1914.05.17
4.014 στίχοι · 31.077 λέξεις · 342 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 76
Τῆς 17ης Μαΐου 1914.
(Σάββατον, ὥρα 5,20′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται νὰ ἀναγνώσῃ τὰ πρακτικά. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως). Ὑπάρχει ἀντίρρησίς τις κατὰ τῶν πρακτικῶν; (Οὐδεὶς ἀπαντᾷ). Τὰ πρακτικὰ ἐπικυροῦνται. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν. Οἱ κάτοικοι τοῦ Δήμου τῆς Στυμφαλίας παρακαλοῦσιν ὅπως μὴ διατηρηθῇ ἡ λίμνη ἵνα ἀρδεύηται ἡ Κορινθία. Οἱ κάτοικοι τῆς κοινότητος Ἀνδριτσαίνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς συγκοινωνίας. Ἡ κοινότης Σπηλιᾶς τῆς Τριφυλίας παρακαλεῖ, ὅπως ἱδρυθῇ ἐκεῖ παρθεναγωγεῖον. Ὁ Ἐμπορικὸς Σύλλογος Ἀμαλιάδος παρακαλεῖ, ὅπως κατασκευασθῇ ὁδὸς ἀπὸ Χάβαρι εἰς Δελήμπασι. Οἱ ἀρτοποιοὶ Πατρῶν παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ μέτρον τι καὶ τεθῇ ἀστυνομικὴ διάταξις καθορίζουσα τὴν πώλησιν τοῦ ἄρτου. Διάφοροι ἔμποροι τῆς Χίου διαμαρτύρονται ἐναντίον τῶν πλανοδίων μικρεμπόρων, οἵτινες καταβιβάζοντες τὰς τιμὰς τῶν εἰδῶν παραβλάπτουσι τὰ συμφέροντά των. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Τρικάλων τῆς Κορινθίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Ἀγρινίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι τοῦ νομοῦ Σφακίων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι Μεσολογγίου παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ δημοδιδάσκαλοι τοῦ πρώην δήμου Πελλήνης τῆς Κορινθίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπόμνημα τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως τῶν δημοδιδασκάλων. Οἱ ὑποκατάδικοι Ἰωαννίνων παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῇ πρόνοια περὶ βελτιώσεως τῆς τύχης των. Οἱ κάτοικοι τῆς νήσου Φούρνων παρακαλοῦσιν, ὅπως τὸ Εἰρηνοδικεῖον παραμείνῃ εἰς τὸν Ἅγιον Κήρυκα τῆς Ἰκαρίας. Οἱ ὁριστικοὶ δημοδιδάσκαλοι Κρήτης αἰτοῦσιν, ὅπως ἀφομοιωθῶσι πρὸς τοὺς ἐξελθόντας ἐκ τοῦ τέως Διδασκαλείου Ἡρακλείου Κρήτης. Οἱ κάτοικοι καὶ ἐκλογεῖς τοῦ συνοικισμοῦ Καρυὰ τῆς Κορινθίας αἰτοῦσιν, ὅπως ἑνωθῶσιν εἰς μίαν κοινότητα ὑπὸ τὸ ὄνομα «Κοινότης Καρυά». Ὁ λαὸς τῆς Στυμφαλίας παρακαλεῖ, ὅπως μὴ ψηφισθῇ τὸ προτεινόμενον ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως μέτρον ἵνα καταστῇ ἡ Στυμφαλία δεξαμενή. Ὁ Βουλευτὴς κ. Μ. Στελλάκης ὑποβάλλει τροπολογίας 1) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας» καὶ 2) ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ προσλήψεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν Δημ. Ἔργων καὶ τροποποιήσεως τοῦ ͵ΓΦΜΒʹ νόμου». Ὁ Βουλευτὴς κ. Σ. Θεοδωρόπουλος ὑποβάλλει προσθήκην ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Ὄθων Τετενὲς καὶ Ν. Ραυτόπουλος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». Οἱ Βουλευταὶ κ. κ. Π. Φλέσσας καὶ Α. Κοκκέβης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου «περὶ ἀντικαταστάσεως τῶν προσωρινῶν διατάξεων τοῦ νόμου 231 τῆς 5 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. δι’ ἑβδόμου ἄρθρου» ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσίν της. (Ὅρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ὁ Βουλευτὴς κ. Α. Σλῆμαν ὑποβάλλει τὴν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ ἀξιώματος παραίτησίν του, συμφώνως πρὸς τὸ ἄρθρον 73 τοῦ Συντάγματος. Ὁ Βουλευτὴς κ. Λ. Μεσσηνέζης ὑποβάλλει τὴν παραίτησίν του ἀπὸ μέλους τῆς μεγάλης πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἀναθεώρησιν τοῦ σταφιδικοῦ ζητήματος ἐπιτροπῆς. Αἱ προτάσεις νόμου «περὶ διαχειρίσεως καὶ διαθέσεως τοῦ Βιτσκανείου κληροδοτήματος» καὶ «περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ὑπὸ τοῦ Στρατοδικείου τῆς Κρητικῆς Χωροφυλακῆς ἐκδοθεισῶν καταδικαστικῶν ἀποφάσεων», παραπέμπονται εἰς ἐπιτροπὴν ἀποτελουμένην ἐκ τῶν κ.κ. Σ. Κροκιδᾶ, Π. Καλλέργη, Σ. Τσακοπούλου, Π. Ἀραβαντινοῦ καὶ Δ. Κανελλοπούλου. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου Στεμνίτσης. Εἶναι ἀπών. Οἱ κ. Δ. Χατζηγιάννης, Γ. Βλάχος, Σ. Ἀναστασιάδης καὶ Μ. Δεληγιάννης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν γεωργῶν τοῦ χωρίου Χασὰν–Τατάρ.
§2Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ παρακαλῶ εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς ἀδελφότητος τῶν κουρέων, μυροπωλῶν καὶ κομμωτῶν.
§4Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ παραπεμφθῇ παρακαλῶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης, ὅπως καταθέσῃ ἀναφορὰν τοῦ φοιτητοῦ τῆς Φιλολογίας Μολφέτα περὶ ἐκδόσεως πιστοποιητικοῦ ἀπόρου. Ἀπουσιάζει. Ὁ κ. Ι. Βέρροιος Δ. Γκλαβᾶς κλπ. ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ Κτηματικοῦ Συλλόγου Βραχνεΐκων Πατρῶν.
§6Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Συνιστῶμεν τὴν ἀναφοράν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Λαμπρινόπουλος, Λ. Μεσηνέζης, Π. Πολυχρονιάδης, Π. Βουρλούμης, Ι. Βέρροιος, καὶ Γ. Κατσιμπίρης, ἐπὶ ἀναφορᾶς τῆς κοινότητος Σκουροχωρίου.
§8Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ε. Βελλιανίτης ἐπ’ ἀναφορᾶς τοῦ καταδίκου Ι. Κορακανίτου. Εἶναι ἀπών. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Οἱ κ. κ. Γ. Κατσιμπίρης καὶ Π. Βουρλούμης ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν στρατιωτικῶν καταδίκων τῶν παραπηγμάτων. Εἶναι ἀπόντες. Ὁ κ. Ἀλ. Θανόπουλος ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ἂν ἔλαβεν γνῶσιν τῆς πρὸς αὐτὸν ἀναξιοπρεποῦς συμπεριφορᾶς τοῦ Νομάρχου Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας.
§10ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τώρα βλέπω ἐδῶ τὴν ἐρώτησιν.
§11ΑΛ. ΘΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσως, κύριοι Βουλευταί, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ Βουλευταὶ εὑρέθησαν πρὸ ἀναξιοπρεποῦς συμπεριφορᾶς ὑπαλλήλων, ἄλλοτε κατωτέρων καὶ ἄλλοτε ἀνωτέρων. Πρὸ τοιούτου ἐπεισοδίου εἶχον τὴν ἀτυχίαν νὰ εὑρεθῶ χθὲς ἐν τῇ Νομαρχίᾳ Ἀττικοβοιωτίας παρακληθεὶς παρὰ ὁμογενοῦς Κυπρίου καὶ μεταβὰς ἐκεῖ νὰ βεβαιώσω τὴν ταὐτότητά του. Ὁ κ. Νομάρχης ὑπέδειξεν ἀπὸ τῆς προηγουμένης ἡμέρας εἰς τὸν ὁμογενῆ μας αὐτὸν νὰ προσαγάγῃ πρόσωπον ἐπίσημον ὅπως βεβαιώσῃ τὴν ταὐτότητά του. Ὁ ὁμογενής μας αὐτὸς τῷ εἶπεν ὅτι οὐδένα ἄλλον γνωρίζει εἰμὴ τὸν Γεν. Γραμματέα τοῦ Ὑπουργείου τῆς Παιδείας κ. Βολονάκην καὶ ἕνα ἰατρὸν μιᾶς κλινικῆς. Ἀλλὰ τὴν πρωΐαν συνέβη τυχαίως εἰς τὸ ζαχαροπλαστεῖον νὰ συναντήσω τὸν ὁμογενῆ αὐτόν, ὅστις μοὶ εἶπεν ὅτι αὐτὸ καὶ αὐτὸ μοὶ συμβαίνει καὶ σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν θέλητε, νὰ ἔλθητε νὰ βεβαιώσητε τὴν ταὐτότητά μου ἐν τῇ Νομαρχίᾳ. Ἐδέχθην εὐχαρίστως τὴν παράκλησιν καὶ μετέβημεν ὁμοῦ εἰς τὴν Νομαρχίαν καὶ παρουσιάσθημεν εἰς τὸν κ. Νομάρχην. Καίτοι κατ’ ἐπανάληψιν εἶχον μεταβῆ ἐκεῖ καὶ μὲ ἐγνώριζεν, οὗτος, οὐχ ἧττον ἔκρινα καλόν, φοβούμενος μήπως δὲν μὲ ἐνεθυμεῖτο νὰ τῷ δηλώσω τὴν ταὐτότητά μου, τῷ εἶπον δ’ ὅτι βεβαιῶ τὴν ταὐτότητα τοῦ ὁμογενοῦς Κυπρίου, εἴτε ἐγγράφως εἴτε προφορικῶς ἤθελεν, ὅτι εἶναι Κύπριος καὶ ὄχι πολίτης Ἕλλην, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Δέν μοὶ ἔφερεν τὴν ἀντίρρησιν τοῦ νόμου ὅτι ἔπρεπεν οὗτος νὰ προσαγάγῃ τὰ σχετικὰ τῆς ταὐτότητός του ἔγγραφα, ἀλλὰ μοὶ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ προσέλθῃ ὁ ἰατρὸς ἀπὸ τὴν κλινικήν του ἢ ὁ κ. Βολονάκης, μοὶ προσέθηκε δ’ ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὴ ἡ βεβαίωσις ἡ ἰδική μου, καίτοι, Κύριοι, ὁ ἰατρὸς ἦτο ἄγνωστος, ἐνῷ ἐγὼ ἔφερα τὸ ἀξίωμα τοῦ Βουλευτοῦ. Εὑρέθην πρὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ὑποχωρήσω, διότι δυοῖν θάττερον, ἢ ἔπρεπε νὰ ἔλθω εἰς χεῖρας μαζύ του ἢ ἔπρεπε νὰ φύγω. Ἐπροτίμησα τὸ δεύτερον, διότι αἱ ἀποσκευαὶ τοῦ ὁμογενοῦς εἶχον σταλῆ εἰς Πειραιᾶ καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ παραμείνῃ. Μετέβην τότε εἰς τὸν κ. Βολονάκην, ὡς ἀγγελιοφόρος χρησιμοποιηθείς, ἵνα λάβω καὶ ἔλαβον σχετικὴν ἐπιστολὴν καὶ ἐπιστρέψας ἔδωκα ταύτην εἰς τὸν κ. Νομάρχην. Κατόπιν ἐξελθὼν τοῦ γραφείου τοῦ κ. Νομάρχου διηυθύνθην πρὸς τὸν γραμματέα τῆς Νομαρχίας, ὁ ὁποῖος ἐν τῷ μεταξὺ μαθὼν φαίνεται τὸ ἐπεισόδιον κατεγίνετο ἐκ προθέσεως προφανῶς μεθ’ ἄλλων ὑπαλλήλων ἐπὶ μίαν ὥραν εἰς τὴν ἀνεύρεσιν δῆθεν ἐγγράφου ἀπολεσθέντος, καὶ μετὰ πάροδον ὥρας μόλις εὐηρεστήθη ὁ κ. Γραμματεὺς νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ αἰτούμενον ἔγγραφον καὶ μᾶς δώσῃ αὐτό. Ἀποχωρῶν εἶπον εἰς τὸν κ. Νομάρχην ὅτι ἡ διαγωγή του ὑπῆρξε ἀνάρμοστος, καὶ ὅτι, οὔτε ἐξ οἰκογενειακῆς ἀνατροφῆς οὔτε καὶ δι’ ἄλλους λόγους θὰ θελήσω νὰ γεννήσω ἐπεισόδιον, καίτοι μὲ ἀναγκάζεται αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἢ νὰ σᾶς ὑβρίσω ἢ νὰ ἔλθωμεν εἰς χεῖρας. Τί δὲ νομίζετε ὅτι ἀπήντησεν ἀφελῶς ὁ κ. Νομάρχης. Νὰ κάμητε ὅτι θέλετε. Αὐτὰ εἶχον νὰ γνωρίσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργόν, ἰδιαιτέρως δὲ εἰς τὴν Βουλήν, διότι πολλάκις οἱ Βουλευταὶ εὑρέθημεν πρὸ τοιαύτης διαγωγῆς ὑπαλλήλων. Εἶμαι ὡς ἐκ τούτου ὑποχρεωμένος κ. Βουλευταί, κατερχόμενος τοῦ βήματος νὰ κάμω τὴν ῥητὴν δήλωσιν, διότι νομίζω ὅτι ὁ λαὸς τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω δὲν θὰ ἐπιτρέψῃ ποτὲ νὰ ὑβρισθῇ ὁ ἀντιπρόσωπός του οὐδὲ νὰ τύχῃ τοιούτου ἐξευτελισμοῦ, νὰ δηλώσω, λέγω, ὅτι δι’ ἐμὲ ἀποτελεῖ τὴν μεγαλειτέραν ἴσως τῶν ὕβρεων τὸ γενόμενον, καὶ ἂν δὲν τύχω πλήρους ἱκανοποιήσεως, θέλω προβῆ ἐγὼ αὐτὸς εἰς ὅ,τι δεῖ ἵνα ἱκανοποιήσω ἑαυτόν, εἰς δὲ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς ὁλοκλήρου θὰ ἀφήσω νὰ κρίνῃ τὴν ἀναξιοπρεπῆ διαγωγὴν τοῦ Νομάρχου.
§12ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὸ τελευταῖον μέρος τῆς ὁμιλίας τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ ὁμολογῶ ὅτι μὲ λυπεῖ, καὶ κινεῖ τὴν ἀγανάκτησίν μου ἡ συμπεριφορὰ τοῦ νομάρχου, ἐὰν ὑπῆρξεν ὁποία καταγγέλεται. Μοὶ ἐπιβάλλεται ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει νὰ πράξω πᾶν ὅ τι θὰ ἔπραττε πᾶς Ὑπουργός, προκειμένου περὶ καταγγελίας Βουλευτοῦ, τοῦ ὁποίου ἐθίγη ἡ ἀξιοπρέπεια, καὶ ἡ βουλευτικὴ καὶ ἡ ἀτομική, πρὸς ἣν εἶναι συνδεδυασμένη, φυσικῶς, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ νομάρχου. Ὅ τι λοιπὸν ἔχω νὰ δηλώσω εἶναι ὅτι θὰ πράξω τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὅ τι δεῖ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης, ἐπανελθών, ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου Στεμνίτσης.
§14Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μοὶ ἐστάλη κ. Πρόεδρε ἡ ἀναφορὰ αὕτη διὰ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Πρόκειται περὶ ὑπερβάσεως καθήκοντος τοῦ δασάρχου Ἀρκαδίας ἐκδόντος ἀπαγορευτικὴν διάταξιν, διὰ τὴν βοσκὴν αἰγῶν ἐν τοῖς κοινοτικοῖς λιβαδίοις Στεμνίτσης πρὸς προστασίαν δῆθεν τῶν ἐν τοῖς λιβαδίοις δασῶν, καὶ οὕτω ἡ πρόσοδος τῶν λιβαδίων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἀπὸ τῆς παλιγγενεσίας καὶ πρότερον, ἐπὶ Τουρκοκρατίας, κινδυνεύει νὰ ἐξαφανισθῇ. Οἱ κύριοι τῶν ἀγρῶν τούτων εἶχον δώσει ἐντολὴν εἰς ἐπιτροπὴν τὸ πρῶτον κατόπιν δὲ καὶ εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, ἀπὸ πενταετίας καὶ ἐντεῦθεν, νὰ νέμηται ἡ κοινότης τὴν χροτονομὴν ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ διατίθηται δι’ ὡρισμένους κοινωφελεῖς σκοποὺς τὸ ἀντίτιμον. Ἡ κατάστασις αὕτη ἐξηκολούθει μέχρι τεσσάρων χρόνων ὅτε ἐξεδόθη δασονομικὴ διάταξις διὰ τῆς ὁποίας ἀπηγορεύετο ἡ βοσκὴ τῶν αἰγῶν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, συνεπῶς καθίστατο ἄχρηστος ἡ περιουσία αὕτη. Καὶ τὰ δύο μὲν πρῶτα ἔτη ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς διαταγῆς, συνεπείᾳ παραστάσεων, ἔμεινε νεκρὰ ἡ δασονομικὴ αὕτη διάταξις, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ πολέμου, ὅτε δὲν εἶχεν ὄρεξιν κανεὶς πλέον νὰ προσέξῃ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐτέθη ἐκ νέου ἐν ἰσχύϊ ἡ ῥηθεῖσα διάταξις καὶ οὕτω κινδυνεύουσιν νὰ μείνωσι τὰ λιβάδια ταῦτα ἄνευ προσόδου. Ἅμα δώσω εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ἐννοήσῃ καὶ πράξῃ τὰ καθ’ ἑαυτόν, θὰ εἴπω ὅτι αἱ ἐκτάσεις ἐκεῖναι δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ ἐθνικαί, διότι οὐδέποτε ἐπάτησε ποῦς Τούρκου ἐκεῖ, καὶ τὰ δάση τὰ ἐν τοῖς λιβαδίοις καὶ τὰ πέριξ τῶν ἀγρῶν ἦσαν ἰδιόκτητα. Ἀπὸ τῆς παλιγγενεσίας ὅμως καὶ ἐντεῦθεν αὐτοὶ οἱ ἰδιοκτῆται, πρὸς μεγαλειτέραν προφύλαξιν τῶν δασῶν καὶ ἵνα μὴ ἐρίζωσι μεταξύ των, ἀνεγνώρισαν τὰ ἐν τοῖς ἀγροῖς των καὶ πέριξ αὐτῶν δάση ὡς δημόσια, καὶ ἔδωκαν τὸ δικαίωμα εἰς τὸ δημόσιον νὰ ἐκμεταλλεύηται ταῦτα, ἐκράτησαν ὅμως δι’ ἑαυτοὺς τὴν χορτονομήν, ὅπως ἐκ τῆς προσόδου ταύτης κατασκευάζωσι κοινωφελῆ ἔργα. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον διὰ τῆς διαταγῆς τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, παρεμποδίζει τὴν βοσκὴν ἐπὶ τῶν γαιῶν τούτων καὶ συνεπῶς ἡ ἐκ τούτων πρόσοδος παύει. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὅπως ὁ κ. Ὑπουργός, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου, λάβῃ μέριμναν καὶ σπεύσῃ νὰ γνωρίσῃ εἰς τὸν κ. Δασάρχην, ὅτι ὀφείλει μεγαλείτερον σεβασμὸν πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνοίξωμεν δίκας κατὰ τοῦ δημοσίου. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν ἕως ἐκεῖ.
§15Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ἔχει δίκαιον ὁ κ. Βουλευτὴς καὶ παρακαλῶ νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διὰ νὰ διατάξω τὰ δέοντα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Π. Ἀραβαντινός. Ἀπών. Ὁ κ. Β. Πουλιάσης, ἐπανελθών, ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τοῦ φοιτητοῦ κ. Μολφέτα.
§17Β. ΠΟΥΛΙΑΣΗΣ. Καταθέτω ἀναφορὰν τοῦ φοιτητοῦ τῆς φιλολογίας Μολφέτα. Ὁ φοιτητὴς αὐτὸς δὲν ἀνενέωσε τὰς ἐγγραφάς του καθ’ ὅ ἄπορος, κατὰ τὸν νόμον δὲ ἵνα ἀνανεώσῃ αὐτὰς πρέπει νὰ προσαγάγῃ πιστοποιητικὸν τῆς ἀπορίας του. Ἀπετάθη ἐπανειλημμένως πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς κοινότητός του, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος ἕνεκα κομματικῶν λόγων ἀρνεῖται νὰ ἐκδώσῃ τοιοῦτον πιστοποιητικόν. Διὰ τοῦτο ἤθελον παρακαλέσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ διατάξῃ διὰ τοῦ Νομάρχου τὸν ἐν λόγῳ Πρόεδρον νὰ ἐκδώσῃ τὸ πιστοποιητικόν, ὅπως ὁ εἰρημένος φοιτητὴς ἀνανεώσῃ τὰς ἐγγραφάς του, διότι ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν λήγει τὸ ἔτος τὸν Πανεπιστημιακόν.
§18Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως). Ἀφοῦ ἀρνεῖται ὁ Πρόεδρος νὰ ἐκδώσῃ πιστοποιητικόν, θὰ ἐδοχόμην πᾶσαν ἄλλην ἔνορκον βεβαίωσιν.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Θ. Κουτούπης καὶ Π. Ἀραβαντινὸς ὅπως ἀναπτύξωσιν ἀναφοράν. Ἀπόντες. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς καὶ Ι. Χριστοδουλιᾶς, «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἔλαβε πρόνοιαν περὶ βελτιώσεως τῶν ὑπαλλήλων τῶν καπνεργοστασίων, οἵτινες εἶναι οἱ μόνοι ἐξ ὅλων τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, πρὸς οὓς ἡ Πολιτεία ἐπέδειξε μέχρι τοῦδε ἀσύγγνωστον διαγωγήν».
§20Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Διὰ νομοσχεδίου θὰ ἀφομοιωθῶσιν οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Δ. Γκλαβᾶς, Κ. Γόντικας, Π. Πολυχρονιάδης, Ι. Βέρροιος, Π. Βουρλούμης, Γ. Κατσιμπίρης καὶ Γ. Λαμπρινόπουλος, «ὅπως ζητήσωσι ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ δήμου Βουρῶν, δι’ οὗ οἱ κάτοικοι διαμαρτύρονται διὰ τὴν βεβαίωσιν καὶ εἴσπραξιν τοῦ φόρου τῶν περιβολίων».
§22Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ φόβος τῶν κατοίκων τοῦ Δήμου Βουρῶν εἶναι ἀδικαιολόγητος, διότι πρὶν ἢ φθάσῃ τὸ τηλεγράφημα ἐδῶ, εἶχον στείλει ὁδηγίας ἐκ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μὴ στείλῃ ὁ ἔφορος ἐντάλματα πρὸς εἴσπραξιν. Ἐδώκαμεν τὰς ὁδηγίας αὐτὰς ἀκριβῶς διότι ἀναγνωρίζομεν τὸ δίκαιον· διότι ἕνεκα τῶν ἀσθενειῶν τῶν περιβολίων οἱ ἰδιοκτῆται δὲν εἰσέπραξαν τίποτε. Προσθέτω δ’ ὅτι θέλω εἰσαγάγει καὶ νομοσχέδιον τροποποιοῦν τὰ τῆς φορολογίας τῶν περιβολίων.
§23Π. ΒΟΥΡΛΟΥΜΗΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐκτελέσητε ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἴπετε κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος περὶ τοῦ φόρου τῶν περιβολίων. Πρέπει νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον κατὰ τοῦ φόρου τούτου, διότι καὶ ἡ πρόσοδος ἐκ τῶν περιβολίων ἀνέρχεται εἰς 31,000 ἕως 40,000, ἔχει δὲ καθυστερήσεις 50 μέχρις 60%. Ὁ φόρος αὐτός, διατηρούμενος, δὲν ἐπιδιώκει ἄλλο τι παρὰ νὰ βασανίζῃ τὸν λαόν. Θὰ σᾶς παρακαλέσω ἵνα κατὰ τὴν προσεχῆ ὑποβολὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ τηρήσητε τὴν ὑπόσχεσιν τὴν ὁποίαν ἐδώκατε.
§24Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Δυστυχῶς δὲν ἠκούσατε ὅτι εἶπον ὅτι θὰ ζητήσω ἢ τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου αὐτοῦ ἢ τὴν κατάργησίν του.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Κατσιμπίρης.
§26Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παραιτοῦμαι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σεραφείμ, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ γνωρίσῃ ἂν ἀπερρίφθησαν αἰτήσεις ἀγορᾶς δέκα χιλιάδων λαχείων τοῦ Στόλου ἀντὶ τοῦ ὡρισμένου τιμήματος καὶ ἂν ταὐτοχρόνως ἐδόθησαν τοιαῦτα ἑξήκοντα χιλιάδων ἐπὶ ζημίᾳ μικρῶν βιοπαλαιστῶν καὶ διὰ τίνα λόγον».
§28Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐξήτασα τὸ ζήτημα, ἀλλὰ δυστυχῶς εἶναι ἄλυτον. Οἱ αἰτοῦντες διὰ νὰ ἔχωσι τὴν ὠφέλειαν 15%, πρέπει νὰ ἀγοράσωσι λαχεῖα ἀξίας 10.000 δραχμῶν. Αἱ αἰτήσεις αἱ σήμερον ὑπάρχουσαι ὑπερβαίνουσι τὸ πενταπλάσιον ἢ τὸ ἑξαπλάσιον. Κατὰ τὸ παρελθὸν εἴχομεν ὡρισμένους πελάτας οἱ ὁποῖοι ἠγόραζον ποσὰ μεγάλα, ἀνερχόμενα εἰς 150.000 δραχμῶν, ἦσαν δ’ οὗτοι ἀνέκαθεν πελάται οἱ ὁποῖοι ἐξησφάλιζον τὰ ποσὰ αὐτά, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ πωλήσωμεν τόσα ποσὰ διότι δὲν ὑπῆρχον τοιαῦται αἰτήσεις. Ἀληθῶς ὑπάρχουσιν σήμερον αἱ αἰτήσεις αὐταί, ἀλλὰ μετ’ αὐτῶν ὑπάρχουσι καὶ πολλαὶ ἑκατοντάδες αἰτήσεων διὰ λαχεῖα ἀξίας ἄνω τῶν 10.000 δρ. Τὸ ζήτημα λύεται μόνον διὰ νομοσχεδίου, καὶ τοιοῦτον ὑποβάλλω αὐτὴν τὴν στιγμήν. Διὰ τούτου εὐρύνομεν τὰ ὅρια, ὥστε νὰ ἱκανοποιῶνται καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν αἰτήσεις μὴ δυναμένας νὰ ἐκπληρωθῶσιν.
§29Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μίαν παράκλησιν εἶχον νὰ ὑποβάλω πρὸς τὸν κ. Ὑπουργόν, νὰ μεριμνήσῃ δηλαδὴ ὅπως μὴ ἐκμεταλλεύωνται αὐτὰ τὰ μικρὰ παιδιά, τοὺς βιοπαλαιστὰς αὐτούς, οἱ μεγάλοι. Νὰ προτιμῶνται καὶ αὐτὰ τὰ μικρὰ παιδιὰ εἰς τὴν πώλησιν τῶν λαχείων.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Ι. Μπουρνιᾶς καὶ Α. Ἀποστολίδης, «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἂν καὶ ποίας ἐξέδωκε διαταγὰς πρὸς εἴσπραξιν τῶν διαφόρων φόρων τοῦ 1912 ἐν τῇ νήσῳ Χίῳ, καθόσον ὁ ἐκεῖ οἰκονομικὸς ἐπίτροπος εἰσπράττει φόρους χρήσεως τοῦ 1912, οὓς βεβαίως δὲν δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ τὸ Ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀφοῦ ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς νήσου ἐγένετο κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1912, ἤτοι τὴν 11ην Νοεμβρίου, οἱ δὲ κάτοικοι ἕνεκα τῆς ψυχολογικῆς των καταστάσεως διὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν των ἐκ βαρβάρου ζυγοῦ, κατέστρεψαν πᾶν ὅ τι ἔγγραφον εἶχον τῶν τοπικῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο ἡ καταβολὴ τῶν φόρων καὶ δὴ τῆς χρήσεως τοῦ 1912, τοὺς ὁποίους ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις μὲ μεγάλην σπουδὴν καὶ πίεσιν εἰσέπραττεν».
§31Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐπὶ τῆς ἐρωτήσεως αὐτῆς ἔχω νὰ ἀπαντήσω τὰ ἑξῆς, διὰ νὰ μὴ ἀφήσω ἀδιαμαρτύρητον τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν οἱ κ. Βουλευταὶ ὑποβάλλουσιν. Οἱ κ. Βουλευταὶ ἰσχυρίζονται ἐν τῇ ἐρωτήσει των ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰσπράττουσα φόρους τοῦ ἔτους 1912 ἐν ταῖς καταληφθείσαις χώραις, δὲν δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους τούτους διότι ἡ κατάληψις ἐγένετο περὶ τὸ τέλος τοῦ εἰρημένου ἔτους καὶ ἑπομένως ἀδικαιολογήτως γίνεται ἡ εἴσπραξις. Τὴν ἀντίληψιν αὐτὴν τῶν κ. Βουλευτῶν ἀποκρούω διαρρήδην. Φρονῶ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει πᾶν δικαίωμα νὰ προβῇ εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερουμένων φόρων τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν ἐπικράτειαν τῆς ὁποίας διάδοχος ἐγένετο, ἀνεξαρτήτως τοῦ πότε ἐγένετο ἡ κατάληψις. Ἐφ’ ὅσον ὀφείλονται φόροι, οἱ φόροι αὐτοὶ εἰσπράττονται δεδικαιολογημένως ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἂν ἀκόμη εἶναι φόροι προγενεστέρας ἐποχῆς τῆς καταλήψεως. Τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἐννοοῦμεν νὰ διατηρήσωμεν ἀπαραβίαστον ἀπέναντι πάντων. Ἄλλο ζήτημα ἂν ἐν τῇ ἐπιδιώξει τῆς εἰσπράξεως ταύτης πρέπῃ νὰ προβαίνωμεν μετὰ μεγάλης ἠπιότητος, πραγματικῶς δὲ μὲ ἠπιότητα καὶ ἐπιείκειαν προβαίνομεν παραγγέλλοντες καὶ διὰ τῶν ὁδηγιῶν καὶ διὰ τῶν ἐγκυκλίων ἡμῶν πρὸς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς ἐπιείκειαν. Ζητοῦμεν δὲ ἐπιπροσθέτως, ἂν κατὰ τὸν χρόνον τῆς καταλήψεως ἐγένετο ἐπίταξις τῶν σιτηρῶν τὰ ὁποῖα ἀνῆκον εἰς τοὺς μισθωτὰς τῶν φόρων, νὰ μὴ προβαίνῃ ὁ ταμίας εἰς εἴσπραξιν καταναγκαστικὴν κατὰ τοῦ ὀφειλέτου, ἀλλὰ νὰ ἐπιβάλλῃ κατάσχεσιν εἰς τὸ Δημόσιον διὰ τὰ ὀφειλόμενα παρὰ τοῦ Δημοσίου εἰς τὸν μισθωτὴν ποσά. Ἑπομένως ζητοῦμεν διὰ πάσης δυνατῆς ἐπιεικείας νὰ ἐνεργῶμεν τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερουμένων φόρων τοῦ 1912. Ἀξιοῦμεν ὅμως τὴν ἀρχὴν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ τῆς εἰσπράξεως νὰ κρατήσωμεν ἀπαραβίαστον καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν θὰ ἐπιμείνωμεν δεχόμενοι μόνον ὅπως κατὰ μέρος προβαίνωμεν μετ’ ἐπιεικείας.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. Π. Φλέσσας καὶ Π. Μερλόπουλος, «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, πότε σκέπτεται νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν νέας δημοπρασίας διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Ἁγίου Φλώρου, ἀφοῦ ὁ ἀναλαβὼν αὐτὴν ἐργολάβος ἀπεβίωσε πρὸ ἡμερῶν, ἀφήσας ἡμιτελὲς τὸ ἔργον».
§33ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἀφοῦ ἀπέθανεν ὁ ἐργολάβος, πάντως ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ ἡ ὑπηρεσία ἂν οἱ κληρονόμοι του ἀνέλαβον τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου. Τοιαύτη δήλωσις μόλις σήμερον ὑπεβλήθη. Διὰ ταύτης οἱ κληρονόμοι δηλοῦσιν ὅτι παραιτοῦνται τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχουσι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Ἀπομένει ἤδη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον νὰ ὁρίσῃ τὴν ἐπιτροπὴν ἥτις θὰ παραλάβῃ τὸ ἐκτελεσθὲν μέρος τοῦ ἔργου καὶ εἶτα θὰ μεριμνήσῃ διὰ τὴν περαιτέρω συνέχισιν αὐτοῦ προκηρυσσομένης νέας δημοπρασίας.
§34Π. ΦΛΕΣΣΑΣ. Παρακαλῶ κ. Ὑπουργὲ ἐντὸς τοῦ ἔτους νὰ συνεχισθῶσιν αἱ ἐργασίαι.
§35Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα κ. Ὑπουργὲ δὲν εἶναι πότε θὰ προκηρυχθῇ ἡ νέα δημοπρασία τοῦ ἔργου τοῦ μὴ συντελεσθέντος, ἀλλὰ τὸ ἐρώτημα στρέφεται εἰς τοῦτο· ἂν ὑπάρχωσιν ἐπαρκῆ μέσα ἵνα συμπληρωθῇ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ μόλις ἀρξάμενον. Τοῦτο μοὶ δίδει ἀφορμὴν νὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ προβῇ εἰς ἐξέτασιν τῆς ὅλης ὑποθέσεως, καὶ ἵνα διευκολύνω αὐτὸν εἰς τοῦτο, ἀφηγοῦμαι ἐγὼ τὰ κατ’ αὐτὴν ἔχοντα ὡς ἑξῆς. Τὸ ἔργον ὑπελογίσθη εἰς δραχμὰς 285,000, ἀλλ’ ἦτο τόσον χονδροειδὴς ἡ πλάνη τῶν μηχανικῶν, ὥστε ἐκ τῶν ὑστέρων ἀπεδείχθη ὅτι τὸ ποσὸν ἦτο ὅλως ἀνεπαρκές, διότι θὰ ἀπαιτηθῇ ποσὸν ὑπερδιπλάσιον. Τὸ ζήτημα λοιπὸν δὲν εἶναι ἂν καὶ πότε θὰ προκηρύξητε νέαν δημοπρασίαν διὰ τὴν συντέλεσιν τοῦ ἔργου, ἀλλ’ ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εὑρεθῶσι τὰ ὑπόλοιπα χρήματα τὰ ἀπαιτούμενα κατὰ τὴν γνώμην αὐτῶν τῶν μηχανικῶν διὰ νὰ συμπληρωθῇ τὸ ἔργον. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὸ μὲν ἵνα ἐξετάσῃ περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης καὶ ἴδῃ ποῖος εἶναι ὁ περίφημος μηχανικὸς ὁ ὁποῖος συνέταξε τὴν περίφημον ταύτην μελέτην, τὸ δὲ ἵνα μεριμνήσῃ πρὸς ἐξεύρεσιν τοῦ ποσοῦ τοῦ ἀπαιτουμένου διὰ τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, διὰ νὰ ἐξευρεθῇ ἐργολάβος καὶ περατωθῇ τὸ ἔργον τοῦτο, τὸ ὁποῖον θὰ εὐεργετήσῃ τοὺς πληθυσμοὺς δύο ὁλοκλήρων ἐπαρχιῶν, τῆς ἐπαρχίας Καλαμῶν καὶ τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ἀνερχομένους εἰς ἑκατὸν χιλιάδας κατοίκων.
§36ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἄνευ παρατηρήσεως τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ. Ἐὰν ἡ ἀπάντησις εἶναι ἀνεπαρκὴς τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἐρωτήσεως τῶν κ. Βουλευτῶν. Οἱ κ. Βουλευταὶ «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν πότε σκέπτεται νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν νέας δημοπρασίας διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ ἕλους Ἁγίου Φλώρου ἀφοῦ ὁ ἀναλαβὼν ταύτην ἐργολάβος ἀπεβίωσε πρὸ ἡμερῶν ἀφήσας ἡμιτελὲς τὸ ἔργον». Ἐνταῦθα τελειώνει τὸ ἐρώτημα καὶ ὁ Ὑπουργὸς ἀπαντᾷ· δὲν δύναμαι νὰ προκηρύξω νέαν δημοπρασίαν πρὶν ἢ δοθῇ ἡ ζητηθεῖσα δήλωσις. Ἡ δήλωσις σήμερον ἔφθασεν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ἀπομένει ἑπομένως ἡ ἐκτίμησις τῶν ἐκτελεσθέντων ἔργων καὶ ἡ προκήρυξις δημοπρασίας.
§37Π. ΜΕΡΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν κακίζω τὸν κ. Ὑπουργόν, ἀλλὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν δημοσίων ἔργων ἡ ὁποία παρέλιπε νὰ δώσῃ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ κ. Ι. Βέρροιος, Γ. Κατσιμπίρης, Δ. Γκλαβᾶς καὶ Π. Βουρλούμης, «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί ὁ ἐργολάβος τῆς δημοσίας ὁδοῦ Πύργου– Καλαβρύτων ἐγκατέλιπε πρὸ χρόνου πολλοῦ τὴν κατασκευὴν τοῦ τμήματος Δίβρης–Τριποτάμων, ἐξ οὗ τμήματος διέρχονται οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων καὶ πλεῖστοι ἐκ τῶν κατοίκων τοῦ νομοῦ Ἀρκαδίας, ἔτι δὲ καὶ τῆς Λακωνίας, ὑφιστάμενοι πλείστας ζημίας κατ’ ἔτος οὐ μόνον τῶν διερχομένων ἐκεῖθεν ζώων, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ ἀνθρωπίνων ὑπάρξεων καταστρεφομένων, ἀφοῦ ἡ ἀπόστασις τοῦ εἰρημένου τμήματος, ὡς γνωστόν, εἶναι ἱκανῶς μακρά».
§39ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Οὔτε ἡμεῖς οὔτε ὁ ἐργολάβος ἐγκατέλιπε τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὁδοῦ. Ὁ ἐργολάβος, ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζω ποῖος ἦτο οὔτε πρὸ πόσων δεκάδων ἐτῶν εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἐκτέλεσιν ὡρισμένων ἔργων εἰς τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἐξετέλεσεν ὅσα ἀνέλαβεν ἔργα. Ἡ ἐργολαβία λοιπὸν ἐξετελέσθη. Ἄν τώρα ἔμεινεν ἡμιτελὴς ἡ ἐκτέλεσις τῆς ὅλης ὁδοῦ, δὲν πταίει ἄλλος τις παρὰ ἡ ἔλλιψις πιστώσεως· οὐδεμία πίστωσις ἀνεγράφη, καίτοι ἡ ἀπαιτουμένη πίστωσις εἶναι πολὺ μεγάλη.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Βακράτσας «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί αἱ οἰκονομικαὶ ἀρχαὶ φορολογοῦσι τὰ πρὸς δήμους καὶ κοινότητας κληροδοτήματα, τὰ δι’ ὡρισμένον φιλανθρωπικὸν σκοπὸν κληροδοτούμενα, ἐνῷ ταῦτα δέον νὰ ἐξομοιωθῶσι πρὸς τὰ κληροδοτήματα τῶν φιλανθρωπικῶν ἱδρυμάτων, ἀπαλλασσόμενα καὶ τοῦ φόρου τοῦ χαρτοσήμου».
§41Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ἀπαντῶ ὅτι, καθ’ ὅτι μὲν ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν περὶ ἧς πρόκειται, δηλ. περὶ κληροδοτήματος ἀφεθέντος εἰς τὸν δῆμον Σκοπέλου διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ἀρδευτικῶν ἔργων, ἡ λύσις ἐδόθη, ὅτι τὸ κληροδότημα αὐτὸ δέον νὰ φορολογηθῇ ὡς κληροδότημα ἀφιέμενον ὑπὲρ φιλανθρωπικοῦ σκοποῦ, ἐπειδὴ τὸ προϊὸν αὐτοῦ ἐπρόκειτο νὰ δοθῇ ὑπὲρ τῆς προικίσεως ἀπόρων κορασίων. Ἀλλὰ γενικώτερον ἐπὶ τοῦ θέματος τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως ἤχθη εἰς συζήτησιν, πρέπει νὰ καταστῇ γνωστὸν ὅτι ὅλα τὰ κληροδοτήματα τὰ ἀφιέμενα ὑπὲρ ὡρισμένων σκοπῶν, ὑπόκεινται εἰς τὸν φόρον τῶν κληρονομιῶν καθὼς καὶ τὸ ἀντίστοιχον τέλος. Ἑπομένως αἱ αἰτήσεις αἱ ἐπανειλημμέναι, αἱ γενόμεναι περὶ μὴ ὑπαγωγῆς εἰς τὸν φόρον τῶν κληρονομιῶν κληροδοτημάτων κλπ., εἶναι ἀπολύτως ἀδικαιολόγητοι καὶ δὲν στηρίζονται εἰς τὸν νόμον. Ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ φιλανθρωπικῶν σκοπῶν τότε μόνον γίνεται ἡ ἐξαίρεσις ὡς περιοριστικῶς ὁρίζεται ἐν τῷ νόμῳ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλ. Κοπανίτσας, «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, εἰς ποῖον δασμολόγιον θέλουσιν ὑπαχθῆ τὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν εὑρεθέντα ἐν τοῖς τελωνείοις ἐμπορεύματα πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ περὶ τροποποιήσεως κλάσεών τινων τοῦ δασμολογίου νόμου, τὰ ὁποῖα νῦν πρόκειται νὰ ἐκτελωνισθῶσιν».
§43Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Προδήλως ὑπάγονται εἰς τὸ νέον δασμολόγιον, διότι τὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν εὑρισκόμενα ἐμπορεύματα θεωροῦνται κατὰ πλάσμα ὡς ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εὑρισκόμενα καὶ μόνον ἀφοῦ γίνῃ ἡ αἴτησις ὅπως εἰσέλθωσιν εἰς τὴν ἀνάλωσιν, μόνον ἀπὸ τῆς στιγμῆς ταύτης καθίστανται ἰθαγενῆ καὶ καταβάλλουσι τὸ τέλος. Προηγουμένως εἶναι ἀλλοδαπά.
§44ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Ἐν τούτοις ἡ τελωνειακὴ ὑπηρεσία ἔχει διάφορον γνώμην καὶ φρονεῖ ὅτι πρέπει νὰ δασμολογηθῶσι τὰ ὑπὸ διαμετακόμισιν ὑπάρχοντα εἰς τὰς τελωνειακὰς ἀποθήκας ἢ καὶ παραδοθέντα ἐπὶ ἐγγυήσει ἐφ’ ὡρισμένον χρόνον μὲ τὸν δασμὸν τοῦ τροποποιηθέντος δασμολογίου. Πρόκειται περὶ σοβαρωτάτης διαφορᾶς, ἰδίᾳ προκειμένου περὶ αὐτοκινήτων.
§45Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν προεκαλέσαμεν γνωμοδότησιν τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου καὶ δὲν δύναμαι νὰ σᾶς δώσω ἀκόμη ἀπάντησιν.
§46ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Τὴν ἐδώκατε ἤδη.
§47Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι κάπως περιπεπλεγμένον.
§48ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ ἀπάντησις τοῦ Νομικοῦ Συμβούλου, οὐδὲν ἄλλο θὰ γίνῃ παρὰ θὰ ἀναγκάσητε τοὺς ἐμπόρους νὰ παίξωσιν τὸ γνωστὸν παιγνίδιον, νὰ τὰ φέρωσιν εἰς τὸν πλησιέστερον ξένον λιμένα....
§49Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ τὰ κομίσωσιν εἰς τὴν Σμύρνην καὶ ὕστερον θὰ τὰ φέρουν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὲρ αὐτῶν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Ἀναστασιάδης.
§51Σ. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΔΗΣ. Νὰ διαγραφῇ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαποστόλου.
§53Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ καθὼς καὶ ἡ ἑπομένη.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης, «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἂν ἀπεφάσισε νὰ διατάξῃ τὴν μέχρι Σεπτεμβρίου ἀναστολὴν τῶν ὑπὸ τοῦ ταμίου Πυλίας κατὰ χιλιάδας ἐκδοθέντων ἐνταλμάτων κατὰ φορολογουμένων πολιτῶν, οἵτινες ἐξηντλημένοι οἰκονομικῶς, ὡς ἐκ τῆς μακρᾶς ἐπιστρατεύσεως καὶ τῶν πολέμων, καὶ ὑποχρεωμένοι νὰ καλιεργήσωσι κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην τὰ κτήματά των καὶ καταπολεμήσωσι καὶ τὸν ἐκ τοῦ περονοσπόρου κίνδυνον, εὑρίσκονται ἐν ἀπολύτῳ ἀδυναμίᾳ νὰ ἐκπληρώσωσι συγχρόνως καὶ τὰς πρὸς τὸ Δημόσιον ὑποχρεώσεις των.»
§55Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακάλεσα νὰ ἀναβληθῇ.
§56Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Ἐν τῷ μεταξὺ νὰ διατάξητε τὴν ἀναστολὴν τῶν ἐνταλαμάτων.
§57Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Μόλις τώρα λαμβάνω γνῶσιν.
§58Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Πρὸ μηνὸς μετετέθη ὁ ταμίας, ὁ δὲ γραμματεύς, διὰ νὰ ἀποδείξῃ δραστηριότητα καὶ νὰ ἀποκτήσῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν δικαιώματα προαγωγῆς, ἔφερε τοὺς ἄλλους γραμματεῖς καὶ τοὺς εἰσπράκτορας καὶ διὰ νυκτὸς καὶ ἡμέρας ἐξέδωκαν χιλιάδας ἐνταλμάτων καὶ προσπαθοῦσι νὰ εἰσπράξωσι πότε; τὸν μῆνα Μάϊον ὁπότε ὁ κόσμος θέλει τὰ χρήματα διὰ νὰ καταπολεμήσῃ τὸν περονόσπορον. Παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν μέχρι τοῦ Νοεμβρίου.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πετροπουλάκης, «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης ἂν θὰ ληφθῇ πρόνοια ὅπως ἐπαναληφθῶσιν αἱ ἐργασίαι τοῦ Πρωτοδικείου Γυθείου αἵτινες ἔχουσι διακοπῆ ἐλλείψει δικαστικοῦ προσωπικοῦ καὶ ἀρθῇ τὸ ἄτοπον ὅπερ σοβαρῶς ζημιοῖ τοὺς πολίτας τῆς περιφερείας».
§60Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ὁ κ. Βουλευτὴς ἔχει δίκαιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐλήφθη πρόνοια καὶ διετάχθησαν ἀμφότεροι οἱ τοποθετηθέντες νὰ μεταβῶσιν ἐκεῖ. Εἶναι νέοι δικασταὶ καὶ ἔχουσι τὴν προθεσμίαν τῶν εἴκοσι ἡμερῶν τὴν ὁποίαν τοῖς ἔδωκεν ὁ κ. Καντιάνης ἀντὶ τῶν δέκα πέντε (ἱλαρότης). Ἐτοποθετήθη δὲ πλὴν αὐτῶν καὶ πάρεδρος.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης, «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν ἂν δύνανται, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς τελευταίας ἐγκυκλίου ὑπ’ ἀριθ. 428 καὶ ἀπὸ 3 Μαΐου, νὰ γίνωσι προτάσεις πρὸς προαγωγὴν διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ καὶ διὰ τοὺς ὑπαξιωματικοὺς τοῦ ὑλικοῦ πυροβολικοῦ, οἵτινες διὰ λόγους ὑπηρεσίας παρέμειναν κατὰ τὴν διάρκειαν τοῦ πολέμου ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ σώματός των ἔνθα ἐξετέλεσαν τὰς ἀνατεθείσας αὐτοῖς ὑπηρεσίας».
§62ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κατὰ τὸν νόμον δύνανται πάντες νὰ προβιβασθῶσιν ἂν ἔχωσι πενταετῆ ὑπηρεσίαν, ἐνῷ οἱ μετασχόντες τῆς ἐκστρατείας δύνανται μόνον ἂν ἔχωσι διετῆ ὑπηρεσίαν.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Χατζηγιάννης, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν καὶ τίνα μέτρα ἔλαβε κατὰ τοῦ τελώνου Λυγαριᾶς τοῦ Τυρνάβου, ὅστις εἰσπράττει παρὰ τῶν ἐκεῖθεν διερχομένων καρραγωγέων χρηματικὰ ποσὰ ἄνευ νομίμου λόγου».
§64Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐζήτησα τηλεγραφικῶς πληροφορίας.
§65Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Καὶ νὰ διαταχθῇ ἀνάκρισις, διότι οἱ ὑπάλληλοι χρηματίζονται εἰς βάρος τοῦ κόσμου.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, διατί δὲν ἐδόθη ἀπάντησις εἰς ἐπανειλημμένας ἀναφορὰς τῆς μητρὸς τοῦ στρατιώτου τῆς 6ης Μεραρχίας 18ου Συντάγματος, 3ου τάγματος, 9ου λόχου Τσιπολίτου Χαραλάμπους, ζητούσης πληροφορίας περὶ τοῦ υἱοῦ της τούτου στρατιώτου καὶ ἂν φέρεται μεταξὺ τῶν φονευθέντων ἢ ἐξαφανισθέντων».
§67ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Φέρεται ἀγνοούμενος ἀπὸ τῆς 19ης Νοεμβρίου 1913. Δὲν κατωρθώθη ἀτυχῶς μέχρι σήμερον νὰ ἐξακριβωθῇ ὁ θάνατός του.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Συριόπουλος, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὑπάρχῃ μελέτη πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ ἀπὸ Πύργου εἰς τὸν δῆμον Πηνείων τῆς Ἠλείας, καὶ ἂν σκοπῇ, μὴ ὑπαρχούσης τοιαύτης, νὰ διατάξῃ τὴν ἐνέργειαν μελέτης πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ, διὰ τῆς ὁποίας νὰ συγκοινωνήσῃ ὁ ἀποκεκλεισμένος οὗτος δῆμος τοῦ Κράτους μετὰ τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας καὶ τῆς πόλεως Ἀμαλιάδος».
§69ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ὑπάρχει μελέτη.
§70Ν. ΣΥΡΙΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διατάξητε νὰ γίνῃ.
§71ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὅταν θὰ ἔχωμεν ἐπαρκῆ ἀριθμὸν μηχανικῶν, θὰ διατάξω.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Γ. Καντιάνης, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ἂν ἔλαβεν ἢ σκέπτηται νὰ λάβῃ μέτρα καὶ τίνα πρὸς ἀσφάλειαν ἐκ νέας πλημμύρας τῶν κτημάτων τῆς περιφερείας Πύλου, ὧν ἡ σπορὰ τελείως κατεστράφη ἐκ τῶν τελευταίων πλημμυρῶν, δεδομένου ὅτι ἡ διὰ τὴν κατασκευὴν ἀντιπλημμυρικῶν ἔργων δαπάνη θὰ εἶναι ἐλαχίστη, μὴ ὑπερβαίνουσα τὰς 2000 δραχμάς».
§73Γ. ΚΑΝΤΙΑΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε Ὑπουργέ, νὰ διατάξητε διότι πρόκειται περὶ ἔργων 1500–2000 δραχ., κατεστράφησαν δὲ ὅλα τὰ κτήματα καὶ ὅλη ἡ σπορά.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Βουρλούμης, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ἀνευρέθη ὁ στρατιώτης Χαράλαμπος Γρηγορίου Ζερδεβᾶς, τῆς ἀπογραφῆς τοῦ 1912, ὅστις εἰσήχθη τὴν 14 Φεβρουαρίου 1914 εἰς τὸ νοσοκομεῖον Κορυτσᾶς, ἀλλ’ ἔκτοτε ἀγνοεῖται ἡ τύχη του, οὐδεμία δὲ παρεσχέθη εἰς τὴν οἰκογένειάν του πληροφορία καίτοι ἐπανειλημμένως ἀνεφέρθη αὕτη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον».
§75ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διετάχθη τηλεγραφικῶς ἡ ἁρμοδία ὑγειονομικὴ ὑπηρεσία νὰ μᾶς πληροφορήσῃ περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Γ. Καρπετόπουλος καὶ Π. Τσαλδάρης, «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας διατί δὲν κατέθηκεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ζητηθέντα φάκελον διὰ τὸν δημοδιδάσκαλον Παπαδᾶν».
§77Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν κατετέθη, διότι ἀπεστάλη εἰς τὸν Δικαστικὸν Σύμβουλον, ἵνα προκαλέσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τὴν γνώμην τῆς ὁλομελείας τοῦ Νομικοῦ Συμβουλίου καὶ δὲν ἐπεστράφη εἰσέτι. Ἅμα ἐπιστραφῇ θὰ τὸν καταθέσω.
§78Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Πολὺ καλά· ἅμα ἐπιστραφῇ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Σακελλαριάδης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν, ἂν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Νομαρχίαν Ἀρκαδίας πρὸς ἔγκρισιν ψήφισμα τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου Μεγαλοπόλεως, δι’ οὗ ἀνύπαρκτος ἐργολάβος τῶν ἔργων τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως, ἀναγνωρίζεται δικαιοῦχος δραχ. 7,500, καὶ ἂν τὸ ψήφισμα τοῦτο ἐκυρώθη. Παρακαλεῖται δὲ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἵνα ἐπεμβαίνων ἐγκαίρως, περισώσῃ τὰ συμφέροντα τῆς κοινότητος».
§80ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐκ τῆς ἐρωτήσεως μόλις ἔλαβον γνῶσιν τοιούτου πράγματος καὶ ἐζήτησα τηλεγραφικὰς πληροφορίας παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου.
§81Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὴν πρωΐαν τῆς σήμερον ἔδωκα αἴτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρεκάλεσα τὴν ἁρμοδίαν ὑπηρεσίαν ἵνα σπεύσῃ νὰ προλάβῃ ἐπίβουλον ἐπίθεσιν ἐναντίον τοῦ κοινοτικοῦ Ταμείου Μεγαλοπόλεως, διότι ἂν τὰ ἐκεῖθεν γραφόμενα εἶναι ἀληθῆ πρόκειται ὄντως περὶ ἐγκληματικῆς ὑποθέσεως καὶ δέον νὰ ληφθῇ ταχέως πρόνοια. Τὴν κατασκευὴν τοῦ ὑδραγωγείου τῆς πόλεως εἶχεν ἀναλάβει δι’ ἐπισήμου συμβολαιογραφικοῦ ἐγγράφου ἡ ἑταιρία Ζαχαρίας καὶ Σία, ἡ ὁποία κατεσκεύασε τὰ ἔργα — τὰ κατεσκεύασε μάλιστα κακῶς, καὶ δὲν παρελήφθησαν, διὰ τοῦτο δὲ καὶ εἶναι ἐκκρεμὴς ἡ ὑπόθεσις συνεπείᾳ ἐφέσεως ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου, παρὰ τοῦ ὁποίου ἀπὸ πολλοῦ ἔχω ζητήσει τὸν φάκελον αὐτὸν ὅστις εἶναι κατατεθειμένος εἰς τὸν γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Ἐκ τούτου ἐξάγεται ὅτι, ἐνῷ ὁ Δῆμος ἐδανείσθη τὸ ποσὸν τῶν 90 χιλ. δρ. διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, καὶ ὁ ἐργολάβος ἀνέλαβε νὰ προμηθεύσῃ μηχανήματα δυνάμεως 40 ἵππων, οὗτος ἐπρομηθεύθη κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ μηχανικοῦ ἐκεῖ τοιαῦτα μόνον τριάκοντα ἵππων. Ἐπίσης, ἐνῷ ὁ ἐργολάβος ἀνέλαβε τὴν κατασκευὴν ὑπογείου σήραγγος διὰ τὴν συλλογὴν τῶν ὑδάτων μήκους 40 μέτρων, κατεσκευάσθη σῆραγξ μόνον 15 μέτρων καὶ ὅμως ὁ ἐργολάβος αὐτὸς ἐπληρώθη ὅλον τὸ ποσόν, καὶ σήμερον ἔρχονται νὰ ἐπιπέσωσιν ἐναντίον τοῦ κοινοτικοῦ ταμείου διὰ νὰ λάβωσι 7.500 ὑπὲρ ἐργολάβου, ὁ ὁποῖος οὐδὲν δικαιολογητικὸν προσήγαγεν. Οὔτε ὁ πρόεδρος τῆς κοινότητος προσήγαγεν κανὲν δικαιολογητικόν, ἐξηπατήθησαν δὲ οἱ σύμβουλοι λόγῳ τῆς ἀπειρίας των καὶ ἔδωκαν τὴν ψῆφόν των ἐν παντελεῖ ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, μεθ’ ὃ ὅμως δι’ ἀναφορᾶς των πρὸς τὴν Νομαρχίαν διεμαρτυρήθησαν ὅτι ἐξηπατήθησαν.
§82ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ καταθέσω καὶ τὸν σχετικὸν φάκελον καὶ ὄχι μόνον πληροφορίας.
§83Σ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ προλάβωμεν.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ. κ. Θ. Κουτούπης καὶ Π. Λαγοπάτης, «ἐρωτῶσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν τίνα μέτρα ἔλαβε δικαιοτέρου κανονισμοῦ τῆς ἀρχαιότητος τῶν ἐκ τῆς Σχολῆς τῶν Εὐελπίδων ἐξελθόντων Ἀνθυπολοχαγῶν κατὰ Φεβρουάριον ἐ. ἔ. δι’ οὓς ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ἡ σειρὰ αὐτῶν τῆς κατατάξεως ἀπὸ τῆς βʹ τάξεως εἰς τὴν γʹ.»
§85ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διὰ τοῦ Β. Διατάγματος, ὅπερ ἐκυρώσαμεν, ἐκανονίσθη ἡ ἀρχαιότης τῶν δυνάμει τοῦ νόμου τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Τότε, κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ πολέμου, ἐδήλωσα ὅτι λήγοντος τοῦ πολέμου θὰ ἐπιστρέψωσιν εἰς τὴν σχολὴν ἵνα συνεχίσωσι τὰ μαθήματά των καὶ θὰ ἐξέλθωσι συμφώνως πρὸς τὴν ἱκανότητά των. Ἀλλὰ τὰ πράγματα τῆς χώρας ἔλαβον ἄλλην τροπήν. Κατ’ ἀνάγκην λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ. Τί ἐγένετο λοιπόν; Κατετάχθησαν μὲ τὴν σειρὰν τῆς ἱκανότητος.
§86Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἐξελθόντες, ἐξῆλθον τῆς βʹ τάξεως ἅμα τῇ ἐνάρξει τοῦ πολέμου καὶ κατετάχθησαν ὡς ἀνθυπασπισταὶ εἰς τὸν πεζικόν, θὰ ἐπανήρχοντο δὲ εἰς τὴν Σχολήν, ὅπως συμπληρώσωσι τὸν χρόνον ὁ ὁποῖος τοῖς ἐπεβάλλετο πρὸς συμπλήρωσιν τῶν γνώσεών των. Παρῆλθον δύο ἔτη καὶ ἐπέστρεψαν εἰς τὴν Σχολήν, ἀλλὰ διὰ λόγους ἄλλους κατέστη ἀδύνατος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς νέας ἐξετάσεις κατετάχθησαν δὲ τότε εἰς τὰ Σώματα, τὰ ὁποῖα ἐδήλωσαν. Ἔχομεν λοιπὸν μίαν δοκιμασίαν τὴν ὁποίαν ὑπέστησαν προεισαγωγικὴν ἀπὸ τῆς βʹ εἰς τὴν γʹ τάξιν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου μίαν ἑτέραν δοκιμασίαν ἐν πολέμῳ καὶ μίαν ἄλλην δοκιμασίαν κατὰ τὴν ἔξοδόν των. Ἡ δοκιμασία ἡ προεισαγωγικὴ ἐγένετο βεβιασμένη, δὲν νομίζω δ’ ὅτι εἶναι δηλωτικὴ τῆς ἀξίας ἑνὸς ἀξιωματικοῦ αἱ προαγωγικαὶ ἐξετάσεις ἀπὸ τὴν βʹ εἰς τὴν γʹ τάξιν.
§87ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἔλαβον χώραν ἄλλαι ἐξετάσεις, θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ προηγούμεναι.
§88Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Πολὺ καλά, ἀλλ’ ἐξ ἐπιστολῆς πληροφοροῦμαι ὅτι ὑπέστησαν καὶ νέας ἐξετάσεις. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῶν τῶν νέων ἐξετάσεων, βεβαίως ἡ τελευταία ἐκστρατεία εἶναι ἰσχυροτέρα, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ παρῆλθεν ἓν χρονικὸν διάστημα ἀπὸ τῶν ἐξετάσεων.
§89ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν τοῦτο κ. Βουλευτά. Ὅπως εἶναι ἡ ἐπιστολὴ δὲν ἐγένοντο ἄλλαι ἐξετάσεις.
§90Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἕτερον ζήτημα. Ἀφοῦ πληροφορεῖτε ὅτι δὲν ἐγένοντο ἐξετάσεις, ὀφείλω νὰ παραδεχθῶ τὴν ἰδικήν σας δήλωσιν καὶ ὄχι τὴν πληροφορίαν, τὴν ὁποίαν ἔχω. Ἀλλὰ καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ κατάταξις τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν οὕτω πως, δὲν εἶναι ἡ ὀρθοτέρα, διότι ὑπάρχουσιν ἐξ αὐτῶν ἀξιωματικοὶ οἵτινες ἔχουσι καὶ δρᾶσιν ἐν πολέμῳ. Νομίζω ὅτι ἄλλο μέτρον ἔπρεπε νὰ κανονισθῇ. Ἐν τούτοις ἐπιφυλάσσομαι νὰ μελετήσω τὸ ζήτημα ἂν νέαι ἐξετάσεις ἐκανόνισαν τὴν ἀρχαιότητα εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς αὐτούς, ἀφοῦ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πληροφορεῖ τὴν Βουλὴν ὅτι τοιαῦται ἐξετάσεις δὲν ἔλαβον χώραν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κ.κ. Ι. Ξηρὸς καὶ Ι. Δελμοῦζος «παρακαλοῦσι τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλήν· 1) ἂν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τῶν ἐπιτηδευματιῶν Ἀμφίσσης, ἀφορῶσαν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐπιτηδευμάτων, καθότι ἡ ἐπιτροπὴ ἔκρινεν ὀρθὸν μετὰ δύο πολέμους ν’ ἀναβιβάσῃ εἰς τὸν νέον κατάλογον, συμπεριλαμβανομένου καὶ ἔτους 1914, γενικῶς τὰς κλάσεις τῶν ἐπιτηδευματιῶν· 2) ὅπως ἐπισπεύσῃ τὴν διὰ νομοθετικοῦ μέτρου ἄρσιν τοῦ προσγενομένου ἀδίκου εἰς τοὺς ἐνοικιαστὰς σφαζομένων κτλ. 1912–1913, τυπικῶς μόνον χαριζομένου τοῦ ἕκτου, οὐσιαστικῶς δὲ μόνον τοῦ ὑπολειπομένου, ὅπερ εἶναι ἐλάχιστον, ἐκβιασθέντων τῶν ἐνοικιαστῶν εἰς τὴν καταβολὴν τοῦ ὅλου σχεδόν».
§92ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὰ παράπονα ταῦτα νομίζω ὅτι δὲν εἶναι βάσιμα. Καθόσον ἀφορᾷ δὲ τὸ δεύτερον μέρος, εἰς προσεχῆ συνεδρίασιν θὰ ὑποβάλω σχετικὸν νομοσχέδιον.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης ἔχει τὸν λόγον ὅπως καταθέσῃ καὶ ἀναπτύξῃ ἀναφορὰν τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων Σπάρτης καὶ καταδίκων τῶν φυλακῶν Πύλου.
§94Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Θὰ καταθέσω μίαν ἀναφορὰν πεντήκοντα καὶ πέντε ὑπαλλήλων τῶν σιδηροδρομικῶν ὑπαλλήλων Σμύρνης, οἱ ὁποῖοι ἐπαύθησαν διότι ἦσαν Ἑλληνικῆς ἐθνικότητος καὶ ὑπήχθησαν καὶ αὐτοὶ εἰς τὰ γνωστὰ βίαια μέτρα τὰ ληφθέντα ὑπὸ τῆς Τουρκίας. Δυστυχῶς δὲν εἶναι ἐδῶ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ τὸ ἀναβάλω, ἐκτὸς ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀνελάμβανε τὸ ζήτημα. Οἱ ὑπάλληλοι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἐθυσιάσθησαν καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπέστησαν δαπάνας ὡς ἐκθέτουσιν εἰς τὴν μακρὰν ἀναφοράν των, οἱ ὁποῖοι ἦσαν εἰς τοὺς σιδηροδρόμους Μακεδονίας καὶ ἦσαν βεβαίως Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι, δὲν ἔμειναν ἐκεῖ· μετέβησαν εἰς Σμύρνην καὶ ἔλαβον θέσιν, τοὺς ἀνεγνώρισαν δὲ καὶ τὴν προγενεστέραν των ὑπηρεσίαν. Ἤδη αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι ζητοῦσι δύο τινά· διὰ μὲν τὴν προγενεστέραν των ὑπηρεσίαν ἢ νὰ λάβωσι τὴν θέσιν των καὶ σύνταξιν ἢ νὰ θεωρηθῇ χρόνος ὑπηρεσίας καὶ ὁ χρόνος ὁ προγενέστερος. Ἐν πάσῃ ὅμως περιπτώσει κατὰ προτίμησιν νὰ προσληφθῶσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν σιδηροδρόμων οὐχὶ διότι εἶναι ἱκανοὶ νὰ προσφέρωσι τὴν ὑπηρεσίαν των, ἀλλὰ διότι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι λόγῳ τῆς ἐθνικότητος πάσχουσι καὶ οἱ ὁποῖοι βεβαίως ἂν ἀπέφευγον τὴν Ἑλληνικὴν ἰθαγένειαν καὶ ἐγένοντο Ὀθωμανοὶ ὑπήκοοι θὰ διετήρουν τὰς θέσεις των ἐκεῖ, δὲν πρέπει νὰ μείνωσιν ὄχι ἄνευ συντάξεως, τὴν ὁποίαν εἶναι κίνδυνος νὰ χάσωσιν, ἀλλὰ καὶ ἄνευ θέσεως. Ἐπίσης παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἀναφορὰν καταδίκων Πύλου παραπονουμένων ὅτι εἰς τὰς προτάσεις τῆς ἐφορίας περὶ μεταφορᾶς αὐτῶν εἰς ἄλλας φυλακὰς δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν πραγματικοὶ λόγοι. Ἀλλὰ πρέπει νὰ καταστήσω γνωστὸν ἀκόμη ὅτι εἶναι πολλοὶ φυλακισμένοι οἱ ὁποῖοι μένουσιν ἐπὶ ἔτη μακρὰ ἐν τῇ φυλακῇ. Ἀπώλεσαν υἱούς, ἀδελφοὺς καὶ ἄλλους στενοὺς συγγενεῖς, καὶ νομίζω ὅτι αἱ τοιαῦται οἰκογενειακαὶ συμφοραὶ δίδουσι κάποιον δικαίωμα περισσότερον εἰς αὐτοὺς ἵνα ἐνωρίτερον ἀποδοθῶσιν εἰς τὰς οἰκογενείας των καὶ πληρώσωσιν οὕτω τὸ κενὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τοῦ θανάτου στενοῦ συγγενοῦς ὁ ὁποῖος ἦτο ὁ προστάτης τῆς οἰκογενείας των.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ δευτέρα ἀναφορὰ παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης. Ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Πρὸ τούτου ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔχει τὸν λόγον.
§96Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον «περὶ ἀδείας εἰσαγωγῆς ἅλατος διὰ βιομηχανικὴν καὶ γεωπονικὴν χρῆσιν». (Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κηρυχθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς κατεπεῖγον ἐγένετο δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν κατ’ ἀρχήν). (Γίνεται εἶτα δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς αʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν ἡ πρότασις νόμου «περὶ ἐπεκτάσεως τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ͵ΓΧΙΖʹ τῆς 10 Μαΐου 1910 περὶ τῆς διὰ σκαφάνδρων ἁλιείας εἰς τὰ Κρητικὰ παράλια»).
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὁρκοδοσίας τοῦ Διοικητοῦ καὶ Συνδιοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης.»
§98Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τίνες λόγοι ἔπεισαν αὐτὸν νὰ προαγάγῃ τὴν ὁρκοδοσίαν τοῦ Διοικητοῦ καὶ Συνδιοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα εἶναι ἵδρυμα ἰδιωτικόν.
§99ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὄχι· διόλου.
§100Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε.
§101Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἰδοὺ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης (ἀναγινώσκει)· «Ἄρθρον 1. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τῆς Ἑλλάδος εἶναι κατάστημα ἰδιωτικὸν κατὰ τὸν τύπον ἀνωνύμου ἑταιρίας ἔχουσα τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ τραπεζικὰ γραμμάτια κλπ.». Ὥστε σᾶς διαψεύδει τὸ καταστατικὸν καὶ ἡ ἰδία. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρ. 99 τοῦ καταστατικοῦ τῆς Τραπέζης ἐπιβάλλει τὴν ὅρκισιν τοῦ διευθυντοῦ κλπ. ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἐρωτῶ· διατὶ ἡ προαγωγή, ἀφοῦ μέχρι τοῦδε ὁρκίζετο ἐνώπιόν σας; Τίνες λόγοι συνηγοροῦσιν ἵνα ὁρκίζεται τοῦ λοιποῦ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως;
§102Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν προαγωγὴν διὰ τὴν δόσιν τοῦ ὅρκου δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι. Εἶναι τοῦτο εἷς τύπος. Ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ ἡ ὁποία ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, δὲν εἶναι καθόλου ὀρθή, καὶ ἔχει σημασίαν νὰ μὴ μείνῃ ἡ Βουλὴ μὲ τὴν ἐντύπωσιν αὐτήν. Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα λόγῳ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα παρέχει εἰς αὐτὴν ἡ Πολιτεία, ἔχει κέρδη ὑπολογιζόμενα εἰς ἑκατομμύρια πολλά. Τοῦτο εἶναι τόσον ἀκριβές, ὥστε ἂν αὔριον ἀπεφάσιζεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἄρῃ τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα ἔχει παραχωρήσει, θὰ ἦτο βεβαιότατον ὅτι αἱ μετοχαὶ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης θὰ κατήρχοντο κάτω καὶ τοῦ ἡμίσεος τῆς σημερινῆς ἀξίας αὐτῶν. Σημειωτέον δ’ ὅτι διὰ τῶν διαφόρων συμβάσεων τὰς ὁποίας ἔχουν κυρώσει νόμοι, ἡ Τράπεζα ἔχει ἐξασφαλίσει ἐξαιρετικὰς δικονομικὰς διατάξεις καὶ ἄλλας προνομίας ἀκατασχέτου καὶ περὶ τὴν ἐκτέλεσιν, ὥστε νὰ μὴ ὑποτίθηται ὅτι εἶναι τελείως ἰδιωτικὸν ἵδρυμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν ἐνέργειάν του. Ἀλλαχοῦ αἱ τοιούτου εἴδους Τράπεζαι ἔχουσι Διοικητὰς ὄχι πλέον ὁρκιζομένους ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ἀλλὰ διοριζομένους ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἢ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον ἂν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας Ὑπουργὸς εἰς προσεχῆ σύμβασιν μετὰ Ἐθνικῆς Τραπέζης, μεταξὺ τῶν λοιπῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξησφάλιζεν ὑπὲρ τῆς Πολιτείας, θὰ ἐξησφάλιζε καὶ τοῦτο· ὁ Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης νὰ προέρχηται μὲν ἀπὸ τοῦ Συμβουλίου αὐτῆς, ἀλλὰ νὰ τυγχάνῃ καὶ τῆς ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἀκριβῶς ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα μετέχει εἰς τὰ συμφέροντα τῆς Κυβερνήσεως, λόγῳ τῶν προνομίων τὰ ὁποῖα ἔχει διὰ διαφόρων νόμων, ὥστε νὰ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τῶν προσώπων τῶν διοικούντων τὴν Τράπεζαν, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι περισσοτέραν δικαιοδοσίαν παρὰ πᾶσαν ἄλλην Ἀρχήν. Πᾶν ἄλλο λοιπὸν παρὰ ἰδιωτικὴ ἐπιχείρησις πρέπει νὰ θεωρηθῇ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ θεωρηθῇ ὅτι κατὰ τύπους μόνον διορίζει Βασιλικὸν Ἐπίτροπον, καὶ κατὰ τύπους μόνον παρίσταται κατὰ τὴν ὁρκωμοσίαν τοῦ Διοικητοῦ αὐτῆς.
§103ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Καὶ ἂν δὲν ἤθελέ τις ἐξετάσει ποσῶς τοὺς μεταγενεστέρους νόμους περὶ Τραπέζης Ἐθνικῆς, καὶ ἂν ἤθελέ τις ἀρκεσθῇ εἰς μόνον τὸ καταστατικὸν αὐτῆς, θὰ ἔβλεπε μίαν διάταξιν ἐν αὐτῷ, ἡ ὁποία ἐκυρώθη διὰ Β. Διατάγματος, ἐκδοθέντος εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχε Συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ περιεχομένου του θὰ κριθῇ ἂν εἶναι νόμος ἢ ἁπλοῦν ἐκτελεστικὸν Διάταγμα. Λέγει δὲ ἡ διάταξις ἐκείνη ὅτι ὁρκίζεται ὁ Διοικητὴς ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι θὰ διοικήσῃ ἐντίμως τὰ τῆς Τραπέζης συμφέροντα κτλ. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο καὶ διατί καὶ εἰς ἄλλων ἀνωνύμων ἑταιριῶν τὰ καταστατικὰ δὲν ἐτέθη τοιαύτη διάταξις; Ἀποδεικνύει ὅτι ἡ Πολιτεία ἠθέλησε νὰ τάξῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς ἰδικιτέραν θέσιν ἢ τὰ λοιπὰ πιστωτικὰ ἱδρύματα, ὅταν δὲ διὰ νόμου ὁρίζεται ὅτι ὁ Διοικητής της πρέπει νὰ προσέρχηται ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ νὰ ὁρκίζηται, τοῦτο δίδει ἤδη μίαν χροιὰν ἰδιότητος λειτουργοῦ δημοσίου εἰς τὸν ὁρκιζόμενον. Τοὺς ἰδιώτας διὰ τὴν διεύθυνσιν τῶν ἰδιωτικῶν των ὑποθέσεων δὲν ὁρκίζει κανείς, ἀλλ’ ὅταν ὁ νόμος ἐξαναγκάζῃ τοιαύτην ὁρκοδοσίαν, τοῦτο ἀκριβῶς ἀποδεικνύει ὅτι προσδίδει εἰς τὸν ὁρκιζόμενον χαρακτῆρα δημοσίου προσώπου, ὅστις λαμβάνει οὕτω τὸν χαρακτῆρα δημοσίου προσώπου ἐκ τῆς διατάξεως αὐτῆς τοῦ καταστατικοῦ. Ἀλλὰ μετὰ τὸν νόμον αὐτόν, ἤτοι μετὰ τὸ Διάταγμα τὸ ἐγκρῖνον τὸ καταστατικόν, εἶναι δὲ νόμος αὐτὸ καὶ δὲν εἶναι ἁπλοῦν ἐκτελεστικὸν Διάταγμα, διότι μόνον διὰ νόμου εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῇ μία ὑποχρέωσις τῆς Πολιτείας καὶ ἓν δικαίωμα τῆς Πολιτείας νὰ δέχεται ὅρκον τοῦ Διοικητοῦ, μετὰ τὸν νόμον, λέγω, αὐτὸν ἐπηκολούθησαν ἄλλοι νόμοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωσαν εἰς τὴν Τράπεζαν δικαιώματα διαχειρίσεως ὑψίστων συμφερόντων τοῦ Κράτους. Ἀρκεῖ νὰ μνημονεύσω γενικῶς τοὺς νόμους, τοὺς μετὰ τὸ 1897, διὰ νὰ ὑπενθυμίσω πῶς εἰσῆλθεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων οἰκονομικῶν ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα. Δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι εἷς διαρκῶς καὶ σημαντικώτατα συμμετέχων παράγων τῆς διαχειρίσεως τῶν οἰκονομικῶν καὶ δημοσιονομικῶν ὑποθέσεως τοῦ Κράτους, παράγων διηνεκής, μολονότι μεταβάλλονται αἱ Κυβερνήσεις. Τώρα, διατί νὰ ὁρκίζηται ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως ὁ Διοικητὴς αὐτῆς; Εἶναι ἀληθῶς μία ὕψωσις, μία προαγωγή, ἂν θέλητε, ἥτις προκγωγὴ ἐξυψώνει τὴν θέσιν αὐτοῦ, βελτιώνει καὶ αὐξάνει τὴν ἐκτίμησιν τοῦ κόσμου, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ κοινωνία προσέχει πολὺ εἰς τοιαῦτα πράγματα, ὅσον καὶ ἂν εἶναι τυπικά. Ἡ ὕψωσις αὕτη ἄλλως ἐζητήθη ἀπὸ τοὺς μετόχους· δὲν προῆλθεν ἐκ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ ἦτο ἄτοπον ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠρνεῖτο εἰς τοὺς μετόχους τὴν πραγματοποίησιν τῆς εὐχῆς ταύτης. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα, ἂν ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὸν διορισμὸν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δύναμαι νὰ εἴπω τὰ ἑξῆς. Ὅλα σχεδὸν τὰ Κράτη ἔχουσι δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦτο, ὡς ἡ Γαλλία, ἡ Ἰταλία, ἡ Σερβία, ἡ Ρουμανία, ἡ Βουλγαρία, ἡ Αὐστρία, ἡ Γερμανία. Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ σήμερον δὲν προερχόμεθα ἡμεῖς εἰς ἀνανέωσιν τῆς συμβάσεως μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὥστε νὰ θελήσωμεν νὰ ἴδωμεν ποῖα δικαιώματα θὰ λάβωμεν ἀπέναντι τῶν μετόχων. Δὲν εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον νὰ δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Καὶ ἡ ἀντίθετος γνώμη ὅμως ὑποστηρίζεται ἀπὸ ἀνθρώπους, θεωρητικῶς καὶ πρακτικῶς πολὺ μελετήσαντας τὰ πράγματα, νομίζοντας δὲ ὅτι ὑπάρχει σοβαρὰ ἐπιρροὴ ἐπὶ τὴν διαχείρισιν τῶν ὑποθέσεων τῆς Τραπέζης, εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ Κράτη, ὅταν διορίζῃ ἡ Κυβέρνησις τοὺς Διοικητάς. Ὑπάρχει καὶ μέση γνώμη, ἡ ἐξενεχθεῖσα ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, διὰ τῆς ὁποίας ὑπάρχει περισσοτέρα ἐλπίς, ὅτι θὰ δύναται νὰ ἀποφευχθῇ ἡ ἐπὶ τῶν ὑποθέσεων τῆς Τραπέζης ἄμεσος ἐπιρροὴ τῆς Κυβερνήσεως. Λέγω ὅτι πάντα ταῦτα θὰ ἀποτελέσωσιν οὐχὶ ἐν ἀπωτάτῳ μέλλοντι ἀντικείμενον συζητήσεως, ὅταν δηλ. θὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ προνομίου αὐτῆς εἰς τὰς νέας χώρας. Σήμερον λέγω ὅτι γίνεται δεκτὴ ἡ εὐχὴ τῶν μετόχων, ὅπως οἱ Διοικηταὶ ὁρκίζωνται ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Ὑποθέτω ὅτι πάντες ἐνδιαφερόμεθα ὅπως ἡ ἐξωτερικὴ ἐμφάνισις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης διατελῇ ἐν ἐπιβολῇ, καὶ ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀντίρρησις οὐσιαστικὴ διὰ τὸ νομοσχέδιον.
§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐθίξατε τὸ ζήτημα τῆς συνάψεως νέας συμβάσεως ἢ μᾶλλον συμπληρώσεως κατόπιν τῆς προσαρτήσεως τῶν νέων χωρῶν. Θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μᾶς πληροφορήσητε διατί παρῆλθε, τόσον χρονικὸν διάστημα χωρὶς νὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ ἐὰν σκέπτηται ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς σύναψιν συμβάσεως ταχέως;
§105Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀμέσως θὰ ἀπαντήσω.
§106Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Τοῦτο ἔχει σημασίαν, διότι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἔχει δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις πρὸς σύστασιν ὑποκαταστημάτων καὶ χρῆσιν χαρτονομίσματος, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ σπουδαιότερον προνόμιον τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, τὸ ὁποῖον ἔχει αὕτη δυνάμει τοῦ νόμου περὶ ἐκδόσεως χαρτονομίσματος, συναλλάγματος.
§107ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 1910.
§108Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὥστε ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐδένα ἔχει λόγον νὰ σπεύσῃ διὰ τὴν ἐπέκτασιν τῶν πλεονεκτημάτων τὰ ὁποῖα ἔχει καὶ νέμεται. Μᾶλλον ἡ Πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ σπεύσῃ εἰς τοῦτο ὅπως ὑποβάλῃ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἰς ὑποχρεώσεις τόσον ἀπέναντι τῶν νέων χωρῶν, ὅσον καὶ τῶν κατοίκων τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, διὰ τῆς μεταρρυθμίσεως τῆς ἐν ἰσχύϊ συμβάσεως, ἡ ὁποία συνήφθη ὡς γνωστὸν εἰς ἐποχὴν ἐξασφαλίσεως δικαιωμάτων μὲ τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, καὶ ὄχι ὅταν προκαταβολικῶς συνάπτῃ δάνεια ὥστε ὀλίγον νὰ ἀπέχῃ ὁ τόκος ὃν ἔχει ὁρίσει ὁ νόμος.
§109ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ συνάδελφός μου κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαντήσω καὶ μέρους του, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον ἀνάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητά του τὸ ζήτημα τοῦτο, ὡς συνδεόμενον ἀρρήκτως μὲ τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ἐνῷ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει ἀνατεθῆ ἡ ἁπλῆ ἐποπτεία τῆς λειτουργίας τῶν Τραπεζῶν καὶ τῶν ἄλλων ἱδρυμάτων. Ἀναμφισβητήτως δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀπασχολήσωσι τὴν Κυβέρνησιν τὰ θέματα ταῦτα. Ὑποθέτω ὅμως ὅτι δὲν θὰ διαφεύγῃ τὴν μνήμην ὑμῶν, ὅτι ὁ ἀποθανὼν Διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἶχεν ἐξουσιοδοτηθῆ ἐκ μέρους τοῦ Κράτους νὰ προβῇ εἰς διαφόρους διαπραγματεύσεις συνδεδεμένας μὲ τὰ οἰκονομικὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, ἰδιαιτέρως δὲ διὰ τὴν σύναψιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν δανείου, καὶ προσέτι νὰ παρουσιασθῇ ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος καὶ μετάσχῃ τῶν συζητήσεων τῆς Διεθνοῦς Οἰκονομικῆς Ἐπιτροπῆς. Ἐν ὅσῳ δὲ ἀπουσίαζεν οὗτος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπακολουθήσωσι διαπραγματεύσεις περὶ ἀνανεώσεως τῆς συμβάσεως τοῦ Κράτους μὲ τὴν Τράπεζαν, ἅμα δὲ τῇ ἐπανόδῳ του συνέβη τὸ τραγικὸν τέλος του, καὶ μετά τινας ἡμέρας ἡ ἐκλογὴ τοῦ κ. Εὐταξίου, μετὰ τοῦ ὁποίου ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ προέλθῃ εἰς συνεννόησιν πρὸς ρύθμισιν τῶν σχέσεων τοῦ Κράτους πρὸς τὴν Τράπεζαν. Ἤδη μελετᾷ ἡ Τράπεζα τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω τελείως μετὰ τοῦ κ. ἐκ Λακωνίας Συναδέλφου, ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται νὰ εἶναι ἥσυχος, ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐργασίας αὐτῆς εἰς τὰ νέα μέρη. Ἡ Τράπεζα ἀσκεῖ ἕνα μέγαν κλάδον ἐργασιῶν, τὸν κλάδον τῆς κτηματικῆς πίστεως, ἐφ’ ὅσον δὲ δὲν θελήσωμεν νὰ ἀνανεώσωμεν τὴν σύμβασιν τῆς Τραπέζης, τὴν ἰσχύουσαν διὰ τὸ παλαιὸν Κράτος, ἡ Τράπεζα δὲν θὰ δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τοιαύτας πράξεις ἐξησφαλισμένας. Ἔχει λοιπὸν καὶ ἡ Τράπεζα πολὺ μεγάλα συμφέροντα ὠθοῦντα αὐτὴν ἵνα κανονίσῃ τὸ ταχύτερον τὰς σχέσεις της μετὰ τοῦ Κράτους, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ ὅτι θὰ δύναται νὰ κοιμᾶται ἥσυχος μὲ τοὺς νόμους τοὺς παλαιούς. Ἤδη ἄλλως τε, ὡς εἶπον, ἡ Κυβέρνησις ἐδήλωσεν εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ τὸ πρᾶγμα ταχέως. Ἐννοεῖται ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα δὲν εἶναι ἁπλᾶ, ὡς εἶναι ἡ σύναψις ἑνὸς ἁπλοῦ συμβολαίου. Ὑποθέτω ὅτι ἀρκεῖ ἡ διαβεβαίωσις ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρημέλησε νὰ λαμβάνῃ μέριμναν, ὅπως τακτοποιηθῶσιν αἱ σχέσεις αὐτῆς μετὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, κατὰ τρόπον ἐξασφαλίζοντα κἄπως καλλίτερον τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους καὶ αὐτῆς τῆς κοινωνίας. Τοσοῦτον μέγα συμφέρον, ἐπισπάσαν εὐρυτάτην τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι ἀληθῶς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔθιξεν ὁ κ. ἐκ Λακωνίας συνάδελφος, τοῦ νὰ ἀπολαμβάνωσι δηλαδὴ οἱ γεωργοὶ δανείων μὲ τόκον ὅσον τὸ δυνατὸν μικρότερον. Διότι πρέπει νὰ γνωρίζωμεν ὅτι ἐφ’ ὅσον δὲν παράσχωμεν εἰς τοὺς γεωργοὺς τόκον μικρότερον, δὲν δυνάμεθα νὰ παράσχωμεν οἱανδήποτε πρόοδον εἰς τὴν γεωργίαν.
§110ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Διατί τότε μᾶς πέρνετε τὸ νερό;
§111Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγνώριζον, ὅτι θὰ καταλήξητε εἰς ἀποτέλεσμα σύμφορον ὡς καὶ κατελήξατε.
§112Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Βεβαίως, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, ὀρθῶς εἶπεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ μεριμνήσῃ διὰ τὸ ζήτημα τῆς διοικήσεως τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠρωτήσαμεν περὶ τούτου. Ἤθελον νὰ ἐρωτήσω· ὁ Διοικητὴς ὁ ἀρχικὸς θὰ λάβῃ νέον ὅρκον;
§113ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ὁ νόμος ἰσχύει διὰ τὸ μέλλον.
§114Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὁ εἷς θὰ ὁρκισθῇ;
§115Γ. ΚΑΤΣΙΜΠΙΡΗΣ. Ὁ Σύν;
§116ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως τοὺς θεωρεῖτε ἀλληλεγγύως ὑποχρέους;
§117Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θὰ ἔχωμεν δύο ὅρκους, ὁ μὲν ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ὁ δὲ ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως.
§118Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δυνάμεθα νὰ τοὺς ὁρκίσωμεν καὶ τοὺς δύο δι’ ἄλλης διατάξεως.
§119Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν ἀρκεῖ ἡ παρουσία τοῦ Βασιλέως; Διατί νὰ ἀπαιτῆται καὶ τοῦ Πρωθυπουργοῦ;
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι σχεδὸν δημόσιος ὑπάλληλος.
§121Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τοιαύτην ἔννοιαν ἔδωκεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, δυνάμεθα δὲ νὰ ἀχθῶμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος ὁ περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. (Ἀκολούθως ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 2ον ὡς καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου).
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ παραχωρήσεως προνομίου εὑρεσιτεχνίας εἰς τὸν κάτοικον Ἀθηνῶν Ν. Βῆχον». (Γίνεται δεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως). Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκαταστάσεως Μητροπολιτῶν στερηθέντων ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου τῆς Μητροπόλεως αὐτῶν ἢ καὶ τιτουλαρίων Ἐπισκόπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν τοῦ Βασιλείου εἰς χηρευούσας Ἐπισκοπάς.» Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἔχει τὸν λόγον.
§124Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ (ἀναγινώσκει). «Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἐγκαταστάσεως Μητροπολιτῶν στερηθέντων ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου τῆς Μητροπόλεως αὐτῶν ἢ καὶ τιτουλαρίων Ἐπισκόπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν τοῦ Βασιλείου εἰς χηρευούσας Ἐπισκοπάς». Πρόκειται περὶ τῶν Ἐπισκόπων ἐκείνων οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς ἀδυναμίαν ἤδη νὰ ἐπιτελέσωσι τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα ἐξετέλουν εἰς τὰς Μητροπόλεις ἐν ταῖς ὁποίαις μέχρι τοῦδε ὑπηρέτουν. Προκειμένου περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν δύναταί τις βεβαίως νὰ ἀρνηθῇ τὴν κατ’ ἀρχὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, διότι πρέπει πᾶς τις νὰ ἀναγνωρίσῃ καὶ τὴν αὐτοθυσίαν αὐτῶν ἀλλὰ καὶ τὰ δεινοπαθήματα καὶ τὰς κακουχίας τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ Μητροπολῖται οὗτοι, οἵτινες ἐστερήθησαν τῶν ἑδρῶν των, καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς κατοχῆς τῶν Μητροπόλεων αὐτῶν ὑπὸ τοῦ Βουλγαρικοῦ στρατοῦ καὶ μετὰ τοῦτον. Δὲν δύναται βέβαια νὰ ἀρνηθῇ τις εἰς τοὺς Μητροπολίτας τούτους, ἰδίᾳ δὲ εἰς τὸν τῶν Μυρέων, ὅτι πρέπει νὰ καταλάβῃ μίαν τῶν ἐν Ἑλλάδι Ἐπισκοπῶν. Καὶ λαμβάνων τὸν λόγον, δὲν σκοπῶ βεβαίως νὰ ἀρνηθῶ τὴν ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ ἵνα ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν δώσῃ διασαφήσεις τινὰς ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου καί, εἰ δυνατόν, ἀναβάλῃ ἐπί τινα χρόνον τὴν συζήτησιν αὐτοῦ ἵνα διαρυθμισθῇ τοῦτο ἐπὶ τὰ βελτίω. Αἱ χηρεύουσαι Μητροπόλεις εἶναι αἱ Στρωμνίτσης καὶ Πελαγονίας, τιτουλάριοι δὲ Ἐπίσκοποι οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ ἀσκήσωσι τὰ καθήκοντα αὐτῶν πλησίον τῶν Μητροπόλεων παρὰ ταῖς ὁποίαις ὑπηρέτουν, εἶναι ὁ Μυρέων, ὑπηρετῶν παρὰ τῷ Μητροπολίτῃ Ξάνθης, ὁ Χρηστουπόλεως, παρὰ τῷ Μητροπολίτῃ Σερρῶν, καὶ ὁ Δοδώνης, ὑπηρετῶν παρὰ τῷ Μητροπολίτῃ Ἰωαννίνων. Ὑποθέτω ὅτι αὐτοὶ πρόκειται νὰ καταλάβωσι θέσεις Ἐπισκοπῶν χηρευούσας ἤδη. Ἐπεθύμουν νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ἂν πρὸ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ ἀπόλυσις τῶν Ἐπισκόπων τούτων ἀπὸ τῆς ἕδρας τῆς οἰκείας, ἐν τῇ ὁποίᾳ μέχρι τοῦδε ὑπηρέτουν, καὶ ὄχι ὡς διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ νὰ διορισθῶσιν, ἀφοῦ ζητηθῇ ἡ κανονικὴ συγκατάθεσις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς παρὰ τῇ ὁποίᾳ ὑπηρέτουν, διότι δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ συγκατάθεσις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀπολυτήριον ἀπὸ τὴν Ἀρχὴν ταύτην, ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον. Διὰ νὰ ληφθῇ ἀπόφασις περὶ τοποθετήσεως τῶν Ἐπισκόπων τούτων ἐν τῷ ἐλευθέρῳ πλέον Βασιλείῳ, πρέπει κατ’ ἐμὴν γνώμην νὰ ἔχῃ προηγηθῆ ἡ ἀπόλυσις αὐτῶν, διότι ἄνευ ταύτης δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ νόμος καὶ νὰ ἀναμένητε, καθ’ ἃ διατυποῦται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ἡ συγκατάθεσις τῆς οἰκείας Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ἵνα οὗτοι πληρώσωσι τὰς κενὰς Ἐπισκοπικὰς ἕδρας τῶν ὁποίων ἡ πλήρωσις εἶναι καὶ ταχεῖα καὶ κατ’ ἐμὴν γνώμην ἀναγκαία. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον ἤδη πρέπει, κατ’ ἐμὴν γνώμην, νὰ προηγηθῇ καὶ ἡ ταχεῖα χειραφέτησις τῶν Ἐκκλησιῶν ἀπὸ τοῦ Πατριαρχείου, διότι ἤδη, προκειμένου περὶ τῆς χηρευούσης ἕδρας τῆς Μιτυλήνης, πῶς εἶναι δυνατὸν αὕτη νὰ συμπληρωθῇ προτοῦ ἐπέλθῃ ἡ ἐκκλησιαστικὴ χειραφέτησις τῶν χωρῶν αἱ ὁποῖαι προσηρτήθησαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον; Λέγετε ὅτι τὸ Πατριαρχεῖον θὰ προβῇ εἰς τὴν συμπλήρωσιν τῆς χηρευούσης θέσεως Μιτυλήνης, διότι ἄνευ τῆς προσαρτήσεως ἀλλὰ διὰ μόνης τῆς κατοχῆς τῆς νήσου ταύτης ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, δὲν ἀναγνωρίζεται ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον ὡς ἀποτελοῦσα μέρος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς πρὶν ἢ προηγηθῇ ἡ ἐκκλησιαστικὴ χειραφέτησις. Ἄλλο Κράτος, σύμμαχον, εὐθὺς ὡς κατέλαβε χώρας ἀνηκούσας εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Πατριαρχεῖον, ἔσπευσεν εὐθὺς ἀμέσως νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις καὶ νὰ ἐπακολουθήσῃ ἡ ἐκκλησιαστικὴ χειραφέτησις ἐνῷ παρ’ ἡμῶν οὐδὲν τοιοῦτον ἐγένετο.
§125ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποῖος;
§126Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἡ Σερβία.
§127ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ἐτελείωσαν αἱ διαπραγματεύσεις.
§128Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἦλθεν ὅμως εἰς διαπραγματεύσεις, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν οὔτε ἀρχὴν τοῦ πράγματος.
§129ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει διαφορά.
§130Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὑπάρχει ἡ διαφορὰ ὅτι ἡμεῖς δὲν ἐκάμαμεν οὔτε ἔναρξιν διαπραγματεύσεων.
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ἤδη ὅτι ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ὄχι ὡρισμένη, ἀλλ’ ἔχει ὁρισθῆ ἐπιτροπὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ καταλήξῃ εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς χειραφετήσεως συμφώνως πρὸς τὸν νόμον τοῦ 1852.
§132Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀναμένω τὰ πληροφορίας ταύτας ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν διὰ νὰ καταστῇ γνωστὸν εἰς τὴν Βουλήν, ἂν τέλος πάντων γίνωνται διαπραγματεύσεις καὶ ἂν ἔφθασαν εἰς συμπέρασμά τι περὶ τοῦ ὁποίου ὡμίλησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρὶν ἢ εἰσαχθῇ πρὸς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ ἀπόλυσις τῶν τιτουλαρίων ἐπισκόπων καὶ τῶν Μητροπολιτῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ διορισθῶσιν εἰς χηρευούσας θέσεις τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, καὶ νὰ ἐπέλθῃ οὕτω ἡ ἐκκλησιαστικὴ χειραφέτησις τῶν νέων χωρῶν. Ἀλλὰ καὶ ἑτέραν ἀκόμη παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τῶν ὅρκων τούς ὁποίους θὰ δώσωσιν οἱ οὕτω πως ἤδη διοριζόμενοι ἐπίσκοποι.
§133Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι ἀντιγεγραμμένοι ἀπὸ τὸν νόμον περὶ Ἐπισκόπων.
§134Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ἀκριβῶς, εἶναι ἀντιγεγραμμένη ἡ διαβεβαίωσις τὴν ὁποίαν θὰ δώσωσιν οἱ Ἐπίσκοποι καὶ ὁ ὅρκος μὲ τὴν ἀφαίρεσιν λέξεών τινων ἢ μᾶλλον περιόδου τινός, ἡ ὁποία ὁμιλεῖ ὄχι περὶ χειροτονίας ἀλλὰ περὶ λειτουργήματος ἀρχιερωσύνης, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ λάβωσι πρώτην ἤδη φορὰν οἱ κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν χειροτονούμενοι, καὶ περὶ ἀξιώματος τὸ ὁποῖον ἔχουσιν ἤδη ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ πληρώσωσι τὰς ἐπισκοπικὰς ἕδρας τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Κατὰ τὸν νόμον αὐτόν, τοῦ 1852, ἄρθρον 3ον, ἡ χειροτονία τῶν Ἐπισκόπων γίνεται καθ’ ἃς διατυπώσεις ἀναφέρει ὁ νόμος. Ἐκλέγονται τρεῖς ὑπὸ τῆς Συνόδου καὶ εἷς ἐξ αὐτῶν ἐγκρίνεται. Ὁ οὑτωσὶ ἐγκρινόμενος Ἐπίσκοπος διὰ νὰ διορισθῇ πρέπει νὰ δώσῃ δύο ὅρκους, μίαν ἔνορκον διαβεβαίωσιν πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν ὅτι ἀναγνωρίζει ὅτι ἐψηφίσθη καὶ ἀνεγνωρίσθη ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας ὡς Ἐπίσκοπος, καὶ ἕνα ὅρκον πίστεως πρὸς τὸν Βασιλέα. Ἡ διαβεβαίωσις αὕτη, τὴν ὁποίαν θὰ δώσῃ πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχήν, σκοπὸν ἔχει νὰ παρασκευάσῃ τὸν οὑτωσὶ ἐκλεγόμενον διὰ τὴν χειροτονίαν· ἀλλ’ ἐν προκειμένῳ, ἐφ’ ὅσον ἔχομεν χειροτονημένους Ἐπισκόπους τιτουλαρίους ἢ Μητροπολίτας, τίνα λόγον καὶ τίνα σημασίαν ἔχει ἡ διαβεβαίωσις αὕτη ἐνώπιον τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ἡ ὁποία σκοπὸν ἔχει κατὰ τὴν ἔννοιαν καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου νὰ παρασκευάσῃ τὴν χειροτονίαν, ἐνῷ ἔχομεν χειροτονημένους ἤδη Ἐπισκόπους καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ δώσωσιν αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν. Θεωρῶ λοιπὸν περιττὸν τὸν ὅρκον τοῦτον, θεωρῶ περιττὴν τὴν διαβεβαίωσιν ὅτι ἀποδέχεται τὸ ἐπισκοπικὸν ἀξίωμα καὶ ὅτι θὰ τηρήσῃ πιστῶς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἐνῷ ἔχομεν σήμερον Ἐπισκόπους τιτουλαρίους καὶ Μητροπολίτας οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνεγνωρισμένοι Ἐπίσκοποι ὑπὸ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Εὑρίσκω λοιπὸν ὅτι ἔχει τοῦτο τὸ ἐλάττωμα τὸ νομοσχέδιον, ὅτι ἀντέγραψε τὸν ὅρκον τελείως μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν λέξεών τινων, ἐχουσῶν τὴν ἔννοιαν ὅτι ὁ δίδων τὴν διαβεβαίωσιν ἔχει χειροτονηθῆ Ἐπίσκοπος. Ἀπαλείψας ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰς λέξεις ταύτας, ἐνόμισεν ὅτι ἔλυσε τὸ ζήτημα. Ψηφίζεται διὰ νὰ γίνῃ Ἐπίσκοπος, ἀλλ’ αὐτὸς εἶναι ἤδη ἐψηφισμένος Ἐπίσκοπος. Εἶναι λοιπὸν τελείως περιττὸν τοῦτο καὶ πρέπει νὰ διαγραφῇ. Λέγω δὲ ὅτι εἶναι πλήρης ἀντιγραφὴ τοῦ ὅρκου καὶ τῆς διαβεβαιώσεως, διότι ἐν τῇ διατυπώσει τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν τελευταίαν περίοδον γράφεται «δίδεται ὅρκος πίστεως εἰς τὸν φιλόχριστον ἡμῶν Βασιλέα». Οὔτε αὐτὸ διωρθώθη. Ὅτε ἐγένετο ὁ νόμος τοῦ 1852, ὁ Βασιλεὺς ἦτο ἑτερόδοξος, ἤδη, ὁπότε ὁ Βασιλεύς μας εἶναι ὁμόδοξος, ἔπρεπε νὰ γίνῃ εἰς τὸν εὐσεβέστατον ἡμῶν Βασιλέα».
§135Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν ἐπρόκειτο νὰ διορθωθῇ παρὰ μόνον ἡ λέξις αὐτή.
§136Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶναι πλήρης ἀντιγραφὴ καὶ ἔπρεπε μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον.
§137Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι μία παρατήρησις εὔλογος, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ ἡ λέξις αὐτή.
§138Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ὅτι δὲν σκοπεύω ν’ ἀρνηθῶ ψῆφον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, οὔτε ἐπὶ τῆς ἀρχῆς μετὰ τὰς διορθώσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἤθελον νὰ δοθῶσιν αἱ πληροφορίαι τὰς ὁποίας ἐζήτησα ἤδη διὰ νὰ μὴ ἐγερθῶσι ζητήματα μετὰ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, διότι ἤδη τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον συνεπλήρωσε τὴν χηρεύουσαν θέσιν Μενελίκου, πρόκειται νὰ συμπληρώσῃ καὶ τὴν θέσιν Μυτιλήνης δι’ ἐπισκόπου ἀποσπωμένου ἐκ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, δὲν γνωρίζω δὲ ἂν δὲν ἔχῃ ἀνάγκην νὰ διατηρήσῃ τοὺς Μητροπολίτας ἀπολέσαντες τὰς μητροπόλεις των καὶ ἄνευ Μητροπόλεων, ὡς διατηρεῖ τὸν Μητροπολίτην Βάρνης, τὸν Μητροπολίτην Ἀγχιάλου καὶ τὸν Μητροπολίτην Φιλιππουπόλεως, διότι αἱ Μητροπόλεις αὐτῶν ὑπήχθησαν εἰς ξένον Κράτος ὅπου εἶναι ἄλλη Ἀρχὴ ἐκκλησιαστική, ἡ Ἐξαρχία. Δὲν γνωρίζω ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ ὁ Στρωμνίτσης, ὁ Πελαγονίας, ὁ Μοναστηρίου διὰ νὰ μείνωσιν ἐκεῖ προστατεύοντες τὰ συμφέροντα τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἔστω καὶ ἀπέναντι φίλου καὶ συμμάχου Κράτους, διότι καὶ ἐκεῖ ἴσως γεννηθῶσι ζητήματα, ἂν δὲν ἐγεννήθησαν μέχρι τοῦδε, ζητήματα ἐκπαιδευτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικά, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παρίσταται ἐκεῖ ὁ Μητροπολίτης, καὶ μήπως ἔχῃ τὴν γνώμην τὸ Πατριαρχεῖον, ὅπως διατηρήσῃ τὸν Μητροπολίτην Πελαγονίας ἢ τὸν Μητροπολίτην Μοναστηρίου, ὅπου τοῦτο εἶναι δυνατόν, διότι εἶναι μεγαλειτέρα ἀνάγκη, παρὰ νὰ συμπληρώσῃ μίαν ἐπισκοπὴν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι ἔπρεπε νὰ ἔχωμεν τὴν γνώμην τοῦ Πατριαρχείου ἵνα μάθωμεν τί σκέπτεται ἐπὶ τῶν θεμάτων τούτων, προκειμένου μάλιστα νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς χειραφετήσεως τῶν ἤδη Μητροπολιτῶν τῶν χωρῶν αἱ ὁποῖαι ὑπήχθησαν εἰς ἄλλο Κράτος, καὶ μετὰ τοῦτο νὰ προβῆτε εἰς τὸ νὰ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον, διότι πιθανὸν νὰ ὑπάρξῃ μείζων χρησιμότης νὰ παραμείνωσιν εἰς ἃς θέσεις εὑρίσκονται. Καὶ ὁμιλῶ διὰ τὸν Μητροπολίτην Πελαγονίας ὁ ὁποῖος δύναται νὰ παραμείνῃ, διότι δὲν γνωρίζω τίνες σκέψεις θὰ κρατήσωσιν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, ἔχουσαν τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τοὺς διοριστέους ἐπισκόπους κατὰ τὸν νόμον περὶ Ἐπισκοπῆς καὶ Ἐπισκόπων. Ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ τοποθετηθῶσιν οἱ Μητροπολῖται αὐτοὶ εὐθὺς ἀμέσως, θὰ ἦτο σκόπιμον νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα μὲ τὸ Πατριαρχεῖον διὰ νὰ λυθῇ καὶ τὸ ζήτημα τῆς Μιτυλήνης, ἵνα μὴ συμπληρωθῇ ἀπὸ τὸ Πατριαρχεῖον, ἐνῷ συζητοῦμεν ἡμεῖς ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου. Χωρὶς νὰ ἀρνῆται εἰς τὰ δικαιώματα τῶν Μητροπολιτῶν τῶν νέων χωρῶν διὰ τὴν πλήρωσιν τῶν κενῶν Ἐπισκοπικῶν ἑδρῶν, φρονῶ ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρίδωμεν καὶ τὰς ὑπηρεσίας, τὰς ὁποίας προσέφεραν οἱ ἱεροκήρυκες, οἱ ὁποῖοι ἠκολούθησαν κατὰ βῆμα τὸν στρατόν, ἐδεινοπάθησαν μετ’ αὐτοῦ καὶ παρέμειναν παρηγοροῦντες τοὺς θνήσκοντας στρατιώτας. Εἶναι μάρτυρες πράγματι πολλοὶ τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τῶν τιτουλαρίων Ἐπισκόπων καὶ πολλὰ εἶναι τὰ δεινοπαθήματα, τὰ ὁποῖα ὑπέστησαν· ἀλλ’ κατ’ ἴσην μοῖραν μάρτυρες εἶναι οἱ ἱεροκήρυκες οἱ ἀποτελοῦντες τὸν κατώτερον κλῆρον τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, διότι κατὰ τὸν πόλεμον πολλοὶ ἐξ αὐτῶν παρέσχον πλείστας ὑπηρεσίας, παρηγόρησαν, ἐνίσχυσαν τὸν μαχόμενον στρατόν, καὶ παρέσχον εἰς αὐτὸν καὶ τὴν τελευταίαν θρησκευτικὴν παραμυθίαν ὑπὸ τὰ βλήματα τοῦ ἐχθροῦ. Ταῦτα, Κύριε Ὑπουργέ, εἶχον νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ, εἰ δυνατόν, ἡ συζήτησις αὐτοῦ, ὅπως λυθῶσι τὰ ζητήματα τὰ ὁποῖα ἔθιξα. Ἂν φρονῆτε ὅτι εἶναι ἀναγκαιοτάτη καὶ ἐπείγουσα ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, νὰ προβῆτε πρότερον εἰς τὰς διορθώσεις, τὰς ὁποίας δι’ ὀλίγων ὑπέδειξα εἰς ὑμᾶς.
§139Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἐπίλογος τοῦ κ. Συναδέλφου καὶ ἡ πρότασις αὐτοῦ περὶ ἀναβολῆς, νομίζω ὅτι δεικνύουσι πρόθεσιν κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου. Πιστεύω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἀνταποκρίνεται πληρέστατα καὶ πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς αὐτὰς τὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας, διότι, κύριοι Συνάδελφοι, δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ καθ’ ἣν ὅμοιον ζήτημα παρουσιάζεται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Κατὰ τὰ πρῶτα ἔτη, ὅτε συνέστη τὸ Κράτος τοῦτο, ἡ Ἑλληνικὴ Πολιτεία ἐδημιούργησε νέας ἐπισκοπικὰς ἕδρας χάριν τῶν Ἀρχιερέων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ λόγους πολιτικοὺς μὴ δυνάμενοι νὰ παραμείνωσιν εἰς τὰς ἐπισκοπικάς των περιφερείας, τὰς ὑφισταμένας ἐν Τουρκίᾳ, ἠναγκάσθησαν νὰ ζητήσωσιν ἄσυλον εἰς τοὺς κόλπους τῆς τότε ἐλευθερωθείσης Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας. Ἂν δὲ τότε ἡ μικρὰ Ἑλλὰς ἐδημιούργησεν ἐπίτηδες ἐπισκοπικὰς ἕδρας χάριν τῶν Ἀρχιερέων, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλιπον τὰς ὑφισταμένας ἕδρας των καὶ ἤρχοντο ἐδῶ ὄντες Ἐπίσκοποι καὶ ἐτοποθετοῦντο, νομίζω ὅτι κατὰ μείζονα λόγον ἔχομεν σήμερον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ χρησιμοποιήσωμεν εἰς τὰς κενὰς ἕδρας Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι χάνουσι τὴν θέσιν των, διότι τὰ ὅρια τῆς Ἑλλάδος ἐπεξετάθησαν, διότι δύο ἐξ αὐτῶν χάνουσι τὰς ἕδρας των, διότι ἐγένοντο ἑλληνικὰ τὰ μέρη καὶ δὲν δύνανται νὰ παραμένωσι δύο Ἐπίσκοποι. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Συναδέλφου, ὅτι οἱ ἀρχιμανδρῖται καὶ οἱ ἱεροκήρυκες τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος— ἔχω δὲ παράδειγμα τὸν Καλλίμαχον— προσήνεγκαν ἀναμφισβητήτως μεγάλας ὑπηρεσίας, καὶ δὲν πρέπει νὰ παροραθῶσιν. Χάριν τῶν παραδόσεων τῆς Ἑλληνικῆς Ἐκκλησίας ἔχομεν καθῆκον στοιχειῶδες νὰ χρησιμοποιήσωμεν καὶ τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, οἱ ὁποῖοι προσήνεγκαν πολυτίμους ὑπηρεσίας καὶ πρὸς τὸ Ἔθνος καὶ πρὸς τὴν Ἐκκλησίαν. Ὁ Ἐπίσκοπος Μυρέων ὡδηγήθη πεζῇ μέχρι τῆς Βουλγαρίας, ἐκολαφίσθη, ὠνομάσθη ἄτιμος, ἐνεπτύσθη καὶ διεκινδύνευσε τὴν ζωήν, διότι δὲν ἤθελε νὰ ἀφήσῃ τὴν Ἑλληνικὴν Ἐκκλησίαν καὶ νὰ γίνῃ Βούλγαρος.
§140Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τίς εἶπε τὸ ἐναντίον;
§141Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸν ἅγιον Μυρέων δύναται νὰ διατηρήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀμείβουσα αὐτὸν διὰ τὰς πολλαπλᾶς ὑπηρεσίας του, ἀλλὰ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου μέχρις οὗ λυθῶσι τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθιξα.
§142Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἅγιος Μυρέων δὲν ἔρχεται ὡς ἱκέτης εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ νὰ ζήσῃ, καίτοι εἶναι πτωχός, καίτοι πάσχει. Ἔρχεται δικαιωματικῶς, καὶ ἂν συνηγορῶ ὑπὲρ πάντων τούτων, πράττω αὐτὸ διότι χρησιμοποιοῦντες ἐδῶ τοὺς κληρικοὺς τούτους θὰ χύσωμεν νέον αἷμα καὶ νέαν ζωὴν εἰς τὸν παρ’ ἡμῖν κλῆρον. Γνωρίζετε τίνες ἰδέαι διέπουσι τὸν κλῆρον εἰς τὸν ἔξω Ἑλληνισμόν.
§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίρρησις. Ἂς μὴ κάμωμεν συζήτησιν.
§144ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§145Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Χαίρω πολύ, διότι ὅλη ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως δέχεται νὰ χρησιμοποιήσωμεν αὐτοὺς ἐνταῦθα.
§146Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν γνωρίζω, Κύριοι, ἂν ὑπάρχωσι λόγοι τυπικοὶ παρακωλύοντες τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑποθέτω ὅτι, ἂν τοιοῦτοι λόγοι ὑπῆρχον, προλαμβάνων ὁ κ. Ὑπουργὸς ἤθελεν ἄρει τὰ ἐμπόδια αὐτά. Ἦτο δὲ εἰς θέσιν νὰ πράξῃ τοῦτο, ἐξομαλύνων κατὰ τρόπον τοιοῦτον τὰς δυσχερείας, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ ἄμεσος ἐπιτυχία τοῦ διὰ τοῦ νομοσχεδίου σκοπουμένου. Βεβαίως ἡ Βουλὴ διὰ τῆς στάσεως τῶν περισσοτέρων κ. Συναδέλφων ἀφῆκε νὰ κατανοηθῇ ὅτι οὐδεὶς ἐκ τῶν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εὑρισκομένων θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀντίθετον γνώμην, ὅτι ἐδῶ μετακαλούμενοι οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοὶ θὰ ἀποβῶσι χρησιμώτατοι. Καὶ δὲν εἶναι μόνον λόγος τιμῆς, ὡς τὸ νομοσχέδιον ἐν τῇ ἐκθέσει του ἰσχυρίζεται, ἡ τοποθέτησις ἐδῶ τῶν ἀρχιερέων τούτων, ἀλλ’ εἶναι ἀπόδοσις ὀφειλομένης εὐγνωμοσύνης πρὸς τοὺς ἱεράρχας αὐτοὺς τοὺς ὁποίους δὲν θὰ ἦτο ὑπερβολὴ νὰ ἀποκαλέσω προμάχους τῆς ἐλευθερίας. Αὐτοὶ δὲν ὑπῆρξαν μόνον στρατιῶται τοῦ Χριστοῦ· ὑπῆρξαν καὶ στρατιῶται τοῦ Ἔθνους, στρατευθέντες ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν ἐκεῖ εἰς τὰ ὑπόδουλα μέρη, παλαίοντες καθημερινῶς ἐναντίον ἀνυπερβλήτων δυσχερειῶν, παλαίοντες καὶ κατὰ κινδύνων ἐναντίον αὐτῆς τῆς ζωῆς των, κατώρθωσαν νὰ διαφυλάξωσιν ὄχι μόνον τὴν γλῶσσαν, καὶ τὴν πίστιν ἀλλὰ τὸν ἐθνισμὸν τῶν Ἑλλήνων τῶν μερῶν ἐκείνων. Ἠτύχησαν οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοί, ἠτύχησαν στερηθέντες τῶν Μητροπόλεών των καὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀπομακρυνθῶσι καὶ ἀπὸ τὰ ποίμνιά των, τὰ ὁποῖα μόνον αὐτοὶ γνωρίζουσι μὲ ποίαν συντριβὴν καὶ τῆς καρδίας καὶ τῆς ψυχῆς των ἐγκατέλιπον, καὶ ἦλθον ἐδῶ. Δὲν εἶναι λοιπὸν μόνον φόρος τιμῆς καὶ ἐγνωμοσύνης ἡ ἐδῶ μετάκλησίς των, ἀλλ’ εἶναι καὶ τι πλέον, εἶναι ἀληθῶς μία ἔκτακτος εὐκαιρία νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ἐδῶ, ὅπου εἶναι ἀπαραίτητοι οἱ ἱεράρχαι αὐτοὶ καὶ ὡς ἐκ τῆς ἐν γένει μορφώσεώς των καὶ ὡς ἐκ τῆς ψυχικῆς των διαπλάσεως καὶ ὡς ἐκ τῆς μεγάλης πείρας ἣν ἀπέκτησαν, διότι ὡρισμένως θὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ τονωθῇ καὶ τὸ θρησκευτικὸν ἀλλὰ καὶ τὸ ἐθνικὸν αἴσθημα. Ἀτυχῶς ὅμως ἐγὼ διαβλέπω διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἕνα μέγαν κίνδυνον, ὅτι παρὰ τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν θὰ εἶχεν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ὁλόκληρος ὅπως οἱ Ἐπίσκοποι οἱ μένοντες ἄνευ ἐπισκοπῶν λάβωσιν ἕδραν καὶ ποιμάνωσιν ἄλλας ἐπισκοπάς, διαβλέπω, λέγω τὸν κίνδυνον τὸν ὁποῖον παρουσιάζει ἡ ὄντως πλημμελὴς διατύπωσις τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἐπιτρέπουσα εἰς πάντα νὰ ἰσχυρισθῇ ὅτι ἀπὸ σκοποῦ ἐγένετο τοῦτο, διὰ νὰ ματαιωθῇ ἡ τοποθέτησις τῶν Ἐπισκόπων τούτων εἰς χηρευούσας Ἐπισκοπὰς τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἐφ’ ὅσον τὸ νομοσχέδιον δὲν ἐξασφαλίζει τὸν ἐξαγγελλόμενον πόθον τῆς Κυβερνήσεως διὰ ῥητῆς διατάξεως, ἐπιβάλλεται εἰς ἐμὲ νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν· ἂν δὲν ἤθελον προταθῆ, κατὰ τίνα τρόπον θ’ ἀποδώσητε τὸν φόρον τῆς τιμῆς καὶ τῆς εὐγνωμοσύνης τὴν ὁποίαν ἀνομολογεῖτε διὰ τῆς αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως ὅτι ὀφείλετε εἰς τοὺς Ἱεράρχας τούτους; Ἔχω τὴν βεβαιότητα ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος θὰ συμμορφωθῇ πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως, πρὸς τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς ἔμμονον θέλησιν ὁλοκλήρου τοῦ Ἔθνους, καὶ θὰ θελήσῃ νὰ μὴ ἀντιστῇ εἰς τὴν κοινὴν ἐπιθυμίαν ὅπως οἱ ἱεράρχαι αὐτοὶ μετακληθῶσι καὶ ἀναλάβωσι νὰ ποιμάνωσιν ἐπισκοπὰς ἐδῶ. Ἀλλ’ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπομακρύνητε ἀπὸ κανένα τὴν σκέψιν ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον οἱ ἱεράρχαι οὗτοι νὰ μὴ ὑποδειχθῶσι παρὰ τὴν κοινὴν ἐπιθυμίαν καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἤθελον ἐρωτήσει τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ μοὶ εἴπῃ· κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἱκανοποιήσῃ αὐτοὺς τοὺς ὁποίους ἀναγνωρίζει ὅτι εἶναι ἄξιοι ὄντως ἱκανοποιήσεως; Καὶ ὄχι μόνον εἶναι ἄξιοι ἱκανοποιήσεως, ἀλλ’ ὅτι ἔχει ἀνάγκην αὐτῶν ἡ ἐκκλησία ἐδῶ; Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς κατ’ ἄλλον τρόπον ἔδει νὰ διατυπώσῃ τὸ νομοσχέδιον, περισσότερον κατηγορηματικόν, περισσότερον ἐξασφαλίζοντα, ἐπαναλαμβάνω, τὴν τοποθέτησιν τῶν Ἱεραρχῶν αὐτῶν, οἵτινες προσήκει νὰ τοποθετηθῶσιν πρὸς συμπλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς. Οὑτωσὶ ἤθελον νὰ διατυπωθῇ ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἡ διάταξις, διὰ νὰ πεισθῶ ὅτι ὄντως εἰλικρινῶς ἡ Κυβέρνησις ἐπιποθεῖ νὰ ἀποκτήσῃ ἡ Ἐκκλησία μας τοὺς ἀπαραιτήτους αὐτοὺς Ἐπισκόπους. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, ἂν ἀφήσητε τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, θὰ εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ παρατηρήσῃ πᾶς τις εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι ἡ πρόθεσίς της δὲν εἶναι πρόθεσις ἐξασφαλίζουσα ἐντελῶς τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους ὁλοκλήρου, ἀλλ’ ὅτι εἶναι μία ἁπλῆ ἴσως ἱκανοποίησις τῆς φιλοτιμίας τῶν Ἱεραρχῶν. Τί δὲ ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ, κύριε Ὑπουργὲ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ ἱεράρχαι δὲν ἤθελον προταθῇ; Δὲν θέλω νὰ εἴπω. Φαντάζεσθε ὅλοι τί θὰ ἐσήμαινε μία τοιαύτη ἀπόφασις, καὶ διὰ τοῦτο δὲν διστάζω νὰ ζητήσω ὅπως, ἂν δὲν ἐξασφαλίσητε τὸν διορισμὸν τῶν Ἱεραρχῶν καθ’ ὃν ἐγὼ ὑποδεικνύω τρόπον, προτιμότερον εἶναι νὰ ἀποσύρητε τὸ νομοσχέδιόν σας ἵνα ἀφήσητε ἀμείωτον τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν Ἱεραρχῶν διὰ τοὺς ὁποίους τοὐλάχιστον λέγετε ὅτι ἐνδιαφέρεσθε.
§147Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν γνωρίζω τί θὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἁρμοδιώτερος ἐμοῦ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου, ὁ ὁποῖος πρὸ μικροῦ ὡμίλησεν. Ἀλλὰ νομίζω προχείρως ὅτι αὐτὸ δὲν θὰ ἦτο κανονικόν, ὅτι δὲν θὰ εἴχομεν ἴσως δικαίωμα νὰ ἀρνηθῶμεν εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον τὴν ἔγκρισιν περὶ τῆς καταλληλότητος τῶν προσώπων. Τὸν φόβον τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ μὴ συμμερισθῶ, διότι δὲν εἶναι ποτὲ δυνατὸν νὰ φαντασθῶ ὅτι, ὅταν διὰ τοῦ νομοσχεδίου αἴρονται τὰ ἐμπόδια πρὸς ὑπόδειξιν αὐτῶν τῶν Μητροπολιτῶν καὶ τιτουλαρίων ἐπισκόπων, ἡ Ἱερὰ Σύνοδος τῆς Ἑλλάδος, ἡ ὁποία εἶναι τὸ κυρίαρχον Ἑλληνικὸν Ἐκκλησιαστικὸν Σῶμα, θέλει λησμονήσει ποτὲ τὸ καθῆκον τὸ ἐπιτακτικὸν τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ ὡς ὄργανον ἐκκλησιαστικὸν καὶ ὡς ὄργανον τοῦ Κράτους, θέλει λησμονήσει τὸ καθῆκον τοῦτο καὶ δὲν θὰ θεωρήσῃ αὐτὸ ὡς ὑποχρέωσιν.
§148Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον ἂν θὰ θελήσῃ νὰ συμμορφωθῇ.
§149Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νομίζω ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον θεμελιῶδες, ὥστε οὐδὲ ὑπόνοια φόβου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος. Ὁ κ. ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος ἀξιότιμος Συνάδελφος εἶπε καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀξίαν πολιτικήν· ἐτόνισεν ὅτι πιθανὸν δὲν θὰ συνέφερεν Ἱεράρχαι τινές, εἰς ξένα ἤδη μέρη λειτουργοῦντες, ὅπως ἀπομακρυνθῶσι τῶν ἑδρῶν των. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι τοῦτο δὲν δύναται νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή, διότι τοῦτο εἶναι ἀντικείμενον Κυβερνητικῆς μερίμνης, ἀντικείμενον σκέψεως αὐτῆς ταύτης τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, καθοδηγουμένης εἰς τὰς σκέψεις αὐτῆς ὑπὸ τῶν ὁδηγιῶν τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ νὰ παραμένωσιν ἢ νὰ μὴ παραμένωσιν Ἱεράρχαι τινὲς εἰς ὡρισμένα μέρη, δὲν εἶναι οὔτε ἁπλοῦν οὔτε εὔκαιρον ἐν παντὶ καιρῷ νὰ λεχθῇ. Διὰ τοῦτο, νομίζω ὅτι καὶ τὸ ἐπιχείρημα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος κ. Συνάδελφος ἐστήριξε τὴν γνώμην του ἵνα προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εἶναι βάσιμον. Διὰ τὴν τελευταίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος Βουλευτής, νομίζω ὅτι ἀπάντησις ἐδόθη, καὶ ἐδόθη μετὰ δυνάμεως καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Χατζηγιάννη καὶ ὑπὸ τοῦ κ. Καρπετοπούλου. Ἡ παρατήρησις εἶναι ὅτι πάντως πρέπει νὰ προτιμηθῶσιν ἐν τῇ τοποθετήσει εἰς τὰς ἐπισκοπὰς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι μάρτυρες καὶ στρατιῶται τῆς ἐθνικῆς ἰδέας ἐν τοῖς τόποις ἔνθα διετέλεσαν ἱεράρχαι. Οὔτε διὰ τὸν Πελαγονίας οὔτε διὰ τὸν Μυρέων οὔτε δι’ ἄλλον τινὰ δύναται νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις.
§150Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν ὑπάρχει δευτέρα γνώμη.
§151Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ παρατήρησίς σας ἑπομένως κατὰ τοῦτο εἶναι εὔστοχος, ὅτι ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ διατρανωθῇ ἡ ὁμόφωνος γνώμη τῆς Βουλῆς ὅτι καὶ τιμῆς καὶ εὐγνωμοσύνης ἄξιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀκριβὲς ὅτι δέον νὰ ἔλθωσι καὶ καταταχθῶσιν εἰς τὴν ἱεραρχίαν τῆς Ἑλλάδος ἄνδρες οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν Ἱεράρχαι εἰς τὴν τέως δούλην Ἑλλάδα, διότι ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτων Ἱεραρχῶν. Θὰ ἦτο ἀδικαιολόγητος ἡ παρατήρησις ἡ ὁποία ἐλέχθη ἤδη παρ’ ἄλλου ἀξιοτίμου Συναδέλφου. Τὰ τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν, ὅπως καὶ τὰ τῆς ἐν γένει διοικήσεως ἡμῶν, διὰ λόγους συνεχομένους πρὸς τὴν ὅλην πολιτικὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου, ἀπέμειναν στάσιμα. Ἐπέστη ἤδη ὁ καιρὸς ὅπως ἀναδιοργανωθῶσι τὰ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, καὶ εὔχομαι ὅπως τὸ μέτρον τοῦτο ἀποτελέσῃ ἀπαρχὴν ἑτέρων μέτρων τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ εἰσαγάγῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, μέτρων ἀφορώντων εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καὶ προσέτι εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν αὐτοῦ τούτου τοῦ Ὑπουργείου του, εἰς τὴν ἀναδιοργάνωσιν τοῦ γραφείου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἰς τμῆμα θρησκευμάτων. Ἀλλὰ περὶ τούτων νομίζω ὅτι ἔχει ἤδη λάβει πρόνοιαν ὁ κ. Ὑπουργὸς διὰ τῆς συστάσεως ἐπιτροπῆς. Εὔχομαι ἡ ἐπιτροπὴ ταχέως νὰ περατώσῃ τὸ ἔργον της ἵνα εἰσαχθῇ τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι δέον νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὅτι οἱαδήποτε ὀργάνωσις χρειάζεται καὶ πρόσωπα, πρόσωπα ἐμπνευσμένα ὑπὸ τῶν συγχρόνων ἰδανικῶν ὑπὸ τοῦ συγχρόνου πνεύματος, πρόσωπα δὲ τοιαῦτα εὑρίσκει τις εἰς τοὺς ἱεράρχας ἀκριβῶς τῆς δούλης Ἑλλάδος τῶν ὁποίων τὴν εἴσοδον εἰς τὴν Ἐκκλησιαστικὴν ἱεραρχίαν τοῦ Κράτους θέλομεν νὰ διευκολύνωμεν διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Βεβαίως οἱ Ἱεράρχαι τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος δὲν ὑστέρησαν εἴς τι τῶν καθ’ ἑαυτούς, ἀλλ’ οἱ Ἱεράρχαι τῆς Νέας Ἑλλάδος, λόγῳ ἄλλων ἀναστροφῶν ἃς ὑπεχρεώθησαν νὰ ἔχωσιν, ἀντίκρυσαν ἄλλας περιστάσεις καὶ ἦσαν ὑποχρεωμένοι πλέον νὰ μὴ προσκολλῶνται εἰς τὸν τύπον τὸν κτείνοντα ἀλλ’ εἰς τὸ πνεῦμα τὸ ζῶν. Ἦσαν ὑποχρεωμένοι νὰ ἀντιμετωπίσωσι πολλὰς ἀνάγκας καὶ δὴ ἀνάγκας τὰς ὁποίας ἐπέβαλε ἡ νέα πρόοδος. Προκειμένου δὲ νὰ συγχρονίσωμεν τὴν ἱεραρχίαν τὴν Ἑλληνικήν, νομίζω ὅτι ἐξ οὐδεμιᾶς καλλιτέρας πηγῆς δυνάμεθα νὰ ἀντλήσωμεν τὰ στοιχεῖα συγχρονισμοῦ ἢ ἐξ αὐτῆς τῆς πηγῆς, ἡ ὁποία παρέχει ἄνδρας ἔχοντας ἀντίληψιν καὶ περὶ τῆς θρησκείας καὶ περὶ τῆς ἐθνικῆς ἀποστολῆς. Ἀπὸ τῆς ἀπόψεως ταύτης κρίνων, χαιρετίζω τὸ νομοσχέδιον καὶ συνηγορῶ ὅπως μὴ ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τούτου, ἀλλὰ τὸ ταχύτερον ψηφισθῇ ἵνα ἐπιστῇ τὸ ταχύτερον ἡ ἡμέρα καθ’ ἣν θὰ ἀπολαύσωμεν τῶν ἀγαθῶν αὐτῆς τῆς προόδου.
§152Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκ τῶν γενομένων παρατηρήσεων ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐξ ἀφορμῆς αὐτοῦ, ἐπὶ μιᾶς τούτων ἐπεθύμουν νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὀλίγας λέξεις. Νομίζω, ὅτι ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἀπαγγέλλει τὸ νομοσχέδιον, ἵνα παράσχωσιν οἱ μετακαλούμενοι Μητροπολῖται ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὴν διαβεβαίωσιν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ νόμος τοῦ 1852 διὰ τοὺς τὸ πρῶτον χειροτονουμένους Ἐπισκόπους, εἶναι περιττὴ ἐντελῶς. Καὶ ἂν ἦτο τοῦτο μόνον, δὲν θὰ ἦτο ἴσως ἄξιον παρατηρήσεως, λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ ἐπανάληψις μιᾶς διατυπώσεως συνήθως δὲν βλάπτει καὶ ἂν αὕτη εἶναι περιττή. Νομίζω ὅμως ὅτι τὸ πρᾶγμα διαφέρει ἐν προκειμένῳ. Ἡ νέα αὕτη διαβεβαίωσις εἶναι ἐκκλησιαστικῶς ἀντικανονική· ἴσως δὲ ἐγείρει καὶ δογματικὸν ζήτημα, διότι ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἀπαγγέλλει τὸ σχετικὸν ἄρθρον τοῦ νόμου τοῦ 1852, σχέσιν ἔχει πρὸς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν ἐχειροτονήθησαν Ἐπίσκοποι, καὶ πρόκειται νὰ χειροτονηθῶσι τοιοῦτοι. Εἶναι διατύπωσις συνδεομένη πρὸς τὴν χειροτονίαν. Ἀλλὰ νὰ ὑποχρεώσωμεν τοὺς ἅπαξ χειροτονηθέντας, παρασχόντας δὲ αὐτὴν τὴν διαβεβαίωσιν εἰς τὴν Μεγάλην τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίαν, εἰς νέαν διαβεβαίωσιν, εἶναί τι τὸ ὁποῖον ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰ δόγματα καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις τῆς Ἐκκλησίας· ἀκόμη δὲ ἐμμέσως καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀνεκήρυξε μὲν αὐτοκέφαλον τὴν Ἐκκλησίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ δογματικῶς ἡνωμένην ἀναποσπάστως μετὰ τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας, ἀπαρασαλεύτως τηροῦσαν, ὡς ἐκείνη τοὺς ἱεροὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις. Ἐρωτᾶται λοιπόν· ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἐχειροτονήθη συμφώνως πρὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς κανόνας ὑπὸ τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας, παρίσταται ἀνάγκη ἢ μᾶλλον δὲν εἶναι ἀντικανονικὸν νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὰς διατυπώσεις εἰς τὰς διαβεβαιώσεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀναγράφονται διὰ τοὺς μήπω ἀναβιβασθέντας εἰς τὸ ἀξίωμα τοῦ Ἐπισκόπου; Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν ἤθελον κάμει τὴν σύστασιν εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του, καὶ ὑποθέτω ὅτι θέλει πεισθῆ νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ μόνον τὸ μέρος ἐκ τοῦ νομοσχεδίου.
§153Π. ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, ἀποδέχομαι εὐχαρίστως τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τοὺς ἱεράρχας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀπώλεσαν τὰς Ἐπισκοπάς των ἕνεκα τῶν δύο πολέμων. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὀφείλεται τιμὴ καὶ εὐγνωμοσύνη εἰς τοὺς περὶ ὧν πρόκειται Ἱεράρχας, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ τὸ λεχθὲν ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἡ τοποθέτησις αὐτῶν ἐν τῇ Παλαιᾷ Ἑλλάδι, ὄχι διότι αἱ Ἐπισκοπαί των ὑπήχθησαν εἰς ἄλλην κυριαρχίαν, ἀλλὰ διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ τῶν τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Δὲν εἶναι ἀκριβὲς ὅτι ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ αὐτοδιοικηθῇ ἐκκλησιαστικῶς καὶ δὲν δύναται νὰ εὕρῃ τοὺς καταλλήλους ἱεράρχας, διότι ἂν ἡ Παλαιὰ Ἑλλὰς παρουσίασε τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα παρουσίασε, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ ὅτι ἐστηρίχθη εἰς τὰς ἰδίας αὐτῆς δυνάμεις. Ἑπομένως δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ ἀποδοθῇ μομφὴ κατὰ τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος, προκειμένου περὶ τῶν Ἱεραρχῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὄντως πρέπει νὰ τιμήσωμεν. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑποστηριχθεῖσαν γνώμην, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἡ τοποθέτησις αὐτῶν ἄνευ τῆς συνεργασίας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, τοῦτο εἶναι ἀντικανονικὸν καὶ δὲν πρέπει τοιοῦτό τι νὰ ὑποστηριχθῇ. Αἱ παρατηρήσεις αὗται μὲ ἄγουσι καὶ εἰς ἄλλην παρατήρησιν, τὴν ὁποίαν ὑπεστήριξεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀρκαδίας, προκειμένου περὶ χειροτονημένων καὶ περὶ χειροτονηθησομένων, διότι ἡ βεβαίωσις προϋποθέτει μὴ χειροτονημένον. Μόνον ἡ ὅρκισις εἶναι ἀπαραίτητος, οὐχὶ δὲ καὶ ἡ βεβαίωσις. Ἐπίσης ἀντικανονικὸν θεωρῶ τὸ νομοσχέδιον καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διατύπωσιν τοῦ ὅρκου, διότι εἶναι τὸ πρότυπον τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἔδιδον ἐνώπιον τοῦ ἀειμνήστου Βασιλέως Γεωργίου, ἐνῷ σήμερον θὰ ὁρκισθῶσιν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως Κωνσταντίνου, ὁ ὁποῖος προσαγορεύεται εὐσεβέστατος, ἤτοι ὀρθόδοξος, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ Πατρὸς αὐτοῦ, ἑτεροδόξου ὄντος, καλῶς ἡ Ἐκκλησία προσηγόρευσεν αὐτὸν θεοσεβέστατον καὶ φιλόχριστον.
§154ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ Ἑλλάς, Κύριοι, δὲν καλεῖται τὸ πρῶτον τώρα νὰ πληρώσῃ χηρευούσας ἐπισκοπάς της διὰ Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων, στερηθέντων ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου τὰς μητροπόλεις καὶ ἐπισκοπάς των. Ἐν καιρῷ τῆς μεγάλης ἡμῶν ἐπαναστάσεως εἶχον καταφύγει πολλοὶ Μητροπολῖται καὶ Ἐπίσκοποι ἐνταῦθα ἐκ τοῦ Ὀθωμανικοῦ Κράτους, μετὰ δὲ τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου ἀπεφασίσθη νὰ τοποθετηθῶσιν αὐτοὶ εἰς διαφόρους χηρευούσας ἐπισκοπὰς ἐν Ἑλλάδι ἐπὶ τῇ προτάσει τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὡς ἀνέφερε τὸ σχετικὸν Βασ. Διάταγμα τῆς 21 Νοεμβρίου 1833. Ἀλλά, Κύριοι, τότε δὲν εἶχεν ἀκόμη ψηφισθῆ ὁ ἐν ἰσχύϊ νόμος Σʹ τῆς 9 Ἰουλίου 1852 «περὶ ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων κλπ.», καθ’ ὃν ἐπετράπη ἡ πλήρωσις τῶν χηρευουσῶν ἐπισκοπῶν κατὰ δύο μόνον τρόπους, ἢ διὰ χειροτονίας ἢ διὰ μεταθέσεως. Ἐν τῇ πρώτῃ περιπτώσει ἡ μὲν Ἱερὰ Σύνοδος ψηφίζει τρεῖς κληρικοὺς «πολίτας Ἕλληνας», ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐγκρίνει ἕνα τούτων, ὁ ὁποῖος καὶ χειροτονεῖται ἐπίσκοπος, ἀφοῦ προηγουμένως παράσχῃ ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὴν διαβεβαίωσιν περὶ τῆς πιστῆς ἐκπληρώσεως τῶν ἀρχιερατικῶν του καθηκόντων. Μετὰ τὴν χειροτονίαν ἐκδίδεται τὸ Βασ. Διάταγμα τῆς ἀναγνωρίσεώς του ὡς ἐπισκόπου παρὰ τῶν ἐν τῷ Βασιλείῳ Ἀρχῶν, μεθ’ ὃ παρέχει αὐτὸς δευτέραν διαβεβαίωσιν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως «περὶ πίστεως καὶ ἀφοσιώσεως εἰς τὴν Α. Μ. εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους». Ταῦτα, Κύριοι, ὁρίζει τὸ ἄρθρον 3ον τοῦ ἐν ἰσχύϊ νόμου ὡς πρὸς τὴν διὰ χειροτονίας πλήρωσιν χηρευούσης ἐπισκοπῆς, τὰ δὲ τῆς πληρώσεως ταύτης διὰ μεταθέσεως, ὁρίζει τὸ ἄρθρον 4ον καθ’ ὃ αὕτη γίνεται μόνον «ἐγκρίσει τοῦ Βασιλέως μετὰ γνωμοδότησιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου». Ἐν τούτοις καὶ ἡ Ἐκκλησία καὶ ἡ Πολιτεία ἀπέφυγον πάντοτε ἐπιμελῶς τὰς μεταθέσεις τῶν ἐπισκόπων ἐν Ἑλλάδι διὰ λόγους εὐνοήτους, πλὴν μόνον προκειμένου περὶ πληρώσεως τῆς μητροπολιτικῆς ἕδρας Ἀθηνῶν, ἥτις ἐγένετο πάντοτε διὰ μεταθέσεως. Ἐξαίρεσις ἐγένετο διὰ τὸν Προκόπιον Οἰκονομίδην ὅστις ἐψηφίσθη καὶ ἐξελέγη ἀπ’ εὐθείας Μητροπολίτης Ἀθηνῶν ἐν ἔτει 1896. Κατὰ ταῦτα, Κύριοι, διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1852 ἀπεκλείσθη ὁ διορισμὸς Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων ἐν Ἑλλάδι ἀνηκόντων εἰς ἄλλην ὁμόδοξον ἐκκλησίαν καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Οἰκουμενικὸν Πατριαρχεῖον. Τοῦτο ἐγένετο κατάδηλον ἐν ἔτει 1889 ὅτε τελευτήσαντος τοῦ ἀοιδίμου Μητροπολίτου Ἀθηνῶν Προκοπίου Γεωργιάδου, ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης ἐσκέφθη νὰ μετακαλέσῃ τὸν Μητροπολίτην Νικομηδείας Φιλόθεον Βρυέννιον εἰς πλήρωσιν τοῦ χηρεύσαντος μητροπολιτικοῦ ἡμῶν θρόνου. Τότε, Κύριοι, ἀπέδειξα ἐγὼ τὸ ἀδύνατον τῆς τοιαύτης μετακλήσεως ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κειμένου νόμου, ὁ δὲ Τρικούπης πεισθεὶς περὶ τούτου δὲν προέβη εἰς αὐτήν. Προκειμένου τώρα, δι’ ἐθνικοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἐξῆραν ἤδη οἱ προαγορεύσαντες, νὰ διορισθῶσιν εἰς χηρευούσας ἐπισκοπὰς ἐν ταῖς παλαιαῖς ἐπαρχίαις τῆς Ἑλλάδος Μητροπολῖται καὶ Ἐπίσκοποι στερηθέντες τῶν μητροπόλεων καὶ ἐπισκοπῶν των ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου, ἔπρεπε κατ’ ἀνάγκην νὰ τροποποιηθῇ ὁ κείμενος νόμος. Περὶ τούτου, Κύριοι, δευτέρα γνώμη δὲν ὑπάρχει. Ἀντίρρησις μόνον ἠγέρθη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος συναδέλφου μου κ. Βελέντζα ὡς πρὸς τὴν διατύπωσιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἕνεκα τῆς ὁποίας, ὡς ἀπέδειξεν αὐτός, κινδυνεύει τοῦτο νὰ ἀστοχήσῃ τοῦ σκοποῦ του. Ὁ συντάκτης τοῦ νομοσχεδίου ἐνόμισεν ὅτι λύει τὸ ζήτημα ἀναγράφων τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει): «Ἐκτὸς τῶν κατὰ τὸ Γʹ ἄρθρον τοῦ Σʹ νόμου ψηφιζομένων ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου κληρικῶν πρὸς χειροτονίαν ἐπισκόπων, δύνανται νὰ ψηφισθῶσι μεταξὺ αὐτῶν μετὰ τὴν κανονικὴν συγκατάθεσιν τῆς οἰκείας ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς Μητροπολῖται στερηθέντες ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου τῆς μητροπόλεως αὐτῶν, ὡς καὶ ἤδη τιτουλάριοι ἐπίσκοποι τῶν νέων ἐπαρχιῶν τοῦ Βασιλείου». Μετὰ τοῦτο ἀντιγράφει αὐτὸς μετὰ μικρῶν παραλλαγῶν τὰς δύο διαβεβαιώσεις τὰς ὁποίας παρέχουσιν οἱ ἐκλεγόμενοι νέοι ἐπίσκοποι κατὰ τὸν κείμενον νόμον, ὡς εἴδομεν ἤδη, τὴν μὲν μίαν πρὸ τῆς χειροτονίας των ἐνώπιον τὴν Ἱερᾶς Συνόδου, τὴν δὲ ἄλλην μετὰ τὴν χειροτονίαν των ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Πιθανόν, Κύριοι, ὁ συντάκτης νὰ παρήχθη εἰς τοῦτο ἐκ τοῦ προηγουμένου τοῦ 1833, ὅτε πράγματι πάντες οἱ τότε διορισθέντες τεσσαράκοντα ἐπίσκοποι ἐν Ἑλλάδι, τόσον οἱ ἀρχῆθεν χειροτονηθέντες διὰ τὰς ἐν αὐτῇ ἐπισκοπάς, ὅσον καὶ οἱ ἐκ τῆς ἀλυτρώτου Ἑλλάδος πρόσφυγες Μητροπολῖται καὶ Ἐπίσκοποι ὑπεχρεώθησαν διὰ τοῦ ἄρθρου Βʹ τοῦ προμνημονευθέντος Διατάγματος τῆς 21 Νοεμβρίου 1833 νὰ δώσωσι δύο «ὅρκους πίστεως», ὡς ἀνέφερεν αὐτό, τὸν μὲν ἕνα ἐνώπιον τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἢ τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου, τὸν δὲ ἄλλον ἐνώπιον τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἢ τοῦ πρὸς τοῦτο ἐντεταλμένου Ἀρχιερέως. Ἀλλά, Κύριοι, τότε, ὑπὸ τὴν ἑτερόδοξον Βαυαρικὴν Ἀντιβασιλείαν, ἐγένοντο πολλὰ τὰ ἀντικανονικὰ καὶ ἄτοπα ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, ἓν δὲ τούτων ἦτο καὶ ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος διπλοῦς ὅρκος τῶν διορισθέντων τότε ἐπισκόπων. Τὸ ἄτοπον δὲ τοῦτο οὐδεὶς θὰ εὕρῃ ἀξιομίμητον τὴν σήμερον· διὸ δικαίως ἐξανέστησαν κατὰ τῆς ἐπαναλήψεως αὐτοῦ ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ οἱ προαγορεύσαντες κ. Συνάδελφοι ὁ ἐκ Φθιώτιδος καὶ Φωκίδος καὶ ὁ ἐξ Ἀρκαδίας, ἐξ ὧν μάλιστα ὁ δεύτερος δὲν ἐδίστασε νὰ χαρακτηρίσῃ διὰ τὸν λόγον τοῦτον τὸ νομοσχέδιον ὡς ἀντιβαῖνον οὐ μόνον εἰς τοὺς κανόνας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὰ τὰ δόγματα τῆς ἡμετέρας Ἐκκλησίας. Μετὰ τὰ λεχθέντα Κύριοι ὑπὸ τῶν δύο ἀξιοτίμων Συναδέλφων θὰ ἔχῃ πεισθῆ, ὡς δὲν ἀμφιβάλλω, καὶ αὐτὸς ὁ ὑποβαλὼν τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅτι πρὸ παντὸς παρέλκει ἡ πρώτη ἐκ τῶν δύο διαβεβαιώσεων, προκειμένου περὶ διορισμοῦ κεχειροτονημένων ἤδη Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων εἰς χηρευούσας ἐπισκοπὰς ἐν Ἑλλάδι, ὅτι δὲ ὡς τοιαύτη πρέπει ἐξάπαντος νὰ διαγραφῇ αὐτὴ ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀνάγκη δὲ πᾶσα ψηφιζόμενον τοῦτο σήμερον κατ’ ἀρχὴν νὰ ἀνασυνταχθῇ μέχρι τῆς αʹ κατ’ ἄρθρον συζητήσεώς του ὡς ἑξῆς περίπου. Ἐν πρώτοις πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ δι’ αὐτοῦ ὁ διορισμὸς τῶν περὶ ὧν ὁ λόγος Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων εἰς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, εἶτα δὲ νὰ καθορισθῇ κάλλιον ὁ τρόπος τοῦ διορισμοῦ των. Ὡς ἔχει ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ μόνου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνων πρὸ μικροῦ, φαίνεται προτεινομένη ἡ ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἐκλογὴ τριῶν ὑποψηφίων δι’ ἑκάστην χηρεύουσαν ἐπισκοπὴν μεταξὺ τῶν ὁποίων δύνανται νὰ καταλεγῶσι καὶ οἱ ἱεράρχαι περὶ ὧν τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ἐγὼ ὅμως θὰ προετίμων ἀντὶ τῆς τοιαύτης ἐκλογῆς νὰ προτιμηθῇ ἁπλῆ πρότασις δι’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ὡς ἐγένετο ἐν ἔτει 1833 καὶ ὡς γίνεται τώρα, προκειμένου περὶ μεταθέσεως ἐπισκόπου εἰς τὸν μητροπολιτικὸν θρόνον Ἀθηνῶν. Τοιουτοτρόπως δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν καὶ τὴν βεβαιότητα ὅτι θὰ διορισθῶσι τῳόντι πάντες οἱ νῦν διαθέσιμοι Μητροπολῖται καὶ Ἐπίσκοποι εἰς χηρευούσας ἐπισκοπάς. Ἐὰν δέ, Κύριοι, θεωρῆται δι’ αὐτοὺς ἀπαραίτητος ἡ διαβεβαίωσις ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, τότε πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ αὐτὴ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ ἐφ’ ὅλων τῶν Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν. Πρέπει καὶ αὐτοὶ κατ’ ἀναλογίαν μετὰ τὴν χειραφέτησίν των παρὰ τῆς Μ. τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας νὰ παράσχωσι τὴν διαβεβαίωσιν περὶ τῆς πίστεώς των εἰς τὸν Βασιλέα, τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους.
§155Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τῆς Θεσσαλίας ἔδωκαν τὴν διαβεβαίωσιν αὐτήν;
§156ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Πρὸς τί ἡ ἐρώτησις αὕτη;
§157Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ ἱστορικῶς.
§158ΑΘ. ΕΥΤΑΞΙΑΣ. Ἡ ἱστορία δὲν ἀναφέρει ἂν μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Θεσσαλίας καὶ Ἄρτης παρέσχον οἱ τότε Μητροπολῖται καὶ Ἐπίσκοποι αὐτῶν τοιαύτην διαβεβαίωσιν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἂν θεωρῆται τώρα αὐτὴ ἀναγκαία διὰ τοὺς Μητροπολίτας καὶ Ἐπισκόπους, εἰς οὓς ἀφορᾷ τὸ παρὸν νομοσχέδιον, φυσικῷ τῷ λόγῳ πρέπει νὰ ἐπεκταθῇ αὐτὴ καὶ ἐπὶ τῶν Μητροπολιτῶν καὶ Ἐπισκόπων τῶν νέων ἐπαρχιῶν, διότι οἱ αὐτοὶ λόγοι συντρέχουσι καὶ ἐπὶ τούτων, ὡς ἐπ’ ἐκείνων. Ἰδοὺ Κύριοι πῶς νομίζω ἐγὼ ὅτι πρέπει νὰ ἀνασυνταχθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον.
§159Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Καὶ ἤδη ἐγεννήθη τὸ αὐτὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη καὶ εἰς παλαιοτέραν ἐποχήν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐμνημόνευσεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ἐὰν δηλ. ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, δυνάμει τῶν κειμένων νόμων, δύναται νὰ προβῇ εἰς πρότασιν περὶ τοποθετήσεως Ἐπισκόπων ἢ Μητροπολιτῶν, ἀπολεσάντων τὰς ἕδρας αὑτῶν εἰς ἐπισκοπικὰς ἕδρας τῆς Παλαιᾶς Ἑλλάδος. Μετὰ συζήτησιν ἐκρίθη ὅτι ἄνευ νόμου δὲν εἶναι δυνατὸν τοῦτο νὰ γίνῃ, καὶ διὰ τοῦτο ἀπεφασίσθη ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ νομοσχέδιον πρὸ τῆς ὑποβολῆς του ἐπεξειργάσθη ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἰς εἰδικὴν συνεδρίασιν κληθεῖσαν. Τὰς παρατηρήσεις τῆς Ἱερᾶς Συνόδου ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου. Ἐνόμισα ὅτι αὕτη ἦτο ἡ ὁδός, ἡ ὁποία ἐνεδεικνύετο εἰς τὸν Ὑπουργόν. Ἐνόμισα ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπευθυνθῶ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, τὴν διευθύνουσαν τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα, καὶ ζητήσω τὴν γνώμην αὐτῆς. Δὲν φρονῶ ὅτι ἔπρεπε προηγουμένως νὰ ζητηθῇ τοῦ Πατριαρχείου ἡ συγκατάθεσις, οὐδὲ νομίζω ὅτι ἔπρεπε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τῆς χειραφετήσεως διὰ νὰ ὑποβληθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς την Βουλήν, διότι διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβλέπεται ὅτι ἐπίσκοποι δύνανται νὰ κατασταθῶσιν ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ τύχωσι τῆς κανονικῆς συγκαταθέσεως τῆς προϊσταμένης των ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς. Ἂν λοιπὸν δὲν τύχωσι τῆς ἀδείας ταύτης δι’ οἱονδήποτε λόγον πολιτικὸν ἢ ἐκκλησιαστικόν, δὲν θὰ δύνανται νὰ κατασταθῶσιν ἐπίσκοποι ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ. Ἑπομένως τίποτε δὲν ἔχομεν νὰ κινδυνεύσωμεν καὶ νὰ φοβηθῶμεν ἐκ τῆς διατυπώσεως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκ τῆς μὴ λύσεως τοῦ ζητήματος τῆς χειραφετήσεως. Δὲν ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι πρέπει νὰ διαταράξῃ παντάπασι τὸν ὀργανικὸν νόμον. Ἔλυσε μὲν τὰς χεῖρας τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, διὰ νὰ δύναται νὰ προτείνῃ τοὺς Μητροπολίτας καὶ Ἐπισκόπους τούτους ὅπως καταλάβωσιν ἕδραν, ἐκράτησε δὲ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει, νὰ ἐγκρίνῃ ἢ μή. Ἡ Ἱερὰ Σύνοδος εἶμαι εἰς θέσιν νὰ βεβαιώσω ὅτι ἐσταμάτησε τὰς προτάσεις αὑτῆς περὶ πληρώσεως τῶν ἑδρῶν, διατιθεμένη νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰς ὑποψηφιότητας ταύτας, τὰς ὁποίας λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ἡ ψυχὴ παντὸς Ἕλληνος, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις. Δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος νὰ ἔχῃ διάφορον γνώμην τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ἔχει ἅπαν τὸ Ἑλληνικόν. Ἠρωτήθη ὅμως τὸ ἑξῆς· ἂν ἡ Ἱερὰ Σύνοδος δὲν προτείνῃ τοὺς Ἱεράρχας τούτους, ὡς ἀναμένεται, τί θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις; Τότε ἡ Κυβέρνησις θὰ λάβῃ πρόνοιαν ἀλλοίαν ἐκείνης τὴν ὁποίαν λαμβάνει σήμερον· ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ὑποκατασταθῇ εἰς τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, καὶ νὰ διαγράψῃ διάφορον τρόπον ἐκλογῆς Ἐπισκόπων ἐκείνου ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ κανονικός. Δὲν δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ὑποδείξεως ὑπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§160ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀσφαλέστερον.
§161Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἀσφαλέστερον ναί, ἀλλ’ εἶναι τρόπος αὐταρχικὸς συγκρουόμενος πρὸς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Ἐκκλησίας, πρὸς τὰ δικαιώματα τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς. Τὸ σφάλμα τὸ ὁποῖον ὑπεδείχθη παρὰ τῶν ἀγορευσάντων ἔγκειται ὄχι εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλ’ εἰς τὴν διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου. Δὲν δυσκολεύομαι ὅμως, καίτοι ἡ συζήτησις σήμερον εἶναι ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ λεχθέντα περὶ τῆς διπλῆς διαβεβαιώσεως ὅτι, ναὶ μὲν ἐν τῷ νόμῳ περὶ ἐπισκοπῶν καὶ ἐπισκόπων δὲν προβλέπεται ἐγκατάστασις ἐπισκόπων ἄνευ χειροτονίας, ἀλλ’ ἐκ τούτου δὲν συνάγεται ὅτι ἡ πρώτη διαβεβαίωσις εἶναι ἀντικανονικὴ ἢ ἔστω περιττή, διότι τροποποιηθεῖσα αὕτη, ὡς ἐτροποποιήθη, εἶναι διαβεβαίωσις ἐνώπιον τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ὅτι ὁ καθιστάμενος Ἐπίσκοπος ἕν τινι περιφερείᾳ, θέλει ποιμάνει τὸ ποίμνιον τῆς νέας αὑτοῦ ἐπισκοπῆς κλτ. Ἡ ἄλλη διαβεβαίωσις εἶναι ἡ διδομένη ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, ὅτι θέλει τηρήσει πιστῶς τὸ σέβας πρὸς αὐτόν, τοὺς νόμους, τὸ Σύνταγμα καὶ τὰ ψηφίσματα τοῦ Κράτους. Ἡ διαβεβαίωσις λοιπόν, ἡ ἐνώπιον τῆς ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς, ὄχι μόνον δὲν εἶναι ἀντιδογματικὴ ἢ ἀντικανονική, ἀλλὰ τοὐναντίον θεωρεῖται ἀπαραίτητος ἀφοῦ τοιαύτην διαβεβαίωσιν δίδουσι καὶ οἱ μετατιθέμενοι εἰς ἄλλην ἐπισκοπὴν Ἀρχιερεῖς καὶ ἐν τῷ ἐλευθέρῳ Βασιλείῳ καὶ ἐν ταῖς ὑπὸ τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πατριαρχείου χώραις. Ἐπιφυλάσσομαι ἐν τούτοις νὰ συζητήσω ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως ταύτης καὶ πάλιν κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, ἂν οἱ ἀξιότιμοι προαγορεύσαντες μετὰ νέαν μελέτην τοῦ ζητήματος ἐπιμείνωσιν ἔχοντες τὰς αὐτὰς γνώμας, ἀντιτιθέμενοι καθ’ ὁλοκληρίαν πρὸς τὴν γνώμην τῆς ἐπεξεργασθείσης τὸ νομοσχέδιον ἀνωτάτης ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς. Ἐν τέλει πληροφορῶ τὸν ἀξιότιμον κ. Συνάδελφον ὅτι ἡ λέξις «φιλόχριστον», θὰ μεταβληθῇ εἰς «εὐσεβέστατον», διότι ἀληθῶς κατὰ παραδρομὴν δὲν μετεβλήθη.
§162Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Συντόμους τινὰς παρατηρήσεις ἤθελον θέσει ὑπ’ ὄψει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Δὲν ὑπῆρχεν ἀμφιβολία ὅτι ἤθελε ζητηθῇ τῆς ἀνωτάτης ἡμῶν ἐκκλησιαστικῆς Ἀρχῆς ἡ γνώμη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ, ὁ ὁποῖος ὀφείλεται καὶ ἀπονέμεται βεβαίως ἐπὶ τοιούτων μάλιστα ζητημάτων εἰς τὴν Ἀνωτάτην Ἱεραρχίαν, ἐπιθυμῶ νὰ ἐπαναλάβω τὴν σύστασιν πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ καὶ αὖθις ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τὸ ζήτημα καὶ τὰς γνώμας, αἱ ὁποῖαι ἐξηνέχθησαν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἱερὰ Σύνοδος, ἐν χριστιανικῇ συγκαταβάσει ἐρευνῶσα καὶ πάλιν τὸ ζήτημα, ἔχουσα δὲ ὑπ’ ὄψει αὑτῆς καὶ τὰς γνώμας αὐτάς, θέλει ἀποκλίνει ὑπὲρ τῆς ἐκδοχῆς νὰ ἀφαιρέσῃ ὡς περιττὴν τὴν περὶ ἧς πρόκειται διαβεβαίωσιν· διότι εἶνε αὕτη περιττή, εἶνε δέ, ὡς προηγουμένως εἶπον, καὶ ἀντικανονική. Ἡ γνώμη, ἡ ἀπὸ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐξενεχθεῖσα, ὅτι ἡ διαβεβαίωσις δίδοται ἤδη πρὸς τὴν ἐκκλησιαστικὴν Ἀρχὴν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν πνευματικῶν καθηκόντων τοῦ Ἐπισκόπου εἰς τὸ νέον αὑτοῦ ποίμνιον, δὲν εἶναι ὀρθή, διότι, ἂν τοιαύτην εἶχεν ἔννοιαν ἡ διαβεβαίωσις, θὰ ἀπῃτεῖτο καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν τῆς μεταθέσεως. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργόν· ἂν γίνῃ μετάθεσις τοῦ Ἐπισκόπου, δυνάμει αὐτοῦ τοῦ ἰσχύοντος νόμου, θὰ ἀπαιτηθῇ ἡ τοιαύτη διαβεβαίωσις τοῦ Ἐπισκόπου διὰ τὴν νέαν Ἐπισκοπήν, εἰς ἣν καλεῖται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ ἱερὰ αὑτοῦ καθήκοντα; Οὐχὶ βεβαίως, διότι ἡ διαβεβαίωσις αὕτη δὲν εἶναι πρᾶξις φύσεως διοικητικῆς, εἰς ὡρισμένην περιφέρειαν ἀναφερομένη, ἀλλὰ καθαρῶς πνευματικῆς, τὸ καθόλου χριστεπώνυμον πλήρωμα ἀφορῶσα, προηγουμένη τῆς χειροτονίας καὶ ἀποτελοῦσα ταύτης διατύπωσιν. Ὡς τοιαύτη δὲ εἶνε περιττή· ἀφοῦ ἅπαξ ἐδόθη παρὰ τούτων, κατὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ θέσμια χειροτονηθέντων Ἐπισκόπων καὶ Μητροπολιτῶν, δὲν εἶνε πρέπον νὰ ἐπαναληφθῇ. Τὸ πρᾶγμα κρίνω πολλῆς προσοχῆς ἄξιον, διότι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς τῶν συνήθων διατυπώσεων τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἡ ἐπανάληψις τῆς ὁποίας, καὶ περιττῆς ἔστω θεωρουμένης, δὲν θὰ ἦτο εὔλογον νὰ ἀποτελέσῃ ἀντικείμενον συζητήσεως, ἀλλὰ πρόκειται περὶ διατυπώσεως πνευματικῆς φύσεως, ἀναφερομένης εἰς τὴν κατὰ τὰς ἐκκλησιαστικὰς παραδόσεις τέλεσιν τῆς χειροτονίας, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν μήπως ἀπαιτήσωμέν τι ἀντικανονικὸν καὶ ἀντιδογματικόν. Φρονῶ δ’ ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἐπὶ θεσμῶν τοιαύτης φύσεως καὶ ἀποστολῆς, δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι παρ’ ἡμῖν θέσιν αἱ θεωρητικαὶ ἔρευναι καὶ αἱ φιλοσοφικαὶ συζητήσεις εἰς ἀνεύρεσιν τοῦ ὀρθοῦ. Ἡ Ἐκκλησία καθόλου, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ προσφεύγωμεν, ἰδιαίτατα δὲ ἡ Μεγάλη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία, πρόσκειται ζηλοτύπως εἰς τὰς τοιαύτας διατυπώσεις καὶ τὰς ἐπ’ αὐτῶν ἱερὰς παραδόσεις, ἀποκρούουσα τὴν ἐπανάληψιν τῶν διατυπώσεων τῶν εἰς τὴν τέλεσιν ἰδίᾳ τῶν μυστηρίων ἀναφερομένων. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἀνάλογον περίπτωσιν ἐπὶ ἄλλου μυστηρίου, τοῦ μυστηρίου τοῦ γάμου. Συνέβη πολλάκις, μετὰ τὴν ἀμετάκλητον συντέλεσιν τοῦ διαζυγίου κατὰ τοὺς πολιτικοὺς νόμους καὶ μετὰ τὴν ἐπακολούθησιν καὶ τῆς πνευματικῆς λύσεως τοῦ γάμου ὑπὸ τῶν ἐκκλησιαστικῶν Ἀρχῶν, συνέβη, λέγω, νὰ προέλθωσιν οἱ τέως σύζυγοι εἰς τὴν σύναψιν νέου γάμου πρὸς ἀλλήλους. Ἕκαστος βεβαίως θὰ ἐνόμιζεν ὅτι οἱ τέως σύζυγοι, οἱ ὁποῖοι μετὰ τὴν ἀμετάκλητον διάζευξιν εἶναι ὅλως ξένοι πρὸς ἀλλήλους καὶ πολιτικῶς καὶ πνευματικῶς, ὅτι, λέγω, προκειμένου οἱ τέως σύζυγοι νὰ ἐπανέλθωσιν εἰς γάμου κοινωνίαν, ἀπαραίτητον ἦτο νὰ ἐπαναλάβωσι τὴν συστατικὴν τοῦ γάμου ἱεροτελεστίαν, ὡς γίνεται διὰ τοὺς τὸ πρῶτον συνερχομένους εἰς γάμον. Καὶ ὅμως τοῦτο, τὸ τοσοῦτο φυσικὸν καὶ συνεπὲς κατὰ τὴν πρόχειρον λογικήν, δὲν γίνεται. Ἡ κατὰ τὴν ἀρχικὴν σύναψιν τοῦ γάμου κεκανονισμένη διὰ τὸ μυστήριον τοῦτο ἱεροτελεστία, δὲν ἐπαναλαμβάνεται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας. Ἐκφωνοῦνται μόνον ἐξιλεωτικαί τινες εὐχαὶ καὶ κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Πατριαρχείου θεωροῦνται διαρρηγνυόμενα τὰ διαζύγια καὶ ὁ γάμος ἀναβιῶν. Ταῦτα, τὰ ὁποῖα οἱ νομικοὶ δυσκόλως δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν, στηρίζονται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Ἐκκλησίας, ὅτι ἡ ἅπαξ διὰ τῆς τελέσεως τοῦ μυστηρίου ἐπισκήπτουσα θεία χάρις παραμένει ἀναφαίρετος καὶ ἀναλλοίωτος. Τούτου ἕνεκα ἡ ἐπανάληψις δὲν εἶνε μόνον περιττή, ἀλλὰ κλονίζει τὸ ἀσάλευτον κῦρος καὶ τὴν ἀείζωον τήρησιν τῶν γενομένων. Εἶναι λοιπὸν ὀρθόν, ὅταν τοιαύτην ἔχωμεν τὴν ἀντίληψιν τῆς Ἐκκλησίας ἡμῶν καὶ τὰς παραδόσεις αὐτῆς, ὅταν καὶ τὸ Σύνταγμα ὥρισεν ὅτι ἡ Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος δογματικῶς εἶναι ἡνωμένη ἀναποσπάστως μετὰ τῆς Μεγάλης ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἐκκλησίας, τηροῦσα ἀπαρασαλεύτως, ὡς ἐκείνη, τοὺς κανόνας καὶ τὰς ἱερὰς παραδόσεις, εἶναι λέγω ὀρθόν, εἶναι πολιτικὸν θὰ προσέθετον, ὅπως ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἅπαξ Ἐπίσκοποι τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ὑφ’ ὅλας τὰς ἐκκλησιαστικὰς καὶ κανονικὰς διατυπώσεις, καλουμένους νὰ ἐκτελέσωσι τὰ ἱερὰ αὑτῶν καθήκοντα εἰς ἄλλην περιφέρειαν, ὑποχρεώσωμεν νὰ δώσωσι νέαν διαβεβαίωσιν φύσεως πνευματικῆς, εἰς ἀδελφοὺς πνευματικῶς καὶ ἰσοτίμους αὐτῶν; Νομίζω οὐχί, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ὑποβάλῃ μετὰ τῆς προσηκούσης εὐλαβείας τὴν γνώμην ταύτην εἰς τὴν βάσανον καὶ τὴν κρίσιν τῶν ἁγίων τῆς Ἱερᾶς Συνόδου.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐπερατώθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐξακολούθησις τῆς βʹ συζητήσεως ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως καὶ ἐξυγιάνσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς». Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Εὐσ. Παπακωνσταντίνου.
§164ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Κύριε Πρόεδρε, νὰ ὑποβάλω μίαν τροπολογίαν πρότερον.
§165Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ κ. Ὑπουργοῦ εἶναι χειροτέρα ἀπὸ τὸ κείμενον τὸ ἀρχικόν, καὶ ἂν κάμωμεν μίαν ἀναβολὴν θὰ ἔχωμεν καὶ χειροτέραν!
§166ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εὐτυχῶς ἡ τελευταία συνάντησις μετὰ τῶν κ. κ. Συναδέλφων ἔφθασεν εἰς συμφωνίαν ὁριστικήν.
§167Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅτι διαφωνοῦμεν.
§168ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Οὔτε λέγω ὅτι συμφωνοῦμεν, ἀλλ’ ἡ διαφωνία ἡμῶν ἀπέμεινε πάντοτε περὶ τὸ ζήτημα ἐκεῖνο τῆς παρεμβολῆς τῆς φράσεως, δι’ ἧς οἱ ζητοῦντες τὴν ἄρδευσιν ἀξιοῦσιν, ὅπως ἀναγνωρίσωσιν ὡς ἔχοντας κεκτημένον δικαίωμα ἀρδεύσεως πάντας τοὺς ὁπωσδήποτε ἀρδεύσαντας μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1912. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλε νὰ μὴ παρεκβῇ τῶν κανόνων τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἀποτεθειμένους, κανόνων τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, τὴν κατὰ τοὺς ὁποίους ἀναγνώρισιν τῶν δικαιωμάτων βεβαίως δὲν δύναται νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις.
§169Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μοὶ ἐπιτρέπετε; Σεῖς λαμβάνετε πρόνοιαν διὰ τοὺς πενέστας τῆς Θεσσαλίας καὶ ζητεῖτε δι’ αὐτούς, ἀνερχομένους εἰς πέντε χιλιάδας, ὁλόκληρον τὸ δικαίωμα τῆς κυριότητος. Πῶς εὑρίσκετε τώρα ὀρθὸν ἑξήκοντα χιλιάδες ἄνθρωποι, ἔχοντες ἤδη κεκτημένα δικαιώματα, νὰ παραιτηθῶσιν αὐτῶν καὶ νὰ στέρξωσι νὰ διεκδικήσωσι ταῦτα κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον;
§170ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι θέμα ἄλλο αὐτό· εἶναι ὅλως διόλου ἄγνωστον ἔδαφος, ὑποβάλλω δὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἴδῃ ἡ Βουλή, διότι διανέμεται αὕτη ταύτην τὴν τὴν στιγμήν. Ἔχει αὕτη ὡς ἑξῆς: Τροποποίησις τοῦ ἄρθρου 11. Μετὰ τὸ ἐδάφιον αʹ προστίθενται τὰ ἑξῆς· «Ἐν περιπτώσει μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν Στυμφαλίας ὁ ἀνάδοχος ὑποχρεοῦται, ὅπως ἐκ τῶν ὑδάτων τῶν ἀνωτέρω πηγῶν παραχωρήσῃ δωρεὰν τὴν ἀπαιτουμένην ποσότητα πρὸς ὕδρευσιν τῶν κατοίκων τῶν παρὰ τὰς πηγὰς συνοικισμῶν καὶ ἄρδευσιν τῶν παρὰ τὴν λίμνην Στυμφαλίαν κτημάτων, τῶν ἀρδευομένων ἐκ τῶν ἀνωτέρω πηγῶν. Ὑποχρεοῦται ὡσαύτως τὸ Δημόσιον ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ, ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ κατάλληλα ἔργα διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν κτημάτων τῶν τέως δήμων Συμφαλίας, Νεμέας, Σικυῶνος, Κορινθίων καὶ Ἀλέας. Ἡ μελέτη τῶν ἔργων τούτων θέλει περατωθῆ ἐντὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, ἡ δὲ ἐκτέλεσις αὐτῶν πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τοῦ ὑδραγωγείου. Ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται πρὸς ἀποζημίωσιν διὰ τὴν στέρησιν ἢ μείωσιν τῆς ἀρδεύσεως, ὡς πρὸς τὰ ἐν τοῖς εἰρημένοις τέως δήμοις κτήματα τὰ κατὰ τὸ ἰσχῦον ἀστικὸν δίκαιον δικαιούμενα εἰς ἄρδευσιν καὶ καθ’ ἣν ἔκτασιν ὑφίσταται τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐπιτρέπεται ἵνα διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθῇ εἰσφορὰ ἀναγκαστικὴ μέχρι δραχμῆς κατὰ στρέμμα ἀρδευομένης κατὰ τ’ ἀνωτέρω ἐκτάσεως, ἀπέναντι τῆς ὁποίας τὸ Κράτος ὑποχρεοῦται νὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων ἐν ἀνάγκῃ μέχρι τοῦ διπλασίου τοῦ κεφαλαίου, τοῦ ἀντιστοιχοῦντος εἰς τὸ σύνολον τῆς ἀνωτέρω ἀναγκαστικῆς εἰσφορᾶς. Τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων καὶ πᾶσα σχετικὴ λεπτομέρεια τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἀρδεύσεων καὶ τοῦ τιμήματος αὐτῶν κανονισθήσονται δι’ εἰδικοῦ νόμου. Ἐπὶ δικῶν ἀφορωσῶν τὰς ἐκ τοῦ παρόντος ἄρθρου σχέσεις, ἐπιτρέπεται ὅπως πλείονες δικαιοῦχοι παρίστανται ἐπὶ δικαστηρίων ἡνωμένοι κατὰ περιφερείας, δι’ ἑνὸς ἢ πλειόνων ἀντιπροσώπων δικαζομένων μὲν ἐν ἰδίῳ ὀνόματι ὡς διαδίκων, ἀλλὰ τῆς ἀποφάσεως ἰσχυούσης ὑπὲρ καὶ κατὰ τῶν διορισάντων αὐτούς. Ἅμα τῇ συντελέσει τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων, περὶ ὧν ἀνωτέρω, ἐπέρχεται αὐτοδικαίως ἀπόσβεσις τῶν ἐπὶ τῶν ὡς ἄνω ἀποζημιώσεων ἀναγνωριζομένων δικαιωμάτων». Ὅτι εἶχον νὰ προσθέσω εἶναι ὅτι ἡ πρόνοια ἡ λαμβανομένη νῦν δι’ ὅλους τοὺς πληθυσμοὺς καὶ διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν κτημάτων, οὐδέποτε ἄλλοτε ἐλήφθη.
§171Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀλλὰ καὶ οὐδέποτε ἡ στέρησις τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀνθρώπων αὐτῶν ἐπεδιώχθη κατὰ τοιοῦτον ἐχθρικὸν τρόπον.
§172Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τὰ δικαιούμενα ἀρδεύσεως κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον εἶναι τὰ ἔχοντα δικαίωμα δουλείας, ἢ συμφώνως πρὸς τὰς δηλώσεις, τὰς γενομένας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, πάντα τὰ κατὰ τινα τρόπον προστατευόμενα ὄχι μόνον διὰ τῆς περὶ δουλείας ἀγωγῆς, ἀλλὰ καὶ διὰ τῆς περὶ νομῆς ὕδατος ἀγωγῆς. Νομίζω ὅτι αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοιά μας.
§173ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ κάμω δήλωσιν, διότι δὲν γνωρίζω τίνα ἔκτασιν θὰ ἔχῃ αὕτη. Πρόκειται περὶ διατάξεων ἀστικοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὀλίγον σκοτειναί.
§174Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δυνάμει τοῦ ΒΚΩʹ νόμου, ὁ Δῆμος Κορινθίων συνωμολόγησεν δάνειον μικρᾶς διαρκείας.
§175ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Γνωρίζετε τί λέγει ἐκεῖ;
§176ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁ νόμος λέγει, ὄχι ἡ συμφωνία, «πλὴν τῶν χρησιμοποιηθησομένων διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς.»
§177ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ κατὰ τὴν συνεδρίασιν τὴν προηγουμένην ἐγὼ ἔθηκα καλῶς τὸ ζήτημα. Συμφέρει νὰ φύγωμεν ἀπὸ τῆς συζητήσεως πόση εἶναι ἡ ἔκτασις τῶν δικαιωμάτων καὶ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὴν πραγματικὴν ἀντίληψιν τῶν πραγμάτων, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ καθῆκον τῆς ἑταιρίας καὶ τοῦ Κράτους εἶναι νὰ φροντίσωμεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἤρδευον ἕως τώρα μὲ ἀρκετὸν ὕδωρ, ὅλοι δὲ οἱ ἐκπροσωποῦντες τὰ συμφέροντα τῶν ἀρδευομένων ἐκεῖ ἐκτάσεων Κορίνθιοι Βουλευταί, παρεδέχθησαν ὅτι ἐὰν γίνωσι πραγματικῶς τὰ ἔργα αὐτά, βεβαίως θὰ γίνηται ἡ ἄρδευσις. Αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ διεξαχθεῖσα συζήτησις. Ὁ κ. Κροκιδᾶς λέγει μάλιστα· ἀλλὰ τίνα ἐγγύησιν θὰ ἔχωσι περὶ τούτου οἱ κάτοικοι; Ἐδήλωσα εἰς τὸν κ. Κροκιδᾶν ὅτι δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον νομοθετεῖ καὶ ἀναλαμβάνει διὰ νομοθεσίας σαφεῖς καὶ ὡρισμένας ὑποχρεώσεις δὲν θὰ ἐκτελέσῃ ταύτας. Ἀλλ’ ὁ κ. Κροκιδᾶς ῥητῶς ἐδήλωσεν ὅτι ἐννοεῖ νὰ ζητήσῃ σήμερον δικαιώματα μὴ ὑπάρχοντα.
§178ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δικαιώματα προστατευθέντα ὑπὸ τῆς Πολιτείας καὶ διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνομεν. Διὰ τοὺς πενέστας τῆς Θεσσαλίας, οἵτινες ἀνέρχονται εἰς 4,000, ἡ Κυβέρνησις λέγει θὰ κάμῃ τοῦτο καὶ τοῦτο, διὰ τοὺς 60,000 Κορινθίους τοὺς ἔχοντας κεκτημένα δικαιώματα, δὲν λέγει τίποτε. Ἡμεῖς θὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια διὰ νὰ ἀρδεύσωμεν τὰ κτήματα τὰ ὁποῖα ἀποκτήσαμεν πρὸ 10 καὶ 20 ἐτῶν; Ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν νὰ ἀναγνωρίσητε δικαιώματα· ζητοῦμεν νὰ ἀναγνωρίσητε τὴν πραγματικὴν κατάστασιν. Ἡ πρώτη τροποποίησις τὴν ὁποίαν προέτεινα ἦτο νὰ σταλῇ ἐπιτροπή, ἡ ὁποία νὰ ἴδῃ καὶ μελετήσῃ τὴν ἔκτασιν τῶν δικαιωμάτων. Ἀπὸ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ πρέπει νὰ ἀρχίσῃ ἡ μελέτη τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὄχι δι’ αὐτοῦ νὰ τελειώνῃ.
§179ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν τονίζω, κύριοι Βουλευταί, ἐγὼ τὴν σπουδαιότητα τοῦ νομοθετήματος τούτου, οὔτε τὰς ὑψίστας ἀνάγκας, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ. Ἀρκούντως εἶναι γνωσταὶ αὗται καὶ δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῶν φώτων μου. Ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι γνωστὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θίγει καὶ ἀνάγκας καὶ συμφέροντα ὁλοκλήρων πληθυσμῶν, εὐεξήγητον εἶναι δ’ ἄλλως τε τοῦτο καὶ γνωστὸν ἐκ τηλεγραφημάτων καὶ ἀναφορῶν, αἱ ὁποῖαι πρὸ ὀλίγου ἐξηγγέλθησαν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου. Ἀλλ’ ἄν, Κύριοι, προκειμένου περὶ τόσον σοβαροῦ νομοθετήματος τολμῶ ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον, τοῦτο κάμνω διότι ἔχω πεποίθησιν ὅτι αἱ ἀποφάσεις καὶ τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν ἐν τῷ κοινοβουλίῳ πρέπει νὰ στηρίζωνται εἰς τὸ φυσικὸν δίκαιον.
§180ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Φρονῶ ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν μὲ ἐπαρκῆ ἀριθμὸν Βουλευτῶν.
§181ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Καὶ ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ.
§182ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἐπανέλθωμεν μετὰ τὸ φαγητόν.
§183Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ ἑδώλια κενὰ δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν. Πρόκειται περὶ σπουδαιοτάτου νομοσχεδίου.
§184ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο σπουδαιότερον νομοθέτημα.
§185Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν.
§186ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Νὰ διακόψωμεν. Θέλομεν νὰ διαμαρτυρηθῶμεν.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι πολλοὶ Βουλευταὶ ἔξω.
§188Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εὑρίσκονται ἐν τῇ Βουλῇ ὅμως.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ διακόψωμεν ἢ νὰ προχωρήσωμεν;
§190ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νὰ διακόψωμεν, καὶ νὰ ἔλθωμεν κατόπιν.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ νὰ ἔλθωμεν τὴν 10ην παρὰ ¼ μ.μ. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις τὴν 8ην καὶ ¼ μ.μ.). Μετὰ τὴν διακοπὴν (ὥρα 10.25′)
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα συνεδρίασις.
§193ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ζητήσητε τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς ὅπως διακόψωμεν ἕνεκα τῶν ἑορτῶν τὰς ἐργασίας διότι φοβοῦμαι μὴ λησμονήσωμεν αὐτὸ κατόπιν.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐν πρώτοις γνωρίζω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐπιτροπή, ἡ καταρτισθεῖσα διὰ τὸν ἑορτασμὸν τῶν ἑορτῶν τῆς Ἑπτανήσου, προσεκάλεσε τὸ Προεδρεῖον ἵνα παραστῇ κατὰ τὰς ἑορτάς. Ἤθελον ἐρωτήσει τὴν Βουλὴν ἂν στέργῃ ἵνα ἡ Βουλὴ ἐκπροσωπηθῇ διὰ τοῦ Προεδρείου αὐτῆς.
§195ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐπίσης ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν ἂν στέργῃ νὰ διακόψωμεν τὰς ἐργασίας μέχρι τῆς Παρασκευῆς.
§197ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸν λόγον ἤδη ἔχει ὁ κ. Παπακωνσταντίνου ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν.
§199Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ πρὸ τῆς διακοπῆς τῆς συνεδριάσεως εἶχον διαμαρτυρηθῆ καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι Συνάδελφοι, ὅτι ζήτημα τοσαύτης σοβαρότητος δὲν ἔπρεπε νὰ συζητῆται ἐν ἀπουσίᾳ ὁλοκλήρου τῆς Βουλῆς. Καὶ ἤδη κάμνω τὸ ἴδιον, διότι, ἡμεῖς τοὐλάχιστον, τὸ ζήτημα αὐτὸ θεωροῦμεν ὑψίστης σοβαρότητος διὰ τὸν τόπον μας, δὲν ὑποθέτω δ’ ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀντίθετον ἰδέαν, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος καὶ ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τοῦτο κατὰ τρόπον ὥστε νὰ μὴ παρέχηται οὐδεμία πεποίθησις ὅτι αἱ διαμαρτυρίαι τῶν ἐχόντων ἀντίθετον γνώμην ἠκούσθησαν. Θὰ παρεκάλουν ἵνα ἀναβάλητε ἐπί τινα ὥραν ἀκόμη τὴν συζήτησιν διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωσι τοὐλάχιστον Βουλευταί τινες, διότι οἱ παριστάμενοι εἶναι πλέον ἢ ἐλάχιστοι.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Συνάδελφε, ὑπάρχουσιν ἀρκετοὶ Βουλευταὶ εἰς τὸν περίβολον. Ἅμα ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις θὰ ἔλθωσιν. Ὁρίσατε κ. Παπακωνσταντίνου.
§201Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ κ. Παπακωνσταντίνου παραχωρεῖ τὴν θέσιν του εἰς ἐμέ.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε παρακαλῶ.
§203Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἡ σπουδαιότης τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, κύριοι Βουλευταί, δὲν λανθάνει τὴν Βουλήν. Ἐξετέθη αὕτη ἐν πλάτει κατὰ προηγηθεῖσαν συνεδρίασιν, καὶ ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν εὐγνωμοσύνην τὴν ὁποίαν αἰσθάνομαι διὰ τὴν εὐμένειαν μὲ τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἐξετίμησε τὴν σπουδαιότητα ταύτην καὶ μᾶς ἠκροάσθη. Εὑρισκόμεθα πρὸ μιᾶς τροποποιήσεως τοῦ ἄρθρου 11, τὴν ὁποίαν νῦν παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις. Ἐὰν ἐπιμείνῃ αὕτη εἰς αὐτήν, εἰς ἡμᾶς οὐδὲν ἄλλο μένει παρὰ νὰ διεκδικήσωμεν πάντοτε ὡς δικαιώματα, ὡς νόμιμον κατάστασιν, ἐκείνην ἡ ὁποία ὑφίστατο μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1912. Ἐννοοῦμεν δέ, τοὐλάχιστον ἡμεῖς, ὅτι ἡ κατάστασις αὐτὴ πρέπει νὰ προστατευθῇ. Τώρα, ἓν μέγα ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον θὰ εἴχομεν ἐναντίον ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου καὶ ὁλοκλήρου τῆς συμβάσεως τῆς Στυμφαλίας, αἴρεται ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἐπισήμως καὶ ἐγκύρως τὸ Κράτος διὰ τοῦ ἐξαισιωτάτου αὑτοῦ ὀργάνου, τῆς Βουλῆς, δίδει τὴν ὑπόσχεσιν ὅτι θὰ ἐκτελεσθῶσιν ἔργα ἀρδευτικὰ ἐξασφαλίζοντα τὰ συμφέροντα τῆς Κορινθίας. Ἐὰν τὰ ἔργα ταῦτα ἐκτελεσθῶσι, βεβαίως τὰ συμφέροντα τῆς Κορινθίας θὰ ἐξυπηρετηθῶσιν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησις ἡμῶν. Ἂν δὲ ἐζητήσαμεν καὶ ζητοῦμεν καὶ ἐγγύησιν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ ἐγγύησις αὕτη ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἤθελον ἐκτελεσθῆ τὰ ῥηθέντα ἀρδευτικὰ ἔργα, ἐξ ὀλιγωρίας τοῦ Κράτους. Ἐζητήσαμεν δὲ τὴν ἐγγύησιν ὑπὸ τὴν μορφὴν τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ Κράτους πρὸς ἀποζημίωσιν ὄχι διότι ἡ χρηματικὴ ζημία δύναται ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἀξίαν τὴν πολύτιμον τοῦ ὕδατος, προκειμένου περὶ καλλιεργείας κτημάτων, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἓν κέντρον διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε ἐν περιπτώσει ζημιῶν εἰς τὰς ὁποίας ἤθελον ἐκτεθῆ τὸ Κράτος πληρῶνον ἀποζημιώσεις, νὰ συναισθανθῇ τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἀρδευτικὰ ἔργα. Ἡ ἀποζημίωσις αὐτή, προκειμένου περὶ δουλειῶν, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, δὲν εἶναι ἀρκετὴ ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ ὡς τοιοῦτον κέντρον. Ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἀπίθανον περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος ἤθελεν εἶσθαι τόσον ἀσυνείδητον, ὥστε κεντριζόμενον καὶ ὑπὸ τῶν ζημιῶν...
§204Ε. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ κεντρίζηται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν νόμον.
§205Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχομεν νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐφηρμόσθησαν.
§206ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὑπάρχει μία ἐγγύησις ἰδιαιτέρα ὅτι θὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος αὐτός. Ὑπάρχουσι τὰ συμφέροντα χιλιάδων ἀνθρώπων. Αὐτὸ εἶναι ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις.
§207Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιαστικὴ ἐγγύησις, διὰ νὰ εἴμεθα ὅμως ἐν τάξει μὲ τὴν συνείδησιν ἡμῶν, ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἠθέλομεν ὅπως ἡ συναίσθησις τῆς εὐθύνης εἶναι ἀκόμη μεγαλειτέρα διὰ τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ὑποχρεώσεως πρὸς ἀποζημίωσιν οὐχὶ μόνον τῶν δουλειῶν, ἀλλὰ καὶ πάσης ἄλλης νομίμου χρήσεως τοῦ ὕδατος καὶ παντός, ὁ ὁποῖος νομίμως ἐδικαιοῦτο εἰς τὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων αὐτῶν, καθ’ ἣν περίπτωσιν οὗτος ἤθελεν εὑρεθῆ πρὸ καταστάσεως ἡ ὁποία θὰ ἐμείου ἢ θὰ ἐστέρει αὐτὸν τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων.
§208Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν νομίζετε ὅτι, προκειμένου περὶ ἔργων, πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὁ τόπος ἐν τῷ ὁποίῳ θὰ γίνωσι τὰ ἔργα αὐτά;
§209Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τοῦτο ἤθελον νὰ εἴπω. Ἐπεθύμουν καὶ εἶμαι ὑποχρεωμένος, ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας καὶ ἰδιαιτέρως τοῦ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Κορινθίας δήμου Στυμφαλίας, νὰ τονίσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οἱ συνάδελφοί μου κ. Παπακωνσταντίνου καὶ Χρηστόπουλος ἔχουσι τονίσει εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι εἶναι δίκαιον κατὰ πάντα ἀνθρώπινον καὶ φυσικὸν νόμον, ὅπως τὰ ἔργα ταῦτα συνδεθῶσι καὶ μὲ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Στυμφαλίας καὶ λόγῳ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων, ἀλλὰ καὶ ἵνα ἀποδοθῇ εἰς τὴν καλλιέργειαν ἔκτασις γῆς εὐφορωτάτη. Θὰ ἐπεθύμουν λοιπὸν νὰ δηλώσω ὅτι ψηφίζοντες τὸ ἄρθρον τοῦτο, δὲν ἐννοοῦμεν παντάπασιν ὅπως τὰ ἀρδευτικὰ ἔργα γίνωσι κατὰ τρόπον καὶ ἐν τόπῳ τοιούτῳ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐσήμαινε τὴν μὴ ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Στυμφαλίας. Ὑπάρχει τρόπος, ἀφοῦ ὡς προβλέπεται, ἡ δαπάνη τῶν ἔργων αὐτῶν θὰ ἀνέλθῃ μέχρι τοῦ ποσοῦ 1.500.000, ὑπάρχει, λέγω, τρόπος ὅπου δύνανται νὰ κατασκευασθῶσι δεξαμεναί, αἱ ὁποῖαι θὰ συνδέσωσι τὸ ἔργον τῆς ἀρδεύσεως πρὸς τὸ ἔργον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης. Ἡ λίμνη τῆς Στυμφαλίας δὲν ὑπῆρχεν, ὡς ἀπέδειξε τοῦτο ὁ κ. Παπακωνσταντίνου. Ἐσχηματίσθη αὕτη ἐξ ὀλιγωρίας καὶ ἀβελτερίας τοῦ Κράτους τὸ ὁποῖον ἀφῆκε τὰ ὕδατα τῆς ἀποξηρανθείσης λίμνης τῆς Πελλήνης νὰ μετοχετευθῶσιν εἰς τὴν Στυμφαλίαν. Εἶναι λοιπὸν δικαιότατον κύριοι Βουλευταί, ὅπως ἡ κατάστασις αὕτη ἀρθῇ, διότι ὡς εἶπον καὶ πρότερον, τὸ ζήτημα τοῦτο συνδέεται πρῶτον μετὰ τῆς ὑγείας τῶν κατοίκων, δεύτερον δὲ συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς. Σήμερον τὰ ὕδατα κατακλύζουσι γαίας εὐφορωτάτας θὰ εἶναι δὲ ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν οἰκονομικὴν προσοδοφόρος ὡς ἐπιχείρησις ἡ ἀποξήρανσις γινομένη, εἴτε ὑπὸ τοῦ Κράτους εἴτε ὑπὸ τοῦ Δήμου εἴτε ὑπὸ τῆς ἐπαρχίας, διότι αἱ δαπάναι θὰ καλυφθῶσιν διὰ τῆς ἀξίας τὴν ὁποίαν θὰ ἀποκτήσωσιν αἱ γαῖαι. Ταῦτα εἶχον νὰ δηλώσω.
§210Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Κύριοι Βουλευταί, πολὺ ἀπησχόλησε τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πιστεύω ὅτι ἔχει ἰδιαιτέρως κατανοηθῇ αὐτό, ἀφοῦ μάλιστα πρόκειται καὶ περὶ τῶν συμφερόντων μιᾶς μόνον ἐπαρχίας.
§211ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καθόλου. Καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἀκούσῃ.
§212Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Χαίρω πολὺ διότι διαμαρτύρεται ἡ Βουλὴ διὰ τοῦτο καὶ ἀνακαλῶ ὅτι εἶπον. Οὕτω πως ἐλπίζω ὅτι θὰ μὲ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ μετὰ μείζονος εὐμενείας. Τὰ ζητήματα τῆς Κορινθίας, Κύριοι, εἶναι δύο. Τὸ πρῶτον εἶναι ἡ ἄρδευσις τῶν κτημάτων, τὸ δεύτερον δὲ ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης Στυμφαλίας. Ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας συνδέομεν τὰ δύο ταῦτα ζητήματα ἀναποσπάστως, διότι καὶ τὰ δύο εἶναι ζωτικώτατα διὰ τὸν τόπον. Ἡ ἀποξήρανσις τῆς Στυμφαλίας πρόκειται νὰ ἀποδώσῃ γαίας εὐφορωτάτας εἰς τοὺς κατοίκους ἐκείνους, ἡ δὲ ἐξασφάλισις τῆς ἀρδεύσεως πρόκειται νὰ ἐξασφαλίσῃ ἐπίσης τὸν οἰκονομικὸν πλοῦτον ἱκανῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ διαιρέσωμεν τὰ δύο ταῦτα ζητήματα. Τονίζω τοῦτο διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας κ. Ρέπουλης, ὑποθέτει, ἐξ ἐσφαλμένων πάντοτε πληροφοριῶν, ὅτι οἱ Κορίνθιοι διΐστανται εἰς τοῦτο, διότι κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν σαφῶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι γνωρίζει ὅτι ἄλλοι μὲν εἴμεθα τῆς μιᾶς γνώμης καὶ ἄλλοι τῆς ἄλλης. Ἐγὼ βεβαιῶ ὑμᾶς κατηγορηματικῶς ὅτι ὅλοι εἴμεθα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς γνώμης, καὶ φρονοῦμεν ὅτι ἀμφότερα τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι ζωτικώτατα διὰ τὸν τόπον. Εἶναι ζητήματα τοιαῦτα ἐξ ὧν ἐξαρτᾶται ἡ ἐξασφάλισις τῆς τύχης τοῦ τόπου. Εἶναι ζητήματα τὰ ὁποῖα, ἂν λυθῶσιν ὅπως πρέπει, θὰ κρατήσωσι τὸν πληθυσμὸν ἐν τῷ τόπῳ καὶ δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ μεγάλη μεταναστευτικὴ αἱμορραγία ἥτις ἴσως–ἴσως εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας πολὺ περισσότερον παρατηρεῖται καὶ εἰς ἀρκετὸν ἀριθμὸν κατ’ ἀναλογίαν καὶ ἐν σχέσει πρὸς ἄλλας ἐπαρχίας. Πῶς θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῶσι τὰ ζητήματα ταῦτα ἑνιαίως; Ὑποθέτω δυστυχῶς ὅτι δὲν ἐμελετήθη ἐπαρκῶς ἡ ὑπόθεσις αὕτη, διότι οὐδεμίαν εἴδομεν σκέψιν τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς λύσεως τῶν δύο αὐτῶν ζητημάτων. Εἰς ἐμέ, μὲ τὴν προστασίαν τὴν ὁποίαν δίδει εἰς τοὺς κατοίκους τὸ νομοσχέδιον διὰ τῆς εἰσαγομένης ἤδη τροποποιήσεως εἰς αὐτό, γεννᾶται ἡ ὑπόνοια ὅτι ἴσως ἐπηρεάσθη τὸ δεύτερον ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Στυμφαλίας. Δὲν γεννᾶται δὲ μόνον εἰς ἐμὲ ἡ ὑπόνοια αὕτη, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τοὺς περὶ τὴν Στυμφαλίαν καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν ἀπὸ προχθές, ὅτε ἔλαβον γνῶσιν τῆς γενομένης τροποποιήσεως οἱ κάτοικοι, ὅτι ἤρχισαν οὗτοι νὰ διαμαρτύρωνται καὶ διὰ συλλαλητηρίων καὶ διὰ τηλεγραφημάτων, τὰ ὁποῖα ἀπέστειλαν καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ πρὸς τοὺς βουλευτὰς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ἐγεννήθη δ’ ἡ ἰδέα αὐτή, διότι διὰ τῆς τροποποιήσεως αὐτῆς προβλέπεται νὰ γίνωσι δεξαμεναί, ἓν εἶδος barrages εἰς τὴν λίμνην Στυμφαλίας.
§213ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν προβλέπει ἡ τροποποίησις αὐτό.
§214Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν προβλέπει ἡ τροποποίησις, ἀλλὰ τοῦτο ὑποτίθεται.
§215ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔχουσιν ὅμως δικαίωμα νὰ διαμαρτύρωνται καὶ οἱ περὶ τὸ Ἄργος πληθυσμοί, ἂν ἐγίνετο ἡ ἀποξήρανσις, διότι θὰ ἐκινδύνευον καὶ ἐκεῖνοι νὰ ὑποστῶσι ζημίας.
§216Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Χαίρω διότι ὑπάρχει καὶ ἄλλο συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἴσως ἐγὼ νὰ μὴ εἶχον ὑπ’ ὄψει μου. Βεβαίως ἡ Κυβέρνησις ἔχει μείζονας πληροφορίας καὶ θὰ ἐξετάσῃ πόσα καὶ τίνων συμφέροντα παραβλάπτονται. Διὰ τοῦτο εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ὑπεστήριξα ὅτι θὰ ἠδύνατο νὰ ἐκπληρωθῇ βεβαίως ἡ μεγάλη καὶ σπουδαία ἀνάγκη διὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι ὀφείλομεν νὰ ἐργασθῶμεν, ἡ ἀνάγκη τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν, ἀλλ’ οὐχὶ διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, ἀλλὰ διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τοῦ Μέλανος ποταμοῦ. Ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων τούτων οὐδένα πρόκειται νὰ ζημιώσῃ, ἐνῷ ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων Στυμφαλίας ἔχει νὰ ζημιώσῃ πολλούς, ὡς δὲ μάλιστα πληροφοροῦμαι, ἡ ἑταιρία τῆς Κωπαΐδος λίμνης εἶναι ἠναγκασμένη νὰ δαπανᾷ κατ’ ἔτος περὶ τὰς 15–20 χιλιάδας δραχμῶν διὰ νὰ κατασκευάζῃ αὔλακα, ἵνα μεταφέρῃ ἀλλαχοῦ τὰ ὕδατα καὶ ἵνα συντηρῇ αὐτόν, ὥστε νὰ μὴ γεμίζῃ ἐκ νέου ἡ λίμνη. Πλὴν ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐ μόνον δὲν ἐδέχθη τοῦτο κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν, ἀλλ’ ἐξεδήλωσε καὶ τὴν λύπην του διότι καὶ ἄλλος τις Βουλευτὴς μετ’ ἐμοῦ ἐξεδηλώσαμεν τὴν γνώμην ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὰ ὕδατα ἐκεῖνα, καθότι θεωρεῖ ὅτι τούτου γενομένου θὰ παραβιασθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις τὰς ὁποίας ἔχει ἀναλάβει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Βεβαίως, ὡς Ἕλλην πολίτης καὶ ὡς Βουλευτής, οὐδέποτε ἤθελον συμβουλεύσει ἵνα ἡ Κυβέρνησις καὶ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος παραβῶσι ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἔχουσιν ἀναλάβει πρὸς οἱονδήποτε, πολὺ δὲ περισσότερον πρὸς ξένην τινὰ ἑταιρείαν. Θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ ὅμως νὰ παρατηρήσω ὅτι ἡ τοιαύτη ἀντίληψις, ἀπὸ ἀπόψεως δικαίου, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἀπολύτως ὀρθή. Καὶ ἰδοὺ διατί. Τίνα ὑποχρέωσιν ἔχει ἀναλάβει τὸ Κράτος; Τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μεταβιβάσῃ εἰς τὴν ἑταιρείαν ἐκείνην τὰ ὕδατα. Ἐξεπλήρωσεν ἢ δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ὑποχρέωσίν του ταύτην ὅτε συνέστησε τὸ ἐμπράγματον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνέλαβε νὰ συστήσῃ; Νομίζω ὅτι ναί, διότι μόνον τοῦτο εἶχε τὸ Κράτος νὰ κάμῃ, νὰ ἀπεκδυθῇ διὰ τῆς συμβάσεως καὶ ἀπεξεδύθη τρόπον τινά, τῆς κυριαρχικῆς του ἐξουσίας ἣν εἶχεν ὅπως χρησιμοποιήσῃ πρᾶγμα τι ἴδιον. Τούτου ἅπαξ γενομένου, δὲν βλέπω εἰς τί δύναται νὰ προσκόψῃ τὸ Κράτος, ὅταν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης χρειασθῇ νὰ ἀναλάβῃ πάλιν τοῦτο. Δὲν βλέπω δὲ εἰς τί δύναται νὰ προσκόψῃ, διότι τὸ νομικὸν πρόσωπον μεθ’ οὗ τὸ Κράτος συνέστησε τὸ ἐμπράγματον δικαίωμα, εἴτε εἶναι ἰδιώτης εἴτε ἑταιρεία εἴτε ὑπήκοος οἱασδήποτε ἐθνικότητος, εἶναι πάντοτε νομικὸν πρόσωπον ὑποκείμενον εἰς τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, καὶ ὅταν τὸ Κράτος χρειασθῇ νὰ λάβῃ τὸ ἐμπράγματον τοῦτο δικαίωμα, δύναται νὰ λάβῃ τοῦτο καθ’ ὃν τρόπον θὰ ἐλάμβανεν αὐτὸ καὶ ἀπὸ οἱονδήποτε πολίτην Ἕλληνα. Εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τονίσω τοῦτο καὶ πάλιν κατὰ τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἵνα δώσω ἀφορμὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περισσότερον ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ ἀποβάλῃ δὲ τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν ἔχει ὅτι δύναται νὰ θιχθῇ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελεν εὕρει συμφέρον νὰ λάβῃ τὰ ὕδατα τοῦ Μέλανος ποταμοῦ καὶ νὰ μὴ παραβλάψῃ οὕτω τὰ συμφέροντα τῆς Κορινθίας. Ἀπὸ πάσης ἀπόψεως ἐξετάζων τὰ πράγματα, δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποστηρίξω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑδρευθῶσιν αἱ Ἀθῆναι. Ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ τοῦτο, ἀλλὰ καθῆκον, νομίζω, καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡμῶν ὡς Βουλευτῶν εἶναι νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς αὐτὸς ὅσον τὸ δυνατὸν ἧττον ἀζημίως διὰ τοὺς ἄλλους πληθυσμούς. Μετὰ πολλῆς προθυμίας ὅλος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς θὰ θελήσῃ νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ἔργον τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς, καὶ τρανὴ τούτου ἀπόδειξις εἶναι τὸ ἑξῆς· ὅτε ἐτέθη ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διάταξις κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ Κράτος, ὅλη δηλ. ἡ Ἑλλάς, ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιοῖ τὴν ἑταιρίαν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν καλύπτει αὕτη ἐπαρκῶς τὰς δαπάνας της, οὐδεὶς ἐξεδήλωσε δυσαρέσκειάν τινα. Τοῦτο δὲ διότι αἱ Ἀθῆναι δὲν εἶναι πόλις ἀνήκουσα εἰς μόνους τοὺς Ἀθηναίους· εἶναι ἡ πρωτεύουσα ὁλοκλήρου τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἡ ὁποία ἐκπληροῖ ὑποχρεώσεις ἀφορώσας ὅλους ἡμᾶς καὶ ὅλοι ἔχομεν τὸ καθῆκον νὰ εἰσφέρωμεν διὰ τὴν ἐπιτέλεσιν ὅλων τῶν ἔργων αὐτῆς.
§217Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἕως ἐκεῖ δὲν φθάνομεν.
§218Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ τοιαύτην ἔχω τὴν ἀντίληψιν περὶ τούτου καὶ ὀφείλω νὰ ὑποστηρίξω αὐτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος. Τὸ Κράτος ἔχει πάντοτε ἀνάγκην παραστάσεως, ἡ παράστασις δ’ αὕτη θὰ γίνῃ διὰ τῆς πρωτευούσης. Εἶναι δίκαιον λοιπὸν ἡ πρωτεύουσα, ἡ ὁποία τοσαύτας καὶ τοιαύτας ἔχει ὑποχρεώσεις, νὰ τυγχάνῃ τῆς συνδρομῆς τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Προσθέτω ὅμως ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῇ κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ μὴ ζημιωθῶσι τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Ἑλλάδος, καὶ εἰς τοῦτο δέον νὰ προσέξωμεν, ἐφ’ ὅσον εἶναι τοῦτο δυνατόν. Ἐπιμένω δὲ καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι ἂν ἡ ὕδρευσις τῶν Ἀθηνῶν δύναται νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τοῦ Μέλανος ποταμοῦ, πρέπει τοῦτο νὰ γίνῃ, διότι ὡς σήμερον ἐψηφίσθη τὸ νομοσχέδιον, εἶναι εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως νὰ ἐκλέξῃ, εἴτε τὰ ὕδατα τοῦ Μέλανος εἴτε τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας. Ἐγὼ εἶπον τὴν γνώμην μου ὑπὲρ τῶν ὑδάτων τοῦ Μέλανος ποταμοῦ, ἀλλ’ ἂν ἀνώτεροι ἐπιτακτικοὶ λόγοι, οὓς ἐγὼ δὲν βλέπω, ἐπιβάλλουσι νὰ γίνῃ ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, δὲν ἔχω ν’ ἀντείπω τι. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει, πρέπει νὰ γίνῃ συνδυασμὸς τοιοῦτος ὥστε νὰ ἴδωμεν κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐξυπηρετηθῶσι τὰ συμφέροντα Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ὡς εἶπον ἤδη, δύο εἶναι τὰ ζητήματα τὰ ἀπασχολοῦντα ἡμᾶς τοὺς Κορινθίους, τὸ ζήτημα τῆς ἀρδεύσεως πρῶτον, καὶ δεύτερον τὸ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης. Εἰς τί δὲ συνίσταται ἡ ἄρδευσις τὴν ὁποίαν ζητοῦμεν; Πολὺς ἐγένετο λόγος περὶ ἀστικοῦ δικαίου, περὶ δικαιωμάτων κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον, καὶ ἐφθάσαμεν εἰς τοιαύτην λεπτὴν ἐξέτασιν τῶν ζητημάτων αὐτῶν, ὥστε ὁ ἀξιότιμος κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος εἶναι διακεκριμένος νομικός, νὰ εἴπῃ δυστυχῶς, ἔχων ἐσκοτισμένην τὴν ἀντίληψιν ἤδη περὶ τὰς νομικὰς αὐτὰς ἐννοίας μέχρι τοῦ σημείου τοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ διακρίνῃ ταύτας, νὰ εἴπῃ, λέγω, δυστυχῶς, ὅτι θὰ σᾶς παραπέμψω γενικῶς εἰς τὸν ἀστικὸν νόμον καὶ ἂς λύσῃ τὸ δικαστήριον τὰ διάφορα ζητήματα. Ἀλλὰ νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν πρὸ παντὸς πρέπει νὰ νομοθετῶμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ ἀφήνωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα ζητήματα νὰ λύωσι τὰ δικαστήρια. Ὅσοι ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ εἶναι δικηγόροι, γνωρίζουσι πῶς καὶ ὑπὸ τίνα μορφὴν παρουσιάζονται τὰ ζητήματα ἐν τοῖς δικαστηρίοις καὶ πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον λύονται.
§219ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δι’ αὐτὸ ζητοῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὰ δικαστήρια καὶ ἐξοδεύομεν ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον εἰς ἔργα διὰ νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν ὕδρευσιν τῶν μερῶν ἐκείνων.
§220Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τοῦ ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν δὲν πρέπει ν’ ἀφήνωμεν πολλὰ ζητήματα νὰ λύωσι τὰ δικαστήρια, ἔχω καὶ ἄλλην γνώμην. Ὅταν νομοθετῶμεν, δὲν νομίζω ὅτι δύναται νὰ μᾶς ἐπηρεάζῃ ἡ ἔννοια τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, καὶ ἡ ἔννοια τῶν διὰ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου δικαιωμάτων, διότι ἂν ἡ ἐπιστήμη καθώρισε τί ἐστι δικαίωμα, ἡ Πολιτεία ἔχει ἄλλον τρόπον τοῦ ἀντιλαμβάνεσθαι τοῦ δικαιώματος τούτου. Διὰ τὴν Πολιτείαν δύναται νὰ εἶναι δικαίωμα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι συμφέρον.
§221ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀκριβῶς, τὸ συμφέρον ζητοῦμεν νὰ ὑπηρετήσωμεν διὰ τῶν ἔργων τὰ ὁποῖα θὰ κατασκευάσωμεν.
§222Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἷς μέγας νομικός, ὁ ὁποῖος εἶχεν ὀρθὴν τὴν ἀντίληψιν τοῦ ζητήματος τούτου, εἶπεν ὅτι δικαίωμα εἶναι πᾶν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἐννόμως προστατεύεται. Εἰς τὴν Πολιτείαν ἀνήκει νὰ εἴπῃ ποῦ πρέπει νὰ προστατεύσῃ καὶ ποῦ πρέπει νὰ δημιουργήσῃ νόμον διὰ νὰ προστατεύσῃ συμφέροντα. Διὰ νὰ εἴπῃ ὅμως τοῦτο ὀρθῶς ἡ Πολιτεία, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ποῦ εἶναι τὸ ἀληθὲς συμφέρον. Δι’ αὐτὸ ὅλας τὰς ἐννοίας τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἐσκοτισμέναι εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν, πρέπει νὰ τὰς ἐγκαταλίπωμεν καὶ νομοθετοῦντες ὀφείλομεν νὰ εὕρωμεν ποῦ εἶναι τὸ συμφέρον, ποῦ εἶναι τὸ προστατεύσιμον συμφέρον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς διὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας θὰ ἀναγνωρίσωμεν καὶ θὰ ἀναβιβάσωμεν εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον τότε εἶναι τὸ πραγματικὸν δικαίωμα. Καὶ ἀκριβῶς ἐπὶ τούτου ὀφείλομεν νὰ προκαλέσωμεν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως.
§223Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Δηλαδὴ ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ αὐτῇ νὰ δημιουργήσωμεν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει.
§224Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα. Μήπως ἀντιλαμβάνησθε ὅτι εἴμεθα δικαστήριον; Βεβαίως νὰ δημιουργήσωμεν δικαίωμα. Αὐτὸ ἀκριβῶς λέγω καὶ αὐτὸ τονίζω, τὸ λέγω δὲ πολὺ καθαρά. Ἡ Πολιτεία, ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ ἔχουσι καθῆκον νὰ ἐξεύρωσι ποῦ εἶναι τὸ ἀληθὲς συμφέρον, καὶ ὅταν ἀνεύρωσι τοῦτο, ὀφείλουσι χάριν αὐτῆς τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ ἔθνους ν’ ἀναβιβάσωσιν αὐτὸ εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ δικαιώματος καὶ νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸ νόμιμον ὑπόστασιν. Καὶ λέγω καὶ τονίζω τοῦτο, ἀδιαφορῶν ἂν ὑπάρχῃ δουλεία, ἂν ὑπάρχωσι δικαιώματα ἐπὶ τῶν ὑδάτων καὶ πῶς καὶ κατὰ τίνα τρόπον ἐδημιουργήθησαν ταῦτα. Ἀρκεῖ ὅτι ὑπάρχει μία κατάστασις, ἥτις ἀποτελεῖ συμφέρον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προστατευθῇ. Καὶ ἐρωτῶ· ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτον συμφέρον; Δὲν νομίζω ὅτι ὑπάρχει τις ὁ ὁποῖος γνωρίζει ἢ δύναται ὁπωσδήποτε νὰ γνωρίζῃ τὴν κατάστασιν τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὅστις θὰ ἀρνηθῇ ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι σήμερον μεταχειρίζονται τὸ ὕδωρ αὐτὸ βεβαίως ἔχουσιν ὕψιστα συμφέροντα, συμφέροντα διὰ τὰ ὁποῖα ἔχουσι δικαίωμα νὰ ἱκανοποιηθῶσι καὶ πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσιν.
§225ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δικαίωμα ἢ καθῆκον;
§226Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Αὐτοὶ ἔχουσι δικαίωμα, σεῖς δὲ ἔχετε καθῆκον νὰ ἱκανοποιήσητε αὐτούς.
§227Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι δικαίωμα ἐπὶ τὴν ζωήν αὐτῶν.
§228Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἔχετε δὲ καθῆκον, διότι τοῦτο εἶναι συμφέρον τῆς Πολιτείας. Δὲν γνωρίζω δὲ ἄλλως ὁποῖον ἐννοεῖτε ὑμεῖς συμφέρον, ἂν δὲν ἐννοεῖτε τὴν ὕπαρξιν τῶν πολιτῶν, τὴν εὐημερίαν τῶν πολιτῶν, τὴν συντήρησιν τῶν πολιτῶν; Διότι εἰπέτε μοι, Κύριε Πρόεδρε, πῶς θέλετε ὁ ἀγρότης τῆς Κορινθίας, ἅμα αὔριον δὲν δύναται νὰ καλλιεργήσῃ τὸ κτῆμα του, πῶς θέλετε νὰ ὑπάρξῃ; Κάμετε ὅσους θέλετε νόμους περὶ μεταναστεύσεως· ἐμποδίσατε ὅπως θέλετε τὴν μετανάστευσιν, οὐδὲν θὰ κατορθώσητε. Ὅλοι θὰ φύγωσι, διότι εἰξεύρετε πῶς διατηροῦνται οἱ νόμοι καὶ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὰς Ἀρχάς; Διατηροῦνται μόνον ὅταν οἱ πολῖται βλέπωσιν ὅτι προστατεύονται τὰ συμφέροντά των. Δὲν πιστεύω νὰ σκέπτηται κανεὶς νὰ ὑποτάξῃ τὸν λαὸν διὰ τῆς λόγχης καὶ τῆς βίας. Θὰ τὸν ὑποτάξῃ διὰ τῆς πειθοῦς, εἰς τὴν πειθὼ δὲ θὰ ὑποκύψῃ ὁ λαὸς τότε μόνον, ὅταν βλέπῃ ὅτι πραγματικῶς προστατεύονται τὰ συμφέροντά του.
§229ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶμαι βέβαιος ὅτι δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη βίας. Εἶμαι πεπεισμένος ὅτι ὁ λαὸς θὰ πεισθῇ ἐκ τῶν ὑστέρων, καθὼς σεῖς πείθεσθε ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι θὰ ἔχῃ περισσότερον ὕδωρ. Σεῖς δὲν ἀμφισβητεῖτε αὐτό, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ γίνωσι τὰ ἔργα καλά. Καὶ ἐρωτᾶτε· ἀλλ’ ἂν δὲν γίνωσι; Πῶς θέλετε νὰ σᾶς πείσωμεν ὅτι θὰ γίνωσιν; Ἂν θέλητε πείσθητε, δὲν θέλετε μὴ πείθησθε. Ὅταν ἀναγράφωμεν τοιαύτην ὑποχρέωσιν ἐν τῷ νόμῳ, πῶς θέλετε νὰ κατορθώσωμεν νὰ σᾶς πείσωμεν ὅταν δὲν θέλητε νὰ πεισθῆτε;
§230Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Διατί δὲν θέλετε νὰ μᾶς ἀναγνωρίσητε πλῆρες δικαίωμα;
§231ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει κανεὶς λόγος νὰ ἔλθωμεν νὰ σᾶς ἀναγνωρίσωμεν δικαίωμα.
§232Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐπαναλαμβάνετε τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαιώματος, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐκόλλησε τὸ ἀστικὸν δίκαιον.
§233ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ Κράτος ἀναλαμβάνει νὰ κάμῃ ἔργα ἀξίας ἑνὸς καὶ ἡμίσεος ἑκατομμυρίου δραχμῶν, ὅπως ἐκάμαμεν τὸν ὑπολογισμόν. Παραδέχεσθε, τοὐλάχιστον ἰδιαιτέρως παραδέχθητε ὅτι, ἂν γίνωσι τὰ ἔργα, θὰ ἔχητε περισσότερον ὕδωρ ἀπ’ ὅτι ἔχετε σήμερον. Ἀλλὰ μᾶς λέγετε τώρα ὅτι δὲν πιστεύομεν ὅτι θὰ μᾶς κάμητε τὰ ἔργα αὐτά. Δὲν φρονῶ ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινὴ γνώμη νὰ προσπαθῇ ἀκόμη νὰ σᾶς πείσῃ, ὅταν ἔχητε δέκα πέντε χρόνια καιρὸν ἐντὸς τῶν ὁποίων θὰ εὕρητε μίαν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ ὅλα αὐτά.
§234Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν ἐννοῶ διατί ἐπιμένετε εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο νὰ μὴ θέλητε δηλ. νὰ μᾶς ἐξασφαλίσητε.
§235ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διότι δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ θεραπεύσωμεν ἰδιοτροπίας. Ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς παραδέχεσθε ἐν ἰδιαιτέραις συζητήσεσιν ὅτι ἂν γίνωσιν αὐτὰ τὰ ἔργα θὰ ἔχητε περισσότερον ὕδωρ ἀπὸ σήμερον, ἐξ ἄλλου ἔρχεσθε καὶ μᾶς λέγετε· δὲν πιστεύομεν ὅτι θὰ γίνωσι τὰ ἔργα! Πρόκειται πλέον περὶ ἰδιοτροπίας, τὴν ὁποίαν οὐδεμίαν ἔχει ὑποχρέωσιν τὸ νομοθετικὸν σῶμα νὰ θεραπεύσῃ.
§236Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρεξηγεῖτε τὴν σημασίαν τοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, καὶ μᾶς ὁμιλεῖτε περὶ ἰδιοτροπίας.
§237ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καθόλου. Σέβομαι τὰ συμφέροντα ὅλων.
§238Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω, Κύριε Πρόεδρε, διατί παρεξηγεῖτε. Εἶναι γνωστὸν ὅτι πολλάκις συνέβη νὰ δοθῶσιν τοιαῦται ὑποσχέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἐξετελέσθησαν. Ἂν πράγματι πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσι, καὶ τοῦτο εἶναι ἐξησφαλισμένον, τί πειράζει ἂν ἐν τῷ νόμῳ τεθῇ μία διάταξις ἥτις νὰ ἐξασφαλίζῃ τοὺς ἐκεῖ πληθυσμοὺς περὶ τούτου; Ἀλλ’ ἐγὼ παρατηρῶ καὶ τοῦτο, ὅτι μολονότι ὑποστηρίζετε μετὰ τόσης δυνάμεως τὴν θεωρίαν αὐτήν, ἐν τῇ τροποποιήσει τὴν ὁποίαν ἐφέρατε δὲν ἀκολουθεῖτε τὴν θεωρίαν σας, ἀλλ’ ἐμμένετε εἰς τὴν ἔννοιαν τοῦ Ἀστικοῦ δικαίου περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ δικαιώματος καὶ ἐκεῖ ὑποστηρίζετε αὐτήν. Δι’ αὐτό, δὲν θέλετε νὰ ἐπεκτείνητε τὴν ἔννοιαν τοῦ δικαιώματος ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ ἐπεκτείνῃ αὐτὴν αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία, διότι φρονεῖτε ὅτι τοῦτο προσβάλλει τὸ Κράτος. Ἀλλὰ παρακαλῶ, τὴν βάσιν τὴν ὁποίαν μοὶ θέτετε διατί δὲν ἐμπιστεύεσθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διατί δὲν τηρεῖτε αὐτὴν καὶ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ; Σεῖς οἱ ἴδιοι ἐν τῇ τροποποιήσει, τὴν ὁποίαν εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις λέγετε, ἂν δὲν ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα θὰ γίνῃ ἀποζημίωσις. Ἀλλὰ τίνας θ’ ἀποζημιώσητε; Τοὺς ἔχοντας κεκτημένα δικαιώματα κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δὲν τηρεῖτε, καὶ ὅταν δὲν τηρεῖτε αὐτὴν ἐδῶ, δὲν δύνασθε νὰ τὴν ὑποστηρίζητε ἐκεῖ ὅπου εἶναι μεγαλείτερα δικαιώματα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δημιουργεῖ τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Ἐν τῇ τροποποιήσει σας λέγετε ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι εἰς περίστασιν καθ’ ἣν δὲν ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, θὰ ἀποζημιώσητε τοὺς ἔχοντας κεκτημένα δικαιώματα. Δὲν νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηρίζητε καὶ ὅλους ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δικαιοῦνται νὰ ἀξιώσωσιν ἀπὸ ὑμᾶς νὰ τοὺς δημιουργήσητε δικαιώματα διὰ τοῦ νόμου σας;
§239Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν νομίζετε ὅτι δὲν ὁμιλεῖ περὶ κεκτημένων δικαιωμάτων δουλείας;
§240Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Θὰ ἔλθω κατόπιν εἰς αὐτό. Προχωρῶ δὲ καὶ περαιτέρω. Οὐδὲ κἂν εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν περιορίζεσθε προκειμένου περὶ τῆς ἐννοίας τοῦ δικαιώματος ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τοῦ ἀστικοῦ δικαίου τῶν δουλειῶν, διότι δίδετε εἰς ἡμᾶς μίαν ἀόριστον ἔννοιαν. Ἀλλ’ ἀκριβῶς τοῦτο ζητοῦμεν νὰ ἀποφύγωμεν, τὴν ἀοριστίαν τὴν ἐξαρτωμένην ἀπὸ τὴν κρίσιν τοῦ α ἢ τοῦ β δικαστοῦ, διότι καὶ ἡμεῖς ἐνδιαφερόμεθα διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον πιστεύω ὅτι δὲν εἶναί τι διάφορον τῶν πολιτῶν. Ἡμεῖς ἴσα, ἴσα δὲν θέλομεν νὰ παρουσιασθῇ ποτε ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν ὅτι τὸ Κράτος δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ὑποχρέωσίν του τὴν ἐπιτακτικήν, τὴν ὁποίαν καὶ ἄνευ οὐδενὸς νόμου ὤφειλε νὰ ἐκτελέσῃ καὶ νὰ προσφύγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ δι’ αὐτὸ ἀκριβῶς, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐρχόμεθα νὰ νομοθετήσωμεν, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι, ὡς σῶμα νομοθετικόν, νὰ νομοθετήσωμεν κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ γεννᾶται ἀμφισβήτησις. Καὶ ἐρχόμεθα εἰς τοῦτο ἀφοῦ ἡ βάσις αὐτῆς τῆς ἰδέας, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν ἡ Πολιτεία, ἔχει ἐκλίπει τελείως ἐκ τοῦ νομοσχεδίου. Ὄχι δὲ μόνον τελείως ἐξέλιπεν, ἀλλὰ δὲν περιορίζεται οὐδὲ κἂν εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι ἐμμένει εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον. Τί περαιτέρω παραμένει τότε; Περαιτέρω πρέπει νὰ λείψῃ ἡ ἀσάφεια. Τί λέγει τὸ νομοσχέδιον; (Ἀναγινώσκει) «ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει τὸ Δημόσιον ὑποχρεοῦται εἰς ἀποζημίωσιν διὰ τὴν στέρησιν ἢ μείωσιν τῆς ἀρδεύσεως ὡς πρὸς τὰ ἐν τοῖς εἰρημένοις τέως δήμοις κτήματα τὰ κατὰ τὸ ἰσχῦον ἀστικὸν δίκαιον δικαιούμενα εἰς ἄρδευσιν καὶ καθ’ ἣν ἔκτασιν ὑφίσταται τὸ δικαίωμα τοῦτο». Σᾶς ἐρωτῶ· τίνα εἶναι αὐτὰ τὰ δικαιώματα κατὰ τὸ ἰσχῦον ἀστικὸν δίκαιον καὶ τίς θὰ ἐξετάσῃ αὐτά; Ὁποίαν δὲ γνώμην θὰ ἔχωσιν οἱ διάφοροι νομικοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐρωτηθῶσι μεθαύριον; Καὶ ἐρωτᾶται ἀμέσως· εἶναι τὸ ἀστικὸν δίκαιον εἰδικός τις νόμος, ὁ ὁποῖος ἰσχύει, ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὕδατα τὰ χρησιμεύοντα πρὸς ἄρδευσιν τῶν κτημάτων Κορινθίας, Σικυῶνος, Νεμέας καὶ ἄλλων τινῶν δήμων; Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι μετ’ ἀγῶνας πολλοὺς ὅλων τῶν Κορινθίων Βουλευτῶν ἐπὶ σειρὰν ἐτῶν, ἐψηφίσθη νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου μετεφέρθη μέρος τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας καὶ ἀρδεύονται εὐφορώταται ἤδη γαῖαι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἐπεφύλαξεν τότε ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ μεταφέρῃ τὸ ὕδωρ εἰς Ἀθήνας. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· ὅσοι ἔχουσι δικαιώματα κατὰ τὸν νόμον ἐκεῖνον, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι δύνανται νὰ μεταφερθῶσι τὰ ὕδατα εἰς Ἀθήνας, ἔχουσιν ἢ δὲν ἔχουσι δικαίωμα καὶ κατὰ τὸν ἀστικὸν νόμον; Θέλετε νὰ καταφύγωμεν διὰ τοῦτο εἰς τὰ δικαστήρια; Διατί δὲν μᾶς καθορίζετε τοῦτο; Ἐφ’ ὅσον τοῦτο δὲν καθορίζεται θὰ ἀναγκασθῶσιν οἱ ἄνθρωποι, ὅσοι δὲν θὰ δυνηθῶσι νὰ ἐξασκήσωσι βίαν, ἢ ἄλλο τι μέσον πρὸς προστασίαν τῶν συμφερόντων των νὰ καταφύγωσιν εἰς ψευδομαρτυρίας καὶ εἰς κατασκευὴν διαφόρων ἐπιχειρημάτων διὰ νὰ ὑποστηρίξωσιν ὅτι ἐλάμβανον τὸ ὕδωρ κατὰ τὸν α ἢ β τρόπον Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἐποικοδομητικὸν διὰ τὸν τόπον καὶ παιδαγωγικὸν διὰ τὸν λαὸν νὰ φέρωμεν αὐτὸν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ στρέφηται εἰς τοιαῦτα μέσα διὰ νὰ προστατευθῇ; Δὲν νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθὸν καὶ ὅτι σοβαρῶς νομοθετοῦμεν ὅταν οὕτω πως νομοθετῶμεν. Ἔχομεν καθῆκον ἐπιτακτικόν, ὄχι μόνον ἡμεῖς ὡς Βουλευταὶ Κορινθίας, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ Βουλὴ νὰ νομοθετήσῃ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ὥστε νὰ μὴ γεννηθῇ οὐδέποτε ἀμφισβήτησις περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν· νὰ προστατεύωνται ὅλα ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προστατεύωνται. Δι’ αὐτὸ λέγω ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ὅπως ἐτέθη, ὄχι μόνον γεννᾷ πολλὰς ἀμφιβολίας, ἀλλ’ εἶναι διάταξις ἡ ὁποία θὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὴς ὄχι μόνον ὑλικῶς, ἀλλὰ καὶ ἠθικῶς εἰς τὸν τόπον. Ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν ἀπόφασιν νὰ προστατεύσωμεν τὴν κατάστασιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ προστατεύσωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι μεταχειρίζονται τὸ ὕδωρ σήμερον, νὰ εἴπωμεν τοῦτο εἰς αὐτοὺς καθαρῶς· ἂν δὲ δὲν θέλωμεν, πάλιν νὰ εἴπωμεν αὐτοῖς τοῦτο καθαρά. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ μεταβληθῇ ἡ διάταξις τοῦ νομοσχεδίου καὶ προτείνω ὅπως ἀντὶ τῆς τροποποιήσεως, τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Ὑπουργὸς νὰ τεθῇ τοῦτο· (ἀναγινώσκει) «ἔχοντας ὁπωσδήποτε τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς χρήσεως» ὥστε νὰ λείψῃ ἡ ἔννοια τοῦ ἀστικοῦ δικαίου.
§241Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Καὶ καθ’ οἱανδήποτε ἔκτασιν καὶ ἂν ἔχωσι τὸ δικαίωμα αὐτό;
§242Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως, καὶ καθ’ οἱανδήποτε ἔκτασιν. Ἐγὼ θέλω τὸ δικαίωμα ὅπως θὰ νομοθετήσωμεν αὐτὸ ἡμεῖς, καὶ ὄχι ὅπως φαντάζεσθε σεῖς αὐτὸ κατὰ τὸ Ρωμ. Δίκαιον. Θέλω νὰ πλάσω ὡρισμένον τύπον δικαιώματος καὶ πρὸ παντὸς νομίζω ὅτι ὀφείλει ἡ Βουλή, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλει νὰ εἴπῃ, νὰ τὸ εἴπῃ καθαρά. Δὲν νομίζω ὅτι δυνάμεθα νὰ παίξωμεν. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι ὡς ἀνεπτύχθησαν τὰ ζητήματα δὲν θὰ θελήσῃ ποτὲ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ εἰς μίαν ἀόριστον ἰδέαν, ἡ ὁποῖα θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπαναλάβω, δὲν δικαιολογεῖται ἐξ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἀφοῦ εἰς τὸ νομοσχέδιόν της δὲν ἐμμένει εἰς τὴν θεωρίαν ταύτην. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐγκαταλίπῃ τὴν θεωρίαν ταύτην, θὰ φθάσῃ εἰς τὸ νὰ προστατεύσῃ τὴν ὑφισταμένην σήμερον κατάστασιν. Τοῦτο εἶναι τὸ ἐπιβαλλόμενον καὶ τοῦτο ἐλπίζω ὅτι θὰ πεισθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποδεχθῇ. Μετὰ τοῦτο ἔχω καὶ ἄλλην παρατήρησιν νὰ κάμω. Ἡ Κυβέρνησις ἐπέβαλε μίαν φορολογίαν εἰς τοὺς κατοίκους καὶ τοὺς κτηματίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἴπομεν· τέλος πάντων, ἂν πρόκειται νὰ διατηρήσωμεν τὴν ὕπαρξίν μας, διότι περὶ ὑπάρξεως, Κύριοι, πρόκειται, ἂς ἐπιβληθῶμεν εἰς μίαν φορολογίαν ἵνα συντελέσωμεν εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐπιβάλλεται ἡ φορολογία αὐτὴ εἰς ἡμᾶς, ἡ Κυβέρνησις κάμνει μίαν ἐπιφύλαξιν ἐξ ἧς μειοῦται ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνει πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων διὰ τοῦ βʹ ἐδαφίου τοῦ ἄρθρ. 11. Διότι τί λέγει τὸ βʹ ἐδάφιον; Ὅτι ὑποχρεοῦται τὸ δημόσιον νὰ κατασκευάσῃ ἔργα κατάλληλα διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν κτημάτων τῶν δήμων Στυμφαλίας, Νεμέας, Σικυῶνος, Κορίνθου. Ἀλλ’ ἐνῷ ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν αὐτήν, ἐν τῷ ἑπομένῳ ἐδαφίῳ λέγει ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐπιβάλῃ μιᾶς δρ. φορολογίαν κατὰ στρέμμα, ὑποχρεοῦται δ’ αὕτη νὰ δαπανήσῃ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων μέχρι τοῦ διπλασίου τοῦ κεφαλαίου. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἂν δὲν ἀρκέσῃ αὐτὸ τὸ διπλάσιον κεφάλαιον, τὶ θὰ γίνῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει; Δὲν θὰ γίνωσι τὰ ἔργα; Ἐὰν ψηφισθῇ ὡς ἔχει ἡ τροποποίησις αὕτη, βεβαίως δὲν θὰ γίνωσι, διότι ἡ Κυβέρνησις δύναται κάλλιστα νὰ εἴπῃ· ἐγὼ μίαν ὑποχρέωσιν ἀνέλαβον, νὰ καταβάλω τὸ διπλάσιον. Οὐδὲν ἄλλο δύναμαι νὰ πράξω. Τοῦτο νομίζω θὰ εἶναι τελείως ἀνακόλουθον κατόπιν τῆς κατηγορηματικῆς δηλώσεως τῆς Κυβερνήσεως ὅτι θέλει ἀναλάβει τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Ἂν ὄντως ἡ Κυβέρνησις σκέπτηται σοβαρῶς νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ὁ περιορισμὸς τὸν ὁποῖον θέτει, εἶναι περιορισμὸς ἀντικείμενος πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν ἐξεδήλωσε, ἀντικείμενος πρὸς τὰς σκέψεις τῆς Κυβερνήσεως. Ἂν ἀπεφάσισε νὰ ἐπιβάλῃ μίαν φορολογίαν, ἂς ἐπιβάλῃ αὐτήν, ἀλλὰ τὴν ὑποχρέωσιν πρέπει νὰ ἀναλάβῃ ἀκεραίαν καὶ ἄνευ περιορισμῶν.
§243Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὶ ἐνδιαφέρει σᾶς αὐτό, ἀφοῦ νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα;
§244Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· μὲ ἐνδιαφέρει διότι νομίζω ὅτι ὁμιλοῦμεν σοβαρῶς ἐνταῦθα, ἄλλως ἦτο περιττὸν νὰ φέρητε νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ λέγητε πρὸς ἡμᾶς ὅτι, ἀφοῦ νομίζετε ὅτι δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, μὴ ψηφίζετε τὸ νομοσχέδιον. Ἀκριβῶς λοιπόν, διότι οὕτω πως σκέπτεσθε καὶ τοιοῦτο νομοσχέδιον εἰσάγετε, δι’ αὐτὸ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφιβάλω ἂν ἡ ὑποχρέωσις τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνετε θὰ εἶναι δικαία νὰ ἐκτελεσθῇ. Διότι φρονῶ ὅτι δὲν ἐσκέφθητε σοβαρῶς κατὰ τίνα τρόπον θὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα αὐτά, διότι ἂν πράγματι ἐσκέπτεσθε σοβαρῶς, ἔπρεπε νὰ ἀναλάβητε τὴν ὑποχρέωσιν αὐτὴν ἄνευ περιορισμοῦ.
§245ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Ὅλη ἡ διατύπωσις αὐτὴ ἐγένετο κατὰ τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, τὴν διεξαχθεῖσαν μεταξὺ ἡμῶν, καὶ εἶναι τὸ συμπέρασμα εἰς τὸ ὁποῖον κατελήξαμεν.
§246Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ ἔδωκα τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν δι’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπετε. Ὅταν σεῖς μοὶ ὁμιλεῖτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἔχω καὶ ἐγὼ καθῆκον νὰ σᾶς ἀπαντήσω κατὰ τὸν ἀνάλογον τρόπον. Νομίζω, κύριοι Βουλευταί, ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν παρατηρήσεών μου θὰ θελήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἰδιοτροπίας, ὡς ἐλέχθη πρὸ ὀλίγου, ἀλλὰ περὶ ὑπερασπίσεως ἀληθῶν συμφερόντων. Ἂν ἡ Κυβέρνησις θέλῃ νὰ προστατεύσῃ ταῦτα, πρὸ παντὸς πρέπει νὰ σκεφθῇ σοβαρῶς νὰ ἀφήσῃ τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας τὰ ὁποῖα εἶναι χρήσιμα εἰς τὸν τόπον, καὶ νὰ λάβῃ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰς οὐδένα χρησιμεύουσιν. Τὸ νὰ φροντίσῃ νὰ μεταφέρῃ τὰ ὕδατα καὶ κατασκευάσῃ δεξαμενὴν, ἡ ὁποία ἐνέχει τὸν κίνδυνον νὰ ἀφήσῃ καὶ πάλιν τὴν Στυμφαλίαν λίμνην, κάλλιον εἶναι νὰ σκεφθῇ νὰ ἀποξηράνῃ τὴν λίμνην καὶ νὰ μεταφέρῃ ὕδατα εἰς Ἀθήνας ἄλλοθεν. Ἄν τοῦτο δὲν θέλῃ νὰ κάμῃ, τότε πάντως ἡ νομοθετικὴ πρόνοια τῆς Βουλῆς πρέπει νὰ φθάσῃ εἰς τὸ σημεῖον ὥστε νὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Στυμφαλίας καὶ τὴν ἄρδευσιν τῶν κτημάτων τῆς Κορινθίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἄρδευσιν προτείνομεν ὅπως τεθῇ σχετικὴ διάταξις προστατεύουσα τὴν ὑφισταμένην κατάστασιν.
§247ΑΝ. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴτε κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον εἴτε μή;
§248Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Βεβαίως. Ἐγὼ δὲν λέγω νὰ προστατεύσητε παράνομον κατάστασιν, ἀλλὰ κατάστασιν ἡ ὁποία ὑφίσταται. Ὀφείλετε δὲ νὰ προστατεύσητε αὐτήν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ νόμιμος κατάστασις. Ἂν σοβαρῶς θέλητε νὰ προστατεύσητε τὰ δικαιώματα ταῦτα, θὰ τὰ προστατεύσητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Πρέπει νὰ κάμητε ἐπίσης καὶ ἑτέραν τροποποίησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀναλάβῃ τὸ Κράτος πᾶσαν ὑποχρέωσιν πρὸς κατασκευὴν τῶν ἔργων ἄνευ τοῦ προορισμοῦ ἐκείνου τὸν ὁποῖον θέτετε. Ἀλλὰ καὶ τὸ πρῶτον πρέπει νὰ πεισθῆτε νὰ μεταβάλητε διότι ἐγένετο εἷς ὑπολογισμὸς καὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι αὐτὰ τὰ εὑρισκόμενα κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον δικαιώματα, αἱ δουλεῖαι, κλπ. εἶναι τόσον πολλά, ὥστε ἀμέσως θὰ ὑποβληθῆτε εἰς μείζονας ὑποχρεώσεις. Ἡ ἰδέα ὅτι τὸ Κράτος δὲν πρέπει νὰ ἀναλάβῃ ὑποχρέωσιν, ἐξέλιπεν εὐθὺς ἀμέσως ἅμα ἀνελάβετε αὐτήν. Τὸ περιπλέον νομίζω ὅτι εἶναι ἰδιοτροπία ἰδική σας καὶ ὄχι ἰδική μας, διότι ἡμεῖς οὐδὲν ἄλλο ἀξιοῦμεν ἢ τὸ δίκαιον.
§249Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀνεγνώσθησαν, κύριοι Βουλευταί, τηλεγραφήματα ἐκ τῆς ἰδιαιτέρας μου πατρίδος Στυμφαλίας τὰ ὁποῖα ἐξορκίζουσιν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ λάβῃ μέτρα τοιαῦτα, ὥστε νὰ καταδικάσῃ τὸν εὐτυχῆ αὐτὸν λαὸν εἰς θάνατον. Διατυποῦνται δὲ τὰ τηλεγραφήματα αὐτά, μεθ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν τὸν ὁποῖον ἔχουσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν οἱ κάτοικοι αὐτοί, διατυποῦνται, λέγω μὲ κἄποιον τρόπον αὐθάδη καὶ ἀνευλαβῆ. Κ’ ἤθελεν ἐρωτήσει τις· πῶς οἱ ἄνθρωποι αὐτοί, οἱ τόσον νομιμόφρονες, οἱ τοιαύτην ἐμπιστοσύνην τρέφοντες πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἔφθασαν μέχρι τοσούτου σημείου, ὥστε νὰ ἀναφέρωνται αὐθαδῶς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν; Πρέπει νὰ ἐξετασθῇ κατὰ πόσον οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔχουσι δίκαιον νὰ ἐξεγείρωνται ἢ μήπως μαίνονται. Εἶπον καὶ προηγουμένως, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἐτόλμησα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τοσοῦτον σοβαροῦ νομοθετήματος, κάμνω τοῦτο διότι νομίζω ὅτι τὸ κοινοβούλιον πρέπει τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ νὰ στηρίξῃ ἐπὶ τοῦ ἀπολύτου δικαίου. Αἱ ἀποφάσεις καὶ τὰ ψηφίσματα, τὰ ὁποῖα λαμβάνομεν ἐνταῦθα, ἵνα ὦσιν βάσιμα πρέπει νὰ στηρίζωνται εἰς τὸ φυσικὸν δίκαιον. Δὲν ἠξεύρω ἐγὼ δίκαιον νομοθετικὸν καὶ ἀστικόν. Τὸ δίκαιον εἶναι ἕν· τὸ φυσικόν· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον οὔτε ὁ Θεὸς δύναται ν’ ἀφαιρέσῃ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ δικαίου πρέπει νὰ στηρίζωνται ὅλα τὰ ἄλλα δίκαια. Καὶ ὅτι μὲν τὸ νομοσχέδιον πρόκειται νὰ ἐξυπηρετήσῃ ὑψίστας ἐθνικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τοῦτο δὲν θὰ ἀμφισβητήσω ἐγώ, ἀλλ’ ὅτι πάλιν πλήττει πολλὰ συμφέροντα ἄλλων πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίσης ἔχουσι δικαιώματα ἐπὶ τῆς προστασίας τοῦ Κράτους, ἐπίσης καὶ τοῦτο νομίζω ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον. Πλήττει δὲ τοὺς πληθυσμοὺς ἰδίᾳ τῆς Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας. Ἠδύνατό τις νὰ κατατάξῃ τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πλήττει τὸ νομοσχέδιον, εἰς τρεῖς κατηγορίας. Οὕτω, λόγου χάριν, ἠδύνατο νὰ κατατάξῃ τις εἰς συμφέροντα ἢ ἀνάγκας τῆς πόλεως Κορίνθου, εἰς συμφέροντα ἢ ἀνάγκας τῶν πεδιάδων, αἱ ὁποῖαι ἀρδεύονται ἀπὸ τῶν ὑδάτων ἐκείνων, καὶ εἰς συμφέροντα αὐτῆς ταύτης τῆς Στυμφαλίας, ἡ ὁποία εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ἔχῃ αὐτὰ τὰ ὕδατα καὶ νὰ γίνεται αὐτὴ ἡ συζήτησις ἐδῶ εἰς τὸ κοινοβούλιον. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἄλλων συμφερόντων ἐγὼ δὲν θὰ μακρηγορήσω ἵνα μὴ σᾶς κουράσω. Ἄλλως τε καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα καὶ ἐλέχθησαν πολλὰ καὶ οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοί μου ἁρμοδιώτερον ἐμοῦ καὶ πλέον ἐγκύρως θὰ ἀσχοληθῶσιν. Θὰ περιορισθῶ μόνον εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Στυμφαλίας. Ἐγὼ ἐνόμιζον καὶ νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Στυμφαλία ἔχει συμφέροντα, ἀνάγκας καὶ δικαιώματα ἐπὶ τῶν ὑδάτων αὐτῶν ἀναφαίρετα ἔχει δηλαδὴ τοιαῦτα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα οὔτε αὐτὴ ἡ φύσις δὲν δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ, δικαιώματα καὶ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἂν ἀφαιρεθῶσι δὲν δύναται νὰ ζήσῃ. Βεβαίως ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῆς πρωτευούσης· βεβαίως ἔχομεν καθῆκον νὰ μεριμνήσωμεν περὶ τῶν κέντρων καὶ τῶν πόλεων, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι πρέπει νὰ ἐρημώσωμεν τὰ ἀπόκεντρα. Δὲν ἕπεται ὅτι λαμβάνοντες μέτρα βελτιώσεως διὰ τὴν πρωτεύουσαν, πρέπει διὰ τῶν μέτρων αὐτῶν νὰ καταστρέψωμεν τὰς περιφερείας, νομίζω δ’ ὅτι οὔτε διὰ τὴν πρωτεύουσαν εἶναι τοῦτο συμφέρον. Ἂν λόγου χάριν ἐρημώσωμεν τὰ μέρη αὐτά, κατὰ τί θὰ ὠφελήσωμεν τὴν πρωτεύουσαν; Ἂν φροντίζοντες νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας αὐτῆς καὶ καταστήσωμεν αὐτὴν ἐπαρκῆ δὲν θὰ ἀναγκάσωμεν τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους νὰ μεταστῶσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ δὲν θὰ ἀναγκάσωμεν αὐτοὺς νὰ ἔλθωσιν ἐδῶ; Ἢ δὲν θὰ τοὺς κάμωμεν πρόσφυγας τῶν Ἀθηνῶν καὶ δὲν θὰ ζητήσωσι νὰ ζήσωσιν ἀπὸ τὸν Προϋπολογισμόν; Καὶ δὲν θὰ εὑρεθῶμεν πρὸ νέας ἀνεπαρκείας;
§250ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν θὰ φύγωσι διὰ τὴν Ἀμερικήν;
§251ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Βεβαιότατα. Καὶ θὰ ἔλθω εἰς αὐτό. Μὲ τὴν πρότασιν μάλιστα αὐτὴν ὅτι δυνατὸν νὰ γίνωσιν ὑδαταποθῆκαι (barrages) ἐν Στυμφαλίᾳ, τότε δὲν μένει ἄλλο τι, Κύριοι, παρὰ νὰ μὴ ψηφίσητε τὸ νομοσχέδιον τῆς μεταναστεύσεως. Νὰ δώσητε τὰ ἔξοδα τοῦ ναύλου εἰς τοὺς κατοίκους αὐτοὺς ὅπως ὑπάγωσιν εἰς τὴν Ἀμερικήν! (Διάλογοι). Λέγω, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πατήσωμεν ἐπὶ πτωμάτων, ἵνα ἐξυπηρετήσωμεν ἕνα εὐγενῆ ἢ ἕνα ἐθνικὸν σκοπόν· λέγω ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ἐν μέτρῳ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀποκέντρων. Ἀρκετὰ τὸ Κράτος μεριμνᾷ ὑπὲρ τῶν πόλεων καὶ τῶν πρωτευουσῶν, ἀρκετὰ ἐξαντλεῖται ἡ μέριμνα τῆς Πολιτείας, ἀρκετὰ ὁ προϋπολογισμὸς ἐξαντλεῖται ὑπὲρ τῶν πόλεων καὶ τῶν κέντρων. Ἂς μὴ ἀφαιρέσωμεν καὶ ὅ,τι ἀγαθὸν ἔχουσιν αὐτὰ τὰ μικρὰ μέρη τὰ ἀπόκεντρα. Ἡ Στυμφαλία, Κύριοι, κεῖται εἰς τὸ ὕψιστον σχεδὸν μέρος τῆς Κορινθίας· συνορεύει μὲ τὴν Ἀρκαδίαν· κεῖται εἰς ὀροπέδιον ὕψους 630 περίπου μέτρων, καὶ ἄλλοτε μάλιστα ὑπήγετο εἰς τὴν Ἀρκαδίαν, ἐκεῖ δ’ ἔπρεπε νὰ ὑπάγηται καὶ ἤδη φυσικῶς διὰ πολλοὺς λόγους. Κατέχουσα λοιπὸν τὸ ὀροπέδιον αὐτὸ ἡ Στυμφαλία περικλείεται πάντοθεν ὑπὸ ὀρέων. Ὀφείλω νὰ προσθέσω καὶ τοῦτο, ὅτι αὐτὴ ἡ χώρα ἦτο ἄγνωστος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἰδίως ἦτο ἄγνωστος εἰς τὸ κονδύλιον αὐτὸ τῶν ἐξόδων, ἀποτελεῖ φοβερὰν ἔκλειψιν εἰς τὴν στήλην τῶν ἐξόδων τοῦ Προϋπολογισμοῦ, ἦτο ὅμως γνωστὴ εἰς τὸ κονδύλιον τῶν ἐσόδων, διότι ὀφείλω νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι εἷς ὑποταμίας, Παπαθανασίου ὀνόματι, εἰσέπραξεν ἐν διαστήματι ὀλίγου χρόνου ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ἀπὸ τὸν πτωχὸν αὐτὸν κόσμον ἀπὸ φόρους καὶ ἀπὸ καθυστερούμενα ἐκ δόσεων γαιῶν καὶ φυτειῶν προσφειλόμενα καὶ μή, ἀπὸ τὰς γαίας δηλαδὴ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι κατακλύζονται ὑπὸ τῆς λίμνης. Ἦτο ἄρα ἄγνωστος· οὐδεὶς ἐνεθυμεῖτο τὸν τόπον αὐτόν, οὔτε ὅτε οὐδὲ ἴχνος κἂν συγκοινωνίας εἶχε καὶ ἦτο τελείως ἀποκεκλεισμένος, οὔτε ὅτε κατεποντίζετο ὑπὸ τῶν ὑδάτων. Μόνον ἂν ἐπρόκειτο νὰ τοῦ ἀφαιρέσωσι τὸ ὕδωρ ἐκεῖνο, τὸ ἀγαθὸν ἐκεῖνο, τότε ἐγίνετο λόγος διὰ τὴν Στυμφαλίαν. Εἶναι δὲ τὸ μόνον ἀγαθὸν αὐτό, διότι φαίνεται ὅτι ἡ φύσις κατὰ πρόνοιαν, ἐκεῖ ὅπου δίδει τὸ καλὸν δίδει καὶ κἄποιον κακὸν ἵνα χρησιμεύσῃ τοῦτο πάλιν ὡς ἀλεξίκακον. Οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, τὸ ὄνειρον τῶν Στυμφαλιέων ἦτο νὰ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη διὰ νὰ δυνηθῶσι καὶ αὐτοὶ νὰ ζήσωσι. Ὅταν δὲ λέγω ὄνειρον, πρέπει νὰ ἐξηγηθῶ, διότι δὲν ἐννοῶ διὰ τῆς λέξεως ὅτι ὑπῆρχε κἄποια ἐλπὶς φρούδη ἢ ἀνεκτέλεστος· λέγων ὄνειρον ἐννοῶ ὅτι ἦτο ἐλπὶς στηριζομένη ἐπὶ πραγμάτων, ἐπὶ πραγματοποιήσιμων, ἦτο σχεδὸν πεποίθησις, διότι διὰ νὰ ἐξετασθῇ ἡ σχέσις μεταξὺ ἐλπίδος καὶ πράγματος, πρέπει νὰ γνωσθῇ καλῶς ἡ κατάστασις τοῦ πράγματος κατὰ πόσον τὸ ἐλπιζόμενον εἶναι πραγματοποιήσιμον ἢ μή. Λέγω ὅτι ἐκεῖ δὲν ἦτο ἐλπὶς ἁπλῆ, φρούδη, ἦτο πεποίθησις. Ἐτρέφοντο, ἔζων οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἕως τώρα καὶ ζῶσιν ἀκόμη μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη, διότι ὀφείλω νὰ σᾶς ὁμολογήσω Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι λίμνη ἡ Στυμφαλία. Οἱ ἀκούοντες νομίζουσιν ὅτι εἶναι κἄτι τι προκατακλυσμιαῖον. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοιαύτης λίμνης, βεβαίως τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο ἁπλούστατον, ἐὰν ἐπρόκειτο δηλ. περὶ πράγματος τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἀπέδωκέ τι εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, βεβαίως δὲν ἦτο μέγα τι νὰ στερηθῶσι καὶ τῆς ἐλπίδος ταύτης, δὲν ἦτο δὲ καὶ δύσκολον νὰ ἐξοικειωθῶσι μὲ τὴν ἰδέαν ὅτι οὐδὲν χάνουσι στερούμενοι πράγματος ἀπὸ τὸ ὁποῖον οὐδέποτε ἐκέρδησαν. Ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω, τὸ ζήτημα. Ἡ λίμνη Στυμφαλία δὲν ἦτο λίμνη. Ὅτι δὲ δὲν ἦτο λίμνη, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἀνατρέξω εἰς παλαιὰν ἐποχήν. Ἀπόδειξις τούτου εἶναι αὐτὰ τὰ φορολογικὰ βιβλία τοῦ Δημοσίου. Ὑπῆρχε ἡ δεκάτη, Κύριοι, πρὸ ὀλίγων ἐτῶν καὶ ὅλαι αἱ θέσεις αὐταί, ὅπως εἶναι τὸ Βασιλικάρι, ἡ Καταβόθρα, τὸ Σοῦρι καὶ λοιπά, εἶναι γεγραμμέναι εἰς τὰ φορολογικὰ βιβλία. Λίμνη ἐγένετο ἀφ’ ὅτου Ἑταιρία τις ἀνέλαβε νὰ ἀποξηράνῃ αὐτήν. Ὅτι δὲ δὲν ἦτο λίμνη καὶ ὅτι ἐκαρποῦντο οἱ ἄνθρωποι τὰς ἐκτάσεις αὐτάς, ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ κόσμος ἐκεῖ ἤθελε νὰ κηρυχθῇ ἔκπτωτος ἡ Ἑταιρία. Καί, ἂς τὸ εἴπωμεν καὶ αὐτό, διότι ἡ πολιτικὴ ἤθελε νὰ κηρύξῃ ἔκπτωτον τὴν Ἑταιρίαν αὐτήν, θὰ εἴπῃ ὅτι ὁ κόσμος εἶχε συμφέρον νὰ διώξῃ τὴν Ἑταιρίαν, νὰ καρπωθῇ τὰς ἐκτάσεις, διότι ἄλλως τὶ συμφέρον εἶχε νὰ διώξῃ τὴν Ἑταιρίαν; Μόνον λοιπὸν ὅταν ἡ ψευδεταιρία αὐτὴ ἀνέλαβε νὰ κάμῃ ψευδεπιχειρήσεις καὶ δι’ αὐτῶν νὰ κλείσῃ τὰς φυσικὰς καταβόθρας, καὶ μόνον, ἀφοῦ συγχρόνως ἡ Πολιτεία ἐπέβαλε τὴν διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων τῆς παρακειμένης λίμνης Πελλήνης εἰς τὴν Στυμφαλίαν, τότε ἐσχηματίσθη ἡ λίμνη. Τοῦτο χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1889 ἢ 1890 ἂν καλῶς ἐνθυμῶμαι.
§252ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι. Τῷ 1883 εἶχον ἀρχίσει τὰ ἔργα τῆς ἀποξηράνσεως.
§253Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Μάλιστα· ἀλλ’ ἔκπτωτος ἐγένετο τῷ 1887 καὶ ἡ Πελλήνη μετωχετεύθη εἰς Στυμφαλίαν τῷ 1896.
§254ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἂν δὲν ὑπῆρχε λίμνη, διατί ἀπεξηραίνετο;
§255Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Διότι ἦτο κ. Ὑπουργὲ μία ἔκτασις, ἡ ὁποία ἐγέμιζε τὸν χειμῶνα περιοδικῶς, ἀπὸ ὕδατα, καὶ ὄχι μάλιστα πάντοτε. Τὸ θέρος ὅμως ἀπεξηραίνετο ἐντελῶς καὶ ἐκαρποῦντο οἱ ἄνθρωποι τὰς γαίας αὐτῆς. Τοῦτο εἶναι γεγονὸς ἐξαγόμενον ἐκ τῶν φορολογικῶν καταλόγων. Τότε ἐσχηματίσθη εἰς λίμνην ἡ Στυμφαλία. Ἀφοῦ δ’ ἅπαξ ἐσχηματίσθη, ἔζων οἱ ἄνθρωποι καὶ ζῶσιν μὲ τὴν ἰδέαν αὐτήν, ὅτι ἡ λίμνη θὰ ἀπεξηραίνετο καὶ θὰ ἀπεδίδετο εἰς αὐτοὺς αἱ γαῖαι, ἵνα ζήσωσιν. Κατὰ περίεργον δὲ σύμπτωσιν, αἱ ἐπιθυμίαι καὶ τὰ ὄνειρα τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, συνταυτίζονται μετὰ τῶν ἐπιθυμιῶν τῆς πρωτευούσης, διότι ἦτο φυσικώτατον τοῦτο. Δὲν ἐπίστευόν ποτε οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὅτι θὰ εὑρεθῇ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ ἀνεχθῇ τοῦτο καὶ θὰ εὑρεθῇ ἑταιρία, ἡ ὁποία θὰ φειδωλευθῇ ὀλίγας δεκάδας χιλιάδων δραχμῶν αἵτινες ἐχρειάζοντο διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης ἀπέναντι τῶν ἑκατομμυρίων τὰ ὁποῖα θὰ ἐδαπάνα τὸ Κράτος. Ἤλπιζον ὅτι θὰ εὑρίσκοντο 200,000 δραχμῶν, ὅσαι ἐχρειάζοντο, αἵτινες θὰ ἐχρησιμοποιοῦντο πρὸς ἐξασφάλισιν ἐκ παντὸς κινδύνου τῆς ἑταιρίας, διότι εἶναι γνωστὸν ὅτι, ἂν δὲ ληφθῇ μέτρον πρὸς ἀποξήρανσιν, θὰ κινδυνεύσῃ αὐτὸ τὸ ὑδραγωγεῖον. Διὰ τοῦτο τοὺς μηχανικοὺς οἱ ὁποῖοι μετέβαινον ἑκάστοτε ἐκεῖ διὰ νὰ κάμωσιν μελέτας, εἴτε ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἴτε ἐκ μέρους τῆς Τραπέζης ἢ ἄλλου τινός, ὑπεδέχοντο μετά τινος ἐκδηλώσεως χαρᾶς.
§256Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ὅπως καὶ τώρα· ἅμα θὰ ὑπάγωσι θὰ τοὺς κάμωσι τὴν ἰδίαν ὑποδοχήν.
§257Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Βεβαιότατα ἀντιθέτως. Δὲν ἐνόμιζον, λέγω, ὅτι θὰ εὑρίσκετο ἑταιρία νὰ φειδωλευθῇ ὀλίγου ποσοῦ ἀπέναντι τοιούτου ἔργου καὶ μάλιστα ἐν τῷ συμφέροντι αὐτῆς τῆς ἑταιρίας, διότι, ὡς εἶπον, δὲν θὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ ἔργα της, ἂν δὲν κάμῃ ἔργα ἀποξηραντικά, ἂν ὄχι δι’ ἄλλο ἀντάλλαγμα ἀλλὰ τοὐλάχιστον διὰ τὴν ξενίαν, τὴν ὁποίαν θὰ παρέχῃ ὁ τόπος εἰς τοὺς μηχανικοὺς καὶ εἰς τοὺς ἐργαζομένους· διότι δὲν γνωρίζω, μὰ τὴν ἀλήθειαν, πῶς θὰ ἐργασθῶσιν οἱ μηχανικοὶ εἰς ἕνα τόπον ὁ ὁποῖος θὰ θεωρῇ αὐτοὺς καταστροφεῖς καὶ ὀλετῆρας. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἡ ἠθικὴ ἄποψις τοῦ ζητήματος, τὴν ὁποίαν, ἄν ἐτόνισα, ἔπραξα τοῦτο διότι νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σχέσεις τῆς Πολιτείας πρὸς τὴν ἑταιρίαν καὶ τῆς ἑταιρίας πρὸς τὰ ἄτομα, εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα. Διότι βεβαίως, ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι μία Πολιτεία θέλῃ νὰ ἐπιβληθῇ διὰ τοῦ τρόμου καὶ τῆς βίας εἰς τοὺς πολίτας ἄνευ θελήσεως καὶ γνώμης περὶ τῆς τύχης αὐτῶν, δὲν πιστεύω ὅτι θὰ εἶναι ἀξία τοῦ προορισμοῦ της, ὡς ἐπίσης φρονῶ ὅτι καὶ ἂν οἱ πολῖται εἶναι δειλοὶ καὶ ἄτολμοι διὰ τὰ συμφέροντά των, δὲν θὰ εἶναι ἄξιοι τῆς συγχρόνου Πολιτείας. Ἀλλ’ ἐδῶ ὑπάρχει Κύριοι, καὶ ἄλλη ἄποψις τοῦ ζητήματος· ἡ ἄποψις ἡ νομική, ἡ ἀνθρωποφυσική. Ἐγὼ δὲν νομίζω ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ εἴπῃ ἡ Πολιτεία ὅτι δύναμαι νὰ σᾶς πάρω τὰ νερὰ καὶ κάμετε ὅ,τι θέλετε. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ἡ Πολιτεία τοῦτο, ἀφοῦ τὸ ἀγαθὸν ἐκεῖνο δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἐξ αὐτῶν ἄνευ ἀνταλλάγματος, ἀφοῦ οὔτε αὐτὴ ἡ φύσις δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὸ ἄνευ ἀνταλλάγματος.
§258ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πῶς.
§259Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ Σᾶς εἴπω. Ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἷς σεισμὸς ἢ ἄλλο μετεωρολογικὸν φαινόμενον, ἤνοιγε τὰς φυσικὰς καταβόθρας καὶ ἀφήρει τὸ ὕδωρ αὐτό, νομίζετε ὅτι ἄνευ ἀνταλλάγματος θὰ γίνῃ τοῦτο; Βεβαίως ὄχι, διότι τὸ ἀντάλλαγμα τὸ ὁποῖον θὰ δώσῃ θὰ εἶναι ἡ ἀποξήρανσις τῶν γαιῶν.
§260ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ ἔχωσιν ἀξίαν αἱ γαῖαι ἐκεῖναι.
§261Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Βεβαίως, ἀφοῦ θὰ ἀποξηρανθῶσιν.
§262ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀφοῦ δὲν θὰ ὑπάρχῃ νερόν.
§263Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ μείνῃ τὸ νερὸν καὶ θὰ καταποθῇ εἰς τὴν καταβόθραν. Ὅτι δὲν κάμνει ἡ τυφλὴ φύσις, δὲν πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν ἡμεῖς οἱ λογικευόμενοι. Ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον δὲν δύναται τὸ Κράτος νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ νερόν. Εἶπον προηγουμένως ὅτι αἱ γαῖαι αὐταὶ τῆς λίμνης, διότι ἡ λίμνη εἶναι ἔκτασις ἡ ὁποία κατὰ περιόδους πλημμυρεῖ, δὲν εἶναι λίμνη ἀνεκμετάλλευτον, ὥστε νὰ μὴ φαίνηται τὸ κακόν, τὸ ὁποῖον γίνεται εἰς τοὺς ἀνθρώπους τοὺς ἐλπίζοντας ὅτι διὰ τῶν ἔργων θὰ βελτιωθῇ ἡ θέσις των καὶ ὄχι νὰ ἀποζημιωθῶσιν, ὅτι αἱ γαῖαι εἶναι ἐκμεταλλεύσιμοι καὶ ὅτι ἔχουσιν ἀξίαν. Ἀποδεικνύεται τοῦτο ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι καὶ ἤδη ἐντὸς τοῦ ἔτους εἶχον γίνῃ ἀγοραπωλησίαι καὶ πρὸ ὀλίγων ἐτῶν, πρὸ δύο ἀκόμη ἐτῶν, μεγάλαι ἐκτάσεις, ἀνήκουσαι εἰς τὸν μακαρίτην Νοταρᾶν, ἐπωλήθησαν ὑπὸ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ἀντὶ 80,000 καὶ πλέον δραχμῶν. Ἀλλὰ τὰ ὕδατα ἐκβλύζοντα ἐντὸς τῆς Στυμφαλίας, δὲν ἐξέρχονταί ποτε ἀπὸ τὴν περιφέρειαν τῆς Στυμφαλίας, οὔτε πρὸς τὴν θάλασσαν χύνονται οὔτε ἀλλοῦ. Ἐκβλύζοντα ἀπὸ τὴν Στυμφαλίαν διατρέχουσι ὁλόκληρον τὴν Στυμφαλίαν καὶ καταβυθίζονται εἰς αὐτήν τὴν Στυμφαλίαν. Νομίζω λοιπόν ὅτι εἶναι ταῦτα ἀπόλυτον κτῆμα τῆς Στυμφαλίας καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὰ ἄνευ ἀνταλλάγματος. Τὸ ἀντάλλαγμα δὲ δέον νὰ εἶναι....
§264Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Νὰ γίνῃ ἡ ἀποξήρανσις.
§265ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Βεβαίως. Δὲν λέγω νὰ δοθῶσιν χρήματα, ἀλλὰ ζητοῦμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἡ Πολιτεία εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δώσῃ. Ἀντὶ τοῦ ἀγαθοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ δώσωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, οἱ κάτοικοι, ζητοῦσιν νὰ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη καὶ νὰ βελτιωθῇ ἡ συγκοινωνία. Δὲν ζητοῦσιν νομίζω μέγα τι. Καὶ ἂν μὲν ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ ὅτι τοῦτο μόνον κάμνουσι θὰ ἦτο κἄτι τι ὑποφερτὸν κακόν, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Τὸ πρᾶγμα ἐπιδεινοῦται ἀκόμη περισσότερον, διότι οἱ Στυμφάλιοι κατέχοντες αὐτὸ τὸ ὕδωρ, εἶχον μίαν ἐλπίδα· ἐγνώριζον ὅτι εἶχον ἓν κεφάλαιον εἰς χεῖράς των, ἓν δῶρον τῆς φύσεως, τέλος πάντων, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ διαθέσωσιν ἀνὰ πᾶσαν στιγμήν, πρὸς κοινὸν ὄφελος. Ἂν μή τι ἄλλο, θὰ ἠδύνατο κἄποιος ἐκμεταλλευτὴς νὰ ἐζήτει νὰ χρησιμοποιήσῃ τὸ ὕδωρ αὐτὸ καὶ νὰ ἀποξηράνῃ εἰς ἀντάλλαγμα τὴν λίμνην. Τώρα τί γίνεται; Ἀφαιρεῖ ἡ Πολιτεία τὸ ὕδωρ· ἀφαιροῦσα οὕτω καὶ τὴν τελευταίαν ἐλπίδα περὶ ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης. Οὐδὲ ἐξασφάλισίν τινα καὶ πρόνοιαν περὶ τούτου λαμβάνει. Ὄχι δὲ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ διὰ τῆς τροποποιήσεως ἡ ὁποία τώρα προτείνεται, λαμβάνεται πρόνοια ἵνα ἐκτελεσθῶσι καὶ ἔργα τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ὑδαταποθῆκαι. Ποῦ δὲ θὰ γίνωσι τὰ ἔργα αὐτά;
§266Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Πιθανὸν νὰ γίνωσι εἰς τὴν Στυφαλίαν.
§267ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀκριβῶς, αὐτὸ ζητῶ νὰ μάθω, ποῦ θὰ γίνωσι τὰ ἔργα αὐτά. Ἐὰν γίνωσιν ἐκτὸς τῆς Στυμφαλίας, οὐδεμίαν ἔχω ἀντίρρησιν.
§268Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει εἶναι δικαιοτάτη ἡ αἴτησις. Βεβαίως δὲν ἔχει μελετηθῇ τὸ ζήτημα, ἀλλὰ εἶναι δικαιότατον ὁπωσδήποτε καὶ ἂν γίνῃ ἡ μελέτη, νὰ γίνωσι τὰ ἔργα ἐκτὸς τῆς Στυμφαλίας.
§269ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Βεβαιότατα· δέον ἐκτὸς τῆς Στυμφαλίας νὰ γίνωσι καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ ποιήσηται δήλωσιν περὶ τούτου, ὥστε νὰ εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ Στυμφαλία δὲν θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὑδαταποθήκη.
§270ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Κωλύομαι ἐξ αἰτίας τοῦ Ἄργους διότι ὑπάρχει γνώμη, φρονεῖ δὲ τοῦτο καὶ ὁ ἐνταῦθα κύριος Καρπετόπουλος, ὅτι τὰ ὕδατα Στυμφαλίας ἐξέρχονται καὶ ἀναβλύζουσιν εἰς τὸν Ἐρασῖνον τοῦ Ἄργους.
§271ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν περὶ τούτου παράδοσιν ἀναφέρει δ’ αὐτὸ καὶ ὁ Παυσανίας μὲ ἕνα σωρὸ κουταμάρες· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι παντάπασιν ἀκριβές.
§272ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα μηχανικόν, νομίζω δ’ ὅτι ὁ ἴδιος ὁ κ. Βουλευτὴς δὲν θὰ εἶχε συμφέρον νὰ προκαλέσῃ ζήτημα τοιοῦτον. Ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου ὡς Ὑπουργοῦ, θὰ μοὶ ἦτο εὐκολώτατον νὰ σᾶς δηλώσω ὅτι δὲν γνωρίζω τὶ θὰ γίνῃ. Διατί; διότι, ὡς ἠκούσατε, διὰ λόγους τεχνικοὺς δὲν δύναται νὰ εἶναι γνωστὸν ἂν θὰ χρησιμεύσῃ ἡ Στυμφαλία ὡς ὑδαταποθήκη, περιοριζομένη οὕτω ὥστε νὰ δώσῃ εἰς καλλιέργειαν ἄνω τῶν 2000 στρεμμάτων, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη λόγον τὸν ὁποῖον ἐγὼ δὲν κρύπτω, διότι μελετᾶται. Ἠμφεσβητήθη πλειστάκις ἐὰν τὰ νερὰ τοῦ Ἐρασίνου ἔχουν σχέσιν πρὸς τὰ νερὰ τῆς Στυμφαλίας. Ἐν τούτοις δὲν εἶμαι ἀκόμη βέβαιος ὅτι ὑφίσταται σχέσις τις μεταξὺ Ἐρασίνου καὶ Στυμφαλίας. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι ἐξ ὅσων ἀνέγνωσα εἶχον τὴν γνώμην ὅτι δὲν εἶχον οὐδεμίαν σχέσιν. Ἐν τούτοις μηχανικοί, οἱ ὁποῖοι ἐξήτασαν τὰ πράγματα καὶ τοὺς ὁποίους ἠρώτησα, μοὶ εἶπον ὅτι δὲν εἶναι ἀκόμη ἐντελῶς βέβαιον τοῦτο, ὅτι ὁ Ἐρασῖνος οὐδεμίαν ἔχει σχέσιν πρὸς τὴν Στυμφαλίαν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει σκοπιμώτερον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν εἶναι ἵνα τὰ barrages γίνωσιν εἰς Μπότσικα.
§273ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ὥστε κάμνετε αὐτὴν τὴν δήλωσιν;
§274ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω τίνα δήλωσιν κάμνω, διότι ὀφείλω ὡς Ὑπουργὸς νὰ κάμω δήλωσιν ἔχουσαν συμφέρον γενικώτερον, δήλωσιν τὴν ὁποίαν ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ νομοῦ μου δὲν θὰ ἔκαμνα. Ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἡ ἀποξήρανσις τῆς Στυμφαλίας θὰ γίνῃ διὰ τῆς μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων καὶ τῆς κατασκευῆς πέραν αὐτῆς barrages, καὶ ἀποξηρανθῇ οὕτω ὁ Ἐρασῖνος ποταμός, ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα; Ἐνῷ θὰ δώσωμεν εἰς τὴν καλλιέργειαν τρεῖς ἕως πέντε χιλιάδας στρεμμάτων, θὰ ἀποκλείσωμεν ἐξ ἄλλου ἀπὸ τὴν καλλιέργειαν τουλάχιστον 10.000. Καὶ ὄχι μόνον τούτου στεροῦμεν τὴν Ἀργολίδα, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν πόλιν τοῦ Ἄργους ἀφαιροῦμεν ποσότητα ἀρκούντως σημαντικήν. Ὁμολογῶ ὅτι τοιαύτη μελέτη δὲν ὑπάρχει, περὶ τοῦ ἂν ἔχωσι σχέσιν ἢ ὄχι τὰ ὕδατα τοῦ Ἐρασίνου πρὸς τὴν Στυμφαλίαν, σᾶς εἶπον δ’ ὅτι καὶ ἡ γνώμη ἡ ἐμὴ ἦτο ὅτι δὲν ὑπάρχει τοιαύτη σχέσις. Ἐν τούτοις μηχανικοὶ μοὶ εἶπον ὅτι πιθανὸν νὰ ὑπάρχῃ. Λέγω λοιπὸν εἰς τὸν Βουλευτὴν κύριον Παπακωνσταντίνου ὅτι ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη σχέσις, πῶς θέλετε ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς δήλωσιν ὅτι θὰ γίνῃ ἡ δεξαμενὴ ἐκτὸς τῆς Στυμφαλίας; Ἐὰν ἠθέλομεν ὑποσχεθῆ, κ. Παπακωνσταντίνου, ὅτι ἡ Στυμφαλία θὰ ἀποξηρανθῇ, δὲν θὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν αὐτό. Ἐγὼ σᾶς λέγω εἰλικρινῶς τὴν ἀλήθειαν. Κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἐὰν ἀποδειχθῇ σχέσις τις μεταξὺ Ἐρασίνου καὶ Στυμφαλίας τὰ ἔργα θὰ γίνωσιν ἐντὸς τῆς Στυμφαλίας. Βεβαίως ὡς Ὑπουργὸς ὁμιλῶν, ὀφείλω νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν. Τὸ συμφέρον ἐπιβάλλει νὰ μὴ ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη. Ἐφ’ ὅσον οἱ μηχανικοὶ δὲν ἔχουσιν εἴπει τὴν τελευταίαν λέξιν, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω τὸ ὁριστικὸν ἐγώ. Ἐγὼ λέγω τὰς σκέψεις τὰς κρατούσας καὶ εἶναι κρατοῦσα ἡ γνώμη ὅτι ὑπάρχει σχέσις μεταξὺ τῶν πηγῶν τοῦ Ἐρασίνου καὶ τῆς Στυμφαλίας.
§275Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀναφέρει αὐτὸ καὶ ὁ Παυσανίας, ἀλλὰ σᾶς εἶπον ἀνωτέρω ὅτι αὐτὰ εἶναι μυθεύματα.
§276Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Καὶ ὁ Παυσανίας καὶ ὁ Ἡρόδοτος ἀναφέρουσιν ὅτι ὑπάρχει σχέσις.
§277Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Κύριε Ὑπουργέ, ἐρωτῶ ὑμᾶς· αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶναι ἡ ὁποία σᾶς ἐμποδίζει νὰ κάμητε τὴν δήλωσιν;
§278ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀποκλειστικῶς αὐτή.
§279Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἐὰν εἶναι αὐτή, ἐγὼ δέχομαι τὴν δήλωσιν. Ἂν ὅμως εἶναι ὁ φόβος αὐτὸς ὅτι αἱ πηγαὶ ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν Ἐρασῖνον, ἐγὼ δέχομαι νὰ γίνωσι τὰ ἔργα ἐντὸς τῆς Στυμφαλίας. Πάντως ὅμως δέον νὰ δηλώσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι τὰ ἔργα θὰ γίνωσιν ἐκτὸς τῆς Στυμφαλίας.
§280ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔχει συμφέρον ἡ Κυβέρνησις νὰ γίνωσι τὰ ἔργα ἐκτὸς τῆς Στυμφαλίας, διότι ἡ ἀποξήρανσις αὐτῶν θὰ δώσῃ 5,000 στρεμμάτων εἰς καλλιέργειαν.
§281Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Νὰ δηλώσῃ ὅμως αὐτὸ ἡ Κυβέρνησις.
§282ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ δηλοῖ μὲ τὸν ἐπισημότερον τρόπον, ἀφοῦ κοινὸν συμφέρον εἶναι τοῦτο.
§283Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Πολὺ καλά· παρακαλῶ νὰ γραφῇ ἐν ταῖς πρακτικοῖς, κ. Πρόεδρε ἡ δήλωσις αὕτη τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅτι ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ὑπάρχει σχέσις τῶν πηγῶν πρὸς τὸν Ἐρασῖνον ποταμόν, τὰ ἔργα αὐτὰ τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἄρδευσιν, νὰ γίνωσιν ἐκτὸς τῆς Στυμφαλίας. Δηλῶ δ’ ὅτι εἶμαι ἱκανοποιημένος μὲ αὐτὴν τὴν δήλωσιν καὶ εὐχαριστῶ τὸν κύριον Ὑπουργόν. Ἂν αἱ πληροφορίαι τῶν μηχανικῶν εἶναι ὅλαι τόσον ἀληθεῖς; ὅσον εἶναι αὕτη, πρέπει νὰ ἀπελπισθῶμεν ἀπὸ τοὺς μηχανικούς. Ἂν αἱ πηγαὶ εἶχον σχέσιν πρὸς τὸν Ἐρασῖνον, πρὸς τί τὸ νομοσχέδιον; Ποῦ θὰ εὕρωσιν αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς τὰ ὕδατα; Αἱ πηγαὶ αὗται πρέπει νὰ ἀφεθῶσι διὰ τὸν Ἐρασῖνον εἰς τὸ Ἄργος καὶ οὐχὶ δι’ ἐνταῦθα. Ἢ μήπως ἐννοοῦσιν οἱ μηχανικοὶ ὅτι ἔχουν σχέσιν πρὸς τὸν Ἐρασῖνον αἱ ἄλλαι πηγαί, αἱ τῆς Δούσιας; Ἀλλ’ αὐταὶ εἶναι γνωστὸν ὅτι διοχετεύονται διὰ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου ἐκτὸς τῆς Στυμφαλίας. Δὲν μένουσι λοιπὸν παρὰ μόνον αἱ πηγαὶ τῶν Κιονίων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἐγὼ δέχομαι, ἂν ἀποδειχθῇ ὅτι ὑπάρχει σχέσις, νὰ μένωσι τὰ νερὰ εἰς τὴν Στυμφαλίαν. Ἀλλὰ κατόπιν τῆς δηλώσεως αὐτῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω αὐτόν, διότι τοὐλάχιστον θὰ μείνωσιν ἥσυχοι οἱ συμπολῖταί μου ὅτι δὲν θὰ πνιγῶσιν ἢ δὲν θὰ καταδικασθῶσιν εἰς θάνατον.
§284ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι βεβαιότατον. Πῶς θὰ τοὺς ἀφήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους νὰ πνιγῶσιν.
§285Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἀλλ’ ἐπανέρχομαι εἰς τὸ σχετικὸν θέμα. Λέγω ὅτι τὸ συμφέρον καὶ τῆς Ἑταιρίας καὶ τῆς Πολιτείας καὶ τοῦ τόπου ἐκείνου, καὶ τὸ ἠθικὸν ἐν γένει συμφέρον, εἶναι ὅτι πρέπει νὰ συνδεθῇ ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων με τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Στυμφαλίας. Ἐπαναλαμβάνω ὅτι αἱ μελέται τῶν μηχανικῶν, ὅσον ἀφορᾶ τὰ ἔξοδα τῆς ἀποξηράνσεως, ἀναβιβάζουσι ταῦτα εἰς 180–170,000 δρ. Δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σοβαρὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ ἀπέναντι τῆς δαπάνης τόσων χιλιάδων δραχμῶν. Τόσον δὲ μᾶλλον δὲν εἶναι σοβαρόν, ὅσον διότι θὰ χρησιμεύσῃ ἵνα προφυλάξῃ ἀπὸ κινδύνους τὴν Ἑταιρίαν. Ἄλλως τε καὶ ἀπὸ τεχνικῆς ἀπόψεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων ἄνευ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης, διότι διὰ τοῦ ὑδραγωγείου τοῦ νέου, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ, θὰ καταστραφῶσι τὰ ἔργα καὶ θὰ ἐμποδίσωσι τὴν ἤδη ὑφισταμένην ῥοὴν τῶν ὑδάτων ὅπως φαίνεται ἐκ τοῦ σχεδιαγραφήματος τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζω. Δεδομένου ὅτι ἡ ἀδριάνειος σῆραγξ ἀνοίγεται πρὸς τὴν κοιλάδα τῆς Στυμφαλίας καὶ δέχεται ὕδατα ἐξ ἀνατολῶν καὶ ἐκ δυσμῶν, τὸ νέον ὑδραγωγεῖον θὰ δεχθῇ τὰ ὕδατα ἐκ τῆς πηγῆς, ἡ ὁποία κεῖται πρὸς τὸ ἀρκτικὸν μέρος τῆς πεδιάδος ἵνα τὰ διοχετεύσῃ. Αὐτή, ὡς βλέπετε ἐν τῷ σχεδιαγραφήματι, εἶναι ἡ ἀδριάνειος σῆραγξ, (δεικνύει πρόχειρον σχεδιάγραμμα), ἡ ὁποία δέχεται ὕδατα ἀπὸ μίαν σήραγγα ἐξ ἀνατολῶν καὶ ἀπὸ μίαν ἄλλην ἐκ δυσμῶν. Αὐτὴ εἶναι ἡ πηγὴ τῶν Κιονίων. Τὸ νέον ὑδραγωγεῖον τὸ ὁποῖον θὰ διέλθῃ ἐνταῦθα θὰ φθάσῃ εἰς τὴν ὑπώρυγα καὶ κατ’ ἀνάγκην θὰ φράξῃ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην διώρυγα ἂν τραβήξῃ πρὸς ἀνατολάς. Ἡ λειτουργία οὕτω τοῦ νέου ὑδραγωγείου θὰ ἐμποδίσῃ τὴν λειτουργίαν τοῦ παλαιοῦ ὑδραγωγείου.
§286ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν θὰ διέλθῃ διὰ τοῦ Σιούρι;
§287ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ διέλθῃ.
§288ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Θὰ εἶναι νέα σῆραγξ;
§289ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Θὰ γίνῃ νέα σήραγξ, ἡ ὁποία θὰ διέλθῃ καὶ θὰ ἐμποδίσῃ τὴν παλαιὰν σήραγγα· θὰ τὴν ἀποφράξῃ καὶ θὰ ἐπιδεινώνῃ τὴν κατάστασιν. Οὐχὶ μόνον δὲν θὰ ἐλαττωθῇ ἀλλὰ θὰ αὐξήσῃ τὸ ὕδωρ τῆς λίμνης. Ἀλλὰ καὶ δυτικῶς τοῦ παλαιοῦ ὑδραγωγείου ἂν διέλθῃ, πάλιν θὰ φράξῃ αὐτὸ τὸ παλαιόν. Τοῦτο εἶναι φανερὸν ὅσον εἶναι φανερὸν ὅτι τώρα ποῦ συνεδριάζομεν ἐνταῦθα εἶναι νὺξ καὶ ὄχι ἡμέρα. Συνεζητήθη τοῦτο ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ ἐπεστήθη ἡ προσοχὴ αὐτῆς εἰς τοῦτο. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς προσθέσω ὅτι, ὅτε παρεστάθη αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, εἷς ἐκ τῶν ἀξιοτίμων Συναδέλφων, τὸν ὁποῖον ὀφείλω νὰ εὐχαριστήσω διὰ τὰ αἰσθήματα του, μοὶ εἶπεν ὅτι ναὶ μὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό, ἀλλὰ θὰ δυνηθῶμεν νὰ κάμωμεν τὸ ὑδραγωγεῖον μὲ γέφυραν, δηλαδὴ τὸ ὕδωρ ἀπὸ τὰς πηγὰς θὰ τὸ φέρωμεν μὲ γέφυραν, ὥστε νὰ μὴ χαλάσωμεν τὸ ὑδραγωγεῖον σας. Εἶναι περιττὸν νὰ προσθέσω ὅτι ἀπήντησα κάμετέ το μὲ γέφυραν, καίτοι δὲν γίνεται, ἵνα ἐξοδεύσητε διπλάσια καὶ τριπλάσια ἀπὸ ὅ,τι θὰ χρειασθῶσι νὰ ἀποξηράνητε τὴν λίμνην, καὶ δώσατέ μας οὕτω τὴν εὐκαιρίαν ὅπως βάλωμεν κανένα δυναμίτην ὑπὸ τὰ τόξα τῆς γεφύρας. Νομίζω, καταλήγων, ὅτι κατὰ πάντα ἀνθρώπινον καὶ θεῖον δίκαιον, πρέπει ἡ διοχέτευσις τοῦ ὕδατος νὰ συνδυασθῇ μετὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης καὶ νὰ ὑποχρεωθῇ ἡ ἑταιρία νὰ καταβάλῃ τὰ ἔξοδα τῆς ἀποξηράνσεως, διότι αὐτὸ εἶναι τὸ δίκαιον καὶ τὸ ὀρθόν.
§290ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι ἀπεγνωσμένον ἀγωνιζόμεθα ἀγῶνα, καὶ ἂν λαμβάνω τὸν λόγον πράττω τοῦτο ἁπλῶς διὰ νὰ διαμαρτυρηθῶ καὶ διὰ νὰ διατυπώσω εἰς τοὺς μεταγενεστέρους τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος καὶ τὰ θέματα ἰδίως τῆς διαφωνίας μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι, προκειμένου περὶ νόμου κανονίζοντος σχέσεις ἰδιωτικὰς πρὸς τὸ δημόσιον, θὰ ἔλθῃ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἀναγνωρισθῶσι καὶ θὰ προστατευθῶσι ταῦτα, καὶ δὲν θὰ ἀκούσω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠκούσαμεν ὑμεῖς παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἰπόντος ὅτι προκειμένου περὶ τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν δὲν ἀποδειλιῶ νὰ καταστήσω πενέστας 60 χιλιάδας ἀνθρώπων.
§291ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ποῖος εἶπεν αὐτό; Ἔχω καθῆκον νὰ διαμαρτυρηθῶ. Δὲν περιέμενον ἀπὸ ὑμᾶς νὰ πλαστογραφῆτε τοὺς λόγους μου. Ἐὰν νομίζητε ὅτι ἐπίκεινται ἐκλογαὶ καὶ θέλητε νὰ χρησιμοποιήσητε τὸ ζήτημα αὐτό, εἶναι ἄλλος λόγος. Δικαίωμα ὅμως νὰ πλαστογραφῇ τοὺς λόγους μου, ἄνθρωπος τῆς περιωπῆς Σας, δὲν ἔχει.
§292ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶπον ὅτι τὰ ζητήματα ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Εἶναι δυνατὸν νὰ συμβιβασθῶσιν ἀμφότερα, ὑποχωρούντων τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἀθηνῶν καὶ ὑποχωρούντων καὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Κορινθίας. Ἢ πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὅτι θὰ δοθῇ ἡμῖν ὡρισμένη ποσότης ὕδατος πρὸς ἄρδευσιν, τοῦ ὑπολοίπου κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τῆς Κυβερνήσεως ὄντος ἐπαρκοῦς πρὸς ὕδρευσιν 800 χιλ. κατοίκων, ἢ ἂς λάβῃ τὸ ὅλον ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂς ἐξασφαλίσῃ εἰς ἡμᾶς τοὐλάχιστον τὴν ἄρδευσιν καὶ ὅσα δικαιώματα ἔχομεν τώρα. Τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εἶπεν· προκειμένου περὶ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου δὲν ἔχω νὰ συζητήσω τίποτε. Ἤκουσα καὶ κἄτι τι ἄλλο· ὅτι τὸ Κράτος εἶναι παντοδύναμον. Γνωρίζω ὅτι εἶναι παντοδύναμον, ἀλλὰ καὶ ὅτι τὸ Κράτος εἶναι τόσον παντοδύναμον, ὥστε νὰ φθάνῃ καὶ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα οὔτε ἀνθρώπινος νοῦς δύναται νὰ συλλάβῃ, δὲν τὸ ἐπίστευον. Εἶναι δυνατὸν ἡμεῖς ἐδῶ νὰ ψηφίσωμεν ὅτι αὔριον θὰ καρατομηθῶσι 50,000 ἀνθρώπων εἰς τὴν πλατεῖαν τοῦ Συντάγματος, καὶ νομίζει ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι αὐτὸ θὰ ἐκτελεσθῇ, διότι ἡμεῖς τὸ ἀπεφασίσαμεν ἐδῶ; Διότι κατ’ οὐδὲν διαφέρει ὅτι διαπράττομεν ἀπόψε ἐκείνου τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον. Νομοθετοῦμεν ἄνευ λόγου, καὶ λόγῳ τῆς ἐπιμονῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, κρυπτομένου ὄπισθεν τῆς ἀξιοπρεπείας δῆθεν τοῦ Κράτους, ἀποφασίζομεν τὸν στραγγαλισμὸν καὶ τὴν ἀπογύμνωσιν 60.000 κατοίκων. Θὰ σᾶς ἐκθέσω πῶς ἔχουσι τὰ ζητήματα ταῦτα διὰ νὰ κρίνητε καὶ σεῖς, λυποῦμαι δὲ διότι οἱ κ. Συνάδελφοι τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύουσι τὰ 9]10 τῆς Βουλῆς, ἀπουσιάζουσι νομίζοντες ὅτι ἐπαρκῶς ἀντιπροσωπεύονται ὑπὸ τῶν παρόντων. Δὲν εἶμαι ἐγὼ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἀρνηθῶ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει ἡ πρωτεύουσα ἐπὶ τῆς εὐνοίας τῶν λοιπῶν κατοίκων τοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ τὰ δικαιώματα τῆς πρωτευούσης ἢ καὶ οἱασδήποτε χώρας ἔχουσιν ὡς ὅριον τὰ δικαιώματα τῆς ὑπάρξεως καὶ τῶν ἄλλων πληθυσμῶν. Οὐδεὶς ποτε ὑπεστήριξεν ὅτι πρέπει νὰ θυσιάσωμεν τὴν ὕπαρξίν τινων χάριν τῆς εὐμαρείας ἄλλων, διότι δὲν πρόκειται περὶ ἀντικειμένου δυναμένου νὰ ἀντικατασταθῇ. Οὐδεὶς ποτε ὑπεστήριξεν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ θυσιάσωμεν χάριν τῆς εὐμαρείας, διότι περὶ τούτου πρόκειται, τῆς πρωτευούσης, νὰ θυσιάσωμεν, λέγω, 60.000 κατοίκων. Δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι πρέπει νὰ ἀποθάνητε σεῖς διὰ νὰ ζήσω ἐγώ. Ἂν ἡ μεταφορὰ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας στοιχίζῃ ἀκριβὰ διὰ τὰς Ἀθήνας, ἂς στρέψωσι αὗται τὰ βλέμματά των ἀλλοῦ. Εἶναι ἀνάγκη πρῶτον νὰ ἀσφαλισθῶσιν οἱ πληθυσμοὶ τῆς Κορινθίας καὶ κατόπιν νὰ θελήσητε νὰ γίνῃ χρῆσις τοῦ ἀγαθοῦ τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν Κορινθίᾳ. Τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας, Κύριοι, ἐχρησίμευσαν ἀπὸ χρόνων πολλῶν, ὅπως ὅλη ἡ πεδιὰς περὶ τῆς ὁποίας οἱ ἀρχαῖοι ἔλεγον, «εἴη Σοι τὰ μεταξὺ Σικυῶνος καὶ Κορίνθου», καταστῇ κατάφυτος. Ἀλλ’ ὅπως εἶναι γνωστὸν οὔτε τὰ μέσα ὑπῆρχον ὅπως φυτευθῇ ὅλη ἐκείνη ἡ ἔκτασις ἀμέσως, οὔτε ὁ πληθυσμὸς ἦτο ἐπαρκὴς πρὸς τοῦτο. Ἐγένετο λοιπὸν ἡ καλλιέργεια τῆς ἐκτάσεως αὐτῆς κατὰ τρόπον διαδοχικόν. Τὸ διαδοχικὸν τοῦ τρόπου παρουσιάζει διάφορα δικαιώματα ἐπὶ τοῦ ὕδατος. Εἶναι κτήματα τὰ ὁποῖα ἀπὸ τεσσαράκοντα καὶ πλέον ἐτῶν ἐφυτεύθησαν καὶ ἀνενοχλήτως νέμονται τὸ ὕδωρ τῶν πηγῶν τῆς Στυμφαλίας. Εἶναι ἄλλα τὰ ὁποῖα νέμονται αὐτὸ ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν, ἄλλα ἀπὸ εἴκοσι ἄλλα ἀπὸ δέκα καὶ ἄλλα ὀλιγώτερον τῶν δέκα ἐτῶν. Μία ἔκτασις ἀρκετὴ πρὸ πέντε μόλις ἐτῶν ἠδυνήθη νὰ καταστῇ ἀρδεύσιμος, συνεπείᾳ χειροποιήτου ἔργου τὸ ὁποῖον ὁ δῆμος Κορινθίων κατόπι νόμου ψηφισθέντος ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ παραχωρήσει τῆς Κυβερνήσεως κατεσκεύασε καὶ κατέστησεν αὐτοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ ὕδατος ὑπὸ τὴν ἔννοιαν τῆς χρήσεως πάντοτε. Ἂν ἀνοίξωμεν τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον, τὸ ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὅτι πρέπει νὰ συμβουλευθῶμεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀμφιβάλλω ἂν καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι πρὸ τεσσαράκοντα ἐτῶν ἤρδευον, θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξωσιν εἰς τὸ δικαστήριον ὅτι ἔχουσι δικαίωμα. Δὲν γνωρίζω τί ἔκαμαν οἱ Ῥωμαῖοι· γνωρίζω ὅμως ὅτι σήμερον, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι τὰ ὕδατα ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ μᾶς χρειασθῇ τριακονταετία ἢ τεσσαρακονταετία· ἑπομένως ὅλη ἐκείνη ἡ ἔκτασις ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸ προσὸν τοῦτο, μένει ἐκτὸς τοῦ παραδείσου. Ἡ πραγματικὴ λοιπὸν κατάστασις εἶναι ἄλλη. Ὑπάρχουσιν ἰδιοκτῆται ἔχοντες τὰ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου προσόντα, ἀλλὰ καὶ μέγιστος ἀριθμὸς τούτων μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα ταῦτα. Ἐν τούτοις βέβαιον εἶναι ὅτι ὑπάρχει μία πραγματικὴ κατάστασις, τῇ συνδρομῇ καὶ ἀνοχῇ τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων. Ἂν ἀναδιφήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὰ ἀρχεῖα αὐτοῦ, θὰ ἴδῃ τηλεγραφήματα πρὸς διαφόρους Ἀστυνομικὰς Ἀρχάς, ἰδίως τοῦ Ἄργους, νὰ μεταβῶσιν καὶ ἐνισχύσωσι τοὺς ἐνοικιαστὰς τῶν ὑδάτων καὶ ἀφήσωσι ἀκώλυτον τὴν ῥοὴν τοῦ ὕδατος διότι κύριός τις ἐξ Ἀλέας, ἐπωφελούμενος τῆς θέσεως, ἠθέλησε νὰ διακόψῃ αὐτήν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου. Ὑμεῖς προετείναμεν τὰ ἑξῆς. Εἴπομεν πρῶτον, κατὰ τὴν ἰδικήν μου τροποποίησιν, ἡ ἀρχικὴ ἦτο αὕτη, νὰ μᾶς ἀναγνωρίσητε τὴν πραγματικὴν κατάστασιν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρδεύσεως τὸ ὁποῖον ἔχομεν τώρα νὰ ὁρίσητε εἰς ἡμᾶς ὡρισμένον ποσὸν ὕδατος λαμβάνοντες τὸ περίσευμα. Δὲν θέλετε αὐτό; Νὰ λάβητε σεῖς ὡρισμένην ποσότητα ὕδατος ἀφήνοντες εἰς ἡμᾶς τὸ περίσευμα. Καὶ τέλος λάβετε σεῖς ὅλον τὸ ὕδωρ, ἀλλ’ ἀσφαλίσατε εἰς ἡμᾶς τὴν ἄρδευσιν. Ἡ Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει τὴν πραγματικὴν κατάστασιν· ἀναγνωρίζει ὅτι ἔχομεν, ἂν ὄχι δικαίωμα, ἀλλὰ συμφέρον, καὶ ὅτι εὑρισκόμεθα ἐν τῇ νομῇ τῆς χρήσεως τοῦ ὕδατος. Ἀλλ’ ὅταν ἐρχώμεθα νὰ διατυπώσωμεν τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἀμέσως μᾶς παρουσιάζετε τὸ corpus juris civilis. Ἄν εἶναι καλῆς πίστεως ἡ Κυβέρνησις, ἂν φρονῇ ὅτι θὰ φθάσῃ, εἴτε αὐτὴ εἴτε ἡ διάδοχος αὐτῆς εἰς τὸ συμπέρασμα ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν ἄρδευσιν, εἴτε παρέχουσα ὡρισμένον ποσὸν ὕδατος εἴτε διὰ χειροποιήτων ἔργων, οἱωνδήποτε, ἀσφαλίζουσα τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον σήμερον αὐτοὶ ἔχουσι καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου προέβησαν εἰς δαπάνας, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο ἄπειροι ἀγοραπωλησίαι, διατί δὲν ἀναγνωρίζει τὰ δικαιώματα αὐτὰ παραπλεύρως ἐκείνων τῶν πομπωδῶν ὑποσχέσεων τὰς ὁποίας μᾶς ἀναγράφει ἐν τῇ τροπολογίᾳ του ὁ κ. Ὑπουργός; Εἶναι καλῆς πίστεως; Τί ἔχει νὰ φοβηθῇ; Ἀλλ’ ἐφευρέθη μετὰ τὸ Ῥωμαϊκὸν Δίκαιον ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ δὲν βλέπω ὁποία τις σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ συμφωνίας καὶ ἀξιοπρεπείας, καὶ κατὰ τί ἐξευτελίζεται τὸ Κράτος λέγον ὅτι, ἂν δὲν ἐκτελέσω τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα ὑπόσχομαι, θὰ σᾶς ἀποζημιώσω ἀναγνωρίζον τὴν ὑφισταμένην πραγματικὴν κατάστασιν. Ἔπειτα, πρὸς τί ἡ ἀνάγκη νὰ συνδέῃ ζητήματα τοιαῦτα; Οἱ λογαριασμοὶ αὐτοί, ἂν εἶναι ἀληθεῖς, ἐπιτρέπουσι νὰ ἱκανοποιήσῃ τις ὅλας τὰς ἀξιώσεις. Εἰς τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ὁποίους μᾶς παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἔχετε ἐν ταῖς πηγαῖς τῷ 1908 τὸν Ἰούνιον, 1560 λίτρας ὕδατος· τὸν Σ)βριον 1150· τὸν Ὀκτώβριον 950. Τῷ 1909 τὸν Ἰούνιον ἔχετε 1382 λίτρας, τῷ 1910 ἔχετε 1100 λίτρας, κατὰ τὸ 1911 τὸν Μάϊον 2190 λίτρας. Ἄν εἶσθε βέβαιοι διὰ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτούς, καὶ πρέπει νὰ εἶσθε βέβαιοι, διατί δὲν παραχωρεῖτε καὶ εἰς ἡμᾶς ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶναι ἀναγκαῖον καὶ τὸ ὁποῖον ὑπολογίζω, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰς 300 λίτρας. Διατί δὲν παραχωρεῖτε εἰς ἡμᾶς τοῦτο, ἔστω κατ’ ἐκτίμησιν πραγματογνωμόνων, ἂν νομίζητε ὅτι εἶναι ὑπερβολικόν; Διατί δὲν ἀφήνετε τὸ ζήτημα τῆς Στυμφαλίας εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε τῆς ἰδικῆς σας εἴτε τῆς μελλούσης, καὶ διατί ἀρνεῖσθε καὶ τὴν ἄρδευσιν τὴν εἰδικὴν νὰ ἀσφαλίσητε; Ἄν εἰς ὅλα αὐτὰ δὲν ἔχητε πεποίθησιν, τότε τίνα ἔννοιαν ἔχει ἡ σύμβασις τὴν ὁποίαν ἐφέρατε ἐδῶ ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτων προϋποθέσεων; Ἐγὼ σᾶς εἶπον ποία εἶναι ἡ ἐντύπωσίς μου, ὅτι δὲν θὰ δυνηθῆτε νὰ ἔχητε ὕδωρ περισσότερον τῶν 600 λιτρῶν, ἡ δ’ ἑταιρία ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ ἀναλάβει τότε θὰ ζητήσῃ ταχέως τὴν ἐκκαθάρισιν αὐτῆς. Ὁ κ. Ῥάλλης μετέβη εἰς τὴν Στυμφαλίαν καὶ εἶδε τὰ ὕδατα αὐτῆς, εἶναι δ’ ὁ μόνος πολιτευόμενος, ὅπως εἶπον καὶ προχθές, ὅστις εἶχε τὴν περιέργειαν καὶ τὴν φιλοτιμίαν νὰ μεταβῇ. Ἀλλ’ ἀφοῦ σεῖς φρονεῖτε ὅτι ἔχετε τοιοῦτον ποσόν, διατί δὲν παραχωρεῖτε εἰς ἡμᾶς μικρὸν μέρος λαμβάνοντες τὸ ὑπόλοιπον; Εἴμεθα ἡμεῖς τόσον ἀνάξιοι προστασίας; Ἢ φρονεῖτε ὅτι ἡμεῖς πρέπει νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας, καὶ θὰ τὰς σταυρώσωμεν ὅταν ἔλθητε νὰ μᾶς στερήσητε τὸ μέσον τῆς ζωῆς; Διότι δὲν πρόκειται ν’ ἀφαιρέσητε παρ’ ἡμῶν πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δυνάμεθα δι’ οἱασδήποτε δαπάνης ν’ ἀντικαταστήσωμεν· ἀφαιρεῖτε παρ’ ἡμῶν ὅ,τι ἀποτελεῖ τὴν ὕπαρξιν ἡμῶν. Διατί; Διὰ νὰ μὴ πληρώνητε εἰς τὴν ἑταιρίαν τῆς Κωπαΐδος 100 ἴσως χιλιάδας δραχμῶν κατ’ ἔτος ἢ διὰ νὰ μὴ πληρώσητε ἓν ἑκατομμύριον διὰ νὰ κάμητε ἔργα ἀρδεύσεως ἢ διὰ νὰ μὴ ἀποξηράνητε τὴν λίμνην Φενεοῦ, ὅτε πραγματικῶς τὸ ζήτημα τῆς ἀρδεύσεως καὶ διὰ τὴν Κορινθίαν καὶ ἐν γένει διὰ τὴν Ἀργολίδα λύεται ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω, πρὸς τί ἡ Κυβέρνησις ἐπιμένει, ἀφοῦ ἔχει πεποίθησιν εἰς τοὺς λογαριασμούς της, νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα ἡμῶν, ἀφοῦ, ὡς ἰσχυρίζεται καὶ πιστεύει ὑποθέτω, ὑπάρχει ἐπαρκὲς ὕδωρ, ὅπως καὶ αἱ Ἀθῆναι ἱκανοποιηθῶσι καὶ ἡ Κορινθία μὴ ξηρανθῇ; Ἡμεῖς εἴμεθα συνεπεῖς ἀξιοῦντες παρ’ ὑμῶν ὅ,τι ἀξιοῦμεν, διότι δὲν πιστεύομεν εἰς τοὺς λογαριασμούς σας καὶ σᾶς εἶπον τοῦτο καὶ προχθές. Καὶ διὰ νὰ ἴδητε πόσον ἀμελέτητον εἶναι τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας, σᾶς λέγω τοῦτο· γράφετε ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπόχρεος νὰ πληρώσῃ ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἀποζημιώσεις. Θὰ πληρώσῃ 30.000.000 ἔστω καὶ ἂν περιορισθῇ εἰς τὸ ἀστικὸν δίκαιον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Διότι τί νομίζετε ὅτι εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα δὲν περιλαμβάνονται εἰς τὴν ῥήτραν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ; Εἶναι τὸ ἥμισυ τὸ πρὸς μεσημβρίαν μέρος τῆς Κορινθίας· τὸ πρὸς βορρᾶν ἠρδεύετο ἤδη δι’ αὔλακός τινος εὑρισκομένης ἐν Βέλῳ· τὸ πρὸς μεσημβρίαν εἶναι τὸ ὁποῖον ἀρδεύεται ἀπὸ τὴν αὔλακα ἐκείνην ἥτις κατεσκευάσθη κατὰ τὸ 1908. Ἐὰν δὲ θελήσητε νὰ κάμητε λογαριασμόν, θὰ ἴδητε ὅτι θὰ ἔχητε νὰ πληρώσητε 20 ἕως 30 ἑκατομμυρίων ἀποζημιώσεις μὲ ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφετε περὶ ἀστικοῦ δικαίου καὶ περὶ δικαιωμάτων οὕτω πως διατυπουμένων ἢ ἄλλως, διότι ὅλοι αὐτοὶ ἔχουσι συμπληρώσει κατοχὴν 30 ἐτῶν καὶ πλέον. Καὶ τὸ ὡραιότερον, παρατηρῶ εἰς τὴν σύμβασιν ὅτι παραχωρεῖτε τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας ὡς ἀνήκοντα εἰς ὑμᾶς. Ἄν μετεβαίνετε ἐκεῖ, ἠθέλετε ἰδῆ ὅτι τὰ ὕδατα αὐτὰ δὲν εἶναι ἰδικά σας, ἀπορῶ δὲ μάλιστα πῶς παρέλιπεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, ὅστις εἶναι εἰδικώτερος ἐμοῦ, νὰ εἴπῃ τοῦτο. Τὰ ὕδατα αὐτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν οἰκογένειαν Νοταρᾶ, ἡ ὁποία ἦτο καὶ κυρία τῶν πέριξ ἀγρῶν.
§293Ε. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἶπον ὅτι αἱ πλεῖσται τῶν πηγῶν εἶναι ἰδιόκτητοι.
§294Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατὰ τὸ 1890 ὁ μακαρίτης Σωτήριος Νοταρᾶς ἐπεχείρησε νὰ καταλάβῃ τὰς πηγὰς αὐτάς, ἐξώδευσε δ’ ἀρκετὰ χρήματα διὰ νὰ καταστήσῃ ἀρδευσίμους ἀγρούς τινας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀρδευθῶσιν ἐκ τῆς πηγῆς. Ἀλλὰ τί ἀποδεικνύει τὸ κτίσμα, τὸ ὁποῖον θὰ εὕρητε ἂν μεταβῆτε ἐκεῖ καὶ τὸ ὁποῖον ἐκόστισε χιλιάδας δραχμῶν καὶ τὸ ὁποῖον ἴσως θὰ εἶδεν ὁ κ. Ῥάλλης ὅτε μετέβη ἐκεῖ; Ἀποδεικνύει ὅτι δὲν ἔχομεν νὰ παραγράψωμεν ἐναντίον τοῦ δημοσίου, ἀλλ’ ἐναντίον ἰδιώτου. Βεβαίως σήμερον τὰ ὕδατα διὰ τὴν οἰκογένειαν Νοταρᾶ, οὐδεμίαν ἔχουσιν ἀξίαν διότι ἔλειψεν ἡ κυριότης τῶν πέριξ ἀγρῶν. Μοὶ φαίνεται ὅμως ἄπορον, πῶς ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τόσην στοργὴν ἔδειξε διὰ τοὺς πενέστας τῆς Θεσσαλίας, τοὺς ὁποίους σκέπτεται νὰ προστατεύσῃ, καὶ δικαίως, καὶ νὰ καταστήσῃ αὐτοὺς ἰδιοκτήτας, πῶς ἀρνουμένη τὰ ἀρχὰς αὐτῆς ἔρχεται νὰ καταστήσῃ ὄχι πλέον 2 ἢ 3 χιλιάδας ἢ 5, ὅσοι εἶναι οἱ ἐν Θεσσαλίᾳ, ἀλλὰ 50,000 πενέστας καὶ καθιστᾷ αὐτοὺς οὕτω ἐξ ἐπιμονῆς τοῦ νὰ μὴ ἀναγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα αὐτὰ καὶ νὰ κατασκευάσῃ ἐκεῖνα τὰ ἔργα, δι’ ὧν θὰ ἀσφαλισθῇ ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἐν τῇ Κορινθίᾳ διαμονὴ αὐτῶν. Κατὰ ποίαν λογικὴν ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ συμβιβάζῃ τὰ δύο ταῦτα, ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εἶμαι ἀνίκανος νὰ ἀντιληφθῶ. Θέλετε νὰ ἐξαλείψητε τὸ ὄνειδος τῶν πενεστῶν καὶ δημιουργεῖτε ἐξ ἄλλου διὰ τῶν πράξεών σας πενέστας. Δὲν ἀρκεῖ νὰ λάβωσιν αἱ Ἀθῆναι 800 λίτρας ὕδατος, εἰς τρόπον ὥστε νὰ ἔχωσιν ἐπάρκειαν ὕδατος καὶ ὅταν ἀκόμη φθάσωσιν εἰς πληθυσμὸν 1.000.000, διότι 800 λίτραι ὕδατος κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς φθάνει διὰ 800,000 πληθυσμοῦ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει ὅτι ἕκαστος καταναλίσκει 100 λίτρας τὸ ἡμερονύκτιον, ἀφοῦ σήμερον αἱ Ἀθῆναι καὶ οἱ Ἀθηναῖοι καταναλίσκουσιν μόνον 10 ἂν μὴ ὀλιγωτέρας λίτρας; Ἄν μετὰ 20 ἢ μετὰ 30 ἔτη καταναλίσκωσιν 80, καὶ νομίζω ὅτι ἡ πρόοδος θὰ εἶναι μεγάλη, ἔχομεν ἀμέσως ποσὸν ὕδατος ἐπαρκὲς διὰ 1000000 κατοίκων. Ὅταν αἱ Ἀθῆναι φθάσωσιν εἰς 1.000.000, ἂς στρέψωσιν τὰ βλέμματα αὐτῶν καὶ ἀλλαχοῦ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ ζήσωσιν αἱ Ἀθῆναι ἐπὶ τῇ καταστροφῇ ὁλοκλήρων πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν ὅτι ὑπάρχει Κυβέρνησις, ὅτι ὑπάρχουσι νόμοι, ὅτι ὑπάρχουσι Βουλευταὶ ὅτι ὑπῆρχον τέλος ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κλείσωσι τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ τὰ ὦτα ἀπέναντι τῶν διαμαρτυριῶν των; Λυποῦμαι μάλιστα διότι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἤρχισε τὴν μελέτην τοῦ ζητήματος ἀπ’ ἐδῶ, ἀλλ’ ἀπέστειλε τοὺς μηχανικοὺς διὰ νὰ φέρωσι τὴν εἴδησιν, ἂν ὑπάρχῃ νερὸν· πόσον νερὸν καὶ τί θὰ στοιχίσῃ ἡ μεταφορὰ, ἀλλὰ δὲν ἠρώτησαν μὴ αὐτὸ τὸ νερὸν χρησιμοποιῆται· μὴ ἔχῃ σύνδεσμόν τινα πρὸς τὸν τόπον· μὴ ἐξυπηρετῇ συμφέροντα. Ἡ ἀφαίρεσις τοῦ ὕδατος αὐτοῦ μήπως φέρῃ στείρευσιν τῶν ἄλλων πηγῶν τῆς Κορινθίας; Διότι τίς γνωρίζει τὰ ὑπὸ τὴν γῆν συμβαίνοντα; Ἀλλὰ διὰ τοὺς Κορινθίους δὲν πειράζει. Αὐτοὶ ἂν ἔχωσι δικαίωμα κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον, θὰ τὸ λάβουν! Σᾶς ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι τοιαύτην λογικὴν παρὰ τῆς παρούσης Κυβερνήσεως δὲν ἀνέμενον. Αὐτὰ εἶναι τὰ θέματα, τὰ ὁποῖα συνεζητήσαμεν καὶ εἰς τὸ συμβούλιον καὶ κατωρθώσαμεν νὰ συμφωνήσωμεν ὅτι δὲν εἴμεθα διόλου σύμφωνοι. Παρατηρῶ ὅμως ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ τροποποίησις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ἐχειροτέρευσε τὸ πρᾶγμα, καὶ ἐγὼ προτιμῶ, τοὐλάχιστον ἐγὼ, νὰ μείνῃ τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, διότι ὄχι μόνον θὰ μεταβάλῃ ἁπλῶς τὴν κατάστασιν ἡ τροποποίησις, ἀλλὰ θὰ μεταβάλῃ αὐτὴν ἐπὶ τὰ χείρω καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Ποία ἦτο ἡ ἀρχικὴ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νομοσχεδίου; (ἀναγνώσκει). «Ἄν τυχὸν ὑπάρχωσι κεκτημέναι δουλεῖαι, εἴτε ἀρδεύσεως εἴτε ἑτέρας χρήσεως ἐπὶ τῶν ὑδάτων τῶν ἀνωτέρω πηγῶν, τὸ δημόσιον θέλει, εἴτε διὰ Β. Διατάγματος κανονίσῃ τὰ ἀφορῶντα εἰς τὴν ἄσκησιν τῶν δουλειῶν τούτων, ὅπως μὴ ἐπέλθῃ ζημία τις εἰς τοὺς δικαιούχους, εἴτε θὰ προβῇ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν ἀξιούντων δικαιώματα ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν ἐν τοῖς ἄρθροις 7 καὶ 8 ὡρισμένην διαδικασίαν. Αὕτη ἦτο ἡ πρώτη διατύπωσις. Καὶ ὑπεδείξαμεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅτι δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος οὔτε περὶ ἀποζημιώσεων ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ὅπως ἀναγράφει τὸ νομοσχέδιον (ἄρθρ. 21), ἀλλὰ πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων, πρόκειται περὶ πληθυσμῶν μεγάλων, πρόκειται περὶ μεγάλων ἐκτάσεων, τῶν ὁποίων οἱ ἰδιοκτῆται ἐπίστευσαν ὅτι ποτὲ δὲν θὰ εὑρίσκετο Κυβέρνησις ἡ ὁποία θὰ ἠδύνατο ἀσπλάγχνως νὰ στραγγαλίσῃ τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Τώρα ἀκούσατε τὴν νέαν διατύπωσιν· (ἀναγινώσκει) «Ἐν περιπτώσει μεταφορᾶς τῶν ὑδάτων τῶν πηγῶν Στυμφαλίας, ὁ ἀνάδοχος ὑποχρεοῦται ὅπως ἐκ τῶν ἀνωτέρω πηγῶν παραχωρήσῃ δωρεὰν τὴν ἀπαιτουμένην ποσότητα πρὸς ὕδρευσιν τῶν κατοίκων τῶν παρὰ τὰς πηγὰς ἐκ τῶν πηγῶν τούτων»· αὐτὸ ἔλειπε δηλ. νὰ μὴ δώσητε οὔτε αὐτὸ τὸ νερόν, καὶ ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη τῇ ἐπιμονῇ τοῦ κ. Παπακωνσταντίνου!
§295ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τὴν ἐθεωρήσαμεν περιττήν, ἀλλ’ ἠξίωσεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου νὰ τεθῇ.
§296Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ναί, ἀλλ’ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους δὲν ἐπιτρέπει τοιαῦτα. Ἀκούσατε τί λέγει κατωτέρω. Μᾶς λέγει τὸ ἀρχικὸν σχέδιον ὅτι· (ἀναγινώσκει) «Ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ τὸ δημόσιον ὑποχρεοῦται ὅπως ἐκτελέσῃ τὰ κατάλληλα ἔργα διὰ τὴν ἄρδευσιν τῶν κτημάτων τῶν τέως δήμων Στυμφαλίας, Νεμέας, Σικυῶνος, Κορινθίων, καὶ Ἀλέας κλπ.» Καὶ ἕως ἐδῶ εἶναι ὑποφερτά. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἐν ταῖς διαπραγματεύσεσιν, ὅτε εἴπομεν νὰ ἀναγνωρίσητε τὴν πραγματικὴν κατάστασιν, καὶ ὁμολογῶ ὅτι ἡ πραγματικὴ κατάστασις πάντων τῶν ἰδιοκτητῶν δὲν εἶναι προστατεύσιμος ὑπὸ τοῦ ἀστικοῦ δικαίου, διότι ὅλοι οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἔχουσιν ἀγροὺς ἀρδευομένους ἀπὸ τεσσαρακονταετίας, ἔχουσιν ἀγροὺς ἀρδευομένους ἄλλοι μὲν ἀπὸ τεσσαρακονταετίας, ἄλλοι δὲ ἀπὸ πενταετίας ἢ ὀκταετίας. Εἴπομεν ὅτι ἂν θέλητε μάλιστα νὰ ἀναγνωρίσητε τοιοῦτον δικαίωμα καὶ νὰ ἀσφαλίσητε εἰς ἡμᾶς τὴν ἄρδευσιν, προσφερόμεθα νὰ χορηγήσωμεν πρὸς τὸ δημόσιον καὶ μίαν δραχμὴν κατὰ στρέμμα, ὅπως εὐκολύνωμεν τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων. Ἀλλὰ σεῖς ἀπεκόψατε τὴν κεφαλὴν τῆς προτάσεως καὶ ἐπήρατε τὸ ἄλλο σῶμα. Τὴν πρότασίν μας περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων μας δὲν ἐδέχθητε, ἀλλ’ ἐγένετο δεκτὴ ἡ πρότασίς μας ὅπως φορολογηθῶμεν. Καὶ ἀκούσατε τὴν διατύπωσιν· (ἀναγινώσκει) «Ἐπιτρέπεται ἵνα διὰ Β. Δ. ὁρισθῇ ἀναγκαστικὴ εἰσφορὰ μέχρι δραχμῆς μιᾶς κατὰ στρέμμα ἀρδευομένης κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκτάσεως κλπ.» Ἀλλὰ δὲν ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν αὕτη οὔτε εἴπομεν νὰ πληρώνωμεν ἐπ’ ἄπειρον. Ἡμεῖς, ἐν τῇ πεποιθήσει ὅτι ὁμιλοῦμεν πρὸς Κυβέρνησιν, ἥτις εἶναι διατεθειμένη νὰ ἀκούσῃ καὶ νὰ κρίνῃ, ὅτι ὁμιλοῦμεν πρὸς Κυβέρνησιν, ἥτις δύναται νὰ καμφθῇ ἐνώπιον τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τοῦ ἀληθοῦς συμφέροντος αὐτῆς, ὑπεβάλομεν εἰς αὐτὴν τὰς δηλώσεις μας ταύτας, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις ἀπέκοψε τὴν κεφαλὴν τῆς προτάσεώς μας· ἔλαβε τὸ σῶμα καὶ δὲν ἐφρόντισε νὰ γράψῃ οὔτε ἐπὶ πόσον χρόνον θὰ διατηρηθῇ ἡ φορολογία αὕτη. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν νὰ σβύσῃ τὴν τροπολογίαν καὶ ν’ ἀφήσῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, διότι ἔχω τὴν ἐλπίδα ὅτι θὰ ὑπάρξῃ ἐν τῷ μεταξὺ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὰς σχέσεις αὐτάς, τὰς ὁποίας τόσον ἀστόργως μᾶς παρεγνώρισεν ἡ νῦν Κυβέρνησις, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὴν σημασίαν, τοὐλάχιστον διὰ τὸν Ὑπουργὸν τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, τῆς προστασίας τῆς γεωργίας, διότι δὲν εἶναι προστασία τῆς γεωργίας τὸ νὰ ἀφαιρῶμεν τὰ μέσα τῆς καλλιεργείας, ἀποστεροῦντες αὐτὴν ὅλων τῶν πηγῶν. Ἀλλὰ τὸ ὡραιότερον, καὶ ἐδῶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δὲν θὰ θελήσῃ νὰ διαφωνήσῃ, τὸ ὡραιότερον τῆς τροποποιήσεως τοῦ κ. Ὑπουργοῦ πάτοτε εἶναι τὸ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «Τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων καὶ πᾶσα σχετικὴ λεπτομέρεια τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἀρδεύσεων καὶ τοῦ τιμήματος αὐτῶν κανονισθήσονται δι’ εἰδικοῦ νόμου.» Δηλ. ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα γράφονται εἶναι πρὸς τὸ θεαθῆναι.
§297Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· παραβλέπετε ποῖος ἔγραψεν αὐτά. Ἐξακολουθεῖτε νὰ ὁμιλῆτε περὶ εὐθύνης τῆς Κυβερνήσεως δι’ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ἐνῷ αὕτη ἐγράφη χθὲς παρόντων ὅλων ἡμῶν. Ὁ τρόπος αὐτὸς τοῦ ὁμιλεῖν οὕτως, μοὶ φαίνεται περίεργος.
§298Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ὠφείλετε σεῖς νὰ προβλέψητε καὶ νὰ διορθώσητε τὸ σφάλμα.
§299ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἂν ἐλέγετε ὅτι τὰ περὶ ἀποζημιώσεων κανονισθήσονται δι’ ἰδικιτέρου νόμου, ἡ σύμβασις θὰ ἦτο πλήρης. Ἡ ἑταιρία θὰ ἀνελάμβανε τὸ ἔργον καὶ οὐδένα θὰ εἴχετε λόγον νὰ κανονίσητέ τι δι’ εἰδικοῦ νόμου. Τὴν 8 Μαΐου ἐζήτησα νὰ ἀναγνωρισθῶσι δικαιώματα εἰς τοὺς ἔχοντας τὴν χρῆσιν τοῦ ὕδατος μέχρι τοῦ 1913· ἐζήτησα ὅπως ἐπιτροπὴ καθορίσῃ τὸ ποσὸν τοῦ ὕδατος τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὴν ἄρδευσιν. Ἐζήτησα καὶ ἄλλο τι· ἐζήτησα νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ὁμαδικὴ παράστασις ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου. Αὐτὸ τὸ ἐδέχθητε, ἐδέχθητε δηλ. τοὺς πόδας. Δὲν νομίζω ὅτι πρέπει περισσότερον νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλήν. Οὔτε βλέπω δὲ καὶ τὴν χρησιμότητα τῶν ἀναπτύξεων τῶν θεμάτων αὐτῶν, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις εἶναι ἀποφασισμένη ἀπέναντι τῶν συμφερόντων καὶ τῆς εὐμαρείας τοῦ πληθυσμοῦ τῶν Ἀθηνῶν νὰ στραγγαλίσῃ οἱαδήποτε δικαιώματα ἄλλων πληθυσμῶν. Ἐνόσῳ δὲν ἀναγνωρίζει τὰ δικαιώματα αὐτὰ καὶ δὲν τὰ ἐξασφαλίζει κατὰ τρόπον ἀσφαλῆ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι σοβαραὶ αἱ προτάσεις αἱ ἀναγραφόμεναι εἰς τὸ ἄρθρον 11 τῆς συμβάσεως. Ἀλλ’ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω καὶ κἄτι ἄλλο· ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ οἰκοδομήματα, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται ἐπὶ τοῦ δικαίου καὶ τῆς ἀληθείας, δὲν εἶναι προωρισμένα νὰ ζήσωσιν!
§300Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ κ. Συνάδελφος ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ὅσα μὲν ἄλλα εἶπε, πολὺ ὀρθῶς εἶπεν. Ἀλλ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων ἐκάκισε τὴν διατύπωσιν τῆς παραγράφου 3 τοῦ ἄρθρου 11ου, νομίζω ὅτι δὲν εἶχε παντάπασι δίκαιον. Δὲν θὰ ὡμίλουν δέ, διότι εἶμαι βέβαιος ὅτι μόνος σκεπτόμενος καὶ αὖθις ἐπὶ τῶν πραγμάτων, θὰ ἔφθανεν εἰς τὴν ὀρθὴν ἐκτίμησιν τῆς διατυπώσεως τοῦ προτελευταίου ἐδαφίου, ἀλλὰ δυστυχῶς, ἀφοῦ ἐπιστοποιήθη ὅτι ἡ διατύπωσις τοῦ ἄρθρου ἐγένετο ὑπ’ ἐμοῦ, ἕτερος δὲ Συνάδελφος ὁμιλήσας εἶπεν ὅτι τὰ λάθη τῆς διατυπώσεως ὤφειλε νὰ τὰ διορθώσῃ ὁ κ. Ὑπουργός, μοὶ ἐπιβάλλεται νὰ σᾶς εἴπω δύ λέξεις. Νομίζω ὅτι ὁ ὁμιλήσας περὶ διατυπώσεως λαθῶν, δὲν ἔχει οἰκείως πρὸς τὸν μηχανισμὸν καὶ τὴν λειτουργίαν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, διότι ἄριστα δύναται καὶ ἐπιβάλλεται πολλάκις, ὅταν τις εἰσηγεῖται νομοθέτημά τι καὶ δὲν εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῶν λεπτομερειῶν, νὰ ἐξαγγέλλῃ τὸ πρόγραμμα, τὸ ὁποῖον εἶτα θὰ κανονίσῃ διὰ νόμου μέλλοντος νὰ ἐπακολουθήσῃ. Διαγράφεται δὲ τὸ καθῆκον οἱασδήποτε Κυβερνήσεως νὰ εἰσηγηθῇ τὸν νόμον αὐτόν, διότι ἄλλως παραβιάζει τὰ κοινοβουλευτικὰ αὐτῆς καθήκοντα. Ὥστε δὲν ἐπρόκειτο περὶ λάθους, καὶ πρέπει νὰ μὴ εἶναί τις οἰκεῖος πρὸς τὸν μηχανισμὸν τῆς νομοθετικῆς λειτουργίας, διὰ νὰ ὁμιλῇ περὶ λαθῶν. Ὑπάρχουσι νόμοι οἱ ὁποῖοι εἶναι προγραμματικοί, ἐν προκειμένῳ δὲ εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ ὁρισθῇ ἡ ὑποχρέωσις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μέχρι τίνος σημείου θὰ ὁρισθῇ αὕτη, αὐτὸ εἶναι λεπτομέρεια, περὶ τῆς ὁποίας οὐδεὶς εἶναι εἰς θέσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ νὰ ὁμιλήσῃ. Ἔπρεπε νὰ ὁρισθῇ ὅτι θὰ κανονισθῇ αὕτη διὰ νόμου. Ὁρίζεται ἡ μελέτη καὶ ὅταν συμπληρωθῇ αὕτη τότε πρέπει δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ κανονισθῶσιν αἱ ὑποχρεώσεις. Ἐζητήθη δὲ τοῦτο, διότι ὄχι μόνον θὰ ἠρχόμεθα εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸν διέποντα ἡμᾶς λογιστικὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ δι’ ἄλλον λόγον· διότι ἤθελον νὰ ἔχω καὶ ἐγὼ ἐγγύησιν, ὅτι τὰ ἔργα τὰ ἀρδευτικὰ δὲν θὰ γίνωσι πρὸς τὸ συμφέρον ἄλλων ἐπαρχιῶν. Αὐτὴ ἦτο ἡ ἔννοια καὶ ἀπορῶ πῶς διέφυγε τοῦτο τὴν ἀντίληψιν ἐκείνων οἱ ὁποῖοι μᾶς ἐκάκισαν. Ἀπορῶ δὲ πολὺ περισσότερον πῶς ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἠθέλησε νὰ μὲ κακίσῃ διότι ἐγὼ συνέταξα μόνος τὴν τροπολογίαν.
§301Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ὅτι ἀπορῶ διατί ὁ κ. Ἀραβαντινὸς οἰκειοποιεῖται τὴν διατύπωσιν αὐτήν. Ἡ διατύπωσις δὲν ὀφείλεται εἰς αὐτόν· ἑπομένως ἦτο περιττὸν ν’ ἀναλάβῃ νὰ ὑπερασπίσῃ αὐτήν, ὡς ἔπραξε. Βεβαίως δὲν εἶναι ἔργον του, καὶ οὐδεὶς εἶπε τοῦτο· εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς διασκέψεως, ἣν ἐκάμαμεν ἀπὸ κοινοῦ οἱ τρεῖς Βουλευταὶ ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας μετὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ὁποῖος ἀπεχώρησεν ἐν τῷ μεταξύ. Τὴν διατύπωσιν λοιπὸν ἐκάμαμεν πάντες ἡμεῖς μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ δὲν γνωρίζω διατί ἐθεώρησε τὸ ζήτημα προσωπικὸν ὁ κ. Ἀραβαντινὸς καὶ ἐκάκισεν ὅσους εἶπον ὅτι ἡ διατύπωσις δὲν εἶναι ὀρθὴ κατὰ τὸ περιεχόμενον, διότι περὶ τοῦ περιεχομένου ὁμιλοῦμεν. Βεβαίως δὲν εἶμαι σύμφωνος πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶπεν. Τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἐγένετο ἡ διατύπωσις, ἡ ὁποία πάντες γνωρίζομεν ὅτι ἐγένετο ἐπιτροχάδην καὶ ἁπλῶς διὰ νὰ θέσωμεν τὰς γενικὰς γραμμὰς ἐφ’ ὧν θὰ ἐσκεπτόμεθα κατόπιν, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφυγεν ὄντως εὐχαριστημένος ὅτι ἐδόθη μία εὐχάριστος λύσις, ἀλλὰ δὲν ἦτο καὶ ἡ τελειωτικὴ λύσις αὕτη. Ἡ παράγραφος ἐκείνη, ὡς εἶπε πολὺ ὀρθῶς ὁ κ. Κροκιδᾶς περιλαμβάνει ὅτι θὰ μᾶς ἐπιβληθῶσι νέα βάρη. Ἀλλ’ ἐνόησαμεν ἡμεῖς ποτε ν’ ἀναλάβωμεν νέα βάρη; Ἐνοήσαμέν ποτε ἡμεῖς νὰ ὑποβληθῶμεν ἑκουσίως διότι τὸ κυρίαρχον δικαίωμα τῆς Πολιτείας βεβαίως ἂν θέλῃ νὰ μᾶς ἐπιβάλῃ βάρη θὰ μᾶς ἐπιβάλῃ, ἀλλ’ ἐννοήσαμέν ποτε ἡμεῖς εἰς αἰῶνας νὰ ὑποστῶμεν ἑκουσίως βάρη, νὰ πληρώνωμεν ἕνα φόρον χρηματικὸν διὰ τὴν ἄρδευσιν, δηλαδὴ νὰ δημιουργήσωμεν μίαν ἐμπράγματον δουλείαν εἰς τὰ κτήματά μας ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καταστρέφονται; Καὶ τίς εἶπεν εἰς τὸν κ. Ἀραβαντινὸν ὅτι αὐτὸ εἶναι ἔργον του; Δὲν εἶναι ἔργον του, ἀλλὰ ἐγὼ λέγω ὅτι ἡ διατύπωσις ἡ ὁποία ἑρμηνεύεται οὕτως, οὔτε ἐκ μέρους ἡμῶν ἐγένετο οὔτε παρ’ ἄλλου, ἀλλὰ παρὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Ταῦτα κακίζομεν ἡμεῖς.
§302Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Κατελήξαμεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος, εἰς δικτύπωσιν ὡρισμένης προτάσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶχε τὸν λόγον νὰ ἔλθῃ καὶ αὐτὴ ὡς πρότασις, διότι τότε, ἀναγνωριζομένων τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰδιοκτητῶν, βεβαίως ἔπρεπε νὰ γίνῃ κανονισμός τις. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἡ κεφαλή, ὡς εἶπον, ἀπεκόπη, δὲν βλέπω διατί θὰ διατηρηθῇ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς βάρος ἡμῶν. Περιώρισαν τὸ δικαίωμά μας, δὲν μᾶς περιώρισαν ὅμως ὡς πρὸς τὰ βάρη. Τοὺς εὐχαριστοῦμεν πολὺ νὰ τὸ σβύσωσι.
§303Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἐξηντλήθη τελείως ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων. Ἤδη, καθ’ ἃ τὴν ἑσπέραν ταύτην ἔμαθον, ἐγένετο καὶ ἰδιαιτέρα σύσκεψις μετὰ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν εὑρίσκω δεδικαιολογημένην, διότι...
§304ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν. Ἀπουσιάζατε σεῖς προχθὲς καὶ εἶπον εἰς τὸν κ. Τσαλδάρην ὅτι πάντες σεῖς πρέπει νὰ προσέλθητε ἀπὸ κοινοῦ. Οὔτε ὁ κ. Τσαλδάρης παρίστατο, οὔτε ὁ κ. Κροκιδᾶς οὔτε ὑμεῖς. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ τῆς ἀρδεύσεως τῆς πόλεως Κορίνθου.
§305Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς δηλώσεως, τὴν ὁποίαν ἐκάματε κατὰ τὴν ἰδιαιτέραν συνεδρίασιν, ὅτε ἐζήτησα τὸν λόγον καὶ εἶπον ὅτι ὅλοι οἱ ἐνδιαφερόμενοι πρέπει νὰ προσέλθωμεν ἵνα ἀπὸ κοινοῦ λάβωμεν μέτρα. Τὸ ζήτημα, λέγω, Κύριοι, τελείως ἐξηντλήθη ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων κ. Συναδέλφων εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἔχῃ καμμίαν ἀπολύτως σκοπιμότητα τὸ νὰ ἀσχοληθῇ τις ἐπὶ πλέον περὶ αὐτοῦ, ἀφοῦ μάλιστα εὑρίσκεται πρὸ μιᾶς Κυβερνήσεως ἀποφασισμένης τελείως καὶ ἀνεπιφυλάκτως νὰ μὴ ὑποχωρήσῃ. Ἀλλ’ ἀκούω κατὰ καιροὺς ἐπαναλαμβανόμενον ὅτι ἐθνικὴ εἶναι ἡ ἀνάγκη τῆς ὑδρεύσεως. Δὲν βλέπω τίς ἐθνικὴ ἀνάγκη εἶναι νὰ ἐξασφαλισθῇ ἡ ὕδρευσις τῆς πρωτευούσης. Γνωρίζω ὅτι ἀνάγκη εἶναι νὰ παρουσιάσῃ καλλιτέραν εἰκόνα ἡ πρωτεύουσα, ἀλλὰ πέρα τούτου οὐδὲν ἄλλο. Καὶ ἠπόρησα μάλιστα προχθές, ὅτε ἀνέγνωσα εἴς τινα ἐφημερίδα ὅτι Συνάδελφός τις ἐξ Ἀττικῆς, ὅτε ἄλλος Συνάδελφος ἐκ Κορινθίας ὡμίλει καὶ ἐζήτει τέλος πάντων νὰ κανονισθῇ ποσότης ὕδατος κατὰ τρόπον τοιοῦτον ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν καὶ ἡ ὕδρευσις νὰ ἐξασφαλισθῇ καὶ ἡ ἄρδευσις τῶν ἐκτάσεων ἐκείνων ἐπίσης νὰ ἐξασφαλισθῇ, ἀνέγνωσα ὅτι διεμαρτυρήθη, εἰπών: τί θὰ γίνῃ διὰ τὸν πληθυσμὸν τῆς πρωτευούσης; Καὶ δὲν ἐρωτᾷ ὁ ἐθνικὸς ἐκεῖνος ἀνήρ, τί θὰ γίνωσιν οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καθίστανται αὐτόχρημα δυστυχεῖς ἀποστερούμενοι πάσης καλλιεργείας; Τὸ μόνον τὸ ὁποῖον προσδοκῶ ἐκ τῆς ὑδρεύσεως τῶν Ἀθηνῶν εἶναι ὅτι θὰ πυκνωθῇ ὁ πληθυσμός. Τίποτε ἄλλο. Καὶ θὰ πυκνωθῇ ἀσφαλῶς ἐπὶ ζημίᾳ τῶν ἄλλων μερῶν, ἐρχομένων ἐδῶ τῶν κατοίκων διὰ νὰ εὕρωσιν ἀνετώτερον τὸν βίον καὶ περισσοτέραν τὴν εὐμάρειαν, τὴν ὁποίαν τώρα θὰ τοὺς ἐξασφαλίσητε ἀκόμη περισσότερον διὰ τῆς ἐξαφανίσεως, ἐπαναλαμβάνω, ὁλοκλήρων πληθυσμῶν διὰ τὴν τύχην τῶν ὁποίων τελείως ἀδιαφορεῖτε. Ἀπὸ τὸ νομοσχέδιόν σας, τὸ ὁποῖον συνετάξατε καὶ ἐφέρατε εἰς τὴν Βουλήν, καταφαίνεται ἓν μόνον, ὅτι ἔχετε σκοπόν, νὰ κάμητε τὴν ὕδρευσιν τῶν Ἀθηνῶν, ἀδιαφοροῦντες, ἐπαναλαμβάνω, ἂν ὁλόκληροι ἄλλοι πληθυσμοὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν καταστρέφονται. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· λέγεται τοῦτο οἰκονομικὴ πολιτική, καὶ ἐνίσχυσις τῆς γεωργίας τὴν ὁποίαν καθ’ ἡμέραν ἐπαγγέλλεσθε; Εἰξεύρετε δὲ πῶς ἐπαγγέλλεσθε τὴν ὑποστήριξιν τῆς γεωργίας; Μετακομίζοντες ἐνταῦθα διαφόρους ἀποστολὰς διὰ νὰ καταστρέφωσι διάφορα ἔντομα! Αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομικὴ καὶ γεωργικὴ πολιτική σας. Αὐτὸ λέγουσι τὰ καθ’ ἡμέραν ἐδῶ ὑποβαλλόμενα νομοσχέδια ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων Ὑπουργῶν. Πέραν τούτου δι’ οὐδὲν ἄλλο ἔχομεν νὰ προβλέψωμεν. Ἐσταματήσαμεν ἐκεῖ εἰς τὰ μικρά. Τὰ μέγιστα δὲν τὰ εἴδετε· δὲν θέλετε νὰ τὰ ἴδητε. Οἱ ἀξιότιμοι Συνάδελφοι ἐκ τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας διετύπωσαν τὰ πράγματα κατὰ τρόπον τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι δύο τινά — καὶ εἶχον δίκαιον οὕτω πως νὰ διατυπώσωσι τὰ πράγματα — νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀφ’ ἑνὸς ἡ ὕδρευσις τῶν ἐκτάσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι καὶ σήμερον ἀρδεύονται διὰ τῶν ὑδάτων τοῦ Ἐρασίνου, νὰ ἐπιτευχθῇ δ’ ἐν ταὐτῷ καὶ ἡ ἀποξήρανσις τῆς Στυμφαλίας. Θὰ ἦτο ἡ καλλιτέρα λύσις καὶ οὐδεὶς ὑπάρχει ὁ κατακρίνων διὰ τοῦτο τὸν κ. Ὑπουργόν. Ἐγεννήθη ὅμως τὸ ζήτημα, καὶ πολὺ δικαίως, ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργοῦ ἔχοντος ὑποχρέωσιν νὰ ἐνδιαφέρηται ὄχι μόνον διὰ τὴν Κορινθίαν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ πλέον καὶ διὰ τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, αἵτινες εἶναι δυνατὸν νὰ ζημιωθῶσι διὰ τοῦ νόμου του, τί θὰ γίνωσι τότε αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι ὅταν ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη; Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὅτι, ὅτε ὑπεδείχθη αὐτῷ τρόπος ἄλλος, ὅπως ἐπιτευχθῇ τουτέστι καὶ ἡ ἄρδευσις τῶν ἐκτάσεων ἐκείνων καὶ ἡ ἀποξήρανσις καὶ ἄλλων ἐκτάσεων τῆς Στυμφαλίας—διότι εἷς τῶν Συναδέλφων καταγόμενος ἰδιαιτέρως ἐκ τοῦ δήμου Στυμφαλίας, εἶπεν ὅτι, ἂν καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖτε σεῖς— τοὐλάχιστον ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ νομοσχεδίου—νὰ ἐγκαταστήσητε τὰ ἔργα ἐκεῖνα, διατρέχει τὸν κίνδυνον ἡ Στυμφαλία—πολὺ ὀρθῶς παρετήρησε—τῆς καταστροφῆς, καὶ τόσον ὁ ἀξιότιμος ἐκ Στυμφαλίας, ὅσον καὶ ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας Βουλευτὴς ὑπέδειξαν ἕνα τρόπον συμβιβάζοντα τὰ πράγματα, νὰ μεταφερθῶσι εἰς ἄλλον τόπον, νὰ μεταφερθῶσι τὰ ἔργα εἰς ἄλλο μέρος—καὶ νομίζω ὅτι ὑπεδείξατε τὸ Ἀργολικὸν πεδίον καὶ οὕτω νὰ ἐπιτευχθῶσι καὶ τὰ δύο χωρὶς καμμία νὰ γίνῃ ζημία.
§306ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἶπον νὰ μὴ γίνωσιν ἀλλοῦ, ἂν κριθῇ τοῦτο ἀναγκαῖον.
§307Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς πολὺ ὀρθῶς, λέγω, παρετήρησε τότε ὅτι βεβαίως καμμία ἀμφιβολία δὲν ὑπάρχει ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐπιδιώξῃ τὰ ἔργα νὰ γίνωσιν ἀκριβῶς ἐκεῖ, ὅπου θὰ εἶναι δυνατὸν μόνον συμφέροντα νὰ ἐξυπηρετηθῶσι καὶ ζημία καμμία νὰ μὴ προκύπτῃ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐλησμόνησεν ὅμως ὅτι—ἔχω τὴν πληροφορίαν ὄχι βεβαιωμένην, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε διατυπουμένην—ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ στερηθῇ τὸ Ἀργολικὸν τῶν ὑδάτων τοῦ Ἐρασίνου, τὰ ὁποῖα σήμερον πηγάζουσιν ἐκ τῆς Στυμφαλίας. Φυσικὸν εἶναι ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κορινθίας ἀγορεύσας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶπεν· ὅτι δηλ. ἂν προβῇ εἰς τὴν δήλωσιν αὐτὴν ὁ Ὑπουργός, πειθόμενος ἐκ τῆς μελέτης ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἀποβῇ ζημία τις εἰς τὸ Ἀργολικόν, δέχεται τοῦτο καὶ θέλει μείνει εὐχαριστημένος. Διὰ τοῦτο δὲ καὶ ὅτε ὁ κ. Ὑπουργὸς ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ, ὅτι ὄντως ἂν πεισθῇ ἐκ τῆς μελέτης ὅτι δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ ζημία εἰς τὸ Ἀργολικόν, ἀσφαλῶς θὰ γίνωσι τὰ ἔργα, ἡσύχασε καὶ ἀνεπαύθη πιστεύσας ὅτι ἐλύθη τὸ ζήτημα. Ἐνόμισεν ὅτι ἤρκεσαν αἱ δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ καὶ διὰ τοῦτο ἐζήτησε νὰ γραφῶσιν αὐταὶ καὶ εἰς τὰ πρακτικά. Διαβεβαιῶ ὅμως ἐκ τῶν προτέρων τοὺς κυρίους Συναδέλφους ἐκ Κορινθίας ὅτι δὲν θὰ τοῖς δοθῇ ἡ εὐχαρίστησις νὰ ἴδωσι τὰ ἔργα ταῦτα ἐκτελούμενα, διότι ἂν ἀποξηρανθῇ ἡ Στυμφαλία, ζημιοῦται τὸ Ἀργολικόν. Διαβεβαιῶ τοὺς κυρίους Συναδέλφους, ὅτι θὰ παραμείνωσιν ἄγνωστα τὰ ἔργα ἐπὶ πολλὰ ἔτη, ὥστε δὲν θὰ τοῖς δοθῇ ἡ εὐχαρίστησις νὰ ἴδωσιν αὐτά.
§308ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Δὲν ἐξεδηλώσαμεν χαρὰν διὰ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Εἴπομεν ὅτι δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν τοῦτο.
§309Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλ’ ἐδέχθητε ὅτι δὲν δύνασθε νὰ λάβητε τὸ ὕδωρ καὶ σημειώσατε ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐλπίζετε ὅτι θὰ λάβητε, δὲν θὰ τὸ λάβητε ποτέ.
§310ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ὅτι αἱ πηγαὶ τοῦ Ἐρασίνου δὲν ἀνάγονται εἰς τὴν Στυμφαλίαν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δέχομαι τὴν πρότασιν αὐτήν.
§311Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὅταν θέτωμεν ζήτημα ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης Στυμφαλίας, θέτομεν ζήτημα ἀποξηράνσεως τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Ἄν ὁ Ἐρασῖνος τρέφεται ὑπὸ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας, σήμερον πάντως δὲν τρέφεται ὑπὸ τοῦ ὕδατος τοῦ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας. Τοὐναντίον, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ὑπάρχει ὕδωρ ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, ὁ Ἐρασῖνος ἔχει ἐλαττωθῆ. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν διὰ τῆς ἀποξηράνσεως νὰ στειρεύσωμεν τὰ νερὰ τοῦ Ἀργολικοῦ.
§312Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι ὁπωσδήποτε ἐφησυχάσατε μὲ τὰς δηλώσεις τοῦ κ. Ὑπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ἀπὸ τοῦδε νὰ σᾶς εἴπω ὅτι δὲν ἡσυχάσατε, διότι οὐδεὶς μηχανικὸς θὰ κατορθώσῃ νὰ πείσῃ τὸν κ. Ὑπουργὸν ὅτι τὰ ὕδατα τοῦ Ἐρασίνου δὲν διατρέχουσι κίνδυνον διὰ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Στυμφαλίας, καὶ ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν θὰ ἀποξηράνῃ ποτὲ τὴν λίμνην, εὑρισκόμενος εἰς τὴν ἰδέαν ὅτι εἶναι δυνατὸν ἀποξηραίνων τὸν Ἐρασῖνον νὰ ζημιώσῃ τὸν Ἀργολικόν. Λυποῦμαι διότι ἔκαμα τὴν παράβασιν ταύτην, διότι σᾶς ἐστέρησα τῆς χαρᾶς....
§313ΕΥΣΤ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ. Εἴμεθα ἐστερημένοι τῆς χαρᾶς αὐτῆς καὶ πρὸ ὑμῶν, διότι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν καὶ κάτι τι ἄλλο.
§314Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ὅλη συζήτησις ἐστράφη περὶ τὴν νομικὴν ἄποψιν, καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ νομικῆς ἀπόψεως, δὲν τολμῶ νὰ συζητήσω, διότι ἀτυχῶς στεροῦμαι τῶν στοιχείων τῶν ἀπαραιτήτων ὥστε νὰ συζητήσω ἀπὸ νομικῆς ἀπόψεως. Ἀλλ’ ἐν πάσῃ περιπτώσει θὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως αὐτοῦ τοῦ ὅρου τοῦ ἀναγραφομένου εἰς τὴν τροπολογίαν ἀπὸ ἀπόψεως λογικῆς καὶ μόνον, καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ὁ ἔχων ὁδηγὸν τὴν λογικὴν δὲν διατρέχει τὸν κίνδυνον νὰ κατηγορηθῇ ὅτι δὲν γνωρίζει τοὺς νόμους· δὲν διατρέχω τὸν κίνδυνον νὰ κατηγορηθῶ κατὰ μείζονα λόγον ἀπὸ τοὺς εἰς τὰ νομικὰ ἀσχολουμένους, διότι οὐδεμία ἀμφιβολία ὑπάρχει ὅτι ὅπου παρίστανται νομικοὶ ὅλα τὰ ἄλλα τίποτε δὲν σημαίνουσιν. Ἐζήτησαν οἱ ἀξιότιμοι προλαλήσαντες ὅπως, ἐν ᾗ περιπτώσει δὲν ἐξετελοῦντο τὰ ἔργα ἀσφαλίσωσιν ἀποζημίωσιν δικαιωμάτων. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἰδίᾳ ὁ κ. Πρωθυπουργός, διεμαρτυρήθησαν ἀρνούμενοι, καὶ ὡς ἐπιχείρημα τί νομίζετε ὅτι ἔφερον; εἶπον δὲν εἶναι ἀρκεταὶ αἱ ἐγγυήσεις διὰ σᾶς, ὅτι τὸ Κράτος σᾶς λέγει διὰ νόμου ὅτι τὰ ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσιν; Τί ἀνησυχεῖτε; Τὰ ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσι· κατὰ συνέπειαν δὲν θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκέπτησθε περὶ ἀποζημιώσεως, ἀφοῦ τὸ Κράτος σᾶς διαβεβαιοῖ ὅτι ὁπωσδήποτε τὰ ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσιν, ἀφοῦ καὶ νομοσχέδιον ἔχομεν ὑποβάλει. Ἀκριβῶς, ἀφοῦ τὸ Κράτος ὑπόσχεται, ἔχει βεβαίως τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του. Κατὰ συνέπειαν τὸ Κράτος αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ εἰς τὴν περίπτωσιν αὐτὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι θὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, καὶ ὅταν ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποζημιώσῃ κανένα. Ἀφοῦ δὲ ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι οὐδένα θὰ ἀποζημιώσῃ, διατί δὲν δέχεται ν’ ἀναγράψῃ ὅτι ἀναγνωρίζει ὄντως δικαιώματα; Δὲν ἦτο ἄρα ἡ ἰδική μας δυσπιστία πρὸς τὸ Κράτος καὶ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν· εἶναι ἡ δυσπιστία τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸ ἔργον, διότι ἡ δυσπιστία πρὸς ἑαυτὴν μᾶς δίδει νὰ ἐννοήσωμεν ἂν θὰ ἐκτελεσθῶσιν ἢ οὔ τὰ ἔργα. Μάλιστα λέγει καθαρὰ ὅτι δὲν θὰ κάμω ἔργα, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι δὲν λέγει ὅτι θὰ ἀποζημιώσῃ. Αὕτη εἶναι ἡ λογικὴ ἐξέλιξις τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ ἐπαναλαμβάνω, διότι ἴσως νὰ μὴ κατέστην καταληπτός, δηλαδὴ ἂν ἡ Κυβέρνησις ὅπως τοὐλάχιστον ὁμολογεῖ, ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα, κωλύει αὐτὴν ν’ ἀναγνωρίσῃ δικαιώματα, ἔχω τὴν γνώμην ὅτι τὴν κωλύει ἡ ἔλλειψις πεποιθήσεως εἰς ἑαυτὴν καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλει νὰ ἀναγνωρίσῃ δικαιώματα ἵνα μὴ πληρώσῃ μεθαύριον ἀποζημιώσεις. Δὲν θέλω νὰ ἀσχοληθῶ μὲ τὸ ἕτερον ζήτημα τοῦ ν’ ἀναγνωρισθῇ τὸ ζητούμενον δικαίωμα, τὸ τῆς ἀρδεύσεως, εἰς τοὺς Κορινθίους. Μέχρι σήμερον, ἀπὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν, ὑπάρχουσι κτήματα ὡρισμένα ἀπὸ τὰ ὁποῖα διέρχεται τὸ ὕδωρ καὶ ἀρδεύονται ταῦτα. Ἔχουσι λοιπὸν κεκτημένον δικαίωμα αὐτοί, διότι πρόκειται περὶ κοινοῦ συμφέροντος, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ κοινὸν συμφέρον πρόκειται περὶ κοινοῦ συμφέροντος ὅλων μας καὶ τοῦ Κράτους αὐτοῦ, καὶ δὲν δύναμαι νὰ διαστείλω τὸ συμφέρον πρὸς τὸ δικαίωμα. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπιμένει νὰ μᾶς λέγῃ· δυσπιστεῖτε, καὶ ἐφ’ ὅσον δυσπιστεῖτε, ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀνθίσταμαι διὰ νὰ σώσω τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους. Θὰ ἔσωζε τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους ἂν ἐδεικνύετο ὑποχωρητικός. Τὸ Κράτος πρῶτον πρέπει νὰ ἔρχηται εἰς ὑποχώρησιν, ὅταν δὲν εἶναι διατεθειμένον νὰ ἀδικήσῃ. Ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους εἶναι ὅτι ἡ ὑπόσχεσις τὴν ὁποίαν δίδει πρὸς τοὺς πολίτας, θὰ ἐκτελεσθῇ ὅπως δήποτε. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους ὅταν πρόκειται νὰ παρέχῃ ὅλα τὰ μέσα, ὥστε οὐδεμία νὰ ὑπάρχῃ ἀμφιβολία, ὅτι δὲν θὰ ἐκτελεσθῶσι τὰ ἔργα. Ἡμεῖς ἔχομεν τὴν ἀμφιβολίαν ὅτι δὲν θὰ κάμητε τὰ ἔργα καὶ πρέπει νὰ μᾶς ἐξασφαλίσητε, λέγουσιν οἱ ἐνδιαφερόμενοι. Τὸ Κράτος ἀπαντᾶ· δὲν θὰ σᾶς ἐξασφαλίσω διότι κατὰ τοιοῦτον τρόπον μειοῦμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Κράτους. Ἀλλ’ ἡ ἀξιοπρέπεια τοῦ Κράτους, Κύριοι, ἵσταται ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ ἵσταται, ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι διαμαρτυρόμενοι, ὅταν δὲν ὑπάρχωσιν ἄνθρωποι δυσφοροῦντες, διότι δυσφοροῦσιν ὁλόκληροι ἐκεῖνοι οἱ πληθυσμοὶ μὲ τὴν ἀμφιβολίαν εἰς τὴν ὁποίαν τοὺς ῥίπτετε. Ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἐπαναλαμβάνω, περὶ ἑνὸς ἐσκέφθη μόνον· πῶς τὸ ταχύτερον θὰ κατορθωθῇ νὰ ὑδρευθῶσιν αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεὺς ἀδιαφοροῦσα δι’ ὁλοκλήρους ἄλλους πληθυσμούς, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τόσα ἔτη ἐνέμοντο τὰ ὕδατα αὐτὰ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νομῆς κατώρθωσαν νὰ σχηματίσωσι περιουσίας, αἵτινες δὲν ἐσχηματίσθησαν μὲ μεγάλην εὐκολίαν, ἀλλ’ ἐσχηματίσθησαν κατόπιν κόπων μεγάλων καὶ δαπανῶν, τὰς ὁποίας ὑπέστησαν οἱ γεωργοὶ ἐκεῖνοι! Τὰς περιουσίας ἐκείνας ἤδη, ὅλως ἀβασανίστως, ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ καταστρέψῃ, νὰ ῥίψῃ δὲ εἰς τὴν ἀμφιβολίαν, εἰς τὴν δυσκολίαν καὶ εἰς δυστυχίαν ὁλοκλήρους πληθυσμούς, οἵτινες διαμαρτύρονται, ὡς εἶπεν ὁ κ. Παπακωνσταντίνου, καὶ μεμψιμοιροῦσι κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, μεμψιμοιροῦσιν, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ διαμαρτυρηθῶσι κατ’ ἄλλον τρόπον. Θὰ ἀντελαμβάνετο τότε ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραπλανᾷ τὸν λαόν, διότι παρεπλάνησε τὸν λαόν, ὅτε ὑπέσχετο ὅτι θὰ μεριμνήσῃ περὶ ὅλων τῶν ζητημάτων καὶ πρὸ παντὸς περὶ τῆς γεωργίας τὴν ὁποίαν ἐθεώρει ὡς τὴν βάσιν τοῦ οἰκονομικοῦ οἰκοδομήματος τῆς χώρας καὶ κατὰ τοῦτον ἢ ἐκεῖνον τὸν τρόπον.
§315ΑΘ. Κ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀλίγας λέξεις ἤθελον νὰ εἴπω, Κύριοι διότι νομίζω ὅτι ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα. Δὲν ἀμφισβητῶ ἐγὼ τὴν καλὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἔχω τὴν γνώμην ὅτι ὡς διετυπώθη τὸ ἄρθρον ὄχι μόνον δὲν λύει τὸ ζήτημα ἀλλὰ περιπλέκει τοῦτο εἰς τρόπον ὥστε καθίσταται ἀμφίβολος ἡ ἐνάσκησις τῶν δικαιωμάτων τῶν πληθυσμῶν τῆς Κορινθίας, διότι δὲν ὁρίζεται ἡ εὐρύτης τῶν δικαιωμάτων. Δυνάμεθα νὰ ὁμιλῶμεν ὅσον θέλομεν περὶ δικαιωμάτων κατὰ τὸ ἀστικὸν δίκαιον ὑφισταμένων, ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια εἶναι μία, ὅτι δὲν ὑπάρχει δηλ. πραγματικὴ κατάστασις ἀπὸ μακροῦ χρόνου ἀσκουμένη τὴν ὁποίαν δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρνηθῶμεν, διότι τοῦτο πράττοντες φέρομεν τὴν καταστροφὴν εἰς χιλιάδας ἀνθρώπων οἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα ν’ ἀρδεύωνται ἐκ τῶν ὑδάτων τούτων. Ὑποχρέωσιν ἐπίσης τῆς Κυβερνήσεως ἀποτελεῖ σπουδαίαν ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης Στυμφαλίας, τῆς ὁποίας οἱ κάτοικοι εὑρίσκονται ἐν δικαίᾳ ἐξεγέρσει, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ συμμεριζώμεθα ὄχι μόνον ὡς ἀντιπρόσωποι τῶν μερῶν ἐκείνων, ἀλλὰ καὶ διότι ἔχομεν τὴν συναίσθησιν ὅτι τὸ Κράτος ὄντως ἠδίκησε τὴν Στυμφαλίαν. Τὴν ἠδίκησε δὲ διότι χάρις εἰς τὴν ἀδιαφορίαν τοῦ Κράτους τὰ ὕδατα τῆς Πελλήνης μετεφέρθησαν εἰς τὴν Στυμφαλίαν χωρὶς νὰ ληφθῇ οὐδὲν μέτρον ἐκτελέσεως συγχρόνως καὶ ἄλλων ἔργων, ἰδίᾳ δὲ διατηρήσεως ἐν καλῇ καταστάσει τῶν καταβοθρῶν τῆς Στυμφαλίας αἵτινες ἀπεφράχθησαν σὺν τῷ χρόνῳ ἐκ τῆς ἰλύος οὕτω δὲ τὰ ὕδατα τῆς Πελλήνης παραμείναντα ἐν τῷ λεκανοπεδίῳ ἐκείνῳ ἐπλημμύρισαν αὐτὸ καὶ ἀπετέλεσαν τὴν λίμνην τῆς Στυμφαλίας. Θ’ ἀπευθύνω τὴν τελευταίαν ἐπίκλησιν πρὸς τὰ φιλάνθρωπα ἐπὶ τέλους αἰσθήματα.
§316Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ (ἐν ὀργῇ). Μὴ λέγετε φιλάνθρωπα. (Θόρυβος).
§317Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ κ. Συνάδελφε μὴ παίζετε μὲ τὰς λέξεις. Βεβαίως πρόκειται περὶ φιλανθρωπίας προκειμένου νὰ ἀποδοθῶσιν 5000 στρεμμάτων καλυπτομένων ἤδη ὑπὸ τῶν ὑδάτων εἰς τὴν καλλιέργειαν, καὶ ν’ ἀπαλλαγῇ ὁλόκληρος δῆμος ἀπὸ τῶν ἑλωδῶν πυρετῶν ὑφ’ ὧν μαστίζεται ἤδη. Δὲν νομίζω ὅτι εἶπον ἐγὼ τι τὸ ἀντίθετον πρὸς τήν...
§318Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπετε ὅ,τι δὲν λέγει ὁ λαὸς τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύετε.
§319Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ κολακεύσω τὸν λαόν. (Ὁ κ. Καραπετόπουλος διαμαρτύρεται. Θόρυβος). Ἐννοῶ νὰ λέγω πρὸς τὸν λαὸν τὴν ἀλήθειαν. Δὲν προσβάλλεται δὲ ποσῶς ὁ λαὸς τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύω, καὶ μὴ θέλετε εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἱερὸν, ν’ ἀναμίξητε τὰς ἀντιπολιτευτικάς σας τάσεις.
§320Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἀλήθεια εἶναι αὐτὴ τὴν ὁποίαν λέγω ἐγώ.
§321Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι, λέγω, τὰ φιλάνθρωπα αἰσθήματα τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὴν μέριμναν αὐτῆς ὑπὲρ τῶν λαϊκῶν συμφερόντων ὅπως δεχθῇ νὰ τεθῇ διάταξις ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐπιβάλλουσα ὑποχρεωτικῶς τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Στυμφαλίας· δεχθῇ δὲ ἐπίσης ὅπως μετὰ τῆς κατασκευῆς τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων γίνῃ καὶ δεξαμενὴ ἀλλὰ πέρα τῆς Στυμφαλίας, εἰς τὴν ὑποδειχθεῖσαν θέσιν Μυρμηγκόλογκον ἢ Πλατάνια ὅπου καὶ φυσικῶς δύναται νὰ σχηματισθῇ τοιαύτη, ἐξ ἧς νὰ ἀρδεύωνται ὁλόκληροι πεδιάδες. Νὰ γίνωσι δὲ κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὰ ἀρδευτικὰ ἔργα, ὥστε καὶ ἡ ἄρδευσις νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀλλὰ καὶ ἡ ἀποξήρανσις νὰ ἐπιτευχθῇ συγχρόνως πλήρης. Ἂν δὲ λόγος τῆς ἀρνήσεως εἶναι ὁ φόβος μὴ ἐπιβαρυνθῶσιν αἱ Ἀθῆναι διὰ προσθέτων βαρῶν χάριν τῆς Στυμφαλίας, οὐδεμίαν ἔχω δυσκολίαν νὰ δηλώσω ὅτι ἡ Στυμφαλία δέχεται νὰ ὑποβληθῇ εἰς φόρον τινὰ ἐπικαρπίας προκειμένου νὰ ἀπαλλαγῇ ἀπὸ τὸ ἕλος αὐτό.
§322ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη οὐδενὸς ἑτέρου ζητήσαντος τὸν λόγον. Παρακαλῶ ὁ κ. Γραμματεὺς ν’ ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου).
§323ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐκ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν εἶχον ὑποβάλει θὰ ἀφαιρεθῶσιν οἱ πέντε στῖχοι, τοῦ 3ου ἐδαφίου (ἀναγινώσκει), «Ἐπιτρέπεται ἵνα διὰ Β. Δ. ὁρισθῇ ἀναγκαστικὴ εἰσφορὰ μέχρι δραχμῆς μιᾶς κατὰ στρέμμα ἀρδευομένης κατὰ τὰ ἀνωτέρω ἐκτάσεως κλπ.» Αὐτὸ τὸ ἐδάφιον θὰ ἀφαιρεθῇ. Τὰ ἄλλα θὰ μείνωσιν ὡς ἔχουσιν.
§324ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὸ ἑπόμενον θὰ μείνῃ;
§325Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μείνῃ ἡ εἰσφορά, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις.
§326ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ κανονισθῶσι δι’ εἰδικοῦ νόμου ταῦτα. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει διάταξις καθ’ ἣν· (ἀναγινώσκει) «Τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων καὶ πᾶσα σχετικὴ λεπτομέρεια τοῦ κανονισμοῦ τῶν ἀρδεύσεων καὶ τοῦ τιμήματος κανονισθήσονται δι’ εἰδικοῦ νόμου», εἶναι ὅλως διόλου περιττὸν τὸ προηγούμενον ἐδάφιον, διότι τὸ δημόσιον ἀναλαμβάνει νὰ ἐκτελέσῃ τὰ ἔργα ὡς λέγει τὸ βʹ ἐδάφιον, ἐντὸς ἔτους καὶ ἐντὸς τοῦ χρόνου τοῦ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῆς λειτουργίας τοῦ ὑδραγωγείου. Θὰ μείνῃ τὸ ἄλλο ἐδάφιον διότι βεβαίως ἀπαιτεῖται νόμος.
§327Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ διαμαρτύρομαι καὶ παρακαλῶ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ διαμαρτυρία μου.
§328ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁ κ. Κροκιδᾶς ἔδωκε πρὸ ὀλίγου ὁ ἴδιος τὴν ἀπάντησιν εἰς ὅλην τὴν συζήτησιν, ὅτε ἐπέστησεν ἡμῖν τὴν προσοχὴν ἐπὶ τῶν ἀποζημιώσεων. Μᾶς εἶπεν ὅτι χάριν τῶν συμπολιτῶν του καὶ μόνον θὰ πληρώνωμεν περὶ τὰ 30 ἑκατομμύρια εἰς ἀποζημιώσεις, ἂν δὲν ἐκτελέσωμεν τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνομεν. Τὸ πόρισμα τῆς συζητήσεώς σας κ. Κροκιδᾶ μὲ παρηγόρησε καὶ δὲν ἔχω παρὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω διότι τὸ πόρισμα αὐτὸ παρέχει τὴν ἐγγύησιν εἰς τὸν λαὸν τῆς Κορινθίας ὅτι τὰ ἔργα θὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἀπομένει νῦν ὅπως διὰ νόμου κανονίσωμεν ζητήματά τινα, τὰ ὁποῖα σεῖς περιλαμβάνετε ἐν τῇ τροπολογίᾳ σας. Μένει ἐκ τῆς τροπολογίας σας τὸ ἑξῆς· «Τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων καὶ πᾶσα σχετικὴ λεπτομέρεια κλπ. κανονισθήσονται δι’ εἰδικοῦ νόμου».
§329ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δηλαδὴ τὸ 4ον ἐδάφιον διαγράφεται;
§330ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· τὸ 4ον ἐδάφιον φεύγει.
§331Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ «ἀστικὸν δίκαιον» δὲν τὸ κάμνετε «κατὰ τὸν νόμον;»
§332ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μᾶς ἐξηγήσητε τίνα ἔννοιαν ἔχει τὸ 3ον ἐδάφιον;
§333ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ γίνῃ νόμος ὁ ὁποῖος θὰ κανονίσῃ τὰ τῆς ἀρδεύσεως καὶ χίλια ἄλλα δύο πράγματα.
§334ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι ζήτημα πρῶτον ἂν ἀποξηρανθῇ ἡ Στυμφαλία, ἂν δὲν ἀποξηρανθῇ, ἂν ἐπηρεάζηται τὸ Ἀργολικὸν πεδίον, καὶ τόσα ἄλλα. Χρειάζεται λοιπὸν νόμος.
§335ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὥστε ἀπαλείφεται ἐκ τῆς τροπολογίας ἡ τετάρτη παράγραφος.
§336ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Καὶ ἡ τελευταία «ἅμα τῇ ἐκτελέσει τῶν ἀρδευτικῶν ἔργων κλπ.».
§337ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἡ μόνη παραχώρησις τὴν ὁποίαν δύναμαι νὰ κάμω εἶναι καὶ αὐτή.
§338ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φεύγει ἑπομένως καὶ ἡ τελευταία παράγραφος;
§339ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα· ἡ τετάρτη καὶ ἡ ἑβδόμη.
§340ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 11ον ὡς ἐτροπολογήθη ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τὸ σύνολον ἀναβάλλεται. Ἐρωτῶ ἤδη τὴν Βουλήν· στέργει νὰ ἐπικυρωθῶσι τὰ πρακτικὰ ὑπὸ ἰδίαν μου εὐθύνην.
§341ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§342ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Διακόπτομεν συμφώνως πρὸς τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς προσεχοῦς Παρασκευῆς, ὅτε αὐτοδικαίως ἐπαναλαμβάνονται αἱ συνεδριάσεις. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 1 καὶ 15′ πρωϊνήν).