1914.05.12
5,231 rows · 41,220 words · 196 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 72
Τῆς 12ης Μαΐου 1914.
(Δευτέρα, ὥρα 5,20′ μ. μ.).
Προεδρία κ. Κ. Ζαβιτσιάνου.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ Συνεδρίασις. Ν’ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλήν· Ὁ κτηματικὸς Σύνδεσμος Πειραιῶς ὑποβάλλει ἐκτενὲς ὑπόμνημα περὶ τῆς ὑδρεύσεως Ἀθηνῶν–Πειραιῶς. Οἱ ἐξ Ἐλασσῶνος Λ. Κύρκου καὶ Κ. Κατσιγιάννης παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀφεθῶσιν ἐλεύθεροι ἐκ τοῦ κρατητηρίου. Ὁ ἐκ Σερρῶν Κ. Ἀργυριάδης παρακαλεῖ, ὅπως τιμωρηθῇ ταγματάρχης τις καταλαβὼν διὰ τῆς βίας τὴν οἰκίαν του. Οἱ κάτοικοι Βοστίνης παρακαλοῦσιν, ὅπως παραμείνῃ ἐκεῖ τὸ Εἰρηνοδικεῖον. Τὸ κοινοτικὸν Συμβούλιον Γρανίτσης παρακαλεῖ, ὅπως εἰς τὸν χηρεύοντα ἐπισκοπικὸν θρόνον Εὐρυτανίας καὶ Ναυπακτίας χειροτονηθῇ ὁ ἱεροκῆρυξ Δημ. Μπέζας. Οἱ κατάδικοι τῶν φυλακῶν Κυπαρισσίας παρακαλοῦσιν, ὅπως ὁ νόμος περὶ ἀναστολῆς τῆς ποινῆς συμπεριλάβῃ καὶ τοὺς ζωοκλέπτας. Ὁ Δικηγορικὸς Σύλλογος Λευκάδος παρακαλεῖ, ὅπως διὰ νόμου οἱ δικηγόροι οἱ ἔχοντες δίπλωμα τῆς Νομικῆς ἐν ἐπιστρατείᾳ ὑπηρετῶσιν ὡς ἔφεδροι ἀξιωματικοί. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Κοινοτικοῦ Συμβουλίου Κατούνης ὑποδεικνύει δι’ αἰτήσεώς του διαφόρους μεταρρυθμίσεις τοῦ νόμου περὶ δήμων καὶ κοινοτήτων. Εἴκοσι γονεῖς στρατιωτῶν ἐθελοντῶν ἐξ Ἰωαννίνων παρακαλοῦσιν, ὅπως ἀπολυθῶσιν οἱ υἱοί των ἐκ τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Ὁ Β. Χασιακῆς ἐκ Τρικκάλων παρακαλεῖ, ὅπως ὁ ἀδελφός του Κωνσταντῖνος ἔφεδρος ἀνθυπολοχαγὸς μονιμοποιηθῇ. Τὸ διοικητικὸν Συμβούλιον τοῦ Θρακικοῦ Συλλόγου Θεσσαλονίκης ὑποβάλλει ἔκκλησιν περὶ τῶν δεινοπαθούντων Θρακῶν. Ὁ Σύνδεσμος Βιομηχάνων Θ)νίκης ὑποδεικνύει διάφορα μέτρα πρὸς προστασίαν τῆς Βιομηχανίας. Ὁ Σύνδεσμος τῶν τεχνητῶν καὶ ἐργατῶν ἐλαιοσαπωνοποιῶν παρακαλεῖ, ὅπως ἐπεκταθῇ καὶ εἰς αὐτοὺς τὸ εὐεργέτημα τῆς Κυριακῆς ἀργίας. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν κ. Ε. Ρέπουλης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ἱδρύσεως Ὑπουργείου Συγκοινωνίας. Οἱ βουλευταὶ κ. κ. Σ. Ντολιόπουλος, Σ. Κροκιδᾶς, Λ. Νάκος, Δ. Κανελλόπουλος, Π. Ἰατρόπουλος, Δ. Γκιουλὲς καὶ Χ. Δικαῖος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ αὐξήσεως τοῦ προσωπικοῦ τῆς κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Σ. Βακράτσας καὶ Δ. Πετσάλης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ τροποποιήσεως τοῦ νόμου ͵ΓΦΜΒʹ καὶ προσλήψεως ἐκτάκτου προσωπικοῦ τῶν Δημ. Ἔργων». Οἱ βουλευταὶ κ.κ. Ι. Ξηρὸς καὶ Ν. Καμπάνης ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου «περὶ ὑδρεύσεως. Αἱ ἁρμόδιοι ἐπιτροπαὶ ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων. 1) Περὶ δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως· 2) περὶ διδασκαλείων τῆς δημοτικῆς Ἐκπαιδεύσεως· 3) περὶ διδασκαλείων τεχνικῆς Ἐκπαιδεύσεως· 4) περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν καὶ ἀξιωματικῶν τοῦ Β. Ναυτικοῦ καὶ περὶ τοῦ προβιβασμοῦ αὐτῶν. Ἐπίσης ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴ ὑποβάλλει ἔκθεσιν αὐτῆς συνιστῶσα ὅπως ἀπονεμηθῇ μηνιαῖον βοήθημα εἰς τὸν πλοίαρχον Γ. Παυλίδην. (Ὄρα Ἀρχεῖον Βουλῆς). Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων.
§2ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς ἔχει τὸν λόγον «ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ Συμβουλίου Καρνεσίου».
§3Δ. ΓΚΛΑΒΑΣ. Παρακαλῶ ὅπως ἀποσταλῇ εἰς τὸ οἰκεῖον Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἵνα λάβῃ γνῶσιν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι ἀποτελεῖ καὶ ἡ ἀναφορὰ αὕτη μίαν νέαν διαμαρτυρίαν τοῦ λαοῦ τῆς ἐπαρχίας Καλαβρύτων διὰ τὴν κατάστασιν τῆς συγκοινωνίας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἀπησχόλησα πολλάκις τὴν Βουλήν, ἀλλ’ ἂν πράττω τοῦτο, πράττω αὐτὸ ἵνα πεισθῇ ἀδιστάκτως ἡ Βουλὴ ὅτι ἡ φωνή μου εἶναι φωνὴ ἀνθρώπων διαμαρτυρομένων δικαίως. Ὑποθέτω ὅτι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν σύστασιν ταύτην, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ μίαν ἐκ τῶν ἐνδείξεων ἐκείνων δι’ ὧν διαμαρτύρονται οἱ πολῖται, ὁσάκις τὰ δίκαια αὐτῶν καταπατοῦνται. Παρακαλῶ νὰ σταλῇ εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον ἡ ἀναφορὰ ἵνα ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον. Οἱ κ. κ. Κ. Καλομενόπουλος καὶ Ι. Βέρροιος ἔχουσι τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Κρήτης Γ. Μενεγάκη.
§5Κ. ΚΑΛΟΜΕΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Γ. Μενεγάκης, κ. Πρόεδρε, εἶναι ἓν τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων τὰ ὁποῖα συνετέλεσαν καὶ αὐτὰ εἰς τὴν συντέλεσιν τῆς ἰδέας τῆς ἐλευθερίας καθόλου καὶ ἰδίᾳ τῆς Κρήτης, ἀγωνισθεὶς ἐπανειλημμένως καὶ ἐν Κρήτῃ καὶ ἐν Μακεδονίᾳ. Ἐν τούτοις πένεται σήμερον καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὅπως ἡ Κυβέρνησις λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν αἴτησίν του καὶ ἀπονείμῃ εἰς αὐτὸν βοήθημά τι ἢ ὁπωσδήποτε ἔλθῃ ἀρωγὸς εἰς ἕνα ἄνθρωπον ἀναξιοπαθοῦντα, καταστραφέντα δὲ ἕνεκα τῶν ἐθνικῶν ἀγώνων.
§6Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν ἀναφορὰν τοῦ εἰρημένου Μενεγάκη, ὁπλαρχηγοῦ Κρητὸς, καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς, κ. Πρόεδρε, νὰ διαβιβάσητε εἰς τὴν Ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν νὰ παρακληθῇ δ’ αὕτη ὅπως ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσίν της.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Λαγοπάτης ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου.
§8Π. ΛΑΓΟΠΑΤΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀποσταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀποστέλλεται ἡ αἴτησις εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν Ἐπιτροπήν. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν καπνεμπόρων Ἀλεξανδρείας.
§10Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ δώσῃ εὐμενῆ ἀκρόασιν. Οἱ καπνέμποροι Ἀλεξανδρείας, κ. Ὑπουργέ, ἀπηύθυναν τηλεγράφημα καὶ παρακαλοῦσιν ἵνα, εἰ δυνατόν, ἔχωσι πληροφορίας θετικάς, πρῶτον, πότε λήγει ἡ καταγγελθεῖσα μετὰ τῆς Αἰγύπτου σύμβασις περὶ καπνοῦ, δεύτερον δέ, ἂν αἱ διαπραγματεύσεις περὶ ἀνανεώσεως τῆς συμβάσεως, εὑρίσκωνται εἰς καλὸν σημεῖον, διότι οἱ ἔμποροι διατελοῦσιν εἰς ἀνησυχίαν περὶ τῆς τύχης αὐτῆς. Ἐπεθύμουν νὰ ἔχω δήλωσίν τινα ἐπίσημον ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου.
§11Ν. ΞΗΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ ἤθελον ἐπιστήσῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν ὅπως ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅ,τι δύναται ἐκ τῆς ὑπηρεσίας, χωρὶς νὰ παραβλάψῃ τὸ ζήτημα ἵνα οἱ ἐμπορευόμενοι Ἀλεξανδρείας, οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν σύμβασιν ταύτην, εὑρεθῶσιν εἰς κατάστασιν νὰ κανονίσωσι τὰς σχέσεις αὐτῶν, καθὼς ἐπίσης καὶ οἱ Ἕλληνες παραγωγοί, τῶν ὁποίων ὕψιστα συμφέροντα διακυβεύονται ἐκ τῆς συμβάσεως.
§12Γ. ΣΤΡΕΪΤ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Τὸ χρονικὸν σημεῖον κατὰ τὸ ὁποῖον λήγει ἡ σύμβασις ἔχω ἤδη ἀνακοινώσει κατά τινα τῶν παρελθουσῶν συνεδριάσεων, ὅτε μοὶ ἐζητήθη πληροφορία. Πρόκειται περὶ τῆς 19 Ἰουλίου—ἂν δὲν ἀπατῶμαι, διότι δὲν ἔχω ἀκριβῶς πρόχειρον τὴν σημείωσιν— πάντως περὶ τὰ μέσα Ἰουλίου οὐχὶ δὲ Ἰουνίου ὅπως ἐλέχθη ὑπό τινος ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ πρό τινων ἡμερῶν, διότι κατὰ Ἰούλιον ἐγένετο ἡ καταγγελία ἐκ μέρους τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως. Ἀπὸ τῆς καταγγελίας ἄρχεται τὸ ἔτος μεθ’ ὃ λήγει ἡ σύμβασις, οὐχὶ ἀπὸ τῆς συνάψεως τῆς Συμβάσεως, ἥτις ἐγένετο κατὰ Ἰούνιον. Ὥστε ἔχομεν ἕνα μῆνα περισσότερον τοῦ ὑποτιθεμένου. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς διαπραγματεύσεις δὲν δύναμαι παρὰ νὰ ἐπαναλάβω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ τελευταῖον εἶπον εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τουτέστι πᾶσα καταβάλλεται προσπάθεια περὶ συναινέσεως τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, ἵνα παραταθῇ ἐπί τινα χρόνον αὕτη. Ἐζητήσαμεν παράτασιν διὰ δύο ἔτη ἀκόμη. Ἄλλην ἀνακοίνωσιν δὲν δύναμαι νὰ κάμω, διότι εἶναι ἐκκρεμεῖς αἱ διαπραγματεύσεις. Ἡ ἀπάντησις τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως δὲν εἶναι οὔτε καθαρῶς ἀρνητικὴ οὔτε καὶ καταφατικὴ ὡς πρὸς τὰς προτάσεις τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν. Ἐλπίζω ὅμως ὅτι θὰ καταλήξωμεν εἰς συμφωνίαν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἐκ Καρδίτσης Ν. Ν. Τσανῆ.
§14Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ 1913 τὸν νόμον 118 περὶ ἀπαλλαγῆς τοῦ φόρου ἑνὸς ἔτους τῶν ὀφειλετῶν τοῦ φόρου τῶν σφαζομένων ζώων. Ὁ ἀναφερόμενος Ν. Τσανῆς, ὀφειλέτης τοῦ φόρου τούτου τοῦ 1912, συνελήφθη καὶ ἐφυλακίσθη καὶ ἠναγκάσθη νὰ καταστήσῃ ἐνυπόθηκα τὰ κτήματά του διὰ νὰ εὕρῃ χρήματα νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον. Φρονῶ ὅτι εἶναι ἄδικον νὰ μὴ χαρισθῇ καὶ εἰς αὐτὸν ὁ φόρος τοῦ ἔτους αὐτοῦ, ὅπως ἐχαρίσθη καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον πληρώσει. Διότι δὲ ἐφυλακίσθη καὶ ἠναγκάσθη νὰ ὑποθηκεύσῃ τὰ κτήματά του διὰ νὰ πληρώσῃ τὸν δημόσιον φόρον, τοῦτο δὲν εἶναι λόγος νὰ μὴ ἀπαλλαγῇ καὶ αὐτός, καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν ταύτην.
§15ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Δὲν δύναμαι μόνον τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν· Ὑπάρχουσι παρόμοιαι ἀναφοραὶ καὶ αἰτήσεις ἐξ ὅλων τῶν μερῶν τῆς Ἑλλάδος διαφόρων ἐνοικιαστῶν παραπονουμένων ὅτι, ἐνῷ ἀφήκαμεν τὸ ἓν ἕκτον εἰς τοὺς μὴ καταβαλόντας ἔτι τοὺς φόρους, ἐφ’ ὅσον ὁ νόμος ὥριζεν ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῇ τὸ ἓν ἕκτον, ἐν τούτοις δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατέβαλον ἤδη τὰ ὀφειλόμενα ποσὰ οὐδὲν ἐλάβομεν μέτρον πρὸς ἐπιστροφὴν τοῦ ἑνὸς τούτου ἕκτου. Ἀληθῶς, ἐν συνειδήσει δὲν ἐλάβομεν μέτρον περὶ αὐτῶν, διότι οἱ καταβαλόντες, καθ’ ὃν χρόνον κατέβαλον, καλῶς κατέβαλον, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων κατέβαλον. Ὑπάρχει διάταξις ἡ ὁποία λέγει ὅ,τι κατεβλήθη, καλῶς τοῦτο κατεβλήθη καὶ δὲν δύναται ν’ ἀναζητηθῇ ἐκ νέου τοῦτο. Ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐχαρίσαμεν τὸ ἕκτον τῶν μὴ καταβληθέντων εἰς τοὺς μὴ καταβαλόντας καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς καταβαλόντας. Οὐχ ἧττον, ἐπειδὴ ἔκτοτε ὑπεβλήθησαν πλεῖστα ὅσα παρόμοια παράπονα, θὰ λάβωμεν μέριμναν νομοθετικὴν περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Μαλλιόπουλος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ ἀναφορᾶς τῶν κατοίκων Καρδίτσης.
§17Δ. ΜΑΛΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁλόκληρος ἡ πόλις Καρδίτσης διατελεῖ ἀνάστατος ἐπὶ τῇ εἰδήσει ὅτι μετατίθεται ἐκεῖθεν τὸ Σύνταγμα τὸ εὐζωνικόν. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ἰδιαιτέρως νὰ λάβῃ πρόνοιαν. Δὲν γνωρίζω τί ἀπεφάσισεν οὗτος, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ πάλιν αὐτόν, ὅπως λάβῃ πρόνοιαν ἵνα μὴ μετακινηθῇ τὸ Σύνταγμα αὐτὸ ἐκεῖθεν διότι θὰ ἀδικηθῇ ἡ πόλις Καρδίτσης, μέλλουσα νὰ πληχθῇ οἰκονομικῶς. Ὑπάρχουσιν ἄλλως τε ἐκεῖ καὶ στρατῶνες, οἱ ὁποῖοι ἔχουσιν ἀνάγκην μικρᾶς ἐπισκευῆς καὶ θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅπως διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τῶν στρατώνων, διότι δὲν ἀπαιτεῖται παρὰ χρονικὸν διάστημα ὀλίγων ἡμερῶν, τὸ πολὺ ἑνὸς μηνός, διὰ νὰ ἐπισκευασθῶσιν οὗτοι καὶ τοιουτοτρόπως νὰ μὴ μετατεθῇ ἐκεῖθεν τὸ Σύνταγμα.
§18ΑΠ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΗΣ. Παρεκάλεσα τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐγὼ περὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, μοὶ εἶπε δὲ ὅτι θὰ μείνῃ ἡ ἕδρα ἐκεῖ.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκιουλὲς συνιστᾷ ἀναφορὰν τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Κυπαρησσίας. Ἐπίσης ὁ κ. Δ. Κανελλόπουλος καὶ Π. Ἰατρόπουλος. Ἀναβάλλεται ἡ ἐπερώτησις τοῦ κ. Π. Ἀλεξάκη ἐπὶ ἀναφορᾶς τοῦ κοινοτικοῦ συμβουλίου Στεμνίτσης. Ὁ κ. Θ. Γρηγορίου «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, διὰ τίνα λόγον δὲν ἐπανελήφθησαν εἰσέτι αἱ ἐργασίαι διὰ τὴν ἀνέγερσιν τοῦ μεγάρου τῶν δικαστηρίων ἐν Τριπόλει».
§20ΕΜΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Διελύθη ἡ ἐργολαβία, διετάχθη δὲ νέα μελέτη, ἡ ὁποία ἐλπίζω ὅτι θὰ περατωθῇ ταχέως καὶ πάραυτα, καὶ τότε θὰ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης παρακαλεῖ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, διατὶ παρελήφθη ἐκ τῶν γενικῶν προβιβασμῶν τῶν ἐφέδρων ἀξιωματικῶν ὁ Χρ. Κωνσταντόπουλος.
§22ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὸν πίνακα Γ. δὲν προεβιβάσθη δὲ διότι ἔρχεται κατόπιν δύο ἄλλων κατ’ ἀρχαιότητα.
§23Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Δὲν ἤθελον ἀπευθύνει τοιοῦτον ἐρώτημα, ἐὰν δὲν μοὶ ἔκαμνε ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐντύπωσιν τὸ γεγονὸς ὅτι προήχθη σωρεία ἀξιωματικῶν ἀποστράτων οἱ ὁποῖοι οὐδόλως μετέσχον τοῦ πολέμου, ἐνῷ αὐτὸς ἔλαβε μέρος καὶ εἰς τοὺς δύο πολέμους. Ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς εὑρίσκεται ἀπέναντι τῶν συμπολιτῶν του μὲ μεμειωμένον τὸ ἠθικόν του κῦρος. Ἕκαστος δύναται νὰ λέγῃ καὶ νὰ ἐπικρίνῃ αὐτὸν διότι δὲν προήχθη. Μήπως ἔπραξέ τι τὸ ὁποῖον ἀπάδει εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν στρατιωτικήν; Μὴ δὲν κατεδείχθη ἀνδρεῖος; Θὰ παρακαλέσω χάριν τῆς τιμῆς αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι ἐξετέλεσε καὶ πραγματικῶς ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα, νὰ καθαρισθῇ ἡ ὑπόθεσίς του. Ὑπέβαλεν ἀναφορὰν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τοῦ Μαρτίου ἐ. ἔ. νὰ ἐξετασθῇ ἡ ἀναφορά του, καὶ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν ἡ δρᾶσις αὐτοῦ χάριν τῆς προσωπικῆς του ὑπολήψεως ὅπως λείψωσιν οὕτω καὶ τὰ σχόλια τοῦ κόσμου, καὶ μὴ εὑρίσκηται οὗτος ὑπὸ τὰς μομφὰς καὶ τὰς ἐπικρίσεις τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Εἰς χεῖράς μου εὑρίσκονται ἐπιστολαὶ σωματαρχῶν ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑπηρέτησε, οἱ ὁποῖοι ἐκφράζονται λίαν καλῶς περὶ τῆς δράσεως τοῦ ἀνδρός.
§24ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω τοῦτο, ὅτι ὁ ἀξιωματικὸς αὐτὸς δὲν εἶναι στάσιμος. Ἔχει ταχθῆ εἰς τὸν πίνακα τῶν προβιβαστέων κατ’ ἀρχαιότητα ὡς ἄξιος προαγωγῆς. Ἐν τούτοις, ἂν ἔχῃ παράπονα ὅτι κατετάχθη εἰς τοὺς κατ’ ἀρχαιότητα προακτέους ἐνῷ ἔπρεπε νὰ καταταχθῇ εἰς τοὺς κατ’ ἐκλογήν, τὰ παράπονα ταῦτα θὰ ἐξετάσωμεν μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον πρόκειται πρὸς ψήφισιν ἐν τῇ Βουλῇ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Π. Σπυράκης «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν, ποία ἐνέργεια ἐγένετο ἐπὶ τῆς ἀπὸ τεσσάρων μηνῶν ὑποβληθείσης ἀναφορᾶς τῆς συζύγου τοῦ Ἰωάννου Κ. Πλιάκη, ζητούσης πληροφορίας περὶ τῆς τύχης τούτου ὑπηρετοῦντος εἰς τὸν 1ον λόχον τοῦ 9ου συντάγματος τῶν εὐζώνων καὶ ἀπολεσθέντος μετὰ τὴν μάχην τῆς Ἄνω Τζουμαγιᾶς». Ἀναβάλλεται. Ὁ ἴδιος κ. Π. Σπυράκης «ἐρωτᾷ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ τίνα λόγον δὲν ἐχορήγησεν εἰς τοὺς μικροὺς βιοπαλαιστὰς λαχεῖα τοῦ Ἐθνικοῦ στόλου πρὸς πώλησιν».
§26ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Θὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου θὰ αὐξήσῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν λαχείων καὶ τῶν ἀποδοχῶν τῶν πωλητῶν τῶν λαχείων. Συνεπείᾳ τούτου θὰ ἔχωσι περισσοτέρας ἀπολαυὰς οἱ πωληταί.
§27Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ὑπέβαλον τὸ ἐρώτημα πρὸς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὄχι διὰ νὰ μάθω τί πρόκειται νὰ γίνῃ ἐν τῷ μέλλοντι ἀλλὰ περὶ τοῦ ἐνεστῶτος, διότι καταστρατηγεῖται ὁ νόμος περὶ λαχείου. Δύναμαι δὲ νὰ βεβαιώσω ὅτι ὁ ὑπάρχων ἀριθμὸς τῶν λαχείων εἶναι ἀρκετός, ἀλλ’ ὁ ἐντεταλμένος τὴν πώλησιν τῶν λαχείων ποιεῖται κακὴν χρῆσιν τοῦ νόμου, διότι ἠθέλησε νὰ διαιρέσῃ τοὺς μεταπωλητὰς εἰς πατρικίους καὶ εἰς πληβείους, καὶ ἔδωκε μεγάλην ποσότητα λαχείων εἰς πλουσίους οἱ ὁποῖοι καταπιέζουν τοὺς μικροπωλητάς, τοὺς ἀγωνιζομένους ἀπὸ πρωΐας μέχρι βαθείας νυκτὸς νὰ πωλήσωσι τὰ λαχεῖα καὶ φθάνοντας μάλιστα πολλάκις μέχρι τοῦ σημείου νὰ καθίστανται ἐνοχλητικοὶ εἰς τὸν κόσμον. Ὁ ταμίας τοῦ λαχείου ἔδωκε μεγάλην ποσότητα εἰς ὡρισμένα πρόσωπα εὐποροῦντα, τὰ πρόσωπα δὲ ταῦτα μεταπωλοῦσι τὰ λαχεῖα εἰς τοὺς μικροπωλητὰς μὲ ὑπερτίμησιν πέντε λεπτῶν ἀπὸ ὅ,τι δηλ. πωλεῖ ταῦτα τὸ ταμεῖον. Τοιουτοτρόπως τὰ πέντε λεπτὰ παραμένουσιν εἰς χεῖρας ἐκείνων, ὑπάρχουν δὲ διάφοροι αἰτήσεις διαφόρων ἰδιωτῶν αἱ ὁποῖαι ἐρρίφθησαν εἰς τὸν κάλαθον τῶν ἀχρήστων.
§28ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀπερρίφθησαν αἱ αἰτήσεις των.
§29Π. ΣΠΥΡΑΚΗΣ. Οὐδεμία ἐδόθη εἰς αὐτοὺς ἀπάντησις. Οὕτω γίνεται κακὴ χρῆσις τοῦ νόμου ἐπὶ βλάβῃ τῶν μικρῶν βιοπαλαιστῶν.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων.
§31Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ Ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς, ἡ συσταθεῖσα πρὸς ἐξέτασιν τῶν πεπραγμένων ὑπὸ τῆς Προνομιούχου Ἑταιρίας, συνῆλθε κατ’ ἐπανάληψιν ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ καὶ ἐξήτασε διαφόρους μάρτυρας, συνεκέντρωσεν ἐκ τῶν διαφόρων ἁρμοδίων ὑπηρεσιῶν τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, ἅτινα ἐμελέτησεν, ἔλαβε δὲ συγχρόνως ὑπ’ ὄψιν τὰ ὑπομνήματα, ἅτινα ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτήν, καὶ οὕτω ἐπὶ τῶν σπουδαιοτέρων σημείων τῆς ὑπὸ ἐξέτασιν ὕλης κατέληξεν εἰς συμπεράσματα ὡρισμένα. Τὰ συμπεράσματα ταῦτα μετὰ τῶν αἰτιολογιῶν ἐκτίθενται εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς Ἐπιτροπῆς τῆς ὁποίας ἡ σύνταξις ἤρχισεν. Ἀλλ’ ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων, θέλει βραδύνει ἐπί τινας ἡμέρας ἡ ἀποπεράτωσις αὐτῆς. Πρὶν ἢ ἀποπερατωθῇ ἡ ἔκθεσις δὲν θεωρῶ προσῆκον ν’ ἀνακοινώσω λεπτομερείας. Ἐκεῖνο μόνον τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ εἴπω σήμερον εἶναι, ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἐπέμεινεν εἰς τὴν διαλεύκανσιν ἐκείνων τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα ἠδύνατο νὰ ἐρευνήσῃ ἐντὸς τοῦ περιωρισμένου κύκλου τῆς ἀπονεμηθείσης εἰς αὐτὴν δικαιοδοσίας. Ἀλλ’ ἄνευ ἐπιτοπίου μεταβάσεως εἰς τὰς ἐπαρχίας, προκειμένου περὶ καταγγελιῶν βαρυνουσῶν τοὺς διαχειριστὰς τῶν κατὰ τόπους ἀποθηκῶν τῆς Ἑταιρίας, δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ διαλεύκανσις ν’ ἀποβῇ τελεία. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ ὅπως ἐπιτραπῇ εἰς τὰ μέλη τῆς Ἐπιτροπῆς ἵνα μεταβῶσιν ἐπὶ τόπου πρὸς ἐξέτασιν διαφόρων προτάσεων δοθῇ δ’ αὐτῇ καὶ προθεσμία εἰσέτι 20 ἡμερῶν.
§32ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. (Πρωθυπουργὸς) Οὐδένα ἐθήκαμεν περιορισμὸν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Τὸ νὰ μεταβῶσι τὰ μέλη αὐτοπροσώπως, ὅπου κρίνουν ἀναγκαῖον εἶναι δικαίωμά των, εἶμαι δὲ βέβαιος ὅτι ἡ Βουλὴ προθύμως θὰ ψηφίσῃ πίστωσιν διὰ τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς.
§33Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρερμηνεύθη ὁ νόμος κ. Πρόεδρε. Εἴχομεν δικαίωμα.
§34ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κακῶς παρερμηνεύθη ὁ νόμος.
§35Γ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡμεῖς ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ μεταβῶμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἐπιτοπίως τὰ πράγματα. Ἴσως κακῶς ἐψηφίσθη ὁ νόμος. Τὸ ζήτημα ὅμως δὲν παύει νὰ εἶναι ἀρκετὰ σοβαρὸν καὶ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ χορηγηθῇ ἡ πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄδεια.
§36ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§37Π. ΙΑΤΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντὸς τῆς προθεσμίας αὐτῆς.
§38Ι. ΒΕΡΡΟΙΟΣ. Ἀποτείνομαι πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ λέγω ὅτι, ἐπειδὴ μετ’ ὀλίγον ἴσως λήξωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς δέον νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθ’ ἑαυτὸν ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ ὑποβάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἐργασίαν της ἐπὶ τῆς τροποποιήσεως τῆς συμβάσεως.
§39ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐχορηγήθη ἡ ἄδεια, νὰ ἐγγραφῇ δὲ καὶ πίστωσις.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα· χορηγεῖται εἰκοσσαήμερος προθεσμία εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἐργασιῶν της. Ἐξαντληθείσης τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐρωτήσεων. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῶν ἐπερωτήσεων. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Σπ. Θεοδωρόπουλος.
§41ΣΠ. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν εἶναι ἀπών, ν’ ἀναβληθῇ παρακαλῶ.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. Ὁ Δ. Γκλαβᾶς συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως μεριμνήσῃ καὶ ἐγκατασταθῇ τηλέφωνον εἰς τὴν κοινότητα Βαρβασαίνης τῆς Ἠλείας, διότι ἔξωθεν αὐτῆς μόλις 100 μέτρα διέρχεται τὸ τηλεφωνικὸν σύρμα Ὠλένης· ὥστε ἡ δαπάνη εἶναι ἐλαχίστη, ἡ δὲ ἐξυπηρέτησις τῆς κοινότητος μεγάλη.
§43ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἀπάντησις εἶναι μία δι’ ὅλας τὰς αἰτήσεις. Διετάχθησαν τηλεγραφικοὶ ἐπιθεωρηταὶ νὰ ὑποβάλωσιν ἐκθέσεις περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς συστάσεως τηλεφωνείων, ἀναμένονται δὲ αἱ ἐκθέσεις τῶν ἐπιθεωρητῶν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ διατάξῃ τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς ὅπως ἐκδοθῇ πιστοποιητικὸν θανάτου, τοῦ ἐν Μανωλιάσᾳ τῆς Ἠπείρου φονευθέντος τῇ 6 Δεκεμβρίου 1912 δεκανέως τῆς 2ας μοίρας τῆς 2ας μεραρχίας Γεωρ. Ἀθ. Κωτούλα. Τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο μάτην ζητεῖ ἡ χήρα τοῦ φονευθέντος παρὰ τῶν ἀρχῶν ἀπὸ τοῦ Ἰουνίου 1913.»
§45ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Διετάχθη τὸ σῶμά του νὰ μεριμνήσῃ περὶ τούτου.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ παρακαλεῖ αὐτὸν ὅπως διατάξῃ τὸν ἐν Λαμίᾳ προσωρινῶς ἀπεσπασμένον τηλεγραφητὴν Σ. Κατσαράκην νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐν Σπερχειάδι θέσιν του, καθ’ ὅσον τὸ Ταχυδρ. καὶ Τηλεγρ. γραφεῖον Σπερχειάδος ἔχει μεγάλην ὑπηρεσίαν ἐπιταγῶν ἐξ Ἀμερικῆς διὰ τὴν ἐξαργύρωσιν τῶν ὁποίων ἀναγκάζονται οἱ δικαιοῦχοι νὰ κατέρχωνται εἰς Λαμίαν, ἐνῷ τὸ προσωπικὸν τοῦ τηλεγραφείου Λαμίας εἶναι ἤδη ἐπαρκές».
§47ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἐγένοντο παραστάσεις ἐπανειλημμέναι δι’ αὐτό. Ὁ τηλεγραφητὴς Σπερχειάδος μένει ἐν Λαμίᾳ, ἐγένοντο δὲ παραστάσεις περὶ ἐνισχύσεως τοῦ τηλεγραφείου αὐτοῦ. Κατ’ ἀνάγκην ἐκλείσθησαν τὰ τηλεγραφικὰ γραφεῖα καὶ βʹ καὶ γʹ τάξεως ἵνα ἐνισχυθῶσι τὰ τῆς αʹ τάξεως.
§48Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Τὸ ταχυδρομεῖον αὐτὸ εἶναι κέντρον ἐξερχομένων ἐπιταγῶν· εἶναι τὸ μόνον ταχυδρομεῖον εἰς τὸ ὁποῖον μεταβαίνουσιν οἱ κάτοικοι τῶν πέριξ ἀγροτικῶν δήμων, ἐκλείσθη δὲ διὰ λόγους ἀνωτέρας ἀνάγκης.
§49ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἀφοῦ ἐλήφθη πρόνοια διὰ τὸ τηλεγραφεῖον Λαμίας, θὰ ληφθῇ πρόνοια καὶ δι’ αὐτό.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σεραφεὶμ «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ τὴν κατασκευὴν τῆς γεφύρας ἐπὶ τῆς θέσεως «Κακὴ σκάλα» τοῦ πρώην δήμου Ἐλευσῖνος τῆς Γορτυνίας, ἥτις εἶχεν ἐγκριθῇ καὶ κατακυρωθῇ ἐν ὀνόματι ἐργολάβου, ὅστις ἐκηρύχθη ἔκπτωτος».
§51Β. ΣΕΡΑΦΕΙΜ. Πρό τινων ἐτῶν ἐψηφίσθη πίστωσις διὰ τὴν γέφυραν αὐτὴν καὶ ἐγένετο δημοπρασία ἥτις κατεκυρώθη ἐπ’ ὀνόματι ἐργολάβου τινός. Ἀλλ’ οὗτος ἐκηρύχθη ἔκπτωτος, καὶ κατόπιν ἐπῆλθε συμβιβασμὸς μεταξὺ δημοσίου καὶ ἐργολάβου καὶ ἡ ἐργολαβία διελύθη. Ἡ γέφυρα ἐγένετο χαρτίνη καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν ἀπὸ χαρτίνης εἰς λιθίνην.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἠλ. Κοπανίτσας «συνιστᾷ εἰς τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅπως εὐαρεστηθῇ καὶ μεριμνήσῃ 1) ἵνα τοποθετηθῇ δημολογιστὴς εἰς τὴν Νομαρχίαν Λακωνίας, στερουμένην τοιούτου ἀπὸ πολλῶν μηνῶν· 2) ἵνα τοποθετηθῇ ἐπαρκὲς προσωπικὸν εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Νομομηχανικοῦ Λακωνίας, ἐν ᾧ σήμερον μόνος ὁ Νομομηχανικὸς ὑπηρετεῖ καὶ 3) ὅπως ἐνισχυθῇ τὸ τηλεγραφεῖον Σπάρτης δι’ ἑνὸς τοὐλάχιστον τηλεγραφητοῦ, καθόσον καὶ εἰς τὰ τρία ταῦτα γραφεῖα χωλαίνει εἰς βαθμὸν μέγαν ἡ ὑπηρεσία. Ἐπίσης παρακαλεῖ τὸν αὐτὸν κ. Ὑπουργὸν ὅπως μεριμνήσῃ περὶ τοποθετήσεως τηλεγραφητῶν εἰς τὰ τηλεγραφεῖα Καστορίου, Ξηροκαμπίου, Λεβετσόβου, Γερακίου καὶ Ἀραχώβης τῆς Λακεδαίμονος, διότι πάντα ταῦτα πρὸ πολλοῦ ἔπαυσαν λειτουργοῦντα ἐλλείψει τηλεγραφητοῦ, τῶν δὲ προσωρινῶς μεταβληθέντων εἰς τηλεφωνεῖα καὶ τούτων ἡ λειτουργία εἶναι ἀτελεστάτη εἰς βαθμὸν ὥστε οὐδένα νὰ ἐξυπηρετῶσι σκοπόν».
§53ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Διὰ τὴν πρώτην σύστασιν σᾶς πληροφορῶ ὅτι ὁ δημολογιστὴς Λακωνίας εἶχε σταλῆ εἰς τὰ Ἰωάννινα, τὸ δὲ ἁρμόδιον Συμβούλιον τῆς ὑπηρεσίας θέλει ὑποδείξει δημολογιστὴν διὰ τὴν θέσιν αὐτήν. Διὰ τὸ δεύτερον ἐρώτημα, σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἐτοποθετήθη ἐκεῖ εἷς ὑπομηχανικὸς ὁ ὁποῖος καὶ μετέβη εἰς τὴν θέσιν του, εἰς δὲ τὴν Ἐπίδαυρον Λιμηρὰν ἐτοποθετήθη ὁ ὑπομηχανικὸς Παπαδάκης ὅστις καὶ διετάχθη νὰ μεταβῇ ἐκεῖ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ τηλεγραφείου Σπάρτης, σᾶς πληροφορῶ ὅτι ἑβδομήκοντα τηλεγραφεῖα βʹ τάξεως εἶναι κεκλεισμένα, βαθμηδὸν δὲ καὶ κατ’ ὀλίγον προσέρχεται νέον προσωπικὸν τὸ ὁποῖον θὰ συμπληρώσῃ τὰ κενά.
§54ΗΛ. ΚΟΠΑΝΙΤΣΑΣ. Τοὐλάχιστον νὰ ληφθῇ πρόνοια διὰ τὰ τηλεγραφεῖα βʹ τάξεως τὰ ὁποῖα ἔχουσι μεταβληθῆ εἰς τηλεφωνεῖα. Πρέπει νὰ λειτουργῶσι κανονικώτατα διότι τώρα οὔτε τηλεγραφεῖα εἶναι οὔτε τηλεφωνεῖα. Νὰ ληφθῇ τοὐλάχιστον ἕν μέτρον νὰ λειτουργῶσιν ὡς τηλεφωνεῖα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Β. Σεραφεὶμ «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ εὐαρεστηθῇ καὶ διατάξῃ τὴν ἐπισκευὴν τῶν τοίχων κλπ. ἐπὶ τῆς θέσεως Κόκκορα Βρύση, τῆς ἁμαξιτῆς ὁδοῦ τοῦ τμήματος Κοντοβαζαίνης– Μοναστηρακίου, τῶν καταστραφέντων ἐκ θεομηνίας».
§56Β. ΣΕΡΑΦΕΙΜ. Παρεσύρθησαν οἱ τοῖχοι ἐκ τῆς θεομηνίας καὶ κινδυνεύει νὰ καταστραφῇ τὸ ὅλον τῆς ὁδοῦ ὡς ἐκ τῆς εἰσβολῆς τοῦ ποταμοῦ.
§57ΕΜ. ΡΕΠΟΥΛΗΣ. Ἔχει δοθῆ διαταγὴ πρὸς ἐπισκευήν.
§58Β. ΣΕΡΑΦΕΙΜ. Εἶχε διαταχθῆ μηχανικὸς ὅστις ἔκαμε τὴν ἀπαιτουμένην μελέτην καὶ ὑπέβαλε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα. Παρακαλῶ νὰ ληφθῇ πρόνοια.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δ. Γκλαβᾶς «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν διαμαρτυρίαν τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀμαλιάδος, τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἐκδίκασιν τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι καθὰ πληροφορεῖται ἡ ἐπιτροπὴ ἐν τῷ κακῶς ἐννοουμένῳ συμφέροντι τοῦ Δημοσίου διέπραξεν ἀδικίας».
§60ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶναι ἐποχὴ σήμερον κατὰ τὴν ὁποίαν καταρτίζεται ὁ νέος κατάλογος τῶν ἐπιτηδευματιῶν, καὶ ἐγένετο ἡ σύστασις μὴ τυχὸν ὁ καταρτισμὸς τοῦ καταλόγου δὲν συνάδει εἰς ἕκαστον φορολογούμενον. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ Ἐμπορικοῦ Συλλόγου Ἀμαλιάδος, δὲν ἐλήφθη ἀκόμη, οὐχ ἧττον ἐζητήσαμεν ὅπως ληφθῶσι μέτρα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀπ. Ἀλεξανδρῆς «συνιστᾷ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἀνανέωσιν τῆς ἐμπορικῆς περὶ καπνοῦ συμβάσεως μετὰ τῆς Αἰγυπτιακῆς Κυβερνήσεως, εἰ δυνατὸν δὲ τὴν ἐπίσπευσιν τῶν πρὸς τοῦτο τυχὸν διαπραγματεύσεων, καθόσον ἐκ τῆς ἀβεβαιότητος περὶ τῆς ἀνανεώσεως τῆς συμβάσεως, ζημιοῦται τὸ ἐν Αἰγύπτῳ ἐμπόριον τῶν Ἑλληνικῶν καπνῶν, ἀδυνατοῦν νὰ κανονίσῃ τὰς ἐργασίας αὐτοῦ».
§62Α. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐδόθη πρὸ ὀλίγου ἡ σχετικὴ ἀπάντησις εἰς σύστασιν ἑτέρου κ. Συναδέλφου.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ν. Βελέντζας «ἐπερωτᾷ τοὺς κ. κ. Ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ Ἐξωτερικῶν διατὶ δὲν κατέθηκαν τὰ ἔγγραφα ἅτινα συμφώνως πρὸς τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς ἐζητήθησαν ἀπὸ τῆς 20 Μαρτίου 1914».
§64ΑΛ. ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε τεσσαρακοντάωρον ἀκόμη προθεσμίαν καὶ θὰ τὰ καταθέσω.
§65Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Καὶ πέντε ἡμερῶν ἀκόμη, ἀλλὰ νὰ κατατεθῶσιν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑπ’ ἀριθμὸν 11 ἐπερώτησις ἀναβάλλεται. Ὁ κ. Π. Ἀλεξάκης παραλειφθεὶς κατὰ τυπογραφικὸν λάθος, μετὰ τὸν κ. Καραπετόπουλον, «παρακαλεῖ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ πληροφορήσῃ τὴν Βουλὴν ὁποίαν ἀποστολὴν εἶχεν εἰς Βουκουρέστιον ὁ κ. Σῖμος, ἣν διεξήγαγε ἐπιτυχῶς κατ’ ἀνακοινωθὲν τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν».
§67Γ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Περὶ ἀνακοινωθέντος, τὸ ὁποῖον ἐδόθη εἰς τὸν τύπον ὑπὸ τοῦ ἡμετέρου γραφείου ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν, οὐδεμίαν ἔχω γνῶσιν, οὐδὲ νομίζω ὅτι ὑπάρχει τοιοῦτον ἀνακοινωθὲν δημοσιευθὲν ὑπὸ τῶν Ἐφημερίδων. Ὅσον ἀφορᾷ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ καθ’ ἑαυτό, ὄντως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπωφελήθη τοῦ ταξειδίου, τὸ ὁποῖον ὁ κ. Βουλευτὴς ἐπεχείρησεν εἰς Ρωμουνίαν διὰ λόγους οἰκογενειακοὺς παρεκάλεσεν αὐτόν, ὅπως εἰ δυνατὸν διαφωτίσῃ τοὺς γνωρίμους αὐτῷ δημοσιογράφους ἐν Ρωμουνίᾳ ἐπί τινων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα τελευταίως ἀπησχόλησαν τὸν Ρωμουνικὸν τύπον ἐπὶ γεγονότων συμβάντων ἐν Κορυτσᾷ, καὶ βεβαιώσῃ γενικώτερον τοὺς γνωρίμους αὐτῷ δημοσιογράφους περὶ τῶν αἰσθημάτων φιλίας τὰ ὁποῖα κρατοῦσι γενικώτερον ἐν Ἑλλάδι πρὸς τὴν Ρωμουνίαν καθὼς καὶ περὶ ἐλλείψεως παντὸς λόγου προστριβῆς ἕνεκα τῶν γεγονότων τὰ ὁποῖα συνέβησαν ἐν Κορυτσᾷ καὶ ἅτινα καὶ καθ’ ἑαυτὰ εἶναι ἀσήμαντα. Οὐδὲν ἄλλο ἔχω νὰ προσθέσω.
§68Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Προέβην εἰς τὴν ἐπερώτησιν ἀφοῦ ἀνέγνωσα εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας ἀνακοινωθὲν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν κατὰ τὸ ὁποῖον ἐγνωρίζετο εἰς τὸ Πανελλήνιον ὅτι ὁ ἔντιμος συνάδελφος Ἄρτης εἶχε μεταβῆ εἰς Ρωμουνίαν μὲ ἐντολὴν ὑπηρεσίας, μυστικῆς πάντοτε, ἡ ὁποία τῷ εἶχεν ἀνατεθῆ. Μάλιστα τὸ ἀνακοινωθὲν μνημονεύει ὅτι ὁ κ. Πρέσβυς ὁ εὑρισκόμενος ἐν Ρωμουνίᾳ ἐτηλεγράφει εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι, ὁ κ. Συνάδελφος ἀνεχώρησε διὰ Βραΐλαν, ἀφοῦ ἐπιτυχῶς ἐξετέλεσε τὴν ὑπηρεσίαν ἡ ὁποία τῷ εἶχεν ἀνατεθῆ. Εἰς ἐμὲ εὐφροσύνην ἐνέπλησσεν ἡ εἴδησις αὕτη, διότι ὑπέθεσα ὅτι πρέσβυς τοῦ Βασιλέως νὰ τηλεγραφῇ πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ δὲ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ γνωρίζῃ εἰς τὸ πανελλήνιον ὅτι ἡ ἀποστολὴ ὑπῆρξε τόσον ἐπιτυχής. Ὑπέθεσα, λέγω, ὅτι σοβαρὰν ἀποστολὴν εἶχεν ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος καὶ ὅτι ὁ κ. πρέσβυς, ὁ ἐκεῖ διαμένων, ἦτο ἀνίκανος νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Μετ’ ἀπορίας ὅμως ἀκούω τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν λέγοντος ὅτι ὁ ἀξιότιμος Συνάδελφος οὐδεμίαν ἀποστολὴν εἶχε. Μετ’ ἀπορίας ἀκούω ὅτι μετέβη δι’ οἰκογενειακάς του ὑποθέσεις καὶ παρεκλήθη νὰ συστήσῃ εἰς τοὺς ἐκεῖ συναδέλφους του, τοὺς δημοσιογράφους, νὰ εἶναι εὐμενεῖς πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ἐγὼ ζητῶ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν· τί ἔπραξε κατὰ τοῦ ἐκεῖ πρέσβεως ὁ ὁποῖος τοιαῦτα ἐτηλεγράφησεν ἐκεῖθεν καὶ ἐξέθετε τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, τί ἔπραξε κατὰ τοῦ γραφείου τοῦ Τύπου, τὸ ὁποῖον ἄνευ τῆς ἐντολῆς του μετεβίβαζεν εἰς τὴν δημοσιογραφίαν τὴν εἴδησιν ὅτι πολλὰ καὶ μεγάλα διέπραξεν ὑπὲρ Πατρίδος ὁ κ. Βουλευτὴς μεταβὰς ἐκεῖ; Ἐκτὸς ἐὰν μετεβλήθη τὸ Ὑπουργεῖον καὶ ἡ ὑπηρεσία καὶ οἱ ὑπηρετοῦντες ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ εἰς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον νὰ διαφημίζωσι πρόσωπα. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ γνωρίσῃ εἰς τὴν Βουλὴν τίνα μέτρα ἔλαβε καὶ διὰ τοὺς ἐν τῷ Ὑπουργείῳ τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ διὰ τὸν πρέσβυν τὸν τοιαῦτα τηλεγραφοῦντα ἐκεῖθεν.
§69Γ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Διὰ μὲν τὸν Πρεσβευτήν, ὁ ὁποῖος ἀνεκοίνωσε ταῦτα εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, δὲν ἐθεώρησα ὅτι μοὶ ἐπεβάλλετο νὰ κάμω ἐνέργειάν τινα, διότι καλῶς ἔκαμε ἀνακοινώσας ὅτι ἡ ἐντολὴ αὕτη περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα πρὸ ὀλίγου, ἐπιτυχῶς ἐξετελέσθη.
§70Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Νὰ ὁμιλήσῃ δηλαδὴ εἰς τοὺς δημοσιογράφους;
§71Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Μάλιστα. Δὲν νομίζω ὅτι δίδεται τὸ πρῶτον τοιαύτη ἐντολή.
§72Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Τὸ δὲ Ὑπουργεῖον πῶς ἐξέδωκεν ἀνακοινωθέν;
§73Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸ γραφεῖον τοῦ Τύπου, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν ἔδωκα ἐγὼ ἐντολὴν νὰ κάμῃ τοιαύτην ἀνακοίνωσιν. Ἐὰν δὲ ἐγένετο τοιαύτη, καὶ ἐγένετο ἄνευ τῆς ἐμῆς διαταγῆς, τότε νομίζω ὅτι τοῦτο εἶναι ζήτημα ἐντελῶς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου καὶ δὲν χρήζει ἀνακοινώσεως εἰς τὴν Βουλήν.
§74Π. ΑΛΕΞΑΚΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε. Τὸ νὰ ἀνακοινοῦται ὑπὸ τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν γεγονὸς τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἀνακοινώσιμον, διότι οὐδεμίαν ἔχει ἀξίαν, εἶναι πρᾶξις τῶν ἁρμοδίων ἡ ὁποία καταρίπτει τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων. Τὸ νὰ φέρῃ εἰς δημοσιότητα ἕκαστος ὑπάλληλος ὅτι δύναται νὰ διαφημίζῃ πάντα πολίτην, ὄχι ὡς ἄτομον ἀλλ’ ὡς δημόσιος ὑπάλληλος, πράττει τι πολὺ ἀναξιοπρεπές, πράττει τι τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι σύμφωνον πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ δημόσιος ὑπάλληλος, καὶ νομίζω, ἀφοῦ τοιαῦτα ἔπραξαν ἐν ἀγνοίᾳ σας οἱ ὑπάλληλοι, ὅτι ἔχετε καθῆκον νὰ τιμωρήσητε αὐτοὺς παραδειγματικῶς. Ἐὰν τοῦτο δὲν πράξητε, ἐγὼ ἔχω καὶ θὰ ἔχω τὴν γνώμην καὶ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐν γνώσει Ὑμῶν ἐγένετο τὸ ἀνακοινωθέν.
§75Γ. ΚΑΡΠΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐμὲ Κύριοι, ἐλάχιστα ἐνδιαφέρει ἐὰν ἀνετέθη ἐκ μέρους τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Συνάδελφον ἐξ Ἄρτης τοιαύτη ἐντολή, καὶ ἂν ἐπιτυχῶς αὕτη ἐξετελέσθη, διότι περὶ τῆς ἐπιτυχίας οὐδεμίαν εἶχον ἀμφιβολίαν, καθόσον τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἀποστολῆς ἐξησφάλιζε ἐξ ἑνὸς ἡ πολιτικὴ θέσις τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου, ἐξ ἄλλου δὲ ἡ δημοσιογραφική του ἱκανότης. Καὶ τοῦτο ἐφ’ ὅσον δὲν σκοπῶ νὰ ἐξετάσω ἐὰν καλῶς ἀνετέθη οἱαδήποτε ὑπηρεσία εἰς ξένα πρὸς αὐτὴν ἄτομα. Ἐμὲ πρὸ παντὸς ἐνδιαφέρει νὰ μάθω, ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν προέβη ὄντως εἰς τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, ἐπίσημον μάλιστα, ἀνακοίνωσιν οὐδόλως διαφέρουσαν τῆς διαφημίσεως. Μία ἀνακοίνωσις ἐπίσημος τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, κατὰ τρόπον τοιοῦτον, δὲν εἶναι ποσῶς ἐποικοδομητικὴ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐπὶ πλέον θέτει ἐν ἀμφιβόλῳ αὐτὴν τὴν μετριοφροσύνην τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου, ὅστις δὲν εἶναι δυνατόν ποτε νὰ ἠξίωσεν ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ἢ ἀπὸ οἱανδήποτε ἄλλον, σχέσιν ἔχοντα μὲ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου τούτου, ν’ ἀνακοινωθῇ ἐπισήμως ὅτι ἡ ἐντολὴ ἡ ὁποία ἀνετέθη εἰς αὐτὸν ἐπέτυχεν. Εὐτύχημα εἶναι ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἐδήλωσε κατηγορηματικῶς ὅτι διατελεῖ εἰς παντελῆ ἄγνοιαν ὅτι ἐδόθη πρὸς δημοσίευσιν τοιαύτη ἀνακοίνωσις ἐκ μέρους τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Κατὰ συνέπειαν ἡ ἀνακοίνωσις ἡ ἀναγραφεῖσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὡς ὁ ἀξιότιμος ἐξ Ἀρκαδίας συνάδελφος ἔλεγε, προέρχεται ἴσως ἀπὸ πληροφοριῶν τὰς ὁποίας ἔλαβον οἱ διάφοροι δημοσιογράφοι, δὲν γνωρίζω ἀπὸ τίνα, ἀλλὰ ποτὲ ἀπὸ τὸν κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὁ ὁποῖος κατηγορηματικῶς ἐδήλωσεν ὅτι δὲν ἔδωκε τοιαύτην ἐντολήν. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν προέβη εἰς τοιαύτην ἀνακοίνωσιν, ἐξ ἄλλου δὲ διεφημίσθη ἐπισήμως ἡ ἐντολὴ ἥτις ἀνετέθη εἰς τὸν ἀξιότιμον ἐξ Ἄρτης συνάδελφον, ὅστις δὲν θὰ ἔπραττεν ἄδικον ἔργον, ἐὰν ἔσπευδε νὰ μεμφθῇ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Ὑπουργείου διότι ἔδωκε πρὸς δημοσίευσιν τοιοῦτον ἀνακοινωθέν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξαντληθείσης τῆς Ἡμερησίας Διατάξεως τῶν ἐπερωτήσεων Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὸν λόγον.
§77Κ. ΡΑΚΤΙΒΑΝ. Μετὰ τὴν σύστασιν τῶν νέων Δικαστηρίων, δι’ ὧν σημαντικῶς ἐνισχύθησαν καὶ τὰ παρὰ τὴν παραμεθόριον ἐφετεῖα, καιρὸς εἶναι νὰ ἐπέλθῃ καὶ εὐρυτέρα τις ἐπὶ τὰ βελτίω διαρρύθμισις ὡς πρὸς τὰς περιφερείας τῶν ἐφετείων. Πρὸς τοῦτο ὑποβάλλω σχέδιον νόμου «περὶ ὑπαγωγῆς τοῦ πρωτοδικείου Κεφαλληνίας εἰς τὸ ἐφετεῖον Πατρῶν καὶ τοῦ πρωτοδικείου Εὐρυτανίας εἰς τὸ ἐφετεῖον Ἀθηνῶν». Ἐν τῷ αὐτῷ νομοσχεδίῳ προστίθενται καὶ διατάξεις καθορίζουσαι τὸν τρόπον, δι’ οὗ εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ μεταβολὴ τῆς περιφερείας πρωτοδικείου ἢ εἰρηνοδικείου ἄνευ ἀλλοιώσεως τοῦ ἀριθμοῦ αὐτοῦ. Δεύτερον νομοσχέδιον ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν «περὶ συγκροτήσεως τῶν ὑποθηκοφυλακείων Ἀθηνῶν καὶ Θεσσαλονίκης διὰ προσωπικοῦ ἐξ ἐμμίσθων δημοσίων ὑπαλλήλων». Τρίτον δὲ νομοσχέδιον ὑποβάλλω τροποποιοῦν καὶ συμπληροῦν τὸν ὀργανισμὸν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς νέας ἀνάγκας, ἃς ἐδημιούργησεν ἡ μείζων ἔκτασις τοῦ Κράτους. Παρακαλῶ τὰ νομοσχέδια αὐτὰ νὰ παραπεμφθῶσιν εἰς ἐπιτροπὴν διὰ τὴν ὁποίαν νομίζω ὅτι, προκειμένου περὶ τούτων τῶν νομοσχεδίων, μία ἑβδομὰς θὰ εἶναι ἐπαρκής, ὥστε ν’ ἀναγραφῶσιν εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς προσεχοῦς Δευτέρας. Ἐπίσης θὰ παρακαλέσω ν’ ἀναγραφῇ εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς προσεχοῦς Δευτέρας τὸ παρὰ τῇ ἐπιτροπῇ ἀπὸ πολλοῦ εὑρισκόμενον ἐκκρεμὲς νομοσχέδιον «περὶ ἀφανείας».
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης ὑποβληθέντα νομοσχέδια εἶναι: 1) Περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ ΓϠΝΖʹ νόμου περὶ ὀργανισμοῦ τῆς Κεντρικῆς ὑπηρεσίας τοῦ Ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης». 2) Περὶ συστάσεως εἰδικῶν ὑποθηκοφυλακείων ἐμμίσθων» καὶ 3) Περὶ μεταβολῶν ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν Δικαστηρίων τοῦ Κράτους». Παραπέμπονται πάντα εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν, παρακαλουμένην νὰ ὑποβάλῃ τὰς ἐκθέσεις της. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ἔχει τὸν λόγον.
§79Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας). Ὅτε ὑπέβαλον τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπαγόμενα εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Ὑπουργείου τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας, Κύριοι Βουλευταί, εἶπον ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων μὲ ἀπησχόλει σοβαρῶς ἡ σκέψις περὶ τῆς προσωρινῆς, τῆς μεταβατικῆς ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασῶν καὶ ἡ σκέψις περὶ τοῦ καθορισμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν, κατὰ τρόπον ὥστε νὰ εἶναι ἀπολύτως διακεκριμένα τὰ ἰδιωτικὰ ἀπὸ τὰ τῶν δημοσίων δασῶν. Καταλήξας ἤδη εἰς ὡρισμένα συμπεράσματα, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς δύο σχετικὰ σχέδια νόμων. Εἶπον τότε ὅτι μία ἐκ τῶν πρωτίστων μεριμνῶν, πρὸς ἀπόκτησιν προσωπικοῦ μεμορφωμένου τεχνικῶς, ἦτο νὰ ἀποσταλῶσιν ὑπότροφοι, οἵτινες σπουδάζοντες θὰ ἠδύναντο μετά τινα χρόνον νὰ δώσωσιν εἰς ἡμᾶς τὸ ἀπαιτούμενον τεχνικὸν προσωπικόν, ἄνευ τοῦ ὁποίου εἶναι ἀπολύτως ἀδύνατον νὰ γίνῃ ἐφαρμογὴ καὶ τοῦ τελειοτέρου ἀκόμη δασικοῦ ὀργανισμοῦ, ἐφ’ ὅσον οἱ ἔχοντες αὐτὸ εἰς χεῖράς των δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐννοήσωσι τὸ πνεῦμα ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὠθεῖται ὁ νόμος. Ἀλλὰ τὸ διάστημα τοῦτο δὲν εἶναι πολὺ μικρόν, ἕνεκα δὲ τούτου εἶναι ἐπιβεβλημένον ὅπως προνοήσωμεν προσωρινῶς περὶ ῥυθμίσεώς τινος τῆς ὑπηρεσίας, ῥυθμίσεως μεταβατικῆς. Ἔπρεπε δηλαδὴ νὰ σκεφθῶμεν ποῖα θὰ ἦσαν τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ἀποκλειστικῶς θὰ ἀφωσιοῦντο εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας, μέχρις ὅτου ἐρχόμενοι οἱ ὑπότροφοι, μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν των, ἀντικαταστήσωσιν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τοὺς δημοσίους ἐκείνους ὑπαλλήλους. Τοῦτο δὲ θὰ ἐξηκολούθει μέχρι τοῦ σημείου ὁπότε ἅπαν τὸ δασικὸν προσωπικὸν θὰ κατελαμβάνετο ἀπὸ τοὺς προερχομένους ἐκ τῶν σπουδῶν των. Ὡς γνωρίζετε, κύριοι Βουλευταί, σήμερον ἡ δασικὴ ὑπηρεσία ἔχει ἀνατεθῆ εἰς ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς ἐπὶ ἐπιμισθίῳ, ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι οὐχὶ μόνον προσθέτως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀπασχολήσῃ ἡ δασικὴ ὑπηρεσία αὐτούς, ἀλλ’ οὐδ’ ἐλάχιστον μόριον ἴσως τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον θὰ ἠδύναντο νὰ διαθέτωσι, ὑπὲρ τῆς εὐοδώσεως τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλ’ ἡ σκέψις, ἥτις ἔπρεπε ν’ ἀπασχολήσῃ πάντα θέλοντα νὰ εἰσαγάγῃ προσωρινὸν ὀργανισμόν, εἶναι αὕτη· ποίους δημοσίους ὑπαλλήλους δυνάμεθα νὰ προσλάβωμεν προσωρινῶς, ὥστε νὰ ἐφαρμόσωσι, μετὰ τὴν ἀπόκτησιν στοιχειωδῶν τινων γνώσεων μετά τινων, ὄχι πλήρη, φυσικά, ἀλλὰ συνοπτικὴν ἐπιστημονικὴν κατάρτισιν, τὰ δασικὰ νομοθετήματα. Ἡ πρόσληψις ἰδιωτῶν προσκρούει εἰς τοῦτο, ὅτι τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς, τμηματικῶς, ἐφ’ ὅσον θὰ ἤρχοντο ἐξ Εὐρώπης οἱ σπουδάζοντες εἰδικῶς, θὰ τοὺς ἀπεμακρύνομεν τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας πρᾶγμα τὸ ὁποῖον αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ μὴ ὀρθὸν καὶ σκληρόν, ἐνεῖχε περαιτέρω τὸ σοβαρὸν μειονέκτημα ὅτι, οὐδεμία παρείχετο διὰ τὴν ὑπηρεσίαν ἐγγύησις ὅτι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἰσήρχοντο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι προσωρινῶς θὰ ὑπηρετήσωσι, θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ ἀφοσιωθῶσι τελείως εἰς αὐτήν, θὰ ἦτο δυνατὸν ν’ ἀποκτήσωσι τὸν ζῆλον καὶ τὴν ἀφοσίωσιν, τὴν ὁποίαν συνήθως ἀπαιτοῦμεν ἀπὸ τὰ ὄργανα τῶν δημοσίων ὑπηρεσιῶν. Ἀπεκλείετο λοιπὸν ἡ πρόσληψις ἰδιωτῶν καὶ ἔπρεπε νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰς τάξεις τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων. Ἐκ τῶν λοιπῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, δύσκολον θὰ ἦτο ν’ ἀποσπάσωμεν διοικητικοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διότι αὐτὴ καθ’ ἑαυτὴν ἡ δασικὴ ὑπηρεσία ἔχει ἐν ἑαυτῇ πλεῖστα μετέχοντα ἀστυνομικῆς φύσεως, διὸ οὐχὶ πάντες οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι θὰ ἦσαν κατάλληλοι. Κατὰ συνέπειαν ἔπρεπε νὰ καταλήξωμεν ἀναγκαίως εἰς ἀξιωματικοὺς τῆς Χωροφυλακῆς, ὄχι ὅμως ὑπὸ τὸν τύπον ὑπὸ τὸν ὁποῖον σήμερον λειτουργεῖ ἡ ὑπηρεσία. Ἀντὶ αὐτοὶ νὰ εἶναι ὅλοι ἐπιφορτισμένοι μὲ καθήκοντα δασάρχου πρόσθετα, θὰ ἦτο προτιμότερον ν’ ἀποσπάσωμεν ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀπαραιτήτως μᾶς χρειάζονται, ὅπως ἀφοσιωθῶσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας ὀλίγον δὲ κατ’ ὀλίγον νὰ ἀπομακρύνωνται αὐτῆς καὶ νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὴν Χωροφυλακήν, χωρὶς νὰ χάνωσι καὶ τὴν ἀρχαιότητα καὶ τὰς ἐλπίδας τὰς ὁποίας εἶχον ἐν τῷ σώματι αὐτῆς. Τοῦτο θὰ ἐγίνετο ἐφ’ ὅσον ἔρχονται ἐκ τῆς ἀλλοδαπῆς οἱ ἀποσταλέντες ὑπότροφοι. Πρὸ τούτου ὅμως θὰ καλέσωμεν αὐτοὺς προσωρινῶς εἰς Ἀθήνας καὶ εἰς διάστημα μηνῶν τινων θὰ ἀκολουθήσωσιν οὗτοι παραδόσεις μαθημάτων δασολογικῶν, ὥστε νὰ γνωρίζωσι στοιχειωδῶς, τοὐλάχιστον, τί εἶναι ἡ δασικὴ ὑπηρεσία, διὰ νὰ δύνανται νὰ διεξάγωσιν αὐτὴν χωρὶς νὰ φαίνωνται πράγματα ἄγνωστα, ὅσα ἀναγράφονται εἰς τοὺς δασικοὺς νόμους, εἰς ὧν τὴν ἐφαρμογὴν θὰ κληθῶσι. Ταύτην τὴν λύσιν, Κύριοι, μόνον ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ τις ὡς προσωρινήν, τὸ ἐπαναλαμβάνω. Ἵνα ὅμως φθάσωμεν εἰς ὀργάνωσίν τινα τῆς ὑπηρεσίας τοιαύτην, ἥτις καὶ διὰ τὸ μέλλον θὰ ἀπήρτιζε τὴν βάσιν ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ ἐλειτούργει ἡ δασικὴ ὑπηρεσία, ὅτε θὰ ἤρχοντο ὀλίγον κατ’ ὀλίγον οἱ τεχνικῶς μεμορφωμένοι τοὺς ὁποίους ἀπεστείλαμεν νὰ σπουδάσωσιν, ἐσκέφθημεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἀκολουθήσωμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν διαίρεσιν τῶν δασικῶν περιφερειῶν, τὸ σύστημα τῆς πιστῆς παρακολουθήσεως τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν τοῦ Κράτους. Δύναταί τις τῷ ὄντι νὰ παρατηρήσῃ ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ ἐπαρχίαι, ἐν αἷς ἑδρεύουσι δασαρχεῖα καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουσιν οὐδὲ σκιὰν δασῶν. Ὁ ἀπησχολημένος λοιπὸν ἐκεῖ ἀξιωματικὸς οὐδεμίαν ἀπολύτως κάμνει δασικὴν ὑπηρεσίαν, διὸ ὀρθὸν ἦτο νὰ ἐξετασθῇ τίς εἶναι ἡ δασικὴ ἀπόδοσις τῆς χώρας, κατὰ τὰς διαφόρους διοικητικὰς περιφερείας καὶ αἱ περιφέρειαι ἐκεῖναι διὰ τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ἢ ὅτι οὐδόλως ἔχουσι δασικὰ προϊόντα ἢ ὀλίγα ἔχουσι, νὰ συγχωνευθῶσι πρὸς ἄλλας περιφερείας, αἱ ὁποῖαι πραγματικῶς ἔχουσι δασικὴν ἀπόδοσιν, τοιουτοτρόπως δὲ νὰ ἀπαρτισθῶσιν αἱ νέαι δασικαὶ περιφέρειαι. Πρὸς τοῦτο ἐξητάσθησαν ἐπιμελῶς οἱ πίνακες ὑλοτομίας, κατὰ τὰς ἀποδόσεις τῶν τελευταίων ἐτῶν, καὶ ἐγένετο ἀμέσως ὁρατὸν τίνες εἶναι αἱ περιφέρειαι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἶναι ἕδραι δασαρχείων, καὶ ἠδυνήθημεν ὄχι μόνον ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας ἀλλὰ καὶ μετ’ ἐπαισθητῆς βελτιώσεως αὐτῆς νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 38 νέων δασικῶν περιφερειῶν. Ἐννοεῖται ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι μόνον διὰ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα.
§80Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Πόσαι ἦσαν πρότερον;
§81Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τὰς ἑξήκοντα ἕως ἑβδομήκοντα, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη. Ἐννοεῖται ὅτι ἐρρυθμίσθησαν διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου καὶ τὰ τῶν δασικῶν ἐπιθεωρήσεων, διαιρεθείσης τῆς χώρας εἰς πέντε μεγάλας περιφερείας δασικῶν ἐπιθεωρήσεων. Ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος δὲν θὰ ἀπέδιδε τοὺς καρπούς, τοὺς ὁποίους προσδοκῶ, ἐὰν συνάμα δὲν ἐνομοθετεῖτο καὶ ὁριστικός τις, σαφής, ἐπιστημονικὸς κανονισμὸς τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασαρχῶν καὶ ἐπιθεωρητῶν. Ἐπειδὴ ὅμως οἱ κανονισμοὶ οὗτοι εἶναι κατὰ τὸ πλεῖστον διοικητικαὶ ὁδηγίαι, ἐνόμισα ὅτι αἱ ἐσωτερικῆς αὗται φύσεως ὁδηγίαι, αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις τῶν δασαρχῶν πρὸς τοὺς ἐπιθεωρητὰς καὶ τῶν ἐπιθεωρητῶν πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον, ἔπρεπε μᾶλλον νὰ μὴ ἀπασχολήσωσι τὴν Βουλήν, νὰ κανονισθῶσι δὲ διὰ Β. Διατάγματος καὶ πρὸς τοῦτο διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητῶ τῆς Βουλῆς τὴν ἄδειαν. Δεύτερον σχέδιον νόμου λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, κύριοι Βουλευταί, «περὶ κανονισμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν δασῶν». Αἱ ἔριδες, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσι μεταξὺ τοῦ δημοσίου, τῶν κοινοτήτων ἢ ἄλλων προσώπων, περὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν, εἶναι ἀτελεύτητοι. Ἀπὸ τοῦ 1835, ὅτε ἐξεδόθη Διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεχρεώθησαν οἱ ἰδιοκτῆται νὰ προσαγάγωσι πρὸς ἔλεγχον τὰ ἔγγραφα τῶν τίτλων αὐτῶν, ἄλλοι προσήγαγον αὐτά, ἄλλοι ὄχι, ἄλλοι ἰσχυρίσθησαν ὅτι δὲν εἶχον ὑποχρέωσιν νὰ τὰ προσαγάγωσι καὶ ἔριδες ἐγεννήθησαν ἀτελεύτητοι, οὐχὶ βεβαίως ἐπ’ ἀγαθῷ τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας οὔτε τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας. Ἐὰν ὑπῆρχε κτηματολόγιον ἐν Ἑλλάδι, τὸ πρᾶγμα θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καθορισθῇ ἄλλως, δὲν δύναται ὅμως ὁ κανονισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας τῶν δασῶν νὰ ἀναβληθῇ, μέχρις ὅτου συνταχθῇ τὸ κτηματολόγιον, πρῶτον μὲν διότι δύναται νὰ καταπατηθῶσι τὰ δημόσια δάση, δεύτερον δὲ διότι, ὁσάκις νομίσῃ ὁ ἰδιώτης ὅτι ἀδικεῖται, ἀπευθύνεται εἰς τὸ Ὑπουργεῖον καὶ τὸ Δημόσιον στέλλει ἐπιθεωρητάς, οἱ ὁποῖοι μὴ ἔχοντες πλήρεις τὰς νομικὰς γνώσεις ὑποβάλλουσι ἐκθέσεις πολλάκις ἀτελεῖς, πολλάκις δὲ καὶ αἱ ἀνακρίσεις αὗται, αἱ διεξαγόμεναι ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἰδιώτου καὶ ἄνευ παρουσίας ἀντιπροσώπου τοῦ Δημοσίου, καταλήγουσιν εἰς συμπεράσματα ἀφήνοντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοὺς αὐτοὺς δισταγμούς. Ἦτο δ’ ἐπιβλαβὲς τὸ πρᾶγμα ὄχι μόνον διότι πολλάκις συνέβαινεν οἱ ἰδιῶται κατὰ τοιοῦτον τρόπον νὰ μὴ δύνανται νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν δασικήν, ὡς ἰδίαν αὑτῶν περιουσίαν, ἀλλὰ καὶ διότι πολλάκις τὸ Δημόσιον ἀντεποιεῖτο ὡς ἴδια, δάση ἅτινα δὲν ὑπῆρχε πλήρης ἀπόδειξις ὅτι ἦσαν τοῦ Δημοσίου, ἀλλ’ οὔτε ἦτο ἀποδεδειγμένον ὅτι ἦσαν καὶ τῶν ἀξιούντων δικαιώματα ἰδιοκτησίας. Ἀλλ’ εἶναι γενικὴ δασονομικὴ ἀρχὴ ὅτι τὸ δημόσιον δάσος πρέπει νὰ ἐκμεταλλεύηται κατὰ τοιοῦτον τρόπον, ὥστε νὰ μὴ παραβλέπωνται αἱ ἀνάγκαι τῶν κατοίκων, αἱ ἀνάγκαι τῆς κτηνοτροφίας, τῆς βιομηχανίας καὶ αἱ λοιπαί. Τὸ δάσος εἶναι οἰκονομικῶς εἷς παράγων πλούτου ὅπως καὶ τόσοι ἄλλοι, ἔχει σπουδαιότητα ὅμως ἰδιαιτέραν διά τε τὴν ὑγιεινὴν τῆς χώρας κατάστασιν, καὶ διὰ τὴν τακτοποίησιν τῆς κατανομῆς τῶν ῥεόντων ὑδάτων, ἡ δὲ ἄποψις αὕτη δὲν δύναται βεβαίως νὰ παραμεληθῇ οὐδὲ ἐπιτρέπεται ἡ Πολιτεία νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἔχῃ ἐκ τοῦ δάσους μείζονα πρόσοδα, ἐπὶ βλάβῃ τῶν ἄλλων ὠφελειῶν ἃς τοῦτο παρέχει. Εἰς τὴν ἐκμετάλλευσιν ὅμως τοῦ ἰδιωτικοῦ δάσους ἡ ἐλευθερία τῆς ἐνεργείας εἶναι κἄπως μαγαλειτέρα. Μέγα λοιπὸν τὸ ἐνδιαφέρον τῆς διακρίσεως τῶν δημοσίων ἀπὸ τῶν ἰδιωτικῶν δασῶν. Διὰ τοῦ ὑποβαλλομένου νομοσχεδίου ὑποχρεοῦνται οἱ ἰδιῶται νὰ δηλώσωσι τὰς δασικὰς ἰδιοκτησίας των, συνιστῶνται δὲ τοπικαὶ διοικητικαὶ ἐπιτροπαὶ αἱ ὁποῖαι ἀπαρτίζονται ἀπὸ δημοσίους ὑπαλλήλους κατὰ πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἓν ἰδιωτικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον θὰ εἶναι τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἰδιωτῶν. Τὸ σύστημα αὐτὸ καὶ εἰς ἄλλα μέρη ἐφήρμοσαν· εὗρον δηλαδὴ ὅτι πρέπει νὰ εἶναι μέλος τοιούτων διοικητικῶν δικαστηρίων καὶ ἓν πρόσωπον τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἰδιωτῶν. Τὸ πρόσωπον τοῦτο θὰ ἐκλέγηται κατὰ τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς κοινότητος.
§82Ν. ΒΕΛΕΝΤΖΑΣ. Ὄχι ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν;
§83Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἴχομεν καθωρισμένον τίνες εἶναι οἱ ἰδιοκτῆται, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ ἰδιοκτῆται ἐκλέγουσιν αὐτόν, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἀκριβῶς νὰ ἐξευρεθῶσιν οἱ ἰδιοκτῆται. Ἡ αὐστηροτέρα ἐκδοχὴ θὰ ἦτο καὶ τὰ τρία πρόσωπα τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀνήκωσιν εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν, προέκρινα ὅμως τὴν ἐπιεικῆ λύσιν, τῆς συμμετοχῆς καὶ ἑνὸς ἰδιώτου. Ἀλλ’ ἱδρύεται καὶ δευτεροβάθμιον διοικητικὸν δικαστήριον ἐν Ἀθήναις, πενταμελές, τὸ ὁποῖον θὰ ἐξετάζῃ τὰ παράπονα τὰ κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν τοπικῶν διοικητικῶν ἐπιτροπῶν ὑποβληθέντα. Περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἐνώπιον τῶν ἐπιτροπῶν θὰ προσάγωνται ὄχι μόνον ἔγγραφα ἀποδεικτικά, ἀλλὰ καὶ μάρτυρες, καὶ τέλος θὰ ἐπιτρέπηται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ μακρὰ καλόπιστος χρησικτησία. Περαιτέρω ὅμως, Κύριοι, δὲν ἐνόμισα ὀρθὸν νὰ ἀποστερήσω τὸν ἰδιώτην, ὅστις κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῶν διοικητικῶν αὐτῶν ἐπιτροπῶν θὰ ἐθεωρεῖτο ὅτι κακῶς κατέχει τὸ δάσος, νὰ στερήσω, λέγω, αὐτὸν τοῦ δικαιώματος νὰ καταφύγῃ ἐνώπιον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων. Ἡ διοικητικὴ λοιπὸν ἀπόφασις, ἡ ὁποία θὰ ἐκδίδηται, ἕνα σκοπὸν θὰ ἔχῃ· τὸν σκοπὸν νὰ ῥυθμίσῃ τὰς σχέσεις τοῦ Δημοσίου πρὸς τὸν ἰδιώτην κατὰ τὸ διάστημα μέχρι τοῦ ὁποίου θὰ ἐκδοθῇ ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν τὸ Δημόσιον τυχὸν βλαπτόμενον ἐκ τῆς ἀποφάσεως τῆς διοικητικῆς ἐπιτροπῆς ἢ ὁ ἰδιώτης ἤθελεν ἐπιχειρήσει, διότι ἀπομένει, ὡς εἶπον πάντοτε, ἀνοικτὴ ἡ ὁδὸς τῶν δικαστηρίων.
§84ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς δάση θεωρεῖτε πᾶσαν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν οἱ διάφοροι χωροφύλακες ἔχουσι χαρακτηρίσει τοιαύτην διὰ δασονομικῶν διατάξεων; Τοῦτο εἶναι τὸ ἀποτελοῦν σκάνδαλον διὰ τὸν ἀγροτικὸν πληθυσμόν.
§85Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖον δηλαδή;
§86ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅτι πᾶς χωροφύλαξ ἐκδίδει κατὰ καιροὺς μίαν διάταξιν καὶ δὲν ἀφήνει οὔτε θάμνους τοὺς ὁποίους νὰ μὴ χαρακτηρίσῃ ὡς δάσος.
§87Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄν ἡ ἔκτασις αὐτὴ ἐχρησιμοποιήθη ἤδη πρὸς ἀγροτικὴν καλλιέργειαν, ἐξαιρεῖται.
§88ΙΩ. ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξαιρεῖται, ἀλλὰ προχθὲς ἐλάβετε τηλεγράφημα ἐκ Τριπόλεως ὅτι μετέβησαν χωροφύλακες καὶ ἐξεδίωξαν ἕνα χωρικὸν ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν του.
§89Α. ΜΙΧΑΛΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα ἀληθῶς εἶναι σπουδαῖον, διότι ἀφορᾷ λάθη τῶν ὀργάνων τῆς δασικῆς ὑπηρεσίας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ ἤδη· πρόκειται νὰ καθορίσωμεν ποῖα εἶναι ἰδιωτικὰ δάση καὶ ποῖα εἶναι δημόσια δάση. Ἐν καιρῷ θὰ ὑποβληθῇ καὶ ἄλλο νομοσχέδιον διὰ τὴν ὀργάνωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῶν κατωτέρων δασικῶν ὀργάνων. Ἔχετε ὑπομονὴν κ. Βουλευτά. Ἐθεώρησα, Κύριοι, ὀρθὴν διάταξιν, καθ’ ἣν δὲν ὑπόκεινται εἰς δήλωσιν αἱ περιφέρειαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι δυνατόν, μιὰ φορὰ κι’ ἕνα καιρό, νὰ ὑπῆρξαν δάση, ἀλλὰ τώρα, καλῶς ἢ κακῶς ἐκκαλλιεργήθησαν, διότι δὲν θὰ ἦτο πρέπον νὰ ἐκσκάψωμεν καὶ νὰ ἀνακαλύψωμεν, ἂν ἐκτάσεις τοιαῦται ἦσαν δάση εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλ’ ὅμως φρονῶ ὅτι αἱ ἐκτάσεις ἐκεῖναι, αἵτινες ὑπῆρξαν δάση ἀλλὰ δὲν ἐχρησιμοποιήθησαν ἐν τῷ μεταξὺ διὰ καλλιέργειαν, δὲν πρέπει νὰ ἐξαιρεθῶσιν τῶν διατάξεων τῆς δηλώσεως πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν ἐπ’ αὐτῶν δικαιωμάτων. Προσεπάθησα δὲ νὰ λάβω πᾶσαν πρόνοιαν, πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν ἰδιωτικῶν δικαίων, ἵνα οἱ πολῖται δυνηθῶσι νὰ παρουσιάσωσι τὰ ἔγγραφα, τοὺς τίτλους, τοὺς μάρτυρας αὐτῶν, νὰ συζητήσωσι κατ’ ἀντιμωλίαν τὰς ἀξιώσεις τοῦ Δημοσίου, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ ἔχωσιν ἀνοικτὴν τὴν θύραν τῶν τακτικῶν δικαστηρίων, ὥστε ἀληθῶς, Κύριοι, νομίζω ὅτι περαιτέρω δὲν ἠδύνατό τις νὰ προβῇ, ἄνευ κινδύνων τῶν συμφερόντων τοῦ Δημοσίου. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ παραπέμψῃ τὰ νομοσχέδια ταῦτα εἰς Ἐπιτροπήν, νὰ ταχθῇ δὲ προθεσμία δέκα πέντε ἡμερῶν διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν ταῦτα εἰς πέρας.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῆς Ἐθνικῆς Οἰκονομίας ὑποβληθέντα νομοσχέδια εἰς τὴν Βουλὴν ἤτοι· 1) «περὶ καθορισμοῦ ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἰδιωτικῶν δασῶν» καὶ 2) «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασαρχείων καὶ τῶν δασικῶν ἐπιθεωρήσεων», παραπέμπονται, συμφώνως τῇ προτάσει τοῦ κ. Ὑπουργοῦ, εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Ἡ Βουλὴ εἰσέρχεται εἰς τὴν Ἡμερησίαν Διάταξιν τῆς νομοθετικῆς ἐργασίας. Αʹ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραχωρήσεως τῆς νησίδος Σάσωνος εἰς τὴν Ἀλβανίαν». Ἄρθρον 1. (ἀναγινώσκεται)
§91Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠδυνήθη ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου λεχθέντα ὑπὸ δύο ἀξιοτίμων Βουλευτῶν τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, εἰπὼν ὅτι ὅσα ἐλέχθησαν σχετικὰ πρὸς τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῆς νησίδος Σάσωνος, ἀπετέλουν ἁπλῆν διαμαρτυρίαν καὶ ὄχι ἔλεγχον, ὅσα δὲ ἀναφέρονται εἰς τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, εἶχον ἤδη ἐξελεγχθῆ ἐν προηγουμέναις συζητήσεσι, καὶ ἐθεώρησε τὴν ἐπὶ τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων συζήτησιν ὡς ἐξηντλημένην. Ἀληθῶς, εἰς δύο ἢ τρεῖς συνεδριάσεις ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ ζητήματος τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων. Ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Νοεμβρίου, ὅτε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔκρινεν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς εἰς τὰ γραφέντα καὶ δημοσιευθέντα, σχετικῶς πρὸς τὴν διπλωματικὴν δρᾶσιν τῆς Ἑλλάδος, ὑπὸ πρώην Ὑπουργοῦ. Ἐγένετο κατόπιν πάλιν συζήτησις κατὰ τὴν 21 καὶ 24 Φεβρουαρίου, ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς ἐπερωτήσεώς μου σχετικῶς πρὸς τὴν διαταγήν, ἡ ὁποία εἶχε δοθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀποσυρθῇ ὁ στρατὸς ἐκ τῶν σημείων, τὰ ὁποῖα κατεῖχε πέραν τῆς γραμμῆς, ἥτις εἶχε καθορισθῆ ὡς ἀνήκουσα εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἀλλ’ αἱ συζητήσεις αὗται ἐγένοντο ἐν παρόδῳ, διότι οὐδὲν ἔγγραφον ἐδόθη εἰς τὴν Ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ διαφωτίσωσιν αὐτὴν περὶ τῆς ἐν γένει ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἓν καὶ μόνον ἔγγραφον ἔχομεν κατατεθὲν τότε, κατὰ τὴν 5ην Νοεμβρίου, παρὰ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν ἐν Λονδίνῳ τότε ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος κ. Σκουλούδην. Ἐνῷ δὲ ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις ἐθεώρησαν ὡς καθῆκον πρὸς ἑαυτὰς ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς λαοὺς, τῶν ὁποίων τὰς τύχας διευθύνουσιν, νὰ δημοσιεύσωσι τὰ σχετικὰ πρὸς τὸ φλέγον ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων ἔγγραφα, ἡμεῖς διετελοῦμεν μέχρι προχθὲς ἀκόμη ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ! Νομίζω ὅτι ἐπὶ τῇ εὐκαιρίᾳ τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου, περὶ παραχωρήσεως τῆς νήσου Σάσωνος, εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ ἐρευνήσῃ τὴν ὅλην πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, διότι θὰ ἦτο ἀληθῶς παράλειψις ἐκ μέρους ἡμῶν ἐὰν δὲν προεβαίνομεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ὅλης ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ὑποθέσει ταύτῃ, καὶ ἐὰν, τοὐλάχιστον, δὲν διεμαρτυρόμεθα διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν πληθυσμῶν ἀκραιφνῶς Ἑλληνικῶν, πρὸς τοὺς ὁποίους ἐπανειλημμένως ἐπηγγέλθημεν τὴν ἐλευθερίαν. Τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων συνδέεται πρὸς τὸ ζήτημα εἰς ὃ ὁρᾷ τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι ἐκεῖθεν ἤρξατο τὸ κατρακύλημα τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας, ἡ ὁποία ἀπὸ τοῦ Αὐλῶνος κατῆλθεν εἰς τοὺς Ἁγίους Σαράντα, ἐκεῖθεν εἰς τὸ ἀκρωτήριον Σαγιάδες, ἐκεῖθεν εἰς τὸ τῆς Φτελιᾶς, εἰς τὸν Στύλον καὶ ἐκεῖθεν εἰς τὸν κόλπον τῆς Παγανιᾶς. Ἡ εὐκολία μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐγκατέλιπε τὸ πρῶτον σημεῖον τοῦ Αὐλῶνος, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξῆψε τὴν βουλιμίαν ἐκείνων, οἵτινες μᾶς ἐπέβαλον κατόπιν ἢ ὑπὸ τὴν πίεσιν τῶν ὁποίων παρεχωρήσαμεν ὅλην τὴν ἀκτὴν τὴν ἐντεῦθεν τοῦ Αὐλῶνος. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος λοιπὸν τούτου δὲν ἔχομεν ἡμεῖς παρὰ μόνον τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 1)14 Ἰουνίου 1913 πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην. Ἐν τούτοις τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων ἤρξατο ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1912, ἐὰν δὲ προσφύγωμεν εἰς τὴν ἄρτι δημοσιευθεῖσαν Αὐστριακὴν Βίβλον, θέλομεν εὕρει ἐκεῖ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα χρονολογοῦνται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Ἔχω ὑπ’ ὄψει μου ἓν ἔγγραφον τῆς 3ης Δεκεμβρίου 1912. Εἶναι τηλεγράφημα τοῦ κόμητος Μπέρτχολδ πρὸς τὸν ἐν Ἀθήναις τότε Πρεσβευτὴν τῆς Αὐστρίας, διὰ τοῦ ὁποίου δίδεται εἰς αὐτὸν ἡ ἐντολὴ ἵνα ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Ἰταλίας ἀνακοινώσωσιν εἰς τὴν Ἑλλην. Κυβέρνησιν ὅτι αἱ δύο Δυνάμεις δὲν θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν προσάρτησιν τοῦ Αὐλῶνος καὶ τοῦ Σάσωνος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὸ διάβημα αὐτὸ ἐγένετο τὴν 3ην Δεκεμβρίου 1912. Εἰς τὸ διάβημα τοῦτο, τὸ γενόμενον ἐκ μέρους τῶν Πρεσβευτῶν, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπήντησεν ὅτι ἔλαβεν ὑπὸ σημείωσιν τὰς δηλώσεις ταύτας καὶ ἐπεφυλάχθη νὰ ἀπαντήσῃ ἐπισήμως, ἀλλ’ ἀπάντησιν τοιαύτην δὲν ἔχομεν. Ἔχομεν ὅμως ἕτερον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον πάλιν εὕρηται ἐν τῇ Αὐστριακῇ Βίβλῳ τῆς 8ης Δεκεμβρίου 1912, δηλαδὴ μετὰ πέντε ἡμέρας ἀπὸ τοῦ πρώτου ἐγγράφου. Τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι πάλιν τοῦ Κόμητος Μπέρχτολδ πρὸς τὸν ἐν Ῥώμῃ Πρεσβευτὴν τῆς Αὐστρουγγαρίας. Κατ’ αὐτό (ἀναγινώσκει) «Ὁ Ἕλλην Πρωθυπουργὸς ἐν συνομιλίᾳ του μοὶ εἶπεν ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ εὑρίσκηται εἰς ἐγκαρδίους σχέσεις πρὸς τὴν Ἰταλίαν καὶ Αὐστρίαν καὶ ὅτι δὲν σκοπεῖ τὴν κατάληψιν τοῦ Αὐλῶνος κλπ.» Ἐν τῷ πρώτῳ ἐγγράφῳ παρακαλῶ νὰ σημειώσητε ὅτι κατὰ τὴν πρώτην παράστασιν, τὴν γενομένην ἐκ μέρους τῶν ἐν Ἀθήναις Πρεσβευτῶν τῆς Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας πρὸς τὸν τότε Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν γίνεται λόγος περὶ καταλήψεως. Ἐλέχθη μόνον ὅτι αἱ δύο Δυνάμεις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν προσάρτησιν τοῦ Αὐλῶνος καὶ τῆς νήσου Σάσωνος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παρεξηγήσας ἴσως τὴν γενομένην τότε δήλωσιν ἐκ μέρους τῶν δύο πρεσβευτῶν, ἐθεώρησεν ὅτι ὤφειλεν ἀμέσως νὰ παραιτηθῇ πάσης βλέψεως ἐπὶ τοῦ Αὐλῶνος, ἐνῷ ἐκεῖνοι τῷ ἔλεγον ὅτι δὲν θὰ εἶναι εἰς θέσιν νὰ συγκατατεθῶσιν εἰς τὴν προσάρτησιν αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν συνομιλίᾳ του πρὸς τὸν ἐν Ἀθήναις Πρέσβυν τῆς Αὐστρίας ἐδήλου ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐπιθυμεῖ νὰ εὑρίσκηται εἰς ἐγκαρδίους σχέσεις πρὸς τὴν Ἰταλίαν καὶ Αὐστρίαν, οὕτως ὥστε δὲν σκέπτεται νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατάληψιν τοῦ Αὐλῶνος. Ὑπάρχει μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ προσαρτήσεως καὶ καταλήψεως. Δὲν ἀντέστησαν τότε αἱ δύο Δυνάμεις εἰς τὴν κατάληψιν· ἐδήλωσαν μόνον ὅτι δὲν θὰ ἦσαν εἰς θέσιν νὰ συγκατατεθῶσιν εἰς τὴν προσάρτησιν. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μήτε εἰς κατάληψιν ἐννοεῖ νὰ προβῇ. Εἶναι τοῦτο ἡ ἀφετηρία ὅλων τῶν ἀτυχημάτων τῶν διπλωματικῶν, σχετικῶς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν συνόρων τῶν Ἠπειρωτικῶν. Ἐκ τῆς εὐκολίας μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καθώριζε τὴν τύχην τοῦ Αὐλῶνος, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἐξαφθῇ ἡ βουλιμία τῶν Δυνάμεων τῶν ἐχουσῶν ἀντίθετα συμφέροντα ἐν Ἠπείρῳ. Οἱ μὲν ἠρνοῦντο τὴν προσάρτησιν, ἡμεῖς δὲ ἐλέγομεν ὅτι οὔτε κατάληψιν ἐννοοῦμεν νὰ κάμωμεν, διότι ἐννοοῦμεν νὰ ἔχωμεν ἀρίστας σχέσεις μετὰ τῆς Αὐστρίας! Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν ἐπιφυλαχθῆ ἑνὸς δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἦτο πολύτιμον. Ἐνόει νὰ μὴ καταλάβῃ καὶ νὰ μὴ προσαρτήσῃ τὴν πόλιν τοῦ Αὐλῶνος, ἀλλ’ ἐνόει νὰ προσαρτήσῃ τὴν ἀκτὴν καὶ τὸν ὅρμον τῆς Γλώσσης καὶ καταστήσῃ ἐν αὐτῷ ἐμπορικὸν λιμένα. Τὴν ἐπιούσαν ὅμως ἦλθεν ἡ ἀπάντησις τῆς Ἰταλικῆς Κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις ἥτις οὔτε τοῦτο ἐπέτρεπε. Εἶναι ἡ ἀπάντησις τῆς 10 Δεκεμβρίου 1912. Διεπραγματεύετο ζητήματα ἀνήκοντα εἰς τὴν σφαῖραν τῆς διπλωματίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐθεώρησεν ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταφέρῃ καὶ τὴν δρᾶσιν τοῦ Ἑλλην. Στρατοῦ. Οὐδεὶς λοιπὸν δύναται νὰ ἀμφιβάλῃ ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ στρατός, ὁ ὁποῖος οὐδὲν εἶχεν ἐνώπιον αὐτοῦ κώλυμα, καὶ τὸ ναυτικόν, κατελάμβανον τὸν Αὐλῶνα, ἡ τύχη τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων θὰ ἦτο ὅλως διάφορος. Εἶπον ὅτι τοῦτο εἶναι ἡ ἀφετηρία τοῦ κατρακυλήματος, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ φλέγον τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, ἡ εὐκολία δηλ. μετὰ τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρητήθη πάσης βλέψεως καὶ ἀξιώσεως ἐπὶ τοῦ Αὐλῶνος, καὶ προσέθηκα ὅτι ἡ εὐκολία αὕτη ἐξῆψε τὴν βουλιμίαν τῶν Δυνάμεων τῶν ἐχουσῶν ἀντίθετα συμφέροντα. Ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς προκύπτει ἐξ ἑτέρου ἐγγράφου κατακεχωρισμένου εἰς τὴν Αὐστριακὴν Βίβλον, τῆς 10 Δεκεμβρίου 1912, ἐγγράφου τοῦ κόμητος Μπέρχτολδ πρὸς τὸν ἐν Ῥώμῃ πρεσβευτὴν τῆς Αὐστρίας ἐν τῷ ὁποίῳ φαίνεται ὅτι αἱ δύο Δυνάμεις δὲν ἀρκοῦνται μόνον εἰς τὸν Αὐλῶνα, ἀλλὰ θεωροῦσιν ὑπερβολικὴν τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἑλλάδος περὶ καταλήψεως καὶ τῶν παραλίων τῆς Χειμάρρας. Βλέπομεν ἐνταῦθα τὴν δεινότητα τὴν διπλωματικὴν ἐκείνων πρὸς τοὺς ὁποίους εἶχε νὰ παλαίσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τὴν ἀφέλειαν ἐκ μέρους αὐτοῦ. Ὁ Μαρκήσιος Σὰν – Τζουλιάνο δὲν ἀπειλεῖ πόλεμον, μήτε οἱ δύο Πρεσβευταί, διὰ τῶν ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων εἰς τὴν παραχώρησιν τοῦ Αὐλῶνος, ἠπείλησαν πόλεμον. Μετέρχονται ἀληθὲς παζάρι, καὶ ἐγκαινίζουσι τοῦτο διὰ τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ (ἀναγινώσκει)· «ὁ Μαρκήσιος Σὰν–Τζουλιάνο κλπ. Τοῦτο θὰ ἐχρησίμευεν ὡς βάσις τῶν διαπραγματεύσεων καὶ θὰ ἠδύνατο ἔπειτα ἐν δεδομένῃ περιπτώσει μετὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ διαπραγματευθῇ χωρὶς ἐν τούτοις νὰ παραχωρηθῇ ὁ Αὐλὼν τῷ Ἑλληνικῷ Βασιλείῳ»· δηλαδὴ ἦσαν πρόθυμοι καὶ ἡ Ἰταλία καὶ ἡ Αὐστρία νὰ παραχωρήσωσιν ὅλα, ἀπέκλειον δὲ μόνον ἐκ τῆς παραχωρήσεως τὸν Αὐλῶνα· εὕρισκον δὲ προσέτι ὡς ὑπερβολικὴν τὴν ἀξίωσιν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ παραχωρήσεως τῶν παραλίων τῆς Χειμάρρας. Κατόπιν τοῦ ἐγγράφου αὐτοῦ τῆς 10 Δεκεμβρίου, ἔρχεται ἕτερον ἔγγραφον τοῦ ἐν Ἀθήναις πρέσβεως τῆς Αὐστροουγγαρίας πρὸς τὸν Ἀρχικαγκελάριον Μπέρχτολδ. Φέρει τοῦτο χρονολογίαν 14 Δεκεμβρίου. Σχολιάζει τὴν ὑποδοχὴν ἧς ἔτυχεν ἐν Ἀθήναις ἡ ἀναγγελία περὶ τῆς ἀνακηρύξεως τῆς Ἀλβανίας ὡς ἀνεξαρτήτου καὶ αὐτονόμου Κράτους, καὶ λέγει τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει): «Ἡ προκήρυξις τῆς ἀνεξαρτησίας τῆς Ἀλβανίας παραδόξως δὲν εὗρεν ἐνταῦθα τὸν ζωηρὸν ἐκεῖνον ἀντίκτυπον, τὸν ὁποῖον κυρίως θὰ ἀνέμενέ τις. Φυσικά, εἰς τὸν τύπον καὶ τοὺς πολιτικοὺς κύκλους συνεζητήθη, ἀλλ’ ἕνεκα ἄλλων ζητημάτων, ἐφ’ ὧν ἡ Ἑλλὰς ἐνδιαφέρεται ἀμέσως, ἀφέθη σχεδὸν κατὰ μέρος». Κύριοι! ἀληθῶς τὴν ἀσύγγνωστον σιγὴν τῆς δημοσίας γνώμης ἐπὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον τόσον καιρίως ἠδύνατό τις νὰ προβλέψῃ ὅτι ἤθελε πλήξει τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς, καὶ τὴν σιγὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως ἢ μᾶλλον τὴν συναίνεσιν καὶ τὴν προσεπικύρωσιν τῶν βλέψεων τῶν δύο Δυτικῶν Δυνάμεων ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ὁ πρεσβευτὴς τῆς Αὐστροουγγαρίας ἐν Ἀθήναις εὑρίσκει παράδοξον! Ἴσως εἶναι κἄτι πλέον. Δὲν νομίζετε ὅτι ἐκίνησε τὸν οἶκτον τῶν ξένων ἡ τοιαύτη ὀλιγωρία τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἀλλὰ καὶ τῆς ὅλης Ἑλλάδος, ἀπέναντι ζητήματος, τὸ ὁποῖον ἔθιγεν εἰς τὰ καίρια αὐτήν; Δὲν νομίζετε ὅτι διὰ τῆς λέξεως «παραδόξως», ἀποδεικνύεται τοὐλάχιστον ἡ ἀμβλυωπία, ἂν ὄχι ἡ ἀναισθησία, τοῦ ὅλου Ἑλληνικοῦ ἀπέναντι ζητήματος, τὸ ὁποῖον κυρίως τὴν Ἑλλάδα ἠδύνατο νὰ βλάψῃ; Ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς ἐνδιαφέρεται ἀμέσως εἰς ἄλλα ζητήματα καὶ ἐντεῦθεν ἀφέθη σχεδὸν τοῦτο κατὰ μέρος! Τὸ αὐτὸ ἔγγραφον τῆς 14 Δεκεμβρίου μνημονεύει καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἀρχίζει τοῦτο ὡς ἑξῆς. «Ὑπολογίζουσι δι’ ἐγγράφων σήμερον μὲ μίαν αὐτόνομον Ἀλβανίαν κτλ. καὶ καταλήγει οὕτως· «Θὰ ὑπενθύμιζον ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἰδικῶς καθώρισεν οὕτω τὰ Ἑλληνικὰ ὅρια ἀπὸ τὴν εἰσβολὴν τοῦ Βογιοῦσα. Ὅσον ἀφορᾷ τὸν ῥοῦν τοῦ Βογιοῦσα ὁ κ. Βενιζέλος ἐγένετο συμβιβαστικώτερος ἕνεκα τοῦ Αὐλῶνος, ἀλλ’ ἀκόμη διατηρεῖ τὰς ἀξιώσεις του κλπ. Πιστεύω ὅμως ὅτι ἐπιτρέπεται ἀσφαλῶς νὰ δεχθῇ τις ὅτι ὁ κ. Βενιζέλος εἶναι ἕτοιμος νὰ παραιτηθῇ τῆς ἀξιώσεως ταύτης». Ἔκτοτε οὐδὲν ἕτερον ἔγγραφον ἦλθε σχετικὸν πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀκτῆς ἐνώπιον ἡμῶν. Τὸ μόνον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, εἶναι τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 1)14 Ἰουνίου 1913. Τὸ τηλεγράφημα αὐτὸ ἀνεγνώσθη καὶ ἐσχολιάσθη ἐπανειλημμένως. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἀναγνώσω ἓν μέρος αὐτοῦ πάλιν (ἀναγινώσκει). «Δὲν μᾶς λέγετε ἂν τὸ νέον τοῦτο διάβημα τοῦ κ. Καμπών, ζητήσαντος τὸ ἔσχατον ὅριον τῶν ὑποχωρήσεών μας, προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς ἐρεύνης δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς νὰ γίνῃ ἀποδεκτή. Εἶναι φανερὸν ὅτι, ἂν αἱ φίλαι Δυνάμεις μᾶς εἰδοποίουν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσιν ὅπως καμφθῇ ἡ Ἰταλία καὶ ὅτι θὰ φθάσωσιν ὅπως ἀποδεχθῶσι τὸ ἀκρωτήριον τοῦ Στύλου, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τοῦτο.» Αὐτὸ εἶναι τὸ μόνον ἔγγραφον τὸ σχετικὸν πρὸς τὸ σύνολον. Θαυμάζει δέ τις πῶς ἀπὸ τοῦ Αὐλῶνος κατρεκυλήσαμεν εἰς τὸν Στύλον, ἐγκαταλιπόντες τὴν Χειμάρραν, αἱ ἐπὶ τῆς ὁποίας ἀξιώσεις καὶ ἐθεωροῦντο παρὰ τῆς Ἰταλίας ὡς λίαν ὑπερβολικαί, ἐγκαταλιπόντες καὶ τοὺς Ἁγίους Σαράντα καὶ ὅλην τὴν ἄλλην ἀκτήν. Ἡ μόνη ἐξήγησις ἣν δύναται νὰ εὕρῃ τις εἰς τὸ κατρακύλημα αὐτὸ, εἶναι τὸ ὑπόμνημα τοῦ Ἰταλικοῦ Ἐπιτελείου, ἰδίως σχετικῶς πρὸς τὴν σημασίαν τὴν στρατηγικὴν τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας, καὶ εἰς αὐτὸ ὑποθέτω ὅτι ἀναφέρεται τὸ τηλεγράφημα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τῆς 14 Ἰουνίου (ἀναγινώσκει)· «ὅταν αἱ φίλαι Δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι κλπ. νὰ δεχθῶμεν τοῦτο», διότι τὸ ἐδέχθημεν. Διότι ὅταν ἔλεγεν ὅτι (ἀναγινώσκει)· «ἡ θυσία ἡ ὑλικὴ θὰ εἶναι λίαν ὀδυνηρά, τῇ ἀληθείᾳ, καὶ ζητοῦμεν διὰ τοῦτο ἀπὸ τὰς φίλας Δυνάμεις νὰ μεσολαβήσωσιν ὅπως σώσωσι τὸν πληθυσμὸν τοὐλάχιστον τοῦ ἐσωτερικοῦ, δηλ. ὅπως ἡ γραμμὴ ἀναχωροῦσα ἐκ τοῦ Στύλου ἢ τῆς Φτελιᾶς κλπ.» θὰ εἴπῃ ὅτι ἐδέχθημεν τὸν Στύλον. Εἶπον ὅτι ἡ εὐκολία μετὰ τῆς ὁποίας παρῃτήθη ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου τοῦ Αὐλῶνος καὶ τοῦ Σάσωνος, ἐξῆψε τὴν βουλιμίαν τῶν ξένων. Καὶ ἀληθῶς τότε μὲ τὰς ὑποχωρήσεις αὐτάς, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐπεθύμει νὰ ἔχῃ ἀρίστας σχέσεις μετὰ τῆς Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας, μετὰ τὰς ὑποχωρήσεις ταύτας, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ ἀποβλέψωσιν αὗται καὶ εἰς τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας καὶ ἐγνωμάτευσαν ὅτι ἡ κατάληψις τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας ἐκ τῶν δύο ἀκτῶν θὰ ἀπετέλει κίνδυνον διὰ τὴν ὅλην καὶ μεγάλην Ἰταλίαν καὶ διὰ τὸν Τάραντα. «Καὶ ναὶ μέν, ἔλεγεν ἡ ἔκθεσις αὐτή, ὁ στόλος ὁ Ἑλληνικὸς εἶναι μικρὸς καὶ ἀσθενής, οὐχ ἧττον ὅμως δὲν δύναταί τις νὰ πείσῃ τὴν Ἰταλίαν ὅτι τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας δὲν ἤθελε χρησιμεύσει ὡς ἀφετηρία μιᾶς ἐκστρατείας κατὰ τῆς Ἰταλίας παρ’ ἄλλης Δυνάμεως ἀνηκούσης εἰς τὴν Τριπλῆν Συνεννόησιν καὶ ἰδίως παρὰ τῆς Γαλλίας». Ἡ ἔκθεσις ἐκείνη ἐσχολιάσθη παρὰ τῆς ναυτικῆς ἡμῶν ἀρχῆς καὶ ἀπεδείχθησαν ὅλα αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐνταῦθα, ὡς ἐντελῶς ἕωλα καὶ ἄνευ οὐδεμιᾶς σημασίας. Τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας δὲν ἠδύνατο νὰ κλείσῃ τὸν Τάραντα, εὑρισκόμενον εἰς τὴν ἄλλην ἀκτὴν τῆς Ἀδριατικῆς πλέον καὶ ὄχι τοῦ Ἰονίου Πελάγους· οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἀποδώσῃ κανεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα τοιούτους σκοπούς. Ἀλλ’ οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι ἐν περιπτώσει συρράξεως ἡ Κέρκυρα καὶ τὸ στενὸν αὐτῆς, τὰ ὁποῖα ἔχουσιν ἀπὸ τῆς παραχωρήσεως εἰς τὴν Ἑλλάδα τῶν Ἰονίων νήσων ἀνακηρυχθῆ ὡς οὐδέτερα, δύναται νὰ καταστῇ ἡ ἀφετηρία ἑνὸς στόλου ὁ ὁποῖος θὰ ἠπείλει τὴν μεσημβρινὴν Ἰταλίαν. Ἴσως εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα τοῦ Ἰταλικοῦ Ἐπιτελείου ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Ἑλληνικὴ διπλωματία δι’ ἐπισήμου καταγγελίας τῶν ἀσυστάτων ἐπιχειρημάτων, προσβαλόντων αὐτὴν τὴν εἰλικρίνειαν τῶν Δυνάμεων τῆς Τριπλῆς Συνεννοήσεως καὶ ἰδίᾳ τῆς Γαλλίας. Ἀλλ’ ἀντὶ τούτου ἐν τῷ ἐγγράφῳ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου εὑρίσκομεν μόνον ὅτι (ἀναγινώσκει) «ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αἱ φίλαι Δυνάμεις μᾶς εἰδοποίουν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι ὅπως καμφθῇ ἡ Ἰταλία κλπ. εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὸν Στύλον». Οὐδεμίαν ἀπολύτως, λοιπόν, ἀντίστασιν μετῆλθε κατὰ τοιούτων ἀξιώσεων ἐκ μέρους τῆς Ἰταλίας ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐθεώρησεν ὅτι ἦτο μάταιον νὰ ἀντιστῇ καὶ διότι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ποιούμενος χρῆσιν τοῦ τηλεγραφήματος αὐτοῦ τῆς 14 Ἰουλίου, ἔλεγε τὰ ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ οὐχὶ ἅπαξ ἀλλὰ δὶς πρὸς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως ἐν Ρώμῃ ὅτι ἡ Ἰταλία εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας εἶναι τόσον ἀνένδοτος ὥστε θὰ φθάσῃ καὶ μέχρι πολέμου κατὰ τῆς Ἑλλάδος». Τὴν ἀπειλὴν ὅμως αὐτὴν εἰς οὐδὲν εὑρίσκω ἔγγραφον, οὐδὲ ἠδυνήθη νὰ τὴν βεβαιώσῃ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως δι’ οἱουδήποτε ἐγγράφου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἰς ὅλην τὴν διαπραγμάτευσιν, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἀπὸ τῆς ὁποίας ἐθίχθη τὸ ζήτημα τοῦ Σάσωνος καὶ τοῦ Αὐλῶνος, οὐδεμία φράσις ὑπάρχει εἰς τὰ διπλωματικὰ ἔγγραφα ἡ ὁποία ἐκ τῶν ἐλαχίστων νὰ ἀποδεικνύῃ ἀπειλὴν ἐκ μέρους τῶν ἐνδιαφερομένων Δυνάμεων τῆς Αὐστρίας καὶ ἰδίᾳ τῆς Ἰταλίας. Ποῦ εὗρεν αὐτὴν τὴν ἀπειλὴν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, δὲν μᾶς λέγει. Μᾶς εἶπεν μόνον ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ (ἀναγινώσκει)· «οὐχὶ ἅπαξ ἀλλὰ δὶς κλπ. ὅτι ἡ Ἰταλία εἶναι ἀνένδοτος». Ἐὰν εἶχεν πεποίθησιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως περὶ τοῦ ὅτι ἦτο τοσοῦτον ἀνένδοτος ὁ Ἰταλὸς Ὑπουργὸς ὥστε νὰ εἶναι ἑτοίμη ἡ Ἰταλία νὰ προβῇ εἰς τὴν κήρυξιν τοῦ πολέμου, διαρρηγνύουσα τὴν ὁμοφωνίαν τῶν μεγάλων Δυνάμεων, ἦτο περιττὸν νὰ γράφῃ εἰς τὸ τηλεγράφημά του πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, ὅτι (ἀναγινώσκει)· «Ἐὰν αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ ἐπιτύχωσιν ὅπως καμφθῇ ἡ Ἰταλία εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ δεχθῶμεν τὸ ἀκρωτήριον τοῦ Στύλου». Ἄλλως τε, ὁ ἄλλοτε συνάδελφός του, Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν, ἔλεγε πρὸς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἦτο πανικόβλητος. Καὶ ἀληθῶς πανικόβλητος ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς ὅλης διαπραγματεύσεως τῆς ἀφορώσης εἰς τὸ σύνολον τῆς ὑποθέσεως. Ἐὰν εἶχεν ἀκριβῆ ἀντίληψιν καὶ δὲν συνεσκοτίζετο ἐκ τοῦ πανικοῦ ὑπὸ τοῦ ὁποίου κατελήφθη ἡ διάνοιά του, ἤθελεν ἐννοήσει ὅτι τοιοῦτον ἐγχείρημα, τὸ ὁποῖον ἠπειλήθη, ἐὰν ἠπειλήθη, ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας, ἤθελε φέρει γενικὴν ἀνάφλεξιν εἰς ὅλην τὴν Εὐρώπην. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔρχεται νὰ διαψεύσῃ τὴν βεβαίωσιν ταύτην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἢ τοὐλάχιστον τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Ρώμῃ, εἶναι τὰ κατόπιν πεπραγμένα. Τὸν Φεβρουάριον, ὅτε ἤρξατο ὁ ἀγὼν τῆς Αὐτονόμου Ἠπείρου, ὁ ὁποῖος ἀληθῶς διεξήχθη μετὰ τόσης δράσεως καὶ μετὰ τόσης περινοίας, ὥστε νὰ κατορθωθῇ νὰ ἀνακτηθῇ ὁλόκληρον ἐκεῖνο τὸ ἔδαφος τὸ ὁποῖον ἀπωλέσθη ἐκ τῆς ὀλιγωρίας τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας, ὅτε λέγω ἤρξατο ὁ ἀγὼν ἐκεῖνος ὁ ἔνδοξος, τὸν ὁποῖον ἐπεκρότησεν ὁλόκληρον τὸ Ἑλληνικόν, εἶχον καθορισθῆ ὁριστικῶς τὰ σύνορα τῆς νέας Ἀλβανίας, εἶχον δὲ ἐξαγγελθῆ πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν αἱ ἐπιταγαὶ τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων ὅπως ἀποσύρῃ τὰ στρατεύματά της ἡ Ἑλλὰς ἐκ τῶν σημείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα περιελαμβάνοντο εἰς τὰς ἐκτάσεις τὰς παραχωρουμένας εἰς τὴν Ἀλβανίαν καὶ ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀνέλαβον τὸν ἀγῶνα καὶ οἱ ὁποῖοι δικαίως καὶ ἐπαξίως περιεβλήθησαν τὸν τίτλον τῶν Κυβερνητῶν τῆς αὐτονόμου Β. Ἠπείρου, ἠδύναντο, λέγω, νὰ χαρακτηρισθῶσιν ἐκεῖνοι ὄχι πλέον ὡς ἐμπόλεμοι, ἀλλ’ ἠδύναντο νὰ χαρακτηρισθῶσι τοὐλάχιστον ὡς ἀντάρται, ἀνθιστάμενοι πρὸς τὰς ἀποφάσεις ὁλοκλήρου πλέον τῆς Εὐρώπης. Καὶ ἐν τούτοις δὲν εἴδομεν πραγματοποιουμένην τὴν ἀπειλὴν κατόπιν τῆς ὁποίας ὁ κ. Πρόεδρος ἀπετάθη εἰς τὰς Δυνάμεις καὶ ἐζήτησεν ὅπως καταπείσωσι τὴν Ἰταλίαν ἡ ὁποία τοῦ ἐμήνυσε δὶς ὅτι ἤθελε κηρύξει τὸν πόλεμον, ὅπως καταπείσωσι τὴν Ἰταλίαν νὰ μὴ κατέλθῃ τὸ σύνορον τὸ Ἀλβανικὸν μέχρι τοῦ Στύλου. Ἠδύνατό τις δὲ νὰ ἐπαναλάβῃ τοὺς λόγους τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἔπρεπε νὰ εἶναί τις μωρὸς ὅπως πιστεύσῃ ὅτι ἦτο δυνατόν, ὑπὸ τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους συνετελέσθη ἡ ὀργάνωσις τῆς αὐτονόμου Ἠπείρου, ὅπως πιστεύσῃ ὅτι ἦτο δυνατὸν μία Δύναμις, ἀποβλέπουσα εἰς ἴδια τέλη καὶ εἰς ἴδια συμφέροντα καὶ διὰ τῶν ἐπισήμων ἐκθέσεων τῶν ἐπιτελείων της ἐπιζητοῦσα τὴν κατακύρωσιν τῆς ἀκτῆς τῆς μέχρι τοῦ Στύλου ὅπως ἀποσοβηθῇ ὁ κίνδυνος ἐκ μέρους τῶν στόλων τῆς Γαλλίας, ἔπρεπε νὰ εἶναι τις μωρός, λέγω, διὰ νὰ φρονῇ ὅτι ἡ Ἰταλία ἤθελε πραγματοποιήσει τὴν ἀπειλὴν ἐκείνην τοῦ πολέμου χωρὶς νὰ ἐπέλθῃ ἀνάφλεξις καθ’ ὅλην τὴν Εὐρώπην. Τὸ παρακεκινδυνευμένον τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου πρὸς τὸν Σκουλούδην, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ διαφύγῃ τὴν προσοχὴν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐν τῇ ρύμῃ τοῦ λόγου του ἔλεγε ταῦτα κατὰ τὴν συνεδρίασιν τῆς 5 Νοεμβρίου 1913 (ἀναγινώσκει)· Ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις αὕτη ἐγένετο πρὸς ἐκείνας τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι πρὸς τὰς διεκδικήσεις τὰς ἐθνικὰς ἐν Ἠπείρῳ ἐφαίνοντο διακείμεναι εὐνούστερον. Ἐγένετο πρὸς ἐκείνας τὰς Δυνάμεις χωρὶς οὐδεμία κἄν νὰ ὑπάρχῃ ἀνάληψις ὑποχρεώσεως ἐπισήμου ἐκ μέρους τοῦ Κράτους ἢ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν διάσκεψιν τοῦ Λονδίνου, τόσον ὥστε, ἂν ὑποτεθῇ ὅτι ἐν τῷ μεταξὺ ἐπήρχετο μεταβολή τις Ὑπουργικὴ ἐν Ἑλλάδι, ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εὑρίσκετο μὲ δεσμευμένας τὰς χεῖρας ἀπέναντι τῆς Διασκέψεως. Τόσον εἶναι τοῦτο ἀληθές, ὥστε τῇ 26 Αὐγούστου (8 Σεπτεμβρίου) ἡ Ἑλλὰς ἀπευθυνομένη πρὸς πάσας τὰς Δυνάμεις, ἐν σχέσει πρὸς τὰς ἀποφάσεις αἵτινες εἶχον ληφθῇ ὑπ’ αὐτῶν εἰς τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, ἔλεγεν οὕτως· «ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐλπίζῃ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ ἥτις θ’ ἀσχοληθῇ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν συνόρων, θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ καθοδηγηθῇ εἰς τὰς ἐργασίας της ἀπὸ τὰ ἐπιχειρήματα τὰ περιεχόμενα ἐν τῷ ὑπομνήματι τῷ παρουσιασθέντι ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου κ. Βενιζέλου καὶ εἰδικώτερον ἀπὸ τὸ μέρος τοῦ ὑπομνήματος τούτου τὸ σχετιζόμενον πρὸς τὴν διαχάραξιν τῶν ὁρίων». Καὶ ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς ἐξ Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας, ὁ κ. Καλλέργης, διακόπτων ἔλεγε (ἀναγινώσκει)· Τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ δὲν γνωρίζω». Καὶ ἀπήντα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· Ἔχει δημοσιευθῆ κ. Βουλευτά». Καὶ κατέληγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως· «Αὐτὴ Κύριοι, εἶναι ἡ ἐνέργεια ἡ σχετικὴ πρὸς τὴν παραλίαν τῆς Ἠπείρου». Αὐτὰ τὰ λέγει τὴν 5 Νοεμβρίου 1913. Ὁποία εἶναι ἡ ἐντύπωσις παντὸς ἀναγινώσκοντος τὸ μέρος τοῦτο τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι εὐνόητος. Ἡ ἐντύπωσι, νομίζω, ὅτι εἶναι μία· ὅτι ἀκόμη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διαχάραξις τῶν ὁρίων δὲν εἶχε τελεσθῆ. Κατὰ τὴν 5 Νοεμβρίου ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἵν’ ἀποδείξῃ ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχε πλέον εἰσέτι ὑποχρέωσις διὰ τὴν Ἑλλάδα, λέγει ὅτι εἰς περίπτωσιν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐξεβιάζετο εἰς παραίτησιν ἡ Κεβέρνησις ἡ ἀποστείλασα τὸ τηλεγράφημα πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, ἡ διάδοχος, δὲν θὰ ἦτο ποσῶς δεσμευμένη ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων. Καὶ τόσον εἶναι τοῦτο ἀληθὲς ὥστε γράφει τὴν 8 Σεπτεμβρίου 1913 ὅτι (ἀναγινώσκει)· «ἡ Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐλπίζῃ ὅτι ἡ Ἐπιτροπὴ θὰ καθοδηγηθῇ εἰς τὰς ἐργασίας της ἀπὸ τὸ ὑπόμνημα τοῦ κ. Βενιζέλου κλπ.». Καὶ ἔχομεν ἀληθῶς τὸ ἔγγραφον τῆς 31)13 Σεπτεμβρίου τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, τὸ ὁποῖον μνημονεύει τὴν φράσιν· «Le Gouvernement κλπ.» Καὶ πάντες ὑμεῖς, Κύριοι, καὶ ἐγὼ ἐπείσθην τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὅτι ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως ἦτο ἀκεραία. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ἀπαντᾷ εἰς τὸ ἔγγραφον τῶν Δυνάμεων τῆς 26 Σεπτεμβρίου, 8 Σεπτεμβρίου· δηλαδὴ εἰς ἔγγραφον τὸ ὁποῖον ἀνεκοινώθη εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν πρὸ τῆς συζητήσεως τῶν συνόρων τῆς Ἀλβανίας. Καὶ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ἔχει ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Αἱ πρεσβεῖαι τῆς Γερμανίας, Αὐστροουγγαρίας, Γαλλίας, Μ. Βρεττανίας, Ἰταλίας καὶ Ρωσσίας, λαμβάνουσι τὴν τιμὴν κατὰ διαταγὴν τῶν Κυβερνήσεών των ν’ ἀνακοινώσωσι εἰς τὸ Ἑλλην. Βασίλειον τὸ κατωτέρω κείμενον τῶν ἀποφάσεων τῶν ἓξ Μ. Δυνάμεων σχετικῶς πρὸς τὰ νότια καὶ νοτιοανατολικὰ σύνορα τῆς Ἀλβανίας». Καὶ αἱ ἀποφάσεις ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. «Ἀποφάσεις τῶν ἓξ Μεγάλων Δυνάμεων σχετικῶς πρὸς τὸ μεσημβρινὸν καὶ μεσημβριανατολικὸν μέρος τῆς Ἀλβανίας». 1. Les territoires sur lesquels s’ étendront les travaux de la commission ne peuvent rester indéterminés. Ses limites seront à l'ouest, les montagnes séparant la région côtière, attribuée à l'Albanie, jusqu’ à Phtelia, de la vallée d'Argyrocostro. Au nord-est la ligne frontière de l'ancien caza ottoman de Koritza. Entre ces deux régions la ligne indiquée dans le mémorandum présenté par Monsieur Venizelos à la rèunion, formera la limite septentrionale des travaux de la commission, tandis qu'au sud et sud-est ceux-ci s’ étendront jusqu’ à la ligne proposée par l'Autriche-Hongrie». Ἐν δὲ τῷ 2ῳ ἐδαφίῳ ἔλεγε· 2. Il est dès à présent établi que la région côtière jusqu’ à Phtelia, y compris l’ île de Sasséno, la région située au nord de la ligne grecque, ainsi que l'ancien caza ottoman de Koritza, avec la rive ouest et sud du ac d'Ochrida, s’ étendant du village de lin jusqu'au monastère de Sveti –Naoum, font intégralement partie de l'Albanie»· ἀποτελοῦσιν δηλ. ὁλοκληρωτικὸν μέρος τῆς Ἀλβανίας. Ἐνῷ δὲ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχεν εἰς χεῖράς του τὴν τοιαύτην καταδίκην ἀπὸ τῆς 26)8 Σεπτεμβρίου, τὴν 5ην Νοεμβρίου 1913 ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τῆς Βουλῆς ἔλεγε· «τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο ὥστε τῇ 26 Αὐγούστου (8 7βρίου) ἡ Ἑλλὰς ἀπευθυνομένη πρὸς πάσας τὰς Δυνάμεις, ἔλεγεν ὅτι ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ἐπιθυμεῖ νὰ ἐλπίζῃ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις θ’ ἀσχοληθῇ εἰς τὸν καθορισμὸν τῶν συνόρων θέλει καθοδηγηθῆ ἀπὸ τὸ ὑπόμνημα αὐτοῦ». Ἀφήνω Κύριοι, εἰς ὑμᾶς νὰ χαρακτηρίσητε τὴν στάσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἀπέναντι τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὰ ἐστενογραφημένα πρακτικά, οὐδεὶς δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ. Ἀπέκρυπτεν ἀπὸ τῆς Ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας ἀποφάσεις καταδικαστικὰς τῶν Μεγάλων Δυνάμεων ἀνακοινωθείσας τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει ἀπὸ τοῦ Αὐγούστου 1913, καὶ παρεπλάνα ἡμᾶς καὶ τὴν δημοσίαν γνώμην ὅτι τὸ ζήτημα τῶν βορείων συνόρων τῆς Ἠπείρου δὲν ἦτο ὁριστικῶς λελυμένον καὶ ὅτι ἐξήρτητο ἐκ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνεδριαζούσης ἐν Φλωρεντίᾳ. Ἡ γραμμὴ ἡ συνοριακὴ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀλβανίας καθωρίσθη ὁριστικῶς διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἀνακοινωθεισῶν ἀπὸ τῆς 26)8 Σ)βρίου 1913, ἔμενον δὲ μόνον τὰ σημεῖα ἐκεῖνα τὰ κύρια ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀνεχώρει τὸ σύνορον καὶ εἰς τὸ ὁποῖον κατέληγε τὸ σύνορον τὸ βόρειον τῆς Ἠπείρου. Αὐτὰ τὰ σημεῖα τὰ κύρια εἶχον καθορισθῆ, ἀφίετο δὲ μόνον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐξετάσῃ κατὰ πόσον ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς γλωσσικῆς, ἀπὸ τῆς ἀπόψεως τῆς οἰκονομικῆς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ οἱ παρεμπίπτοντες πληθυσμοί, μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν σημείων, ἔπρεπε νὰ ἐπιδικασθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἔλεγε (ἀναγινώσκει)· «Κύριοι, πρέπει νὰ σᾶς εἴπω, ὅσον καὶ ἂν τὸ πρᾶγμα εἶναι ὀδυνηρόν, ὅτι εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας τῆς Ἠπείρου ὄχι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ταύτης ἀλλὰ μῆνας δύο πρότερον ἢ τρεῖς, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἐλπίδας ὅτι αἱ ἐθνικαὶ βλέψεις ἠδύναντο νὰ πραγματοποιηθῶσιν». Αὐτὰ ἐλέγοντο τὴν 5 Νοεμβρίου, ἀνήγοντο δὲ εἰς τὸ τηλεγράφημα τῆς 1)14 Ἰουνίου 1913. Καὶ ἐν τούτοις, τί ἔπραττε τότε ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Εἶπον ἤδη τοῦτο, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ἔχομεν συμπίπτουσαν τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἀπέστελλε τὸν Διάδογον τοῦ Ἑλληνικοῦ Θρόνου νὰ θέσῃ τὰ θεμέλια τοῦ ἐν Ἀργυροκάστρῳ μεγάρου, τὴν ἐποχὴν κατὰ τὴν ὁποίαν εἶχεν αὐτὸς ἀπελπισθῆ ὅτι ἠδύνατο νὰ διατηρήσῃ τὰ κτηθέντα διὰ τόσων θυσιῶν. Ἦτο ἀσέβεια πρὸς τοὺς ξένους ἡ τοιαύτη ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, διότι σήμερον, ἂν δὲν παρενέπιπτεν ὁ ἀγὼν τῆς αὐτονόμου Ἠπείρου, τὰ θεμέλια ἐκεῖνα τοῦ μεγάρου τῆς Ἑλληνικῆς Δυναστείας, ἤθελον χρησιμεύσει μόνον πρὸς ὕβριν καὶ ἐξευτελισμόν. Εἶναι ὅμως παράδοξος ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Νομίζει ὅτι ὡς Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διαχειρίζεται τὰ ἴδιά του συμφέροντα. Βασιλεία, Βουλή, κοινὴ γνώμη, λαός, οὐδεμίαν ἔχουσιν σημασίαν ἀπέναντι τῆς ἰδίας αὐτοῦ γνώμης. Δύναται νὰ κόβῃ καὶ νὰ ῥάβῃ, δύναται νὰ διανέμῃ τεμάχια παρτσάδες τοῦ Ἑλληνισμοῦ, καὶ ὅταν διὰ τὸ ἔργον τὸ ὁποῖον διαπράττει αἰσθάνεται κἄποιαν τύψιν συνειδότος, μετέρχεται τὴν πολιτείαν τῆς ἀσεβείας, διότι οὐδεὶς θὰ δυνηθῇ νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἀσέβειαν ἡ φράσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὁ ὁποῖος δύο μῆνας μετὰ τὴν καταδικαστικὴν ἀπόφασιν τὴν κοινοποιηθεῖσαν αὐτῷ ὑπὸ τῶν Μεγ. Δυνάμεων, ἔρχεται νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων ἔμενεν ἀκέραιον, καὶ μία ἄλλη Κυβέρνησις ἔχουσα διάφορον γνώμην πρὸς αὐτὸ δύναται νὰ τὸ λύσῃ ὅπως νομίζῃ συμφερώτερον. Ἕτερον ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εἶναι κατὰ δύο μῆνας προγενέστερον τῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δηλώσεων τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ κατὰ εἴκοσιν ἡμέρας μεταγενέστερον τοῦ τηλεγραφήματος τοῦ Ὑπουργοῦ, ἔρχεται νὰ πληροφορήσῃ πῶς ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ζητεῖ νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην του. Εἶναι τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐν Παρισίοις πρεσβευτοῦ τῆς Αὐστροουγγαρίας πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστρίας (ἀναγινώσκει)· «Συνωμίλησα σήμερον μετὰ τοῦ κυρίου Τιτόνι κλπ.» Ἦτο τοῦτο, κατόπιν τοῦ τηλεγραφήματος, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπεν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐν τῇ ἀγορεύσει του, ἀπεστάλη πρὸς τὰς πρὸς ἡμᾶς εὐνοϊκὰς Δυνάμεις. Αὐτὴ ἡ ὁμιλία, μεταξὺ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Αὐστρίας, ἐγένετο τὴν 5 Ἰουλίου (ν.ἡ.) 1913. Τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. Σκουλούδη εἶναι τῆς 1)14 Ἰουνίου, δηλαδὴ κατὰ 21 ἡμέρας προγενέστερον. Πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, διὰ νὰ φρονῇ ὅτι δὲν ἐγνώριζεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας τὰ τηλεγραφηθέντα ἐντεῦθεν ὑπὸ τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου σχετικῶς πρὸς τὴν ἀφετηρίαν τοῦ συνόρου τοῦ Ἠπειρωτικοῦ τοῦ Στύλου, ὅτι ἡ διπλωματικὴ συγκοινωνία μεταξὺ Λονδίνου, ὅπου ἐστάλη πρὸς ἀνακοίνωσιν πρὸς τὸν κ. Καμπὼν τὸν ἐκεῖ πρεσβευτὴν τῆς Γαλλίας τὸ τηλεγράφημα τὸ πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, ὅτι ἡ συγκοινωνία διεξάγεται διὰ καμήλων ὡς ἐν τῇ ἐρήμῳ καὶ ὅτι τὴν 5 Ἰουλίου, δηλαδὴ μετὰ εἴκοσιν ἡμέρας ἀπὸ τῆς ἀποστολῆς τοῦ τηλεγραφήματος πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας δὲν ἐγνώριζεν ὅτι ἤδη ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε παραχωρήσει ὡς ἀφετηρίαν τοῦ συνόρου τοῦ βορείου τῆς Ἠπείρου τὸν Στύλον. Αὐτὰ ἀναμφισβητήτως, τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται ἐν τῷ τηλεγραφήματι αὐτῷ, εἶναι τρόπος τοῦ λέγειν. Θέλει ἡ Γαλλικὴ διπλωματία καὶ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Γαλλίας νὰ ἀποδείξῃ ὅτι κατέβαλε προσπαθείας, ὅπως πείσῃ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, τὸν κ. Βενιζέλον, νὰ δεχθῇ ὡς ἀφετηρίαν τοῦ βορείου συνόρου τῆς Ἠπείρου τὸν Στύλον. Ἀναμφισβητήτως, Κύριοι, μετὰ τὴν ἱστορίαν τὴν ὁποίαν σᾶς ἀφηγήθην τῆς ὅλης ἐξελίξεως τοῦ ζητήματος τῶν συνόρων τῆς Ἠπείρου, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πεισθῆτε ὅτι, ὅπως ἐπιτευχθῇ ἡ συναίνεσις τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ἀπῃτήθη οἱαδήποτε πίεσις. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς ἓν καὶ μόνον ἀπέβλεπεν, καὶ τὸ εἶπεν ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς, ὅτε ἐπρόκειτο περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Αὐλῶνος, πῶς νὰ εὑρίσκηται εἰς ἀρίστας σχέσεις μετὰ τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Ἰταλίας. Ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα βλέπετε καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐγράφησαν, εἶχον μόνον σκοπὸν νὰ καλύψωσιν ἀκριβῶς τὴν εὐθύνην τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν τόσον ἀφελῆ ὑποχώρησιν εἰς ὅλα ἐκεῖνα ἐθνικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἔθιγον εἰς τὰ καίρια τὸν Ἠπειρωτικὸν πληθυσμόν. Ἐκ τοῦ τηλεγραφήματος ἐκείνου τοῦ ἀπευθυνθέντος πρὸς τὸν κ. Σκουλούδην, εὗρεν εὔλογον ἀφορμὴν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ παραιτηθῇ ὡς ἀφετηρίας τοῦ συνόρου τοῦ Ἠπειρωτικοῦ τὸ Λίβανι ἢ Μοντρίνι, τὸ ὁποῖον σημεῖον καθορίζεται ὡς πρότασις Γαλλικὴ ἀπὸ τῆς 10 Δεκεμβρίου 1913. Ὅταν εἶχε τοιαύτην γνώμην ἡ Κυβέρνησις, ὅταν διετύπωσεν τηλεγράφημα καὶ ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ἔστειλεν εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον αὐτῆς ἐν Λονδίνῳ, τὸν κ. Σκουλούδην, ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως ἢ νὰ μᾶς ἐγκαταλίπῃ, καὶ τοῦτο ἔπραξε. Συνεβούλευσε μάλιστα αὐτή, ἡ ὁποία ἠγωνίσθη πάσῃ δυνάμει ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων συμφερόντων, συνεβούλευσε τὴν Ἰταλίαν καὶ τὴν Αὐστρίαν νὰ ἀποδεχθῶσι τὸν ὅρον τῆς ἀποστολῆς Διεθνοῦς Ἐπιτροπῆς πρὸς καθορισμὸν τῶν συνόρων ὑπὸ τὸν ὅρον ὅτι, ὅρια ἀρχόμενα ἀπὸ τοῦ Ἀκρωτηρίου Στύλου καὶ καταλείποντα εἰς τὴν Ἀλβανίαν Ἀργυρόκαστρον καὶ Κορυτσᾶν νὰ προσδιορισθῶσι διὰ τῆς Ἐπιτροπῆς. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία, Κύριοι, τοῦ κατρακυλήματος ἀπὸ Αὐλῶνος μέχρι τοῦ Στύλου. Πῶς ἐξετιμᾶτο ὑπὸ τῶν Ἰταλικῶν Ἐπιτελείων ἡ κατάληψις, ἀπὸ τῆς ἀκτῆς μέχρι τοῦ Στύλου, ἀναγράφεται εἰς τὸ ὑπόμνημα αὐτὸ (ἀναγινώσκει): «Ἀρκεῖ νὰ σκεφθῇ τις τὴν ἀξίαν τῶν ἐπιχειρημάτων, ἵνα φθάσῃ εἰς τὸ νὰ πεισθῇ, ὅτι ἡ κατοχὴ τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας ἀποτελεῖ ἄμεσον κίνδυνον τῶν Ἰταλικῶν παραλίων». Τοιαύτην σημασίαν ὑπερβολικὴν ἠθέλησαν νὰ ἀποδώσωσιν εἰς τὴν κατάληψιν τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας οἱ Ἰταλοί. Λέγω ὅτι εἶναι ὑπερβολική, ἀλλ’ ὅλοι αὐτοὶ οἱ κίνδυνοι καὶ αἱ σκιαὶ τὰς ὁποίας ἔβλεπον, εἶχον ἕνα καὶ μόνον σκοπόν, τὸν ἀντίθετον ἐκείνου τὸν ὁποῖον φαίνεται ὅτι διαγράφει αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τοῦ ἐπιτελείου τῆς Ἰταλίας. Εἶχον τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ καταστήσωσι τὴν ἀκτὴν τὴν Ἀλβανικὴν μίαν διηνεκῆ ἀπειλὴν κατὰ τῆς Κερκύρας. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ Κέρκυρα εἶναι οὐδετέρα, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ προεξοφλήσῃ τὸ μέλλον, καὶ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν ἀποδεικνύει τὴν ἀλήθειαν τῆς σκέψεως ταύτης. Ἡ ξηρόνησος Σάσσων παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1864 εἰς τὸ διηνεκές, ἀλλὰ τέρμα τοῦ διηνεκοῦς ὑπῆρξεν ἡ πρωθυπουργία τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς μεγαλύνσεως τῆς Ἑλλάδος, ἂν δὲ ἠναγκάσθημεν νὰ ὑποστῶμεν καὶ ἡμεῖς καὶ μεθ’ ἡμῶν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ Δυνάμεις αἱ ὁποῖαι ὑπέγραψαν τὴν παραχώρησιν τῶν Ἰονίων Νήσων εἰς τὴν Ἑλλάδα, νὰ ὑποστῶμεν τὸν κίνδυνον κατὰ τοὺς ἀφελεῖς, τοὺς ἐπιτετηδευμένους, τοὺς ἀνεξαρτήτους δημοσιογράφους, τὸν κίνδυνον τοῦ ἀκρωτηριασμοῦ αὐτοῦ, δὲν ἐξεύρω μετὰ πόσας νίκας καὶ μετὰ πόσα ἔνδοξα τρόπαια, δὲν ἠξεύρω, λέγω, τί δύναται νὰ γίνῃ περὶ τῆς Κερκύρας ἐν περιπτώσει νεωτέρας συρράξεως, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἠθέλομεν ἀτυχήσει. Θὰ ἔχωμεν τὸν ἐχθρὸν πλέον ἐντὸς τῶν κόλπων μας. Ἴσως ἡ ξηρόνησος θὰ ἦτο ἄχρηστος μετὰ τὴν ἀπώλειαν τῆς βορείου Ἠπείρου, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἀκατανόητον εἶναι ὅτι ἐξεχωρήσαμεν μέχρι τοῦ μέσου τῆς νήσου τῆς Κερκύρας ὅλην τὴν ἔκτασιν τὴν Ἀλβανικήν, τὴν ὁποίαν κατείχομεν καὶ τὴν ὁποίαν ἔπρεπεν ὡς κόρην ὀφθαλμοῦ νὰ διαφυλάξωμεν χάριν τῆς ἀσφαλείας τῆς Κερκύρας. Εἶναι ἀληθῶς ὄνειρα ἀνάξια τῶν ἐπιτελείων μεγάλης Δυνάμεως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀναγράφονται εἰς τὴν ἔκθεσιν ἐκείνην τῆς ὁποίας ἀνέγνωσα μόνον τὴν κατακλεῖδα. Βεβαίως, ἐκ τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας δὲν δύναται νὰ ἀπειλήσῃ οὔτε ἡ Ἑλλὰς οὔτε ἄλλη Δύναμις τὸν Τάραντα. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον καὶ ἔπρεπε νὰ τυφλώττωμεν διὰ νὰ μὴ βλέπωμεν αὐτό, εἶναι ὅτι κατέχοντες τὸ στενὸν καὶ τὴν Παγανιᾶν, διότι ὑπὸ τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐχαρακτηρίσθη ἡ ἐγκατάλειψις τοῦ Στύλου μέχρι Παγανιᾶς ὡς δεδικαιολογημένη, λόγῳ τῆς προσκτήσεως ὡρισμένων χωρίων καὶ ἀντὶ μάλιστα καταβολῆς 2,500,000, οἱ κατέχοντες λέγω, τὸ στενὸν καὶ τὴν Παγανιᾶν, κατέχουσιν αὐτὴν τὴν Κέρκυραν. Τούτου ἕνεκα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ τὴν συζήτησιν ἡ ὁποία προεκλήθη ὑπὸ τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐκ Κερκύρας, ἔδει νὰ σκεφθῇ ἂν ὤφειλε νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τοῦ Σάσωνος ἢ περὶ ἀνταλλαγῆς τῆς παραλίας μεταξὺ Στύλου καὶ Παγανιᾶς. Ἦτο ἐνδεδειγμένον, πρὶν ἢ προβῇ εἰς τὴν ἐκκένωσιν τοῦ τμήματος ἐκείνου, νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σχετικὸν νομοσχέδιον, διότι ἐκεῖνο ἦτο μᾶλλον ἐπεῖγον ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον τῆς παραχωρήσεως τοῦ Σάσσωνος. Διότι ἔχομεν ἐκεῖ ἐγκαταλείψει τὴν παραλίαν ἐκείνην, τὴν ἀκτὴν ἐκείνην μεταξὺ Στύλου καὶ Παγανιᾶς καὶ ὁ στρατὸς ὑπεχώρησεν ἐντεῦθεν μέχρι τῆς παραλίας, ἐνῷ εἶναι ἄγνωστον ἂν θὰ ἔχωμεν πρὸς βορρᾶν τὸν ὅρμον τῆς παραλίας τοῦ Στύλου. Εἶναι καὶ τοῦτο μία περιπλέον ἀπόδειξις τῆς εὐλαβείας τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὴν ἐθνικὴν Ἀντιπροσωπείαν καὶ πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καυχᾶται ὅτι ἀνεθεώρησε. Ταῦτα, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ σύνορον τὸ Ἠπειρωτικόν. Εἶπον ἀρχόμενος τοῦ λόγου, ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπηξίωσε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὰ σχετικῶς λεχθέντα, ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι τὸ ζήτημα εἶχεν ἐξαντληθῆ ἐν προηγουμένῃ συζητήσει. Φρονῶ ὅτι ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξα ἐντεῦθεν, εἶναι ἀπαραίτητα διὰ τὴν Βουλὴν καὶ ὅτι ἐξεπλήρωσα καθῆκον ἐπιβαλλόμενον ἐκ τῆς ἰδιότητός μου ὡς ἀντιπροσώπου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῶν τελεσθέντων ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, διότι νομίζω ὅτι δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ζητήματα μὴ ἐνέχοντα εὐθύνην πραγματικὴν καὶ ὡς μὴ ἐνέχοντα θυσίαν τιμαλφεστάτων συμφερόντων τοῦ Ἔθνους. Εὐτυχῶς, εἶπον, ὅτι ἡ Αὐτόνομος Κυβέρνησις τῆς Ἠπείρου ἀνέλαβεν ἀντὶ τῆς μεγεθυνθείσης Ἑλλάδος τὸν ἀγῶνα ὑπὲρ τοῦ ἐθνισμοῦ ὅλων ἐκείνων τῶν πληθυσμῶν τοὺς ὁποίους μὲ ἐλαφρὰν τὴν συνείδησιν ἠθέλομεν νὰ παραδώσωμεν εἰς τὴν ἀγριωτέραν ὀθωμανικὴν φυλήν. Τὰ συμβαίνοντα ἤδη, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ἐν Ἀλβανίᾳ, δίδουσι τὴν ἀκριβῆ εἰκόνα τῆς ἐκεῖ καταστάσεως καὶ ἀποδεικνύουσι κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸν νὰ ἐμπιστευθῇ τις εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διαφωνοῦσι, πληθυσμοὺς Ἑλληνικούς. Ἐκεῖ διεξάγεται ἀλληλοσπαραγμὸς καὶ ὁ μὴ ἐκεῖ ἀνεγερθεὶς θρόνος καταπίπτει. Οὐδεὶς γνωρίζει τί τέξεται ἡ ἐπιοῦσα, οὐδὲ γνωρίζει μετὰ τίνος Κυβερνήσεως ἔχομεν νὰ διαπραγματευθῶμεν, διότι ἂν εἶναι ἀληθεῖς αἱ εἰδήσεις αἱ ὁποῖαι ἐδημοσιεύθησαν ἐν ταῖς μεταμεσημβριναῖς ἐφημερίσι, καὶ αὐτὸ τὸ Δυρράχιον ἔχει καταληφθῆ ὑπὸ τῶν ἐπαναστατῶν. Ἂν καὶ μετὰ τὰ τοιαῦτα νομίζωμεν ὅτι πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως τῆς νήσου Σάσωνος, χωρὶς τουτέστι νὰ γνωρίζωμεν πρὸς τίνας θὰ παραχωρήσωμεν, εἶναι νέα ἐκδήλωσις τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ παράσχῃ πρὸς τὴν Αὐστρίαν καὶ Ἰταλίαν. Φρονῶ ὅτι ἦτο ἀναμφισβήτητον κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτήν, ἀφοῦ ἐξετέλεσε τὴν ὑποχρέωσιν τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναλάβει πρὸς τὰς Δυνάμεις, ὅπως ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτό, νὰ σταματήσῃ, καὶ ὅπως ἐσταμάτησεν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς εἰς τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐγκατέλιπε σήμερον, ἐπίσης νὰ σταματήσῃ καὶ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀπέναντι νομοθετήματος, τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζομεν ὑπὲρ τίνων θέλομεν ψηφίσει. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως τὴν ἀναβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἤθελε χαρακτηρίσει ὡς παρασπονδίαν πρὸς τὰς Δυνάμεις καὶ ἰδίως ἐκείνας, πρὸς τὰς ὁποίας ἐπιθυμεῖ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι εἰς ἀρίστας σχέσεις. Τοῦτο μαρτυρεῖ τὸ ἀπὸ 8 Δεκεμβρίου 1913 ἔγγραφον τοῦ Ἀρχικαγγελαρίου τῆς Αὐστρίας πρὸς τὸν πρεσβευστὴν αὐτῆς ἐν Ἀθήναις ἐν τῷ ὁποίῳ σχετίζεται μετὰ τοῦ ζητήματος τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων καὶ τὸ ζήτημα τὸ νησιωτικόν. Ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν ὅτι κακῶς ἐσχετίσθη τὸ ζήτημα τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων μετὰ τοῦ ζητήματος τοῦ Νησιωτικοῦ. Τὰ ἔγγραφα, τὰ κατατεθέντα ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀφορῶσιν ἀκριβῶς εἰς τὸ ζήτημα τῶν νήσων. Τὸ πρῶτον εἶναι τῆς 3)13 Φεβρουαρίου 1914 καὶ ὑπομιμνήσκει τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου μεταξὺ τῶν Βαλκανικῶν Κρατῶν καὶ τῆς Τουρκίας καὶ τὸ ἄρθρον 15 τῆς συνθήκης τῶν Ἀθηνῶν μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος. Ὅτε συνεζητεῖτο ἡ συνθήκη αὕτη, μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος, παρετηρήθη ὅτι τὸ ἄρθρον 15 δὲν ἔπρεπε νὰ παραλειφθῇ διὰ τὸν λόγον ὅτι καθίστα ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν νήσων συμβαλλόμενον μέρος τὴν Τουρκίαν, ἡ ὁποία εἶχεν ἀφήσει τὴν ἀπόφασιν περὶ τῶν νήσων εἰς τὰς Μεγάλας Δυνάμεις. Ὁπωσδήποτε, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συνθηκῶν αὐτῶν τοῦ Λονδίνου καὶ τῶν Ἀθηνῶν, αἱ Μ. Δυνάμεις ἐξήνεγκαν τὴν ἀπόφασίν των καὶ ἀπεφήναντο ὅτι ἡ Τουρκία ὀφείλει νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅλας τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου Πελάγους, αἱ ὁποῖαι κατέχονται ἤδη ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, ἐξαιρουμένης τῆς Τενέδου τῆς Ἴμβρου καὶ τοῦ Καστελορρίζου, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Τουρκίαν. Αἱ Δυνάμεις ἀπεφάσισαν ἐπίσης ὅπως, σχετικῶς πρὸς τὰς νήσους αἱ ὁποῖαι ἀποδίδονται εἰς τὴν Ἑλλάδα, δοθῶσιν ἐγγυήσεις ἐπαρκεῖς πρὸς αὐτὰς καὶ πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἐπὶ τῷ τέλει τοῦ ἄρθρου 15, ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅτι αἱ νῆσοι αὗται δὲν θέλουσιν ὀχυρωθῆ, οὔτε θέλουσι χρησιμοποιηθῆ εἰς οἱονδήποτε σκοπὸν ναυτικὸν καὶ στρατιωτικὸν καὶ ὅτι θέλουσι ληφθῆ πραγματικὰ μέτρα πρὸς πρόληψιν τοῦ λαθρεμπορίου μεταξὺ τῶν νήσων καὶ τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Αἱ Δυνάμεις ἀνέλαβον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ μετέλθωσι τὴν ἐπιρροήν των ἐπὶ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅπως ἀσφαλίσωσι τὴν εἰλικρινῆ ἐκτέλεσιν καὶ τὴν διατήρησιν τῶν ὅρων τούτων, ζητοῦσαι ἐπίσης παρὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ δώσῃ ἐγγυήσεις ἐπαρκεῖς διὰ τὴν προστασίαν τῶν ὀθωμανικῶν μειονοψηφιῶν ἐν ταῖς νήσοις τὰς ὁποίας ἀποκτᾷ κατόπιν τῶν ἀνωτέρω ἀποφάσεών των, καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχεται ἡ ἄλλη ὑποχρέωσις. Ἡ ὁριστικὴ κατακύρωσις τῶν νήσων εἰς τὴν Ἑλλάδα παρὰ τῶν ἓξ Δυνάμεων δὲν θέλει θεωρηθῆ ὡς πραγματικὴ εἰμὴ καθόσον τὰ Ἑλληνικὰ στρατεύματα ἤθελον ἐκκενώσει τὰς χώρας καὶ τὰς ἐκτάσεις αἱ ὁποῖαι ἔχουσιν ἐπιδικασθῆ εἰς τὴν Ἀλβανίαν, δυνάμει τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 17 Ὀκτωβρίου, τὸ ὁποῖον προσαρτᾶται, ὡς καὶ τὴν νῆσον Σάσωνα. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅταν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀναλάβει ὁριστικῶς ὅπως μηδεμίαν ἀντιτάξῃ ἀντίστασιν, καὶ μὴ ὑποστηρίξῃ ἢ ἐνθαρρύνῃ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως οἱανδήποτε ἀντίστασιν οἱουδήποτε εἰς τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ἡ ὁποία καθορίζεται ὑπὸ τῶν ἓξ Δυνάμεων εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ὁρίζεται δ’ ὅτι τὴν 1 Μαΐου πρέπει νὰ γίνῃ ἡ διεθνὴς παραχώρησις εἰς τὴν Ἑλλάδα. Εἶναι ἀναγεγραμμένα ταῦτα εἰς ὕφος ἀποφάσεως δικαστικῆς. Ὁμιλεῖ περὶ παραδόσεως ἡ ἀπόφασις, καὶ ἐν τούτοις κατέχομεν τὰς νήσους καὶ τὰς κατέχομεν δικαιώματι πολέμου, ἀλλὰ καὶ δικαιώματι ἐθνισμοῦ. Ἐνῷ δὲ τοιούτους ἔχομεν τίτλους ὅπως κατέχωμεν τὰς νήσους, ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἔρχονται καὶ καυχῶνται ὅτι μᾶς τὰς προσδίδουν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπιβάλλουσιν ὅρους οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς εἶναι ἐξευτελιστικοί. Οἱ ὅροι εἶναι 1ον) ἡ προστασία τῶν Ὀθωμανικῶν μειονοψηφιῶν, ὡς ἐάν ποτε ἠδικήθησαν αὗται· 2ον) ὅτι δὲν θὰ δυνάμεθα οὔτε νὰ ὀχυρώσωμεν οὔτε νὰ χρησιμοποιήσωμεν πρὸς ναυτικὴν ἢ στρατηγικὴν παρασκευὴν τὰς νήσους· 3ον) νὰ ἐκκενώσωμεν κατεχόμενα ἐδάφη τῆς Ἀλβανίας, ὅτι δέον νὰ μὴ ἐνθαρρύνωμεν οἱανδήποτε ἀντίστασιν καὶ τὰ τούτοις ὅμοια. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, εἴτε ἐν Ἠπείρῳ εἴτε ἐν ταῖς νήσοις, τὰς ὁποίας καταδικαζόμεθα νὰ ἀποδώσωμεν, ἐκεῖ μᾶς λέγουσιν ὅτι θὰ μετέλθωσιν ὄχι τρόπον, διὰ τοῦ ὁποίου θέλουσιν ἐπιτύχει πραγματικὰς ἐγγυήσεις, ἀλλ’ ὅτι θέλουσι μεταχειρισθῆ τὰς φιλικὰς αὐτῶν συμβουλὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν, ὅπως ἀσφαλισθῶσιν αἱ σχολικαὶ καὶ αἱ ἐκκλησιαστικαὶ ἐλευθερίαι. Τοιαύτη εἶναι, Κύριοι, ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν ἐξήνεγκαν καθ’ ἡμῶν αἱ Μ. Δυνάμεις τῆς Εὐρώπης, καὶ εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπήντα διὰ τῆς ἀπὸ 8)21 Φεβρουαρίου ἀπαντήσεώς της ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκει τις τὰ ἑξῆς· ὅτι «Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν ἐπιγνώσει τῶν ὑποχρεώσεων, τὰς ὁποίας ἡ Ἑλλὰς ἀνέλαβε διὰ τῶν συνθηκῶν τοῦ Λονδίνου καὶ τῶν Ἀθηνῶν ὡς καὶ τῆς συναφείας, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ζητήματος τῶν συνόρων τῶν μεσημβρινῶν τῆς Ἀλβανίας καὶ τῶν Νήσων τοῦ Αἰγαίου Πελάγους, ἐκτιμᾷ ἐν δικαίῳ μέτρῳ ὡς ἀποφάσεις Εὐρωπαϊκῆς τάξεως, τὰς ἀποφάσεις εἰς τὰς ὁποίας αἱ Μ. Δυνάμεις κατέληξαν ἐν τῷ ζητήματι τῶν νήσων, αἱ ὁποῖαι κατέχονται ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὡς πρὸς τὰ σύνορα τὰ Ἑλληνοαλβανικά». Ἡμεῖς ἀποβλέπομεν ὄχι εἰς τὰ ἴδια ἡμῶν συμφέροντα· ἡμεῖς ἀποβλέπομεν εἰς τὰ ζητήματα τῆς Εὐρωπαϊκῆς τάξεως καὶ χάριν αὐτῶν τῶν ζητημάτων, παρερχόμεθα τὰς ὕβρεις, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνονται εἰς τὴν ἀνακοίνωσιν τῆς προσκυρώσεως εἰς ἡμᾶς τῶν νήσων, διότι εἶναι ὕβρις ὅταν μᾶς λέγωσιν ὅτι πρέπει νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰς μειονοψηφίας τὰς Μουσουλμανικάς· εἶναι κάτι πλέον τοῦ ἐμπαιγμοῦ τὸ νὰ μᾶς λέγωσιν ἀφ’ ἑνὸς ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ὀχυρώσωμεν τὰς νήσους, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπεδικάσθησαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι θέλουσι μετέλθει πᾶσαν φιλικὴν ἐπιρροὴν ἐπὶ τῆς Τουρκίας ὅπως καταστῇ ἀνενόχλητος ἡ κατοχὴ ἡμῶν ἐπὶ τῶν νήσων, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπιδικάζονται. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν, τὴν ἀνακοινωθεῖσαν, ἀντέταξέ τινας ἀρνήσεις. Εἰς αὐτὰς ἀπήντησε διὰ τῶν αὐτῶν ὑποσχέσεων, ἀλλ’ ἡ Τουρκία ἐξακολουθεῖ νὰ ἀπειλῇ, καὶ ἡ Τουρκία δὲν μετέρχεται τὴν γλῶσσαν τὴν ὁποίαν μετερχόμεθα ἡμεῖς οὐδὲ ἐννοεῖ νὰ ὑποταχθῇ εἰς τὰς ἀποφάσεις τῶν Δυνάμεων. Ἡ Τουρκία λέγει ῥητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι, ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ θέλει νὰ ἐγκαταλίπῃ τὴν Χίον καὶ τὴν Μυτιλήνην. Καὶ μετὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτὴν τῶν Δυνάμεων ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ὅτι ἠδύνατο, σχετικῶς μὲ τὰς νήσους ταύτας, νὰ προέλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις ἀπ’ εὐθείας μετὰ τῆς Τουρκίας. Ἀλλ’ οὕτως ἀνῄρεσε αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζει τὰ δικαιώματά της ἡ Ἑλλάς. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὑποθέτω δ’ ὅτι οὔτε αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως εἰς διαπραγματεύσεις μετὰ τῆς Τουρκίας, ἐμείωσε τὰ δικαιώματά της. Γνωρίζομεν μάλιστα καὶ μίαν πρότασιν ἡ ὁποία διετυπώθη, ὅτι εἰς τοὺς προξένους τῆς Τουρκίας, ἐν ταῖς νήσοις, Χίῳ καὶ Μιτυλήνῃ, δέον νὰ δοθῇ δικαίωμα ἐπιτηρητικόν, οὕτως εἰπεῖν, τῶν ἀρχῶν τῶν Ἑλληνικῶν. Πρὸς τίνα σκοπὸν προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰς τοιαύτας διαπραγματεύσεις; Νομίζει ὅτι εἶναι δυνατὸν ν’ ἀσφαλίσῃ ἄλλως εἰμὴ διὰ τῆς ὑπεροπλίας τῆς πραγματικῆς, ν’ ἀσφαλίσῃ τὴν κατοχὴν τῶν νήσων; Δὲν δύναται νὰ προσδοκᾷ τίποτε καθόσον μάλιστα ἤθελεν ἀναγνωρίσει τοιαῦτα δικαιώματα συγκυριαρχικά, οὕτως εἰπεῖν, ἢ ἐπικυριαρχικὰ εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἀναμφισβητήτως, ἤθελε νὰ ἐξαλείψῃ τὴν ἐλπίδα ὅπως ἡ Τουρκία ἀνακτήσῃ τὰς ἤδη κατεχομένας παρὰ τῆς Ἑλλάδος νήσους. Ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν ἐπὶ ὑποσχέσεων Τουρκικῶν νὰ στηριχθῶμεν; Μόνον καθόσον ἠθέλομεν διατηρήσει τὴν ὑπεροπλίαν ἡμῶν, ἰδίᾳ κατὰ θάλασσαν, τότε μόνον δυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν, ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι δὲν θὰ ἔχωμεν ἐπίθεσιν ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας. Αἱ καταδιώξεις αἱ καθημεριναὶ καθ’ ὅλου τοῦ ὁμογενοῦς στοιχείου, ἔν τε τῇ Θράκῃ καὶ Μικρᾷ Ἀσίᾳ, καταπροδίδουσι τὴν πρόθεσιν τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι πρόγραμμα τῆς Τουρκίας ἡ ἐξόντωσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁπουδήποτε τῆς Αὐτοκρατορίας, ἡ ἐξόντωσις δὲ αὕτη θὰ ἐπέλθῃ καὶ εἰς τὰς τρεῖς αὐτὰς νήσους τὰς ὁποίας κατεδικάσαμεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν Τουρκίαν. Βλέπετε, σχετικῶς πρὸς τὰς νήσους ταύτας, μίαν εὐχήν, τὴν εὐχὴν ὅτι θὰ διατηρηθῶσι ὑπὲρ αὐτῶν ἡ ἀνεξαρτησία ἡ σχολικὴ καὶ ἐκκλησιαστική. Βλέπετε μάλιστα καὶ μίαν βεβαίωσιν ὑπὲρ αὐτῶν, ὅτι ἡ συνθήκη μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας καὶ ἡ ῥήτρα αὐτῆς περὶ ἀμνηστείας, θέλει αὐτομάτως ἐπεκταθῆ καὶ ἐπὶ τὰς νήσους αὐτάς. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναται νὰ πείσῃ τινὰ ἡ Κυβέρνησις ὅτι δι’ αὐτῶν τῶν εὐχῶν, καὶ δεκτῶν γενομένων παρὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσφαλισθῇ τὸ μέλλον καὶ ἡ τύχη ὅλων τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀνέφερα. Ἡ τύχη τῶν Ἠπειρωτικῶν πληθυσμῶν ἀναμφισβητήτως ἤθελε κριθῆ σήμερον ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελε ἀντιταχθῆ ἡ Αὐτόνομος Κυβέρνησις τῆς Ἠπείρου, ἡ τύχη δὲ τῶν πληθυσμῶν τῶν ἀτυχῶν ἐκείνων νήσων, τὰς ὁποίας καταδικαζόμεθα νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν Τουρκίαν, εἶναι γνωστή. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ παρασκευάσωμεν, εἶναι τὰ μέσα τῆς μεταφορᾶς αὐτῶν ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἤθελε πραγματοποιηθῆ ἡ ἀνακατάληψις παρὰ τῶν Νεοτούρκων. Δύναται ἡ Κυβέρνησις εἰς πάντα ταῦτα νὰ ἀπαντήσῃ σχετικῶς μὲ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων· τί θέλετε νὰ πράξω; Ἦτο δυνατὸν νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων; Ἦτο δυνατὸν νὰ ἀναιρέσω τὴν συγκατάθεσίν μου ὅπως αὗται κρίνωσι περὶ τῆς τύχης τῶν νήσων; Ἀναμφισβητήτως, δὲν δύναταί τις ἀρνητικῶς νὰ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν δύο ἐρωτημάτων αὐτῶν. Ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἴσως εἶναι καιρὸς νὰ τὸ πράξῃ, εἶναι νὰ διαμαρτυρηθῇ ὄχι διατυποῦσα εὐχάς, ἀλλὰ βεβαιοῦσα ὅτι δὲν θέλει ὑποχωρήσει καὶ ἀποχωρήσει ἐξ ὅλων ἐκείνων τῶν ἐδαφῶν τὰ ὁποῖα κατέχει σήμερον εἰμὴ καθ’ ὅσον ἤθελον δοθῆ αἱ πραγματικαὶ καὶ ἀσφαλεῖς ἐγγυήσεις περὶ τοῦ ὅτι οἱ πληθυσμοὶ τοὺς ὁποίους ἤθελον ἐγκαταλείψει, ἀφοῦ τοῖς ἐπηγγέλθημεν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν ἄνεσιν, ὅτι οἱ πληθυσμοὶ ἐκεῖνοι ἤθελον τύχει πράγματι προστασίας ὄχι μόνον ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ τῇ σχολικῇ καὶ ἐκκλησιαστικῇ, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ ὑπάρξει αὐτῶν καὶ ἐν τῇ ὑποστάσει αὐτῶν τῇ οἰκονομικῇ. Αὐτὰ τὰ ὁποῖα τελοῦνται σήμερον ἐν Θράκῃ, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τελοῦνται ἀπό τινος ἐν Μικρᾷ Ἀσίᾳ, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ τελεσθῶσιν εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη τὰ ὁποῖα ἠθέλομεν ἐγκαταλίπει, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐγκαταλίπωμεν αὐτὰ διότι πρέπει νὰ διατηρήσωμεν ὁπωσδήποτε τὴν φιλοτιμίαν ἡμῶν τὴν ἐθνικήν. Θὰ ἐπιτύχωμεν δὲ τοῦτο ἂν διατηρήσωμεν τὴν ὑπεροπλίαν ἡμῶν τὴν ναυτικήν. Ὑπῆρξεν ἐποχὴ καθ’ ἣν ἠδυνάμεθα νὰ διατηρήσωμεν ἐπὶ μακρὰ ἔτη τὴν ὑπεροπλίαν αὐτήν, ἀλλ’ ἀφήσαμεν ἀτυχῶς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ παρέλθῃ, ἀνεπιστρεπτεὶ ἴσως. Δὲν γινώσκω τίνας δικαιολογίας θὰ ἠδύνατο νὰ παράσχῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Βουλὴν διὰ τοῦτο. Ἡ μόνη δικαιολογία ἦτο ἴσως ὅτι ἡ ἀπαιτουμένη τιμὴ διὰ τὸ πλοῖον τὸ ὁποῖον ἐζήτει νὰ ἀγοράσῃ ἡ Ἑλλάς, ἦτο ὑπέρογκος. Ἀλλ’ ἂν ἀναλογισθῇ τις τὰς θυσίας εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθημεν, ἀγοράζοντες καταδρομικὰ καὶ ἀντιτορπιλλικά, θυσίας πολὺ περισσοτέρας ἐκείνων αἵτινες θ’ ἀπῃτοῦντο διὰ τὴν ἀγορὰν τῆς ἀπολεσθείσης ἤδη Ἑλληνικῆς μονάδος, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὴν εὐκαιρίαν, διότι ἐπαναλαμβάνω ὅτι μόνον, ἔχοντες τὴν ὑπεροπλίαν κατὰ θάλασσαν, θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ὦμεν ἀσφαλεῖς καὶ ἥσυχοι ἀπὸ τὰς Τουρκικὰς ἀξιώσεις. Ταῦτα, Κύριοι εἶχον καθῆκον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑποθέτω ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις ἠρνήθη νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς προλαλήσαντας, θὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων κατηγγέλθησαν. Βεβαίως, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως θὰ δυσκολευθῇ νὰ δικαιολογήσῃ τὰς ἀποφάσεις του, τὸ μόνον δὲ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἴπῃ εἶναι ὅτι ὑπέθετεν ὅτι διανέμων τὸν Ἑλληνισμὸν εἰς τμήματα καὶ δωρῶν αὐτὸν ἔνθεν καὶ ἐκεῖθεν, θὰ ἠδύνατο νὰ κορέσῃ τὴν ἀπληστίαν καὶ ἐκείνων οἵτινες ἐζήτουν ταῦτα καὶ ἐκείνων οἵτινες ἐπέβαλλον τὰς δωρεὰς αὐτάς. Ἀλλ’ ἀλλοίμονον εἰς τὸ Ἔθνος ἂν τοιαύτη πολιτικὴ ἐξηκολούθει ἐπὶ μακρόν. Δὲν θὰ ἔμενε λίθος ἐπὶ λίθου. Τούτου ἕνεκα ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πρέπει νὰ ἀνανήψῃ καὶ νὰ πατάξῃ τὴν πολιτικὴν ταύτην, ἂν δὲ θέλει νὰ ὑπερισχύσῃ, νὰ ὑπολογίσῃ ἐπὶ τῶν ἰδίων αὐτοῦ καὶ μόνον δυνάμεων. (Χειροκροτήματα ἐξ ἀριστερῶν).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ Δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν αὐτῆς. Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις ἵνα ἐπαναληφθῇ τὴν 10¼ (Διακόπτεται ἡ Συνεδρίασις ὥρᾳ 8 καὶ 58′). Μετὰ τὴν διακοπήν, (ὥρᾳ 10 καὶ 45′ μ. μ.)
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ διακοπεῖσα Συνεδρίασις. Ὁ κ. Γραμματεὺς παρακαλεῖται ν’ ἀναγνώσῃ τὰ Πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως. (Ἀναγινώσκονται καὶ ἐπικυροῦνται τὰ Πρακτικά. Συνέχεια τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου «περὶ παραχωρήσεως τῆς νησίδος Σάσωνος εἰς τὴν Ἀλβανίαν». Ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
§94Γ. ΣΤΡΕΙΤ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἡ συζήτησις, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, δι’ οὗ ζητεῖται ὅπως παρασχεθῇ ἡ ἄδεια εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα παραχωρήσῃ τὴν νησῖδα Σάσωνα εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἐξῆλθε τῶν ὁρίων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐκταθεῖσα καὶ ἐπὶ τῆς καθόλου Ἠπειρωτικῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως· ἀλλὰ καὶ τῶν ὁρίων τούτων ἀκόμη ἐξῆλθε ἐκταθεῖσα καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν Νήσων. Ζητῶ τὴν ἄδειαν τῆς Βουλῆς, ἵνα καὶ εἰς τὰ τρία ταῦτα στάδια παρακολουθήσω δι’ ὀλίγων τὴν συζήτησιν ταύτην. Ὄντως, οἱ ἐπὶ τῆς νησίδος Σάσωνος τίτλοι τοὺς ὁποίους διὰ μακρῶν ἀνέπτυξαν οἱ διάφοροι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορηταί, ἔχουσιν ἀκριβῶς ὅπως ὑπ’ αὐτῶν παρεστάθησαν. Ἀληθῶς ἡ νησὶς Σάσων περιῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα δικαιώματι κυριαρχίας διὰ τῆς παραχωρήσεως αὐτῆς ὁμοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν Ἰονίων Νήσων. Ἡ νησὶς Σάσων, ἥτις ὑπῆρξεν ὑπὸ τὴν ἐπικυριαρχίαν τῶν Ἑνετῶν, ἥτις μετὰ ταῦτα περιῆλθεν εἰς τὴν κυριαρχίαν τῶν Ἑνετῶν, ἡ ὁποία διὰ τῆς συνθήκης τοῦ Κάμπο–Φόρμιο τοῦ 1797 παρηκολούθησε τὴν τύχην τῶν λοιπῶν Ἰονίων Νήσων, ἡ νησὶς αὕτη παρεχωρήθη διὰ τῆς συμβάσεως 1864 εἰς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ ἀληθῶς ἐν τῇ συνθήκῃ τοῦ 1797 φαίνεται ῥητῶς περιεχομένη ἡ νησὶς εἰς ἐκείνας, περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ἡ συνθήκη ἐκείνη. Ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς κατοχῆς οὐδὲν ἁπτὸν δεῖγμα ἔχομεν ὅτι ἠσκήθη ἡ ἐπικυριαρχία ἡ Ἀγγλικὴ καὶ ἐπὶ τῆς νησίδος Σάσωνος. Δὲν ἔχομεν, ἐφ’ ὅσον γνωρίζομεν, οὐδὲν ἔγγραφον, πλὴν ἑνός, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει περὶ τῆς νησίδος ταύτης. Πρόκειται περὶ ἐγγράφου, τοῦ ἐν ἔτει 1828 Ἄγγλου Ἁρμοστοῦ, τὸ ὁποῖον ἀναφέρει ὅτι πρὸς ἐκτέλεσιν τοῦ Συντάγματος τῆς δημοκρατίας τῶν ἑπτὰ Νήσων τοῦ 1803, ἐξεδόθη καὶ ἓν διάταγμα τότε, διὰ τοῦ ὁποίου προσαρτᾶται καὶ ἡ νησὶς αὕτη εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους. Εἶναι τὸ μόνον ἔγγραφον, καθόσον γνωρίζω, τὸ ὁποῖον ἐν γένει ὀνομαστὶ ἀναφέρει τὴν νησῖδα ταύτην ὡς περιεχομένην εἰς τὰς Ἰονίους Νήσους. Ἤδη, πρὸ τῆς παραχωρήσεως τῶν Ἰονίων Νήσων εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτε τῷ 1856 ἐγένετο σύμβασις μεταξὺ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρείας τῶν φάρων, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ἑταιρεία τῶν φάρων ἀνέλαβε καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἱδρύσῃ φάρον καὶ ἐπὶ τῆς νησίδος, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ἥτις πολλαχῶς ἠσχολήθη τότε μὲ τὸ ζήτημα τοῦτο τῶν Ὀθωμανικῶν φάρων, διότι εἶχε διαφόρους ἀντιρρήσεις, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, δὲν διεμαρτυρήθη διὰ τὴν ὑποχρέωσιν, τὴν ὁποίαν ἀνέλαβεν ἡ Γαλλικὴ Ἑταιρεία, τοῦ νὰ ἱδρύσῃ φάρον ἐν τῇ νησίδι τοῦ Σάσωνος. Ὑπῆρξε λησμοσύνη ἢ ὑπῆρξεν ἄλλη τις αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἀγγλία δὲν διεμαρτυρήθη; Δὲν γινώσκομεν. Γεγονὸς εἶναι ὅτι διαμαρτυρίαν τοιαύτην τότε δὲν εἴχομεν. Ἐν τούτοις περιῆλθε τῷ 1864, ὅπως καὶ ἐγὼ φρονῶ, ἡ νῆσος Σάσων εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Πολιτείαν. Μετὰ δὲ ταῦτα ἔχομεν τινὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα μᾶς δεικνύουσιν ὅτι οὔτε τότε, ὅτε ἦτο νωπὴ καὶ πρόσφατος ἡ ἐντύπωσις τῆς προσαρτήσεως τῶν Ἰονίων Νήσων, οὔτε ἔκτοτε μέχρι τοῦ πολέμου παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἐνεφανίσθη ὑπάρχουσα ἡ ἰδέα ὅτι ἡ νησὶς Σάσων ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα. Διότι ὅτε ἔγγραφον τοῦ τότε, τῷ 1864, Προξενείου Αὐλῶνος, ἀπηυθύνθη πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ οὗ ὁ πρόξενος ἀνέφερεν ὅτι ὑπερβολικὰ εἶναι τὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται ἐπὶ τοῦ φάρου τοῦ Αὐλῶνος, διότι μόνον τότε θὰ ἦσαν δεδικαιολογημένα τὰ τέλη ταῦτα, ὅταν οὐ μόνον ὁ φάρος τῆς Αὐλῶνος, ἀλλὰ καὶ ὁ φάρος τοῦ Σάσωνος θὰ εἶχε κτισθῆ ὑπὸ τῆς Ἑταιρίας τῶν Φάρων διὰ τὴν Τουρκίαν, τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Θεοδώρου Δεληγιάννη, παρεπέμφθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν καὶ ἐδόθησαν αἱ ὁδηγίαι εἰς τὸν ἐν Αὐλῶνι πρόξενον ὅπως διαμαρτυρηθῇ ἐπὶ τούτῳ τῷ λόγῳ, ὅτι ἔδει καὶ ἐν τῷ Σάσωνι νὰ ὑπάρχῃ φάρος Τουρκικός, οὐχὶ μόνον ἐν Αὐλῶνι, διὰ νὰ εἰσπράττηται τὸ τέλος τὸ μεῖζον. Καὶ περαιτέρω, τῷ 1871, ἔχομεν δύο ἕτερα ἔγγραφα, ἓν μὲν τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται ὑπὸ τοῦ ἀειμνήστου Ραγκαβῆ ἐκ Κ)πόλεως εἰς τὸ ἐνταῦθα Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, ἕτερον δέ, τὸ ὁποῖον ἀπευθύνεται ὑπὸ τοῦ ἐνταῦθα πρεσβευτοῦ τῆς Τουρκίας ἐπίσης πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἀγγέλλεται ὅτι ἱδρύθη φάρος ἐν Σάσωνι Ὀθωμανικός. Καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀπηυθύνετο εἰς τὸν ἀείμνηστον Ἀλέξανδρον Κουμουνδοῦρον, παραπέμπεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, ὅπως λάβῃ γνῶσιν καὶ δώσῃ γνῶσιν εἰς τοὺς ναυτιλλομένους ὅτι ἱδρύθη ὁ ἐν λόγῳ φάρος ἐν τῇ νησίδι Σάσωνι. Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω ἔχομεν ἔγγραφον μακρόν, τὸ ὁποῖον, πρωθυπουργοῦντος τοῦ ἀειμνήστου Τρικούπη, συνετάχθη καὶ τὸ ὁποῖον ἀφεώρα εἰς τὸν φωτισμὸν τῶν Ἑλληνικῶν παραλίων, διότι ἐγένετο τότε ἐπιτροπὴ ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Ναυτικῶν, ἵνα ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο τοῦ φωτισμοῦ τῶν ναυτικῶν παραλίων καὶ ἡ ἔκθεσις αὐτῆς τοῦ 1889, ἂν δὲν με ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐνεκρίθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ναυτικῶν, ἡ δὲ ἔκθεσις αὕτη ἄρχεται μὲν λέγουσα, ὅτι, «ἡ Ἑλληνικὴ παραλία, ἣν κατὰ πρῶτον ἀπαντᾷ ὁ ἐξ Ἀδριατικῆς πρὸς τὴν Ἑλλάδα καταπλέων εἶναι ἡ νησὶς Ὄθωνοι», μετὰ ταῦτα δὲ ὀνομαστὶ καὶ μεταξὺ τῶν φάρων τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Τουρκίαν ἀναφέρει καὶ τὸν τῆς νησίδος Σάσωνος.
§95Ι. ΜΠΡΙΣΙΜΙΤΖΑΚΗΣ. Τίς ἦτο ὑπουργὸς τότε.
§96Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ὁ κ. Θεοτόκης.
§97Θ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ. Οἱοσδήποτε καὶ ἂν ἦτο δὲν ἤξευρε τί τοῦ ἐγίνετο.
§98Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Ταῦτα ἦσαν στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὤφειλον κατὰ καθῆκον νὰ προσθέσω εἰς τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ἐπίσης παραδέχομαι ὡς ἀκριβῆ καὶ τὰ ὁποῖα ἤχθησαν ἐνώπιον τοῦ Σώματος πρό τινων ἡμερῶν ὑπὸ διαφόρων ἀγορευσάντων. Προσάγω δὲ τὰ στοιχεῖα ταῦτα εἰς τὴν Βουλήν, οὐχὶ διότι θεωρῶ ὅτι ταῦτα ἐδημιούργησαν τίτλους ὑπὲρ τῆς Τουρκίας, διότι νομίζω ὅτι δὲν ὑπῆρχεν οὐδ’ ἡ πρόθεσις τῆς παραδόσεως τῆς νησίδος ταύτης εἰς τὴν Τουρκίαν διὰ τῶν τοιούτων ἐγγράφων, ἀλλ’ ἵνα δείξω ὅτι πρᾶξις μὲν κατοχῆς οὐδεμία ἐγένετο ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὑπῆρξαν δὲ πράξεις κατοχῆς ἐπὶ τῆς νησίδος γενόμεναι ὑπὸ τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, οὐχὶ διότι ἰσχυρίζομαι εἴτε παραγραφὴν ἀποσβεστικὴν εἴτε παραγραφὴν κτητικὴν ἐπελθοῦσαν, διότι, ὅπως τοῦτο ὑπεμνήσθη, ὄντως ἀνέκαθεν ἐδίδαξα ὅτι τοιαύτην δὲν δέχομαι ἐν τῷ Διεθνεῖ Δικαίῳ. Θὰ ἠδίκουν δὲ ἄλλως καὶ ἐμαυτὸν λέγων ὅτι δέχομαι ἐν προκειμένῳ ἐξαίρεσιν ἐν τῷ θέματι. Οὐδ’ ἀνέφερα ταῦτα διὰ νὰ ὑπαινιχθῶ ὀψιγενές τι ἐνδιαφέρον διὰ τὸν Σάσωνα. Ἁπλῶς παρέχω τὰ στοιχεῖα ταῦτα διὰ νὰ δώσω τῇ Βουλῇ τελείαν καὶ πλήρη τὴν εἰκόνα τῶν πραγματικῶν στοιχείων ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων δέον νὰ διεξαχθῇ σήμερον ἡ συζήτησις. Ἐφ’ ὅσον τὸ ζήτημα τότε ἐξητάσθη, καὶ δὲν γνωρίζω κατὰ πόσον ἐξητάσθη, καὶ ἐφ’ ὅσον ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι ἡ νησὶς αὕτη ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλλάδα, πιθανῶς ἡ παράλειψις πάσης διαμαρτυρίας διὰ τὰς πράξεις κατοχῆς τὰς γενομένας ἐκ μέρους τῆς Ὀθωμανικῆς Κυβερνήσεως, αἰτίαν εἶχε ταύτην, ὅτι δὲν ἐθεωρήθη ἄξιον λόγου ὅπως τὸ ζήτημα τοῦτο διαταράξῃ τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὴν ὅμορον ἐπικράτειαν, διότι ὄντως θὰ διετάρασσε σοβαρῶς τὰς σχέσεις ταύτας τὸ γεγονὸς διαμαρτυρίας διὰ κατάληψιν ἡμετέρου ἐδάφους ὑπὸ τῆς ἄλλης Ἐπικρατείας. Σήμερον δὲ τὸ ζήτημα, ἂν ὀρθῶς βλέπω, τίθεται ὡς ἑξῆς. Ὅπως ἔχουσι τὰ ἐκ τῶν συμβάσεων δικαιώματα ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὰ λοιπὰ πραγματικὰ στοιχεῖα τῆς ἡμετέρας κατοχῆς ἢ μᾶλλον τῆς ἡμετέρας μὴ κατοχῆς ἐπὶ τοῦ Σάσωνος μέχρι τῆς στιγμῆς τοῦ πολέμου, ἐνεδεικνύετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀρνηθῇ εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν παραχώρησιν τοῦ Σάσωνος εἰς τὴν Ἀλβανίαν, τότε τὸ πρῶτον προβαλλούσας ἀξιώσεις, αἱ ὁποῖαι μέχρι τοῦδε δὲν εἶχον προβληθῆ; Τὸ ζήτημα τοῦ Σάσωνος, ὑφ’ ἃς συνθήκας διετέλει ἡ ὅλη ἀλληλουχία τῶν γεγονότων, ἦτο τοιοῦτον, ὥστε νὰ προβληθῇ ἀντίστασις, οὐχὶ ἀπέναντι μιᾶς μεμονωμένης Δυνάμεως, ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν συνησπισμένων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, αἵτινες ἐδήλουν ὅτι πρόκειται ἐνταῦθα περὶ μεγάλου Εὐρωπαϊκοῦ συμφέροντος; Ἦτο ἐνδεδειγμένον, ὅπως εἰς ταύτας ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀρνηθῇ, ἵνα εἰσηγηθῇ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ ὑποστηρίξῃ τὴν παραχώρησιν τῆς νησίδος ταύτης εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἰδίᾳ ἀφοῦ μετέσχεν ἡ Ἑλλὰς πράξεως διεθνοῦς, δι’ ἧς ἀνεγνωρίζετο εἰς τὰς ἓξ Δυνάμεις τὸ δικαίωμα ἵνα αὗται κρίνωσι περὶ τῶν ὁρίων τῆς Ἀλβανίας; Καὶ βεβαίως μέν, ὅπως ὀρθῶς παρετηρήθη, ἐξῆλθον αἱ Δυνάμεις τῆς ἐντολῆς ταύτης, ἐφ’ ὅσον περὶ νησίδος μὴ ἀνηκούσης εἰς τὸ Ὀθωμανικὸν Κράτος ἔκριναν ὅτι δέον αὕτη νὰ περιληφθῇ εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, δὲν τίθεται ἐκεῖ τὸ ζήτημα, ἂν ἐξῆλθον ἢ οὐ αἱ Δυνάμεις, ἀλλὰ ἄν, ὡς ἔχουσι τὰ πραγματικὰ γεγονότα, αἱ πραγματικαὶ συνθῆκαι τῆς ἀλληλουχίας τῶν πράξεων τῶν ἐνεργηθεισῶν μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἐπὶ τῆς νησίδος, ἐνεδεικνύετο ν’ ἀρνηθῶμεν τὴν νησίδα ταύτην εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπὲρ τῆς Ἀλβανίας. Μοὶ φαίνεται ὅτι οὕτω τιθεμένου τοῦ ἐρωτήματος, ἀσφαλῶς δὲν δύναται ἢ ἀρνητικῶς νὰ λυθῇ. Καὶ τοῦτο οὐχὶ διότι δὲν ἀπέδωκεν ἡ Κυβέρνησις στρατηγικὴν σημασίαν εἰς τὴν νησίδα ταύτην· ἴσως, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐπαρκεῖς αἱ ναυτικαί μου γνώσεις, ἄλλοτε μείζονα εἶχε τοιαύτην ἡ νῆσις ἢ σήμερον, λόγῳ τῆς ταχύτητος μεθ’ ἧς ἐνεργοῦνται σήμερον αἱ ναυτικαὶ ἐπιχειρήσεις. Πάντως ἔχει καὶ σήμερον στρατηγικὴν σημασίαν, ἀλλὰ τὴν ἔχει δι’ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος κατέχει τὸν Αὐλῶνα. Δι’ ἐκεῖνον ὅστις δὲν κατέχει τὸν Αὐλῶνα, κατέχει δὲ τὸν Σάσωνα, μοὶ φαίνεται ὅτι μᾶλλον μειονέκτημα ἀποτελεῖ ἡ κατοχὴ τῆς νησίδος ταύτης.
§99Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶναι σύμφωνος καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, ἂν ἐπιτρέπηται ἡ διακοπή; Διότι ὑπάρχει ἐναντία δήλωσίς του εἰς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Αὐστρίας περιεχομένη ἐν τῇ ἐρυθρᾷ βίβλῳ τῇ Αὐστριακῇ.
§100Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Οὐδεμίαν γνωρίζω διαφωνίαν τοῦ Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Οὕτω νομίζω παρίσταται τὸ ζήτημα. Σημειωτέον δ’ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὅπως συνομολογήσῃ τὴν παραχώρησιν τῆς νησίδος εἰς τὴν Ἀλβανίαν ζητεῖ τὴν ἄδειαν, δὲν παραχωρεῖται δὲ ἡ νῆσις δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ὁ ὁποῖος πρόκειται ἐνώπιον ὑμῶν. Ἐννοεῖται ἐπίσης ὅτι θὰ παραχωρηθῇ ὁ Σάσων ὑφ’ οὓς ὅρους παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὅσον δ’ εἰδικώτερον διὰ τὸ ζήτημα δὲν εἰξεύρω ἂν εἶναι ἀκαδημαϊκὸν ἢ μή, ὅπερ ἐτέθη ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κερκύρας, κατὰ πόσον ἡ νῆσος αὕτη περιλαμβάνεται εἰς τὴν οὐδετερότητα ἧς ἀπολαύει ἡ Κέρκυρα καὶ οἱ Παξοί. Ἐπ’ αὐτοῦ τὴν ἑξῆς ἔχω γνώμην. Ὄντως, διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τῆς περὶ τῶν Ἰονίων νήσων συνθήκης παραχωρήσεως «ἡ Κέρκυρα, οἱ Παξοὶ καὶ τὰ παραρτήματα αὐτῶν» ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους παραχωροῦνται εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐρωτᾶται ἄρα, ἂν εἰς τὰ παραρτήματα ταῦτα τῆς Κερκύρας ἀνήκῃ καὶ ὁ Σάσων ἢ ὄχι. Ἂν ἀνήκῃ, τότε βεβαίως εἶναι ἐξουδετερωμένη, ἂν δὲν ἀνήκῃ, τότε δὲν εἶναι. Νομίζω ὅτι ἴσως εἶναι ζήτημα γεωγραφικὸν τὸ ὁποῖον θὰ κριθῇ ἐκ τῆς ἀποστάσεως τῆς νήσου Σάσωνος ἀπὸ τῆς Κερκύρας. Ἂν ἡ πρώτη ἀποτελῇ παράρτημα τῆς δευτέρας καὶ ἂν ἀπὸ ταύτης τῆς ἀπόψεως κριθῇ τὸ πρᾶγμα, ἡ λύσις εἶναι ἀμφίβολος. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται σοβαρωτέραν ἔχον τὴν ὑπόστασιν εἶναι τοῦτο, ὅτι πάντως παραχωρεῖται ἡ νῆσις αὕτη εἰς Κράτος οὐδέτερον, εἰς Κράτος ἐξουδετερωμένον, διότι ἡ Ἀλβανία πρόκειται νὰ ἀποτελέσῃ Κράτος οὐδέτερον, καὶ ἑπομένως θὰ ἀπολαύῃ, εἴτε ἔχει ἰδίαν οὐδετερότητα ὁ Σάσων εἴτε μή, τῆς οὐδετερότητος ἧς ἀπολαύει σήμερον τὸ Κράτος εἰς τὸ ὁποῖον θὰ ἐπρόκειτο νὰ περιέλθῃ, καὶ τοῦτο ἐλαττοῖ ἔτι μᾶλλον τὴν σημασίαν τοῦ ζητήματος καὶ κατὰ πόσον θὰ ἔχῃ ἰδίαν οὐδετερότητα καὶ κατὰ πόσον ἡ στρατηγικὴ θέσις τοῦ Σάσωνος εἶναι ἀξία λόγου ἢ μή.
§101Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὑπάρχει πρᾶξις ἀναγνωρίζουσα τὴν οὐδετερότητα τῆς Ἀλβανίας;
§102Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς συνδιασκέψεως τοῦ Λονδίνου. Οὕτω, ὡς βλέπετε, τίθεται τὸ ζήτημα τῆς παραχωρήσεως τῆς νήσου εἰς τὴν Ἀλβανίαν, διὰ δὲ τῆς θέσεως, ἐν ᾗ εὕρηται ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τῆς ὁμοφωνίας τῶν Δυνάμεων, ὡς πρὸς τὴν νησῖδα ταύτην τὴν μικράν, ἀγόμεθα καὶ εἰς τὴν καθόλου ἐπὶ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος, ἐφόσον ταύτην ὀρθῶς βλέπω, πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως. Τὴν πολιτικὴν ταύτην θὰ κρίνωμεν ἀσφαλέστερον ἴσως ὄχι ἐκ τῶν βίβλων τῶν μεμονωμένων καὶ ὀλίγων, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον ἐδημοσιεύθησαν ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι, ἰδίοις ὄμμασιν ηὐτυχήσαμεν νὰ ἴδωμεν κατὰ τὴν τελευταίαν διετίαν. Βίβλοι τῶν ἐμπολέμων δυσκόλως εἶναι δυνατὸν ταχέως νὰ δημοσιευθῶσι, καὶ δὲν ἔχομεν παράδειγμα τινὸς τῶν ἐμπολέμων δημοσιεύσαντος τοιαύτας βίβλους, σήμερον δὲ τούτων αἱ βίβλοι πλεῖον φῶς θὰ ἐπέχεον ἐπὶ τὴν ὅλην πορείαν τῶν γεγονότων ἢ αἱ βίβλοι τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης τῶν Δυνάμεων ὅσον ἐνεργὸν καὶ ἂν ἔσχον αὗται μέρος περὶ τὴν ἐξέλιξιν τοῦ Ἀλβανικοῦ ζητήματος. Ἡ πολιτικὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος, ἀφετηρίαν ἔχει τὴν κατανόησιν ὅτι ἐπὶ τοῦ Ἀλβανικοῦ ζητήματος εὑρέθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐνώπιον ἑνὸς μεγάλου Πανευρωπαϊκοῦ συμφέροντος, τὸ ὁποῖον ἀριδήλως καὶ σαφῶς ἐνεφανίσθη, τοῦ συμφέροντος τῆς δημιουργίας τῆς Ἀλβανίας. Τὸ συμφέρον τοῦτο μετὰ τοσαύτης δυνάμεως ἐνεφανίσθη καὶ οὕτως ἰσχυρὸν ὑπῆρξεν ὥστε καὶ αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις ἠναγκάσθησαν ἀπέναντι τῶν συνδυασμένων συμφερόντων δύο Δυνάμεων εἰς μεγάλας ἐν τῷ ζητήματι νὰ προβῶσι παραχωρήσεις, ἴσως καὶ αὗται ἔχουσαι ἀντίθετα συμφέροντα πρὸς τὰ τῶν δύο ἐκείνων Δυνάμεων, πάντως νὰ ἀποδεχθῶσι τὴν πολιτικὴν τῶν δύο τούτων Δυνάμεων ἐν τῷ Ἀλβανικῷ ζητήματι, καὶ νὰ δεχθῶσι καὶ αὐταὶ τὴν ἵδρυσιν ἑνὸς αὐτονόμου Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ὑπῆρξε δὲ ἡ πολιτικὴ τῶν δύο Δυνάμεων ἐπὶ μακρὸν χρόνον ἀρνητικὴ ἐν τῷ Ἀλβανικῷ ζητήματι, ὅτε δὲ τὰ μεγάλα γεγονότα τὰ τόσον εὐτυχῆ δι’ ἡμᾶς ἐπῆλθον ἐν τῇ χερσονήσῳ τοῦ Αἵμου καὶ ἄρδην ἀνέτρεψαν τὸ τέως καθεστώς, ἡ πολιτικὴ ἐκείνη ἡ ἀρνητικὴ μετεβλήθη εἰς θετικήν, εἰς σύμπραξιν ἐπὶ τῷ τέλει δημιουργίας τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους, ἴσως πάλιν καὶ ἐκεῖ ἐπὶ σκοπῷ ἀπωτέρω πάλιν ἀρνητικῷ, ἵνα μηδετέρα ἐξ αὐτῶν ἔχῃ ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ τέως τούτου τμήματος τῆς Ὀθωμανικῆς Αὐτοκρατορίας. Ταύτην τὴν πολιτικὴν τῆς ἱδρύσεως Κράτους Ἀλβανικοῦ ἀπεδέξατο ὁμοφώνως ἡ Εὐρώπη καὶ ἔταξεν ὑφ’ ὡρισμένας τινὰς ἐγγυήσεις ὧν μία εἶναι καὶ ἡ τῆς οὐδετερότητος τῆς Ἀλβανίας. Ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς Ἀλβανίας δὲν ἀντετίθετο οὐδὲ πρὸς τὰ ἡμέτερα συμφέροντα. Τοὐναντίον μάλιστα, καὶ τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐξηγεῖ, διατὶ αὐτὴ ἡ ἵδρυσις τῆς Ἀλβανίας δὲν ἐξίππασεν ἐνταῦθα τὸν κόσμον καὶ τὴν ἐθνικὴν ψυχήν, ὅπερ παρενόησε τότε ἀντιπρόσωπος Δυνάμεως, ὃν ἀνέφερέ τις προαγορεύσας, ἐκπλαγεὶς διὰ τὴν δῆθεν ἔλλειψιν ἐνδιαφέροντος. Δὲν νομίζω ὅτι πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλὰ μᾶλλον περὶ ἀκριβεστάτης κατανοήσεως, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους δὲν ἀποτελεῖ τι ἀντιτιθέμενον πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Ἀληθῶς, νομίζω, ὀρθῶς ἐλέχθη ποτὲ ὅτι ἄν δὲν εἶχε δημιουργήσει τὴν Ἀλβανίαν ἡ Εὐρώπη, θὰ ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ προσπαθήσῃ νὰ δημιουργήσῃ τὴν Ἀλβανίαν, εἶμαι δ’ εὐτυχὴς ὅτι πολλοὶ ἐκ τῶν ἀγορευσάντων ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου φαίνεται ὅτι ἔχουσι τὴν αὐτὴν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου γνώμην. Βεβαίως, ἀλλοίαν κατὰ τὰ ὅρια θὰ εἶχε δημιουργήσει ἡ Ἑλλὰς τὴν Ἀλβανίαν, ἐὰν ἐδημιούργει ταύτην. Τὸ γεγονὸς ὅμως τῆς δημιουργίας τῆς Ἀλβανίας, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἀντίκειται εἰς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Τοὐναντίον, προάγει μᾶλλον ἡ ὕπαρξις αὐτῆς νομίζω τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, διότι καὶ ἡ Ἑλλὰς πλεῖστα ἔχει μετὰ τοῦ Κράτους τούτου κοινὰ τὰ συμφέροντα, καὶ τὸ Κράτος τοῦτο διὰ πλείστων δεσμῶν θὰ συνδεθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἂν καλῶς πολιτεύηται. Ἑπομένως, σωφρόνως δι’ αὐτὴν ἐπολιτεύθη ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τοῦ Πανευρωπαϊκοῦ τούτου συμφέροντος, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπετέλει ἀντίθεσιν πρὸς τὰ ἑαυτῆς συμφέροντα. Ἡ Ἑλλὰς ἀπεδέχθη τὴν ὕπαρξιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους μετὰ χαρᾶς καὶ μόνον ὅτε εἶδεν ὅτι καὶ θυσίας ὤφειλε νὰ ὑποστῇ χάριν τῆς ὑπάρξεως ταύτης, τότε καὶ μόνον τότε ἐπὶ τούτου εὑρέθη εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ νέον Κράτος καὶ πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ὑπὸ τοιούτους ὅρους ἤθελον νὰ ἱδρύσωσι τὴν Ἀλβανίαν. Εὑρεθεῖσα δὲ ἐνώπιον ἀποφάσεως Εὐρωπαϊκῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀκραιφνεῖς Ἑλληνικοὶ πληθυσμοὶ θὰ ἔπρεπε νὰ μετατεθῶσιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἀφοῦ ἠλευθερώθησαν ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος συμπράξει καὶ τῶν ἄλλων Κρατῶν τοῦ Αἵμου ἐν τῷ πολέμῳ κατὰ τῆς Τουρκίας, εὑρεθεῖσα, λέγω, ἐνώπιον τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης τῆς Εὐρωπαϊκῆς, εἶχε διττὸν τὸν σκοπὸν ἡ πολιτεία τῆς Ἑλλάδος, πρῶτον ὅπως τὰ ὅρια τοῦ Κράτους τοῦ νέου δημιουργηθῶσι τοιαῦτα, ὥστε ὅσον ἐλάχιστον Ἑλληνικὸν πληθυσμὸν νὰ περιλάβωσι, δεύτερον ὅπως τὸν πληθυσμὸν τὸν ὁποῖον θὰ περιελάμβανε τὸ νέον Κράτος, κατορθώσῃ νὰ ἐξασφαλίσῃ δι’ ἐγγυήσεων ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ μὴ τρέχῃ κίνδυνον ὁ ἐν λόγῳ πληθυσμὸς νὰ ἀπολέσῃ τὸν ἑαυτοῦ ἐθνισμόν. Καὶ τὸν μὲν Αὐλῶνα δὲν ἤλπισέ ποτε ἡ Ἑλλὰς ὅτι ἠδύνατο ὄντως νὰ περιλάβῃ εἰς τὰ ἑαυτῆς ὅρια, ἢ νὰ ἴδῃ ἀποκλειόμενον ἐκ τῶν Ἀλβανικῶν ὁρίων, διότι εὑρέθη ἤδη ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου τοῦ 1912 ἐνώπιον δηλώσεων, αἱ ὁποῖαι σαφὲς καθίστων εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅτι περὶ Αὐλῶνος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τρέφῃ τὴν ἐλπίδα, ὅτι θὰ περιληφθῇ αὕτη εἰς τὰ ὅριά της. Προσεπάθησεν ὅμως ἡ πολιτεία τῆς Ἑλλικῆς Κυβερνήσεως ἔκτοτε καὶ μέχρι πρὸ ὀλίγων ἔτι μηνῶν, ὅπως ὅσον τὸ δυνατὸν μειωθῇ ὁ πληθυσμὸς ὁ Ἑλληνικός, ὁ ὁποῖος ἐπρόκειτο νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος. Καὶ αἱ προσπάθειαι δὲν ὑπῆρξαν ἄγονοι. Ἐπειδὴ δὲ χρῆσις ἐγένετο πολὺ τῆς βίβλου τῆς Αὐστροουγγαρικῆς, θὰ ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ ἐφ’ ἑνὸς σημείου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐν τῇ βίβλῳ. Ὑπάρχουσι δύο χάρται ἐν αὐτῇ, ὁ εἷς προσηρτημένος εἰς τὸ ὑπ’ ἀριθμ. 173 ἔγγραφον, ὁ ἕτερος ἐν σελίδι 422, ὅστις δὲ παραβάλλει τοὺς δύο τούτους χάρτας, βλέπει τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα ἀνέκαθεν εἶχον σκοπηθῆ διὰ τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος, ἐν ἀρχῇ μὲν παμμέγιστα, βαίνοντα πολὺ πλησίον τῶν τέως ὁρίων τῆς Ἑλλάδος, μετὰ ταῦτα δὲ περιοριζόμενα οὐσιωδῶς. Καὶ ἂν πρὸς τοὺς δύο τούτους χάρτας, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσιν ἀληθῆ εἰκόνα τῆς προόδου τῆς ἐνεργείας καὶ δεικνύουσιν ἤδη τὸν καρπὸν τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, προσθέσητε καὶ τρίτον τὸν τελικὸν χάρτην τῶν Ἀλβανικῶν συνόρων ἰδίᾳ μὲ τὴν βελτίωσιν τὴν ἐπιτευχθεῖσαν ἐν τῇ τελευταίᾳ διακοινώσει τῶν Δυνάμεων, τότε ὄντως βλέπει τις ὅτι ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀρχικῶς σκοπηθέντος καὶ τοῦ ἐν τέλει ἐπιτευχθέντος εἶναι διαφορὰ ἀξία λόγου, ἥτις δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιτυχία διπλωματικῆς Ἑλληνικῆς ἐνεργείας. Ἐγὼ δὲν βλέπω διατὶ θὰ εἴχομεν συμφέρον τὴν διπλωματικὴν ἐνέργειαν τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου νὰ ὑποτιμήσωμεν. Ἂν ἡ στρατιωτικὴ ἐνέργεια ὑπῆρξεν ὑπέροχος καὶ αὕτη εἶναι πάσης τιμῆς ἀξία, καὶ αὕτη δέον νὰ ἐξαίρηται ὑπὸ παντὸς Ἕλληνος, διότι νομίζω ὅτι, ὅπου τι ἀγαθὸν εὑρίσκεται ἔν τινι ἐνεργείᾳ τοῦ Κράτους, οἱ αὐτοὶ λόγοι συνηγοροῦσιν, ὅπως καὶ εἰς ταύτην ἀναγνωρισθῇ τοῦτο ὅπως καὶ ἀλλαχοῦ. Οὕτω λοιπὸν καὶ κατὰ τὴν Συνδιάσκεψιν τοῦ Λονδίνου καὶ μετὰ ταύτην ἡ πολιτικὴ ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως ἐξελιχθεῖσα, ἤγαγεν εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι οὐσιωδῶς περιωρίσθησαν τὰ ἀρχικὰ ὅρια περὶ τῶν ὁποίων ἐγένετο λόγος ὅπως ταῦτα δοθῶσιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Καὶ ἐρωτᾶται· δὲν ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς μεῖζόν τι νὰ ζητήσῃ, δὲν ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς δι’ ἐνεργείας ἐντονωτέρας, ἀνθισταμένη εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἀλλοῖα ἐπεζήτουν, εἴτε ἀφήνουσα νὰ πραγματοποιηθῶσιν ἀπειλαί, αἱ ὁποῖαι τῇ ἐγένοντο νὰ ἀφήσῃ τὴν πολιτικήν, τὴν διπλωματικὴν καὶ ἀνένδοτον νὰ λάβῃ στάσιν ἀπέναντι τῶν ἀπειλῶν ἢ τῶν διαθέσεων τούτων; Μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ τοῦτο τὸ ζήτημα εἶναι ἐκ τῶν ἐξ ἑαυτῶν λυομένων, νομίζω δ’ ὅτι ἐὰν ἐλέχθη ὅτι ἀφήνουσα ἡ Ἑλλὰς νὰ πραγματοποιηθῶσιν αἱ ἀπειλαί, θὰ ἐπετύγχανεν ὅπως ἐπέλθῃ μία γενικὴ ἀνάφλεξις, τότε τίθεται τὸ περαιτέρω ζήτημα· θὰ ὠφέλει τὴν Ἑλλάδα ἡ γενικὴ ἀνάφλεξις κατὰ τὴν στιγμήν, καθ’ ἣν ἦσαν ἐκτεθειμένοι οἱ στρατοὶ αὐτῆς, θὰ ὠφέλουν αὐτὴν οἱ συνδυασμοί, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐπήρχοντο ἐν τῇ γενικῇ ἀναφλέξει, ἐπαγόμενοι γεγονότα τελείως ἀνεξάρτητα οὐχὶ τῆς θελήσεως τῆς ἰδίας, ἀλλὰ τῆς θελήσεως καὶ τοῦ μεγαλειτέρου Εὐρωπαϊκοῦ Κράτους, θὰ ἦτο καλὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ προκαλέσῃ τὴν ἀνάφλεξιν ταύτην ἔστω καὶ μὲ τὸν κίνδυνον νὰ ἐμπλακῶσιν εἰς τὰς φλόγας καὶ τμήματα αὐτῆς ἄρτι ἀνακτηθέντα; Νομίζω ὅτι ἐν τῇ ἀνελίξει τῶν πολιτικῶν γεγονότων ἡ τήρησις τοῦ μέτρου ὑπῆρξε μία τῶν εὐτυχῶν καὶ ἀσφαλῶν ἐμπνεύσεων τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας. Καὶ ταῦτα ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς διαρρυθμίσεως τῶν Ἀλβανικῶν ὁρίων, ζήτημα τὸ ὁποῖον καὶ πάλιν πιθανῶς θὰ ἀχθῇ ἐνώπιον ὑμῶν λόγῳ τῆς ἀνάγκης τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἑτέρας μεταρρυθμίσεως, ἥτις ἐγένετο τελευταῖον δεκτὴ ὑπὸ τῶν Δυνάμεων. Τὸ δεύτερον περαιτέρω, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ἐπιζητήσῃ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῷ Ἠπειρωτικῷ ζητήματι, ἦτο ἡ ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντελεστέρα ἐξασφάλισις τοῦ ἐθνισμοῦ τῶν ὄντως ἀκραιφνῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν, οἵτινες περιήρχοντο εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Καὶ ἐπὶ τούτου νομίζω ὅτι ἡ δρᾶσις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρξεν ἄκαρπος. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κουράσω τὴν Βουλὴν ἀναγινώσκων καὶ πάλιν τὰ κείμενα τῶν διακοινώσεων, αἵτινες ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Δυνάμεων. Ἐκ τῶν κειμένων τούτων θὰ ἴδῃ τις τὰ ἐπιτευχθέντα καὶ ἐν τῷ ζητήματι τούτῳ. Καὶ ἐὰν ἐκακίσθησαν αἱ διακοινώσεις αὗται, καὶ ὑφίσταμαι κἄπως καὶ ἐγὼ ἐξέτασιν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, καὶ ἐάν, λέγω, ἐκακίσθησαν αἱ διακοινώσεις αὗται ἐπὶ ἁβρότητι ὕφους, ἢ ἂν ἐκακίσθησαν διότι δὲν περιεῖχον ἀγρίους ὅρους εἰς τὰς Δυνάμεις καὶ διὰ τοιαύτης θέσεως ὅρων δὲν ἐπεζήτουν νὰ ἐπιτύχωσι τὸ ποθούμενον, νομίζω ὅτι σήμερον εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν ἀσφαλέστερον ἢ ὅσον κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπὶ τούτου συζήτησιν τῆς Βουλῆς, διότι τότε ἀκόμη δὲν εἶχε δοθῆ ἡ ἀπάντησις τῶν Δυνάμεων εἰς τὴν Ἑλλάδα· σήμερον μόλις ἐδόθη αὐτή. Καὶ τότε μὲν ἴσως ἠδυνάμεθα νὰ φοβώμεθα ὅτι ἡ ἁβρότης αὕτη, ἡ παράστασις ἁπλῶς ὡς δικαίων, διότι περὶ τούτου γίνεται λόγος· δὲν γίνεται λόγος οὔτε περὶ ἐπικλήσεων οὔτε περὶ ἱκεσιῶν· ἡ παράστασις, λέγω, ἀξιώσεων ἐπὶ δικαίου ἐρειδομένων καὶ οὐχὶ ἡ διατύπωσις ὅρων, δὲν θὰ εἴπῃ ὅτι καὶ ἄλλη τις διατύπωσις θὰ εἶχε τὸ ἀποτέλεσμα μεῖζον. Σήμερον ὅμως, ὅτε τὰ αἰτήματα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν εἰς τὰς Δυνάμεις ὑπὸ τὸν τύπον ἀξιώσεων ἐπὶ τοῦ δικαίου ἐρειδομένων, ἐγένοντο δεκτά, μοὶ φαίνεται ὅτι παρέργως ἴσως ψέγεται ἡ διατύπωσις, ἥτις οὐδὲν μὲν φαίνεται βλάψασα, τοὐναντίον ἴσως δὲν ἐξηρέθισε, ἐνῷ ἐὰν ἐξηρέθιζεν, ἥσσονα, θὰ ἐπετυγχάνοντο ἴσως τῶν ἐπιτευχθέντων. Ἀλλὰ καὶ τὸ μέτρον τῶν ἀξιώσεων, αἱ ὁποῖαι ἐτάχθησαν ἐν ταῖς διακοινώσεσι ταύταις, ἐπεκρίθη καὶ ἐλέχθη ὅτι ἰδού· ἐὰν ἡμεῖς ἐζητοῦμεν πολιτικὴν αὐτονομίαν, οἵαν ἐζήτησαν οἱ Ἠπειρῶται, τότε μεῖζόν τι θὰ ἐπετυγχάνομεν. Νομίζω ὅτι καὶ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἐτηρήθη ἐν ταῖς ἀξιώσεσι, καὶ τοῦτο παρὰ τὴν διατύπωσιν ὑπῆρξεν ὁ ἕτερος παράγων οὗ ἕνεκα αἱ ἀξιώσεις αὗται ἐγένοντο εὐχερέστερον δεκταί, ἐὰν δὲ προσήγετό τι τὸ ὁποῖον νὰ παράσχῃ τὸ ἐνδόσιμον εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις ὅτι ζητοῦμεν αὐτονομίαν, ἵνα ἀποσπάσωμεν τὸ τμῆμα τοῦτο ἀπὸ τῆς Ἀλβανίας, βεβαίως ἧσσόν τι θὰ ἐπετυγχάνομεν, ἂν μὴ ἐντελῶς ἀπετυγχάνομεν, γνωστοῦ ἄλλως, ὄντος ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν ἡ Εὐρώπη ἡ δημιουργήσασα τὴν Ἀλβανίαν, ν’ ἀνεχθῇ ἵνα τμῆμα αὐτῆς ἀποτελέσῃ τι αὐτόνομον, τὸ ὁποῖον νὰ ἔχῃ τὴν διαρκῆ τάσιν τοῦ ἀποχωρισμοῦ ἀπὸ τῆς Ἀλβανίας. Καὶ ἐκακίσθη ἡ Ἑλλὰς διότι, ἐνῷ ἡ Ρωμουνία ἐπέτυχεν ἄλλα, καὶ ἄλλη Δύναμις ἐπέτυχεν ἄλλα ὑπὲρ τῶν πληθυσμῶν της, ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν ἐπέτυχε. Καὶ ἐρωτῶ: πῶς οὐδὲν ἐπέτυχεν ἡ Ἑλλὰς, ἀφοῦ πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀπευθύνονται αἱ διακοινώσεις αὗται τῶν Μ. Δυνάμεων, ἀφοῦ ἐκ τῶν διακοινώσεων τούτων αὐτὸ τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀρύεται ὡρισμένα δικαιώματα, δικαιώματα πολύτιμα, νομίζω, καὶ ἐν τῷ παρόντι καὶ ἐν τῷ μέλλοντι ἐπὶ τοῦ θέματος, διότι δύναται ὄντως ἀνὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀξιώσῃ ἡ Ἑλλὰς ὅπως τὰ δικαιώματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα τῇ ἀνεκοινώθησαν ὡς παρασχεθέντα ἢ ὡς παρασχεθησόμενα, ὅπως καὶ πραγματοποιῶνται; Ἀλλὰ καὶ περαιτέρω, καὶ διὰ τοῦ Ἀλβανικοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον δὲν ἐδημοσιεύθη, τὸ ὁποῖον θὰ δημοσιευθῇ ὅμως, νομίζω, προσεχῶς, καὶ ἐκεῖ ἐξασφαλίζονται τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἀποτελεῖ δὲ τοῦτο δευτέραν τινὰ ἐγγύησιν τῶν ἐν λόγῳ δικαιωμάτων. Αὗται δὲ αἱ ἀξιώσεις αἱ εὔλογοι, αἱ ὑποδειχθεῖσαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως καὶ δεκταὶ γενόμεναι ὑπὸ τῶν Μ. Δυνάμεων, ἀπετέλεσαν καὶ τὴν βάσιν τῶν μετὰ ταῦτα ἐν Κερκύρᾳ διαπραγματεύσεων, διὰ τῶν ὁποίων διεσαφηνίσθησαν τὰ δικαιώματα τὰ παρεχόμενα τῇ Ἑλλάδι διὰ τῶν διακοινώσεων τῶν Μ. Δυνάμεων καὶ ἐκανονίσθησαν ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν ἀκριβῶς ἐν οἵῳ πνεύματι ἐζητήθη τοῦτο ὑπ’ αὐτῆς τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν ταῖς διακοινώσεσιν αὐτῆς καὶ ἐδόθη ὑπὸ τῶν Δυνάμεων. — Ἡ διασάφησις αὕτη, διασάφησις ὄντως πολύτιμος, καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα δέον νὰ θεωρηθῇ κεκτημένη, διότι ἀκριβῶς ἐρείδεται ἐπὶ τῶν διακοινώσεων, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὴν Ἑλλάδα εἰς ἀπάντησιν τῶν ἀξιώσεων αὐτῆς. Ἡ διασάφησις αὕτη βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὸν Ἠπειρωτικὸν ἀγῶνα· βεβαίως ὀφείλεται εἰς τὴν ἐθελοθυσίαν τὴν ἐπιδειχθεῖσαν ὑπὸ τῶν Ἠπειρωτῶν, οἵτινες ἠξίωσαν ὅπως ἐξασφαλισθῇ καὶ ἑαυτοῖς ἀμέσως ὁ ἐθνισμὸς αὐτῶν ὑπὸ τῶν Δυνάμεων καὶ τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὀφείλεται ἡ διασάφησις αὕτη, ἡ ὄντως πολύτιμος, καὶ εἰς δύο ἑτέρους παράγοντας νομίζω, οἵτινες δέον νὰ μὴ παρορῶνται. Πρῶτον εἰς τὴν κατανόησιν τὴν ἐπελθοῦσαν καὶ παρὰ ταῖς Δυνάμεσι καὶ ἐν Ἀλβανίᾳ ὅτι ἡ ὑπεράγαν συγκέντρωσις τῆς ἐξουσίας ἐν Ἀλβανίᾳ δὲν ἠδύνατο νὰ καρποφορήσῃ καὶ ὅτι ἀποκέντρωσίς τις θὰ εἶνε ἀπαραιτήτως γενικωτέρα ἐν τῷ Ἀλβανικῷ Κράτει. Δεύτερον δὲ καὶ εἰς τὰς ἀμέσως προηγηθείσας παρασκευαστικὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἀπέστειλεν εἰς Δυρράχιον ἕνα τῶν διακεκριμένων αὐτῆς ὑπαλλήλων, ὅστις μετέσχεν ἐνεργῶς τῆς ἐν λεπτομερείᾳ θέσεως τῶν βάσεων τῶν διαπραγματεύσεων. Ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται δι’ ὅσων λέγω νὰ μειώσω τὸ παράπαν τὴν ἀξίαν τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἀγῶνος, εἴτε τὴν ἐθελοθυσίαν τοῦ προϊσταμένου τοῦ ἀγῶνος τούτου, εἴτε καὶ τὴν λεπτότητα τῆς διαπραγματεύσεως ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος ἐν Κερκύρᾳ· ὀφείλω ὅμως κατὰ καθῆκον, ἵνα πλήρη ἐν τῷ συνόλῳ δώσω εἰκόνα εἰς τὴν Βουλήν, ἐφ’ ὅσον τὴν εἰκόνα ταύτην ὁ ἴδιος βλέπω, ὀφείλω νὰ παράσχω ὑμῖν πάντα τὰ στοιχεῖα τὰ ὁποῖα ἐπὶ τοῦ θέματος καὶ ὁ ἴδιος κέκτημαι. Καὶ αἱ μὲν διαπραγματεύσεις κατέληξαν εὐτυχῶς, ἀναπτύξασαι ἐν ταῖς λεπτομερείαις αὐτῶν τὰ παρασχεθέντα ὑπὸ τῶν διακοινώσεων δικαιώματα. Εἶναι δὲ ἐκκρεμὲς ἔτι σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἀποδοχῆς τῶν συμφωνηθέντων ἐν Κερκύρᾳ ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων καὶ ἐκ μέρους τῆς Ἀλβανικῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Ἠπειρωτῶν, ἀλλ’ ὑπὸ τὴν βάσιμον ἐλπίδα ὅτι αἱ Δυνάμεις θέλουσιν ἀποδεχθῆ, ὡς ἤδη τινὲς αὐτῶν ἐδήλωσαν, τὴν γενομένην συμφωνίαν, ἥτις προάγει ὄντως κατ’ ἐμὴν γνώμην τὰ μάλιστα τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἐν γενικαῖς γραμμαῖς ἡ πολιτεία τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Ἠπειρωτικῷ ζητήματι, καὶ ἂν ἐκακίσθη ἐπὶ ἀνακολουθίᾳ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ὅτι ἄλλην ἐν ἀρχῇ ἠκολούθησε πολιτικήν, ἄλλην δὲ ἐν τέλει, νομίζω ὅτι μεταξὺ τῶν δύο ὑπάρχει σημεῖον σαφές, τὸ ὁποῖον καθαρῶς ὁρίζει τὴν πολιτικὴν τὴν πρὶν καὶ τὴν πολιτικὴν τὴν μετὰ ταῦτα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τὸ σημεῖον τῆς ἀποδοχῆς τῆς διακοινώσεως τῶν Δυνάμεων, τὸ σημεῖον τῆς ἀναλήψεως ὑποχρεώσεων ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἐν τῇ πρώτῃ ἐκείνῃ κατὰ τέλη τὰ Ἰανουαρίου διακοινώσει τῶν Δυνάμεων. Πρό, διὰ τῆς ἀπαντητικῆς διακοινώσεως αὐτῶν περὶ ἀναλήψεως ὑποχρεώσεων, ἡ Ἑλλὰς εἶχε τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἐλευθέραν, καὶ ἐλευθέραν ἔχουσα τὴν πολιτικὴν αὐτῆς, ἠδύνατο, νομίζω, καὶ ὤφειλεν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἀφήσῃ τὸν ἀγῶνα τὸν Ἠπειρωτικὸν ὀργανούμενον, οὐχὶ ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων, οὐχὶ ὅπως οἱ Ἠπειρῶται καταπολεμήσωσι τὰς Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἤθελον νὰ ἱδρύσωσι τὴν Ἀλβανίαν, ἀλλ’ ὅπως ὁπλισθῶσι κατὰ πολλαπλῶν κινδύνων οἵτινες ἐκ βορρᾶ προήρχοντο. Ἀφ’ ἧς ὅμως ἡ Ἑλλὰς ἀπεδέχθη τὴν διακοίνωσιν τῶν Δυνάμεων ὑπὸ τὰς ἀξιώσεις, ἃς τότε ὑπέβαλε καὶ ἀφ’ ἧς ὑποχρέωσιν ἀνέλαβε ὅπως ὡρισμένην ἔχῃ πολιτείαν ἀπέναντι τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἀγῶνος, ἔκτοτε, ὀρθῶς πάλιν νομίζω, ἀπέσχε πάσης πράξεως, ἥτις θὰ ἠδύνατο νὰ ἀντίκηται πρὸς τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας τὰς σαφῶς ἀναληφθείσας. Νομίζω δὲ ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἡ εἰλικρινὴς ἀπέναντι τῶν Δυνάμεων, οὐχὶ μόνον ἐν τῷ Ἠπειρωτικῷ ζητήματι, ἀλλὰ καὶ ἐν ἀπωτέρῳ μέλλοντι, δύναται νὰ ἔχῃ σοβαρὰν διὰ τὰ Ἑλληνικὰ πράγματα ὠφέλειαν, λόγῳ τῆς πεποιθήσεως, ἥτις ἐδραιώθη ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἀναλαβοῦσα διεθνῶς ὑποχρεώσεις—καὶ ὑποχρεώσεις βαρυτάτας—ἐξετέλεσε ταύτας ὡς τὰς ἀνέλαβε. Καὶ ἀνεγνώσθη πρό τινων ἡμερῶν τηλεγράφημα τοῦ κόμητος Μπέρχτολδ πρὸς τὸν ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴν τῆς Αὐστροουγγαρίας ὅπου ἐλέγετο ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀκολουθεῖ πολιτικὴν ἐνθαρρυντικὴν τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἀγῶνος. Καὶ ἐτέθη τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ἐν συνδυασμῷ πρὸς τὸν ἀποκλεισμόν. Ἀλλὰ τὸ τηλεγράφημα ἐκεῖνο ἦτο ἀπὸ τῆς 17ης Αὐγούστου τοῦ 1913.
§103Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Προηγήθη τὸ τηλεγράφημα;
§104Γ. ΣΤΡΕΙΤ. Μάλιστα. Ἦτο τῆς 17ης Αὐγούστου, ὁ δὲ ἀποκλεισμὸς ἐγένετο 6–7 μῆνας ἀργότερον, ἤτοι τὴν 21 Φεβρουαρίου 1914. Ὥστε οὐδεμία ἄμεσος σχέσις ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι δυνατὸν νὰ θεωρηθῇ ὑπάρχουσα μεταξὺ τῶν δύο. Τοιαῦτα πολιτευθεῖσα ἡ Ἑλλὰς ἀπέναντι τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἀγῶνος, ὀρθῶς ἐπολιτεύθη καί, ἂν ἐξ ἑνὸς οὐδένα εἶχε λόγον ἡ Κυβέρνησις ὅπως ἀποκρούσῃ τὰς διαμαρτυρίας τὰς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι ὑπῆρξε παρέκβασις ἀπὸ τῆς ἐντολῆς τῶν Δυνάμεων ὡς πρὸς τὴν νησῖδα, ἐάν, λέγω, δὲν ἔχει λόγον ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποκρούῃ τὰς διαμαρτυρίας ταύτας, δὲν δύναται ἀφ’ ἑτέρου καὶ νὰ παρακολουθήσῃ ἐκείνους, οἵτινες λίαν ἀπαισιοδόξως ἔκριναν τὰ πράγματα ἕνεκα τῆς γενομένης ἢ προτεινομένης σήμερον τοιαύτης παραχωρήσεως. Ἐλέχθη ὅτι εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς θέσιν κινδύνου, καὶ ἄλλος ῥήτωρ εἶπεν ὅτι κινδυνεύει τὸ Βασίλειον διότι ὁ Σάσων παραχωρεῖται ἢ θὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἀφοῦ παρόμοια δύνανται νὰ ζητηθῶσι καὶ δι’ ἄλλας χώρας. Ἐννοεῖται, ἐὰν παρόμοια ζητηθῶσι καὶ δι’ ἄλλας χώρας, ἄλλαι θὰ εἶναι αἱ συνθῆκαι τῶν χωρῶν τῶν Ἑλληνικῶν διὰ τὰς ὁποίας θὰ ζητηθῶσι, καὶ ἄλλη θὰ εἶναι ἡ στάσις καὶ τῆς παρούσης καὶ πάσης ἄλλης Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὡς πρὸς τὴν δοθησομένην ἀπάντησιν. Περὶ Σάσωνος προκειμένου, ἔχω τὴν ἰδέαν, τοὐναντίον, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα καὶ πᾶσα ἄλλη Κυβέρνησις ἐν τῇ αὐτῇ εὑρισκομένῃ θέσει, τὰ αὐτὰ θὰ ἔπραττεν, ἅτινα προτείνονται διὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις παρετάθη καὶ πέρα τοῦ θέματος τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἀγῶνος. Ἡ συζήτησις συνεδυάσθη καὶ πρὸς τὸ ζήτημα τῶν νήσων. Ὁμολογῶ ὅτι ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου δὲν ἐπιθυμῶ ἐν λεπτομερείᾳ τινὶ οἱᾳδήποτε, νὰ παρακολουθήσω τὰ λεχθέντα, διότι ὄντως μοὶ φαίνεται ὅτι τὰ τῶν νήσων ἐξέρχονται τῆς συζητήσεως τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀδείας παραχωρήσεως τῆς νησίδος Σάσωνος εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Κατὰ τοῦτο μόνον συνέχονται ὄντως, ὅτι ἡ παραχώρησις αὐτὴ ἐτέθη ὡς ὅρος διὰ τὴν προσκύρωσιν τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου εἰς τὴν Ἑλλάδα. Περὶ προσκυρώσεως δὲ πρόκειται, τουτέστι περὶ ὁριστικῆς ἀναγνωρίσεως τοῦ δικαιώματος τῆς Ἑλλάδος, ἐφ’ ὅσον ἤθελε ἐκκενωθῇ ἡ νῆσος αὕτη σὺν τῇ λοιπῇ Ἀλβανίᾳ ὑπὸ τῶν Ἑλληνικῶν στρατευμάτων. Μίαν ὅμως δήλωσιν νομίζω ὅτι ὀφείλω νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν νήσων τοῦ Αἰγαίου. Πρῶτον ὅτι οὐδεμία ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐγένετο πρὸς τὴν Τουρκίαν πρότασις περὶ ἀναγνωρίσεως συγκυριαρχίας ἢ ἀποδοχῆς ὑπαλλήλων, τῶν ὁποίων ἡ δρᾶσις νὰ σημαίνῃ συγκυριαρχίαν ἢ ἐπικυριαρχίαν αὐτῆς ἐπὶ τῶν νήσων τούτων. Δεύτερον ὅτι οὐδέποτε ἡ παροῦσα Ἑλ. Κυβέρνησις ἐσκέφθη νὰ ἐγκαταλίπῃ τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου, αἵτινες οὐ μόνον διὰ τῶν ὅπλων τῶν νικηφόρων τῆς Ἑλλάδος ἀνεκτήθησαν, ἀλλὰ καὶ προσεκυρώθησαν ὑπὸ ἀποφάσεως τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, ἀποφάσεως ἐρειδομένης ἐπὶ τίτλου ἀναμφισβητήτου, τίτλου κοινοῦ διά τε τὴν ὅμορον Ἐπικράτειαν καὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐν τῇ Συνθήκῃ τοῦ Λονδίνου ὑπάρχοντος, οὕτως ὥστε τὸ δικαίωμα τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν νήσων τούτων νὰ ἀποτελῇ τι ἀναμφισβήτητον, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις δὲν σκέπτεται ποσῶς ν’ ἀποστῇ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας νήσους, περὶ τῶν ὁποίων ἀκόμη δὲν ἐλήφθη ἀπόφασις ἐκ μέρους τῆς Εὐρώπης, διότι ὄντως καὶ περὶ τούτων προβλέπει ἡ Συνθήκη τοῦ Λονδίνου, ὅτι καὶ αὗται θὰ ἀποτελέσωσιν ἀντικείμενον ἀποφάσεως, περὶ τούτων ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ μὴ ἐκταθῇ ἡ συζήτησις, διότι νομίζω ὅτι ἐντελῶς αὕτη ἐξέρχεται τῶν ὁρίων τοῦ παρόντος θέματος. Τοιαύτη ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ σχετικῶς μικροῦ ζητήματος τῆς νησῖδος, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἡμᾶς τὴν ἑσπέραν ταύτην καὶ ἐπὶ τοῦ πολὺ μείζονος καὶ εὐρυτέρου ζητήματος τοῦ Ἠπειρωτικοῦ. Ἐὰν αἱ φράσεις, τὰς ὁποίας μετεχειρίσθη ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τῶν διακοινώσεων αὑτῆς δὲν ὑπῆρξαν πομπωδῶς σταθεραί, μὴ ἀνταποκρινόμεναι πρὸς τὸ ὡρισμένον μέτρον τῶν δυνάμεων, τὸ ὁποῖον ὁ Θεὸς ἔταξε καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἷον ἄλλως ἔταξε καὶ εἰς πᾶν ἄλλο Κράτος, ἐάν, λέγω, ἐτήρησε τὸ μέτρον τοῦτο ἐν τῇ διατυπώσει ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ οὐσίᾳ τῶν ἀξιώσεων αὑτῆς, νομίζω ὅτι κακῶς κακίζεται ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐπὶ τούτῳ, διότι καὶ ἐν τῇ διατυπώσει καὶ ἐν τῇ οὐσίᾳ τὸ μέτρον μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδέποτε ἔβλαψεν, οὐδέποτε ἐμείωσε τὸ κῦρος εἴτε ἐν τῇ ἐξωτερικῇ πολιτικῇ εἴτε ἐν τῇ ἐσωτερικῇ, ἀλλ’ ηὔξησε τοῦτο τοὐναντίον καὶ ἐπέρρωσεν ἀσφαλῶς. (Χειροκροτήματα).
§105Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, κ. Βουλευταί, καλούμεθα νὰ παράσχωμεν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἵνα παραχωρήσῃ τὴν νησίδα Σάσωνα εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος. Ἡ παραχώρησις αὕτη ἀποτελεῖ μέρος γενικωτέρας παραχωρήσεως περιλαμβανούσης ὄχι μόνον τὴν νησίδα ταύτην ἀλλὰ καὶ χώρας καταληφθείσας ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ, καὶ ἀποδοθείσας διὰ τῶν ἀγώνων αὐτοῦ εἰς τὴν ἐλευθερίαν, τὰς ὁποίας καλούμεθα ἤδη νὰ παραδώσωμεν οὐχὶ εἰς τὸ Κράτος ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ὁποίου πρότερον ἐτέλουν ἀλλὰ εἰς τὸ νεοπαγὲς Ἀλβανικὸν Κράτος. Δὲν ἀπαιτεῖται βεβαίως κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἡ διὰ νομοθετικῆς πράξεως ἄδεια τῆς Βουλῆς ἵνα αἱ χῶραι αὗται, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶχον ἀκόμη ὑπαχθῆ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυριαρχίαν, παραχωρηθῶσιν εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος. Τοιαύτη ἄδεια ἀπαιτεῖται μόνον διὰ τὴν μικρὰν νησίδα Σάσωνα, ἡ ὁποία ὑπαγομένη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κυριαρχίαν πρόκειται νὰ παραχωρηθῇ. Ἀλλ’ ἐκ τοῦ ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται ἡ διὰ νομοθετικῆς πράξεως ἄδεια τῆς Βουλῆς ἵνα αἱ χῶραι αἱ ὑπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ καταληφθεῖσαι καὶ ἀποκατασταθεῖσαι δι’ αὐτοῦ εἰς τὴν ἐλευθερίαν παραχωρηθῶσιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, δὲν ἕπεται ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ, ἐπιλαμβανομένη τοῦ νομοσχεδίου ἵνα διὰ νομοθετικῆς πράξεως χορηγήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς παραχωρήσεως τοῦ Σάσωνος, δὲν ἔχει δικαίωμα, δὲν ἔχει καὶ ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάσῃ τὰ τῆς ὅλης ὑποθέσεως. Θὰ ἦτο περίεργον ἂν, ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἥτις περὶ μόνον τῆς τῆς νησῖδος Σάσωνος ἔχει τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ τὴν διὰ νομοθετικῆς πράξεως κύρωσιν τῆς ἐνεργείας αὐτῆς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, ἐπειρᾶτο νὰ θέση ὅρια πέρα τῶν ὁποίων δὲν θὰ ἐπετρέπετο νὰ ἐκταθῇ ἡ συζήτησις, ἀξιοῦσα μόνον περὶ τῆς νησῖδος ταύτης νὰ γίνῃ ὁ λόγος. Τοιαύτη θεωρία, Κύριοι, ἀποτελεῖ τελείαν παραγνώρισιν τῆς ἀρχῆς ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι μόνον νομοθετικὸν σῶμα ἀλλ’ εἶναι κυρίως καὶ πρωτίστως, ἐν χώρᾳ ἥτις διέπεται ὑπὸ τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος, σῶμα πολιτικὸν καθῆκον ἔχον νὰ ἐρευνᾷ ὄχι μόνον τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, διὰ τὰς ὁποίας ζητεῖται ἡ νομοθετικὴ κύρωσις, ἀλλὰ καὶ πᾶσαν ἄλλην πρᾶξιν αὐτῆς ἔχουσαν οἱανδήποτε ἐπιρροὴν ἐπὶ τῶν δημοσίων ἢ ἐθνικῶν συμφερόντων. Ἀφοῦ δὲ ἡ Βουλὴ εἶναι κυρίως σῶμα πολιτικὸν ἄγεται δ’ ἐνώπιον αὐτῆς ἡ ὑπόθεσις τῶν Ἠπειρωτικῶν παραχωρήσεων διὰ τὴν νομοθετικὴν κύρωσιν, ἥτις μόνον διὰ μικρὸν μέρος αὐτῶν ἀπαιτεῖται, εἶναι πρόδηλον ὅτι καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐξετάσεως τῆς ὅλης ὑποθέσεως, διότι θὰ ἦτο ἐν παραγνωρίσει τῆς ἰδιότητος αὐτῆς ὡς σώματος πολιτικοῦ ἂν παρέλιπε τὸ καθῆκον τοῦτο, θὰ ἦτο λήθη τῆς σπουδαιοτέρας λειτουργίας τὴν ὁποίαν ἔχει ἐν κοινοβουλευτικῷ πολιτεύματι, χάρις εἰς τὴν ὁποίαν ἀπορρέει ἡ Κυβέρνησις. Κατὰ τὸ κοινοβουλευτικὸν πολίτευμα διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς κυβερνᾶται ἡ χώρα, καὶ συνεπῶς ἡ Βουλὴ διὰ τῆς πλειονοψηφίας αὐτῆς φέρει τὴν εὐθύνην τὴν πολιτικὴν διὰ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία οὐδὲν ἕτερον εἶναι ἢ ἡ ἐπικρατοῦσα ἐν τῇ Βουλῇ ὁμάς. Διὰ τοῦτο περίεργος μοὶ ἐφάνη ἡ θεωρία τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐκεῖνοι ἐκ τῶν προαγορευσάντων, οἱ ὁποῖοι ἐξετάθησαν ἐπὶ τὴν ἔρευναν ὁλοκλήρου τοῦ ζητήματος τῶν Ἠπειρωτικῶν παραχωρήσεων, ἔπραξάν τι ἄτοπον, ὑπερβάντες τοὺς ὅρους ὑπὸ τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλεται νὰ διεξάγηται ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ ἡ συζήτησις. Τούτου ἕνεκα, Κύριοι, νομίζω ὅτι καὶ ἐμοῦ καθῆκον εἶναι νὰ ἐπιληφθῶ τῆς ἐξετάσεως οὐχὶ ἁπλῶς τῆς παραχωρήσεως τῆς νησῖδος, ἀλλὰ τῆς ἐξετάσεως ὁλοκλήρου τῆς Ἠπειρωτικῆς ὑποθέσεως τῆς ὁποίας ὁ διακανονισμὸς συνετελέσθη κατὰ τρόπον ὥστε νὰ περιλαμβάνῃ μὲν καὶ τὴν παραχώρησιν τοῦ Σάσωνος ἀλλὰ καὶ τὴν παραχώρησιν χωρῶν ἄλλων πολὺ σημαντικωτέρων καὶ πολὺ περισσότερον θιγόντων τὴν ψυχὴν ἡμῶν. Δὲν νομίζω ὅτι ἐνδιαφέρει τὸ παράπαν τὴν Βουλὴν ἡ ἔρευνα ἂν καὶ δυνάμει τίνων τίτλων ὁ Σάσων εἶναι Ἑλληνικός, ὅπως ἐπίσης δὲν ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν ἡ ἔρευνα τῶν πράξεων ἢ τῶν παραλείψεων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων πιστοποιεῖται ἡ λήθη τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Ἑλλάς. Ἡ Βουλὴ ἔχει δεδομένον ἀναμφισβήτητον ὅτι ἡ νῆσος αὕτη εἶναι Ἑλληνικὴ καὶ παραχωρεῖται, μετ’ αὐτῆς δὲ παραχωροῦνται καὶ ἄλλαι ἐκτάσεις. Καὶ τοῦτο ἐπιβάλλει τὴν ἔρευναν τῆς πολιτικῆς ἥτις κατέληξεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα αὐτό. Ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διεξερχόμενος τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως τὴν καταλήξασαν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν παραχωρήσεων τούτων, εἶπεν ὅτι δὲν δυνάμεθα ἢ μᾶλλον ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναπαραστήσωμεν τὴν ἐξέλιξιν τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα εἰς τοῦτο κατέληξαν διὰ τῆς μελέτης τῶν ἐγγράφων τῶν ἐν ταῖς δημοσιευθείσαις ἀλλοδαπαῖς βίβλοις, ἀλλ’ ὅτι πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν καθόλου ἱστορίαν τῶν πραγμάτων εἰς τὴν ὁποίαν ηὐτυχήσαμεν νὰ παρασταθῶμεν θεαταί. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ὑποβάλω εἰς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν ὑπήρξαμεν θεαταὶ τῆς ἱστορικῆς τῶν πραγμάτων ἐξελίξεως, ὅτι δὲν ὑπήρξαμεν θεαταὶ παρὰ μόνον τῆς ἐξωτερικῆς μορφῆς ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα ἐνεφανίσθησαν. Τῶν ἐνεργειῶν ὅμως ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀπετέλεσαν τὸν νοῦν καὶ τὸ πνεῦμα, δι’ ὧν διερρυθμίσθησαν αἱ ἐξωτερικαὶ αὗται μορφαὶ τῶν πραγμάτων, τῶν ἐνεργειῶν ἐκείνων δὲν ὑπήρξαμεν ποσῶς θεαταί. Κι’ ἂν ἀπεπειρώμεθα νὰ κατασκευάσωμεν τὴν ἱστορίαν τῶν πραγμάτων ἐξ ὅσων ἐξωτερικῶς ἐνεφανίσθησαν καὶ ἐκ τῆς παρατηρήσεως μόνον αὐτῶν νὰ μορφώσωμεν γνώμην περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ διαχείρισις αὐτῶν ὑπὸ τῶν πρὸς τοῦτο κεκλημένων, ἐπιλανθανόμενοι ὅτι ἡ διαχείρισις δὲν εἶναι ἡ ἐξωτερικῶς ἐμφανιζομένη μορφὴ ἀλλ’ ἡ ἐσωτερικῶς γενομένη ἐνέργεια, ἡ ἐπαγομένη ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἐξωτερικὴν τῶν πραγμάτων ἐμφάνισιν, ἐὰν, λέγω, ἠθέλομεν ἀποπειραθῇ τοιαύτην ἀνάλυσιν τῆς ἱστορίας καὶ ἐκ τοιαύτης ἀναλύσεως ζητήσει νὰ πορισθῶμεν κρίσιν περὶ τῶν γενομένων, θὰ διετρέχομεν τὸν κίνδυνον νὰ περιπέσωμεν εἰς μεγίστας καὶ σοβαρωτάτας πλάνας. Μετὰ τὴν γενικὴν ταύτην παρατήρησιν, προχωρῶν ὁ κ. Ὑπουργὸς εἶπεν ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ἤδη τῆς Βαλκανικῆς συρράξεως ἐνεφανίσθη ἓν πανευρωπαϊκὸν συμφέρον, τὸ συμφέρον τῆς ἱδρύσεως Ἀλβανικοῦ Κράτους. Εἴθισται εἰς τοὺς διπλωμάτας νὰ εἶναι λίαν ἀκριβολόγοι περὶ τὴν ἔκφρασιν. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλω καὶ πάλιν εἰς αὐτὸν τὴν παρατήρησιν ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς ἐχαρακτήρισε τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους ὡς προϊὸν πανευρωπαϊκοῦ συμφέροντος. Δὲν ὑπῆρξε κἂν οὐδὲ ἓν κοινὸν συμφέρον τῶν δύο Δυνάμεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ὑπῆρξαν δύο διακεκριμένα συμφέροντα τῶν δύο τούτων Δυνάμεων τὰ ὁποῖα συνέπεσαν εἰς τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἀλβανίας. Καὶ ἐννοεῖται πολὺ καλὰ τὴν διάκρισιν μεταξὺ δύο συμφερόντων ἐν ὡρισμένῳ σημείῳ συμπιπτόντων, ἀλληλοϋποβλεπομένων καὶ ἑνὸς κοινοῦ συμφέροντος. Μὲ αὐτὰ δὲ τὰ δύο συμφέροντα δὲν συνεφώνησαν τὰ ἄλλα Εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ἠναγκάσθησαν ν’ ἀνεχθῶσιν ὅτι ἐκεῖνα ὑπηγόρευον. Εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ διαφορά, κ. Ὑπουργέ, μεταξὺ τῆς διατυπώσεως τὴν ὁποίαν Ὑμεῖς ἐδώκατε καὶ τῆς διατυπώσεως τὴν ὁποίαν τὰ πράγματα ἐπιβάλλουσιν, εἶναι δὲ μεστὴ συνεπειῶν ἡ διαφορὰ καὶ δὲν ὑποθέτω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ παρεγνώρισε τὴν διαφορὰν ταύτην καὶ ἠσπάσθη κατ’ οὐσίαν τὴν Ὑμετέραν γνώμην κατὰ τὴν διαχείρισιν τῶν σχετικῶν ζητημάτων. Εἶμαι βέβαιος ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διέγνωσεν ὅτι τὰ συμφέροντα ταῦτα, τὰ προσκαίρως καὶ ἐξ ἀνάγκης ἐπὶ ὡρισμένου σημείου συμβιβαζόμενα ἐπὶ τοῦ σημείου τῆς ἱδρύσεως Ἀλβανικοῦ Κράτους, δὲν ἦτο εὔκολον νὰ συμβιβασθῶσι καὶ ἐπὶ πασῶν ἐκείνων τῶν ἐνεργειῶν τὰς ὁποίας ὡρισμέναι προϋποθέσεις ἠδύναντο νὰ καταστήσωσιν ἀναγκαίας. Δὲν φαντάζομαι ὅτι ἡ τοιαύτη ἀντίληψις τῶν πραγμάτων διέφυγε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ τοῦτο θεωρῶ ὅτι ἁπλῶς κατὰ τὸ λεκτικὸν ὑπῆρξεν ἀτυχὴς ἡ διατύπωσις ἡ ὑμετέρα καὶ δὲν ἐξεδήλου οὐσιαστικὴν παραγνώρισιν τῆς πραγματικῆς πρὸς ἄλληλα σχέσεως τῶν συμφερόντων τὰ ὁποῖα ἐπρωτοστάτησαν διὰ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶπεν ὅτι τὸ πανευρωπαϊκὸν συμφέρον ἵδρυσε τὴν Ἀλβανίαν· εἶπε προσέτι ὅτι εἰς τὸ ἔργον τοῦτο ἡ Ἑλλὰς οὐδὲν εἶχε νὰ ἀντείπῃ, καὶ προσέθηκε τὴν χαρακτηριστικὴν παρατήρησιν ὅτι, καὶ ἂν ἡ Εὐρώπη δὲν ἤθελε σκεφθῇ τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους, συμφέρον τῆς Ἑλλάδος ἦτο νὰ σκεφθῇ αὐτὴ ταύτην καὶ νὰ συντελέσῃ παντὶ τρόπῳ εἰς αὐτήν. Βεβαίως εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας οὐδεὶς, οὐδὲ ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ οὐδὲ ἔξω αὐτῆς, εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχῃ ἀντίρρησιν. Ἡ ἵδρυσις Κράτους Ἀλβανικοῦ ἐκ τῆς Ἀλβανικῆς ἐθνότητος, ἡ ἵδρυσις Κράτους Ἀλβανικοῦ περιλαμβάνοντος ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῶν τὰς χώρας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπὸ Ἀλβανικῶν φυλῶν κατοικοῦνται, δὲν ἦτο δυνατὸν παρὰ νὰ εὕρῃ τὴν Ἑλληνικὴν καρδίαν συμπαθεστάτην καὶ οὐδεὶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἐν Ἑλλάδι ὁ ὁποῖος ὄχι νὰ δυσφορήσῃ ἐναντίον τῆς ἀποκαταστάσεως εἰς ἐλεύθερον Κράτος, φυλῆς μετὰ τῆς ὁποίας τοσούτους ἔχομεν δεσμούς, ἀλλὰ νὰ μὴ θελήσῃ προθύμως νὰ τεθῇ παρὰ τὸ πλευρὸν τοῦ νέου Κράτους καὶ μὲ τὰ αἰσθήματα τὰ φιλελεύθερα, τὰ χαρακτηριστικὰ τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἐν ἀνάγκῃ καὶ μὲ πᾶσαν ἐνίσχυσιν τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις ἤθελον ἐπιτρέπει. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ σημείου τούτου μέχρι τῆς ὑποταγῆς εἰς τὴν ἀξίωσιν, ἵνα χῶραι Ἑλληνικαὶ καὶ πληθυσμοὶ Ἑλληνικοὶ περιληφθῶσιν εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος, ἡ ἀπόστασις εἶναι πολὺ μεγάλη. Καὶ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι ἐκεῖ ὅπου κατέληξεν ἡ ἵδρυσις τῆς Ἀλβανίας, περιλαμβάνει χώρας καὶ πληθυσμοὺς Ἑλληνικοὺς καὶ ὅτι ἐπὶ τῷ τοιούτῳ γεγονότι, ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰδίας ἀκριβῶς ἀρχῆς ἡ ὁποία ἐμπνέει πᾶσαν συμπάθειαν ἐν Ἑλλάδι πρὸς τὴν ἵδρυσιν Ἀλβανικοῦ Κράτους, δὲν εἶναι δυνατὸν παρὰ νὰ αἰσθανθῶμεν ἄλγος καὶ ὀδύνην. Ἀλλά, λέγει ὁ κ. Ὑπουργός, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔκαμεν πᾶν ὅτι ἦτο δυνατὸν ἵνα ἡ θυσία αὕτη, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἐπιβληθῇ καὶ ἐπιβλήθη εἰς τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς, περιορισθῇ εἰς ὅσον τὸν δυνατὸν στενώτερα ὅρια καὶ διὰ νὰ πείσῃ ἡμᾶς ὅτι σχετικῶς αἱ ἐνέργειαι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐστέφθησαν ὑπὸ ἐπιτυχίας μᾶς παρέπεμψαν εἰς δύο χάρτας, τοὺς ὁποίους εὑρίσκει ἐν τῇ Αὐστριακῇ βίβλῳ. Καὶ προσθέτει· παραβάλλετε τοὺς δύο αὐτοὺς χάρτας τῶν ὁρίων τῆς Ἀλβανίας, ἰδέτε τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα κατ’ ἀρχὰς ἐξετέθησαν, καὶ συγκρίνατε αὐτὰ μὲ τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα ἐπὶ τέλους ἐκανονίσθησαν καὶ θὰ ἐνοήσητε ἀμέσως κατὰ πόσον ὑπεχώρησαν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὴν σύστασιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Καὶ πάλιν θὰ παρακαλέσω τὸν κ. Ὑπουργὸν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὅτι καὶ ἐν τούτῳ ὑπέπεσεν εἰς μίαν ἀνακρίβειαν. Τὰ ὅρια τὰ ὁποῖα σημειοῦνται εἰς τοὺς χάρτας αὐτούς, οὐδέποτε ἐγένοντο δεκτὰ ὑπὸ τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ἐν τῇ συνενοήσει αὐτῶν. Τὰ ὅρια εἰς τὰ ὁποῖα μᾶς παρέπεμψεν ὁ κ. Ὑπουργός, δὲν εἶναι ὅρια τὰ ὁποῖα ἐγένοντό ποτε δεκτὰ καὶ τὰ ὁποῖα ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διὰ τῆς ἐνεργείας αὐτῆς περιώρισεν. Τὰ ὅρια αὐτὰ ἦσαν ἁπλαῖ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ λάβωσιν οὐσιαστικὸν κῦρος, ἐὰν δὲν ἐγένοντο ἀποδεκταὶ ὑπὸ τῆς ὁλομελείας τῶν Δυνάμεων ὑφ’ ὧν οὐδέποτε ἐγένοντο ἀποδεκτὰ τὰ ὅρια τὰ εὑρισκόμενα εἰς τοὺς χάρτας τὰ ὁποῖα ὑμεῖς ἐμνημονεύσατε.
§106Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Καὶ ἂν δὲν ἀντέτεινεν ἡ Ἑλλὰς;
§107Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ ἂν δὲν ἀντέτεινεν ἡ Ἑλλὰς θὰ ἀνθίσταντο οἱ ἐκεῖ πληθυσμοί. Δὲν φαντάζομαι ὅτι καὶ ἐκεῖνοι ἀκόμη, οἱ ὁποῖοι προέτειναν αὐτὰ ἐπίστευάν ποτε ὅτι θὰ ὑπῆρχεν Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀντέτεινε.
§108Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Ἀντέτεινε καὶ ἐπέτυχε.
§109Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀντέτεινε, ἀλλὰ θὰ ἴδωμεν ἂν ἐπέτυχεν.
§110Π. ΑΡΑΒΑΝΤΙΝΟΣ. Τίνος χρονολογίας εἶναι; Πρὸ τῆς πτώσεως τῶν Ἰωαννίνων ἢ μετά;
§111Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς εἴπω μετὰ. Ἀλλὰ πῶς τις, ὅταν ὁμιλῇ περὶ ἐνεργειῶν τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, σχετικῶς πρὸς τὰ μέλλοντα νὰ χαραχθῶσιν ὅρια, δὲν ἐννοεῖ τὴν ὑποβολὴν εὐχῶν καὶ διακοινώσεων. Πρὸ παντὸς ὀφείλει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψει ἐνεργείας ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο νὰ γίνωσι διαρκοῦντος τοῦ πολέμου, διότι εἶναι πρόδηλον ὅτι προκειμένου νὰ χαραχθῶσι τὰ ὅρια τῆς Ἀλβανίας, τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων τὰ ἀποτελέσματα δὲν ἠδύναντο παρὰ οὐσιωδῶς νὰ βαρύνωσιν ἐπὶ τῶν μελλόντων νὰ χαραχθῶσιν ὁρίων. Εἶναι πρόδηλον, Κύριοι, τοῦτο ἀφ’ ἑαυτοῦ, ἀλλ’ ἔχομεν περὶ τούτου καὶ τὴν ἀναγνώρισιν ὑπὸ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Ἔχομεν τὴν ἀναγνώρισιν ὑπ’ αὐτῆς τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἔχομεν ταύτην οὐχὶ ἐν διακοινώσει τινὶ πρὸς τρίτον, ἐν τῇ ὁποίᾳ ἠδύνατο χάριν εὐπρεποῦς παραστάσεως τῶν ἀξιώσεών της νὰ λέγῃ καί τι τὸ ὁποῖον δὲν ἐνόει νὰ πραγματοποιήσῃ· ἔχομεν αὐτὴν ἐν ἐγγράφῳ τὸ ὁποῖον ἀπηύθυνεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστρίας πρὸς τὸν ἐν Ῥώμῃ πρέσβυν τῆς Αὐστρίας ἐντελλόμενος εἰς αὐτὸν νὰ διεξαγάγῃ τὴν μετὰ τῶν συνεργατῶν ἐν τῇ ἱδρύσει τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους συνεννόησιν. Ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ καθορίζει τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων δέον νὰ στηριχθῇ ἡ ἵδρυσις τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Εἶναι τὸ ὑπ’ ἀριθμὸν 107 ἔγγραφον ἐν τῇ Αὐστριακῇ Βίβλῳ, φέρον χρονολογίαν 17 Νοεμβρίου 1912, ἐν σελίδι 59. Βλέπετε ὅτι εἶναι βραχὺ μετὰ τὴν ἔναρξιν τοῦ ἀγῶνος. Ὡς θὰ ἀκούσητε ἐξ αὐτοῦ ὅταν τὸ ἀναγνώσω, εἶναι ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν Ἰταλικὴν Κυβέρνησιν αἱ βάσεις ἐφ’ ὧν, κατὰ τὴν ἀντίληψιν τοῦ γράφοντος τὸ ἔγγραφον Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστρουγγαρίας, δέον νὰ στηριχθῇ ἡ ἵδρυσις τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους. Καὶ λέγει: «μοὶ φαίνεται ὅτι ἤδη εἶναι ἐπίκαιρον νὰ διευκρινισθῇ δι’ ἀνταλλαγῆς σκέψεων ὁποία εἶναι ἡ ὁροθεσία καὶ ἡ ἐσωτερικὴ διαμόρφωσις τῆς αὐτονόμου Ἀλβανίας, πρὸς ἣν ἀποβλέπομεν. Κατὰ τὸν καθορισμὸν τοῦ σχετικοῦ προγράμματος, δέον ν’ ἀποβλέψωμεν ἀφ’ ἑνὸς μὲν εἰς τὴν μεγίστην δυνατὴν ἐξασφάλισιν τῆς βιωσιμότητος τοῦ μέλλοντος Κράτους, ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ πορίσματα τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων». Καὶ διασαφηνίζει τὰς δύο βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐννοεῖ νὰ στηριχθῇ ἡ ὕπαρξις Ἀλβανίας. «Εἶμαι τῆς γνώμης ὅτι ἡ ὕπαρξις τῆς Ἀλβανίας ἤθελεν εἶσθαι κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον ἐξησφαλισμένη, ὅσον περισσότεραι ἐκ τῶν ἀποκλειστικῶς ἢ τουλάχιστον κατ’ ἐπικράτησιν ὑπὸ Ἀλβανῶν κατεχομένων χωρῶν ἤθελον περιληφθῆ εἰς τὸ νέον Κράτος. Καὶ δύναμαι νὰ πιστεύω μετὰ βεβαιότητος ὅτι ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἰταλίας συμμερίζεται τὴν γνώμην μου ταύτην». Ἡ βάσις εἶναι ὅτι θὰ περιληφθῶσιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἐδάφη εἴτε ἀποκλειστικῶς ἀπὸ Ἀλβανοὺς κατοικούμενα ἢ τουλάχιστον κατ’ ἐπικράτησιν ὑπὸ Ἀλβανῶν κατοικούμενα. Ἀλλὰ καὶ αὐτὴ ἡ βάσις ὑπόκειται εἰς μίαν ἐξαίρεσιν, διὸ ἐξακολουθεῖ· «Ἡ ἐξέλιξις ὅμως τοῦ πολέμου ἀφ’ ἑτέρου θέλει ἔχει τὸ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναγκασθῶμεν νὰ δεχθῶμεν ἐξαιρέσεις τῆς ἀνωτέρω ἀρχῆς». Λέγουσι λοιπὸν ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπεφάσισαν νὰ ἱδρύσωσιν τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος. Ἰδοὺ αἱ βάσει ἃς θέτομεν διὰ τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ· νὰ περιλάβῃ ἐκείνας τὰς χώρας αἱ ὁποῖαι, εἴτε ἀποκλειστικῶς εἴτε κατ’ ἐπικράτησιν ὑπὸ Ἀλβανῶν κατοικοῦνται. Ἀλλὰ δὲν θὰ ἠδυνάμεθα νὰ παρίδωμεν ὅτι ἕνεκα τῶν ἀποτελεσμάτων τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ περιλάβωμεν ἐκεῖνα τὰ μέρη τὰ ὁποῖα εἴτε ἀποκλειστικῶς εἴτε κατ’ ἐπικράτησιν ὑπὸ Ἀλβανῶν κατοικοῦνται, τινὰ δὲ ἐκ τούτων δύνανται νὰ ἐξαιρεθῶσιν ἕνεκα τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Εἶναι δὲ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, ὡς εἶπον, ἔγγραφον ἐντελῶς διαφωτιστικόν, διότι ἀπευθύνεται πρὸς ἐκείνους, μετὰ τῶν ὁποίων πρόκειται νὰ συνεργασθῶσιν ἀπὸ κοινοῦ, ἵνα ἱδρύσωσι τὸ Κράτος τῆς Ἀλβανίας. Ὅταν δὲ ἐκ τοῦ ἐγγράφου τούτου ἔχωμεν τοῦτο βεβαιωμένον, ἤθελέ τις ἐρωτήσει· Κατὰ τὴν ἐξέλιξιν τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, ἐνηργήθη ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐνεργηθῇ, ὥστε αἱ πολεμικαὶ ἐπιχειρήσεις νὰ λάβωσιν τοιαύτην μορφήν, ὥστε νὰ ἐνδεικνύηται ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἡ ἐξαίρεσις, ἡ ὁποία ὑποδεικνύεται ἐν τῷ ἐγγράφῳ καὶ νὰ μὴ περιέλθωσιν εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος καὶ μέρη τινά, τὰ ὁποῖα ὑπὸ Ἀλβανῶν ἀποκλειστικῶς εἴτε κατ’ ἐπικράτησιν κατοικοῦνται; Καὶ ἤδη, Κύριοι, προβάλλει, τὸ καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν αἴθουσαν ταύτην συζητηθὲν ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς καταλήψεως τοῦ Αὐλῶνος. Ἡ κατάληψις τοῦ Αὐλῶνος εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους 1912 καὶ τὴν ἀρχὴν τοῦ ἔτους 1913, ἦτο ἐντελῶς ἀνεξάρτητος τῆς σκέψεως ἢ τῆς ἀποφάσεως περὶ τῆς προσαρτήσεως τοῦ Αὐλῶνος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην διετέλουν ἀκόμη τὰ Ἰωάννινα ὑπὸ πολιορκίαν, μεταξὺ δὲ τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων αἱ ὁποῖαι πληρέστατα ἠδύναντο νὰ δικαιολογηθῶσι χάριν τῆς στρατιωτικῆς ἐνεργείας τῆς ἐνώπιον τῶν Ἰωαννίνων, ἦτο καὶ ἡ κατάληψις τοῦ Αὐλῶνος. Ὑπάρχει πληροφορία παγκοίνως γνωστὴ τὴν ὁποίαν ἂν δὲν ἀπατῶμαι καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίωσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δὲν ἔλειψεν ἀπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἡ σκέψις περὶ καταλήψεως τοῦ Αὐλῶνος. Καὶ ὅμως δὲν κατελήφθη. Ἡ Αὐστριακὴ βίβλος, μᾶς δίδει μίαν βεβαίωσιν τὴν ὁποίαν καί τις τῶν προαγορευσάντων ἀνέγνωσε καὶ περὶ τῆς ὁποίας ὁ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς οὐδὲν ἐποιήσατο λόγον. Πρόκειται περὶ τοῦ ἐγγράφου τῆς 3 Δεκεμβρίου 1912, φερομένου ἐν τῇ βίβλῳ ὑπ’ ἀριθ. 147. Περιλαμβάνει ὁδηγίας τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Αὐστρίας διαβιβασθείσας πρὸς τὸν ἐν Ἀθήναις πρεσβευτὴν τῆς Αὐστρίας. Διὰ τοῦ ἐγγράφου τούτου δίδεται εἰς αὐτὸν ὁδηγία, ὅπως ἀπὸ κοινοῦ καὶ ἐκ συμφώνου μετὰ τοῦ Ἰταλοῦ Πρεσβευτοῦ, ὅστις ἐπρόκειτο νὰ λάβῃ ἀναλόγους ὁδηγίας τῆς Κυβερνήσεώς του, ἐνεργήσῃ παρὰ τῇ Ἑλληνικῇ Κυβερνήσει. Καὶ λέγει τὸ ἔγγραφον τὰ ἑξῆς· (ἀναγινώσκει) «Κατ’ ἀνακοίνωσιν τοῦ κ. Μέρεϋ, ὁ Μαρκήσιος Σὰν Τζουλιᾶνο προτείνει ἵνα ἡμεῖς ἀπὸ κοινοῦ μετὰ τῆς Ἰταλίας κατηγορηματικῶς καὶ ἐπισήμως δηλώσωμεν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ὅτι αἱ δύο Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι διὰ τὴν αὐτονόμησιν τῆς Ἀλβανίας ἐνδιαφέρονται, δὲν ἤθελον εἶναι εἰς θέσιν νὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν προσάρτησιν τοῦ Αὐλῶνος ἢ τῆς νήσου Σάσωνος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἀνεκοίνωσα εἰς τὸν Μέρεϋ ὅτι εἶμαι σύμφωνος πρὸς τὴν πρότασιν ταύτην καὶ παρακαλῶ τὴν Ὑμετέραν Ἐξοχότητα ἵνα, ἅμα ὡς ὁ Ἰταλὸς συνάδελφος ὑμῶν λάβῃ ἀναλόγους ὁδηγίας, προβῆτε εἰς τὴν ἀνωτέρω δήλωσιν πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν.» Καὶ μετὰ τὸ ἔγγραφον τῆς 3 Δεκεμβρίου διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 149 ὁ ἐνταῦθα πρεσβευτὴς τηλεγραφεῖ ὅτι ἡ ἀνωτέρω δήλωσις ἐγένετο ἀπὸ κοινοῦ ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τοῦ Ἰταλοῦ συναδέλφου του. Δὲν νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ δήλωσις αὕτη, οὕτω διατετυπωμένη, ἐνέχει τὴν ἀπαγόρευσιν ἐνεργείας οἱωνδήποτε στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων ἐν Αὐλῶνι. Ἡ δήλωσις εἶναι ῥητή. Μετὰ πολλῆς βεβαίως ἁβρότητος καταδηλοῦται ὅτι ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰταλία δὲν θὰ συναινέσωσιν εἰς τὴν προσάρτησιν τοῦ Αὐλῶνος εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ὁμιλεῖ περὶ ἀπαγορεύσεως στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων δυναμένων νὰ ἐξιχθῶσι μέχρις Αὐλῶνος. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀρκετὴ ἡ τοιαύτη δήλωσις ἵνα ἀποτρέψῃ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τῆς καταλήψεως τοῦ Αὐλῶνος. Καὶ ἤθελον εἶναι ἐπιθυμητὸν νὰ μάθωμεν· ὑπῆρξέ τις ἕτερος λόγος ἀποκλείσας τὴν τοιαύτην στρατιωτικὴν ἐπιχείρησιν; Ὑπῆρξέ τις ἐντονωτέρα ἀπειλή, καὶ παρὰ τίνος ἐγένετο ἡ ἀπειλὴ αὕτη; Ὡς πρὸς τοῦτο διατελοῦμεν ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὅπως καὶ πρίν. Ἔν τινι ἐγγράφῳ, ἀναγνωσθέντι ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης ὑπό τινος τῶν ἀξιοτίμων προαγορευσάντων, ἐγένετο μνεία περὶ ἀνακοινώσεως ἀπειλῆς τινος, ἀπειλῆς διατυπωθείσης πρὸς ἡμέτερον πρεσβευτὴν ὑπὸ μιᾶς καὶ μόνης Δυνάμεως. Τοιοῦτον ἔγγραφον δι’ οὗ διεβιβάσθη τοιαύτη ἀπειλὴ δὲν ὑπάρχει.
§112ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἰδοὺ αὐτό.
§113Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω «1)14 Ἀπριλίου 1913 καὶ 8)26 Μαΐου 1913»· θὰ σᾶς τὸ ἀναγνώσω, ἵνα ἴδητε ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀμφότερα δὲν σχετίζονται ποσῶς πρὸς τὸ θέμα, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ ὁμιλῶ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ περὶ τῆς ὁριστικῆς ῥυθμίσεως τῶν συνόρων.
§114ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐνόμισα ὅτι μᾶς ἐζητήσατε τὰ σχετικὰ ἔγγραφα, δι’ ὧν ἠπειλήθημεν δίς.
§115Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἠπειλήθητε ὄχι διὰ νὰ μὴ καταλάβητε τὸν Αὐλῶνα. Τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἔχω εἰς χεῖράς μου ὁμιλοῦσι περὶ τῆς ὁριστικῆς διευθετήσεως τῶν συνόρων, περὶ προσαρτήσεως καὶ ὄχι περὶ στρατιωτικῆς καταλήψεως. Ἀλλ’ ἐγὼ δὲν συζητῶ περὶ προσαρτήσεως τοῦ Αὐλῶνος εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐγὼ συζητῶ...
§116ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δὲν πρόκειται κἄν περὶ τοῦ Αὐλῶνος εἰς τὰ ἔγγραφα· πρόκειται περὶ τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας. Ἐνόμιζον ὅτι ἐχρειάζοντο ἐπειδὴ ἠμφεσβητήθη ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου Βουλευτοῦ Ἀρκαδίας τὸ γεγονὸς ὅτι ἠπειλήθη ἡ Κυβέρνησις διὰ τὸ ζήτημα τῶν Ἀλβανικῶν συνόρων ὑπὸ τῆς Ἰταλίας διὰ πολέμου.
§117Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς στρατιωτικῆς ἐπιχειρήσεως τῆς καταλήψεως τοῦ Αὐλῶνος πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν εὑρίσκω ἀπαγόρευσίν τινα, οὔτε ἐν συνδυασμῷ μετὰ ἀπειλῆς οὔτε καὶ ἄνευ ἀπειλῆς ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων, διότι τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον εὑρίσκω, τοῦ Δεκεμβρίου, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσα, τὸ ὁποῖον ὁμιλεῖ περὶ ἀδυναμίας τῶν Δυνάμεων νὰ ἐνδώσωσιν εἰς τὴν προσάρτησιν τοῦ Αὐλῶνος. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μοὶ ἐνεχείρισεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἔχουσιν ὡς ἑξῆς. Τὸ πρῶτον τῆς 1)14 Ἀπριλίου λέγει ὅτι ὁ τηλεγραφῶν πρὸ μικροῦ ἔσχεν μακρὰν διάλεξιν μετὰ τοῦ Ὑπουργοῦ καὶ τῷ ἐδηλώθη ὑπ’ αὐτοῦ ὅτι διὰ νὰ παρακωλύσῃ τὴν προσάρτησιν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Ἰταλία θὰ φθάσῃ μέχρι τοῦ τελευταίου σημείου (ἀναγινώσκει). «Δὲν θέλω νὰ μεταχειρισθῶ»—λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας —«τὴν τρομερὰν λέξιν πόλεμος, ἀλλ’ ἡ Ἰταλία θὰ φθάσῃ βεβαίως μέχρι τοῦ πολέμου, ἵνα ὁλόκληρον τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας μὴ περιέλθῃ εἰς τὰς χεῖρας μιᾶς καὶ μόνης Δυνάμεως».
§118ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶναι λόγοι τοῦ Ὑπουργοῦ τῆς Ἰταλίας.
§119Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὸ εἶπον.
§120ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ διότι ἀφήνει κἄτι équivoque, δὲν θέλει νὰ μεταχειρισθῇ τὴν λέξιν πόλεμος.
§121Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ τὸ προσέθηκα ἐγὼ ἀναγινώσκων τὸ ἔγγραφον εἶπον «λέγει ὁ Ὑπουργὸς τῆς Ἰταλίας.
§122ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα· ἀλλὰ τὸ ἐτόνισα διὰ νὰ κατανοηθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς.
§123Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Καὶ τὸ ἕτερον ἔγγραφον λέγει· «Ὁ πρεσβευτὴς τῆς Ρωσσίας» —πάλιν καὶ αὐτὸ ἐκ Ρώμης— ὅτι ἡ Ἰταλία εἶναι ἀπολύτως ἀσυμβίβαστος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν συνόρων, καὶ διὰ νὰ παρακωλύσῃ τὴν προσάρτησιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ μέχρι πολέμου.» Τὰ ἔγγραφα ὅμως αὐτὰ δὲν σχετίζονται ποσῶς πρὸς τὸ θέμα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ μνημονεύω. Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ ἀναφέρονται εἰς τὰ ὁριστικὰ σύνορα τῆς Ἀλβανίας. Ἐγὼ δὲν ὑπεστήριξα ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ προσαρτήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὸν Αὐλῶνα. Τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα, λέγει ὅτι καθίστατο ἀδύνατον, ἀπὸ τοῦ Δεκεμβρίου καὶ προτοῦ γίνωσι τὰ ἄλλα ἔγγραφα, νὰ προσαρτήσῃ τὸν Αὐλῶνα, ἀλλὰ δὲν ἕπεται ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ προβῇ εἰς στρατιωτικὰς ἐπιχειρήσεις καταλήψεως μέχρι τοῦ Αὐλῶνος. Ποίαν δὲ σημασίαν θὰ ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ἡ ἐπέκτασις αὕτη τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, δὲν εἶναι δύσκολον νὰ τὸ ἐννοήσητε, ὅταν λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὸ ἔγγραφον εἰς τὸ ὁποῖον αὐτοὶ οἱ ἱδρυταὶ τῆς Ἀλβανίας δὲν δυσκολεύονται νὰ εἴπωσιν ὅτι καὶ χῶραι ἀποκλειστικῶς ἢ κατ’ ἐπικράτησιν ὑπὸ Ἀλβανῶν κατοικούμεναι θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ προσκυρωθῶσιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ὅταν τοῦτο ἤθελεν ἐνδειχθῆ ἐκ τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων. Καὶ δὲν εἶναι μόνον τοῦτο, Κύριοι, τὸ ὁποῖον δικαιολογεῖ τὴν γνώμην, ὅτι οὐχὶ ὀρθῶς παρελείφθη ἡ δυνατή, ἐπαναλαμβάνω, καὶ οὐδέποτε ἀπαγορευθεῖσα στρατιωτικὴ κατάληψις τοῦ Αὐλῶνος. Ὑπάρχει καὶ ἕτερόν τι· ὑπάρχει ἓν προηγούμενον τὸ ὁποῖον παρέχει ἐναργῆ καὶ ἔμπρακτον τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν ἐξεδήλου ὁ κόμης Μπέρχτολδ περὶ τῆς ἀνάγκης νὰ δεχθῶσιν ἐξαιρέσεις ὡς πρὸς ἀμιγεῖς Ἀλβανικὰς χώρας, ὡς ἐκ τῆς ἐκτάσεως τῶν στρατιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, δὲν ἦτο ἡ γνώμη ἡ ὁποία ἐγκατελείφθη, ἀλλ’ ἦτο γνώμη ἡ ὁποία καὶ ἐξετελέσθη. Χῶραι ὁλόκληροι Ἀλβανικαί, κατὰ μέγα μέρος ἀποκλειστικῶς ὑπὸ Ἀλβανῶν κατοικούμεναι, προσηρτήθησαν εἰς ἕνα ἐκ τῶν συμμάχων ἡμῶν, καὶ προσηρτήθησαν, διότι αἱ στρατιωτικαὶ αὐτοῦ ἐπιχειρήσεις διερρυθμίσθησαν καθ’ ὃν διερρυθμίσθησαν τρόπον. Ὑπῆρξε καὶ ἐκεῖ ἓν συμφέρον, ὡς πρὸς τὸ ὁποῖον δὲν ἠδύνατο νὰ χωρήσῃ συμβιβασμός, τὸ συμφέρον τῆς ἐξόδου εἰς τὴν θάλασσαν. Καὶ ὡς πρὸς ἐκεῖνο ἠπείλησαν τοὺς Σέρβους διὰ πολέμου καὶ τοὺς ἐξηνάγκασαν νὰ ἀποχωρήσωσιν. Ὑπῆρξε καὶ ἓν συμφέρον μὲ τὴν βιωσιμότητα τῆς Ἀλβανίας συνδεόμενον, τὸ συμφέρον τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὸ Σκούταρι. Ἐξηνάγκασαν καὶ ἐκεῖθεν τοὺς Μαυροβουνίους νὰ ἀποχωρήσωσιν. Ἀλλὰ μετὰ τὰς δύο αὐτῆς ἀποχωρήσεις ἐσεβάσθησαν τὴν στρατιωτικὴν κατοχήν, τὴν ἐπέκτασιν, καὶ δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ἡ Κυβέρνησις ὅτι χώρα μεγάλης ἐκτάσεως ἀμιγοῦς Ἀλβανικοῦ πληθυσμοῦ ἢ κατ’ ἐπικράτησιν τοιούτου, προσεκυρώθησαν εἰς τὸ σύμμαχον ἡμῶν Κράτος. Καὶ ὅταν μοὶ ἔδιδε τὰ ἔγγραφα ὁ ἀξιότιμος κ. Πρωθυπουργός, ἴσως ἐνόει νὰ μοὶ εἴπῃ· καὶ φαντάζεσθε, ὅτι, ὅταν ἡ Ἰταλία δὲν ἐνόει νὰ ἀφήσῃ καὶ ἐνόει νὰ φθάσῃ μέχρι πολέμου διὰ τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας, φαντάζεσθε ὅτι θὰ μᾶς ἄφηναν, ἂν εἴχομεν ἐπεκτείνει τὴν κατάληψιν μέχρι τοῦ Αὐλῶνος, νὰ μείνωμεν ἐκεῖ;» Δὲν τὸ φαντάζομαι, ἀλλὰ μὴ ἐζήτουν, κύριε Πρωθυπουργέ, νὰ ἀφήσωμεν μόνον τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας; Μήπως ἀφήσαμεν μόνον αὐτό; Τὸ στενὸν τῆς Κερκύρας ἠξίωσαν νὰ τὸ ἀφήσωμεν διὰ λόγους ναυτικούς, ἀναλόγους πρὸς ἐκείνους τοὺς ὁποίους εἶχον ὅταν ἐπέβαλλον εἰς τοὺς Σέρβους νὰ ἐγκαταλίπωσι τὸ Δυρράχιον. Καὶ ἂν οἱ λόγοι ἦσαν τοιοῦτοι, βεβαίως θὰ ἐξηνάγκαζον ἡμᾶς εἰς ὑποχώρησιν. Ἀλλὰ μήπως ἀφήσαμεν μόνον αὐτό; Ἡ ἐσωτερικὴ ἔκτασις ὁλόκληρος, ἡ ὁποία ἐθυσιάσθη καὶ ἡ ὁποία δὲν περιελαμβάνετο εἰς ἐκείνας τὰς χώρας αἱ ὁποῖαι κατῳκοῦντο οὐδὲ ἀμιγῶς οὐδὲ κατ’ ἐπικράτησιν ὑπὸ Ἀλβανικῶν πληθυσμῶν, γνωρίζετε διατὶ δύναταί τις νὰ ὑποπτεύσῃ ὅτι ἐθυσιάσθησαν; Διότι ὅταν συνεπείᾳ τῆς κατοχῆς τὴν ὁποίαν ἐπέφεραν αἱ στρατιωτικαὶ ἐπιχειρήσεις ἄλλων μεθ’ ἡμῶν κατὰ τῆς Τουρκίας μαχομένων ἐπέβαλον ν’ ἀποκοπῇ ἀπὸ τῆς Ἀλβανίας ἔκτασις ὅση ἀπεκόπη, κατέστη ἀναγκαῖον δαπάναις ἡμῶν νὰ δημιουργηθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν μᾶλλον βιώσιμον τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος διὰ τῆς προσαρτήσεως εἰς αὐτὸ χωρῶν Ἑλληνικῶν καὶ ἐδημιουργήθη. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, Κύριοι, ἔφερον τὰ πράγματα εἰς ἀνάγκην, εἴτε ἀνάγκην δυναμένην νὰ ἀποτραπῇ ἔκ τινων ἐνεργειῶν, εἴτε ἀνάγκην μὴ δυναμένην νὰ ἀποτραπῇ — διότι ἀσφαλῆ κρίσιν περὶ τῶν συνεπειῶν, ἃς θὰ εἴχομεν ἐξ ὡρισμένων ἡμῶν ἐνεργειῶν, κρίσιν μαθηματικῶς ἀποδεικνυομένην, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταρτίσωμεν — ἤγαγον, λέγω, τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀνάγκην, ἵνα χῶραι Ἑλληνικαὶ ὑπὸ Ἑλλήνων κατοικούμεναι προσαρτηθῶσιν εἰς τὸ νεοπαγὲς Ἀλβανικὸν Κράτος. Τὴν στιγμὴν ἐκείνην ἐνέκυπτεν εἰς μέσον ὑπερτάτη τις ὑποχρέωσις τῆς Ἑλλάδος, ὑποχρέωσις, ἵνα εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τούτους παρασχεθῶσιν ἐκεῖναι τοὐλάχιστον αἱ ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ὑπὸ τὴν Τουρκίαν ζῶντες οἱ πληθυσμοὶ οὗτοι εἶχον καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξησφάλισαν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον διατήρησιν τῆς ἐθνικῆς αὐτῶν ὑποστάσεως καὶ τῆς ἐθνικῆς ἀκόμη ἀναπτύξεως. Διότι, Κύριοι, ὅσην καὶ ἂν τρέφωμεν συμπάθειαν πρὸς τὸ Κράτος τὸ Ἀλβανικόν, δὲν δυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν ὅτι εἶναι καὶ θὰ εἶναι ἐπὶ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν Κράτος οὐχὶ ἀνώτερον τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον πρότερον ἐκυριάρχει τῶν χωρῶν, τὰς ὁποίας εἰς αὐτὸ παραχωροῦμεν. Ἡ διαφορὰ τοῦ θρησκεύματος μεταξὺ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους, ὁμοεθνεῖς πρὸς ἡμᾶς ὄντας δεχόμεθα νὰ προσαρτηθῶσιν εἰς τὴν Ἀλβανίαν, εἶναι ἡ αὐτὴ ἡ ὁποία ἦτο καὶ πρὸς τοὺς πρώην κυριάρχους αὐτῶν. Ἐπεβάλλετο λοιπὸν ἵνα ἂν οὐχὶ πλείονα, τοὐλάχιστον ἡ αὐτὴ ἐξαιρετικὴ θέσις ἡ ἐξασφαλίζουσα τὴν ἐθνικὴν αὐτῶν ὑπόστασιν καὶ ἀνάπτυξιν ἀναγνωρισθῇ. Μολονότι ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν διεβεβαίωσεν ὅτι διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐπετεύχθησαν καὶ ὡς πρὸς τούτους ὅσα ἦσαν δυνατὸν νὰ ἐπιτευχθῶσι, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην ὅτι διὰ τῆς ἐνεργείας τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως οὐδὲν ἀπολύτως ἐπετεύχθη. Καὶ ἐν πρώτοις θὰ παρακαλέσω τὸν ἀξιότιμον κ. Ὑπουργὸν νὰ μὴ παρίδῃ ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες ἐπρωτοστάτησαν εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους ὡς ἀρχὴν ἀναμφήριστον εἶχον νὰ ἀναγνωρισθῶσι δικαιώματα εἰς ὅλας τὰς μειονότητας τὰς κατ’ ἐθνικότητα ἢ θρησκείαν διαφερούσας ἐν οἱῳδήποτε τῶν Κρατῶν τὰ ὁποῖα ἐπρόκειτο νὰ διαπλασθῶσιν ἐν τῇ Χερσονήσῳ κατόπιν τοῦ πολέμου. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ συνέλθῃ ἐν Λονδίνῳ ἡ διάσκεψις τῶν πρεσβευτῶν, αἱ ὁδηγίαι τὰς ὁποίας διεβίβασεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Αὐστρίας πρὸς τὸν ἐκεῖ πρεσβευτὴν ρητῶς μεταξὺ ἄλλων περιλαμβάνουσι καὶ τοῦτο (ἀναγινώσκει)· «Ἡ Ὑμετέρα Ἐξοχότης δέον κατὰ πᾶσαν αὐτοῦ συζήτησιν νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δέον εἰς τὰς ἐθνικὰς καὶ θρησκευτικὰς μειονοψηφίας, τὰς οἰκούσας τὰς Τουρκικὰς χώρας καὶ αἱ ὁποῖαι θὰ περιέλθωσιν εἰς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη, ἵνα τὸ δικαίωμα τῆς περαιτέρω ἐλευθέρας ἀναπτύξεως, ὅσον ἀφορᾷ τὴν θρησκείαν, τὴν γλῶσσαν καὶ τὰ σχολεῖα, κατὰ τρόπον ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως ἐξασφαλισθῇ, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἄλλων Μ. Δυνάμεων δὲν θ’ ἀρνηθῶσι νὰ παράσχωσι τὴν συναίνεσιν αὑτῶν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην ἡ ὁποία δικαιολογεῖται ὑπὸ τῶν ἐπιταγῶν τῆς φιλανθρωπίας». Τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι ἐν σελίδι 89 τῆς Αὐστριακῆς βίβλου. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι εἶχεν ἤδη ἡ Αὐστρία ὑπὲρ πασῶν τῶν μειονοψηφιῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ προσηρτῶντο εἰς οἱονδήποτε ἐκ τῶν Κρατῶν τῶν Βαλκανικῶν, εἶχεν ἤδη ἀξιώσει καὶ δώσει ὁδηγίας εἰς τὸν πρεσβευτὴν αὑτῆς ἐν Λονδίνῳ νὰ ἀξιώσῃ, ἵνα ἀναγνωρισθῶσι τὰ δικαιώματα ταῦτα, καὶ ἀναγνωρισθῶσιν ὄχι ἀπὸ Κράτη, οἷον τὸ Ἀλβανικόν, ἀλλὰ ἀπὸ Κράτη οἷα τὰ σύμμαχα Βαλκανικά, τὰ ὁποῖα διέπονται ὑφ’ ὡρισμένων συνταγμάτων, ἐν τοῖς ὁποίοις ἡ ἐλευθερία ἡ θρησκευτικὴ καὶ ἐθνικὴ ἔχουν τελείως ἀναγνωρισθῆ. Ἐν ᾧ δὲ οὕτως εἶχον τὰ πράγματα καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἰς τὰς Δυνάμεις τὰς τοιαύτας κηρυτούσας ἀρχὰς ὑποκύπτουσα καὶ οὐχὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ συσταθῇ Ἀλβανικὸν Κράτος, παρέδωκε τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς εἰς αὐτό, ἐκφράζουσα τὴν εὐχὴν ἵνα ἀνάλογοι πρὸς ὅσα ἐν τῷ ἀναγνωσθέντι ἐγγράφῳ εὕρηνται δοθῶσιν ἐγγυήσεις εἰς τοὺς παραχωρουμένους πληθυσμούς, ποίαν νομίζετε ὅτι ἔλαβεν ἀπάντησιν; Ὁ κ. Ὑπουργὸς πρὸ ὀλίγου ἔλεγεν ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀποκτᾷ δικαίωμα, διότι πρὸς τὴν Ἑλλάδα ἀπευθύνονται αἱ διακοινώσεις.
§124Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Μάλιστα.
§125Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Βεβαίως ἀπευθύνονται πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἵνα ἀποκτήσῃ δικαιώματα ἡ Ἑλλὰς νὰ ἀπευθύνωνται αἱ διακοινώσεις πρὸς αὐτήν. Ἀπαιτεῖται αἱ διακοινώσεις αὗται καὶ νὰ θέλωσιν νὰ δημιουργήσωσι δικαίωμά τι τῇ Ἑλλάδι. Ἐὰν αἱ διακοινώσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε, σᾶς ἔλεγον ὅτι θέλουν καὶ ἐννοοῦν νὰ δημιουργήσουν δικαίωμα τῇ Ἑλλάδι, βεβαίως θὰ ἐδημιουργεῖτο τοιοῦτο. Ἀλλὰ ὅτε ἔχετε ὑπ’ ὄψει τὸ κείμενον αὐτῶν, πῶς μᾶς λέγετε ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἀποκτᾷ δικαίωμα ἁπλῶς καὶ μόνον διότι ἀπευθύνονται εἰς αὐτὴν αἱ διακοινώσεις; Διότι ἰδοὺ τί σᾶς λέγουν· «Ἐκοινοποιήσαμεν τὴν ἀποδοχήν σας, καὶ τὰς εὐχάς σας εἰς τὴν Διεθνῆ ἐπιτροπήν, καὶ αὕτη θὰ μεριμνήσῃ νὰ πραγματοποιήσῃ αὐτὰ (ἐν τῷ Συντάγματι τῆς Ἀλβανίας, τὸ ὁποῖον ἐπεξεργάζεται». Σᾶς ἀνακοινοῦσιν ὅτι τοῦτο ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπὴ ὡς πρᾶξιν ἐσωτερικοῦ δικαίου, δικαίου ἀκόμη μὴ ἐπιβληθέντος εἰς τὴν Ἀλβανίαν. Εἶναι ἁπλαῖ σκέψεις τῆς Ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία δὲν ἔλαβεν ἀκόμη σάρκα καὶ ὀστᾶ. Ἀλλὰ ἄς ἴδωμεν κατωτέρω. Καὶ ἐξακολουθοῦν: «Ἡ Κυβέρνησις (ἕκαστος τῶν πρεσβευτῶν) θὰ συστήσῃ καὶ θὰ ἀσκήσῃ τὴν ἐπιρροὴν αὐτῆς, ἵνα ταῦτα γίνωσι.» Εὑρίσκετε κ. Ὑπουργὲ ὅτι ἐν τοιαύτῃ διατυπώσει τῆς διακοινώσεως ἀπεκτήσατε κανὲν δικαίωμα; Ζητεῖτε νὰ κάμῃ κἄτι ἡ Ἀλβανία καὶ αὐτοὶ σᾶς ἀπαντοῦν «ἡ Ἀλβανία θὰ τὸ κάμῃ, διὰ πράξεως τοῦ ἐσωτερικοῦ αὐτῆς δικαίου». Θὰ τὸ κάμῃ ἡ Ἀλβανία. «Σᾶς δηλοῦμεν δὲ ἡμεῖς ὅτι θὰ ἀσκήσωμεν τὴν ἐπιρροήν μας ἵνα πείσωμεν τὴν Ἀλβανίαν νὰ τὸ κάμῃ.»
§126Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Δὲν μοὶ κάμνετε τὴν χάριν νὰ ἀναγνώσητε τὴν σχετικὴν παράγραφον πρὸς τὴν μειονοψηφίαν τὴν Ὀθωμανικὴν ἐν ταῖς νήσοις, διὰ νὰ ἴδῃ ὁ κ. Ὑπουργὸς τὴν ἀντίθεσιν; Ἐκεῖ ὀνομάζεται ῥητῶς ἡ Τουρκία.
§127Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Δηλαδὴ ἐννοεῖτε τὴν προγενεστέραν. Μάλιστα (ἀναγινώσκει)· «Αἱ Δυνάμεις ἀφ’ ἑτέρου κλπ. Ἡ ἀντίθεσις εἶναι προφανής. Ἐν τούτοις δὲν νομίζω τὸ πρᾶγμα οὐσιωδῶς ἐνδιαφέρον ἐὰν τοπικῶς δὲν ἀπεκτήσατε δικαιώματα ὡς πρὸ ὀλίγου εἴπετε. Ἐὰν ἐμνημόνευσα τὸ πρᾶγμα, ἐμνημόνευσα τοῦτο διὰ τὴν ἀνακρίβειαν εἰς τὴν ὁποίαν περιεπέσατε καὶ οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον. Διότι ἐλέγετε ὅτι δύνασθε νὰ ἀποκτήσητε ὅσα θέλετε δικαιώματα ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων. Αὐτὰ ἐλάχιστα θὰ ἐχρησίμευον. Ἐκεῖνο ὅμως τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ζητηθῇ καὶ τὸ ὁποῖον νὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρασχεθῇ καὶ θ’ ἀπετέλει πραγματικὴν ἀσφάλειαν, ἦτο ἡ διαρρύθμισις τῆς ὀργανώσεως τῆς σχετικῆς πρὸς τοὺς πληθυσμοὺς ἐκείνους τοὺς ὁποίους, Ἕλληνας ὄντας, ἡμεῖς παρεχωρήσαμεν καὶ δὴ διαρρύθμισις τοιαύτη ὥστε ἐξ αὐτῆς νὰ προκύπτῃ ἐξασφάλισις τῆς θέσεώς των. Καὶ μέχρι μὲν πρό τινος δὲν ἠδύνατο νὰ λεχθῇ ὅτι τοιαῦται ἀξιώσεις δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνωσι δεκταὶ καὶ εἰς ἐκεῖνον ὅστις ὑπεστήριζε τὸ δυνατὸν τῆς ἀποδοχῆς τοιαύτης ἀξιώσεως, θὰ ἠδύνασθε νὰ ἀντιτάσσητε ὅτι τὸ τοιοῦτον θὰ ἐκρίνετο ἀσυμβίβαστον πρὸς τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἀλβανίας, ὡς ἐνέχον στοιχεῖα ἀποσυνθετικὰ ἐν αὐτῷ, καὶ συνεπῶς ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνωσι δεκταὶ παρ’ ἐκείνων οἵτινες ἐνδιαφέρονται διὰ τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς. Μετὰ τὰ τελευταῖα ὅμως γενόμενα, μετὰ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα εἶχεν ὁ κατὰ τρόπον τόσον ἀληθῶς ἄξιον θαυμασμοῦ διεξαχθεὶς Ἠπειρωτικὸς ἀγών, μοὶ φαίνεται περίεργον πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὑπεστήριξεν ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης σήμερον τοιαῦτά τινα. Ὅταν ἔχομεν δεδομένον ὅτι συνεπείᾳ, μόνης τῆς ἀντιστάσεως τῶν πληθυσμῶν τὴν ὁποίαν πάντοτε θὰ τὴν εἴχετε συνεπίκουρον τῶν προσπαθειῶν ὑμῶν, ὅτε θὰ ἠγωνίζεσθε ὑπὲρ δικαίων τὰ ὁποῖα ἀναμφισβητήτως εἶναι ἄξια παντὸς σεβασμοῦ, καὶ τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν προτέρων ἐμφανίζονται οἱονεὶ ἀναγνωριζόμενα ὑπὸ τῶν Δυνάμεων, ὅταν ἔχομεν δεδομένον ὅτι ἐκ μόνης τῆς ἀντιστάσεως τῶν πληθυσμῶν τοιαῦτα ἐπῆλθον ἀποτελέσματα, πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ λέγῃ πρὸς ἡμᾶς ὁ κ. Ὑπουργὸς ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ γίνωσι δεκτοὶ τοιοῦτοι ὅροι τιθέμενοι παρ’ ἡμῶν; Ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάκρισιν μεταξὺ εὐχῶν καὶ ὅρων, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπέμενεν ὁ κ. Ὑπουργὸς καὶ μὲ τὴν ὁποίαν κατέστρεψε τὸν λόγον του, ἤθελον τὸν παρακαλέσῃ νὰ μὴ λησμονήσῃ ὅτι δὲν ἐπρόκειτο κατὰ τὴν διάνοιαν ἐκείνων, οἵτινες ἐπέκρινον τὴν ὑπὸ τόσων εὐχῶν διατύπωσιν τῶν τοιούτων αἰτημάτων, περὶ ἐπικρίσεως τῆς ἁβρόφρονος διατυπώσεως, ἀλλ’ ἐπρόκειτο περὶ ἐπικρίσεως τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἐπικρίσεων διατυπώσεων. Ἐπρόκειτο περὶ ἐπικρίσεως τῆς οὐσίας τῶν δηλώσεων, τὰς ὁποίας ἐκάμετε ἐκ τῆς θέσεως τῆς οὐσιαστικῆς τὴν ὁποίαν δι’ αὐτῶν ἐλάβετε. Δὲν ἔπρεπε νὰ παραστῆτε ὡς συνήγορος ἁπλῶς οἷος παρέστητε, ἀλλ’ ὡς ὑπεύθυνος πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν παραχωρουμένων πληθυσμῶν. Δὲν εἶσθε ἁπλοῖ συνήγοροι τῶν πληθυσμῶν αὐτῶν, ὥστε νὰ διατυπώσητε τὰς ἀξιώσεις αὐτῶν εἰς εὐχάς. Εἶσθε ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἐξασφάλισιν αὐτῶν. Διότι ὅταν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος μετέβη ἐκεῖ καὶ ἐκάλεσε τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, ὅταν τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἀπέδωκεν εἰς αὐτοὺς τὴν ἐλευθερίαν, ἐπρόκειτο δὲ κατόπιν νὰ παραδώσῃ αὐτοὺς εἰς ἄλλους, ὄχι τοὺς κατόπιν κυριάρχους ἀλλὰ τρίτους, μετὰ τὴν οὐσίαν οὐδὲν ὑπῆρχε προηγουμένως καθεστὼς ὥστε νὰ τοὺς ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐθνικὴν καὶ ἀτομικὴν ἀκόμη ὕπαρξιν, τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικὸν εἶχε τὴν εὐθύνην ἵνα, παραδιδομένων τῶν πληθυσμῶν τούτων, παραδοθῶσιν οὗτοι ἐν τοιαύτῃ ἐξασφαλίσει τῆς ἐθνικῆς αὐτῶν ὑποστάσεως, ὥστε οὐδένα, οὐδέποτε νὰ δύνανται διατρέξωσι κίνδυνον. Τοιαύτην ἀλληλεγγύην, τοῦ Κράτους τοῦ Ἑλληνικοῦ μετ’ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ παραδώσῃ εἰς τὴν Ἀλβανίαν, ἔπρεπε νὰ ἴδωσιν ἐκδηλουμένην ἐκεῖνοι μετὰ τῶν ὁποίων συνενοήθητε. Οἱ ἐπικρίναντες δὲ ὑμᾶς διὰ τὴν διατύπωσιν τῶν τόσων ἁπλῶν εὐχῶν, δὲν ἐπέκριναν ὑμᾶς, διότι μετ’ ἁβροφροσύνης διετυπώσατε τὰ αἰτήματα ἡμῶν· ἐπέκριναν ὑμᾶς διότι δὲν ἐξεδηλώσατε κατὰ τρόπον ἐμφανῆ τὴν παρὰ τῷ Ἑλληνικῷ Κράτει συνείδησιν τῆς ἀκάμπτου ἀλληλεγγύης μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνων.
§128Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἠσχολήθη ὅπως γεννήσῃ εἰς ἡμᾶς ἐνδοιασμοὺς περὶ τοῦ γεγονότος, ἂν ἡ νησὶς αὕτη ἀνήκῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἢ ὄχι. Νομίζω ὅτι ἡ πρὸς τοῦτο προσπάθεια τοῦ κ. Ὑπουργοῦ δὲν εἶχε λόγον, διότι ἐκ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλήν, προκύπτει ὅτι ἡ νησὶς αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Καὶ ἐρωτῶ· τίνα μετὰ τὴν ἀναγνώρισιν ταύτην, τίνα σημασίαν ἔχει ἡ προσπάθεια ὅπως γεννηθῶσιν ἐνδοιασμοὶ περὶ τῆς ἑλληνικότητος τῆς νήσου; Ἐλέχθη, Κύριοι, ὅτι ἡ νησὶς αὕτη οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν καὶ ὅτι ἑπομένως ἀκατανόητος τυγχάνει ἡ ἐνέργεια τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ὅπως τὸ ζήτημα τοῦ Σάσωνος ἀνυψώσῃ εἰς ὕψος τοιοῦτον ὥστε νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν εἰς πολλὰς συνεδριάσεις. Καὶ ἂν μέν, Κύριοι, προέκειτο περὶ ἐκμεταλλεύσεως τῆς νήσου Σάσωνος, ἤθελον καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίσει ὅτι ἡ σημασία αὐτῆς εἶναι πολὺ μικρά, ἀλλὰ πρόκειται ἀκριβῶς περὶ στρατηγικῆς θέσεως τῆς νησίδος ταύτης. Καὶ ὁποία τις εἶναι ἡ σημασία τῆς νησίδος, ἀποδεικνύει ἡ ἐπιμονὴ τὴν ὁποίαν καταβάλλουσιν ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται ὑπὲρ τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους, ὅπως ἀποσπάσωσι ταύτην ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα καὶ συνδέσωσι ταύτην μετὰ τῆς Ἀλβανίας. Ἀλλὰ καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦ Σάσωνος παρέχει σπουδαιότητα μεγάλην. Δὲν δύνασθε ν’ ἀμφισβητήσητε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο στενῶς συνέχεται πρὸς τὸ ζήτημα τῆς Ἠπείρου, στενῶς συνέχεται πρὸς τὸ ζήτημα τῶν Νήσων, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ κατηγορήσῃ τοὺς προαγορεύσαντας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπὶ ἐπεκτάσει τῶν ὁρίων τῆς συζητήσεως. Κατηγόρησεν αὐτοὺς ὅτι ἐξῆλθον ἐκ τοῦ θέματος, ἐνῷ ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἁπλῆ ἀνάγνωσις τῆς ἐκθέσεως τῆς δικαιολογητικῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἀποδεικνύει ὅτι ἦσαν ἐν τῷ θέματι οἱ συζητήσαντες ὅλον τὸ ζήτημα τὸ Ἠπειρωτικὸν καὶ οἱ συζητήσαντες μετὰ τοῦ θέματος τούτου τὸ ζήτημα τὸ Νησιωτικόν. Καὶ ἐπειδή, Κύριοι, ταῦτα φρονῶ, θέλω δι’ ὀλιγίστων — διότι νομίζω ὅτι τὸ θέμα πλέον ἐξηντλήθη—ἐξετάσει κατὰ πρῶτον τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα. Ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔθετο ὡς ἀρχὴν ὅτι ἡ σύστασις τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους προῆλθεν ἐκ πανευρωπαϊκοῦ συμφέροντος. Ἐγώ, Κύριοι, φρονῶ ὅτι τὰ λάθη τὰ διαπραχθέντα ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου διαπραγματεύσεων προῆλθον ἀκριβῶς ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνέπτυξεν. Ἐσφαλμένη ἦτο ἡ ἀντίληψις ὑμῶν ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Ἀλβανίας ἦτο πανευρωπαϊκόν. Τὸ ζήτημα τὸ Ἀλβανικὸν ἦτο Ἰταλο–Αὐστριακόν, ἐπεβλήθησαν δὲ αἱ δύο Δυνάμεις μετὰ πολλῆς δυσκολίας εἰς τὴν λοιπὴν Εὐρώπην, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι αἱ ἄλλαι Δυνάμεις ἔχουσι συμφέρον διὰ τὴν ἵδρυσιν τῆς Ἀλβανίας. Εἶπον ὅτι ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ταύτης ἀντιλήψεως προῆλθον ὅλα τὰ λάθη τὰ διαπραχθέντα, διότι ἐὰν εἴχετε τὴν ἀντίληψιν ὅτι τὸ ζήτημα τὸ Ἀλβανικὸν ἐγεννήθη ὑπὸ τῆς Ἰταλίας καὶ τῆς Αὐστρίας, αἵτινες ἀπέβλεπον εἰς μέλλοντα συμφέροντα ἅτινα δυνατὸν εἶναι νὰ πραγματοποιηθῶσιν, ἐὰν λέγω, ἠθέλετε ἀναχωρήσει ἐκ τῆς ἀντιλήψεως αὐτῆς, ἠθέλετε ἐννοήσει ὅτι ἐν ταῖς προσπαθείαις ὑμῶν, ὅπως διασώσητε τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς, ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρητε ἄλλους συμφώνους πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις ὑμῶν. Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀρνηθῆτε ὅτι ἐν Εὐρώπῃ ὑπάρχουσι Μεγάλαι Δυνάμεις αἵτινες δυσπίστως ἀποβλέπουσιν εἰς τὴν ἵδρυσιν τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους, ὅτι τὰ συμφέροντα αὐτῶν τῶν Δυνάμεων ἀντίκεινται εἰς τὴν ἵδρυσιν αὐτοῦ καὶ ὅτι εἰς τὰ συμφέροντα ταῦτα, ἐὰν εἴχετε ἀποβλέψει, ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρητε ἀρωγοὺς εἰς τὰς προσπαθείας ὑμῶν. Ἀλλ’ ὅταν εἴχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ ἵδρυσις τῆς Ἀλβανίας ἦτο πανευρωπαϊκοῦ ἐνδιαφέροντος, ἐκ τῆς ἐσφαλμένης ταύτης ἀντιλήψεως ἔπρεπε νὰ φθάσητε εἰς ἐκεῖνα τὰ σφάλματα, εἰς τὰ ὁποῖα περιεπέσατε καὶ τὰ ὁποῖα προῆλθον ἐκ τῆς πεποιθήσεως ὅτι οὐδεὶς θέλει ποτὲ ἐνδιαφερθῆ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαίων ἡμῶν. Ἀναμφισβήτητον, Κύριοι, τυγχάνει ὅτι τὸ πρῶτον λάθος, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἀλβανικὸν ζήτημα, ἦτο ἡ μὴ κατάληψις τοῦ Αὐλῶνος. Τὴν ἰδέαν ταύτην ὑπεστήριξα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἠσχολήθημεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀλλὰ τότε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς διακόπτων με μοὶ εἶπεν ὅτι ἐὰν ἠθέλομεν καταλάβει τὸν Αὐλῶνα ἠθέλομεν ἐκθέσει τὴν Ἑλλάδα εἰς πόλεμον. Οὐδεμίαν εἶχον ἐπίσημον πληροφορίαν ἐπιτρέπουσαν εἰς ἐμὲ ν’ ἀμφισβητήσω τὰ ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ λεγόμενα καὶ ἠναγκάσθην νὰ σιωπήσω, διότι πρὸ τοῦ κινδύνου πολέμου μετὰ τῆς Ἰταλίας ἡ ἐπιμονὴ εἰς τὴν ἰδέαν τῆς καταλήψεως τοῦ Αὐλῶνος, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑποστηριχθῇ. Ἀλλ’ ἡ δημοσιευθεῖσα Αὐστριακὴ βίβλος, τί ἀποδεικνύει; Ἀποδεικνύει ὅτι οὐδεμίαν τοιαύτην ἀπειλὴν ἀπηύθυνεν ἡ Ἰταλία πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Καὶ μὴ συγχέωμεν, Κύριοι,—διότι ἐγένετο προσπάθεια πρὸς σύγχυσιν καὶ πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν τὰς συγχύσεις —μὴ συγχέωμεν τὰ πράγματα. Ὅταν ὁμιλῶ περὶ καταλήψεως τοῦ Αὐλῶνος καὶ ὅταν ὁ συνάδελφός μου ἐξ Ἀχαιοήλιδος ὡμίλησε τὴν ἑσπέραν ταύτην περὶ τούτου, ὁμιλοῦμεν περὶ τῶν ἐνεργειῶν τοῦ μηνὸς Δεκεμβρίου, καὶ εἰς τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν εἶχον κάμει ἀπήντησεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταληφθῇ ὁ Αὐλών, διότι ἤθελε ἐκθέσει τὴν Ἑλλάδα εἰς πόλεμον μετὰ τῆς Ἰταλίας. Ἀπεναντίας, ἐκ τοῦ ἐγγράφου τοῦ ἀναγνωσθέντος δὶς κατὰ τὴν συνεδρίασιν ταύτην, ἐγγράφου ἐν τῷ ὁποίῳ ἐκδηλοῦνται αἱ προθέσεις Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας τί ἐξάγεται; Ἐξάγεται ὅτι ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Ἰταλία ἐκ συμφώνου κηρύττουσιν ὅτι δὲν ἔχουσι τὴν διάθεσιν ὅπως ἐπιτρέψωσι τὴν ἐνσωμάτωσιν, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Βουλευτής, τοῦ Αὐλῶνος καὶ τῆς νησίδος Σάσωνος εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Τοῦτο μόνον προκύπτει. Ἄρα οὐδεὶς πόλεμος ἠπειλήθη λόγῳ τῆς καταλήψεως τοῦ Αὐλῶνος ὡς διετάθη τότε ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἐγὼ δὲν εἶμαι διστακτικός, ὅπως ὁ προαγορεύσας. Εἶμαι θετικός, καὶ ἐρωτῶ καὶ λέγω ὑπάρχει τις ὁ ἀμφιβάλλων ὅτι ἡ κατάληψις τοῦ Αὐλῶνος ἤθελε καταστήσει ἴσως πολὺ δύσκολον τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν στενῶν τῆς Κερκύρας; Ὄχι, διότι θὰ ἐπρόκειτο τότε περὶ ἐκκενώσεως Αὐλῶνος καὶ Σάσωνος καὶ οὐχὶ περὶ τῶν στενῶν. Ἄρα ζήτημα στενῶν καὶ Στύλου καὶ Παγανιᾶς προῆλθον ἐκ τῆς μὴ καταλήψεως τοῦ Αὐλῶνος. Μεταβαίνω τώρα εἰς τὴν στάσιν τὴν ὁποίαν ἐτήρησεν ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας, ὅσον ἀφορᾷ εἰς τὸ ζήτημα τῶν συνόρων τῶν ἐν τῷ ἐσωτερικῷ τῆς Ἠπείρου, καὶ λέγω ὅτι ἐκεῖ παρατηροῦμεν τάσιν ὑποχωρήσεως, διότι ἀπὸ τοῦ πρότερον ὁρισθέντος σημείου μεταβαίνομεν κατόπιν εἰς τὸν Στύλον, ἀπὸ τοῦ Στύλου μεταβαίνομεν παρακάτω, ἔπειτα ἀπ’ ἐκεῖ φθάνομεν ἕως τὴν Παγανιᾶν—παραχωρήσεις διαδοχικαί. Καὶ σημειώσατε ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Στύλου, τὸ ὁποῖον ἐν ἐκτάσει συνεζητήθη ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τούτῳ, μένει πάντοτε ἄλυτον, διότι καὶ μὲν ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφον ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ, ἔγγραφον, ἐξ οὗ ἐξάγεται ὅτι ὁ πρεσβευτὴς τῆς Γαλλίας ἐπέμεινεν ὅπως καθορισθῇ τὸ τελευταῖον ὅριον τῶν ὑποχωρήσεων τῶν Ἑλληνικῶν, δὲν εἴχομεν ὅμως τὰ προγενέστερα ἔγγραφα, καὶ δὲν ἠξεύρομεν ἂν ἡ παραχώρησις τοῦ Στύλου ἐγένετο συνεπείᾳ τοῦ ἐγγράφου τούτου, ἢ ἂν ἐγένετο πρὸ τοῦ ἐγγράφου τούτου, καὶ τὸ ἔγγραφον τὸ ἐπιδειχθὲν εἰς ἡμᾶς οὐδὲν ἕτερον ἦτο ἢ ἔγγραφον ὅπερ ἐπρόκειτο νὰ μὴ μειώσῃ τὴν ἐντύπωσιν τῆς γενομένης ἤδη παραχωρήσεως. Ἀλλὰ μήπως, μετὰ τὰς παραχωρήσεις τὰς σχετιζομένας πρὸς τὰ σύνορα, εἴτε τὰ παραλιακὰ εἴτε τὰ τοῦ ἐσωτερικοῦ, ἐλήφθη τοὐλάχιστον φροντὶς πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν κατοίκων τῶν μερῶν ἐκείνων; Ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου περιττὸν νομίζω εἶναι νὰ ἐπιμείνω διότι ἐξηντλήθη τοῦτο ἐκ τῶν ἀγορεύσεων τῶν κ. Βουλευτῶν Ἀρκαδίας, Ἀκαρνανίας καὶ τοῦ κ. Βουλευτοῦ ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀρνηθῇ, συγκρίνων τὰ αἰτήματα ὑμῶν, τὰς εὐχὰς ὑμῶν πρὸς τὰ κτηθέντα ὑπὸ τῆς ἐπαναστάσεως, συγκρίνων τὴν ἀπάντησιν τῶν Δυνάμεων πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν πρὸς τὰ κτηθέντα διὰ τῶν συνεννοήσεων μεταξὺ Ζωγράφου καὶ ἀντιπροσώπων τοῦ ἐλέγχου ἐν Κερκύρᾳ, οὐδεὶς, λέγω δύναται συγκρίνων ταῦτα, νὰ μὴ ὁμολογήσῃ ὅτι ὅσα ἐπετεύχθησαν ὀφείλονται εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἐπανάστασιν ἡ ὁποία κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο προωρισμένη νὰ φέρῃ καταστροφὰς καὶ οὐδὲν πλέον καὶ ἡ ὁποία ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑποστηρίξεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν...
§129Δ. ΡΑΛΛΗΣ. Πολεμουμένη.
§130Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. ... πολεμηθεῖσα, μάλιστα, ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως κατέληξεν εἰς ἐκεῖνα τὰ συμπεράσματα εἰς τὰ ὁποῖα τὸ ἐπίσημον Κράτος μετὰ δύο νικηφόρους πολέμους δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἐρωτήσῃ: πρὸς τί ἐγένοντο αἱ παραχωρήσεις αὗται; Παραχώρησις τοῦ Σάσωνος, παραχωρήσεις τῶν συνόρων τῆς Ἠπείρου καὶ Ἀλβανίας, χαλαρὰ ὑποστήρηξις ὑπὸ τύπον εὐχῶν, μὲ ὕφος ἁβρόν, ἀλλ’ ὄπισθεν τοῦ ἁβροῦ ὕφους θὰ ἐπεθύμουν νὰ εὕρω οὐχὶ εὐχὰς ἀλλὰ αἰτήματα ὑπὸ τύπον ὅρων. Εἰς τί ὀφείλονται πάντα ταῦτα; Ὀφείλονται, κατὰ τὴν ὁμολογίαν ἀκόμη τῆς ἐκθέσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὸ ζήτημα τὸ νησιωτικόν, τὸ ὁποῖον ἀπησχόλησε τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ ὁποῖον δυστυχῶς, ὡς ἐκ τῆς πολιτείας τὴν ὁποίαν μετῆλθε, παρουσιάζει τόσους κινδύνους, ὥστε πρὸς ἀποτροπὴν αὐτῶν ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις νὰ φανῇ λίαν ὑποχωρητικὴ εἰς τὰ ἄλλα ζητήματα. Ἀλλὰ διὰ τῶν ὑποχωρήσεων τούτων ἐπέτυχε τοὐλάχιστον λύσιν τοῦ νησιωτικοῦ ζητήματος; Αἱ Δυνάμεις, Κύριοι, ὡς εἶναι γνωστὸν ἠθέλησαν τὸ ζήτημα τὸ νησιωτικὸν νὰ λύσωσι διὰ διαιτησίας. Εἰς τὴν ἀπόφασιν ταύτην τῶν Δυνάμεων συνετέλεσε κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν ἡ ἐπιθυμία ἀφ’ ἑνὸς Δυνάμεώς τινος ὅπως μὴ ἀφαιρεθῶσιν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν νῆσοι διὰ κατακτήσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς κατώρθωσε διὰ τῶν ὅπλων καὶ διὰ τοῦ Ναυτικοῦ αὐτῆς, ἡ ἐπιθυμία ἀφ’ ἑτέρου Δυνάμεών τινων ὅπως ἐν τῇ λύσει τοῦ ζητήματος τοῦ νησιωτικοῦ περιληφθῇ καὶ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος τῶν δωδεκανήσων, τῶν ὑπὸ τῆς Ἰταλίας κατεχομένων. Αὐταὶ ἦσαν αἱ αἰτίαι, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, αἱ ὁποῖαι ἔσχον ὡς ἀποτέλεσμα τὴν διὰ διαιτησίας λύσιν τοῦ ζητήματος, καὶ τὴν διαιτησίαν ταύτην ἀπεδέχθη ἡ Ἑλλὰς, ἀλλὰ ταύτην ἀπεδέχθη ἐπίσης καὶ ἡ Τουρκία. Καὶ ἐρωτῶ· ἡ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων, ἥτις ἀναμφισβητήτως κατὰ τύπους τοὐλάχιστον ἦτο δυσμενὴς πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἀρκεῖ ἡ ἀνάγνωσις τῆς ἀποφάσεως ταύτης καὶ ἡ σύγκρισις τῶν ὅρων τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν ἡ Εὐρώπη, ὅταν πρόκειται περὶ Ἑλλάδος καὶ τῶν ὅρων τῶν ὁποίων ποιεῖται χρῆσιν ὅταν πρόκειται περὶ Τουρκίας, ἵνα δικαιωθῇ τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη ὑπῆρξε δυσμενὴς πρὸς τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε ἡ ἀπόφασις ἐγένετο· ἐπεδικάσθησαν ἢ ἐπεκυρώθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα αἱ νῆσοι, αἱ παρὰ τῆς Ἑλλάδος κατακτηθεῖσαι, ἐξαιρέσει τριῶν νήσων, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξεν ἁπλῆ ἀποδοχὴ τῶν ἀποφάσεων τῶν Δυνάμεων. Καὶ ἐρωτῶ· δὲν ἐπεβάλλετο εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ· ἀποδέχομαι τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, ἀποδέχομαι τοὺς δυσμενεῖς ὅρους, τοὺς σχετικοὺς πρὸς τὰς νήσους τὰς ἐπιδικασθείσας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ ἡ ἀποδοχή μου ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἀποδοχῆς τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων ὑπὸ τῆς Τουρκίας, διότι Τουρκία καὶ Ἑλλὰς ἀνέθηκαν εἰς τὴν Εὐρώπην τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἐκτὸς δ’ αὐτοῦ ὑπάρχει ὄχι μόνον ἡ συνθήκη τοῦ Λονδίνου ἀλλὰ καὶ ἡ μεταξὺ Τουρκίας καὶ Ἑλλάδος συνθήκη, αἱ ὁποῖαι περιλαμβάνουσι τὴν ἀναγνώρισιν ἐκ μέρους τῶν δύο, ὅτι τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ διὰ διαιτησίας. Καὶ ἐρωτῶ· ἐδικαιοῦτο ἢ ὄχι ἡ Ἑλλὰς νὰ εἴπῃ· «Εἶμαι πρόθυμος νὰ ἐκτελέσω τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ὅρον ὅπως ταύτην ἀποδεχθῇ καὶ ἡ Τουρκία;» Ἀπεναντίας· ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἦτο πρέπον νὰ προβῇ εἰς ἐνεργείας πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν νήσων, ἐνεργείας τὰς ὁποίας καταδικάζω. Καὶ καταδικάζω αὐτὰς διότι καὶ αὗται προέρχονται ἐξ ἐσφαλμένης ἀντιλήψεως τῆς καταστάσεως τῆς Εὐρώπης· διότι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἐσφαλμένη ἀντίληψις τῆς καταστάσεως τῆς Εὐρώπης, δὲν ἦτο ποτὲ δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ φαντασθῇ ὅτι ἤθελον ἐξασφαλίσει εἰς αὐτὴν τὴν κατοχὴν τῶν νήσων· διότι ἐξασφάλισις τῆς κατοχῆς τῶν νήσων, ἐσήμαινε πρόθεσιν ἐκ μέρους τῶν Δυνάμεων, ἵνα διὰ τῶν ὅπλων ἐπιβάλωσι τὴν ἀπόφασιν αὐτῶν ἐν δεδομένῃ στιγμῇ εἰς τὴν Τουρκίαν, καὶ ἐὰν μία καὶ μόνον μία Δύναμις δὲν ἦτο σύμφωνος εἰς τοῦτο, οὐδὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κατορθωθῇ. Πῶς ἄρα ἦτο δυνατὸν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐλπίσῃ, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἤθελον προβῆ εἰς ἐξασφάλισιν τῶν νήσων; Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλλάδος ἔδει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ἀναγνώρισιν τῶν ἀποφάσεων τῶν Δυνάμεων ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας, ἥτις ἀνέθηκεν εἰς ταύτας τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἡ ἀπάντησις τῆς Ἑλλάδος ἔδει νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἀναθέσαντος τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος εἰς τὴν διαιτησίαν τῶν Δυνάμεων ὅτι ἡ ἀπόφασις αὐτῶν εἶναι σεβαστή. Θὰ ἦτο περίεργον ὅταν δύο ἐνδιαφερόμενα Κράτη ἀναθέτωσι τὰ τῆς τύχης τῶν νήσων εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, νὰ ἐπετρέπετο εἰς ἓν ἐξ αὐτῶν νὰ εἴπῃ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῆς ἀποφάσεως, δὲν ἀναγνωρίζω τὴν ἀπόφασιν ταύτην. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εἴπῃ «δὲν ἀναγνωρίζω». Ἐὰν ἡ ἐνέργεια τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περιορίζεται εἰς τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἀναγνωρίσεως τῆς ἀποφάσεως ἐκ μέρους τῆς Τουρκίας καὶ οὐχὶ εἰς τὴν αἴτησιν ἐξασφαλίσεως τῶν νήσων εἰς τὸ μέλλον, πιθανὸν εἶναι ὅτι ἤθελεν ἐπιτευχθῇ λύσις αἰσία. Κύριοι, δὲν νομίζω ὅτι ἦτο δυνατὸν Κυβέρνησις γινώσκουσα, ἐπαναλαμβάνω, τὴν κατάστασιν τῆς Εὐρώπης νὰ νομίζῃ ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ Εὐρώπη σύσσωμος νὰ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως ἐξασφαλίσῃ τὰς νήσους εἰς τὴν Ἑλλάδα, φρονῶ δ’ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἐὰν εἶχε τὴν ἀντίληψιν τῆς καταστάσεως ταύτης, ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ ἤδη νὰ σκεφθῇ ὅτι καὶ εὐνοϊκῆς οὔσης κατ’ οὐσίαν τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων, ἔπρεπε νὰ εἶναι πάντοτε ναυτικῶς παρεσκευασμένη ἵνα μὴ γεννηθῇ ἡ ἰδέα εἰς τὴν Τουρκίαν ὅτι δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ κῦρος τῶν ἀποφάσεων τῶν Δυνάμεων. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ ὅτι ἐπεβάλλετο εἰς αὐτὴν νὰ παρασκευασθῇ ἵνα διὰ τῶν ἑαυτῆς μέσων ἐπιβάλῃ ταύτην εἰς τὴν Τουρκίαν. Ἐὰν ἐσκέπτετο τοῦτο, ἤθελε δι’ οἱασδήποτε θυσίας κατορθώσει νὰ διατηρήσῃ τὴν ὑπεροπλίαν εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλει τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ πολέμου, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ διαμφισβητήσῃ ὅτι, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶχε τὴν ὑπεροπλίαν εἰς τὸν κατὰ τῆς Τουρκίας πόλεμον, τὰ ἀποτελέσματα εἴτε δι’ αὐτὴν εἴτε διὰ τοὺς συμμάχους αὐτῆς, θὰ ἦσαν ὁποῖα ὑπῆρξαν. Διατήρησις λοιπὸν τῆς ὑπεροπλίας κατὰ θάλασσαν, ἦτο τὸ πρὸ παντὸς ἄλλου ἐπιβαλλόμενον τῇ Ἑλλην. Κυβερνήσει καθῆκον καὶ δι’ αὐτό, ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ζήτημα τοῦτο ἠγέρθη ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ, ἱκέτευσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς διατηρήσεως τῆς ὑπεροπλίας, ἐζήτησα παρ’ αὐτῆς νὰ βεβαιώσῃ τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ἂν κέκτηται ἢ οὐ ἡ Ἑλλὰς τὴν ὑπεροπλίαν· διότι ἐὰν ἔχῃ αὐτὴν σήμερον θὰ τὴν ἔχῃ καὶ αὔριον, καὶ ὅτι δύναται ἄνευ ἀνησυχίας νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν κατοχὴν τῶν νήσων, διότι ἐὰν ἡ ὑπεροπλία αὕτη ἦτο ἐξησφαλισμένη οὐχὶ μόνον διὰ σήμερον, ὅτε ὑποθέτω ὑπάρχει, ἀλλὰ καὶ δι’ αὔριον καὶ διὰ δύο ἢ τρία ἔτη παρ’ οὐδενὸς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀμφισβητηθῇ ἡ ἀπόφασις τῶν Δυνάμεων. Τῆς ὑπεροπλίας ἀσφαλοῦς οὔσης, ἡ Ἑλλὰς ἠδύνατο ἀποδεχομένη τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς Τούρκους· δὲν ἀποδίδω τὰς εἰς ὑμᾶς ἐπιδικασθείσας νήσους ἢ ἀφοῦ δηλώσητε ὅτι ἀποδέχεσθε τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, ἡ δὲ Τουρκία δὲν θὰ ἐτόλμα νὰ σκεφθῇ νὰ ἀμφισβητήσῃ τὴν ἀπόφασιν ταύτην καὶ δὲν θὰ εἴχομεν τὰ γεγονότα τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀπὸ μηνῶν ἤδη, τὸν διωγμὸν τουτέστι τὸν ὁποῖον ὑφίστανται οἱ Ἕλληνες ἐν Τουρκίᾳ. Ὁ διωγμὸς αὐτὸς προέρχεται ἐκ τῆς πεποιθήσεως, ἡ ὁποία ἐγεννήθη εἰς τοὺς Τούρκους, ὅτι εἶναι ἀνώτεροι ἡμῶν κατὰ θάλασσαν καὶ ὅτι δύνανται νὰ μεταχειρισθῶσιν ὡς θέλουσι τοὺς Ἑλληνικοὺς πληθυσμούς. Ἐὰν εἴχομεν ἐξασφαλίσει τὴν ὑπεροπλίαν, ἡ κατάστασις τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλλήνων, δὲν θὰ ἦτο σήμερον, μετὰ δύο πολέμους, οἱ ὁποῖοι ἐδόξασαν στρατόν, Ἑλλάδα, Στρατηλάτην Βασιλέα, ὁποία εἶναι. Δὲν θὰ ἦτο σήμερον πολὺ χειροτέρα ἢ ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἦτο μικρά· ὅτε ἡ ἔκτασις αὐτῆς ἀνήρχετο εἰς τὸ ½ τῆς σημερινῆς ἐκτάσεως. Ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων θὰ ἐπεθύμουν νὰ εἶχον τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἐγείρονται νῦν ζητήματα. Τὰ ἐν Ἀλβανίᾳ συμβαίνοντα δὲν πρέπει νὰ θέσωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ σκεφθῇ ὡρίμως, ἐὰν ἐπιβάλλεται ἡ μετὰ τοσαύτης σπουδῆς ψήφισις τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ ὁποίου συζητοῦμεν; Συζητοῦμεν περὶ παραχωρήσεως μέρους ἀσημάντου, κατὰ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, μέρους ὅμως ἀναμφισβητήτως Ἑλληνικοῦ εἰς τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος. Καὶ προκειμένου περὶ τοῦ Κράτους αὐτοῦ ἐρωτῶ· Ὑπάρχει σήμερον Ἀλβανικὸν Κράτος; Ἡ Κυβέρνησις βεβαίως γινώσκει ἐὰν τοιοῦτον Κράτος ὑπάρχῃ σήμερον. Ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι δὲν γνωρίζω. Ἀλλὰ ἐὰν γεννᾶται τὸ ζήτημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλεται εἰς τὰς σκέψεις ἡμῶν, γεννᾶται καὶ ἕτερον· ἐν τῇ ἀναρχίᾳ ἡ ὁποία δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα γνωρίζομεν ὅλοι ἐκ τῶν ἐφημερίδων, διότι οὐδεμία πληροφορία ἐδόθη ποτὲ περὶ ἐξωτερικοῦ ζητήματος ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι ὁποία παρουσιάζεται ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, δὲν νομίζετε ὅτι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν Κυβέρνησιν σπουδαιόταται σκέψεις περὶ τοῦ τί δέον γενέσθαι; Ἐὰν ἡ ἀναρχία δὲν δύναται νὰ σταματήσῃ, ἐὰν εἰς τὴν ἀναρχίαν περιέλθωσι τὰ μέρη τὰ ἐγγὺς κείμενα πρὸς τὴν αὐτόνομον Ἤπειρον, ὁποία θὰ ἦτο ἡ κατάστασις τῶν Ἑλληνικῶν πληθυσμῶν τῶν βιούντων παρὰ τὰ σύνορα τὰ Ἀλβανικά; Καὶ δὲν νομίζετε ὅτι ἐπιβάλλεται ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ κινδύνου νὰ λάβητε ὅλα τὰ μέτρα πρὸς προάσπισιν τῶν ἀτυχῶν αὐτῶν ὁμογενῶν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀπευθύνω μίαν τελευταίαν παρατήρησιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἤμην δὲ εὐτυχὴς ἐὰν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὐηρεστεῖτο εἰς τὴν ἀπορίαν μου ταύτην νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Τίς εἶναι ἡ ἀπόφασις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ὅσον ἀφορᾷ τὰς νήσους, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ ἀποδοθῶσιν εἰς τὴν Τουρκίαν; Ἔχομεν ἀποδοχὴν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως τῆς ἀποφάσεως τῶν Δυνάμεων, ἀλλ’ ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις σκοπεῖ νὰ ἀποδώσῃ τὰς νήσους ταύτας καὶ πρὶν ἢ ἡ Τουρκία ἀποδεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων, διότι ἡ ἀποδοχὴ ἡ ὁποία ἐκοινοποιήθη εἰς τὰς Δυνάμεις εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευθῇ ὡς ἀνάληψις ὑποχρεώσεως ἐκ μέρους τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως πρὸς ἀπόδοσιν τῶν νήσων; Ἐγὼ φρονῶ ὅτι ἐὰν τοιαύτη ὑποχρέωσις ἀνελήφθη διὰ τῆς ἀπαντήσεως, ἡ ὑποχρέωσις αὕτη ἔπαυσεν ὑφισταμένη ἕνεκα τῆς στάσεως τῆς Τουρκίας, τῆς ἀρνουμένης νὰ δεχθῇ τὴν ἀπόφασιν τῶν Δυνάμεων. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου θὰ ἐπεθύμουν νὰ ἔχω ἀπάντησιν ἐκ μέρους τοῦ ἀξιοτίμου κυρίου Πρωθυπουργοῦ.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἔχει τὸν λόγον.
§132ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις, κύριοι Βουλευταί, μολονότι ἐκταθεῖσα πέρα τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα ἐφαίνοντο ὅτι ἐτίθεντο εἰς αὐτὴν διὰ τοῦ ὑποβληθέντος εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχεδίου, δὲν ἰσχυρίσθην ποτὲ ὅτι ἦτο συζήτησις ἡ ὁποία δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν ἐξ Ἀρκαδίας, ὅτε ἐζήτει νὰ ἐκβιάσῃ ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὰ λεχθέντα ὑπ’ αὐτοῦ καὶ τῶν ἄλλων δύο ρητόρων τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, παρετήρησα ὅτι τὴν ἀπάντησιν ἐθεώρουν περιττήν, διότι, ἐφ’ ὅσον οἱ ἀγορεύσαντες ἠρκέσθησαν μόνον νὰ ἐκδηλώσωσι διαμαρτυρίας, διότι ἡ Ἑλλὰς ἀπεστερεῖτο τῆς νησῖδος τοῦ Σάσωνος, δὲν εὕρισκον ὅτι ὑπῆρχε λόγος νὰ ἐπιδείξω παραφωνίαν τινὰ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν διαμαρτυρίαν αὐτήν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως αἱ ἀγορεύσεις ἐξετάθησαν ἐπὶ τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος, ἐνόμιζον ὅτι οὐδὲν εἶχον νὰ προσθέσω ἐπὶ πλέον εἰς ὅσα εἶχον λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἐκθέσω εἰς τὴν Βουλήν, ὅτε ἐν δύο προηγουμέναις συνεδριάσεσι πρὸ δύο καὶ πλέον μηνῶν τὸ ζήτημα τοῦτο συνεζητήθη ἐνώπιον ὑμῶν κατ’ ἔκτασιν πληρεστάτην. Καὶ ἔχω καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι, ἐὰν δὲν ἀμφισβητῶ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Ἀντιπολίτευσιν νὰ ἐπεκτείνῃ ἑκάστοτε τὸν λόγον, ἐφ’ ὅσον αὕτη νομίζει τοῦτο σκόπιμον, ἔχω, λέγω, τὸ καθῆκον νὰ παρατηρήσω ὅτι κανονικὸν βεβαίως δὲν εἶναι τοῦτο νὰ γίνεται δηλ. συζήτησις πολιτικὴ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, νὰ λαμβάνῃ κανονικὸν πέρας αὕτη, εἴτε διὰ ψηφοφορίας εἰδικῶς προκαλουμένης, εἴτε διὰ σιωπηρᾶς ἀποδοχῆς τῆς νίκης τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐπαναφέρηται καὶ πάλιν ὕστερον ἡ αὐτὴ συζήτησις μὲ τὰ αὐτὰ μάλιστα ἐπιχειρήματα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι κανονικόν. Ὅ,τι ἀφορᾷ ἤδη τὸν Σάσωνα, Κύριοι, δὲν θὰ ἀπασχολήσω ὑμᾶς, προσθέτων πλειότερα τῶν ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συναδελφός μου Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἐὰν θὰ εἴπω τι, θὰ ἀναγκασθῶ νὰ τὸ εἴπω διότι ἔχω διαφωνίας τινὰς πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφόν μου. (ψίθυροι) Ἡσυχάσατε, Κύριοι, ἡ διαφωνία ἡμῶν εἶναι ἐντελῶς θεωρητική. Δὲν ἐκτείνεται εἰς τὸ ζήτημα τοῦ πρακτέου, διότι ἐὰν βεβαίως συνέβαινε τοῦτο, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ παρακαθήμεθα ἀκόμη εἰς τὰ αὐτὰ ὑπουργικὰ ἑδώλια. Ἔχω λοιπὸν θεωρητικάς τινὰς διαφωνίας· ἔχω τὴν ἀντίληψιν ὅτι ὁ Σάσων οὐδέποτε ἀληθῶς ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἢ καὶ ἄν ποτε ἀνῆκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἡ Ἑλλὰς δι’ ἐπανειλημμένων πράξεων ἐδήλωσεν ὅτι δὲν εἶχεν ἀξιώσεις ἐπ’ αὐτοῦ. Ἔχω προσέτι μίαν ἄλλην διαφωνίαν θεωρητικὴν πρὸς τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον, φρονῶν ὅτι ἐν τῷ Διεθνεῖ Δικαίῳ ὁ θεσμὸς τῆς παραγραφῆς χωρεῖ ἀποτελεσματικώτερον ἀλλὰ ταχύτερον ἢ ἐν τῷ Ἀστικῷ Δικαίῳ. Ἐὰν Κύριοι, ἔχω ἕνα σπῆτι, τὸ ὁποῖον μοῦ ἀνήκει, ἔλθῃ δὲ εἷς ἀγροῖκος καὶ μὲ ἐκδιώξῃ ἐξ αὐτοῦ καὶ καταλάβῃ τὸ σπίτι μου, ἔχω, κατὰ τὸ Ἀστικὸν Δίκαιον, προθεσμίαν τριάκοντα ἐτῶν νὰ διεκδικήσω τὰ δικαιώματά μου ἀπὸ τὸν ἅρπαγα. Ἀλλὰ εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον, τὸ Διεθνὲς Δίκαιον, ὅσους δήποτε τίτλους καὶ ἂν ἔχητε διὰ τὴν κυριαρχίαν χώρας ἢ τμήματος χώρας, ἂν ἀνεχθῆτε ἀδιαμαρτυρήτως τὸν ἐχθρὸν νὰ σᾶς ἐκβάλῃ ἀπὸ τὴν κατοχήν σας, ὄχι μόνον μετὰ εἴκοσιν ἢ τριάκοντα ἔτη, ἀλλ’ οὔτε καὶ μετὰ πάροδον χρόνου πολὺ μικροτέρου θὰ ἠδύνασθε οὐσιαστικῶς νὰ ἀξιώσητε δικαιώματα ἐπὶ τῆς ἁρπαγείσης χώρας. Ἔχω μίαν ἄλλην ἀκόμη διαφωνίαν, τὴν ἐξήγησιν ἐπὶ τῆς ὁποίας προὐκάλεσεν ὁ κ. ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας Βουλευτής. Εἶναι προφανὲς ὅτι ὁ Σάσων ἔχει στρατηγικῶς σπουδαίαν θέσιν. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κατέχων τὴν Γλῶσσαν δεσπόζει τοῦ Σάσσωνος καὶ ὅτι ὁ κατέχων τὸν Σάσωνα καὶ μὴ κατέχων τὴν Γλῶσσαν, μεγάλα πράγματα δὲν κατέχει. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε εἶναι σημαντικωτάτη ἡ θέσις τοῦ Σάσωνος στρατηγικῶς. Τοῦτο ὅμως, Κύριοι δὲν εἶναι ἐπιχείρημα κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ αὐτῆς. Ἀκριβῶς, διότι ὁ Σάσων εἶναι θέσις τόσον στρατηγικῶς σπουδαία, ἀκριβῶς διότι ὁ Σάσων μετὰ τοῦ κόλπου τοῦ Αὐλῶνος δεσπόζει τοῦ στενοῦ τοῦ Τάραντος, ἀκριβῶς δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἀνεχθῶσιν αἱ ἀμέσως ἐνδιαφερόμεναι Δυνάμεις ὡς καὶ αἱ λοιπαὶ Δυνάμεις διὰ τὸ κοινὸν Εὐρωπαϊκὸν συμφέρον, ὅπως ἡ νῆσος Σάσων παραμείνῃ εἰς χεῖρας ἄλλης Δυνάμεως ναυτικῆς, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἦτο πρώτης τάξεως Δύναμις, ὅπως αἱ Μεγάλαι Δυνάμεις. Ταῦτα, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω δι’ ὅ,τι ἀφορᾷ τὸν Σάσωνα, ὁμολογῶ δ’ ὅτι, ἐὰν ἐκρίθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀναγκαῖον νὰ ὑποβληθῇ σχέδιον νόμου πρὸς τὴν Βουλὴν σχετικῶς ὡς πρὸς τὸν Σάσωνα, τοῦτο ἐγένετο διότι αἱ ἰδέαι τοῦ ἀξιοτίμου Συναδέλφου μου Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν προσέκρουον οὐσιαστικῶς εἴς τι, ἕνεκα τοῦ ὁποίου θὰ ἐνόμιζον ἐγὼ ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλά, Κύριοι, ἐξ ἀφορμῆς τῆς συζητήσεως τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἤχθη καὶ πάλιν ἐν σχέσει πρὸς τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὅλη ἐκείνη ἡ ἐπιχειρηματολογία ἡ ὁποία ἠκούσθη εἰς προηγουμένας συνεδριάσεις, χωρὶς νὰ προστεθῇ οὐδὲν νέον ἐπιχείρημα, ἐπιχειρηματολογία τὴν ὁποίαν ἐνόμιζον προχθὲς ὅτι ἠδυνάμην νὰ παρίδω, ἀλλὰ πρὸς τὴν ὁποίαν ἀναγκάζομαι καὶ πάλιν νὰ ἀνέλθω ἐπὶ τοῦ βήματος, ὅπως ἀπαντήσω, διότι βλέπω καὶ πάλιν τὰς κορυφὰς τοῦ κοινοβουλίου, τὰς ἐν τῇ Ἀντιπολιτεύσει εὑρισκομένας, τὰ ἕωλα ταῦτα ἐπιχειρήματα νὰ ἐπαναλάβωσι μετὰ τῆς αὐτῆς σοβαρότητος ἐνώπιον τοῦ αὐτοῦ ἀκροατηρίου. Διότι, ὅσον ἀφορᾷ τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα, ἡ Ἀντιπολίτευσις δὲν ἔπαυσε διακηρύττουσα ὅτι ἀφορμὴ τοῦ ἀτυχοῦς νῦν διακανονισμοῦ τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, ὑπῆρξε τὸ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν μετέβη εἰς τὸν Αὐλῶνα, τὸ ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς δὲν κατέλαβε τὸν Αὐλῶνα. Ἀκόμη δὲ μία ἄλλη αἰτία τῆς ἀτυχίας εἶναι ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις διεκοίνωσε πρὸς τὰς φίλας Δυνάμεις ὅτι, ἐὰν δὲν εἶναι διατεθειμέναι νὰ τὴν ὑποστηρίξωσιν εἰς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας, εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ δεχθῇ ὅπως αἱ ἀξιώσεις τῆς Αὐστρίας καὶ Ἰταλίας γίνωσι δεκταὶ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι ὅτι αἱ φίλαι Δυνάμεις θὰ κατορθώσωσι τουλάχιστον νὰ σώσωσι τὰς ἀπαιτήσεις ἡμῶν, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἐσωτερικὸν τῆς χώρας. Οὐδέποτε, Κύριοι, κατώρθωσα νὰ ἐννοήσω πῶς ἄνθρωποι σοβαροὶ δύνανται νὰ ὑποστηρίξωσιν ἀπὸ σοβαρᾶς θέσεως, οἵα εἶναι αὕτη, ὅτι ἡ προέλασις τοῦ στρατοῦ εἰς τὸν Αὐλῶνα ἤθελε μεταβάλει τὰ πράγματα, ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἔκβασιν τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἀγῶνος. Μοὶ λέγουσι σήμερον· αἱ Δυνάμεις δὲν σᾶς ἀπηγόρευσαν νὰ μεταβῆτε εἰς τὸν Αὐλῶνα. Σᾶς ἀπηγόρευσαν μόνον νὰ προσαρτήσητε τὸν Αὐλῶνα. Ἀλλ’ αἱ Δυνάμεις δὲν ἐθεώρησαν ἀναγκαῖον νὰ ὁμιλήσωσι περὶ καταλήψεως τοῦ Αὐλῶνος κατὰ τὴν 5ην Νοεμβρίου 1912, διότι ἐγνώριζον ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἦτο ἀκόμη πρὸ τοῦ Μπιζανίου· ἐγνώριζον ὅτι οὐδεὶς ὑπῆρχεν ἄμεσος κίνδυνος καταλήψεως τῆς Αὐλῶνος, ἀφοῦ ἠμφεσβητεῖτο ἡ δύναμις τῆς Ἑλλάδος ὅπως κατανικήσῃ τὴν Τουρκαλβανικὴν ἀντίστασιν ἐν Ἰωαννίνοις. Ἀλλ’ ὅτε, Κύριοι, παρὰ τὰς ἐλπίδας ἐκείνων, ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς κατώρθωσε πρῶτος αὐτὸς νὰ κυριεύσῃ ἓν ἐκ τῶν μεγάλων φρουρίων καὶ νὰ προελάσῃ πέραν τῶν Ἰωαννίνων, ἡ Ἰταλία ἐνεφανίσθη λέγουσα· Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ μεταβῆτε εἰς τὸν Αὐλῶνα. Ἔχω, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀνακοινώσω δύο τηλεγραφήματά μου πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ Στρατοῦ, τότε Διάδοχον. Τὸ πρῶτον εἶναι τηλεγράφημα τῆς 1ης Μαρτίου καὶ τὸ δεύτερον τῆς 5ης. Ἐγνώριζεν ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἐκ τοῦ ὅλου τῶν ἀνακοινώσεων αἱ ὁποῖαι εἶχον γίνει μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης καὶ ἄνευ εἰδικοῦ διαβήματος τῆς Ἰταλίας δὲν ἦτο ἀκίνδυνος ἡ μετάβασις εἰς τὸν Αὐλῶνα. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις τὴν 1ην Μαρτίου πρὸς τὸν Ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ ἔστειλε μετὰ τὴν ἅλωσιν τῶν Ἰωαννίνων τὸ ἑξῆς τηλεγράφημα: «Εἶναι ἀνάγκη νὰ καταληφθῇ ὁλόκληρος ἡ Ἤπειρος ἡ περιλαμβανομένη ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα χαράττει τὸ πρὸς τὰς Δυνάμεις ὑπόμνημά μας καὶ ἅτινα γνωρίζουν καλῶς στρατηγὸς Δαγκλῆς καὶ λοχαγὸς Μεταξᾶς. Ἀλλ’ ἀναγκαῖον εἶναι ἐπίσης νὰ μὴ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια ταῦτα καὶ ἐπ’ οὐδενὶ λόγῳ νὰ στραφῶμεν κατὰ Αὐλῶνος ἢ νὰ παράσχωμεν τὴν ὑπόνοιαν ὅτι ἀποβλέπομεν εἰς κατάληψιν αὐτοῦ». Τοῦτο τὸ τηλεγράφημα ἐνόμισα ὅτι εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ ἀποστείλω πρὸς τὸν τότε Διάδοχον τοῦ Θρόνου καὶ Ἀρχηγὸν τοῦ Στρατοῦ καὶ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν Του ὅτι ἔπρεπεν οὐδὲ ὑπόνοια νὰ παρασχεθῇ ὅτι θὰ μετεβαίνομεν εἰς Αὐλῶνα. Ἰδοὺ δὲ νεώτερον τηλεγράφημά μου τῆς 5ης Μαρτίου. «Πρέσβυς Ἰταλίας ἦλθε σήμερον νὰ μοὶ ἀνακοινώσῃ ὅτι, καθ’ ἃ πληροφορεῖται Ὑπουργεῖον Ἐξωτερικῶν Ἰταλίας, προτιθέμεθα νὰ καταλάβωμεν Αὐλῶνα καὶ ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνῃ ἀνεκτὸν ἐκ μέρους Ἰταλίας. Εἰς ἀπάντησιν ἀνεκοίνωσα αὐτῷ τὰ σχετικὰ πρὸς ὑμᾶς τηλεγραφήματά μου, ἐξ ὧν ἔμεινε τελείως ἱκανοποιημένος.» Εἶχον δώσει τὰς ἀναγκαίας διαταγάς, καὶ ὅτε ἦλθεν ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἰταλίας διὰ νὰ μὲ θέσῃ ἐνώπιον αὐτῆς τῆς προσκλήσεως τοῦ νὰ μὴ μεταβῶμεν εἰς Αὐλῶνα, εἶχον τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τῷ εἴπω ὅτι ἡ πρόσκλησίς του ἦτο ματαία, διότι αἱ διαταγαὶ τῆς Κυβερνήσεως ἦσαν σαφεῖς καὶ σύμφωνοι πρὸς τὴν ἀντίληψίν του. Ἀλλὰ σᾶς λέγουσι, Κύριοι, δὲν βλέπετε αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα τοῦ κόμητος Μπέρτχολδ τῆς 7 Νοεμβρίου, ὅπου ὁ κόμης Μπέρτχολδ ὁμιλεῖ ὅτι ἡ μέλλουσα Ἀλβανία πρέπει νὰ συγκροτηθῇ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐντὸς τῶν ὁρίων αὐτῆς περιελεύσεως τῶν Ἀλβανικῶν πληθυσμῶν, τῶν κυρίως ἢ κατ’ ἐξοχήν, λαμβανομένων συγχρόνως ὑπ’ ὄψιν καὶ τῶν πολεμικῶν γεγονότων; Καὶ λέγουσι· διατί δὲν κατελαμβάνετε τὸν Αὐλῶνα, ὁπότε θὰ ἠδύνασθε νὰ ἐπιτύχητε περισσότερα; Ἀλλά, Κύριοι, τὸ Δυρράχιον καὶ ἡ Σκόδρα δὲν κατελήφθησαν ὑπὸ τῶν συμμάχων ἡμῶν καὶ δὲν εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην οἱ σύμμαχοι ἡμῶν νὰ ἀποχωρήσωσι καὶ ἀπὸ τὰ δύο μέρη;
§133ΑΛ. ΚΑΝΑΡΗΣ. Ἔλαβον ἀνταλλάγματα.
§134ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Καὶ μήπως ἐγὼ παρεγνώρισα ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ ἐνέργειαι ἐσχετίζοντο πρὸς τὸν καθορισμὸν τῶν ὁρίων μέχρι σημείου τινός; Καὶ μήπως παρὰ τὴν πεποίθησιν ὅλων ἡμῶν δὲν ἐξηκολούθει τότε μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς ἀνακωχῆς νὰ διεξάγῃ ὁ στρατὸς ἡμῶν τὴν πολιορκίαν τῶν Ἰωαννίνων, διότι ἐγνώριζον καλῶς ὅτι, ἐὰν τὰ Ἰωάννινα δὲν ἔπιπτον, ἦτο ἐνδεχόμενον, ἵνα μὴ εἴπω βέβαιον, ὅτι θὰ μᾶς ἠμφεσβητεῖτο καὶ ἡ κατοχὴ τῶν Ἰωαννίνων; Ὑπῆρχον λοιπὸν πόλεις, ὑπῆρχον σημεῖα τῶν ὁποίων τὴν τύχην ἠδύναντο νὰ κρίνωσιν αἱ πολεμικαὶ ἐπιχειρήσεις καὶ τοιοῦτον σημεῖον, τοιαύτη πόλις, ἦτο τὰ Ἰωάννινα. Ἀλλ’ ὑπῆρχον σημεῖα, τῶν ὁποίων ἡ τύχη δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κριθῇ ἐκ τῶν πολεμικῶν ἐπιχειρήσεων. Ἠθέλετε νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν Αὐλῶνα καὶ νὰ προκαλέσωμεν πιθανὴν ξενικὴν ἐπέμβασιν; Ὁποία θὰ ἦτο ἡ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως τότε καὶ ποῦ θὰ ἦτο δυνατὸν νὰ καταφύγῃ, ὅπως ἀποφύγῃ τὴν δικαίαν λαϊκὴν ἀγανάκτησιν; Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον ἡ μετάβασις εἰς Αὐλῶνα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τὸ κεφάλαιον τῆς κατηγορίας· εἶναι καὶ ἡ ἀποδοχὴ τοῦ Στύλου ὡς σημείου, ἀπὸ τοῦ ὁποίου θὰ ἤρχιζεν ἡ ὁροθεσία τῆς Ἠπείρου. Καὶ λέγονται ταῦτα ἐκ μέρους ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουσιν ὅτι διὰ τὸ ζήτημα τῆς μὴ κατοχῆς ἀμφοτέρων τῶν ἀκτῶν τοῦ στενοῦ τῆς Κερκύρας ἐκ μέρους τῆς Ἑλλάδος ἡ Ἰταλία εἶχεν ἀπειλήσει δὶς ἡμᾶς διὰ πολέμου.
§135Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ κάμῃ πόλεμον.
§136ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔλθω ὡς πρὸς τὴν ἀντίρρησιν ὑμῶν ταύτην εἰς τὸ τέλος τοῦ λόγου μου. Ἤδη ἐρωτῶ μόνον ὑμᾶς· νομίζετε ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν ἐπετεύχθη εὐρωπαϊκὴ ὁμοφωνία διὰ νὰ ἐκβληθῇ ἡ Σερβία ἀπὸ τοῦ Δυρραχίου καὶ τὸ Μαυροβούνιον ἀπὸ τῆς Σκόδρας, νομίζετε, λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἐπήρχετο εὐρωπαϊκὴ ὁμοφωνία διὰ τὴν ἐπέμβασιν κατὰ τῆς Ἑλλάδος; Ἔχω τὴν ἀξίωσιν ὅπως πιστευθῶ ὄχι μόνον ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην ἔξω τῆς Βουλῆς ὅτι, ἂν ἠξιοῦμεν νὰ ἐπιμείνωμεν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς παραλίας, θὰ εἴχομεν ἐπέμβασιν κατὰ τῆς Ἑλλάδος Ἰταλικὴν ἢ ἐπέμβασιν Αὐστροϊταλικὴν ἢ ἐπέμβασιν Εὐρωπαϊκήν, διότι τὴν διὰ τὸ Δυρράχιον συμφωνίαν ὁ κ. Ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὠνόμασε πανευρωπαϊκήν, οὐχὶ διότι ὑπῆρχεν Εὐρωπαϊκὴ συμφωνία ὅλων τῶν Δυνάμεων εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλὰ διότι ὠνόμαζεν Εὐρωπαϊκὰ ἢ ἂν θέλετε πανευρωπαϊκὰ συμφέροντα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα συμπίπτουσιν ὅλαι αἱ Δυνάμεις, ὅπως ἐπιβάλωσι κοινὰς ἀποφάσεις, ἄλλαι μὲν δι’ ἄμεσον συμφέρον, ἄλλαι δὲ δι’ ἔμμεσον. Ἡ ὡρισμένη δὲ ἀπόφασις εἶναι ἡ ἐπιθυμία νὰ μὴ ἴδωσι μίαν ἢ δύο μόνον Δυνάμεις ἐνεργούσας μονομερῶς. Εἶναι ἡ ἐπιθυμία μου, ὅπως μὴ προκληθῇ γενικώτερος πόλεμος, εὐρωπαϊκὸς πόλεμος. Ἂν δὲ ἰσχυρίζεσθε ὅτι ἡ τάσις ἡμῶν ὅπως μὴ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὴν παραλίαν θὰ ἐπέφερεν εὐνοϊκώτερα ἀποτελέσματα εἰς τὸ ζήτημα τῶν ὁρίων τῆς Ἠπείρου, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὅτι ἐκπλήττομαι βλέπων πῶς ἀνὴρ οἷος ὑμεῖς, τῆς ἡλικίας ὑμῶν, τῆς περιωπῆς ὑμῶν, διαχειρισθεὶς ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον τὰ πολιτικὰ πράγματα τῆς χώρας ἔχει τοιαύτην ἀντίληψιν. Ὁ ἀξιότιμος κ. Βουλευτὴς ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος σᾶς εἶπεν ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Ἀλβανία περιωρίσθη κατὰ τὰ βόρεια σύνορά της, ἐπεξετάθη πλειότερον ὅσον ἀφορᾷ τὰ νότια σύνορά της. Ναί, Κύριοι, φαίνεται τοῦτο ἐν μέρει φυσικὸν καὶ οὐδεμίαν ἔχω ἀμφιβολίαν ὅτι ἐπεδιώχθη ἀληθῶς, διότι περιωρίσθη πρὸς βορρᾶν ἡ Ἀλβανία, ἐπέκτασίς τις αὐτῆς πρὸς νότον, ὅπως καταστήσωσι ταύτην βιώσιμον. Ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ· διατί ἀναφέρετε τοῦτο; Νομίζετε ὅτι ἡ Διάκοβα καὶ ἡ Πρισρένη καὶ τὸ Ἰπὲκ ἀφέθησαν εἰς τὴν Σερβίαν διότι κατέκτησεν αὕτη στρατιωτικῶς τὰ μέρη αὐτά, τὰ ὁποῖα σήμερον δὲν εἶναι βεβαίως κατὰ πλειονοψηφίαν Σερβικά, καίτοι ἦσαν ἀναμφισβητήτως τοιαῦτα πρὸ 40 ἀκόμη ἐτῶν; Ἐὰν νομίζητε τοῦτο, πῶς θὰ μοὶ ἐξηγήσητε ὅτι τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ ἡ Κορυτσά, ἡ Ἑλληνικωτάτη Κορυτσά, δὲν ἀφέθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀφοῦ κατελήφθησαν ὑπ’ αὐτῆς στρατιωτικῶς; Ἂν προσεκυρώθησαν ἡ Διάκοβα καὶ ἡ Πρισρένη εἰς τὴν Σερβίαν, προσεκυρώθησαν, διότι ἡ ἐπιμονὴ τῆς Αὐστρίας, ὅπως ἀποδιώξῃ τὴν Σερβίαν ἐκ τῶν μερῶν τούτων, ἠπείλει νὰ φέρῃ πόλεμον μεταξὺ τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς μεγάλης Ῥωσικῆς Αὐτοκρατορίας.
§137Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἡ ἐπιμονὴ τῶν ἀξιούντων νὰ ἐκβληθῶσιν ἀπὸ τὸ Ἀδριατικὸν συνετέλεσε νὰ κρατήσῃ αὐτούς.
§138ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔσωσεν ὑπὲρ τῶν συμμάχων ἡμῶν τὰ μέρη ταῦτα καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ἢ νὰ χαίρωμεν διὰ τοῦτο....
§139ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀμφοτέρων τῶν πτερύγων). Βέβαια, βέβαια.
§140ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. .. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔσωσε τὰ μέρη ταῦτα ὑπὲρ τῶν συμμάχων ἡμῶν, ἦτο ὁ φόβος μὴ ἡ περαιτέρω ἐπιμονὴ τῆς Αὐστρίας ἠδύνατο νὰ φέρῃ αὐτὴν εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὴν Ῥωσίαν. Εὐτυχῶς οὐδεὶς ἐν τῇ αἰθούσῃ ταύτῃ φθονεῖ τοὺς Σέρβους, διότι κατώρθωσαν νὰ κρατήσωσι τὰ μέρη ἐκεῖνα. Θὰ προσθέσω ὅμως καὶ τι ἕτερον· ἐὰν κατωρθοῦτο διὰ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἀπαιτήσεων τῶν Ἀδριατικῶν Δυνάμεων, καὶ ἰδίως ἐκείνης ἡ ὁποία ἐνδιεφέρετο περισσότερον διὰ τὰ βόρεια σύνορα τοῦ Ἀλβανικοῦ Κράτους, οἱ Σέρβοι νὰ ἐκδιωχθῶσιν ἀπὸ τὰ μέρη ταῦτα, μὴ νομίσητε ὅτι ἡμεῖς θὰ εἴχομεν νὰ ὠφεληθῶμεν. Διότι ἡ ἀκώλυτος ἐπιβολὴ τῶν ἀξιώσεων τῶν Δυνάμεων τούτων, ὅσον ἀφορᾷ τὰ βόρεια σύνορα διὰ τὰ ὁποῖα ἡ πολιτική των συνεκρούετο ἀμεσώτερον πρὸς τὴν πολιτικὴν ἑτέρας μεγάλης Δυνάμεως, θὰ καθίστα αὐτὰς ἐπιβλητικωτέρας καὶ ὡς πρὸς τὰ νότια σύνορα.
§141Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Εἶσθε βέβαιος, ὅτι ἡ Αὐστρία θὰ ἐζήτει πρὸς νότον ὅ,τι ἐζήτει πρὸς βορρᾶν;
§142ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Δύναταί τις νὰ εἰκάσῃ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πιθανοῦ τί θὰ ἐγίνετο. Λέγω δὲ τοῦτο ἵνα μὴ ἀφήσω οὐδεμίαν ἐντύπωσιν ὅτι φθονοῦμεν τοὺς συμμάχους ἡμῶν Σέρβους, ὑποστηρίζων πεποιθότως ὅτι περιορισμὸς τῶν Σέρβων πρὸς βορρᾶν τῆς Ἀλβανίας μᾶλλον ἤθελε συντείνει, ὅπως περιορισθῶσι καὶ αἱ ἀξιώσεις ἡμῶν ἔτι περισσότερον εἰς τὰ βόρεια τῆς Ἠπείρου. Ἀλλ’ ἔχω καθῆκον, Κύριοι, νὰ ἀποκρούσω καὶ μίαν ἄλλην κατηγορίαν, τὴν κατηγορίαν ὅτι ἐν τῷ Ἠπειρωτικῷ ζητήματι δὲν ἐπετύχομεν μεγαλείτερα τῶν ὅσα ἐπετύχομεν. Ποίαν ἀξίαν ἔχουν τὰ ἐπιτευχθέντα ἀνέπτυξα ἄλλοτε εἰς τὴν Βουλήν, κατὰ τὴν προλαβοῦσαν ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος συζήτησιν, καὶ δὲν θέλω σήμερον πάλιν νὰ ἐπαναφέρω ἐπὶ τῶν αὐτῶν πραγμάτων τὸν λόγον, ἀλλὰ διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, ἰσχυριζομένης ὅτι, ἂν δὲν ἐπετύχομεν περισσότερα, τοῦτο συμβαίνει διότι ἡνώθησαν τὰ δύο ζητήματα, τὸ Ἠπειρωτικὸν καὶ τὸ Νησιωτικόν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐθυσιάσθη τὸ Ἠπειρωτικὸν χάριν τῶν νήσων. Αἱ θυσίαι, τὰς ὁποίας ἠναγκάσθημεν νὰ ὑποστῶμεν, ὅσον ἀφορᾷ τὴν χάραξιν τῶν βορείων συνόρων, εἶναι ἐντελῶς ἄσχετοι πρὸς τὴν λύσιν τοῦ Νησιωτικοῦ ζητήματος καὶ ἡ ἔναρξις τῆς γραμμῆς ἀπὸ τοῦ ἀκρωτηρίου Φτελιᾶς, καὶ ὁ ἀποκλεισμὸς ἀπὸ τῶν Ἑλληνικῶν συνόρων τοῦ Ἀργυροκάστρου, τῆς Πρεμετῆς, τοῦ Λιασκοβικίου καὶ τῆς Κορυτσᾶς, ἐγένετο τελείως ἀσχέτως πρὸς τὸ ζήτημα τῶν νήσων καὶ ἦτο ἤδη γεγονὸς ἐντελῶς ἀποφασισμένον, ὅτε, προτάσει τῆς Ἀγγλίας, αἱ Δυνάμεις ἐπανῆλθον μετὰ τὰ λεχθέντα ἐν τῇ Συνδιασκέψει τοῦ Λονδίνου εἰς ὁριστικὴν ῥύθμισιν τοῦ Νησιωτικοῦ ζητήματος. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἀπευθυνθῇ ἡ ἐρώτησις· διατί τότε ἐπεδίωξες νὰ ἑνώσῃς τὰ δύο ζητήματα; Διότι τὴν ἕνωσιν τῶν ζητημάτων ἐθεώρουν ὡς ἐπιβεβλημένην ἐν τῷ συμφέροντι τῷ Ἑλληνικῷ· διότι ἐθεώρουν ὅτι, ἀφοῦ εἰς τὸ Ἠπειρωκὸν ἐπεβάλλοντο θυσίαι, καὶ θυσίαι τόσον ὀδυνηραὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, κάθε συμφέρον εἴχομεν ὅπως μὴ ἀνακοινωθῇ εἰς ἡμᾶς ἡ ἀπόφασις περὶ τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἀνακοινωθῇ ἀρχομένου τοῦ ἔτους, ἀναβληθῇ δὲ ἡ ὁριστικὴ ῥύθμισις τοῦ ζητήματος τῶν νήσων, διότι θὰ ἐμένομεν τότε μὲ μόνον τὰς ὀδυνηρὰς ἀπωλείας ἐν τῷ Ἠπειρωτικῷ ζητήματι χωρὶς κανὲν τοὐλάχιστον ἀντάλλαγμα, ἀλλὰ μὲ τὸν κίνδυνον καὶ πάλιν, ἐὰν ἀσχέτιστα θὰ ἐλύοντο τὰ ζητήματα, νὰ εὑρεθῇ ἡ Εὐρώπη ἀπέναντι τῶν Ἑλληνικῶν ἀξιώσεων ἀφ’ ἑνὸς καὶ τῶν Τουρκικῶν ἐξ ἄλλου, καὶ νὰ ἀχθῇ εἰς περαιτέρω παραχωρήσεις ὑπὲρ τῶν δευτέρων εἰς βλάβην τῶν πρώτων. Οὐδεμία λοιπὸν θυσία ἐπεβλήθη εἰς τὴν Ἤπειρον χάριν τοῦ Νησιωτικοῦ ζητήματος, αἱ δὲ θυσίαι, τὰς ὁποίας ἀναποδράστως ἐμέλλομεν νὰ ὑποστῶμεν εἰς τὴν Ἤπειρον, ἐπεζητήθη νὰ χρησιμοποιηθῶσι παρ’ ἡμῶν ὅπως, συγχρόνως λυομένου καὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Νησιωτικοῦ, μὴ μείνωσιν ἄνευ τινὸς τοὐλάχιστον ἐπιδράσεως ἐπὶ τοῦ πνεύματος τῆς Εὐρώπης, ὥστε ἡ ἀπόφασις τῆς Εὐρώπης νὰ εἶναι ὅσον ἔνεστι συμφερωτέρα πρὸς τὰς Ἑλληνικὰς ἀντιλήψεις. Ἀλλ’ ἐξηνέχθη καὶ ἄλλη θεωρία ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἐξηνέχθη κατὰ τὴν κατ’ ἀρχὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐξηνέχθη καὶ σήμερον διὰ τῶν διακοπῶν τὰς ὁποίας ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας. Ἐλέχθη τότε ὑπὸ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας; Κύριοι, ἐπὶ τέλους ἐπρόκειτο νὰ ὑποκύψητε. Αὐτὸ εἶναι βεβαιωμένον ὅτι ἡ Ἑλλὰς θὰ ἠναγκάζετο νὰ ὑποκύψῃ, ἀλλὰ διὰ τίνα λόγον ὑπεκύψατε προτοῦ τοὐλάχιστον ἐξαντλήσητε ὅλα τὰ μέσα, προτοῦ τοὐλάχιστον νὰ εὑρεθῆτε ἐνώπιον τῆς ὑλικῆς βίας εἴτε μιᾶς εἴτε δύο Δυνάμεων ἢ καὶ πλειοτέρων; Διατί, πρὶν ἢ ἴδητε ἐρχομένους πρὸ τοῦ Πειραιῶς τοὺς στόλους τῶν Δυνάμεων, εἴτε μιᾶς εἴτε δύο εἴτε ὅλων διὰ νὰ κάμωσιν ἀποκλεισμὸν ἢ νὰ ἐπιδώσωσι τελεσίγραφον, διατί ὑπεχωρήσατε; Καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι τὴν γνώμην αὐτὴν συνεμερίζετο καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας, ἀφοῦ σήμερον μοὶ ἔλεγεν· Ἂς ἐπήγαινες εἰς τὸν Αὐλῶνα· δὲν ἔπρεπε νὰ φοβῆσαι πόλεμον.
§143Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐκ τούτου δὲν ἕπεται τὸ δεύτερον.
§144ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἐκ τοῦ μείζονος. Σεῖς ἐφρονεῖτε ὅτι ἔπρεπε νὰ μείνω εἰς τὸν Αὐλῶνα, διότι ἐφρονεῖτε ὅτι δὲν θὰ ἐγίνετο πόλεμος.
§145Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Ἐφρόνουν ὅτι δὲν ἤθελε γίνει πόλεμος καὶ ὅτι ἠθέλετε ἀνταλλάξει τὸν Αὐλῶνα μὲ σύνορα ἐντελῶς διάφορα εἰς τὴν Ἤπειρον.
§146ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ὥστε παραδέχεσθε ὅτι εἰς τὸν Αὐλῶνα δὲν θὰ μᾶς ἄφηναν.
§147Γ. ΘΕΟΤΟΚΗΣ. Βεβαίως. Οὐδεὶς ὑπεστήριξε τοῦτο.
§148ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Θὰ ἔπρεπε τότε νὰ συμφωνήσητε μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας διὰ νὰ φέρητε τὰ πράγματα τοὐλάχιστον μέχρι τοῦ τελευταίου σημείου τῆς ἀντιστάσεως, διότι ἄλλως θὰ ἦτο ἀστεῖον νὰ ἀναμένητε ἀνταλλάγματα, ἀφοῦ θὰ ἦσθε διατεθειμένοι μόλις σᾶς ἔλεγον φύγετε νὰ φύγητε. Θὰ ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσητε αὐτὴν τὴν γνώμην, διὰ νὰ ἔχητε μικρὰν κἄν ἐλπίδα ὅτι ἡ πολιτικὴ τὴν ὁποίαν θὰ ἠκολουθεῖτε δὲν θὰ σᾶς ὡδήγει ἀπὸ ἀποτυχίας εἰς ἀποτυχίαν. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε περιορίζομαι συζητῶν τὴν γνώμην τοῦ κ. βουλευτοῦ ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, ὅστις εἶπε· «διατί δὲν ἐμείνατε ἐκεῖ καὶ δὲν περιεμένετε νὰ εὑρεθῆτε ἐνώπιον στρατιωτικῆς βίας διὰ νὰ ὑποκύψητε;» Αʹ, Κύριοι· ὑπῆρχε σωρεία λόγων, οἱ ὁποῖοι δὲν μοὶ ἐπέτρεπον νὰ ἀκολουθήσω τοιαύτην πολιτικήν. Δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ ὅτι τῆς Ἑλλάδος ἀποδεχθείσης διὰ δύο συνθηκῶν, ὅπως τὸ ζήτημα τῶν νήσων λυθῇ ὑπὸ τῆς Εὐρώπης, δὲν ἐπετρέπετο εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ ἀθετήσῃ τὴν ὑπογραφὴν αὑτῆς καὶ νὰ ἀρνηθῇ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Εὐρώπης. Ἀλλ’ ἂν τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο, Κύριοι, δὲν ἔχῃ δι’ ὑμᾶς μεγάλην σημασίαν, ἔχω καθῆκον νὰ δηλώσω πρὸς τὴν Βουλὴν ὅτι πολιτικὴ τοιαύτη θὰ ἦτο ἐντελῶς ἀναξία τῆς Ἑλλάδος πολιτική· θὰ ἦτο πολιτικὴ ἡ ὁποία θὰ ἐνεφάνιζε τὴν Ἑλλάδα ὡς τὸν Λεονταρῆν τοῦ Τζιώτικου Ραβαϊσιοῦ, τὸν κρεμῶντα διαρκῶς διὰ καυγᾶ τὴν ζώνην του, διὰ νὰ τρώγῃ κολάφους καὶ ῥαπίσματα. Ἡ Ἑλλὰς οὔτε πρὶν μεγαλυνθῇ, ἀλλὰ πολὺ ὀλιγώτερον μετὰ τὰ μεγαλουργήματα τοῦ στρατοῦ αὐτῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποδυθῇ τοιοῦτον ῥόλον. Ἐφ’ ὅσον ἐγνώριζεν ὅτι ἦτο ὑποχρεωμένη νὰ ὑποκύψῃ, ὤφειλε νὰ ὑποκύψῃ ἀξιοπρεπῶς, οὐχὶ ἀφοῦ θὰ ἐλάμβανε κολάφους καὶ ῥαπίσματα. Ἀλλὰ τοιαύτη πολιτικὴ ἀντενεδεικνύετο καὶ δι’ ἄλλον ἀκόμη σοβαρώτερον λόγον. Ὑποθέσατε ὅτι, ἀκολουθουμένης τῆς πολιτικῆς ταύτης ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος, δὲν εἴχομεν τὴν τύχην, εἴτε ὅλαι αἱ Δυνάμεις εἴτε δύο ἐξ αὐτῶν, νὰ ἔλθωσι ταχέως νὰ ἀσκήσωσι τὰ στρατιωτικὰ μέτρα καὶ νὰ μᾶς ἐπιβάλωσι τὴν ὑποχώρησιν. Ἦτο πρᾶγμα φυσικὸν νὰ παραταθῇ ἐπί τινας μῆνας, ἦτο πρᾶγμα φυσικώτερον διὰ τὴν ἰδικήν σας ἀντίληψιν, ἡ ὁποία δὲν παραδέχεται τὸ δυνατὸν τῆς μονομεροῦς ἐπεμβάσεως καὶ θὰ ἀπῃτεῖτο χρόνος τις διὰ νὰ καταστῇ δυνατὴ ἡ ἐπέμβασις ὅλων ὁμοῦ ἐν ὁμοφωνίᾳ. Καὶ σᾶς ἐρωτῶ· τί θὰ ἐγίνετο ἡ Ἑλλὰς εἰς τὸ διάστημα αὐτό, ἡ Ἑλλὰς ἡ ἐξελθοῦσα ἀπὸ δύο μεγάλους πολέμους μὲ τοιαύτας δαπάνας, μὲ τοιαύτην ἐξάντλησιν τῆς δραστηριότητος, ἡ ἔχουσα ἀνάγκην νὰ συνέλθῃ ταχύτατα διὰ νὰ ἐπουλώσῃ τὰς πληγάς της καὶ παρασκευάσῃ ἑαυτὴν διὰ τὸ μέλλον τὸ ἴσως προσεχέστατον, τί θὰ ἐγίνετο, ἂν ἡμεῖς ἐξηκολουθοῦμεν νὰ ἀναμένωμεν τὴν πίεσιν τὴν ἐξωτερικὴν ἐντελῶς ἐξηντλημένοι ἀπὸ οἰκονομικῆς ἀπόψεως καὶ χωρὶς νὰ εὑρίσκωμέν τινα νὰ μᾶς δανείσῃ χρήματα διὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσωμεν εἰς ἀντίστασιν κατὰ τῆς Εὐρώπης; Ὁ πρώην συνάδελφός μου Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, ἀξιότιμος βουλευτὴς ἐξ Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας, γνωρίζει, ὅτι, ὅτε ἦτο Ὑπουργὸς τῶν Ναυτικῶν, εἰς ὁπόσας δυσκολίας προσέκρουον αἱ σκέψεις περὶ ναυτικῶν παρασκευῶν ἕνεκα χρηματικῶν δυσχερειῶν. Νομίζετε ὅτι θὰ ἦτο ἀκίνδυνον, ἂν μὴ λυομένου τοῦ ζητήματος δὲν κατωρθώνετο νὰ συναφθῇ τὸ δάνειον τῶν 250,000,000, ὥστε νὰ καταστῇ δυνατὸν εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ εἰσέλθῃ εἰς κἄποιον κανονικώτερον οἰκονομικὸν βίον καὶ νὰ κάμῃ ὅλους τοὺς ἐφοδιασμοὺς περὶ τῶν ὁποίων θὰ ἀκούσητε ὁμιλοῦντα τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν Παρασκευήν, ὅταν θὰ εἰσαγάγῃ τὰς τελευταίας δηλώσεις τοῦ Προϋπολογισμοῦ; Καὶ δὲν εἶσθε, Κύριοι, ὑποχρεωμένοι νὰ ἀναγνωρίσητε ὅτι τοιαύτη πολιτικὴ θὰ ἦτο οὐχὶ ἁπλῶς ὀλεθρία, ἀλλὰ θὰ ἦτο ἀχαρακτήριστος διὰ Κυβέρνησιν ὑπεύθυνον, ἡ ὁποία θὰ ἔφερε τὸ Κράτος εἰς τοιαύτην καταστροφήν; Ἀλλά, Κύριοι, εἶμαι διατεθειμένος νὰ σᾶς δώσω καὶ ἄλλα ὅπλα διὰ νὰ ἐπικρίνητε τὴν Κυβέρνησιν. Εἶπεν εἷς ἐκ τῶν προαγορευσάντων ῥητόρων, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις προσεπάθει νὰ ἀμβλύνῃ τὴν ἀντίθεσιν ὑμῶν τὴν μεγάλην πρὸς τὰς δύο Ἀδριατικὰς Δυνάμεις. Ἡ κατηγορία αὕτη δὲν προῆλθεν ἀπὸ τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας· θὰ παρέπεμπον ὅμως τὸν διατυπώσαντα τὴν κατηγορίαν, νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, ἵνα ἴδῃ ἂν συμμερίζεται οὗτος τὴν ἀντίληψίν του ταύτην. Ἀλλ’ ἐπὶ πλέον παρέχω εἰς τὸν ἐπικρίναντά με τὴν πληροφορίαν ὅτι ἐπεζήτησα ἀληθῶς, καὶ εἷς τῶν σκοπῶν τοῦ ταξειδίου μου τοῦ τελευταίου τοῦτο ἦτο, νὰ ἀμβλύνω τὴν ἀντίθεσιν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῶν δύο Ἀδριατικῶν Δυνάμεων, ἡ ὁποία εἶχε φθάσει εἰς σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον ὅτι δὲν ἦτο ἀκίνδυνον εἰς τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα. Κύριοι, ἡ Ἑλλάς, ὅπως εἶπον πρὸ μικροῦ, ἐξελθοῦσα τῶν δύο πολέμων, εἶχε καὶ ἔχει ἀνάγκην περισυλλογῆς. Αὐξηθεῖσα ὅσον ηὐξήθη καὶ μεγαλυνθεῖσα ὡς ἐμεγαλύνθη, εἶδεν ὀρθουμένους ἐνώπιον αὐτῆς τοὺς κινδύνους πολὺ μεγαλειτέρους παρ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπεκρέμαντο κατ’ αὐτῆς πρότερον. Διότι ἀναπτυχθεῖσα εἰς δύναμιν καὶ περιωπὴν πλήττει συμφέροντα πολλαπλᾶ, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἀποτελοῦσι δι’ αὐτὴν κίνδυνον. Εἶναι προφανὲς ὅτι ἡ αὔξησις αὐτῆς εἰς ἔκτασιν καὶ πληθυσμόν, εἰς πλοῦτον, εἰς γόητρον, θὰ μετατραπῇ πολὺ ταχέως καὶ εἰς δύναμιν ὑλικήν, εἰς δύναμιν στρατιωτικήν. Ἀλλ’ εἶναι φανερὸν ὅτι ὑπάρχει ἓν διάστημα μεταβατικόν, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ στρατιωτικὴ δύναμις τοῦ Κράτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εἶναι τοιαύτη, ὁποία θὰ εἶναι μετὰ ἕν, δύο, τρία ἢ τέσσαρα ἔτη. Φαίνεται δὲ ὅτι τούτου τοῦ γεγονότος οἱ ἀγορεύσαντες ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν ἔχουν ἀντίληψιν. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῶν ἐγγυήσεων ὑπὲρ τῶν Ἠπειρωτῶν δὲν θέλω ἐνδιατρίψει, Κύριοι. Ὅσα εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι ἀρκετά. Θὰ εἴπω μόνον δύο λέξεις, ἀπαντῶν εἰς τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν ἐξ Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, ὅτι τὸ γεγονὸς ὅτι αἱ Δυνάμεις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἦσαν κατ’ ἀρχὴν διατεθειμέναι νὰ ἐξασφαλίσωσι τοιαῦτα δικαιώματα, δηλαδὴ ἐθνικά, γλωσσικά, θρησκευτικά, ἐκπαιδευτικά....
§149Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὰ Βαλκανικὰ Κράτη νὰ δεχθῶσι τοιαύτας ἀσφαλίσεις, ὄχι διὰ τὴν Ἀλβανίαν, διὰ τὴν ὁποίαν πολὺ περισσότερον....
§150ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι. Ἐὰν χριστιανικὰ Κράτη, ἀπὸ πολλοῦ ὑφεστῶτα καὶ εὐνοούμενα, εἶχον ἀντίληψιν ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῶσι τοιαῦται διατάξεις Δημοσίου Δικαίου, βεβαίως πολὺ περισσότερον διὰ τὴν Ἀλβανίαν. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, κύριε Βουλευτά, ὅτι τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι ἐπιχείρημα ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία ἐπίστευεν ὅτι δὲν εἶχεν ἀνάγκην τόσων ἰδιαιτέρων θυσιῶν καὶ καταστροφῶν διὰ νὰ ἀσφαλίσῃ τὰ δικαιώματα ταῦτα ὑπὲρ τῶν Ἠπειρωτικῶν πληθυσμῶν;
§151Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ὁμολογεῖτε, ὅτι ἡ παράλειψις τῆς ἀπαιτήσεως προῆλθεν ἐκ τῆς καλῆς πίστεως τῆς Κυβερνήσεως;
§152ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριε Βουλευτά, νομίζω ὅτι εἴμεθα ἐν τῇ Βουλῇ καὶ ὄχι ἀλλαχοῦ.
§153Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μάλιστα· καὶ σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ ἀπαντήσητε.
§154ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Ἀλλ’ ἡ διαγωγή σας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὲν ἁρμόζει εἰς τὴν Βουλήν.
§155Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· διότι σᾶς ἠρώτησα καὶ σᾶς ἐζήτησα τὴν ἐξήγησιν.
§156ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Λέγω ὅτι, ζητήσασα ἡ Κυβέρνησις τὰς ἐγγυήσεις ταύτας, εἶχε πάντα λόγον νὰ πιστεύῃ ὅτι αἱ ἐγγυήσεις θὰ ἐδίδοντο, ὅπως καὶ ἐδόθησαν. Δὲν λέγω ὅτι δὲν ἐχρησίμευσαν αἱ θυσίαι τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, ἀλλὰ λέγω τοῦτο, ὅτι κατὰ πᾶσαν πιθανότητα θὰ ἐδίδοντο αἱ ἐγγυήσεις καὶ ἄνευ τῶν θυσιῶν.
§157Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Ἀπόδειξις ὅτι δὲν τὰς ἐζητήσατε.
§158ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Τὰς ἐζητήσαμεν.
§159Δ. ΓΟΥΝΑΡΗΣ. Τὰς ἐζητήσατε πολὺ ἀργὰ καὶ δὲν ἐλάβετε τίποτε.
§160ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Κύριοι, κατηγορήσατε κατ’ ἐπανάληψιν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ ζητήματι τῷ Ἠπειρωτικῷ ἐπὶ ἀτολμίᾳ, ἐν γένει δὲ καθ’ ὅλην τὴν διεξαγωγὴν τῶν πολέμων ὅ,τι ἔχετε νὰ κατηγορήσητε τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ ἀτολμία της. Ἦτο ἀτολμία ὅτι ἐνεπλάκη εἰς τὸν πρῶτον πόλεμον; Ἦτο ἀτολμία ὅτι συνεμάχησε μετὰ τῶν ἀνέκαθεν ἐχθρῶν; Ἦσαν ἀτολμία πάντα ταῦτα; Αἴ! Κύριοι! Ἂν εἰς τὸ Ἠπειρωτικὸν ζήτημα ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς ἐδήλωσε δι’ ἐπισημοτάτου τρόπου ὅτι ἡ διαχάραξις τῶν Ἀλβανικῶν ὁρίων εἶναι ὁριστική, ὅτι ἡ ἵδρυσις ἰδιαιτέρου Βορειοηπειρωτικοῦ Κράτους εἶναι ἀδύνατος καὶ πᾶς περὶ τούτου ἀγὼν δὲν δύναται παρὰ νὰ ὁδηγήσῃ εἰς καταστροφήν, ἂν ταῦτα εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, ἡ Κυβέρνησις ἐγνώριζε καλῶς ὅτι ταῦτα λέγουσα καὶ ταῦτα πράττουσα δὲν ἐπρόκειτο νὰ θεραπεύσῃ τὰς ὁρμὰς τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἀλλά, Κύριοι, δὲν εἶναι θάρρος καὶ τόλμη τὸ νὰ φέρηται κανεὶς μετὰ τῶν ὁρμῶν τῆς Κοινῆς Γνώμης διὰ νὰ περισυλλέγῃ ἁπλῶς τὰ χειροκροτήματα αὐτῆς. Ὅτε ἐν πλήρει συνδυασμῷ τῆς ψυχῆς ἡμῶν πρὸς τὴν ἐθνικὴν ψυχὴν καὶ ἐν ὑπερβολῇ ἀγαλλιάσεως ἑωρτάζομεν μίαν ἑσπέραν τὴν εἴσοδον τοῦ στρατοῦ μας εἰς Θεσσαλονίκην, καὶ ἄλλην πρωΐαν τὴν ἅλωσιν τῶν Ἰωαννίνων, ἐννοεῖτε καλῶς ποία ἦτο καὶ ἡ εὐτυχία τοῦ ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλῇ πρὸς ὑμᾶς καὶ ὁ ὁποῖος εἶχε τὴν τιμὴν νὰ προΐσταται τῶν πραγμάτων τῆς χώρας καθ’ ἣν στιγμὴν ἐτελοῦντο οἱ μεγάλοι αὐτοὶ θρίαμβοι. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὑμᾶς, Κύριοι, ὅτι ὅσον μεγάλη καὶ ἂν ἦτο ἡ χαρά μου καὶ ὅσον μεγάλοι οἱ κλονισμοὶ τῆς εὐτυχίας, τὴν ὁποίαν ἠσθανόμην διὰ τὰ γεγονότα ταῦτα, δὲν ἤμην ὀλιγώτερον ψυχικῶς ἤρεμος καὶ εὐχαριστημένος κατὰ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν προσεπάθουν νὰ ἀποκλείσω τοὺς Κρῆτας Βουλευτάς, κατὰ τὴν 1ην Μαΐου 1912, κατορθώσας μόλις καὶ μετὰ βίας ἄνευ αἱματοχυσίας νὰ ἀποκλείσω αὐτοὺς νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν, ἀναγκασθεὶς ὅμως νὰ κλείσω τὴν Βουλήν, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ προχωρήσωσι περαιτέρω αἱ ἐργασίαι μας. Κατὰ τὴν ἑσπέραν ἐκείνην, ὅτε κεκμηκὼς μετέβαινον νὰ ἀναπαυθῶ, βεβαιῶ ὑμᾶς ὅτι ἤμην ἐπίσης ἤρεμος ψυχικῶς καὶ εὐχαριστημένος διὰ τὴν συναίσθησιν ὅτι εἶχον ἐπιτελέσει μέγα καθῆκον πρὸς τὴν πατρίδα. Ἐὰν κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐθνικῶν θριάμβων ἐσκίρτα ἡ ψυχή μου ἐξ ἀγαλλιάσεως, νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐδικαιούμην νὰ θεωρῶ ὅτι, ἂν προσέφερα ὑπηρεσίας τινὰς εἰς τὴν πατρίδα, εἶναι μεγαλείτεραι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας προσέφερα ὅτε ἀκριβῶς ἐφήρμοζον πολιτικὴν ἀντίθετον τῶν αἰσθημάτων τῆς Κοινῆς Γνώμης. Ἐπίσης, Κύριοι, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε ἄλλην μίαν φορὰν νὰ ἐκφράσω τὴν ἔκπληξίν μου, διότι ἐπέπρωτο νὰ μοὶ ἀπευθύνωνται αἱ ἐπικρίσεις αὗται τῆς ἀτολμίας, εἰς στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλος ὁ παρελθών μου βίος ἔχει νὰ δείξῃ ὅτι διὰ κάθε ἄλλο δύναμαι νὰ κατηγορηθῶ παρὰ δι’ αὐτό. Ἀλλά, Κύριοι, νομίζω ὅτι, ἂν οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες εἶναι κεφάλαιον ἐθνικόν, εἶναι κυρίως διὰ τοῦτο, διότι ἀφιεροῦντες ὅλον τὸν βίον αὑτῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν συμφερόντων τῆς χώρας μετὰ πλήρους αὐταπαρνήσεως, μετὰ πλήρους θυσίας τοῦ ἐγώ των, τοῦ ὑλικοῦ καὶ αὐτοῦ τοῦ κοινωνικοῦ, κατορθώνουν νὰ συγκεντρώνουν ἓν κεφάλαιον πίστεως τῆς χώρας, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἰδικόν των, διότι θὰ ἦσαν ἀνάξιοι, ἐὰν τὸ ἐθεώρουν τοιοῦτον. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο ἀνήκει εἰς τὴν χώραν, ὑποχρεοῦνται δὲ οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες νὰ χρησιμοποιῶσι τοῦτο εἰς κρισίμους ἐθνικὰς στιγμάς, ὅταν τῆς Κοινῆς Γνώμης παραπλανωμένης — διότι φέρεται συνήθως αὕτη ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος καὶ οὐχὶ τοῦ νοῦ — εἶναι ἀνάγκη νὰ προέλθουν εἰς τὸ μέσον καὶ νὰ ζητήσουν νὰ πείσουν τοὺς συμπολίτας των διὰ τὴν ἀνάγκην θυσίας ἵνα προληφθῇ μείζων ζημία. Δὲν θέλω, Κύριοι, ἐξ ἀφορμῆς μιᾶς ζωηρᾶς ἀποστροφῆς μου πρὸς τὸν κ. βουλευτὴν Ἀχαΐας καὶ Ἤλιδος, διὰ τὴν ὁποίαν λυποῦμαι, δὲν θέλω νὰ πιστευθῇ ὅτι νομίζω ὅτι οἱ ἐπικρίναντές με ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λέγουν πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν πιστεύουν ὅτι διεξάγουν ἔλεγχον οὐχὶ εὐθύν. Εἶμαι βέβαιος ὅτι πράγματι πιστεύουν ὅτι, ἂν ἐπήγαινεν ὁ στρατὸς εἰς τὸν Αὐλῶνα, θὰ ἐπαίρναμεν τὸ Ἀργυρόκαστρον καὶ τὴν Κορυτσᾶν καί, ἂν ἐπροχώρει εἰς τὸ Βεράτι, θὰ ἐπαίρναμεν καὶ τὸν Αὐλῶνα. Ἀλλά, Κύριοι, ὁ κόσμος ὁ ἀκούων ἔξωθεν καὶ ὁ βλέπων τοιαύτας ἀντιθέσεις ῥιζικὰς εἰς τὴν ἀντίληψιν τῶν κεφαλαιωδῶν αὐτῶν πραγμάτων δικαιοῦται νὰ ἐκπλήσσηται δι’ αὐτὰς καὶ νὰ ἀπορῇ πῶς συμβαίνει οἱ πολιτικοί του ἄνδρες νὰ εὑρίσκωνται εἰς τόσον κολοσσιαίαν ἀντίθεσιν. Κύριοι, φιλοσοφῶν καὶ ἐγὼ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς πείρας τοῦ πολιτικοῦ μου βίου, ἱκανῶς ἤδη ἀτυχῶς μακροῦ, ἔφθασα εἰς τὸ συμπέρασμα ὅτι, παρὰ τὰ γνωστὰ αἰσθητήρια, ὑπάρχει καὶ ἄλλο αἰσθητήριον· τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον, τὸ ὁποῖον δὲν συναντᾶται εἰς τὴν ἀγορὰν δυστυχῶς ἐν πολλῇ ἀφθονίᾳ. Ἐνῷ σχεδὸν πάντες οἱ ἄνθρωποι ἔχουν καὶ τὴν ὅρασιν καὶ τὴν ἀκοήν, ἐκτὸς ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔπαθον, καὶ τὴν ἁφὴν καὶ τὴν ὄσφρησιν καὶ τὴν γεῦσιν, πολὺ ὀλίγοι εἶναι οἱ ἔχοντες τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον. Καὶ συμβαίνει, ὅπως οἱ στερούμενοι ἐκ γενετῆς τῆς ὁράσεως νὰ μὴ γνωρίζωσι τὰ χρώματα, οὕτω καὶ οἱ μὴ ἔχοντες τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον, εἶναι δύσκολον – σχεδὸν μόνον κατὰ τύχην δύναται νὰ συμβῇ – ὅπως κρίνουν ὀρθῶς περὶ πραγμάτων τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἀντιληφθοῦν διὰ τοῦ πολιτικοῦ τούτου αἰσθητηρίου. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ δώσω εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν, τὴν ὁποίαν ἐμφανίζει ἡ Βουλή. Ἄνθρωποι τῆς περιωπῆς τῶν ῥητόρων, οἱ ὁποῖοι ἀνῆλθον ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξακολουθοῦν παρὰ πᾶσαν ἐμφάνειαν εἰς πάντα ἄνθρωπον ἔχοντα τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον νὰ ὑποστηρίζουν καὶ νὰ ἐπιμένουν ὅτι, ἐὰν ἐπηγαίναμεν εἰς τὸν Αὐλῶνα, ἢ ἐὰν δὲν ὑπεχωροῦμεν εἰς τὸν Στῦλον καὶ μετὰ τὰς ἀπειλὰς τοῦ πολέμου, θὰ εἴχομεν νὰ κερδήσωμεν περισσότερα, στεροῦνται τοῦ πολιτικοῦ αἰσθητηρίου. Εἶπον, Κύριοι, προηγουμένως, ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἑλληνικόν, αὐξῆσαν κατ’ ἔκτασιν καὶ πληθυσμὸν καὶ πλοῦτον καὶ περιωπήν, ἀντιμετωπίζει σήμερον ἐχθρότητας καὶ κινδύνους πολὺ περισσοτέρους παρ’ ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἀντεμετώπιζεν ἄλλοτε. Ἀλλ’ εἶμαι ἀπολύτως βέβαιος ὅτι τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος, οἷον διεμορφώθη ἐκ τῶν δύο νικηφόρων πολέμων, δύναται κάλλιστα νὰ ἐπαρκέσῃ πρὸς τὰ μεγάλα καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἐπιβάλλονται εἰς αὐτό. Ἡ ἀκμὴ αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἐνέδειξαν οἱ δύο πόλεμοι, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν ὅτι δὲν εἶναι παροδικὸν φαινόμενον, ὅτι δὲν θὰ σβεσθῇ αὔριον. Ἀλλά, διὰ νὰ ἐπέλθῃ τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, εἷς ὅρος εἶναι ἀπαραίτητος· εἶναι ἀπαραίτητον ὅπως οἱ κυβερνῶντες τὴν χώραν ἔχουν ἀνεπτυγμένον ὀξύτατα τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον καὶ μὴ διστάζουν εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ ἴδουν μειουμένην τὴν δημοτικότητα αὐτῶν καὶ παρεξηγουμένους ἑαυτοὺς διὰ νὰ προλάβουν σφάλματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὁδηγήσουν εἰς ζημίας, ἂν ὄχι εἰς καταστροφάς. Ἄλλο Κράτος, Κύριοι, ὄχι ἀπὸ χθὲς ἢ πρίν, ἀλλ’ ἀπὸ αἰώνων δώδεκα καὶ πλέον, Κράτος ἀντίζηλον, εἶχε κατορθώσει κατὰ τὴν τελευταίαν τεσσαρακονταετίαν ἀπὸ ἐπιτυχίας εἰς ἐπιτυχίαν βαῖνον νὰ ἀναπτυχθῇ εἰς δύναμιν τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι λαοὶ τῆς Βαλκανικῆς ἐφθόνουν. Ἡ δύναμις αὐτοῦ ἡ στρατιωτικὴ δὲν ἦτο ἁπλῶς φαινομενική. Ὁ πόλεμος ὁ κοινὸς τῶν συμμάχων καὶ τῆς Τουρκίας καὶ ὁ Ἑλληνο–Σερβο–Μαυροβουνιωτικὸς κατὰ τῆς Βουλγαρίας ἀπέδειξαν ὅτι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ἦτο πραγματική. Καὶ ὅμως, Κύριοι, παρὰ τὰς ἐπιτυχίας 40 ἐτῶν ἐν συνεχείᾳ, παρὰ τὴν ἐπίζηλον στρατιωτικὴν δύναμιν εἰς τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀναχθῇ τὸ Κράτος τοῦτο, κατώρθωσεν εἰς διάστημα 24 ὡρῶν ἀπὸ τὰ σφάλματα τῶν πολιτικῶν του ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐστεροῦντο τοῦ μέτρου, ἐστεροῦντο τοῦ αἰσθήματος τῆς πραγματικότητος, ἐστεροῦντο τῆς ἀντικειμενικότητος, κατώρθωσε τὸ Κράτος αὐτὸ νὰ φθάσῃ ἀπὸ τοῦ κολοφῶνος, ἂς εἴπωμεν οὕτω, τῆς ἀκμῆς καὶ τῆς περιωπῆς εἰς τὸ βάραθρον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ ἔρριψεν ὁ τελευταῖος πόλεμος κατὰ τῶν συμμάχων του. Δὲν νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τὰ παραδείγματα ταῦτα ἐκ τῆς προσφάτου ἱστορίας, εἰς τὴν ὁποίαν εἴμεθα ἀναμεμιγμένοι, εἴτε ὡς συμπράξαντες εἴτε ὡς ἀντίπαλοι, δὲν πρέπει νὰ παρέλθωσιν ἀχρησιμοποίητα δι’ ἡμᾶς; Δὲν νομίζετε ὅτι οὐδὲν ἐξυπηρετοῦμεν ἐθνικὸν συμφέρον, ἂν ἐρχώμεθα καὶ σήμερον πάλιν κλαίοντες ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τὸ μὲν διὰ τὴν διαχάραξιν τῶν Ἠπειρωτικῶν ὁρίων, περὶ ἧς εἶχε τεθῇ τέρμα εἰς τὴν συζήτησιν ἀπὸ τοῦ Φεβρουαρίου, κυρίως δὲ σήμερον κλαίοντες καὶ ὀδυρόμενοι διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ Σάσωνος, διότι κατὰ τὴν μεθαυριανὴν ἑορτὴν ἐν Κερκύρᾳ ἀπὸ τοὺς κανονιοβολισμούς, οἱ ὁποῖοι θὰ χαιρετίσουν τὴν πεντηκονταετηρίδα τῆς ἑνώσεως, δὲν θὰ φθάσουν οἱ ἦχοι εἰς τὸν Σάσωνα τὸν ἀκατοίκητον; Νομίζετε, ὅτι ἐξυπηρετεῖτε κανὲν συμφέρον; Ἀντὶ νὰ εὐφραινώμεθα, διότι ἑορτάζοντες τὴν προσεχῆ Κυριακὴν τὴν ἑορτὴν τῆς πεντηκονταετηρίδος τῆς Ἑπτανήσου θὰ ἔχωμεν τὴν ὑπερηφάνειαν νὰ ἑορτάζωμεν μὲ Ἑλλάδα ἔχουσαν ὑπερδιπλασίαν τὴν ἔκτασιν, ὑπερτριπλάσιον τὸν πληθυσμὸν ἀπὸ ὅ,τι ὅτε ἐγένετο τὸ εὐτυχὲς γεγονὸς τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου; Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ ἐμὴ πεποίθησις. Νομίζω ὅτι οὐδὲν ὠφελούμεθα ζητοῦντες νὰ ὑποτιμῶμεν τὰς ἐθνικὰς ἡμῶν ἐπιτυχίας, τοὺς θριάμβους ἡμῶν—εὐτυχῶς τοὺς στρατιωτικοὺς οὐδεὶς ἐπιχειρεῖ νὰ ὑποτιμήσῃ— τοὺς πολιτικούς, τὴν θέσιν τὴν ὁποίαν κατέχει ἡ Ἑλλὰς καὶ τὴν ὁποίαν θὰ ἔχῃ ἐν τῷ κόσμῳ. Οὐδέν, ἐπαναλαμβάνω, ἔχομεν νὰ ὠφεληθῶμεν οὕτω πράττοντες καὶ οὕτω πολιτευόμενοι. (Χειροκροτήματα ζωηρὰ καὶ παρατεταμένα).
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸν λόγον ἔχει ὁ κ. Κουμουνδοῦρος.
§162Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος νὰ προτιμηθῇ καὶ θὰ ἔλθω κατόπιν ἐγώ, διότι πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ.
§163Σ. ΚΡΟΚΙΔΑΣ. Δὲν κάμνομεν μικρὰν διακοπήν, κύριε Πρόεδρε;
§164ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Μάλιστα.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν διὰ πέντε λεπτά. (Διακόπτεται ἡ συνεδρίασις ἐπὶ 5 λεπτά). Μετὰ τὴν διακοπὴν.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§167Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Βεβαίως, κ. Βουλευταί, αἱ ἑορταὶ ἐπὶ τῇ πεντηκονταετηρίδι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου δὲν θέλουσι μειωθῆ κατὰ λαμπρότητα οὔτε κατ’ ἔκρηξιν πατριωτικοῦ αἰσθήματος ἐκ τοῦ γεγονότος ὅτι ἡ νησὶς Σάσων θέλει καταλίπει τὴν Ἑλληνικὴν κυριαρχίαν. Βεβαίως καὶ οἱ χαιρετιστήριοι κανονιοβολισμοὶ δὲν θέλουσιν εἶσθαι ὀλιγώτερον βροντώδεις ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου. Βεβαίως ὅμως εἰς πλείονας ἐμοῦ ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους καὶ εἰς πλείονας αὔριον πολίτας θέλει ἐμπνεύσει ἐντύπωσιν λυπηράν, ὅτι παρὰ τὴν διαμαρτυρίαν, διαμαρτυρίαν ἐκ καθήκοντος ἐπιβαλλομένην παρ’ ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους, ἐπὶ τῷ ὅτι μετὰ δύο νικηφόρους πολέμους ἀποστερεῖται ἡ Ἑλλὰς ἔστω καὶ τῆς ξηρᾶς καὶ ἀγόνου ταύτης νησῖδος, ἀνηκούσης εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἐλευθέρου Κράτους, καὶ τοιαύτη ἐδόθη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ἀπάντησις. Ἀλλ’ ἐκ τῶν διαμαρτυριῶν τούτων, ἐν ᾧ οὐδεμία ὑπῆρξεν ἀνάγκη νὰ δοθῇ ἀπάντησις ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀντετάχθησαν ἐπιχειρήματα ὑπὸ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα περιεβλήθησαν χαρακτῆρα σχεδὸν μυκτηρισμοῦ, καὶ ἐπιχειρήματα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἅτινα ἐνεδείκνυον τὴν χαιρεκακίαν ἐπὶ τῇ ἐλλείψει ἀποδείξεων τῆς Ἑλληνικῆς κυριαρχίας. Οὐδεμία ὑπῆρχεν ἀνάγκη νὰ ἀνέλθῃ ἐπὶ τοῦ βήματος ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ νὰ παρατάξῃ ἔγγραφα διαφόρων ἀρχῶν Ἑλληνικῶν ἐκ τῶν ὁποίων ἐνεδεικνύετο ὅτι αἱ κατὰ διαδοχὴν Ἑλληνικαὶ Κυβερνήσεις εἶχον παραμελήσει τὴν ἄσκησιν κατοχῆς ἐπὶ τῆς νησῖδος Σάσωνος. Τοῦτο, ὅτι δὲν ὑπῆρχε κατοχὴ ἐπὶ τῆς νησῖδος Σάσωνος, παρ’ οὐδενὸς ἠμφεσβητήθη, ἐφ’ ὅσον δὲ παρ’ οὐδενὸς ἠμφεσβητήθη, ἦτο ἐντελῶς περιττὸν νὰ παραταχθῶσιν ἐπιχειρήματα ἵνα ἀποδειχθῇ ὅτι εὑρίσκετο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἐν τελείᾳ γνώσει τῆς κατοχῆς τοῦ Σάσωνος ὑπὸ τῆς Τουρκίας. Τὰ ἔγγραφα τὰ ὁποῖα ἀνέγνωσεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἦσαν ἐν γνώσει τῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἦσαν ἔγγραφα τῶν ὁποίων τὴν ἀνακάλυψιν ἐποιήσατο οὗτος χθὲς ἢ προχθές. Ἦσαν ἔγγραφα εὑρισκόμενα ἐν τοῖς ἀρχείοις τοῦ Κράτους· ἦσαν ἔγγραφα τὰ ὁποῖα, ὅτε συνεζήτει ἡ Κυβέρνησις περὶ τῶν Ἠπειρωτικῶν συνόρων, ὁμοίως δὲ καὶ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Σάσωνος, δὲν ἐγνωστοποίησεν εἰς τοὺς ἀντίπαλα ἔχοντας συμφέροντα. Ἐὰν ὅμως ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις εἶχε πεισθῆ ὅτι οὐδέν ποτε δικαίωμα ἤσκησε κατοχῆς καὶ ὅτι μακροχρόνιος κατοχὴ ἠσκήθη ὑπὸ τῆς Τουρκικῆς Κυβερνήσεως, τότε ἦτο περιττὸν νὰ κληθῶμεν ὅπως ψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον. Προέβλεπον τοῦτο ἐγὼ κατὰ τὸν Φεβρουάριον μῆνα, καὶ ὅτε ἐζητεῖτο παρ’ ἐντίμου συναδέλφου, ἵνα καὶ τὸ ζήτημα τῆς λωρίδος τῆς Παγανιᾶς ὑποβληθῇ ὑπὸ τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς, ἐξέφρασα εὐχήν, ὡσεὶ προέβλεπον ὁποῖον θέαμα θὰ παρουσιάζετο σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, εἶχον ἐκφράσει τὴν εὐχὴν ἵνα εὑρεθῇ τρόπος καὶ μὴ ἔλθωσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοιαῦτα ζητήματα, εὑρισκόμενος ἐν πλήρει γνώσει τῶν ἐγγράφων τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ὁ κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σήμερον. Θὰ ἦτο δὲ πολὺ προτιμότερον, πολὺ φρονιμώτερον, πολὺ εὐπρεπέστερον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, φρονοῦσα ὅτι οὐδεμίαν ἔχει σημασίαν διὰ τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν ἡ νῆσος Σάσων, ἤθελε χειρισθῆ τὸ ζήτημα καθ’ ὃν τρόπον ἐχειρίσθη ὅλα τὰ ζητήματα τῆς κτηθείσης διὰ τῶν ὅπλων χώρας. Ἦτο πολὺ εὐπρεπέστερον, ἐὰν ἤθελε θεωρήσει ὡς κατάκτησιν τὴν κατοχὴν τοῦ Σάσωνος καὶ ὁμοῦ μετὰ τῶν λοιπῶν χωρῶν ἐγκατέλειπε ταύτην, θὰ ἦτο, λέγω, τοῦτο πολὺ εὐπρεπέστερον ἢ νὰ σύρῃ τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίσῃ τὴν παραχώρησιν. Ἐφ’ ὅσον ὅμως ἦτο βεβαία ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυριαρχία ἐπὶ τοῦ Σάσωνος ὑφίσταται, μολονότι ἡ κατοχὴ εἶχεν ἀπολεσθῆ, ἔπρεπεν ἵνα ἡ συζήτησις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διεξαχθῇ χωρὶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως τῆς εἰσηγηθείσης τὸ νομοσχέδιον νὰ παραχωρῆται ὅπλον εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς Ἑλλάδος ὅπως μυκτηρίσωσιν ἡμᾶς διὰ τὰ ἐνταῦθα λεγόμενα καὶ πραττόμενα, διότι κατὰ τοὺς μεταξὺ ἡμῶν ἀγῶνας τοὺς πολιτικοὺς εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμοποιῶνται ὅπλα διάφορα, ἀλλ’ εἶναι ἐντελῶς περιττὸν διάδικος δυνάμενος νὰ χρησιμοποιήσῃ ταῦτα καθ’ ἡμῶν νὰ εἶναι ξένος. Τὰ ζητήματα τῆς κατοχῆς περιεπλάκησαν μὲ τὸν κ. Πρωθυπουργὸν καὶ μὲ τὸ ζήτημα τῆς παραγραφῆς. Εὐτυχῶς ἐν τῇ διαφωνίᾳ τῇ θεωρητικῇ, ἡ ὁποία ἠγέρθη μεταξὺ τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἔχω ἐγὼ ὑπὲρ ἐμοῦ τὴν γνώμην τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, γνώμην κατὰ τοῦτο ἐγκυροτέραν, διότι ἔχει τὴν ἐπιστημονικὴν εἰδικότητα ἐν τῷ κλάδῳ τούτῳ ἀπὸ ἀπόψεως ἐπιστημονικῆς, καὶ εἶναι σύμφωνος μετ’ ἐμοῦ περὶ τοῦ ἀπαραγράπτου τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν ἐπὶ τοῦ Σάσωνος. Ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἵνα μυκτηρίσῃ καὶ τὴν θεωρίαν τῆς παραγραφῆς, παρέβαλε τὰς ἐθνικὰς κτήσεις σχεδὸν πρὸς οἰκόπεδα, καὶ ἐθεώρησε ταύτας κατωτέρας καὶ τῶν οἰκοπέδων ἀκόμη ἀξίας. Καὶ εἶπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὅτι, ἐὰν ἓν οἰκόπεδον καταληφθῇ, βεβαίως ὑπάρχει τριακονταετὴς παραγραφὴ ἥτις προστατεύει τὸν ἀπολέσαντα τὴν κατοχήν, ἀλλ’ ἐὰν μία κτῆσις ἐθνικὴ ἀπολεσθῇ πρὸς τί αἱ παραγραφαὶ καὶ πρὸς τί τὰ ἀπαράγραπτα; Ἀλλ’ ἐρωτῶ· μήπως ἐπρόκειτο ἐνταῦθα νὰ ἀσκηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς παραγραφῆς παρὰ τῆς καταλαβούσης τὸν Σάσωνα Τουρκίας; Ἐνταῦθα προβάλλομεν ἕνα κανόνα διεθνοῦς δικαίου, ὄχι διότι ἔχομεν ἀπέναντι ἡμῶν τὸν ἐχθρὸν ἔνοπλον, ἀλλὰ διότι ἔχομεν ἀπέναντι ἡμῶν ἀπόφασιν τῶν διαιτητῶν, εἰς ὧν τὴν διαιτησίαν ἀνεθήκαμεν τὰ δίκαια ἡμῶν. Καὶ ἐφ’ ὅσον ἐπρόκειτο περὶ διαιτησίας ἔχομεν τὴν ἀξίωσιν ὡς Κράτος ἐλεύθερον νὰ κρίνωσιν οἱ διαιτηταὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κανόνων τῆς καλῆς πίστεως. Καὶ ἐὰν οἱ διαιτηταὶ ἔκριναν κακοπίστως, ὁρίσαντες ὅτι ὁ Σάσων ἀνήκει εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἐπικράτειαν, καὶ παρὰ τὰ δεδομένα εἰς αὐτοὺς δικαιώματα ἀπέσπασαν ταύτην ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς διαμαρτυρίας. Ἐὰν ὅμως οἱ διαιτηταὶ ἐθεώρουν ὅτι ὁ Σάσων ἀνῆκεν εἰς τὴν Τουρκίαν καὶ ὑπήγετο ὑπὸ τὴν διαιτησίαν αὐτῶν, ἔκρινε δὲ τοῦτο ὡς ὀρθὸν ἡ Κυβέρνησις, ἦτο περιττὸν νὰ δημιουργηθῇ ἡ συζήτησις ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαγαγούσης τὸ νομοσχέδιον περὶ παραχωρήσεως. Καὶ ὅτι ἡ θεωρία τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἀνταγωνισμοῦ διὰ τὴν κτῆσιν ταύτην πρὸς τὴν Τουρκίαν, θὰ ἦτο ἀκριβής, ἀποδεικνύουν τὰ γεγονότα. Τίς ἄλλος ἢ ἡ Ἑλλὰς πρώτη κατῆλθε πρὸς τὴν Τουρκίαν εἰς ἐπιστράτευσιν, μετατραπεῖσαν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας εἰς ἐχθροπραξίας, καὶ δὶς οὕτως ἦλθεν εἰς πόλεμον πρὸς αὐτὴν καὶ κατὰ μὲν τὴν πρώτην φορὰν δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀντιμετωπίσῃ τὴν Τουρκίαν, κατὰ δὲ τὴν δευτέραν ἡττήθη; Βεβαίως, ὅτε εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν περιῆλθε δὶς ἡ Ἑλλάς, δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὴν νὰ ἀξιώσῃ τὴν κατοχὴν τοῦ Σάσωνος, τὸν ὁποῖον ἡ Τουρκία εἶχε καταλάβει, πλὴν σήμερον δὲν ἐπρόκειτο περὶ ἀνταγωνισμοῦ πρὸς τὴν Τουρκίαν, ἀλλὰ μόνον περὶ διαχειρίσεως δικαιώματος διαιτησίας, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ Ἑλλὰς ἐν πλήρει καλῇ πίστει περὶ τῶν δικαίων της καὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἤθελον τὰ δίκαιά της κριθῆ παρέδωκε τὰ συμφέροντά της. Ἀκριβῶς δὲ ἡ διαμαρτυρία ἡμῶν ὑπῆρξε πρὸς τοὺς διαιτητὰς οἱ ὁποῖοι ἐπεδίκασαν εἰς τὴν Ἀλβανίαν τμῆμα Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτέθη ποτὲ ὑπὸ τὴν κρίσιν αὐτῶν καὶ τὸ ὁποῖον, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τοῦ ὁποίου ἡ ὁμολογία, τοῦ ὁποίου ἡ διαμαρτυρία εἶναι ἀνωτέρα ὅλων τῶν ἐπιχειρημάτων τῶν πρὸς καταπολέμησιν τοῦ νομοσχεδίου, τῶν ὑφ’ ἡμῶν ἀναπτυχθέντων, εἶναι ἔδαφος ἀποκλειστικῶς Ἑλληνικόν. Εἶναι δὲ περιεργότατον τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέπτυξεν ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἐπιχειρήματα πρὸς καταπολέμησιν τοῦ νομοσχεδίου καὶ οὐχὶ πρὸς ἐνίσχυσιν, καὶ ἐδῶ συνέβη τὸ παραδοξότατον ὅτι οἱ ἀντιπολιτευόμενοι πολεμοῦντες τὸ νομοσχέδιον ὑποστηρίζουν τὴν ἀρχὴν ἥτις ἤγαγεν εἰς τὴν ὑποβολὴν αὐτοῦ, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις ὑποστηρίζουσα τὸ νομοσχέδιον καταπολεμεῖ τὴν βάσιν ἥτις ἠνάγκασεν αὐτὴν νὰ φέρῃ αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Καὶ λαμβάνω τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τῆς ἐλλείψεως στρατηγικῆς ἀπόψεως τῆς νησῖδος. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτε συνεζήτει πρὸς τὸν πρεσβευτὴν τῆς Αὐστρίας ἐχαρακτήριζε, κατὰ τὴν βίβλον τὴν Αὐστριακήν, ἐχαρακτήριζε τὴν νησῖδα ὡς ἔχουσαν στρατηγικὴν ἀξίαν· εἶπε δὲ πρὸς ἡμᾶς τὴν ἑσπέραν ταύτην ὅτι ἔχει μὲν αὕτη στρατηγικὴν ἀξίαν, διότι εἶναι ἡ κλεὶς τοῦ Αὐλῶνος ἀναμφισβητήτως, ἀλλ’ ὑπόκειται ὅμως στρατηγικῶς εἰς τὸν κατέχοντα τὴν Χερσόνησον Γλώσσης καὶ τὸν Αὐλῶνα. Ἀλλ’ ἐρωτῶ· ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπόκειται στρατηγικῶς εἰς τὸν κατέχοντα τὸν Αὐλῶνα, ποῖον εἶναι τὸ μέγα συμφέρον τῆς Ἀλβανίας, ὅπως καταλάβῃ τὸν Σάσωνα, τὸν ὁποῖον δὲν θὰ δύναται νὰ ὑπερασπίσῃ ἡ Ἑλλάς; Ἐὰν ὑπέκειτο, ὡς ὑποστηρίζει ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰς τὸν Αὐλῶνα, οὐδεμίαν εἶχεν ἀνάγκην ὁ κυρίαρχος τοῦ Αὐλῶνος νὰ ἔχῃ τὸν Σάσωνα ὥστε νὰ καταστήσῃ τὴν κτῆσίν του ζήτημα πανευρωπαϊκόν. Ἀκριβῶς ἡ ἐπιμονὴ τῶν ἐνδιαφερομένων μεθ’ ἧς ἐζητήθη ἡ προσκύρωσις τοῦ Σάσωνος εἰς τὴν Ἀλβανίαν ἀποδεικνύει ὅτι τὸ ἐπιχείρημα τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι σαθρόν, διότι, ἂν ὑπέκειτο στρατηγικῶς οὗτος εἰς τὸν κατέχοντα τὸν Αὐλῶνα, οὐδεμία σημασία θὰ ἐδίδετο εἰς τὴν νησῖδα παρὰ τῶν θελόντων νὰ ἀσφαλίσωσι τὴν κυριαρχίαν τοῦ κόλπου τούτου. Ἀκριβῶς δὲ διότι ἀποτελεῖ ἐπικίνδυνον σημεῖον, ἀκριβῶς διότι ἀποτελεῖ τὴν κλεῖδα τοῦ Αὐλῶνος, διὰ τοῦτο μετὰ τόσης λύσσης ἐπέμειναν αἱ Μ. Δυνάμεις καὶ ἐξεβίασαν τὴν Ἑλλάδα νὰ παραχωρήσῃ τὸν Σάσωνα. Ταῦτα διὰ τὸ ζήτημα τῆς νησῖδος, καὶ εἰς τοῦτο τοῦ λόγου ἐρχόμενος ἔχω νὰ εἴπω ὅτι βεβαίως τὸ ζήτημα τοῦτο προεκάλεσε τὴν συζήτησιν ἀκριβῶς καὶ μόνον διὰ τὴν ἀρχὴν τῆς παραχωρήσεως ἐθνικῶν ἐδαφῶν λόγῳ ἀνταλλαγμάτων καὶ ἐθνικῶν ἔτι ἐδαφῶν ἀκατοικήτων ἐχόντων σημασίαν τινὰ στρατιωτικήν. Ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο περὶ παραχωρήσεως κατῳκημένου μέρους, αἱ ἀντιρρήσεις ἡμῶν θὰ ἦσαν οἷαι ὑπῆρξαν αἱ ἀντιρρήσεις διὰ τὴν ἐγκατάλειψιν τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἐδάφους, ἐγκατάλειψιν, ἡ ὁποία ἐγένετο χωρὶς νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ πληθυσμοῦ αὐτοῦ· ἀλλὰ πρόκειται περὶ μέρους ἀκατοικήτου, μέρους ὑπὸ ἔποψιν πληθυσμοῦ μὴ ἔχοντος ἀξίαν, ἀλλὰ μόνον στρατηγικὴν τοιαύτην. Καὶ τοὺς ἐρωτῶντας διατί γίνεται τόση συζήτησις διὰ τοὺς βράχους τούτους τοὺς ἀκατοικήτους θὰ ἠδυνάμεθα νὰ ἐρωτήσωμεν· ὁ βράχος τοῦ Γιβραλτὰρ παραχωρεῖται εὐκόλως ὑπὸ τῆς Ἀγγλίας, ὁ ἔχων ἀξίαν μόνον διότι εἶναι Ἀγγλικὸς ναύσταθμος καὶ φρούριον; Ἀλλ’ ἐλέχθη καὶ ἕτερόν τι ὑπὸ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν· ὅτι εἶναι ἐξάρτημα ὁ Σάσων τοῦ κόλπου τοῦ Αὐλῶνος καὶ ὅτι ὡς γεωγραφικὸν ἐξάρτημα ἔδει κατὰ πάντα κανόνα νὰ προσαρτηθῇ εἰς τὸν κόλπον τοῦτον.
§168Γ. ΣΤΡΕΪΤ. Δὲν εἶπον αὐτό.
§169Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τότε εἶπεν αὐτὸ ἄλλος τις, χαίρω δὲ πολὺ διότι ἀντελήφθην κακῶς, διότι ἀπὸ ὑμᾶς εἶχον τὴν ἀξίωσιν νὰ διδαχθῶ ὅτι αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα ἰσχύουσι πάντοτε καὶ ἐχρησιμοποιήθησαν διὰ τὴν χάραξιν συνόρων ἀποικιῶν. Ὅταν γίνηται προσάρτησις βαρβάρων λαῶν, τότε ὄντως τοιαῦται ἀρχαὶ τίθενται ἐν χρήσει, οὐδέποτε ὅμως προκειμένου περὶ ὁρίων καὶ δικαιωμάτων πεπολιτισμένων Κρατῶν, διότι, ἐὰν τοιαῦτα ἐπιχειρήματα ἐτίθεντο ἐν χρήσει, προκειμένου περὶ πεπολιτισμένων λαῶν, οὐδενὸς ἄλλου ἐπιχειρήματος ἤθελεν ὑπάρξει ἀνάγκη ἵνα ἡ Μυτιλήνη καὶ ἡ Χίος ἐπιστραφῶσιν εἰς τοὺς Τούρκους. Ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὡμίλησε καὶ περὶ τῆς ἐκστρατείας τοῦ Αὐλῶνος. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ὅμως ἐγὼ περὶ τούτου, διότι τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν προεκάλεσα ἐγώ. Ἀλλ’ εὐηρεστήθη νὰ εἴπῃ ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς ἀχαρακτήριστοι αἱ θεωρίαι μου περὶ τῆς ἀνάγκης ἀπολύτου ἀντιστάσεως εἰς τὸ ζήτημα τὸ Ἠπειρωτικόν· νομίζω ὅτι λέγων ταῦτα εἶχε πρὸ αὑτοῦ ἀντίτυπον τῆς ἀγορεύσεώς μου. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς ὑποχωρήσεως τοῦ Κράτους εἰς τὰς Ἠπειρωτικὰς ἀξιώσεις τῶν Μεγάλων Δυνάμεων εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐπιμένω πάντοτε νὰ εἴπω ὅτι ἐλύθη καὶ ἐλύθη καθ’ ἡμῶν, ὄχι διότι ὠφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν τὰς ὑποχρεώσεις ἡμῶν πρὸς τὰς Δυνάμεις, ἀλλ’ ἐλύθη καὶ ἐλύθη καθ’ ἡμῶν καὶ ἐτέθη ὑπὸ κακίστην διαχείρισιν διπλωματικὴν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἀκριβῶς διότι ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη ἀντιμέτωπος τῆς ἀνάγκης νὰ ἔχῃ εὐνοϊκὰς ὑπὲρ αὑτῆς τὰς Δυνάμεις δι’ ἄλλα τοῦ Κράτους συμφέροντα. Διότι ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅστις ὑπέμνησε πρὶν εἰς ἐμέ, θέλων νὰ ἀντλήσῃ ἐπιχειρήματα ἐκ τούτου, τὰς οἰκονομικὰς δυσχερείας ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα τὸν Σεπτέμβριον ὅπως ἀντιμετωπίσωμεν τὸ ναυτικὸν ζήτημα, θὰ δώσῃ καὶ εἰς ἐμὲ τὸ δικαίωμα νὰ ὑπομνήσω ὅτι βεβαίως τὸν Σεπτέμβριον ἡ πολιτικὴ ἡ ὁποία ἐχαράσσετο εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ζητήματος δὲν ἦτο ἐκείνη ἡ ὁποία ἐχαράχθη κατὰ τὸν μῆνα Νοέμβριον. Χωρὶς νὰ θέλω νὰ εἴπω ποία ἦτο ἡ πολιτικὴ ἐκείνη, ἔχω μόνον νὰ ὑπενθυμίσω εἰς αὐτόν, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἦτο διάφορος, διάφορος τελείως, διότι διάφορα ἦσαν τὰ γεγονότα ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐστηρίζετο ἡ πολιτικὴ τότε ἄλλως ἐκτιμῶσα τὰς δυνάμεις τοῦ Κράτους. Βεβαίως ἡμεῖς ὑπαχθέντες εἰς τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου ἀνεθέσαμεν τὴν διαιτησίαν εἰς τὰς Μ. Δυνάμεις, καὶ ἐφ’ ὅσον ἓν Κράτος ἀναθέτει τὴν λύσιν τῶν διαφορῶν του εἰς διαιτητὰς καὶ δένεται διὰ δεσμῶν τοιούτων, εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ ἐκτελέσῃ καὶ τηρήσῃ τὰς ἀποφάσεις τῶν διαιτητῶν. Ἀλλὰ πᾶν Κράτος ἐν καλῇ πίστει εὑρισκόμενον ἔχει τὰς ἀξιώσεις του ἀπέναντι τῶν διαιτητῶν ἵνα καὶ οὗτοι ἐκδώσωσιν ἀπόφασιν διαιτητικὴν δικαίαν, ἂν ὄχι ἀπολύτως δικαίαν, τοὐλάχιστον σχετικῶς δικαίαν. Ἀλλ’ οὐδείς ποτε παραδίδει εἰς χεῖρας διαιτητῶν τὴν ὑπόθεσίν του καὶ ἀφήνει τὰ συμφέροντα τὰ κρινόμενα τῶν διαιτητῶν νὰ καταπιέζωσι τὰ ἴδια αὑτοῦ δίκαια. Ὅταν ἴδῃ ὅτι οὐχὶ τὸ δίκαιον ἐκράτησεν, οὔτε τὸ ἀπόλυτον οὔτε τὸ σχετικὸν οὔτε κἂν τὸ ἐλάχιστον, ἀλλὰ μόνον ἡ ἀδιαφορία τῶν μὲν καὶ ἡ ἀδικία τῶν δέ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀντισταθῇ καθ’ ὃν τρόπον εὕρῃ εὐχερέστερον. Δὲν δύνανται δὲ οἱ μεγάλοι διαιτηταὶ εἰς οὓς ἀνετέθη ἡ τύχη τῆς Ἠπείρου νὰ ἀξιώσωσιν ὅτι ἐξέδωκαν ἀπόφασιν δικαίαν. Βεβαίως οἱ κανόνες τοῦ Διεθνοῦς δικαίου εἶναι θεωρίαι ἁπλαῖ καὶ οὐδεὶς ἐκ τῶν μεγάλων εἶναι ὑποχρεωμένος τὰς θεωρίας αὐτὰς νὰ σέβηται, ὅταν μάλιστα ἡ ἐφαρμογὴ τῶν θεωριῶν ἀντίκειται εἰς τὰ ἴδια αὑτοῦ συμφέροντα. Ἀλλ’ οὔτε κἂν διὰ νὰ ῥίψωσι στάχτην στὰ μάτια τοῦ διεθνοῦς κοινοῦ ἐφήρμοσαν κανόνα τινὰ ἐκ τῶν παραδεδεγμένων πρὸς καθορισμὸν τῆς τύχης τῶν πληθυσμῶν ἐκείνων. Ὑπῆρξε περίπτωσις καθ’ ἣν ἡ Αὐστρία κύπτουσα πρὸ τῶν Πρωσσικῶν στρατιῶν ἡττωμένη καὶ συντετριμμένη ἔχανε τὴν ἡγεμονίαν τῆς Γερμανίας, καὶ ἡ παρέμβασις τότε τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Γαλλίας ὑπήγαγεν εἰς δημοψήφισμα τὴν προσάρτησιν εἰς τὴν Πρωσσίαν τῶν δουκάτων, ἅτινα ἀπετέλεσαν τοῦ πολέμου τὴν αἰτίαν. Τὸ δημοψήφισμα δὲ δὲν ἐξετελέσθη μόνον μετὰ τὸν Γαλλογερμανικὸν πόλεμον, ὁπότε συνεννοήσει Αὐστρίας καὶ Γερμανίας παρῃτήθη τούτου ἡ Αὐστρία, ἡ δὲ Γαλλία ἡττημένη οὖσα δὲν ἠδύνατο ν’ ἀντιστῇ. Ἡ Αὐστρία δ’ ἐμάχετο τότε ὄχι περὶ ἑαυτῆς, ὄχι περὶ ὁμοφύλων, ἀλλὰ περὶ λαῶν Γερμανικῶν πληθυσμῶν, οἱ ὁποῖοι πρότερον ἀνῆκον εἰς τὴν ἡγεμονίαν αὐτῆς. Ἀλλὰ καὶ ἡ Γαλλία ὠχυρωμένη ὄπισθεν τοῦ δημοψηφίσματος προσήρτησε τὴν Νίκαιαν.
§170ΕΛ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ. Εἶσθε μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὅτε ἐζητήσαμεν τὸ δημοψήφισμα καὶ δὲν τὸ ἐπετύχομεν.
§171Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι. Αὐτὴν τὴν στιγμὴν δὲν κακίζω τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ λέγω τί ἔπραξαν οἱ μεγάλοι. Ἡ Γαλλία, ἐπαναλαμβάνω, ἐνήργησε δημοψήφισμα διὰ τὴν Νίκαιαν καὶ κατόπιν δημοψηφίσματος ἐθεωρήθη ἔγκυρος ἡ προσκύρωσις τῆς Νικαίας καὶ τῶν Ἀλπικῶν Χωρῶν εἰς τὴν Γαλλίαν. Αἱ Μ. Δυνάμεις τῆς σήμερον, αἱ κατόπιν πεντηκονταετίας ἀπὸ τῶν γεγονότων τούτων θεωρούμεναι ὡς μᾶλλον προηγμέναι ὑπὸ ἔποψιν πολιτισμοῦ, ὑπὸ ἔποψιν ἀναπτύξεως καὶ τῶν Κυβερνήσεων καὶ τῶν Λαῶν, περιφρονοῦσι πᾶσαν ἰδέαν δημοψηφίσματος τοῦ Ἠπειρωτικοῦ λαοῦ καὶ ὅτε ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, πολὺ ὀρθῶς, ἐζήτησε τὴν ἐνέργειαν δημοψηφίσματος, δὲν ἐδέχθησαν αὐτό, ἀλλ’ ἔταξαν διαιτητικὴν ἐπιτροπήν, ἐπιτροπὴν ἐρεύνης τῆς ἐθνικῆς ὑποστάσεως τῶν πληθυσμῶν, εἰς ἣν ἔταξαν νὰ ἐξετάσῃ τὴν γλῶσσαν τὴν ὁμιλουμένην ὑπὸ τῶν γραιῶν. Καὶ ὄπισθεν τῶν ἀποφάσεων τούτων τοῦ Διεθνοῦς συνεδρίου ὑπάρχουσιν ὁδηγίαι τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως, αἵτινες περιλαμβάνονται εἰς τὴν Ἐρυθρὰν βίβλον, διότι ἵνα δείξῃ ἡ Αὐστρία τὴν τελείαν νίκην της εἰς ὅλα τὰ Ἠπειρωτικὰ ζητήματα ἐτύπωσε τὰς ὁδηγίας, ἵνα καταστῇ γνωστὸν ὅτι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν Αὐστριακῶν ὁδηγιῶν ἐνήργησεν ἡ Ἡνωμένη Εὐρώπη. Καὶ αἱ Αὐστριακαὶ ὁδηγίαι ἐπιβάλλουσι τὴν ἐξέτασιν τῆς γλώσσης τῆς ὁμιλουμένης ὑπὸ τῶν παιδίων καὶ τῶν γραιῶν, ἐπιβάλλουσι τοὺς αἰφνιδιασμοὺς κατὰ τὴν νύκτα εἰς τὰς οἰκίας πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ὁμιλουμένης γλώσσης. Ἐγένοντο καθ’ ὁδηγίαν τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως αἱ ἐνέργειαι πρὸς ἀπόκρουσιν παντὸς αἰτήματος ὑποβαλλομένου παρ’ ὁμάδων Ἠπειρωτικῶν. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ὁδηγίαι τῆς Αὐστριακῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε λοιπὸν βλέπομεν ὅτι τὸ αἴτημα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τὸ σύμφωνον πρὸς τοὺς κανόνας τοῦ Διεθνοῦς δικαίου περὶ δημοψηφίσματος ἀποκρούεται, ὅτε βλέπομεν ὅτι αἱ διαιτήτριαι Δυνάμεις ἀποκρούουσι πᾶν αἴτημα ἑνὸς λαοῦ σύμφωνον πρὸς τὴν ἐθνικὴν αὐτοῦ ὑπόστασιν καὶ λαμβάνουσιν ὡς βάσιν τὴν γλῶσσαν, τὴν ὁποίαν ὁμιλοῦσιν αἱ ὀγδοηκοντούτιδες γραῖαι, ὅτε βλέπομεν ταῦτα, ἡ κακὴ πίστις τῶν διαιτητῶν εἶναι προφανὴς καὶ ἐνώπιον τοιαύτης κακοπίστου ἐνεργείας, ἥτις ἔχει σκοπὸν νὰ συντρίψῃ τὰ δίκαια, ἐπεβάλλετο ἡ ἀντίστασις. Καὶ ἂν οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀντιστῇ καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ τολμῶν τὴν ἀντίστασιν, τὴν ὁποίαν ἐχαρακτήρισεν ὁ κ. Ὑπουργὸς ὡς ἀχαρακτήριστον σήμερον, ἀπέδειξε τὸ σκόπιμον τῆς ἀντιστάσεως ἡ ἀντίστασις τῶν Ἠπειρωτῶν. Καὶ δύναταί τις νὰ φαντασθῇ ὁποῖα θὰ ἦσαν τὰ ἀποτελέσματα, ἐὰν ἀντὶ τῶν ἀνοργανώτων αὐτῶν ὁμάδων, αἵτινες μετὰ κόπου πολλοῦ διεμορφώθησαν εἰς στρατιώτας, ἀφίετο ἡ ἐλευθερία ὅπως ὁ ἴδιος ὁ πληθυσμὸς ὁ Ἠπειρωτικὸς ὀργανωθῇ, ὡς ἤθελεν ὀργανωθῇ, μὴ ἀποκλειομένης τῆς εἰσαγωγῆς ὅπλων ἢ μὴ λαμβανομένων τῶν μέτρων τῶν αὐστηρῶν τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν. Ἐὰν ἦτο καλλίτερον ὠργανωμένη ἡ ἀντίστασις, ἄνευ ἀναμίξεως τοῦ ἐπισήμου Κράτους, ὥστε νὰ μὴ φθάσωμεν εἰς τὸ σημεῖον ἐπιβολῆς βίας τῶν ἰσχυρῶν, τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἦσαν κατὰ πολὺ καλλίτερα. Πάντες οἱ γνωρίζοντες — καὶ κυβερνῶντες καὶ ἀντιπολιτευόμενοι — πῶς ἐγίνοντο αἱ συρράξεις καὶ ποῖα ὑπῆρξαν τὰ μέσα, καὶ ποία ὑπῆρξεν ἡ ἔλλειψις τῶν στελεχῶν καὶ τῶν ἐφοδίων, θὰ ἀναγνωρίσωσιν ὅτι ὁ ἀρχηγὸς τοῦ Ἠπειρωτικοῦ κινήματος θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποστηρίξῃ μέχρι τέλους τὸ αὐτονομιακὸν πρόγραμμα πλῆρες, ἐὰν ἠδύνατο νὰ ὑποβοηθηθῇ καλλίτερον. Ἂν δὲ ἐπέτυχεν ὄχι τὰς διασαφήσεις, περὶ τῶν ὁποίων εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργός, ἀλλὰ πολὺ μείζονα δικαιώματα τῶν ζητηθέντων ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν διπλωματικὴν δεξιότητα τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ κινήματος καὶ εἰς τὴν ἀνδρείαν τῶν ὁπλιτῶν του, ἐὰν δὲ εἶχε στήριγμα τὴν Κυβέρνησιν, θὰ ἐκέρδιζεν οὐχὶ μόνον ταῦτα ἀλλὰ καὶ μείζονα ἀκόμη. Εἶχον εἴπει κατὰ τὴν προχθεσινήν μου ἀγόρευσιν ὅτι ἀντὶ ὅρων διετυπώθησαν ἐν τῇ διακοινώσει τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἁπλαῖ εὐχαί. Βεβαίως δὲν ἐνόουν λέγων ταῦτα, οὔτε τὸν τρόπον νὰ θίξω τῆς διπλωματικῆς συντάξεως τῶν ἐγγράφων τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος — δύναται νὰ εἶναι βέβαιος — ἔχει ἀπόλυτον τὸν σεβασμόν καὶ τὴν ἐκτίμησίν μου, οὐδὲ τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ ἀμφισβητήσω. Ἄλλως τε τὰ ζητήματα τῶν διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων ἀφορῶσι τὴν ὅλην Κυβέρνησιν. Βεβαίως, ἐν ἐγγράφῳ τοῦ κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δὲν ἐνόουν νὰ ἴδω ἀπειλάς, ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἴδω ἀφορήτους ὑποκλίσεις. Ἀλλ’ ὅταν ὁ κ. Ὑπουργὸς μεταβαίνων εἰς τὴν οἰκίαν του ἀσχοληθῇ εἰς τὸ περιεχόμενον τῆς διακοινώσεως, ἡ ὁποία εἶχεν ὑποβληθῆ εἰς τὰς Δυνάμεις τὴν 30ὴν Σεπτεμβρίου 1913, καὶ τῆς ἄλλης ἡ ὁποία ὑπεβλήθη τὴν 8ὴν Φεβρουαρίου 1914, θὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἄλλην γλῶσσαν ἔχει ἡ μία, ἄλλην γλῶσσαν ἡ ἄλλη. Δὲν δύναταί τις δὲ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἰδιοσυγκρασίαν τῶν διευθυνόντων κατὰ τὰς δύο ταύτας ἐποχὰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν τὴν διαφορὰν τῆς γλώσσης τῶν δύο τούτων διακοινώσεων. Τοῦτο ἴσως θὰ ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ἂν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ Ὑπουργοῦ κ. Κορομηλᾶ, ἀλλ’ ὁ κ. Πανᾶς, ὅστις διηύθυνε κατὰ τὸν χρόνον τῆς πρώτης διακοινώσεως τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶναι ἄνθρωπος, ἐπίσης ἥμερος, ὡς ὁ κ. Στρέϊτ. Ἀλλ’ ἦτο ἄλλη ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως τότε καὶ ἄλλη ὅτε ὑπεβλήθη ἡ διακοίνωσις ἡ τελευταία. Ἀκούσατε, παρακαλῶ, τί λέγει αὕτη (ἀναγινώσκει)· «σχετικῶς πρὸς τὴν ἐθνογραφικὴν ἐξακρίβωσιν τὸ Βασ. Ὑπουργεῖον ἐφιστᾷ ἐκ νέου τὴν προσοχὴν ὅπως ἡ μητρικὴ γλῶσσα τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι ἡ ὁμιλουμένη ἐν ταῖς οἰκογενείαις γλῶσσα δὲν ἀποτελεῖ τὸ κριτήριον καὶ τὴν ἐθνογραφικὴν ἐξακρίβωσιν τοῦ πληθυσμοῦ· παρὰ τῇ γλώσσῃ προεκλήθη τὸ σχολικὸν ἔργον καὶ συνεπληρώθη ὑπὸ τῆς θρησκείας καὶ τέλος τῆς ἠθικῆς διαπαιδαγωγήσεως, ἥτις συμπληροῖ καὶ προάγει τὴν σχολικὴν ἐκπαίδευσιν. Ἀλλ’ ὅ,τι ἀποτελεῖ τὸ ἀληθὲς καὶ μόνον κριτήριον εἶναι ἡ ἐθνικὴ συνείδησις καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Α. Μεγαλειότητος δὲν ἀμφιβάλλει ὅτι ἡ Διεθνὴς Ἐπιτροπὴ θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν της τὴν παγκοσμίως παραδεδεγμένην ἀρχὴν ταύτην». Τίθεται ἐν μέρει ἡ ἀρχὴ ἐδῶ τοῦ δημοψηφίσματος, ἀλλ’ ἡ γλῶσσα εἶναι αὐστηρά. Εἶναι εὐγενὴς ἐπίσης ἡ γλῶσσα ἀλλὰ καὶ αὐστηρά. Ὑπὸ τὸ βελοῦδον τῆς διπλωματικῆς φρασεολογίας ὑπάρχει ἡ εὐστάθεια, ἐνῷ ἐν τῷ ἑτέρῳ ἐγγράφῳ ὑπάρχει ἡ ἀτολμία τοῦ Κράτους. Διατί δέ; Διότι τὸ Κράτος κατώρθωσε νὰ περιστῇ εἰς θέσιν ἐν τῇ ὁποίᾳ νὰ μὴ δύναται νὰ εἶναι ἄφοβον ἐξ ἀνατολῶν. Διατί περιῆλθεν εἰς τοιαύτην θέσιν, εἶναι ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, ἀφοῦ μάλιστα τὰς προκλήσεις αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο πρὸς αὐτὴν ὑπὸ ἐπιφανοῦς μέλους τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐθεώρησε καλὸν νὰ ἀντιπαρέλθῃ. Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἓν ἔγγραφον εἶναι τὸ περιδεές, τὸ ἄτολμον, τὸ ἕτερον εἶναι τὸ ἔγγραφον τὸ ὑπερήφανον, διότι ὅτε κατὰ τὴν 30ὴν Σεπτεμβρίου συνετάσσετο τὸ ἔγγραφον ἐκεῖνο, ἡ Ἑλλὰς νικήτρια, ἔχουσα τὴν ὑπεροπλίαν, οὐδὲν εἶχε νὰ φοβηθῇ ἀπὸ τὴν Τουρκίαν καὶ μετεχειρίζετο τὰς φράσεις «θὰ λάβητε ὑπὸ σημείωσιν», καὶ «σᾶς ἐφιστῶ τὴν προσοχήν». Μετὰ πέντε μῆνας ἐκφράζει εὐχάς· δὲν τολμᾷ νὰ ὑποβάλῃ αἰτήματα καὶ παρατηρήσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ ψυχολογία τῶν ἐγγράφων, αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς ἣν περιῆλθε λόγῳ τῶν Κυβερνητικῶν ἀδεξιοτήτων τὸ ἐλεύθερον Κράτος. Καὶ τί ἠδύνατο νὰ ἀντιτάξῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὰ ἐπιχειρήματα ἡμῶν; Ἐγὼ ἠρώτησα τὴν Κυβέρνησιν μὴ ὁ ἐχθρὸς ἦτο ἐν Ἐλευσῖνι; Ἀλλὰ νομίζω ὅτι δὲν θὰ μετετοπίζοντο οἱ στόλοι τῶν Δυνάμεων πρὸς τὸν Πειραιᾶ οὔτε οἱ στρατοὶ πρὸς τὴν Ἐλευσῖνα ἵνα ὑποστηρίξωσιν ἐὰν οἱ Ἠπειρῶται ἔπρεπε νὰ λάβωσι χωροφυλακὴν ἐγχωρίαν ἢ ὄχι. Καὶ εἶχεν ἡ Ἑλλὰς ἐπιχειρήματα ὅπως ὑποστηρίξῃ τὰ δικαιώματά της. Δι’ αὐτῆς τῆς διακοινώσεως, δι’ ἧς ἀνεγνωρίζοντο αἱ νῆσοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐξησφαλίζοντο οἱ πληθυσμοὶ τῆς Τουρκίας καὶ ἠδύνατο νὰ ἀπαιτήσῃ αὕτη ὅπως κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον ἐξασφαλισθῶσι καὶ οἱ πληθυσμοὶ τῶν νήσων Ἴμβρου, Τενέδου καὶ Καστελλορίζου καὶ τῆς Ἠπείρου. Πλὴν ὄχι μόνον δὲν ἔπραξε τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ ἀφῆκε μόνην τὴν Ἤπειρον νὰ ἀγωνισθῇ. Καὶ λέγει ἡ Κυβέρνησις· τί ἔλαβεν ἐν Κερκύρᾳ ἡ Ἤπειρος; Ἔλαβε μόνον διασαφήσεις τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα εἶχον παραχωρηθῆ εἰς ἐμέ. Δὲν ἔλαβεν διασαφήσεις· ἔλαβε δικαιώματα τὰ ὁποῖα δὲν εἶχεν ἐξασφαλίσει ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κράτους. Ἡ Κυβέρνησις ὑπέβαλε τὸ αἴτημα νὰ ἐνσωματωθῶσιν οἱ ἐντόπιοι εἰς τὴν χωροφυλακὴν τῆς Ἀλβανίας, καὶ ἂν ἡ Εὐρώπη ἔσπευδε νὰ ἀποδεχθῇ τὸ αἴτημα τοῦτο, ὁ Ἠπειρωτικὸς ἀγὼν ἦτο κατεστραμμένος, διότι τὴν τύχην τῆς Κορυτσᾶς ἤθελε παρακολουθήσει τὸ Ἀργυρόκαστρον, τὸ Δέλβινον, τὸ Λιασκοβίκι. Αὐτὸ λέγεται διασάφησις. Καὶ ποῦ ἐζήτησε ἡ Κυβέρνησις αὐτοδιοίκησιν; Οὐδαμοῦ βλέπομεν ἀξίωσιν τῆς Κυβερνήσεως τοιαύτην. Ἐζήτησέ που κατανομὴν ἀναλόγως τοῦ θρησκεύματος τῶν ὑπαλλήλων; Οὐδαμοῦ. Ταῦτα ὅμως ζητοῦνται ὑπὸ τῶν Ἠπειρωτῶν καὶ ἐπιτυγχάνονται, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις διατείνεται ὅτι διασαφήσεις ἔλαβον ἐν Κερκύρᾳ ἐπὶ τῶν αἰτημάτων τῆς Κυβερνήσεως, ἠδύνατο νὰ ὑποστηριχθῇ ὅτι ἡ βραδύτης ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τῶν Δυνάμεων ἐπὶ ἕνα μῆνα ὁλόκληρον, ἐσήμαινε συζήτησιν τῶν Δυνάμεων, ἀσυμφωνίαν τῶν Δυνάμεων, καὶ αἱ συζητήσεις τῶν Δυνάμεων ἔφεραν τὰ γεγονότα τοῦ Ἠπειρωτικοῦ ἀγῶνος, διότι συνάμα μετὰ τὰ ἀτυχῆ γεγονότα τῆς Κορυτσᾶς, τὰ ὁποῖα ὅμως ἀνέδειξαν τὸν Ἠπειρωτικὸν ἀγῶνα, μετὰ τὴν ὀργάνωσιν τοῦ αὐτονόμου στρατοῦ, καθίστατο δῆλον ὅτι ἡ ἀντίστασις ἦτο ἑτοίμη καὶ ἐπρόκειτο νὰ εὕρωσιν ἀντιμετώπους τοὺς κατοίκους τῶν μερῶν ἐκείνων καὶ οὕτω διὰ μίαν ἔτι φορὰν ἀποδεικνύεται ὅτι οὐχὶ αἱ ἱκεσίαι, οὐχὶ αἱ παρακλήσεις, οὐχὶ αἱ γονυκλισίαι πρὸς τοὺς ἰσχυρούς, ἀλλὰ μόνον τὸ ὅπλον ἀνὰ χεῖρας δίδει τὰς νίκας εἰς τὴν διπλωματίαν. Ταῦτα, Κύριοι, καὶ διὰ τὸ θέμα τοῦτο. Ἕκαστος ἐν τῇ Βουλῇ ἀναπτύσσει τὰς ἰδέας του, πλουσίας ἢ πτωχάς, καθ’ ἃ μέτρον δυνάμεων ἔχει. Ἀλλ’ ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες κατεκρίθησαν ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ συλλήβδην ὡς ἐστερημένοι τοῦ αἰσθητηρίου τοῦ πολιτικοῦ. Δὲν γνωρίζω ποῖον εἶναι τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον. Βεβαίως πολιτικὸν αἰσθητήριον εἶναι νὰ ἀντιλαμβάνηταί τις τὰς περιστάσεις ἀπὸ πολιτικῆς ἀπόψεως καὶ νὰ δίδῃ τὴν πολιτικὴν κατεύθυνσιν. Ἀλλὰ δύναταί τις νὰ ἀξιώσῃ ὅτι εὑρίσκεται πάντοτε ἐν τῇ ἐπιτυχίᾳ καθ’ ὅλας τὰς πολιτικὰς περιστάσεις, καὶ δύναται νὰ ἀξιώσῃ ὅτι τὸ ἰδικόν του αἰσθητήριον εἶναι ἀλάνθαστον καὶ εἶναι λελανθασμένον ὅλων τῶν ἄλλων; Εἶναι μέγας ἐγωϊσμὸς νὰ διεκδικῇ τις ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὸ ἀλάθητον καὶ εἰς πράξεις ἀκόμη, αἵτινες κατέληξαν εἰς αἴσια γεγονότα ἐκ πράξεων ἄλλων, διότι ἂν τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον ἐλλείπῃ ἀφ’ ἡμῶν, διότι ἐπικρίνομεν πράξεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις τῆς χώρας θεωρεῖ ὡς ἐπωφελεῖς, εἶναι δ’ ἐπιζήμιοι, δύναται νὰ γνωσθῇ ποῦ εὑρίσκεται τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἀπολέσαντες πᾶσαν ψυχραιμίαν καὶ ἐγκαταλείψαντες ζητήματα, ἔρχονται ἤδη καὶ χαρακτηρίζουσιν ὡς ἰδίαν των ἐπιτυχίαν τὴν αἰσίαν ἔκβασιν, ἣν ἐπέτυχον ἄλλοι σχόντες τὴν ἑτοιμότητα νὰ περιπλακῶσιν εἰς τὰ γεγονότα; Ἡμεῖς ἐχάσαμεν τὸ αἰσθητήριον τὸ πολιτικὸν κατὰ τὸν κ. Πρωθυπουργόν, τὸ ἐχάσαμεν διότι συμβουλεύομεν τὴν ἀντίστασιν εἰς τὴν θέλησιν τῶν Δυνάμεων. Ἴδωμεν τί λέγει ἡ Τουρκία. Ἡ Τουρκία εἶναι Κράτος, τὸ ὁποῖον ὑπέγραψεν ἐπίσης τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου καὶ ὅταν αἱ Δυνάμεις ἀνεκοίνωσαν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασίν των περὶ τῶν νήσων ἀπαντᾶ ὡς ἑξῆς (ἀναγινώσκει)· «Ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις ἀναθέσασα εἰς τὰς Δυνάμεις τὸν καθορισμὸν τῆς τύχης τῶν παρὰ τῆς Ἑλλάδος κατεχομένων νήσων, ἐξέθηκε ταυτοχρόνως πρὸς αὐτὰς ἐπανειλημμένως τοὺς ἀνωτέρας φύσεως λόγους, τοὺς καθιστῶντας ἀπαραίτητον δι’ αὐτὴν τὴν κατοχὴν τῶν νήσων τῶν γειτονευουσῶν πρὸς τὰ στενὰ καὶ τῶν ἀποτελουσῶν ἀναπόσπαστον μέρος τῶν Ἀσιατικῶν κτήσεων τῆς Αὐτοκρατορίας. Ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις ἔτρεφεν ὡς ἐκ τούτου τὴν στερὰν ἐλπίδα, ὅτι αἱ Δυνάμεις ἤθελον χρησιμοποιήσει τὴν ἐντολήν των, παρέχουσαι εἰς τὸ ζήτημα τῶν νήσων λύσιν συνᾴδουσαν πρὸς τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τῶν ἐνδιαφερομένων μερῶν. Μετὰ ζωηρᾶς ἐν τούτοις λύπης παρατηρεῖ, ὅτι αἱ ἓξ Δυνάμεις δὲν ὑπελόγισαν ἀρκούντως τὰς ζωτικὰς ἀνάγκας τῆς Αὐτοκρατορίας, καὶ δὲν διηυθέτησαν τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τρόπον ἀποτρέποντα πᾶσαν σοβαρὰν ἀμφισβήτησιν. Λαμβάνουσα ὑπὸ σημείωσιν τὴν ἀπόφασιν τῶν ἓξ Δυνάμεων περὶ τῆς ἀποδόσεως εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν Αὐτοκρατορίαν τῶν νήσων Ἴμβρου, Τενέδου καὶ Καστελλορίζου ἡ Αὐτοκρατορικὴ Κυβέρνησις, ἔχουσα συνείδησιν τοῦ καθήκοντος αὐτῆς καὶ ἐκτιμῶσα καθ’ ὅλην αὐτῶν τὴν ἀξίαν τὰ ἀγαθὰ τῆς εἰρήνης, θὰ προσπαθήσῃ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἐπικράτησιν τῶν δικαίων καὶ νομίμων αὐτῶν ἀξιώσεων». Ἰδοὺ πῶς ὁμιλοῦσι τὰ Κράτη, Κύριοι.
§172Ν. ΞΗΡΟΣ. Τί προκύπτει ἀπὸ αὐτό.
§173Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τί προκύπτει; Προκύπτει ὅτι ἡμεῖς, νικηταί, εἴμεθα γονυπετεῖς ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης καὶ αὐτοὶ ἡττημένοι μᾶς ἀπειλοῦσιν.
§174Ν. ΞΗΡΟΣ. Αὐτὲς ἡ μπλόφες τοὺς φάγανε καὶ κοντέψαμε νὰ πᾶμε ’στὴ Κωνσταντινούπολιν.
§175Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἀκριβῶς διότι ἐφθάσαμεν μέχρι Κωνσταντινουπόλεως καὶ ὁμιλοῦσιν ὅπως ὁμιλοῦσιν, ἀκριβῶς διότι ἡττηθέντες καὶ ἀνακτήσαντες τὴν Ἀδριανούπολιν, εἶχον τὸν νοῦν νὰ ἑτοιμασθῶσιν ὥστε νὰ ὁμιλῶσιν οὕτω. Ἀκριβῶς δι’ αὐτὸ εἶναι ἄξιοι προσοχῆς οἱ ἀντίπαλοι.
§176Ν. ΞΗΡΟΣ. Νὰ ἰδοῦμε τί θὰ λέγει ὅταν θὰ πᾶνε ’στὴν Ἀσίαν.
§177Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὔχομαι νὰ τοὺς καταδιώξητε σεῖς.
§178Ν. ΞΗΡΟΣ. Ἄν ζήσω.
§179Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Τοῦτο ἀκριβῶς ἀποδεικνύει τὸν νοῦν τὸν διευθύνοντα τὴν Τουρκίαν, (θόρυβος) καὶ τοῦτο ἀποδεικνύει ἀκριβῶς τὴν ἔλλειψιν τῆς προνοίας, ἡ ὁποία παραδέρνει ἡμᾶς.
§180Λ. ΚΟΥΤΣΟΠΕΤΑΛΟΣ. Πάντα τέτοια νὰ χαιρώμαστε.
§181Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὔχομαι νὰ χαιρώμεθα πάντα τέτοια, φοβοῦμαι ὅμως μὴ εὑρεθῶμεν ἠπατημένοι, ὡς βαδίζομεν, καὶ λυποῦμαι προλέγων τοιοῦτόν τι. (Θόρυβος) — Ἡσυχάσατε, Κύριοι· σᾶς εἶπον πολλάκις ὅτι μὲ διακοπὰς δὲν μὲ σαστίζετε οὔτε θὰ μὲ φέρητε εἰς σύγχυσιν. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ Τουρκία σήμερον, δὲν εἶναι ἡ ἡττηθεῖσα. Εἶναι ἄλλη παρὰ τὴν ἡττηθεῖσαν καὶ πρέπει νὰ λησμονῆτε τὴν ἱστορίαν ἢ νὰ ἀγνοῆτε τὴν ἱστορίαν διὰ νὰ ὁμιλῆτε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Ἡ Τουρκία ἡ ἡττηθεῖσα τοῦ Κιαμὴλ πασσᾶ καὶ ἡ Τουρκία ἡ σημερινὴ εἶναι αὐτὴ ἡ ὁποία διέκοψε τὰς διαπραγματεύσεις τοῦ Λονδίνου....
§182Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Αὐτὴ παρεσκεύασε τὸν πόλεμον.
§183Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Σεῖς δὲν γνωρίζετε ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα· ἡσυχάσατε.
§184Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Πῶς τὸ λέγετε αὐτό;
§185Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅπως σᾶς τὸ λέγω· καθήσατε κάτω.
§186Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Νὰ ὁμιλῆτε εὐλαβέστερον.
§187Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὐλαβέστερον εἶναι νὰ μὴ διακόπτητε· εὐλαβέστερον καὶ πρὸς τὸν Κανονισμὸν καὶ πρὸς τὸν ἀγορεύοντα.
§188Δ. ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ. Τί εἶναι αὐτά... (Θόρυβος).
§189Ν. ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ Τουρκία ἡ ἡττηθεῖσα ἦτο τοῦ Κιαμὴλ πασσᾶ, ἡ ὁποία ἡττήθη οὐχὶ μόνον στρατιωτικῶς ἀλλὰ πρὸ παντὸς καὶ πολιτικῶς. Ἡ Τουρκία ἡττήθη στρατιωτικῶς, διότι ἡττήθη πρότερον πολιτικῶς, ἐκεῖνος δὲ ὅστις ὑποδεικνύει τὸν κίνδυνον τὸν μέγαν εἶναι ὁ πατριώτης οὐχί οἱ γελῶντες διὰ τὸν ἐχθρόν. Ἡ Τουρκία ἡ σημερινὴ εἶναι ἡ ματαιώσασα ἅπαξ τὴν συνθήκην τοῦ Λονδίνου, ἡ ἀρνηθεῖσα νὰ παραδώσῃ καὶ δυνηθεῖσα νὰ ἀνακτήσῃ τὴν Ἀδριανούπολιν. Εἶπον ταῦτα οὐχὶ διότι φοβοῦμαι ὅτι θὰ νικήσωσιν ἡμᾶς ποτὲ οἱ Τοῦρκοι. Ἀλλοίμονον εἰς τὸ Κράτος ἂν τοιοῦτόν τι ἤθελε συμβῆ. Ἀλλ’ εἶπον ταῦτα διότι ὀφείλω νὰ ὑπομνήσω ὅτι τὰ Κράτη ὀφείλουν νὰ σέβωνται τὸν ἐχθρόν, νὰ ἀναμιμνήσκωνται καὶ νὰ ἀντιλαμβάνωνται τίνες αἱ ἀρεταὶ τοῦ ἐχθροῦ, διότι τότε μόνον ἓν Κράτος δύναται νὰ ἀχθῇ εἰς ἐπιτυχίαν ὅταν δὲν περιπαίζῃ τὸν ἐχθρόν. Μόνον τὰ μωρὰ Κράτη ὑποτιμῶσι καὶ περιπαίζουσι τὸν ἐχθρόν, τοιοῦτον δὲ Κράτος μωρὸν ὑπῆρξεν ἡ Ἑλλὰς εἰς τὰ 1897 καὶ τοιοῦτον δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῷ μέλλοντι. Ὁ ἐχθρὸς παρεσκευάσθη ἀπὸ τῆς ἐπαύριον τῆς λήξεως τοῦ ἀγῶνος, ὁ ἐχθρὸς παρασκευάζεται καὶ νῦν, καὶ ἀπέναντι αὐτοῦ ἔχομεν τὴν ἀνάγκην νὰ ἀντιτάξωμεν τὴν αὐτὴν παρασκευήν. Τὸ αἰσθητήριον τὸ πολιτικόν, τὸ ἐσωτερικόν, ἐπιβάλλει νὰ ἐργασθῶμεν μετὰ πάσης δραστηριότητος καὶ συνέσεως διὰ νὰ κερδήσωμεν ὅ,τι ἀπωλέσαμεν διὰ τῶν μέχρι τοῦδε ἀδεξιοτήτων. Τοῦ αἰσθητηρίου δὲ τούτου ἐστερήθη μέχρι τοῦδε ἡ Κυβέρνησις καὶ ἡ στέρησις αὕτη δυστυχῶς ἐξακολουθεῖ. Ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις τοῦ αἰσθητηρίου τοῦ πολιτικοῦ κατέρριψεν ἓν ἄλλο Κράτος, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργός. Γνωρίζω τοῦτο καὶ ἐξ ἄλλης ὁμιλίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ μὴ γενομένης ἐν τῇ Βουλῇ. Ἰδού, ἔλεγεν ὁ κ. Πρωθυπουργός, εἰς ὁποίας καταστροφὰς ὁδηγοῦν τὰ Κράτη οἱ πολιτικοὶ αὐτῶν ἄνδρες, ὅταν καταλαμβάγωνται ὑπὸ παραζάλης. Ἀλλ’ ἂν τοῦτο τὸ λόγιον ἐλέγετο καθ’ ἣν στιγμὴν παραφρονοῦσα ἡ Βουλγαρία ἐκήρυσσε τὸν πόλεμον, τί δύναται νὰ λεχθῇ περὶ τοῦ πολιτικοῦ αἰσθητηρίου ἐκείνου ὅστις προσεπάθει νὰ πείσῃ τὴν Βουλγαρίαν νὰ μὴ κηρύξῃ τὸν πόλεμον καὶ νὰ δεχθῇ τὸν κόλπον τοῦ Ὀρφανοῦ; Ὁ παραφρόνως ἐπιχειρῶν καταστρέφει, ἀλλ’ ὁ ἀτόλμως ὑποχωρῶν τί πράττει; Εἶναι ἐπικίνδυνοι διὰ τὰ Κράτη καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἤθελεν ὁδηγήσει ἡμᾶς εἰς τὸ ὅριον τοῦ 15ου χιλιομέτρου ἔξωθεν τῆς Θεσσαλονίκης μὲ ὅλην τὴν προσπάθειαν ἥτις κατεβλήθη νὰ πείσωμεν τὸν κ. Δάνεφ, ὅτι ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ Ὀρφανοῦ ἠδύνατο νὰ γίνῃ Βουλγαρικὸς Ναύσταθμος. Εὐτυχῶς, εἰς τὴν ἔλλειψιν ταύτην τοῦ πολιτικοῦ αἰσθητηρίου, ἀντετάχθη ἔλλειψις ὀγκωδεστέρα καὶ ἡ παραφροσύνη τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Βουλγαρίας ὑπῆρξεν ὑπερτέρα τῶν περιστάσεων καὶ ἔδωκε τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὴν μὴ τολμήσασαν σύνεσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ τῆς Ἑλλάδος νὰ συνομολογήσῃ τὴν συνθήκην τοῦ Βουκουρεστίου τῆς ὁποίας μόνοι ἐργάται ὑπῆρξαν τὰ ἑλληνικὰ στρατεύματα καὶ ἡ κοινὴ γνώμη τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἔχοντος αὐτοῦ καὶ μόνον τὸ πατριωτικὸν καὶ εἰλικρινὲς καὶ πολιτικὸν αἰσθητήριον (χειροκροτήματα). Διότι τὸν πόλεμον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐστράφη τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τὸν πόλεμον τοῦτον εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Ἑλληνικὴ ψυχή, καὶ κατ’ αὐτοῦ ἀντέταξε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον τῆς δημοτικότητός του καὶ ἦτο ἕτοιμος νὰ συντρίψῃ τὴν δημοτικότητά του, διότι ἤθελεν νὰ σώσῃ τὰ κεκτημένα ὑπὸ τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ μὴ διαμφισβητήσῃ καὶ θέσῃ ὑπὸ κίνδυνον τὰς περαιτέρω ἐλπίδας καὶ τὰ περαιτέρω δίκαια. Εἰς τοιοῦτον δὲ σημεῖον ἔφθασεν ἡ ἔλλειψις πολιτικοῦ αἰσθητηρίου τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὥστε καὶ τὴν ἐπιτροπὴν τῶν Σερραίων καὶ Καβαλλιωτῶν ἀπήλπισε, καὶ πρὸς τὴν Βουλὴν εἶπε τὰ γνωστὰ περὶ σπονδυλικῆς στήλης τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους. Τοῦτο εἶναι τὸ πολιτικὸν αἰσθητήριον τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, εὐτυχῶς ὑπῆρξε μέγας ὁ Θεός, ὁ ὁποῖος ἐνέβαλε τὴν παραφροσύνην εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ πρωθυπουργοῦ τῆς Βουλγαρίας καὶ ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τῆς συνέσεως τοῦ Πρωθυπουργοῦ της. Ὅταν δὲ ἔχωμεν τοιαῦτα παραδείγματα τοῦ πολιτικοῦ αἰσθητηρίου, αἱ περὶ αὐτοῦ θεωρίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ ἀφήνω ν’ ἀκούωνται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες θαυμάζουσιν ὅ,τι αὐτὸς λέγει. Ἓν δὲ μόνον ἔχω νὰ εἴπω: ὑπῆρξαν διὰ τοὺς ἀρχαίους ἡμῶν προπάτορας δώδεκα Θεοὶ καὶ ὅταν οἱ ἕξ ἀνεπαύοντο, ἐγρηγόρουν οἱ ἄλλοι ἕξ. Σήμερον ὅμως εἶναι ἀνάγκη, μὲ τὰς περιστάσεις τὰς ὁποίας ἐδημιούργησεν ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἱκετεύωμεν τὸν ἕνα Θεὸν τῆς Ἑλλάδος ν’ ἀγρυπνῇ διαρκῶς ὅπως σώσῃ τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὰς συνεπείας τοῦ πολιτικοῦ αἰσθητηρίου τῶν Κυβερνητῶν της.
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κ. Κουμουδοῦρος ἔχει τὸν λόγον.
§191Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ μακρόν, κ. Βουλευταί, διότι βεβαίως ἡ ὥρα ἔχει παρέλθει. Εἶμαι ὅμως ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω ὀλίγα διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι αἱ καυχησιολογίαι τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, δὲν στηρίζονται ἐπὶ τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι αἱ κατηγορίαι τῆς Ἀντιπολιτεύσεως στηρίζονται ἐπὶ τῆς βάσεως τῆς ἀποτυχίας τῆς διπλωματίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ. Ὅτε, Κύριοι, τὸ πρῶτον ἀνέλαβεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, διεκήρυξεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον ὅτι παραλαμβάνει τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος ἐν ἀποσυνθέσει· ὅτι παραλαμβάνει διαλελυμένην Μονήν· ὅτι δὲν ὑπάρχει διοίκησις, δικαιοσύνη· ὅτι δὲν ὑπάρχει στρατός, οὔτε κατὰ ξηρὰν οὔτε κατὰ θάλασσαν, πρὸ παντὸς δὲ ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν οἰκονομικὰ ἀνθηρά. Αὕτη καὶ μόνη ἡ διακήρυξις, Κύριοι, ἤρκεσεν νὰ πείσῃ τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον νὰ ἐννοήσῃ, τίς κατέλαβε τὴν ἀρχήν, ὁποίας γνώσεις καὶ ὁποίαν πολιτικὴν μόρφωσιν εἶχε, καὶ κατὰ πόσον ἦτο δυνατὸν νὰ χειρισθῇ καλῶς τὰ ἐθνικὰ ζητήματα, ζητήματα πολύπλοκα, μεγάλα, λεπτὰ σπουδαῖα. Ἐγνώριζεν ὅλος ὁ διπλωματικὸς κόσμος ὅτι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς εὑρίσκεται εἰς πλήρη ἄγνοιαν περὶ τοῦ πῶς ἠδύνατο νὰ ἀγωνισθῇ ἡ Ἑλλάς, ὥστε νὰ δώσῃ κατεύθυνσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Δὲν εἶναι δυνατόν, Κύριοι, νὰ κυβερνηθῇ Κράτος, ἐὰν ἡ οἰκονομικὴ πίστις αὐτοῦ δὲν εὑρίσκεται ἐν πλήρει ἀκμῇ, διαφημίζων δὲ ὅσα εἶπον πρὸς ὑμᾶς ὁ κ. Πρωθυπουργός, συνέτριβε τὴν πίστιν τῆς χώρας, καὶ ἂν αἱ περιστάσεις ἦγον αὐτὸν τότε εἰς πόλεμον, διότι ποτὲ τὸ Κράτος δὲν δύναται νὰ προσδιορίζῃ πότε θὰ πολεμήσῃ, θὰ ἦτο ἀνίκανος ἡ Ἑλλὰς νὰ προέλθῃ εἰς πόλεμον, διότι θὰ ἦτο ἀνίκανος νὰ διατηρήσῃ οἰκονομικῶς τὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις αἱ ὁποῖαι θὰ ἀντεμετώπιζον τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν. Εὐτυχῶς, Κύριοι, ὁ πόλεμος ἀπέδειξεν ὅτι πάντα ταῦτα ἦσαν ἀνακριβῆ· ὅτι ὑπῆρξεν πολιτικὴ κερδοσκοπία ἀποσκοποῦσα νὰ ἐρεθίσῃ τὰ πνεύματα τοῦ Ἑλλην. λαοῦ κατὰ τῶν προκατόχων αὐτοῦ ὥστε νὰ ἐπικρατήσῃ ἐπὶ μακρότερον χρόνον ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Διότι, ὅτε εὑρέθη εἰς θέσιν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προέλθῃ εἰς πόλεμον, εὗρεν τὸ ἔδαφος κατηρτισμένον καὶ ὑπὸ ἔποψιν στρατιωτικὴν καὶ ὑπὸ ἔποψιν οἰκονομικήν. Ἐὰν δὲν ἦτο ὠργανωμένος ὁ στρατὸς κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν, ἐὰν δὲν εἶχε πάντα τὰ ἐφόδια τὰ πολεμικά, ἐὰν δὲν ἐμορφοῦτο ὡς ἐμορφώθη, ἔχων ἐπὶ κεφαλῆς τὸν νῦν Βασιλέα, δὲν θὰ ἠδύνατο νὰ κινηθῇ. Ἐὰν δὲν ὑπῆρχον προσέτι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους τὸ Ἐπιτελεῖον καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν κατήρτισαν, περὶ συγκεντρώσεως καὶ ἐπιστρατεύσεως, δὲν θὰ ἦτο δυνατὸν ὁ στρατὸς αὐτὸς ἐντὸς μικροῦ χρονικοῦ διαστήματος νὰ παραταχθῇ εἰς τὰ σύνορα καὶ νὰ προβῇ ἀμέσως εἰς ἐχθροπραξίας. Ἐπίσης καὶ οἰκονομικῶς, ἂν δὲν ἦτο ἐπαρκὴς ἡ Ἑλλάς, δὲν ἦτο δυνατὸν ἐπὶ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος νὰ διεξαγάγῃ ἀγῶνα χωρὶς νὰ δυσκολευθῇ. Διότι πότε ἐδυσκολεύθη, Κύριοι; Ὅτε ἐξηντλήθησαν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα οἱ προκάτοχοι εἶχον ἀποταμιεύσει προβλέψαντες περιστάσεις τοιαύτας. Πότε προῆλθεν ἡ δυσχέρεια; Ὅτε ἐτελείωσαν τὰ ἐφόδια καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία διεκήρυξεν ὅτι τὸ Κράτος ἦτο ἀνίκανον οἰκονομικῶς, δὲν ἠδύνατο νὰ εὕρῃ τὰ χρήματα τὰ ἀπαιτούμενα διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἀγῶνος, μολονότι προκάτοχοι τῆς Κυβερνήσεως ταύτης ἐφοδιάζοντες τὸν στρατὸν καὶ ἐξοδεύοντες ἑκατομμύρια διὰ τὸν στόλον, ἐφύλαξαν μίαν ἐγγύησιν ἡ ὁποία ἦτο ἀναγκαία διὰ τὰς ἐκτάκτους αὐτὰς περιστάσεις τῶν πλεονασμάτων τῶν προερχομένων ἐκ τοῦ Ἐλέγχου, ἐγγύησιν μὲ τὴν ὁποίαν θὰ ἠδύνατο τὸ Κράτος νὰ ἀντεπεξέλθῃ εἰς ὅλας τὰς οἰκονομικὰς αὐτοῦ δυσχερείας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλοι λόγοι, Κύριοι, ἔπεισαν τὴν διπλωματίαν τῆς Εὐρώπης νὰ πιστεύσῃ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο ξένη πρὸς τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος καὶ ἀνίκανος νὰ διεξαγάγῃ αὐτά, ἂν δ’ ἐπείσθη ἡ Διπλωματία ὅτι θὰ ἠδύνατο εὐκόλως νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέροντα αὐτῆς, χωρὶς νὰ εὕρῃ δυσκολίαν ἀπὸ μέρος τῆς Ἑλλάδος, τοῦτο προῆλθεν ἐξ ἄλλου λόγου. Κύριοι, δύο θέατρα πολέμου εἴχομεν· τὸ θέατρον τοῦ πολέμου τῆς Μακεδονίας καὶ τὸ θέατρον τοῦ πολέμου τῆς Ἠπείρου. Ὅτε τὰ Ἐπιτελεῖα τὰ διάφορα καὶ ἡ διπλωματία εἶδον κατὰ τίνα τρόπον συνεκρότησεν τὸν στρατὸν τῆς Ἠπείρου ἡ Ἑλλάς, ἀμέσως ἀντελήφθησαν ὅτι οὐδεμία πολιτικὴ ἰδέα, οὐδεμία στρατιωτικὴ ἰδέα ἐβασίλευεν εἰς τὸν νοῦν τῆς Κυβερνήσεως ταύτης. Καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω τοῦτο. Τί εἴδομεν λαβὸν χώραν ἐν Ἠπείρῳ, Κύριοι; Εἴδομεν ὅτι ἐστάλη ἐκεῖ εἷς Ἀντιστράτηγος ἐπὶ κεφαλῆς μόνον 7000 ἀνδρῶν. Ἀλλὰ τίνα σκοπὸν εἶχε αὐτὴ ἡ δύναμις; Τίνα ἀποστολήν; Ποῖον ἀντικειμενικὸν σκοπόν; Ποίαν πολιτικὴν ἰδέαν; Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀσχοληθῶ ὁμιλῶν πρὸς ὑμᾶς διὰ νὰ ἀποδείξω ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχε ἰδέα εἰς τὴν κεφαλὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἐὰν ἐν τῇ διανοίᾳ αὐτῆς ἐπετρέπετο νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἰδέα αὕτη, ἐπεβάλλετο, τὸ Ἐπιτελεῖον τὸ στρατιωτικὸν νὰ ἔχῃ δώσει εἰς τὴν Κυβέρνησιν πάντα τὰ στρατηγικὰ σημεῖα καὶ πάσας τὰς σκέψεις ἐπ’ αὐτῶν, διὰ νὰ δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ καθορίσῃ σχέδιον ἀπαντήσεων πρὸς τὰς Δυνάμεις, αἵτινες ἀπεφάσιζον νὰ συγκροτήσωσι τὸ Ἀλβανικὸν Κράτος. Ἀλλ’ ὅταν βλέπωμεν ὅτι εἰς τὴν Ἤπειρον ἀπομένει στρατὸς μόνον 7000 ἀνδρῶν ὑπὸ τὸν Ἀντιστράτηγον Σαπουντζάκην, ἐννοοῦμεν ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον δὲν προσεκλήθη νὰ δώσῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην. Καὶ ὅταν βλέπωμεν ὅτι τὸ Ἐπιτελεῖον δὲν προσεκλήθη νὰ δώσῃ τὴν ἑαυτοῦ γνώμην, ἐννοοῦμεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐμελέτησε τὸ ζήτημα τῆς Ἠπείρου, δὲν ἀνεδίφησε τὸ ἀρχεῖον τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν ὡς πρὸς τὴν Ἤπειρον, ἵνα μάθῃ τί παρέλαβε μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς καὶ τί ἠδυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν καὶ μέχρι τίνος σημείου ἠδυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν ἔχοντες ἀντιμετώπους ἀπέναντι τῶν ἀπαιτήσεων ἡμῶν. Δὲν εἶχε δὲ μόνον αὐτὴν τὴν σημασίαν ὁ τοιοῦτος καταρτισμὸς τοῦ στρατεύματος τοῦ ἐν Ἠπείρῳ. Εἶχε καὶ ἄλλην σημασίαν, ἐπίσης σπουδαίαν, ἐπίσης σημαντικήν. Ποίαν; Ὅτι δὲν διηυκολύνετο τὸ στράτευμα τῆς Μακεδονίας εἰς τὴν ταχεῖαν προέλασιν αὐτοῦ. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ δὲν ἐκάλεσε τὸ Ἐπιτελεῖον διὰ νὰ ἔχῃ ὅλην τὴν στρατιωτικὴν γνώμην αὐτοῦ, ἐὰν ἐνεθυμεῖτο τὸν πόλεμον τοῦ 1897, βεβαίως δὲν ἤθελε καταρτίσει τὸ στράτευμα τῆς Ἠπείρου ὅπως τὸ κατήρτισεν. Τὸ στράτευμα κατὰ τὸ 1897 ἔφθασε παλαῖον πρὸς τὸν ἐχθρὸν μέχρι Πέντε Πηγαδίων, καὶ ὅταν ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς ἐν Θεσσαλίᾳ ὑπεχώρησεν, ὁ Τουρκικὸς στρατὸς δὲν ἐπροχώρησε, μολονότι ἐν Ἠπείρῳ εἶχε μίαν Μεραρχίαν, ἥτις ἦτο ἱκανὴ εἰς ἕνα στρατὸν τόσον μέγαν ὅσος ἦτο ὁ τῆς Μακεδονίας, νὰ φέρῃ ἓν ἐμπόδιον, ἀλλὰ πάντως νὰ φέρῃ ἐμπόδιον εἰς τὴν κατὰ νότον καὶ κατὰ πλευρὰ ἐπίθεσιν αὐτοῦ. Ἐὰν τὸ 1897 εἶχεν ὑπ’ ὄψει ἡ Κυβέρνησις, βεβαίως ἔπρεπε νὰ στείλῃ ἐκεῖ στρατὸν περισσότερον τῆς Μεραρχίας, διότι ἀφοῦ τοιοῦτον ἐπρόκειτο νὰ διεξαγάγῃ ἀγῶνα ἀπὸ τὸν ὁποῖον ὑπῆρχεν ἐλπὶς πολλὰ νὰ κερδήσωμεν, ἐκεῖ ἔπρεπε νὰ ἐνοχλῶμεν σπουδαίως τὸν ἐχθρόν. Ἀλλὰ καὶ τὶς ἄλλος λόγος εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποδείξῃ ὅτι εἰς τὸν νοῦν τῆς Κυβερνήσεως οὐδεμία ὑπῆρχε πολιτική, οὐδεμία στρατιωτικὴ ἰδέα; Ἀκούσατε. Ὅτε ὁ κ. Σαπουντζάκης ἐστάλη εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῶν 7,000 ἀνδρῶν, δὲν ὑπῆρχεν ἐν Ἠπείρῳ Τουρκικὸς στρατὸς παρὰ μόνον 5,000. Τὰ ὀχυρώματα Μπιζανίου καὶ τὰ ἄλλα δὲν εἶχον στρατιώτας ἐντός. Δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν στρατὸς διὰ νὰ προστατεύσῃ τὰ Ἰωάννινα. Ὥστε, ἐὰν τότε ἀπεστέλλετο στρατὸς μιᾶς Μεραρχίας ἐκεῖ, ἠδύνατο νὰ προελάσῃ καὶ νὰ καταλάβῃ ἀμαχητὶ τὰ Ἰωάννινα, ἡ παρουσία δὲ στρατοῦ ἐν Ἰωαννίοις ἤθελεν ἀναγκάσει τὸν στρατὸν τῆς Μακεδονίας νὰ ὑποχωρήσῃ ἀπὸ τὸ Σαραντάπορον καὶ ἀπὸ τὴν Βέρροιαν, καὶ νὰ διευκολυνθῇ οὕτω ἡ ταχεῖα προέλασις τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ εἰς τὰ ἐμπρός. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐγένετο καὶ μὴ γενομένου τούτου, ἐνεδεικνύετο εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς κύκλους τῆς Εὐρώπης καὶ εἰς τοὺς διπλωματικούς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο κενὴ ἰδεῶν! Δὲν ἐσκέφθη ποτέ, οὔτε περὶ τοῦ διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος οὔτε περὶ τοῦ μεγαλείου αὐτῆς, ἀλλ’ ἐφέρθη εἰκῇ καὶ ὡς ἔτυχεν εἰς τὸν πόλεμον. Ἐὰν δὲ κατελάμβανεν ὁ στρατὸς τὴν Ἤπειρον, τὰ συντρίμματα τῶν στρατευμάτων τῶν ἀπέναντι ἡμῶν τῶν ἀπέναντι τῆς Σερβίας, τῶν ἀπέναντι τοῦ Μαυροβουνίου, δὲν ἤθελον ἔλθει εἰς τὰ Ἰωάννινα ἵνα καταλάβωσιν αὐτὰ καὶ νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὴν προχώρησιν τῶν ἡμετέρων στρατευμάτων. Διὰ τῆς τοιαύτης πορείας τῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐζημιώθημεν μόνον ἐν Ἠπείρῳ, ἀλλ’ ἐζημιώθημεν καὶ ἐν Μακεδονίᾳ. Ὑπῆρχε δὲ καιρός, Κύριοι, καὶ τὸ λάθος τοῦτο νὰ διορθωθῇ, ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, αἱ προσωπικαὶ ἀντιπάθειαι αὐτοῦ, ἠμπόδιζον αὐτὸν νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ὑπῆρχε νοῦς πολιτικὸς διὰ νὰ διευθύνῃ τοιοῦτο μέγα ζήτημα. Ἐζήτησα ἐγὼ διὰ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ διὰ τοῦ πρώην Ὑπουργοῦ τῶν Ναυτικῶν νὰ μεταβῶ μὲ μίαν ταξιαρχίαν εἰς τὴν Ἤπειρον, ἀλλὰ νὰ μὴ μοῦ προσδιορίσωσιν ἀπὸ ποῦ θὰ ὑπάγω, διότι πολεμήσας ἐκεῖ εἶχον γνῶσιν τοῦ ἐδάφους καὶ ἐγνώριζον πῶς ἠδυνάμην νὰ πολεμήσω. Ἀλλ’ ἡ ἐπιμονὴ τοῦ Πρωθυπουργοῦ ἔκαμεν ὥστε νὰ μὴ μεταβῶ ἐγὼ ἐκεῖ καὶ νὰ συντριβῇ τόσος στρατός, καὶ νὰ χαθῶσι τόσοι πολῖται Ἕλληνες καὶ νὰ μείνωσιν ἐπὶ μακρὸν χρόνον τὰ Ἰωάννινα ἀπόρθητα! Μήπως δὲν συνέστησα ἄλλους ἀξιωματικούς, ἀφοῦ τὸ πάθος τὸ κατ’ ἐμοῦ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, δὲν ἐπέτρεπεν εἰς αὐτὸν νὰ στείλῃ ἐμέ; Μὴ δὲν ὑπέδειξεν ὁ Βασιλεύς, διὰ τῆς τηλεγραφικῆς διαταγῆς τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν, ἀπὸ ποῦ νὰ ἀνοίξωσι δίοδον διὰ νὰ ὑποχρεώσωσι νὰ παραδοθῶσι τὰ Ἰωάννινα; Οὐδὲν τούτων ἐγένετο, Κύριοι, διότι οὐδὲν ὑπῆρχεν ἐν τῇ κεφαλῇ τοῦ Πρωθυπουργοῦ· δὲν ὑπῆρχε πολιτικὴ ἰδέα, δὲν ὑπῆρχον πολιτικοὶ ἄνδρες, δὲν ἐσκέπτοντο περὶ μεγαλείου τῆς Ἑλλάδος, περὶ διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος τὸν ὁποῖον καυχᾶται ὅτι ἐπέτυχεν διὰ τῆς διπλωματικῆς του ἱκανότητος ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἀλλὰ μήπως τάχα δὲν ἔχει ὁ διπλωματικὸς κόσμος τῆς Εὐρώπης καὶ ἄλλην ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν εἶχεν ἰδέαν πολέμου καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ τὴν μεταχειρισθῇ, ὅπως ἤθελε, διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ ἴδια συμφέροντα; Ἀλλὰ μήπως αὐτὴν τὴν γνώμην δὲν ἐσχημάτισαν καὶ οἱ μεθ’ ἡμῶν καὶ οἱ καθ’ ἡμῶν μαχόμενοι; Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι καταδεικνῦον τὴν ἀδεξιότητα τῆς Κυβερνήσεως. Ὅτε ὁ στρατὸς τῆς Μακεδονίας ἐξετόπισεν ὁπωσδήποτε τοὺς ἐχθροὺς ἀπὸ τοῦ Σαραντοπόρου καὶ ἔφθασεν εἰς τὴν Βέρροιαν, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ὑπεχρέωσε τὸν Βασιλέα νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Βέρροιαν. Ἡ μετάβασις τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Βέρροιαν ὑποχρέωσε τὸν στρατὸν νὰ μείνῃ ἐκεῖ διὰ νὰ ὑποδεχθῇ τὸν Βασιλέα. Τοῦτο ἐπέφερεν ἀργοπορίαν πλέον τῶν πέντε ἡμερῶν, διότι ἡ παρουσία τοῦ Βασιλέως ἐκεῖ ὑποχρέωσε τὸ Στρατηγεῖον ν’ ἀφήσῃ σῶμα στρατοῦ πρὸς ἀσφάλειαν Αὐτοῦ, καίτοι ὁ τότε Διάδοχος εἶχε δώσει τὴν διαταγήν· «ὁρμήσατε· δὲν ἔχω καιρὸν ν’ ἀναμείνω». Καὶ ἀληθῶς δὲν εἶχε καιρὸν ν’ ἀναμείνῃ. Καὶ ἀληθῶς δὲν ἔπρεπεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως νὰ στείλῃ τὸν Βασιλέα ἐκεῖ ἐν τῷ μέσῳ τῆς κλαγγῆς τῶν ὅπλων καὶ τοῦ κρότου τῶν πυροβόλων, διότι οὐδεμίαν εἶχε θέσιν ἐκεῖ ὁ Βασιλεύς· διότι δὲν ἐπρόκειτο οὔτε νὰ ἐνθαρρύνῃ οὔτε νὰ συγκρατήσῃ τὸν στρατόν. Ὑπῆρχεν ὁ Διάδοχος καὶ ἦτο ἱκανὸς νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ἂν παρίστατο ἀνάγκη. Καὶ ἡ ἀργοπορία ἐκείνη τῶν πέντε ἡμερῶν, ἔφερε δυσκολίας κατὰ τὴν προέλασιν, συνετελέσασα νὰ χάσωμεν τὸ Μοναστήριον, νὰ κινδυνεύσωμεν δὲ νὰ χάσωμεν καὶ τὴν Θεσσαλονίκην. Νομίζετε ὅτι ἀφῆκαν αὐτὸ ἀπαρατήρητον τὰ Ἐπιτελεῖα τῶν διαφόρων Κρατῶν καὶ ἡ Διπλωματία τῶν διαφόρων Κρατῶν; Νομίζετε ὅτι δὲν ἔκαμαν τὴν πρέπουσαν ἐκτίμησιν περὶ τῆς ἱκανότητος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως; Ἀλλὰ μὴ μόνον ἕως ἐκεῖ ἔφθασεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀποδεικνύων τὴν τελείαν ἀνικανότητα αὐτοῦ; Προσέξατε σᾶς παρακαλῶ. Ὅτε ὁ στρατὸς ἐβάδιζε πρὸς τὸ Μοναστήριον, ἔλαβον τὴν αὐθεντικὴν πληροφορίαν ὅτι στρατός, ὁ Σερβικὸς καὶ ὁ Βουλγαρικός, βαδίζει πρὸς ἡμᾶς καὶ καθ’ ἡμῶν. Σπεύδω τότε καὶ εὑρίσκω τὸν Βουλευτὴν Ἀττικῆς καὶ Βοιωτίας κ. Πολύβιον Λαγοπάτην, ὁ ὁποῖος εἶναι παρών, καὶ ἀναγγέλλω πρὸς αὐτὸν τὴν πληροφορίαν μου ταύτην καὶ τὸν ἐξαναγκάζω νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως νὰ τῷ ἀναγγείλῃ τοῦτο. Τὴν ἀκόλουθον, ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ τηλεγραφήματός του προσκαλεῖ τὸν Διάδοχον καὶ τὸν κρατεῖ ἐπ’ ἀρκετόν, ἐπιμένων ὅπως μεταβῇ Οὗτος κατ’ εὐθεῖαν εἰς Θεσσαλονίκην καὶ ὑποχρεώσῃ αὐτὴν εἰς παράδοσιν. Ἀνθίσταται ὁ Βασιλεὺς, ὁ Ἀρχηγὸς τοῦ στρατοῦ τότε Διάδοχος, καὶ λέγει εἰς τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὅτι στρατιωτικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσιν Αὐτῷ νὰ μὴ ὑπάγῃ. Ἀλλ’ ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, κραυγάζει ὅτι πολιτικοὶ λόγοι ἐπιβάλλουσι νὰ ὑπάγῃ εἰς Θεσσαλονίκην. Ἡ συζήτησις αὐτή, ὑπῆρξε μακρὰ καὶ ἐπὶ τέλους ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ κατισχύσῃ, εἶπε· Σὲ διατάττω! Ὅταν ἔλαβε τὸ τηλεγράφημα τοῦτο ὁ Βασιλεύς, ἔκλεισε τὸ τηλεγραφεῖον καὶ ἔφυγε χωρὶς νὰ δώσῃ ἀπάντησιν. Ἡ ἀργοπορία αὐτὴ μὲ τὴν καταιγίδα ἡ ὁποία κατέλαβε τὸν στρατὸν κατὰ τὴν προέλασιν, ἔκαμε νὰ φθάσῃ οὗτος ἀργότερον εἰς Γιενιτσά, ἐὰν δὲ ἡ ἀνδρεία τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ δὲν ὑπεχρέωνε τοὺς Τούρκους νὰ ἐγκαταλίπωσι τὰ Γιενιτσὰ καὶ νὰ ὑποχωρήσωσιν εἰς Θεσσαλονίκην, βεβαίως οἱ Βούλγαροι θὰ ἦσαν πρότεροι ἡμῶν ἐντὸς τῆς Θεσσαλονίκης. Νέον τοῦτο δεῖγμα τῆς ἀνικανότητος τοῦ κ. Προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ ἔποψιν διπλωματικήν, καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶπον ἐν τῇ ἀρχῇ τοῦ λόγου μου ὅτι εὐχαρίστως βλέπω ἀγωνιζομένους τοὺς πολιτευομένους νὰ ἀποδείξωσιν ὅτι σφάλλει παραχωρῶν τὸν Σάσωνα ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως προσπαθεῖ ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἐπολιτεύθη σωφρόνως καὶ πολιτικῶς. Μὴ παραξενεύεσθε, Κύριοι, διὰ τοῦτο· καὶ δὲν πρέπει νὰ παραξενευθῆτε καὶ κατόπιν, ἂν ἴδητε ἐν Βουκουρεστίῳ τὸν κ. Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, προβαίνοντα πρὶν ἢ ἀκόμη ἀρχίσωσιν αἱ συζητήσεις, εἰς διαφόρους παραχωρήσεις, διότι τοῦτο προέρχεται ἐκ τῆς ἀγνοίας τῶν πραγμάτων. Ἐφθάσαμεν τέλος εἰς Θεσσαλονίκην, καὶ κατελάβομεν αὐτήν, ἀλλὰ μεθ’ ἡμᾶς εἰσῆλθον καὶ οἱ Βούλγαροι, μεθ’ ὧν ἠναγκάσθημεν νὰ συγκυριαρχήσωμεν ἐπὶ τῆς Θεσσαλονίκης καὶ νὰ διαμφηβητήσωμεν ὄχι πλέον τὰ σημεῖα ἐπὶ τῆς Μακεδονίας ἀλλ’ αὐτὴν ταύτην τὴν Θεσσαλονίκην φυσικά. Νὰ συμβῇ αὐτὸ ἦτο ἑπόμενον, Κύριοι· ἀφοῦ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς παρεχώρει τὴν Καβάλλαν, τὰς Σέρρας, τὴν Δράμαν, ἦτο ἑπόμενον νὰ μὴ διατηρήσητε πλέον τὴν Θεσσαλονίκην, ἀφοῦ ὅλα εἶχε παραχωρήσει. Ταῦτα πάντα τί μαρτυροῦσι; Δὲν μαρτυροῦσιν ὅτι ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως οὐδέποτε εἶχε τὴν ἰδέαν τοῦ διπλασιασμοῦ, τῆς δόξης, τοῦ μεγαλείου τῆς Πατρίδος ἡμῶν; Μᾶς εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ὅτι ἐτόλμησε καὶ ἔκαμε τὸν πόλεμον τοῦτον. Ἄς μοὶ συγχωρηθῇ, Κύριοι, μία ἀμφιβολία περὶ τούτου, τὴν ὁποίαν ὅμως εἶμαι ὑποχρεωμένος νὰ εἴπω. Δὲν ἐτόλμησεν ἀλλ’ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς ἔκαμε τὸν πόλεμον ὁ κ. Πρωθυπουργός. Ἔκαμεν δ’ ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς τὸν πόλεμον, διότι ἂν ἀπέβαινε κακῶς ὁ πόλεμος, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ. — Ἠθέλετε νὰ μὴ πολεμήσω; Μὲ κατέλαβον τὰ πράγματα. Συνεμάχησα λοιπὸν μὲ ἄλλους, καὶ ἐπολέμησα διότι ἐπρόκειτο νὰ καταληφθῶσιν Ἑλληνικαὶ χῶραι. Τί ἠθέλετε; Νὰ μείνω ἀπαθὴς καὶ νὰ μὴ λάβω μέρος εἰς τὸν πόλεμον; Ἠναγκάσθην νὰ συμμεθέξω διὰ νὰ κερδοσκοπήσω ὅπως ἦτο δυνατόν. Ἀπέτυχον ἤδη· δὲν πταίω ἐγὼ δι’ αὐτό. Ἂς εἶχον καταρτίσει στρατὸν καὶ στόλον οἱ προκάτοχοί μου, ἂς εἶχον ἀποκαταστήσει τὴν οἰκονομικὴν θέσιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ θὰ ἐβλέπετε ἂν θὰ ἐπετύγχανον. Τί νὰ σᾶς κάμω; Αὐτοὶ οἱ φαυλοκράται δὲν ἐμερίμνησαν περὶ τοῦ Κράτους των. Αὐτοὶ οἱ φαυλοκράται ἀφῆκαν ἔκθετον αὐτὸ τὸ Κράτος καὶ ἰδοὺ τὰ ἀποτελέσματα. Ἐγὼ σᾶς τὰ ἔλεγον, ἀλλ’ ἐνῷ τὰ ἐγνώριζον, ἐνῷ τὰ ἐπίστευον, ἐνῷ τὰ ἔβλεπον, δὲν ἠδυνάμην νὰ μὴ λάβω μέρος εἰς τὸν πόλεμον αὐτὸν διότι ἀπεκλείετο πλέον παντὸς ἰδεώδους καὶ παντὸς δικαιώματος ἡ Ἑλλὰς καὶ ἤμην ὑποχρεωμένος νὰ πολεμήσω πάσῃ θυσίᾳ. — Τοιαῦτα θὰ σᾶς ἔλεγεν ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἂν ἀποτυγχάνομεν. Εὐτυχῶς ὅμως ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος ἐβοήθησεν ἡμᾶς καὶ ἐφθάσαμεν ἐκεῖ ὅπου ἐφθάσαμεν, ἀλλ’ ἐφθάσαμεν ὄχι διότι ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἐτόλμησεν ἢ ἔδειξεν ἄλλην τινὰ ἱκανότητα, ἀλλὰ διότι ὑπελόγισεν ἐκ τοῦ ἀσφαλοῦς. Ὅτε ὁ ἀξιότιμος ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς παρέλαβε τὴν Ἀρχήν, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἔπρεπε νὰ κάμῃ δάνειον. Ἀλλὰ διὰ νὰ κάμῃ δάνειον, ἔπρεπε νὰ δώσῃ τὴν μόνην ἐγγύησιν, τὰ πλεονάσματα τοῦ Ἐλέγχου. Αὐτὸς ὁ φαυλοκράτης (δεικνύει τὸν κ. Θεοτόκην) καὶ αὐτὸς ὁ φαυλοκράτης (δεικνύει τὸν κ. Ράλλην) καὶ ἐκεῖνος (δεικνύει τὴν θέσιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη) διὰ νομοθετημάτων καὶ στρατὸν καὶ στόλον ἔκαμαν καὶ διώκησαν κατὰ τοιοῦτον τρόπον τὴν Πατρίδα ἡμῶν, ὥστε νὰ εἶναι ἐπαρκὴς οἰκονομικῶς. Ἀλλ’ ἡ κατηγορία κατὰ τοῦ παρελθόντος δὲν ἐστάθη μέχρι τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων· ἡ κατηγορία κατὰ τοῦ παρελθόντος ἔφθασε μέχρι τῶν ἀνδρῶν τοῦ 1821, διότι ὁμιλῶν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς ἔλεγεν ὅτι οὐδέποτε ἐσκέφθησαν οἱ διοικήσαντες τὴν χώραν περὶ τοῦ μεγαλείου αὐτῆς καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Χειροκροτεῖ ἡ Βουλή, ἐπευφημεῖ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς χωρὶς νὰ ἐνθυμῆτε ὅτι αὐτοὶ οἱ παλαιοκομματικοί, οἱ φαυλοκράται, παρέλαβον τὴν Ἑλλάδα τῷ 1827 εἰς ἀρχέγονον κατάστασιν, διότι οὔτε χωρία οὔτε κωμοπόλεις οὔτε πόλεις οὔτε συγκοινωνία οὔτε στρατὸς οὔτε οἰκονομικὰ οὔτε διοίκησις οὔτε δικαιοσύνη ὑπῆρχον, καὶ ὅμως ἐν διαστήματι 82 ἐτῶν ἡ Ἑλλὰς ἔφθασεν εἰς τὸ αὐτὸ ἐπίπεδον πολιτισμοῦ μὲ τὴν Εὐρώπην. Ταῦτα πάντα ὁ Ἑλληνικὸς λαός, ὁ ὁποῖος καρποῦται σήμερον τὸν ἀγῶνα καὶ τὸν κόπον ἐκείνων, ἐλησμόνησε καὶ μᾶς ἀπεκάλεσε πάντας φαυλοκράτας. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ φαυλοκράται, οἱ ὁποῖοι ἀπεκατέστησαν τὸν τόπον τοῦτον ἐντὸς 82 ἐτῶν, κατώρθωσαν ν’ αὐξήσωσι τὰ ὅρια αὐτοῦ ἄνευ πολέμου, ἄνευ δαπανῶν. Μικρὸν ὂν αὐτὸ τὸ κρατίδιον καὶ μὲ ὅρια αὐτοῦ φθάνοντα μέχρις Ὄρθρυος, κατώρθωσε νὰ προσλάβῃ τὰς Ἰονίους νήσους καὶ νὰ ἐλευθερώσῃ τὴν Θεσσαλίαν. Μὲ τὸν γλίσχρον δὲ προϋπολογισμὸν ἐξ ἄλλου, τὸν ὁποῖον εἶχε, κατώρθωσε νὰ διατηρῇ τὰς ἐπαναστάσεις Κρήτης καὶ Θεσσαλίας, νὰ διατηρῇ τοὺς πρόσφυγας, τὰ γυναικόπαιδα, τὰ ἐκ τῆς ἀγριότητος τῶν Τούρκων προσερχόμενα πρὸς σωτηρίαν ἐδῶ, καὶ μεθ’ ὅλας αὐτὰς τὰς κολοσσιαίας δαπάνας κατώρθωσεν ἐντὸς 82 ἐτῶν νὰ ἀγάγῃ εἰς ἐπίπεδον πολιτισμοῦ τὴν Ἑλλάδα ὁμοίου πρὸς τὸν τῆς Εὐρώπης. Ἀλλὰ καὶ οἱ μετέπειτα ἄνδρες, ἀπὸ τοῦ Τρικούπη καὶ ἐντεῦθεν, ὑπηρέτησαν τὴν Πατρίδα ἡμῶν εἰς τὰ ἐξωτερικὰ ζητήματα. Ἀλλὰ καὶ ἄλλο ἔκαμαν οἱ φαυλοκράται. Ὅτε ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος, πολιτευόμενος ἐν Κρήτῃ ἐπανεστάτει κατὰ τοῦ καθεστῶτος καὶ ἐζήτει ν’ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τῆς Κρήτης ἡ μόνη ἐγγύησις, ἡ ὁποία ἐξησφάλιζε τὸ μέλλον τῆς νήσου, ὁ Πρίγκηψ Γεώργιος, καὶ ἡ Κρήτη ἐφαίνετο πλέον χαμένη διὰ παντός, ὁ ἔντιμος πολιτευτὴς ἐκ Κερκύρας ὅσον καὶ ὁ ἀείμνηστος Βασιλεύς, καὶ αὐτὸς μὲ συγκεκινημένην καρδίαν ἐδέχθησαν ν’ ἀπομακρυνθῇ ὁ Πρίγκηψ ἐκ Κρήτης· ἀλλ’ ἐδέχθησαν ἀφοῦ πρότερον ὁ ἔντιμος πολιτευτὴς Κερκύρας, ὁ κ. Θεοτόκης, κατώρθωσε, τὴν χαμένην πλέον Κρήτην, νὰ κάμῃ χώραν Ἑλληνικήν, ἐπαρχίαν Ἑλληνικήν, ἀφοῦ δηλ. ἀπέσπασε θετὴν δήλωσιν παρὰ τῆς Εὐρώπης, νὰ παραχωρήσῃ αὕτη εἰς τὸν Βασιλέα τῶν Ἑλλήνων Γεώργιον τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ διορίζῃ αὐτὸς ἐν Κρήτῃ Ἁρμοστὴν Ἕλληνα πολίτην. Εἰς τὰς δηλώσεις ταύτας τῶν Δυνάμεων σημειωτέον, παρίστατο καὶ ὁ τότε Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ παραχώρησις αὕτη δὲν ἀπηυθύνετο πρὸς τὸν Βασιλέα Γεώργιον, ἀλλὰ πρὸς τὸ Ἑλληνικὸν Κράτος. Οὕτως εἰς στιγμὴν καταστροφῆς σῴζει ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτὴς τὴν Κρήτην. Καὶ ὅμως κατηγορούμεθα ὑπὸ τοῦ Προέδρου τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ὅτι δὲν ἐμεριμνήσαμεν περὶ τοῦ μεγαλείου, περὶ τῶν ἰδεωδῶν καὶ περὶ τῶν δικαίων τῆς Πατρίδος ἡμῶν, ἡμεῖς οἱ προκάτοχοι αὐτοῦ! Ἀλλ’ εἶναι μόνον αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐξετέλεσε ὁ ἔντιμος, ὁ ἐπιφανὴς ἐκ Κερκύρας πολιτευτής; Μή, ὅτε ἐπὶ τῆς Θεσσαλονίκης διεμφισβητεῖτο ἡ κυριότης ἡμῶν παρὰ τῶν Βουλγάρων καὶ ὁ κ. Πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου ἐζήτει δι’ ὅλων τῶν μέσων ν’ ἀποφύγῃ τὸν πόλεμον, ὁ Βασιλεὺς δὲ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δεχθῇ τοῦτο καὶ εὑρίσκετο ἐν ποιᾷ τινι διαφωνίᾳ, καὶ εἶχεν ἀνάγκην συνδρομῆς ἵνα ἐνισχυθῇ εἰς τὸ νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν του, δὲν ἔπραξεν οὗτος τὸ καθῆκόν του; Εὑρέθη τὸ πρόσχημα ὅτι πρέπει ν’ ἀναγγελθῇ εἰς τὰς Αὐλὰς τῶν ξένων Κρατῶν ὁ θάνατος τοῦ Βασιλέως καὶ ἡ ἀνάρρησις τοῦ Διαδόχου εἰς τὸν Θρόνον. Καὶ ἐζήτησε δι’ ἰδίας ἐπιστολῆς Αὐτοῦ ὁ Βασιλεύς, ἀπευθυνομένης ἀπ’ εὐθείας πρὸς τὸν ἐκ Κερκύρας πολιτευτήν, νὰ λάβῃ καὶ αὐτὸς αὐτὸ τὸ φορτίον. Ἀλλὰ τοῦ ἐκ Κερκύρας πολιτευτοῦ ἄλλη ἦτο ἡ ἀποστολή, καὶ ἀντιληφθεὶς οὗτος τὴν πρότασιν τοῦ Βασιλέως ἔσπευσε νὰ δηλώσῃ τηλεγραφικῶς ὅτι τίθεται ὑπὸ τὰς διαταγάς του. Καὶ ἀνεχώρησεν, ἀφοῦ συνενοήθη μὲ μόνον τὸν Βασιλέα, καὶ μετέβη ὅπου ἔπρεπε καὶ κατώρθωσε νὰ ἔχωμεν ἐν Βουκουρεστίῳ τὴν ὑποστήριξιν τῶν Γερμανῶν καὶ τὴν ὑποστήριξιν τῶν Ῥωμούνων. Καὶ ἄλλας ἀκόμη ὑπηρεσίας προσέφερεν ὁ κ. ἐκ Κερκύρας πολιτευτής. Ὅτε π.χ. ὁ κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τοῦ Δεδεαγάτς ἐπήδα εἰς τὸ Πόρτο–Λαγό, καὶ ἀπὸ τοῦ Πόρτο–Λαγὸ ἔφθανεν εἰς τὴν Καβάλλαν, οὐδαμῶς σκοπῶν νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰς ἐργασίας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα εἶχε προσφέρει ὁ ἐκ Κερκύρας πολιτευτής, οὐδὲ ζητῶν νὰ ὠφεληθῇ ἐξ αὐτῶν, ἠναγκάσθη ὁ Βασιλεὺς ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Αὐτοκράτορα τῶν Γερμανῶν ζητῶν τὴν βοήθειαν αὐτοῦ. Καὶ ἀπήντα Οὗτος ὅτι θὰ τὴν εἶχε πλήρη, ἀλλὰ τὴν εἶχε διότι παρεσκευάσθη ἀπὸ τὸν ἔντιμον ἐκ Κερκύρας πολιτευτήν. Μετὰ τοῦτο προσεκλήθη εἰς γεῦμα ἐν τῇ Γερμανικῇ Πρεσβείᾳ ὁ κ. Πρωθυπουργός, ἡ δὲ Ῥωμουνία ἐξεσπάθωνε ὑπὲρ ἡμῶν καὶ οὕτως ἐσώθη ἡ Καβάλλα. Καὶ ὅμως ὅτε ἐπέστρεψεν ὁ κ. Θεοτόκης, αἱ φίλαι πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ἐφημερίδες καθύβρισαν αὐτόν. Ἔκτοτε, Κύριοι, δὲν ἀκούομεν παρὰ μόνον παραχωρήσεις τῶν μερῶν ἐκείνων διὰ τὰ ὅρια τοῦ ὁποίου ἔχυσε τὸ αἷμά του ὁ Ἑλληνικὸς στρατός. Καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ μείνῃ ἡ Βουλγαρία μὲ τὰ παλαιά της ὅρια μεῖον ἐκείνων τὰ ὁποῖα ἤθελεν λάβει ἡ Ρωμουνία, εὑρέθημεν ἡμεῖς ἐξ ὅλων τῶν εἰς τὴν σκηνὴν ταύτην λαβόντων μέρος ἐθνῶν, οἱ ὁποῖοι ἐχάσαμεν. Διότι ἔχασεν μὲν ἡ Βουλγαρία τὴν Ἀδριανούπολιν διὰ τῆς Διπλωματικῆς νοημοσύνης καὶ στρατιωτικῆς νοημοσύνης τῆς Τουρκίας, ἡ ὁποία κατενόησε τὴν κατάλληλον στιγμὴν ἵνα καταλάβῃ αὐτήν, ἀλλ’ ἔλαβεν ὅλα τὰ ἄλλα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἐδικαιούμεθα. Ἐνῷ δὲ ἡ Σερβία εἶχε καθορίσει τί θὰ ἐλάμβανεν ἐκ τοῦ ἀγῶνος, ὅμως ἔλαβε καὶ ἀπὸ ἡμᾶς, ἔλαβε καὶ ἀπὸ τὴν Βουλγαρίαν. Μόνον ἡμεῖς δὲν λαμβάνομεν τίποτε σήμερον εἰμὴ μόνον ὅ,τι ἐλάβομεν διὰ τῶν ἀγώνων τοῦ Βασιλέως, διὰ τῶν ἀγώνων τῶν παλαιοκομματικῶν καὶ διὰ τῶν ἀγώνων τοῦ στρατοῦ.
§192Ν. ΞΗΡΟΣ. Περὶ Σάσωνος δὲν μᾶς εἴπετε τίποτε.
§193Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν σᾶς στενοχωρῇ ἡ συζήτησις, νὰ μεταβῆτε εἰς τὸ καπνιστήριον.
§194Ν. ΞΗΡΟΣ. Σᾶς ἀκούω μετὰ προθυμίας, ἀλλ’ ἤθελον νὰ ἀκούσω καὶ διὰ τὸ ζήτημα.
§195Κ. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διὰ τὸ ζήτημα ὁμιλῶ, ἀλλ’ ἤλθετε σεῖς ἔξωθεν νὰ μὲ διακόψητε νομίζοντες ὅτι ἡ διακοπὴ θὰ σᾶς ὠφελήσῃ. Πλανᾶσθε διότι ἐγὼ θὰ εἴπω περισσότερα. Ὅτε ἀπεδύθημεν εἰς τὸν ἀγῶνα, Κύριοι, ἐβλέπομεν τὰς ἐφημερίδας τὰς Εὐρωπαϊκὰς νὰ ἐξαίρωσι τὴν μαχητικὴν ἱκανότητα τῶν συμμάχων ἡμῶν, νὰ ἀναβιβάζωσι τὰς θυσίας αὐτῶν καὶ μόνον περὶ ὅλου τοῦ κατὰ τῆς Τουρκίας ἀγῶνος τῆς Ἑλλάδος οὔτε λέξιν ἔλεγον. Οὔτε μίαν λέξιν διὰ τὸν παλληκαρισμόν, διὰ τὴν αὐταπάρνησιν, διὰ τὴν πολεμικὴν τέχνην τῶν ἡμετέρων! Ὅτε, Κύριοι, αἱ γηραιαὶ δέσποιναι, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὴν ἔκφρασιν τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ δὲν θὰ λύωσι πλέον τὰ ζητήματα τῆς Ἀνατολῆς ἀλλὰ θὰ τὰ λύῃ αὐτός, προσεκλήθησαν ν’ ἀναμιχθῶσιν εἰς τὰ πράγματα τῆς Ἀνατολῆς, τὰ προελθόντα ἐκ τῶν πολέμων, ὅτε λέγω αἱ γηραιαὶ δέσποιναι ἔπεμψαν τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτῶν ἵνα συζητήσωσιν ἐκεῖ τὰ ζητήματα τὰ ἀναγόμενα εἰς τὰς στρατιωτικὰς ἐπιτυχίας, ἐβλέπομεν τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Βουλγαρίας, τὸν Δάνεφ, περιτρέχοντα τὰς Αὐλὰς τῆς Εὐρώπης καὶ ζητοῦντα δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ δι’ ὅλων τῶν τρόπων καὶ δι’ ὅλων τῶν ὑποσχέσεων, νὰ πείσῃ αὐτοὺς νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς προτάσεις τῆς Βουλγαρίας, τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἠξίουν ἕνεκα τοῦ ἀγῶνος. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἐπέτυχεν ὁ Δάνεφ τοῦ σκοποῦ του καὶ σύσσωμος ἡ Διπλωματία τῆς Εὐρώπης ἀπῄτησεν ἀπὸ τὴν Τουρκίαν νὰ παραδώσῃ τὴν Θράκην. Ἀλλὰ τὸν ἰδικόν μας ἀντιπρόσωπον, τὸν Πρωθυπουργὸν τῆς Ἑλλάδος, δὲν εὑρίσκομεν διατρέχοντα τὰς εὐρωπαϊκὰς Αὐλάς, διὰ νὰ κάμῃ τὸ ἴδιον ὅπερ ἔκαμεν ὁ Δάνεφ, ἀλλὰ βλέπομεν αὐτὸν εἰς δεῖπνα, εἰς ἑσπερίδας! (θόρυβος καὶ ἀποδοκιμασίαι) καὶ ἀνεγνώσαμεν εἰς τὰς ἐφημερίδας ἐπαίνους περὶ τῆς πολιτικῆς του δεινότητος περὶ τῆς μεγάλης του εὐφυΐας. Ὁ Πρωθυπουργός μας ἓν ἔμαθε, πῶς νὰ ἐπικρατήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τοῦτο εἴδομεν ὅτι ἡ Εὐρώπη, προκειμένου περὶ τῆς Ἑλλάδος, εὐχὰς μόνον ἐξέφερε καὶ οὐδὲν ἀπῄτησε ὑπὲρ αὐτῆς. Κύριοι, ὑπεχρεώθημεν νὰ ὁμιλήσωμεν, διότι πρέπει τέλος πάντων νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ κωμῳδία ἡ παιζομένη ἑκάστοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς περὶ τοῦ διπλασιασμοῦ τῆς Ἑλλάδος, περὶ τῆς πενίας τὴν ὁποίαν ἔχει ὁ κ. Πρωθυπουργός, μολονότι πολιτεύεται τόσον χρόνον. Ἐπολιτεύθη εἰς τὴν νῆσον Κρήτην καὶ ἐδικηγόρει· δὲν διεχειρίσθη χρήματα τόσον πολλά, ὥστε νὰ δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ἰδοὺ τί ἀπεκόμισα ἀπὸ τὴν πολιτικὴν καὶ φέρω τοῦτο ὡς ἓν προσὸν διὰ νὰ μὲ θαυμάσητε καὶ μὲ διατηρήσητε εἰς τὴν θέσιν μου. Ἐδικηγόρει διότι πτωχὸς ἐγεννήθη καὶ ἐζήτει διὰ τοῦ ἐπαγγέλματός του νὰ ἀπολαμβάνῃ τὰ ἀναγκαῖα. Ἡμεῖς, οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος, εἰσήλθομεν πλούσιοι, ἂν ὄχι πλούσιοι, ἐπαρκεῖς ὅμως πάντες εἰς τὴν πολιτικήν. Διεχειρίσθημεν ὁλόκληρα ἑκατομμύρια ἐν τῇ κυβερνήσει τῆς Χώρας καὶ ἐξήλθομεν, χάριν τῆς τιμῆς τῆς Πατρίδος..... δὲν λέγω πῶς ἐξήλθομεν χάριν τῆς ἀξιοπρεπείας ἡμῶν αὐτῶν. Ἐν τούτοις ἡμεῖς δὲν καυχόμεθα ἀπὸ τῆς θέσεως ταύτης, διότι τοῦτο θεωροῦμεν καθῆκον παντὸς πολίτου καὶ διὰ τοῦτο οὐδέποτε αὐτεπῃνέθημεν, ἀλλὰ φροντίζομεν νὰ κρατήσωμεν τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος, ὄχι μόνον ἐπουλώνοντες τὰς πληγὰς αὐτῆς, ὄχι μόνον ἐργαζόμενοι διὰ νὰ καταστήσωμεν αὐτὴν ἰσχυράν, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρξαν πάντοτε ἀνώτεροι χρήματος καὶ ἓν μόνον εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν τὴν πατρίδα αὐτῶν. Ἐκεῖνος ἦλθε ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τοὺς διαφόρους ῥήτορας τῆς Ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι ὄχι μὲ τὰ ἴδια ἐπιχειρήματα περὶ τοῦ Σάσωνος, ἀλλὰ μὲ νέα ἐπιχειρήματα ἦλθον νὰ ὁμιλήσωσι, καὶ ἐπειδὴ δὲν δύναται ν’ ἀνασκευάσῃ αὐτά, ἀντιπαρέρχεται καὶ ὁμιλεῖ περὶ τῆς οἰκονομικῆς του δεινότητος. Ἀνάξιος διὰ Πρωθυπουργός, ἀνάξιος πολιτευτὴς ἀνελθὼν εἴτε ἐκ πλάνης εἴτε δικαίως εἰς ἓν ὕψος δυσθεώρητον. Κύριοι, ἀποδεικνύεται ἐξ ὅλων ὅσα ἠκούσατε καὶ ἐκ μέρους τῶν προλαλησάντων τῶν ἀντιφρονούντων πρὸς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἐκ μέρους ἐμοῦ, ὅτι εἰς τὴν σκηνὴν εὑρέθη εἰς μεγάλην καὶ γιγαντόσωμον ἐποχὴν μικροσκοπικὸς ἀνήρ.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐδενὸς ἑτέρου ἔχοντος τὸν λόγον ἡ συζήτησις κηρύσσεται περατωμένη. Γίνεται δεκτὸν τὸ ἄρθρον 1ον, εἶτα δὲ ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν καὶ τὸ ἄρθρον 2 καὶ τὸ σύνολον τοῦ νομοσχεδίου εἰς αʹ. συζήτησιν. Ἐπίσης γίνεται δι’ ἀναστάσεως δεκτὸν εἰς βʹ κατ’ ἄρθρον καὶ σύνολον συζήτησιν τὸ σχέδιον νόμου «περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ῥωσίας ἐν Ἀθήναις τὴν 17)30 Αὐγούστου 1913 ὑπογραφείσης συμβάσεως πρὸς διακανονισμὸν τῶν κληρονομιῶν». Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων 1ον «περὶ καθορισμοῦ τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ ἰδιωτικῶν δασῶν» καὶ 2) «περὶ ὀργανώσεως τῆς ὑπηρεσίας τῶν δασαρχείων καὶ τῶν δασικῶν ἐπιθεωρήσεων» κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Στ. Γρανίτσα, Ι. Κανναβοῦ, Π. Τσαλδάρη, Ι. Μπακοπούλου, Π. Ἀλεξάκη, Δ. Σωτηρίου, Ν. Συριοπούλου, Ι. Μπουρνιᾶ, Γερ. Γεωργιάδη, Δ. Πετροπουλάκη, Π. Ἀγγελίδου, Κ. Δημοκωστούλα, Α. Ἀλεξανδρῆ, Ν. Γαρδικιώτη, Α. Παπαποστόλου, Δ. Μαλλιοπούλου, Ν. Ξηροῦ, Ν. Βελέντζα, Κ. Λιδωρίκη καὶ Δ. Μπούσδρα. Ἡ δὲ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων αʹ) περὶ τροποποιήσεως καὶ συμπληρώσεως τοῦ νόμου ΓϠΝΣΟʹ περὶ ὀργανισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. βʹ) Περὶ συστάσεως εἰδικῶν ὑποθηκοφυλακείων ἐμμίσθων καὶ γʹ) Περὶ μεταβολῶν ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν δικαστηρίων τοῦ Κράτους, κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Λ. Νάκου, Γ. Τσακανίκα, Ι. Φαρμάκη, Π. Ἀραβαντινοῦ, Π. Ἀγγελίδη, Δ. Χατζηγιάννη, Α. Ἀλεξανδρῆ, Χ. Καρᾶ καὶ Ν. Βελέντζα. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην τάσσεται προθεσμία ὀκτὼ ἡμερῶν πρὸς ὑποβολὴν τῶν ἐκθέσεών της. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου «περὶ κατασκευῆς ὑδραγωγείου κλπ. ἐν Δολιανοῖς ἐκ τῶν χρημάτων τῆς δημοτ. ὁδοποιίας», κατηρτίσθη ἐκ τῶν κ. κ. Ν. Γαρδικιώτη, Θ. Παπαϊωάννου, Ν. Συριοπούλου, Ν. Ξηροῦ καὶ Β. Σεραφείμ. (Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 4 π. μ. τῆς πρωΐας).