1914.05.31
3.642 στίχοι · 26.751 λέξεις · 328 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 82
Τῆς 31ης Μαΐου 1914.
(Σάββατον, ὥρᾳ 6 μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν· Ἡ κοινότης Μονοπηλατῶν τῆς Κεφαλληνίας ἐκφράζει πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν εὐγνωμοσύνην της, ἐπὶ τῇ ψηφίσει τοῦ νόμου περὶ ἀγροφυλακῆς. Οἱ στρατεύσιμοι δικηγόροι Λαρίσσης παρκαλοῦσιν, ὅπως λαμβάνηται πρόνοια δι’ αὐτοὺς ἐν καιρῷ πολέμου. Οἱ ὁπλῖται δικηγόροι ὑποβάλλουσι ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τῷ αὐτῷ σκοπῷ. Ἡ Οὐρανία χήρα τοῦ ἀποθανόντος τελώνου Ν. Παντελέσκου αἰτεῖ, ὅπως αὐξηθῇ ἡ παρεχομένη εἰς αὐτὴν σύνταξις. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Κυπαρισσίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Ὁ Πρόεδρος τῆς κοινότητος Νευροβουνίτσης παρακαλεῖ, ὅπως ἐπιτραπῇ ἡ ἐλευθέρα ὑλοτομία εἰς τρεῖς πενομένας οἰκογενείας. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Πάρου, Τανίας καὶ Βόλακος παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Πατρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἀναφορῶν καὶ τῶν ἐρωτήσεων. Οἱ κύριοι Κ. Κουμουνδοῦρος, Δ. Βρατσᾶνος ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ μουσικοῦ συλλόγου «Ἀπόλλων». Ἀπόντες. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐφέδρου ὑπιάτρου Δ. Δαγκλῆ.
§2Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν.
§3Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὴν αὐτὴν περὶ τούτου παράκλησιν ὑποβάλλω καὶ ἐγώ.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Α. Σακελλαρίου ἐπ’ ἀναφορᾶς τῶν ἐν Ἀθήναις ὁπλιτῶν δικηγόρων. Ἀπών· ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῆς κοινότητος Καστριτσίου Πατρῶν.
§5Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω δύο ἀναφορὰς τῆς κοινότητος Καστριτσίου. Διὰ τῆς πρώτης οἱ κάτοικοι παραπονοῦνται ὅτι τὸ Κράτος ἔχει δαπανήσει περὶ τὰς 13.000 δρ. διὰ μίαν δημοσίαν ὁδόν, ἀλλ’ ἐν τῷ μεταξὺ τῆς ὁδοῦ ἔχει καταστραφῆ μία γέφυρα, ἡ ὁποία εἶναι ὁ κρίκος τῶν δύο τμημάτων τῆς ὁδοῦ καὶ συνεπῶς ἡ ὁδὸς ἀποβαίνει ἄχρηστος. Παρακαλῶ τὸ Προεδρεῖον νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα λάβῃ γνῶσιν καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Χρυσοχοΐδης ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν. Ἀπών· ἀναβάλλεται. Οἱ κύριοι Σ. Ἀναστασιάδης, Δ. Χατζηγιάννης, Γ. Βλάχος, Π. Ἀγγελίδης, ὅπως καταθέσωσι καὶ ἀναπτύξωσι ἀναφοράν.
§7Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἀναβάλλεται, διότι εἶναι ἀπὼν ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργός.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Δ. Γκλαβᾶς καὶ Α. Χριστόπουλος, ὅπως καταθέσωσι καὶ ἀναπτύξωσι ἀναφορὰν τοῦ Σ. Περισιάδου.
§9Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, νομίζω ὅτι καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἔθνους καὶ ὡς συμπολίτης τοῦ Περισιάδου, πρέπει νὰ εἴπω δύο λέξεις διὰ τὸν ἄνθρωπον αὐτὸν ὁ ὁποῖος ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐτροφοδότησε τὸ θέατρον τὸ Ἑλληνικὸν μὲ πᾶν ὅ τι ἀπέρρεεν ἐκ τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς καὶ ἀπέβλεπεν εἰς τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος, ἐνῷ ἄλλοι συγγραφεῖς ἀποβλέποντες εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν καὶ τὰς ἐλαφρότητας τὰς φιλολογικάς, ἐτροφοδότουν τὸ κοινὸν μόνον δι’ ἔργων ἀποβλεπόντων εἰς χρηματισμόν. Ὁ Περεσιάδης ἐνέμεινεν εἰς τὴν ἰδέαν τὴν ἐθνικὴν καθ’ ὅλην τὴν ζωήν του. Ὅλα αὐτοῦ τὰ ἔργα ἐστρέφοντο καὶ στρέφονται πρὸς ἐνίσχυσιν τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορὰ αὕτη καὶ νὰ συστηθῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, διὰ νὰ ληφθῇ μέτρον ἠθικῆς καὶ ὑλικῆς τονώσεως τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ ὁ ὁποῖος τοσαύτην ἐργασίαν ἔχει κάμει ἐπὶ κοινῷ ἐθνικῷ ἀγαθῷ. Νὰ ἀποσταλῇ ἑπομένως ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὴν ἁρμοδίαν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ ὑποβάλῃ τὸ πόρισμά της διὰ νὰ ληφθῇ μέτρον ἀποτελεσματικόν, μέτρον γενναῖον πρὸς ἐνίσχυσιν, ἐπαναλαμβάνω, τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφοράν.
§11Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρόκειται κ. Πρόεδρε περὶ ἀναφορᾶς ἀφορώσης τὴν ἀποπεράτωσιν μιᾶς ὁδοῦ κειμένης μεταξὺ Κορίνθου–Σοφικοῦ. Ἡ κατασκευὴ τῆς εἰρημένης ὁδοῦ ἔχει ἀρχίσει ἀπὸ δέκα πέντε ἐτῶν, ὑπολείπεται δὲ πρὸς ἀποπεράτωσιν ἓν ἐλάχιστον τμῆμα αὐτῆς, ἡμισείας περίπου ὥρας διὰ τὸ ὁποῖον ὁ πρώην Δῆμος Σολυγείας εἶχε διαθέσει 15.000 δραχ. ἃς ὤφειλεν εἰς αὐτὸ τὸ Ταμεῖον ὁδοποιΐας. Ἔκαμα καὶ ἄλλοτε σύστασιν πρὸς τὸν ἁρμόδιον Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα διατάξῃ νὰ περατωθῇ ἡ ὁδὸς αὕτη ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαιοτάτη, διότι ἡ Ἐπαρχία αὕτη ἐξάγει διάφορα προϊόντα ἅτινα δι’ οὐδενὸς ἄλλου μέρους δύνανται νὰ μεταφερθῶσιν εἰς τὸν σιδηρόδρομον παρὰ μόνον διὰ τῆς ὁδοῦ αὐτῆς. Ὅτε ἄλλοτε εἶχον κάμει παρομοίαν σύστασιν, ὁ τότε προσωρινὸς Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, εἶχε δώσει ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ διατάξῃ νὰ προχωρήσῃ τὸ ἔργον, ἀλλ’ ἔκτοτε οὐδὲν ἐγένετο. Ἐπαναλαμβάνω νὰ παρακαλέσω θερμῶς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ νὰ περατωθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαιότατον. Τοῦτο τόσον μᾶλλον καθόσον ἔχουσι πληρώσει ἤδη τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα οἱ κάτοικοι καὶ δὲν θὰ ἐπιβαρύνωσι συνεπῶς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον. Ἐπειδὴ ὅμως ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§12Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ προσθέσω ὅτι ὁ μηχανικὸς κατ’ ἐπανάληψιν ἔχει διαταχθῆ νὰ προβῇ εἰς τὴν μελέτην τοῦ ἔργου καὶ ἐν τούτοις δὲν προέβη. (Εἰσέρχεται ἐν τῷ μεταξὺ εἰς τὴν αἴθουσαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν).
§13Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τώρα ὅτε ἦλθεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐπαναλάβω τὴν παράκλησίν μου κ. Πρόεδρε. Κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλον ἀναφορὰν ἀφορῶσαν σᾶς. Πρόκειται περὶ τῆς μεταξὺ Κορίνθου–Σοφικοῦ, ὁδοῦ ἡ ὁποία κατὰ τὸ πλεῖστον ἔχει κατασκευασθῆ, ὑπολείπεται δὲ πρὸς ἀποπεράτωσιν ἐλάχιστον τμῆμα, ἡμισείας περίπου ὥρας, διὰ τὸ ὁποῖον ἔχουσι διατεθῆ 15.000 δρ. ὀφειλόμεναι ὑπὸ τοῦ Ταμείου ὁδοποιΐας πρὸς τὸν Δῆμον.
§14ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Σχετικὴν ἀναφορὰν ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω καὶ ἐγώ.
§15Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀφοῦ ἔχετε καὶ σεῖς ἀναφορὰν ὑποθέτω ὅτι θέλετε ἐνεργήσει νὰ περατωθῇ ἡ κατασκευὴ αὐτῆς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Πολυχρονίδης ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου ἐπίσης. Οἱ κ. κ. Ν. Χαριτᾶτος καὶ Ἀθ. Μπασιᾶς περὶ τοῦ ἀνθυπολοχαγοῦ Δελλαπόρτα κλπ. Ἀπόντες. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Π. Τσαλδάρης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατὶ ὁ ταμίας Κορινθίας ἀρνεῖται νὰ πληρώσῃ τοὺς μισθοὺς τῶν δημοδιδασκάλων ἀπὸ 1–23 Μαρτίου».
§17Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Δὲν ἀφορᾷ ἐμὲ ἡ ἀναφορὰ αὕτη· ἀφορᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διατὶ δὲ ἐκτίθεται εἰς μειοδοτικὴν δημοπρασίαν ἡ ἀποξήρανσις τῶν ἑλῶν καὶ τελμάτων τῶν Δήμων Κλειτορίας–Λευκασίας καὶ Ψωφίδος, ἀφοῦ ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἐνεκρίθη διὰ τοῦ ͵ΔΛϚʹ νόμου».
§19ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἔχω πρόχειρον τὴν ἀπάντησιν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Πετροπουλάκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν δὲν εἶναι σκόπιμον ἤδη, ὅτε θὰ συντελεσθῇ τὸ ἡμιτελὲς τμῆμα τῆς ἐπαρχιακῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ τῆς συνδεούσης τὰς δύο ἐπαρχίας Γυθείου–Οἰτύλου, νὰ συντομευθῇ, ὡς ἀρτηρία καὶ ἡ ἁμαξιτὴ ὁδὸς ἀπὸ τῆς θέσεως «Σφάρος» μέχρι τοῦ συνοικισμοῦ «Νέα Οἴτυλος» καὶ «Λιμένιον» ὁπόθεν διεξάγεται ἐμπόριον πολλῶν κοινοτήτων».
§21ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ σκόπιμον οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, ἀλλ’ οὔτε μελέτη ὑπάρχει οὔτε σύστασις.
§22Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Καὶ ὅμως ἡ μελέτη αὕτη εἶναι σκόπιμος, διότι θὰ ἐξυπηρετηθῇ ὁλόκληρος περιφέρεια.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πολυχρονιάδης ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Λ. Κουτσοπέταλος «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατὶ δὲν ἐξεδόθη εἰσέτι τὸ ἔνταλμα πληρωμῆς τῶν Ἡρακλέους Τσόγκα, Ἀναστασίου Ἀναστασίου καὶ Λεωνίδα Χατζῆ, κατοίκων Λεβαδείας, διὰ τὴν παρ’ αὐτῶν χορηγηθεῖσαν τροφὴν εἰς τὰ ἐπιταχθέντα ἐν Λεβαδείᾳ κτήνη κατὰ τοὺς μῆνας Σεπτέμβριον καὶ Ὀκτώβριον 1912, καὶ διὰ τίνα λόγον ἀναβάλλεται ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἡ πληρωμὴ τῆς ἀξίας τῆς ὡς ἄνω χορηγηθείσης τροφῆς».
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ἐζητήθησαν τηλεγραφικῶς πληροφορίαι καὶ ἐδόθησαν διαταγαὶ πρὸς ἔκδοσιν τοῦ ἐντάλματος, ἐὰν ὑπάρχωσι τὰ δικαιολογητικά.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Λεωνίδας, «ἀναφέρει ὅτι οἱ πρόσφυγες Θρᾴκης καὶ Μικρᾶς Ἀσίας διὰ λέμβων καὶ μικρῶν ἄλλων πλοιαρίων καταφεύγουσι, λόγῳ τῆς ἐγγυτέρας ἀποστάσεως, εἰς διαφόρους ἐρημονήσους τοῦ Αἰγαίου ἐν θλιβερᾷ καταστάσει. Ἐκεῖ καταφεύγοντες στεροῦνται τῶν πάντων καὶ ἀναμένουσιν εὐκαιρίαν ὅπως ἀναχωρήσωσι διὰ Καβάλλαν ἢ Θεσσαλονίκην, ἀλλὰ δυστυχῶς ἐκεῖθεν σπανίως διέρχεται ἀτμόπλοιον. Ἐρωτᾷ· διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποστέλλει πλοῖα πρὸς μεταφορὰν αὐτῶν εἰς Καβάλλαν ἢ Θεσσαλονίκην, ὅπου καὶ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεώς των εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξωσι καὶ ἐπιτροπὴ περιθάλψεως ὑφίσταται πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον».
§26ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὑπάρχουσιν ἤδη ἐκεῖ τέσσαρα ἀτμόπλοια, τὰ ὁποῖα ἔχουσι προορισμὸν τὴν μεταφορὰν τῶν προσφύγων, ἔχω δὲ τηλεγραφήσει εἰς τὸν Γενικὸν Διοικητὴν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ἂν θεωρῇ ταῦτα ἐπαρκῆ ἢ ἔχει ἀνάγκην καὶ ἄλλων. Ἐπίσης ἐλήφθη πρόνοια νὰ μεταφερθῶσιν εἰς Μακεδονίαν, ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένωσιν εἰς τὰς νήσους.
§27Ν. ΛΕΩΝΙΔΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ παρακαλέσω, ὅπως ληφθῇ πρόνοια ἵνα τὰ πλοῖα ὦσι μεγάλης χωρητικότητος, διότι εἶχον πληροφορίας ὅτι δὲν ἐπαρκοῦσι.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Σταματιάδης. Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ἐπίσης ἀναβάλλεται καὶ ἡ ἑπομένη ἐρώτησις τοῦ κ. Ι. Μπουρνιᾶ περὶ τῆς συμπεριφορᾶς τῶν τελωνειακῶν Ἀρχῶν Χίου πρὸς τοὺς πρόσφυγας. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν εἶναι ἀληθῆ ὅσα καταγγέλλουσιν ὅ τε Διδασκαλικὸς Σύνδεσμος καὶ ἡ Ἐφορεία τῶν σχολείων Χίου περὶ τῆς διαγωγῆς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ τῶν σχολείων Χίου. Ἐπιλήσμων γενόμενος οὗτος τῆς διαπαιδαγωγικῆς ἀποστολῆς του, δημιουργεῖ σοβαρὰ ζητήματα εἰς βάρος τῆς ὑπολήψεως τοῦ διδασκαλικοῦ κόσμου ἀπαγορεύσας τοὺς μαθηματικοὺς ἐράνους ὑπὲρ τῆς ναυαρχίδος «Κωνσταντῖνος Βασιλεὺς» τὴν πρωτοβουλίαν τῶν ὁποίων ἀνέλαβεν ὁ Διδασκαλικὸς τῆς Χίου Σύνδεσμος κατόπιν συστάσεως τῆς ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ ἐθνομάρτυρος ὄντως τῆς Χίου Μητροπολίτου Κεντρικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἡ καθόλου δ’ αὐτοῦ διαγωγὴ ὡς καταγγέλλουσιν ἥκιστα συνᾴδει πρὸς τὸ ὑψηλὸν τῆς διαπαιδαγωγικῆς ἀποστολῆς του ἔργον,
§29Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἡ ἐποπτεία ἀνήκει εἰς τὴν Διοίκησιν τῶν Νήσων, διότι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἀνέλαβεν εἰσέτι τὴν ἐποπτείαν· οὐχ ἧττον θὰ ληφθῇ πρόνοια.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ὅπως διατάξῃ νὰ ἐπιστραφῇ εἰς τὸν Μιχ. Μερκούρην τὸ ἀδικαιολογήτως κατακρατούμενον ποσὸν ἐκ δραχ. 500 τὸ κατατεθὲν παρ’ αὐτοῦ πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ υἱοῦ του, ἥτις δὲν ἐγένετο. Ἐπίσης τὴν ἐπιστροφὴν εἰς τὴν χήραν Χρυσοῦλαν Δρίβα δρ. 210 κατατεθείσας πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ υἱοῦ της, ὀρφανοῦ προστάτου οἰκογενείας».
§31ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διετάχθη ἡ ἐπιστροφή.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς Νομοθετικῆς Ἐργασίας. Ὁ κ. Ι. Ἀθανασάκης ἔχει τὸν λόγον ὅπως εἰσηγηθῇ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Μετοχικῶν Ἑταιρειῶν».
§33Ι. ΑΘΑΝΑΣΑΚΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν κ. Βουλευταί, ὅπως εἰσηγηθῶ τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Μετοχικῶν Ἑταιρειῶν.» Ἡ Ἐπιτροπὴ πρὸ παντὸς καθῆκον αὐτῆς θεωρεῖ νὰ ἐπαινέσῃ τὴν εἰλικρινῆ προσπάθειαν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὅπως ρυθμίσῃ τὰ τῶν Ἀνωνύμων Ἑταιριῶν κατὰ τὰς προόδους τῆς ἐπιστήμης καὶ τὰς νεωτέρας νομοθεσίας, νομίζει ὅμως ἀναγκαῖον, ὅπως τὸ νομοσχέδιον περιλάβῃ ἅπαν τὸ περὶ Ἐμπορικῶν Ἑταιριῶν κεφάλαιον, ἵνα διατελῶσιν ἐν ἁρμονίᾳ καὶ πᾶσαι αἱ περὶ τοῦ θέματος τούτου διατάξεις. Δὲν δύναται ὅμως νὰ μὴ παρατηρήσῃ αὕτη ὅτι ἡ ψυχολογικὴ στιγμὴ καθ’ ἣν συνετάσσετο τὸ νομοσχέδιον ἐπέδρασε σπουδαίως ἐπὶ τοῦ συντάκτου αὐτοῦ, ἐξ οὗ καταφαίνεται ἀνὰ πᾶν βῆμα, ὡς κυριαρχοῦσα ἰδέα, ἡ προσπάθεια αὐτοῦ ὅπως ὑποβάλῃ εἰς ὅσον ἔνεστι πλειοτέρους περιορισμοὺς τὴν λειτουργίαν τῆς ἑταιρίας, σταχυολογῶν αὐτοὺς ἐκ τῶν κυριωτέρων τῶν νεωτέρων νομοθετημάτων καὶ ἐκ νομοσχεδίων ἀκόμη μήπω ψηφισθέντων, πολλάκις δὲ διατυπῶν καὶ πρωτοτύπους τοιούτους εἰς οὐδεμίαν τῶν νεωτέρων νομοθεσιῶν ἀπαντῶντας. Κατὰ τὴν γνώμην τῆς Ἐπιτροπῆς, ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τῆς μετ’ ἐλαφρότητος κρατούσης παρὰ τῷ κοινῷ γνώμης, ὅτι αἱ παρ’ ἡμῖν συμβᾶσαι ζημίαι ἀνωνύμων Ἑταιρειῶν καὶ μέγισται εἶναι καὶ ὀφείλονται εἰς καταχρήσεις ὅλως ἀσυνήθεις καὶ μὴ ἀπαντώσας εἰς τὰ Κράτη, ὧν τὰς νομοθεσίας συνεβουλεύθη. Τοσοῦτον δὲ κατέχεται ὑπὸ τῆς τοιαύτης γνώμης, ὥστε ν’ ἀναφέρῃ ἐν σελίδι 31 τῆς εἰσηγητικῆς αὐτοῦ ἐκθέσεως καὶ καταχρήσεις λαβούσας δῆθεν χώραν εἰς ὡρισμένην τινὰ Τράπεζαν, αἵτινες εἶναι ἀπολύτως φανταστικαὶ καὶ οὐδέποτε συμβᾶσαι. Ἀλλ’ ἐάν τις ψυχραίμως ἐξετάσῃ τὴν κατάστασιν καὶ τὰ μέχρι τοῦδε ἀτυχήματα ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἐν Ἑλλάδι, θέλει πεισθῆ ὅτι ταῦτα οὐδαμῶς ἐξικνοῦνται οὔτε κατ’ ἀριθμὸν ἀλλ’ οὔτε ἰδίᾳ κατὰ ποιὸν πρὸς τὰ ἐν ἄλλαις χώραις γενόμενα. Πάντα τὰ ἐν Ἑλλάδι ἐπισυμβάντα ὀφείλονται εἰς τὴν ἔλλειψιν ἱκανότητος καὶ ἐμπορικῶν γνώσεων, εἰς τὴν ἔλλειψιν ἰδίως τραπεζικῆς καὶ ἐμπορικῆς ἀνατροφῆς, εἰς ἔνοχον ἴσως ἀμέλειαν, εἰς νεπωτισμὸν καὶ ὑπεράγαν ἐπιείκειαν πρὸς τὸ κατώτερον προσωπικόν, ἀλλ’ οὐχὶ εἰς δολίαν προαίρεσιν πρὸς σφετερισμὸν ξένων χρημάτων, οὐδὲ εἰς ὑπεξαιρέσεις κλασικὰς καὶ πλαστογραφίας, ἃς ἀνευρίσκομεν ἀλλαχοῦ. Καὶ ταῦτα ὑπὸ τὸ κράτος νομοθεσίας ἀρχεγόνου ὡς ἡ ἡμετέρα. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅθεν νομίζει ὅτι οὐδεὶς λόγος συντρέχει παρ’ ἡμῖν, ὅπως ληφθῶσιν αὐστηρότερα μέτρα τῶν ὅσων ἐλήφθησαν ἀλλαχοῦ. Τοῦτο δὲ τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ἀνάγκη μᾶλλον παρίσταται παρ’ ἡμῖν ὅπως ἐνισχυθῇ ὅσον ἔνεστιν ὁ θεσμὸς τῆς ἀνωνύμου ἑταιρίας, ὥστε νὰ προσελκύσῃ καὶ ξένα κεφάλαια ἀπαραίτητα διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν παραγωγικῶν τῆς χώρας ἔργων. Ἡ ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι, καθὰ καὶ ἀλλαχοῦ παρεδέχθησαν καὶ ἰδίᾳ ὁ νεώτατος Βελγικὸς Νόμος τῆς 1ης Ἰουνίου 1913, τὰ προληπτικὰ κατὰ τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς Ἑταιρίας μέτρα πρέπει νὰ μὴ παρακωλύωσι τὴν λειτουργίαν αὐτῆς οὐδὲ αἱ πολλαὶ καὶ ποικίλαι διατυπώσεις νὰ καθιστῶσιν αὐτὴν ὄργανον δύσχρηστον καὶ δυσκίνητον. Τοῦ νόμου καθορίζοντος τὴν πλήρη δημοσιότητα τῶν ἑταιρικῶν πραγμάτων, τὰς εὐθύνας τῶν διαχειριζομένων, καὶ ἀπαγγέλλοντος ποινὰς διὰ τὴν παράβασιν, περιττὴ καὶ ἐπικίνδυνος καθίσταται πᾶσα περαιτέρω παρέμβασις τῆς Πολιτείας εἰς τὴν λειτουργίαν τῆς Ἑταιρίας. Ὡς πρὸς τὰς ποινὰς ἰδίως, ἡ Ἐπιτροπὴ φρονεῖ ὅτι καὶ αὐστηραὶ εἶναι, ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὡρίσθησαν, καὶ ἐνίοτε ἀνακόλουθοι, καθόσον εἰς περίπτωσιν πλαστογραφίας καὶ ἄλλων καθαρῶς δολίας προαιρέσεως ἐγκλημάτων, ἡ χρηματικὴ ποινὴ καταλογίζεται διαζευκτικῶς μετὰ τῆς φυλακίσεως, ἐν ᾧ τὸ ἀναφερόμενον ἀδίκημα συνεπάγεται κατὰ τοὺς κειμένους νόμους εἱρκτήν. Ἀλλαχοῦ δὲ ἐπὶ ἁπλῆς παραλείψεως διατυπώσεων ἢ καὶ ἐπὶ πράξεων, ἐξ ὧν οὐδεμία προῆλθε ζημία, ἀναγράφεται καὶ ἡ φυλάκισις, διαζευκτικῶς μὲν ἀλλὰ πάντοτε ὡς δυναμένη καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Ἐν γένει τὸ νομοσχέδιον στερεῖται τῆς ἀναγκαίας διαβαθμίσεως ἢ τοῦ μέτρου τῶν ποινῶν, ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος τῶν παραβάσεων τοῦ νόμου. Ἀλλὰ καὶ κίνδυνον ἀναπόφευκτον διαβλέπει ἡ Ἐπιτροπὴ ἐκ τῆς ἀναμίξεως διαφόρων νομοθεσιῶν ἀλλοίαν καὶ ἐνίοτε ἀντίθετον ἐχουσῶν βάσιν, ὡς εἶναι ἡ Γερμανική, ἡ Γαλλικὴ καὶ ἡ Βελγική. Οὕτω λ. χ. ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς ἑταιρίας, ὁ μὲν Γερμανικὸς νόμος παραδέχεται Διεύθυνσιν ἀποτελουμένην ἐξ ἑνὸς ἢ πλειόνων διευθυντῶν, ἐχόντων πλήρη ἐξουσίαν διοικήσεως, καὶ ἐποπτικὸν Συμβούλιον ἐπιβλέπον καὶ ἐλέγχον τὴν διεύθυνσιν, ἐν ᾧ κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Βελγικοῦ νόμου καὶ τοῦ Γαλλικοῦ, πᾶσα ἐξουσία διοικήσεως ἀπορρέει ἐκ τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, τοῦτο δὲ μεταβιβάζει αὐτὴν εἰς ἕνα ἢ πλείονας διευθυντὰς ἢ διαχειριστὰς μεταξὺ τῶν μελῶν αὐτοῦ ἢ καὶ ἐκτὸς αὐτῶν. Τὸ νομοσχέδιον, μὴ προσαρμοσθὲν ἀνεπιφυλάκτως εἰς τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο σύστημα, ἐδημιούργησε κρᾶμά τι οὗ ἡ λειτουργία ἐν τῇ πράξει δύναται νὰ θεωρηθῇ λίαν ἀμφίβολος. Οὕτω παραδέχεται μὲν Διοικητικὸν Συμβούλιον ἔχον πᾶσαν ἐξουσίαν διοικήσεως, ἀλλὰ τὸν Διευθυντὴν τῆς ἑταιρίας, τὸν κινοῦντα πᾶσαν τὴν μηχανήν, ἀποκλείει τοῦ Συμβουλίου τούτου· δύναται μόνον οὗτος νὰ παρίσταται εἰς τὰς συνεδριάσεις αὐτοῦ ἄνευ δικαιώματος ψήφου (ἄρθρ. 199). Ἀλλ’ ἂν ὁ συγκεντρῶν πᾶσαν τὴν κίνησιν τῶν ἑταιρικῶν ἐπιχειρήσεων διευθυντὴς δύναται καὶ νὰ μὴ παρίσταται εἰς τὰς συνεδριάσεις τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου, πῶς τοῦτο θὰ λαμβάνῃ γνῶσιν τῶν ἐπιχειρήσεων τῆς ἑταιρίας, τίς θὰ εἰσηγῆται εἰς αὐτὸ τὰς διαφόρους τῆς ἑταιρίας ὑποθέσεις, καὶ ἐπί τίνων θεμάτων θ’ ἀποφασίζῃ, ἀφοῦ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου δὲν μετέχουσι τῆς τρεχούσης ὑπηρεσίας τῆς ἑταιρίας; Καὶ τίς δύναται νὰ ἔχῃ ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων μᾶλλον πεφωτισμένην ψῆφον; Τὸ αὐτὸ ἄτοπον ἐκ τῆς ἀναμίξεως πλειόνων νομοθεσιῶν καὶ τῆς πρὸς δημιουργίαν περιορισμῶν τάσεως, παρατηρεῖται καὶ εἰς τὰ τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως (ἄρθρ. 210 καὶ 206). Διὰ τοῦ πρώτου τὸ νομοσχέδιον εἰσάγει περιορισμὸν ὡς πρὸς τὴν ἀπαρτίαν τῆς Γενικῆς Συνελεύσεως, μὴ ἀπαντῶντα οὔτε εἰς τὸν Γερμανικὸν οὔτε εἰς τὸν Βελγικὸν νόμον, χωρὶς ὅμως καὶ νὰ ὁρίζῃ δι’ αὑτοῦ τί ποιητέον, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἀποτελεσθῇ ἀπαρτία κατὰ τὴν δευτέραν ἢ τρίτην πρόσκλησιν. Εἰς κύρωσιν δ’ οὕτως εἰπεῖν τοῦ ἄρθρου 210, εἰσάγει τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 206 ληφθεῖσαν ἐκ τοῦ Ἀγγλικοῦ νόμου καθ’ ἥν, ἂν δὲν καταστῇ δυνατὴ ἡ ἀπαρτία μετὰ δύο ἀναβολάς, δικαιοῦνται μέτοχοι ἀποτελοῦντες τὸ εἰκοστὸν τοῦ κεφαλαίου νὰ ζητήσωσι τὴν κήρυξιν τῆς ἑταιρίας εἰς ἐκκαθάρισιν!! Προκειμένου λ. χ. περὶ τῆς τακτικῆς ἐτησίας Συνελεύσεως, καθ’ ἣν συνήθως ἐλάχιστοι τῶν μετόχων παρίστανται, ὅτε αἱ ὑποθέσεις τῆς ἑταιρίας βαίνουσιν εὐνοϊκῶς καὶ τὰ κέρδη εἶναι ἱκανοποιητικά, κινδυνεύει ἡ ἑταιρία νὰ κηρυχθῇ ὑπὸ ἐκκαθάρισιν, ἂν θελήσῃ τοῦτο μειονοψηφία τις τῶν μετόχων! Τὸ νομοσχέδιον παραλαμβάνει ἐκ τοῦ Γερμανικοῦ (ἄρθρ. 235) τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 179 καὶ παραδέχεται ὅτι οἱ ἀναγραφόμενοι ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ περιορισμοὶ ἐκπροσωπήσεως τῆς ἑταιρίας δὲν ἰσχύουσιν ἀπέναντι τῶν τρίτων ἀλλὰ μόνον ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὕτη τοῦ Γερμανικοῦ νόμου εἶναι ἄντικρυς ἀντίθετος πρὸς τὴν ὅλην οἰκονομίαν, ἣν παραδέχεται ὁ Βελγικός, πρὸς ὃν φαίνεται μᾶλλον ἀποκλῖνον τὸ νομοσχέδιον ὡς πρὸς τὴν διοίκησιν τῆς ἑταιρίας. Ἡ εἰσηγητικὴ ἔκθεσις ἀναφέρει ὅτι ἡ διάταξις ἐτέθη «πρὸς προστασίαν τῶν τρίτων μὴ ὑποχρεουμένων ἵνα ἐν πάσῃ συναλλαγῇ μελετῶσι τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας καὶ πάσας τὰς τροποποιήσεις αὐτοῦ». Ἀλλ’ ἡ δικαιολογία αὕτη δὲν εἶναι ἐπαρκής, διότι ἂν χρήζωσι προστασίας τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων, ἴσης προστασίας πιέπει ν’ ἀπολαύωσι καὶ τὰ τῶν μετόχων, θεμελιώδης δ’ ἀρχὴ τοῦ δικαίου ὑποχρεοῖ πάντα συναλλασσόμενον νὰ ἐρευνᾷ μετὰ τίνος συναλλάσσεται. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς γενικῆς ταύτης ἀρχῆς ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, λαμβάνονται πάντα τὰ δυνατὰ μέτρα ὅπως διὰ τῆς δημοσιότητος, τό τε καταστατικὸν καὶ πᾶσαι αὐτοῦ αἱ τροποποιήσεις περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τῶν τρίτων. Τὴν ἀρχὴν δὲ τοῦ Βελγικοῦ νόμου, καθ’ ἣν τὸ κῦρος τοῦ τε καταστατικοῦ καὶ τῶν τροποποιήσεων ἄρχεται μόνον μετὰ παρέλευσιν ὡρισμένου χρόνου ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως, ὁπότε γεννᾶται τὸ νόμιμον τεκμήριον ὅτι πάντες ἔλαβον γνῶσιν, παραδέχεται καὶ τὸ νομοσχέδιον. Αἱ δυνάμεναι ἄλλως νὰ συμβῶσι καταχρήσεις ἐκ τῆς μὴ τηρήσεως τῶν ὅρων τοῦ καταστατικοῦ ὡς πρὸς τὴν ἐκπροσώπησιν τῆς ἑταιρίας, εἶναι τόσον σημαντικαὶ ὥστε οὐ μόνον τῶν μετόχων, ἀλλὰ καὶ τὸ γενικώτερον συμφέρον ἀπαιτεῖ, ὅπως θρησκευτικῶς τηρῶνται αἱ διατάξεις αὗται. Ἀλλὰ καὶ δὲν δικαιολογεῖται ἡ δημιουργουμένη ἀνισότης, ὥστε οἱ μὲν διοικοῦντες τὴν Ἑταιρίαν νὰ ὑφίστανται βαρείας ποινὰς καὶ διὰ τὴν ἐλαχίστην ἀκόμη παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ καταστατικοῦ, οἱ δὲ τρίτοι νὰ δύνανται ἀποινεὶ νὰ παραβαίνωσιν αὐτάς, ὅταν αὐτοῖς συμφέρει, ἀφοῦ πᾶσα ἐλήφθη φροντὶς ὅπως γνωρίσωσιν αὐτὰς καὶ ἀφοῦ ἐν πάσῃ περιπτώσει δικαιοῦνται ν’ ἀπαιτήσωσι τὴν νομιμοποίησιν τοῦ μεθ’ οὗ συναλλάσσονται. Ἡ σπουδαιοτέρα καινοτομία τοῦ νομοσχεδίου ἔγκειται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἑταιριῶν, ἀσκούμενον· 1) διὰ τοῦ συμβουλίου τῶν ἑταιριῶν, 2) διὰ τοῦ ἐπὶ τούτῳ συνιστωμένου τμήματος ἐποπτείας παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, καὶ 3) διὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ ἐλέγχου ἐνεργουμένου ὑπὸ τριῶν ἐλεγκτῶν ὧν ὁ εἷς ἐκ τῶν τοῦ τμήματος τῆς ἐποπτείας ὑπαλλήλων. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀνάγκην ὀργανώσεως οὐσιαστικωτέρου, κατὰ τὸ ἐφικτόν, ἐλέγχου τοῦ νῦν ἐν χρήσει, ἀποκρούει διαρρήδην τὸν διοικητικὸν ἔλεγχον καὶ καὶ τὴν ἐπέμβασιν τῆς Πολιτείας εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν ἑταιριῶν. Οὔτε ἐν Ἀγγλίᾳ, οὔτε ἐν Γερμανίᾳ ἢ Βελγίῳ ἢ ἄλλῳ τινὶ Κράτει, ἔνθα ἀναντιρρήτως ἡ διοίκησις ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι πολλῷ μᾶλλον προηγμένη ἢ παρ’ ἡμῖν, ἐσκέφθησάν ποτε ν’ ἀναθέσωσιν εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους τὸν ἔλεγχον τῶν ἀνωνύμων ἰδιωτικῶν ἑταιριῶν πλὴν ὡρισμένης κατηγορίας τούτων. Δὲν δικαιολογεῖται δὲ ἡ τοιαύτη τοῦ νομοθέτου σκέψις ἐκ τοῦ λόγου ὅτι συνέβησαν δῆθεν παρ’ ἡμῖν ἀσυνήθεις καταχρήσεις μὴ ἀπαντῶσαι ἀλλαχοῦ, διότι τοῦτο στερεῖται παντελῶς ὑποστάσεως ὡς ἀνωτέρω ἐρρέθη. Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἀρχὴν καταδικαστέα εἶναι καὶ ἐπικίνδυνος ἡ παρέμβασις τοῦ Κράτους εἰς τὴν λειτουργίαν τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, οὐ μόνον διὰ τὴν ἠθικὴν τοὐλάχιστον εὐθύνην ἣν συνεπάγεται, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀπειρίαν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, ὅπως ἀσκήσωσιν ἐποπτείαν καὶ ἔλεγχον ἐπὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ τραπεζῶν, αἵτινες διέπονται ὑπὸ ὅλως ἰδιαιτέρων κανόνων ἐκ μακρᾶς πείρας καθιερωθέντων καὶ μὴ δυναμένων νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς θεωρίας πρεσβευομένας καὶ ὑπὸ διασήμων ἀκόμη συγγραφέων. Ἐκ τῶν μελλόντων νὰ ἀποτελέσωσι τὸ «συμβούλιον τῶν μετοχικῶν ἑταιριῶν», πλὴν τῶν τεσσάρων ἐμπόρων, οὐδεὶς ἐκ τῶν λοιπῶν, λίαν σοφῶν ἄλλως προσώπων, δύναται νὰ ἔχῃ πρᾶξιν ἐμπορικὴν καὶ ἰδίᾳ τὴν πεῖραν τῆς λειτουργίας τῶν μεγάλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν ἢ τραπεζῶν· ἡ δὲ λειτουργία αὕτη καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῶν τοιούτων ἑταιριῶν βελτιοῦται καθημερινῶς καὶ προσαρμόζεται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου καὶ τὰς ἐκ τῆς πραγματικότητος ἐπιβαλλομένας μεταρρυθμίσεις. Πῶς δὲ θὰ εἶναι εἰς θέσιν πρόσωπα συνειθισμένα εἰς τὴν ἰδιόρρυθμον λογιστικὴν τοῦ Κράτους νὰ ἐλέγξωσι τὰ παρὰ ταῖς νεωτέραις τραπέζαις καὶ ἑταιρίαις κρατοῦντα λογιστικὰ συστήματα, καὶ πῶς οὗτοι θὰ δυνηθῶσι νὰ θέσωσι κανόνας περὶ τοῦ τρόπου τῆς συντάξεως τοῦ ἰσολογισμοῦ; Ἡ Ἑλλὰς θ’ ἀπετέλει ὄντως μοναδικὸν παράδειγμα, ἂν ἐθεσπίζετο νὰ καθορίζηται διὰ Β. Διατάγματος ὁ τρόπος τῆς συντάξεως τοῦ ἰσολογισμοῦ! Οὐ μόνον δὲ τὰ τῆς διοικήσεως πρόσωπα, τὰ μέλλοντα νὰ ἐξασκήσωσι τὸν ἔλεγχον, εἶναι πάντη ἀναρμόδια, ἀλλὰ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐξασκήσεως τοῦ ἐλέγχου, ὡς διαγράφεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, εἶναι ἀπορριπτέος, ἐφ’ ὅσον ἐπιτρέπει τὴν παρουσίαν τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων εἰς τὰς συνεδρίας τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ παραδίδει οὕτω τὰ βιομηχανικὰ ἢ καὶ ἐμπορικὰ μυστικὰ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ὑπαλλήλων τοῦ τμήματος τῆς ἐποπτείας. Ἀλλὰ καὶ ἀδύνατος ἡ ἐποπτεία καθίσταται, ἂν λάβῃ τις ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ αἱ σήμερον λειτουργοῦσαι ἑταιρίαι ἔχουσι πλεῖστα ὑποκαταστήματα ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, ἐν Τουρκίᾳ, Αἰγύπτῳ Ἀγγλίᾳ καὶ Γερμανίᾳ, πρὸς ἔλεγχον τῶν ὁποίων ἀπαραίτητος θὰ καθίστατο ἡ ἐπὶ τόπου μετάβασις τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων τῆς ἐποπτείας! Διὰ ταῦτα ἡ Ἐπιτροπὴ προέκρινε τὸν ἔλεγχον τῶν ἑταιριῶν, ὡς οὗτος διαγράφεται ὑπὸ τοῦ Βελγικοῦ νόμου, καὶ ἀνεγνώρισεν εἰς τὴν μειονοψηφίαν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ἰδίου ἐλεγκτοῦ. Πλὴν τούτων ἑτέρα σοβαρὰ δυσχέρεια προκύπτει ἐκ τῆς διηνεκοῦς τοῦ νομοσχεδίου τάσεως, ὅπως κανονίσῃ καὶ τὰς ἐλαχίστας λεπτομερείας τῆς λειτουργίας τῆς ἑταιρίας, δημιουργοῦν περιοριστικὰς διατάξεις ὑπερβαινούσας κατὰ πολὺ καὶ αὐτὰς τοῦ Γερμανικοῦ καὶ Ἰταλικοῦ Κώδικος, καὶ περισφίγγον οὕτω τὴν ἑταιρίαν κατὰ τρόπον παρακωλύοντα πᾶσαν ἐλευθέραν αὐτῆς κίνησιν. Τοιαύτας διατάξεις ἀπαντῶμεν λ. χ. 1) ἐν ἄρθρῳ 29 καθ’ ἣν· «ἐπὶ ἀμέσου συστάσεως τῆς ἑταιρίας δὲν ἐπιτρέπεται ἡ ἔκδοσις καὶ κυκλοφορία τῶν μετοχικῶν τίτλων, πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τῶν δύο πρώτων ἰσολογισμῶν». Ὡς μόνην δικαιολογίαν τῆς διατάξεως ταύτης ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, εὑρίσκομεν ὅτι· «ἡ διάταξις αὕτη ἐτέθη πρὸς πρόληψιν καταχρήσεων καὶ καταστρατηγήσεων τῆς δημοσιότητος». Ἄν καὶ δὲν ἀναφέρεται τίνες εἶναι αἱ ἐνδεχόμενον νὰ συμβῶσι καταχρήσεις, ἐν τούτοις οὐδεμία σκέψις γίνεται μὴ τὸ προτεινόμενον φάρμακον εἶναι τοιοῦτον, ὥστε νὰ προλαμβάνῃ μὲν ἴσως τὴν ἀσθένειαν ἀλλὰ νὰ φονεύῃ τὸν ὀργανισμόν. Καὶ ἀληθῶς ἐν τῇ πράξει βλέπομεν ὅτι οἱ ἱδρυταὶ ἐγγράφουσι μὲν συνήθως τὸ ὅλον τοῦ κεφαλαίου, ἀλλὰ βασίζονται πάντοτε εἰς τὴν κυκλοφορίαν τῶν μετοχῶν, ἥτις δύναται νὰ ἐπακολουθήσῃ εὐθὺς μετὰ τὴν σύστασιν. Τὸ νὰ μὴ κινητοποιῶνται αἱ μετοχαὶ ἐπὶ μίαν διετίαν ἀποτελεῖ μὲν ἴσως ἀσφάλειαν διὰ τοὺς μέλλοντας μετόχους, ἀλλὰ δυσχεραίνει βεβαίως τὴν ἵδρυσιν τῶν ἑταιριῶν. Ἂν δὲ ἐν Βελγίῳ, ἔνθα καὶ τὸ χρῆμα ἀφθονεῖ καὶ αἱ ἑταιρίαι πλήθουσι, δὲν ἐτόλμησαν νὰ δεχθῶσι τοιαύτην ἀπαγορευτικὴν διάταξιν, δὲν εἶναι σκόπιμον νὰ δεχθῶμεν τοιαύτην ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα ὁ θεσμὸς τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν εὑρίσκεται ἀκόμη εἰς νηπιώδη κατάστασιν, τὰ δὲ κεφάλαια σπανίζουσι καὶ ἐνδείκνυται μᾶλλον ἡ προσέλκυσις τοιούτων ἐκ τοῦ Ἐξωτερικοῦ. Ἄλλως δὲ ἡ ἐπιδιωκομένη ἀσφάλεια δὲν εἶναι καὶ τόσον ἀπόλυτος, ἀφοῦ δὲν ἀπαγορεύεται ἡ πώλησις καὶ διὰ δημοσίας ἐγγραφῆς ἀκόμη, καὶ ἀφοῦ ἐπὶ ἐμμέσου συστάσεως ἐπιτρέπεται ὑπὸ τῶν ἄρθρ. 30 καὶ 31 ἔκδοσις τῶν μετοχῶν εἰς δημοσίαν ἐγγραφήν. Ἀλλ’ οὐδὲ εἶναι τόσον συμφέρον καὶ εἰς τὸν μέτοχον αὐτόν, ἅπαξ ἐγγραφέντα καὶ λαβόντα τὸν τίτλον αὐτοῦ, νὰ μὴ δύναται νὰ κυκλοφορήσῃ αὐτὸν εἰς τὸ χρηματιστήριον, καὶ ἑπομένως εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ χρησιμοποιῇ τοῦτον χωρὶς νὰ εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ καταφεύγῃ εἰς συμβολαιογραφικὸν ἔγγραφον. 2) τὰς ἐν τοῖς ἄρθροις 38, 53, 55, 210, 271, 288 κλπ., καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται· Ἄρθρον 38. Ἀπαρτία· τὸ ½ τῶν ὑπογραφέων, ἐκπροσωπούντων τὸ ½ τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου. Πλειονοψηφία· τὰ ⅔ τῶν ὑπογραφέων ἐκπροσωπούντων τὸ ⅓ τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου. Ἄρθρον 53. Ἀπαρτία· τὰ ¾ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου. Πλειονοψηφία· τὰ ¾ τοῦ ἐκπροσωπουμένου ἐν τῇ συνελεύσει μετοχικοῦ κεφαλαίου. Ἄρθρον 55. Ἀπαρτία· τὰ ⅘ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου. Πλειονοψηφία· τὰ ¾ τοῦ ἐν τῇ συνελεύσει ἐκπροσωπουμένου μετοχικοῦ κεφαλαίου. Ἄρθρον 210. Ἀπαρτία· Τὸ ⅕ τῶν μετοχῶν. Πλειονοψηφία· ἁπλῆ τῶν παρόντων. Ἄρθρον 271. Ἀπαρτία· τὰ ¾ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου. Πλειονοψηφία· τὰ ⅔ τῶν παρόντων. Ἄρθρον 288. Ἀπαρτία· τὰ ¾ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου. Πλειονοψηφία· τὰ ¾ τῶν παρόντων, ἤτοι διάφοροι πλειονοψηφίαι καὶ ἀπαρτίαι ἑκάστοτε διὰ τὴν ἀπόφασιν εἰδικῶν θεμάτων, δυσχεραίνουσαι οὕτω τὴν λειτουργίαν τῆς Ἑταιρίας, ἐνῷ κατὰ τὸν Βελγικὸν νόμον τὴν μὲν διὰ τὰ συνήθη θέματα ἀπαρτίαν καὶ πλειονοψηφίαν ὁρίζει τὸ καταστατικόν, ὁ νόμος δ’ ὁρίζει μίαν καὶ μόνην εἰδικὴν ἀπαρτίαν καὶ πλειονοψηφίαν διὰ τὰς τροποποιήσεις τοῦ Καταστατικοῦ, εἰς ἣν ὑπάγονται πᾶσαι αἱ ἄλλαι εἰδικαὶ περιπτώσεις. 3) Τὰς ἐν τοῖς ἄρθροις 55 καὶ 57, δι’ ὧν ὁρίζεται σειρὰ ὅλη διαδικασίας διὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ κυρίου ἀντικειμένου τῆς Ἑταιρίας. 58–64 καθορίζονται τὰ τῆς αὐξήσεως τοῦ κεφαλαίου. 110 (βʹ καὶ γʹ) προσθέτων νέους περιορισμοὺς εἰς τοὺς ὑπὸ τοῦ Βελγικοῦ Νόμου διαγραφομένους, ἀποβλέποντας καθαρῶς εἰς τὴν σκοπιμότητα· ταύτην δὲ πάντως εἶναι εἰς καλλιτέραν θέσιν νὰ ἐκτιμήσωσιν οἱ διοικοῦντες τὴν Ἑταιρίαν καὶ ἡ Γενικὴ Συνέλευσις. 156 ἀπαγορεῦον τὴν κατάθεσιν πλέον τῆς τριετίας. 159 ὁρίζον τὸ ποσὸν καὶ τὸ εἶδος τῶν διαθεσίμων παρὰ ταῖς Τραπέζαις ταῖς δεχομέναις καταθέσεις. Διάταξις τοιαύτη πλὴν τοῦ Ταμιευτηρίου δὲν ἀπαντᾷ οὔτε ἐν Βελγίῳ οὔτε ἐν Γερμανίᾳ, προκειμένου περὶ ἀτόκων καταθέσεων παρὰ Τραπέζαις. Ἡ λεπτότης τοῦ θέματος εἶναι τοιαύτη, ἐξαρτωμένη ἐκ μυρίων περιστατικῶν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον νὰ καθορισθῇ ἐκ τῶν προτέρων. Πολλάκις εἰς ὁμαλὰς περιστάσεις τὸ ⅓ εἶναι ὑπερβολικόν, καὶ βλέπομεν καὶ Τραπέζας, ὡς τὸ Credit Lyonnais, περιοριζούσας τὰ διαθέσιμα εἰς 20%, εἰς ἀνωμάλους δὲ περιστάσεις οὔτε τὸ 50% εἶνε ἀρκετόν. Ἐπίσης ἀδύνατον εἶναι νὰ θεωρηθῇ ὡς διαθεσιμότης μόνον τὸ εἰς μετρητὰ ποσὸν ἢ τὸ εἰς Ἑλληνικὰ δημόσια χρεώγραφα κατατεθειμένον, εἴτε ἐν τοῖς Ταμείοις εἴτε παρὰ τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ, διότι Τράπεζα ἐργαζομένη ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ ἀναγκαίως πρέπει νὰ ἔχῃ διαθεσιμότητας ἐν τῷ Ἐξωτερικῷ καὶ παρὰ ξέναις Τραπέζαις καὶ εἰς ξένα χρεώγραφα. 4) Τὰς ἐν ἄρθρῳ 253. Τὰ τέσσαρα τελευταῖα ἐδάφια τὰ κανονίζοντα τὰς ἐπισφαλεῖς ἀπαιτήσεις καὶ τὰς ἀποσβέσεις. Τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ζητήματα ἐκτιμήσεως ἐξαρτώμενα ἐκ μυρίων περιστάσεων, δὲν εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ καθορισθῶσι διὰ νόμου καὶ ἐκ τῶν προτέρων, ὡς δὲν ὡρίσθησαν οὔτε ἐν Γερμανίᾳ οὔτε ἐν Βελγίῳ. Εἶναι δὲ τοσούτῳ μᾶλλον ἐπικίνδυνοι τοιαῦται διατάξεις, καθόσον ἡ ἀντίληψις τῶν ἐκτιμώντων δύναται νὰ εἶναι διάφορος, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου ἀπαγγέλονται βαρεῖαι ποιναὶ διὰ τὰς τυχὸν τοιαύτας παραβάσεις. Ταῦτα καὶ ἄλλα δυσχεραίνουσι τὴν καθόλου λειτουργίαν τῶν ἑταιριῶν. Ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον περιέχει ἀφ’ ἑτέρου καὶ πολλὰς χρησιμωτάτας διατάξεις, ὡς λ. χ. τὰς περὶ καταθέσεων ἀναπαλλοτρίωτων, τὰς περὶ ἀπωλείας τίτλων κτλ. αἵτινες καλὸν εἶναι νὰ διατυπωθῶσιν εἰς χωριστὰ νομοσχέδια. Ἐκ τῶν ἀνωτέρω λόγων μετ’ ἐπισταμένην μελέτην τοῦ νομοσχεδίου, ἡ ἐπιτροπὴ κατέληξεν εἰς τὴν γνώμην, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι ἐπικίνδυνον ἀπὸ τῆς ἁπλουστάτης καὶ ἀρχεγόνου νομοθεσίας, ὑφ’ ἧς διέπονται τὰ τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, νὰ μεταβῶμεν εἰς νομοθεσίαν περίπλοκον καὶ δύσχρηστον, τῆς ὁποίας ἄλλως οὔτε ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος ὑπάρχει, ὅπως μελετηθῶσι πᾶσαι αἱ διατάξεις οὐ μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἁρμονίας τοῦ συνόλου, ἀλλ’ καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς. Κατέληξεν δὲ εἰς τὴν ἀπόφασιν ὅπως παραδεχθῇ ὡς βάσιν τὸν Βελγικὸν περὶ ἑταιριῶν νόμον τῆς 1ης Ἰουνίου 1913, παραλαμβάνουσα καὶ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἵτινες δὲν ἀντίκεινται εἰς τὴν ὅλην οἰκονομίαν τοῦ Βελγικοῦ καὶ διαρυθμίζουσα αὐτὸν οὕτως ὥστε νὰ προσαρμόζηται εἰς τὴν ἡμετέραν νομοθεσίαν. Εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην συντρέχει καὶ ὁ οὐχ ἧττον σπουδαῖος λόγος, ὅτι καὶ ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τὰ ἤθη καὶ ἔθιμα ἡμῶν προσαρμόζονται μᾶλλον πρὸς τὰ τῶν Βέλγων ἢ πρὸς τὰ τῶν Γερμανῶν, καὶ ἡ μέχρι σήμερον νομοθεσία ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν εἶναι μετάφρασις τῆς Γαλλικῆς. Ἀλλ’ ὁ σπουδαιότερος πάντων λόγος εἶναι ὅτι, δεχόμενοι τὸν Βελγικὸν νόμον, θὰ ἔχωμεν οὐ μόνον τὰς προπαρασκευαστικὰς ἐργασίας καὶ τὰς ἐν τῇ Βουλῇ συζητήσεις, ἀλλὰ καὶ συγγραφεῖς σχολιαστὰς τοῦ νόμου καὶ ἰδίᾳ νομολογίαν δικαστηρίων παγκοσμίου φήμης. Οὐδὲν δὲ κωλύει, ἂν ἐν τῇ ἐφαρμογῇ τοῦ νόμου καταδειχθῶσιν ἐλλείψεις τινές, νὰ διορθωθῶσιν αὗται διὰ μεταγενεστέρου νόμου, ὡς καὶ ἐν Βελγίῳ ἐγένετο κατὰ τὸ 1873, 1881, 1886, 1901 καὶ τέλος κατὰ τὸ 1913. Μεταβαίνομεν ἤδη καὶ εἰς τὴν συνοπτικὴν ἀνάλυσιν τοῦ Βελγικοῦ Νόμου περὶ ἑταιριῶν ἐν γένει καὶ τῶν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπενεχθεισῶν τροποποιήσεων. Τμῆμα αʹ. — Γενικαὶ διατάξεις. Ἄρθρον 1. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ λύσῃ τὸ περιμάχητον ζήτημα τῆς ἐπιρροῆς τοῦ τύπου τῆς ἑταιρίας ἐπὶ τοῦ χαρακτῆρος αὐτῆς καὶ ἐδέχθη τὰ ἐν Γαλλίᾳ καθιερωθέντα διὰ τοῦ νόμου τῆς 1 Αὐγούστου 1893 (ἄρθρ. 6) ἀναγράψασα τὴν ἀρχὴν ὅτι αἱ ὑπὸ τύπον ἐμπορικὸν συστᾶσαι ἑταιρίαι εἶναι ἐμπορικαὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἀντικειμένου αὐτῶν, ὡς ἄλλως καὶ τὸ νομοσχέδιον παραδέχεται. Ἡ Ἐπιτροπὴ προέβη παρκιτέρω (ἄρθρ. 187) 175 πρὸς λύσιν ἄλλου ζητήματος ἀναφανέντος ἐν Γαλλίᾳ μετὰ τὸν ἄνω νόμον τοῦ 1893 καὶ ἐκήρυξε πράξεις ἐμπορικὰς καὶ πάσας τὰς πράξεις τῶν τοιούτων ἑταιριῶν. Ὁ Βελγικὸς νόμος (ἄρθρον 187) ἐπιτρέπει μόνον εἰς τὰς ἑταιρίας μεταλλείων καὶ ὀρυχείων νὰ προσλάβωσι τοὺς ἐμπορικοὺς τύπους καὶ δὴ τῆς ἀνωνύμου ἄνευ ἀπωλείας τοῦ πολιτικοῦ αὐτῶν χαρακτῆρος, ὅπερ πολλὰ ἐν τῇ πράξει δημιουργεῖ τὰ ἄτοπα. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ ἄρθρου 1 εἶναι ἐπανάληψις τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου κατ’ ἀντίστροφον ὅμως τάξιν. Ἄρθρον 2. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄρθρον 19 τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, ἀνεγράφη ἡ κατὰ μετοχὰς ἑτερόρρυθμος ὡς ἰδία ἑταιρία καὶ ἡ συνεργατική, παρελείφθησαν δὲ αἱ «πιστωτικαὶ ἑνώσεις» (unions du crédit) περὶ ὧν ὁμιλεῖ ὁ Βελγικὸς Νόμος, διότι τό γε νῦν ἔχον αὗται δὲν παρουσιάζουσι παρ’ ἡμῖν μεγάλην χρησιμότητα. Ἄρθρον 3. Τοῦτο ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ἄρθρον 47 τοῦ Ἐμπ. Νόμου μετὰ τῆς διαφορᾶς ὅτι διακρίνει τὴν καθ’ αὑτὸ μετοχικὴν ἑταιρείαν τῆς ἄλλης, ἣν εἰδικώτερον ἀποκαλεῖ προσωρινὴν ἢ ἐφήμερον (momentanée). Ἄν καὶ ἡ διάκρισις τοῦ Βελγικοῦ νόμου δὲν ἐφάνη εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν πολὺ ἐπιτυχής, ἐν τούτοις ἐνόμισεν αὕτη ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καινοτομήσῃ, τοῦ θέματος μὴ ἔχοντος πολλὴν τὴν πρακτικὴν σημασίαν. Ἄρθρον 4. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὰ ἄρθρα 39, 41 καὶ 42 τοῦ Ἐμπ. νόμου καὶ λύει, κατὰ τὰ τελευταῖα συμπεράσματα τῆς ἐπιστήμης, τὸ κλασικὸν ζήτημα ἂν τὸ ἔγγραφον ἐπὶ ἐμπορικῶν ἑταιριῶν ἀπαιτεῖται πρὸς σύστασιν (ad solemnitatem) ἢ πρὸς ἀπόδειξιν (ad probationem) αὐτῶν. Καὶ δέχεται μὲν ὅτι τὸ ἔγγραφον εἶναι συστατικὸν τῆς ἑταιρίας, δὲν κηρύσσει ὅμως, ἐλλείψει τοιούτου, τὴν ἑταιρίαν ἄκυρον ἀπολύτως, ἀλλὰ διατηρεῖ ταύτην διὰ τὰ συμφέροντα τῶν τρίτων καὶ μεταξὺ τῶν ἑταίρων ἀκόμη μέχρι τῆς ὑποβολῆς τῆς περὶ ἀκυρότητος αἰτήσεως, ἀναγράφον οὕτω τὰ κοινῶς διδασκόμενα περὶ τῆς Société de fait. Ἄρθρον 5. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅμοιον πρὸς τὸ ἄρθρον 49 τοῦ Ἐμπ. νόμου, ὁμιλεῖ περὶ ἀποδείξεως ἐνῷ ὁ λόγος ἐνταῦθα περὶ συστάσεως. Ἄρθρα 6, 7, 8 καὶ 9. Ταῦτα ἀντιστοιχοῦσι πρὸς τὰ ἄρθρα 12, 43 καὶ 44 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. Εἰς τὸ ἄρθρον 7 προσετέθησαν παρὰ τῆς Ἐπιτροπῆς τὰ περὶ ἕδρας τῆς ἑταιρίας, τὰ περὶ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου, τὰ περὶ φύσεως τῆς ἑταιρίας καὶ τὰ περὶ χρονολογίας τῆς καταθέσεως. Ἄρθρον 10. Τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναφέρεται εἰς τὰ ἄρθρα 42 καὶ 45 τοῦ Ἐμπ. νόμου εἰς τὴν δημοσίευσιν τῶν ἑταιριῶν, ἀλλ’ εἰσάγει τὴν καινοτομίαν ὅτι αὕτη δὲν γίνεται διὰ καταθέσεως καὶ τοιχοκολλήσεως κλπ. παρὰ τῷ Γραμματεῖ τοῦ Δικαστηρίου, ἀλλὰ διὰ καταχωρίσεως τῶν καταστατικῶν ἢ τῆς περιλήψεως αὐτῶν ἐν τῷ Δελτίῳ τῶν ἑταιριῶν, ὅπερ καὶ δημιουργεῖ ὡς παράρτημα τῆς Ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως. Τῆς δημοσιεύσεως τὰ ἀποτελέσματα ἄρχονται τὴν πέμπτην ἡμέραν ἀπὸ τῆς ἐπιούσης τῆς ἄνω καταχωρίσεως, ὡς καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἡ Ἐπιτροπὴ διεσκεύασε τὸ ἄρθρον τοῦτο συμφωνότερον πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν κρατοῦντα. Ἄρθρον 11. Ἀντὶ τῆς ἀκυρότητος, ἣν ἀπαγγέλλει ὁ Ἐμπορικὸς νόμος (ἄρθρ. 40, 42 καὶ 45) διὰ τὴν μὴ δημοσίευσιν τῆς ἑταιρίας, ἀκυρότητος ἥτις πάντοτε ὑπὲρ τοῦ κακοπίστου κατέληγε, τὸ ἄρθρον τοῦτο ἀναγράφει τὰ ἑξῆς, ὡς συνεπείας τῆς μὴ δημοσιεύσεως: 1ον) τιμωρεῖ διὰ προστίμου τὴν βραδεῖαν δημοσίευσιν· 2ον) κηρύσσει ἀπαράδεκτον διὰ τοὺς τρίτους πᾶσαν ἀγωγὴν ἑταιρίας μὴ δημοσιευθείσης. 3ον) δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἑταίρους νὰ ἐπικαλεσθῶσιν ἀπέναντι τρίτων τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας καὶ τοὺς ὅρους αὐτοῦ, καὶ τέλος· 4ον) δὲν ἐπιτρέπει εἰς τοὺς ἑταίρους νὰ ἀντιτάξωσι τὴν ἔλλειψιν τῆς δημοσιεύσεως οὔτε κατὰ τρίτων οὔτε κατ’ ἀλλήλων. Ἡ Ἐπιτροπὴ διερρύθμισε τὰ ἀναγόμενα εἰς τὸ πρόστιμον, τὸν περιορισμὸν ἢ τὴν ἀνάκλησιν αὐτοῦ διαφόρως πρὸς τὰ ἐν Βελγίῳ κρατοῦντα καὶ συμφωνότερον πρὸς τὰ παρ’ ἡμῖν. Ἄρθρον 12. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι περίπου τὸ ἄρθρον 46 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. Κατὰ τὸ Βελγικὸν κείμενον οὐχὶ πᾶσαι αἱ μεταβολαὶ ἢ τροποποιήσεις τοῦ καταστατικοῦ, ἀλλὰ μόνον ἐκεῖναι, ὧν ὁ νόμος ἐπιβάλλει τὴν δημοσίευσιν (ἄρθρον 7), πρέπει νὰ δημοσιεύωνται. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι πρὸς φωτισμὸν τῶν τρίτων συντελεστικώτερον εἶναι νὰ δημοσιεύηται πᾶσα οἱαδήποτε μεταβολὴ τοῦ καταστατικοῦ. Θέλουσα δὲ ἡ Ἐπιτροπὴ νὰ περιλάβῃ καὶ τὴν λόγῳ θανάτου ἢ παρελεύσεως τῆς προθεσμίας λύσιν τῶν ἑταιριῶν, ἀνέγραψε τὴν διάταξιν καθ’ ἣν πᾶσα λύσις τῆς ἑταιρίας «ἐξ οἱουδήποτε λόγου» πρέπει νὰ δημοσιεύηται τροποποιήσασα καὶ τὸ ἄρθρον (169) 157 ὅσον ἀφορᾷ τὴν παραγραφήν. Αἱ συνέπειαι τῆς μὴ δημοσιεύσεως διατυποῦνται πληρέστερον ἢ ἐν ἄρθροις 46 καὶ 42 § 2 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. Ἄρθρα 13 καὶ 14. Τοῦ πρώτου σκοπὸς εἶναι νὰ δείξῃ ὅτι ὁ διαχειριστὴς ἢ διοικητὴς τῆς ἑταιρίας, ἀποτελοῦντος ἰδίαν προσωπικότητα, εἶναι ὄργανον αὐτῆς καὶ οὐχὶ συνήθης ἐντολοδόχος. Ἀμφίβολον ὅμως εἶναι ἂν τὸ ἄρθρον ἐπέτυχε νὰ διατυπώσῃ τὴν λεπτοτάτην ταύτην διάκρισιν. Τὸ ἄρθρον 14 εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ ἄρθρ. 50 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. Τμῆμα βʹ. — Περὶ ὁμορρύθμων ἑταιριῶν. Ἄρθρα 15, 16 καὶ 17. Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων τούτων εἶναι τὰ ἄρθρα 20, 21 καὶ 22 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. Τμῆμα γʹ. — Περὶ ἁπλῶν ἑτερορρύθμων ἑταιριῶν. Ἄρθρα 18–21. Τὰ ἄρθρα 18, 19 καὶ 20 εἶναι τὰ ἄρθρα 23, 23 § 2 καὶ 24 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. Τὸ ἄρθρον 21 (ἐμ. 26) ἀνέγραψεν εὐθύνην ὄχι μόνον διὰ τὰς ζημίας ἀλλὰ καὶ διὰ τὰ χρέη, συμφώνως ἄλλως τε πρὸς τὸ ἄρθρον 28 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. Ἐπὶ πλέον ἀνεγνώρισεν ἀγωγὴν ὑπὲρ τῶν τρίτων εὐθεῖαν κατὰ τῶν λαβόντων μερίσματα μὴ προερχόμενα ἐκ πραγματικῶν κερδῶν. Τὸ αὐτὸ δέχεται τὸ Βελγικὸν ἄρθρον καὶ διὰ πληρωθέντας τόκους, διότι ἐν Βελγίῳ δὲν ἐπιτρέπεται τόκου πληρωμὴ εἰς μετόχους ἢ ἑταίρους μὴ προερχομένου ἐκ τῶν καθαρῶν κερδῶν τῆς ἑταιρίας. Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἀπόλυτον ταύτην γνώμην ὡς πρὸς τοὺς τόκους, ἀλλ’ ἠκολούθησε τὴν ἀρχὴν τοῦ Ἰταλικοῦ (ἄρθρ. 181) τὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἄλλων ἐπιτρεπόντων τὴν τοιαύτην πληρωμὴν ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον καὶ διὰ τὴν περίοδον τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως τῆς ἑταιρίας. Διὰ τοῦτο προσέθηκεν ἴδιον ἐδάφιον εἰς τὸ ἄρθρον 41 περὶ τόκων καὶ εἰς τὸ ἄρθρον (169) 157 περὶ περιγραφῆς καὶ διερρύθμισε συμφώνως πρὸς τὴν ἀρχὴν ταύτην καὶ τὸ παρὸν ἄρθρον. Ἄρθρα 22 καὶ 23. Τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀντικατέστησαν τὰ ἄρθρα 27 καὶ 28 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου ὧν ἡ αὐστηρότης ἐκρίνετο παρ’ ὅλων ὑπερβολική. Διὰ τοῦτο ἐν Γαλλίᾳ διὰ τοῦ νόμου τῆς 6 Μαΐου 1863 εἶχεν οὐσιωδῶς μετριασθῆ ἡ αὐστηρότης αὕτη. Ἄρθρον 24. Τὸ ἄρθρον τοῦτο λύει τὸ ζήτημα πότε καὶ πῶς ἐπιτρέπεται ἡ μεταβίβασις τῆς μερίδος τοῦ ἑτερορρύθμου ἐν τῇ ἁπλῇ ἑτερορρύθμῳ καὶ ἄνευ λύσεως αὐτῆς. Ἄρθρον 25. Καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι μεγίστης χρησιμότητος, ἰδίως ὅταν μετὰ τὸν θάνατον, τὴν ἀπαγόρευσιν ἢ τὴν ἀφάνειαν τοῦ διαχειριστοῦ, πρόκειται ἡ ἑταιρία νὰ ἐξακολουθήσῃ. Τμῆμα δʹ. — Περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἡ Ἐπιτροπὴ διετήρησε τὴν ὀνομασίαν «Ἀνώνυμος Ἑταιρία», διότι ὁ ὅρος «Μετοχικὴ» εἶναι εὐρύτερος περιλαμβάνων πάσας τὰς κατὰ μετοχὰς ἑταιρίας καὶ διότι κατὰ τὸν ἐμπορικὸν νόμον μετοχικὴ ἑταιρία «Société en participation», ἔχει διάφορον ἔννοιαν. Γενικαὶ ἀρχαί, ἐφ’ ὧν πρέπει νὰ στηρίζωνται αἱ περὶ ἀνωνύμων καὶ ἐν γένει αἱ περὶ τῶν κατὰ μετοχὰς ἑταιριῶν διατάξεις, δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν αἱ ἑξῆς τρεῖς: 1) πλήρης ἐλευθερία περὶ τὴν σύστασιν πλὴν ἐλαχίστων περιορισμῶν· 2) πλήρης δημοσιότης τῶν πραγμάτων τῆς ἑταιρίας 3) πλήρης ἀστικὴ καὶ ποινικὴ εὐθύνη τῶν διαχειριζομένων τὰ τῆς ἑταιρίας καὶ τῶν ἐλεγκτῶν. Ἡ θεωρία, καθ’ ἣν ἡ Πολιτεία ὀφείλει προληπτικῶς νὰ διακανονίσῃ τὰ τῶν ἑταιριῶν τούτων μέχρι τῶν τελευταίων λεπτομερειῶν, δὲν ἐδικαιώθη ὑπὸ τῆς πείρας, διότι ὁ δόλος εἶναι πολυμήχανος. Ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου ἐπιτυγχάνεται τελείως ἂν διὰ τῶν μέτρων αὑτοῦ καὶ διατάξεων κατορθώσῃ ὥστε νὰ βασιλεύῃ ἡ ἀλήθεια ἐπὶ τῶν ἑταιρικῶν πράξεων, ἡ ἀλήθεια ἐν τῇ συστάσει τῆς ἑταιρίας, ἡ ἀλήθεια ἐν τῇ ἐκδόσει καὶ τῇ διαπραγματεύσει τῶν μετοχῶν καὶ ὁμολογιῶν, ἡ ἀλήθεια ἐν ταῖς ἀπογραφαῖς καὶ ἐν τοῖς ἰσολογισμοῖς. Ὅταν ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων εἶναι γνωστή, πᾶσα ἄλλη προστασία περιττεύει. Τοῦτο ἐπιδιώκουσι σήμερον πάντες οἱ νομοθέται καὶ τοῦτο ἐπεδίωξε καὶ ὁ Βέλγος ἀκολουθῶν ἄλλως κατὰ πόδας σχεδὸν τὸν Γάλλον. § 1. Φύσις. Τὰ ἄρθρα 26–28 εἶναι τὰ ἄρθρα 29, 30 καὶ 33 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου. § 2. Σύστασις. Τὴν ἀλήθειαν ἐν τῇ συστάσει ἐπεδίωξεν ὁ Βέλγος νομοθέτης διὰ τῶν διατάξεων τῶν ἄρθρων 29 καὶ 30, ἅτινα κατανοοῦνται πληρέστερον συνδυαζόμενα πρὸς τὸ ἄρθρον 35 καὶ τ’ ἄρθρα (176) 164 καὶ (179) 167 § 3 τὰ ὁποῖα ἀπαγγέλλουσι τὰς ἀστικὰς καὶ ποινικὰς εὐθύνας κατὰ τοῦ ἀποκρύπτοντος τὴν ἀλήθειαν. Ἄρθρα 31, 32 καὶ 33. Τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τῆς ἀνωνύμου, εἴτε ἀμέσως εἴτε δι’ ἐγραφῶν, καὶ στηρίζονται ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀρχῆς (ἴδε τὸ ἄρθρον (176) 164 καὶ (179) 167 § 3). Ἄρθρα 36 καὶ 37. Διὰ ποινῶν καὶ εὐθύνης ἀσφαλίζεται ἡ δημοσία ἔκθεσις, προσφορὰ ἢ πώλησις μετοχῶν κατὰ τὰ ἄρθρα ταῦτα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ συνδυασθῶσι πρὸς τὰ ἄρθρα 38 καὶ (176) 164, (177) 165 καὶ (179) 167, ὡς καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἄρθρον 39. Ἀναγράφει εὐλόγους τοῦ κανόνος ἐξαιρέσεις. Ἄρθρον 40. Καὶ ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου στηρίζεται ἐπὶ τῶν αὐτῶν ὡς ἄνω ἀρχῶν. § 3. Μετοχαὶ καὶ μειαβίβασις αὐτῶν. Ἄρθρον 41. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπήνεγκε τὰς ἑξῆς μεταρρυθμίσεις· 1) Ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν ὅτι αἱ μετοχαὶ δέον νὰ εἶναι ἴσης ἀξίας ἢ ἴσου ποσοστοῦ, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 34 τοῦ ἐμπορικοῦ νόμου καὶ τὰ ἐν Γαλλίᾳ καὶ Ἰταλίᾳ κρατοῦντα· 2) ὥρισε διὰ λόγους εὐνοήτους τὸ ἐλάχιστον ὅριον τῆς ἀξίας τῶν μετοχῶν καὶ τῶν κλασμάτων· 3) προσέθηκε διάταξιν περὶ τόκου μετοχῶν ἀκολουθήσασα τὰ ἐν Ἰταλίᾳ ἰσχύοντα, καὶ τὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἄρθρα 42–52. Τὰ ἄρθρα ταῦτα πραγματεύονται περὶ μετοχῶν καὶ μεταβιβάσεως αὐτῶν. Ἄξιαι δὲ σημειώσεως εἶναι αἱ ἑξῆς διατάξεις· 1) ἡ τοῦ ἄρθρου 46 καθ’ ἣν πᾶσα μεταβίβασις μετοχῶν πρὸ τῆς ὁριστικῆς συστάσεως τῆς ἑταιρίας καὶ πρὸ τῆς καταβολῆς τοῦ τετάρτου τῆς ὀνομαστικῆς αὐτῶν ἀξίας εἶναι ἄκυρος· 2) ἡ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου καθ’ ἣν αἱ μετοχαὶ εἶναι ὀνομαστικαὶ μέχρι πλήρους ἀποπληρωμῆς αὐτῶν· 3) αἱ τῶν ἄρθρων 47 καὶ 49 καθ’ ἃς ἡ μεταβίβασις μετοχῶν ἢ τίτλων μὴ ἀντιπροσωπευόντων χρηματικὰς εἰσφορὰς ἢ ἑταιρικὸν κεφάλαιον δύνανται νὰ μεταβιβασθῶσι διὰ τῶν ἐμπορικῶν τρόπων μεταβιβάσεως μόνον μετὰ τὸν δεύτερον ἐτήσιον ἰσολογισμὸν τῆς ἑταιρίας ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως αὐτῶν· 4) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 50, καὶ 5) ἡ τοῦ ἄρθρου 52, ἥτις λύει σχεδὸν πάντα τὰ ζητήματα τῆς εὐθύνης καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἐγγραφέντος μετόχου. Πάσας τὰς ἀρχὰς ταύτας παραδέχεται καὶ τὸ νομοσχέδιον. § 4. Περὶ διοικήσεως καὶ ἐλέγχου τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Ἄρθρα 53–64. Τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὴν διοίκησιν τῆς ἑταιρίας, ἄξιαι δὲ σημειώσεως εἶναι αἱ διατάξεις· 1) τοῦ ἄρθρου 55 § 2, οἷον διεσκευάσθη ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς. 2) τῶν ἄρθρων 57 καὶ 59 περὶ ἐγγυήσεως· 3) τὸ ἄρθρον 60 περὶ ἀντιθέτων πρὸς τὴν ἑταιρίαν συμφερόντων τῶν συμβούλων· 4) τὸ ἄρθρον 62 περὶ τῆς εὐθύνης τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου, ὅπερ πρέπει νὰ συνδυασθῇ πρὸς τὸ ἄρθρον 66, οἷον διεσκεύασεν ἡ Ἐπιτροπὴ διὰ προσθήκης καὶ τριῶν ἔτι εἰς αὐτὸ ἐδαφίων. Ἄρθρα 64–69. Τὰ ἄρθρα ταῦτα ἀφορῶσιν εἰς τὸν ἔλεγχον τῆς ἑταιρίας, ὅστις εἶναι διαρκὴς καὶ σύγχρονος. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε καὶ εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῶν μετόχων νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα διορισμοῦ ἰδίου ἐλεγκτοῦ, διὰ τοῦτο ἀνέγραψε τὸ ἐδάφιον γʹ τοῦ ἄρθρου 64. Εἰς τὸ ἄρθρον 65, ἀφορῶν εἰς τὰ δικαιώματα τῶν ἐλεγκτῶν, προσέθηκεν ἡ Ἐπιτροπὴ τὸν ἔλεγχον τοῦ χαρτοφυλακίου καὶ τῶν χρεωγράφων. Ἐν ἄρθρῳ 66 ἡ Ἐπιτροπὴ προσέθηκε τρία ἐδάφια ἀφορῶντα τὴν ἄσκησιν τῶν ἐκ τῶν ἄρθρων 62 καὶ 65 ἀγωγῶν τῶν μετόχων ἀτομικῶς ἢ ὁμαδικῶς. § 5. Περὶ γενικῶν συνελεύσεων. Ἄρθρα 70–74. Ἄξια σημειώσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι τὰ ἑξῆς: 1) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 73, καθ’ ἣν κατ’ ἔτος πρέπει νὰ συγκροτῆται μία τουλάχιστον Γενικὴ Συνέλευσις ἐν τῇ ἕδρᾳ τῆς ἑταιρίας καθ’ ἡμέραν καὶ ὥραν ὁριζομένην ὑπὸ τοῦ καταστατικοῦ καὶ ἐπὶ τῶν ἀνωνύμων μετοχῶν γραφομένην (ἄρθρον 44). 2) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 70, ὅπερ, προκειμένου περὶ εἰδικῶν τινων θεμάτων, οἷον τροποποιήσεως καταστατικοῦ, αὐξήσεως ἢ μειώσεως τοῦ ἑταιρικοῦ κεφαλαίου, ἀπαιτεῖ ὡρισμένον ποσὸν τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου πρὸς ἀπαρτίαν καὶ τὰ ¾ τῶν ψήφων ὅπως γίνῃ ἡ πρότασις δεκτή. 3) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 73 § 4 καθ’ ἣν αἱ προσκλήσεις καὶ δὴ ἡ δευτέρα πρέπει νὰ γίνωνται ἐντὸς ὡρισμένων προθεσμιῶν. 4) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 74, ὅπερ δέχεται ἀπολύτως τὴν ἀρχὴν τῆς καθολικῆς ψηφοφορίας καὶ πρὸς προστασίαν τῶν μικρῶν ἀναγράφει δύο ἀρχάς· αʹ) ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ψηφίσῃ δι’ ἀριθμὸν μετοχῶν ὑπερβαίνοντα τὸ ⅕ τῶν ἐκδοθεισῶν μετοχῶν, καὶ βʹ) ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ ψηφίσῃ δι’ ἀριθμὸν μετοχῶν ὑπερβαίνοντα τὰ ⅖ τῶν ἐν τῇ συνελεύσει ἀντιπροσωπευομένων. 5) Τέλος ἡ διάταξις τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 74 § 2 παρεμβληθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς (ἄρθρ. 211 τοῦ νομοσχεδίου) καθ’ ἣν μέλη τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου καὶ ὑπάλληλοι τῆς ἑταιρίας δὲν δύνανται νὰ εἶναι πληρεξούσιοι ἢ ἀντιπρόσωποι μετόχων ἐν τῇ συνελεύσει. § 6. Περὶ τῶν ἀπογραφῶν καὶ τῶν ἰσολογισμῶν Ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων θεμάτων ὄχι μόνον διὰ τὰς ἀνωνύμους ἀλλὰ διὰ πᾶσαν ἑταιρίαν καὶ πάντα ἐν γένει ἔμπορον εἶναι τὸ ζήτημα τῆς συντάξεως τῶν ἀπογραφῶν καὶ ἰσολογισμῶν, διότι καὶ πεῖρα καὶ μόρφωσις ἀπαιτεῖται καὶ ἰδιάζουσα ἱκανότης καὶ προσοχή. Περιττὸν δὲ νὰ σημειώσωμεν, ὅτι ἡ κατάρτισις εἰλικρινοῦς ἰσολογισμοῦ εἶναι ἐκ τῶν ἀπαραιτήτων ὅρων εὐδοκιμήσεως πάσης ἑταιρίας καὶ ἐν γένει πάσης ἐπιχειρήσεως. Πολλοὶ νομοθέται ἐνόμισαν ὅτι ἠδύναντο νὰ προλάβωσι τὰ ἐκ τῶν ψευδῶν ἰσολογισμῶν ἀποτελέσματα καὶ ἀνέγραψαν λεπτομερεστάτας διατάξεις περὶ τοῦ καταρτισμοῦ αὐτῶν καὶ ποινάς. Τὸ αὐτὸ σύστημα ἠκολούθησε καὶ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον (ἄρθρ. 249 καὶ ἑπόμ.), ἀλλὰ κατανοῆσαν τὴν δυσκολίαν τοῦ θέματος, ἔσπευσε ν’ ἀναγράψῃ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 256, ὅπερ εἶναι ἡ τρανωτέρα ἀπόδειξις τοῦ πόσον ἀνωφελεῖς εἶναι αἱ ἐμπεριστατωμέναι διατάξεις ἐπὶ τῶν τοιούτων θεμάτων. Προφανῶς, κατὰ τῆς ἀνοησίας ἢ κατὰ τῆς ὑπερβολικῆς αἰσιοδοξίας, αἱ αὐστηραὶ διατάξεις καὶ ἀνωφελεῖς εἶναι καὶ ἄδικοι καὶ μόνον ἡ κακὴ πίστις εἶναι ἀξία πάσης τιμωρίας. Διὰ τοῦτο ὁ Βελγικὸς νόμος ὀλίγας ἀνέγραψε περὶ ἀπογραφῶν καὶ ἰσολογισμῶν διατάξεις, τιμωρήσας αὐστηρότατα πᾶσαν παραβίασιν αὐτῶν καὶ πάντα περὶ τὴν σύνταξιν αὐτῶν δόλον ἢ ἐν γνώσει ἀνακρίβειαν. Ἄρθρα (176) 164, (179) 167 καὶ (180) 168 ἕως (184) 173. Ἄξιαι σημειώσεως εἶναι· 1) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρ. 75, ἀφορῶσα εἰς τὰς ὀφειλὰς τῶν συμβούλων, τῶν διευθυντῶν καὶ τῶν ἐλεγκτῶν πρὸς τὴν ἑταιρίαν (ἄρθρ. 251 τοῦ νομοσχεδίου), τὸν σχηματισμὸν ἀποθεματικοῦ καὶ τὴν παράδοσιν τῶν ἐγγράφων εἰς τοὺς ἐλεγκτάς, ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα πρὸ τῆς γενικῆς συνελεύσεως. 2) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 76, ἀφορῶσα εἰς τὰ δικαιώματα τῶν μετόχων. 3) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 77, ὅσον ἀφορᾷ τὰ δικαιώματα τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καὶ τὰς πράξεις αὐτοῦ, τὰς παρὰ τὸ καταστατικὸν ἐνεργηθείσας. § 3. Περὶ διατυπώσεών τινων ἐν τοῖς ἐγγράφοις. Τὰ ἄρθρα 79–81 στηρίζονται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι κατὰ πᾶσαν περίπτωσιν καὶ διὰ παντὸς τρόπου πρέπει διαρκῶς νὰ γίνηται γνωστὸν εἰς τὸ κοινὸν περὶ τῆς φύσεως τῆς ἑταιρίας καὶ τοῦ κεφαλαίου αὐτῆς. Τὰς ἀρχὰς ταύτας παραδέχεται καὶ τὸ νομοσχέδιον (ἄρθρ. 5, 6, 8 κτλ.) § 8. Περὶ ὁμολογιῶν. Ὁμολογίας ὀνομαστικὰς ἠδύνατο παρ’ ἡμῖν νὰ ἐκδίδῃ πᾶσα ἑταιρία καὶ μάλιστα οἱουδήποτε ποσοῦ. Ἀμφίβολον ὅμως ἦτο, ἂν ἠδύνατο ἄνευ εἰδικοῦ νόμου νὰ ἐκδώσῃ καὶ ἀνωνύμους, λόγῳ τῆς θεωρίας κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπαίτησις ἐκ συμβάσεως ὑπὲρ προσώπου ἀορίστου ἢ ἀδήλου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Διὰ τῶν εἰσαγομένων ὅμως διατάξεων τὸ κώλυμα τοῦτο αἴρεται. Νομοθεσίαι τινὲς ὁρίζουσιν ὅτι τὸ ποσὸν τῶν ὁμολογιῶν, ὅπερ ἡ ἀνώνυμος ἑταιρία δύναται νὰ ἐκδώσῃ, δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὸ κατατεθειμένον καὶ ὑφιστάμενον (ἄρθρ. 171 Ἰταλικοῦ, 173 Ρουμανικοῦ, 196 Πορτογαλλικοῦ). Τοιοῦτον περιορισμὸν ἐδέχθη ὁ Βέλγος νομοθέτης καὶ τὸ νομοσχέδιον, ἐξαιρετικῶς μόνον διὰ τὰς ὁμολογίας τὰς ἐξοφλητέας διὰ κληρώσεως εἰς ποσὸν ἀνώτερον τῆς τιμῆς τῆς ἐκδόσεως ἄρθρ. 99. Διὰ σειρᾶς ὅμως διατάξεων προσεπάθησε τὸ νομοσχέδιον νὰ καταστήσῃ φανερὰν τὴν κατάστασιν τῆς ἑταιρίας καὶ νὰ διαφωτίσῃ τὸ κοινὸν περὶ πάντων. Εἰς τὰς σκέψεις δὲ ταύτας καὶ τὸν σκοπὸν τοῦτον ὀφείλονται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 82–85 καὶ 87. Οὐσιώδεις διατάξεις ἐν τῷ θέματι τούτῳ εἶναι καὶ αἱ ἑξῆς· 1) Τὰ ἄρθρα 89–94 περὶ ὀργανώσεως καὶ συνελεύσεως τῶν ὁμολογιούχων. 2) Αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 96 καὶ 97 περὶ ὁμολογιῶν ἠσφαλισμένων δι’ ὑποθήκης. 3) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 98, ἀφορῶσα τὸν πλειστηριασμὸν ἀκινήτων ἐνυποθήκων ὑπὲρ ὁμάδος ὁμολογιούχων, ὅπερ ἐξ ὁλοκλήρου διεσκεύασεν ἡ Ἐπιτροπὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸν νόμον ͵ΓΡΠΓʹ (3183) τῆς 20)29 Δεκεμβρίου 1906 περὶ διώρυγος τῆς Κορίνθου καὶ τὸ νομοσχέδιον, καὶ τέλος. 4) ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 100, ἐξόχως πρακτικῆς σημασίας. § Διάρκεια καὶ διάλυσις τῶν ἀνωνύμων ἑταιριῶν. Αἱ οὐσιωδέστεραι διατάξεις ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 102, καθ’ ἣν ἡ διάλυσις εἶναι ὑποχρεωτικὴ ἐπὶ ἀπωλείας τῶν τριῶν τετάρτων τοῦ κεφαλαίου, ἂν ἀποφασισθῇ ὑπὸ μετόχων κατόχων τοῦ ἑνὸς τετάρτου τῶν ἐν τῇ συνελεύσει ἀντιπροσωπευομένων μετοχῶν, καὶ ἡ τοῦ ἄρθρου 103, ἡ ἀφορῶσα τὴν μείωσιν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν μετόχων εἰς ἔλαττον τῶν 7. Τμῆμα εʹ. — Κατὰ μετοχὰς ἑτερόρρυθμοι. Περὶ τούτων πραγματεύονται τὰ ἄρθρα 104–114, ὧν οὐσιωδέστεραι διατάξεις εἶναι ἡ τοῦ ἄρθρου 106, καθ’ ὃ πᾶσαι αἱ περὶ ἀνωνύμων ἑταιριῶν διατάξεις ἐφαρμόζονται καὶ ἐπὶ τῶν κατὰ μετοχὰς ἑτερορρύθμων, καὶ ἡ τοῦ ἄρθ. 114. Τμῆμα Ϛʹ. — Περὶ συνεργατικῶν ἑταιριῶν. Τὰς περὶ τούτων διατάξεις, ἀναγραφομένας ἐν ἄρθροις 115–137, οὐδόλως ἔθιξεν ἡ Ἐπιτροπὴ εὑροῦσα ταύτας ἐπαρκεῖς. Καὶ ἐνταῦθα ὁ Βελγικὸς νόμος σκοπῶν καὶ τὴν ἐπέκτασιν τοῦ εἴδους τῶν ἑταιριῶν τούτων ἠκολούθησε τὰς συνήθεις αὐτῷ ἀρχὰς τῆς πλήρους ἐλευθερίας τῶν συμβάσεων, ἀλλὰ καὶ τῆς πλήρους δημοσιότητος τῶν ἑταιρικῶν πραγμάτων μετὰ τελείας ἀστικῆς καὶ ποινικῆς εὐθύνης. Περιττὸν νὰ σημειωθῇ ὅτι τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον, ἀσχολούμενον περὶ ἀνωνύμων ἰδίως ἑταιριῶν, δὲν περιέχει διατάξεις περὶ συνεργατικῶν. § Πιστωτικαὶ Ἑνώσεις. (Unions du Crédit) Ὁ Βελγικὸς νόμος ἐν ἄρθροις 138–149 περιλαμβάνει διατάξεις καὶ περὶ τῶν τοιούτων ἑταιριῶν αἵτινες, ὡς γνωστόν, σκοποῦσι τὴν διὰ προεξοφλήσεως ἐξεύρεσιν κεφαλαίων διὰ τὰ μέλη αὐτῶν. Τὰς διατάξεις ταύτας, εἰσαχθείσας ἤδη ἐν Βελγίῳ διὰ τοῦ νόμου τῆς 16 Μαΐου 1901, ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἐθεώρησεν ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον ἀναγκαίας. Τμῆμα ζʹ.— Περὶ προσωρινῶν ἢ ἐφημέρων ἑταιριῶν καὶ μετοχικῶν. Περὶ τούτων πραγματεύονται τὰ ἄρθρα (150) 138— (152) 140 μόνη δὲ ἀξία παρατηρήσεως εἶναι ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου (150) 138 καθιερουμένη ἀλληλεγγύη τῶν συνεργαζομένων ἑταίρων. Τμῆμα ηʹ.—Περὶ ἐκκαθαρίσεως τῶν ἑταιριῶν. Παρ’ ἡμῖν, ὡς ἐν Γαλλίᾳ, διατάξεις περὶ ἐκκαθαρίσεως δὲν ὑπάρχουσιν. Ἀπελπιστικαὶ δὲ εἶναι αἱ ἐκ τούτου ἐν τῇ πράξει δυσκολίαι. Ἡ Ἐπιτροπὴ μελετήσασα ἐπισταμένως τὰς περὶ τούτου διατάξεις τῶν ἄρθρων (143) 141—(163) 151, εὗρεν αὐτὰς καὶ τοῦ νομοσχεδίου τελειοτέρας καὶ τῶν ἀναγραφομένων ἐν τῷ Ἰταλικῷ Κώδικι. Τμῆμα θʹ.—Περὶ ἀγωγῶν καὶ παραγραφῶν. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τούτῳ ὁ Βέλγος νομοθέτης ἀναγράφει τὴν ἀρχήν, ἥτις καὶ παρ’ ἡμῖν ἐνίοτε ἐδιδάχθη, ὅτι ἡ εὐθύνη τῶν ὁμορρύθμων ἑταίρων εἶναι ἐπικουρικὴ ὑπὸ τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ δανειστὴς ὀφείλει νὰ καταδιώξῃ πρῶτον καὶ νὰ καταδικάσῃ τὴν ἑταιρίαν καὶ εἶτα νὰ στραφῇ κατὰ τῶν ἑταίρων. Τὴν τοιαύτην ἀντίληψιν τοῦ Βέλγου νομοθέτου δὲν ἀπεδέχθη ἡ Ἐπιτροπή, χωρὶς δὲ νὰ διατηρήσῃ τὸ παρ’ ἡμῖν καθεστὼς διεσκεύασε τὸ ἄρθρον οὕτως ὥστε μετὰ τοῦ ἑταίρου νὰ συνενάγηται καὶ νὰ συγκαταδικάζηται ἡ ἑταιρία, θεωρήσασα ὅτι τοῦτο, ἐνῷ εἶναι ἐπαρκὴς διὰ τοὺς τρίτους ἐγγύησις, καὶ τοῦ καταδιωκομένου ἑταίρου ἐξασφαλίζει τὰ δικαιώματα. Ἄρθρον (165) 153. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου εἶναι ἀξία προσοχῆς καὶ σκοπεῖ νὰ εὐκολύνῃ τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐκ τοῦ ἄρθρου 1025 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἀγωγῆς (ἄρθρ. 95 καὶ 96 τοῦ νομοσχεδίου). Συνέβαινε πολλάκις τῳόντι ὁ δανειστής, ἀσκῶν τὴν ἐκ τοῦ ἄρθρου 1025 τῆς Πολιτικῆς Δικονομίας ἀγωγὴν κατὰ μετόχου ἢ ἑταίρου, νὰ εὑρίσκηται πρὸ τῆς ἐνστάσεως τοῦ μετόχου ἢ ἑταίρου ὅτι ἡ ὀφειλὴ αὐτοῦ δὲν εἶναι ἀπαιτητὴ μὴ ζητηθεῖσα παρὰ τῆς ἑταιρίας. Διὰ τῆς διαδικασίας, ἣν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον, ἡ τοιαύτη ἔνστασις ματαιοῦται. Ἄρθρον (166) 154 Καὶ ἡ τοῦ ἄρθρου τούτου διάταξις εἶναι σοβαρὰ παρέχουσα εἰς τὴν μειονοψηφίαν τῶν μετόχων ἢ ἑταίρων συνεργατικῆς τὸ δικαίωμα τοῦ ἐξελέγχειν ἐν πάσῃ στιγμῇ τὰ βιβλία καὶ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς ἑταιρίας. Ἐσημειώσαμεν ἤδη ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνέγραψεν ἐν ἄρθρῳ 64 δικαίωμα διὰ τὴν μειονοψηφίαν ὅπως αὕτη ἔχῃ καὶ ἴδιον ἐλεγκτήν. Ἄρθρον (169) 157. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπερ λύει σωρείαν ζητημάτων ἀναφαινομένων ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 64 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου, ἡ Ἐπιτροπὴ προσέθηκεν ἐδάφιον περὶ τῶν τόκων τοῦ ἄρθρου 41 καὶ διάταξιν περὶ ἀνικάνων. Ἄρθρον (170) 158. Τοῦ ἄρθρου τούτου διασκευασθέντος ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς ἐπὶ τὸ σαφέστερον ἡ χρησιμότης εἶναι προφανής. Τμῆμα Ιʹ.— Περὶ ἀλλοδαπῶν ἑταιριῶν. Ἄρθρα (171) 159—(174) 161. Ὁ Βελγικὸς νόμος ἀκολουθεῖ τὴν κρατοῦσαν ἤδη παρὰ τῇ ἐπιστήμῃ ἀρχήν, ὅτι ἡ ἰθαγένεια τῆς ἑταιρίας ἤρτηται ἐκ τῆς κυρίας αὐτῆς ἕδρας. Ἡ Ἐπιτροπὴ διατηρήσασα πάσας τὰς διατάξεις προσέθηκεν εἰς τὸ ἄρθρον (171) 159 διάταξιν περὶ ἀμοιβαιότητος, συμφώνως πρὸς τὸν Νόμον ͵ΤΚΑʹ τῆς 13 Μαρτίου 1881 (ἄρθρ. 318 τοῦ νομοσχεδίου) καὶ ἐδάφιον περὶ ἀναγνωρίσεως δι’ εἰδικοῦ Β. Διατάγματος. Τὸ ἄρθρον (177) 181 προεῖδε περὶ τῶν ἤδη ἀνεγνωρισμένων ἀλλοδαπῶν ἑταιριῶν. Τμῆμα ΙΑʹ.—Ποινικαὶ διατάξεις. Πᾶσαι αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων (157) 163 καὶ ἑπόμενα, περιέχονται καὶ ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ. Ἡ Ἐπιτροπὴ διεσκεύασε μόνον τὸ ἄρθρον (186) 174 κατὰ τρόπον σαφῆ, νομίζουσα ὅτι καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ πολὺ δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κανονικὴν λειτουργίαν τῶν ἑταιριῶν. Τὸ ἄρθρον (182) 170 τοῦ Βελγικοῦ νόμου, τιμωρεῖ δι’ εἱρκτῆς τὰς ἐν αὐτῷ ἀναφερομένας πράξεις. Τὸ τοιοῦτον δὲν ἀπεδέχθη τὸ νομοσχέδιον (ἄρθρον 354), ἠκολούθησε δὲ καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ φρονοῦσα ὅτι οὐχὶ ἡ μεγάλη ἀλλ’ ἡ ἀσφαλὴς τιμωρία εἶναι τὸ λυσιτελέστερον μέσον πρὸς ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, καὶ ὅτι οἱ ἔνορκοι ἐπὶ τοιούτων θεμάτων δὲν εἶναι οἱ ἁρμοδιώτεροι κριταί. Ἡ Ἐπιτροπὴ φρονεῖ ἐπίσης ὅτι σκοπιμώτερον θὰ ἦτο, ἂν ὅλα τὰ ἐν ταῖς ποινικαῖς διατάξεσιν ἀναφερόμενα ἀδικήματα ἐδικάζοντο παρὰ τοῦ Ἐφετείου κατὰ πρῶτον βαθμὸν καὶ παρὰ τοῦ Ἀρείου Πάγου κατ’ ἔφεσιν, ἥτις καὶ πάντοτε πρέπει ἐπὶ τοιούτων θεμάτων νὰ ἐπιτρέπηται καὶ ἀνασταλτικὴν δύναμιν νὰ ἔχῃ. Πρόσθετοι διατάξεις. Τὸ ἄρθρον 187 τοῦ Βελγικοῦ Νόμου ἐπιτρέπει, ὡς εἴπομεν ἤδη ἐν τῷ ἄρθρῳ 1, ὅπως αἱ ἑταιρίαι μεταλλείων καὶ ὀρυχείων προσλάβωσι τὸν ἀνώνυμον τύπον ἄνευ ἀπωλείας τοῦ πολιτικοῦ αὐτῶν χαρακτῆρος. Ἀντὶ τούτου ἡ Ἐπιτροπὴ ἀνέγραψε τὸ ἄρθρον 175 οὗτινος ἐξηγήσαμεν τὴν ἔννοιαν ἐν ἄρθρῳ 1. Γνωστὸν ὅτι περὶ τῶν ἀσφαλιστικῶν ἑταιριῶν, ἡμεδαπῶν καὶ ἀλλοδαπῶν, ὑφίστανται παρ’ ἡμῖν οἱ εἰδικοὶ νόμοι ͵ΓΥϞΓʹ (3493) τῆς 22 Δεκεμβρίου 1909, καὶ ͵ΓΧΜϚʹ (3646) τῆς 16 Μαρτίου 1910. Μολονότι τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις καὶ περὶ τούτων, ἡ Ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ αὐτὰς ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἄνω νόμων, καλῶς ἄλλως τε λειτουργούντων, καὶ διὰ τοῦτο ἔγραψε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 177. Μεταβατικαὶ διατάξεις. Σπουδαίας δυσκολίας εὗρεν ἡ Ἐπιτροπὴ ὅσον ἀφορᾷ τὰς μεταβατικὰς διατάξεις, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον, ὅτε οἱ Βέλγοι, ἀντὶ τῶν διατάξεων τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου, εἰσῆγον τὰς νέας διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1873 καὶ εὑρίσκοντο ἀκριβῶς εἰς ἣν θέσιν καὶ ἡμεῖς ἤδη, περιωρίσθησαν νὰ γράψωσι δύο μόνον ἄρθρα, τὸ μὲν ἀφορῶν τὰς ἀνωνύμους, αἵτινες ἤθελον νὰ παρατείνωσι τὴν διάρκειαν αὐτῶν (ἄρθρον (195) 183, τὸ δὲ διὰ τὴν παραγραφὴν (ἄρθρ. (194) 182). Μετὰ πολλὰς ἐρεύνας συζητήσεις καὶ σκέψεις ἡ Ἐπιτροπή, βοηθουμένη καὶ ἐκ διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου κατέληξεν εἰς τὰ ἑξῆς συμπεράσματα· Διὰ τοῦ ἄρθρου (190) 178 ὑπεχρεώθησαν πᾶσαι αἱ ὑφιστάμεναι ἑταιρίαι νὰ δημοσιεύσωσι τὰ καταστατικὰ αὐτῶν ἢ περιλήψεις ἐν τῷ Δελτίῳ, ἐπὶ ποινῇ προστίμου. Διὰ τοῦ ἄρθρου (191) 178 ἐκρίθη σκόπιμον, ὅπως μετὰ ἓξ μῆνας ἀπὸ τῆς ἄνω δημοσιεύσεως, πᾶσα ἀγωγὴ περὶ ἀκυρώσεως, ὑφισταμένης ὁμορρύθμου ἢ ἁπλῆς ἑτερορρύθμου ἑταιρίας, λόγῳ τῆς μὴ τηρήσεως τῶν ἄρθρων 42 καὶ 43 τοῦ Ἐμπορικοῦ νόμου, κηρυχθῇ ἀπαράδεκτος. Ἐν ἄρθρῳ (192) 179 ὑπέδειξε τίνας διατάξεις τοῦ νέου Νόμου θεωρεῖ ἐφαρμοστέας καὶ ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων ἑταιριῶν ἄνευ βλάβης τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων, ἀφῆκε δὲ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ διὰ προσθήκης ἢ ἀφαιρέσεως πάσας τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου. Σημασίαν ἀποδίδει ἡ Ἐπιτροπὴ εἰς τὸν ἔλεγχον τὸν σύγχρονον καὶ διαρκῆ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἀνέγραψε τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου (192) 180 § 3 καὶ τοῦ ἄρθρου (193) 181. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου (194) 182, καθιεροῦσα γενικὸν κανόνα τοῦ δικαίου, ὁσάκις ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς συντομεύηται, ἀνεγράφη διότι εὑρίσκεται καὶ ἐν τῷ Βελγικῷ κειμένῳ. Τὸ ἄρθρον (195) 183, εὑρισκόμενον ἐπίσης καὶ ἐν τῷ Βελγικῷ, διετηρήθη διασκευασθὲν ὑπὸ τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τρόπον μὴ δυνάμενον νὰ παραβλάψῃ κεκτημένα δικαιώματα. Ἐν ἄρθρῳ (196) 184 ἡ Ἐπιτροπὴ ἔλυσε ζήτημα δυνάμενον ν’ ἀναφανῇ ἐπὶ τῶν ὑφισταμένων ἑταιριῶν. Τὸ βʹ ἐδάφιον παρέλαβεν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ τοῦ Βελγικοῦ, ἀλλὰ νομίζει ὅτι ὀρθότερον καὶ συνεπέστερον εἶναι ἵνα αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 89 ἕως 98 ἐφαρμοσθῶσιν ἐν γένει ἐπὶ τῶν ἐκδοθεισῶν ὁμολογιῶν καὶ οὐχὶ μόνον ἐπὶ εἰδικῶν περιπτώσεων. Εἶναι γνωστὸν ὅτι πρὸς σύστασιν ἀνωνύμων ἑταιριῶν καὶ πρὸς ἀναγνώρισιν ἀλλοδαπῶν ἔχουσιν ἐκδοθῇ διάφορα Διατάγματα. Τούτων τὴν ἰσχὺν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀνακλήσεως διατηρεῖ τὸ ἄρθρον (197) 185. Ἡ γνώμη τῆς Ἐπιτροπῆς ἦτο, ὅπως πᾶσαι αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐφαρμοσθῶσι καὶ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ἥτις πάντοτε καὶ ἐν παντὶ πρέπει νὰ χρησιμεύῃ ὡς ὑπόδειγμα πασῶν τῶν λοιπῶν ἑταιριῶν, ἐφοβήθη ὅμως ἡ Ἐπιτροπή, μὴ λόγῳ τῶν διαφόρων νόμων, οἵτινες διέπουσι τὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης δημιουργηθῶσιν ἀντινομίαι ἢ προσβληθῇ δικαίωμά τι καὶ διὰ τοῦτο ἀφῆκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν (ἄρθρον 186) τὸ δικαίωμα νὰ ὁρίσῃ μετὰ μελέτην τῶν πραγμάτων τίνας διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου θεωρεῖ ἐφαρμοστέας καὶ ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁμοίαν διάταξιν ἔχει καὶ τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον (ἄρθρ. 390). Τοιαῦται εἶναι ἐν δυνατῇ συντομίᾳ αἱ διατάξεις τοῦ Βελγικοῦ Νόμου περὶ ἑταιριῶν, οἷος διεσκευάσθη κατὰ τὴν 25 Μαΐου 1913, καὶ αὗται εἶναι αἱ παρατηρήσεις καὶ τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα κατέληξεν ἡ Ἐπιτροπή. Ἀδιστάκτως φρονοῦμεν ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ Βελγικοῦ περὶ ἑταιριῶν ἐν γένει νόμου, οἷος παρουσιάζεται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, θ’ ἀποτελέσῃ διὰ τὰ παρ’ ἡμῖν ἀληθῆ καὶ πραγματικὴν πρόοδον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς ἐξ Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Π. Λαγοπάτης, ὑποβάλλει πρότασιν νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ περὶ δικηγόρων νόμου». Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Δέχεται ὅπως ἡ πρότασις αὕτη κηρυχθῇ κατεπείγουσα καὶ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν;
§35ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ συμπληρώσεως τοῦ ἄρθρου 88 τοῦ περὶ δικηγόρων νόμου». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχή). Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§37ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὰ ἑξῆς νομοσχέδια. 1) «περὶ συγχωνεύσεως τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς νήσου Σάμου εἰς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους»· 2) «περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀγορᾶς χωρίων ἢ τμημάτων ὑπὸ ἐποίκων ὁμογενῶν πρὸς ἰδίαν γεωργικὴν ἀποκατάστασιν»· 3) «περὶ ἐγκαταστάσεως ἐποίκων ὁμογενῶν ἐν Μακεδονίᾳ»· 4) «περὶ ἀροτριώντων κτηνῶν»· 5) «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ Ἀναστασίου Χρυσάφη»· 6) «περὶ πληρωμῆς συντάξεως εἰς τὴν ἄγαμον θυγατέρα τοῦ ἀποβιώσαντος Δ. Βουλπιώτου»· 7) «περὶ ἀπονομῆς συντάξεως εἰς τὴν σύζυγον τοῦ ἀποβιώσαντος ἱστοριοδίφου Κ. Σάθα καὶ» 8) «περὶ παροχῆς παρὰ τοῦ Δημοσίου μηνιαίας προσωπικῆς συντάξεως πρὸς τὸν ἐθνικὸν ποιητὴν Σπῦρον Ματσούκαν». Ἐκ τῶν νομοσχεδίων τούτων, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 1 παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον καὶ νὰ ψηφισθῇ κατ’ ἀρχήν. Τὰ ὑπ’ ἀριθ. 2, 3, καὶ 4, νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ταχθῇ εἰς αὐτὴν προθεσμία ὅπως μέχρι τῆς προσεχοῦς Τρίτης ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὑπ’ ἀριθ. 5, 6, 7, καὶ 8, ταῦτα νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ Προϋπολογισμοῦ Ἐπιτροπήν, ἵνα συντάξῃ τὴν ἐπ’ αὐτῶν ἔκθεσιν αὐτῆς.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν;
§39ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συγχωνεύσεως τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς νήσου Σάμου πρὸς τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν τοῦ Κράτους». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὰ λοιπὰ παραπέμπονται εἰς τὰς οἰκείας ἐπιτροπὰς συμφώνως τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν.
§41Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε.
§43Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ἐν τῇ προηγουμένῃ συνεδριάσει, κατόπιν ἐρωτήσεως ἀξιοτίμου Συναδέλφου μου ἐκ Πατρῶν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχεν εἴπει ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ διανομὴ τοῦ βοηθήματος πρὸς τοὺς κατοίκους τῶν χωρίων Σκλίβαινα καὶ Τσιβλὸ χωρὶς νὰ ψηφισθῇ πρότερον νόμος, καὶ ὅτι θὰ ἐδέχετο τὴν πρόταξιν τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου πρὸς ψήφισιν. Παρακαλῶ θερμῶς ὅπως ἡ ὑπόσχεσις αὕτη τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πραγματοποιηθῇ, διότι εἶναι σκληρὸν νὰ ἀναμένωσιν ἐπὶ τόσον χρόνον οἱ ἄνθρωποι ἄστεγοι κατόπιν τοῦ δυστυχήματος τὸ ὁποῖον εὗρεν αὐτούς.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος;
§45ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ πιστώσεως πρὸς περίθαλψιν τῶν κατοίκων τῶν χωρίων Σκλίβαινα καὶ Τσιβλό». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου). Αʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως εἰδικῶν ὑποθηκοφυλακείων ἐμμίσθων. Ὁ κ. Χατζηγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
§47Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁρισθεὶς ὑπὸ τῆς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως εἰδικῶν ὑποθηκοφυλακείων ἐμμίσθων», ἐπιτροπῆς ὡς εἰσηγητής, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς μετὰ τῶν σχετικῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ἐποιήσατο αὕτη ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου, καὶ πέποιθα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ παρίδῃ αὐτὰς πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Πολιτείας. Βάσις τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὸν συντάκτην αὐτοῦ εἶναι ἡ μετατροπὴ τῶν ὑποθηκοφυλάκων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης εἰς ἐμμίσθους δημοσίους ὑπαλλήλους, πρὸς μείζονα τῶν συναλλασσομένων πολιτῶν ἀσφάλειαν, ὅσα δὲ οἱ μέχρι τοῦδε νόμοι παρεῖχον εἰς τοὺς ὑποθηκοφύλακας τούτους ἐκ τῶν κατ’ ἰδίαν πράξεων, ὡς κέρδη ἢ ἀποζημίωσιν, ὁρίζει νὰ εἰσάγωνται εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Δημοσίου ὡς πόρος αὐτοῦ. Ἀλλ’ οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἵτινες δικαιολογοῦσι τὴν τοιαύτην μετατροπὴν τῶν ἐν Ἀθήναις καὶ Θεσσαλονίκῃ ὑποθηκοφυλάκων, συνηγοροῦσιν ὅπως καταστῇ ἔμμισθον τὸ προσωπικόν, τοὐλάχιστον, καὶ τῶν ἐν Πειραιεῖ καὶ ἐν Πάτραις γραφείων ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, διότι τὰ κέρδη τῶν ὑποθηκοφυλάκων τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Πατρῶν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι κατώτερα τῶν κερδῶν τῶν ἐν Ἀθήναις, ὅπου λειτουργοῦσι δύο γραφεῖα ὑποθηκῶν καὶ ἓν γραφεῖον μεταγραφῶν. Μετὰ τὴν γενικὴν ταύτην παρατήρησιν ἡ ἐπιτροπὴ ἀσχοληθεῖσα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου ποιεῖται τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ὅτι τὸ προσωπικόν, ὡς ὁρίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, δὲν μέλλει νὰ εἶναι ἐπαρκές, καὶ δὴ διὰ τὸ εἰδικὸν ὑποθηκοφυλακεῖον Ἀθηνῶν. Εἰς τὰ ἐν Ἀθήναις γραφεῖα τῶν ὑποθηκοφυλάκων καὶ τῶν μεταγραφῶν ἐργάζονται σήμερον δέκα πέντε τακτικοὶ ὑπάλληλοι, πλὴν τῶν ἐκτάκτων καὶ τῶν δύο φυλάκων. Δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονῆται καὶ ὅτι, κατὰ τοὺς μέχρι τοῦδε νόμους, τὰ μετατρεπόμενα ὑποθηκοφυλακεῖα ἀπετέλουν οἱονεὶ ἰδιωτικὴν ἐπιχείρησιν, καὶ τὸ προσωπικὸν αὐτῶν εἰργάζετο τοσοῦτον ὅσον βεβαίως δὲν θὰ ἐργάζωνται οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὧν θὰ εἶναι ὡρισμέναι αἱ ἐργάσιμοι καθ’ ἡμέραν ὧραι. Προτείνει λοιπὸν νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλοι ὑπάλληλοι. Ὡς πρὸς τὸν μισθόν, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θεωρεῖ ἐπαρκεῖς τὰς τετρακοσίας δραχμὰς διὰ τὸν ὑποθηκοφύλακα, χάριν ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς ἀσφαλείας τῶν συναλλασσομένων πρὸς ἣν ἀποσκοπεῖ τὸ νομοσχέδιον. Ὅσον μεγαλείτερα εἶναι τὰ συμφέροντα, ὧν τὴν προστασίαν ἐμπιστευόμεθα εἰς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐπὶ τοσοῦτον σκοπιμωτέρα ἀποβαίνει ἡ γενναιοτέρα τῶν ὑπαλλήλων τούτων ἀμοιβή. Ἡ ἐπιτροπὴ συνεπῶς, νομίζει ὅτι ὁ μισθὸς τοῦ ὑποθηκοφύλακος δέον νὰ ὁρισθῇ εἰς δραχμὰς ἑξακοσίας κατὰ μῆνα. Ἐπὶ τοῦ 3ου ἄρθρου ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ὅπως τοῦτο διαρρυθμισθῇ, καὶ προτείνει νὰ διατυπωθῇ οὕτω· «Ὑποθηκοφύλαξ εἰδικοῦ ἐμμίσθου ὑποθηκοφυλακείου διορίζεται ὁ κεκτημένος ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν καὶ ἐπὶ δεκαετίαν ὡς δικηγόρος ἢ γραμματεὺς παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ ἢ ὡς δικηγόρος καὶ γραμματεὺς παρὰ πολυμελεῖ δικαστηρίῳ ὑπηρετήσας, ἢ προβιβάζεται ὁ ἐπὶ πενταετίαν ὡς γραμματεὺς ἐν ἐμμίσθῳ ὑποθηκοφυλακείῳ ὑπηρετήσας, ἐὰν κατὰ τὸν χρόνον τοῦ διορισμοῦ ὡς γραμματέως ἐκέκτητο ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν. Γραμματεὺς διορίζεται ὁ κεκτημένος ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν ἢ προβιβάζεται ὁ ἐπὶ τριετίαν ὡς γραφεὺς ὑπηρετήσας καὶ ἔχων ἀπολυτήριον γυμνασίου. Γραφεὺς διορίζεται ὁ ἔχων ἀπολυτήριον γυμνασίου». Ἡ ἐπιτροπὴ ἀπήλειψε τὰ ἄλλα ἐδάφια τοῦ ἄρθρου 3, διότι νομίζει ὅτι ἡ ἔν τινι τῶν ἀμίσθων γραφέων ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν ὑπηρεσία ἢ προϋπηρεσία καὶ μόνη, δὲν δύναται ν’ ἀποτελέσῃ προσόν, εἴτε πρὸς διορισμὸν ὡς γραφέως εἴτε πρὸς προαγωγὴν εἰς γραμματέα ἐμμίσθου ὑποθηκοφυλακείου, ἀφοῦ ἡ ὑπηρεσία αὕτη ἦτο ὅλως ἰδιωτική, οἱ δὲ ὑπηρετήσαντες ἠδύναντο νὰ μὴ ἔχωσιν οὐδὲ τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου ἀπολυτήριον. Ὡς δὲ διατυποῦται τὸ ἄρθρον ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἀποκλείονται ἀπὸ τῶν ἐμμίσθων ὑποθηκοφυλάκων ὅσοι τῶν ὑπηρετησάντων εἰς ἄμισθα γραφεῖα ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν ἔχουσιν ἀπολυτήριον γυμνασίου.
§48Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἐξετασθῇ τοῦτο.
§49Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 8ου ἄρθρου ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ὅτι ἡ δι’ αὐτοῦ αὐξανομένη οὐχὶ δὲ γενικὴ φορολογία, πλήττει κατ’ ἐξοχὴν τοὺς ἀπορωτέρους, διότι ἐνῷ δυνάμει τῶν μέχρι τοῦδε νόμων, διὰ πᾶσαν ἐγγραφὴν ὑποθήκης ἢ προσημειώσεως μέχρι πεντακοσίων δραχμῶν εἰσεπράττοντο λεπτὰ πεντήκοντα, κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ψηφιζόμενον θὰ εἰσπράττηται δραχμὴ μία. Βαρυτέρα δ’ εἶναι ἀκόμη ἡ διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου 8 ἐπιβαλλομένη εἴσπραξις δραχμῆς μιᾶς δι’ ἕκαστον τῶν πλέον τῶν πέντε κτημάτων, ἐφ’ ὧν σύγχρονος γίνεται ἡ ἐγγραφὴ ὑποθήκης ἢ προσημειώσεως διὰ τὴν αὐτὴν πίστωσιν. Εἶναι δ’ εὐνόητον ὅτι ἡ διάταξις αὕτη θὰ πλήξῃ κυρίως τοὺς ἀγρότας μικροϊδιοκτήτας, ὧν ἡ ἀκίνητος περιουσία εἶναι κατανεμημένη εἰς πολλὰ μὲν ἀλλὰ μικρὰ τεμάχια.
§50Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου νὰ φέρω διόρθωσιν ἐπ’ αὐτοῦ.
§51Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐν τέλει ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ὅτι κατὰ τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος, οἱ φύλακες ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν εἰσι μόνιμοι, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι. Διὰ δὲ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν καταργοῦνται αἱ ὑπηρεσίαι οὔτε τῶν ὑποθηκῶν, οὔτε τῶν μεταγραφῶν. Εἶναι δὲ γνωστὸν ὅτι, κατὰ τοὺς μέχρι τοῦδε νόμους, λειτουργοῦσιν ἐν Ἀθήναις δύο γραφεῖα ὑποθηκῶν καὶ ἓν γραφεῖον μεταγραφῶν, ἅτινα διὰ τοῦ νομοσχεδίου συγχωνεύονται εἰς ἓν ἑνιαῖον γραφεῖον. Τούτου ἕνεκα ἡ ἐπιτροπὴ ἐφιστᾷ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, μὴ τυχὸν ἡ προτεινομένη τροποποίησις διὰ τοῦ 1ου ἄρθρου προσκρούῃ εἰς τὸ 88ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ καθιεροῦν τὴν μονιμότητα τῶν φυλάκων ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι.
§52Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου λαμβάνεται πρόνοια περὶ τῶν ὑποθηκοφυλακείων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, τὰ ὁποῖα πλέον μετατρέπονται εἰς ἔμμισθα. Καίτοι ὑποθέτω ὅτι ἡ μετατροπὴ αὕτη γίνεται δοκιμαστικῶς, ἐν τούτοις φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθότερον, ἂν τὸ νομοσχέδιον ἀνεβάλλετο καὶ ἐλαμβάνετο γενικωτέρα μέριμνα ὅπως ὅλα τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα μετατραπῶσιν εἰς ἔμμισθα. Δὲν ἐννοῶ πῶς εὑρίσκετε συμφέρον νὰ μεταβάλωμεν τὰ δύο ὑποθηκοφυλακεῖα Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης εἰς ἔμμισθα, νὰ διατηρῶμεν δὲ ὑπὸ ἄλλο σύστημα τὰ ἄλλα. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης κρίνων δὲν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, διότι τὸ δυαδικὸν σύστημα τὸ ὁποῖον θέλει νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργός, ὑπ’ οὐδεμιᾶς ἀπόψεως δικαιολογεῖται. Ἂν εἶναι ὀρθὸν νὰ μεταβληθῶσι ταῦτα εἰς ἔμμισθα, ἔπρεπε νὰ γίνῃ γενικωτέρα μελέτη, ἵνα ἴδωμεν τίνες αἱ πιθαναὶ εἰσπράξεις ὅλων, ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τότε τοῦ ποσοῦ τούτου νὰ γίνῃ μία ἀνάλογος διανομὴ ὅπως καταστῶσιν ἔμμισθα καὶ τὰ ἄλλα ὑποθηκοφυλακεῖα, τὰ ὁποῖα εἶναι μικρὰ καὶ ἔχουσιν ἐλαχίστας προσόδους, πρὸς πραγματικὴν καὶ ἀσφαλῆ ἐξυπηρέτησιν τῶν συμφερόντων τῆς κοινωνίας. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ὡς ἔχει καταντᾷ νὰ μὴ ἀποβλέπῃ ἀλλοῦ που παρὰ εἰς ταμιευτικὸν ἁπλῶς σκοπόν, ζητοῦν νὰ κερδήσῃ ὀλίγα χρήματα τὸ Δημόσιον, διότι εὑρίσκει ὅτι οἱ δύο ὑποθηκοφύλακες Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης κερδίζουσι πολλά. Δὲν φρονῶ ὅτι αὐτὴ πρέπει νὰ εἶναι ἡ πρόνοια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης. Μᾶλλον νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φροντίσῃ πῶς νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν καλὴν τήρησιν τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, τοῦτο δὲ θὰ ἐγίνετο ἂν ἐλαμβάνετο πρόνοια περὶ ὅλων τῶν ὑποθηκοφυλακείων, καὶ οὐχὶ μόνον περὶ τῶν ὑποθηκοφυλακείων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης, διότι αὐτὰ κερδίζουσιν ὀλίγα χρήματα. Νὰ λάβητε μέρος τῶν κερδῶν ἐξ ἐκείνων τὰ ὁποῖα κερδίζουσι καὶ νὰ διανείμητε ταῦτα κατ’ ἀναλογίαν καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν κερδίζουσι, διὰ νὰ δύνασθε νὰ διορίσητε καὶ εἰς ἐκεῖνα καλοὺς ὑποθηκοφύλακας ἱκανοὺς νὰ συντηρῶσι καὶ τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν, διότι ἂν θελήσητε νὰ ἐπισκεφθῆτε μικρότερα μέρη, θὰ ἴδητε ὅτι τὰ τοιούτου εἴδους βιβλία διατηροῦνται ἐκεῖ ἐντελῶς ἀτάκτως, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι κατάλληλοι, καὶ ἐπαρκῶς ἀμειβόμενοι ἵνα πράττωσι τοῦτο. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν πρέπει νὰ ψηφισθῇ ἀλλὰ νὰ ἀναβληθῇ, καὶ νὰ μελετήσῃ τοῦτο ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς βελτιώσεως τοῦ κλάδου. Αὐταὶ ἦσαν αἱ γενικώτεραι παρατηρήσεις μου. Ὅσον ἀφορᾷ ἤδη εἰδικώτερον τὰ περὶ προσόντων τῶν ὑποθηκοφυλάκων, παρατηρῶ ὅτι δὲν λαμβάνεται πρόνοια παρὰ δι’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουσι καὶ ἔχουσι τὰ προσόντα. Ἀλλ’ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι εἶναι διωρισμένοι καὶ δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα, θὰ παυθῶσιν;
§53Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ προσόντα τῶν ὑπαρχόντων.
§54Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι δι’ ἐκείνους οἵτινες ἐχρημάτισαν ὑποθηκοφύλακες, δὲν θέτετε προσόντα, ἐνῷ λαμβάνεται πρόνοια διὰ τοὺς γραμματεῖς καὶ τοὺς γραφεῖς. Ἔπειτα εἰσάγετε δύο γραμματεῖς, ἕνα μὲ μισθὸν 300 δρ. καὶ δεύτερον μὲ μισθὸν 200· καίτοι ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου δὲν προκύπτει διάκρισίς τις μεταξύ των, ὅμως φαίνεται ὅτι τόσον οὐσιωδῶς διακρίνετε τὸν ἕνα τοῦ ἄλλου ἀπὸ ἀπόψεως μισθοδοσίας ἐνῷ ἀπὸ ἀπόψεως προσόντων οὐδεμία γίνεται διάκρισις. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύνταξιν καθιστᾶτε τὴν ὑπηρεσίαν των συντάξιμον χωρὶς νὰ ὁρίζητε πρὸς τίνας θὰ ἐξομοιοῦνται. Θὰ ἰσχύωσιν ὅλα τὰ περὶ συντάξεων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ἢ ὄχι; Αὐτὰς τὰς εἰδικωτέρας παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω, πάντοτε ὅμως μένω εἰς τὴν γενικὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἰσάγεται, εἶναι ἐντελῶς ἀτελές. Δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ὤφειλε νὰ ἔχῃ, τοῦ νὰ καταστήσῃ δηλ. καλλίτερα τὰ ὑποθηκοφυλακεῖα, ὅπερ θὰ ἐπετυγχάνετο ἂν καθίσταντο ἔμμισθα καὶ τὰ μικρότερα ὑποθηκοφυλακεῖα, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ὀλίγα κέρδη καὶ ὄχι μόνον τὰ μεγάλα, διότι ἔχουσιν ὀλίγας τινὰς προσόδους.
§55Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Τὸ σκόπιμον τοῦ νομοσχεδίου ἀνεγνώρισε καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ αὐτὸς ὁ κ. Συνάδελφος, ὁ ζητήσας τὴν ἐπέκτασιν αὐτοῦ εἰς τὰ μικρότερα ὑποθηκοφυλακεῖα. Εἶναι ὅμως μᾶλλον σημαντικὴ καὶ ἐπείγουσα ἡ ἀνάγκη διὰ τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν Θεσσαλονίκην, ἡ ὁποία ὑποτίθεται τοὐλάχιστον ὅτι θὰ ἔχῃ ἀνάλογον ἔκτασιν τοιούτων ἐργασιῶν· ἑπομένως εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας καὶ τὴν Θεσσαλονίκην χωρὶς νὰ ἀποκλείηται ὅπως ληφθῇ τοιαύτη μέριμνα καὶ διὰ τὰ λοιπὰ μέρη. Βάσις δὲ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ ταμιευτική, ἀλλ’ ἀκριβῶς ἡ ὀργάνωσις τῆς ὑπηρεσίας ταύτης κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα τὰ συμφέροντα τῶν ἰδιωτῶν· παρεμπιπτόντως ἐξετάζεται καὶ ἡ οἰκονομικὴ ἔποψις. Τοιοῦτος ὀργανισμός, ἐντελῶς ὅμοιος, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὰ ἄλλα ὑποθηκοφυλακεῖα, οὔτε τὰ μεγαλεῖτερα, τοῦ Πειραιῶς καὶ τῶν Πατρῶν, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπιτροπὴ ἀναφέρει ἐν τῇ ἐκθέσει της, διότι τὸ μὲν τῶν Ἀθηνῶν ἔχει πράξεις ὑποθηκῶν 8994 καὶ τὸ τῆς Βορ. Πλευρᾶς Ἀθηνῶν 379, ἤτοι ὑπὲρ τὰς 9300 ἐν συνόλῳ πράξεις ὑποθηκῶν καὶ 4000 μεταγραφῶν, τὸ δὲ ὑποθηκοφυλακεῖον τοῦ Πειραιῶς ἔχει 3521 πράξεις ὑποθηκῶν καὶ 1211 πράξεις μεταγραφῶν· ἐν Πάτραις δ’ ἔχομεν 1600 μόνον πράξεις ὑποθηκῶν καὶ 1185 πράξεις μεταγραφῶν.
§56Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κατὰ ποῖον ἔτος;
§57Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Κατὰ τὸ 1911. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλομεν εἶναι νὰ ὀργανώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν καθ’ ὃν τρόπον διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἀκριβῶς διὰ νὰ διεξάγηται ἡ ὑπηρεσία αὕτη παρὰ δημοσίων ὑπαλλήλων ὑπευθύνων.
§58Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Νὰ προνοήσητε καὶ διὰ τὰ μικρά.
§59Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὰ μικρά, ὅπως γνωρίζετε, θὰ ἀνατεθῶσιν εἰς τοὺς συμβολαιογράφους· ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐπιτακτικὴ ἰδιαιτέρας προνοίας δι’ αὐτά.
§60Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατηροῦνται ἤδη.
§61Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ὁπωσδήποτε ἡ μέριμνα ὅπως ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, βεβαίως δὲν ἀποκλείει νὰ ἐπέλθῃ νέα διάταξις διὰ τὰ μικρότερα ὑποθηκοφυλακεῖα, χωρὶς νὰ ἀποσυρθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἐξυπηρετεῖ πραγματικὴν ἀνάγκην διὰ τὰς δύο πόλεις. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν μισθὸν τοῦ ὑποθηκοφύλακος, νομίζω ὅτι τὸ ποσὸν τῶν 400 δραχμῶν ὁμοῦ μὲ τὸ ἕτερον ποσόν, τὸ διδόμενον αὐτῷ διὰ τὴν προμήθειαν τῶν βιβλίων, εἶναι ἐπαρκὲς διὰ τὸ λειτούργημα τοῦτο καὶ ἐπαρκῶς ἀμείβεται κατὰ τοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ προσόντα, τὸ μὲν πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἐζήτησεν ὁ εἰσηγητὴς κ. Χατζηγιάννης, ὑπάρχει ἤδη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, καθόσον τοῦτο ὁρίζει· «ὡς γραφεὺς διορίζεται ὁ ἔχων ἀπολυτήριον Γυμνασίου». Συμφωνῶ δὲ ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι δέον νὰ ἔχῃ τὸ Γυμνασιακὸν ἀπολυτήριον ὅπως τύχῃ περαιτέρω προαγωγῆς. Ἐν γένει δ’ ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τροποποιήσεις τινὰς κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Ἐπὶ τῆς τελευταίας παρατηρήσεως τοῦ κ. εἰσηγητοῦ τῆς Ἐπιτροπῆς, δηλῶ αὖθις, ὡς ἤδη ἀπήντησα διακόψας τὸν ἴδιον, ὅτι πραγματικῶς ἡ δευτέρα διάταξις τοῦ ἄρθρου 8 κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπιβάλλεται εἴσπραξις δραχμῆς μιᾶς δι’ ἕκαστον τῶν πλέον τῶν πέντε κτημάτων, ἐφ’ ὧν σύγχρονος γίνεται ἡ ἐγγραφὴ ὑποθήκης ἢ προσημειώσεως διὰ τὴν αὐτὴν πίστωσιν, εἶναι βαρεῖα διὰ τὰ μικρὰ δάνεια καὶ τὴν διάταξιν αὐτὴν θὰ περιορίσω μόνον ἐπὶ ἐνοχῶν ὑπερβαινουσῶν τὸ ποσὸν τῶν 1000 δραχμῶν, οὕτως ὥστε ἂν εἶναί τις πτωχός, ὁ ὁποῖος δίδει καὶ πέντε καὶ δέκα καὶ εἴκοσι κτήματα δι’ ἓν δάνειον μικρότερον τῶν 1000 δραχμῶν, δὲν θὰ φορολογηθῇ ἐπὶ πλέον.
§62Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι αὔξησις τελῶν.
§63Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Διὰ τὴν πρωτεύουσαν δὲν εἶναι. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄλλην παρατήρησιν τοῦ κ. Τσαλδάρη, ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τοὺς ἀλλαχοῦ τοῦ κράτους ἐργασθέντας ὑποθηκοφύλακας, ἐπιφυλάσσομαι νὰ ἐξετάσω αὐτό. Θὰ δοθῇ μετά τινων προσθέτων προσόντων βεβαίως, οὐχὶ ἁπλῶς διότι διετέλεσαν ὑποθηκοφύλακες.
§64Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ αὐτῆς ἐκθέσει, ἔχει ἐν τέλει τὴν ἐπιφύλαξιν μὴ τυχὸν ἡ προτεινομένη τροποποίησις διὰ τοῦ 1 ἄρθρου, ἡ κατάργησις τῆς θέσεως τοῦ φύλακος τῶν μεταγραφῶν, τοῦ ὁποίου ἡ ὑπηρεσία διεξήγετο ἰδιαιτέρως ὑπὸ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ φύλακος τῶν ὑποθηκῶν, προσκρούει εἰς τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ φύλακες ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν εἰσι μόνιμοι, ἐφ’ ὅσον ὑφίστανται αἱ σχετικαὶ ὑπηρεσίαι· ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται ἡ παῦσις αὐτῶν. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης θὰ λάβῃ γενικὴν πρόνοιαν, διὰ νὰ μὴ προσκρούσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 88 τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ πρόνοιαν ὀφειλομένην καὶ εἰς τὴν προστασίαν τῶν προσώπων.
§65Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου μέρους τῆς ἀγορεύσεώς σας εἶμι πληρέστατα σύμφωνος.
§66Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὑποβάλω τροπολογίας τινάς, συναφεῖς πρὸς τὰς ἐπιφυλάξεις τῆς ἐπιτροπῆς.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2 (ἀναγινώσκεται).
§68Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Ὁ μισθὸς ὁ διδόμενος εἰς τὸν ὑποθηκοφύλακα εἶναι ἐλάχιστος. Εἶναι μισθὸς οὐχὶ ἀνάλογος πρὸς τὴν εὐθύνην τὴν μεγάλην τὴν ὁποίαν ἔχει οὗτος, καθόσον πρῶτον καθιστᾷ αὐτὸν ὑπεύθυνον δι’ ὅλους τοὺς γραφεῖς, τοὺς ὁποίους ἔχει ἐν τῷ γραφείῳ του· δεύτερον εἶναι ἐλάχιστος ἐν συγκρίσει πρὸς τὰ μεγάλα ἰδιωτικὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἐξαρτῶνται ἀπὸ τοὺς ὑποθηκοφύλακας· τρίτον δὲ εἶναι ἐπίσης ὀλίγος ὁ μισθός, παραβαλλόμενος πρὸς τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τὸν ὑποθηκοφύλακα, καὶ πρὸς τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ διὰ τοὺς γραμματεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους δίδει 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ ὅπως αὐξήσῃ τὸν μισθὸν τῶν 400 δραχμῶν, διότι ἐκτὸς τῶν τακτικῶν ὡρῶν, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐργάζηται ὁ ὑποθηκοφύλαξ, τὸ νομοσχέδιον ἀξιοῖ ὅπως ὁ ὑποθηκοφύλαξ ἐργάζηται καὶ πέρα τῶν κεκανονισμένων. Δι’ ἕνα λοιπὸν ὑπάλληλον, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ἐργάζηται τόσον πολὺ καὶ ἀπὸ τοῦ ὁποίου ἐξαρτῶνται τόσον μεγάλα συμφέροντα, νομίζω ὅτι ὁ μισθὸς τῶν 400 δραχμῶν δὲν εἶναι ἱκανός.
§69Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἄρθρον 2 λέγει ὅτι· «οἱ μισθοὶ τοῦ προσωπικοῦ τούτου ὑπόκεινται εἰς τὰς νομίμους κρατήσεις, τῆς ὑπηρεσίας αὐτοῦ οὔσης συνταξίμου». Ἀλλ’ ἐφαρμόζετε τὸν περὶ συντάξεως ἐν γένει τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμον; Δὲν θεωρεῖτε ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ διατάξεις περὶ δικαστικῶν ὑπαλλήλων;
§70Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐφαρμόζονται αἱ γενικαὶ διατάξεις τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων.
§71Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐφαρμόζονται;
§72Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Βεβαίως.
§73Π. ΑΓΓΕΛΙΔΗΣ. Θὰ δώσωσι τὰ αὐτὰ ποσά; Θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 2 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. (Ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 3 ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Πολυχρονιάδη...
§75Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ἀναβάλλεται διὰ τὴν ἑπομένην συζήτησιν;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ... τῆς ὁποίας ἡ συζήτησις ἀναβάλλεται διὰ τὴν δευτέραν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§77Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Εἰς τὴν παράγραφον τετάρτην λέγεται· «γραφεὺς διορίζεται ὁ ἔχων ἀπολυτήριον Γυμνασίου, ἢ ὁ ὑπηρετήσας ἐπὶ τριετίαν ἔν τινι τῶν ἐν Ἀθήναις γραφείων ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν». Κύριε Ὑπουργέ, δὲν φρονεῖτε ὅτι δύνανται νὰ διορισθῶσιν ὄχι μόνον οἱ ὑπηρετήσαντες ἔν τινι τῶν ἐν Ἀθήναις γραφείων, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπηρετήσαντες ὡς γραμματεῖς ἢ γραφεῖς εἰς πολυμελῆ δικαστήρια;
§78Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ λάβωμεν καὶ αὐτὸ ὑπ’ ὄψιν. Ἀλλὰ διατυπώσατε ἐγγράφως τὴν τροπολογίαν σας.
§79Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§80ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ τῆς αὐτῆς παραγράφου ἔχω νὰ ὑποβάλω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν (ἀναγινώσκει)· «οἱ κατὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου τούτου διατελοῦντες γραφεῖς ἐν τῷ ὑποθηκοφυλακείῳ καὶ γραφείῳ τῶν μεταγραφῶν θεωροῦνται ἔχοντες τὰ προσόντα, ἵνα διορισθῶσι γραφεῖς τῶν ἐμμίσθων ὑποθηκοφυλακείων, καὶ ἂν δὲν συνεπλήρωσαν τριετίαν ἀπὸ τοῦ διορισμοῦ». Σήμερον συζητεῖται ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ὁ ὑποθηκοφύλαξ τῶν Ἀθηνῶν ἀπολύει τοὺς γραφεῖς, διότι δὲν εἶναι δημόσιοι ὑπάλληλοι· δὲν ἔχει κώλυμά τι καὶ διορίζει ἄλλους.
§81Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἶναι δυνητικὴ διάταξις. Ἀλλὰ νομίζετε ὅτι θὰ παραδεχθῶ νὰ συμβῇ αὐτό;
§82Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Προπαρασκευάζετε ὅμως τὴν παραδοχήν.
§83ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ὁσάκις ψηφίζεται νόμος τις δὲν ἀποβλέπομεν εἰς τὸ πρόσωπον, ἀλλὰ πῶς πρέπει νὰ εἶναι ὁ νόμος καὶ τί δύναται νὰ γίνῃ κατὰ τὸν νόμον. Ἐκτὸς τούτου, ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ, λέγετε· «γραμματεὺς διορίζεται ὁ κεκτημένος ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν, ἢ προβιβάζεται ὁ ἐπὶ τριετίαν ὡς γραφεὺς ὑπηρετήσας κλπ.», ποῦ γραφεύς; Εἰς ποῖον γραφεῖον;
§84Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εἰς τὸ ἴδιον γραφεῖον.
§85Η. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν ὁρίζετε τοῦτο ἐδῶ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει κατωτέρω (ἀναγινώσκει)· «Ἡ ἔν τινι τῶν ἐν Ἀθήναις γραφείων ὑποθηκῶν καὶ μεταγραφῶν προϋπηρεσία ἐξομοιοῦται καὶ προσμετρεῖται πρὸς τὴν θέσιν γραφέως ἐμμίσθου ὑποθηκοφυλακείου διὰ τὸν εἰς θέσιν γραμματέως διορισμὸν ἢ προαγωγήν». Δὲν ἀποκλείεται ὅμως ἕνεκα τούτου καὶ πᾶσα ὑπηρεσία γραφέως οἱουδήποτε βαθμοῦ, 18ης τάξεως, νὰ ἔχῃ τὰ προσόντα νὰ γίνῃ γραφεύς. Εἶναι ὕβρις τοῦτο κατὰ τῶν δικηγόρων, νὰ ἐξομοιῶμεν οἱονδήποτε γραφέα πρὸς τοὺς δικηγόρους.
§86Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν πρέπει νὰ ἀναθεωρήσητε τὰς τέσσαρας παραγράφους τοῦ 1ου ἄρθρου, διότι ἀναμφισβητήτως πρόκειται περὶ ἑνὸς ψηφιδωτοῦ ἀποβλέποντος εἰς καθιέρωσιν ὡς ὑπαλλήλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπῆρξάν ποτε δημόσιοι ὑπάλληλοι. Εἶναι ἀκατανόητον. Τίς θὰ πιστοποιήσῃ; Πρόκειται περὶ ἰδιωτικῶν ὑπαλλήλων τοὺς ὁποίους καθιστᾶτε δημοσίους.
§87Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ παρατήρησις αὐτὴ σχετίζεται καὶ πρὸς τὸ ἄρθρον 2 τὸ ὁποῖον λέγει· «Ἀναλόγου ἀριθμοῦ γραφέων ἐπὶ μηνιαίῳ μισθῷ δραχμῶν ἑκατόν». Πόσοι καὶ τίνες εἶναι οὗτοι; Ἑπομένως πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§88Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν εἶναι ἀνεκτὰ κ. Πρόεδρε τοιαῦτα νομοσχέδια, ὅταν πρόκειται περὶ δικαστικῆς ὑπηρεσίας. Δὲν εἶναι ἀνεκτά. Καλλίτερον νὰ δώσωμεν ἄδειαν νὰ διορίσῃ τὸν ὑπηρέτην του ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§89ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δι’ αὐτὸ συντάσσομαι πρὸς τὴν γνώμην τῶν κ. Συναδέλφων, οἱ ὁποῖοι προέτειναν τὴν ἀναβολὴν καὶ ἀναθεώρησιν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ νὰ μελετηθῇ τοῦτο ὡριμώτερον καὶ νὰ καταστῇ σκοπιμώτερον, νὰ μὴ παρουσιάζωνται δὲ πρὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδια προσωπικὰ διὰ τῶν ὁποίων σκοπεῖται ἡ προσαγωγὴ ὡρισμένων προσώπων.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 3 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§91Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ δώσῃ ἀπάντησίν τινα εἰς ὅλα αὐτά; Εἶναι εὐχαριστημένος;
§92Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Βεβαίως.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον (ἀναγινώσκεται).
§94Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐν τῷ ἄρθρῳ 4ῳ εὑρίσκω ἄλλην διάταξιν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν αὐτὴν ἔννοιαν πρὸς τὰς ἄλλας διατάξεις περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησαν πολλοὶ Συνάδελφοι. Ἡ δευτέρα παράγραφος λέγει (ἀναγινώσκει)· «Μετὰ τὴν πρώτην ἐγκατάστασιν τοῦ προσωπικοῦ ὁ διορισμὸς τῶν γραμματέων καὶ γραφέων γίνεται μετὰ σύμφωνον γνωμοδότησιν τοῦ οἰκείου ὑποθηκοφύλακος». Καὶ τώρα τί θὰ γίνῃ.
§95Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν ὑπάρχουσι σήμερον δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§96Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Σήμερον εἶναι ἀνεξέλεγκτον τὸ πρᾶγμα. Ἀφίεται τὸ δικαίωμα ἀπολύτως εἰς τὸν Ὑπουργὸν καὶ δι’ αὐτὸ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις τοιαύτας προσωπικάς. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 4, εἶτα δὲ τὰ ἄρθρα 5, 6 καὶ 7).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 8 (ἀναγινώσκεται).
§98Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ γίνῃ ἡ διανεμηθεῖσα προσθήκη.
§99Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἐπὶ τοῦ 8 ἄρθρου ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι εἶναι αὔξησις τελῶν· ὄχι μόνον εἰς τὸ 2ον ἐδάφιον ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ 1ον, διότι λέγεται ἐν τῷ 2ῳ ἐδαφίῳ· «Ἄνω δὲ τῶν δεκακισχιλίων κατὰ πᾶσαν προσθήκην ἀπὸ κλάσματος δραχμῆς μέχρι 5,000 δραχμῶν ἀνὰ δραχμαὶ δύο». Διατί αὐτὴ ἡ προσθήκη; Θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἀπολείψητε τὸ δεύτερον ἐδάφιον.
§100Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἡ κλῖμαξ εἶναι ἡ αὐτή. Δὲν εἶναι ἀξία λόγου.
§101Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Φθάνομεν εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 8ον ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9 ὡς καὶ τὸ σύνολον).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ὑπογεγραμμένη ὑπὸ δέκα καὶ πλέον Βουλευτῶν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ πρόταξις τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 24 ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει νομοσχεδίου, «περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ τῶν Δημοσίων Ἔργων».
§104ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὴν Δευτέραν.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ πρότασις, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ὅτι θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον τὴν Δευτέραν. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ ἀφανείας».
§106ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὴν προσεχῆ Δευτέραν ἢ Τρίτην, ἵνα συζητηθῶσιν καὶ διάφορα θέματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸν Ἰόνιον Ἀστικὸν Κώδικα, ὥστε νὰ ἴδωμεν ἂν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου εἶναι εὐκολώτεραι. Ἐν ἐναντίᾳ δὲ περιπτώσει τότε νὰ τεθῇ ἄρθρον, ὅτι αἱ διατάξεις δὲν ἐφαρμόζονται ἐν Ἑπτανήσῳ.
§107Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Εὐχαρίστως θὰ ἀκούσω ὅλας τὰς παρατηρήσεις, ἀλλὰ σήμερον πρόκειται περὶ τῆς πρώτης συζητήσεως.
§108Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Νὰ ἀναβληθῇ τὸ νομοσχέδιον διὰ τὴν Δευτέραν, διὰ νὰ ὑποβάλωμεν διαφόρους τροπολογίας καὶ ἰδίως τροπολογίαν, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θὰ κηρύσσωνται ἐν ἀφανείᾳ οἱ στρατιωτικοί, καὶ διὰ νὰ δύνανται νὰ λάβωσι σύνταξιν αἱ γυναῖκες καὶ νὰ μὴ μένωσιν ἐκτεθειμέναι. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν Δευτέραν ἡ συζήτησις, διὰ νὰ ὑποβληθῶσι αἱ τροπολογίαι, ἄλλως θὰ παρακαλέσω νὰ μὴ ἰσχύωσιν ἐν Ἑπτανήσῳ αἱ διατάξεις «περὶ ἀφανείας».
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§110Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Ἂν ψηφισθῇ ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον, παρακαλῶ νὰ μὴ κανονίζωνται αἱ σχέσεις ἐν Ἑπτανήσῳ διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀφοῦ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Ἀστικοῦ Ἰονίου Κώδικος κανονίζονται ἐν λεπτομερείᾳ πᾶσαι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας θέλει σήμερον νὰ κανονίσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ.
§111Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἀφανείας» σκοπὸν ἔχει, ἀφ’ ἑνὸς νὰ συμπληρώσῃ κενὰ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τῆς ἀφανείας τῶν ἐν πολέμῳ πεσόντων στρατιωτῶν. Εἶναι νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον, ὡς ἐκ τῆς φύσεως αὐτοῦ, εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Πολλάκις ἐζητήθησαν πιστοποιητικὰ περὶ ἀφάντων στρατιωτῶν οἱ ὁποῖοι, εἴτε διότι ἀπέθανον εἰς διάφορα νοσοκομεῖα καὶ δὲν ἐπιστοποιήθη ὁ θάνατος αὐτῶν, εἴτε διότι δὲν κατέστη δυνατὴ ἡ τοιαύτη πιστοποίησις, ἐγένοντο ἄφαντοι καὶ πολλάκις τούτου ἕνεκα ἐν τῇ Βουλῇ ἐζητήθη ἡ προτίμησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Θὰ παρακαλέσω, λοιπὸν τοὺς ἀξιοτίμους Συναδέλφους, οἵτινες ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν νὰ μὴ ἐπιμείνωσιν, ἀλλὰ νὰ ἀφήσωσι νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν αʹ κατ’ ἄρθρον συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν νὰ γίνωσιν αἱ τροπολογίαι, διὰ νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ νομοσχεδίου τροπολογημένου, διότι ὡς ἔχει δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ.
§112Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐγὼ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Βελέντζα. Νὰ ψηφισθῇ τοῦτο εἰς αʹ. ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ νὰ βεβαιώσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι θὰ λάβῃ πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ἀφάντων στρατιωτῶν, διότι περὶ αὐτῶν δὲν ὁμιλεῖ. Ὁμιλεῖ ἁπλῶς περὶ παρατεταμένων κινδύνων. Πολλάκις ἐκάμαμεν λόγον περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ πρέπει, ἀφοῦ εἰσάγεται νομοσχέδιον, νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ αὐτοῦ.
§113Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἀκριβῶς περὶ αὐτοῦ προβλέπει τὸ νομοσχέδιον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σοκόλης.
§115Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, προνοεῖ περὶ ἀφάντων πολιτῶν καὶ στρατιωτῶν γενικῶς, ἐνῷ ἐν τῇ αἰτιολογικῇ ἐκθέσει ὁρίζεται ἀκριβῶς τὸ ζήτημα ὅσον ἀφορᾷ τοὺς μετανάστας ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοὺς στρατιώτας ἀφ’ ἑτέρου. Ἡ διατύπωσις τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, δὲν ὁμιλεῖ εἰδικῶς περὶ στρατιωτῶν ἀλλὰ γενικῶς περὶ προσώπων εὑρισκομένων ἐν κινδύνῳ, ἐν ἀρχῇ κινδύνου, ἐν τέλει κινδύνου, δηλαδὴ δίδει δικαιώματα καὶ εἰς τοὺς πολίτας νὰ ζητήσωσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὰ πράγματα ἐκεῖνα, τὰ περιστατικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μόνον εἰς στρατιώτας θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῶσιν. Ἐκ τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις, ὅσον ἀφορᾷ τὸ κέρδος τῶν προθεσμιῶν, διότι ἐνῷ περὶ τοῦ κινδύνου τίθεται προθεσμία ἑνὸς ἔτους, περὶ τῶν μὴ ὑπαρχόντων ἐν κινδύνῳ τίθεται προθεσμία πέντε ἐτῶν. Θὰ ὑπάρχῃ ἑπομένως φόβος μὴ τυχὸν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς μικροτέραν προθεσμίαν ἐπωφεληθῶσι τῆς ἀσαφείας ταύτης καὶ καταδολιεύσωσι τὸν νόμον, ἵνα ἐπιτύχωσι συμφέροντα ἴδια. Θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα εἰς πολίτας καὶ στρατιώτας.
§116Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Δὲν μοὶ λέγετε, παρακαλῶ, τὰ ναυάγια μόνον στρατιώτας ἀφορῶσιν;
§117Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρίζητε ἂν εἰς τὸ ναυάγιον ὑπάγεται πολίτης. Εἶναι ζήτημα ἀποδείξεως. Ἐγὼ εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῶ ὅτι εἰς σιδηροδρομικὸν δυστύχημα ἢ εἰς ἄλλο τι κατέστη τις ἄφαντος. Αὐτὸν ἀκριβῶς τὸν φόβον ὑποδεικνύω. Θὰ ἐπωφεληθῶσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν καὶ θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν πρώτην, ἀκριβῶς διὰ νὰ δολιευθῶσι τὰς προθεσμίας, ἐνῷ ἂν θέσητε στρατιώτας καὶ πολίτας χωριστά, τίθεται σαφέστατα τὸ ζήτημα, τίθεται καθαρώτατα καὶ οὐδένα ἔχετε φόβον δολιεύσεως. Ἀκριβῶς δὲ ὁ Ἰόνιος κῶδιξ, ὁ ὁποῖος ἔχει σαφεστάτας διατάξεις κατ’ ἀντιγραφὴν ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ νόμου, δὲν ἔχει ὑπ’ ὄψει του στρατιώτας ἀλλὰ μόνον πολίτας καὶ θέτει ὅλας τὰς προθεσμίας τὰς ὁποίας ὑμεῖς θέτετε ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ. Θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ χωρισθῇ τὸ θέμα περὶ στρατιωτῶν καὶ πολιτῶν, διὰ νὰ μὴ ἐπέλθῃ καταδολίευσις, ἡ ὁποία εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ ἐπέλθῃ, διότι ὅλοι θὰ θελήσωσι νὰ ἐπωφεληθῶσι τῶν βραχυπροθέσμων προθεσμιῶν ἐπικαλούμενοι κινδύνους, οἱ ὁποῖοι βεβαίως ὑπάρχουσι. Δὲν σᾶς λέγω ὅτι εἰς ναυάγιον δὲν θὰ εὑρίσκηταί τις ὁ ὁποῖος νὰ εἶναι ἄφαντος, ἀλλὰ πῶς θὰ ἀποδείξητε τοῦτο; Ἐνῷ ἂν χωρίσητε τοὺς στρατιώτας, ἡ περίπτωσις αὐτὴ θὰ ἀφορᾷ μόνον στρατιώτας. Ἐπίσης ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐδεμία γίνεται μνεία, οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια, περὶ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον νὰ μὴ κηρυχθῶσιν ἄφαντοι· σημειώσατε δὲ ὅτι τὸ ζήτημα ἔχει σημασίαν ἐν σχέσει πρὸς τὸ ἄρθρον 15 ὅπου ὁμιλεῖ περὶ διαζεύξεως εἰς τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἡ κήρυξις ἀφανείας δὲν λύει αὐτοδικαίως τὸν γάμον. Καὶ ἐρωτᾶται· καθ’ ἣν στιγμὴν κηρυχθῇ τις ἄφαντος, ἡ περιουσία τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ, ἡ ὁποία διαχειρίζεται παρὰ τῆς τυχὸν ὑπαρχούσης συζύγου τῆς μὴ ἐχούσης τέκνα, τί θὰ γίνῃ; Εἶναι περίπτωσις ἡ ὁποία παρουσιάζεται συνηθέστατα. Ὑποθέσατε ὅτι ὁ ἄφαντος ἔχει σύζυγον καὶ δὲν ἔχει τέκνα. Ὁ γάμος ὑφίσταται· τὴν στιγμὴν ποῦ θὰ κηρυχθῇ ἄφαντος, τὴν περιουσίαν θὰ ἀναλάβῃ ὁ ἔχον νόμιμον συμφέρον· ἑπομένως ἡ σύζυγός του τί θὰ γίνῃ;
§118Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἡ σύζυγός του θὰ διατηρήσῃ τὰ δικαιώματά της. Μήπως, ἂν ὑφίσταται ὁ γάμος, δὲν δικαιοῦται εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας;
§119Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Μετὰ τὴν ἀφάνειαν δὲν ἔχει δικαίωμα.
§120Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐν τούτοις ὑπάρχει γάμος, καὶ τὴν στιγμὴν ποῦ ὑφίσταται ὁ γάμος, ἔχει δικαίωμα διανομῆς.
§121Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Θὰ κάμῃ ἀγωγήν;
§122Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ κάμῃ ἀγωγὴν ὑπάρχοντος γάμου;
§123Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπάρχει ἀντίθετος διάταξις εἰς τὸ οἰκογενειακὸν δίκαιον κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ γυνὴ δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς γάμον μετὰ τὴν ἀφάνειαν. Τὸ νομοσχέδιον δέχεται τὸ Ἑλβετικὸν σύστημα κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ ἀφάνεια δημιουργεῖ λόγον διαζυγίου. Θεωρεῖται ὑπὸ τὸ πλάσμα τῆς κακοδόλου ἀντιλήψεως. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν ἡ σύζυγος διαζευχθῇ, θὰ ὠφεληθῇ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ διαζυγίου, ἂν δὲ ὄχι, ὅσα δικαιώματα ἔχει, θὰ ἐξακολουθῇ νὰ τὰ ἔχῃ, διότι ὁ γάμος ὑφίσταται.
§124Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ φαντασθῆτε ὅτι ἔχει τὰ δικαιώματα, ὅταν τὴν περιουσίαν τοῦ συζύγου λαμβάνει ὁ ἔχων νόμιμον δικαίωμα;
§125Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ ἠδύνατο νὰ τὴν λάβῃ ὁ σύζυγος ὁ ἴδιος;
§126Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ὁ σύζυγος ὅμως εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς συντήρησιν τῆς συζύγου, ἐνῷ σήμερον αὐτὴ κινδυνεύει νὰ ἴδῃ τὴν περιουσίαν λαμβανομένην παρὰ τῶν ἐχόντων ἔννομον δικαίωμα, καὶ νὰ μὴ ἔχῃ δικαίωμα ἐπὶ ἐκείνων τὰ ὁποῖα μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἐκηρύχθη ἄφαντος ὁ σύζυγος εἶχε. Ἑπομένως φρονῶ ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον 15 πρέπει νὰ τεθῇ διάταξις καθ’ ἣν ὑπάρχοντος τοῦ γάμου εἶναι δυνατὸν βεβαίως νὰ κηρυχθῇ ἄφαντος, ἀλλὰ νὰ τεθῇ ὅρος ὅπως ὁ ἔχων ἔννομον συμφέρον συντηρῇ τὴν σύζυγον. Εἶναι προτιμότερον νὰ θέσητε τοιοῦτον ὅρον διότι λύεται ἓν σπουδαῖον ζήτημα. Αὐτὰς τὰς δύο παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω· νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα στρατιωτῶν καὶ πολιτῶν διὰ τοὺς στρατιώτας, καὶ νὰ τεθοῦν αἱ μικραὶ προθεσμίαι διὰ τοὺς πολίτας, καὶ δεύτερον νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα τῆς συζύγου.
§127Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε θὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ὡς ἴδιον ἄρθρον, καὶ διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Αἱ προθεσμίαι, αἱ ὁποῖαι τάσσονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἡ προθεσμία τοῦ ἄρθρου 3, ἡ προθεσμία τῶν ἄρθρων 6, 7 καὶ τῆς παραγράφου πρώτης τοῦ ἄρθρου 8, εἶναι ἐνιαυσία μὲν προθεσμία διὰ τὰς αἰτήσεις, ὡς ἐνιαυσία εἶναι καὶ ἡ προθεσμία τοῦ ἄρθρου 6, διὰ τὴν ἄλλην διαδικασίαν. Ἀπαιτοῦνται λοιπὸν ἐν συνόλῳ, διὰ νὰ κηρυχθῇ τις ἄφαντος διὰ τῆς προθεσμίας δύο ἔτη. Ἡ τοιαύτη προθεσμία διὰ τοὺς ἐν πολέμῳ ἀποθανόντας ἢ φονευθέντας στρατιώτας ὀφείλετε νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι εἶναι μακρά. Καὶ διὰ μὲν τὰ ἄλλα δικαιώματα τὰ ὑπηρεσιακά, διὰ τὰς ἄλλας σχέσεις αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἐκ τῆς ἀφανείας τοῦ στρατιώτου, νὰ διατηρηθῇ ἡ διάταξις τοῦ νόμου ὅπως ἔχει, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν διὰ μιᾶς συντόμου ἐργασίας, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ ὑπὸ τὴν κρίσιν ὑμῶν, νὰ ἐπέλθῃ ἡ διάρρηξις διὰ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς ἀφανείας ὅλων τῶν σχέσεων, αἵτινες τυχὸν θέλουσιν ἀναφανῆ, νὰ βεβαιῶται διὰ μιᾶς προχείρου διαδικασίας δικαστικῆς ὁ θάνατος τοῦ στρατιώτου, εἴτε ἐν τῇ μάχῃ εἴτε ἐν τῷ νοσοκομείῳ. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ὡς ἴδιον ἄρθρον. Νὰ τεθῇ μετὰ τὸ 8ον ἄρθρον καὶ ἄρθρον 9ον ἔχον ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ὁμοίως κατὰ τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν δικάζεται ἡ αἴτησις περὶ ἀφανείας τῶν ἐν ἀμφοτέροις ἢ τῷ ἑτέρῳ τῶν δύο πολέμων ἐξαφανισθέντων στρατιωτικῶν, χωρὶς νὰ τηρῶνται αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 3, 6 καὶ 7 καὶ τῆς § 1 τοῦ ἄρθρου 8.—Βεβαιουμένου τοῦ θανάτου τοῦ στρατιωτικοῦ διὰ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 8 § 2 ἀποφάσεως παρέχεται δικαίωμα συντάξεως κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον εἰς τοὺς δικαιωμένους ταύτης ἄνευ ἄλλης τινὸς τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ διατυπώσεων. — Ὡς πρὸς τὰς λοιπὰς νομικὰς σχέσεις τοῦ κηρυττομένου ἀφάντου στρατιωτικοῦ διὰ τῆς ἄνω διαδικασίας τηροῦνται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου». Ἀντὶ τῆς πολυπλόκου διαδικασίας ἡ ὁποία ὑπάρχει, νὰ γίνῃ αἴτησις, νὰ γίνῃ δημοσίευσις κ.τ.λ. νὰ ὑποβάληται μία αἴτησις ἐκ μέρους τῆς χήρας ἢ τῆς μητρὸς τοῦ φονευθέντος στρατιώτου πρὸς τὸ ἁρμόδιον Πρωτοδικεῖον, νὰ εἰσάγηται διὰ τῆς ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίας ὁριζομένης δικασίμου. Κατὰ τὴν δικάσιμον ταύτην, εἴτε νὰ προσκομίζωνται ἐπ’ ἀκροατηρίῳ τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα εἴτε νὰ ἐξετάζωνται μάρτυρες ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰρηνοδίκου. Τὸ δικαστήριον τότε, λαμβάνον ὑπ’ ὄψιν τὰ στοιχεῖα ταῦτα, τὰ ὁποῖα θὰ κομίζωνται εἰς τὴν ὁριζομένην δικάσιμον, νὰ ἐκδίδῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ νὰ ἀποφαίνηται ἂν ὁ στρατιώτης ἀπέθανεν ἐν πολέμῳ. Ἡ ἀπόφασις ἅμα τῇ δημοσιεύσει ν’ ἀποτελῇ τὰ ἀποδεικτικὰ μέσα τῆς ἀφανείας καὶ νὰ χρησιμεύῃ ὡς στοιχεῖον πρὸς ἀπονομὴν τῆς συντάξεως. Μόνον διὰ τὴν σύνταξιν, διὰ δὲ τὰς ἄλλας περιουσιακὰς σχέσεις νὰ χρησιμεύῃ ἡ ἄλλη διαδικασία ἡ ἀναγεγραμμένη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§128ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Πρέπει καὶ ἡ ἀφάνεια νὰ ἀποτελῇ λόγον συντάξεως.
§129Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Βεβαίως.
§130ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μόνον τῶν κληρονόμων νὰ λείψῃ, διότι οἱ δικαιούμενοι πρὸς σύνταξιν δὲν εἶναι κληρονόμοι.
§131Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ἔχω ἀντίρρησιν· ἂς λείψῃ.
§132Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Θὰ μελετήσω τὴν τροπολογίαν σας, κ. Βουλευτά.
§133Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ προεκλήθη κυρίως ἐκ τῶν δύο τελευταίων πολέμων, πρῶτος δὲ εἰσηγητὴς τῆς ἰδέας ὑπῆρξεν ὁ κ. Κροκιδᾶς. Ἔχει σκοπὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὴν ἀνάγκην τῆς βεβαιώσεως τοῦ θανάτου προσώπων τινῶν, τὰ ὁποῖα ἐξηφανίσθησαν καὶ περὶ τῶν ὁποίων οὐδεμία ὑπάρχει εἴδησις, διότι δὲ τὰ στρατολογικὰ γραφεῖα δὲν δύνανται νὰ βεβαιώσωσιν τὸν θάνατον αὐτῶν, δὲν δύναται ν’ ἀπονεμηθῇ σύνταξις εἰς τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα τὰ δικαιούμενα πρὸς σύνταξιν. Ἀλλ’ ἀντί, ἐκ τῆς ἀφορμῆς ταύτης, νὰ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον εἰδικῶς περὶ τῆς περιστάσεως αὐτῆς, εἰσήχθη γενικὸν νομοσχέδιον «περὶ ἀφανείας», τὸ ὁποῖον, ὅπως ἐκτίθεται ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ἐλήφθη ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Ἑλβετικοῦ κώδικος. Ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, μεταξὺ τῶν ἐπεξεργασθέντων τοῦτο τινὲς εἶναι μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς πρὸς σύνταξιν τοῦ Ἀστικοῦ κώδικος, καὶ ἐνῷ τὰς ἐργασίας των τὰς τοῦ ἀστικοῦ κώδικος κάμνουσιν οὗτοι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Γερμανικοῦ κώδικος, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατηρτίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ Ἑλβετικοῦ κώδικος. Εἰς τοῦτο θὰ εἶχον τὴν ἀντίρρησιν ὅτι ἔδει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὁ τὴν βάσιν τῆς ἐργασίας τοῦ Ἀστικοῦ κώδικος ἀποτελῶν Γερμανικὸς κῶδιξ, διότι παρετήρησα ὅτι καὶ ἐκ τοῦ Ἑλβετικοῦ κώδικος ἡ Ἐπιτροπὴ παρέλιπεν ἓν ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ὅτι ἀνεπληροῦτο ἐξ ἄλλης διατάξεως τοῦ ὑφισταμένου σήμερον Ἀστικοῦ νόμου. Ὑπάρχει ἄρθρον τὸ ὁποῖον λέγει· «Ἐὰν συμβῇ θάνατος ἐκ πυρκαϊᾶς, πλημμύρας ἐν ὑπονόμοις ἢ ἐξ ἄλλων παρομοίων ἐκτάκτων δυστυχημάτων, καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἀποβιώσαντος δὲν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἢ εὑρέθη δυσγνώριστον, ὁ Δήμαρχος τοῦ τόπου, ἔνθα συνέβη τὸ δυστύχημα, ὀφείλει νὰ συντάξῃ ἔκθεσιν βεβαιοῦσαν τὸ γεγονὸς καὶ διαλαμβάνουσαν ἁπάσας τὰς πρὸς σύνταξιν τῆς περὶ ἀποβιώσεως ληξιαρχικῆς πράξεως ἀναγκαίας πληροφορίας, κτλ, (ἄρθρ. 85)». Οἱ ἐπεξεργασθέντες τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐνόμισαν, ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως ἀνεπληροῦτο ἄλλη τις διάταξις, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὸν Ἑλβετικὸν κώδικα. Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἀναπληροῦται, καὶ ἂν λάβωμεν τὴν διάταξιν ταύτην ὡς ἔχει, ἴσως κατὰ τὸ πλεῖστον, θὰ ἀναπληρώσωμεν τὴν ἀνάγκην ἐκείνην περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Βελέντζας. Τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Ἑλβετικοῦ κώδικος, ὑπ’ ἀριθ. 35, λέγει τὰ ἑξῆς· «ἐὰν ὁ θάνατος προσώπου τινὸς εἶναι λίαν πιθανός, διότι τοῦτο ἐξηφανίσθη εἰς περίστασιν μεγάλου κινδύνου θανάτου ἢ περὶ αὐτοῦ οὐδεμία εἴδησις ὑπάρχει ἀπὸ μακροῦ χρόνου, δύναται ὁ δικαστής, ἐπὶ τῇ αἰτήσει ἐκείνων, οἵτινες ἕλκουσι δικαιώματα ἐκ τοῦ θανάτου αὐτοῦ, νὰ κηρύξῃ αὐτὸ ἄφαντον».
§134Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ ἀφανείας.
§135Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πρόκειται περὶ βεβαιώσεως θανάτου καὶ τούτου ἔχομεν ἀνάγκην, προκειμένου περὶ τῶν συντάξεων. Ἀκριβῶς δὲ οἱ ἑρμηνευταὶ τοῦ Ἑλβετικοῦ κώδικος, οἱ ἔχοντες ὑπ’ ὄψει τὸ ἄρθρον τοῦτο, λέγουσιν ὅτι κυρίως τὴν ἐφαρμογὴν ἔχει ἐν περιπτώσει πολέμου, ὅπου εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν μάχην νὰ ἀποθάνῃ τις, νὰ φονευθῇ καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ δύναται νὰ ἐξακριβωθῇ ὁ θάνατος, διότι οὐδεὶς εἶδε τὸν φονευθέντα.
§136Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μᾶς φέρετε καὶ μίαν δυσκολίαν ἀκόμη.
§137Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τοῦτο εἶναι τεκμήριον· οὐδεμίαν σᾶς φέρω δυσκολίαν. Ὅπου ἐβεβαιώθη ὁ θάνατος ἐβεβαιώθη, ἀλλ’ ὅπου δὲν δύναται νὰ βεβαιωθῇ ὁ θάνατος, διότι ὁ ἄφαντος ἔλαβε μέρος εἰς μίαν μάχην, εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια. Ὑπάρχει καὶ ἑτέρα διάταξις ἐν τῷ Ἑλβετικῷ κώδικι, ἡ τοῦ ἄρθρου 49, ἥτις λέγει· «Ἂν ὁ θάνατος ἐξαφανισθέντος τινὸς προσώπου θεωρεῖται ὡς βέβαιος ἕνεκα τῶν συμπαρομαρτουσῶν περιστάσεων, ἡ ἐγγραφὴ τοῦ θανάτου δύναται νὰ γίνῃ κατὰ διαταγὴν τῆς ἐφορευούσης Ἀρχῆς, καὶ ἂν ἔτι οὐδεὶς εἶδε τὸν νεκρόν. Πάντοτε δύναται πᾶς ὅστις ἔχει συμφέρον νὰ προτείνῃ τὴν δικαστικὴν βεβαίωσιν τῆς ζωῆς ἢ τοῦ θανάτου προσώπου τινός». Νομίζω λοιπὸν ὅτι αἱ διατάξεις αὐταὶ εἶναι πρωτίστης ἀνάγκης καὶ πρέπει νὰ περιληφθῶσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ βεβαίωσις τοῦ θανάτου. Ὁ δικαιούμενος εἰς τὴν σύνταξιν διὰ δικαστικῆς πράξεως, νὰ βεβαιοῖ τὸν θάνατον διὰ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα ἔλαβον μέρος εἰς τὰς μάχας, διότι αἱ λοιπαὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας ἔχομεν περὶ ἀφανείας, δὲν ἱκανοποιοῦσιν τὴν ἀφορμὴν ἐξ ἧς γίνεται ἡ εἰσήγησις τοῦ νομοσχεδίου, διότι ἔχουσι διαδικασίαν ἡ ὁποία θὰ ἀπαιτήσῃ δύο ἔτη.
§138Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Τὸ ἓν παρῆλθεν.
§139Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ χρειασθῇ ἄλλο ἕν, καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ τὰς διατάξεις ἀπαραιτήτους. Ἀφοῦ δεχόμεθα τὸν Ἑλβετικὸν κώδικα, διατὶ νὰ παραλείψωμεν τὰς διατάξεις ταύτας;
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου). Ὑποβάλλεται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου τροπολογία ὑπὸ τῶν κ. Κ. Σοκόλη, Π. Φίλιππα, Ἀθ. Μπασιᾶ καὶ Ν. Χαριτάτου ἥτις θὰ διανεμηθῇ διὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§141Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν ἔχῃ τὴν καλωσύνην νὰ ζητήσῃ τὴν πρόταξιν τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀφορῶντος τὸν διορισμὸν μητροπολιτῶν κλπ.
§142Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἤδη ἂν ἡ Βουλὴ στέργῃ νὰ προτιμηθῇ.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Παιδείας, ἀποδεχομένου τὴν πρότασιν τοῦ κ. Γ. Καρπετοπούλου ὅπως προταχθῇ ἡ αʹ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκαταστάσεως Μητροπολιτῶν στερηθέντων ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου τῆς Μητροπόλεως αὐτῶν ἢ καὶ τιτουλαρίων Ἐπισκόπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν τοῦ Βασιλείου εἰς χηρευούσας Ἐπισκοπάς», παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Γίνεται δεκτὴ ἡ πρότασις). Αʹ συζήτησις τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκαταστάσεως Μητροπολιτῶν στερηθέντων ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου τῆς Μητροπόλεως αὐτῶν ἢ καὶ τιτουλαρίων Ἐπισκόπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν τοῦ Βασιλείου εἰς χηρευούσας Ἐπισκοπάς».
§144Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Νὰ μεταβληθῇ ἡ λέξις «φιλοχρίστου Βασιλέως» εἰς «εὐσεβεστάτου» καὶ νὰ προστεθῇ ἄρθρον ἐν τέλει ἔχον οὕτω· «ἡ ἰσχὺς τοῦ παρόντος νόμου ἄρχεται ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως».
§145Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μεταξὺ τῶν Μητροπολιτῶν συγκαταλέγονται καὶ ἄλλοι κατώτεροι κληρικοί, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀποβλέπουσιν εἰς ἀπόκτησιν ἕδρας. Αὐτοὶ θὰ μείνωσιν ἐκτὸς ὑπηρεσίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχουσι κατώτερον βαθμὸν τῶν ἐπισκόπων ἕπεται ὅτι δὲν πρέπει ἡ Πολιτεία νὰ μεριμνήσῃ δι’ αὐτούς;
§146Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἄν καὶ ἡ πρότασίς σας δὲν ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ θέμα, ὑποβάλλετε ἐν τούτοις τροπολογίαν ἵνα τὴν συνδυάσωμεν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον μόνον τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τὸ σύνολον).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ σχεδίου νόμου «περὶ μεταβολῶν ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους». (Ψηφίζονται τὰ ἄρθρα 1ον καὶ 2ον τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 3ον).
§148Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Νὰ προστεθῇ καὶ ἡ λέξις «Πταισματοδικείων». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3ον καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου. Ἐπίσης ψηφίζεται ἡ ἀρχὴ τῶν ἑπομένων νομοσχεδίων· 1) «περὶ καθορισμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἰδιωτικῶν δασῶν». 2) «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασαρχείων καὶ τῶν δασικῶν ἐπιθεωρήσεων». 3) «περὶ ἀδείας συνομολογήσεως δανείου 40 ἑκατομ. φράγκων χρυσῶν πρὸς πληρωμὴν ἀπαιτήσεων ἐξ ἐπιτάξεων καὶ προμηθειῶν ἢ καὶ ἑτέρων». 4) «περὶ τροποποιήσεως τῶν νόμων 147 καὶ 262 περὶ τῆς ἐν ταῖς νέαις Χώραις ἐφαρμοστέας νομοθεσίας καὶ τῆς δικαστικῆς αὐτῶν ὀργανώσεως». 5) «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΤϚʹ τῆς 29 Ὀκτωβρίου 1856 περὶ μεταγραφῆς τῆς κυριότητος τῶν ἀκινήτων καὶ τῶν ἄλλων ἐπ’ αὐτῶν ἐμπραγμάτων δικαιωμάτων». 6) «περὶ προβιβασμοῦ ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἐν τῷ ἐφέδρῳ στρατῷ καὶ τῇ ἐθνοφρουρᾷ καὶ περὶ κανονισμοῦ ἀρχαιότητος μονιμοποιηθησομένων ἐφέδρων».
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν 10ην μ. μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τὴν 8 καὶ 30′ μ.μ.). Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρα 10 μ. μ.)
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις. Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». Ὑποβάλλεται ὡς ἐτροπολογήθη κατὰ τὴν πρώτην κατ’ ἄρθρον συζήτησιν. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Κουτούπης.
§151Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅτι ἔπρεπε νὰ συστηθῇ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶχον ἀνατεθῆ τόσαι πολλαὶ ὑπηρεσίαι, ὥστε εὐχῆς ἔργον ἦτο ὅπως τοῦτο ἀπαλλαχθῇ τοῦ φόρτου, τὸν ὁποῖον εἶχε μέχρι τοῦδε, φόρτου ὁ ὁποῖος θὰ καθίστατο πολὺ βαρύτερος ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ἡ ἰδία τοὺς σιδηροδρόμους καὶ νὰ προβῇ εἰς κατασκευὴν πλείστων ἄλλων δημοσίων ἔργων. Ἀναμφιβόλως δὲ ἡ ἰδέα αὐτὴ τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων προεκάλεσε τὴν σύστασιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, μέχρι τοῦ σημείου, ὥστε ἡ ἰδέα αὕτη νὰ ἀποτελέσῃ ἐλάττωμα, καθόσον ἐλήφθη πρόνοια ὅπως ἐξυπηρετηθῇ περισσότερον ἡ ἀνάγκη αὕτη ἢ ὅλαι αἱ ἀνάγκαι τῶν ὑπηρεσιῶν, αἱ ὁποῖαι συγκεντρώνονται διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς τὸ ἔννατον Ὑπουργεῖον. Βεβαίως ἡ ἰδέα τῆς συστάσεως εἶναι ὀρθή, ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπον τῆς διοικήσεως αὐτοῦ δὲν ἐπεκράτησε νεωτέρα ἀντίληψις, καὶ τὸ ἱδρυόμενον Ὑπουργεῖον πρόκειται νὰ διοικηθῇ καθ’ ὃν τρόπον διοικοῦνται καὶ τὰ Ὑπουργεῖα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἱδρύθησαν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, ἐξαιρέσεως γενομένης ἴσως εἰς τὸ προκάτοχον τοῦ ὑπὸ συζήτησιν Ὑπουργείου, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας τὸ ὁποῖον διέπουσι νεώτεραί τινες ἀρχαί. Καὶ αὐτὴ ἡ ὀνομασία τοῦ νέου Ὑπουργείου εἶναι ἀτυχής, διότι εἰς τὸν σκοπὸν τοῦ ἱδρυομένου Ὑπουργείου δὲν ὑπάρχει μόνον ἡ ἰδέα τῆς ἐκμεταλλεύσεως, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἡ ἰδέα τῆς κατασκευῆς. Ἡ ἰδέα τῆς ἐκμεταλλεύσεως πέρα τῶν σιδηροδρόμων δὲν φαίνεται ἀπεναντίας, κλάδοι τινὲς ἐκμεταλλεύσεως, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον, δὲν ὑπάγονται εἰς αὐτὸ ἀλλ’ ἐξακολουθοῦσι νὰ μένωσιν εἰς ἄλλα Ὑπουργεῖα, καθ’ ὃν χρόνον ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τείνει νὰ περιέλθῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας ὑπάγονται καὶ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ξένα πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ, ἤτοι ἀποξήρανσις ἑλῶν καὶ ἄλλα ὑδραυλικά, οὐδεμίαν σχέσιν ἔχοντα πρὸς τὴν συγκοινωνίαν. Ἵνα ἀποτελεσθῇ τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ἐχρειάσθη νὰ διχασθῶσι διάφοροι ὑπηρεσίαι καὶ ὑπαχθῶσιν ὑπὸ ἕνα Ὑπουργὸν χωρὶς αἱ ὑπηρεσίαι αὗται νὰ ἔχωσι σχέσιν τινὰ πρὸς ἀλλήλας, καὶ χωρὶς νὰ ληφθῇ τοὐλάχιστον πρόνοια ὅπως εἰς τὸ μέλλον αἱ ὑπηρεσίαι αὗται καταστῶσι συγγενεῖς. Ἀλλ’ ἐνῷ συνιστᾶται Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, δὲν λαμβάνεται πρόνοια ὅπως ὑπαχθῇ εἰς αὐτὸ τὸ μεγαλείτερον μέσον τῆς συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι. Δὲν ἀγνοεῖτε πάντες ὅτι ἡ συγκοινωνία ἐν Ἑλλάδι ἐνεργεῖται περισσότερον διὰ θαλάσσης παρ’ ὅσον ἐνεργεῖται δι’ ὅλων τῶν ἄλλων μέσων συλλήβδην λαμβανομένων. Ἐνῷ λοιπὸν συνιστᾶται Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, δὲν λαμβάνεται πρόνοια ὅπως ὁ μεγαλείτερος κλάδος τῆς συγκοινωνίας ὑπαχθῇ εἰς αὐτό· δὲν λαμβάνεται πρόνοια ὅπως κλάδοι τινές, οἱ ὁποῖοι διετέλεσαν χωριστὰ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, δοθῶσι τοὐλάχιστον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διευθύνει καὶ τὸν κλάδον τῆς συγκοινωνίας αὐτῆς. Ἀλλ’ ἀφήνω τὸ θέμα τοῦτο εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου μου, καὶ ἔρχομαι εἰς τὰ σημεῖα, τὰ ὁποῖα θίγει τὸ νομοσχέδιον. Συνιστᾶται Ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν ν’ αὐξήσῃ τὴν παραγωγὴν τῆς χώρας. Εἶναι Ὑπουργεῖον παραγωγικόν, καὶ οὕτω προστίθεται εἰς τὰ ὑπάρχοντα Ὑπουργεῖα τῶν Οἰκονομικῶν, τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τέταρτον Ὑπουργεῖον τοῦτο, σκοποῦν τὴν ἐξυπηρέτησιν τῆς παραγωγῆς τῆς χώρας. Ἀλλ’ ὅπως μέχρι τοῦδε τὰ τρία ἄλλα Ὑπουργεῖα οὐδεὶς συνεῖχεν συνεκτικὸς δεσμός, ἀλλ’ ἕκαστον ἐλειτούργει ἀσχέτως πρὸς τὰ ἄλλα, οὕτω καὶ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τούτου οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια ὅπως οἱ κλάδοι ἐκεῖνοι τῆς Πολιτείας, οἱ ὁποῖοι φροντίζουσι περὶ ἑνὸς τοιούτου σκοποῦ, περὶ τῆς αὐξήσεως τῆς παραγωγῆς ἔχωσι σχέσιν τινά. Διάφοροι ἀρχαὶ διέπουσι τοὺς διαφόρους τούτους κλάδους τῆς Πολιτείας καὶ οὐδεμία πρόνοια λαμβάνεται ὅπως ἔρχωνται εἰς συνάφειάν τινα, προκειμένου νὰ ἐξυπηρετήσωσι καὶ τὰ τέσσαρα Ὑπουργεῖα τὸ κοινὸν σκοπὸν ἔχοντα. Οὕτω βλέπομεν ὅτι, ἐνῷ τὰ δασμολόγια καὶ αἱ ἐμπορικαὶ συμβάσεις διενεργοῦνται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας οὐδεμίαν λαμβάνει πρόνοιαν. Πρόκειται νὰ γίνωσι σιδηροδρομικὰ τιμολόγια, ἀπὸ τῶν ὁποίων θὰ ἐξαρτηθῶσι κυριώτατα οἱ κλάδοι τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς· καὶ ὅμως εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν βλέπομεν νὰ λαμβάνηται πρόνοια ὅπως ἔρχηται εἰς ἐπαφὴν τοῦτο πρὸς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ διὰ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας δὲν ἐπιδιώκεται διάφορος σκοπός. Εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας οὐδόλως ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ ἰδέα τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἀλλὰ μόνον τῆς παραγωγῆς, καὶ εἶναι φυσικὸν τοῦτο, διότι ἀνετέθη εἰς πρόσωπα ἐκπληροῦντα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπηρεσίας ἐχούσας σχέσιν μόνον πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς κατασκευῆς καὶ οὐδεμίαν ἰδέαν περὶ ἐκμεταλλεύσεως. Κατὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ Ὑπουργείου τούτου ἐπεκράτησεν ἡ ἰδέα τῆς ἀναθέσεως τῶν ὑπηρεσιῶν εἰς εἰδικούς, ἀλλὰ ἡ ἰδέα τῶν εἰδικῶν εἶναι μιὰ πληγὴ διὰ τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν, διότι ὑποτίθεται ὅτι διὰ πᾶν ἔργον ἐκεῖνος εἶναι ἱκανός, ὁ ὁποῖος ἠσχολήθη εἰς τὸ ζήτημα ἐκτελέσεως ἔργων, καὶ τοῦτο μέχρι τοῦ σημείου ὥστε νὰ ὑποτεθῇ ὅτι εἶναι καταλληλότερος νὰ διευθύνῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας εἷς δημοδιδάσκαλος παρὰ εἷς πολιτικός. Ὅλα τὰ ἔργα τοῦ νέου Ὑπουργείου παραδίδονται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦσι τοιαῦτα σήμερον, καὶ ἐνῷ ἔχομεν δεδομένον ὅτι ταῦτα ἐκτελοῦνται πολὺ πλημμελῶς, εἴτε εἰς τὰ δημόσια ἔργα εἴτε εἰς τὸν κλάδον τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, ἐν τούτοις λαμβάνεται πρόνοια ὅπως οὐδὲν τῶν καθηκόντων τοῦ νέου Ὑπουργείου ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντα ταῦτα μέχρι σήμερον. Τοιουτοτρόπως διὰ τοῦ συνιστωμένου Ὑπουργείου οὐδεμία λαμβάνεται πρόνοια ἄλλη ἢ μόνον εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ προστεθῇ εἷς ἄλλος Ὑπουργὸς καὶ ἡ ὑπηρεσία αὐτοῦ νὰ διαιρεθῇ οὕτως, ὥστε νὰ γίνῃ μία ἀπαλλαγὴ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπὸ ὡρισμένα καθήκοντα, λαμβάνεται δὲ μεγάλη πρόνοια ὅπως μὴ εἰσέλθῃ νέον αἷμα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην. Οἱ συντάξαντες τὸ νομοσχέδιον ἐφρόντισαν, ὅπως εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν κληθῇ νέος τις εἰς τοῦτο ἀνατεθῶσιν αὐτῷ καθήκοντα μακρὰν τοῦ κέντρου καίτοι ἀκριβῶς τὸ κέντρον εἶχεν ἀνάγκην ἐνισχύσεως. Αἱ ἀντιλήψεις τοῦ κέντρου εἶναι σφαλεραὶ καὶ περὶ τούτου ἔπρεπε νὰ ληφθῇ πρόνοια, δὲν θὰ ἐπέλθῃ δὲ μεταβολὴ ἀντιλήψεως ἂν δὲν προσληφθῶσι νέα πρόσωπα μὲ ἄλλην ἀντίληψιν. Ἡ μετονομασία τῶν διευθύνσεων εἰς τμήματα καὶ ἡ ὑποδιαίρεσις αὐτῶν εἰς ἄλλα τμήματα, δὲν δύναται νὰ φέρῃ ἀλλαγὴν τῶν μεθόδων, ἐφ’ ὅσον δὲ εἰς τὰ ἴδια πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐσυνείθισαν εἰς ὡρισμένας ἀντιλήψεις, ἀνατίθεται ἡ ὑπηρεσία, οὐδεμίαν ἀπολύτως δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν μεταβολὴν καὶ ἡ κατάστασις τόσον τῶν δημοσίων ἔργων ὅσον καὶ τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, θὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ εἶναι ἡ αὐτή. Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία ὅτι ὑπάρχει ἄλλη πλημμελεστέρα ὑπηρεσία ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων. Τίς δὲ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων, γνωρίζομεν ἐπίσης ὅλοι, μεθ’ ὅλην τὴν φιλοτιμίαν, ἡ ὁποία διακρίνει τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα ἔδειξαν τοιαύτην δραστηριότητα καὶ ἱκανότητα κατὰ τοὺς δύο πολέμους ὅπου κατώρθωσαν, ὁσάκις δὲν διετέλουν ὑπὸ τὴν ἀντίληψιν τῆς διοικήσεως ὑπὸ τὴν ὁποίαν διετέλουν, νὰ ἐκτελέσωσιν ἔργα τὰ ὁποῖα δὲν περιέμενέ τις ἐξ αὐτῶν. Εἶναι χαρακτηριστικὸν αὐτὸ εἰς ὅλην τὴν νομοθεσίαν μας, ὅτι δὲν λαμβάνεται πρόνοια ὅπως εἰς τὰ ὄργανα τῆς ῥουτίνας, εἰς τοὺς ὑπαλλήλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ κεκτημένον ἔδαφος, προστίθηνται ἄλλα πρόσωπα ἵνα ἐμποτίσωσιν αὐτὰ μὲ νέας ἀντιλήψεις. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ πρόσωπα ταῦτα ἔχουσι μὲν πεῖραν, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθήσωσι τὰς προόδους τῶν ἄλλων Πολιτειῶν. Ἀλλαχοῦ, ὅπου εἶναι τέλεια τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς Πολιτείας, ὅπου τὰ ὄργανα ταῦτα διατελοῦσιν ἐν γνώσει τῶν προόδων, διότι δύνανται νὰ τὰς παρακολουθήσωσι, καὶ πάλιν δὲν ἀφήνεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν καὶ μόνην νὰ κανονίζῃ τὰ ἔργα της, ἀλλὰ λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως προστίθηται γενικώτερον πνεῦμα ἔξωθεν. Ὡς τελείαν διοίκησιν μιᾶς τεχνικῆς ὑπηρεσίας, λαμβάνω τὴν Ἀγγλίαν. Εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ ἐλέγχου αὐτῆς, καὶ ὑποτίθεται ὅτι μόνον οἱ ἔλεγχοι εἶναι αἱ διοικήσεις τῶν ἀγγλικῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ φανῇ παράδοξον ὅτι συμβαίνει τὸ ἑξῆς· εἰς αὐτὸ τὸ κέντρον, εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἔχει ληφθῇ πρόνοια νὰ ὑπάρχωσι πολῖται οἱ ὁποῖοι κανονίζουσι τὴν πρόοδον καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ Ἀγγλικοῦ Ναυτικοῦ. Τοσοῦτον ἡ ἰδέα προσθήκης γενικωτέρου πνεύματος εἰς οἱανδήποτε ὑπηρεσίαν ἔχει ῥιζωθῆ, ὥστε φέρω αὐτὸ τὸ παράδειγμα διὰ νὰ δειχθῇ ὁπόσον λαμβάνεται πρόνοια ὅπως μὴ ἀποστερῶνται ὡρισμένων ἀντιλήψεων ὡρισμένοι κλάδοι καὶ ἀποκλείηται ἀπ’ αὐτῶν ἡ πρόοδος. Ἀκόμη βλέπομεν τὸ πνεῦμα τῶν νεωτέρων ἀντιλήψεων εἰς αὐτὰ τὰ τεχνικὰ ὑπουργεῖα εἰς τὴν Γαλλίαν. Δὲν παραδίδονται ταῦτα εἰς εἰδικοὺς καὶ τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν ἀκόμη, τὰ ὁποῖα εἶναι τελείως τεχνικὰ Ὑπουργεῖα καὶ ἀπαιτοῦσιν εἰδικὰς γνώσεις, λαμβάνεται πρόνοια ὅπως μὴ δίδωνται εἰς εἰδικούς, διότι οὗτοι θὰ ἐφαρμόσωσι τὴν ἰδίαν πολιτικήν, τὰς ἰδίας γνώσεις, ἐνῷ οἱ γενικώτεροι ἄνδρες λαμβάνουσι μόνον τὰ ἐφόδια τῶν ἀνδρῶν τῆς πείρας, ἀλλὰ προσθέτουσιν εἰς ταῦτα γενικώτερόν τι πνεῦμα ὅπως μὴ ἐξακολουθήσωσιν ὡρισμένην τακτικὴν συντηρητικότητος, ἥτις εἶναι ἐχθρὰ πάσης προόδου. Εἰς τὰς ὑπηρεσίας σχηματίζονται κόμματα, καὶ γνωρίζομεν τοῦτο ὅλοι, τὰ δὲ κόμματα αὐτὰ ἀλληλοσυγκρούονται, καὶ ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχει γενικώτερόν τι πνεῦμα ἔξωθεν, ὅπως φέρῃ εἰς ὡρισμένον τι σημεῖον τὰς διαφόρους αὐτὰς ἰδέας αἱ ὁποῖαι γεννῶνται ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, θὰ βλέπωμεν ὅτι ἡ μία τάξις θὰ προσπαθῇ νὰ ἐξουδετερώσῃ τὰς ἐνεργείας τῆς ἄλλης, ἐνῷ οἱ ἔξωθεν καλούμενοι εἶναι οἱ ῥυθμισταὶ τῆς ὑπηρεσίας. Ἐδῶ δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅπου τὸ φυτώριον εἶναι πολὺ κακόν, ὑπάρχει ἀπόλυτος ἀνάγκη ὅπως ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἐνισχύηται τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν διὰ προσώπων νέων, ὅταν μάλιστα γνωρίζομεν ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ εἰδικοὶ ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ τῇ ἔξω μορφούμενοι καὶ διεξάγοντες ἔξω ὑπηρεσίαν, ὥστε ὄχι μόνον νὰ φέρωσι τὰ φῶτα τῆς ἐπιστήμης, ἀλλὰ καὶ τὰ φῶτα τῆς πείρας εἰς βαθμὸν ἀνώτερον. Ἀλλ’ ἐπικρατεῖ ἡ στενὴ ἀντίληψις ὅτι ἡ θέσις τῆς Πολιτείας ἀνήκει εἰς τὰ ὑπάρχοντα πρόσωπα καὶ πᾶσα ἔξωθεν πρόσληψις προσώπων εἶναι ἁρπαγὴ δικαιωμάτων. Καὶ εἰς αὐτὸν ἀκόμη τὸν κλάδον τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις λειτουργεῖ καλλίτερον παντὸς ἄλλου, θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν προσετίθεντο ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν μέχρι τῶν ἀνωτάτων βαθμίδων τοῦ Ἀρείου Πάγου πρόσωπα ἔξωθεν, ὅπως εἰσάγωσι νεωτέρας ἀντιλήψεις. Ἀλλ’ ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη μεγαλειτέρα τούτου, εἶναι εἰς τοὺς διοικητικοὺς κλάδους. Ἐφ’ ὅσον δίδονται αἱ ἀνώτεροι θέσεις εἰς τοὺς ὑπαλλήλους τῆς πείρας, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἀνανεῶνται αἱ ἀντιλήψεις ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρόν. Συνιστᾶται τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας καὶ λαμβάνεται πρόνοια ὅπως διαιρεθῇ τοῦτο εἰς τέσσαρας χωριστὰς ὑπηρεσίας. Δὲν πιστεύω νὰ ἀντελήφθη τις ἐξ ἡμῶν ὅτι ὑπάρχει δεσμός τις μεταξὺ τῶν τεσσάρων τούτων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας. Ἡ ἔννοια τῆς συγκοινωνίας, συναφὴς ὅπως εἶπον μὲ τὴν ἔννοιαν τῆς ἐκμεταλλεύσεως, θὰ ἐπέβαλεν ὅπως τοὐλάχιστον ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν διαφόρων κλάδων εἶναι χωριστὴ καὶ ἑνιαία ἀπὸ τὰς ἄλλας, ὅπως χωρισθῇ ἡ ἐκτέλεσις ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν, διότι αὕτη μὲν εἶναι οἰκονομικὴ ὑπηρεσία τελείως χωριστὴ ἀπέναντι τῶν ἄλλων αἱ ὁποῖαι εἶναι τεχνικαί. Εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν τῶν σιδηροδρόμων, ταχυδρομείων, τηλεγράφων, δὲν βλέπομεν μίαν οἰκονομικὴν ὑπηρεσίαν ἡ ὁποία θὰ φροντίσῃ περὶ τούτων. Ἀλλὰ τὰ δημόσια ἔργα ἀπαιτοῦσι χωριστὴν ὑπηρεσίαν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκτέλεσιν, ἀπὸ τὰ ταχυδρομεῖα καὶ τοὺς τηλεγράφους, ἀπαιτοῦσι καὶ χωριστὴν ὑπηρεσίαν διὰ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν ἐκμετάλλευσιν. Καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀνατίθεται ἡ οἰκονομικὴ ἐκμετάλλευσις εἰς τὰ ἴδια πρόσωπα εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθεται καὶ ἡ ἐκτέλεσις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἶναι τελείως ἀφύσικον, διότι οἱ ἱκανοὶ πρὸς ἐκτέλεσιν δὲν εἶναι ἱκανοὶ πρὸς ἐκμετάλλευσιν, θὰ χρησιμεύσῃ δὲ καὶ πρὸς ἔλεγχον ἡ ὑπηρεσία τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐκτελέσεως, ἥτις αὐτὴ ἑαυτὴν θὰ ἐλέγχῃ. Θὰ ὑπάρχῃ λοιπὸν ὁ μόνος δεσμὸς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν ὅτι εἰς τὸ μέλλον ὅλαι αὐταὶ αἱ διευθύνσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀποτελῶσι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας, θὰ εἶναι εἰς τὸ αὐτὸ κτίριον ἀλλὰ τίποτε ἐπὶ πλέον. Ὅτι θὰ εἶναι ὑπὸ τὸν αὐτὸν Ὑπουργὸν δὲν σημαίνει τίποτε, διότι δὲν ἀλλάζει μορφὴν εἷς Ὑπουργός. Ἐφ’ ὅσον διοικοῦνται ὑφ’ ἑνὸς Ὑπουργοῦ διευθύνοντος καὶ ἄλλο Ὑπουργεῖον, ἂν ὁ αὐτὸς Ὑπουργὸς διευθύνει τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, φερ’ εἰπεῖν, καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι ἐπῆλθε ἑνότης τις ἐνεργείας τῶν δύο Ὑπουργῶν. Τὸ αὐτὸ καὶ ὅταν εἷς Ὑπουργὸς θὰ διευθύνῃ τὰς τέσσαρας αὐτὰς διευθύνσεις μεταξύ των. Δὲν ὑπάρχει συνεκτικός τις δεσμὸς καὶ δὲν εἶναι θαῦμα ἂν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἔχει κοινὴν ἔννοιαν διότι ἔχει καὶ ἓν μόνον ὄνομα, ἂν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτὸ συναντηθῶσι ποτὲ οἱ ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων τμημάτων ἐκτὸς τῆς συναντήσεώς των εἰς τὴν κλίμακα ὅπως ἀλληλοχαιρετηθῶσιν ὡς ξένοι τελείως, ὡς ἔχοντες προορισμὸν τελείως διάφορον ὁ εἷς τοῦ ἄλλου. Ἀλλὰ τόσον εἶναι πρόχειρος ἡ συγκρότησις τοῦ νέου Ὑπουργείου, ὥστε ἀπορεῖ τις πῶς δὲν ἐλήφθη πρόνοια τοὐλάχιστον ὅπως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων καὶ τίποτε ἄλλο, μὴ συγκεντρωθῶσι τοὐλάχιστον ὅλα τὰ δημόσια ἔργα. Καὶ λαμβάνεται μὲν πρόνοια διὰ τοῦ νομοσχεδίου ὅπως διὰ Β. Δ. ὅπως κανονισθῇ ἡ ὑπαγωγὴ ἐκτελέσεως διαφόρων δημοσίων ἔργων εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο βραδύτερον, ἀλλὰ δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον δὲν ἔπρεπε τοῦτο νὰ ἀποτελῇ τὸν κύριον σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου. Ὅταν συγκροτεῖται Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον πράγματι εἶναι Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον δὲν ὑπάγονται εἰς αὐτὰ τὰ τμήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κακῶς ὑπήχθησαν ὑπὸ ξένα Ὑπουργεῖα, ὡς εἶναι τὸ τμῆμα τῶν δημοσίων ναυτικῶν κτιρίων, τὸ ὁποῖον μόνον πρὸς ἱκανοποίησιν προσώπων συνεκροτήθη. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ὅπως τὰ κτίρια τοῦ ναυτικοῦ ὑπάγωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ἀναρμοδιώτατον τελείως νὰ ἔχῃ ἰδέαν περὶ ναυτικῶν κτιρίων. Οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ὅπως τὰ σχολεῖα καὶ διάφορα ἄλλα ἔργα χάριν ἀρχαιολογικῶν σκοπῶν, ἐκτελῶνται ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, διότι τὰ σχολεῖα δὲν ἀπαιτοῦσιν εἰδικάς τινας γνώσεις, ἀλλ’ ἴσως εἶναι ὁ εὐκολώτερος κλάδος ἱδρύσεως κτιρίων, ἀφοῦ ταῦτα κτίζονται ἐπὶ τῇ βάσει ὡρισμένου σχεδίου ἀναλόγως τῶν τάξεων. Ἀλλὰ καὶ γενικώτερον τι ἄλλο δὲν γίνεται, καθ’ ὃν χρόνον συγκροτεῖται Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν πολὺ μεγαλείτερον τῆς ἀποσπάσεως ὡρισμένου κλάδου. Καθ’ ὃν χρόνον συνιστᾶται Ὑπουργεῖον εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ὑπαχθῶσιν οἱ τηλέγραφοι, εἰς ἄλλο Ὑπουργεῖον πρόκειται νὰ ἀνατεθῇ ἡ ὑπηρεσία τοῦ ἀσυρμάτου τηλεγράφου, ἥτις ἔχει βεβαίως πολεμικοὺς σκοπούς, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μένῃ μακρὰν ἀπὸ τὴν ἐκμετάλλευσιν, διότι καὶ σήμερον ἀκόμη ἡ ἀνάγκη τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπάρχει. Ἀλλὰ μήπως δὲν ἐξυπηρετοῦσιν ἀνάγκας τοῦ στρατοῦ οἱ τηλέγραφοι οἱ σημερινοί; Δὲν ὑπάγονται ὅμως ἕνεκα τούτου εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, διότι καὶ αὐτοὶ ὑπάλληλοι τῆς Πολιτείας εἶναι, καὶ ἐφ’ ὅσον λάβῃ ἀνάγκην ὁ στρατός, θὰ παράσχωσι τὰς ὑπηρεσίας των μετὰ τῆς αὐτῆς προθυμίας. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον θὰ ἠδύνατο καὶ ἡ ραδιοτηλεγραφία νὰ ὑπάγηται εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον, ἀφοῦ εἶναι κοινὸς κλάδος ἐκμεταλλεύσεως, ὁ ὁποῖος κατ’ οὐδένα λόγον δὲν πρέπει νὰ ὑπάγηται εἰς ἓν Ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει μόνον τὴν φθορὰν ὑπ’ ὄψιν του. Καὶ ἂν ὑπάγηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον αὐτό, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐκτελῆται μετὰ τῆς αὐτῆς προθυμίας, διότι οὐδεὶς λόγος θὰ ὑπάρχῃ ὅπως οἱ ὑπάλληλοι αὐτοὶ τῆς Πολιτείας μὴ συμμορφῶνται πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ὑποδείξεις τῶν διοικούντων τὸ ναυτικόν, ἐφ’ ὅσον παρίσταται ἀνάγκη ἐξυπηρετήσεως τῶν ἀναγκῶν τοῦ στόλου, εἴτε ἐν εἰρήνῃ εἴτε ἐν πολέμῳ. Ἀκόμη δύναμαι νὰ εἴπω ὅτι καὶ αὐτὰ τὰ στρατιωτικὰ κτίρια, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουσιν ἀποκλειστικῶς στρατιωτικὸν χαρακτῆρα, ἐφ’ ὅσον δὲν πρόκειται περὶ ἀμυντικῶν ἔργων, καὶ τὰ κτίρια ταῦτα δύνανται νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, διότι οὐδεὶς ὑπάρχει λόγος ὅπως οἱ στρατῶνες ὑπάγωνται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ὅταν οὐδεμία εἰδικότης ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο. Ὅλα τὰ ἔργα ταῦτα δέον νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, ἵνα κοινὴ ἰδέα καὶ κοινὸς τρόπος διέπωσι τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων αὐτῶν τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἕνα σκοπὸν ἔχουσι, νὰ ἐξυπηρετήσωσιν ἀνάγκας τῆς Πολιτείας. Δὲν λυποῦμαι διότι ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον καὶ θὰ γίνῃ νόμος τοῦ Κράτους, ὁσονδήποτε ἀκαταλλήλως καὶ ἂν ζητεῖται ἡ ἵδρυσίς του. Ὁμολογῶ ὅτι σημειοῦται μία πρόοδος καὶ ὁ χρόνος θὰ ἐπιφέρῃ τὴν διόρθωσίν του. Εἶναι ὅμως εὐχῆς ἔργον νὰ λεχθῶσι μερικὰ πράγματα, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ εἶχον ἐπικρατήσει καὶ λυποῦμαι ὅτι διὰ τὴν σύστασιν τοῦ Ὑπουργείου ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν σκέψεις μονομερεῖς καὶ ἐκλήθησαν ὅπως δώσωσι τὴν γνώμην των τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐφρόντισαν περὶ τῶν ἰδίων ἑαυτῶν συμφερόντων καὶ τὰ ὁποῖα ἀκόμη δὲν διατελοῦσιν ἐν γνώσει ὅτι πέρα τῶν ἰδίων συμφερόντων ὑπάρχει ἀνάγκη ἐξυπηρετήσεως καὶ ἄλλων. Εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ διατάξεών τινων, ἀλλ’ ἀρκεῖ νὰ εἴπω ὅτι ὁ οἰκονομικὸς ἔλεγχος τῶν σιδηροδρόμων καὶ ἡ ἐμπορικὴ ἐκμετάλλευσις εἶναι δύο χωριστὰ τμήματα. Ἡ ἰδέα τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων ἠδύνατο νὰ μείνῃ εἰς τὰ ὑπάρχοντα τμήματα, ὁλόκληρος ὅμως ἡ οἰκονομικὴ ἐκμετάλλευσις ἔπρεπε νὰ χωρισθῇ ἀπ’ αὐτῶν καὶ ἄλλα πρόσωπα ἔπρεπε νὰ κληθῶσιν, ὅπως διαγράψωσι τὸν τρόπον τῆς ἐκμεταλλεύσεως, διότι Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας ἐννοεῖται μόνον κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι θὰ ἔχῃ δύο μεγάλας διευθύνσεις, τὴν τῆς ἐκτελέσεως τῶν ἔργων καὶ τὴν τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν. Εἰς τὴν μίαν θὰ ἦσαν ἁρμόδια τὰ πρόσωπα τὰ κατέχοντα τεχνικὰς γνώσεις, τὸ ἄλλο θὰ ἦτο ἡ ἵδρυσις ἰδίας ὑπηρεσίας ὑπὸ προσώπων ἐχόντων γενικὰς γνώσεις, ἔστω καὶ ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἢ τῶν Οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἦσαν ἁρμοδιώτερα, διότι τοὐλάχιστον θὰ διετέλουν ἐν γνώσει τοῦ λογιστικοῦ νόμου καὶ τοῦ τρόπου τηρήσεως βιβλίων, διὰ τὰ ὁποῖα εἶναι τελείως ἀκατάλληλα τὰ πρόσωπα, εἰς τὰ ὁποῖα ἀνατίθεται σήμερον σὺν τῇ ἐκτελέσει καὶ ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἔργων. Ἕν γενικὸν συμβούλιον νὰ διοικῇ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἀλλὰ νὰ εἶναι χωριστὰ τὰ συμβούλια εἰς τρόπον ὥστε ἡ νῦν ἑνιαία ἰδέα τῆς ἐκτελέσεως τῶν δημοσίων ἔργων, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάγονται καὶ οἱ σιδηρόδρομοι, διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ νέου Ὑπουργείου, νὰ μὴ παύσῃ, ἀλλὰ νὰ ἐνισχυθῇ, καὶ οἱ διάφοροι κλάδοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον ὑπάγονται ὑπὸ ἓν συμβούλιον καὶ μίαν διεύθυνσιν, νὰ ὑπάγωνται ὑπὸ πλείονας, χωρὶς νὰ λαμβάνηται πρόνοια ὥστε νὰ συνενῶνται αἱ κορυφαὶ τοὐλάχιστον τῶν διαφόρων αὐτῶν διευθύνσεων εἰς ἓν σημεῖον πρὸς διαγραφὴν κοινῶν κανόνων. Τὸ κακὸν τῶν δημοσίων ἔργων, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει σήμερον, θὰ ἐξακολουθήσῃ ἂν δὲν γίνωσιν αὐτά, διότι λαμβάνεται πρόνοια ὅπως μὴ εἰσαχθῇ πρόσωπόν τι ἔξωθεν. Τὰ ἔξωθεν εἰσαγόμενα πρόσωπα θὰ ἀποτελέσωσιν ἔκτακτον προσωπικὸν μακρὰν τῆς διευθύνσεως, ὅπως μὴ θιχθῇ τὸ ἱερὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἔχουσιν, ὡς πρῶτοι εἰσελθόντες, ὡς κατακτηταί, ἔχοντες τὸ δικαίωμα τῆς προτεραιότητος. Παρόμοιόν τι βλέπομεν συμβαῖνον καὶ εἰς τὸ Πολυτεχνεῖον, ἕνεκα στενῆς ἀντιλήψεως, καὶ διὰ τοῦτο τὸ Πολυτεχνεῖον μένει πολὺ χαμηλὰ καὶ δὲν παράγει τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους ἡ ἀνωτέρα, ἡ μόνη πρακτικὴ σχολή, ἡ ὁποία ὑπάρχει, ὤφειλε νὰ παράγῃ, καὶ τοὺς ὁποίους βεβαίως θὰ παρῆγεν, ἂν ὑπήγετο ὑπὸ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας. Ὄχι δὲ μόνον δι’ ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ δι’ ἓν τμῆμα, τὸ τμῆμα τῶν σιδηροδρόμων, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον συνιστᾶται τὸ νέον Ὑπουργεῖον, ἂν ἐλαμβάνετο πρόνοια νὰ μελετηθῇ τί ἐγένετο ἀλλαχοῦ, βεβαίως δὲν θὰ συνετάσσετο τὸ νομοσχέδιον καθ’ ὃν τρόπον συνετάχθη. Ἡ κυριωτέρα ἐκμετάλλευσις τῶν σιδηροδρόμων γίνεται ὡς γνωστὸν ἐν Πρωσσίᾳ καὶ κινεῖ τὸν θαυμασμὸν ὅλων εἰς τρόπον, ὥστε νὰ ὑποτίθηται ὅτι ἐκ τῆς καλῆς ὀργανώσεως τῶν σιδηροδρόμων ἐν Πρωσσίᾳ ἐξασφαλίζεται καὶ ἡ καλλιτέρα κινητοποίησις τοῦ στρατοῦ περισσότερον παντὸς ἄλλου μέρους. Καὶ ὄντως, ὡς εἶναι γνωστόν, ἡ ἐκμετάλλευσις τῆς συγκοινωνίας καὶ ἡ ἐξυπηρέτησις τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας ἐνεργεῖται πληρέστερον καὶ τελειότερον ἐν Πρωσσίᾳ παρὰ παντοῦ ἀλλοῦ. Ἐκεῖ, ἂν εἶχε τὴν περιέργειαν ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου νὰ καταφύγῃ, θὰ ἔβλεπεν ὅτι κατ’ ἐντελῶς διάφορον τρόπον διοικεῖται ἡ ὑπηρεσία αὕτη, διότι εἶναι ἐντελῶς κεχωρισμένη ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν αὐτῶν ἐκμετάλλευσιν καὶ προέχει ἡ ἰδέα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῆς ἰδέας τῆς ἐκτελέσεως. Ὑπὸ πρόσωπα δὲ ἱκανὰ μᾶλλον νὰ διευθύνωσιν οἰκονομικὰς ὑπηρεσίας ὑπάγεται κυρίως ἡ ὑπηρεσία τῶν σιδηροδρόμων τῆς Πρωσσίας, ἢ ὑπὸ μηχανικούς, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον ἁπλῶς νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἔργα, ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, ὅπως φροντίσωσι περὶ τῆς καταλληλοτέρας ἐξυπηρετήσεως τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον προορίζονται ταῦτα. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ τμῆμα τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων. Ἔπρεπεν ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ, καθ’ ἣν συνιστᾶται ἓν Ὑπουργεῖον, νὰ ληφθῇ κἄποια πρόνοια, ἔστω ἐλαχίστη, διὰ νὰ μεταβληθῇ ἡ ὑπηρεσία αὕτη καὶ ἐπιτευχθῇ κἄποια πρόοδος. Δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ στενοχωρῆται, διότι ἐντὸς 24 ὡρῶν δὲν δύναται νὰ φθάσῃ ἐπιστολὴ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Ἀθήνας ἢ ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ, καὶ ὅμως περὶ τούτου εἶναι ἥσυχοι οἱ διευθύνοντες τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, διότι οὐδέποτε ἐσκοτίσθησαν. Ἄλλοτέ ποτε εἶπον εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι ἐν Ἑλλάδι τὸ τηλέφωνον δὲν χρησιμοποιεῖται δι’ ὃν σκοπὸν συνέστησεν αὐτὸ ὁ Ἔδισσων. Ὑπάρχει πληθώρα τηλεφώνων ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ μεταβίβασις τηλεφωνημάτων δὲν ἐπιτρέπεται, ἀλλὰ μόνον τηλεγραφημάτων. Ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία μένει ἡσυχωτάτη, καθ’ ὃν χρόνον ἡ κοινωνία ὁλόκληρος, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ ἐξυπηρετῆται ἀπὸ τὰ τηλέφωνα, ὑποφέρει πραγματικῶς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς τοιαύτης συγκοινωνίας. Καὶ τὰ πρόσωπα αὐτά, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν αὐτὴν τὴν ἀντίληψιν, καλοῦνται καὶ πάλιν νὰ διευθύνωσι τοὺς κλάδους αὐτούς, καθ’ ὃν χρόνον εἷς κοινὸς ἀνήρ, εἷς ἀξιοθαύμαστος, ἀγράμματος καὶ ἐκ τῆς πείρας προελθών, εἷς διευθυντὴς πρακτορείου ἐφημερίδων, ἐξυπηρετεῖ τὸ Κράτος πολὺ καλλίτερον, διότι ἐκτελεῖ ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν καλλίτερον ἀπὸ τὸ Κράτος. Μὲ παιδιὰ ἀγράμματα ἐξυπηρετεῖ ὁλόκληρον τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τύπου θαυμασίως, μέχρι τοῦ βαθμοῦ, ὥστε νὰ ἐπιβάλληται ἴσως εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ καλέσῃ τὸν κ. Τσαγγάρην νὰ τὸν κάμῃ διευθυντὴν τῶν Τηλεγράφων καὶ Ταχυδρομείων, ὅτε ἐξάπαντος θὰ ἐσημειοῦτο κἄποια πρόοδος. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν τὸ παράδειγμα τοῦ ἀειμνήστου Ῥούκη, ὁ ὁποῖος κληθεὶς ἔφερεν μίαν ἐπανάστασιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν, ἤδη ὅτε συνιστᾶται τὸ εἰδικὸν Ὑπουργεῖον, δὲν λαμβάνεται πρόνοια, ὅπως σημεῖόν τι τῆς ὑπηρεσίας τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸν κύκλον τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διευθύνουσι τὴν ὑπηρεσίαν μὲ ὡρισμένας στενὰς ἀντιλήψεις, ἀπὸ τὰς ὁποίας δὲν θὰ ἐξέλθωσί ποτε ὄχι ἕνεκα συμφέροντος ἢ κακῆς πίστεως, ἀλλ’ ἕνεκα τῆς πεποιθήσεως ὅτι αἱ ἀντιλήψεις αὗται εἰσὶν αἱ ἄρισται. Βλέπομεν τὴν ἀνεπάρκειαν αὐτὴν κυρουμένην ἤδη, ἀφοῦ μετὰ 18 μῆνας ἐξακολουθοῦμεν νὰ διατηρῶμεν ἀκόμη ξένα ταχυδρομεῖα ἐν Θεσσαλονίκῃ, τὰ ὁποῖα ἂν ἤθελον καταργηθῆ, θὰ ἐβλέπομεν τὴν ταχυδρομικὴν ὑπηρεσίαν νὰ ἐγίνετο πολὺ χειροτέρα ἀπὸ ὅσα κακὰ ἐνεργοῦνται σήμερον. Εἶναι τόσον ὀπισθοδρομικὴ ἡ ὑπηρεσία τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, ὥστε ἂν συγκρίνωμεν αὐτὴν οὐχὶ πρὸς προηγμένα Κράτη, ἀλλὰ πρὸς νεώτερα ἡμῶν, τὰ Βαλκανικά, θὰ ἴδωμεν ὅτι ὑστεροῦμεν σχεδὸν εἰς ὅλους τοὺς κλάδους, τοὺς ὁποίους σκοποῦσιν νὰ ἐξυπηρετήσωσιν αἱ ὑπηρεσίαι αὗται. Πρέπει νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ συνολικὸς ἀριθμὸς τῶν διαμειβομένων τηλεγραφημάτων ἐν Ἑλλάδι εἶναι 1.500.000 ἐνῷ ἐν Βουλγαρίᾳ εἶναι 1.811.000, ἐν Ῥουμανίᾳ 13.2 0.000 δηλ. πολὺ περισσότερος ἀριθμὸς παρ’ ὅ τι ὁ πληθυσμός της. Εἶναι δὲ ἡ Ἑλλάς, ἀπὸ ἀπόψεως οἰκονομικῆς, πολὺ προηγμένη, ὥστε νὰ δικαιολογῆται ἡ περισσοτέρα χρῆσις τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, δὲν παρέχονται ὅμως ὡς ἀλλαχοῦ αἱ εὐκολίαι. Καὶ ἐμνημόνευσα μόνον τὴν διαβίβασιν τῶν τηλεγραφημάτων θὰ ἤθελον ἐν τούτοις καὶ ἄλλους ἀριθμοὺς νὰ παρατάξω, ἵνα φανῇ ὅτι ἐκ τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων ἐλλείπει πᾶσα ἰδέα προόδου. Ἀφήνω δὲ ὅτι ἀκόμη δὲν ὑπάρχουσι ταχυδρομικὰ ταμιευτήρια, τὰ ὁποῖα ἀλλαχοῦ ἔχουσι συγκεντρώσει παμμέγεθες ποσόν, ἀφοῦ καὶ εἰς αὐτὴν ἀκόμη τὴν Κρήτην εἰσήχθησαν καὶ προώδευσαν ταῦτα. Ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζονται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ταχυδρομείων καὶ τηλεγράφων ὅλαι αἱ νεώτεραι ἐκεῖναι μέθοδοι, αἱ ὁποῖαι ἐξασφαλίζουσι κέρδη ὑπὲρ τοῦ Κράτους καὶ συγχρόνως ἐξυπηρετοῦσι τὴν κοινωνίαν. Ὑπάρχει ἕν μέσον ἀποστολῆς χρημάτων διὰ ταχυδρομικῶν ἐπιταγῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀπηρχαιωμένον σχεδόν. Ὑπάρχουσι πλεῖστα ἄλλα μέσα ἀποστολῆς χρημάτων, ὅπως ἡ κοινωνία ἐξυπηρετῆται διὰ τὴν μεταβίβασιν καὶ διὰ τὴν εἴσπραξιν μικρῶν ποσῶν, ἀπαραιτήτων διὰ τὴν ἀπόκτησιν εἰδῶν μικρᾶς ἀξίας ἀλλὰ... Καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξα πρὸ ὀλίγου, τὸ ζήτημα τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας. Συνέστη Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας καὶ τὸ πρῶτον τμῆμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἀποτελέσῃ τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, θὰ ἦτο τὸ τῆς Ἐμπορικῆς Ναυτιλίας, ἴσως περισσότερον καὶ αὐτῆς τῆς γεωργίας, διότι ναὶ μὲν ἡ γεωργία εἶναι μεγαλείτερος κλάδος ἐκμεταλλεύσεως, παραγωγικώτερος ἐν Ἑλλάδι, ἀλλ’ ὁ τρόπος κατὰ τὸν ὁποῖον διεξάγεται αὕτη εἶναι τόσον πρωτόγονος, ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν πρὶν ἢ παρέλθωσι πολλὰ — πολλὰ ἔτη καὶ δὲν ἐπεμβῇ ἡ Πολιτεία, ἡ ἐκμετάλλευσις τῶν ἀγρῶν καὶ ἡ καλλιέργεια, γίνηται ὑπὸ καλλιτέρους ὅρους, ἀλλὰ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ βιομηχανία εἶναι ἰδιωτικὴ οἰκονομία πολὺ μικροτέρας σημασίας, παρ’ ὅ τι εἶναι εἷς μέγας κλάδος ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, ὡς ἡ Ἐμπορικὴ Ναυτιλία. Ἐφ’ ὅσον συνεκροτήθη Ὑπουργεῖον Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τὸ ὁποῖον ἔχει σκοπὸν τὴν ἐνίσχυσιν τῆς παραγωγῆς, οὐδέποτε ἐπετρέπετο ὅπως, ὁ κυριώτερος κλάδος τῆς ἐθνικῆς παραγωγῆς μετὰ τὴν γεωργίαν, μείνῃ ἐκτὸς τοῦ κύκλου τῆς δικαιοδοσίας του. Ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε ὅτι συνιστᾶται νέον Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας καὶ ὁ κυριώτερος κλάδος τῆς συγκοινωνίας τῆς ἐκτελουμένης καθ’ οἱονδήποτε τρόπον, δι’ ἁμαξῶν, ἡμιόνων καὶ ἀκόμη καὶ διὰ τῶν ὤμων τῶν ἀνθρώπων, ὁ κλάδος αὐτὸς τῆς συγκοινωνίας μένει ἐκτὸς τοῦ συνιστωμένου Ὑπουργείου καὶ σεῖς συζητεῖτε διὰ τὴν ναυτιλίαν; Τὸ ἀποτέλεσμα τέλος, Κύριοι, τῆς τοιαύτης λησμοσύνης τῆς Πολιτείας πρὸς τὸν κλάδον αὐτόν, τὸν κυριώτερον κλάδον τῆς ἰδιωτικῆς οἰκονομίας, εἶναι ὅτι ἔχει ἐγκαταλειφθῆ οὗτος τελείως εἰς τὴν τύχην του. Τὸ Ὑπουργεῖον εἰς τὸ ὁποῖον ὑπάγεται ἔχει καθήκοντα νὰ φροντίζῃ πολὺ περισσότερον περὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ ἢ μᾶλλον νὰ φροντίζῃ κυρίως περὶ τοῦ πολεμικοῦ ναυτικοῦ. Ἐπειδὴ δὲ εἶναι τελείως διάφορα τὰ καθήκοντα καὶ οἱ σκοποὶ τοῦ πολεμικοῦ ἀπὸ τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, ὁ κυριώτερος θὰ ἀπασχολήσῃ τὸν Ὑπουργόν, ὁ ἄλλος δὲν θὰ ἀπασχολήσῃ αὐτὸν παντάπασι, εἶναι δὲ λυπηρόν, διότι, καθ’ ὃν χρόνον ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία ἀπησχολήθη ἀπείρως διὰ τμήματα τῆς παραγωγῆς, ὅπως π. χ. περὶ τῆς σταφίδος, δὲν ἠσχολήθη ποτὲ περὶ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κλάδου τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας. Καὶ ὁ λόγος εἶναι διότι ὑπάγεται εἰς Ὑπουργεῖον, τὰ κύρια ὄργανα τοῦ ὁποίου δὲν ἠσθάνθησαν ἀκόμη τὴν ἀνάγκην νὰ ἀσχοληθῶσι διὰ τὸν κλάδον τοῦτον, οὐχὶ διότι διαπνέονται ὑπὸ κακῶν προθέσεων· ἀπεναντίας, ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τῆς προόδου του, ἀλλὰ διότι εἶναι τελείως ἀκατάλληλα, αἱ δὲ ἀντιλήψεις των εἶναι τοιαῦται ὥστε νὰ ὑποθέτωσιν ὅτι τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν ἀποτελεῖ παράρτημα τοῦ πολεμικοῦ καὶ σκοπεῖ μόνον τὴν ἐξυπηρέτησιν αὐτοῦ, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἀτυχῶς — καὶ δυστυχῶς—δὲν ἔχομεν τόσον πολὺ μέγα ναυτικὸν πολεμικόν, καὶ ὁ κύριος σκοπὸς τοῦ κλάδου τούτου θὰ ἦτο τὸ ἐμπορικὸν ναυτικόν, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει καὶ εἰς τὸ πολεμικὸν ἄνδρας, ἀλλ’ ἐξασφαλίζει καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν πλοῦτον τόσον πολύν, ὥστε νὰ ἦτο ζήτημα ἂν θὰ εὑρισκόμεθα εἰς τὴν εὐχάριστον αὐτὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἂν δὲν παρετηρεῖτο ἐσχάτως ἡ κολοσσιαία αὐτὴ ἀνάπτυξις, ἡ ὁποία παρετηρήθη εἰς τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν, ἐκ τῆς ὁποίας εἰσάγονται κατ’ ἔτος ἀκέραια δι’ ἀπασχολήσεως σχετικῶς ὀλίγων προσώπων δεκάδες ὁλόκληροι ἑκατομμυρίων περισσοτέρων ἀπὸ κάθε εἶδος παραγωγῆς, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω σχετικῶς πρὸς τὰς λεπτομερείας. Ἡ ἰδέα τῆς συγκροτήσεως τοῦ Ὑπουργείου εἶναι ὀρθὴ καὶ συγχαίρω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος προέβη εἰς τὴν σύστασιν τούτου. Συγχαίρω δ’ ἀκόμη αὐτόν, διότι ἐγκαίρως ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον ὅπως συζητηθῇ, καὶ εἶχεν ἀκόμη τὴν καλωσύνην νὰ ἀκούσῃ γνώμας καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ διορθώσῃ κατὰ τὸ δυνατὸν ὅ τι ἐπροτάθη ὀρθόν· ἀλλ’ ἐνόμισα συγχρόνως ὅτι εἶχον καθῆκον νὰ πολεμήσω καὶ τὰς ἀντιλήψεις αἱ ὁποῖαι ἐπικρατοῦσιν εἰς τὴν διεξαγωγὴν τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν καὶ πρὸ πάντων τὴν κεντρικὴν ἀντίληψιν ὅτι τὰ ὑπάρχοντα ὄργανα τῆς Πολιτείας ἔχουσιν ἐπὶ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν δικαιώματα ὥστε νὰ θεωρηθῇ ἀφαίρεσις δικαιωμάτων των πᾶσα σκέψις ἀποσπάσεως καθηκόντων ἀπ’ αὐτῶν, πᾶσα ἰδέα εἰσαγωγῆς εἰς τοὺς κλάδους τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας νέου αἵματος.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Ἀγαπητός.
§153Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ὅτε, κύριοι Βουλευταί, ὑπεβλήθη τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, κατὰ μῆνα Δεκέμβριον, ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τροπολογίαν ἐν τῇ ὁποίᾳ περιείχοντο δύο κεντρικαὶ ἰδέαι. Ἀφ’ ἑνὸς μὲν προέτεινον νὰ μὴ συμπεριληφθῶσιν ἐν τῷ νόμῳ περὶ συστάσεως τοῦ νέου Ὑπουργείου αἱ λεπτομέρειαι τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ, ἀλλὰ νὰ νομοθετηθῇ ἁπλῶς ὅτι μεταφέρονται αἱ ὑπηρεσίαι αἱ ἀναγόμεναι εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον καὶ κατόπιν ὁ νέος μέλλων Ὑπουργὸς νὰ συντάξῃ τὸν ὀργανισμὸν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ διῳκεῖτο τὸ νέον Ὑπουργεῖον. Τὴν κεντρικὴν αὐτὴν ἰδέαν δὲν ἀπεδέχθη ὁ κύριος Ὑπουργός. Ὄχι μόνον τοῦτο ἀλλὰ τοὐναντίον, ἐσχάτως ὑπέβαλε τροποποιημένον νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίζοντο μὲ περισσοτέρας ἀκόμη λεπτομερείας αἱ διάφοροι ὑπηρεσίαι τοῦ νέου Ὑπουργείου. Ἑπομένως εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσωμεν αὐτὸν εἰς τὴν ὁδὸν αὐτὴν καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἐν λεπτομερείᾳ τὸν ὀργανισμὸν τοῦ νέου Ὑπουργείου ὅπως παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ ὑπεβλήθη. Συνεπείᾳ τούτου ὑπέβαλον πρὸ 2–3 ἡμερῶν—ἀτυχῶς δὲν διενεμήθη ἀκόμη—τροπολογίαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ τροπολογουμένου νομοσχεδίου τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἐν αὐτῇ, ἐκτὸς διαφόρων τροποποιήσεων ἀφορωσῶν τὰς λεπτομερείας, περὶ τῶν ὁποίων θὰ συζητήσωμεν εἰς τὰ οἰκεῖα ἄρθρα, ὑπέβαλον καὶ τροπολογίαν σχετικὴν πρὸς τὰ Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῷ νέῳ νομοσχεδίῳ τοῦ Ὑπουργοῦ. Τὰ Συμβούλια ταῦτα ἐν τῷ τροποποιημένῳ νομοσχεδίῳ εἶναι τὸ ὅλον ἐννέα, ἐξ ὧν ἓν εἶναι τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων, ἓξ Συμβούλια ἀνάγονται εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν Σιδηροδρόμων, ἤτοι Συμβούλιον προσωπικοῦ σιδηροδρόμων, Συμβούλιον τεχνικὸν σιδηροδρόμων, Συμβούλιον ἐμπορικὸν σιδηροδρόμων, Συμβούλιον ἠλεκτρικῶν καὶ μηχανουργικῶν ἐγκαταστάσεων, καὶ Συμβούλιον ἐργασίας σιδηροδρόμων ἓν εἶναι σχετικὸν πρὸς τὴν διεύθυνσιν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, καὶ ἕν, τὸ λεγόμενον Συμβούλιον διοικητικῆς ὑπηρεσίας, εἶναι γενικὸν δι’ ὅλας τὰς διευθύνσεις. Εἰς τὴν ἀρχικήν μου τροπολογίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, κατὰ μῆνα Μάρτιον περίπου, συνίστων ὑπὸ τύπον εὐχῆς νὰ μὴ ὀργανωθῇ τίποτε ἐν τῷ νέῳ Ὑπουργείῳ, καὶ ἔλεγον ὅτι θὰ ἦτο ὠφέλιμον νὰ συστηθῇ ἕν μόνον Συμβούλιον εἰς ἑκάστην διεύθυνσιν καὶ σὺν αὐτοῖς ἕν Συμβούλιον γενικόν, Συμβούλιον τῆς Συγκοινωνίας. Σχετικὴν τροπολογίαν ὑπέβαλον καὶ προχθὲς διὰ τὴν σύστασιν Συμβουλίου Συγκοινωνίας. Πραγματικῶς, ἂν τὰ εἰς ἑκάστην διεύθυνσιν συγκροτούμενα Συμβούλια, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο καὶ ὤφειλον νὰ ὀργανωθῶσιν συστηματικῶς καὶ ὄχι ἀνομοίως, ὅπως ὑποβάλλονται εἰς τὸ νομοσχέδιον, οὕτως ὥστε ἡ συγκρότησίς των νὰ εἶναι ὁμοιόμορφος καὶ νὰ τροποποιῆται ἀναλόγως τοῦ θέματος διὰ μικρῶν προσθαφαιρέσεων, ἂν λέγω, ἐξυπηρετεῖται ἑκάστη τῶν διευθύνσεων ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τοῦ σχετικοῦ, τὰ γενικὰ συμφέροντα τῆς συγκοινωνίας περὶ τῶν ὁποίων ὡμίλησε πρὸ ὀλίγου ὁ ἄρτι κατελθὼν τὸ βῆμα Συνάδελφος, θὰ ἐξυπηρετῶνται μόνον καὶ μόνον ὑπὸ τοῦ γενικοῦ Συμβουλίου τῆς Συγκοινωνίας. Τὸ Συμβούλιον αὐτὸ θὰ σκέπτηται δι’ ὅλα τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρουσι δύο διαφόρους διευθύνσεις, καὶ ἐκεῖ θὰ συναντῶνται οἱ διευθυνταὶ τῶν διαφόρων διευθύνσεων, ἀναφορικῶς πρὸς ὅσα εἶχεν εἴπει πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Συνάδελφος. Τὸ Συμβούλιον τῆς Συγκοινωνίας θὰ ἀποφαίνηται, ἂν πρέπῃ νὰ προτιμηθῇ ἡ Α ἢ Β ὁδὸς ἢ ἂν εἰς τὸ τάδε μέρος πρέπῃ νὰ γίνῃ Σιδηρόδρομος ἢ ἁμαξιτὴ ὁδὸς ἢ ἂν πρέπῃ ὁ λιμὴν νὰ ἐξυπηρετῇ τὴν τάδε παραγωγὴν ἢ ἄλλην ἢ ποῖος λιμὴν πρέπει νὰ καλλιεργηθῇ περισσότερον ἢ ὀλιγώτερον, καὶ ἐν γένει ὁποία τις πρέπει νὰ εἶναι ἡ συγκοινωνιακὴ πολιτικὴ τοῦ Κράτους. Ἐν τῇ ὑποβληθείσῃ προτάσει μου συνίστων ἕν συμβούλιον δι’ ἑκάστην διεύθυνσιν ἀπαρτιζόμενον ὁμοιομόρφως ἐκ τοῦ Διευθυντοῦ, ἐκ τῶν Ἐπιθεωρητῶν, ἐκ τῶν Τμηματαρχῶν καὶ ἐξ ἑνὸς Ἐπιθεωρητοῦ ἐξ ἑκάστης ἄλλης διευθύνσεως, οὕτως ὥστε εἰς ἕκαστον Συμβούλιον νὰ ὑπάρχῃ εἷς Ἐπιθεωρητὴς τῆς ἑτέρας διευθύνσεως, καὶ ἐπὶ πλέον εἰς ἕκαστον Συμβούλιον προσέθετον ἀνὰ τρεῖς πολίτας, ἀκριβῶς δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ηὐχήθη ὁ κ. Συνάδελφος. Τρεῖς πολῖται εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων ἔργων, τρεῖς εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν Σιδηροδρόμων καὶ τρεῖς εἰς τὸ Ταχυδρομεῖον καὶ Τηλεγράφων. Τὸ μέτρον τοῦτο ἐπιβάλλεται διότι οἱ ἐν τῇ διοικήσει ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, ὅσην δήποτε ἱκανότητα καὶ ἂν ἔχωσι, πάντοτε ἐνεργοῦσι κατὰ τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, ὁ ὁποῖος ἐπικρατεῖ εἰς τὸν κλάδον, ἐνῷ οἱ πολῖται, χωρὶς νὰ ἔχωσι τὴν πλειονοψηφίαν ἐντὸς τῶν Συμβουλίων τούτων, θὰ φέρωσιν ἐντὸς αὐτῶν τὴν διανοητικότητα τοῦ ἔθνους, τὴν ἀτμόσφαιραν τὴν ἐθνικὴν ἐντὸς τῶν διασκέψεων τῶν διευθυντῶν τῶν ὑπηρεσιῶν καὶ ἑπομένως οὗτοι, ἐνῷ δὲν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ὑπακούωσι τοὺς πολίτας οἵτινες θὰ ἀποτελῶσι μειονοψηφίαν, πάντως θὰ ἀκούωσι αὐτοὺς καὶ ἀσφαλῶς θὰ ἐπηρεάζωνται, διότι δὲν θὰ ἔχωσι βεβαίως προκατάληψιν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἀνώτερον Συμβούλιον τῆς Συγκοινωνίας, τοῦτο θὰ τίθηται ὑπὸ τὴν προεδρίαν τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ θὰ ἀπαρτίζηται ἐκ τῶν τριῶν διευθυντῶν ἐξ ὅλων τῶν ἐπιθεωρητῶν τῶν τριῶν διευθύνσεων, ἐκ δύο ἀξιωματικῶν, ἑνὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Στρατοῦ καὶ ἑνὸς τοῦ Ἐπιτελείου τοῦ Ναυτικοῦ, ἐκ τριῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἄλλων ἐνδιαφερομένων Ὑπουργείων, ἤτοι ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας διὰ τὸ ἐμπόριον, ἑνὸς ἀντιπροσώπου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν διὰ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν καὶ ἑνὸς τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὴν διοίκησιν, καὶ ἐπίσης ἐκ τριῶν πολιτῶν, τοὺς ὁποίους θὰ ἐκλέγῃ ὁ Ὑπουργός. Νομίζω ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον αἴρεται ἡ ἔλλειψις συνδέσμου τὴν ὁποίαν παρετήρησεν ὁ προλαλήσας Συνάδελφος, ὡς ἐπίσης αἴρεται καὶ ὁ ἕτερος φόβος, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασεν, ὅτι κλείονται αἱ θύραι εἰς νέον αἷμα. Διὰ τῆς εἰσόδου πολιτῶν εἰς τὰ Συμβούλια διορθοῦται τὸ πρᾶγμα ἐπαρκῶς, διότι τὸ νὰ προσληφθῇ ἀνώτερος ὑπάλληλος ἀπ’ εὐθείας εἰς ἀνωτέραν τάξιν ἱεραρχίας, τοῦτο καὶ δύσκολον εἶναι καὶ ἄδικον, ἴσως καὶ ἐπικίνδυνον καὶ δὲν γνωρίζω, ἂν τὸ μέτρον τοῦτο θὰ εἶναι ἐπιβεβλημένον. Εἶναι προτιμότερον, ἀντὶ νὰ προσλαμβάνωνται ἀνώτεροι ὑπάλληλοι ἀπ’ εὐθείας νὰ εἰσάγηται μόνον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὁ τρόπος τοῦ σκέπτεσθαι ὁ ἐξωτερικός, διὰ τῆς μεθόδου τῆς παραστάσεως πολιτῶν εἰς τὰ διάφορα Συμβούλια. Ἐπειδὴ δὲ δὲν ὑπάρχει ἄρθρον εἰδικὸν ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ στηριχθῇ τὸ ζήτημα τῆς συστάσεως ἀνωτέρου Συμβουλίου Συγκοινωνίας, παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐπιτρέψῃ νὰ ψηφισθῇ τοιοῦτον ἄρθρον κατὰ τὴν ψήφισιν τοῦ συνόλου.
§154ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ τροποποίησις ῥιζικῆς διατάξεως κατὰ τὸ σύνολον, εἶναι πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἐμέ. Ἀλλ’ οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ εἴπῃ δέχομαι, καὶ νὰ εἶναι ἐν τάξει.
§155Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Δύναται νὰ ψηφισθῇ ἓν πρόσθετον ἄρθρον, ὅπως καὶ εἰς ἄλλα νομοσχέδια ἐγένετο, ἂν τὸ κρίνῃ εὔλογον καὶ χρήσιμον ἡ Βουλή.
§156Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἐλαχίστας μόνον παρατηρήσεις ἔχω, Κύριοι, ἰδίως ὡς πρὸς τὰ λεχθέντα ὑπὸ τοῦ πρώτου ἐντίμου προλαλήσαντος ἐκ Λακωνίας Συναδέλφου. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν φρονεῖ ὅτι ὁ ὀργανισμὸς ἑνὸς Ὑπουργείου, τὸν ὁποῖον ἐμφανίζει τὸ ὑπὸ τὴν ψῆφον ὑμῶν νομοσχέδιον, εἶναι ὀργανισμὸς ὄχι κἂν τοῦ ἀπωτέρω μέλλοντος ἀλλ’ οὔτε τοῦ ἐγγυτέρου. Ἡ Κυβέρνησις πρὸ παντὸς ἐσκέφθη πῶς νὰ ἱδρύσῃ τὸ νέον Ὑπουργεῖον, νὰ ἀφήσῃ δὲ τὸν πλήρη ὀργανισμὸν αὐτοῦ, ἐφ’ ὅσον δὲν ἠδύνατο ἄλλως νὰ προΐδῃ τὰ πράγματα σήμερον, εἰς τὴν ἐξέλιξιν τῆς λειτουργίας αὐτοῦ. Τοῦτο ἐγένετο διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἄλλως. Καὶ ὡς πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον δ’ ἀκόμη τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ἔχομεν δύο παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε συγκρίνων ἀκριβῶς τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας πρὸς τὸν τρόπον τῆς συστάσεως τοῦ νέου Ὑπουργείου· τὴν εἰδικὴν τουτέστιν παρατήρησιν, ὅτι δὲν θὰ χυθῇ νέον αἷμα εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον, ὡς φοβεῖται ὁ κύριος Συνάδελφος. Νομίζω ὅμως ὅτι εἰς τοῦτο πλανᾶται ὅπως δήποτε· πλανᾶται κατὰ τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσαγάγῃ πλειότερον αἷμα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον πράγματι εἰσάγει διὰ τοῦ ὀργανισμοῦ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ὑπὸ τὴν ψήφισιν ὑμῶν νομοσχεδίου, διότι ὡς παρατηρεῖ ἡ Βουλή, καὶ εἰς τὰς τρεῖς διευθύνσεις ἢ μᾶλλον καὶ εἰς τὰς τρεῖς ὑπηρεσίας, καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημοσίων ἔργων καὶ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Σιδηροδρόμων, ἀκόμη δὲ καὶ τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων, παρέχεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς Συγκοινωνίας νὰ καλέσῃ καὶ ἔκτακτον προσωπικόν, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖται ὅτι θὰ προέρχηται ἔξωθεν. Οὔτε εἶναι δυνατὸν τεχνικὰς καθαρῶς ὑπηρεσίας νὰ τονώσωμεν ἄλλως παρὰ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν προβλέπει τὸ νομοσχέδιον, διότι τὸ νέον αἷμα, τὸ ὁποῖον ἔδει νὰ ἐγχύσωμεν, ἔδει νὰ εἶναι τεχνικόν. Καὶ ἤθελον ἐρωτήσει· ποῦ θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸ προσωπικὸν τοῦτο καὶ πῶς ἄλλως; Ἡ δὲ ἄλλη ἰδέα ἡ κεντρικὴ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ὅτι ἔδει νὰ χωρίσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν τὴν τεχνικὴν καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐκτελέσεως, ὡς εἶπεν, τῶν ἔργων, ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας τῆς ἐκμεταλλεύσεως, δὲν νομίζω ὅτι, ἐπὶ τοῦ παρόντος τοὐλάχιστον, εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτή. Σήμερον πρὸ παντὸς ἔχομεν ἀνάγκην τῆς τεχνικῆς ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας ἐκείνης, ἡ ὁποία βεβαιότατα, καὶ ὁμολογῶ τοῦτο ὡς Ὑπουργός, εἶναι πενιχρά, πενιχροτάτη. Οὔτε δὲ εἶναι ἀκριβὴς ἡ ἄλλη παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας ὅτι ἐλλείπει ὁ σύνδεσμος τῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου τούτου πρὸς τὴν κεντρικὴν ἰδέαν τὴν Κυβερνητικήν, ἰδίᾳ τῆς ἐκμεταλλεύσεως, τουτέστι τῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου, διότι ὡς παρατηρεῖ ἐπίσης ἡ Βουλή, προβλέπει τὸ νομοσχέδιον περὶ συνδέσμου, συνδέσμου κατὰ τὸ δυνατὸν ἢ τοὐλάχιστον κατὰ τὸ παρὸν θεωρουμένου ἐπαρκοῦς, καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας πρὸς τὴν πολιτικὴν εἰς δεδομένα θέματα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ ἀκριβῶς περὶ ἀντιπροσώπων τῶν δύο ἐκείνων Ὑπουργείων εἰς ὡρισμένα Συμβούλια τοῦ Ὑπουργείου τῆς Συγκοινωνίας. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας παρετήρησεν ὡσαύτως ὅτι ἔδει πρὸ παντὸς νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ νέῳ Ὑπουργείῳ ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία, ἀφοῦ μάλιστα τὸ Ὑπουργεῖον τοῦτο ὀνομάζεται καὶ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας. Ὀφείλω νὰ δηλώσω ὅτι ὡς πρὸς τὸ ὄνομα οὐδεμίαν θὰ εἶχον ἀξίωσιν ἐφευρέσεως ἐπιτυχοῦς ὀνόματος δυναμένου νὰ ἀποδώσῃ ἐν τῷ ὅλῳ τὰ τῆς ἀποστολῆς τοῦ νέου Ὑπουργείου, ἐθεωρήσαμεν ὅμως ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ὄνομα τῶν Δημοσίων Ἔργων, διότι δὲν εἶναι μόνον Ὑπουργεῖον Δημοσίων Ἔργων, ἀλλὰ περιλαμβάνει καὶ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Ταχυδρομείων καὶ Τηλεγράφων· διότι ἀκριβῶς ἀποβλέπομεν ἐκεῖ ποῦ λέγει ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας, ὅτι πάντως ἡ ἐμπορικὴ ναυτιλία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνῃ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, καὶ δὲν θὰ ἐδίσταζον νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἔχει ὡριμάσει ὁ τρόπος καθ’ ὃν θὰ ἦτο δυνατὸν σήμερον νὰ ἀποσπάσωμεν τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν ἀπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν καὶ νὰ τὴν ὀργανώσωμεν κατ’ ἄλλον τρόπον, ὑπάγοντες αὐτὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Δύναται ὅμως νὰ εἶναι βεβαιότατος ὁ κ. Βουλευτής, ὅτι ἐν τῇ ἐξελίξει του τὸ νέον Ὑπουργεῖον πρωτίστως θὰ περιλάβῃ τὴν ἐμπορικὴν ναυτιλίαν. Ὡς πρὸς δὲ τὰς ἄλλας ὑπηρεσίας, ὑπηρεσίας τῶν δημοσίων ἔργων τὰς ὁποίας διεξάγουσι σήμερον τὰ ἄλλα Ὑπουργεῖα, ὁ κ. Βουλευτὴς ὁ ἴδιος εἶπεν ὅτι ὁρίζει καὶ τὸ νομοσχέδιον τὰ τοῦ τρόπου τῆς ὑπαγωγῆς τῶν ὑπηρεσιῶν ἐκείνων εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον. Αἱ ὑπηρεσίαι καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀκόμη καὶ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, περὶ τῶν ὁποίων ἔχω τὴν αὐτὴν γνώμην μὲ τὸν κ. Συνάδελφον ὅτι κάκιστα ὑπάγονται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἡ εἰδικὴ ὑπηρεσία ναυτικῶν κτιρίων ἀκόμη καὶ ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας, ὁρίζεται ὅτι ὑπάγονται εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον ὑπὸ ἐπιφύλαξιν μόνον ἐπιβαλλομένην ὑπὸ στοιχειώδους προνοίας, ὅτι αὐταὶ θὰ ἀποσπασθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος μεθ’ ὅλου τοῦ προσωπικοῦ. Ἡ ἐπιφύλαξις δὲ αὕτη εἶναι ἐπιβεβλημένη, διότι ἠθέλομεν ἅμα τῇ συστάσει τοῦ νέου Ὑπουργείου εἶσθαι ὑποχρεωμένοι ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐκείνης ἡμέρας νὰ ἀποσπάσωμεν ἀμέσως αὐτὰς τὰς ὑπηρεσίας ἀπὸ τὰ διάφορα Ὑπουργεῖα καὶ νὰ τὰς ὑπαγάγωμεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας. Ἐκεῖ ὅμως θὰ ὑπάγωνται καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι τὸ προσωπικὸν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων, καὶ ἐκεῖνοι θὰ ἀποσπασθῶσι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχῇ ὁ κ. Βουλευτὴς ἐκ Λακωνίας περὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς τῆς ὁριζούσης ὅτι διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος θὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον, καθόσον αὐτὴ εἶναι διάταξις στοιχειώδους προνοίας. Ὁ ἕτερος κ. Συνάδελφος ὡμίλησε περὶ τῶν πολλῶν Συμβουλίων τὰ ὁποῖα βλέπει ἐν τῷ ὀργανισμῷ τοῦ νέου Ὑπουργείου. Λυποῦμαι ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, διότι δὲν διενεμήθη, διὰ νὰ ἴδω τίνα διατύπωσιν θέτει οὗτος, ἀλλὰ τὰ πολλὰ Συμβούλια δὲν πρέπει νὰ ταράσσωσι τὸν κ. Βουλευτήν. Τὰ πολλὰ Συμβούλια πράγματι εἶναι τροχοὶ οἱ ὁποῖοι φέρουσιν ἀτονίαν εἰς τὴν διοίκησιν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται νὰ περιορίζωσι τὴν διοίκησιν· ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ἔχουσιν εἰδικὸν σκοπόν, τρόπον ἐνεργείας εἰδικοῦ κανονισμοῦ ἐπὶ εἰδικῶν περιπτώσεων, ὡς ἔχουσι τὰ εἰδικὰ ἐκεῖνα τεχνικὰ Συμβούλια τὰ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἀναφερόμενα, ἀποτελοῦσιν ἐγγύησιν ὀρθοτέρας σκέψεως τοῦ Ὑπουργοῦ παρὰ κώλυμα τὸ ὁποῖον φοβούμεθα ὅτι θὰ φέρωσι. Ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ ὅτι, ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδέας τῶν τριῶν Συμβουλίων, τὴν ὁποίαν προέβαλεν ὁ κ. Βουλευτής, βεβαίως δὲν θὰ ἤμην παντάπασι πρόθυμος νὰ δεχθῶ τὴν ἰδέαν αὐτὴν περὶ συμμετοχῆς πολιτῶν, διότι οὐδέποτε θὰ ἐνόμιζον ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὴ ἡ συμμετοχὴ ἀνευθύνων Συμβούλων, Συμβούλων τῶν ὁποίων καὶ ἡ ἐκλογὴ ἴσως θὰ ἦτο δύσκολος καὶ θὰ ἔφερεν εὐθύνην εἰς τὸν Ὑπουργὸν τῆς ὁποίας ἴσως δὲν εἶναι καὶ ἄξιος ὁ Ὑπουργός. Ὁπωσδήποτε ὅμως τὸ γεγονὸς εἶναι τοῦτο, ὅτι ἱδρύοντες νέον Ὑπουργεῖον ἐφροντίσαμεν νὰ ὀργανώσωμεν αὐτὸ οὕτως, ὥστε νὰ εἴπωμεν διὰ σήμερον, τοὐλάχιστον, ὅτι ἔχει λεχθῆ ἡ τελευταία λέξις περὶ τῆς ὀργανώσεως τοῦ Ὑπουργείου αὐτοῦ, μετενεγκόντες δὲ τὰς σχετικὰς ὑπηρεσίας εἰς τὸ νέον Ὑπουργεῖον, δὲν ἐπεφέραμεν παρὰ μόνον τὰς μεταρρυθμίσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐθεωρήσαμεν πάντοτε ἀναγκαίας διὰ τὴν εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς λειτουργίαν τοῦ νέου Ὑπουργείου. Ἡ ἐξέλιξις ἐλπίζω ὅτι θὰ συμπληρώσῃ τὸ ἔργον, ἐγὼ δὲ ὁμολογῶ ὅτι θὰ εἶμαι εὐτυχὴς ὄχι ἂν δὲν εὑρεθῶσιν ἐλλείψεις εἰς τὸν ὀργανισμὸν τοῦ νέου Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἂν ἡ ἐξέλιξις ὡς τάχιστα ἀπολήξῃ εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ αὐτὸ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐπαρκέστερον εἰς τὴν ἀποστολήν του. (Ψηφίζονται εἶτα τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 3).
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Γκλαβᾶς.
§158Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ 8ον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 3 διάταξις καθ’ ἣν ὁ ἔλεγχος νὰ μείνῃ ἄνευ περιορισμοῦ.
§159ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Οὐδὲν ὄργανον ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκτελῇ οἱονδήποτε ἔλεγχον πέρα τῶν διαγραφομένων ὑπὸ τῶν διατάξεων τοῦ νόμου ὁρίων.
§160Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐν τῷ δευτέρῳ ἐδαφίῳ, παραγράφῳ τρίτῃ, ἐξαιροῦνται τὰ ἔργα τὰ ἀνήκοντα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ περαιτέρω ὁμιλεῖ τὸ ἐδάφιον αὐτὸ περὶ βιομηχανικῶν καὶ ἠλεκτρικῶν ἐγκαταστάσεων. Εἶναι ἀνάγκη κατ’ ἀναλογίαν νὰ ἐξαιρεθῶσι καὶ οἱ εἰς τὴν ναυτικὴν ὑπηρεσίαν ὑπαγόμενοι ἠλεκτρικοί, διότι καὶ ἡ ναυτικὴ ὑπηρεσία ἔχει τοιαύτας ἐγκαταστάσεις.
§161ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ὀρθόν.
§162Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἰς τὸ 4 ἐδάφιον παρατηρῶ ὅτι «αἱ μελέται κατασκευῆς καὶ συντηρήσεως τῶν φάρων καὶ φανῶν κλπ. ἀνήκουσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ὑπουργείου τῶν ναυτικῶν»· καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ὁριστική. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατί νὰ λαμβάνηται αὐτὴ ἡ ἐξαιρετικὴ πρόνοια ὅπως ἡ διοίκησις τῶν φάρων καὶ φανῶν ὑπάγηται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἰς οὐδὲν γίνεται Κράτος. Πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ἐπὶ τέλους, ὅτι τὰ Ὑπουργεῖα τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ναυτικῶν εἶναι Ὑπουργεῖα καταστροφῆς καὶ ὄχι δημιουργίας. Εἶναι τελείως ἄσχετος πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἡ ἔννοια τῆς παραγωγῆς, καὶ θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον διάταξιν, ἥτις νὰ ἔδιδε εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὸ ἀναγραφόμενον δικαίωμα κατόπιν ὡριμωτέρας μελέτης. Δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα διεξάγουσιν τὴν ὑπηρεσίαν δὲν εἶναι ἴσως τὰ καλλίτερα, ἀφοῦ κατέστησαν καὶ ὀλίγον εἰδικά. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε εἶναι ἀπαραίτητος περιορισμός τις. Εἰς τὴν παράγραφον δὲ 9ην, προκειμένου περὶ τοῦ Μετσοβείου Πολυτεχνείου, θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔβλεπον ἵνα ἡ Σχολὴ αὐτὴ ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, διότι πρέπει νὰ ἐννοηθῇ ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον Παιδείας δὲν εἶναι μόνον διὰ γλωσσικὰς σπουδάς· ὅτι παιδεία δὲν θὰ εἴπῃ ἡ γνῶσις τῆς ἀρχαίας Ἑλληνικῆς καὶ τῶν γραμματικῶν καὶ συντακτικῶν κανόνων· παιδείαν ἀποτελεῖ καὶ ἡ γνῶσις τῶν μέσων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων θὰ παλαίσῃ κανεὶς εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς ζωῆς. Τὸ Πολυτεχνεῖον εἶναι ἡ μόνη τεχνικὴ Σχολή, ἥτις ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, τότε δὲ ἡ Ἑλλὰς θὰ προοδεύσῃ ὅταν ἡ παιδεία δὲν θὰ περιορίζηται μόνον εἰς τὸν κλασικισμὸν ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐπέκτασιν τῶν γνώσεων τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ βίου.
§163ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ μέρος τοῦ ἐδαφίου 4, διὰ τὴν διοίκησιν τῶν φάρων καὶ φανῶν, δυνάμεθα νὰ λάβωμεν πρόνοιαν εἰς τὸ ἄλλο ἄρθρον, εἰς τὸ 32, ἐκεῖ ὅπου ὁμιλεῖ περὶ τῶν ὑπηρεσιῶν τῶν φάρων καὶ φανῶν, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος δύνανται νὰ κανονισθῶσι. Δύο εἶναι οἱ λόγοι δι’ οὓς παρέμεινεν ἡ διοίκησις αὐτῶν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν. Πρῶτον, διότι δὲν ἐκρίθη εὔλογον νὰ ἀποσπασθῇ ἐκεῖθεν ἡ ὑπηρεσία τῶν φάρων καὶ φανῶν, ἀλλ’ ὁ ὑπέρτερος λόγος ὅστις ἐξηνάγκασεν ἡμᾶς νὰ ἀφήσωμεν ὡς ἔχουσι τὰ πράγματα, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι δεδομένου ὅτι καὶ ἡ ὑπηρεσία, αὕτη εἶναι τεχνική, ἐνόμισαμεν ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ καὶ ἡ χρῆσις τῶν φάρων καὶ φανῶν. Διὰ τὸ Πολυτεχνεῖον θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Συνάδελφον νὰ μὴ ἐπιμείνῃ, διότι προβλέπομεν περὶ τῆς ὀργανώσεως αὐτοῦ, ἀφοῦ ὀργανοῦμεν ἓν ὁλόκληρον τμῆμα μελέτης, τὸ ὁποῖον θὰ διοικηθῇ δι’ εἰδικῶν ξένων. Ἐφ’ ὅσον πολλὰ ἄλλα μέτρα λαμβάνονται, θὰ πραγματοποιηθῇ κάλλιστα ὁ σκοπὸς ὃν ἐπιζητοῦμεν. Νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα πρέπει νὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσι, διότι πρὸ παντὸς ἔχομεν ἀνάγκην ὀργανώσεως. Ἂν ὑπαχθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, φοβοῦμαι μὴ ἕνεκα τοῦ πνεύματος τὸ ὁποῖον κρατεῖ ἐκεῖ, ὅτι εὑρίσκουσι τὸ Πολυτεχνεῖον ἀνοργάνωτον, φοβοῦμαι ὅτι δὲν θὰ δυνηθῇ τοῦτο νὰ δώσῃ ὅλην τὴν ἀναγκαίαν ὀργάνωσιν, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ δώσωμεν.
§164Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οἱ ὁποῖοι πιστεύουσιν ὅτι ἡ παροῦσα ὥρα εἶναι ἡ καταλληλοτέρα διὰ συζήτησιν τόσον σπουδαίου νομοσχεδίου. Ἐν τούτοις ὅμως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν γνωρίζω διὰ τίνα λόγον ἐπιμένει νὰ συζητήσῃ ἐν μεταμεσονυκτίῳ ὥρᾳ τοῦτο. Ἴσως ἀσπάζεται τὴν πρόληψιν, ἥτις κρατεῖ εἴς τινα χωρία τῆς Ἑλλάδος, καθ’ ἣν τὰ νυκτογέννητα εἶναι ὄχι τὰ καλλίτερα ἀλλὰ καὶ τὰ τυχηρότερα.
§165ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰ βλέπει ἡ ἡμέρα καὶ γελᾷ.
§166Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἡ πρώτη ἐντύπωσις, ἥτις προσγίγνεται εἰς τὸν ἀναγιγνώσκοντα τὸ νομοσχέδιον, εἶναι ὅτι μεγάλως ἐπέδρασε κατὰ τὴν σύνταξίν του τὸ περιβάλλον τὸ γραφεῖον τῶν Δημοσίων ἔργων. Οἱ κύριοι, οἱ ἐν τῷ γραφείῳ τούτῳ, νομίζουσιν ὅτι ἔχουσιν ἐκεῖ ἰδιοκτησίαν καὶ φοβοῦνται μήπως τοὺς καταπατηθῶσι τὰ οἰκόπεδα. Παρατηρεῖ λοιπὸν κανεὶς πολλάς; διατάξεις ὑπὲρ τοῦ ἰδίου των οἴκου. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ἰσχύοντα ὑπάρχουσι πέντε θέσεις ἐπιθεωρητῶν αἱ δὲ λοιπαὶ θέσεις τῶν τμηματαρχῶν ἀνετέθησαν εἰς νομομηχανικοὺς Αʹ καὶ Βʹ τάξεως. Τί συμβαίνει ὅμως διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Δημιουργοῦνται τέσσαρες νέαι θέσεις ἐπιθεωρητῶν δημοσίων ἔργων, οὕτως ὥστε πρῶτον μὲν οἱ τμηματάρχαι οἱ σημερινοὶ νομομηχανικοί, νὰ προαχθῶσι, γενόμενοι ἐπιθεωρηταί, δεύτερον δὲ νὰ μὴ μετατοπίζωνται ἐξ Ἀθηνῶν· ἐπιτυγχάνουσι δηλαδὴ δύο τινά, πρῶτον προαγωγὴν καὶ δεύτερον μόνιμον διαμονὴν ἐν Ἀθήναις. Τί θὰ συμβῇ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Θὰ ἐξοστρακίζωνται οἱ περισσεύοντες τρεῖς ἢ τέσσαρες, οἱ ὀλιγώτερον εὐνοούμενοι, εἰς τὰς ἐπαρχίας. Ἑτέρα διάταξις, ἡ ὁποία προδίδει τὴν πρόθεσιν τῶν κυρίων τούτων, εἶναι ἡ ἐν τῷ ἐδαφίῳ 8ῳ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου. Ὡς γνωστόν, δυνάμει τῆς ἰσχυούσης νομοθεσίας ὁ ἔλεγχος τῶν οἰκοδομῶν ἐκ μέρους τῆς Πολιτείας εἶναι ἐπαρκέστατος. Ἐν τούτοις δὲν ἀρκοῦνται εἰς τοῦτο ἀλλὰ θέτουσι μίαν σατανικὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἔλεγχος τῆς στερεότητος καὶ ἀσφαλείας τῶν ἰδιωτικῶν κτιρίων καὶ ἡ τεχνικὴ αὐτῶν ἀστυνομία ἀνατίθεται εἰς αὐτούς· δηλαδὴ θὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς τὰς ἐργασίας τῶν ἰδιωτικῶν ἀρχιτεκτόνων, πολλοὶ τῶν ὁποίων εἶναι ἀσυγκρίτως ὑπερτέρας μορφώσεως τῶν μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι σπουδάσει ἀρχιτεκτονικήν. Πολλοὶ τῶν ἐν Ἀθήναις ἀρχιτεκτόνων ἐξῆλθον ἐκ τῶν ἐν Εὐρώπῃ ἀρχιτεκτονικῶν σχολῶν καὶ εἶναι ἀνώτεροι ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι νὰ ἐλέγχωσι τὰ ἔργα των. Καὶ ἄλλοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἀναπτυχθῶσιν εἰς τὴν Βουλήν, ὑποκρύπτονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπίβλεψιν καὶ τὴν ἀστυνομίαν τῶν ἰδιωτικῶν κτιρίων. Ἀλλ’ ἡ πεῖρα διδάσκει ὅτι δὲν ἔχομεν φαινόμενα καταρρεύσεως ἰδιωτικῶν κτιρίων, ἐνῷ πλεῖστα τῶν δημοσίων κτιρίων κατέρρευσαν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐπίβλεψις τῶν κυρίων αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἀξιοῦσι νὰ ἐπιβλέπωσι τοὺς ἰδιώτας. Πρὸ ἐτῶν ὑφίσταται ἐν Καλάμαις τὸ ζήτημα τοῦ χειμάρρου Νέδοντος. Ἔχουσιν γίνει πλεῖστα πειράματα καὶ δαπάναι χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ὅμως οὐδεμία διευθέτησις τοῦ χειμάρρου ἐγένετο. Καὶ οἱ δρᾶσται τῶν ἔργων τούτων ἀξιοῦσι νὰ ἐλέγχωσι τοὺς λοιπούς. Πλὴν τούτων παρατηρεῖται καὶ ἓν ἄλλο περίεργον· Εἰς ἕκαστον τῶν τμημάτων ἀνάγεται καὶ μία μελέτη. Εἰς τὸ Αʹ π. χ. ὑπάγεται «ἡ μελέτη τῶν ἔργων καὶ ἡ διεύθυνσις τῆς κατασκευῆς, συντηρήσεως καὶ ἀνακαινίσεως τῶν ὁδῶν· εἰς τὸ Βʹ τμῆμα ἡ μελέτη, ἐκχώρησις, κατασκευὴ καὶ ἐκμετάλλευσις τεχνική τε καὶ οἰκονομικὴ τῶν Σιδηροδρόμων κλπ. Εἰς τὸ Γʹ ὑπάγεται ἡ μελέτη καὶ τὰ ἔργα κατασκευῆς λιμένων προκυμαιῶν κλπ. Εἰς τὸ τέταρτον ἐπίσης ὑπάγονται ἄλλαι μελέται, καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ ἐνῷ εἰς ἕκαστον τμῆμα ὑπάγεται μία μελέτη καὶ εἷς ἔλεγχος μελέτης, ἔχομεν τὸ 11ον ἄρθρον κατὰ τὸ ὁποῖον συνιστᾶται ἰδιαίτερον γραφεῖον μελετῶν (ἀναγινώσκει) «πρὸς τοῖς ἀνωτέρω τμήμασιν κλπ. συνιστᾶται καὶ αὐτοτελὲς Γραφεῖον Μελετῶν, εἰς ὃ ἀνατίθεται ἡ σύνταξις προμελετῶν καὶ ὁριστικῶν μελετῶν Δημοσίων Ἔργων κλπ.» Καὶ ἐρωτᾶται· τί χρειάζονται αἱ μελέται τῶν κατ’ ἰδίαν τμημάτων ὅταν ὑπάρχῃ ἰδιαίτερον γραφεῖον μελετῶν, προϋποτίθεται δὲ ὅτι θὰ γίνωνται αἱ μελέται ὑπὸ τῶν κατὰ τόπους Ἀρχῶν, δηλαδὴ τῶν νομομηχανικῶν; Αἱ μελέται αἱ γενόμεναι ὑπὸ τῶν νομομηχανικῶν δὲν θὰ στέλλωνται εἰς τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον πρὸς ἔλεγχον, καὶ τότε ποῦ εἶναι ὁ ἔλεγχος τοῦ δευτέρου τμήματος, τὸ ὁποῖον ἔχει προορισμὸν νὰ συντάσσῃ μελέτας καὶ νὰ ἐλέγχῃ μελέτας τῶν κατὰ τόπους μηχανικῶν; Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐξηγήσῃ εἰς τί θὰ ἀσχολῆται τὸ ἰδιαίτερον γραφεῖον μελετῶν καὶ τίς ἡ διάκρισις τῶν μελετῶν αὐτῶν ἀπὸ τὰς ὁριστικὰς μελέτας, ἀφοῦ εἶναι γνωστὸν ὅτι ἔχομεν καὶ μελέτας καὶ προμελέτας. Ἤδη εἰσάγεται αὐτὸς ὁ νέος ὅρος τῶν ὁριστικῶν μελετῶν. Αὐτὴ εἶναι κακὴ ἐντύπωσις προσπίπτουσα εἰς τὴν ψυχὴν τοῦ ἀναγνώστου καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς θὰ τροποποιήσῃ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην. Εἶναι εὔκολος ἡ τροποποίησις· νὰ ἀφήσητε τοὺς τμηματάρχας μὲ βαθμὸν νομομηχανικοῦ Αʹ. τάξεως καὶ νὰ μὴ δημιουργήσητε θέσεις ἐπιθεωρητῶν. Νομίζω ὅτι μία μεταβολὴ εἶναι εὔκολος· ἀντὶ «ἐπιθεωρηταὶ» νὰ γίνῃ «τμηματάρχαι», καὶ νὰ δημιουργηθῶσιν τέσσαρες θέσεις νομομηχανικῶν Αʹ τάξεως. Ἐπίσης νὰ καθορισθῇ τὸ ζήτημα τῶν μελετῶν, τὸ ὁποῖον εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὴν εἰσήγησιν νὰ κατανείμωσι τὰς μελέτας, εἶχον σπουδαιοτάτους λόγους, τοὺς ὁποίους ἴσως ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἠδυνήθη νὰ διαγνώσῃ, διότι δὲν εἶναι εἰδικός. Ταύτας τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω· ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον περαιτέρω συζήτησιν νὰ λάβω τὸν λόγον.
§167ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι φανερὸν ὅτι οὐδὲν τμῆμα δύναται νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῶν Δημοσίων ἔργων χωρὶς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν νὰ ἔχῃ εἰδικὴν φροντίδα τὴν τῶν μελετῶν. Τὸ γραφεῖον τῶν μηχανικῶν ἀπαρτίζεται ἐκ μηχανικῶν ἰδιαίτατα ξένων, θὰ λαμβάνῃ δὲ ὑπ’ ὄψιν καὶ θὰ ἐξετάζῃ ὑποθέσεις τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν εἴμεθα εἰς θέσιν ὄχι νὰ ἐξετάσωμεν ὄχι νὰ ἐπιχειρήσωμεν ἀλλ’ οὔτε νὰ ὀνειρευθῶμεν. Ἅμα ὡς ἔχητε μελέτην τινὰ μεγάλου ἔργου, θὰ ἀναθέτητε αὐτὴν εἰς τὸ εἰδικὸν αὐτὸ γραφεῖον.
§168Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν γνωρίζω τί θὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ εἰδικὸν γραφεῖον, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἔργον δημόσιον ἢ λιμενικόν, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ ὑπάγηται εἴς τι τμῆμα.
§169ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἀσχολῆται εἰς ἔργα μεγάλα, διότι οἱ ἀπαρτίζοντες αὐτὸ θὰ εἶναι εἰδικοί. Οὔτε δὲ εἶναι ὀρθὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι θὰ κάμωμεν αὐτοὺς ἐπιθεωρητὰς διὰ νὰ τοὺς ἔχωμεν εἰς τὰς Ἀθήνας.
§170Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δὲν εἶπον αὐτὸ δι’ ὑμᾶς· εἶπον αὐτὸ διὰ τὸν ἑκάστοτε Ὑπουργόν.
§171ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τοὐλάχιστον σήμερον θεωρεῖται ἀναγκαία ἡ ὕπαρξις ἐπιθεωρητῶν, ἵνα ἐλέγχωσι τοὺς κατωτέρους.
§172Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Περὶ ἰδιωτικῶν οἰκοδομῶν, λέγετε, ὅτι «ὁ ἔλεγχος τῆς στερεότητος καὶ ἀσφαλείας τῶν ἰδιωτικῶν ἐν γένει κτιρίων κλπ.». Καλὸν θὰ ἦτο νὰ προστεθῇ συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους.
§173ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι. Δὲν θὰ ἐπιτραπῇ εἰς τὸν ἐργολάβον νὰ οἰκοδομῇ ὅπως θέλει.
§174Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Δέχεσθε προσθήκας εἰς τὸ ἐδάφιον αὐτό; Νὰ τεθῇ συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους, ὥστε νὰ γίνηται ὁ ἔλεγχος συμφώνως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους.
§175ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δέχομαι. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 3 καὶ τὸ ἄρθρον 4 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 5ον).
§176Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Φρονῶ ὅτι θὰ ἦτο ὀρθὸν νὰ προστεθῇ τέταρτον τμῆμα, οἰκονομικῶν ὑπηρεσιῶν, εἰς τὸ ὁποῖον νὰ ὑπαχθῶσιν ὅλα τὰ καθήκοντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα κατανέμονται εἰς τὰ τρία τμήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ξένα πρὸς τὴν εἰδικότητα, τὴν ὁποίαν διεξάγουσιν. (Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 5 καὶ τὸ ἄρθρον 6 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 7).
§177ΣΠ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ παρελήφθησαν ὑπηρεσίαι τινὲς αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸν νόμον. Εἶναι αἱ ὑπηρεσίαι τῆς δημοσιεύσεως τῶν νόμων καὶ διαταγμάτων, ἡ στατιστικὴ καὶ ἡ διοίκησις τῶν πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν Δημοσίων ἔργων εἰδικῶν ταμείων κλπ.
§178ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ τροπολογία ἡ ὑποβαλλομένη πρέπει νὰ μελετηθῇ ἐν σχέσει πρὸς τὸ ὅλον.
§179ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἐδῶ παρατηρῶ μίαν διάκρισιν· εἰς τὸ Βʹ τμῆμα ὑπάγεται ἡ μελέτη καὶ κατασκευὴ τῶν ἐθνικῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν· Καλὸν θὰ ἦτο ἀντὶ τῶν λέξεων «καὶ δημοτικῶν ὁδῶν» νὰ τεθῇ «καὶ ὁ ἔλεγχος τῆς μελέτης τῶν ἰδιωτικῶν.»
§180ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τῶν δημοτικῶν παρέλκει ν’ ἀπαλειφθῇ αὐτὸ καὶ νὰ μείνῃ τὸ ἄλλο. Εἰς τὸ Βʹ τμῆμα ὑπάγεται ἡ μελέτη καὶ κατασκευὴ τῶν ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν.
§181ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ γίνῃ καὶ μία ἄλλη διευκρίνισις; Νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ πρῶτον μέρος ὁ ἔλεγχος;
§182ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ Κράτος δὲν μελετᾷ τὴν κατασκευὴν ὁδοῦ δημοτικῆς ἢ κοινοτικῆς, ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐλέγχει τὴν κατασκευήν.
§183ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἀλλὰ τὸ τμῆμα δὲν θὰ μελετᾷ ἀπ’ εὐθείας· θὰ γίνεται τοῦτο διὰ τῶν ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν.
§184ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἔλθῃ ἐδῶ ἡ μελέτη διὰ νὰ κρίνῃ ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 8 τοῦ νομοσχεδίου ὡς ἐτροποποιήθη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 9.)
§185ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐκ τοῦ προτελευταίου στίχου τοῦ πρώτου ἐδαφίου νὰ ἀπαλειφθῶσιν αἱ λέξεις, «καὶ ἡ ἀστυνομία αὐτῶν». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 9 ὡς ἐτροποποιήθη καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 10.)
§186ΣΠ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Μεταξὺ τῶν καθηκόντων τοῦ Δʹ τμήματος συμπεριλαμβάνεται καὶ ὁ φωτισμὸς τῶν πόλεων.
§187ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ διεγράφη, διότι ὑπάγεται εἰς τὸ τμῆμα τῶν σιδηροδρόμων.
§188Ν. ΧΑΡΙΤΑΤΟΣ. Μεταξὺ τῶν δημοσίων κτιρίων περιλαμβάνονται καὶ τὰ κτίρια, τὰ ὁποῖα κατασκευάζονται διὰ κοινοτικῶν χρημάτων;
§189ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι δημόσια αὐτά. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 10 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 11.)
§190Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διὰ τίνα λόγον ἠθέλησεν ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ δώσῃ τοιαύτην εὐρύτητα εἰς τὸ γραφεῖον αὐτό, ἡ ὁποία θὰ καταλήξῃ πρὸς ζημίαν μεγάλην, ἀλλὰ καὶ διατρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ καταστήσωμεν ἀνέφικτον τὴν ἐφαρμογήν, διότι ἐπαναλαμβάνω θὰ μετακαλέσητε δὶς τοὺς ὑπαλλήλους οἱ ὁποῖοι θὰ ἐργάζωνται περὶ τὰ μικρά, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀσχολῶνται περὶ τὰ σπουδαῖα. Διότι τὶ θὰ συμβῇ ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ ἓν ἔργον κείμενον εἰς τι ἀπώτερον σημεῖον;
§191ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κατὰ τὴν σημασίαν τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ τὸ ἔργον αὐτό.
§192Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Δὲν λέγετε αὐτό. Λέγει παντὸς ἐν γένει δημοσίου ἔργου, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἀφήσετε τὴν προμελέτην εἰς τοὺς κατὰ τόπους μηχανικούς, τὴν δὲ μελέτην εἰς τὸ συμβούλιον τῶν μελετῶν.
§193ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ τεθῇ «εἰς ὃ ἀνατίθεται προμελέτη καὶ μελέτη παντὸς ἐν γένει δημοσίου ἔργου».
§194Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Διατί δὲν δέχεσθε ὅπως αἱ προμελέται γίνωνται ὑπὸ τῶν ἐπιτοπίων μηχανικῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ ὑποβάλωσι τὴν μελέτην εἰς τὸ Συμβούλιον τῶν μηχανικῶν τὸ ὁποῖον θὰ ἐλέγχῃ;
§195ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νομίζετε ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν κατὰ τόπους μηχανικῶν δύναται νὰ συντάξῃ προμελέτας ἔργων;
§196Α. ΠΕΡΡΩΤΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ διὰ μικρὰ ἔργα 500 δραχ. π. χ.
§197Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Διαγράψατε τὸ «ἐν γένει».
§198ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πολὺ καλά· «δημόσια ἔργα» μόνον.
§199ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἐπὶ τῆς αὐτῆς παρατηρήσεως τοῦ κ. Συναδέλφου μου. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ ὁρίζετε ὅτι· «προσλαμβάνεται εἰδικὸς μηχανικὸς ἡμεδαπὸς καὶ ἀλλοδαπός». Ἐξάγεται ἐκ τούτου ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο θέλει νὰ προΐδῃ περὶ σοβαρωτέρων μελετῶν ἀναγομένων εἰς εἰδικὰς γνώσεις, αἵτινες ἴσως ἴσως νὰ μὴ εὑρίσκωνται παρὰ τοῖς ἡμεδαποῖς μηχανικοῖς. Τούτου ἕνεκα νομίζω ὅτι εἰς τὸ κατώτερον βοηθητικὸν προσωπικὸν δέον νὰ προστεθῇ καὶ ἀνώτερον.
§200ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μὴ δὲν δύνανται νὰ προσληφθῶσι καὶ ἀνώτεροι; Ἐξάγεται σαφῶς ὅτι δύνανται νὰ προσληφθῶσι καὶ ἀνώτεροι. Ἄλλως τε τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου καθορίζει τοῦτο.
§201ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὰς ἐξηγήσεις σας. (Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 11).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 12.
§203Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 12 ἄρθρου, δὲν νομίζετε ὅτι εἶναι δίκαιον, ἀφοῦ λαμβάνεται πρόνοια δι’ ὅλους, νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ περὶ τῶν ἤδη ὑπηρετούντων βοηθῶν, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς δέκα ἐν ὅλῳ, καὶ οἱ ὁποῖοι ἂν ἔχωσι πτυχίον, νὰ ὀνομασθῶσι μηχανικοὶ γʹ τάξεως;
§204ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἴδιον ζήτημα ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω. Ἄλλως τε αὐτὸ νομίζω εἶναι καινοτομία, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τόπον εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτό.
§205Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸ νομοσχέδιον ἔχετε ὅτι οἱ ὑπηρετοῦντες ἤδη βοηθοὶ μετονομάζονται εἰσηγηταὶ ἐπὶ βαθμῷ καὶ μισθῷ μηχανικοῦ βʹ. τάξεως. (Ἀπορρίπτεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Μ. Σιελλάκη ἐπὶ τοῦ 12ου ἄρθρου καὶ ἀποσύρεται ἑτέρα τοῦ αὐτοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου, ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 12 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ψηφίζονται ἐπίσης ὡς ἔχουσι τὰ ἄρθρα 13 καὶ 14 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 15).
§206Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐδῶ βλέπω ὅτι συνιστᾶται ἕν Συμβούλιον τὸ ὁποῖον ἔχει προϊστάμενον καὶ ὑφισταμένους. Ἡ συνέλευσις ἐπὶ τὸ αὐτὸ προϊσταμένων καὶ ὑφισταμένων δὲν ἀποτελεῖ συμβούλιον, ἀλλὰ κατανομὴν τῆς εὐθύνης ἀπὸ τὸ πρόσωπον ἑνός, πρὸς τοὺς πολλούς. Οἱ ἀποτελοῦντες τὸ Συμβούλιον δύνανται νὰ μὴ εἶναι τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ. Εἶναι εὐχῆς ἔργον νὰ εἶναι τοῦ αὐτοῦ βαθμοῦ, ἀλλ’ ἂν δὲν εἶναι ἰσότιμοι, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἐξάρτησιν, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι ἀπέναντι τοῦ προϊσταμένου των συνήθως πάντες ὑποχωροῦν, καὶ δὴ οἱ Ἕλληνες ὑπάλληλοι, οἱ συνειθισμένοι εἰς τὸ νὰ ἔχωσιν ὑπακοήν· δὲν ἐξασφαλίζομεν οὕτω τὴν ἀνεξάρτητον αὐτῶν γνώμην. Πάντοτε ὑπερισχύει ἡ γνώμη τοῦ ἀρχηγοῦ.
§207ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ βʹ ἐδάφιον, θὰ προστεθῇ «ἢ νομομηχανικοὶ αʹ. τάξεως» διότι ἐγένετο παράλειψις. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 15 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 16. Ἀπορρίπτονται αἱ τροπολογίαι τῶν κ. κ. Ἀθ. Χριστοπούλου, Ὄθ. Τετενέ, Σ. Τσακοπούλου, Σπ. Ντολιόπουλου, Δ. Καλλέργη, Χ. Δικαίου. Ι. Βερροίου καὶ Π. Βουρλούμη. Ἀποσύρονται ἐπίσης αἱ τροπολογίαι τῶν κ. κ. Β. Κυρέλλου, Ι. Μπρισιμιτζάκη καὶ Κ. Ἀλαβάνου. Ψηφίζεται εἶτα τὸ ἄρθρον 16 ὡς ἔχει καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 17).
§208ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐνταῦθα προστίθεται ἐδάφιον τὸ ὁποῖον λέγει· «πρὸς πλήρωσιν τῶν δημιουργηθησομένων κενῶν ἐκ τῆς εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν σιδηροδρόμων μεταθέσεως τῶν ἀνωτέρω ὑπομηχανικῶν, αὐξάνεται ὁ ὀργανικὸς ἀριθμὸς τῶν ὑπομηχανικῶν αʹ. τάξεως τῶν Δημοσίων Ἔργων κατὰ 12».
§209Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀναφέρει ὅτι ἡ διεύθυνσις τῶν σιδηροδρόμων ἀπαρτίζεται ἐκ τεσσάρων τμημάτων. Τοῦ πρώτου τμήματος ὁ τμηματάρχης ἔχει βαθμὸν ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ δευτέρου ἐπιθεωρητοῦ, τοῦ τρίτου εἶναι αὐτὸς ὁ διευθυντὴς τμηματάρχης, τοῦ δὲ τετάρτου ὁρίζεται ὅτι ὁ τμηματάρχης ἔσεται νομομηχανικός. Τὸ τέταρτον τμῆμα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἐπίσης σπουδαῖον ὅσον καὶ τὰ ἄλλα τρία, ἴσως καὶ σπουδαιότερον, διότι ἐκ τοῦ τετάρτου τμήματος ἐξαρτᾶται ὅλη ἡ λειτουργία τῆς βιομηχανίας ἐν τῷ Κράτει καὶ νομίζω ὅτι εἶναι κλάδος ἄξιος λόγου. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀντὶ τῆς λέξεως «νομομηχανικός», νὰ θέσῃ «ἐπιθεωρητής».
§210ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἤδη νομομηχανικός· ἀφήσατέ το.
§211Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐκτὸς τούτου ἀντὶ νὰ τεθῇ ἡ λέξις «ἠλεκτρολόγος», νὰ τεθῇ «ἢ μηχανουργός», διότι πιθανὸν ἀργότερον ὁ προϊστάμενος νὰ μὴ εἶναι ἠλεκτρολόγος ἀλλὰ μηχανουργός.
§212ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ μάλιστα.
§213Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βλέπω ὅτι ὁ διευθυντὴς τοῦ τμήματος, ὁ ἔχων βαθμὸν Ὑπουργικοῦ γραμματέως, προΐσταται τῆς ὅλης ὑπηρεσίας τῆς διευθύνσεως καὶ διευθύνει καὶ τὸ τμῆμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως. Εὑρίσκω θαυμάσιον τὸν σκοπὸν, ἀλλὰ τὰ προσόντα τελείως ἀντίθετα πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ἔργου. Δὲν βλέπω διὰ τίνα λόγον ἐκπληροῖ αὐτὸς καθήκοντα γενικοῦ γραμματέως καὶ συγχρόνως διευθύνει τὸ τμῆμα τῆς ἐκμεταλλεύσεως τῶν σιδηροδρόμων. Θὰ ἐπεθύμουν ὡς προσόντα νὰ ἀπαιτηθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤθελεν ὁρίσει Β. Δ. καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπιμελέστερον ἐξετάζων τὰ πράγματα πεισθῇ ὅτι ἐπιθεωρητὴς εἶναι ἁρμόδιος, νὰ τὸ κάμῃ.
§214ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα· δέχομαι αὐτό.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Π. Λαγοπάτη.
§216ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὴν ἔχω ὑπ’ ὄψει μου εἰς τὸ μεθεπόμενον ἄρθρον. (Ψηφίζεται τὸ 17 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ 18 ὡς ἔχει, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 19).
§217Α. ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἂν εἶναι δυνατόν, νὰ προστεθῇ ὅτι ὁ Γενικὸς Ἐπιθεωρητὴς ἀποτελεῖ αὐτοδικαίως μέλος τοῦ Συμβουλίου.
§218ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα.
§219Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸ Συμβούλιον τῆς ἐμπορικῆς ἐκμεταλλεύσεως εἶναι σπουδαιότατον, τὸ νὰ ἀποτελεσθῇ δὲ τὸ Συμβούλιον ἐκ τμηματαρχῶν τελούντων ἔργα τελείως ἀλλότρια, εἶναι ὡς νὰ μὴ ὑπάρχῃ οὐδὲν Συμβούλιον. Καλλίτερον νὰ θέσητε πρόσωπα ὁριζόμενα διὰ Β. Δ. Ἔπειτα, διατὶ αὐτὸς ὁ περιορισμὸς εἰς ὄργανα τῆς Πολιτείας ὥστε νὰ ἀποκλείηται ἡ κοινωνία ὁλόκληρος ἀπὸ τὴν συμμετοχὴν αὐτῶν.
§220ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ προστεθῇ μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἐδαφίου «διὰ Β. Δ. δύνανται νὰ διορισθῶσι καὶ δύο ἕτερα μέλη τοῦ Συμβουλίου τούτου ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ καθ’ ἑκάστην διετίαν».
§221Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ εἰς τὸ ἄλλο Συμβούλιον λαμβάνουσι μέρος πρόσωπα τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν εἶναι κατάλληλα διὰ νὰ κρίνωσι ζητήματα συγκρούσεως σχετικὰ πρὸς τοὺς ἐργάτας, διότι ἔχουσι μόνον ὑπηρεσιακὴν ἀντίληψιν καὶ θὰ ἐχρειάζετο νὰ εἰσήγοντο ἐξωτερικὰ στοιχεῖα. (Ψηφίζεται τὸ 19 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, τὸ 20 ὡς ἔχει, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 21).
§222ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εἰς τὴν παράγραφον δευτέραν χορηγεῖται ἐπιμίσθιον, ἀλλ’ ἀνάλογος πρόνοια δὲν ἐλήφθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ περὶ τῶν ἐργαζομένων εἰς ἄλλα ἔργα μηχανικῶν.
§223ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὴν διάταξιν ταύτην ὑπηγόρευσεν ἡ κατασκευὴ τῆς εἰδικῆς γραμμῆς, δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω τὴν Βουλὴν ὅτι εἶναι δεινόταται αἱ δυσχέρειαι κατὰ τῶν ὁποίων παλαίουσιν οἱ ὑπάλληλοι, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐπαρκέσωσιν καὶ εἰς τὸν ἐπιούσιον.
§224ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Δὲν κατακρίνω τὴν ἰδέαν τοῦ ἐπιμισθίου· τοὐναντίον μάλιστα θέλω νὰ ἐπεκταθῇ καὶ ἐπὶ τῶν μηχανικῶν τῶν ἐργαζομένων εἰς ὡρισμένα ἔργα ἔξω, διὰ νὰ λείψωμεν ἀπὸ τὰ αἰώνια ἐπιμίσθια καὶ ὁδοιπορικά.
§225ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύναται νὰ γίνῃ αὐτό, διότι εἶναι γενικώτερον μέτρον.
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 21 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἡ Βουλὴ ἐρωτηθεῖσα παρεδέχθη ὡσαύτως δι’ ἀναστάσεως καὶ τὰ ἄρθρα 22, 23 καὶ 24. Ἄρθρον 25 (ἀναγινώσκεται).
§227ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἔχω τροπολογίαν.
§228ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶδον τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπασιᾶ· ὡρίσθη ὅπως ὁ ἀριθμὸς τῶν γραφέων τῶν τμημάτων καὶ ἡ εἰς αὐτὰ κατανομὴ τῶν γραμματέων καὶ γραφέων ἢ βοηθῶν κανονισθῇ διὰ Β. Διατάγματος.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 25, ὡς ἐτροπολογήθη παρὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀποδεξαμένου τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπασιᾶ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 26 (ἀναγινώσκεται).
§230Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι ἡ αὐτὴ παρατήρησις καὶ τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἔχει. Προκειμένου περὶ τοῦ γραφείου τῆς ἐκμεταλλεύσεως τοῦ τμήματος λέγεται ὅτι λειτουργεῖ καὶ ἕτερον ἐπίσης αὐτοτελὲς γραφεῖον Τεχνικῆς Ἐπιθεωρήσεως, τοῦ ὁποίου προΐσταται ὁ τεχνικὸς ἐπιθεωρητής· ἄρα ἀποκλείεται πᾶς νέος, ἂν εὑρεθῇ ἔξυπνος, ὁ ὁποῖος θὰ διοργανώσῃ τὴν ὑπηρεσίαν.
§231ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν θέτετε ὅτι προΐστανται οἱ διευθυνταὶ καὶ τῶν τριῶν ὑπηρεσιῶν; Ἐν τῷ ἄρθρῳ 26ῳ λέγεται ὅτι ἐνεργεῖται τακτικὴ ἐπιθεώρησις· ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἓν μουσεῖον τεχνικόν, τὸ ὁποῖον εἶναι πρωτότυπον καὶ ἀναθέτουσιν εἴς τινα τῶν ὑπαρχόντων ὑπαλλήλων τὴν διεύθυνσιν τοῦ μουσείου.
§232ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι ὥρα τώρα. Θὰ κάμωμεν τώρα προσθήκην θέσεως εἰς τὸ μουσεῖον;
§233ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν εἶναι προσθήκη θέσεως, ἀλλὰ πρόκειται νὰ τεθῇ μία συλλογὴ ὅλων τῶν ὀργάνων ἐκεῖ.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἀργὰ διὰ τὸ μουσεῖον, κύριε Μπασιᾶ, εἶναι ἀργά.
§235ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ὁ κύριος Ὑπουργὸς ἐδέχθη, κύριε Πρόεδρε.
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 26 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν.
§237Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ψηφίζεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σήμερον διανεμηθείσης τροπολογίας τοῦ Ὑπουργοῦ;
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§239Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἀναφέρει τὸν ἀριθμὸν τῶν γραφέων;
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§241ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐδέχθην τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Μπασιᾶ, ἐπαφίεται δὲ ὁ ἀριθμὸς τῶν γραφέων νὰ ὁρισθῇ διὰ Β. Διατάγματος· ἑπομένως θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ ματαίῳ. Ἀκριβῶς διὰ νὰ ἀποφύγωμεν τὸ περὶ μεταβολῶν ἐπενεκτέων εἰς τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ἐπαφῆκα τὸν κανονισμὸν εἰς τὸ Β. Διάταγμα.
§242Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Αὐτὸ ἀναφέρεται εἰς τὸ ἄρθρον 25, κύριε Ὑπουργέ.
§243ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔχητε κανὲν ἐσφαλμένον πρὸ ὀφθαλμῶν.
§244Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Τὸ σημερινόν.
§245Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸ δεύτερον.
§246ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν πταίομεν ἡμεῖς. Ἀφοῦ διενεμήθη, τί νὰ σᾶς κάμω;
§247ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 26, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 27 (ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτόν). Ἄρθρον 28 (ἀναγινώσκεται).
§248Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ τροπολογηθῇ αὐτὸ κ. Ὑπουργέ;
§249ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὰ προσόντα θὰ ὁρίζωνται διὰ Β. Διατάγματος.
§250Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Μονογραφὴ δὲν δύναται νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς τμηματάρχας τοὺς ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη καὶ κἄποιον τμῆμα νὰ διευθύνηται ἀπὸ αὐτούς. Διὰ τὴν πρόνοιαν τῆς εἰσαγωγῆς ἱκανῶν προσώπων ἠμπορεῖ νὰ μείνῃ καὶ κἄποιος ἱκανός· ἠμπορεῖ ἀπαραιτήτως νὰ προέρχηται οὗτος ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Νὰ προσέξωμεν ὅμως μὴ τυχὸν εἴς τι τῶν τμημάτων ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ληφθῇ ἔξωθεν πρόσωπόν τι, τὸ ὁποῖον νὰ παρέχῃ εἰς τὸν Ὑπουργὸν προσόντα, τὰ ὁποῖα νὰ θεωρῶνται καλλίτερα ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ, διότι δὲν βλέπω τὰ τμήματα πῶς χωρίζονται. Ἔχομεν δὲ σημειωτέον ἐκμετάλλευσιν ἐδῶ, χρυσόν, χρήματα, ταμιευτήρια καὶ τὰ λοιπά, καὶ ἑπομένως χρειάζονται γνώσεις ἀνώτεραι.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 28, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 29 (ἀναγινώσκεται).
§252Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ ἔχω τροπολογίαν, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς· «κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτρέπεται νὰ διορισθῇ καὶ ὁ προϋπηρετήσας».
§253ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ εἰσαγάγω τοιούτου εἴδους προσόντα.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 29 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 30 (ἀναγινώσκεται). Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 30 ὁ κ. Ἀθ. Μπασιᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§255ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν φρονεῖτε, κύριε Ὑπουργέ, ὅτι τουλάχιστον ἔπρεπε νὰ τεθῇ ὅτι γίνεται ἡ τοποθέτησις διὰ ἀποφάσεως τοῦ Ὑπουργοῦ;
§256ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Οὕτως γίνεται.
§257ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Δὲν γίνεται.
§258ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔχω καὶ διάταξιν. Μὲ συγχωρεῖτε.
§259ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Λέγει τὸ ἄρθρον ὅτι οἱ τμηματάρχαι λαμβάνονται ἐκ τοῦ προσωπικοῦ τῆς ταχυδρομικῆς, τηλεγραφικῆς καὶ τηλεφωνικῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ ἡ τοποθέτησις αὐτῶν κατὰ τμήματα, δέον νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ.
§260ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα, μάλιστα.
§261ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 30 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ...
§262ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἐδῶ δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία νὰ συμφωνῇ ὁπωσδήποτε μὲ τὴν πρότασιν τὴν γενομένην ὑπὸ τοῦ κ. Κουτούπη (ἀναγινώσκει «κατὰ τὴν πρώτην σύνθεσιν...
§263ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἐννοῶ αὐτό. Ὁπωσδήποτε νὰ ἐξασφαλισθῇ ἓν τμῆμα.
§264ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἡ γνώμη τοῦ κ. Κουτούπη εἶναι πλέον ἢ ὀρθή.
§265Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἡ λέξις «μετατιθέμενοι» νὰ παραλειφθῇ.
§266ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατόν.
§267Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἂς προστεθῇ «ἐξαιρετικῶς δύνανται νὰ προσληφθῶσι εἷς ἢ δύο τμηματάρχαι ἐκ τῶν ἐχόντων προσόντα». Δὲν πρέπει ποτὲ νὰ ἀποκλείηται τί θὰ δημιουργήσῃ ἡ κοινωνία ἀπ’ ἔξω. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν πρέπει ν’ ἀφεθῇ πᾶσα ἐλευθερία διὰ νὰ κανονίσῃ τὰ προσόντα. Ἴσως ὁ περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ φέρῃ κακά.
§268ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι τεχνικὴ ὑπηρεσία.
§269Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Εἶναι εἰς τὰ ταμιευτήρια.
§270ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἅμα ἔχητε μὴ τηλεγραφικοὺς δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἔχητε διεύθυνσιν ὑπηρεσίας.
§271Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν εἶπον ὅλους.
§272ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 30ον ἄρθρον, ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 31ον (ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κ. Δ. Βρατσάνου, ἥτις ἀποσύρεται.
§273ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐκεῖ ὅπου λέγει «ἐν αὐτῷ δὲ ὑπηρετοῦσιν 20 γραφεῖς», νὰ προστεθῇ «10 γραφεῖς».
§274ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Π. Βουρλούμη (ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Βουρλούμη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ κ. Γκλαβᾶ.
§275Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Εἶναι εἰς τὸ 34ον.
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τῶν κ.κ. Π. Φλέσα καὶ Α. Κοκκέβη.
§277Α. ΚΟΚΚΕΒΗΣ. Εἶναι εἰς τὸ 34ον.
§278ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ κ. Θεοδωροπούλου ἀποσύρεται. Τελευταία εἶναι ἡ τῶν κ. κ. Ὄθ. Τετενὲ καὶ Π. Ραυτοπούλου.
§279ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀποσύρονται.
§280ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρέπει νὰ αὐξηθῶσιν οἱ δακτυλογράφοι.
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ νέος Ὑπουργὸς θὰ κανονίσῃ αὐτό. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 31 ὡς ἐτροπολογήθη, ὡς καὶ τὸ 32.) Ἄρθρον 33ον (ἀναγινώσκεται).
§282ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐκεῖ ὅπου λέγει· «ἅπαν τὸ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους προσωπικὸν τῶν ὑπηρεσιῶν τούτων μετατεθήσεται», νὰ προστεθῇ «ἐφ’ ὅσον δὲν εἶναι τοῦτο ἀναγκαῖον εἰς τὰς παραμενούσας ἐν αὐτῷ ὑπηρεσίας». (Ψηφίζεται τὸ 33 ὡς ἐτροποποιήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ). Ἄρθρον 34ον. (ἀναγινώσκεται).
§283Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Πρὸ τριῶν περίπου μηνῶν ἐγένετο διαγωνισμὸς πρὸς κατάληψιν μιᾶς θέσεως γραφέως εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Τότε ἐγένετο ὁ διαγωνισμὸς ἐνώπιον ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν προσόντων καὶ εἰς τὰ αὐτὰ θέματα. Ἐξητάσθησαν καὶ ἐπέτυχον τότε πρὸς κατάληψιν τῆς μιᾶς θέσεως τρεῖς. Νομίζω, ὅτι δύνανται νὰ διορισθῶσιν οὗτοι εἰς τὸ Ὑπουργεῖον Συγκοινωνίας, διότι ἐξητάσθησαν διὰ τὰ αὐτὰ προσόντα.
§284ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πῶς θέλετε νὰ ἀναγνωρίσωμεν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διηγωνίσθησαν δι’ ἄλλο Ὑπουργεῖον;
§285Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Ἐξητάσθησαν εἰς τὰ αὐτὰ θέματα καὶ πρὸς ἀπόκτησιν τῶν αὐτῶν προσόντων.
§286ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι καλλίτεροι.
§287Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Πρόκειται περὶ νέου Ὑπουργείου. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ στρατολογήσωμεν ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι διηγωνίσθησαν δι’ ἄλλο Ὑπουργεῖον.
§288ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Παρατηρῶ μίαν διαφοράν, ὡς πρὸς τὴν καθιέρωσιν προσόντων, μεταξὺ τῆς 4 παραγράφου καὶ τῆς τελευταίας παραγράφου· «Προάγεται εἰς γραμματέα βʹ τάξεως ὁ ἐπὶ διετίαν ὑπηρετήσας ὡς γραφεύς, μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ παρὰ τῷ Ὑπουργείῳ τούτῳ Συμβουλίου τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας». Οὐδεὶς τίθεται φραγμός. Ἀρκεῖ νὰ ὑπηρέτησαν δύο ἔτη ὡς γραφεῖς χωρὶς οὐδὲν νὰ ἔχωσιν προσὸν καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ τὸ συμβούλιον τῆς διοικητικῆς ὑπηρεσίας διὰ νὰ προαχθῶσι. Νομίζω ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν φραγμόν τινα καὶ νὰ ζητηθῇ νὰ ἔχῃ, τοὐλάχιστον, ἀπελυτήριον Γυμνασίου ὁ διορισθησόμενος.
§289ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διὰ νὰ ὑπηρετήσωσιν, ὡς γραφεῖς, πρέπει νὰ ὑποστῶσι διαγωνισμὸν καὶ νὰ ἔχωσιν ἀπολυτήριον Γυμνασίου.
§290ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλον νόμον δι’ οὗ εἰσῆλθον ἔκτακτοι γραφεῖς καὶ ἄνευ προσόντων. Θὰ παρακαλέσω νὰ θέσητε δύο ὅρους· νὰ ἔχωσι πενταετῆ ὑπηρεσίαν, τοὐλάχιστον, καὶ ἀπολυτήριον Σχολαρχείου.
§291ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Γυμνασίου μᾶλλον.
§292ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐφθάσαμεν εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λαμβάνωσι θέσιν γραμματέως οἱ ἔχοντες ἀπολυτήριον Σχολαρχείου. Γυμνασίου ὑπάρχει ἐδῶ.
§293ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Πρόκειται περὶ τῶν ὑπηρετούντων ἤδη ὡς γραφέων.
§294ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁ νέος Ὑπουργὸς δύναται νὰ λάβῃ μέτρα· δύναται νὰ ληφθῇ οἱαδήποτε πρόνοια διὰ τοὺς μὴ ἔχοντας προσόντα γραμματεῖς.
§295ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Φαινόμεθα ὅτι διαφωνοῦμεν, ἐνῷ συμφωνοῦμεν· εἴμεθα ὑπὲρ τῶν περισσοτέρων προσόντων. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ἀφοῦ δὲν ὁρίζετε οὐδὲν προσόν, ὁρίσατε τὸ ἐλάχιστον. Δὲν θέλετε αὐτό; θέσατε πενταετῆ ὑπηρεσίαν.
§296ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἂς διορθώσῃ καὶ ὁ νέος Ὑπουργὸς κάτι τι τέλος πάντων.
§297ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Εἶναι ἡμερομίσθιοι ἐργάται οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο γραφεῖς, καὶ τώρα θὰ τοὺς κάμωμεν γραμματεῖς δευτέρας τάξεως; Τοὐλάχιστον νὰ θέσωμεν πενταετῆ ὑπηρεσίαν.
§298ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ τεθῇ κἂν ἔχει ἀπολυτήριον Γυμνασίου.
§299ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἔχω καὶ ἄλλην παρατήρησιν ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου. Εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τίθενται πάλιν τόσον περιωρισμένα προσόντα ὥστε ὡρισμένα ἄτομα νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ διορισθῶσιν.
§300ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι. (Ἀναγινώσκει) «Τμηματάρχης τοῦ Ὑπουργείου τούτου διορίζεται ὁ ἔχων προσόντα τμηματάρχου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν». Προστίθεται «τμηματάρχης τοῦ εἰδικοῦ Λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν», καὶ σταματῶ ἐκεῖ. Δὲν διστάζω νὰ ὁμολογήσω ὅτι τὸ ἐδάφιον τὸ ἀπομένον ἀποβλέπει πράγματι εἰς ὡρισμένον πρόσωπον, τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγνώρισα ὡς Ὑπουργὸς χωρὶς νὰ προφθάσῃ νὰ μὲ γνωρίσῃ αὐτό. Ὅταν δὲ ἐζήτησα περὶ αὐτοῦ πληροφορίας ἦλθε νὰ μὲ εὐχαριστήσῃ, διότι εὑρέθη Ὑπουργὸς νὰ ἐρωτήσῃ περὶ αὐτοῦ. Ὑπηρετεῖ πολὺ χρόνον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ καὶ ἔχει καὶ τὰ πορσόντα. Μοὶ εἶχε κάμει δὲ ἐντύπωσιν ἡ φειδὼ καὶ ἡ πρόκλησις διὰ διαφόρων τρόπων τῆς προσοχῆς μου, τοιουτοτρόπως δὲ προελήφθησαν δαπάναι αἱ ὁποῖαι ἴσως θὰ εἶχον γίνει κατ’ ἄλλον τρόπον. Ὑπάρχει ὑπάλληλος εἰς τόν ὁποῖον ὀφείλονται ἑκατοντάδες χιλιάδων δρχ. οἰκονομίαι. Ἐτέθησαν τὰ προσόντα τὰ τελευταῖα διὰ νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς τὸ δικαίωμα νὰ διορισθῇ. Ἐν τούτοις πάντοτε εἶναι ἀναγκαιοτάτη ἡ διάταξις την ὁποίαν λέγει ὁ κ. Βουλευτής. Δὲν ἠδυνάμεθα νὰ ἀφήσωμεν προσόντα τμηματάρχου δι’ ἕν μόνον πρόσωπον. Ἀποθνήσκει ἢ δὲν προτιμᾶται. Τί θὰ γίνῃ τότε; Τίθεται λοιπὸν (ἀναγινώσκει)· «Ὁ ἔχων προσόντα τμηματάρχου τοῦ εἰδικοῦ λογιστηρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἢ ὁ ὑπηρετήσας ὑπὲρ τὴν πενταετίαν κτλ.».
§301Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐπὶ τοῦ τρίτου ἐδαφίου, ἐν σχέσει πρὸς τὸν διορισμὸν τοῦ γραμματέως, ἔχω ὑποβάλλει τροπολογίαν ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Οἱ ἔχοντες δίπλωμα νομικῆς ἢ ἑπταετῆ ὑπηρεσίαν ἐν τῷ ταχυδρομικῷ καί τηλεγραφικῷ κλάδῳ».
§302ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ τὴν δεχθῶ.
§303Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἔχετε ὡς βάσιν νὰ ἔχῃ δίπλωμα νομικῆς σχολῆς. Ἡμεῖς θέτομεν νὰ ἔχῃ καὶ ἑπταετῆ ὑπηρεσίαν διὰ τὸν ἑξῆς λόγον· διότι εἶναι πολλοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰδικώτατοι καὶ εἶναι εἰς θέσιν νὰ προσέλθωσιν εἰς διαγωνισμόν. Ἔχουσι περισσότερα προσόντα ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ προσέλθωσι σήμερον, διότι ἔχουσι δίπλωμα, παρὰ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουσι καὶ δίπλωμα καὶ ἑπταετῆ ὑπηρεσίαν; Πρέπει νὰ προσληφθῶσι ἄνευ διαγωνισμοῦ, διότι αὐτοὶ ἔχουσι δώσει διαγωνισμὸν ὅτε προσελήφθησαν.
§304ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Ἔχουσι δώσει ὡς τηλεγραφηταί.
§305ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀκριβῶς, ἐγένετο τοῦτο διὰ δύο σκοπούς· πρῶτον ὅπως εἰσάγωνται ἄνθρωποι ἀνωτέρας μορφώσεως, καὶ ὅπως δοθῶσιν καλοὶ ὑπάλληλοι εἰς τὴν τεχνικὴν ὑπηρεσίαν. Ἐκεῖ ἀπέβλεψα· ἀφῆκα ὥστε αἱ θέσεις τῶν γραμματέων πρώτης τάξεως νὰ καταλαμβάνωνται ὄχι ὑπὸ εἰδικῶν ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν ἔξωθεν εἰσερχομένων, τῶν ἐχόντων τὰ προσόντα. Θέτω λοιπὸν τὸν διαγωνισμὸν καὶ τὸ δίπλωμα πρῶτον διὰ νὰ ἔχωσιν νομικοὺς αἱ ὑπηρεσίαι, δεύτερον δὲ διὰ νὰ διώξω ὑπαλλήλους τηλεγραφικοὺς οἱ ὁποῖοι κατέχουσι θέσεις γραφέων καὶ γραμματέων καὶ νὰ στείλω αὐτοὺς ἐκεῖ ὅπου ὑπάρχει μεγίστη ἀνάγκη.
§306ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποσύρεται ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δ. Γκλαβᾶ. Ὑπάρχει τρίτη τροπολογία τῶν κ. κ. Π. Φλέσσα καὶ Α. Κοκέβη.
§307Π. ΦΛΕΣΣΑΣ. Εἶναι τρεῖς τέσσαρες ὑπάλληλοι τῶν Δημοσίων Ἔργων οἱ ὁποῖοι ἔχουσι δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ καταλάβωσι θέσεις γραμματέων δευτέρας τάξεως, ἀφοῦ ἔχουσι καὶ ἀπολυτήριον Γυμνασίου. Ἔχουσιν ὅλα τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται συμφώνως τῷ νομοσχεδίῳ.
§308ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐδῶ εἶναι δυνατὸν νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν αὐτὴν ἂν ἔχωσι μόνον διετῆ ὑπηρεσίαν καὶ ἀπολυτήριον Γυμνασίου, καὶ δὲν θὰ τὴν καταλάβῃ ὁ ἔχων δεκαπενταετῆ ὑπηρεσίαν;
§309Π. ΦΛΕΣΣΑΣ. Νὰ τὴν καταλάβωσιν αὐτοδικαίως.
§310ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν αὐτοδικαίως. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 34 ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ὡς καὶ τὰ ἄρθρα 35, 36, 37, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 38).
§311Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Ὑποβάλλω τροπολογίαν σχέσιν ἔχουσαν πρὸς τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας. Κατὰ τὸν νόμον περὶ τηλεγραφικῶν καὶ ταχυδρομικῶν ὑπηρεσιῶν, τὸ ὅριον τῆς ἡλικίας ὁρίζεται τριχῶς. Μέχρις 70 ἐτῶν διὰ τοὺς τμηματάρχας αʹ καὶ βʹ τάξεως, 65 διὰ τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ 60 διὰ τοὺς κατωτέρους ὑπαλλήλους. Ἦλθε κατόπιν ὁ νόμος τῶν διοικητικῶν ἐν γένει ὑπαλλήλων, ὁ ὁποῖος ὥρισε νέον ὅριον ἡλικίας 65 ἐτῶν δι’ ὅλους τοὺς διοικητικοὺς ὑπαλλήλους. Ἐπειδὴ ὅμως εἰς τὸν τίτλον τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν ἀνεφέροντο ὀνομαστικῶς οἱ ταχυδρομικοὶ καὶ τηλεγραφικοὶ ὑπάλληλοι, ἀνεφέροντο ὅμως εἰς ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸ Συμβούλιον τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τὸ ἀπαρτιζόμενον ὑπὸ ἀνωτάτων ὑπαλλήλων ἐθεώρησεν ὅτι διατηρεῖται τὸ ὅριον αὐτό, τὸ ἑξηκοστόν, καὶ τοιουτοτρόπως ἀπεχώρησαν πολλοὶ μὲ τὸ ὅριον τῶν ἑξήκοντα ἐτῶν. Σήμερον ὁρίζεται τὸ ἑξηκοστὸν πέμπτον. Ὑπάρχουσιν ὅμως ὑπάλληλοι ἀποχωρήσαντες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὸ ἑξηκοστὸν καὶ ἑξηκοστὸν πρῶτον ἔτος τῆς ἡλικίας των. Ὑποβάλλω τροπολογίαν ἔχουσαν ὡς ἑξῆς. (Ἀναγινώσκει) «τηλεγραφικοὶ καὶ ταχυδρομικοὶ ὑπάλληλοι ἀποχωρήσαντες, λόγῳ ὁρίου ἡλικίας, καὶ μὴ ἔχοντες συμπληρώσει τὸ ἑξηκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας των, δύνανται νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν».
§312ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μετὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου.
§313Γ. ΚΑΦΑΝΤΑΡΗΣ. Μάλιστα.
§314Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Περὶ τῆς μὴ προσλήψεως νὰ γνωμοδοτήσῃ.
§315ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· μοὶ φαίνεται ὅτι συζητοῦμεν ἐπὶ ματαίῳ διὰ τὸν λόγον ὅτι, ὁπωσδήποτε καὶ ἂν διατυπωθῇ ἡ διάταξις, ὁ Ὑπουργὸς λαμβάνων τὴν αἴτησιν θὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον, ὅπερ οὕτως ἢ ἄλλως θὰ ἀποφασίσῃ. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 38, 39, 40 καὶ 41). Ἄρθρον 42 (ἀναγινώσκεται).
§316Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Ὑπουργέ, νομίζω, ὅτι παραφορτώνετε καθήκοντα εἰς τοὺς καθηγητὰς τοῦ διοικητικοῦ καὶ τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου. Τείνουσιν οὗτοι νὰ διορίζωνται εἰς ὅλα τὰ Συμβούλια, ὅπερ δὲν εἶναι πρὸς ὠφέλειαν τῆς ὑπηρεσίας. Ἀφήσατε τὴν διάταξιν γενικὴν δι’ ὅλους τοὺς καθηγητὰς τῆς Νομικῆς σχολῆς τοῦ Πανεπιστημίου.
§317ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 42 ὡς ἐτροπολογήθη, καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 43ον).
§318ΑΘ. Τ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Τὸ ἄρθρον 43 ὁμιλεῖ περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας. Ἤθελον ὅπως εἰς τὸ Συμβούλιον αὐτὸ προστεθῶσι καὶ ἄλλα τρία ἄτομα.
§319ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ τὸ Συμβούλιον εἶναι καθαρῶς γνωμοδοτικὸν καὶ πρόκειται νὰ γνωματεύῃ περὶ προμηθειῶν. Πῶς θέλετε νὰ θέσω ἰδιώτας;
§320ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Πρόκειται καὶ περὶ τῶν συμβάσεων.
§321ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ἐκεῖ συμφέροντα εἶναι.
§322ΑΘ. ΜΠΑΣΙΑΣ. Θέσατε καὶ ἕν μέλος τῆς ναυτιλίας.
§323Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Αἱ ἀτμοπλοϊκαὶ συμβάσεις θεωροῦνται ταχυδρομικαὶ διὰ νὰ δίδωνται εἰσιτήρια. Ἀλλὰ διὰ τῶν ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων θίγονται τὰ συμφέροντα τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας τόσον σοβαρῶς, ὅσον δι’ οὐδενὸς ἄλλου νόμου. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Συγκοινωνίας δὲν εἶναι ἁρμόδιον διὰ τὰς ἀτμοπλοϊκὰς συμβάσεις, δὲν πρέπει δὲ νὰ δίδωνται εἰς τὰς ἀτμοπλοΐας δικαιώματα δυνάμενα νὰ ἐπηρεάσωσι πολὺ τὴν ἐμπορικήν μας ναυτιλίαν. Εἶναι γνωστὸν ὅτι οἱαδήποτε ἑταιρία θέλει νὰ ἐπιτύχῃ τὴν σύναψιν μιᾶς συμβάσεως, διὰ τῆς ὁποίας κατορθώνει νὰ ἔχῃ ἐλάττωσιν τῶν φαρικῶν τελῶν ἀντὶ μεταφορᾶς ταχυδρομικῶν σάκκων, τοὺς ὁποίους οὐδέποτε μεταφέρει, δίδει μόνον τεσσαράκοντα εἰσιτήρια αʹ θέσεως καὶ τριάκοντα δευτέρας καὶ ἐπιτυγχάνει τὸν σκοπόν της. Τὰ εἰσιτήρια δὲ ταῦτα χρησιμεύουσιν εἰς τὸ νὰ τὰ δίδῃ ἡ Γενικὴ Διεύθυνσις εἰς διαφόρους, χωρὶς κἂν νὰ διατίθηνται ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων οἱ ὁποῖοι ταξειδεύουσιν εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ διὰ τοὺς ὁποίους πληρώνει τὸ Δημόσιον. Εἶναι σκανδαλώδης ἡ διαχείρισις τῶν εἰσιτηρίων, διότι ὄχι μόνον δὲν ἐκπληροῦται σκοπός τις, ἀλλὰ καὶ χρησιμεύουσι ταῦτα εἰς ζημίαν τῶν ἀτμοπλοϊκῶν ἑταιριῶν.
§324Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ ζητῆται ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας.
§325ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα· εἰς τὸ τέλος τοῦ αʹ ἐδαφίου νὰ τεθῇ ὅτι «προκειμένου περὶ ἀτμοπλοϊκῶν συμβάσεων ζητεῖται καὶ ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐμπορικῆς ναυτιλίας». (Ψηφίζεται τὸ 43 ὡς ἐτροπολογήθη). Ἄρθρον 44 (ἀναγινώσκεται).
§326ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἰς τὸ τέλος τοῦ δ’ ἐδαφίου νὰ προστεθῇ (ἀναγινώσκει)· «ἐπιτρέπεται κατ’ ἀπόφασιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Συγκοινωνίας, ἵνα τὰ ἐπὶ τῇ ἐκδόσει ἀποφάσεων καὶ διαταγῶν αὐτοῦ συντασσόμενα ἔγγραφα πρὸς τὰς ὑφισταμένας Ἀρχὰς κοινοποιῶνται εἰς τοὺς πρὸς οὓς ἀπευθύνονται ἐν ἀντιγράφῳ κυρουμένῳ ὑπὸ τοῦ τμηματάρχου τῆς διεκπεραιώσεως». (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 44 ὡς ἐτροπολογήθη ὡς καὶ τὸ 45ον). Ἄρθρον 46 (ἀναγινώσκεται).
§327ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ προστεθῇ «Δι’ εἰδικῶν Β. Διαταγμάτων κανονισθήσονται τὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ παρόντος νόμου καὶ ὁρισθήσεται ὁ χρόνος τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐφαρμογῆς αὐτοῦ». (Ψηφίζεται τὸ 46 ὡς ἐτροπολογήθη ὡς καὶ τὸ 47).
§328ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ψήφισις τοῦ συνόλου ἀναβάλλεται. Λύεται ἡ συνεδρίασις συναινέσει τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ἐπαναληφθῇ τὴν Δευτέραν εἰς τὰς 5 μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 καὶ 45′ μ. μ.).