομομηχανικὸν Βʹ τάξεως Ν. Μοσχίδην, ἐνῷ κατεδικάσθη οὗτος παρὰ τοῦ ἐν Σπάρτῃ δικαστηρίου ὑπὸ τῶν συνέδρων ἐπὶ ἀπάτῃ». Ὁ κ. Ἀλεξάκης ἔχει τὸν λόγον.
§181Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὅτε κύριε Πρόεδρε, συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτων ὑπαλλήλων εἰς τὰ Δημόσια ἔργα, ἔσχον καὶ ἐγὼ τὴν τιμὴν νὰ λάβω τὸν λόγον, μετ’ ἄρνησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας εἰς πρότασιν, γενομένην παρὰ Βουλευτῶν, ὅπως συμπεριληφθῶσιν εἰς τοὺς ἐκτάκτους αὐτοὺς ὑπαλλήλους καὶ ἐκεῖνοι ἐκ τῶν ἐκκαθαρισθέντων μηχανικῶν, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρξαν βάσιμοι ὑπόνοιαι ὅτι δὲν ἐξετέλεσαν τὸ καθῆκόν των. Ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας τότε, ἵνα ληφθῶσι καὶ οὗτοι ὑπ’ ὄψιν, παρέβαλον τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους τοὺς ἐκκαθαρισθέντας, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις καταδικαστική, δὲν ὑπάρχει ἀπόφασις διοικητικὴ τοὐλάχιστον κατ’ αὐτῶν, οὐδὲ ἄλλο τι στοιχεῖον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου νὰ μὴ ἐπιτραπῇ εἰς αὐτοὺς νὰ ἀναλάβωσιν ὑπηρεσίας, πρὸς ἕνα ὑπάλληλον τοῦ κλάδου τῶν μηχανικῶν ὁ ὁποῖος καίτοι κατεδικάσθη παρὰ τοῦ δικαστηρίου δι’ ἀτιμωτικὴν πρᾶξιν, οὐχ ἧττον ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἐπανέφερεν αὐτὸν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Τὸ γεγονὸς ἀνέφερα διὰ νὰ συγκρίνω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐκτὸς τῆς ὑπηρεσίας, πρὸς ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, διὰ τοὺς ὁποίους ἐδήλου ἰδίᾳ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θὰ δεχθῇ ποτε νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς αὐτήν. Ἔλεγε μάλιστα ὅτι δὲν θὰ ἀνοίξῃ τὴν θύραν, ἵνα εἰσαχθῶσι τοιοῦτοι εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ ἔλεγε τοῦτο μετὰ θυμοῦ τινος ὡς νὰ ἀπηυθύνετο πρὸς ἐμέ, ὅτι δὲν θὰ μοῦ κάμῃ τὴν χάριν αὐτήν, νὰ ἀνοίξῃ θύραν τοιαύτην. Ἔλεγε μάλιστα ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι δὲν θὰ ἦτο καιρὸς ἐλέγχου κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τὴν ὥραν ἐκείνην, διότι συνεζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον, ἐνῷ οὐδεὶς εἶχεν ἐν νῷ τὴν ὥραν ἐκείνην νὰ ἐλέγξῃ τὸν Ὑπουργὸν διὰ πρᾶξιν τινά. Ἂν δὲ ἀνεφέρετο τὸ ὄνομα τοῦ ἀνακληθέντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, μηχανικοῦ, ἀνεφέρετο διὰ νὰ γίνῃ σύγκρισις τούτου πρὸς ἐκείνους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἔκλειεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν θύραν, καὶ κλείων τὴν θύραν πρὸς ἀνθρώπους, κατὰ τῶν ὁποίων οὐδὲν ὑπῆρχεν φανερόν, ἤνοιγεν τὴν θύραν εἰς ἕνα ἐγκληματίαν. Καὶ ἴδωμεν, κύριε Πρόεδρε, συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐπανέφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τὸν ὑπάλληλον ἐκεῖνον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἢ κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου; Ἴσως θὰ ἦτο πρόωρον νὰ ἐλέγξῃ τις τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας, διότι ἀπεδείχθη, κατ’ ἐμὲ κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν πρὸ τῆς διακοπῆς, ὅτι δὲν ἔχει νομιμοποιήσει ἀκόμη τὴν θέσιν του.
§182ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ ἔνστασις αὕτη ἀνήκει εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ὄχι εἰς ὑμᾶς. (Ἱλαρότης).
§183Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ὑποβάλει τὴν ἔνστασιν αὐτὴν ὁ κ. Ὑπουργός, ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὑπομνήσωμεν τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει. Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, πῶς ἐπανῆλθεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ὁ εἰρημένος ὑπάλληλος. Ὁ Μοσχίδης, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, ἦτο δευτέρας τάξεως νομομηχανικός, ὑπηρετῶν ἐν Καλάμαις. Ἐν Καλάμαις διέπραξεν ἀδίκημα διὰ τὸ ὁποῖον κατηγγέλθη καὶ ἐνηργήθη ἀνάκρισις κατ’ αὐτοῦ. Τὸ Συμβούλιον τῶν Πλημμελειοδικῶν παρέπεμψεν αὐτὸν εἰς τὸ κακουργοδικεῖον. Ἐγένετο ἀνακοπὴ κατὰ τοῦ βουλεύματος αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν ἀπέρριψε τὴν ἀνακοπὴν καὶ ἐπεκύρωσε τὸ ἀνακοπὲν βούλευμα. Συνέπεια ἦτο νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην ὅπως δώσῃ λόγον διὰ τὰς καταγγελλομένας πράξεις ἐνώπιον τῶν ἐν Σπάρτῃ Κακουργιοδικῶν. Κατηγορεῖτο διὰ δύο πράξεις, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ ἐπὶ ἀπάτῃ, διὰ δύο βλέπετε ἀδικήματα, τὰ ὁποῖα δὲν προσάπτουσι μῶμον οὐδὲ ἀτιμίαν, ἀλλ’ ἴσως κατά τινας εἶναι καὶ τίτλοι τιμῆς. Ἐτέθησαν λοιπὸν εἰς τοὺς κυρίους ἐνόρκους τὰ ζητήματα. Καὶ εἰς τὸ πρῶτον ζήτημα τῆς πλαστογραφίας οἱ κύριοι ἔνορκοι εἶπον ὄχι, εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα τῆς ἀπάτης εἶπον· «ναί, εἶναι ἔνοχος ἀπάτης. Παρέστησε ψευδῆ γεγονότα ὡς ἀληθῆ καὶ ἕνεκα τούτου ἐζημίωσε τὸ Δημόσιον». Τὸ δὲ δικαστήριον τῶν Συνέδρων, συνεπείᾳ τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων, ἐκήρηξεν αὐτὸν ἔνοχον καὶ τὸν κατεδίκασεν εἰς φυλάκισιν δύο καὶ ἥμισυ μηνῶν ἐπὶ ἀπάτῃ. Ὁ νομομηχανικὸς οὗτος, μετὰ τὴν παραπομπὴν εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, ἀπελύθη δι’ ἐγγυήσεως, ἀφοῦ ἔμεινεν ἐν προφυλακίσει ἐπὶ τριάκοντα ἡμέρας. Ἀλλ’ ἐνῷ κατ’ αὐτοῦ ὑπῆρχε βούλευμα, διὰ τοῦ ὁποίου παρεπέμπετο εἰς τὸ Κακουργιοδικεῖον, τί, νομίζετε ὅτι ἔπαυσε νὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος; Ὄχι. Ἐξακολουθεῖ νὰ εἶναι δημόσιος ὑπάλληλος καὶ εἶχον ἀνατεθῇ μάλιστα εἰς αὐτὸν τὰ ἐν Μακεδονίᾳ δημόσια ἔργα. Ἐγένετο, νομίζω, κατὰ Μάρτιον μῆνα ἐπερώτησις εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τότε ἀφῃρέθη ἡ ὑπηρεσία ἀπ’ αὐτοῦ, ἀφοῦ δηλ. ἐγένετο ἐπερώτησις ἐν τῇ Βουλῇ. Ἤδη, ὡς εἶπον, ἐπῆλθε τὸ ἀποτέλεσμα, ἀφοῦ δὲ ἐκηρύχθη ἔνοχος καὶ κατεδικάσθη καὶ ἐπεβλήθη ἡ ποινή, ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔκρινεν ὅτι εἶχεν καθῆκον νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν ὑπάλληλον αὐτόν, τὸν ἐπὶ ἀπάτῃ καταδικασθέντα, ἐνῷ ἐκτὸς τῶν σχετικῶν ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἔχομεν τὸ ἄρθρον 74 τοῦ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῶν δημοσίων ἔργων ἐν τῷ ὁποίῳ λέγεται ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἐπαναφορὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοιούτων ὑπαλλήλων. Νομίζω μάλιστα, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὅτι εἰς τὴν σύναξιν τοῦ νόμου αὐτοῦ συμμετέσχε καὶ ὁ κύριος Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας καὶ ἔδωκε τὰ φῶτά του. Μάλιστα ὅτε ἐψηφίζετο ὁ νόμος αὐτός, ἐκυριάρχει πνεῦμα μεγίστης αὐστηρότητος κατὰ τῶν καταχραστῶν ὑπαλλήλων τῶν δημοσίων ἔργων, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὰς ποινικὰς διατάξεις τοῦ νόμου κατὰ βαθμοὺς προχωρούσας. Ἔχομεν τὸ ἄρθρον 72, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἀδικημάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἀποτέλεσμα πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἀργίαν. Ἔχομεν κατόπιν τὸ ἄρθρον 73, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ τῶν ἀδικημάτων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαία ἡ προσωρινὴ ἀπόλυσις. Ἔχομεν τέλος τὸ ἄρθρον 74, τὸ ὁποῖον προνοεῖ περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται πλέον νὰ εἶναι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ παρακαλῶ τοὺς κ. Βουλευτὰς νὰ ἔχωσι τὴν ὑπομονὴν νὰ τὸ ἀκούσωσιν (ἀναγινώσκει)· «1) Διὰ πράξεις αἵτινες, καίπερ μὴ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, ἀποτελοῦσι σοβαρὰν προσβολὴν τῆς τιμῆς, καὶ οἱ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι διαπράττουσι τοιαῦτα ἀπολύονται. 2) Διὰ καταδίκην εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινήν, οἵα εἶναι ἡ ἐν προκειμένῳ, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, κλοπῇ, ἀπάτῃ, ὑπεξαιρέσει, δωροδοκίᾳ, ἐκβιάσει ἢ ἐπὶ ἑτέρῳ πλημμελήματι, συνεπαγομένῳ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου». Καὶ ἐρωτῶ πάντας· ὑπάρχει που ἀσάφεια εἰς τὴν διάταξιν αὐτήν, ὅτι ὁ Μοσχίδης μετὰ τὴν καταδίκην ἐπὶ ἀπάτῃ εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν ἦτο ἀπολυτέος; Ὅτε ῥητὴ διάταξις ῥητῶς καὶ σαφῶς λέγει ὅτι οἱ καταδικασθέντες εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινήν, ἥτις εἶναι ἡ ἐν προκειμένῳ, ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, κλοπῇ, δωροδοκίᾳ, ἀπάτῃ, ἀπολύονται, θέλετε σαφεστέραν ταύτης διάταξιν;
§184Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καταργεῖ αὐτὴ ἡ διάταξις τὴν γνωστὴν διάταξιν τοῦ ποινικοῦ νόμου καθ’ ἣν ἵνα ἀπολυθῇ τις πρέπει νὰ εἶναι ἡ ποινὴ ἀνωτέρα τοῦ ἔτους;
§185Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὸς εἶναι νεώτερος νόμος. Τίνα σχέσιν ἔχει ὁ ποινικὸς νόμος πρὸς τὴν ποινικὴν διάταξιν, ἡ ὁποία πρὸ τεσσάρων ἐτῶν ἐτέθη; Ὁ κ. Συνάδελφος δὲ γνωρίζει πολὺ κάλλιον ἐμοῦ ὅτι οἱ νεώτεροι νόμοι κατισχύουσι τῶν προγενεστέρων. Ἀλλ’ ἔχομεν καὶ διατάξεις τοιαύτας ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ ποινικάς, περὶ τῶν ὁποίων ἐποιήσατο μνείαν ὁ ἔντιμος Συνάδελφος, ἀλλ’ αὗται ἀφορῶσιν ἀδικήματα οὐχὶ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ἀνέφερα ἀλλ’ ἄλλα ἀδικήματα, οὐχὶ τὴν ἀπάτην, τὴν πλαστογραφίαν, τὴν δωροδοκίαν, τὴν ἐκβίασιν, καὶ καθορίζεται διὰ τὰ ἀδικήματα τὰ ἄλλα ὅτι πρέπει νὰ εἶναι καὶ ποινὴ ἑξάμηνος, οὐχὶ ἐνιαυσία πλέον· ἀλλ’ οὐχὶ δι’ αὐτὰ τὰ ἀδικήματα. Δι’ αὐτὸ ὁμιλῶν ἠρξάμην ἀπὸ τῶν ἐπιεικεστέρων ποινῶν, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπουσι τὰ ἄρθρα 72 καὶ 73 τοῦ νόμου τούτου. Ἔρχομαι εἰς τὸ ἄρθρον 71 ὅπερ σαφῶς καὶ κατηγορηματικῶς καθορίζει ὅτι οἱ καταδικασθέντες διὰ τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ἀπολύονται τῆς ὑπηρεσίας. Μεταξὺ τῶν ἀδικημάτων αὐτῶν εἶναι ἡ ἀπάτη. Ἔχετε τὴν γενικὴν διάταξιν, τὴν πρὸ αὐτοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν καὶ ἂν διέπραξε πρᾶξιν ὁ ὑπάλληλος, ἡ ὁποία δὲν προβλέπεται ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου ἀλλὰ προσβάλλει τὴν τιμήν, ἀπολύεται. Καὶ ἐρωτῶ πάντας νὰ εἴπωσιν· ἡ ἀπάτη, ἡ πλαστογραφία, ἡ κλοπὴ προσβάλλει τὴν τιμὴν ἢ ἐνισχύει αὐτὴν εἰς τὸν διαπράττοντα ταύτην; Κατὰ τὸν κύριον Ὑπουργόν, ὁ ὁποῖος ἐπανέφερε τὸν ἀπατεῶνα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἡ ἀπάτη εἶναι τίτλος τιμῆς. Ἔχω δὲ καὶ ἓν παλαιόχαρτον εἰς χεῖράς μου τὸ ὁποῖον δὲν ἐντράπησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ συνέταξαν. Λέγει αὐτὸ κατὰ πλειονοψηφίαν· καὶ νομίζει ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι μὲ τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ἡ ὁποία πῶς κατορθώθη νὰ ληφθῇ δὲν ἔχω ἀποδείξεις καὶ δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, δύναται νὰ καλυφθῇ; Ἓν μόνον λέγω ὅτι ὡς ἐγένετο ἐπιδρομὴ ὅλου τοῦ μηχανικοῦ κόσμου, ὅστις ὑπάρχει ἐν Σπάρτῃ ἵνα κατορθώσωσι νὰ σώσωσι τὸν Συνάδελφόν των, οὕτως ἐγένετο καὶ ἐπιδρομὴ εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον εἰς ὃ παρέστησαν ὅτι ἂν δὲν ἐπανέλθῃ ὁ Μοσχίδης εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸ Κράτος δὲν σώζεται! Δὲν κρίνω ἄξιον ἐμοῦ, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῆς πλειονοψηφίας τῶν τεσσάρων συμβούλων, ἀφοῦ τόσον σαφῆ καὶ κατηγορηματικὴν ἔχω διάταξιν, ἡ ὁποία οὐδεμίαν ἀφήνει — ἐκτὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι θέλουσιν ἐν γνώσει νὰ φαίνηται ὅτι ἀφήνει — ἀμφιβολίαν ὅτι ὁ Μοσχίδης δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτε ἔχω γνώμην τῆς πλειονοψηφίας τοῦ νομικοῦ συμβουλίου λέγουσαν ὅτι νομίζω, γνωρίζετε ὅτι τὰ ἀδικήματα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει καὶ ἡ διάταξις, ἡ κλοπή, ἡ ἀπάτη, εἶναι τὰ λεγόμενα ἀπὸ ὅλον τὸν κόσμον, τὸν τε νομικὸν καὶ τὸν μὴ, ἐγκλήματα ἀτιμωτικά. Δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψει μου, Κύριοι, νὰ προβῶ εἰς ἔλεγχον τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, διότι ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς θὰ καλύψῃ αὐτόν, ἐπειδὴ δὲν εἶναι νέος Ὑπουργὸς δὲν ἐπιθυμῶ ἐγὼ νὰ δώσω ἀφορμὴν κατ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἐὰν ἔφθασα εἰς τὸ σημεῖον νὰ ἐλέγξω αὐτόν, μὲ προεκάλεσεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ὅτε ὡμίλουν συγκριτικῶς, ἐνόμισεν ὅτι δύναται ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τῆς συνήθους αὐτῷ ἑτοιμότητος νὰ παραστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐγὼ ποιοῦμαι ἔλεγχον, ἐνῷ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγνώριζε καλῶς ὅτι τὴν στιγμὴν ἐκείνην δὲν ἔκαμνα ἔλεγχον κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ, ἀλλὰ συγκριτικῶς συνεζήτουν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι τίθενται ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος, ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἐκείνου ὁ ὁποῖος ἐνῷ εὑρίσκεται ὑπὸ τὰς περιστάσεις αὐτὰς ἐπανήρχετο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν. Δύναμαι δὲ νὰ διαβεβαιώσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἐνόμισε τότε ὅτι ἀπευθυνόμενος πρὸς ἐμὲ μοὶ κάμνει κακόν, ὅτι ἤθελον νὰ κλεισθῇ ἡ θύρα εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δίδουσιν ἀφορμὴν νὰ ἔχωσι σχέσιν μὲ τὴν ποινικὴν δικαιοσύνην. Ἀλλ’ ἐνῷ ἔκλειε τὴν θύραν εἰς ἐκείνους διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ὑπῆρχεν κἂν ἀπόδειξις ὅτι διέπραξαν πρᾶξιν ἀτιμωτικὴν ἢ πρᾶξιν ἐγκληματικήν, ἤνοιγε τὴν θύραν εἰς τὸν Μοσχίδην τὸν χαρακτηριζόμενον διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως ὡς ἀπατεῶνα καὶ ἐμπιστεύεται εἰς αὐτὸν ἤδη ἡ Πολιτεία διαχείρισιν πολυτίμων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ ἐκυριάρχῃ ἐκεῖ ἡ ἰδέα, ἡ ὁποία ἐπεκράτει ὅτε ἐψηφίσθη ὁ νόμος, συνέβαλε δὲ πολὺ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου τὸ ὁποῖον μετεβλήθη εἰς νόμον. Ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς μετεβλήθη εἰς τὰ πρῶτα βήματά του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, διότι μόλις ἐγένετο Ὑπουργὸς μᾶς ἐπανέφερε αὐτὴν τὴν ἀντίκαν νὰ τὴν καμαρώσωμεν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν. Μάλιστα τοσαύτην ἔδειξεν πρὸς αὐτὸν στοργήν, ὥστε ὑπογράφων τὸ Β. Διάταγμα τῆς 22 Αὐγούστου, ἐπανέφερεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὸν Μοσχίδην, ἀπὸ πότε νομίζετε; ἀπὸ τὴν ἡμέραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπηγγέλθη κατ’ αὐτοῦ ἡ ἀπόφασις, ἀπὸ τῆς 18 Ἰουνίου! Αὐτὴ εἶναι ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν ἀπηγγέλθη εἰς αὐτὸν ἡ ἀπόφασις καὶ ἔπρεπε νὰ ἐκτίσῃ ποινὴν ἀκόμη 48 ἡμερῶν· εἶχε ἐκτίσει προφυλάκισιν καὶ ὑπελείποντο δύο καὶ ἥμισυ μῆνες· τόσην λέγω στοργὴν ἔδειξεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὥστε δὲν ἠρκέσθη νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλὰ τὸν ἐπανέφερεν ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀπηγγέλθη κατ’ αὐτοῦ ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου. Βλέπετε ὅτι ἔδειξεν προθυμίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ὥστε νὰ μισθοδοτηθῇ ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ πρὶν τελειώσῃ ἡ ποινὴ ἡ ὁποία τῷ ὑπεβλήθη. Καὶ ἀναστέλλεται μὲν ἡ ποινή, ἀλλ’ αἱ συνέπειαι δὲν ἀναστέλλονται κ. Ὑπουργέ. Αἱ συνέπειαι τῆς ποινῆς δὲν ἀναστέλλονται. Λοιπὸν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας παρέβη ῥητὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ ποινικοῦ καὶ τοῦ νόμου «περὶ τῶν δημοσίων ἔργων».
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Ν. Βελέντζας καὶ Κ. Σοκόλης. Ἀπόντες. Συνεπείᾳ αἰτήσεως ὑπογεγραμμένης ὑπὸ πλέον τῶν δέκα Βουλευτῶν, ἤτοι τῶν κ. κ. Σ. Σακελλαριάδου, Π. Κοσονάκου, Ν. Στράτου, Ι. Μπακοπούλου, Α. Κανάρη, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶ, Δ. Βρατσάνου, Μ. Στελλάκη, Π. Ἀλεξάκη, Κ. Σοκόλη, Ε. Βελλιανίτου, Σ. Κροκιδᾶ καὶ Ε. Δεληγιάννη, γενικεύεται ἡ συζήτησις. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας ἔχει τὸν λόγον.
§187Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Ὁμολογῶ πολλὰς χάριτας εἰς τὸν ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴν διὰ τὴν εὐκαιρίαν ἣν μοὶ παρέσχε τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα δώσω ἐξηγήσεις εἰς τὴν Βουλὴν ἐπὶ ὑποθέσεως ἐφ’ ἧς ὑπεβλήθη ἡ ἐπερώτησις, ἣν ἀνέπτυξεν ὁ κ. Βουλευτής. Καὶ ἂν δὲν μοὶ παρείχετο ἡ εὐκαιρία αὕτη, θὰ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ φέρω ἐγὼ τὸν λόγον, διότι πρό τινων ἡμερῶν, συζητουμένου τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσλήψεως ἐκτάκτων ὑπαλλήλων τῶν δημοσίων ἔργων», ἐξηνέχθη τοιαύτη μομφὴ κατὰ τοῦ Ὑπουργοῦ. Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ, ὡς εἶπεν ὁ προλαλήσας, τὴν πλειονοψηφίαν, οὐδὲ θὰ ζητήσω τοὺς νομικοὺς ἵνα μὲ καλύψωσιν οὔτε θὰ ζητήσω νὰ καλυφθῶ ὄπισθεν τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ἢ οἱασδήποτε διοικητικῆς τοιαύτης. Θὰ ἐκθέσω τὰ πράγματα ἐγώ, μὴ νομικὸς πρὸς νομικούς, θὰ ἐκθέσω τὴν ὑπόθεσιν ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐγγράφων καὶ θὰ ἀφήσω τὴν Βουλὴν ἐλευθέραν νὰ μορφώσῃ γνώμην. Τὸ ἱστορικὸν τῆς ὑποθέσεως ἔχει ὡς ἑξῆς. Ὁ νομομηχανικὸς Μοσχίδης, δι’ ὁριστικοῦ βουλεύματος τῶν ἐν Ναυπλίῳ Ἐφετῶν τῆς 30 Ἰουλίου 1913 παρεπέμφθη ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Σπάρτῃ Κακουργιοδικῶν, ἵνα δώσῃ λόγον διὰ τὴν ἀποδιδομένην εἰς αὐτὸν κατηγορίαν. Ἐπικολούθησεν ἡ διαδικασία ἀλλὰ πρὸ ταύτης ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς ὃ τότε ὑπήγετο ὁ ὑπάλληλος αὐτός, πληροφορηθέν περὶ τῆς ὁριστικῆς παραπομπῆς τοῦ ὑπαλλήλου τούτου, ἔθετο αὐτόν, καθ’ ὃ εἶχε δικαίωμα ἐκ τοῦ εἰδικοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων, εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας, εἰς ἣν εὑρίσκετο μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ἔδωκεν λόγον τῶν πράξεών του εἰς τὸ ἐν Σπάρτῃ Κακουργιοδικεῖον. Ἵνα δὲ τεθῇ εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς ἀργίας κατὰ τὸν εἰδικὸν νόμον «περὶ δημοσίων ἔργων», καλεῖται ὁ ὑπάλληλος εἰς ἀπολογίαν, καὶ ζητεῖται ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῶν δημοσίων ἔργων ἀπαραιτήτως, ὅπως δυνηθῇ ὁ Ὑπουργὸς νὰ προκαλέσῃ τὸ Β. Διάταγμα τῆς τιμωρίας αὐτοῦ εἰς ἀργίαν. Τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κακουργιοδικείου Σπάρτης, χωρὶς νὰ θελήσω νὰ σχολιάσω, θὰ σᾶς ἀναγνώσω, θὰ ἐπικαλεσθῶ δὲ ταύτην εὐλαβούμενος τὰς ἀποφάσεις τοῦ Δικαστηρίου παρ’ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐλέχθησαν πρὸ ἡμερῶν, ὅτι δηλ. δὲν ηὐλαβήθην δῆθεν τὰς δικαστικὰς ἀποφάσεις. Ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει): «Ὄχι· δὲν εἶναι ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος Π. Μοσχίδης κλπ., ὅτι ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, ἤτοι νομομηχανικὸς Μεσσήνης ἐν Καλάμαις, εἰς τὸν ὑπ’ ἀριθ. 9 καὶ ἀπὸ 22 Ἀπριλίου 1910 λ)σμὸν καὶ πιστοποίησιν πρὸς πληρωμήν, ἤτοι εἰς ἐπίσημον πιστοποιητικὸν ἐκδοθὲν ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ἀνατεθειμένων αὐτῷ ἐκ τοῦ νόμου καθηκόντων, ἐπεκύρωσεν καὶ παρέστησεν ἐν γνώσει πράγματα ψευδῆ ὡς ἀληθῆ, ἤτοι ἐβεβαίωσεν ὅτι ὁ ἐργολάβος Χρῆστος Μασουρίδης ἐπενέδυσε πρανῆ προσχωμάτωσιν καὶ κοίτας δι’ ἀργυλοχώματος 4.400 κυβ. μέτρων, ἐνῷ τὰ 300 κυβ. μέτρα ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἦσαν ἀργυλόχωμα, ἀλλ’ ἀμμῶδες χῶμα», ὅτι δηλαδὴ ἐπιστοποίησε τριακόσια κυβικὰ μέτρα ἀργυλοχώματος ὡς ἄμμον. Τὸ τρίτον ἐρώτημα εἶναι πόση βλάβη προὐξενήθη, καὶ ἀπαντῶσιν οἱ ἔνορκοι (ἀναγινώσκει)· «Ὄχι· ἡ προξενηθεῖσα βλάβη δὲν ὑπερβαίνει τὰς 400 δραχμάς. Ναί· ἡ ἐκ τῆς ἀνωτέρω πράξεως τῆς ἀπάτης προσγενομένη ζημία εἰς τὸ λιμενικὸν ταμεῖον καὶ τὸ προκύψαν εἰς τὸν ἀνωτέρω κατηγορούμενον κέρδος δὲν ὑπερβαίνει τὴν τιμὴν τῶν 20 δραχμῶν». Τὸν ἕτερον συγκατηγορούμενον, τὸν ἐργολάβον Μασουρίδην, θεωρεῖ ἔνοχον ἡ ἐτυμηγορία τῶν ἐνόρκων καὶ λέγει (ἀναγινώσκει)· «Ναί· εἶναι ἔνοχος ὁ Χρ. Φ. Μασουρίδης ἐργολάβος, γεννηθεὶς κλπ. ὅτι κατὰ τὸν αὐτὸν ὡς εἴρηται τόπον καὶ χρόνον ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως παρεκίνησε τὸν εἰρημένον κατηγορούμενον Π. Φ. Μοσχίδην εἰς ἐκτέλεσιν τῆς παρ’ αὐτοῦ ἐνεργηθείσης ὡς ἄνω εἴρηται πράξεως τῆς ἀπάτης κλπ. ἀπειλήσας αὐτὸν διὰ μεταθέσεως διὰ τῶν μέσων ἃ διέθετε καὶ συμβουλεύσας αὐτὸν μεθ’ ἁπάσης πειθοῦς καὶ φορτικότητος νὰ πιστοποιήσῃ ψευδῆ κλπ.». Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ πράγματος, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐπανέλθω. Ὁ Μοσχίδης δὲν ἔκλεψε, δὲν ἔλαβε χρήματα, δὲν κατεχράσθη, δὲν ἀπέβλεψεν εἰς ἰδιοτελῆ σκοπόν. Ἠπείλησεν αὐτὸν ὁ ἐργολάβος. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ εὐλαβηθῶμεν, ἠπείλησεν ὁ ἐργολάβος ὅτι θὰ μεταθέσῃ αὐτὸν δι’ ὧν διέθετε μέσων, καὶ ἐξηνάγκασεν αὐτὸν νὰ βεβαιώσῃ ψευδῆ πράγματα ἀντὶ τῶν ἀληθῶν, δηλαδὴ εἰς τὰς πιστοποιήσεις τὰς μηνιαίας, τὰς προσωρινάς, τὰς γιγνομένας πρὸς πληρωμὴν τοῦ ἐργολάβου, ἔγραψεν ὅτι τριακόσια μέτρα κυβικὰ ἀντὶ νὰ εἶναι ἄμμος ἦσαν ἐξ ἀργυλοχώματος καὶ ὅτι ἡ ζημία ἡ προσωρινὴ ἐκυμαίνετο μεταξὺ 20 καὶ 400 δραχμῶν. Ἀπάτην ἐδέχθη ἡ ἀπόφασις, ἀπάτην ὅμως ὄχι περὶ τὰ ἔργα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, ὡς διέστειλε τοῦτο ἡ ἀπόφασις. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν Ἐφετῶν, ὅστις κατηγόρησεν τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τοῦ λαϊκοῦ δικαστηρίου, προέτεινεν εἰς τὸ δικαστήριον νὰ φυλακισθῇ ὁ Μοσχίδης οὐχὶ πλέον τῶν τριῶν μηνῶν καὶ νὰ τύχῃ τοῦ εὐεργετήματος τῆς ἀναστολῆς τῆς ποινῆς, τὸ δὲ δικαστήριον τῶν Συνέδρων καταδικάζει ἀμφοτέρους, καὶ εἰς τὸν Μοσχίδην ἐπιβάλλει ποινὴν 2½ μηνῶν, ἣν ὅμως ἀνέστειλε. Βεβαίως, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ποινὴ ἐπεβλήθη, κατεδικάσθη, ἀλλὰ τοῦτο μόνον θέλω νὰ σημειώσω ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀποφάσεως, ὅτι τὸ λαϊκὸν δικαστήριον καὶ τὸ δικαστήριον τῶν Συνέδρων ἔκρινεν ἄλλως πως τὴν πρᾶξιν αὐτὴν ἢ ὡς ἔκρινεν αὐτὴν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας.
§188ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁ Μασουρίδης τί ἔγινε;
§189Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Κατεδικάσθη καὶ ἐκτίει τὴν ποινήν του.
§190ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὁπόσην ποινήν;
§191Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τριῶν μηνῶν.
§192ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μήπως ἀναστέλλεται ἡ ποινὴ καὶ ὡς πρὸς αὐτόν;
§193Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ἀνεστάλη. Αὐτὴ εἶναι ἡ κυριώδης διαφορά.
§194Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Ὁ εἷς δὲν εἶχεν καταδικασθῆ ἄλλοτε καὶ δι’ αὐτὸ ἀνεστάλη ἡ ποινή του, ἐνῷ ὁ ἄλλος εἶχε καταδικασθῆ.
§195Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ αἴτια διὰ τίνα λόγον τὸ δικαστήριον ἠθέλησε νὰ ἀναστείλῃ τὴν ποινὴν τοῦ Μοσχίδου. Ἡ ἀπόφασις λέγει (ἀναγινώσκει)· «Καταδικάζει τὸν Μοσχίδην εἰς φυλάκισιν δύο καὶ ἡμίσεως μηνῶν, ἀφαιρουμένου δὲ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεώς του, ἣν ἐξέτισε διὰ τὴν προκειμένην πρᾶξιν ἐπὶ ἡμέρας εἴκοσι ἐννέα, θέλει ἐκτίσει ποινὴν φυλακίσεως εἰσέτι ἡμερῶν τεσσαράκοντα ἓξ καὶ ἀναστέλλει τὴν ποινὴν ταύτην ἐπὶ τρία ἔτη. Τὸν δὲ Χ. Μασουρίδην, ἐργολάβον κλπ., εἰς φυλάκισιν τριῶν μηνῶν, ἀφαιρουμένου δὲ τοῦ χρόνου τῆς προφυλακίσεώς του, ἣν ἐξέτισε διὰ τὴν προκειμένην πρᾶξιν ἐπὶ ἡμέρας τριάκοντα ἕξ, θέλει ἐκτίσει εἰσέτι ποινὴν φυλακίσεως ἡμερῶν πεντήκοντα τεσσάρων κλπ.». Κατόπιν τούτου ὁ Μοσχίδης, διὰ τριῶν ἀλλεπαλλήλων αἰτήσεών του πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ζητεῖ νὰ ἐπανέλθῃ ἐκ τῆς καταστάσεως τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐνέργειαν, ἐπὶ τῷ ὅτι νόμιμον κώλυμα τοιοῦτο δὲν ὑπῆρχε. Ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς ὑπηρεσίας, ἵνα εἰσηγηθῶ εἰς τὸν Βασιλέα Διάταγμα περὶ ἀπαναφορᾶς τοῦ Μοσχίδου, ἐζήτησα νὰ ἐξετάσω λεπτομερέστερον τὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἐξετάζων ὁποῖα τὰ ἐπιβεβλημένα μοι καθήκοντα ἐν προκειμένῳ ἐκ τοῦ νόμου. Εἶχον ὑπ’ ὄψει τὸν νόμον περὶ δημοσίων ἔργων, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἐποιήσατο μνείαν ὅτι καὶ ἐγὼ ὄντως εἰς παλαιοτέραν ἐποχὴν συνετέλεσα εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ νόμου τούτου, καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀληθές. Ἐγένετο ὁ νόμος οὗτος εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐκράτει οὐχὶ τόσον καλὴ ἰδέα περὶ δημοσίων ἔργων, ἡ δὲ Βουλὴ τότε ἦτο ὄντως διατεθειμένη νὰ ψηφίσῃ νόμον δρακόντειον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ περιστείλῃ τὴν ἀνωμαλίαν ἡ ὁποία κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἐκράτει, καὶ διὰ τοῦτο βλέπομεν τὸν νόμον τοῦτον ἀπαρτιζόμενον ἀπὸ δύο μέρη. Τὸ πρῶτον περιέχει διοικητικὰς διατάξεις περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ εἶναι ὁλόκληρον ποινολόγιον. Αὐτὴν τὴν δικαιολογητικὴν ἀφορμὴν εἶχεν αὐτὸς ὁ νόμος, ὁ περιέχων τόσας πολλὰς διατάξεις περὶ ποινῶν, αἵτινες ἐπιβάλλονται εἰς τοὺς μηχανικοὺς διὰ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν αἰτίαν. Ἐν προκειμένῳ ὁ νόμος περὶ δημοσίων ἔργων εἰς τρία ἀλλεπάλληλα μέρη κάμνει μνείαν τῶν ποινῶν εἰς ἃς ὑπόκεινται οἱ μηχανικοί, οἱ εἰς τοιαῦτα παραπτώματα ὑποπίπτοντες. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 72, ὅπερ ἔχει οὕτω (ἀναγινώσκει)· «Δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν ὁ ὑπάλληλος, καθ’ οὗ διετάχθη ποινικὴ δίωξις ἐπὶ κακουργήματι». Αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἔφερε τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας εἰς τὸν Μοσχίδην (ἀναγινώσκει)· «Ὁ ὑπάλληλος ὅστις κατεδικάσθη δυνάμει ἐκτελεστῆς ἀποφάσεως εἰς ποινὴν στεροῦσαν τὴν προσωπικήν του ἐλευθερίαν διὰ χρόνον οὐχὶ μείζονα τῶν 6 μηνῶν, τίθεται εἰς ἀργίαν καὶ δὲν μισθοδοτεῖται δι’ ἅπασαν τὴν διάρκειαν τῆς ποινῆς. Κατὰ τούτου δύναται ἐπὶ πλέον, ἀναλόγως τῶν περιστάσεων, νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἡ ποινὴ τῆς διακοπῆς τοῦ πρὸς προαγωγὴν δικαιώματος». Τὸ ἀμέσως ἑπόμενον ἄρθρον ὁμιλεῖ περὶ προσωρινῆς παύσεως, ἥτις ἐπιβάλλεται διὰ διαφόρους αἰτίας, ἤτοι (ἀναγινώσκει)· «Διὰ παράβασιν οὐσιωδῶν ὅρων συμβολαίου κλπ. καὶ κατεδικάσθη ἐπὶ πλημμελήματι εἰς ποινὴν φυλακίσεως ὑπὲρ τοὺς 6 μῆνας». Τὸ δὲ ἄρθρον 74, τὸ περιλάλητον, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προεκάλεσε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀφορμὴν σήμερον, ἕνεκα τῆς ὁποίας συζητοῦμεν τὴν ὑπόθεσιν ταύτην. Θὰ ἔλθω διὰ τοῦτο εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τῆς ὑποθέσεως, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἠθικῆς, διότι βεβαίως ἡ ὑπόθεσις διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, τὸ νομικόν, διὰ νὰ ἴδωμεν τίνα ὑποχρέωσιν εἶχεν ὁ Ὑπουργός, ἂν δηλ. παρηνόμησεν ἐν προκειμένῳ, ὅταν δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐξετασθῇ, θὰ θελήσωμεν νὰ ἐξετάσωμεν καὶ ἄλλως τὴν ἐνέργειαν τοῦ Ὑπουργοῦ, ἐὰν ἐν προκειμένῳ εἶναι ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ἐντὸς τῶν κανόνων τῆς ἠθικῆς. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ πρᾶξις εἰς τὴν ὁποίαν κατεδικάσθη ὁ Μοσχίδης ἀποτελεῖ σοβαρὰν προσβολὴν τῆς τιμῆς. Τὸ ἄρθρον 74, καὶ ἀναγινώσκω αὐτὸ ὁλόκληρον, διότι ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ εἰς ἣν παρακάθηνται τόσοι διακεκριμένοι νομικοὶ νὰ δυνηθῇ νὰ σχηματίσῃ μόνη της, ἄνευ ἑρμηνείας διατάξεων νόμων καὶ ἄλλων πραγμάτων, νὰ σχηματίσῃ μόνη της γνώμην καὶ πεποίθησιν περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Ἡ ἀπόλυσις, λέγει τὸ ἄρθρον 74, ἐπιβάλλεται διὰ τοὺς ἀκολούθους αἰτίας (ἀναγινώσκει)· «1) Διὰ πράξεις, αἵτινες καίπερ μὴ ὑπαγόμεναι εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, ἀποτελοῦσι σοβαρὰν προσβολὴν τῆς τιμῆς». Περὶ τούτου θὰ ἐπανέλθω. «2) Διὰ καταδίκην εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, κλοπῇ, ἀπάτῃ, ὑπεξαιρέσει, δωροδοκίᾳ, ἐκβιάσει ἢ ἐπὶ ἑτέρῳ πλημμελήματι, συνεπαγομένῳ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 22 ἢ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου». Ἐδῶ ἔχω μικρὰν διαφωνίαν, τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ τὴν συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτής. Ἐκεῖνος μὲν σταματᾷ εἰς τὸ «ἢ» διαζευκτικόν, ἐγὼ δὲν σταματῶ· παίρνω φόραν· πηγαίνω μέχρι τέλους.
§196Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐσταματήσατε καὶ σεῖς.
§197Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν ἐσταμάτησα, ὡς ἀμέσως θὰ ἴδητε. Ἐξεταστέον, «τῷ συνεπαγομένῳ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 22 ἢ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου», ποῦ ἐφαρμόζεται; Ἂν δεχθῶμεν ὅτι ἐφαρμόζεται εἰς τὰς λοιπὰς ποινάς, εἰς ἀπάτην, ὑπεξαίρεσιν καὶ δωροδοκίαν, ζητεῖ ὁ νόμος νὰ ἔχῃ κατηγορηθῇ ἐπὶ πλημμελήματι τοιούτῳ, τότε ἐν προκειμένῳ, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ Μοσχίδου τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ εἰρημένου νόμου, διότι τὸ μὲν ἄρθρον 22 ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἰδιωτῶν, οἱ ὁποῖοι ὑποπίπτουσιν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς ἀπάτης, τὸ δὲ ἄρθρον 24 ὁμιλεῖ περὶ τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, τῶν «ἐν τέλει», ὅπως λέγει ὁ ποινικὸς νόμος. Ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου, ἡ ἐτυμογορία τῶν ἐνόρκων ἀπέδειξεν ὅτι ἐν προκειμένῳ...
§198Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Τὸ ἄρθρον 24 δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἐν τέλει, ἀλλ’ ὁμιλεῖ διὰ καταδικαζομένους διὰ πράξεις ἀναγομένας εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν.
§199Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. .. ἐν προκειμένῳ δέον νὰ ἐξετάσω ἂν τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου εἶχεν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Βεβαίως, δὲν ἠδυνήθην νὰ στηριχθῶ εἰς τὰς ἐμὰς νομικὰς γνώσεις. Ἔπρεπε νὰ ζητήσω τὴν ἐπικουρίαν ἐκείνων, οἵτινες νόμῳ ἐτάχθησαν νὰ φωτίζωσι τοὺς Ὑπουργούς. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι μὲ καλύπτει ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἂν δὲ καλύπτει τὴν οὐσιαστικήν μου εὐθύνην καλύπτει αὐτὴν κατὰ τοῦτο, ὅτι προκειμένου νὰ μορφώσω ἐγώ, μὴ νομικὸς νομικὴν γνώμην ἐπὶ τοῦ πράγματος, ἔκαμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοὶ ἐπέβαλε τὸ καθῆκον, ἐζήτησα γνώμην παρὰ τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, εἰς τὸ ὁποῖον παρέπεμψα ὅλην τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὸν φάκελλον αὐτῆς καὶ ἔλαβον γνώμην τὴν ὁποίαν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω, διότι ἴσως θὰ σᾶς χρησιμεύσῃ ὡς ἀφετηρία τῆς ὑμετέρας γνώμης, καὶ δύναται ἕκαστος ὑμῶν νὰ κρίνῃ ἂν ἔχῃ ἀξίαν καὶ βάρος ἢ ἔχῃ βάρος ἀχύρου ὅπως ἠθέλησαν νὰ εἴπωσι οἱ κ. κ. Συνάδελφοι.
§200Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τί βάρος ἔχει!
§201Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι πατσαβουρόχαρτο.
§202Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἐντροπὴ ὅτι εὑρέθησαν νομικοὶ νὰ ἐκθέσωσι τοιαύτην γνώμην.
§203Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ὅπως διὰ τὸν νόμον περὶ ταχυδρομείων.
§204Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Δὲν πρόκειται ἐγὼ νὰ κρίνω νομικὰς γνωμοδοτήσεις. Τὰ ἐρωτήματα ἦσαν τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· αʹ) «Ἂν ὁ νομομηχανικὸς Π. Φ. Μοσχίδης, καταδικασθεὶς οὐχὶ ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 24 τοῦ 1914 ἀποφάσεως τῶν ἐν Σπάρτῃ συνέδρων εἰς 2 καὶ ½ μηνῶν φυλάκισιν, εἶναι κατὰ νόμον ἀπολυτέος» καὶ βʹ) «ἄν, μὴ ὢν ἀπολυτέος, δέον νὰ ἀνακληθῇ ἐκ τῆς ἀργίας». Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἀπαντᾷ· «Ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος ἐγεννήθησαν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἐννοίας τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 74 ἐδάφιον 2 τοῦ νόμου ͵ΓΦΜΒʹ ἕνεκα τῆς μὴ διηκριβωμένης διατυπώσεως αὐτοῦ. Κατὰ τὴν μίαν γνώμην ὁ ὅρος «συνεπαγομένῳ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρου 22 ἢ 24 ποιν. νόμου», ἀναφέρεται μόνον εἰς τὸ «ἢ ἐπὶ ἑτέρῳ πλημμελήματι» καὶ δέον νὰ ἑρμηνευθῇ τὸ ἄρθρον ὡσὰν εἶχεν οὗτος «διὰ καταδίκην ἐπὶ ἀπάτῃ κλπ., ἢ ἐπὶ ἑτέρῳ πλημμελήματι, συνεπαγομένῳ ὅμως τούτῳ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 22 ἢ 24 τοῦ ποιν. νόμου. Κατὰ τὴν ἑτέραν γνώμην ὁ ὅρος «συνεπαγομένῳ κλπ.» συνεδέεται καὶ πρὸς τὰ ἐν ἄρθρῳ 74 ἐδ. 2 εἰδικῶς καταλεγόμενα πλημμελήματα, τῆς ἐννοίας οὔσης ὡσεὶ τὸ γράμμα διετυποῦτο οὕτω· «διὰ καταδίκην ἐπὶ ἀπάτῃ κλπ.». Ἡ πλειονοψηφία τοῦ Συμβουλίου (4–2) ἠσπάσθη τὴν δευτέραν ἐκδοχήν, ἄλλως τε καὶ διὰ τοὺς ἑξῆς λόγους· διότι ὁ νομοθέτης, καθάπερ προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ ἐδαφ. γʹ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 74, ὁρίζοντος τὴν ἀπόλυσιν διὰ καταδίκην εἰς ἐγκληματικὴν ποινήν, οὐδὲν ἄλλο ἠθέλησεν ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ ἁπλῶς τὰς ἐν τῷ νόμῳ ͵ΓΦΜΒʹ προβλεπομένας ὑπὸ τῶν ἄρθρων 21, 22 καὶ 24 τοῦ ποιν. νόμου περιπτώσεις, ἂν δὲ ἐννόει νὰ τροποποιήσῃ ἅμα ἐπαναλαμβάνων αὐτάς, ἡ διατύπωσις θὰ ἐγίνετο, ὡς εἰκός, μετὰ μείζονος προσοχῆς, ὥστε νὰ μὴ γεννᾶται τόση ἀσάφεια. Ἔπειτα δὲ καὶ ἡ ἔννοια τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρ. 74 ἐδ. 2 δείκνυται σαφέστερον ἐκ τῆς ἐξετάσεως ταύτης ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰς τῶν ἄρθρων 72 ἐδ. 3 καὶ 73 ἐδ. 6. Ἐν ἄρθρῳ 72 παράγραφος 3 ὁρίζεται διὰ πάντα ἀνεξαιρέτως τὰ πλημμελήματα ὅτι ὁ καταδικαζόμενος εἰς ποινὴν ἐλάσσονα τῶν ἓξ μηνῶν τίθεται εἰς ἀργίαν. Ἂν ἐννόει ὁ νομοθέτης ὅτι διὰ τὰ πλημμελήματα τὰ καταλεγόμενα ἐν ἄρθρῳ 74 ἐδ. 2 ἐπιβάλλεται ἡ ἀπόλυσις, ἔστω καὶ ἐπὶ καταδίκης μὴ ὑπερβαινούσης τοὺς ἓξ μῆνας, θὰ διετύπου ἐξαίρεσιν καὶ πρὸς αὐτά. Δὲν δύναται δὲ νὰ λεχθῇ ὅτι παρέλιπε νὰ καθιερώσῃ τὴν ἐξαίρεσιν εἴτε ἐκ παραβλέψεως εἴτε ὡς ὑπονοουμένην, καθόσον μαρτυρεῖται τρανῶς τὸ ἐναντίον ἐκ τοῦ ἄρθρου 73 ἐδ. 6. Ἐνταῦθα ὁριζομένης τῆς προσωρινῆς παύσεως διὰ καταδίκην ὑπὲρ τοὺς ἓξ μῆνας, ἐπειδὴ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ σύμπτωσις πρὸς τὰς περιπτώσεις τῆς ἀπολύσεως ἐπὶ τοῖς πλημμελήμασι τοῦ ἄρθρου 74 § 2 διὰ καταδίκην ὑπὲρ τὸ ἔτος, καθιερώθη ἡ ἐξαίρεσις καὶ πρὸς αὐτά. Εἶναι ἄρα πρόδηλον ὅτι ὁ λόγος δι’ ὃν καθώρισεν ὁ νομοθέτης ἐν τοῖς περὶ ἀργίας τὴν ἐξαίρεσιν τῶν πλημμελημάτων τοῦ ἄρθρου 74 § 2, εἶναι διότι εἶχεν ὑπ’ ὄψει του ὅτι διὰ ταῦτα προσαπαιτεῖται καταδίκη τουλάχιστον ἐνιαυσία, καὶ κατ’ ἀκολουθίαν δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ σύμπτωσις τῶν περιπτώσεων. Ἡ αὐτὴ μειονοψηφία ἀπεφάνθη ὅτι ὁ νομομηχανικὸς Π. Μοσχίδης εἶναι ἀπολυτέος δυνάμει τοῦ ἄρθρου 74 ἐδ. 1, ἅτε τοῦ τῆς ἀπάτης πλημμελήματος ἀποτελοῦντος σοβαρὰν προσβολὴν τῆς τιμῆς. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία ἔχει ἐναντίαν γνώμην, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι ἡ διάταξις αὕτη, ἥτις οὔτε τὸ κρῖνον πρόσωπον ὁρίζει, πάντως ὅμως δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐπὶ πράξεων ὑπαγομένων εἰς τὴν ποινικὴν δικαιοδοσίαν, ἀφοῦ καὶ ῥητῶς λέγεται τοῦτο καὶ ὁρίζονται εἰδικῶς αἱ συνέπειαι τῶν τῆς ποινικῆς δικαιοδοσίας πράξεων κατὰ λόγον τῆς ἐπιβληθείσης ποινῆς. «Ἐπὶ τοῦ βʹ ζητήματος τὸ Συμβούλιον παμψηφεὶ ἀπεφήνατο ὅτι ὁ Π. Μοσχίδης κατὰ τὸν νόμον δέον νὰ ἀνακληθῇ ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, διότι ὅταν ἡ ἀργία ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι διετάχθη ποινικὴ δίωξις ἐπὶ κακουργήματι, ὅπως συνέβη καὶ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει, ἡ διάρκεια αὐτῆς δὲν παρατείνεται πέραν τῆς ἐκδικάσεως τῆς ὑποθέσεως. Μετὰ τὴν ἐκδίκασιν ἂν ἐκ τῶν δύο ἢ ἀθωοῦται ὁ κατηγορούμενος καὶ τότε ἀνακαλεῖται μὲν οὗτος εἰς τὴν ἐνεργὸν ὑπηρεσίαν, δύναται δὲ νὰ ἀνακληθῇ καὶ ἡ ποινὴ τῆς ἀργίας ἄρθρον 76, ἢ καταδικάζεται καὶ τότε, ἂν ἡ καταγνωσθεῖσα ποινὴ εἶναι ἔλαττον τῶν ἓξ μηνῶν, ἐπιβάλλεται ἡ ἀργία, διαρκοῦσα ὅσον καὶ ἡ στέρησις τῆς προσωπικῆς του ἐλευθερίας (ἄρθρ. 72 ἐδ. 3) ἡ ἐν ταῖς περιπτώσεσι ταύταις θέσις εἰς ἀργίαν εἶναι συνέπεια τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ ὑπαλλήλου μὴ δυναμένου νὰ προσφέρῃ τὰς ὑπηρεσίας καὶ διὰ τοῦτο οὐδόλως μισθοδοτεῖται. Κατ’ ἀκολουθίαν δὲ δεδομένου ὅτι παρεσχέθη τῷ καταδικασθέντι ὑπαλλήλῳ τὸ εὐεργέτημα τῆς ἀναστολῆς τῆς ποινῆς, δὲν συντρέχει λόγος θέσεως αὐτοῦ εἰς ἀργίαν ἐπὶ τῷ λόγῳ τῆς καταδίκης». Αὐτή, Κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη τὴν ὁποίαν τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐν προκειμένῳ ἐξέφερεν ἐπὶ τοῦ νομικοῦ μέρους τῆς ὑποθέσεως. Ἐνόμισα ὅτι οὐδεὶς συντρέχει λόγος ἐκ τοῦ νόμου ἵνα προκαλέσω τὴν ἐφαρμογὴν τοιαύτης ποινῆς. Ἓν μόνον ζήτημα εἰς ἐμὲ ἀπέμεινε, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπικαλοῦμαι τὴν ὑμετέραν προσοχήν, τὸ ζήτημα τῆς προσβολῆς τῆς τιμῆς. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτιμήσῃ αὐτὸ τὸ δικαστήριον· ἐπρόκειτο μόνον περὶ ποινῆς διοικητικῆς τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην νὰ τῷ ἐπιβάλω ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον πεισθῇ ὅτι ὑπῆρχε τοιαύτη προσβολὴ τῆς τιμῆς. Καὶ ἂς ἐξετάσωμεν ὑπάρχει τοιαύτη τῆς τιμῆς προσβολή; Τρία εἶχον τὰ ἐρείσματα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἠδυνάμην νὰ στηριχθῶ, ἵνα μορφώσω γνώμην κατὰ συνείδησιν καὶ πεποίθησιν. Πρῶτον ἡ δικαστικὴ ἀπόφασις, δεύτερον τὸ Συμβούλιον ἐκεῖνο τὸ ἀνώτερον, τῶν μηχανικῶν, Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον ἀσκεῖ πᾶσαν τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, τὴν γνωμοδοτικὴν ἐπὶ τοῦ Σώματος τῶν Μηχανικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον κατέχον ὅλα τὰ στοιχεῖα εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τῶν μηχανικῶν, καὶ τρίτον τὴν ἡμετέραν προσωπικὴν ἀντίληψιν. Τί λέγει ἡ ἀπόφασις; Ἔχομεν πρῶτον τὴν ἐτυμογορίαν τῶν ἐνόρκων ἡ ὁποία ποιεῖται αὐτὴν τὴν διαστολήν, ὅτι δὲν διέπραξέ τι ἀδίκημα ἐν τῷ ἔργῳ του ὡς δημοσίου ὑπαλλήλου. Ἔχω τὴν πρότασιν τοῦ Εἰσαγγελέως ζητοῦντος νὰ μὴ ἐπιβληθῇ εἰς τοῦτον μεγάλη ποινή, καὶ ζητοῦντος προσέτι τὴν ἀναστολὴν τῆς ποινῆς ταύτης. Ἔχω τὴν ἀπόφασιν τῆς ποινῆς ταύτης. Ἔχω τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου τῶν Συνέδρων, ἐπιβάλλουσαν εἰς τὸν Μοσχίδην τὴν ποινὴν τῶν 2 καὶ ½ μηνῶν φυλακίσεως, ἐνῷ εἶχε δικαίωμα νὰ τῷ ἐπιβάλῃ μέχρι 5 ἐτῶν, ἀναστείλαντος δὲ τὴν ποινὴν εὐθὺς ἀμέσως. Ἔχω πρὸς τούτοις ὅμως καὶ μίαν ἑτέραν πολύτιμον συνδρομήν, τὴν ἐτυμογορίαν τῶν ἐνόρκων, ἡ ὁποία, προκειμένου περὶ τοῦ ἐργολάβου Μοσχίδου, λέγει ὅτι ὁ μηχανικὸς οὗτος διέπραξε τὸ ἔγκλημα τῆς ἀπάτης οὐχὶ ἐξ ἰδιοτελείας, οὐχὶ διὰ κατάχρησιν, ἀλλὰ πεισθεὶς ὅτι θὰ μετατεθῇ. Αὐτὸ λέγει ἡ ἀπόφασις.
§205ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τόσον ψευδὴς ἦτο;
§206Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Τὸ σοβαρώτερον δὲν εἶναι ὅτι ὑποχωρεῖ ὁ ὑπάλληλος. Βεβαίως εἶναι περιστάσεις καθ’ ἃς ὑποχωρεῖ. Δὲν θέλω νὰ ὑπεραμυνθῶ τοῦ ὑπαλλήλου, ἀλλὰ λέγω ὁποία ὅπως δήποτε θὰ ἦτο ἡ γνώμη μου περὶ αὐτοῦ. Δὲν ὑπῆρξε κατάχρησις, σφετερισμὸς χρήματος, ὅτε θὰ ἔδει νὰ κολάσωμεν τοὺς σφετεριστὰς τοῦ χρήματος διὰ τῆς μεθόδου τῆς ἐκτελέσεως δημοσίων ἔργων. Ἔπεμψα, λοιπόν, τὸν φάκελλον τῆς ὑποθέσεως πρὸς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον ἐγνώριζε τὸν ὑπάλληλον καὶ ἔθηκα τὸ ἐρώτημα, ἐὰν καὶ κατὰ πόσον ὁ ὑπάλληλος οὗτος δύναται νὰ στερηθῇ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ μὴ προαχθῇ ἐπὶ διάστημά τι χρόνου, καὶ δεύτερον, ἀνεξαρτήτως τοῦ νομικοῦ ζητήματος, ὁποία εἶναι ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου ἀπὸ οὐσιαστικῆς ἀπόψεως κρινομένου τοῦ πράγματος, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπαναφορᾶς, ἐφ’ οὗ ἀπεφάνθη τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων ἀπήντησεν ὅτι μὴ συντρέχοντος λόγου ἀπολύσεως δέον νὰ γίνῃ ἡ ἐπαναφορά του. Ἀλλ’ ἠδυνάμην νὰ μορφώσω γνώμην ἐν προκειμένῳ καὶ ἄλλοθι. Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης ἐξητάσθην ὡς μάρτυς κατὰ τὴν προανάκρισιν ἐν Καλάμαις, μὴ ἐδόθη δὲ τότε εὐκαιρία νὰ σχηματίσω γνώμην ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως. Εἶναι δὲ ἡ γνώμη μου ἀκριβῶς αὕτη, ἥτις ἀπεκρυσταλλώθη εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου Σπάρτης. Ἐπείσθην ὅτι ὁ Μοσχίδης δὲν ἔδειξε τὸ ἀπαιτούμενον σθένος ἀπέναντι τοῦ ἐργολάβου. Αὐτὸ εἶναι τὸ λάθος του. Εἰς σφετερισμὸν ὅμως δημοσίου χρήματος δὲν προέβη. Κατόπιν τούτων εἶχον ὑπ’ ὄψει μου ὅτι ὁ ὑπάλληλος οὗτος ἐπὶ 22 ἔτη οὐδέποτε ἄλλοτε ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ ἦτο εἷς τῶν καλῶν μηχανικῶν. Κατὰ τὸν πόλεμον προσέφερεν ὑπηρεσίας μεγάλας, κατὰ τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις τοῦ Γενικοῦ Στρατηγείου, διότι τῷ ἀνετέθη ἐν Μακεδονίᾳ ἡ ἐκτέλεσις ἔργων, κατασκευὴ γεφυρῶν κλπ., ὡς εἰς τὸ Τοψίν, τὰ ἔργα δὲ ταῦτα ἐξετέλει διὰ χρημάτων τοῦ δημοσίου ἐπὶ ἐκδόσει λογαριασμοῦ.
§207Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Πολὺ κακὰ ἔκαμεν ἡ ὑπηρεσία.
§208Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ἦσαν τοιαῦται αἱ περιστάσεις. Ἡ στρατιωτικὴ Ἀρχὴ ὅπως δήποτε εἶχεν ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτόν, καὶ ἐκ τῶν ὑστέρων κρίνουσα τὰς ἐνεργείας αὐτοῦ, ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ τὸν ἐφοδιάσῃ καὶ μὲ τοιοῦτο πιστοποιητικόν.
§209Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Ἔκαμε γεφύρας, δι’ ὧν διῆλθε τὸ πυροβολικόν.
§210Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δίδετε καὶ σεῖς πιστοποιητικόν;
§211Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Δίδω.
§212Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τότε εἶναι ἀρκετόν.
§213Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Μοὶ εἶναι τελείως ἀδιάφορος ἡ γνώμη σας.
§214Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Νομίζω ὅτι οὐδὲν εἶχον ἐκ τοῦ νόμου δικαίωμα νὰ ἐπιβάλω κατὰ τοῦ Μοσχίδου κεφαλικὴν ποινήν. Εἶχον δικαίωμα μόνον νὰ ἐπιβάλω ποινὴν διοικητικὴν καὶ ταύτην ἐπέβαλα εἰσηγηθεὶς Β. Διάταγμα, δι’ οὗ ἐστέρησα αὐτὸν τοῦ δικαιώματος τῆς προαγωγῆς ἐπὶ ἓν ἔτος διὰ τὴν κουφότητα τὴν ὁποίαν ἐπέδειξε μὴ δείξας σθένος ἀπέναντι τῶν ἐργολάβων, ἀλλ’ ὑποπεσὼν εἰς τὸ ἔγκλημα, ὅπερ ἀναφέρει ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐν Σπάρτῃ Συνέδρων. Ἡ ποινή, τὴν ὁποίαν τῷ ἐπέβαλα, εἶναι πραγματική, διότι ὄχι μόνον οἱ σύγχρονοι αὐτοῦ ἀλλὰ καὶ πάντες σχεδὸν οἱ μετ’ αὐτόν, θέλουσι προαχθῆ καὶ καταλάβει τὰ κενά, γνωστοῦ δὲ καὶ δεδομένου ὄντος ὅτι ὅλοι εἶναι νεώτεροι, οὗτος στερεῖται ἐπὶ πολὺ τῆς ἐλπίδος πάσης προαγωγῆς. Καὶ ἂν ἀμφέβαλον κατ’ ἐλάχιστον ὅτι ἦτο καταχραστής, καὶ ἂν δὲν εἶχον νομικὴν ὑποχρέωσιν, ἐφαρμόζων τὸν νόμον, νὰ θέσω αὐτὸν εἰς ἀργίαν ἢ νὰ τὸν ἀπολύσω, ποιούμενος χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ παρεχομένου ἐκ τοῦ νόμου νὰ κρίνω κατὰ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον μοὶ παρεχώρησεν ὁ νόμος, ἐὰν ἡ πρᾶξις αὐτοῦ ἀπετέλει σοβαρὰν προσβολὴν τῆς τιμῆς, δὲν ἤθελον διστάσει οὐδ’ ἐπὶ στιγμὴν νὰ προκαλέσω τὴν ἀπόλυσιν αὐτοῦ μὴ θέλων νὰ παραμένῃ καταχραστὴς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ἐγώ, ὅστις ἀπὸ τοῦ σώματος τῶν μηχανικῶν προελθών, μοχθήσας ὑπὲρ τῆς ἠθικῆς ἀνυψώσεως τοῦ σώματος, καὶ διελθὼν ὅλας τὰς βαθμίδας τῆς ἱεραρχίας διὰ νὰ φθάσω μέχρι τῆς τιμῆς τοῦ ἑδωλίου τοῦ Ὑπουργοῦ, δὲν ἤθελον ποτὲ — βεβαιωθῆτε — περὶ τούτου — ἀνεχθῆ νὰ μένῃ καταχραστὴς ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Αὐτὰ ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ εἴπω εἰς ὅσα ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας Βουλευτὴς ἐξέθηκε.
§215Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐξ ὅσων εἶπεν ὁ κ. Δ. Διαμαντίδης, ὁμιλῶν ἐντεῦθεν ὡς Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, ἀπέδειξεν ὅτι δὲν εἶναι ἐν γνώσει τῶν προηγηθέντων τῆς ὑποθέσεως, ἐφ’ ἧς ὡμίλησεν. Κατὰ πρῶτον δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορά, καθ’ ἣν ἀσχολεῖται ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ Μοσχίδου. Ἠσχολήθη καὶ κατὰ τὸ 1913, κατόπιν ἐπερωτήσεως διατυπωθείσης παρὰ τοῦ ἔχοντος τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ ἤδη πρὸς τὴν Βουλήν. Ὁ Μοσχίδης κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν Συνέδρων εἶχε παραπεμφθῆ διὰ τοῦ ἀπὸ 12 Δεκεμβρίου 1912 ὑπ’ ἀριθ. 1877 βουλεύματος τοῦ Συμβουλίου τῶν ἐν Καλάμαις Πλημμελειοδικῶν, κατηγορούμενος ὡς ὑπαίτιος ἀπάτης καὶ πλαστογραφίας. Ἀλλὰ καὶ κατὰ Ἀπρίλιον ἢ Μάϊον τοῦ 1913 καὶ ἀργότερον, νομίζω, δι’ ἐπιστολῆς ἀποσταλείσης μοι ἐπληροφορήθην καὶ ἐπληροφόρησα τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ὅτι ὁ Μοσχίδης, καίτοι διετέλει ὑπόδικος κατόπιν τοῦ βουλεύματος τὸ ὁποῖον ἀνέφερα ἐπὶ κακουργήματι, ἐξηκολούθει καὶ ἐξακολουθεῖ νὰ διατελῇ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ παρὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρ. 72 τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον φαίνεται ὅτι συνέταξεν ὁ κ. Διαμαντίδης, ὅπερ λέγει· «Ἡ ἀργία ἐπιβάλλεται πάντοτε, διακοπτομένου καὶ τοῦ πρὸς προαγωγὴν δικαιώματος, εἰς τὸν ὑπάλληλον καθ’ οὗ ἐξεδόθη ἔνταλμα φυλακίσεως ἐπὶ κακουργήματι». Τὸ ἔνταλμα φυλακίσεως καὶ τὸ βούλευμα ἐξεδόθησαν, ὡς λέγει τοὐλάχιστον αὐτὴ ἡ διαβολοαπόφασις, τὴν 12 Ὀκτωβρίου 1912. Δὲν γνωρίζω αὐτὴν τὴν ἐποχὴν ἂν ὁ κ. Διαμαντίδης ἦτο προϊστάμενος τῶν Δημοσίων Ἔργων ἐν Θεσσαλονίκῃ.
§216Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὀλίγους τινας μῆνας.
§217Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν γνωρίζω ἂν ἦσθε κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω, κατόπιν τῆς καταγγελίας τῆς γενομένης ἐνταῦθα, εἶναι ὅτι ἐδόθη μία ἀπάντησις ἐκ μέρους τοῦ συναδέλφου σας κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι ὁ Μοσχίδης, ἐὰν ἐξακολουθῇ νὰ διατελῇ ἐν ὑπηρεσίᾳ, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸν βαθμὸν ἐφέδρου ἀνθυπολοχαγοῦ, τὸν ὁποῖον ἐκέκτητο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ ὅτι, ὅτε ἐπληροφορήθη παρ’ ἐμοῦ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης τὰ συμβαίνοντα, διέταξε ἀμέσως νὰ ληφθῶσι τὰ δέοντα μέτρα καὶ ὅτι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων προέβη ἤδη εἰς τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεώς του διὰ τῆς ὁποίας ἐτίθετο εἰς ἀργίαν, συμφώνως πρὸς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 72. Εἰξεύρετε δὲ διατί ὑπεβλήθη ἡ τότε διατυπωθεῖσα ἐπερώτησις; Διότι μετέβαινεν ὁ Μασουρίδης πρὸς τὴν Θεσσαλονίκην, ἵνα λάβῃ παρὰ τοῦ Μοσχίδου τὴν ἐκτέλεσιν καὶ νέων δημοσίων ἔργων, δεκάδος χιλιάδων δραχμῶν. Αὐτὰ δὲν τὰ γνωρίζετε σεῖς. Σᾶς τὰ πληροφορῶ ἐγώ. Καὶ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἀπαντήσητε ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς, εἴχετε καθῆκον, κ. Διαμαντίδη, σεῖς ὁ ὁποῖος βεβαίως δὲν ἠθέλετε ὑποπέσει εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπέπεσεν ὁ Μοσχίδης ὁ προστατευόμενός σας. Δὲν ἔχει οὕτω; Σᾶς ἐρωτῶ· δὲν ἔχει οὕτω, ὅτι δὲν ἠθέλετε ὑποπέσει;
§218Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Ὁ μέχρι τοῦδε βίος μου δύναται νὰ τὸ δείξῃ.
§219Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δι’ αὐτὸ σᾶς ἔθηκα ἐνώπιον τοῦ διλήμματος αὐτοῦ. Ἐπεκαλέσθητε ὑπὲρ ἑνὸς δημοσίου ὑπαλλήλου τὸ ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ πράξῃ μίαν ἀπάτην, ἂν ὄχι πλαστογραφίαν, ἀπάτην χαρακτηρισθεῖσαν πλαστογραφίαν, διότι δὲν ἦτο ἡ ὑπηρεσία κατὰ τὴν ὁποίαν συνέπραξε καὶ ἔπραξε τὴν ἀπάτην δημόσιος ὑπάλληλος ἀλλ’ ἦτο ὑπηρεσία ἰδιωτική. Ἐπετρέπετο τοῦτο; Εἶχον καθῆκον νὰ ὑπομνήσω πάντα ταῦτα πρὸς τὴν Βουλήν, ἵνα μάθῃ ταῦτα καὶ ὁ κ. Διαμαντίδης. Ἀλλ’ ὁ κ. Διαμαντίδης, ἐνῷ ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου του ἔλεγεν ὅτι δὲν θέλει ἐπικαλεσθῆ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ἐν τέλει ἀπεστήθισεν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου μέχρι τοῦ ἄλλου. Καὶ δὲν ἠρκέσθη μόνον εἰς τὴν ἀποστήθισιν αὐτήν ἀλλὰ κατόπιν μᾶς ἀνέγνωσε καὶ τὰ σχετικὰ ἄρθρα τοῦ νόμου. Τὸν ἐρωτῶ· ἐγίνωσκεν ἃ ἀνεγίνωσκεν; Καὶ ἀπαντῶ ἐγὼ ἀντ’ αὐτοῦ ὅτι δὲν ἐγίνωσκεν ἃ ἀνεγίνωσκεν, διότι μήτε θὰ ὑπεστήριζεν, μήτε θὰ ἐπεκαλεῖτο τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Ν. Συμβουλίου. Ἔσφαλεν, διότι δὲν ἠρκέσθη εἰς τὸν κύκλον τῶν γνώσεών του καὶ δι’ αὐτὸ δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ πελαγώσῃ εἰσελθὼν εἰς ἐκτίμησιν νομικὴν καὶ δὴ εἰς ἑρμηνείαν νόμου. Ἐγὼ ἔχω τὴν ἀρίστην ὑπόληψιν περὶ τοῦ κ. Διαμαντίδου. Ἐγνώρισα αὐτὸν γραμματέα τῆς λιμενικῆς ἐπιτροπῆς Στυλίδος κατὰ τὸ 1893...
§220Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ. Μηχανικόν.
§221Δ. ΡΑΛΛΗΣ. .. καὶ ἐθαύμασα καὶ ἐπῄνεσα τὸν ζῆλον του περὶ τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ τὴν ἱκανότητά του καὶ τὴν νοημοσύνην του. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἦτο πολὺ μετριοφρονέστερος. Περιωρίζετο εἰς τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τῷ ἐπεβάλλοντο ἐκ τῆς εἰδικότητός του καὶ τῶν γνώσεών του καὶ τῶν σπουδῶν του καὶ τῆς μελέτης του. Σήμερον βλέπομεν αὐτὸν ἄλλον ἀντ’ ἄλλου. Σήμερον διδάσκει ἡμῖν καὶ τὸ δίκαιον. Θὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν κύκλον τῶν γνώσεών του. Ἔχει συναδέλφους πολλοὺς καὶ ἀξίους νομικοὺς καὶ ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς ζητήματος νομικοῦ, συμβουλεύω αὐτὸν ὅπως ἀποταθῇ πρὸς αὐτούς. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἐκ τῶν ἀρίστων νομικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης διεκρίθη μεταξὺ τῶν νομικῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν ἐπίσης, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας ἐπίσης. Νομίζω ὅτι ἔχει ὁλόκληρον ἐπιτελεῖον πρώτης τάξεως καὶ ὅτι εἶναι ἐνδεδειγμένον ν’ ἀφήσῃ εἰς τὸ ἐπιτελεῖον αὐτὸ τὴν διατύπωσιν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν. Ἐὰν δὲ εἰσέλθω εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, θὰ πράξω τοῦτο μετὰ λύπης, διότι πρέπει νὰ οἰκτείρῃ τις τὴν γνωμοδότησιν αὐτοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἷς τῶν Συναδέλφων ἠρώτησε κατὰ πόσον ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διακόπτων τὸν κ. Διαμαντίδην. Τὸ ἄρθρον 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἀποβλέπει εἰς καταδίκην, ἡ ὁποία συνεπάγεται ἔκπτωσιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Τὸ δὲ ἄρθρον 22 τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Μαΐου 1836 Β. Διατάγματος τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι «ἡ ἕνεκα τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ Π. Ν. διαλαμβανομένων πλημμελημάτων ἐπακολουθοῦσα ἢ καταγινωσκομένη πρόσκαιρος ἢ διὰ βίου στέρησις τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ 23 § 7 ὡρισμένων πολιτικῶν, ἀστικῶν ἢ συγγενικῶν δικαιωμάτων κλπ.». Ἐκεῖ πρόκειται ὄχι περὶ ἀπολύσεως ἐκ τῆς θέσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἐκπτώσεως. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τοιούτου τινός. Ἐδῶ πρόκειται περὶ ἐφαρμογῆς διατάξεως τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων, διατάξεως ἀφορώσης εἰς ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου, ἐγκαλεῖται δὲ ὁ κ. Διαμαντίδης ὅτι ἀσκῶν τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας δὲν ἐξετέλεσε διάταξιν τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων. Ἐν τέλει τῆς ἀγορεύσεώς του, κατ’ ἀντίθεσιν πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπεσχέθη ἐν ἀρχῇ αὐτῆς, ἀπεστήθισεν, ὡς εἶπον πρὸ ὀλίγου, τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ τὴν ἀνέγνωσεν, ἀλλὰ καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω ὅτι «οὐκ ἐγίνωσκεν ἃ ἀνεγίνωσκεν». Ἠθέλησε μάλιστα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ τὸν σταματήσῃ εἰς τὸν κατήφορον, ἀλλ’ ἐν τῷ ἐνθουσιασμῷ του καὶ ἐν τῇ νέᾳ του σταδιοδρομίᾳ, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ τάμῃ ἐνταῦθα, ποῦ νὰ εἰσακούσῃ τὸν ὑπαινιγμὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶπεν ὅτι ἡ ἀπόφασις τῶν ἐνόρκων ἀποφαίνεται ἀποφατικῶς, διότι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς πράξεως δὲν ἤσκει καθήκοντα δημοσίου ὑπαλλήλου. Αὐτὸ δὲν εἶδεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀναγινώσκων τὸ πρῶτον ζήτημα τῆς ἀποφάσεως τῶν συνέδρων. Δὲν συνεκινήθη τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων ἐκ τῶν ἀρετῶν τοῦ κ. Μοσχίδου τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἐντεῦθεν, ἀλλ’ ἐξήτασεν ἂν τὴν ἐνέργειαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔλαβε χώραν ἡ πρᾶξις δι’ ἣν κατηγορεῖται, τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν ἐνήσκει ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Σᾶς λέγει τοῦτο ἡ ἀπόφασις, ἀλλὰ σεῖς δὲν θέλετε νὰ καταλάβητε καίτοι εἶσθε τόσον γνώστης εἰς ὅλα τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν σύλληψιν, τὴν καταμέτρησιν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν μηχανικῶν ἔργων (ἀναγινώσκει)· «Ὄχι· δὲν εἶναι ἔνοχος ὁ κατηγορούμενος Π. Μοσχίδης γεννηθεὶς ἐν Ἀδριανουπόλει καὶ κατοικῶν ἐν Ἀθήναις κλπ., ὅτι ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, ἤτοι νομομηχανικὸς Μεσσήνης ἐν Καλάμαις, εἰς τὸν ὑπ’ ἀριθ. 9 καὶ ἀπὸ 22 Ἀπριλίου 1910 λ)σμὸν καὶ πιστοποίησιν πρὸς πληρωμήν, ἤτοι εἰς ἐπίσημον πιστοποιητικὸν κλπ. ἐπεκύρωσε καὶ παρέστησεν ἐν γνώσει πράγματα ψευδῆ κλπ.» διότι ἐπρόκειτο περὶ ἔργου λιμενικοῦ. Ἐκεῖ ἐκλήθη ὁ κύριος νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τοῦ λιμενικοῦ, ἀλλ’ ὄχι ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου. Αὐτὸ σᾶς λέγει τὸ «ὄχι» τῶν ἐνόρκων ἐν τῷ πρώτῳ ζητήματι· δὲν εὗρε δηλ. ἐν τῷ προσώπῳ τοῦ Μοσχίδου τὸ δικαστήριον τὴν ἰδιότητα τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τὴν ἐνάσκησιν τῆς ἰδιότητος τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, καὶ δι’ αὐτὸ ἀπήλλαξεν αὐτὸν τῆς πρώτης κατηγορίας. Ἀλλ’ ὑπῆρχε καὶ δεύτερον ζήτημα, καὶ εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα λέγει· «Ναί· εἶναι ἔνοχος, ὁ αὐτὸς ὡς εἴρηται κατηγορούμενος Π. Φ. Μοσχίδης, ὅτι ἐπιστοποίησε πρὸς πληρωμήν, θέλων νὰ βλάψῃ τὸ Λιμενικὸν ταμεῖον Μεσσήνης καὶ παρέστησεν ἐν γνώσει πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν Λιμενικὴν Ἐπιτροπὴν Μεσσήνης ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ, ἤτοι ὅτι ὁ ἐργολάβος Χρ. Μασουρίδης ἐνήργησεν ἐπένδυσιν πρανῶν προσχωμάτων καὶ κοίτης δι’ ἀργυλοχώματος 440 κυβ. μέτρων, ἐνῷ τὰ 300 κυβ. μέτρα ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου δὲν ἦσαν ἀργυλόχωμα ἀλλ’ ἀμμῶδες χῶμα κλπ., καὶ οὕτω ἀπέκρυψε καὶ ἐπιστοποίησεν ἀθεμίτως πράγματα ἀληθῆ κλπ.» Καὶ ἡ ἀπόφασις εἶναι ὀρθή, θὰ προσθέσω δὲ ὅτι εἶναι καὶ λίαν ἐπιεικής, διότι πρόκειται περὶ ἀπάτης, ἂν δὲ ὁ εὐτελὴς ἐργολάβος Μασουρίδης κατώρθωσεν, ἀπειλῶν ὅτι θὰ μεταθέσῃ τὸν Μοσχίδην, νὰ ἀποσπάσῃ ἀπὸ αὐτὸν μίαν ψευδῆ πιστοποίησιν, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ ἀδίκημα τῆς ἀπάτης, πῶς δύνασθε σεῖς ὁ ὁποῖος δύνασθε νὰ καυχηθῆτε διὰ τὴν ἐντιμότητα τοῦ χαρακτῆρός σας, νὰ ἔχητε ἐμπιστοσύνην εἰς τοιοῦτον ὑπάλληλον; Προέβαλον πρὶν τὸ ἐρώτημα, καὶ σᾶς ζητῶ συγγνώμην, διότι σᾶς γνωρίζω, ἂν εὑρίσκεσθε εἰς τὴν θέσιν, ἐν ᾗ εὑρέθη ὁ Μοσχίδης, ἠθέλετε πράξει τὸ αὐτό; Καὶ μοὶ εἴπετε ὅτι ὁ βίος σας ἐπιμαρτυρεῖ τί ἠθέλετε πράξει. Καὶ συνομολογῶ εἰς τοῦτο. Ἀλλ’ ἀκριβῶς, διότι ὁ βίος σας ἐπιμαρτυρεῖ τί ἠθέλετε πράξει εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἔπρεπε νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν ἦτο ἄξιος ἐμπιστοσύνης ὁ Μοσχίδης, καὶ ἰδίᾳ εἰς τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων, τὸ ὁποῖον ἔχει δυστυχῶς πολλὰς ἁμαρτίας εἰς τὴν ῥάχιν του, ἁμαρτίας, τὰς ὁποίας προσεπαθήσαμεν νὰ ἐξαγνίσωμεν διὰ τοῦ νέου ὀργανισμοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς, διότι ἠθέλετε ἀντιποιηθῆ ἄλλα δικαιώματα, ἐὰν ἠθέλετε ἰσχυρισθῆ ὅτι οὗτος ὀφείλεται εἰς ὑμᾶς· ὀφείλεται εἰς τὰς κραυγὰς τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, αἱ ὁποῖαι προπαρεσκεύασαν τὸ ἔδαφος διὰ τὸ νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον καυχᾶσθε ὅτι ὑμεῖς συνετελέσατε. Τὸ νομοθέτημα περιλαμβάνει πολλὰς διατάξεις, διατάξεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίχθη ἡ γνωμοδότησις τοῦ νομικοῦ Συμβουλίου, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ σεῖς ἐστηρίχθητε, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθητε ἀκύρως, διότι τὸ τμῆμα τῶν Δημοσίων Ἔργων ἔχει τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, καὶ ὁ νόμος «περὶ δημοσίων ἔργων», εἰς τὸν ὁποῖον συνεπράξατε, ἀναθέτει εἰς τὸ Συμβούλιον τοῦτο ν’ ἀποφαίνηται περὶ τῶν πειθαρχικῶν ποινῶν. Ἐσφάλλατε λοιπόν, διότι, ἀντὶ ν’ ἀποταθῆτε εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, ἀπετάθητε εἰς τὸ Νομικὸν Συμβούλιον. Τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἤδη ὁ Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας, δὲν ἔχει τοιαύτην αὐτοτέλειαν, οὔτε ἐκ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ἐκτιμήσεως ἐξαρτᾶται ἡ θέσις τῶν ὑπαλλήλων. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς ὑπομνήσω τὰς διατάξεις ἐκείνας, εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν ὁποίων συνεπράξατε καὶ ὑμεῖς, θὰ εἶναι δὲ ἀντιποίησις ξένων δικαιωμάτων ἐν περιπτώσει, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠθέλετε ἰσχυρισθῆ ὅτι ἐξ ὑμῶν ἐξαρτᾶται ἡ θέσις τῶν ὑπαλλήλων. Ὁ νόμος περὶ τῶν δημοσίων ἔργων περιλαμβάνει πολλὰς διατάξεις. Ἐν ἄρθρῳ 27 ὁρίζει ὅτι αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ εἶναι ἡ ἐπίπληξις, τὸ πρόστιμον, ἀργία μέχρις ἑνὸς ἔτους, διακοπὴ τοῦ πρὸς προαγωγὴν δικαιώματος, προσωρινὴ παῦσις, ἀπόλυσις. Ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ κριθῇ κατὰ πόσον ὁ Μοσχίδης ἔπρεπε ν’ ἀπολυθῇ κατόπιν τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς καὶ ἦτο ἐνδεδειγμένον ν’ ἀποφανθῇ τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων. Σεῖς ὅμως προείλεσθε ἄλλην ὁδόν, διότι ἔχετε τὴν συνήθειαν νὰ ἐξέρχησθε ἐκ τοῦ κύκλου τῶν γνώσεών σας καὶ τῶν καθηκόντων σας, καὶ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐπελήφθη τῶν δύο ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας ὡς ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «αʹ) ἂν ὁ νομομηχανικὸς Π. Μοσχίδης καταδικασθεὶς οὐχὶ ὡς δημόσιος ὑπάλληλος διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 24 τοῦ 1914 ἀποφάσεως τῶν ἐν Σπάρτῃ Συνέδρων εἰς φυλάκισιν 2 καὶ ½ μηνῶν εἶνε κατὰ νόμον ἀπολυτέος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ βʹ) ἄν, μὴ ὢν ἀπολυτέος, δέον νὰ ἀνακληθῇ ἐκ τῆς ἀργίας». Τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐπιληφθὲν τῆς ἐξετάσεως τῶν ἐρωτημάτων ὑμῶν διῃρέθη, καὶ ἡ μὲν πλειονοψηφία ἐδέχθη τὴν ἐκδοχήν, τὴν ὁποίαν μετὰ τόσου στόμφου πρὸ ὀλίγου ἐξεθήκατε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἡ δὲ μειονοψηφία εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ ἀπολυθῇ. Τίνα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα τὰ ὁποῖα ὑπὲρ τῆς γνώμης της προβάλλει ἡ πλειονοψηφία, — διότι ἦσαν τέσσαρες πρὸς δύο· ἂν ἦσαν τρεῖς δὲν θὰ ἦτο πλειονοψηφία, δηλαδὴ ὅση ἤρκεσεν, διὰ νὰ φέρῃ αὐτὴν τὴν γνωμοδότησιν, ἡ ὁποία ἀληθῶς δὲν τιμᾷ τὸ Νομικὸν Συμβούλιον,—διότι ἰδοὺ τί λέγει αὕτη (ἀναγινώσκει)· «διότι λέγει ὁ νομοθέτης καθάπερ προκύπτει καὶ ἐκ τοῦ γʹ ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 74, ὁρίζοντος τὴν ἀπόλυσιν διὰ καταδίκην εἰς ἐγκληματικὴν ποινήν, οὐδὲν ἄλλο ἠθέλησεν ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ ἁπλῶς τὰς ἐν τῷ νόμῳ ΓΦΜΒʹ προβλεπομένας ὑπὸ τῶν ἄρθρων 21, 22 καὶ 24 τοῦ ποιν. νόμου περιπτώσεις». Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ἐντελῶς σφαλερόν, ἀντίκειται δὲ εἰς αὐτὸ τὸ γράμμα τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων, διότι ἄλλα ὁρίζει καὶ γενικώτερα τὸ ἄρθρον 22 τοῦ Ποιν. Νόμου. καὶ ἄλλα ὁρίζει καὶ περισσότερον περιωρισμένα τὸ ἐδ. 2 τοῦ ἄρθ. 74. Ὡς πράξεις ἐπαγομένας τὴν ἀπόλυσιν ἐδῶ ἔχομεν (ἀναγινώσκει)· «Τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα συνοδεύει καὶ τὴν εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν καταδίκην ἕνεκα κλοπῆς, ὑπεξαιρέσεως, ἀπάτης, παραποιήσεως κλπ. ἢ προσβαλόντων τὰ ἤθη»· εἰς δὲ τὸ ἐδ. 2 τοῦ ἄρθρ. 74 τοῦ νόμου περὶ δημοσίων ἔργων ἔχομεν «διὰ καταδίκην εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, κλοπῇ, ἀπάτῃ, ὑπεξαιρέσει, δωροδοκίᾳ, ἐκβιάσει ἢ ἐπὶ ἑτέρῳ πλημμελήματι συνεπαγομένῳ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρ. 22 καὶ 24 τοῦ ποιν. νόμου». Εἰς τὸ ἐδ. 2 τοῦ ἄρθρ. 74 ἔχομεν περιορισμόν, ἐνῷ τὸ 22 εἶναι γενικώτερον. Ποῦ εἶναι ἡ διάταξις «ἢ ἐπὶ ἑτέρῳ πλημμελήματι συνεπαγομένῳ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου;» Εὑρίσκετε αὐτὴν τὴν διάταξιν εἰς τὸ ἄρθρ. 74; Καὶ ἐν τούτοις λέγει ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, ὅτι τὸ ἄρθρ. 74 οὐδὲν ἄλλο ἠθέλησεν ἢ νὰ ἐπαναλάβῃ ἁπλῶς ἐν τῷ νόμῳ τὰς προβλεπομένας ὑπὸ τῶν ἄρθρ. 21, 22, καὶ 24 τοῦ ποινικοῦ νόμου περιπτώσεις. Αὐτὸ εἶναι ψευδὲς καὶ ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἁπλῆς γνώμης, ἠδύναντο οἱ σχηματίσαντες τὴν πλειονοψηφίαν νὰ παραπεμφθῶσιν ἐνώπιον ἄλλου δικαστηρίου παρὰ ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον εὑρίσκετο ἡ γνωμοδότησίς των ὅτι ἐβεβαίωσαν ψευδῆ πράγματα ὡς ἀληθῆ (γέλωτες). Ἀλλὰ εἶναι καὶ κάτι χειρότερον καὶ ἀπελπιστικόν. Προβαίνει τὸ Νομικὸν Συμβούλιον — τοὐλάχιστον αὐτὸ βεβαιοῖ ὁ ἀείμνηστος δικαστικὸς σύμβουλος Γλαράκης, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ εἶναι πολύτιμος εἰς πάντας ὅσοι ἐγνώρισαν αὐτόν, ἐκ τοῦ ἀτελοῦς δὲ καταρτισμοῦ ἐπῆλθεν ἡ πλειονοψηφία αὐτή, διότι ὑπάρχουσι μερικοὶ σύμβουλοι οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκλήθησαν νὰ συμπράξωσιν εἰς τὴν γνωμοδότησιν — προβαίνει, λέγω, τὸ Ν. Συμβούλιον καὶ ἐπικαλεῖται τὸ ἄρθρον 73 ἐδ. 6 διὰ νὰ ἀποφανθῇ ὅτι δὲν εἶναι ἀπολυτέος ὁ Μοσχίδης. Ἀλλ’ ἀκούσατε, παρακαλῶ, τί λέγει τὸ ἄρθρον 73· «ἡ προσωρινὴ παῦσις ἐπιβάλλεται διὰ τὰς ἀκολούθους αἰτίας· 1) διὰ παράβασιν οὐσιωδῶν ὅρων συμβολαίου κλπ., 2) δι’ ἀμέλειαν περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων κλπ., 3) δι’ ὑποτροπὴν εἰς παραπτώματα κλπ. καὶ 6) διὰ καταδίκην ἐπὶ πλημμελήματι εἰς ποινὴν στεροῦσαν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν ὑπὲρ τοὺς 6 μῆνας, πλὴν τῶν ἐν τῷ ἑπομένῳ ἄρθρῳ προβλεπομένων». Καὶ ἐν τούτοις τὸ Νομικὸν Συμβούλιον ἐπικαλεῖται τὴν διάταξιν τοῦ ἐδ. 6 τοῦ ἄρθρ. 73 πρὸς συμπλήρωσιν τῆς γνώμης αὐτοῦ, ὅτι τὸ ἐδ. 2 τοῦ ἄρθ. 74 δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸν Μοσχίδην, ὁ ὁποῖος κατεδικάσθη εἰς ἑνὸς ἔτους φυλάκισιν, ἐνῷ ὁ συναυτουργός του ὁ Μασουρίδης κατεδικάσθη εἰς τρίμηνον φυλάκισιν «Διὰ καταδίκην εἰς ἐπανορθωτικὴν ποινὴν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ κλπ. ἢ ἑτέρῳ πλημμελήματι συνεπαγομένῳ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἄρθρων 22 καὶ 24 τοῦ ποιν. νόμου». Ὅταν ἀνεγίγνωσκεν ὁ κ. Διαμαντίδης τὸ ἐδάφιον αὐτό, τῷ παρετήρησα ὅτι ἐσταμάτησεν ἐκεῖ, καὶ πράγματι ἐσταμάτησε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ σταματήσῃ, διότι δὲν εἶναι δυνατόν, ἀφοῦ ἔχετε ἓν πρὸς ἓν τὰ ἀδικήματα αὐτὰ ἀριθμούμενα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ περίπτωσις τῶν ἄρθρ. 22 καὶ 24 τοῦ Ποινικοῦ νόμου καὶ ἐπ’ αὐτῶν ὡς καὶ ἐπὶ ἑτέρων ἠρίθμησε τὸ ἐδ. 2 τὰ ἀδικήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα, καθόσον ἤθελον τηρηθῇ παρ’ ὑπαλλήλων τῶν Δημοσίων ἔργων συνεπήγοντο τὴν ἀπόλυσιν αὐτῶν, καὶ ἀφοῦ ἠρίθμησεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς ἀτιμωτικὰ δι’ ὑπάλληλον τῶν Δημοσίων ἔργων, περιέλαβε καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ περιλάβῃ «ἢ ἐπὶ ἑτέρῳ ἀδικήματι συνεπαγομένῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἄρθρ. 21, 22 καὶ 24 Ὑποθέτω ὅτι ἐφωτίσθητε καὶ σεῖς, καὶ ἐσχηματίσατε καὶ σεῖς τὴν γνώμην ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου σᾶς ἐπλάνησε καὶ ὅτι περὶ πλέον ἡ γνωμοδότησις τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου εἶναι ἀναξία αὐτοῦ. Ἴσως θὰ ὑπῆρχε ἡ περίπτωσις τῆς παύσεως καὶ τῆς διαλύσεως αὐτοῦ ὁλοκλήρου, διότι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος· πρόκειται περὶ μιᾶς ἀπάτης ἡ ὁποία βεβαιοῦται δι’ ἀποφάσεως δικαστικῆς. Ἐὰν δὲ δὲν ὑπέστη τὴν degradation, τὴν ἔκπτωσίν του ἀπὸ πάσης ἀρχῆς καὶ πάσης τιμῆς ὁ προστατευόμενός σας, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι δὲν ἦτο τὸ δημόσιον, ἀλλὰ τὸ ἀτυχὲς λιμενικὸν ταμεῖον Μεσσήνης, τὸ ὁποῖον ὑπέστη τὴν ζημίαν. Ἀφοῦ οὕτω, Κύριοι, κατενόησε τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου ὁ κ. Διαμαντίδης, ὡς ἐνασκῶν τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, εἶπε τὴν προσωπικήν του γνώμην καὶ τὴν προσωπικήν του σκέψιν. Καὶ ἰδοὺ ὅτι διὰ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπανέρχομαι εἰς τὴν προτέραν ἀγόρευσίν μου, ἐκφράζων τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ διορισμός σας δὲν εἶναι ἔγκυρος. Καὶ σεῖς μὲν δὲν εἶσθε νομικός, ἀλλ’ οἱ Συνάδελφοί σας, οἱ νομικοί, διὰ τῆς αὐτῆς ὁδοῦ θέλουσι νὰ ἐξηγήσωσι τὸν διορισμόν σας ὡς ἔγκυρον, καθ’ ὃν τρόπον ἐξήγησαν καὶ τὴν γνωμοδότησιν ταύτην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου. Ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶσθε Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας· ὅτι δύνασθε νὰ καταγγελθῆτε ἐπὶ ἀντιποιήσει ξένης ἀρχῆς ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἀνελάβετε τοιαῦτα καθήκοντα, ὅτι αἱ πράξεις ὑμῶν δὲν ἔχουσι κῦρος, καὶ ὅτι, καθ’ ὅσον ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε σπεύσει νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν θέσιν ὑμῶν δι’ ἄλλης νομοθετικῆς πράξεως, ἐκθέτει καὶ ὑμᾶς προσωπικῶς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου εἰς κινδύνους. Καὶ διὰ τοῦτο ἐξακολουθῶ νὰ λέγω ὅτι, ἂν ἐξακολουθήσητε νὰ διαχειρίζησθε τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ἴσως — καὶ εὔχομαι νὰ μὴ παρουσιασθῇ τοιαύτη περίπτωσις — ἐὰν ἐπιμείνητε, καὶ ἂν δὲν σπεύσῃ, ὡς εἶπον ἡ Κυβέρνησις, νὰ νομιμοποιήσῃ τὴν θέσιν σας, θέλουσι μετ’ ὀλίγον προκύψει περιστάσεις οὐχὶ εὐχάριστοι καὶ δι’ ὑμᾶς προσωπικῶς, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἠθέλησε ν’ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς γνώμης μου ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἀποδεικνύεται ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν τὴν εἶχον, καὶ ὅτι δὲν ἐσχημάτισα αὐτὴν σήμερον, οὔτε ἐκ πάθους ἐσχημάτισα αὐτήν. Ὥστε βλέπετε ὅ τι δὲν ἔχω κανὲν πάθος. Εἶχον τὴν γνώμην αὐτὴν πρὸ 19 ὅλων ἐτῶν. Δὲν εἶμαι δὲ μόνος, διότι ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἔχω τὴν γνώμην ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι πολὺ πολυτιμοτέρα, τὴν γνώμην τοῦ πατρός του, τοῦ ἀοιδίμου καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ Δικαίου, τοῦ Ἰωάν. Ἀραβαντινοῦ. Ἐν τῷ συγγράματί του δέ, ὡς ἔλεγον, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, μὲ ἐτίμησε μνημονεύων τὴν γνώμην μου καὶ ἀποφαινόμενος ὅτι εἶναι ἡ μόνη ὀρθή. Αὐτὴν τὴν γνώμην ἐπαναλαμβάνω καὶ σήμερον. Τώρα δυνατὸν τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον, τὰ Β. Διατάγματα περὶ διορισμοῦ καὶ Ὑπουργοῦ καὶ ὑπαλλήλων, καὶ τὰ Β. Διατάγματα τῆς παύσεως, νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς νομοτελεστικά, ἀλλὰ δὲν θὰ εὑρεθῇ τις τόσον ξυλοσχίστης δικαστής, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποστηρίξῃ τοιαύτην γνώμην προβαλλομένην. Ὁ κ. Διαμαντίδης ἐπεκαλέσθη καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων ἔργων, ἀλλ’ ἡ ἀπόφασις αὕτη ἦτο par force μετὰ τὴν γνώμην τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου, διότι εἶναι μετριοφρονέστεροι, φαίνεται, οἱ ὑφιστάμενοι ὑμῶν. Δὲν ἠθέλησαν νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ νομικοῦ ζητήματος καὶ εἶπον· εὑρισκόμεθα ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης γνωμοδοτήσεως τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου· ἄρα δὲν ὑπάρχει ἡ περίπτωσις τῆς ἀπολύσεως, καὶ ἑπομένως καλῶς ἐπράξατε νὰ ἐπαναφέρητε τὸν Μοσχίδην εἰς τὴν ὑπηρεσίαν! Καὶ ὑπενθυμίζετε πρὸς τὴν Βουλὴν τὸν βίον τοῦ Μοσχίδου, ἀλλὰ λησμονεῖτε ὅτι ἡ πεῖρα δηλοῖ ὅτι μύρια δύνανται νὰ προκύψωσιν ἀπὸ μιᾶς στιγμῆς εἰς τὴν ἄλλην, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ εὑρισκόμενος τῆς ὅλης ἱστορίας τῆς ἐπερωτήσεως, ἡ ὁποία συνεχίζεται σήμερον, ἐθεωρήσατε αὐτὸν ὡς θῦμα τῆς εὐαισθησίας αὐτοῦ ἀπέναντι τοῦ Μασουρίδου, ὅτε κατηγγέλλετο ἐκεῖθεν κατὰ Νοέμβριον τοῦ 1913 ὅτι ἐπρόκειτο νὰ δώσῃ εἰς ἐργολάβον ἔργα δεκάδων χιλιάδων δραχμῶν ἐν Μακεδονίᾳ εἰς αὐτὸν τὸν κ. Μασουρίδην, τὸν συγκατηγορούμενον καὶ συναυτουργόν του, ὁ ὁποῖος ἐτιμωρήθη διὰ τριμήνου φυλακίσεως, διότι ἠπείλησε ἢ κατώρθωσε νὰ ἀποσπάσῃ παρ’ αὐτοῦ τὴν ἔκθεσιν ἢ τὴν κατάθεσιν ἐκείνην, ἐκ τῆς ὁποίας προέκυψεν ἡ κατηγορία ἐπὶ ἀπάτῃ. Ἡ καταδίκη αὕτη τοῦ Μασουρίδου εἰς τρίμηνον φυλάκισιν, μετ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα διέπραξε, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἰδιαιτέρα ἐπιβαρυντικὴ περίστασις, καὶ ἔπρεπε νὰ σᾶς ἐξυπνήσῃ, καίτοι μὴ νομικόν, ἔπρεπε νὰ σᾶς κάμῃ νὰ ἐννοήσητε ὅτι ἐξηντλήθη πᾶσα ἐπιείκεια ἐπὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Σεῖς δὲ διελθόντες ἐν τῷ τμήματι τῶν Δημοσίων Ἔργων δι’ ὅλης τῆς σταδιοδρομίας ὑμῶν, ἔπρεπε νὰ ἦσθε μᾶλλον εὐαίσθητος εἰς τοιαύτας πράξεις τῶν ὑφισταμένων ὑμῶν. Καὶ δύνασθε νὰ λέγητε ἐντεῦθεν ὅτι εἴπετε περὶ ἐκτιμήσεως προσωπικῆς, ἀλλ’ ὀφείλετε τὰς προσωπικάς σας ταύτας συμπαθείας νὰ θέτητε κατὰ μέρος ἀπέναντι τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐκλήθητε νὰ ἐφαρμόσητε ἀκριβῶς καὶ αὐστηρῶς, διότι οὕτω καὶ μόνον εἶναι δυνατὸν νὰ ὀρθοποδήσῃ ἡ Πολιτεία.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Ὁ Βουλευτὴς κ. Π. Τσαλδάρης «ἐπερωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας, τί ἐνήργησε διὰ τὸ Γυμνάσιον Κορίνθου τὸν ὁποῖον ἀργεῖ ἐλλείψει διδακτηρίου, καὶ παρακαλεῖ αὐτὸν νὰ λάβῃ τὴν προσήκουσαν καὶ περὶ τούτου μέριμναν καὶ περὶ τῶν ἄλλων σχολείων τῆς πόλεως, τῶν ἀργούντων ἐκ τῆς αὐτῆς αἰτίας».
§223Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἐδόθη ἀφορμὴ καὶ ἐξ ἄλλης ἐπερωτήσεως νὰ εἴπω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι λόγῳ στρατιωτικῶν ἀναγκῶν σχολεῖά τινα μένουσιν εἰσέτι κεκλεισμένα. Ἐλπίζω ὅτι ὁ Συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν θὰ λάβῃ ἐγκαίρως πρόνοιαν, ὅπως τὰ σχολεῖα ταῦτα κενωθῶσιν ὑπὸ τοῦ κατέχοντος ταῦτα στρατοῦ.
§224Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, παρακαλῶ πολὺ ὑμᾶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὴν παράκλησιν ἡμῶν, διότι δὲν εἶναι μόνον τὸ Γυμνάσιον ἀλλὰ καὶ τὰ λοιπὰ σχολεῖα τῆς Κορίνθου, κατειλημμένα. Πρόκειται νὰ γίνωσιν αἱ ἐξετάσεις τῶν μετεξεταστέων, καὶ τῶν μαθητῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ πρῶτον ἤδη θὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὸ Γυμνάσιον, καὶ δὲν ὑπάρχει οἴκημα.
§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Μᾶς παρεκαλέσατε νὰ σᾶς τοποθετήσωμεν στρατὸν εἰς τὴν Κόρινθον καὶ μᾶς ὑπεσχέθητε ὅτι θὰ μᾶς χορηγήσητε οἰκήματα. Τώρα παραπονεῖσθε.
§226Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ Κορίνθιοι εὐγνωμονοῦσι, διότι ἐνεκατεστάθη Σῶμα στρατοῦ ἐν τῇ πόλει των, ἀλλὰ δὲν ἀνέμενον ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ ἔκαμνέ ποτε αὐτὴν τὴν αἰτιολογίαν. Δὲν ὑποθέτω ἄλλως ὅτι δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε καὶ νὰ εἴπητε εἰς τοὺς Κορινθίους· σᾶς ἐδώκαμεν στρατόν, θέλετε νὰ μάθητε καὶ γράμματα;
§227ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶπον αὐτό. Εἶπον ὅτι διὰ νὰ τοποθετήσωμεν ἐκεῖ στρατὸν μᾶς ὑπεσχέθησαν ὅτι θὰ μᾶς δώσωσι κἄτι.
§228Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων, ὅπως τὸ ταχύτερον περατωθῶσι τὰ ἐκεῖ παραπήγματα ὅτε ὅλα θεραπεύονται.
§229ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ φροντίσω τὸ ταχύτερον, καὶ ἂν δὲν δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ πράγματα, θὰ λάβω ἐκεῖθεν ἕν μέρος στρατοῦ, ὥστε νὰ ἡσυχάσητε.
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ψηφίζεται συναινέσει τῆς Βουλῆς τὸ σύνολον τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ περὶ δικηγόρων νόμου». Ἐπίσης ψηφίζεται τὸ νομοσχέδιον «περὶ συντηρήσεως τῶν ὁδῶν τοῦ Κράτους».
§231ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ 3ον νομοσχέδιον ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει θὰ συζητηθῇ αὔριον ὁριστικῶς, διότι διετυπώθη μία τροπολογία, ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ διαχειριστικὸν ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἀρχαιότητος. Αὔριον τὴν πρωΐαν περὶ ὥραν 10ην θὰ ἐπιστραφῇ ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ τυπογραφείου, ἀνέλαβε δὲ τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς νὰ στείλῃ ταύτην πρὸς τοὺς κ. Βουλευτὰς πρὸ τῆς συνεδριάσεως, ὥστε νὰ δυνάμεθα τὸ ἀπόγευμα νὰ ἔχωμεν αὐτὸ ἐγκαίρως, διότι εἶναι ἐπεῖγον τὸ νομοσχέδιον.
§232ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Μεταγωγικοῦ Σώματος καὶ μεταθέσεως τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ εἰς τὸ Πυροβολικὸν, εἰς τὸ Μεταγωγικὸν καὶ εἰς τὸ Σῶμα διαχειρίσεως οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας».
§233Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν ἔχω νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς ἀρχῆς. Εἶμαι τελείως σύμφωνος ἀλλὰ νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ ποιά τις παρατήρησις. Ἡ ἔκθεσις τῆς κοινοβουλευτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἐν τῇ τρίτῃ παραγράφῳ ἀναγράφει τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «Ἅμα τῇ ἐπιστρατεύσει ἡμῶν ἐστάλησαν εἰς τὴν Λάρισαν ὀκτὼ σιδηροδρομικὰ βαγόνια πλήρη φαρμάκων καὶ λοιπῶν ὑγειονομικῶν ἐφοδίων· ἐν τούτοις ἐλλείψει, σώματος μεταγωγικοῦ, καθυστέρησαν ἐπὶ ἡμέρας ὁλοκλήρους εἰς διάμεσον σταθμόν, οὕτως ὥστε, ὅτε ἔλαβε χώραν ἡ πρώτη σοβαρὰ μάχη τοῦ Σαρανταπόρου, ὑπῆρξε πλήρης ἡ ἔλλειψις φαρμάκων, ἐπιδέσμων, βάμβακος φορητῶν κλινῶν καὶ λοιπῶν ὑγειονομικῶν μέσων, πλεῖσται δὲ ἄλλαι ἀνωμαλίαι καὶ ἐλλείψεις παρετηρήθησαν κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν δύο πολέμων». Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐνεποίησεν ἡ παράγραφος αὕτη ὑπῆρξεν ἐντύπωσις πικρά. Ἡ ἐπιτροπή, νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν φειδώ, μετὰ τῆς ὁποίας δικαιολογεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἡ ἔκθεσις ὁμολογουμένως τοῦ ἁρμοδίου Ὑπουργοῦ εἶναι ἔκθεσις ἡ ὁποία λέγει ὅ τι πρέπει νὰ λέγῃ, χωρὶς νὰ φέρῃ εἰς φῶς ἀτελείας, αἱ ὁποῖαι πιθανὸν νὰ ἔχωσι γραφῆ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς ὑπερβολικῶς, καὶ αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τίθηνται εἰς δημοσιότητα, ἐφ’ ὅσον ἡ ἐπιτελικὴ ὑπηρεσία τοῦ στρατοῦ δὲν εἶχε κρίνει εὔλογον νὰ φέρῃ εἰς δημοσιότητα τοιαύτας ἀτελείας. Ὁμολογῶ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ προθέσεως ἀγαθῆς ἔπραξε τοῦτο, ἀλλὰ δὲν γνωρίζω ἂν ἐζήτησε τὰς πληροφορίας ταύτας παρὰ τοῦ ἐπιτελείου καὶ λαβοῦσα ταύτας, ἐνόμισεν ὀρθὸν νὰ ἀναφέρῃ τοιαῦτα γεγονότα ἐν τῇ ἐκθέσει της ἢ ἐξ ἰδίας γνώσεως ἀναφέρει ταῦτα. Ἐὰν ἐξ ἰδίας γνώσεως ἀναφέρει ταῦτα, συνεκόμισεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑλικὸν τὸ ὁποῖον δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ συγκομίσῃ, καὶ φρονῶ ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμω τὰς παρατηρήσεις ταύτας, διότι ἐννοῶ ὅτι πᾶς βουλευτὴς ἔχει δικαίωμα νὰ λέγῃ ὅτι κατὰ τὴν κρίσιν του εἶναι συμφέρον τῷ στρατῷ, ἀλλ’ αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαὶ ὡς σώματα πρέπει νὰ εἶναι φειδωλαὶ εἰς τὰς ἐκφράσεις των, διότι μετὰ τὸ κῦρος τῶν Ὑπουργῶν, εἰσηγουμένων εἰς τὴν Βουλὴν τὰ νομοσχέδια, ἕτερον κῦρος ἔχουσιν αἱ ἐπιτροπαὶ αὐταί. Ὅταν αἱ κοινοβουλευτικαὶ ἐπιτροπαὶ μετὰ τόσης λεπτομερείας ἀπευθύνουσι κατηγορίας κατὰ τῶν ὑπηρεσιῶν, ἐννοεῖτε ὅτι ἡ βαρύτης τῶν κατηγοριῶν εἶναι πολὺ σπουδαιοτέρα, διότι ὑποτίθεται ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἐξελέγχουσι τὰ γεγονότα ἐπισήμως. Οὐδένα θέλω νὰ λυπήσω, κάμνω δὲ προκαταβολικῶς τὰς παρατηρήσεις ταύτας, ἵνα μή, ἐν τῇ πολλῇ ζέσει τῶν ἐπιτροπῶν, ἐπαναληφθῇ ἡ τοιαύτη περιγραφὴ ἀτελειῶν τοῦ στρατοῦ ἢ ναυτικοῦ, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν πρὸ ἡμῶν τεσσαράκοντα ἄλλα νομοσχέδια στρατιωτικὰ καὶ δύναται νὰ προκύψῃ κίνδυνός τις ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ.
§234Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Βεβαίως δὲν εἶναι πληροφορίαι τοῦ Ἐπιτελείου, ἀλλὰ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἐμάθομεν. Διὰ νὰ ἀποδείξωμεν δὲ τὸ σοβαρὸν τοῦ μεταγωγικοῦ σώματος, ἁπλῶς ἀναφέρομέν τι τὸ περιπλέον. Ἀλλ’ ὅτε ὑμεῖς πρό τινων ἡμερῶν ἀνεφέρατε ἀπὸ τὸ βήματος τῆς Βουλῆς γεγονότα περὶ τοῦ ναυτικοῦ, βεβαίως ταῦτα ἦσαν πολὺ σοβαρώτερα ἀπὸ τὸ ἁπλοῦν τοῦτο παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει ὅτι ἀπεστάλησαν φάρμακα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔφθασαν ἐγκαίρως εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον.
§235Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὄχι ὡς ἐπιτροπή, ὡς βουλευτὴς ἀνέφερα ταῦτα.
§236ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον ἐν τῇ τρίτῃ σειρᾷ ἔχει παρεμβληθῆ «τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν». Νὰ παραληφθῇ· δὲν ἔχει τὴν θέσιν του.
§237Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Φυσικὰ εἶμαι σύμφωνος καὶ ὡς πρὸς τὰς παρατηρήσεις τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, διότι προκειμένου μία ἐπιτροπὴ νὰ ἐξενέγκῃ γνώμην περὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, διατυποῖ τὴν γνώμην της καθ’ ὃν τρόπον νομίζει αὕτη λυσιτελέστερον, πάντως ὅμως πρέπει νὰ εἶναι ἐπιφυλακτικὴ εἰς τὸ νὰ προέρχηται εἰς ὑποβολὴν γνωμῶν σχετιζομένων μὲ ἐνεργείας μὴ ἐπισήμως βεβαιωμένας. Κατὰ μείζονα λόγον ἡ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐπιτροπὴ ἔπρεπε νὰ εἶχεν ὑπ’ ὄψει της ὅτι κακίζει μίαν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἀξία τῶν μομφῶν της αὐτῶν, διότι αὐτὴ ἡ ἰδία ἡ ἐπιτροπὴ ἀνομολογεῖ ὅτι τὰ μεταγωγικὰ σώματα κατὰ τοὺς λήξαντας πολέμους ἦσαν ἀνοργάνωτα σώματα καὶ ἀκριβῶς αἱ ἐλλείψεις, αἵτινες παρετηρήθησαν κατὰ τὴν ἐκστρατείαν, ἤγαγον τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ λάβῃ μέτρα πρὸς σύστασιν τοῦ σώματος. Κατὰ συνέπειαν, καὶ ἂν ἀτέλειαί τινες παρετηρήθησαν, αἱ ἀτέλειαι αὗται εἶναι δεδικαιολογημέναι καὶ μάλιστα εἰς βαθμὸν τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα ἡ ἐπιτροπὴ νὰ διατυπώσῃ ἐπίσημον ἔκθεσιν. Εἶμαι, λοιπόν, σύμφωνος κατ’ ἀρχὴν μὲ τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον, καὶ μάλιστα νομίζω ὅτι ἀργὰ ἐλήφθη πρόνοια, ἥτις πρὸ πολλοῦ καιροῦ ἔδει νὰ εἶχε ληφθῇ, διότι βεβαίως δὲν δύναται νὰ νοηθῇ στράτευμα, χωρὶς τὴν ὕπαρξιν μεταγωγικοῦ σώματος, ἡ ἔλλειψις τοῦ ὁποίου νεκρώνει πᾶσαν πολεμικὴν ἐπιχείρησιν. Ἀλλ’ ἡ μελέτη τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐν ἀντιπαραβολῇ πρὸς τὴν μελέτην τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, μὲ φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμω παρατηρήσεις τινάς. Τὸ νομοσχέδιον δικαιολογεῖ τὴν ἀνάγκην τῆς συστάσεως τοῦ Μεταγωγικοῦ Σώματος καὶ πρὸς σύστασιν τοῦ σώματος τούτου εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταργήσῃ τὸ Σῶμα τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ, τὴν κατάργησιν ὅμως τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ ποσῶς δὲν δικαιολογεῖ. Δὲν καταργεῖ τὸ Σῶμα τοῦτο, διότι τὸ θεωρεῖ ὡς μὴ χρήσιμον· τὸ θεωρεῖ χρήσιμον, διότι ἐπ’ αὐτοῦ στηρίζει τὴν δημιουργίαν τοῦ νέου Σώματος, τοῦ Μεταγωγικοῦ, ἐξ ἄλλου δὲ εἰς αὐτὸ ἐπίσης ἀφήνει τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου. Θέλω μὲ τοῦτο νὰ εἴπω ὅτι ἡ κατάργησις τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ εἶναι φαινομενική, δίδεται δὲ ἁπλῶς μία νέα ὀνομασία.
§238ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου δὲν ἀφήνει εἰς τὸ μεταγωγικόν;
§239Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν διεύθυνσιν δὲν ἀφήνει, τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου ἀφήνει καὶ πάλιν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ· δηλαδὴ ἀναγνωρίζεται τὸ χρήσιμον τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Τί δὲ δίδει εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ; Δίδει τὴν διεύθυνσιν, δηλαδὴ τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν, ἤτοι ἀφαιρεῖ ἀπὸ τοῦ Σώματος τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ τὰς ἀνωτέρας θέσεις, ἐμπιστεύεται ὅμως τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι δὲν καταργεῖ τὸ Σῶμα τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ, διότι τὸ νομίζει ὡς περιττὸν ἢ ὡς μὴ ἀνταποκρινόμενον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ τί γίνεται; Ἀνατίθεται ἡ διεύθυνσις ἡ ἀνωτέρα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ. Δικαίως λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ δύνανται νὰ παραπονεθῶσι, λέγοντες· ἀναγνωρίζετε τὴν χρησιμότητά μας, ἐν τούτοις μᾶς ἀφαιρεῖτε τὴν διεύθυνσιν τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν. Μὴ τοῦτο ἐγένετο πρὸς πλουτισμὸν τῶν θέσεων τοῦ πυροβολικοῦ; Νομίζω, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι δίκαιον θὰ ἦτο τὸ παράπονον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ, διότι ἐνῷ ὅλη ἡ ὑπηρεσία τῆς τε διαχειρίσεως καὶ συντηρήσεως τοῦ ὑλικοῦ πολέμου ἀφήνεται καὶ πάλιν εἰς τοὺς αὐτοὺς ἀξιωματικούς, ἀφαιρεῖται ἡ ἀνωτέρα διεύθυνσις καὶ δικαιολογεῖται ὅτι εἶναι ἀνάγκη γίνῃ νὰ τοῦτο, διότι ἐπιστημονικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσιν ἵνα ἡ διεύθυνσις ἀνατεθῇ εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι ὅπως εἶναι διατετυπωμένον τὸ πρᾶγμα, ἀφήνει τὸ δίκαιον παράπονον εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, καὶ δὲν θὰ ἀδικήσῃ τις αὐτοὺς ἂν ἰσχυρισθῶσιν ὅτι τοῦτο ἐγένετο μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ αὐξήσωσιν αἱ θέσεις εἰς τὸ Σῶμα τοῦ Πυροβολικοῦ. Ἀλλὰ τὸ λυπηρότερον ὅλων εἶναι, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ δὲν καταργεῖται τὸ Σῶμα τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ, καὶ ἀφήνεται καὶ πάλιν αὐτὸ νὰ ὑπάρχῃ, διότι ἀναγνωρίζεται ἡ χρησιμότης του εἰς τὸ νὰ διαχειρίζηται καὶ συντηρῇ τὸ ὑλικὸν πολέμου, ἀνεγνώρισε δὲ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὅτι εἶναι δυνατὸν καὶ ἐφεξῆς νὰ ἐμπιστεύηται τὴν διαχείρισιν τοῦ ὑλικοῦ πολέμου εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ, ἐν τούτοις δὲν ἐμπιστεύεται τὴν διεύθυνσιν· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, τὸ λυπηρότερον καὶ ἀδικώτερον, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τὸ σῶμα τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, θέλουσα νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀνάθεσιν τῆς διευθύνσεως τῶν ὑπηρεσιῶν αὐτῶν εἰς τὸ Σῶμα τοῦ Πυροβολικοῦ, λέγει ὅτι ἡ διατήρησις καὶ συντήρησις τοῦ ὑλικοῦ δὲν εἶνε ἔργον τοῦ τυχόντος, ἀφήνουσα οὕτω νὰ διαφαίνηται καθαρὰ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ μέχρι σήμερον πολὺ καλὰ διαχειρισθέντες καὶ συντηρήσαντες τὸ ὑλικὸν πολέμου, εἶναι τυχαῖοι ἀξιωματικοί. Καὶ ἵνα παύσῃ νὰ εἶναι ἐμπεπιστευμένον τὸ ὑλικὸν πολέμου εἰς τοὺς τυχαίους, εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀνατεθῇ τοῦτο εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ πυροβολικοῦ, τοὺς κεκτημένους ἐπιστημονικὰς γνώσεις. Ἀλλ’ ἐνῷ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπεξεργασθεῖσα τὸ νομοσχέδιον εὑρίσκει ὅτι τυχαῖοι ἀξιωματικοὶ μέχρι τοῦδε διεχειρίσθησαν τὸ ὑλικὸν πολέμου, ἐν τούτοις ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζει ὅτι καλῶς ἀνατίθεται καὶ πάλιν ἡ πραγματικὴ διαχείρισις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, διότι δὲν ἀγνοεῖ ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι καὶ πάλιν ἡ πραγματικὴ διαχείρισις καὶ συντήρησις μένει εἰς τοὺς αὐτοὺς ἀξιωματικούς. Δὲν θέλω νὰ εἴπω μὲ τοῦτο ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ λέγουσα· «δὲν εἶναι ἔργον ἴδιον τοῦ πρώτου τυχόντος», ὅτι ἐννοεῖ νὰ προσβάλῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ. Ἴσως νὰ μὴ ἔδωκε τὴν προσήκουσαν ἐκτίμησιν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ. Διατυπώσασα ὅμως τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν διετύπωσε, φαίνεται ἡ ἐπιτροπὴ ὄχι μόνον ἀδικήσασα τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς, μὴ ἀναγνωρίζουσα τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον πολὺ καλῶς διεχειρίσθησαν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἀλλὰ φαίνεται ἡ ἐπιτροπὴ ὅτι δὲν ἔδωκε τὴν προσήκουσαν προσοχὴν ὅσον ἀφορᾷ αὐτὴν τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐπεξειργάσθη. Ἂν ἐπέμενεν περισσότερον εἰς τὴν μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, θὰ ἔβλεπεν ὅτι δὲν ἀφαιρεῖται ἀπὸ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ ἡ διαχείρισις τοῦ ὑλικοῦ πολέμου, ἀλλὰ μόνον ἡ διεύθυνσις. Ταῦτα τὰ ὀλίγα ἤθελον νὰ εἴπω, διὰ νὰ ἀποκαταστήσω τὰ πράγματα· τὸ μὲν διότι παρουσιάζεται κἄτι τι περίεργον εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ νομοσχεδίου, καταργοῦντος κατὰ τρόπον ὅλως παράδοξον τὸ Σῶμα αὐτό, τοῦ ὁποίου ἡ χρησιμότης ἀναγνωρίζεται, ἐξ ἄλλου δὲ διὰ νὰ μὴ ἀφήσω ὁπωσδήποτε ἀνυπερασπίστους ἀξιωματικοὺς Σώματος, τὸ ὁποῖον πολὺ καλῶς διεχειρίσθη τὸ ὑλικὸν τοῦ πολέμου, καὶ τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἴσως ἄξιον τῆς ἐκτιμήσεως καὶ εὐγνωμοσύνης τοῦ Κράτους. Καὶ ἂν εὕρισκεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου ὅτι δι’ ἄλλους λόγους ἦτο ἀναγκαῖον ἵνα κατ’ ἄλλον τρόπον διαρρυθμισθῶσι τὰ τοῦ Σώματος αὐτοῦ, ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ μὴ θελήσῃ νὰ μεμφθῇ αὐτοὺς καθ’ ἣν στιγμὴν τοὺς καταργεῖ.
§240ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὡς ἐξηγεῖ καὶ ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις, οὐδαμῶς μέμφεται τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ διὰ τὴν μέχρι τοῦδε ὑπηρεσίαν των· τοὐναντίον μάλιστα, ἐπωφελοῦμαι τὴν εὐκαιρίαν ἵνα εἴπω ὅτι ἀληθῶς ἡ μέχρι τοῦδε δρᾶσις τοῦ Σώματος τούτου ὑπῆρξεν ἀρίστη, καὶ ἡ συντήρησις τοῦ ὑλικοῦ ὑπῆρξε τελεία. Ἀλλ’ ἐὰν σήμερον καταργεῖται τὸ Σῶμα τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ καὶ συνιστᾶται Σῶμα Μεταγωγικῆς ὑπηρεσίας, τοῦτο δὲν γίνεται διότι δὲν διεχειρίσθη καλῶς τὸ ὑλικόν, δὲν γίνεται δὲ ἀκόμη ὀλιγώτερον διὰ νὰ δημιουργηθῶσι θέσεις διὰ τὴν μάχιμον ὑπηρεσίαν. Ὁ κ. Βουλευτὴς ὑπῆρξεν ἄδικος κατὰ τοῦτο, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ δὲν παραπέμπονται μόνον εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ οἰκονομικοῦ Σώματος, ἀλλὰ τοποθετοῦνται καὶ εἰς τὴν μεταγωγικὴν ὑπηρεσίαν, ἡ ὁποία ἔχει ἀνωτέραν θέσιν καὶ εἶναι ἄγνωστον ἂν θὰ ἔχῃ ὀλιγωτέρους βαθμοὺς παρὰ ὅσους εἶχε τὸ ὑλικὸν Πυροβολικὸν μέχρι τοῦδε, ἀλλὰ μετατίθενται εἰς τὸ Μεταγωγικὸν Σῶμα ἐκ τοῦ Πυροβολικοῦ καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ εἰς τοὺς ὁποίους ἀνοίγεται ἡ ἱεραρχία μέχρι τῶν ἀνωτάτων βαθμῶν. Σᾶς βεβαιῶ ὅτι εἰς τὸ Πυροβολικὸν ὑπηρέτησαν καὶ τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ ἀξιωματικοί. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ διατεινώμεθα ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν φθάνομεν εἰς τὴν ἐλάττωσιν, πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν πολὺ εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων καὶ τῶν ὁμάδων. Δὲν λέγω βεβαίως ὅτι πρέπει νὰ θυσιάσωμεν αὐτὰ χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ μέχρι τινὸς σημείου. Ἂν ὑπάρχῃ Κράτος τὸ ὁποῖον προὐνόησεν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ μὴ παρίδῃ καὶ τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα, τοῦτο εἶναι τὸ Ἑλληνικόν, διότι μὴ λησμονῶμεν ὅτι οἱ κείμενοι νόμοι ὁρίζουσιν τί γίνεται ὁ ἀξιωματικὸς ὅταν πρόκειται νὰ καταργηθῇ τὸ Σῶμα ἐν τῷ ὁποίῳ ὑπηρετεῖ. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταρρυθμίσωμεν τὸ Σῶμα αὐτό, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτοῦ, καὶ εὑρισκόμενοι εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην νὰ καταργήσωμεν αὐτὸ τὸ Σῶμα, δὲν λέγομεν νὰ σταλῶσιν οἱ ἀξιωματικοὶ εἰς ἀργίαν δι’ ἀπολύσεως, ἀλλὰ φροντίζομεν νὰ τοποθετήσωμεν αὐτοὺς εἰς τὸ Μεταγωγικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον οὐδαμῶς εἶναι ὑποδεέστερον τοῦ Σώματος τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ. Νομίζω μάλιστα ὅτι ἡ δρᾶσις τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ εἶναι πολὺ ὀλιγωτέρα, διότι ἓν Σῶμα τὸ ὁποῖον ἐφοδιάζει τὸν στρατόν, μετέχει πολὺ περισσότερον τῆς μάχης παρὰ τὰ ἐδῶ φροντίζοντα διὰ τὰ ὑλικὰ τοῦ στρατοῦ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν φροντίζομεν νὰ τοποθετήσωμεν αὐτοὺς καὶ εἰς τὸ μεταγωγικὸν καὶ εἰς τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, τοὺς διορίζομεν, τοὺς ἀπονέμομεν δὲ τόν τε ἀμέσως ἀνώτερον βαθμὸν καὶ σύνταξιν κατὰ ἕνα βαθμὸν ἀνωτέραν, ἂν ἔχωσιν ὑπηρεσίαν ἀνωτέραν τῶν τεσσάρων ἐτῶν. Ὥστε δὲν ὑπάρχει λόγος τις ὅπως διατυπωθῶσι παράπονα ἐκ μέρους τοῦ Σώματος αὐτοῦ.
§241Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Εἰς τὸν κ. Συνάδελφον θὰ εἴπω μίαν λέξιν. Ἡ ἐπιτροπὴ οὐδόλως ἠθέλησε νὰ μειώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ Σώματος τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ, ἀλλ’ ἐν τῷ ἄρθρῳ 4ῳ καθορίζεται ὅτι «τὰ μέχρι τοῦδε ἀνατιθέμενα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοῦ Ὑλικοῦ Πυροβολικοῦ καθήκοντα, τὰ σχετιζόμενα πρὸς τὸ ὑλικὸν πολέμου, ἀναληφθήσονται ὑπὸ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Πυροβολικοῦ μὲν δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν διεύθυνσιν τῶν σχετικῶν καταστημάτων καὶ ὑπηρεσιῶν, δι’ ὅ,τι δὲ ἀφορᾷ τὴν διαχείρισιν αὐτῶν ὑπὸ τῶν διαχειριστῶν τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας, συμφώνως τῷ περὶ ταύτης εἰδικῷ νόμῳ».
§242Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἄν ὁ κ. Πρόεδρος δὲν ἔχει ἀντίρρησιν, διὰ νὰ μὴ κάμω συζήτησιν κατόπιν, ἔχω μίαν παρατήρησιν νὰ κάμω ἀπὸ τοῦδε ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου 3. Προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τοποθέτησιν εἰς τὸ Πυροβολικόν, ὑπάρχει διάταξις ἐξαρτῶσα τὴν τοποθέτησιν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ ἀπὸ τῆς γνώμης τῶν ἀτόμων. Προκειμένου περὶ τῆς ἐκλογῆς τῶν ἀξιωματικῶν πρὸς τοποθέτησιν εἰς τὴν μεταγωγικὴν καὶ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀφήνεται νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ τοποθέτησις ἀπὸ τῆς δηλώσεως μόνης τῶν ἀτόμων. Ἀλλὰ δὲν νομίζει ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι, προκειμένου νὰ γίνῃ μετάθεσις, δὲν πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν μόνον εἰς τοῦ ἀτόμου τὴν γνώμην ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ ἐκεῖ καὶ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργοῦ; Καὶ λέγω τοῦτο ὄχι μόνον διὰ ζητήματα σχετιζόμενα πρὸς τὴν καθόλου οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ἐπίσης καὶ διὰ τὸ Μεταγωγικὸν Σῶμα. Ὑποθέσατε ἕνα ἀξιωματικόν, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἐπάρκειαν διὰ τὸ Μεταγωγικὸν Σῶμα. Λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξαρτηθῇ τοῦτο ἐκ τῆς γνώμης του. Ἀλλ’ ἂν εἷς κοιλαρᾶς θέλῃ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Μεταγωγικὸν Σῶμα, πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν; Νὰ τεθῇ, «τῇ αἰτήσει τῶν ἀτόμων καὶ τῇ ἐκλογῇ πάντοτε τοῦ Ὑπουργοῦ», ὡς καὶ τὸ πρῶτον ἐδάφιον ὁρίζει.
§243ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ διατρέξωμεν τὸν κίνδυνον νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀντίθετον συμπέρασμα ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκει ὁ κ. Βουλευτής, ἂν δεχθῶμεν τὰς παρατηρήσεις αὐτοῦ, διότι ἂν εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ἐφαρμόσωμεν καὶ τὰς διατάξεις τῆς παραγράφου πρώτης, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ κάμνωμεν τοποθετήσεις. Σεῖς θέλετε νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐκλογὴν εἰς τὸν Ὑπουργόν, ἀλλὰ τὴν ἐκλογὴν δὲν ἔχει κατὰ τὸ ἄρθρον ὁ ἀξιωματικός. Αὐτὸς θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μεταβῇ ὅπου ἂν τοποθετηθῇ.
§244Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ λέγει. Μέχρι τῶν ⅘.
§245ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ναί. Ὑποθέσατε ὅτι μετὰ τὴν τοποθέτησιν τῶν μεταγωγικῶν οἱ ὑπολοιπόμενοι ὅλοι ζητοῦσι νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὸ μεταγωγικὸν ἢ τὴν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀνάγκη τοῦ στρατεύματος ἐπιβάλλει νὰ ὑπάγωσιν ἀλλοῦ, τί θὰ κάμωμεν;
§246Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Λέγει ὁ περιορισμὸς μέχρι τῶν ⅘.
§247ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ τοποθετήσωμεν πέρα τῶν ⅘. Ἕως ὅτου φθάσωμεν εἰς ἐκείνους, δὲν θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ μετατεθῶσι νὰ μᾶς εἴπωσιν· ἐγὼ θέλω νὰ ὑπάγω εἰς τὸ μεταγωγικόν. Θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ δηλώσεις, ἀλλὰ βεβαίως θὰ ἀφεθῇ ἐλευθερία τις. Ἐν τούτοις θὰ διασαφηνισθῇ τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§248Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Διὰ τὴν ἀναλογίαν αὐτὴν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, διότι ἡ ἀναλογία κανονισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος. Βασιλικὸν Διάταγμα θὰ κανονίσῃ τὴν ἀναλογίαν καὶ δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὰ ⅘ τὸ Διάταγμα (ἀναγινώσκει)· «Ἡ ἀναλογία κανονισθήσεται διὰ Β. Διατάγματος. Οἱ εἰς τὸ μεταγωγικὸν ὅμως μετατεθησόμενοι δὲν θὰ ὑπερβαίνωσι τὰ ⅘ τῶν κατὰ τὸν ὀργανισμὸν θέσεων ἐν ἑκάστῳ βαθμῷ». Ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ πρώτη ἀναλογία εἶναι ἡ διὰ τοῦ Β. Διατάγματος ὁριζομένη.
§249ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι οἱ διαθέσιμοι λέγουσι, θέλομεν νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὸ Οἰκονομικόν. Θὰ ἦσαν ὑποχρεωμένοι;
§250Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως, διότι δὲν ὑπάρχει ἐκ τοῦ νόμου ἀντίρρησις. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν λέγω τοῦτο· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπιθυμῶ εἶναι νὰ μὴ τοποθετηθῶσιν εἰς πλήρωσιν θέσεως ἀκατάλληλα πρόσωπα, ἀφοῦ μάλιστα ὑπάρχει καὶ ἡ τελευταία διάταξις, καθ’ ἣν οἱ δυνάμενοι νὰ ἀποστρατευθῶσιν ἀποστρατεύονται.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως καὶ λειτουργίας Στρατιωτικῶν Λεσχῶν, ἐν ταῖς ἕδραις Σωμάτων Στρατοῦ, Μεραρχιῶν ἢ καὶ κατωτέρων Μονάδων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐπὶ ἀποδόσει λογαριασμοῦ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ ἀποστολῆς χρημάτων διὰ τηλεγραφικῆς ἐπιταγῆς εἰς τὸ ἐξωτερικόν». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζονται κατ’ ἀρχὴν τὰ ἑπόμενα νομοσχέδια· «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 9 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ προσελεύσεως τῶν ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ διαμενόντων ἐπιστράτων». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 25 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ προελεύσεως τῶν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ διαμενόντων ἐπιστράτων». «Περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 20 Αὐγούστου ἐ. ἔ. Β. Διατάγματος περὶ χρόνου ἐνάρξεως τοῦ σχολικοῦ ἔτους 1914 –1915».
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ μέτρων ἐξασφαλίσεως τῶν εἰς τὸ Κράτος ἀναγκαιουσῶν μεταφορῶν καὶ τῆς δημοσίας τάξεως». Ὁ κ. Ν. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§253ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐὰν θὰ ζητήσωσι καὶ ἄλλοι τὸν λόγον νὰ ἀναβληθῇ.
§254Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Αἱ παρατηρήσεις μου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι αἱ ἑξῆς. Ὡς ἔχει διατυπωθῇ τὸ νομοσχέδιον, καθιστᾷ γενικὴν ἐπιστράτευσιν ὅλων τῶν ἐργατῶν τῆς θαλάσσης, τῶν τε ἀνηκόντων εἰς τὴν ἐφεδρείαν τοῦ Ναυτικοῦ καὶ τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν ἐθνοφρουράν. Καθίσταται λοιπὸν ἡ στράτευσις τούτων καὶ συγχρόνως καθίσταται δικαίωμα τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα πάντας τούτους ἐπὶ τῇ προσκλήσει εἰς στράτευσιν ἀφήσωσιν εἰς τὰ ἐμπορικὰ ἀτμόπλοια ἔνθα ὑπηρετοῦσιν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μισθοδοτροφοδοτηθῶσιν ὑπὸ τῶν διευθυντῶν τῶν ἑταιριῶν. Ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου γενῶνται δυσχέρειαί τινες, διότι ἐπὶ τῇ ἐνάρξει τῆς ἐπιστρατεύσεως τὸ Β. Ναυτικόν, τὸ ὁποῖον ἔχει μέγα μέρος ὑπαξιωματικῶν μηχανικῶν ἐφέδρων καὶ ναυτῶν πάσης κατηγορίας καὶ ἰδίως θερμαστῶν ἐφέδρων ἐν τῇ ἐμπορικῇ ναυτιλίᾳ, θὰ στερηθῇ τούτων κατὰ τὰς εἰσαγομένας διατάξεις· ἑπομένως θὰ παρεμποδισθῇ ἡ ἐπιστράτευσις τοῦ Β. Ναυτικοῦ. Δευτέρα δυσχέρεια εἶναι ὅτι θὰ γίνῃ ἀνωμαλία περὶ τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ταχυδρομικῶν ἀτμοπλοίων. Τὸ μέτρον τῆς χρησιμοποιήσεως ταχυδρομικῶν ἀτμοπλοίων ὡς εὐδρόμων κατὰ τὸν λήξαντα πόλεμον ἐπέτυχε, βλέπομεν δὲ ὅτι καὶ κατὰ τὸν παρόντα πόλεμον αἱ Μ. Δυνάμεις ἐξοπλίζουσιν εὔδρομα. Κατὰ συνέπειαν ὅλη ἡ οἰκονομία τὴν ὁποίαν ἔχουσι σήμερον οἱ ναυτικοὶ νόμοι καταστρέφεται. Οἱ ὑπάρχοντες ναυτικοὶ νόμοι προνοοῦσιν ἐπίσης περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν στρατευσίμων ἐκ τῶν τάξεων τοῦ ἐμπορικοῦ ναυτικοῦ. Ὑπάρχει ὁ νόμος ͵ΔΟΙʹ ὁ ὁποῖος λέγει (ἀναγινώσκει)· «Ἄρθρον 1. Τὸ ἐξ Ἑλλήνων πολιτῶν προσωπικὸν τῶν διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ ἐπιτασσομένων πλοίων ἢ πλοιαρίων, πλωτῶν ἢ μονίμων μέσων φορτώσεως καὶ ἐκφορτώσεως, δεξαμενῶν κτιστῶν ἢ πλωτῶν, ναυπηγείων, μηχανουργείων καὶ παντὸς ἐν γένει χρησίμου εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν ἐργοστασίου, ὑπάγονται, ἐφ’ ὅσον διαρκεῖ ἡ ἐπίταξις, εἰς τὰς πειθαρχικὰς καὶ ποινικὰς διατάξεις τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ κατὰ λόγον τῆς διὰ Β. Διατάγματος κανονιζομένης ἑκάστοτε ἀντιστοιχίας τοῦ προσωπικοῦ τούτου πρὸς τὸ ὑπὸ τὰ ὅπλα προσωπικὸν τοῦ Πολεμικοῦ Ναυτικοῦ. Ἐπιτρέπεται ἵνα τὸ προσωπικὸν τοῦτο φέρῃ τὴν στολὴν τῶν ἀντιστοίχων βαθμοφόρων τοῦ Π. Ναυτικοῦ ὑπὸ τοὺς περιορισμοὺς καὶ τὰ διακριτικά, ἅτινα θὰ κανονισθῶσι διὰ Β. Διατάγματος». Κατὰ συνέπειαν, προκειμένου περὶ θαλασσίας μεταφορᾶς τοῦ κατὰ ξηρὰν στρατοῦ, ἔχει ληφθῆ πρόνοια διὰ νόμου, δύναται δὲ διὰ διαταγῆς τῶν Ὑπουργῶν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν νὰ παραμένωσιν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ναῦται τῶν πρὸς τοῦτο χρησιμοποιουμένων ἐμπορικῶν πλοίων εἰς τὴν θέσιν των. Δεύτερον, προκειμένου περὶ ἐπιτάξεως πλοίων, ὑπάρχει ἄλλη διάταξις τοῦ ἄρθρου 2ου τοῦ αὐτοῦ νόμου, ἡ ὁποία συνετέλεσε πολὺ πρὸς ἀποφυγὴν καταχρήσεων, ὁρίζει δ’ ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ ναῦται τῶν ἐπιτασσομένων ἀτμοπλοίων λαμβάνουσι τὴν μισθοδοσίαν των παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου ἐκείνην ἣν ἐλάμβανον παρὰ τῶν ἑταιριῶν.
§255ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Περὶ ἐπιτάξεων δὲν γίνεται λόγος ἐν τῷ νόμῳ. Δὲν ἀνεγνώσατε τὸ νομοσχέδιον. Τὸ νομοσχέδιον λέγει «δύνανται ἐν περιπτώσει ἐπιστρατεύσεως».
§256Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει· «ἐξακολουθοῦντες ἐν τούτοις νὰ ἐξασκῶσι τὰ σχετικὰ αὑτῶν καθήκοντα ἢ ὑπηρεσίας μὲ τὴν ἐν τῇ ἑταιρίᾳ, ἀτμοπλοίῳ ἢ διευθύνσει ἱεραρχικὴν αὐτῶν τάξιν».
§257ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύνανται νὰ κληθῶσι διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, τότε θὰ ἐξακολουθήσωσι.
§258Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ διάταξις διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ὑπηρεσίας εἶναι ὑποχρεωτική. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίρρησιν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον εἰς αʹ ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ θέλω νὰ συναρμολογήσητε τὸ πρᾶγμα μὲ τοὺς κειμένους ναυτικοὺς νόμους διὰ νὰ μὴ ὑπάρξῃ σύγχυσις.
§259Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψει τὸ νομοσχέδιον. Ὅτε διενεμήθη τοῦτο, εἶχον ρίψει ἐπ’ αὐτοῦ ἓν βλέμμα καὶ μοὶ ἔκαμε ἐντύπωσιν τοῦτο· πῶς ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία συνέταξεν αὐτό, ἀφ’ ἑνὸς οὐδεμίαν εἶχεν ἰδέαν, ὅπως ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Συνάδελφος, τοῦ νόμου τοῦ διέποντος τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν εἶχεν ἰδέαν τῶν ζητημάτων τοῦ μεγάλου κοινωνικοῦ καὶ ἐργατικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον θίγει. Ἠθέλησε νὰ λύσῃ μὲ τὸ σπαθί, μὲ τὴν στρατιωτικὴν σακαράκαν ἓν μέγιστον πρόβλημα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Νομίζω ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμα, δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι κἄποιος ἄλλος ἐνεφύσησεν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπηγορεύθη διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, κἄποιος σατανᾶς ὑπηγόρευσε τὰς διατάξεις αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι πρὸς κατάπνιξιν τῆς νομίμως ἀσκουμένης ἀμύνης τῶν ἐργατῶν κατὰ τῶν κεφαλαιούχων, οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦσιν αὐτοὺς εἰς τὸ ζήτημα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ παρέχεται ἓν ὅπλον ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς κρίσεως τῶν στρατιωτικῶν ἀνδρῶν πρὸς καταπίεσιν τῆς ἐργασίας, οὐχὶ δὲ ἁπλῶς πρὸς διατάραξιν τῆς ἐργασίας ἀλλὰ καὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ κεφαλαίου δι’ αὐτῶν τούτων τῶν ἐργατῶν, οἱ ὁποῖοι τοιουτοτρόπως κατήντησαν νὰ εἶναι σκλάβοι. Νομίζω ὅτι, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις ἤδη κατὰ ταύτην τὴν ὥραν. Δι’ αὐτὸ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν ψήφισιν αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ ἀφήσῃ νὰ μελετηθῇ καλλίτερον τὸ νομοσχέδιον.
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰς αʹ ἀνάγνωσιν.
§261Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς τὴν βʹ ἀνάγνωσιν δὲν γίνεται τίποτε. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἐπεμβάσεως τοῦ Κράτους εἰς τὸν ἀγῶνα τῶν τάξεων, νομίζω ὅτι ἐξοπλίζει τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ εἶναι ἁπλοῦς διαιτητὴς μεταξὺ τῶν ἀνταγωνιζομένων συμφερόντων κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, ἐξοπλίζει τὸ Κράτος τὸ κεφάλαιον μὲ δύναμιν ἡ ὁποία θὰ χρησιμοποιηθῇ εἰς βάρος τῶν ἐργατῶν. Νομίζω ὅτι τὸ Κράτος ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθῇ εἰς τὸ νὰ διεκδικήσῃ ὑπὲρ ἑαυτοῦ ὅλα τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιτρέψωσιν, ὥστε ὁ ἀνταγωνισμὸς τῶν τάξεων νὰ μὴ φέρῃ πρόσκομμα εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, ἀλλὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀποφύγῃ τὸ Κράτος κάθε διεκδίκησιν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα θὰ ἐξῆγον αὐτὸ ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ διαιτητοῦ καὶ θὰ καθίστων αὐτὸ διάδικον ἀπέναντι τῶν ἀνταγωνιζομένων συμφερόντων. Δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ θέσις τοῦ Κράτους, νομίζω δ’ ὅτι τοιαῦτα μέτρα παρεχόμενα εἰς τὰς Κυβερνήσεις εἶναι δυνατὸν ἄριστα νὰ καταλήξωσιν εἰς τὸ νὰ εἰσαγάγωσι τὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία κατελύθη ἀπὸ τῆς εἰσαγωγῆς τῆς χριστιανικῆς θρησκείας, τὴν ἀρχὴν τῆς δουλείας. Τοῦτο δὲ οὐχὶ πρὸς ἐξυπηρέτησιν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν, διὰ τὰς ὁποίας θὰ ἐδεχόμην τὸ τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀλλὰ τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων τῶν κεφαλαιούχων, οἱ ὁποῖοι κατὰ περίεργον ἀντίληψιν παριστάνουσιν ὅτι τὰ συμφέροντά των εἶναι καὶ κοινωνικὰ συμφέροντα, χωρὶς νὰ ἐννοῶσιν ὅτι ἔχουσι καὶ κοινωνικὰ καθήκοντα. Ἀκριβῶς δέ, ἐπειδὴ δὲν ἐννοοῦσι τοῦτο, προκαλοῦσι τὰς ἐξεγέρσεις, ἐναντίον τῶν ὁποίων τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ παρίσταται ὡς διαιτητής. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο σήμερον, καὶ θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ἀφοῦ συζητήσῃ τοῦτο ὄχι μόνον μετὰ τῶν τμηματαρχῶν τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐπιρρεπεῖς εἰς τὸ νὰ λύωσι τὰ ζητήματα διὰ τῆς στρατιωτικῆς σπάθης, ἀλλὰ καὶ μετὰ τῶν Ὑπουργῶν του καὶ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τῶν δύο ἄλλων Ὑπουργείων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι νόμιμον ἁρμοδιότητα διὰ νὰ ἀποφανθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§262ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶμαι ἐν προκειμένῳ ἁπλῶς εἰσηγητὴς νομοσχεδίου, ὡς ὅλων τῶν ἄλλων εἰδικῶν νομοσχεδίων, τῶν συνταχθέντων ὑπὸ τῆς ἁρμοδίας ὑπηρεσίας. Εἶμαι εἰσηγητὴς νομοσχεδίου, διὰ τὴν πρωτοβουλίαν τοῦ ὁποίου διεκδικῶ τὴν τιμὴν ὁλόκληρον. Κύριοι Βουλευταί, ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προΐσταμαι, δὲν ὑπῆρξεν ἁπλῶς διαιτητής. Κατὰ τὸ πολυχρόνιον ἤδη διάστημα, καθ’ ὃ κατέχω τὴν Ἀρχήν, εἰς τὸν ἀνταγωνισμὸν μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας, δύναμαι νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι ὑπῆρξα συμπαθὴς παραστάτης καὶ συνήγορος τῶν ἐργατικῶν συμφερόντων, τόσον ὥστε δὲν κατηγορήθην ἅπαξ ὅτι εἶμαι καὶ σοσιαλιστής.
§263Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι κατηγορία.
§264ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἂν, Κύριοι, φέρω τὴν κατηγορίαν ὑπερηφάνως δι’ ὅσα ἔπραξα, δὲν ἐδίστασά ποτε, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς καὶ τελευταῖον ὅτε τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐνεφανίσθη κατὰ τὴν ἀπειλὴν τῆς ἀπεργίας τῆς σιδηροδρομικῆς, νὰ δηλώσω πρὸς τοὺς ἐργάτας ὅτι, ἐξ ὀνόματος τοῦ Κράτους, ἀρνοῦμαι εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ σταματῶσι τὴν οἰκονομικὴν καὶ κοινωνικὴν ζωὴν τῆς χώρας διὰ νὰ ὑποστηρίξωσιν ἰδίας ἀξιώσεις κατὰ τοῦ κεφαλαίου, ὅτι ἀρνοῦμαι εἰς αὐτοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Ἐδήλωσα τοῦτο εἰς αὐτοὺς σαφῶς, ἀπεριφράστως, κατηγορηματικῶς καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω τὴν στιγμὴν ταύτην καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Τοῦτο δὲ ἀκριβῶς σκοπεῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, νὰ καταστήσῃ ἀδύνατον τὴν ἄσκησιν τῆς ἀπεργίας ἄνευ τῆς παρεμβάσεως ἄλλης διαδικασίας, ἀπεργίας, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ σταματήσῃ τὴν κοινωνικὴν ζωήν, τὴν οἰκονομικὴν ζωὴν τῆς χώρας διὰ τῆς ἀναστολῆς τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ναί, Κύριοι, γνωρίζω ὅτι ὁ ἀγὼν τῶν κοινωνικῶν τάξεων εἶναι κοινωνικὸν φαινόμενον, τὸ ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ματαιώσωμεν, ἀλλὰ ὑπάρχουσι γενικοί τινες ὅροι, κατὰ τοὺς ὁποίους τὸ ἀτομικὸν συμφέρον καὶ τὸ συμφέρον τῶν κοινωνικῶν τάξεων εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὸ γενικὸν συμφέρον τῆς Πολιτείας, ἂν δὲν πρόκειται, ἐξανιστάμενα τὰ ἰδιωτικὰ ταῦτα συμφέροντα, καὶ τὰ συμφέροντα ἑκάστης τάξεως νὰ ματαιώσωσι καὶ νὰ καταστρέψωσι τὸ γενικὸν συμφέρον, εἰς τὸ ὁποῖον, καλῶς ἐννοούμενον, συμπεριλαμβάνονται καὶ τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων καὶ τῶν κοινωνικῶν τάξεων. Ἂν θέλητε, κύριοι συνεργάται, διὰ τῆς ἐργατικῆς νομοθεσίας νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς τοὺς ἐργάτας, πρὸς ἐπιβολὴν τῶν ἰδίων ἀξιώσεων, νὰ σταματῶσιν εἰς πᾶσαν ὥραν τὴν κίνησιν τῶν σιδηροδρόμων καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, δὲν θὰ μὲ ἔχητε σύμφωνον μαζί σας· θὰ μὲ ἔχητε ἐντελῶς ἐναντίον. Ὀφείλει δὲ ὁ κόσμος ὅλος νὰ γνωρίζῃ ὅτι οἱ ἐργάται οἱ ἀσχολούμενοι εἰς τὰ ἐπαγγέλματα αὐτά, δὲν ἔχουσι τὰ ἴδια δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ ἄλλοι ἐργάται τῆς Ἑλλάδος, ὅτι δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐργάζωνται ὅταν θέλωσι καὶ νὰ ἀπεργῶσιν ὅταν θέλωσι, νὰ ἐργάζωνται ὅσον θέλουσι καὶ νὰ ἀναπαύωνται ὅσον θέλουσι, ἀρκεῖ νὰ ἐπιτρέπωσιν εἰς αὐτοὺς τοῦτο αἱ οἰκονομικαί τῶν πρόσοδοι, ἀλλὰ οἱ ἐργάται τῶν μεταφορῶν ὀφείλουσι νὰ γνωρίζωσιν ὅτι, ὄχι μόνον ἐν πολέμῳ, ἀλλὰ καὶ ἐν εἰρήνῃ, εἶναι στράτευμα τῆς κοινωνίας. Τὸ ἔργον των εἶναι τόσον σπουδαῖον, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ οὔτε πρὸς στιγμὴν νὰ θεωρηθῇ ὅτι εἶναι ἰδιωτικῆς φύσεως. Ἐννοῶ καλῶς, Κύριοι, ὅτι ἡ Πολιτεία, ἡ ὁποία θέτει τὸν κανόνα τοῦτον, ἡ Πολιτεία ἔχει καθήκοντα ἀντίστοιχα πρὸς τοὺς ἐργάτας τῶν μεταφορῶν, εἰς τοὺς ὁποίους ἀρνεῖται τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας. Τὸ καθῆκον τοῦτο ἤσκησεν ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καὶ ἤσκησεν αὐτὸ κατὰ τὰς ἰδίας αὐτῆς ἀντιλήψεις. Βεβαίως, διότι ἀρνούμεθα εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν σιδηροδρόμων τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, δὲν ἕπεται ὅτι εἰς πᾶσαν περίπτωσιν συγκρούσεως μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν ἑταιριῶν θὰ εὑρεθῶσιν οἱ ἐργάται ἀνοχύρωτοι ἐντελῶς, παραδεδομένοι εἰς τὰς ἀξιώσεις τοῦ κεφαλαίου. Καὶ ὅτι τοιαύτη δὲν ἦτο ἡ ἀντίληψις τῆς Κυβερνήσεως, ἀπέδειξε τοῦτο αὕτη ὅτε παρενέβη εἰς τὴν ἔριδα, ἡ ὁποία ἠγέρθη, εἰς τὴν ἔριδα ἡ ὁποία ἀνεφύη πρό τινος χρόνου μεταξὺ τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν. Ἐκλήθησαν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ὑπαλλήλων διὰ νὰ δηλωθῇ εἰς αὐτοὺς ὅτι, τὸ Κράτος δὲν τοῖς ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα ἀπεργίας, ἀλλὰ συγχρόνως ἐδηλώθη εἰς αὐτοὺς ὅτι τὸ Κράτος ἐννοεῖ ἐν τῷ μέτρῳ τοῦ προσήκοντος καὶ κατὰ τὴν ἀντίληψιν αὐτοῦ νὰ προστατεύσῃ αὐτοὺς εἰς τὸν ἀγῶνα τὸν ὁποῖον εἶχον ἀναλάβει, καὶ ἐζήτησε παρ’ αὐτῶν νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἀξιώσεις των καὶ συνεκροτήθη ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐξήτασεν αὐτὰς καὶ ἔφθασεν εἰς πορίσματα τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον καὶ τοῦτο ἔκρινε καὶ ἐνέκρινε ταῦτα, συνεννοούμενον πρὸς τὴν ὅλην Κυβέρνησιν. Ταῦτα ἀνεκοινώθησαν εἰς τὰς ἑταιρίας, καὶ ἐδηλώθη συγχρόνως εἰς αὐτὰς ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται τῆς ἐπιτροπῆς κρίνονται ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως δίκαιαι καὶ ἑπομένως νομίζει ἡ Κυβέρνησις ὅτι αἱ ἑταιρίαι ὀφείλουσι νὰ τὰς ἀποδεχθῶσι. Ὅταν μετὰ τοιαύτην ἐνέργειαν θὰ ἤρχετο ἢ θὰ ἔλθῃ ἡ ἑταιρία νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν ἀποδέχεται τὰς ἀποφάσεις τὰς Κυβερνητικάς, τότε οἱ ἐργάται θὰ εὕρισκον συνεργάτην των, σύμμαχόν των τὴν Πολιτείαν, ἐκπροσωποῦσαν τὸ κοινὸν συμφέρον, ἡ ὁποία δὲν θὰ θελήσῃ νὰ ἀφήσῃ ἔρμαιον αὐτοὺς εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν χάριν τοῦ γενικοῦ συμφέροντος. (Χειροκροτήματα). Ἄν ὅμως, Κύριοι, οἱ ἐργάται δὲν ἀρκοῦνται εἰς τοῦτο μόνον καὶ ἂν δὲν ἀρκοῦνται εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὴν Πολιτείαν, ἐκπροσωπουμένην ὑπὸ τῶν Ἀρχῶν αὐτῆς ὡς προστατῶν καὶ συμμάχων, ἀλλ’ ἀξιοῦσι τὴν αὐτὴν ἐλευθερίαν, τὴν ὁποίαν ἀξιοῦσιν ὅλοι οἱ ἄλλοι ἐργάται τῆς Ἑλλάδος, εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ τοῖς εἴπω ὅτι λυποῦμαι πολύ, διότι εἰς τὸ σημεῖον αὐτὸ θὰ χωρισθῶ ἀποτόμως ἀπ’ αὐτούς, πρόθυμος ἀπέναντι τοῦ τίτλου τοῦ σοσιαλιστοῦ, τὸν ὁποῖον μοὶ ἀπένειμαν τελευταίως, καὶ τοῦ ἀντιδυναστικοῦ, νὰ λάβω καὶ τὸν τοῦ ἐχθροῦ τῶν ἐργατῶν, ἀκόμη καὶ ὅ τι ἄλλο θέλετε — ἔχω πάρει τόσους πολλοὺς τίτλους εἰς τὸν βίον μου τὸν πολιτικόν, ὥστε καὶ ἓν ἀκόμη μοὶ ἀποδοθῇ καὶ ἄλλος, θὰ εἶναι τόσον μικρός, ὥστε νὰ μὴ μοὶ κάμῃ καμμίαν ἐντύπωσιν. Ταῦτα, Κύριοι, εἶναι ὅσα εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω. Τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ. Ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη τροποποιήσεως, βεβαίως θὰ τροποποιηθῇ. Θὰ ψηφισθῇ, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω μετ’ εὐθύτητος, ἐν τῇ ἐννοίᾳ ὅτι τὸ Κράτος, ἀρνούμενον εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν μεταφορῶν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπιλαμβάνωνται κατ’ οἰκείαν κρίσιν τῶν δικαιωμάτων των, παρέχει ὅμως τὸ δικαίωμα τῆς νομικῆς προστασίας εἰς τὸν ἀγῶνα μεταξὺ κεφαλαίου καὶ ἐργασίας καὶ τὴν ὑποστήριξιν ἐκ μέρους τῶν νομίμων ἀρχῶν τῆς κοινωνίας, κατὰ τὴν ἀντίληψιν καὶ τὸ μέτρον καθ’ ὃ θὰ ἔκρινε τοῦτο προσῆκον καὶ δίκαιον. (Χειροκροτήματα).
§265Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπηύθυνε πρὸς ἐμὲ ἐρώτησιν· Θέλετε, Κύριοι, ἐφαρμόζοντες τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν τάξεων νὰ ἀναγνωρίσωμεν εἰς τοὺς ἐργάτας τῶν μεταφορῶν τὸ δικαίωμα ὅπως κατ’ οἰκείαν κρίσιν σταματῶσι τὸν οἰκονομικὸν βίον τῆς χώρας; Ἐγὼ δὲν ἐξεδήλωσα θέλησιν ἄλλην πλὴν τοῦ νὰ παρασχεθῇ καιρὸς ὅπως κατόπιν μελέτης περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐγγυήσεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ τείνωσιν εἰς τὴν αὐθαίρετον ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἄρνησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἀπεργίας εἰς ὡρισμένην κατηγορίαν ἐργατῶν. Ἡ αὐθαίρετος ἄρνησις τοῦ δικαιώματος τούτου θὰ ἔφερεν ἄλλο κακόν, θὰ εἰσῆγε τὸ boycotage.
§266ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὸ πιέζωμεν καὶ αὐτό· ἔχομεν τὴν δύναμιν.
§267Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Προκειμένου οὐχὶ περὶ συζητήσεως οὐσίας, διὰ τὴν ὁποίαν δὲν εἶμαι σήμερον παρεσκευασμένος, διότι δὲν ἔχω οὔτε ἴδει τὸ νομοσχέδιον, εἶπον δὲ ὅτι ἐπιπολαίως τὸ ἀνέγνωσα μόλις πρὸ ὀλίγου καὶ μοὶ προὐξένησε τὴν ἐντύπωσιν ὅτι διὰ τῆς τοιαύτης ἄνευ ἐπαρκῶν ἐγγυήσεων καθιερώσεως τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἐγκαθιδρύετε τὴν δουλείαν ἐλευθέρων ἀνθρώπων...
§268ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἕν ἐλάττωμα ἔχει, ὅτι ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις δὲν εἶναι εἰλικρινής. Δὲν συνέταξα ἐγὼ αὐτήν. Ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν καθαρὰ καὶ σαφῶς ὅτι δὲν εἶναι μόνον διὰ τὸν πόλεμον, ἀλλ’ εἶναι διὰ νὰ κτυπήσωμεν τὰς ἀπεργίας.
§269Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ εἴπητε. Εἶναι τόσον καθαρὸν τοῦτο ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλ’ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ αἰτιολογήσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως τοὺς φόβους του, τοὺς ὁποίους καὶ ἐξέθηκεν, ὅτι τὸ ὅπλον αὐτὸ δύναται νὰ καταστῇ ὅπλον καταπιέσεως τῶν ἐργατῶν, καὶ ἀπαντῶν εἰς τὸν φόβον τοῦτον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπε· καὶ δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐπαρκὴς ἐγγύησις;
§270ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι ἐγώ, ἡ Πολιτεία,
§271Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. ... Ἐγὼ ὅστις μάλιστα ἔφθασα εἰς τὸ σημεῖον νὰ κατηγορηθῶ ὡς σοσιαλιστής; Ἐγὼ δὲν γνωρίζω νὰ εἶναι κατηγορία τὸ νὰ εἶναι τις ὀπαδὸς πολιτικῶν ἰδεῶν ὁποιωνδήποτε.
§272ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀρκεῖ νὰ εἶναι ἰδικαί του.
§273Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πάντως δὲν εἶναι ζήτημα κατηγορίας. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐλησμόνησεν ὅτι δὲν θὰ εἶναι πάντοτε Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἥτις ὁμολογουμένως ἀπέδειξε συμπάθειαν εἰς τοὺς ἐργάτας καὶ ἥτις εἰργάσθη καθ’ ὃν τρόπον μᾶς ἀνέπτυξεν ὅτι εἰργάσθη ἐν τῷ τελευταίῳ ζητήματι τῆς ἀπεργίας τῶν ἐργατῶν τῶν σιδηροδρόμων. Ἀλλ’ εἶναι γνωστὸν ὅτι σήμερον ὑπάρχει ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καὶ αὔριον ἔρχεται ἄλλη, καὶ δὲν γνωρίζομεν ἂν εἶναι ἐπαρκὴς ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐγγύησις, διότι ἡ Πολιτεία ἐνσαρκοῦται εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκ τῶν αἰσθημάτων τῆς Κυβερνήσεως ἡ Πολιτεία δείκνυται ὡς τοιαύτη καὶ κάμνει χρῆσιν μέτρων τοιούτων ἢ τοιούτων. Ἀνεγνωρίσατε καὶ σεῖς, κ. Πρόεδρε, ὅτι ὑπάρχουσι φόβοι καταδυναστεύσεως τοῦ ἐργάτου. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἐπιβληθῆτε σεῖς ὡς Κυβέρνησις εἰς τὸν ἐργοδότην, ἂν ὁ ἐργοδότης δὲν δεχθῇ τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, πῶς θὰ ἀποφύγητε τοῦτο; Τί θὰ γίνῃ;
§274ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τότε λέγω εἰς τοὺς ἐργάτας, κάμετε ἀπεργίαν. Δικαίωμα ὅμως δὲν τοὺς ἀναγνωρίζω. Ὅταν συμφωνεῖ τὸ Κράτος ἂς κάμωσι ὅ τι ἂν θέλωσι.
§275Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Καταστήσατε τοὐλάχιστον ἓν διαιτητικὸν δικαστήριον.
§276ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀντιμετωπίσω τὴν κρίσιν.
§277Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅταν δὲν ἐντείνετε τὴν φωνήν σας καὶ συζητοῦμεν ἠρέμα, θὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα.
§278ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον θὰ ψηφισθῇ ὡς ἔχει. (Ἱλαρότης).
§279Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Σήμερον ἐπιβάλλετε βάρη εἰς τοὺς ἐργάτας. Ἐὰν ἐκάμνετε ὅ τι κάμνετε διὰ μίαν γραμμὴν σιδηροδρομικήν, θὰ ἤμην ἀπολύτως σύμφωνος, διότι ἐκεῖ εἶναι τὸ Κράτος ἴδιος ἐργοδότης, καὶ δύναται νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸν τὸν νόμον, ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου δὲν εἶναι τὸ Κράτος ἐργοδότης, ἐφ’ ὅσον δὲν φροντίζει τὸ ἴδιον τὸ Κράτος νὰ λάβῃ εἰς τὰς χεῖράς του τὴν διοίκησιν τῶν σιδηροδρόμων, ἕνεκα διαφόρων λόγων, ἐκεῖ ὅπου διακινδυνεύετε ἕν τοιοῦτον δικαίωμα, ἐκεῖ θὰ πείσητε καὶ τὴν ἑταιρίαν, καὶ ἐὰν ἡ ἑταιρία δὲν πεισθῇ τότε μόνον ἐπιτρέπεται νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ τὸ ὁποῖον εἶναι κακόν, εἶναι ὀλέθριον διὰ τὴν οἰκονομίαν. Διατί δὲν ἀφήνετε εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ἴδιον νὰ εἰσαχθῇ μία διαιτησία;
§280ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄξιον πολλῆς μελέτης. Εἶμαι πρόθυμος νὰ τὸ ἐξετάσω.
§281Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑπέδειξα καὶ ἐκ τῆς θέσεώς μου ἀγορεύων ὅτι εἰς τὰ ζητήματα τοῦ ἀνταγωνισμοῦ τῶν κοινωνικῶν τάξεων χρήζουσι προσοχῆς ἰδιαιτέρας. Τὰ ζητήματα ταῦτα, ἐγὼ τοὐλάχιστον, καὶ ἐξ ἰδιαιτέρων μελετῶν ἠρεύνησα· δὲν πιστεύω δὲ νὰ εἶσθε σεῖς πλέον συντηρητικός, ἴσως ὑπό τινα ἔποψιν, ἀπὸ ἐμέ, ὅστις μελετῶν ταῦτα μετ’ ἀμεροληψίας ἐξάγω τὰ συμπεράσματά μου. Ἄλλως τε ἐγὼ δὲν πολιτεύομαι ἐν τῇ Ἀττικοβοιωτίᾳ, ὅπου ὑπάρχουσι τοιαῦτα ζητήματα.
§282ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία· οὐδεὶς ὑπαινιγμὸς ἐρρίφθη.
§283Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου γνωρίζετε πολὺ καλὰ ὅτι οὐδένα παίζουσι ῥόλον αὐτὰ τὰ ζητήματα. Ἐγὼ μελετῶ ταῦτα μετὰ τελείας ἀμεροληψίας καὶ συμπαθείας, καὶ οἱονδήποτε ὑπαινιγμὸν θὰ ἐθεώρουν οὐχὶ προσήκοντα.
§284ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐγένετο.
§285Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δὲ τῆς παρατηρήσεώς μου περιέμενον νὰ μοὶ ἀπευθύνητε ἐρώτησιν ἐὰν θέλω νὰ περισταλῇ αὐτὸ τὸ κακὸν τῆς ἀπεργίας. Διὰ τῆς μελέτης εἶπον ὅτι δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς συμπέρασμα ὥστε καὶ τὸ δημόσιον συμφέρον νὰ ἐξυπηρετηθῇ καὶ τὸ τῶν ἐργατῶν διὰ τῆς διαιτησίας τοῦ Κράτους, διότι θὰ ἔχωσι καὶ τὸν τύπον εἰς τὰς χεῖράς των. Μὴ λησμονῆτε ὅτι ἔφθασαν ἑταιρίαι μέχρι τοῦ σημείου ὥστε καὶ διὰ νόμου νὰ ἐπιχειρήσωσι πράγματα ἐπιζήμια εἰς τοὺς κατοίκους.
§286ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἰς ἄλλας περιστάσεις.
§287Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δυστυχῶς τὸ πρᾶγμα.
§288ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ τὰ εἴπωμεν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§289Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐὰν ἐπιμείνητε εἰς τὴν πρώτην, δὲν ἔχω ἄλλο τι νὰ κάμω ἢ νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν ὅ τι εἶπον, διότι τὸ ζήτημα εἶναι μέγα. Ἐκ συνενοήσεως μετὰ τῶν κ. Ὑπουργῶν σας ζητήσατε μίαν λύσιν ἡ ὁποία νὰ μὴ βλάπτῃ κανένα. Ἐστὲ διαιτητής.
§290ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Αὐτὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖτε αὐτὸ ἐφαρμόζομεν μέχρι τοῦδε. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι διαιτητής, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἄξιον προσοχῆς.
§291Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀληθῶς ἡ Κυβέρνησις συμπεριεφέρθη ὡς διαιτητὴς εἰς πολλὰς περιστάσεις, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀληθὴς καὶ ἡ παρατήρησίς μου αὕτη, οὔτε θὰ εἶναι δεσμευμέναι αἱ Κυβερνήσεις μὲ τὰς ἀντιλήψεις ὑφ’ ὧν ἐνεφορήθη. Εἶναι ἀνάγκη μεγάλης προσοχῆς, διότι ἀποκλείοντες τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, καθιστᾶτε δούλους. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσία τοῦ πράγματος, ἀπεριφράστως λεγομένη. Ὡρισμένη κατηγορία ἀνθρώπων γίνεται δούλη, καὶ παύει τὸ δόγμα ὅτι «οὐκ ἔνι δοῦλος, οὐκ ἔνι ἐλεύθερος». Πρέπει νὰ ἐξασφαλίσητε εἰς αὐτοὺς ἐγγυήσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ μὴ παρίσταται ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀνάγκην εἴτε ἐντεῦθεν εἴτε ἐκεῖθεν νὰ λύῃ τὸ ζήτημα.
§292Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου μίαν καὶ μόνην παρατήρησιν ἔχω νὰ διατυπώσω, ὅτι ἔρχεται ἀργά, ὅτι ἔπρεπε πρὸ καιροῦ ἡ Κυβέρνησις ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὸν κίνδυνον, τὸν ὁποῖον γεννῶσιν αἱ ἰδέαι τὰς ὁποίας τινὲς παρ’ ἡμῖν ἠθέλησαν νὰ σπείρωσιν ὡς ζιζάνια ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν καὶ δι’ αὐτῶν νὰ καταστήσωσιν ἀνταγωνισμὸν ἀκατανόητον μεταξὺ πάντων ἐκείνων καὶ πάντων τῶν πολιτῶν οἵτινες πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψει των πρὸ παντὸς καὶ πρὸ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας. Ἀτυχῶς ἠθελήσαμεν εἰς τὴν κοινωνίαν ἡμῶν νὰ εἰσαγάγωμεν ἰδέας καὶ σκέψεις δυναμένας νὰ συγκλονίσωσιν ἐκ βάθρων τὴν κοινωνίαν ἡμῶν, ἥτις ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης εἶναι ἐντελῶς ἀναμάρτητος. Ἀναμφισβητήτως ἡ Πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία ὀφείλουσι πᾶσαν συμπάθειαν πρὸς τὸν βιοπαλαιστήν, πρὸς τὸν ἐργάτην, ἐγὼ δὲ αὐτὸς ἔσχον τὴν εὐκαιρίαν νὰ γνωματεύσω ὅτι ὁ ἐργάτης οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ συνεταῖρος τοῦ ἐργοδότου. Ὡς οὗτος προσφέρει τὸ ἴδιον κεφάλαιον ἐν τῇ ἐργασίᾳ, οὕτω καὶ ὁ ἐργάτης προσφέρει τὴν προσωπικήν του ἐργασίαν, καὶ τοῦτο ἀποτελεῖ συνεταιρισμὸν μεταξὺ ἐργοδότου καὶ ἐργάτου, ἡμῶν δὲ σκοπὸς εἶναι ν’ ἀποβλέψωμεν πῶς νὰ συμβιβάσωμεν τὰ δύο ταῦτα συμφέροντα τῶν δύο τούτων κοινωνικῶν στοιχείων, τοῦ κεφαλαιούχου καὶ τοῦ ἐργάτου. Πρὸς τὸν ἐργάτην, ὡς εἶπον, ὀφείλεται πᾶσα προστασία καὶ ἀνακούφισις, ὀφείλεται πᾶσα συνδρομὴ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐργαζομένου καὶ ὑπὲρ τῆς οἰκογενείας αὐτοῦ, καθ’ ὃν χρόνον δὲν θὰ δύναται νὰ ἐργασθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐννοήσῃ ὁ ἐργάτης ὅτι τὴν ἐργασίαν, ἐξ ἧς πορίζεται τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του, δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποτιμᾷ ὑπεράνω τῆς ἀξίας της. Ἐὰν ἠθέλομεν ἐνδώσει εἰς αὐτὸν τὸν πειρασμόν, κολακεύοντες τὴν μίαν ἢ τὴν ἑτέραν τῶν δύο αὐτῶν τάξεων, ἠθέλομεν ἀναμφισβητήτως φθάσει εἰς ἀποτελέσματα θλιβερά, καθόσον ἠθέλομεν ἐπιτρέψει εἰς τὸν ἐργάτην ν’ ἀποτιμᾷ τὴν ἐργασίαν του ὑπεράνω τῆς ἀξίας, ἣν ἐνέχει αὕτη. Ἠθέλομεν καταστήσει τὸν κίνδυνον ἀληθῆ δι’ αὐτὸν τὸν ἴδιον ἐργάτην, διότι καθ’ ὅσον ἤθελεν ἐπιτραπῆ αὐτῷ νὰ ἀποτιμᾷ τὴν ἐργασίαν ὑπεράνω τῆς ἀξίας της, ἤθελε κινδυνεύσει νὰ εὕρῃ τὰ καταστήματα καὶ τὰς ἐργασίας, ἐξ ὧν πορίζεται διὰ τοῦ ἱδρῶτός του ἀληθῶς τὴν ὕπαρξίν του τὴν οἰκονομικὴν καὶ τὴν προστασίαν ἑαυτοῦ καὶ τῆς οἰκογενείας του. Ἀτυχῶς αἱ ἰδέαι, αἵτινες καὶ εἰς πλούσια καὶ ἰσχυρὰ κράτη καὶ κοινωνικῶς ἀνεπτυγμένα ἐθεωρήθησαν ὡς κίνδυνος, εἰσήχθησαν παρ’ ἡμῖν ἀνερματίστως διὰ τοιούτων ἰδεῶν. Καὶ δὲν ὑπάρχει τις μὴ ὁμολογῶν ὅτι ἐκινδυνεύσαμεν νὰ ἴδωμεν παραλυομένην πᾶσαν βιομηχανικὴν κίνησιν, παραλυομένην καὶ αὐτὴν τὴν βιομηχανίαν τῶν σιδηροδρόμων δι’ ἀξιώσεις, αἵτινες ἠδύναντο νὰ εἶναι ὀρθαὶ καὶ δίκαιαι ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι δὲν ἔπρεπε ν’ ἀγάγωσιν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι προέβαλον αὐτὰς μέχρις αὐτοῦ τοῦ σημείου, ὥστε νὰ παραλύσωσι τὴν κοινωνικὴν κίνησιν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποβλέπει ἀκριβῶς εἰς τὴν καθιέρωσιν τῶν ἰδεῶν ἐκείνων αἱ ὁποῖαι εἰσέδυσαν καὶ παρ’ ἡμῖν, ἀποβλέπει εἰς τὴν καταστολὴν τῆς καθιερώσεως τοιούτων ἰδεῶν, δὲν εἶναι δὲ ἄπορον, πῶς καὶ ὁ Μπριάν, ὁ ὁποῖος μεταξὺ τῶν Γάλλων κοινωνιστῶν διεκρίνετο, ὡς Πρωθυπουργὸς ὑπέβαλε τοιοῦτον νομοθέτημα. Καὶ ὅταν κατηγορεῖτο ὅτι γενόμενος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Πρωθυπουργὸς ἐλησμόνησε τὰς ἀρχάς του τὰς κοινωνιστικάς, ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἐλησμόνησεν αὐτάς, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ καθορίσῃ αὐτὰς ἐν ταῖς κυβερνητικαῖς πράξεσι κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε αἱ ἰδέαι αὐταὶ αἱ κοινωνιστικαί, αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουσιν εἰς ἀνακούφισιν τοῦ ἐργάτου νὰ μὴ ἀποβῶσι καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἐργάτην ὀλέθριαι. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἔλεγε πρὸ ὀλίγου ὅτι καθιστᾷ μίαν δουλείαν τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ποίαν δουλείαν καθιστᾷ; Ὅτι δὲν ἐπιτρέπει ἕνα συνεταιρισμὸν ὁ ὁποῖος ἔχει σκοπὸν τὴν παράλυσιν τῆς συγκοινωνίας; Ὑπάρχει φόβος μήπως ἐξεγερθῶσι κατὰ τοῦ τοιούτου νομοθετήματος ὡρισμένοι μεταξὺ τῶν ἐργατῶν, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἤθελον προσβληθῆ ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῶν ὡς πολιτῶν, ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῶν ὡς ἐργατῶν, ὡς πρὸς τὰ δικαιώματα αὐτῶν ὡς ὑπαλλήλων τῆς σιδηροδρομικῆς συγκοινωνίας; Ἐὰν ἤθελον ἐξεγερθῆ κατὰ τῆς νομοθετικῆς πράξεως τὴν ὁποίαν ψηφίζομεν σήμερον, ὑπάρχουσι νόμοι διὰ τῶν ὁποίων ἤθελε κατασταλῆ ἡ παράνομος αὐτῶν ἐξέγερσις, δὲν ὑποθέτω δὲ ὅτι τὸ νομοθέτημα τοῦτο εἶναι ἐπιδεκτικὸν ἀλλοίας ἐφαρμογῆς ἀπὸ ἐκείνης τὴν ὁποίαν ἀποβλέπει ἡ Κυβέρνησις, μετὰ τῆς ὁποίας εὐτυχῶς εὑρίσκομαι τὸ πρῶτον ἤδη εἰς συμφωνίαν.
§293ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καλὴ ἀπαρχή.
§294Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δύναται σήμερον νὰ ἐπιζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς καὶ τὴν κύρωσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ διὰ τῆς ψήφου τῆς Βουλῆς, αὐτὸ τοῦτο ὀφείλεται ἀκριβῶς εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἀλλ’ ἡ πλειονοψηφία βεβαίως, εἴτε ἡ σημερινὴ εἴτε οἱαδήποτε ἄλλη, προέρχεται ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ, ἐν περιπτώσει δὲ κατὰ τὴν ὁποίαν ἤθελεν ὑπάρξει πλειονοψηφία ἡ ὁποία θὰ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν καταδολίευσιν αὐτοῦ τοῦ νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον καλεῖσθε νὰ ψηφίσητε σήμερον, βεβαίως ἡ πλειονοψηφία αὕτη θὰ παρέβαινε τὴν ἐντολήν της, θὰ ἀνετρέπετο δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἡ ὁποία ἤθελε καταδολιευθῆ τὸ νομοθέτημα. Διότι ἀκριβῶς θίγει τοῦτο πολυπληθῆ τάξιν καὶ κανονίζει τὴν θέσιν τῆς τάξεως αὐτῆς, διὰ τοῦτο ὁ κίνδυνος τὸν ὁποῖον ἐπέσεισεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ. Ἀναμφισβητήτως, εἶναι μία ἀνάγκη τὸ νομοσχέδιον, καὶ διὰ τοῦτο ἔλεγον πρὸ ὀλίγου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔσφαλε, διότι πολὺ ἀργὰ ἐσκέφθη νὰ ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Αὐτὰ εἶχον νὰ εἴπω, ἔχω δὲ νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν, ὅπως ἡ ἰσχὺς τοῦ νομοσχεδίου ἄρξηται ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεώς του ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως.
§295Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας ἀνεκίνησε ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ θέμα συζητήσεως ἐν τῇ Βουλῇ, καθόσον πρόκειται περὶ μεγάλου κοινωνικοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ὅλην τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας δὲν ἠδύνατό τις νὰ περιμένῃ ἀλλοίαν γνώμην. Εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔχει μείνει μὲ τὰς ἰδέας αἱ ὁποῖαι ἐχαρακτήριζον τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἔκαμνε τὰς σπουδάς του, καὶ δυστυχῶς μένει μὲ τὰς ἀντιλήψεις ἐκείνας, ἀποτέλεσμα δὲ εἶναι ὅτι παρ’ ὅλον τὸν ἀδαμάντινον χαρακτῆρα καὶ τὰς μεγάλας αὐτοῦ ἀρετάς, μένει ὀπίσω εἰς τὴν πολιτικήν του σταδιοδρομίαν. Ἠθέλησε τόσον εὐκόλως νὰ λύσῃ ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἄλυτον εἰς κοινωνίας μᾶλλον ἡμῶν προηγμένας, καὶ ἐζήτησε δι’ εὐχῶν νὰ λύσῃ ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐλύθη οὔτε διὰ νομοθεσιῶν οὔτε διὰ τῶν φιλοσοφικῶν διδαγμάτων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἠσχολήθησαν εἰς αὐτό. Εἶναι εὐχάριστον, εἶναι εὔκολον νὰ λέγῃ τις, ὅτι δέον νὰ ὑπάρχῃ ὁμόνοια μεταξὺ τοῦ κεφαλαίου καὶ τῆς ἐργασίας, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι ῥήματα τοῦ Εὐαγγελίου. Εἰς τὴν πραγματικὴν ὅμως ζωὴν δὲν ἴσχυσαν ταῦτα οὔτε δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι τὰ ὑπεστήριξαν, διότι πράγματι ὁ Λυτρωτὴς εἶπεν ὅτι· «κάλλιον εἰσελθεῖν κάμηλος διὰ τρυμαλιᾶς βελόνης ἢ πλούσιος εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν», ἀλλ’ εἰ καὶ εἶπε ταῦτα, ἐν τούτοις τοῦτο δὲν ἐμποδίζει τὸν κόσμον ἀπὸ τοῦ νὰ προσπαθῇ ν’ ἀποκλεισθῇ ἀπὸ τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν γενόμενος πλούσιος. Ἐφοβήθη ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας μή, ἂν δὲν ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τῶν ἐργατῶν τὸ δικαίωμα νὰ ὑπερασπίζωσι τὸ δίκαιόν των, ἀφήνοντες ἑαυτοὺς ἀπροστατεύτους, πτωχούς, καὶ μὴ ἔχοντας οὔτε πολιτικὰ δικαιώματα κἂν τόσα ὅσα ἔχουσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἄφθονα τὰ ὑλικὰ μέσα, ἐφοβήθη μὴ εἶναι τὸ μόνον μέσον, τὸ ὁποῖον ἔχουσι πρὸς ὑπεράσπισίν των καὶ τοῦ ὁποίου τόσον δυσκόλως δύνανται νὰ κάμωσι χρῆσιν, καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ εἴπῃ ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον καὶ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη ἀπορροφῶσι τὴν κοινωνίαν διὰ τῆς ἀπληστίας καὶ διὰ τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἀφθόνων ὑλικῶν μέσων, δι’ ὧν πιέζουσι καὶ τὰς τάξεις τῶν ἐργατῶν καὶ ὅλας τὰς ἄλλας κοινωνικὰς τάξεις. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ τὸ ζήτημα αὐτό, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ὁλόκληρον ἐπιστήμην, ἥτις ἔχει καὶ τοὺς ὑποστηρικτάς της καὶ τοὺς ἀντιπάλους της, μολονότι δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι τόσῳ ἀπολύτως, ὅσον ὡμίλησεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, οὐδεὶς ὡμίλησεν. Οὐδεὶς πολιτικὸς ἐμποδίζει σήμερον τὴν προσπάθειαν τῶν ἐργατῶν νὰ βελτιώσωσι τὴν θέσιν των διὰ τοῦ μόνου μέσου τὸ ὁποῖον ἔχουσι καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ ἕνωσίς των, ὅπως διὰ τῆς διαμαρτυρίας των, ἐκφραζομένης διὰ τῆς ἀπεργίας, μειώσωσι τὴν ἀπληστίαν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐκμεταλλεύονται αὐτούς. Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἵνα εἴπω ὀλίγας λέξεις. Ἐσκεπτόμην διαφορετικὰ νὰ ὁμιλήσω κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν χαρακτήρισεν ὀργή, διὰ νὰ δείξῃ ὅτι δὲν ἔχει προχωρήσει τόσον, ὅσον κατηγοροῦσιν αὐτὸν εἰς τὴν ἐργατικὴν ἰδέαν. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ ἦτο ὑπερήφανος δι’ αὐτὴν τὴν κατάκρισιν, ἡ ὁποία τῷ ἐγένετο, διότι ἀπὸ ὁλόκληρον τὴν πολικήν του δρᾶσιν, ἡ ἐργατική του νομοθεσία ἀποτελεῖ τὸ μεγαλείτερον βραβεῖον. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἐδήλωσεν ὅτι καὶ εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν θὰ λάβῃ μέτρα, καὶ ὅτι ἀναγνωρίζει τὴν ἀπεργίαν, δύναται κανεὶς νὰ συζητήσῃ οὐχὶ πλέον ὅπως θὰ ἠδύνατο ἐὰν ἔμενε μὲ τὴν ἐντύπωσιν τῶν λόγων τῆς ἀρχικῆς του ἀγορεύσεως καὶ ἄνευ τῆς διακοπῆς, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Καὶ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἴπω αὐτῷ ὅτι, ἐὰν ἀναγνωρίζῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας, διατί θέλει νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ ἐξ ὡρισμένων ἐργατικῶν τάξεων; Θέτει μίαν ἀρχήν, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνος, ὄχι διὰ τὸν ἴδιον ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τυχὸν θὰ τὸν διαδεχθῶσιν αὔριον. Ἐὰν αἱ μεταφοραί, κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τοιαῦται, ὥστε πρέπει νὰ λάβῃ μέτρα ἐναντίον των, διατί ὁ διάδοχός του δὲν θὰ νομίσῃ ὅτι τῷ ἐπιβάλλεται περισσότερα νὰ λάβῃ μέτρα ἐναντίον ἄλλης κατηγορίας, ἡ ὁποία δύναται περισσότερον νὰ εἶναι χρήσιμος εἰς τὴν κοινωνίαν; Ἀλλ’ ὁ διάδοχος τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ θὰ δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ καὶ ἀπὸ τοὺς ἀρτοποιοὺς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπεργίας διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀφήσωσι τὴν πόλιν νὰ ἀποθάνῃ ἀπὸ τὴν πεῖναν. Τὸ αὐτὸ θὰ δύναται νὰ κάμῃ καὶ διὰ τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ φωταερίου διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπεργήσωσι, διότι θ’ ἀφήσωσι τὴν πόλιν εἰς τὸ σκότος.
§296Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως εἰς πᾶν ἐπάγγελμα.
§297Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν εἰς πᾶν ἐπάγγελμα, διότι ὅλα τὰ ἐπαγγέλματα εἶναι χρήσιμα εἰς τὴν κοινωνίαν. Καὶ δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην νὰ λέγηται ὅτι ἓν ἐπάγγελμα εἶναι μεγαλειτέρας χρησιμότητος οἱουδήποτε ἄλλου ἐπαγγέλματος, διότι ὁλόκληρος ὁ ἐπαγγελματικὸς ὀργανισμὸς εἶναι σπουδαῖος καὶ ἡ σπουδαιότης αὐτοῦ εἶναι ἐπιτακτική. Ὥστε ἡ κοινωνία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μείνῃ μόνη χωρὶς τὰ ἐπαγγέλματα αὐτά, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγέννησεν ἡ πολυτέλεια ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη. Θὰ ἐπεθύμουν ὅμως, ἐφ’ ὅσον κατηγορηματικῶς κατέκρινε τὰς ἀποδείξεις τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον λαμβάνει ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία, νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ὁ ὁποῖος στηριζόμενος εἰς ξένας νομοθεσίας ὑπεστήριξε τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζονται συμφώνως πρὸς αὐτάς, νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν ἀλλαχοῦ ἐλήφθησαν τοιαῦτα μέτρα. Διότι ἐγὼ θὰ ἀποδείξω ὅτι καὶ ἐκεῖ ὅπου προήχθησαν τοιαῦται νομοθεσίαι, ὡς ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐπετράπη ὅπως καὶ οἱ ταχυδρομικοὶ ἀκόμη ὑπάλληλοι ἀπεργῶσι, χωρὶς ἡ ὀπισθοδρομικὴ ἐκείνη Πολιτεία, κατὰ τὴν ἀντίληψίν μας, νὰ σκεφθῇ νὰ ἐπιστρατεύσῃ τοὺς ταχυδρομικούς ὑπαλλήλους ἢ κἂν νὰ ἐφαρμόσῃ νόμον εἰδικὸν τὸν ὁποῖον ἔχει ὅπως ἐκεῖνοι ὑποχρεωθῶσι νὰ ἐκτελέσωσι τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἠρνοῦντο. Ὅτε ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς ἀπεργίας τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας γνωρίζει πόσον ἐχρειάσθησαν αἱ ἰδιαίτεραί του γνώσεις καὶ ἡ μεγάλη του ζωὴ καὶ ἡ μεγάλη του ἐπιβολὴ καὶ ὁ ζῆλος ἵνα ἐξαναγκάσωσι τὰς σιδηροδρομικὰς ἑταιρίας νὰ ὑποκύψωσιν εἰς τὰ δίκαια τῶν ἐργατῶν. Ἀλλ’ ἐπὶ τῶν σιδηροδρομικῶν ἑταιριῶν ἡ Πολιτεία δύναται νὰ ἔχῃ μέσα ἐπιβολῆς, διότι ὅλαι αὐταὶ αἱ ἑταιρίαι εἶναι προνομιοῦχοι, ἀλλὰ δὲν συμβαίνει τὸ αὐτὸ μὲ τὴν κατὰ θάλασσαν συγκοινωνίαν. Ἡ κατὰ θάλασσαν συγκοινωνία εἶναι τελείως ἐλευθέρα, καὶ οἱ διευθύνοντες τοὺς ναυτικοὺς ἐργάτας δύνανται νὰ κάμωσι κατάχρησιν τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἔχουσι δὲ καὶ τὰ μέσα νὰ πείσωσι τὴν Πολιτείαν ὅτι τὸ ἄδικον εἶναι μὲ τὸ μέρος τῶν ἐργατῶν. Καὶ τοῦτο εἶναι φυσικόν, διότι ἐκεῖνοι ἔχουσι καὶ τὰ μέσα τῆς ἐπιστήμης, ἐνῷ οἱ ἐργάται εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀμόρφωτοι καὶ δὲν ἔχουσι τὰ μέσα νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ αἰτήματά των. Ἐπειδὴ δέ, ἀτυχῶς, δὲν ἔχουσιν οὐδένα ἀντιπρόσωπον ἐνταῦθα ν’ ἀντιτάξωσι, διότι καὶ ὁ ὁμιλήσας πρὸ ὀλίγου καὶ ὁ ὁμιλῶν αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν προέρχονται ἀπὸ τοὺς ἐργάτας, ἐπειδὴ δὲν ἔχουσι οὐδένα ἀντιπρόσωπον νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ αὐτῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἐννοεῖται ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δίκαιά των. Ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ὁ ὁποῖος ἐδήλωσεν ὅτι κακῶς ἔκαμε διότι δὲν εἶπε καθαρὰ εἰς τὴν ἔκθεσίν του τί ἐννόει διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ὤφειλε συγχρόνως εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ μεριμνήσῃ ὅπως οὐδεμία διάδοχος αὐτοῦ Κυβέρνησις κάμῃ κατάχρησιν τοῦ μέσου τὸ ὁποῖον παρέχει αὐτῇ. Καὶ ὑπεσχέθη μὲν ὅτι δύναται τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλὰ θὰ ἐπεθύμουν παραλλήλως πρὸς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐψηφίζετο καὶ τὸ ἄλλο ἢ μᾶλλον νὰ ἐψηφίζετο πρῶτον τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον θὰ μεριμνήσῃ περὶ τῶν ἀδυνάτων καὶ εἶτα νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον μεριμνᾷ μᾶλλον ὑπὲρ τῆς Πολιτείας παρὰ ὑπὲρ τῆς τάξεως ταύτης τῶν ἐργατῶν, τάξεως ἡ ὁποία δὲν ἐβασανίσθη ἕως τώρα παρὰ τῶν ἐργοδοτῶν. Ἄν ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἐλάμβανε πρόνοιαν περὶ χρησιμοποιήσεως τοῦ μέτρου εἰς ὡρισμένας γραμμάς, θὰ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι πρόκειται νὰ ἐξυπηρετηθῶσι συμφέροντα τῆς Πολιτείας καὶ μὴ τεθῶσιν εἰς κίνδυνον ἐθνικὰ συμφέροντα. Ἀλλὰ τὸ γενικὸν αὐτὸ δικαίωμα νὰ δύναται ἐξαιρετικῶς νὰ ἐπιστρατεύηται μία τάξις, ἵνα δύναται ἡ Πολιτεία νὰ ἀφαιρῇ ἀπὸ αὐτὴν δικαίωμα τὸ ὁποῖον αὕτη ἔχει, εἶναι ἀδικία τὴν ὁποίαν κάμνει πρὸς μίαν τάξιν πρὸς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε ἰδιαιτέρως νὰ δείκνυται συμπαθής, διότι ἐν Ἑλλάδι ἡ μόνη τάξις ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν συμπάθειαν τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας εἶναι ἡ τάξις τῶν ἐργατῶν θαλάσσης, ἥτις ἔχει τιμήσει τὸ Ἑλληνικὸν ὄνομα εἴς τε τὸ ἐσωτερικὸν καὶ τὸ ἐξωτερικόν. Λυποῦμαι ὅτι κατ’ αὐτῆς τῆς τάξεως ἔρχεται ἡ Πολιτεία νὰ λάβῃ πρῶτον τὸ μέτρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζει ὅτι εἶναι ἀντικοινωνικὸν καὶ βάρβαρον κατὰ τῶν ἄλλων ἐργατικῶν τάξεων.
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδεὶς ἕτερος ἔχει τὸν λόγον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§299Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Περιλαμβάνονται καὶ οἱ ἐργάται τῶν τροχιοδρόμων;
§300Δ. ΔΙΑΜΑΝΤΙΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῆς Συγκοινωνίας). Βεβαίως.
§301Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἄριστον μέτρον!
§302Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πρὸς τὸν κ. Βουλευτὴν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρίσκει ὀρθὸν τὸ μέτρον τοῦτο, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ὑπομνήσω τί συνέβη, ὁσάκις ἔλαβε χώραν ἀπεργία τῶν ὑπαλλήλων τῶν τροχιοδρόμων. Ὅλη ἡ πόλις ἐνεκρώθη καὶ ζημίαι πολλαὶ ἐπῆλθον.
§303ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ πρὸ πάντων ἡ ἐργατικὴ τάξις ἐζημιώθη.
§304Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Εἶναι ἀπελπιστικὸν τῳόντι ὅτι τοιαύτη διαμαρτυρία προκύπτει κατὰ μέτρου τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται.
§305Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν ἀγνοεῖ ὅτι οἱ τροχιοδρομικοὶ ὑπάλληλοι, καθ’ ἣν ἐποχὴν μετεῖχε τῶν κοινῶν, εἰργάζοντο 12 καὶ 14 ὥρας καὶ ἐλάμβανον 70 δρ. κατὰ μῆνα, ὑποθέτω δὲ ὅτι θὰ εἶναι ἤδη εὐτυχὴς νὰ βλέπῃ ὅτι ἐργάζονται 10 ὥρας καὶ νὰ λαμβάνωσιν 100 δρ. κατὰ μῆνα, ἐνῷ ἡ ἑταιρία των δὲν ἔχει πτωχεύσει οὐδὲ ζημιοῦται ἐκ τῆς τοιαύτης ἐργασίας. Εἶναι εὔκολον νὰ λέγῃ κανεὶς τὰ κακά, ἀλλὰ πρέπει παραλλήλως πρὸς αὐτὰ νὰ παρατηρῇ καὶ τὰ ἀγαθὰ τὰ ὁποῖα προέκυψαν.
§306Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Μίαν λέξιν ἔχω νὰ εἴπω. Ἐδιάβαζά που τελευταίως ὅτι, ἴσα ἴσα, αἱ ἀπεργίαι εἶναι ὑγιειναί, διότι σώζουσι ἀπὸ τὸ πρόωρον γῆρας καὶ τὴν πρόωρον ἀρτηριοσκλήρωσιν. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ δὲν συγκινοῦμαι ἂν ἀναγκασθῶσιν ὅλοι οἱ Ἀθηναῖοι νὰ κινῶνται περισσότερον ὀλίγας ἡμέρας. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ. συζήτησιν).
§307ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ ἤδη εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς· Ὁ βουλευτὴς κ. Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ διακανονισμοῦ τοῦ ἐν Κεφαλληνίᾳ παραρτήματος Χημικοῦ ἐργαστηρίου». Ἡ πρότασις αὕτη νόμου παραπέμπεται εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ. Π. Τσαλδάρη, Α. Χρηστοπούλου, Ν. Χαριτάτου, Ε. Βελλιανίτου καὶ Λ. Κουτσοπετάλου. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Βρατσᾶνος ὑποβάλλει τροπολογίαν εἰς τὸ σχέδιον νόμου «περὶ συστάσεως χημικοῦ ἐργαστηρίου. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Γαρδικιώτης, Ἀθ. Τ. Μπασιᾶς καὶ Λ. Μιαούλης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν προβιβασμῶν». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ χρησιμοποιήσεως ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν τοῦ Ναυτικοῦ πρὸς ἐκπαίδευσιν τῶν τμημάτων Πυροβολικοῦ καὶ Μηχανικοῦ τῶν χρησιμοποιουμένων διὰ τὴν ἐπάκτιον ἄμυναν», ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου 1914 νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος περὶ ἀναθέσεως καθηκόντων ἀξιωματικῶν ἐπιμελητείας εἰς ἀξιωματικοὺς τοῦ Οἰκονομικοῦ», ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 26 Αὐγούστου 1914 νομοθετικοῦ Β. Διατάγματος, περὶ ἐκδόσεως χρηματικῶν ἐνταλμάτων ἐπὶ ἀποδείξει λογαριασμοῦ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν ὑπὸ τοῦ ταμείου Ἐθν. Ἀμύνης», ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 21 Αὐγούστου ἐ.ἔ. Β. Διατάγματος «περὶ προσελεύσεως στρατευσίμων ἐνεστώσης ἀπογραφῆς» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. (Ἅπαντα θέλουσιν ἐκτυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ). Συναινέσει τῆς Βουλῆς λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 2 μ. μ.).