1914.05.13
2.519 στίχοι · 20.122 λέξεις · 149 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 73
Τῆς 13ης Μαΐου 1914.
(Τρίτη, ὥρα 5,40′ μ. μ.)
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συνεδρίασις. Νὰ ἀνοιχθῶσιν τὰ θεωρεῖα. Ἀναγινώσκονται εἶτα καὶ ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ τῆς χθεσινῆς συνεδριάσεως. Ἀνακοινῶ πρὸς τὴν Βουλήν. Οἱ κατὰ τὰς ἐπαναστάσεις ἀναγνωρισθέντες ἀγωνισταὶ πρώτης τάξεως αἰτοῦσιν, ὅπως τοῖς αὐξηθῇ τὸ μηνιαῖον ἐπίδομα τὸ ὁποῖον λαμβάνουσιν. Οἱ κάτοικοι τῶν Τσιφλικίων Αἰκατερίνης παρακαλοῦσιν, ὅπως ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν διάφορα αἰτήματά των. Ὁ λαὸς Προστοβίτσης συνελθὼν ἐν συλλαλητηρίῳ διαμαρτύρεται ἐναντίον τῆς καταργήσεως τοῦ ταχυδρομείου Προστοβίτσης. Ὁ ἔφεδρος ὑπίατρος τοῦ Β. Ναυτικοῦ Δ. Δαγκλῆς ὑπηρετήσας κατὰ τοὺς δύο πολέμους αἰτεῖ, ὅπως μονιμοποιηθῇ. Ὁ πρώην γραμματεὺς εἰρηνοδικείου Ζ. Παπαζησίμου μὴ συμπληρώσας τὰ ἔτη τῆς συντάξεώς του παρακαλεῖ, ὅπως τῷ δοθῇ σύνταξις ἀνάλογος τῶν κρατήσεων ἃς εἰς τὸ Ταμεῖον κατέβαλεν. Ὁ ἐκ Νεοχωρίου τῆς Μαντινείας Γ. Μορόπουλος παρακαλεῖ, ὅπως τῷ δοθῇ τὸ ποσὸν 5,000 δραχμῶν ἃς τὸ Δημόσιον τῷ ὀφείλει. Οἱ τελωνοφύλακες Θεσσαλονίκης Μ. Τσατσαρούνας καὶ Κ. Βρεντᾶς καταγγέλλουσι τὸν ἐν τῷ Τελωνείῳ τελωνοφύλακα Γ. Ἀντωνίου δι’ ἀξιόποινόν τινα πρᾶξιν. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Χριστοδουλιᾶς καὶ Γ. Τσακανίκας ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 12 τοῦ νομοσχεδίου «Περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ι. Μπρισιμιτζάκης, Κ. Καλομενόπουλος καὶ Κ. Ἀλαβάνος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 16 τοῦ νομοσχεδίου «περὶ συστάσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας». Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Ν. Γαρδικιώτης, Ἀθ. Χριστόπουλος καὶ Ι. Δελμοῦζος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τῶν προβιβασμῶν». Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ὁ βουλευτὴς κ. Δ. Γκλαβᾶς καταθέτει ψήφισμα τοῦ λαοῦ Διακοφτοῦ ζητοῦντος, ὅπως ἱδρυθῇ δημοτικὸν σχολεῖον εἰς τὸ χωρίον Κερνίτσα. Τὸ ψήφισμα τοῦτο παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ ἴδιος κ. Δ. Γκλαβᾶς καταθέτει ψήφισμα τῆς κωμοπόλεως Προστοβίτσης Πατρῶν, ὅπερ παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Κ. Λιδωρίκης καταθέτει ἀναφορὰν τῶν ἀποστράτων ἐνωμοταρχῶν τῆς χωροφυλακῆς. Παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Οἱ κ. κ. Ι. Βέρροιος καὶ Κ. Σοκόλης καταθέτουσιν ἀναφορὰν τῆς Καλλιόπης χήρας Ἀγγ. Βλασσαρίδου. Παραπέμπεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ κ. κ. Σ. Θεοδωρόπουλος καὶ Θ. Κουτούπης καταθέτουσιν ἀναφορὰν τοῦ Συνδέσμου τῶν τεχνιτῶν καὶ ἐργατῶν ἐλαιουργοσαπωνοποιῶν, παρακαλούντων ὅπως ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη παραπέμπεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας. Οἱ κ. κ. Στ. Γρανίτσας Γ. Τσακανίκας Ι. Χριστοδουλιᾶς ὑποβάλλουσιν ἀναφορὰν τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Γρανίτσης. Ὁ κ. Χριστοδουλιάς ἔχει τὸν λόγον.
§2Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Διὰ τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς ἡ κοινότης Γρανίτσης καθὼς καὶ οἱ ἐμπορικοὶ καὶ κτηματικοὶ Σύλλογοι Εὐρυτανίας–Ναυπακτίας, οἵτινες μάλιστα ἀνενέχθησαν καὶ εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον, παρακαλοῦσι καὶ εὔχονται, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναφορά των ἵνα εἰς τὴν κενωθεῖσαν ἐπισκοπικὴν ἕδραν Εὐρυτανίας–Ναυπακτίας, ἐκλεχθῇ καὶ τοποθετηθῇ Ἐπίσκοπος ὁ ἐν τῷ νομῷ ἐκείνῳ ἤδη ἱεροκήρυξ. Γνήσιον τέκνον τῆς Εὐρυτανίας εἶναι ἐκ τῶν ὀλίγων ἐκείνων ἅτινα τιμῶσι τὸν κλῆρον. Διὰ τῆς διδασκαλίας αὑτοῦ ἐξύψωσε τὸ φρόνημα καὶ τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα τῆς ἐγκαταλελειμμένης ἐκείνης ἐπαρχίας ὅπερ εἶχε καταπέσει διὰ τὴν ἔλλειψιν ἄλλου ἱκανοῦ ἱεροκήρυκος, συγχρόνως δὲ παρέσχε διακεκριμένας ὑπηρεσίας κατὰ τὴν ἐπιστράτευσιν μετασχὼν ἀμφοτέρων τῶν πολέμων ὡς κληρικὸς λειτουργός. Ἐκ τῶν πιστοποιητικῶν, τὰ ὁποῖα προσηνέχθησαν πρὸς τὸν πανοσιώτατον Μητροπολίτην, ἀποδεικνύεται ὅτι τοιαύτας ὑπηρεσίας παρέσχε κατὰ τοὺς δύο πολέμους ὥστε ὁ Μέραρχος κ. Παπούλιας, ἐν ἀναφορᾷ αὐτοῦ περὶ τοῦ κληρικοῦ αὐτοῦ, ἐτόνισεν ὅτι τοιούτους κληρικοὺς δέον ἡ Πολιτεία νὰ ἐκλέγῃ ὡς Ἱεράρχας. Σεμνυνομένη ἡ ἐπαρχία Εὐρυτανίας–Ναυπακτίας, διότι ἀπέκτησε τοιοῦτον ἱεροκήρυκα, ἀξιοῖ νὰ ποιμάνῃ αὐτὸς τὰς δύο ταύτας ἐπαρχίας. Εἰς ὅλους τοὺς κλάδους ἔπνευσεν ὁ ἄνεμος τῆς ἀνορθώσεως, ἀλλ’ ὑπὲρ πάντα ἄλλον κλάδον πρέπει νὰ πνεύσῃ τοιοῦτος ἄνεμος εἰς τὸν κλάδον τοῦτον, ὥστε ἡ ἐκλογὴ τῶν Ἐπισκόπων, τῶν μεγάλων τούτων ἠθικῶν παραγόντων τῆς κοινωνίας, νὰ μὴ γίνηται ὡς μέχρι σήμερον, ἀλλ’ ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ κλήρου καὶ τῆς κοινωνίας. Συνιστῶ διὰ τοῦτο θερμότατα τὴν ἀναφορὰν ταύτην εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ παρακαλῶ αὐτὸν νὰ λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν του.
§3Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, τῆς Ἐκπαιδεύσεως). Ἄν φθάσῃ τὸ ψήφισμα μέχρις ἐμοῦ, θέλω ἀποστείλει τοῦτο εἰς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον ἡ ὁποία εἶναι ἁρμοδία νὰ ἐκλέξῃ τοὺς καταλλήλους τρεῖς ἐπισκόπους μεταξὺ δὲ τῶν τριῶν Ἐπισκόπων ἡ Κυβέρνησις θὰ συστήσῃ εἰς τὸν Βασιλέα νὰ ἐγκρίνῃ τὸν καταλληλότερον.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν ἐνοικιαστῶν, τοῦ δημοσίου φόρου γεωμόρου, δεκάτης διαφόρων χωρίων ἐθνικῶν τσιφλικίων.
§5Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ δημοσίου φόρου γεωμόρου καὶ δεκάτης Φιλιππιάδος παραπονοῦνται ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Κατὰ τὴν 5 Φεβρουαρίου ἐ. ἔ. ἡ Γενικὴ Διοίκησις Ἰωαννίνων ἐπρόκειτο νὰ ἀγοράσῃ ἓν ἑκατομμύριον ὀκάδων ἀραβοσίτου πρὸς διατροφὴν τῶν προσφύγων. Καίτοι ὅμως οἱ εἰρημένοι ἐνοικιασταὶ ἐτηλεγράφησαν πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν, προσφερόμενοι νὰ πωλήσωσι τὸν ζητούμενον ἀραβόσιτον, ἡ Γενικὴ Διοίκησις δὲν ἀπήντησεν εἰς αὐτοὺς ἐξ οὗ ἠναγκάσθησαν νὰ ἀπευθυνθῶσι πρὸς ὑμᾶς κ. Πρόεδρε τῆς Κυβερνήσεως καὶ τηλεγραφικῶς καὶ ταχυδρομικῶς. Ἐλάβετε τοιαύτην ἀναφορὰν ἣν διεβιβάσατε εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἀπηντήσατε ὅτι θὰ ἐνεργηθῶσι τὰ δέοντα ἐπ’ αὐτῆς. Μετὰ τοῦτο ὁ Νομάρχης Ἄρτης καὶ Διοικητικὸς Ἐπίτροπος Φιλιππιάδος ἐκάλεσε τοὺς κατόχους ἀραβοσίτου νὰ ὑποβάλωσι πρὸς τὴν Γενικὴν Διοίκησιν Ἰωαννίνων πόσον ποσὸν ἀραβοσίτου ἔχουσι καὶ πότε δύνανται νὰ παραδώσωσι αὐτό, οὔσης ἤδη τεταγμένης πρὸς παράδοσιν προθεσμίας μέχρι τῆς 10 Ἀπριλίου ἐ. ἔ. Ἀπήντησαν ὅτι δύνανται νὰ παραδώσωσι τὸ ζητούμενον ποσὸν ἕως τότε. Ἔληξεν ὅμως ἡ προθεσμία αὕτη, καὶ ἐνῷ ἀνέμενον ἀπάντησιν δὲν ἔλαβον τοιαύτην. Ἐπαρουσιάσθησαν τότε εἰς τὸν κ. Γενικὸν Διοικητήν, ἀλλ’ οὗτος τοῖς εἶπεν ὅτι οὐδεμίαν ἔχει γνῶσιν τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς· ὅτι αὐτὸς εἶναι ἁρμόδιος νὰ ἐξετάσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα καὶ ὅτι δὲν λαμβάνει διαταγὰς οὔτε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον οὔτε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπέδειξεν εἰς αὐτοὺς νὰ μεταβῶσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς Περιθάλψεως, εἰς τὸν ὁποῖον νὰ δώσωσι τὰς προτάσεις των περὶ ἀγορᾶς ἀραβοσίτου. Τοῦτο καὶ πράγματι ἐγένετο. Ἀλλὰ τόσον ὁ Γενικὸς Διοικητής, ὅσον καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Περιθάλψεως ὄχι μόνον ἠρνήθησαν νὰ ἀγοράσωσιν ἀραβόσιτον καίτοι ἡ τιμὴ ἦτο μικροτέρα, ἦτο 22 λεπτὰ κατ’ ὀκᾶν, ἀλλὰ καὶ τοὺς ἀπέπεμψεν. Τί δὲ ἐγίνετο ἐν τῷ μεταξύ; Ἠγοράζοντο 600000 ὀκάδες ἀραβοσίτου, βεβλαμμένου, ὡς καταγγέλλεται κατὰ τὸ πλεῖστον, ὁ ὁποῖος δὲν ἠδύνατο νὰ χρησιμοποιηθῇ ὄχι μόνον δι’ ἀνθρώπους, ἀλλ’ οὔτε διὰ χοίρους.
§6Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Καὶ ἀντὶ πόσης τιμῆς;
§7Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Δὲν γράφουσιν. Αὐτὴν τὴν καταγγελίαν ὑποβάλλω, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐνεργήσητε ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ἂν μὲν εἶναι ἀληθῆ τὰ καταγγελλόμενα, μοὶ φαίνεται ὅτι ὄχι ἁπλῆ παράλειψις ἐγένετο ἐκ μέρους τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων ἀλλὰ καί τι πλειότερον· ἴσως καὶ παράβασις ποινικοῦ νόμου, καὶ δέον νὰ ἐνεργηθῶσι τὰ κατὰ νόμον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σεραφεὶμ «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ γνωρίσῃ ἂν ἀπερρίφθησαν αἰτήσεις ἀγορᾶς δέκα χιλιάδων λαχείων τοῦ Στόλου ἀντὶ τοῦ ὡρισμένου τιμήματος καὶ ἂν ταὐτοχρόνως ἐδόθησαν τοιαῦτα ἑξήκοντα χιλιάδων ἐπὶ ζημίᾳ μικρῶν βιοπαλαιστῶν καὶ διὰ τίνα λόγον».
§9Β. ΣΕΡΑΦΕΙΜ. Ἐπειδὴ ἀπουσιάζει ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῆς Παιδείας ἂν ἐνεκρίθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας περὶ μισθώσεως τοῦ δημοτικοῦ σχολείου ἀρρένων τοῦ χωρίου Ἀμουρίου τῆς Φθιώτιδος· 2) ἂν σκοπῇ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐπισκευὴν τοῦ κτιρίου τοῦ δημοτικοῦ σχολείου Παλαιοχωρίου, τοῦ Δήμου Δωριέων τῆς Παρνασσίδος, ὅπερ κατέστη ἑτοιμόρροπον, καὶ ἂν σκοπῇ νὰ ἀποστείλῃ θρανία πρὸς χρῆσιν τῶν μαθητῶν τοῦ σχολείου τούτου.»
§11Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Παιδείας). Τὸ Κεντρικὸν ἐποπτικὸν συμβούλιον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 343 πράξεώς του διαβιβασθείσης ἡμῖν τῇ 10 ἱσταμένου μηνὸς διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 414 (12108) ἐγγράφου τοῦ Προέδρου τοῦ αὐτοῦ συμβουλίου, ἐνέκρινε τὰ πρακτικὰ τῆς δημοπρασίας περὶ μισθώσεως ὡς διδακτηρίου τοῦ κοινοῦ σχολείου Ἀμουρίου τῆς οἰκίας Σπ. Μπούκα. Κατ’ ἀκολουθίαν, μετὰ τὴν ἀνωτέρω μνημονευομένην πρᾶξιν τοῦ Κ. Ἐπ. Συμβουλίου θέλει διαταχθῆ ἡ μίσθωσις τῆς ἐν λόγῳ οἰκίας. Ἐπὶ τῆς δευτέρας ἐρωτήσεως ἀπαντῶ ὅτι ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ἀρχιτεκτονικοῦ τμήματος δὲν ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῆς καταστάσεως τοῦ Δημοτικοῦ Σχολείου Παλαιοχωρίου, διότι οὐδεμία ἀρχὴ ἀνέφερέ τι περὶ τούτου. Ἤδη διατάσσεται ὁ ἁρμόδιος μηχανικὸς νὰ ὑποβάλῃ προϋπολογισμὸν ἐπισκευῆς, καὶ θέλω διατάξει τὰ δέοντα.
§12Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Εὐχαριστῶ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ὑπ’ ἀριθμὸν 15 καὶ 16 ἀναβάλλονται, μετὰ τὴν δήλωσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Οἱ κ. κ. Ι. Χριστοδουλιάς καὶ Γ. Τσακανίκας «ἐρωτῶσι τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Στρατιωτικῶν ἂν σκέπτωνται νὰ διορθώσωσι τὴν πλημμέλειαν τοῦ νόμου, καθ’ ὃν ἡ θεώρησις τῶν πιστοποιητικῶν τῶν Δημάρχων, διὰ τοὺς εἰς Ἀμερικὴν μέλλοντας νὰ μεταναστεύσωσι, δέον νὰ γίνηται παρὰ τοῦ ἁρμοδίου Νομάρχου, ἐξ ἧς πλημμελείας ὑφίστανται τὰ πάνδεινα οἱ δυστυχεῖς μετανάσται, ἀναγκαζόμενοι νὰ μεταβαίνωσιν εἰς μεμακρυσμένας ἕδρας τοῦ νομοῦ διανύοντες 5–6 ἡμέρας, ὡς συμβαίνει εἰς τὸν νομὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὑποχρεουμένων τῶν Εὐρυτάνων νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Μεσολόγγιον, πρωτεύουσαν τοῦ Νομοῦ, ἀπέχουσαν τῆς Εὐρυτανίας πέντε ὁλοκλήρους ἡμέρας, ἅτε μηδενὸς μέσου συγκοινωνίας ὑπάρχοντος, ἐνῷ ἡ θεώρησις τῶν πιστοποιητικῶν ἠδύνατο νὰ γίνῃ παρὰ τοῦ προέδρου Πρωτοδικείου».
§14ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Παρετηρήθη τι γενόμενον πρὸς καταστρατήγησιν τοῦ νόμου, τοῦθ’ ὅπερ μὲ ἠνάγκασε καὶ ἄλλοτε νὰ ἀπαντήσω. Ἐν γένει ὁ νόμος ὁ θέτων φραγμοὺς εἰς τὴν μετανάστευσιν, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους γινώσκουσιν οἱ κ. κ. Βουλευταί, κινδυνεύει ἀπὸ πλείστους ὅσους λόγους καὶ ἀπὸ πλεῖστα ὅσα συμφέροντα νὰ καταστρατηγῆται καὶ νὰ παραβιάζηται. Ἐθεώρησα ὅμως ὅτι, ἀφοῦ καθίστανται ἁρμόδιοι οἱ Νομάρχαι ὅπως θεωρῶσι μόνον τὰ πιστοποιητικὰ τῶν Ἀρχῶν τῆς περιφερείας τοῦ νομοῦ των, νὰ παρέχωνται ἐν ταὐτῷ καὶ ὁδηγίαι πρὸς τοὺς μέλλοντας νὰ μεταναστεύσωσι, στελλόμεναι εἰς τὰς διαφόρους κοινότητας, ὥστε νὰ καθίσταται γνωστὸν ὅτι δὲν εἶναι κἂν ἀνάγκη νὰ μεταβῇ ἀμέσως ὁ μέλλων μετανάστης εἰς τὴν πρωτεύουσαν τοῦ νομοῦ πρὸς θεώρησιν τοῦ πιστοποιητικοῦ του. Ἔπεμψα ἐγκύκλιον εἰς τὰς Ἀρχὰς καὶ ἐντέλλομαι νὰ γνωστοποιηθῇ ὅτι ἕκαστος δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀπευθύνῃ τὴν αἴτησιν διὰ τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς εἰς τὸν Νομάρχην, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῦται νὰ ἐρωτήσῃ διὰ τὴν ἐγγύησιν, ἐφ’ ὅσον πρόκειται περὶ ἀποδημοῦντος ὑποχρέου εἰς ἐγγύησιν. Ἀφοῦ δὲ ἐκδοθῇ τὸ γραμμάτιον τῆς ἐγγυήσεως, τότε νὰ δοθῇ ἡ ἄδεια. Αἴρονται οὕτω ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσκολίαι καὶ ἂν τυχὸν προεκάλεσαν αὗται δυσφορίαν εἰς τοὺς μετανάστας, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὰς δυσκολίας παρὰ νὰ βλέπωμεν τὴν καταστρατήγησιν τοῦ νόμου, διὰ τὴν ὁποίαν τόσαι καταβάλλονται προσπάθειαι.
§15Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Μεγαλειτέρα τιμωρία ταύτης διὰ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Φαντάζεσθε ἂν ὁ Εὐρυτὰν εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβῇ εἰς Μεσολόγγιον.
§16ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ γράψῃ. Νὰ στείλῃ τὴν αἴτησιν.
§17Ι. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΙΑΣ. Οἱ χωρικοὶ δὲν μεταβαίνουσι κατὰ μόνας εἰς Ἀμερικὴν ἀλλὰ καθ’ ὁμάδας, ἕκαστος δὲ ἐξ αὐτῶν δὲν γνωρίζει πότε θὰ ἀναχωρήσῃ ὁ ἕτερος. Συνεπῶς θὰ εἶναι ἔργον συνέσεως, ὅπως ληφθῇ ἐξαιρετικόν τι μέτρον διὰ τὸν νομὸν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν μεγαλειτέραν ἔκτασιν ὅλων τῶν ἄλλων νομῶν.
§18Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Τὸ ζήτημα ἠδύνατο νὰ λυθῇ ἂν ἀνετίθετο ἡ ἔκδοσις τῶν ἀδειῶν εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας.
§19ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Δὲν δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν ἕως ἐκεῖ.
§20Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Νὰ γίνῃ διάταξις ἀναθέτουσα εἰς τοὺς εἰρηνοδίκας τὴν ἔκδοσιν τῶν ἀδειῶν.
§21ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἤδη ἡ διοίκησις δὲν δύναται νὰ εἶναι εὐχαριστημένη καθ’ ὃν τρόπον ἐφαρμόζεται ὁ νόμος, διότι ὁ κανονισμὸς τῆς ἐγγυήσεως εἶναι τὸ σπουδαιότερον ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον μὲ ἠνάγκασε νὰ ἀποστείλω ἐγκύκλιον καὶ νὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἁρμοδίους ὅτι θὰ προκαλέσω τὴν τιμωρίαν τῆς διοικήσεως ἐὰν οὐδεμίαν δώσῃ αὕτη σημασίαν εἰς τὸ ποσὸν τῆς ἐγγυήσεως. Θὰ σᾶς παρακαλέσω λοιπὸν νὰ μὴ ἐπιμένητε εἰς τὰς γνώμας σας. Τέλος πάντων ἕκαστος νόμος ἔχει τὰ ἄτοπα αὐτοῦ, ἀλλὰ πάντως πρέπει νὰ προτιμᾷ ἡ διοίκησις τὸ μὴ χειρότερον.
§22Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Κύριε Ὑπουργέ, ἀκριβῶς αὐτὸ τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ μέρους τῶν Ἀρχῶν, πρέπει νὰ σᾶς πείσῃ νὰ ἄρητε τὴν δικαιοδοσίαν αὐτὴν ἀπὸ τοῦ νομάρχου καὶ νὰ ἀναθέσητε αὐτὴν εἰς Ἀρχὴν ἄλλην.
§23ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Νὰ συνταχθῇ τότε ἄλλος νόμος.
§24Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ὅταν ὁ νομάρχης Μεσολογγίου καθορίζῃ τὴν ἐγγύησιν ἑνὸς Εὐρυτάνος, βεβαίως δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ γνωρίζῃ κατὰ πόσον θὰ εἶναι φυγὰς οὗτος ἢ θὰ εἶναι οἰκονομικῶς εὐκατάστατος. Τὴν γνῶσιν τοῦ τοιούτου πράγματος θὰ ἔχῃ καλλίτερον ἢ ἡ πλησιεστέρα αὐτῷ δημοτικὴ ἀρχὴ ἢ ὁ εἰρηνοδίκης.
§25ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πρέπει νὰ τροποποιηθῇ ὁ νόμος.
§26Γ. ΤΣΑΚΑΝΙΚΑΣ. Ἀκριβῶς, ὑποβάλλω τὴν εὐχὴν ὅπως ψηφισθῇ διάταξις, διότι ὡς ἔχει ὁ νόμος εἶνε ἀνεφάρμοστος καὶ περὶ αὐτοῦ ὁμιλοῦμεν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σ. Τσακόπουλος, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν τί ἐνήργησε ἐπὶ τῆς διαβιβασθείσης αὐτῷ ἐκ τῆς Βουλῆς ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Κώμης τῆς Ἀρκαδίας.»
§28Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τοιαύτη ἀναφορὰ δὲν ἔφθασεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου.
§29Σ. ΤΣΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πόσος χρόνος χρειάζεται νὰ διαβιβασθῇ μία ἀναφορὰ ἀπὸ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, διότι εἶναι ἐννέα ἡμέραι καὶ ἀκόμη δὲν ἔφθασεν ἐκεῖ.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε συνάδελφε, συνέβη κατὰ τὴν διακοπὴν νὰ συγκεντρωθῇ σωρεία ἀναφορῶν αἵτινες ἐγένοντο ὅλαι ὁμοῦ καὶ παρεπέμφθησαν εἰς τὰ ἁρμόδια Ὑπουργεῖα. Ἡ ὑπ’ ἀριθ. 19. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς, «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν 1) ἂν σκέπτηται καὶ πότε νὰ διατάξῃ τὴν ἀπόλυσιν τῶν ἐν ταῖς νήσοις τοῦ Αἰγαίου, καὶ ὡρισμένως ἐν Χίῳ καὶ Μιτυλήνῃ, στρατευθέντων δι’ ἑξάμηνον μὲν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ ὑπηρετούντων ἤδη πλέον τοῦ ὀκταμήνου καὶ δεκαμήνου, ὧν οἱ πλεῖστοι ἐγκαταλιπόντες τὰς ἐργασίας των, ἐστρατεύθησαν ὡς ἐθελονταὶ κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰούλιον, ἐν τῇ προϋποθέσει ὅτι ἡ στρατιωτικὴ αὐτῶν θητεία δὲν θὰ παρετείνετο πλέον τοῦ ἑξαμήνου. 2) Τίνα μέτρα ἔλαβεν ὅπως τὰ πιστοποιητικὰ τῶν χηρῶν, τῶν ἀποθανόντων στρατιωτῶν ἐκ κακουχιῶν τοῦ πολέμου ἢ λοιμώδους ἀσθενείας, προμηθεύηται ἡ ὑπηρεσία καὶ μὴ ἐπιστρέφωνται αἱ περὶ ἀπονομῆς συντάξεως αἰτήσεις εἰς τὰς χήρας κλπ.» Ἀπών. Ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Ι. Μπουρνιᾶς. «Ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκομικῶν ἐὰν καὶ τίνας ἐξέδωκε διαταγὰς πρὸς εἴσπραξιν τῶν διαφόρων φόρων τοῦ 1912 ἐν τῇ νήσῳ Χίῳ, καθ’ ὅσον ὁ ἐκεῖ οἰκονομικὸς ἐπίτροπος εἰσπράττει φόρους χρήσεως 1912 οὓς βεβαίως δὲν δικαιοῦται νὰ εἰσπράξῃ τὸ ἑλληνικὸν Δημόσιον, ἀφοῦ ἡ ἀπελευθέρωσις τῆς νήσου ἐγένετο κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1912, ἤτοι τὴν 11 Νοεμβρίου, οἱ δὲ κάτοικοι ἕνεκα τῆς ψυχολογικῆς των καταστάσεως διὰ τὴν ἀπελευθέρωσίν των ἐκ βαρβάρου ζυγοῦ κατέστρεψαν πᾶν ὅ τι ἔγγραφον εἶχον τῶν τοπικῶν Τουρκικῶν ἀρχῶν, ἐξ ὧν ἀπεδεικνύετο ἡ καταβολὴ τῶν φόρων καὶ δὴ τῆς χρήσεως 1912 τοὺς ὁποίους ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις μὲ μεγάλην σπουδὴν καὶ πίεσιν εἰσέπραττεν». Ἀπών. Διαγράφεται. Ὁ κ. Θ. Κουτούπης «Ἐρωτᾷ τὸν κ. ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργὸν ἂν οἱ ἐνοικιασταὶ τοῦ δημοτικοῦ φόρου δικαιοῦνται νὰ εἰσπράττωσι τὸν φόρον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀξίας τῶν εἰσαγομένων εἰδῶν μὲ τὸ παλαιὸν δασμολόγιον». Ἐπίσης, παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ὑποδείξῃ εἰς τὸν Ἀστυνομικὸν σταθμάρχην Τραχήλας ὅπως μὴ ἐμποδίζῃ τὴν ὑλοτομίαν ἰδίων δένδρων ὑπὸ τῶν ἐκπληρωσάντων τὰς νομίμους διατυπώσεις».
§31ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ζήτημα ὁ κ. Συνάδελφος γνωρίζει ὅτι κατὰ τὸ 1887 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα ὁρίζον τὴν ἀξίαν τῶν εἰδῶν τοῦ δημοτικοῦ δασμολογίου. Ἔκτοτε μέχρι τοῦ 1911 ἐξεδόθησαν διάφορα Β. Διατάγματα δι’ ὧν ἐτροποποιήθη τὸ δασμολόγιον, σήμερον δὲ ὁ φόρος εἰσπράττεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος δασμολογίου ὅπερ ὅμως πρέπει νὰ βελτιωθῇ.
§32Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ βελτιωθῇ τὸ δημοτικὸν δασμολόγιον, διότι ἐλαττωθέντος τοῦ εἰσαγωγικοῦ δασμοῦ ἐπὶ εἰδῶν τινῶν, ἡ ἀξία αὐτῶν, ὑπολογιζομένη 3%–4% διὰ τὸν δημοτικὸν φόρον, γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχικῆς ἀξίας, σὺν τῷ εἰσαγωγικῷ δασμῷ. Ἡ ζάκχαρις, ἡ ὁποία εἶχε ἀρχικὴν ἀξίαν 45 λεπτῶν κατ’ ὀκᾶν, στοιχίζει μὲ τὸν φόρον δραχμὴν μίαν καὶ λεπτὰ 45–50. Ἐννοεῖται ὅτι οὕτω πως ὁ φόρος ὁ δημοτικὸς αὐξάνει κατὰ 50% καίτοι ὁ εἰσαγωγικὸς δασμὸς πολλῶν εἰδῶν ἠλαττώθη. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ μέτρα διὰ νὰ διορθωθῇ τοῦτο καὶ νὰ μὴ ὑποβάλλωνται οἱ εἰσαγωγεῖς εἰς δασμὸν παρὰ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου.
§33ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τὴν δευτέραν ἐρώτησίν σας, περὶ τοῦ ἀστυνομικοῦ σταθμάρχου Τραχήλας, ἐζήτησα τηλεγραφικῶς πληροφορίας παρὰ τῆς διευθύνσεως τῆς Ἀστυνομικῆς Ἀρχῆς καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θὰ κανονίσω τὰς ἐνεργείας μου.
§34Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Βεβαίως. Αὐτὸ εἶναι παράβασις γενομένη ὑφ’ ἑνὸς ὀργάνου ἀστυνομικοῦ, δὲν εἶναι ἀτέλεια νόμου. Εἷς κάτοικος τῆς Τραχήλας συνεμορφώθη πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου δι’ ὑλοτομίαν ἰδιωτικήν. Δίδεται εἰς αὐτὸν ἡ ἄδεια, ἀλλ’ ὁ ἀστυνομικὸς σταθμάρχης δὲν ἐπιτρέπει εἰς αὐτὸν τὴν ὑλοτομίαν. Ἐπιφυλλάσσομαι νὰ δώσω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον σημείωμα ἢ θὰ γράψω εἰς τὸν ἴδιον χωρικὸν ἵνα καταγγείλῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ σταθμάρχου. Ἀλλὰ φοβοῦμαι μὴ δὲν καταγγείλῃ αὐτὸν διότι εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν καὶ δι’ ἄλλον λόγον θὰ εὕρῃ εὐκαιρίαν ὁ σταθμάρχης ὅπως τιμωρήσῃ τὸν αὐθάδη πολίτην ὁ ὁποῖος ἐτόλμησε νὰ παραπονεθῇ.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῆς Δημοσίας Ἐκπαιδεύσεως ἔχει τὸν λόγον.
§36Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω σχέδιον νόμου «περὶ ἐγκαταστάσεως Μητροπολιτῶν καὶ τιτουλαρίων ἐπισκόπων τῶν νέων χωρῶν εἰς χηρευούσας ἐπισκοπάς». Κατὰ τὸν νόμον περὶ ἐπισκόπων καὶ ἐπισκοπῶν ἐπιτρέπεται ἡ πλήρωσις χηρευούσης ἕδρας διὰ χειροτονίας ἢ μεταθέσεως. Εὑρέθημεν πρὸ τοῦ ἀπροχωρήτου, προκειμένου νὰ ἐγκατασταθῶσιν οἱ ἀπολέσαντες Μητροπολῖται τὰς ἑαυτῶν ἕδρας λόγῳ τοῦ πολέμου καὶ οἱ τιτουλάριοι ἐπίσκοποι τῶν νέων χωρῶν. Ἐνόμισα ὅτι ἡ πρόνοια αὕτη ἦτο ἐπείγουσα, διότι ὀφείλομεν νὰ ἐγκαταστήσωμεν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς τούτους λειτουργοὺς οἵτινες μετὰ τῶν ὑποχρεώσεων τῆς πίστεως ἐξυπηρέτησαν καὶ τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν πατρίδα. Παρακαλῶ νὰ κηρυχθῇ κατεπεῖγον τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ὅταν τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§37Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Λαμβάνετε πρόνοιαν καὶ περὶ μεταθέσεως τῶν ἐπισκόπων;
§38Ι. ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι. Ὑπάρχει πρόνοια, ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζεται ἡ διάταξις, ἐπιτρέπεται ὅμως.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὅπως τὸ νομοσχέδιον «περὶ ἐγκαταστάσεως Μητροπολιτῶν στερηθέντων ἐξ αἰτίας τοῦ πολέμου τῆς Μητροπόλεως αὐτῶν ἢ καὶ τιτουλαρίων εἰς χηρευούσας ἐπισκοπάς», κηρυχθῇ κατεπεῖγον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παραδέχθη. Ἀναβάλλεται ἡ ψήφισίς του δι’ αὔριον. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται ἤδη εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας.
§40Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Τὸν λόγον κ. Πρόεδρε ἐπὶ τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ὁ κ. Λιδωρίκης ἔχει τὸν λόγον.
§42Κ. ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Ὁ σύνδεσμος τῶν ἐν Πειραιεῖ Γαλαξειδιωτῶν ὑπέβαλεν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἧς ἐζήτει ὅπως ἀπονεμηθῇ εἰς τὸν μεσαιωνοδίφην Κ. Σάθαν μηνιαία σύνταξις. Ὑπὲρ τῆς ἀναφορᾶς ταύτης συνηγόρησαν πολλοὶ τῶν κ. κ. Βουλευτῶν, ἡ Κυβέρνησις δὲ ἀναγνωρίζουσα τὴν αἴτησιν τῶν Γαλαξειδιωτῶν δικαίαν ὑπέβαλε σχετικὸν νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Ἀτυχῶς ὅμως μέχρι σήμερον δὲν κατέστη δυνατὸν νὰ ψηφισθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἦτο δικαία πρόνοια, κ. Πρόεδρε, καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὅπως ἀπονεμηθῇ ἡ σύνταξις εἰς τὸν Κ. Σάθαν. Ἄν ὑπάρχωσιν ἄνδρες εἰς τοὺς ὁποίους τὸ Ἔθνος ὀφείλει νὰ ἐξασφαλίσῃ ἀνέτως τὴν ζωὴν αὐτῶν διὰ τὰς μεγάλας αὐτῶν ὑπηρεσίας, μεταξὺ τῶν ἀνδρῶν τούτων ὑπῆρξε καὶ ὁ Κ. Σάθας, ὁ ὁποῖος δι’ ἀτρύτων κόπων καὶ διὰ μεγάλων ἐργασιῶν ἀπέδειξεν εἰς τὸν πεπολιτισμένον κόσμον ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ ἀπὸ τῆς ἑπομένης τῆς ὑποδουλώσεως αὐτῆς δὲν ἔπαυσεν ἀμφισβητοῦσα πρὸς τοὺς κατακτητάς της βῆμα πρὸς βῆμα τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, δὲν ἔπαυσε διαμαρτυρομένη διὰ συνεχῶν ἐξεγέρσεων καὶ διὰ μεγάλων θυσιῶν κατ’ αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀπεδείχθη τοῦτο μόνον διὰ τῆς μεγάλης ἐργασίας τοῦ Κ. Σάθα· ἀπεδείχθη προσέτι ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ φυλὴ δὲν ἔπαυσεν οὐδὲ ἐπὶ στιγμὴν ἀγωνιζομένη καὶ πνευματικῶς μέσῳ τῶν αἰώνων. Ἐν ἑνὶ λόγῳ κ. Πρόεδρε ὁ Κ. Σάθας κατώρθωσε νὰ ἀνασύρῃ ἀπὸ τοὺς βυθοὺς τῶν αἰώνων ὑλικὸν διὰ τοῦ ὁποίου ὑψώθησαν μνημεῖα δόξης ἀφθίτου τῆς Ἑλληνικῆς φυλῆς. Ἀλλ’ ἀναγράφεται σήμερον εἰς τὰς Ἑλληνικὰς ἐφημερίδας ὅτι ὁ Κ. Σάθας ἀπέθανε καὶ ἴσως αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὸ χῶμα φιλοξένου πρωτευούσης, φίλου μεγάλου Κράτους, πρὸς τὸ ὁποῖον ἰσχυροὶ δεσμοὶ συνδέουσι τὴν Ἑλλάδα, καλύπτει τὰ ὀστᾶ αὐτοῦ ὡς ἐκάλυψεν ἐπίσης τὰ ὀστᾶ ἑτέρου ἐνδόξου Ἕλληνος, τοῦ Ἀδαμαντίου Κοραῆ. Φρονῶ κ. Πρόεδρε, ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς καὶ ὑμῶν νὰ ἐγγράψητε τὸ νομοσχέδιον ὡς ὑπεβλήθη πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν, ἐὰν δὲ ὁ Κ. Σάθας ἔχει ἀποθάνει, νὰ ἀπονεμηθῇ ἡ σύνταξις εἰς τὴν σύζυγόν του. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θὰ ἔσπευσεν ἀμέσως νὰ ἀναθέσῃ εἰς ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ μεγάλῃ ἐκείνῃ πρωτευούσῃ ὅπως ἐπιμεληθῇ τῆς κηδείας τοῦ σοφοῦ ἀνδρός, φρονῶ δὲ προσέτι ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑστερήσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἐκφράσῃ τὰ συλλυπητήριά της εἰς τὴν σύζυγον καὶ τοὺς οἰκείους τοῦ μεγάλου Ἕλληνος, ἐὰν τοιαῦτα ὑπάρχωσιν εἰς τὴν γενέτειραν αὐτοῦ πόλιν.
§43ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Νομίζω ὅτι θὰ ἦτο καλὸν νὰ ἀναμείνωμεν τὴν ἐπίσημον ἀγγελίαν καὶ βεβαίως θὰ γίνῃ δεκτὴ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἡ πρότασις.
§44Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ δι’ ἄλλα πρόσωπα προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς δήλωσιν περὶ παροχῆς συντάξεως καὶ ὅμως οὐδὲν ἐγένετο.
§45Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Τὴν 6 Μαΐου ὑπέβαλον πρότασιν νόμου περὶ ἀντισηκώματος τῶν ἀνυποτάκτων κληρωτῶν τοῦ 1911, παρεκάλεσα δὲ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Δι’ αὐτῆς ὁρίζεται τὸ ἀντισήκωμα ἀπὸ 800 δρ. εἰς 500. Ἄν συναινῇ ἡ Κυβέρνησις, ἂς δεχθῇ νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὑπηρέτησαν εἴκοσι μῆνας. Γράφει ὁ νόμος 800 δραχ. ὑπὸ τὴν προϋπόθεσιν ὅτι θὰ ὑπηρετήσωσι τὸ πολὺ ὀκτὼ μῆνας. Εἶναι λοιπὸν εὔλογον νὰ ληφθῇ ἕν μέτρον.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις ἀναγεγραμμένη ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως νόμου «περὶ προσθήκης εἰς τὸν νόμον ͵ΔΡΞΕʹ περὶ ἀνυποτάκτων τῆς 31 Μαρτίου 1913».
§47Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν εἶναι αὐτή. Ἡ ἰδική μου πρότασις ἀναγράφεται ὡς ἑξῆς. «Περὶ ἀντισηκώματος τῶν ἀνυποτάκτων κληρωτῶν τοῦ 1911».
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχω νὰ δηλώσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἐτηρήθη ὑπὸ τοῦ Προεδρείου τὸ ἑξῆς μέτρον. Ἀναγράφονται ἐν τῇ Ἡμερησίᾳ Διατάξει ἐκεῖναι αἱ προτάσεις νόμων διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουσιν ἐκθέσεις τῶν Ἐπιτροπῶν καὶ τοῦτο ἵνα μὴ ἀναγράφωνται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν ἄνευ λόγου.
§49Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχω ὑποβάλει καὶ ἐγὼ δύο προτάσεις νόμων, μίαν «περὶ διατηρήσεως κληροδοτημάτων ἐν Αἰγύπτῳ» καὶ ἑτέραν, «περὶ ἐνασκήσεως τοῦ ἐνδίκου μέσου τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν Στρατοδικείων τῆς Κρητικῆς Χωροφυλακῆς». Παρακολουθῶ μετ’ ἐπιμελείας τὰ πρακτικὰ καὶ δὲν ἀντελήφθην ἀκόμη ἄν ἔχωσι παραπεμφθῆ εἰς Ἐπιτροπήν, δὲν ἀναγράφονται δὲ καὶ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν. Νομίζω ὅτι ὅταν τοιαῦτα συμβαίνωσι γίνεται ὑποτίμησις ἐκ μέρους τῆς ὑπηρεσίας τῆς θέσεως τῶν Βουλευτῶν οἱ ὁποῖοι προτείνουσι νόμους.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁρισθῇ Ἐπιτροπή, πρὸς ἣν θὰ παραπεμφθῶσιν, ἂν τῳόντι δὲν ἔχωσι παραπεμφθῆ, καὶ ἐν καιρῷ θὰ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν.
§51Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Παρατηρῶ ὅτι πρῶτον εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν εἶναι ἀναγεγραμμένον τὸ νομοσχέδιον περὶ ὑδρεύσεως. Κατὰ τὴν αʹ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἐδήλωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὅτι θὰ καλέσῃ τοὺς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας Βουλευτὰς ἵνα συσκεφθῶσιν ἐπὶ προτάσεως ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀξιώσεις τῶν Κορινθίων ὅσον ἀφορᾷ τὰ ὕδατα διὰ τῶν ὁποίων ἀρδεύονται τὰ κτήματά των. Ἀλλ’ ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἔλαβον τοιαύτην πρόσκλησιν, εἶδον δὲ ὅτι διενεμήθη νέον νομοσχέδιον μετὰ τροποποιήσεων τὰς ὁποίας ἐδέχθη ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἐπὶ πλέον δ’ εἰς αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις δὲν εἶδον νὰ περιλαμβάνηταί τι ἀφορῶν τὴν ἄρδευσιν τῆς Κορινθίας. Ὡς πρὸς τοῦτο θὰ παρεκάλουν τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, πρὶν ἢ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, νὰ δηλώσῃ ἂν μετέβαλε περὶ τούτου γνώμην ἢ ἔλαβεν ὡρισμένην ἀπόφασιν, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐσχημάτισε γνώμην θὰ παρεκάλουν αὐτὸν πρὶν ἢ λάβῃ ὡρισμένην ἀπόφασιν περὶ τοῦ οὐσιώδους αὐτοῦ ζητήματος διὰ τὴν Κορινθίαν, νὰ μὴ σπεύσῃ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Γνωρίζω κάλλιστα ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡς καταγόμενος καὶ ὢν Βουλευτὴς τοῦ νομοῦ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ἐνδιαφέρεται ὅσον καὶ ἐγὼ καὶ δι’ αὐτὸ ἔχω περισσότερον τὸ θάρρος νὰ παρακαλέσω αὐτὸν ὄχι μόνον ὡς Ὑπουργὸν, ἀλλὰ καὶ ὡς Βουλευτὴν νὰ εἴπῃ τί θὰ πράξῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἂν δὲν ἐσχημάτισε ὡρισμένην γνώμην, ἐπαναλαμβάνω, νὰ παρακαλέσω αὐτὸν νὰ δεχθῇ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις ἕως ὅτου τὸ ζήτημα τοῦτο κανονισθῇ.
§52ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τὸ ὁποῖον ἐξετυπώθη μετὰ τῶν τροποποιήσεων, περιλαμβάνονται τροποποιήσεις τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου.
§53Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι τετυπωμένον ὡς ἐψηφίσθη κατὰ τὴν αʹ ἀνάγνωσιν μετὰ τῶν τροποποιήσεων;
§54ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μάλιστα· μετὰ τῶν τροποποιήσεων. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ περιλαμβάνηται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τροποποίησις ἀναφερομένη εἰδικῶς εἰς τὸ ζήτημα τὸ εἰδικώτερον ἐνδιαφέρον τοὺς κ. Βουλευτὰς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καταλέγομαι καὶ ἐγώ. Ἐδήλωσα τὴν ἡμέραν ἐκείνην πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους συναδέλφους ὅτι θὰ ἐθεώρουν ἀποτελεσματικωτέραν τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σημείου τοῦ ζητήματος τῆς ἀρδεύσεως τῶν κτημάτων τῶν ἀρδευομένων καὶ σήμερον ὑπὸ τῶν πηγῶν ἐκείνων, ἐὰν αὕτη ἐγίνετο κατ’ ἰδίαν ὑπὸ τῶν κ. Βουλευτῶν ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, καὶ ἔδωκα ἐντολὴν νὰ καταστῇ γνωστὸν τοῦτο εἰς πάντας τοὺς ἐνδιαφερομένους Βουλευτάς.
§55Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Εἰς ἐμὲ οὐδεμία ἐγένετο γνωστοποίησις.
§56ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἠρώτησα μάλιστα τὸν κ. Κροκιδᾶν ὅτε συνήλθομεν πρὸς συζήτησιν, πῶς ἀπουσιάζουσιν οἱ κύριοι Τσαλδάρης, Παπακωσταντίνου καὶ Ἀραβαντινός. Τὸν κ. Ἀραβαντινὸν μάλιστα, ἐπειδὴ ἠσθένει καὶ ἠγνόει τί εἶχε συμβῆ, παρεκάλεσά τινα νὰ λάβῃ τὸν κόπον νὰ τὸν καλέσῃ. Ἐπίσης παρεκάλεσα καὶ τὸν κ. Καρπετόπουλον. Ἐν τούτοις παρέστησαν πολλοί, συνεζητήθη τὸ ζήτημα, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν ἐκείνην προέτεινα ἐγὼ ἄλλον τρόπον διακανονισμοῦ τοῦ ζητήματος, τὸν ὁποῖον ἔχω διατετυπωμένον καὶ τὸν ὁποῖον θὰ διακοινώσω ὡς φθάσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον 11 ἔνθα προστίθεται ἡ τροποποίησις τὴν ὁποίαν ἔφερα κατόπιν συνενοήσεως μετὰ τῶν κ. Βουλευτῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι δὲν ὑπάρχει λόγος κωλύματος ὅπως προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§57Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Μάλιστα, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν γνωρίζω διατί, οὔτε ἐγὼ οὔτε ὁ κ. Χριστόπουλος, δὲν ἐλάβομεν γνωστοποίησιν.
§58ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγὼ τοῦτο μόνον θέλω νὰ εἴπω ὅτι παραίτιος τῆς μὴ προσκλήσεως δὲν εἶμαι ἐγώ, καὶ ἀπόδειξις ὅτι ἐσκέφθην τὸν Βουλευτὴν τὸν μὴ παριστάμενον, λόγῳ ἀσθενείας. Δι’ αὐτὸ δὲ εἶπον καὶ εἰς τὸν κ. Κροκιδᾶν ὅτι δὲν βλέπω τρεῖς ἐκ τῶν κ. Συναδέλφων.
§59Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐμὲ μὲ ἐνδιαφέρει τὸ ἀποτέλεσμα.
§60ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Πολὺ καλά.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ἀντικείμενον τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως. Βʹ Συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως καὶ ἐξυγιάνσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν–Πειραιῶς». Ἄρθρον 1ον. (Ἀναγινώσκεται). Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Θ. Κουτούπης.
§62Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν πρώτοις παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ συγχαρῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸν τρόπον καθ’ ὃν ὑπέβαλε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι ἐνόησε ὅτι νομοσχέδια τοιαύτης σημασίας πρέπει ὄχι μόνον νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἐγκαίρως, ἀλλὰ χρόνον μακρὸν πρὸ τῆς συζητήσεως, ὅπως τίθενται ὑπ’ ὄψιν τῆς κοινῆς γνώμης καὶ συζητῶνται καὶ ἔρχονται οὕτω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τελείως ὥριμα. Κάμνω τὴν παρατήρησιν ταύτην διότι, δυστυχῶς, ἐκτὸς τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἴσως προκειμένου περί τινων νομοσχεδίων ἄλλων ὑπουργείων ὡς π. χ. τῶν ἐκπαιδευτικῶν νομοσχεδίων, νομοσχέδια σπουδαιότατα ὑποβάλλονται καὶ ψηφίζονται ἐνίοτε χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν πρέπουσαν περὶ αὐτῶν γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ πολὺ ὀλιγώτερον ἡ κοινὴ γνώμη. Λαμβάνων ἤδη τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ὑδρεύσεως τῶν πόλεων Ἀθηνῶν Πειραιῶς καὶ προτιθέμενος νὰ ἐπικρίνω διατάξεις τινὰς αὐτοῦ, πᾶν ἄλλο φρονῶ παρὰ νὰ κατηγορήσω τὴν προσπάθειαν τῆς Κυβερνήσεως ὅπως λύσῃ ζήτημα τὸ ὁποῖον πρὸ πολλοῦ ἔπρεπε νὰ εἴχε λυθῆ. Πρόκειται μόνον περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν προτείνεται ἡ λύσις, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ τοῦ τρόπου τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τούτου, νομίζω, ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τοιούτου σπουδαιοτάτου ζητήματος δὲν παρέλκει νὰ λεχθῶσι τινὰ σχετικὰ πρὸς ἀρχάς. Πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της πᾶσα Κυβέρνησις, προκειμένου περὶ λύσεως ζητημάτων τοιαύτης σπουδαιότητος, ὡς εἶναι τὸ σήμερον συζητούμενον, ὑποθέτω, ὅτι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ζητεῖται ἡ λύσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ζητήματος, δὲν εἶναι ὁ λυσιτελέστερος. Καὶ εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὰ ἐλαττώματα, ἂς τὰ ὀνομάσω οὕτω, τὰ ὁποῖα εἶχε τὸ νομοσχέδιον ὅτε ὑπεβλήθη ἀρχικῶς ἐξηλείφθησαν. Ἐξηλείφθη π.χ. τὸ σπουδαιότερον, κατόπιν τῆς ἀνακοινώσεως εἰς ἣν προέβη ἡ Ἐθ. Τράπεζα ὅτι δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ ἀναμιχθῇ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως, οὔτε ἀμέσως οὔτε ἐμμέσως. Ὑποθέτω ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη προερχομένη ἀπὸ ἱδρύματος τῆς σπουδαιότητος τῆς Ἐθ. Τραπέζης, εἶναι εἰλικρινής, ὥστε νὰ μὴ ὑποτίθηται ὅτι κρύπτει ἰδιαίτερόν τινα σκοπόν, ἤτοι ἔμμεσον ἀνάμιξιν εἰς κερδοσκοπικὴν ἐπιχείρησιν, ὡς εἶναι ἡ προτεινομένη ὕδρευσις. Καὶ θὰ ἦτο πολὺ κακόν, ἂν τοῦτο συνέβαινε, καθόσον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἔχει συγκεντρώσει εἰς χεῖρας αὐτῆς ἐργασίας τοιαύτης ποικιλίας, ὅσας οὐδεμία ἄλλη ὁμοίας φύσεως Τράπεζα. Δὲν εἶναι μόνον ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα τοιαύτη προεξοφλήσεων, ἀλλ’ εἶναι καὶ γεωργικὴ καὶ κτηματική. Ἐκτὸς τούτου ἵδρυσε διαφόρους ἄλλας Τραπέζας καὶ διαφόρους ἄλλας ἐπιχειρήσεις ἄλλης φύσεως μὴ τραπεζικῆς, ὡς εἶναι ἡ Ἀσφαλιστικὴ Ἑταιρία ἡ «Ἐθνική», ὥστε ἐτρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ ἴδωμεν συγκεντρουμένην ὁλόκληρον τὴν πιστωτικὴν κίνησιν καὶ ὁλόκληρον ἀκόμη τὴν οἰκονομικὴν κίνησιν εἰς χεῖρας ἑνὸς ἱδρύματος. Ὁσονδήποτε καλὸν καὶ ἂν εἶναι, ὁσονδήποτε καλῶς καὶ ἂν διοικῆται τὸ ἵδρυμα τοῦτο, δὲν εἶναι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας καὶ τῆς Πολιτείας νὰ συγκεντρώνῃ τοιαύτην δύναμιν. Ἢ δρᾶσις Τραπεζῶν ἐχουσῶν προνόμια εἰς ἄλλα μέρη εἶναι τελείως διαφορετική. Ἀναμιγνύεται μὲν ἡ Τράπεζα εἰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις, ἀλλὰ μόνον ὡς χρηματοδότις καὶ οὐχὶ ὡς ἀρχηγὸς ἐπιχειρήσεων κερδοσκοπικῶν αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παρακολουθηθῶσιν ὑπὸ μιᾶς Τραπέζης τῆς ὁποίας ἡ εἰδικότης καὶ ἡ προσοχὴ πρέπει νὰ εἶναι ἐστραμμένη εἰς ἄλλα ζητήματα παρὰ εἰς τοιαῦτα. Ὁμοία πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν εἶναι ἐν Γαλλίᾳ ἡ Γαλλικὴ Τράπεζα, ἥτις εἶναι ὑποχρεωμένη δυνάμει συμβάσεως νὰ παρέχῃ ὡρισμένα ποσὰ εἰς διάφορα ἱδρύματα, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κοινωφελῆ σκοπὸν καὶ νὰ παρέχῃ ταῦτα μάλιστα μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ ἄνευ τόκων. Καὶ ἂν τοιαύτη ἦτο ἡ ὑποχρέωσις τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅπως βοηθῇ ἁρμόδια ἱδρύματα πρὸς ἐκτέλεσιν ἐργασίας, ἡ τοιαύτη τῆς Τραπέζης ἀνάμιξις θὰ ἦτο ἀξιέπαινος. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοιαύτη. Εἰς τὴν προκειμένην σύμβασιν, καθ’ ὃν τρόπον ζητεῖται νὰ λυθῇ τὸ σπουδαιότατον ζήτημα, τὸ μεγαλείτερον ἐλάττωμα εἶναι ὅτι γίνεται παράβασις ἀρχῆς καθιερωμένης πλέον παντοῦ, τῆς ἀρχῆς τῆς δημοποιήσεως ὅλων τῶν ἔργων τῆς κοινῆς ὠφελείας ἀντὶ ταῦτα νὰ δίδωνται ὅπως συνέβαινε μέχρι πρό τινων ἐτῶν, εἰς Ἑταιρίας. Δὲν πρόκειται δὲ περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ἔργων, ἀλλὰ περὶ τῆς ἐκμεταλλεύσεως αὐτῶν. Ἡ κατασκευὴ δύναται νὰ γίνῃ ἐπιμελείᾳ τῶν ἁρμοδίων ὀργάνων τοῦ δημοσίου ἀλλὰ καὶ δι’ ἐργολαβίας. Τοῦτο ὅμως εἶναι ζήτημα δεύτερον ἀφορῶν τὸ τεχνικὸν μέρος. Τὸ κυριώτερον εἶναι ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις ἔργων κοινῆς ὠφελείας, δὲν πρέπει νὰ δίδηται εἰς ἑταιρίας ἀλλὰ ν’ ἀναλαμβάνηται ὑπὸ τῶν δήμων, ἂν ἔχουν ἄλλον λόγον ὑπάρξεως οἱ δῆμοι καὶ αἱ κοινότητες ἢ αὐτὸν δηλ. τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων κοινῆς ὠφελείας καίτοι τὸ μέλλον αὐτῶν εἶναι ἄγνωστον, διότι δὲν γνωρίζει τις κατὰ πόσον δηλ. αἱ ἐπιχειρήσεις αὗται θὰ παρουσιάσωσι κέρδη ἢ ζημίας. Καὶ ἀκριβῶς κατὰ τῆς ἀβεβαιότητος ταύτης ἀσφαλίζεται ὁ ἐπιχειρηματίας. Ὁ ἀνάδοχος οἱασδήποτε ἐπιχειρήσεως λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὰς δυσμενεστέρας περιστάσεις καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τούτων κανονίζει τὰς προτάσεις του πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν ἑνὸς ἔργου. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι τόσον ἰσχυρά, ὥστε παντοῦ ὄχι μόνον δὲν δίδονται ἔργα τοιαύτης σημασίας πρὸς ἐκμετάλλευσιν εἰς ἰδιωτικὰς ἑταιρίας, ἀλλ’ ὑπὸ τῶν δήμων καὶ διαφόρων ἄλλων ὀργανισμῶν δημοσίου δικαίου ἐξαγοράζονται ἀντὶ δαπάνης ἁδρᾶς. Τόσον εἶναι παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὥστε νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω γνώμην τοῦ διαπρεπεστέρου οἰκονομολόγου τῆς Γερμανίας, τοῦ καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου τοῦ Βερολίνου Βάγνερ, ὁ ὁποῖος εἰς διάλεξιν περὶ τῆς πόλεως τοῦ Βερολίνου ἀπεκάλεσε τὴν πόλιν ταύτην τὴν ὀπισθοδρομικωτέραν τοῦ κόσμου, διότι ἀνέχεται ἀκόμη ὅπως τὰ ἠλεκτρικὰ τράμ, ὁ ὑπόγειος ἠλεκτρικὸς σιδηρόδρομος καὶ ἄλλα τινὰ ἔργα εὑρίσκωνται εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις καὶ δὲν ἐξαγοράζονται ὑπὸ τοῦ δήμου. Καὶ ἀπεκλήθη ὑπὸ τοῦ διαπρεποῦς καθηγητοῦ ὀπισθοδρομικὴ ἡ πόλις τοῦ Βερολίνου, ἡ ὁποία δύναται νὰ παρουσιασθῇ ὡς πρότυπον πόλεως ἀπὸ ἀπόψεως δημοτικῆς. Καὶ ἐν Γαλλίᾳ, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἡ ἰδέα αὐτὴ τῆς δημοποιήσεως τῶν διαφόρων ἔργων δὲν εἶχε γίνει παραδεκτή, ἐγένετο ἤδη παραδεκτὴ ὥστε νὰ θεωρῆται ἀπαραίτητον ὅπως ἔργα τοιαύτης φύσεως μὴ ἐκτίθηνται εἰς ἰδιωτικὰς ἐπιχειρήσεις, ἀλλ’ ἀναλαμβάνωνται ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ὀργανισμῶν δημοσίου δικαίου. Τοιαύτην δὲ ἔκτασιν ἔλαβε σήμερον ἡ ἀρχὴ αὕτη, ὥστε ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ αὐτοδιοίκησις διαχειρίζεται καὶ ἔχει προϋπολογισμὸν φθάνοντα μέχρι τεσσάρων περίπου δισεκατομμυρίων κατ’ ἔτος, ἤτοι οἱ προϋπολογισμοὶ τῶν δήμων καὶ τῶν κομητειῶν ὀλίγον ὑπολείπονται τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Τοῦτο δὲ διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου καὶ τὸ Κράτος ἀπαλλάσσεται πολλῶν ἔργων, καὶ εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰς κομητείας ἐμπιστεύονται ἔργα τοιαύτης φύσεως οὐχὶ βέβαια πρὸς κακὸν τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ διὰ τὸ καλὸν αὐτῆς. Δὲν λείπουσιν καὶ παρ’ ἡμῖν παραδείγματα τῆς παραχωρήσεως τοιούτων προνομίων εἰς Ἑταιρίας, αἱ ὁποῖαι ἐξησφάλισαν σημαντικώτατα κέρδη, ἀλλ’ ἔπρεπεν ἡ προσπάθεια τῶν δήμων σήμερον νὰ εἶναι πρὸς ἐξαγορὰν τῶν προνομίων τούτων ἢ πρὸς παραχώρησιν ἄλλων προνομίων εἰς ἑταιρίας. Ἔχομεν ἐν Ἀθήναις τὴν Ἑταιρίαν τοῦ Ἀεριόφωτος, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει κολοσσιαῖα κέρδη δι’ ἔργου, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖ ἱκανότητά τινα οὔτε περὶ τὴν ἐκτέλεσιν οὔτε περὶ τὴν διαχείρισιν. Ἔχομεν τὸν σιδηρόδρομον Ἀθηνῶν–Πειραιῶς τοῦ ὁποίου τὰ κέρδη πολλαπλασιάζονται διὰ τοῦ χρόνου καὶ ἡ Ἑταιρία, ἡ ὁποία εἶδεν αὐξανομένην τὴν περιουσίαν αὐτῆς, οὐδὲν παρέσχεν εἰς τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὰ ὀφέλη αὐτά. Τουναντίον ἐξακολουθεῖ νὰ διατηρῇ ναύλους ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀνυπόφοροι. Μὲ τοιαύτην κίνησιν μεταξὺ τῶν δύο πόλεων καὶ εἰς τόσον μικρὰν ἀπόστασιν ναῦλος εἴκοσι λεπτῶν μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς θὰ ἦτο ἐπαρκὴς ἀντὶ τοῦ τριπλασίου διὰ τὴν τρίτην θέσιν καὶ τετραπλασίου διὰ τὴν πρώτην, ἀφοῦ μάλιστα ἡ Ἑταιρία τῶν Τροχιοδρόμων ἔχουσα μέχρι Φαλήρου ἀπόστασιν σχεδὸν ἴσην λαμβάνει μόνον 25 λεπτά. Θὰ ἦτο νῦν παράλογον νὰ θέσῃ ὁ Δῆμος ὡς πρόγραμμα τὴν ἐξαγορὰν τοιούτων ἔργων, ὅταν ἔχῃ νὰ ἐκτελέσῃ πλεῖστα ὅσα νέα ἔργα. Ἀλλ’ ἤδη, ὅτε πρόκειται νὰ λυθῇ ἓν σπουδαιότατον ζήτημα, γίνεται παράβασις μιᾶς θεμελιώδους ἀρχῆς, διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου ὑπὸ Ἑταιρίας. Ἤδη οἱ Ἄρχοντες τῶν δύο πόλεων εἶναι τῆς ἐκλογῆς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· εἶναι πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἀκριβῶς διὰ τοιούτου εἴδους ἐργασίας, λόγῳ τῆς ἰδιότητός των, παρέχουσιν ὅλα τὰ ἐχέγγυα, ὅπως προσηκόντως τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως λύσωσι, διότι δὲν νομίζω ὅτι ἡ Ἑταιρία ἢ ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα, ἡ ὁποία καθὼς εἴπετε παρητήθη, ἔχει ἐν ἑαυτῇ περισσότερα στοιχεῖα, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς λύσεως τοιούτου ζητήματος, ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἔχουσιν οἱ Δημοτικοὶ Ἄρχοντες Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ ἐκλογὴ τῶν Δημοτικῶν Ἀρχόντων ἐγένετο πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς λύσεως παρομοίων προβλημάτων, ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῶσι τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα μεταξὺ τῶν κατοίκων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα παρέχουσι τὰ ἐχέγγυα ὅτι θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ παρακολουθήσωσι τὴν ἐκτέλεσιν καὶ νὰ διεξάγωσι τὴν ἐκμετάλλευσιν αὐτοῦ κατὰ τρόπον τόσον καλόν, ἂν μὴ καλλίτερον, ὅσον οἱαδήποτε ἄλλη Ἑταιρία. Βεβαίως εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχυρισθῇ τις ὅτι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τῶν δήμων εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ ἐπιβαρύνωμεν αὐτοὺς μὲ ἔργα ἀπαιτοῦντα τοιαύτας δαπάνας. Ἀλλ’ ἀκριβῶς διὰ τῆς ψηφίσεως τοῦ νέου νόμου περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ἐλήφθη πρόνοια ὅπως δοθῇ εἰς τοὺς δήμους δικαίωμα ἐπιβολῆς ἀμέσων φόρων εἰς τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὸν δι’ ἰδίων δυνάμεων δῆμοι πλουσίων πόλεων, ὡς εἶναι αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεύς, νὰ ἐκτελέσωσιν ἔργα πολλῶν ἑκατομμυρίων. Μέχρι τοῦδε οἱ δῆμοι εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς εἰσπράξεως ἐμμέσων τινῶν φόρων ὑπὸ τὸ ὄνομα τῶν ὠνίων, καὶ διὰ τῶν φόρων τούτων, οἱ ὁποῖοι ἐπεβάρυνον τὰς ἀπόρους τάξεις, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐκτελέσωσιν ἔργα σημασίας, διότι ἐὰν ηὔξανον τοὺς φόρους τούτους, θὰ ἔρριπτον τὰ βάρη εἰς τὰς λαϊκὰς τάξεις, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ ἦτο ἄτοπον. Σήμερον οἱ δῆμοι, ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς Κυβερνήσεως ἢ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἄνευ ἀδείας κἂν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, εἶναι ἐλεύθεροι ὑπό τινας περιορισμοὺς νὰ αὐξήσωσι τοὺς πόρους αὑτῶν εἰς τοιοῦτον σημεῖον ὥστε μετὰ θάρρους νὰ προβῶσιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ἔργων πολὺ μεγάλης σημασίας καὶ δὴ σημασίας ἴσης πρὸς τὴν ὕδρευσιν τῶν πόλεων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐφ’ ὅσον παρουσιάζονται τοιαῦτα ζητήματα καὶ ἡ Κυβέρνησις νομίζει ὅτι πρέπει νὰ λύσῃ αὐτὰ δι’ Ἑταιριῶν, οἱ δῆμοι θὰ μένωσιν εἰς τὴν στενὴν ἀντίληψιν τὴν ὁποίαν εἶχον μέχρι τοῦδε, νὰ ἐκτελῶσι τὰ συνήθη αὑτῶν ἔργα, τὰ ὁποῖα ἦσαν καὶ διὰ τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον δηλ. καθήκοντα εἰσπράκτορος φόρων ὑπὲρ τῆς Ἀστυνομίας καὶ τῆς Δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως, διὰ τὰς ὁποίας οὐδὲν εἶχον δικαίωμα, διότι καὶ ἡ Ἀστυνομία ἐνεργεῖτο ὄχι δι’ ὀργάνων τῆς ἐκλογῆς τῶν ἢ τουλάχιστον δι’ ὀργάνων ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν των, καὶ εἰς τὴν ἐκπαίδευσιν δὲν ἀναμιγνύονται εἰμὴ ὅπως προτείνωσι μόνον τοὺς διοριστέους δημοδιδασκάλους. Μία τῶν δικαιολογιῶν διὰ τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐμπιστευθῇ τὸ ἔργον τῆς ὑδρεύσεως καὶ τῶν ὑπονόμων τῶν δύο πόλεων ἦτο ἡ ἀνεπάρκεια αὐτῶν, ἡ ὁποία ἐκρίθη ἐκ τῆς μέχρι τοῦδε δράσεως. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε οἱ οἰκονομικοὶ πόροι δὲν ἐπέτρεπον εἰς τοὺς δήμους νὰ ἐκτελέσωσιν ἔργα σημασίας τινός, διότι ἔλειπεν ἀπὸ αὐτοὺς τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκτήσωσιν ἄνευ ἐγκρίσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἔργων μέσα. Ἐν τούτοις ἔχομεν παραδείγματα τῶν τελευταίων ἐτῶν, ὅτι μεθ’ ὅλα τὰ μέσα τὰ γλίσχρα καὶ τὰ περιωρισμένα δικαιώματα τὰ ὁποῖα εἶχον οἱ δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, ἐξετέλεσαν οὗτοι ἔργα τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι ἀνάξια σημασίας. Εἶναι γνωστὸν ὅτι πρό τινων ἐτῶν τὸ ὕδωρ τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, κλεπτόμενον διαφοροτρόπως ἢ σπαταλώμενον, εἶχε κατέλθει εἰς 3½ ὀκάδας, ἵνα ὑπερδιπλασιασθῇ κατόπιν ἐργασιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο ὑπὸ τῆς Δημοτικῆς Ἀρχῆς. Ἐὰν δὲ ἡ Δημοτικὴ Ἀρχὴ κατώρθωσε νὰ βελτιώσῃ τὴν οἰκτρὰν ταύτην κατάστασιν ἀπὸ ἀπόψεως ὑδρεύσεως τῆς πόλεως ἐκ τῶν ἐνόντων ἄνευ δανείου, ἄνευ δικαιώματος ἐπιβολῆς νέων βαρῶν εἰς τοὺς πολίτας, δὲν πρέπει νὰ ἀπελπίζωμεν ὅτι εἰς τὸ μέλλον οὐχὶ ὡρισμένος δῆμος, ἀλλ’ οἱοσδήποτε καὶ δὴ ὁ τῆς πρωτευούσης, δὲν θὰ εἶναι κατώτερος οἱασδήποτε ἄλλης ὁμάδος ἢ ἑταιρίας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν δημοτικῶν ἔργων. Διότι ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως οὐδεμίαν Ἑταιρίαν δυνάμεθα νὰ θεωρήσωμεν ἰσχυροτέραν ἑνὸς δήμου, ὅταν ὁ δῆμος μὲ τὸν νέον νόμον, περὶ Δήμων καὶ Κοινοτήτων, ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ τόσα ποσὰ ὅσα ἴσως οὐδεμία Ἑταιρία δύναται νὰ ἔχῃ κατ’ ἔτος ἐκ τῆς διαχειρίσεως τῶν κεφαλαίων της. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι ἡ πόλις τοῦ Βερολίνου ἔχει προϋπολογισμὸν περίπου ἑξακοσίων ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος, καὶ εἶναι αὕτη δεκαπλασία ἢ δωδεκαπλασία τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ ἀναλόγως πλουσιωτέρα, δὲν θὰ ἦτο ὁπωσδήποτε παράλογον ἐὰν ἔλεγέ τις ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Δήμου Ἀθηναίων θὰ φθάσῃ εἰς δεκάδας ἑκατομμυρίων, διότι τὰ ἑκατομμύρια αὐτά, δὲν πρόκειται νὰ δαπανῶνται καὶ νὰ χάνωνται διὰ τὴν κοινωνίαν, ἀλλὰ θὰ χρησιμοποιῶνται παραγωγικῶς καὶ πέρα αὐτῆς ταύτης τῆς κοινωνίας, ἐκ τῆς ὁποίας λαμβάνονται, ὅπως γίνεται μὲ τὰς ἑκατοντάδας ἑκατομμυρίων τοῦ Βερολίνου, τὰ ὁποῖα δὲν δαπανῶνται ἀσκόπως. Ἀλλὰ καὶ ἀνεπάρκεια τῶν δήμων ἐὰν ὑπῆρχεν, εἶναι ἄδικον νὰ καταλογίζηται ἀμέλεια εἰς τοὺς δήμους Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς, ὅταν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἔθεσαν αὐτοὶ οὗτοι οἱ Δῆμοι. Γνωρίζομεν ὅτι ὁ δῆμος Ἀθηναίων ἐκάλεσε μηχανικοὺς ξένους ὅπως μελετήσωσι τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ αἱ μελέται αὗται εὑρίσκονται εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως ὥστε νὰ μὴ φαίνηται ὅτι καὶ ἀπὸ ἀπόψεως συλλήψεως οἱ δῆμοι αὐτοὶ ὑστέρησαν. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα πρόκειται νὰ χαρακτηρισθῶσιν οἱ δῆμοι ἀνεπαρκεῖς ἢ μὴ παρέχοντες ἐμπιστοσύνην διὰ τὴν ἐκτέλεσιν καὶ ἐκμετάλλευσιν τοσούτων σπουδαίων ἔργων, ἆρά γε αἱ ἰδιωτικαὶ Ἑταιρίαι μᾶς παρέσχον δείγματα μεγαλειτέρας ἐμπιστοσύνης; Μὴ δὲν ἔχωμεν τὸ δεύτερον πιστωτικὸν ἵδρυμα τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ τελευταῖα ἔτη ὑπέστη ζημίας κολοσσαίας, κατόπιν διοικήσεως τοσοῦτον ἐλεεινῆς, ὅσον οὐδεὶς δῆμος παρουσίασε ποτέ; Μὴ δὲν ἔχωμεν τὴν Ἑνιαίαν ἥτις διωκήθη τόσον κακῶς ὅσον οὐδεὶς δῆμος εἶναι δυνατὸν νὰ διοικηθῇ; Ἀλλ’ εἶναι τοιαύτη ἡ ἀδυναμία πρὸς τὰς ἰδιωτικὰς Ἑταιρίας, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν ἱκανὰς δι’ ὅλα, ὥστε νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκλονίσθη ὅτε ἔμαθεν ὅτι ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα ἀποσύρεται ἀπὸ πάσης ἀναμίξεως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως.
§63Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Δὲν ἀποσύρεται· καταρτίζει ἄλλο συνδικάτον.
§64Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα δύναται νὰ δανείσῃ πρὸς τὸν δῆμον, ἀλλ’ ἡ δήλωσις τοῦ Διοικητοῦ αὐτῆς ἦτο τοσοῦτον κατηγορηματική, ὥστε νὰ μὴ ἐπιτρέπηται νὰ δεχθῶμεν ὅτι ἡ Τράπεζα θὰ ἀναμιχθῇ εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως, ἡ τοιαύτη δὲ δήλωσις νομίζω ὅτι ἔφερε κάποιον κλονισμὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μήπως ἡ ἐκτέλεσις καταστῇ ἀδύνατος. Θὰ ὑπομνήσω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι, ὅτε τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως εἰσήχθη τὸ δεύτερον εἰς τὴν Βουλήν, διότι τὸ πρῶτον ἔφερε τοῦτο πρὸ αὐτῆς ὁ ἀείμνηστος Τρικούπης, ὅτε τὸ δεύτερον ὑπεβλήθη νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλὴν ὑπὸ τοῦ σεβαστοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ, τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ κοινοῦ ὅτι τὸ ἔργον θὰ εἶναι ἐπικερδές, ὥστε αἱ μετοχαὶ τῆς Ἑταιρίας τῶν Ἐργοληψιῶν ἀπὸ 240 δραχμῶν ὑπερέβησαν τὴν ἀξίαν τῶν 600, ἡ δὲ Ἑταιρία κατώρθωσε νὰ ἀπαλλαγῇ πολλῶν μετοχῶν, διότι ὑπῆρχον ἀρκετοὶ κεφαλαιοῦχοι ἵνα ἐμπιστευθῶσι τὰ κεφάλαιά των εἰς τοιαύτην ἐπιχείρησιν. Δὲν νομίζω δι’ ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα, μάλιστα μετὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ τελευταίου δανείου, ὅτε τόσα κεφάλαια εὑρέθησαν διὰ νὰ καλύψωσι τὸ ἐδῶ ἐκτεθὲν εἰς ἐγγραφὴν δάνειον, ὅτι ἵδρυσις Ἑταιρίας ἐν Ἑλλάδι δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ συγκεντρώσῃ τὰ 20,000,000 ἢ 25,000,000, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ νομοσχεδίου προβλέπονται πρὸς σύστασιν μιᾶς τοιαύτης Ἑταιρίας. Ὥστε τὸ πρόβλημα τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως Ἀθηνῶν δὲν εἶναι οἰκονομικόν· εἶναι μᾶλλον τεχνικόν. Ἀλλ’ ἡ ἐκτέλεσις τεχνικῶν ἔργων οὐδεὶς ἔχει ἀμφιβολίαν, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ διὰ δημοσίου διαγωνισμοῦ. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων δύναται νὰ ἀφεθῇ εἰς Ἑταιρίαν, ἡ ἐκμετάλλευσις ὅμως οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ συνδεθῇ πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν. Θὰ ἦτο δὲ ὀρθὸν ὅπως οἱ δῆμοι ἔχωσι τὴν ἐκμετάλλευσιν, ἀποκτῶντες τὰ κεφάλαια καθ’ ὃν τρόπον ἡ Τράπεζα ἤθελεν ἀποκτήσει ταῦτα. Διατὶ ἡ Τράπεζα δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ τὸ κεφάλαιον εἰς τοὺς δήμους, ὅπως πληρώσωσι τὰ ἔργα, ὅταν ἠδύνατο αὕτη νὰ ἐξασφαλισθῇ ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἔργα τῆς ὑδρεύσεως καὶ ὅλου τοῦ ὄγκου, τὸν ὁποῖον παρέχει ἡ πίστις τῶν δήμων ἕνεκα τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχουν νὰ αὐξήσωσι τοὺς φόρους κατὰ δεκάδα ἀκόμη ἑκατομμυρίων; Τοῦτο τὸ ἐλάττωμα εὑρίσκω εἰς τὴν σύμβασιν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἡ Κυβέρνησις προβαίνει εἰς τὴν λύσιν ἑνὸς σπουδαιοτάτου ζητήματος, κατὰ παράβασιν ἀρχῆς, ἡ ὁποία θεωρεῖται παντοῦ ἀπαραβίαστος. Ἐν Ἑλλάδι οὐδὲν ἔργον κοινῆς ὠφελείας βλέπομεν νὰ ἐκτελῆται ὑπὸ τῶν Δήμων, καθόσον δὲν εἶχον οὗτοι μέχρι τοῦδε τὰ οἰκονομικὰ μέσα καὶ πρὸ πάντων διότι ἡ Πολιτεία δὲν ἐνεπιστεύθη εἰς αὐτοὺς τοιαῦτα ἔργα ὡς ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι οἱ Δῆμοι ἦσαν ἀνίκανοι, ἐνῷ καὶ ἡ Πολιτεία δὲν παρεῖχε περισσοτέραν πεποίθησιν. Σχετικῶς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, τὸ νομοσχέδιον στηρίζεται ἐπὶ ἰδιωτικῆς μελέτης ἀνευθύνου. Ἡ ἁρμοδία ὑπηρεσία τοῦ Κράτους, τὸ Συμβούλιον τῶν Δημοσίων Ἔργων, δὲν ἔλαβε γνῶσιν παρὰ τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅτι εἰς πᾶν ἔργον ἀξίας πέρα τῶν 10,000 δραχμῶν χρειάζεται ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων. Τοιαύτη ἀπόφασις δὲν ὑπάρχει. Ἄν τὸ Κράτος ἀνεμίχθη κατά τι εἰς τοῦτο, ἀνεμίχθη ἀπὸ τῆς ἀπασχολήσεως ἑνὸς μηχανικοῦ Στράτου, ὁ ὁποῖος ἐξεκαθαρίσθη ἀπὸ τοῦ 1910 καὶ δὲν διατελεῖ πλέον ἐν ὑπηρεσίᾳ. Ὥστε καὶ ἡ μικρὰ αὕτη ἐργασία δὲν ἔχει σημασίαν τινά, οὔτε πιστεύω ὅτι εἶναι ὑπ’ ὄψιν τῆς Κυβερνήσεως. Πρόκειται λοιπὸν νὰ δοθῇ ἔργον τοιαύτης σημασίας ἐπὶ τῇ βάσει μελέτης ἰδιωτικῆς, ἥτις δύναται νὰ εἶναι ἀρίστη, θὰ ἦτο ὅμως καλλιτέρα ἂν ἤθελε διέλθει ἀπὸ τὸ κριτήριον ἁρμοδίας ὑπηρεσίας, ἥτις πιθανὸν νὰ κατέληγεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἔπρεπε νὰ προσθέσῃ ὅρους διὰ τῶν ὁποίων νὰ ὑπηρετῆται καλλίτερον τὸ κοινὸν συμφέρον. Ἐκ τῶν ἄλλων ἐλαττωμάτων τὰ ὁποῖα εὑρίσκομεν, ἓν εἶναι ὅτι ἡ διάρκεια τῆς συμβάσεως ὁρίζεται εἰς 70 ἔτη. Τὸ κακὸν αὐτὸ ἠδύνατο νὰ μετριασθῇ δι’ ἐξαγορᾶς, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐξαγορὰ αὕτη ὁρίζεται ὅτι δύναται νὰ γίνῃ μόνον μετὰ παρέλευσιν 30 ἐτῶν. Ὥστε ἐπὶ 30 ἔτη οἱ Δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, οἱ πρῶτοι Δῆμοι τοῦ Κράτους, θὰ εἶναι μακρὰν τῆς ἐκτελέσεως τοῦ σπουδαιοτέρου αὐτῶν καθήκοντος, τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος ἐμπιστεύεται εἰς μίαν Ἑταιρίαν. Ἀλλὰ καὶ ὅταν λήξῃ ἡ προθεσμία αὕτη, τῶν 30 ἐτῶν, εἶναι δυνατὴ ἡ ἐξαγορὰ τοῦ ἔργου τούτου καθ’ ὃν τρόπον προτείνεται ὑπὸ τοῦ νομοσχεδίου. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον, πρὸς κανονισμὸν τῆς τιμῆς τῆς ἐξαγορᾶς, καταστρώνονται τὰ καθαρὰ κέρδη τὰ πραγματοποιηθέντα κατὰ τὰ πέντε ἔτη τὰ ἀμέσως προγενέστερα τῆς ἐξαγορᾶς. Ὁ μέσος ὅρος τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν πέντε τούτων ἐτῶν ἢ τὰ κέρδη τοῦ τελευταίου ἔτους, ἐφ’ ὅσον ταῦτα ὑπερβαίνουσι τὸν μέσον ὅρον, ἀποτελοῦσι τὴν ἐτησίαν δόσιν ἣν τὸ Κράτος ὀφείλει νὰ καταβάλῃ τῷ ἀναδόχῳ μέχρι τῆς λήξεως τῆς παραχωρήσεως. Τὴν ἐτησίαν ταύτην καταβολήν, κεφαλαιοποιουμένην πρὸς 5% ἐτησίως, δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ ἐφάπαξ τοῖς μετρητοῖς τῷ ἀναδόχῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐξαγορᾶς. Λοιπόν, κεφαλοποιεῖται ἐπὶ τῇ βάσει τόκου 5% ἡ τιμὴ ἣν θὰ καταβάλωσι οἱ δύο Δῆμοι πρὸς ἐξαγορὰν ἑνὸς δικαιώματος οὐχὶ διαρκοῦς, ἀλλὰ διαρκείας μόνον τῶν ὑπολειπομένων 40 ἐτῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι μεταξὺ τῶν 30 κατὰ τὰ ὁποῖα ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγορὰ μέχρι τῶν 70 εἰς τὰ ὁποῖα λήγει τὸ δικαίωμα τῆς συμβάσεως. Εἶναι βεβαίως ζήτημα ὑπολογισμοῦ δύσκολον, ἀλλ’ ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἕνα ὑπολογισμὸν ὀφειλόμενον εἰς μηχανικὸν δυνάμενον νὰ κρίνῃ περὶ τῶν κερδῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἐξασφαλίσῃ ἡ Ἑταιρία κατὰ τὸ διάστημα αὐτό. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀναγκαστικῆς ὑδρεύσεως μὲ τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ πληθυσμοῦ μετὰ 30 ἔτη, ὅπως καὶ τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ἔχει, καταβρέγματος τῶν ὁδῶν Πειραιῶς, τὰ ὁποῖα ἀνέρχονται εἰς 1600 στρέμματα, καὶ τῶν ὁδῶν Ἀθηνῶν, τὰ ὁποῖα θὰ ἀνέρχωνται εἰς 4000 στρέμματα, καὶ ἀπὸ τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ εἰσπράττῃ 2% ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν ἡ Ἑταιρία, ὑπολογίζεται ὅτι εἰς τὸ χρονικὸν αὐτὸ διάστημα θὰ ἔχῃ ἐξ ὑδρεύσεως ὑπὲρ τὰ 5 ἑκατομμύρια· ἀπὸ εἰσφορὰς ὑπονόμων 2.500.000· ἀπὸ φόρον οἰκοπέδων 2.000.000· ὥστε τὸ ὅλον ὑπολογίζεται εἰς 9.500.000. Καὶ ἂν κεφαλοποιηθῇ τὸ ποσὸν αὐτὸ πρὸς 5%, πρέπει νὰ δοθῶσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν 170.000.000 πρὸς ἐξαγορὰν τοῦ ἔργου. Παραδεχθῶμεν πρὸς στιγμὴν ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ εἶναι ὑπερβολικὸν καὶ ὅτι εἶναι ζήτημα ὑπολογισμοῦ δυσκόλου διὰ νὰ φθάσῃ τις εἰς τὸ ποσὸν τῶν κερδῶν τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ ἡ Ἑταιρία μετὰ 30 ἔτη. Ἀλλ’ ἀκριβῶς αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ ἐμπιστεύηταί τις τὴν ἐκμετάλλευσιν εἰς Ἑταιρίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐξαγορὰ αὐτῆς καθίσταται ἀδύνατος, διότι τίθενται τοιοῦτοι ὅροι, ὥστε ὁ ἀνάδοχος τῆς ἐπιχειρήσεως νὰ ἐξασφαλίζηται κατὰ πάσης ὑπὸ τὰς χειροτέρας περιστάσεις ζημίας του καὶ νὰ κερδίζῃ ὁλόκληρον τὸ ἐνδεχόμενον κέρδος ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν θὰ ἐπικρατήσωσι καλαὶ συνθῆκαι. Βεβαίως δύναταί τις νὰ φθάσῃ εἰς συμπέρασμα ὅτι εἶναι δυνατὸν αἱ πόλεις τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νὰ ἀναπτυχθῶσιν οὕτω πως, ὥστε μετὰ 30 ἔτη τὸ ἐτήσιον κέρδος νὰ εἶναι τοιοῦτον ὥστε κεφαλαιοποιούμενον πρὸς 5% νὰ ἀποτελέσῃ ποσὸν πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον ἀπῃτήθη πρὸς κατασκευὴν τῶν ἔργων αὐτῶν, οὐδεμία δὲ προσπάθεια, ὁσονδήποτε εὐσυνειδήτως καὶ ἂν γίνῃ, δύναται νὰ μᾶς πείσῃ ὅτι τὸ κακὸν τοῦτο δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ, διότι ὅλοι οἱ ὑπολογισμοὶ ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν πόλεων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι ἀκριβεῖς. Ἀλλὰ καὶ οὗτοι ἂν εἶναι ἀκριβεῖς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι ὑπολογισμοὶ τῶν ἄλλων πόρων, ὡς τοῦ 2% ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν οἰκοδομῶν, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ προΐδῃ τις εἰς ποῖον σημεῖον θὰ φθάσῃ, διότι τοῦτο ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ πλούτου τῆς πόλεως, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ εἶναι μετὰ 30 ἔτη, διπλάσιος, τριπλάσιος, τετραπλάσιος ἢ δεκαπλάσιος τοῦ σημερινοῦ. Ὑπάρχει καὶ ἄλλη διάταξις ἡ ὁποία φαίνεται ὅτι θεραπεύει τὰ κακὰ αὐτά, καὶ ἀναμφιβόλως αὕτη δὲν εἶναι διάταξις τὴν ὁποίαν δύναται νὰ περιφρονήσῃ τις. Ἡ διάταξις αὕτη εἶναι ἡ συμμετοχὴ εἰς τὰ κέρδη, ἀλλὰ συμμετοχὴ εἰς κέρδη Ἑταιρίας, ἐν Ἑλλάδι λειτουργούσης, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἵσταται εἰς τὸν ἀέρα. Αἱ Ἑταιρίαι δύνανται νὰ ἐλαττώνωσι τὰ κέρδη των εἰς τοιοῦτον σημεῖον, ὥστε νὰ μὴ περισσεύῃ τι πρὸς συμμετοχὴν ἄλλου εἰς τὰ κέρδη αὐτῶν. Ἐὰν ἡ Πολιτεία ἤσκει τὸ δικαίωμα αὐτῆς πραγματικῶς, νὰ ἐπεμβαίνῃ δηλ. εἰς τὴν διοίκησιν τῶν ἀνωνύμων Ἑταιριῶν, θὰ ἤρκει ὁ ὅρος οὗτος τῆς συμμετοχῆς νὰ καλύψῃ ὅλα τὰ κακὰ τῆς συμβάσεως, ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἕως τότε, μετὰ τριάκοντα ἔτη, θὰ ἀλλάξωσι τὰ πράγματα καὶ θὰ μεταβληθῇ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις, τοῦ διορισμοῦ Β. Ἐπιτρόπου χρησιμεύοντος ὅπως καλύπτῃ τὰς πράξεις, τὰς παρὰ τὸ καταστατικὸν τῆς Ἑταιρίας γινομένας, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντίληψις τῆς Πολιτείας εἰς τὰ τῆς διαχειρίσεως τῶν ἰδιωτικῶν Ἑταιριῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ὁ ὅρος τῆς συμμετοχῆς εἰς τὰ κέρδη, δὲν ἔχει μεγάλην σημασίαν. Σήμερον ὑποστηρίζεται ἐνθέρμως καὶ ὑφ’ ἑνὸς τῶν κρατίστων καθηγητῶν καὶ οἰκονομολόγων τῆς Γερμανίας, τοῦ Σμόλερ, ὅτι εἰς ὅλας τὰς ἀνωνύμους Ἑταιρίας ἡ Κυβέρνησις ἔχει δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἕνα σύμβουλον, ὁ ὁποῖος νὰ κρατῇ αὐτὴν ἐνήμερον ὅλων τῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρίας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ δύναται νὰ μετέχῃ αὕτη εἰς ταῦτα. Ἀλλὰ τοιαύτη πρότασις περὶ Κυβερνητικῆς συμμετοχῆς, ἐὰν προετείνετο ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, θὰ προεκάλει ἐπανάστασιν τῶν ἐνδιαφερομένων, καὶ θὰ ἐθεωρεῖτο ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἐπρότεινε τοῦτο ὅτι εἶναι διὰ τὸ φρενοκομεῖον. Δὲν θέλω νὰ εἰσέλθω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ζημίας τῶν Δήμων ἐκ τῆς στερήσεως τῆς ἰδιοκτησίας των. Τὸ ζήτημα τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι τὸ σπουδαιότερον, διότι ὁ ἀνάδοχος, ὁ ὁποῖος θὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἂν ἦτο ὑπόχρεως ἢ νὰ σεβασθῇ τὰ δικαιώματα τῶν Δήμων ἐπὶ τῶν ὑδραγωγείων ἢ νὰ ἐξαγοράσῃ τὰ δικαιώματα τῶν Δήμων, θὰ ὑπελόγιζε τὴν ζημίαν ταύτην εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων. Ἀλλὰ θὰ ἦτο δεδικαιολογημένη ἡ ἀξίωσις τῶν Δήμων, ἀφοῦ θὰ παράσχωσιν 40 ἢ 50 ὀκάδας ὕδατος, νὰ ἐπιτρέπηται νὰ χρησιμοποιήσωσι ἐξ αὐτῶν οἱανδήποτε ποσότητα ἄνευ οὐδεμιᾶς καταβολῆς; Ἀλλ’ ὄχι μόνον τοῦτο δὲν γίνεται, ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ διάταξις καθ’ ἣν οἱ Δῆμοι ὡς καὶ τὸ Δημόσιον χρησιμοποιοῦντες ὕδωρ πέρα ὡρισμένου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον παρέχεται διὰ τῆς συμβάσεως δωρεάν, ὑποχρεοῦνται νὰ πληρώσωσιν αὐτὸ εἰς ἀνωτέραν τιμὴν παρ’ ὅτι ἄλλη κατηγορία θὰ τὸ πληρώνῃ πρὸς 14 λεπτὰ τὸ κυβικὸν μέτρον, ἐνῷ εἰς βιομηχανικὰς χρήσεις θὰ πληρώνηται 10 λεπτὰ κατὰ κυβικὸν μέτρον. Ἑπομένως, ἐνῷ παρέχουσιν ὡρισμένην ὑπηρεσίαν οἱ δῆμοι, γίνονται πτωχότεροι ἀντὶ νὰ γίνωσι πλουσιώτεροι, διότι ὄχι μόνον δὲν θὰ λαμβάνωσι τὰ κέρδη τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἐκ τοῦ ὕδατος, ἀλλὰ θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐγγράψωσιν εἰς τὰ ἔξοδά των κονδύλιον πρὸς ἀπόκτησιν ὕδατος. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀδικίαν διὰ τοὺς Δήμους, διότι κατ’ οὐδεμίαν περίπτωσιν ἀφοῦ δὲν θὰ ἦτο πρὸς ἐξοικονόμησιν προσώπων ἀλλὰ πρὸς ἐξυπηρέτησιν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, ἔπρεπε νὰ καταβάλλωσιν ἀντίτιμον ὕδατος, ὅπερ αὐτοὶ παρεχώρησαν. Συναφὴς πρὸς τοῦτο εἶναι καὶ ἡ ἄλλη ζημία, ἡ ὁποία βαρύνει τὰς πενεστέρας τάξεις, ὅτι ἐνῷ σήμερον ὑπολογίζονται εἰς 1000 αἱ δημόσιαι κρῆναι, ὁ ἀριθμὸς αὐτῶν ὁρίζεται εἰς μίαν ἀνὰ 1500 κατοίκους, ἑπομένως εἰς 130 ἐν ὅλῳ. Εἰς πόλεις εὐρωπαϊκὰς ὅπου ἡ θερμοκρασία δὲν εἶναι τόσον μεγάλη ὅσον ἐδῶ, ἀπαντᾷ τις κρήνας μὲ κύπελλα εἰς ἀποστάσεις πολὺ μικρὰς ἀπ’ ἀλλήλων κειμένας. Ἔλθωμεν τώρα εἰς τὸ ζήτημα τῶν ὑπονόμων. Λαμβάνεται πρόνοια ὅπως τὰ ὕδατα τῶν ὑπονόμων χύνωνται εἰς τὴν θάλασσαν καὶ εἰς ὡρισμένον μέρος ὥστε νὰ μὴ εἶναι ἐπιβλαβῆ εἰς τὴν ὑγείαν τῶν κατοίκων τῶν δύο πόλεων. Εἰς τὸ σημεῖον ὅμως εἰς τὸ ὁποῖον ὁρίζεται ὅτι θὰ χύνωνται μεταξὺ τῆς Πειραϊκῆς ἀκτῆς καὶ τῆς Ψυταλείας, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναί τις βέβαιος ὅτι τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα δὲν θὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν λιμένα Πειραιῶς, διότι εἶναι γνωστὸν, ὅτι ὁ δυτικὸς ἄνεμος πνέει πολὺ συχνὰ εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα καὶ προσβάλλει τὸν λιμένα Πειραιῶς. Ὥστε εἶναι φόβος νὰ παρασύρῃ ἐντὸς αὐτοῦ τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα. Ἀλλὰ δὲν βλέπω διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ λαμβάνηται πρόνοια, ὅπως τὰ ἀκάθαρτα αὐτὰ ὕδατα χρησιμεύσωσι πρὸς ἄρδευσιν τῶν κτημάτων τῶν δύο πόλεων. Εἶναι δὲ αὐτὰ πλοῦτος ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τόσον μικρὸς ὥστε νὰ περιφρονηθῇ. Εἶχον τὸ εὐτύχημα νὰ συνομιλήσω μὲ ἱκανώτατον Ἄγγλον μηχανικὸν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος διὰ τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον προτείνει ἰσχυρίζεται ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιηθῶσι μέχρι τῆς τελευταίας σταγόνος ὅλα τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα τῶν ὑπονόμων πρὸς ἄρδευσιν ἀγρῶν κειμένων μεταξὺ τῶν δύο πόλεων. Δὲν ὑπάρχει δὲ φόβος νὰ πλημμυρήσωσιν αὐτὰ τὰ ὕδατα ἢ ἐν περιπτώσει πολυομβρίας νὰ κατακλύσωσι τὰ μέρη αὐτά, διότι λαμβάνεται πρόνοια ὅπως τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα χρησιμοποιοῦνται τελείως· ἐὰν δὲ δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη αὐτῶν λόγῳ βροχῆς νὰ καθαρίζωνται ὥστε ἡ ὕλη νὰ ἀπομένῃ καὶ τὰ ἄλλα ὕδατα νὰ διοχετεύωνται εἰς τὴν θάλασσαν μεταξὺ Παλαιοῦ καὶ Νέου Φαλήρου ἢ μᾶλλον μεταξὺ Καστέλλας καὶ Παλαιοῦ Φαλήρου καθαρὰ ὥστε οὐδεὶς φόβος νὰ ὑπάρχῃ διὰ τὴν ὑγείαν τῶν πόλεων. Ἕνεκα τούτου, νομίζω, ὅτι ἡ προσήλωσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος δι’ ὡρισμένων μελετῶν, τῆς ὑδρεύσεως διὰ τῆς μελέτης τοῦ Κίντσερ καὶ τῶν ὑπονόμων τοῦ Κυρστάϊνερ, δὲν εἶναι ἡ ὀρθοτέρα καὶ θὰ ἦτο εὐχῆς ἔργον νὰ προστεθῇ εἰς τὸ νομοσχέδιον ὅτι οὐδεμία μελέτη δύναται νὰ ἀποκλείσῃ ἄλλην καλλιτέραν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Εἶχον τὴν περιέργειαν νὰ μάθω εἰς ὁπόσον ποσὸν ὑπολογίζουν τὰς δαπάνας αἱ διάφοροι μελέται, εἶδον δὲ ὅτι, ἐνῷ ἡ μελέτη τοῦ Κίντσερ ἀναβιβάζει τὰς δαπάνας τῆς ὑδρεύσεως εἰς 30,000,000, ἡ μελέτη τοῦ Ντέντον ὑπολογίζει αὐτὰς εἰς 26,800,000, ἐνῷ διὰ τῆς μελέτης τοῦ Κυρστάϊνερ ἡ δαπάνη τῶν ὑπονόμων θὰ ἀνέλθῃ εἰς 20,000,000 μὲ τὰ ὕδατα χυνόμενα εἰς τὴν θάλασσαν. Ἡ μελέτη τοῦ Ντέντον τὰ καταβιβάζει εἰς 14,000,000 μόνον, χρησιμοποιοῦται δὲ τὰ ἀκάθαρτα ὕδατα τῶν ὑπονόμων πρὸς ἄρδευσιν, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ εἰς σημαντικὸν ποσόν. Ἐπὶ τῇ βάσει ἑπομένως τῶν μελετῶν, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὡς ἀπαραιτήτους τὸ Κυβερνητικὸν νομοσχέδιον, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μελετῶν τοῦ Κίντσερ καὶ τοῦ Κυρστάϊνερ, ἀπαιτεῖται δαπάνη 50,000,000, ἐνῷ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης τοῦ Ντέντον ἀπαιτοῦνται 41,000,000 δραχμῶν. Ἐκτὸς δ’ αὐτοῦ, ἐνῷ διὰ τῆς μελέτης τοῦ Κίντσερ ἀπαιτοῦνται πέντε ἔτη διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ὑδάτων, διὰ τῆς μελέτης τοῦ Ντέντον ἀπαιτοῦνται 3½ ἔτη, καὶ ἐνῷ διὰ τοῦ συστήματος τῶν ὑπονόμων τοῦ Κυρστάϊνερ ἀπαιτοῦνται 10 ἔτη, διὰ τοῦ συστήματος τοῦ Ντέντον ἀπαιτοῦνται 5 ἔτη. Δὲν θέλω νὰ ὑποστηρίξω ὅτι οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἐντελῶς ἀκριβεῖς, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπάρχῃ καὶ ὑπόνοια μόνον, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τοῦτο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν μάλιστα τῆς μελέτης τοῦ Κίντσερ προηγήθη ἡ μελέτη τοῦ Ντέντον, ἥτις λέγεται ὅτι ἐκλάπη ὑπὸ τοῦ Κίντσερ. Οὔτε νομίζω ὅτι ἡ μελέτη εἶναι τόσον περιφρονητέα ὥστε νὰ μὴ εἶναι συζητήσιμος, ὥστε νὰ τεθῇ αὐτὴ ὡς βάσις, ἀφοῦ αὐτὴ παρέχει ὅρους καὶ ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως ἐπωφελεστέρους καὶ ἀπὸ τεχνικῆς καταλληλοτέρους, διότι πρόκειται τὸ ἔργον νὰ κατασκευασθῇ ὄχι μόνον οἰκονομικώτερον, ἀλλὰ τεχνικώτερον καὶ ταχύτερον. Φρονῶ ὅμως ὅτι πρέπει νὰ μελετηθῇ αὐτὴ καλῶς. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω. Εὔχομαι βεβαίως καὶ ἐγώ, ὡς κάτοικος τῆς πόλεως Ἀθηνῶν, νὰ ἴδω ταχέως μεταφερόμενα τὰ ὕδατα, ἀλλ’ ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ Λαοῦ, νομίζω, ὅτι θὰ ἤμην περισσότερον ηὐχαριστημένος ἂν ἔβλεπον τὸ ἀγαθὸν αὐτὸ ἐπιτυγχανόμενον διὰ καταλληλοτέρου μέσου· τὸ καταλληλότερον δὲ μέσον εἶναι αὐτό, ὅτι τῶν ἔργων πρέπει νὰ γίνεται ἐκμετάλλευσις ὑπὸ τῶν δήμων. Εὔχομαι ὅπως ἡ Κυβέρνησις οὐχὶ εἰς τὸ ἔργον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ εἰς πᾶν ἄλλο κοινῆς ὠφελείας ἀποσπασθῇ ἀπὸ παρομοίας ἰδέας καὶ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ πάσης σκέψεως ὅπως ἐπιζητήσῃ λύσιν ζητημάτων κοινωνικῆς ὠφελείας, δι’ ἐργολαβίας, δι’ ἰδιωτικῶν Ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον ἐξασφαλίζουσι μεγαλείτερα κέρδη τῶν ὅσα πρέπει εἰς βάρος τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ καὶ παρέχουσι δυσκολίας εἰς τὴν κοινωνικὴν χρῆσιν, ὥστε τὰ ἀγαθὰ ἐκ τῶν ἐκτελουμένων ἔργων νὰ μὴ εἶναι τόσα ὅσα δικαιοῦται νὰ ἀπαιτῇ ἡ κοινωνία.
§65ΣΠ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Πρὸς ὅσα εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος ἐκ Λακωνίας συμφωνῶ πληρέστατα· συμφωνῶ δηλαδὴ πρὸς τὴν γνώμην του ὅτι θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ μὴ δοθῇ τὸ ἔργον ὡς δίδεται, καὶ διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν, εἰς Ἑταιρίαν ἀλλ’ οἱ δῆμοι ἢ τὸ Κράτος νὰ κατασκευάσωσι τὸ ἔργον ἔστω καὶ διὰ μέσου ἐργολαβικῆς Ἑταιρίας, ὅπως δι’ ὅλα τὰ ἔργα συνήθως γίνεται, καὶ νὰ κρατήσωσι τὴν ἐκμετάλλευσιν δι’ ἑαυτούς. Οὐδεμία δυσκολία ὑπάρχει διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου, εἰς ὅσα δὲ ὁ κ. Συνάδελφος ἐξέθηκεν ἐπιχειρήματα, ὑπὲρ τῆς γνώμης ταύτης, δύναμαι νὰ προσθέσω καὶ ἓν ἀκόμη μεγαλειτέρας ἴσως ἀξίας. Οὔτε τεχνικὴ δυσχέρεια ὑπάρχει βεβαίως, οὔτε οἰκονομικὴ διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου ὑπὸ τοῦ δήμου. Τεχνικὴ δὲν ὑπάρχει, διότι καὶ διὰ τῶν Ἑλλήνων μηχανικῶν, καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ διὰ ξένων, ἠδύνατο νὰ γίνῃ μελέτη κατασκευῆς πλήρης, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς μελέτης νὰ προκηρυχθῇ, δαπάνῃ τῶν Δήμων, δημοπρασία διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου. Πᾶς τις δύναται νὰ ἐννοήσῃ ὁπόσον θὰ ἦτο τὸ χρηματικὸν ὄφελος τῶν δήμων ἐκτελούντων τὸ ἔργον ὑπὸ τοιαύτας συνθήκας. Εἰς δημοπρασίαν ἐπὶ τῇ βάσει πλήρους μελέτης εἶναι πολὺ εὐκολώτερον νὰ προσέλθῃ μία Ἑταιρία παρὰ ἐπὶ τῇ βάσει ἀορίστου μελέτης. Πάντοτε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει προσέρχονται περισσότεροι καὶ μετὰ μεγάλης ἐμπιστοσύνης καὶ θάρους, ἑπομένως ἐπέρχεται σημαντικὴ οἰκονομία ἐν τῇ κατασκευῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐκμετάλλευσιν δυσχέρεια ἐν αὐτῇ διὰ τὴν ὕδρευσιν δὲν ὑπάρχει. Ἄλλως τε διὰ τὸ δημόσιον, εἶναι τὸ εὐκολώτερον ἔργον διὰ τὴν ἐκμετάλλευσιν, τὴν σήμερον δὲ πλεῖστοι δῆμοι ἐκμεταλλεύονται ὑδρεύσεις καὶ τοιαύτας οὐχὶ δι’ ἁπλῆς ἐγκαταστάσεως, ἤτοι τοῦ ὕδατος μεταφερομένου διὰ βαρύτητος, ἀλλὰ διὰ μηχανικῆς ἀνυψώσεως. Διότι βεβαίως εἶναι γνωστὸν εἰς ὅλους ὅτι τὸ ὕδωρ δι’ οὗ τροφοδοτοῦνται αἱ πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ λεγόμενον ὕδωρ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, ἀλλ’ ὑπάρχουσι καὶ ἄλλα ὕδατα, τὰ ὁποῖα ἀντλοῦνται ἀπὸ φρεάτων βαθέων, ἀνυψοῦνται εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ἐδάφους καὶ ἐκεῖθεν στέλλονται εἰς τὰς δεξαμενάς. Ἑπομένως δυσχέρειαι ἐκμεταλλεύσεως τεχνικῆς δὲν ὑπάρχουσιν. Ὠφελήματα ἐκ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ τῶν Δήμων εἶναι πλεῖστα, ἀνέφερεν δὲ ταῦτα ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, τὰ περισσότερα τοὐλάχιστον. Ἐὰν τὰ κέρδη τῆς ἐπιχειρήσεως εἶναι μεγάλα, ἔχουσιν οἱ δῆμοι τὴν εὐχέρειαν νὰ ἐλαττώσωσι τὰ βάρη τῶν καταναλωτῶν, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον δὲν δύνανται νὰ κάμωσι μὲ τὴν Ἑταιρίαν. Ἐὰν τὰ κέρδη εἶναι μικρά, τότε νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ Δημόσιον διὰ τῆς ἐγγυήσεως τὴν ὁποίαν δίδει, ἐγγυήσεως τὴν ὁποίαν εἶναι ζήτημα ἂν ἔχῃ δικαίωμα νὰ δώσῃ, διότι εἶναι ζήτημα ἂν ὁλόκληρος ἡ Ἑλλὰς ἔχει ὑποχρέωσιν νὰ πληρώνῃ τὰ ἐλλείματα τῆς ὑδρεύσεως τῆς πρωτευούσης.
§66Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἐξ ἡμῶν.
§67Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐξ ἡμῶν ἐξαρτᾶται, ἀλλὰ ἀναφέρω τοῦτο διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Ἀντὶ λοιπόν, λέγω, νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ δημόσιον εἰς πληρωμὴν πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον θὰ εἶχεν τυχὸν ἡ Ἑταιρία, θὰ ἠδύναντο οἱ δῆμοι νὰ αὐξήσωσι τὸ ποσοστόν, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώνωσιν οἱ ἰδιῶται, ὅπως εἶναι δικαιότατον ἢ ἂν προὐτίμων ἓν μέρος τῆς δαπάνης νὰ ἠδύναντο ὁ δῆμος Ἀθηνῶν καὶ ὁ δῆμος Πειραιῶς νὰ κρατήσωσιν εἰς βάρος των, ἐὰν δὲν ἤθελον νὰ ἐπιβαρύνωσι ἐξ ὁλοκλήρου τοὺς δημότας. Δὲν πρέπει ὅμως διὰ τοῦ μηχανισμοῦ τῆς ἐγγυήσεως νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ δημόσιον. Ὅσον ἀφορᾷ, ἐν περιπτώσει μεγάλων κερδῶν, τὴν συμμετοχὴν εἰς τὰ κέρδη, καὶ τοῦτο εἶναι ἀμφίβολον διὰ πολλοὺς λόγους, ἂν θὰ ἀποτελέσῃ ἀντιστάθμισμα ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὰ κέρδη εἶναι μεγάλα, διότι καὶ ἂν περισσεύσῃ τι ἐκ τῶν ἐξόδων ἐκμεταλλεύσεως τῆς Ἑταιρίας, τοῦτο θὰ περιέλθῃ εἰς τοὺς δήμους καὶ ὄχι εἰς τοὺς ἰδιώτας, καθότι ἐτροποποιήθη, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ σύμβασις κατὰ τὸ σημεῖον τοῦτο. Ἐν τῷ ἀρχικῷ νομοσχεδίῳ ἓν μέρος τῶν πλεονασμάτων διενέμετο εἰς τοὺς καταναλωτάς, τώρα ὅμως διανέμεται μεταξὺ δήμου καὶ ἑταιρίας. Καὶ ἐνταῦθα ἐγείρεται παρεμπιπτόντως τὸ ἑξῆς ζήτημα· κατὰ πόσον εἶναι ὀρθὸν καὶ δίκαιον, ἐν περιπτώσει μὲν ἐλλείμματος τοῦτο νὰ ἀναπληρωθῇ ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους, δηλαδὴ εἰς βάρος τῶν φορολογουμένων ὅλου τοῦ Κράτους, ἐν περιπτώσει δὲ πλεονασμάτων, τὴν ὠφέλειαν νὰ ἔχωσι μόνον οἱ δῆμοι Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς; Ἐξάγεται ὅθεν ὅτι ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικὴν ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἐξετάσῃ κανεὶς τὸ ζήτημα, ἔχει πληρέστατον δίκαιον ὁ κ. Συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, ὑποστηρίζων ὅτι ἔπρεπε κατ’ ἄλλον τρόπον τὸ ἔργον αὐτὸ νὰ προκηρυχθῇ· δηλαδὴ ἡ μὲν ἐκμετάλλευσις νὰ κρατηθῇ διὰ λογαριασμὸν τῶν δήμων, ἡ δὲ κατασκευὴ πληρωνομένη ἀπὸ τοὺς δήμους νὰ ἐκτελεσθῇ διὰ μέσου ἐργολαβικῆς Ἑταιρίας. Ὑπάρχει ὅμως καὶ ἕτερος σπουδαιότερος λόγος, ἀκόμη σπουδαιότερος τοῦ οἰκονομικοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει τὴν τοιαύτην λύσιν. Τὸ ἄρθρον 1, τὸ προκείμενον, ὁρίζει ὅτι τὰ ἔργα τοῦ ὑδραγωγείου θὰ ἔχωσι διαστάσεις τοιαύτας, ὥστε νὰ εἶναι δυνατὴ ἡ διοχέτευσις 1000 λιτρῶν κατὰ δευτερόλεπτον, ἐξ ἄλλου ἡ τελευταία παράγραφος ὁρίζει ὅτι ἡ διάρκεια τῆς συμβάσεως εἶναι ἑβδομηκονταετής. Καὶ ἐγείρεται ἐνταῦθα τὸ πρόβλημα, τί θὰ συμβῇ ἂν πρὸ τῆς παρελεύσεως τῶν 70 ἐτῶν αἱ 1000 λίτραι δὲν ἐπαρκῶσι διὰ τὰς δύο πόλεις;
§68ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ φέρωμεν καὶ ἄλλο νερό.
§69Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Τίνι τρόπῳ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θὰ ἐπέλθῃ ὁ μηχανισμὸς τῆς συμμετοχῆς τῆς Ἑταιρίας; Τίνι τρόπῳ, πῶς θὰ μετέχῃ καὶ εἰς τίνας ἐκ τῶν καταναλωτῶν θὰ δοθῇ τὸ παλαιὸν ὕδωρ καὶ εἰς τίνας τὸ νέον, ἀφοῦ ἐκείνη θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐκμεταλευθῇ ὅλους τοὺς καταναλωτάς;
§70Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἶναι ὀρθοτάτη ἡ παρατήρησις αὕτη ἡ ὁποία ἰσχύει ὄχι μόνον εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν θ’ αὐξήσῃ ὁ πληθυσμός, εἰς τρόπον ὥστε τὸ ποσὸν τοῦ ὕδατος νὰ μὴ ἐπαρκῇ, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἀποδειχθῇ ὅτι αἱ 1000 λίτραι δὲν δύνανται νὰ διοχετευθῶσιν.
§71Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἔχετε πληρέστατον δίκαιον καὶ θὰ φθάσω καὶ εἰς τὸ σημεῖον αὐτό. Ἂς ἴδωμεν πότε θὰ ἔλθῃ ἡ περίπτωσις κατὰ τὴν ὁποίαν αἱ 1000 λίτραι, διὰ τὰς ὁποίας κατεσκευάσθη τὸ ἔργον, δὲν θὰ εἶναι ἐπαρκεῖς διὰ τοὺς πληθυσμοὺς Ἀθηνῶν Πειραιῶς. Κατόπιν θὰ ἐξετάσωμεν πότε θὰ εἶναι ἀνεπαρκεῖς αἱ λίτραι τὰς ὁποίας δύναται νὰ δώσῃ ἡ Στυμφαλία λίμνη ἢ αἱ πηγαὶ μᾶλλον τῆς Στυμφαλίας λίμνης, χρόνος ὁ ὁποῖος θὰ ἔλθῃ πολὺ ἐνωρίτερον τοῦ ἄλλου διὰ τὸ ὁποῖον καὶ τὸ ἔργον ὁλόκληρον θὰ εἶναι ἀνεπαρκές. Εἶναι ταῦτα δύο διάφορα ζητήματα. Θὰ ἀναγκασθῶ νὰ ἐπαναλάβω μερικὰς στατιστικὰς πληροφορίας αἱ ὁποῖαι πολλάκις ἐξετέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν ἀλλ’ εἶναι καὶ ἤδη ἀπαραίτητοι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα. Ὑπολογίζω ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῶν Ἀθηνῶν μέχρι σήμερον εἶναι 300,000.
§72Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἀθηνῶν–Πειραιῶς;
§73Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Μάλιστα. Ἦσαν 250,000 τῷ 1907. Ἐὰν λοιπὸν ὑπολογίσωμεν κατὰ τὴν πρώτην δεκαετίαν αὔξησιν 5%, ὅπερ εἶναι πιθανώτατον, διότι καὶ μετὰ τὴν προσάρτησιν τῆς Θεσσαλίας εἴχομεν αὐτὴν τὴν αὔξησιν, ἤδη δὲ διπλασιαζομένης τῆς Ἐπικρατείας, θὰ ἔχωμεν πιθανώτατα πλέον τοῦ ποσοστοῦ τούτου· ἤτοι μετὰ τὴν πρώτην δεκαετίαν, τῷ 1924 θὰ ἔχωμεν 450,000 κατοίκων· τῷ 1934, μετὰ δύο δεκαετίας, ὁπότε ὑπολογίζω ὅτι ἡ αὔξησις θὰ κατέλθῃ εἰς 4%, ὁ πληθυσμὸς θὰ ἀνέλθῃ εἰς 650,000 κατοίκων. Μετὰ τρεῖς δεκαετίας, ὁπότε ὑποθέτω ὅτι κατέρχεται ἡ αὔξησις εἰς 3%, ἤτοι ὅσος εἶναι ὁ μέσος ὅρος τῆς τελευταίας δεκαετίας, θὰ φθάσωμεν εἰς πληθυσμὸν 850.000. Καὶ σταματῶ ἐκεῖ· σταματῶ ἐκεῖ, διότι μὲ πληθυσμὸν 850,000 κατοίκων, αἱ 1000 λίτραι κατὰ δευτερόλεπτον, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἀντιστοιχοῦσιν ἀκριβῶς εἰς 100 λίτρας κατὰ κάτοικον καὶ καθ’ ἡμέραν, ποσὸν τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπαρκὲς κατὰ τὴν γνώμην τὴν γενικὴν ἀλλὰ ὄχι καὶ ἄφθονον. Ἑπομένως φθάνομεν εἰς τὸ ὅριον τῷ 1944 ὅτε αἱ διαστάσεις τοῦ ἔργου θὰ εἶναι πλέον ἀνεπαρκεῖς διὰ τὰς δύο πόλεις, ἀνεξαρτήτως τοῦ ἂν θὰ ὑπάρχῃ ὕδωρ διὰ νὰ γεμίσῃ τὰς διαστάσεις αὐτάς. Τῷ 1944, μετὰ 30 ἔτη δηλαδή.
§74Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τότε θὰ καταφύγωμεν εἰς ἄλλην πηγήν.
§75Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ναί, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὁ μηχανισμὸς ὁ ὁποῖος θὰ μᾶς ἐπιτρέψῃ νὰ καταφύγωμεν εἰς ἄλλην πηγὴν ὥστε νὰ μὴ ἐμποδισθῶμεν ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ τὸ προνόμιον τῆς ἐκμεταλλεύσεως.
§76Ε. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀλλὰ διατὶ λησμονεῖτε ὅτι μετὰ τριάκοντα ἔτη ἔχετε τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἔχετε ὑποχείριον τὴν Ἑταιρίαν.
§77Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Πράγματι, ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς ἡ ὁποία θὰ ἀσκεῖται μετὰ 30 ἔτη.
§78ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀκριβῶς καθ’ ἣν ἐποχὴν ὑπολογίζετε ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκῇ τὸ ὕδωρ.
§79Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἀκριβῶς, ἀλλὰ δι’ ἁπλουστάτου ὑπολογισμοῦ θὰ ἴδωμεν ὅτι ἡ ἀνάγκη τῆς αὐξήσεως τοῦ ὕδατος εἰς ποσότητα, θὰ ἔλθῃ πρὶν ἢ φθάσωμεν εἰς τὰ 30 ἔτη. Ἐξ ἄλλου εἶναι ζήτημα ἂν ἡ ἐξαγορὰ θὰ συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ εἰς τοὺς Δήμους. Δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς ὁποίους ἔκαμε πρὸ ὀλίγου ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος ἐκ Λακωνίας, διὰ τῶν ὁποίων ἀπεδείχθη ὅτι εἶναι ζήτημα ἂν θὰ εἶναι συμφέρουσα τοιαύτη ἐξαγορά, ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν ἐὰν μόνον μετὰ μίαν τριακονταετίαν θὰ παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς ἐξευρέσεως νέων πόρων ὕδατος. Ἐὰν μὲν πρόκειται περὶ τῶν πηγῶν τοῦ Μέλανος ποταμοῦ, τῶν ὁποίων ἡ παροχὴ εἶναι μεγάλη καὶ οὐδέποτε ἴσως κατέρχεται κάτω τῶν 1000 λιτρῶν, θὰ ἐπλησιάζομεν εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ πιθανώτατα πρόκειται, καὶ βαίνομεν πλησίστιοι πρὸς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος διὰ τῆς Στυμφαλίας. Τοῦτο φαίνεται ἀπὸ πλείστων ὅσων σημείων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἀλλὰ καὶ μία μικρὰ προσθήκη, ἡ ὁποία ἐγένετο μόλις ἐσχάτως εἰς τὸ προκείμενον ἄρθρον, ἀποδεικνύει τοῦτο, διότι προσετέθη εἰς § 4 ὅτι αἱ 1000 λίτραι θὰ ἔρχωνται μέχρι τῆς δεξαμενῆς Δαφνίου, καὶ ἐκεῖθεν 700 μὲν θὰ κομίζωνται εἰς Ἀθήνας, 300 δὲ εἰς Πειραιᾶ, ἐνῷ τὸ ἄρθρον 28 τῆς συγγραφῆς ὑποχρεώσεων λέγει ὅτι τοῦ Μέλανος ποταμοῦ ἡ δεξαμενὴ δὲν θὰ εἶναι εἰς τὸ Δαφνί, ἀλλ’ εἰς σημεῖόν τι τὸ ὁποῖον θὰ ὁρίσῃ μελέτη ἡ ὁποία δὲν ἐγένετο, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ. Ἐξ αὐτοῦ φαίνεται ὅτι εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου καὶ τὸ γράμμα, διότι ὁ νόμος δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ κατόπιν, εἶναι ἡ δεξαμενὴ νὰ γίνῃ εἰς τὸ Δαφνί, ἂν τὰ ὕδατα ἔλθωσιν ἐκ Στυμφαλίας. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι λεπτομέρεια· ὑπάρχουσιν ὅμως καὶ ὅροι πολὺ σπουδαιότεροι οἱ ὁποῖοι ἀποδεικνύουσιν ὅτι πρόκειται περὶ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἀλλ’ ἴδωμεν ὁπόση εἶναι ἡ παροχὴ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας. Ἔχομεν καταμετρήσεις αἱ ὁποῖαι μᾶς δίδουν καὶ τὸν ἐλάχιστον ὅρον καὶ τὸν μέσον ὅρον τὸν συνήθη τῆς παροχῆς τῶν πηγῶν. Καὶ ὁ μὲν ἐλάχιστος ὅρος εἶναι διὰ τὰς πηγὰς τῶν Κιονίων 200 περίπου λίτραι, καθόσον τὰς πηγὰς τῆς Δούσιας δὲν δυνάμεθα νὰ τὰς προσθέσωμεν εἰς τὸ ὑδραγωγεῖον, διότι καὶ ἀκατάλληλα εἶναι τὰ ὕδατα ὡς ποιότης καὶ θὰ ἀπαιτήσωσιν ἀποζημιώσεις αἱ ὁποῖαι, ἐὰν οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου ἐκ Κορινθίας εἶναι ἀκριβεῖς, θὰ εἶναι ἀπροσπέλαστοι· θὰ εἶναι δεκάδες ἑκατομμυρίων, ἐνῷ ὑπολογίζονται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ μόλις ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἀποζημιώσεις. Καὶ ἐδῶ παρεμπίπτει ἕν ζητηματάκι, κατὰ πόσον θὰ ἦτο δίκαιον τὸ Κράτος νὰ πληρώνῃ τὰς ἐπὶ ἐπὶ πλέον αὐτὰς δαπάνας εἰς βάρος πάλιν τῶν φορολογουμένων Ἐπαρχιῶν, ἐὰν ὑπάρξωσι ἀποζημιώσεις ἀνώτεραι, ὅπως θὰ ὑπάρξωσιν, εἰς βαθμὸν μὴ ὑπολογιζόμενον εὐχερῶς τὴν στιγμὴν ταύτην ἐνταῦθα.
§80Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἤθελον νὰ γνωρίζω ἂν θὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ αὐτὴ τακτικὴ καὶ διὰ τὰ ὕδατα τῆς Καβάλλας ἡ ὁποία στερεῖται ἐντελῶς ὑδάτων.
§81Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Τὸ ἐλάχιστον ὅθεν ὅριον εἶναι 200 λίτραι, ἤτοι 48 ὀκάδες. Ὁ μέσος ὅρος ἀναγνωρίζεται καὶ ὑπὸ τοῦ Κίντσερ καὶ ὑφ’ ὅλων ἐν γένει τῶν μηχανικῶν τῶν ἀσχολουμένων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο ὅτι εἶναι 500 ἕως 600 λίτραι περίπου. Ἐπ’ αὐτῶν δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν διὰ συνεχῆ ἔτη καὶ εἰς ἐκτάκτους περιπτώσεις θὰ ἔχωμεν τὴν περίπτωσιν νὰ κατέλθωμεν καὶ εἰς τὰς 200 λίτρας. Διὰ νὰ λάβητε μίαν ἰδέαν κατὰ πόσον αἱ 600 λίτραι ἀποτελοῦσι πολὺ ἢ ὀλίγον ποσὸν διὰ τὰς δύο πόλεις, θὰ σᾶς ἀναφέρω ὅτι αἱ 600 λίτραι, διανεμόμεναι τὴν σήμερον εἰς τὰς 200.000 κατοίκων, ἀντιστοιχοῦν πρὸς 160 λίτρας κατὰ κάτοικον. Μετὰ μίαν δεκαετίαν, ὁπότε ὑπολογίζομεν τὸν πληθυσμὸν εἰς 450.000 κατοίκων, θὰ κατέλθῃ ἡ ἀναλογία δι’ ἕκαστον κάτοικον εἰς 104 λίτρας. Μετὰ μίαν δὲ δεκαετίαν μόλις θὰ ἔχωμεν περατώσει τὸ ἔργον. Ἔφθασα εἰς τὸ ποσὸν αὐτό, διότι τὸ ποσὸν τῶν 100 λιτρῶν κατὰ κάτοικον εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδέχθησαν καὶ ἐδέχθημεν ὡς μόλις ἐπαρκές. Μετὰ μίαν δεκαετίαν τὸ ποσὸν τῶν 600 λιτρῶν, τὸ ὁποῖον παρέχει ἡ Στυμφαλία ὄχι ἐκτάκτως ἀλλὰ κατὰ τὸ πλεῖστον τῶν ἐτῶν, θὰ εἶναι μόλις ἐπαρκὲς διὰ τὸν πληθυσμόν, δηλαδὴ μόλις περατωθῇ τὸ ἔργον, διότι δυνατὸν νὰ λέγηται ὅτι μετὰ 5 ἢ 6 ἔτη, θὰ περατωθῇ, ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἡ πικρὰ διδάσκει ἡμᾶς ὅτι ἔργον τόσον πολὺ μέγα πάντοτε ὑπερβαίνει τὸ χρονικὸν διάστημα τὸ ὁποῖον ὑπολογίζεται. Ὥστε εἶναι ζήτημα ἂν θὰ ἔχωμεν τελειωτικῶς περατώσει τὸ ἔργον μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης καὶ θὰ ὑπάρχῃ ἤδη λιψυδρία· ἔστω καὶ ἂν θὰ ἔχωμεν τὸ ποσὸν τῶν 600 λιτρῶν τὸ ὁποῖον μόλις ἐπαρκεῖ διὰ τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐλάχιστον ὅριον, ἂν συμπέσῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ πέσωμεν εἰς τὰς 200 λίτρας, τότε αἱ 104 λίτραι κατὰ κάτοικον θὰ κατέλθωσιν εἰς 38 λίτρας, δηλαδὴ ὅσον περίπου καὶ τὰ σήμερον ὑπάρχοντα ὑδραυλικὰ ἔργα μᾶς δίδουσι κατὰ κάτοικον. Τότε ὅμως δὲν θὰ δυνάμεθα νὰ ἐξακολουθήσωμεν αὐξάνοντες τὸ ὕδωρ.
§82Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Οὔτε καὶ ἡ ἑταιρία θὰ ἔχῃ συμφέρον.
§83Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ἐὰν ὁ δῆμος ἦτο τότε κύριος τῆς ἐκμεταλλεύσεως, θὰ ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς οἱανδήποτε λύσιν ἣν θὰ ἐνόμιζε κατάλληλον ἢ δαπανῶν νέα κεφάλαια, ἂν ἐνόμιζε τοῦτο ἀπαραίτητον, ἢ ἐξευρίσκων ἄλλην τινὰ λύσιν. Κατὰ τὴν γνώμην μου, ὑπάρχει τρόπος διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα εἰς χρονικόν τι διάστημα, ἴσως διὰ νὰ προφθάσωμεν τὴν τριακονταετίαν, ὁπότε ἐξ ἀνάγκης ὅσον–ὅσον θὰ κάμωμεν τὴν ἐξαγοράν, ἢ θὰ ἐπιδιώξωμεν συμβιβασμὸν μὲ τὴν ἑταιρίαν ὅπως δεχθῇ αὐτὴ νὰ κάμῃ τὴν προσθήκην τῶν νέων ὑδάτων, ὑπάρχει τρόπος, λέγω, ὁ ὁποῖος συνίσταται εἰς τὴν χρησιμοποίησιν τῶν ὑδάτων τῶν σήμερον χρησιμοποιουμένων διὰ τὰς πόλεις Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Ἐν τῷ νομοσχεδίῳ δὲν ὑπάρχει ἢ τουλάχιστον δὲν εἶδον νὰ περιέχηται διάταξίς τις διὰ τῆς ὁποίας νὰ ὁρίζηται τί θὰ κάμῃ τὰ ὕδατα ἡ Ἑταιρεία ἡ ἀνάδοχος. Ἐγὼ νομίζω ὅτι τὰ ὕδατα αὐτὰ ὀφείλουσιν οἱ δῆμοι νὰ τὰ κρατήσωσι καὶ νὰ μὴ τὰ παραχωρήσωσιν εἰς τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρίαν. Καὶ ἐξηγοῦμαι λεπτομερέστερον· ἂς ἴδωμεν εἰς τί συνίστανται τὰ ὕδατα αὐτά. Αἱ μὲν Ἀθῆναι τροφοδοτοῦνται ὑπὸ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου τὸ ὁποῖον ἐμπλουτίζεται.
§84Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν παρατηρεῖτε τὸ ἄρθρον 10 τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ εἰς τὸ ἐδάφιον 4ον περὶ τῶν ἤδη ὑδάτων;
§85Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ θὰ ἦτο προτιμότερον νὰ κρατήσῃ ὁ δῆμος δι’ ἑαυτὸν τὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων τούτων. Ἄς ἴδωμεν εἰς τί ποσὸν ἀνέρχονται τὰ ὕδατα ταῦτα, πῶς δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσιν ὑπὸ τῶν Δήμων, καὶ διατί πρέπει νὰ κρατήσωσιν αὐτὰ οἱ Δῆμοι. Τῶν Ἀθηνῶν ἡ ὕδρευσις γίνεται ἀφ’ ἑνὸς διὰ τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου καὶ τῶν φρεάτων τῆς Κηφισσίας, τὰ ὁποῖα ἐμπλουτίζουσι τὸ Ἀδριάνειον δι’ ἀνυψώσεως, καὶ ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν φρεάτων τῶν Πατησίων τῶν ὁποίων τὸ ὕδωρ τροφοδοτεῖ τὰς χαμηλοτέρας συνοικίας τῆς πόλεως Ἀθηνῶν. Ὁ Πειραιεὺς μεταχειρίζεται ὕδατα τῆς περιοχῆς τοῦ Ῥέντη, τὰ ὁποῖα ἀνυψοῖ ἀπὸ φρεάτων βαθέων, φέρει αὐτὰ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν καὶ μεταφέρει ταῦτα πλησίον τῆς πόλεως ὅπου ἄλλαι ἀντλίαι ἀνυψοῦσι αὐτὰ εἰς τὰς δεξαμενὰς εἰς τὴν Καστέλλαν καὶ ἐκεῖθεν διανέμεται τὸ ὕδωρ εἰς τὴν πόλιν. Τὸ ποσὸν τῶν ὑδάτων αὐτῶν εἶναι πολὺ μεγαλείτερον ἀπὸ ὅτι φανταζόμεθα. Σήμερον, κατὰ τὴν στατιστικὴν ἡ ὁποία ὑπάρχει ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, τὰ ὕδατα τῶν Ἀθηνῶν κατὰ τὸ θέρος τῶν ἐτῶν 1910, 1911, 1912, λαμβανομένου τοῦ μέσου ὅρου τῶν τεσσάρων θερινῶν μηνῶν τῶν τριῶν ἐτῶν, ἀνῆλθον εἰς 40 ὀκάδας, ἤτοι ποσὸν ὅσον καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θὰ δώσωσιν αἱ πηγαὶ τῶν Κιονίων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς μεγάλης ξηρασίας ὅπως ἦτο ἡ τοῦ 1899. Ἀλλὰ τὸ ποσὸν τοῦτο δύναται νὰ αὐξηθῇ ἐπ’ ἄπειρον σχεδόν, διότι καὶ ἐν Πατησίοις ὑπάρχουσι φρέατα πολλὰ καὶ ἐν Κηφισσίᾳ τῶν ὁποίων τὸ ὕδωρ ὁ Δῆμος Ἀθηναίων δὲν ἐξηγόρασε, διότι δὲν ἐχρειάζετο περισσότερον καὶ διότι ἐστοίχιζε πολὺ εἰς αὐτὸν ἡ ἀγορὰ τῶν ὑδάτων αὐτῶν.
§86ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Μέχρι πόσου ποσοῦ δύναται νὰ αὐξηθῇ σήμερον τὸ ἐν Ἀθήναις ὕδωρ;
§87Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Εἰς τὸ διπλάσιον ἀσφαλῶς· εἰς 400 λίτρας, τουλάχιστον.
§88ΣΩΤ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Ἀντὶ δαπάνης;
§89Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Δὲν δύναμαι προχείρως νὰ ὑπολογίσω. Γνωρίζω ὅτι ὁ Δῆμος Ἀθηναίων πληρώνει πέντε ἕως ἕξ λεπτὰ κατὰ κυβικὸν μέτρον διὰ τὴν ἀνύψωσιν, δεδομένου ὅτι θὰ πωλῆται κατὰ τὴν σύμβασιν, τουλάχιστον δέκα λεπτά, θὰ ἦτο συμφέρον ὅπως ἐκεῖθεν λάβωμεν τὰ ὕδατα τὰ ὁποῖα θὰ χρησιμοποιήσωμεν διὰ τὴν ἄρδευσιν καταβρέγματα καὶ πλύσιν τῶν ὁδῶν. Ἐν Πειραιεῖ δὲ καὶ ἐκεῖ εἶναι ἀνεξάντλητον τὸ ὑδροφόρον στρῶμα, τὸ ὁποῖον παρέχει τὸ ὕδωρ εἰς τὴν πόλιν τοῦ Πειραιῶς, διότι τὰ φρέατα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐν τῇ περιοχῇ τῇ λεγομένῃ Ῥέντη μέχρι Σεπολίων, ἀνέρχονται εἰς ἑκατοντάδας καὶ ἕκαστον ἐξ αὐτῶν παρέχει περίπου μίαν ὀκᾶν ὕδατος. Σᾶς γνωρίζω δ’ ὅτι ἐκ τῶν ἑκατοντάδων τούτων φρεάτων περὶ τὰ διακόσια ἔχουσι σήμερον μηχανικὴν τὴν ἀνύψωσιν. Ἕκαστον τούτων παρέχει 20, 30 καὶ 40 κυβικὰ μέτρα ὕδατος καθ’ ὥραν. Εἶναι λοιπόν, Κύριοι Συνάδελφοι, βεβαιωμένον ὅτι ἔχομεν εἰς χεῖρας πλησίον τῶν Ἀθηνῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς ποσότητα ὕδατος ἀπεριόριστον, τοὐλάχιστον ἀνωτέραν τῆς ποσότητος τὴν ὁποίαν θὰ μᾶς χορηγήσῃ τὸ ὑδραγωγεῖον τῆς Στυμφαλίας. Πῶς δύναται τὸ ὕδωρ αὐτὸ νὰ χρησιμοποιηθῇ, ἐὰν οἱ Δῆμοι δὲν διορίσωσι εἰς τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρίαν τὰς ἐγκαταστάσεις, δηλαδὴ τὰ ὑδραγωγεῖα, τὰς μηχανὰς διὰ τὴν ἀνύψωσιν τῶν ὑδάτων, τὰς δεξαμενὰς καὶ τὰ δίκτυα τῶν σωλήνων; Τὰ δίκτυα ταῦτα ἡ Ἑταιρία δὲν δύναται οὐδὲ πρέπει νὰ τῇ ἐπιτραπῇ νὰ χρησιμοποιήσῃ διὰ τὴν διοχέτευσιν τῶν ποσίμων ὑδάτων, διότι εἶναι πλήρη ἀποθεμάτων· ἀποτελοῦνται ἐκ τεθραυσμένων σωλήνων εἰς πλεῖστα σημεῖα δι’ ὧν διέρχονται μεμολυσμένα ὕδατα. Ἑπομένως δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιήσῃ αὐτὰ ἡ Ἑταιρία πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος. Θὰ κατασκευάσῃ κατ’ ἀνάγκην νέα δίκτυα σωλήνων, καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Πειραιεῖ. Ὥστε τὰ παλαιὰ δύνανται νὰ τὰ κρατήσωσιν οἱ Δῆμοι καὶ δι’ αὐτῶν τῶν δικτύων καὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἐγκαταστάσεων αὐτῶν, θὰ δύνανται νὰ χρησιμοποιῶσι τὰ ὕδατα ταῦτα διὰ τὰς δευτερευούσας χρήσεις ἰδίᾳ, δηλαδὴ διὰ κατάβρεγμα καὶ πλύσιμον ὁδῶν, ἄρδευσιν κήπων καὶ πάρκων κλπ. Δὲν δύναται νὰ χρησιμοποιήσωσι ταῦτα πρὸς πόσιν οὐδ’ ἐπιτρέπεται ἡ ἀνάμιξις αὐτῶν μετὰ ὑδάτων ποσίμων, διότι καὶ ἡ σκληρότης αὐτῶν εἶναι πολὺ μεγάλη, ἀνέρχεται πολλάκις εἰς 40 καὶ 50 βαθμούς, ἐνῷ τὸ πόσιμον ὕδωρ δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἀνωτέραν σκληρότητα τῶν 20 βαθμῶν, ἂν δὲν ἀπατῶμαι. Ἐξ ἄλλου, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, τὰ ὕδατα ταῦτα ἐκ τῆς ἐπιφανείας πολλάκις ἔχουσι πάθει μόλυνσιν. Ἑπομένως δὲν δύνανται τὰ ὕδατα ταῦτα ἢ νὰ χρησιμοποιηθῶσιν εἰς τὰς δευτερευούσας ἀνάγκας τῶν δήμων. Δύνανται νὰ χρησιμοποιηθῶσι καὶ δι’ ἰδιωτικὰς χρήσεις δευτερευούσας, δηλαδὴ πλύσιμον αὐλῶν, διὰ λουτρὰ κλπ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ ὑπάρξωσιν, ἐὰν τοιοῦτον σύστημα ἐφηρμόζετο, διπλαῖ ἐγκαταστάσεις δικτύων καθ’ ὅλην τὴν πόλιν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι σύστημα πρωτοφανὲς τοῦτο. Ὑπάρχει καὶ εἰς ἄλλας πόλεις, δύναμαι δὲ νὰ φέρω παράδειγμα τὴν πόλιν τῶν Παρισίων, ὅπου ἔχουσι διοχέτευσιν ὕδατος ὑψηλῶν πηγῶν τῶν ὀρέων, διὰ τὸ ὁποῖον πληρώνουν μεγάλας τιμάς, ἔχουσι δὲ καὶ ἕτερον ὕδωρ διὰ πλύσεις κτλ. τὸ ὁποῖον προέρχεται ἀπὸ τοῦ Σηκουάνα. Εἶναι λοιπὸν δυνατὸν διὰ τῆς χρήσεως τῶν δευτερευόντων αὐτῶν ὑδάτων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς, νὰ ἀπομακρυνθῇ ἡ ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ἐξαναγκασθῶμεν νὰ ἐξαγοράσωμεν τὴν ἐπιχείρησιν ἀπὸ τῆς ἀναδόχου Ἑταιρίας, νὰ σώσωμεν δὲ συγχρόνως καὶ τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ἔλλειψιν ὕδατος, κατὰ τὴν ὁποίαν θὰ ὑποχρεωθῶμεν νὰ ἐξαγοράσωμεν τὸ ἔργον, καὶ ἡ ὁποία περίστασις θὰ ἔλθῃ ἀμέσως, δυστυχῶς, μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν. Λύεται τοιουτοτρόπως καὶ ἡ δυσχέρεια καὶ τὸ ἐρώτημα ἂν πρέπῃ ἡ περιουσία αὐτὴ τῶν δήμων νὰ περιέλθῃ εἰς τὴν Ἑταιρίαν τὴν ἐκτελοῦσαν τὸ ἔργον καὶ τὴν ἀναλαμβάνουσαν τὴν ἐκμετάλλευσιν. Θὰ ἔχωσι δὲ φυσικῷ τῷ λόγῳ καὶ τὸ δικαίωμα οἱ Δῆμοι νὰ ἐμπλουτίζωσι τὰ ὑδραγωγεῖα αὐτὰ ἐφ’ ὅσον ἀπαιτεῖται σὺν τῇ παρόδῳ τοῦ χρόνου, χωρὶς νὰ ὑφίστανται δυσχερείας μὲ τὴν ἀνάδοχον Ἑταιρίαν. Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν ἐδέχετο τὴν γνώμην τοῦ κ. Συναδέλφου ἐκ Λακωνίας περὶ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου παρὰ τοῦ δήμου, θὰ ἠδύνατο νὰ λύσῃ τὴν δυσχέρειαν αὐτὴν διὰ διατάξεως, ἡ ὁποία καταχωρουμένη εἰς τὸ ἄρθρον 1, θὰ ἐπέτρεπε νὰ κρατήσωσιν οἱ δῆμοι διὰ λογαριασμόν των τὰς ὑπαρχούσας ἐγκαταστάσεις. Ταῦτα εἶχον νὰ προσθέσω εἰς ὅσα ὁ κ. Συνάδελφος εἶπε περὶ τῆς προτιμοτέρας ὁδοῦ διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ ἔργου. Τὰ ἄλλα ἐπιχειρήματα εἶναι ἐπίσης σοβαρὰ καὶ οὐδὲν ἀπολύτως ἔχω νὰ προσθέσω. Ἀμφιβάλλω ὅμως, μεθ’ ὅλην τὴν εὐφράδειαν δι’ ἧς ἐξέθηκε ταῦτα, ἂν θὰ ἐπέλθῃ ἀποτέλεσμα, λόγῳ τῆς τάσεως τὴν ὁποίαν ἔχομεν, ὥστε νὰ θέλωμεν νὰ ἐκτελέσωμεν ὅλα τὰ ἔργα δι’ Ἑταιριῶν, ἰδίως δι’ Ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἤδη ἐγκατεστημέναι καὶ ἀνεγνωρισμέναι. Κατ’ ἄλλο ἄρθρον περαιτέρω θὰ ἴδωμεν ὅτι δὲν θὰ γίνῃ δυνατὴ διὰ διαγωνισμῶν ἡ προσέλευσις πολλῶν μειοδοτῶν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἔργου τούτου.
§90Κ. ΣΟΚΟΛΗΣ. Ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου ἀνακινεῖται μία ἐπανάστασις, οὕτως εἰπεῖν, ἐν τῇ ἐξωτερικῇ μορφῇ τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς Ἑπομένως, διὰ νὰ κατορθωθῇ νὰ ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο συμφώνως πρὸς τὴν ἐπιθυμίαν, ὄχι μόνον τῆς Κυβερνήσεως ἀλλὰ καὶ ὅλων ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι λίαν προθύμως ἀπεδέχθημεν τὴν ὑποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ἀνάγκη νὰ προσέξωμεν εἰς τινὰς λεπτομερείας διὰ τῶν ὁποίων εἶναι δυνατὸν νὰ βελτιωθῇ ἡ ἐπίτευξις τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκει. Εἶμαι καὶ ἐγὼ τῆς ἰδέας, ὡς οἱ προλαλήσαντες κ. Συνάδελφοι, ὅτι τὸ ἔργον πρέπει νὰ κατασκευασθῇ δι’ ἑταιρίας, ἀλλ’ ἡ ἐκμετάλλευσις νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰς χεῖρας τῶν δήμων διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, διότι τότε μόνον θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἀφθονία τοῦ ὕδατος, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ νὰ δώσῃ πράγματι νέαν μορφὴν εἰς τὴν Πρωτεύουσαν τοῦ Κράτους. Τὸ νερὸν εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἔχῃ κανεὶς εἰς πολὺ μεγάλην ἀφθονίαν καὶ ἡ ἀφθονία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ δῆμος νὰ πληρώνῃ τὰ ὕδατα καὶ μάλιστα εἰς τιμὰς οὐχὶ μικράς. Πῶς εἶναι δυνατὸν π. χ. νὰ ἔχητε ὅλα ἐκεῖνα τὰ στολίσματα τῶν μεγαλοπόλεων, οἷα εἶναι αἱ λίμναι, οἱ ποταμοί, οἱ καταρράκται, τοὺς ὁποίους θὰ κατασκευάσωμεν εἰς τὰ πάρκα, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ὁ δῆμος εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃ τὸ ὕδωρ αὐτό; Δίδομεν εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα μόνον τῆς ἀρδεύσεως τῶν πάρκων καὶ τῶν κήπων δωρεάν· ἀλλ’ αὐτὸ δὲν ἀρκεῖ. Ἀπαιτεῖται νὰ ἔχῃ εἰς τὴν διάθεσίν του πολὺ ὕδωρ, εἰς μέγιστον ποσόν, ὥστε νὰ ἐπιτρέπηται εἰς αὐτὸν νὰ σπαταλᾷ, διὰ νὰ δυνηθῇ πράγματι νὰ ἀλλάξῃ τὴν μορφὴν τῆς πρωτευούσης καὶ νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν ὄψιν μεγαλοπόλεως ὁμοίας πρὸς ἐκείνην τὴν ὁποίαν καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡμεῖς ὀνειρευόμεθα. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸν δῆμον νὰ πληρώνῃ τὸ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμοποιήσῃ σπαταλῶν δι’ ἀρδεύσεις, διότι ἂν δώσωμεν τὴν ἐκμετάλλευσιν εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἀναγκαστικῶς ὁ δῆμος κηδόμενος τῆς δαπάνης τὴν ὁποίαν θὰ πληρώνῃ διὰ τὰ ἐξωραϊστικὰ ἔργα, δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ προβῇ εἰς ἀγορὰν πολλοῦ ὕδατος. Ἐπίσης τοῦτο συμβαίνει καὶ διὰ τὰ ἔργα τῆς κοινῆς ὠφελείας, ὅπως εἶναι τὰ λουτρά. Λουτρὰ πραγματικὰ δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχητε εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅταν τὸ ὕδωρ θὰ εἶναι ὡρισμένον καὶ θὰ πληρώνηται ὑπὸ τοῦ δήμου εἰς τιμὴν ἡ ὁποία εἶναι ζήτημα ἂν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι συμφέρουσα. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δ’ ἀκριβῶς ἡ παρατήρησις τοῦ ἀξιοτίμου ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτοῦ, ἡ στηριζομένη εἰς αὐτὸ τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι μετὰ 30 ἔτη δὲν θὰ εἶναι ἴσως δυνατὴ ἡ ἐπάρκεια τοῦ ὕδατος εἰς τὴν πόλιν, πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ νὰ ἐξετασθῇ τί θὰ γίνῃ τὸ ὕδωρ αὐτό, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ εἶναι μὲν ἐπαρκὲς μετὰ πάροδον 30 ἐτῶν, θὰ εἶναι ὅμως ἐπαρκέστατον πρὸ τῶν 30 ἐτῶν. Ἀκριβῶς τότε πρέπει νὰ γίνῃ μεγάλη χρῆσις αὐτοῦ καὶ τὴν χρῆσιν τὴν μεγάλην τὴν δεσμεύομεν, διότι ὑποχρεώνομεν τοὺς δήμους νὰ πληρώνωσιν τὸ ὕδωρ εἰς ἀρκετὰ μεγάλην τιμήν. Καὶ δημοσίας ὠφελείας ἂν χαρακτηρισθῶσι τὰ ὕδατα ταῦτα καὶ δεχθῇ αὐτὸ ἡ ἑταιρία, πάλιν θὰ πληρώνηται τὸ ὕδωρ ἀντὶ 10 λεπτῶν. Φρονῶ συνεπῶς, ὅτι θὰ ἦτο πολὺ προτιμότερον τὴν διοίκησιν τῶν ὑδάτων νὰ ἔχῃ ὁ δῆμος, ἀκριβῶς διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν νὰ κάμῃ τὴν σπατάλην ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐπιβάλλεται εἰς τὸ εἶδος αὐτό, ὥστε νὰ ἐπέλθῃ ἀκριβῶς μία ἐπαναστατική, οὕτως εἰπεῖν, μορφὴ εἰς τὴν διακόσμησιν τῆς πρωτευούσης ἐν γένει, διότι πάντοτε, ὅταν πρόκειται περὶ ἑνὸς τόσον μεγάλου ἐκπολιτιστικοῦ ἔργου, θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ὄχι μόνον ὁ νῦν πληθυσμός, ὄχι μόνον ἡ ἀναλογία τῆς αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν μέχρι σήμερον δεδομένων, ἀλλὰ ὑπάρχουσι γενικοί τινες κανόνες κατὰ τοὺς ὁποίους εἰς ἅπαντα τὰ ὑδραυλικὰ ἔργα τὰ ἐπιτελεσθέντα ὑπὸ μεγάλων πόλεων πάντοτε ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν ὡς βάσις τὸ δεκαπλάσιον τοῦ πληθυσμοῦ. Οἱ ὑπολογίζοντες νῦν κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑποτίθεται ὅτι τὸ ὕδωρ αὐτὸ δὲν θὰ χρησιμοποιηθῇ παρὰ διὰ μίαν γενεάν, ἀλλὰ μετὰ τὴν πάροδον τῆς ἐποχῆς αὐτῆς, μετὰ 30 ἢ 33 ἔτη, ἔχομεν ἀμέσως τὴν εὐκολίαν τοῦ νὰ δυνηθῶμεν νὰ συμπληρώσωμεν τὸ ἔργον αὐτὸ δι’ ἄλλων ἔργων. Ἀλλὰ διὰ τὴν γενεὰν δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ὁ δεκαπλάσιος πληθυσμὸς τῆς πόλεως, διότι, ὡς εἶπε καὶ ἀπέδειξε ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος κ. Βουλευτής, μετὰ 30 ἔτη ἡ πόλις θὰ εὑρίσκηται εἰς στενοχωρίαν προκειμένου νὰ ἔχῃ τὸ ὕδωρ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τῇ χρειάζεται διὰ τὰς ἀπολύτους αὐτῆς ἀνάγκας, ἀφοῦ πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ ἐξωραϊσμοῦ τοῦ ἀπαιτοῦντος σπατάλην ὕδατος, καὶ ἀφοῦ ἐμφανίζεται καὶ ἤδη πρόβλημα ἐπαρκείας τοῦ ὕδατος. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην, ἀκριβῶς διὰ νὰ ἐπιτελεσθῇ τὸ ἔργον αὐτὸ τὸ κυβερνητικόν, ὅπως ἡ ἐκμετάλλευσις μείνῃ πάντοτε εἰς τὰς χεῖρας τῆς διοικήσεως, διότι μόνον οὕτω δὲν θὰ εὑρισκώμεθα εἰς συνεχῆ τριβὴν πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία πρὸ παντὸς θὰ ἐξετάσῃ τὸ συμφέρον της. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἐπικοινωνίαν μετ’ αὐτῆς περὶ ἀλλαγῆς τοῦ καθεστῶτος. Καὶ ἐρωτᾶται τί θὰ γίνῃ; Ὁ πληθυσμὸς ἐν Ἀθήναις αὐξάνει, ὑπερβαίνει κατὰ πολὺ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, καὶ ὑπάρχει βεβαιότης ὅτι θὰ αὐξηθῇ πολὺ περισσότερον. Τί θὰ γίνῃ λοιπὸν μὲ χιλίας λίτρας ὕδατος διαχειριζομένας ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας καὶ οὐχὶ ὑπὸ τοῦ δήμου; Πρόκειται ὅθεν περὶ προβλήματος, καὶ τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν πρόκειται νὰ λυθῇ ἓν πρόβλημα, ἔρχεται νέον πρόβλημα ὡς συνέπεια τοῦ πρώτου. Εἶναι ἀνάγκη συνεπῶς καὶ εἰς αὐτὸ νὰ ἀποβλέψωμεν, καὶ ἵνα λείψωσιν αὐταὶ αἱ δυσκολίαι, νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει πρακτικώτερον μέσον παρὰ νὰ κρατήσῃ ὁ δῆμος ἢ ἡ Κυβέρνησις, καθ’ οἱονδήποτε συνδυασμὸν θέλετε, τὴν ἐκμετάλλευσιν τῆς ἐπιχειρήσεως. Αὐτὸ θὰ δυνηθῇ νὰ εὐκολύνῃ τὸν πληθυσμόν. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς τιμῆς τοῦ ὕδατος, ὅταν αὐξήσῃ ὁ πληθυσμός, ὥστε τὰ κέρδη νὰ φθάσωσιν εἰς ὡρισμένον ποσὸν καὶ νὰ μὴ εἶναι ἀνάγκη νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὰ θηλάκια τῆς Ἑταιρίας, νὰ δύνασθε νὰ μεταβιβάσητε ταῦτα εἰς τοὺς πολίτας ἐλαττοῦντες τὴν τιμὴν τοῦ ὕδατος. Ὅλα αὐτὰ τὰ ζητήματα ἐμφανίζονται καὶ παρουσιάζουσι δυσχερείας, μόνον καὶ μόνον διότι ἡ ἐκμετάλλευσις δίδεται εἰς χεῖρας ἑταιρίας, δηλ. εἰς χεῖρας ἐμπορικάς, αἵτινες πρὸ παντὸς θὰ προσέξωσιν εἰς τὸ ἴδιον συμφέρον. Προκειμένου περὶ τῆς ἐργασίας ἐν γένει, ἡ ὁποία θὰ γίνῃ, θὰ ἠδύνατό τις προκειμένου περὶ τῶν ὑδάτων τοῦ Πειραιῶς, νὰ πλειοδοτήσῃ εἰς ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος Βουλευτὴς διότι κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὰ ὕδατα ταῦτα παραδίδονται εἰς τὴν Ἑταιρίαν, ἀλλὰ δὲν λύουσιν ὄχι μόνον τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τῆς πόλεως τοῦ Πειραιῶς, ἀλλ’ οὔτε τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως τοῦ λιμένος, τὸ ὁποῖον εἶναι πρόβλημα καὶ πρόβλημα ἄλυτον, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι δὲν θὰ ἐπαρκέσωσι τὰ ὕδατα τῆς Στυμφαλίας. Οὐδὲν πλοῖον εἶναι δυνατὸν νὰ λάβῃ ὕδωρ ἐκ Πειραιῶς ἕνεκα τῆς κακῆς αὐτοῦ ποιότητος. Ὅλα τὰ πλοῖα καταπλέουσιν εἰς τὸν Πειραιᾶ ἔχοντα προμηθευθῆ ὕδωρ. Εἶναι δὲ τοῦτο ἓν ζήτημα σπουδαῖον, διότι δυσχεραίνει τὰς εἰς τὸν Πειραιᾶ προσεγγίσεις τῶν πλοίων, τὰ ὁποῖα θὰ ὑπολογίζωσι ὅτι δὲν θὰ εὕρωσιν αὐτόθι ὕδωρ. Καὶ αὐτὸς ὁ Β. Ναύσταθμος προμηθεύεται ὕδωρ ἐκ Πόρου. Πρέπει λοιπὸν ῥητῶς νὰ ἀναγραφῇ ἐν τῇ συμβάσει ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ ἡ διοχέτευσις τῶν ὑδάτων τοῦ Πειραιῶς ἐν τῷ μέλλοντι, ἀλλὰ νὰ γίνῃ νέον ὑδραγωγεῖον. Δύναται τοῦτο νὰ εἶναι μία λεπτομέρεια δυναμένη νὰ κανονισθῇ ἀργότερον, ἀλλ’ ἐν τῇ συμβάσει δὲν βλέπω νὰ γίνηται λόγος περὶ ὑδροδοτικῶν στομίων διὰ τὸν λιμένα. Γίνεται λόγος περὶ πυροσβεστικῶν στομίων ἐν τῷ νομοσχεδίῳ οὐχὶ ὅμως καὶ περὶ ὑδροδοτικῶν στομίων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εἶναι εἰς τὸν προβλῆτα ἀκριβῶς τοῦ λιμένος, διὰ νὰ εἶναι δυνατὸν τὰ πλοῖα, ἄνευ τῆς χρησιμοποιήσεως ὑδροφόρων, νὰ προσέρχωνται καὶ νὰ λαμβάνωσι τὸ ἀναλογοῦν εἰς αὐτὰ ὕδωρ, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι καθαρὸν καὶ θὰ ἔχῃ τὸ μέγιστον προσὸν τῆς ταχείας λήψεως. Σήμερον δὲν γίνεται τοῦτο ἐν Πειραιεῖ, διότι δὲν ὑπάρχει ὕδωρ, ἀλλὰ θὰ συμβαίνῃ, ὅταν ἔλθῃ τὸ ὕδωρ, ὅπως γίνεται εἰς ὅλα τὰ μέρη. Ἐκεῖ τὰ πλοῖα προσεγγίζουσιν εἰς τὸν προβλῆτα, ἔρχονται εἰς ἄμεσον ἐπικοινωνίαν μετὰ τοῦ ὑδροδοτικοῦ στομίου καὶ λαμβάνουσι τὸ ὕδωρ τὸ ὁποῖον χρειάζονται. Ἑπομένως εἷς ἐπὶ πλέον λόγος, ὁ ὁποῖος θὰ αὐξήσῃ καὶ τὴν κίνησιν τοῦ Πειραιῶς καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, εἶναι καὶ οὗτος, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως πάντοτε τῆς ἀπολύτου ἀπαγορεύσεως τῆς χρησιμοποιήσεως τῶν ὑδάτων Πειραιῶς παρὰ τῆς Ἑταιρίας. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν ὑπονόμων, τὸ νομοσχέδιον προνοεῖ περὶ τῆς χρησιμοποιήσεως αὐτῶν, εἶναι δὲ σήμερον ἐπιχείρησις ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς ὅλας τὰς πόλεις τῆς ὑφηλίου, ἐπιχείρησις μάλιστα ἡ ὁποία ἔχει πολὺ μεγάλα κέρδη, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ἐπιτευχθῶσι. Καὶ ἐνταῦθα τὸ νομοσχέδιον μετὰ δυσπιστίας ἀποβλέπει εἰς τὴν ἐπιτυχίαν μιᾶς τοιαύτης ἐπιχειρήσεως, ἀλλὰ τὰ πραγματικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν εἰς ἄλλας πόλεις, ἔδωκαν ἀκριβῶς ἀντίθετα ἀποτελέσματα. Ἑπομένως δὲν βλέπω στηριζομένην τὴν δυσπιστίαν, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον δεικνύει ἀκριβῶς εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ τοῦ καθαρισμοῦ τῶν ἐκ τῶν ὑπονόμων ἐκρεόντων ὑδάτων. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι καὶ αὐτὸ δὲν θὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑταιρίαν ἀλλὰ θὰ μείνῃ εἰς χεῖρας τῶν δήμων, θέλει πραγματικῶς κατανοηθῇ ἡ ὠφέλεια ἡ πραγματική, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ καὶ ἡ ὁποία δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ ὠφελήσῃ καὶ τοὺς δημότας, ἀπὸ τοὺς ὁποίους θὰ ἀφαιρεθῇ ἓν ἔξοδον, ἐλαττουμένου τοῦ ποσοῦ τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώνωσι. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας παρατηρήσεις εἶχον νὰ κάμω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἔχω δὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ τὸ ἔργον αὐτό, διὰ τὸ ὁποῖον ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, πραγματικῶς νὰ ὠφελήσῃ καὶ νὰ ἀλλάξῃ τὴν μορφὴν τῆς Πρωτευούσης καὶ νὰ κάμῃ αὐτήν, ὥστε νὰ εἶναι πραγματικῶς ἀνταξία τοῦ νέου Ἑλληνικοῦ Κράτους.
§91ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Θὰ εὐχαριστήσω πρὸ παντὸς τὸν Συνάδελφον Βουλευτὴν ἐκ Λακωνίας, διὰ τὴν εὐμένειαν μεθ’ ἧς ἔκρινε τὸ νομοσχέδιον, σπεύδω δὲ νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν πρώτην παρατήρησιν αὐτοῦ τὴν γενομένην διὰ τὴν συμμετοχὴν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης. Ὁ κ. Συνάδελφος εἶπεν ὅτι διεῖδε θλίψιν μᾶλλον τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν δήλωσιν τοῦ Διοικητοῦ αὐτῆς περὶ ἀποχῆς τοῦ ἱδρύματος ἐπὶ τῆς ἐν λόγῳ ἐπιχειρήσεως. Ὁμολογῶ ὅτι πράγματι μετὰ θλίψεως ἀνέγνωσα τὴν δήλωσιν τοῦ Διοικητοῦ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, καὶ ἵνα ἐξηγήσω τὸν βαθμὸν τῆς θλίψεως δὲν ἔχω παρὰ νὰ ἀναφερθῶ εἰς ὅσα εἶπον καθ’ ἣν ἡμέραν ἀνέγνωσα τὴν τοιαύτην δήλωσιν τοῦ κ. Εὐταξίου. Εἶπον ὅτι, καθ’ ἃ τοὐλάχιστον ἐδήλωσεν εἰς ἐμὲ ὁ ἀείμνηστος Βαλαωρίτης, ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα οὐδέποτε ἐνόει νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἐπιχειρήσεως, τιθεμένη ἐπὶ κεφαλῆς Ἑταιρίας κατὰ τὸν διαγωνισμόν, ἐνόει ὅμως νὰ ἐξαρτήσῃ τὴν συμμετοχὴν αὐτῆς εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ἀπὸ τῆς γνώμης ἢ τῆς ἐπιθυμίας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἦτο δὲ πολὺ φυσικὸν νὰ ἔχῃ τοιαύτην γνώμην ἡ Κυβέρνησις περὶ συμμετοχῆς εἰς τὴν ἐπιχείρησιν τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, δεδομένου ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ εἶχε καλέσει αὐτὴν ὅπως ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν τῆς μελέτης, καθ’ ἃ δὲ ἐμφαίνεται ἐξ ἐπιστολῆς τοῦ Διοικητοῦ, φαίνεται ὅτι αἱ συνεννοήσεις αἱ τότε γενόμεναι εἶχον ὑπ’ ὄψει συμμετοχὴν τῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὴν ἐπιχείρησιν. Ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ δήλωσις ἑνὸς ἱδρύματος Ἑλληνικοῦ τῆς περιωπῆς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει ἐννοεῖ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν ἐπιχείρησιν, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι γεγονὸς τὸ ὁποῖον εἶναι εὐχάριστον. Βεβαίως ἐὰν εἴχομεν πεποίθησιν ὅτι ἤθελον ἐμφανισθῆ ἄλλαι ὁμάδες κεφαλαιούχων Ἑλλήνων, ὥστε νὰ προσλάβῃ καὶ κατ’ οὐσίαν χαρακτῆρα Ἑλληνικὸν ἡ ἐπιχείρησις, τὸ γεγονὸς δὲν θὰ εἶχε πολλὴν σημασίαν. Ἀλλ’ ἐὰν ἐτίθετο τὸ ζήτημα μεταξὺ μιᾶς Ἑταιρίας ξένων, οἵτινες θὰ προέλθωσι νὰ ἀναλάβωσι τὴν ἐπιχείρησιν, καὶ μιᾶς Ἑταιρίας εἰς τὴν ὁποίαν θὰ μετεῖχον καὶ Ἑλληνικὰ κεφάλαια ἐκπροσωπούμενα διὰ συμμετοχῆς τοῦ κυριωτάτου ἐθνικοῦ ἡμῶν ἱδρύματος, δὲν νομίζω ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ δισταγμὸς εἰς τὸ πολὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινῆς γνώμης, ὅτι δὲν θὰ ἦτο προτιμοτέρα ἡ Ἑταιρία ἡ δευτέρα. Ὁ λόγος τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς Λακωνίας, λόγος συγκεντρώσεως μεγάλης δυνάμεως εἰς χεῖρας τῆς Τραπέζης, ἐξογκουμένης εἰς χεῖρας αὐτῆς καὶ δυναμένης νὰ προκαλέσῃ οἱασδήποτε πιέσεις, ἐὰν θεωρητικῶς εἶναι βάσιμος, ἐν τῇ πρακτικῇ του ὅμως ὄψει δὲν νομίζω ὅτι ἐμφανίζει κἂν τὸν κίνδυνον αὐτόν. Καὶ ἂν τυχὸν ἤθελεν ὑποτεθῆ ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτος κίνδυνος εἰς τὴν ἀνάμιξιν τῆς Τραπέζης καὶ εἰς τὴν συγκέντρωσιν εἰς χεῖρας αὐτῆς πολλῶν ἐπιχειρήσεων, δὲν νομίζω τοῦτο σπουδαῖον, καθόσον μία συμμετοχή, δὲν γνωρίζω πόσου ποσοστοῦ, φρονῶ ὅτι δὲν θὰ δώσῃ τὴν δύναμιν ἐκείνην τὴν μεγάλην, τὴν ὁποίαν φοβεῖται ὁ κ. Βουλευτής. Καὶ τοῦτο μὲν δὲν ἀποτελεῖ μέρος τοῦ νομοσχεδίου.....
§92Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Εἶναι ὅμως ἐλάττωμα.
§93ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δὲν ἀποτελεῖ οὔτε ἐλάττωμα οὔτε πλεονέκτημα. Εἶναι γεγονὸς τοῦ ὁποίου ἡ πραγματοποίησις ἐξαρτᾶται ἐκ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον ἐγὼ μὲν ἐθεώρουν ὡς σημεῖον ἀγαθόν, ἐνῷ ὁ κ. Συνάδελφος θεωρεῖ ὡς σημεῖον πλημμελές. Ἐν τούτοις ἐπαναλαμβάνω νὰ δηλώσω ἐν πάσῃ περιπτώσει ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἡ συμμετοχὴ τῆς Τραπέζης ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν δήλωσιν καὶ ἐπιθυμίαν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο δὲν εἶναι οὔτε ἐλάττωμα οὔτε πλεονέκτημα τοῦ νομοσχεδίου, διότι δὲν ὑπάρχει ἐν τῷ συνυφασμῷ τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπιλαμβανόμενος τῆς περαιτέρω ἀναπτύξεως τοῦ νομοσχεδίου, ἐσταμάτησεν εἰς τὸ κυριώτατον σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ ἀνέμενον νὰ σταματήσῃ, τὸ τῆς ἐκμεταλλεύσεως ὑπὸ Ἑταιρίας τὴν ὁποίαν εὗρε κακὴν καὶ ἡ ὁποία θὰ ἐπεθύμει, καθ’ ἃς ἔχει ἀρχάς, νὰ ἀνατεθῇ εἰς τοὺς δήμους. Τὸ σύστημα τῆς δημοποιήσεως, καὶ μεταχειρίζομαι χαρακτηρισμὸν τὸν ὁποῖον ἔθηκεν ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα εἰς τὰς τοιούτου εἴδους ἐπιχειρήσεις, καὶ ἴσως ὁ πρῶτος μεταχειρισθεὶς αὐτὸν εἶναι ὁ κ. Κροκιδᾶς, τὸ σύστημα, λέγω, τῆς δημοποιήσεως ἐξετιμήθη καὶ ἐκτιμᾶται καὶ παρ’ ἡμῶν, καὶ ἀπόδειξις ὅτι δὲν ἀντιπαρῆλθον τοῦτο ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει. Εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς εἶχον ὑπ’ ὄψει ὅτι θὰ προήρχετο τοιαύτη ἀντίρρησις ἐν τῇ Βουλῇ, ὅτι θὰ συνεζητεῖτο τὸ σημεῖον τοῦτο, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει ἐκθέτω πλήρως τοὺς λόγους, τοὺς ὑποπεσόντας εἰς τὴν ἐμὴν τοὐλάχιστον ἀντίληψιν, ἕνεκα τῶν ὁποίων θὰ ἔκρινεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, ἀλλ’ οὔτε κἂν καὶ δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ τὸ σύστημα ἐκεῖνο. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἀσχοληθῶ καὶ θεωρητικῶς εἰς τὰ τοῦ συστήματος τῆς δημοποιήσεως περισσότερον, μεθ’ ὅσα λέγω ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, δὲν θέλω κἂν νὰ ἐπικαλεσθῶ τοὺς δισταγμούς, οἵτινες πανταχοῦ ὑπῆρχον πρὸς τὸ σύστημα τοῦτο, οὔτε κἂν τὸν γενικὸν ἀφορισμὸν τὸν ἐπιστημονικόν, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ σύστημα τῆς ὑπὸ τῶν δήμων ἀναλήψεως ἐπιχειρήσεως δὲν ἔχει θεωρητικὴν μόνον τὴν λύσιν· ἔχει μᾶλλον τὴν λύσιν πραγματικήν, ἐξαρτωμένην ἐκ τῶν ὅρων, ὑφ’ οὓς τελεῖ ἕκαστος δῆμος, ὅρων πολιτικῶν, ὅρων ἐν γένει διαχειρίσεως. Δὲν θὰ ἐπικαλεσθῶ οὐδὲ τὸν ἀφορισμὸν τὸν ἐρχόμενον ὡς συμπέρασμα τῆς τοιαύτης γνώμης κατὰ τὸν ὁποῖον εἰς τὰς δημοκρατουμένας Πολιτείας, ἡ ἐκχώρησις τῶν τοιούτων ἐπιχειρήσεων γίνεται πρὸς τοὺς δήμους, διότι ἐκεῖ γεννῶνται περισσότεροι δισταγμοί. Καὶ οἱ λόγοι εἶναι εὐνόητοι. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως πρέπει νὰ δηλώσω ὅτι δὲν εἶναι θεωρητικὸς μόνον ὁ λόγος, δι’ ὃν ἐθεωρήσαμεν ὅτι ἡ ἐπιχείρησις ἔδει νὰ ῥυθμισθῇ καθ’ ὃν τρόπον ῥυθμίζεται ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Δὲν λέγομεν ὅτι πρέπει νὰ ἀναλάβῃ Ἑταιρία διότι ἁπλῶς καὶ μόνον θὰ ἀποτύχῃ εἰς χεῖρας τῶν δήμων, ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ λόγος οἰκονομικοῦ ὑπολογισμοῦ, ἐφ’ οὗ στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον. Ἤκουσα νὰ ἀναφέρωνται τὰ ὀγκώδη κέρδη, τὰ ὁποῖα θὰ πραγματοποιήσῃ ἡ Ἑταιρία ἐκ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, ἐξέφυγεν ὅμως πάντας τοὺς ὁμιλήσαντας περὶ κερδῶν πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ προκαλέσωσι τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ὅτι τὰ κέρδη αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ ἔχωσιν οἱ δῆμοι, ἐξέφυγε, λέγω, μία μεγάλη διαφορά, ἡ διαφορὰ τῶν ἀπαιτουμένων κεφαλαίων διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐπιχειρήσεως, ἂν αὕτη ἀνατεθῇ εἰς Ἑταιρίαν, καὶ τῶν κεφαλαίων εἰς ἃ θὰ συμποσοθῇ ἡ δαπάνη, ἂν ἡ ἐπιχείρησις ἀνατεθῇ εἰς τοὺς δήμους. Ἐξέφυγεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον διακρίνει τὸ κεφάλαιον εἰς μετοχικὸν καὶ τὸ ὑπόλοιπον ἐξευρεθησόμενον δι’ ὁμολογιῶν, καὶ ὅτι ἐγγυώμεθα εἰς τὸ μετοχικὸν τόκον 4%, ἀποτελεῖ δὲ τὸ μετοχικὸν ποσὸν 25.000.000 περίπου, καὶ ὅτι ὑπολογίζομεν καὶ διὰ τὸ κεφάλαιον τὸ προμηθευθησόμενον δι’ ὁμολογιῶν τόκον καὶ χρεωλύσιον, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἂν θὰ ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ, ἐν ᾗ περιπτώσει ἤθελον ἔχει ἀνὰ χεῖρας αὐτῶν τὴν ἐπιχείρησιν οἱ δῆμοι ἢ καὶ αὐτὸ τὸ Κράτος. Ἐξέφυγεν ὅτι ὑπολογίζομεν δαπάνας 50.000.000, τουτέστι 50.000.000 πραγματικὴν δαπάνην, καὶ ποσὸν 5.000.000 διὰ τοὺς ἐνδιαμέσους τόκους, τοὺς ὁποίους ὑπολογίζομεν πρὸς 3% καθ’ ἑξαμηνίαν, καὶ ὅτι, ἂν τὸ ποσὸν τοῦτο ἐπεζητεῖτο νὰ πραγματοποιηθῇ δι’ ὁμολογιῶν, καὶ οὕτω θὰ ἐπεζητεῖτο φυσικὰ ὑπὸ τῶν δήμων εἴτε ὑπὸ τοῦ Κράτους, καθ’ ὑπολογισμὸν αὐστηρᾶς γνώμης τὴν ὁποίαν ἔχω ὑπ’ ὄψει, γνωρίζετε ποῦ θὰ ἔφθανε τὸ σύνολον τῶν δαπανῶν εἰς τὸ τέλος τῆς δωδεκαετίας; Θὰ ὑπερέβαινε τὰ 70.000.000. Θὰ εἴχετε λοιπὸν νὰ προνοήσητε σήμερον ὄχι ἁπλῶς μόνον πῶς νὰ ἐξασφαλίσητε τὰ κέρδη, τὰ ὁποῖα βλέπετε ὑπερβολικὰ δι’ ἐπιχείρησιν ἐνεργουμένην ὑπὸ ἑταιρίας, ἀλλὰ θὰ εἴχετε νὰ ἀποβλέψητε καὶ εἰς ἐπιμερισμὸν ὅλων τῶν τιμῶν καὶ τῆς ὑδροληψίας καὶ τῆς ἐνεργείας διὰ τὰς ὑπονόμους, ὅπως ἐξασφαλίσητε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολὺ ὀγκωδεστέρου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτηθῇ, ἂν ἡ ἐπιχείρησις ἀνελαμβάνετο οὐχὶ ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας ἀλλὰ ὑπὸ τῶν δήμων. Ἡ διαφορὰ προέρχεται, ὡς ἐννοεῖ ἄριστα ἡ Βουλή, ἐκ τοῦ συνδυασμοῦ, ὅστις γίνεται διὰ τοῦ ὑπὸ κρίσιν νομοσχεδίου, συνδυασμοῦ καθ’ ὃν διὰ τὴν ἀνάληψιν τῆς ἐπιχειρήσεως ἀπαιτεῖται τὸ ὡρισμένον αὐτὸ ποσοστὸν τοῦ τόκου ἐπὶ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῶν 25.000.000 καὶ ὑπολογίζεται ἡ ὑπηρεσία τῶν ὁμολογιῶν μὲ ποσοστὸν τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω ἂν θὰ εὕρῃ ὁ δῆμος. Θὰ ἐκούραζον τὴν Βουλὴν ἂν ἀνέλυον πρὸς αὐτὴν τοὺς δύο συγκριτικοὺς πίνακας τῶν ὑπολογιζομένων ἐξόδων καὶ ἐσόδων κατ’ ἔτος τῆς ἐπιχειρήσεως γινομένης ὑπὸ Ἑταιρίας, καὶ τῆς ἐπιχειρήσεως γινομένης ὑπὸ τῶν δήμων. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὡς εἶπον, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς δαπάνας 70.000.000 περίπου, ἂν ἡ ἐπιχείρησις ἤθελεν ἀναληφθῇ ὑπὸ τῶν δήμων. Καὶ θὰ ἠρώτων πλέον αὐτούς, οἱ ὁποῖοι τὰς σημερινὰς τιμὰς δὲν εὑρίσκουσιν ἐλλιπεῖς, οὔτε τῆς ὑδροληψίας, πολὺ δὲ περισσότερον τῶν ὑπονόμων, ποῖον τιμολόγιον ἔπρεπε νὰ πραγματοποιήσωμεν, ποῖον τιμολόγιον ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίσωμεν διὰ νὰ ἀνταποκριθῶμεν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ὑπηρεσίας κεφαλαίου τόσον μεγάλου; Θὰ εἶχον νὰ προσθέσω καὶ ἄλλο ἐπιχείρημα, θὰ εἶχον δὲ νὰ ἐρωτήσω τοὺς ἔχοντας καὶ ἀμεσωτέραν πεῖραν τῆς ἐκτελέσεως μεγάλων δημοσίων ἔργων, τίνα τάχα ἰδέαν ἔχουσι περὶ τῆς διαφορᾶς, ἡ ὁποία θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐξοικονομηθῇ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν αὐτῶν ἔργων γινομένην ὑπὸ δήμων ἢ ὑπὸ Ἑταιρίας, ἥτις ἔχει συμφέρον νὰ κάμῃ πᾶσαν οἰκονομίαν. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ παραδείγματα ἐκ τοῦ παρελθόντος, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος ἐζήτησε καὶ πάλιν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐκτέλεσιν τοιούτων ἐπιχειρήσεων δι’ ὅλων τῶν δυνατῶν μέσων καὶ ἐγγυήσεων· ἐν τούτοις ἡ ἐκτέλεσις αὐτῶν ἐνεφάνισε δυσκολίας πρὸ τῶν ὁποίων συνετρίβη ἡ ἐπιχείρησις παρὰ πᾶσαν πρόβλεψιν τῆς Πολιτείας. Αὐτοὶ εἶναι λοιπὸν οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους προετιμήσαμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον περιέχει τὸ νομοσχέδιον. Τί δὲ μένει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξετάσῃ; Ὑπολείπεται ἡ ἐξέτασις ἂν κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἐξασφαλίζωνται ὑπέρογκα κέρδη εἰς τὴν Ἑταιρίαν· ἂν κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο καθιστῶμεν σχεδὸν ἀδύνατον τὴν ἐξαγοράν· ἂν κατὰ τὸ σύστημα τοῦτο ἐπιβαρύνωνται οἱ ἰδιοκτῆται τῶν ἀκινήτων καὶ μαγαζείων τῶν Ἀθηνῶν, πέρα τοῦ ὁρίου τοῦ λογικοῦ κέρδους τὸ ὁποῖον ἐνδεικνύει ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἐπιχειρήσεως. Ὀρθότατα εἶπεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἐπικαλούμενος ὑπολογισμόν τινα γενόμενον, δὲν γνωρίζω ὑπὸ τίνος, περὶ τῶν κερδῶν τὰ ὁποῖα θὰ φθάσῃ νὰ πραγματοποιῇ ἡ Ἑταιρία κατὰ τὸ ἔτος, κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ δύναται τὸ Κράτος νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν ὅλην ἐπιχείρησιν δι’ ἴδιον λογαριασμὸν καὶ διὰ λογαριασμὸν τῶν δήμων, ὀρθότατα εἶπεν ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ ἐκεῖνοι εἶναι ἴσως ἔν τινι μέτρῳ αὐθαίρετοι. Ἐγὼ θὰ ἔλεγον εἰς τὸν κ. Βουλευτὴν ὅτι εἶναι γενναιότατα αὐθαίρετοι οἱ ὑπολογισμοὶ ἐκεῖνοι, καὶ ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς εἶναι καὶ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους ἐφρόντισε νὰ τυπώσῃ εἰς ἰδιαίτερον φυλλάδιον ὁ Κτηματικὸς Σύνδεσμος Ἀθηνῶν. Δὲν ἐννοῶ τοὺς ὑπολογισμοὺς ἐκείνους, διότι ἐφ’ ὅσον δὲν ἀνεφέρθησαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δὲν νομίζω ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀσχοληθῶ ὅπως ἀποκρούσω αὐτούς. Δὲν γίνονται ἀποδεκτοὶ οὐδὲ λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν αὐτοί. Λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν ὑπολογισμοὶ ὑπευθύνων. Οἱ ὑπολογισμοί, τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις εἶναι οἱ ἑξῆς. Ἐὰν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν παρόντα πληθυσμόν, ἔχομεν δι’ ὑποχρεωτικὴν ὑδροληψίαν ἀνάγκην 18,500,000 λιτρῶν διὰ τὴν ἐπιπλέον ὑδροληψίαν, καθὼς λεπτομερῶς ἐκτίθεται ἐν σημειώματι, δι’ οὗ ἀντικρούονται οἱ καὶ πάλιν ἐσφαλμένοι καὶ ὅλως αὐθαίρετοι ὑπολογισμοὶ τοῦ Κτηματικοῦ Συνδέσμου, ὁ ὁποῖος ἔκαμε πραγματικῶς ὑπολογισμούς, οἱ ὁποῖοι κινδυνεύουσι νὰ μὲ πείσωσιν ὅτι ἐλάχιστα μαθηματικὰ ἔλαβον μέρος κατὰ τὸν κανονισμὸν αὐτῶν, ἐκτὸς ἄν ὑποτεθῇ ὅτι ἐκράτησεν ἡ γνώμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον νὰ ἐμφανίσωσιν ἐξωγκωμένα τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρίας, διὰ νὰ προκαλέσωσι τοὺς δισταγμοὺς τῆς Βουλῆς πρὸς τὴν ὕπαρξιν τοῦ καθοριζομένου ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τιμολογίου. Δὲν ἐπιμένω εἰς τὴν λεπτομερῆ ἀνάλυσιν τῶν κερδῶν διὰ τὸν λόγον ὅτι, ὡς εἶπον πρὸ μικροῦ διακόπτων τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον, δὲν στηρίζομαι κἄν εἰς τὸν ὑπολογισμὸν τὸν ἀκριβέστατον τὸν ὁποῖον ἡμεῖς ἐπιχειροῦμεν καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον τὰ κέρδη τῆς Ἑταιρίας, κατὰ τὴν λῆξιν τοῦ χρόνου μεθ’ ὃν δυνάμεθα νὰ ἐξαγοράσωμεν τὴν ἐπιχείρησιν, θὰ εἶναι τόσα, ὥστε νὰ μὴ κινδυνεύωμεν νὰ πληρώσωμεν ἑκατομμύρια, δὲν στηρίζομαι εἰς τὸν ὑπολογισμὸν ἐκεῖνον ὥστε νὰ εὐκολύνω τὴν Βουλὴν ἂν τὸν ἀπαγγείλω ἢ τὸν τυπώσω, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ τίνες εἶναι τάχα οἱ ὑπολογισμοὶ ἡμῶν. Ἐν τούτοις, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς αὐτούς, τοὺς ἀναμφισβητήτους λογαριασμοὺς τοὺς ὁποίους δύναμαι νὰ θέσω ὑπὸ τὴν κρίσιν καὶ τὸν ἔλεγχον παντὸς οἱουδήποτε αὐστηροῦ κριτοῦ, λογαριασμούς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ χαρακτηρισθῶσι μᾶλλον ὡς αἰσιόδοξοι, οὐδέποτε δὲ ὡς στενεύοντες οἱανδήποτε πρόσοδον, κατὰ τοὺς λογαριασμούς, λέγω, αὐτούς, θὰ ἔχωμεν ἀπὸ τῆς πλήρους λειτουργίας τῶν ἔργων ὑδρεύσεως καὶ ὑπονόμων, τοὐτέστιν ἀπὸ τοῦ δεκάτου τρίτου ἔτους, δαπάνας 4,100,000. Ἐπίσης θὰ ἔχωμεν προσθέτους δαπάνας διὰ τὴν ἐνδεχομένην ἐπέκτασιν τῆς ὑδρεύσεως καὶ ὑπονόμων ἐκ 15,000,000 περίπου, ὡς ὑπολογίζει ὁ Κτηματικὸς Σύνδεσμος, ἅτινα ἀπαιτοῦσιν ὑπηρεσίαν 18 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐπίσης ἔχομεν νέας δαπάνας διὰ τὰ νέα ἔργα ὑπονομεύσεως καὶ ὑδρεύσεως, καὶ φθάνομεν οὕτω εἰς σύνολον δαπανῶν 6,700,000 περίπου. Ἀλλὰ μετὰ τὰ 30 ἔτη θὰ ἔχωμεν καὶ μίαν ἄλλην δαπάνην, τὴν ὁποίαν παραβλέπουσιν ὅλοι οἱ ὑπολογίζοντες τὰ κέρδη, διότι παραδόξως ὑπολογίζουσιν ὅλα τὰ κέρδη, ἐξωγκωμένα μάλιστα, δὲν ὑπολογίζουσιν ὅμως καὶ τὰς δαπάνας· ὑπολογίζουσιν ὅτι κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον, ἴσως μάλιστα καὶ ταχύτερον κατὰ τοὺς ὑπολογισμούς των, ὅτι θὰ εἶναι λίαν πενιχρὰ ἡ παροχὴ τοῦ ὕδατος εἰς τὴν πόλιν. Ἐν τοιαύτῃ ὅμως περιπτώσει θὰ ὑποβληθῶμεν, ἴσως, ταχύτερον καὶ εἰς δαπάνας μηχανοστασίων διὰ μὲν τὰς Ἀθήνας μέχρι τῆς δεξαμενῆς Στρέφη, διὰ δὲ τὸ Φάληρον καὶ τὸν Πειραιᾶ, διὰ τὴν ἀνύψωσιν τῶν ἀκαθάρτων ὑδάτων τῶν ὑπονόμων, αἵτινες θὰ ἀνέλθωσιν κατ’ ἐλάχιστον ὅρον, εἰς δραχμὰς 200,000. Φθάνομεν οὕτω εἰς 6,700,000 δραχμῶν δαπάνην, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἔχομεν ἔσοδα ὑπολογιζόμενα μὲ αὔξησιν πληθυσμοῦ αἰσιοδοξοτάτην, τὴν ὁποίαν ἔχει ὑπ’ ὄψει του ὁ Κτηματικὸς Σύνδεσμος, μὲ ἐπέκτασιν πόλεως ἀναλόγως τῆς προβλεπομένης αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ, ἔχομεν λέγω, σύνολον ἐσόδων 7,740,000 περίπου, μὲ ὑπολογισμὸν τῶν ὁμολογιῶν τοῦ τόκου πρὸς 5%· ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁρίζεται 6%, ἔχομεν νὰ ἀφαιρέσωμεν ἐκ τοῦ ποσοῦ τούτου ἄλλο ποσὸν 250,000, οὕτως ὥστε τὸ σύνολον τῶν καθαρῶν κερδῶν δὲν φθάνει οὔτε κἂν τὰς 700,000. Ὑπολογίζεται καὶ ἡ διανομὴ τοῦ ὑπολοίπου καθ’ ἃς ἀναλογίας ὑπολογίζει τὸ νομοσχέδιον, τί ποσὸν θὰ λαμβάνῃ τότε ἡ Ἑταιρία, πόσον δὲ θὰ λαμβάνωσιν ἀμφότεροι οἱ δῆμοι; Καὶ ἐρωτᾶται ἤδη· πόσον θὰ εἶναι τὸ σύνολον τῶν καθαρῶν κερδῶν ἅτινα θὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν διὰ τὴν ἐξαγοράν; Εἴπομεν ὅτι πέρα τῶν 4%, τὰ ὁποῖα ἐγγυώμεθα διὰ μετοχικοῦ κεφαλαίου, ὅταν θὰ φθάσῃ ἡ ἐπιχείρησις νὰ ἀποδίδῃ πλέον, ἐξασφαλίζεται εἰς τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον 6%. Ἔχομεν ἑπομένως ἐπὶ μετοχικοῦ κεφαλαίου 25,000.000 πρὸς 6% 1.500.000· ἐκ πλεονασμάτων, καθ’ ἣν ἀναλογίαν εἶπον ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπολογισμῶν, τοὺς ὁποίους ἔχω ὑπ’ ὄψει μου, 288,000· τουτέστι θὰ ἔχωμεν 1.788.000 εἰς τὸ ὁποῖον ἐννοεῖται φθάνομεν ὑπὸ αἰσιωτάτους ὑπολογισμούς, διότι, ὡς βλέπετε δὲν ἀναφέρω οὔτε κρατήσεις δι’ ἵδρυσιν ἀποθηκῶν οὔτε κρατήσεις δι’ ἄλλας δαπάνας οὔτε κρατήσεις διὰ παροχάς, τὰς ὁποίας θὰ ἀναγκασθῇ νὰ κάμῃ εἰς τὸ προσωπικὸν αὐτῆς ἡ Ἑταιρία, οὔτε ζημίας, τὰς ὁποίας ἔχει ἐκ καθυστερήσεων, διότι δὲν ἔχομεν δεχθῆ οὔτε ἓν τοῖς χιλίοις καθυστέρησιν, οὔτε δι’ ἀφαίρεσιν τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον θὰ προέρχηται ἀπὸ οἰκίας ἢ καταστήματα ἅτινα θὰ μένωσιν ἀνενοικίαστα καὶ ἑπομένως δὲν θὰ πληρώνωσι τὴν ἀναγκαίαν εἰσφορὰν τοῦ ὕδατος. Παρὰ πάντα λοιπὸν ταῦτα φθάνομεν εἰς καθαρὸν κέρδος τῆς Ἑταιρίας, ὡς εἶπον, εἰς 1.788.000, καθ’ οὓς λεπτομερεῖς ὑπολογισμοὺς ἔχω ἐν τῷ σημειώματί μου. Κεφαλαιοποιήσατε αὐτὸ τὸ ποσὸν τοῦ 1.788.000· ἡ κεφαλαιοποίησις γίνεται συνήθως πρὸς 5% καὶ ἔχετε ἓν ποσὸν περίπου 33.700.000. Αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ ἀξίζῃ ἡ ἐπιχείρησις καθ’ ὃ ἔτος θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τὸ Κράτος νὰ ἐξαγοράσῃ αὐτὴν δι’ ἑαυτὸ ἢ διὰ λογαριασμὸν τῶν δήμων Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς. Αὐτὸ θὰ ἀξίζῃ, ἂν ἀφήσωμεν ἀπεριορίστως νὰ βαδίσωσι τὰ πράγματα καὶ οὐδὲν θέσωμεν ὅριον, ἀλλὰ δεχθῶμεν ἐν τῇ συμβάσει, τὴν ὁποίαν θὰ συνομολογήσωμεν ὅτι ὑποχρεούμεθα, ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, καθ’ ὃ ἔτος θὰ θελήσωμεν νὰ ἐξαγοράσωμεν τὰ ἔργα ὅλα, νὰ πληρώσωμεν ἢ νὰ πληρώνωμεν ἐτησίως τὸν μέσον ὅρον τῶν πέντε τελευταίων ἐτῶν ἢ τοῦ τελευταίου, ἂν εἶναι πλουσιώτερον, ἢ νὰ κεφαλαιοποιήσωμεν τὴν πληρωμὴν πρὸς 5% διὰ νὰ ἐξαγοράσωμεν. Ἀπέναντι ὅμως αὐτῶν τῶν 33.760.000 ὑπάρχει κἄτι τι, τὸ ὁποῖον ἀποτελεῖ ἓν κεφάλαιον θετικόν, διότι βλέπετε ὅτι ἐντὸς τῆς Βουλῆς δὲν ἐλέχθη τοιοῦτος παραλογισμός, ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς σᾶς λέγουσιν ὅτι μὲ τριάκοντα ἐτῶν ἐξαγοράν, θὰ δώσῃ ἓν μέγα ρεγάλο τὸ Κράτος εἰς τὴν Ἑταιρίαν· λησμονοῦν ὅμως ὅτι ἀπέναντι ἐκείνων τὰ ὁποῖα θὰ δοθῶσιν, θὰ ἐξαγορασθῇ τὸ κεφάλαιον τῶν 25.000.000. Θὰ εἴπητε ἐξαγοράζω τὴν ἐπιχείρησίν σας βεβαρημένην, ἀλλὰ θὰ τῇ εἴπητε θὰ ἀναλάβω τὴν ἐπιχείρησίν σας καὶ θὰ σᾶς πληρώσω τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον ηὐξημένον, καθ’ ὅσον θὰ ἴδητε πόσον θὰ εἶναι τὸ κέρδος ὡς ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Δὲν ἀναφέρω ἐν λεπτομερείᾳ τοὺς ὑπολογισμούς, διότι δυνατὸν νὰ θεωρηθῶσιν ὡς πεπλανημένοι· διότι ὑπῆρξάν τινες οἱ ὁποῖοι εἶπον, τί θὰ γίνωσιν αἱ Ἀθῆναι ἂν φθάσωσιν εἰς τὸν πληθυσμὸν τῶν 600.000 κατοίκων; Καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἂν καὶ ὅταν θὰ φθάσωσιν αἱ Ἀθῆναι εἰς 600.000 κατοίκων, θὰ ὑπάρξωσι ἀρκετοὶ μεταξὺ αὐτῶν ἵνα σκεφθῶσιν τί θὰ πράξωσι· θὰ ἔχωσιν δὲ τότε αἱ Ἀθῆναι ἱκανὴν οἰκονομικὴν δύναμιν μὲ τόσον πληθυσμόν, διὰ νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγκας των. Εἶπον ὅτι παρὰ τὴν πεποίθησίν μου, τὴν ὁποίαν ἀνέφερα, θέτω τροποποίησιν ἐν τῇ σχετικῇ διατάξει τοῦ νομοσχεδίου ἐν τῷ ἄρθρῳ 38 ἐκεῖ ὅπου λέγει· (ἀναγινώσκει) «πρὸς κανονισμὸν τῆς τιμῆς τῆς ἐξαγορᾶς καταστρώνονται τὰ καθαρὰ κέρδη τὰ πραγματοποιηθέντα κατὰ τὰ πέντε ἔτη τὰ ἀμέσως προγενέστερα τοῦ ἔτους τῆς εἰδοποιήσεως. Ὁ μέσος ὅρος τῶν καθαρῶν κερδῶν τῶν πέντε τούτων ἐτῶν κλπ. ἀποτελοῦσι τὴν ἐτησίαν δόσιν κλπ.» προστίθεται τὸ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «ἥτις ἐπ’ οὐδενὶ δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ 6½% ἐπὶ μετοχικοῦ κεφαλαίου, κεφαλοποιουμένου τὸ πολὺ πρὸς 5% ἐτησίως, δικαιοῦται τὸ Κράτος νὰ καταβάλῃ ἐφάπαξ τοῖς μετρητοῖς τῷ ἀναδόχῳ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐξαγορᾶς. Δὲν δύναται πάντως νὰ γίνῃ ἐξαγορὰ ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάδοχος δὲν πραγματοποιήσῃ ἐπὶ πέντε τοὐλάχιστον συνεχῆ ἔτη κέρδος ἐτήσιον κατὰ μέσον ὅρον 6%». Ποῦ φθάνετε, ἂν κεφαλοποιήσητε τὴν ἀναλογίαν τοῦ 6½% ἐπὶ μετοχικοῦ κεφαλαίου; εἰς 1.625.000 ἐτησίως· μὲ τὴν κεφαλοποίησιν φθάνετε εἰς 32.500.000. Ἀφαιρέσατε τὸ μετοχικὸν κεφάλαιον καὶ εἰπέτε μοι ἂν τὸ ὑπόλοιπον ἐκείνου, χωρὶς οὐδὲν νὰ ἀφαιρέσητε, εἴτε λόγῳ καθυστερήσεων εἴτε λόγῳ ἄλλης ζημίας εἴτε λόγῳ κινδύνου οἱουδήποτε εἴτε λόγῳ παροχῆς τινος, εἰπέτε μοι ἂν τὸ ποσὸν αὐτὸ δύναται νὰ ὀνομασθῇ κἂν μέγα. Ἐγὼ δέχομαι ὅτι εἶναι τεράστιον, ἂν δὲ ἡμεῖς οἱ μὴ εἰδικοί, δηλαδὴ οἱ μὴ γευθέντες ποτὲ ἑκατομμυρίων, μὴ γνωρίσαντες πῶς κερδαίνονται αὐτά, ἂν ἡμεῖς βλέπωμεν τοιαῦτα κέρδη, φαντάσθητε τί διαβλέπουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀναλαμβάνουσιν ἐπιχειρήσεις καὶ ἂν θὰ ἀφήσωσιν αὐτοὶ εἰς μίαν ὁμάδα νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν χωρὶς οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν νὰ προσέλθῃ νὰ συμμετάσχῃ τοῦ διαγωνισμοῦ. Ἔχετε λοιπὸν πέρα τῶν ἄλλων ἀσφαλειῶν, τὰς ὁποίας ὁρίζει τὸ νομοσχέδιον, καὶ τὴν ἀσφάλειαν τὴν πασῶν μεγίστην, τὴν ὁποίαν παρέχει ὁ διαγωνισμός. Οὐδένα ἄρα ἔχετε φόβον μὴ ἡ ἐπιχείρησις κινδυνεύσῃ νὰ γεννήσῃ ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα δὲν καλοῦνται νὰ ἀπολαύσωσιν οἱ Δῆμοι, καλοῦνται δὲ νὰ ἀπολαύσωσιν αἱ Ἑταιρίαι. Τίνα δὲ ὑπηρεσίαν παρέχομεν εἰς τοὺς δήμους καὶ ἂν παρέχωμεν ἢ ὄχι κέρδη, τὰ ὁποῖα οὔτε αὐτοὶ προσδοκῶσι; Διὰ νὰ μάθητε τοῦτο, δὲν ἔχετε παρὰ νὰ προσέξητε εἰς συμβάσεις αὐτῶν τῶν ἰδίων δήμων. Θὰ ἴδητε ἐκεῖ ὅτι ὅλα τὰ συμπεριλαμβανόμενα, περὶ δημεύσεως τάχα περιουσιῶν, πρᾶγμα εἰς τὸ ὁποῖον ἀπήντησεν εὐγλωττότατα ὁ συνάδελφος κ. Κουτούπης, περὶ δημεύσεως τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, θὰ ἴδητε ὅτι ὄχι μόνον τὰ ἴδια ὑδραγωγεῖα παραχωροῦνται εἰς τὰς ἰδίας Ἑταιρίας, ὄχι μόνον τὰ τοῦ καταβρέγματος παρέχονται δωρεάν, ἀλλὰ καὶ ἡ συμμετοχὴ τῶν κερδῶν ἀποκλείεται. Δὲν ὁρίζεται κἂν ἀναλογία ἀπέναντι τῶν κερδῶν τῆς Ἑταιρίας συμμετοχῆς τοῦ Δήμου εἰς τὰ κέρδη. Διατί ἔπραξα τοῦτο; Διότι ἐδῶ δὲν εἶχον τίποτε περισσότερον νὰ πράξω· διότι ἐξηντλήσαμεν πᾶν μέσον πρὸς πλουτισμὸν τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς πόλεως, διότι οἱαδήποτε Ἑταιρία, ἡ ὁποία θὰ ἀναλάβῃ μίαν ἐπιχείρησιν, δὲν θὰ ἔλθῃ νὰ κάμῃ δωρεάς. Εἴπομεν νὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐκμεταλλεύηται τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον ὁ δῆμος. Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ στηρίζητε ἐπιχείρησιν ἐπὶ τῶν ὑπολογισμῶν αὐτῶν μετὰ τῆς παραχωρήσεως τοῦ Ἀδριανείου ὑδραγωγείου, ἐφ’ ὅσον θὰ στηρίζητε αὐτὴν καὶ ἐπ’ ἄλλης ἐπιχειρήσεως; Καὶ τίς θὰ πληρώσῃ τὰς δαπάνας εἰμὴ αὐτὴ ἡ κοινωνία; Διότι πρέπει νὰ εἴπωσιν ὅλοι ἐκεῖνοι, οἱ ὑποβαλόντες προτάσεις περὶ περικοπῆς ταύτης καὶ περὶ περικοπῆς ἐκείνης τῆς δαπάνης, πρέπει, λέγω, νὰ μᾶς εἴπωσι τίς θὰ πληρώσῃ αὐτά. Ἐὰν λέγητε σήμερον ὅτι εἶναι βαρὺ τὸ 2% διὰ τὰς ὑπονόμους, σᾶς λέγω δὲ καὶ ἐγὼ ὅτι εἶναι βαρύ, τότε εἶναι βαρὺ καὶ τὸ περὶ μικρῶν καταστημάτων. Ἐξήγησα δὲ καὶ προχθὲς πρὸς ὑμᾶς τὸν λόγον· σᾶς εἶπον ὅτι πληρώνουσι ταῦτα τὸ ὕδωρ ὄχι ὡς ἐμπόρευμα, ἀλλ’ ὡς ἐκμισθωτικὴν ἀξίαν. Ἐὰν πρόκειται περὶ παροχῆς διαφόρων εὐκολιῶν, χωρὶς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοὺς οἰκονομικούς, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι νὰ ψηφίσωμεν νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ὠφεληθῶμεν ὅλοι, ἀλλὰ τὸ ὁποῖον δὲν θὰ δώσῃ τὸ ὕδωρ τὸ ὁποῖον ζητοῦσιν αἱ Ἀθῆναι καὶ ὁ Πειραιεύς. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον, ἔστω καὶ μετά τινος δυσφορίας, ἂν τὴν συναντῶμεν καὶ αὐτήν. Καὶ ἐνθυμοῦμαι ἄλλοτε ἐγώ, ὅτε ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας εἶχεν ὑποβάλει σύμβασιν μετὰ τῆς Ἑταιρίας τῶν ἐργοληψιῶν, ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐξέγερσιν, τὴν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἠπειλεῖτο ὑπὸ τοῦ λαοῦ διὰ νὰ ἀποσεισθῶσι τὰ βάρη ἐκεῖνα. Ἔκτοτε ἔχομεν ὡς δόγμα τὴν μεγάλην πεῖραν ἡ ὁποία ἐδίδαξεν τὸν κόσμον ὅτι ἡ πόλις ἔχει συμφέρον νὰ ἐξυπηρετήσῃ τὰς ἑαυτῆς ἀνάγκας διὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ ἔργου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς ταῦτα. Εἰς παρατηρήσεις ἄλλας, ἀφορώσας λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου, οἷα π.χ. εἶναι ἡ γενομένη περὶ τοῦ ζητήματος τῶν κρηνῶν, ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀπαντήσω κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, διότι ὑποθέτω ὅτι καὶ ἐκεῖ θὰ γίνωσι παρατηρήσεις καὶ δὲν νομίζω ὀρθὸν νὰ ἐπαναλαμβάνωνται ἐν ἑκάστῃ συζητήσει τὰ αὐτὰ πράγματα. Ὁ κ. Συνάδελφος ἐκ Λακωνίας περατῶν τὸν λόγον προεκάλεσε τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς διαφορᾶς τῶν ὑπολογισμῶν τῆς μελέτης τοῦ Κίντσερ καὶ τοῦ Κιουρστάϊνερ πρὸς τὰς μελέτας τῶν ἄλλων μηχανικῶν, εἶπε δὲ ὅτι γεννᾶται ἡ ἀπορία πῶς εἶναι οἰκονομικώτεροι οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ Κίντσερ καὶ διὰ τὴν ὕδρευσιν καὶ διὰ τὰς ὑπονόμους. Ἀλλ’ ὁ κ. Συνάδελφος δὲν δύναται νὰ λησμονήσῃ ὅτι ἀκριβῶς διὰ τὴν ποικιλίαν τῶν ὑπολογισμῶν οἵτινες ἐγένοντο καὶ περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ περὶ τοῦ ἑτέρου ἔργου, ποικιλίαν ἥτις ἀρχίζει, ἂν ἐνθυμῶμαι καλῶς, ἀπὸ τῆς ποσότητος τῶν 50 ἑκατομμυρίων μόνον διὰ τὴν μεταφορὰν τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἰς Ἀθήνας κατὰ τὸ σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, ὅτι ἀκριβῶς ἡ ποικιλία αὕτη τῶν ὑπολογισμῶν ἤγαγε τὴν Κυβέρνησιν, τὴν ἀναθέσασαν τὴν μελέτην τοῦ ἔργου διὰ τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης εἰς τὸν Κίντσερ, ἤγαγε τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς προσκλήσεως εἰδικοῦ, εἰδικοῦ δὲ ὑπερόχου φυσιογνωμίας, ὅπως μετὰ μελέτην πολλὴν δυνηθῇ νὰ γνωρίζῃ ὁπόση εἶναι ἡ δαπάνη ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν ὕδρευσιν τῆς πόλεως, καὶ διὰ τῆς μετακλήσεως ἄλλου εἰδικοῦ ὑπερόχου καὶ αὐτοῦ φυσιογνωμίας, νὰ μάθῃ ὁπόση ἡ δαπάνη ἡ ὁποία ἀπῃτεῖτο διὰ τὴν κατασκευὴν ὑπονόμων. Ἔχομεν λοιπὸν ἤδη δύο ὡρισμένας μελέτας, εἰς τὰς ὁποίας ἔχει πάντα λόγον νὰ στηρίζηται ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλει νὰ στηριχθῇ, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς αὐτὴν νὰ ἐκφύγῃ καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν τῶν μελετῶν ὀφείλομεν νὰ ζητήσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ὑδρεύσεως καὶ τῶν ὑπονόμων. Διὰ τοῦτο καὶ ἀπέκρουσα τὴν τροποποίησιν τῆς Ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ὁποίαν ἀφίετο πλήρης ἐλευθερία εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐπιφέρῃ ὅσας μεταρυθμίσεις ἤθελεν ἐνδείξει, δὲν γνωρίζω ὁποία τις μελέτη ἄλλων εἰδικῶν, διότι τοιουτοτρόπως θὰ παρίστα ἡ Βουλὴ παρέχουσα τοιαύτην ἐλευθερίαν, ἓν ἔδαφος σαλευόμενον ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ στήσῃ τις οὐδένα λογαριασμόν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν δημοπρασίαν, διότι ὡς εἶπον καὶ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν, ἡ μεταβολὴ ὅρων συγγραφῆς συνεπάγεται μεταβολὴν ὅρων μελέτης, ὅρων διαστάσεων, ποιοῦ ὑλικῶν, τρόπου κατασκευῆς κ.τ.λ. Δὲν εἶμαι εἰδικὸς ὥστε νὰ δύναμαι νὰ ἀπαριθμήσω ὅλην τὴν σειρὰν τῆς ἐξηγήσεως τῶν ὅρων, ἀλλὰ πᾶσα μεταβολὴ αὐτῶν τῶν ὅρων, ἐπάγεται μεταβολὴν δαπάνης καὶ ὅταν εἷς θὰ σᾶς εἴπῃ· ἐγὼ θὰ κατασκευάσω τὸ ἔργον ὑπὸ αὐτοὺς τοὺς ὅρους, ὁ ἄλλος δὲ ὑπὸ ἐκείνους, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἡ Κυβέρνησις θὰ ἔλθῃ εἰς τοιαύτην θέσιν ὥστε θὰ ἐστερεῖτο πάσης σοβαρότητος, ἐὰν ἀπεφάσιζε νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα καθ’ ἣν γνώμην ἤθελεν ἐμπνευσθῆ τὴν τελευταίαν στιγμὴν χωρὶς νὰ γνωρίζῃ ποῦ στηρίζεται.
§94Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Ὑπάρχει διαφορά. Πρέπει νὰ καθορισθῶσιν αἱ λεπτομέρειαι ἐν τῇ διακηρύξει ἀλλ’ ὄχι ἐν τῷ νόμῳ, ὥστε ἐν τῷ μεταξὺ νὰ δυνηθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ ὁρίσῃ ὡς θέλει τοὺς ὅρους τῆς διακηρύξεως.
§95ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ τροποποίησις δὲν λέγει αὐτό. Ἡ τροποποίησις θὰ ἔχῃ ὡς ἀποτέλεσμα παράτασιν τῆς ὁποίας ἀναπόφευκτον τέλος θὰ εἶναι τὸ ναυάγιον τῆς ἐπιχειρήσεως, γνωρίζομεν δὲ πολὺ καλὰ τί σημαίνει νὰ ῥίψωμεν τὸ πρᾶγμα εἰς τὴν συζήτησιν διαφόρων ἐπιτροπῶν, ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κοινοβουλίου, διαφόρων εἰδικῶν χωρὶς ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίζῃ ποίους ἐκ τῶν εἰδικῶν τούτων θὰ πιστεύῃ καὶ ποίους δὲν θὰ πιστεύῃ. Εἰς τὸ σημεῖον δὲ τοῦτο νομίζω ὅτι δύναμαι νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς γενομένην παρατήρησιν τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου ἐκ Λακωνίας περὶ παραλείψεως τῆς ἐγκρίσεως τῆς μελέτης ταύτης ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῶν Δημοσίων Ἔργων τοῦ Ὑπουργείου. Διαθρύπτει βεβαίως τὸν ἐγωϊσμὸν τῆς Ἑλληνικῆς ὑπηρεσίας ἡ γνώμη αὕτη τοῦ Βουλευτοῦ ἐκ Λακωνίας, ἐγὼ δὲ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι παρ’ ὅσας δήποτε ἐλλείψεις ἄλλας, ὅσαι δύνανται νὰ καταγνωσθῶσιν αὐτῇ, ἐξετίμησα ἐξ ἀμέσου ἀντιλήψεως καὶ τὰς ἐπιστημονικὰς γνώσεις καὶ τὸν ζῆλον τῆς ὑπηρεσίας τῶν Δημοσίων Ἔργων, παρ’ ὅλας τὰς διαμαρτυρίας καὶ ἐντὸς ἀκόμη τῆς Βουλῆς, τὰς πολὺ φυσικάς, διότι προήρχοντο ἐξ ἀνυπομονησίας τῶν Βουλευτῶν τῶν ἐνδιαφερομένων διὰ τοπικὰ ζητήματα, ἡ ὁποία ἔκαμε καὶ ἐμὲ νὰ εἴπω πλειστάκις εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργὸν ὅτι ἐπεθύμουν νὰ ἤμουν καὶ ἐγὼ ἁπλοῦς Βουλευτὴς καὶ ὅτι ἐκινδύνευον νὰ ἀπευθύνω καὶ ἐγὼ μίαν ἐπερώτησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, ἐν σχέσει πρὸς ζητήματα ἀφορῶντα τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὸν νομόν μου. Ἐν τούτοις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ εἴπω ὅτι ἡ ὑπηρεσία, ἡ ὁποία δὲν ἦτο ἐξ εὐλόγου αἰτίας ἐπαρκὴς πρὸς παρασκευὴν τοιαύτης μελέτης, δὲν ἦτο κεκλημένη νὰ κρίνῃ περὶ μελέτης γενομένης ὑπ’ αὐτῶν, ὑπὸ τῶν ὁποίων συνετάχθη, μελέτης ἐχούσης ὑπ’ ὄψει πρότυπα ὑδραγωγεῖα Εὐρωπαϊκά. Ὁ ἕτερος τῶν κ. Συναδέλφων Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος ὑπεστήριξε καὶ αὐτὸς τὸ συμφέρον τοῦ διαχειρισμοῦ τῆς ἐπιχειρήσεως εἰς ἐπιχείρησιν ἐκτελέσεως ἔργων ὑπὸ τοῦ Κράτους καὶ κατέληξε νὰ ἐκφράσῃ ἀπορίαν, πῶς δὲν κάμνει τοῦτο ἡ Κυβέρνησις. Διατὶ δὲν κάμνει τοῦτο ἡ Κυβέρνησις εἶπον ἤδη προχθές, ἐπαναλαμβάνω δ’ ὅτι μὲ ἐκπλήττει περισσότερον διότι ἐκφέρεται ἡ τοιαύτη γνώμη ὑπὸ μηχανικοῦ ἀκριβῶς, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο πολὺ καλλίτερον ἐμοῦ νὰ κρίνῃ τὴν διαφορὰν τῆς δαπάνης καὶ τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἤθελε διατρέξει τὸ Κράτος, ἂν ἀνελάμβανε νὰ διεξαγάγῃ τοῦτο κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν ἐπιχείρησιν. Ἀλλ’ ἠκούσθη καὶ πάλιν ἡ ἀντίρρησις τοῦ τί θὰ πράξωμεν εἰς τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν θὰ χρειασθῶμεν ὕδωρ περισσότερον τῶν χιλίων λιτρῶν; Ὁ ὑπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος δὲν εἶναι ἀκριβής, ἢ τουλάχιστον δὲν εἶναι ἀκριβὲς τὸ συμπέρασμα τὸ ὁποῖον ἐστήριξεν ἐπὶ τοῦ ὑπολογισμοῦ. Ἐνθυμεῖσθε τὸ Ἁδριάνειον διὰ νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι δύναται νὰ ἐμπλουτισθῇ καὶ νὰ ἐξυπηρετήσῃ σπουδαίας ἀνάγκας τῆς πόλεως, λησμονεῖτε ὅμως αὐτὸ ὄχι ἐμπεπλουτισμένον, ὡς θὰ εἶναι ἀλλὰ καὶ ὡς εἶναι σήμερον, καὶ κάμνετε ὑπολογισμοὺς λέγοντες, ἐὰν ἡ αὔξησις τοῦ πληθυσμοῦ χωρήσῃ κατ’ ἀναλογίαν τοιαύτην ὥστε νὰ φθάσωμεν εἰς 1,000,000, ἀλλὰ ἂν δὲν ἀκολουθήσῃ οὐδεμία αὔξησις ὕδατος, τί θὰ γίνῃ; Ἀλλὰ ἡμεῖς σᾶς λέγομεν ὅτι δὲν ἐρχόμεθα μὲ τὴν ἀξίωσιν ὅτι προνοοῦμεν δι’ αἰῶνα τὸν ἅπαντα. Ἡμεῖς δηλοῦμεν σαφῶς ἐν τῇ εἰσηγητικῇ ἐκθέσει, ἐδήλωσα δὲ ἐπεξηγῶν ταύτην καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ὅτι προὐνοήσαμεν διὰ πληθυσμὸν τόσον, ὥστε μὲ συγχωρεῖτε νὰ εἴπω, ἂν καὶ λογικῶς δὲν ἐξέρχεται τῆς σοβαρότητος, νὰ ἔλθωμεν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ὑδρεύσεως, διότι μετὰ 60 ἔτη θὰ ὑπάρχῃ τόσος πληθυσμὸς καὶ ποῦ θέλετε νὰ εὕρωμεν τὸ ὕδωρ. Καὶ ἐρωτῶ τὸν κ. Βουλευτήν· τί θὰ ἔλεγεν ἐὰν οἱαδήποτε Κυβέρνησις καλουμένη ν’ ἀπαντήσῃ προέβαλε τὸ ἐπιχείρημα αὐτό;
§96Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὁρίζετε ἑβδομηκονταετίαν, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς ἑβδομηκονταετίας δύναται νὰ ἐξαφανισθῶσιν αἱ πηγαί. Εἶναι ἓν γεγονὸς περὶ τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ προβλέψητε.
§97ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Λησμονεῖτε κἄτι τι ἄλλο, ὅτι μετὰ τριάκοντα ἔτη ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς.
§98Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δύναται τότε καὶ νὰ μὴ γίνῃ αὕτη.
§99ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Θὰ γίνῃ διότι ὅταν ἡ ἐπιχείρησις εἶναι τόσον ἐπικερδής, ὥστε νὰ ἀποδίδῃ ἑκατομμύρια, βεβαίως θὰ εἶναι τρελλὴ ἡ Κυβέρνησις τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἡ ὁποία δὲν θὰ ἐπωφεληθῇ διατάξεως ἐξασφαλιζούσης 6½% ἐκ τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου, ὥστε νὰ ἐξαγοράσῃ ἐπιχείρησιν ἀντὶ εὐτελοῦς ποσοῦ. Προβλέπεται διὰ διατάξεως τὴν ὁποίαν περιέχει ὡς ὑπεβλήθη τροποπεποιημένον τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἔχει εἰς χεῖρας της τοιαῦτα δικαιώματα. Προβλέπει τὸ ἄρθρον 42. Ὄταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἔχει μίαν μάχαιραν ἵνα ἀποκόψῃ διὰ τῆς ἐξαγορᾶς τῆς ἐπιχειρήσεως, τὸ κερδοφόρον ῥεῦμα πρὸς τὴν Ἑταιρίαν, ἐξ ἄλλου δὲ διὰ μιᾶς τῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ διατάξεων λέγει πρὸς τὴν Ἑταιρίαν ὅτι ἂν δὲν εὕρῃ αὕτη ὕδατα, νὰ ἀφήσῃ εἰς ἡμᾶς νὰ εὕρωμεν ταῦτα, θέλετε μείζονα ἀσφάλειαν;
§100Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ κερδῶν. Ἐὰν ἡ πόλις λάβῃ ἀνάγκην καθ’ οἱονδήποτε τρόπον νὰ αὐξηθῶσι τὰ ὕδατα τὰ ὁποῖα χρειάζονται πρὸς πόσιν, τίνες οἰκονομικοὶ συνδυασμοὶ θὰ προκύψωσιν, ὅπως ἡ νέα δαπάνη ἐξυπηρετῆται ἐκ τῶν κερδῶν τὰ ὁποῖα θὰ πληρώνωσιν οἱ καταναλίσκοντες τὸ ὕδωρ;
§101ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μοὶ λέγετε, ἂν ἐμφανισθῶσι μεγαλείτεραι ἀνάγκαι ὕδατος, ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς λέγω ὅτι αἱ ἀνάγκαι τοῦ ὕδατος θὰ βαδίσωσι καθ’ ὡρισμένας ἀναλογίας. Εἴπομεν ὅτι δὲν θὰ αὐξηθῇ ἡ πόλις τοσοῦτον· φθάνω ἐγὼ ἐν τούτοις εἰς τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ μέσου ὅρου αὐξήσεως, τὸν ὁποῖον προέτεινεν ἡ Ἐπιτροπή, φθάνω μέχρι τοῦ ἀκροτάτου ὁρίου τοῦ ὑπεραισιοδόξου, εἰς τὸ ὁποῖον εὔχομαι νὰ φθάσωμεν, ἀλλὰ εἰς τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω νὰ φθάσῃ ὁ πληθυσμὸς τῶν Ἀθηνῶν, φθάνω λέγω, μέχρι τοῦ ὁρίου τούτου, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς λογικὰς ἀναλογίας ἐν περιπτώσει αὐξήσεως τοῦ πληθυσμοῦ. Καὶ ὅταν μία Κυβέρνησις λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς λογικὰς ἀναλογίας, βεβαίως δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ αὐτὴ ἤδη τί θὰ γίνῃ ἡ πόλις ἂν στειρεύσωσιν αἱ πηγαὶ τῆς Στυμφαλίας. Κατὰ τὰς λογικὰς ἀναλογίας, αἱ ἀνάγκαι τῆς πόλεως Ἀθηνῶν φθάνουσιν εἰς τόσον ποσὸν ὕδατος, ἐπὶ τῇ βάσει δ’ αὐτῶν φρονοῦμεν ὅτι ἡ παροχὴ τῶν ὑδάτων τῆς Στυμφαλίας εἶναι ἐπαρκής, ὡς ἐπίσης ἐπαρκὴς εἶναι καὶ ἡ παροχὴ τῶν ὑδάτων ἐκ τοῦ Μέλανος ποταμοῦ. Εἴπομεν δὲ περὶ τῆς ἐπικουρίας τὴν ὁποίαν θὰ παρέχῃ τὸ Ἀδριάνειον ὑδραγωγεῖον διὰ τὰς δευτερευούσας ἀνάγκας τῆς πόλεως. Ἐάν, καθ’ ὃν χρόνον πραγματοποιηθῶσιν αἱ προβλέψεις ἡμῶν αὗται, ἡ Ἑταιρία ἀρνηθῇ νὰ αὐξήσῃ τὸ ὕδωρ ἐνῷ θὰ αὐξάνωνται κατ’ ἀναλογίαν αἱ ἀνάγκαι τῆς πόλεως, τότε τί κάμνομεν; Ἐρχόμεθα καὶ λέγομεν εἰς τὴν Ἑταιρίαν νὰ μᾶς ἀδειάσῃ τὴν γωνιὰ διότι ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξαγορᾶς. Τότε δὲ καὶ θὰ ἀριθμήσῃ ἡ τότε Κυβέρνησις τὰς ὑπηρεσίας καθ’ ἃς τιμὰς θεωρήσῃ αὕτη λογικάς.
§102Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Κηρύσσετε ἔκπτωτον τὴν Ἑταιρίαν;
§103ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Οὐχί, ἀλλ’ ἐξαγοράζομεν τὴν ἐπιχείρησιν.
§104Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Καὶ πρὸ τῆς τριακονταετίας;
§105ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι.
§106Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Ὑπάρχει κενόν τι ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§107ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Σᾶς εἶπον’ ὑπάρχει κενόν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον ἤδη εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ θελήσῃ νὰ πληρώσῃ ἐπὶ κινδύνῳ ἐγκαταλείψεως οἱασδήποτε ἄλλης προνοίας. Εἶναι κενὸν τὸ ὁποῖον δὲν δύναται πληρωθῇ. Ἐὰν παρουσιασθῇ φαινόμενόν τι καὶ σχισθῇ ἡ γῆ κάτω ἀπὸ τὴν Στυμφαλίαν καὶ ἐξαφανισθῇ τὸ ὕδωρ καὶ ναυαγήσωσι μετὰ τοῦ ὕδατος καὶ τὰ σχέδια, τί θέλετε νὰ κάμωμεν; Τοιαύτην πρόνοιαν βεβαίως ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ λάβῃ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ θεωρήσῃ ἀναγκαίας τὰς ἐξηγήσεις ὡς πρὸς τὰς γενικὰς παρατηρήσεις τῶν Συναδέλφων. Ἐὰν ἤδη κατὰ τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν προκύψωσιν ἀπορίαι, βεβαίως τότε θὰ λάβω τὸν λόγον ὅπως δώσω καὶ ἐκεῖ τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 1ον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 2ον (ἀναγινώσκεται).
§109ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 2ου ἄρθρου παρατηρῶ τὰ ἑξῆς. Ἐγένετο λόγος ὑπὸ τοῦ Δήμου Ἀθηναίων ὅτι ὀρθὸν θὰ ἦτο νὰ παραχωρήσωμεν δωρεὰν καὶ τὸ ὕδωρ τὸ ἀπαιτούμενον διὰ τὸ κατάβρεγμα. Εἶχον εἴπει ἐν προηγουμένῃ συνεδριάσει καὶ ἀπορῶ πῶς ἐπανελήφθη ὑπὸ τοῦ κ. Σοκόλη, νομίζω, ἡ παρατήρησις ὅτι στεροῦμεν τὸν δῆμον τῆς παροχῆς ὕδατος τὸ ὁποῖον θὰ ἀπαιτήσῃ ἡ πρόοδος τῆς πόλεως διὰ πάρκα, δενδροφυτείας κ.τ.λ. ὅτι διὰ τροποποιήσεως προβλέπεται ἡ δωρεὰν παροχὴ ὕδατος περὶ τούτων. Προκειμένου ὅμως περὶ τοῦ καταβρέγματος, ὁμολογῶ ὅτι διστάζω πολὺ νὰ ἀπαλείψω ἐξ ὁλοκλήρου τὴν διάταξιν δυνάμει τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται ὁ δῆμος νὰ πληρώνῃ πρὸς 30 λεπτὰ τὸ ὕδωρ κατὰ στρέμμα. Ἐν τούτοις, ἐπειδὴ προκαλοῦμεν δημοπρασίαν μειοδοτικήν, καὶ ἐπειδὴ οὐδέποτε εἶχε ζητήσει ὁ δῆμος νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ὑποχρεώσεως αὐτῆς, ὑποβάλλω τροποποίησιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπέναντι οἱασδήποτε μειοδοσίας θὰ γίνῃ ἀνάλογος ἀπαλλαγὴ τῶν δήμων ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς πληρωμῆς τοῦ ὕδατος, τὸ ὁποῖον θὰ λαμβάνηται πρὸς κατάβρεγμα. Αὐτὴν τὴν τροποποίησιν ἔκαμα. Ἐν τῇ δευτέρᾳ παραγράφῳ μετὰ τὴν λέξιν «θὰ συνεπάγηται», προστίθεται (ἀναγινώσκει) «πρὸ πάσης ἄλλης μειώσεως ἀνάλογον ἀπαλλαγὴν τῶν δήμων Ἀθηναίων καὶ Πειραιῶς ἀπὸ τῆς ὑποχρεώσεως τῆς πληρωμῆς τοῦ διὰ τὸ κατάβρεγμα ἀναγκαιοῦντος ὕδατος κλπ.».
§110Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Διατὶ ἀπηλείψατε καὶ τὴν ἀνάλογον μείωσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ 17.
§111ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Παρακαλῶ· ἡ εἰσφορὰ καὶ τοῦ ὕδατος καὶ τῶν ποινῶν γίνεται ὑπὸ τῶν αὐτῶν φορολογουμένων. Ἐὰν δεχθῆτε ταῦτα, θὰ εὑρεθῆτε εἰς μαθηματικὸν ἀδιέξοδον, ἐνῷ ὅταν ἔχητε 2% εἶναι εὔκολον τὸ πρᾶγμα...
§112Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἐγὼ θὰ εἶχον, ἐν σχέσει πρὸς τοὺς ὅρους τοῦ διαγωνισμοῦ, νὰ παρατηρήσω ἢ μᾶλλον νὰ προκαλέσω μίαν ἐξήγησιν διατί ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, καλῶς μὲν δὲν ἐπανέρχεται εἰς τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὴν ἀπέκρουσε, διότι θὰ καταντήσῃ δυσχερῆ τὴν προσέλευσιν μειοδοτῶν, ἀλλὰ διατί δὲν ἀποδέχεται τὴν τροπολογίαν (ἀναγινώσκει): «ἡ Κυβέρνησις δύναται, ἐφ’ ὅσον δὲν ἔχουσιν ἀνεῳχθῆ οἱ ἐσωτερικοὶ φάκελοι τῶν τιμῶν ν’ ἀπορρίψῃ, κατόπιν ἠτιολογημένης ἐκθέσεως δημοσιευομένης ἐν τῇ Ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως, ὅσους ἐκ τῶν διαγωνισθησομένων δὲν θεωρήσει ἀνταποκρινομένους πρὸς τὰ ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου καὶ τῆς ὁριστικῆς συγγραφῆς τῶν ὅρων ἐπιβαλλόμενα». Τοῦ δικαιώματος τούτου εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ χρῆσις τοιαύτη ὥστε οὐσιαστικῶς νὰ μὴ ἐπέλθῃ ὁ διαγωνισμὸς καὶ νὰ μὴ καταστῇ δυνατὴ ἡ προσέλευσις μειοδοτῶν, ὅτε τὰ δυσάρεστα θὰ ἐλαττωθῶσι. Ὡς ὁ κ. Ὑπουργὸς παρετήρησεν, ἀπέναντι τῶν ὀρθῶν παρατηρήσεων τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ προλαλήσαντες συνάδελφοι ἐκ Λακωνίας καὶ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ἡ μεγαλυτέρα ἐγγύησις διὰ τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἔργου εἶναι ἡ μειοδοσία. Ὅταν ὑπάρξῃ ἡ κατάλληλος χρῆσις τῆς ἐκλογῆς τοῦ καταλληλοτέρου προσώπου, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι θὰ εἶναι οἱ ἄριστοι, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ προτιμηθῶσι, δὲν θὰ προσέλθωσιν. Ἡ ἐπιτροπὴ θέλουσα νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν αὔξησιν τοῦ δικαιώματος τούτου κατὰ καταχρήσεως λέγει τὸ ἑξῆς· ὅτι εἶναι δυνατὸν κατὰ τὴν δημοπρασίαν νὰ ἀποκλείσῃ ἡ Κυβέρνησις ἕνα μειοδότην ὡς μὴ κατάλληλον πρόσωπον, ἀλλὰ πρὶν ἢ λάβῃ γνῶσιν τῆς μειοδοτικῆς προσφορᾶς, οὕτως ὥστε ἐκ τῶν προτέρων ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποφανθῇ περὶ καταλληλότητος ἢ μὴ καταλληλότητος τοῦ προσώπου, νὰ μὴ ὑπάρχῃ δὲ ὁ φόβος ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξαρτηθῇ ἡ κρίσις περὶ τῆς καταλληλότητος ἐκ τῆς γνώσεως τῆς τιμῆς. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου δὲν θὰ περιέλθωμεν εἰς μονοπώλιον ἀντὶ δημοπρασίας ὑπὲρ ὡρισμένης ὁμάδος ἡ ὁποία ἀσφαλῶς θὰ ἔχῃ τοὺς πάτρωνάς της. Δὲν θέλω παντάπασιν νὰ ἀμφισβητήσω τὴν καλὴν πίστιν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, ἀλλ’ ὅτε καλούμεθα ὡς Βουλὴ νὰ ἀποφανθῶμεν, πρέπει νὰ λάβωμεν τὴν ἐξασφάλισιν ταύτην. Τὸ μόνον ἐπιχείρημα τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ κ. Ὑπουργὸς δὲν ἐνίσχυσεν τὴν ἀντίκρουσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὅτι ὅλοι αὐτοὶ οἱ φόβοι καταπίπτουσιν εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχομεν διαγωνισμόν, ἀλλὰ δὲν θεωρῶ τοῦτο ἀρκετόν.
§113ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐὰν παρίστατο κατὰ τὴν προηγουμένην συνεδρίασιν ὁ κ. Συνάδελφος, πιστεύω ὅτι δὲν θὰ ὑπέβαλεν τὸ ἐρώτημα τοῦτο. Ἐξήγησα τότε ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ δεκτὴ τοιαύτη πρότασις, διότι συμβαίνει πολλάκις νὰ μὴ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκφρασθῇ περὶ τῶν λόγων διὰ τοὺς ὁποίους φρονεῖ ὅτι πρέπει ν’ ἀποκλεισθῇ αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ ὁμάς. Ἄλλως τε ἡ διάταξις ἐκείνη εἶναι ματαία. Ὑποθέσατε ὅτι προκρίνει ἡ Κυβέρνησις τὴν α ὁμάδα· διατί θὰ φέρητε αὐτὴν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ προβῇ εἰς δημοσίευσιν αἰτιολογικῆς ἐκθέσεως διὰ τοῦτο, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἄλλως τε οὐδαμοῦ γίνεται; Ἔρχομαι ὅμως καὶ εἰς τὸ ἕτερον παράδειγμα. Ὁ κ. Συνάδελφος δὲν ἔχει παρὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν πλοκὴν καθ’ ἣν δύνανται νὰ ἐμφανισθῶσιν οἱ ὅροι. Ὑποθέσατε ὅτι ἐμφανίζεται μία Ἑταιρία καὶ λέγει ὅτι ἐγὼ δέχομαι νὰ ἐκτελέσω τὸ ἔργον ἀντὶ τιμῆς τόσης, ἄλλη ἡ ὁποία δέχεται ὑπὸ τοὺς δεῖνα ὅρους, ἄλλη ἡ ὁποία δέχεται ἀντὶ τῆς αὐτῆς τιμῆς ἀλλὰ μεταβάλλει τὸν χρόνον. Εἶναι δυνατὸν νὰ καθορίσητε ἐκ τῶν προτέρων τοὺς ὅρους ὅλους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τοσαύτας πλοκὰς δύνανται νὰ ἐμφανισθῶσι;
§114Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ἔχει ἀπόλυτον τὸ δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ τηρήσῃ ἐπιφυλάξεις περὶ τοῦ συμφέροντος τῶν ὅρων, ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τηρήσῃ ἐπιφυλάξεις καὶ περὶ τῆς καταλληλότητος τοῦ προσώπου. Περὶ αὐτοῦ, περὶ τῆς καταλληλότητος τοῦ προσώπου, ζητοῦμεν νὰ ἀποφαίνηται αὕτη πρὶν ἢ λάβῃ γνῶσιν τῆς προσφορᾶς.
§115ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Τοῦτο γίνεται κατ’ ἀνάγκην.
§116Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ διατυπωθῇ ἐν τῷ ἄρθρῳ μία ἐξήγησις περὶ τούτου.
§117ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δύναται νὰ διατυπωθῇ. Ἂς ἀναβληθῇ ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου τούτου.
§118Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Δὲν ἀντελήφθημεν κατὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Ὑπουργός, ὅτι δηλαδὴ αἱ προτάσεις τῶν διαφόρων μειοδοτῶν δύνανται νὰ διαφέρωσιν ἐκτὸς τῆς τιμῆς καὶ κατὰ τὸν χρόνον τῆς ἐκτελέσεως καὶ κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς συμβάσεως κτλ, διότι εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι, ναὶ μὲν ἐν τῷ νόμῳ τῷ σχετικῷ δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Ὑπουργὸν μέχρις ἑνὸς σημείου, ἤτοι π. χ. μέχρις 70 ἐτῶν νὰ ὁρίσῃ τὴν διάρκειαν, καὶ εἰς ἄλλα σημεῖα δίδεται τὸ δικαίωμα νὰ φθάσῃ μέχρις ὡρισμένου ποσοῦ, ἀλλὰ πάντοτε εἴχομεν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐκ τοῦ νόμου τούτου θὰ προέλθῃ μία διακήρυξις ἑνιαία ἡ ὁποία θὰ ἦτο ὑποχρεωτικὴ δι’ ὅλους τοὺς μειοδότας.
§119ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὅλοι οἱ ὅροι εἶναι οἱ αὐτοὶ δι’ ὅλους. Θὰ εἴπωμεν· ἐκθέτομεν κατ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους τὴν ἐπιχείρησιν εἰς δημοπρασίαν. Δὲν θὰ δύναται ὁ θέλων νὰ βελτιώσῃ ὅρον τινὰ ἐν τῇ δημοπρασίᾳ;
§120Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Δύναται νὰ δώσῃ ὀλιγώτερον.
§121Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Τὸ ἔργον θὰ προκηρυχθῇ ὡς ἕν.
§122ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὡς ἓν ὑπὸ τοὺς δεῖνα ὅρους.
§123Σ. ΑΓΑΠΗΤΟΣ. Μόνον ἐπὶ τῆς δαπάνης πρέπει νὰ γίνῃ ἡ μείωσις.
§124ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἂν ζητήσῃ τις νὰ βελτιώσῃ τοὺς ὅρους δὲν θὰ δεχθῶμεν;
§125Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν κατόπιν καὶ μετὰ τὴν προκήρυξιν νὰ μεταβάλητε τοὺς ὅρους.
§126ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μειοδοτήσῃ τις καὶ νὰ εἴπῃ ἐγὼ τὸ κάμνω ἐπίσης μὲ 48.000.000, ὅπως καὶ εἷς ἄλλος, ἀλλὰ τὸ νερὸ τὸ παρέχω κατὰ τόσον ποσὸν εὐθηνότερον;
§127Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι μεταβολὴ τῶν ὅρων. Θὰ διατρέξῃ κίνδυνον ὅλον τὸ νομοσχέδιον. Ἡ Κυβέρνησις ἀναχωρεῖ ἀπὸ μίαν ἀφετηρίαν· ὁρίζει τὸ ποσὸν καὶ τὸ βάρος τὸ ὁποῖον θὰ πέσῃ εἰς ἕκαστον τῶν κατοίκων. Πρέπει τοῦτο νὰ μείνῃ ἀμετάβλητον, νὰ ὑπάρξῃ δὲ διαγωνισμὸς τῆς τιμῆς τοῦ ἔργου, διότι ἂν ἀφεθῇ ἐλεύθερος οὗτος εἰς ὅλους τοὺς πολλαπλοῦς ὅρους, κλονίζεται ἡ πεποίθησις τῶν διαγωνισθησομένων καὶ πλήσσεται ἡ ἔννοια τοῦ διαγωνισμοῦ.
§128ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὑποθέσατε ὅτι ἔρχεται εἷς καὶ λέγει· ἐγὼ ἀντὶ τῶν 56 ἑκατομμυρίων ἀναλαμβάνω τὸ ἔργον ἀντὶ 54, ὑπὸ τὰς αὐτὰς συμφωνίας καὶ ὅρους ὡς καὶ οἱ ἄλλοι· ἐπίσης ἀναλαμβάνω νὰ σᾶς παραδώσω τὸ ἔργον ἐντὸς τόσου ὀλιγωτέρου χρόνου.
§129Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει οἱ ὅροι νὰ τεθῶσι πάγιοι, ὥστε νὰ εἶναι ἑνιαῖος ὁ ἀγὼν τοῦ διαγωνισμοῦ· νὰ εἶναι ἀγὼν ἐπὶ τῆς τιμῆς. Νὰ μὴ τεθῶσιν εἰς μειοδοσίαν, ἔστω καὶ ὅλοι οἱ ὅροι, ὥστε ἕκαστος νὰ ἐκλέγῃ νὰ μειοδοτῇ εἰς τὸν α ἢ β, διότι τοιουτοτρόπως θὰ σχηματισθῇ λαβύρινθος καὶ θὰ ἔχῃ τὴν ἐλευθερίαν ἡ Κυβέρνησις νὰ κρίνῃ ὅντινα ἤθελεν ὡς τὸν μᾶλλον μειοδοτοῦντα, ἥτις ἐλευθερία κλονίζουσα τὴν πεποίθησιν τῶν διαγωνισθησομένων, θὰ πλήξῃ ἐν τῇ βάσει, ἐν τῇ ὑποστάσει, ἐν τῇ ψυχολογικῇ του ἕδρᾳ τὸν διαγωνισμόν. Ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀναχωρεῖ ἀπὸ ὡρισμένων προϋποθέσεων, ὅτι ἐντὸς τόσου χρόνου πρέπει νὰ παραδοθῇ τὸ ἔργον, ὅτι αὐτὰ θὰ εἶναι τὰ βάρη τῶν κατοίκων, τί παραμένει πλέον; Κατὰ πόσον θὰ γίνῃ τὸ ἔργον ἐφθηνότερον.
§130ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ ἂν προτείνῃ ὁ ἀνάδοχος νὰ παρέχῃ τὸ ὕδωρ ἐφθηνότερον;
§131Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔστω· περιορισθῆτε εἰς αὐτοὺς τοὺς δύο ὅρους καὶ πάλιν θὰ κάμητε ἀληθῆ διαγωνισμόν, διότι θὰ εἶναι εὔκολον πλέον νὰ καταστήσητε ὑποχρεωτικὴν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀπόφασιν, ἀφοῦ δὲν θὰ εἶχε νὰ κρίνῃ ἄλλο παρὰ τοὺς μειοδοτήσαντες εἰς τοὺς δύο ὅρους· ἐνῷ ἂν τὸ ἀφήσητε ἐλεύθερον καθ’ ὅλους, θὰ εὑρεθῆτε εἰς τὸ χάος τὸ ὁποῖον ἄριστα διαγινώσκετε. Δὲν θὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γνωσθῇ ποῖος εἶναι ὁ ἀληθῶς μειοδοτῶν. Περιορίσατε τοὺς ὅρους εἰς οὓς θὰ γίνῃ ἡ μειοδοσία ὥστε νὰ εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστοί, διὰ νὰ ἐμπνευσθῇ πεποίθησις εἰς τοὺς διαγωνισθησομένους καὶ ἀφεθῇ ὁ διαγωνισμὸς εἰς ὅλην του τὴν ψυχολογικὴν ἔκτασιν· διότι ἄλλως θὰ πλήξητε τὴν ψυχὴν τῶν διαγωνισθησομένων, θὰ τοὺς ἀφαιρέσητε τὴν βεβαιότητα ὅτι διαγωνιζόμενοι ἐξασφαλίζονται. Αὐτὸ ἀποτελεῖ ἀναίρεσιν τῆς ἐνοίας τοῦ διαγωνισμοῦ, ὅταν εἰς τὴν ψυχὴν αὐτῶν σχηματισθῇ ἡ πεποίθησις ὅτι δὲν πρόκειται νὰ ἐπικρατήσῃ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ κρείττονας ὅρους, ἀλλ’ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος θὰ ἔχῃ κρείττονα ἐπιτηδειότητα.
§132ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ καθορισθῶσι τὰ σημεῖα τῆς μειοδοσίας. Εἶπεν ὁ κ. Συνάδελφος ἂν θὰ ἔχωμεν μείωσιν τιμῆς καὶ μείωσιν τοῦ χρόνου. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμφανισθῶσι δύο μειοδόται καὶ νὰ εἴπῃ ὁ εἷς, προκειμένου περὶ τῶν ὑπονόμων· ἐγὼ ἀντὶ τοῦ 2% δέχομαι εἰσφορὰν 1,85%· μειοδοτῶ καὶ θὰ κατασκευάσω ἐντὸς τῆς ἑνδεκαετίας ὅλον τὸ δίκτυον. Ἔρχεται ὁ δεύτερος ὁ ὁποῖος σᾶς λέγει· θέλω 1,95 ἀλλὰ θὰ κατασκευάσω ἐντὸς 8 ἐτῶν τὸ δίκτυον. Ποῖον θὰ προτιμήσητε;
§133Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐλαττώνεται ὁπωσδήποτε τὸ ἔδαφος τῆς ἐλευθερίας τῆς ἐκλογῆς καὶ ἑδραιοῦται κἄποια πεποίθησις. Μὴ παραλείπετε αὐτὸ καὶ μὴ θέλετε ἐκ τῶν ὑποκειμενικῶν σας διαθέσεων νὰ ἐξηγήσητε τὰ πράγματα καὶ παραβλέπετε ὅλον τὸν κλονισμόν, ὁ ὁποῖος θὰ ἐπέλθῃ εἰς τὴν πεποίθησιν τῶν διαγωνισθησομένων.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται ἡ ψήφισις τοῦ ἄρθρου 2. Ἄρθρον 3ον. (ἀναγινώσκεται).
§135ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Δέχομαι τὴν ἄλλην διατύπωσιν. Ὁπωσδήποτε ὅμως δηλῶ ὅτι μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ εἶναι πολὺ δύσκολον νὰ πεισθῶ νὰ δεχθῶ τὴν ἤδη συζητηθεῖσαν τροποποίησιν. (Ψηφίζεται τὸ ἄρθρον 3 καὶ ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 4).
§136Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ἡ διατύπωσις εἰς τὸ τελευταῖον σχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη, ἀποκλείει ἐντελῶς τὸ νὰ θεωρηθῇ ἡ ἐγγύησις, ὅπως εἶχε τὸ ἀρχικὸν σχέδιον καὶ ὅπως φαίνεται ὅτι ἐδέχθη καὶ ἡ Ἐπιτροπὴ ἡ ὁποία ἐπεξειργάσθη αὐτό, νὰ θεωρηθῇ, λέγω, ἡ κατατεθεῖσα ἐγγύησις ὡς ἀποτελοῦσα μέρος τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Ἑταιρίας. Ἡ ἐγγύησις ἔχει σκοπὸν τὴν ἐξασφάλισιν ζημιῶν αἵτινες δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπολογισθῶσιν ἐκ τῶν προτέρων, ὄχι ὅμως καὶ νὰ ἀποτελέσῃ αὕτη μετοχικὸν κεφάλαιον. Προβλέπεται π. χ. ἡ περίπτωσις πτωχεύσεως τῆς Ἑταιρίας ὅτε ἡ ἐγγύησις θὰ εἶναι ἀντικείμενον πρὸς ἀποζημίωσιν διαφόρων πιστωτῶν.
§137Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἐξηλείφθη τὸ ἄρθρον;
§138ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἰδοὺ πῶς εἶχεν ἀρχικῶς (ἀναγινώσκει)· «Ἐν τῇ συμβάσει δύναται νὰ συνομολογηθῇ ὅτι ἡ κατατεθεῖσα ἐγγύησις θέλει ἀποτελέσει μέρος τοῦ μετοχικοῦ κεφαλαίου τῆς Ἑταιρίας ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀποδοθῇ εἰς ταύτην μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ ἔργου καὶ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς κεφάλαιον διαχειρίσεως».
§139Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Εἰς τὴν πρώτην διατύπωσιν τοῦ ἄρθρου περιλαμβάνεται τὸ 2ον ἐδάφιον. Ἡ Ἐπιτροπὴ εἶπε νὰ μὴ περιληφθῇ τὸ 4 ἐδάφιον διότι εἶναι δυνατὸν νὰ περιληφθῇ εἷς ὅρος εἰς τὴν σύμβασιν, ἐγὼ δὲ λέγω ὅτι τὸ 3ον ἐδάφιον τοῦ 4ου ἄρθρου ἀπολύτως δὲν πρέπει νὰ ἀποτελέσῃ ὅρον συμβάσεως. Ἡ ἐγγύησις πρέπει νὰ μένῃ ὡς ἐγγύησις πάντοτε καὶ οὐδέποτε νὰ καταλογισθῇ ὡς μετοχικὸν κεφάλαιον. (Ψηφίζεται τὸ ἄρ. 4 ὡς ἔχει καὶ ἀναγινώσκεται τὸ 5).
§140ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀντὶ 20.000.000 νὰ τεθῇ 25,000.000.
§141Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Ὁ δανειστής, ὁ ὁποῖος θὰ ὑπεισέλθῃ εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Ἑταιρίας, πρέπει νὰ ὑπεισέλθῃ μὲ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις ἀπέναντι τοῦ Κράτους. Δι’ αὐτὸ νομίζω ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνος ἡ ἐλάττωσις τοῦ κεφαλαίου, δύναμαι δὲ νὰ φαντασθῶ ὅτι δύναται νὰ γίνῃ καὶ συμπαιγνία μεταξὺ τῶν κεφαλαιούχων.
§142ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὁρίζεται μετοχικὸν κεφάλαιον 25.000.000, παρέχεται δὲ τὸ δικαίωμα νὰ δύναται νὰ μειωθῇ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, δηλ. ὑπάρχει ἕν διοικητικὸν δικαίωμα τὸ ὁποῖον δὲν θέλει ὁ κ. Βουλευτής.
§143Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἀπὸ ποῖον θὰ ἐξαρτᾶται;
§144ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον.
§145Π. ΤΣΑΛΔΑΡΗΣ. Ἄς ὁρισθῇ τέλος αὐτό.
§146Θ. ΚΟΥΤΟΥΠΗΣ. Οὔτε εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον οὔτε εἰς ἄλλο λαμβάνεται πρόνοια περὶ χρησιμοποιήσεως Ἑλλήνων ἐργατῶν καὶ ὑπαλλήλων.
§147ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι· κάπου λαμβάνεται.
§148Ν. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Λαμβάνεται ἐν τῇ συγγραφῇ τῶν ὑποχρεώσεων. (Ψηφίζεται τὸ 5ον ὡς ἐτροποποιήθη, εἶτα δὲ καὶ τὸ 6ον καὶ 7ον).
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις δι’ αὔριον 5 μ. μ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9.40′)